Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ - Franz Courth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ - Franz Courth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (11)

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ.
του Franz Courth 

Συνέχεια από  Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Η διατριαδική αγάπη (συνέχεια) Hans Urs von Balthasar.


Ο Μπαλτάσαρ είναι πεπεισμένος πως όλο το θωμιστικό-αυγουστινιανό σύστημα  συγκρούεται, λόγω της ψυχολογικής του δομής, με μια ιδιαίτερη δυσκολία να «παρουσιάσει τις σχέσεις στο εσωτερικό της θείας ουσίας σαν σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα. Είναι υποχρεωμένο επιπλέον να περιορίσει την υιοθέτηση του πλατωνικού bonum diffusivum sui, της θείας προσφοράς του εαυτού, καθότι γι’ αυτό το σύστημα ο Υιός προοδεύει πάνω από όλα σύμφωνα με τον τρόπο της γνώσεως, ενώ η πρόοδος σύμφωνα με την αγάπη θα ίσχυε πλήρως μόνο για το Άγιο Πνεύμα». Για τον Μπαλτάσαρ μια τέτοια εννοιολόγηση δεν είναι ικανή να ερμηνεύσει το κατά Ιωάννην 17, 10 – « και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά» - σαν μια έκφραση μιας εμμενούς, ενυπάρχουσας τριαδικής σχέσεως. [ Επιμένουν να ερμηνεύουν τους λόγους του Χριστού, σαν τους λόγους της θεότητος, προς τον Πατέρα, την Αρχή της θεότητος, και όχι τον Ιησού, της ανθρωπότητός του προς την θεότητά Tου].

Μια πιο σχεσιακή εννοιολόγηση των Τριαδικών Προσώπων από εκείνη που προτείνει η αυγουστινιανή παράδοση προσεφέρθη στον Ελβετό θεολόγο από τον Ρικάρντο του Αγίου Βίκτωρος και από τον μοντέρνο περσοναλισμό, η οποία θεωρεί σαν ένα συστατικό στοιχείο του ανθρώπου ακριβώς την σχέση του εγώ με ένα εσύ. Αυτό που καθιστά έναν άνθρωπο ένα πρόσωπο, δεν είναι ένα εγώ στο οποίο προστίθεται επιπλέον ένα εσύ. Αντιθέτως, για να μπορέσει να υπάρξει ένα εγώ είναι αναγκαίο ένα εσύ, καθότι το εγώ είναι ο καρπός της κλήσεως και της προσφοράς του εσύ. [ΜΙΑ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΗΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΠΕΣΕ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ]
Ξεκινώντας από αυτήν την προοπτική ο Μπαλτάσαρ ισχυρίζεται πως η σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα μπαίνει με όλο της το δίκαιο «στην κατηγορία των εικόνων και των πιο σημαντικών αναλογιών που είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για να εκφραστεί η ουσία του Θεού – καθότι ακριβώς η σχέση είναι ότι υψηλότερο και πολυτιμότερο υπάρχει στην τάξη της κτίσεως – και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακριβώς όπως και το ψυχολογικό σχήμα σαν βοήθεια για την κατανόηση του μυστηρίου [όχι για την γνώση του μυστηρίου], όταν βεβαίως σε κάθε περίπτωση δεν αφήνουμε να χαθούν τα όρια της δυνατότητάς της (όπως συνέβη εξάλλου με το ίδιο το ψυχολογικό σχήμα)». [Το θεολογικό σχήμα είναι το ίδιο. Από την δημιουργία γνωρίζω τον δημιουργό, λόγω του υπερτάτου νόμου της αναλογίας, όπως τον εγκαινίασε ο Αυγουστίνος. Και από την λογική που εξαντικειμενοποιεί, πέφτουμε στα χέρια του συναισθήματος του υποκειμενοποιεί τα πάντα].

Το φιλοσοφικό πλαίσιο στο οποίο η Τριαδική θεολογία του Μπαλτάσαρ εγκαθιστά την ερμηνεία της χριστιανικής πίστης είναι εκείνο της μεταφυσικής της προσωπικής αγάπης. Μέσα σ’ αυτήν την ενότητα ο Δημιουργός του ουρανού και της γης, ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Πατέρας του Ιησού Χριστού [δεν είναι Θεός πλέον ο Χριστός, είναι δεύτερος], ο θεός που είναι η ολοκλήρωση και η πληρότης όλων των πραγμάτων, φανερώνεται σαν το έλεος της Αγάπης. Μιας αγάπης γεμάτης πάθος λόγω της μέριμνας που έχει για τον άνθρωπο. Δεν είναι έτσι λοιπόν επειδή η συμπεριφορά του ανθρώπου προκάλεσε σ’ Αυτόν αυτήν την απάντηση, αλλά επειδή παρακινήθηκε στο έλεος από την ζωτικότητα που βρίσκεται σ’ Αυτόν από την αιωνιότητα ήδη. Καθότι είναι από την φύση του, άπειρη προσφορά του εαυτού του – και αυτό απεδείχθη στον μέγιστο βαθμό από το σταυρικό θάνατο του Ιησού – δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος κανένας άνθρωπος από το έλεος της αγάπης του Θεού, όποια και αν είναι η οδός, ο τρόπος της μοναξιάς στην οποία εισήλθε απομακρυσμένος από Αυτόν. Το έλεος της αγάπης Του φτάνει μέχρι τον Άδη. «Ο θεός θέλει να μεταφέρει την δωρεά του, η οποία είναι ικανή να ανοίξει οποιαδήποτε φυλακή σεβόμενη την ελευθερία που δημιούργησε, μεταδίδοντας μέσα σε μιαν απόλυτη αδυναμία [τί αδυναμία, τί γερμανική καραμέλα, η αδυναμία του Χριστού στον σταυρό. Ο οποίος συγχώρεσε τους πάντες. Τους διώκτες του. Ο Κύριος για άλλη μια φορά, όπως με τον Νόμο μας αποκάλυψε την ύπαρξη της αμαρτίας, μας αποκάλυψε τον θρήνο και τον οδυρμό του θανάτου, ο οποίος αγνοείτο. Ας δούμε για λίγο και τον θάνατο του Σωκράτη ! Όλοι οι Άγιοι παρακαλούν για μια μέρα ακόμη Μετανοίας. Δεν ξέρουμε τί μας γίνεται δυστυχία μας], την αγάπη που λύνει κάθε δισταγμό: στην αλληλεγγύη εκ του έσω με όσους απορρίπτουν κάθε αλληλεγγύη».

δ. Η λογική της αγάπης.

Ο Μπαλτάσαρ προτίθεται να κάνει την αγγελία της αγάπης του Θεού, την θεμελιώδη σκέψη όλης της διαπραγμάτευσης της πίστης (συμπεριλαμβανομένης και της ερμηνείας του Άδη). Δεν είναι λίγα τα σημεία του έργου του που προσλήφθηκαν και αφομοιώθηκαν από την σύγχρονη θεολογία. Ας αναφέρουμε για παράδειγμα την διάκριση της Οικονομικής Τριάδος από την Εμμενή, Ενυπάρχουσα Τριάδα. [Μεγάλο σενάριο] Μια Τριαδική Θεολογία ειδωμένη από την οπτική γωνία της ιστορίας της σωτηρίας έχει συνείδηση του γεγονότος πως η οικονομία μόνον δεν μπορεί να αντλήσει, ή να φτάσει, στα βάθη του Θεού και πως η ιστορία δεν είναι παρά ένα ίχνος της δόξης του. «Ένας θεός ο οποίος θα διαλυόταν στην ιστορία, μια θεϊκή εμμενής Τριάδα η οποία θα μειωνόταν εντελώς στην αποκάλυψή της, δεν θα ήταν ο χριστιανικός θεός, αλλά μιας δύναμις αυτής της γης, ακόμη και αν ήταν η μεγαλύτερη και η πιο αναγκαία».

Το έργο του Μπαλτάσαρ δεν πρέπει να παρεξηγηθεί όμως: η ιστορία της σωτηρίας δεν είναι γι’ αυτόν κάτι δευτερεύον και εφήμερο. Επιθυμούσε πολύ να φανερώσει την εσωτερική της πλευρά, το τριαδικό πρόσωπο του Θεού που αποκαλύπτεται σ’ αυτήν, μοναδικό έρεισμα που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για το έλεος της αγάπης του Θεού.

Προσελήφθη θετικά ακόμη και η πρόσκληση του Μπαλτάσαρ να μιλήσει περισσότερο για τα Τριαδικά πρόσωπα ξεκινώντας από την προοπτική μιας οντολογίας της αγάπης παρά από εκείνη της πνευματικής κλασσικής μεταφυσικής. [Φοβερές εμπειρίες του Θεού].
Όποιος αντιπαρατίθεται με τον Μπαλτάσαρ δεν θα μπορέσει να αποφύγει το θέμα της αναλήψεως δηλαδή της προσλήψεως του σταυρού στην εμμενή, ενυπάρχουσα Τριάδα. Αυτή είναι η πιο μεγάλη πρόκληση που ετέθη στην σύγχρονη θεολογία, και θα ολοκληρώσει τον σκοπό της μόνον στο μέτρο στο οποίο θα κατορθώσει να συγχωνεύσει στην αγγελία, στο άγγελμα της αποκαλύψεως, τον Γολγοθά και μ’ αυτόν όλους τους αναρίθμητους, μικρούς και μεγάλους σταυρούς των ανθρώπων. Ο Μπαλτάσαρ μας περιγράφει τον Θεό σαν Εραστή μιας άπειρης αγάπης, που προσφέρεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην υπάρχει στ’ αλήθεια κάποιο ανθρώπινο πλάσμα που να μην πλησιάζεται από Αυτόν. Ο Θεός ο οποίος από την φύση του , ξεγυμνώνεται από όλη του την Λαμπρότητα, ο Θεός της Αγάπης, είναι ο Εσταυρωμένος, ικανός να αγκαλιάσει τον σταυρό όλων μας, επομένως και τον δικό μου.[ΜΗΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΕΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ; ΣΗΜΕΡΑ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΔΙΟΤΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΜΕ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ]

Εδώ όμως προκύπτει ένα ερώτημα: Ο σταυρός του Χριστού και κατά συνέπεια όλη η ιστορία του κόσμου, στον ρεαλισμό του, που αμφισβητεί με τόση δύναμη την σκέψη μας, δεν γίνεται κάτω από αυτήν την οπτική γωνία, μια αναγκαία στιγμή της θείας ζωής; Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως δεν θα εκμηδενιζόταν η ζωή στον θεό και δεν θα στερούνταν την μοναδικότητά της; Θα συνέχιζε να έχει μια ιδιαίτερη και δική της σημασία; Η σημασία της ενσαρκώσεως και του σταυρού του Υιού του Θεού εξαντλείται στην αποκάλυψη της απέραντης αγάπης και του ελέους του Θεού; Και όταν μιλάμε για το έλεος της αγάπης του Θεού και δηλώνουμε πως είναι τέτοια από την αιωνιότητα, συνειδητοποιούμε άραγε τον αναλογικό χαρακτήρα του λόγου μας;[ΕΑΝ ΑΠΩΘΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ! Ο ΑΠΟ ΑΙΩΝΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΥΛΩΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ]
Ας αναφερθούμε όμως και σε ένα τελευταίο, ίσως το σημαντικότερο, στοιχείο της συζητήσεως που προκάλεσε ο Μπαλτάσαρ: το ερμηνευτικό θέμα. Ποια είναι τα κριτήρια που χρησιμοποίησε για την θεολογία της εμμενούς, ενυπαρχούσης Τριάδος, που είναι μάλιστα τόσο πλούσια σε εικόνες; Τί πράγμα του επέτρεψε να συμπεριλάβει και να αναπτύξει κάποια θέματα, όπως εκείνα της υπακοής και του διαλόγου της αγάπης; Μέχρι ποίου σημείου επιτρέπεται στον θεολόγο, να φορτώσει, μέσω δικών του εικόνων και εννοιών, την βιβλική μαρτυρία με σκέψεις οι οποίες δεν εκφράζονται καθαρά σ’ αυτή, και οι οποίες είναι μάλλον ο καρπός των δικών του νοητικών συνειρμών;

Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι αναρωτιούνται πράγματι, τί θα μπορούσε να εξασφαλίσει την νομιμότητα του περάσματος από την βιβλική λέξη, στα νέα θεολογικά οράματα που αναφέρονται ακριβώς στην Βίβλο;

Σχόλιο: Μπορούμε να πάρουμε μια γεύση από τα αποτελέσματα της ερμηνείας του δόγματος βάσει των ορίων που έθεσε ο Κάντ, δηλ. του χώρου και του χρόνου, και παρέδωσε την αντίληψη στην φαντασία. Μειώνοντας την Θεολογία και την φιλοσοφία σε πραγματείες επιστημονικής φαντασίας.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ (10)

Συνέχεια απο 15 Οκτωβρίου 2024

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ.
του Franz Courth.
Η διατριαδική αγάπη (συνέχεια) του Hans urs von Balthasar.

   Στον Θεό είναι εφικτή μία συνάντηση, μία ευτυχία, και πάνω απ'όλα είναι δυνατά ο σταυρός και ο θάνατος. [Όλα αυτά ιδιότητες του Θεού, διότι ο Θεός έπαθε]. Όλα τα ανθρώπινα προβλήματα, όλη η ύπαρξη, αγκαλιάζεται από εκείνο το άπειρο δώρο που είναι ο Θεός. Εκφράζοντας όμως μ'αυτόν τον τρόπο την Τριαδική πλευρά της ιστορίας του Χριστού και της ανάστασης, ο Μπαλτάσαρ αντιπαρατίθεται στις θέσεις μερικών συναδέλφων του. Σαν τον Λυμπά τοποθετείται ενάντια στο αξίωμα του Ράνερ σύμφωνα με το οποίο η οικονομική Τριάδα είναι η ενυπάρχουσα (immanent) Τριάδα και αντιστρόφως. Διευκρινίζοντας όμως πώς ο Μπαλτάσαρ μοιράζεται το πρώτο συμπέρασμα αυτής της αρχής: η Τριάδα του Θεού γίνεται προσβάσιμη στον άνθρωπο μόνον μέσω του Χριστού. Γι'αυτό συμφωνεί με τον Ράνερ όταν δηλώνει πώς "μπορούμε να γνωρίσουμε και να τολμήσουμε να πούμε κάτι για την ενυπάρχουσα Τριάδα [όχι την άκτιστη], ξεκινώντας μόνον από την Οικονομική" . Απομακρύνεται όμως από την θέση του Ράνερ δηλώνοντας με την σειρά του την διαφορά που υφίσταται ανάμεσα στις δύο όψεις. Όταν ισχυρίζεται πώς η ενυπάρχουσα Τριάδα αποτελεί την αιτιώδη αρχή, τον Φορέα, την σημασία και το ουσιώδες της ιστορίας της σωτηρίας, η οποία έχει Τριαδική σύσταση! Για τον Μπαλτάσαρ, χωρίς αυτή την διάκριση υπάρχει ο κίνδυνος να πέσουμε στον τροπισμό ή στην έκθεση αρχών καθαρά κοσμολογικών. [το άκτιστο βρίσκεται στο βάθος του κτιστού, στο εσωτερικό του, όπως είχε διδάξει πρώτος ο Αυγουστίνος και βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με το κτιστό. Όπως διδάσκει ο Ζηζιούλας. Η νεοορθοδοξία δεν έχει αληθινό Θεό, είναι άθεη].

