Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger 2

Συνέχεια από Παρασκευή 30. Οκτωβρίου 2026


Η Κριτική του καθαρού λόγου και η ηπειρωτική φιλοσοφία:

Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger 2

Dahlstrom, Daniel O. “The Critique of Pure Reason and Continental Philosophy: Heidegger’s Interpretation of Transcendental Imagination.” The Cambridge Companion to Kant’s Critique of Pure Reason. Ed: Paul Guyer. Cambridge: Cambridge University Press, 2010. 380-400.


2. Οι δύο διαστάσεις του KPM

Η ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου από τον Heidegger έχει μια μεταφυσική και μια γνωστική διάσταση. Υποστηρίζει ότι η Κριτική θέτει, υπό μια ορισμένη έννοια, τα θεμέλια της μεταφυσικής και ότι, ως εκ τούτου, συμπίπτει σε κάποιο επίπεδο με τη θεμελιώδη οντολογία, το ίδιο το εγχείρημα του Heidegger εκείνη την εποχή. Αυτή η μεταφυσική διάσταση κυριαρχεί στις εναρκτήριες και στις καταληκτικές ενότητες του KPM.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ερμηνεύει επίσης καίρια χωρία της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, τα οποία αποσκοπούν στην απόδειξη της δυνατότητας της γνώσης ή της εμπειρίας αντικειμένων (A 158/B 197) — εκείνου που ο Heidegger ονομάζει «υπέρβαση» (71/48) και «πεπερασμένο γνωρίζειν» (119/81) [20]. Αυτές οι μεταφυσικές και γνωστικές διαστάσεις συγκλίνουν τελικά, αφού μόνο μια εξήγηση της δυνατότητας της υπέρβασης —της εμπειρικής γνώσης αντικειμένων— μπορεί να παράσχει τα θεμέλια, δηλαδή τη θεμελιώδη οντολογία, για οποιαδήποτε μελλοντική μεταφυσική. Ωστόσο, ως ανάγνωση της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, η γνωστική διάσταση στέκεται αυτοτελώς· και, πράγματι, η διεισδυτικότητα της ερμηνείας του Heidegger στο σύνολό της εξαρτάται από αυτή την ανάγνωση και από την εξήγηση που δίνει για τη θεμελιώδη σύνθεση η οποία καθιστά δυνατή την εμπειρία αντικειμένων. Ο Heidegger υποστηρίζει ότι η συνεπέστερη και πειστικότερη ερμηνεία της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, στην πρώτη έκδοση, οδηγεί, με τους ίδιους τους όρους του Kant, στο συμπέρασμα ότι εκείνο που καθιστά δυνατή την εμπειρία αντικειμένων δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την υπερβατολογική δύναμη της φαντασίας, η οποία είναι ριζωμένη σε μια θεμελιώδη μορφή χρονικότητας [21].

Ο Heidegger προετοιμάζει το έδαφος για την επιχειρηματολογία του παραθέτοντας την εναρκτήρια πρόταση της Υπερβατολογικής Αισθητικής:
«(I) Με όποιον τρόπο και με οποιαδήποτε μέσα κι αν μια γνώση σχετίζεται με αντικείμενα, εκείνο μέσω του οποίου σχετίζεται άμεσα με αυτά και στο οποίο αποβλέπει κάθε νόηση ως μέσο είναι η εποπτεία» (A 19/B 33).


Ο Heidegger ερμηνεύει την πρόταση (I) με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θείο γνωρίζειν. Και τα δύο αποτελούν ένα είδος εποπτείας, διαφέρουν όμως επειδή οι άνθρωποι δεν δημιουργούν αυτό που εποπτεύουν κατά τη διαδικασία της εποπτείας του. Το ανθρώπινο γνωρίζειν είναι πεπερασμένο εξαιτίας της εξάρτησής του τόσο από κάτι που βρίσκεται ήδη εκεί και το οποίο προσλαμβάνει (hinnimmt) όσο και από την ανάγκη να συσχετίζει αυτό που προσλαμβάνει με άλλα πράγματα κατά τη διαδικασία της πρόσληψής του [22]. Σε αντίθεση με τον θείο νου, ένας ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίζει μόνο αντικείμενα, δηλαδή όντα που του παρουσιάζονται —εμφανίζονται—, και μπορεί να τα γνωρίζει μόνο έμμεσα (umwegig), «διατρέχοντας» —νοώντας— περισσότερα από ένα πράγματα. Δυνάμει αυτής της διασκεπτικότητας, η νόηση προσδιορίζει το εποπτευόμενο «ως τούτο και εκείνο» ή υπό το πρίσμα κάποιας γενικότητας, καθιστώντας το έτσι προσιτό και κοινοποιήσιμο στους άλλους [23]. Το ανθρώπινο γνωρίζειν είναι πεπερασμένο επειδή είναι συγχρόνως δεκτικό και διασκεπτικό: είναι δηλαδή μια εποπτεία που προσλαμβάνει κάτι και μπορεί να το κάνει μόνο νοώντας το (hinnehmende und deshalb denkende Anschauung) (30/20). Παραθέτοντας το Opus postumum του Kant —και απηχώντας τον Riehl—, ο Heidegger προσθέτει ότι η διαφορά ανάμεσα στα πράγματα καθ’ εαυτά και στα φαινόμενα είναι «απλώς υποκειμενική»: αναφέρεται στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το άπειρο και το πεπερασμένο γνωρίζειν σχετίζονται με «το ίδιο αντικείμενο», έτσι ώστε «εκείνο που βρίσκεται “πίσω από τα φαινόμενα” είναι το ίδιο ον με το φαινόμενο» (32 κ.ε./21 κ.ε.).

Αυτή η έμφαση στην περατότητα του ανθρώπινου γνωρίζειν, την οποία υπογραμμίζει η προτεραιότητα μιας εποπτείας που είναι συγχρόνως δεκτική και απαιτεί νόηση, εισάγει το κεντρικό ζήτημα της σύνθεσης του εποπτεύειν και του νοείν. Η απλή παράθεσή τους και η αναγνώριση της αλληλεξάρτησής τους κάθε άλλο παρά αρκούν για να εξηγήσουν τη δυνατότητα του γνωρίζειν. Παραθέτοντας την παρατήρηση του Kant ότι «μόνο από τη συνένωσή τους μπορεί να προκύψει γνώση» (A 51/B 75 κ.ε.), ο Heidegger υποστηρίζει ότι «μόνο στη συνένωση των δύο, η οποία προδιαγράφεται από τη δομή τους, μπορεί μια πεπερασμένη γνώση να είναι αυτό που απαιτεί η ουσία της» (36/24). Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε τη σύνθεση αυτών των στοιχείων ως κάτι που τους επιτρέπει «να αναδυθούν κατά τον τρόπο με τον οποίο ανήκουν το ένα στο άλλο και μέσα στην ενότητά τους», αντί να τη θεωρήσουμε κάτι που επέρχεται εκ των υστέρων (36/24). Εφόσον πρέπει να συγκροτεί την ουσιώδη ενότητα των καθαρών εποπτειών και των καθαρών εννοιών, η οποία καθιστά δυνατές τις εμπειρικές συνθέσεις, αυτή η σύνθεση είναι αναγκαία a priori και καθαρή, όχι ενδεχομενική ή εμπειρική [24]. Το ότι ο Kant είχε κατά νου μια θεμελιώδη σύνθεση με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζεται, κατά τον Heidegger, από τον χαρακτηρισμό, αντίστοιχα, της καθαρής εποπτείας και της καθαρής νόησης ως «συνθετικών» (59 κ.ε./40). Το νόημα υπό το οποίο καθεμία είναι συνθετική απαιτεί τη μεταξύ τους σύνθεση· και αυτή η σύνθεση, όπως επιχειρεί να δείξει ο Heidegger, είναι έργο της υπερβατολογικής δύναμης της φαντασίας, η οποία «διαμορφώνει αναγκαία και πρωταρχικά τις ίδιες, καθώς τις ενοποιεί» (61/41) [25].

3. Εισαγωγή στη συνθετική λειτουργία της φαντασίας


Σύμφωνα με τον Heidegger, ο Kant εισάγει τον πρώτο προσδιορισμό της «πρωταρχικής ουσιώδους ενότητας των καθαρών στοιχείων» παρατηρώντας ότι η αυτενέργεια της νόησής μας απαιτεί το «πολλαπλό [που παρέχεται από την καθαρή εποπτεία του χώρου και του χρόνου] πρώτα να διατρέχεται με ορισμένο τρόπο, να προσλαμβάνεται και να συνδέεται, ώστε να προκύπτει από αυτό μια γνώση. Ονομάζω αυτή την ενέργεια “σύνθεση”» (A 77/B 102). Η νόηση χρειάζεται εκείνο που παρέχει η καθαρή εποπτεία —«χωρίς το οποίο θα ήταν εντελώς κενή»—, αλλά μόνο εφόσον αυτό πρώτα «διατρέχεται και συγκεντρώνεται», δηλαδή μόνο εφόσον έχει συντελεστεί μια σύνθεσή του (62/42). Πράγματι, κάθε ανάλυση, υποστηρίζει ο Kant, προϋποθέτει τη σύνθεση ενός δεδομένου πολλαπλού. Εφόσον αυτή η σύνθεση είναι εκείνη που συνενώνει τα στοιχεία σε ένα περιεχόμενο εν γένει, «αυτή [η σύνθεση] είναι επομένως το πρώτο στο οποίο πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας, αν θέλουμε να κρίνουμε σχετικά με την πρωταρχική προέλευση της γνώσης μας» (A 77/B 103). Αφού διατυπώσει αυτή την προτεραιότητα της σύνθεσης έναντι της ανάλυσης, ο Kant αποδίδει τη σύνθεση εν γένει στη δύναμη της φαντασίας:
«(II) Η σύνθεση εν γένει είναι το απλό αποτέλεσμα της δύναμης της φαντασίας, μιας τυφλής, αν και απαραίτητης, λειτουργίας της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε καμία απολύτως γνώση, της οποίας όμως σπάνια έχουμε καν συνείδηση» (A 78/B 105).

Από την πρόταση (II) και τα συμφραζόμενά της, ο Heidegger συνάγει ότι η δύναμη της φαντασίας «επιφέρει» (erwirkt) κάθε συνθετική δομή που είναι ουσιώδης για το γνωρίζειν (63/42). Επομένως, η δύναμη της φαντασίας είναι εκείνη που συνθέτει το ενοποιημένο όλον το οποίο παριστάνεται σε μια καθαρή εποπτεία, ενόψει μιας καθοδηγητικής ενότητας που παρέχεται από μια καθαρή έννοια. Κατά τη διαδικασία αυτή, εξασφαλίζει στις καθαρές έννοιες το αναγκαίο γνωστικό έρεισμα (63/42). Οι εκθέσεις του Kant για τις καθαρές εποπτείες και για τις καθαρές έννοιες της διάνοιας αποκαλύπτουν σε κάθε περίπτωση μια σύνθεση —τελικά τη μεταξύ τους σύνθεση— που εξαρτάται από τη δύναμη της φαντασίας. Η δύναμη της φαντασίας είναι, συνεπώς, απαραίτητη και μη αναγώγιμη στις λειτουργίες της εποπτείας και της νόησης μέσα στο γνωρίζειν. Για να υπογραμμίσει τον διακριτό ρόλο της, ο Heidegger παραθέτει τη διάκριση του Kant ανάμεσα στα τρία μέρη της «πλήρους ουσίας της καθαρής γνώσης» (63/42): το πολλαπλό της καθαρής εποπτείας, τη σύνθεσή του από τη δύναμη της φαντασίας και την έννοια της διάνοιας που προσδίδει ενότητα σε αυτή την καθαρή σύνθεση (A 78 κ.ε./B 104).

