Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ Β΄

  Συνέχεια από  Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

 ΛΟΓΟΣ Β΄ 

Περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ βροῦμε κάποιον ἀληθινὸ ἐργάτη τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ μάθουμε τοὺς τρόπους καὶ τὰ σημεῖα της, καὶ ὅτι ὅποιος τὴν ἔχει μέσα του πάντοτε καὶ τὴν μελετᾶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προσοχή, ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ κάποια πνευματικὰ σημεῖα ὅτι ἑνώνεται ἀοράτως ἡ ψυχή του μὲ τὸν μελετώμενο Ἰησοῦ. Ἐπίσης καὶ ποιὸς εἶναι ὁ καρπὸς αὐτῆς τῆς νοερᾶς προσευχῆς.

Εὐλόγησον πάτερ.

Γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ τὰ ξεριζώσει ἀπὸ τὴν καρδιά του, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀποκτήσει ἔσω στὴν καρδία του τὴν νοερὰ προσευχή. Διότι ἂν δὲν ἐγκατασταθεῖ ἡ νοερὰ προσευχὴ στὸν τόπο, ἀπ᾿ ὅπου ἀναβλύζουν τὰ πάθη, αὐτὰ δὲν ξεριζώνονται.

Λοιπόν, ἂν δὲν ἀποκοποῦν τὰ πάθη ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, δὲν ἀναχωροῦν ἀπὸ αὐτὸν οὔτε οἱ δαίμονες. Διότι οἱ δαίμονες ἔχουν συνήθεια νὰ συγκεντρώνονται ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ πάθη, καθὼς συγκεντρώνονται καὶ οἱ μῦγες ἐκεῖ ποὺ εἶναι κάποια βρώμικη πληγὴ καὶ κάποια δυσοσμία. Καὶ καθὼς οἱ κόρακες καὶ τὰ σαρκοφάγα πτηνὰ μαζεύονται ἐκεῖ ποὺ βλέπουν πτῶμα ἢ ὀσφραίνονται δυσοσμία νεκροῦ ζώου καὶ τὸ καταβροχθίζουν, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες ὅταν δοῦν κάποιον σαρκικὸ καὶ ἐμπαθῆ ἄνθρωπο, κάνουν ἐκεῖ τὴν φωλιά τους καὶ καταβροχθίζουν νοερῶς μὲ τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες ἐκεῖνο τὸ σαρκικὸ σῶμα. Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε ὁ προφήτης· «Ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ᾿ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου» (Ψλμ. κστ΄ 2). Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ κάποιος ἀπὸ τὰ πάθη ὅπως ἔχει ἤδη εἰπωθεῖ, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀποκτήσει τὴν νοερὰ προσευχὴ στὴν καρδιά του.

Καὶ πάλι, γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσει κανεὶς στὴν καρδιά του, χρειάζεται νὰ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ γι᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς μὲ ταπείνωση, ταλαιπωρώντας τὸ σῶμα μὲ νηστεῖες, μὲ γονυκλισίες καὶ μὲ ἄλλους σωματικοὺς καὶ φανεροὺς κόπους, γιὰ νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ τοῦ δείξει κάποιον ἀπλανῆ ὁδηγό, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται τὴν νοερὰ προσευχὴ μυστικῶς, ἀπὸ τὸν ὁποῖο νὰ τὴν διδαχτεῖ ἀκριβῶς. Ἢ πάλι, ἂν δὲν βρίσκεται κανεὶς τέτοιος ὁδηγὸς σ᾿ ἐκεῖνον τὸν τόπο, νὰ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ κάνει σ᾿ αὐτὸν κάποια ἄλλη οἰκονομία γι᾿ αὐτό, δηλαδὴ νὰ τὸν πληροφορήσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἤ, ἂν καὶ βρίσκεται κάποιος ἐργάτης αὐτῆς καὶ τὴν διδάσκει, ὅμως αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν καταλάβει ἀκριβῶς, τότε, ἂς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει μὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο, πῶς νὰ τὴν μεταχειριστεῖ καὶ πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσει.

Κάποτε ἕνας ἀδελφὸς ἀκούγοντας κάποιον νὰ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν νοερὰ προσευχή, ἐπιθύμησε νὰ τὴν ἀποκτήσει καὶ αὐτός. Ὅμως, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀποκτήσει οὔτε νὰ τὴν καταλάβει, διότι αὐτὴ ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι δυσκολοκατανόητη καὶ δυσκολοκατόρθωτη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀδελφὸς δόθηκε στὴν προσευχὴ παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν πληροφορήσει πῶς νὰ τὴν μεταχειριστεῖ καὶ πῶς νὰ τὴν λέγει, χωρὶς νὰ πλανηθεῖ. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὸν λογισμό τους σ᾿ αὐτὴν τὴν εὐχή, χωρὶς καμμία θεϊκὴ πληροφορία, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν τοὺς κυριεύσει κάποια πλάνη ἀπὸ τὸν διάβολο, ἐκτὸς μόνον ἂν εἶναι κανεὶς τελείως ταπεινόφρων καὶ ἀποφεύγει τὰ τεχνάσματα τοῦ σατανᾶ μὲ θεϊκὴ φώτιση. Γι᾿ αὐτὸ -λέγω- καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτός, παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ μὲ πολλὴ ταπείνωση. Διότι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄκουσε γι᾿ αὐτήν, προσπάθησε πολὺ νὰ τὴν ἀποκτήσει. Ὅμως, πάλι δὲν εἶχε καμμία ἀληθινὴ πληροφορία· «Χωρὶς ἐμοῦ», λέγει ὁ Σωτήρ, «οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. ιε΄ 5).

Βλέποντας λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν πόθο τοῦ ἀδελφοῦ, ἔστειλε στὸν ὕπνο του τὸν ἄγγελό του μὲ τὴ μορφὴ κάποιου γνωστοῦ του Μοναχοῦ, τὸν ὁποῖο γνώριζε ὁ ἀδελφὸς ὅτι εἶναι τέλειος σ᾿ αὐτὴν τὴν εὐχή. Καὶ λοιπὸν ἑρμήνευε ὁ ἄγγελος αὐτὴν τὴν νοερὰ καὶ καρδιακὴ εὐχὴ μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο· ἔχοντας τὸ στῆθος του γυμνὸ καὶ λέγοντας ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἔδειχνε στὸν ἀδελφὸ μὲ ἀκρίβεια ὅλα τὰ σημεῖα τῆς νοερᾶς καὶ καρδιακῆς εὐχῆς. Ὅταν δηλαδὴ ἔλεγε ὁ ἄγγελος τὴν εὐχή, ἔβλεπε ὁ ἀδελφὸς τὴν βία τοῦ ἀγγέλου, πῶς δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐσωτερικὴ βία, ἵδρωνε καὶ ἔφτυνε αἷμα καὶ στενοχωροῦσε τὴν καρδιά του μὲ ὑπερβολὴ καὶ εἶχε πολλὴ προσοχὴ στὴν εὐχή. Καὶ ἄλλοτε φαινόταν τὸ πρόσωπό του δοξασμένο, λαμπρὸ καὶ γεμᾶτο ἀπὸ Χάρη Θεοῦ, ἀπὸ τὴν χαρὰ ποὺ λάμβανε μέσα ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν εὐχή, καθὼς λέγει· «Καρδίας εὐφραινομένης θάλλει πρόσωπον» (Παρ. ιε΄ 13), ἄλλοτε πάλι φαινόταν ἡ ὄψη του πικραμένη καὶ λυπημένη ἀπὸ τοὺς ἀένναους ἀναστεναγμούς, ὅπως λέγει ὅτι «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου»(Ματθ. κστ΄ 18). Ἄλλοτε πάλι φαινόταν ὁ ἄγγελος ὅτι μὲ τὴν δύναμη καὶ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς προσευχῆς ἡμέρευε τὸ θυμωμένο καὶ ἄγριο πρόσωπό του. Ἄλλοτε φαινόταν ὅτι θὰ ἔπεφτε στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ἄκρα βία ποὺ ἀσκοῦσε στὴν εὐχή, ἀπὸ ἀτονία καὶ ἀδυναμία μεγάλη, καὶ ἄλλοτε φαινόταν σὰν σὲ καθρέπτη ὅτι ἡ καρδιά του κινδύνευε νὰ σπάσει καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τήν θέση της, ἀπὸ τὴν βία ποὺ τῆς ἔκανε. Ἄλλοτε πάλι φαινόταν τὸ σῶμα του σὰν νεκρό.

Καὶ ἔλεγε στὸν ἀδελφὸ ὁ ἄγγελος· «Ἔτσι ὅπως μὲ εἶδες νὰ λέγω τὴν εὐχή, ἔτσι λέγε την καὶ ἐσὺ καὶ θὰ βρεῖ ἡ ψυχή σου ἀνάπαυση». Αὐτὸ τὸ εἶδε ὁ ἀδελφὸς δύο καὶ τρεῖς καὶ πολλὲς φορὲς καὶ κάνοντας ἔτσι ἀναπαύθηκε ὁ λογισμός του.

Ὁμοίως καὶ ἕνας ἄλλος ἀδελφός, προσευχόμενος κάποτε νοερῶς ἦλθε σὲ ὀπτασία. Εἶδε μπροστά του δύο ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι βαστοῦσαν ἀνοικτὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ὀνομάζεται «Φιλοκαλία». Ἔδειχναν οἱ ἄγγελοι στὸν ἀδελφὸ μὲ τὸ δάκτυλό τους ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς Φιλοκαλίας ποὺ ἀναφέρεται στὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ λέγει ὅτι «ὀφείλει ὁ Μοναχὸς εἰς πᾶσαν ἀναπνοὴν νὰ λέγει μίαν εὐχὴν ἀργῶς καὶ καθαρῶς». Καὶ μόλις διάβασε αὐτὸ τὸ ρητό, ἀμέσως ἦλθε πάλι στὸν ἑαυτό του.

Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ τρόπος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὅσο εἶναι ὑψηλὸς καὶ σωστός, τόσο χρειάζεται καὶ πολλὴ προετοιμασία σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ τὸν μεταχειρίζεται, καθὼς λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ σὲ ἕνα μέρος τῶν λόγων του· «Ἐν ἱδρῶτι εὐδόκησε ὁ σοφὸς Κύριος τοῦτον τὸν ἄρτον τοῖς ζητοῦσιν εὑρίσκεσθαι. Καὶ τοῦτο συμφερόντως, ἵνα μή, πρὸ καιροῦ μεταλαβοῦσιν ἡμῖν ἐξ αὐτοῦ, γένηται ἀπεψία καὶ ἀποθανοῦμεν». Δηλαδή, θέλησε ὁ πανάγαθος Θεὸς νὰ λάβουν αὐτὸ τὸ χάρισμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς νοερᾶς θεωρίας ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἱδρώνουν καὶ ἀγωνίζονται ὑπερβολικῶς γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτῆς τῆς νοερᾶς προσευχῆς· καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες εἶπε ὅτι πολὺ αἷμα ἔφτυσε ἀπὸ τὴν βία ποὺ ἐφάρμοσε, μέχρι νὰ τὴν ἀποκτήσει μέσα του.

Αὐτό, τὸ νὰ ἀγωνιζόμαστε δηλαδὴ γι᾿ αὐτήν, ἔγινε ἀπὸ τὸν Θεὸ προνοητικῶς, γιὰ τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ προσέχουμε νὰ μὴν ἀσχοληθοῦμε μ᾿ αὐτὴν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε. Διότι ἂν τὴν γευόμαστε χωρὶς τὴν πρέπουσα προετοιμασία, θὰ πεθάνουμε μὲ θάνατο ψυχικὸ ἢ καὶ σωματικό, καθὼς τὸ ἔπαθαν πολλοὶ καὶ τὸ παθαίνουν μέχρι σήμερα, ἐπειδὴ μᾶς ἔρχεται δυσπεψία, διότι ἡ βρώση τῆς στερεῆς τροφῆς εἶναι τῶν τελείων, σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο Ἀπόστολο, καὶ ὄχι τῶν νηπίων ποὺ θηλάζουν.

Αὐτὸ τὸ παθαίνουμε, διότι ἐκεῖνος ποὺ ἐργάζεται αὐτὴν τὴν νοερὰ προσευχὴ μὲ τὴν πρέπουσα προετοιμασία, αὐτὸς -λέγω- μεταλαμβάνει ἀοράτως τὸν Ἰησοῦ Χριστό, κάθε φορὰ ποὺ τὴν λέγει ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του μὲ ἄκρα εὐλάβεια καὶ μὲ ἄκρα προσοχὴ πρὸς αὐτήν. Καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζει ἀπὸ τὴν κατάνυξη ποὺ τοῦ ἔρχεται ἐκείνην τὴν ὥρα, διότι λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς πολλὲς φορές, μὲ θερμότατη πίστη, μὲ ἄκρα ταπείνωση, μὲ πολλὴ εὐλάβεια, μὲ καθαρὴ καρδιά, μὲ ζωντανὴ ἐλπίδα καὶ τὰ παρόμοια, ἀρχίζει ἀμέσως νὰ ἀναβλύζει μέσα στὴν καρδιὰ ἡ κατάνυξη, σὰν ἀπὸ κάποια γλυκειὰ πηγή, ἀπὸ αὐτὸ τὸ μελετώμενο ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

Ὅσο μάλιστα κατανύσσεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ θεῖο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅσο πίνει καὶ ποτίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θεϊκὸ νάμα τοῦ Χριστοῦ, τόσο ἀγαπᾶ καὶ ὁ προσευχόμενος καὶ κατανυσσόμενος νὰ τὸ μελετάει στὴν καρδιά του, περισσότερο καὶ θερμότερα. Διότι ὅταν φθάσει σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τότε εἰρηνεύει ὄχι μόνον τὸ σῶμα ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ ἡ καρδιά του ἀπὸ τοὺς αἰσχροὺς λογισμοὺς καὶ διάγει ζωὴ ἀναπαυμένη, σὰν νὰ εἶναι ἄσαρκος, καθὼς καὶ ἐκεῖνος ποὺ μεταλαμβάνει ἀξίως τὰ Ἄχραντα Μυστήρια διάγει ἐκείνην τὴν ἡμέρα ζωὴ εἰρηνικὴ καὶ ὁλοένα τὸν Χριστὸ φαντάζεται καὶ τὸν Χριστὸ στοχάζεται καὶ δὲν θέλει νὰ μαθαίνει γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, διότι τὸν κυριεύει ὁ ἔρωτας καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀμόλυντου Ἀρνίου, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός.

Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ μὲ αὐθάδεια μεταχειρίζονται αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, χωρὶς νὰ κάνουν καμμία προετοιμασία καὶ χωρὶς νὰ συμβουλευτοῦν κανένα πνευματικὸ πατέρα πῶς νὰ τὴν μεταχειρίζονται, ὁμοιάζουν μὲ ἐκείνους ποὺ τολμοῦν καὶ κοινωνοῦν χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ μὲ ἀναξιότητα τὰ Ἄχραντα Μυστήρια τοῦ Κυρίου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐπειδὴ δυσαρεστεῖται γιὰ τὴν ἀνετοιμασία, τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ὑπεροψία τους, τοὺς γίνεται βάρος ψυχικὸ καὶ τιμωροῦνται. Διότι, καθὼς ἡ Ἁγία Κοινωνία ἁγιάζει, φωτίζει καὶ δροσίζει αὐτοὺς ποὺ κοινωνοῦν ἀξίως, ἐνῶ κολάζει, φλέγει, συσκοτίζει καὶ θανατώνει αὐτοὺς ποὺ κοινωνοῦν ἀναξίως, ἔτσι καὶ ἡ νοερὰ προσευχὴ τοὺς νηστευτές, τοὺς ἐγκρατεῖς καὶ ταπεινόφρονες εἰρηνεύει ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ τοὺς ἐνδυναμώνει στὴν ἐργασία τοῦ Κυρίου, ἐνῶ τοὺς γαστρίμαργους, τοὺς πολύφαγους καὶ τοὺς ὑπερήφανους, τοὺς ζαλίζει τὸν νοῦ, τοὺς συσκοτίζει τὴν ψυχή, τοὺς τυφλώνει τὴν καρδιὰ καὶ τοὺς παραδίνει σὲ νοῦ ἀσύνετο. Καὶ λοιπόν, ἀφοῦ γίνουν ἔτσι ἀνόητοι, μὲ ἔπαρση στὸν νοῦ, τυφλοὶ στὴν καρδιὰ καὶ σκοτεινοὶ στὴν ψυχή, τοὺς φαίνεται τὸ κακὸ γιὰ καλὸ καὶ τὸ πικρὸ γιὰ γλυκύ. Συνεπῶς δὲν καταδέχονται πιὰ νὰ ἀκούσουν καὶ νὰ συμβουλευτοῦν κανένα, διότι ὁ σατανᾶς, ποὺ κατοίκησε σ᾿ αὐτοὺς ἐξαιτίας τῆς ἔπαρσής τους, τοὺς διδάσκει τὰ δικά του καὶ τοὺς πληροφορεῖ τὴν πλανεμένη τους διάνοια ὅτι μόνον αὐτοὶ βρῆκαν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ σωτηριώδη ὁδό, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι τοὺς φαίνονται πλανεμένοι. Καὶ αὐτὸ δικαίως συμβαίνει λόγῳ τῆς ὑπερηφάνειάς τους, καὶ ἀντὶ νὰ τρυγήσουν ὥριμο καρπὸ καὶ γλυκὰ σταφύλια ἀπὸ τὴν προσευχή τους, τρυγοῦν μάταιο καρπὸ λόγῳ τῆς ἄγνοιάς τους καὶ ξυνὴ ἀγουρίδα ἀπὸ τὴν ἔπαρσή τους.

Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ μεταχειρίζονται αὐτὴν τὴν νοερὰ προσευχὴ μὲ ὑπακοὴ καὶ μὲ ἄσκηση, μὲ ταπείνωση, νηστεία, μὲ συμβουλὴ ἁγίων Πατέρων καὶ θεοφόρων πνευματικῶν, αὐτοὶ καρποφοροῦν ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχὴ καρπὸ νόμιμο, καρπὸ ὥριμο, καρπὸ ἀγαθό, καρπὸ πνευματικό, καρπὸ γλυκὺ καὶ χαριτωμένο!

Αὐτὸς ὁ καρπός, ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή, εἶναι τέτοιος καὶ ἀναγνωρίζεται μὲ καθαρότητα ὡς τέτοιος ἀπὸ τὴν συνέχεια τοῦ λόγου.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σύνθετος ἀπὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ψυχή· καὶ τὸ σῶμα εἶναι αἰσθητὸ καὶ ὑλικό, καθὼς λέγει· «Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς» (Γεν. β΄ 7), ἐνῶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἄϋλη, καθὼς λέγει· «Καὶ ἐνεφύσησεν ὁ Θεὸς εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν. β΄ 7). Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, τὸ σῶμα, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν γῆ, ἀγαπᾶ τὰ γήινα, ἐνῶ ἡ ψυχή, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν οὐράνιο Θεό, ἀγαπᾶ τὰ οὐράνια καὶ ἄϋλα. Ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ψυχὴ κατοικεῖ μέσα στὸ ὑλικὸ καὶ αἰσθητὸ σῶμα, ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ οὐράνια σύμφωνα μὲ τὸν πόθο της καὶ τὴν ἀξία της. Ἂν κάνει ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὸν Θεὸ κάτι πονηρό, διώχνει καὶ ἐξορίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀγάπη τῶν οὐρανίων καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς μελλοντικῆς θεϊκῆς ἀπόλαυσης.

Ἔτσι, ἀφοῦ φύγει ὁ ἔρωτας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη τῶν οὐρανίων καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ Παραδείσου, τότε βασιλεύει ἡ ἐπιθυμία τοῦ κόσμου, ἡ σαρκικὴ ἡδονὴ καὶ ἡ πλάνη τοῦ διαβόλου· δηλαδή, ζεῖ στὸ ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος μὲ ἀσωτεία καὶ ἀμεριμνησία πνευματική, ἔχοντας καταπατημένη τὴν συνείδησή του καὶ σκοτεινὰ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς του.

Ζώντας λοιπὸν σὲ τέτοια κατάσταση, ἀπομακρυσμένος πνευματικῶς ἀπὸ τὰ οὐράνια, γιὰ νὰ μπορέσει ἔπειτα νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα νικήθηκε καὶ γιὰ νὰ μπορέσει ἡ ψυχὴ νὰ θυμηθεῖ τὰ οὐράνια μὲ τὰ ὁποῖα ὁμοιάζει, καὶ γιὰ νὰ μεταβεῖ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ στὰ νοητά, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ στὰ ἄϋλα, ἀπὸ τὰ ὁρατὰ στὰ ἀόρατα, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα, ἀπὸ τὰ γήινα στὰ οὐράνια, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ συντριβεῖ ἡ καρδιά του, μὲ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Κατὰ κάποιον τρόπο, νὰ ζυμωθεῖ καὶ νὰ ἑνωθεῖ ἡ καρδιὰ μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὅπως ἑνώνεται τὸ ἀλεύρι μὲ τὸ νερὸ καὶ γίνεται ὁ ἄρτος μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς φωτιᾶς (δηλαδή, μὲ τὴν Θεία Χάρη). Διότι ὅταν λέγει κανεὶς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του, γεμίζει ἡ καρδιὰ ἀπὸ οὐράνια νοήματα καὶ ἀπὸ πνευματικὰ φρονήματα. Καὶ ὅταν γεμίσει ἡ καρδιὰ ἀπὸ τέτοια νοήματα μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε ἀπὸ τὴν καρδιὰ μεταδίδεται αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια σὲ ὅλα τὰ μέλη καὶ σὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Γι᾿ αὐτὸ τότε, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁλοκληρωτικῶς ἑνωμένος μὲ τὴν χάρη τῆς εὐχῆς, ὁτιδήποτε αἰσθητὸ δεῖ μὲ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις, ἀμέσως ἀναβιβάζεται ἡ διάνοιά του ἀπὸ μόνη της στὰ νοητὰ καὶ ἄυλα χωρίς νὰ νοιώσει ἡδονὴ καὶ χωρὶς νὰ νικηθεῖ ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ ἀπόλαυση τῶν ὁρωμένων. Παραδείγματος χάριν· ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἂν δεῖ κάποιον ὄμορφο καὶ ὡραῖο ἄνθρωπο ἢ ἕνα ἄλλο ὡραῖο καὶ θαυμαστὸ δημιούργημα, παίρνει ἀφορμὴ νὰ φανταστεῖ καὶ νὰ στοχαστεῖ ἡ ψυχή του τὴν ὡραιότητα τῶν οὐρανίων καὶ ἀΰλων δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ.

Διότι λέγει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του, ἢ καλύτερα καὶ σωστότερα νὰ πῶ, λέγει ἡ ψυχὴ στὸν ἄνθρωπο ὡς ἑξῆς· «Ἐάν, ὦ ἄνθρωπε, αὐτὰ τὰ αἰσθητὰ δημιουργήματα τὰ ὁποῖα σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο χάνονται, τὰ ἔκανε ὁ Θεὸς τόσο ὡραῖα καὶ θαυμαστὰ καὶ χαροποιοῦν τόσο αὐτοὺς ποὺ τὰ βλέπουν καὶ τὰ ἀπολαμβάνουν, ἄραγε πόσο ὀμορφότερα καὶ ὡραιότερα νὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου, ῾῾ ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη᾿᾿ (Α΄ Κορ. β΄ 9), τὰ ὁποῖα τὰ ἔχει ὁ Θεὸς ἑτοιμασμένα γιὰ τοὺς δούλους του «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου;» (Ματθ. κε΄ 34).

Καὶ πάλι, ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἀνεβάζει σὲ ὑψηλότερη θεωρία, δηλαδὴ τοῦ φέρνει τὴν μνήμη αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τὸ μακάριο καὶ ἄκρως ἐπιθυμητό, διότι τοῦ λέγει μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο· «Ἐὰν καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι κτίσματα Θεοῦ εἶναι τόσο τίμια καὶ τόσο θαυμαστὰ καὶ ἄρρητα, ἄραγε ὁ Θεός, ὁ κτίστης καὶ ποιητὴς αὐτῶν, πόσο νὰ εἶναι λαμπρότερος καὶ θαυμαστότερος ἀπὸ ἐκεῖνα;». Παρομοίως καὶ ὅποτε ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς προσευχῆς βλέπει μὲ τὰ μάτια του τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν σελήνη, τὴν ἀστραπὴ καὶ τὸν ἥλιο νὰ λάμπει καὶ νὰ ἀκτινοβολεῖ, ὑψώνεται ἀμέσως ἡ διάνοιά του στὴν ὡραιότητα τοῦ Παραδείσου καὶ στὴν ἄρρητη λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ καὶ πλάστου. Διότι λέγει πάλι ἡ ψυχὴ στὸν ἄνθρωπο· «Ἄραγε, ταπεινὲ καὶ ἐλάχιστε ἄνρωπε, ἐὰν τὰ φαινόμενα αὐτὰ ἔχουν τέτοια ὡραιότητα καὶ τέτοια λαμπρότητα, τάχα ὁ Θεός, ὁ ποιητὴς τοῦ ἥλιου, ὁ πλάστης τοῦ οὐρανοῦ, ὁ δημιουργὸς τῶν ἄστρων, πόσο νὰ λάμπει καὶ νὰ ἀκτινοβολεῖ περισσότερο;». Μίλησε ἐπίσης γι᾿ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ λαμπρότητα καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ὡς ἑξῆς·

Ὀπτασία

Κάποιος Μοναχὸς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὴν δόξα καὶ τὴν λαμπρότητα τῶν Ἁγίων. Ἀξιώθηκε λοιπὸν νὰ δεῖ τὸ ποθούμενο κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο· ἦλθε ἄγγελος καὶ τοῦ εἶπε· Ὅποιος αἰτεῖ, λαμβάνει, καὶ ὅποιος ζητάει, βρίσκει, καὶ σ᾿ ὅποιον χτυπάει τὴν πόρτα, τοῦ ἀνοίγουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 8), καὶ ἀμέσως ἄνοιξε τὸ δεξιὸ νοερὸ μάτι τῆς ψυχῆς τοῦ ἀδελφοῦ καὶ εἶδε αὐτὴν τὴν δόξα τὴν θεϊκὴ καὶ τὴν ἄρρητη χαρὰ ὅλων τῶν Ἁγίων, ποὺ ἀπολαμβάνουν στὸν οὐρανό· ἔλεγε λοιπὸν αὐτὸς ὁ Μοναχὸς ὅτι εἶδε ὅλους τοὺς Ἁγίους σ᾿ ἐκείνην τὴν δόξα καὶ μακαριότητα, στὴν ὁποία ὁ καθένας Ἅγιος ἔλαμπε ὁμοίως μὲ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο, μ᾿ ὅσες ἀκτῖνες ἔχει ὁ αἰσθητὸς ἥλιος· ὅλοι δὲ οἱ Ἅγιοι ἔψαλλαν μὲ γλυκύτατη φωνὴ τὸ «Ἀλληλούϊα».

Λοιπόν, ἐὰν ἐδῶ ὁ ἥλιος ἀκτινοβολεῖ καὶ φωτίζει ὅλη τὴν οἰκουμένη, ποὺ εἶναι ἕνα μόνον φωτεινὸ σῶμα, ἄραγε ἐκεῖ στὸν οὐρανό, ποὺ εἶναι χίλιες χιλιάδες καὶ μύριες μυριάδες Ἅγιοι, λάμποντας καὶ ἀκτινοβολώντας ὁ καθένας σὰν τὸν ἥλιο, πόση τάχα νὰ εἶναι ἐκείνη ἡ λαμπρότητα; πόσες οἱ ἀκτῖνες; πόση ἡ φωτοχυσία; πόση ἡ δόξα; Καὶ πάλι ἔλεγε ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος ὅτι ὅλοι οἱ Ἅγιοι, δέχονταν τὴν λάμψη τους ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, διότι μία ἀκτίνα τῆς λαμπρότητος τοῦ Θεοῦ ἦταν καὶ ἔμοιαζε μὲ ὅλο τὸν ἥλιο. Τώρα λοιπὸν συλλογίσου καὶ μόνος σου, ἀναγνῶστα, ὅσο φθάνει καὶ ὅσο ἁπλώνεται ἡ μικρὴ καὶ περιορισμένη σου διάνοια πόσο τάχα καὶ τί νὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ φῶς τῆς Θεότητος καὶ ἐκείνη ἡ ἄρρητη καὶ ἀνεξήγητη δόξα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ καὶ ἀκατανόητου δημιουργοῦ καὶ πλάστου μας Κυρίου;

Παρομοίως καὶ ὅταν μυρίσει ὁ ἐργάτης τῆς νοερᾶς προσευχῆς κανένα τριαντάφυλλο ἢ κάποιο ἄλλο μυρωδικό, ἢ ὅταν παρατηρήσει κανένα ἄνθος ἀπὸ τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ, πηγαίνει ἀμέσως ἡ διάνοιά του σὰν ἀστραπὴ στὴν ἄρρητη εὐωδία ποὺ βγάζουν τὰ μοσχοβολοῦντα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ ὁποῖα ὅταν θυμᾶται καὶ μελετάει βρέχει τὸ πρόσωπό του μὲ δάκρυα. Καὶ ὅσο ἀναστενάζει ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, τόσο ὑψώνεται καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ γήινα. Ἀναστενάζει ἐπίσης, διότι, ὄχι μόνον ἐπιθυμεῖ νὰ ἀπολαύσει τὰ οὐράνια ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου, ἀλλὰ ἀκόμη θυμᾶται καὶ τί εἴδους κόλαση ἔχουν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ὑστεροῦνται, ἐπειδὴ εἶναι σίγουρο ὅτι κανεὶς βρίσκεται ἢ μὲ τὸν Θεὸ στὸν οὐρανὸ ἢ μὲ τὸν διάβολο στὰ καταχθόνια.

Ἔλεγε ἀκόμη ὁ ἴδιος ἐκεῖνος Μοναχὸς ὅτι, ἀφοῦ εἶδε ἐκείνην τὴν θαυμαστὴ δόξα τῶν Ἁγίων, εἶδε μετὰ καὶ τὸν φρικτὸ βασανισμὸ τῶν κολασμένων. Ἔλεγε λοιπόν· ὅταν ἔπαυσε ἡ οὐράνια ὀπτασία τῆς θεϊκῆς δόξας, καθὼς ἔκλεισε τὸ δεξιὸ μάτι τῆς ψυχῆς, ἄνοιξε ἀμέσως τὸ ἀριστερὸ μάτι, μὲ τὸ ὁποῖο εἶδε τὴν κόλαση σὰν μιὰ θάλασσα, ἡ ὁποία ἦταν τόσο βαθύτατη, ὅση εἶναι ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό. Ἦταν ἀκόμη, ἔλεγε, ἐκείνη ἡ θάλασσα τῆς κόλασης σκοτεινότατη καὶ πυκνότατη μέσα στὴν ὁποίαν ἀνακατεύονταν οἱ κολασμένοι, ὅπως ἀνακατεύονται τὰ ὄσπρια στὸ σκεῦος ὅταν βράζουν. Βράζοντας ἐκείνη ἡ κόλαση ὅπως βράζει τὸ νερό, ἄλλοτε ὕψωνε τὸν ἕνα πάνω, ἄλλοτε ρουφοῦσε τὸν ἄλλο κάτω, καὶ ἀπὸ ἕναν φαινόταν μόνον τὸ χέρι, ἀπὸ ἄλλον μόνον ἡ κεφαλή, καὶ ἀπὸ ἄλλον τὸ πόδι, καὶ ὁ ἕνας φώναζε τὸ «ἀλλοίμονο! ἀλλοίμονο!», μὲ ἐλεεινὴ φωνή, ὁ ἄλλος πάλι καταριόταν καὶ βλασφημοῦσε ἐκεῖνον ποὺ τοῦ ἔγινε ἡ αἰτία καὶ κολάστηκε.

Μὲ τόση ἀγανάκτηση καὶ μὲ τέτοιο θυμὸ ἀγανακτοῦσε καὶ θύμωνε ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὥστε ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ πιαστοῦν μεταξύ τους, θὰ ξεσκίζονταν ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο, μὲ τὰ δόντια τους, ὅπως οἱ σκύλοι ὅταν μαλώνουν. Ἐκεῖ ὁ πόρνος θύμωνε κατὰ τῆς πόρνης, διότι αὐτὴ τοῦ ἔγινε αἰτία καὶ κολάστηκε. Καὶ πάλι, ἡ πόρνη θύμωνε καὶ βλασφημοῦσε τὸν πόρνο, διότι αὐτὸς ἔγινε αἰτία καὶ κολάστηκε. Καὶ πάλι, οἱ γονεῖς κινοῦνταν μὲ ἀμέτρητη μανία κατὰ τῶν παιδιῶν τους, διότι θέλοντας νὰ τοὺς πλουτίσουν καὶ νὰ τοὺς ἀναπαύσουν στὴν ζωή τους, κολάστηκαν ἐκεῖνοι. Ἐκεῖ θύμωναν τὰ παιδιὰ κατὰ τῶν γονέων, ἐπειδὴ τοὺς ἄφηναν νὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν καὶ δὲν τοὺς ὁδηγοῦσαν στὸν φόβο τοῦ Κυρίου. Καί, μὲ συντομία νὰ ποῦμε, ἐκεῖ ὑπῆρχε μεγάλη ἀνωμαλία καὶ ἀκαταστασία καὶ ἀνυπόφορη δυσωδία.

Τὰ ὁποῖα ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ὅμοιά τους στοχαζόμενος ὁ κάθε καλὸς ἀγωνιστὴς ἀναστενάζει ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ὅσο ἀναστενάζει, τόσο ὑψώνεται ἀπὸ τὰ γήινα πρὸς τὰ οὐράνια. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ὄχι μόνον δὲν πιάνεται ἀπὸ τὶς παγίδες ποὺ ἔχει στημένες ὁ διάβολος, ἀλλὰ γίνεται ἀκόμη θερμότερος στὰ νοητὰ καὶ τὰ οὐράνια, καὶ τότε λέγεται κανεὶς ἀπαθὴς καὶ εἶναι ἀληθῶς, διότι κανένα διαβολικὸ πάθος δὲν ἔχει τόπο σ᾿ αὐτόν. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐργάζεται τὴν ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, δὲν εἶναι ἔτσι. Αὐτὸς ἀμέσως μόλις δεῖ κάποιο ὄμορφο πρόσωπο ἢ κάποιο ἄλλο ἀκριβὸ καὶ ὄμορφο πρᾶγμα τῆς γῆς, νοιώθει ἀμέσως ἡδονὴ ἡ καρδιά του, σκλαβώνεται ἀμέσως σ᾿ αὐτὸ ὁ λογισμός του, ὅπως σκαλώνεται τὸ ψάρι στὸ ἀγκίστρι, καὶ τρέχει στὴν ἀπόλαυσή του ὅπως ὁ σκύλος στὸ κρεοπωλεῖο βιαζόμενος καὶ ἀγωνιζόμενος, πῶς νὰ τὸ ἀπολαύσει, καθὼς λέγει· «Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (Λουκ. ιε΄ 16), ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἂς λυτρωθοῦμε μὲ τὴν χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ησυχασμός και Προσευχή 10

Συνέχεια από Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 10

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.

Σχετικά με την ησυχαστική πνευματικότητα: Αντιλογία χωρίς αντίπαλο (συνέχεια)

Υπάρχουν λοιπόν δύο οδοί που οδηγούν στον σκοπό: η μία είναι βραδύτερη και απαιτεί πολύ κόπο και χρόνο, ενώ η άλλη είναι συντομότερη· υπάρχει μια μακρά οδός, εκείνη των εντολών, και μια σύντομη οδός, η οποία είναι η μέθοδος της ησυχαστικής προσευχής. Ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης είναι εκείνος που ευθύνεται για την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο. Πρέπει, επομένως, είτε να κατηγορήσουμε αυτόν τον απόστολο του κινήματος είτε να συγχωρήσουμε εκείνους που επαναλαμβάνουν τα λόγια του.

Λίγη σημασία έχει αν αυτή η σύντομη οδός είναι επίπονη ή όχι. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι δεν είναι η οδός των εντολών και ότι είναι συντομότερη από αυτήν. Όσο κι αν στρέψει και ξαναστρέψει κανείς το κείμενο του Σιναΐτη, αυτό παραμένει βέβαιο.
Σε αυτόν, λοιπόν, δεν ισχύει ο ισχυρισμός του π. Βασιλείου, σ. 110, στ. 5 κ.ε.:
«Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν εσφαλμένο να υποθέσουμε ότι οι ιδιαίτεροι κανόνες που εκθέσαμε (για παράδειγμα, η “καλλιτεχνική” προσευχή) αντικατέστησαν, στα μάτια των ησυχαστών, όλη την υπόλοιπη ασκητική διδασκαλία της Εκκλησίας· στην πραγματικότητα, επειδή η διδασκαλία αυτή αποτελούσε ένα αρμονικό σύνολο, την προϋπέθεταν τόσο καθολικά γνωστή, ώστε δεν θεωρούσαν αναγκαίο να τη μνημονεύουν διαρκώς κατά την έκθεση των επιμέρους ζητημάτων που τους ενδιέφεραν».
Ο Γρηγόριος όμως τη μνημόνευσε και τη διέκρινε.
Και στη σημείωση 53:
«Επειδή δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν την “καλλιτεχνική” προσευχή ως οργανικό μέρος της ασκητικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, ο Jugie, ο Hausherr και άλλοι οδηγήθηκαν στο να υποστηρίξουν ότι οι ησυχαστές θέλησαν να ανταλλάξουν την επίπονη οδό της τηρήσεως των εντολών με την “εύκολη” και “μηχανική” άσκηση της προσευχής. Στην πραγματικότητα, όμως, η προσευχή νοούνταν πάντοτε σε ενότητα με τις εντολές —ακόμη και όταν τυπικά τις χώριζαν, ώστε να τις παρουσιάσουν ως δύο οδούς;— και ακόμη και η αντιπαράθεσή της προς τις εντολές αποδεικνύεται αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εκπλήρωση των θεμελιωδών εντολών της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον».


Οι γραμμές αυτές αποδεικνύουν πόσο μακριά βρίσκεται ο π. Βασίλειος από τα σφάλματα από τα οποία θέλει να απαλλάξει συλλήβδην τους προδρόμους, τους αποστόλους, τους οπαδούς και τους επιγόνους του παλαμισμού.
Θα παραδεχθεί ασφαλώς ότι επιβάλλεται ιδιαίτερη εξέταση για καθένα από αυτά τα πρόσωπα χωριστά. Με αυτή την επιφύλαξη, συμφωνούμε και εδώ απολύτως μαζί του: μια υγιής και ορθόδοξη πνευματικότητα οφείλει να θεωρεί τις μεθόδους, όποιες κι αν είναι αυτές, όχι ως μέσο αποφυγής της ασκήσεως, αλλά ως βοήθημα για την καλύτερη άσκησή της.
Ας έλθουμε τώρα στην ίδια τη μέθοδο. Είναι γνωστές οι αυστηρές κρίσεις που διατύπωσαν εναντίον της ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του, και κατόπιν ο Allatius, ο Combefis και άλλοι. Ο π. Βασίλειος παραθέτει κρίσεις πολύ μεταγενέστερων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίοι, ως προς την αυστηρότητα, ελάχιστα υπολείπονται των Λατίνων του 17ου αιώνα. Αυτή η αδικαιολόγητη δυσμένεια προέρχεται κυρίως «από το γεγονός ότι θεωρείται ως ουσιώδης πλευρά της νοεράς προσευχής εκείνο που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα επικουρικό μέσο».


Και επ’ αυτού σημείωση, αρ. 52:

«Στο σφάλμα αυτό υποπίπτει ο Hausherr. Στη La méthode de l’oraison hésychaste συγχέει συχνά την ουσία της νοεράς προσευχής με τις βοηθητικές της μεθόδους. Γράφει σχετικά με τη νοερά προσευχή: “Συνοψίζοντας λοιπόν, δύο ασκήσεις συνθέτουν τη μέθοδο: η αναζήτηση του τόπου της καρδιάς —η οποία χάρισε στους ησυχαστές την ονομασία ‘ομφαλόψυχοι’— και η αδιάκοπη επανάληψη της ευχής του Ιησού. Με αυτά τα μέσα θα φθάσει κανείς να δει ‘εκείνο που δεν γνώριζε’, δηλαδή, με θεολογικούς όρους, κατά τον Παλαμά, το φως του Θαβώρ” (ό.π., σ. 111). Σε άλλο χωρίο του ίδιου βιβλίου επιμένει ακόμη περισσότερο στις εξωτερικές μεθόδους της νοεράς εργασίας —ομφαλοσκοπία, ρυθμός της αναπνοής κ.λπ. Υποστηρίζει ότι (κατά τη γνώμη των ησυχαστών), μέσω της επιμονής σε αυτή τη νοερά προσευχή, “θα καταλήξει κανείς να βρει εκείνο που αναζητούσε”, τον τόπο της καρδιάς, και μαζί με αυτόν και μέσα σε αυτόν κάθε είδους θαυμαστά πράγματα και γνώσεις (ό.π., σ. 102). Με μία λέξη, η κατάκτηση των υψηλότερων πνευματικών βαθμίδων παρουσιάζεται από τον H. —στην ερμηνεία του για την ησυχαστική προσευχή— ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα (“θα καταλήξει κανείς να βρει”) της επίμονης ασκήσεως των μεθόδων της προσευχής και όχι ως καρπός της εσωτερικής ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και της ελεύθερης συνεργίας του με τη θεία χάρη, σύμφωνα με την πραγματική διδασκαλία όλων των οπαδών της νοεράς προσευχής».

Δύο ερωτήματα: το είπα πράγματι αυτό; Θα μπορούσα άραγε να το είχα πει;

«Μια καταφατική πρόταση δεν είναι αποκλειστική», έλεγε κάποιος. Ο π. Βασίλειος χρησιμοποίησε αυτό το αξίωμα για να απαλλάξει τους ησυχαστές συγγραφείς από την κατηγορία, όταν αυτοί δεν αναφέρουν ρητώς «την ουσία της νοεράς προσευχής», ενώ μιλούν για αυτές τις «εξωτερικές μεθόδους». Γιατί λησμονεί αυτή την αρχή όταν κατηγορεί εκείνον που δανείζεται τις δικές τους διατυπώσεις;
«Αν, παρά τις προσπάθειές σου, αδελφέ, δεν μπορείς να εισέλθεις στις περιοχές της καρδιάς, όπως σου συνιστούσαμε, κάνε αυτό που σου λέγω και, με τη βοήθεια του Θεού, θα βρεις εκείνο που αναζητείς…» Ακολουθούν οι λεπτομέρειες αυτού του «κάνε αυτό που σου λέγω» = η ευχή του Ιησού, η οποία κρατείται με τη βία μέσα στον νου, αποκλείοντας κάθε άλλο λογισμό.

«Και αν επιμείνεις σε αυτό για τον απαιτούμενο χρόνο» (ἐπὶ καιρόν κρατήσας· οι Διηγήσεις ενός Ρώσου προσκυνητή, 1884, σ. 15, μεταφράζουν: Если нѣкоторое время въ семъ пробудешь = «αν παραμείνεις σε αυτό για κάποιο διάστημα»· η ρωσική Dobrotoljubie διορθώνει [1889, τ. V, σ. 272]: Если будешь такое дѣланіе держать неопустительно со всѣмъ вниманіемь = «αν συνεχίσεις αυτή την εργασία αδιαλείπτως και με όλη σου την προσοχή»), «με αυτόν τον τρόπο θα σου ανοίξει η είσοδος της καρδιάς, όπως σου γράψαμε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία (ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας), όπως μάθαμε και εμείς από την πείρα· και μαζί με την τόσο ποθητή και τόσο γλυκιά προσευχή θα έλθει σε εσένα ολόκληρος ο χορός των αρετών, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη κ.λπ., χάρη στις οποίες θα αποκτήσεις όλα όσα ζητήσεις…».

Άρα: επίμονη άσκηση· άρα «θα καταλήξει κανείς να βρει»· άρα αναπόφευκτο αποτέλεσμα· χωρίς να υπολογίσουμε καν ότι οι αρετές έρχονται μετά τη μέθοδο. Κι όμως, εγώ είχα απαλλάξει από κάθε κατηγορία —παραπάνω— εκείνον που γράφει αυτά, τον Νικηφόρο τον Μοναχό (PG 147, 963). Και αυτές ακριβώς οι γραμμές παρατίθενται αμέσως μετά από εκείνες που ο π. Βασίλειος βρίσκει τρόπο να μου καταλογίσει…

Ο Νικηφόρος μιλά για αναπνευστική άσκηση και όχι κυρίως για «ομφαλοσκοπία». Άλλοι όμως μιλούν γι’ αυτήν, και συγκεκριμένα ο συγγραφέας του οποίου εγώ εξέδιδα για πρώτη φορά το πρωτότυπο κείμενο. Θα μπορούσα να παραλείψω να τη μνημονεύσω; Της απέδωσα υπερβολική σημασία; Τόσο το καλύτερο, αν έτσι νομίζει ο π. Βασίλειος.

Είναι βέβαιο ότι, ως προς αυτό το σημείο, οι επικρίσεις των αντιπάλων είχαν ως αποτέλεσμα, πρώτον, να παρουσιάζεται αυτή η πρακτική ως μια απλή μέθοδος ψυχολογικής συγκεντρώσεως, χωρίς καμία φιλοσοφική σημασία —έτσι ο Παλαμάς, Περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, PG 150, 1113CD—· και, δεύτερον, να απομακρύνεται βαθμιαία κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να σκανδαλίσει ορισμένα πνεύματα. Τίποτε δεν το δείχνει καλύτερα από την ιστορία του χωρίου στο οποίο η άσκηση αυτή καταγράφηκε για πρώτη φορά γραπτώς.

1. Πρωτότυπο κείμενο, Méthode d’oraison hésychaste, σ. 164 [68]:
εἶτα καθίσας ἐν κελλίῳ ἡσύχῳ καὶ ἐν μιᾷ καταμόνας γωνία πρόσεξαι ποιῆσαι ὃ λέγω σοι· κλεῖσον τὴν θύραν καὶ ἔπαρον τὸν νοῦν σου ἀπὸ παντὸς ματαίου ἡγοῦν προσκαίρου· εἶτα ἐρείσας τῷ στήθει σὸν πώγωνα κινῶν τὸν αἰσθητὸν ὀφθαλμὸν σὺν ὅλῳ τῷ νοῒ ἐν μέσῃ κοιλίᾳ ἡγοῦν ἐν τῷ ὀμφαλῷ· ἄγξον οὖν καὶ τὴν τῆς ῥινὸς τοῦ πνεύματος ὁλκὴν τοῦ μὴ ἀδεῶς ἀναπνεῖν καὶ ἐρεύνησον νοητῶς ἔνδον ἐν τοῖς ἐγκάτοις εὑρεῖν τὸν τόπον τῆς καρδίας, ἔνθα ἐμφιλοχωρεῖν πεφύκασι πᾶσαι αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις.

Από το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε αρχικά μια μετάφραση στη δημώδη ελληνική, ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητό από τους απλούς ανθρώπους, στη Φιλοκαλία, Βενετία 1782, σ. 1183, στ. 1:
ἔπειτα κάθισε εἰς ἕνα τόπον παράμερον καὶ ἥσυχον κατὰ μόνας εἰς μίαν ἄκραν καὶ κλεῖσε τὴν πόρταν καὶ μάζωξε τὸν νοῦν σου ἀπὸ κάθε προσωρινὸν καὶ μάταιον πρᾶγμα· καὶ τότε ἀκούμβισε εἰς τὸ στῆθός σου τὸ κάτω σιαγόνι σου, ἤγουν τὸ πηγούνι σου, διὰ νὰ προσέχῃς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον μέσα εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ μὲ τὸν νοῦν σου καὶ μὲ τὰ αἰσθητά σου μάτια· καὶ κράτει ὀλίγον καὶ τὴν ἀναπνοήν σου, διὰ νὰ ἔχῃς ἐκεῖ τὸν νοῦν σου καὶ ἐρεύνησε μὲ τὸν νοῦν σου νὰ εὕρης τὸν τόπον ὁποῦ εἶναι ἡ καρδία σου καὶ ἐκεῖ νὰ εἶναι ὅλως διόλου καὶ ὁ νοῦς σου...

Έχουν εξαφανιστεί η αναφορά στον ομφαλό και η διαβεβαίωση ότι όλες οι δυνάμεις της ψυχής συγκεντρώνονται στον τόπο της καρδιάς. Ο Παλαμάς είχε γράψει (ό.π.): «Εκείνοι που τους αποκαλούν ομφαλόψυχους είναι συκοφάντες· διότι ποιος από αυτούς λέγει ότι η ψυχή βρίσκεται στην περιοχή του ομφαλού;».

Η δεύτερη έκδοση της Φιλοκαλίας (Αθήνα 1893, τ. II, σ. 516, στ. 1–2) αναπαράγει πιστά αυτό το κείμενο, εκτός από μία παράλειψη, η οποία δεν είναι παρά ένα τυπογραφικό σφάλμα.

Η σλαβονική μετάφραση του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ (έκδ. Μόσχα 1902, τ. IV, σ. 62):

Посимъ сади ко ідиномъ мѣстѣ особенномъ и безмолвномъ наединѣ, во ідиномъ оуглѣ, и затвори дверь, и собери умъ твой от всякия привременным и суетным вещи, таже прилежи къ персемъ браду твою, и внимай къ сердца умомъ твоимъ и чувственными твоими очами, и удержи мало дыхание твое, и да имаши тамо умъ твой, и испытай умомъ обрести место, идеже есть сердце твое, да будетъ тамо совершенно и умъ твой.

Είναι ακριβής μετάφραση της δημώδους ελληνικής, με τις ίδιες παραλείψεις.
Οι Ειλικρινείς διηγήσεις ενός προσκυνητή προς τον πνευματικό του πατέρα, των οποίων ο συγγραφέας γνώριζε ακόμη μόνο την παλαιά σλαβονική Dobrotoljubie, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα (3η έκδ., Καζάν 1884, σ. 13):
«Ο στάρετς άνοιξε τη Dobrotoljubie, αναζήτησε τη διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και άρχισε: “Κάθισε σιωπηλά και σε απομονωμένο μέρος, χαμήλωσε το κεφάλι, κλείσε τα μάτια· ανάπνεε απαλά· με τη φαντασία κοίταξε μέσα στην καρδιά· κατέβασε τον νου, δηλαδή τη σκέψη, από το κεφάλι στην καρδιά…”».

Δεν απομένει πλέον παρά μια σωματική στάση κατάλληλη να διευκολύνει την περισυλλογή: το βλέμμα των ματιών προς τον τόπο της καρδιάς έχει εξαφανιστεί.
Ωστόσο, στο παράρτημα αυτής της εκδόσεως διαβάζεται ένα εκτενέστερο απόσπασμα από τη διδασκαλία του αγίου Συμεών, το οποίο αναπαράγει, με ελαφρώς εκσυγχρονισμένο λεξιλόγιο, το κείμενο της σλαβονικής Dobrotoljubie. Υπάρχει όμως μία παραλλαγή: αντί των λέξεων и внимай въ сердцѣ.... очами έχουν τεθεί οι εξής:
и такимъ образомъ стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ,) возвращая туда и умъ свой и чувственныя очи свои.
Η ρωσική Dobrotoljubie, τ. V, Μόσχα 1889, σ. 507:
Стой вниманіемъ внутри себя самого (не въ головѣ, а въ сердцѣ)*.
Тамъ имѣй умъ свой, стараясь всячески обрѣсти мѣсто, гдѣ сердце, чтобъ, обрѣтши его, тамъ уже всецѣло пребывалъ умъ твой. Умъ, подвизаясь въ семъ, улучитъ мѣсто сердца. Это случится, когда благодать дастъ сладость и теплоту молитвенную.
«Στάσου με την προσοχή μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό (όχι στο κεφάλι, αλλά στην καρδιά). Εκεί να έχεις τον νου σου, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να βρεις τον τόπο όπου βρίσκεται η καρδιά, ώστε, αφού τον βρεις, να παραμένει πλέον εκεί ολόκληρος ο νους σου. Ο νους, αγωνιζόμενος σε αυτό, θα φθάσει στον τόπο της καρδιάς. Αυτό θα συμβεί όταν η χάρη δώσει τη γλυκύτητα και τη θερμότητα της προσευχής».