Γι'αυτόν τον λόγο συμπεραίνει πώς "χωρίς αμφιβολία η οικονομική Τριάδα φανερώνεται σαν η εξήγηση της ενυπάρχουσας (immanent), της οποίας όμως είναι το θεμέλιο και δεν μπορεί να ταυτιστεί τελείως μ'αυτή. Διαφορετικά η ενυπάρχουσα και εμμενής και αιώνια Τριάδα [δηλάδή το κατ'εικόνα και το καθ'ομοίωσιν το οποίο ταυτίζεται με την άκτιστο Τριάδα και γίνεται η πνοή ζωής, γι'άλλη μια φορά η αιτία της πτώσεως μας από την Εκκλησία, καθώς αυτή την φορά δεν εξερχόμαστε "σαν Θεοί", αλλά σαν "Εγώ Χριστός". Όπως πειστικά περιγράφει την αθεϊα του ο Γιανναράς στο αίνιγμα του Κακού και ο Λουδοβίκος στην Θεολογία του σώματος, την ουσία του Διαφωτισμού], κινδυνεύει λοιπόν να διαλυθεί, δηλαδή ο Θεός κινδυνεύει να αφομοιωθεί από την γήινη πρόοδο και να επιστρέψει στον εαυτό του μόνον μέσω του κόσμου! [Αυτή η επιστροφή είναι η δευτέρα παρουσία, η εσχατολογία. Ο Θεός επιστρέφει στον εαυτό του. Στα όρια του πανθεϊσμού, αλλά με λυτρωτικό κάλυμμα! Όπως η νόηση της αρχαίας φιλοσοφίας επέστρεφε στο ένα, ο Υιός, σαν Νούς Θεού χτές ή σαν Εγώ Χριστός σήμερα, επιστρέφει στην Θέση Του, για να είναι ο Θεός παντού στα πάντα. Και πρέπει ο κόσμος και ο άνθρωπος που είναι ο κηπουρός του, να είναι ενωμένα και έτοιμα γι'αυτή την επιστροφή του παντός, όπως το έφτιαξε ο Θεός και επιστρέφοντας θα το θελήσει πίσω. Σαν να μας νοίκιασε σπίτι με κήπο και κάποια στιγμή θα το ζητήσει για ιδιοκατοίκηση].

Στην Τριάδα την οποία κατέστησε προσβάσιμη ο Χριστός φανερώνεται από το ένα μέρος το γεγονός πώς ο Θεός φανερώνεται, πώς ο Θεός ασχολείται με την γή σαν Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, και το κάνει για να την σώσει-διότι το Χριστιανικό δόγμα έχει μία βαθύτατη σωτηριολογική αξία-[λυτρωτική, ολοκληρώνοντας τον Βουδισμό], από το άλλο φανερώνεται το γεγονός πώς ενεργεί στον κόσμο, καθότι ο Θεός, δεν είναι αγάπη μόνον επειδή η γή είναι το Εσύ του, ο συνομιλητής του, ο συνδιαλεγόμενος, αλλά επειδή είναι Αγάπη καθ'εαυτός [κατ'ουσίαν], στην υπεργήϊνη κατάσταση του. Μόνον έτσι μπορεί να αποκαλυφθεί ελεύθερα και να προσφερθεί στην αγάπη τού ανθρώπου, μόνον έτσι το Θεόδραμμα μπορεί να είναι ένα γεγονός προσωπικό και όχι ένα φυσικό συμβάν, ένα γεγονός που δεν μειώνει τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά τις κατακτά δίνοντας τους μία προσωπική και αληθότροπη σημασία!"

[Ο σπόρος όλου του Οικουμενισμού, που βρίσκεται πλήρως ανεπτυγμένος για παράδειγμα στην "οντολογία της σχέσης" του Γιανναρά. Η σημασία του διαλόγου, η εσχατολογία, η σωτηρία του κόσμου σαν σκοπός της Εκκλησίας, οι προσωπικές σχέσεις. Όλα τα χαρακτηριστικά του απόντος Θεού, του αντίχρίστου].

Παρουσιάζοντας την δική του εκδοχή της σχέσεως που δένει την Εμμενή Τριάδα με την Οικονομική, ο Μπαλτάσαρ προτίθεται να θέσει σε προτεραιότητα την Θεότητα τής αναστάσεως, της Λυτρώσεως. Αυτή είναι η ιστορία του ανθρώπου με τον Θεό, ακόμη δε περισσότερο η ιστορία του Θεού με εμάς τους ανθρώπους. Αυτός είναι καθαυτός Αγάπη και για τον εαυτό του Αγάπη [δίνοντας περιεχόμενο στο πνεύμα του Χέγκελ, στην ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου, που ολοκληρώθηκε με τον Γερμανικό ιδεαλισμό, καθ'εαυτό και εις εαυτό, και τώρα θά ευαγγελίσει την Οικουμένη με την νέα Εκκλησία του Οικουμενισμού. Να μην μένουν και οι Γερμανοί παραπονούμενοι. Έφτιαξαν οι Έλληνες Εκκλησία, έφτιαξαν και οι Ρωμαίοι, Να μην φτιάξουν και οι Γερμανοί; Τι τους λείπει; Το περιεχόμενο του πνεύματος το διαθέτουν με τον Χέγκελ, την δομή του ανθρώπου την άλλαξαν και τον έφτιαξαν Αριστερό με τον Μάρξ, να μην αλλάξουν και τον κόσμο, ενώνοντας τον με τον Χάϊντεγκερ; Το τέταρτο Ράϊχ απέτυχε, αλλά η Τέταρτη Ρώμη δεν συναντά εμπόδια], και γι'αυτόν τον λόγο η ανάστασή του είναι κάτι πολύ περισσότερο από μία ανθρώπινη προβολή [είναι οντολογία].

Ο Ελβετός Θεολόγος δεν περιορίζεται όμως στην διόρθωση μερικών προτάσεων της συγχρόνου Θεολογίας. Εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες ακόμη και απέναντι στήν θωμιστικο-Αυγουστινιανή παράδοση, ή οποία κατά την γνώμη του δεν υπογραμμίζει αρκετά τις σχεσιακές και προσωπικές πλευρές της σωτηρίας. [Διότι ακόμη και γι'αυτούς ο Θεός αν δεν είναι ακριβώς άκτιστος, είναι υπερβατικός, δεν είχε καταντήσει ακόμη εμμενής, ενυπάρχων].

Σύμφωνα με τον Μπαλτάσαρ πρέπει να φτάσουμε να κατανοήσουμε με ακριβέστερο τρόπο και ορθότερα τα Θεία πρόσωπα σαν Αγαπώντες, σαν Εραστές, κάτι που δεν έγινε κατορθωτό στην κλασσική πνευματική μεταφυσική, ούτε και όταν χρησιμοποίησε τους ψυχολογικούς όρους του Αυγουστίνου.

Συνεχίζεται

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΜΑΣ ΣΠΡΩΧΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ.

Αμέθυστος.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (9)

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ.
του Franz Courth

 
6. Ο Θεός: Η διατριαδική αγάπη (Hans Urs von Balthasar).

Εκτελώντας το καθήκον και το έργο που του ανέθεσε ο Πατήρ [δηλαδή δεν υπάρχει κάτι εκούσιο στην θυσία του Χριστού], ο Υιός εισχωρεί στο χάος όλου αυτού που αρνείται τον Θεό. [πώς να πιστέψουν λοιπόν στο αειπάρθενο της Θεοτόκου οι νεορθόδοξοι]. Απεσταλμένος από τον Πάτερα για να σώσει τον κόσμο, ο δρόμος του Υιού πρέπει να τον οδηγήσει μέχρι την κόλαση επίσης, την τελευταία συνέπεια της ελευθερίας των πλασμάτων: «αλλά στον Υιό είναι δυνατή η είσοδος στην κόλαση μόνον μέχρι τον θάνατό του, το Μ. Σάββατο»!
Ο λυτρωτικός χαρακτήρας της καθόδου του Ιησού στον Άδη συνίσταται στο γεγονός πως γι’ αυτή η αγάπη του Θεού είναι παρούσα ακόμη και στον Άδη. Αναστημένος από εκείνο τον τόπο ο Ιησούς μας βάζει απέναντι σ’ όλο το μέγεθος της αγάπης του Θεού.

