Συνέχεια από Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 12Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού
ROBERTO PECCHIOLI
Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
HOMO FABER, HOMO FABRICATUS
Για πολλούς, η ελευθερία είναι η ικανότητα να επιλέγουν τις ίδιες τους τις δουλείες.
Gustave Le Bon
§ 5 Τα κριάρια του Πανούργου
Οι εξαρτήσεις, όπως έχουμε υπογραμμίσει επανειλημμένα, στερούν από τον άνθρωπο την ελευθερία του. Ο homo fabricatus οπισθοδρομεί εξαιτίας της ακατάσχετης προελάσεως μιας άγνοιας ικανοποιημένης από τον εαυτό της. Έχοντας μετατραπεί σε κεφαλή ζώου, κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια του πολιτισμού, τα οποία είχε ανεβεί με τόσο κόπο.
Δεν θέτει πλέον ερωτήματα και, ικανοποιημένος από την πρόοδο, γονατισμένος μπροστά στην απόκρυφη θρησκεία της Επιστήμης, εγκλωβισμένος σε έναν ορίζοντα εξαρτήσεων, ζει και περιμένει. Θα έρθουν τα γεύματα που χορηγεί ο αφέντης, τα πρωτόκολλα που πρέπει να τηρούνται, η ικανοποίηση των παρορμήσεων. Το ανθρώπινο κοπάδι προχωρεί συμπαγές προς την κατεύθυνση που αποφάσισε ο ποιμένας.
Στο αριστούργημα του François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ,¹⁷³ έργο της υπερβολής, της ζωτικότητας και της ύλης, ξεχωρίζει το επεισόδιο με τα κριάρια του Πανούργου, ενός πανούργου απατεώνα και φίλου του Γαργαντούα. Κατά τη διάρκεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού, ο Πανούργος θέλει να αγοράσει από έναν άπληστο έμπορο ένα κριάρι, το ωραιότερο από ένα κοπάδι που προορίζεται για την αγορά. Η τιμή είναι εξωφρενική· ο Πανούργος τη δέχεται, αλλά τότε συμβαίνει κάτι.
«Ξαφνικά, δεν θα ήξερα να πω πώς, διότι όλα συνέβησαν σε μια στιγμή και δεν πρόλαβα να αντιληφθώ τι έγινε, ο Πανούργος, χωρίς άλλη λέξη, εκσφενδονίζει στη θάλασσα το κριάρι του, που φώναζε και βέλαζε. Όλα τα άλλα πρόβατα, με τα κριάρια επικεφαλής, φωνάζοντας και βελάζοντας στον ίδιο τόνο, αρχίζουν να ρίχνονται πίσω του, πηδώντας στη θάλασσα το ένα μετά το άλλο· διότι, όπως γνωρίζετε και όπως λέει και ο Αριστοτέλης, το ζώο αυτό είναι το πιο ανόητο και ανίκανο στον κόσμο, και είναι στη φύση των προβάτων να ακολουθούν το πρώτο, όπου κι αν πηγαίνει. Έτσι συνωστίζονταν και έσπρωχναν με σκυμμένο το κεφάλι, για να είναι τα πρώτα που θα ακολουθούσαν τον σύντροφό τους. Όλα, το ένα μετά το άλλο, ρίχνονταν στη θάλασσα.
Στο τέλος, ο έμπορος άρπαξε από το τρίχωμα ένα από τα μεγαλύτερα κριάρια στην άκρη του καταστρώματος, ελπίζοντας να το τραβήξει πίσω και να σώσει έτσι ολόκληρο το υπόλοιπο κοπάδι. Το κριάρι όμως ήταν αρκετά δυνατό ώστε να παρασύρει μαζί του και τον έμπορο· κριάρι και έμπορος πνίγηκαν μαζί. Και οι βοσκοί, οι οποίοι, ακολουθώντας το παράδειγμα του εμπόρου, είχαν πιαστεί από τα ζώα, άλλος από τα κέρατα, άλλος από τα πόδια, άλλος από το μαλλί, παρασύρθηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο και πνίγηκαν άθλια στη θάλασσα».¹⁷⁴
Στους έσχατους καιρούς έχει μικρή αξία να αγωνίζεται κανείς ενάντια στο ρεύμα: ούτε το κοπάδι ούτε οι φύλακές του θα ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Χρειάζεται να στεκόμαστε όρθιοι ανάμεσα στα ερείπια, να προσπαθούμε να γίνουμε κύριοι του εαυτού μας και να ακολουθούμε τους λίγους που εκπροσωπούν την παράδοση, το πνεύμα και την ταυτότητα.
Το ανθρώπινο κοπάδι αφήνεται στην άγνοια των ουσιωδών. Ο ικανοποιημένος νεαρός κύριος —έμβλημα της εποχής μας, όλος φλυαρία, ανέσεις και πρόοδος— δεν μελετά, δεν καταβάλλει προσπάθεια, δεν δεσμεύεται. Τα γνωρίζει ήδη όλα και, για όσα δεν γνωρίζει, αναζητεί τις απαντήσεις στο Διαδίκτυο, στο παγκόσμιο συνοπτικό εγχειρίδιο. Δεν υπάρχει πλέον μόρφωση, παρά μόνο εκπαίδευση για την εκτέλεση ενεργειών και κινήσεων που έχουν προβλεφθεί από την Κυριαρχία.
Τα κριάρια του Πανούργου ρίχνονται στη θάλασσα πίσω από το πρώτο, επειδή έχουν παραιτηθεί από το να βλέπουν με τα δικά τους μάτια. Στη γαλλική γλώσσα, ο όρος panurgisme είναι συνώνυμος της αγελαίας φύσεως, του κομφορμισμού και της ανικανότητας για αυτόνομη κρίση.
Ο παλαιός homo sapiens μεταμορφώθηκε σε homo fabricatus ψηφιακής μορφής. Υπολογίζει, αλλά δεν γνωρίζει πλέον να αμφιβάλλει, να φαντάζεται, να επινοεί· συλλογίζεται με δυαδικούς όρους, μέσα από μια ακολουθία μηδενικών και μονάδων που αντικαθιστούν την πολυπλοκότητα της ζωής και της εμπειρίας. Ανοιχτό, κλειστό, ναι, όχι: καθησυχαστικό, έτσι δεν είναι;
Και όμως, ο Άμλετ διακήρυττε την αμείωτη πολλαπλότητα της ζωής: «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και στη γη, Οράτιε, απ’ όσα μπορεί να συλλάβει η φιλοσοφία σου». Δεν υπάρχει όμως πλέον φιλοσοφία: η αναζήτηση και η σκέψη είναι άχρηστες· μάταιο είναι να εξερευνά κανείς τον κόσμο, να θέτει ερωτήματα, να αγγίζει το ανησυχητικό έδαφος της μεταφυσικής, το Επέκεινα που το κοπάδι δεν θέλει ούτε να γνωρίσει ούτε καν να φανταστεί.
Μετρά μόνο το παρόν, εδώ και τώρα. Η ψηφιακή πραγματικότητα είναι μια ατέρμονη ακολουθία υπολογισμών, η οποία αποδίδει ένα απολιθωμένο τοπίο, περιορίζει τις δυνατότητες και αποδυναμώνει τις σκέψεις. Απουσιάζουν —κατασχεμένες, απαγορευμένες, άγνωστες— οι λέξεις με τις οποίες θα μπορούσαν να περιγραφούν η πολυπλοκότητα, οι δυνατότητες, τα συναισθήματα και οι διαφωνίες.
Το ψηφιακό κοπάδι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ηδονή της στιγμής, σε αντάλλαγμα της οποίας προσφέρει πρόθυμα την πνευματική ζωή, με την οποία δεν γνωρίζει τι να κάνει. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τι χρησιμεύει, τρώγεται, μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί στην αγορά; ρωτούν σιωπηλά τα ανέκφραστα μάτια του homo fabricatus digitalis. Τα κριάρια του Πανουργού αδιαφορούν για την ελευθερία. Ακολουθούν εκείνον που προπορεύεται και πιστεύουν τυφλά σε θαύματα που ονομάζονται Επιστήμη και Πρόοδος.
Γι’ αυτό η πλειονότητα μισεί με τόσο πείσμα όποιον δεν υποτάσσεται στη θέληση του ποιμένα. Ας σκεφτούμε την τριετία της πανδημίας, η οποία ανέτρεψε τις ζωές μας, προκάλεσε σεισμό στις διαπροσωπικές σχέσεις, μας τροποποίησε, μας μορφοποίησε και μας επανεκκίνησε. Τα πάντα είχαν διαγραφεί: η χρηματοπιστωτική και η τεχνολογική δικτατορία, ο ταξικός πόλεμος που κέρδισαν οι υπερπλούσιοι, η επισφάλεια της εργασίας και της υπάρξεως, η κατάρρευση των ηθικών αρχών, ο θάνατος του Θεού, η μεταναστευτική αντικατάσταση, οι πόλεμοι, τα συμφέροντα, οι άλλες ασθένειες και ούτω καθεξής.
Στο μεταξύ, όλα άλλαξαν και δεν κατορθώνουμε να ζήσουμε έξω από τη φούσκα μέσα στην οποία μας έκλεισε ο αόρατος ιός. Μνησικακίες, φόβοι και αντιπαραθέσεις, συνοδευόμενα από μια βίαιη γλώσσα φορτισμένη με μίσος, κυρίευσαν εκατομμύρια ανθρώπους. Η απώλεια συγκεκριμένων ελευθεριών —της μετακινήσεως, της εργασίας και της δράσεως—, καθώς και η σύσφιγξη του δικτύου επιτηρήσεως μέσα σε μια κοινωνία που αποκάλυψε το πειθαρχικό της πρόσωπο, το πρόσωπο του ελέγχου και της κυριαρχίας επάνω σε πρώην πολίτες που μετατράπηκαν ξανά σε υπηκόους, τροφοδοτούσαν νέους διχασμούς.
Αντίκριζαν ο ένας τον άλλο με μίσος: από τη μία, μια πλειονότητα τρομοκρατημένων ανθρώπων, πρόθυμων να δεχθούν τα πάντα από φόβο μήπως μολυνθούν· από την άλλη, μια μειονότητα αντιστεκομένων, αποφασισμένων να απορρίψουν την κατάσταση σωμάτων τα οποία έπρεπε να επιτηρούνται, να ανοσοποιούνται και να μετατρέπονται σε δεδομένα, όχι μόνο υγειονομικά.
Οι διαφωνούντες είχαν εξαιρετικούς λόγους να υποπτεύονται την εξουσία και να επικαλούνται την καταπατημένη ελευθερία· και αυτοί όμως αντιδρούσαν με εξαρτημένα αντανακλαστικά. Ποια ελευθερία επικαλούνταν; Την επιστροφή στην προ του Covid εποχή, σαν να ήταν τέλειος ο προηγούμενος κόσμος; Απαιτούσαν μόνο το δικαίωμα να ασχολούνται με τις δικές τους υποθέσεις, την ελευθερία ως απουσία ευθύνης, την αδιαφορία για τους λόγους των άλλων, τον αδιάφορο και εγωκεντρικό ατομικισμό της καταναλώσεως, τον τεχνητό παράδεισο των εξαρτήσεων;
Οι δύο στρατοί, οπλισμένοι ο ένας εναντίον του άλλου, εργάζονταν για τον βασιλιά της Πρωσίας, για την Κυριαρχία που προελαύνει και βασιλεύει επάνω στα ερείπια λαών οι οποίοι έχουν υποβιβαστεί σε κοπάδια. Τα πλοία των κριαριών του Πανουργού ακολουθούν διαφορετικές πορείες, αλλά η μοίρα είναι η ίδια: ο πνιγμός.
Ο Giorgio Agamben υποστηρίζει ότι η επίκληση της γυμνής βιολογικής ζωής υπήρξε η παγίδα με την οποία μας έκλεψαν το πνεύμα· μια τύφλωση, «τόσο πιο απελπισμένη, επειδή οι ναυαγοί ισχυρίζονται ότι κυβερνούν το ίδιο τους το ναυάγιο, ορκίζονται ότι τα πάντα μπορούν να διατηρηθούν τεχνικά υπό έλεγχο, ότι δεν υπάρχει ανάγκη ενός νέου Θεού και ενός νέου ουρανού, αλλά μόνο απαγορεύσεων, ειδικών και γιατρών. Πανικός και απατεωνιά».¹⁷⁵
Ο υγειονομικός αυταρχισμός είναι το γεροντικό αντανακλαστικό ενός πολιτισμού που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο τέλος του, χωρίς πλέον ζωή, και προσπαθεί να κυβερνήσει την καταστροφή του μέσα σε μια κατάσταση μόνιμης εξαιρέσεως. Η αξιοθρήνητη καθολική κινητοποίηση, ρυθμισμένη από κανόνες για κάθε στιγμή και από εξαρτήσεις για όλα τα γούστα.
Σημειώσεις:
173 Η ζωή του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ είναι μια σειρά μυθιστορημάτων του Γάλλου συγγραφέα François Rabelais (1483;-1553).
174 F. Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, Einaudi Editore, 1973, ό.π.
175 Giorgio Agamben, Όταν το σπίτι καίγεται, Quodlibet, 5 Οκτωβρίου 2020.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ
«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».
Ανώνυμος Ισπανός
Για πολλούς, η ελευθερία είναι η ικανότητα να επιλέγουν τις ίδιες τους τις δουλείες.
Gustave Le Bon
§ 5 Τα κριάρια του Πανούργου
Οι εξαρτήσεις, όπως έχουμε υπογραμμίσει επανειλημμένα, στερούν από τον άνθρωπο την ελευθερία του. Ο homo fabricatus οπισθοδρομεί εξαιτίας της ακατάσχετης προελάσεως μιας άγνοιας ικανοποιημένης από τον εαυτό της. Έχοντας μετατραπεί σε κεφαλή ζώου, κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια του πολιτισμού, τα οποία είχε ανεβεί με τόσο κόπο.
Δεν θέτει πλέον ερωτήματα και, ικανοποιημένος από την πρόοδο, γονατισμένος μπροστά στην απόκρυφη θρησκεία της Επιστήμης, εγκλωβισμένος σε έναν ορίζοντα εξαρτήσεων, ζει και περιμένει. Θα έρθουν τα γεύματα που χορηγεί ο αφέντης, τα πρωτόκολλα που πρέπει να τηρούνται, η ικανοποίηση των παρορμήσεων. Το ανθρώπινο κοπάδι προχωρεί συμπαγές προς την κατεύθυνση που αποφάσισε ο ποιμένας.
Στο αριστούργημα του François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ,¹⁷³ έργο της υπερβολής, της ζωτικότητας και της ύλης, ξεχωρίζει το επεισόδιο με τα κριάρια του Πανούργου, ενός πανούργου απατεώνα και φίλου του Γαργαντούα. Κατά τη διάρκεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού, ο Πανούργος θέλει να αγοράσει από έναν άπληστο έμπορο ένα κριάρι, το ωραιότερο από ένα κοπάδι που προορίζεται για την αγορά. Η τιμή είναι εξωφρενική· ο Πανούργος τη δέχεται, αλλά τότε συμβαίνει κάτι.
«Ξαφνικά, δεν θα ήξερα να πω πώς, διότι όλα συνέβησαν σε μια στιγμή και δεν πρόλαβα να αντιληφθώ τι έγινε, ο Πανούργος, χωρίς άλλη λέξη, εκσφενδονίζει στη θάλασσα το κριάρι του, που φώναζε και βέλαζε. Όλα τα άλλα πρόβατα, με τα κριάρια επικεφαλής, φωνάζοντας και βελάζοντας στον ίδιο τόνο, αρχίζουν να ρίχνονται πίσω του, πηδώντας στη θάλασσα το ένα μετά το άλλο· διότι, όπως γνωρίζετε και όπως λέει και ο Αριστοτέλης, το ζώο αυτό είναι το πιο ανόητο και ανίκανο στον κόσμο, και είναι στη φύση των προβάτων να ακολουθούν το πρώτο, όπου κι αν πηγαίνει. Έτσι συνωστίζονταν και έσπρωχναν με σκυμμένο το κεφάλι, για να είναι τα πρώτα που θα ακολουθούσαν τον σύντροφό τους. Όλα, το ένα μετά το άλλο, ρίχνονταν στη θάλασσα.
Στο τέλος, ο έμπορος άρπαξε από το τρίχωμα ένα από τα μεγαλύτερα κριάρια στην άκρη του καταστρώματος, ελπίζοντας να το τραβήξει πίσω και να σώσει έτσι ολόκληρο το υπόλοιπο κοπάδι. Το κριάρι όμως ήταν αρκετά δυνατό ώστε να παρασύρει μαζί του και τον έμπορο· κριάρι και έμπορος πνίγηκαν μαζί. Και οι βοσκοί, οι οποίοι, ακολουθώντας το παράδειγμα του εμπόρου, είχαν πιαστεί από τα ζώα, άλλος από τα κέρατα, άλλος από τα πόδια, άλλος από το μαλλί, παρασύρθηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο και πνίγηκαν άθλια στη θάλασσα».¹⁷⁴
Στους έσχατους καιρούς έχει μικρή αξία να αγωνίζεται κανείς ενάντια στο ρεύμα: ούτε το κοπάδι ούτε οι φύλακές του θα ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Χρειάζεται να στεκόμαστε όρθιοι ανάμεσα στα ερείπια, να προσπαθούμε να γίνουμε κύριοι του εαυτού μας και να ακολουθούμε τους λίγους που εκπροσωπούν την παράδοση, το πνεύμα και την ταυτότητα.
Το ανθρώπινο κοπάδι αφήνεται στην άγνοια των ουσιωδών. Ο ικανοποιημένος νεαρός κύριος —έμβλημα της εποχής μας, όλος φλυαρία, ανέσεις και πρόοδος— δεν μελετά, δεν καταβάλλει προσπάθεια, δεν δεσμεύεται. Τα γνωρίζει ήδη όλα και, για όσα δεν γνωρίζει, αναζητεί τις απαντήσεις στο Διαδίκτυο, στο παγκόσμιο συνοπτικό εγχειρίδιο. Δεν υπάρχει πλέον μόρφωση, παρά μόνο εκπαίδευση για την εκτέλεση ενεργειών και κινήσεων που έχουν προβλεφθεί από την Κυριαρχία.
Τα κριάρια του Πανούργου ρίχνονται στη θάλασσα πίσω από το πρώτο, επειδή έχουν παραιτηθεί από το να βλέπουν με τα δικά τους μάτια. Στη γαλλική γλώσσα, ο όρος panurgisme είναι συνώνυμος της αγελαίας φύσεως, του κομφορμισμού και της ανικανότητας για αυτόνομη κρίση.
Ο παλαιός homo sapiens μεταμορφώθηκε σε homo fabricatus ψηφιακής μορφής. Υπολογίζει, αλλά δεν γνωρίζει πλέον να αμφιβάλλει, να φαντάζεται, να επινοεί· συλλογίζεται με δυαδικούς όρους, μέσα από μια ακολουθία μηδενικών και μονάδων που αντικαθιστούν την πολυπλοκότητα της ζωής και της εμπειρίας. Ανοιχτό, κλειστό, ναι, όχι: καθησυχαστικό, έτσι δεν είναι;
Και όμως, ο Άμλετ διακήρυττε την αμείωτη πολλαπλότητα της ζωής: «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και στη γη, Οράτιε, απ’ όσα μπορεί να συλλάβει η φιλοσοφία σου». Δεν υπάρχει όμως πλέον φιλοσοφία: η αναζήτηση και η σκέψη είναι άχρηστες· μάταιο είναι να εξερευνά κανείς τον κόσμο, να θέτει ερωτήματα, να αγγίζει το ανησυχητικό έδαφος της μεταφυσικής, το Επέκεινα που το κοπάδι δεν θέλει ούτε να γνωρίσει ούτε καν να φανταστεί.
Μετρά μόνο το παρόν, εδώ και τώρα. Η ψηφιακή πραγματικότητα είναι μια ατέρμονη ακολουθία υπολογισμών, η οποία αποδίδει ένα απολιθωμένο τοπίο, περιορίζει τις δυνατότητες και αποδυναμώνει τις σκέψεις. Απουσιάζουν —κατασχεμένες, απαγορευμένες, άγνωστες— οι λέξεις με τις οποίες θα μπορούσαν να περιγραφούν η πολυπλοκότητα, οι δυνατότητες, τα συναισθήματα και οι διαφωνίες.
Το ψηφιακό κοπάδι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ηδονή της στιγμής, σε αντάλλαγμα της οποίας προσφέρει πρόθυμα την πνευματική ζωή, με την οποία δεν γνωρίζει τι να κάνει. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τι χρησιμεύει, τρώγεται, μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί στην αγορά; ρωτούν σιωπηλά τα ανέκφραστα μάτια του homo fabricatus digitalis. Τα κριάρια του Πανουργού αδιαφορούν για την ελευθερία. Ακολουθούν εκείνον που προπορεύεται και πιστεύουν τυφλά σε θαύματα που ονομάζονται Επιστήμη και Πρόοδος.
Γι’ αυτό η πλειονότητα μισεί με τόσο πείσμα όποιον δεν υποτάσσεται στη θέληση του ποιμένα. Ας σκεφτούμε την τριετία της πανδημίας, η οποία ανέτρεψε τις ζωές μας, προκάλεσε σεισμό στις διαπροσωπικές σχέσεις, μας τροποποίησε, μας μορφοποίησε και μας επανεκκίνησε. Τα πάντα είχαν διαγραφεί: η χρηματοπιστωτική και η τεχνολογική δικτατορία, ο ταξικός πόλεμος που κέρδισαν οι υπερπλούσιοι, η επισφάλεια της εργασίας και της υπάρξεως, η κατάρρευση των ηθικών αρχών, ο θάνατος του Θεού, η μεταναστευτική αντικατάσταση, οι πόλεμοι, τα συμφέροντα, οι άλλες ασθένειες και ούτω καθεξής.
Στο μεταξύ, όλα άλλαξαν και δεν κατορθώνουμε να ζήσουμε έξω από τη φούσκα μέσα στην οποία μας έκλεισε ο αόρατος ιός. Μνησικακίες, φόβοι και αντιπαραθέσεις, συνοδευόμενα από μια βίαιη γλώσσα φορτισμένη με μίσος, κυρίευσαν εκατομμύρια ανθρώπους. Η απώλεια συγκεκριμένων ελευθεριών —της μετακινήσεως, της εργασίας και της δράσεως—, καθώς και η σύσφιγξη του δικτύου επιτηρήσεως μέσα σε μια κοινωνία που αποκάλυψε το πειθαρχικό της πρόσωπο, το πρόσωπο του ελέγχου και της κυριαρχίας επάνω σε πρώην πολίτες που μετατράπηκαν ξανά σε υπηκόους, τροφοδοτούσαν νέους διχασμούς.
Αντίκριζαν ο ένας τον άλλο με μίσος: από τη μία, μια πλειονότητα τρομοκρατημένων ανθρώπων, πρόθυμων να δεχθούν τα πάντα από φόβο μήπως μολυνθούν· από την άλλη, μια μειονότητα αντιστεκομένων, αποφασισμένων να απορρίψουν την κατάσταση σωμάτων τα οποία έπρεπε να επιτηρούνται, να ανοσοποιούνται και να μετατρέπονται σε δεδομένα, όχι μόνο υγειονομικά.
Οι διαφωνούντες είχαν εξαιρετικούς λόγους να υποπτεύονται την εξουσία και να επικαλούνται την καταπατημένη ελευθερία· και αυτοί όμως αντιδρούσαν με εξαρτημένα αντανακλαστικά. Ποια ελευθερία επικαλούνταν; Την επιστροφή στην προ του Covid εποχή, σαν να ήταν τέλειος ο προηγούμενος κόσμος; Απαιτούσαν μόνο το δικαίωμα να ασχολούνται με τις δικές τους υποθέσεις, την ελευθερία ως απουσία ευθύνης, την αδιαφορία για τους λόγους των άλλων, τον αδιάφορο και εγωκεντρικό ατομικισμό της καταναλώσεως, τον τεχνητό παράδεισο των εξαρτήσεων;
Οι δύο στρατοί, οπλισμένοι ο ένας εναντίον του άλλου, εργάζονταν για τον βασιλιά της Πρωσίας, για την Κυριαρχία που προελαύνει και βασιλεύει επάνω στα ερείπια λαών οι οποίοι έχουν υποβιβαστεί σε κοπάδια. Τα πλοία των κριαριών του Πανουργού ακολουθούν διαφορετικές πορείες, αλλά η μοίρα είναι η ίδια: ο πνιγμός.
Ο Giorgio Agamben υποστηρίζει ότι η επίκληση της γυμνής βιολογικής ζωής υπήρξε η παγίδα με την οποία μας έκλεψαν το πνεύμα· μια τύφλωση, «τόσο πιο απελπισμένη, επειδή οι ναυαγοί ισχυρίζονται ότι κυβερνούν το ίδιο τους το ναυάγιο, ορκίζονται ότι τα πάντα μπορούν να διατηρηθούν τεχνικά υπό έλεγχο, ότι δεν υπάρχει ανάγκη ενός νέου Θεού και ενός νέου ουρανού, αλλά μόνο απαγορεύσεων, ειδικών και γιατρών. Πανικός και απατεωνιά».¹⁷⁵
Ο υγειονομικός αυταρχισμός είναι το γεροντικό αντανακλαστικό ενός πολιτισμού που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο τέλος του, χωρίς πλέον ζωή, και προσπαθεί να κυβερνήσει την καταστροφή του μέσα σε μια κατάσταση μόνιμης εξαιρέσεως. Η αξιοθρήνητη καθολική κινητοποίηση, ρυθμισμένη από κανόνες για κάθε στιγμή και από εξαρτήσεις για όλα τα γούστα.
Σημειώσεις:
173 Η ζωή του Γαργαντούα και του Πανταγκρυέλ είναι μια σειρά μυθιστορημάτων του Γάλλου συγγραφέα François Rabelais (1483;-1553).
174 F. Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, Einaudi Editore, 1973, ό.π.
175 Giorgio Agamben, Όταν το σπίτι καίγεται, Quodlibet, 5 Οκτωβρίου 2020.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ
«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».
Ανώνυμος Ισπανός

