Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Πλανά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Πλανά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η απλότητα εκλύει τη Χάρη του Θεού.....

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

"Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς πήγαινε στην Εκκλησία και φιλούσε όλες τις Εικόνες της Εκκλησίας και ακόμα είχε μια σκαλίτσα και την έβαζε για να φτάσει τους Αγίους που ήταν ψηλότερα...
Κι αν δεν έφτανε, κοίταζε τον Άγιο και του έλεγε :
"κατέβασε το ποδαράκι σου να το φιλήσω!"
και οι Άγιοι κατέβαζαν το ποδαράκι τους στον
παππούλη και το φιλούσε!!!"


+Μακαριστός π. Ανανίας Κουστένης

Αγιος Νικολας Πλανας και Παπαδιαμάντης

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

“Σώπα ευλογημένε
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει”

(Όταν ο Παπαδιαμάντης έχασε την ψυχραιμία του)
Οι Άγιοι με το παράδειγμά τους και το βίωμα τους μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Τον δρόμο του Ευαγγελίου, αυτόν δηλαδή που μας δίδαξε ο Κύριος. Στο πρόσωπο του ελαχίστου συνανθρώπου μας να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό..

~ Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς πήγαινε για αγιασμό ή Ευχέλαιο σε σπίτια χριστιανών.
Κάποια φορά βρέθηκε στο Κολωνάκι
(με τον Παπαδιαμάντη που του έκανε τον ψάλτη)
Τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσανε.
Και κατεβαίνει από ένα αρχοντικό σπίτι.
Οι ζητιάνοι τον ειδαν και μεταξύ τους ελεγαν:
«Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Πάμε και μεις».
Και ήτανε στην ουρά, μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα-κούτσα και του λέει, παπά δώσε μου. Και ότι είχε στη τσέπη του ο Άγιος τα έβγαλε και τα έδωσε.
Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά πρόσεξέ τον,
γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
– Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, αυτός κάνει
το γύρο του τετραγώνου από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει μπροστά στον Άγιο.
Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς
και τα δίνει.
Θύμωσε ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά !!
– Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.
Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο.
Εκεί, τα ‘χασε,
έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου;
Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις.
Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα,
τα ίδια σκέρτσα κάνει.
Και λέει,
– Σώπα ευλογημένε,
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει.


Ο Χριστός, ο Κύριος όλων, το είπε ξεκάθαρα:
«Ο,τι κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα» (Ματθ. 25, 40). Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.

2 Μαρτίου ἑορτάζει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς

 

Ὁ "Ἅγιος τῶν Ἀθηνῶν", ὁ παπᾶς ποὺ περπατοῦσε μὲ λυμένα κορδόνια στοὺς δρόμους τῆς Πλάκας καὶ τοῦ Ψυρρή, δὲν εἶχε πτυχία, οὔτε ρητορικὴ δεινότητα. Εἶχε ὅμως μιὰ καρδιὰ ποὺ χωροῦσε ὅλο τὸν κόσμο.
Ὁ Παπα-Νικόλας ἔκανε Θεία Λειτουργία κάθε μέρα γιὰ 50 χρόνια, ἀνεξαρτήτως καιροῦ ἢ ὑγείας. Οἱ λειτουργίες του κρατοῦσαν ὧρες, γιατί διάβαζε χιλιάδες ὀνόματα στὴν Πρόθεση. Ὅταν τοῦ ἔδιναν χαρτάκια μὲ ὀνόματα, δὲν πετοῦσε ποτὲ κανένα. Τὰ κρατοῦσε στὶς τσέπες του μέχρι νὰ λιώσουν, μνημονεύοντας ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους μὲ μιὰ ἐπιμονὴ ποὺ συγκλόνιζε τοὺς πιστούς.
Παρ' ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος μὲ ἐλάχιστη μόρφωση, γύρω του συγκεντρώνονταν οἱ μεγαλύτεροι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ἐκεῖνοι ἔψαλλαν στὸ ἀναλόγιό του στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο στὸ Μοναστηράκι, ἀναγνωρίζοντας στὸ πρόσωπό του τὴ γνήσια βυζαντινὴ καὶ ὀρθόδοξη παράδοση.
Ὅ,τι χρήματα τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοί, τὰ μοίραζε ἀμέσως. Συχνὰ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι του χωρὶς παλτὸ ἢ χωρὶς παπούτσια, γιατί τὰ εἶχε δώσει σὲ κάποιον φτωχὸ ποὺ συνάντησε στὸν δρόμο. Ζοῦσε μὲ μιὰ ταπεινὴ σύνταξη καὶ δὲν κράτησε... ποτὲ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς ἐκοιμήθη στὶς 2 Μαρτίου 1932, σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν.
Ἡ κοίμησή του συνέβη μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη ἀσθένεια (βαριὰ γρίπη), τὴν ὁποία ἀντιμετώπισε μὲ τὴν ἴδια γαλήνη ποὺ χαρακτήριζε ὅλη του τὴ ζωή. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ζήτησε νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ψάλλοντας σιγανὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον Σου, Δέσποτα...».


«Ὅταν οἱ Ἄγγελοι περπατοῦν ἀνάμεσά μας - Τὸ θαυμαστὸ περιστατικό του Παπα-Νικόλα του Πλανᾶ. 
Μιὰ νύχτα μὲ τρομερὴ καταιγίδα καὶ χιόνι στὴν Ἀθήνα, ὁ Παπα-Νικόλας ἔπρεπε νὰ πάει νὰ λειτουργήσει σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ξωκλήσι. Ὁ γιὸς του προσπάθησε νὰ τὸν ἐμποδίσει:
«Πατέρα, ποῦ πᾶς μὲ τέτοιο καιρό; Θὰ χαθεῖς!».
Ὁ Ἅγιος ξεκίνησε μόνος του μέσα στὸ σκοτάδι. Ὅταν ἐπέστρεψε, ὁ γιός του τὸν ρώτησε πῶς τὰ κατάφερε.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε μὲ φυσικότητα:
«Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Ἕνας λαμπρὸς νέος κρατοῦσε ἕνα φανάρι μπροστά μου καὶ μὲ πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Μόλις μπῆκα μέσα, ἔγινε ἄφαντος».
«Ἀλήθεια, ἂν σήμερα ἕνας τέτοιος "φτωχούλης τοῦ Θεοῦ" περπατοῦσε ἀνάμεσά μας μὲ λυμένα κορδόνια καὶ σκυμμένο κεφάλι, θὰ εἴχαμε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀνοιχτὰ γιὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἁγιότητά του ἢ θὰ τὸν προσπερνούσαμε βιαστικά;»
 

Σάββατο 14 Ιουνίου 2025

Ένα άγιο ίχνος μέσα στο ύφος της σιωπής ή Ο Άγιος Προφήτης Ελισσαίος και η κρυπτή καρδία της Πλάκας

                                     

Στην καρδιά της τουριστικής Αθήνας, εκεί όπου οι σκιές των selfie σβήνουν το πρόσωπο, και οι ήχοι των μαζικών ξεναγήσεων σκεπάζουν τη φωνή, υπάρχει ακόμη ένας ναός που δεν διαφημίζεται. Δεν περιλαμβάνεται στους οδηγούς, δεν τον φωτίζει το φως των προβολέων, δεν τον πωλεί η αισθητική της νοσταλγίας. Είναι μικρός. Είναι σιωπηλός. Είναι ζωντανός. Είναι ο Άγιος Ελισσαίος, στο βάθος μιας αυλής, εκεί όπου κάποτε ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς τελούσε Λειτουργία, και όπου ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης έψελναν με τον τρόπο των απλών όχι για να ακουστούν, αλλά για να χαθούν μέσα στον ήχο.

Αυτή η μικρή εκκλησία, που σήμερα περικλείεται από το Μουσείο Σύγχρονου Λαϊκού Πολιτισμού, δεν ανήκει στον χρόνο, ανήκει στην επιμονή. Ανήκει στη σιωπηλή επιμονή του ελληνικού τρόπου να θυμάται όχι με το βλέμμα της Αρχής, αλλά με το δάκρυ της απουσίας. Και σήμερα, που η Εκκλησία εορτάζει τον Προφήτη Ελισσαίο, τον μαθητή του Ηλιού και διάδοχο του πνεύματος, αυτός ο τόπος μοιάζει να κρατά ένα ρήγμα ανοικτό, όχι στον ουρανό, αλλά μέσα στη λήθη μας.

Ο Προφήτης Ελισσαίος, εκείνος που «έλαβε την διπλή μερίδα» του Πνεύματος, είναι το αρχέτυπο του ανθρώπου που δεν έλαβε δόξα, αλλά έλαβε χάρη. Δεν είδε άρματα πυρός, αλλά ανέλαβε τον μόχθο, δεν αποκαλύφθηκε ως κοσμοϊστορικός ήρωας, αλλά ως υπομνηματικός υπηρέτης του Λόγου. Το όνομά του σημαίνει «Ο Θεός μου είναι σωτηρία» όχι δόξα, όχι ένδοξη επιστροφή, αλλά σωτηρία που έρχεται μέσα από τη σιωπή.

Αυτόν τον τύπο ανθρώπου τίμησε η Αθήνα, όχι στις λεωφόρους, αλλά στα σοκάκια. Όχι στην πολιτεία της διαφήμισης, αλλά στο ψιθύρισμα της ψυχής. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ελισσαίος έγινε ο τόπος των αφανών, το κρησφύγετο της καρδιάς, η μικρή Σιών των προσευχών που δεν έχουν όνομα.

Εκεί έψαλλε ο Παπαδιαμάντης όχι σαν συγγραφέας, αλλά σαν διάκονος του ήχου, εκεί έψελνε ο Μωραϊτίδης όχι σαν λαογράφος, αλλά σαν ταπεινός παρηγορητής, εκεί έψελνε κι ο πατέρας του Δημήτρη Μητρόπουλου ο Ιωάννης*, εκεί λειτουργούσε ο Πλανάς όχι σαν ιερέας του επισημοτάτου, αλλά σαν ποιμένας του προσευχόμενου κόσμου. Και σήμερα, όταν οι περισσότεροι περνούν χωρίς να κοιτάξουν, ο Παπαδιαμαντικός Σύλλογος τελεί ακόμη λειτουργίες, σαν μυστική επιστροφή στο σώμα της παράδοσης, στο σώμα που δεν ανήκει στην παράδοση του κράτους, αλλά στην παράδοση της χάρης.


Το μικρό εκκλησάκι, σαν να αρνείται την ταυτοποίησή του με το μουσείο που το περιβάλλει, διατηρεί την παρουσία του μη-εκθεσιακού: δεν είναι πολιτισμικό κατάλοιπο, είναι λειτουργικό τραύμα που ζει. Είναι εκεί όχι για να ερμηνευτεί, αλλά για να τελεστεί, όχι για να φανεί, αλλά για να αναπνεύσει τον ουρανό. Η παρουσία του είναι αντιστάθμιση σε μια εποχή που η Εκκλησία κινδυνεύει να γίνει ή τουριστικό στιγμιότυπο ή παρελθόν μουσειακό κι όμως, εδώ δεν είναι παρελθόν, είναι Πνεύμα.

Ο Ελισσαίος του Παπαδιαμάντη δεν είναι ούτε ο Προφήτης της εξουσίας ούτε της νίκης, είναι ο προφήτης της επιμονής, της συνέχειας, του ήσυχου βλέμματος, είναι το αντίδοτο στον κατακερματισμό του σύγχρονου ανθρώπου, στον εκκλησιαστικό μιμητισμό και την εκκοσμικευμένη θεατρικότητα του τελετουργικού. Το μικρό εκκλησάκι δεν προσκαλεί να το φωτογραφήσεις. Σε καλεί να μπεις, να καθίσεις, και να ξεχαστείς. Σαν να έμεινε εκεί για εκείνους που δεν αντέχουν πλέον να βλέπουν. Που μόνο να προσμένουν μπορούν.

Και κάπως έτσι, ενώ οι γύρω κατεβαίνουν την οδό Αδριανού για να ψωνίσουν σάνδαλα και μαγνητάκια, ένας γέροντας ψάλλει ήσυχα τον Απόστολο. Και κάποιος ανάβει κερί για εκείνον που δεν ήρθε ακόμη. Και κάποιος άλλος θυμάται τον πατέρα του, που πήγαινε στον Προφ. Ελισσαίο να ξεκουράσει την καρδιά του. Κι έτσι ο χρόνος δεν προχωρά, ξαναγίνεται ναός.

Αυτός είναι ο αληθινός τόπος της παράδοσης: εκεί όπου το μυστικό διατηρείται όχι επειδή αποκρύπτεται, αλλά επειδή υπερβαίνει την ορατότητα. Σήμερα, αν θυμηθούμε τον Ελισσαίο, είναι για να θυμηθούμε ότι υπάρχει ακόμη στην Αθήνα χώρος για το άδηλο, το ήσυχο, το αναπολόγητα άγιο. Χωρίς πρόσβαση για κάμερες. Αλλά με πλήρη πρόσβαση στην καρδιά.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς: ὁ ἐκφραστὴς τοῦ ἑλληνορθόδοξου ἰδεώδους καὶ ὁ φορέας τοῦ Κολλυβάδικου πνεύματος. Λάμπρου Σκόντζου

Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς: ὁ ἐκφραστὴς τοῦ ἑλληνορθόδοξου ἰεδεωδους καὶ ὁ φορέας τοῦ Κολλυβάδικου πνεύματος
(εἰσήγηση στὴ Νάξο 10-7-2014)
Λάμπρου Κ. Σκόντζου, θεολόγου - καθηγητοῦ
Εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδιᾶς τοὺς διοργανωτές των «Νικοδημίων», οἱ ὁποῖοι μοῦ ἔκαναν τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ μὲ καλέσουν νὰ μιλήσω ἀπόψε γιὰ ἕναν μεγάλο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Γιὰ τὸν ναξιώτη ἅγιο Νικόλαο Πλανᾶ, ἕνα πρότυπο ὁλοκληρωμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ δοῦμε, μπορεῖ νὰ γίνει ὁδηγός μας στοὺς ἀσέληνους δύσκολους καιροὺς ποὺ διανύουμε.
Θὰ προσπαθήσω νὰ παρουσιάσω τὶς πτυχὲς ἐκεῖνες τοῦ μεγάλου ἄνδρα, ποὺ τὸν καθιστοῦν γνήσιο φορέα τοῦ ἑλληνορθοδόξου ἰδεώδους καὶ ἀκόμα φορέα τοῦ ἡσυχαστικοῦ καὶ κολυβαδικοῦ πνεύματος, τὰ ὁποῖα ὁριοθετοῦν τὴν γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα.
Ἰδιαίτερα τὸ κολλυβαδικὸ κίνημα, ὅπως εἶναι γνωστό, μᾶς ἐπανέφερε στὶς γνήσιες πηγὲς τῆς Ὀρθοδοξίας μας καὶ μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὶς παρείσακτες δυτικὲς ἐπιδράσεις τοῦ σχολαστικισμοῦ, τοῦ δικανικοῦ καὶ εὐσεβιστικοῦ πνεύματος, ποὺ εἶχαν παρεισφρήσει στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ εἶχαν ἀλλοιώσει ὡς ἕνα σημεῖο τὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας.
Ἂς ἀρχίσουμε ὅμως μὲ τὸ βίο τοῦ ἁγίου. Γεννήθηκε στὴν ἁγιοτόκο Νάξο στὰ 1851. Γονεῖς του οἱ εὔποροι καὶ εὐσεβεῖς ναξιῶτες: ὁ Καπετὰν Γιάννης καὶ ἡ ὑπέροχη Αὐγουστίνα, ἰδιοκτῆτες καϊκιοῦ. Ἐνέπνευσαν στὸν Νικόλαο τὴν ἄδολη καὶ ἁπλοϊκὴ ὀρθόδοξη πίστη.
Τὸ μικρὸ ἰδιόκτητο ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Νικολάου στὸ κτῆμα τους εἶχε γίνει τὸ δεύτερο σπίτι γιὰ τὸν μικρὸ Νικόλαο.
Τοῦ ἄρεσε νὰ παίζει τὸν παπᾶ. Ἔβαζε ἕνα σεντόνι γιὰ φελόνι καὶ ἔκανε λειτουργία. Ἔψελνε τόσο κατανυκτικὰ καὶ μελωδικὰ ὥστε σταματοῦσαν οἱ διαβάτες νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ ἂν εὐφρανθοῦν!
Πρότυπό του καὶ πρῶτος του δάσκαλος ὁ παπποῦς του, πατέρας τῆς μητέρας του, ὁ σεβάσμιος καὶ εὐσεβὴς ἱερέας Γεώργιος Μελισσουργός. Πρῶτο του ἀναγνωστικὸ τὸ Ψαλτήρι καὶ τὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία.
Ἀπὸ μικρὸς βοηθοῦσε τὸν ἱερέα παπποῦ του στὰ ἱερατικά του καθήκοντα. Ἐκεῖνος τὸν μύησε στὴν εὐλάβεια καὶ τὸ δέος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.
Ἐκεῖνος τοῦ ἐνέπνευσε τὴν ἀγάπη τὸ αἴσθημα τῆς ἀφοσίωσης στὸ Θεό, τὴν ἱερότητα τῆς προσευχῆς, τὴν ὑποχρέωση τῆς ἀκρίβειας τελέσεως τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Τοῦ ἐνέπνευσε ἐπίσης τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωση. Καὶ ἀκόμη τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σεβασμὸ πρὸς ὅλους ἀνεξάρτητα τοὺς ἀνθρώπους. Ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς καὶ ὅσους βρίσκονται σὲ θλίψεις.

Σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν πέθανε ὁ πατέρας του. Ἡ χήρα μητέρα του πῆρε τὸ Νικόλαο καὶ τὴν ἀδελφή του καὶ πῆγαν νὰ ζήσουν στὴν Ἀθήνα καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος Ἰλισσοῦ, ὅπου ὑπῆρχαν πολλοὶ Ναξιῶτες.
Μοιράστηκε μὲ τὴν ἀδελφή του τὴν πατρικὴ περιουσία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος εἶχε βάλλει ἐνέχυρο τὸ μερίδιό του καὶ γιὰ τοῦτο ἔμεινε φτωχὸς σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν νυμφεύτηκε τὴ σεμνὴ νέα Ἑλένη Προβελέγγιου ἀπὸ τὰ Κύθηρα, κατόπιν πιέσεως τῆς μητέρας του. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν γάμο ἀπέκτησε ἕναν γιό, ὀνόματι Ἰωάννη.
Ἀλλὰ ἡ σύζυγός του σύντομα ἀρρώστησε καὶ πέθανε. Διακατέχονταν ἀπὸ σφοδρὸ πόθο νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ εἰσέλθει στὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο. Καὶ ὄντως στὶς 28 Ἰουλίου τοῦ 1879 χειροτονήθηκε διάκονος στὸ ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Πλάκας καὶ στὶς 2 Μαρτίου 1885 πρεσβύτερος στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἰλισσοῦ, ὅπου τοποθετήθηκε ἐφημέριος, καὶ ἀργότερα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Κυνηγοῦ, τῆς ὁδοῦ Βουλιαγμένης, ὅπου τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ περιοχὴ ἦταν ἀμπέλια καὶ στάνες καὶ ὅπου ζοῦσαν μόνο ὀκτὼ οἰκογένειες βοσκῶν.
Παράλληλα λειτουργοῦσε τὶς καθημερινὲς στὸ μικρὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου στὸ Μοναστηράκι, κάνοντας τακτικὰ κατανυκτικὲς ὁλονυχτίες καὶ μὲ περισσὴ εὐλάβεια, ἔχοντας ὡς ψάλτες τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη.

Ὁ Παπα-Νικόλας Πλανᾶς δὲν ἄργησε νὰ φημισθεῖ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἐνάρετους κληρικοὺς τῆς Ἀττικῆς.
Ἡ εὐλάβειά του, ἡ καλοσύνη του, ἡ ταπεινοφροσύνη του, ἡ ἀνεξικακία του, ἡ συχγωρετικότητά του, ἡ ἁπλότητά του, ὁ γλυκὺς καὶ πρᾶος λόγος του, ἡ συμπόνια του γιὰ τοὺς ὑποφέροντες, ἡ ἀφιλαργυρία του, τὸ ἀκτινοβόλο πρόσωπό του ἔκανε τοὺς Ἀθηναίους νὰ τὸν ἀγαπήσουν καὶ νὰ τὸν σέβονται.
Προπάντων ὅμως τοὺς ἐνθουσίαζε ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ Θεό, καθὼς καὶ ἡ σχολαστικότητά του καὶ ἡ ἱεροπρέπειά του στὴ Θεία Λατρεία. Ὅταν λειτουργοῦσε ἔχανε τὴν αἴσθηση ὅτι βρισκόταν στὴ γῆ, ἀλλὰ νόμιζε ὅτι βρισκόταν στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο τοῦ Ὑψίστου καὶ λειτουργοῦσε μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Ἦταν τόσο μεταρσιωμένος ποὺ δὲν μποροῦσε πολλὲς φορὲς νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τοὺς βοηθούς του κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Λατρείας!

Ἦταν ὀλιγογράμματος, ἔκανε φραστικὰ λάθη στὰ ἀναγνώσματα, ἀλλὰ ὄχι καὶ στὶς εὐχὲς ποὺ τὶς εἶχε μάθει σωστὰ ἀπὸ μνήμης.
Ἡ μεγαλύτερή του εὐχαρίστηση ἦταν οἱ ὁλονυχτίες, οἱ ὁποῖες ἐκτείνονταν ὡς τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες, ὅπου σπάνια καθόταν, ἀλλὰ στέκονταν ὄρθιος μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα προσευχόμενος. Ζοῦσε κυριολεκτικὰ γιὰ νὰ λειτουργεῖ.
Ὁ ναὸς ἦταν τὸ πραγματικό του σπίτι. Τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τὶς θεωροῦσε ὡς πρώτιστη ὑποχρέωσή του γιὰ τὴν ἀέναη δοξολογία τοῦ Θεοῦ, διότι ζοῦσε ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἄνδρας τὴν συνεχῆ παρουσία Του στὴ ζωή του καὶ γεύονταν ἀκατάπαυστα τὶς θεῖες δωρεές Του!
Ἀλλὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες τοῦ ναοῦ τὶς συνέχιζε καὶ στὸ φτωχικό του σπίτι. Ἡ προσωπικὴ προσευχή του ἦταν ἀτέλειωτη. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν προσευχὴ καὶ δοξολογία στὸ Θεό. Δὲν ὑπῆρχε χρόνος κενὸς στὴν καθημερινότητά του, ποὺ νὰ μὴν μνημόνευε τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴν δοξολογοῦσε τὸ ἅγιο ὄνομά Του, νὰ μὴν Τὸν εὐχαριστοῦσε καὶ νὰ μὴν δέονταν γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ τελευταῖα γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Παράλληλα προσπαθοῦσε νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, τὰ βάσανα, τὶς θλίψεις καὶ τὴ φτώχεια τῶν βασανισμένων, ἀρρώστων καὶ ἐνδεῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀσθενικὸς καὶ ἀφιλοχρήματος ἐκεῖνος ἄνδρας ἔβρισκε τὸ σθένος μὰ καὶ τὰ ὑλικὰ μέσα, γιὰ νὰ ἀνακουφίσει ὅσους ὑποφέρουν.
Ὅ, τι τοῦ ἔδιναν οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ἐπιβιώσει ὁ ἴδιος, διότι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν μισθοδοτοῦνταν οἱ κληρικοί, ἐκεῖνος τὸ ἔδινε στοὺς φτωχούς. Ὁ ἴδιος ἦταν λιτὸς καὶ ἀσκητικός. Νήστευε ὅλες τὶς σαρακοστὲς τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη καὶ ὅταν ἦταν ἄρρωστος δὲν κατάλυε τὸ λάδι.
Τὸ περίσσευμα ἀπὸ τὶς νηστεῖες του τὸ ἐξοικονομοῦσε γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἡ μεγαλύτερή του ἱκανοποίηση ἦταν ὅταν ἐλεοῦσε καὶ ἔβλεπε χαρὰ στὰ πρόσωπα τῶν φτωχῶν.

Ὁ Παπα- Νικόλας Πλανᾶς ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ φέρει σημεῖα τῆς ἁγιότητας καὶ ἐνῷ ὅσο ζοῦσε, γιὰ τὰ ὁποῖα ποτέ του δὲν καυχήθηκε. Ὑπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες γιὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ἐν τῇ ζωῇ.
Θεράπευε ἀσθενεῖς, ἔβγαζε δαιμόνια ἀπὸ δαιμονισμένους, προφήτευε τὰ μέλλοντα. Ἦταν ὁλοφάνερο πὼς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δροῦσε μέσῳ τοῦ ἁγιασμένου του προσώπου. Ἀλλὰ εἶχε καὶ τὸ χάρισμα τοῦ παρηγορητῆ.
Χιλιάδες ἄνθρωποι μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐπιστήμονες καὶ ἀγράμματοι ἔτρεχαν νὰ πάρουν τὴ σοφὴ συμβουλή του σὲ δύσκολα καὶ δυσεπίλυτα προβλήματα. Ὁ ἔχων τὴ θεία φώτιση Παπα- Νικόλας ἔδινε τὴ λύση καὶ καθοδηγοῦσε κάθε ἀπελπισμένο καὶ πονεμένο ἀπὸ τὰ χτυπήματα τῆς ζωῆς. Ὁ ἴδιος δὲν σπούδασε σὲ πανεπιστήμια καὶ ἀνώτερα σχολεῖα, ἢ Γυμνάσια, Λύκεια καὶ Ἐκκλησιαστικὲς Σχολὲς γιὰ νὰ ἀποκομίσει κοσμικὴ σοφία.
Δὲ γνωρίζουμε ἂν φοίτησε κἂν στὸ Ἑλληνικὸ λεγόμενο Σχολεῖο τῆς ἐποχῆς του. Ἦταν, ὅπως προαναφέραμε, ὀλιγογράμματος, ἀλλὰ τοῦ δωρίθηκε, ἀπὸ τὸν Πατέρα τῶν Φώτων, ἡ θεία σοφία, ἡ ὁποία εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη σοφία. Διέθετε, ὡς ἐκλεκτὸ δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὸν φωτισμὸ τοῦ Παναγίου Πνεύματος.

