DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 2
Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Ήταν πραγματικά μία έκπληξη το πώς η σύνολη Χριστιανοσύνη γιόρτασε αυτό το γεγονός από το μακρινό παρελθόν σαν να ήταν κάτι ιδιαίτερα επίκαιρο. Και πραγματικά ήταν επίκαιρο.
Για ποιον λόγο ήταν επίκαιρο; Εγώ, έτσι από την αρχή, σκεπτόμουν ότι το πρώτο που ανεδείχθη σήμερα ως ιδιαίτερης σημασίας είναι το θέμα της συνοδικότητας. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν μία εξέλιξη της συνοδικής — όπως λέμε εμείς — φύσεως και ταυτότητας της Εκκλησίας, αλλά και προσθήκη ενός νέου τρόπου συνοδικής εργασίας: αυτού της Οικουμενικής Συνόδου.
Ήταν κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά και αυτό δημιούργησε τη δική του ιστορία στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Μερικοί λένε ότι η Οικουμενική Σύνοδος είναι «ο Πάπας της Ορθοδοξίας». Αυτό δεν ισχύει. Δεν έχουμε εμείς ανάγκη ενός τέτοιου θεσμού, γιατί η Οικουμενική Σύνοδος — παρόλο που οι δυτικοί φίλοι μας μάς αποκαλούν «Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων» — δεν είναι θεσμός μόνιμος, όπως υπήρχαν και υπάρχουν οι τοπικές σύνοδοι.
Είναι κάτι έκτακτο: ένα έκτακτο γεγονός. Και εμείς, βέβαια, θα το πούμε πιο θεολογικά: ένα χαρισματικό γεγονός. Διότι η Εκκλησία, απέναντι σε μια απειλή για τη ζωή της, αποφασίζει να συνέλθουν οι επίσκοποί της — οι οποίοι εκπροσωπούν τις τοπικές Εκκλησίες — και να απαντήσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ως Εκκλησία, σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση.
Συγκεκριμένα, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η μεγάλη πρόκληση που προκάλεσε αναταραχή, ανατροπές και κινδύνους ήταν αυτό που ονομάζουμε Αρειανισμό: η αίρεση του πρεσβυτέρου Αρείου, ο οποίος με τη διδασκαλία του δημιουργούσε τεράστια προβλήματα όχι μόνο στην Τριαδολογία — θεωρώντας τον Υιό, τον προαιώνιο Λόγο, κατώτερο από τον Πατέρα — αλλά και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί την ενανθρώπηση στην πληρότητά της, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στη σωτηριολογική διάσταση: δηλαδή, με τη διδασκαλία του, ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί.
Και αυτό ήταν που κινητοποίησε ιδιαίτερα τους επισκόπους. Αυτό που ο Μέγας Αθανάσιος — ο πραγματικά μέγας πρωταγωνιστής της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου — συνόψισε με την περίφημη φράση του:
«Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».
Η λέξη θέωση χρησιμοποιείται στη δική μας παράδοση με θεμελιώδη τρόπο. Σημαίνει ακριβώς τη σωτηρία του ανθρώπου, τη ζωή μας με τον Θεό και την αιώνια προοπτική μας. Αυτό ήταν η απάντηση της θεολογίας στην πρόκληση του Αρείου.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο αυτή. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους, είχε έναν πολύ σημαντικό σύμβουλο: τον Όσιο Κορδούης από την Ισπανία, και φαίνεται ότι τον επηρέασε.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Σύνοδος είχε αρχικά προγραμματιστεί να γίνει στην Άγκυρα — η οποία τότε είχε χάσει κάπως την αίγλη των αρχαίων χρόνων, αλλά ήταν ένα κέντρο που μπορούσε προφανώς να φιλοξενήσει ένα τέτοιο γεγονός — και μάλιστα αρχικά προβλεπόταν να συμμετάσχουν μόνο οι επίσκοποι της Ανατολής.
Τελικά, ο Όσιος Κορδούης έπεισε τον Κωνσταντίνο και προσκλήθηκαν και επίσκοποι από τη Δύση. Τελικά, μόνο πέντε συμμετείχαν, αλλά μετατέθηκε και ο τόπος: από την Άγκυρα — πιο κεντρικά στη Μικρά Ασία — στη Νίκαια, που είναι πιο κοντά στα παράλια, για να διευκολυνθούν στην πρόσβασή τους οι επίσκοποι από τη Δύση.
Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.
Εκεί, λοιπόν, τέθηκε — και τίθεται μέχρι σήμερα, άρα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο — το ερώτημα για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας: αν η Σύνοδος αυτή ήταν «αυτοκρατορική» ή αν ήταν εκκλησιαστική Σύνοδος.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό ερώτημα. Διότι, μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο — και αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα γιατί δείχνουν πως η Εκκλησία στην ιστορία δεν πορεύεται παράλληλα «εκτός» των γεγονότων, αλλά είναι μπλεγμένη μέσα σε αυτά — συνέβη το εξής:
Μετά τη Σύνοδο, η πολιτεία ακολούθησε τη δική της πορεία, και η θεολογία αναγκάστηκε να αμυνθεί για το δόγμα της Νικαίας. Ενώ το δόγμα είχε διατυπωθεί, η πολιτική, για τους δικούς της λόγους, φάνηκε να προτιμά άλλες λύσεις.
Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου — δεν θέλω να επεκταθώ ούτε και στον ίδιο, διότι και εκείνος υπήρξε κάποια στιγμή αμφιταλαντευόμενος — συντάχθηκαν με τον Αρειανισμό. Υπάρχει και ο λεγόμενος «νεοαριανισμός», με διάφορες ομάδες (ομοιουσιανοί, ευνομιανοί κ.λπ.), που εξέφραζαν μια θεολογία όχι όμοια με τη θεολογία της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά πολιτικά βολική για τους διαδόχους.
Ο Όσιος Κορδούης πιέστηκε πάρα πολύ από τον Κωνστάντιο, σε μεγάλη ηλικία, να υπογράψει ένα αριανικό σύμβολο, και τελικά το υπέγραψε. Λίγο αργότερα πέθανε. Φαίνεται ότι μετανόησε πάντως, και η Εκκλησία μας τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων.
Έγραψε μια περίφημη επιστολή, η οποία για μένα είναι φοβερή διακήρυξη για τις σωστές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Εγώ ονομάζω αυτό — δεν είναι δικός μου όρος, βεβαίως — «συναλληλία». Και σήμερα μιλάμε για μια νέα συναλληλία Εκκλησίας και κοσμικού κράτους, κάτω από νέα δεδομένα.
Έγραψε, λοιπόν, περίπου το εξής: ότι σε εσάς ο Θεός έδωσε τη διοίκηση, σε εμάς έδωσε το δικαίωμα να θυμιάζουμε. Όπως είναι έγκλημα να ανακατευόμαστε εμείς στα της διοίκησης, έτσι και εσείς εγκληματείτε όταν θέλετε να κάνετε κουμάντο στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο έργο είναι μία Σύνοδος να προσληφθεί από τη συνείδηση της Εκκλησίας ως Οικουμενική. Και αυτή είναι η περίφημη αρχή της συνοδικότητας: κάτι δεμένο με τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι εύκολο στην πράξη.
Το ζήσαμε κι εμείς στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Φέτος γιορτάζουμε τα δέκα χρόνια από τη Σύνοδο. Τέσσερις Εκκλησίες δεν συμμετείχαν. Εγώ φανταζόμουν ότι θα μπορούσαν οι αποφάσεις της να προσληφθούν και από αυτές τις Εκκλησίες.
Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι οι αποφάσεις να προσληφθούν και να γίνουν κομμάτι της Εκκλησίας ακόμη και από τις δέκα Εκκλησίες που συμμετείχαν και υπέγραψαν. Και αυτό συνεχίζεται· θέλει χρόνο.
Φέτος, που συμπληρώνονται δέκα χρόνια, σίγουρα θα γίνουν διάφορα πράγματα. Και εμείς στο Πατριαρχείο προγραμματίζουμε πολλά.
Το ίδιο έγινε και με τις αποφάσεις της Νικαίας. Αν δεν ήταν ο Μέγας Αθανάσιος, ο αγώνας υπέρ της Νικαίας δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Και μετά — θα έλεγα — ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης· και ύστερα, βέβαια, ο Μέγας Θεοδόσιος και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έβαλε και την πολιτική «βούλα».
Αλλά τη νίκη την είχαν κερδίσει ήδη οι θεολόγοι.
— Με την αγωνιστικότητα αυτή, πραγματικά αγγίζει τα όρια του θαύματος. Δεν θαυματολογούμε· είναι μια υπέροχη ιστορία που δείχνει την αξία της θεολογίας. Και αυτό είναι το δεύτερο κομμάτι που θέλω να πω.
Νομίζω, για μένα, η Σύνοδος αυτή είναι ακριβώς απόδειξη του πόσο σημαντική είναι η θεολογία στην ιστορία της Εκκλησίας. Και σήμερα ισχύει το ίδιο.
Εμένα μου αρέσει να αποκαλώ τη θεολογία τον «χρυσό σιδηρούν βραχίονα» της Εκκλησίας. Εγώ αποκαλώ αυτό επίσης και «το πνεύμα της Νικαίας».
Η Νίκαια μας δίδαξε όχι μόνο με τη Σύνοδο — την πραγματοποίησή της και τον αγώνα που δόθηκε εκεί — διότι στην αρχή μαζεύτηκαν οι επίσκοποι και φαινόταν ότι οι Αρειανοί θα επικρατήσουν. Αλλά μέσα από τον αγώνα του Μεγάλου Αθανασίου, των άλλων Πατέρων, και κυρίως μέσα από τον αγώνα μετά τη Σύνοδο — που ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα κατά τη διάρκεια της Συνόδου — αποκαλύφθηκε ακριβώς η δύναμη της θεολογίας.
Και αυτό φαίνεται στο γεγονός της «χρήσης» — αυτό για μένα είναι εντυπωσιακό — και είναι εντυπωσιακό σε όλες τις θεολογικές προσεγγίσεις του θέματος.
Πώς χρησιμοποιούν οι θεολόγοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, στο Σύμβολο που ξεκινά με την ωραία λέξη «Πιστεύομεν» (σήμερα λέμε «Πιστεύω») — το λεγόμενο Νικαίο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο, στη μορφή που ολοκληρώνεται το 381 — πώς, λοιπόν, ομολογώντας πίστη στον Χριστό ως Σωτήρα μας, τον αποκαλούν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», τον προαιώνιο Λόγο που σαρκώνεται για τη σωτηρία μας.
Χρησιμοποιούν επίσης τη φράση «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός». Δηλαδή εισάγουν στο εκκλησιαστικό Σύμβολο μία έννοια η οποία είναι «άγραφη», όπως λέμε: δεν χρησιμοποιείται, δεν συναντάται στη Βίβλο.
Και είναι, επιπλέον, μία έννοια φιλοσοφικά βεβαρημένη. Αυτό, για μένα, είναι συγκλονιστικό.
Δεν είναι μόνο η ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται — και αναδεικνύεται όλη η δύναμή της· τώρα μάλιστα θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, νομίζω στις 9 Φεβρουαρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Δεν είναι μόνο η γλώσσα. Είναι ότι οι Πατέρες γνωρίζουν και τη φιλοσοφική διάσταση, το φιλοσοφικό περιεχόμενο των όρων «ουσία» και «ομοούσιος».
Και ποιο είναι το πολύ ενδιαφέρον; Ότι δεν είναι μόνο η «φιλοσοφία του όρου». Στην πλατωνική παράδοση, στον Πλωτίνο και στον Πορφύριο, ο όρος χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την έννοια της απορροής: πώς «γεννιούνται» από το «Έν» τα άλλα επίπεδα των οντοτήτων κατά ανάγκην — όχι ελεύθερα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σχέση των τριαδικών Προσώπων.
Από την άλλη, δύο παλαιότερες αιρετικές κατευθύνσεις, του Παύλου Σαμοσατέως και του Σαβελλίου, είχαν επίσης λανθασμένη τριαδολογία: ο μεν Παύλος Σαμοσατεύς υπέτασσε, κατά κάποιον τρόπο, τον Υιό, ενώ ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι τα τρία Πρόσωπα της Θεότητος δεν είναι Πρόσωπα, αλλά «προσωπεία», που εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους στην Παλαιά Διαθήκη, στην οικονομία και στη ζωή της Εκκλησίας.
Οι Πατέρες τα γνώριζαν όλα αυτά. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποίησαν τον όρο. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο.
Και δείχνει κάτι που μπορεί κανείς να το δει με καχυποψία και να πει: «εδώ μπαίνει η φιλοσοφία στη θεολογία, και ό,τι θα ακολουθήσει ίσως δεν είναι τόσο θετικό».
Το είπε αυτό ένας μεγάλος ιστορικός και θεολόγος, ο Άντολφ φον Χάρνακ, ο οποίος υποστήριξε ότι επήλθε — όχι από τη Νίκαια μόνο, αλλά και στη συνέχεια, με τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων του 4ου και 5ου αιώνα — ένας «εξελληνισμός του χριστιανισμού»: ότι, δηλαδή, μπαίνει η ελληνική γλώσσα — η φιλοσοφική γλώσσα — στη θεολογία και στη ζωή της Εκκλησίας, και έτσι το βιβλικό Ευαγγέλιο χάνει την αυθεντικότητά του και μετατρέπεται σε μια ελληνιστική θεωρία. Ότι, με άλλα λόγια, ο «Θεός των φιλοσόφων» υποκαθιστά τον «Θεό των Πατέρων».
Σε αυτό, βέβαια, απάντησαν μεγάλοι θεολόγοι. Θα σας θυμίσω τον Φλωρόφσκι και τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), οι οποίοι αρνήθηκαν ότι ο Χάρνακ έχει δίκαιο με τον όρο «εξελληνισμός του χριστιανισμού», και πρότειναν — ο Φλωρόφσκι πρώτος και μετά ο Περγάμου — τον όρο «εκχριστιανισμός του ελληνισμού».
Δηλαδή: ότι η χριστιανική εμπειρία κατορθώνει να βρει έκφραση με την υπέροχη ελληνική γλώσσα, χωρίς να αλλοιωθεί το μήνυμα και η αλήθεια της εμπειρίας. Αυτό, λέει, είναι θαύμα.
— Τώρα, να πάμε στις προσκλήσεις. Ποια ήταν η λογική; Ποιοι θεσμοί, ποιες Εκκλησίες θεωρήσατε κρίσιμο να κληθούν;
— Ήταν — όπως καταλαβαίνετε — από τα ζητήματα που μας απασχόλησαν εξ αρχής: πόσο διευρυμένη θα είναι η σύνθεση αυτού του κοινού προσκυνήματος.
Αρχικά, η σκέψη ήταν να είναι μόνο ο Πάπας και ο Πατριάρχης, γιατί η αρχική πρόταση αφορούσε τους δύο: τον Πάπα Φραγκίσκο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πάπα Φραγκίσκου, ο νέος Πάπας έθεσε τη σκέψη διεύρυνσης του σχήματος, ώστε να προσλάβει οικουμενικό χαρακτήρα. Ο Παναγιώτατος το αποδέχθηκε.
Οπότε, η κοινή επιτροπή εργάστηκε έχοντας ως δεδομένη την απόφαση αυτή των δύο προκαθημένων και καταλήξαμε σε ένα σχήμα στο οποίο εκπροσωπείται η κάθε χριστιανική Εκκλησία και ομολογία: είτε από τον προκαθήμενό της (εφόσον υπάρχει — διότι κάποιες ομολογίες δεν έχουν προκαθήμενο), είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου δεν κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως, από αντιπρόσωπο.
Έτσι φτάσαμε στο σχήμα που είδατε: μετείχαν προκαθήμενοι και εκπρόσωποι, ένας από κάθε Εκκλησία ή ομολογία.
— Τώρα, αναγκαστικά, περνάμε στο δυσκολότερο κομμάτι: στις απουσίες. Υπήρξαν Εκκλησίες ή θεσμικοί εκπρόσωποι που προσκλήθηκαν αλλά δεν παρέστησαν. Και θέλω να σας ρωτήσω το εξής: όταν μια Εκκλησία απουσιάζει από μια συνάντηση τέτοιου συμβολισμού, τι σημαίνει αυτό εκκλησιαστικά — και τι σημαίνει πρακτικά;
— Φαντάζομαι ότι θα αναφέρεστε στη μη αυτοπρόσωπη συμμετοχή των Μακαριωτάτων Πατριαρχών Αντιοχείας Ιωάννου και Ιεροσολύμων Θεοφίλου.
— Πολύ σωστά.
— Να πούμε ότι προσκλήθηκαν αμφότεροι. Ο Παναγιώτατος το έθεσε αυτό εξ αρχής: ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσκαλέσει, από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών, τους προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Ήταν μία απόφαση την οποία σεβάστηκε απόλυτα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δεν έθεσε ούτε περιορισμούς ούτε οποιαδήποτε αντίρρηση.
Απεστάλησαν οι προσκλήσεις και, μάλιστα, η πρόθεσή μας ήταν να τις επιδώσουμε αυτοπροσώπως. Συνόδευσα τον Γέροντα Χαλκηδόνος στον Λίβανο, για να επιδώσουμε την πρόσκληση αυτοπροσώπως στον Πατριάρχη Αντιοχείας.
Στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δεν κατέστη δυνατό, διότι υπήρχε η έντονη πολεμική κατάσταση εκείνη την περίοδο και ήταν για μας αδύνατο να μεταβούμε αυτοπροσώπως.
Στον δε Πατριάρχη Αλεξανδρείας η πρόσκληση επιδόθηκε μέσω του εκπροσώπου του στην Αθήνα.
Με τα δεδομένα που είχαμε μετά την αποστολή των προσκλήσεων, υπήρξε άμεση αποδοχή από μέρους του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, θετική ανταπόκριση από μέρους του Πατριάρχου Αντιοχείας, και αναμονή, από μέρους μας, της απάντησης του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
Γι’ αυτό και ο Παναγιώτατος, όταν επισκέφθηκε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη — με αφορμή την εορτή του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που είναι προστάτης Άγιος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων — απηύθυνε εκ νέου δημόσια πρόσκληση προς τον αδελφό του Πατριάρχη Θεόφιλο να παραστεί.
Και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε απόντα από αυτήν τη συνάντηση τον διάδοχο του Ιακώβου του Αδελφοθέου.
— Καταλαβαίνει κανείς τη βαρύτητα. Και ακριβώς, δυστυχώς, παραμονές της επισκέψεως πληροφορηθήκαμε ότι δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη παρουσία και συμμετοχή του Μακαριωτάτου. Πώς ερμηνεύονται τέτοιες απαντήσεις, τέτοιες στιγμές που έρχονται την τελευταία στιγμή;
— Κοιτάξτε, είναι λογικό απρόοπτα να συμβαίνουν πάντοτε, και αυτό είναι κατανοητό. Άλλωστε ούτε ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως και έστειλε κι εκείνος αντιπρόσωπο, παρά το ότι — όπως σας είπα — αρχικά τα δεδομένα που είχαμε ήταν ότι ο ίδιος θα παρίστατο.
Από εκεί και πέρα, οι στιγμές είναι ιστορικές, και οι παρουσίες και οι απουσίες καταγράφονται, όπως καταγράφηκαν και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 2016.
Οι Εκκλησίες, πάντως, ήταν παρούσες: διότι, όπως σας είπα, και η Εκκλησία Αντιοχείας έστειλε εκπρόσωπο, και η Εκκλησία Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκε. Δεν παρέστησαν οι προκαθήμενοί τους.
Θα ήταν πραγματικά μία μοναδική στιγμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο οι προκαθήμενοι των πέντε πρεσβυγενών θρόνων — αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται Πενταρχία: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Αυτή ήταν — να το πούμε έτσι — και η κεντρική ιδέα πίσω από την πρόσκληση.
— Πρόσκληση προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνθηκε; Ή το θεωρείτε «κλειστό» θέμα, λόγω της διακοπής των σχέσεων το 2018, μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο;
— Όπως εξήγησα, η απόφαση εξ αρχής ήταν να περιοριστούν οι προσκλήσεις από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών μόνο στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία. Η Εκκλησία της Ρωσίας, το Πατριαρχείο Μόσχας, και τα υπόλοιπα Πατριαρχεία είναι νεότερα Πατριαρχεία ιστορικά και θεσμικά. Συνεπώς, εξ αρχής δεν πληρούσαν το κριτήριο που ετέθη — ανεξάρτητα από τη συγκυρία.
— Υπήρξαν, φυσικά, και επικριτές αυτής της συνάντησης από την ορθόδοξη πλευρά. Μιλούν για «ένωση χωρίς επίλυση διαφορών», για «δογματικό συμβιβασμό», για «πολιτική εργαλειοποίηση» του διαλόγου. Ποια είναι, όμως, η ουσιαστική απάντηση του Πατριαρχείου σε αυτές τις επισημάνσεις;
— Ούτε καμία ένωση συνετελέσθη ούτε καμία εργαλειοποίηση. Αντιθέτως, εδόθη κοινή μαρτυρία του χριστιανισμού σε έναν κόσμο που μαστίζεται από διαιρέσεις, εντάσεις και έριδες.
Αυτό ήταν πραγματικά ένα μήνυμα ελπίδας.
Και θέλω να τονίσω: παρά τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν — και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν «μπήκαν κάτω από το χαλί», αν μου επιτρέπετε την έκφραση — ούτε παραθεωρήθηκαν. Ο διάλογος συνεχίζεται: και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με τους Λουθηρανούς, και με τους Μεθοδιστές.
Δεν σημαίνει ότι οι διαφορές μας εξαλείφθηκαν. Αλλά οι διαφορές αυτές δεν είναι «τοίχοι» που υψώνονται και μας κρατούν τον έναν απομονωμένο από τον άλλον. Αντιθέτως: όταν οι στιγμές το καλούν — και η επέτειος αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή — μπορούμε, και το αποδείξαμε, να εμφανιζόμαστε μετέχοντας σε κάτι από κοινού.
Διότι η παρακαταθήκη της Νικαίας — αν μου επιτρέπετε — είναι κοινή παρακαταθήκη: δεν είναι μόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι και των υπολοίπων Εκκλησιών και Ομολογιών εξίσου.
— Όλα αυτά καταλήγουν στο τι σημαίνει «πλήρης κοινωνία». Στην κοινή δήλωση γίνεται λόγος για πορεία προς πλήρη κοινωνία. Για τον μέσο άνθρωπο αυτό ακούγεται πολύ ωραίο. Για την Εκκλησία, όμως, είναι βαριά λέξη, διότι μπαίνει αναπόφευκτα το θέμα της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας. Και θέλω να ξέρω: τι θα θεωρούσε η Ορθοδοξία ως θεμιτό πλαίσιο πρωτείου, χωρίς να αλλοιώνεται η συνοδικότητα;
— Ευχαριστώ πολύ για την ερώτησή σας, η οποία βρίσκεται στην καρδιά ενός ζητήματος που επί αιώνες δίχασε τις Εκκλησίες μας και, δυστυχώς, θα έλεγα, συνεχίζει να διχάζει — με άλλη μορφή — την Ορθοδοξία και στο εσωτερικό της. Οπότε έχει πολύ μεγάλη σημασία το πώς βλέπουμε το ζήτημα.
Και για τη σχέση Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πρώτα, πριν περάσουμε στο ενδοορθόδοξο.
Φαντάζομαι αναφέρεστε στην κοινή δήλωση που υπέγραψαν ο Πάπας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Φανάρι.
Να πούμε ότι είναι παράδοση: κάθε φορά που ένας νέος Πάπας επισκέπτεται την έδρα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, να υπογράφεται μια τέτοια κοινή δήλωση. Η δήλωση αυτή, πέρα από τον διακηρυκτικό χαρακτήρα της, έχει και ουσία, διότι τα θέματα που περιλαμβάνει είναι τρέχοντα ζητήματα που απασχολούν τον διάλογο των δύο Εκκλησιών. Κάθε φορά είναι διαφορετικά ή αποτελούν εξέλιξη θεμάτων των οποίων παρακολουθούμε την πορεία.
Αυτό είναι, θα έλεγα, αμφίδρομο. Δεν το βιώνει μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· το βιώνουμε κι εμείς.
Ως προς το πρωτείο, αυτό που έχω καταλάβει είναι το εξής: εμείς έχουμε δυσκολία όταν φτάνουμε στο επίπεδο της παγκόσμιας κλίμακας. Βλέπουμε το πρωτείο στο τοπικό επίπεδο — στον Επίσκοπο της Επισκοπής του — το βλέπουμε στο περιφερειακό επίπεδο — στο επίπεδο μιας αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Όταν όμως φτάνουμε να δούμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε σχέση με τους άλλους Ορθοδόξους προκαθημένους, σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει αδυναμία ή απροθυμία να το αποδεχθούν.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε ξεκάθαρα, υπάρχουν δύο–τρία σοβαρά ζητήματα — σοβαρές διαφορές — που μας κρατούν χωρισμένους όλους αυτούς τους αιώνες.
— Πόσες από αυτές τις διαφορές θεωρείτε ότι είναι διαχειρίσιμες — τις οποίες έχουμε αγγίξει τα τελευταία χρόνια και προσπαθούμε να βρούμε σημεία σύγκλισης — και πόσες είναι μη διαχειρίσιμες «εις τους αιώνας των αιώνων»; Εύχομαι όχι, αμήν…
— Σε κάθε ακολουθία στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσευχόμαστε υπέρ της «των πάντων ενώσεως». Άρα η Εκκλησία δέεται υπέρ αυτής της ενώσεως. Αυτός είναι ο στόχος, ο προορισμός, η κατάληξη όλων αυτών των διαλόγων.
Ωστόσο, είναι λογικό, μέσα στο βάθος των αιώνων που βρεθήκαμε απομακρυσμένοι — και δυστυχώς πολλές φορές και σε αντίπαλα στρατόπεδα — να δημιουργήθηκαν θεολογικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία εξακολουθούν να μας κρατούν σε απόσταση.
Σαν μαλωμένα αδέλφια που έχουν χρόνια να μιλήσουν. Και στην κυριολεξία, διότι ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδέλφια, «κατά σάρκα», όπως λέμε εκκλησιαστικά. Αυτοί θεωρούνται ιδρυτές των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
Άρα είναι αδελφές Εκκλησίες.
Για ποιον λόγο ήταν επίκαιρο; Εγώ, έτσι από την αρχή, σκεπτόμουν ότι το πρώτο που ανεδείχθη σήμερα ως ιδιαίτερης σημασίας είναι το θέμα της συνοδικότητας. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν μία εξέλιξη της συνοδικής — όπως λέμε εμείς — φύσεως και ταυτότητας της Εκκλησίας, αλλά και προσθήκη ενός νέου τρόπου συνοδικής εργασίας: αυτού της Οικουμενικής Συνόδου.
Ήταν κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά και αυτό δημιούργησε τη δική του ιστορία στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Μερικοί λένε ότι η Οικουμενική Σύνοδος είναι «ο Πάπας της Ορθοδοξίας». Αυτό δεν ισχύει. Δεν έχουμε εμείς ανάγκη ενός τέτοιου θεσμού, γιατί η Οικουμενική Σύνοδος — παρόλο που οι δυτικοί φίλοι μας μάς αποκαλούν «Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων» — δεν είναι θεσμός μόνιμος, όπως υπήρχαν και υπάρχουν οι τοπικές σύνοδοι.
Είναι κάτι έκτακτο: ένα έκτακτο γεγονός. Και εμείς, βέβαια, θα το πούμε πιο θεολογικά: ένα χαρισματικό γεγονός. Διότι η Εκκλησία, απέναντι σε μια απειλή για τη ζωή της, αποφασίζει να συνέλθουν οι επίσκοποί της — οι οποίοι εκπροσωπούν τις τοπικές Εκκλησίες — και να απαντήσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ως Εκκλησία, σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση.
Συγκεκριμένα, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η μεγάλη πρόκληση που προκάλεσε αναταραχή, ανατροπές και κινδύνους ήταν αυτό που ονομάζουμε Αρειανισμό: η αίρεση του πρεσβυτέρου Αρείου, ο οποίος με τη διδασκαλία του δημιουργούσε τεράστια προβλήματα όχι μόνο στην Τριαδολογία — θεωρώντας τον Υιό, τον προαιώνιο Λόγο, κατώτερο από τον Πατέρα — αλλά και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί την ενανθρώπηση στην πληρότητά της, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στη σωτηριολογική διάσταση: δηλαδή, με τη διδασκαλία του, ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί.
Και αυτό ήταν που κινητοποίησε ιδιαίτερα τους επισκόπους. Αυτό που ο Μέγας Αθανάσιος — ο πραγματικά μέγας πρωταγωνιστής της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου — συνόψισε με την περίφημη φράση του:
«Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».
Η λέξη θέωση χρησιμοποιείται στη δική μας παράδοση με θεμελιώδη τρόπο. Σημαίνει ακριβώς τη σωτηρία του ανθρώπου, τη ζωή μας με τον Θεό και την αιώνια προοπτική μας. Αυτό ήταν η απάντηση της θεολογίας στην πρόκληση του Αρείου.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο αυτή. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους, είχε έναν πολύ σημαντικό σύμβουλο: τον Όσιο Κορδούης από την Ισπανία, και φαίνεται ότι τον επηρέασε.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Σύνοδος είχε αρχικά προγραμματιστεί να γίνει στην Άγκυρα — η οποία τότε είχε χάσει κάπως την αίγλη των αρχαίων χρόνων, αλλά ήταν ένα κέντρο που μπορούσε προφανώς να φιλοξενήσει ένα τέτοιο γεγονός — και μάλιστα αρχικά προβλεπόταν να συμμετάσχουν μόνο οι επίσκοποι της Ανατολής.
Τελικά, ο Όσιος Κορδούης έπεισε τον Κωνσταντίνο και προσκλήθηκαν και επίσκοποι από τη Δύση. Τελικά, μόνο πέντε συμμετείχαν, αλλά μετατέθηκε και ο τόπος: από την Άγκυρα — πιο κεντρικά στη Μικρά Ασία — στη Νίκαια, που είναι πιο κοντά στα παράλια, για να διευκολυνθούν στην πρόσβασή τους οι επίσκοποι από τη Δύση.
Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.
Εκεί, λοιπόν, τέθηκε — και τίθεται μέχρι σήμερα, άρα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο — το ερώτημα για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας: αν η Σύνοδος αυτή ήταν «αυτοκρατορική» ή αν ήταν εκκλησιαστική Σύνοδος.
Είναι πάρα πολύ σημαντικό ερώτημα. Διότι, μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο — και αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα γιατί δείχνουν πως η Εκκλησία στην ιστορία δεν πορεύεται παράλληλα «εκτός» των γεγονότων, αλλά είναι μπλεγμένη μέσα σε αυτά — συνέβη το εξής:
Μετά τη Σύνοδο, η πολιτεία ακολούθησε τη δική της πορεία, και η θεολογία αναγκάστηκε να αμυνθεί για το δόγμα της Νικαίας. Ενώ το δόγμα είχε διατυπωθεί, η πολιτική, για τους δικούς της λόγους, φάνηκε να προτιμά άλλες λύσεις.
Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου — δεν θέλω να επεκταθώ ούτε και στον ίδιο, διότι και εκείνος υπήρξε κάποια στιγμή αμφιταλαντευόμενος — συντάχθηκαν με τον Αρειανισμό. Υπάρχει και ο λεγόμενος «νεοαριανισμός», με διάφορες ομάδες (ομοιουσιανοί, ευνομιανοί κ.λπ.), που εξέφραζαν μια θεολογία όχι όμοια με τη θεολογία της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά πολιτικά βολική για τους διαδόχους.
Ο Όσιος Κορδούης πιέστηκε πάρα πολύ από τον Κωνστάντιο, σε μεγάλη ηλικία, να υπογράψει ένα αριανικό σύμβολο, και τελικά το υπέγραψε. Λίγο αργότερα πέθανε. Φαίνεται ότι μετανόησε πάντως, και η Εκκλησία μας τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων.
Έγραψε μια περίφημη επιστολή, η οποία για μένα είναι φοβερή διακήρυξη για τις σωστές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Εγώ ονομάζω αυτό — δεν είναι δικός μου όρος, βεβαίως — «συναλληλία». Και σήμερα μιλάμε για μια νέα συναλληλία Εκκλησίας και κοσμικού κράτους, κάτω από νέα δεδομένα.
Έγραψε, λοιπόν, περίπου το εξής: ότι σε εσάς ο Θεός έδωσε τη διοίκηση, σε εμάς έδωσε το δικαίωμα να θυμιάζουμε. Όπως είναι έγκλημα να ανακατευόμαστε εμείς στα της διοίκησης, έτσι και εσείς εγκληματείτε όταν θέλετε να κάνετε κουμάντο στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, στα εκκλησιαστικά πράγματα.
Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο έργο είναι μία Σύνοδος να προσληφθεί από τη συνείδηση της Εκκλησίας ως Οικουμενική. Και αυτή είναι η περίφημη αρχή της συνοδικότητας: κάτι δεμένο με τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι εύκολο στην πράξη.
Το ζήσαμε κι εμείς στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Φέτος γιορτάζουμε τα δέκα χρόνια από τη Σύνοδο. Τέσσερις Εκκλησίες δεν συμμετείχαν. Εγώ φανταζόμουν ότι θα μπορούσαν οι αποφάσεις της να προσληφθούν και από αυτές τις Εκκλησίες.
Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι οι αποφάσεις να προσληφθούν και να γίνουν κομμάτι της Εκκλησίας ακόμη και από τις δέκα Εκκλησίες που συμμετείχαν και υπέγραψαν. Και αυτό συνεχίζεται· θέλει χρόνο.
Φέτος, που συμπληρώνονται δέκα χρόνια, σίγουρα θα γίνουν διάφορα πράγματα. Και εμείς στο Πατριαρχείο προγραμματίζουμε πολλά.
Το ίδιο έγινε και με τις αποφάσεις της Νικαίας. Αν δεν ήταν ο Μέγας Αθανάσιος, ο αγώνας υπέρ της Νικαίας δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Και μετά — θα έλεγα — ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης· και ύστερα, βέβαια, ο Μέγας Θεοδόσιος και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έβαλε και την πολιτική «βούλα».
Αλλά τη νίκη την είχαν κερδίσει ήδη οι θεολόγοι.
— Με την αγωνιστικότητα αυτή, πραγματικά αγγίζει τα όρια του θαύματος. Δεν θαυματολογούμε· είναι μια υπέροχη ιστορία που δείχνει την αξία της θεολογίας. Και αυτό είναι το δεύτερο κομμάτι που θέλω να πω.
Νομίζω, για μένα, η Σύνοδος αυτή είναι ακριβώς απόδειξη του πόσο σημαντική είναι η θεολογία στην ιστορία της Εκκλησίας. Και σήμερα ισχύει το ίδιο.
Εμένα μου αρέσει να αποκαλώ τη θεολογία τον «χρυσό σιδηρούν βραχίονα» της Εκκλησίας. Εγώ αποκαλώ αυτό επίσης και «το πνεύμα της Νικαίας».
Η Νίκαια μας δίδαξε όχι μόνο με τη Σύνοδο — την πραγματοποίησή της και τον αγώνα που δόθηκε εκεί — διότι στην αρχή μαζεύτηκαν οι επίσκοποι και φαινόταν ότι οι Αρειανοί θα επικρατήσουν. Αλλά μέσα από τον αγώνα του Μεγάλου Αθανασίου, των άλλων Πατέρων, και κυρίως μέσα από τον αγώνα μετά τη Σύνοδο — που ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα κατά τη διάρκεια της Συνόδου — αποκαλύφθηκε ακριβώς η δύναμη της θεολογίας.
Και αυτό φαίνεται στο γεγονός της «χρήσης» — αυτό για μένα είναι εντυπωσιακό — και είναι εντυπωσιακό σε όλες τις θεολογικές προσεγγίσεις του θέματος.
Πώς χρησιμοποιούν οι θεολόγοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, στο Σύμβολο που ξεκινά με την ωραία λέξη «Πιστεύομεν» (σήμερα λέμε «Πιστεύω») — το λεγόμενο Νικαίο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο, στη μορφή που ολοκληρώνεται το 381 — πώς, λοιπόν, ομολογώντας πίστη στον Χριστό ως Σωτήρα μας, τον αποκαλούν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», τον προαιώνιο Λόγο που σαρκώνεται για τη σωτηρία μας.
Χρησιμοποιούν επίσης τη φράση «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός». Δηλαδή εισάγουν στο εκκλησιαστικό Σύμβολο μία έννοια η οποία είναι «άγραφη», όπως λέμε: δεν χρησιμοποιείται, δεν συναντάται στη Βίβλο.
Και είναι, επιπλέον, μία έννοια φιλοσοφικά βεβαρημένη. Αυτό, για μένα, είναι συγκλονιστικό.
Δεν είναι μόνο η ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται — και αναδεικνύεται όλη η δύναμή της· τώρα μάλιστα θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, νομίζω στις 9 Φεβρουαρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Δεν είναι μόνο η γλώσσα. Είναι ότι οι Πατέρες γνωρίζουν και τη φιλοσοφική διάσταση, το φιλοσοφικό περιεχόμενο των όρων «ουσία» και «ομοούσιος».
Και ποιο είναι το πολύ ενδιαφέρον; Ότι δεν είναι μόνο η «φιλοσοφία του όρου». Στην πλατωνική παράδοση, στον Πλωτίνο και στον Πορφύριο, ο όρος χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την έννοια της απορροής: πώς «γεννιούνται» από το «Έν» τα άλλα επίπεδα των οντοτήτων κατά ανάγκην — όχι ελεύθερα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σχέση των τριαδικών Προσώπων.
Από την άλλη, δύο παλαιότερες αιρετικές κατευθύνσεις, του Παύλου Σαμοσατέως και του Σαβελλίου, είχαν επίσης λανθασμένη τριαδολογία: ο μεν Παύλος Σαμοσατεύς υπέτασσε, κατά κάποιον τρόπο, τον Υιό, ενώ ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι τα τρία Πρόσωπα της Θεότητος δεν είναι Πρόσωπα, αλλά «προσωπεία», που εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους στην Παλαιά Διαθήκη, στην οικονομία και στη ζωή της Εκκλησίας.
Οι Πατέρες τα γνώριζαν όλα αυτά. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποίησαν τον όρο. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο.
Και δείχνει κάτι που μπορεί κανείς να το δει με καχυποψία και να πει: «εδώ μπαίνει η φιλοσοφία στη θεολογία, και ό,τι θα ακολουθήσει ίσως δεν είναι τόσο θετικό».
Το είπε αυτό ένας μεγάλος ιστορικός και θεολόγος, ο Άντολφ φον Χάρνακ, ο οποίος υποστήριξε ότι επήλθε — όχι από τη Νίκαια μόνο, αλλά και στη συνέχεια, με τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων του 4ου και 5ου αιώνα — ένας «εξελληνισμός του χριστιανισμού»: ότι, δηλαδή, μπαίνει η ελληνική γλώσσα — η φιλοσοφική γλώσσα — στη θεολογία και στη ζωή της Εκκλησίας, και έτσι το βιβλικό Ευαγγέλιο χάνει την αυθεντικότητά του και μετατρέπεται σε μια ελληνιστική θεωρία. Ότι, με άλλα λόγια, ο «Θεός των φιλοσόφων» υποκαθιστά τον «Θεό των Πατέρων».
Σε αυτό, βέβαια, απάντησαν μεγάλοι θεολόγοι. Θα σας θυμίσω τον Φλωρόφσκι και τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), οι οποίοι αρνήθηκαν ότι ο Χάρνακ έχει δίκαιο με τον όρο «εξελληνισμός του χριστιανισμού», και πρότειναν — ο Φλωρόφσκι πρώτος και μετά ο Περγάμου — τον όρο «εκχριστιανισμός του ελληνισμού».
Δηλαδή: ότι η χριστιανική εμπειρία κατορθώνει να βρει έκφραση με την υπέροχη ελληνική γλώσσα, χωρίς να αλλοιωθεί το μήνυμα και η αλήθεια της εμπειρίας. Αυτό, λέει, είναι θαύμα.
— Τώρα, να πάμε στις προσκλήσεις. Ποια ήταν η λογική; Ποιοι θεσμοί, ποιες Εκκλησίες θεωρήσατε κρίσιμο να κληθούν;
— Ήταν — όπως καταλαβαίνετε — από τα ζητήματα που μας απασχόλησαν εξ αρχής: πόσο διευρυμένη θα είναι η σύνθεση αυτού του κοινού προσκυνήματος.
Αρχικά, η σκέψη ήταν να είναι μόνο ο Πάπας και ο Πατριάρχης, γιατί η αρχική πρόταση αφορούσε τους δύο: τον Πάπα Φραγκίσκο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πάπα Φραγκίσκου, ο νέος Πάπας έθεσε τη σκέψη διεύρυνσης του σχήματος, ώστε να προσλάβει οικουμενικό χαρακτήρα. Ο Παναγιώτατος το αποδέχθηκε.
Οπότε, η κοινή επιτροπή εργάστηκε έχοντας ως δεδομένη την απόφαση αυτή των δύο προκαθημένων και καταλήξαμε σε ένα σχήμα στο οποίο εκπροσωπείται η κάθε χριστιανική Εκκλησία και ομολογία: είτε από τον προκαθήμενό της (εφόσον υπάρχει — διότι κάποιες ομολογίες δεν έχουν προκαθήμενο), είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου δεν κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως, από αντιπρόσωπο.
Έτσι φτάσαμε στο σχήμα που είδατε: μετείχαν προκαθήμενοι και εκπρόσωποι, ένας από κάθε Εκκλησία ή ομολογία.
— Τώρα, αναγκαστικά, περνάμε στο δυσκολότερο κομμάτι: στις απουσίες. Υπήρξαν Εκκλησίες ή θεσμικοί εκπρόσωποι που προσκλήθηκαν αλλά δεν παρέστησαν. Και θέλω να σας ρωτήσω το εξής: όταν μια Εκκλησία απουσιάζει από μια συνάντηση τέτοιου συμβολισμού, τι σημαίνει αυτό εκκλησιαστικά — και τι σημαίνει πρακτικά;
— Φαντάζομαι ότι θα αναφέρεστε στη μη αυτοπρόσωπη συμμετοχή των Μακαριωτάτων Πατριαρχών Αντιοχείας Ιωάννου και Ιεροσολύμων Θεοφίλου.
— Πολύ σωστά.
— Να πούμε ότι προσκλήθηκαν αμφότεροι. Ο Παναγιώτατος το έθεσε αυτό εξ αρχής: ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσκαλέσει, από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών, τους προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.
Ήταν μία απόφαση την οποία σεβάστηκε απόλυτα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δεν έθεσε ούτε περιορισμούς ούτε οποιαδήποτε αντίρρηση.
Απεστάλησαν οι προσκλήσεις και, μάλιστα, η πρόθεσή μας ήταν να τις επιδώσουμε αυτοπροσώπως. Συνόδευσα τον Γέροντα Χαλκηδόνος στον Λίβανο, για να επιδώσουμε την πρόσκληση αυτοπροσώπως στον Πατριάρχη Αντιοχείας.
Στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δεν κατέστη δυνατό, διότι υπήρχε η έντονη πολεμική κατάσταση εκείνη την περίοδο και ήταν για μας αδύνατο να μεταβούμε αυτοπροσώπως.
Στον δε Πατριάρχη Αλεξανδρείας η πρόσκληση επιδόθηκε μέσω του εκπροσώπου του στην Αθήνα.
Με τα δεδομένα που είχαμε μετά την αποστολή των προσκλήσεων, υπήρξε άμεση αποδοχή από μέρους του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, θετική ανταπόκριση από μέρους του Πατριάρχου Αντιοχείας, και αναμονή, από μέρους μας, της απάντησης του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
Γι’ αυτό και ο Παναγιώτατος, όταν επισκέφθηκε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη — με αφορμή την εορτή του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που είναι προστάτης Άγιος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων — απηύθυνε εκ νέου δημόσια πρόσκληση προς τον αδελφό του Πατριάρχη Θεόφιλο να παραστεί.
Και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε απόντα από αυτήν τη συνάντηση τον διάδοχο του Ιακώβου του Αδελφοθέου.
— Καταλαβαίνει κανείς τη βαρύτητα. Και ακριβώς, δυστυχώς, παραμονές της επισκέψεως πληροφορηθήκαμε ότι δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη παρουσία και συμμετοχή του Μακαριωτάτου. Πώς ερμηνεύονται τέτοιες απαντήσεις, τέτοιες στιγμές που έρχονται την τελευταία στιγμή;
— Κοιτάξτε, είναι λογικό απρόοπτα να συμβαίνουν πάντοτε, και αυτό είναι κατανοητό. Άλλωστε ούτε ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως και έστειλε κι εκείνος αντιπρόσωπο, παρά το ότι — όπως σας είπα — αρχικά τα δεδομένα που είχαμε ήταν ότι ο ίδιος θα παρίστατο.
Από εκεί και πέρα, οι στιγμές είναι ιστορικές, και οι παρουσίες και οι απουσίες καταγράφονται, όπως καταγράφηκαν και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 2016.
Οι Εκκλησίες, πάντως, ήταν παρούσες: διότι, όπως σας είπα, και η Εκκλησία Αντιοχείας έστειλε εκπρόσωπο, και η Εκκλησία Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκε. Δεν παρέστησαν οι προκαθήμενοί τους.
Θα ήταν πραγματικά μία μοναδική στιγμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο οι προκαθήμενοι των πέντε πρεσβυγενών θρόνων — αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται Πενταρχία: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Αυτή ήταν — να το πούμε έτσι — και η κεντρική ιδέα πίσω από την πρόσκληση.
— Πρόσκληση προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνθηκε; Ή το θεωρείτε «κλειστό» θέμα, λόγω της διακοπής των σχέσεων το 2018, μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο;
— Όπως εξήγησα, η απόφαση εξ αρχής ήταν να περιοριστούν οι προσκλήσεις από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών μόνο στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία. Η Εκκλησία της Ρωσίας, το Πατριαρχείο Μόσχας, και τα υπόλοιπα Πατριαρχεία είναι νεότερα Πατριαρχεία ιστορικά και θεσμικά. Συνεπώς, εξ αρχής δεν πληρούσαν το κριτήριο που ετέθη — ανεξάρτητα από τη συγκυρία.
— Υπήρξαν, φυσικά, και επικριτές αυτής της συνάντησης από την ορθόδοξη πλευρά. Μιλούν για «ένωση χωρίς επίλυση διαφορών», για «δογματικό συμβιβασμό», για «πολιτική εργαλειοποίηση» του διαλόγου. Ποια είναι, όμως, η ουσιαστική απάντηση του Πατριαρχείου σε αυτές τις επισημάνσεις;
— Ούτε καμία ένωση συνετελέσθη ούτε καμία εργαλειοποίηση. Αντιθέτως, εδόθη κοινή μαρτυρία του χριστιανισμού σε έναν κόσμο που μαστίζεται από διαιρέσεις, εντάσεις και έριδες.
Αυτό ήταν πραγματικά ένα μήνυμα ελπίδας.
Και θέλω να τονίσω: παρά τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν — και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν «μπήκαν κάτω από το χαλί», αν μου επιτρέπετε την έκφραση — ούτε παραθεωρήθηκαν. Ο διάλογος συνεχίζεται: και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με τους Λουθηρανούς, και με τους Μεθοδιστές.
Δεν σημαίνει ότι οι διαφορές μας εξαλείφθηκαν. Αλλά οι διαφορές αυτές δεν είναι «τοίχοι» που υψώνονται και μας κρατούν τον έναν απομονωμένο από τον άλλον. Αντιθέτως: όταν οι στιγμές το καλούν — και η επέτειος αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή — μπορούμε, και το αποδείξαμε, να εμφανιζόμαστε μετέχοντας σε κάτι από κοινού.
Διότι η παρακαταθήκη της Νικαίας — αν μου επιτρέπετε — είναι κοινή παρακαταθήκη: δεν είναι μόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι και των υπολοίπων Εκκλησιών και Ομολογιών εξίσου.
— Όλα αυτά καταλήγουν στο τι σημαίνει «πλήρης κοινωνία». Στην κοινή δήλωση γίνεται λόγος για πορεία προς πλήρη κοινωνία. Για τον μέσο άνθρωπο αυτό ακούγεται πολύ ωραίο. Για την Εκκλησία, όμως, είναι βαριά λέξη, διότι μπαίνει αναπόφευκτα το θέμα της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας. Και θέλω να ξέρω: τι θα θεωρούσε η Ορθοδοξία ως θεμιτό πλαίσιο πρωτείου, χωρίς να αλλοιώνεται η συνοδικότητα;
— Ευχαριστώ πολύ για την ερώτησή σας, η οποία βρίσκεται στην καρδιά ενός ζητήματος που επί αιώνες δίχασε τις Εκκλησίες μας και, δυστυχώς, θα έλεγα, συνεχίζει να διχάζει — με άλλη μορφή — την Ορθοδοξία και στο εσωτερικό της. Οπότε έχει πολύ μεγάλη σημασία το πώς βλέπουμε το ζήτημα.
Και για τη σχέση Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πρώτα, πριν περάσουμε στο ενδοορθόδοξο.
Φαντάζομαι αναφέρεστε στην κοινή δήλωση που υπέγραψαν ο Πάπας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Φανάρι.
Να πούμε ότι είναι παράδοση: κάθε φορά που ένας νέος Πάπας επισκέπτεται την έδρα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, να υπογράφεται μια τέτοια κοινή δήλωση. Η δήλωση αυτή, πέρα από τον διακηρυκτικό χαρακτήρα της, έχει και ουσία, διότι τα θέματα που περιλαμβάνει είναι τρέχοντα ζητήματα που απασχολούν τον διάλογο των δύο Εκκλησιών. Κάθε φορά είναι διαφορετικά ή αποτελούν εξέλιξη θεμάτων των οποίων παρακολουθούμε την πορεία.
Αυτό είναι, θα έλεγα, αμφίδρομο. Δεν το βιώνει μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· το βιώνουμε κι εμείς.
Ως προς το πρωτείο, αυτό που έχω καταλάβει είναι το εξής: εμείς έχουμε δυσκολία όταν φτάνουμε στο επίπεδο της παγκόσμιας κλίμακας. Βλέπουμε το πρωτείο στο τοπικό επίπεδο — στον Επίσκοπο της Επισκοπής του — το βλέπουμε στο περιφερειακό επίπεδο — στο επίπεδο μιας αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Όταν όμως φτάνουμε να δούμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε σχέση με τους άλλους Ορθοδόξους προκαθημένους, σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει αδυναμία ή απροθυμία να το αποδεχθούν.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε ξεκάθαρα, υπάρχουν δύο–τρία σοβαρά ζητήματα — σοβαρές διαφορές — που μας κρατούν χωρισμένους όλους αυτούς τους αιώνες.
— Πόσες από αυτές τις διαφορές θεωρείτε ότι είναι διαχειρίσιμες — τις οποίες έχουμε αγγίξει τα τελευταία χρόνια και προσπαθούμε να βρούμε σημεία σύγκλισης — και πόσες είναι μη διαχειρίσιμες «εις τους αιώνας των αιώνων»; Εύχομαι όχι, αμήν…
— Σε κάθε ακολουθία στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσευχόμαστε υπέρ της «των πάντων ενώσεως». Άρα η Εκκλησία δέεται υπέρ αυτής της ενώσεως. Αυτός είναι ο στόχος, ο προορισμός, η κατάληξη όλων αυτών των διαλόγων.
Ωστόσο, είναι λογικό, μέσα στο βάθος των αιώνων που βρεθήκαμε απομακρυσμένοι — και δυστυχώς πολλές φορές και σε αντίπαλα στρατόπεδα — να δημιουργήθηκαν θεολογικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία εξακολουθούν να μας κρατούν σε απόσταση.
Σαν μαλωμένα αδέλφια που έχουν χρόνια να μιλήσουν. Και στην κυριολεξία, διότι ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδέλφια, «κατά σάρκα», όπως λέμε εκκλησιαστικά. Αυτοί θεωρούνται ιδρυτές των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
Άρα είναι αδελφές Εκκλησίες.
ΜΗΠΩΣ ΕΛΛΟΓΙΜΟΤΑΤΕ ΣΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Ο ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ; ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΡΗΓΜΑ ΜΕΓΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ.

