Στην τελευταία μου ανάρτηση, συζήτησα την κατάσταση στη γειτονιά Quarticciolo της Ρώμης, όπου η έξαρση των ναρκωτικών ανακοινώνεται έγκαιρα κάθε βράδυ με πυροτεχνήματα. Μια επαφή μου έθεσε ειλικρινά την ακόλουθη ερώτηση στα σχόλια: γιατί, αν γνωρίζουν ότι τα πυροτεχνήματα υποδηλώνουν την άφιξη ναρκωτικών, δεν επεμβαίνει η αστυνομία; Είναι διεφθαρμένη; Μια ειλικρίνεια που μπορεί να θυμίζει αφέλεια, αλλά χωρίς αυτήν, όλα θα φαίνονταν τόσο θλιβερά απαραίτητα, αναπόφευκτα. Ένα άλλο αφελές ερώτημα θα μπορούσε να είναι: πώς γίνεται, αντιμέτωποι με την καταστροφή των κεντρικών γραφείων της Provita στη Ρώμη το 2023, με βόμβες και πυρκαγιά, με την άγρια κραυγή «τα γραφεία της Provita είναι κλειστά με φωτιά, αλλά με αυτά μέσα, αλλιώς δεν είναι αρκετό!» - ένας ισχυρισμός που διατυπώθηκε και υποστηρίχθηκε από πολύ συγκεκριμένους τρανςφεμινιστικούς κύκλους - η Εισαγγελία ζητά τώρα να κλείσει η υπόθεση, ενώ για την «επίθεση» στα κεντρικά γραφεία της Cigl στη Ρώμη το 2021 (στο τέλος μιας διαδήλωσης κατά της «πράσινης άδειας»), επιβάλλονται παραδειγματικές ποινές; Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε άλλα παραδείγματα, αλλά ένα πράγμα φαίνεται σαφές. Οι αντιδράσεις του κράτους ποικίλλουν, ακολουθώντας κάτι περισσότερο από την κανονική και κοινή λογική της κοινής λογικής, σύμφωνα με την οποία παρόμοια γεγονότα θα πρέπει να κρίνονται με το ίδιο μέτρο σύγκρισης. Αυτή η λογική διαφεύγει της κατανόησης των περισσότερων ανθρώπων, αλλά έχει να κάνει με την ανάγκη εξουσίας για την αξιολόγηση της καταλληλότερης πορείας δράσης δεδομένων ορισμένων ισορροπιών. Οι τυπικοί κανόνες πρέπει πράγματι να τηρούνται... αλλά με «ευελιξία». Οι υπηρεσίες επιβολής του νόμου δεν είναι αυτόνομες. υπηρετούν το κράτος και το κράτος αποφασίζει να ενεργήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με βάση αξιολογήσεις που προκύπτουν από μια σύνθετη σύνθεση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Πνεύμα της Εποχής». Αυτό το πνεύμα αιωρείται στον αέρα και κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο όχι λόγω των εγγενών αρετών του, αλλά απλώς επειδή ταιριάζει στην κυρίαρχη δύναμη (όχι στην πολιτική, για να είμαστε σαφείς). Επομένως, εάν το «Πνεύμα της Εποχής» απαιτεί να μην υπονομευθεί η μαζική εκστρατεία εμβολιασμού, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας συγκεκριμένης παγκοσμιοποιημένης οικονομικής και χρηματοπιστωτικής δύναμης (βλ. Pfizer), τότε η αντίδραση του κράτους πρέπει να είναι άμεση, δυναμική και παιδαγωγική, ώστε κανείς να μην έχει την ιδέα ότι ορισμένα μέτρα μπορούν να αμφισβητηθούν. Το ίδιο ισχύει και για την καταστροφή των κεντρικών γραφείων της Provita από ταραχοποιούς που συνδέονται με τον τρανςφεμινισμό, επειδή, περιττό να πούμε, αυτός ο σύλλογος λειτουργεί σύμφωνα με αξίες ασύμβατες με το «Πνεύμα της Εποχής». Πώς μπορούμε να παρέμβουμε εναντίον εκείνων που αναγνωρίζονται ως ένοχοι της άθλιας επίθεσης, όταν στην πραγματικότητα περιποιούνται τον εαυτό τους επειδή η τρανς δυστοπία εξυπηρετεί τη λογική του παγκοσμιοποίησης, το ίδιο παγκοσμιοποιητικό κίνημα που επιβάλλει τις παρελάσεις ομοφυλοφιλικής υπερηφάνειας μέσω ΜΚΟ, αν όχι απευθείας μέσω της ΕΕ, ως προϋπόθεση για την ένταξη στην παγκοσμιοποιητική ένωση; Είναι αρκετά σαφές ότι αυτό το παγκοσμιοποιημένο «Πνεύμα των Αιώνων» τείνει να υποστηρίζει οποιοδήποτε κίνημα ενισχύει ανώμαλα μη-τόπους όπου ο μηδενιστικός υπαρξισμός συνδυάζεται άψογα με την αποσύνθεση των κοινωνικών και κοινοτικών δομών. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στη Γαλλία. Θέλουμε πραγματικά να πιστεύουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κίνημα νεαρών μαθητών που απαιτούν βελτιώσεις στις σχολικές υπηρεσίες και ότι η καταστροφή είναι αποτέλεσμα μιας «κατασταλτικής» στάσης από τις αρχές επιβολής του νόμου; Αυτή η αφελής -και συχνά υποκριτική- ανάγνωση των γαλλικών ειδήσεων αποκρύπτει το γεγονός ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η ποιότητα των υπηρεσιών (διαφορετικά, οι εκατομμύρια δολάρια σε ζημιές στις σχολικές υποδομές, για να μην αναφέρουμε πολυάριθμους άλλους τραυματισμούς και υλικές ζημιές, θα ήταν ανεξήγητες) αλλά μάλλον η νομιμότητα ενός «αντιγαλλικού» κινήματος που αποτελείται κυρίως από εφήβους μεταναστευτικής καταγωγής, υποστηριζόμενους από «αντιρατσιστές» συνομηλίκους. Η εύκολη και προβλέψιμη υποστήριξη σε αυτό το κίνημα από κύκλους της παγκοσμιοποίησης που επαινούν την επανάσταση του 1968 και τις νέες εξεγέρσεις -εκ των οποίων η πιο ηχηρή, και αυτή που προσπαθεί να καβαλήσει το κύμα διαμαρτυρίας, είναι η ριζοσπαστική αριστερά (LFI) του Μελανσόν- μπορεί να εξηγηθεί από την υποταγή τους στο (παγκοσμιοποιητικό) Πνεύμα της Εποχής, το οποίο κυριολεκτικά δεν δίνει δεκάρα για μια κοινωνική τάξη που βασίζεται στην ισορροπία και τη λογική. Στόχος του είναι το χάος, η υποβάθμιση σε όλα τα επίπεδα, χρησιμοποιώντας τη μετανάστευση ως ισχυρό μοχλό για την αταξία των λαών. Στόχος του; Να δημιουργήσει μια κοινωνία κοτέτσιου όπου όλοι τσιμπολογούν και χέζουν ο ένας τον άλλον. Το γεγονός ότι η αριστερά, στα διάφορα παρακλάδιά της, έχει βγει πλήρως μπροστά για να υποστηρίξει και να εξυμνήσει αυτό το κίνημα μας λέει για άλλη μια φορά ότι αυτή είναι η πολιτική παράταξη που είναι πιο αφοσιωμένη στην εκπροσώπηση του «Πνεύματος της Εποχής». Μια αριστερά που, στο όνομα ενός ιδεολογικού συμπερίληψης που λειτουργεί πλήρως στο παγκοσμιοποιητικό χάος, πιέζει για τη ριζοσπαστικοποίηση των περιθωρίων των νέων μεταναστών για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στα έθνη-κράτη και στους ίδιους τους λαούς που τα αποτελούν. Αυτός ο συμπεριληπτισμός έχει ως μοναδικό στόχο τον κατακερματισμό των αυτόχθονων λαών. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την δημαγωγική εκστρατεία «κανείς δεν είναι ξένος εδώ», η οποία ισχυρίζεται ότι υποστηρίζει, ενάντια σε κάθε εύλογη απόδειξη, την αρχή ότι όλοι οι μαθητές είναι ίσοι... πόσο μάλλον αν δεν καταλαβαίνουν τίποτα στην τάξη επειδή δεν γνωρίζουν τη γλώσσα. Απλώς μια ιδέα ισότητας που ωφελεί τον μαζικό αναλφαβητισμό. Συμπερασματικά. Είναι το «Πνεύμα των Αιώνων» που αποφασίζει τι είναι σωστό και τι λάθος και μας προειδοποιεί ότι η δράση εναντίον του είναι λάθος, επειδή όλα πρέπει να προχωρήσουν σε γραμμές σύγχυσης, υποβάθμισης και χάους. Ίσως τώρα να είναι πιο ξεκάθαρο γιατί τα πυροτεχνήματα που αναγγέλλουν την άφιξη των ναρκωτικών θα συνεχίσουν να φωτίζουν ήσυχα τον ουρανό του Quarticciolo. Προσέξτε, ωστόσο, να μην καταφύγετε σε αυτή την ηθικολογική στάση, χαρακτηριστική ορισμένων δεξιών κύκλων, η οποία απλώς απαιτεί τάξη. Αυτοί οι κύκλοι απλώς δεν καταλαβαίνουν ότι η τάξη από μόνη της δεν έχει καμία σημασία για όσους κατέχουν αληθινή, βαθιά εξουσία. Αυτοί οι κύκλοι, στην ουσία, αγαπούν τα αίτια αλλά απορρίπτουν τις συνέπειες. Αυτή η δύναμη παρατηρεί την παγανιστική λατρεία του χάους, της οποίας η θεολογία βασίζεται στην ναρκισσιστική εξύμνηση του ατόμου που έχει αποσπαστεί από κάθε κοινοτικό δεσμό. Αλλά ας μην αποθαρρυνόμαστε. Η ιστορία δεν έχει τελειώσει, ακόμα κι αν αντικειμενικά ζούμε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονική περίοδο, στην οποία όλα αναζητούν επαναπροσδιορισμό, στην οποία ο πόλεμος γίνεται η μόνη βιώσιμη λύση για τις άρχουσες τάξεις. Για να αντιμετωπιστεί το παγκοσμιοποιητικό και αντιάνθρωπο «Πνεύμα της Εποχής», είναι επείγον να καλλιεργήσουμε ένα κοινοτικό, αντιατομικιστικό όραμα και μια σοβαρή πολιτική βασισμένη στη λογική και την αυστηρή ανάλυση. Δεν πρέπει να μας τρομάζει και να μας αποθαρρύνει το Χάος, με την ελπίδα -για κάποιους, με τη βεβαιότητα- ότι... «οι πύλες της κόλασης δεν θα υπερισχύσουν».
Παρουσιάζουμε αυτό το σημαντικό κείμενο-σχόλιο του κ. Γιανναρά στο de oecumenismo της Β΄ Βατικάνειας συνόδου, από όπου ξεκίνησε όλη η οικουμενιστική περιπέτεια των ορθοδόξων εκκλησιών.
Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει σήμερα που γνωρίζουμε πλέον τις προσπάθειες μισού αιώνος των θεολόγων μας, να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες της Λατινικής εκκλησίας, είναι πως όλη η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία πηγάζει από την Β΄ Βατικάνεια σύνοδο. Η διαμόρφωση των όρων της οποίας, είναι αποκλειστικό προνόμιο της Ρωσικής Θεολογίας της διασποράς!
«Η Ανατολή διαφύλαξε την «ευχαριστιακή» υπόσταση της Εκκλησίας και τον χαρακτήρα της σαν «Εικόνος της Αγίας Τριάδος». Διαβάζουμε π.χ. με έκπληξη: «Ενωμένοι οι πιστοί στην Ευχαριστία με τον επίσκοπό τους έχουν την προσαγωγή προς τον Πατέρα διά του Υιού, του σαρκωθέντος Λόγου, του παθόντος και δοξασθέντος, εν τή εκχύσει του Αγίου Πνεύματος! Και έτσι επιτυγχάνουν την κοινωνία με την Παναγία Τριάδα, γινόμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως» (2 Πέτρου 1,4).
Δεν είναι σαν να διαβάζουμε την θεολογία του κ. Ζηζιούλα; Δεν είναι όμως ταυτόχρονα και σαν να την κατανοούμε; Π.χ. για ποιό λόγο αλλοίωσε την θεία Ευχαριστία, από την άφεση των αμαρτιών που είναι στην πραγματικότητα, δια της θυσίας της υπερηφανείας, με την βοήθεια της αναμνήσεως του πάθους του Κυρίου λόγω της υπερηφανείας μας και πάλι (μοναδική αιτία της πτώσεως μας) σε εικόνα της Δόξας του Κυρίου, σε εικόνα του Χριστού της δευτέρας παρουσίας, ο οποίος θα έλθει εν Δόξη!
