Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

SCHELLING ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙ(ΚΟΤΗΤ)ΑΣ 5

Συνέχεια από 14. Ιουλίου 2026

SCHELLING ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙ(ΚΟΤΗΤ)ΑΣ 5


Συγγραφέας(-είς): Jean-François Courtine
Πηγή: Les Études philosophiques, Αρ. 2, SCHELLING (Απρίλιος–Ιούνιος 1974), σσ. 147–170
Εκδότης: Presses Universitaires de France

URL: http://www.jstor.org/stable/20846610

Για να καταδείξει την ανεπάρκεια αυτού του πρώτου «υποκειμενικού» προσδιορισμού του είναι του όντος, ο Schelling αναφέρεται στην αριστοτελική έννοια της στέρησις: «Υπάρχει εδώ μια στέρηση που δεν μας αφήνει σε ησυχία· αφού θέσαμε αυτό —εκείνο που είναι μόνο ον παρά-εαυτώ— (= υποκείμενο), οφείλουμε επίσης να θέσουμε και τον άλλο όρο· διότι εκείνο που είναι μόνο αντικείμενο και όχι υποκειμενικό (das nur gegenständlich subjektlose Seyende), δηλαδή εκείνο που είναι ον εκτός-εαυτού, ανήκει εξίσου στο πλήρως ολοκληρωμένο είναι» (1).

Για να καταστήσει σαφέστερο αυτό το «είναι-εκτός-εαυτού», ο Schelling εισάγει την έννοια της Existenz ή της Ekstasis, η οποία προορίζεται ακριβώς να ανατρέψει τη θεμελιώδη έννοια της υποκειμενικότητας (subjectité). Η λέξη Existenz, την οποία τολμά να χρησιμοποιήσει ο Schelling, αντιπαραθέτοντάς την αρχικά προς το Grund, όπως στις Έρευνες του 1809, δεν πρέπει να νοηθεί με τη σημασία της μεσαιωνικής λατινικής existentia, στον βαθμό που η existentia αντιτίθεται, ως απλός modus essendi, σε έναν άλλο τρόπο του είναι, δηλαδή στην essentia, αλλά παραπέμπει στην ἔκστασιν, η οποία εξακολουθεί να ηχεί μέσα της. Έτσι, η Existenz προσεγγίζει το ελληνικό ἐξιστάμενον, το αυθεντικό είναι-εκτός-εαυτού (2).

Αυτό το είναι-εκτός-εαυτού, και όχι απλώς η υποστασιακότητα νοούμενη ως υποκειμενικότητα, είναι εκείνο που καθιστά δυνατή τη φανέρωση, την αποκάλυψη, την εμφάνιση ενός αληθινού εαυτού: «Κάθε ον είναι ένα είναι-τοποθετημένο-έξω, ένα είναι-εκτεθειμένο, θα λέγαμε ένα εκ-στατικό είναι» (3).

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Schelling αντιπαραθέτει στη reflexio ή στην Ergründung εκείνο που ονομάζει Ueberwindung, υπέρβαση ή υπερνίκηση. Το ὑποκείμενον, εκείνο που κείται στο βάθος, πρέπει να αποτελεί «αντικείμενο μιας συνεχούς υπερνικήσεως» (4). Η υπερνίκηση που εμφανίζεται εδώ δεν συνίσταται σε μια μοναδική πράξη υπερβάσεως, η οποία θα άφηνε πίσω της εκείνο που επέτρεψε να υπερβεί· ούτε είναι η Aufhebung, η «άρση», με την εγελιανή έννοια· είναι μάλλον αυτή η κίνηση της εντάσεως (Spannung), αυτή η σχάση, αυτή η «διά-σταση» (dis-cès), η οποία είναι συστατική της ίδιας της παρουσίας κάθε όντος.

Στοχαζόμενος αυτή τη σχάση, ο Schelling μπορεί, στις Weltalter, να ορίσει τον άνθρωπο ως «εκείνον του οποίου η ουσία είναι να υπερνικά τον εαυτό του». Η υπερνίκηση για την οποία γίνεται λόγος εδώ δεν προεικονίζει ούτε εκείνη για την οποία θα μιλήσει ο Ζαρατούστρα στον Πρόλογό του· είναι, αντιθέτως, εκείνη που ανοίγει για πρώτη φορά στη σκέψη τη δυνατότητα ενός στοχασμού της πρωταρχικά εκστατικής χρονικότητας (5).


