Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (64)

                                       
                                       PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                         ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
                                 ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ – Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
                                         14.  ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ

     Πλαισιώνει ως αρχικός και τελικός διάλογος τον κυρίως διάλογο, παρεμβαίνοντας μάλιστα  στο πιο σημαντικό σημείο σ’ αυτόν (290 Ε), η συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Κρίτωνα. Θα μπορέσουμε όμως μόνο στο τέλος να καταλάβουμε πλήρως τί σημαίνει αυτό.
     Αφηγείται λοιπόν ο Σωκράτης. Και ‘υποδεχόμαστε’ μόνο μέσα απ’ τον ειρωνικό του αντικατοπτρισμό τον κυρίως διάλογο· όπως αμφισβητεί δε σε κείνο το πιο σημαντικό σημείο την αλήθεια του αφηγητή ο Κρίτων, έτσι έχουμε κι εμείς κάποιον λόγο να πιστέψουμε, πως επενεργεί ευθύς εξαρχής αυτή η ειρωνία, όταν αρχίζη να λέη πως «βρισκόταν ύστερα από θεϊκή παρότρυνση» στο Γυμνάσιο (Gymnasium) ο Σωκράτης (272 Ε), κι ότι τον εμπόδισε τότε το «συνηθισμένο δαιμονικό στοιχείο» (τό ειωθός σημείον τό δαιμόνιον) απ’ το να σηκωθή και να φύγη. Δεν ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους, ως συνήθως, το παιχνίδι κι η σοβαρότης εδώ. Γιατί θα ασχοληθή με τη γνήσια παιδαγωγία απέναντι στη ‘γελοιοποίηση’ (Clownerie), με την αλήθεια απέναντι στην απάτη, με το Είναι απέναντι στο Φαίνεσθαι ο διάλογος, αποτελώντας βέβαια μια κωμωδία (Komdie), αλλά και κάτι το εντελώς διαφορετικό ακόμα παραπέρα.
     Είναι τα αποδυτήρια μιας παλαίστρας, όπως και στον «Λύσι», ο τόπος τού διαλόγου. Κι όπως έρχονται εκεί τα δυό αγόρια, ο Μενέξενος κι ο Λύσις, έτσι έρχεται κι εδώ και κάθεται δίπλα του, μόλις βλέπει τον Σωκράτη, και ο Κλεινίας: δεν θα μπορούσε πράγματι να φανερωθή απλούστερα, αλλά και με μεγαλύτερη ταυτόχρονα ισχύ, η δύναμη που προέρχεται απ’ τον Σωκράτη. Και κάθονται λοιπόν μαζί και με τους άλλους που παίρνουν μέρος στη συζήτηση σ’ έναν πάγκο, όπως ακριβώς συνέβη και στον «Λύσι» και τον «Χαρμίδη». Συνδέει δε τον διάλογό μας με τον «Λύσι» και το ότι εμφανίζεται δίπλα στ’ αγόρια, με τα οποία και εργάζεται ως παιδαγωγός ο Σωκράτης, αυτός που τα κολακεύει – ο Ιπποθαλής εκεί, κι ο Κτήσιππος εδώ – , παρουσιάζοντάς μας τον λανθασμένον τρόπο τής ερωτικής αγάπης. Παρίστατο μάλιστα ως ‘πρόσωπο’ ήδη στον «Λύσι» ο Κτήσιππος. Και ‘ιχνογραφεί’ και μια λεπτομέρεια, το ότι θέλει να αφήση το αγόρι «να ησυχάση» μετά την πιεστική διανοητική εργασία, τον εξίσου έμπειρο όσο και καλοκάγαθο (επιεική…) παιδαγωγό κι εδώ κι εκεί (βουλόμενος αναπαύσαι – Ευθ. 277 D, Λύσ. 213 D). Θα αποδειχθή δε ότι συγγενεύει στους τελικούς σκοπούς, προς τους οποίους και τείνει η συλλογιστική εξέλιξη, και ο «Χαρμίδης» με τον διάλογό μας, μέχρι που τελειώνουν στην απορία (Aporie) και οι δυό διάλογοι.
    Σχηματίζει όμως μόνον τη μια ‘γραμμή’ το βασικό θέμα τού «Λύσι» και του «Χαρμίδη» στο σύμπλεγμα του «Ευθύδημου». Με την οποίαν και διαπλέκεται μια ακόμη. Μαθαίνουμε ότι είναι ένας εξάδελφος του Αλκιβιάδη ο Κλεινίας. Κι εμφανίζεται στη σκέψη μας η αττική νεολαία, το ευγενέστερο ‘υλικό’ που είδε ποτέ ο κόσμος, και ταυτόχρονα, όπως συχνά, ο κίνδυνος, που τον εκφράζει έτσι εδώ ο Σωκράτης: θα επιθυμούσε να στρέψη κάποιος προς μιαν άλλην απασχόληση τον νου τού Κλεινία και να τον διαφθείρη (275 Β). Και ζωντανεύει αυτός ο κίνδυνος στους ‘καλλιτέχνες τής έριδος’ Ευθύδημο και Διονυσόδωρο, και την επικίνδυνη και λανθασμένη καθοδήγηση με την οποίαν και επιχειρούν αμφότεροι προς τον Κλεινία. Κι έτσι όπως βρίσκεται αυτός ανάμεσα στον ψεύτικον και στον αληθινόν παιδαγωγό εδώ, έτσι κι ο νεαρός Ιπποκράτης ανάμεσα στον ‘αρχηγό’ τών σοφιστών και τον Σωκράτη στον «Πρωταγόρα». Εξελίσσεται δε κι εδώ κι εκεί σε μιαν εναλλαγή σοφιστικών και σωκρατικών λόγων ο αγώνας τών δυό παιδαγωγικών αρχών, απ’ τους οποίους μόνον οι σωκρατικοί συνδέονται αναμεταξύ τους, καθοδηγώντας με μιαν ουσιωδώς ενιαία κίνηση προς έναν συγκεκριμένον, και συγκεκαλυμμένον βέβαια στο τέλος σκοπό. Βαδίζουν κι εδώ κι εκεί, πάνω-κάτω στη σκεπαστήν αίθουσα, μαζί με τους μαθητές που τους ακολουθούν, ο ένας ή και οι δυό εδώ σοφιστές. Και φέρνει κι εδώ κι εκεί ο ίδιος ο Σωκράτης σε επαφή με τον επικίνδυνον αντίπαλο τον προστατευόμενόν του, ‘αντλώντας’ απ’ τον αντίπαλο την αξίωση, ότι διδάσκει (δήθεν…) την «πολιτική τέχνη» ή και την αρετή (που είναι άλλωστε τελικά το ίδιο), την οποίαν όμως και φανερώνει ως ‘αδίδακτη’ στον «Πρωταγόρα» (319 Β) ο Σωκράτης, ενώ εκδηλώνει μεγάλην τουλάχιστον αμφιβολία ως προς τη ‘διδακτότητά’ της στον «Ευθύδημο» (274 Ε).
    Τελείται στην πραγματικότητα για την ψυχή τού νέου και στους δυό διαλόγους ο αγώνας. Δεν γίνεται βέβαια πλέον λόγος, μετά το αρχικό μέρος, για τον νεαρόν Ιπποκράτη στον «Πρωταγόρα». Και δεν καθίσταται έτσι σαφές, ότι αποβλέπει σ’ αυτόν εκείνος ο αγώνας. Κάτι που γίνεται όμως απολύτως σαφές στον «Ευθύδημο». Στον οποίον και συνενώνονται, στην πλούσιαν ‘αντίστιξη’ που τον χαρακτηρίζει, η ‘μελωδία’ τού «Λύσι» και του «Χαρμίδη» με τη ‘μελωδία’ τού «Πρωταγόρα»   (( «Bάλε Μελωδία…»… )) . Όπου παρουσιάζουν, η μεν δεύτερη τον αγώνα των δυό παιδαγωγικών αρχών, ενώ η πρώτη, όχι μόνον τον αγώνα τής σωκρατικής αρχής απέναντι στο ψέμμα όπως στον «Πρωταγόρα», αλλά και το ίδιο το παιδαγωγικό έργο προς τους νέους που ζητούν να παιδαγωγηθούν.
     Πρέπει να προσθέσουμε ωστόσο, εκείνο που προσδίδει πέρα απ’ αυτόν τον αγώνα, την ιδιαίτερή του οξύτητα, ‘διασκεδαστικότητα’ (‘γελοιότητα’…), αλλά και επικινδυνότητα στον «Ευθύδημο». Ήταν λοιπόν υψίστης σημασίας η μορφή τού λόγου, είτε μονολόγου είτε διαλόγου, στον «Πρωταγόρα». Το θέτει μάλιστα ως προϋπόθεση για να παραμείνη κι ο ίδιος, το να συμμετέχη ρωτώντας ή απαντώντας στον διάλογο ο άλλος, ο Σωκράτης (338 D). Στον δικό μας διάλογο προέρχεται αντίθετα απ’ τον Ευθύδημο η ίδια προϋπόθεση (278 Β 8). Και είναι υψίστης σημασίας αυτή η εξωτερική συμφωνία. Γιατί δεν είναι πλέον η κεκαλυμμένη τέχνη τής κολακείας τού Πρωταγόρα η σοφιστική των δυό δασκάλων τής έριδος, αλλά είναι πολύ περισσότερο εκείνη η εριστική τέχνη (Eristik), που δεν ξεχωρίζει καθόλου με την εξωτερική της μορφή απ’ τη σωκρατική διαλεκτική, ούτε κι απ’ το ότι αποφεύγει π.χ. τα συνειδητά, εσφαλμένα συμπεράσματα ο Σωκράτης – ο οποίος και πράττει ως γνωστόν πολύ συχνά το αντίθετο - , αλλά μόνον ως προς το φρόνημα και τη δίκαιη κρίση. Κυριαρχεί αποκλειστικά η παιδαγωγική βούληση στον Σωκράτη, και η υπακοή (που συνομολογεί το ίδιο, μόνον από μιαν άλλην πλευρά) απέναντι στον Λόγο (Logos), ακόμα κι εκεί που νομίζει πως μπορεί να χρησιμοποιήση κάποιους διαλεκτικούς ‘δόλους’ ο παιδαγωγός. Ενώ δεν θέλουν παρά να εντυπωσιάσουν και να κερδίσουν χρήματα οι ‘εριστικοί’.
    Πουθενά αλλού δεν φανερώνεται σαφέστερα η αντιπαράθεση της θέλησης σε εξωτερικά όμοιες μεθόδους, παρά σε κείνο το σημείο τού διαλόγου, όπου αντιπαρατίθενται οι ίδιοι, ο Σωκράτης κι ο Διονυσόδωρος, ως προς τη ‘διαδικασία’ τού ‘παιχνιδιού’ ρωτάω-απαντάω (287 Β – D). Έχει αποδείξει στη βάση τών ίδιων τους των προτάσεων στους εριστικούς ο Σωκράτης, ότι αναιρούν με την (παλαιά, σοφιστική) άρνηση της αντίφασης και του λάθους τον ίδιον τους τον εαυτό. Ζητά να ξεγλιστρύση ο σοφιστής: ας μη μείνη μόνο στην τελευταία απαγωγή, αλλά και σε κάποια προηγούμενη ο Σωκράτης (σαν να μπορούσε να σημαίνη κάτι η χρονική στιγμή για την ισχύ τού Λόγου). Για να προχωρήση παραπέρα, θέτει τώρα μιαν ελεγκτική ερώτηση ο Σωκράτης. Αντί όμως να απαντήση, απαιτεί απ’ τον ίδιον τον Σωκράτη να απαντήση ο σοφιστής! Κι έχουμε έτσι μιαν απαίτηση απέναντι σε μιαν απαίτηση. Το ότι έχει όμως μόνον ένας δικαίωμα εδώ να απαιτή, γίνεται σαφές όταν ρωτά κατά τον λόγο, στον οποίον και θα μπορούσε να αναφέρεται η απαίτηση του Διονυσόδωρου (κατά τίνα λόγον), ο Σωκράτης. Και αποδεικνύεται, ότι καθοδηγείται μόνον απ’ την αυθαιρεσία ο άλλος («επειδή μάς ήρθες τώρα ως ένας παντογνώστης στη σκέψη και στον λόγο και ξεύρεις, τί πρέπει να απαντάη και τί όχι κανείς»), ενώ φανερώνεται ο ίδιος ο λόγος και η ισχύ του, που κυριαρχούν στον γνήσιο, σωκρατικό διάλογο, στη μεθοδική ερώτηση του Σωκράτη. Υπάρχουν δε κι άλλες, παρόμοιες ‘βιαιότητες’, με τις οποίες και καλύπτονται οι ‘στριμωγμένοι’ δάσκαλοι της έριδος (297 Β κ.ε.), όπου και παρατηρεί όμως ο Σωκράτης, ότι διαβλέπει το τέχνασμα. Ήταν ωστόσο δύσκολο να ξεχωρίση ένας «που βρίσκεται απ’ έξω» (όπως ο Κρίτων στον διάλογο-πλαίσιο) τη σοφιστική εριστική - που εισέδυε εξάλλου βαθειά, ως η λογική τών Μεγαρικών και Κυνικών, και στις σωκρατικές ακόμα σχολές - απ’ τη σωκρατικο-πλατωνική διαλεκτική, και μπορούσε να αμφιβάλη και γενικά ως προς την αξία τής φιλοσοφικής παιδαγωγίας (306 D κ.ε.). Έπρεπε να γράψη λοιπόν, λόγω τού πιεστικού κινδύνου συγχύσεως, και λόγω τής ανάγκης να προσδιοριστούν τα όρια απέναντι στην εχθρική δύναμη, ακόμα και σ’ αυτόν τον ίδιον, τον «Ευθύδημο» ο Πλάτων.
     Είναι ωστόσο απαραίτητο, να κατανοήσουμε ακόμα περισσότερο στις λεπτομέρειες τους ανθρώπους, αφού φανερώσαμε ήδη το συμβολικό στοιχείο τού χώρου. Είναι ένα ‘ζευγάρι’ οι επικίνδυνοι Εριστικοί, και το ότι έχει μεγάλη σημασία αυτός ο αριθμός ‘δύο’ προκύπτει ευθύς εξαρχής απ’ το λάθος τού Κρίτωνα, που νομίζει πως έχει δη μονάχα έναν. Επιτρέπει λοιπόν αυτό το λάθος στον Κρίτωνα ο συγγραφέας, ώστε να επιστήση ακόμη περισσότερο την προσοχή μας με τη διόρθωση – δεν ήταν ένας, αλλά δύο. Kαι είναι απαραίτητη αυτή η ‘διπλότητα’, γιατί εργάζονται όπως οι ταχυδακτυλουργοί με τα χέρια, ενώ είναι ένας, όπως είναι μια και η αλήθεια, ο αληθινός δάσκαλος. Έχουν ταξιδέψει σε πολλά μακρινά μέρη οι δυό τους, κι είναι άνθρωποι χωρίς πατρίδα (271 C), για το οποίο και τους ‘χλευάζει’ στον διάλογο ο Κτήσιππος (288 ΑΒ): έτσι διακρίνονται όμως πάντοτε απ’ τον προσκολλημένον στην πατρίδα του Σωκράτη οι σοφιστές. Ονομάζονται δε «πάνσοφοι», όπως ονομάζει εξάλλου γενικά τούς σοφιστές και τους εριστικούς ο Πλάτων, και μπορούμε να βρούμε στο 10Ο βιβλίο τής «Πολιτείας» με τον σαφέστερον τρόπο την ‘κρίση’ που υπάρχει μέσα σ’ αυτό το «παν» (598 CD): όταν ισχυρίζεται κανείς ότι κατέχει όλα τα χειρονακτικά επαγγέλματα, βασίζεται μια τέτοια «πανσοφία» στην πίστη και μόνον ενός ‘ακρίτου’ ανθρώπου, που αφέθηκε να οδηγηθή στην πλάνη. Έχουν ‘μαζευτή’ με ιδιάιτερα αστείον τρόπο τα ‘αξιώματα’ στους σοφιστές μας. Γιατί όπως «τελειοποιείται» στις λογομαχίες τους μπροστά στο δικαστήριο και στη διδασκαλία τους για τέτοιους δικαστικούς αγώνες η αρχική τέχνη τών όπλων (272 Α 5), έτσι θα διδάξουν και την αρετή, που τη συμπεριέλαβαν – μόλις πρόσφατα! – στο πρόγραμμά τους, όπως και τις άλλες τέχνες: σαν ξιφομαχία!
    Eίναι με τη μέγιστη σαφήνεια αρχιτεκτονημένος ο εσωτερικός διάλογος, έτσι ώστε να διακρίνονται μεταξύ τους με δυό σωκρατικά ‘μέρη’ τα τρία εριστικά αποσπάσματα. Και συνομιλούν άλλοτε ο Κλεινίας, άλλοτε ο Κτήσιππος, κι άλλοτε ο ίδιος ο Σωκράτης – ανάλογα πώς εναλλάσσεται το ‘ύψος’ τού διαλόγου – με τους δυό σοφιστές στα ‘αποσπάσματα’, ενώ σχεδόν αποκλειστικά ο Σωκράτης με τον Κλεινία στα ‘μέρη’. Υποδεικνύεται λοιπόν στον έναν άνθρωπο απ’ τον έναν παιδαγωγό ο δρόμος στη μιαν περίπτωση, ενώ ‘πετάει’ η μπάλλα σε όλους ολόγυρα που θέλουν να την πιάσουν στην άλλη.
     Συναντιούνται σε μιαν κοινή αποδεικτική πορεία τα δυό σωκρατικά διαλογικά μέρη, που ξεκινά απ’ τον πόθο τού ανθρώπου για ευτυχία και τελειώνει στη βασιλική τέχνη, στην οποία και πρέπει να οδηγηθή ο νεανίας. Κι όταν εισέρχεται αυτή η τέχνη στη ματιά μας, ‘κυλάει’ πλέον στον διάλογο ανάμεσα στον Κρίτωνα και τον Σωκράτη η αφήγηση και τελειώνει στην απορία (Aporie). Αντίθετα προς αυτό, συνίστανται από μια πιο χαλαρή σειρά μεμονωμένων εριστικών ΄καλλιτεχνημάτων’ τα σοφιστικά αποσπάσματα. Και  χαρακτηρίζει τούς Εριστικούς αυτή η έλλειψη οποιασδήποτε ‘τακτικής’ μεθόδου κατά τον Πλάτωνα. «Δεν έχει όμως καθόλου αποκλειστή μ’ αυτό, ότι μπορεί να διαβλέπη μιαν ορισμένη τάξη στη φαινομενική αταξία και αυθαιρεσία αυτής τής ‘καλλιτεχνικής’ απομίμησης της Εριστικής απ’ την πλευρά του ο Πλάτων». Υπάρχει στην πραγματικότητα μια συνέχεια, τόσο όσον αφορά στα τυπικά μέσα τής πλάνης όσο και στο περιεχόμενο των εκφράσεων. Ενώ κορυφώνεται, ανερχόμενος ακριβώς, και πλησιάζοντας στις σημαντικότατες γνώσεις, στην απορία ο σωκρατικός διάλογος, καταλήγουν,  έχοντας θίξει σοβαρά ακόμα στην αρχή αντικείμενα και μη έχοντας ακόμα μπερδευτή εντελώς εύκολα σε ‘αναλυτικούς’ λογικούς κόμπους  (( ‘επιχειρήματα’… )) , στην καθαρή ΄κουταμάρα’ οι Εριστικοί. Αν το διαβάσουμε δε σύμφωνα μ’ αυτές τις υποδείξεις, που επιχειρούν απλώς να πουν με οξύτητα, αυτό το οποίο και βλέπουν άλλωστε οι περισσότεροι, θα το καταλάβουμε κατά έναν ορισμένον τρόπο το κείμενο. Του οποίου ανοίγεται ωστόσο, μόνον όταν εισέλθουμε πίσω απ’ αυτό το επίπεδο, η πραγματική πληρότητα σε ειρωνικές εντάσεις και αντι-εντάσεις.

    Πρέπει «να γίνη άξιος» ο νέος, πρέπει «να φιλοσοφήση και να αποκτήση την αρετή» (275 Α), σε μιαν αξεχώριστη ακόμα ενότητα αυτού, το οποίο και ξεχωρίζουμε αργότερα ως θεωρητική και πρακτική συμπεριφορά. Και αναδύεται αμέσως το πρόβλημα, αν «είναι διδακτή η αρετή» ή αν είναι δυνατή, για να το πούμε αλλιώς, η παιδαγωγία. Διαισθανόμαστε, πως δεν θα επιθυμούσε να απαντήση καταφατικά εδώ κι ο ίδιος ο Σωκράτης στο ερώτημα. Γνωρίζουμε αυτήν την προβληματική, μιαν εξαιρετικά ειρωνική προβληματική, απ’ τον «Πρωταγόρα», και θυμόμαστε πως έχει την ίδια θέση εκεί, στην οικονομία τού διαλόγου, το ίδιο ερώτημα (319 Β). Αντιλαμβανόμαστε δε στην αρχή τής συζήτησης αυτό, το οποίο και ονομάσαμε ‘γραμμή τού Πρωταγόρα’ στον «Ευθύδημο» προηγουμένως. Περιορίζει λοιπόν την εργασία για τώρα ο Σωκράτης, ζητώντας απ’ τους σοφιστές «να πείσουν τον νεανία, ότι πρέπει να μάθη!». Μας έχει όμως ήδη φανερωθή, ότι η επιτυχία τού εγχειρήματος υπόκειται σε μια βασική προϋπόθεση, η οποία δεν έχει όμως κατά κανέναν τρόπο αποφασισθή. 

Συνεχίζεται

Je suis France...


Γράφει ο Κώστας Μαντατοφόρος 

Συμπάσχοντας με τον γαλλικό λαό και την μαλ βλακεία που έκανε χθεςαναρτούμε κι εμείς κατά την νέα μόδα, φωτογραφία με την γαλλική σημαία, ως αλληλέγγυοι για το τρομοκρατικό χτύπημα, που μέσω των εκλογών, η γαλλική κοινωνία κατάφερε στον εαυτό της.

Ένα εκλογικό αποτέλεσμα που οδηγεί τσιφ σε δύο βδομάδες στην εκλογή του πιό συστημικού από τους 11(!) υποψήφιουςτης πιό καλής, της πιό πιστής γαλλίδας δουλίτσας του Σόϊμπλε και της Νέας γερμανικής Τάξης ευρωπαϊκών πραγμάτων.
Εξ ου και η ανακούφιση στην Γερμανία και στις Βρυξέλλες
Η Γαλλία με τον Μακρονίπρα (κατά το "Ολαντρέου") θα εξακολουθήσει να είναι υποτακτικός και χωροφύλακας της γερμανικής Ευρωπαϊκής "Ένωσης". 
Αυτό το τρομοκρατικό χτύπημα του αποτελέσματος των εκλογών είναι πολύ πιό δυνατό απ' τις βόμβες, και η Γαλλία, καθώς και η υπόλοιπη Ευρώπη θα το πληρώσει με περισσότερο αίμα.
Άσχετο αν το αίμα αυτό θα είναι μόνον των εργαζόμενων και των μικρών και μεσαίωνοικονομικά στρωμάτων της κοινωνίας.

Ένα αποτέλεσμα απολύτως ανάλογο των δικών μας εκλογών του Σεπτέμβρη του 2015που θα επιτρέψει αύριο-μεθαύριο να βγαίνει ο κάθε γλοιώδης τυχάρπαστος -όπως εδώ- και να δηλώνει πως ο λαός ήξερε τί ψήφιζε όταν ψήφιζε.
Αυτό είναι το κακό για μας -καλό για το σύστημα- των εκλογών: με την πολυδιάσπαση του λαϊκού χώρου, οιονεί αντιμνημονιακού και στην ουσία αντι-ευρωπαϊκού όσον αφορά ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ  "Ένωση", οι στρεβλώσεις στην απεικόνιση της λαϊκής βούλησης είναι αναπόφευκτες.
Κι αυτός είναι ο λόγος που το σύστημα διατηρεί και επιτρέπει ακόμη την διαδικασία των εκλογών.
Σε αντιδιαστολή με τα δημοψηφίσματα που με την στυγνή λογική τους του ΝΑΙ-ΟΧΙ καταφέρνουν να αναδείξουν την πραγματική βούληση και τάση των λαών.
Γι αυτό και αν ξαναδείτε δημοψήφισμα εντός Ευρωπαϊκής "Ένωσης" να μας τρυπήσετε την μύτη με την χοντρή την σακοράφα.
Το σύστημα ήδη τα έχει απαγορεύσει.

Κι ακόμα, αυτός είναι ο λόγος που πολύ σωστά ισχυρίζονται όσοι το ισχυρίζονται πως πολύ δύσκολα έως απίθανο να αλλάξει κάτι με μόνες τις εκλογές.
Με σκέτες εκλογές προκηρυσσόμενες όποτε λέει ο νόμος ή όποτε βολεύει το σύστημαοι λαοί το πολύ-πολύ να κερδίζουν -όταν κερδίζουν- μία μικρή παράταση στην θανατική τους καταδίκη. 
Θανατική καταδίκη που αφορά την δημοκρατία, την αυτοδιάθεση, την ελευθερία των λαών.

Χρειάζεται και κάτι άλλο:
Χρειάζεται η ασφυκτική, η καταλυτική πίεση των λαών προς τις εξουσίες για να γίνονται εκλογές όχι όποτε το σύστημα θέλειαλλά όποτε η εξουσία η δοσμένη απ' τον λαό ξεφεύγει, καταχράται, ψεύδεται, αθετεί.

Σήμερα συμπάσχουμε με τον γαλλικό λαό.
Θα περάσει πολύ άσχημα.
Κι εμείς μαζί!... 

Πηγή "Ουδέν Σχόλιον"
kostasxan.

Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς «κρίνεται» γιατί δέν πίστεψε στήν Ἐκκλησία. Ἡ «καλή ἀπιστία» ὅμως ἦταν εὐεργετική γιά τό ἀνθρώπινο γένος

Ἡ Ψηλάφισις τοῦ Θωμᾶ
Τοῦ πατρὸς Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
Νά ἀναλύσουμε σήμερα τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ, πού λέγεται, κατά τά μέτρα τῆς λειτουργικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας μας, «Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα», γιατί εἶναι ἡ ἑπομένη, ἡ ὀγδόη μέρα ἀκριβῶς μετά ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου συντελεῖται αὐτό τό γεγονός τῆς συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τό Θωμᾶ.
Θυμάστε πολύ καλά τήν ἀναστάσιμη περικοπή. Τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του, τήν πρώτη μέρα αὐτή τοῦ Σαββάτου, πού ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, «ἦλθεν ὁ Χριστός καί ἔστη», λέει τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἐν μέσῳ αὐτῶν· καί «οἱ μαθηταί ἐχάρησαν ἰδόντες τόν Κύριον» καί Ἐκεῖνος ἔδειξε τάς χεῖρας καί τούς πόδας Αὐτοῦ καί εἶπε: «λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται».
«Θωμᾶς δέ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, οὐκ ἦν μετ᾽ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Κύριος», λέει τό κείμενο. Ἐκείνη τήν ἡμέρα, λοιπόν, δέν ἦταν [ὁ Θωμᾶς]. Ξέρετε πολύ καλά τήν ἱστορία· εἶπαν οἱ μαθητές ὅτι: «ἑωράκαμεν τόν Κύριον» καί ἐκεῖνος εἶπε: ὅτι ἄν δέν δῶ μέ τά μάτια μου τόν τύπον τῶν ἥλων στήν χεῖρα του καί εἰς τήν πλευρά αὐτοῦ «οὐ μή πιστεύσω». Μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἐμφανίζεται ὁ Χριστός καί λειτουργεῖ τό θέμα ἀντίστροφα στό θέμα τῆς πίστεως τοῦ Θωμᾶ.
Πρῶτο γεγονός πού πρέπει νά δοῦμε, εἶναι τό ἐρώτημα τό ὁποῖο προκύπτει, τοῦ γιατί δέν πιστεύει ὁ Θωμᾶς. Κατά τά μέτρα τῆς πατερικῆς προσεγγίσεως εἶναι πάρα πολύ φυσικό νά μήν...
πιστεύει, ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ὅτι δέν εἶναι εὔκολο νά πιστέψεις ὅτι ἕνας νεκρός ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι δηλαδή κάτι «τακτικό» πού νά τό πιστέψεις. Ὁ Θωμᾶς, ἄν μπορούσαμε νά ποῦμε τή λέξη, «κρίνεται» -ἄν μπορούσαμε νά τήν ποῦμε τή λέξη «κρίνεται»- ὄχι γιατί δέν πίστεψε στό Χριστό· αὐτό εἶναι κατανοητό. Θά ἦταν πολύ καλό νά πιστέψει κατευθείαν, ἀλλά ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο «κρίνεται» εἶναι τό ὅτι δέν πίστεψε στήν Ἐκκλησία. Ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Οἱ ὑπόλοιποι μαθητές. Ὑπάρχουν μαθητές πού εἶπαν: «ἑωράκαμεν τόν Κύριον».

Γι᾽ αὐτό κι ἐμεῖς δέν ἀπαιτοῦμε κάποιος νά ἔχει ἄμεση ἐμπειρία γιά νά πιστέψει, ἀλλά νά πιστέψει τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί τί εἶναι αὐτή ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας; Τό σῶμα μας. Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καί ζοῦμε στό σῶμα, δέν εἴμαστε αὐτοτελή κύτταρα καί μονάδες. Ἀνήκουμε σέ αὐτό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού σημαίνει αὐτή ἡ ἐκκλησιολογική ἐμπειρία ὅτι, ὅ,τι ἔχεις ἐσύ, Ἐκκλησία, ἀπό παλιά μέχρι σήμερα, εἶναι ἐμπειρία ὅλων μας κι ἔτσι, ὅποιος θέλει νά ζήσει τήν ἐμπειρία καί αὐτός, εἶναι ἐγωιστική ἀπαίτηση. Ἀφοῦ τό ζεῖ τό σῶμα του; Δέν σᾶς τό ἔχω πεῖ ἄλλη φορά; Εἶναι ἀρκετό τό δάκτυλό μου ὅταν ἀκουμπάει πάνω σ᾽ ἕνα ἀντικείμενο γιά νά καταλάβει τή θερμότητα ἤ τήν ψυχρότητα τοῦ μετάλλου. Δέν χρειάζεται ὅλα τά δισεκατομμύρια κύτταρα τοῦ σώματός μου νά καταλάβουν αὐτή τήν ἔκφραση. Αὐτό εἶναι τό πιό συγκλονιστικό γεγονός, ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας· γι᾽ αὐτό ἐμεῖς δέν ἀπαιτοῦμε νά δοῦμε ἤ νά ζήσουμε αὐτά πού ἔζησε ἡ Ἐκκλησία, κατά τά μέτρα τῶν θαυμάτων, πού εἶδαν τό Χριστό ἤ δέν Τόν εἶδαν... ἡ ἱστορική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι εἶναι μές στήν Ἐκκλησία, ἐφόσον πιστεύουν τό Χριστό.

Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τό κέντρο τῆς λεγομένης, θά τό πῶ καί πάλι μέσα σέ εἰσαγωγικά, «ἀπιστίας» τοῦ Θωμᾶ καί λέω μέσα σέ εἰσαγωγικά παρόλο πού εἶναι, ἄς τό ποῦμε, «κατακριτέα» καί πάλι μέσα σέ εἰσαγωγικά, ἡ στάση αὐτή, νά μήν πιστεύει στήν Ἐκκλησία, καί τούς ἄλλους μαθητές καί στέκομαι μέ αὐτό τόν τρόπο στή λέξη «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ, γιατί τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ μᾶς παρουσιάζουν τό Θωμᾶ μέ ἕναν ἄλλο τρόπο, τελείως ἄλλο τρόπο. Μᾶς μιλᾶνε γιά τήν «καλή ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ. Μπορεῖ νά γίνει «καλή ἀπιστία»; Ἔτσι λένε· καί μάλιστα μιλᾶνε καί λένε πώς αὐτή ἡ «ἀπιστία» τοῦ Θωμᾶ ἦταν εὐεργετική γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Γι᾽ αὐτό μέ βλέπετε νά γίνομαι ἐφεκτικός ὅσον ἀφορᾶ τήν κριτική ἀκόμη καί τῆς λέξεως «ἀπιστία». Βέβαια, στέκομαι στό θέμα τῆς κριτικῆς τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀπιστίας, ἀλλά δεδομένων τῶν τροπαρίων αὐτῶν καί τῆς «καλῆς ἀπιστίας» τοῦ Θωμᾶ καί δεδομένης τῆς ἐκφράσεως ὅτι ἦταν πολύ καλή ἡ «ἀπιστία» του, εὐεργετική γιά τό ἀνθρώπινο γένος, πρέπει νά σταθῶ καί νά δῶ γιατί αὐτή ἡ «ἀπιστία» ἦταν πολύ καλή.

«Ὤ τῆς καλῆς ἀπιστίας τοῦ Θωμᾶ», πρῶτα-πρῶτα σημαίνει ὅτι ἔχει κάτι καλό αὐτή ἡ «ἀπιστία» μέσα. Ἔχει μιά τόλμη, τόλμη τό λένε, τολμᾶ νά ἀγγίξει τό Χριστό. Ὁ Χριστός δέν τό ἀρνεῖται. Ὁ Χριστός ποτέ δέν ἀρνήθηκε σέ κάποιον νά ψάξει τό πράγμα, ὅσο μπορεῖ νά πάει τό μυαλό του.
Γι᾽ αὐτό, παρενθετικά τό λέω, ἐμεῖς δέν λειτουργοῦμε κατά τά μέτρα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐκφράσεως: «πίστευε καί μή ἐρεύνα». Αὐτό εἶναι ἀρχαιοελληνικό, δέν τό ἔχουμε ἐμεῖς. Δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό χριστιανικό μέγεθος. Ὁ Χριστιανός ἔχει νοῦ καί μπορεῖ κατά τά μέτρα τῆς διανοητικῆς του λειτουργίας καί τοῦ νοῦ του νά ψάξει τά πράγματα - ὅσο μπορεῖ νά ψάξει φυσικά, γιατί τό μυαλό του δέν μπορεῖ νά πάει παραπάνω καί νά ἐρευνήσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.

Ἄρα, λοιπόν, [στήν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ] λειτουργεῖ καί τό ἀνθρώπινο μυαλό καί δέν εἶναι κακό νά λειτουργήσει τό ἀνθρώπινο μυαλό. Θά ἦταν πολύ καλό, σίγουρα, νά κάνει μιά ὑπέρβαση καί νά λειτουργήσει ὅπως οἱ: «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες», ἀλλά δέν καταργεῖται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι πάρα πολύ καίριο· γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας θεραπεύει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί γι᾽ αὐτή τήν αἰτία, γιά νά μπορεῖ τό πράγμα νά τό καταλάβει ἔστω κατά τά μέτρα τῆς λογικῆς καί λογικά, γι᾽ αὐτό μιλᾶμε καί γιά λογική λατρεία μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἐδῶ, λοιπόν, αὐτό εἶναι κάτι εὐεργετικό: Ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄνθρωπος, μπορεῖ νά ψάξει καί ὁ Χριστός λέει, ἐντάξει. Γι᾽ αὐτό, λοιπόν, εἶναι καί εὐεργετικό γιά τόν ἄνθρωπο, γιατί εἶναι καλή εὐεργεσία, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀγγίζει τό Χριστό καί ἡ προοπτική μας εἶναι νά ἀγγίξουμε τό Χριστό.

Βέβαια, στό κείμενο πού ἔχουμε δέν ξέρουμε ἄν πραγματικά ἀκούμπησε ἤ ὄχι τόν Χριστό - οὔτε ἀπεικονίζεται στήν εἰκόνα. Ὁ Χριστός λέει, ἐντάξει, ψηλάφησον. Δέν ξέρουμε ἄν ἀκούμπησε, ἄν πῆγε μέχρι ἐκεῖ. Ἀκόμη καί στήν εἰκόνα δέν φαίνεται νά ἀκουμπάει. Εἶναι ἕνα μυστήριο. Ἀκουμπάει, δέν ἀκουμπάει... δέν τό ξέρουμε, δέν ἔχει σημασία δηλαδή. [Σημασία ἔχει] τό ὅτι πιστεύει πιά, ἔστω μέ αὐτό τόν τρόπο, μέ τή λογική αὐτή διεργασία, κατά τά μέτρα τῆς λογικῆς διεργασίας, δέν πάει παρακάτω, ἐκεῖ φτάνει καί ὁ Χριστός ἀνοίγεται, δέν φοβᾶται νά Τόν ἀκουμπήσει κάποιος, ἀλλά ταυτόχρονα καί αὐτός τολμάει νά Τόν ἀκουμπήσει. Ἄσχετα ἄν γίνεται ἤ δέν γίνεται σέ τελική ἀνάλυση τό γεγονός αὐτῆς τῆς ἁφῆς· πιά δέν μᾶς νοιάζει. Εἶναι τό ἄνοιγμα τῶν δύο - ἡ τόλμη τοῦ ἑνός καί τό ἄνοιγμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ εἶναι ὁ Χριστός στή μέση, ὅπως λέει τό κείμενο: «καί τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Ὅπως πάντοτε βέβαια, τό ξέρετε πολύ καλά, τά γεγονότα, παρόλο πού συντελοῦνται μέσα σέ ἕνα χῶρο, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», κάπου ἦταν μαζεμένοι, καί σέ αὐτήν τήν εἰκόνα ὅπως γίνεται πάντοτε στήν ἁγιογραφία, τά γεγονότα λειτουργοῦνται σέ ἀνοιχτό χῶρο. Ἄν παρατηρήσει κάποιος τήν εἰκόνα θά δεῖ, πώς εἶναι ἀνοιχτός ὁ χῶρος, εἶναι ἔξω ὁ Χριστός, ἀλλά «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».

Σέ ἄλλα γεγονότα μπορεῖ νά μήν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία. [Γιά παράδειγμα] στήν εἰκόνα τῆς Πεντηκοστῆς ἐνῶ εἶναι τό ὑπερῶον, παρουσιάζει τούς μαθητές νά βρίσκονται σέ ἕναν ἐξωτερικό χῶρο. Δέν ἔχει τόσο μεγάλη σημασία, ἕνα ὑπερῶον εἶναι τό πολύ-πολύ. Στήν εἰκόνα πού ἐξετάζουμε, ὅμως, ἔχει καίρια σημασία. Τό κείμενο λέει: «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι». Στέκεται δηλαδή στή κατάσταση τῆς πόρτας. Πῶς ὁ ἁγιογράφος, παρόλο πού ἔχει τή γενική θεωρητική τοποθέτηση ὅτι, τά γεγονότα πού τελετουργοῦνται στό χῶρο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἁγιογραφοῦνται σέ ἀνοιχτούς χώρους, πῶς τολμᾶ νά κάνει ἐπάνω σέ αὐτή τήν εἰκόνα ἕνα ἅλμα, ἕνα ξεπέρασμα καί μιά ὑπέρβαση, καί νά δείξει τήν πόρτα κλειστή καί νά εἶναι ὅλοι ἀπ᾽ ἔξω; Τί νόημα ἔχει πιά αὐτή ἡ κλειστή πόρτα; Θά ἔλεγα δέν ἔχει κανένα νόημα καί αὐτή εἶναι ἀκριβῶς ἡ πρόταση: Ὅτι καμιά κλειστή πόρτα δέν ἔχει πιά νόημα γιά τήν Ἐκκλησία, ὅτι τίποτε δέν συγκρατεῖ τήν Ἐκκλησία. Δηλαδή καί νά Τή σφαλίζουν τήν Ἐκκλησία μέσα, νά Τήν κλείνουν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀπ᾽ ἔξω, εἶναι ἐξερχομένη καί κανείς δέν μπορεῖ νά Τή φυλακίσει.

Βλέπετε πόσες διηγήσεις ἔχουμε μετά, τοῦ Πέτρου, τοῦ Παύλου καί μέσα στήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Τούς φυλακίζουν καί οἱ πόρτες ἀνοιγοκλείνουν, βγαίνουν ἔξω, κάνουν κήρυγμα, ξαναμπαίνουν μέσα. Δέν φοβοῦνται τίς κλειστές τίς πόρτες. Γελοιοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία τίς κλειστές τίς πόρτες. Ἄρα καμιά φυλακή δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει κάποιο περιοριστικό μέτρο γιά τή ζωή καί τήν ἐλευθερία τῆς σκέψεως τοῦ Χριστιανοῦ· καί ἔτσι γελοιοποιοῦνται οἱ κλειστές οἱ πόρτες καί οἱ κλειστές οἱ πόρτες εἶναι τά μέτρα, τά ὁποῖα παίρνουν οἱ δυνατοί τῆς γῆς γιά νά σφραγίσουν τά στόματα, νά σφαλίσουν τίς φωνές, νά κάνουν φίμωση νοός καί σκέψεως κι αὐτό ἡ Ἐκκλησία τό γελοιοποιεῖ.

Ἄρα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί εἴμαστε ἐλεύθεροι, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία, ὅτι καμιά πόρτα, καμιά φίμωση δέν μπορεῖ νά μᾶς τρομοκρατήσει, γιατί εἴμαστε ἔξω ἀπό αὐτά τά πράγματα καί δέν μᾶς συγκρατεῖ τίποτε. Ἄρα δέν πουλᾶμε ποτέ τίς συνειδήσεις μας· καί ὅ,τι χειρότερο εἶναι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας νά πουλᾶνε τίς συνειδήσεις τους γιά κοσμικές σκοπιμότητες.

Λοιπόν, ἡ κλειστή πόρτα στήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ εἶναι καταπληκτική, πραγματικά καί ἐκφράζει τό ἐλεύθερο τοῦ Χριστιανοῦ καί τό ξεπέρασμα τῶν κλειστῶν καί συμβατικῶν συστημάτων πού ἔχει ὁ κόσμος, ἀκόμη καί τά μέτρα τά ὁποῖα ἔχει ὁ κόσμος, γιά παράδειγμα, φυλάκιση, τιμωρία, ποινή, δικαστήριο. Ὁ Χριστιανός αὐτά τά γελοιοποιεῖ. Ὅπου καί νά πῆγαν οἱ Χριστιανοί, οἱ μάρτυρες, οἱ ὁμολογητές, παρόλο πού πέρασαν μέσα ἀπό μιά τέτοια νομική, δικανική διαδικασία περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς φωνῆς καί τῆς κινήσεώς τους, αὐτά τά γελοιοποίησαν. Ἦταν καί φωνές, ἦταν καί ἅγιοι, ἦταν τά πάντα καί οἱ πόρτες ἦταν ἀνοιχτές καί ἄς μήν ἦταν ἀνοιχτές. Αὐτά εἶναι γεγονότα τά ὁποῖα τά ζεῖ καθημερινά ἡ Ἐκκλησία. Ἕνα πράγμα πού φοβόμαστε εἶναι ἡ δική μας ἀδυναμία νά ἀντέξουμε τήν ἐξωτερική ἔκφραση τοῦ κλειδώματος καί ἀκριβῶς γι᾽ αὐτό τό λόγο νά συσχηματιστοῦμε. Αὐτή ἡ κλειστή πόρτα, λοιπόν εἶναι πάρα πολύ καίρια ὅταν ἁγιογραφοῦμε τήν εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ.

Οἱ μαθητές τώρα εἶναι κατεταγμένοι σέ δύο μέτρα, ἔνθεν καί ἔνθεν ἐπάνω στήν εἰκόνα. Αὐτό τό στοιχεῖο ὑπάρχει καί σέ ἄλλες εἰκόνες πού εἶναι ἔνθεν καί ἔνθεν κατεταγμένοι καί βέβαια τό πολύ ὄμορφο στοιχεῖο εἶναι: Οἱ μαθητές, οἱ ὁποῖοι στέκονται ἀπό τή μία πλευρά, ἔχουν τά πόδια κλειστά καί οἱ μαθητές ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τά ἔχουν ἀνοιχτά. Εἶναι αὐτή ἡ κίνηση στήν Ἐκκλησία καί ἡ ἄσκηση· ἡ ἄσκηση καί ταυτόχρονα ἡ κίνηση. Ἡ ἀσκητική στάση προσευχῆς καί ἡ κίνηση ἡ ἱεραποστολική· καί τά δύο οἱ μαθητές τά λειτουργοῦν. Ἐπίσης ὑπάρχουν οἱ πολυποίκιλοι μαθητές γύρω ἀπό τό Χριστό.

Ὁ Χριστός φοράει τά δύο ἐνδύματα, ὅπως πάντα, πού συμβολίζουν τό: «ἐν δύο φύσεσιν» πού εἶναι ὁ Χριστός. Μέ τό ἕνα χέρι εὐλογεῖ καί ταυτόχρονα ἔχει τό ἄλλο τό χέρι ἀνοιχτό καί πάλι σέ μιά στάση ἀποδοχῆς. Προσέξτε, τό ἕνα χέρι ἔχει ἐπάνω τόν τύπον τῶν ἥλων, ἀλλά τό ἄλλο χέρι εἶναι ἀνοιχτό σέ στάση ἀποδοχῆς ἀκόμη καί τῆς ἀπιστίας τοῦ Θωμᾶ· ἀφοῦ ἔτσι τό θέλει ὁ Θωμᾶς, ἔτσι ἄς λειτουργήσει τό γεγονός. Ὁ Χριστός φέρει τόν τύπον τῶν ἥλων. Ὅταν θά Τόν ἁγιογραφοῦμε θά κάνουμε τόν τύπον τῶν ἥλων καί θά μποῦν κανονικά οἱ τύποι τῶν ἥλων καί στά πόδια, γιατί ἀκριβῶς ἔτσι ὁ Χριστός δηλώνει πού εἶναι μέ τό πραγματικό τό σῶμα Του. Δέν εἶναι ἕνα σῶμα-φάντασμα δηλαδή, παρόλο πού εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, δέν ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά μπεῖ μέσα, πού σημαίνει φάντασμα δέν εἶναι. Ὑπαρκτός εἶναι. Τούς λέει «ἀκουμπῆστε με, δεῖτε με, πιάστε με, ψηλαφῆστε με». Εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως, λέμε. Ἄρα δέν εἶναι φάντασμα, εἶναι ὑπαρκτό τό σῶμα.

Ἄρα τό σῶμα πραγματικά ἀναστήθηκε. Φέρει πάνω τόν τύπον τῶν ἥλων, εἶναι σῶμα τό ὁποῖο ἔχει ἀκόμη καί τά στίγματα τῶν ἥλων· ἀλλά παρόλα αὐτά διέρχεται διά τῶν πυλῶν, διά τῶν θυρῶν τῶν κεκλεισμένων, χωρίς νά λειτουργήσει ἡ σωματική περιοριστική δύναμη, πού μᾶς περιορίζει νά μποῦμε ὅταν μιά πόρτα εἶναι κλεισμένη. Πού σημαίνει πιά, αὐτό τό σῶμα τώρα εἶναι τό σῶμα τό ἀναστημένο τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει τίς ἰδιότητες τοῦ ἀναστημένου σώματος καί μᾶς δηλώνει ποιό θά εἶναι τό σῶμα τό δικό μας μετά τήν ἀνάσταση. Θά εἶναι τό σῶμα τό ὁποῖο ἔχουμε τώρα, ἀλλά τό ὁποῖο ὅμως θά ὑπακούει σέ ἄλλους νόμους καί θά ἔχει τελείως ἄλλες ἰδιότητες.

Γιά τό Χριστό, δέν χρειαζόταν κἄν νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἕνα περιττό δερμάτινο χιτώνα πού δέν Τόν εἶχε. Ὁ δερμάτινος χιτώνας, τό βεβαρημένο τοῦ σώματος, εἶναι κάτι τό ὁποῖο προστέθηκε στόν ἄνθρωπο διά τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά ὁ Χριστός ἀπό ἄκρα συγκατάβαση πῆρε τό δικό μας τό σῶμα ὅπως τό ζοῦμε ἐμεῖς, ἄνευ ἁμαρτίας, χωρίς δηλαδή νά ἔχει τό δερμάτινο χιτώνα. Ἐμεῖς ὅμως, μέσα ἀπό τήν κάθαρση πού περνοῦμε στή χριστιανική ζωή καί μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ θανάτου καί τῆς διαλύσεως τοῦ σώματός μας εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη, μετά τήν ἀνάσταση μας, τό σῶμα τό ἀνθρώπινο, πού θά εἶναι αὐτό τό σῶμα τό συγκεκριμένο, θά ὑπακούει σέ ἄλλους νόμους. Θά ἔχει ἀπαλλαγεῖ ὁπωσδήποτε ἀπό τό δερμάτινο χιτώνα καί θά ζοῦμε σέ ἄλλες διαστάσεις φυσικῶν νόμων, παρόλο πού θά ἔχουμε σῶμα. Αὐτό προσπαθεῖ νά τό δηλώσει τό κείμενο, ὅτι ὁ Χριστός μπῆκε μέσα σ᾽ αὐτό τό χῶρο «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
Αὐτή εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ. Εἶναι πανέμορφη εἰκόνα καί φυσικά πολυποίκιλη, γιατί ἔχει καί τά πολλά πρόσωπα τῶν μαθητῶν.
  
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ἐρώτηση: Τά σώματα πού εἶχαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν νά πέσουν εἶναι σάν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ;
Ἀπάντηση: Ναί, ὁ Ἀδάμ ἦταν χωρίς τό δερμάτινο χιτώνα. Παρόλο ὅμως πού ἦταν χωρίς τό δερμάτινο χιτώνα, ἄν δέν ἔπεφτε ὁ Ἀδάμ, θά ἐξελισσόταν στό πνευματικότερο. Ὁ Ἀδάμ ἁπλῶς ξεκίνησε, δέν ἔκανε τήν πορεία, ἀλλά εἶχε αὐτό τό σῶμα ἀφετηριακά.

Ἐρώτηση: Αὐτό εἶναι τό ἴδιο σῶμα πού θά ἀποκτήσουμε κι ἐμεῖς.
Ἀπάντηση: Ἀκριβῶς, ἀλλά αὐτό τό σῶμα μέσα στήν Ἐκκλησία γίνεται ἀκόμα πνευματικότερο σῶμα. Δέν τό ἐξέλιξε πνευματικότερα ὁ Ἀδάμ.

Ἐρώτηση: Αὐτό, ὅμως, πῶς συνδέεται μέ τό ὅτι κατά τή Γένεση φτιάχτηκε ἀπό πηλό ὁ ἄνθρωπος;
Ἀπάντηση: Μά τό σῶμα δέν παύει νά εἶναι ἀπό πηλό. Ἐγώ δέν εἶπα πού δέν εἶναι σῶμα. Τί σᾶς εἶπα; Εἶναι αὐτό τό σῶμα. Γιατί μιλάω γιά τόν τύπον τῶν ἥλων; Γιατί ἀκριβώς δέν μιλάω γιά ἕνα σῶμα-φάντασμα. Τά ὑλικά τοῦ σώματος εἶναι πήλινα ὑλικά: ἄνθραξ, ὑδρογόνο, ὀξυγόνο, ἄζωτο τά βασικά καί ὅλα τά ἄλλα τά ἰχνοστοιχεῖα πού ὑπάρχουν ἐπάνω του. Ἄρα δέν παύει νά ὑπάρχει τό ὑλικό τό σῶμα, τό ὁποῖο γίνεται πνευματικό σῶμα χωρίς νά καταργεῖται ἡ ὕλη.

Ἐρώτηση: Στίς μέρες μας ὅταν ὁ ἄνθρωπος λέει ὅτι: «εἶμαι ἀπό πηλό», ἐννοεῖ: ἄρα εἶμαι εὐάλωτος, ἄρα εἶμαι φυσικός... δηλαδή εἶμαι πιό πολύ κοντά στή φύση παρά...».
Ἀπάντηση: Ὄχι, εἶναι αὐτό πού λένε οἱ ἅγιοι, εἶναι «ζῶον θεούμενον». Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ζῶον θεούμενον· γι᾽ αὐτό, τό θεούμενον ζῶον καταλήγει νά γίνει μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ θεούμενο. Σέ ὅλα γίνεται θεούμενο, ἀκόμα καί στό σῶμα του, χωρίς νά καταργεῖ τήν ὕλη, γίνεται θεούμενο. Ἡ Ἐκκλησία δέν καταργεῖ τήν ὕλη. Κι ἀκριβῶς ἐδῶ εἶναι μιά κατάφαση τῆς ὕλης, ὅπως κατάφαση τῆς ὕλης συμβαίνει στήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ.
Καί ἡ Ἐκκλησία ἀκριβῶς, σέ μιά κουβέντα, γιά παράδειγμα, μέ τούς ὑλιστές, κάνει μιά ὑπέρβαση τρομερή. Ἄν οἱ ὑλιστές λένε, ἐμεῖς λατρεύουμε τήν ὕλη ἡ Ἐκκλησία δέν λέει, ἐμεῖς δέν λατρεύουμε τήν ὕλη. Τήν ὕλη δέν τή λατρεύουμε φυσικά, ἀλλά δέν κάνουμε ποτέ κουβέντα, ἐσεῖς εἶστε μέ τήν ὕλη κι ἐμεῖς δέν εἴμαστε μέ τήν ὕλη. Εἴμαστε μέ τήν ὕλη, ἁπλῶς μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πᾶμε παρακάτω, θεώνουμε τήν ὕλη. Ὄχι ὅτι τή λατρεύουμε ὡς Θεό· θεώνεται ἡ ὕλη μας κατά Χάριν, ὁμοιάζει, γίνεται σάν τόν Θεό, γίνεται πνευματικό γεγονός.

Ἐκεῖνοι στέκονται στήν ὕλη, ὡς κέντρο· ἐμεῖς πᾶμε παρακάτω. Αὐτή εἶναι ἡ φοβερή κουβέντα. Καί ὅποτε κάνουμε κουβέντα τέτοια μέ ὑλιστές, βγαίνουν ἀπ᾿ ἔξω, γιατί νομίζουν ὅτι ἐμεῖς θά μιλήσουμε πνευματικά καί αὐτοί θά μιλήσουν ὑλιστικά καί ἐμεῖς μιλᾶμε πιό ὑλιστικά ἀπό αὐτούς. Ἐμεῖς λέμε ὅτι φυσικά δεχόμαστε τήν ὕλη, ἀλλά τήν πᾶμε παρακάτω, τήν πᾶμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ μέχρι τό Θεό! Εἶναι κάτι τό ἀπρόσμενο γι᾽ αὐτούς.
Εἰδάλλως, αὐτή ἡ κουβέντα πού λές εἶναι φθαρμένη κουβέντα καί εἶναι αἱρετική κουβέντα. Εἶναι κουβέντα τελείως μανιχαϊστική· ἔτσι λέγεται. Ἀναιρεῖ τήν ὕλη. Ὑπάρχει ἡ αἵρεση τοῦ Μανιχαϊσμοῦ πού ἀναιροῦσε τήν ὕλη - ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ἔχει ὕλη δηλαδή, εἶναι μιά κατάρα ἡ ὕλη. Καί τελικά κρύβει μέσα του τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία τοῦ Πλατωνισμοῦ. Ὁ Πλάτωνας θεωροῦσε ὅτι ἡ ψυχή ἦταν φυλακισμένη μέσα στό σῶμα καί ἔπρεπε νά ἀπελευθερωθεῖ. Γι᾽ αὐτό, βλέπετε, μιλᾶμε γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, ἀλλά σχετικῶς μιλᾶμε. Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε ὅλα τά ἰδεολογήματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Δεχόμαστε τόν Πλάτωνα ἐκεῖ πού πρέπει νά τόν δεχθοῦμε, ἀλλά ἀρνούμεθα τόν ἰδεαλισμό του, ἀρνούμεθα τό ρομαντισμό του, ἀρνούμεθα καί αὐτή τήν ἔκφραση ἀκριβῶς τῆς φυλακίσεως τῆς ψυχῆς μας στό σῶμα. Ἡ κίνησή μας κοντά στούς ἀρχαίους Ἕλληνες εἶναι πάντα ἐπιλεκτική, ποτέ λατρευτική καί ἐνθουσιαστική.

Ἐρώτηση: Ὅταν κατέβηκε μετά τή σταύρωση στόν Ἅδη, εἶχε αὐτό τό σῶμα;
Ἀπάντηση: Στόν Ἅδη δέν κατέβηκε μέ τό σῶμα. «Τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ» ἀνεστήθη. Δέν κατέβηκε τό σῶμα. «Ἐν τάφῳ σωματικῶς», «ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς». Τό λέει τό τροπάριο, «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Τό λέει τό τροπάριο, εἶναι ὁλόκληρη θεολογία. Γιατί τά λέμε αὐτά τά τροπάρια στήν Ἐκκλησία μας; Τά τροπάρια τά λέμε γιά νά θεολογήσουμε συντόμως στό λαό μας πού δέν ἔχει καιρό νά διαβάσει Πατέρες καί περνᾶμε τήν θεολογία τῶν Πατέρων μέ σύντομα τροπάρια. Τό ξαναλέω, «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν Ἅδου δέ μετά ψυχῆς, ἐν Παραδείσῳ δέ μετά ληστοῦ καί ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, μετά Πατρός καί Πνεύματος, πάντα πληρῶν ὁ ἀπερίγραπτος». Ὅλα μαζί τά πιάνει.
Αὐτά… νά ᾿στε καλά!


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, στά πλαίσια τῶν μαθημάτων ἁγιογραφίας τῶν Ἁγίων εἰκόνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού ἔγινε τήν Παρασκευή 24-2-2006.

.orthodoxia-ellhnismos

ΣΧΟΛΙΟ: Τό αντίπαλον δέος απέναντι  στούς ελεύθερους σταχαστές τού Οικουμενισμού καί στούς τηρητές τού Νόμου τού παλαιού. Τής διαμάχης τού παλαιού μέ τό νέο πού έφτασε καί πολιορκεί ήδη τήν πίστη μας. Οι εραστές τής ακέφαλης εκκλησίας. Τής αποθεώσεως τής εκκλησίας. Εάν διαβάσουμε τό κείμενο τού Αγίου Μπριαντσιανίνωφ τό οποίο αφιέρωσε στήν Κυριακή τού Θωμά θά συλλάβουμε τήν διαφορά ανάμεσα στήν διακήρυξη τού Κυρακού σώματος σάν τήν Εκκλησία καί τού σώματος τών Αγίων σάν τήν Εκκλησία σώμα Κυρίου. Η ερμηνεία τής απιστίας τού Θωμά βρίσκεται στόν λόγο τού Πέτρου, τήν Πεντηκοστή, Γενέθλιο ημέρα τής Εκκλησίας.
Πώς απίστησε ο Θωμάς στήν Εκκλησία όταν η Εκκλησία γεννάται τήν Πεντηκοστή;
 Τά σώματα πού εἶχαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα πρίν νά πέσουν εἶναι σάν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ;

Ἀπάντηση: Ναί, ὁ Ἀδάμ ἦταν χωρίς τό δερμάτινο χιτώνα. 
Πώς είναι δυνατόν; Ο Αδάμ διέθετε νοερό σώμα τό οποίο συνίσταται από τόν πόθο θεού καί εύκολα ο πόθος μπορεί νά κατακερματιστεί σέ επιθυμία όπως καί έγινε. Η Θεοτόκος όπως μάς διευκρινίζουν οι Αγιοι  είχε σώμα προσευχής από τούς Προπάτορες Ιωακείμ καί Αννα. Καί ο Κύριος είχε σώμα θεωμένο, θυσίας, χωρίς τά τρεπτά πάθη τής αμαρτίας. Ξέρουμε τί λέμε; Εμπόδισε η αμαρτία καί ο διάβολος τό σχέδιο τού θεού; Είναι δυνατόν;;
Αμέθυστος

ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΓΙΑΣ, ΠΕΡΙΕΡΓΙΑΣ, ΦΙΛΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΓΟΛΟΓΙΑΣ ΜΗ ΜΟΙ ΔΟΣ.

Οι «έξυπνοι Οικουμενιστὲς» της Ρουμανίας και οι αντικρουόμενες συμβουλές του π. Θ. Ζήση!

σο κι ἂν οἱ Πατέρες –καὶ οἱ ἀδελφοὶ ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν– δυσανασχετοῦν στὴν κριτικὴ τῆς ἀντιπατερικῆς πορείας ποὺ ἔχουν ἐπιλέξει νὰ βαδίσουν, ἐμεῖς θὰ συνεχίσουμε νὰ παρουσιάζουμε τὶς ἐνέργειες καὶ τοὺς λόγους τους, συγκρίνοντάς τα μὲ τὴν πορεία καὶ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Ἡ προσπάθειά μας δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀλλοίωση τῆς Πίστεως, στὸν ποιμαντικὸ τομέα της, ποὺ ἐπιχειροῦν ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης καὶ ὁ π. Νικόλαος Μανώλης.
Θὰ ἀσχοληθοῦμε, λοιπόν, μὲ ἕνα πρόσφατο βίντεο(ἐδῶ). Σ’ αὐτὸ ἀκοῦμε τὶς ἐρωτήσεις ποὺ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης δέχεται διὰ τοῦ π. Ματθαίου Βουλκανέσκου (μετὰ τὴν Σύναξη τοῦ Ὡραιοκάστρου) ἀπὸ Ὀρθοδόξους πιστοὺς τῆς Ρουμανίας. Οἱ ἀπαντήσεις τοῦ π. Θεοδώρου –δυστυχῶς– δὲν ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, οἱ ἀπαντήσεις του διέπονται ἀπὸ διγλωσσία καὶ αὐτοδικαίωση. Τὶς παρουσιάζουμε καὶ τὶς σχολιάζουμε.

Τὸ βίντεο
  
Ἐρώτηση: Ποιά εἶναι ἡ οὐσία τοῦ προβλήματος μεταξὺ τῆς βασιλικῆς ὁδοῦ, ποὺ ἔχετε ἐσεῖς καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες, καὶ τῆς θέσεως ποὺ ἔχουν οἱ τρεῖς Πατέρες ὁ π. Σάββας, ὁ π. Χαρίτων καὶ ὁ π. Χερουβίμ. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά;
π. Θεόδωρος Ζήσης: Ἡ βασικὴ διαφορὰ εἶναι ὅτι οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες θέλουν οἱ πιστοὶ Ὀρθόδοξοι νὰ ἐκκλησιάζονται μόνο ἐκεῖ ποὺ οἱ ἱερεῖς ἔχουν διακόψει τὸ μνημόσυνο καὶ ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκκλησιάζονται ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔχουν διακόψει τὸ μνημόσυνο. Αὐτὸ δὲν εἶναι λάθος, αὐτὸ εἶναι ἡ κανονικὴ Ἀκρίβεια. Ἀλλὰ τώρα δὲν μποροῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν Ἀκρίβεια, διότι δημιουργοῦνται πολλὰ ποιμαντικὰ προβλήματα.
[σ.σ.:  Ὁ π. Θεόδωρος ἐδῶ κατ’ ἀρχὰς δηλώνει ὅτι ἡ διακοπὴ μνημοσύνου εἶναι ἡ κανονικὴ ὁδός. Καὶ ἡ κανονικὴ ὁδὸς εἶναι ἀσφαλῶς καὶ ἡ βασιλικὴ ὁδός. Ὅμως, ταυτόχρονα διαστρέφει τὰ πράγματα καὶἀποδέχεται τὰ ἑξῆς σχιζοφρενικά: ἀποδέχεται τὴν θέση τῆς ἐρωτήσεως ποὺ τοῦ κάνει ὁ π. Ματθαῖος· ὅτι δηλαδή, ὁ π. Θεόδωρος καὶ ΟΛΟΙ οἱ Πατέρες ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ἐφαρμόζοντας τὴν Οἰκονομία, ἐφαρμόζουν τὴνβασιλικὴ ὁδό!   Ὅμως:
1) Ἐδῶ ὁ π. Θεόδωρος συνειδητὰ ἀντιστρέφει τοὺς ὅρους: Τὸ ΟΛΟΙ δὲν ταιριάζει στὴν ὁμάδα τοῦ π. Θεοδώρου, τὴν ὁμάδα τῶν τριῶν μόνο  πατέρων! Ἀντίθετα, ταιριάζει σὲΟΛΟΥΣ τοὺς ἄλλους Ἁγιορεῖτες πατέρες καὶ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἀποτειχισμένους ἱερεῖς καὶ πολλοὺς λαϊκούς, ποὺ ἐπωνύμως ἢ καὶ ἀνωνύμως ἀποτειχίστηκαν ὀρθοδόξως! Ἡ ὁμάδα τοῦ π. Θεόδωρου ἀποτελεῖται ἀπὸ μόνο τρεῖς: Τὸν ἴδιο, τὸν π. Νικόλαο καὶ τὸν π. Φώτιο! Μόνο αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἔχουν ἀποτειχιστεῖ μὲ ἕνα μεσοβέζικο μετα-αντι-πατερικὸ τρόπο ἀποτειχίσεως. Οἱ ἄλλοι, λοιπόν, ἐφαρμόζουν τὴν «βασιλικὴ ὁδό» τῆς Κανονικότητος καὶ τῆς Ἀκριβείας.
 2) Προκύπτει, λοιπόν, ἕνα ἐρώτημα κρίσεως στὸν καθηγητὴ καὶ ποιμένα π. Θεόδωρο Ζήση: Ἡ Ἀκρίβεια καὶ ἡ Κανονικότητα συνιστοῦν τὴν«βασιλικὴ ὁδό» ἢ ἡ Οἰκονομία; Ἂς ἀπαντήσει μὲ ἁγιοπατερικὰ κριτήρια. Ἐμεῖς πάντως, μελετώντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες διακριβώσαμε (καὶ δὲν «καταδέχτηκε» νὰ τό …ἀνατρέψει μὲ κείμενό του ὁ π. Θεόδωρος!) ὅτι ἡἈκρίβεια εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδός! Ἡ Οἰκονομία εἶναι παράδρομος, εἶναιἔξοδος γιὰ κάποιους λόγους ἀπὸ τὴν βασιλικὴ ὁδό, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδός. Γιατί, λοιπόν, διαστρέφει τὰ πράγματα; Γιὰ νὰ δικαιώσει τὶς λανθασμένες ἐπιλογές του;
3) Και, βέβαια, δὲν ξεχνᾶμε ὅτι αὐτὸ τὸ ἴδιο ἐπιχείρημα τὸ χρησιμοποιοῦσε ὁ π. Θεόδωρος καὶ παλαιότερα γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἀποτείχιση. Τώρα αὐτὸ τὸ ἴδιο χρησιμοποιεῖ γιὰ τὴν μεσοβέζικη ἀποτείχιση!
4) Στὴ συνέχεια λέει ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὴν Ἀκρίβεια, διότι …ἀνακάλυψε(!) ὅτι ἡ Ἀκρίβεια δημιουργεῖ ποιμαντικὰ προβλήματα! Κι αὐτὸ εἶναι πρόβλημα ἀπόρριψης τῆς Ἀκρίβειας, πάτερ μου; Μὰ εἶναι ἡλίου φαεινότερο ὅτι ἡ Εὐαγγελικὴ ὁδὸς δὲν εἶναι στρωμένη μὲ ροδοπέταλα, τιμὲς καὶ τηλεοπτική-ιντερνετικὴ δόξα! Ὑπάρχει περίπτωση ἡ ἀποτείχιση –μιὰ πράξη ρήξης μὲ τὸ σάπιο ἐκκλησιαστικὰ καὶ αἱρετικὸ κατεστημένο– νὰ μὴν δημιουργήσει προβλήματα; Γνωρίζετε κάποια περίοδο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ποὺ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς Ἀκρίβειας δὲν δημιουργοῦσε καὶ ποιμαντικά προβλήματα, δὲν γινόταν ἀφετηρία διώξεων; Κι ὅμως οἱ Ἅγιοι, παρὰ τὰ προβλήματα, ἐφάρμοζαν τὴν Ἀκρίβεια, γιατὶ εἶχαν ἀποφασίσει νὰ ἀκολουθήσουν τὸν σταυρικὸ δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου: τὴν ἀπομόνωση, τὶς καθαιρέσεις, τοὺς διωγμούς, ποὺ ἐσεῖς ἀγωνίζεστε νὰ τὰ ἀποφύγετε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης νὰ μὴν σᾶς καθαιρέσει, ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐπαινέσει(!), διότι ἔτσι λέει ὁ Κανόνας!!! Μά, σὲ τόση ἀκρισία ἔχετε περιπέσει; Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθεῖ τὸν ΙΕ΄ Κανόνα ὁ κ. Ἄνθιμος, ποὺ τὸνἀποκαλεῖ «ψευδεπίσκοπο»; Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ μεσοβέζικη ἀποτείχιση τοῦ συμβιβασμοῦ μὲ τὸν Μητροπολίτη ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀποτειχιστήκατε, ἀνήκει στὴν καταστροφικὴ λογικὴ τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ ΙΕ΄ Κανόνα. Καὶ ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ἀρθρογράφος (ἐδῶ) «αυτή η ποιμαντική της δυνητικής ερμηνείας δεν απέτρεψε την άλωση της Εκκλησίας από τον οικουμενισμό»!].
(Συνεχίζει ὁ π. Θεόδωρος):
 Γι’ αὐτό, ἐπειδὴ οἱ Κανόνες ἐπιτρέπουν στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὴν ἐφαρμογὴ τῆς Οἰκονομίας, γι’  αὐτὸ (κι αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά μας) ἐμεῖς συνιστοῦμε, ὅτι οἱ πιστοὶ μποροῦν νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ Ἐπισκόπους ἢ ἱερεῖς, ποὺ ἔχουν ὀρθόδοξο φρόνημαἔστω κι ἂν μνημονεύουν. Αὐτὸ εἶναι Οἰκονομία.
[σ.σ.:  Αὐτὸ δὲν εἶναι Οἰκονομία, πάτερ, εἶναι περιφρόνηση καὶσυνειδητὴ ἐκ βάθρων ἀνατροπὴ τῶν Ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τῶν Εὐαγγελικῶν Ἐντολῶν, τῆς Π. Διαθήκης, τῆς Πατερικῆς μας Παραδόσεως. Ὁ Κύριος, οἱ Ἀπόστολοι εἶναι σαφεῖς καὶ ἀπόλυτοι: «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε!»! «Χαίρειν αὐτοῖς μὴ λέγητε»! «Αἱρετικόν… (καὶ ἀμετανόητον Πατρ. Βαρθολομαῖον) παραιτοῦ» καὶ μὴ μνημόνευε, κ.ἄ. Ἡ Ἀκρίβεια εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδός. Ἡ Οἰκονομία ἐφαρμόζεται μεμονωμένα, ἀφοῦ ἐφαρμοστεῖ ἡ Ἀκρίβεια. Καί στὴν περίπτωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (ποὺ εἶναι ἀνοικονόμητος) ἡ Οἰκονομία μπορεῖ νὰ ἐφαρμοστεῖ γιὰ ὅσους –λόγῳ τῆς φοβερῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ προσβολῆς ἀπὸ τὸν ἰὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ– ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν σημασία καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς Ἀκριβείας.
Τὸ σχετικὸ Βίντεο ἐδῶ.
Ἡ Οἰκονομία δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμόζεται καὶ κυρίως νὰ διδάσκεται ἀπὸ Ποιμένες τῆς δικῆς σας «παγκοσμίου» ἐμβέλειας, π. Θεόδωρε, (ὅπως σᾶς κολάκευσε ὁ π. Ματθαῖος καὶ ὁ π. Νικόλαος Μανώλης), κολακεία ποὺ τὴν χαρήκατε καὶ ποὺ καμαρώνετε, γιατὶ τάχα ὅλοι περιμένουν ἀπὸ ἐσᾶς τὰ φῶτα περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐσεῖς –ποὺ ἀποδέχεσθε μὲ καύχηση ὅτι εἶστε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀγῶνα– πρέπει νὰ ἐφαρμόζετε τὴν Ἀκρίβεια, ἀκόμα κι ἂν συμβουλεύετε σὲ ἀδύναμους ἀνθρώπους τὴν Οἰκονομία!
Ἔπειτα ἡ δικαιολογία γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς Οἰκονομίας εἶναι σοβαροφανής, ἀλλὰ στὸ βάθος της εἶναι ἀστεία! Καὶ ποιά εἶναι ἡ δικαιολογία; Ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν θὰ εἶχαν ποῦ νὰ κάνουν τὸ Πάσχα καὶ ποῦ νὰ ἐκκλησιαστοῦν! Μὰ ἐσεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ κάνετε τὸ Πάσχα σὲ μιὰ αἴθουσα, σὲ μιὰ ἀποθήκη, ὥστε νὰ λύσετε τὸ πρόβλημά τους. Μήπως δὲν ἔχετε τὰ πολλὰ ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους; Γιὰ θυμηθεῖτε ἐσεῖς τὰ διδάσκατε αὐτά τὸν ἅγιο Γρηγόριο: δὲν ἔκανε λειτουργία σὲ μιὰ «ἀποθήκη», ποὺ ἀργότερα ὀνομάστηκε ἁγία Ἀναστασία;].
(π. Θεόδωρος):
Κι αὐτὴ τὴν Οἰκονομία, τὴν συνέστησε –χθὲς ἀκόμη– καὶ ὁ γέροντας Γαβριὴλ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος, μὲ χειρόγραφο, ποὺ στὸ τέλος λέει: σᾶς παρακαλῶ ἀκολουθῆστε τοὺς Ἁγίους Πατέρες στὴ σημερινὴ συγκυρία καὶ ἐφαρμόστε τὴν Οἰκονομία.
[σ.σ.:  Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ π. Γαβριήλ, π. Θεόδωρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύει. Μᾶλλον τὸν παρερμηνεύετε. Ἂς τὴν θυμηθοῦμε. Ἔγραψε: «Οἱ ἅγιοι πατέρες μας ἐζήτησαν τήν ἀκρίβεια τῶν ἀποφάσεων τῶν συνόδων ἀλλά καί τήν οἰκονομία στό πρακτέο τῆς ζωῆς. Σᾶς παρακαλῶ ἀκολουθῆστε τούς ἁγίους πατέρας στήν σημερινή συγκυρία καί ἐφαρμόστε τήν οἰκονομία». Δηλ. ἡ Ἀκρίβεια προηγεῖται καὶ ἡ Οἰκονομία ἕπεται στὴν πράξη, γιὰ ὅσους δὲν τὴν ἀντέχουν. Ἀλλὰ καὶ σὲ δύο βίντεο ποὺ μᾶς θύμισε πάλι προχθὲς τὸ ἱστολόγιο «Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ» (ἐδῶ) ὁ γ. Γαβριήλ, ὅταν τὸν ἐρωτοῦν: Ἐσεῖς εἶστε ὑπέρ τῆς παύσεως τοῦ Μνημοσύνου τοῦ πατρ. Βαρθολομαίου; Ἀπαντᾶ: Βέβαια. Σᾶς εἶπα παραδείγματα. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος λέγει: «Φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησε». Ὁ ἅγιος Γερμανός: «Νὰ φεύγετε ὁλοταχῶς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τοὺς λατινόφρονες, εἰδ’ ἄλλως θὰ ὑποστεῖτε τὴν ἴδια κόλαση μ’ αὐτούς. Οὔτε στὴν Ἐκκλησία νὰ πηγαίνετε, οὔτε ἀντίδωρο νὰ παίρνετε ἀπὸ τὰ χέρια τους». Σημασία ἔχει τι λένε οἱ Ἅγιοι, ὄχι τί λέω ἐγώ. Ἀκοῦτε, π. Θεόδωρε, τί λέει ὁ γέροντας;].
(π. Θεόδωρος):
Καὶ αὐτὸ εἴχαμε συμφωνήσει μὲ τοὺς Ἁγιορεῖτες Πατέρες. Καὶ ξαφνικὰ χθές, ἄλλαξαν αὐτὴν τὴν συμφωνία καὶ ζητοῦν νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν Ἀκρίβεια.
[σ.σ.:  Τὸ πρόβλημα, πάτερ, δὲν εἶναι τὸ ἂν ἄλλαξαν. Ποῦ εἶναι τὸ κακό, ἂν ἄλλαξαν (ἂν εἶναι, ὅπως τὰ λέτε, γιατί οἱ ἴδιοι ἀκόμα –λόγῳ τῶν ἑορτῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδος καὶ Πάσχα– δὲν μίλησαν), ἂν ἄλλαξαν, λοιπόν, γιατὶ συνειδητοποίησαν ὅτι, ἡ Οἰκονομία ποὺ συμφώνησαν μαζί σας,  ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ἀκρίβεια; Πολὺ καλὰ δὲν ἔκαναν; Καὶ ἐσεῖς δὲν πήρατε μέρος στὴν Ἡμερίδα γι’ αὐτὸν τὸν λόγο; Δυστυχῶς φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια σας, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι τὸ δίλημμα Ἀκρίβεια ἢ Οἰκονομία· ἀλλά: ἀκολουθῶ τὴν αὐθεντία ποὺ λέγεται π. Θεόδωρος ἢ ὄχι!]. 
Ἐρώτηση: Τί σημαίνει ὀρθόδοξο φρόνημα γιὰ τοὺς ἐπισκόπους; Καὶ ποιά εἶναι τὰ σύνορα, ποὺ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ διακρίνουμε, ὅταν ἕνας Ἐπίσκοπος ἔχει τουλάχιστον ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλὰ ἀπὸ φόβο δὲν μνημονεύει, ἢ δὲν ἔχει ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ ἐπιβάλλει τὴν αἵρεση;
π. Θεόδωρος: Ὀρθόδοξο φρόνημα σημαίνει νὰ ἀκολουθεῖκανένας τὴ Συνοδικὴ καὶ Πατερικὴ  Παράδοση, καὶ νὰκαταδικάζει ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ τὴ μεγάλη σύγχρονη αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴ ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία νομιμοποίησε τὸν Οἰκουμενισμό. Ἑπομένως τὸ κριτήριο γιὰ ἕναν Ἐπίσκοπο, ἂν εἶναι Ὀρθόδοξος (ἢ Οἰκουμενιστής, βρίσκεται στό) ἂν δικαιολογεῖ τὸν Οἰκουμενισμό, τὶς συμπροσευχές, τὶς ἐπισκέψεις στοὺς Παπικούς, στοὺς Προτεστάντες καὶ στοὺς ἄλλους αἱρετικούς. Καὶ ἐπίσης, ἂν δικαιολογεῖ ὅσα ἔγιναν στὴν Κρήτη. Δὲν ὑπάρχουν ὅρια. Τὰ ὅρια εἶναι σαφῆ:  Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση.
Τώρα ὑπάρχει περίπτωση μόνο, κάποιος Ἐπίσκοπος νὰ εἶναι δειλός, νὰ φοβᾶται. Ἂν συζητήσουμε μὲ αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὸν ρωτήσουμε:  ἐσεῖς εἶστε ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς Συνόδου; Καὶ μᾶς πεῖ: ὄχι, ἐγὼ εἶμαι ἐναντίον, σημαίνει ὅτι αὐτὸς ἔχει ὀρθόδοξο φρόνημα, ἀλλὰ εἶναι δειλός.
[σ.σ.:  Τί διγλωσσία, τί ἀλλοπρόσαλλη διδασκαλία εἶναι αὐτή, πάτερ; Στὴν ἀρχὴ μᾶς διδάσκετε τὸ ὀρθόδοξο κριτήριο, γιὰ τὸ πότε ἔχει κάποιος «Ὀρθόξοξο φρόνημα». Κι αὐτὸ τὸ κριτήριο εἶναι: «νὰ ἀκολουθεῖ τὴν Πατερικὴ  Παράδοση καὶ νὰ καταδικάζει τὴ ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης». Καὶ μετὰ μᾶς λέτε ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων (ἀλλὰ καὶ τῶν Ἐπισκόπων ἄλλων Ἐκκλησιῶν) –καὶ αὐτοὶ εἶναι ἑκατοντάδες– ποὺ σιωπηρὰ λέγουν στοὺς πιστοὺς ὅτι εἶναι ἀντίθετοι στὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ στὴν Κρήτη, ἀλλὰ ἀπὸ φόβο δὲν ὁμολογοῦν, σημαίνει πὼς κι αὐτοὶ ἔχουν …Ὀρθόδοξο φρόνημα; Ποῦ ὑπάρχει στὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων αὐτὴ ἡ θέση; Πῶς μπορεῖ σήμερα, μετὰ ἀπὸ 100 περίπου χρόνια Οἰκουμενισμοῦ, ἀναλύσεώς του, καταδίκης του ἀπὸ Ἁγίους, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουν φονικοὶδιωγμοί (ὅπως π.χ. στὰ χρόνια τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ τῆς Εἰκονομαχίας), νὰδιδάσκετε πὼς μπορεῖ κάποιος ἱερωμένος, ποὺ ἀπὸ δειλία δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι«αὐτὸς ἔχει ὀρθόδοξο φρόνημα; Πῶς καταδικάζει κανεὶς τὴν αἵρεση, πάτερ; Μὲ κρυφὰ λόγια «θέτων τὸν καιόμενον λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον» ἢ μὲ ἔργα «ἐπὶ τὴν λυχνίαν», ἵνα φέγγει τοῖς πᾶσι; Ἐσεῖς σὰν πατρολόγος πρέπει νὰ τὸ ξέρετε αὐτό. Γιατὶ ἀλλιῶς, γιατὶ «ἀποτειχισθήκατε»;
Δυστυχῶς, αὐτὴ ἡ διδασκαλία σας εἶναι ἀντι-εὐαγγελική, π. Θεόδωρε. Αὐτοὺς τοὺς Ἐπισκόπους ἡ Ἀποκάλυψη τοὺς χαρακτηρίζει «δειλούς» καὶ τοὺς προορίζει γιὰ τὴν κόλαση, ὁ δὲ Κύριος γι’ αὐτούς ἀποφαίνεται: «οὐκ οἶδα ὑμᾶς», σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων! Καὶ ἡ φροντίδα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν βρεθοῦμε σ’ αὐτὴ τὴν μερίδα. Κι ἐσεῖς τοὺς διδάσκετε, ὅτι δὲν συμβαίνει τίποτα, ἂν εἶναι καὶ δειλοί; Κι ὄχι οἱ ἁπλοὶ πιστοί, ἀλλὰ οἱ Ποιμένες; Ἐσεῖς, τελικά, πάτερ, ποιά Πατερικὴ Παράδοση ἀκολουθεῖτε; Τὴν Ὀρθόδοξη ἢ μιὰ «παράδοση» μετα-πατερικῶν προδιαγραφῶν;].
Ἐρώτηση:  Ἀλλὰ τί συμβαίνει ὅταν μᾶς λέει (ὁ Ἐπίσκοπος) αὐτὸ ποὺ θέλουμε ν’ ἀκοῦμε. Ἂν μᾶς λέει ψέματα…
π. Θεόδωρος: Ἐὰν διαπιστώσουμε ὅτι ἔχει διγλωσσία, τὸν θεωροῦμε ὡς αἱρετίζοντα, ὄχι ὡς Ὀρθόδοξο.
[σ.σ.:  Αὐτὴ ἐδῶ ἡ ἀπάντησή σας, δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν προηγούμενη;].
Ἐρώτηση: Ἐμεῖς ἔχουμε περίπτωση ποὺ Μητροπολίτης ὑπέγραψε στὴν Κρήτη καὶ μετὰ λέει: Ὄχι, ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν Κρήτη.
π. Θεόδωρος: Εἶναι διπρόσωπος. Θὰ πρέπει νὰ ἀποσύρει τὴν ὑπογραφή του.
[σ.σ.:  Ὅσο παραμένει ἑνωμένος καὶ κοινωνεῖ μὲ τοὺς ἄλλους Ἐπισκόπους, τί κι ἂν ἀποσύρει τὴν ὑπογραφή του; Ἀφοῦ ἰσχύουν μόνο οἱ ὑπογραφὲς τῶν προκαθημένων! Δὲν γνωρίζετε τὰ αἴσχη αὐτῆς τῆς συνόδου;].
Ἐρώτηση: Πρέπει νὰ πιστεύουμε μόνο αὐτὸ ποὺ μᾶς λέει σὲ μία συζήτηση ἢ πρέπει νὰ δοῦμε τὸ σύνολο;
π. Θεόδωρος: Βεβαίως, πρέπει νὰ δοῦμε κι ἄλλες ἐκδηλώσεις, τὴ γενικὴ εἰκόνα τοῦ Ἐπισκόπου.
Ἐρώτηση: Ἔχουμε Ἐπίσκοπο ποὺ ὑπέγραψε στὴν Κρήτη, ἀλλὰ στὴν ἐπαρχία μιλᾶ ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὡς Ὀρθόδοξος. Τί κάνουμε σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση;
π. Θεόδωρος: Εἶναι δύσκολη περίπτωση. Ἀλλὰ νομίζω πὼς κι ἐδῶ εἶναι μία διγλωσσία. Διότι Κρήτη καὶ Οἰκουμενισμὸςεἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα.
[σ.σ.:  Κριτὴς τῶν πραγμάτων λοιπὸν ὄχι ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἀλλὰ ὁ π. Θεόδωρος. Βαρὺ τὸ ἔργο του, «δύσκολη περίπτωση»! Κατὰ τὸν π. Θεόδωρο, λοιπόν, ἀνήκει στὴν ἴδια κατηγορία τοῦ Οἰκουμενιστῆ, ὁ Ἐπίσκοπος ποὺ εἴτε μιλᾶ ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἴτε  ὑπέγραψε στὴν Κρήτη, ἀλλὰ μετὰ (ὑποκριτικά, χωρὶς δημόσια ἀποκήρυξη τῆς Κρήτης, δηλ. χωρὶς μετάνοια) μιλᾶ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!  Ἄρα (ἂς κρατήσουμε αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τοῦ π. Θεοδώρου), ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ποὺ μιλοῦν ἀνοικτὰ ὑπὲρ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καὶ οἱ εἴκοσι περίπου Ἐπίσκοποι ποὺ μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο ὑπέγραψαν στὴν Κρήτη βρίσκονται στὴν ἴδια κατηγορία: τοῦ αἱρετίζοντος].
Ἐρώτηση: Θὰ σᾶς πῶ, ποιά εἶναι ἡ περίπτωση. Ὁ μητροπολίτης Θεοφάνης Μολδαβίας, ὑπέγραψε στὴν Κρήτη, μετὰ ὅμως ἀπ’ αὐτό, ἐξέδωσε μιὰ Ἐγκύκλιο ποὺ καταδικάζει τὶς αἱρέσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
π. Θεόδωρος: Καλά. Βέβαια, αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ καλύτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ ἔλλειψη εἶναι ὅτι δὲν καταδικάζει τὴν Κρήτη.
Ἐρώτηση: Γιὰ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ διακόψουμε τὸ Μνημόσυνό του;
π. Θεόδωρος: Νομίζω ἡ Κρήτη εἶναι ἕνα κριτήριο νὰ κόψουμε τὸ Μνημόσυνο.
Ἐρώτηση: Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ ἱερεῖς, καὶ οἱ μοναχοί, καὶ οἱ ὑπόλοιποι πιστοί ποὺ διέκοψαν τὸ Μνημόσυνο κάνανε σωστά ἢ ἔπραξαν λάθος;
π. Θεόδωρος:  Ὄχι, ἔκαναν σωστά.
Ἐρώτηση: Τί κάνουμε σὲ περίπτωση ποὺ Ἐπίσκοποι, ποὺ δὲν πήγανε στὴν Κρήτη, δὲν ἔχουν καμία ἰδέα γιὰ τὴν Κρήτη, ἀλλὰ οὔτε θέλουν νὰ μιλήσουν γι’ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ὑπάρχουν πιστοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ζῆλο πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ δὲν θέλουν νὰ πᾶνε (νὰ ἐκκλησιαστοῦν) σ’ αὐτούς, ἀφοῦ δὲν δήλωσαν ἐναντίον τῆς Κρήτης; Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτοὶ οἱ πιστοί, ποὺ θέλουν νὰ πᾶνε ἐκεῖ ποὺ κόψανε το Μνημόσυνο εἶναι σχισματικοί;
π. Θεόδωρος: Ὄχι. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν κληρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κόψει τὸ Μνημόσυνο, οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ πηγαίνουν σ’ αὐτούς.
[σ.σ.: «Δάσκαλε ποὺ δίδασκες», π. Θεόδωρε Ζήση, νὰ σᾶς κάνουμε μιὰ ἐρώτηση: α) Ἡ ὁμάδα σας (ἐσεῖς δηλαδή, ὁ π. Νικόλαος Μανώλης καὶ ὁ π. Φώτιος Βεζύνιας), γιατί δὲν πηγαίνετε νὰ ἐκκλησιαστεῖτε σὲ ἄλλους ἀποτειχισμένους κληρικούς, στὸν π. Παΐσιο Παπαδόπουλο π.χ., ποὺ ἔκοψε τὸ Μνημόσυνο τοῦ Φλωρίνης Θεοκλήτου, ἀλλὰ πηγαίνετε καὶ ἐκκλησιάζεστε στὴν Γουμένισσα ποὺ μνημονεύεται ὁ ἀρχιαιρεσιάρχης Βαρθολομαῖος, ἢ σὲ Ναοὺς ποὺ μνημονεύονται αἱρετικοὶ Οἰκουμενιστὲς Ἐπίσκοποι, ὅπως ὁ Θεσ/κης Ἄνθιμος; β) Γιὰ δεύτερη φορά, οὐσιαστικὰ μᾶς λέτε ὅτι, ἡ βασιλικὴ ὁδός, ἡ ὁδὸς τῆς Ἀκριβείας εἶναι ἡ διακοπὴ μνημοσύνου, ἡ ἀποτείχιση. Γιατί ἐσεῖς δὲν τὴν ἐφαρμόζετε, ἀλλὰ ἐφαρμόζετε τὴν δική σας ἐμπνεύσεως μεσοβέζικη ἀποτείχιση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία κι ἐσεῖς ἐκκλησιάζεστε, καὶ τὰ πνευματικά σας παιδιὰ προτρέπετε νὰ ἐκκλησιάζονται στὸν μητροπολίτη Ἄνθιμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο τάχα ἀποτειχιστήκατε;  γ) Αὐτοὶ οἱ ἱερωμένοι τῆς Ρουμανίας, πάτερ, διέπονται ἀπὸ διαφορετικὸ κριτήριο; Γι’ αὐτοὺς χρησιμοποιεῖτε ἄλλο ὀρθοδοξόμετρο; Στοὺς πιστοὺς τῆς Ἑλλάδος συστήνετε νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ «εὐσεβεῖς»ἱερεῖς. Καὶ ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ εὐσεβεῖς; Εἶναι –κατὰ τὰ λεγόμενά σας– ἐκεῖνοι ποὺ κρυφὰ μὲν ἀπορρίπτουν τὸν Οἰκουμενισμό, ἀλλὰ φανεράοὔτετὴν Σύνοδο τῆς Κρήτηςοὔτε τὸν Οἰκουμενισμὸ ἀποκήρυξαν! Στὴν Ρουμανία, ὅμως, διδάσκετε νὰ μὴν ἐκκλησιάζονται οἱ πιστοί τῆς Ρουμανίας σὲ«εὐσεβεῖς» ἱερεῖς! Τελικά, ποιοί εἶναι οἱ «εὐσεβεῖς»; Μήπως τὰ σχόλια, πάτερ, ἀποσκοποῦν περισσότερο στὴν ἐνίσχυση τοῦ γοήτρου σας στὴν Ρουμανία, παρὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνέπεια;].
Ἐρώτηση: Ὅπως ξέρετε στὴ Ρουμανία δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Ἐπίσκοπος ποὺ νὰ πῆρε δημόσια θέση ἐναντίον τῆς Κρήτης. Βάσει τοῦ ἄρθρου 13 τῆς Συνόδου τῆς Ρουμανίας, ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἔγινε δεκτή, ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ Σύνοδο τὸν Ὀκτώβριο. Τὸν Δεκέμβριο, ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ἐξέδωσε μιὰ Ἐγκύκλιο ποὺ λέει, ἐμεῖς, ἡ Ρουμάνικη Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχουμε ἕνα ἔξυπνο Οἰκουμενισμόεἴμαστε Οἰκουμενιστὲς ξύπνιοι(!), ἔξυπνοι Οἰκουμενιστές. Οὔτε ἕνας Ἐπίσκοπος δὲν ἔκανε μία ξεχωριστὴ δήλωση. Καὶ μιὰ τρίτη φορά, ἄλλη μεγάλη Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ἐνέκρινε αὐτὴ τὴ στάση, ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἔξυπνοι Οἰκουμενιστές. Στὸν μήνα Φεβρουάριο ἀποφασίσανε, ὅτι ὁ κάθε πιστὸς ποὺ κάνει σχισματικὲς κινήσεις, μιλάει δηλ. ἐναντίον τῆς Κρήτης καὶκόβει τὸ μνημόσυνο, νὰ τὸν φέρουνε στὰ λαϊκὰ δικαστήρια, γιὰ νὰ τὸν βάλουνε σὲ ποινικὴ δίωξη… Οὔτε ἕνας Ἐπίσκοπος δὲν διεχώρισε τὴ θέση του ἀπ’ αὐτά. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καθόλου μία δήλωση(Ἐπισκόπου ποὺ νὰ διαχωρίζει τὴ θέση του), μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἔχουμε Ἐπισκόπους ποὺ ἔχουν Ὀρθόδοξο φρόνημα;…
π. Θεόδωρος: Ὑπάρχει ἀκόμα καὶ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν κυριαρχοῦσε ὁ Ἀρειανισμός, ὑποστηριζόμενος καὶ ἀπὸ τὸ κράτος, ὑπῆρχαν μερικοὶ Ἐπίσκοποι κρυπτο-ορθόδοξοι. Δὲν ἦταν Ἀρειανοί. Κι ὅταν ἔγινε ἡ Σύνοδος μετά, ἡ Α΄ Οἰκουμενική, αὐτοὺς τοὺς κρυπτο-ορθοδόξους Ἐπισκόπους, τοὺς δικαιολόγησε. Αὐτοὶ εἶπαν ὅτι ἐμεῖς, κάναμε αὐτό, δὲν μιλούσαμε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, διότι, ἂν μιλούσαμε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, θὰ μᾶς ἔδιωχναν ἀπὸ τὶς Ἐπισκοπὲς καὶ θὰ ἔρχονταν αἱρετικοὶ Ἐπίσκοποι. Γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν, λοιπόν, αἱρετικοί, ἐμεῖς δὲν μιλούσαμε, ἀλλὰ κρυφὰ ἀπ΄ τὸν κόσμο λέγαμε τὴν Ὀρθοδοξία. Καὶ οἱ Συνοδικοὶ Πατέρες τὸ δικαιολόγησαν αὐτό, καὶ δὲν τοὺς κατέκριναν.
[σ.σ.: Δὲν διευκρινίζετε, ἀλλὰ ἀποσιωπεῖτε, π. Θεόδωρε, ὅτι α) Οἱ Συνοδικοὶ Πατέρες εἶχαν ἐφαρμόσει τὴν Ἀκρίβεια. β) Οἱ Συνοδικοὶ Πατέρες ἔθεσαν ὑπὸ κατηγορία τοὺς «κρυπτο-ορθοδόξους» καὶ ἔδειξαν ἐπιείκεια! Δὲν ὀνόμασαν –ὅπως κάνετε ἐσεῖς– βασιλικὴ ὁδὸ καὶ ὁδὸ πρὸς μίμηση τὴν στάση τους!!! Καὶ ὅταν οἱ «κρυπτο-ορθόδοξοι» Ἐπίσκοποι αὐτοὶ δὲν μιλοῦσαν, οἱ ὁμολογητὲς ποὺ ἐδιώκοντο καὶ ἐξεθρονίζοντα ἢ καὶ ἐθανατώνοντο γιὰ τὴν πίστη, δὲν συμβούλευαν –παρόλ’ αὐτά– τοὺς πιστοὺς νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ «κρυπτο-ορθοδόξους», θεωρώντας μάλιστα ὡςβασιλικὴ ὁδό, τὴν στάση τους. Κι αὐτὰ σὲ περίοδο μοναρχίας καὶ διωγμῶν.  Ὄχι σὲ καιρὸ Δημοκρατίας, στὴν ὁποία, ἂν μερικὲς δεκάδες Ἐπίσκοποι καὶ ἀνάλογοι ἱερεῖς διέκοπταν τὸ Μνημόσυνο τῶν ὀλίγιστων Οἰκουμενιστῶν, ἡ αἵρεση θὰ κατέρρεε. Αἰσθάνεστε τὴν τεράστια εὐθύνη σας, π. Θεόδωρε; Ἀντιλαμβάνεστε ὅτι ἄν, ἔστω ἀπὸ τὸ 2006, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ ἡμι-συλλείτουργο στὸ Φανάρι, ἂν ἀπὸ τότε προχωρούσατε σὲ διακοπὴ μνημοσύνου, ἴσως ὁ Κύριος νὰ οἰκονομοῦσε τὰ πράγματα καὶ νὰ ἔβαζε φρένο στὴν ξέφρενη πορεία τῶν Οἰκουμενιστῶν, ποὺ σήμερα ἔμειναν ἀσύδοτοι νὰ ἐμπεδώνουν τὴν Παναίρεση;].
Ἐρώτηση: Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὅμως, τὸ κράτος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπέμβει ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς Ἐπισκόπους, ποὺ θὰ ποῦν ὅτι ἐμεῖς δὲν συμφωνοῦμε μὲ τὴν Κρήτη.
π. Θεόδωρος: Καλά, ναί, ἀσφαλῶς, δὲν εἶναι ἴδια ἡ κατάσταση, ἐγὼ λέω σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἐπίπεδο.
Ἐρώτηση: Ἐμεῖς τώρα, ἐκπροσωποῦμε 1400 Ρουμάνους κι ἄλλους πολλοὺς ποὺ εἶναι στὴ Ρουμανία καὶ περιμένουν μία ἀπάντηση· τί νὰ κάνουν οἱ Ρουμάνοι τώρα;
π. Θεόδωρος: Νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴ συζήτησή μας βγῆκε ἐδῶ, ὅτι ὅλοι ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ἐναντίον της Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἁπλῶς στὴν ἀντιμετώπιση τώρα τὴν ποιμαντικὴ καὶ γιὰ κάποιο χρόνο, λέμε νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν Οἰκονομία. Καὶ νὰ πηγαίνουν οἱ πιστοὶ νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ ἱερεῖς ποὺ ἔχουν ὀρθόδοξο φρόνημα. Καὶ νὰ ἀποφεύγουν νὰ ἐκκλησιάζονται σὲ φανεροὺς Οἰκουμενιστές. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ ἔχουν διακόψει τὸ μνημόσυνο, νὰ ἐκκλησιάζονται σ’ αὐτούς.
[σ.σ.: Νάτο, λοιπόν, καὶ πάλι ἐπανέρχεται τὸ «ἄχρι καιροῦ»! Καὶ πάλι ἡ Οἰκονομία. Καὶ πάλι στὴν γωνία ἡ Ἀκρίβεια! Καὶ πάλι ἡ ἐπίκληση τῶν «εὐσεβῶν», αὐτῶν δηλ. ποὺ συνυπάρχουν μὲ τὴν αἵρεση, ποὺ δὲν καταδικάζουν τὸν Οἰκουμενισμό, ποὺ δὲν ἀποκηρύσσουν τὴν Κρήτη!].
Ἐρώτηση: Ἐάν, σ’ αὐτὴ τὴ φάση, ποὺ ὑπάρχουν ἱερεῖς ποὺ μιλᾶνε Ὀρθόδοξα, καὶ ἔχουν Ἐπισκόπους ποὺ πήγανε στὴν Κρήτη, ὁ λαὸς νὰ πηγαίνει σ’ αὐτούς;
π. Θεόδωρος: Στοὺς ἱερεῖς νὰ πηγαίνει, βέβαια. Οἰκονομία.
[σ.σ.: Δάσκαλε ποὺ δίδασκες τὸ «Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω» (ἐδῶ), αὐτὸ δὲν ἰσχύει πιά; Τὸ διέγραψες;].
Ἐρώτηση: Αὐτό, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι οἱ ἱερεῖς νὰ ἀναπαύουν τὸν ἑαυτό τους ὅτι εἶναι μιὰ χαρά;
π. Θεόδωρος:  Ὄχι. Βεβαίως.
[σ.σ.: Γιατί ὄχι, ἀφοῦ, ὅπως εἴπατε, «μιλᾶνε Ὀρθόδοξα»; Ἄρα, δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ μιλᾶς Ὀρθόδοξα, πρέπει καὶ νὰ πράττεις ἀνάλογα. π. Θεόδωρε, εἶναι τραγικὴ ἡ προσπάθειά σας νὰ δικαιολογήσετε τὰ ἀδικαιολόγητα].
Ἐρώτηση: Ὁ λαὸς νὰ καταλάβει ὅτι αὐτὸ εἶναι γιὰ τώρα, εἶναι Οἰκονομία.
π. Θεόδωρος: Εἶναι Οἰκονομία.
Ἐρώτηση: Ὑπάρχει μιὰ μεγάλη προπαγάνδα ἀπὸ τὶς Μητροπόλεις στοὺς ἱερεῖς. Τοὺς εἴπανε: Πρόσεχε, ἱερέα, ἂν μιλήσεις ἐναντίον τῆς Κρήτης θὰ σοῦ κόψουμε τὸ κεφάλι καὶ οἱ ἱερεῖς εἶναι τρομοκρατημένοι.
π. Θεόδωρος: Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ πνεῦμα θάρρους καὶ παρρησίας καὶ πρέπει οἱ ἱερεῖς νὰ ἔχουν θάρρος. Οἱ Ἅγιοι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὑπέστησαν μαρτύρια.
[σ.σ.: Γιὰ ἐξηγῆστε μας παρακαλῶ, πῶς συμβιβάζονται μαρτύρια καὶ Οἰκονομία; Πότε ἔχει συμβεῖ αὐτό; Μαρτύρια φέρνει ἀποδεδειγμένα μόνο ἡ Ἀκρίβεια].
Ἐρώτηση: Ποιά εἶναι τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς Οἰκονομίας; Εἶναι αὐτὴ ἡ Σύνοδος ποὺ πρέπει νὰ καταδικάσει;
π. Θεόδωρος: Πρέπει νὰ φροντίσουμε νὰ γίνει μία Σύνοδος ποὺ θὰ ἀπορρίψει τὴν Κρήτη. Ἢ νὰ προσευχόμαστε, ὥστε ὁ Θεὸς μὲ τὴν πανσοφία Του νὰ ἀλλάξει τὴν κατάσταση. Γιατὶ πάντοτε δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ κάνουμε τὰ πάντα, ὁ Θεός μπορεῖ, ἐμεῖς τὸ καθῆκον μας νὰ κάνουμε.
[σ.σ.: Ποιοί θὰ τὸ φροντίσουν αὐτό; Ἀφοῦ ἐσεῖς διδάσκετε ὅτι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ Οἰκονομία, δηλ. ὁ «ἄχρι καιροῦ» συμβιβασμός, κι ὅποιον δὲν συμφωνεῖ μαζί σας, ἐσεῖς τὸν ἐγκαταλείπετε καὶ τὸν θεωρεῖτε ζηλωτή, ἢ ἐκτὸς Ἐκκλησίας; Καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς λέτε περὶ προσευχῆς καὶ πανσοφίας τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεὸς ἐν τ πανσοφίᾳ του δὲν μᾶς δίδαξε νὰ φεύγουμε ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, γιατὶ μόνο ἔτσι θὰ σωθοῦμε ἐμεῖς καὶ θὰ ἑλκύσουμε τὸ ἔλεός Του καὶ τὴν Χάρη Του, ὥστε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν αἵρεση; Καὶ τί, τέλος, ὑπαινίσσεστε, μιλώντας γιὰ τὸ καθῆκον μας»; Ὅτι τὸ καθῆκον μας εἶναι ἡ Οἰκονομία κι ὄχι ἡ Ἀκρίβεια;].
Ἐρώτηση: Τί κάνουμε, ὅταν ἕνας πιστὸς λέει τὸ ἑξῆς: Γιατί νὰ πάω 300 χιλιόμετρα μακριά, στὸν ἱερέα ποὺ δὲν μνημονεύει, ἐνῶ μπορῶ νὰ πάω στὸν ἱερέα ἐδῶ ποὺ μνημονεύει, ἀλλὰ ἔχει ὀρθόδοξο φρόνημα, μέχρι τὴ Σύνοδο ποὺ θὰ καταδικάσει;
π. ΘεόδωροςΑὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν ἔχει καθαρὸ ὀρθόδοξο φρόνημα ὁ πιστός. Πρέπει νὰ τὸν καθοδηγήσουμε νὰ πάει 300 χιλιόμετρα. Ἀξίζει τὸ κόπο. Εἶναι καλὸς κόπος.
[σ.σ.: Διπροσωπίας τὸ μεγαλεῖο. Ἡ Πτολεμαΐδα, π. Θεόδωρε, καὶ ὁ Βόλος καὶ ἡ Χαλκιδικὴ εἶναι περίπου στὰ 300 χλμ. Ἐσεῖς ποὺ συμβουλεύετε τοὺς ἄλλους νὰ κάνουν ταξίδι 300 χιλιομέτρων γιὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦν, γιατὶ δὲν κάνετε τὸ ἴδιο; «Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχετε καθαρὸ ὀρθόδοξο φρόνημα;». Ἀπαξιοῖτε τοὺς ἄλλους λειτουργοὺς ἀποτειχισμένους; Ἢ μήπως ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ἄρνησής σας, τοὺς ὁποίους δὲν ἐξηγεῖτε στὸ ἄμοιρο ποίμνιο;].
π. Ματθαίος: Εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ.

[σ.σ.: Ἐμεῖς ὄχι!].

ταν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς δίδασκαν
ὅτι μολυνόμαστε, ὅταν  ἐπικοινωνοῦμε
μὲ Οἰκουμενιστὲς  Ἐπισκόπους!!!
π. Θεόδωρος: "Μνο ν μ μιανθομε π τνκοινωνα μας μ τν Παπισμ κα Οκουμενισμ, μ τος φιλοπαπικος κα οκουμενιστςρθοδξους. Παπισμὸς καὶ Οκουμενισμὸς εναι αἱρέσεις πολ πι πικνδυνες, ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό(!) γιατ ναιρον τ σνολο τν δογμτων τς πστεως"!
Καὶ ρωτοῦσε:
χρι πτε πσκοποι, ερες, μοναχο κα λαϊκο θπιτρπουμε τ λογα κτνη, τος αρετικος, ν λακτζουν κα νμιανουν τ ερ κα τ για τς ρθοδοξίας;
σο πρακτομε κα βρσκουμε διφορες προφάσειςπνευματικοφανες, τ βδλυγμα τς ρημσεως θ σταται ν τπ γίῳ". (ἐδῶ)

ΣΧΟΛΙΟ: Ενα πολύτιμο ντοκουμέντο. Η καρδιά τής ιδεολογίας τής αποτειχίσεως. Τό προλεταριάτο τής ορθοδοξίας χωρίζει ήδη σέ ακρίβεια κανονική καί σέ οικονομία σχετική, δηλ. σέ ΚΚΕ καί σέ ΚΚΕ εσωτερικού. Γίνονται ήδη κινήσεις ενότητος καί μέ τούς παλαιοημερολογίτες γιά τήν δημιουργία τού εκκλησιαστικού Σύριζα καί τήν κατάληψη τής εξουσίας. Οι απλοικοί καί καταπιεσμένοι εναντίον τού life style τού οικουμενισμού. Τά υπόγεια τής πολιτικής θεολογίας.
Αμέθυστος

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...