Δεν είναι εκπληκτικό πως κατορθώνουν να ντύσουν με ορθόδοξο ένδυμα όλη τους την «δογματική» αλλοίωση; Γιατί αυτή η εικών της Αγίας Τριάδος είναι ολόκληρο το πιστεύω τους. Ο πατήρ είναι ο Θεός, προσαγωγή δια του Υιού (το Ορθόδοξο πιστεύω κατά τους Ρώσους, διά του Υιού, όχι και Εκ του Υιού, μια καινούργια κακοδοξία και αυτή που χειροτερεύει την πρώτη) ο περιθωριακός ρόλος του Αγίου Πνεύματος, το οποίο σκοπό έχει να δοξάσει τον Υιό!
Με τον εικονισμό, με τον δογματισμό, γινόμαστε αυτομάτως «Θείας κοινωνοί φύσεως» όπως λέει και ο Πέτρος διά του αντιπροσώπου του!
Ας δούμε τί λέει ο Πέτρος! «Η Θεία δύναμή του μας δώρισε όλα όσα μας χρειάζονται, πρός ζωήν και ευσέβειαν... Η θεία δύναμις του μας τα δώρισε δια της επιγνώσεως του καλέσαντος ήμας διά δόξης και αρετής, διά των οποίων τα τίμια ημίν και μέγιστα επαγγέλματα δεδώρηται. (Μας δώρισε τις μεγαλύτερες και τιμιώτερες υποσχέσεις, τις οποίες μεταμορφώσαμε σε Επαγγέλματα, Ζωή νάχουμε). Ίνα διά τούτων γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως, αποφυγόντες τής εν κόσμω εν επιθυμία φθοράς. (Πάσαν την βιοτικήν απωθώμεθα μέριμναν. “Σήμερα η θεολογία της εκκοσμικεύσεως μας καλεί πάσαν την υπέρ-φυσικήν απωθώμεθα μέριμναν”). Γι’αυτό με κάθε προσπάθεια πρέπει να επιχορηγήσουμε στην πίστη μας την αρετή, στην αρετή τη γνώση, στην γνώση την εγκράτεια (αυτοκυριαρχία), στην εγκράτεια την υπομονή, στην υπομονή την ευσέβεια, στην ευσέβεια την φιλαδελφίαν, και στην φιλαδελφίαν την αγάπη».
Σήμερα όλοι οι Επίσκοποι μας βεβαιώνουν πως πάνε στην αγάπη κατευθείαν. Το αυτό δε επιθυμούν και για μας!
Τώρα όμως γνωρίζουμε γιατί το ισχυρίζονται και πώς νομίζουν πως το επιτυγχάνουν: Με την δύναμη της εικόνος. Είναι εικόνες! Της Αγίας Τριάδος. Αυτή η εικονολατρεία, στην εποχή της συγχύσεως που ζούμε, στην εποχή του Αντιχρίστου που είναι η Βαβέλ, αυτή η εικονολατρεία του οικουμενισμού είναι η σύγχρονη εικονομαχία!
Μας έδωσαν εκσυγχρονισμό οι άνθρωποι: άρτον και θεάματα. Το μόνο που ήξεραν να κάνουν καλά οι Ρωμαίοι.
Αλλά να υϊοθετούμε τα δικά τους δικά μας, και μάλιστα με τις προτροπές των μεγάλων μας θεολόγων; Είναι ανεξήγητο.
Αγαπημένη σχολαστική μέθοδος εξουθενώσεως και κατακτήσεως τού αντιπάλου. Η απόφαση de oecumenismo είναι ο Δούρειος Ίππος τών Ρωμαίων. Αυτή η μέθοδος έχει εκφραστεί πλήρως από τον Νικόλαο Κουζάνο, μεγάλο Γερμανό Μυστικό. Στό έργο του περί του Μωαμεθανισμού απευθυνόμενος στούς Μωαμεθανούς λέει: «Ό,τι έχετε είναι δικό μου και τώρα σάς το παίρνω πίσω».
Αυτό αρχίσαμε ήδη να το ακούμε μετά τόσα χρόνια οικουμενιστικού διαλόγου. Δεν έμεινε τίποτε ορθόδοξο πλέον. Η ένωση θα είναι τυπική. Να μήν ξεχάσουμε μόνο το σύμβολο τής υποδουλώσεως: Τα σα εκ των σων σού προσφέρουμε διά πάντα.
Δυστυχώς είναι τόσο ακραία κακόδοξο το κείμενο που ίσως να μην διαθέτει ούτε μία σωστή πρόταση. Ας δούμε: «Η συνοδική απόφαση βεβαιώνει ότι ολόκληρη η θεολογική, λειτουργική και πνευματική παράδοση της ορθόδοξης Ανατολής είναι απαραίτητη (μακάρι να την γνωρίζαμε ολόκληρη) όσο και η αντίστοιχη παράδοση της Δύσης, για την πληρότητα της θεολογικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας. [Εντελώς παραδόξως, στον καιρό ακριβώς που παρουσιάζουμε το σχόλιο, φαίνεται η πολύτιμη προσφορά του κ. Ράμφου]. Παρά την διαφορά των σχημάτων και της νοοτροπίας, οι δύο παραδόσεις αλληλοσυμπληρώνονται και ορίζουν την καθολικότητα και αποστολικότητα της Εκκλησίας».
Τί μας λέει λοιπόν ο νέος φιλόσοφος; Ότι τα σχήματα, οι τυποποιήσεις του νού που φτιάχνουν νοοτροπίες, είναι η παράδοση της Εκκλησίας, ότι η αυτοσυνειδησία είναι ποσότης ούτε καν ποιότης, διότι έχει ανάγκη προσθέσεως για να αποκτήσει πληρότητα και το καλύτερο!; Αυτή η πρόσθεση μας δίνει την καθολικότητα και αποστολικότητα της Εκκλησίας.
Επιτέλους πραγματοποιούμε τους ανοιχτούς ορίζοντες του δασκάλου Χάιντεγκερ, του μεγάλου οπαδού του ΤΙΠΟΤΑ!
Η πείνα και η δίψα του κ. Γιανναρά δεν έσβησε ποτέ από το ύδωρ το ζών του Κυρίου. Χάθηκε μέσα στους μαιάνδρους της σχηματοποιήσεως και της τυποποιήσεως. Γι’ αυτό στα γεράματα του προσπάθησε να απελευθερωθεί κατηγορώντας την Θρησκεία, την Θεολογία, την οποία είχε αποδεχτεί ο ίδιος, προτιμώντας την αγκαλιά της επιστημονικής Θεολογίας και της Επιστήμης, όπως και ο Μέσκος ο τελευταίος του μαθητής.
Η πλάνη της νεοορθοδοξίας, όπως και της αντίστοιχης ρώσικης θεολογίας, βρίσκεται στην ταύτιση του Αγίου Πνεύματος με τις άκτιστες ενέργειες! Με την βοήθεια αυτής της πλάνης στήνεται η σωτηρία δια της κοινωνίας και όχι δια του Θεού! Η Εκκλησία μεταλλάσσεται σε Σύναξη!
«Αρχή της ενότητας της Εκκλησίας είναι το Άγιο Πνεύμα». [Ας θυμηθούμε την “κοινωνία του Αγίου Πνεύματος” της γνωστής ευχής].
Σ’ αυτή τη διατύπωση αναγνωρίζεται η πνευματολογική αντίληψη της Εκκλησίας, της Ορθοδόξου Ανατολής! Η Εκκλησία έχει ήδη αποσπαστεί βίαια από τον Χριστό! «Η πρακτική πνευματικότητα (όχι η καθολική του πάπα) της Ανατολής οικοδομημένη πάνω στη λειτουργικήν αντίληψη της ζωής της Εκκλησίας (αλήθεια πόσο πρακτική είναι η λειτουργία; Δεν είναι εντολή του Κυρίου;), οδηγεί τον άνθρωπο με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος (η νέα οικονομία του Αγίου Πνεύματος), μέσα από το μυστήριο της λύτρωσης που πραγματοποίησε ο Χριστός (μας λύτρωσε από την αμαρτία μια για πάντα, πληρώνοντας το λύτρο – ας θυμηθούμε λίγο τον μύθο της Ανδρομέδας και του Περσέα για να καταλάβουμε την βαθειά θεολογία των Οικουμενιστών), προς τον Πατέρα (τον θριαμβευτή), την πηγή της Χάρης». (Σαν μεσάζων ο Κύριος έκανε καλή δουλειά. Γι’ αυτό και η Ελλάδα, σαν Χριστιανική Χώρα ανέδειξε σαν καλύτερα αμειβόμενο επάγγελμα αυτό του μεσάζοντος)!
Θαυμάζουμε την πνευματική και εμπειρική συνέχεια: «Η προσωπική ευσέβεια δεν αναφέρεται απλώς στη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του ορατού σώματος της Εκκλησίας (ένας πολύ επετυχημένος ορισμός του κληρικαλισμού ο οποίος έχει απαιτήσεις από τους πιστούς, όχι υποχρεώσεις. Μοντέρνα πράγματα. Γι’ αυτό ο καλύτερος τρόπος να έχουμε καλές σχέσεις με το Ιερατείο είναι να ψέλνουμε: Δίδαξόν μας τα δικαιώματά σου!), αλλά στη μετοχή του κάθε ανθρώπινου προσώπου στις θεουργικές Ενέργειες του Αγίου Πνεύματος (θεουργία! Τί ωραίος όρος. Η ύψιστη τέχνη του ύστερου νεοπλατωνισμού, του Πρόκλου, του Ιάμβλιχου!)».
«Η σάρκωση του Λόγου αποκαθιστά την ενότητα της ανθρώπινης φύσης στο ένα σώμα της Εκκλησίας (αποκαθιστά, δεν ανακαινίζει, ας είμαστε προσεκτικοί). Το Άγιο Πνεύμα, δε τώρα, μεταδίδει (μετά την αποκατάσταση, γιατί πριν δεν μπορούσε, η βλάβη ήταν μεγαλύτερη από τις δυνατότητες του Αγίου Πνεύματος, ο αληθινός Μάστορας απεδείχθη ο Κύριος τελικά) το “πλήρωμα” της θείας ζωής (ποια ήταν η θεία που ανακάλυψε ο κ. Γιανναράς στην Αγία Τριάδα; Θυμόμαστε; Η θέληση!) με τρόπο “προσωπικό” σε κάθε μέλος του σώματος».
«Προϋπόθεση της ενότητας και κοινωνίας των προσώπων είναι η “καινή” ανθρώπινη φύση του Χριστού (η οποία γκρέμισε τον τοίχο του αίσχους που μας χώριζε από την πηγή της Χάρης, πέτυχε την καταλλαγή με τον Πατέρα! Γι’ αυτό οι μετά Χριστόν άνθρωποι είναι πιο Χαριτωμένοι, πιο πολιτισμένοι, πιο αξιοπρεπείς. Οι προ Χριστού, χωρίς την πηγή της Χάρης, ήταν βάρβαροι, άσχημοι, φανατικοί), άλλα η πραγματοποίηση της ενότητας και κοινωνίας (των ανθρώπων, που είναι ο σκοπός της οικονομίας της σωτηρίας) είναι έργο του Αγίου Πνεύματος! Με αυτό τον τρόπο η Εκκλησία αποκαλύπτεται ως “εικόνα” και φανέρωση της Αγίας Τριάδος (της ακτίστου), της κοινωνίας των θείων Προσώπων μέσα στην ενότητα της θείας Φύσης».
Το κτιστό και το άκτιστο χάνουν πλέον τα σύνορά τους, αποκτούν δε διαλεκτική σχέση, για την οποία θα μας μιλήσει αργότερα ο κ. Ζηζιούλας. Το άκτιστο δέχθηκε από αγάπη να χάσει τα σύνορά του, αρνήθηκε τον εθνικισμό του! Και θα τον κρατήσουμε εμείς σήμερα; Τί σόι Χριστιανοί είμαστε;
Το ξεκαθάρισμα όμως συνεχίζει: «Η δογματική διατύπωση “filioque” είναι ένα δείγμα της θεολογικής νοοτροπίας που υπερύψωσε το πρόσωπο του Λόγου, και είχε ως αποτέλεσμα να παραθεωρηθή η εμφάνιση και η φανέρωση των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος στην Ιστορία του κάθε ανθρώπινου προσώπου (και το άλλο δείγμα της θεολογικής νοοτροπίας της Ανατολής είναι πως υπερύψωσε το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος. Σήμερα με το Bishopoque του κ. Ζηζιούλα θα αποκτηθεί επιτέλους η πληρότης)».
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ!
«Η αλήθεια και η πίστη της Εκκλησίας δεν βεβαιώνεται από το βίωμα του λαού, δεν μαρτυρείται δηλαδή από το Άγιο Πνεύμα με μιαν εσωτερική μαρτυρία στην Ιστορία των προσώπων (ένα φωτισμό, μια Αναγέννηση, όπως στις περιπτώσεις των Κουακέρων, του Μέσκου π.χ.), άλλα έχει κριτήριο αντικειμενικό στη Δύση, τον επίσκοπο Ρώμης. Η αποδοχή της διάκρισης Ουσίας και Ενεργειών (η οποία κατήργησε την επαχθέστατη διάκριση Ουσίας και Υποστάσεων και η οποία κρατούσε το άκτιστο μακρυά από τον ποθούμενο διάλογο με το κτιστό) του Θεού και η δυνατότητα προσωπικής, δηλαδή ελεύθερης μετοχής του ανθρώπου στις θεουργικές Ενέργειες τις οποίες το Άγιο Πνεύμα μεταδίδει (με e-mail, προσωπικώς και μυστικώς), θα κατέστρεφε τον ιεροκρατικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Δύσεως». Τον οποίο διέσωσε ο κ. Ζηζιούλας.
Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, εκτός του Πατρός βεβαίως, είναι τρόποι μεταδόσεως των ακτίστων ενεργειών, απλά μέσα, ίσως υπερχορδές. Γι’ αυτό με την μετοχή μας στις άκτιστες ενέργειες (στις οποίες συμμετέχουμε έτσι κι’ αλλιώς εκ φύσεως. Είναι σημαντικό όμως να το συνειδητοποιήσουμε, διότι η συνειδητοποίηση είναι δύσκολη, η ζωή είναι εύκολη) σώζουμε και τον κόσμο. Με τη συνειδητοποίηση λοιπόν θα σώσουμε τον κόσμο, όπως ο θεός έσωσε τον άνθρωπο. Μεγάλο χρέος των νεοορθοδόξων και του Πατριάρχη μας. Διότι, ως γνωστόν ο κόσμος δημιουργήθηκε με τις άκτιστες ενέργειες, με διαφορετικό τρόπο από του ανθρώπου. Με την οικονομία της Σωτηρίας καταργείται αυτή η δυσάρεστη διαφορά και ο άνθρωπος αναδημιουργείται όπως και ο κόσμος, με τις άκτιστες ενέργειες. Τέλος οι διακρίσεις, οι ανωτερότητες έναντι της φύσεως, έναντι του πιθήκου, τέλος η υπερηφάνεια. Λίγη ταπεινότης, ισότης, αδελφότης, ετερότης δεν βλάπτει.
Είδαμε μέχρι στιγμής μια συστηματική διαπραγμάτευση των αποφάσεων της Β’ Βατικάνειας συνόδου, στηριγμένη πάνω στις έννοιες της ενότητος και καθολικότητος της Εκκλησίας, στις οποίες υποτάσσεται ολόκληρη η κίνηση της Αγίας Τριάδος. Η Αγία Τριάδα με την σειρά της δέχεται μια ταυτοποίηση για να μπορέσει να υπηρετήσει την ελευθερία του προσώπου. Ταυτίζεται λοιπόν η οικονομική λεγόμενη Τριάδα με την θεολογική! Αποτέλεσμα δε του νοικοκυρέματος της Εκκλησίας προκειμένου να δεχθεί την Γερμανική έννοια της ελευθερίας, η οποία στηρίζεται στο υποκείμενο, ήταν και η σύγχυση ανάμεσα στον Θεό και στο θείο. Μας έδωσε μια πολύτιμη εικόνα της συγχρόνου εννοίας της θεολογίας, η οποία αντικατέστησε την σχολαστική θεολογία των συστηματικών εργασιών τύπου Τρεμπέλα, Ρώσση κτλ. Μια θεολογία η οποία ασχολείται με τα σχήματα και τις νοοτροπίες της παραδόσεως, με την εκλαΐκευση τρόπον τινά του αγώνα για την Σωτηρία που υποσχέθηκε ο Κύριος, των Αγίων της Εκκλησίας.
Σήμερα π.χ. η ανθρωπότης κυριαρχείται από το πνεύμα της Επιστήμης! Πώς συμμετέχει ο κάθε άνθρωπος στο πνεύμα αυτό, έστω και αν δεν γνωρίζει το παραμικρό γύρω από την σύγχρονη Επιστήμη; Μέσω της εκλαΐκευσής της, της τεχνολογίας! Η οποία κατασκευάζει την σύγχρονη νοοτροπία! Η οποία με την σειρά της καθορίζει τον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων. Διότι το νόημα της ζωής οι άνθρωποι από τη στιγμή που απελευθερώθηκαν από τον Θεό, το αντλούν αποκλειστικά από τον ελεύθερο χρόνο τους. Γι’ αυτό άνθισαν και οι φιλοσοφίες του υπαρξισμού! Σήμερα δε η ανθρωπότης ζει μια μεγάλη επανάσταση στην οικονομία, η οποία δεν έχει συνειδητοποιηθεί ακόμη! Του Χρηματιστηρίου, που μπορεί να φέρει μεν υπερκέρδη, αλλά απαιτεί την προσαρμογή των πάντων στις απαιτήσεις της. Τί είναι αυτή η επανάσταση!; Είναι η μοιραία νίκη του ελεύθερου χρόνου πάνω στην αναγκαία εργασία, μέσω των Golden Boys.
Αυτό είναι το πνεύμα της εποχής, το κοσμικό φρόνημα το λεγόμενο, το οποίο είναι πνεύμα, αυτόνομο, ελεύθερο. Δίνει νόημα. Πείθει για πρόοδο και εξέλιξη τους οπαδούς του! Ικανοποιεί όλες τις φιλοδοξίες και δίνει αξιοπρέπεια στην υπηρηφάνεια, δηλαδή στην ανυπαρξία ψυχής.
H επιτομή λοιπόν της νέας θεολογίας, ο θεμέλιος λίθος τον οποίο χρησιμοποίησαν και θα χρησιμοποιούν για πάντα οι οικοδομούντες, είναι : «Η θεολογική θεμελίωση της καθολικότητας συνοψίζεται στη διατύπωση της συνοδικής απόφασης ότι «αρχή τής ενότητας της Εκκλησίας είναι Το Άγιο Πνεύμα».
Στη συνέχεια το σχόλιο του κ.Γιανναρά περνά στην διαπραγμάτευση του άλλου κρίσιμου σημείου, μεγάλης σημασίας για τη νέα οικουμενιστική Εκκλησία: «Η συνοδική απόφαση De Oecumenismo και η θεολογική κίνηση πού την προκάλεσε και πού την συμπληρώνει, θέτει το θέμα της καθολικότητας της ρωμαϊκής και των ανατολικών ορθοδόξων Εκκλησιών σε κοινή θεολογική βάση. Είναι καιρός να δούμε σε ποιά ιστορική βάση οικοδομείται η καθολικότητα των Εκκλησιών»
Αυτή την Ιστορική βάση θα ερευνήσουμε στά επόμενα!
Αμέθυστος
Ανώνυμος
Παίρνοντας αφορμή και από τις αναρτήσεις σας και από τα πολύ ενδιαφέροντα σχόλια,θα έλεγα στον κ.Γιανναρά, κ ίσως στον κ. Ζηζιούλα, που ζουν στον κόσμο της σκέψης τα εξής: οι γνωστοί θεολογικοί όροι,θεμέλια της θεολογικής γλώσσας,αποδείχτηκαν δόκιμοι και ανθεκτικοί στούς αιώνες και δηλώνουν την αλήθεια. Στον κόσμο της σκέψης,μπορεί να δηλωθεί ο φιλοσοφικός φορτισμός μιας λέξεως, και όντως η τακτική αυτή θα ισχύει όσο θα υπάρχει ιστορία,αλλά στήν θεολογική γλώσσα η αποκλειστική εστίαση είναι η αλήθεια. Οι γνωστοί σε όλους μας θεολογικοί όροι,είναι οι θεμελιώδεις ομολογιακές εκφράσεις,οι όροι-κλειδιά, και ενώ είναι γλωσσικές επεξεργασίες αιώνων,είναι τόσο αφοπλιστικά φρέσκες κ σημερινές. Και αυτό γιατί,η διαδικασία μορφοποίησης της αληθείας γινόταν στην Εκκλησία και ως Εκκλησία,δηλ. με την προυπόθεση της ανθρώπινης βούλησης και του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος. Οι θεολόγοι-Πατέρες, όσο κι αν προχωρούσαν σε αναλύσεις και επιχειρήματα,όταν αντιμετώπιζαν τους κακοδόξους, τόνιζαν πάντα ότι συννενόηση και ομογνωμία έρχονται ως αποτέλεσμα βιώσεως της ίδιας αλήθειας. Εφόσον η Εκκλησία είναι Ζωή,ασφαλώς η γλώσσα της θα γνωρίζει αλλαγές όσο και όπου είναι ανάγκη. Αλλά η κίνηση πρός νέες γλωσσικές ή εννοιολογικές αποτυπώσεις,αφετηρία πρέπει να έχει τη ζωή, την βίωση της αλήθειας δια του Αγίου Πνεύματος. Μόνο η ζωή βιολογικά και πνευματικά οδηγεί σε γνήσια, δηλ. κατάλληλη γλώσσα. Νόμιμη και άρα υγιής και χρήσιμη κίνηση είναι μόνο από την ζωή πρός την γλώσσα. Ποτέ το αντίστροφο. Η κίνηση από την γλώσσα πρός τη ζωή (την βίωση της αλήθειας εδώ) είναι πάντοτε ανόητη και ανέρειστη. Αυτόκλητοι "σωτήρες" της Εκκλησίας και της θεολογίας επιδίδονται με μανία στον "εκσυγχρονισμό" της θεολογικής γλώσσας, για να δείξουν δήθεν πόσο είναι προωθημένοι και πόσο βρίσκονται κοντά στόν σύγχρονο άνθρωπο. Εφόσον όμως δεν ξεκινούν από την βίωση της αλήθειας -και αυτό είναι ο κανόνας- δεν γνωρίζουν ούτε τον άνθρωπο για να σταθούν βοηθοί του, αντίθετα είναι πρόξενοι και γλωσσικής, αλλά κύρια πνευματικής σύγχυσης. Ανώνυμος είπε...
(Αναφορές) "Oυ γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται,αλλά μάλλον η φύσις τας λέξεις εις εαυτήν έλκουσα μεταβάλλει.Και γαρ ου πρότεραι των ουσιών αι λέξεις,αλλ' αι ουσίαι πρώται και δεύτεραι τούτων αι λέξεις" (Μ.Αθανασίου, Κατά Αρειανών). "Ου γαρ τοις ονόμασιν η των πραγμάτων φύσις ακολουθεί,αλλ'ύστερα των πραγμάτων εύρηται τα ονόματα"(Μ.Βασιλείου,Κατά Ευνομίου). "Ουχ υπό των ονομάτων τα πράγματα μετασκευάζεται,τοις δε πράγμασι καταλλήλως η των νοημάτων σημασία μεθέλκεται και μετατάττεται' των γαρ ονομάτων αίτια τα πράγματα ,ου των πραγμάτων τα ονόματα"(Γρηγορίου Παλαμά,Αντιρρητικός πρός Ακίνδυνον).
Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ τόπος να προστεθῆ μιὰ ἀκόμα ὀρθόδοξη κριτική άποψη γιὰ τὴν κλασσικὴ αὐτὴ θέση τῆς λατινικῆς Εκκλησίας, που καθιερώθηκε καὶ ὡς δόγμα ἀπὸ τὴν πρώτη Βατικανή σύνοδο. Εξ ἄλλου, φτάνει κανείς νὰ πιστεύη ὅτι ἡ λατινική Εκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιὰ τὴ θεολογική οὔτε καὶ γιὰ τὴν ἱστορική νομιμότητα τοῦ παπικοῦ πρωτείου, γι' αὐτὸ καὶ ἀφήνει ἀναπάντητες οὐσιαστικές κριτικές ἀπόψεις ποὺ ἔχουν διατυπωθῆ ἀπὸ ποικίλες πλευρές. Η λατινική Εκκλησία-εἶναι φανερό -βρίσκει στὸ ἐφεύρημα τοῦ παπικού πρω τείου ἕνα εύχρηστο πρακτικό σχῆμα, πάνω στὸ ὁποῖο οίκοδομεί θεωρητικά καὶ διαρθρώνει πρακτικά τὴν καθολικότητά της. Γιατὶ εἶναι γεγονὸς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀμφισβητήσουμε, ὅτι ὁ παποκεντρισμός διατηρεῖ τὴ ρωμαϊκή Εκκλησία σε μιὰ ἱστορικὴν ἑνότητα, πάνω ἀπὸ σύνορα ἐθνικὰ καὶ πάνω ἀπὸ φυλετικές καὶ πολιτιστικές διακρίσεις. Η λατινική Εκκλησία εἶναι σήμερα σε κάθε σημεῖο τῆς τῆς γῆς ἡ «καθολική» Ἐκκλησία, μὲ ἐνιαία ὀργανωτική διάρθρωση, με κοινές πνευματικές καὶ πρακτικές κατευθύνσεις και, στο μεγαλύτερο ποσοστό, μὲ ἐνιαῖο λειτουργικό τυπικό καί μοναχικό βίο. Τὸ ἱστορικό καὶ θεολογικό ἔρεισμα τῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ παπικό πρωτείο παρα-μένει σαθρό, ωστόσο ἀποδεικνύεται στήριγμα πρακτικό γιὰ τὴν ἱστορικὴν ἐμφάνιση τῆς καθολικότητας τῆς ᾿Εκκλησίας. Αὐτὸς ὁ χωρισμός ἀνάμεσα στο θεολογικό περιεχόμενο μιᾶς διδασκα λίας καὶ στὴν πρακτική της σκοπιμότητα εἶναι ἀκατανόητος γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο, ἀφοῦ οἱ θεολογικές διατυπώσεις στην ᾿Ανατολὴ δὲν ἀφοροῦν σὲ θεωρητικά σχήματα, ἀλλὰ στὴν ἔκφραση καὶ περιφρούρηση τῆς ἐμπειρίας καὶ τοῦ βιώματος τῆς Εκκλησίας. Τονίστηκε όμως πιο πάνω ὅτι αὐτὴ ἀκριβῶς εἰ ναι ἡ βασικὴ ἐκκλησιολογική διαφορά τῆς Δύσης ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολή: Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δὲν βεβαιώνεται στη Δύση ἀπὸ τὸ βίωμα τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἔχει κριτήριο ἀντικειμενικό, τὸν ὁρισμό της ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης. Καὶ ὁ ἀντικειμενικός αὐτός ὁρισμὸς δὲν εἶναι πάντοτε ἀνεξάρτητος ἀπὸ πρακτικές σκοπιμότητες, ἀφοῦ ἡ ὀργανωτική ἑνότητα εἶναι τὸ πρῶτο μέλημα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπῆρχε, ὡστόσο, μια προσδοκία ἀπὸ τὴ δεύτερη Βατικανή σύνοδο: Νὰ ἀποτελέση τὴν ἀπαρχὴ γιὰ μιὰν εἰλικρινέστερη ἀναγνώριση τῆς πρακτικῆς σκοπιμότητας τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Θὰ ἦταν ἴσως ἡ θετικώτερη ἀντιμετώπισή του, άλλὰ καὶ ἡ εὐπρεπέστερη ερμηνεία του στο σημερινό τουλάχιστον ἄνθρωπο. Μια τέτοια ἀναγνώριση προϋποθέτει την προσπά θεια νὰ κερδηθῆ ἡ ὑπόθεση τῆς καθολικότητας στο οὐσιαστικό της περιεχόμενο, ὅπως ὁρίζεται στη θεολογική του βάση ἀπὸ τὴν ἀπόφαση De Oecumenismo. Μὲ ἄλλα λόγια, νὰ μετατεθῆ ἡ προτεραιότητα ἀπὸ τὴν ὀργανωτικὴν ἀνάγκη στη θεολογικήν ἀπαίτηση. ᾿Αλλά στην κατεύθυνση αὐτὴ ἀνέκοψε κάθε δυνα τότητα ή δογματική απόφαση περί Ἐκκλησίας (Constitutio dogmatica de Ecclesia), ποὺ ὁμολογεῖται καὶ ὡς ἡ σπουδαιότερη ἀποτυχία τῆς συνόδου1ο. Παρὰ τὴν ἐξαιρετική θεολογική προκαλλιέργεια, ἡ ρωμαϊκή Εκκλησία ἐμφανίστηκε τελικά περισσότερο εδραιωμένη στην προτεραιότητα τῶν ὀρ-γανωτικῶν καὶ ὄχι τῶν θεολογικῶν ἐκκλησιολογικῶν προϋ ποθέσεων τῆς καθολικότητάς της".
᾿Αλλὰ τὸ ἐρώτημα που τίθεται μετά τις παραπάνω δια-πιστώσεις ἀφορᾶ τις ὀρθόδοξες εκκλησίες: Ποιά εἶναι ἡ ἱστορική βάση στὴν ὁποία οἰκοδομούν σήμερα οἱ ὀρθόδοξες Εκκλησίες τὴν καθολικότητά τους;
1. B. P. Evdokimov, «Comments on the Decree of Oecumenisme, στο περιοδικό The Ecumenical Review 17 (1964 - 65) σελ. 97-101. Επίσης, 1. Καρμίρη, «Η Γ΄ φάσις τῆς δευτέρας βατικανείου. Συνά δου», Περιοδικόν «Εκκλησία» 42 (1965) σελ. 391 - 398.
3. Κεφ. 3, § 17: «quosdam aspectus mysterii revelati quandoque magis congrue percipi et in meliorem lucem poni ab uno quam ab altero».
4. B. Lorenz Kardinal Jaeger, Das Konzilsdektet «Über den Ökumenismus», Paderborn 1965, σελ. 57.
5. Giacomo Lercaro, Die Bedeutung des Dekrets De Oecumenismo für den Dialog mit den nicht katholischen Kirchen des Ostens, Περιοδικό Concilium (1965) σελ. 448.
6. Ε. ά. σελ. 447, 448.
7. Ε. α. στην ίδια σελίδα.
8. Ε.α. σελ. 447, 418.
9. Η παραπομπή ἀπὸ τὸ ἄρθρο τοῦ Maurice Villain, Rund um das Dektet über den Ökumenismus, στο περιοδικό «Concilium» 4 (1966) σελ. 292.
10. Βλ. τὸ ἄρθρο τοῦ 11. Marot, Erste Reaktionen auf die Dekrete des Zweiten Vatikanischen Konzils von orthodoxer Bedeutung, περιοδικό «Concilium 4 (1966) σελ. 298 κ.ε.
11. Ἡ ὑποταγή στὴν ὀργανωτικὴν ἀναγκαιότητα ἀνοίγει ἀναπόφευκτα τὸ δρόμο καὶ στὶς πιο ταπεινές σκοπιμότητες. Πρόσφατο παράδειγμα, ἡ ἀποστολὴ τοῦ κειμένου τῆς συνοδική ἀπόφασης De Oecumenismo σε κακὴ ἐλληνική, μετάφραση, ἀπ' ευθείας ἀπὸ τὴ Ρώμη, σε όλους τοὺς ὀρθόδοξους εφημερίους τῶν ᾿Αθηνῶν!
12. Είναι περιττὸ νὰ ἐπεκταθοῦμε σὲ καταγραφή γεγονότων, οὔτε ὁ χῶρος ἐπαρκεῖ, ἀλλὰ εἶναι καὶ γνωστά στους περισσότερους. Υπάρχουν σήμερα δεκατρεῖς ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι που ποιμαίνουν ἰσάριθμα όρι θόδοξα ποίμνια μέσα σὲ μιὰ μόνο πόλη, τη Νέα Υόρκη! Υπάρχουν ὀχτώ ὀρθόδοξες Εκκλησίες στη δυτική μόνο Γερμανία, χωρίς καμμιάν ἐπαφὴ λειτουργικὴ ἢ διοικητική. Υπάρχει ἐγκύκλιος ἔλληνος ἐπισκόπου τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ποὺ ἀναγνωρίζει τὰ μυστήρια τῶν ὀρθόδοξων ρώσων «κατ' οἰκονομίαν»!! Καὶ ἀναρίθμητα σχετικά περιστατικά. (Γιὰ τη Δ. Γερμανία βλ. το τεύχος Die orthodoxen Exilkirchen in der Bundesrepublik Deutschland, ἐκδότης ή «Oekumenische Kom-mission für die Unterstützung Orthodoxer Priester in der
13. Bundesrepublik Deutschland», 1η έκδοση 1965). Ως το 1899 ίσχυε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς ᾿Αντιοχείας.
Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους: π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής, Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας
Ευχαριστώ όλους τους ομιλητές, τον κύριο Θωμαΐδη που μας προλόγισε και τον κύριο Παντούλα που μας συντονίζει. Πάνω απ’ όλα, όμως, μου δίνει μεγάλη χαρά το γεγονός ότι σήμερα βρίσκομαι με τρεις ανθρώπους που γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Χρήστος Γιανναράς εκτιμούσε και αγαπούσε. Ακόμη μεγαλύτερη χαρά είναι ότι βρίσκεται εδώ και ο γιος του, ο Σπύρος, με τον οποίο είχαμε συναντηθεί επανειλημμένα στα Κύθηρα. Από εκεί θέλω να αρχίσω όσα θα πω σήμερα. Δεν ήξερα ακριβώς τι να περιμένω από τη σημερινή εκδήλωση. Έτσι, ένα μέρος όσων θα πω είναι προσωπική μαρτυρία, αναμνήσεις, και ένα άλλο μέρος είναι, αν θέλετε, φιλοσοφικός ή θεολογικός στοχασμός για την κληρονομιά που μας έχει αφήσει. Θα αρχίσω από τα Κύθηρα. Γνωριστήκαμε με τον Χρήστο Γιανναρά το 2015 —θα επανέλθω σε αυτό— και πολύ γρήγορα μετά την πρώτη γνωριμία μας συνδεθήκαμε φιλικά. Κάποια στιγμή με κάλεσε να πάω στα Κύθηρα, όπως είχαν πάει και άλλοι φίλοι του. Εκεί περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού. Νομίζω ότι τον χρόνο πριν πεθάνει είχα μείνει μαζί του έναν μήνα. Μαζί τρώγαμε, μαζί πηγαίναμε για μπάνιο, μαζί συζητούσαμε για τα πάντα. Πριν από το 2015 τον ήξερα μόνο από τις εκδόσεις του, από τα βιβλία του, χωρίς να τον έχω γνωρίσει ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο. Μετά την προσωπική μας γνωριμία είχα την τύχη να γνωρίσω όχι απλώς κάποιες σκέψεις του. Όπως πολύ λογικά μας είπε ο φίλος μου ο Ευάγγελος, όταν βρίσκεσαι κοντά σε έναν σημαντικό άνθρωπο, θέλεις να τον ρωτήσεις: «Τι σκέφτεσαι; Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό; Εξήγησέ μου λίγο περισσότερο εκείνο που δεν κατάλαβα». Η μεγάλη τύχη για μένα, όμως, ήταν ότι, μέσα από την καθημερινή επαφή που είχαμε πολλές φορές —όχι μόνο στα Κύθηρα, αλλά ιδιαίτερα εκεί, όταν περνούσαμε μαζί εβδομάδες και παραπάνω—, μέσα από διηγήσεις, αναμνήσεις, προβληματισμούς και αδιέξοδα που εξέφραζε, είδα όχι απλώς την κατασταλαγμένη γνώση του, την εμπειρία του και τα συμπεράσματά του, αλλά τη διαδρομή της σκέψης και της ευαισθησίας του. Ήταν μεγάλη ιστορία. Πιστεύω πως αυτό ισχύει για κάθε άνθρωπο, αλλά εγώ είχα την ευλογία να παρακολουθήσω πολλές φορές τη σκέψη του από τη στιγμή που ξεκινούσε ως ένας προβληματισμός, περνούσε σε έναν άλλον, σε μια αντίρρηση, σε κάποιο επόμενο στάδιο, μέχρι να εκφραστεί σε κάτι πιο συγκεκριμένο. Εκεί νομίζω ότι γνωρίζεις έναν διανοητή σε άλλο επίπεδο, όχι μόνο μέσα από τα συμπεράσματά του. Γι’ αυτό ήταν μεγάλη τύχη για μένα. Επίσης, στα Κύθηρα αναπτύξαμε μια βιωματική φιλία. Πέρα από τις συζητήσεις —φιλοσοφικές, πολιτιστικές, για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς—, τρώγαμε μαζί, μαγειρεύαμε μαζί, κάναμε μπάνιο μαζί. Μου έλεγε τις εντυπώσεις και τις αναμνήσεις του για το ένα και για το άλλο και, παράλληλα, τις ανησυχίες του, την αγωνία του για τα παιδιά του, για τη σύζυγό του, που τόσο πολύ αγαπούσε. Δεν ξέρω αν τολμούσε να εκφράσει κάποιες από αυτές τις αγωνίες και στους ίδιους, για να μην τους στενοχωρήσει. Ήταν αγωνίες ενδιαφέροντος και αγάπης, τίποτα άλλο. Κάποιες φορές, όπως μου θύμισε και ο πατήρ Πέτρος πιο πριν, βρεθήκαμε και στην εκκλησία. Θυμάμαι μια φορά, Δεκαπενταύγουστο, στην εκκλησία του Ποταμού: ο πατήρ Πέτρος λειτουργούσε και έκανε την Παράκληση, ενώ στο ψαλτήρι ήμασταν εγώ και ο Γιανναράς. Το κρατώ ως ανάμνηση και ως επαφή που, με τον τρόπο της —όπως ο ίδιος θα τόνιζε—, σου δείχνει και σου δίνει κάτι πολύ σημαντικό.
Είπα ότι θα επανέλθω στην πρώτη επαφή μας. Έγινε, όπως σας είπα, το 2015, και θα σας το εξομολογηθώ με λίγη ντροπή. Η ντροπή είναι ότι, ενώ ήμουν καθηγητής στην Αγγλία, οργάνωσα με κάποιους φίλους μου το πρώτο συνέδριο αφιερωμένο στον Χρήστο Γιανναρά, στην Οξφόρδη, πριν ακόμη τον γνωρίσω προσωπικά. Γιατί το λέω με ντροπή; Γιατί δεν ήμουν μαθητής του, δεν τον ήξερα, δεν είχα προσωπική σύνδεση μαζί του. Βέβαια, μας θύμισε κάτι πολύ σωστό και σοφό ο κύριος Μαυρόπουλος: ότι όλοι είμαστε πια μαθητές του. Με αυτή την έννοια πήρα κι εγώ το θάρρος να κάνω αυτό το βήμα.