Προειδοποιώντας να μην αντιληφθούμε άκαμπτα τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα τρία μέρη, ο Heidegger τονίζει ότι οι πολλαπλότητες που ενοποιούνται στην καθαρή εποπτεία και νοούνται αναλόγως δεν συναντώνται απλώς, αλλά συναρμόζονται (sich fügen) μέσα στη σύνθεση που παράγει η δύναμη της φαντασίας. Τόσο η καθαρή εποπτεία όσο και η καθαρή διάνοια έχουν συνθετικό χαρακτήρα χάρη στη συναρμογή τους μέσα στη μεσολαβητική σύνθεση της δύναμης της φαντασίας. Από την πλευρά της, η δύναμη της φαντασίας είναι πανταχού παρούσα, απαραίτητη και μη αναγώγιμη στην εποπτεία ή στη διάνοια, επειδή τις συνθέτει.[ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ Ή Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ  ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ.Η ΓΝΩΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΠΡΟΒΟΛΗ]

Ωστόσο, ακόμη κι αν τα παρατιθέμενα χωρία επιβεβαιώνουν ότι ο Kant αναγνωρίζει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της δύναμης της φαντασίας, ο Heidegger αναγνωρίζει ότι αυτοί οι αρχικοί προσδιορισμοί του θεμελιώδους, συνθετικού ρόλου της αποτελούν απλώς το πρώτο βήμα προς τον προσδιορισμό της φύσης της. Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα γίνονται σαφέστερα στην υπερβατολογική παραγωγή, δηλαδή στην απόδειξη ότι οι καθαρές έννοιες της διάνοιας καθιστούν δυνατή την εμπειρία αντικειμένων [2].

4. Η συνθετική λειτουργία της καθαρής φαντασίας στην υπερβατολογική παραγωγή (A)

Επαναλαμβάνοντας τη ρεαλιστική ερμηνεία του για την εξάρτηση του ανθρώπινου γνωρίζειν από κάτι δεδομένο, που δεν δημιουργείται μέσα στην εποπτεία, ο Heidegger ερμηνεύει τα αντικείμενα ως κάτι «ήδη παρόν» (70/47). Η εξήγηση του πώς είναι δυνατή η γνώση αντικειμένων —«η εσωτερική δυνατότητα της υπέρβασης», στην ορολογία του Heidegger— συνεπάγεται την εξήγηση του πώς μπορούμε να στραφούμε προς τα αντικείμενα κατά τρόπο ώστε αυτά να μπορούν καν να σταθούν απέναντί μας· δηλαδή, πώς μπορούμε να προσανατολιστούμε προς αυτά ως αντικείμενα. Εδώ βρίσκεται ο ρόλος των καθαρών εννοιών. Ως πρωταρχικές παραστάσεις ενότητας, οι οποίες ενοποιούν και οι ίδιες, παριστάνουν τους περιορισμούς —τους κανόνες— που επιτρέπουν σε κάτι να παρουσιάζεται ως αντικείμενο [27]. Έργο της υπερβατολογικής παραγωγής είναι να αποδείξει πώς το επιτελούν αυτό: πώς οι καθαρές έννοιες υπαγορεύουν τι μπορεί να γίνει αντικείμενο εμπειρίας και λειτουργούν έτσι ως συγκροτητικοί όροι του χαρακτήρα των αντικειμένων ως αντικειμένων —της δυνατότητας να τα γνωρίζουμε. Ο Heidegger ερμηνεύει το τρίτο τμήμα της παραγωγής στην πρώτη έκδοση για να δείξει «πώς η καθαρή διάνοια και η καθαρή εποπτεία εξαρτώνται η μία από την άλλη a priori» (77/52) και, ακόμη σημαντικότερο, πώς εξαρτώνται από την «καθαρή σύνθεση» που καθιστά δυνατή τη σύνδεσή τους (78/52 κ.ε.). Ο Heidegger ακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο προχωρεί ο Kant: (a) ξεκινώντας από τη διάνοια (A 116–120) και έπειτα (b) «από κάτω» (A 119), δηλαδή από την εποπτεία (A 120–128).

(a) Από την καθαρή κατάληψη στη δύναμη της φαντασίας. 
Η «πρώτη οδός» αρχίζει με τις παρατηρήσεις του Kant σχετικά με την «αναγκαιότητα της συνείδησης της ταυτότητας του εαυτού» για τη γνώση ενός πολλαπλού που συντίθεται από αυτήν, καθώς και με την ισοδυναμία αυτής της ταυτόσημης αυτοσυνείδησης προς μια «συνείδηση της εξίσου αναγκαίας ενότητας της σύνθεσης όλων των φαινομένων σύμφωνα με έννοιες» (A 108). Όπως το διατυπώνει ο Heidegger, κατά την παράσταση μιας ενότητας είναι φανερό στο ίδιο το παριστάνειν ότι δεσμεύει τον εαυτό του στην ενότητα, διατηρώντας τον εαυτό του ταυτόσημο καθ’ όλη τη διαδικασία παράστασης της ενότητας (78 κ.ε./53).

Μόνο εφόσον του είναι σιωπηρά φανερό ότι το ίδιο είναι αυτή η αυτοσυντηρούμενη διαδικασία παράστασης ενότητας —«καθαρή κατάληψη»— μπορεί κάτι να σταθεί απέναντί του. Η καθαρή αυτοσυνείδηση, ως αυτή η έμμεση «στροφή προς τον εαυτό της» (Selbstzuwendung), αποτελεί αναγκαίο όρο ώστε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, κατά τα λόγια του Kant, «να μας αφορά» (A 116). Με αυτόν τον τρόπο, ο Heidegger ερμηνεύει το νόημα υπό το οποίο «η καθαρή έννοια, ως συνείδηση ενότητας εν γένει, είναι αναγκαία καθαρή αυτοσυνείδηση» και «η καθαρή διάνοια ενεργεί ως υπερβατολογική κατάληψη, κρατώντας πρωταρχικά μπροστά στον εαυτό της μια ενότητα» (79/53).

Η ερμηνεία του Heidegger, εδώ όπως και αλλού, είναι αναμφίβολα φαινομενολογική. Πασχίζει να ανακτήσει τα βιωμένα αλλά παραγνωρισμένα νοήματα της ορολογίας του Kant, στον βαθμό που αυτά είναι ουσιώδη για τη γνώση. Γι’ αυτό ερμηνεύει τις έννοιες γενικά ως ενότητες που κρατούμε στο βλέμμα μας, ως επί το πλείστον υπόρρητα, κατά τη διαδικασία ενοποίησης κάποιου πολλαπλού. Αντίστοιχα, χαρακτηρίζει την καθαρή κατάληψη ως τη σιωπηρή προφάνεια αυτής της διαδικασίας, η οποία μπορεί πάντοτε να καταστεί ρητή (79 κ.ε./53 κ.ε.) [28].

Από αυτή τη φαινομενολογική προοπτική, ο Heidegger θέτει το κρίσιμο για την ερμηνεία αυτών των χωρίων ερώτημα: τι παριστάνεται μέσα στην ενότητα; Εφόσον η διάνοια δεν μπορεί να είναι η ίδια η πηγή εκείνου που ενοποιείται, πρέπει να το «αναμένει», με τρόπο ωστόσο που να καθιστά δυνατή μια τέτοια συνάντηση. Με άλλα λόγια, οι καθαρές έννοιες της διάνοιας κατευθύνονται προς την ενοποίηση εκείνου που δεν είναι ακόμη ενοποιημένο καθ’ εαυτό (79/53 κ.ε.). Γι’ αυτόν τον λόγο, υποστηρίζει ο Heidegger, η υπερβατολογική κατάληψη «προϋποθέτει ή περιλαμβάνει μια σύνθεση» (A 118).

Ενώ ο Kant φέρεται να αμφιταλαντεύεται συχνά ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της σχέσης της ενότητας με την ενοποιούσα σύνθεση, αποδίδει τη σχετική σύνθεση στη δύναμη της φαντασίας:

«(III) Η αρχή της αναγκαίας ενότητας της καθαρής —παραγωγικής— σύνθεσης της δύναμης της φαντασίας πριν από την κατάληψη είναι, επομένως, το θεμέλιο της δυνατότητας κάθε γνώσης, ιδιαίτερα της εμπειρίας» (A 118).

Σύμφωνα με τον Heidegger, ο όρος «πριν» σε αυτό το χωρίο —το οποίο θεωρεί ότι απορρέει από την πρόταση (II)— δεν δηλώνει μια σύνθεση που συντελείται πριν από την υπερβατολογική κατάληψη ή που υφίσταται κατά κάποιον τρόπο αυτοτελώς. Ούτε θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου του υπερβατολογικού χαρακτήρα της σύνθεσης. Ωστόσο, εφόσον μια καθαρή έννοια της διάνοιας είναι «μια ενοποιούσα ενότητα, δηλαδή το παριστάνειν είναι καθ’ εαυτό ενοποιητικό», πρέπει να δίνεται κάτι a priori για να πραγματοποιηθεί αυτή η ενοποίηση (80 κ.ε./54 κ.ε.).

(b) Από την εποπτεία στη δύναμη της φαντασίας. 
Επειδή οι αντιλήψεις «συναντώνται διάσπαρτες και μεμονωμένες» (A 120), χρειάζεται να συνδεθούν σε σύνολο, δηλαδή να συσχετιστούν μεταξύ τους· και για να συνδεθούν, οι σχέσεις τους πρέπει να παριστάνονται εξαρχής. Στον βαθμό που το ζήτημα αφορά τις καθαρές σχέσεις —δηλαδή τα είδη σχέσεων που διαμορφώνει ένα πεπερασμένο γνωρίζον ον ως όρους της δυνατότητας γνώσης οποιωνδήποτε εμπειρικών σχέσεων—, οι σχέσεις αυτές είναι εκείνες που παρέχει η καθαρή εποπτεία του χρόνου (A 99). Η δύναμη που διαμορφώνει αρχικά τέτοιες σχέσεις (Verhältnisse bildend) κατά τη διαδικασία παράστασής τους είναι η καθαρή δύναμη της φαντασίας (Einbildungskraft) (82/56). Με αυτόν τον τρόπο, ο Heidegger ερμηνεύει το ίδιο το συμπέρασμα του Kant «ότι υπάρχει μια ενεργός ικανότητα σύνθεσης αυτού του πολλαπλού, την οποία ονομάζουμε “δύναμη της φαντασίας”» (A 120). Η δύναμη της φαντασίας συνδέει το πολλαπλό σε σύνολο με τρόπο που διέπεται από κανόνες και όχι τυχαία (83/56). Ο ορίζοντας περιορισμών που προκύπτει περιλαμβάνει την καθαρή συγγένεια μεταξύ των φαινομένων, εξηγώντας έτσι την παρατήρηση του Kant «ότι ακόμη και η συγγένεια των φαινομένων καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της υπερβατολογικής λειτουργίας της δύναμης της φαντασίας» (A 123). Συγχρόνως, εφόσον η χρονική σύνθεση των αντιλήψεων από τη δύναμη της φαντασίας είναι a priori, πρέπει να περιλαμβάνει μέσα της μια διαρκή παράσταση ενότητας, δηλαδή «το σταθερό και διαρκές Εγώ —της καθαρής κατάληψης» (A 123). Όπως η πρώτη οδός αποδεικνύει την εξάρτηση της υπερβατολογικής κατάληψης —της καθαρής διάνοιας— από την καθαρή δύναμη της φαντασίας, έτσι και η δεύτερη οδός αποδεικνύει την εξάρτηση της καθαρής εποπτείας, ως προς την υπερβατολογική λειτουργία της, από την καθαρή δύναμη της φαντασίας.

