Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Ε’ Λουκά: Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Λουκ. ιστ’ 19-31)

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον.
Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν.

Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο.
Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο.
Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους.
Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι.
Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά.
Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος;

Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρία του πάνσοφου Θεού.
Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους. Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***
Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους.
Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα
για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό;Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.


Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του
Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.


Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν.
Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη
σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

***
Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.


Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

π. Συμεών Κραγιόπουλος: Το άγχος είναι ανύπαρκτο (†) Ἅγιος Παΐσιος: Ἀπὸ τὴν κοσμικὴ εὐτυχία βγαίνει τὸ κοσμικὸ ἄγχος (†) Άγιος Ν.Βελιμίροβιτς: Γιατί έχουμε στενοχώρια;

Το άγχος είναι ανύπαρκτο. Οι άνθρωποι μόνοι τους δημιουργούν το άγχος, όπως και τόσα άλλα· και πρέπει να το προσέξουμε αυτό. Όλα τα δημιουργεί ο άνθρωπος με τη λαθεμένη στάση του απέναντι στον Θεό.
Το μεγάλο κακό στη ζωή δεν είναι το οποιοδήποτε κακό μας συμβεί. Το μεγάλο κακό είναι αν, το οποιοδήποτε πράγμα μας συμβεί, δεν το αντιμετωπίσουμε σωστά. Αν το αντιμετωπίσουμε ως άνθρωποι του Θεού, κάτω από την πρόνοια του Θεού, ως κάτι το οποίο το ξέρει ο Θεός, το ελέγχει ο Θεός και το επιτρέπει για το καλό μας, αν το αντιμετωπίσουμε, με τις γνώσεις τις πνευματικές που έχουμε, ως κάτι το οποίο θα μας ωφελήσει, δεν μπορεί καθόλου να μας βλάψει, και δεν δημιουργείται τότε άγχος.
Το άγχος το έχουν οι μεγάλοι, καθώς αρχίζουν λίγο-λίγο να συνειδητοποιούν την ευθύνη που έχουν για τον εαυτό τους, την ευθύνη τους μέσα στη ζωή. Όταν ο άνθρωπος εμπιστευθεί στον Θεό, δεν έχει άγχος. Και αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει. Σας παρακαλώ να το προσέξουμε. Δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει. Μπορεί να γίνει. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, οποιαδήποτε προβλήματα ή δυσκολίες κι αν έχει, μπορεί να εμπιστευθεί στον Θεό έτσι όπως εμπιστεύεται ένα μικρό παιδί στον πατέρα του· διότι έτσι σε αναλαμβάνει ο Θεός. Ή, μάλλον, πολύ περισσότερο! Πολύ περισσότερο φροντίζει ο Θεός για τον άνθρωπό του απ’ ό,τι οι γονείς φροντίζουν για το παιδί τους. Και πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το παιδί νιώθει ξένοιαστο στην αγκάλη των γονέων του, νιώθει ξένοιαστος ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος θα αφεθεί στον Θεό με τη βεβαιότητα ότι ξέρει ο Θεός. Όχι ότι δεν θα κάνει τις δουλειές του. Θα κάνει τις δουλειές του, θα βάλει το μυαλό του να σκεφθεί, θα ιδρώσει, θα κουραστεί. Δεν είναι η δουλειά, δεν είναι ο ιδρώτας που τρώει τον άνθρωπο, δεν είναι η κούραση, γενικώς, που εξαντλεί τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο τον εξαντλεί, τον τρώει αυτό το άγχος, που κυρίως ο σημερινός άνθρωπος έχει.

Εκείνο που χρειάζεται να δώσει κανείς είναι ο εαυτός του. Αυτό θέλει ο Θεός. Άμα δεν δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό, αλλά εμείς κουμαντάρουμε, διαφεντεύουμε και είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανάπαυση δεν θα βρει ο εαυτός μας, θα άγχεται.

Πρέπει να αφεθούμε στον Θεό. Εκείνος τα έχει όλα στα χέρια του. Ο άνθρωπος, όσο κι αν προσέξει, όσο κι αν προσπαθήσει να προλάβει και να οικονομήσει τα πράγματα, πάντοτε θα βρίσκεται σ’ ένα αδιέξοδο. Ο Θεός είναι που έχει τα πάντα στα χέρια του και αυτός τα κανονίζει. Αφήνεσαι λοιπόν στον Θεό και δεν σε τρώει καθόλου κανένα άγχος, μην τυχόν δεν τα καταφέρει ο Θεός. Και την ώρα ακόμη που πάνε τόσο στραβά τα πράγματα, ώστε να νομίζεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα χαθούν τα πάντα, και πάλι είσαι αναπαυμένος με τον Θεό. Διότι για τον Θεό δεν υπάρχει ούτε θάνατος ούτε αδιέξοδο ούτε τίποτε.

Ο άνθρωπος, μόνο όταν συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, όταν τα πάει καλά με τον εαυτό του και μπορεί να ζήσει με τον εαυτό του –να κάνει συντροφιά ατέλειωτη με τον εαυτό του, χωρίς να έχει προβλήματα– τότε μόνο μπορεί να έχει ειρήνη. Όταν συνέχεια τον κυνηγά ο εαυτός του, όταν φοβάται να μείνει με τον εαυτό του, πώς μπορεί να έχει ειρήνη και να μην έχει άγχος; Αυτό είναι το μεγάλο θέμα, το μεγάλο πρόβλημα του σημερινού ανθρώπου: δεν μπορεί να μείνει λίγο με τον εαυτό του. Γι’ αυτό και αποφεύγει τη σιωπή, την ησυχία, την περισυλλογή, την απομόνωση με την καλή έννοια.

Το άγχος, σε τελευταία ανάλυση, δημιουργείται, επειδή δεν γίνεται το δικό μας. Αλλιώς, δεν άγχεται ο άνθρωπος· να το ξέρετε αυτό. Το άγχος προέρχεται από το ότι τελικά δεν γίνεται αυτό που θέλω εγώ· δηλαδή δεν γίνεται αυτό που θέλει το εγώ μου, δεν ικανοποιείται η φιλαυτία μου. Ο ταπεινός άνθρωπος αποκλείεται να έχει άγχος.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Άγχος. Πώς δημιουργείται και πώς θεραπεύεται”, Ι. Γυν. Ησυχαστήριον “Το Γενέσιον της Θεοτόκου”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 2015 (αποσπάσματα).

Πηγή: https://www.agiotopia.gr/2023/02/blog-post_84.html

Ἅγιος Παΐσιος: Ἀπὸ τὴν κοσμικὴ εὐτυχία βγαίνει τὸ κοσμικὸ ἄγχος

Ὅσο ἀπομακρύνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν φυσικὴ ζωή, τὴν ἁπλή, καὶ προχωροῦν στὴν πολυτέλεια, τόσο αὐξάνει καὶ τὸ ἀνθρώπινο ἄγχος. Καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό, ἑπόμενο εἶναι νὰ μὴ βρίσκουν πουθενὰ ἀνάπαυση. Γι' αὐτὸ γυρίζουν ἀνήσυχοι ἀκόμη καὶ γύρω ἀπό τὸ φεγγάρι -σάν τὸ λουρὶ τῆς μηχανῆς γύρω ἀπό τὴν τρελλὴ ρόδα-, γιατί ὁλόκληρος ὁ πλανήτης μας δὲν χωράει τὴν πολλή τους ἀνησυχία.
Ἀπὸ τὴν κοσμικὴ καλοπέραση, ἀπὸ τὴν κοσμικὴ εὐτυχία, βγαίνει τὸ κοσμικὸ ἄγχος. Ἡ ἐξωτερικὴ μόρφωση μὲ τὸ ἄγχος ὁδηγεῖ καθημερινῶς ἑκατοντάδες ανθρώπων (ἀκόμη καὶ μικρά,μικρᾷ μὲ ἄγχος) στὶς ψυχαναλύσεις καὶ στοὺς ψυχιάτρους καὶ κτίζει συνεχῶς Ψυχιατρεῖα καὶ μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ἐνῶ πολλοὶ ψυχίατροι οὔτε Θεὸ πιστεύουν οὔτε ψυχῇ παραδέχονται. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ άνθρωποι νὰ βοηθήσουν ψυχές, ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ ἄγχος; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ παρηγορηθῆ ἀληθινά, ἂν δὲν πιστέψη στὸν Θεὸ καὶ στὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνια; Ὅταν συλλάβη ὁ ἄνθρωπος τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς τῆς ἀληθινῆς, τότε... φεύγει ὅλο τὸ ἄγχος του καὶ ἔρχεται ἡ θεία παρηγοριά, καὶ θεραπεύεται. Ἄν πήγαινε κανεὶς στὸ Ψυχιατρεῖο καὶ διάβαζε στοὺς ἀσθενεῖς τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ, θὰ γίνονταν καλὰ ὅσοι πιστεύουν στὸν Θεό, γιατί θὰ γνώριζαν τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς.

Πᾶνε νὰ ἠρεμήσουν οἱ ἄνθρωποι εἴτε μὲ ἠρεμιστικὰ εἴτε μὲ θεωρίες γιόγκα, καὶ τὴν πραγματικὴ ἠρεμία, ποὺ ἔρχεται, ὅταν ταπεινωθῆ ὁ ἄνθρωπος, δὲν τὴν ἐπιδιώκουν, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία παρηγοριὰ μέσα τους. Καὶ οἱ διάφοροι τουρίστες, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ξένες χῶρες καὶ περπατοῦν στοὺς δρόμους, μέσα στὸν ἥλιο, στὴν ζέστη, μέσα στήν σκόνη, μέσα σὲ τόση φασαρία, σκέψου πόσο ὑποφέρουν! Τί ζόρισμα, τί σφίξιμο ἐσωτερικὸ ἔχουν, ὥστε τὸ σκάσιμο αὐτὸ τὸ ἐξωτερικὸ τὸ θεωροῦν ἀνάσα! Πόσο τοὺς διώχνει ὁ ἑαυτός τους, ποὺ θεωροῦν ἀνάπαυση ὅλη αὐτὴν τὴν ταλαιπωρία!