Λίγα χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε κάτι ανάλογο στο Cambridge, με τη συμμετοχή και την κινητήρια δύναμη του άλλου φίλου μας, του κυρίου Μητραλέξη. Έγιναν δηλαδή δύο συνέδρια σε μεγάλα βρετανικά πανεπιστήμια, στην Οξφόρδη και στο Cambridge, πριν γίνει, απ’ όσο γνωρίζω, κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα από ανθρώπους που ίσως είχαν προσωπική επαφή μαζί του ή είχαν μαθητεύσει κοντά του. Ένα παράπονο που μου έμεινε από τη σχέση μας είναι ότι, παρά τις πολλές συζητήσεις μας και τις δημιουργικές διαφωνίες που είχαμε σε ορισμένα πράγματα, δεν μπόρεσε ποτέ να διαβάσει κάτι δικό μου, γιατί δυστυχώς έγραφα μόνο στα αγγλικά. Τα συζητούσαμε, οπότε ξέρω πού βρίσκονταν οι συμφωνίες και οι διαφωνίες μας, αλλά αυτό το παράπονο θα μου μείνει. Για να επανέλθω όμως στα δύο συνέδρια: έδειξαν κάτι πολύ σοβαρό. Και τα δύο ακολουθήθηκαν από συλλογικούς τόμους με τις εισηγήσεις των συνέδρων και, σε κάποιες περιπτώσεις, με επιπλέον συμβολές. Έδειξαν κάτι που ίσως είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς μέσα στην Ελλάδα: ο Χρήστος Γιανναράς θα μπορούσε να έχει κάνει μια πολύ σημαντική διεθνή σταδιοδρομία.
Ένα από τα μεγάλα ενδιαφέροντα και προσόντα του ήταν ότι βρισκόταν πάντοτε σε συνομιλία: με τον Heidegger, τον Nietzsche, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Μάξιμο τον Ομολογητή, αλλά και με σύγχρονους φιλοσόφους και θεολόγους. Τι σημαίνει «σε συνομιλία»; Σημαίνει ότι βρίσκεις εκείνο που σε κεντρίζει ή ίσως σε σκανδαλίζει σε έναν δύσκολο διανοητή και προσπαθείς να το συνδέσεις όχι μόνο με κάποια άλλη σκέψη ή θεωρία, αλλά και με την πραγματικότητα. Τι μας αποκαλύπτουν σήμερα, στην εποχή μας, ο Heidegger, ο Nietzsche, ο Διονύσιος; Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για τον ίδιο. Μπορούσε να συνομιλεί με σπουδαίους συγγραφείς των προηγούμενων αιώνων. Στα διεθνή συνέδρια είδαμε επίσης ανθρώπους από τον χώρο της διεθνούς θεολογίας, της συστηματικής θεολογίας και της ηθικής να συνομιλούν με τον Γιανναρά με μεγάλη εκτίμηση.
Στο δεύτερο συνέδριο, στο Cambridge, έγινε μάλιστα κάτι που δεν έχω δει σε άλλο παρόμοιο συνέδριο. Είχαμε έναν από τους πιο γνωστούς καθηγητές της αγγλικανικής θεολογικής σκέψης, τον John Milbank, και, χωρίς προετοιμασμένες εισηγήσεις, τον βάλαμε σε δημόσια συζήτηση με τον Χρήστο Γιανναρά. Ήταν καταπληκτικό. Χωρίς να έχουν ετοιμάσει κάτι ο ένας ή ο άλλος, συζήτησαν ζητήματα περί φύσεως, περί προσώπου, περί έρωτος. Ήταν εντυπωσιακό πόσο ουσιαστική συνομιλία μπορούσε να γίνει με έναν άνθρωπο από διαφορετική παράδοση και διαφορετική αφετηρία. Αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για ένα συνέδριο και δεν συμβαίνει πολύ συχνά.[ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΟΥΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ Ο ΣΩΤΗΡ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ]
Έχω, λοιπόν, κι ένα άλλο παράπονο, για το οποίο φυσικά δεν ευθύνεται ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος άλλος: ίσως η Ελλάδα να ήταν τελικά πολύ μικρή για τον Χρήστο Γιανναρά. Αν δεν ήταν καθηγητής στο Πάντειο, που στην αρχή τον απέρριψε ώσπου να τον δεχτεί, αλλά στην Οξφόρδη, στο Cambridge, στο Durham ή οπουδήποτε αλλού, ίσως να μιλούσαμε όχι μόνο για Έλληνες θεολόγους και φιλοσόφους ως παιδιά του Γιανναρά, αλλά για μια μεγάλη διεθνή προσωπικότητα. Είχε τα προσόντα και τα ενδιαφέροντα. Ελπίζω ότι, καθώς μεταφράζεται σιγά σιγά μεγάλο μέρος του έργου του στα αγγλικά, αυτή η διεθνής συνομιλία θα συνεχιστεί.
Πάντως, μου έκανε τότε μεγάλη εντύπωση ότι άνθρωποι κορυφαίοι στους τομείς τους —στη χριστιανική ηθική, στη συστηματική θεολογία, στην πατρολογία— αναγνώρισαν αμέσως την αξία της σκέψης του Γιανναρά και συνομίλησαν μαζί του ως ίσος προς ίσον, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Το θέμα της συνομιλίας στον Χρήστο Γιανναρά είναι ευρύτερο από αυτό. Όπως σας είπα, σε κάθε έργο του τον ενδιέφερε να βρίσκεται σε συνομιλία με την πραγματικότητα. Δεν επρόκειτο απλώς για κάποιο πρακτικό συμπέρασμα ή για «πρακτική θεολογία». Το ερώτημα ήταν: έχει αυτή η σκέψη κάτι να προσφέρει στον τρόπο που ζούμε, στο βίωμά μας; Έχει κάτι να μας αποκαλύψει για τη συλλογική, την εκκλησιαστική και την ιδιωτική μας ζωή; Αυτό, νομίζω, φώτιζε πάντοτε τα γραπτά του, τα ενδιαφέροντά του και τις αγωνίες του. Όταν μιλάμε για συνομιλία, πολλές φορές σκεφτόμαστε ότι παίρνουμε κάποια στοιχεία από τη σκέψη ενός φιλοσόφου που μας ενδιαφέρει. Διαφωνούμε, συμφωνούμε, τα αναπτύσσουμε λίγο παραπέρα. Κάτι που είχε δείξει επανειλημμένα και στα γραπτά του —όπως ακούσαμε νωρίτερα και για τη διαφωνία του με τον πατέρα Θεόκλητο— είναι πως ο πατήρ Θεόκλητος, όπως αναγνωρίστηκε και από τους δύο, του είχε επιτεθεί άδικα, επειδή δεν είχε καταλάβει τι είχε γράψει ο ίδιος ο Γιανναράς. Αυτό που τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο σε τέτοιες συνομιλίες, σε αυτές τις ανταλλαγές σκέψεων και εμπειριών, δεν ήταν αν βρίσκεσαι στο «σωστό στρατόπεδο», ούτε η πολιτική ή η θρησκευτική ορθότητα, αλλά το επίπεδο του συνομιλητή. Ας διαφωνώ με οποιονδήποτε συνομιλητή, αρκεί η σκέψη του, η προσφορά του, η ευγένειά του —όχι η εξωτερική, αλλά η εσωτερική— να βρίσκονται σε ένα επίπεδο που να μας επιτρέπει να συνομιλήσουμε και να σηκώσουμε μαζί το μεγάλο βάρος της ψυχικής ευγένειας.
Αυτή την ψυχική ευγένεια την απέδιδε ο ίδιος σε έναν από τους μεγαλύτερους και πρεσβύτερους φίλους του, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Νομίζω όμως ότι και ο ίδιος ο Γιανναράς ήταν ένα μεγάλο παράδειγμα αυτής της ευγενούς, προσωπικής αναζήτησης του επιπέδου.
Όπως είπα προηγουμένως για τη σχέση του με την πραγματικότητα και την καθημερινότητα, νομίζω ότι πολλές φορές έβλεπα τις αναζητήσεις και τις σκέψεις του να γεννιούνται μέσα από την καθημερινότητα. Όπως είπε ο κύριος Μαυρόπουλος, του άρεσαν οι μικρές απολαύσεις. Όχι απλώς με έναν ηδονιστικό τρόπο —αυτό θα ήταν πολύ αφελές—, αλλά ως αποκαλύψεις που μπορεί να βρει κανείς στην καθημερινότητα: στη συνεχή επαφή με την προσφορά, με το δόσιμο. Από εκεί, νομίζω, γεννιόνταν στο μυαλό του τα πιο σημαντικά στοιχεία της δικής του προσφοράς.
Όλοι οι ομιλητές σήμερα, νομίζω, αναφέρθηκαν στη σημασία της αγάπης και του έρωτα στο έργο του. Κάτι που είχαμε συζητήσει και στο οποίο είχε ανταποκριθεί θετικά, αλλά με μεγάλους ενδοιασμούς —τους οποίους καταλαβαίνω—, ήταν το εξής: κατά τη σκέψη κάποιων θεολόγων, μετά την πατερική εποχή, ή ίσως πριν από τη σύγχρονη θεολογία, μπορούμε να μιλάμε για μια «φιλοκαλική εποχή». Δηλαδή, για τη μεγάλη συνεισφορά της Φιλοκαλίας στην εποχή της, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα.
Είχαμε επισημάνει και οι δύο ότι αυτή η Φιλοκαλία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μοναστική ασκητική. Έχει την αξία της, αλλά δεν έχει το εκκλησιολογικό πάθος, δεν έχει το βάθος της κοινότητας. Υπάρχουν πολλοί συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αυτό. Δεν είναι λόγος να την κατακρίνουμε ή να πούμε ότι κάτι της λείπει. Απλώς αυτό ενδιέφερε τους εκδότες της τότε: να συλλέξουν σχετικά κείμενα, εκφράζοντας ίσως και κάποια απογοήτευση ότι η Εκκλησία είχε καταρρεύσει. «Ας προσπαθήσουμε να σώσουμε ό,τι μπορούμε» — χωρίς να χρειάζεται να τους κρίνουμε γι’ αυτό.
Είχαμε πει κάποιες φορές ότι ίσως χρειάζεται και μια άλλη Φιλοκαλία, μιας άλλης ασκητικής: η Φιλοκαλία της ασκητικής της αγάπης. Αυτή δεν υπάρχει ως συλλογή. Η ασκητική της αγάπης όμως υπάρχει, πρώτα πρώτα στο Ευαγγέλιο και στους μεγάλους Πατέρες, ακόμη και στους ασκητικούς Πατέρες. Θυμάμαι τη φράση που επαναλάμβανε πολλές φορές, ότι ο Ιωάννης της Κλίμακος μιλούσε για τον Θεό σαν για «μανιακό εραστή» του ανθρώπου. Μανιακό· χωρίς όρια, χωρίς τέτοιους συμβιβασμούς, χωρίς ηθικισμούς.
Για αυτή την «ασκητική της αγάπης» μού επέστησε, βέβαια, την προσοχή σε κάτι πολύ σημαντικό: από τη στιγμή που κάτι γράφεται, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι γίνεται συνταγή. Ένα τέτοιο γραπτό ίσως θα είχε τον κίνδυνο να μας πει «έτσι είναι», να καλύψει το απροσδόκητο, να καλύψει το άρρητο. Σε αυτό υποκλίθηκα στη σοφία του. Πραγματικά ισχύει. Έλεγε επίσης κάτι πολύ σημαντικό για το θέμα της ηθικής. Γνωρίζουμε κυρίως Η ελευθερία του ήθους, η οποία, ευτυχώς, μεταφράστηκε αρκετά νωρίς στα αγγλικά —αν θυμάμαι καλά, το 1984. Κυκλοφόρησε και διαβάστηκε από αρκετούς αγγλόφωνους θεολόγους. Όταν κάναμε τα δύο συνέδρια, είχαν έρθει πολλοί θεολόγοι της ηθικής και μίλησαν με μεγάλο θαυμασμό και σε μεγάλη έκταση για Την ελευθερία του ήθους. Σχετικά με αυτό, μου είχε πει κάποτε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ευτυχώς, δεν έχουμε κάτι ανάλογο με το κατηχητικό εγχειρίδιο της Καθολικής Εκκλησίας. Τι είναι αυτό; Ένα βιβλίο που εκθέτει τα βασικά της πίστης της. Εντάξει, ίσως καλύπτει κάποιες πρακτικές ανάγκες. Ό,τι ανάλογο θα μπορούσαμε να ζητήσουμε στην ορθόδοξη παράδοση δεν θα έμοιαζε με μια τέτοια συνταγή ή με ένα «αλφαβητάρι της πίστης». Μιλάμε για διαφορετικό είδος γραφής. Θυμάμαι ότι έλεγε: «Καλώς δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Αν όμως κάποτε χρειαστεί ή γραφτεί, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σε ολόκληρο το βιβλίο η λέξη “πρέπει”».
Μιλήσαμε για τον έρωτα, μιλήσαμε και για την ελευθερία. Ο έρωτας σε όλες του τις μορφές —αρχίζοντας από τον θείο έρωτα— και η ελευθερία της αγάπης, όπως αντανακλώνται ακόμη και στις καθημερινές μας εμπειρίες, ήταν οπωσδήποτε από τους βασικούς άξονες της σκέψης του Γιανναρά. Γι’ αυτό, φυσικά, όπως είπαν και οι προλαλήσαντες, είχε δεχτεί επιθέσεις. [Ακολουθούν στην απομαγνητοφώνηση ονόματα ή χαρακτηρισμοί που δεν αναγνωρίζονται με ασφάλεια.] Μα είναι δυνατόν; Διαβάζουμε το Ευαγγέλιο: ο Χριστός μιλάει για την αγάπη, ο Απόστολος Παύλος μιλάει για την αγάπη. Πώς είναι δυνατόν να μιλήσουμε για οτιδήποτε [ακατάληπτο], αν αρνηθούμε ότι αυτό είναι το κεντρικό νόημα, ο κεντρικός άξονας της παρουσίας και της Ανάστασης του Χριστού; Νομίζω ότι όποιος επιτέθηκε στον Χρήστο Γιανναρά γι’ αυτά τα θέματα ήταν τόσο —ας τολμήσω να πω— ανάρμοστος ή βλάσφημος, σαν να επιτέθηκε στον Απόστολο Παύλο. Δεν είναι δυνατόν. Η ελευθερία, πάντως, η ελευθερία της αγάπης και το τελικό υπαρξιακό μυστήριο για το οποίο μιλούσε, ιδιαίτερα στα τελευταία βιβλία του —στο Γρίφος θάνατος και σε άλλα δύο τρία μικρά βιβλία, τα οποία εκτιμώ αφάνταστα—, συνδέονται με το ότι τολμούσε να γράψει τους προβληματισμούς του. Ίσως ένιωθε ότι πλησίαζε και το δικό του τέλος. Πότε πότε το συζητούσε, το σκεφτόταν. Είχε, όπως κάθε άνθρωπος, τις σκέψεις του για το τέλος που έρχεται και έδωσε στον εαυτό του την άδεια να εκφράσει ιδέες οι οποίες ίσως [ακατάληπτο]. Αυτό για μένα είναι πολύτιμο. Βλέπουμε ένα μεγαλύτερο μέρος των προβληματισμών του, της διαδρομής του και των κατευθύνσεων που τον απασχολούσαν και μας κληροδότησε. Το τελικό υπαρξιακό μυστήριο της ζωής, του θανάτου, του Χριστού το παρουσίαζε, το εξέφραζε και το σκεφτόταν ως βίωμα που ξεπερνά τις λέξεις και τα γραπτά. Ένα άρρητο βίωμα, όχι μια ιδεολογία. Δεν θυμάμαι ποιος από τους προηγούμενους ομιλητές το είπε —νομίζω ο κύριος Μαυρόπουλος— ότι σιχαινόταν την ιδεολογία. Πολύ σωστά. Σιχαινόταν οτιδήποτε ήταν συστηματοποιημένο, αποκρυσταλλωμένο και όχι ζωντανό. Όλη η σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, όσο τη γνώρισα στα γραπτά, στα βιβλία, στα άρθρα του και μέσα από την προσωπική μας επαφή, μου έδειχνε πάντοτε αυτό: εκτιμούσε οτιδήποτε είναι ζωντανό. Τη σκέψη που έχει το περιθώριο να συνδιαλλαγεί, που δίνει χώρο και σε εκείνον που δεν συμφωνεί, στον αντιφρονούντα. Έτσι, μέσα από την ειλικρινή συνομιλία και την ειλικρινή ανταλλαγή ιδεών, μπορεί να προκύψει κάτι διαφορετικό. Όχι μέσα από τη σύγκρουση, όπως θα συνέβαινε με μια ιδεολογία, αλλά μέσα από τη συνύπαρξη, μέσα από την αγαπητική διάθεση ανθρώπων που βλέπουν ίσως μια λίγο διαφορετική προοπτική στο ίδιο θέμα. Ίσως η τελική μου εκτίμηση για την προσφορά του Χρήστου Γιανναρά —την οποία τώρα αρχίζουμε να αναλογιζόμαστε, ενώ ελπίζουμε ότι και οι επόμενες γενιές θα στηριχθούν στο έργο του και σε όσα μπορεί να καταθέσει η γενιά που τον γνώρισε— συνδέεται με κάτι στο οποίο έκλεισε ο κύριος Μαυρόπουλος. Είναι πραγματικά σημαντικό: τι σημαίνει «προφήτης»; Στη βιβλική έννοια, προφήτης δεν σημαίνει αυτός που προλέγει τα μέλλοντα. Σημαίνει αυτός που βλέπει και εκφράζει αυτό που βλέπει. Έχουμε κάποιους τέτοιους προφήτες, που μας δίνουν μια βαθιά εικόνα του εκκλησιαστικού γεγονότος. Ο πρώτος που θα ήθελα να αναφέρω είναι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Νομίζω ότι έχει τη θέση αγίου των γραμμάτων. Δεν μας απασχολεί εδώ η προσωπική του αγιότητα ή μη· μας ενδιαφέρει ότι στο έργο του βλέπουμε μια βαθιά ακτινογραφία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Βλέπουμε τι σημαίνει πραγματικός έρωτας, τι σημαίνει προσευχή, τι σημαίνουν όλα αυτά τα μικρά στοιχεία της καθημερινότητας —οι καθημερινοί προβληματισμοί, ο έρωτας, η σχέση με τη φύση— που μας οδηγούν βήμα βήμα μέχρι τον θρόνο του Θεού. Θα μπορούσα να σκεφτώ κι άλλους. Σήμερα, όμως, η εκδήλωση είναι αφιερωμένη στον Χρήστο Γιανναρά. Θα ήθελα να καταλήξω ότι, με τον δικό του τρόπο —και δεν μας απασχολεί αν υπερέβαλε σε κάποια θέματα—, η κατάθεσή του και η προσφορά του στη γενιά του και στις επόμενες γενιές μάς επιτρέπουν, νομίζω, να τον χαρακτηρίσουμε σύγχρονο προφήτη. [Ακατάληπτο σημείο για την ποιητική πλευρά του λόγου του.]
Προφήτη με την έννοια εκείνου που αποκαλύπτει το γεγονός της Εκκλησίας, τη σχέση του ενός με τον άλλον, την πολιτική μας διάσταση, την πολιτιστική μας ταυτότητα και την κατεύθυνσή μας. Τον απασχολούσαν τα βασικά ερωτήματα: ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Δεν τελειώνουν όσα θα μπορούσαμε να πούμε, τόσο σε προσωπικό όσο και σε φιλοσοφικό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, θα ήθελα να καταλήξω σήμερα. Ευχαριστώ τους άλλους συμμετέχοντες και όλους εσάς. Ευχαριστούμε πολύ για την υπομονή σας.
Να κλείσει με δύο παρατηρήσεις ο πατέρας Πέτρος.
Αν μου επιτρέπετε, δεν θα πάρω χρόνο. Το «πρέπει» ήταν μια εμμονή του Χρήστου. Ήταν, βέβαια, εμμονή απέναντι στον φόβο. Είχε [ακατάληπτο] τον καθωσπρεπισμό και είχε αντικαταστήσει το «πρέπει» με το «οφείλει» ή το «οφείλουμε». Ναι μεν, αλλά ήταν μία από τις εμμονές του. Μια δεύτερη παρέμβαση θα ήθελα να κάνω, με αφορμή όσα είπε ο πατήρ Πέτρος Θωμαΐδης για το τέλος. Επειδή ήμουν γιατρός του, έζησα το τέλος του. Είναι δύσκολο για έναν γιατρό να του πεθαίνει ένας άνθρωπος δικός του. Πήγα αργά, καθυστερημένα. Είχε πνευμονικό οίδημα. Δεν είχα τίποτα μαζί μου, μόνο το στηθοσκόπιο.
Μου λέει: «Πεθαίνω, Πέτρο μου». Του απαντώ: «Το έχεις πει πολλές φορές αυτό. Αν το πιστεύεις, γιατί δεν κάνεις αυτό που έκανε ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος;» «Τι έκανε;» με ρώτησε. Δεν το θυμόταν· δεν σημαίνει ότι δεν το ήξερε. Του λέω: «Ο Άγιος Συμεών έβαλε τους μοναχούς να ψάλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία προτού πεθάνει». Δεν μπορούσε ο ίδιος ο Χρήστος να ψάλει νεκρώσιμα. Το θέμα είναι ότι ούτε εγώ μπορούσα, γιατί φώναξα το ασθενοφόρο. Στην ουσία όμως αποδέχθηκε ότι μπορούσε να τελειώσει η ζωή του εκείνη την ώρα. Δεν ξέρω τι σήμαινε ειδικά η δική μου παρουσία· μάλλον, επειδή είχε κοντά του έναν δικό του άνθρωπο, θα ήταν ανακούφιση. Έφυγε ειρηνικά.
Και, Σπύρο, κλείσε τα αυτιά σου! Κλείσε τα αυτιά σου, γιατί θα πω κάτι. Μια φορά, στο μετόχι στην Πλάκα, είχαμε πάει για καφέ με τον Χρήστο. [Ακατάληπτο.] Ο Σπύρος, αν θυμάμαι καλά, επρόκειτο τότε να πάει να μείνει σε άλλο διαμέρισμα, όχι στο σπίτι. Ο Χρήστος είχε μια μικρή ανησυχία και μου την είπε.
Του λέω: «Χρήστο μου, στις εποχές που ζούμε, δεν φοβάσαι τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα παιδιά;» «Πώς δεν φοβάμαι;» μου λέει. «Αλλά δεν διανοούμαι να στερήσω την ελευθερία του. Εκείνο που μπορώ να κάνω είναι να προσεύχομαι όλη τη νύχτα».
Θέλω να πω κάτι σημαντικό. Δεν ήταν απλώς μια εμμονή του το «πρέπει». Το «πρέπει» είναι αυτό που διαχωρίζει το σωματείο από την Εκκλησία. Νομίζω πως γι’ αυτό είχε τέτοια επιμονή εναντίον του: γιατί το «πρέπει» οριοθετεί την ελευθερία και τη μη ελευθερία. Αυτό ήθελα να πω.
Καλά έκανες. Αλλά είναι μια λέξη που [ακατάληπτο] στην ελληνική γλώσσα. Μιλώντας μεταφορικά, θα μπορούσαμε να πούμε το εξής:
«Στις παιδικές μας θρησκευτικές αθλοπαιδιές, κύριε Γιανναρά, υποστήκαμε ρήξη αχίλλειου τένοντα, όπως ο ήρωάς σας στο μυθιστόρημα Με ραμμένη φτέρνα, και κινδυνεύσαμε να καταρρεύσουμε. Σε αυτή τη φάση, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη συλλογική, βρέθηκε κάποιος να μας σηκώσει και να μας δείξει έναν δρόμο. Δύσκολο δρόμο: έναν δρόμο αναζήτησης της αγάπης και της αλήθειας μέσα στο σύγχρονο Ρωμαίικο. Αυτός ήταν ο πατέρας σας. Γι’ αυτό τον ευγνωμονούμε. Και όσο θα βλέπουμε να συνεχίζεται το έργο του, όχι μόνο από εσάς, το βιολογικό του παιδί, αλλά και από τα πνευματικά του παιδιά, θα βρίσκουμε σε αυτή τη διαδρομή ξέφωτα για να ξαποστάσουμε». Σας ευχαριστούμε όλους. Ευχαριστούμε τον κύριο Παντούλα. Να συνεχίσει να γράφει στην Καθημερινή, ώστε να έχει ο καθένας μας μια σκέψη, μια σύνδεση με τον Χρήστο Γιανναρά. Ευχαριστούμε τον πατέρα Πέτρο, τον κύριο Μαυρόπουλο, τον πατέρα Ανδρέα και τον δικό μας κύριο Μπάρτση. Ευχαριστούμε το Καλογεροπούλειο Ίδρυμα, που μας φιλοξενεί, και την πρόεδρό του. Και όλους εσάς που ήσασταν απόψε μαζί μας.
Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.
Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ "ΛΟΓΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ" ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ ΣΑΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ.
Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.
Σάββατο, 3 Οκτωβρίου (Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου) ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ στο Καλογεροπούλειο Ίδρυμα (Αράτου 74, Κόρινθος) Με τους: π. Πέτρο Μαριάτο, Δρ. Ιατρικής, Δημήτριο Μαυρόπουλο, Εκδότη - Συγγραφέα Ευάγγελο Μπαρτζή, Δρ. Θεολογίας - Εκπαιδευτικό π. Ανδρέα Ανδρεόπουλο, Πανεπιστημιακό Καθηγητή Συντονίζει ο εκδότης Θεόδωρος Παντούλας
Ευχαριστούμε τον κύριο Μαυρόπουλο. Είπα στην αρχή ότι οι συγγραφείς είναι συναισθηματικά τσιγκούνηδες, αλλά υπάρχει, νομίζω, ένα άλλο συνάφι που είναι ακόμα πιο φειδωλό στους επαίνους: οι θεολόγοι.