Στο σημείο που σημειώνεται με αστερίσκο προστίθεται η ακόλουθη σημείωση:
«Εδώ ο άγιος Συμεών υποδεικνύει ορισμένες εξωτερικές μεθόδους, οι οποίες σκανδαλίζουν μερικούς και τους απομακρύνουν από την άσκηση, ενώ σε άλλους παραμορφώνουν την ίδια την άσκηση. Επειδή αυτές οι μέθοδοι, ελλείψει καθοδηγητών, μπορούν να συνοδεύονται από επιβλαβείς συνέπειες, και επειδή, άλλωστε, δεν είναι παρά εξωτερικές προδιαθέσεις για την εσωτερική εργασία, χωρίς να συμβάλλουν σε αυτήν κατά τρόπο ουσιώδη, τις παραλείπουμε.

Η ουσία της ασκήσεως συνίσταται στο να αποκτήσει κανείς τη συνήθεια να παραμένει με τον νου μέσα στην καρδιά, σε αυτή την αισθητή καρδιά, αλλά όχι κατά αισθητό τρόπο. Πρέπει να μεταφέρει κανείς τον νου από το κεφάλι στην καρδιά και να τον στερεώσει εκεί ή, όπως είπε ένας από τους στάρετς, να ενώσει τον νου με την καρδιά.

Πώς μπορεί να φθάσει κανείς σε αυτό; Ζήτησε και θα βρεις. Ο καταλληλότερος τρόπος για να το αποκτήσει είναι η επίμονη παραμονή ενώπιον του Θεού και ο μόχθος της προσευχής, ιδίως η επιμονή στην εκκλησιαστική προσευχή. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι το δικό μας μέρος είναι μόνο η προσπάθεια, ενώ το ίδιο το πράγμα, δηλαδή η ένωση του νου με την καρδιά, είναι δώρο της χάριτος, όταν και όπως θελήσει ο Κύριος. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης» (*).

Ποιος δεν θα επιδοκίμαζε αυτά τα λόγια κοινής λογικής και ποιος δεν θα χαιρόταν γι’ αυτή την εξέλιξη; Πρέπει όμως, παρ’ όλα αυτά, να παραδεχθούμε ότι υπήρξε εξέλιξη και να μη βλέπουμε τον ελληνικό 12ο, 13ο ή 14ο αιώνα μέσα από το πρίσμα του ρωσικού 19ου αιώνα.

Όταν λοιπόν πραγματεύεται κανείς τη μέθοδο κατά τον Συμεών —ή τον ψευδο-Συμεών—, όπως έκανα εγώ εκδίδοντας το κείμενό του, είναι αδύνατον να μιλήσει γι’ αυτήν με τους ίδιους όρους όπως όταν εξετάζει τη μέθοδο σε εποχές πλησιέστερες προς εμάς ή όταν την αντιμετωπίζει συνολικά. Είχα μιλήσει γι’ αυτήν περισσότερο από δύο χρόνια πριν ο π. Βασίλειος δημοσιεύσει τις αιτιάσεις του, σε μια σύντομη επισκόπηση των μεγάλων ρευμάτων της ανατολικής πνευματικότητας (Orientalia Christiana Periodica, τ. I, σ. 132 κ.ε.).

Ο σεβαστός πατήρ δεν θα βρει εκεί ούτε τον προσβλητικό όρο «ομφαλοψυχία», τον οποίο ουδέποτε υιοθέτησα ως δικό μου, ούτε τον όρο «ομφαλοσκοπία», που επινοήθηκε ενσυνείδητα για να ονομασθεί, χωρίς καμία αξιολογική κρίση, μια πραγματική πρακτική, αφού έπρεπε οπωσδήποτε να της δοθεί κάποιο όνομα. Όσο για την αξιολόγηση, ιδού ποια ήταν:
«Όσο παράξενες κι αν φαίνονται αυτές οι μέθοδοι, δεν αποτελούν καθ’ όλα αποκλειστική ιδιοκτησία των Ανατολικών, και ασφαλώς ο ενημερωμένος θεολόγος δεν θα αρνηθεί a priori τη νομιμότητά τους· θα απαιτήσει μόνο να μην τους αποδίδεται αλάνθαστη αποτελεσματικότητα, και κυρίως να μην ελπίζει κανείς ότι μέσω αυτών θα φθάσει στη θεία θεωρία χωρίς να περάσει από όλες τις απαρνήσεις και όλες τις ασκητικές καθάρσεις».

Είχα λοιπόν πει, δύο χρόνια πριν από τον π. Βασίλειο, ακριβώς εκείνο που ο π. Βασίλειος με κατηγορεί ότι δεν είχα κατανοήσει.
Και τώρα, προς παρηγορία του, μία τελευταία παρατήρηση, η οποία θα του δείξει μέχρι ποιο σημείο φθάνει η κατανόηση ενός Καθολικού απέναντι στις μεθόδους.

Ένας Πολωνός συναντά τον προσκυνητή των Ειλικρινών Διηγήσεων (Δεύτερη διήγηση, σ. 85 κ.ε.) την ώρα που διαβάζει τη Dobrotoljubie.
«Τι διαβάζεις εκεί; — Του έδειξα το βιβλίο. — Α! Είναι η Dobrotoljubie, είπε. Είχα δει αυτό το βιβλίο στον εφημέριό μας, όταν κατοικούσα στο Βίλνο· αλλά έχω ακούσει ότι περιέχει κάτι παράξενα τεχνάσματα και επινοήσεις για την προσευχή, γραμμένα από Έλληνες μοναχούς· θυμίζει εκείνους τους φανατικούς της Μπουχάρας στις Ινδίες, που κάθονται και φουσκώνουν το σώμα τους για να καταφέρουν να προκαλέσουν ένα γαργάλημα στην καρδιά και, μέσα στην ανοησία τους, θεωρούν αυτή τη φυσική αίσθηση ως προσευχή που δήθεν τους δόθηκε από τον Θεό…».
Ο καλός strannik μπαίνει στον κόπο να αντικρούσει αυτούς τους ισχυρισμούς· η καρδιακή προσευχή δεν προέρχεται από τους Ινδούς· εκείνοι είναι που την δανείστηκαν από τους χριστιανούς ασκητές, αλλά την αλλοίωσαν και την παραμόρφωσαν.
Και όμως, διαβάζω σε ένα μικρό έντυπο, του οποίου η εκτύπωση ολοκληρώθηκε στις 10 Ιουνίου 1936 «στα τυπογραφεία της Art Catholique στο Παρίσι», και το οποίο φέρει imprimatur:
«Ο Ανατολίτης, περισσότερο ίσως από εμάς ενδιαφερόμενος να επαναφέρει στην ενότητα τη διττή ύπαρξή του, επινοεί τρόπους αναζητώντας την ολοκληρωμένη πράξη. Υπάρχουν στους Ινδούς σχολές τελειοποιήσεως της αναπνοής, των οποίων ο σκοπός είναι η πνευματική πρόοδος. Μέσω μιας μεθοδικής ακολουθίας βαθιών εισπνοών και εκπνοών, επιβραδυμένων, ρυθμισμένων σύμφωνα με χρόνους που μετρώνται αριθμητικά και διακοπτόμενων από παύσεις, ο “γιόγκι” προσπαθεί να συλλάβει όλο και περισσότερο το “πράνα”, δηλαδή τη ζωτική αρχή, συγχρόνως υλική και πνευματική, που περιέχεται στην ατμόσφαιρα, ώστε να αναπτύξει, μαζί με τη ζωτικότητα και τον αυτοέλεγχο, τις λανθάνουσες εσωτερικές του δυνάμεις. Η αναπνοή τού χρησιμεύει ως θρησκευτική άσκηση, σαν ένα είδος κοινωνίας με το πνεύμα του κόσμου. Η υλική πράξη, τελειοποιημένη και διευρυμένη, έχει γίνει γι’ αυτόν μια διάχυτη προσευχή, η οποία, είναι αλήθεια, συγχέεται υπερβολικά εύκολα με την τελειότητα».

«Αυτά τα ξένα παραδείγματα θα έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Δεν θα μπορούσε άραγε ένας χριστιανός να ζηλέψει τη συγκέντρωση του πνεύματος του μουσουλμάνου κατά την προσευχή ή την τόσο έντονη πνευματική προσπάθεια του γιόγκι; Θα μπορούσαμε τουλάχιστον ως προς αυτό να μαθητεύσουμε κοντά τους. Όσο για το να δανειστούμε τη μέθοδό τους, τίποτε βέβαια δεν μας υποχρεώνει. Δεν θα μπορούσαμε όμως, όπως εκείνοι, όταν προσευχόμαστε, να σκεφτόμαστε περισσότερο ότι πρέπει να προσευχόμαστε ολοκληρωτικά; Αντί να αφήνουμε παθητικά το σώμα μας στον ύπνο ή στις εξεγέρσεις του, δεν θα μπορούσαμε να το συνδέουμε περισσότερο με το έργο του πνεύματος; Γιατί να απορρίπτουμε ό,τι είναι καλό; Η φυσική γλώσσα του σώματος θα μένει πάντοτε ακατανόητη, πάντοτε αποκλεισμένη προς όφελος των αφηρημένων γλωσσών; Κι όμως είναι θεία! Με μία λέξη, πρέπει άραγε να παραιτηθούμε από το να είναι η τελετουργική πράξη της αναπνοής, σε σχέση με την προσευχή με την οποία ενώνεται, ό,τι είναι το σώμα για την ψυχή: ο στενός συνεργός της εδώ κάτω;».

Ο Ιησουίτης που γράφει αυτά —Victor Poucel S.J., Pour que votre âme respire, Art Catholique 1936, σ. 13 κ.ε.— παραθέτει στην επόμενη σελίδα τον τρίτο τρόπο προσευχής των Πνευματικών Ασκήσεων του αγίου Ιγνατίου:
Tertius orandi modus... ab un anhelitu ad alterum.
«Ο τρίτος τρόπος προσευχής, κατά κάποιον τρόπο με ρυθμό, “από τη μία αναπνοή στην άλλη”».

«Αυτός ο τρίτος τρόπος προσευχής», λέει ένας εγκεκριμένος σχολιαστής, «φέρνει την καρδιά σε αρμονία με τη φωνή· η σκέψη συνοδεύει τον λόγο και κάθε αναπνοή εκπέμπει μια προσευχή».
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ακόμη πολλά, τα οποία θα ολοκλήρωναν, αν ήταν αναγκαίο, την απόδειξη προς τον π. Βασίλειο ότι είχε άδικο να βλέπει σε εμάς εχθρούς των μεθόδων ως τέτοιων. Πρέπει μόνο να αποφεύγεται να συγχέονται υπερβολικά εύκολα με την «τελειότητα».
Στο πεδίο της πνευματικότητας θα είναι εύκολο να συνεννοηθούμε. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο και σε όλα τα υπόλοιπα! (1)
Ρώμη, 14 Νοεμβρίου 1936.


IR. HAUSHERR, S.J.


(1) Στο υπόλοιπο της μελέτης του, ο π. Βασίλειος στρέφεται κυρίως εναντίον των π.π. Jugie και Guichardan A.A. Δεν θα δυσκολευτούν να υπερασπιστούν τις θέσεις τους.


Συνεχίζεται
ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΡΙΑΚΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Ή ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΚΟΠΟΛΕΩΣ;

ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ. 
ΕΝΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ.

Λεβινάς: Ένας από τους κακούς δασκάλους της νεο-θεολογίας

 

από Francesco Lamendola

Ο Εμμανουήλ Λεβινάς (Kovno, 12 Ιανουαρίου 1906 – Clichy, 25 Δεκεμβρίου 1995), για πολλά χρόνια καθηγητής στην ισραηλινή École Normale και maître-à-penser του κοσμοπολίτικου και προοδευτικού μεταπολεμικού Παρισιού, άσκησε αξιοσημείωτη, για να μην πω αποφασιστική, επιρροή στην ευρωπαϊκή φιλοσοφική κουλτούρα. Ήταν ένας από εκείνους που δεν διστάζουμε να ορίσουμε ως κακούς δασκάλους του εικοστού αιώνα, εννοώντας με κακούς δασκάλους εκείνους που έβγαλαν τη σκέψη από το φυσικό της κρεβάτι και την απέσπασαν από την κλασική και σχολαστική παράδοση, για να την απομακρύνουν όλο και περισσότερο, σε πλήρες σχετικιστικό, εμμενές και υποκειμενιστικό ρεύμα.

Επιπλέον, ορίζουμε τους κακούς δασκάλους ως εκείνους που, αναλαμβάνοντας τις εξωτερικές μορφές συμπόνιας και μοιράσματος, ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης και κηρύττοντας αδιάκοπα την ανάγκη να ακούσουμε τον Άλλο, να αναγνωρίσουμε το Πρόσωπο του Άλλου, να υποκλιθούμε μπροστά στην ηθική αλήθεια που προσωποποιείται από τον Άλλο, όπως ο Martin Buber και ο Levinas, έχουν στην πραγματικότητα πραγματοποιήσει μια αντίληψη της πραγματικότητας που δεν είναι καθόλου αμερόληπτη. αλλά με βάση την Καμπάλα και το Ταλμούδ, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστιανισμός, ιδιαίτερα ο Καθολικισμός, είναι – όπως και για τον Ελευθεροτεκτονισμό του χθες, σήμερα και για πάντα – ο μεγάλος εχθρός και το κύριο εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί προκειμένου να επιτευχθεί ένας καλύτερος κόσμος, απαλλαγμένος από καταπίεση και προκαταλήψεις, όπου κάθε υποκειμενική πραγματικότητα, όσο αμφισβητήσιμη ή ειλικρινά νοσηρή και παθολογική, είθε τελικά να αφεθεί ελεύθερη να εκφραστεί και να εκδηλωθεί πλήρως, πάντα στη βάση μιας σκόπιμα προσεγγιστικής ιδέας για το τι είναι ο διάλογος, η ένωση, η εκτίμηση κάθε μοναδικότητας – και φυσικά η άνευ όρων αποδοχή, το εσωτερικό άδυτο της πολιτικής ορθότητας.

Δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος για να εξηγήσουμε λεπτομερώς τη φιλοσοφική και θεολογική σκέψη του Emmanuel Levinas. Αυτό το θεωρούμε δεδομένο από όσους διαβάζουν αυτό το θέμα. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι στο κέντρο του ξεχωρίζει, σχεδόν ένα σύγχρονο είδωλο, το Πρόσωπο του Άλλου, που δεν ενσαρκώνει την αλήθεια, επειδή η αλήθεια είναι απροσδιόριστη και ανέφικτη, αλλά εξίσου, στην ουσιαστική γύμνια της – όπως λέει ο Lévinas – απαιτεί και απαιτεί από εμάς μια πράξη άνευ όρων υποδοχής και αποδοχής, μια συνολική και απόλυτη αφοσίωση που δεν προκύπτει ως απαίτηση της λογικής, αλλά ως ηθική επιταγή. Εξ ου και η ιδέα της ηθικής ως πρώτης φιλοσοφίας, σε πολεμική με την παραδοσιακή αντίληψη της φιλοσοφίας που κατανοήθηκε για πρώτη φορά, αριστοτελική και θωμιστική, ως οντολογία. Το πρόσωπο του Άλλου είναι μια αποκάλυψη, μια αληθινή και σωστή επιφοίτηση, η οποία αναφέρεται άμεσα στο απόλυτο και επομένως τείνει να ενσαρκώσει την ύπαρξη, η οποία δεν είναι πλέον μια υπερβατική αρχή, αλλά είναι το «εσύ» που μας προκαλεί και μας εμπλέκει, χωρίς υπολείμματα, μέσα από την αλήθεια του βλέμματος του Άλλου.

Με μια πιο προσεκτική ματιά, είναι πάντα ο παλιός, αιώνιος πειρασμός της γνώσης και της Καμπάλα: να βάλει τον άνθρωπο στη θέση του Θεού, να ενσαρκώσει τον Θεό και να θεοποιήσει τον άνθρωπο, να βάλει τη μεταφυσική του γίγνεσθαι στη θέση της μεταφυσικής της ύπαρξης. Στην αέναη διαδικασία του γίγνεσθαι, μάλλον παράξενα πράγματα συμβαίνουν: το Πρόσωπο του Άλλου, για παράδειγμα, αποκρυσταλλώνεται σε μια απόλυτη, σε μια καντιανή κατηγορηματική προσταγή, η οποία δεν απευθύνεται στον ορθολογισμό μας, δεν είναι ένα rationabile obsequium (“λογικὴν λατρείαν”) σε μια ορισμένη αλήθεια, αλλά μόνο και αποκλειστικά άμεση και άνευ όρων υπακοή σε έναν μυστηριώδη Νόμο που προστάζει: Πρέπει να τον αγαπάς! Πρέπει να αναλάβετε την ευθύνη της παρουσίας του εκεί! Η ζωή σου δεν έχει άλλο σκοπό, άλλο σκοπό, άλλο νόημα, από το να υποκλιθείς μπροστά στην επιφοίτηση του Προσώπου του Άλλου! Και αυτό είναι χαρακτηριστικό της φαρισαϊκής στάσης, με την τεχνική έννοια και όχι με την έννοια μιας ηθικής κρίσης, κατάλληλης για τη ραβινική κουλτούρα που είναι το πολιτιστικό υπόβαθρο όλων των εικασιών του Λεβινάς. Είναι ένας μεγάλος μελετητής του Ταλμούδ και πιστεύει ότι ο Λόγος του Θεού αντηχεί στην ψυχή με τη δική του δύναμη και είναι πρώτα απ 'όλα μια ηθική επιταγή.