Ὅταν δοῦμε ἄνθρωπο μὲ μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τὰ ἔχει ὅλα - τίποτε δὲν τοῦ λείπει -, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός. Τελικά, οἱ ἄνθρωποι βασανίζονται καὶ ἀπὸ τὸν πλοῦτο, γιατί τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ δὲν τοὺς γεμίζουν, εἶναι διπλὸ βάσανο. Ξέρω ἀνθρώπους πλούσιους, ποὺ τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν καὶ παιδιᾷ καὶ βασανίζονται. Βαριοῦνται ποὺ κοιμοῦνται, βαριοῦνται νὰ περπατήσουν, βασανίζονται ἀπὸ ὅλα. «Ἐντάξει, ἀφοῦ ἔχεις ἐλεύθερο χρόνο, λέω σὲ κάποιον, κάνε πνευματικά. Διάβασε μία Ὥρα, διάβασε λίγο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο». «Δὲν μπορῶ», λέει. «Κάνε ἕνα καλό, πήγαινε σὲ κανένα νοσοκομεῖο καὶ δές κανέναν ἄρρωστο». «Ποὺ νὰ πάω ὡς ἐκεῖ, σοῦ λέει, καὶ τί θὰ βγή;». «Πήγαινε νὰ βοηθήσης κανέναν φτωχὸ στὴν γειτονιά σου». «Ὄχι, δὲν μ' εὐχαριστεῖ, λέει, οὔτε αὐτό». Νὰ ἔχη ἐλεύθερο χρόνο, νὰ ἔχη ἕνα σωρὸ σπίτια, νὰ ἔχη ὅλα τὰ καλά, καὶ νὰ βασανίζεται! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν; Καὶ βασανίζονται, μέχρι νὰ τοὺς στρίψη τὸ μυαλό. Φοβερό! Καὶ ἂν τυχὸν δὲν δουλεύουν, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὶς περιουσίες ἔχουν εἰσοδήματα, εἶναι οἱ πιὸ βασανισμένοι ἄνθρωποι. Ἐνῶ, ἂν ἔχουν τοὐλάχιστον μία δουλειά, εἶναι καλύτερα.


(Λόγοι τόμος Ἅ σελ. 156-157)

Γιατί έχουμε στενοχώρια; Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Χωρίς Χριστό αχριστεύεσαι και αχρηστεύεσαι!
Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι ή στεναχώρια μας.
“Με τις ατέλειωτες στεναχώριες σας το μόνο που κάνετε είναι να αποδεικνύετε την απιστία σας στο Θεό”
Όσο λιγότερη πίστη έχουμε, τόσο περισσότερη είναι ή στεναχώρια μας. Μια από τις σπουδαιότερες ωφέλειες της πίστης είναι ή απελευθέρωση του άνθρωπου από τις πολλές στεναχώριες.
Όσο το παιδί γνωρίζει πως υπάρχει ό πατέρας, που φροντίζει για το σπίτι και για oλες τις δουλειές του σπιτιού, κάθε στεναχώρια του τελειώνει γρήγορα με τραγούδι. Μόλις όμως χαθεί αυτή ή αίσθηση, σωπαίνει το τραγούδι! Τότε το παιδί αισθάνεται ορφανό και μόνο, περιτριγυρισμένο από στεναχώριες, αισθάνεται περιτριγυρισμένο από ένα σμήνος σφίγγες.

Όσο περισσότερο ό άνθρωπος προσπαθεί μόνος του, με τις δικές του δυνάμεις να «ξεφορτώσει» τις στεναχώριες του, τόσο περισσότερο μπερδεύεται στα δίχτυα τους.

Ή χαρά σβήνει, τα μαλλιά ασπρίζουν, το σώμα «εξατμίζεται», ό θυμός μαζεύεται, μέχρι που ό άνθρωπος καταλήγει σαν μία τσάντα ξηρού δέρματος γεμάτη θυμό, σκυμμένη πάνω από τον τάφο.
Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες;
Αυτό είναι το ερώτημα, που θέτει ό Σωτήρας στην ανθρωπότητα που είναι ταραγμένη και διαμελισμένη σε κομμάτια από τις πολλές στεναχώριες.
-Ποιος από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημα του; (Ματθ. 6, 27).
-Για ποιό λόγο έχετε τόσες στεναχώριες; Ενδέχεται αύριο το πρωί ό ήλιος να μην ανατείλει;
Εκείνος που φροντίζει να ανατείλει αύριο το πρωί ό ήλιος στη συγκεκριμένη ώρα και στο συγκεκριμένο δευτερόλεπτο, θα φροντίσει όλες τις δικές σας μικρές στεναχώριες.
Ό Επίκτητος, ό στωικός φιλόσοφος, λέει: πως ό άνθρωπος που δεν είναι σοφός, κατηγορεί τους άλλους ανθρώπους, όταν δεν πηγαίνουν τα πράγματα όπως πρέπει.
Εκείνος που αρχίζει να κατακτά τη σοφία, συνεχίζει, κατηγορεί τον εαυτό του. Ό σοφός όμως είναι άνθρωπος που δεν κατηγορεί ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους ανθρώπους. «Σοφός άνθρωπος», σύμφωνα με τον φιλόσοφο, «είναι εκείνος ό όποιος πλήρως παραδόθηκε στα χέρια του Οικουμενικού Νου».

Ό Ησαΐας εξηγεί σαφέστερα την ανθρώπινη πορεία:
“Ιδού οι δουλεύοντές μοι άγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξεσθε διά τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε” (Ησαΐας ΞΕ’, 14)
Δηλαδή: -Κοιτάξτε οι δούλοι μου θα υμνούν από τη χαρά που θα έχουν στην καρδιά και εσείς (πού εγκαταλείψατε τον Κύριο), θα κραυγάζετε από τη λύπη που θα έχετε στην καρδιά και θα θρηνείτε από την συντριβή του πνεύματος σας.
Δούλος του Κυρίου, σύμφωνα με τον προφήτη Ησαΐα, είναι εκείνος που υπακούει στο θέλημα του Κυρίου χωρίς να γογγύζει, χωρίς να στεναχωριέται και χωρίς να φοβάται.

Τον ωραιότερο λόγο λέει ό Κύριος Ιησούς:
-Μάρθα, Μάρθα ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεσαι.
-Ποιό είναι αυτό το ένα που χρειάζομαι;
-Πίστη ότι ό Πατέρας ζει.
Πώς Αυτός φροντίζει τα πάντα για τον καθένα.
Πώς ό γιός (ό άνθρωπος) δεν μπορεί να καταφέρει τίποτε από μόνος τον.
Γιατί λοιπόν κάθε στεναχώρια σας δεν γίνεται τραγούδι;
Γιατί, αν πράγματι πιστεύετε στον Αληθινό, Άγρυπνο Πατέρα, τότε θα καταλάβετε πως όλες οι κοσμικές στεναχώριες σας είναι παράλογες και ανόητες.
Με τις ατέλειωτες στεναχώριες σας το μόνο που κάνετε είναι να αποδεικνύετε την απιστία σας στο Θεό.
Αν ισχυρίζεστε oτι πιστεύετε στο Θεό και πάλι τρικλίζετε στα σκοτεινά από το φορτίο της στεναχώριας σας, τότε ή πίστη σας είναι λίγη.
Ή απιστία σας δείχνει καθώς νομίζετε, ότι ό Οικοδεσπότης δεν μπορεί ή δεν θέλει ή δεν ξέρει να φροντίσει το σπίτι Του και αφήνει την φροντίδα του σπιτιού του στους δούλους Του. Με ποιό τρόπο οι δούλοι θα σώσουν το σπίτι, αν δεν μπορεί να το σώσει ό Οικοδεσπότης;
Πιθανόν θα θελήσετε να με διορθώσετε και θα πείτε: τα παιδιά και όχι οι δούλοι. Όμως αληθινά παιδιά είναι μόνον όσα αφήνουν όλες τις στεναχώριες τους, όλη τους τη θέληση, όλες τους τις σκέψεις, όλη τους την καρδιά στον Πατέρα και υπακούν με αμεριμνησία στη θέληση Του. Όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι χωρίς ίχνος σοφίας, γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί σοφός αυτός που δεν αισθάνεται την παρουσία του ουράνιου Πατέρα. Όλοι οι υπόλοιποι που δεν υπακούν στο θέλημα του Κυρίου, βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι γεμάτοι στεναχώριες.
Ή πίστη είναι ένα χέρι δροσιάς και ανακούφισης που απλώνεται στους κατοίκους της κόλασης. Όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό το χέρι είναι πυρακτωμένη φωτιά. Οι άμυαλοι άνθρωποι φορτώνοντας τον εαυτό τους με στεναχώριες χύνουν λιωμένο σίδηρο σε λιωμένο μόλυβδο. Με τη φλόγα όμως δεν σβήνεται ή φλόγα. Γιατί οι στεναχώριες είναι σαν να καίγεσαι πάνω σε λιωμένο μέταλλο. Μόνο ή πίστη μπορεί να σβήσει αυτή τη φωτιά.
Μεγάλη πίστη-μικρές στεναχώριες.
Τέλεια πίστη-τέλεια αμεριμνησία.
Τέλεια πίστη-τέλεια χαρά.
-Να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση. (Ματθ. 5, 12)
-Σας τα είπα αυτά, ώστε ή χαρά ή δική μου να είναι μέσα σας κι ή χαρά σας να είναι ολοκληρωμένη (Ίωάν. 15, 11).
Ό Μωυσής ακολουθούσε τον Θεό όπως το παιδί τον πατέρα. Το ίδιο και ό Αβραάμ και ό Ισαάκ και ό Ιακώβ. Το ίδιο και ό Σαμουήλ και ό Δαβίδ. Θυμηθείτε πότε δυσκολεύονταν ό Μωυσής και ό Δαβίδ. Δυσκολεύονταν τότε που έχαναν την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο και «φορτώνονταν» ατέλειωτες στεναχώριες, βασιζόμενοι στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους. Και ό Ιησούς; Δεν ήταν το τελειότερο παιδί που είχε πλήρη αφοσίωση, υπακοή και εμπιστοσύνη στον Πατέρα;
Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι χαρά και όχι λύπη! Ανακούφιση και όχι στεναχώρια.
Ένα γραμμάριο πίστης αξίζει περισσότερο από ένα ολόκληρο φορτίο με στεναχώριες!
Ό χριστιανός που δεν το συνειδητοποίησε αυτό και δεν το αποδέχτηκε, είναι βαπτισμένος μόνο με νερό και όχι με Άγιο Πνεύμα.
Ό ιερέας που δεν το αντιλήφθηκε και δεν το υιοθέτησε ως αρχή «κατρακυλά» σαν πέτρα από βουνό, γιατί αυτός είναι που πρέπει να στηρίζει, να ενθαρρύνει άλλους ανθρώπους να σηκωθούν.
Ή ευλογία του Θεού, ή ειρήνη, ή υγεία ακολουθούν τον δούλο του Χριστού που έχει τη δύναμη να φωνάξει με όλη την ψυχή του: -Αληθινά, περισσότερα καταφέρνει κανείς με την πίστη παρά με την στεναχώρια!
«Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε άνατίθημι, Μήτερ τον Θεού, φύλαξαν με υπό την σκέπην σου».

