Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Ματθαίος 19, 16–26. Περικοπή 79.

Φανταστείτε ότι ένα μεγάλο και περήφανο πλοίο συντρίβεται στα βαθιά της θάλασσας και αρχίζει να βυθίζεται. Τι συμβαίνει με τους επιβάτες;

Ο ένας αρπάζεται από μια σανίδα και κρατιέται από τη σανίδα. Ο άλλος πιάνεται από ένα βαρέλι και κρατιέται από το βαρέλι. Ένας τρίτος καταφέρνει να δέσει ασκούς γύρω από τον λαιμό του και κολυμπά μαζί με τους ασκούς. Ένας τέταρτος πέφτει στο νερό χωρίς τίποτε και κολυμπά. Ένας πέμπτος κατεβάζει μια βάρκα από το πλοίο, κάθεται μέσα στη βάρκα και, αντί να βιαστεί να κωπηλατήσει, βιάζεται να αρπάξει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά από το πλοίο που βυθίζεται και να τα μεταφέρει στη βάρκα.

Ποιος από αυτούς βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο; Δηλαδή: ποιος από αυτούς θα χαθεί με τον πιο επαίσχυντο τρόπο — αφού όλοι είναι αναγκασμένοι να χαθούν; Με τον πιο επαίσχυντο τρόπο θα χαθεί εκείνος που φαίνεται να βρίσκεται στην ασφαλέστερη θέση — εκείνος που είναι μέσα στη βάρκα, μένει δίπλα στο πλοίο που βυθίζεται και μεταφέρει αγαθά από το πλοίο στη βάρκα. Αληθινά, αυτός βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Πρώτα θα φορτώσει στη βάρκα του μερικά σακιά αλεύρι. Έπειτα, βλέποντας κιβώτια με φιάλες κρασί και ρακί, θα αρχίσει να τα μεταφέρει κι αυτά στη βάρκα. Κατόπιν θα αρχίσει να αρπάζει και να σέρνει ρούχα, χαλιά, λινά, υφάσματα — «θα μου χρειαστούν για ρούχα και για στρώμα!» Έπειτα, κοιτάζοντας γύρω και βλέποντας ασημένια σκεύη και επιχρυσωμένα κηροπήγια, θα πάρει κι αυτά.

Αλλά να, υπάρχουν και βαρέλια με λάδι, παστό κρέας και ψάρια, ρύζι και διάφορα άλλα τρόφιμα — «και αυτά θα μου χρειαστούν· πώς θα τα καταφέρω χωρίς αυτά;» Κατόπιν θα δει κουτιά και σάκους με χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Αυτά ασφαλώς πρέπει να τα μεταφέρει στη βάρκα. Αλλά γιατί να αφήσει τις καλές καρέκλες, τα στιλβωμένα τραπέζια, τους βελούδινους καναπέδες, αφού μπορεί να μεταφέρει κι αυτά; Και τα μεταφέρει.

Η βάρκα όμως γεμίζει ολοένα περισσότερο και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στο νερό. Έπειτα θυμάται: θα του χρειαστούν για καύσιμα πετρέλαιο και κάρβουνο. Μεταφέρει κι αυτά. Και να, υπάρχουν ντουλάπες με πολλά θαυμάσια βιβλία! Θα του χρειαστούν στη βάρκα για να διαβάζει και να περνά την ώρα του ώσπου να φθάσει στην ακτή. Τα μεταφέρει κι αυτά. Υπάρχουν επίσης πιάνα, βιολιά, δοξάρια και φλογέρες. Και με αυτά περνάει κανείς την ώρα του. Τα μεταφέρει κι αυτά. Και η βάρκα γεμίζει όλο και περισσότερο και βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο νερό.

«Αρκετά», λέει, και κάθεται στη βάρκα. Ύστερα όμως σκέφτεται ότι υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει μεταφέρει. Ξανανεβαίνει λοιπόν στο πλοίο και μεταφέρει κι άλλα. Πάλι λέει στον εαυτό του: «Αρκετά», και κάθεται στη βάρκα. Αλλά η άσβεστη επιθυμία για πράγματα τον παρακινεί ξανά να μεταφέρει ακόμη περισσότερα από το πλοίο στη βάρκα.

Τελικά το πλοίο βυθίζεται κάτω από το νερό και εκείνος απομακρύνεται λυπημένος επειδή δεν πρόλαβε να φορτώσει ακόμη περισσότερα. Αρχίζει τώρα να κωπηλατεί αργά προς την ακτή. Το νερό όμως έχει ήδη φθάσει μέχρι την άκρη της βάρκας. Αν κάποιος από εκείνους που βρίσκονται στη μεγαλύτερη δυστυχία επιχειρήσει να ανέβει στη βάρκα, ο άνθρωπος της βάρκας θα προτιμήσει να τον σκοτώσει παρά να τον δεχθεί κοντά του. Κι έτσι, έχοντας υπερφορτώσει τη βάρκα του με πράγματα, υπερφορτώνει και την ψυχή του με έγκλημα.

Ξαφνικά φυσά ο άνεμος και υψώνονται κύματα. Αρχίζει να παλεύει με το νερό· αρχίζει να βγάζει το νερό από τη βάρκα. Όταν όμως βλέπει ότι αυτό δεν βοηθά, αρχίζει με λύπη να ρίχνει στη θάλασσα πρώτα τα φθηνότερα αντικείμενα και ύστερα ολοένα ακριβότερα. Αλλά έχει ήδη εξαντληθεί φορτώνοντας τόσα πράγματα και δεν έχει πλέον δύναμη να τα σηκώνει ξανά και να τα πετά στη θάλασσα. Τελικά το νερό νικά· η υπερφορτωμένη βάρκα βυθίζεται — και μαζί της κι εκείνος.

Τέτοια είναι η ζωή και το τέλος των άπληστων πλουσίων πάνω στη θάλασσα αυτής της επίγειας ζωής. Πριν απ’ όλα, ζουν με την ψευδή πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος είναι ένα συντριμμένο πλοίο, χωρίς κυβερνήτη, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πηδαλιούχο — ένα εγκαταλελειμμένο σκάφος που βυθίζεται και χάνεται, και από το οποίο ωφελούνται μόνο εκείνοι που κατορθώνουν να αρπάξουν όσο το δυνατόν περισσότερα και να τα μεταφέρουν στη δική τους βάρκα.

Αλλά μέσα σε αυτή την άπληστη αρπαγή και λεηλασία του πλοίου της ζωής εμφανίστηκε ο Κυβερνήτης του Πλοίου, ο οποίος έβαλε το χέρι Του πάνω στο πλοίο ως πάνω στη δική Του ιδιοκτησία και είπε ότι το πλοίο δεν βυθίζεται, αλλά μόνον έτσι φαίνεται στους άπειρους και κοντόφθαλμους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκονται πάνω στο πλοίο για λίγο μόνο χρόνο. Εκείνος ταξιδεύει μαζί με το πλοίο από την ίδια του την αρχή, μεταφέροντας τους επιβάτες· οι επιβάτες αλλάζουν, Εκείνος όμως παραμένει κρυμμένος και κυβερνά το πλοίο. Εκείνος γνωρίζει από πού ξεκίνησε το πλοίο και πού πηγαίνει· γνωρίζει τον δρόμο και δεν φοβάται τη θάλασσα.

Αυτός ο Κυβερνήτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.


Ήρεμα αλλά αποφασιστικά κατεβαίνει πάνω στα κύματα και απλώνει το χέρι Του προς εκείνους που πνίγονται. Και όσοι δεν έχουν τίποτε στα χέρια τους, αλλά κολυμπούν με γυμνά χέρια, αυτοί πρώτοι ανταποκρίνονται και αρπάζονται από το σωτήριο χέρι Του. Εκείνοι όμως που έχουν φορτώσει τη βάρκα τους μέχρι πάνω και την έχουν παραγεμίσει, δυσκολεύονται περισσότερο από όλους να ανταποκριθούν, επειδή φοβούνται ότι, αν εγκαταλείψουν τη βάρκα τους και βαδίσουν προς Αυτόν πάνω στα κύματα με άδεια χέρια, θα βυθιστούν και αυτοί και Εκείνος. Δεν πιστεύουν σε Αυτόν· εμπιστεύονται περισσότερο τη βάρκα τους.

Βλέποντας αυτούς και διαβάζοντας τη θλιβερή ψυχή τους και την ακόμη θλιβερότερη πίστη τους στα νεκρά πράγματα, ο Κύριος Ιησούς στράφηκε προς εκείνους που σώθηκαν και είπε:

«Αληθινά σας λέγω ότι δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών».


Τέτοιες περιπτώσεις ο Κύριος τις είχε παρατηρήσει πολλές φορές, είχε δείξει πολλές από αυτές και είχε αντλήσει από αυτές διδάγματα για τους δικούς Του. Και το σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφει μία τέτοια περίπτωση.

«Καὶ ἰδού, ένας άνθρωπος πλησίασε [τον Ιησού] και Του είπε: Διδάσκαλε αγαθέ, ποιο καλό πρέπει να κάνω για να έχω αιώνια ζωή;»

Οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος μιλούν για αυτόν τον άνθρωπο ως για έναν πλούσιο νέο, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος, ενώ ο ευαγγελιστής Λουκάς τον αποκαλεί επιπλέον και άρχοντα: «κάποιος άρχοντας».

Αυτό συνέβη σε έναν δρόμο της Ιουδαίας, ύστερα από το ένδοξο περιστατικό με τα παιδιά, όταν ο Κύριος είχε προστάξει τους μαθητές: «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν προς Εμένα· διότι σε τέτοιους ανήκει η βασιλεία του Θεού»· όταν είχε ακόμη πει ότι όποιος δεν δεχθεί τη Βασιλεία με παιδική πίστη και χαρά, δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία· και όταν είχε αγκαλιάσει τα παιδιά και τα είχε ευλογήσει.

Αφού έτσι ανέδειξε τα αθώα παιδιά ως πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ο Κύριος βγήκε στον δρόμο· και εκεί έτρεξε προς Αυτόν εκείνος ο νέος και πλούσιος άρχοντας και, πέφτοντας στα γόνατα, Τον ρώτησε όσα ήδη αναφέραμε.

Ο τρόπος με τον οποίο πλησίασε τον Χριστό είναι άξιος κάθε επαίνου, όπως ακριβώς είναι αξιολύπητος ο τρόπος με τον οποίο απομακρύνθηκε από τον Χριστό. Τρέχει προς τον Χριστό· πέφτει στα γόνατα μπροστά Του· ζητά από Αυτόν συμβουλή για το μεγαλύτερο ζήτημα στον κόσμο — για την αιώνια ζωή και για την προϋπόθεση της αποκτήσεώς της. Ήρθε με ειλικρινή πρόθεση και όχι όπως οι γραμματείς, οι οποίοι έρχονταν μόνο για να πειράξουν τον Κύριο. Ένιωθε μια πείνα και μια φτώχεια της ψυχής, παρ’ όλο τον εξωτερικό του πλούτο.

«Διδάσκαλε αγαθέ!» Έτσι προσφωνεί ο νέος τον Κύριο. Από αυτόν, ακόμη και αυτό είναι πολύ. Εκείνος που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του σε μια φυλακή με το φως των κεριών, πόσο πολύ σφάλλει άραγε όταν, βλέποντας για πρώτη φορά τον ήλιο, ονομάζει τον ήλιο κερί;

«Ποιο καλό να κάνω;» Με αυτό το ερώτημα ασφαλώς σκέφτεται την περιουσία του, όπως συμβαίνει συνήθως με τους πλουσίους, οι οποίοι δεν μπορούν να διαχωρίσουν το πρόσωπό τους από την περιουσία τους ούτε να σκεφτούν τον εαυτό τους χωρίς συγχρόνως να σκέφτονται την περιουσία τους. Τι θα μπορούσα εγώ να κάνω — ποιο καλό έργο — με τον πλούτο μου, ώστε να έχω αιώνια ζωή; Χωρίς να γνωρίζει πλήρως με ποιον συνομιλεί, γνωρίζει ελάχιστα και τι ακριβώς λέει. Θα χαιρόταν να ακούσει από τον Διδάσκαλο μια συμβουλή για το πώς θα μπορούσε, μέσω της περιουσίας του, να αποκτήσει εκείνο που ολόκληρος ο κόσμος δεν μπορεί να εξαγοράσει, δηλαδή την αιώνια ζωή.

«Και ο Ιησούς του είπε: Γιατί Με ονομάζεις αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός».


Ο Ιησούς, ο γνώστης των καρδιών, εισχωρεί στις σκέψεις του νέου και τις διαβάζει σαν από βιβλίο. Ο Κύριος βλέπει ότι ο νέος δεν Τον γνωρίζει και ότι Τον θεωρεί απλώς έναν καλό άνθρωπο και καλό διδάσκαλο· γι’ αυτό, με αυτά τα λόγια, θέλει να τον αφυπνίσει σε βαθύτερο στοχασμό.

Αν Εγώ είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, γιατί Με αποκαλείς αγαθό; Αν όμως γνωρίζεις ποιος είμαι, γιατί δεν το λες καθαρά, αλλά Με αποκαλείς απλώς Διδάσκαλο;

Μόνον ένας είναι αγαθός με την πλήρη και τέλεια σημασία: ο Θεός. Οι αγαθοί άνθρωποι μπορούν να ονομαστούν αγαθοί μόνο σε σύγκριση με τους ανθρώπους που δεν είναι αγαθοί. Κανείς όμως δεν μπορεί να ονομαστεί αγαθός σε σύγκριση με τον Θεό. Μόνον ο Θεός, λοιπόν, είναι ο μόνος αληθινά αγαθός.

Ο Κύριος Ιησούς δεν θέλει επομένως να επιπλήξει τον νέο επειδή Τον αποκαλεί αγαθό, αλλά επειδή Τον θεωρεί έναν συνηθισμένο θνητό άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά Τον ονομάζει αγαθό. Δεν θέλει ο Κύριος με αυτά να πει: «Εγώ δεν είμαι αγαθός», αλλά: «Εγώ δεν είμαι ένας συνηθισμένος θνητός άνθρωπος. Εγώ είμαι Εκείνος για τον οποίο μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι είναι αγαθός».

Ύστερα από αυτή την εισαγωγική διευκρίνιση, ο Κύριος αρχίζει να απαντά στην ερώτηση του νέου πλουσίου:
«Αν θέλεις να εισέλθεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές».
Του λέει ο νέος: «Ποιες;»
Και ο Ιησούς είπε:
«Μη φονεύσεις· μη μοιχεύσεις· μην κλέψεις· μη ψευδομαρτυρήσεις· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου· και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη ζωή.

Ο πλούσιος όμως δεν είχε ρωτήσει απλώς πώς να εισέλθει στη ζωή, αλλά πώς να έχει τη ζωή, να αποκτήσει τη ζωή ή να κληρονομήσει τη ζωή. Όπως έδειξε άγνοια ως προς την αναγνώριση του προσώπου του Κυρίου Ιησού, έτσι έδειξε την ίδια άγνοια και ως προς την αιώνια ζωή. Και όπως ο Κύριος τον διόρθωσε εκεί, έτσι τον διορθώνει και εδώ.