Τουλάχιστον, η κυριολεκτική έννοια του Λόγου του Θεού κινδυνεύει να είναι παραπλανητική, επειδή ο Λόγος του Θεού, ερμηνευόμενος μέσω του Ταλμούδ, είναι πάντα κάτι περισσότερο και κάτι λιγότερο από ζωή: έτσι θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, παραδόξως, αυτό που θέλει να κάνει ο Λεβινάς είναι να απο-οντολογήσει την Τορά, να εξαλείψει τις δογματικές επικαλύψεις, να αποκαταστήσει σε αυτήν την ηθική της αμεσότητα που γίνεται αντιληπτή στο Πρόσωπο του Άλλου και όχι στον γραπτό Νόμο. Η οξεία κριτική του στη ρήση του Χριστού ότι το Σάββατο γίνεται για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο είναι αρκετά χαρακτηριστική. Γι' αυτόν, αυτή η φράση δεν είναι παρά μια έκφραση υπέρτατης κακίας: το Σάββατο είναι η ημέρα του Θεού και είναι άτακτο και παραπλανητικό να αναζητούμε εξαιρέσεις στον θεϊκά καθιερωμένο κανόνα. Ο Θεός δεν θέλει να πείσει, θέλει να τον υπακούσουν: επίσης επειδή ο Θεός του Λεβινάς είναι ο Θεός των ραβίνων, σίγουρα όχι ο Θεός του Ιησού Χριστού, ούτε καν του Μωυσή. Είναι ένας Θεός που έχει λίγα χαρακτηριστικά υπέρβασης και ετερότητας σε σχέση με το δημιούργημα, μάλιστα φαίνεται να έχει μέσα του, εγελιανό και χαϊντεγκεριανό, κάτι από το έμφυτο πνεύμα που εκδηλώνεται, ξανά και πάντα, στο Πρόσωπο του Άλλου. Εν ολίγοις, είναι ένας Θεός του οποίου η φύση είναι μάταιο να ζητάμε, και είναι μάταιο να τον αναζητούμε στη βασιλεία των ουρανών, επειδή είναι εδώ, στον Άλλο, και υπάρχει μόνο ένα πράγμα που μας προστάζει: να υπακούμε στην ηθική επιταγή.

Ο θεολόγος Gaspare Mura γράφει στην πολύτιμη μονογραφία του Emmanuel Lévinas: hermeneutics and "separation", Rome, Città Nuova Editrice, 1982, σ. 155-158· 167-168):

Το πρόσωπο του Λεβινάς είναι ένα πρόσωπο που, για να μην διακινδυνεύσει να γίνει σημάδι μιας ιδεολογίας, ακόμη και θρησκευτικής, είναι ένα πρόσωπο χωρίς αλήθεια. Το πρόσωπο δεν είναι ο φορέας του δικού του αληθινού λόγου, αλλά η αλήθεια του προσώπου βρίσκεται ήδη στην προ-κατανόηση με την οποία προσεγγίζω το πρόσωπο: και αυτή είναι η ηθική της «έκθεσης», της «υποκατάστασης», της «δικαιοσύνης». Η επιβεβαίωση αυτών των αξιών μπορεί σίγουρα να φαίνεται πολύ. Αλλά στην προοπτική μιας πιο σύνθετης θρησκευτικής, ακόμη και θεολογικής, ερμηνευτικής, αυτό το «πολύ» εξακολουθεί να είναι πολύ λίγο. Γιατί αν το πρόσωπο δεν είναι και «σημάδι» αλήθειας, το πρόσωπο δεν έχει καν «όνομα». Το ανείπωτο της αλήθειας του προσώπου σημαίνει επίσης το ανείπωτο του ονόματος. Δηλαδή, σημαίνει ότι ο λόγος του άλλου δεν γίνεται ποτέ μια λέξη που μου φέρνει ένα μήνυμα, αλλά μια καθαρή παρουσία που με διατάζει να την αναπτύξω ή να την αντικαταστήσω, χωρίς να έχω καμία δυνατότητα να κατανοήσω την εσωτερική, σωστή και επομένως προσωπική σημασία αυτής της λέξης, ούτε να συλλάβω, στην περίπτωση της προφητικής επερώτησης, το μήνυμα της θρησκευτικής αλήθειας που περιέχει. Μπροστά στον προφητικό λόγο, βρίσκομαι σε μια γύμνια που με εμποδίζει να κατανοήσω τόσο τους λόγους για τους οποίους συναινώ σε αυτόν όσο και το εσωτερικό νόημα του μηνύματος που θέλει να μου μεταδώσει. Η ερμηνευτική προ-κατανόηση είναι, στον Λεβινάς, γυρισμένη ανάποδα. Είναι το πρόσωπο του άλλου που είναι η ίδια η λέξη που με προκαλεί, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρεται στην «κατανόησή μου», αλλά στην «υπακοή» μου. Η απεύθυνσή του προς εμένα δεν μοιάζει με επερώτηση ή διάλογο, αλλά με εντολή. Το πρόσωπο του άλλου δεν φέρει κανένα όνομα αλήθειας, αλλά τη γυμνή παρουσία ενός λόγου εντολής, ο οποίος απαιτεί μια απάντηση υπακοής. Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι ο στοχασμός του Χέγκελ ανέπτυξε το θέμα της σχέσης δούλου-αφέντη ξεκινώντας από αυτή τη σχέση υπακοής-εντολής, χαρακτηριστική του Νόμου στον Ιουδαϊσμό.

Από ερμηνευτική άποψη, επιπλέον, η αδυναμία κατανόησης του λόγου του άλλου συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες ακριβώς όσον αφορά τη σχέση με τον λόγο της Γραφής. Αυτό, για τον Λεβινάς, υπάρχει μόνο στο βαθμό που αναφέρεται στην Τορά. Αλλά ποιο είναι το κίνητρο της υπακοής μου, αν είμαι ανίκητα ανίκανος να βρω μέσα μου τους λόγους να υπακούσω και να κατανοήσω την ΑΛΗΘΕΙΑ του Λόγου; Εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε μια αξιοσημείωτη διαφορά προοπτικής εγγενούς στο χριστιανικό μήνυμα, το οποίο προορίζεται να είναι η ΠΡΟΤΑΣΗ ενός λόγου αλήθειας ο οποίος, ακριβώς επειδή είναι τέτοιος, απαιτεί μια «λογική obseqium» στην υπακοή της ίδιας της πίστης. Ο λόγος του Θεού δεν ταπεινώνει τον άνθρωπο σε μια υπακοή για την οποία δεν ξέρει γιατί. Το Σάββατο είναι για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο, αν και ο Λεβινάς προσπαθεί, σε ένα από τα πιο διάσημα Ταλμουδικά σχόλιά του, να καταδείξει την απατηλή υποκρισία αυτού του ευαγγελικού ρητού. Επομένως, ενώπιον εκείνων που ο Ricoeur έχει επισημάνει ως τους δασκάλους της καχυποψίας, πώς θα είναι δυνατόν να αποφευχθεί η ενοχλητική αμφιβολία ότι ο Λόγος του Αγίου δεν είναι μάλλον ο λόγος μας, η προβολή μας, χωρίς αυστηρή βάση, στη μεταφυσική, και επομένως αληθινή, προ-κατανόηση της συγκατάθεσης που δόθηκε σε αυτή τη λέξη; Σε ποια λέξη του άλλου πρέπει να εγκαταλείψω τον εαυτό μου για να μην χαθώ οριστικά; Αν δεν έχω τη δυνατότητα να «κατανοήσω» το μήνυμά του με την αληθινή έννοια, μέσω των σημείων του οποίου είναι φορέας, και του «κηρύγματος» που είναι μαρτυρία αλήθειας, τι λόγους έχω για να εγκαταλείψω τον εαυτό μου στον άλλο, αν όχι σε εκείνους μιας πίστης χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς ΛΟΓΟ; (...)

Πέρα από συγκεκριμένες διατυπώσεις, η σκέψη του Λεβινάς φαίνεται να αποτελεί σήμερα ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς για την αμφισβήτηση και απόρριψη της οντοθεολογίας. Η επιρροή του Levinas είναι επίσης αξιοσημείωτη, προς αυτή την κατεύθυνση, μεταξύ των χριστιανών στοχαστών. Για παράδειγμα, κάποιος δεν θα καταλάβαινε το νόημα της έρευνας του  Ζαν-Λυκ Μαριόν (J.-L. Marion), μέχρι το τελευταίο του έργο αφιερωμένο σε έναν «Θεό χωρίς ύπαρξη», χωρίς άμεση λεβινασιανή έμπνευση. Σίγουρα, ακόμη και στον Χάιντεγκερ μπορεί κανείς να βρει μια απόρριψη της εννοιολόγησης, της περιγραφής, του ορισμού της ύπαρξης, της θεματοποίησης που, αναγωγώντας την ύπαρξη στην εννοιολογική ουσία, θα την περιόριζε, υποβιβάζοντάς την στη λήθη. Ακριβώς όπως το Είναι δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς να προδοθεί στην πραγματικότητά του, ούτε να εννοηθεί ή να θεματοποιηθεί, χωρίς να υποβιβαστεί στις διαστάσεις μιας καθαρής ουσίας, έτσι και ο λόγος για τον Θεό πρέπει να διατηρηθεί σε μια καθαρή ακρόαση που αποκλείει κάθε σύλληψη, κάθε θεματοποίηση και, ακόμη περισσότερο, κάθε υπέρθεση οντολογικών και μεταφυσικών κατηγοριών στον αποκαλυμμένο Λόγο. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιήθηκε σε μια αντι-οντο-θεολογική λειτουργία, που οδήγησε, ξεκινώντας από τον Bultmann, στη λεγόμενη απο-οντολογικοποίηση της θεολογίας. Τώρα, πρέπει να σημειωθεί εδώ – αν και δεν είναι δυνατόν να σταθούμε ιδιαίτερα σε αυτή την πτυχή της σκέψης του Χάιντεγκερ – ότι η απο-οντολογικοποίηση του Lévinas είναι πολύ πιο ριζοσπαστική και δραστική από εκείνη που πρότεινε ο ίδιος ο Heidegger. Για τον Χάιντεγκερ, ο αποκλεισμός ουσιοκρατικών κατηγοριών για την κατανόηση του Είναι δεν αποκλείει ούτε την κατανόηση του Είναι όπως αυτό γίνεται παρόν στον Λόγο, ούτε τον συγκεκριμένο τύπο θεματοποίησης που αποτελείται από ερμηνευτική. Από την άλλη, ο Lévinas αντιτίθεται στον Heidegger ακριβώς σε αυτό που του φαίνεται να είναι το τελευταίο οντολογικό κατάλοιπο της σκέψης του, προτείνοντας μια υπέρβαση της ερμηνευτικής κατανόησης, η οποία θα εδραιώνεται πάντα υπό το φως της ύπαρξης, στο όνομα μιας καθαρής υπακοής στην εντολή ενός Λόγου που προέρχεται από τον Εντελώς Άλλο από την ύπαρξη και ο οποίος δεν απαιτεί ούτε ερμηνεία ούτε σύλληψη. ούτε θεματοποίηση, εκτός από εκείνες που αφορούν αποκλειστικά την ηθική εφαρμογή της.

Το Ταλμούδ, είναι άχρηστο να χτυπάς γύρω από τον θάμνο (είναι ανώφελο να το παρακάμπτουμε) ή να προσποιείσαι ότι δεν το βλέπεις, εμψυχώνεται από μια ριζοσπαστική αντίθεση στον Χριστιανισμό. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Λεβινάς πρέπει να θεωρείται αντιχριστιανός στοχαστής. Επιπλέον, η ερμηνεία του για το Ταλμούδ είναι ότι δεν είναι ένα εργαλείο για την καλύτερη κατανόηση της Τορά ή του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά κατά μία έννοια μια υπέρβασή του, επειδή το βασικό πράγμα σε αυτό είναι αυτό που είπαν και όρισαν οι ραβίνοι, όχι αυτό που (ίσως) είπε ο Μωυσής στο όνομα του Θεού. Με αυτή την έννοια, η σκέψη του Λεβινάς είναι διπλά αντιχριστιανική, επειδή κόβει στη ρίζα κάθε δεσμό μεταξύ του Μωσαϊκού Νόμου και του Ευαγγελίου του Ιησού και υποβάλλει τον ίδιο τον Μωσαϊκό Νόμο στην ερμηνεία που του έδωσαν οι ραβίνοι σε μια χρονική περίοδο που έληξε τον έκτο αιώνα μ.Χ. Η στάση του απέναντι στον Χριστιανισμό αποδεικνύεται από αυτό που είπε για τη Μητέρα Τερέζα της Καλκούτας: ότι του φαινόταν μια σχεδόν τέλεια ενσάρκωση αυτού που το Ταλμούδ ορίζει για τον Άλλο (κάτι που μπορεί να ειπωθεί μόνο προσποιούμενος ότι αγνοεί ότι ο άλλος, στο Ταλμούδ, είναι ο άλλος που πρέπει να αγαπηθεί και του οποίου η παρουσία πρέπει να ληφθεί άνευ όρων φροντίδα, είναι πάντα και μόνο ο Ιουδαίος συνομιλητής (ο Εβραίος συμπολίτης μας), ποτέ ο εθνικός, και πάνω απ' όλα ποτέ ο απεχθής Χριστιανός). Με άλλα λόγια, η έγκριση του Λεβινάς συναντάται με εκείνες τις συμπεριφορές των χριστιανών που δεν είναι ειδικά χριστιανικές, στην πραγματικότητα που δεν είναι καν ειδικά θρησκευτικές, ή τουλάχιστον με αυτόν τον τρόπο μπορεί να φαίνονται σε ένα εξωτερικό μάτι, αλλά που ανταποκρίνονται αποκλειστικά στον ηθικό νόμο που μας προστάζει να αγαπάμε τον Άλλο.

Σε αυτό το σημείο, επιτρέπουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: πώς περνάμε από τον Άλλο στον επόμενο; Πώς μπορεί ο Άλλος να γίνει, για μένα, ο πλησίον, να αγαπηθεί όπως ο εαυτός μου; Αυτό είναι το απόσπασμα που λείπει από τη θεολογία του Λεβινάς, απο-οντολογικοποιημένη και αναγόμενη σε καθαρή πράξη. Ο άλλος, στην πραγματικότητα, είναι πάντα και μόνο ο άλλος: για να γίνει πλησίον, πρέπει να υπάρχει μια ανώτερη αρχή, ένας Θεός που είναι ο πατέρας των ανθρώπων, που μας κάνει να βλέπουμε στο πρόσωπο του άλλου, το δικό μας πρόσωπο. Και, περισσότερο από αυτό, το δικό Του πρόσωπο. Όπως λέει ο Ιησούς (Ματ 25:40): Αληθινά, σας λέω, όπως το κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους από αυτούς τους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα. Και πάλι (Ιω. 14:9): Όποιος είδε εμένα [τον Υιό που έγινε άνθρωπος] είδε τον Πατέρα.
..


Ανώνυμος είπε...

Φιλ 3:20 – 21; 4:1 – 3
Ἀδελφοί, ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν καὶ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα. Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοὶ καὶ ἐπιπόθητοι, χαρὰ καὶ στέφανός μου, οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ, ἀγαπητοί. Εὐοδίαν παρακαλῶ καὶ Συντύχην παρακαλῶ τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν Κυρίῳ· ναὶ ἐρωτῶ καὶ σέ, Σύζυγε γνήσιε, συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνήθλησάν μοι μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεργῶν μου, ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.

Μκ 2:23 – 28, 3:1 – 5
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὀ Ἰησοῦς ἐν τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων, καὶ ἤρξαντο οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὁδὸν ποιεῖν τίλλοντες τοὺς στάχυας. καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγον αὐτῷ· ἴδε τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς σάββασιν ὃ οὐκ ἔξεστι. καὶ αὐτὸς ἔλεγεν αὐτοῖς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε χρείαν ἔσχε καὶ ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ; πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπὶ Ἀβιάθαρ ἀρχιερέως καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ τοῖς ἱερεῦσι, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ οὖσι; καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον· ὥστε κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα. καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς σάββασι θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραμμένην ἔχοντι τὴν χεῖρα· ἔγειρε εἰς τὸ μέσον. καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστι τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ δὲ ἐσιώπων. καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ᾿ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 3

Συνέχεια από Δευτέρα 10. Αυγούστου 2026

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 3


Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ι
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό

Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας

Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα

Μόνο αν έχουμε διαρκώς κατά νου αυτό το δεδομένο, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε διαλόγους όπως ο Ίων και, ιδιαίτερα, πολλά μέρη της Πολιτείας, καθώς και τη σφοδρή πολεμική του Πλάτωνα εναντίον του Ομήρου και των τρόπων με τους οποίους μεταδιδόταν η ποίησή του. Πρόκειται, πράγματι, για θέσεις που στον σημερινό άνθρωπο προκαλούν κατάπληξη, όπως θα δούμε.

Η θέση του Πλάτωνα κατά την τελική μετάβαση από τον πολιτισμό της προφορικότητας στον πολιτισμό της γραφής

Το καθοριστικό σημείο που πρέπει να κατακτηθεί για μια ορθή επανανάγνωση του Πλάτωνα βρίσκεται ακριβώς, όπως έλεγα, στην επαρκή κατανόηση των συνεπειών και των προεκτάσεων που συνεπαγόταν η πολιτισμική επανάσταση η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη, και ιδίως στην τελική της φάση. Η μετάβαση είχε πλέον αρχίσει προς τρόπους σκέψεως και εκφράσεως εντελώς διαφορετικούς από εκείνους του παρελθόντος, προς μια διαφορετική σχέση με τους ανθρώπους και με τα πράγματα.

Εκείνο όμως που αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοηθεί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, είναι η ιδιότυπη θέση που υιοθέτησε ο Πλάτων, η οποία φαινομενικά παρουσιάζεται αντιφατική. Από τη μία πλευρά, απέδειξε την ανάγκη εγκαταλείψεως του ποιητικο-μιμητικού προφορικού πολιτισμού· από την άλλη, υπερασπίστηκε την προφορικότητα, τοποθετώντας την αξιολογικά πάνω από τη γραφή, και μάλιστα διατυπώνοντας τη θέση ότι ο φιλόσοφος πρέπει να φυλάσσει για την προφορική διδασκαλία εκείνα τα πράγματα που έχουν γι’ αυτόν τη μεγαλύτερη αξία.

Επιπλέον, από τη μία πλευρά, άσκησε αυστηρή κριτική στη γραφή, για τους λόγους που θα δούμε· από την άλλη, εκφράστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της γραφής, όχι μόνο στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, και το corpus των συγγραμμάτων που μας άφησε άσκησε μια ιστορική επίδραση που, από ορισμένες απόψεις, δεν έχει όμοιό της.

Το πρόβλημα που αναδύεται από όλα αυτά επιβάλλεται, επομένως, ως πραγματικά πολύ σημαντικό. Όχι λίγοι μελετητές το παρεξήγησαν· και ακόμη και ορισμένοι νεότεροι ερευνητές, από τους οξυδερκέστερους και καλύτερα καταρτισμένους στη μελέτη της τεχνικής της επικοινωνίας, το έλυσαν ανεπαρκώς.


Ο Turner, για παράδειγμα, δεν δίσταζε να υποστηρίζει ότι, με την κριτική του προς τη γραφή, ο Πλάτων διεξήγε ήδη «μια μάχη οπισθοφυλακής», και πολλοί συμμερίστηκαν αυτή την κρίση.

Στο βιβλίο αυτό θα επιχειρήσω όχι μόνο να ασκήσω κριτική, αλλά και να ανατρέψω αυτή την κρίση: πέρα από ορισμένες διατυπώσεις που αναμφίβολα μπορούν να ηχούν ως υπεράσπιση ενός παρελθόντος το οποίο δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει, ο Πλάτων, με μια εξαιρετικά λεπτή ευαισθησία, οξυμένη ακριβώς από την κορύφωση της πολιτισμικής επαναστάσεως, διαμόρφωσε εξαιρετικά πρωτοποριακές έννοιες, με ιδιοφυείς διαισθήσεις που συλλαμβάνουν εν σπέρματι ορισμένες αλήθειες οι οποίες ωρίμασαν μόλις κατά τον εικοστό αιώνα μέσω της ερμηνευτικής, όπως θα δούμε.

Για να παρουσιάσω διαλεκτικά αυτή τη θέση μου, θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμο να εγκαινιάσω έναν εκτενή και πυκνό διάλογο με τον Havelock, για τους λόγους που θα διευκρινίσω αμέσως.


Μια σημαντική, αλλά πολύ μερική, στροφή που επέφερε ο Havelock στις πλατωνικές σπουδές

Το 1963 ο Havelock δημοσίευσε το σημαντικότερο έργο του, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση και, στο είδος του, άφησε εποχή, προκαλώντας τόσο ένθερμους υποστηρικτές της θέσεως που παρουσίαζε όσο και εξίσου ένθερμους επικριτές.
Ήδη ο τίτλος Preface to Plato που έδωσε στο βιβλίο προκάλεσε συζητήσεις, επειδή αποδεικνύεται ανεπαρκής: πράγματι, το βιβλίο περιέχει πολύ περισσότερα και ταυτόχρονα πολύ λιγότερα από όσα υπόσχεται.
Περιέχει περισσότερα, επειδή παρουσιάζει με οξυδέρκεια και αποτελεσματικότητα τα δομικά χαρακτηριστικά του αρχαϊκού ελληνικού πολιτισμού που στηριζόταν στην προφορικότητα, και ειδικότερα στην ποιητικο-μιμητική προφορικότητα· δηλαδή, φωτίζει εκείνη τη μορφή πολιτισμού εναντίον της οποίας ο Πλάτων διεξάγει μια πραγματική μάχη. Πράγματι, η αμείλικτη πλατωνική καταδίκη της ποίησης και ιδιαίτερα της ομηρικής ποίησης, όπως εκτίθεται στην Πολιτεία, δεν μπορεί να κατανοηθεί σωστά παρά μόνο μέσα από την οπτική που προτείνει ο Havelock.
Περιέχει όμως και λιγότερα, επειδή ο Πλάτων παρουσιάζεται κατά πολύ περισσότερο από «μισός» (dimidiatus), στη βάση μιας σειράς θεωρητικών προϋποθέσεων που δεν αιτιολογούνται καθόλου και οι οποίες αποδεικνύονται πραγματικά ανεπαρκείς και, κυρίως, ιστορικά αθεμελίωτες.

Η ιταλική έκδοση, ορθώς, υιοθέτησε τον τίτλο Cultura orale e civiltà della scrittura da Omero a Platone [Προφορικός πολιτισμός και πολιτισμός της γραφής από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα].

Ο συγγραφέας είναι ειδικός στην τεχνολογία της επικοινωνίας στον αρχαίο κόσμο και χρησιμοποιεί με σιγουριά και κομψότητα μεθόδους αντλημένες από τις ψυχολογικές, ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές επιστήμες· έτσι θέτει και αναπτύσσει μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων τα οποία οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί του κλασικού πολιτισμού στο παρελθόν σχεδόν εξ ολοκλήρου αγνόησαν και τα οποία, εν μέρει, εξακολουθούν να αγνοούν ακόμη και σήμερα.

Η θέση του Havelock είναι η εξής: δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Πλάτωνα, αν δεν τον τοποθετήσουμε με ακρίβεια στην ιδιαίτερη ιστορικοπολιτισμική στιγμή στην οποία έζησε, δηλαδή στη στιγμή εκείνη κατά την οποία ο πολιτισμός της γραφής άρχιζε να υπερισχύει του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Havelock, ο Πλάτων υπήρξε ακόμη και «προφήτης» του νέου πολιτισμού: η διαλεκτική του μέθοδος και η συναφής προβληματική των Ιδεών θα εξαρτώνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ακριβώς από τον πολιτισμό της γραφής. Η επίθεση και η ανατροπή που επιχειρεί ο Πλάτων απέναντι στη δομή και στα θεμέλια του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, καθώς και η συνακόλουθη εισαγωγή νέων δομών και νέων θεμελίων του σκέπτεσθαι, θα ήταν αδύνατες σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο που είχε κατακτηθεί μέσω του πολιτισμού της γραφής.

Παραθέτω ορισμένα χωρία, τα οποία παρουσιάζουν καλά αυτή τη θέση και βοηθούν να κατανοηθούν οι τοποθετήσεις που θα υιοθετήσω τόσο θετικά όσο και αρνητικά.

Ήδη στον Πρόλογο του βιβλίου δηλώνεται με σαφήνεια:

«Ο αλφαβητισμός δεν ολοκλήρωσε πλήρως τα αποτελέσματά του παρά μόνο στις αρχές της ελληνιστικής εποχής, όταν η εννοιολογική σκέψη απέκτησε, θα λέγαμε, κοινόχρηστο χαρακτήρα και το λεξιλόγιό της έγινε περισσότερο ή λιγότερο ομοιόμορφο. Ο Πλάτων, ο οποίος έζησε ακριβώς στο μέσον αυτής της επαναστάσεως, την προανήγγειλε και έγινε ο προφήτης της».

Ποια ήταν η αιτία της αφυπνίσεως των Ελλήνων από εκείνη τη μορφή υπνωτικής εκστάσεως που συνδεόταν με την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα και, συνεπώς, ποια ήταν η αιτία της γεννήσεως της αυτοσυνειδησίας και του νέου τρόπου σκέψεως;

«Η θεμελιώδης απάντηση», γράφει ο Havelock, «πρέπει να αναζητηθεί στη μεταβολή που επήλθε στην τεχνολογία της επικοινωνίας. Η ανανέωση της μνήμης μέσω γραπτών σημείων επέτρεπε στον αναγνώστη να απαλλάσσεται από μεγάλο μέρος εκείνης της συναισθηματικής ταυτίσεως, χάρη στην οποία και μόνο μπορούσε να συγκρατηθεί με ασφάλεια η ακουστική μαρτυρία. Αυτό μπορούσε να απελευθερώσει ψυχική ενέργεια, η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανασκόπηση και την αναδιάταξη εκείνου που τώρα ήταν γραμμένο και μπορούσε να ιδωθεί ως αντικείμενο, και όχι μόνο να ακουστεί και να βιωθεί. Μπορούσε κανείς, θα λέγαμε, να επιστρέψει και να το κοιτάξει ξανά. Και αυτός ο χωρισμός του υποκειμένου από τον απομνημονευμένο λόγο αποτελεί ίσως, με τη σειρά του, την προϋπόθεση για την αυξανόμενη χρήση, κατά τον 5ο αιώνα, μιας μεθόδου που συχνά θεωρείται χαρακτηριστική του Σωκράτη, αλλά που ίσως είχε γενικότερο χαρακτήρα και χρησιμοποιούνταν για να προσβάλει τη συνήθεια της ποιητικής ταυτίσεως και να ωθήσει τους ανθρώπους να της γυρίσουν την πλάτη».

Η θεωρία των Ιδεών γίνεται, συνεπώς, μια «ιστορική αναγκαιότητα», μέσω της οποίας η «αναπαράσταση εικόνων», που ήταν χαρακτηριστική του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, αντικαθίσταται από μια «σκέψη εννοιών», η οποία δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί παρά μόνο στη νέα μορφή πολιτισμού που δημιουργήθηκε από τον αλφαβητισμό. Ήταν, επομένως, η γενική εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού, η οποία συνδεόταν με τη μετάβαση από την προφορικότητα στη γραφή, «εκείνη που έμελλε να καταστήσει τον πλατωνισμό αναπόφευκτο».

Με λίγα λόγια: περνούσαμε από εκείνη τη γλώσσα της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας —η οποία, για λόγους απομνημονεύσεως, στηριζόταν σε τεχνάσματα και τυποποιημένες διατυπώσεις και βασιζόταν σε εικόνες, γεγονότα και καταστάσεις, όπου δομικά το πραγματικό συμβάν υπερισχύει της έννοιας— στη νέα γλώσσα, η οποία αντικαθιστούσε τη σύνταξη των εικόνων με τη σύνταξη των εννοιών. Και αυτή η εποχική μετάβαση θα είχε καταστεί δυνατή μόνο χάρη στην τεχνολογία του αλφαβητισμού.


Οι μεγάλες αρετές του βιβλίου του Havelock και τα δομικά του όρια

Η κύρια αρετή του βιβλίου του Havelock συνίσταται ακριβώς στο ότι ανέδειξε με απόλυτη σαφήνεια το πρόβλημα που θεμελιώνεται στην ανάγκη να διαβάσουμε τον Πλάτωνα μέσα στο πλαίσιο εκείνης της πολιτισμικής επαναστάσεως κοσμοϊστορικής σημασίας, μολονότι οι λύσεις που προτείνει για το πρόβλημα αυτό πρέπει σε μεγάλο βαθμό να μετριαστούν και να διορθωθούν.

Όπως έχω ήδη επισημάνει και άλλες φορές, και όπως έχουν τονίσει εύστοχα και άλλοι μελετητές, ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί πιθανότατα να αντιληφθεί, περισσότερο απ’ όσο ήταν δυνατόν στο παρελθόν, τι μπορούσε να συμβαίνει εκείνη την εποχή, σε αναλογία με όσα συμβαίνουν σήμερα. Τότε, η γραφή κατήγαγε τη νίκη επί της προφορικότητας· σήμερα, αντίθετα, είναι η ίδια η γραφή που ηττάται από μια διαφορετική μορφή πολιτισμού, θεμελιωμένη ιδίως στην εικόνα, στην τεχνολογία των υπολογιστών και σε έναν νέο τύπο προφορικότητας, πολύ διαφορετικό από τον αρχαίο, ο οποίος μπορεί εύστοχα να ονομαστεί «μαζική προφορικότητα», «προφορικότητα των μέσων μαζικής επικοινωνίας».


Ο Bruno Gentili γράφει εύστοχα:

«Και εμείς ζούμε σε μια εποχή πολιτισμικής κρίσεως, η οποία προκαλείται από την εμφάνιση νέων μέσων και νέων τεχνικών επικοινωνίας· και ακριβώς εξαιτίας αυτής της νέας καταστάσεως επιβλήθηκε η ανάγκη να μελετηθούν βαθύτερα, σε θεωρητικό επίπεδο, οι μορφικές της όψεις και οι αναπόφευκτες συνέπειές της στο ανθρωπολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Η αμφίσημη σχέση του Πλάτωνα με τη γραφή φαίνεται σήμερα να αναβιώνει, με σχεδόν πανομοιότυπους τρόπους, απέναντι στον υπολογιστή και στα ηλεκτρονικά μέσα: τα αντιμαχόμαστε, αλλά συγχρόνως τα χρησιμοποιούμε ως χρήσιμα, και μάλιστα αναντικατάστατα, εργαλεία τόσο για τη σύνθεση όσο και για τη διατήρηση και τη διάδοση της γνώσεως, μέχρι του σημείου ώστε όποιος δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή να κινδυνεύει να γίνει με τη σειρά του τεχνολογικά αναλφάβητος».
Ο Gentili καταλήγει παραθέτοντας ένα ποίημα από το Diario postumo του Eugenio Montale, με τίτλο Nel Duemila, το οποίο εκφράζει τέλεια το αίσθημα απειλής που προκαλούν οι τεχνολογικές καινοτομίες απέναντι στην ελευθερία του ανθρώπου:
Ήμασταν αναποφάσιστοι ανάμεσα στην αγαλλίαση και στον φόβο
όταν μάθαμε πως ο υπολογιστής
θα αντικαταστήσει την πένα του ποιητή.
Στη δική μου περίπτωση, μη γνωρίζοντας να τον χρησιμοποιώ,
θα καταφύγω σε δελτία που αντλούν
από τις αναμνήσεις, για να τα ενώσω έπειτα στην τύχη.
Και τώρα τι με νοιάζει αν η φλέβα στερεύει·
μαζί με μένα τελειώνει μια εποχή.


Το βιβλίο του Havelock, το οποίο αγγίζει καίρια το θεμελιώδες ζήτημα για την κατανόηση του Πλάτωνα, έχει ως κύριο ελάττωμα τη μέθοδο που χρησιμοποιεί, η οποία έχει έντονα «αναγωγιστικό» χαρακτήρα: εξαρτά τη γένεση και την εξέλιξη των μορφών της σκέψεως από τις τεχνολογίες της δημοσιεύσεως, της επικοινωνίας και της διατηρήσεως. Οι τεχνολογίες και τα υλικά μέσα θα καθόριζαν δομικά και συνολικά το ανθρώπινο πνεύμα. Πρόκειται για έναν αναγωγισμό που θα μπορούσαμε εύστοχα να αποκαλέσουμε «επιστημονιστικο-τεχνολογικό».
Το πρόβλημα που τίθεται είναι το εξής: ήταν πράγματι «η αυξανόμενη διάδοση του αλφαβητισμού εκείνη που άνοιξε τον δρόμο στα πειράματα αφαιρέσεως», ή μήπως, αντίθετα, ήταν η γέννηση πνευματικών τάσεων αφαιρετικού και διαλεκτικού χαρακτήρα εκείνη που παρακίνησε την εφαρμογή και τη διάδοση της γραφής;
Ή, εν πάση περιπτώσει, μήπως υπήρξε μια δυναμική συνεργειακού χαρακτήρα ανάμεσα στον αλφαβητισμό και στα πειράματα αφαιρέσεως;

Θα δούμε ότι τα γεγονότα αποδεικνύουν ακριβώς αυτό, διαψεύδοντας τον Havelock.
Η πλατωνική κριτική της γραφής, την οποία ο Havelock παραμέλησε ολοκληρωτικά

Σημειώσεις:
6 Turner, I libri nell’Atene..., σ. 24.

7 Πρβλ. παραπάνω, σημ. 1.

8 Havelock, Cultura orale..., σ. 3.

9 Havelock, Cultura orale..., σ. 171. Η πλάγια γραφή είναι δική μας.

10 Havelock, Cultura orale..., σ. 219.

11 Havelock, Cultura orale..., σ. 232.

12 Πρβλ. Havelock, Cultura orale..., σ. 157, 242.

13 B. Gentili, «Πρόλογος» στον τόμο του G. Cerri, Platone sociologo della comunicazione, Milano, Il Saggiatore, 1991· νέα αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση, ARGO, Lecce 1996, σ. 8–9.

14 Havelock, Cultura orale..., σ. 157.

15 Πρβλ. G. Cerri, «Il passaggio dalla cultura orale alla cultura di comunicazione scritta nell’età di Platone», στο Quaderni Urbinati, 8 (1969), σ. 131.

Στέλιος Ράμφος (1939-2026): Πλάτων, Χριστός, εκσυγχρονισμός

 Σταύρος Ζουμπουλάκης (18.08.2026)

Η σκέψη του χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Οσο μεγάλες κι αν είναι οι διαφορές μεταξύ τους, ενοποιούνται από τα κεντρικά ερωτήματα για τη μοίρα του νέου ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και τη συγκρότηση μιας κοινωνίας ανθρώπων με εσωτερικότητα
Ο Στέλιος Ράμφος (αριστερά) και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο Παρίσι, τον Ιούνιο του 1978, μετά την υποστήριξη της διατριβής του πρώτου στη Σορβόννη.