Πηγή: https://amethystosbooks.blogspot.com/2016/12/blog-post_93.html

Ομιλία 48η: Στην Ε’ Κυριακή τού Λουκά, για τους πλούσιους και φτωχούς ενώπιον της σωτηρίας (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


Ο ανώνυμος πλούσιος της παραβολής τού ευαγγελίου -και κάθε πλούσιος- απέτυχε της σωτηρίας όχι εξαιτίας τού πλούτου του, αλλ’ εξαιτίας τής φιληδονίας, της ασπλαγχνίας και της μισοξενίας. Υπάρχει όμως και ο σωζόμενος πλούσιος, τον οποίο ο Κύριος παρουσίασε στην ίδια αυτή παραβολή· είναι ο Αβραάμ, ο οποίος σώθηκε, και μάλιστα δέχεται στους κόλπους του αυτούς που σώζονται, λόγω της φιλοθεΐας, της ευσπλαχνίας και της φιλοξενίας, δηλαδή λόγω της αρετής του.

ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΙ
«ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΦΟΡΟΥΣΕ ΠΟΡΦΥΡΑ»
Όπου γίνεται λόγος για πλούσιους και φτωχούς, και ποιός είναι ο σωζόμενος πλούσιος

Τα εφόδια για τις ανάγκες του σώματος άλλα βέβαια τα έχομε ο καθένας από τα επαγγέλματά μας, και άλλα τα παίρνομε ο ένας από τον άλλο, προσφέροντας ο ένας στον άλλο τα δικά του. Γιατί δεν είναι το ίδιο πράγμα ο γραμματικός και ο γεωργός, ο ράπτης και ο υφαντής, ο οικοδόμος και ο υποδηματοποιός, ο ιατρός και καθένας από τους άλλους επαγγελματίες. Επειδή λοιπόν ο καθένας δεν έχει όλα όσα του χρειάζονται, οπωσδήποτε όμως τα έχει ανάγκη όλα αυτά ο καθένας, βρέθηκε ως μέσο το νόμισμα, μέσω του οποίου με τρόπο κοινωφελή και τα αγαθά που περισσεύουν προσφέρονται σε άλλους, και αποκτώνται αυτά που λείπουν. Πράγματι ο γεωργός δίνει τα περισσεύματά του στους μη γεωργούς, και αφού λάβει το αντίτιμο γι’ αυτά, αγοράζει το σπίτι τυχόν ή το ύφασμα· και ο υποδηματοποιός, αφού πωλήσει τα υποδήματα και λάβει ικανοποιητικά χρήματα, ικανοποιεί την ανάγκη των ελλείψεων, και έτσι με την μεταξύ μας δοσοληψία συγκροτείται ο βίος όλων μας, και γι’ αυτό υπάρχουν οικισμοί και πόλεις, και γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ζώο.
Στις πνευματικές ασχολίες όμως και στα σχετικά με την αρετή δεν συμβαίνει το ίδιο· γιατί εκείνος που είναι σώφρων, αλλ’ όχι δίκαιος, δεν μπορεί να δώσει κάτι από τη σωφροσύνη του στον δίκαιο και να πάρει από εκείνον δικαιοσύνη ούτε αυτός που είναι αληθής στους λόγους, αλλά δεν είναι ανεξίκακος, θα μπορούσε ν’ αποκτήσει κάτι από άλλον με ανταλλαγή ή να μεταδώσει από την αλήθεια σε όποιον δεν έχει, εννοώ από την αλήθεια που αυτός είπε· ούτε υπάρχει σ’ αυτά μέσο, σαν κάποιο νόμισμα, που να ρυθ­μίζει τις μεταξύ τους ανταλλαγές και να τις καθιστά ισότιμες. Γι’ αυτό πρέπει και είναι αναγκαίο, αδελφοί, ο καθένας μας να ασκεί κάθε αρετή. Γιατί δεν είναι δυνατό αυτός που δεν κατόρθωσε κάποιαν από αυτές να την πάρει από άλλον, ούτε να διαφύγει την καταδίκη και τιμωρία για τη στέρηση αυτής. Γι’ αυτό λέγει ο Δαβίδ, «αδελφός δεν τον σώζει, θα τον σώσει ξένος άνθρωπος;». Δηλαδή κανένας.

Αλλά, πόση, αλήθεια, είναι η αφάνταστη φιλανθρωπία τού Δεσπότη Χριστού! Γιατί αυτό που δεν είναι δυνατό να λάβει κα­νείς ούτε από τις ισότιμες και αληθινά πολύτιμες αρετές της ψυχής με ανταλλαγή, το κατέστησε με άλλον τρόπο πάμφθηνο. Γιατί μπορεί κανείς με αυτές τις γήινες και χαμηλές ανάγκες τού σώμα­τος, εννοώ με τα φαγητά και τα ποτά, με τα ενδύματα, με το χρυ­σάφι και το ασήμι που καθένας έχει (γιατί όλα αυτά είναι γη και χώμα και τίποτε δεν υπάρχει ατιμότερο από αυτά), μπορεί λοιπόν κανείς σύμφωνα με τη δεσποτική υπόσχεση και παραίνεση με αυτά τα ασήμαντα, αν προσφέρει τα περισσεύματα σ’ αυτούς που έχουν τις αρετές (γιατί αυτοί είναι τελείως φτωχοί ως προς τα αναγκαία για το σώμα), με αυτή τη μετάδοση ν’ αναπληρώσει την έλλειψη των αρετών και να διαφύγει την ευθύνη για την στέρησή τους. Και αυτό δηλώνοντας ο μέγας Παύλος γράφοντας προς τους Κορινθίους, ονομάζει αυτή τη μετάδοση κοινωνία προς τους αγίους, και προχωρώντας προσθέτει, «το περίσσευμά σας πρέπει να αναπληρώνει το υστέρημα εκείνων, ώστε και το περίσσευμα εκείνων να αναπληρώσει το δικό σας υστέρημα». Ο Κύριος πάλι λέγει· «κάνετε φίλους από τον μαμωνά τής αδικίας, ώστε, όταν αποδημήσετε, να σας δεχθούν στις αιώνιες σκηνές», μαμωνά αδι­κίας ονομάζοντας το περίσσευμα των αναγκαίων, που δεν δίνεται σε εκείνους που έχουν ανάγκη.

Πρέπει λοιπόν, όπως είπα, ο καθένας σας, αδελφοί, να ασκεί ορθά κάθε αρετή, και αν μας λείπει κάποια από αυτές, ν’ αναπληρώνομε την έλλειψη με τη μετάδοση από αυτά που έχομε. Αυτός είναι ο δεύτερος πλους τού λόγου, και μάλιστα προς εσάς που ζείτε μέσα στον κόσμο, με τον οποίο θα εξασφαλίσομε τη σωτηρία των ψυχών σας. Αν όμως παραμελήσομε και αυτόν, υπάρχει πολύς φόβος μήπως μας δεχθεί εκείνη η άσβεστη φωτιά και η αιώνια στέρηση. Αυτό θέλοντας να δείξει ο Κύριος, πρόβαλε την παραβολή που διαβάζεται σήμερα στην εκκλησία· «κάποιος άν­θρωπος ήταν πλούσιος, και φορούσε πορφύρα και μεταξωτά ενδύματα, ζώντας καθημερινά μέσα σε λαμπρή πολυτέλεια». Όλη η φροντίδα τού πλουσίου ήταν για τον ιματισμό και τον καλλωπισμό και την πολυτέλεια των ενδυμάτων, και για τα τραπεζώματα και τα φαγοπότια και τις απολαύσεις. Υπήρχε όμως και ένας φτωχός, ονομαζόμενος Λάζαρος, ο οποίος ήταν ξαπλω­μένος κοντά στην πύλη τού πλουσίου γεμάτος πληγές και επιθυμούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέ­ζι τού πλουσίου, αλλά και τα σκυλιά έρχονταν και έγλειφαν τις πληγές του».

Βλέπετε την πλήρη έλλειψη κοινωνίας του πλουσίου προς τον φτωχό Λάζαρο; Ο πρώτος παραχόρταινε καθημερινά από την τράπεζά του που ήταν γεμάτη από παντός είδους φαγητά και πολυτελή καρυκεύματα, ενώ ο Λάζαρος επιθυμούσε να χορτάσει και από τα ευτελέστατα πράγματα, γιατί ποτέ δεν είχε χορτάσει. Εκείνος έλαμπε από την πορφύρα και τα μεταξωτά που φο­ρούσε και από τον υπερβολικό εξωραϊσμό τού εύρωστου σώμα­τος, ενώ ο Λάζαρος είχε και τα ξεσχισμένα ράκη του γεμάτα από βρωμιά και δυσωδία, γεμάτος πληγές και περιρρεόμενος από πύο. Εκείνος καθόταν σε ψηλό θρόνο περικυκλωμένος από το πλήθος των υπηρετών, ενώ ο Λάζαρος ήταν ξαπλωμένος κάτω στο έδαφος κοντά στην πύλη μη έχοντας κάποιον ούτε για να απομακρύνει τα σκυλιά.

Αλλά για ποιό λόγο τον φτωχό αποκαλεί με το όνομά του, ενώ τον πλούσιο τον ανέφερε χωρίς το όνομά του; Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι το όνομα αυτού του φτωχού σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο είναι γραμμένο στους ουρανούς, ενώ του πλουσίου εξαλείφθηκε και χάθηκε από εκεί και η μνήμη μαζί με το όνομα. Γιατί και ο Ψαλμωδός λέγει για τους ανθρώπους αυτού του εί­δους· «δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους με τα χείλη μου». Επει­δή όμως και κάθε πλούσιος μπορεί ν’ αποδώσει στον εαυτό του την παραβολή και θεωρώντας εκείνον ως τον εαυτό του, να λάβει από αυτό αφορμή μετάνοιας, ο πλούσιος αναφέρθηκε χωρίς το όνομά του, ώστε έτσι ο λόγος ν’ αφορά προς κάθε πλούσιο, ο κάθε φτωχός όμως δεν μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του Λάζαρο, ακόμη και αν βρίσκεται σε κατάσταση σαν εκείνου· γιατί πρέπει να περιμένει με ταπείνωση τη δεσποτική απόφαση. Γι’ αυτό λοι­πόν ο φτωχός αναφέρθηκε με το όνομά του.