Η αιώνια ζωή έχει τις βαθμίδες της: σε μία βαθμίδα βρίσκονται εκείνοι που απλώς σώθηκαν, ενώ σε άλλη βρίσκονται εκείνοι που είναι τέλειοι. Οι Απόστολοι θα καθίσουν σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις φυλές του Ισραήλ, ενώ οι υπόλοιποι σωσμένοι ούτε θα καθίσουν σε θρόνους ούτε θα κρίνουν κανέναν, μολονότι τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι θα βρίσκονται στην αιώνια ζωή.

«Δεν γνωρίζετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο;» ρωτά ο Απόστολος Παύλος τους Κορινθίους (Α΄ Κορ. 6, 2–3). Και μάλιστα θα κρίνουν όχι μόνο τα πράγματα αυτού του κόσμου αλλά και αγγέλους. Όμως δεν θα κρίνουν όλοι οι σωσμένοι, αλλά μόνο οι άγιοι του Θεού, οι τέλειοι.

Η Πανάχραντη και Παναγία Θεοτόκος είναι τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ· οι Απόστολοι προηγούνται όλων των αγίων, οι άγιοι προηγούνται των άλλων ευαρεστησάντων στον Θεό, και οι λοιποί ευαρεστήσαντες προηγούνται των απλών σωσμένων.

Τέλειοι είναι εκείνοι οι οποίοι, εκτός από τον εαυτό τους, έσωσαν και πολλούς άλλους με τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου Ιησού· ενώ σωσμένοι είναι και εκείνοι που μόλις και μετά βίας κατόρθωσαν να σώσουν τον εαυτό τους.

«
Πολλές μονές υπάρχουν στην οικία του Πατέρα Μου», είπε ο ίδιος ο Κύριος (Ιω. 14, 2). Αν δεν ήταν έτσι, θα το είχε άραγε πει;
Αυτό λέει και τώρα, μόνο με διαφορετικό τρόπο. Στη Βασιλεία δεν είναι όλοι ίσοι: άλλη είναι η δόξα εκείνων που απλώς εισήλθαν στη Βασιλεία και άλλη η δόξα εκείνων που είναι τέλειοι μέσα στη Βασιλεία.
Αλλά ας επιστρέψουμε πρώτα στις προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία, και αργότερα θα ακούσουμε, πάλι από το στόμα της Αλήθειας, ποιες είναι οι προϋποθέσεις της τελειότητας.
Ποιες είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία ή στην αιώνια ζωή;
Να τηρούνται οι εντολές.
Ποιες εντολές;


Όλες· πρώτα εκείνες που απαγορεύουν την τέλεση του κακού και ύστερα εκείνες που προστάζουν την τέλεση του αγαθού, σύμφωνα με τον προφητικό λόγο:

«Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33, 15).

Πρέπει λοιπόν πρώτα να απομακρύνει κανείς τον εαυτό του από το κακό και το κακό από τον εαυτό του, και μόνο τότε να καταστεί ικανός για την τέλεση του αγαθού. Γι’ αυτό και ο Κύριος προβάλλει πρώτα τις αρνητικές εντολές και ύστερα τις θετικές, και όχι με τη σειρά με την οποία είχαν δοθεί μέσω του Μωυσή.

«Μη φονεύσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις» — αυτές είναι οι αρνητικές εντολές, που σημαίνουν απομάκρυνση από το κακό· ενώ «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» και «αγάπα τον πλησίον σου» — αυτές είναι οι θετικές εντολές, που σημαίνουν την τέλεση του αγαθού. Αν δεν εκπληρωθούν οι πρώτες, δεν μπορούν να εκπληρωθούν οι δεύτερες. Εκείνος που είναι ικανός να σκοτώσει τον πλησίον του δεν είναι ικανός να αγαπήσει τον πλησίον του. Και εκείνος που μοιχεύει δεν γνωρίζει τι είναι αγάπη.

Αναφέροντας αυτές τις έξι εντολές, ο Κύριος δεν είχε σκοπό να απαριθμήσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές, αλλά μόνο ορισμένες από τις σημαντικότερες. Και ότι έτσι είναι, φαίνεται πρώτα απ’ όλα από το ότι ο Κύριος παραλείπει ακριβώς τη σπουδαιότερη από όλες τις εντολές — την αγάπη προς τον Θεό. Αργότερα θα εξηγήσουμε γιατί παραλείπει αυτή την εντολή σκόπιμα. Δεύτερον, αυτό φαίνεται και από τις διηγήσεις των άλλων δύο Ευαγγελιστών, του Μάρκου και του Λουκά, οι οποίοι δεν παραθέτουν ούτε καν και τις έξι εντολές που αναφέρονται στον Ματθαίο. Ούτε ο Μάρκος ούτε ο Λουκάς αναφέρουν, για παράδειγμα, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο Μάρκος, μάλιστα, προσθέτει στις αρνητικές εντολές μία ακόμη γενική: «Μην αδικήσεις κανέναν».

Οι Ευαγγελιστές λοιπόν συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον σε όλα αυτά, χωρίς καθόλου να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ένα πράγμα, πάντως, είναι σαφές από όλα όσα διηγούνται οι Ευαγγελιστές: ο Κύριος δεν είχε πρόθεση να τονίσει αποκλειστικά τις πέντε ή έξι εντολές που αναφέρθηκαν, αλλά μέσω αυτών να υπενθυμίσει στον νέο ολόκληρο τον παλαιό Νόμο.

Το γεγονός, πάλι, ότι συνιστά την τήρηση των εντολών του παλαιού Νόμου επιβεβαιώνει τα προηγούμενα λόγια Του, ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο και τους Προφήτες αλλά να τους εκπληρώσει: «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. 5, 17). Και αφού ο τέλειος Κύριος, χωρίς να έχει καμία προσωπική ανάγκη, εκπλήρωσε ολόκληρο τον Νόμο, πόσο περισσότερο οφείλουν να τον εκπληρώνουν όλοι εκείνοι που ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα υψηλά σκαλοπάτια προς την τελειότητα.

Όλες οι εντολές που απαριθμήθηκαν έχουν για τους πλουσίους και ένα ιδιαίτερο εσωτερικό νόημα.

Έτσι, «μη φονεύσεις» σημαίνει: περιποιούμενος υπερβολικά το σώμα σου με πλούτη και πολυτέλειες, θανατώνεις την ψυχή σου.

«Μη μοιχεύσεις» σημαίνει: η ψυχή είναι προορισμένη για τον Θεό όπως η νύφη για τον νυμφίο της· αν η ψυχή δεθεί με αγάπη προς τον κοσμικό πλούτο και τη λάμψη, προς την πολυτέλεια και τις παροδικές απολαύσεις, τότε μοιχεύει απέναντι στον αθάνατο Νυμφίο της, τον Θεό.
«Μην κλέψεις» σημαίνει: μην κλέβεις από την ψυχή προς όφελος του σώματος· μην κλέβεις τον χρόνο, τη φροντίδα και τον κόπο που πρέπει να αφιερώσεις στην ψυχή σου, για να τα δώσεις στο σώμα.
Ο εξωτερικά πλούσιος άνθρωπος γίνεται συνήθως απελπιστικά φτωχός εσωτερικά. Και συνήθως —όχι πάντοτε— κάθε πλούτος του εξωτερικού ανθρώπου σημαίνει λεηλασία του εσωτερικού ανθρώπου: παχύ σώμα — ισχνή ψυχή· πολυτελής ενδυμασία του σώματος — γυμνότητα της ψυχής· λάμψη εξωτερικά — σκοτάδι εσωτερικά· δύναμη εξωτερικά — αδυναμία εσωτερικά.
«Μη ψευδομαρτυρήσεις» σημαίνει: μην προσπαθείς με τίποτε να δικαιολογήσεις την αγάπη σου προς τον πλούτο και την παραμέληση της ψυχής σου, διότι αυτό αποτελεί διαστροφή της αλήθειας του Θεού και ψευδομαρτυρία ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεώς σου.
«Τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» σημαίνει: μην αποδίδεις τιμή και δόξα μόνο στον εαυτό σου, διότι αυτό θα σε καταστρέψει· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα, μέσω των οποίων ήλθες σε αυτόν τον κόσμο, ώστε μέσα από αυτό να μάθεις να τιμάς και τον Θεό, από τον οποίο προέρχεσαι τόσο εσύ όσο και οι γονείς σου.
«Αγάπα τον πλησίον σου» σημαίνει: σε αυτή την κατώτερη σχολή ασκήσεως στο αγαθό, μάθε να αγαπάς τους πλησίον σου, ώστε να ανέλθεις στη βαθμίδα όπου αγαπάται ο Θεός. Αγάπα τους πλησίον σου, διότι αυτή η αγάπη θα σε σώσει από τη φιλαυτία, η οποία μπορεί να σε καταστρέψει. Αγάπα τους άλλους ανθρώπους όπως τον εαυτό σου, ώστε να δαμάσεις και να ταπεινώσεις τον εαυτό σου και να τον εξισώσεις, στα δικά σου μάτια, με τους άλλους ανθρώπους. Διαφορετικά, η υπερηφάνεια που γεννά ο πλούτος θα σε κυριεύσει και θα σε κατακρημνίσει στην κόλαση.
Σε αυτή τη συμβουλή του Κυρίου Ιησού ο πλούσιος νέος απάντησε:

«Όλα αυτά τα φύλαξα από τη νεότητά μου· τι μου λείπει ακόμη;»


Αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι εντολές τού ήταν γνωστές από την παιδική του ηλικία και ότι τις είχε τηρήσει κατά την εξωτερική, μωσαϊκή τους έννοια.
Για άλλη μια φορά ο πλούσιος νέος πλανήθηκε. Νόμιζε ότι ο Χριστός δεν του είχε πει τίποτε καινούργιο, αλλά απλώς του είχε επαναλάβει τα παλαιά. Στην πραγματικότητα, κάθε παλαιά εντολή αποκτά νέο περιεχόμενο, νέο πνεύμα και νέα ζωή στα χείλη του Χριστού. Σε κάθε εξωτερική εντολή που ο Κύριος Χριστός είχε δώσει στον Ισραήλ μέσω του Μωυσή, ο ίδιος Κύριος Χριστός, κατά τη Νέα Δημιουργία, κατά τη Νέα Αποκάλυψη, δίνει τώρα βαθύτερο εσωτερικό νόημα.
Και αν ο νέος είχε πράγματι εκπληρώσει τις εντολές που αναφέρθηκαν σύμφωνα με το εσωτερικό, χριστιανικό τους νόημα, και όχι μόνο σύμφωνα με το εξωτερικό —όπως τις τηρούσαν τελετουργικά και οι Φαρισαίοι—, η ψυχή του θα ήταν ελεύθερη από τον πλούτο του και δεν θα του ήταν δύσκολο να εκπληρώσει εκείνο που θα του πρότεινε αμέσως μετά ο Κύριος.
Εκείνος όμως είχε εκπληρώσει όλες αυτές τις εντολές όπως και εκείνος ο Φαρισαίος που καυχιόταν ενώπιον του Θεού στην προσευχή του: «Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατο από όλα όσα έχω». Γι’ αυτό και ήταν, και παρέμεινε, δεμένος με τον πλούτο του σαν μέσα σε έναν παράνομο γάμο, και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να χωριστεί από αυτόν και να ακολουθήσει τον Χριστό.
«Τι μου λείπει ακόμη;» ρωτά τον Κύριο, αισθανόμενος ήδη ότι βρίσκεται στο κατώφλι της σωτηρίας. Θα πρέπει να περίμενε ότι ο Κύριος θα του έδινε ακόμη μία παρόμοια εντολή, την οποία θα μπορούσε εύκολα να εκπληρώσει.
Ο Κύριος όμως διέβλεπε τη naive, νομικιστική επιφανειακότητά του και τον αγάπησε. Αυτό μας το αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν».
Γιατί ο Κύριος αγάπησε αυτόν τον ατελή νέο; Επειδή η νομικιστική του επιφανειακότητα δεν ήταν κακόβουλη όπως εκείνη των Φαρισαίων και των γραμματέων, αλλά αφελής και καλοπροαίρετη. Παρ’ όλα αυτά, ο Κύριος έπρεπε να του πει την πικρή αλήθεια και να συντρίψει όλες τις αυταπάτες του περί γρήγορης και εύκολης σωτηρίας.

Ο Ιησούς τού είπε:

«Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθησέ Με».
«Όταν όμως ο νέος άκουσε αυτόν τον λόγο, έφυγε λυπημένος, διότι ήταν πολύ πλούσιος».
Τελικά ο Κύριος τού είπε έναν νέο λόγο, απροσδόκητο και δύσκολο. Κοιτάζοντας αδιάκοπα στο βάθος της καρδιάς του νέου, ο Κύριος τού είπε αυτόν τον νέο λόγο. Και μολονότι γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο λόγος Του δεν θα κατόρθωνε να λύσει τον γάμο της ψυχής του νέου με τον επίγειο πλούτο του και να τη νυμφεύσει με τον Θεό, εντούτοις του το είπε τόσο για χάρη εκείνου που Τον ρωτούσε όσο —και ακόμη περισσότερο— για χάρη των μαθητών που άκουγαν.
«Αν θέλεις να είσαι τέλειος».
Αυτό δεν σημαίνει απλώς είσοδο στη Βασιλεία, αλλά και εξουσία μέσα στη Βασιλεία.
«Πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις».

Δηλαδή: πήγαινε και δείξε ότι είσαι κύριος της περιουσίας σου, η οποία έχει εσένα στην κατοχή της, και όχι εσύ εκείνη. Αληθινά, η περιουσία σου έχει εσένα· δεν έχεις εσύ την περιουσία σου.

Η περιουσία σου μέχρι τώρα αγόραζε λίγο-λίγο την ψυχή σου και την παρέδιδε στον διάβολο· πήγαινε τώρα εσύ και πούλησέ την, και μοίρασέ την σε εκείνους που την χρειάζονται — και τη χρειάζονται όχι ως κύριο, αλλά ως υπηρέτη της ζωής.

Πήγαινε και διάλυσε τον επικίνδυνο και παράνομο δεσμό της ψυχής σου με την περιουσία σου. Πήγαινε και πάρε διαζύγιο από αυτήν. Πήγαινε και ελευθερώσου. Πήγαινε και τράβηξε την ψυχή σου έξω από το βάρος της γης, έξω από τη σκόνη των πραγμάτων, έξω από τον βούρκο των απολαύσεων των πλουσίων, και στρέψε την προς Εμένα.

Χωρίς τίποτε, απολύτως χωρίς τίποτε, στρέψε την προς Εμένα.
Η ψυχή είναι πλουσιότερη όταν δεν έχει τίποτε. Η ψυχή βρίσκεται στη μεγαλύτερη συντροφιά όταν δεν έχει άλλη συντροφιά παρά μόνο τη δική Μου.
«Πούλησε τα πάντα και δώσε τα στους φτωχούς».
Φτωχοί είναι εκείνοι που χρειάζονται τον πλούτο σου, όχι ως στολίδι, όχι ως βάρος, όχι ως κύριο, αλλά ως τον επιούσιο άρτο, ως ανακούφιση της ζωής, ως υπηρέτη και βοηθό.
Και ό,τι δώσεις από υλικό πλούτο θα σου επιστραφεί ως πνευματικός πλούτος.
Ιδού, η ψυχή σου είναι γεμάτη φτωχούς· το ίδιο και η καρδιά σου· το ίδιο και ο νους σου. Σε όλους αυτούς θα έρθει ο πλούτος που χρειάζονται, όταν εσύ αποτινάξεις από πάνω σου τον πλούτο που δεν χρειάζεσαι.
Αλλά γιατί ο Κύριος προστάζει τον πλούσιο να πουλήσει την περιουσία του και να τη μοιράσει στους φτωχούς, και δεν του λέει απλώς: άφησέ τα όλα, μην επιστρέψεις στο σπίτι σου, αλλά έλα και ακολούθησέ Με; Δεν είπε έτσι σε εκείνον που ήθελε να επιστρέψει και να θάψει τον πατέρα του; «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9, 59–60);
Ο Κύριος δεν είπε το ίδιο σε αυτόν τον πλούσιο για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή, αν δεν πουλούσε την περιουσία του και δεν τη μοίραζε στους φτωχούς, θα συνέβαινε είτε να πέσουν οι γείτονες πάνω στην εγκαταλελειμμένη περιουσία και να την κλέψουν είτε κάποιος συγγενής του να την κληρονομήσει και να βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην ίδια δουλεία του πλούτου, στην οποία βρισκόταν τώρα ο νέος αυτός. Έτσι λοιπόν είτε οι κλέφτες είτε οι συγγενείς θα έχαναν τις ψυχές τους εξαιτίας της ίδιας εκείνης περιουσίας.
Δεύτερον, στέλνοντάς τον να πουλήσει και να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς, ο Κύριος θέλει να ξυπνήσει μέσα στον νέο τη φιλανθρωπία, να γεννήσει μέσα του συμπόνια για τους πλησίον και να τον φέρει σε τέτοια θέση ώστε να αισθανθεί την πνευματική χαρά και γλυκύτητα της προσφοράς, της τελέσεως ενός αγαθού έργου. Και για να τον παρακινήσει να το κάνει αυτό, ο Κύριος του παρουσιάζει αμέσως την αιώνια ανταμοιβή, τον αιώνιο θησαυρό στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος κατατρώγει ούτε σκουριά φθείρει ούτε κλέφτες κλέβουν.
Ασύγκριτα καλύτερος είναι ο θησαυρός που θα λάβεις από εκείνον που θα εγκαταλείψεις. Διότι τι θα σε ωφελήσει όλος ο επίγειος θησαυρός σου όταν σήμερα ή αύριο πεθάνεις; Αυτός θα χαθεί για σένα σε αυτόν τον κόσμο και θα καταστρέψει εσένα στον άλλο. Ο θησαυρός όμως που θα έχεις στον ουρανό θα σε περιμένει έως ότου χωριστείς από αυτόν τον κόσμο — και αυτό θα γίνει πολύ σύντομα — και δεν θα αφαιρεθεί ποτέ από εσένα ούτε θα χωριστεί από σένα στους αιώνες των αιώνων.
Αφού τον παρηγορεί για τη φαινομενική ζημία σε αυτόν τον κόσμο, παρουσιάζοντάς του τον θησαυρό στον ουρανό, ο Κύριος τελικά καλεί τον νέο:

«Καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι».


Όταν χωριστείς από όλα, τότε ακολούθησέ Με και με τα δύο σου πόδια και με τα δύο σου μάτια. Έτσι όπως είσαι τώρα, δεν μπορείς να Με ακολουθείς με το ένα πόδι και με το άλλο τον πλούτο σου· ούτε μπορείς να κοιτάζεις με το ένα μάτι Εμένα και με το άλλο την περιουσία σου. Όχι· δεν μπορείς να υπηρετείς δύο κυρίους.
Αλλά όλα ήταν μάταια. Ο νέος άκουσε τα πάντα προσεκτικά· κατάλαβε τι του ζητούσαν· τον κυρίευσε βαριά λύπη, διότι ήταν πολύ πλούσιος, και έφυγε — έφυγε και με τα δύο του πόδια και με τα δύο του μάτια προς τον μοιραίο πλούτο του.

Ήταν πολύ πλούσιος!

Δηλαδή ήταν πολύ δεμένος με τον πλούτο του, πολύ αλυσοδεμένος, πολύ αιχμαλωτισμένος και πολύ αδύναμος για να αντισταθεί στα αγκάθια μέσα στα οποία είχε μπλεχτεί. Πράγματι, ήταν σαν τον σπόρο που έπεσε μέσα στα αγκάθια, άρχισε να φυτρώνει δυνατά, αλλά τα αγκάθια τον έπνιξαν και δεν έφερε κανέναν καρπό. Ο μεγάλος πλούτος ήταν σαν ένας τεράστιος θάμνος από αγκάθια γύρω από τον σπόρο της ψυχής του.
Ο Οικοδεσπότης θέλησε να ξεριζώσει τα αγκάθια γύρω από την ψυχή του και να βγάλει την ψυχή του στο φως, ώστε να αναπτυχθεί ελεύθερα· εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, δεν μπορούσε, εξαιτίας της κακής συνήθειας, να το επιτρέψει. Ήταν σαν εκείνον τον ναυαγό μέσα στην παραφορτωμένη βάρκα. Ο Κύριος του άπλωσε το πανίσχυρο χέρι Του για να τον σώσει και να τον βάλει στο πλοίο, αλλά εκείνος λυπόταν τα πράγματα που είχε φορτώσει στη βάρκα του.
Και έτσι ο πλούσιος νέος αποχωρίστηκε από τον Χριστό, τον Κυβερνήτη του Πλοίου της Ζωής, και χάθηκε στο πέλαγος, για να βυθιστεί σύντομα και να καταστραφεί — και η βάρκα και ο ίδιος.
Και ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του:
«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν· εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κανένας λόγος του Κυρίου Ιησού δεν μπορούσε να πέσει μάταια στο χωράφι αυτού του κόσμου. Αν δεν ωφελούνταν από αυτόν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν άμεσα, ωφελούνταν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν έμμεσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος του Χριστού απευθυνόταν άμεσα στον πλούσιο νέο και έμμεσα στους μαθητές. Ο νέος δεν μπόρεσε να ωφεληθεί από τον λόγο του Κυρίου, αλλά οι μαθητές ωφελήθηκαν. Γι’ αυτό, αφού έφυγε ο νέος, ο Κύριος στρέφεται τώρα προς αυτούς και τους λέει πόσο δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών.
Ο Κύριος δεν λέει ότι είναι αδύνατο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, αλλά ότι είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο.
Και ότι δεν είναι αδύνατο για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών φαίνεται από τα παραδείγματα που αναφέρονται στην Αγία Γραφή. Ο Αβραάμ ήταν πλούσιος, πολύ πλούσιος άνθρωπος· με την πίστη του όμως ήταν περισσότερο δεμένος με τον Θεό παρά με όλο τον πλούτο του, ακόμη περισσότερο και από τον ίδιο τον μονογενή υιό του. «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός», έλεγε ο Αβραάμ για τον εαυτό του, παρ’ όλο τον πλούτο του.
Πάμπλουτος ήταν και ο δίκαιος Ιώβ, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να είναι ταπεινός ενώπιον του Θεού και υπάκουος στον Θεό, τόσο μέσα στη δόξα όσο και μέσα στον πόνο και στην ταπείνωση.
Πλούσιος ήταν και ο Βοόζ, ο προπάππος του Δαβίδ, αλλά με την ελεημοσύνη του ευαρέστησε στον Θεό.
Πλούσιος ήταν και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να παραδοθεί ολόκληρος στον Κύριο Ιησού και να προσφέρει κάθε δυνατή υπηρεσία στο νεκρό σώμα του Κυρίου, παραχωρώντας Του ακόμη και τον καινούργιο λαξευτό τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του.
Και, τέλος, πλούσιοι υπήρξαν αναρίθμητοι άλλοι ευάρεστοι στον Θεό μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας· σώθηκαν όμως και κληρονόμησαν τη βασιλεία του Θεού, διότι η καρδιά τους δεν ήταν δεμένη με τον επίγειο πλούτο αλλά με τον Χριστό, θεωρώντας όλον τον επίγειο πλούτο σκόνη και στάχτη.
Ο πλούτος δεν είναι κακός καθ’ εαυτόν, όπως κακό δεν είναι κανένα δημιούργημα του Θεού· κακή είναι η ανθρώπινη προσκόλληση στον πλούτο, στην περιουσία, στα πράγματα· κακά και ολέθρια είναι επίσης τα πάθη και τα ελαττώματα που ο πλούτος καθιστά δυνατά και προκαλεί, όπως: η πορνεία, η λαιμαργία, η μέθη, η φιλαργυρία, η επίδειξη, η καύχηση, η ματαιοδοξία, η υπερηφάνεια, η περιφρόνηση και η ταπείνωση των φτωχών ανθρώπων, η λήθη του Θεού και άλλα, και άλλα.
Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στους πειρασμούς του πλούτου και που μπορούν να εξουσιάζουν τον πλούτο τους χωρίς να γίνουν υπηρέτες και δούλοι του πλούτου.
Πριν απ’ όλα, ο πλούσιος δύσκολα μπορεί να νηστέψει· και χωρίς νηστεία δεν υπάρχει ούτε χαλιναγώγηση του σώματος ούτε ταπείνωση ούτε αληθινή προσευχή. Γι’ αυτό ο Κύριος λέει ότι δύσκολα ο πλούσιος εισέρχεται στη βασιλεία του Θεού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο φτωχός εισέρχεται εύκολα στη βασιλεία του Θεού. Και η φτώχεια έχει τους δικούς της πειρασμούς, σχεδόν όπως και ο πλούτος.
Ο πλούσιος πρέπει να σώζεται με μεγάλη ελεημοσύνη και ταπείνωση ενώπιον του Θεού· ο φτωχός με μεγάλη υπομονή, αντοχή και αδιάκοπη εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν σώζεται ούτε ο πλούσιος που είναι ανελεήμων και υπερήφανος ούτε ο φτωχός που γογγύζει για τη μοίρα του και απελπίζεται ως προς τη βοήθεια του Θεού.
Δεν υπάρχουν στον κόσμο πλούσιοι και φτωχοί άνθρωποι τυχαία ή εξαιτίας κάποιας παραλογίας του κόσμου, αλλά σύμφωνα με την πάνσοφη Πρόνοια του Θεού. Μέσα σε μια στιγμή ο Θεός μπορεί να εξισώσει όλους τους ανθρώπους ως προς τον πλούτο· αυτό όμως θα ήταν πραγματική παραφροσύνη. Σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι θα γίνονταν εντελώς ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον.
Ποιος τότε θα σωζόταν; Και πώς θα μπορούσε κανείς να σωθεί;
Διότι οι άνθρωποι σώζονται μέσω της αλληλεξαρτήσεώς τους.
Ο πλούσιος εξαρτάται από τον φτωχό και ο φτωχός από τον πλούσιο· ο μορφωμένος εξαρτάται από τον αμόρφωτο και ο αμόρφωτος από τον μορφωμένο· ο υγιής εξαρτάται από τον ασθενή και ο ασθενής από τον υγιή.

Η υλική θυσία ανταμείβεται με πνευματική ανταμοιβή. Η πνευματική θυσία του μορφωμένου ανταμείβεται με την υλική ανταμοιβή του αμόρφωτου. Η σωματική υπηρεσία του υγιούς ανταμείβεται με την πνευματική ανταμοιβή του ασθενούς· και αντιστρόφως: η πνευματική υπηρεσία του ασθενούς —ο οποίος υπενθυμίζει τον Θεό και την Κρίση— ανταμείβεται με τη σωματική υπηρεσία του υγιούς.
Όλα είναι υφασμένα σαν ένα πολύχρωμο χαλί. Ένας μονόχρωμος κόσμος θα τύφλωνε όλα τα μάτια.
Πώς θα έσωζε ο πλούσιος την ψυχή του με την ελεημοσύνη και την ταπείνωση ή πώς θα έχανε την ψυχή του με τη φιλαργυρία και την υπερηφάνεια, αν δεν υπήρχαν φτωχοί;
Πώς θα έσωζε ο φτωχός την ψυχή του με την υπομονή και την αντοχή ή πώς θα την έχανε με τον γογγυσμό, την κλοπή και την αρπαγή, αν δεν υπήρχαν πλούσιοι;
Πώς θα έσωζε ο μορφωμένος την ψυχή του με τη συμπόνια προς τον αμόρφωτο και με τον κόπο του για χάρη του ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την υπερήφανη περιφρόνηση του αμόρφωτου, αν δεν υπήρχε στον κόσμο αμόρφωτος;
Πώς θα έσωζε ο αμόρφωτος την ψυχή του με την υπακοή και την πραότητα απέναντι στον μορφωμένο ή πώς θα την έχανε με την ανυπακοή, τον φθόνο και την αγριότητα απέναντι στον μορφωμένο, αν δεν υπήρχε μορφωμένος;
Πώς θα έσωζε ο υγιής την ψυχή του με την πρόθυμη φροντίδα του ασθενούς, με τη συμπόνια και την προσευχή για τον ασθενή, ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την αποστροφή προς τον ασθενή, με την αδιαφορία για αυτόν και με την υπερηφάνεια για την υγεία του, αν δεν υπήρχε ασθενής;
Και πώς θα έσωζε ο ασθενής την ψυχή του με την υπομονή και την ευγνωμοσύνη προς τον υγιή ή πώς θα έχανε την ψυχή του με το μίσος και τον φθόνο προς τον υγιή, αν δεν υπήρχε υγιής;
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ελευθερία επιλογής, σε κάθε άνθρωπο. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο μπροστά στον οποίο να μην είναι ανοιχτοί δύο δρόμοι: ο δρόμος της σωτηρίας και ο δρόμος της απωλείας.

Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η ελευθερία του ανθρώπου.

Ο πλούτος μπορεί να σώσει τον πλούσιο και μπορεί να τον καταστρέψει· η φτώχεια μπορεί να σώσει τον φτωχό και μπορεί να τον καταστρέψει· η μόρφωση μπορεί να σώσει τον μορφωμένο και μπορεί να τον καταστρέψει· η αμορφωσιά μπορεί να σώσει τον αμόρφωτο και μπορεί να τον καταστρέψει· η υγεία μπορεί να σώσει τον υγιή και μπορεί να τον καταστρέψει· η ασθένεια μπορεί να σώσει τον ασθενή και μπορεί να τον καταστρέψει.
Όλα εξαρτώνται από την επιλογή του ανθρώπου.
Ο Χριστός ήρθε για να συνετίσει τους ανθρώπους και όχι για να τους εξαναγκάσει. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν προστάζει στον νέο: «Μπες στη ζωή!» αλλά λέει: «Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν»· ούτε του προστάζει: «Γίνε τέλειος!» αλλά: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι».
Αν θέλεις, εάν επιθυμείς — έτσι μιλά ο Θεός προς ελεύθερα και λογικά όντα.
Ο Θεός θέλει όλοι οι άνθρωποι να βαδίσουν στον ορθό δρόμο και όλοι οι άνθρωποι να σωθούν· όμως, παρά ταύτα, ο δρόμος της απωλείας παραμένει ανοιχτός για τους ανθρώπους.
«Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν», λέει ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές, για να τονίσει για δεύτερη φορά ότι είναι δύσκολο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού.
«Εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κάμηλος ονομαζόταν όχι μόνο το ζώο, αλλά και τα χοντρά σχοινιά με τα οποία τα πλοία δένονταν στην ακτή του λιμανιού, ώστε να μην τα παρασύρει ο άνεμος. Αυτά τα χοντρά σχοινιά είχε, κατά τον συγγραφέα, κατά νου ο Κύριος στην περίπτωση αυτή. Ευκολότερο λοιπόν είναι ακόμη και το πιο χοντρό σχοινί να περάσει από την οπή μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού.
Σχεδόν λοιπόν αδύνατο· και όμως όχι αδύνατο, αλλά εξαιρετικά δύσκολο.
Αυτό το λέει Εκείνος που γνωρίζει καλά την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως και γνωρίζει πόσο εύκολα μπορεί η ανθρώπινη ψυχή να αλυσοδεθεί από τον πλούτο και να προσκολληθεί αξεκόλλητα στη γη.
Όταν το άκουσαν οι μαθητές, έμειναν κατάπληκτοι και έλεγαν:

«Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;»

Γιατί απορούν οι μαθητές, αφού οι ίδιοι είχαν ήδη κάνει εκείνο που δεν μπόρεσε να κάνει ο πλούσιος νέος; Ιδού, αυτοί είχαν εγκαταλείψει τα πάντα και είχαν ακολουθήσει τον Χριστό.
Ο πάνσοφος Χρυσόστομος το εξηγεί θαυμάσια: οι μαθητές δεν φοβούνται για τον εαυτό τους αλλά για τους άλλους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει μεγάλος αριθμός πλουσίων. Από καθαρή φιλανθρωπία λοιπόν απορούν μπροστά στα φοβερά λόγια του Χριστού.
Εκείνος τους στέλνει στον κόσμο για να σώσουν ανθρώπους. Πώς θα μπορέσουν να σώσουν τόσο μεγάλο αριθμό πλουσίων ανθρώπων στον κόσμο, αφού για τον πλούσιο είναι σχεδόν εντελώς αδύνατο να εισέλθει στη Βασιλεία;
Αυτό το αίσθημα λύπης για τους ανθρώπους βάραινε τότε την ψυχή τους και, κάτω από αυτό το αίσθημα, έθεσαν το παραπάνω ερώτημα:
«Ποιος λοιπόν μπορεί να σωθεί;»
Σαν να ήταν αυτοί πιο ελεήμονες από τον Χριστό! Σαν να ήταν αυτοί περισσότερο φιλάνθρωποι από τον Κύριο, τον ίδιο τον Φιλάνθρωπο!
Και ο Ιησούς, κοιτάζοντάς τους, τους είπε:

«Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά».

Ο Κύριος Ιησούς δεν τους κοίταξε απλώς στο πρόσωπο και στα μάτια, αλλά μέχρι το ίδιο το βάθος της καρδιάς τους. Και εκεί διάβασε την άγνοια και τον φόβο τους. Ιδού, ακόμη δεν γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού· γι’ αυτό και φοβούνται τόσο πολύ για την υπόθεση του Θεού.
Εκείνο που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό.
Και τι δεν είναι αδύνατο για τους ανθρώπους; Ή, με άλλα λόγια: ποιο αγαθό μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι χωρίς τη βοήθεια του Θεού; Κανένα, ποτέ.
Χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορεί να σωθεί ούτε ο φτωχός ούτε ο πλούσιος.

«Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», είπε ο Κύριος (Ιω. 15, 5).

Και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν νεκρός ως προς τον εαυτό του και ζωντανός εν Χριστώ, επιβεβαίωσε αυτά τα λόγια του Κυρίου κατά θετικό τρόπο, λέγοντας:
«Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13).
Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να θερμάνει ακόμη και την καρδιά του μεγαλύτερου πλουσίου, να τον λύσει από τα δεσμά του πλούτου, να τον αποκολλήσει από τη γη και να τον ανυψώσει στην οδό της σωτηρίας.

Για τον Θεό όλα είναι δυνατά.

Ο Θεός μας είναι Θεός παντοδύναμος. Ο πανίσχυρος λόγος Του δημιούργησε τον κόσμο και η πανίσχυρη δεξιά Του συγκρατεί το στερέωμα του ουρανού. Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί αληθινά να σώσει και εμάς που επιθυμούμε τη σωτηρία.
Όποια κι αν είναι η θέση μας πάνω στη γη, όποια κι αν είναι η κατάστασή μας και όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί να μας σώσει.
Και όχι μόνο μπορεί — θέλει κιόλας να μας σώσει.
Παντοδύναμος και Πανάγαθος είναι ο Θεός μας· ας σπεύσουμε να Τον συναντήσουμε. Εκείνος μας καλεί και μας περιμένει. Και χαίρεται μαζί με όλους τους αγίους αγγέλους Του, μόλις μας δει να στρέφουμε το πρόσωπό μας προς Αυτόν.
Ω, ας στρέψουμε λοιπόν το πρόσωπό μας προς Αυτόν και ας σπεύσουμε προς την αληθινή μας πατρίδα, για να συναντήσουμε τον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο.

Μόνο ας σπεύσουμε, πριν ο θάνατος χτυπήσει την πόρτα και μας πει:

«Είναι αργά!»
Στον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο, στην ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα και ο αίνος τώρα και πάντοτε, σε όλον τον χρόνο και σε όλη την αιωνιότητα.


Αμήν.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Woke: αντίστροφη μέτρηση.

από τον Antonio Catalano - 22 Αυγούστου 2026

Ξύπνησε: σύντροφοι που αντιτάχθηκαν


Πηγή: Αντόνιο Καταλάνο


ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΜΕΤΑ
ΑΠΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΨΥΧΩΝ, ΤΩΡΑ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΟΥΜΕ ΣΟΒΑΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ


 Το κίνημα της αφύπνισης γεννήθηκε στις ΗΠΑ και εδώ ανακοινώνεται η κατάρρευσή του. Παρόλο που, δυστυχώς, συνεχίζει να προκαλεί θύματα. Και εδώ, στο προοδευτικό στρατόπεδο, όσοι έχουν αναλάβει την αφύπνιση με αξιέπαινη αφοσίωση, τώρα αγωνίζονται να διεκδικήσουν τον τίτλο του «αρκετά πια με την αφύπνιση!».
Και ποιος θα μπορούσε να είχε τέτοιο «θάρρος»; Μαντέψτε τι; Ποιος άλλος εκτός από τον ίδιο άνθρωπο που, με ικανοποίηση, σήκωσε την πινακίδα «Διάταγμα Ασφαλείας» μπροστά στις κάμερες δίπλα στον Σαλβίνι, μόνο και μόνο,
για να αποκηρύξει στη συνέχεια  την πινακίδα μαζί με τον κυβερνητικό εταίρο του;
Ήταν αναμενόμενο  λαμβάνοντας υπόψη ότι μια ιδεολογία που γεννήθηκε με βάση την προϋπόθεση της αντιστροφής της πραγματικότητας δεν θα μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Το να πηγαίνεις κόντρα στη φύση, να θέλεις να την αντικαταστήσεις, να ενοχλείσαι από τις «χυδαίες» εκφράσεις της σε σημείο που να ισχυρίζεσαι ότι μπορείς να την ανατρέψεις και ότι αυτό σήμαινε να είσαι ξύπνιος (ξύπνιος) είναι τόσο σοβαρό αμάρτημα που το θέμα δεν μπορεί να κλείσει με ένα «ίσως», ναι, είναι αλήθεια, το παρακάναμε λίγο, δεν είναι ότι όλα ήταν λάθος, αλλά τώρα ας επιστρέψουμε στον πραγματικό κόσμο, στις υλικές ρίζες της ανισότητας...
Χωρίς να πληρώσουμε το τίμημα; Χωρίς να εξιλεωθούμε για την ενοχή;
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επεξεργαστεί μύθους στους οποίους ο αλαζόνας, αυτός που τόλμησε ακόμη και να αμφισβητήσει τους Θεούς, να παραβιάσει τα όρια (μέτρον) που επέβαλαν (δηλαδή, τους νόμους της Φύσης), δεν μπορούσε να τη γλιτώσει, να ζητήσει συγγνώμη και ιδού, άλλος ένας γύρος στό γαϊτανάκι. Έπρεπε να τιμωρηθεί, σίγουρα έπρεπε να τιμωρηθεί!
Ο Προμηθέας και ο Τάνταλος υπέστησαν φρικτές τιμωρίες για να εξιλεωθούν για την αλαζονεία (Ύβρις) της προσπάθειας αμφισβήτησης της θεϊκής (φυσικής) τάξης. Ο Προμηθέας, που έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς για να τη δώσει στους θνητούς, αλυσοδεμένος σε έναν βράχο βουνού, και κάθε μέρα ένα αρπακτικό πουλί τρώει το συκώτι του, το οποίο στη συνέχεια αναγεννάται κατά τη διάρκεια της νύχτας, ώστε το μαρτύριο να διαρκέσει για πάντα. Ο Τάνταλος, που πρόδωσε την εμπιστοσύνη των θεών αποκαλύπτοντας τα μυστικά του Ολύμπου, καταδικάζεται αντ' αυτού σε αιώνια πείνα και δίψα, βυθισμένος μέχρι το πηγούνι του σε μια λίμνη όπου το νερό υποχωρεί όταν προσπαθεί να πιει, και κλαδιά φορτωμένα με φρούτα κυματίζουν πάνω από το κεφάλι του καθώς προσπαθεί να τα μαζέψει. Για να μην αναφέρουμε τον Ίκαρο, που προσπαθεί να πετάξει πολύ κοντά στον ήλιο με τα κέρινα φτερά του, αλλά αυτά λιώνουν και πέφτει στη θάλασσα.
Είναι σαφής η δύναμη αυτών των μύθων, που δεν αναφέρονται πλέον καν στα σχολεία μας; Δεν πρέπει καν να σκεφτόμαστε να παραβιάζουμε τα φυσικά όρια ατιμώρητα. Και όσοι το κάνουν θα πληρώνουν αιώνια.

Οι wokists μας αρχίζουν τώρα να παραδέχονται ότι το έχουν παρακάνει λίγο, σαν να μην φταίνε που συνέβαλαν στην καταστροφή σωμάτων και ψυχών με τις «αφηγήσεις» τους. Σαν εκείνα τα σώματα που έχουν καταστραφεί από χειρουργικές επεμβάσεις που ακρωτηριάζουν τα γεννητικά όργανα (ανδρικά και γυναικεία) μετά από μια «μετάβαση φύλου» εκείνων που οδηγήθηκαν να πιστέψουν ότι ένιωθαν άβολα στο «λάθος» σώμα τους. Ή σαν τις ψυχές εκείνων των παιδιών που αναγκάστηκαν να υπομείνουν ανάποδα παραμύθια από απαίσιες drag queens, όλα μεταμφιεσμένα σε συναισθηματική εκπαίδευση.
Όχι, δεν πρέπει να τη γλιτώσουν!

Εθνικοαστοί απατεώνες: Ο Ντικ Έριξον και το «Excel» και η σύγχρονη δεξιά

από Härdens Röst - 22/08/2026

Εθνικοαστοί απατεώνες: Ο Ντικ Έριξον και το «Excel» και η σύγχρονη δεξιά


Πηγή: Hardensrost

Μια ιδιαίτερη μορφή εξαπάτησης χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του σύγχρονου δικαίου. Όσοι, για δεκαετίες, υπερασπίζονταν ακριβώς την ίδια οικονομική και πολιτιστική τάξη που κάποτε διέλυσε τις κοινότητές μας, αποδυνάμωσε τις παραδόσεις μας και ξερίζωσε την ανθρωπότητα, τώρα προσπαθούν να παρουσιαστούν ως υπερασπιστές του πολιτισμού, ενώ συνεχίζουν να υπερασπίζονται την ίδια την οικονομική λογική που συνέβαλε σε αυτή τη διάλυση.

Ο Ντικ Έριξον (φωτογραφία) αποτελεί ένα σαφές παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Προερχόμενος από τους νεοφιλελεύθερους κύκλους του Κεντρώου Κόμματος και δανειζόμενος την ιδεολογία της αγοράς του πλαισίου σκέψης του Τίμπρο, έχει σταδιακά μεταμορφωθεί σε έναν συντηρητικό σχολιαστή, καυχώμενος για τη χριστιανική μας κληρονομιά, τη δυτική μας ταυτότητα και την τρέχουσα πολιτισμική παρακμή που, καθώς γράφω, καταβροχθίζει τη σουηδική κοινωνία.
Αλλά κάτω από την επιφάνεια, η θεμελιώδης κοσμοθεωρία παραμένει η ίδια. Πρόκειται ακόμα για τη διαχείριση μιας φιλελεύθερης κοινωνίας της αγοράς, αλλά με μια πιο πατριωτική ρητορική και πολιτισμική νοσταλγία. Έχει δημιουργήσει ένα είδος εθνικοποιημένης γλώσσας για την προστασία των αξιών του φιλελευθερισμού της αγοράς.
Γι' αυτό και αυτός ο νέος αστικός συντηρητισμός φαίνεται τόσο συχνά εντελώς κενός. Υπερασπίζεται τις εξωτερικές μορφές του πολιτισμού, ενώ έχει χάσει το περιεχόμενό του.

Η εταιρεία ως έργο διαχείρισης

Όταν ο Ντικ Έριξον και άλλοι παρόμοιοι αρθρογράφοι συζητούν την κρίση στην κοινωνία, η εστίαση γίνεται σχεδόν πάντα στους θεσμούς, την οικονομία και τη διακυβέρνηση. Πρόκειται για ένα ισχυρότερο κράτος, αυξημένη ανάπτυξη, περισσότερους αστυνομικούς, υψηλότερους αμυντικούς προϋπολογισμούς, αυστηρότερες πολιτικές μετανάστευσης και γεωπολιτική τοποθέτηση. Τα προβλήματα αντιμετωπίζονται ως καθαρά τεχνικά. Φανταζόμαστε ότι αν τα συστήματα απλώς λειτουργήσουν λίγο καλύτερα, τότε η κοινωνία θα θεραπευτεί μόνη της.

Αλλά ένας πολιτισμός δεν είναι πρωτίστως ένα διοικητικό έργο. Βασίζεται σε έναν ζωντανό πολιτισμό, σε έθιμα και θρησκευτικές πεποιθήσεις, σε μια βαθιά αίσθηση ιστορικής συνέχειας. Όταν αυτές οι ρίζες αποδυναμώνονται, δεν έχει νόημα η αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας ή η καλύτερη οργάνωση του κράτους. Μια κοινωνία μπορεί να είναι απόλυτα καλά διαχειριζόμενη και ταυτόχρονα να πεθαίνει πνευματικά.

Η αγορά, καταστροφέας της παράδοσης

Εδώ είναι που η σύγχρονη δεξιά αποκαλύπτει τη βαθύτερη αντίφασή της. Ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται την οικογένεια, το έθνος και τις παραδοσιακές κοινότητες, ωστόσο βασίζεται στην ίδια την οικονομική τάξη πραγμάτων που τα έχει σταδιακά καταστρέψει.

Η λογική της απελευθερωμένης αγοράς απαιτεί κινητικότητα, ευελιξία και συνεχή μετασχηματισμό. Οι άνθρωποι αναμένεται να μετακινούνται σε μέρη όπου υπάρχει εργασία, να προσαρμόζουν τη ζωή τους στις ανάγκες της οικονομίας και να βλέπουν τους εαυτούς τους ως ανταγωνιστικά άτομα και όχι ως μέλη ενός ιστορικού και κοινωνικού οργανισμού. Οι τοπικές κουλτούρες, οι οικογενειακές δομές και οι σταθερές κοινότητες υποτάσσονται συνεχώς στις απαιτήσεις της αποτελεσματικότητας της αγοράς. Οι άνθρωποι παύουν τότε να είναι μέλη ενός ζωντανού πολιτισμού και αντ' αυτού γίνονται υποκατάστατοι οικονομικοί παράγοντες ή μονάδες παραγωγής.

Αυτή δεν είναι μια νέα συνειδητοποίηση. Καθώς η εκβιομηχάνιση μεγάλωνε, οι στοχαστές είδαν πώς οι δυνάμεις της αγοράς άρχιζαν να διαλύουν τους δεσμούς των παλιών κοινωνικών και ηθικών δομών. Ήδη από τον 18ο αιώνα, ο Γιούστους Μέζερ προειδοποιούσε για την άνοδο του ορθολογισμού και των συγκεντρωτικών εμπορικών συμφερόντων που απειλούσαν τα μοναδικά τοπικά έθιμα και τους καθιερωμένους τρόπους των προγόνων μας.

Στο ίδιο πνεύμα, οι Hilaire Belloc και G.K. Chesterton έδειξαν πώς η ελεύθερη αγορά εργασίας λειτουργούσε στην πραγματικότητα ως μια γιγάντια μηχανή που απογύμνωνε τους ανθρώπους από την περιουσία τους και τους διαχώριζε από το φυσικό τους περιβάλλον. Ο Karl Polanyi το διατύπωσε αυτό καλύτερα από οποιονδήποτε παραδοσιακό, παρόλο που ήταν σοσιαλιστής, περιγράφοντας πώς η κοινωνία βρέθηκε υποταγμένη στην οικονομία, και όχι το αντίστροφο. Το ίδιο ισχύει και για τον χριστιανό σοσιαλιστή R.H. Tawney, ο οποίος επέκρινε ένα σύστημα στο οποίο το καθαρό συμφέρον του κέρδους σταδιακά έγινε η υπέρτατη ηθική αρχή της κοινωνίας. Αυτή η κριτική εξακολουθεί να βρίσκει απήχηση στη σύγχρονη δεξιά σήμερα, παρόλο που αυτοί οι στοχαστές έζησαν σχεδόν έναν αιώνα πριν.

Αλλά γιατί να κοιτάξουμε αλλού όταν μπορούμε να κοιτάξουμε τη δική μας Σουηδία; Και εδώ, είχαμε ριζοσπαστικές αλλά πολιτισμικά συντηρητικές στοχαστές, όπως η Elin Wägner, η οποία, όπως και οι διεθνείς ομόλογοί της, είδε ακριβώς το ίδιο να συμβαίνει και εδώ. Περιέγραψε πώς η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία έχει αποσπάσει την ανθρωπότητα από το φυσικό της περιβάλλον και πώς ο σεβασμός για τη γη και τις στενές σχέσεις έχουν θυσιαστεί για το βραχυπρόθεσμο κέρδος.

Ό,τι είναι στερεό έχει εξαφανιστεί


Πόσο αξίζει ο συντηρητισμός αν υποβιβαστεί στο να είναι απλώς ο πολιτιστικός φύλακας της αγοράς;

Δεν αρκεί να μιλάμε με θέρμη για τον Χριστιανισμό, το έθνος και την παράδοση, υπερασπιζόμενοι μια οικονομική τάξη πραγμάτων που κάνει τα πάντα ρευστά: την εργασία, την ταυτότητα, τις σχέσεις και την αίσθηση του ανήκειν. Κανένα σύστημα δεν είναι πιθανό να είναι εντελώς απαλλαγμένο από αντιφάσεις, αλλά δεν μπορεί να είναι τόσο βαθύ και θεμελιώδες. Είναι σαν να λέμε ότι πιστεύουμε στον Θεό ενώ τον απορρίπτουμε.
Αργά ή γρήγορα, ξεσπά μια λογική σύγκρουση. Μια κοινωνία δεν μπορεί να οργανωθεί μόνιμα γύρω από την οικονομική επέκταση και ανάπτυξη, ελπίζοντας να διατηρήσει ισχυρούς πολιτιστικούς και ηθικούς δεσμούς.
Και εδώ, ο λόγος της αστικής δεξιάς για τη Δύση γίνεται συχνά παράξενα επιφανειακός. Η Δύση περιορίζεται σε θεσμούς, οικονομία της αγοράς και γεωπολιτική, αντί να γίνεται κατανοητή ως μια βαθύτερη πολιτιστική και πνευματική παράδοση. Ο Χριστιανισμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια αλήθεια που απαιτεί κάτι από την ανθρωπιά, αλλά ως ένα απλό πρακτικό τσιμέντο για να διασφαλίσει την τάξη και τη σταθερότητα της κοινωνίας. Η πνευματικότητα γίνεται ένα άδειο δοχείο αν είναι απλώς ένας πολιτιστικός δείκτης στην υπηρεσία οικονομικών δυνάμεων.

Η αποτυχία του «ελεύθερα αντιδραστικού» νόμου


Η πολιτική γίνεται ολοένα και πιο τεχνοκρατική. Τα κοινωνικά προβλήματα γίνονται κατανοητά ως απλά ζητήματα διαχείρισης, κινήτρων και διοίκησης, και όχι ως έκφραση μιας βαθιάς πολιτιστικής και υπαρξιακής διάλυσης. Αλλά η ανθρωπότητα βιώνει κάτι περισσότερο από απλή κατανάλωση, ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Αργά ή γρήγορα, προκύπτει το κενό.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σύγχρονη δεξιά εμφανίζεται τόσο συχνά αντιδραστική και ανίσχυρη, παρά τη μεγάλη αυτοπεποίθησή της. Προσπαθεί πυρετωδώς να περιορίσει τις συνέπειες μιας εξέλιξης της οποίας τις βασικές αρχές συνεχίζει να υπερασπίζεται.

Η παραδοσιακή αντίδραση ενάντια στην φιλελεύθερη αντίδραση

Μια πραγματικά παραδοσιακή ή αντιδραστική κριτική δεν επιδιώκει απλώς να διαχειριστεί τις συνέπειες της φιλελεύθερης διάλυσης μέσω καλύτερης διαχείρισης και σκληρότερης ρητορικής. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ήταν αυτό στην οικονομική λογική της φιλελεύθερης νεωτερικότητας που έκανε τις κοινωνίες μας τόσο εύθραυστες από την αρχή;

Η πολιτισμική διάλυση δεν είναι ιστορικό ατύχημα. Προκύπτει από ένα σύστημα που έχει υποτάξει εδώ και καιρό την κοινότητα, τη συνέχεια και την τοπική αφοσίωση στις απαιτήσεις της αγοράς όσον αφορά την κινητικότητα, την ανάπτυξη και τον μόνιμο μετασχηματισμό. Όταν οι άνθρωποι αποκόπτονται από το πλαίσιό τους και όλα γίνονται εναλλάξιμα, ακόμη και οι δεσμοί στους οποίους βασίζεται ένας πολιτισμός αποδυναμώνονται.

Ο Ντικ Έριξον δεν ασχολήθηκε ποτέ με αυτή την αντίφαση. Άλλαξε τη γλώσσα του, μεταβαίνοντας από τον νεοφιλελευθερισμό στον εθνικό φιλελευθερισμό. Το γραφείο στη Στοκχόλμη αντικαταστάθηκε από ένα γραφείο στις Βρυξέλλες, αλλά η ουσιαστική ανάλυση παραμένει η ίδια: πιο αποτελεσματικοί θεσμοί, σκληρότερη ρητορική και ακλόνητη πίστη στην φιλελεύθερη τάξη της αγοράς.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η νέα δεξιά εμφανίζεται τόσο συχνά ως μια παράξενη μορφή φιλελεύθερης αντίδρασης. Ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνέπειες του φιλελευθερισμού, αλλά συνεχίζει να υπερασπίζεται πολλές από τις οικονομικές αρχές που τις δημιούργησαν.

Δεν μπορούμε να σώσουμε την οικογένεια ενώ λατρεύουμε την οικονομική λογική που καθιστά όλες τις σχέσεις προσωρινές. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτιστική συνέχεια όταν όλα στην κοινωνία οργανώνονται γύρω από μόνιμη αλλαγή. Και δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε έναν πολιτισμό αν περιορίσουμε τους εαυτούς μας σε παραγωγούς, καταναλωτές ή διοικητικές μονάδες.

Ένας νόμος που δεν καταλαβαίνει τι κάνει η αγορά στους ανθρώπους δεν θα υπερασπιστεί ποτέ, μακροπρόθεσμα, αυτό που ισχυρίζεται ότι αγαπά. Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε τα κτίρια γραφείων και να επιστρέψουμε στο σπίτι μας.

Διαφορισμός

 Francesco Petrone - 22 Αυγούστου 2026

Διαφορισμός


Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Για να κατανοήσουμε την προέλευση της θεωρίας της πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής κοινωνίας, πρέπει να ανατρέξουμε στον Γερμανό φιλόσοφο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ (1744-1803). Ο στοχαστής άσκησε πολεμική κατά του Γαλλικού Διαφωτισμού, ο οποίος υποστήριζε ότι υπάρχει μόνο ένας πολιτισμός, ο ορθολογικός και καθολικός, και εμείς οι Γάλλοι είμαστε το υψηλότερο παράδειγμά του· οι άλλοι πρέπει να αφομοιωθούν. Ο
Χέρντερ αντιστρέφει αυτή τη δήλωση, η οποία του φαίνεται παράλογη, και απαντά: κάθε λαός, Volk, έχει τη δική του ψυχή, τη δική του γλώσσα, το δικό του πνεύμα.
Κάθε πολιτισμός είναι ένας μοναδικός και ανεπανάληπτος οργανισμός· δεν μπορεί να κριθεί απ' έξω. Δεν υπάρχει κλίμακα από τον άγριο στον πολιτισμένο· υπάρχει μόνο μια πολλαπλότητα πολιτισμών, ο καθένας με τη δική του αξία στη δική του γη. Ο ρομαντικός πολιτιστικός σχετικισμός του Χέρντερ. Από αυτές τις ιδέες γεννήθηκε ο πολιτιστικός εθνικισμός: κάθε λαός πρέπει να έχει το δικό του έθνος, τη δική του γλώσσα, το δικό του κράτος, στη δική του γη. Και από εκεί προέκυψε στη συνέχεια η πολιτιστική ανθρωπολογία. Ο Φραντς Μπόας στις ΗΠΑ είναι ο ιδανικός κληρονόμος του.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Όσβαλντ Σπένγκλερ έφερε την ιδέα στα άκρα: κάθε πολιτισμός είναι ένα φυτό που γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει. Δεν μπορούν να αναμειχθούν. Είναι ασύγκριτοι.

Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ο αμερικανικός και καναδικός προοδευτικός φιλελευθερισμός πήρε την ίδια ερντεριανή αρχή - την ιδέα ότι κάθε πολιτισμός έχει τη δική του αξία - και την εφάρμοσε αντίστροφα. Ο Χέρντερ είπε: κάθε πολιτισμός έχει ίση αξιοπρέπεια και επομένως πρέπει να παραμένει διακριτός, ριζωμένος στη δική του γη, αμιγής. Η σύγχρονη πολυπολιτισμικότητα λέει το αντίθετο: κάθε πολιτισμός έχει ίση αξιοπρέπεια και επομένως μπορούμε να τους αναμειγνύουμε όλους μαζί στον ίδιο χώρο και να τους κάνουμε να συνυπάρχουν. Είναι κυριολεκτικά μια αντιστροφή 180 μοιρών.
Ο Χέρντερ ήταν αντι-αφομοιωτικός προς τα έξω: δεν ήθελε οι Γερμανοί να γίνουν Γάλλοι. Η πολυπολιτισμικότητα είναι αντι-αφομοιωτική προς τα μέσα: δεν θέλει οι μετανάστες να γίνουν Αμερικανοί, Καναδοί ή Ιταλοί. Ο πρώτος θέλει να προστατεύσει την ποικιλομορφία διαχωρίζοντας. Ο δεύτερος θέλει να προστατεύσει την ποικιλομορφία αναμειγνύοντας.
Ο Χέρντερ δεν θα φανταζόταν ποτέ μια γειτονιά σε ένα μόνο κράτος όπου είκοσι πολιτισμοί συνυπάρχουν με ίση αξιοπρέπεια. Για αυτόν, θα ήταν χάος, ο θάνατος όλων των πολιτισμών. Από αυτή τη σύγχυση προκύπτουν όλες οι σημερινές αντιφάσεις. Αν κάθε πολιτισμός έχει πραγματικά ίση αξιοπρέπεια και αντίθετες αξίες, πώς τις κάνεις να συνυπάρχουν υπό έναν ενιαίο νόμο;

Αν εφαρμόσουμε τη σκέψη του Λεοπάρντι στο Zibaldone σε αυτό το σημείο, η συνέπεια γίνεται σαφής: αν, όπως λέει ο ποιητής, κάθε ηθική δεν προκύπτει από μια απαραίτητη ουσία αλλά από μια θέληση, είτε του Θεού είτε ενός πολιτισμού, τότε η αποδοχή άπειρων πολιτισμών με ίση αξιοπρέπεια σημαίνει αποδοχή άπειρων ηθικών, εξίσου θεμιτών και αμοιβαία ασύμβατων. Σε αυτό το σημείο, ένα κοινό δίκαιο δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη, αλλά μόνο σε τρία υποκατάστατα: τη δύναμη αυτών που βρίσκονται στην εξουσία, μια κενή διαδικασία που αποκηρύσσει την κρίση ή μια νέα απόλυτη ηθική μεταμφιεσμένη σε ανοχή που επιβάλλεται ως κριτής όλων των άλλων, πέφτοντας έτσι ακριβώς πίσω στον απολυταρχισμό που προσπάθησε να αρνηθεί.