Ο Στέλιος Ράμφος προτού φύγει το 1965 για το Παρίσι θήτευσε και αυτός στην Αριστερά –ήταν μέλος της ΕΔΑ– και πρωταγωνίστησε στο αριστερό φοιτητικό κίνημα, στην έκδοση της περίφημης «Πανσπουδαστικής» και στο 4ο Πανσπουδαστικό Συνέδριο τον Απρίλιο του 1963. Οποια και αν είναι η σημασία αυτής της δράσης για την ιστορία του αριστερού κινήματος της δεκαετίας του ’60 ή για την προσωπική του βιογραφία, αφορά πάντως την προϊστορία του έργου του και όχι το ίδιο το έργο του, το οποίο άρχισε να χτίζεται στο Παρίσι με την εντατική σπουδή της Αρχαίας Ελλάδας.

Το εγκώμιο του Λεβινάς

Οι πρώτοι καρποί αυτής της σπουδής θα δημοσιευθούν στα γαλλικά, στον πρώτο (1971) και στον δεύτερο τόμο (1972) της «Φιλοσοφίας», της επετηρίδας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Μολονότι η μελέτη του της αρχαίας φιλοσοφίας δεν είχε ακαδημαϊκό χαρακτήρα, αλλά υπηρετούσε προσωπικές πνευματικές αναζητήσεις και επιδιώξεις, όταν επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα, το 1974, αποφάσισε να διεκδικήσει πανεπιστημιακή έδρα, οπότε χρειαζόταν διατριβή. Μπήκε έτσι στον ζυγό του κατεξοχήν ακαδημαϊκού είδους πνευματικής εργασίας, με επόπτη τον καθηγητή της Σορβόννης Πιερ Ομπάνκ (Pierre Aubenque), έναν από τους κορυφαίους τότε μελετητές της αρχαίας φιλοσοφίας στον κόσμο.

Δεν θέλησε όμως και δεν άντεχε ψυχικά να συμμορφωθεί με τις αυστηρές ακαδημαϊκές προδιαγραφές του είδους, οπότε κατέθεσε τη διατριβή του για τον Πλάτωνα, χωρίς υποσημειώσεις και χωρίς βιβλιογραφία. Το επιχείρημά του ήταν αποστομωτικό: δεν παραπέμπω πουθενά, γιατί αυτά που γράφω δεν τα έχει πει κανείς άλλος. Αναγκάστηκε, ωστόσο, την τελευταία στιγμή να υποχωρήσει και έσπευσε στη Βιβλιοθήκη της Σορβόννης να προσθέσει βιβλιογραφία.

Η επιτροπή κρίσεως της διατριβής του ήταν, και με δική του επιθυμία, ό,τι πιο απαιτητικό μπορούσε να υπάρξει, δείγμα και αυτό της μεγάλης αυτοπεποίθησής του. Ημουν παρών κατά την υποστήριξή της, τον Ιούνιο του 1978, και δεν θα ξεχάσω ποτέ το εγκώμιο του Εμμανουήλ Λεβινάς, ο οποίος ξεκινούσε κάθε ενότητα της τοποθέτησής του με τη φράση «σας τιμώ για…» («je vous rends hommage…»), με μόνη επιφύλαξη –και σωστά– την απόδοση μονοθεϊσμού στον Πλάτωνα. Το ότι παρά τη διατριβή της Σορβόννης η υποψηφιότητα του Ράμφου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την ίδια χρονιά (1978) απορρίφθηκε δεν αφορά τον ίδιο, αλλά μάλλον το Πανεπιστήμιο.

«Αυτός ο τόπος…»

Το πρώτο βιβλίο του Ράμφου στα ελληνικά είναι ο «Τόπος υπερουράνιος» (1975), το οποίο εξέδωσε ιδίοις αναλώμασι. Θυμίζω την αρχική φράση: «Αυτός ο τόπος είναι η Ελλάδα». Επιστρέφει πανηγυρικά στην Αρχαία Ελλάδα («ό,τι λέω το χρωστώ στους αρχαίους», σ. 40), για να κηρύξει την ιδέα της παράδοσης ως δημιουργικότητας και την ενότητα Αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου, Πλάτωνος και Χριστού («ο Χριστός γεννήθηκε στην Ελλάδα», σ. 20). Το μικρό βιβλίο, γραμμένο με την έξαρση του μανιφέστου, αποφαίνεται και χρησμολογεί, δεν επιχειρηματολογεί, και αποκαλύπτει εξαρχής πώς αντιλαμβάνεται το πνευματικό του εγχείρημα ο Ράμφος: δεν θέλει απλώς να μιλήσει και να λυτρώσει την ψυχή του, θέλει να ταράξει τα νερά, να ξεσηκώσει, να καθοδηγήσει. Θα προσθέσω ότι το υφολογικό επίτευγμα του «Τόπου υπερουράνιου» ο Ράμφος δεν το κατάφερε έκτοτε σε κανένα από τα υπόλοιπα βιβλία του.

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε το έργο του Ράμφου σε τρεις περιόδους: Αρχαία Ελλάδα και πλατωνισμός, Ορθοδοξία, εκσυγχρονισμός και εξατομίκευση. Η πρώτη διατρέχει όλο το έργο, μέσα στη γενική αποδοχή –ποιος δεν θαυμάζει την Αρχαία Ελλάδα;– αλλά η τρίτη, που η αρχή της ορίζεται με το βιβλίο του «Ο καημός του ενός» (Αρμός, 2000), δεν αποτελεί απλώς μετακίνηση από τη δεύτερη, στον ίδιο πάντως δρόμο, αλλά άρνησή της.

Και οι τρεις περίοδοι ωστόσο, όση και αν είναι η διαφορά και αντιφορά μεταξύ τους, ενοποιούνται από τα κεντρικά και σταθερά ερωτήματα της σκέψης του Ράμφου, που είναι η μοίρα του νέου ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και η συγκρότηση μιας κοινωνίας ανθρώπων με εσωτερικότητα, δηλαδή με αυτογνωσία και ευθύνη. Αν η διεκδίκηση και κατάκτηση μιας ξεχωριστής δημιουργικής θέσης της Ελλάδας δεν μπορεί να γίνει με την αναγέννηση της ελληνικής σκέψης, με οδηγό τον Πλάτωνα, επειδή ακριβώς ο πλατωνισμός δεν έχει ιστορική σάρκα στον σημερινό κόσμο, αυτό θα μπορούσε να γίνει με την Ορθοδοξία, γεγονός που σημαίνει ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν γίνεται με όρους πίστης, αλλά με όρους πολιτιστικής ταυτότητας και ιστορικού ρόλου.

Η δεύτερη αυτή περίοδος έδωσε αρκετούς συγγραφικούς καρπούς, άλλους ώριμους, όπως οι «Πελεκάνοι ερημικοί» (Αρμός, 1994), ένα από τα καλύτερα βιβλία του Ράμφου γενικά, και άλλους ρηχούς, όπως «Η Πολιτεία του Νέου Θεολόγου» (Κέδρος, 1981), αφιερωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, την κιβωτό του ελληνισμού (όχι της πίστης). Εννοείται πως όταν λέω εδώ ότι η προσχώρηση του Ράμφου στην Ορθοδοξία δεν έγινε με όρους πίστης, δεν κρίνω αν μέσα στην ψυχή του πίστευε ή δεν πίστευε στον Χριστό –άλλος είναι αρμόδιος να το κρίνει αυτό–, αναφέρομαι αποκλειστικά σε όσα γράφει στα βιβλία του.

Η μεγάλη στροφή

Από τον «Καημό του ενός» και μετά ο Ράμφος δεν εγκαταλείπει απλώς την Ορθοδοξία, αλλά από εκεί που τη θεωρούσε μεγάλο πνευματικό πλούτο, τη θεωρεί τώρα εμπόδιο και τροχοπέδη για τη γόνιμη πορεία του νέου ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο και για μια κοινωνία ανθρώπων δημιουργικών και υπεύθυνων. Κατά τη γνώμη του, όλα κρίθηκαν μεταξύ του 10ου και του 12ου αιώνα, όταν το Βυζάντιο δεν κατάφερε αυτό που κατάφερε η Δύση, δηλαδή τη συνύπαρξη του σχεδίου της θείας οικονομίας με ένα εγκόσμιο σχέδιο που να παίρνει στα σοβαρά τις ανθρώπινες δυνάμεις (σ. 106). Δεν μπορώ να συζητήσω εδώ αναλυτικά το επιχείρημά του, αλλά μόνο να θέσω το ερώτημα: Πόσο είναι δυνατό μια πνευματική πρόταση του 12ου αιώνα να καθορίζει ιστορικά τη σημερινή ελληνική κοινωνία και τον ψυχισμό του σημερινού Ελληνα; Ο Ράμφος πάντως θα συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση και, δέκα χρόνια αργότερα, στο βιβλίο του «Το αδιανόητο τίποτα» (Αρμός, 2010) θα αναζητήσει τις ρίζες νεοελληνικού μηδενισμού στη Φιλοκαλία.

Ο Στέλιος Ράμφος είναι πια το έργο του. Ας στραφούμε σε αυτό και ας το μελετήσουμε με την προσοχή που του αξίζει, αφήνοντας στην άκρη πάθη και αντιδράσεις, που προκαλούσαν κυρίως οι παρεμβάσεις του στην επικαιρότητα. Σε αυτή τη μελέτη, κεντρική θέση θα λάβουν ασφαλώς οι μεταστροφές και οι μετακινήσεις του, αλλά ας μην τις αντιμετωπίσουμε ηθικολογικά, είτε θετικά, ως έκφραση διανοητικού δυναμισμού και πνευματικής ειλικρίνειας, είτε αρνητικά, ως έκφραση ιδεολογικού καιροσκοπισμού. Oι μεταστροφές του, σε συνάρτηση με τα σταθερά ερωτήματά του, μας αφορούν και εμάς, ατομικά και συλλογικά.

Πηγή: Καθημερινή

ΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΓΑΘΟ. ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΟΝΟΣ. ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΑ.

Στέλιος Ράμφος (1939 – 2026): Ο στοχαστικός πλους του ολοκληρώθηκε

 

Ηθελα να βρισκόμουν παρὰ θῖν’ ἁλός όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Στέλιου Ράμφου. Το μήνυμα των «ΝΕΩΝ» ζητούσε να γράψω ένα κείμενο εις μνήμην του. Ηξερα ότι θα δεχόμουν, νιώθοντας όμως ανεπαρκής απέναντι στο εύρος του στοχασμού του. Αφενός θεώρησα πνευματικό καθήκον τη συγγραφή, αφετέρου ο ίδιος με είχε τιμήσει με τη φιλία του. Οταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος των «Πολιτικών του Βίου», μου τηλεφώνησε, προτού προλάβω να τον αποστείλω, για να μοιραστεί τις εντυπώσεις του. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν έμαθε ότι περνούσα μια δύσκολη προσωπική στιγμή, με κάλεσε για να μου συμπαρασταθεί. Δεν το ξέχασα ποτέ. Την τελευταία δεκαετία συναντιόμασταν περιστασιακά στα γραφεία των Εκδόσεων Αρμός. Ηταν πάντα εγκάρδιος και γενναιόδωρος, με μια καλοσύνη που χαρακτήριζε το πώς συνομιλούσε. Συζητούσαμε κυρίως την επικαιρότητα και όσα απασχολούσαν τη σκέψη του. Δεν θυμάμαι πότε μιλήσαμε για τελευταία φορά.

Ο θάνατός του κλείνει έναν από τους πλέον ιδιάζοντες στοχαστικούς πλόες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ο Ράμφος εργάστηκε επί δεκαετίες για να κατανοήσει το ελληνικό ζήτημα ως πρόβλημα ανθρωπολογικό, το οποίο αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με τον χρόνο, την ιστορία και την ευθύνη. Η «Ελλάδα των ονείρων» στεφανώνει την εικοσαετή αγρύπνια του στα μεταλλεία της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Η κατάβαση ξεκίνησε στον «Καημό του ενός» με τη διερεύνηση της ατομικότητας στη βυζαντινή και τη νεοελληνική ιστορία. Ακολούθησαν, στο «Μυστικό του Ιησού», η στρωματογραφία της ελληνορθόδοξης ατομικότητας και η σύγκριση του νηπτικού αγίου με τη νεωτερική δυτική ατομικότητα.

Στην «Ελλάδα των ονείρων» ο Ράμφος εξορύσσει από τα βάθη της ελληνορθόδοξης ταυτότητας τα κοιτάσματα του ελληνικού κοινωνικού φαντασιακού με μια ερμηνευτική των ονείρων η οποία δεν είναι ψυχαναλυτική, αλλά υπαρξιακή και κοινωνιολογική. Η θεωρητική του παραδοχή είναι ότι τα όνειρα, αν και συνιστούν πρωτίστως ψυχικό φαινόμενο, εμπεριέχουν πολιτισμικά στοιχεία, όπως οι μύθοι. Εντός και μέσω αυτών δεν εκφράζονται μόνο ατομικές επιθυμίες και φόβοι, αλλά επίσης η ιστορική εμπειρία, καθιστώντας εφικτή τη διαύγαση της σχέσης μιας κοινωνίας με τον εαυτό της.

Στον πυρήνα της ραμφικής ερμηνείας βρίσκεται η διάγνωση ότι η ελληνορθόδοξη ιστορική συνείδηση συγκροτήθηκε με εσχατολογικούς όρους, με συνέπεια τη δημιουργία ενός ανθρωπότυπου διαφορετικού από εκείνον που επικράτησε στη δυτική Ευρώπη. Η προσδοκία της αιωνιότητας συρρικνώνει το παρόν, καταστέλλοντας τη δημιουργικότητα τόσο του υποκειμένου όσο και της κοινωνίας. Με το παρελθόν στη θέση του παρόντος, το ελληνορθόδοξο υποκείμενο προτάσσει τη θέαση ενός αναλλοίωτου καθολικού έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας, τη φαντασίωση έναντι του πράττειν και τον κοινοτικό ομαδισμό έναντι της υπεύθυνης ατομικότητας.

Η ανάδειξη της λειτουργίας των ελληνορθόδοξων κοινωνικών φαντασιακών σημασιών και των επιπτώσεών τους στο ελληνικό κράτος και στην εθνική ταυτότητα υπήρξε ρηξικέλευθη. Ωστόσο η δύναμη του ραμφικού έργου εδράζεται εκεί ακριβώς όπου διακρίνονται και τα όριά του. Το ερμηνευτικό σχήμα φωτίζει αποφασιστικά όψεις του ελληνικού βίου, παραβλέποντας όμως τον οθωμανικό πολιτισμό και τη μοναρχία ως καθοριστικούς ιστορικούς παράγοντες, όπως επίσης τον γερμανικό Ρομαντισμό και τον φιλελληνισμό ως κρίσιμα ιδεολογικά ρεύματα. Επιπλέον, εξετάζοντας σχεδόν αποκλειστικά την ταυτότητα στην ελληνική επικράτεια, παραγνωρίζει τη μακραίωνη κοσμοπολιτική εμπειρία της διασποράς. Εκκρεμές παραμένει επίσης το ερώτημα του πολιτικού προτάγματος και του φορέα της αλλαγής.

Η εμπειρία της διασποράς προσφέρει ένα αντίβαρο που απουσιάζει από το ραμφικό σχήμα. Αναχωρώντας και εργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να εγκλωβίζονται στο παρελθόν, οι απόδημοι ρίζωσαν στα πέρατα της οικουμένης, παραμένοντας Ελληνες ως Αμερικανοί, Αυστραλοί ή Γερμανοί. Ο νόστος δεν στείρωσε τη δημιουργικότητά τους, όπως η αγάπη για τις ρίζες δεν τους εμπόδισε ν’ αγαπήσουν τις νέες πατρίδες. Απέπλευσαν για το πέλαγος του κόσμου ως απόγονοι των Αργοναυτών και σταυροκοπήθηκαν στα κύματα, διαμορφώνοντας καταμεσής της θάλασσας μια μη εσχατολογική αντίληψη του χρόνου, η οποία συν-χωρούσε την Παναγία και την Αθηνά, γεννώντας μια θαλερή ιστορική συνείδηση.

Η θάλασσα δεν συνιστά εναλλακτική μονοαιτιακή εξήγηση του ελληνικού ζητήματος, αλλά μια αντίρροπη πολιτισμική χρονικότητα, η οποία περιόρισε χωρίς να καταργήσει την εσχατολογική στασιμότητα. Ιδεοτυπικά, ο χρόνος της γης είναι κυκλικός, δεμένος με τον ρυθμό των εποχών, ενώ ο χρόνος της θάλασσας είναι ανοικτός στην ενδεχομενικότητα, στον κίνδυνο και στη συνάντηση με την ετερότητα. Η ναυτική εμπειρία του Βυζαντίου, δίχως να εξηγεί μόνη της την ιστορική του πορεία, διατήρησε ανοίγματα προς την πρακτική ορθολογικότητα, φέροντας αρχαιοελληνικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Λόγω του απρόβλεπτου της θάλασσας ευνοούνται η εφεύρεση εργαλείων και μεθόδων εργασίας, η προσαρμοστικότητα και η περιέργεια για το καινοφανές.

Ισως λοιπόν η αυτοκατανόησή μας ως Ελλήνων να εμπλουτιζόταν, αν διερευνούσαμε την εθνική ταυτότητα συμπεριλαμβάνοντας τις προαναφερθείσες σημασίες που κυματίζουν μέσα μας. Η φιλοτιμία, η φιλοξενία, η φιλοκαλία, η αριστεία, η άμιλλα, η επίγνωση της ύβρεως και η φρόνηση δύνανται, μαζί με την πρόκριση του ανθρώπου ως μέτρου των πραγμάτων, να συστήσουν έναν εαρινό ελληνισμό.

Ο πλους του Στέλιου Ράμφου ολοκληρώθηκε. Η θάλασσα εντός μας παφλάζει ανεξάντλητη.