«Συνέβηκε όμως», λέγει, «να πεθάνει ο φτωχός και να μετα­φερθεί από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ». Ο φτωχός οδηγείται με υπερκόσμια τιμή ως αθλητής προς τα στεφάνια. Αφού όμως ο Κύριος έδειξε τον μη σωζόμενο πλούσιο, μας δεί­χνει ευθύς αμέσως και τον σωζόμενο πλούσιο· τέτοιος βέβαια είναι ο Αβραάμ. Δεν τον ονομάζει όμως αυτόν πλούσιο, επειδή θεω­ρούσε ανώτερη από τον πλούτο την αρετή. Γιατί έδειχνε προς όλους αγάπη και διάθεση πατέρα· γι’ αυτό και ονομάζεται με το ανώτερο από εκείνα που είχε, δηλαδή την αρετή· γιατί το όνομα Αβραάμ ερμηνευόμενο σημαίνει «πατέρας πολλών». Ο πλούσιος όμως εκείνος δεν είχε τίποτε ανώτερο από τον γήινο και παρερχόμενο πλούτο· γι’ αυτό και έφερε το όνομα από εκείνον. Δεν έχασε όμως τη σωτηρία εξ αιτίας τού πλούτου, αλλ’ εξ αιτίας της φιληδονίας και της ασπλαγχνίας και της μισοξενίας. Και ο Αβραάμ ασφαλώς ήταν πλούσιος, αλλ’ εξ αιτίας της φιλοθεΐας και της ευσπλαγχνίας και της φιλοξενίας όχι μόνο σώθηκε, αλλά και έγινε τόπος των σωζομένων. Γι’ αυτό και ο Λάζαρος, όταν πέθανε, μετα­φέρθηκε από τους αγγέλους (γιατί αυτοί είναι, σύμφωνα με τον Παύλο, διάκονοι «για εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν τη σωτηρία»· μεταφέρθηκε λοιπόν από αυτούς στον κόλπο τού Αβραάμ· κόλπος ασφαλώς του Αβραάμ είναι η χώρα των ζώντων, η κατοικία τών αιώνια ευφραινομένων, η περιοχή τών αιώ­νιων αγαθών.

«Πέθανε όμως», λέγει, «και ο πλούσιος και τάφηκε». Ίσως ο Λάζαρος δεν αξιώθηκε ούτε ταφής όταν πέθανε, αφού δεν είχε κάποιον να τον κηδεύσει· γι’ αυτό στην περίπτωση εκείνου δεν ανέφερε καθόλου ταφή, εδώ όμως αναφέρεται ότι, uiuv JlfcVJULVC U πλούσιος, «και τάφηκε». Αναφέρεται επίσης και για τον λόγο ότι η φαντασία και πολυτέλεια των πλουσίων φθάνει μέχρι τον τάφο. Αλλά ο τέτοιου είδους τάφος των τέτοιου είδους πλουσίων γίνε­ται γι’ αυτούς θύρα, αλλοίμονο!, του άδη και των βασάνων στα καταχθόνια. Γιατί λέγει, τάφηκε ο πλούσιος «και βρισκόμενος στον άδη, σηκώνοντας τα μάτια του, ενώ βασανιζόταν, βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και τον Λάζαρο στους κόλπους του». Κάποτε ο πλούσιος έβλεπε τον Λάζαρο πεσμένο μπροστά στον πυλώνα του, πληγωμένον από την πείνα και κυλιόμενον στη σκόνη τού εδάφους και μη έχοντας τη δύναμη ούτε να κινείται, και τον περιφρονούσε, τώρα βρισκόμενος κάτω αυτός ο ίδιος και βασανιζόμενος και μη μπορώντας ν’ αποφύγει τους βασανισμούς, σηκώνοντας τα μάτια του βλέπει τον Λάζαρο πάνω σε σκηνές αναψυχής να διαμένει με πολλή άνεση και να ζει στους κόλπους τού Αβραάμ, και δεν προσπαθεί να τον παραβλέπει, αλλά μάλλον ζητεί να μη παραβλεφθεί από εκείνον που προηγουμένως παραβλέφθηκε από αυτόν. Εκεί βέβαια που ήταν τόπος ελέους, δη­λαδή στη γη, δεν τον ζήτησε ούτε τον επεδίωξε, εκεί όμως που η δικαιοσύνη είναι ανελέητη, ζητεί μάταια το έλεος· γιατί λέγει, «φώναξε και είπε· πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε τον Λά­ζαρο, για να βυθίσει το άκρο τού δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου· γιατί υποφέρω μέσα σ’ αύτή τη φλό­γα». Περιόρισε την παράκληση στο πολύ ελάχιστο, γιατί δεν είχε το θάρρος να ζητήσει τίποτε παραπάνω, έχοντας αυτοκατάκριτη τη συνείδηση.

Φώναξε βέβαια, επειδή το μεταξύ τους διάστημα ήταν μεγάλο. Παρουσιάσθηκε επίσης να λέγει πατέρα τον Αβραάμ, για να διδαχθούμε ότι ανήκε στο γένος των θεοσεβών εκείνος ο πλούσιος, και να μη νομίζομε ότι τηγανίζεται ως δυσσεβής. Γιατί περιζώσθηκε από την άσβεστη φλόγα τού πυρός ως άσπλαχνος και φιλήδονος, αν και κατά την καταγωγή ήταν συγγενής τού Αβραάμ. Λέγει όμως, «ελέησέ με, γιατί υποφέρω, και στείλε τον Λάζαρο», τον οποίο αυτός δεν ελέησε όταν υπέφερε μπροστά στον πυλώνα· γι’ αυτό και δεν απηύθυνε προς αυτόν την παράκληση. Παρακαλεί για μια σταλαγματιά και μια μικρή ρανίδα που δροσίζει τη γλώσσα, και δεν το πετυχαίνει. Βλέπετε την ανταπόδοση της τιμω­ρίας με το παραπάνω; Γιατί ο κάποτε φτωχός Λάζαρος δεν μπο­ρούσε να χορτάσει με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του, τώρα όμως αυτός όχι μόνο το χόρτασμα και των πλέον ακόμη ευτελών πραγμάτων έχει στερηθεί, αλλά δεν αξιώνεται ούτε μιας μικρής στάλας νερού. Γιατί λέγει, «είπε προς αυτόν ο Αβραάμ, τέκνο, θυμήσου ότι συ απολάμβανες τα αγαθά σου στη ζωή, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά· τώρα όμως αυτός απολαμβάνει την αναψυχή και συ υποφέρεις».

Λυπάται βέβαια ο Αβραάμ τον πλούσιο που βρισκόταν στη φλόγα· γι’ αυτό και τον αποκαλεί με συμπάθεια, «τέκνο». Τον λυ­πάται όμως, νομίζω, όχι μάλλον για την τιμωρία του, αλλά για την ακόμη ενεργούμενη σ’ αυτόν κακία. Γιατί δεν είχε έρθει ακόμη σε συναίσθηση των αμαρτημάτων δεν είχε αντιληφθεί ότι δίκαια τηγανιζόταν. Δεν λέγει, ελέησέ με, γιατί εγώ άναψα αυτή τη φω­τιά για τον εαυτό μου, εγώ θησαύρισα αυτές τις οδύνες για τον εαυτό μου· αντί για τους αυλούς και τους θορύβους και τα σιχα­μερά άσματα έχω τις κραυγές και τους θρήνους και τους φρικωδέστατους ήχους τού πυρός που παφλάζει επάνω μου, αντί για τις ευχάριστες οσμές τον ατμό τού πυρός, αντί για τα περιττά φαγητά και τα ποτά και την απόλαυση από αυτά έχω τη γλώσσα που ξηραίνεται τελείως από αυτή τη φλόγα και την μέχρι σταγόνας έλλειψη, αντί για τις πορνικές πυρώσεις όλο το σώμα μου το καταφλέγει η φωτιά. Δεν είπε αυτά, αλλά παραπονείται κλαίοντας για τις οδύνες μόνο. Τί απαντά λοιπόν προς αυτόν ο Αβρα­άμ; Έλα κάποτε στον εαυτό σου· ομολόγησε ότι δίκαια παραδό­θηκες στη φλόγα, ενθυμούμενος ότι απόλαυσες στη ζωή σου τα αγαθά σου, αυτά που νόμισες ότι είναι αγαθά σου, που προτίμη­σες ν’ αποκτήσεις από εκείνα που προσφέρθηκαν στη διάθεσή σου, τα οποία επεδίωξες και έλαβες, δηλαδή τα πρόσκαιρα. Γιατί αυτά προτίμησες από τα αιώνια. Ο Λάζαρος όμως, λέγει, δοκίμα­σε τα αντίθετα κακά, δηλαδή τις κακώσεις τού σώματος· γι’ αυτό τώρα αυτός απολαμβάνει αιώνια αναψυχή, αφού τότε έπασχε πρόσκαιρα από τα κακά, και συ υποφέρεις ακατάπαυστα, αφού τότε καλοπερνούσες και απολάμβανες πρόσκαιρα τις ηδονές.

Πώς όμως δεν είπε «έλαβες», αλλ’ «απέλαβες»; Για να δείξει ότι αυτός που στη ζωή αυτή είναι προσκολλημένος στις ηδονές και τις απολαύσεις κι έχει με υπεραφθονία τα χρήματα και τον πλούτο και κάνει κατάχρηση της ευπορίας, κι αν ακόμη κατορθώσει κάτι από τα άλλα, δεν θα λάβει μισθό· γιατί αντί για μισθό έχει την τωρινή ευπορία και καλοπέραση, όπως εκείνος που κατατρύχεται από τη φτώχεια και την ασθένεια και τα υπομένει γενναία έχει ως ανταπό­δοση των πλημμελημάτων την εδώ κακοπάθεια της σάρκας.

Αλλ’ «εκτός απ’ όλα αυτά», λέγει, «ανάμεσα σ’ εμάς και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, για να μη μπορούν να περάσουν αυτοί που θέλουν από εδώ προς εσάς, ούτε να περνούν από εκεί προς εμάς». Βλέπετε ότι και ο ίδιος ο Αβραάμ δεν μπορεί, και αν ακόμη θέλει, να βοηθήσει τους εκεί καταδικασμένους; Γιατί το αναμεταξύ χάσμα είναι αδιάβατο για όλους, ώστε και όσοι θέλουν να περά­σουν να μη μπορούν· «ούτε οι από εκεί», λέγει, «μπορούν να περ­νούν προς εμάς». Φαίνεται να βρίσκονται πιο μέσα από τη φλόγα οι άλλοι τιμωρούμενοι, τους οποίους ο Αβραάμ λέγει «από εκεί», αλλά και δοκιμάζουν σφοδρότερα τη φωτιά, ώστε να μη μπορούν να μιλούν καθόλου. Αυτοί ενδεχομένως να είναι εκείνοι που στον παρόντα κόσμο εκτός από το ότι δεν δίνουν από τα αγαθά τους πλουτούν και με αρπαγή, πράγμα για το οποίο δεν κατηγορήθηκε ο πλούσιος αυτός· γιατί δεν κατακρίνεται ως άρπαγας και άδικος, αλλά μόνο ως άσπλαχνος και φιλήδονος. Προς αυτόν λέγει ο Αβραάμ ότι, επειδή προτίμησες τον απολαυστικό και άνετο και πρόσκαιρο βίο αντί για τον εγκρατή, τώρα δίκαια σε κυρίευσε οδύνη και θλίψη και στενοχώρια. Επειδή όμως και προς τους φτω­χούς δεν είχες καμμιά κοινωνία με την ελεημοσύνη, ούτε απέκτησες φίλους από τον μαμωνά της αδικίας, ούτε έδωσες το περίσσευμά σου προς αναπλήρωση του υστερήματος εκείνων, αλλ’ έμεινες εντελώς ακοινώνητος προς τους αγίους, απομακρυσμένος από αυ­τούς όπως είναι απομακρυσμένη από την αρετή η κακία, γι’ αυτό τώρα ανάμεσα σ’ εμάς που έχομε ζήσει με αρετή και σ’ εσάς που έχετε ζήσει με κακία υπάρχει μεγάλο και αδιάβατο χάσμα, ώστε να μη μπορούμε ποτέ να μεταβούμε ο ένας προς τον άλλο. Παριστάνει βέβαια με αυτά το ατελείωτο και αμετάθετο τόσο της κόλασης των αμαρτωλών, όσο και της άνεσης των δικαίων.

Αλλ’ ο πλούσιος, όντας ανόητος, ούτε έτσι σωφρονίσθηκε, ούτε σταμάτησε την κακία, ούτε κατέκρινε τον εαυτό του, αλλ’ επιχειρεί ακόμη να δικαιώνει τον εαυτό του και, σαν να μη τον είχε κανείς βεβαιώσει προηγουμένως για τον τόπο αυτόν των βασάνων, λέγει, «σε παρακαλώ λοιπόν, στείλε τον Λάζαρο στον πατρικό μου οίκο (γιατί έχω πέντε αδελφούς), για να τους διαβεβαιώσει, ώστε να μη έρθουν και αυτοί στον τόπο αυτόν των βασάνων». Δείχνει δη­λαδή ότι, αν είχε και αυτός ένα μάρτυρα προηγουμένως, δεν θα έκαμνε εκείνα, για τα οποία καταδικάσθηκε στη γέεννα. Όταν όμως ο Αβραάμ είπε, «έχουν τον Μωϋσή και τους προφήτες, ας ακούσουν αυτούς» (γιατί ο Μωϋσής σαν εκπρόσωπος του Θεού λέγει στην ωδή, «έχει ανάψει φωτιά από τον θυμό μου, θα φθάσει η φλόγα μέχρι τα βάθη του άδη», ενώ ο Ησαΐας, συμφωνώντας με τους άλλους προφήτες, λέγει· «θα κατακαούν οι άνομοι και οι αμαρτωλοί συγχρόνως και δεν θα υπάρχει κανείς να σταματήσει τη φωτιά»)· λέγοντας αυτά ο Αβραάμ, εκείνος πάλι αντιλέγοντας λέγει· «όχι, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ αν κάποιος από τους νεκρούς πάει προς αυτούς, θα μετανοήσουν». Τί απαντά λοιπόν πάλι σ’ αυτό ο Αβραάμ; «Αν δεν ακούνε τον Μωϋσή και τους προφήτες, ούτε, αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, θα πιστέψουν», σαν να του έλεγε ακριβώς αυτό, ότι, επειδή πριν πεθάνεις δεν ενδιαφερόσουν καθόλου για τους μωσαϊκούς και προφητικούς λόγους, κι αν ακόμη έβλεπες νεκρό αναστημένο, δεν επρόκειτο να απομακρυνθείς από τη σπατάλη και την ασπλαγχνία πιστεύοντας σ’ εκείνον. Γι’ αυτό τώρα, που έχεις περικυκλωθεί δίκαια από το πυρ τής γέεννας αντιμετωπίζεις ανελέητους και ακατάπαυστους τους φρικτούς πόνους.

Ο πλούσιος λοιπόν εκείνος, αδελφοί, έχοντας τον Μωϋσή και τους προφήτες, από τους οποίους κανένας δεν αναστήθηκε από τους νεκρούς, φαινόταν να έχει κάποια πρόφαση, εμείς όμως μαζί μ’ εκείνους ακούμε και εκείνον που αναστήθηκε από τους νεκρούς για χάρη μας να λέγει· «μη θησαυρίζετε για τους εαυτούς σας θησαυρούς πάνω στη γη, αλλά θησαυρίζετε θησαυρούς για τον ουρανό»· επίσης «σ’ όποιον σου ζητεί δίνε, και αυτόν που θέλει να δανεισθεί από σένα μη τον διώξεις»· και «δώστε από αυτά που έχετε ελεημοσύνη, και να όλα θα είναι καθαρά για σας». Εάν όμως κάποιος τρώγει και πίνει μαζί με μέθυσους, και προς τους φτωχούς είναι σκληρός και άσπλαχνος, «θα έρθει», λέγει, «ο Κύριος σε ημέρα που δεν την περιμένει και σε ώρα που δεν τη γνωρίζει, και θα τον ξεχωρίσει και θα τον τοποθετήσει στη μερίδα των απίστων».

Αφού λοιπόν δεν σας μένει καμμιά πρόφαση, επειδή «κανενός η ζωή δεν εξαρτάται από τα περισσεύματα των υπαρχόντων του», όποιος έχει κάτι που του περισσεύει ας το δίνει σε εκείνους που δεν έχουν, εισαγόμενος με αυτόν τον τρόπο στον κλήρο τού πατέρα τών σωζομένων Αβραάμ, ενώ οι φτωχοί να μιμούνται την καρτερία τού Λαζάρου, κερδίζοντας με την υπομονή τους τις ψυχές τους και με την ταπείνωσή τους αποκτώντας μόνοι τους τους κόλπους εκείνους του Αβραάμ, από τους οποίους «έχει αποδράσει κάθε οδύνη και λύπη και στεναγμός», και επικρατεί χαρά και απόλαυση και θυμηδία ένθεη και ατελείωτη. Γι’ αυτό μάλιστα ο Χριστός μάς φανέρωσε τα εκεί μ’ αύτή την παραβολή, ώστε, αφού βελτιωθούμε με τη μετάνοια, να μας καταστήσει άξιους εκείνων των αιώνιων απολαύσεων, απαλλάσσοντάς μας από τα βάσα­να που επιφυλάσσονται εκεί· γιατί λέγει, «αυτός που γνώρισε το θέλημα του Κυρίου του και δεν το έπραξε, θα δεχθεί μεγάλη τιμωρία».

Αφού μας είπε αυτά και τα παρόμοια και μας διεβεβαίωσε αυτός που έπαθε και τάφηκε και αναστήθηκε από τους νεκρούς, ανέβηκε στους ουρανούς. Ανέδειξε όμως πολυάριθμο πλήθος μαρτύρων της παρουσίας του και της αληθείας τών όσων κηρύχθηκαν από αυτόν,…

…ας δείχνομε υπακοή στην αυτοαλήθεια ζώντας με τρόπο θεάρεστο,… να ποθήσομε, και με έργα μέχρι τέλους να επιζητήσομε την μακαριότητα που επιφυλάσσεται στους ουρανούς για εκείνους που έζησαν εδώ με τρόπο θεοφιλή.

Αυτή τη μακαριότητα είθε να επιτύχομε όλοι εμείς με τη χάρη και φιλανθρωπία τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Πέρα από τον υλισμό

από Sa Su - 31/10/2026

Πέρα από τον υλισμό


Πηγή: Σα Σου

Σήμερα το πρωί δεν πήγα στη διαμαρτυρία και, ενώ άκουγα μια διάλεξη του αείμνηστου Φραντσέσκο Λαμέντολα, βρέθηκα να αναλογίζομαι ένα ερώτημα που θεωρώ θεμελιώδες: την ανάγκη να ανακτήσουμε ένα όραμα ύπαρξης με σκοπό.
Μου φαίνεται ότι η σύγχρονη σκέψη, ακόμη και όταν επιδιώκει να ξεπεράσει την παραδοσιακή πολιτική αντιπολίτευση, παραμένει παγιδευμένη σε έναν κυρίως υλιστικό ορίζοντα.

Οι πλευρές, τα συνθήματα, τα οικονομικά μοντέλα αλλάζουν, αλλά το πεδίο συζήτησης παραμένει σχεδόν πάντα το ίδιο: σχέσεις εξουσίας, κατανομή πλούτου, οικονομικά συμφέροντα, εξουσία των ελίτ, κοινωνική οργάνωση.
Αυτά είναι σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν εξαντλούν την ανθρώπινη πραγματικότητα.

Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς το προϊόν των υλικών συνθηκών στις οποίες ζει. Δεν είναι απλώς ένα υποκείμενο με ανάγκες, ενδιαφέροντα και οικονομικές αναγκαιότητες. Υπάρχει μια πνευματική, ηθική και υπερβατική διάσταση που δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτές τις κατηγορίες.
Μια κοινωνία μπορεί να είναι οικονομικά αποτελεσματική, να κατανέμει καλύτερα τους πόρους, να εγγυάται την ευημερία και την ασφάλεια, και όμως να έχει χάσει εντελώς το νόημα της ίδιας της της ύπαρξης.

Επειδή το πρόβλημα δεν είναι μόνο το πώς να ζήσει, αλλά και το γιατί να ζήσει. Όχι μόνο ποιες συνθήκες καθιστούν τη ζωή δυνατή, αλλά ποιο νόημα της δίνει αξία.
Εδώ είναι που η οριστική προοπτική αποκτά κρίσιμη σημασία: η αναγνώριση ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν περιορίζεται στις υλικές της αιτίες, αλλά προσανατολίζεται σε έναν σκοπό.
Και αυτό αλλάζει επίσης ριζικά τον τρόπο που βλέπουμε την πολιτική, την κοινωνία, την ιστορία και τον πολιτισμό.
Πρέπει να επανεξετάσουμε ένα πιο ριζοσπαστικό ερώτημα: όχι μόνο πώς θέλουμε να οργανώσουμε τον κόσμο, αλλά και ποιος είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας.
Ίσως η πραγματική υπέρβαση των πολιτικών κατηγοριών στις οποίες είμαστε ακόμα φυλακισμένοι ξεκινά ακριβώς εδώ.