Η σπουδαιότης όμως αυτής της σκέψεως γίνεται φανερή εάν γίνει κατανοητό ότι η πορεία του Ιησού μέσα στην νύχτα του θανάτου αναπαριστά την αιώνια δυναμική του Θεού. Η υποταγή του στον χρόνο [Μια νέα υποταγή, πιο επικίνδυνη από την υποταγή του Υιού στον Πατέρα. Τώρα έχουμε την υποταγή του Ιησού], ο εκμηδενισμός του στον θάνατο δίκην σκλάβου πάνω στον σταυρό, και τέλος η θανάσιμη σιωπή του Άδη απεικονίζουν την ανταλλαγή της διατριαδικής αγάπης.
Με αναφορά στον Ρώσο Σέργιο Μπουλγκάκοφ (1871-1944), γνωστό θεολόγο και εκπρόσωπο τής φιλοσοφίας των θρησκειών, ο Μπαλτάσαρ γράφει: «Είναι δυνατόν να υπολογίσουμε την φανέρωση του εαυτού του η οποία ολοκληρώθηκε με την γέννηση του Υιού, σαν μια πρώτη διατριαδική κένωση, θεμέλιο όλου εκείνου που θα ακολουθήσει, καθότι ο Πατήρ μ’ αυτήν την κένωση, μ’ έναν ανεπίτρεπτο τρόπο, παραιτείται από την θεότητά του, μεταφέροντας τον Εαυτό του στον Υιό: δεν την μοιράζεται με τον Υιό, αλλά κοινωνεί ολοκληρωτικώς στον Υιό όλο εκείνο που του ανήκει. [πιο ανώμαλο μυαλό δεν ξανασυναντήσαμε]. «και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς» (Ιωάν. 17,10) [Τα αφήνει σαν διαθήκη, ας πούμε. Και συμβολαιογράφος υποθέτουμε πως ήταν το Άγιο Πνεύμα, το οποίο έκτοτε πιστοποιεί την διαθήκη].
Ο Πατήρ, ο οποίος όμως δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης, σύμφωνα με την αίρεση των Αρειανών, διότι ήταν υπαρκτός, υπήρχε, πριν από αυτή την συμμετοχή τού εαυτού του, είναι αυτό το δώρο το οποίο συμβαίνει χωρίς να κρατήσει τίποτε από τον εαυτό του. Αυτή η θεία πράξη, η οποία γεννά τον Υιό, σαν δεύτερη δυνατότητα συμμετοχής στην ίδια την θεότητα και σαν δυνατότητα απόκτησης τού είναι τής θεότητος, είναι η δημιουργία μιας απολύτου αποστάσεως, απείρου, η οποία περικλείει και αγκαλιάζει ανάμεσα στους δύο πόλους της όλες τις αποστάσεις που μπορούν να φανερωθούν στον φυσικό κόσμο συμπεριλαμβανομένης της αμαρτίας ! Στην αγάπη του Θεού υποφώσκει μια απόλυτη παραίτηση να είναι ο Θεός μόνος του, μια εγκατάλειψη της θεότητός του και μ’ αυτή την έννοια μια (θεία) αθεϊκότης (εννοείται στην Αγάπη) η οποία δεν έχει τίποτε κοινό εννοείται με την απάρνηση τού Θεού που συναντούμε στην γη, αλλά η οποία θεμελιώνει (υπερβαίνοντάς την ) την δυνατότητα. Η απάντηση του Υιού στο δώρο της μετοχής, στην ίδια την Ουσία, στην θεότητα του Πατρός δεν μπορεί παρά να είναι και αιώνια δοξολογία (Ευχαριστία) η οποία είναι στραμμένη στην πατρικής της καταγωγή, λόγω ενός τόσο ανιδιοτελούς δώρου και τόσο ελεύθερου από κάθε σκοπιμότητα. Εκπορευόμενο και από τους δύο σαν το εμείς που ενυπάρχει στην αγάπη τους, το Πνεύμα ενεργεί καθότι σφραγίδα που διατηρεί την άπειρη διαφορετικότητά τους (καθώς το Πνεύμα είναι της αγάπης), υπερβαίνοντάς την, την ίδια στιγμή, καθότι μοναδικό Πνεύμα και των δύο προσώπων, του Πατρός και του Υιού».
[Οι αρχαίοι Αιρετικοί είχαν κάποιο μεγαλείο σε σύγκριση με τους μοντέρνους προτεστάντες και καθολικούς. Πάντως, μόλις διαβάσαμε τον πυρήνα της Εκκλησιολογικής Ευχαριστίας του Ζηζιούλα, η οποία δεν πατάει σε καμμία πλευρά της Ορθοδόξου πίστεως, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ελαφρώς παιδαριώδης].
Υπολογιζόμενη μ’ αυτόν τον τρόπο, η Τριάδα φαίνεται σαν ο άπειρος χώρος μιας ελεύθερης αγάπης. Ο Πατήρ είναι η αιώνα καταγωγή, στον Υιό αυτή η αγάπη βρίσκει την απόλυτη απάντησή της, το Πνεύμα είναι το ζωντανό εμείς των δύο πρώτων προσώπων το οποίο μαρτυρεί το άπειρο άνοιγμα της θείας αγάπης, που πάει από τον Πατέρα, σαν η πηγή της, μέχρι το χάος των κάτω κόσμων. Η δραματικότης τού διαθεϊκού δώρου και της θείας αγάπης εμβαθύνεται στο παρακάτω κείμενο: «Η στάση με την οποία ο Πατήρ φανερώνει και παραδίδει όλη του την θεότητα (μια στάση με την οποία όχι μόνον πραγματοποιεί αλλά και είναι ταυτοχρόνως) δεν μπορεί παρά να είναι – στο ίδιο μέτρο με το οποίο γεννά τον Υιό σαν το τελείως Άλλο από τον εαυτό του – η αιώνια προϋπόθεση και η αιώνια υπέρβαση όλου αυτού που είναι χωρισμός, πόνος, αποξένωση πάνω στην γη, και όλου αυτού που είναι προσφορά του Εαυτού του, όλου αυτού που καθιστά εφικτή μια συνάντηση και την ευτυχία που βρίσκεται σ’ αυτή.
Δεν είναι μια άμεση ταυτότης με όλα αυτά τα φαινόμενα, αλλά η προϋπόθεσή τους, μια προϋπόθεση ανώτερή τους η οποία αντιπροσωπεύει επίσης και το ξεπέρασμά τους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρόκειται για ένα απλό θεμέλιο μιας εν δυνάμει Ιστορίας του Θεού, που ξαναβρίσκει την ενότητα στον Εαυτό του μέσω του πόνου μιας διχοτομήσεως (στον εαυτό του και στον κόσμο), αλλά μια πραγματική προϋπόθεση ενωτική μιας τέτοιας διχοτομήσεως. [‘Ένα σχιζοφρενικό πραγματικά παραλήρημα χωρίς κανένα περιεχόμενο. Μια εννοιολαγνεία]. Το γεγονός ότι ο Θεός (σαν Πατήρ) μπορεί να δωρίσει μ’ έναν τέτοιο τρόπο την θεότητά του, το γεγονός ότι ο Θεός (σαν Υιός) δεν την προσλαμβάνει μόνον σαν δάνειο, αλλά την διαθέτει στην Ουσία της, μαρτυρεί έναν τόσο ακατανόητο και αξεπέραστο χωρισμό του Θεού από τον Εαυτό του, που κάθε δυνατός χωρισμός – ο οποίος έχει καταστεί δυνατός από τον Χωρισμό στον Θεό – ακόμη και ο πιο σκοτεινός και ο πιο πικρός, μπορεί να συμβεί μόνον στο εσωτερικό του θείου διαχωρισμού, στον χώρο που χωρίζει τους δύο πόλους. [Τύφλα νάχει ο Σαβέλλιος. Το κακό λοιπόν υπάρχει μέσα στον Θεό. Και αντιμετωπίστηκε με την αγάπη, με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, από τον Θεό, και τώρα είναι η σειρά του ανθρώπου, να καλύψει με την αγαπολογία τον διαχωρισμό του από τον άλλο, και να νικήσει το κακό, όπως το πέτυχε πρώτος ο Θεός. Το κακό λοιπόν είναι η αδυναμία και η δύναμις του Θεού. Αυτά ακριβώς διδάσκουν στην Ορθοδοξία σήμερα ο Γιανναράς και ο Ζηζιούλας. Για να εξαλειφθεί η πτώση και να καταργηθεί η μετάνοια. Το μεγάλο αγκάθι της υπερηφανείας, που αρέσκεται στην αξιοπρέπεια, στην ευγένεια, στην αριστοκρατία, στην αυθυπέρβαση, η οποία σήμερα υποδύεται το πρόσωπο. Γι’ αυτό η ενσάρκωση δεν ήρθε να μας σώσει από την αμαρτία, αλλά να μας διδάξει να ζούμε με τον τρόπο του ακτίστου. Αναλόγως του ακτίστου ! Κάτι εφικτό εξ άλλου δεδομένου του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν. Ο απαγορευμένος καρπός και η έξοδος από τον Παράδεισο μάς έκανε σαν θεούς, πέτυχε τον πρώτο διαχωρισμό που εικόνιζε τον πρωτογενή διαχωρισμό της Αγίας Τριάδος, ώστε να ακολουθήσει η Ένωση της αγάπης, αναλόγως της Αγίας Τριάδος ξανά. Αυτά διδάσκονται με πολλές λεπτομέρειες στο αίνιγμα του κακού του Γιανναρά ! Είναι τραγικό να πιστεύουμε σήμερα πως η αίρεση παρέμεινε η ίδια, διότι συμμετέχουμε στην εξέλιξή της, η οποία μετέφερε την ταυτότητα από το Είναι, του σχολαστικισμού, στην συνείδηση του Προτεσταντισμού]. Και αυτό ισχύει παρότι αυτός ο διαχωρισμός είναι ο καρπός μιας απολύτου αγάπης της οποίας η ευδαιμονία δεν βρίσκεται απλώς στην προσφορά κάποιου πράγματος, αλλά στην προσφορά του Εαυτού μας.

ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΟΔΟΞΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΥΑΛΥΟΥΝ ΘΑ ΖΗΤHΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΒΟHΘΕΙΑ του Karl Löwith, και συγκεκριμένα, θα δούμε ένα μικρό απόσπασμα από το κλασσικό πλέον βιβλίο του, «Από τον Χέγκελ στον Νίτσε !» Κεφάλαιο τρία, πρώτο μέρος, Μαρξ και Κίρκεγκαρντ: Η διάλυση των Εγελιανών διαμεσολαβήσεων στις ριζοσπαστικές θέσεις του Μαρξ και του Κίρκεγκαρντ: «Στην κοσμική κριτική του Μαρξ του αστικο-καπιταλιστικού κόσμου αντιστοιχεί, βασισμένη στην ίδια απόσταση από την υφιστάμενη πραγματικότητα, η εξίσου ριζοσπαστική κριτική του Κίρκεγκαρντ του αστο-χριστιανικού κόσμου, ο οποίος είναι τόσο ξένος στον πρώτο χριστιανισμό, όσο το αστικό κράτος είναι διαφορετικό από μια ΠΟΛΗ (αρχαιοελληνική). Ο Μαρξ υποβάλλει σε μια ριζική απόφαση τις εξωτερικές σχέσεις τής υπάρξεως της μάζας, και ο Κίρκεγκαρντ κάνει το ίδιο με την εσωτερική σχέση της υπάρξεως τού ατόμου απέναντι στον εαυτό του. Ο Μαρξ φιλοσοφεί χωρίς Θεό και ο Κίρκεγκαρντ απέναντι στον Θεό [πρόσωπο με πρόσωπο, λένε σήμερα οι νεορθόδοξοι του υπαρξισμού]. Αυτές οι αντιθέσεις έχουν σαν κοινή προϋπόθεση την απόσταση, τον χωρισμό, από τον Θεό και από τον κόσμο. Η ύπαρξη δεν είναι πλέον αυτό που ήταν για τον Χέγκελ, δηλαδή η απλή ύπαρξη, πώς θα δημιουργηθεί δηλαδή και θα εξέλθει, η οικεία ουσία στην ύπαρξη που της ταιριάζει. [την οποία πρέπει να κατασκευάσει, σύμφωνα με την επιταγή του Καντ, να κατασκευάσει το αντικείμενο, για να ενώσει υποκείμενο και αντικείμενο. Η αυτοκρατορία και η αποθέωση της θελήσεως, διότι καθίσταται δημιουργός ιστορίας]. Κατανοούν αυτό που είναι, σαν έναν κόσμο καθορισμένο από εμπορεύματα και χρήμα ή σαν μια ύπαρξη ποτισμένη με ειρωνεία και από τον ερχομό της ανίας, της πλήξεως. Το «βασίλειο του πνεύματος» της φιλοσοφίας του Χέγκελ γίνεται ένα φάντασμα στον κόσμο τής εργασίας και της απελπισίας. Και οι δύο παραμένουν σταθερά προσκολλημένοι σε εκείνο το ολοκληρωτικό σχίσμα του γήινου και του θείου, από την λογική της έννοιας, που συστηματοποίησε ο Χέγκελ.
Η συμφιλίωση του Χέγκελ «μ’ αυτό που είναι», αναδύεται από τον ίδιο χωρισμό στον οποίο στην συνέχεια διαλύθηκε. Από μια βασική αντίθεση με την πραγματικότητα. [Η σύνοδος στις λατινογενείς γλώσσες σημαίνει συμφιλίωση. Σύνθεση. Γι’ αυτό και η Καθολική Εκκλησία επινόησε την Βατικάνειο Σύνοδο, εγκαταλείποντας την σύνοδο της Εκκλησίας, η οποία αποκαθιστούσε την πίστη. Στην ίδια βάση κινείται και ο Οικουμενισμός].

Ο Χέγκελ αποφάσισε το 1800 μια θαρραλέα «ενοποίηση με τον Χρόνο», για να μην αναγκαστεί να κρυσταλλωθεί σε μια αντίθεση με τον εαυτό του και τον κόσμο. Για να υπερβεί το σχίσμα της πλήρους ζωής σε μια «απόλυτη περατότητα εναντίον ενός απόλυτου απείρου». Για την καθαυτή αντίθεση, δεν υπάρχει διαφορά στην γνώση του ανθρώπου ότι είναι απολύτως αυτόνομος ή απολύτως ανεξάρτητος από έναν μακρυνό Θεό. Είτε θεωρείται ένα απομονωμένο άτομο ή ένα κοινωνικό άτομο. Καθότι από το ένα άκρο προκύπτει ήδη το άλλο, και όσο πιο αυτόνομη και χωρισμένη είναι η εσωτερικότης, τόσο πιο αυτόνομη και χωρισμένη θα είναι και η εξωτερικότης. Έτσι ο Χέγκελ, σε ώριμη ηλικία, αποφάσισε να εισέλθει στο σύστημα του κόσμου, που απαιτεί αποτελέσματα. Πράξη. Αποφάσισε για την πραγματικότητα του κόσμου!
Ας προσθέσουμε μόνο την αναγέννηση του Μανιχαϊσμού μέσω της Γερμανικής εξελίξεως του Φιλιόκβε. Διότι ο Χώρος του χωρισμού ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, που είναι ο Χώρος του κακού και που καταργείται με το πρόσωπο του Αγίου πνεύματος, που συνθέτει και ενώνει τα αντίθετα, την ετερότητα του Υιού από τον Πατέρα, επαναλαμβάνει την Τριάδα του Μοναρχιανικού δυαλισμού: Θεός Πατήρ, ο πρωτογενής υιός, Σαταναήλ( ο χώρος τού χωρισμού) και ο δευτερογενής υιός, ο Ιησούς Χριστός !

Συνεχίζεται

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (9)

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ.
του Franz Courth

 Συνέχεια από Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

 6. Ο Θεός: Η διατριαδική αγάπη (Hans Urs von Balthasar).

Η σπουδαιότης όμως αυτής της σκέψεως γίνεται φανερή εάν γίνει κατανοητό ότι η πορεία του Ιησού μέσα στην νύχτα του θανάτου αναπαριστά την αιώνια δυναμική του Θεού. Η υποταγή του στον χρόνο [Μια νέα υποταγή, πιο επικίνδυνη από την υποταγή του Υιού στον Πατέρα. Τώρα έχουμε την υποταγή του Ιησού. Μια συνέχεια της κακοδοξίας του Ωριγένη που διαιωνίστηκε στην Δύση], ο εκμηδενισμός του στον θάνατο δίκην σκλάβου πάνω στον σταυρό, και τέλος η θανάσιμη σιωπή του Άδη απεικονίζουν την ανταλλαγή της διατριαδικής αγάπης.[ΜΟΝΟΝ ΕΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΨΥΧΗ,ΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΝ ΑΥΤΗΣ. ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟΝ  ΧΩΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ. Η ΝΟΕΡΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΩΜΕΝΟΥ ΙΗΣΟΥ, ΠΟΥ ΠΗΓΕ; ΕΝΩΜΕΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΟΠΟΥ ΠΛΗΡΗΣ ΦΩΤΟΣ ΠΗΡΕ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΗΣΑΝ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΟΥΣ; ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΕΜΕΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΟΣΟΙ ΜΙΣΟΥΣΑΝ ΤΟ ΦΩΣ ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.]
Με αναφορά στον Ρώσο Σέργιο Μπουλγκάκοφ (1871-1944), γνωστό θεολόγο και εκπρόσωπο τής φιλοσοφίας των θρησκειών, ο Μπαλτάσαρ γράφει: «Είναι δυνατόν να υπολογίσουμε την φανέρωση του εαυτού του η οποία ολοκληρώθηκε με την γέννηση του Υιού, σαν μια πρώτη διατριαδική κένωση, θεμέλιο όλου εκείνου που θα ακολουθήσει, καθότι ο Πατήρ μ’ αυτήν την κένωση, μ’ έναν ανεπίτρεπτο τρόπο, παραιτείται από την θεότητά του, μεταφέροντας τον Εαυτό του στον Υιό: δεν την μοιράζεται με τον Υιό, αλλά κοινωνεί ολοκληρωτικώς στον Υιό όλο εκείνο που του ανήκει. [πιο ανώμαλο μυαλό δεν ξανασυναντήσαμε]. «και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς» (Ιωάν. 17,10) [Τα αφήνει σαν διαθήκη, ας πούμε. Και συμβολαιογράφος υποθέτουμε πως ήταν το Άγιο Πνεύμα, το οποίο έκτοτε πιστοποιεί την διαθήκη].
Ο Πατήρ, ο οποίος όμως δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης, σύμφωνα με την αίρεση των Αρειανών, διότι ήταν υπαρκτός, υπήρχε, πριν από αυτή την συμμετοχή τού εαυτού του, είναι αυτό το δώρο το οποίο συμβαίνει χωρίς να κρατήσει τίποτε από τον εαυτό του. Αυτή η θεία πράξη, η οποία γεννά τον Υιό, σαν δεύτερη δυνατότητα συμμετοχής στην ίδια την θεότητα και σαν δυνατότητα απόκτησης τού είναι τής θεότητος,[ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΜΥΡΙΖΕΙ] είναι η δημιουργία μιας απολύτου αποστάσεως, απείρου, η οποία περικλείει και αγκαλιάζει ανάμεσα στους δύο πόλους της όλες τις αποστάσεις που μπορούν να φανερωθούν στον φυσικό κόσμο συμπεριλαμβανομένης της αμαρτίας ! Στην αγάπη του Θεού υποφώσκει μια απόλυτη παραίτηση να είναι ο Θεός μόνος του, μια εγκατάλειψη της θεότητός του και μ’ αυτή την έννοια μια (θεία) αθεϊκότης (εννοείται στην Αγάπη) η οποία δεν έχει τίποτε κοινό εννοείται με την απάρνηση τού Θεού που συναντούμε στην γη, αλλά η οποία θεμελιώνει (υπερβαίνοντάς την ) την δυνατότητα. Η απάντηση του Υιού στο δώρο της μετοχής, στην ίδια την Ουσία, στην θεότητα του Πατρός δεν μπορεί παρά να είναι και αιώνια δοξολογία (Ευχαριστία) η οποία είναι στραμμένη στην πατρική της καταγωγή, λόγω ενός τόσο ανιδιοτελούς δώρου και τόσο ελεύθερου από κάθε σκοπιμότητα.[ΑΥΤΗ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ] Εκπορευόμενο και από τους δύο σαν το εμείς που ενυπάρχει στην αγάπη τους, το Πνεύμα ενεργεί καθότι σφραγίδα που διατηρεί την άπειρη διαφορετικότητά τους (καθώς το Πνεύμα είναι της αγάπης), υπερβαίνοντάς την, την ίδια στιγμή, καθότι μοναδικό Πνεύμα και των δύο προσώπων, του Πατρός και του Υιού».
[Οι αρχαίοι Αιρετικοί είχαν κάποιο μεγαλείο σε σύγκριση με τους μοντέρνους προτεστάντες και καθολικούς. Πάντως, μόλις διαβάσαμε τον πυρήνα της Εκκλησιολογικής Ευχαριστίας του Ζηζιούλα, η οποία δεν πατάει σε καμμία πλευρά της Ορθοδόξου πίστεως, και θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ελαφρώς παιδαριώδης].
Υπολογιζόμενη μ’ αυτόν τον τρόπο, η Τριάδα φαίνεται σαν ο άπειρος χώρος μιας ελεύθερης αγάπης. Ο Πατήρ είναι η αιώνα καταγωγή, στον Υιό αυτή η αγάπη βρίσκει την απόλυτη απάντησή της, το Πνεύμα είναι το ζωντανό εμείς των δύο πρώτων προσώπων το οποίο μαρτυρεί το άπειρο άνοιγμα της θείας αγάπης, που πάει από τον Πατέρα, σαν η πηγή της, μέχρι το χάος των κάτω κόσμων. Η δραματικότης τού διαθεϊκού δώρου και της θείας αγάπης εμβαθύνεται στο παρακάτω κείμενο: «Η στάση με την οποία ο Πατήρ φανερώνει και παραδίδει όλη του την θεότητα (μια στάση με την οποία όχι μόνον πραγματοποιεί αλλά και είναι ταυτοχρόνως) δεν μπορεί παρά να είναι – στο ίδιο μέτρο με το οποίο γεννά τον Υιό σαν το τελείως Άλλο από τον εαυτό του – η αιώνια προϋπόθεση και η αιώνια υπέρβαση όλου αυτού που είναι χωρισμός, πόνος, αποξένωση πάνω στην γη, και όλου αυτού που είναι προσφορά του Εαυτού του, όλου αυτού που καθιστά εφικτή μια συνάντηση και την ευτυχία που βρίσκεται σ’ αυτή.[ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ. Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ, Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΤΑΥΤΟΤΗΣ. Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ]
Δεν είναι μια άμεση ταυτότης με όλα αυτά τα φαινόμενα, αλλά η προϋπόθεσή τους, μια προϋπόθεση ανώτερή τους η οποία αντιπροσωπεύει επίσης και το ξεπέρασμά τους. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρόκειται για ένα απλό θεμέλιο μιας εν δυνάμει Ιστορίας του Θεού, που ξαναβρίσκει την ενότητα στον Εαυτό του μέσω του πόνου μιας διχοτομήσεως[ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΚΤΙΣΤΟ ΚΑΙ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ. ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ. ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΘΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΟΣ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΚΑΙ Η ΤΙΤΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΡΑΙΧ ΝΑ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙ ΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΤΥΠΟ ΘΕΟ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ] (στον εαυτό του και στον κόσμο), αλλά μια πραγματική προϋπόθεση ενωτική μιας τέτοιας διχοτομήσεως. [‘Ένα σχιζοφρενικό πραγματικά παραλήρημα χωρίς κανένα περιεχόμενο. Μια εννοιολαγνεία]. Το γεγονός ότι ο Θεός (σαν Πατήρ) μπορεί να δωρίσει μ’ έναν τέτοιο τρόπο την θεότητά του, το γεγονός ότι ο Θεός (σαν Υιός) δεν την προσλαμβάνει μόνον σαν δάνειο, αλλά την διαθέτει στην Ουσία της, μαρτυρεί έναν τόσο ακατανόητο και αξεπέραστο χωρισμό τού Θεού από τον Εαυτό του, που κάθε δυνατός χωρισμός – ο οποίος έχει καταστεί δυνατός από τον Χωρισμό στον Θεό – ακόμη και ο πιο σκοτεινός και ο πιο πικρός, μπορεί να συμβεί μόνον στο εσωτερικό του θείου διαχωρισμού, στον χώρο που χωρίζει τους δύο πόλους. [Τύφλα νάχει ο Σαβέλλιος. Το κακό λοιπόν υπάρχει μέσα στον Θεό. Και αντιμετωπίστηκε με την αγάπη, με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, από τον Θεό, και τώρα είναι η σειρά του ανθρώπου, να καλύψει με την αγαπολογία τον διαχωρισμό του από τον άλλο, και να νικήσει το κακό, όπως το πέτυχε πρώτος ο Θεός. Το κακό λοιπόν είναι η αδυναμία και η δύναμις του Θεού. Αυτά ακριβώς διδάσκουν στην Ορθοδοξία σήμερα ο Γιανναράς και ο Ζηζιούλας. Για να εξαλειφθεί η πτώση και να καταργηθεί η μετάνοια. Το μεγάλο αγκάθι της υπερηφανείας, που αρέσκεται στην αξιοπρέπεια, στην ευγένεια, στην αριστοκρατία, στην αυθυπέρβαση, η οποία σήμερα υποδύεται το πρόσωπο. Γι’ αυτό η ενσάρκωση δεν ήρθε να μας σώσει από την αμαρτία, αλλά να μας διδάξει να ζούμε με τον τρόπο του ακτίστου. Αναλόγως του ακτίστου ! Κάτι εφικτό εξ άλλου δεδομένου του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν. Ο απαγορευμένος καρπός και η έξοδος από τον Παράδεισο μάς έκανε σαν θεούς, πέτυχε τον πρώτο διαχωρισμό που εικόνιζε τον πρωτογενή διαχωρισμό της Αγίας Τριάδος, ώστε να ακολουθήσει η Ένωση της αγάπης, αναλόγως της Αγίας Τριάδος ξανά. Αυτά διδάσκονται με πολλές λεπτομέρειες στο αίνιγμα του κακού του Γιανναρά ! Είναι τραγικό να πιστεύουμε σήμερα πως η αίρεση παρέμεινε η ίδια, διότι συμμετέχουμε στην εξέλιξή της, η οποία μετέφερε την ταυτότητα από το Είναι, του σχολαστικισμού, στην συνείδηση του Προτεσταντισμού]. Και αυτό ισχύει παρότι αυτός ο διαχωρισμός είναι ο καρπός μιας απολύτου αγάπης της οποίας η ευδαιμονία δεν βρίσκεται απλώς στην προσφορά κάποιου πράγματος, αλλά στην προσφορά του Εαυτού μας.

ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΟΔΟΞΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΖΑΛΙΖΟΥΝ ΘΑ ΖΗΤHΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΒΟHΘΕΙΑ του Karl Löwith, και συγκεκριμένα, θα δούμε ένα μικρό απόσπασμα από το κλασσικό πλέον βιβλίο του, «Από τον Χέγκελ στον Νίτσε !» Κεφάλαιο τρία, πρώτο μέρος, Μαρξ και Κίρκεγκαρντ: Η διάλυση των Εγελιανών διαμεσολαβήσεων στις ριζοσπαστικές θέσεις του Μαρξ και του Κίρκεγκαρντ: «Στην κοσμική κριτική του Μαρξ του αστικο-καπιταλιστικού κόσμου αντιστοιχεί, βασισμένη στην ίδια απόσταση από την υφιστάμενη πραγματικότητα, η εξίσου ριζοσπαστική κριτική του Κίρκεγκαρντ του αστο-χριστιανικού κόσμου, ο οποίος είναι τόσο ξένος στον πρώτο χριστιανισμό, όσο το αστικό κράτος είναι διαφορετικό από μια ΠΟΛΗ (αρχαιοελληνική). Ο Μαρξ υποβάλλει σε μια ριζική απόφαση τις εξωτερικές σχέσεις τής υπάρξεως της μάζας, και ο Κίρκεγκαρντ κάνει το ίδιο με την εσωτερική σχέση της υπάρξεως τού ατόμου απέναντι στον εαυτό του. Ο Μαρξ φιλοσοφεί χωρίς Θεό και ο Κίρκεγκαρντ απέναντι στον Θεό [πρόσωπο με πρόσωπο, λένε σήμερα οι νεορθόδοξοι του υπαρξισμού]. Αυτές οι αντιθέσεις έχουν σαν κοινή προϋπόθεση την απόσταση, τον χωρισμό, από τον Θεό και από τον κόσμο. Η ύπαρξη δεν είναι πλέον αυτό που ήταν για τον Χέγκελ, δηλαδή η απλή ύπαρξη, πώς θα δημιουργηθεί δηλαδή και θα εξέλθει, η οικεία ουσία στην ύπαρξη που της ταιριάζει. [την οποία πρέπει να κατασκευάσει, σύμφωνα με την επιταγή του Καντ, να κατασκευάσει το αντικείμενο, για να ενώσει υποκείμενο και αντικείμενο. Η αυτοκρατορία και η αποθέωση της θελήσεως, διότι καθίσταται δημιουργός ιστορίας]. Κατανοούν αυτό που είναι, σαν έναν κόσμο καθορισμένο από εμπορεύματα και χρήμα ή σαν μια ύπαρξη ποτισμένη με ειρωνεία και από τον ερχομό της ανίας, της πλήξεως. Το «βασίλειο του πνεύματος» της φιλοσοφίας του Χέγκελ γίνεται ένα φάντασμα στον κόσμο τής εργασίας και της απελπισίας. Και οι δύο παραμένουν σταθερά προσκολλημένοι σε εκείνο το ολοκληρωτικό σχίσμα του γήινου και του θείου, από την λογική της έννοιας, που συστηματοποίησε ο Χέγκελ.
Η συμφιλίωση του Χέγκελ «μ’ αυτό που είναι», αναδύεται από τον ίδιο χωρισμό στον οποίο στην συνέχεια διαλύθηκε. Από μια βασική αντίθεση με την πραγματικότητα. [Η σύνοδος στις λατινογενείς γλώσσες σημαίνει συμφιλίωση. Σύνθεση. Γι’ αυτό και η Καθολική Εκκλησία επινόησε την Βατικάνειο Σύνοδο, εγκαταλείποντας την σύνοδο της Εκκλησίας, η οποία αποκαθιστούσε την πίστη. Στην ίδια βάση κινείται και ο Οικουμενισμός].
Ο Χέγκελ αποφάσισε το 1800 μια θαρραλέα «ενοποίηση με τον Χρόνο», για να μην αναγκαστεί να κρυσταλλωθεί σε μια αντίθεση με τον εαυτό του και τον κόσμο. Για να υπερβεί το σχίσμα της πλήρους ζωής σε μια «απόλυτη περατότητα εναντίον ενός απόλυτου απείρου». Για την καθαυτή αντίθεση, δεν υπάρχει διαφορά στην γνώση του ανθρώπου ότι είναι απολύτως αυτόνομος ή απολύτως ανεξάρτητος από έναν μακρυνό Θεό. Είτε θεωρείται ένα απομονωμένο άτομο ή ένα κοινωνικό άτομο. Καθότι από το ένα άκρο προκύπτει ήδη το άλλο, και όσο πιο αυτόνομη και χωρισμένη είναι η εσωτερικότης, τόσο πιο αυτόνομη και χωρισμένη θα είναι και η εξωτερικότης. Έτσι ο Χέγκελ, σε ώριμη ηλικία, αποφάσισε να εισέλθει στο σύστημα του κόσμου, που απαιτεί αποτελέσματα. Πράξη. Αποφάσισε για την πραγματικότητα του κόσμου!
Ας προσθέσουμε μόνο την αναγέννηση του Μανιχαϊσμού μέσω της Γερμανικής εξελίξεως του Φιλιόκβε. Διότι ο Χώρος του χωρισμού ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, που είναι ο Χώρος του κακού και που καταργείται με το πρόσωπο του Αγίου πνεύματος, που συνθέτει και ενώνει τα αντίθετα, την ετερότητα του Υιού από τον Πατέρα, επαναλαμβάνει την Τριάδα του Μοναρχιανικού δυαλισμού: Θεός Πατήρ, ο πρωτογενής υιός, Σαταναήλ( ο χώρος τού χωρισμού) και ο δευτερογενής υιός, ο Ιησούς Χριστός !