(1) S.W., XI, 302.
(2) Με την έννοια με την οποία ο ΠΛΑΤΩΝ στον Φαίδρο (249 c-d) μπορεί να γράφει: ἐξιστάμενος δὲ τῶν ἀνθρωπίνων σπουδασμάτων, και ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ (II, 61): ἐγὼ μὲν δ᾽ αὐτὸς εἰμι καὶ οὐκ ἐξίσταμαι. Όσον αφορά την αριστοτελική σημασία του «εκστατικού», μπορεί κανείς να ανατρέξει στην ανάλυση του P. AUBENQUE, Le problème de l’être chez Aristote (Παρίσι, 1962), σ. 433 και σημ.
(3) S.W., XII, 56.
(4) S.W., X, 246.
(5) Για το σημείο αυτό, το οποίο δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ, μπορεί κανείς να συμβουλευθεί το βιβλίο του W. WIELAND, Schellings Lehre von der Zeit, Χαϊδελβέργη, 1956.


Η Ueberwindung είναι για τον Schelling η είσοδος στην παρουσία, η φανέρωση, η οποία μπορεί να συμβεί μόνο με αφετηρία το θεμέλιο και έξω από αυτό, χωρίς όμως ποτέ να θεμελιώνεται σε αυτό, να καταποντίζεται σε αυτό ή να ανάγεται σε αυτό. Στην Ueberwindung εξακολουθεί να αντηχεί η υπόδειξη της ουσιωδώς εκστατικής διαστάσεως που προσιδιάζει στη φαινομενικότητα.

Χάρη σε αυτόν τον στοχασμό πάνω στη σχέση Grund–Existenz και στη χρονικότητα που αυτή διανοίγει, καθώς και πάνω στην ιδιαίτερη κίνηση της «υπερνικήσεως», ο Schelling οδηγείται στην αναγνώριση της ανεπάρκειας των πρώτων, απλώς θεμελιακών προσδιορισμών του όντος, οι οποίοι, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι παρά «στιγμές» μέσα σε μια «διαδικασία» (1). Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Schelling τους ορίζει τουλάχιστον μία φορά ως τὰ ὑποκείμενα τῆς ὀντότητος, ως τα απλά «κείμενα-στο-βάθος της οντότητας» (2).

Με άλλα λόγια, πρόκειται για προσδιορισμούς χωρίς τους οποίους είναι αδύνατον να υπάρχει ον, οι οποίοι όμως παραμένουν ανίκανοι να μας διδάξουν οτιδήποτε σχετικά με εκείνο χάρη στο οποίο, ή για χάρη του οποίου, το ον είναι παρόν ως τέτοιο. Έτσι, αυτή η κίνηση της «υπερνικήσεως» οδηγεί τη σκέψη του Schelling σε μια διάσταση που δεν είναι πλέον εκείνη της υποκειμενικότητας ή της υποστασιακότητας, νοούμενης ως sub-sistentia ή in-sistentia, αλλά η διάσταση της φαινομενικότητας, μέσα στην οποία πλήττεται κανείς εκ νέου από το θαύμα: ότι υπάρχει ον.


Αυτός ο θαυμασμός (θαυμάζειν) (3) ανοίγει τη σκέψη σε ένα πεδίο ερωτήσεως εντελώς διαφορετικής τάξεως. Αφού αναγνωρίσει την ανεπάρκεια εκείνου που κείται στο βάθος να καταστήσει σαφή την οντότητα του όντος, ο Schelling διακρίνει σαφώς αυτό που «εστί» κυριολεκτικά μέσα στο ον από το θεμελιώδες ερώτημα, το οποίο αναζητεί το θεμέλιο και το θεμελιακό και το οποίο, ως ερώτημα, ανήκει κατεξοχήν στην «ορθολογική» ή «αρνητική φιλοσοφία»: το ερώτημα της οὐσίας, της παρουσίας.

Αυτό το νέο ερώτημα επιδιώκει να φέρει στο φως εκείνη την όψη του όντος την οποία ο R. Boehm ονομάζει «το ουσιώδες» (das Wesentliche). Από εδώ και πέρα είναι αναγκαίο να στρέψουμε την προσοχή μας στο Dass, στο ὅτι, να περιγράψουμε την ιδιαίτερη οὐσία κάθε όντος, να αφήσουμε το ον να εμφανιστεί μέσα στη δική του «εστικότητα» (estance), χωρίς, παρασυρόμενοι από το ερώτημα περί θεμελίου, να παραγνωρίσουμε το φαινομενολογικό στοιχείο που υπάρχει μέσα του.

Ίσως μόνο σε μια σκέψη που αυτοπροσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο ως «θετική» να επιφυλάσσεται η δυνατότητα να φθάσει σε μια κατανόηση του όντος όπως αυτό είναι καθ’ εαυτό. Για να το επιτύχει όμως αυτό, η σκέψη πρέπει να εγκαταλείψει τον νοητικό της προσδιορισμό και να γίνει η ίδια «εκστατική». Η Ekstasis (4) είναι ο νέος όρος που προτείνει ο Schelling, κρίνοντάς τον τελικά προτιμότερο από εκείνον της νοητικής εποπτείας, τον οποίο είχε αρχικά υιοθετήσει ακολουθώντας τον Fichte· η έκσταση ριζοσπαστικοποιεί το στοιχείο του θαυμασμού που ήδη περιείχε η νοητική εποπτεία: «Μέσα στην εποπτεία το υποκείμενο χάνεται, τίθεται έξω από τον εαυτό του» (5).


(1) S.W., XI, 303
(2) S.W., XI, 335
(3) Initia, ό.π., σ. 39
(4) Ό.π.· πρβλ. επίσης S.W., XII, 41· XIII, 163
(5) Initia, σ. 39

Με αυτή την έννοια ο όρος Ekstasis είναι πιο εύγλωττος: πράγματι, φέρνει καθαρά στο φως ότι «το Εγώ μας τίθεται έξω από τον εαυτό του, έξω από τον τόπο του, ο οποίος συνίσταται στο να είναι υποκείμενο» (1).

Επομένως, αυτή ακριβώς η υποκειμενικότητα, μέσα στην απροϋπόθετη βεβαιότητα της απολυτότητάς της, είναι εκείνη που ανατρέπεται από την «έκσταση», η οποία, ως προς αυτό, απηχεί τον «θαυμασμό» των Ελλήνων. Έτσι ο Schelling μπορεί να απαντήσει στον Descartes και στην προτροπή του για conversio mentis in se ipsam: «Αυτό που χρειάζεται ο άνθρωπος δεν είναι μια στροφή προς τον εαυτό του (in sich hinein), αλλά μια έκθεση έξω από τον εαυτό του. Το να είναι κανείς εκτεθειμένος έξω από τον εαυτό του και απο-θεμελιωμένος (entzetzen) από τον εαυτό του, αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αλήθεια» (2).


Αλλά αυτή η «έκσταση» δεν περιορίζεται ούτε σε μια απλή διανοητική ενέργεια· είναι εκείνη που συγκροτεί το βάθος της υπάρξεως. Διότι η ίδια η ύπαρξη είναι πράγματι ένα über sich selbst hinaus sein, ένα είναι που μεταφέρεται πέρα και μπροστά από τον εαυτό του. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή την κίνηση, η οποία προσιδιάζει στην ύπαρξη, «δια-χωρισμό» (dis-cès: Scheidung ή Entscheidung, όπως γράφει ο Schelling στις Weltalter) (3). Αυτός είναι που διανοίγει το παρόν, στον βαθμό που αυτή η μεταφορά πέρα από τον εαυτό (über sich hinaus) αποθέτει ένα παρελθόν, για να στραφεί αποφασιστικά προς ένα μέλλον (4).

