Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Η Πεντηκοστή και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα 2 Maksim Vasiljević*

Συνέχεια από  Πέμπτη 10. Σεπτεμβρίου 2026


Η Πεντηκοστή και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα 2
Maksim Vasiljević*

Hellenic College Holy Cross, Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, Brookline

Ομιλία στο Ορθόδοξο Κέντρο Ambiorix, Βρυξέλλες, 25 Μαΐου 2023.

Εκδόθηκε στο: Sabornost 17, 2023


3. Η αποστολή της Εκκλησίας


Ενώ η Χριστολογία ασχολείται με την κατανόηση του Χριστού μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας, συνδέοντας το παρόν με το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος είναι, από την άλλη πλευρά, να εισάγει το μέλλον στο παρόν (Πράξ. 2, 18). 
[Το χωρίο Πράξεις 2:18 (Πραξ. 2, 18) αναφέρει: «Καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι» (Ακόμη δε στους δούλους μου και στις δούλες μου θα ξεχύσω από το πνεύμα μου τις ημέρες εκείνες, και θα προφητεύσουν)]ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ;]
Μέσω του Πνεύματος η ιστορία ερμηνεύεται υπό το φως των υπαρξιακών πραγματικοτήτων του σύγχρονου κόσμου. Όταν ένας θεολόγος μιλά, πρέπει πάντοτε να το κάνει έχοντας στραμμένο το βλέμμα του προς τις εσχατολογικές και πνευματολογικές διαστάσεις της Εκκλησίας. Αυτή η θεώρηση είναι ολιστική και βαθύτατα καταφατική. Ο Ζηζιούλας τονίζει τη σημασία της αναπτύξεως του θεολογικού λόγου μέσα στην καρδιά του σύγχρονου πολιτισμού και όχι σε αντιπαράθεση προς αυτόν. Υποστηρίζει ότι αυτή η προσέγγιση επιτρέπει έναν πιο εποικοδομητικό και ουσιαστικό διάλογο, αντί να οδηγεί σε άκαρπες συγκρούσεις.

Ήδη στην πρώιμη μελέτη του «Η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου» (1966), ο Μητροπολίτης Ιωάννης δήλωνε ότι «η λειτουργία είναι η πιο θετική και ενεργός αποδοχή του κόσμου και της δημιουργίας».[16] Λίγα χρόνια αργότερα, ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωάννης υπογράμμισε την ακόλουθη διευκρίνιση: «Η Εκκλησία και ο κόσμος δεν είναι οντολογικά χωρισμένοι· τα προβλήματα του κόσμου είναι συγχρόνως προβλήματα της Εκκλησίας· η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο, αλλά μια συμπονετική και αγιαστική παρουσία μέσα σε αυτόν. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ενσαρκωτικής διαστάσεως του σώματος της Εκκλησίας και της σχεσιακής φύσεώς του εν Πνεύματι. Ενεργώντας όμως με αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να ταυτίσει τα Έσχατα με την ιστορία, επιχειρώντας να οικοδομήσει τη Βασιλεία ως μέρος της ιστορικής διαδικασίας».[17]

Στις Παραδόσεις Χριστιανικής Δογματικής, ο Μητροπολίτης Ιωάννης υποστηρίζει ότι η ακρόαση και το κήρυγμα του Ευαγγελίου δεν αποτελούν την πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας. «Όταν ένας ορθόδοξος χριστιανός λέει ότι πηγαίνει στην Εκκλησία, δεν εννοεί ότι πηγαίνει να ακούσει το Ευαγγέλιο του Χριστού να κηρύττεται σαν να επρόκειτο να το ακούσει για πρώτη φορά. Εννοεί ότι πηγαίνει να λατρεύσει τον Θεό μέσα στην κοινότητα των πιστών και, ιδιαίτερα, να συμμετάσχει στη Θεία Ευχαριστία. Η Εκκλησία προσδιορίζεται θεμελιωδώς από τη συμμετοχή της στη λατρεία του Θεού».[18]

Από αυτό συνάγεται ότι η υπερβολική έμφαση των χριστιανών στην αποστολή και στο κήρυγμα αποτελεί νεότερο φαινόμενο. «Ωστόσο, υπό την επίδραση εκείνων των σύγχρονων χριστιανικών κινημάτων και οργανώσεων που δίνουν έμφαση στην αποστολή και στο κήρυγμα, μια περισσότερο ατομικιστική ευσέβεια έχει αρχίσει να επηρεάζει την ορθόδοξη κατανόηση της λειτουργίας. Ορισμένοι κληρικοί προτάσσουν το κήρυγμα έναντι της λατρείας, παραμελώντας την Ευχαριστία, πράγμα που μεταβάλλει θεμελιωδώς τον προσανατολισμό της Εκκλησίας. Πολλοί κληρικοί σήμερα διαβάζουν, αντί να ψάλλουν, το Ευαγγέλιο στη Θεία Λειτουργία, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο προσιτό στους λαϊκούς».[19]

Το εξηγεί περαιτέρω, λέγοντας ότι ο ευαγγελισμός δεν συγκροτεί την Εκκλησία, αλλά ότι «είναι πρωτίστως η Θεία Λειτουργία εκείνη που προσδίδει στην ορθόδοξη παράδοση την ιδιαίτερη θεώρησή της για την Εκκλησία». «Στην Ορθόδοξη Θεολογία, η Εκκλησία δεν συγκροτείται από το έργο του ευαγγελισμού ή της ιεραποστολής, δηλαδή από την επιθυμία της να καταστήσει την πίστη της κατανοητή σε όσους βρίσκονται έξω από αυτήν. Η Θεία Λειτουργία δεν επιχειρεί να εξηγήσει την πίστη· μολονότι υπάρχουν πολλές διατυπώσεις της πίστεως, καμία από αυτές δεν βρίσκεται στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας. Στο κέντρο βρίσκεται η ευχαριστιακή λατρεία, και εδώ η μοναδική ρητή διατύπωση της πίστεως είναι το Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο μοιραζόμαστε με όλες τις άλλες Εκκλησίες και ομολογίες».

Το τελευταίο αυτό σημείο φαίνεται τόσο θεμελιώδες, ώστε είναι αναγκαίο να τονιστεί περισσότερο. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη: «Ωστόσο, η Εκκλησία προσλαμβάνει επίσης από τον κόσμο την ιστορία του, τον πολιτισμό του, ακόμη και τις τραγικές και αμαρτωλές εμπειρίες και αποτυχίες του, διότι είναι το σώμα του Κυρίου, ο οποίος αναλαμβάνει επάνω Του τις αμαρτίες του κόσμου. Δεύτερον, η ίδια η Εκκλησία προσλαμβάνεται. Η Εκκλησία, ως διακριτή κοινότητα μέσα στον κόσμο, βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με οτιδήποτε συγκροτεί τον “μη εκκλησιαστικό” χώρο, επιχειρώντας να καταστήσει τον εαυτό της αποδεκτό από τον κόσμο. Εκείνο που συνηθίζαμε να αποκαλούμε “αποστολή” αποδίδεται καλύτερα με την έννοια της προσλήψεως, διότι η Εκκλησία πρέπει να προσφέρει τον εαυτό της στον κόσμο και όχι να επιβάλλεται σε αυτόν».[20]

Για τον Μητροπολίτη Ιωάννη, η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια έκ-σταση κοινωνίας, η οποία σημαίνει έξοδο· «χάρη σε αυτήν, η Εκκλησία δεν παραμένει πίσω για να γίνει μια άλλη πόλη απέναντι στον κόσμο, αλλά συμμετέχει με συμπάθεια στη ζωή του κόσμου, με αποτέλεσμα να εμπλέκεται ουσιαστικά σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση, μαζί με όλα τα προβλήματά της».[21]

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Μητροπολίτης Ιωάννης θεωρούσε την κατήχηση και το κήρυγμα ιεραποστολικές δραστηριότητες της Εκκλησίας, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. «Είναι προφανές ότι η κατήχηση και το κήρυγμα, για να είναι αποτελεσματικά από ιεραποστολική άποψη, πρέπει να προσαρμόζονται στην ηλικία, στα χαρακτηριστικά κ.λπ. των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται. Επομένως, αυτές οι δραστηριότητες μπορούν και πρέπει να πραγματοποιούνται εκτός της ευχαριστιακής κοινότητας. Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχαν παρόμοιες “συνάξεις χωρίς την τέλεση των μυστηρίων”, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, στην Αλεξάνδρεια και αλλού. Ωστόσο, ο τελικός σκοπός μιας τέτοιας δραστηριότητας είναι να οδηγήσει τους πιστούς στην Ευχαριστία. Μόνο εκεί ενώνονται όλοι ως τοπική Εκκλησία».[22]

Όλα αυτά συνδέονται με το γεγονός ότι η αποστολή μέσα στην Εκκλησία είναι σχεσιακή. Η λογική στην οποία στηρίζεται η θεώρηση του Μητροπολίτη Ιωάννη για την αποστολή της Εκκλησίας είναι λεπτή. «Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η χριστιανική αποστολή θεωρούνταν ένα είδος κηρύγματος που απευθυνόταν στον κόσμο. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και ότι ο κόσμος μισεί τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η σχέση όμως της Εκκλησίας με τον κόσμο δεν είναι μόνο αρνητική· είναι και θετική. Αυτό υποδηλώνεται από την Ενσάρκωση και από ιδέες όπως η ανακεφαλαίωση των πάντων εν Χριστώ, την οποία συναντούμε στη Βίβλο —στην προς Εφεσίους, στην προς Κολοσσαείς κ.λπ.— και στους Πατέρες —στον Ειρηναίο, στον Μάξιμο και σε άλλους.

Στην ορθόδοξη παράδοση, στην οποία η Ευχαριστία κατέχει κεντρική θέση, ο κόσμος εισάγεται στην Εκκλησία τόσο με τη μορφή των φυσικών στοιχείων όσο και μέσω των καθημερινών μεριμνών των μελών της Εκκλησίας. Εάν η κοινωνία καταστεί βασική έννοια της εκκλησιολογίας, τότε η αποστολή κατανοείται και υπηρετείται καλύτερα όχι με την αντιπαράθεση του Ευαγγελίου προς τον κόσμο, αλλά με την πολιτισμική ενσάρκωσή του μέσα σε αυτόν. Η θεολογία πρέπει να αναζητεί τρόπους συσχετίσεως του Ευαγγελίου με τις υπαρξιακές ανάγκες του κόσμου και με καθετί ανθρώπινο. Αντί να ρίχνουμε τη Βίβλο ή τα δόγματα της Εκκλησίας στο πρόσωπο του κόσμου, θα ήταν προτιμότερο να επιδιώξουμε πρώτα να αισθανθούμε και να κατανοήσουμε αυτό που κάθε άνθρωπος ποθεί στα βάθη της υπάρξεώς του, και έπειτα να εξετάσουμε πώς το Ευαγγέλιο και η διδασκαλία μπορούν να προσδώσουν νόημα σε αυτόν τον πόθο».[23]

4. Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα: μετάδοση ενός ήθους


Η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα, επειδή η εποχή μας είναι εντελώς διαφορετική από την προνεωτερική περίοδο. Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς προκλήσεις, μεταξύ των οποίων το οικολογικό πρόβλημα, η σύγχρονη τεχνολογία στην ψηφιακή και βιοτεχνολογική εκδοχή της κ.λπ. Πώς θα ανταποκριθεί η Εκκλησία μας και πώς θα αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις; Κάθε βίαιη αντίδραση αποκλείεται. Η Εκκλησία πρέπει να αξιοποιήσει τους ανεκτίμητους θησαυρούς της, όπως είναι η Ευχαριστία και η ασκητική της παράδοση. Για να προφυλαχθούν όμως αυτοί οι θησαυροί από την εκκοσμίκευση, πρέπει να υπογραμμιστούν δύο πράγματα.

Όταν, στις αρχές της τρίτης χιλιετίας, ρωτήθηκε ποια θέση μπορεί να καταλάβει ο Χριστός στη σύγχρονη ζωή μας, ο Ζηζιούλας απάντησε ως εξής: «Στη δική μας εποχή και σε εκείνη που έρχεται, ο Χριστός θα είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε “σημεῖον ἀντιλεγόμενον”. Οι ανακαλύψεις που αναφέραμε [στην τεχνολογία και στη βιοτεχνολογία], πιστεύω, δεν θα καταστήσουν τον Θεό “περιττό”, αλλά, αντιθέτως, αναγκαίο. Οι ανακαλύψεις αυτές θα απειλήσουν το ανθρώπινο πρόσωπο —την ελευθερία, τη μοναδικότητα και το αναντικατάστατο κάθε προσώπου—, καθώς και τη φύση —την ακεραιότητα και τους νόμους που τη διέπουν και οργανώνουν την ενότητά της μέσα στην ποικιλία των ειδών και των οικοσυστημάτων. Ο άνθρωπος θα αναγκαστεί να αντιδράσει σε μια τέτοια απειλή· διαφορετικά, θα πάψει να είναι άνθρωπος. Ο Χριστός, όπως ερμηνεύθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και όπως πρέπει να ερμηνεύεται ακόμη και σήμερα από τη θεολογία, θα είναι, μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, ο μόνος αυθεντικός “τέλειος άνθρωπος”, ο οποίος —και ως “τέλειος Θεός”— θα δείξει την οδό που οδηγεί έξω από το αδιέξοδο. Εάν η Εκκλησία και η θεολογία ερμηνεύσουν και τονίσουν υπαρξιακά την Ορθόδοξη Χριστολογία, δηλαδή μέσα στο πλαίσιο των εξελίξεων που αναφέρατε, τότε ακόμη και ο σύγχρονος άνθρωπος θα δει ότι “οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία”».[24]

Όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα υποδηλώνουν όχι μόνο ότι η Εκκλησία πρέπει να υποδεικνύει τον Χριστό ως την οδό εξόδου από το αδιέξοδο, αλλά και ότι οφείλει να το πράττει με τον κατάλληλο τρόπο, μεταδίδοντας ένα συγκεκριμένο ήθος, ένα εκκλησιαστικό ήθος, το οποίο είναι τόσο επιτακτικά αναγκαίο σήμερα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της τεχνολογίας, της οικολογίας κ.λπ. Η πολιτισμική ενσάρκωση του Ευαγγελίου κατά την πατερική εποχή δεν προκάλεσε την απώλεια της ταυτότητας της Εκκλησίας· αντιθέτως, την έσωσε από την απόσυρση από τον κόσμο σε μια περιχαρακωμένη ύπαρξη τύπου γκέτο. Ασφαλώς, «από την άποψη της ορθόδοξης Παραδόσεώς μας, αυτό που συνέβη κατά την πατερική εποχή υπήρξε πράγματι μια επιτυχής πολιτισμική ενσάρκωση, αφού μέσα από αυτήν δεν χάθηκε η καθαρότητα του Ευαγγελίου». Όπως υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Ιωάννης, «ζούμε στο τέλος ενός ιστορικού πολιτισμού που διαμορφώθηκε από τον Διαφωτισμό· το Ευαγγέλιο πρέπει να αποδεσμευθεί από αυτόν και να παρουσιαστεί ως εναλλακτική πρόταση απέναντι σε αυτόν τον πολιτισμό». Πώς όμως μπορεί κανείς να παρουσιάσει έναν εναλλακτικό πολιτισμό;

4.1. Η μαρτυρία του ήθους


Με αυτόν τον εναλλακτικό πολιτισμό ο Μητροπολίτης Ιωάννης εννοούσε τη μαρτυρία ενός ήθους, μιας προσεγγίσεως της ζωής και μιας νοοτροπίας. Έλεγε: «Ιδιαίτερα ενόψει της κρίσιμης περιόδου την οποία διέρχεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, η Ευρώπη έχει ιδιαίτερη ανάγκη από ένα ήθος και μια νοοτροπία που θα μπορούν να εξισορροπήσουν τον ανταγωνισμό των ατομικών διεκδικήσεων και να δώσουν προτεραιότητα στις προσωπικές σχέσεις».

α) Η μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι ο Μητροπολίτης αναφέρθηκε εδώ στη μαρτυρία της ορθόδοξης γυναίκας μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Παρατήρησε κάποτε ότι «εάν αυτή η κοινωνία δεν υιοθετήσει μια προσωποκεντρική νοοτροπία, όπως αυτή που καλλιεργεί η Ορθοδοξία, θα πεθάνει. Η γυναίκα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον μέσα στην κοινωνία μας, μας διδάσκει να ζούμε ως πρόσωπα και όχι ως άτομα, δηλαδή ως όντα σχέσεων και όχι ως απομονωμένα και “ανεξάρτητα” όντα».[25] Οι γυναίκες μπορούν να μάθουν αυτού του είδους την ελευθερία ευκολότερα και φυσικότερα. Ο Ζηζιούλας πίστευε ότι η ορθόδοξη γυναίκα καλείται να αλλάξει και να μεταμορφώσει το ατομικιστικό ρεύμα του δυτικού πολιτισμού. Διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να το επιτύχει, εφόσον είναι αληθινά ορθόδοξη γυναίκα.

β) Η μαρτυρία των γυναικών στη δημόσια ζωή. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, ο Ιωάννης Ζηζιούλας είχε μια διαφορετική άποψη για τον ρόλο της ορθόδοξης γυναίκας, επιμένοντας ότι δεν πρέπει να απουσιάζει από τη δημόσια ζωή. Σε μια εποχή κατά την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και οι γυναίκες ασκούν την ευθύνη τους κατά την επιλογή των πολιτικών και άλλων ηγετών, δεν υπάρχουν απολύτως βιολογικοί ή άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ορθόδοξη γυναίκα να αναλάβει έναν ουσιαστικά ενεργό ρόλο στη δημόσια ζωή.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η ορθόδοξη γυναίκα που δραστηριοποιείται ενεργά στη δημόσια ζωή της ευρωπαϊκής κοινωνίας οφείλει να έχει πλήρη συνείδηση των βασικών κοσμοθεωρητικών και κοινωνικών αρχών που αναφέρθηκαν παραπάνω και οι οποίες διαφέρουν από τη δυτική αντίληψη για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τον Θεό. Εάν, ως πολιτικός, τεχνοκράτισσα ή τεχνικός στους τομείς της επιστήμης ή της διοικήσεως μέσα στην ευρωπαϊκή κοινωνία, δεν μεταδίδει αυτές τις ορθόδοξες αρχές και αυτή τη θεώρηση, τότε θα αφομοιωθεί η ίδια από τη νοοτροπία την οποία καλείται να μεταμορφώσει. Τι νόημα θα είχε, για παράδειγμα, μια ορθόδοξη γυναίκα να είναι υπουργός Περιβάλλοντος, εάν δεν είχε συνείδηση της ευχαριστιακής, λειτουργικής και ασκητικής προσεγγίσεως της φύσεως και του φυσικού περιβάλλοντος και ενεργούσε απλώς σύμφωνα με δυτικά, στοχοκεντρικά κριτήρια και ωφελιμιστικές προσεγγίσεις;[26]


γ) Η οικολογική αποστολή. Το ήθος για το οποίο μιλήσαμε περιλαμβάνει επίσης την οικολογική συνείδηση. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο εισήγαγε στον ορθόδοξο χώρο ο Μητροπολίτης Ιωάννης. Θα πρέπει τώρα να είναι σαφές γιατί «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει» (Ρωμ. 8, 22), καθώς προσβλέπει στη συμφιλίωση του ανθρώπου με το άκτιστο. Η δημιουργία έχει ανάγκη από όντα που μπορούν να στραφούν ελεύθερα προς τον Θεό, να δεχθούν από Αυτόν την ύπαρξή τους και να εισέλθουν σε σχέση μαζί Του. Αυτή η τεράστια αποστολή ανήκει στον άνθρωπο. Η συμπερίληψη του οικολογικού προβλήματος επέτρεψε στον Μητροπολίτη Ιωάννη να διευρύνει την έννοια της αποστολής:

«Αυτός ο σχεσιακός χαρακτήρας της αποστολής δεν πρέπει να περιορίζεται στα ανθρώπινα όντα. Πρέπει να επεκτείνεται, ώστε να συμπεριλαμβάνει και τη δημιουργία στη μη ανθρώπινη μορφή της. Η ευαισθησία απέναντι στην ακεραιότητα της δημιουργίας δεν αποτελούσε κατά παράδοση μέρος της χριστιανικής αποστολής. Τώρα αντιλαμβανόμαστε ότι θα έπρεπε να αποτελεί. Η Εκκλησία ως κοινωνία σχετίζεται επίσης με τον ζωικό και τον υλικό κόσμο στο σύνολό του. Ίσως η πιο επείγουσα αποστολή της Εκκλησίας σήμερα είναι να αποκτήσει συνείδηση και να διακηρύξει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο το γεγονός ότι υπάρχει μια εγγενής κοινωνία μεταξύ του ανθρώπου και του φυσικού του περιβάλλοντος· μια κοινωνία η οποία πρέπει να εισαχθεί στο ίδιο το είναι της Εκκλησίας, ώστε να λάβει την πληρότητά της».[27]

δ) Η αποστολή μέσω της τέχνης. Όταν το γεγονός της Πεντηκοστής και της Αναστάσεως του Χριστού προσδίδει το χρώμα του στην ανθρώπινη ζωή, τότε ο Χριστός συνδέεται με τα ουσιώδη και πολιτισμικά ζητήματα των ανθρώπων. Έτσι, η λαϊκή τέχνη αυτών των πολιτισμών θα εκφράσει αναπόφευκτα το αναστάσιμο ήθος. Αυτό ακριβώς συνέβη με τη χριστιανική εικονογραφία. Από την αρχή της απεικόνισε τον αναστημένο άνθρωπο, προσθέτοντας ένα φωτοστέφανο ως σημείο της υιοθεσίας και της αναστάσιμης σχέσεως με τον υπερβατικό Θεό.

Μια εκκλησιαστική εικόνα ή ένα σύμβολο αποτελεί παρουσία κρυμμένη πίσω από τα φθαρτά πράγματα· αποκαλύπτει την υποστατική παρουσία —δηλαδή την αληθινά προσωπική και όχι απλώς φαινομενική ή φυσική παρουσία— και η εικόνα συγκροτεί αυτή τη σχέση (συμβάλλειν) μαζί μας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η εικονικότητα —τα σύμβολα, οι τύποι, η δημιουργία εικόνων κ.λπ.— είναι περισσότερο σύμφωνη με τη θεολογία από οποιαδήποτε «άυλη» προσέγγιση —τη νοερά προσευχή, το κήρυγμα, τη λογική επιχειρηματολογία κ.λπ.— η οποία ενυπάρχει στις διάφορες μορφές πνευματισμού, επειδή η προσέγγιση αυτή απαιτεί πάντοτε την υλική απεικόνιση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει εκκλησιαστικός συμβολισμός.

Η ορθόδοξη Παράδοση προανήγγειλε όλα τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τη νεωτερική και τη μετανεωτερική τέχνη. Μίλησε την οπτική γλώσσα της νεωτερικότητας και την περιέλαβε με ενοποιητικό τρόπο, όχι αναλυτικά και αποσπασματικά, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη τέχνη. Η εικόνα υπήρξε αρχικά μια υπερρεαλιστική ζωγραφική. Οι θεολόγοι παραμέλησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την τέχνη ως τρόπο εκφράσεως της θεολογίας. Πρέπει να χρησιμοποιούμε την τέχνη ως μέσο θεολογήσεως, τόνιζε με έμφαση ο Μητροπολίτης Ιωάννης.

Λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στην επιστήμη και στη λεγόμενη τεχνολογία, θα ολοκληρώσω την ευρεία και μάλλον εκτενή παρουσίασή μου με ορισμένες παρατηρήσεις για αυτά τα προβλήματα, όπως τις διατύπωσε ο αγαπητός μας Μητροπολίτης Ιωάννης.

5. Κίνδυνοι που πρέπει να αποφευχθούν: η πρόκληση της τεχνολογίας και της εκκοσμικεύσεως


Σημειώσεις:

16 Zizioulas, 2011, σ. 125.
17 Zizioulas, 2010, σ. 88.
18 Zizioulas, 2009, σ. 121.
19 Zizioulas, 2009, σ. 121.
20 Zizioulas, 2010, σ. 120.
21 Ζηζιούλας, 2016, σ. 543.
22 Ζηζιούλας, 2016, σ. 545.
23 Zizioulas, 2010, σ. 57.
24 Zizioulas, 1999, σ. 424–43.
25 Ζηζιούλας, 1997, σ. 12.
26 Ζηζιούλας, 1997, σ. 28–29.
27 Zizioulas, 2010, σ. 57.

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος

Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ


Ἡ Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων μᾶς προτείνει νὰ διαβάσουμε τὴν συλλογικὴ ψυχική μας ζωὴ μὲ ἀναφορὰ τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς νοοτροπίες, ὅπως ἀναδύονται στὰ ὄνειρα καὶ διαμορφώνονται ἀπὸ τὰ συναισθήματα. Ὡς παραστάσεις ἐπιθυμίας καὶ ἀγωνίας, τὰ ὄνειρα δανείζονται μορφὲς ἀπὸ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα γιὰ νὰ τὶς δέσουν, μέσῳ τῆς φαντασίας, σὲ δικές τους ἱστορίες καὶ συμπεριφορές. Γι’ αὐτό, πολὺ συχνά, ὀνειρευόμαστε τὴν πραγματικότητα ἀντὶ νὰ τὴν βιώνουμε χειροπιαστά. Δημιουργοῦνται ἔτσι οἱ προϋποθέσεις μιᾶς ὑπερπαραγωγῆς ὀνείρων καὶ ὀνειροπολήσεων, ποὺ οἱ μηχανισμοὶ τῆς κοινωνικῆς ἀδράνειας (ἀλλὰ καὶ τῶν ὁλοκληρωτισμῶν) ἀξιοποιοῦν ἐντατικὰ πρὸς ὄφελός τους. Ξετυλίγοντας ὅμως τὸ συνδετικὸ νῆμα τῶν ὀνειρικῶν μορφῶν καὶ τῆς φαντασίας, μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴν μακροχρόνια ἐπικράτησι τῆς ἀκινησίας σὲ μιὰ κοινωνία ὅπως ἡ δική μας καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἰχνηλατήσουμε σημάδια τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦν στὸ ξέφωτο τῆς ἀλλαγῆς.

Ἐπιθυμία καὶ πίστι

Μὲ τὴν δίκη καὶ καταδίκη ὡς αἱρετικοῦ (1082) τοῦ φιλοσόφου Ἰωάννου Ἰταλοῦ, μαθητῆ τοῦ Ψελλοῦ, ἡ ἀνθρωπιστικὴ κίνησι τοῦ 11ου αἰῶνος στὸ Βυζάντιο κλείνει τὸν κύκλο της. Ο Ίταλὸς δὲν ἀρνιόταν τὴν ὀρθόδοξη πίστι, ἀλλὰ στὴν διδασκαλία του ἀποτολμοῦσε ὑποθέσεις καὶ συλλογισμοὺς ποὺ ἀπέκλιναν, γιὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἐν συνεχείᾳ σὲ συμπεράσματα σχετικὰ πρὸς τὸ συμβατὸ ἢ ἀσύμβατο τοῦ ἐπιχειρήματος μὲ τὸ δόγμα. Μαζί ὑποχώρησε καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν κλασικὴ ἀρχαιότητα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἔλαβε πιὸ ἀκίνδυνες καὶ λαϊκὲς μορφές, καθὼς τὰ προνόμια στοὺς ἐμπόρους τῆς Βενετίας, τῆς Γένουας καὶ τῆς Πίζας ἀλλὰ καὶ τὸ διάβα τῶν Σταυροφόρων ἀπὸ τὸ Βυζάντιο ἔφερναν γιὰ πρώτη φορὰ σὲ οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν Δύσι. Τότε, στὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος, ἔκαναν τὴν ἐμφάνισί τους, σὰν στοιχεῖα μιᾶς ἀπαλώτερης ἀναβιώσεως τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ παρελθόντος, οἱ μυθιστορίες καὶ ἡ σάτιρα, εἴδη ποὺ εἶχαν ἐγκαταλειφθῆ ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα (γιὰ ὅλα αὐτὰ παράβαλε τὴν έργασία τοῦ Roderick Beaton, Ἡ ἐρωτική μυθιστορία τοῦ ἑλληνικοῦ Μεσαίωνα, Αθήνα 1996, σελ. 27-42). Σημειωτέον ὅτι τοὺς ὅρους «μυθιστορία» καὶ «πολιτισμός», ὅπως καὶ πολλοὺς ἄλλους, εἰσέφερε στὰ νέα ἑλληνικὰ ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματα –τὸ τελευταῖο ἴσως– τοῦ 12ου αἰῶνα εἶναι καὶ Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα τοῦ Εὐσταθίου Μακρεμβολίτου, γραμμένο, αὐτὸ μόνο ἀπὸ τὰ ἄλλα τοῦ εἴδους του, στὸν πεζὸ λόγο τῶν ἑλληνιστικῶν μυθιστορημάτων. Ἡ ὑπόθεσι τοῦ ἔργου (χρησιμοποιῶ τὴν ἔκδοσι τοῦ Μίροσλαβ Μάρκοβιτς, Λειψία 2001) ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Ὑσμινίας, ἥρωας καὶ ἀφηγητὴς τῆς ἱστορίας σὲ πρῶτο πρόσωπο, μεταβαίνει ὡς ἀντιπρόσωπος ἀπὸ τὴν πατρίδα του Εύρύκωμη στην γειτονική πόλι Αὐλίκωμη ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ μιᾶς θρησκευτικῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖ φιλοξενεῖται στὴν ἐντυπωσιακή κατοικία ἑνὸς διακεκριμένου προεστοῦ. Ἡ κόρη τοῦ οἰκοδεσπότη Ὑσμίνη τὸν προκαλεῖ διακριτικά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρχικὰ τὴν ἀποκρούει.

Ωστόσο μεταξὺ ὀνειρικῶν καὶ πραγματικών τους συναντήσεων, ὁ Ὑσμινίας ἐρωτεύεται παράφορα τὴν κόρη. Οἱ δύο νέοι βεβαίως δὲν χάνονται μετὰ τὸ τέλος τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ὑσμινία καθὼς τὰ Διάσια, ἡ γιορτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Διός, συγκεντρώνουν ἐκ νέου ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἔργου (βιβλία 1-5) στὴν Εὐρύκωμη. Στὰ ἑπόμενα τρία βιβλία ἡ πλοκὴ δένει ὡς «περιπέτεια». Ὁ πατέρας τῆς Ὑσμίνης εἶχε συμφωνήσει νὰ τὴν παντρέψῃ στὴν Αὐλίκωμη, ὁπότε πιεζόμενοι οἱ δύο πλέον ἐραστὲς ἀποφασίζουν νὰ κλεφτοῦν καὶ τὸ πράττουν. Ὅμως τὸ πλοῖο ποὺ παίρνουν συναντᾷ στὸ ταξίδι μεγάλη τρικυμία καὶ γιὰ νὰ ἐξευμενισθῇ ὁ Ποσειδῶνας οἱ ναῦτες ῥίχνουν μὲ κλῆρο τὴν Ὑσμίνη στὴν θάλασσα. Ἡ θάλασσα ἀμέσως ἠρεμεῖ, ἐνῷ ἕνα δελφίνι τὴν σῴζει καὶ τὴν βρίσκουμε σκλάβα στὴν πόλη Αρτίκωμη. Ταυτόχρονα ὁ Ὑσμινίας αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ πειρατές, τοὺς ὁποίους νικᾷ ἐν συνεχείᾳ κάποιο ἑλληνικὸ στράτευμα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξῃ κι ἐκεῖνος σκλάβος στὴν γειτονική Δαφνήπολι. Ἐν τῷ μεταξὺ στὴν Ἀρτίκωμη ἑτοιμάζονται γιὰ μία θρησκευτικὴ ἑορτὴ καὶ ὁ κύριός του ἐκλέγεται ἀντιπρόσωπος τῆς Δαφνηπόλεως στὴν τελετή. Ἐδῶ τελειώνει τὸ δεύτερο μέρος καὶ τὸ 8ο βιβλίο τοῦ ἔργου.

Τὸ τρίτο μέρος τοῦ ἔργου (βιβλία 9-11) ἀφιερώνεται στὴν «ἀναγνώρισι» καὶ τὴν «λύσι». Ὁ Ὑσμινίας ἀκολουθεῖ τὸν κύριό του στὴν Ἀρτίκωμη. Θὰ φιλοξενηθοῦν στὸ ἀρχοντικὸ ὅπου κατοικεῖ σκλάβα ἡ Υσμίνη. Ὁ Υσμινίας δυσκολεύεται νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, ἀλλὰ ἐκείνη τοῦ στέλνει γράμμα μὲ τὸ ὁποῖο καὶ τοῦ ἀποκαλύπτεται. Μάλιστα βρίσκεται στὴν πολὺ δύσκολη θέσι νὰ παίξῃ τὸν ῥόλο ἐνδιαμέσου τῆς κυρίας της πρὸς τὸν Ὑσμινία, τὸν ὁποῖο ἡ οἰκοδέσποινα εἶχε ἐρωτευθῆ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς σχέσεως τῶν δύο νέων. Ἐκ τῶν πραγμάτων ὁ πόθος τῆς κυρίας δὲν γίνεται νὰ ἱκανοποιηθῇ, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο βοηθοῦν καὶ οἱ περιστάσεις, ὥστε τὸ ἀδιέξοδο νὰ μὴν ἔχῃ κακές συνέπειες, καθώς φθάνουν στὴν Ἀρτίκωμη ὡς συνεορτασταὶ οἱ γονεῖς τῆς Ἰσμίνης καὶ τοῦ Ὑσμινία, ὁπότε τὸ δρᾶμα βρίσκει τὸ τέλος του. Οἱ ἐραστὲς ἀπελευθερώνονται, ἡ Ὑσμίνη ἀποδεικνύει τὴν ἀγνότητά της καὶ ὅλοι μαζὶ ἐπιστρέφουν στὴν Αὐλίκωμη γιὰ τὸν γάμο τῶν δύο πρωταγωνιστῶν.

Κατὰ τὸν Ῥόντρικ Μπῆτον Τὸ κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν δρᾶμα θὰ πρέπῃ νὰ χρονολογῆται περὶ τὸ 1180 καὶ νὰ ἀνήκῃ ἐπομένως στὶς μυθιστορίες τῆς ἐποχῆς, εἴδους ποὺ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνος ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἀνάρρησι στὸν θρόνο τοῦ Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081), δέκα χρόνια μετὰ τὴν μοιραία ἧττα στὸ Ματζικέρτ, ἀρχίζει μία περίοδος ἀντιδράσεως στὴν ἀναγέννησι τῶν γραμμάτων τοῦ 11ου αἰῶνος. Ὁλόκληρη ἡ κεντρική Μικρὰ Ἀσία ἔχει περάσει στὰ χέρια τῶν Σελτζούκων Τούρκων, ἐνῷ στὴν βυζαντινὴ ἐπικράτεια μένουν κάποιες περιοχὲς τῶν μικρασιατικῶν παραλίων. Τὸ 1071 ἐπὶ πλέον χάνεται ὁριστικὰ ἡ Σικελία γιὰ τὸ Βυζάντιο μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Νορμανδῶν καὶ μαζὶ τὸ τελευταῖο του προγεφύρωμα στὴν Δύσι. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐδαφικῆς τούτης συρρικνώσεως εἶναι ἕνας ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξελληνισμὸς τῆς ἄλλοτε οἰκουμενικῆς ἀνατολικῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ κόσμος ἀλλάζει καὶ οἱ Κομνηνοὶ προσπαθοῦν νὰ ἀντιδράσουν ἐφαρμόζοντας πολιτική στρατιωτικῆς καὶ διπλωματικῆς ἰσχυροποιήσεως τῆς αὐτοκρατορίας ἀλλὰ καὶ καθαρτικῆς τονώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, καταπολεμῶντας σκληρὰ αἱρετικές διδασκαλίες ὅπως τῶν Παυλικιανῶν. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ δύσκολο, καθὼς τὸ αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας ἐντείνεται μὲ τὰ προνόμια ποὺ παραχωροῦνται στὴν Πίζα, τὴν Γένοβα καὶ τὴν Βενετία, παίρνει μάλιστα τὸ 1182 μορφὴ ἐκδικητικοῦ πογκρόμ ἐναντίον τῆς παροικίας τῶν Λατίνων ἐκ μέρους τοῦ ὄχλου τῆς Βασιλεύουσας.

Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἡ συγκυρία εἶχε βάθος τὸ ὁποῖο ἐπηρέαζε μονιμώτερα τὰ συναισθήματα, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄδικο. Ἐννοῶ τρία στοιχεῖα: Τὸ αἴσθημα τῆς μειονεξίας· τὸν παράγοντα τοῦ ἐξελληνισμοῦ· τὸ σκίρτημα μιᾶς ἐξατομικεύσεως ἡ ὁποία ἐν τέλει παρέμεινε ἄπρακτη. Πιθανὸν ἕνας συνδυασμὸς τῶν τριῶν αὐτῶν παραγόντων νὰ ἔφερε στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο τὴν μυθιστορία καὶ τὴν σάτιρα, λογοτεχνικὰ εἴδη εγκαταλελειμμένα ἀπὸ τὴν περίοδο τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, πρὸ ὀκτακοσίων δηλαδὴ χρόνων. Τὸ φαινόμενο δὲν εἶναι ἀσύνηθες.

Ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέλλοντος ἐπαναφέρει συχνὰ τὸ παρελθόν ὡς ὁρίζοντα προσδοκιῶν καὶ ἐκφράσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἐπιτρέπει νὰ ἐντοπισθοῦν καὶ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν κοιτάσματα τοῦ ἱστορικοῦ παρόντος ποὺ δὲν ἀπαντῶνται ὡστόσο στὸ παρελθόν.

Ὑπ' αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ ἐν λόγῳ «παρελθόν» δίνει ἐνεργὰ τὸ «παρών» στὶς ἐξελίξεις. Τέτοιο κοίτασμα εἶναι ἡ ἑλληνική ταυτότητα στὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα καὶ τὶς παραλλαγές του, ὅπως υἱοθετεῖται ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς καὶ διαπερνᾷ τὴν παιδεία, συνδυάζεται δὲ μὲ τὴν σιωπηρὴ κατὰ μόνας ἀνάγνωσι καὶ τὴν μικρογράμματη γραφὴ ἢ ἐκφράζεται μὲ τὸν μυθικὸ ἥρωα Διγενῆ καὶ τὸν ἐξελληνισμὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου τὸ ἄτομο ὡς τέτοιο παραμένει σταθερὰ ἐκτὸς τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητος καὶ τοῦ μυστηριακοῦ της τυποτελετουργικοῦ.

Τὸ παρελθὸν μπορεῖ νὰ ἐπανέρχεται ὡς ἀνάμνησι, ἐφ' ὅσον δὲν εἶναι ἀπωθημένο καὶ κατέχει, ἔστω περιφερειακά, θέσι στὶς συνειδήσεις, ὅπως στὴν περίπτωσι τοῦ Ψελλοῦ· μπορεῖ ὅμως νὰ ἐπανέρχεται –ἰδίως στὴν λογοτεχνία– σὰν ἀπωθημένο στὸν λησμονημένο πλέον χρόνο καὶ κατ' αὐτὴ τὴν ἔννοια νὰ ἀποτελῇ ἐνεργοποιὸ δύναμι ἡ ὁποία ἀξίζει νὰ ἐρευνηθῇ, ἀφοῦ προηγουμένως περιγράψουμε τὴν θέσι καὶ τὸν ῥόλο τῶν ὀνείρων στὴν συγκρότησι τοῦ ἔργου καὶ στὴν ἐξέλιξι τῆς ἀφηγήσεως. Μόνο μετὰ ἀπὸ τὴν προκριματικὴ τούτη προσέγγισι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ κανεὶς στὰ ἴδια τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ τὰ μελετήσῃ καθ' ἑαυτά. Μὲ προσοχὴ βέβαια, καθὼς ἡ μηχανιστική ἐφαρμογὴ μιᾶς ψυχαναλυτικῆς ἑρμηνευτικῆς θὰ συνέχεε τὸ λογοτέχνημα μὲ τὶς ἐσωτερικὲς περιπλοκές κάποιου ὁ ὁποῖος χρειάζεται θεραπευτική μέριμνα. Ἐννοεῖται, αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει νὰ εἶναι ἀνθρωπολογικῶς πολύτιμα τὰ ὄνειρα ἑνὸς ἔργου ὅπως τὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας.

Νὰ πῶ κατ᾿ ἀρχὰς ὅτι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Πλέπελιτς στὴν σχολιασμένη μετάφρασι τοῦ ἔργου τὸ 1989, μὲ τὴν ὀρθογραφία τῶν ὀνομάτων Ὑσμίνη/Υσμινίας ὁ Μακρεμβολίτης θέλει νὰ ὑποδηλώσῃ κάτι σὰν μοῖρα τῶν ἡρώων – τὴν ἀγωνιζομένη ἐναγωνίως ὕπαρξι καὶ συνύπαρξι τῶν δύο ἡρώων. Ἐξ οὗ καὶ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ὁμηρική λέξι «ὑσμίνη», ὁμόηχη μὲ τὸ ἀρχαιοελλη νικὸ «ἰσμήνη» (σύνεσις), ἀλλὰ μὲ διαφορετικὴ ἔννοια καθὼς τὸ ὁμηρικό σημαίνει «διαπάλη», «ἀγῶνας», «μάχη» καὶ κατ' ἐπέκτασιν, στὸ ἔργο, σύγκρουσι δύο ἀντιπάλων δυνάμεων. Σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόθεσι τοῦ ἔργου αὐτὲς οἱ δυνάμεις μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Ἔρως καὶ ἡ Τύχη, ὅπως μπορεῖ, σὲ βαθύτερο ἐπίπεδο, νὰ εἶναι ἡ Φαντασία καὶ ἡ Πραγματικότητα. Τὸ τελευταῖο διαπιστώνει κανεὶς στὸ ὄνειρο τοῦ τρίτου βιβλίου, ὅπου ἡ φαντασία ξεδιπλώνεται σὰν πραγματικότητα, μὲ πολὺ ἄμεσο τὸ αἴσθημα συμμετοχῆς τοῦ ὀνειρευομένου Ὑσμινία στὰ δρώμενα. Σύνολη ἡ οἰκονομία τοῦ ἔργου ἐνισχύει μιὰ τέτοια προσέγγισι. Τὰ πέντε πρῶτα βιβλία εἶναι τόποι φαντασίας πλήρεις ἐκφράσεων καὶ ὀνείρων, τὸ ἕκτο μὲ τὸ ταξίδι ποὺ χωρίζει τοὺς ἥρωες εἶναι μεταβατικό, ἐνῷ τὰ ὑπόλοιπα πέντε περιγράφουν τὸ πεδίο τῆς τύχης καὶ ἀναδεικνύουν τὸν ψυχολογικὸ παράγοντα τῆς πίστεως τῶν δύο ἐραστῶν σὲ γέφυρα μεταξὺ τῶν ὀνείρων τους καὶ τῆς σκληρῆς, ἀντίξοης πραγματικότητος. Ἡ χριστιανική τους πίστι ἐκβιάζει τὴν τύχη καὶ φέρνει τὸ αἴσιο τέλος.

Ἀπέχομε πλέον ἀπὸ τὶς μυθιστορίες τῆς Ὕστερης ἀρχαιότητος, οἱ ὁποῖες ἐγκαταλείπουν τοὺς ἱδρυτικοὺς μύθους τῆς κοινωνίας, γιὰ νὰ ἀντλήσουν περιεχόμενο ἀπὸ συμβάντα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, πράξεις συνυφασμένες μὲ ἀτομικές καταστάσεις καὶ αἰσθήματα. Συνήθως πρόκειται γιὰ ἔρωτα ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ μιᾶς κόρης, ἀμφοτέρων ἐκπάγλου καλλονῆς καὶ ἀριστοκρατικῆς γενιᾶς, τὴν χαρὰ τῶν ὁποίων ἀνατρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ τύχη, ἐκθέτοντάς τους σὲ σκληρές δοκιμασίες καὶ περιπέτειες, ἀλλὰ διασῴζει ἡ ἀνάδοχος τῆς ἀγάπης των θεότητα ἐπανενώνοντάς τους μὲ ἕνα αἴσιο τέλος, κάτι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἔλεο καὶ τὸν φόβο τοῦ ἀρχαίου δράματος. Ζητούμενο τώρα δὲν εἶναι ἡ ἐπανένταξι τοῦ ἀτόμου στὴν κοινότητα, ἡ ἀναγνώρισι τῆς θείας τάξεως καὶ ἡ κάθαρσι τῆς ὕβρεως· εἶναι ἡ ἐσωτερική του ἰσορροπία στὴν ταραγμένη τούτη ἐποχή, ὅπου χριστιανοὶ καὶ ἐθνικοὶ ἀνέθεταν τὴν συνοχὴ τοῦ κόσμου στὴν πρόνοια ἑνὸς θεοῦ ἢ τῶν θεῶν. Ὄχι ἐκείνων τοῦ δωδεκαθέου μὲ τὴν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας τους, ἀλλὰ θεῶν οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονταν μέσῳ χρησμῶν, οἰωνῶν, ὀνείρων, μηνυμάτων ἢ σημείων, ἐξέφραζαν δὲ μία τάξι ἀόρατη, μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξι ἔρμαιο τῆς τύχης. Κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο στὴν ζωή τὰ ὄνειρα προοικονομοῦσαν τὸ μέλλον, ἐνῷ στὰ ἔργα, ὅταν τὰ γεγονότα τρέπονταν σὲ ἀδιέξοδα, βοηθοῦσαν τὴν πλοκὴ νὰ ξετυλίγεται, δίκην ἐμβρυουλκῶν, προλέγοντας ἐξελίξεις καὶ ἐπιβραβεύοντας ἐνέργειες. Οἱ θεοὶ ἦσαν σταθερὰ παρόντες στὴν ζωὴ τῶν τότε ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς ἔβλεπαν στὸν ὕπνο (ὄναρ) σὰν στὸν ξύπνο (ὕπαρ). Κοσμοπολῖτες, οἱ ἄνθρωποι βίωναν μιὰ ἀνασφάλεια τῆς βουλήσεως ἡ ὁποία ἔκανε τὴν πρᾶξι χαοτική καὶ τὴν τύχη πρωταγωνίστρια, μὲ ἀντίβαρο τὴν εὔνοια τῆς θεότητος. Τί τὸ παράξενο, ἂν τὸν ὑλικὸ κόσμο διέσχιζαν ἀκατάπαυστα θεοὶ καὶ δαίμονες σὰν βαθύτερό του νόημα προσιτὸ μόνο στὸν ἐνάρετο ἄνθρωπο, ἂν τὸ «θαυμαστὸ» ἔπαιζε ῥόλο «φυσικότητος» τοῦ ὑπερφυσικοῦ τους;

Μπορεῖ τὸ Κατὰ Ὑσμίνην καὶ Ὑσμινίαν τοῦ Μακρεμβολίτη νὰ εἶναι γραμμένο σὲ πρῶτο πρόσωπο, κατὰ τὸ προηγούμενο τοῦ Κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα, ἔργου τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ὅμως οἱ ἐσωτερικοὶ λόγοι ποὺ τὸ ὑπαγορεύουν στὰ δύο ἔργα, ὡς γνωστόν, διαφέρουν. Ἐνῷ τὸ πρῶτο πρόσωπο στὸ ἔργο τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου ὑπηρετεῖ συγγραφικὲς ἀνάγκες πα-ρακολουθήσεως τῶν παραλλήλων δράσεων (ὅ,τι συμβαίνει ἢ ὅ,τι βλέπει ὁ Κλειτοφῶν περιλαμβάνει καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς ἄλλους), στὴν περίπτωσι τοῦ Ὑσμινία τὸ πρῶτο πρόσωπο φωτίζει τὴν ψυχολογικὴ συνύπαρξι ὀνειρικοῦ ἢ γενικώτερα φανταστικοῦ καὶ πραγματικοῦ στὸ πεδίο τῆς ἐπιθυμίας, διασφαλίζει μάλιστα προσωπικὴ μετοχὴ τοῦ ἥρωα συγχρόνως καὶ στὰ δύο ἐπίπεδα. Στὴν πρώτη περίπτωσι ὁ ἀφηγητὴς ἀνακαλεῖ στὴν σκέψι καὶ θυμᾶται στὴν δεύτερη ταυτίζεται μὲ τὴν σκέψι του. Ἔχει βιώσει ὅσα λέει καὶ μιλεῖ σὰν νὰ τὰ βλέπῃ. Βρισκόμαστε δηλαδὴ μακριὰ ἀπὸ τὸ ἦθος τοῦ ἀριστοτελικοῦ Περὶ ποιητικῆς, τὸν ἐξωτερικὰ καθωρισμένο χαρακτῆρα τῶν ἡρώων τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας: ἀπέναντί μας ἔχομε ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἡ ψυχολογία μεταβάλλεται ἀναλόγως τῶν συνθηκών εἴτε προετοιμάζεται μὲ τὴν συμβολικὴ χρῆσι τῶν «ἐκφράσεων» – κάτι περισσότερο πιὰ ἀπὸ τὶς παραδόσιμες ῥητορικές περιγραφές τοπίων ἢ εἰκόνων. Δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο πὼς ὁ Μακρεμβολίτης εἰσάγει τὸ ἔργο του μὲ «ἐκφράσεις» οἱ ὁποῖες ἀποτυπώνουν συμβολικὰ τὸν ἔρωτα ὡς θέμα τοῦ ἔργου καὶ προνομιακὸ πεδίο ὠσμώσεως τῆς φαντασίας καὶ τοῦ ὀνείρου στὴν ψυχολογική πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ δείχνει εὔστοχα ἡ Ἀλεξίου (πρβλ. Margaret Alexiou, «A critical reappraisal of Eustathios Makrembolites' Hysmine and Hysminias», στὸ Byzantine and Modern Greek Studies 3, σελ. 23-43). Οἱ ἀρχικὲς «ἐκφράσεις» τοῦ ἔργου ἀναδεικνύουν τὸ θέμα «χρόνος καὶ ἔρως» καὶ συμπληρώνονται ἀπὸ ψυχικὲς «ἐκφράσεις» τῶν ὀνείρων, οἱ φαντασίες τῆς τέχνης συμπληρώνονται ἀπὸ φαντασίες τῆς ψυχῆς ποὺ μπολιάζουν ὡς πίστι τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους στὸν χρόνο. Αντίθετα οἱ ἑλληνιστικές μυθιστορίες προετοιμάζουν κυρίως τὴν δρᾶσι προαναγγέλλοντας τὸ μέλλον ἀσχέτως ἑτοιμότητος τῶν ψυχῶν.

Στὰ μυθιστορήματα τοῦ 11ου καὶ τοῦ 12ου αἰῶνος τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο παρουσιάζει ἀξιοσημείωτη δυναμική, τέτοια ὥστε ἡ ἀντίδρασι τοῦ θρησκευτικοῦ παράγοντα νὰ εἶναι κατ' οὐσίαν ἀνύπαρκτη. Ἀρκοῦσε ἡ γυναῖκα νὰ μένῃ πρὸ τοῦ γάμου ἀνέγγιχτη, κάτι τὸ ὁποῖο σέβονταν οἱ συγγραφεῖς. Ὁ ἐρωτισμὸς τώρα βλέπει μᾶλλον πρὸς τὴν φύσι, συνδέεται μὲ ἔξοδο ἀπὸ τὸ ἐντὸς πρὸς τὸ ἐκεῖ καὶ συνυφαίνεται μὲ ἰσχυρὴ θέλησι τῶν ἡρώων. Πρόκειται γιὰ σκίρτημα οὑμανιστικὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθῃ ὡς στροφὴ πρὸς τὸν κλασικισμὸ μὲ τοὺς Παλαιολόγους. Μιλοῦμε βέβαια γιὰ ἕνα ὑποκείμενο αὐτοῦ τοῦ οὐμανισμοῦ μὲ ἀτροφικὴ ἀκόμη ψυχολογία καθὼς τὴν ἐμποδίζει ἀποφασιστικὰ ὁ συλλογικὸς τρόπος καὶ μῦθος τὸν ὁποῖο διαφεντεύει ἡ Ἐκκλησία. Μὲ τοὺς Κομνηνοὺς γίνονται κάποια ἀνοίγματα πρὸς τὴν Δύσι, ὅμως προκαλοῦν περισσότερο ἀνασφάλεια καὶ ἀβεβαιότητα μαζὶ μὲ μελαγχολία, ἐλλείψει ἐλπιδοφόρου ἱστορικῆς προοπτικῆς. Αὐτὰ ὅταν ἀκριβῶς τότε στὴν Δύσι εἴχαμε ἀντὶ ἀνακυκλώσεως ἐξέλιξι, μὲ ἐρωτήματα καὶ ἐπιλογὲς ποὺ στοχευαν τὴν ἴδια τὴν ζωὴ μὲ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά της.

Ὅσο ἔφευγαν τὰ χρόνια τόσο τὸ αἰώνιο ὑπνώτιζε τὶς συνειδήσεις, τόσο γινόταν πιὸ ἐπίμονη ἡ ἀνάγκη καταφυγῆς στὸ παραμύθι καὶ στὸ παρελθόν, ὡς ἀνασφαλὴς ἀντίδρασι στὴν ἱστορική μεταβολή. «Παραμύθι» ὀνομάζω μία παρηγορητική σκηνοθεσία ἡ ὁποία ἐνεργοποιεῖ τὴν νοσταλγία γιὰ νὰ πολεμήσῃ τὴν κατάθλιψι ποὺ προκαλεῖ ὁ ἐγκλεισμὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ διατεταγμένα αἰσθήματα, ἡ ἡττημένη ἐπιθυμία τους γιὰ διέξοδο σὲ προσωπικώτερά τους συναισθήματα. Αὐτὴ τὴν ἦττα συγκαλύπτει ἡ νοσταλγία. Νὰ σημειώσω ὅτι ἤδη στὴν χριστιανικὴ Δύσι τὰ ἐρωτικὰ ἱπποτικὰ μυθιστορήματα κεντοῦν στὸν καμβὰ τοῦ ἀτομικοῦ συναισθήματος, ἐξ οὗ καὶ ἀντικαθιστοῦν τὴν νοσταλγία μὲ ἱστορήσεις κατορθωμάτων στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἠθικὰ ὑψηλοῦ. Ὁ ἔρως ἔχει θέσει τὴν ὁρμή του στὴν ὑπηρεσία τοῦ ψυχικοῦ, ποὺ τείνει νὰ ἐπιβεβαιώνῃ ἡρωικὰ τὸ ὑποκείμενό του. Ἐκεῖ οἱ ἡρωικὲς περιπέτειες καὶ ἡ ἀτομικὴ ἐπιβεβαίωσι πρωταγωνιστοῦν καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο, ἐνῷ στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα τῆς ἴδιας ἐποχῆς προβάδισμα ἔχει ἡ καρτερικὴ ὑπομονὴ τῶν ἐραστῶν καὶ ἡ θεία πρόνοια, καθὼς οἱ ἥρωες παλεύουν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς ἀναποδιὲς καὶ νὰ ζήσουν αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα. Ὅμως ἄλλο ἡ ἐπιβίωσι στὶς ἀναποδιὲς καὶ ἄλλο ἡ ἐσωτερικὴ ἐξέλιξι τῶν χαρακτήρων. Ἡ κυριαρχία τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου στὰ βυζαντινὰ μυθιστορήματα, ὡς μεταφορὰ τῆς σχέσεως μὲ τὴν μητέρα ἢ τὸν πατέρα ποὺ καθησυχάζει τὴν ψυχικὴ ταραχὴ τῶν ἐραστῶν, δὲν ἀνοίγει γι' αὐτοὺς νέους ὁρίζοντες, δὲν ἔχει ἄλλη συνέπεια ἀπὸ τὸ εὐτυχὲς τέλος τῆς δοκιμασίας των, ἀπὸ τὴν ἔνταξι στὴν καθιερωμένη τάξι ἡ ὁποία καὶ ἀσφαλίζει ψυχικά. Ἀντίθετα, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μπέκ (πρβλ Hans-Georg Beck, Βυζαντινὸν ἐρωτικόν, σελ. 269), ὁ δυτικὸς ἥρωας ἀγωνίζεται νὰ πραγματοποιήσῃ προθέσεις διακινδυνεύοντας τὴν ζωή του. Δηλαδὴ ἡ θέλησί του ξεπερνᾷ τὸν θάνατο· ὁ ἴδιος στὴν ἐμπρόθετη αὐτοβεβαίωσί του τίθεται ὑπεράνω τῆς ζωῆς. Ἠθικὰ τὸ θάρρος ὑπερτερεῖ τῆς ἐπιβιώσεως. Ὁ βυζαντινός ἥρωας θέλει νὰ νικήσῃ χωρὶς νὰ πεθάνῃ, ὁπότε τὸ θαῦμα, ὡς ἄνωθεν παρέμβασι, λειτουργεῖ εἰς βάρος τόσο τῆς ψυχολογίας ὅσο καὶ τοῦ ῥεαλισμοῦ.

Καρφωμένα στὸ παρελθόν, ἡ βυζαντινὴ κοινωνία ὅπως καὶ τὸ ἐρωτικό της μυθιστόρημα κράτησαν τὶς ψυχὲς καὶ τοὺς χαρακτῆρες ἀνεξέλικτους, ἀρκούμενα σὲ σχηματισμένους ἀνθρώπους καὶ σὲ εὐθύγραμμους ἔρωτες χωρὶς ἐνοχές, μετάνοιες, πλάνες, συγχύσεις, δράματα. Ὅταν θέλῃς μόνο ἁγίους κυνηγᾷς μιὰ τελειότητα ἀμετάστατη καὶ ὅταν θέλῃς νὰ κατανικήσῃς τὸ ἐρωτικὸ παλεύεις ἐναντίον τῆς πραγματικότητος.

Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὡρίμανσι ἀποτυπώνεται χαρακτηριστικὰ στοὺς ἀνεξέλικτους χαρακτῆρες τῶν βυζαντινῶν μυθιστορημάτων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἑσπέριο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ πάει –τὸ εἴδαμε– μὲ νίκη ἐπάνω στὸν θάνατο καὶ ἀποδοχὴ τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους τὸ ὁποῖο κοιτάζει μπροστά, ἐνῷ ἡ νοσταλγία ἔχει τὴν ἐπιθυμία της πίσω. Ἐξηγεῖται συνεπῶς γιατί στὴν ἀνατολικὴ ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία δὲν ἔγινε κανένα ἀξιοσημείωτο βῆμα πέρα τῆς «φυσικῆς» πνευματικότητος ποὺ ἔφερε μαζί της ἡ κλασική κληρονομιὰ καὶ ποὺ ἡ θρησκεία ἐνδιαφερόταν νὰ «ἐξανθρωπίζῃ» μὲ κατ' ἐξοχὴν μέσο τὸ μυστηριακό τελετουργικό, διότι ἀντιστάθμισμα στὴν ἀκινησία τῆς προσευχῆς ἦταν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ὁ κύκλος τῆς λατρείας. Αὐτὸς δίνει πάντοτε κῦρος συμβόλου στὸν μῦθο, αὐτὸς ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἁγιότητος τὴν ψυχολογία καὶ τὴν ἐσωτερικότητα, γιὰ νὰ τὶς ἀντικαταστήσῃ μὲ ἀποπετρωμένα στερεότυπα, ἀσάλευτες τελειότητες ποὺ ματαιώνουν κάθε ἔγνοια γιὰ κίνησι πρὸς τὸ ἀλλιῶς.

(Συνεχίζεται)

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ.

Η πολιτική χωρίς εμπειρία είναι απλώς ιδεολογική αφαίρεση ενάντια στην πραγματικότητα

από τον Vincenzo Costa - 10 Σεπτεμβρίου 2026




















Πηγή: Βιντσέντσο Κόστα

Νομίζω ότι η μελλοντική πολιτική θα πρέπει να ξεκινήσει από τις άμεσες εμπειρίες των ανθρώπων, από τα σημεία πόνου τους, και φοβάμαι ότι σήμερα συνεχίζουμε να προσπαθούμε να πούμε στους ανθρώπους ποια είναι τα σημεία πόνου τους, προσπαθώντας να τους πούμε ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Προσπαθούμε να επιβάλουμε μια ερμηνεία στη ζωή, ενώ πιστεύω ότι πρέπει να καταστήσουμε τα σημεία πόνου σαφή.
Το Facebook, στην αρχή, ήταν ένα σημαντικό εργαλείο, επειδή μας επέτρεπε να δώσουμε φωνή σε αυτόν τον σιωπηλό πόνο, σε αυτόν τον ανέκφραστο θυμό. Αλλά σιγά σιγά ιδεολογικοποιήθηκε. Στην
αρχή, παρατήρησα τη διαφορά μεταξύ αυτού που προσπαθούσαν να πουν οι άνθρωποι και αυτού που έκανε ο πολιτικός κόσμος. Τώρα παρατηρώ ότι ακόμη και η φούσκα μας κλείνει στον εαυτό της, σε μια εννοιολογική φυλακή.

Υπάρχει ένα σημείο όπου ίσως θα έπρεπε να παραμείνουμε εγελιανοί: ξεκινώντας από την αμεσότητα και στη συνέχεια επιτρέποντας σταδιακά στις διαμεσολαβήσεις που αποτελούν την άμεση εμπειρία να αναδυθούν. Ίσως αυτό να είναι το θεωρητικό έργο, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Και αυτό έρχεται σε αντίθεση με ένα άλλο μοντέλο, το οποίο θα ονόμαζα καντιανό, το οποίο αντ' αυτού επιδιώκει να ρίξει ένα εννοιολογικό δίχτυ που υποτιμά την εμπειρία.
Ένα μοντέλο από το οποίο θα είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς, αντηχεί σε όλο τον Φουκώ, και σήμερα μου φαίνεται ότι είμαστε όλοι Φουκωλοί. Και νομίζω ότι ο Φουκώ ήταν και παραμένει η μεγάλη ατυχία.
Αλλά σε κάθε περίπτωση, χωρίς άλλη καθυστέρηση, ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τα σημεία πόνου, χωρίς να τα ερμηνεύσουμε, απλώς για να τα καταγράψουμε αρχικά. Να επανασυνδεθούμε με τη συγκεκριμένη ύπαρξη. Θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα.
Στη μεταπολεμική περίοδο στη Σικελία, υπήρχαν αγροτικοί αγώνες για τη διαίρεση των μεγάλων κτημάτων και τη διαίρεση της γης. Θα είχαν δημιουργήσει μια μυριάδα αγροτών γαιοκτημόνων.
Σύμφωνα με το δόγμα, αυτή ήταν μια «μικροαστική» επιθυμία. Θα έπρεπε να είχαν ζητήσει κολεκτιβοποίηση και παρόμοιες ανοησίες.

Αλλά οι κομμουνιστές γνώριζαν ότι οι αγρότες δεν ήταν άγγελοι. ανέλαβαν αυτό το σημείο πόνου, το πήραν πάνω τους και ηγήθηκαν αυτών των αγροτικών αγώνων. Δεν τους έκριναν με δόγμα. Έτσι, μπήκαν στην ιστορία επειδή μπήκαν στη ζωή πραγματικών ανθρώπων.
Έχουμε χάσει την αίσθηση του συγκεκριμένου και της καθημερινής ζωής, και για αυτόν τον λόγο έχουμε εξαφανιστεί από την ιστορία, έχουμε υποβιβαστεί σε καβγάδες μεταξύ μας.

Η Σχεδία των Απελπισμένων


Βρισκόμαστε στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου, μιας τραγωδίας για την οποία δεν γνωρίζουμε ακόμη τίποτα και για την οποία υπάρχει μόνο μια επίσημη αναφορά, απίστευτη μέχρι σημείου ηλιθιότητας, και μια ανικανοποίητη απαίτηση για την αλήθεια. Για παράδειγμα, υποτίθεται ότι πιστεύουμε ότι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν συντόνισε τις επιθέσεις ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο στο Ραβαλπίντι υπό την επιτήρηση των πακιστανικών και αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Δεν θα συνοψίσω εδώ τα διάφορα μυστήρια αυτής της υπόθεσης, επειδή υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο ειδικοί από εμένα στην αποκάλυψη απάτης. Αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρχει αμφιβολία για ένα πράγμα: η καταστροφή των πύργων, όποιος και αν την πραγματοποίησε, χρησίμευσε για να εγκαινιάσει τη σύγχρονη εποχή, καθορίζοντας όλες τις μελλοντικές γεωπολιτικές και πολιτικές εξελίξεις, και έπαιξε κεντρικό ρόλο στην απώλεια της δημοκρατίας της οποίας είμαστε όλοι θύματα: η υποτιθέμενη άμυνα ενάντια σε μια φευγαλέα και ύποπτη τρομοκρατία άρχισε να διαβρώνει τις ελευθερίες και, πάνω απ 'όλα, να κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι αυτή η διάβρωση ήταν για το δικό μας καλό.

Ακριβώς επειδή η σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν τόσο χρήσιμη, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον παγκοσμιοποιητή, ορισμένοι αναλυτές εικάζουν ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου μπορεί να μπουν στον πειρασμό να καταφύγουν σε αυτό το ψυχολογικό όπλο για να ξεπεράσουν την απελπιστική στιγμή που βιώνουν. Ο Νετανιάχου βρίσκεται τώρα υπό πίεση επειδή η λεπτομερής και σκανδαλώδης τεκμηρίωση, που παρουσιάζεται σε ένα βιβλίο ενός Ισραηλινού συγγραφέα, τον κατηγορεί ότι γνώριζε πολύ νωρίτερα την επίθεση που σχεδίαζε η Χαμάς και μάλιστα είχε προειδοποιηθεί εβδομάδες νωρίτερα ότι η δράση προετοιμαζόταν, αλλά επέλεξε να μην κάνει τίποτα προκειμένου να έχει στη συνέχεια μια δικαιολογία για να σφαγιάσει τη Γάζα και να ξεκινήσει το μεγάλο παιχνίδι εναντίον της Δυτικής Όχθης, του Λιβάνου και του Ιράν. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, πρέπει να αντιμετωπίσει την καταστροφική ήττα εναντίον της Τεχεράνης, η οποία -εκτός από τις συνέπειες για τις ενδιάμεσες εκλογές- τον καταδικάζει στην ιστορία ως τον μόνο Αμερικανό πρόεδρο που έχασε έναν πόλεμο. Στην πραγματικότητα, δεύτερος μόνο μετά τον Τζέιμς Μονρόε, ο οποίος έχασε τον Αγγλοαμερικανικό Πόλεμο, ήταν όμως ο πρώτος που διατύπωσε το δόγμα που φέρει το όνομά του, σύμφωνα με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να κυβερνούν αποτελεσματικά ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Και πράγματι, αυτό το μείγμα ήττας και επιθετικότητας θυμίζει τον ίδιο τον Τραμπ, με τις εκρήξεις του -δυστυχώς, κάθε άλλο παρά ακίνδυνες- για τον Καναδά, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα, την Κούβα και τη Γροιλανδία.

Σε κάθε περίπτωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν μια επιλογή: να παραδοθούν στο Ιράν και να περιορίσουν τη ζημιά στην αυτοκρατορία τους ή να προκαλέσουν μια κλιμάκωση προς την αποκαλυπτική καταστροφή. Η παράδοση και η διεκδίκηση της νίκης είναι σαφώς η καλύτερη επιλογή από την οπτική γωνία των ΗΠΑ. Αντίθετα, το Ισραήλ, το οποίο προφανώς έχει μεγάλη επιρροή στον Λευκό Οίκο, χρειάζεται απεγνωσμένα τον πόλεμο για να συνεχιστεί μέχρι τις τελικές του συνέπειες, διαφορετικά θα βρεθεί με ένα πολύ ισχυρότερο Ιράν από πριν και μια Μέση Ανατολή που δεν θα είναι πλέον πρόθυμη να υπογράψει Αβρααμικές ή παρόμοιες με του Ησαύ συμφωνίες με τις φακές της. Αυτό δεν θα ήταν μόνο το τέλος του ονείρου του Μεγάλου Ισραήλ, αλλά πιθανώς και του Μικρού Ισραήλ. Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι ο ιδανικός τρόπος για να σύρουν τις ΗΠΑ σε μια μάχη ζωής και θανάτου με το Ιράν θα ήταν να σκοτώσουν τον Τραμπ και να κατηγορήσουν το Ιράν. Θα μπορούσαν κάλλιστα να το κάνουν, αν δεν το έχουν κάνει ήδη, όπως υποθέτουν αρκετοί ιστορικοί σε σχέση με τη δολοφονία του Κένεντι. Αλλά ίσως αυτό να μην ήταν ιδανικό, δεδομένου ότι ο διάδοχός του, Βανς, θα φαινόταν πολύ λιγότερο διατεθειμένος να είναι το σκυλάκι του Νετανιάχου.

Έτσι, η ιδέα της ονομασίας μιας «ιρανικής» βρώμικης βόμβας κάπου στη Δυτική αυτοκρατορία, πιθανώς στην Ευρώπη, θα ήταν μια νικηφόρα ιδέα για τη μετατροπή της σύγκρουσης από συμβατική σε πυρηνική, με όλους τους συναφείς κινδύνους. Αλλά το να αφήσουμε τον Σαμψών να πεθάνει μαζί με όλους τους Φιλισταίους είναι μέρος της βιβλικής παράδοσης, ακόμα κι αν είναι οι Φιλισταίοι αυτοί οι ίδιοι..

Η Κίνα αποδομεί το δολαριοκεντρικό σύστημα

 από τον Giacomo Gabellini - 10/09/2026



Πηγή: Ίδρυμα Στρατηγικού Πολιτισμού


Σύνοψη:
Η Κίνα ακολουθεί μια σταδιακή και ευέλικτη στρατηγική αποδέσμευσης από το δολαριοκεντρικό σύστημα. Μειώνει την έκθεσή της σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα, συγκεντρώνει δολάρια μέσω του Χονγκ Κονγκ και τα διοχετεύει ως δάνεια στον Παγκόσμιο Νότο, δημιουργώντας έναν εναλλακτικό μηχανισμό διεθνούς χρηματοδότησης. Παράλληλα, συσσωρεύει μεγάλες ποσότητες χρυσού, με σκοπό να ενισχύσει το γιουάν–ρενμίνμπι και να διευρύνει τη χρήση του στις διεθνείς συναλλαγές. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αυτή η «αθόρυβη» στρατηγική περιορίζει σταδιακά τον έλεγχο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας πάνω στο παγκόσμιο σύστημα του δολαρίου και ενισχύει τη γεωχρηματοπιστωτική επιρροή της Κίνας εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η στρατηγική που έχει χαράξει η πρώην Ουράνια Αυτοκρατορία φαίνεται να είναι λεπτή και «ήπια», η οποία, συνδυάζοντας τον πραγματισμό με την ευελιξία, στοχεύει στον επανασχεδιασμό των γεωοικονομικών δομών, αυξάνοντας την κινεζική επιρροή σε παγκόσμια κλίμακα εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης τον Ιανουάριο του 2010, ο Πρόεδρος Ομπάμα απαριθμούσε μια σειρά από προσαρμογές που θεωρούνταν απαραίτητες για την επανενεργοποίηση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και τη μεταφορά της σε ένα επίπεδο διαρθρωτικής σταθερότητας μετά το παγκόσμιο σοκ που προκλήθηκε από την πτώχευση της Lehman Brothers.

Στο όραμά του, η Κίνα και η Ιαπωνία έπρεπε να μετατοπίσουν την εστίαση της ανάπτυξης από τις επενδύσεις στην εγχώρια κατανάλωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε να μετατοπίσει την εστίασή της από τις εξαγωγές στις επενδύσεις. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να εγκαταλείψουν τον ρόλο τους ως «εισαγωγέας έσχατης ανάγκης» της παγκόσμιας πλεονασματικής παραγωγής, ενισχύοντας τις εξαγωγές. «Όσο περισσότερα προϊόντα παράγουμε και πουλάμε σε άλλες χώρες, τόσο περισσότερες θέσεις εργασίας υποστηρίζουμε εδώ στην Αμερική. Έχουμε θέσει έναν νέο στόχο: θα διπλασιάσουμε τις εξαγωγές μας τα επόμενα πέντε χρόνια, μια αύξηση που θα υποστηρίξει δύο εκατομμύρια αμερικανικές θέσεις εργασίας», διακήρυξε ο Ομπάμα.

Ο κύριος τρόπος για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν πρώτα και κύρια η υποτίμηση του δολαρίου, η οποία επιτεύχθηκε μέσω κολοσσιαίων ενέσεων ρευστότητας στο πλαίσιο των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης που υιοθέτησε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ σε συμφωνία με το Υπουργείο Οικονομικών.

Ενώ ήταν κρίσιμη για τη διατήρηση της επιβίωσης του τραπεζικού συστήματος, η «πλημμυρική» παρέμβαση που εφαρμόστηκε από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και το Υπουργείο Οικονομικών είχε βαθιές επιπτώσεις στο νομισματικό σύστημα: τον Ιούλιο του 2011, μόλις 18 μήνες μετά την ομιλία του Ομπάμα, ο δείκτης του δολαρίου βυθίστηκε στο ιστορικό χαμηλό των 80,48 μονάδων.

Η ελεγχόμενη υποτίμηση του δολαρίου επέφερε ανάλογη μείωση της πραγματικής αξίας των αμερικανικών κρατικών τίτλων, το 56,5% των οποίων βρισκόταν το 2008 στα χέρια ξένων πιστωτών. Ξεκινώντας με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η οποία, ως κάτοχος άνω των 1,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου (1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων τίτλων που κατέχονται διακριτικά από κινεζικές δημόσιες τράπεζες), ένιωσε τον αντίκτυπο της υποτίμησης του δολαρίου που προκλήθηκε από προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο.

Για το Πεκίνο, αυτό ήταν ένα πραγματικό σοκ, επειδή η άρχουσα τάξη της πρώην Ουράνιας Αυτοκρατορίας περίμενε ότι Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας υποστηρίξει -μέσω της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου- για τουλάχιστον δύο δεκαετίες την αιτία της λιτότητας, προωθώντας την ως ένα πικρό αλλά αποτελεσματικό φάρμακο που θα χορηγούνταν σε χώρες που βρίσκονταν σε κρίση, θα φρόντιζαν και οι ίδιες με τη σειρά τους να εγγυηθούν την πραγματική αξία των ομολόγων τους, σύμφωνα με τους κανόνες της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον.

Η «προδοσία» των ίδιων αρχών που μέχρι την προηγούμενη μέρα είχαν αναχθεί σε δόγμα για να εφαρμοστούν στον υπόλοιπο κόσμο, προκάλεσε μια βαθιά αλλαγή πορείας εκ μέρους της Κίνας, η οποία υλοποιήθηκε πρώτα και κύρια με τη μορφή μιας προοδευτικής μείωσης της έκθεσής της στο ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ.

Από το 2013, το Πεκίνο έχει σταδιακά επιτρέψει στα κρατικά ομόλογα του να λήξουν χωρίς να τα ανανεώσει. Ως αποτέλεσμα, μέχρι τον Ιούνιο του 2026, τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ που κατείχε η Κίνα ανήλθαν σε «μόλις» 633 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ταυτόχρονα, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει εφαρμόσει ένα σύστημα για τη συγκέντρωση των ροών δολαρίων εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών που αναπαράγει, από πολλές απόψεις, τον παλιό μηχανισμό του ευρωδολαρίου. Η υψηλή οικονομική απόδοση και η ανυπολόγιστη βιομηχανική ικανότητα της χώρας, υποστηριζόμενη από ένα εγχώριο νομικό πλαίσιο που απολαμβάνει αυξανόμενης διεθνούς αξιοπιστίας, σε συνδυασμό με τον στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζει το Χονγκ Κονγκ, με το νόμισμά του συνδεδεμένο με το δολάριο ΗΠΑ μέσω σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και την τάση να επενδύει -σε αντίθεση με το Πεκίνο- σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, καθιστούν την Κίνα έναν τρομερό πόλο έλξης για ξένους επενδυτές με σημαντικά ποσά κεφαλαίου σε δολάρια ΗΠΑ. Προστιθέμενα στα δολάρια που παράγονται μέσω των τεράστιων εμπορικών πλεονασμάτων της χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτά τα «δολάρια» είτε επανεπενδύονται σε πρώτες ύλες και ενέργεια είτε μετατρέπονται σε δάνεια στο εξωτερικό από το κινεζικό τραπεζικό σύστημα.

Ο ακτιβισμός της Κίνας σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των πετροδολαρίων που προέρχονται από τις χώρες του Περσικού Κόλπου δεν πηγαίνει πλέον για τη χρηματοδότηση των κολοσσιαίων ελλειμμάτων των ΗΠΑ, αλλά για την αγορά αγαθών, υπηρεσιών ή/και μετοχικών συμμετοχών στην Κίνα. Η Κίνα, με τη σειρά της, ανακυκλώνει τα έσοδα για την εισαγωγή πετρελαίου και, πάνω απ 'όλα, με τη μορφή πίστωσης σε χώρες του λεγόμενου «Παγκόσμιου Νότου», πολλές από τις οποίες στραγγαλίζονται από την «παγίδα χρέους».

Τα πετροδολάρια που δεν επανεπενδύονται άμεσα στην οικονομία των ΗΠΑ, αλλά μετατρέπονται σε ξένα δάνεια μέσω κινεζικής διαμεσολάβησης, επιστρέφουν έτσι στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να ενισχύουν το εκδοτικό προνόμιο του δολαρίου, αλλά αντιθέτως τροφοδοτώντας τον εγχώριο πληθωρισμό. Για να ενισχύσει τη διαδικασία και να εξασφαλίσει αμερικανικό νόμισμα για δανεισμό στο εξωτερικό, η Κίνα έφτασε στο σημείο να εκδώσει τριετή και πενταετή ομόλογα σε δολάρια στη Σαουδική Αραβία, συνολικού ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τοποθετώντας τα σε επιτόκιο ακόμη χαμηλότερο από αυτό των ομολόγων του Δημοσίου. Η ζήτηση ξεπέρασε τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια.

Σε περίπτωση που αυτό το φαινόμενο αποδειχθεί μη επεισοδιακό, η Κίνα θα πληροί αυτόματα όλες τις προϋποθέσεις για να χρησιμεύσει ως εναλλακτική και ανταγωνιστική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες πηγή διεθνούς χρηματοδότησης, τροφοδοτώντας έτσι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια ανεξάρτητα από την πορεία δράσης που θα αναλάβουν οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η Κίνα αφαιρεί από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα την αποκλειστική της ιδιοκτησία στις λειτουργίες διαχείρισης του δολαρίου, στερώντας της κυρίως την εξουσία καθορισμού των επιτοκίων, όπως αποδεικνύεται έντονα από τις αυξανόμενες αποδόσεις των δεκαετών , είκοσι και τριακονταετών ομολόγων.

Η τάση αυτή έχει ενισχυθεί μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν. Αν και οι περισσότεροι ειδικοί προέβλεπαν ότι η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο θα είχε ιδιαίτερα καταστροφικές επιπτώσεις σε έναν σημαντικό περιφερειακό εισαγωγέα πετρελαίου όπως η Κίνα, η τελευταία έχει επιδείξει εκπληκτική ανθεκτικότητα. Με τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων που συσσωρεύτηκαν τους μήνες που προηγήθηκαν της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης και ενεργειακή ανεξαρτησία για σχεδόν το 85% των αναγκών της χάρη στην κυριαρχία της σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την άφθονη διαθεσιμότητα άνθρακα, η πρώην Ουράνια Αυτοκρατορία μείωσε τις εισαγωγές πετρελαίου κατά 3-4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο (περίπου 50% λιγότερο από ό,τι τον Ιανουάριο) χωρίς να αντιμετωπίσει καμία οπισθοδρόμηση στην οικονομική ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά, η κατάρρευση των κινεζικών προμηθειών έχει συμβάλει καθοριστικά στην αποφυγή καταστροφικών αυξήσεων στην τιμή των υδρογονανθράκων, οι οποίες έχουν επίσης υποστεί ισχυρές πιέσεις λόγω της σημαντικής μείωσης της ρωσικής ικανότητας διύλισης που προκλήθηκε από τις αδιάκοπες ουκρανικές επιθέσεις.

Η πληθωριστική ώθηση που δημιουργήθηκε από τις δύο συγκρούσεις έχει, ωστόσο, τροφοδοτήσει μια έντονη αύξηση των αποδόσεων σε όλη τη Δύση (συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας), σε αντίθεση με την Κίνα όπου τα δεκαετή ομόλογα συνεχίζουν να κυμαίνονται γύρω από το όριο του 1,75%.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή είναι μια πολύ σοβαρή απειλή, καθώς είναι προορισμένη να αυξήσει προοδευτικά τα βάρη εξυπηρέτησης του χρέους, τα οποία αναμένεται να φτάσουν τα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους. Αυτό το κολοσσιαίο ποσό, 2,6 φορές μεγαλύτερο από ό,τι το 2021, αντιπροσωπεύει το 13,5% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και είναι δεύτερο μόνο μετά τις σωρευτικές δαπάνες του Medicare και του Medicaid (1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια) και των προγραμμάτων Κοινωνικής Ασφάλισης (1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια), αλλά σημαντικά μεγαλύτερο από ολόκληρο τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου (961 δισεκατομμύρια δολάρια). Επί του παρόντος, το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ υπερβαίνει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια και αναμένεται να αυξηθεί με πολύ ταχύτερο ρυθμό από την οικονομία.

Εξ ου και η απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να παρέμβει πρώτα για να στηρίξει το γεν, με τη μορφή αγορών του ιαπωνικού νομίσματος έναντι του ευρώ (!), ώστε να αποτραπεί μια μαζική εκποίηση των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου από την Τράπεζα της Ιαπωνίας. Στη συνέχεια, ο Υπουργός Οικονομικών Μπέσεντ ανακοίνωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επαναγοράς μακροπρόθεσμων ομολόγων των ΗΠΑ με στόχο την επαναφορά των αποδόσεων υπό έλεγχο, αλλά αποδείχθηκε εκπληκτικά αναποτελεσματικό με ταχύτητα.

Η δομικά ανοδική πορεία των αποδόσεων θέτει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μπροστά σε μια επιλογή: να αυξήσει τα επιτόκια για να περιορίσει τον πληθωρισμό και να ενισχύσει τον παγκόσμιο ρόλο του δολαρίου, ακόμη και με το κόστος της εκτόξευσης των αποδόσεων· ή να μειώσει τα επιτόκια ως μέρος μιας διαδικασίας χρηματοπιστωτικής καταστολής που στοχεύει στη μείωση -μέσω του πληθωρισμού- του πραγματικού βάρους του χρέους, αλλά που προορίζεται να μειώσει βαθιά την αξία του δολαρίου, τροφοδοτώντας έτσι φυγόκεντρες δυνάμεις από το σύστημα με επίκεντρο το αμερικανικό νόμισμα.

Οι επανειλημμένες εκκλήσεις της κυβέρνησης Τραμπ προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) να μειώσει τα επιτόκια γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης επιλογής, η οποία, ωστόσο, ανοίγει την πόρτα στην ανάδειξη του χρυσού ως παγκόσμιου αποθεματικού περιουσιακού στοιχείου, αντικαθιστώντας - και όχι πλέον ως εναλλακτική λύση - το δολάριο.

Αυτό ξετυλίγεται σε ένα σενάριο για το οποίο η Κίνα προετοιμαζόταν εδώ και καιρό, όπως αποδεικνύεται από τα τεράστια αποθέματα χρυσού που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια από την Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, τα οποία, σύμφωνα με την Goldman Sachs, είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά που αναγνωρίζονται επίσημα. Τον Ιούνιο, η Κίνα αγόρασε πάνω από 40 τόνους χρυσού στην εξωχρηματιστηριακή αγορά του Λονδίνου, μια αύξηση 167% σε σύγκριση με τους 15 τόνους που δήλωσε επίσημα η Κεντρική Τράπεζα. Συνολικά, επισημαίνει η Goldman Sachs, ο όγκος των εξωχρηματιστηριακών αγορών ξεπέρασε τους 88 τόνους τον Μάιο και τον Ιούνιο - μια ποσότητα μεγαλύτερη από την ετήσια αύξηση των αποθεμάτων χρυσού που ανακοίνωσε το Πεκίνο.

Ο ακτιβισμός στην αγορά χρυσού υποδηλώνει ότι η Κίνα σκοπεύει να αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματά της σε χρυσό για να «εξασφαλίσει» το γιουάν-ρενμίνμπι και να επιταχύνει αποφασιστικά τη διεθνοποίησή του. Ο στόχος φαίνεται να είναι η αναβάθμιση του γιουάν-ρενμίνμπι σε νόμισμα αναφοράς για την επεξεργασία πληρωμών για τις κινεζικές εισαγωγές εμπορευμάτων.

Έτσι, το Πεκίνο, αφενός, χρησιμοποιεί το Χονγκ Κονγκ για να συγκεντρώσει κεφάλαια εκφρασμένα σε αμερικανικό νόμισμα και να τροφοδοτήσει μια διεθνή ροή δολαρίων χωρίς περιορισμούς από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, προσφέροντας ένα κρίσιμο κανάλι χρηματοδότησης τόσο σε χρεωμένες χώρες όσο και σε εκείνες που χρειάζεται να παρακάμψουν το καθεστώς κυρώσεων των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, συσσωρεύει χρυσό, μειώνοντας σταδιακά τα αποθέματά του σε αμερικανικά ομόλογα και εργάζεται για να προσδώσει παγκόσμιο καθεστώς στο γιουάν–ρενμίνμπι.

Η στρατηγική που έχει χαράξει η πρώην Ουράνια Αυτοκρατορία φαίνεται να είναι λεπτή και «ήπια», η οποία, συνδυάζοντας τον πραγματισμό με την ευελιξία, στοχεύει στον επανασχεδιασμό των γεωοικονομικών δομών, αυξάνοντας την κινεζική επιρροή σε παγκόσμια κλίμακα εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πηγή: https://www.ariannaeditrice.it/articoli/la-cina-sta-destrutturando-il-sistema-dollarocentrico

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 9

Συνέχεια από Tρίτη 8. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 9

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

Γ΄

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ (συνέχεια)

Λίγο καιρό μετά από αυτή τη συνομιλία, ο Πατήρ Στρατόνικος έφυγε από το Παλαιό Ρωσικό και πήγε στον ερημίτη Βενιαμίν. Εκείνος ήταν άνθρωπος με σπάνια ευγένεια χαρακτήρα, πνευματική σύνεση και λεπτή διάκριση. Σε ολόκληρη την εξωτερική του όψη, στο πρόσωπο και στο λεπτό, ψηλό και ισχνό παράστημά του, διαφαινόταν κάποια ανείπωτη εσωτερική τραγωδία. Επί δεκαετίες είχε ασκητεύσει σε έναν έρημο τόπο, την «Καλλιάγρα», και θα είχαμε πολλά να πούμε για αυτόν τον θαυμάσιο ασκητή, αλλά αυτό θα αποτελούσε παρέκκλιση από το κύριο θέμα μας.

Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε επισκεφθεί πολλές φορές τον Πατέρα Βενιαμίν και είχαν συνομιλήσει για πολλά θέματα. Τώρα όμως, εντελώς ασυνήθιστα, ήταν σιωπηλός και σκεπτικός. Ο Πατήρ Βενιαμίν τον ρωτά για ένα θέμα· καμία απάντηση. Τον ρωτά για ένα άλλο· και πάλι σιωπή. Στο τέλος, ανοίγοντας τα χέρια του με έκπληξη, τον ρώτησε με εκείνη τη χαρακτηριστική θεατρική χάρη που διέθετε:

– Πάτερ Στρατόνικε, τι συμβαίνει; Δεν σας αναγνωρίζω. Πάντοτε ήσασταν ζωηρός· τώρα κάθεστε σκεπτικός και το εμπνευσμένο στόμα σας έχει κλείσει... Τι συμβαίνει;

– Τι να απαντήσω στις ερωτήσεις σας; αποκρίθηκε ο Πατήρ Στρατόνικος. Ο λόγος δεν ανήκει σε μένα. Έχετε τον Γέροντα Σιλουανό· ρωτήστε εκείνον.
Ο Πατήρ Βενιαμίν εξεπλάγη. Γνώριζε από παλιά τον Σιλουανό, τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά δεν τον θεωρούσε τόσο μεγάλο, ώστε να απευθύνεται σε αυτόν για συμβουλές.
Δεν αποκλείεται εκείνον τον καιρό ο Πατήρ Στρατόνικος να βίωνε μια σύνθετη εσωτερική κατάσταση. Από τη μία είχε έρθει στον Άθωνα αναζητώντας για τον εαυτό του «ωφέλεια», από την άλλη, ύστερα από τις πολλές προηγούμενες συναντήσεις, είχε ήδη συνηθίσει να υπερέχει. Η εξαιρετική του αντοχή στην άσκηση και το σπάνιο χάρισμα της προσευχής με δάκρυα μπορούσαν να δώσουν αφορμή σε λογισμούς ότι είχε ήδη φτάσει στην τελειότητα. Ξαφνικά όμως, κατά τη συνάντησή του με έναν απλό μοναχό, του αποκαλύφθηκε καθαρά και έντονα η ανεπάρκειά του· και μάλιστα με έναν μοναχό που, κατά τα φαινόμενα, δεν διέθετε εκείνα τα λαμπρά χαρίσματα με τα οποία ο ίδιος ήταν προικισμένος.

Σε κάποια εορτή ο Πατήρ Βενιαμίν, ενώ περπατούσε στα δάση της Μονής μαζί με τον Πατέρα Σιλουανό, του πρότεινε να επισκεφθούν τον σπουδαίο και τότε περίφημο στον Άθωνα Γέροντα Αμβρόσιο, τον πνευματικό της Μονής Ζωγράφου. Ο Σιλουανός συμφώνησε αμέσως και ξεκίνησαν. Ο Πατήρ Βενιαμίν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι σκόπευε να ρωτήσει ο Σιλουανός τον Γέροντα Αμβρόσιο.
– Δεν σκέφτομαι να ρωτήσω τίποτε τον Γέροντα, απάντησε ο Σιλουανός. Προς το παρόν δεν έχω καμία απορία.
– Τότε γιατί πηγαίνεις;
– Πηγαίνω επειδή εσύ το θέλεις.
– Ναι, αλλά στους γέροντες πηγαίνει κανείς για ωφέλεια. Δεν συμφωνείς;


Κόβω το θέλημά μου μπροστά σου, και σε αυτό βρίσκεται η μεγάλη ωφέλεια, μεγαλύτερη από όση θα μπορούσε να μου προσφέρει η συμβουλή του Γέροντα.
Ο Πατήρ Βενιαμίν εξεπλάγη, αλλά ούτε και τότε εισχώρησε στο βάθος του λόγου του Σιλουανού.

Λίγο πριν από το τέλος του, ο Πατήρ Βενιαμίν ήρθε από την έρημο στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Είχε αρρωστήσει από υδρωπικία και έμενε στο νοσοκομείο που διατηρούσε η Μονή για τους ερημίτες και γενικά για τους άστεγους οδοιπόρους. Το νοσοκομείο αυτό ονομαζόταν «Ανάπαυσις» και στεγαζόταν σε πολυώροφο κτίριο στην παραλία, έξω από τις πύλες της Μονής.
Δίπλα σε αυτό το κτίριο βρισκόταν ένα άλλο, μικρότερο, όπου ήταν οι αποθήκες τροφίμων, τις οποίες εκείνον τον καιρό διηύθυνε ο Πατήρ Σιλουανός. Επειδή η «Ανάπαυσις» βρισκόταν κοντά στην αποθήκη, ο Σιλουανός μπορούσε να επισκέπτεται συχνά τον Πατέρα Βενιαμίν και να τον βοηθά. Αλλά και ο ίδιος ο Πατήρ Βενιαμίν, τον πρώτο καιρό, μπορούσε ακόμη, αν και με δυσκολία, να περπατά και έτσι επισκεπτόταν τον φίλο του.
Μια μέρα επισκεφθήκαμε τον Πατέρα Βενιαμίν στο νοσοκομείο. Κατά σύμπτωση, την προηγούμενη ημέρα είχε μια μακρά και σπουδαία συνομιλία με τον Γέροντα Σιλουανό. Βρισκόταν ολόκληρος ακόμη κάτω από την εντύπωση εκείνης της συνομιλίας και πολλές φορές, με απροκάλυπτο αίσθημα θαυμασμού και ευγνωμοσύνης, επαναλάμβανε:


Τι φίλο μού έδωσε ο Κύριος!... Μου φανέρωσε ό,τι έχω μέσα μου... Ύστερα μου έδωσε τρεις συμβουλές και, αφού τις επανέλαβε πολλές φορές για να τις θυμάμαι, πρόσθεσε στο τέλος με επισημότητα, σαν να κάρφωνε ένα μεγάλο καρφί: «Αν δεν κάνεις έτσι όπως σου λέω, δεν σώζεσαι».

Ήταν φανερό ότι αυτή η συνάντηση με τον Σιλουανό υπήρξε για τον Βενιαμίν μεγάλη αποκάλυψη. Αυτό συνέβη τη Δευτέρα, την πρώτη ημέρα της νηστείας των Αγίων Αποστόλων. Αν και σύμφωνα με το τυπικό της Μονής εκείνη την ημέρα δεν επιτρεπόταν καμία κατάλυση μέχρι το βράδυ, ο Πατήρ Σιλουανός τού πρόσφερε τσάι και ήπιε και ο ίδιος. Ο Πατήρ Βενιαμίν πρόσεξε πολύ ακόμη και αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια, ως ένδειξη της ελευθερίας του Πατέρα Σιλουανού από τους τύπους· ελευθερίας όχι από περιφρόνηση, αλλά από υπέρβασή τους, επειδή γνώριζε τη μεγάλη του εγκράτεια.
Μείναμε με τον Πατέρα Βενιαμίν περίπου μία ώρα. Σε όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν σε βαθιά περισυλλογή και δεν μπορούσε να σκεφθεί ή να μιλήσει για τίποτε άλλο· μόνο επαναλάμβανε:
«Τι φίλο μού έδωσε ο Κύριος!»


Έτσι, μόνο προς το τέλος της ζωής του γνώρισε ποιος πραγματικά ήταν ο Σιλουανός. Πριν από αυτό συμπεριφερόταν απέναντί του, αν και πολύ φιλικά, με κάποια συγκατάβαση, σαν προς έναν καλό μεν αλλά νεότερο μοναχό. Το ίδιο συνέβη και με μερικούς άλλους Πατέρες στο Άγιον Όρος, οι οποίοι μόνο μετά τον θάνατο του Γέροντα Σιλουανού κατάλαβαν την αξία του.
Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος είναι τεράστια και η διοίκησή της πολύπλοκη. Οι διάφοροι κλάδοι της διοίκησης είχαν τους υπευθύνους τους, που ονομάζονταν οικονόμοι. Οι οικονόμοι, εξαιτίας των καθηκόντων τους, δεν μπορούσαν πάντοτε να ακολουθούν τη γενική τάξη της Μονής και γι’ αυτό στη μεγάλη τράπεζα των αδελφών υπήρχε ιδιαίτερη τράπεζα, το «οικονομικό», όπου έτρωγαν, ο καθένας όταν του το επέτρεπε η εργασία του. Για πολλά χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Πατήρ Σιλουανός ήταν οικονόμος και τις εργάσιμες ημέρες έτρωγε σε αυτή την τράπεζα.
Ανάμεσα στους οικονόμους ήταν και ένας μοναχός, ο Πατήρ Π., άνθρωπος ομολογουμένως ικανότερος από πολλούς άλλους αδελφούς, αλλά κατά παράδοξο τρόπο συχνά «άτυχος». Η πλούσια πρωτοβουλία του Πατέρα Π. συνήθως δεν γινόταν δεκτή από τους Πατέρες και όσα αναλάμβανε κατέληγαν συχνά σε προβλήματα.
Μια μέρα, εξαιτίας μιας νέας αποτυχίας σε κάποιο εγχείρημά του, στο «οικονομικό» ξέσπασε εναντίον του σφοδρή κριτική. Ο Πατήρ Σιλουανός ήταν μαζί με τους άλλους, αλλά δεν έπαιρνε μέρος στη «δίκη». Τότε ένας οικονόμος, ο Πατήρ Μ., στράφηκε προς αυτόν και του είπε:
– Σιωπάς, Πάτερ Σιλουανέ· άρα υποστηρίζεις τον Πατέρα Π. Είσαι αδιάφορος για τα συμφέροντα της Μονής... Τι ζημιά προκάλεσε στη Μονή!


Ο Πατήρ Σιλουανός σιωπούσε. Τελείωσε γρήγορα το γεύμα του και πήγε να συναντήσει τον Πατέρα Μ., ο οποίος στο μεταξύ είχε επίσης τελειώσει και είχε φύγει από την τράπεζα.
– Πάτερ Μ., του είπε, πόσα χρόνια είσαι στη Μονή;
– Τριάντα πέντε.
– Με άκουσες ποτέ να κατακρίνω κανέναν;
– Όχι, δεν σε άκουσα.
– Τότε γιατί θέλεις να αρχίσω από τον Πατέρα Π.;
Ο Πατήρ Μ. ήρθε σε αμηχανία και απάντησε με ντροπή:
– Συγχώρεσέ με.
– Ο Θεός να συγχωρήσει.

Όταν ο Πατήρ Σιλουανός διορίστηκε οικονόμος, επιστρέφοντας από το ηγουμενείο στο κελλί του, προσευχόταν θερμά να τον βοηθήσει ο Κύριος, ώστε να εκτελεί όπως πρέπει το υπεύθυνο διακόνημά του. Ύστερα από εκτενή προσευχή έλαβε μέσα στην ψυχή του την απάντηση: «Φύλαττε τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν σοι». Τότε κατάλαβε ότι το να φυλάει κανείς τη χάρη είναι σπουδαίο και πολυτιμότερο από κάθε άλλο έργο και γι’ αυτό, αναλαμβάνοντας το νέο του διακόνημα, αγρυπνούσε ώστε να μη δώσει κανένα πρόσκομμα στην προσευχή του.
Είχε υπό τις διαταγές του έως και διακόσιους εργάτες. Το πρωί, περνώντας από τα εργαστήρια, έδινε γενικές οδηγίες στους αρχιεργάτες και κατόπιν επέστρεφε στο κελλί του για να κλάψει «για τον λαό του Θεού». Η καρδιά του υπέφερε για τους εργάτες και έχυνε δάκρυα για τον καθένα ξεχωριστά:
«Να ο Μιχάλης. Άφησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο χωριό και εργάζεται σε εμάς για λίγα χρήματα. Πώς να αισθάνεται τόσο μακριά από το σπίτι του, χωρίς να βλέπει ούτε τη γυναίκα ούτε τα αγαπημένα του παιδιά... Να ο Νικήτας. Μόλις παντρεύτηκε και άφησε τη νεαρή έγκυο γυναίκα του και τη γηραιά μητέρα του... Τι να αισθάνθηκαν άραγε όταν χωρίζονταν από αυτόν τον αγαπημένο υιό και σύζυγο;... Να ο Γρηγόριος. Άφησε γέροντες γονείς, νεαρή γυναίκα και δύο μικρά βρέφη και ήρθε να εργάζεται για ένα κομμάτι ψωμί. Τι θα μπορέσει να εξοικονομήσει εδώ κοντά μας... Σε τι φτώχεια θα βρίσκονταν, για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν όλους τους δικούς τους... Μέσα σε τι φοβερή στέρηση και θλίψη ζει όλος αυτός ο λαός... Να ο Νικόλαος. Είναι ακόμη παιδί... Με πόση θλίψη θα τον έστειλαν οι γονείς του τόσο μακριά, ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους, για να παίρνει ένα πενιχρό ημερομίσθιο... Πόσο θα πονά η καρδιά των γονιών του... Ω, μέσα σε τι φτώχεια και σε πόσα βάσανα ζει ο λαός!... Και όλοι είναι σαν χαμένα πρόβατα. Μαθαίνουν κάθε είδους διαστροφές, γίνονται άγριοι, σκληροί...».
Έτσι μιλούσε ο μακάριος Γέροντας και η καρδιά του υπέφερε για όλους τους φτωχούς. Αναμφίβολα υπέφερε περισσότερο από όσο εκείνοι για τον ίδιο τους τον εαυτό, επειδή έβλεπε στη ζωή τους και πράγματα που οι ίδιοι αγνοούσαν.

«Η καρδιά μιλά στην καρδιά», λέει η παροιμία. Μυστικά προσευχόταν ο Γέροντας για «τον λαό του Θεού». Οι εργάτες το αισθάνονταν αυτό και τον αγαπούσαν. Ποτέ δεν τους επιβάρυνε με την παρουσία και την επίβλεψή του κατά την εργασία· εκείνοι όμως, επειδή ένιωθαν τη φροντίδα του, εργάζονταν με περισσότερη χαρά και ακόμη μεγαλύτερη προθυμία απ’ ό,τι για τους άλλους οικονόμους, οι οποίοι «αγρυπνούσαν για τα συμφέροντα» της Μονής.
Αλλά ποιος δεν γνωρίζει ότι, όταν υπεισέρχεται η μέριμνα για το «συμφέρον», τότε ο άνθρωπος παραμερίζεται; Το συμφέρον, το πραγματικό συμφέρον της Μονής, ο Γέροντας το έβλεπε πάνω απ’ όλα στην τήρηση των εντολών του Χριστού.

«Ο Κύριος σπλαχνίζεται όλους», έλεγε· και όχι μόνο το έλεγε, αλλά και ο ίδιος, γεμάτος από το Πνεύμα του Χριστού, συνέπασχε με όλους. Από όσα έβλεπε στη ζωή γύρω του, από την ανάμνηση του παρελθόντος και από τη βαθύτατη προσωπική του πείρα, βίωνε τον πόνο του λαού, ολόκληρου του κόσμου, και η προσευχή του δεν είχε τέλος. Προσευχόταν «με μεγάλη προσευχή» για ολόκληρο τον κόσμο. Λησμονούσε τον εαυτό του· από ευσπλαχνία προς τον λαό ήθελε να πάσχει γι’ αυτόν. Για την ειρήνη και τη σωτηρία του ποθούσε να χύσει το αίμα του και πράγματι το έχυνε μέσα στις προσευχές του.

«Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα», έλεγε ο Γέροντας.

Χρειάζεται άραγε να πούμε πόσο μεγάλη ένταση προσευχής και πένθους φανερώνουν αυτά τα λόγια;

Κάποτε ρωτήσαμε τον Γέροντα αν το πολυμέριμνο διακόνημα του οικονόμου, το οποίο αναγκαστικά τον έφερνε σε επικοινωνία με πλήθος ανθρώπων, τάραζε την εσωτερική του νήψη. Σε αυτό ο Γέροντας απάντησε:

– Τι είναι η ασκητική νήψη; Είναι αδιάλειπτη προσευχή και παραμονή του νου στον Θεό. Ο Πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης ήταν πάντοτε μαζί με τον λαό, αλλά βρισκόταν περισσότερο στον Θεό από πολλούς ερημίτες. Έγινα οικονόμος από υπακοή και, με την ευλογία του Ηγουμένου, η προσευχή μου ήταν θερμότερη απ’ ό,τι στο Παλαιό Ρωσικό, όπου εγώ, με το δικό μου θέλημα, ζήτησα να πάω για χάρη της ησυχίας... Αν η ψυχή αγαπά τον λαό και τον σπλαχνίζεται, τότε η προσευχή δεν μπορεί να σταματήσει.
Είναι αδύνατο να αποσιωπήσουμε ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του Γέροντα: τη στάση του απέναντι σε κάθε άνθρωπο που διαφωνούσε μαζί του. Η ειλικρινής και σταθερή επιθυμία του ήταν να κατανοήσει έναν τέτοιο άνθρωπο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να μην προσβάλει ό,τι ήταν ιερό γι’ αυτόν.
Παρέμενε πάντοτε ο ίδιος, πεπεισμένος μέχρι τέλους ότι «η σωτηρία βρίσκεται στην κατά Χριστόν ταπείνωση» και, εξαιτίας αυτής της ταπείνωσης, ήθελε με όλη του την ψυχή να κατανοεί κάθε άνθρωπο με τον καλύτερο τρόπο. Σε κάθε άνθρωπο διαισθανόταν με λεπτότητα την παρουσία μιας ζωντανής ψυχής, ικανής να αγαπήσει τον Χριστό.
Γνωρίζουμε τη συνομιλία του Γέροντα με έναν Αρχιμανδρίτη, ο οποίος ασκούσε ιεραποστολικό έργο ανάμεσα στους ετεροδόξους. Ο Αρχιμανδρίτης αυτός σεβόταν πολύ τον Γέροντα και, όταν επισκεπτόταν το Άγιον Όρος, ερχόταν επανειλημμένα για να συνομιλήσει μαζί του. Ο Γέροντας τον ρώτησε πώς κηρύττει. Ο Αρχιμανδρίτης, ακόμη νέος και άπειρος, χειρονομώντας μάλλον υπερβολικά, απάντησε με έξαψη:

– Τους λέω: Η πίστη σας είναι αμαρτωλή. Σε εσάς τα πάντα είναι διεστραμμένα, τα πάντα ψεύτικα, και αν δεν μετανοήσετε, δεν θα σωθείτε.
Ακούγοντας αυτά, ο Γέροντας τον ρώτησε:
– Αλλά πείτε μας, Άγιε Αρχιμανδρίτα, πιστεύουν αυτοί στον Κύριο Ιησού Χριστό ότι είναι ο αληθινός Θεός;
– Πιστεύουν.
– Και τιμούν την Παναγία;
– Την τιμούν, αλλά διδάσκουν εσφαλμένα γι’ Αυτήν.
– Παραδέχονται τους Αγίους;
– Ναι, τους παραδέχονται, αλλά από τότε που αποσχίστηκαν από την Εκκλησία, τι αγίους μπορούν να έχουν;
– Τελούν ακολουθίες, διαβάζουν τον λόγο του Θεού;
– Ναι, έχουν και ναούς και ακολουθίες· αλλά αν μπορούσατε να δείτε πόσο οι ακολουθίες τους υστερούν από τις δικές μας, πόσο ψυχρές, πόσο άψυχες είναι!
– Αλλά όμως, Άγιε Αρχιμανδρίτα, η ψυχή τους γνωρίζει ότι πράττουν σωστά όταν πιστεύουν στον Ιησού Χριστό, τιμούν τη Θεομήτορα και τους Αγίους και τους επικαλούνται στις προσευχές τους. Γι’ αυτό, όταν τους λέτε ότι η πίστη τους είναι αμαρτωλή, δεν θα σας ακούσουν...

Αν όμως λέτε στον λαό ότι πράττουν σωστά όταν πιστεύουν στον Θεό, τιμούν την Παναγία και τους Αγίους, πηγαίνουν στον ναό για τις ακολουθίες και προσεύχονται στα σπίτια τους, διαβάζουν τον λόγο του Θεού και τα παρόμοια, αλλά ότι σε ορισμένα σημεία υπάρχουν σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν, τότε όλα θα είναι καλά και θεάρεστα, και ο Κύριος θα χαίρεται γι’ αυτούς και, με τη χάρη του Θεού, όλοι θα σωθούμε...
«Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί», και γι’ αυτό και το κήρυγμα πρέπει πάντοτε να προέρχεται από αγάπη· τότε θα ωφεληθεί και εκείνος που κηρύττει και εκείνος που τον ακούει. Αν όμως τους κατηγορείτε, τότε η ψυχή του λαού δεν θα σας ακούσει και δεν θα υπάρξει ωφέλεια.


Συνεχίζεται

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 4 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Συνέχεια απόΤρίτη 8. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 4
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Εισαγωγή. 
Μέρος II

Όσο αποτυχημένη κι αν υπήρξε η προσπάθεια του Προτεσταντισμού να εξηγήσει τη σωτηρία του ανθρώπου, εντούτοις κατέδειξε με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια τις αδύνατες πλευρές της καθολικής διδασκαλίας περί αξιομισθίας. Ο Καθολικισμός, ο οποίος ήδη προηγουμένως, μέσω των καλύτερων εκπροσώπων του, είχε διακρίνει αυτές τις αδυναμίες, όφειλε να αναμετρηθεί με τα συμπεράσματα του Προτεσταντισμού, πολύ περισσότερο επειδή ο τελευταίος απειλούσε την ίδια την ύπαρξή του. Ο Καθολικισμός δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει ότι η ανθρώπινη αξιομισθία, με την κυριολεκτική σημασία της, είναι αφενός αδύνατη ενώπιον του Θεού και αφετέρου αντιφάσκει προς τη σωτηρία διά του μόνου Χριστού. Από την άλλη όμως, δεν μπορούσε να θυσιάσει ούτε την εμπειρία ούτε την παράδοση όλων των προηγούμενων αιώνων της καθολικής εκκλησιαστικής ζωής· τόσο η εμπειρία όσο και η παράδοση διακήρυσσαν ομόφωνα ότι η αγαθοεργία είναι αναγκαία όχι μόνο ως συνέπεια αλλά και ως προϋπόθεση της σωτηρίας. Πώς μπορούσαν λοιπόν να συμφιλιωθούν αυτές οι δύο φαινομενικά αντιφατικές μαρτυρίες; Πώς έπρεπε να νοηθεί η εξάρτηση της σωτηρίας από την αγαθοεργία, εφόσον η τελευταία δεν μπορεί συγχρόνως να αποτελεί αξιομισθία ενώπιον του Θεού; Αυτό ήταν το ζήτημα που όφειλε να επιλύσει ο Καθολικισμός. Το ζήτημα αυτό έφθανε στον ίδιο τον πυρήνα του προβλήματος· απαιτούσε να εξεταστεί το ίδιο το θεμέλιο, η οπτική εκείνη από την οποία θεωρείται η σωτηρία και η οποία οδηγεί τον Καθολικισμό σε εσφαλμένα συμπεράσματα: η νομική οπτική. Το ερώτημα ήταν αν έχουμε το δικαίωμα να αναδιαμορφώνουμε τον Χριστιανισμό με βάση αυτή την οπτική. Και χωρίς αμφιβολία ο Καθολικισμός θα είχε φθάσει στη σωστή λύση —αφού δεν επιθυμούσε να διακόψει τους δεσμούς του με την εκκλησιαστική παράδοση— εάν είχε πράγματι αποδεχθεί την πρόκληση και είχε εξετάσει τον εαυτό του αμερόληπτα. Ο Καθολικισμός όμως απλώς προσπέρασε επιφανειακά το ζήτημα που είχε τεθεί ενώπιόν του, χωρίς να το αγγίξει ούτε καν να επιχειρήσει να απαντήσει σε αυτό· φρόντισε μόνο να συμφιλιώσει με κάποιον τρόπο τις αντιφάσεις της διδασκαλίας του με τη θρησκευτική συνείδηση και την εκκλησιαστική παράδοση, χωρίς να θίξει την ίδια αυτή τη διδασκαλία. Γι’ αυτό και η καθολική απόπειρα υπήρξε εξίσου αποτυχημένη με την προτεσταντική.

Εάν οι Προτεστάντες κατηγορούσαν απολύτως δικαιολογημένα τους Καθολικούς ότι με την ανθρώπινη αξιομισθία καταργούν την αξιομισθία του Ιησού Χριστού, οι Καθολικοί, με τη σειρά τους και εξίσου δικαιολογημένα, επισημαίνουν στους Προτεστάντες ότι με τη φαινομενική τους δικαίωση αντιφάσκουν προς την αγιότητα του Θεού [1]. Η δικαίωση, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Καθολικών, δεν πρέπει να αποτελεί ένα εξωτερικό γεγονός, αστήρικτο στο περιεχόμενο της ψυχής, ένα καθαρά δικανικό γεγονός καταλογισμού μιας ξένης δικαιοσύνης στον άνθρωπο, αλλά μια εσωτερική μεταβολή ή ανακαίνιση του ανθρώπου [2]. Η δικαίωση έχει και μια εξωτερική, δικανική πλευρά [3], αυτή όμως δεν αποτελεί το μοναδικό περιεχόμενό της· και όποιος θεωρεί ότι η ουσία της έγκειται μόνο σε αυτό, ας είναι ανάθεμα [4]. Δικαίωση δεν σημαίνει μόνο «κηρύσσω κάποιον δίκαιο» ή «τον θεωρώ δίκαιο», αλλά «τον καθιστώ δίκαιο»· σημαίνει εκρίζωση της μη αγιότητας και εγκαθίδρυση μέσα μας της αγιότητας, αληθινό και εσωτερικό αγιασμό, πραγματική μεταβολή του ανθρώπου σε δίκαιο (Gerechtfertigung) [5].

Από τη νομική οπτική, η σχέση μεταξύ αυτών των δύο πλευρών της δικαίωσης [6] μπορούσε να νοηθεί μόνο ως σχέση αξιομισθίας και ανταμοιβής· δηλαδή η αγιότητα του ανθρώπου αποτελεί αξιομισθία, ενώ η ανακήρυξή του ως δικαίου και η υιοθεσία του από τον Θεό αποτελούν την ανταμοιβή για την αγιότητά του [7]. Εάν τώρα αναγνωριστεί η συμμετοχή της ανθρώπινης ελευθερίας στην επίτευξη αυτής της αγιότητας, τότε η άφεση των αμαρτιών και η υιοθεσία θα αποδειχθούν ανταμοιβή για τις αξιομισθίες του ανθρώπου, πράγμα που αντιβαίνει ευθέως στη θεία αποκάλυψη για τον Χριστό ως τον μοναδικό Σωτήρα, όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Καθολικισμός [8]. Συνεπώς, ήταν αναγκαίο για τον Καθολικισμό, αφενός, να διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το πλήρες και ζωντανό νόημα της δικαίωσης ως πραγματικής μεταβολής του ανθρώπου σε άγιο και όχι ως απλής ανακήρυξής του ως αγίου· και συγχρόνως, αφετέρου, να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη συμμετοχή του ανθρώπου στην απόκτηση αυτής της αρχικής αγιότητας, ώστε η χάρη της δικαιώσεως να είναι πράγματι ακατάκτητη και αναξιομίσθητη. Ο Καθολικισμός θεωρεί ότι επιλύει αυτό το δύσκολο πρόβλημα με τη διδασκαλία του περί της λεγόμενης «εγχύσεως της χάριτος», infusio gratiae.

Εάν για τους Προτεστάντες η χάρη της δικαιώσεως ήταν μια απόφαση που συντελούνταν στη θεία συνείδηση (actus Dei immanens [9]) και, ως εκ τούτου, αποτελούσε για τον άνθρωπο μια ενέργεια εντελώς αφηρημένη και τυπική, για τους Καθολικούς η χάρη είναι πρωτίστως ένα υπερφυσικό δώρο (supernaturale donum [10]) ή «ενέργεια του Θεού μέσα στο κτίσμα» [11]· δηλαδή μια ορισμένη κίνηση που συντελείται μέσα στο ίδιο το κτίσμα, μια ιδιότητα ή κατάσταση την οποία εγκαθιστά σε αυτό ο Θεός και την οποία το κτίσμα βιώνει σε κάποια χρονική στιγμή. Αντίστοιχα, και η χάρη του αγιασμού αποτελεί δώρο —ένα εσωτερικό και υπερφυσικό δώρο του Θεού, που χορηγείται στο λογικό κτίσμα χάρη στην αξιομισθία του Χριστού [12]. Έτσι, η δικαίωση μετατρέπεται σε υπερφυσική ενέργεια η οποία συντελείται με τη δύναμη του Θεού μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, σε μια ενέργεια μέσω της οποίας εγκαθίστανται σε αυτήν η δικαιοσύνη και η αγιότητα.

Και επειδή αυτή η αγιότητα εμφανίζεται μέσα στην ψυχή ως μια νέα κατάσταση, την οποία η ψυχή δεν είχε ποτέ προηγουμένως βιώσει και η οποία ακόμη δεν διαθέτει κανένα θεμέλιο μέσα της —ώστε να μην μπορεί να γίνεται λόγος για αξιομισθία—, εμφανίζεται δηλαδή ανεξάρτητα από το ήδη υπάρχον ψυχικό περιεχόμενο του ανθρώπου, είναι αυτονόητο ότι ο υπερφυσικός χαρακτήρας αυτής της ενέργειας ενισχύεται αναπόφευκτα εις βάρος του εκούσιου και συνειδητού χαρακτήρα της. Η αγιότητα κατέρχεται στην ψυχή, αν όχι εντελώς απροσδόκητα, πάντως χωρίς την ενεργό θέλησή της ή ακόμη και ανεξάρτητα από αυτήν· δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα της ψυχικής ζωής, αλλά εισέρχεται σε αυτήν απ’ έξω και ανεξάρτητα από τη φυσική της ανάπτυξη. Αυτή την πλήρη —με την έννοια που περιγράφηκε— απουσία εκούσιας συμμετοχής στον αγιασμό εκφράζει ο καθολικός όρος gratiae infusio, έγχυση της χάριτος. «Ολόκληρη η δικαίωση», λέει ο Θωμάς Ακινάτης, «συνίσταται πρωτίστως στην gratiae infusione» [13]. Αντί μιας δικανικής απόφασης εξωτερικής προς την ψυχή, έχουμε εδώ μια ορισμένη υπερφυσική μεταμόρφωση που συντελείται μέσα στην ίδια την ψυχή.

«Ο αγιασμός», λέει ο Klee, «είναι αληθινός αγιασμός, ο οποίος συντελείται όχι μόνο μέσω της πραγματικής (wirkliche) αφαιρέσεως, της αρνήσεως της αμαρτίας, αλλά και μέσω της θετικής εγκαθιδρύσεως μιας νέας ζωής, μέσω της μεταδόσεως του θείου Πνεύματος. Είναι η αφαίρεση της πέτρινης καρδιάς και η δωρεά καρδιάς σάρκινης (Ιεζ. 36, 26), η εξάλειψη της αμαρτίας (Ψαλμ. 50, 3) και η δημιουργία νέου πνεύματος (στ. 12), ο θάνατος της αμαρτίας και η ζωή του Χριστού (Ρωμ. 6, 1 κ.ε.), η απόθεση του παλαιού και η ένδυση του νέου ανθρώπου (Εφ. 4, 22), η παύση της πορείας κατά σάρκα και η πορεία κατά πνεύμα (Ρωμ. 8· Γαλ. 5), η πορεία όχι μέσα στο σκοτάδι αλλά μέσα στο φως (Εφ. 5, 8 κ.ε.), η ταφή των νεκρών έργων (Εβρ. 6, 1· Αποκ. 3, 1) και η προσφορά καλών έργων (Εφ. 2, 10)» [14].


Ο Καθολικισμός φαίνεται ότι έλυσε απολύτως βάσιμα το πρόβλημα που τέθηκε ενώπιόν του: η αξιομισθία του Χριστού διαφυλάχθηκε και η δικαίωση δεν είναι πλάνη ούτε όνειρο, αλλά πραγματική εσωτερική μεταβολή. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο φαινομενικά. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε τον ακούσιο χαρακτήρα της δικαιώσεως, ο οποίος ουσιαστικά της στερεί την αξία ενός ηθικού γεγονότος [15] και γι’ αυτόν τον λόγο και μόνο αντιφάσκει ριζικά προς τη θρησκευτική συνείδηση και προς τη διδασκαλία ολόκληρου του Λόγου του Θεού και της παραδόσεως, η καθολική δικαίωση, ακόμη και αν εξεταστεί καθαυτήν, αποδεικνύεται εντελώς αθεμελίωτη από την ίδια τη νομική οπτική της. Πράγματι, εάν η χάρη της δικαιώσεως είναι ενέργεια του Θεού μέσα στον άνθρωπο, η οποία δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο, πώς εξηγείται η εμφάνισή της σε αυτόν; Γιατί ο Θεός ανακαινίζει τον έναν και στερεί από τον άλλον αυτό το έλεος; Οι Καθολικοί, όπως είδαμε, ούτε ήθελαν ούτε είχαν το δικαίωμα να θεωρήσουν ως βάση αυτής της ενέργειας την προηγούμενη ζωή του ανθρώπου, διότι αυτό, μεταφρασμένο στη νομική γλώσσα, θα σήμαινε σωτηρία μέσω της αξιομισθίας του ίδιου του ανθρώπου και όχι μέσω της αξιομισθίας του Χριστού. Για να αποφευχθεί αυτό, ήταν αναγκαίο να αναγνωριστεί ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι είναι ανάξιοι της σωτηρίας και ότι η δικαίωση είναι αποκλειστικά έργο του Θεού, όπως ακριβώς κάνουν οι Καθολικοί. Αλλά τότε γιατί ο Θεός ανακαινίζει αυτούς και όχι τους άλλους;

Ο Perrone, όπως επίσης είδαμε, επιχειρεί, παρά τη σαφή διδασκαλία της Συνόδου του Τριδέντου, να αναγνωρίσει ως τέτοιο θεμέλιο ή αξιομισθία «εκείνο που προηγείται της δικαιώσεως μέσα στον άνθρωπο», δηλαδή την πίστη και τα παρόμοια. Ο ίδιος όμως είναι υποχρεωμένος να ομολογήσει ότι η αγιαστική χάρη δεν εμπίπτει στην έννοια της αξιομισθίας με την κυριολεκτική σημασία της [16], και ότι ούτε η πίστη ούτε όσα τη συνοδεύουν μπορούν ποτέ, ως προς την αξία τους, να ανταποκριθούν στο δώρο της αγιότητας που μας παρέχεται κατά τη δικαίωση. Δεν θα είναι λοιπόν η πίστη απλώς ένα όργανο προσλήψεως της αξιομισθίας του Χριστού; Και η δικαίωση δεν θα είναι μια εξωτερική ανακήρυξη, μια δικανική αναγνώριση, όπως δίδασκαν οι Προτεστάντες; Προς αυτό το συμπέρασμα ωθούνται οι Καθολικοί με μοιραία αναγκαιότητα και οφείλουν να συμφωνήσουν μαζί του, εάν δεν θέλουν να απαρνηθούν τη νομική οπτική τους για τη σωτηρία.

Ο Καθολικισμός όμως δεν μπορούσε να δεχθεί αυτό το συμπέρασμα. Εναντίον του βρίσκονταν ο Λόγος του Θεού, η παράδοση της Εκκλησίας και η φωνή της συνειδήσεως, που απαιτούσαν τη συμμετοχή του ανθρώπου στη σωτηρία του και όχι απλώς την ενημέρωσή του ότι έχει σωθεί. Η κατάσταση αποδείχθηκε εντελώς αδιέξοδη: είτε έπρεπε να παραμείνει πιστός στον τρόπο σκέψεώς του είτε να παραμείνει πιστός στην αλήθεια. Μη θέλοντας να εγκαταλείψει το πρώτο και μη τολμώντας να αντιταχθεί ανοιχτά στη δεύτερη, ο Καθολικισμός αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα τέχνασμα: συγχέει τη δικαίωση με τον αγιασμό και καλύπτει την αποκλειστικά εξωτερική φύση της πρώτης με το ουσιαστικό περιεχόμενο του δεύτερου. Πρόκειται για έναν απολύτως φυσικό χειρισμό, όταν το θεμέλιο είναι εσφαλμένο, και όχι για κάτι νέο: το ίδιο έκανε και ο Προτεσταντισμός, προσπαθώντας να προσδώσει κάποιο περιεχόμενο στη φαινομενική δικαίωσή του. Όπως ο Προτεσταντισμός καθιστά την πίστη όργανο προσλήψεως της δυνάμεως του Θεού, η οποία κατόπιν, από μόνη της και χωρίς τη συμμετοχή του ανθρώπου, τον αγιάζει και τον ανακαινίζει, έτσι και οι Καθολικοί επινόησαν τη δική τους infusio gratiae, η οποία ουσιαστικά είναι ο ίδιος προτεσταντικός αγιασμός, μόνο που τοποθετείται στην ίδια τη στιγμή της δικαιώσεως και πραγμοποιείται στον ύψιστο βαθμό. Εάν εκεί ενεργεί ο Θεός αντί του ανθρώπου, στον Καθολικισμό ενεργεί το δώρο του Θεού, ως κάτι χωριστό από τον Θεό και εγκατεστημένο μέσα στον άνθρωπο· τόσο εκεί όμως όσο και εδώ η βούληση του ανθρώπου δεν ενεργεί. Αλλά και σε αυτό αντιτείνουν ο Λόγος του Θεού, η παράδοση της Εκκλησίας και η συνείδηση ότι δεν απαιτείται η παθητική συγκατάθεση του ανθρώπου στη σωτηρία, αλλά ακριβώς η συμμετοχή του, και ότι χωρίς αυτήν τίποτε δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.


Έτσι, με μοιραία αναγκαιότητα, η νομική αρχή φθάνει σε εκείνο το χάλκινο τείχος το οποίο δεν είναι σε θέση να υπερβεί. Εάν η δικαίωση είναι γεγονός της νομικής τάξεως, θα παραμένει κατ’ ανάγκην εξωτερική προς την ψυχή· και αυτό σημαίνει ότι θα είναι απλώς ένα όνειρο, ένα φάντασμα, μια αυταπάτη· και θα επιτρέπει… τη μεταβολή του δικαιουμένου μόνο με τη μορφή ενός υπερφυσικού και εξαναγκαστικού μετασχηματισμού, ο οποίος ουσιαστικά στερείται ηθικού χαρακτήρα και συγχρόνως παραμένει εντελώς ανεξήγητος και αθεμελίωτος από την άποψη της ίδιας της νομικής αρχής.

Αφού λοιπόν δεν εξήγησε την πρώτη, αρχική στιγμή, ο Καθολικισμός θεωρεί ότι διορθώνει την κατάσταση στην περαιτέρω πορεία της δικαιώσεως. Ας δεχθούμε, λέει, ότι η πρώτη πράξη της δικαιώσεως συντελείται χωρίς τη συμμετοχή του ανθρώπου· ας δεχθούμε ότι η αγιότητα που λαμβάνει ο άνθρωπος δεν είναι κυριολεκτικά δική του, αλλά του Χριστού [17]. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν καταργεί την προσωπική συμμετοχή του ανθρώπου στο έργο της σωτηρίας· αντιθέτως, η ανεξαρτησία αυτής της πρώτης πράξεως από την ανθρώπινη βούληση εξασφαλίζει στην ανθρώπινη συμμετοχή ακόμη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και αξία· της προσδίδει τη δύναμη και τη σημασία μιας προϋποθέσεως η οποία, αν δεν είναι η μοναδική, είναι σχεδόν ισότιμη με τη χάρη. Αυτό επιδιώκουν να επιτύχουν οι Καθολικοί με τη θεωρία τους περί αυξήσεως της αγιότητας που αποκτήθηκε κατά τη δικαίωση, μέσω της αγαθοεργίας στην κατοπινή ζωή.

Κατά τη δικαίωση παρέχεται στον άνθρωπο, χωρίς να την έχει κερδίσει και επομένως χωρίς τη θέλησή του, ένας ορισμένος βαθμός αγιότητας, επαρκής ώστε να αποκτήσει δικαίωμα στη μεταθανάτια μακαριότητα. Ο Θεός όμως «δεν θέλησε οι αξιομισθίες του Χριστού να μας ωφελούν χωρίς καμία σύμπραξη από την πλευρά μας» [18]· γι’ αυτό, σύμφωνα με τη θεία βούληση, και η ανθρώπινη ενέργεια πρέπει να έχει τη θέση και τη σημασία της. Η αγιότητα, επειδή χορηγείται χωρίς τη θέληση του ανθρώπου, είναι ίση για όλους· η διατήρησή της όμως μέσα του και η αύξησή της, ώστε να λάβει γι’ αυτήν ακόμη μεγαλύτερη ανταμοιβή, είναι πλέον έργο του ανθρώπου — αν και, βεβαίως, όχι χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Με την επιμέλεια, τις προσπάθειες ή τα καλά του έργα, ο άνθρωπος μπορεί να προσθέσει στην αξιομισθία του Χριστού, την οποία οικειοποιήθηκε, και τη δική του αξιομισθία και, με αυτόν τον τρόπο, να αυξήσει αυτοτελώς τον στέφανό του.

Εδώ η νομική οπτική εκδηλώθηκε με μια χονδροειδώς μηχανιστική αντίληψη της κατοπινής ηθικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Η αυτοτελής συμμετοχή του ανθρώπου νοείται αποκλειστικά ως ορισμένες εξωτερικές πράξεις που χρησιμεύουν ως εκδήλωση της εσωτερικής αγιότητας, «ως συγκεκριμένες μορφές και εκδηλώσεις της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης» [19], και όχι ως οι ίδιες αυτές οι αρετές καθαυτές. Ο Θεός δεν αναζητεί την αγιότητα ως γενική κατάσταση της ψυχής, αλλά ακριβώς την εξωτερική εκδήλωση αυτής της αγιότητας· εκείνα που δικαιώνουν τον άνθρωπο είναι ακριβώς τα έργα [20].


Σημειώσεις:

Η Πεντηκοστή και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα 1 Maksim Vasiljević*

 
                               Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Η Πεντηκοστή και η αποστολή της Εκκλησίας σήμερα 1

Maksim Vasiljević*

Hellenic College Holy Cross, Ελληνική Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή, Brookline

Ομιλία στο Ορθόδοξο Κέντρο Ambiorix, Βρυξέλλες, 25 Μαΐου 2023.
Εκδόθηκε στο: Sabornost 17, 2023
Με ιδιαίτερη αναφορά στη θεολογία του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα


Περίληψη: Στην παρούσα μελέτη, ο συγγραφέας εξετάζει κριτικά την άποψη του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα σχετικά με το ζήτημα της αποστολής της Εκκλησίας σε σχέση με τον σύγχρονο κόσμο και τις προκλήσεις του. Ξεκινώντας από έναν συγκεκριμένο χώρο, τη Δυτική Ευρώπη, ο συγγραφέας παρουσιάζει τις απόψεις του Μητροπολίτη για το ζήτημα της θέσεως της Εκκλησίας ως πραγματικότητας της σχέσεως μεταξύ της ορθόδοξης παραδόσεως και του δυτικού Χριστιανισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στο γεγονός της Πεντηκοστής ως γεγονός εκκλησιαστικής φανερώσεως ad extra σε σχέση με τον κόσμο. Το ουσιώδες ερώτημα αυτού του μέρους της εργασίας είναι: ποια είναι, στην πραγματικότητα, η αποστολή, το ήθος ή το ουσιώδες γνώρισμα που προσφέρει η Εκκλησία στον κόσμο, ανοίγοντας την προοπτική της λειτουργικής και σχεσιακής ταυτότητας της Εκκλησίας, με την οποία μετριέται κάθε κίνηση; Επάνω σε αυτές τις βάσεις, στο δεύτερο μέρος της εργασίας, ο συγγραφέας εξετάζει την αποστολή της Εκκλησίας στην εποχή μας, παρουσιάζοντας ορισμένες παραμέτρους της αυθεντικής σχέσεως μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου. Το τελευταίο μέρος της εργασίας είναι αφιερωμένο στους κινδύνους και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Εκκλησία· εκεί ο συγγραφέας παρουσιάζει συγκεκριμένες απόψεις και προτάσεις του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα.

Λέξεις-κλειδιά: Πεντηκοστή, αποστολή της Εκκλησίας, Ιωάννης Ζηζιούλας, ήθος, Δυτική Ευρώπη.
«Ζούμε στο τέλος ενός ιστορικού πολιτισμού που διαμορφώθηκε από τον Διαφωτισμό· το Ευαγγέλιο πρέπει να αποδεσμευθεί από αυτόν και να παρουσιαστεί ως εναλλακτική πρόταση απέναντι σε αυτόν τον πολιτισμό».
Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας
[ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟ Woke ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΟ ΦΙΔΙ ΔΑΓΚΩΝΕΙ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ. ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΖΗΣΑΝ ΤΟΝ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΣΑΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.]

Θέλω να ευχαριστήσω τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βελγίου Αθηναγόρα, ο οποίος με προσκάλεσε να επικοινωνήσω πρόσωπο με πρόσωπο με ένα εκλεκτό τμήμα της Μητροπόλεώς του.[1] Η Μητρόπολη αυτή κατέχει εξέχουσα θέση στη Δυτική Ευρώπη. Ο ιεράρχης της διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη μεταφύτευση του ορθόδοξου ήθους σε αυτό το περιβάλλον. Είναι ενήμερος για τις υπαρξιακές ανησυχίες της σύγχρονης κοινωνίας και προσπαθεί να την επηρεάσει με το ορθόδοξο ήθος.[Ο ΟΜΙΛΗΤΗΣ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΛΑΜΠΡΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΙΣ ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ]

Καθώς το θέμα που μου ανατέθηκε εντάσσεται στο πλαίσιο της θεολογίας του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα —ο οποίος γεννήθηκε το 1931 και εκοιμήθη στις 2 Φεβρουαρίου 2023—, του σημαντικότερου ορθόδοξου θεολόγου του περασμένου και του παρόντος αιώνα, θα προσπαθήσω να τονίσω την άποψή του για την αποστολή της Εκκλησίας σήμερα, προσεγγίζοντας κριτικά τη θεολογία του. Η Εκκλησία και η αποστολή της στον κόσμο βρίσκονται στο κέντρο του θεολογικού έργου του Ζηζιούλα. Δεδομένου του περιορισμένου χρόνου αυτής της ομιλίας, μπορώ να προσφέρω μόνο ορισμένες υποδείξεις για ένα τόσο σημαντικό θέμα, προσπαθώντας να αποδώσω δικαιοσύνη στον Μητροπολίτη Ιωάννη και στο «ωραίο θεολογικό του όραμα».[2]

Σύμφωνα με τον Διονύσιο Σκλήρη, ο Ιωάννης Ζηζιούλας θα μπορούσε να ονομαστεί ο «Saint-Exupéry της θεολογίας». Όπως ο Γάλλος συγγραφέας και ο Μικρός Πρίγκιπας, αυτός ο διακεκριμένος ορθόδοξος θεολόγος και εκκλησιαστικός άνδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου προσπάθησε να επαναδιατυπώσει, αλλά με βαθύ τρόπο, το νόημα της ανθρώπινης καταστάσεως, θεωρούμενης με όρους ελευθερίας και αγάπης. Θα ξεκινήσουμε με αναφορά στην Πεντηκοστή, επειδή αυτό το γεγονός αποτέλεσε την αρχή της αποστολής προς τον κόσμο. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις βασικές αρχές της αποστολής της Εκκλησίας σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη. Ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας και πώς σχετίζεται με την εορτή της Πεντηκοστής; Πριν από αυτό, επιτρέψτε μου να πω λίγα λόγια για την αποστολή της Ορθοδοξίας στη Δύση.[ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΗΣΜΟΝΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΟΝ ΕΚΦΥΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΤΟΥ  PUER ETERNUS. TON AΚΑΡΠΟ ΚΑΡΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ, ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ, ΟΠΟΥ ΦΥΛΑΚΙΖΕΤΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ, ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ]

1. Η Ορθοδοξία στη Δυτική Ευρώπη

Αρχικά, ας εξετάσουμε την απάντηση του Μητροπολίτη Ιωάννη στο ερώτημα ποια συμβολή μπορούν να προσφέρουν σήμερα στον κόσμο οι Ορθόδοξοι της Δυτικής Ευρώπης. Πρώτα απ’ όλα, ο Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας απορρίπτει μια εσφαλμένη αντίληψη για τον ρόλο της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο και προσφέρει την ακόλουθη διευκρίνιση. Για ορισμένους ανθρώπους, δυστυχώς, η αποστολή της Ορθοδοξίας στην Ευρώπη συνίσταται κυρίως στη μεταστροφή όσο το δυνατόν περισσότερων δυτικών χριστιανών στην Ορθοδοξία. Θεωρώντας αυτόν τον σκοπό περιορισμένο και ανεπαρκή, ο Ιωάννης Ζηζιούλας προτείνει ως εναλλακτική την ακόλουθη άποψη. Η αληθινή αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ευρώπη έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία· είναι πολύ ουσιαστικότερη και τριπλή: [ΕΦΟΣΟΝ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΗ ΜΕ ΑΥΤΟΑΝΑΘΕΣΗ, ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ, ΣΑΝ ΘΕΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ.
  Το Άγιο Πνεύμα απο το ένα μέρος, είναι οπωσδήποτε το πνεύμα το οποίο ενεργεί, είναι ενεργό, ανάμεσα στον Χριστό και την Εκκλησία. Αλλά απο το άλλο μέρος Αυτό είναι το Άγιο Πνεύμα που

πέμπεται απο την ενότητα Χριστός Εκκλησία (όπως απο την αιώνια ενότητα τού Πατρός με τον Υιό) 

και επομένως είναι άνοιγμα το οποίο η ένωση αγάπης ανάμεσα στην Νύμφη και τον Νυμφίο δοκιμάζει πρός το νέο, πρός τον Υιό, πρός τον κόσμο τής δημιουργίας, και σήμερα ακριβώς προς τον "εκκοσμικευμένο"  μή-Χριστιανικό κόσμο.
Σ'ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΖΕΙ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΗΣ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

α) Η Εκκλησία πρέπει να μαρτυρεί το ιδιαίτερο ήθος[3] της ορθόδοξης Παραδόσεώς της και να το φέρνει αντιμέτωπο με το ήθος του δυτικού Χριστιανισμού και του πολιτισμού του.
β) Συγχρόνως, η Εκκλησία πρέπει επίσης να ερμηνεύει για τον ορθόδοξο πιστό τον λεγόμενο «δυτικό» τρόπο σκέψεως. Το έργο αυτό μπορεί να το επιτελέσει καλύτερα ένας Ορθόδοξος της Δυτικής Ευρώπης, ο οποίος διαθέτει ορισμένη πολιτισμική αξιοπιστία και, επομένως, μπορεί
γ) να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ της ιστορικής Ορθοδοξίας και του δυτικού πολιτισμού.

Τι οδηγεί τον Ζηζιούλα να θεωρεί τόσο επιτακτική αυτή την αποστολή; Πρώτον, δεν είναι γι’ αυτόν ασήμαντο το γεγονός ότι σήμερα η Δύση κυριαρχεί στον κόσμο. «Η πολιτική και οικονομική υπεροχή της την έχει καταστήσει πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο».[4] Η σημασία μιας τέτοιας αποστολής σε έναν τέτοιο κόσμο δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το ιδιαίτερο γνώρισμα των Ορθοδόξων δεν πρέπει να είναι να περιμένουν τους άλλους να καινοτομήσουν και έπειτα να σπεύδουν να αντιγράψουν τις ιδέες τους. Απορρίπτει επίσης κατηγορηματικά την εικόνα της Ορθοδοξίας ως εξωτικής θρησκείας. «Η Ορθοδοξία δεν πρέπει να αποδεχθεί την εικόνα μιας εξωτικής θρησκείας που προσφέρει καταφύγιο σε όσους αναζητούν μυστικιστικές ή άλλες ασυνήθιστες εμπειρίες, όπως συμβαίνει με τις θρησκείες και τις λατρείες της Ανατολής».[5]

Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη, πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον μιας τέτοιας αντιλήψεως της ορθόδοξης αποστολής, επειδή αυτή η άποψη είναι εντελώς αντίθετη προς όσα μας παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες μας. Λέει: «Οι άγιοι Πατέρες μας, συμπεριλαμβανομένων των ερημιτών, αποδέχθηκαν τις πολιτισμικές προκλήσεις της εποχής τους. Αντί να κηρύττουν εξωτικές θρησκείες, επιδίωξαν να μεταμορφώσουν τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό της εποχής τους και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία σε αυτή την προσπάθεια».[6]

Ο Ζηζιούλας υποστηρίζει ότι αυτό ακριβώς καλείται να πράξει η Ορθοδοξία στη Δύση, περισσότερο από τα άλλα μέλη του παγκόσμιου ορθόδοξου σώματος: να χρησιμοποιήσει την πλούσια Παράδοσή μας για να εντοπίσει τα προβλήματα του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. «Και όσο συντομότερα τόσο το καλύτερο, διότι σε λίγο αυτά τα προβλήματα θα αποτελούν προβλήματα ολόκληρης της ανθρωπότητας».[7]

Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.
καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.
καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.
καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.
εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!


«Επομένως, το πρώτο έργο που καλείται να επιτελέσει η Ορθόδοξη Θεολογία στη Δύση είναι να μαρτυρήσει την κοινή κληρονομιά της αδιαίρετης Εκκλησίας — και όχι να προωθήσει και να παρατείνει το ομολογιακό πνεύμα που προέκυψε από τη διαίρεση Ανατολής και Δύσεως κατά τη δεύτερη χιλιετία. Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν πρέπει να λειτουργεί ως μία ακόμη “Ομολογία”, αλλά ως δείκτης του πνεύματος και του ήθους που ήταν κοινά στην Ανατολή και στη Δύση μέσα στην αδιαίρετη Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Θεολογία πρέπει να αντλεί από την πηγή τόσο των Ελλήνων όσο και των Λατίνων Πατέρων. Πρέπει επίσης να ακούει τη φωνή της Μεταρρυθμίσεως, στον βαθμό που αυτή υποδεικνύει την πιστότητα στην παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης πρωτίστως της Αγίας Γραφής. Η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της αδιαίρετης Εκκλησίας πρέπει να αποτελέσουν το έδαφος επάνω στο οποίο η Ανατολή και η Δύση μπορούν να αποκαταστήσουν την ενότητά τους. Αυτό θα αποτελέσει υπηρεσία όχι μόνο προς τον Χριστιανισμό αλλά και προς την Ευρώπη».[8][ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΣΤΕΝΟΧΩΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΥΜΕΝΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΘΥΜΙΖΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΑΣ ΜΟΝΟ ΟΤΙ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΝΣΤΕΡΝΙΣΤΗΚΕ ΕΧΕΙ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΑ ΚΑΤΣΙΚΑΚΙΑ]

Αφού τα είπαμε αυτά, ας προχωρήσουμε τώρα στη διευκρίνιση της σχέσεως μεταξύ της Πεντηκοστής και της Εκκλησίας.

2. Η Πεντηκοστή ως η κατεξοχήν αποστολή

Η Πεντηκοστή, όπως περιγράφεται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων, θεωρείται συχνά ως το «γεγονός της αποστολής», μέσω του οποίου η Εκκλησία στάλθηκε σε κάθε γωνιά του κόσμου. Σύμφωνα με τη βιβλική διήγηση, οι μαθητές του Ιησού ήταν συγκεντρωμένοι στην Ιερουσαλήμ την ημέρα της Πεντηκοστής. Ξαφνικά βίωσαν την έκχυση του Αγίου Πνεύματος επάνω τους. Το γεγονός αυτό ενδυνάμωσε τους μαθητές και τους κατέστησε ικανούς να διακηρύξουν το μήνυμα του Ιησού σε ανθρώπους από διάφορα έθνη, οι οποίοι βρίσκονταν τότε στην Ιερουσαλήμ.

Κατά το γεγονός της καθόδου του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους συντελέστηκε ένα διπλό θαύμα, το οποίο τονίζεται ιδιαίτερα στο δεύτερο κεφάλαιο των Πράξεων: οι παρόντες γεύθηκαν πρώτα τον τρόπο ζωής του Μέλλοντος Αιώνος (2, 1–4). Ως συνέπεια, μετανόησαν (2, 38–39) και βαπτίστηκαν (2, 41). Το γεγονός της Πεντηκοστής δείχνει ότι, όταν η χαρισματική παρουσία των Εσχάτων βρίσκεται μέσα στον κόσμο, τότε ο κόσμος αφυπνίζεται προς τη μετάνοια και την ένταξη —την ενσωμάτωση— στον Νέο Ισραήλ, την Εκκλησία. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Ιωάννη, «σε ολόκληρη τη σκηνή της Πεντηκοστής που περιγράφεται στις Πράξεις 2, η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος, το βάπτισμα των τριών χιλιάδων ανθρώπων και η συμμετοχή όλων στην “κλάση του άρτου” αποτελούν μία αδιαίρετη ενότητα».[9]

Αυτή ακριβώς η εικόνα της Πεντηκοστής οδήγησε την Εκκλησία να βλέπει τη φανέρωσή της στη Θεία Ευχαριστία. Όπως την αντιλαμβάνεται ο Μητροπολίτης Ιωάννης: «Η Θεία Ευχαριστία, ως προς τον κοινοτικό και εκκλησιαστικό χαρακτήρα της, είναι η κατεξοχήν πεντηκοστιανή και εσχατολογική κοινότητα· μια κοινότητα η οποία βιώνει και μαρτυρεί την είσοδο των Εσχάτων στην ιστορία και προσφέρει μια πρόγευση της ερχόμενης Βασιλείας. “Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν”· αυτός είναι ο τελικός ύμνος των συμμετεχόντων στην ορθόδοξη ευχαριστιακή Λειτουργία».[10][Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ; Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ; ΠΟΙΟΣ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΑΥΓΟ; ΜΑΛΛΟΝ Ο ΚΟΚΚΟΡΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Η ΚΟΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΟΤΕ ΚΛΩΣΣΑ ΟΠΩΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ]

Ο Μητροπολίτης Ιωάννης υπενθύμιζε διαρκώς ότι είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κατά νου πως «κανείς δεν μπορεί να πει “Κύριος Ιησούς”, παρά μόνο διά του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 12, 3). «Καμία λατρευτική ζωή δεν είναι δυνατή μέσα στην Εκκλησία χωρίς την παρουσία του Πνεύματος».[11] «Επομένως, η καθυστέρηση της Παρουσίας δεν είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν οι χριστιανοί “ορφανοί”, αλλά σήμαινε ότι ένας άλλος “Παράκλητος” θα αναλάμβανε να καθοδηγεί και να ενισχύει τους χριστιανούς έως την επιστροφή του Χριστού (Ιω. 14, 18). Αυτό κατέστησε τον ρόλο του Πνεύματος αποφασιστικό για τη χριστιανική ύπαρξη κατά το διάστημα μεταξύ της Αναστάσεως και της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού».[12][Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ. ΤΑ ΑΝΕΛΑΒΕ ΟΛΑ  ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ]

Επομένως, η Πεντηκοστή σηματοδότησε την έναρξη της αποστολής της Εκκλησίας να διαδώσει το Ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη. Ωστόσο, η «αποστολή από μόνη της δεν αποτελεί τη βάση της ταυτότητας της Εκκλησίας», λέει ο Μητροπολίτης Ιωάννης.[13] «Το Πνεύμα εισάγει τα Έσχατα στην ιστορία μέσα από ένα γεγονός κοινωνίας. Εάν αυτό είναι το νόημα της Πεντηκοστής στις Πράξεις, τότε σημαίνει ότι η Εκκλησία βρίσκεται μέσα σε μια διπλή ύπαρξη. Από τη μία πλευρά, επειδή είναι από τη φύση της εσχατολογική, βρίσκεται σε βαθιά, υπαρξιακή αντίθεση προς αυτόν τον κόσμο· ο κόσμος τη μισεί, όπως μίσησε και τον Χριστό (Ιω. 15, 18· 17, 14), και αυτή πρέπει να ζει “με τις θύρες κλειστές” (Ιω. 20, 19), έχοντας το “πολίτευμά” της “στους ουρανούς” (Φιλ. 3, 20). Από την άλλη πλευρά, δυνάμει της ίδιας πνευματολογικής διαστάσεως, η Εκκλησία είναι από τη φύση της σχεσιακή· η ύπαρξή της δεν μπορεί παρά να είναι εκ-στατική· δεν μπορεί να απορρίψει κανέναν και τίποτε· μπορεί μόνο να αγκαλιάσει ακόμη και εκείνο από το οποίο η ίδια απορρίπτεται».[14]

Για να συνοψίσουμε τη θεώρηση του Μητροπολίτη Ιωάννη σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ της Πεντηκοστής και της αποστολής της Εκκλησίας, ας παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Το Ένα και τα Πολλά: «Όπου πνέει το Άγιο Πνεύμα, το άμεσο αποτέλεσμα είναι ότι τα Έσχατα διαρρηγνύουν την ιστορία και οι άνθρωποι εισάγονται σε κοινωνία μεταξύ τους και με τον Θεό με τη μορφή μιας κοινότητας. Αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει κατεξοχήν την ημέρα της Πεντηκοστής, όπως περιγράφεται στις Πράξεις 2, όπου η κάθοδος του Πνεύματος στους μαθητές και σε όσους βρίσκονται μαζί τους στο Υπερώο παρουσιάζεται ως καθαρά εσχατολογικό γεγονός, το οποίο εισάγει “τις έσχατες ημέρες” στην ιστορία (Πράξ. 2, 17) και, συγχρόνως, ως δημιουργία της κοινότητας της Εκκλησίας (Πράξ. 2, 41 κ.ε.)».[15] 
[Ἀκούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;
Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.]

Ο προηγούμενος αυτός στοχασμός γύρω από την εορτή της Πεντηκοστής μάς οδηγεί στο ακόλουθο ερώτημα: εάν το Άγιο Πνεύμα εισάγει τα Έσχατα στην ιστορία, ποια είναι η σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και του κόσμου;[ΤΑ ΕΙΣΑΓΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ; ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ;]

3. Η αποστολή της Εκκλησίας

Σημειώσεις:

mvasiljevic@hchc.edu



1 Ομιλία στο Ορθόδοξο Κέντρο Ambiorix, Βρυξέλλες, 25 Μαΐου 2023.
2 Πρβλ. Talion, 2011.
3 Το «ήθος» για τον Ζηζιούλα είναι ένα πνεύμα συνυφασμένο με τη λειτουργική εμπειρία, το οποίο δημιουργεί μια στάση ζωής και όχι έναν προκαθορισμένο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς.
4 Ζηζιούλας, 1997, σ. 8.
5 Ζηζιούλας, 1997, σ. 13. Με απλά λόγια, η Ορθοδοξία διαφέρει από αυτές τις εξωτικές θρησκείες, επειδή διαθέτει ένα οικουμενικό μήνυμα που μεταφέρει την Αλήθεια σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών, ενώ μια εξωτική θρησκεία απευθύνεται σε ένα ελιτίστικο εγώ, το οποίο επιδιώκει να συμμετέχει σε κάτι εξωτικό, προκειμένου να ενισχύσει τον ατομικισμό του.

6 Ζηζιούλας, 1997, σ. 14.                       7 Zizioulas, 2015, σ. 10.
8 Zizioulas, 2015, σ. 11.                         9 Zizioulas, 2010, σ. 93.
10 Zizioulas, 2011, σ. 121.                    11 Zizioulas, 2010, σ. 95.
12 Zizioulas, 2010, σ. 151.                    13 Zizioulas, 2009, σ. 127.
14 Zizioulas, 2010, σ. 87.                      15 Zizioulas, 2010, σ. 182.