ΑΛΛΟ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΤΟ ΕΥ ΖΕΙΝ. ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ, ΤΟ ΑΡΜΟΝΙΚΟ.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 3 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Συνέχεια από Δευτέρα 17. Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 3

ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Α΄ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ


Ο Συμεών εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στην Πετρούπολη, υπηρετώντας σε τάγμα σκαπανέων που ανήκε στην Αυτοκρατορική Φρουρά. Είχε πάει στον στρατό με ζωντανή πίστη και βαθύ αίσθημα μετάνοιας και δεν έπαυε να διατηρεί τη μνήμη του Θεού.
Στον στρατό τον αγαπούσαν πολύ ως στρατιώτη πρόθυμο στην υπηρεσία, ήσυχο και πάντοτε με καλή συμπεριφορά, ενώ οι σύντροφοί του τον εκτιμούσαν ως ευχάριστο και πιστό φίλο. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στη Ρωσία, όπου οι στρατιώτες ζούσαν σαν αδελφοί.
Την παραμονή κάποιας γιορτής, αυτός και τρεις άλλοι φρουροί του ίδιου τάγματος βγήκαν στην πόλη. Κατέληξαν σε ένα από τα μεγάλα καπηλειά της πρωτεύουσας, όπου υπήρχαν πολλά φώτα και αντηχούσε δυνατή μουσική. Παρήγγειλαν φαγητό και βότκα και συζητούσαν με ευθυμία. Ο Συμεών όμως περισσότερο σιωπούσε. Ένας από αυτούς τον ρώτησε:
– Συμεών, όλο σιωπάς· τι σκέφτεσαι;
– Σκέφτομαι το εξής: εμείς τώρα βρισκόμαστε στην ταβέρνα, τρώμε, πίνουμε βότκα, ακούμε μουσική και διασκεδάζουμε· αλλά στον Άθω αυτή την ώρα τελείται αγρυπνία και όλη τη νύχτα θα προσεύχονται. Ποιος από εμάς, στη Φοβερή Κρίση, θα δώσει την πιο ευπρόσδεκτη απολογία, εκείνοι ή εμείς;
Τότε ο άλλος του λέει:
– Τι άνθρωπος είναι αυτός ο Συμεών! Εμείς ακούμε μουσική και διασκεδάζουμε, κι ο νους του βρίσκεται στον Άθω και στην Κρίση.
Τα λόγια του φρουρού για τον Συμεών —«ο νους του βρίσκεται στον Άθω και στην Κρίση»— ίσως να ίσχυαν όχι μόνο για εκείνη τη στιγμή, αλλά και για ολόκληρη την περίοδο της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Ότι σκεφτόταν τον Άθω φαίνεται, μεταξύ άλλων, και από το γεγονός ότι πολλές φορές έστελνε εκεί χρήματα.

Κάποια ημέρα πήγε από το στρατόπεδο του Ουστιζόρσκ, όπου στρατοπέδευε το τάγμα τους κατά το καλοκαίρι, στο ταχυδρομείο του χωριού Κόλπινο, για να στείλει χρηματική επιταγή στον Άθω. Καθώς επέστρεφε, όχι μακριά από το Κόλπινο, είδε ξαφνικά να τρέχει καταπάνω του ένας μεγάλος λυσσασμένος σκύλος. Όταν εκείνος πλησίασε πολύ και ήταν έτοιμος να ορμήσει επάνω του, ο Συμεών φώναξε με φόβο: «Κύριε, ἐλέησον»!
Μόλις πρόφερε αυτή τη σύντομη προσευχή, κάποια δύναμη απώθησε αμέσως τον σκύλο προς το πλάι, σαν να είχε προσκρούσει κάπου, και εκείνος κατευθύνθηκε προς το χωριό, όπου προξένησε μεγάλη ζημιά τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα.
Το περιστατικό αυτό χαράχτηκε βαθιά στην καρδιά του Συμεών, γιατί αισθάνθηκε έντονα την εγγύτητα του Κυρίου που τον προστάτευε και προσκολλήθηκε ακόμη περισσότερο στη μνήμη του Θεού.
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας φάνηκε και πάλι η δύναμη των συμβουλών του και η αγαθή επίδρασή του στους άλλους. Κάποια ημέρα είδε στο κατάλυμα του λόχου έναν στρατιώτη, που είχε απολυθεί από τον στρατό, να κάθεται λυπημένος πάνω στο κρεβάτι του, με σκυμμένο το κεφάλι. Ο Συμεών τον πλησίασε και του είπε:
– Γιατί λυπάσαι και δεν χαίρεσαι όπως οι άλλοι, αφού τελείωσες τη θητεία σου και τώρα επιστρέφεις στο σπίτι σου;
– Έλαβα γράμμα από τους δικούς μου, λέει ο στρατιώτης. Γράφουν ότι όσο έλειπα, η γυναίκα μου γέννησε!... Για μια στιγμή σώπασε. Ύστερα, κουνώντας το κεφάλι του, είπε με ήρεμη φωνή, στην οποία διακρινόταν θλίψη, θυμός και πληγωμένος εγωισμός:
– Δεν ξέρω τι να κάνω... Ω, φοβάμαι... τόσο πολύ, ώστε δεν θέλω ούτε να επιστρέψω στο σπίτι μου.
Ο Συμεών τον ρωτά ήρεμα:
– Και εσύ αυτόν τον καιρό πόσες φορές πήγες σε κακόφημα μέρη;
– Ναι, υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις... απάντησε ο στρατιώτης, σαν να θυμήθηκε κάτι.
– Να λοιπόν, ούτε κι εσύ μπόρεσες να αντέξεις, λέει ο Συμεών. Αλλά νομίζεις ότι γι’ αυτήν ήταν εύκολο;... Εσύ ήσουν ασφαλής, είσαι άνδρας· εκείνη όμως από μία μόνο πτώση μπορούσε να πάθει αυτό... Σκέψου πού πήγαινες εσύ!... Εσύ απέναντί της είσαι περισσότερο ένοχος παρά εκείνη... Συγχώρεσέ την. Πήγαινε στο σπίτι σου, δέξου το παιδί σαν δικό σου και θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά...
Πέρασαν πολλοί μήνες. Ο Συμεών έλαβε ευχαριστήρια επιστολή από εκείνον τον στρατιώτη. Έγραφε ότι, όταν επέστρεψε στο σπίτι, ο πατέρας και η μητέρα του τον υποδέχθηκαν σκυθρωποί, ενώ η γυναίκα του, φοβισμένη και ταραγμένη, στεκόταν κοντά στην πόρτα του σπιτιού κρατώντας στην αγκαλιά της το βρέφος.
Η ψυχή του όμως, από τη στιγμή που του είχε μιλήσει ο Συμεών, ήταν ήρεμη. Χαιρέτησε τους γονείς του και, χαρούμενος, πλησίασε τη γυναίκα του, τη φίλησε, πήρε το βρέφος στα χέρια του και το φίλησε κι αυτό. Χάρηκαν όλοι, μπήκαν στο σπίτι και κατόπιν γύρισαν το χωριό για να χαιρετήσει γνωστούς και συγγενείς, ενώ εκείνος κρατούσε το βρέφος στα χέρια του. Όλων οι ψυχές γέμισαν χαρά. Από τότε έζησαν ειρηνικά.


Στην επιστολή ο στρατιώτης ευχαριστούσε πολύ τον φίλο του Συμεών για την καλή συμβουλή. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η συμβουλή του ήταν πραγματικά όχι μόνο καλή αλλά και σοφή. Έτσι, ήδη από τα νεανικά του χρόνια, ο Γέροντας Σιλουανός είχε καταλάβει καλά ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων είναι να έχει ο καθένας επίγνωση του δικού του σφάλματος.

Προς το τέλος της θητείας του και λίγο πριν από την αναχώρηση των στρατιωτών της κλάσης του για τα σπίτια τους, ο Συμεών πήγε μαζί με τον γραφέα του λόχου να δει τον πατέρα Ιωάννη της Κρονστάνδης και να ζητήσει τις προσευχές και την ευλογία του. Επειδή όμως δεν βρήκαν τον πατέρα Ιωάννη στην Κρονστάνδη, σκέφτηκαν να αφήσουν επιστολές.
Ο γραφέας συνέταξε με καλλιγραφικά γράμματα και εξεζητημένο ύφος κάποια σοφή επιστολή, ενώ ο Συμεών έγραψε μόνο λίγες λέξεις:
«Άγιε Πάτερ, θέλω να γίνω μοναχός. Προσευχηθείτε να μη με κρατήσει ο κόσμος».
Επέστρεψε στον στρατώνα, στην Πετρούπολη, και, όπως έλεγε ο Γέροντας, ήδη από την επόμενη ημέρα αισθανόταν γύρω του «να βουίζουν οι φλόγες του άδη».
Όταν έφυγε από την Πετρούπολη, ο Συμεών επέστρεψε στο σπίτι του και έμεινε μόνο μία εβδομάδα. Συγκεντρώθηκαν και του παραδόθηκαν λινά υφάσματα και άλλα αφιερώματα για τη Μονή. Αποχαιρέτησε όλους και αναχώρησε για τον Άθω.
Από την ημέρα όμως εκείνη, κατά την οποία προσευχήθηκε γι’ αυτόν ο πατήρ Ιωάννης, «οι φλόγες του άδη βούιζαν» συνεχώς γύρω του: στο τρένο, στην Οδησσό, στο πλοίο, ακόμη και στον Άθω, στη Μονή, στον ναό, παντού.

ΑΦΙΞΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Το φθινόπωρο του 1892 ο Συμεών έφτασε στο Άγιον Όρος και μπήκε στη Μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα. Άρχισε πλέον η ζωή των πνευματικών αγώνων.
Σύμφωνα με το αγιορείτικο έθιμο, ο αρχάριος δόκιμος, ο «αδελφός Συμεών», έπρεπε να περάσει μερικές ημέρες σε πλήρη ησυχία, για να θυμηθεί τις αμαρτίες ολόκληρης της ζωής του και να τις καταγράψει, ώστε να τις εξομολογηθεί στον πνευματικό. Το μαρτύριο της κόλασης που αισθανόταν γέννησε μέσα του ακατάσχετη και φλογερή μεταμέλεια. Στο μυστήριο της μετάνοιας ήθελε να ελευθερώσει την ψυχή του από καθετί που τη βάραινε και γι’ αυτό, με προθυμία και μεγάλο φόβο, εξομολογήθηκε όλες τις πράξεις της ζωής του, χωρίς να δικαιολογήσει τον εαυτό του σε τίποτε.

Ο πνευματικός τού είπε:

«Εξομολογήθηκες τις αμαρτίες σου ενώπιον του Θεού και να γνωρίζεις ότι όλες σου συγχωρήθηκαν... Από τώρα ας βάλουμε αρχή για μια νέα ζωή... Πήγαινε με ειρήνη και χαίρε, γιατί ο Κύριος σε οδήγησε σε αυτό το λιμάνι της σωτηρίας».

Η απλή και πιστή ψυχή του Συμεών, όταν άκουσε από τον γέροντα-πνευματικό ότι οι αμαρτίες του είχαν συγχωρηθεί, παραδόθηκε στη χαρά σύμφωνα με τον λόγο: «Πήγαινε με ειρήνη και χαίρε».
Άπειρος και αφελής, δεν γνώριζε ακόμη ότι στον ασκητή επιβάλλεται εγκράτεια ακόμη και στη χαρά, και γι’ αυτό έχασε αμέσως εκείνη την πνευματική ένταση στην οποία βρισκόταν η ψυχή του μετά την επίσκεψή του στην Κρονστάνδη. Κατά την εξασθένηση που ακολούθησε, έγινε αντικείμενο σαρκικής επιθυμίας και ο νους του στάθηκε σε δελεαστικές εικόνες που του πρόβαλλε το πάθος. Ο λογισμός τού έλεγε: «Πήγαινε στον κόσμο και παντρέψου».
Τι υπέστη όταν βρισκόταν μόνος του ο νεαρός δόκιμος, δεν το γνωρίζουμε. Όταν πήγε να εξομολογηθεί, ο πνευματικός τού είπε:
«Μη συγκατατίθεσαι ποτέ στους λογισμούς και, μόλις έρχονται, να τους διώχνεις».
Από αυτή την απροσδόκητη «πτώση» του αδελφού Συμεών, η ψυχή του κυριεύτηκε από μεγάλο τρόμο. Έχοντας τώρα συνειδητοποιήσει τη φοβερή δύναμη της αμαρτίας, αισθάνθηκε πάλι τον εαυτό του μέσα στις φλόγες του άδη και αποφάσισε να προσεύχεται αδιάλειπτα, μέχρι να τον ελεήσει ο Θεός.
Ύστερα από την εμπειρία των μυστηρίων της κόλασης, ύστερα από εκείνη τη χαρά που αισθάνθηκε όταν έλαβε την άφεση των αμαρτιών στο μυστήριο της εξομολόγησης, το ολίσθημα στον λογισμό και η συνείδηση ότι είχε πάλι λυπήσει τη Θεομήτορα ήταν γι’ αυτόν ένα γεγονός που συγκλόνισε οδυνηρά την ψυχή του. Νόμιζε ότι είχε φτάσει σε λιμάνι σωτηρίας και ξαφνικά κατάλαβε ότι ακόμη και εδώ ήταν δυνατόν να ναυαγήσει.
Η «πτώση» στον λογισμό έκανε τον αδελφό Συμεών προσεκτικό και συνετό για ολόκληρη τη ζωή του. Για το πόσο βαθιά τον συγκλόνισε μπορούμε να κρίνουμε από το γεγονός ότι, από εκείνη την ημέρα που ο πνευματικός τού είπε «μη συγκατατίθεσαι ποτέ στους λογισμούς», σε όλη τη διάρκεια των σαράντα έξι χρόνων της μοναχικής του ζωής δεν αποδέχθηκε ποτέ ούτε έναν πορνικό λογισμό.
Εκείνο που άλλοι δεν κατορθώνουν να διδαχθούν επί πολλά χρόνια, αυτός το έμαθε από το πρώτο μάθημα, φανερώνοντας την αληθινή πνευματική του καλλιέργεια και σοφία, σύμφωνα με τον λόγο των αρχαίων Ελλήνων: «Τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ».
Η μεγάλη πικρία της μεταμέλειάς του έγινε αφορμή για νέο αγώνα. Ο λογισμός τού υπέβαλλε:
«Πήγαινε στην έρημο, φόρεσε σάκο και σώζου εκεί».
«Καλά», απαντά ο Συμεών, «θα πάω στον ηγούμενο να ζητήσω την ευλογία του γι’ αυτό».
«Μην πας· ο ηγούμενος δεν θα σου δώσει ευλογία», λέει ο λογισμός.
«Εσύ λίγο έλειψε να με διώξεις έξω από τη Μονή, στον κόσμο», απαντά ο Συμεών, «και τώρα με σπρώχνεις στην έρημο... Αν ο ηγούμενος δεν δίνει ευλογία, τότε με παρακινείς όχι προς το καλό»...
Και με δυνατή απόφαση, από το βάθος της ψυχής του, είπε:
«Θα πεθάνω εδώ για τις αμαρτίες μου».