Ο Θεοφάνης Τάσης είναι φιλόσοφος και διδάσκει Φιλοσοφία της Πληροφορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Το τελευταίο του βιβλίο «Ψηφιακός ανθρωπισμός ΙΙ: Τεχνητή νοημοσύνη και τέχνη του βίου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Πηγή: https://www.tanea.gr/print/2026/08/14/lifearts/o-stoxastikos-plous-tou-oloklirothike/

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ. ΕΝΑΣ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΚΑΦΟΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. ΜΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ, ΔΕΝ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ.. ΚΑΤΑ ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΑΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ  ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΟΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ. ΠΟΥ ΑΝΗΚΕΙ;  ΔΕΝ ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΑΝ. ΑΠΟΔΟΜΗΣΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΑΛΛΑ ΟΠΩΣ ΜΕ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΜΕΙΝΕ ΑΔΙΑΓΝΩΣΤΗ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ; ΚΑΝΕΝΑΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ. ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ; ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΥΠΑΡΞΟΥΜΕ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ ΗΔΗ.

Στέλιος Ράμφος (1939-2026): Κύριε Ράμφο, θα μας γράψετε τι είναι η Ελλάδα;

 «Τι έχουμε αυτή τη φορά; Πώς και με θυμηθήκατε;».

– Καλησπέρα, είμαι ο Στέλιος Ράμφος– Καλησπέρα. Είμαι το ChatGPT

Η βραχνή φωνή του Στέλιου Ράμφου από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής δεν έμοιαζε ποτέ κουρασμένη. Ο τόνος του, πάντα φιλικός και φιλοπερίεργος. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ήταν το σταθερό του τηλέφωνο στο σπίτι του στην Πεντέλη. Δεν είχε κινητό. Ρωτούσε για την εφημερίδα, ενδιαφερόταν για τα θέματα, ήθελε να ξέρει αν κάτι που έγραψε προκάλεσε κάποια αντίδραση. Μετά ερχόταν το ερώτημα· συνήθως ζητούσαμε την άποψή του για κάποιο θέμα της επικαιρότητας που θα αποτυπωνόταν σε ένα κυριακάτικο άρθρο ή θέλαμε τη συμμετοχή του σε αφιερώματα που κάνει κατά καιρούς η «Κ», διατυπώνοντας ένα ερώτημα με πολλούς αποδέκτες. Η απάντησή του μπορεί να ήταν δύο φράσεις ή 1.500 λέξεις.

Η σχέση του με την «Καθημερινή» είναι πολύ παλιά· ξεκινάει στις αρχές του ’80. Δεν είχε ούτε υπολογιστή. Τα κείμενά του παρέμειναν μέχρι το τέλος γραμμένα στο χέρι. Το τελευταίο χειρόγραφο που λάβαμε ήταν στις αρχές Ιουνίου για το αφιέρωμα που έκανε η εφημερίδα με αφορμή τη συμπλήρωση 250 ετών της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.

Σταχυολογήσαμε από το αρχείο της «Κ» αποσπάσματα από τα άρθρα και τις παρεμβάσεις του.

Για την Ελλάδα

«Ποια είναι η Ελλάδα;», είχε ρωτήσει η «Κ» πάνω από 20 προσωπικότητες με αφορμή την 25η Μαρτίου του 2023, λίγες ημέρες μετά το εθνικό σοκ των Τεμπών. «Η Ελλάδα είναι ένας που φωνάζει “ξέρεις ποιος είμαι εγώ;” για να σε τρομάξει, ενώ κατά βάθος θέλει να του πεις τι είναι», είχε απαντήσει.

Για την παιδεία

Ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας θα στεριώσει όταν συνδυασθεί με εκσυγχρονισμό των νοοτροπιών. Και εδώ το βάρος της προσπάθειας καλείται να σηκώσει η παιδεία. Δεν είναι απλό πράγμα να υπερκερασθούν δυνάμεις αδράνειας ομαδισμού αιώνων. Εκσυγχρονισμός χωρίς ουσιαστική παιδεία διαμορφώνει αρπακτικές ψυχές, μεταβάλλει και το πιο θετικό γεγονός σε παράγοντα αρνητικότητος. (…) Κακή παιδεία σημαίνει υποθήκευση του μέλλοντος. Μια χώρα απαιδεύτων και ανειδικεύτων δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του χρόνου. («Παιδεία δημιουργική και σύγχρονη», 20/2/2000)

Εκείνο που πέτυχε η «γενιά του Πολυτεχνείου» ήταν να μεταβάλει την πολιτική από διαχείριση κοινών προβλημάτων σε κοινωνική σύγκρουση, με στόχο την «ηθική» της δικαίωση απέναντι στην «ανηθικότητα» των αντιπάλων.

Σε έναν πολιτισμό επαναλήψεως και παθητικότητας το εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται στην απομνημόνευση, ενώ ελλείψει ανανοήσεως προκαλείται υπερτροφία του αισθήματος με νοσηρά συνήθως επακόλουθα. Δεν ενδιαφέρει η αυτογνωσία και η ενδοσκόπηση, όμως χωρίς αυτές ο άνθρωπος δεν ξέρει τι κάνει και όταν δεν ξέρει τι κάνει, ασφάλεια του προσφέρει μόνο η μίμηση. Ετσι εξηγείται γιατί ο ελληνικός λαός έχει τόσο μεγάλη ανασφάλεια και είναι τόσο πολύ μιμητικός. («Παιδεία ακυβέρνητη, μεταρρύθμιση άκαρπη», 1/10/2000).

Για την πολιτική

Ελλείψει οραματισμού ο σημερινός πολιτικός δεν παρασύρει, αλλά καθησυχάζει. Αντί να διακινδυνεύει και να συγκρούεται για μεγάλες επιλογές, διαχειρίζεται απλώς καταστάσεις. Το όραμα οφείλει τη δυναμική του στον μύθο. Πρόταση χωρίς μύθο είναι σκοπός χωρίς νόημα. Καθώς όμως η μυθική σκέψη αγνοεί την εξέλιξη, τη διαφορά, την ολότητα, τη μερικότητα κ.τ.ό., ο μυθοποιός της εποχής μας οφείλει να συνθέτει το υπέρλογο με το λογικό, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στα αιτήματα του σημερινού ανθρώπου. Εκτός τους μένει σχήμα χωρίς περιεχόμενο. Ο μύθος ενεργοποιείται μονίμως στις αξίες της πραγματικότητος, οπότε χρησιμοποιεί ό,τι τονώνει ή τραυματίζει το ατομικό και το ομαδικό φιλότιμο, την αξιοπρέπεια του ενός ή του συνόλου. Χωρίς αντίκρυσμα στο ιστορικό παρόν, όλες οι επιστροφές στη ρίζα είναι άσφαιρα βλήματα. («Συμβουλή σε παλαιά και νέα κόμματα», 31/12/2000).

Για την Εκκλησία

Τον εικοστό πρώτον αιώνα η Ορθόδοξη Εκκλησία θα υποστεί τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία της. Θα υποχρεωθεί να δεχθεί την ισότιμη επικοινωνία όλων με όλους· να αναγνωρίσει το στοιχείο της αιωνιότητος και της σωτηρίας στον χρόνο της ιστορικής πράξεως και του μέλλοντος που διαρκώς ανοίγει· να απευθυνθεί σε έναν άνθρωπο ο οποίος θα αισθάνεται ελεύθερος και όχι αμαρτωλός, έναν άνθρωπο ο οποίος βεβαιώνεται στα έργα του, σέβεται το σώμα του και αναζητεί σ’ αυτόν τον κόσμο ευτυχία. Αιωνιότης δεν είναι γι’ αυτόν κάποιο αρρυτίδωτο παρόν, αλλά η ολότης του υπάρχειν, μια πανοραμική και επομένως υπερχρονική θέα των πάντων. Για να ανταποκριθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στα νέα τούτα δεδομένα θα πρέπει να γίνει περισσότερο ανθρωποκεντρική, να απομακρυνθεί από τον εθνοκεντρισμό των δύο τελευταίων αιώνων και τον αυτοκρατορικό οικουμενισμό των άνισων μεταξύ τους λαών («Η Εκκλησία και ο εκσυγχρονισμός της», 6/2/2000).

Με αφορμή τη δολοφονία Γρηγορόπουλου

Η είδησι ότι αστυνομικός σκότωσε στα Εξάρχεια ένα γυμνασιόπαιδο λειτούργησε σαν θρυαλλίδα στις ψυχές των μαθητών, ξυπνώντας πολύ σκοτεινά ένστικτα για να βγουν σαν προτάσεις. Τα σημερινά παιδιά πιέζονται ασφυκτικά για επιδόσεις χωρίς αντίκρυσμα, το δε μέλλον τους κρίνεται από μια πολιτεία στα μάτια τους ανυπόληπτη, καθώς η ανικανότητα επιβραβεύεται θρασύτατα και η ατιμωρησία βασιλεύει, την αξία αποφασίζουν οι προσωπικές σχέσεις, η δε ζωή αδειάζει από νόημα και κρύβει το κενό πίσω από αστραφτερές βιτρίνες. (…) Μας κατέχει ένα αίσθημα υπερβατικού, με περιεχόμενο τον εαυτό του, αίσθημα το οποίο εσωτερικεύουμε σαν μελαγχολικό καημό, μας ωθεί δε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον καθολικό λόγο του φυσικού κόσμου και του κρατικού θεσμού, για να μας συσπειρώσει στους δεσμούς τόπου (πατρίδα), αίματος (οικογένεια) και κοινής μοίρας (θρησκεία). Αφ’ ης στιγμής όμως με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό η ανάπτυξι της ατομικότητας έκανε χωρητικότερη τη συνείδησι και ικανή να έχη περιεχόμενο τη δική της θετικότητα ή το δικό της κενό, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ένα μεταχρονολογημένο ιθαγενή μηδενισμό. Αυτό αξίζει να το κρατήσωμε. («Το μηδέν σαν μακρόβιος επιθανάτιος ρόγχος», 14/12/2008).

Για τα Τέμπη

Στα πρόσωπα της Αντιγόνης και των συγγενών όλα δείχνουν αγάπη. Για τον Κρέοντα και τη μεταχρονολογημένη δημοκρατική του εκδοχή τα πάντα στρέφονται γύρω από τον υψηλό εαυτό τους. Κι εκείνοι αγαπούν, αλλά η αγάπη τους υπηρετεί τόσο τη σπουδαιότητα του θεσμικού τους προσωπείου, ώστε η δύναμή τους να γίνεται αδυναμία. Πλέον ό,τι κάνουν είναι από φόβο για τους ίδιους και όχι για το συλλογικό καλό. Αναζητώντας ωστόσο γύρω τους συνωμοσίες, υποβιβάζονται από κυρίαρχοι σε ιδιώτες και εκτίθενται στον θανατηφόρο ιό της κυβερνητικής αναισθησίας («Κρέων ή Αντιγόνη;», 17/3/2025).

Για τη Μεταπολίτευση

Δεν έχουμε επιμείνει αρκετά στο «Μετά-» της Μεταπολιτεύσεως, για να αξιολογήσουμε και να διδαχθούμε από το φαινόμενο. Το «Μετά-» τούτο περιλαμβάνει κόσμο ο οποίος περίμενε να βρει στην πολιτική όραμα ζωής και ανώτερη ταυτότητα, κάτι που έδινε στις προηγούμενες γενιές, και όχι μόνο (αν κρίνω από το φίλαθλο πάθος στους αγώνες των εθνικών μας ομάδων), το τρίπτυχο «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια». Αντίθετα, εκείνο που επεδίωξε και πέτυχε η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» ήταν να μεταβάλει την πολιτική από διαχείριση κοινών προβλημάτων σε κοινωνική σύγκρουση, με στόχο την «ηθική» της δικαίωση απέναντι στην «ανηθικότητα» των αντιπάλων («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).

Μια πολιτική η οποία εξαγγέλλει μόνο βήματα «εμπρός» απλώς τρέχει στον γκρεμό. Η αδιαφορία για τη συνέχεια πλάθει ρηχές συνειδήσεις με σπασμωδικότητα ή αοριστία στόχων. Το «μπροστά» χωρίς πριν και μετά διασκορπίζει την αυτοπεποίθηση. Σκοπός είναι ο χρόνος να κυλάει μέσα μας σαν ζωτική διάρκεια, οπότε οι ψυχές αποδεσμεύονται από το στιγμιαίο «τώρα» και το παρόν τρέπεται σε πεδίο δημιουργικών επιλογών. Λογότυπος της αυθεντικής δημοκρατίας είναι η σύνθεση των διαφορετικών σε ανώτερο επίπεδο («Εικόνα από την ανάποδη», 22/7/2024).

Για την τεχνητή νοημοσύνη

Η μηχανή μπορεί να πει: «Είμαι όλη και όλα»· δεν μπορεί να πει: «Είμαι εσύ». Διεκδικεί κυριαρχία επί παντός, χωρίς όμως να διαθέτει αυτοσυνείδηση. Μέτρο της έχει το απειροδύναμο και όχι το ισόρροπο με επίγνωση ορίων, ενώ η λειτουργία της κινείται προς μία κατεύθυνση, καθώς δεν συναιρεί αντίρροπες δυνάμεις, όπως κάθε πραγματικά ζωντανή ολότητα («Το πέρας και το άπειρο της νοημοσύνης», 9/7/2023).

Για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών

Εν ονόματι της οικογενείας, τα ομόφυλα ζευγάρια διεκδικούν νομιμοποίηση της σχέσεώς των, νομιμοποίηση την οποία ωστόσο καλύπτουν το εν ισχύι σύμφωνο ελευθέρας συμβιώσεως και ο νόμος περί αναδοχής τέκνου. Με όλα της τα προβλήματα, η οικογένεια συνενώνει επί χιλιετίες τα φυσικά πρόσωπα σε κοινωνία με δεσμούς αίματος και πνεύματος, οι οποίοι εξασφαλίζουν, με τις ιδέες και τις αξίες που τους προσφέρουν, διαδοχή γενεών και ατόμων εις βάση χρόνων. Αυτό δεν μπορεί να κάνει ο μικρός χρόνος της ενώσεως των ομοφύλων («Γάμος και οικογένεια στη χώρα των θαυμάτων», 18/9/2023).

Οσο η χώρα θα ταλαντεύεται μεταξύ των στρατηγικών επιλογών της και της καθημερινότητος των νοοτροπιών μας, τόσο το Εικοσιένα θα παραμένει στο νόημά του ρευστό, καίτοι ως συμβάν είναι αδιαμφισβήτητο.

Για τον κορωνοϊό

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν, μετά την πανδημία, για κάποιο διάστημα ξεδώσουμε αγχολυτικά επιδιδόμενοι στην κατανάλωση, στα γενετήσια ή στην υπερτίμηση των γηίνων εις βάρος του υπερφυσικού. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αλλάζουν τίποτε, καθώς αποτελούν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Απεναντίας ενδιαφέρει να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας και του φόβου, εκτιμώντας πράγματα τα οποία προηγουμένως υποτιμούσαμε, όπως η συνυπευθυνότητα («Ο φόβος παραφυλάει τα έρημα», 2/1/2021).

Για το 1821

Οσο η χώρα θα ταλαντεύεται μεταξύ των στρατηγικών επιλογών της και της καθημερινότητος των νοοτροπιών μας, τόσο το Εικοσιένα θα παραμένει στο νόημά του ρευστό, καίτοι ως συμβάν είναι αδιαμφισβήτητο. Η ελληνική κοινωνία μετεωρίζεται, αφού κυριαρχεί ακόμη στα πολιτικά πράγματα ένα μπρος – πίσω που εμποδίζει τη συνεπή της ενότητα στον ιστορικό χρόνο. Η συναισθηματική αοριστία ενός απολύτου υπαγορεύει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις απαιτήσεις του ορισμένου και πραγματικού («H επέτειος», 6/1/2021).

Για τη «17 Νοέμβρη»

O φόνος ως τέτοιος είναι ασυγχώρητος, αλλά εδώ δεν μιλώ για την πράξι, μιλώ για την ψυχική μας στάσι απέναντι στον φονιά. Οσο θυμωμένοι, όσο πονεμένοι και αν είμαστε, να μην κάνουμε τους ενόχους να μισήσουν τον εαυτό τους. Να τους φερθούμε έτσι ώστε να αισθανθούν πως είναι άνθρωποι. Ας έχουν την ευκαιρία να νιώσουν το βάρος όσων διέπραξαν. Οι τύψεις και η μετάνοια αναγεννούν και πρέπει να τις διασώσουμε. Και θα τις διασώσουμε με τη συγγνώμη.

Δεν προτείνω να τους αθωώσουμε στο δικαστήριο ούτε να τους αμνηστεύσουμε, αφού οι εγκληματικές πράξεις δεν διαγράφονται· προτείνω να τους συγχωρέσουμε μέσα μας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).

Για τον Αλ. Γιωτόπουλο

Εκείνο που κυρίως συγκρατώ, τριάντα πέντε χρόνια μετά, είναι η εικόνα ενός ανθρώπου με διπλή συμπεριφορά, όχι τόσο από κακοήθεια όσο από εσωτερικήν αδυναμία. Αυτό εκδηλωνόταν με έμμονες ιδέες και έντονη κρυψίνοια. Τις δύο ιδιότητες «αρμόνιζε» στον τρόπο της σκιάς. Τον έβλεπες, τον άκουγες, τον έπιανες, και δεν σου έμενε τίποτε στα χέρια: σαν να είχες παραίσθησι. Επρόκειτο για ψυχικώς κλειδωμένο άτομο, ασφυκτικά περιωρισμένο στον κόσμο των σημασιών και των αξιών της κομμουνιστικής ιδεοληψίας («O Γιωτόπουλος που γνώρισα στο Παρίσι το ’65», 28/7/2002).