Το ισραηλινό μπλέξιμο και η τρέλα της Ουάσιγκτον


Παρόλο που το Λικούντ και τα άλλα κόμματα του συνασπισμού του Νετανιάχου ουσιαστικά κέρδισαν τις εκλογές εναντίον της αντιπολίτευσης του στρατηγού Άιζενκοτ, ο δολοφονικός πρωθυπουργός συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι οι εκλογές ήταν νοθευμένες. Το κάνει αυτό επειδή θέλει να εμποδίσει το αντίπαλο κόμμα να σχηματίσει συνασπισμό με τα αραβικά κόμματα, ο οποίος σημείωσε μια απροσδόκητη επιτυχία, κερδίζοντας 19 από τις 120 έδρες. Αυτή η πιθανότητα, η οποία είναι η μόνη πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης πλειοψηφίας, θα σήμαινε το τέλος του Νετανιάχου και, ταυτόχρονα, θα άνοιγε την πιθανότητα επιβίωσης του Ισραήλ στο νέο παγκόσμιο παράδειγμα που δημιουργείται. Αντ' αυτού, ο Μπίμπι βασίζεται στην υποτιθέμενη απάτη, απορρίπτοντας κάθε πιθανότητα, όσο απομακρυσμένη κι αν είναι, ενός συνασπισμού Άιζενκοτ-Αραβών. Αυτό αφήνει μόνο δύο επιλογές: είτε έναν συνασπισμό Νετανιάχου-Άιζενκοτ, είτε μια επιστροφή στις κάλπες. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Νετανιάχου θα παρέμενε στην εξουσία, για τουλάχιστον έξι μήνες στο χειρότερο σενάριο, άλλα τέσσερα χρόνια στο καλύτερο σενάριο. Προφανώς, για τον ίδιο.

Προφανώς, τουλάχιστον σύμφωνα με μηνύματα που προέρχονται από την Ουάσινγκτον, ένας μεγάλος συνασπισμός θα ήταν η προτιμώμενη λύση του Τραμπ, καθώς θα του επέτρεπε να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς εξτρεμιστές υπουργούς όπως ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, ο οποίος, άλλωστε, έχει ήδη αισθανθεί τους ανέμους και έχει αρχίσει να διαδίδει φήμες ότι ο Νετανιάχου σκοπεύει να τον αποκλείσει, υποκύπτοντας στις επιταγές της Ουάσινγκτον. Ωστόσο, αυτό θέτει ένα σοβαρό πρόβλημα, διότι χωρίς τα κόμματα που συνδέονται με τον Μπεν-Γκβιρ, ο συνασπισμός του απερχόμενου πρωθυπουργού θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες, καθώς μόνο 40 έδρες ανήκουν σε ανοιχτά σιωνιστικά κόμματα, δηλαδή το Λικούντ και τα ακροδεξιά κόμματα Θρησκευτικός Σιωνισμός και Ότζμα Γιεχουντίτ. Μόλις 32 έδρες κατέχονται από αραβικές δυνάμεις και τους υπερορθόδοξους, οι οποίοι έχουν αμφιλεγόμενα συναισθήματα για την ιδέα ενός εβραϊκού κράτους. Μεταξύ αυτών είναι το Ενωμένο Ιουδαϊσμό της Τόρα, του οποίου ο πνευματικός ηγέτης εξέφρασε τη λύπη του που η Παλαιστίνη δεν τέθηκε υπό αραβικό έλεγχο το 1948. Εν ολίγοις, ο Νετανιάχου θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κοινοβούλιο όπου μόνο 88 από τις 120 έδρες στην Κνεσέτ υποστηρίζουν τον Σιωνισμό στην, ας πούμε, ακραία του μορφή, και οι περισσότερες από αυτές ανήκουν στους αντιπάλους του Νετανιάχου. Ακόμα κι αν το μπλοκ του πρωθυπουργού περιλάμβανε το υπερορθόδοξο σεφαραδίτικο κόμμα Shas, το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι μετριοπαθές στο ζήτημα της στρατιωτικής θητείας στον ισραηλινό στρατό, το σύνολο θα ήταν ακόμα μόνο 46 έδρες, ελαφρώς χαμηλότερες από αυτό του στρατοπέδου κατά του Νετανιάχου. Επομένως, ακόμη και σε έναν μεγάλο συνασπισμό, ο Eisenkot θα μπορούσε νόμιμα να διεκδικήσει τη θέση του πρωθυπουργού, την οποία ο Νετανιάχου χρειάζεται για να ξεφύγει από τα νομικά προβλήματα που τον κρέμονται σαν τη σπάθη του Δαμόκλειου.

Έτσι, η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται, και αν βάλετε τον εαυτό σας στη θέση του Νετανιάχου, η πραγματική του διέξοδος είναι μια νέα επίθεση στο Ιράν. Τις εβδομάδες που προηγήθηκαν των εκλογών , προσπάθησε να τροφοδοτήσει τις φλόγες, προσομοιώνοντας επιθέσεις στο Ιράν με την ελπίδα ότι η Τεχεράνη θα απαντούσε με επιθέσεις που θα τον ωφελούσαν στις κάλπες. Και τώρα, ακόμη περισσότερο, θα δοκιμάσει τα πάντα για να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Έτσι, οι εκλογές που ελπίζονταν ότι θα έθεταν τέλος στη βασιλεία του Νετανιάχου και στις φρικαλεότητές του έχουν μεταφραστεί σε μεγαλύτερη πιθανότητα ενός νέου πολέμου, στον οποίο πολλά περισσότερα πετρελαϊκά πεδία πιθανότατα θα πληγούν από την ιρανική αντίδραση, επιδεινώνοντας σημαντικά το υπάρχον έλλειμμα πετρελαίου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Τραμπ και ο προστατευόμενός του Χέγκεθ, οι οποίοι έχουν έλλειψη πυραύλων, είχαν την λαμπρή ιδέα να αναβιώσουν σχέδια εισβολής σε ένα νησί στο Στενό του Ορμούζ. Θα μπορούσε να είναι το Χάργκ, ο κύριος τερματικός σταθμός εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν, ή το Κεσμ, το μεγάλο νησί πέρα ​​από το Στενό του Ορμούζ. Το πώς ένα τέτοιο σχέδιο θά μπορούσε να εφαρμοστεί υπό καταιγισμό ιρανικών drones και πυραύλων είναι ένας από τους παράγοντες που προδίδουν την απελπισία του Λευκού Οίκου. Αφού απέλυσαν αμέσως έναν στρατηγό που αντιτάχθηκε σε αυτό το τρελό σχέδιο, έστειλαν τους Texas Rangers στον Κόλπο, τους ίδιους που κατέλαβαν τα αεροδρόμια στη Γρενάδα και το Ρίο Χάτο στον Παναμά, αλλά χωρίς καμία πραγματική πιθανότητα να πληγούν από τους αντιπάλους τους. Με λίγα λόγια, ήταν ασκήσεις, ή κάτι περισσότερο. Αλλά ο Τραμπ και η συνοδεία του παίζουν με αυτή την προοπτική: η κατάκτηση ενός νησιού θα ήταν κάτι απτό που θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να διεκδικήσει τη νίκη, παρόλο που τα αερομεταφερόμενα στρατεύματα (αδύνατα να περάσουν πλοία, τα οποία σίγουρα θα πληγούν) θα περιορίζονταν εκεί, χωρίς την παραμικρή πιθανότητα να επιτεθούν στην ήπειρο. Θα ήταν λίγο σαν την τακτική των ουκρανικών μέσων ενημέρωσης να θυσιάζουν ολόκληρες μονάδες για να υψώσουν τη σημαία σε ένα σωρό από ερείπια, να τραβήξουν μια φωτογραφία και στη συνέχεια να φύγουν βιαστικά. Αλλά η πιθανότητα να εξελιχθεί όλο αυτό σε καταστροφή είναι εξαιρετικά υψηλή, γι' αυτό και αυτή η προσπάθεια δεν θα υλοποιηθεί μέχρι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές την επόμενη εβδομάδα.

Πολωνία, το πραξικόπημα τών Βρυξελλών


Ισως κάποιοι θυμούνται τη διαμάχη μεταξύ της ΕΕ και του πρωθυπουργού της Πολωνίας, Ματέους Μοραβιέτσκι, ο οποίος είχε προτείνει μια μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης που περιελάμβανε ένα νέο πειθαρχικό όργανο, ουσιαστικά διορισμένο από πολιτικούς, με την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις, να απολύει ή να μεταθέτει οποιονδήποτε δικαστή στη χώρα παρά τη θέλησή του. Με λίγα λόγια, ένα είδος CSM με στεροειδή. Οι δικαστές του Δικαστηρίου της ΕΕ, όλοι πολιτικά διορισμένοι, έκριναν αυτή τη μεταρρύθμιση ασυμβίβαστη με το ευρωπαϊκό νομικό σύστημα και το κράτος δικαίου (θυμάται κανείς ότι υπήρχε κάποτε;), οπότε κινήθηκε μια διαδικασία επί παραβάσει, για την οποία δεν είναι γνωστό τίποτα περισσότερο. Και για καλό λόγο, επειδή το θέμα έχει ξεχαστεί από τότε που ο Μοραβιέτσκι, ένθερμος υπέρμαχος της κυριαρχίας, αντικαταστάθηκε από τον Ντόναλντ Τουσκ, έναν ένθερμο φιλοευρωπαίο.

Και τώρα αυτή η ΕΕ, τόσο πρόθυμη να δει το κράτος δικαίου να παραβιάζεται όταν οι αντίπαλοί της βρίσκονται στην κυβέρνηση, παραμένει σιωπηλή και επευφημεί όταν οι προστατευόμενοί της παρεμβαίνουν στη δικαστική εξουσία: ο πρωθυπουργός -το όνομα Ντόναλντ σαφώς φέρει μια σκοτεινή χροιά- έστειλε την αστυνομία να κάνει έφοδο στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενώ στον αντιπρόεδρό του απαγορεύτηκε η πρόσβαση. Η σπίθα άναψε μετά από έκθεση της δικαστή Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, της χρήσιμης ηλίθιας στην υπόθεση, η οποία προειδοποιούσε για πιθανούς κινδύνους για τη ζωή και την υγεία των δικαστών και του προσωπικού, καθώς και για διατάραξη της δημόσιας τάξης λόγω των διαμαρτυριών που λαμβάνουν χώρα μπροστά από το κτίριο. Ταυτόχρονα, δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του δικαστηρίου του επίσημου λογαριασμού Χ του δικαστηρίου χαρακτήρισαν το περιστατικό «πραξικόπημα» και παράνομη κατάληψη του ιστότοπου. Και ένα σχόλιο έγραφε: « Αυτά τά καθάρματα περίμεναν μέχρι το βράδυ της Παρασκευής, όταν ο πρόεδρος δεν βρισκόταν πλέον στη χώρα. Σημαντικό και αξιολύπητο».

Πράγματι, ο Πολωνός πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι, ο οποίος επισκεπτόταν τη Σενεγάλη, αναγκάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένα στη χώρα. Το φόντο όλων αυτών είναι η μακροχρόνια διαμάχη για τη σύνθεση και την ανεξαρτησία του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Από την αλλαγή κυβέρνησης με τον Ντόναλντ Τουσκ, η νέα πλειοψηφία προσπαθεί να ανακτήσει τον έλεγχο. Ο πρόεδρος ασκεί κριτική στην κυβέρνηση Τουσκ, και το Δικαστήριο, υπό τον Σβιετσκόφσκι, αρνείται με τη σειρά του να δεχτεί δικαστές που διορίζονται από την τρέχουσα πλειοψηφία. Για εβδομάδες, οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης διαμαρτύρονται μπροστά από το κτίριο, προειδοποιώντας για μια επικείμενη βίαιη κατάληψη. Αυτό που συμβαίνει εδώ δεν είναι απλώς ένα τεχνικό μέτρο ασφαλείας. Είναι η συνέχεια ενός συστηματικού αγώνα για το τελευταίο θεσμικό προπύργιο που στέκεται ακόμα εμπόδιο στην κυβέρνηση Τουσκ και τους υποστηρικτές της στις Βρυξέλλες. Όσοι υπερασπίζονται την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας μόνο όταν εξυπηρετεί τη δική τους εξουσία και την διαλύουν μόλις αντισταθεί, θέτουν τις βάσεις για την αυταρχική επιβολή πολιτικών στόχων. Η ταχεία επιστροφή του προέδρου και τα σκληρά λόγια της Σίντλο και του Κατσίνσκι καταδεικνύουν ότι στην Πολωνία η σύγκρουση για τη συνταγματική τάξη διεξάγεται πλέον ανοιχτά και δυναμικά.

Ο Πρόεδρος Ναβρόκι έκανε μια επίσημη δήλωση που δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνείες:


Χθες το βράδυ, σημειώθηκε παραβίαση της συνταγματικής τάξης της Δημοκρατίας της Πολωνίας και βίαιο πραξικόπημα κατά ενός συνταγματικού οργάνου του κράτους. Είχα διαβουλεύσεις με τον Πρώτο Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ζμπίγκνιου Καπίνσκι, ο οποίος θεωρεί επίσης παράνομες τις ενέργειες όσων σφετερίστηκαν την εξουσία εντός του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Απαιτώ την αποκατάσταση της τάξης και την απομάκρυνση των αστυνομικών που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση από το δικαστήριο.
Έχω επιτρέψει την πρόσβαση στο Συνταγματικό Δικαστήριο στον νόμιμο Αντιπρόεδρο του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Δικαστή Bartłomiej Sochański.


Σε σχέση με την απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Δημοκρατίας της Πολωνίας, ζητώ να διεξαχθούν σήμερα επείγουσες διαβουλεύσεις, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, προκειμένου να σταθεροποιηθεί η πολιτική κατάσταση και να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη.

Ευχαριστώ όλους όσους συγκεντρώθηκαν ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου και που υπερασπίζονται το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Πολωνίας.


Όπως φαίνεται, η σύγκρουση μεταξύ του προέδρου και του πρωθυπουργού είναι ολοκληρωτική. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις κατά του Τουσκ αυξάνονται, ενώ οι Βρυξέλλες, οι οποίες τελικά βρίσκονται στην πηγή αυτής της απόπειρας πραξικοπήματος, παραμένουν σιωπηλές. Ίσως εντυπωσιάζονται με τον εαυτό τους, ίσως γνωρίζουν ότι πρέπει να ντρέπονται, αλλά δεν θυμούνται πλέον την έννοια της αξιοπρέπειας και της συνοχής. Ας μην μιλήσουμε καν για καλή διακυβέρνηση, η οποία έχει γίνει απλή ψευδαίσθηση.

Η νέα κοινωνιολογία που βασίζεται στην ταυτότητα και είναι οργανική: για μια κοινωνία της κοινότητας

  Fabrizio Fratus - 31 Οκτωβρίου 2026

Η νέα κοινωνιολογία που βασίζεται στην ταυτότητα και είναι οργανική: για μια κοινωνία της κοινότητας


Πηγή: Οι Ταλιμπάν

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Δύση έχει υποστεί μια βαθιά και σιωπηλή μεταμόρφωση, μια διαδικασία συστηματικής αποδόμησης που έχει προοδευτικά διαλύσει τους πυλώνες στους οποίους βασιζόταν η κοινωνική συνύπαρξη. Η διάλυση των παραδοσιακών δεσμών, η εξατομίκευση του ατόμου και η επιβεβαίωση του ριζοσπαστικού ατομικισμού έχουν προκαλέσει μια ανθρωπολογική καταστροφή, ακόμη και πριν από μια πολιτική και οικονομική. Αντιμέτωποι με την προφανή αποτυχία της προοδευτικής κοινωνιολογίας και του κινήματος μετά το 1968, ανίκανοι να κατανοήσουν την πραγματικότητα παρά μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς του παγκοσμιοποιητικού δόγματος και του ηδονιστικού μηδενισμού, σήμερα αισθανόμαστε μια αναπόφευκτη ιστορική επείγουσα ανάγκη: την εγκαθίδρυση μιας νέας οργανικής και βασισμένης στην ταυτότητα κοινωνιολογίας:
1. την επιστροφή στο ριζωμένο άτομο. Για χρόνια, η κυρίαρχη κοινωνιολογία έχει γιορτάσει τον μύθο του ξεριζωμένου ατόμου, «ελεύθερου» από όλους τους δεσμούς αίματος, γης, παράδοσης και αίσθησης του ανήκειν. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογίας είναι σαφές σε όλους: μια γενιά χαμένων, αναισθητοποιημένων νέων, στερημένων πολιτιστικής ασυλίας και κυριευμένων από μια βαθιά υπαρξιακή δυσφορία που συχνά εκρήγνυται σε αποξένωση ή αστική βία. Η κοινωνιολογία της ταυτότητας ανατρέπει αυτό το παράδειγμα. Η ταυτότητα δεν είναι ένα καταπιεστικό κλουβί, αλλά το θρεπτικό έδαφος χωρίς το οποίο οι άνθρωποι μαραίνονται. Η αναγνώριση των ριζών κάποιου σημαίνει αποκατάσταση της οντολογικής αξιοπρέπειας της ανθρωπότητας, απελευθέρωσή της από τον ρόλο των απλών υπάκουων καταναλωτών μέσα στη μεγάλη παγκόσμια αγορά.
2. Από τη μηχανική κοινωνία στην οργανική κοινότητα. Η καρδιά αυτού του νέου κοινωνιολογικού οράματος είναι η μετάβαση από την κοινωνία που νοείται ως ένα άμορφο σύνολο απομονωμένων ατόμων (που συγκρατούνται μόνο από συμβάσεις και οικονομικά συμφέροντα) στην οργανική κοινότητα. Η έμπνευση από ένα οργανικό όραμα σημαίνει ότι βλέπουμε την κοινότητα ως έναν ζωντανό οργανισμό, τα μέλη του οποίου συνδέονται με ένα κοινό πεπρωμένο, μια κοινή μνήμη και αμοιβαία καθήκοντα και όχι με αφηρημένα δικαιώματα. Σε αυτό το σύστημα, οι φυσικοί θεσμοί ανακτούν απόλυτη κεντρική θέση: η παραδοσιακή οικογένεια, που αναγνωρίζεται όχι ως ένα ξεπερασμένο μοντέλο, αλλά ως η βασική και αναντικατάστατη μονάδα, το πρώτο δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας και το μόνο αληθινό προπύργιο ενάντια στη μαζική μοναξιά.
Το σχολείο και η εκπαίδευση δεν νοούνται ως φορείς γραφειοκρατικής συμμόρφωσης ή σχετικιστικής κατήχησης, αλλά ως σφυρηλάτηση χαρακτήρα, μετάδοσης γνώσης και πολιτικού σχηματισμού.

3. Η κοινωνιολογία της ταυτότητας δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αυτοαναφορική ακαδημαϊκή άσκηση. Πρέπει να γίνει μια λειτουργική κοινωνιολογία, ένα εργαλείο για πολιτισμική αντιηγεμονία ικανό να εισέλθει στο πεδίο. Σημαίνει επανασύνδεση των νημάτων της ιστορικής μνήμης, ανάκτηση της αντισυμβατικής σκέψης και αξιοποίησή της για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του παρόντος, από τη δημογραφική κρίση έως τον τεχνολογικό αποικισμό. Σημαίνει ανοικοδόμηση, από κάτω προς τα πάνω, χώρων για πραγματικές συγκεντρώσεις, πολιτιστικούς συλλόγους, κοινωνικούς συνεταιρισμούς και γειτονικές κοινότητες που προσφέρουν μια συγκεκριμένη εναλλακτική λύση στην ψηφιακή έρημο.
Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας δεν είναι απλώς η νοσταλγική διατήρηση του παρελθόντος, αλλά η ενεργός επιβεβαίωση ενός μέλλοντος σε ανθρώπινη κλίμακα. Αντιμέτωπη με τα ερείπια του σύγχρονου μηδενισμού, η νέα κοινωνιολογία που βασίζεται στην ταυτότητα και οργανική προσφέρει το κλειδί για να θέσει τον άνθρωπο, με την ψυχή και τις ρίζες του, πίσω στο κέντρο της ιστορίας. Η Νέα Κοινωνιολογία που Βασίζεται στην Ταυτότητα και Οργανική: Για μια Κοινοτική Κοινωνία
​

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (10)

 Συνέχεια από: Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Του Adolf Trendelenburg.
Εισαγωγή τού Giovanni Reale.
12. Οι κατηγορίες δέν εξαντλούν το "όν σαν όν" (συνέχεια).
                                            
Αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση, το βάθος του προβλήματος τής αριστοτελικής μεταφυσικής, η τοποθέτηση τής οποίας μπορεί να συμπεριληφθεί ώς ακολούθως:
          Η μεταφυσική (πρώτη φιλοσοφία) είναι η θεωρία τού Είναι σαν είναι (το όν ή όν). Το καθαυτό είναι λοιπόν, είναι ουσία! Το πρόβλημα τού όντος σαν όντος είναι λοιπόν ταυτόσημο μ'αυτό το άλλο: τί είναι η ουσία; (Μετ. 1028 b 2). Αυτό το πρόβλημα διαχωρίζεται με την σειρά του απο τον Αριστοτέλη ώς εξής: 1) τί είναι η ουσία καθαυτή (δηλαδή όχι σαν αισθητή ή ξεχωριστή, αλλά  καθότι ουσία), 2) Ποιές ουσίες υπάρχουν, μόνον οι αισθητές ή υπάρχουν και άλλες;
          Η λύση τού δευτέρου προβλήματος λοιπόν συνεπάγεται την αληθινή διάκριση ή διαχωρισμό τού είναι με την δυνατή του σημασία. Αυτή η λύση παρουσιάζεται με πληρότητα στο 12ο βιβλίο της Μεταφυσικής όπου διαβάζουμε : "υπάρχουν τρείς ουσίες (διαφορετικού γένους). Μία ειναι η αισθητή, η οποία χωρίζεται σε α) αιώνιο και β) φθαρτή (και αυτή είναι η ουσία την οποία δέχονται όλοι, για παράδειγμα τα φυτά και τα ζώα), γ) η άλλη ουσία είναι όμως ακίνητη και αυτή μερικοί φιλόσοφοι δηλώνουν ότι είναι χωρισμένη και λίγο πιό κάτω: "οι ουσίες είναι τρείς, δύο φυσικές και μία ακίνητη. Έτσι λοιπόν πρέπει να μιλήσουμε γι'αυτή και πρέπει να αποδείξουμε ότι αναγκαίως υπάρχει μία ουσία αιώνιος και ακίνητος". (Μετ. 1069 α 30 και 1071 b 3) [ουσίαι δε τρείς, μία μή-αισθητή-ής η μέν αΐδιος η δε φθαρτή, ην πάντες ομολογούσιν, οίον τα φυτά και τα ζώα...άλλη δε ακίνητος και ταύτην φασί τινες είναι χωριστήν....επει δ'ήσαν τρείς ουσίας, δύο μέν αί φυσικαί μία δι' ή ακίνητος, περί ταύτης λεκτέον ότι ανάγκη είναι αίδιον τινα ουσίαν ακίνητον].
          Δέν μπορούμε να ξεχάσουμε όμως και το υπέροχο χωρίο του 4ου βιβλίου όπου λέγεται ότι επι πλέον, η σφαίρα του αισθητού είναι ένα μικρό μέρος τού είναι μόνον, το οποίο δέν μετράει σχεδόν καθόλου:
          "Σ'αυτούς (του ηρακλείτου) οι οποίοι σκέπτονται τοιουτοτρόπως μπορούμε λογικώς να επιτιμήσουμε ότι, έχοντας υπολογίσει ότι τα αισθητά όντα, μάλιστα δε ένας μικρός αριθμός αυτών, συμπεριφέρονται μ'αυτόν τον τρόπο, επεξέτειναν τις παρατηρήσεις τους αδιακρίτως, σ'ολόκληρο το σύμπαν. Διότι αυτό το μέρος τού αισθητού κόσμου που μας περιβάλλει, είναι η μόνη σφαίρα η οποία βρίσκεται συνεχώς υποκείμενη σε γέννηση και φθορά. Παρ'όλα αυτά αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο, ένα αδιάφορο μέρος τού όλου και γι'αυτόν τον λόγο θα ήταν πιό σωστό, χάριν των άλλων, να απαλλάξουμε τα πράγματα εδώ κάτω, παρά να καταδικάσουμε εκείνα χάριν αυτών εδώ. Επι πλέον είναι προφανές ότι και εναντίον τους μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια πράγματα στα οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως: πρέπει δηλαδή να αποδείξουμε σ'αυτούς ότι υπάρχει μία ακίνητη πραγματικότης και πρέπει να τους πείσουμε "! (Μετ. 1010 α 25) έτι δε άξιον επιτιμήσαι τοίς ούτως υπολαμβάνουσιν, ότι και αυτών των αισθητών επί των ελαττόνων τον αριθμόν ιδόντες ούτως έχοντα περί όλου του ουρανού ομοίως απεφήσαντο ο γαρ περί ημάς τόπος του αισθητού εν φθορά και γενέσει διατελεί μόνος ών, αλλ'ούτος ουθέν ώς ειπείν μόριον του παντός έστιν, ώστε δικαιότερον άν δι'εκείνα τούτων απεψηφίσαντο  ή διά ταύτα εκείνων κατεψηφίσαντο. έτι δε δήλον ότι και πρός τούτους ταυτά τας πάλας λεχθείσιν ερούμεν ότι γάρ έστιν ακίνητος τις φύσις δικτέον αυτοίς και πειστέον αυτούς!
          Πάνω σ'αυτή την προβληματική επιμείναμε πάρα πολύ στα γραπτά μας περί του Αριστοτέλη και σ'αυτά παραπέμπουμε!
          Ολοκληρώνοντας λοιπόν, τρείς είναι οι σφαίρες τού είναι: η αισθητή ουσία η οποία χωρίζεται σε φθαρτή και αΐδιο και η σφαίρα τού αιωνίου είναι, αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη ουσία!
         
 13. Οι κατηγορίες ισχύουν μόνον για το αισθητό όν.

 Μπορούμε επιτέλους να απαντήσουμε στο ερώτημα απο το οποίο ξεκινήσαμε: Ποιό είναι το όν (το είναι) το οποίο οργανώνεται με τις κατηγορίες, το είναι του οποίου οι κατηγορίες είναι τα υπέρτατα γένη;        
Η λύση είναι πλέον προφανής: Το όν του οποίου οι κατηγορίες είναι τα γένη δέν είναι το όλον του όντος αλλά το αισθητό όν! Οι κατηγορίες δέν ισχύουν για το όν σαν όν, αλλά μόνον για το όν καθότι αισθητό, κάτι που σημαίνει ότι δέν εξαντλούν το είναι! Η αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη ουσία μένει εντελώς απέξω.
          Η απόδειξη ότι οι κατηγορίες ισχύουν μόνον για το αισθητό είναι απλή: Σε συμφωνία με όλα τα γραπτά τού Αριστοτέλη, παρουσιάζονται σαν υπαρκτές μόνον σε ένα σύνολο ύλής και μορφής, ενώ το υπερβατικό είναι εξ'ορισμού άνευ ύλης (Μετ. 1071 b 21), σάν ενέργεια (1050 b 2), δηλαδή καθαρή μορφή (είδος): "η πρώτη ουσία δέν έχει ύλη (το δέ τί ήν είναι ούκ έχει ύλην το πρώτον) [Μετ. 1074 α 36]. Στο υπερβατικό (χωριστό) απουσιάζει ακριβώς εκείνη η συνάντηση (είδος-ύλη) στην οποία και για την οποία και μόνον αναδύονται οι κατηγορίες και όλο το είναι αφομοιώνεται στην ουσία, στο τί ήν είναι!
          Εξάλλου η πιό όμορφη επιβεβαίωση αυτής της θέσεως υπάρχει στο 12ο βιβλίο, όπου καθορίζοντας την ουσία της Θεότητος, ο Αριστοτέλης, αποκλείει το Απόλυτο να διαθέτει εκείνους τους χαρακτήρες οι οποίοι προκύπτουν δεμένοι ακριβώς στις κατηγορίες. Η Θεία ουσία δέν έχει μέγεθος, είναι χωρίς μέρη (αμερής) είναι αδιαίρετος και επομένως λείποντας αυτοί οι χαρακτήρες, παραμένουν άνευ σημασίας οι κατηγορίες τού ποσού και τού πού!
          Η υπερβατική ουσία είναι επιπλέον αΐδιος (αιώνια) και κινεί τον άπειρον χρόνον και επομένως σαν τέτοια αποκλείει την κατηγορία τού πότε η οποία παρουσιάζεται σαν χρόνος πεπερασμένος. Και σαν κινητή ακίνητη και ουσία πάντοτε ενεργεία αποκλείει απο τον εαυτό της τόσο την κατηγορία τής κινήσεως δηλαδή του πάθους (ο Θεός είναι ού κινούμενον και απαθές) όπως επίσης και την κατηγορία τής πράξεως και τής κινήσεως που περιλαμβάνει (είναι ακίνητον και κινεί δι ώς ερώμενον) μετ. 1072 b 3!
          Τέλος ας θυμηθούμε επίσης ότι ο Θεός είναι απαθής ενώ οι κατηγορίες παρουσιάζονται σαν πάθη της ουσίας. Ο Θεός δέν έχει συμβεβηκότα διότι τα συμβεβηκότα εξαρτώνται απο την ύλη, ενώ οι κατηγορίες εμφανίζονται εμπειρικά σαν συμβεβηκότα τής ουσίας. Ο Θεός είναι ακίνητος και οι κατηγορίες για κάποιες όψεις τους λέγονται κινήσεις τής ουσίας. Οι κατηγορίες μάς λένε πάντοτε το πεπερασμένο και την πολλαπλότητα, ενώ ο Θεός έχει ή καλύτερα είναι, άπειρος δύναμις και είναι Ένας και απλός! (Μετ. 1074 α 35...).
          Ας δούμε όμως ολόκληρο το χωρίο: "Είναι προφανές λοιπόν απο όσα έχουμε πεί ότι υπάρχει μία ακίνητη ουσία, αιώνιος και χωριστή απο τα αισθητά πράγματα. Προκύπτει επίσης ότι αυτή η ουσία δέν μπορεί να έχει κάποιο μέγεθος, αλλά είναι αμερής και αδιαίρετος. (Αυτή κινεί για έναν αιώνιο χρόνο και τίποτε απο τα πεπερασμένα δέν διαθέτει μία άπειρη δύναμη και επειδή κάθε μέγεθος ή είναι άπειρο ή είναι πεπερασμένο, για τον λόγο που αναφέραμε, αυτή δέν μπορεί να έχει πεπερασμένο μέγεθος αλλά ούτε άπειρο μέγεθος, διότι δέν υπάρχει άπειρο μέγεθος). Επι πλέον συνάγεται ότι είναι απαθής και αναλλοίωτος!
          "Ότι μέν ούν εστίν ουσία τις αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη τών αισθητών, φανερόν εκ των ειρημένων. δέδεικται δε και ότι μέγεθος ουδέν έχειν ενδέχεται ταύτην την ουσίαν αλλ' αμερής και αδιαίρετος έστιν (κινεί γάρ τον άπειρον χρόνον, ουδέν δ' έχει δύναμιν άπειρον  πεπερασμένον. επεί δε πάν μέγεθος ή άπειρον ή πεπερασμένον, πεπερασμένον μέν διά τούτο ούκ αν έχει μέγεθος, άπειρον δε ότι όλως ούκ εστιν ουδέν άπειρον μέγεθος) αλλά μέν και ότι απαθές και αναλλοίωτον! (Μετ. 1073 α 3).

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.