«(IV) Διαθέτουμε, επομένως, μια καθαρή δύναμη της φαντασίας, ως θεμελιώδη ικανότητα της ανθρώπινης ψυχής, η οποία αποτελεί a priori το θεμέλιο κάθε γνώσης… Και τα δύο άκρα, δηλαδή η αισθητικότητα και η διάνοια, πρέπει αναγκαία να συνδέονται μέσω αυτής της υπερβατολογικής λειτουργίας της δύναμης της φαντασίας· διότι διαφορετικά η πρώτη θα παρείχε βέβαια φαινόμενα, αλλά όχι αντικείμενα εμπειρικής γνώσης, και συνεπώς δεν θα υπήρχε εμπειρία» (A 124).

Όπως και η πρόταση (III), αυτό το χωρίο βεβαιώνει ότι η σχετική σύνθεση από την καθαρή δύναμη της φαντασίας καθιστά εν γένει δυνατή την εμπειρία, δηλαδή την εμπειρική γνώση αντικειμένων —για τον Heidegger, την «υπέρβαση».

5. Η σύνθεση μέσω της σχηματοποίησης

Σημειώσεις:

[20]. Επειδή η υπέρβαση για τον Heidegger σημαίνει κάτι περισσότερο από τη γνωστική εμπειρία αντικειμένων, την ερμηνεύει ως «πεπερασμένο σχετίζεσθαι προς τα όντα» (71/48).
[21]. Ο Heidegger ανασυγκροτεί την επιχειρηματολογία του Kant σε πέντε στάδια. Το κυρίως κείμενο αυτού του κεφαλαίου εξετάζει το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο στάδιο· για τα υπόλοιπα στάδια, βλ. σημειώσεις 24 και 34.
[22]. Εδώ είναι εμφανείς οι συγγένειες με τον «κριτικό ρεαλισμό» των Riehl και Külpe.
[23]. Το εποπτευόμενο, προσθέτει ο Heidegger, προσδιορίζεται με το «βλέμμα» προς το καθολικό, μολονότι το τελευταίο παραμένει αθεματοποίητο· ερμηνεύει αυτή τη διαδικασία «ενοποίησης» της νόησης με την εποπτεία ως αληθευτική σύνθεση, η οποία αποτελεί τη βάση των κατηγορηματικών και αποφαντικών συνθέσεων (27 κ.ε./18 κ.ε.).
[24]. Το υποτιθέμενο «πρώτο στάδιο» της επιχειρηματολογίας του Kant είναι η χωριστή εισαγωγή των καθαρών εποπτειών και των καθαρών εννοιών, χωρίς αναφορά στην απαιτούμενη σύνθεση· για τον Heidegger, αυτό αποτελεί μη αναστρέψιμο ολίσθημα, που επιβεβαιώνεται από την άνιση έκταση της Υπερβατολογικής Αισθητικής και της Υπερβατολογικής Λογικής, καθώς και από την τοποθέτηση αυτής της σύνθεσης μέσα στη δεύτερη (59/40· 66 κ.ε./44 κ.ε.).
[25]. Η σύνθεση αποτελεί συγκροτητικό όρο, περίπου όπως η ομοιόσταση σε έναν οργανισμό, καθώς διαμορφώνει και συνθέτει συγχρόνως τα στοιχεία.
[26]. Ισοδύναμα, έργο της παραγωγής είναι να αποδείξει την «αντικειμενική πραγματικότητα» των κατηγοριών, η οποία, υποστηρίζει ο Heidegger, πρέπει να διακρίνεται από την «ύπαρξη» ή την «αντικειμενική εγκυρότητά» τους (quid juris) (85–88/57 κ.ε.).
[27]. «Η διάνοια, ως όλον, παρέχει εκ των προτέρων εκείνο που αντιτίθεται στο αυθαίρετο. Παριστάνοντας την ενότητα πρωταρχικά και ως ενοποιούσα, θέτει μπροστά της έναν περιορισμό που ρυθμίζει εκ των προτέρων κάθε δυνατή [συγκέντρωση] σε σύνολο» (76/50).
[28]. Αντίστοιχα, υποστηρίζει ο Heidegger, ο Kant χρησιμοποιεί τον όρο «σύνοψη» (A 94) για να αποδώσει το πώς η καθαρή εποπτεία διαμορφώνει πρωταρχικά (bildet) μια διακριτή ενότητα, κρατώντας συγχρόνως σιωπηρά το πολλαπλό «ενωμένο» μέσα σε αυτήν (142/97 κ.ε.).
[29]. Ο Kant αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ισχυρισμό ότι η ενότητα «συνανήκει» με τη σύνθεση και στον ισχυρισμό ότι η ενότητα προϋποτίθεται από αυτήν· η πρώτη εκδοχή είναι, κατά τον Heidegger, η «ουσιωδώς αναγκαία», αφού «η ενότητα είναι εξαρχής ενοποιούσα» (80/54).

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 18 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Παρασκευή 30. Οκτωβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 18

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 24. Η ανώτατη συνθετική αρχή ως πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της υπέρβασης

Ο Kant εισάγει και αυτή την κεντρική διδασκαλία στο πλαίσιο της κριτικής στάσης του απέναντι στην παραδεδομένη μεταφυσική. Αυτή θέλει να γνωρίσει το ον «από απλές έννοιες», δηλαδή μόνο μέσω της νόησης. Η γενική λογική οριοθετεί την ιδιαίτερη ουσία της απλής νόησης. Η απλή νόηση είναι σύνδεση υποκειμένου και κατηγορήματος — κρίση. Μια τέτοια σύνδεση απλώς επεξηγεί ως τέτοιο το παριστώμενο μέσα στις συνδεόμενες παραστάσεις. Πρέπει να είναι μόνο επεξηγητική, «αναλυτική», επειδή «απλώς έπαιξε με παραστάσεις» [160]. Η απλή νόηση, αν θέλει να είναι τέτοια, πρέπει να «παραμένει» στο παριστώμενο ως τέτοιο. Βεβαίως, ακόμη και μέσα σε αυτή την απομόνωση, διαθέτει τους δικούς της κανόνες, τις δικές της αρχές, από τις οποίες ως ανώτατη ισχύει η «αρχή της μη αντίφασης» [161]. Η απλή νόηση δεν είναι καθόλου γνώση, αλλά μόνο ένα στοιχείο —και μάλιστα αναγκαίο— της πεπερασμένης γνώσης. Μπορεί όμως, με αφετηρία την απλή νόηση, εφόσον αυτή έχει εκ των προτέρων ληφθεί ως στοιχείο της πεπερασμένης γνώσης, να καταστεί ορατή η αναγκαία αναφορά της σε κάτι που είναι εκείνο το οποίο καθορίζει πρωταρχικά την πλήρη γνώση.

Αν το κατηγόρημα πρόκειται να αποτελεί στοιχείο μιας γνώσης, τότε το ζήτημα δεν είναι τόσο η σχέση του με το υποκείμενο —αποφαντική-κατηγορηματική σύνθεση— όσο η «σχέση» του, ή ορθότερα η σχέση ολόκληρης της σύνδεσης υποκειμένου και κατηγορήματος, με «κάτι εντελώς άλλο» [162]. Αυτό το άλλο είναι το ίδιο το ον, με το οποίο το γνωρίζειν, άρα και η σχέση της κρίσης που ανήκει σε αυτό, πρέπει να βρίσκεται «σε συμφωνία». Το γνωρίζειν πρέπει, επομένως, να «προχωρεί πέρα» από εκείνο στο οποίο η απλή νόηση, που προηγουμένως είχε απομονωθεί στον εαυτό της, «παραμένει» αναγκαστικά ως τέτοια. Ο Kant ονομάζει αυτή τη «σχέση» με το «εντελώς άλλο» σύνθεση — αληθευτική σύνθεση. Η γνώση ως τέτοια, εφόσον γνωρίζει κάθε φορά κάτι εντελώς άλλο, είναι συνθετική. Επειδή όμως και η κατηγορηματική-αποφαντική σύνδεση μέσα στην απλή νόηση μπορεί να ονομαστεί σύνθεση, η ιδιαίτερη σύνθεση της γνώσης είχε ήδη προηγουμένως διακριθεί ως προσκομίζουσα —δηλαδή ως προσκομίζουσα το εντελώς άλλο.

Αυτή η έξοδος προς το «εντελώς άλλο» απαιτεί όμως το να βρίσκεται κανείς μέσα σε ένα «μέσο» [163], εντός του οποίου μπορεί να συναντηθεί αυτό το «εντελώς άλλο», που δεν ταυτίζεται με το ίδιο το γνωρίζον ον ούτε βρίσκεται υπό την εξουσία του. Εκείνο όμως που καθιστά δυνατή και συγκροτεί αυτή την έξοδο, η οποία στρέφεται προς κάτι και το αφήνει να συναντηθεί, ο Kant το περιγράφει τώρα με τα ακόλουθα λόγια: «Υπάρχει μόνο ένα σύνολο μέσα στο οποίο περιέχονται όλες οι παραστάσεις μας, δηλαδή η εσωτερική αίσθηση και η a priori μορφή της, ο χρόνος. Η σύνθεση των παραστάσεων στηρίζεται στη δύναμη της φαντασίας, ενώ η συνθετική ενότητά τους —η οποία είναι αναγκαία για την κρίση— στηρίζεται στην ενότητα της κατάληψης».ᵇ [164]

Εδώ λοιπόν επανέρχεται ρητά η τριάδα των στοιχείων που είχε εισαχθεί στο δεύτερο στάδιο της θεμελίωσης, κατά την πρώτη σκιαγράφηση της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης. Το τρίτο και το τέταρτο στάδιο έδειξαν όμως πώς αυτά τα τρία στοιχεία σχηματίζουν μια δομική ενότητα, της οποίας το διαμορφωτικό κέντρο είναι η υπερβατολογική δύναμη της φαντασίας. Εκείνο όμως που διαμορφώνεται εκεί είναι η υπέρβαση. Όταν τώρα ο Kant, με σκοπό την αποφασιστική διασάφηση της υπέρβασης, υπενθυμίζει αυτή την τριάδα, δεν επιτρέπεται πλέον να την εκλάβουμε ως την ακόμη σκοτεινή παράθεση με την οποία εισήχθη στο δεύτερο στάδιο· πρέπει, αντίθετα, να είναι πλήρως παρούσα μέσα στη διαφάνεια της δομής της, η οποία αποκαλύφθηκε τελικά στον υπερβατολογικό σχηματισμό. Και αν τώρα αυτό το πέμπτο στάδιο απλώς συγκεφαλαιώνει, τότε πρέπει να κατακτηθεί ρητά η ουσιώδης ενότητα της υπέρβασης, η οποία στο δεύτερο στάδιο είχε απλώς υποδειχθεί ως πρόβλημα, ως ενότητα πλέον διαυγασμένη και αποσαφηνισμένη με αφετηρία το θεμέλιο της δυνατότητάς της.

Γι’ αυτό ο Kant συνοψίζει τώρα ολόκληρο το πρόβλημα της ουσίας της περατότητας μέσα στη γνώση στη σύντομη διατύπωση «δυνατότητα της εμπειρίας» [165]. Εμπειρία σημαίνει: πεπερασμένη γνώση του όντος, η οποία το προσλαμβάνει εποπτικά. Το ον πρέπει να δίνεται στη γνώση ως κάτι που στέκεται απέναντί της. Η «δυνατότητα» όμως, στην έκφραση «δυνατότητα της εμπειρίας», έχει μια χαρακτηριστική αμφισημία.

Η «δυνατή» εμπειρία μπορεί να εννοείται σε αντιδιαστολή προς την πραγματική. Αλλά στη «δυνατότητα της εμπειρίας» το πρόβλημα δεν είναι ούτε η «δυνατή» ούτε η πραγματική εμπειρία· είναι και οι δύο ως προς εκείνο που τις καθιστά εκ των προτέρων δυνατές. «Δυνατότητα της εμπειρίας» σημαίνει, επομένως, εκείνο που καθιστά δυνατή μια πεπερασμένη, δηλαδή όχι αναγκαστικά αλλά ενδεχομένως πραγματική εμπειρία. Αυτή η «δυνατότητα», που καθιστά πρωταρχικά δυνατό το «ενδεχομένως», είναι η possibilitas της παραδεδομένης μεταφυσικής και έχει την ίδια σημασία με την essentia ή τη realitas. Οι πραγματικοί ορισμοί αντλούνται «από την ουσία του πράγματος, το πρώτο θεμέλιο της δυνατότητας». Χρησιμεύουν «στη γνώση του πράγματος ως προς την εσωτερική του δυνατότητα» [166].

«Δυνατότητα της εμπειρίας» σημαίνει, συνεπώς, πρωτίστως: την ενιαία ολότητα εκείνου που καθιστά δυνατή την πεπερασμένη γνώση κατά την ουσία της. «Η δυνατότητα της εμπειρίας είναι λοιπόν εκείνο που προσδίδει a priori αντικειμενική πραγματικότητα σε όλες τις γνώσεις μας» [167]. Η δυνατότητα της εμπειρίας έχει, επομένως, την ίδια σημασία με την υπέρβαση. Το να περιγράψουμε την υπέρβαση στην πλήρη ουσιώδη ολότητά της σημαίνει να προσδιορίσουμε «τους όρους της δυνατότητας της εμπειρίας».

Η «εμπειρία», νοούμενη ως εμπειρική πρόσληψη, σε διάκριση από το εμπειρικά προσλαμβανόμενο, είναι δεκτική εποπτεία, η οποία πρέπει να αφήνει το ον να της δίνεται. «Δίνουμε ένα αντικείμενο» σημαίνει ότι το «παρουσιάζουμε άμεσα στην εποπτεία» [168]. Τι σημαίνει όμως αυτό; Ο Kant απαντά: ότι «συσχετίζουμε την παράσταση [του αντικειμένου] με την εμπειρία —είτε πραγματική είτε πάντως δυνατή» [169]. Αυτή η συσχέτιση σημαίνει όμως το εξής: για να μπορεί ένα αντικείμενο να δοθεί, πρέπει να έχει ήδη συντελεστεί εκ των προτέρων μια στροφή προς κάτι που μπορεί να «κληθεί να παρουσιαστεί». Αυτή η πρότερη στροφή προς κάτι συντελείται, όπως έδειξε η υπερβατολογική παραγωγή και εξήγησε ο υπερβατολογικός σχηματισμός, μέσα στην οντολογική σύνθεση. Αυτή η στροφή προς κάτι είναι ο όρος της δυνατότητας της εμπειρικής πρόσληψης.


Ωστόσο, η δυνατότητα της πεπερασμένης γνώσης χρειάζεται έναν δεύτερο όρο. Μόνο η αληθής γνώση είναι γνώση. Αλήθεια όμως σημαίνει «συμφωνία με το αντικείμενο» [170]. Πρέπει επομένως να μπορεί να συναντηθεί εκ των προτέρων κάτι σαν εκείνο με το οποίο είναι δυνατή η συμφωνία, δηλαδή κάτι που ρυθμίζει παρέχοντας το μέτρο. Ο ορίζοντας εκείνου που στέκεται απέναντι πρέπει να είναι εκ των προτέρων ανοιχτός και αντιληπτός ως τέτοιος. Αυτός ο ορίζοντας είναι ο όρος της δυνατότητας του αντικειμένου ως προς τη δυνατότητά του να στέκεται απέναντι.

Συνεπώς, η δυνατότητα της πεπερασμένης γνώσης, δηλαδή της εμπειρικής πρόσληψης του εμπειρικά προσλαμβανόμενου ως τέτοιου, υπόκειται σε δύο όρους. Αυτοί οι δύο όροι πρέπει από κοινού να οριοθετούν την πλήρη ουσία της υπέρβασης. Αυτή η οριοθέτηση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια πρόταση που εκφράζει το θεμέλιο της δυνατότητας των συνθετικών κρίσεων, δηλαδή των κρίσεων που γνωρίζουν κατά τρόπο πεπερασμένο, και που ως τέτοια ισχύει εκ των προτέρων για «όλες».

Ποια τελική διατύπωση δίνει ο Kant σε αυτή την «ανώτατη αρχή όλων των συνθετικών κρίσεων»; Η διατύπωση είναι η εξής: «Οι όροι της δυνατότητας της εμπειρίας εν γένει είναι συγχρόνως όροι της δυνατότητας των αντικειμένων της εμπειρίας» [171].


Το αποφασιστικό περιεχόμενο αυτής της πρότασης δεν βρίσκεται τόσο σε εκείνο που ο Kant έχει τυπώσει με αραιά στοιχεία όσο στο «είναι συγχρόνως». Διότι τι σημαίνει αυτό το «να είναι συγχρόνως»; Εκφράζει την ουσιώδη ενότητα της πλήρους δομής της υπέρβασης. Αυτή συνίσταται στο ότι το να αφήνεται κάτι να στέκεται απέναντι, μέσω της στροφής προς αυτό, διαμορφώνει ως τέτοιο τον ορίζοντα της αντικειμενικότητας εν γένει. Η έξοδος προς κάτι, η οποία προηγείται μέσα στο πεπερασμένο γνωρίζειν και είναι πάντοτε αναγκαία, είναι επομένως ένα διαρκές ίστασθαι έξω και προς κάτι — έκσταση. Αλλά αυτό το ουσιώδες ίστασθαι έξω και προς κάτι διαμορφώνει, ακριβώς καθώς ίσταται, και κρατά μπροστά του μέσα σε αυτή τη στάση έναν ορίζοντα. Η υπέρβαση είναι καθ’ εαυτήν εκστατική-οριζοντική. Αυτή τη διάρθρωση της καθ’ εαυτήν ενιαίας υπέρβασης εκφράζει η ανώτατη αρχή. …

Γι’ αυτό μπορεί να διατυπωθεί συνοπτικά και ως εξής: εκείνο που καθιστά δυνατή την εμπειρική πρόσληψη καθιστά συγχρόνως δυνατό εκείνο που μπορεί να γίνει ή γίνεται αντικείμενο εμπειρίας, ως τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι η υπέρβαση καθιστά προσιτό σε ένα πεπερασμένο ον το ον αυτό καθαυτό. Το «να είναι συγχρόνως», στη διατύπωση της ανώτατης συνθετικής αρχής, δεν σημαίνει απλώς ότι οι δύο όροι εμφανίζονται πάντοτε συγχρόνως, ούτε ότι, όταν σκεφτόμαστε τον έναν, πρέπει να σκεφτόμαστε και τον άλλο, ούτε βέβαια ότι οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αρχή δεν είναι καθόλου μια αρχή που αποκτήθηκε με αναδρομικό συμπερασμό και την οποία πρέπει να θέσουμε ως έγκυρη, αν πρόκειται να ισχύει η εμπειρία· είναι η έκφραση της πλέον πρωταρχικής φαινομενολογικής γνώσης της ενδότατης ενιαίας δομής της υπέρβασης. Η γνώση αυτή κατακτήθηκε στα στάδια της προβολής της ουσίας της οντολογικής σύνθεσης που παρουσιάστηκαν [172].

§ 25. Η υπέρβαση και η θεμελίωση της Metaphysica generalis

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 20

 Συνέχεια από Τετάρτη  21. Οκτωβρίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 20

Του G. L. Prestige

Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon

Κεφάλαιο VII — Η διδασκαλία περί υποταγής (Subordinationism)

........Ο Ωριγένης (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.24, 151) εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στην ονομασία «Λόγος», την οποία δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κύριος, αλλά προέρχεται από τον άγιο Ιωάννη. Αναφέρεται στον ενθουσιασμό με τον οποίο διάφοροι υιοθέτησαν αυτή την ονομασία, ιδίως σε συνδυασμό με την αδιάκοπη παράθεση του ψαλμού «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν». Είχαν, όπως λέει, την εντύπωση ότι ο Υιός του Θεού ήταν μια πατρική εκφορά (προφορά), που εκφραζόταν σχεδόν με πραγματικές συλλαβές ομιλίας· γι’ αυτό και Του αρνούνταν κάθε συγκεκριμένη ατομική υπόσταση — τουλάχιστον αν ο Ωριγένης τούς είχε κατανοήσει σωστά. Αυτό που πραγματεύεται και απορρίπτει εδώ είναι σαφώς κάποια παραλλαγή της θεωρίας του «προφορικού Λόγου».
..... Ο Ψευδο-Αθανάσιος (Ἔκθεσις πίστεως 1) περιγράφει τον Λόγο ως ούτε «ενδιάθετο» ούτε «προφορικό», ούτε απορροή του Τελείου, ούτε διαίρεση του απαθούς είναι, ούτε εκπόρευση, αλλά ως Υιό με την απόλυτη έννοια. Μια διαδοχή ορθόδοξων θεολόγων επαναλαμβάνει αυτή την καταδίκη......

Έχουν ειπωθεί αρκετά ώστε να φανεί ότι η διδασκαλία περί Λόγου, όσο μεγάλη κι αν ήταν η σημασία της για τη θεολογία, έκρυβε στους κόλπους της θανάσιμους κινδύνους. Ειδικότερα, η θεωρία του «ενδιάθετου Λόγου» και του «προφορικού Λόγου» έτεινε προς μια υπέρμετρη υποταγή του Υιού, καθώς τον καθιστούσε θεμελιωδώς και πρωταρχικά απρόσωπη λειτουργία του Πατέρα. Αυτή η τάση δρούσε στη γνωστική σκέψη, στην οποία ο τίτλος Λόγος χρησιμοποιούνταν με κάποια ελευθερία ως όνομα ενός από τους πολλούς Αιώνες στα διάφορα συστήματα της γνωστικής εικοτολογίας. Ο Ιππόλυτος, μάλιστα, αποδίδει στους Βραχμάνους της Ινδίας μια διδασκαλία γνωστικού χαρακτήρα, στην οποία υπεισέρχεται ένας Λόγος (ref. 1.24.2). Ίσως αυτή η υπόδειξη να είναι περισσότερο γόνιμη για τη διαφώτιση μιας πιθανής οδού ανατολικής επίδρασης στις απαρχές του Γνωστικισμού παρά για την πραγματική αποσαφήνιση των δοξασιών των Ινδουιστών. Παραθέτει επίσης αποσπάσματα (ref. 4.46.2) από ένα ανώνυμο έργο, στο οποίο εξάγονταν από τα ποιήματα του Αράτου γνωστικές αλληγορίες αστρονομικού χαρακτήρα. Στα αποσπάσματα αυτά ο Λόγος φαίνεται να είναι ένα είδος έλλογης κοσμικής αρχής που ελέγχει την εξέλιξη και τη μοίρα της ανθρωπότητας. Εντοπίζονται αρκετά ίχνη μιας ειδωλολατρικής διδασκαλίας περί Λόγου. Ο Tertullian (apol. 21) λέει ότι οι σοφοί των εθνικών συμφωνούσαν πως ο Λόγος, δηλαδή ο Sermo και η Ratio, ήταν ο Δημιουργός του σύμπαντος. Τόσο ο Ιουστίνος όσο και ο Κλήμης αποδίδουν το όνομα Λόγος στον Ερμή, τον ερμηνευτή των θεών. Η αναφορά και στις δύο περιπτώσεις αφορά πιθανότατα στωικές αλληγορίες, μέσω των οποίων οι διάφορες ειδωλολατρικές θεότητες ανάγονταν σε ένα γενικό στοιχείο θείας δύναμης.

Ο Valentinus κατατάσσει τον Λόγο στην πέμπτη θέση της σειράς των Αιώνων του, και αναφέρεται επίσης ότι ισχυριζόταν πως είχε λάβει ιδιαίτερη αποκάλυψη από τον Λόγο (Hipp., ref. 6.42.2). Ωστόσο, σύμφωνα με τη σχολή του Valentinus, δεν ήταν ο Λόγος εκείνος που σαρκώθηκε· ο Πτολεμαίος, μάλιστα, έλεγε ότι ο Λόγος της ουράνιας μητέρας του Ιησού, της Σοφίας, ήταν εκείνος που κατήλθε στον Ιησού κατά το βάπτισμά του (Hipp., ref. 6.35.6). Ο Marcus ενέπλεξε το σύστημα του Valentinus σε μια περίπλοκη σειρά εικοτολογιών γύρω από τα γράμματα του αλφαβήτου, στις οποίες ο Λόγος διαδραμάτιζε κρίσιμο ρόλο ως όργανο της θείας αυτοέκφρασης (Iren., haer. I.14.1). Αποκαλούσε επίσης αδιακρίτως όλους τους Αιώνες με αυτό το όνομα, καθώς και με άλλους χαρακτηρισμούς, όπως ρίζες, σπέρματα και καρποί (ib. I.14.2· πρβλ. Clem., exc. Theod. 25.1). Στο σύστημα των Περατών Οφιτών, ο Λόγος ταυτίζεται με το δεύτερο μέλος της τριάδας Πατέρα, Υιού και Ύλης (Hipp., ref. 5.17.2). Γενικά όμως οι παράξενες εικοτολογίες των Γνωστικών είχαν μικρή επίδραση στην ανάπτυξη είτε της ορθόδοξης είτε της αιρετικής θεολογίας στη συνήθη μορφή της.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν σύμφωνο με ολόκληρη την κατεύθυνση της σκέψης που εκφράστηκε με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο στον Γνωστικισμό να υποτάσσονται σαφώς ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα στον Πατέρα. Και μολονότι η διδασκαλία περί Λόγου αναπτύχθηκε, τουλάχιστον υπό κάποια έννοια, ως απάντηση της χριστιανικής φιλοσοφίας στον Γνωστικισμό, εισήχθη στη θεολογία μια ορισμένη υποταξιανιστική έμφαση· και, αφότου εδραιώθηκε στην παράδοση, αποδείχθηκε δύσκολο να εκριζωθεί, παρότι εξισορροπούνταν από άλλα στοιχεία, για τα οποία θα χρειαστεί να μιλήσουμε στη συνέχεια. Ακόμη και ο Ιππόλυτος μπορεί να εκφράζεται στο ακόλουθο πνεύμα (c. Noet. 10, 11). Ο Θεός γέννησε τον Λόγο ως αρχηγό, σύμβουλο και διαμορφωτή των πραγμάτων που δημιουργούνταν· αυτόν τον Λόγο τον είχε μέσα του και, καθώς ήταν αόρατος στον κόσμο που βρισκόταν τότε στη διαδικασία της δημιουργίας, τον κατέστησε ορατό, εκφέροντας την πρώτη του φωνή· και, γεννώντας τον ως φως εκ φωτός, τον πρόβαλε στη δημιουργία ως Κύριο. Τον ίδιο του τον Νου, που αρχικά ήταν ορατός μόνο στον ίδιο και αόρατος στον κόσμο που βρισκόταν τότε στη διαδικασία της γένεσής του, τον κατέστησε ορατό, ώστε μέσω της φανέρωσής του ο κόσμος να μπορέσει να τον δει και να καταστεί ικανός να σωθεί· και έτσι ένας δεύτερος στάθηκε δίπλα του. Όταν όμως λέει «δεύτερος», ο Ιππόλυτος φροντίζει να προσθέσει ότι δεν εννοεί να υποδηλώσει δύο θεούς, αλλά «ως φως εκ φωτός». Διότι υπάρχει μία Δύναμη που προέρχεται από την ολότητα των πάντων· η ολότητα είναι ο Πατέρας, από τον οποίο προέρχεται ως Δύναμη ο Λόγος· και αυτός είναι ο Νους που εξήλθε στον κόσμο και φανερώθηκε ως Υιός του Θεού. Μια τέτοια θεωρία, μεταφερμένη από τη σφαίρα της δημιουργίας στη σφαίρα της λύτρωσης, θα παρείχε προφανή στήριξη στις υιοθετιστικές εικοτολογίες του Παύλου του Σαμοσατέως, μολονότι δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο ίδιος ασχολήθηκε ποτέ πράγματι με την ορολογία του «ενδιάθετου Λόγου» και του «προφορικού Λόγου».

Έχει ήδη επισημανθεί ότι ο Ευσέβιος κατήγγειλε εκείνη τη θεωρία, ακόμη και προτού διαπιστώσει τη συγγένειά της με ορισμένες πλευρές της σκέψης του Μαρκέλλου. Στις δικές του όμως θεωρητικές αναπτύξεις εκπροσωπεί σαφώς μια παράδοση που υποστήριζε έντονα την υποταγή, και δεν θα ήταν αδύνατο να διατυπωθεί εναντίον του μια ευλογοφανής κατηγορία διθεΐας. Η διδασκαλία του περί υποταγής προερχόταν από τον Ωριγένη, τον πατέρα τόσο της αρειανικής αίρεσης όσο και της ορθοδοξίας της Νίκαιας. Ο Ωριγένης επέμενε με τη μεγαλύτερη έμφαση στη διακριτή και συγκεκριμένη ατομικότητα του Υιού και τόνιζε με εξίσου μεγάλη έμφαση το χάσμα που χωρίζει την Τριάδα της θεότητας από όλα τα δημιουργημένα όντα. Ωστόσο, επέτρεψε στον εαυτό του να διατυπώσει ορισμένες εξαιρετικά έντονες θέσεις για την υποταγή του Πνεύματος και του Λόγου.

Λέει, είναι αλήθεια (Περί αρχών I.3.7), ότι η θεωρία του για τον Πατέρα που κατακλύζει με τις ευεργεσίες του ολόκληρη τη δημιουργία, για τον Υιό που εκτείνει τις ενέργειές του μόνο στον κόσμο των λογικών όντων και για το Άγιο Πνεύμα που περιορίζει τη χάρη του στον αγιασμό των δικαίων δεν πρέπει να εκληφθεί ως υποδήλωση ότι το Άγιο Πνεύμα έχει ανώτερη αξία από τον Πατέρα και τον Υιό. Αντιπροσωπεύει απλώς τον ιδιαίτερο τρόπο που ακολουθείται στη χορήγηση της χάρης. Επιπλέον, κατά την περιγραφή της Τριάδας δεν πρέπει να διακρίνεται κάτι μεγαλύτερο ή μικρότερο (maius minusve), εφόσον ο Θεός, ως μία πηγή θεότητας, συντηρεί το σύμπαν με τον δικό του Λόγο και τη δική του Λογική και αγιάζει, με «το Πνεύμα του ίδιου του στόματός του» (Ψαλμ. XXXIII,6), όσους είναι άξιοι αγιασμού.

Παρ’ όλα αυτά, αναφερόμενος στο χωρίο «ο Πατέρας που με έστειλε είναι μεγαλύτερος από εμένα» και στην άρνηση του Κυρίου μας να δεχθεί τον τίτλο «αγαθός», όταν αυτός απευθύνεται στον ίδιο σε διάκριση από τον Πατέρα (Μάρκ.10,18), μολονότι βεβαιώνει ότι ο Σωτήρας και το Άγιο Πνεύμα υπερβαίνουν ασυγκρίτως και χωρίς κανένα όριο όλα τα δημιουργημένα όντα, προχωρεί στη δήλωση ότι ο Πατέρας υπερβαίνει τον Υιό στον ίδιο βαθμό, ή και σε μεγαλύτερο, από εκείνον στον οποίο ο ίδιος ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα υπερβαίνουν τα καλύτερα από τα υπόλοιπα όντα (Εις το κατά Ιωάννην 13.25,151). Και συνεχίζει (στο ίδιο, 152) ότι, μολονότι ο Υιός υπερβαίνει όλους τους θρόνους και τις κυριότητες, καθώς και κάθε όνομα που ονομάζεται σε αυτόν τον κόσμο ή στον μέλλοντα, ως προς την ουσία, το αξίωμα, τη δύναμη, τη θεότητα και τη σοφία, εντούτοις δεν μπορεί να συγκριθεί από καμία άποψη με τον Πατέρα. Διότι, σε σχέση με τον Πατέρα, ο Λόγος είναι απλώς εικόνα της αγαθότητάς του και απαύγασμα —παραδόξως, όχι του Θεού, αλλά μόνο της δόξας του και του αιώνιου φωτός του· όσο πιστά κι αν κατοπτρίζει τον Θεό Πατέρα, παραμένει απλώς ένας καθρέφτης.

Η μόνη δικαιολόγηση που μπορεί να δοθεί σε ορθόδοξη βάση για ένα τέτοιο ξέσπασμα είναι ότι ο Ωριγένης έχει κατά νου αυστηρά και μόνο τη «μοναρχία». Στον βαθμό που ο Λόγος απολαμβάνει και αποκαλύπτει τη δόξα της θείας φύσης, φανερώνει έναν πλούτο που δεν έχει την προέλευσή του στον ίδιο· και ως προς αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Πατέρα, από τον οποίο προέρχεται η δόξα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δόξα, ως προερχόμενη από άλλον, είναι έστω και στο ελάχιστο κατώτερη από τη δόξα όπως εκδηλώνεται στην πηγή της. Ο Λόγος δεν είναι λιγότερο Θεός επειδή δεν είναι η πηγή της θεότητας. Έτσι, είναι δυνατόν να εναρμονιστούν οι διαβεβαιώσεις αυτού του χωρίου με την προηγούμενη δήλωση ότι, σε σχέση με την Τριάδα, δεν υπάρχει ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο.

Δυστυχώς, η αφήγηση των ατοπημάτων του Ωριγένη δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Από ένα απόσπασμα του Περί αρχών (4.4.1 ή, σύμφωνα με την παλαιά αρίθμηση, 4.28), που διασώθηκε με ζηλωτική προσήλωση στην ορθοδοξία από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τυπώθηκε στην έκδοση του Βερολίνου, φαίνεται ότι ο Ωριγένης χαρακτήρισε ρητά τον Λόγο δημιουργημένο ον («κτίσμα»). Αυτός ο Υιός, λέει —και είναι προφανές γιατί ο Rufinus μετρίασε το χωρίο με μια συνετή παράφραση—, ήλθε στην ύπαρξη από τη βούληση του Πατέρα· είναι ο πρωτότοκος όλης της δημιουργίας, ένα κτίσμα, η Σοφία· διότι η ίδια η Σοφία λέει: «Ο Θεός με δημιούργησε στην αρχή των οδών του» (Παροιμ.8,22). Αν αυτό το απόσπασμα είναι γνήσιο και κατά λέξη ακριβές, η δήλωση αποτελεί πράγματι σοβαρό ζήτημα· αλλά ακόμη και στα ίδια συμφραζόμενα ο Ωριγένης, που εδώ σφάλλει, αρνείται με σθένος την αλήθεια της διατύπωσης που υιοθέτησε αργότερα ο Άρειος, ότι υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο ο Υιός δεν υπήρχε. Εφόσον αυτή η άρνηση εμφανίζεται τόσο στο ελληνικό απόσπασμα όσο και επαναλαμβάνεται δύο φορές στη μετάφραση του Rufinus, δεν υπάρχει, σε κάθε περίπτωση, αμφιβολία για τη γνησιότητά της. Δεν υποστηρίζουμε, λέει ο Ωριγένης, όπως οι αιρετικοί, ότι κάποιο μέρος της ουσίας του Θεού μεταβλήθηκε στον Υιό ή ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα από ανύπαρκτα στοιχεία, δηλαδή έξω από την ίδια την ουσία του Πατέρα, κατά τρόπο ώστε να υπήρξε κάποτε χρόνος κατά τον οποίο ο Υιός δεν υπήρχε. Ο Ωριγένης υποστήριζε μια μορφή διδασκαλίας περί υποταγής, αλλά ασφαλώς δεν ήταν αρειανός.

Η δυσκολία του προερχόταν εν μέρει από την προσπάθεια, η οποία ήταν καθολική τόσο μεταξύ των Πατέρων όσο και μεταξύ των αιρετικών, να οικοδομήσει τη θεολογία του πάνω στην κατά γράμμα διατύπωση χωρίων της Γραφής, τα οποία, σύμφωνα με μια σύγχρονη κριτική προσέγγιση, δεν θα θεωρούνταν ότι έχουν οποιαδήποτε άμεση εφαρμογή στο υπό εξέταση ζήτημα. Τα επιλεγμένα χωρία ήταν ορισμένες φορές πρόσφορα, από κάποιες απόψεις, για τη στήριξη ορθόδοξων επιχειρημάτων, ενώ από άλλες απόψεις παρουσίαζαν σαφείς δυσκολίες. Ο Ωριγένης δεν ήταν άνθρωπος που θα υποχωρούσε μπροστά στις δυσκολίες· και αν η Γραφή έλεγε ότι ο Κύριος δημιούργησε τη Σοφία και η εκκλησιαστική παράδοση ταύτιζε τη Σοφία με τον Λόγο, η τολμηρή θεωρητική διάνοιά του ήταν απολύτως έτοιμη να υποστηρίξει ότι ο Λόγος πράγματι δημιουργήθηκε. Αυτή η παραδοχή, ωστόσο, θα έπρεπε να εξεταστεί σε συνδυασμό με άλλες δηλώσεις του σε διαφορετικά σημεία, οι οποίες θα περιόριζαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη βαρύτητα του ισχυρισμού. Ο Ωριγένης μπορεί να μη δίσταζε να παραδεχθεί ότι η Γραφή αποκαλούσε τον Λόγο δημιουργημένο ον· αλλά το τι εννοούσε πραγματικά η Γραφή με αυτή την έκφραση είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα, και το τι πίστευε ο Ωριγένης ότι εννοούσε η Γραφή πρέπει να συναχθεί από μια συνολική επισκόπηση του ουσιαστικού περιεχομένου της σκέψης του.

Αλλά η κύρια πηγή της δυσκολίας του βρισκόταν στο γεγονός ότι δεν είχε ακόμη χαραχθεί με σαφήνεια μια ικανοποιητική διάκριση ανάμεσα στην προέλευση και στη δημιουργία. Όσο η υπέρτατη θεότητα θεωρούνταν μοναδιαίο ον, αυτή η έλλειψη δεν οδηγούσε σε σοβαρές συνέπειες, επειδή κάθε ον στο οποίο μπορούσε να αποδοθεί μια προέλευση ήταν επίσης κτίσμα. Μόνο όταν η θεότητα άρχισε να θεωρείται Τριάδα και άρχισαν να διακρίνονται ένα δεύτερο και ένα τρίτο Πρόσωπο μέσα στο ίδιο το θείο είναι, μπορούσε να ανακύψει κάποιο πρόβλημα προέλευσης ως διακριτής από τη δημιουργία. Επομένως, αυτό το πρόβλημα είναι ειδικά πρόβλημα της χριστιανικής θεολογίας. Πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η Τριάδα με τη μοναρχία, εφόσον η Τριάδα είναι πραγματική και μόνιμη Τριάδα;

Είδαμε ότι ο Ωριγένης, σε ένα χωρίο του οποίου η γνησιότητα δεν είναι αναμφισβήτητη, αναφέρεται ρητά στον θείο Υιό ως κτίσμα. Η έκφραση όμως, αν είναι γνήσια, ασφαλώς δεν προέκυψε από την ίδια τη θεωρητική σκέψη του θεολόγου, αλλά του επιβλήθηκε από μια δυσχέρεια της βιβλικής ερμηνείας. Ο όρος που χρησιμοποιεί πράγματι για τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, όταν η σκέψη του είναι ανεξάρτητη από βιβλικές προϋποθέσεις, δεν είναι «κτίσμα», αλλά «γενητός». Έτσι, στο Εις το κατά Ιωάννην (2.28,172), όπου συζητά το βάθος του μυστηρίου του Θεού, παρατηρεί ότι η πλήρης γνώση του δεν μπορεί να συλληφθεί από την ανθρώπινη φύση και ίσως ούτε από οποιαδήποτε άλλα «γενητά», πέρα από τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα.

Αυτή είναι μια πολύ σημαντική παρατήρηση. Τονίζει έντονα τη μοναρχία, καθώς τοποθετεί τα μυστήρια του θείου είναι μόνο στον Πατέρα. Υποστηρίζει επίσης έντονα την υποταγή, τουλάχιστον στον βαθμό που κατατάσσει όλα τα όντα, είτε κτιστά είτε θεία, σε μια ιεραρχία ύπαρξης, η οποία ανέρχεται από την έλλογη ανθρωπότητα, μέσω της πνευματικής κτίσης των αγγέλων και παρόμοιων ουράνιων όντων, στο Άγιο Πνεύμα και στον Χριστό, και από εκεί στον Θεό Πατέρα· η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα «γενητά» και στον Θεό χαράσσεται σταθερά σε ένα σημείο που αφήνει τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα στην ίδια πλευρά με τους κτιστούς λειτουργούς και τους ανθρώπους. Από την άλλη πλευρά, θεωρείται χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα στέκονται χωριστά, σε μια δική τους κατηγορία, στην οποία η πλήρης κατανόηση του είναι του Θεού από αυτούς είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι δυνατόν οι άγγελοι να μπορούν να διεισδύσουν σε αυτά τα μυστήρια, αν και αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο· είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα μπορούν. Έτσι, για άλλη μια φορά, ακόμη και μέσα σε αυτά τα ελάχιστα ελπιδοφόρα συμφραζόμενα, οδηγούμαστε πίσω σε μια σταθερή αναγνώριση της Τριάδας.

Επίσης, έχει ήδη παρατεθεί το χωρίο (στο ίδιο, 13.25,151) στο οποίο λέγεται συγχρόνως ότι ο Σωτήρας και το Άγιο Πνεύμα υπερβαίνουν όλα τα «γενητά», μολονότι οι ίδιοι υπερβαίνονται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τον Πατέρα. Με μια επιφανειακή θεώρηση, θα μπορούσε εύκολα να φανεί ότι ο Ωριγένης εννοούσε να υποδηλώσει πως ο Υιός και το Πνεύμα είναι κτίσματα. Ο όρος «γενητόν» χρησιμοποιείται, βέβαια, τακτικά για να περιγράψει τα κτίσματα σε αντιδιαστολή προς τον «αγένητο», που είναι ο Θεός. Ο όρος δεν χρησιμοποιείται απλώς ως περιγραφή των κτισμάτων, υποδηλώνοντας τον δευτερογενή και ενδεχομενικό χαρακτήρα της κτιστής φύσης· είναι ίσως η συνηθέστερη ονομασία με την οποία αναφέρονται. Το «αγένητον» θεωρούνταν τόσο καθολικά ακριβές και επαρκές ισοδύναμο της θεότητας, ώστε ο όρος «γενητά», που αυστηρά μιλώντας θα έπρεπε απλώς να δηλώνει περιγραφικά ένα γεγονός σχετικό με την προέλευση των κτισμάτων, απέκτησε γενική χρήση ως κοινή ονομασία τους. Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη ότι ο Επιφάνιος, με τον αντιωριγενιστικό του ζήλο υπέρ της ορθοδοξίας —που αναγνώριζε τα άφθονα πολεμοφόδια τα οποία είχε προσφέρει ο ωριγενισμός στο αρειανικό πυροβολικό, όχι όμως την εξίσου σημαντική επίδραση του Ωριγένη στους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι είχαν ανασκευάσει τον αρειανισμό—, διαβεβαιώνει κατηγορηματικά (haer. 64.8.3) ότι είναι προφανές πως ο Ωριγένης, αποκαλώντας τον Υιό «γενητός θεός», εννοούσε να τον προσδιορίσει ως κτίσμα.

Αλλά αυτό το συμπέρασμα ήταν εντελώς εσφαλμένο. Στο δεύτερο από τα αποσπάσματα του Ωριγένη στο κατά Ιωάννην που διασώζονται σε ερμηνευτικές σειρές και τυπώνονται στην έκδοση του Preuschen, αρνείται μάλιστα ότι ο Λόγος ήταν «γενητός». Παραθέτει το χωρίο: «Εκείνο που ήλθε στην ύπαρξη μέσα σε αυτόν ήταν ζωή, και η ζωή ήταν το φως των ανθρώπων». Το σχόλιό του είναι το ακόλουθο. Όπως ο Θεός έφερε τα πάντα στην ύπαρξη, έτσι και εκείνα τα όντα των οποίων η φύση ήταν να ζουν απέκτησαν ζωή με τη μετοχή τους στον Λόγο. Δεν πρέπει να δίνεται προσοχή σε όσους υποστηρίζουν, με βάση αυτό το χωρίο, ότι ο Λόγος είναι «γενητός». Οτιδήποτε έχει «έλθει στην ύπαρξη» δεν είναι καθ’ εαυτό ζωή. Αλλά η κατοχή της ζωής δεν προστέθηκε στον Λόγο απ’ έξω· αντίθετα, «μέσα σε αυτόν ήταν ζωή». Σε αντίθεση με τα κτίσματα, ο Λόγος είναι καθ’ εαυτόν Ζωή, με την ίδια έννοια όπως και ο Πατέρας — όχι ότι ο Πατέρας αντλεί τη ζωή του με τη μετοχή στη ζωή του Λόγου, αλλά ότι ο Θεός, που είναι Ζωή, γεννά Ζωή. Εδώ έχουμε σαφώς επιστρέψει και πάλι στην Τριάδα της απόλυτης θεότητας.
Συνεχίζεται

Στις αρχαίες πηγές της Νεωτερικής Δυτικής και "Ορθοδόξου" θεολογίας (V)-επανάληψη

Image result for καππαδοκία 

Συνέχεια της θεολογίας των Καππαδοκών από τον G. Prestige

Συνέχεια από
Τρίτη, 16 Μαΐου 2017
Η διδασκαλία των Καππαδοκών είναι ουσιαστικά ίδια με του Μ. Αθανασίου. Κατηγορήθηκαν άδικα για τριθεϊσμό. Δέχθηκαν την τριπλή αντικειμενικότητα (τις υποστάσεις) σαν βάση της διδασκαλίας τους για να προσθέσουν πως εφόσον οι υποστάσεις είναι ταυτόσημες, πρέπει να δημιουργούν μία μοναδική και ίδια ουσία. Δεν δέχθηκαν ποτέ τους την έννοια των ομοίων υποστάσεων, ενώ τόνισαν την ταυτότητα της θείας ουσίας!

Κατανοούσαν στην ουσία ένα ιδιαίτερο και καθορισμένο αντικείμενο θεωρούμενο από την μεταφυσική του πραγματικότητα και δεν δέχθηκαν ποτέ τους μια ομοιότητα φύσεως. Ο σωστός τρόπος για να γίνει κατανοητό το γεγονός πως στην Αγία Τριάδα έχουμε μια κοινή ουσία, είναι να αναγνωρίσουμε πως πρέπει να ομιλούμε για ένα πρόσωπο, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ομιλούμε και για το άλλο.

Έτσι αν αναγνωρίζουμε πως ο Πατέρας κατέχει αυτό που συστήνει (υποκείμενον) το Φως, συμπεραίνεται πως και η ουσία του Υιού είναι Φως. Έτσι λοιπόν η θεότης είναι ΜΙΑ.

Σ' αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε πως δεν υφίσταται ουδεμία αναλογία ανάμεσα στην ουσία της Αγίας Τριάδος και στην κοινή ουσία της ανθρωπότητος. Στην περίπτωση λοιπόν των διαφορετικών ανθρώπων η ενότης της ουσίας οφείλεται στην μετοχή στο ίδιο γένος και δεν οδηγεί στην ταυτότητα της ουσίας των τριών υποστάσεων. Οι διαφορές που διακρίνουν τα θεία πρόσωπα είναι ιδιότητες και εκφράζονται στα ονόματα Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα δηλαδή στην Πατρότητα, στην Υιότητα και στην Αγιότητα! Αυτές οι ιδιότητες σημαίνουν τον τρόπο με τον οποίο η ουσία απονέμεται και εκφράζεται (Κατά Ευνομίου 1, 19-20 του Μ. Βασιλείου).

Στην επιστολή 38, 5 ο Μ. Βασίλειος γίνεται πιο σαφής. Η υπόσταση είναι το σημείο της “ατομικότητος” του προσώπου, ενώ η Αρχή της κοινωνίας αναφέρεται στην ουσία. Η υπόσταση λοιπόν είναι το σημείο της διακρίσεως μέσα στην Αγία Τριάδα. Παρόλα αυτά όμως ολόκληρη και αδιαφοροποίητη η κοινή ουσία, επειδή δεν είναι σύνθετη, είναι ταυτόσημη στο αδιαφοροποίητο εσωτερικό κάθε προσώπου. Ολόκληρη η ουσία του Υιού είναι ίση με ολόκληρη την ουσία του Πατέρα. Η διάκρισις είναι μόνον ο τρόπος με τον οποίο η ταυτόσημη ουσία παρουσιάζεται αντικειμενικά (υποστατικά) σε κάθε πρόσωπο.

Αυτές οι διακρίσεις (“ατομικότητες”), στην γλώσσα των Καππαδοκών Πατέρων, ονομάζονται “γνωριστικαί ιδιότητες”. Είναι τρόποι υπάρξεως και όχι στοιχεία υπάρξεως. Αυτές οι ιδιότητες ονομάστηκαν αργότερα, υποστατικαί ιδιότητες. Υπόστασις και ουσία, λέει ο Αθανάσιος σημαίνουν ύπαρξη! Διότι είναι, υπάρχουν. Η λέξη ύπαρξις όμως, χρησιμοποιείται στην πατερική γραμματεία συνδυασμένη με την Αρχή! Έτσι τα δύο ιδίως πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, εκφράζοντας τον τρόπο υπάρξεως της ουσίας εκφράζουν και την προέλευσή τους από την Πατρική Αρχή ταυτοχρόνως. Στο τέταρτο βιβλίο του Μ. Βασιλείου εναντίον του Ευνομίου αποδεικνύεται πως ο όρος Αγέννητος δεν εκφράζει την ουσία του Θεού αλλά τον τρόπο υπάρξεως. Ο όρος τρόπος υπάρξεως παραπέμπει πάντοτε στην Αρχή, στην προέλευση.

Το γεγονός λοιπόν ότι σ' αυτό το σημείο η θεολογία βασίστηκε στην τριαδικότητα τής υποστατικής φανέρωσης και όχι στην ενότητα της Φύσεως, είχε σαν αποτέλεσμα εκτός των άλλων, το γεγονός πως τέλειωσε μ' αυτόν τον τρόπο τα ακανθώδες θέμα της “υποταγής” του Υιού στον Πατέρα και του Αγίου Πνεύματος στον Υιό, ωριγενικής προελεύσεως.
Έτσι λοιπόν το δόγμα της Αγίας Τριάδος δίδασκε ξανά έναν Θεό σε τρία πρόσωπα και όχι τρία πρόσωπα σε μία θεότητα!


(Συνεχίζεται...)

Αμέθυστος

IV. Τρίτη επιστολή: Η τριαδική ενότητα 2

 Συνέχεια από Τετάρτη 21. Οκτωβρίου 2026


IV. Τρίτη επιστολή: Η τριαδική ενότητα 2

Ιερέας Pavel Florenskij
Ο στύλος και το εδραίωμα της αλήθειας

.......Και είναι αξιοσημείωτο πόσες προσπάθειες χρειάστηκε να καταβάλουν οι Καππαδόκες — οι οποίοι καμάρωναν για τα πανεπιστημιακά τους χρόνια!;;;; — για να αντισταθούν στη φιλοσοφική ορολογία που τους παρέσυρε προς τον τριθεϊσμό. «Η κοινότητα της φύσης (κοινωνία), σύμφωνα με το νόημα ολόκληρης της ορολογίας των Καππαδοκών», υποστηρίζει ο A. A. Spasskij, (62) «δεν δηλώνει ακόμη την πραγματική ύπαρξη της ουσίας και δεν εγγυάται την αριθμητική της ενότητα. Η φύση, τόσο στη Θεότητα όσο και στους ανθρώπους, μπορεί να είναι μία, αλλά βρίσκει τη συγκεκριμένη πραγμάτωσή της στις υποστάσεις».

Παρά αυτόν τον τριθεϊστικό τόνο των συγγραμμάτων τους, οι Καππαδόκες ήταν στην ψυχή τους απολύτως ορθόδοξοι, και είναι φανερό ότι η εσωτερική τους κατανόηση προχωρούσε ασύγκριτα πιο πέρα από τις ανακριβείς λέξεις. Σαν να διορθώνει τον εαυτό του, ο Μέγας Βασίλειος δηλώνει στην 38η επιστολή: «Μην απορείς αν λέμε ότι το ίδιο πράγμα είναι και ενωμένο και διαιρεμένο, και αν παρουσιάζουμε νοερά, σαν μέσα σε αίνιγμα, κάποια νέα και ασυνήθιστη διαίρεση ενωμένη και ένωση διαιρεμένη». (63) Και ο Γρηγόριος Νύσσης, στον Μεγάλο κατηχητικό λόγο του, τοποθετείται αποφασιστικά πάνω από τη διάνοια: «Όποιος εμβαθύνει με ακρίβεια στα βάθη του μυστηρίου, μολονότι συλλαμβάνει κάποια περιορισμένη, λόγω του ακατάληπτου, έννοια της θεογνωσίας, δεν μπορεί ωστόσο να αποσαφηνίσει με τον λόγο αυτό το ανέκφραστο βάθος του μυστηρίου: πώς το ίδιο πράγμα και αριθμείται και διαφεύγει την αρίθμηση, και θεωρείται διαιρεμένο και περικλείεται στη μονάδα, και διακρίνεται ως προς την υπόσταση και δεν διαιρείται ως προς το υποκείμενο». (64)[ΑΛΛΟ ΦΥΣΗ ΑΛΛΟ ΟΥΣΙΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΩΣΕ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΦΥΣΗ ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ. ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΗ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΦΥΣΕΩΝ ΤΡΕΙΣ ΟΥΣΙΕΣ; ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ!]


Έτσι, η τελική διατύπωση περί «μίας ουσίας» και «τριών υποστάσεων» είναι αποδεκτή μόνο στον βαθμό που ταυτόχρονα ταυτίζει και διακρίνει τους όρους «υπόσταση» και «ουσία», δηλαδή στον βαθμό που ανάγεται και πάλι στην καθαρά μυστική, υπέρλογη διδασκαλία των παλαιονικαϊκών ή στη λέξη «ὁμοούσιος». Και αντιστρόφως, κάθε απόπειρα ορθολογικής ερμηνείας αυτής της διατύπωσης, μέσω της απόδοσης διαφορετικού περιεχομένου στους όρους «οὐσία» και «ὑπόστασις», οδηγεί αναπόφευκτα είτε στον σαβελλιανισμό είτε στον τριθεϊσμό. Η προαθανασιανή θεολογία —η θεολογία των απολογητών, οι οποίοι στηρίζονταν στην αρχαία φιλοσοφία— υπέπιπτε στο πρώτο είδος σφάλματος, στις διάφορες μορφές μοναρχιανισμού, αποδίδοντας δυσανάλογο βάρος στην ενότητα της θείας ουσίας και στερώντας έτσι από τις υποστάσεις τη δική τους ύπαρξη. Άλλοτε υπέτασσε τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα στον Πατέρα κατά το πρότυπο του υποτακτισμού και άλλοτε συγχώνευε τις υποστάσεις. Η μετααθανασιανή θεολογία, η οποία επίσης δεσμεύτηκε από την αρχαία ορολογία, έσφαλλε προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, καθώς, σε αντιδιαστολή προς τον μοναρχιανισμό των απολογητών, επέμενε υπερβολικά στην αυτοτέλεια των υποστάσεων και έτσι περιέπιπτε στον τριθεϊσμό. Αν η πρώτη είχε την τάση να μετατρέπει την υποστατική πολλαπλότητα της Θεότητας σε επίφαση, η δεύτερη αναμφίβολα έτεινε προς την κατάργηση της ενότητάς Της κατά την ουσία.

Η ισορροπία των δύο αρχών βρίσκεται στον Αθανάσιο. Η θεολογία του είναι εκείνο το σημείο στο οποίο το σφάλμα, προτού η διδασκαλία της πίστης περάσει από το «−» στο «+», γίνεται αυστηρά μηδενικό. Γι’ αυτό ο Μέγας Αθανάσιος μπορεί να θεωρηθεί μοναδικός φορέας της εκκλησιαστικής συνείδησης ως προς το εξεταζόμενο δόγμα της Τριαδικότητας. Ίσως μετά από αυτόν η θεολογία να τελειοποιήθηκε σε επιμέρους ζητήματα· σε ποιον όμως από τους μεταγενέστερους Πατέρες της εποχής των Συνόδων ήταν η ισορροπία των δύο αρχών τόσο μαθηματικά ακριβής και σε ποιον αναδείχθηκε σαφέστερα ο υπέρλογος χαρακτήρας του δόγματος απ’ ό,τι σε αυτόν τον υπέρμαχο του ομοουσίου, τον ιεράρχη, τον ορθοδοξότατο μεταξύ των ορθοδόξων;

«Μεταξύ των υπερασπιστών της Συνόδου της Νίκαιας», λέει ο A. A. Spassky,⁶⁵ «ο Αθανάσιος κατείχε εξαιρετική θέση· δεν ήταν μόνο ο ηγέτης τους, αλλά και ο δείκτης της θέσης τους μέσα στην Εκκλησία. Όλες οι μηχανορραφίες που στρέφονταν κατά του Συμβόλου της Νίκαιας άρχιζαν συνήθως από τον Αθανάσιο· η εξορία του αποτελούσε σαφές σύμπτωμα της εντεινόμενης αντίδρασης· ο θρίαμβός του ήταν θρίαμβος της Συνόδου της Νίκαιας και της διδασκαλίας της. Μπορεί να πει κανείς ότι ο Αθανάσιος μετέφερε στους ώμους του το Σύμβολο της Νίκαιας μέσα από τη θύελλα των αμφιβολιών που αυτό είχε προκαλέσει στην Ανατολή. Δεν ήταν χωρίς λόγο που η μεταγενέστερη γενιά των νικαϊκών τον ονόμασε σωτήρα της Εκκλησίας και στύλο της Ορθοδοξίας».

Δεν είναι χωρίς λόγο, θα προσθέσω, που ο Γρηγόριος ο Θεολόγος δεν βρίσκει αρκετά ισχυρές λέξεις για να εγκωμιάσει τον μεγάλο Αλεξανδρινό. Είναι «μακάριος, αληθινά άνθρωπος του Θεού και μεγάλη σάλπιγγα της αλήθειας», αυτός που «έπαυσε την ασθένεια» της Εκκλησίας, «γενναίος υπέρμαχος του Λόγου» και «οικονόμος ψυχών». Δεν είναι χωρίς λόγο που «οι ασκητές θεωρούσαν το να υποστούν για χάρη του Αθανασίου ακόμη και τα βαρύτερα δεινά ως το μεγαλύτερο κέρδος για τη φιλοσοφία· το έκριναν πολύ πιο θεάρεστο και ανώτερο από τις παρατεταμένες νηστείες, την κατάκλιση στο γυμνό έδαφος και τις άλλες κακουχίες με τις οποίες πάντοτε ευχαριστούνται».⁶⁶

«Τον αγιότατο οφθαλμό της οικουμένης, τον αρχιερέα των ιερέων, τον δάσκαλο της ομολογίας, αυτή τη μεγάλη φωνή, τον στύλο της πίστης, αυτόν —αν επιτρέπεται να το πούμε— τον δεύτερο φωστήρα και πρόδρομο του Χριστού, που αναπαύθηκε σε βαθιά γηρατειά, γεμάτα ευγενείς ημέρες, ύστερα από συκοφαντίες, ύστερα από αγώνες, ύστερα από τον μεγάλο θόρυβο για το χέρι, ύστερα από τον ζωντανό νεκρό, τον μεταφέρει κοντά Της η Τριάδα, για την Οποία έζησε και για την Οποία υπέμεινε συμφορές». «Είμαι βέβαιος», προσθέτει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, «ότι από αυτή την περιγραφή ο καθένας θα αναγνωρίσει τον Αθανάσιο».⁶⁷

Και πράγματι, βρισκόταν πάντοτε σε εγρήγορση. Όταν επιχειρούσαν να παραχαράξουν το «ὁμοούσιος» με εξαιρετικά λεπτό ορθολογιστικό τρόπο, ο Αθανάσιος έσπευδε να προειδοποιήσει τον Ιοβιανό για εκείνους που «προσποιούνται ότι ομολογούν την πίστη της Νίκαιας, στην πραγματικότητα όμως την αρνούνται, παρερμηνεύοντας τη λέξη “ομοούσιος”», και τους ονόμαζε απερίφραστα αρειανούς. Και να γιατί: κατανοούσε —όπως έλεγε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος— ότι «μαζί με τις συλλαβές θα διαλυθούν και τα πέρατα της οικουμένης», ότι εδώ δεν μπορεί να υπάρξει μικρή παρέκκλιση, ότι κάθε, φαινομενικά έστω και απειροελάχιστη, ορθολογικοποίηση του δόγματος το μετατρέπει σε αλάτι που έχασε τη νοστιμιά του· ότι δεν μπορεί κανείς να μιλά απλώς για παραμόρφωση του δόγματος, όταν ο αιώνιος Στύλος της Αλήθειας αντικαθίσταται από σκόνη που την παρασύρει ο άνεμος στους δρόμους. «Τους Πατέρες της Νίκαιας», έγραφε ο ίδιος ο Αθανάσιος, «πρέπει να τους σεβόμαστε· διαφορετικά, όσοι δεν αποδέχονται το Σύμβολο πρέπει να θεωρούνται οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι χριστιανοί». Ολόκληρο το νόημα του δόγματος βρίσκεται στην αθανασιανή καθιέρωση του «ὁμοούσιος», και έξω από το «ομοούσιο» δεν υπάρχει παρά η ματαιότητα των ταραγμένων ανθρώπινων γνωμών.

Γι’ αυτό και η κάπως τραχιά Ρώμη δεν υποχωρούσε μπροστά σε κανένα τέχνασμα, και όλοι οι κολακευτικοί, σοφιστικοί λόγοι των ανατολικών ημιαρειανών συντρίβονταν σαν πολύβουα κύματα πάνω στην πέτρα της πίστης — στην αμετακίνητη απαίτηση της Ρώμης να επιστρέψουν στο Σύμβολο της Νίκαιας.[ΔΕΝ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΘΕΜΑ. ΗΤΑΝ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ, Ο ΑΡΧΗΓΟΣ. ΤΟΝ ΕΒΡΙΣΕ ΚΙ'ΑΠΟ ΠΑΝΩ. ΝΑ ΠΕΙΣ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΒΡΙΣ . ΜΑΣ ΤΟ ΔΙΔΑΞΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ  ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΚΛΗ ΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ, ΤΟΝ ΜΠΑΙΜΕ, ΤΟΝ ΚΑΝΤ. Ο ΦΛΩΡΕΝΣΚΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ. ΤΟΝ ΠΙΟ ΕΞΥΠΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.]


Επιστρέφω στο ζήτημα του σκεπτικισμού.

Για να δίνεται ο νόμος της ταυτότητας όχι μόνο ως βουβή ρίζα της διάνοιας —για να απαλλαγούμε από την εμπειρία της διάνοιας, η οποία δεν είναι καθόλου καλύτερη από την εμπειρία της αισθητικότητας—, θα έπρεπε να εξέλθουμε από τα όρια της διάνοιας, να εισέλθουμε στην περιοχή όπου ριζώνει η διάνοια μαζί με όλους τους κανόνες της. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να πραγματοποιήσουμε μέσα στην εμπειρία τη σύνθεση του απόλυτου και της σχέσης, του πρωταρχικού και του παραγώγου, της ακινησίας και της κίνησης, της μονάδας και του απείρου κ.ο.κ. Η διάνοια δεν αποδέχεται αυτούς τους συνδυασμούς. Εκεί όπου κάθε Α είναι Α και μόνο Α, η ζητούμενη σύνθεση είναι απολύτως αδύνατη. Αν είναι γενικά δυνατή, αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο πέρα από τα όρια της διάνοιας· και για τη διάνοια, η σύνθεση, αφού επιτευχθεί, θα νοείται ως ιδεατό όριό της, ως μόρφωμα που βρίσκεται επέκεινα, πέρα από τα όριά της, υπερβατικό ως προς αυτήν — ως ρυθμιστική αρχή. Όταν όμως επιχειρεί να συλλάβει αυτή τη σύνθεση, η διάνοια, εξαιτίας της ίδιας της δομής της, δεν μπορεί να αντιληφθεί την ολότητά της και αναπόφευκτα την αναλύει σε ασυμβίβαστους, αντιτιθέμενους όρους. Η coincidentia oppositorum διαλύεται ακατάσχετα και διασκορπίζεται σε αλληλοαποκλειόμενα opposita. Και αφού συμβαίνει αυτό, για τη διάνοια δεν θα υπάρχει άλλη διέξοδος παρά είτε η εξάλειψη του ενός όρου προς όφελος του άλλου είτε η ρυθμική εναλλαγή τους — ένας αγώνας παρόμοιος με τον ανταγωνισμό των διαφορετικά χρωματισμένων οπτικών πεδίων στο στερεοσκόπιο. Το ένα ή το άλλο, αλλά όχι σύνθεση! Παρεμπιπτόντως, η νίκη του ενός όρου επί του άλλου θα αντιστοιχεί στη μία ή την άλλη αίρεση, ενώ η εναλλαγή των πεδίων — στη διανοητική «ορθοδοξία» των εγχειριδίων, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδοορθοδοξία, ένα μπουκέτο ασυμβίβαστων αιρέσεων.[ΓΙΑ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΥΜΕΝΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΘΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΦΑΣΗ. ΔΙΟΤΙ Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΙΤΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ, ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΜΗ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΟΥ. . ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ. ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΕΣ. ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΟΥΛΑΝΕ ΦΥΚΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΞΩΤΕΣ ΚΟΡΔΕΛΕΣ.]

Αναζητώντας τη βεβαιότητα, προσκρούσαμε σε έναν συνδυασμό όρων ο οποίος για τη διάνοια δεν έχει και δεν μπορεί να έχει νόημα. Η «Τριάδα εν Μονάδι και η Μονάδα εν Τριάδι» δεν δηλώνει τίποτε για τη διάνοια, αρκεί να πάρουμε αυτή την έκφραση με το αληθινό της περιεχόμενο, το οποίο δεν χαρίζεται στη διάνοια· είναι ένα είδος √2. Και όμως, ο ίδιος ο υφιστάμενος κανόνας της διάνοιας, δηλαδή ο νόμος της ταυτότητας και ο νόμος του αποχρώντος λόγου, μας οδηγεί σε έναν τέτοιο συνδυασμό, απαιτεί αυτός να έχει το νόημά του, να είναι η αφετηρία κάθε γνώσης. Καταδικάζοντας τον ίδιο της τον εαυτό, η διάνοια απαιτεί την Τριάδα εν Μονάδι, αλλά δεν μπορεί να Τη χωρέσει. Και για να βιώσει μέσα στην εμπειρία αυτή την απαίτηση, αυτό το αίτημα του λόγου —αν βέβαια μπορεί γενικά να βιωθεί μέσα στην εμπειρία!—, ο λόγος πρέπει να το σκεφτεί, πρέπει να οικοδομήσει για τον εαυτό του έναν νέο κανόνα. Γι’ αυτόν τον τελευταίο, όμως, είναι αναγκαίο να υπερνικήσει τη διάνοια — το μόνο που διαθέτουμε, έστω και αν δεν έχει δικαιωθεί: η θεία σοφία και η ανθρώπινη σοφία συγκρούστηκαν. Επομένως, ο λόγος δεν θα έφτανε ποτέ από μόνος του στη δυνατότητα ενός τέτοιου συνδυασμού. Μόνο η αυθεντία «Εκείνου που έχει εξουσία» μπορεί να αποτελέσει σημείο στήριξης των προσπαθειών.⁶⁸

Δείχνοντας εμπιστοσύνη και πιστεύοντας ότι εδώ, σε αυτή την προσπάθεια, βρίσκεται η Αλήθεια, ο λόγος πρέπει να αποδεσμευτεί από τον περιορισμό του μέσα στα όρια της διάνοιας, να απαρνηθεί την κλειστότητα των διανοητικών κατασκευών και να στραφεί προς έναν νέο κανόνα — να γίνει «νέος» λόγος. Εδώ ακριβώς απαιτείται ο ελεύθερος άθλος. Ελεύθερος: διότι ο λόγος μπορεί να καταβάλει προσπάθεια και να ανυψωθεί προς το καλύτερο, μπορεί όμως και να μην την καταβάλει, παραμένοντας σε εκείνο το πεπερασμένο, σχετικό και «καλό» που ήδη διαθέτει. Άθλος: διότι χρειάζονται προσπάθεια, ένταση, αυταπάρνηση, αποτίναξη του «παλαιού Αδάμ», ενώ την ίδια στιγμή καθετί δεδομένο —το «φυσικό», το πεπερασμένο, το οικείο, το σχετικό— μας έλκει προς το μέρος του. Χρειάζεται αυθυπέρβαση, χρειάζεται πίστη. Αν είναι γενικά προσιτή η «ατάραχη Καρδιά της απαρασάλευτης Αλήθειας — ἀληθείης εὐπειθέος ἀτρεμὲς ἦτορ», την οποία ποθούσε ο Παρμενίδης,⁶⁹ τότε ο δρόμος προς Αυτήν δεν παρακάμπτει τον άθλο της πίστης στη Γεθσημανή.[ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ;]

Σημειώσεις: