Συνέχεια από: Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Λόγος και διάλογος 2
Enrico Berti
https://www.filosofico.org/gnoseologia/contributi-teoretici/berti-logo-dialogo.php
4. Η διαρκής απουσία οριστικής κατάληξης του φιλοσοφικού διαλόγου
Η αποδεικτική χρήση της ανασκευής, ωστόσο, συνεπάγεται ως αναγκαία συνέπειά της την απουσία οριστικής κατάληξης του φιλοσοφικού διαλόγου. Πράγματι, αν μια θέση που έχει όντως ανασκευαστεί, δηλαδή έχει αναχθεί σε αυτοαντίφαση, μπορεί να θεωρηθεί οριστικά ανασκευασμένη — και υπό αυτή την έννοια η ανασκευή είναι αφ’ εαυτής οριστική —, η θέση την οποία επιδιώκουμε να αποδείξουμε μέσω της ανασκευής της αντίθετής της δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί οριστικά αποδεδειγμένη. Αυτό συμβαίνει επειδή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άρνησης με μορφές εντελώς νέες σε σχέση με εκείνη που έχει ήδη ανασκευαστεί και, επομένως, για να αποδειχθεί, χρειάζεται να ανασκευάζονται συνεχώς όλες οι νέες αρνήσεις της, χωρίς να κατορθώνουμε ποτέ να ολοκληρώσουμε οριστικά τη διαδικασία.
Επειδή πριν από μερικά χρόνια είχα σχετικά με αυτό το θέμα μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση με τον Carmelo Vigna, η οποία ολοκληρώθηκε με μια παρέμβασή του στην οποία δεν απάντησα πλέον, σκοπεύω να αξιοποιήσω αυτή την ευκαιρία για να επιχειρήσω να του δώσω την οφειλόμενη απάντηση, συνεχίζοντας ενδεχομένως τη συζήτηση (8). Επιθυμώ καταρχάς να διαλύσω δύο πιθανές παρανοήσεις: να θεωρείται ο διάλογος ενδεδειγμένος για ανθρωπολογικούς λόγους, δηλαδή επειδή αποτελεί μια συμπαθή, ανεκτική, δημοκρατική και ηθικά θετική στάση· και να πιστεύεται ότι μια φιλοσοφική θέση δεν μπορεί ποτέ να ανασκευαστεί οριστικά.
Ως προς το πρώτο σημείο, πράγματι, έχω ήδη πει στις προηγούμενες γραμμές ότι θεωρώ τον διάλογο όχι απλώς ένα γεγονός, αλλά μια υπερβατολογική δομή της φιλοσοφικής επιχειρηματολογίας, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει αποδεικτικό, δηλαδή μονολογικό, χαρακτήρα, αλλά διαλεκτικό και, επομένως, διαλογικό. Ως προς τη δυνατότητα ανασκευής μιας επιμέρους πρότασης, είναι αυτονόητο ότι μια πρόταση, αφού ανασκευαστεί, δηλαδή αναχθεί σε αυτοαντίφαση, πρέπει να θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί οριστικά ψευδής. Επομένως, η απουσία οριστικής κατάληξης της φιλοσοφικής συζήτησης δεν πρέπει να νοείται ως διαρκής επαναφορά των ίδιων θέσεων, ακόμη και αφού αυτές έχουν ανασκευαστεί, αλλά ως εξέταση διαρκώς νέων θέσεων, οι οποίες εμφανίζονται όλες ως άρνηση μιας προσδιορισμένης πρότασης, εκείνης που επιδιώκουμε να αποδείξουμε.
Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται ότι είναι το σημείο που χρειάζεται ακόμη να αποσαφηνιστεί. Μια αντίθεση μεταξύ δύο αμοιβαία αντιφατικών προτάσεων, δηλαδή προτάσεων τέτοιων ώστε η μία να αρνείται εξ ολοκλήρου εκείνο που η άλλη καταφάσκει, διαμορφώνεται αναγκαστικά ως αντίθεση μεταξύ μιας προσδιορισμένης πρότασης, για παράδειγμα p, και μιας απροσδιόριστης πρότασης, για παράδειγμα μη-p. Η ανασκευή μιας προσδιορισμένης πρότασης είναι σχετικά εύκολη, εφόσον, φυσικά, αυτή μπορεί να ανασκευαστεί. Αντίθετα, η ανασκευή μιας απροσδιόριστης πρότασης μου φαίνεται δυσκολότερη, επειδή, καθώς την ανασκευάζουμε, καταλήγουμε αναπόφευκτα να την προσδιορίζουμε.
Για παράδειγμα, για να ανασκευάσουμε την προσδιορισμένη πρόταση «όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί», αρκεί να βρούμε έναν μόνο μη λευκό κύκνο. Αντίθετα, για να ανασκευάσουμε την απροσδιόριστη πρόταση «δεν είναι όλοι οι κύκνοι λευκοί», πρέπει να κατορθώσουμε να εξετάσουμε όλους τους δυνατούς κύκνους και να δείξουμε ότι είναι όλοι λευκοί: εγχείρημα όχι εύκολο. Γενικά, προχωρούμε με επιμέρους βήματα, δηλαδή εξετάζουμε, για παράδειγμα, όλους τους κύκνους που βρίσκονται σήμερα σε μια συγκεκριμένη χώρα και, αν διαπιστώσουμε ότι είναι όλοι λευκοί, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε ανασκευάσει τον ισχυρισμό «δεν είναι λευκοί όλοι οι κύκνοι που βρίσκονται σήμερα σε αυτή τη χώρα». Κατόπιν μπορούμε να επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία με τους κύκνους που βρίσκονται σήμερα σε μια άλλη χώρα, και ούτω καθεξής. Πότε όμως θα έχουμε πραγματικά ολοκληρώσει την ανασκευή;
Ακριβώς σε αυτή την τελευταία κατάσταση βρίσκονται όσοι, όπως ο Vigna και ο γράφων, δεν υπερασπίζονται μια οποιαδήποτε φιλοσοφική θέση, αλλά εκείνη που συνηθίζεται να ονομάζεται «κλασική μεταφυσική», δηλαδή τη θέση της υπερβατικότητας του Απολύτου σε σχέση με την εμπειρία — παρακαλώ να αφήσουμε προς το παρόν κατά μέρος οποιαδήποτε άλλη σημασία του όρου «μεταφυσική». Δύσκολα μπορεί αυτή η θέση να διαμορφωθεί ως απροσδιόριστη πρόταση, αποδείξιμη μέσω της ανασκευής της άρνησής της, η οποία, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν προσδιορισμένη πρόταση. Μου φαίνεται πιθανότερο να συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή η κλασική μεταφυσική να διαμορφώνεται ως προσδιορισμένη πρόταση και, επομένως, η άρνησή της να είναι απροσδιόριστη πρόταση. Συνεπώς, η ανασκευή της τελευταίας σημαίνει την ανασκευή όλων των δυνατών επιμέρους εξειδικεύσεών της. Πρόκειται για ένα σχεδόν άπειρο έργο, που όμως δεν είναι ούτε άχρηστο ούτε χωρίς επιτυχία, επειδή όσες εξειδικεύσεις έχουν όντως ανασκευαστεί έχουν ανασκευαστεί μια για πάντα και δεν μπορούν πλέον να επανέλθουν.
Ο Vigna υποστηρίζει ότι μια απροσδιόριστη αρνητική πρόταση μπορεί να ανασκευαστεί μέσω της φαινομενολογικής οδού, δηλαδή με την παρουσίαση ενός εμπειρικού αντιπαραδείγματος· ή μέσω της καθαρά λογικής οδού, δηλαδή δείχνοντας ότι αποτελεί την άρνηση μιας αναλυτικής πρότασης· ή μέσω της «συνεργικής» οδού, δηλαδή κάνοντας τη φαινομενολογία και τη λογική να ενεργήσουν από κοινού (9). Είναι όμως δύσκολο να φανταστούμε ένα εμπειρικό αντιπαράδειγμα στην άρνηση της ύπαρξης ενός υπερβατικού Απολύτου: πράγματι, αν αυτό ήταν αντικείμενο εμπειρίας, δεν θα ήταν πλέον υπερβατικό. Μια αναλυτική πρόταση της οποίας αυτή θα αποτελούσε την άρνηση θα μπορούσε να φαίνεται ότι είναι το συμπέρασμα του επιχειρήματος του Anselmus, δηλαδή «εκείνο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να νοηθεί τίποτε μεγαλύτερο υπάρχει αναγκαστικά», πράγμα που ισοδυναμεί με το να πούμε «το Απόλυτο υπάρχει» ή «το είναι είναι». Στην πραγματικότητα, όμως, η θέση που θέλουμε να ανασκευάσουμε δεν είναι η άρνηση της απλής ύπαρξης του Απολύτου — ύπαρξης η οποία όντως εκφράζεται με μια αναλυτική πρόταση —, αλλά η άρνηση της υπερβατικότητάς του, η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί με καμία αναλυτική πρόταση.
Ως προς τη «συνεργική» οδό, πιστεύω ότι αυτή είναι η πιο έγκυρη, αλλά είναι επίσης εξαιρετικά σύνθετη και, κατά τη γνώμη μου, οδηγεί πάντοτε στην ανασκευή μιας προσδιορισμένης πρότασης, όπως μπορεί να καταδειχθεί εξετάζοντας ορισμένα παραδείγματα από την ιστορία της φιλοσοφίας. Ας δούμε καταρχάς πώς ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την πρόταση — ή το σύνολο προτάσεων που αποτελεί την πρώτη αυστηρή διατύπωση της κλασικής μεταφυσικής — σύμφωνα με την οποία ούτε όλα όσα υπάρχουν κινούνται ούτε όλα όσα υπάρχουν μένουν ακίνητα, αλλά κάτι — και μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος — από όσα υπάρχουν κινείται, ενώ κάτι άλλο — ουσιαστικά μία και μοναδική πραγματικότητα — μένει ακίνητο. Ζητώ συγγνώμη για τη φαινομενική κοινοτοπία της γλώσσας, η οποία μπορεί να ξεπεραστεί αν έχουμε κατά νου ότι ο Αριστοτέλης δεν μιλά για «πράγματα» και ότι οι εκφράσεις «κινούμαι» και «μένω ακίνητος» έχουν για τον αρχαίο φιλόσοφο μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ την καθαρά μηχανική.
Ο Αριστοτέλης απέδειξε διαλεκτικά αυτή τη θέση ανασκευάζοντας τις δύο κύριες αρνήσεις της που είχαν διατυπωθεί στην εποχή του, δηλαδή τον ηρακλειτισμό, σύμφωνα με τον οποίο τα πάντα κινούνται, και τον ελεατισμό, σύμφωνα με τον οποίο τα πάντα μένουν ακίνητα. Πράγματι, σχετικά με τον πρώτο παρατήρησε ότι ο ίδιος ο ισχυρισμός «τα πάντα κινούνται», για να είναι αληθής, πρέπει να διατηρείται σταθερός· και σχετικά με τον δεύτερο, ότι ο ίδιος ο ισχυρισμός «τα πάντα μένουν ακίνητα», για να διατυπωθεί, πρέπει να συνεπάγεται μια κίνηση — πρβλ. Μεταφυσικά Γ 8, 1012b22–31. Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα ανασκευής μιας αντινομίας μεταξύ δύο εναντίων προτάσεων, η οποία συνεπάγεται την απόδειξη της πρότασης που αντιφάσκει και προς τις δύο, δηλαδή «κάτι κινείται και κάτι μένει ακίνητο». Θεωρώ ότι πρόκειται για μια «ισχυρή», δηλαδή οριστική, ανασκευή, ικανή να αποκλείσει για πάντα τη δυνατότητα επαναφοράς της θέσης της απόλυτης ακινησίας και της θέσης της απόλυτης κίνησης.
Και όμως, ο ίδιος ο Αριστοτέλης αντιλήφθηκε ότι η θέση του μπορούσε να αμφισβητηθεί και με άλλους τρόπους, εντελώς διαφορετικούς από εκείνον που αναφέρθηκε παραπάνω, για παράδειγμα μέσω προτάσεων σκεπτικιστικού τύπου, όπως η ρήση του Πρωταγόρα «όλες οι γνώμες είναι αληθείς» ή η ισοδύναμή της «όλες οι γνώμες είναι ψευδείς». Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις δεν υπάρχει πλέον χώρος ούτε για την κλασική μεταφυσική ούτε για οποιοδήποτε άλλο είδος φιλοσοφίας. Γι’ αυτό είχε ήδη προηγουμένως αναλάβει να ανασκευάσει και αυτές τις τελευταίες προτάσεις, παρατηρώντας ότι η πρώτη συνεπάγεται πως και η αντίθετή της είναι αληθής και, επομένως, αυτοαναιρείται, ενώ η δεύτερη συνεπάγεται και το δικό της ψεύδος και, συνεπώς, αυτοαναιρείται επίσης — στο ίδιο, 1012b13–22 (10). Δεν μπορεί, λοιπόν, να ειπωθεί ότι αυτή η ανασκευή περιεχόταν στην προηγούμενη, παρότι παρουσιάζει μαζί της αναμφισβήτητες αναλογίες — εξακολουθεί να πρόκειται, όπως σε κάθε ανασκευή, για αναγωγή σε αυτοαντίφαση. Επομένως, η προηγούμενη ανασκευή δεν αποτελούσε ακόμη μια οριστική απόδειξη της κλασικής μεταφυσικής, όπως ασφαλώς δεν αποτελεί ούτε η ανασκευή του σκεπτικισμού.
5. Η ιστορικότητα της φιλοσοφίας
Στο παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω θα μπορούσαν να προστεθούν πολλά άλλα. Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αρχαίος σκεπτικισμός αναβίωσε κατά τον ύστερο Μεσαίωνα υπό τη μορφή του νομιναλισμού, ο οποίος επίσης εμφανίστηκε ως άρνηση της κλασικής μεταφυσικής, αποδείχθηκε όμως ολέθριος και για κάθε άλλο είδος φιλοσοφικού — ή επιστημονικού — λόγου, αφήνοντας ουσιαστικά χώρο μόνο στον πιστεϊσμό, όπως συχνά τείνουν να κάνουν οι αντίπαλοι της μεταφυσικής, ακόμη και οι πιο «κοσμικοί». Ο νομιναλισμός, με τη σειρά του, αναβίωσε κατά τη νεότερη εποχή υπό τη μορφή του εμπειρισμού του Hume, και για την ανασκευή και των δύο χρειάστηκε να περιμένουμε την τεράστια συμβολή του Kant — με τη διδασκαλία των αντινομιών του λόγου, που αναφέρθηκε παραπάνω. Ασφαλώς, όμως, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή εμπεριεχόταν ήδη στην αριστοτελική ανασκευή του σκεπτικισμού.
Και η θέση του Kant συχνά εκλήφθηκε ως άρνηση της μεταφυσικής, ενώ, όπως έχει αποδειχθεί, αρνείται μόνο τη μεταφυσική ως «επιστήμη» με την καντιανή σημασία του όρου, δηλαδή ως λόγο συγκροτημένο από συνθετικές a priori κρίσεις, δηλαδή προσδιοριστικές — όπως ασφαλώς επιδίωκε να είναι η μεταφυσική των Descartes και Leibniz. Αντίθετα, δεν αρνείται καθόλου τη μεταφυσική νοούμενη ως πρόβλημα, δηλαδή ως λόγο που συνίσταται στην ανεξάντλητη και, επομένως, χωρίς οριστική κατάληξη προβληματοποίηση της εμπειρίας (11).
Η άρνηση της μεταφυσικής επανεμφανίστηκε με εντελώς νέες μορφές στον θετικισμό και στον νεοθετικισμό. Αυτοί ανασκευάστηκαν, αντίστοιχα, από τη δεύτερη επιστημονική επανάσταση, η οποία κατέδειξε τα όρια της επιστημονικής γνώσης, και από την αυτοαναίρεση της αρχής της εμπειρικής επαληθευσιμότητας, η οποία αποκάλυψε ότι η ίδια δεν μπορούσε να επαληθευτεί. Ασφαλώς, όμως, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι ανασκευές περιέχονταν ήδη στην αριστοτελική ανασκευή της απόλυτης ακινησίας ή της απόλυτης κίνησης. Η άρνηση της μεταφυσικής εμφανίστηκε κατόπιν υπό τη μορφή του μαρξισμού — ιδιαίτερα εκείνου των Engels και Lenin —, ο οποίος απερίσκεπτα όρισε την ιστορία ως κριτήριο της αλήθειας του, και η ιστορία πράγματι τον διέψευσε. Αλλά ούτε η συμβολή σε αυτή τη διάψευση μπορεί να αποδοθεί στον Αριστοτέλη.
Πιο σύνθετη εμφανίζεται η ανασκευή νέων αρνήσεων της μεταφυσικής, όπως ο μηδενισμός του Nietzsche ή ο ενορατισμός του Heidegger, επειδή αυτές τοποθετούνται έξω από το πεδίο της επιχειρηματολογίας. Σχετικά με αυτό, θα μπαίναμε στον πειρασμό να προσφύγουμε στη γνωστή δήλωση του Αριστοτέλη: «Είναι γελοίο να αναζητεί κανείς ένα επιχείρημα (λόγον) εναντίον εκείνου που δεν έχει κανένα επιχείρημα» (Μεταφυσικά Γ 4, 1006a13–14). Ίσως όμως είναι προτιμότερο να καταβάλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια για την αναζήτηση μιας ανασκευής, η οποία ασφαλώς πρέπει να λάβει εντελώς νέες μορφές σε σχέση με εκείνες των προηγούμενων αρνήσεων. Και αυτό θα μπορούσε να είναι το έργο των μεταφυσικών της εποχής μας, τουλάχιστον μέχρις ότου αυτές οι θέσεις, όπως συνέβη με όλες τις προηγούμενες, ανασκευαστούν από μόνες τους.
Μια πρόσφατη και αδέξια απόπειρα άρνησης της μεταφυσικής προβλήθηκε μάλιστα με βάση τη λεγόμενη «πρόκληση της πολυπλοκότητας», δηλαδή την κατάφαση της αιτιότητας και της μη αναστρεψιμότητας των φυσικών φαινομένων, οδηγώντας για ακόμη μία φορά σε αποτελέσματα πιστεϊστικού τύπου. Ούτε όμως εκείνοι που διατύπωσαν την άρνηση ούτε εκείνοι που την ερμήνευσαν με πιστεϊστικό τρόπο αντιλήφθηκαν ότι αυτά τα αποτελέσματα είναι απολύτως άσχετα προς έναν κυριολεκτικά μεταφυσικό λόγο. Αλλά και αυτή η έλλειψη συνάφειας θα πρέπει να αποδειχθεί, δίνοντας και αυτή αφορμή για μια ανασκευή, έστω sui generis, της άρνησης της μεταφυσικής. Η έρευνα, λοιπόν, για να το πούμε με τα λόγια του Popper, δεν έχει ποτέ τέλος, αλλά δεν είναι γι’ αυτό στείρα ή επαναληπτική.
Αυτή η κατάσταση, ή μάλλον αυτή η κατάσταση αναγκαιότητας, είναι εκείνη που συγκροτεί και την αναπόφευκτη ιστορικότητα της φιλοσοφίας, η οποία — για να επιστρέψω στον διάλογό μου με τον Vigna — δεν είναι μια απλή πραγματική κατάσταση και δεν αντιβαίνει στον υπερβατολογικό χαρακτήρα της συνείδησης (12). Πράγματι, ακόμη και μια υπερβατολογική συνείδηση μπορεί να είναι πεπερασμένη, και τέτοια είναι ασφαλώς η δική μας συνείδηση ως ανθρώπων, αφού αμφιβάλλουμε, ρωτάμε και συζητάμε. Αν αυτή η συνείδηση δεν ήταν πεπερασμένη, θα ήταν απόλυτη και, επομένως, ενορατική, και σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα βρισκόμασταν εδώ να συζητάμε τόσο πολύ. Αυτό δεν αποκλείει να μπορεί να έχει εμπειρία μιας μεταϊστορικής αλήθειας, όπως δικαιολογημένα υποστηρίζει ο Vigna: πράγματι, τίποτε δεν εμποδίζει ακόμη και μια συνείδηση που είναι συστατικά ιστορική να έχει εμπειρία, μέσα στην ιστορία, μιας μεταϊστορικής αλήθειας, για παράδειγμα των αναλυτικών προτάσεων, χωρίς γι’ αυτό να είναι απόλυτη συνείδηση.
Όλα αυτά δεν αναιρούν ότι, όπως λέει ο Vigna, στην ordo essendi, δηλαδή στην τάξη του είναι, το θετικό προηγείται του αρνητικού και η αλήθεια αποτελεί το θεμέλιο του ψεύδους της άρνησής της. Αλλά η φιλοσοφία, και εμείς μαζί της, ακολουθεί την ordo cognoscendi, δηλαδή την τάξη της γνώσης, όπου η πρόσβαση στο θετικό περνά μέσα από το αρνητικό και η αποδοχή της αλήθειας περνά μέσα από τη διαπίστωση του ψεύδους της άρνησής της. Ακριβώς αυτή η απόκλιση μεταξύ της ordo essendi και της ordo cognoscendi, ή, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, μεταξύ εκείνου που είναι σαφές καθ’ εαυτό και εκείνου που είναι σαφές για εμάς, αποτελεί το σημάδι της περατότητας της συνείδησής μας. Μάλιστα, ακριβώς η αναπόφευκτη και συστατική ιστορικότητα της φιλοσοφίας αποτελεί την απόδειξη της αλήθειας της μεταφυσικής, μιας «μεταφυσικής της περατότητας», όπως αρέσκεται να λέει ο Gadamer, η οποία συνίσταται εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά στη διαπίστωση — διαλογιστική, επειδή είναι πεπερασμένη — της περατότητας της συνείδησής μας. Σε αυτό ελπίζω να βρω τη συμφωνία και των «ερμηνευτικών» φίλων.
Σημειώσεις
(9) Vigna, ό.π., σ. 325–326.
(10) Η επιφύλαξη που εξέφρασε ο M. Heidegger (Λογική. Το πρόβλημα της αλήθειας, Μιλάνο 1986, σ. 14–18), και την οποία επανέλαβαν στη συνέχεια πολλοί άλλοι, απέναντι σε αυτό το είδος ανασκευής του σκεπτικισμού, στηρίζεται στη γνωστή έννοια του Heidegger για την προκατηγορηματική αλήθεια. Αυτή θέτει επίσης εκτός συζήτησης κάθε μορφή σκεπτικισμού, το κάνει όμως χωρίς επιχειρηματολογία και, επομένως, με τρόπο μάλλον δογματικό, αναγνωρίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της προαναφερθείσας ανασκευής στο πεδίο της προτασιακής αλήθειας, που είναι το πεδίο της επιχειρηματολογίας.
(11) Πρβλ. M. Gentile, Πώς τίθεται το μεταφυσικό πρόβλημα, Πάδοβα 1955.
(12) «Μου φαίνεται», γράφει ο Vigna, «ότι η ιστορικότητα, η προβληματικότητα, η διαλογικότητα […] ανήκουν στη σκεπτόμενη συνείδηση όπως το εμπειρικό ανήκει στο υπερβατολογικό, δηλαδή όχι αναγκαστικά, αλλά ακριβώς εκ των πραγμάτων» — ό.π., σ. 309–310.