Κάποτε, που χρειάστηκα μια θεολογική συνδρομή, απευθύνθηκα στον Γιανναρά. Έγραφα [ακατάληπτο] για τη θεολογία της εικόνας. Του ζήτησα βοήθεια και μου ετοίμασε ένα πακέτο με όσα είχε. Μου λέει όμως: «Εγώ είμαι μεγάλος άνθρωπος· να απευθυνθείς σε νεότερους». Και μου υπέδειξε τρεις ανθρώπους. Το λέω γιατί ήταν γενναιόδωρος και σε αυτό.
Ο ένας ήταν στην Αθήνα και με βόλευε, ο άλλος ήταν στη Θεσσαλονίκη και ήταν μακριά, και ο τρίτος ήταν ο Ευάγγελος Μπάρτσης, που βρισκόταν στην Κόρινθο και είναι συμπολίτης σας. Έχω τη χαρά να τον γνωρίσω κι εγώ σήμερα. Ήταν ο τρίτος από τους θεολόγους που μου υπέδειξε για να απευθυνθώ. Κύριε Μπάρτση.
Ευχαριστώ πάρα πολύ. Θα αναφέρομαι στον κύριο Γιανναρά ως «κύριο καθηγητή». Όταν είσαι σε ακαδημαϊκούς κύκλους, η σχέση καθηγητή [ακατάληπτο]. Έχω επίσης τη χαρά να κάθομαι δίπλα στον πατέρα Ανδρέα Ανδρεόπουλο. Όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον κύριο Γιανναρά, αυτός ο άνθρωπος μου είπε πολύ απλά: «Πήγαινε, μίλα». Εγώ καθόμουν [ακατάληπτο] και μου είπε: «Πήγαινε, μίλα. Να τος, εκεί είναι». Θα μιλήσω για τρία πράγματα. Πρώτα θα πω πώς διαβάζω εγώ τον κύριο καθηγητή. Το δεύτερο είναι κάποιες ιστορίες από την Αγγλία, όπου μου χρειάστηκαν τα κείμενά του. Και το τρίτο είναι γιατί μιλάς όταν συναντάς τον Γιανναρά. Πας να τον συναντήσεις· γιατί θα μιλήσεις; Μια μικρή παρένθεση. Πάντα είχε την απορία γιατί δεν είχα μιλήσει ποτέ στην Κόρινθο. Μου έλεγε: «Είσαι θεολόγος, έχεις κάνει τόσα πράγματα…» Το θεωρούσα δεδομένο ότι [ακατάληπτο]. Δεν έχω μιλήσει ποτέ εδώ για τίποτα. Ίσως τα πλαίσια στα οποία δουλεύω τόσα χρόνια είναι τελείως διαφορετικά. Έχω μιλήσει πάρα πολλές φορές στο εξωτερικό για τον κύριο καθηγητή. Έχω γράψει και αρκετά μικρά κείμενα γι’ αυτόν. Ένα μικρό του παράπονο πριν φύγει από τη ζωή, που έγινε δική μου ενοχή, είναι ότι μου είχε ζητήσει να μαζέψω αυτά τα κείμενα και να τα εκδώσω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Δεν το έχω κάνει ακόμα. Είχα γράψει, όπως θα πω, ένα κείμενο για το σχόλιό του στο Άσμα Ασμάτων και το είχα παρουσιάσει. Αυτό έγινε αφορμή να γνωριστούμε ακόμα περισσότερο. Μου είπε ότι έπρεπε να το εκδώσω, αφού ήταν έτοιμο. Τότε δεν το εξέδωσα. Είναι ακόμα στον υπολογιστή μου και περιμένει. Αν για κάποιους ανθρώπους τα κείμενα του κυρίου Γιανναρά, του κυρίου καθηγητή, αποτέλεσαν βήμα προς την ενηλικίωση, για μένα ήταν τα baby steps. Ήταν η εποχή που μόλις άρχιζα να ψελλίζω τα πρώτα μου θεολογικά λογάκια. Ήμουν πολύ πιο συνεπαρμένος με την αστροφυσική —όχι ότι ήθελα να γίνω ο ίδιος αστροφυσικός—, με το πώς περιγράφει τον κόσμο. Με συνάρπαζε το ότι η σύγχρονη αστροφυσική έχει αυτό το υπέροχο μυστήριο, ότι βάζει αποσιωπητικά.
Μικρή παρένθεση: πριν από μερικές ημέρες παρακολούθησα στην Αθήνα τον Brian Cox, καθηγητή από το Manchester, αστροφυσικό. Τελείωσε με τα λόγια «we don’t know». Είναι κάτι που δεν το περιμένεις από αστροφυσικούς. Βέβαια, και ο [Feynman;] το είχε πει: «We don’t know». [Ακατάληπτο] ο διάσημος καθηγητής φυσικής, στη δεκαετία του ’80, είχε πει: «Αν ήρθατε να ακούσετε έναν άνθρωπο που θα σας εξηγήσει τα πάντα, [ακατάληπτο]· δεν θα σας τα εξηγήσω όλα». Αυτό, λοιπόν, με είχε συνεπάρει. Εκεί υπήρχε μια γλώσσα, υπήρχαν κάποιες ιδέες. Και ξαφνικά άρχισα να διαβάζω θεολογία.
Στα πρώτα μου βήματα, ένας φίλος με προειδοποίησε: «Μη διαβάζεις τον Γιανναρά. Ξεκίνα με κάτι πιο light». Για δύο ανθρώπους μου είχαν πει να μη διαβάσω τα κείμενά τους στην αρχή: για τον Γιανναρά και για τον πατέρα Σωφρόνιο Σαχάρωφ. «Ξεκίνα με πιο απλά πράγματα». [Ακατάληπτο.] Σιγά σιγά έκανα αυτό που μου είπαν: ξεκίνησα να διαβάζω τον κύριο Γιανναρά και τον Σωφρόνιο! Και εκεί έπαθα —συγγνώμη για την έκφραση— εγκεφαλικό, γιατί πολλά πράγματα δεν τα είχα [ακατάληπτο]. Σκέφτηκα: «Αυτός ο άνθρωπος έχει μια γλώσσα με την οποία μπορώ να καταλάβω τα πράγματα».
Μου δίνει έναν τρόπο σκέψης, θα μου επιτρέψετε να πω μια κοσμοθεωρία, ένα παράδειγμα, όπου επιτέλους τα πράγματα βγάζουν περισσότερο νόημα όταν τα διαβάζω. Το βασικό όμως είναι η γλώσσα. Και τι βρήκα σε αυτή τη γλώσσα; Μια απίστευτα ποιητική γλώσσα. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που με συνεπήρε. Εκείνο που οι περισσότεροι θεωρούσαν δύσκολη γλώσσα, για μένα ήταν —ναι, ναι, ναι— πρώτα απ’ όλα μια ποιητική γλώσσα. Και όταν αρχίζεις να διαβάζεις τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Μάξιμο τον Ομολογητή —«νοῦς τῶν νοούντων», «ὄντως τῶν ὄντων», «λόγος τῶν λεγομένων»· νομίζω ότι το είπα δύο φορές—, καταλαβαίνεις: «Ωπ, εδώ υπάρχει κάτι». Στους ίδιους τους Πατέρες υπάρχει αυτή η ποιητική γλώσσα, την οποία πολλές φορές χάνουμε. Και έχει νόημα που είναι ποιητική γλώσσα. Θα αφήσω τον υπαινιγμό: έτσι μιλάει ο εραστής στην ερωμένη. Πείτε μου, πώς αλλιώς θα μιλήσεις για τον Χριστό, πώς αλλιώς θα μιλήσεις για τον Θεό, αν δεν χρησιμοποιήσεις ερωτική γλώσσα; Τη χρησιμοποίησαν οι ίδιοι οι Πατέρες.
Πάμε λίγο παρακάτω. Αυτό επίσης που με συνεπήρε είναι ότι μου έδωσε έναν τρόπο σκέψης με τον οποίο καταλάβαινα πως μπορώ να αρχίσω να ανοίγω διαλόγους με άλλους ανθρώπους. Διαβάζεις τον Derrida, διαβάζεις τον «τρελό» Žižek, διαβάζεις άλλους ανθρώπους και αντιλαμβάνεσαι ότι η γλώσσα του Γιανναρά μπορεί να απαντήσει σε αυτούς τους ανθρώπους. Μπορείς να συνδιαλλαγείς μαζί τους, μπορείς να συνομιλήσεις. Βγάζουν νόημα τα λεγόμενά τους, εάν έχεις πάρει αυτή τη γλώσσα και έχεις καταλάβει πώς ακριβώς, να το πω έτσι, πρέπει να μιλήσεις. Και το πιο σημαντικό —το είχαμε πει και μπροστά του— είναι ότι έχει αυτά τα υπέροχα διαμαντάκια: με ό,τι κι αν προσπαθήσεις να καταπιαστείς στη θεολογία, εκείνος κάτι έχει πει γι’ αυτό.
Μία από τις τελευταίες ιδέες που μου ήρθαν είναι η έννοια της φαντασίας. Τι είναι η φαντασία; Παρένθεση: για τους [ακατάληπτο] νεοπλατωνικούς, η φαντασία είναι μια πάρα πολύ σημαντική λειτουργία του νου. Συνδέει τον νου με τα εξωτερικά πράγματα. Φτάνουμε στον χριστιανισμό και ξαφνικά η φαντασία γίνεται κάτι αρνητικό, κάτι για το οποίο δεν χρειάζεται να μιλάμε. Δεν μιλάμε γι’ αυτήν. Και εμφανίζεται ένας Μάξιμος Ομολογητής, ο οποίος σου ξαναλέει ότι η φαντασία είναι πάρα πολύ σημαντική για τον άνθρωπο, για τον νου. Ποιος το έχει πει ξανά αυτό; Ο κύριος καθηγητής.[ΕΙΝΑΙ ΚΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ]
Γιατί, όταν καταπιάστηκα με την έννοια της φαντασίας —υπάρχει λόγος που καταπιάστηκα μαζί της—, είχα διαβάσει τον Κορνήλιο Καστοριάδη και έβλεπα συνεχώς: «η φαντασία, η φαντασία, η φαντασία». Και αναρωτήθηκα: τι είναι η φαντασία για τους χριστιανούς; Βρήκα δύο απαντήσεις: στους Πατέρες, κυρίως στον Μάξιμο Ομολογητή, και στον κύριο καθηγητή, ο οποίος μιλάει για τη φαντασία με έναν απίστευτα θετικό τρόπο. Αφήνει να εννοηθεί ότι η φαντασία δεν έχει μόνο μία διάσταση· έχει και τη θετική της διάσταση. [Ακατάληπτο], πρόσωπο, δημιουργικότητα. Νομίζω ότι αυτός είναι ο καλύτερος χώρος για να μιλήσουμε για τον κύριο καθηγητή, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε έναν χώρο τέχνης. Νομίζω ότι κι εκείνος θα αισθανόταν πάρα πολύ άνετα αν μας έβλεπε να μιλάμε γι’ αυτόν σε αυτόν τον χώρο. Τέχνη, διαφορετικές εκφράσεις, διαφορετικές προσωπικότητες. Το κίτρινο για το οποίο μιλάει —αυτό το κίτρινο. Ακριβώς την ίδια έκφραση χρησιμοποιεί ο Καστοριάδης για το πράσινο: τι σημαίνει ότι ένας ολόκληρος ζωγράφος έχει ένα πράσινο που τον εκφράζει.
Το δεύτερο μέρος: ιστορίες από την Αγγλία.
Εκεί, ως μεταπτυχιακός και αργότερα ως μεταδιδακτορικός ερευνητής, συναντώ τον πατέρα Andrew Louth —το συζητούσαμε πριν από λίγο—, έναν από τους σημαντικότερους πατρολόγους, αν όχι τον σημαντικότερο. Ας κρατήσουμε ότι είμαι μαθητής του, οπότε τα βλέπω μονοδιάστατα! Τι στο καλό μπορείς να πεις όταν συναντάς έναν άνθρωπο σαν τον πατέρα Andrew Louth; Η πρώτη του ερώτηση: «Είστε από την Ελλάδα;» «Μάλιστα». «Από την Αθήνα;» «Όχι, από την Κόρινθο». «Μήπως ξέρετε τον κύριο Χρήστο Γιανναρά;» «Μάλιστα». Μετά πήρα χαμπάρι ότι ο πατέρας Andrew Louth είχε ασχοληθεί με το βιβλίο Ο Heidegger και ο Αρεοπαγίτης. Είναι ο άνθρωπος που είχε γράψει κείμενα για τον κύριο καθηγητή. Λίγο αργότερα —fast forward, πάμε λίγο πιο μπροστά στα χρόνια—, με έναν φίλο πηγαίνουμε στο Durham, στην Αγγλία, στο Τμήμα Φιλοσοφίας, για να συναντήσουμε τον David Cooper, καθηγητή φιλοσοφίας. Ήταν απίστευτα κριτικός απέναντι στον χριστιανισμό, γιατί πίστευε ότι ο χριστιανισμός φτιάχνει συστήματα τα οποία αφαιρούν την έννοια του μυστηρίου. Εξηγούν τα πάντα για τον Θεό. Ό,τι υπάρχει εκεί πέρα —πείτε το έτσι, πείτε το αλλιώς—, το έχουν εξηγήσει. Ξέρουμε τα πάντα για τον Θεό. Ακόμη και όταν λέμε ότι δεν ξέρουμε, το λέμε με έναν τρόπο σαν να ξέρουμε και αυτό που δηλώνουμε ότι δεν ξέρουμε. Ο Cooper, λοιπόν, πίστευε ότι η θεωρία που έχουμε χτίσει για τον χριστιανισμό αφαιρεί την έννοια του μυστηρίου. [Ακατάληπτο] ο φοιτητής του, ο οποίος έκανε μεταπτυχιακό στον Heidegger. Και επειδή δεν τη σημείωσε, νομίζω ότι είμαι ο πρώτος που [ακατάληπτο] με τον Heidegger. Ευτυχώς! Κι αυτό επειδή δεν την υποσημείωσε.[ΣΧΕΣΕΙΣ,ΑΝΑΛΟΓΙΑ. ΑΓΑΠΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ]
Αρχίζει να μιλάει ο φοιτητής και ο Cooper κοιτάζει εμένα: «Εσείς ποιος είστε;» «Είμαι από το Department of Theology». «Μάλιστα. Από πού;» «Από την Ελλάδα». «Ξέρετε τον κύριο Γιανναρά;» Μετά πήρα χαμπάρι ότι αυτός ήταν ο David Cooper, ο οποίος σε μια διάλεξή του είχε πει ότι, ενώ πίστευε πως ο χριστιανισμός ως σύστημα αφαιρεί τελείως την έννοια του μυστηρίου, διαβάζοντας τον Heidegger και τον Γιανναρά αντιλήφθηκε ότι υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να μιλάμε για τον χριστιανισμό, χωρίς να αφαιρούμε την έννοια του μυστηρίου. Οι φίλοι στην Αγγλία θεωρούσαν δεδομένο, όταν άκουγαν ότι έρχομαι από την Ελλάδα, πως έχω διαβάσει τον κύριο Γιανναρά. Παιδιά από τον Καναδά, την Αυστραλία και την Αμερική τον είχαν ήδη διαβάσει. Παρένθεση: όλοι αυτοί ήταν πατρολόγοι· δεν ασχολούνταν με αυτό που λέμε συστηματική θεολογία. Πηγαίνουμε πάλι αρκετά χρόνια μπροστά. Έρχομαι στην Ελλάδα και κάποια στιγμή λαμβάνω ένα email από το All Hallows, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, με πρόταση να γίνω επιβλέπων στη διδακτορική διατριβή ενός καθολικού ιερωμένου. Ήθελε να κάνει διατριβή για τον Charles Taylor, έναν καθολικό φιλόσοφο από τον Καναδά, και τον Χρήστο Γιανναρά. Στην πρώτη συνάντηση τον ρωτώ: «Γιατί τον Χρήστο Γιανναρά; Έχετε τον von Balthasar. Κι αυτός μιλάει για το πρόσωπο, κι αυτός μιλάει για τη Θεία Ευχαριστία. Γιατί τον Χρήστο Γιανναρά;» Η απάντηση: «Ναι, αλλά είναι layman». Λαϊκός. Ήθελε να βάλει τον Charles Taylor, που είναι λαϊκός, απέναντι σε έναν άλλο λαϊκό. Δεν έβλεπε τη διαφορά, να το πω έτσι, τη μετάβαση από την καθολική σκέψη στην ορθόδοξη. Πίστευε ότι ο Γιανναράς ταίριαζε απόλυτα, γιατί είχε την έννοια της Ευχαριστίας και —το πολύ σημαντικό— του μυστηρίου του προσώπου. Αυτή η έννοια του μυστηρίου νομίζω ότι τα λέει όλα.
Πριν από λίγο καιρό, λίγο πριν από την εκδημία του κυρίου καθηγητή, επικοινώνησε μαζί μου ένας νέος από τη Γενεύη, Alexander το όνομά του. Μου είπε ότι ήθελε να μιλήσουμε, γιατί είχε διαβάσει κάποια κείμενά μου και ήθελε τη συμβουλή μου. Γιατί; Παρότι δεν είναι ορθόδοξος, θέλει να γράψει μια διδακτορική διατριβή για τον Χρήστο Γιανναρά. Αν δεν είχα διαβάσει τον κύριο Γιανναρά, δεν θα είχα τη χαρά και την τιμή να συνομιλήσω με όλους αυτούς τους ανθρώπους, να γνωρίσω υπέροχες προσωπικότητες, ανθρώπους με διαφορετικό background. Και ξαφνικά αυτός ο άνθρωπος γίνεται το κέντρο γύρω από το οποίο μπορούμε όλοι να μιλάμε και να συνεννοούμαστε. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν, μέσα στην περίοδο του κορονοϊού, χτυπάει το τηλέφωνο και βλέπω άγνωστο αριθμό; Συνήθως δεν απαντώ σε τέτοια τηλεφωνήματα. Βέβαια, τότε δεν υπήρχε τόση [ακατάληπτο] με ανθρώπους που αλλοιώνουν τη φωνή τους και λένε ότι είναι κάποιος άλλος. Ακούγεται μια πάρα πολύ όμορφη, ευγενική, γλυκιά φωνή: «Είμαι ο κύριος Χρήστος Γιανναράς». Στην αρχή νόμισα ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. «Ήθελα να μιλήσω στον κύριο Μπάρτση. Έχετε γράψει ένα κείμενο για μένα, το οποίο δεν έχετε εκδώσει στην Ελλάδα, για το Άσμα Ασμάτων». Του είχε κάνει εντύπωση ότι είχα γράψει το προφανές: πως, πρώτα απ’ όλα, ο κύριος Γιανναράς είναι ποιητής. Όλοι τον διαβάζουμε ως θεολόγο. Σε δύο μεγάλα συνέδρια μιλούν όλοι για τον τρόπο, για το πρόσωπο, για τον έρωτα — Το πρόσωπο και ο έρως. Πολύ απλά, κανείς δεν μιλάει για το ότι είναι ποιητής. Αυτό του είχε κάνει εντύπωση. Θα ανοίξω μια μικρή παρένθεση. Τι είχα πει σε εκείνο το κείμενο για το σχόλιό του στο Άσμα Ασμάτων; Κάτι πολύ απλό: χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα γιατί έχει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το όμορφο πρέπει να το πεις με όμορφες λέξεις. Και το όμορφο δεν είναι όπως το πλατωνικό όμορφο. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό: ένα μυστήριο που σου φανερώνεται. Τι κάνει, λοιπόν; Χρησιμοποιεί όμορφες λέξεις. Χρησιμοποιεί πολλά φωνήεντα για να μιλήσει για τον Θεό. «…και στον εναγκαλισμό του παράφορου νυμφίου [ακατάληπτο] ο έρωτας ως όρθρος και εκπνέει κάθε φόβο…» … Είχα υπάρξει, ευτυχώς —δυστυχώς—, για λίγο καιρό ψάλτης. Παίρνεις χαμπάρι: «όρθρος»,… Όπα. Εδώ μιλάμε για ενεργητική γλώσσα. Αρκεί να έχεις βρεθεί λίγο στην εκκλησία, στον Όρθρο, να έχεις ακούσει λίγο τους κανόνες, και παίρνεις χαμπάρι: «Ωπ, εδώ μιλάμε για μια τελείως διαφορετική γλώσσα». Και μετά ο κύριος Γιανναράς, ο κύριος καθηγητής, μιλάει για τον έρωτα της καθημερινότητας: «φτωχικές μπουγάδες απλωμένες σε μια ύστατη έκκληση…· κακοβαμμένα μαλλιά, πλαδαρές σάρκες, το τρανζίστορ να ουρλιάζει λαϊκό καημό». Σου φτιάχνει αμέσως μια εικόνα που δεν μπορείς να βγάλεις από το μυαλό σου.
Γι’ αυτό το κείμενο είχα μιλήσει: για το πώς χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μιλήσει για τον έρωτα, τον θεϊκό, να το πω έτσι, και τον καθημερινό, όπως τον αντιλαμβανόμαστε εμείς.
Όταν, λοιπόν, επιτέλους συναντηθήκαμε, η αγωνία μου ήταν: «Θα πάω στο σπίτι του να τον γνωρίσω· για τι θα μιλήσω; Τι έχω εγώ, που είμαι από την Αλμυρή Κορινθίας, να πω στον Χρήστο Γιανναρά; Έχει γράψει τόσα βιβλία. Τι στο καλό θα πούμε;»
Η έκπληξη ήταν ότι με ρωτούσε εκείνος. Εγώ περίμενα να τον ρωτήσω: «Τι πιστεύετε για το πρόσωπο; Τι πιστεύετε για [ακατάληπτο]; Τι πιστεύετε γι’ αυτό ή για εκείνο;» Αλλά ρωτούσε αυτός. Και τι ρωτούσε; Για την καθημερινότητα. Όπως κάνει ένας άνθρωπος όταν γνωρίζει κάποιον: «Πώς περνάς; Πώς είσαι;» Έμαθε ότι η σύζυγός μου είναι από τη Συρία. Με ρωτούσε· έπαιρνε τηλέφωνο να μάθει πώς είναι η κατάσταση, πώς πάνε αυτοί οι άνθρωποι, πώς ζουν. «Τι συμβαίνει, επιτέλους;» Μιλούσε για τα πράγματα, για το πώς περνά η καθημερινότητα, πώς περνά ο βίος. Αυτός ο βίος, για τον οποίο μιλά και λέει ότι είναι η καθημερινότητα που ζούμε. Και ξαφνικά περνούσαμε στη θεολογία, στη φιλοσοφία. Γιατί; Πολύ απλά, με τον τρόπο που εκφραζόταν, με εκείνη την υπέροχη φωνή που έχει μείνει στα αυτιά μας, με την καλοσύνη του, η συζήτηση περνούσε πολύ αβίαστα στη θεολογία και στη φιλοσοφία, στα βαθιά. Εκεί έμπαιναν όλοι αυτοί που σας είπα: ο Derrida, ο Žižek, [ακατάληπτο]. Όλοι χωρούσαμε. Και μετά γυρίζαμε στα καθημερινά. Και ύστερα πάλι σε κάτι πιο βαθύ. Αυτό ήταν.
Εκεί κατάλαβα κάτι πολύ σημαντικό: μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε για τους συγγραφείς. Διαβάζουμε ανθρώπους, κρίνουμε, κατακρίνουμε, υποστηρίζουμε. Και ξαφνικά έρχεται η προσωπική επαφή. Θα μου πείτε: είναι εύκολο να συναντήσουμε κάθε συγγραφέα; Όχι. Εκείνο όμως που έμαθα από τη δική μου εμπειρία είναι να καθυστερώ λίγο περισσότερο να κρίνω, μέχρι να συναντήσω το πραγματικό πρόσωπο, τον πραγματικό άνθρωπο.
Νομίζω ότι αυτό ήταν και το κλειδί όσων προσπαθούσε να μας πει σε όλα του τα κείμενα: να μας μιλήσει για το μυστήριο του προσώπου. Είμαστε πολύ περισσότερα από όσα δείχνουμε, από όσα διαβάζουμε ή ακούμε για τους άλλους. Είναι ένα μυστήριο που ξετυλίγεται μπροστά μας και δεν έχουμε ιδέα πού θα μας οδηγήσει.
Αυτό ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ, ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΜΕΝΗ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΠΩΣ ΛΕΜΕ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΚΑΝΩ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. ΓΙΑ ΨΑΡΩΜΕΝΟΥΣ.
τοῦ Μητροπολίτη Κάλλιστου Ware
-Μίλησέ μας γιά τίς θεῖες ὀπτασίες πού βλέπεις, εἶπε κάποτε ἕνας μοναχός στόν ὅσιο Παχώμιο. -Ἕνας ἁμαρτωλός σάν ἐμένα δέν προσδοκᾶ ὀπτασίες ἀπό τόν Θεό, ἀπάντησε ὁ Παχώμιος, ἀλλά ἀφῆστε με νά σᾶς πῶ γιά μία μεγάλη ὀπτασία, γιά τόν ἅγιο καί ταπεινό ἄνθρωπο. Γιατί ποιά ὀπτασία μπορεῖ νά εἶναι μεγαλύτερη ἀπό αὐτή: νά βλέπουμε τόν ἀόρατο Θεό ἀποκαλυπτόμενο στό ναό Του, σ’ ἕνα ὁρατό ἀνθρώπινο πρόσωπο; Αὐτή εἶναι ἡ ἀνώτερη ἀπ’ ὅλες τίς ὀπτασίες, ἕνα ἀληθινό θαῦμα: μία ἀνθρώπινη ὕπαρξη πλασμένη κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ.[PICO DELLA MIRANDOLA]
ΠΑΡΕΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΩΣΗ ΕΧΕΙ ΧΑΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟ. ΓΙ'ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΛΟΓΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ. ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΘΕΟΙ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ.
Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ Ware ΥΠΗΡΞΕ Ο ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ Sobornost ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ Ο Andrew Louth;