Συνεχίζεται
 
ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς.
Β Κορ. 11,12 Αυτό δε που κάμνω τώρα, το ότι δηλαδή κηρύττω αδαπάνως το Ευαγγέλιον, θα το κάνω και στο μέλλον, δια να κόψω κάθε αφορμήν εκείνων, που θέλουν να καυχώνται και ζητούν να σας πείσουν ότι ευρίσκονται εις ίσην μοίραν και στο αυτό επίπεδον, που ευρισκόμεθα και ημείς, ισχυριζόμενοι ότι παίρνουν χρήματα από σας, διότι το ίδιον τάχα κάμνομεν και ημείς.
Β Κορ. 11,13 οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ.
 Διότι οι τοιούτοι κήρυκες είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι εργάται, οι οποίοι υποκρίνονται και παίρνουν την εξωτερικήν μορφήν, ώστε να φαίνωνται ότι τάχα είναι απόστολοι του Χριστού.
Β Κορ. 11,14 καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός.
 Και αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξον· διότι και αυτός ο ίδιος ο σατανάς υποκρίνεται και μεταβάλλεται μερικές φορές κατά την εμφάνησιν και συμπεριφοράν εις άγγελον φωτός.
Β Κορ. 11,15 οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.
 Δεν είναι, λοιπόν, μεγάλο πράγμα, εάν και οι υπηρέται του σατανά παρυσιάζωνται υποκριτικά και συμπεριφέρωνται σαν να είναι υπηρέται δικαιοσύνης. Το κατάντημα όμως και το τέλος αυτών θα είναι ανάλογον προς τα πονηρά των έργα.
Β Κορ. 11,16 Πάλιν λέγω, μὴ τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι.
 Παλιν λέγω και επανσαλαμβάνω, ας μη με νομίση κανείς απερίσκεπτον και άκριτον. Ει δ' άλλως και αν με θεωρήσετε ως απερίσκεπτον, θεωρήσατέ με επί τέλους, δια να καυχηθώ και εγώ ολίγον.
Β Κορ. 11,17 ὃ λαλῶ οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως.
 Αυτό που θα σας πω δια τον εαυτόν μου δεν το λέγω σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, (ο οποίος διέταξε, ότι και αν τηρήσωμεν όλα όσα είπε, πρέπει πάλιν να λέγωμεν ότι είμεθα άχρηστοι δούλοι). Αλλά θα σας ομιλήσω σαν να παραλογίζωμαι, με την βεβαιότητα όμως ότι εις την πραγματικότητα έχω και εγώ λόγους να καυχώμαι.
Β Κορ. 11,18 ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι.
Αφού άλλωστε πολλοί καυχώνται δια τα σωματικά και κοσμικά προσόντα των, θα καυχηθώ και εγώ.

Β Κορ. 11,19 ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες·
 Διότι γνωρίζω άλλωστε, ότι ευχαρίστως ανέχεσθε σστους άφρονας να καυχώνται, αν και είσθε συνετοί και φρόνιμοι.
Β Κορ. 11,20 ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει.
Και ανέχεσθε πράγματι, εάν κανείς σας υποδουλώνη και σας κάμνη όργανα του, εάν κανείς κατατρώγη τα αγαθά σας, εάν κανείς σας παγιδεύη και σας τυλίγη εις τα σχέδιά του, εάν κανείς αλαζονεύεται απέναντί σας και σ*ς θέτη εις κατωτέραν μοίραν, εάν κανείς σας δέρνη στο πρόσωπον.

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (8)

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ.
του Franz Courth

 
Συνέχεια από Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024
 
6. Ο Θεός: Η ευσπλαχνική αγάπη (Hans Urs von Balthasar).
α. Φιλοσοφικό παρασκήνιο.

Το θεολογικό σύστημα που επεξεργάσθηκε ο Μπαλτάσαρ ανήκει στο πάνθεον εκείνων που θαυμάζονται και εκτιμώνται στον κόσμο όλον. Από το έργο του, η τριαδική του θεολογία, άπτεται της εργασίας μας. Μπορούμε να την βρούμε καταγεγραμμένη σε μερικά αυτόνομα δοκίμια (πχ το Μυστήριο του Πάσχα, Θεοδραματικότης), αλλά την συναντούμε επίσης σε όλο του το έργο, του οποίου είναι η ψυχή, η κυρίαρχη σκέψη.

Ο Μπαλτάσαρ μοιράζεται με τον Λυμπά την πεποίθηση πως ένα βλέμμα στραμμένο στο σύνολο των θρησκειών, και στον άνθρωπο, προσφέρει μια πρώτη προσέγγιση στο δόγμα της Τριάδος. Και ακριβέστερα, δείχνει στην μυθολογία και στην φιλοσοφία τους δύο δρόμους που πρέπει να διανύσουμε γι’ αυτόν τον σκοπό.

Στις πολυθεϊστικές θρησκείες η σύλληψη της θεότητος είναι μυθολογική. Αυτή η μορφή σκέψης περικλείει τις πιο διαφορετικές και θεμελιώδεις εμπειρίες του ανθρώπου: τον φόβο και την επιθυμία να αισθανθεί σιγουριά, τον πόθο στην αγάπη και στην ζωή, το μυστήριο του θανάτου και της γεννήσεως.

Εάν παρακάμψουμε τα τυπικώς φυσιοκρατικά στοιχεία του μύθου είναι δυνατόν να διακρίνουμε στον πυρήνα του «μια μυστηριώδη ενθάρρυνση για το πρόσωπό μου εκ μέρους ενός ΕΣΥ που με έχει στην προτίμησή του, και είναι εις θέσιν να μου χαρίσει καταφύγιο και βοήθεια!». Αυτή η ενθάρρυνση για μένα (ή για μας, στην περίπτωση στην οποία το αντικείμενο του ενδιαφέροντος είναι κάποια φυλή, μια χώρα, ένα βασίλειο) εκ μέρους της θεότητος είναι το πρωταρχικό του χαρακτηριστικό: είναι ένα πρόσωπο που διαθέτει δύναμη και προσωπική ελευθερία, απευθύνεται στον άνθρωπο, απαντά στις προσκλήσεις του ανθρώπου που έχει ανάγκη, κινούμενο προς νέους πάντοτε τόπους συνάντησης, αγάπης, ακροάσεως και προστασίας ! [η υπέρτατη τέχνη της προκατασκευής του a posteriori, η επιστήμη του εκ των υστέρων. Στερνή μου γνώση να σ’ είναι πρώτα. Άλλο ένα κεφάλαιο στην μυστηριώδη και εκούσια αιχμαλωσία του ανθρώπου από τον θάνατο προστίθεται].

Οι θεοί στους οποίους ζητά ο άνθρωπος να τον προστατέψουν είναι πολλοί, στο πολυθεϊστικό σύστημα, και επομένως είναι πολλές και διάφορες οι ικανότητές τους. Πάνω απ’ όλη την ομάδα των θεών υπάρχει ένας ο οποίος ρυθμίζει την τάξη, ο οποίος σχεδιάζει την συμπαντική μοίρα, ένας ο οποίος είναι παντοδύναμος, ο οποίος στην Αίγυπτο ονομάζεται Re και στην Ελλάδα Ζευς. Ακόμη και αυτή η τελευταία θεότης, η οποία παίζει τον ρόλο του ενοποιητικού στοιχείου, χαρακτηρίζεται από το γεγονός πως ενεργεί για τον λαό του !

Η έννοια της θεότητος που υπάρχει στον μύθο υπέστη μια αξιοσημείωτη μεταμόρφωση με το γεγονός της φιλοσοφίας. Η μυθολογική πολλαπλότης των θεών εμειώθη στο ΕΝΑ το οποίο δεν έχει ανταγωνισμούς, σ’ έναν τελευταίο Ανώνυμο, άρρητο, Απόλυτο, ο οποίος δεν απευθύνεται σε κανένα Εσύ. Ένας τέτοιος θεός, εντοπισμένος στο άπειρο, μπορεί να κατακτηθεί από τον ευσεβή άνθρωπο, ο οποίος αφήνει πίσω του το εμπόδιο της προσωπικής του ζωής και κινείται προς Αυτόν και δεν έχει κανέναν δίπλα του. Είναι οπωσδήποτε πολύ δύσκολο να αγαπήσουμε έναν τέτοιο θεό,[ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ] τόσο απρόσωπο, και τόσο λιγότερο μπορούμε και να τον φαντασθούμε σαν έναν θεό ικανό για αγάπη ! Αλλά σε κάθε περίπτωση είναι Αυτός στον οποίο φυλάσσονται η αγάπη και η αγαθότης, παρότι αυτές οι έννοιες δεν γίνονται κατανοητές σαν προσωπικές κατηγορίες.

Η μυθολογική θρησκευτικότης όπως και η φιλοσοφική δεν είναι ικανές να απαιτήσουν την εμπειρία της αγάπης η οποία στον άνθρωπο αντλεί την καταγωγή της από την πρώτη αυγή της αυτοσυνειδήσεως. [ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ. Η αυτοσυνείδηση δεν υπήρξε ποτέ κατηγορία της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, διότι προϋποθέτει το υποκείμενο. Κατά δεύτερο λόγο διότι προϋποθέτει την ηθική και η ηθική δεν είναι ακριβώς το αντικείμενο της πρώτης φιλοσοφίας. Εδώ βαδίζουμε στα χνάρια του Αυγουστίνου].

Στην μυθολογία ο Θεός περικλείει στον εαυτό του όλες τις δυνάμεις [εξουσίες για την ακρίβεια, διότι ούτε η μυθολογία, ούτε η φιλοσοφία που την διαδέχθηκε ήταν δυνατόν να γνωρίσουν τις δυνάμεις του επέκεινα. Περιορίστηκαν όπως ήταν φυσικό στις ενέργειες, οι οποίες ουσιώνουν δια της μετοχής των] του κόσμου, αλλά δεν διαθέτει (ο θεός) μια αληθινή και πραγματική υπερβατικότητα. [ Λες και ο άκτιστος Θεός είναι υπερβατικός. Αναπνέει πάντοτε ο Αυγουστίνος στα γραπτά των Δυτικών θεολόγων]. Ενώ στον άλλο τύπο θρησκευτικότητος, ο θεός είναι το προϊόν ενός καθαρά νοητικού οράματος του κόσμου. [ο θεός της φιλοσοφίας είναι μυστήριο για τους φτωχούς διανοούμενους της Sola Scriptura. Ο θεός αυτός είναι η θεωρία. Δεν είναι θεωρητικός]. Για να αποκτήσουμε έναν δρόμο αγάπης και ευθύνης που οδηγεί στον Θεό θα ήταν αναγκαίο να συγχωνεύσουμε τις δύο εννοιολογήσεις, την μια μέσα στην άλλη ! [πώς είναι δυνατόν να υποδύεται τον θεολόγο; Λόγω του Αυγουστίνου. Αυτό έκανε ο Αυγουστίνος. Και ο Χέγκελ την συγχώνευση ονόμασε σύνθεση. Ολοκληρώνοντας το σύγχρονο υποκείμενο και καταργώντας για πάντα το αντικείμενο].

Από την θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία μιας προσωπικής αγάπης [της μαμάς] είναι δυνατόν να διατυπώσουμε, όπως ο Μπαλτάσαρ, ένα «αποδεικτικό αξίωμα» για την δομή της θρησκείας, αλλά όμως αυτό το αξίωμα δεν θα είναι ικανό να την αγκαλιάσει πλήρως, δεδομένου ότι η διαλεκτική ανάμεσα στην καρδιά και την νόηση φαίνεται ότι θα πρέπει να υπερβαίνει συνεχώς κάθε καθορισμένη μορφή: η καρδιά (Πασκάλ) απαιτεί έναν θεό σαν ένα Εσύ και μια απόλυτη αγάπη ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό [η φιλαυτία σαν αγάπη του θεού. Τι άλλο είναι η απαίτηση ! Η νόηση βρίσκεται μέσα στην καρδιά, εφ’ όσον και εάν ο νους συγκεντρωθεί από τον κερματισμό του και εισέλθει, επιστρέψει στον τόπο του, στην πατρίδα του, στην καρδιά].

Η ΝΟΗΣΗ ΟΜΩΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΤΗΝ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΑΝ ΕΝΑ ΤΈΤΟΙΟ ΕΣΥ, ΚΑΘΌΤΙ ΤΟΝ ΘΕΩΡΕΙ ΑΠΟΛΥΤΟ (ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΜΙΑΣ ΠΑΡΟΜΟΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ. [ολόκληρος ο Αυγουστίνος και η θεώρηση των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος σαν σχέσεις. Ο Κύριος καλεί, δεν σχετίζεται. Η σχέση απαιτεί ομοιότητα, την γνωστή αναλογία, τον μυστικισμό του εγώ και εσύ είμαστε ένα. Η θεολογία αυτή καταργεί εντελώς ή μειώνει μέχρι εξευτελισμού την ενανθρώπιση του Κυρίου].

Η νόηση πιστεύει πως ο Θεός βρίσκεται πέραν κάθε αντιθέσεως, κάθε εντάσεως ανάμεσα σε δύο άκρα και επομένως μπορεί να θεωρηθεί στην καλύτερη περίπτωση, σαν μια ανώνυμη θεότης, σαν μια αγαθότης η οποία εκχύνεται πάνω στον κόσμο, χωρίς ίσως να τον πληγώνει αλλά ποτέ σαν ένας προσωπικός συνομιλητής ο οποίος αφυπνίζει το πρόσωπο του ατόμου ! [ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΟΥ ΠΗΓΕ;]

[βρισκόμαστε σε προχριστιανική εποχή, παίζοντας το παιχνίδι των Εβραίων, σε αναμονή του Μεσσία. Η σωτηρία, όπως την δίδαξε πρώτος ο Gusano, η ένωση των αντιθέτων. Ο Θεός πάσχει, δηλαδή διαθέτει ή γνωρίζει και αποδέχεται τα διαβλητά πάθη, τα οποία προσέλαβε ή φορτώθηκε εισερχόμενος στην ιστορία].
Ο ασίγαστος πόθος του ανθρώπου για ένα εσύ τελικό που τον αγαπά είναι για τον Μπαλτάσαρ το ανθρωπολογικό σημείο εκκινήσεως για την θεολογία του και για το Τριαδικό του δόγμα, το πλαίσιο του οποίου είναι λοιπόν η μεταφυσική της αγάπης !
[Είναι ο μεγάλος θεολόγος του Οικουμενισμού. Θα συνεχίσουμε επί μακρόν να παρουσιάζουμε τις προχειρότητές του. Αλλά ας σημειώσουμε πως είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Ορθοδοξίας σήμερα].

β. Η χριστολογία


Για τον Μπαλτάσαρ η βασική ομολογία της Χριστιανικής πίστεως μπορεί να αποδοθεί με αυτούς τους όρους: «Η πιο βαθειά πλευρά του Χριστιανισμού είναι η αγάπη του Θεού για την Γη. Ακόμη και οι άλλες θρησκείες λένε πως ο Θεός είναι στην βασιλεία των ουρανών. Αλλά η εκπληκτική ομολογία του χριστιανού είναι πως θέλησε να γίνει φτωχός μαζί με τα πλάσματά του, πως στον ουρανό θέλησε να πονέσει εξ αιτίας του κόσμου που του ανήκει, πως υπέφερε και πόνεσε στ’ αλήθεια και πως με την ενσάρκωσή του απέδειξε στα πλάσματά του πόσο και ποια είναι η αγάπη του γι’ αυτά». [Γνωστά λόγια σε όλους μας: αν είσαι Θεός κατέβα από τον σταυρό και ελευθέρωσε και εμάς. Γνωρίζουμε ότι η Καθολική Εκκλησία υιοθέτησε τον Φαρισαίο και τον Πρεσβύτερο υιό, αλλά σήμερα εμβρόντητοι ανακαλύπτουμε ότι ο προτεσταντισμός, ο ορθολογισμός που προέκυψε από τον Φιλιόκβε, προσθέτει και τον δεύτερο, αμετανόητο ληστή, στον σταυρό δίπλα στον Κύριο].
Ο Χριστός μας αποκαλύπτει την πάσχουσα αγάπη του Θεού: Αυτός είναι η εικόνα, η παρουσία του αόρατου Θεού. Καθότι Υιός απεσταλμένος από τον Πατέρα και σ’ Αυτόν υπάκουος μας μιλά για την αγάπη της Τριάδος. [Ένα μεγάλο αγκάθι της σημερινής θεολογίας, ελλείψει της αγιοπνευματικής εμπειρίας της αγιότητος, ένα μεγάλο πρόβλημα που κυριάρχησε και την Ορθοδοξία μέσω των νεορθοδόξων και του Ζηζιούλα, είναι το θέμα του Πατρός. Δεν μπορούν να διακρίνουν πότε με τον όνομα Πατήρ ο Κύριος αναφέρεται στην θεότητά Του, διότι είναι ο Πατέρας μας ως προς την οικονομία της Σωτηρίας, και πότε στην πατρική υπόσταση της Αγίας Τριάδος].

Αυτή η σκέψη, ανεπτυγμένη καθαρά ξεκινώντας από το Ευαγγέλιο το κατά Ιωάννην, προσλαμβάνει στον Μπαλτάσαρ μια πλευρά η οποία δεν μπορεί να έλθει σε αντιδιαστολή με την παραπομπή στον θάνατο της Μ. Παρασκευής και ακόμη περισσότερο με το κενό που άφησε ο θάνατος στην διάρκεια του Μ. Σαββάτου. Σ’ αυτά τα γεγονότα δεν χωρά καμμία ενεργητική, δραστήρια έννοια του θανάτου του Χριστού. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τον θάνατο, σ’ αυτά τα γεγονότα, παρά μόνον σαν μια ολοκληρωτική αδυναμία και μια πλήρη έλλειψη εφοδίων και βοήθειας του ανθρώπου. Η είσοδος στο βασίλειο του θανάτου, στην κόλαση [εμείς ονομάζουμε την κάθοδο αυτή στον Άδη, δεν είναι σίγουρο ότι υπήρξε κόλαση, υπάρχει σύγχυση], σημαίνει για τον Υιό του Θεού, ότι μοιράζεται την μοναξιά με όσους βυθίζονται σ’ αυτόν, ότι βιώνει την απόλυτη κένωση της ζωής που υπέστησαν οι πεθαμένοι, δηλαδή την «ανακάλυψη σε μια άμεση επαφή όλης της διαστάσεως, της καθαρά αντι-θεϊκής, όλου του αντικειμένου της τελικής κρίσεως». [Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΕΝΩΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΙΚΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΔΗ]

[περίεργοι στοχασμοί. Κρίθηκε και ο Χριστός, προγεύθηκε την κόλαση που θα οδηγηθούν οι άπιστοι, στην οποία θα καταδικάσουν τον εαυτό τους, όσοι δεν πίστεψαν σ’ Αυτόν. Κρίθηκε πριν κρίνει. Ένας γυμνός άνθρωπος, αλλά ακραίος, υπεράνθρωπος].

Εκτελώντας το καθήκον και το έργο που του ανέθεσε ο Πατήρ [δηλαδή δεν υπάρχει κάτι εκούσιο στην θυσία του Χριστού], ο Υιός εισχωρεί στο χάος όλου αυτού που αρνείται τον Θεό. [πώς να πιστέψουν λοιπόν στο αειπάρθενο της Θεοτόκου οι νεορθόδοξοι]. Απεσταλμένος από τον Πάτερα για να σώσει τον κόσμο, ο δρόμος του Υιού πρέπει να τον οδηγήσει μέχρι την κόλαση επίσης, την τελευταία συνέπεια της ελευθερίας των πλασμάτων: «αλλά στον Υιό είναι δυνατή η είσοδος στην κόλαση μόνον μέχρι τον θάνατό του, το Μ. Σάββατο»!
Ο λυτρωτικός χαρακτήρας της καθόδου του Ιησού στον Άδη συνίσταται στο γεγονός πως γι’ αυτή η αγάπη του Θεού είναι παρούσα ακόμη και στον Άδη. Αναστημένος από εκείνο τον τόπο ο Ιησούς μας βάζει απέναντι σ’ όλο το μέγεθος της αγάπης του Θεού.

Συνεχίζεται
 
ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.
Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΕΝΑΝ ΣΠΑΝΙΟ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ ΟΔΗΓΟ ΣΤΑ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΑ ΠΑΝ/ΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΗΔΗ ΜΕ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΟΦΕΛΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ, ΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ.
 
Aμέθυστος 

Β Κορ. 10,3 Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα·
 Διότι ημείς αν και ζώμεν όπως όλοι οι άνθρωποι, καθό σάρκα και οστά έχοντες, δεν αγωνιζόμεθα όμως τον καλόν αγώνα με σαρκικά μέσα.
Β Κορ. 10,4 τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων·
Διότι τα όπλα του αγώνας μας δεν είναι ευτελή και αδύνατα ανθρώπινα όπλα, αλλά δυνατά ενώπιον του Θεού δια το κρήμνισμα των οχυρωμάτων του εχθρού.
Β Κορ. 10,5 λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ,
 Και αυτά τα οχυρά, που κρημνίζομεν, είναι τα σοφίσματα και κάθε έπαρσις, και υψηλοφροσύνη, που υψώνεται αλαζονικά, δια να εμποδίζη τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Θεόν. Επί πλέον δε με τα πνευματικά μας όπλα ελκύομεν κάθε καλοπροαίρετον καρδίαν και σαν αιχμάλωτον την παραδίδομεν εις την υπακοήν του Χριστού.
Β Κορ. 10,6 καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή.
Και είμεθα έτοιμοι να αποδώσωμεν δικαιοσύνην και να τιμωρήσωμεν κάθε παρακοήν, εφ' όσον και όταν η ιδική σας υπακοή γίνη πλήρης και τελεία.
Β Κορ. 10,7
Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.
 Σεις όμως βλέπετε ακόμη την επιφάνειαν των πραγμάτων και όχι το βάθος. Εάν κανείς κολακεύεται να πιστεύη, ότι ανήκει στον Χριστόν, ας συλλογισθή πάλιν από τον εαυτόν του και τούτο, ότι, όπως αυτός είναι του Χριστού, έτσι και ημείς είμεθα του Χριστού.
Β Κορ. 10,8 ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσωμαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι,
 Διότι και αν ακόμη καυχηθώ κάπως περισσότερον δια την εξουσίαν, που έχομεν ημείς οι Απόστολοι και την οποίαν μας έχει δώσει αυτός ο Κυριος, δια να σας οικοδομούμεν εις την πνευματικήν ζωήν και όχι να σας κατακρημνίζωμεν, δεν θα εντροπιασθώ, διότι την αλήθειαν θα είπω.
Β Κορ. 10,9 ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν.
 Δεν το πράττω όμως, δια να μη φανώ σαν να θέλω με τας επιστολάς μου να σας εκφοβίσω.
Β Κορ. 10,10 ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος.
 Διότι λέγουν και τούτο οι κατήγοροί μας, ότι αι μεν επιστολαί του είναι καταθλιπτικαί με το βάρος των και αυστηραί με την δύναμιν των ελέγχων· η σωματική του όμως εμφάνισις είναι ασθενής και ο λόγος του σαν ένα τίποτε.

Β Κορ. 10,11 τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ.
 Αυτός όμως που μας κατηγορεί, ας σκεφθή τούτο· ότι οποίοι είμεθα με όσα γράφομεν εις τας επιστολάς μας, όταν απουσιάζωμεν, τέτοιοι είμεθα και με τα έργα μας, όταν είμεθα παρόντες.

Β Κορ. 10,12
Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισι τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν.
 Πράγματι δεν έχομεν την τόλμην να συναριθμήσωμεν τους ευατούς μας η και να τους συγκρίνωμεν με μερικούς, που συσταίνουν τους εαυτούς των ως μεγάλους και ισχυρούς. Αυτοί όμως είναι άνθρωποι που αυτοθαυμάζονται μετρούντες τον εαυτόν των με τους εαυτούς των και συγκρίνοντες τον εαυτόν των προς εαυτούς και δεν καταλαβαίνουν ούτε τι είναι ούτε τι λέγουν.

Β Κορ. 10,13 ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν.
 Ημείς δε δεν θα καυχηθώμεν κατά τρόπον υπερβολικόν και έξω από την αλήθειαν, αλλά θα καυχηθώμεν σύμφωνα με το μέτρον της δικαιοδοσίας, που εξεχώρισεν εις ημάς ο Θεός σαν περιοχήν της αποστολικής μας δράσεως και που μας έχει αξιώσει να φθάσωμεν μέχρις εις σας.
Β Κορ. 10,14 οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ,
 Διότι δεν εξυψώνομεν με κενάς καυχησιολογίας τον ευατόν μας, σαν να μη είχαμεν φθάσει μέχρι και εις την χώραν σας κηρύττοντες το Ευαγγέλιον, διότι τότε θα εψεδόμεθα. Ενώ ημείς λέγομεν την αλήθειαν, διότι εφθάσαμεν πράγματι μέχρις υμών δια το έργον του Ευαγγελίου του Χριστού.

Β Κορ. 10,15 οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν,
 Οχι, δεν καυχώμεθα έξω από το μέτρον δι' εργασίας και κόπους, που άλλοι έχουν κάμει. Αλλ' έχομεν ελπίδα, καθ' όσον αυξάνει η χριστιανική σας πίστις και ζωη, ότι θα δοξασθώμεν με την ιδικήν σας πρόοδον και ημείς, έντος των ορίων πάντοτε της δικαιοδοσίας και της δράσεως, που μας έχει δοθή από τον Θεόν. Ετσι δε θα εκτείνωμεν την αποστολικήν δράσιν και ακόμη περισσότερον,
Β Κορ. 10,16 εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι.
 ώστε να κηρύξωμεν το Ευαγγέλιον και εις περιοχάς, που είναι πέραν από τα ιδικά σας σύνορα, εις ανθρώπους προς τους οποίους κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει διδάξει τον Χριστόν, ώστε και πάλιν να μη καυχώμεθα εις ξένην δικαιοδοσίαν δι' έργα, που έχουν πραγματοποιήσει και ετοιμάσει άλλοι.

Β Κορ. 10,17 ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω·
 Ας εφαρμόζεται και εις ημάς ο λόγος της Γραφής· “εκείνος που καυχάται, ας καυχάται όχι αλαζωνικώς, αλλά με ταπείνωσιν αποδίδων στον Κυριον την δόξαν δια τα καλά έργα, που αυτός ο ίδιος ο Θεός του έχει δώσει δύναμιν και χάριν να τα κάμη”.

Β Κορ. 10,18 οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν. 
 Διότι ενάρετος και ευάρεστος στον Θεόν δεν είναι εκείνος ο οποίος αυτοσυσταίνεται και αυτοεγκωμιάζεται, αλλ' εκείνος τον οποίον συσταίνει και εγκωμιάζει ο Θεός.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (7)

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ. 
του Franz Courth 

Συνέχεια από Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

5. Στα ίχνη του Αυγουστίνου (Henri de Lubac)
γ. Τα χαρακτηριστικά της σκέψης του Henri de Lubac,

Ποια είναι λοιπόν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Τριαδικής Θεολογίας του de Lubac; Με ανάλογο τρόπο με εκείνον του Hugo Rahner (1900 – 1968), επανέφερε την τριαδολογική δυναμική της ιστορίας της σωτηρίας όπως είχε βιωθεί από την αρχαία Εκκλησία και είχε αναπτυχθεί από σημαντικούς αντιπροσώπους της τελευταίας περιόδου του σχολαστικισμού, επαναπροσφέροντάς την στους θεολόγους της γενηάς του, η οποία ήταν προσκολλημένη στους κανόνες του νεοσχολαστικισμού.
Η εντυπωσιακή γνώση την οποία διέθετε ο de Lubac, της κλασσικής εποχής της θεολογικής ιστορίας προσδίδει στα γραπτά του μια ζωντανή αμεσότητα στην έκθεση της θεολογίας του και της πνευματικότητός των.
Γι’ αυτόν τον λόγο ο Γάλλος Ιησουίτης, του οποίου η έρευνα καθορίστηκε από την συνεχή του εμβάθυνση στα κείμενα της πατριστικής και της σχολαστικής εποχής της Λατινικής Θεολογίας, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους εμπνευστές της ανανεώσεως της συγχρόνου Τριαδικής Θεολογίας. Το έργο του επηρεάστηκε επίσης και από την γόνιμη ανταλλαγή των εμπειριών του, με τον von Balthasar και τον Ratzinger, ιδιαιτέρως σε ότι αφορά την θεολογική ερμηνευτική και την Τριαδική Θεολογία.
Αλλά η θεολογική και η Ιστορική του ευαισθησία του επέτρεψε να είναι ευαίσθητος επίσης και στην γλωσσική αφομοίωση και στις διαφορετικές του, ως επί το πλείστον επιτυχημένες, προσπάθειες μεσολαβήσεως του Τριαδικού μυστηρίου. Κατανόησε λοιπόν πως οι μεγάλοι θεολόγοι της παραδόσεως είναι εχέμυθοι πέραν κάθε προσδοκίας στην χρήση των γλωσσικών εργαλείων. Από αυτούς έμαθε πως κάθε θεολογικός όρος θα παραμείνει πάντοτε εκτεθειμένος. Αυτό βεβαίως δεν μπορεί να σημαίνει πως οι λέξεις της διδασκαλίας είναι δευτερεύουσας σημασίας ή πως μπορούν να διαγραφούν, και ιδιαιτέρως εκείνες που παρουσιάζονται σε μας προερχόμενες από το παρελθόν της παραδόσεως, όπως ακριβώς είναι και η έννοια του Τριαδικού προσώπου.
Ήδη οι Πατέρες συμβούλευαν να εννοούμε τους θεολογικούς όρους σαν κάτι σχετικό, με την πλήρη σημασία της λέξεως. Στην κορυφή των ενδιαφερόντων του θεολόγου, τοποθετούσαν την δεξίωση την προεννοιολογική και την υπαρξιακά βιωμένη του μυστηρίου, και όχι την διανοητική του αφομοίωση. Απέναντι στην αυθόρμητη αποδοχή του μυστηρίου, το όργανο της γλώσσας που είχαν στην διάθεσή τους πρέπει να τους φάνηκε πολύ συχνά ακατάλληλο και ανεπαρκές για να εκφράσουν μια αλήθεια η οποία από την αρχή υπήρχε απέναντί τους ζωντανή, «ακατανόητη και παρ’ όλα αυτά κατανοητή».
Γι’ αυτόν τον λόγο ούτε η υποκριτική γήινη εμπειρία, ή η υπεργήινη, ούτε η λογική αυτοευχαρίστηση ότι διαθέτουμε τέλεια γνώση ενός αντικειμένου, μπορούν να θεωρηθούν το τέλος της θεολογίας, που είναι μάλλον περισσότερο το «πέρασμα από την λέξη, που είναι πολλαπλή και βρίσκεται με δυσκολία, στην σιωπή του διαλογισμού». [Διότι δεν διαθέτουν ούτε προσευχή, ούτε την Χάρη του Θεού]. Ο de Lubac ισχυρίζεται πως η θεολογία, με την καταγωγική της και πιο υψηλή σημασία, είναι ένα «σκίρτημα της πίστεως, μια λατρεία και ευχαριστία, μια έκσταση που χάνεται στον Θεό. [Δεν είναι καρπός προσευχής]. Και επειδή ο Θεός είναι άσβεστος, η θεολογία δεν θα τελειώσει ποτέ.
Και μ’ αυτό ο Καρδινάλιος επανέφερε στο φως εκείνες τις σκέψεις οι οποίες δεν είναι χαρακτηριστικές μόνο στην Τριαδική Αλεξανδρινή θεολογία, αλλά και σ’ εκείνη την πνευματική γραμμή του σχολαστικισμού που εμπνεύσθηκε απ’ ευθείας από τον Αυγουστίνο. Θυμίζουμε φερ’ ειπείν τον Ρικάρντο του Αγίου Βίκτωρος, τον Βερνάρδο του Κλαιρβώ και τον Μποναβεντούρα. Ο de Lubac εισάγει σ’ αυτήν την ομάδα και τον Ακινάτη. Και συντονισμένα μ’ αυτές και άλλες μαρτυρίες ο Ιησουίτης ισχυρίζεται πως η τριαδική θεολογία πρέπει να είναι ένας δρόμος που πρέπει να διασχίσουμε, τόσο στην πίστη, όσο και με την νόηση, για να φτάσουμε στην κοινή θέα του Θεού.
Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που μας θυμίζει την διδασκαλία του Επισκόπου της Ιππώνος. Το βλέμμα που κατευθύνεται στον σταυρωμένο Χριστό είναι και αυτό τυπικά Αυγουστινιακό. Από κάθε γωνιά και αν υπολογίσουμε την πίστη του, ο Χριστιανός θα καταλήγει πάντοτε να στοχάζεται στον σταυρό. Το μυστήριο του Θεού, το οποίο φανερώθηκε στον Χριστό, είναι ταυτόχρονα ένα μυστήριο της αναστάσεως και ένα μυστήριο του θανάτου.
Από το ένα μέρος ο σταυρός είναι το σημείο της απείρου αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Από το άλλο, σ’ αυτήν την δήλωση η οποία είναι κλασσική πλέον προστίθεται η σκέψη, χαρακτηριστική στον de Lubac, σύμφωνα με την οποία στον Εσταυρωμένο, ο οποίος ανακεφαλαιώνει στον εαυτό του όλους τους ανθρώπους, ολόκληρη η ανθρωπότης παραιτείται από την αγάπη για τον εαυτό της. Στον θάνατο στον Σταυρό του Ιησού, πεθαίνει για τον εαυτό της ολόκληρη η ανθρωπότης μαζί του. [όλα εύκολα, τετελεσμένα, όλα έτοιμα, τα ετοίμασε ο δούλος του Κυρίου Ανθρώπου].
Και πράγματι, παρ’ όλες τις φυσικές κλίσεις με τις οποίες προικίστηκε με την δημιουργία, ο άνθρωπος δεν στρέφεται εύκολα προς τον Θεό. Θεωρήθηκε αναγκαίο να προκληθεί μια αλλαγή, μια μεταμόρφωση. Για τον de Lubac αυτό το σημείο του διαχωρισμού εκφράζεται με την λέξη Πάσχα η οποία συνθέτει τον σταυρό και την ανάσταση του Κυρίου.
Χωρίς έναν διαχωρισμό από τον εαυτό μας, χωρίς τον νόμο της εξόδου και της εκστάσεως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένας καινούργιος δρόμος για τον άνθρωπο. Αυτή είναι η βιβλική σκέψη σύμφωνα με την οποία ο μαθητής δεν σώζει την ζωή του παρά μόνον απαρνούμενος τον εαυτό του για την αγάπη του Κυρίου: όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι· ὂς γαρ αν θέλει την ψυχή αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. (Μάρκος 8, 34…).
Από ανθρωπολογικής απόψεως αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε πως «ο ανθρωπισμός δεν είναι εκ φύσεως Χριστιανικός. Ο Χριστιανικός ανθρωπισμός δεν μπορεί να είναι παρά ένας μετεστραμμένος ανθρωπισμός. Καμμία φυσική αγάπη δεν οδηγεί στην υπερφυσική χωρίς να υπάρξει μια ρωγμή». Η ανθρωπότης πρέπει να πεθάνει μέσα σε καθένα από τα μέλη της για να ζήσει μεταμορφωμένη, στον Θεό. ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΣΥΝΕΒΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ και αρχετυπικά στο μυστήριο του σταυρού πάνω στον Γολγοθά. Αρχετυπικά: Αυτό σημαίνει επίσης πως εάν η ανανεωμένη ανθρωπότης και ο καινούργιος άνθρωπος βρίσκονται στην οδό προς τον Κύριο κάτω από το σημείο του Εσταυρωμένου αυτό είναι μέρος την ολοκληρώσεως της τριαδικής πίστεως της Εκκλησίας και του ξεχωριστού Χριστιανού.
[Αυτή είναι η καθολική πίστη. Αρχετυπική. Η Σωτηρία δόθηκε μια για πάντα σε όλους, πάνω στον Σταυρό. Τετέλεσται η αποστολή μου, είπε ο Κύριος. Αρκεί να το συνειδητοποιήσουμε. Δεν χρειάζεται αγώνας, αγωνία, προσευχή, είμαστε δυνάμει σωσμένοι με τα μυστήρια ενεργεία. Αυτή είναι η μυστική ουσία του Οικουμενισμού].
Ανακεφαλαιώνοντας: Η τριαδική θεολογία κατανοήθηκε από τον de Lubac σαν ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. [Την οποία γέννησε η πολιτεία του Θεού του Αυγουστίνου]. Αυτό σημαίνει πως την έθεσε σε εφαρμογή στοχαζόμενος τον Θεό και ξεκινώντας από τα βήματα που έκανε και κάνει προς τον άνθρωπο, χωρίς να την περιορίζει όμως στην πράξη της σωτηρίας. Ο Θεός είναι κάτι περισσότερο από τα σημεία της σωτηρίας που είναι παρόντα στην Ιστορία. Ένας Θεός που θα περιοριζόταν στην οικονομία της Σωτηρίας (και σ’ αυτήν την περίπτωση η εμμενής Τριάδα και η οικονομική ιστορικο-σωτηριώδης θα εξισούντο) δεν είναι ο Χριστιανικός Θεός, η δοξολογία και η λατρεία του οποίου είναι το έσχατο τέλος κάθε ιστορίας, προσωπικής και ομαδικής. [Ευχαριστία λέει ο Ζηζιούλας]. Επιπλέον η ιστορική θεολογία μετρά και ένα δεύτερο στοιχείο. Το στραμμένο βλέμμα στον Χριστό σαν κεντρικό σημείο του χρόνου. Στο μυστήριο του Σταυρού, στο πέρασμα, θανάσιμο θεμέλιο της ζωής, από την Μεγάλη Παρασκευή στο Πάσχα, ο Χριστό ανανεώνει τον άνθρωπο κατευθύνοντάς τον προς τον Πατέρα και κάνει την ανθρωπότητα μια ανοιχτή κοινωνία σε όλους, θεμελιωμένη στην αγάπη του Θεού. Και για να μπορέσουν να διατηρηθούν στην νέα ζωή, στέλνει στους ανθρώπους το Άγιο Πνεύμα [μήπως και κουραστούν]. Και μ’ αυτό το δώρο, εισέρχονται στην αιώνια κοινωνία του Υιού με τον Πατέρα.
Η Τριαδική θεολογία λοιπόν είναι μια θεολογία του σταυρού. Κάτι που μοιράστηκε και με τον Μπαλτάσαρ, ο οποίος την εμβάθυνε, δίνοντάς της ακόμη πιο δραματικούς τόνους.

Συνεχίζεται
 
ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΣ. ΧΟΡΤΑΣΤΙΚΟ ΨΩΜΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ.
 
Aμέθυστος

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡIΑΔΟΣ (6)

 ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ. 
του Franz Courth

Συνέχεια από Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2024

5. Στα ίχνη του Αυγουστίνου (Henri de Lubac) 
Α. Η σφραγίδα της Ιστορίας της σωτηρίας. 


Παρότι ο de Lubac είχε ξεπεράσει την οντική εννοιολόγηση του Θεού και είχε μορφωθεί να τον θεωρεί σαν Κοινωνία της Αγάπης, ζωντανό δώρο, σωτηρία του ανθρώπου, δεν θέλησε τελικώς να μειώσει όλο αυτό σε μια σύλληψη καθαρά λειτουργική, πιστεύοντας πως το δόγμα του Θεού δεν μπορούσε να μειωθεί στην πίστη της σωτηρίας και μόνον. Και αυτό διότι ο Θεός είναι πάρα πάνω από την σωτηριώδη του πράξη. Αυτό που αναγνωρίζουμε από την Οικονομική Τριάδα, από την Τριάδα της Σωτηρίας, παραπέμπει στην αιωνιότητα, «επιστρέφει στο απρόσιτο φως της οντολογικής Τριάδος στην οποία συμβαίνει από την αιωνιότητα ακόμη η πρόοδος από τον Θεό-Πατέρα στον Θεό-Υιό, και από τον Θεό-Πατέρα και τον Θεό-Υιό στον Θεό-Πνεύμα» (Πιστεύω, σ. 76). Τα ονόματά τους βγαλμένα από την Οικονομική Τριάδα, μας οδηγούν στο απροσμέτρητο μυστήριο της μεταϊστορικής ενδοθεϊκής ζωής. [Η Οικονομική Τριάδα, αφορά αποκλειστικά την σωτηρία από την αμαρτία, διότι η ενσάρκωση σύμφωνα με αυτούς έγινε λόγω της αμαρτίας. Και δυστυχώς ο προαιώνιος Τριαδικός Θεός γι’ αυτούς είναι μια προβολή της Οικονομικής Τριάδος, χωρίς όμως την θέωση και την ένωση, χωρίς τον Αγιασμό και την μετάνοια και την Βασιλεία. Ακόμη και η Οικονομική Τριάδα δεν συμφωνεί με την αλήθεια του Ευαγγελίου, καθότι είναι δυάδα]. Βλέποντας κριτικά την όλο και βαθύτερη άβυσσο ανάμεσα σε έναν οντολογικό στοχασμό όλο και πιο αφηρημένο και έναν γυμνό ιστορικισμό, ο de Lubac υπερασπίζεται μια συνέργεια ανάμεσα στην παρατήρηση της ιστορίας της σωτηρίας και την Τριαδική θεωρία. Και σ’ αυτό βοηθιέται από την ιστορία της Χριστιανικής σκέψης και από την Βαπτισματική θεολογία της πρώτης Εκκλησίας.
Η τόσο επιθυμητή συνέργεια ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις είναι ιδιαιτέρως ορατή στον de Lubac, όταν αντιμετωπίζει το γεγονός του Χριστού. Στο πρόσωπο τού Χριστού, και ιδιαιτέρως στον σταυρό του και στην ανάστασή του, συμπυκνώνεται το δώρο που κάνει ο Θεός, η προσφορά του εαυτού του. Σ’ αυτά τα γεγονότα ακριβώς η Τριαδική πίστη, το αντικείμενο της οποίας είναι αιώνιο, εμπλέκεται στον μέγιστο βαθμό. Είναι η αλάνθαστη προϋπόθεση της Θεολογίας της ενσαρκώσεως. «Η Τριάδα του Θεού, παρότι είναι ένα απρόσιτο Φως στην ανθρώπινη νόηση, είναι η μοναδική υπόθεση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο του Χριστού, (έτσι όπως είναι συνεχώς παρόν την Βίβλο, στην Εκκλησία, στην Ιστορία) χωρίς να βιάσουμε τα γεγονότα. Σαν πρώτο βιβλικό θεμέλιο αυτής της δηλώσεως, ο de Lubac θυμίζει την ιδιαίτερη σχέση του Ιησού με τον Θεό, την σχέση του προσώπου με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Ο δεσμός του Ιησού με τον Πατέρα, την πηγή της ζωής, και εκείνου με το Πνεύμα, ζωντανό θεϊκό δώρο, είναι τόσο εσωτερικός που κανένα πλάσμα δεν είναι σε θέση να βρίσκεται σε απευθείας επαφή με τον Πατέρα.  Είμαστε συνδεδεμένοι μ’ Αυτόν πάντοτε μέσω του Υιού και του Πνεύματος. Για τον Lubac είναι αδιανόητο ότι μπορεί κάποιος να έχει μια σχέση με τον Πατέρα που – και λογικά μόνον – να είναι προγενέστερη της σχέσεώς του μέσω του Υιού και του Πνεύματος.
Εγκαθιδρύοντας μια συνέργεια ανάμεσα στις δύο θεωρίες, την ανιούσα, ιστορικο-σωτηριολογική, και την κατιούσα και οντολογική, ο συγγραφεύς μας θέλει να καταστήσει κατανοητό στον αναγνώστη πως η γνώση της Τριάδος είναι στενά δεμένη σε εκείνη του έργου της και πως αυτό το έργο παραπέμπει σε κάτι που βρίσκεται πέραν, σε κάτι που βάζει σε δοκιμασία κάθε ερμηνευτική διατύπωση.
Η Τριαδική πίστη, σφραγίδα της οικονομίας της σωτηρίας και θεμέλιο του Χριστολογικού δόγματος, συνιστά επίσης και τον κορμό της αντιλήψεως που έχει ο Lubac για την Εκκλησία. Γι’ αυτόν το Εκκλησιαστικό καταστατικό της ΙΙας Βατικανής συνόδου, το Φως των Εθνών, είναι η ερμηνεία ό,τι πιο κεντρικού και αρχαίου υπάρχει στην παράδοση, όταν ορίζει την Εκκλησία σαν τον λαό ενωμένο με την Τριάδα και την ομολογία της Τριαδικής πίστης. Το ίδιο ισχύει και για το διάταγμα σχετικά με τον Οικουμενισμό, για τον οποίο το μυστήριο της ενότητος και της πολλαπλότητος στην Εκκλησία έχει στην Τριάδα το θεμέλιό της. «Το υπέρτατο μοντέλο και η αρχή αυτού του μυστηρίου είναι η ενότης στην Τριάδα των προσώπων ενός μόνον Θεού Πατρός και Υιού μέσα στο Άγιο Πνεύμα». [όπως βλέπουμε η Εκκλησία έπαψε να είναι σώμα Χριστού, αλλά υπολογίζεται σαν εικόνα της Αγίας Τριάδος. Απόλυτη έλλειψη Αγιότητος, Χάριτος και πνευματικής ζωής]. Ο δεσμός της ενότητος τής Εκκλησίας είναι αυτή η πίστη στον Θεό και τα μυστήρια τα οποία τελούνται σύμφωνα μ’ αυτήν, και ιδιαιτέρως το βάπτισμα. Μέσω της Τριαδικής της πίστεως η Εκκλησία είναι για τον ξεχωριστό πιστό «το μοντέλο της θετικής απάντησης του Θεού». Μάλιστα δε «μόνον και μόνον λόγω της συγχωνεύσεώς του στο σώμα της Εκκλησίας του επιτρέπεται να πιστέψει στην Τριάδα».
Β. Ολοκλήρωση του ανθρώπου
Για να αναγγείλει στον σύγχρονο άνθρωπο αυτή την πίστη σαν μήνυμα σωτηρίας, ο Lubac πλαταίνει την πατριστική του προοπτική και την συνδέει με τα αποτελέσματα της φιλοσοφίας των θρησκειών και της ανθρωπολογίας. Συμπερασματικά πρόκειται για την έννοια, που εμφανίζεται στον Αυγουστίνο, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος εδημιουργήθη κατευθυνόμενος στον Θεό. Ακόμη και αν συνεχίζει να λαθεύει στην αναζήτησή του, ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να θέτει ερωτήσεις στην ζωή, μέχρις ότου βρει την ειρήνη στον Θεό. [Παραπέμπουμε στήν κριτική τού Αγγελικούδη]. Η αποκάλυψη εν Χριστώ δεν τον πλησιάζει λοιπόν για να τον βάλει σε κίνηση προς τον Θεό, καθ’ ότι η ζωή του είναι ήδη μια αναζήτηση, αλλά τον κατευθύνει προς τον σωστό δρόμο και τον βοηθά να αγαπήσει με τον τρόπο με τον οποίο αγαπά ο ίδιος ο Θεός. [Αυτό είναι όλο. Η ενσάρκωση μειώνεται σε αποκάλυψη και όλα σε μια σωστή κατεύθυνση του πόθου που υπάρχει ήδη αναμμένος. Απίστευτο].
Η ολοκλήρωση του ανθρώπου βρίσκεται στην απάντησή του σ’ αυτή την κλήση, καθότι «στο εσωτερικό και πιο οικείο της ανθρώπινης φύσης, κρυμμένος κάτω από τα λάθη της νοήσεως και της ελευθερίας της βουλήσεως, παραμένει ένας πόθος για το αγαθό και την ευτυχία [η ουσία η ίδια του προπατορικού], διατεθειμένος πάντοτε να αναγνωρίσει το τέρμα της περιπλάνησής του, του προσκυνήματός του, στην αγάπη, χωρίς προσωπικό ενδιαφέρον, του Θεού. [Φύσει ορέγεται του ειδέναι τον Θεόν, ο άνθρωπος. Ο Δυτικός Χριστιανισμός καταργώντας την μετάνοια, την πύλη της Βασιλείας, την Εκκλησία σαν το Άγιο σώμα του Χριστού, και αναδεικνύοντάς την σε εικόνα της Αγίας Τριάδος υποχώρησε σε προ-χριστιανικές, μονοθεϊστικές πεποιθήσεις, στον ψυχικό άνθρωπο της Φιλοσοφίας στην καλύτερη περίπτωση].
Ένας αθεϊσμός όσο κι’ αν επιθυμεί το καλό του ανθρώπου, δεν μπορεί να διατηρήσει και να προστατέψει την αξιοπρέπεια αυτού που επιθυμεί να ωφελήσει. Μόνον η πίστη στον Χριστό είναι ικανή να δείξει την κατεύθυνση στην οποία μπορούμε να βρούμε το νόημα της υπάρξεως, της ατομικής και της κοινωνικής.
Η αποκάλυψη του Θεού που παρουσιάζεται στον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού έχει σαν αποτέλεσμα το δυνάμωμα της προσωπικότητος του ξεχωριστού ατόμου και την θεμελίωση μιας κοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τον Θεό σαν προσωπικό Θεό όσο και σαν Απόλυτο και απαιτεί από τον αποδοχέα μια προσωπική απάντηση. Και γεννά επομένως μια σχέση, μια αμοιβαία σχέση, η οποία σωστά ονομάζεται διαπροσωπική.
Από Χριστιανικής απόψεως, η έννοια του προσώπου παραπέμπει σε κάτι πιο μεγάλο από την προσωπικότητα και από την απόκτηση του εαυτού: παραπέμπει σε μια θεία κλήση και στο αίτημα που κατευθύνεται στο ξεχωριστό άτομο, να διαδραματίσει στην οικογένεια της ανθρωπότητος, η οποία ζει μέσα στην αναπότρεπτη ροή του χρόνου, τον ρόλο που είναι ο δικός του. [Η ουσία ακριβώς του κληρικαλισμού, της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, που επιβάλλει στην Εκκλησία ο παπισμός]. Και αυτή η απάντηση είναι εφικτή στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, κατά την οποία το αμοιβαίο δώρο της ζωής μας, χαρακτηρίζεται από μια ουσιώδη ενότητα όσο και από μια ασύγχυτη αυτονομία. [Παρακάμπτεται λοιπόν ο Κύριος και μπαίνει στην θέση του η αποκάλυψη της Αγία Τριάδος και η μίμησή της, για να μπει στην θέση του ο πιστός, ή ο άνθρωπος. Διότι η ενότης και η ασύγχυτη αυτονομία του προσώπου που κοινωνεί με την Αγία Τριάδα είναι τα χαρακτηριστικά των δύο φύσεων του ενσαρκωμένου Χριστού, οι οποίες βρίσκονται ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αυτό είναι το πρόσωπο που διέλυσε την θεολογία μας. Και εκμεταλλεύθηκε ο Ζηζιούλας. Η απόλυτη παράνοια. Μια εξέλιξη, μια πρόοδος του Φιλιόκβε].
Ο Λυμπά [και όπως δείχνει και το όνομά του τά 'κανε όλα λύμπα] προσπαθεί να φανερώσει την Χριστιανική έννοια του προσώπου ξεκινώντας από την Τριαδική πίστη. «Μόνον η πίστη μας επιτρέπει να φθάσουμε στην αλήθεια μέσω του πιο μυστηριώδους από τα μυστικά της, χωρίς να μπορούμε να την δούμε όμως. Μας φέρει σε εκείνο του σημείο της επικεντρώσεως, για μας ανεπανόρθωτα σκοτεινό, από το οποίο όμως ξεπηδά το φως της ολοκληρώσεως. Εμείς πιστεύουμε στα τρία πρόσωπα του Θεού. Είναι δυνατόν να φαντασθούμε πιο δυνατές σχέσεις αντιθέσεως από εκείνες που σχηματίζονται από αυτές τις τρείς αγνές σχέσεις, των οποίων η αντιπαράθεση είναι το ουσιώδες χαρακτηριστικό; [Χάθηκε και η αγνωσία, ήταν απλά ένας ρητορικός λόγος]. Και όμως είναι δυνατές μόνον χάρη στην ενότητα και πιο συγκεκριμένα, χάρη στην ενότητα σε μια μόνη φύση. Η ολοκλήρωση του ανθρώπου λοιπόν, μας φανερώνεται στο Είναι, του οποίου κάθε άλλο είναι, αποτελεί αντικατοπτριζόμενη εικόνα, μια σκιά ή ένα ίχνος. Μας φανερώνεται σαν τον καρπό και την σφραγίδα της πιο πλήρους ενότητος». [Όπως βλέπουμε γι’ άλλη μια φορά, κυριαρχεί στη Δύση η αποκατάσταση του κατ’ εικόνα και του καθ’ ομοίωσιν. Το προπατορικό έχει γίνει εφιάλτης, δεν συγχώρεσαν ποτέ τον άνθρωπο που το έχασε και έχουν βαλθεί να το ανακαινίσουν, προκειμένου να μην χάσει ο άνθρωπος την αυτονομία του, να μην πει ποτέ: Ιδού δούλος Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το Ρήμα Σου! Απολύτως Εωσφορικός Χριστιανισμός από τα γεννοφάσκια του, από τον Αυγουστίνο].
Μέσα στο βάθος του μυστηρίου της Τριάδος, η προσωπικότης ενός ανθρώπου γίνεται κατανοητή σε τελευταία ανάλυση σαν το κάλεσμα να υπολογίσουμε την ύπαρξή μας μέσα στην κοινωνική ύπαρξη και να οδηγήσουμε το ΕΓΩ, διατηρώντας την απολυτότητά του, στην πλήρη του ολοκλήρωση σε ένα εμείς, θεμελιωμένο στην αγάπη!
Εάν ο πιστός λοιπόν κατορθώσει να αναπτύξει αυτήν την αυτοσυνειδησία, αυτό εναπόκειται στο Πνεύμα. Αυτός, τον οποίο υποσχέθηκε ο Χριστός στους δικούς του σαν το τελευταίο του δώρο, είναι πάντοτε ο ίδιος, ταυτόν, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι «σπέρνει το Ευαγγέλιο στα βάθη μιας ανθρώπινης καρδιάς, ή το αναγγέλλει σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το πνεύμα δημιουργεί στον άνθρωπο νέα βάθη, που τον καθιστούν σύμμορφο με τα βάθη του Θεού και ταυτόχρονα τον προβάλλει έξω από τον εαυτό του, μέχρι τα σύνορα του κόσμου. Ενεργεί ταυτόχρονα καθολικά και εσωτερικά, οικοδομώντας ή συστήνοντας μέσα στον ξεχωριστό άνθρωπο το πρόσωπο και την κοινωνία».
Μια εννοιολόγηση του προσώπου και της ανθρώπινης υπάρξεως που βιώνεται σαν συνέχεια της αποκαλύψεως του Θεού στον Χριστό, μεγαλώνει την προσοχή του άνθρωπου για τον εαυτό του και την διευρύνει στο ανθρώπινο περιβάλλον που τον περιτριγυρίζει.
Αυτό είμαι ΕΓΩ: πρόσωπο και εικόνα του Τριαδικού Θεού, ανακαινισμένη στην αρχική της λαμπρότητα από τον Χριστό και διατηρημένη στην ζωή εν Πνεύματι Αγίω. ΑΥΤΟ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ. Αυτός είναι ο πλησίον μαζί με Εμένα![ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ]
 [Το Άγιο Πνεύμα στηρίζει το κατ’ εικόνα πλέον, για να μην ξαναπέσει, διότι ο Κύριος είχε αποτύχει να το προστατέψει στον παράδεισο με τις γνωστές τραγικές συνέπειες για όλους μας].
Το πρόσωπο, κατανοημένο μ’ αυτόν τον τρόπο, με ενώνει με κάθε άλλο πρόσωπο, δείχνει την δική μου και την δική του καταγωγή σε μια πορεία και σ’ ένα τέρμα κοινά: σε μια μοναδικότητα, την οποία δεν μπορεί να διαθέτει κανείς μας από μόνος του και ταυτοχρόνως σε μια βαθειά ενότητα στον Ένα και Τριαδικό Θεό.
[Η οπισθοδρόμηση είναι απλώς απίστευτη. Μια Εκκλησία του ανθρωπόθεου είναι ήδη έτοιμη μπροστά μας. Κατοικούμε ήδη την Αγία Τριάδα, άνθρωποι!!!].

Συνεχίζεται

 Σχόλιο: Ακόμη καί την σημερινή ανάρτησή μας τού κειμένου τού Αγγελικούδη νά διαβάσει κάποιος, θά δεί καθαρά πόσο πρόχειρη καί κακόδοξη είναι η δυτική θεολογία, επειδή ακριβώς εξαρτάται από τήν παιδαριώδη θεολογία τού Αυγουστίνου.