Ο αδελφός Συμεών οδηγήθηκε στην πνευματική άσκηση μέσα από την αιώνια παράδοση της αγιορείτικης μοναχικής ζωής, η οποία είναι εμποτισμένη από την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού: προσευχή μόνος στο κελλί, μακρές ακολουθίες στον ναό, νηστείες και αγρυπνίες, συχνή εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, μελέτη, κόπος, υπακοή.
Απλός και άπειρος ως προς το πλήθος των προβλημάτων που απασχολούν τους διανοούμενους, εκείνος, όπως και οι περισσότεροι μοναχοί, εξοικειώθηκε με τη νέα ζωή περισσότερο μέσα από την οργανική ένταξή του στο περιβάλλον παρά μέσα από προφορικά μαθήματα. Οι προφορικές διδαχές του ηγουμένου, των πνευματικών και των γερόντων είναι ως επί το πλείστον σύντομες και συνήθως έχουν τη μορφή συγκεκριμένων υποδείξεων για το τι και πώς πρέπει να πράττει κανείς.

Ένα από αυτά τα μαθήματα για τον αρχάριο υποτακτικό είναι η υπόδειξη ότι η κατά μόνας προσευχή στο κελλί πρέπει να γίνεται κυρίως με το κομποσχοίνι, με την «ευχή του Ιησού».
Η συνεχής επίκληση του θείου Ονόματος του Ιησού γλύκαινε την ψυχή του αδελφού Συμεών. Χαιρόταν όταν άκουγε ότι με αυτή την προσευχή μπορούμε να προσευχόμαστε παντού και πάντοτε, σε κάθε εργασία και σε κάθε περίσταση· ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών ακολουθιών είναι καλό «να τη φυλάμε», και ότι, όταν εξαιτίας εργασίας ή ασθένειας γίνεται αδύνατη η προσέλευση στον ναό, με αυτήν μπορούν να αναπληρωθούν οι ακολουθίες.
Προσευχόταν πολύ και με φλόγα, γιατί η ψυχή του βρισκόταν σε βαριά οδύνη και ζητούσε επίμονα Εκείνον που μπορούσε να τον σώσει.
Έτσι πέρασε λίγος καιρός, περίπου τρεις εβδομάδες, και ένα βράδυ, ενώ προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η προσευχή εισχώρησε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί ημέρα και νύχτα.
Τότε όμως δεν είχε ακόμη καταλάβει το μεγαλείο και τη σπανιότητα του δώρου που είχε λάβει από τη Θεομήτορα.


Συνεχίζεται

John Meyendorff - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1)

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

 John Meyendorff 

                               ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από την πρωτότυπη γαλλική έκδοση

                                                            ΕΛ. ΜΑΪΝΑΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η πνευματική παράδοση των μοναχών της Ανατολής
- Ο αρχέγονος μοναχισμός
- Ευάγριος ο Ποντικός (†399) και η καθαρή Προσευχή
- Ο Μακάριος και η μυστική ζωή της καρδιάς
- Η προσευχή του Ιησού
- Η διδασκαλία της θέωσης· Γρηγόριος ο Νύσσης και Μάξιμος ο Ομολογητής
- Συμεών ο Νέος Θεολόγος (917– 1927)
- Ο βυζαντινός Ησυχασμός στο ΙΓ΄ και ΙΔ΄ αιώνα
Γρηγόριος Παλαμάς. Ο Θεολόγος του Ησυχασμού
- Τα νεανικά χρόνια
- Η σύγκρουση με τον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο
- Η θεολογία του Ησυχασμού
- Ένας χριστιανικός υπαρξισμός;;;;
Ο Ησυχασμός μετά τον Παλαμά
- Στη Χριστιανική Ανατολή· από το ΙΔ΄ αιώνα ως τις μέρες μας
- Η ησυχαστική παράδοση στη Ρωσία
ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


Oρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τό στήριγμα και διδάσκαλε, τῶν μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε, θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τό καύχημα, κήρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διά παντός σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο ύμνος αυτός στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ψάλλεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στη λειτουργία της Δεύτερης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής. Εξυμνεί αυτόν που κατόρθωσε να συνοψίσει, μερικές δεκαετίες πριν από την πτώση του Βυζαντίου, σε δογματική σύνθεση την αιωνόβια παράδοση του θεωρητικού μοναχικού βίου της χριστιανικής 'Ανατολής, που είναι γνωστός με το όνομα του «ησυχασμού».

Ο ησυχασμός είναι μοναχική κίνηση που οι ρίζες της ανεβαίνουν ως τους πατέρες της Ερήμου. Δεν μπορεί σίγουρα να προβάλει την απαίτηση πως αντιπροσωπεύει μόνος του την «ορθόδοξη μυστική» που γνώρισε και γνωρίζει ακόμη και σήμερα διαφορετικές μορφές. Ο Παλαμάς, ιδιαίτερα, μπορεί να παρουσιαστεί ως δάσκαλος «ορθόδοξης μυστικής» στο μέτρο που ξεπερνάει τα πλαίσια μιας πνευματικής σχολής και κάνει να ξαναζήσει στο έργο του η ίδια η ουσία του Χριστιανικού Μυστηρίου.

Στην Παλαμική εποχή, ο ανατολικός μοναχισμός είχε ήδη μακριά ιστορία. Οι μεγάλοι δάσκαλοι του είχαν κληροδοτήσει τεράστια φιλολογία. Είχε γνωρίσει τους πειρασμούς του. Διέθετε απεριόριστη δύναμη επιβολής πάνω στους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Ο Παλαμάς δέχτηκε ανεπιφύλακτα όλη αυτή την κατάκτηση του παρελθόντος. Ο ρόλος του έγκειται ωστόσο στο ότι ανέσυρε απ' το παρελθόν αυτό ένα μόνιμο δογματικό και πνευματικό στοιχείο. Κι αυτό το έκανε σε μια εποχή που είχε αρχίσει να πνέει στο Βυζάντιο το πνεύμα της Αναγέννησης και τη στιγμή που η χριστιανική Δύση υφίστατο έναν από τους πιο ριζικούς μετασχηματισμούς της ιστορίας της.

Οι Μοντέρνοι Καιροί, παρασύροντας σε τελειωτική ερείπωση τόσες αξίες που είχε απολυτοποιήσει ο Μεσαίωνας, θα έφθαναν ως στο σημείο ν' αποσαθρώσουν την ουσία του Χριστιανισμού;

Η νέα πολιτεία, αφού κατόρθωσε να κατακτήσει την αυτονομία του ορθού λόγου και της δημιουργίας, θα παραχωρούσε θέση στην υπερφυσική ζωή, που ο Χριστός είχε προσφέρει ανεξάρτητα από όλα τα καθαρώς ανθρώπινα επιτεύγματα;

Το έργο του Παλαμά δίνει θετικές απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα. Να γιατί ο δογματικός θρίαμβός του στο Βυζάντιο του 14ου αιώνα θεωρήθηκε από την 'Ανατολική Εκκλησία όχι ως ο θρίαμβος μιάς ιδιαίτερης μυστικής, αλλά ως ο θρίαμβος της ίδιας της Ορθοδοξίας. Η εκκλησιαστική αυτή επιδοκιμασία ανέδειξε έτσι ο,τι παντοτεινό και παγκόσμιο βρισκόταν σε μια καθαρώς μοναχική παράδοση.

John Meyendorff

ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ, ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΙΤ, ΠΟΥ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΛΗΘΗ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΔΗΛ. ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ. ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΗΠΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ.ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ,ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΜΑΣ

Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 2 Βασίλειος Κριβοσέιν

Συνέχεια από Παρασκευή  14. Αυγούστου 2026


Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 2

Βασίλειος Κριβοσέιν


Στη συνέχεια, σε συνάφεια με όσα εκθέσαμε σχετικά με τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον άνθρωπο, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ακόμη ποια σημασία αποδίδει ο ίδιος στην καρδιά μέσα στην πνευματική και νοερή ζωή του ανθρώπου. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θεωρεί την καρδιά ως το κατεξοχήν κέντρο της πνευματικής ζωής του ανθρώπου, ως όργανο του νου, μέσω του οποίου αυτός κυριαρχεί σε ολόκληρο το σώμα, ακόμη και ως πηγή και φύλακα της νοητικής δραστηριότητας του ανθρώπου.

«Γνωρίζουμε με βεβαιότητα», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ότι η νοητική μας δύναμη βρίσκεται στην καρδιά ως σε όργανο· αυτό δεν το διδαχθήκαμε από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον Δημιουργό του ανθρώπου, ο οποίος λέγει στο Ευαγγέλιο: από την καρδιά εξέρχονται οι διαλογισμοί». Γι’ αυτό «η καρδιά μας είναι το θησαυροφυλάκιο της διανοίας» και συγχρόνως, κατά κάποιον τρόπο, το εσωτερικότερο μέρος του σώματός μας.

Η διδασκαλία για τον άνθρωπο ως ον θεοειδές, ως φορέα της εικόνας του Θεού, η οποία φανερώνεται σε ολόκληρη την πνευματικοσωματική του προσωπικότητα, και ως έναν μικρό κόσμο που περιέχει μέσα του ολόκληρη τη δημιουργία, καθιστά κατανοητή τη δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνίας ολόκληρου του είναι μας με τον Θεό και μιας βαθύτερης γνώσεώς Του από εκείνη που αποκτάται αποκλειστικά μέσω της διανοητικής δραστηριότητας ή της μελέτης του εξωτερικού κόσμου.

Και πράγματι, ξεκινώντας από τη διδασκαλία του περί της θεοειδείας του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υποστηρίζει ότι η κοινωνία με τον Θεό μπορεί να επιτευχθεί πρωτίστως διά της οδού της τηρήσεως των εντολών Του. Με την τέλεσή τους ο άνθρωπος αποκαθιστά και φανερώνει μέσα του την εικόνα του Θεού, η οποία έχει σκοτισθεί από τις αμαρτίες, και έτσι πλησιάζει προς την ένωση με τον Θεό και προς τη γνώση Του, στο μέτρο που αυτή είναι προσιτή σε αυτόν ως κτιστό ον.
Αυτή η κοινή και υποχρεωτική για όλους οδός της τηρήσεως των εντολών του Κυρίου μπορεί να εκφραστεί συνοπτικά ως αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Έξω από αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει καμία κοινωνία με τον Θεό. Η σκέψη περί της υποχρεωτικότητας και της καθολικότητας των εντολών βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ασκητικής διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά —θεώρησε μάλιστα αναγκαίο να συγγράψει ερμηνεία του Δεκαλόγου της Παλαιάς Διαθήκης— και, ως κάτι αυτονόητο, συχνά ούτε καν διατυπώνεται ρητώς όταν εκθέτει τη μία ή την άλλη επιμέρους πτυχή της διδασκαλίας του για τις οδούς της εσωτερικής ζωής.

Ωστόσο, ως προς την κατανόηση της σημασίας και του τρόπου της εργασίας των εντολών, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, όπως όλοι οι βαθύτεροι ασκητικοί συγγραφείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, έτεινε να αποδίδει πρωταρχική σημασία όχι τόσο στην ίδια την εξωτερική πράξη ή ακόμη και στην απόκτηση της μιας ή της άλλης αρετής, όσο στην εσωτερική κάθαρση από τα πάθη.

Για να επιτευχθεί αυτή η καθαρότητα της καρδιάς, πρέπει πρώτα απ’ όλα να εισέλθει κανείς στην οδό της μετανοίας και της ταπεινώσεως, μέσα στις οποίες εκδηλώνεται η αποστροφή μας προς την αμαρτία και η αγάπη μας προς τον Κύριο που μας αγάπησε:
«Ας αποκτήσουμε έργα μετανοίας», διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «ταπεινό φρόνημα, κατάνυξη και πνευματικό πένθος, καρδιά πράα και γεμάτη έλεος, που αγαπά τη δικαιοσύνη και επιδιώκει την καθαρότητα [...]· διότι η Βασιλεία του Θεού, ή μάλλον ο Ουράνιος Βασιλεύς [...] βρίσκεται μέσα μας, και πρέπει πάντοτε να προσκολλώμεθα σε Αυτόν διά των έργων της μετανοίας, αγαπώντας, όσο μπορούμε, Εκείνον που τόσο πολύ μας αγάπησε».

Ακόμη ισχυρότερο όμως μέσο εσωτερικής καθάρσεως και συγχρόνως η φωτεινότερη έκφραση της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον ήταν για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά η προσευχή, ενωμένη, βεβαίως, με την υπόλοιπη εσωτερική δραστηριότητα του ανθρώπου και γενικότερα με ολόκληρη τη ζωή του. Η προσευχή είναι γι’ αυτόν ανώτερη από την απόκτηση επιμέρους αρετών.

Γι’ αυτό, αναγνωρίζοντας ότι η ένωση με τον Θεό επιτυγχάνεται είτε μέσω της κοινωνίας στις αρετές είτε μέσω της κοινωνίας στην προσευχή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αποδίδει μεγάλη σημασία στην προσευχητική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι μόνο με τη δύναμή της μπορεί το κτίσμα να ενωθεί αληθινά με τον Δημιουργό.
«Η δύναμη της προσευχής», λέγει, «ιερουργεί την ένωση αυτή [...] όντας σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Δημιουργό».
Στη συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ομιλεί —όπως και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης— για μια ορισμένη τριαδική ενέργεια του νου, μέσω της οποίας αυτός ανέρχεται προς τον Θεό.
«Όταν το εν του νου γίνεται τριαδικό», γράφει στο ίδιο Περί προσευχής έργο, «παραμένοντας εν, τότε συνάπτεται με τη Θεαρχική Τριαδική Μονάδα».
Αυτή η τριαδική ενέργεια του νου συνίσταται στο ότι ο νους, ο οποίος συνήθως κατευθύνεται προς τα εξωτερικά αντικείμενα —αυτή είναι η πρώτη ενέργεια— επιστρέφει στον εαυτό του —δεύτερη ενέργεια— και από εκεί ανέρχεται προσευχητικά προς τον Θεό —τρίτη ενέργεια.
«Το εν του νου γίνεται τριαδικό, παραμένοντας εν, διά της επιστροφής του προς τον εαυτό του και διά της ανόδου του, μέσω του εαυτού του, προς τον Θεό».


Οι δύο αυτές ενέργειες χαρακτηρίζονται επίσης ως «συστολή» του νου και ως «προς τα άνω έκτασή» του, με την εξήγηση ότι «η επιστροφή του νου προς τον εαυτό του είναι η φύλαξή του [...] ενώ η άνοδός του προς τον Θεό πραγματοποιείται διά της προσευχής».
Όταν ο ανθρώπινος νους βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, «φθάνει στο ανέκφραστο» και «γεύεται τον μέλλοντα αιώνα».
Δεν πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται υπερβολικά μεγάλη σημασία στον φωτισμό που επιτυγχάνουμε κατά την αρχή· διότι, εφόσον αυτός δεν συνοδεύεται ακόμη από πλήρη κάθαρση της ψυχής, μπορεί να αποδειχθεί απατηλός και να γεννήσει πλάνη. Στην αρχή του ασκητικού αγώνα πρέπει να περιορίζεται κανείς στη θέα της ίδιας του της καρδιακής αμαρτωλότητας, η οποία αποκαλύπτεται μέσω αυτού του φωτισμού του νου.
Η πλήρης κάθαρση του ανθρώπου μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν σε καθεμία από τις ψυχικές του δυνάμεις δοθεί το αντίστοιχο πνευματικό φάρμακο. Μόνον «καθαίροντας την πρακτική του δύναμη διά της πράξεως, τη γνωστική διά της θεωρίας και τη θεωρητική διά της προσευχής» μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει στην καθαρότητα που είναι αναγκαία για τη γνώση του Θεού.
«Αυτή δεν μπορεί ποτέ να αποκτηθεί από κανέναν παρά μόνο διά της τελειότητας στην πράξη, διά της επίμονης πορείας [στην οδό της ασκήσεως], διά της θεωρίας και της θεωρητικής προσευχής».
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι πνευματικά αναγκαία και καρποφόρα δεν είναι απλώς η επίτευξη της τριαδικής ενέργειας του νου, αλλά η σταθερή και μακρά παραμονή του σε αυτή την ενέργεια, η οποία γεννά ένα είδος νοεράς αισθήσεως.

Στο σημείο αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς επιμένει στην ανάγκη να διατηρείται συνεχώς ο νους εντός των ορίων του σώματός μας. Προς επιβεβαίωση αυτού του ασκητικού κανόνα παραπέμπει στη γνωστή ρήση του οσίου Ιωάννου της Κλίμακος:
«Ησυχαστής είναι εκείνος που αγωνίζεται να περιορίσει το ασώματο [δηλαδή τον νου] μέσα στο σώμα».


Σε συμφωνία με αυτόν, βλέπει ακριβώς σε αυτή τη διατήρηση του νου μέσα στο σώμα ένα από τα βασικά γνωρίσματα του αληθινού ησυχαστή. Αντιθέτως, η παραμονή του νου έξω από το σώμα αποτελεί γι’ αυτόν πηγή κάθε πλάνης.

«Το να τοποθετεί κανείς τον νου», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «[...] έξω από το σώμα, ώστε εκεί να φθάνει σε νοητές θεωρίες, αποτελεί τη μεγαλύτερη από τις ελληνικές πλάνες, τη ρίζα και την πηγή κάθε κακοδοξίας».

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς προβλέπει ότι η διδασκαλία του περί της διατηρήσεως του νου εντός των ορίων του σώματος ή ακόμη και περί της «αποστολής» του εκεί μπορεί εύκολα να προκαλέσει αντιρρήσεις ως προς την αχρηστία ή ακόμη και την αδυναμία μιας τέτοιας ασκητικής πρακτικής, εφόσον ο νους είναι ήδη εκ φύσεως ενωμένος με την ψυχή, η οποία βρίσκεται μέσα στο σώμα, και επομένως βρίσκεται ήδη εκεί χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της βουλήσεώς μας.

Αυτή όμως η απορία προέρχεται, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, από τη σύγχυση της ουσίας του νου με την ενέργειά του. Ο νους κατά τη φύση του είναι βεβαίως ενωμένος με την ψυχή· έργο όμως του ησυχαστή είναι να κατευθύνει προς τα έσω και την ενέργεια του νου.
Αυτού του είδους η προσευχητική φύλαξη του νου απαιτεί, ωστόσο, από τον άνθρωπο μεγάλη προσπάθεια, ένταση και κόπο.
«Ο κόπος κάθε άλλης αρετής», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «είναι μικρός και πολύ εύκολα υποφερτός σε σύγκριση με αυτόν».

Από εδώ βλέπουμε πόσο σφάλλουν εκείνοι που διακρίνουν στη νοερά προσευχή των ησυχαστών κάποια απόπειρα εύκολου δρόμου προς τη σωτηρία, κάποια επιθυμία αποφυγής των κόπων της αρετής και, για να το πούμε έτσι, επιτεύξεως «φθηνά» και «μηχανικά» του μυστικού «ενθουσιασμού».
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για εύκολη οδό, και η νοερά προσευχή παρουσιάζεται από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως η δυσκολότερη, η στενότερη και η πλέον θλιπτική οδός προς τη σωτηρία, η οποία όμως οδηγεί στις υψηλότερες κορυφές της πνευματικής τελειότητας, υπό τον όρο ότι η προσευχητική εργασία συνδέεται με ολόκληρη την υπόλοιπη δραστηριότητα του ανθρώπου. Αυτή ακριβώς η αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της προσευχής δεν επιτρέπει να θεωρηθεί αυτή ως κάτι «μηχανικό».
Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, μολονότι συνιστά αυτή την οδό σε όλους όσοι επιθυμούν να σωθούν και τη θεωρεί προσιτή σε όλους, επισημαίνει εντούτοις ότι μόνο μέσα στη μοναχική ζωή, μακριά από τον κόσμο, μπορούν να βρεθούν οι ευνοϊκές συνθήκες για την πορεία σε αυτήν.
«Είναι δυνατόν, βεβαίως», γράφει, «και εκείνοι που ζουν σε γάμο να επιδιώξουν την επίτευξη αυτής της καθαρότητας, αλλά μόνο με τις μεγαλύτερες δυσκολίες».

Σκόπιμα σταθήκαμε προηγουμένως αρκετά εκτενώς στις απόψεις του αγίου Γρηγορίου Παλαμά σχετικά με τη σημασία της καρδιάς και γενικότερα του σώματος στην πνευματική ζωή του ανθρώπου — απόψεις που συναντώνται ήδη στους αρχαίους ασκητικούς συγγραφείς και που απλώς εκφράστηκαν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με ιδιαίτερη σαφήνεια και με τη χαρακτηριστική του φιλοσοφική συστηματικότητα — ώστε, σε συνάρτηση με αυτές, να μπορέσουμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το αληθινό νόημα της πιο ιδιότυπης πλευράς της ασκητικής του διδασκαλίας. Εννοούμε τη λεγόμενη «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή και τις μεθόδους της.

Η περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής, η οποία απουσιάζει ως προς τις λεπτομέρειές της από τους αρχαίους Πατέρες, μολονότι ορισμένες σχετικές υποδείξεις μπορούν να βρεθούν ήδη στον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος (6ος αι.) και στον Ησύχιο τον Σιναΐτη (6ος–8ος αι.), δίδεται με τη μεγαλύτερη πληρότητα στον Λόγο του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου «Περὶ τῶν τριῶν τρόπων τῆς προσευχῆς» (αρχές 11ου αι.), στον Νικηφόρο τον Μοναχό (13ος αι.) και στον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη (14ος αι.).

Όπως κι αν εξηγηθεί η σιωπή των αρχαίων Πατέρων σχετικά με αυτές τις μεθόδους —είτε με το ότι τότε οι μέθοδοι αυτές δεν υπήρχαν καθόλου είτε με το ότι, επειδή αποτελούσαν αντικείμενο άμεσης προσωπικής διδασκαλίας των μαθητών από τους γέροντες, δεν καταγράφονταν γραπτώς, ώσπου, εξαιτίας της παρακμής του θεσμού των γερόντων, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος να λησμονηθούν εντελώς, πράγμα που παρακίνησε έμπειρους εργάτες της προσευχής να τις παραδώσουν στη γραφή — ένα πράγμα, πάντως, είναι αναμφισβήτητο: ότι αυτές οι μέθοδοι της «καλλιτεχνικής» νοεράς προσευχής ήταν ήδη σχετικά ευρέως γνωστές στην Ορθόδοξη Ανατολή πολύ πριν από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τους Αγιορείτες ησυχαστές του 14ου αιώνα και αποτελούσαν μέρος της ασκητικής της παραδόσεως.

Και φαίνεται εντελώς απίθανη, τόσο από ιστορική όσο και από θρησκευτικο-ψυχολογική άποψη, η γνώμη που διατυπώνεται από ορισμένους, σύμφωνα με την οποία η ίδια η εμφάνιση αυτών των «καλλιτεχνικών» μεθόδων υπήρξε αποτέλεσμα ατομικής «εφευρέσεως» κάποιου μεμονωμένου προσώπου, και μάλιστα σχεδόν συγχρόνου του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Η εσφαλμένη κατανόηση του νοήματος και της σημασίας τους, που συναντάται τόσο συχνά ακόμη και σε ορθόδοξους ερευνητές, βασίζεται κυρίως στο γεγονός ότι συνήθως θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα βοηθητικό μέσο.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πάντοτε ότι οι ασκητικοί συγγραφείς που περιέγραψαν την «καλλιτεχνική» προσευχή δεν είχαν ως σκοπό, στο ένα ή στο άλλο έργο τους, να προσφέρουν μια εξαντλητική έκθεση ολόκληρης της ορθόδοξης ασκητικής διδασκαλίας στο σύνολό της, αλλά περιορίζονταν συνήθως στην παρουσίαση εκείνων των θεμάτων τα οποία είτε δεν είχαν αναπτυχθεί επαρκώς από άλλους είτε, για κάποιον λόγο, προκαλούσαν απορίες.
Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν λανθασμένο να υποθέσουμε ότι οι επιμέρους κανόνες που αναφέρουμε —για παράδειγμα η «καλλιτεχνική» προσευχή— αντικαθιστούσαν, στα μάτια τους, ολόκληρη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, αυτή η διδασκαλία, η οποία αποτελεί ένα ενιαίο αρμονικό όλον, θεωρούνταν από αυτούς τόσο γενικά γνωστή, ώστε δεν έκριναν αναγκαίο να την αναφέρουν συνεχώς κατά την ανάπτυξη των επιμέρους ζητημάτων που τους απασχολούσαν.
Τέλος, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι φαινομενικές αντιφάσεις που παρουσιάζονται ενίοτε μεταξύ διαφόρων ασκητικών έργων εξηγούνται συχνά από το γεγονός ότι αυτά γράφτηκαν για πρόσωπα που βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια πνευματικής προόδου.

Μετά από αυτές τις γενικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, ας περάσουμε στη συγκεκριμένη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά γι’ αυτήν. Πρέπει, ωστόσο, να πούμε εξαρχής ότι στον ίδιο δεν συναντούμε μια τόσο λεπτομερή περιγραφή των μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής όσο εκείνη που βρίσκουμε στους προκατόχους του που έγραψαν γι’ αυτό το θέμα — εννοούμε τα προαναφερθέντα έργα του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, του Νικηφόρου του Μοναχού και του Γρηγορίου του Σιναΐτου.
Ένα τέτοιο έργο πιθανώς του φαινόταν περιττό, λόγω της γενικής εξοικειώσεως του μοναστικού κόσμου της εποχής του με τη νοερά εργασία. Αντίθετα, βρίσκουμε στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά μια λαμπρή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ασκητικο-φιλοσοφική απολογία ορισμένων μεθόδων της «καλλιτεχνικής» προσευχής.
Αφορμή για τη συγγραφή της αποτέλεσαν, βεβαίως, οι γνωστές επιθέσεις —ή μάλλον οι χλευασμοί— του Βαρλαάμ εναντίον των συγχρόνων του αγίου Γρηγορίου Παλαμά Αγιορειτών ησυχαστών μοναχών, τους οποίους ο Βαρλαάμ, εξαιτίας της ασκήσεώς τους στην «καλλιτεχνική» νοερά προσευχή, αποκαλούσε «ομφαλοψύχους», δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι, υποτίθεται, δίδασκαν ότι η ψυχή του ανθρώπου βρίσκεται στον ομφαλό του.
Η απολογητική εργασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, που προκλήθηκε από τις ανάγκες της στιγμής, αποκτά όμως αυτοτελές ενδιαφέρον όταν εξετασθεί σε συνάρτηση με τις γενικότερες ασκητικές του απόψεις, τις οποίες ήδη γνωρίζουμε.
Στη βάση της βρίσκεται και πάλι η ίδια σκέψη: εφόσον το σώμα μας, ως προς την ουσία του, δεν αποτελεί κακή αρχή αλλά δημιούργημα του Θεού και ναό του Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας, δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο· αντιθέτως, είναι απολύτως φυσικό να χρησιμοποιείται και αυτό ως βοηθητικό μέσο κατά την τέλεση της προσευχής.
Από αυτές τις βοηθητικές μεθόδους, οι οποίες συνδέονται με τη σωματικότητα του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς στέκεται στις ακόλουθες δύο:
πρώτον, στη σύνδεση της προσευχής με την αναπνοή, ακριβέστερα με την εισπνοή, μέσω της οποίας διευκολύνεται η συγκράτηση του νου στο εσωτερικό του ανθρώπου και η ένωσή του με την καρδιά·

και, δεύτερον, στην υιοθέτηση από τον προσευχόμενο, κατά την ώρα της προσευχής, μιας ορισμένης εξωτερικής στάσεως του σώματος, συνήθως καθιστής, με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω και το βλέμμα στραμμένο προς το στήθος ή ακόμη χαμηλότερα, προς το σημείο όπου βρίσκεται ο ομφαλός.

Ως προς την πρώτη μέθοδο, η οποία βασίζεται στην αναπνοή, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει ότι ο σκοπός της είναι καθαρά βοηθητικός: να διευκολύνει δηλαδή τον άνθρωπο, ιδίως εκείνον που δεν έχει ακόμη προοδεύσει στη νοερά προσευχή, να συγκρατεί τον νου του μέσα του, χωρίς περισπασμό, στην περιοχή της καρδιάς, η οποία, όπως γνωρίζουμε, έχει κεντρική σημασία σε ολόκληρη την πνευματική ζωή του ανθρώπου.
Εδώ, βεβαίως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον είναι σκόπιμη μια τέτοια σύνδεση της αναπνοής με την προσευχή ως προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της συγκεντρώσεως του νου. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι, κατ’ αρχήν, όχι μόνο δεν υπάρχει σε αυτό τίποτε το αδύνατο, αλλά είναι και απολύτως πιθανό, αν ληφθεί υπόψη η γνωστή από την καθημερινή ζωή και επιβεβαιωμένη από την ψυχολογία σχέση των ψυχικών φαινομένων με τα σωματικά.

Συνεχίζεται