Γιὰ πενῆντα καὶ πλέον χρόνια ὑπηρέτησε μὲ συνέπεια, εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο, καὶ ταυτόχρονα τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ προσωπικός του ἀγῶνας, οἱ θυσίες καὶ οἱ κόποι τοῦ ἱερατικοῦ καὶ ποιμαντικοῦ του ἔργου ἔφθειραν τὸ μικροκαμωμένο καὶ λεπτοκαμωμένο σῶμα τοῦ ἁγίου κληρικοῦ.
Ἡ φυσικὴ φθορά της ἀνθρώπινης φύσης ἔφερε τὸν Παπα- Νικόλα στὸ τέρμα τοῦ ἐπὶ γῆς βίου του.
Ἦταν Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, 28 Φεβρουαρίου 1932, ὅταν τέλεσε τὴ Θεία Λειτουργία γιὰ τελευταία φορά.
Λίγο πρὶν τελειώσει ἡ Θεία Λειτουργία, ἔνοιωσε ἀδιαθεσία καὶ ἔπεσε λιπόθυμος. Ἔντρομοι οἱ πιστοὶ τὸν σήκωσαν, τὸν συνέφεραν καὶ τὸν μετέφεραν στὸ φτωχικό του σπίτι. Ἀλλὰ παρ’ ὅλες τὶς φροντίδες τῶν ἀφοσιωμένων σὲ ἐκεῖνον πιστῶν, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὶς 2 Μαρτίου τοῦ ἰδίου ἔτους.
Πρὶν παραδώσει τὴν ἁγιασμένη ψυχή του στὸν Κύριο, ποὺ τόσο ἀγάπησε στὴ ζωή του καὶ ὑπηρέτησε πιστά, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ψιθύρισε τὸ λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «τὸν δρόμον τετέλεκα» καὶ ἀκόμη: «Δόξα σοι ὁ Θεός».
Εὐλόγησε μὲ τὸ ἀσθενικὸ καὶ ἁγιασμένο χέρι του τοὺς παρισταμένους ψελλίζοντας: «ἡ Θεία Χάρη νὰ σᾶς εὐλογεῖ» καὶ ἔκλεισε τὰ κουρασμένα σωματικά του μάτια γιὰ πάντα, ἐνῷ ἡ ψυχή του φτερούγησε στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τελεῖ ἐκεῖ ἀέναα τὴν ἀγαπημένη του Λειτουργία στὸν Ὕψιστο, ἀντάμα μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους.
Ἄφησε τὴν Στρατευομένη Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε μὲ συνέπεια σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ συντάχτηκε στὴν Θριαμβεύουσα!

Τὸ θλιβερὸ μαντᾶτο τῆς κοιμήσεως τοῦ ἀγαπημένου στοὺς Ἀθηναίους ἱερέα, τοὺς γέμισε θλίψη, διότι αἰσθάνθηκαν τὸ μεγάλο πνευματικὸ κενό, ποὺ ἄφησε ἡ ἀναχώρησή του στοὺς οὐρανούς. Τὸ τίμιο σκήνωμά του τέθηκε σὲ λαϊκὸ προσκύνημα στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Βουλιαγμένης.
Ἀναρίθμητα πλήθη πιστῶν ἀπὸ ὅλη τὴν Ἀττική, καὶ ὄχι μόνο, στεκόταν ὧρες στὴ σειρά, μὲ δάκρυα στὰ μάτια, γιὰ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἁγιασμένη δεξιά του χεῖρα, νὰ πάρουν τὴν εὐχή του καὶ νὰ ἁγιαστοῦν.
Σύσσωμο τὸ ἱερατεῖο, μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, καὶ τὰ ἀναρίθμητα πλήθη τῶν πιστῶν, τὸν ἀποχαιρέτισαν καὶ τὸν συνόδευσαν στὴν τελευταία του πρόσκαιρη κατοικία.

Ἡ μνήμη του στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ δὲν ἔσβησε ποτέ, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε ἅγιο ἐξ’ ἀρχῆς.
Κορυφαῖοι λογοτέχνες ἀναμόχλευσαν τὴν ἱερή του μνήμη, ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Κωστῆς Μπαστιάς, ὁ Φώτης Κόντογλου κ.α.
Τὸ 1992 ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὕστερα ἀπὸ πρόταση τοῦ τότε ἐπιχώριου ἐπισκόπου κυροῦ Ἀμβροσίου, ἔκαμε τὴν ἐπίσημη ἁγιοκατάταξή του, κατ’ ἀπαίτηση καὶ φανέρωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ αἰσθήματος.
Κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο ὡς Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς καὶ ὁρίστηκε ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 2 Μαρτίου, τὴν ἡμέρα τῆς ὁσιακῆς του κοίμησης.
Τὴν ἴδια χρονιὰ στὶς 29 Αὐγούστου τοῦ 1992 ἔγινε ἐκταφῇ τῶν ἱερῶν του λειψάνων, τὰ ὁποῖα τοποθετήθηκαν σὲ ἀργυρὴ λάρνακα, στὸ δεξιὸ κλίτος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Βουλιαγμένης, γιὰ τὴν προσκύνηση τῶν πιστῶν καὶ τὸν ἁγιασμό τους, τὰ ὁποῖα θαυματουργοὺν συνεχῶς.
Ὁ μακαριστὸς δὲ μητροπολίτης Πατρῶν Νικόδημος Βαλινδράς, ὑμνογράφος καὶ μουσουργός, συνέθεσε τὴν ἀσματική του ἀκολουθία.

Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, τὸ ἁγιασμένο τέκνο τῆς ἁγιοτόκου νήσου Νάξου. Ὁ γνήσιος ἐργάτης τῆς νοητοῦ ἀμπέλου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄδολος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, ὅπως λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, «διέσωσε τὸ κατ’ εἰκόνα».
Τὸ ζωντανὸ παράδειγμα γιὰ μᾶς τοὺς σύγχρονους ὀρθοδόξους Ἕλληνες. Ὁ ζωντανὸς ὁδοδείκτης γιὰ τὴν πνευματική μας πορεία.

Ἂς δοῦμε τώρα τὶς πνευματικές του καταβολές του, τὶς ὁποῖες ἐνστερνίστηκε καὶ ἔτσι ἀξιώθηκε μιᾶς ἁγίας ζωῆς καὶ μιᾶς ὑποδειγματικῆς ποιμαντικῆς διακονίας, ἐφάμιλλη τῶν μεγάλων Πατέρων καὶ Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἀναφέραμε καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς εἰσήγησής μας, ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς ὑπῆρξε ὁ ἐνσαρκωτὴς τοῦ κολυβαδικοῦ πνεύματος.
Γιὰ νὰ καταλάβουμε σὲ ποιό σημεῖο τὸν ἐπηρέασε, καλὸ εἶναι νὰ ἀναφέρουμε λίγα στοιχεῖα γι’ αὐτό.
Ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωτεργάτες αὐτοῦ τοῦ σημαντικοῦ πνευματικοῦ κινήματος ὑπῆρξε, ὁ ἐπίσης μεγάλος Ναξιώτης, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τὸν ὁποῖο σέβονταν καὶ εὐλαβοῦνταν ἰδιαιτέρως ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς.

Κολλυβαδικὸ κίνημα ὀνομάζεται ἡ μεγάλη πνευματικὴ ἀναγέννηση ποὺ συντελέστηκε στὸ χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἑλλάδας κατὰ τὸν 18ο καὶ συνεχίστηκε καὶ τὸ 19ο αἰῶνα. Κολλυβάδες ἀποκαλοῦσαν εἰρωνικὰ τοὺς πρωτεργάτες αὐτοῦ τοῦ κινήματος, οἱ ἀντίπαλοί του, τὸ ὁποῖο ξεκίνησε ἀπὸ τὴν ἀντίδρασή τους νὰ μὴν τελοῦνται τὰ ἱερὰ μνημόσυνα τὴν χαρμόσυνη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀλλὰ τὸ Σάββατο, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους.
Ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ σύντομα πῆρε μεγάλη ἔκταση. Συνοδεύτηκε μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν ἔκδοση τῶν ἔργων τους, μὲ τὴν ἐπιστροφὴ στὴ γνήσια ὀρθόδοξη λατρεία καὶ μὲ τὴν προτροπὴ γιὰ συχνὴ Θεία Κοινωνία τῶν λαϊκῶν.
Μὲ τὴν προτροπὴ ἐπίσης νὰ ἀποκτήσουν μόρφωση οἱ πιστοὶ καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἀμάθεια καὶ τὸν σκοταδισμό.
Κι ὅλα αὐτὰ διότι ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος μας τὴ σκοτεινὴ ἐκείνη ἐποχὴ βρισκόταν ὑπὸ τριπλῆ κατοχή, ἤτοι: α) τὴ βάρβαρη καὶ ἀπάνθρωπη ἰσλαμικὴ ἐξουσία τῶν κατακτητῶν Ὀθωμανῶν, β) τὴν ἀπίστευτη εἰσβολὴ τῶν δυτικῶν μισιοναρίων (παπικῶν καὶ προτεσταντῶν), οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἀνοχὴ τῶν τούρκων καὶ διαθέτοντας τεράστια ποσά, ἐκλατίνιζαν καὶ ἐκπροτεστάντιζαν συστηματικὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ραγιᾶδες, καὶ γ) τὴν εἰσβολὴ τῶν ἄθεων γραμμάτων, τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ γενικὰ τοῦ ἄθεου οὑμανισμοῦ, ἀπὸ τοὺς φραγκοσπουδαγμένους Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀφαιρέσουν τὸ Θεό, τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ὑποδούλων Ὀρθοδόξων.
Οἱ Κολλυβάδες, μὲ ἐπί κεφαλῆς τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν Ἅγιο Μακάριο Νοταρά, τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο Πάριο, τὸν Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, κ.α., πρόβαλαν ἰσχυρὴ ἀντίσταση πρὸς αὐτὲς τὶς προκλήσεις καὶ προτάσσοντας τὴν γνήσια ὀρθόδοξη παράδοση.
Αὐτὴ ἡ παράδοση πέρασε στὸν κλῆρο καὶ τὸ λαὸ καὶ διέσωσε τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία μας.
Τὸ κολλυβαδικὸ κίνημα εἶχε βαθύτατες ἑλληνορθόδοξες ρίζες κι’ αὐτὸ φαίνεται στὰ ἔργα των κολλυβάδων, προωθῶντας τὸ τρίπτυχο α) γνήσια ὀρθόδοξη πίστη καὶ λατρεία, β) ἑλληνορθόδοξη παιδεία, γ) ἑλληνορθόδοξο ἦθος καὶ τρόπο ζωῆς.

Οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ ἐπιδιώξεις τοῦ κολλυβαδικοῦ κινήματος ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ ὀρθόδοξο λαό. καὶ στοὺς ἀγωνιστὲς τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας. Αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ἐξέφραζαν ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Κανάρης, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Παπαφλέσσας, κ.α. Αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ἐνστερνίστηκαν ἀργότερα καὶ οἱ πρωτεργάτες τῆς «Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας» (Κοσμᾶς Φλαμιάτος, Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου, Χριστόφορος Παπουλάκος, κ.α.), οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν κατὰ τῆς νέας μορφῆς σκλαβιᾶς τοῦ λαοῦ μας, ποὺ προωθοῦσαν οἱ ἄθεοι «διαβασμένοι» τῆς Ἑσπερίας καὶ εἶχαν ταυτιστεῖ μὲ τὴν βαυαροκρατία, ἡ ὁποία ἐπιχειροῦσε νὰ ἀφαιρέσει καὶ τὰ τελευταῖα ψήγματα τῆς ὀρθοδόξου ρωμαίικης παραδόσεώς μας. Αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ἐξέφρασαν ἀργότερα καὶ οἱ μεγάλοι λογοτέχνες μᾶς Α. Παπαδιαμάντης, Α. Μωραϊτίδης, Φ. Κόντογλου, κ.α.

Αὐτὲς τὶς ἀρχὲς ἐνστερνίστηκε καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς. Δὲν εἶναι ἄσχετο τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχαν κοινὴ καταγωγὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἰσχυροὺς δεσμοὺς μὲ τὴ Νάξο καὶ ὅπου διοχέτευσε καὶ ἐκεῖ τὸ κολλυβαδικὸ πνεῦμα. Προφανῶς ὁ σεβάσμιος ἱερέας Γεώργιος Μελισσουργός, παπποῦς του Παπα- Νικόλα Πλανᾶ, εἶχε γνωρίσει καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν γνωρίσει τὸν ἅγιο Νικόδημο καὶ διδαχθεῖ ἀπὸ αὐτόν.
Εἶναι σίγουρο, πὼς ὁ σεβάσμιος καὶ εὐλαβὴς ἐκεῖνος κληρικός, εἶχε μιλήσει στὸν ἐγγονό του, τον μετέπειτα Παπα- Νικόλα, γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο καὶ τὸ ἀνανεωτικὸ κίνημα ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος, γιὰ νὰ ἐκτοπίσει τὸ παρείσακτο δυτικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἐπαναφέρει τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.
Ἡ ἐμμονὴ τοῦ μικροῦ του ἐγγονοῦ νὰ παίζει τὸν ἱερέα καὶ νὰ ψάλλει στὸ ἰδιωτικό τους παρεκκλήσι, φανερώνει τὴ μύησή του στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ ἰδιαίτερα στὴν ἀξία τῆς θείας λατρείας, ἡ ὁποία, ὅπως ἤδη προαναφέραμε, ἦταν βασικὸ στοιχεῖο τῆς κολλυβαδικῆς ἀνανέωσης.

Μελετῶντας μὲ προσοχὴ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ, εἶναι εὔκολο νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ ἁπλοϊκὸς ἐκεῖνος λειτουργὸς ζοῦσε κυριολεκτικὰ γιὰ νὰ λειτουργεῖ! Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς ἀπὸ τὰ πενῆντα καὶ πλέον χρόνια τῆς ἱερατικῆς του διακονίας τὸ μισὸ τοὐλάχιστον χρόνο τὸν πέρασε μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα λειτουργῶντας!
Ἂν προσθέσουμε καὶ τὶς κατ’ ἰδίαν προσευχές του, τότε ὁλόκληρος ὁ βίος του ἦταν λειτουργικός!
Ὅ, τί δηλαδὴ ὑπαγόρευε καὶ πρέσβευε ἡ κολλυβαδικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἔθεσε στὸ περιθώριο τὸ ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὴ Δύση λειτουργικὸ τυπικό, τὸ φορμαρισμένο μὲ συγκεκριμένους τύπους, ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὴ δροσιὰ τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας.
Ἡ μεγάλη χαρά του ἦταν, ὅπως εἴπαμε, οἱ ὁλονυχτίες, οἱ ὁποῖες ἐκτείνονταν ὡς τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες.
Ἐκεῖνος πάντα ὄρθιος καὶ δεόμενος μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο, γιὰ 8, 9 ἢ καὶ 10 ὧρες!
Ἡ καρέκλα ἦταν ἔπιπλο ἄχρηστο γι’ αὐτόν. Ἀποροῦσε τὸ ἐκκλησίασμα γιὰ τὴν ἀντοχή του, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ ὀρθολογικὰ κριτήρια. Ὁ μακαριστὸς π. Φιλόθεος Ζερβάκος εἶχε πεῖ «Τὸν Παπα-Νικόλα ἄλλη τις ξένη δύναμις τὸν ἐβάσταζε: ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ πέρας της ὁλονυχτίας πήγαινε γιὰ ὀλιγόωρο ὕπνο καὶ τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης λειτουργοῦσε ξανά, ὡς τὸ μεσημέρι ἢ καὶ τὸ ἀπόγευμα! Καμιὰ κόπωση δὲ διακρίνονταν στὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ μιὰ εὐδιάκριτη ἱλαρότητα καὶ γλυκύτητα.
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι μνημόνευε ὅλους τοὺς πιστούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους σὲ κάθε Θεία Λατρεία.
Κάθε ἕναν ποὺ γνώριζε, τὸν συμπλήρωνε στὰ δίπτυχά του, γιὰ νὰ τὸν μνημονεύει ἐς ἀεί. Τὰ πολυάριθμα χαρτάκια του τὰ ἀποκαλοῦσε «συμβόλαια γραμμάτια» καὶ τὰ ἔφερε πάντα μαζί του στὶς τσέπες τοῦ τριμμένου ράσου του.
«Εἰς κάθε προσκομιδὴν μνημονεύει δύο ἢ τρεῖς χιλιάδες ὀνόματα. Δὲν βαρύνεται ποτέ. Ἢ προσκομιδὴ παρ’ αὔτω διαρκεῖ δύο ὥρας» ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμάντης!
Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν μακρόσυρτη ἀκολουθία δὲν πήγαινε στὸ φτωχικό του νὰ ἀναπαυθεῖ, ἀλλὰ τὸν περίμεναν, ὅπως προαναφέραμε, ὁμάδες πιστῶν ἀπὸ ὅλη τὴν Ἀττικὴ καὶ ὄχι μόνο, νὰ ἐξομολογηθοῦν ἢ νὰ τὸν συμβουλευτοῦν. Μαζί τους, ὄχι μόνον ἀγράμματοι ἢ ὀλιγογράμματοι πιστοί, ἀλλὰ καὶ ἐγγράμματοι, ἀκόμα καὶ ἐπιστήμονες, ἐρχόταν νὰ φωτιστοῦν ἀπὸ τὸν ὀλιγογράμματο μέν, ἀλλὰ φωτισμένο ἀπὸ τὸ Θεὸ ἱερέα.
Καὶ στὴν ἐξομολόγηση ἀκολουθοῦσε τὸ κολλυβαδικὸ πνεῦμα. Στὴν ἐποχή του εἶχε κυριαρχήσει τὸ δυτικὸ νομικίστικο καὶ δικανικὸ πνεῦμα, γιὰ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀφέσεως. Ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται στὴ δυτικὴ χριστιανικὴ παράδοση, παράβαση συγκεκριμένης νομικῆς διάταξης, ἡ ὁποία διαταράσσει τὴ θεία δικαιοσύνη, καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ συγκεκριμένη ποινή, ὥστε νὰ λάβει τὴν ἄφεση ὁ ἐξομολογούμενος.
Αὐτὰ ὅμως ἦταν ἄγνωστα γιὰ τὸν Παπα-Νικόλα Πλανᾶ. Ὡς φορέας τῆς γνήσιας πατερικῆς παραδόσεως, ἔβλεπε τὴν ἁμαρτία, ὄχι δικανικά, ὡς παράβαση νόμου, ἀλλὰ ὡς ἀποτυχία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου νὰ αὐτοπραγματωθεῖ μὲ τὶς δικές του δυνατότητες, αὐτονομημένος ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα.
Θεωροῦσε τὸν ἁμαρτωλὸ ὡς πνευματικὰ ἀσθενῆ, ὡς ἀποτυχημένο, καὶ ἔτσι τὸν ἀντιμετώπιζε. Οὐδέποτε ταράσσονταν καὶ θύμωνε τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως. Εἶχε προικισθεῖ ὁ ὀλιγογράμματος ἐκεῖνος ἐξομολόγος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἀνατέμνει μὲ ἀκρίβεια τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ νὰ βρίσκει τὸ κατάλληλο φάρμακο νὰ τὴ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας.
Μὲ πατρικὴ στοργή, γιά τὸ ἄρρωστο πνευματικὰ παιδί του, προσπαθοῦσε νὰ τοῦ δείξει τὴν ἀστοχία του, τὴν ἀποτυχία του, τὸ λάθος του καὶ νὰ δεχτεῖ τὰ φάρμακα ποὺ τοῦ πρότεινε γιὰ τὴ σωτηρία του.
Δὲν ἀποθάρρυνε κανέναν, ὅσο μεγάλος ἁμαρτωλὸς καὶ νὰ ἦταν, ἀλλὰ ἔδινε στὸν καθένα τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας, διὰ τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας, ποὺ εἶναι χάρισμα ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ οὐδέποτε ἀτομικὴ κατάκτηση. Σύστηνε τὴν ταπείνωση, τὴν προσευχή, τὴ συμμετοχὴ στὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἀγαθοεργία ὡς μέσα σωτηρίας καὶ οὐδέποτε ὡς αὐτοσκοπὸ γιὰ τὴ σωτηρία.
Οὐδέποτε ὑποστήριξε ὅτι τὰ «ἐπιτίμια» εἶναι ποινές, οἱ ὁποῖες ἐξιλεώνουν τὸν ἁμαρτωλό, ἀλλὰ παιδαγωγικὰ μέσα, γιὰ νὰ ἀποδεχτεῖ ὁ ἁμαρτωλός της θεῖα σώζουσα χάρη. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ἔβαζε τέτοια «ἐπιτίμια», τέτοια ποὺ μποροῦσαν νὰ τηρηθοῦν, καὶ νὰ συνεφέρουν τὸν ἁμαρτωλό.
Στοὺς πονεμένους καὶ πεφορτισμένους ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τοῦ βίου ἦταν ὁ συμπονετικὸς παρηγορητὴς καὶ ὁ σοφὸς συμβουλάτορας. Ἡ γνώμη του θεωροῦνταν σημαίνουσας ἀξίας καὶ γι’ αὐτὸ ἔτρεχε πλῆθος κόσμου νὰ τὸν συμβουλευτεῖ καὶ νὰ ἐναποθέσει σὲ ἐκεῖνον τὰ προβλήματά του, διότι εἶχε παγιωθεῖ στὴ συνείδησή των Ἀθηναίων ὅτι ὁ ταπεινὸς καὶ ἁγιασμένος ἐκεῖνος κληρικὸς εἶχε χῶρο στὴν καρδιά του γιὰ τὸν κάθε ἕναν πιστό.
Ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό του ἦταν αὐστηρός, ἀντίθετα, γιὰ τοὺς ἄλλους ἦταν ἀνεκτικὸς καὶ ἐπιεικής. Συγχωροῦσε τοὺς πάντες.
Συγχώρεσε τὸ νεωκόρο τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν κακὴ συνήθεια νὰ τὸν μουντζώνει. Δὲ δίσταζε νὰ ζητᾶ συγνώμη ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του ὅταν τοὺς κούραζε ἀπὸ τὴν ἐπιμονή του στὶς μακρόσυρτες ἀκολουθίες, «σᾶς παιδεύω, παιδιά μου, νὰ μὲ συγχωρέσετε», «νὰ μὲ συγχωρεῖτε... εἶμαι λιγάκι παράξενος!» ἔλεγε!
Τὸ μόνο ποὺ δὲν συγχωροῦσε ἦταν ἡ ἐμμονὴ ὅσων δὲν συγχωροῦσαν τοὺς ἄλλους. Ἀναφέρεται, πὼς θεωροῦσε ἔνοχο διὰ παντὸς ἕναν κληρικὸ ποὺ εἶχε ἀφορίσει μιὰ γυναῖκα καὶ πέθαναν καὶ οἱ δύο ἀσυγχώρητοι.
Σύστηνε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή, ὡς βασικὰ ἐφόδια, γιὰ τὴν πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς. «Νὰ εἶστε ἀγαπημένοι παιδιὰ μου» , «κάντε ὑπομονὴ καὶ ὁ Θεὸς θὰ δώσει τὴ λύση» ἔλεγε.

Στὴν προσωπική του ζωὴ ζοῦσε ἀσκητικά, σὰν μοναχὸς στὸν κόσμο. Ἔτρωγε ἐλάχιστο καὶ λιτότατο φαγητό, ποὺ ἀποτελοῦνταν κυρίως ἀπὸ χόρτα, τὰ ὁποῖα μάζευε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὰ χωράφια πέριξ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου στὸ σημερινὸ Νέο Κόσμο τῶν Ἀθηνῶν.
Ὅταν δὲν νήστευε ἔτρωγε καὶ λίγο γάλα καὶ τυρί, ποὺ τοῦ ἔδιναν οἱ βοσκοὶ τῆς περιοχῆς.
Πολλοὶ πιστοί τοῦ προσέφεραν φαγητὸ καὶ τρόφιμα, ἀλλὰ αὐτὸς τὸ προσέφερε κρυφὰ σὲ φτωχούς.
Νήστευε μὲ ἀκρίβεια ὅλες τὶς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ξηροφαγοῦσε. Τὴ μεγάλη Ἑβδομάδα ἦταν σχεδὸν νηστικός, συντηροῦνταν μὲ ἐλάχιστα μουσκεμένα παξιμάδια καὶ νερό. Ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι τὴν Ἀνάσταση δὲν ἔβαζε τίποτε στὸ στόμα του, παρὰ λίγο νερό!

Συνδύαζε μὲ συνέπεια τὴν τριπλῆ μοναχικὴ ἡσυχαστικὴ ἄσκηση: τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀγρυπνίας.
Ὁ Παπα- Νικόλας, χωρὶς νὰ ἔχει ἰδιαίτερες γνώσεις γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴ βίωνε ὁ ἴδιος μὲ ἀκρίβεια!
Γι’ αὐτὸ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ γίνει τὸ καθαρὸ δοχεῖο τῆς Θείας Χάριτος καὶ ἔτσι νὰ θαυματουργεί, ἐνῷ ἀκόμη ζοῦσε.
Ἡ εὐσεβὴς παράδοση τῶν Ἀθηναίων διέσωσε πολλὰ θαύματα ποὺ ἐπιτέλεσε.
Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματά του ὑπῆρξε ἡ, κατόπιν θερμῆς προσευχῆς του, ἀνεξήγητη προμήθειας πρόσφορου γιὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ὅταν δὲν ὑπῆρχε πρόσφορο. Ἀξιώθηκε ἐπίσης νὰ ἔχει καὶ προορατικὸ καὶ προφητικὸ χάρισμα. Εἶχε προαναγγέλλει τὸ θάνατο ἀρρώστου παιδιοῦ: «Ὁ Ἠλίας θὰ πεθάνει, μοῦ τὸ εἶπαν ὁ ἅγιος Ἰωάννης καὶ ὁ ἅγιος Παντελεήμων», εἶχε προαναγγείλει, ὅπως καὶ ἔγινε!
Φυσικὰ ὁ ἴδιος, μέσα στὴν ταπεινότητά του δὲ δεχόταν ὅτι θαυματουργοῦσε. Τὰ ζωντανὰ θαύματα, ποὺ ἔβλεπε ὁ λαός, τὰ ὀνόμαζε «σημεῖα ἀπὸ τὸ Θεὸ» καὶ ὄχι δικά του κατορθώματα.
Θεωροῦσε ἀπόλυτα φυσιολογικὴ τὴ θαυμαστὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή. Τὸ προορατικό του χάρισμα οὐδέποτε τὸ διαφήμισε καὶ φρόντιζε νὰ μὴν τὸ μαθαίνει ὁ κόσμος. Εἶναι γνωστὸ πὼς πολλὰ παιδιά, κυρίως τα «παπαδάκια» τοῦ Ἱεροῦ, τὸν ἔβλεπαν τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας νὰ ἵπταται στὸν ἀέρα, νὰ μὴν πατᾶ στὴ γῆ, νὰ στέκεται σὲ ἕνα σύννεφο!
Τὸν ἀγαποῦσαν ἄλλωστε τὰ παιδιά, τὰ ὁποῖα τὸν ἀποκαλοῦσαν «Παπποῦ» καὶ ἐκεῖνος ἀνταπέδιδε μιὰ ὑπέρμετρη ἀγάπη γιὰ ἐκεῖνα.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οὐδέποτε δυσανασχετοῦσαν κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λατρείας, δὲν ἔκλαιγαν, δὲ φώναζαν καὶ δὲν ἔπαιζαν, ὅπως συνήθως κάνουν.
Συνωστίζονταν ποιό παιδὶ θὰ ντυθεῖ «παπαδάκι» στὸ Ἱερὸ Βῆμα. Ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλοι εἶχαν τὴν αἴσθηση τῆς ἁγιότητάς του.
Τὸν σέβονταν καὶ τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι. Ὅταν τὸν συναντοῦσαν στὸ δρόμο, ἔβγαζαν τα καπέλα τους, τοῦ φιλοῦσαν τὸ χέρι καὶ ζητοῦσαν τὴν εὐλογία του. Οἱ γυναῖκες σταυροκοπιοῦνταν καὶ τὸν πλησίαζαν φορῶντας τα μαντίλια τους, ὅπως ἔμπαιναν στὴν ἐκκλησία. Οἱ ἀμαξάδες σταματοῦσαν τὶς ἅμαξες γιὰ νὰ προσπεράσει. Οἱ πιστοὶ στὴν Ἐκκλησία φρόντιζαν νὰ τὸν ἀγγίζουν καὶ νὰ τὸν φιλοῦν στὸ μέτωπο, καθὼς ἦταν ὑπερβολικὰ κοντὸς καὶ ἐκεῖνος ἀνταπέδιδε εὐχές, χαμόγελα καὶ καλοσύνη.

Τὸν διέκρινε ἄλλωστε μιὰ σπάνια εὐγένεια καὶ καλοσύνη. Εἶχε γιὰ ὅλους ἕναν καλὸ λόγο καὶ ποτὲ δὲν κακολογοῦσε κανέναν.
Μιὰ ἀπίστευτη καὶ πρωτόγνωρη γαλήνη ἦταν μόνιμα φωλιασμένη στὴν ψυχή του. Ὁ θυμὸς ἦταν ἄγνωστο συναίσθημα γ’ αὐτόν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ κακία καὶ ἡ ἐκδίκηση.
Δὲν ἄφηνε κανένα περιθώριο ἀντιπάθειάς του στὸν κόσμο καὶ γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν ὑπολήπτονταν.
Σὲ κάποια αὐθάδη κοπέλα της εἶχε πεῖ: «Λὲς νὰ μὴν μπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ βρίσω; Δὲν τὸ κάνω ὅμως, διότι αὐτὸ θὰ μὲ βλάψει!».
Ἦταν ἀνεξίκακος. Ἔκανε πὼς δὲν καταλάβαινε, ποὺ τὸν ἔκλεβε συστηματικὰ ὁ μέθυσος ψάλτης του, ὁ Ἀλέκος, τὸν ὁποῖο παρατηροῦσε μὲ ἀγάπη: «ἥσυχα Ἀλέκο, ἥσυχα»!
Ὁ π. Φιλόθεος Ζερβάκος σημείωσε: «Ὁ π. Νικόλαος οὐδέποτε ἐταράχθη, οὐδέποτε ἐθύμωσε, πάντας ἠγάπα, ὑπὲρ πάντων ἠύχετο.
Εἶχε δὲ τὴν νοερὰν προσευχήν, τὸ χαροποιὸν πένθος, τὸ ἀείρυτον δάκρυον, ἅτινα τὸν κατέστησαν πρᾶον καὶ κληρονόμον τῆς γῆς τῶν πραέων, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν».

Ὅμως αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐκτίμηση τοῦ κόσμου, δὲν τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ θεωρήσει τὸν ἑαυτό του σπουδαῖο.
Ἀντίθετα μάλιστα καλλιεργοῦσε στὸ πρόσωπό του τὴν ἀρετὴ τῆς ταπείνωσης. Μιλοῦσε συνεχῶς γιὰ τὴ δική του ἀναξιότητα καὶ ἀμαρτωλότητα καὶ φρόντιζε νὰ κρύβει ἐπιμελῶς τὶς ἀρετές του. Δὲ θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ὁ Παπα- Νικόλας Πλανᾶς ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ μιμητὴς τῶν παλαιῶν ἁγίων σαλῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τῶν θαυμάσιων ἐκείνων ἁγίων, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνταν τοὺς διανοητικὰ ἀναπήρους, ἀσκῶντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ὕψιστη ἀρετὴ τῆς ταπείνωσης καὶ ὑποδηλώνοντας τὴν κοσμικὴ μηδαμινότητα. Μὲ τὴ δική τους ὑποτιθέμενη «παραλογία» ἀποδείκνυαν τὴν παραλογία τοῦ πτωτικοῦ κόσμου.
Ὁ Παπα- Νικόλας Πλανᾶς ἄσκησε καὶ τὴν ἐν Χριστῷ σαλότητα. Ἀπὸ σωματικὴ διάπλαση ἦταν πολὺ κοντός. Μιλοῦσε ψευδά. Λόγῳ τῆς ὀλιγογραμματοσύνης του ἔκανε, ὅπως προαναφέραμε, σοβαρὰ λεκτικὰ λάθη, ὅταν διάβαζε ἀναγνώσματα καὶ εὐχὲς στὴν ἐκκλησία.
Μόνο στὴ Θεία Λειτουργία δὲν ἔκανε λάθη, διότι τὰ εἶχε μάθει σωστὰ καὶ τὰ ἔλεγε ἀπὸ στήθους.
Ὅμως ποτὲ δὲν προκαλοῦσε σχόλια καὶ γέλια, ἀντίθετα μάλιστα εἶχαν συνηθίσει τὰ λεκτικὰ τοῦ λάθη τὰ ὁποῖα εἶχαν συνδυάσει οἱ πιστοὶ μὲ τὴν ἁπλοϊκότητα καὶ ἀφελότητα τοῦ χαρακτῆρα του.
Εἶχε συναίσθηση ὅτι ἦταν μειωμένων προσόντων καὶ γι’ αὐτὸ μιλοῦσε γιὰ τὸ πρόσωπό του ἀπαξιωτικά, ἤτοι: «εἶμαι ἀγράμματος», «εἶμαι ἐλάχιστος», κλπ.
Ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀσέβεια, προέτασσε πάντοτε τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν πρῶτο ἁμαρτωλὸ καὶ ἀσεβῆ καὶ μετὰ στιγμάτιζε τοὺς ἄλλους. Ὅταν προέτρεπε γιὰ μετάνοια δὲν ἔλεγε «μετανοῆστε», ἀλλὰ «ἂς μετανοήσουμε».
Φοροῦσε εὐτελῆ καὶ τριμμένα ράσα καὶ ὑποδήματα, τὰ ἴδια γιά χρόνια. Τὸ σπίτι του ἦταν φτωχικό, ἀπὸ τὰ πλέον φτωχόσπιτα τῶν Ἀθηνῶν. Ποτὲ δὲν παραπονέθηκε γιὰ τὴ φτώχια του. Ὁ ἴδιος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἱερεῖς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, χωρὶς μισθό, συντηροῦνταν ἀπὸ τὰ φιλοδωρήματα τῶν ἐνοριτῶν.

Ἦταν ἀπίστευτα ἁπλὸς «Αὐτὴ ἡ ἁπλότητα, σημειώνει ὁ Σέβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος, ἦταν καὶ ἔκφραση τοῦ χαρακτῆρος του, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρὸ παντός, ἦταν ἔκφραση τῆς λειτουργικῆς καὶ ἀσκητικῆς του ἐμπειρίας. Δὲν ἐπρόκειτο μόνο γιὰ μιὰ ἐξωτερικὴ ἁπλότητα στοὺς τρόπους, ἀλλὰ κυρίως γιὰ ἁπλότητα ποῦ προερχόταν ἀπὸ τὴν ἑνότητα καὶ τὴν καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου».
Ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε τοὺς πιστοὺς μόνο ὡς ψυχές, ἀλλὰ καὶ ὡς σώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὑλικὲς ἀνάγκες.
Ἔτσι φρόντιζε τὰ φιλοδωρήματά του νὰ τὰ δίνει, ὅπως τὰ ἔπαιρνε, στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ πρῶτα τὰ σταύρωνε γιὰ νὰ ἁγιαστοῦν καὶ νὰ πιάσουν τόπο. Στὴν τσέπη του δὲν εἶχε ποτὲ δεκάρα! Ὡς γνήσιος Ὀρθόδοξος καὶ Ἕλληνας, ἔχοντας στὴν ψυχοσύνθεσή του τὸ ἑλληνορθόδοξο κοινοτικὸ ἰδεῶδες, ζοῦσε γιὰ τοὺς ἄλλους.
Τὴ ζωὴ τῶν συνανθρώπων του τὴ θεωροῦσε σημαντικότερη ἀπὸ τὴ δική του, διότι ἔβλεπε στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἐνδεῆ, τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ ζωή του ὑπῆρξε μιὰ ἀδιάκοπη ἐλεημοσύνη.
Τὸ μερίδιο τῆς μεγάλης πατρικῆς του περιουσίας, ὅπως ἀναφέραμε, τὸ εἶχε βάλλει ἐνέχυρο γιὰ κάποιον φτωχὸ ὀφειλέτη, τὸ ὁποῖο οὐδέποτε τοῦ τὸ ἐπέστρεψε. Ἔδινε κάθε μῆνα ἐπίδομα σὲ δεκάδες οἰκογένειες χηρῶν καὶ ὀρφανῶν.
Ἕνα πάμφτωχο γεροντάκι γιὰ χρόνια ἔπαιρνε δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα τὸ ἐπίδομά του, τὸ ὁποῖο τὸν συντηροῦσε στὴ ζωή.
Ἔτρεχε στὰ φτωχικὰ σοκάκια τῆς Ἀθήνας γιὰ νὰ συναντήσει δυστυχισμένους γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὸν ὀβολό του.
Ἐπισκεπτόταν νεαρὰ ζευγάρια καὶ τοὺς ἔδινε τὰ πρῶτα ἔξοδα τοῦ βίου τους. Εἶχε τους μυστικοσυμβούλους του νὰ μαθαίνει ποιός εἶχε ἀνάγκη γιὰ νὰ σπεύσει νὰ τὸν βοηθήσει!

Ἔχει ἀξία νὰ ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τί εἶπαν γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Πλανᾶ δύο μεγάλοι λογοτέχνες μας ὁ Α. Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Φώτης Κόντογλου. «Γνωρίζω ἕνα ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκότερος τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀξιαγάπητος, εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος, εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου Μακαρισμοῦ τοῦ Σωτῆρος», ἔγραψε ὁ Παπαδιαμάντης.
Ὁ Φώτης Κόντογλου σημείωσε στὸν πρόλογο βιβλίο του: «Καρδιὰ πονηρὴ καὶ ἄπιστη ἂς μὴν ἁπλώσει ν’ ἀνοίξει τοῦτο τὸ βιβλίο. Γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς ποῦ φέρνει τὴν πίστη. Ὅλη ἡ βιογραφία τοῦ ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ δείχνει αὐτὸν τὸ ἁπλὸ Κληρικό, ποῦ ξέρει νὰ ποιμαίνει, νὰ ἀνέχεται, νὰ ἀγαπᾶ, νὰ εἶναι μιὰ καύση καρδίας ὑπὲρ ὅλης τῆς κτίσεως».
Θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας πὼς οἱ εὐλαβικοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἱερεῖς – ἥρωες τῶν ἄφθαστων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη εἰκονίζουν σαφέστατα τὸν Παπα – Νικόλα Πλανᾶ!

Σεβαστοί μου καὶ ἀγαπητοί μου,
Αὐτὸς ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς. Ἕνας γνήσιος κληρικὸς καὶ ἕνας ἀληθινὸς ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, διότι δὲ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας ὁριοθέτηση. Ὑπῆρξε «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς» (Ἰωάν.9,11) εἰς τύπον τους ἀρχιποίμενος Χριστοῦ.
Μέσα στὴν ἁπλότητά του βίωσε μὲ ἀκρίβεια τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Ἔγινε ἅγιος διότι δὲν γνώριζε καὶ δὲν ἀναγνώριζε ἄλλο Θεό, ἀπὸ τὸν Τριαδικό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀποκαλύφτηκε ἀπὸ τὸν ἔνσαρκο Λόγο Του, τὸ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστό.
Δὲ γνώριζε καὶ δὲν ἀναγνώριζε ἄλλη Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Δὲ γνώριζε καὶ δὲν ἀναγνώριζε ἄλλη ἀλήθεια ἀπὸ τὴν σώζουσα Ὀρθόδοξη Πίστη, τὴν ὁποία μᾶς παρέδωσαν ἀπαραχάρακτη οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δὲν γνώριζε καὶ δὲν ἀναγνώριζε θεία χάρη, ἁγιασμὸ καὶ σωτηρία ἐκτὸς τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δὲν τοῦ πέρασε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἁπλοϊκή, μά θεοφώτιστη σκέψη του, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λατρεύουν δῆθεν τὸν ἴδιο Θεό, μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ὅπως διατείνεται ὁ σύγχρονος διαχριστιανικὸς καὶ διαθρησκειακὸς οἰκουμενισμός, ὅτι δῆθεν ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι διαφορετικοὶ δρόμοι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, διότι αὐτὸ θὰ ἀναιροῦσε τὴ μοναδικότητα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.

Μὲ τὴν ἀπόλυτη προσήλωσή του στὴ λειτουργικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ βίωση τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητας, ἀπόδειξε ὅτι ὁ μοναδικὸς σωτῆρας καὶ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τὸ μέσον τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ Ἁγία Τοῦ Ἐκκλησία, ὡς ἡ μόνη ταμειοῦχος τῆς Θείας Χάριτος.
Ὅτι ἡ σωτηρία, μᾶς χαρίζεται ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ ἐμεῖς ἀποδεχόμενοι αὐτὴ τὴ θεία δωρεὰ ἀνταποδίδουμε μὲ τὴν εὐχαριστήρια συμμετοχή μας στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὴ τὴ σημασία εἶχε ὁ ἀέναος λειτουργικὸς βίος τοῦ ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ.
Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχε τὴν ἄποψη ὅτι ἐκτελοῦσε ἁπλᾶ τυπικὰ ἱερατικὰ καὶ θρησκευτικὰ καθήκοντα, ἀλλὰ ἦταν ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι ὑπηρετοῦσε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴ νέα κτίση, τὸ νέο τριαδικὸ τρόπο ζωῆς, ποὺ δίδαξε ὁ Χριστὸς καὶ καλλιεργεῖ ἡ ἁγία Του Ἐκκλησία.

Τοιοῦτος λοιπὸν ἱερέας ἔλαχε στοὺς εὐσεβεῖς Ἀθηναίους στοὺς δύσκολους ἐκείνους χρόνους.
Τοιοῦτος ἱερέας θὰ πρέπει νὰ ἀποτελεῖ καὶ τὸ πρότυπο τῶν σημερινῶν καὶ μελλοντικῶν κληρικῶν.
Τοιοῦτο παράδειγμα μᾶς ἄφησε, ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη, γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ πορεία. Ὡς νοητὸς ὁδοδείκτης, ἡ ὁλόφωτη προσωπικότητά του καὶ τὸ παράδειγμά του, μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὰ σημερινὰ προσωπικὰ καὶ κοινωνικά μας ἀδιέξοδα. Ἡ λύση τῶν σύγχρονων μεγάλων καὶ πολυποίκιλων προβλημάτων μας βρίσκεται στὴν ἐγκόλπωση τῶν ἀξιῶν, ποὺ ἐνστερνίστηκε καὶ βίωσε ὁ ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, ἤτοι: στὴ γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα, στὸ ὀρθόδοξο ἀσκητικὸ ἰδεῶδες καὶ στὸν ἑλληνορθόδοξο κοινοτικὸ τρόπο ζωῆς.
Ὅσο γρηγορότερα κατανοήσουμε καὶ υἱοθετήσουμε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, τόσο γρηγορότερα θὰ φτάσουμε στὴ λύση τῶν προβλημάτων μας. Ὅσο ἀπεμπολοῦμε τὸν ἑλληνορθόδοξο τρόπο ζωῆς καὶ στέφουμε τὶς ἐλπίδες μας πρὸς τὴν ἑτεροδοξία, πολλῷ δὲ μᾶλλον πρὸς τὸν σύγχρονο θρησκευτικὸ συγκρητισμό, ὄχι μόνο λύτρωση νὰ μὴν περιμένουμε, ἀλλὰ ἀντίθετα: δραματικὴ ἐπιδείνωση τῶν πρόβλημά των μας.
Εἴθε οἱ ἀέναες προσευχὲς τοῦ ἁγίου Νικολάου Πλανᾶ, στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο τῆς Θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας, νὰ μᾶς συντροφεύουν στὸν προσωπικὸ καὶ τὸν κοινωνικό μας βίο. Τὶς ἔχουμε ἀπόλυτα ἀνάγκη!
Διαβάστε περισσότερα πατῶντας Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Σώπα εὐλογημένε, εἶναι ὁ Χριστός καί μᾶς δοκιμάζει.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανὰς πήγαινε γιὰ ἁγιασμὸ σὲ σπίτια χριστιανῶν. Κάποια φορὰ βρέθηκε στὸ Κολωνάκι μὲ τὸν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη πού τοῦ ἔκανε τὸν ψάλτη) τὸν εἴχανε μάθει οἱ Κολωνακιώτες πού ἦταν εὐλαβὴς καὶ τὸν καλούσανε. Καὶ κατεβαίνει ἀπὸ ἕνα ἀρχοντικὸ σπίτι - οἱ ζητιάνοι μεταξὺ τοὺς τὸ λέγανε: "Ποῦ πάει ὁ παπάς; Πάει ἐκεῖ. Πᾶμε καὶ μεῖς". Καὶ ἤτανε στὴν οὐρὰ, μπῆκε λοιπὸν ἕνας ζητιάνος πού ἦταν πιὸ τσίφτης καὶ πηγαίνει κούτσα-κούτσα καὶ τοῦ λέει, παπὰ δῶσε μου. Καὶ ὅτι εἶχε στὴ τσέπη του ὁ Ἅγιος τὰ ἔβγαλε καὶ τὰ ἔδωσε. Ἤτανε δίπλα του ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει,
– Παπὰ πρόσεξὲ τόν, γιατὶ αὐτὸν τὸν βλέπω στὴν πιάτσα.
– Ναί, ναὶ, ναὶ, δὲν πειράζει, δὲν πειράζει.
Καὶ περπατώντας τὸ τετράγωνο, αὐτὸς κάνει τὸ γύρο τοῦ τετραγώνου ἀπὸ τὴν πολυκατοικία τὴν ἑπόμενη καὶ πάει στὸ δεύτερο στενό, καὶ...
κουτσαίνει πάλι καὶ ξαναπάει μπροστὰ στὸν Ἅγιο. Καὶ ξαναβγάζει ἀπὸ τὴν ἄλλη τσέπη ὁ παπὰς καὶ τὰ δίνει. Θύμωσε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει,
– Παπὰ !!
– Ναί, ναὶ, τὸ ἔχω ὑπόψη μου, τὸ ἔχω ὑπόψη μου.
Στην τρίτη φορὰ κάνει τὸ ἴδιο. Ἐκεῖ, τὰ ‘χασε, ἔχασε τὸν ἔλεγχο ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει, – Καλὰ δὲν βλέπεις βρὲ παπὰ μου; Σήκωσε τὸ κεφάλι σου νὰ τὸν δεις. Ἀφοῦ εἶναι ὁ ἴδιος, φοράει τὰ ἴδια ροῦχα, τὰ ἴδια σκέρτσα κάνει.
Καὶ λέει,
– Σώπα εὐλογημένε, εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς δοκιμάζει.
Ὁ Χριστός, ὁ Κύριος ὅλων, τὸ εἶπε ξεκάθαρα: «Ο,τι κάνατε σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ἀδελφοὺς μου, τὸ κάνατε σὲ μένα» (Ματθ. 25, 40). Εἶναι ἀψευδὴς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
πηγή


Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΛΑΝΑ...

 

«Τον δρόμον τετέλευκα. Δόξα σοι ο Θεός! Η θεία χάρη να σάς ευλογεί»...

Ξημέρωσε η Κυριακή τού Ασώτου,
28η Φεβρουαρίου τού έτους 1932.

Αυτή είναι η μέρα,
πού λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο θυσιαστήριο.

Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του.
Ως ασθενής παρέμεινε στην οικία
του ευσεβούς υιού του Ιωάννου
επί της οδού Δράκου 39 στην Γαργαρέττα,
όπου και παρέδωσε την αγία του ψυχή
στις 2 Μαρτίου 1932
ημέρα κατά την οποίαν είχε την επέτειο
της εις Πρεσβύτερον χειροτονίας του...

Έκανε το σημείο τού Τιμίου Σταυρού και είπε:
«Τον δρόμον τετέλευκα.
Δόξα σοι ο Θεός!
Η θεία χάρη να σάς ευλογεί».


Με αυτά τα λόγια άφησε τον κόσμο τούτο.
Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο
στο Ναό τού Αγ. Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης,
όπου ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα για 3 ημέρες.
Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς
και το πλήθος τού λαού αναρίθμητο.
Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής
για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο.
Της κηδείας αυτού προέστη
ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (+1938),
ο οποίος εκφώνησε και τον επικείδιο λόγο,
επίσης ωμίλησεν ο εκ των συνεφημερίων αυτού
ιερεύς Νικόλαος Λαμπρόπουλος,
ενώ επί του τάφου εξεφώνησε επιτάφιο ομιλία,
εκ μέρους των Πνευματικών του παιδιών,
ο τότε φοιτητής της Θεολογίας Κωνσταντίνος Ματθαιάκης,
ο μετά ταύτα Μητροπολίτης Παραμυθίας,
Φιλιατών και Γηρομερίου Τίτος (+1991).

πηγή(Αρχείο Μητροπολίτου Παραμυθίας Τίτου Ματθαιάκη)

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Ένα ιπτάμενο “ΧΠ” γιορτάζει σήμερα… |Και μη βιαστείς να τους κρίνεις τους Χριστιανούς της εποχής του παπα Νικόλα του Πλανά. Και μεις στο ίδιο περιθώριο θα τον βάζαμε σήμερα. Ή όχι;

 

Ένα διακριτικό ‘’ΧΠ’’
βρέθηκε τα τελευταία χρόνια γραμμένο, στο βιβλίο μισθοδοσίας του προσωπικού του αγ.Ιωάννη του Κυνηγού, δίπλα στο όνομα του παπα Νικόλα Πλανά…
Πρώτος παπάς και τ’ όνομά του: 150 δραχμές,
πρώτος ψάλτης: 100 δραχμές,
δεύτερος ψάλτης: 80 δραχμές
και δεύτερος παπάς -ο παπα Νικόλας-, μισθός 50 δραχμές,
αφού ο παπά Νικόλας ήτανε δευτεράντζα, ΧΠ -χαμηλών προσόντων !..
Ο παπα Νικόλας,
που τότε τσέβδιζε
και δεν μπορούσε να πει το ρ και αντί για το δ έλεγε γ…
Ο παπα Νικόλας,

που τότε επίτροποι και συνάδελφοι τον κλωτσούσανε μπαλάκι ,
πετώντας τον από την μία ενορία στην άλλη…
Ο παπα Νικόλας,
που συγχωρούσε μέχρι βλακείας…
Αυτό το ΧΠ που κατέλυε τους νόμους της Φυσικής , που οι άλλοι υποκλινότανε
και συλλειτουργούσε με πεθαμένους , αγίους και αγγέλους,
που φως κατέβαινε τις νύχτες και του΄δειχνε τον δρόμο στην προπολεμική Αθήνα,
που στεκότανε χωρίς να βρέχεται μέσα σε δυνατές νεροποντές ,
διανύοντας σε λίγα λεπτά αποστάσεις τεράστιες ,
ο παπα Νικόλας ο ιπτάμενος στις λειτουργίες ,
με ομολογία , τα πολλά έκπληκτα ξεφωνητά των μικρών παιδιών στην εκκλησία :
’’Μαμά, μαμά! Ο παππούλης πετάει!’

  ~ π.Silouanos Vontetsianos πηγή

Ένα ιπτάμενο “ΧΠ” γιορτάζει σήμερα… |Και μη βιαστείς να τους κρίνεις τους Χριστιανούς της εποχής του παπα Νικόλα του Πλανά. Και μεις στο ίδιο περιθώριο θα τον βάζαμε σήμερα. Ή όχι; – Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου (wordpress.com)

Ο παπα – Νικόλας Πλανάς λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα.

                                                  

Ηλιας Καλλιωρας
Ο παπα – Νικόλας Πλανάς λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. Στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε να μην έχει πρόσφορο. Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τους πιστούς είτε από τους γύρω φούρνους.

Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά. Έστειλε να ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές που πάντα είχαν. Κοίταξε και στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας. Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων.
Κάποια στιγμή τον βλέπουν να βγαίνει στην ωραία πύλη κρατώντας ένα πρόσφορο φρέσκο-φρέσκο. Το είχε βρει πάνω στην αγία τράπεζα!
-Κοιτάξτε, παιδιά μου, τι σημείο μου έκανε ο Θεός, είπε συγκινημένος και χαρούμενος.
Όλα τα θαύματα, σημεία τα έλεγε. Τα θεωρούσε φυσικά, γιατί είχε μεγάλη πίστη. Στα συναξάρια συναντάμε ασκητές που τους υπηρετούσε άγγελος Κυρίου. Πολύ φυσικό λοιπόν να υπηρετούσε άγγελος Κυρίου και τον παπα-Νικόλα, τον «εντός του κόσμου διαβούντα αληθινόν ασκητήν».
Αρκετοί ενορίτες του, κυρίως μικρά παιδιά, τον έβλεπαν όταν λειτουργούσε κυριολεκτικά μεταρσιωμένο. «Η φήμη του παπα-Νικόλα», διηγείται σεβαστή γυναίκα, «είχε απλωθεί σ’ όλη την Αθήνα. Κάποτε, παραμονή Χριστουγέννων, ξεκίνησα με τα εγγονάκια μου για να κοινωνήσω από τ’ αγιασμένα χέρια του.
Τότε στη Βουλιαγμένη ήταν ακόμα ερημιά.
Είχαν έρθει και άλλες οικογένειες με τα παιδάκια τους. Κάποια στιγμή που ο παπα-Νικόλας εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κρατώντας το άγιο ποτήρι, το εγγονάκι μου φώναξε:
-Γιαγιά, ο παπάς περπατάει στον αέρα!
-Πάψε, του λέω, ενώ συγχρόνως σταυροκοπήθηκα. Πώς περπατάει στον αέρα;
-Τον βλέπω κι εγώ, φώναξε άλλο παιδάκι. Δεν πατάει κάτω.
Στο «Μετά φόβου…» πλησιάσαμε όλες οι γυναίκες και τα παιδάκια να κοινωνήσουμε.
Ο παπα-Νικόλας δεν είχε ακούσει τίποτε, αλλά, κι αν είχε ακούσει, δεν έδωσε καθόλου προσοχή.
Από τότε ερχόμουν πάντοτε εδώ και κοινωνούσα.
Και κάθε φορά ήταν αδύνατον να μην ακούσω παιδάκια να φωνάζουν:
–Ο παπάς περπατάει στον αέρα!»...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Η εξομολόγηση του λήσταρχου Νταβέλη

                                     

Ο παπα-Νικόλας Πλανάς στην εποχή του λειτουργούσε σε δυο-τρία εκκλησάκια. Ο προφήτης Ελισσαίος,του ήταν πολύ αγαπητό. Φαίνεται πως η τελευταία εκκλησία που έκλεινε την πόρτα, για να μείνουν μόνοι οι Άγιοι στα εικονοστάσιά τους, ήταν του προφήτη Ελισσαίου.

Ο παπα- Νικόλας συντρόφευε τους Αγίους με τις προσευχές του, μέχρι να πέσει η βαθειά νύχτα. Έτσι, ένα απόβραδο, αφού άναψε την κανδήλα της παρακαταθήκης κι ενώ ακόμη δεν είχε δρασκελίσει την βορεινή πόρτα του ιερού βήματος, βλέπει να ανοίγη η μικρή πόρτα της εκκλησιάς, να κλείνη βεβιασμένα και ο αρχιληστής Νταβέλης, αρματωμένος σαν αστακούδι, να αμπαρώνη την πόρτα με σύρτες και με μάνταλα.

Ο παπάς μαρμάρωσε. Κοντανάσαινε. Και ο νους του ήρθε σε μεγάλη αμηχανία. Οι λογισμοί του είπαν: «Θα νομίζη ο καημένος πως οι άνθρωποι που με πλησιάζουν, μου αφήνουν χρήματα και ήρθε να με ληστέψη». «Κύριε, το τέλος μου εγγίζει: μη επιτρέψης να θορυβηθή η ψυχή μου».

Ο ληστής ξαρματώθηκε. Άφησε την πανοπλία του στα στασίδια και με βαριά βήματα προχώρησε στον ξαφνιασμένο παπά.

– Παπά- Νικόλα, ήρθα να εξομολογηθώ, να ξεκριματιστώ. Φόρεσε το πετραχήλι.

Γονάτισε στο πετραχήλι ο κατάδικος και είπε κάθε αναισχυντία της νύχτας και της μέρας: τους θανάτους, τις ληστείες και τις βιαιότητες. Ο Όσιος άκουγε τον ληστή, χωρίς να αποδοκιμάζη την πώρωση της ψυχής του. Μόνον του είπε:

– Όλα αυτά θα σου τα συγχωρέση ο Θεός. Αν όμως η πολιτεία σε συλλάβη, με τους δικούς της νόμους δεν ξεύρω τι θα κάνη. Και του διάβασε συγχωρητική ευχή.

Ο ληστής ασπάστηκε το πετραχήλι και την δεξιά του, τις άγιες εικόνες, φόρεσε τα άρματά του κι έφυγε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο Όσιος ξημέρωσε στην εικόνα του Χριστού, ζητώντας την άφεση και την συγχώρηση του ληστού Νταβέλη.

Από το βιβλίο: 
«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται 
στο σκάμμα της Εκκλησίας».
Α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2010
Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος

Πηγή:https://www.facebook.com/share/aKb4zn6YPZySgySA/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΜΠΛΑΡΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΑΘΕΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙΣΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΙΠΟΤΑ, ΩΘΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ ΟΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για Άγιο Νικόλαο Πλανά

                                  Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

...Γνωρίζω ἕναν ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων. Διὰ πᾶσαν ἱεροπραξίαν ἂν τοῦ δώσῃς μίαν δραχμὴν ἢ πενῆντα λεπτὰ ἢ μίαν δεκάραν, τὰ παίρνει. Ἂν δὲν τοῦ δώσῃς τίποτε, δὲν ζητεῖ. Διὰ τρεῖς δραχμὰς ἐκτελεῖ ὁλόκληρον παννύχιον ἀκολουθίαν. Ἀπόδειπνον, Ἑσπερινόν, Ὄρθρον, Ὥρας, Λειτουργίαν. Τὸ ὅλον διαρκεῖ ἐννέα ὥρας. Ἂν τοῦ δώσῃς μόνον δύο δραχμάς, δὲν παραπονεῖται.
Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τὰ μνημονευτέα ὀνόματα τῶν τεθνεώτων, ἀφοῦ ἅπαξ τοῦ τὸ δώσῃς, τὸ κρατεῖ διὰ πάντοτε. Ἐπὶ δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε ἔτη ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύῃ τὰ ὀνόματα, δι᾿ εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωκες εἰσάπαξ. Εἰς κάθε προσκομιδὴν μνημονεύει δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας ὀνόματα. Δὲν βαρύνεται ποτέ. Ἡ προσκομιδὴ παρ᾿ αὐτῷ διαρκεῖ δύο ὥρας. Ἡ Λειτουργία ἄλλας δύο. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς Λειτουργίας, ὅσα κομμάτια ἔχει ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ, ἀπὸ πρόσφορα ἢ ἀρτοκλασίαν, τὰ μοιράζει ὅλα εἰς ὅσους τύχουν. Δὲν κρατεῖ σχεδὸν τίποτε.
Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ χρεωστῇ μικρὸν χρηματικὸν ποσόν, καὶ ἤθελε νὰ τὸ πληρώσῃ, εἶχε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμάς, ὅλα εἰς χαλκόν, ἐπὶ δύο ὥρας ἐμετροῦσεν, ἐμετροῦσε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ εὕρῃ πόσα ἦσαν. Τέλος εἷς ἄλλος χριστιανὸς ἔλαβε τὸν κόπον καὶ τοῦ τὰ ἐμέτρησεν.
Εἶναι ὀλίγον τι βραδύγλωσσος, καὶ περισσότερον ἀγράμματος. Εἰς τὰς εὐχάς, τὰς περισσοτέρας λέξεις τὰς λέγει ὀρθάς, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τὰς περισσοτέρας ἐσφαλμένας. Θὰ εἰπῆτε, διατί ἡ ἀντίθεσις αὕτη; Ἀλλὰ τὰς εὐχὰς τὰς ἰδίας ἀπαγγέλλει καθ᾿ ἑκάστην, ἐνῷ τὴν δεῖνα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἅπαξ ἢ δὶς ἤ, τὸ πολύ, τρὶς τοῦ ἔτους, ἐξαιρέσει ὡρισμένων περικοπῶν συχνὰ ἀλλ᾿ ἀτάκτως ἐπανερχομένων, ὡς εἰς τοὺς Ἁγιασμοὺς καὶ τὰς Παρακλήσεις.
Τὰ λάθη, ὅσα κάμνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, εἶναι πολλάκις κωμικά. Καὶ ὅμως ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δὲν γελᾷ. Διατί; Τὸν ἐσυνηθίσαμεν, καὶ μᾶς ἀρέσει. Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος. Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου τῶν Μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος.

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

Ἕνα πνευματικὸ φυτώριο! (Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης)

Οἱ ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου σταθήκανε πνευματικὸ φυτώριο. Μέσα στὸ ταπεινὸ αὐτὸ ἐκκλησάκι, στοὺς Ἀγέρηδες, τὸ ἰδιωτικό, τὸ ἀνύπαρκτο τώρα πιά, ἀφοῦ τὸ γκρέμισε ἡ σκαπάνη τῆς οἰκονομικῆς σκοπιμότητος, ὁ Ὅσιος παπα-Νικόλας ὁ Πλανᾶς, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης καὶ μία πλειάδα ταπεινῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, εἴχανε ὀργανώσει αὐτὲς τὶς ἀγρυπνίες. Λειτουργὸς ὁ ἀκούραστος παπα-Πλανᾶς, δεξιὸς ψάλτης ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κι ἀριστερὸς ψάλτης ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Καὶ γύρω τους ἕνα ἐκκλησίασμα ἀπὸ ταπεινοὺς Χριστιανούς, ποὺ δὲν κουραζόντανε, οὔτε...
ἀπὸ τὶς μακρυὲς ἀκολουθίες, οὔτε ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, οὔτε ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Οὔτε τὰ βλέφαρά τους κλείνανε, οὔτε τὰ γόνατά τους λυγίζανε.

Οἱ ταπεινοὶ αὐτοὶ Χριστιανοί, οὔτε συλλόγους εἴχανε σκαρώσει, οὔτε λόγους βγάζανε, οὔτε συχνάζανε στὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, ἀπαιτώντας προσωπικὴ προβολὴ καὶ παινέματα τῶν δημοσιογράφων, οὔτε καλούσανε κανέναν ἰσχυρὸ νὰ ‘ρθῆ, νὰ τοὺς καμάρωση καὶ νὰ τοὺς ἐνίσχυση.

Δὲν κάνανε κοινωνικὸ Χριστιανισμό, οὔτε εἶχε ψηλώσει ὁ voῦς τους, ὥστε νὰ θέλουνε νὰ βολέψουνε τὰ στραβά τοῦ κόσμου, σὰν κείνους τοὺς πιὸ θεόστραβους ἀπ’ ὅλους, ποὺ παρασταίνουνε τὸν ἐκλεχτό τοῦ Θεοῦ, τὸν προωρισμένο ν’ ἀποκαταστήση τὴν δικαιοσύνη του, στὸν ξεστρατισμένο κόσμο.

Εἴτανε ἄνθρωποι ἁπλοί, ταπεινοὶ Χριστιανοί, ποὺ πιστεύανε στὸν θεάνθρωπο Χριστό, στὴν Παναγία Θεοτόκο καὶ στοὺς ἁγίους Του. Καὶ πιστοὶ στὸ Λόγο Του, δὲν νοιαζότανε γιὰ τὰ κρίματα τῶν ἀλλονῶν, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά τους. Κι΄ αὐτὲς τὶς δικές τους πληγὲς πασχίζανε νὰ ἐπουλώσουνε μὲ νηστεῖες, μὲ προσευχή, μὲ καθημερινὴ παρουσία στὸν Οἶκο Του, μ΄ ἀδιάκοπο διάβασμα τοῦ Λόγου Του, τοῦ Εὐαγγελικοῦ καὶ τῶν βίων τῶν ἁγίων, ποὺ βρίσκανε μέσα στὰ συναξάρια.

Οὔτε ὁ παπα-Νικόλας ὁ Πλανᾶς, οὔτε ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, οὔτε ὁ Μωραϊτίδης, οὔτε κανένας ἀπὸ κείνους, ποὺ ἀγρυπνούσανε στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο, δὲν σπαταλούσανε τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, βγάζοντας λόγους, τάχα γιὰ νὰ σώσουνε τοὺς ἄλλους, ἐνῶ στὴν οὐσία ἂν τὸ κάνανε δὲν θὰ σώζανε κανέναν μὲ τὰ λόγια, ἄλλα μονάχα θὰ προβάλλανε τὸν ἑαυτό τους.

Σὰν γνήσιοι ὀρθόδοξοι εἴχανε ἀφήσει στοὺς φραγκίζοντες καὶ προτεσταντίζοντες τὶς εὐσεβεῖς φλυαρίες καὶ κεῖνοι ζούσανε τὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι μυστήριο καὶ κλείνει μέσα της ὅσα κανένα κήρυγμα δὲν μπορεῖ νὰ κλείση.

Γιατί ὅλα τὰ λέει ἡ Λειτουργία, τὸ Λυχνικό, τὸ Ψαλτήρι κι’ ἡ ὀρθόδοξη ὑμνογραφία. Ὅλα, πέρα γιὰ πέρα. Καὶ τόσο πολύ, ποὺ καὶ μία προσταφαίρεσι δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ νοητή.

Ὁ παπα-Νικόλας ὁ Πλάνας στάθηκε ἡ πιὸ ὁλοκληρωμένη λειτουργικὴ ἔκφρασι μέσα στὴν ὀρθόδοξη Ἑλλάδα τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ περασμένου αἰώνα καὶ τῶν πρώτων εἰκοσιπέντε χρόνων τοῦ τωρινοῦ. Λειτουργικὴ στάθηκε ὁλάκερη ἡ ζωή του. Ξημερώματα ἄρχιζε καὶ μεσημέρι τελείωνε.

Γιατί τάλεγε ὅλα, γιατί μνημόνευε ἑκατοντάδες νεκροὺς καὶ ζωντανούς. Καὶ τὸ ἐκκλησίασμα οὔτε ἀβάσταχτες εὕρισκε αὐτὲς τὶς ἀκολουθίες, οὔτε καταπονετικές, οὔτε ἐμπόδιο στὶς δουλειές του.

Φτωχοὶ καὶ πολλοὶ μεροκαματιάρηδες ἤτανε αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιαζόντανε στὸν Ἅγιο Ἐλισαῖο, ἢ στὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Κυνηγό, τῆς ὁδοῦ Βουλιαγμένης, ὅπου χρόνια λειτουργοῦσεν ὁ παπα-Νικόλας ὁ Πλάνας. Ἄνθρωποι τῆς ἀνάγκης, θεόφτωχοι, κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι.

Κι’ ὅμως δὲν κουραζόντανε γιὰ ἕνα καὶ μόνο λόγο: Δὲν ἤτανε ξένοι πρὸς τὰ μυστήρια καὶ τὶς ἀκολουθίες.

Τὶς διαβάζανε, ξέρανε ὅλα ἀπ’ ἔξω καὶ γευότανε τὴ Λειτουργία ἢ τὶς ἀκολουθίες τῶν ἀγρυπνιῶν, ὅταν τὶς τελοῦσε ἕνας ἱερέας ταπεινὸς καὶ καθαρὸς τὴν καρδίαν. Αὐτὸς ὁ κόσμος γευότανε ὅσα ἔλεγε ὁ λειτουργὸς ὅσα ψέλνανε οἱ ψαλτάδες.

Τὰ σιγόλεγε καὶ τὰ σιγόψελνε καὶ τὸ ἐκκλησίασμα καὶ κάθε λέξη καὶ κάθε φράση καὶ κάθε μουσικὸς φθόγγος ἤτανε βίωμα. Δὲν ἀκούγανε λόγια ἀδιάφορα γι’ αὐτοὺς ἢ μουσικὴ κοσμικὴ ἢ εἰκόνες φράγκικες, θεατρικὲς καὶ γλυκανάλατες.

Ὅ,τι ἀκούγανε σκορποῦσε γαλήνη στὴν ψυχὴ καὶ στὸ πνεῦμα τους καὶ τὰ μάτια τους δεχότανε σὰν ἴαμα τ’ ἅγια εἰκονίσματα τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας.

Ὄξω καὶ μακρυὰ ἀπ’ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν βρίσκανε οὔτε λύτρωση, οὔτε ἀνάπαυση.

Ὁ πόθος τους γιὰ χριστιανικὴ δικαιοσύνη, ὅπως τὸ βλέπουμε τόσες φορὲς στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μωραϊτίδη, δὲν ἔκρυψε ποτὲ τὴν ὀργὴ τῆς ἐκδίκησης.

Ἡ ἀγάπη ποὺ τοὺς θέρμαινε δὲν ἤτανε ἡ ἀνήσυχη κι’ ἐναγώνια ἀγάπη τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἡ ἀτάραχη καὶ εἰρηνικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτοὶ οἱ ἐπιζῶντες, ὅπως καὶ μερικοὶ ἄλλοι, καθὼς καὶ κεῖνοι ποὺ κοιμηθήκανε ἐν Κυρίω ἀπὸ τοὺς ἀγρυπνητὲς τοῦ προφήτη Ἐλισαίου, ξέρουνε πὼς ἡ λογική τοῦ κόσμου δὲν ἔχει θέση στὸ χριστιανικὸ περίβολο, ὅπως δὲν ἔχει θέση κι’ ἡ μεθοδολογία τοῦ κόσμου.

Γιατί αὐτὰ κρίνοντάς τα μὲ τὰ μέτρα τους καὶ βλέποντάς τα μὲ τὰ κοντόθωρα μάτια τους δὲν μποροῦνε νὰ καταλάβουνε πὼς ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη περιπέτεια, ἡ πιὸ μεγάλη ὑπερβολὴ καὶ τὸ πιὸ ἀπίστευτο ἀπ’ ὅλα τὰ πιὸ ἀπίστευτα τοῦ κόσμου.

Γιὰ τοῦτο κι’ ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὀρθοδοξία ἀνόθευτη ἀπ’ ὅλες τὶς κοσμικόφρονες ἐπιδράσεις τοῦ δυτικοῦ κόσμου.

Πηγή: Ἐφημερίδα «Ἡ Βραδυνῆ», 8 Ἰουνίου 1960.

Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: Ἕνα πνευματικὸ φυτώριο! (Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης) (orthodoxia-ellhnismos.gr)

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Ασύλληπτο - θαυμαστό γεγονός με τον Άγιο Νικόλαο Πλανά

Το παρακάτω, αποτελεί αφήγηση του πρ. Διευθυντού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως κ.Μανώλη Καπετανάκη:
Ένας από τους πολύ μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας, είναι ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς. Ήταν σύγχρονος του γέροντα μου Φιλοθέου Ζερβάκου, και έλαμψε με την θαυμαστή βιωτή του.
Κάποια ημέρα εταξίδευα, μετά την κοίμηση του πατρός Φιλοθέου, με κατεύθυνση την Ι.Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου, με το πλοίο “Αιγαίον”. Ήταν Σάββατο πρωΐ και το πλοίο επλησιάζε στην Πάρο. Εκείνο το Σάββατο το καράβι ήταν άδειο. Εγώ άρχισα να κάνω βόλτες, στα διαμερίσματα του πλοίου, ολομόναχος.
Κάποια στιγμή, ευρέθηκα στο σαλόνι της πρώτης θέσεως και βλέπω έναν ιερέα. Φαινόταν παραδοσιακός και σεβάσμιος ιερέας, τον χαιρετώ λοιπόν και αυτός ανταποδίδει τον χαιρετισμό. Εν συνεχεία του λέω: “Γέροντα να πιούμε δύο καφεδάκια, να περάσει λίγο η ώρα;;”. “Να πιούμε.”, μου απαντά. Πηγαίνω στο μπαρ, φέρνω τα καφεδάκια μας, κάθομαι δίπλα του και συστήθηκα. Ο Ιερέας ήταν κάποιος πατήρ Αντώνιος από την Νάξο.

Λέω τότε στον π.Αντώνιο: “Πατέρα έχετε κάτι ωφέλιμο να μου πείτε, να περάσει όμορφα η ώρα μας;;” και μου απαντάει:

“Έχω κάποια σπουδαία εμπειρία από την γιαγιά μου, την οποία συνηθίζω να αφηγούμαι. Άκου λοιπόν…:

Η γιαγιά μου ήταν νεωκόρος, σε μία Εκκλησία στην οποία υπηρέτησε ο παπά Νικόλας ο Πλανάς, όταν ήταν ιερέας στην Νάξο. Μία των ημερών, ημέρα Πέμπτη, λέει ο παπά Νικόλας στον προΐστάμενο ιερέα του Ναού:

«Πάτερ μου, έχω ένα επείγον ραντεβού στην Πάρο σήμερα, δώσε μου την ευχή σου να πάω να τακτοποιήσω την υπόθεση που έχω…» και ο προϊστάμενος του έδωσε την άδεια.

 Μόλις φεύγει ο παπά Νικόλας για το επείγον ραντεβού του στην Πάρο, ο προϊστάμενος ιερέας φωνάζει την γιαγιά μου και της λέει: «Είναι η πρώτη φορά που ο παπά Νικόλας μου είπε ψέματα. Θέλει, λέει, να πάει στην Πάρο, σήμερα, για κάποια υπόθεση… Πώς θα πάει στην Πάρο, αφού κάθε Πέμπτη δεν έχει καράβι για την Πάρο;; Κάνε μου την χάρη, σε παρακαλώ, τρέξε γρήγορα και παρακολούθησε να δεις τι γίνεται».
Τρέχει η γιαγιά μου και βλέπει τον παπά Νικόλα να κατευθύνεται προς μία απόμακρη παραλία. Κοίταζε η γιαγιά μου για κάποιο καΐκι ή βάρκα αλλά τίποτα, ερημιά. Τότε ξαφνικά, βγάζει το ράσο του ο παπά Νικόλας, το πετάει στην θάλασσα, και μ’ ένα σάλτο ευρίσκεται πάνω στο ράσο και αρχίζει επί του ράσου να πλέει με κατεύθυνση την νήσο Πάρο!

Σαστίζει η γιαγιά μου! Τρέχοντας επιστρέφει στον Ναό, έκθαμβη θα έλεγα, και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα θαυμαστά που έζησε στον προϊστάμενο. Ο προϊστάμενος ιερέας δεν επίστεψε λέξη, και είπε στην γιαγιά μου: «Αυτά τα πράγματα, αποκλείεται να γίνονται σήμερα… Λοιπόν, σταμάτα τα παραμύθια, διότι θα σε κοροϊδεύει όλος ο κόσμος». Η γιαγιά μου όμως επέμενε χωρίς να δέχεται τις αντιρρήσεις του προϊσταμένου, κάτι που τελικά δεν μπορούσε να παραβλέψει ο ιερέας, οπότε της εζήτησε να ευρεθούν το απόγευμα και να παραφυλάξουν στο σημείο όπου αναχώρησε ο παπά Πλανάς για την Πάρο.
Έτσι και έγινε. Η γιαγιά και ο ιερέας ευρέθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώντας την θάλασσα προς την Πάρο. Αφού επέρασε περίπου μία ώρα, βλέπουν στο βάθος του ορίζοντα μία μαύρη κουκίδα, η οποία σταδιακά μεγάλωνε, μέχρι που τελικά διέκριναν τον παπά Νικόλα να ταξιδεύει πάνω στο ράσο του... Φθάνει στην παραλία ο παπά Νικόλας, βγαίνει από την «αυτοσχέδια βάρκα» του, σκύβει, παίρνει το ράσο από την θάλασσα, το τινάζει, το φοράει και αρχίζει να ανηφορίζει προς τον Ναό!

Λέει τότε η γιαγιά μου στον «παγωμένο» προϊστάμενο ιερέα: «Δεν μου λες πάτερ μου, τι έχεις να πεις τώρα;». Και της απαντά ο ιερέας: «Ησύχασε ευλογημένη, εδώ πρόκειται περί Αγίου…»”!

Μετά από αυτά, τα θαυμαστά που άκουσα, έκανα τον Σταυρό μου, επικαλέσθηκα τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου του Πλανά και συνέχισα συγκλονισμένος το προσκυνηματικό ταξίδι προς την Ι.Μ.Λογγοβάρδας!

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Ξαναμιλώντας για τον παππούλη μας



 

 Όπως είναι γνωστό,  ο «άγιος των γραμμάτων μας», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε ο πρώτος που μας παραδίδει γραπτές μαρτυρίες για τον άγιο Νικόλαο Πλανά. Στα Αθηναϊκά του διηγήματα γράφει για έναν απλό ιερέα που γνώρισε στο παρεκκλήσι του Προφήτου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Είναι επίσης γνωστό ότι ο μεγάλος Σκιαθίτης λογοτέχνης (μαζί με τον τρίτο ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραϊτίδη) λειτουργούνταν τακτικά στον Άγιο Ελισσαίο, ψάλλοντας μάλιστα σε λειτουργίες, εσπερινούς, όρθρους και αγρυπνίες.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Α. Παπαδιαμάντης καταγράφει εκτενώς τη φιλοκαλική φιγούρα του ταπεινού λευΐτη και σύγχρονου αγίου.

ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ

…Μεταξύ των υπαρχόντων ιερέων υπάρχουσιν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί, εις τας πόλεις και εις τα χωρία. Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μην εκφωνώσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπον πως να διδάσκωσι το ποίμνιον.

Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοικότερος των ανθρώπων. Διά πάσαν ιεροπραξίαν αν του δώσης μίαν δραχμήν η πενήντα λεπτά η μίαν δεκάραν, τα παίρνει. Αν δεν του δώσης τίποτε, δεν ζητεί. Διά τρεις δραχμάς εκτελεί ολόκληρον παννύχιον ακολουθίαν. Απόδειπνον, Εσπερινόν, Όρθρον, Ώρας, Λειτουργίαν. Το όλον διαρκεί εννέα ώρας. Αν του δώσης μόνον δύο δραχμάς, δεν παραπονείται.

Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τα μνημονευτέα ονόματα των τεθνεώτων, αφού άπαξ του δώσης, το κρατεί διά πάντοτε. Επί δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε έτη εξακολουθεί να μνημονεύη τα ονόματα, δι᾿ είκοσι λεπτά τα οποία του έδωκες εισάπαξ. Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο η τρεις χιλιάδας ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Η προσκομιδή παρ᾿ αυτώ διαρκεί δύο ώρας. Η Λειτουργία άλλας δύο. Εις την απόλυσιν της Λειτουργίας, όσα κομμάτια έχει εντός του ιερού, από πρόσφορα η αρτοκλασίαν, τα μοιράζει όλα εις όσους τύχουν. Δεν κρατεί σχεδόν τίποτε.

Μίαν φοράν έτυχε να χρεωστή μικρόν χρηματικόν ποσόν, και ήθελε να το πληρώση, είχε δέκα η δεκαπέντε δραχμάς, όλα εις χαλκόν, επί δύο ώρας εμετρούσεν, εμετρούσε και δεν ημπορούσε να τα εύρη πόσα ήσαν. Τέλος, εις άλλος χριστιανός έλαβε τον κόπον και του τα εμέτρησεν.

Είναι ολίγον τι βραδύγλωσσος, και περισσότερον αγράμματος. Εις τας ευχάς, τας περισσοτέρας λέξεις τας λέγει ορθάς, εις το Ευαγγέλιον τας περισσοτέρας εσφαλμένας. Θα ειπήτε, διατί η αντίθεσις αυτή; Αλλά τας ευχάς τας ιδίας απαγγέλλει καθ᾿ εκάστην, ενώ την δείνα περικοπήν του Ευαγγελίου θα την αναγνώση άπαξ η δις ή, το πολύ, τρις του έτους, εξαιρέσει ωρισμένων περικοπών συχνά αλλ᾿ ατάκτως επανερχομένων, ως εις τους Αγιασμούς και τας Παρακλήσεις.

Τα λάθη, όσα κάμνει εις την ανάγνωσιν, είναι πολλάκις κωμικά. Καί όμως εξ όλων των ακροατών του, εξ όλου του εκκλησιάσματος, κανείς μας δεν γελά. Διατί; Τον εσυνηθίσαμεν, και μας αρέσει. Είναι αξιαγάπητος. Είναι απλοικός και ενάρετος. Είναι άξιος του πρώτου των Μακαρισμών του Σωτήρος.

Τώρα, υποθέσατε δύο υποθέσεις, μίαν αδύνατον, και μίαν δυνατήν, υποθέσατε ότι αυτός ο ίδιος ιερεύς είχεν εξέλθει από ιεροδιδασκαλείον, παλαιόν η νέον· θα είχε διαφοράν επί το βέλτιον; Θα ήτο πασσαλειμμένος με ολίγα ατελή, κακοχώνευτα και συγκεχυμένα γράμματα, με περισσότερον οίησιν και αξιώσεις. Θα ήτο διά τούτο καλύτερος; …

***

Μνεία – και μάλιστα ονομαστική – στον άγ. Νικόλαο Πλανά πραγματοποιεί ο Παπαδιαμάντης και στο διήγημα «Τα τραγούδια του Θεού». Σ’ αυτό περιγράφει το θάνατο της μικρής Κούλας Μπούκη και την Εξόδιο ακολουθία της. Όταν λοιπόν οι ψάλτες μαζί με τους ιερείς έψαλλαν το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» συνέβη το εξής:

Μόνος ο παπα-Νικόλας από τον Αη-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι επίανε χωριστήν ακολουθίαν, εμουρμούριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα. «Τι μουρμουρίζεις παπά;», του είπα από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει. Λέγω την ακολουθίαν των νηπίων μέσα μου», είπεν ο παπα-Νικόλας. «Εις αυτό το άκακον αρμόζει η ακολουθία των νηπίων».

Πεμπτουσία

Ξαναμιλώντας για τον παππούλη μας | τί και πώς (anazhthseis-elena.blogspot.com)