Αυτή η διαρκής ένταση, αυτή η αδιάκοπη απόσχιση ανάμεσα σε ένα βάθος και σε μια εκστατική κίνηση διανοίξεως, είναι εκείνη που φέρει τη νοητική εποπτεία ή την έκσταση. Μέσα σε αυτή την ένταση, το ίδιο το βάθος, το Grund, αλλάζει σημασία: δεν είναι πλέον μόνο εκείνο που κείται στον πυθμένα, το θεμελιώδες ή τα «θεμέλια», αλλά γίνεται το απόθεμα, η εφεδρεία, η πηγή μέσα στην οποία ριζώνει και από την οποία τρέφεται κάθε άνθηση και κάθε φανέρωση.

Κάθε φανέρωση, κάθε παρουσία, είναι πράγματι πάντοτε φανέρωση και παρουσία του αποθέματος. Το απόθεμα είναι εκείνο το επέκεινα προς τα πίσω της παρουσίας, στο βάθος του οποίου και μόνο η παρουσία είναι παρουσία. Μέσα σε κάθε παρουσία που προσφέρεται ή δωρίζεται, αποσύρεται συγχρόνως εκείνο του οποίου αυτή αποτελεί προσφορά μέσα στην παρουσία.

Το είναι δεν εξαντλείται ποτέ στη δωρεά της παρουσίας, σε μια απλή εγκατάλειψη που θα το έκανε να είναι. Διατηρεί μέσα του μια εφεδρεία, μια πηγή από την οποία μπορεί πάντοτε να αντλεί, ώστε να παραμένει «σε σταθερή στάση», ώστε να στέκεται και να διατηρείται. Η σκέψη του Schelling παρουσιάζεται εδώ ως μια μεγαλειώδης παραλλαγή επάνω στο απόσπασμα 123 του Ηρακλείτου: φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ. Τίποτε δεν προσιδιάζει περισσότερο στην άνθηση και την ανάδυση από την απόσυρση, τη συγκράτηση και την εφεδρεία.


Αυτή την εφεδρεία και αυτή την απόσυρση, τις οποίες διατηρεί στα βαθύτερα στρώματά της κάθε φανέρωση και κάθε παρουσία, ο Schelling τις ονομάζει Grund: βάθος ή έσχατο υπόβαθρο.

(1) Initia, σ. 39
(2) Ό.π.
(3) W.A., I, 180
(4) W.A., II, 23 και VIII, 258: «Ο άνθρωπος που δεν έχει υπερνικήσει τον εαυτό του δεν έχει παρελθόν ή, μάλλον, δεν εξέρχεται ποτέ από αυτό, αλλά ζει διαρκώς μέσα σε αυτό… Μόνον ο άνθρωπος που έχει τη δύναμη να αποσπαστεί από τον εαυτό του —από το κατώτερο στοιχείο της ουσίας του— είναι ικανός να δημιουργήσει για τον εαυτό του ένα παρελθόν· μόνον αυτός απολαμβάνει επίσης ένα αληθινό παρόν, όπως και προσβλέπει σε ένα πραγματικό μέλλον. Και ήδη από αυτές τις ηθικές θεωρήσεις θα γινόταν φανερό ότι κανένα παρόν δεν είναι δυνατό παρά μόνον εκείνο που στηρίζεται σε ένα οριστικά διαμορφωμένο παρελθόν, και κανένα παρελθόν δεν είναι δυνατό παρά μόνον εκείνο που, ως υπερνικημένο, κείται στο θεμέλιο ενός παρόντος».

Συνεχίζεται

"Στο αποκορύφωμα αυτής της διάλυσης, ο Alexandre Douguine βρίσκει το ριζοσπαστικό υποκείμενο. Φαίνεται να είναι πολύ αργά, όταν ο ιερός κόσμος έχει εξαφανιστεί και η μεταμοντερνικότητα έχει διαλύσει ταυτότητες, ιεραρχίες και νοήματα σε ένα δίκτυο προσομοιωμάτων. Η αφύπνισή της δεν μπορεί να σχεδιαστεί: επιτυγχάνεται από την Μετα-Ιερή Θέληση, η οποία δεν συμπίπτει πλέον με το ιερό αλλά ούτε και με το τίποτα. Το Ριζοσπαστικό Υποκείμενο εμφανίζεται στο ναδίρ, στο σημείο όπου εξαφανίζεται κάθε εξωτερική υποστήριξη, δημιουργώντας την πιθανότητα μιας «Αδύνατης Πραγματικότητας»."

Δεν υπάρχουν σχόλια: