Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 7, Hannah Arendt

Συνέχεια από Δευτέρα 1η. Ιουνίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 7

Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024

«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden

4. Σώμα και ψυχή· ψυχή και πνεύμα

....Η εκφραστική δύναμη μιας εμφάνισης, αντίθετα, βρίσκεται σε άλλο επίπεδο· αυτό που «εκφράζει» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος της ο εαυτός, δηλαδή δείχνει ή παρουσιάζει. Από τα ευρήματα του Portmann προκύπτει η ψευδότητα των συνηθισμένων κριτηρίων της κρίσης μας, τα οποία είναι τόσο βαθιά ριζωμένα σε μεταφυσικές παραδοχές και προκαταλήψεις — σύμφωνα με τις οποίες το ουσιώδες βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια και η επιφάνεια είναι κάτι «επιφανειακό». Προκύπτει επίσης η σαθρότητα της διαδεδομένης πεποίθησης ότι το εσωτερικό μας, η «εσωτερική μας ζωή», είναι πιο καθοριστική για το τι «είμαστε» από αυτό που εμφανίζεται εξωτερικά. Όμως, όταν πρόκειται να διορθώσουμε αυτές τις πλάνες, αποδεικνύεται ότι η γλώσσα μας, τουλάχιστον η θεωρητική μας γλώσσα, μας εγκαταλείπει......

Επιπλέον, οι δυσκολίες δεν είναι καθόλου μόνο ορολογικού χαρακτήρα. Συνδέονται στενά με τις προβληματικές μας αντιλήψεις σχετικά με την ψυχική μας ζωή και τη σχέση ψυχής και σώματος. Φυσικά, έχουμε την τάση να παραδεχθούμε ότι κανένα σωματικό εσωτερικό δεν εμφανίζεται ποτέ κυριολεκτικά, αφ’ εαυτού· όμως, όταν μιλούμε για μια εσωτερική ζωή που εκφράζεται στην εξωτερική εμφάνιση, εννοούμε την ψυχική ζωή. Η σχέση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η οποία ισχύει για το σώμα μας, δεν ισχύει για την ψυχή μας, ακόμη κι αν μιλούμε για την ψυχική ζωή και τη διάθεσή της «μέσα» μας — εικόνες που προφανώς προέρχονται από σωματικά δεδομένα και εμπειρίες.

Επιπλέον, η θεωρητική μας γλώσσα, η οποία υποτίθεται ότι αντανακλά τη ζωή του πνεύματος, χρησιμοποιεί ακριβώς τις ίδιες εικόνες· και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται σε καθαρά φιλοσοφικές πραγματεύσεις προέρχονται πάντοτε από εκφράσεις που αρχικά είχαν σχέση με τον κόσμο όπως αυτός δίνεται στις πέντε σωματικές μας αισθήσεις, και από εκεί, όπως τονίζει ο Locke, «μεταφέρονται σε πιο απομακρυσμένες [σημασίες] [metapherein, μεταφέρειν, μεταφέρω πέρα] και πρέπει τώρα να αντιπροσωπεύουν ιδέες που είναι απρόσιτες στην αισθητηριακή μας αντίληψη». Μόνο μέσω μιας τέτοιας μεταφοράς μπορούν οι άνθρωποι «να καταστήσουν κατανοητές αυτές τις εσωτερικές επενέργειες που βιώνουν οι ίδιοι και που δεν εμφανίζονται προς τα έξω»[50].

Ο Locke στηρίζεται εδώ στην παλαιά σιωπηρή προϋπόθεση μιας ταυτότητας ανάμεσα στην ψυχή και στο πνεύμα, τα οποία, ως αόρατα, αντιπαρατίθενται και τα δύο στο σώμα. Όμως, σε ακριβέστερη εξέταση, φαίνεται ότι για την ψυχική ζωή δεν ισχύει καθόλου αυτό που ισχύει για το πνεύμα, δηλαδή ότι η μεταφορική γλώσσα είναι γι’ αυτό η μόνη δυνατότητα να «εμφανιστεί εξωτερικά στις αισθήσεις» — ακόμη και η σιωπηλή, μη εμφανιζόμενη δραστηριότητα συνίσταται ήδη στο ομιλείν, στον άφωνο διάλογό μου με τον εαυτό μου.

Η θεωρητική μεταφορική γλώσσα είναι πράγματι κατάλληλη για τη δραστηριότητα της σκέψης, για το έργο του πνεύματός μας· όμως η ψυχική μας ζωή, με τη χαρακτηριστική της ένταση, εκφράζεται πολύ καλύτερα σε ένα βλέμμα, σε έναν ήχο, σε μια χειρονομία παρά στον προφορικό λόγο. Όταν μιλά κανείς για ψυχικά βιώματα, δεν εμφανίζεται ποτέ το ίδιο το βίωμα, αλλά πάντοτε εκείνο που σκεφτόμαστε γι’ αυτό, όταν το κάνουμε αντικείμενο στοχασμού.

Σε αντίθεση με σκέψεις και ιδέες, τα αισθήματα και τα πάθη δεν μπορούν να γίνουν συστατικά μέρη του κόσμου των φαινομένων, όπως ακριβώς ούτε τα εσωτερικά μας όργανα. Στον εξωτερικό κόσμο εμφανίζεται, πλάι στα φυσικά σημεία, μόνο εκείνο που εμείς, σκεπτόμενοι, κάνουμε από αυτά. Κάθε φανέρωση θυμού περιέχει ήδη, σε αντίθεση προς τον βιωμένο θυμό, έναν στοχασμό πάνω σε αυτόν, και αυτός δίνει στο αίσθημα την έντονα εξατομικευμένη μορφή που έχει νόημα σε όλες τις επιφανειακές εμφανίσεις.

Η φανέρωση του θυμού είναι μια μορφή αυτοπαρουσίασης: εγώ αποφασίζω τι πρέπει να εμφανιστεί. Με άλλα λόγια, τα αισθήματά μου δεν προορίζονται να φανερωθούν στην άμεση, αδιαμεσολάβητη κατάστασή τους, όπως ακριβώς δεν προορίζονται να φανερωθούν τα εσωτερικά όργανα μέσω των οποίων ζούμε. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε κανείς ποτέ να τα μετατρέψει σε εμφανίσεις, αν δεν έτειναν προς αυτό και αν δεν τα αισθανόταν όπως και άλλες αισθήσεις, οι οποίες μου φέρνουν στη συνείδηση τις ζωτικές διεργασίες μέσα μου. Όμως ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται χωρίς την παρεμβολή της σκέψης και χωρίς μεταφορά στη γλώσσα —δηλαδή μέσω βλέμματος, χειρονομίας, άναρθρου ήχου— δεν διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο τα ανώτερα ζώα κοινοποιούν εντελώς παρόμοια αισθήματα τόσο μεταξύ τους όσο και στον άνθρωπο.

Οι πνευματικές μας δραστηριότητες, αντίθετα, είναι γλωσσικά συγκροτημένες ακόμη προτού κοινοποιηθούν· όμως η γλώσσα προορίζεται να ακούγεται και οι λέξεις να κατανοούνται από άλλους, οι οποίοι επίσης κατέχουν τη γλώσσα, ακριβώς όπως ένα ον προικισμένο με την αίσθηση της όρασης προορίζεται να βλέπει και να βλέπεται. Σκέψη χωρίς γλώσσα είναι αδιανόητη· «σκέψη και γλώσσα προλαμβάνουν η μία την άλλη. Διαρκώς η μία παίρνει τη θέση της άλλης»[51]· ναι, απλώς προϋποθέτουν η μία την άλλη. Και μολονότι η ικανότητα της γλώσσας μπορεί ασφαλώς να εντοπιστεί σωματικά με μεγαλύτερη βεβαιότητα από ό,τι πολλά συναισθήματα —αγάπη ή μίσος, ντροπή ή φθόνος—, ο τόπος της όμως δεν είναι ένα «όργανο», και του λείπουν όλες οι αυστηρά λειτουργικές ιδιότητες που είναι τόσο χαρακτηριστικές για ολόκληρη τη διαδικασία της οργανικής ζωής.

Βεβαίως, όλες οι πνευματικές δραστηριότητες αποσύρονται από τον κόσμο των φαινομένων, αλλά όχι προς το εσωτερικό του εγώ ή της ψυχής. Η σκέψη και η θεωρητική γλώσσα που τη συνοδεύει συμβαίνουν σε ένα ον που είναι οικείο μέσα σε έναν κόσμο φαινομένων· και γι’ αυτό χρειάζονται εικόνες, για να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα σε έναν κόσμο αισθητηριακής εμπειρίας και σε ένα βασίλειο όπου δεν μπορεί να υπάρξει καθόλου τέτοια άμεση σύλληψη δεδομένων.

Όμως οι ψυχικές μας εμπειρίες είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένες με το σώμα, ώστε η ομιλία για μια «εσωτερική ζωή» της ψυχής δεν είναι περισσότερο μεταφορική από ό,τι η ομιλία για μια εσωτερική αίσθηση, η οποία μας μεταδίδει σαφείς αισθήσεις για τη λειτουργία ή τη μη λειτουργία των εσωτερικών μας οργάνων. Είναι φανερό ότι ένα ον χωρίς πνεύμα δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να έχει την εμπειρία προσωπικής ταυτότητας· είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στην εσωτερική ζωτική του διαδικασία, στις διαθέσεις και στα συναισθήματά του, των οποίων η συνεχής μεταβολή δεν διαφέρει καθόλου από εκείνη των σωματικών μας οργάνων.

Κάθε συγκίνηση είναι μια σωματική εμπειρία· η καρδιά μου πονά όταν είμαι θλιμμένος, θερμαίνεται από συμπόνια, ανοίγεται στις σπάνιες στιγμές κατά τις οποίες με κατακλύζει η αγάπη ή η ευφροσύνη· παρόμοιες σωματικές αισθήσεις με κυριεύουν με τον θυμό, την οργή, τον φθόνο και άλλα πάθη. Η γλώσσα της ψυχής, στα καθαρά εκφραστικά της στάδια, πριν από τη μεταμόρφωση και μετατροπή της από τη σκέψη, δεν είναι μεταφορική· δεν απομακρύνεται από τις αισθήσεις και δεν χρησιμοποιεί αναλογίες, όταν μιλά με τη μορφή σωματικών αισθήσεων.

Ο Merleau-Ponty είναι, απ’ όσο γνωρίζω, ο μόνος φιλόσοφος που όχι μόνο προσπάθησε να παρουσιάσει την οργανική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και θέλησε σοβαρά να θέσει σε έργο μια «φιλοσοφία της σάρκας»· ωστόσο κι αυτός ακόμη παραπλανήθηκε από την παλαιά ταύτιση πνεύματος και ψυχής, όταν όριζε «το πνεύμα ως την άλλη πλευρά του σώματος»: «υπάρχει ένα σώμα του πνεύματος, υπάρχει ένα πνεύμα του σώματος, και υπάρχει μια διασταύρωση ανάμεσά τους»[52]. Ακριβώς η απουσία τέτοιων διασταυρώσεων είναι το χαρακτηριστικό των πνευματικών φαινομένων, και ο ίδιος ο Merleau-Ponty έχει αναγνωρίσει πολύ καθαρά αυτή την απουσία σε άλλο συμφραζόμενο.

Η σκέψη, γράφει, είναι «θεμελιώδης» καθόσον δεν στηρίζεται σε τίποτε, αλλά δεν είναι θεμελιώδης με την έννοια ότι με αυτήν θα είχε κανείς φθάσει σε ένα θεμέλιο επάνω στο οποίο θα μπορούσε να σταθεί με ασφάλεια. Η θεμελιώδης σκέψη είναι κατ’ αρχήν άνευ θεμελίου. Είναι, αν θέλει κανείς να το πει έτσι, μια άβυσσος»[53]. Όμως αυτό που ισχύει για το πνεύμα δεν ισχύει για την ψυχή, και αντιστρόφως. Η ψυχή ίσως είναι πολύ σκοτεινότερη από όσο θα κατορθώσει ποτέ να είναι το πνεύμα, αλλά δεν είναι άνευ θεμελίου· στην πραγματικότητα «εκχύνεται» μέσα στο σώμα· «το κυριεύει, είναι κρυμμένη μέσα του και ταυτόχρονα το χρειάζεται, τελειώνει μέσα του, είναι αγκυρωμένη μέσα του»[54].

Τέτοιες γνώσεις στο πεδίο του ανέκαθεν ακανθώδους προβλήματος σώματος και ψυχής είναι, άλλωστε, ήδη πολύ παλαιές. Το Περί ψυχής του Αριστοτέλη είναι γεμάτο συναρπαστικές νύξεις για ψυχικά φαινόμενα και τη στενή τους σύνδεση με το σώμα, σε αντίθεση προς τη σχέση —ή καλύτερα τη μη σχέση— ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα. Ο Αριστοτέλης συζητεί αυτά τα ζητήματα με αρκετά χαλαρό και μη χαρακτηριστικό τρόπο και λέει: «Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι αυτή [η ψυχή] ούτε υφίσταται ενέργεια ούτε ασκεί δραστηριότητα χωρίς το σώμα, π.χ. όταν οργίζεται, όταν έχει θάρρος, όταν επιθυμεί, γενικά όταν αισθάνεται. [Δραστηριότητα χωρίς τη μεσολάβηση του σώματος] φαίνεται να είναι κατεξοχήν ίδιον της σκέψης (noein). Αν όμως κι αυτή (noein) είναι ένα είδος δραστηριότητας της φαντασίας (phantasia) ή τουλάχιστον δεν πραγματοποιείται χωρίς τέτοια, τότε ακόμη και στη σκέψη (noein) θα ήταν αδύνατη η υπόθεση ότι γίνεται χωρίς το σώμα»[55].

Και λίγο αργότερα συνοψίζει: «Για τον νου (nous) και τη δύναμη της σκέψης δεν έχει ακόμη διασαφηνιστεί τίποτε· μάλλον φαίνεται ότι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο είδος ψυχής, το μόνο που μπορεί να χωριστεί [από το σώμα], όπως το αιώνιο από το φθαρτό»[56]. Και σε μία από τις βιολογικές πραγματείες του λέει ότι η ψυχή —τόσο το φυτικό όσο και το θρεπτικό και το αισθητικό μέρος της— «δημιουργήθηκε μέσα στο έμβρυο, χωρίς να έχει υπάρξει προηγουμένως έξω από αυτό, αλλά ο nous εισήλθε στην ψυχή απ’ έξω και έτσι κατέστησε δυνατή για τον άνθρωπο μια μορφή δραστηριότητας που δεν είχε καμία σχέση με τις σωματικές διεργασίες»[57].

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν αισθήσεις που να αντιστοιχούν στις πνευματικές δραστηριότητες· και οι αισθήσεις της psyche, της ψυχής, είναι στην πραγματικότητα αισθήματα που τα αισθανόμαστε με τα σωματικά μας όργανα.


Πέρα από την ορμή προς αυτοπαρουσίαση, μέσω της οποίας τα έμβια όντα εντάσσονται σε έναν κόσμο φαινομένων, οι άνθρωποι παρουσιάζουν τον εαυτό τους επίσης με πράξη και λόγο, και δείχνουν έτσι πώς θα ήθελαν να εμφανίζονται, τι θα ήθελαν να γίνει αντιληπτό και τι όχι. Αυτή η συνειδητή απόφαση σχετικά με το τι πρέπει να φανερωθεί και τι να παραμείνει κρυφό θα πρέπει να είναι κάτι ειδικά ανθρώπινο. Ως έναν βαθμό μπορεί κανείς να αποφασίσει πώς θα ήθελε να εμφανίζεται στους άλλους, και αυτή η εμφάνιση δεν είναι καθόλου η εξωτερική εκδήλωση μιας εσωτερικής διάθεσης· αν ήταν τέτοια, τότε μάλλον όλοι θα ενεργούσαμε και θα μιλούσαμε με τον ίδιο τρόπο.

Και εδώ πάλι οφείλουμε τις σχετικές διακρίσεις στον Αριστοτέλη: «Η γλώσσα είναι σημείο και ομοίωμα των καταστάσεων της ψυχής, και η γραφή πάλι της γλώσσας. Και όπως δεν έχουν όλοι τα ίδια γραπτά σημεία, έτσι δεν παράγουν και τους ίδιους ήχους. Οι ψυχικές καταστάσεις (pathēmata), όμως, τις οποίες αυτά κυρίως πρέπει να σημαίνουν, είναι σε όλους οι ίδιες». Αυτές οι καταστάσεις εκφράζονται «φυσικά» με «άναρθρους ήχους, οι οποίοι βέβαια επίσης σημαίνουν κάτι, π.χ. οι φωνές των ζώων». Η διαφοροποίηση και η εξατομίκευση συμβαίνουν μέσω της γλώσσας, μέσω της χρήσης ρημάτων και ουσιαστικών, και αυτά δεν είναι προϊόντα ή «σύμβολα» της ψυχής, αλλά του πνεύματος: «Τα ονόματα και τα ρήματα καθεαυτά μοιάζουν (eoiken) με σκέψη (noēmasin)» —η έμφαση της H. A.—[58].

Αν το εσωτερικό ψυχικό υπόστρωμα της ατομικής μας εμφάνισης δεν ήταν πάντοτε το ίδιο, τότε δεν θα μπορούσε να υπάρξει ψυχολογία, η οποία ως επιστήμη προϋποθέτει ότι ψυχικά «μέσα μας είμαστε όλοι ίδιοι»[59], ακριβώς όπως η επιστημονική φυσιολογία και η ιατρική προϋποθέτουν ότι τα εσωτερικά όργανα είναι σε όλους τα ίδια.

Η ψυχολογία, η ψυχολογία του βάθους ή η ψυχανάλυση, δεν φέρνει στο φως τίποτε περισσότερο από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες διαθέσεις, τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα της ψυχικής μας ζωής, και τα αποτελέσματα και οι ανακαλύψεις της δεν είναι ούτε ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε καθαυτά ιδιαίτερα σημαίνοντα. Η «ατομική ψυχολογία», αντιθέτως, το προνόμιο της καλής λογοτεχνίας, του μυθιστορήματος και του δράματος, δεν μπορεί ποτέ να είναι επιστήμη· ως επιστήμη θα ήταν αντίφαση εν τοις όροις.
Όταν η νεότερη επιστήμη άρχισε τελικά να φωτίζει το βιβλικό «σκότος της ανθρώπινης καρδιάς» —για το οποίο ο Αυγουστίνος λέει: Latet cor bonum, latet cor malum, abyssus est in corde bono et in corde malo («Η καλή καρδιά είναι κρυμμένη, η κακή καρδιά είναι κρυμμένη, άβυσσος υπάρχει στην καλή καρδιά και στην κακή καρδιά»)[60]—, αυτό αποδείχθηκε μια πολύχρωμα γεμάτη και οδυνηρή αποθήκη και θησαυροφυλάκιο «κακών», όπως ήδη είχε φοβηθεί ο Δημόκριτος[61]. Ή, διατυπωμένο κάπως θετικότερα: «Το συναίσθημα είναι θαυμάσιο όταν παραμένει στο βάθος· όχι όμως όταν έρχεται στο φως, θέλει να γίνει ουσία και να κυριαρχήσει»[62].

Τα αποτελέσματα της νεότερης ψυχολογίας είναι εξαιρετικά μονότονα και καθ’ όλο το μήκος τους απωθητικά, και βρίσκονται σε φανερή αντίθεση προς την τεράστια ποικιλία και τον πλούτο της αντιληπτής ανθρώπινης συμπεριφοράς· μαρτυρούν έτσι τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ανθρώπινου σώματος. Τα πάθη και τα αισθήματα της ψυχής μας δεν είναι μόνο δεμένα με το σώμα· φαίνεται επίσης ότι έχουν τις ίδιες ζωοσυντηρητικές και προστατευτικές λειτουργίες με τα εσωτερικά μας όργανα, με τα οποία έχουν και τούτο κοινό: ότι μόνο η διαταραχή ή η ανωμαλία μπορεί να τα εξατομικεύσει.
Χωρίς τη σεξουαλική ορμή που προέρχεται από τα αναπαραγωγικά μας όργανα δεν θα υπήρχε αγάπη· η ορμή είναι πάντοτε η ίδια, αλλά πόσο μεγάλη είναι η ποικιλία των πραγματικών εμφανίσεων της αγάπης! Φυσικά, μπορεί κανείς να κατανοήσει την αγάπη ως εξιδανίκευση της σεξουαλικότητας, αρκεί να έχει κατά νου ότι χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτε από εκείνο που κατανοούμε ως σεξουαλικότητα, και ότι χωρίς τη συμμετοχή του πνεύματος, δηλαδή χωρίς συνειδητή απόφαση ανάμεσα σε ό,τι μας ελκύει και ό,τι δεν μας ελκύει, δεν θα ήταν δυνατή ούτε καν η επιλογή ενός σεξουαλικού συντρόφου.

Παρομοίως, ο φόβος είναι ένα συναίσθημα απαραίτητο για την επιβίωση· σηματοδοτεί τον κίνδυνο, και χωρίς αυτή την προειδοποιητική αίσθηση κανένα έμβιο ον δεν θα μπορούσε να υπάρξει για πολύ. Ο θαρραλέος δεν είναι εκείνος στην ψυχή του οποίου δεν υπάρχει αυτό το συναίσθημα ή εκείνος που μπορεί να το υπερνικήσει μια για πάντα, αλλά εκείνος που έχει αποφασίσει να μη δείξει φόβο. Το θάρρος μπορεί τότε να γίνει δεύτερη φύση ή συνήθεια, όχι όμως με την έννοια ότι η αφοβία παίρνει τη θέση του φόβου, σαν να μπορούσε και αυτή να γίνει συναίσθημα.
Τέτοιες αποφάσεις καθορίζονται από διάφορους παράγοντες· πολλοί είναι προσδιορισμένοι από την κουλτούρα μέσα στην οποία γεννιόμαστε —τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στους άλλους. Υπάρχουν όμως και αποφάσεις που δεν υπαγορεύονται από το περιβάλλον· τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στον εαυτό του ή να δώσει παράδειγμα, δηλαδή να κάνει τους άλλους να τους αρέσει το ίδιο πράγμα που αρέσει και σε εμάς. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα, η επιτυχία και η αποτυχία στην αυτοπαρουσίαση εξαρτώνται από το πόσο συνεκτική και διαρκής είναι η εικόνα που προσφέρεται στον κόσμο. Επειδή τα φαινόμενα εμφανίζονται πάντοτε με το ένδυμα της επίφασης, της προσποίησης και της ψευδούς παράστασης εκ μέρους εκείνου που παρουσιάζεται, το σφάλμα και η εξαπάτηση από την πλευρά του θεατή είναι αναγκαστικά πάρα πολύ εύκολα δυνατά.


Η αυτοπαρουσίαση διαφέρει από την αυτοέκθεση μέσω της ενεργητικής και συνειδητής επιλογής της εικόνας που δείχνεται· η αυτοέκθεση δεν έχει άλλη επιλογή παρά να δείξει την ιδιότητα που το έμβιο ον πράγματι κατέχει. Η αυτοπαρουσίαση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς έναν ορισμένο βαθμό συνείδησης του εαυτού· αυτή βρίσκεται στην ανακλαστικότητα των πνευματικών δραστηριοτήτων και υπερβαίνει σαφώς την απλή συνείδηση, την οποία πιθανότατα έχουν και τα ανώτερα ζώα.
Μόνο η αυτοπαρουσίαση είναι δεκτική της κυριολεκτικής υποκρισίας και προσποίησης· και η μόνη δυνατότητα να τις διακρίνουμε από την πραγματικότητα και την αλήθεια συνίσταται στο ότι δεν διαρκούν και δεν παραμένουν συνεκτικές. Έχει ειπωθεί ότι η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποδίδει η κακία στην αρετή, αλλά αυτό δεν είναι εντελώς σωστό. Κάθε αρετή αρχίζει με έναν φόρο τιμής που της αποδίδει κανείς, για να εκφράσει την ευαρέσκειά του προς αυτήν. Μέσα σε αυτόν τον φόρο τιμής βρίσκεται μια υπόσχεση προς τον κόσμο, προς εκείνους για τους οποίους εμφανίζεται κανείς, ότι θα ενεργεί σύμφωνα με αυτή την ευαρέσκεια· και ο υποκριτής χαρακτηρίζεται από το ότι παραβιάζει αυτή την άρρητη υπόσχεση.
Με άλλα λόγια, ο υποκριτής δεν είναι ένας κακοποιός που θα ευχαριστιόταν την κακία και θα την έκρυβε από το περιβάλλον του. Η λυδία λίθος με την οποία αναγνωρίζεται ο υποκριτής είναι το παλαιό σωκρατικό: «Να είσαι όπως θα ήθελες να φαίνεσαι»· και αυτό σημαίνει: να εμφανίζεσαι πάντοτε όπως θα ήθελες να εμφανίζεσαι στους άλλους, ακόμη κι όταν είσαι κάποτε μόνος και εμφανίζεσαι μόνο στον εαυτό σου.

Όταν κανείς αποφασίζει γι’ αυτό, δεν αντιδρά απλώς σε οποιεσδήποτε ιδιότητες που του έχουν δοθεί· αποφασίζει συνειδητά ανάμεσα στις διάφορες δυνατότητες συμπεριφοράς που του προσφέρει ο κόσμος. Από τέτοιες αποφάσεις προκύπτει τελικά εκείνο που ονομάζουμε χαρακτήρα ή προσωπικότητα: η συνένωση ενός αριθμού καλά καθορισμένων ιδιοτήτων σε ένα κατανοητό και αξιόπιστα αναγνωρίσιμο όλον, το οποίο, κατά κάποιον τρόπο, αποτυπώνεται πάνω σε ένα αμετάβλητο υλικό χαρισμάτων και αδυναμιών που είναι ίδιον της ψυχικής και σωματικής μας συγκρότησης.

Εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης σημασίας αυτών των αυτοεπιλεγμένων ιδιοτήτων για την εμφάνισή μας και τον ρόλο μας στον κόσμο,
η νεότερη φιλοσοφία, αρχίζοντας από τον Hegel, παραδόθηκε στην παράξενη πλάνη ότι ο άνθρωπος, σε αντίθεση με άλλα πράγματα, έχει δημιουργήσει ο ίδιος τον εαυτό του. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η αυτοπαρουσίαση και το καθαρό «είναι-εδώ» της ύπαρξης δεν είναι το ίδιο.


Σημειώσεις:


[50] Of Human Understanding, βιβλίο 3, κεφ. 1, αρ. 5.
[51] Πρβλ. σημ. 38, préface, σ. 25.
[52] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[53] Πρβλ. σημ. 38, σ. 29.
[54] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[55] De anima, 403a5–10.
[56] Ό.π., 413b25 κ.ε.
[57] De generatione animalium, II, 736b5–29, κατά Lobkowicz —πρβλ. παραπάνω, σημ. 6 της Εισαγωγής—, σ. 24.
[58] Περί ερμηνείας, 16a3–13.
[59] Mary McCarthy, «Hanging by a Thread», The Writing on the Wall, Νέα Υόρκη, 1970.
[60] Enarrationes in psalmos, Patrologia latina, επιμ. J.-P. Migne, Παρίσι, 1854–66, τόμ. 37, CXXXIV, 16.
[61] Πρβλ. σημ. 39, τόμ. 1· απόσπασμα 149.
[62] Schelling, Das Wesen der menschlichen Freiheit —1809—, Sämtliche Werke, Στουτγάρδη και Άουγκσμπουργκ, 1860, 1ο τμήμα, τόμ. 7, σ. 414.

Συνεχίζεται με:

5 Φαινόμενο και επίφαση

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (1)

 ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (1)

ΤΟΥ Jean-Pierre Torrell.

Κεφάλαιο VII : Ας μιλήσουμε για το Άγιο Πνεύμα!

Από τότε που ο Οικουμενικός διάλογος ξαναέφερε σε επαφή τους λατίνους Θεολόγους με τους Ορθοδόξους συναδέλφους τους, ακούγεται συχνά η κατηγορία για την απουσία του Αγίου Πνεύματος στην Θεολογία μας και στην Δυτική πνευματικότητα. Τουλάχιστον όμως όσον αφορά τον Ακινάτη αυτές οι κατηγορίες είναι άστοχες [θα γελάσουμε τελευταίοι], το Άγιο Πνεύμα δέν είναι γι'αυτόν ούτε απόν ούτε άγνωστο. Είναι παρόν όσο και ο Χριστός στην Θεολογία του και επομένως και στην πνευματικότητά του [την ανθρωπολογία]. Ας δούμε όμως από κοντά που βασίζεται αυτή η Οικουμενιστική ασυνεννοησία.

        
  ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΑΚΙΝΑΤΗ.
        
  Πριν ακόμη ξεκινήσουμε όμως την έρευνα σε όσα έχει πεί ο Ακινάτης για το Άγιο Πνεύμα, είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε το μυστήριο της Τριάδος και να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν να δηλώσουμε κάτι θεμελιώδες αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των Θείων προσώπων.
          ΚΟΙΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ: Η ΤΡΙΑΔΙΚΗ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ.
         
 Ο θεολόγος λοιπόν πρέπει να βρεί έναν λόγο ο οποίος είναι αντικειμενικά σημαντικός για την νόησή μας (να'χει σημασία) και ταυτόχρονα να είναι πιστός στην ενότητα τής Θείας ουσίας. Και γι'αυτό πρέπει να κινηθεί μ'έναν τέτοιο τρόπο ώστε να αποφύγει δύο εμπόδια τα οποία έχουν φανερωθεί από καιρό στην ιστορία τής Χριστιανικής σκέψης: τον τριθεϊσμό, ο οποίος τονίζοντας τις διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα, θα κατέληγε σε τρείς Θεούς και θα οδηγούσε μ'αυτόν τον τρόπο τον Χριστιανικό μονοθεϊσμό πρός μία πολυθεϊστική ειδωλολατρία και τον τροπισμό, ο οποίος φτάνει στην αντίπερα όχθη και δέν βλέπει στα ονόματα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος παρά μόνον τρόπους φανέρωσης ή σχηματισμού ενός μοναδικού θεϊκού προσώπου, διατρέχοντας έτσι τον κίνδυνο της επιστροφής, σ'έναν προ-τριαδικό μονοθεϊσμό.
          Ανάμεσα σ'αυτά τα δύο μεγάλα εμπόδια, έγινε η πρώτη προσπάθεια δογματικής διευκρινίσεως από την Εκκλησία στις συνόδους της Νίκαιας (325) και της Κωνσταντινουπόλεως (381), με αποτέλεσμα την καθαρή βεβαίωση της Τριάδος στην ενότητα [Αμφίβολη έκφραση για την Ορθοδοξία]. Παρ' όλα αυτά όμως, έλειπε ακόμη αρκετός στοχασμός γύρω από αυτή την αλήθεια, ή προσπάθεια κατανοήσεως με την νόηση αυτού που διαβεβαιωνόταν με την πίστη. Στην δική μας λατινική παράδοση, η προσπάθεια του Αυγουστίνου, η οποία ακολούθησε εκείνη του Ανσέλμου, και η οποία επανελήφθη από τον Ακινάτη και από τους μεγάλους Θεολόγους του XIII αιώνος, έφθασε όσον αφορά την Τριάδα, σε ένα τέτοιο επίπεδο επεξεργασίας που δύσκολα ξεπερνιέται. Η Θεολογία των διακρίσεων τών προσώπων μέσω τών σχέσεων καταγωγής των(;;), σχηματίζει ένα απο τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα παραδείγματα αυτής της επεξεργασίας.

          Υπάρχει και ένα άλλο δεδομένο το οποίο είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε  και το οποίο αποτελεί μία από τις σπάνιες δυνατότητες που διαθέτουμε για να ψελλίσουμε το άρρητο: πρόκειται γι'αυτό που παρουσιάζεται με τον όρο "οικειοποίηση". Ιδιοποίηση. Αναλογία.
          Σύμφωνα με τον ίδιο του τον ορισμό, η διαδικασία της ιδιοποιήσεως συνίσταται στην "μεταφορά ενός κοινού ονόματος" ώστε να διαδραματίσει την λειτουργία ενός ξεχωριστού και ιδιαιτέρου ονόματος. Θα μπορούσαμε να πάρουμε σαν παράδειγμα την γνωστή πρακτική στον αρχαίο λατινικό κόσμο κατά την οποία η λέξη "πόλις", παρότι εφαρμοζόταν σε πολλές αγορές, εφαρμοζόταν εμφατικά στην πρωτεύουσα τής αυτοκρατορίας. Η Ρώμη ήταν η Πόλις από ιδιοποίηση. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει όταν αποδίδεται σε ένα από τα πρόσωπα της Τριάδος μία ποιότητα, η οποία είναι στην πραγματικότητα κοινή στα τρία πρόσωπα, δεδομένου ότι αυτή ανήκει στην ίδια την Θεία ουσία (γι'αυτό γίνεται λόγος για ουσιώδεις ιδιότητες, ενώ ομιλούμε για κυριότητα για τα πρόσωπα). Είναι αυτό που συμβαίνει όταν χρησιμοποιείται η "Σοφία" για να μιλήσουμε για τον Υιό, ή η "Αγαθότης" για να μιλήσουμε για το Άγιο Πνεύμα. Ας δώσουμε την προσοχή μας για να κατανοήσουμε ότι η διαδικασία είναι συνήθης, αλλά πρέπει να γίνει κατανοητή καλά: «Για να φωτίσουμε αυτό το μυστήριο της πίστης, "συνέφερε" να ιδιοποιηθούμε τις ουσιώδεις ιδιότητες των προσώπων, εάν όπως αναφέραμε ήδη, είναι αδύνατον να αποδείξουμε την Τριάδα με μία απόδειξη. Συμφέρει όμως να ξεκαθαρίσουμε το μυστήριο μέσω των πραγμάτων που είναι στο ύψος της λογικής μας. Έτσι λοιπόν, οι ουσιώδεις ιδιότητες για την νόησή μας είναι περισσότερο προσβάσιμες από τις κυριότητες των προσώπων. Διότι, ξεκινώντας από τα κτίσματα, τις αιτίες τής δικής μας γνώσεως, μπορούμε να φτάσουμε να γνωρίσουμε με βεβαιότητα τις ουσιώδεις ιδιότητες του Θεού, αλλά όχι τις προσωπικές του Κυριότητες. Γι'αυτό, όπως απευθυνόμαστε στις αναλογίες του Ίχνους και της Εικόνας, τις οποίες συναντούμε στα πλάσματα, για να εκθέσουμε το δόγμα των Θείων προσώπων, έτσι απευθυνόμαστε και στις ουσιώδεις ιδιότητες. Αυτή η φανέρωση των προσώπων μέσω των ουσιωδών ιδιοτήτων, είναι αυτό που ονομάζουμε συνήθως "ιδιοποίηση"»(Θεολογική summa Ι q 39 a 7).
          Αυτό το σύντομο χωρίο θα άξιζε να εμφανιστεί σε μία ανθολογία. Σ'αυτό μπορούμε να συλλάβουμε με ακρίβεια διάφορα αποφασιστικά σημεία τής μεθόδου τού Ακινάτη. Τον προοδευτικό χαρακτήρα του τρόπου της αναπτύξεως (από το πιό γνωστό, στο λιγότερο γνωστό), την αίσθηση του μυστηρίου (την αδυναμία αποδείξεως της Τριάδος) και παρ' όλα αυτά την επιθυμία διεισδύσεώς του στο μέτρο του δυνατού με λογικές που μας συν-φέρουν (συμφέρει να φωτίσουμε το μυστήριο). Η ιδιοποίηση εξαρτάται ακριβώς από αυτόν τον τρόπο αναπτύξεως διά της αναλογίας, που είναι τυπικός της Θεολογίας και ο οποίος δέν μπορεί να απαιτήσει κανένα αναγκαίο συμπέρασμα, αλλά ο οποίος προσφέρει παρ'όλα αυτά, κάποιο φωτισμό σε ένα πεδίο στο οποίο, χωρίς αυτή την αναλογία, θα βασίλευε μία ακόμη μεγαλύτερη αγνωσία!
          Στ' αλήθεια όμως ο τρόπος ανάπτυξης δέν είναι μόνον Θεολογικός. Ο Αυγουστίνος, καί ο Ακινάτης που ακολούθησε, τον είχαν ήδη συναντήσει στην Καινή Διαθήκη. Το όνομα του Θεού εδώ είναι με συνέπεια κλειδωμένο στον Πατέρα, εκείνο του Κυρίου στον Υιό, εκείνο του Πνεύματος στο τρίτο πρόσωπο (Εφ 2,18). Σε άλλο σημείο ο Απ.Παύλος αποδίδει τα χαρίσματα στο πνεύμα, τα μυστήρια στον Κύριο και τα έργα στον Θεό (1 Κορ 12, 4-6). [Διαιρέσεις δέ χαρισμάτων εισί, το δε αυτό πνεύμα και διαιρέσεις διακονιών εισί και ο αυτός Κύριος και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν, ο δε αυτός έστι Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν]. Αυτός ο τρόπος τού λέγειν συνεχίζει στο σύμβολο της πίστεως. Εδώ η δημιουργία αποδίδεται στον Πατέρα, η σωτηρία των ανθρώπων στον Υιό, ο Αγιασμός και η ζωή η αιώνιος στο Πνεύμα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται τόσο για ουσιώδη ονόματα τα οποία αναλογούν στα τρία πρόσωπα ταυτοχρόνως, όσο και για ενέργειες που έχουν την Τριάδα μοναδικό κοινό δημιουργό.
          Προσδεδεμένη στην αποκάλυψη της Οικονομίας της σωτηρίας, κωδικοποιημένη από την δογματική έκφραση τής πίστεως, πρέπει και αυτή η γλώσσα να διαθέτει την νομιμότητά της στην Θεολογία. Το μοναδικό πρόβλημα βρίσκεται στο θεμέλιό της και στα όρια τής χρήσης της!


ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΛΟΙΠΟΝ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ. ΦΙΛΙΟΚΒΕ

Αμέθυστος. 

ΕΔΩ ΘΑ ΤΑ ΒΡΟΥΜΕ ΟΛΑ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΧΕΙ ΑΝΑΛΗΦΘΕΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΤΥΧΕΣ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΑΝ ΘΕΛΑΜΕ ΝΑ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΘΟΥΜΕ ΘΆ ΛΕΓΑΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΓΝΩΡΙΣΕΙ Ο ΘΕΟΣ.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 9

Συνέχεια από Δευτέρα 18. Μαΐου 2026


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 9
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]


§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. 

Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό β

.....Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής, έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό»...............

Ως πράξη βούλησης είναι κάτι που υπάρχει, μάλιστα ανήκει στα ύψιστα πράγματα που υπάρχουν στην περιοχή του κτιστού είναι. Αλλά μέσω της κατεύθυνσής της είναι «αρνητική», αντίθετη προς το ον. Την κτιστή βούληση που εξεγείρεται εναντίον της θείας βούλησης θα μπορούσε κανείς ίσως να την ονομάσει το «πρωταρχικό κακό»· πρέπει μόνο να παραμένει πάντοτε σαφές ότι δεν είναι πρωταρχικό ον. Η κτιστή ελευθερία είναι η προϋπόθεση της δυνατότητας του κακού· και αν όλες οι φυσικές ελλείψεις, όλα όσα συνοψίζονται υπό το όνομα του «φυσικού κακού», πρέπει να νοηθούν ως κακά της τιμωρίας, τότε αυτή είναι συγχρόνως εκείνο στο οποίο πρέπει να αναχθεί κάθε κακό. Η δυνατότητα του κακού, όπως και η δυνατότητα της κτιστής χάρης, ριζώνει στην ελευθερία των κτιστών πνευμάτων.

Η χάρη είναι ανύψωση του κτιστού Είναι μέσω της ένωσης με τον Θεό και της μετάδοσης του θείου Είναι. Το κακό, ως διαστροφή της κτιστής βούλησης, είναι φραγμός απέναντι στην εισροή της χάρης και, επομένως, άρση της χαριτωμένης ανύψωσης του είναι. Είναι όμως και ένα είναι αντίθετο προς την ίδια την αρχική φύση και κατεύθυνση του είναι· ένα, με κυριολεκτική έννοια, «διεστραμμένο» είναι. Η φύση ή η ουσία δεν αίρεται έτσι, αλλά και αυτή «διαστρέφεται», μετατρέπεται στο αρνητικό της αντίτυπο. Η θεολογία ονομάζει αυτή τη μεταβολή «σκλήρυνση στο κακό» ή «πώρωση».

Στους ανθρώπους, αντίστοιχα προς τη χρονική τους πορεία γίγνεσθαι ή την ανάπτυξή τους, υπάρχει μια βαθμιαία «εξοικείωση» προς το αγαθό και προς το κακό. Και στην ασταθή κατάσταση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό αντιστοιχεί η δυνατότητα μιας μεταστροφής, μιας αποκατάστασης της αρχικής φύσης και της κατεύθυνσης του είναι μετά την «πτώση», αλλά και μιας επανειλημμένης πτώσης. Στην «ολοκληρωμένη» φύση των καθαρών πνευμάτων αντιστοιχεί το ότι η πτώση τους είναι η ριζική διαστροφή μέσα σε μία και μόνη στιγμή απόφασης και δεν αφήνει ανοιχτή καμία δυνατότητα μεταστροφής.

Η μετάβαση από την ουσιώδη δυνατότητα στην πραγματική ύπαρξη μέσω της δημιουργίας, η διαστροφή τού είναι μέσω της εξέγερσης της βούλησης και η ανύψωση τού είναι μέσω της χάρης μάς δείχνουν ότι, με διαφορετική έννοια κάθε φορά, η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας λαμβάνεται υπόψη στους αγγέλους. Η άνοδος από μια προβαθμίδα του πραγματικού είναι στην πλήρη πραγματικότητα, όπως συντελείται στους ανθρώπους και στα κατώτερα έμβια όντα μέσω της «διαμόρφωσης» των καταβολών, δεν αφορά τους αγγέλους.

Πρέπει όμως να εξεταστεί και μια άλλη αντίθεση. Όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να περπατά, να μιλά, να παίζει βιολί, τότε έχει αναπτύξει τις αντίστοιχες απλές «ικανότητες» σε «δεξιότητες», τις οποίες μπορεί να διαθέτει ελεύθερα — μπορεί, αλλά δεν είναι αναγκασμένος. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμία ανάγκη να χρησιμοποιεί διαρκώς όλες τις δεξιότητές του· μάλιστα δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα —και ως προς αυτό τίθενται όρια στην ελεύθερη διάθεσή του—, επειδή ορισμένες δραστηριότητες αποκλείουν η μία την άλλη και επειδή και η περιορισμένη του δύναμη δεν είναι ικανή να εκτελεί τα πάντα συγχρόνως. Έτσι δεν έχει και ολόκληρο τον θησαυρό γνώσεων που απέκτησε κατά τη διάρκεια της ζωής του διαρκώς παρόντα.

Υπάρχει άραγε αυτή η ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στην ικανότητα —δύναμη— και στη δραστηριότητα —ενέργεια—, δηλαδή η δεξιότητα ή η διαθέσιμη κατοχή —habitus— στους αγγέλους; Αν έπρεπε να δεχθούμε κάτι αντίστοιχο σε αυτούς, τότε πάντως όχι ως ενδιάμεση βαθμίδα. Διότι σε αυτούς δεν υπάρχουν αδιαμόρφωτες ικανότητες και γι’ αυτό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε ικανότητα και δεξιότητα —δύναμη και habitus. Πρέπει λοιπόν μόνο να ρωτήσουμε αν οι πάντοτε διαθέσιμες ικανότητές τους μπορούν να νοηθούν ως κατά καιρούς αδρανείς.

Η ενότητα της αδιαίρετης δύναμής τους, που δεν υπόκειται σε φυσικές διακυμάνσεις, μιλά εναντίον αυτού, όπως επίσης απαγορεύει γενικά να μιλούμε σε αυτούς για χωριστές ικανότητες —με την κυριολεκτική έννοια. Η ουσία τους, με την πληρότητα της πνευματικής δύναμης που της είναι ίδια, ενεργείται σταθερά σε πλήρως ζωντανή γνώση, σε αγάπη και σε υπηρεσία. Ωστόσο η ζωή τους δεν πρέπει να θεωρείται εντελώς αμετάβλητη. Η ανύψωση του είναι μέσω της χάρης, για την οποία είναι ικανοί, σημαίνει μια ανύψωση και έναν εμπλουτισμό ολόκληρης της ζωής τους. Και ακόμη και μέσα στο φυσικό τους είναι φαίνεται δυνατή μια αύξηση της γνώσης και μια μεταβολή της δραστηριότητας, αφού δεν είναι, όπως ο Θεός, από τη φύση τους παντογνώστες, παντοδύναμοι και πανταχού παρόντες· από την άλλη πλευρά όμως δεν είναι τόσο κλεισμένοι και καθορισμένοι, ώστε να μην είναι δυνατή καμία πρόσληψη κάποιου πράγματος που δεν τους ήταν ήδη από την αρχή οικείο κατά φύσιν, ούτε καμία ελεύθερη κίνηση προς κάτι που δεν βρισκόταν μέσα στην αρχική τους σφαίρα ενέργειας.

Φυσικά, η «πρόσληψη» και η «κίνηση» πρέπει εδώ να νοηθούν πνευματικά. Ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς μιλούν για μια αμοιβαία επικοινωνία των αγγέλων, την οποία ονομάζουν «λόγο»: δεν χρειάζεται εξωτερικά μέσα, αλλά συνίσταται στο ότι στρέφονται ο ένας προς τον άλλον και ανοίγονται ο ένας για τον άλλον. Έτσι δίνουν ο ένας στον άλλον μερίδιο στη δική τους προσωπική ζωή, και αυτό είναι και από τις δύο πλευρές μια κίνηση και, για τους κατώτερους, ένας εμπλουτισμός. Παρόμοια πρέπει μάλλον να νοηθεί και η επικοινωνία των φύλακων αγγέλων με τους ανθρώπους που έχουν ανατεθεί στη μέριμνά τους. Αν δεν γνωρίζουν από τη φύση τους τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς, τότε η ακρόαση μιας κραυγής βοήθειας μπορεί να τους αποκαλύψει κάτι νέο. Από την άλλη πλευρά, η παροχή βοήθειάς τους είναι μια κίνηση που πρέπει να νοηθεί ως αρχόμενη και παροδική, όχι ως κάτι που προβλέφθηκε και διατάχθηκε από αυτούς από την αρχή του είναι τους, όπως πρέπει να νοούμε την ενέργεια της θείας πρόνοιας.

Η εικόνα βέβαια μετατοπίζεται, όταν, πλάι στη φυσική γνώση των αγγέλων, λάβουμε υπόψη την υπερφυσική, και μάλιστα εκείνη που τους επιτρέπει να βλέπουν τα κτιστά πράγματα μέσα στον Θεό —ο Θωμάς, ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, την ονομάζει «πρωινή». Με αυτόν τον τρόπο τους γίνεται προσιτό πολύ από ό,τι δεν γνωρίζουν από τη φύση τους, χωρίς να χρειάζεται πλέον φυσική μετάδοση από την πλευρά των κτισμάτων. Εδώ όμως έπρεπε μόνο να διευκρινιστεί ποιες δυνατότητες υπάρχουν κατά φύσιν. Ότι κάθε υπερφυσική ανύψωση του είναι υψώνει και εμπλουτίζει τη ζωή έχει ήδη αναφερθεί. Έτσι, με φυσικό και υπερφυσικό τρόπο, μπορούν να νοηθούν μεταβολή και εναλλαγή στη ζωή των αγγέλων. Πάντοτε όμως το είναι τους είναι ζωή· δεν υπάρχει μέσα τους τίποτε άζωο, κανένα είναι που να μην είναι πνευματική ζωή. Αυτό ανήκει στην υπεροχή των καθαρών πνευμάτων απέναντι σε εκείνα που είναι μορφή ενός σώματος δεμένου με χώρο και ύλη.

Στην καθαρή πνευματικότητα αντιστοιχεί μια πιο ανεμπόδιστη ελευθερία και μια πιο απεριόριστη προσωπική ύπαρξη από την ανθρώπινη. Δεν είναι απολύτως ελεύθεροι με την έννοια ότι το είναι τους και η καθορισμένα οριοθετημένη φύση τους τους έχουν δωρηθεί· τα όρια που δίνονται μαζί με αυτά δεν μπορούν να τα διαρρήξουν από μόνοι τους. Όμως ολόκληρο το είναι τους τους έχει δοθεί στα χέρια, για να το διαθέσουν ελεύθερα και να το χρησιμοποιήσουν ολοκληρωτικά στη ζωή για την οποία δημιουργήθηκαν. Εδώ δεν υπάρχει «φυσικό συμβαίνειν» σύμφωνα με άκαμπτη νομοτέλεια, όπως στον σωματικό κόσμο, χωρίς περιθώριο για ελεύθερη πράξη. Ολόκληρη η ζωή είναι ελεύθερη πράξη και υπόθεση προσωπικής απόφασης. Έτσι υπάρχει γι’ αυτούς μόνο ένα «υπέρ ή κατά του Θεού», όχι μια διολίσθηση σε μια απομάκρυνση από τον Θεό που δεν είναι κυρίως θελημένη. Και από εδώ πέφτει πάλι φως στη μοναδική και αμετάκλητη απόφαση των αγγέλων για την αιώνια μοίρα τους.


6. Μορφή και ύλη, ουσία και φορέας της ουσίας στα καθαρά πνεύματα

Με την ιδιοτυπία του προσωπικού είναι των αγγέλων συνδέεται το ότι αυτοί χαρακτηρίζονται από τον άγιο Θωμά ως «υφεστώσες μορφές». Με αυτό εννοείται ότι δεν έχουν ως βάση του Είναι τους μια ύλη που πληροί τον χώρο, ότι δεν είναι «μέσα σε ένα άλλο», αλλά «μέσα στον εαυτό τους» ή ότι «φέρουν τον εαυτό τους». Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμιστεί ότι και εκεί όπου μια ύλη που πληροί τον χώρο αποτελεί ουσιώδες συστατικό ενός πράγματος, διακρίναμε ανάμεσα στη «βάση» και στον «φορέα» με την κυριολεκτική έννοια, και θεωρήσαμε ως φορέα την κενή μορφή του αντικειμένου. Η «πρόσωπο», πάλι, ίσχυε για εμάς ως φορέας με εξέχουσα έννοια, διότι δεν έχει και δεν περιλαμβάνει απλώς την ουσία της, αλλά την «κατέχει» με εντελώς ιδιάζουσα έννοια, δηλαδή είναι κυρία του εαυτού της και μπορεί να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της. Και το προσωπικό είναι των καθαρών πνευμάτων είναι μια καθαρότερη εκπλήρωση της ιδέας του προσώπου, διότι στο Είναι τους δεν υπάρχει τίποτε που να αφαιρείται από αυτή τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης.

Αν όμως κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στον φορέα της ουσίας, μπορούμε τότε ακόμη να μιλούμε για μια «μορφή που φέρει τον εαυτό της»; Πριν από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα είναι καλό να διευκρινιστεί ακόμη ένα άλλο ερώτημα. Κατά τον Αριστοτέλη και τον Θωμά, εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη που πληροί τον χώρο, «μορφή» και «ουσία» συμπίπτουν. Εμείς όμως βρήκαμε και στην περιοχή του καθαρά πνευματικού κάτι που μπορεί με μια ορισμένη έννοια να διεκδικήσει τον χαρακτήρα της «ύλης»· όχι με την έννοια του πληρούντος τον χώρο, αλλά με την έννοια της προσδιορίσιμης απροσδιοριστίας. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τη θεωρία του Είναι του Duns Scotus θα σκεφθεί εδώ ότι ο Doctor Subtilis υποστηρίζει για τους αγγέλους, όπως και για κάθε πεπερασμένο ον εν γένει, τη σύνθεση από μορφή και ύλη, και την θεμελιώνει και την υπερασπίζεται με την θαυμαστή οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει. Δεν του περνά από τον νου να αμφισβητήσει την ασώματη φύση των καθαρών πνευμάτων. Η materia primo prima, η οποία είναι κοινή σε αυτά μαζί με κάθε πεπερασμένο ον, δεν είναι ύλη που πληροί τον χώρο, αλλά κάτι που εξειδικεύεται στον σωματικό κόσμο και στον κόσμο των πνευμάτων σύμφωνα με τις διαφορετικές μορφές. Η ύλη του κόσμου των πνευμάτων είναι λοιπόν γενικά διαφορετική από εκείνη του σωματικού κόσμου.

Η materia primo prima, κατά τον Duns Scotus, είναι η κατώτατη βαθμίδα του όντος. Είναι δημιουργημένη από τον Θεό ως ένα ον με δικό του Είναι, ως διακεκριμένη από τη μορφή, αλλά όχι χωρισμένη από τη μορφή· αντιθέτως βρίσκεται μέσα στο όλο που είναι δομημένο από μορφή και ύλη. Είναι ισοδύναμη με την potentia passiva: δηλαδή, αφενός, με τη δυνατότητα του μη-είναι και γι’ αυτό της εκμηδένισης, η οποία ανήκει σε κάθε κτιστό ως τέτοιο· αφετέρου, με την ετοιμότητα υποδοχής και την ικανότητα μορφοποίησης.

Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε και να συζητήσουμε εδώ τη σκωτιστική θεωρία της ύλης σε όλες της τις λεπτομέρειες. Θα επιχειρηθεί μόνο να συσχετισθεί εκείνο που διεκδικούμε ως «δύναμη» ή «πληρότητα ζωής» των αγγέλων με την ύλη που ο Duns Scotus αποδίδει στους αγγέλους. Εκείνο που έχουμε υπ’ όψιν ανήκει, κατά την άποψή μας, στο πνεύμα ως τέτοιο, άρα και στο θείο Πνεύμα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με παθητική δύναμη, με τη δυνατότητα του μη-είναι. Πρέπει εδώ να σκεφθούμε εκείνο από το οποίο ξεκίνησε ολόκληρη η έρευνά μας περί του Είναι: την πληρότητα της δύναμης του Θεού —την potentia Dei—, στην οποία δεν υπάρχει τίποτε από ανεκπλήρωτη δυνατότητα, αλλά η οποία είναι μάλλον πλήρως πραγματικό και πλήρως ενεργό Είναι· την άπειρη πληρότητα δύναμης, η οποία είναι συγχρόνως άπειρη πληρότητα Είναι, και τα δύο αχώριστα ένα.

Σε κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον αναμιγνύεται στη δύναμη κάτι από αδυναμία, στο Είναι κάτι από μη-είναι, και το Είναι και η δύναμη δεν είναι αδιάλυτα ένα. Κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον έχει ενεργητική και παθητική δύναμη, τη δυνατότητα να ενεργεί και να πάσχει. Τη δυνατότητα να ενεργεί την ονομάζουμε «εξουσία» ή «δύναμη» και την αποδίδουμε στη μορφή: διότι αυτή είναι εκείνο που ενεργεί τη μορφοποίηση. Η δυνατότητα να πάσχει είναι εκείνο που καθιστά δυνατή την αποδοχή μιας μορφής. Η αποδοχή μιας μορφής προϋποθέτει κάτι που είτε δεν έχει ακόμη καθόλου μορφοποιηθεί είτε δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως είτε μπορεί να χωρισθεί από τη μορφή του. Η materia primo prima νοείται ως το απολύτως άμορφο. Αυτό δεν είναι η δύναμη των αγγέλων. Αυτή έχει τη σφραγίδα του πνεύματος στο οποίο ανήκει· είναι νοηματική και είναι ενεργός μέσα στη ζωή στην οποία φανερώνεται. Και η ατομική ουσία του αγγέλου, στην οποία νόημα και δύναμη αλληλοδιεισδύουν, δεν είναι διαλύσιμη· νόημα και δύναμη δεν είναι «συστατικά μέρη» που μπορούν να χωρισθούν μεταξύ τους· γι’ αυτό δεν μπορεί να νοηθεί καμία «αναμόρφωση» της δύναμης με τον τρόπο που αναμορφώνεται ένα κομμάτι κερί.

Εντούτοις είδαμε ότι τα πεπερασμένα πνεύματα δεν είναι πλήρως καθορισμένα μέχρι τέλους. Είναι δεκτικά μιας νέας πληρότητας δύναμης και Είναι που εισρέει σε αυτά. Και ανήκει στην ουσία του προσωπικού πνεύματος να είναι δεκτικό ξένης πληρότητας δύναμης και Είναι, εφόσον δεν περιέχει ήδη εξαρχής μέσα του κάθε πληρότητα —όπως το θείο Πνεύμα. Αυτή η δεκτικότητα είναι «παθητική δύναμη»: εξαρτάται από ξένη ενεργητικότητα. Πρέπει όμως η «ενεργητική» και η «παθητική δύναμη» να έχουν κάτι κοινό. Σε αυτό παραπέμπει ήδη το κοινό όνομα «δύναμη», και μπορεί επίσης να δειχθεί αντικειμενικά. Εκείνο που δέχεται και εκείνο που γίνεται δεκτό αλληλοδιεισδύουν πράγματι μέσα στην αποδοχή, γίνονται ένα, και αυτό είναι δυνατό μόνο όπου υπάρχει κοινότητα ουσίας. Άρα εκείνο που ένας άγγελος μεταδίδει στον άλλον δυνάμει της ενεργού του δύναμης είναι συγγενές προς εκείνο μέσα στο οποίο βρίσκει αποδοχή. Και επιπλέον, στον δεχόμενο άγγελο η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη δεν μπορεί να χωρισθεί από τη δύναμη που είναι έτοιμη για μορφοποίηση και αποδοχή. Διότι είναι η ίδια η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη που, μέσα στην αποδοχή, ανυψώνεται σε ανώτερη και πλουσιότερη ενεργητικότητα.

Εκείνο λοιπόν που χαρακτηρίζουμε ως «δύναμη» των αγγέλων είναι συγχρόνως «ενεργητική» και «παθητική δύναμη». Την ενεργητική τη λογαριάζουμε —όπως και ο Duns Scotus— στη μορφή. Αν θέλουμε —μαζί του— να χαρακτηρίσουμε την παθητική δύναμη ως ύλη, τότε μορφή και ύλη σχηματίζουν εδώ ένα αχώριστο όλο. Αν τον κατανοώ σωστά, αυτή είναι και η γνώμη του Doctor Subtilis, διότι λέει ότι μορφή και ύλη είναι στον ύψιστο βαθμό ένα στους αγγέλους: «Όσο πιο ενεργεία είναι η μορφή, τόσο περισσότερο διεισδύει στο εσώτατο της ύλης και την ενώνει με τον εαυτό της· οι μορφές των αγγέλων και της λογικής ψυχής είναι οι πιο ενεργειακές, γι’ αυτό ενώνουν πλήρως την ύλη με τον εαυτό τους, και δυνάμει της ενοποιητικής τους δύναμης δεν υπόκεινται στην έκταση και δεν έχουν σωματική μορφή...»

Σύμφωνα με αυτά θα μπορούσαμε μαζί με τον άγιο Θωμά να χαρακτηρίσουμε τους αγγέλους ως καθαρά —δηλαδή ασώματα— πνεύματα, αλλά όχι ως καθαρές μορφές, διότι στη συγκρότησή τους ανήκει κάτι που υπόκειται στη μορφοποίηση.

Με την έννοια των προηγούμενων αναπτύξεων, διακρίνουμε ανάμεσα σε εκείνο που είναι η έσχατη βάση της μορφοποίησης και στον φορέα της ουσίας. Η ουσία, ως το όλο από μορφή και ύλη, στέκεται στον εαυτό της· και σε αυτή την ουσία που στέκεται στον εαυτό της —την αριστοτελική πρώτη οὐσία, την οποία σήμερα αρέσκονται να ονομάζουν «αυθύπαρκτη ουσία»— πρέπει να αναδειχθεί κάτι που «φέρει» όλη την πληρότητα της ουσίας, μορφή και ύλη. Τα πνευματικά όντα, εφόσον φέρουν την ουσία τους, τα ονομάζουμε πρόσωπα. Μορφή και ύλη, ενέργεια και αποδοχή έχουν εδώ την ιδιάζουσα διαμόρφωση του προσωπικού Είναι.


Συνεχίζεται με: 7. Το βασίλειο των ουράνιων πνευμάτων και η μεσιτεία τους

ΕΊΝΑΙ ΈΝΑ ΕΥΧΆΡΙΣΤΟ ΑΝΆΓΝΩΣΜΑ, ΈΝΑ ΠΑΡΑΜΎΘΙ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΜΦΑΝΗΣ. ΟΛΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΤΙΣΤΗ ΧΑΡΙΣ.

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ (7)

 Συνέχεια από Τρίτη, 6 Μαίου2014  

 Του A.J. NIJK 

Κοσμικότης και εκκοσμίκευση σαν επιχείρημα του Οικουμενικού στοχασμού. 

8. Ο Ντήτριχ  Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.

 Δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν οι περιπέτειες τής έννοιας τής εκκοσμικεύσεως, και ιδιαιτέρως ο σημαντικός ρόλος που απέκτησε μετά τις αρχές του πενήντα, αυτού του αιώνος, χωρίς να σταθούμε, τουλάχιστον για λίγο, στις σημειώσεις γύρω από «μία ερμηνεία μη-θρησκευτική των βιβλικών εννοιών σ’ έναν κόσμο που έγινε ώριμος» που μας κληροδότησε ο Dietrich Bonhoffer. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνον με εκείνα τα στοιχεία της θεολογικής επαναοριοθέτησης την οποία ανέλαβε ο Μπονόφερ, τα οποία αντιπροσωπεύουν κατά βάθος μια τοποθέτηση στις συζητήσεις για την εκκοσμίκευση και λειτούργησαν μ’ αυτήν την έννοια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του «αντίσταση και παράδοση».
Ο όρος εκκοσμίκευση δεν παίζει σπουδαίο ρόλο στα κείμενα που αναφερθήκαμε. Ο Μπονόφερ είχε χρησιμοποιήσει τον όρο στο ξεκίνημά του, αλλά όχι τόσο συχνά, και μετά από ένα χωρίο τής Ηθικής του, εγκατέλειψε την χρήση του, διότι οι αρνητικοί συνειρμοί που παρήγαγε ο όρος, του φάνηκαν πολύ βαρείς. Στην θέση του βρίσκουμε κατ’ αρχάς, μερικές φορές, τον όρο Αυτονομία και στην συνέχεια κυρίως τον όρο Ενηλικίωση. Μερικές φορές δε, αλλά με μια υποτιμητική έννοια, τον όρο γήινο, εθνικό. Επιπλέον απαντώνται όροι σαν, του κόσμου τούτου, και χωρίς θρησκεία. Δεν πρέπει λοιπόν να περιμένουμε μια ορολογία καθαρά καθορισμένη σ’ αυτές τις σημειώσεις. Η δύναμη αυτών των όρων προέρχεται κυρίως από την αντίθεση με την άλλη κεντρική έννοια που περιέχεται στα γράμματα από την φυλακή, την έννοια της θρησκείας.
Εκπλήσσει η αποδοχή εκ μέρους του Μπονόφερ εκείνης της μορφής της ανθρώπινης υπάρξεως την οποία καταδεικνύει με τους όρους ενηλικίωση και γήινο, εθνικό. Κάτω από αυτήν την άποψη οι σκέψεις του βρίσκονται σε καθαρή αντίθεση με την τάση της «από-κοσμικεύσεως» των χρόνων του 30. Κάτω από αυτήν την άποψη εγκαταλείπει όλα όσα ο οικουμενικός στοχασμός είχε κατακτήσει αξιολογώντας θετικά την εκκοσμικευμένη κοινωνία. Αυτή η αποδοχή είναι εντελώς καινούρια, διότι δεν είναι μια δύσκολη παραχώρηση ή πολύ εύκολη, χωρίς να προηγηθεί ο υπολογισμός όλων των τάσεων. Δεν είναι ούτε συνέχεια μιας ιστορικιστικής αξιολογήσεως, όπως την συναντήσαμε στον Troeltsch, αλλά είναι βασικό μέρος εκείνης της αλλαγής πορείας της θεολογίας, ενός νέου οράματος της πραγματικότητος , το οποίο δεν αρνείται ούτε για ένα λεπτό τον Χριστοκεντρικό του χαρακτήρα: «Αυτό που με κινεί ακατάπαυστα είναι το ερώτημα… ποιος ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;» ! [ πρόκειται για την ουσιαστική σωτηρία της εκκοσμικεύσεως.] Και εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στους στοχασμούς του, γράφει: « Η ώριμη κατάσταση του κόσμου δεν είναι πλέον αιτία πολέμου  ή απολογητικής, αλλά σήμερα κατανοείται καλύτερα από ότι κατανοεί τον εαυτό του, ξεκινώντας δηλαδή από το Ευαγγέλιο, από τον Χριστό». [Δηλαδή επικυρώνει και δικαιώνει τον Διαφωτισμό. Διότι ο Διαφωτισμός όπως τον όρισε και ο Καντ είναι η χειραφέτηση και η ωριμότης του κόσμου. Ενός κόσμου που δεν έχει πλέον την ανάγκη προστασίας του Θεού, αλλά που θα είναι αντιθέτως βοηθός του Θεού, αφού ο Θεός δεν μπορεί να βοηθήσει πλέον τον άνθρωπο, όπως φάνηκε στο Ολοκαύτωμα (Hans Jonas). Γι’ αυτόν τον λόγο έχουμε την ανάγκη ενός νέου Χριστού, τον οποίο καλούμαστε να κατασκευάζουμε, κατανοητό πλέον, τον οποίο δεν θα μισούν οι άνθρωποι, διότι θα είναι εκ του κόσμου τούτου, έναν Θεό αγαπολόγο, ο οποίος δεν θα απαιτεί από τον άνθρωπο μετάνοια και μεταμόρφωση, αλλά θα τον αποδέχεται και θα τον σώζει όπως είναι. Έναν Χριστό αληθινό ΕΓΩ, πρόσωπο, που θα σώζει τα αληθινά εγώ, τα οποία με αυτοπεποίθηση (πρόσωπα) θα στέκονται μπρος του λέγοντάς του «Εγώ είμαι αυτός που είμαι», όπως και εσύ, κατ’ εικόνα σου, έγινα μιμητής σου και σωτήρας του κόσμου].
Τα γράμματα και οι σημειώσεις τού Μπονόφερ φέρουν την αναντίρρητη σφραγίδα τής καταγωγής τους, από μια από εκείνες τις σπάνιες βαθειές εμπειρίες [θανάτου] στις οποίες, πολύ συχνά μέσω μιας βασανιστικής διαδικασίας διαλύσεως και αποσυνθέσεως, αρχίζει να σχηματίζεται μια καινούρια πραγματικότης. Η δυσκολία του Μπονόφερ θα οφείλεται όμως κυρίως στο γεγονός πως υποχρεώθηκα κατά κάποιο τρόπο να εκφράσει αυτή την εμπειρία στην μοναξιά του κελλιού του, με τις λέξεις που είχε από πάντοτε στην διάθεσή του και μέσα στα εννοιολογικά πλαίσια με τα οποία είχε οικειότητα. Είναι φανερό πως βασανίζεται να πει αυτό που έχει να πει: «Δεν μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς χωρίς να αναγνωρίσουμε πως πρέπει να ζήσουμε μέσα στον κόσμο. Και ακριβώς αυτό το αναγνωρίζουμε – μπροστά στον Θεό. Ο ίδιος ο Θεός μας υποχρεώνει να το αναγνωρίσουμε… ο Θεός μας δίνει να γνωρίσουμε, να μάθουμε, πως πρέπει να ζήσουμε σαν άνθρωποι που ξέρουν να τα βγάλουν πέρα με μια ζωή χωρίς Θεό. Ο Θεός που είναι μαζί μας είναι ο Θεός που μας εγκαταλείπει! (Μάρκον, 15, 34! Και τῇ ώρα τῇ ενάτη εβόησεν ο Ιησούς φωνή μεγάλη λέγων: Ελωΐ, Ελωΐ, λαμά σαβαχθανί !, ό εστί μεθερμηνευόμενον, ο θεός μου, ο θεός μου, εις τι με εγκατέλειπες;) [Είναι μια θεολογία μετά τον θάνατο του Θεού τών διανοουμένων]. Μπροστά στον Θεό και με τον Θεό εμείς ζούμε χωρίς Θεό. Ο Θεός αφήνεται να οδηγηθεί έξω από τον κόσμο πάνω στον σταυρό, ο θεός είναι ανίκανος και αδύναμος μέσα στον κόσμο και ακριβώς έτσι και μόνον έτσι είναι μαζί μας και μας βοηθά». Δεν πρέπει να μας εκπλήττει λοιπόν και το αμέσως προηγούμενο χωρίο αυτού του αποσπάσματος όπου ο Μπονόφερ ψιθυρίζει: «Βλέπω το πρόβλημα παρότι δεν είμαι σε θέση να το λύσω, και το οποίο εκφράζει την επιθυμία μιας νέας γλώσσας, μιας γλώσσας που θα κηρύξει την ειρήνη του Θεού με τους ανθρώπους και τον ερχομό της βασιλείας του.
[όπως βλέπουμε ο Γιανναράς θεμελίωσε την νεοθεολογία του σ’ αυτήν την κραυγή από την φυλακή. Ο Μπονόφερ διεκδίκησε την ολοκλήρωση της εκκοσμικεύσεως κατασκευάζοντας έναν εκκοσμικευμένο Χριστό. Αυτό σημαίνει η σημερινή Χριστολογία που κηρύττουν Ζηζιούλας και Γιαγκάζογλου. Φτωχέ Μπονόφερ, φυλακίστηκε στα μπουντρούμια άλλος χριστιανός πριν από σένα; Δύο τέρατα λοιπόν απελευθερώθηκαν από τις φυλακές της Δύσεως. Δύο τέρατα της αποκαλύψεως. Το σαδομαζοχιστικό τέρας της Βαστίλλης και ο εκκοσμικευμένος Χριστός, ο Αντίχριστος του Μπονόφερ. Ένας κοσμικός Χριστός χωρίς Μητέρα, χωρίς Θεοτόκο, πνευματικός, με νέο πατέρα, τον Εωσφόρο. Αυτά τα δύο τέρατα που γεννήθηκαν στα κάτεργα τής τρέλλας της εξουσίας, ενώνονται με το Ορθόδοξο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι και διαλύουν τον Μοναχισμό. Διότι ο κλήρος είχε ήδη διαλυθεί με τον Πάπα. Ας θυμηθούμε την ωριμότητα, το γήινο φρόνημα, και το εθνικό του Μπονόφερ και ας τα παραλληλίσουμε με τον Καραμαζώφ, ο οποίος εγκαταλείπει τον Μοναχισμό και πριν εισέλθει στον κόσμο, γονατίζει και φιλάει το χώμα. Αυτά τα τρία τέρατα καταστρέφουν ήδη την ανθρώπινη ζωή, ο σαδομαζοχισμός της Γαλλικής Επαναστάσεως που έντυσε την πολιτική και γέννησε τον καπιταλισμό, ο Γήινος Χριστός του Μπονόφερ ο οποίος με μια νέα γλώσσα θα εκμαυλίσει τις ψυχές και το υπόγειο υποκείμενο, το οποίο πιστεύει ότι φιλώντας την γη, λυτρώνεται].
Συνεχίζεται

Ο Dietrich Bonhoeffer και ο ενήλικος Χριστιανισμός 1 Του Stefano Fontana


Ο Dietrich Bonhoeffer και ο ενήλικος Χριστιανισμός 1


Του Stefano Fontana


(3ο. Μάθημα της σειράς)

Καλησπέρα, καλησπέρα σε όλους, αγαπητοί φίλοι. Ελπίζω να σας βρίσκω καλά και σας ευχαριστώ που συνδεθήκατε ζωντανά για αυτή την τρίτη συνάντηση, το τρίτο μάθημα της σχολής μας· ευχαριστώ όμως και εκείνους που θα συνδεθούν σε μαγνητοσκόπηση, όταν θα έχουν λίγο χρόνο από την εργασία τους και από τις άλλες τους υποχρεώσεις. Με αυτό το τρίτο μάθημα φθάσαμε στη μέση της πορείας μας. Αρχίσαμε με ένα μάθημα θεμελίωσης, μύησης· έπειτα εξετάσαμε τον πρώτο μεγάλο προτεστάντη θεολόγο, τον Karl Barth, και τώρα μιλούμε για μια πολύ ιδιαίτερη μορφή, τον Dietrich Bonhoeffer.

Ο τίτλος που είχα δώσει τότε σε αυτό το μάθημα, Dietrich Bonhoeffer και ο ενήλικος χριστιανισμός, είναι σωστός· ίσως όμως δεν αποδίδει μέχρι τέλους τη ριζικότητα της σκέψης του. Ξανασκεπτόμενος το θέμα, ίσως θα μπορούσα και θα έπρεπε να το είχα τιτλοφορήσει: Dietrich Bonhoeffer και ο μεταθρησκευτικός χριστιανισμός. Θα εξηγήσουμε γιατί αυτή η έκφραση, «μεταθρησκευτικός χριστιανισμός»· σας προαναγγέλλω πάντως ότι, κατά τη γνώμη μου, θα απέδιδε ίσως καλύτερα τη μεγάλη καινοτομία, τη μεγάλη επίδραση που είχε η σκέψη αυτού του θεολόγου, και όχι μόνο για την προτεσταντική θεολογία, η οποία εδώ μας ενδιαφέρει λιγότερο τελικά, διότι η δική μας οπτική είναι εκείνη της χριστιανικής φιλοσοφίας στην καθολική της εκδοχή, αλλά και για την επιρροή στον καθολικισμό.

Αγαπητοί φίλοι, θα ένιωθα πραγματικά να πω ότι ανάμεσα στους προτεστάντες θεολόγους που εξετάσαμε εν μέρει και που θα εξετάσουμε απόψε και στα επόμενα μαθήματα, εκείνος που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή απέναντι στην καθολική θεολογία και στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας μου φαίνεται πως ήταν ο Bonhoeffer. Τόσο αληθινό είναι αυτό, ώστε απόψε ετοίμασα, όπως συνήθως, ορισμένες διαφάνειες και θα αφιερώσω την τελευταία διαφάνεια στο να παρουσιάσω και να απαριθμήσω ορισμένα σημεία στα οποία ο Bonhoeffer είναι επιδραστικός, δηλαδή ορισμένες στάσεις, τρόπους σκέψης, τρόπους πράξης της Καθολικής Εκκλησίας, της Καθολικής Εκκλησίας σήμερα, που κατά τη γνώμη μου δείχνουν την επιρροή της προτεσταντικής σκέψης του Bonhoeffer. Επομένως το μάθημα είναι πολύ σημαντικό ακριβώς για να εμβαθύνουμε αυτό το θέμα της μεγάλης επιρροής της προτεσταντικής σκέψης πάνω στην Καθολική Εκκλησία· φυσικά επιρροής με την έννοια ότι εμποδίζει μια σωστή τοποθέτηση της σχέσης φιλοσοφίας και θεολογίας.

Στο εξώφυλλο που ετοίμασα, εκτός από τον τίτλο και εκτός από την ημερομηνία γέννησης και θανάτου του Bonhoeffer, 1906-1945 —καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ο Bonhoeffer πέθανε στα 39 του χρόνια, πολύ νέος—, τον βρίσκετε μαζί με άλλους νέους της ενορίας όπου άσκησε ποιμαντική δραστηριότητα, της οποίας υπήρξε πάστορας σε περισσότερους από έναν τόπους. Σπούδασε θεολογία, θεωρούνταν ο κύριος κληρονόμος της προοπτικής του Karl Barth, ακόμη κι αν, όπως θα πούμε, από μια πλευρά είναι 100% Barthιανός, από μια άλλη πλευρά όμως απομακρύνεται από αυτόν· αλλά το πιο γνωστό γεγονός της ύπαρξής του είναι ότι, ενώ έπρεπε να μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής για να ακολουθήσει εκεί ως πάστορας μια κοινότητα της γερμανικής λουθηρανικής Ομολογούσας Εκκλησίας, μόλις έφθασε στις Ηνωμένες Πολιτείες, εισέβαλε στη ζωή του η είδηση της έκρηξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόλις πάτησε το πόδι του στο αμερικανικό έδαφος, πήρε λοιπόν μια απόφαση, την απόφαση να επιστρέψει στη Γερμανία για να μη βρίσκεται μακριά από τον λαό του, από τους δικούς του, σε μια στιγμή που προδιαγραφόταν τρομερή. Επέστρεψε λοιπόν στη Γερμανία και εκεί δεν περιορίστηκε στο να συνεχίσει την προηγούμενη ζωή του, αλλά αποφάσισε να στρατευθεί εναντίον του ναζισμού, που ήταν πλέον σταθερά στην εξουσία, ακόμη και με τα όπλα στο χέρι, καθόσον συμμετείχε, έλαβε μέρος σε μια συνωμοσία για τη δολοφονία του Hitler, η οποία απέτυχε· γι’ αυτό φυλακίστηκε, όπου έμεινε περισσότερο από έναν χρόνο, έως ότου το 1945 εκτελέστηκε.

Επομένως πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή, η οποία προκάλεσε και ένα είδος έλξης σε πολλούς. Το κύριο έργο του, από το οποίο θα αντλήσουμε και το μεγαλύτερο μέρος των παραθεμάτων αυτού του μαθήματος, δημοσιεύθηκε έπειτα μεταθανάτια με τον τίτλο Αντίσταση και Παράδοση. Πρόκειται για την αλληλογραφία του κατά τη διάρκεια της φυλακής, αλληλογραφία με τους γονείς του, αλληλογραφία με τη μνηστή του και κυρίως αλληλογραφία με έναν στενό του φίλο. Ακριβώς στις επιστολές προς αυτόν τον φίλο εξέφρασε τις κύριες θεολογικές του ιδέες.

Από την ανάγνωση του έργου Αντίσταση και Παράδοση βλέπει κανείς έναν άνθρωπο βαθιάς πνευματικότητας, μεγάλης ηθικής και θρησκευτικής ακεραιότητας από προτεσταντική άποψη, έναν άνθρωπο με τον τρόπο του ερωτευμένο με τον Χριστό· βλέπει όμως και μια θεολογική τοποθέτηση μη αποδεκτή. Φυσικά μη αποδεκτή από καθολική άποψη και από την άποψη της χριστιανικής φιλοσοφίας, η οποία γνωρίζουμε ότι είναι μια τοποθέτηση της σχέσης πίστης-λόγου με σαφώς καθολική σφραγίδα και απολύτως μακριά ή αντίθετη προς μια προτεσταντική τοποθέτηση. Επομένως, από τη μία πλευρά έχουμε την εμπειρία μιας ειλικρινούς, βαθιάς και ευαίσθητης προσωπικότητας από πολλές απόψεις, και από την άλλη όμως έχουμε ένα πιστευόμενο περιεχόμενο, το περιεχόμενο της πίστης του, άρα τη θεολογία του, που πρέπει να απορριφθεί και που, κατά τη γνώμη μας, κατά τη γνώμη μου, υπήρξε τελικά επιβλαβές.

Η πίστη, όπως είπα, είναι η fides qua και η fides quae. Η fides qua σημαίνει την πράξη πίστης του πιστού, επομένως είναι η υποκειμενική διάσταση της πίστης. Η άλλη συνιστώσα, η fides quae, σημαίνει το πιστευόμενο περιεχόμενο· και σε αυτή τη δεύτερη πλευρά, ακόμη κι αν στην πρώτη μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι ο Bonhoeffer είχε καλή πίστη, ως προς την πλευρά του περιεχομένου η θεολογική του τοποθέτηση δεν είναι αποδεκτή, είναι ψευδής θεολογία.

Επομένως μπορεί κανείς να σέβεται το πρόσωπο και να καταδικάζει την ψευδή θεολογία. Ας αρχίσουμε λοιπόν, με τη βοήθεια πάντοτε της Esther, την οποία ευχαριστώ, με τη διαφάνεια αριθμός δύο, την πραγματεία των περιεχομένων της σκέψης του Bonhoeffer. Πρέπει να αρχίσουμε με το ποιο ήταν το θεολογικό του πρόβλημα, δηλαδή το ζήτημα που θεωρούσε θεμελιώδες και στο οποίο ήθελε να δώσει μια απάντηση.

Παραθέτω, όπως βλέπετε, από το Αντίσταση και Παράδοση. Βαδίζουμε προς έναν εντελώς μη θρησκευτικό χρόνο. Οι άνθρωποι, έτσι όπως πλέον είναι, απλώς δεν μπορούν πια να είναι θρησκευτικοί.
Προσοχή: δεν μπορούν πια να είναι θρησκευτικοί, δηλαδή είναι αδύνατο να είναι κανείς θρησκευτικός. Αν στο τέλος ακόμη και τη δυτική μορφή του χριστιανισμού θα έπρεπε να την κρίνουμε μόνο ως ένα προηγούμενο στάδιο σε σχέση με μια ολική μη θρησκευτικότητα, ποια κατάσταση θα προέκυπτε για εμάς, για την Εκκλησία; Πώς μπορεί ο Χριστός να γίνει Κύριος και των μη θρησκευτικών ανθρώπων; Τι είναι λοιπόν ένας μη θρησκευτικός χριστιανισμός; Καταλαβαίνετε γιατί προηγουμένως είπα ότι ίσως θα μπορούσα να είχα τιτλοφορήσει αυτό το μάθημα Dietrich Bonhoeffer και ο μη θρησκευτικός χριστιανισμός.

Εδώ λοιπόν ο δικός μας κάνει μια αξιολόγηση του καιρού του και υποστηρίζει ότι είναι ένας χρόνος δομικά, όχι περιστασιακά, δομικά μη θρησκευτικός. Όποιος ζει αυτόν τον χρόνο δεν μπορεί πλέον να έχει θρησκευτικό πνεύμα· και επεκτείνει τον λόγο σε όλον τον χριστιανισμό έτσι όπως αναπτύχθηκε στη Δύση και τον σκέπτεται ως ένα προηγούμενο στάδιο που θα ξεπεραστεί, που θα ακυρωθεί από μια κατάσταση μη θρησκευτικότητας, η οποία θα επιβληθεί ίσως λίγο πολύ βαθμιαία, αλλά από την οποία δεν υπάρχει διέξοδος. Να λοιπόν το πρόβλημά του.

Τι θα πρέπει να κάνει τότε; Τι θα έπρεπε να κάνουμε εμείς οι χριστιανοί τότε; Τι θα πρέπει να κάνει η Εκκλησία; Εδώ η Εκκλησία είναι προφανώς η Καθολική Εκκλησία, η Ρωμαϊκή Εκκλησία, έτσι; Εκείνος ονόμαζε Εκκλησία και τη γερμανική προτεσταντική Εκκλησία, την Ομολογούσα Εκκλησία, εκείνη που —παρένθεση— είχε στηρίξει την Εκκλησία στην εξουσία του Hitler· επομένως εδώ η Καθολική Εκκλησία. Τότε γεννιέται αυτό το καθήκον, δηλαδή ο Χριστός θα πρέπει τότε να μιλήσει και στους μη θρησκευτικούς ανθρώπους, διότι είναι Κύριος και των μη θρησκευτικών· αλλά τότε εμείς θα έπρεπε να σκεφθούμε έναν μη θρησκευτικό χριστιανισμό. Προσοχή: «μη θρησκευτικός», όπως θα πούμε σε λίγο, δεν σημαίνει άθεος για τον Bonhoeffer· αντιθέτως, ένας μη θρησκευτικός χριστιανισμός για εκείνον, όπως θα πούμε, θα είναι περισσότερο χριστιανισμός από έναν θρησκευτικό χριστιανισμό.

Να λοιπόν, κάνω αμέσως μια παρατήρηση, αφού διάβασα αυτή την αξιολόγηση του παρόντος χρόνου, της παρούσας εποχής, από τον Bonhoeffer. Εκείνος παίρνει αυτή την κατάσταση, την αναλαμβάνει, δεν αναρωτιέται αν είναι σωστή ή λανθασμένη, την αναλαμβάνει και ξεκινά από αυτή την κατάσταση για να ξαναδιαβάσει τον χριστιανισμό. Εφόσον η κατάσταση είναι μη θρησκευτικότητας, ξεκινώντας για να ξαναδιαβάσει τον χριστιανισμό από μια κατάσταση μη θρησκευτικότητας, δηλαδή αναλαμβάνοντας ως οπτική γωνία και ως κριτήριο τη μη θρησκευτικότητα, θα καταλήξει σε μια νέα θεώρηση του χριστιανισμού, ενός μη θρησκευτικού χριστιανισμού.

Όμως αυτή η διαδικασία σας φαίνεται σωστή; Είναι λανθασμένη, διότι ξεκινά από μια κατάσταση, ας την ονομάσουμε κοινωνιολογική, και έπειτα αναθέτει σε αυτή την κοινωνιολογική κατάσταση το καθήκον να ξανασκεφθεί, να επαναδιατυπώσει μια ανάγνωση του χριστιανισμού. Αλλά με αυτόν τον τρόπο πέφτει στον υπαρξιστικό ιστορικισμό, ας τον ονομάσουμε έτσι, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει πάντοτε να ξεκινά κανείς από την ιστορική κατάσταση στην οποία βρίσκεται και από εκεί να διαβάζει, να ξαναδιαβάζει την πίστη, και όχι το αντίστροφο. Προφανώς, επειδή ήταν προτεστάντης, μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του αυτή την πορεία, η οποία όμως δεν είναι δυνατή για τον καθολικό, διότι ο καθολικός ξεκινά από την αποστολική πίστη· ενώ ο προτεστάντης δεν έχει την αποστολική πίστη, διότι δεν έχει τους αποστόλους, και δεν έχει την Εκκλησία, και δεν έχει το Ματζιστέριο, και δεν έχει την Παράδοση.

Άρα για έναν καθολικό, κατά τη γνώμη μου, είναι λανθασμένο να ξεκινά από την κατάσταση και να ξαναδιαβάζει την παράδοση, έτσι; Η κατάσταση πρέπει να διαβάζεται υπό το φως της παράδοσης· αλλά για τον προτεστάντη, που δεν έχει αποστολική πίστη και δεν έχει παράδοση, αυτό γίνεται δυνατό. Να λοιπόν, αυτό για να πούμε ότι ήδη από την αρχή η προτεσταντική προσέγγιση είναι μια λανθασμένη προσέγγιση. Ας δούμε, για να εμβαθύνουμε ακόμη περισσότερο, τη διαφάνεια αριθμός 3. Φυσικά ένας μη θρησκευτικός κόσμος ονομάζεται από τον Bonhoeffer ενήλικος κόσμος.
Θα θυμάστε ότι ο πρώτος που μίλησε για τον άνθρωπο που έγινε ενήλικος —ενήλικος σημαίνει ώριμος, έτσι;— ήταν ο Kant, ο οποίος στο μικρό έργο Τι είναι Διαφωτισμός; είχε δώσει αυτή την απάντηση. Ο Διαφωτισμός είναι ο άνθρωπος που έγινε ενήλικος· δηλαδή ο άνθρωπος, έλεγε εκείνος, έχει την επιθυμία να γνωρίσει, έχει το θάρρος —ακόμη καλύτερα— να γνωρίσει. Φυσικά ο Kant με τον «ενήλικο άνθρωπο» εννοούσε τον άνθρωπο που εμπιστεύεται μόνο τον λόγο, και μάλιστα τον διαφωτιστικό λόγο, τον λόγο κατά Kant, έτσι; Άρα και μια θρησκεία λανθασμένη ως τοποθέτηση.

Πάντως, έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται μόνο τον λόγο και όχι πλέον την Εκκλησία, τα δόγματα, τις εντολές, τον εκκλησιαστικό νόμο κ.λπ. Επομένως ήδη στον Kant υπήρχε ουσιαστικά ένας άνθρωπος που χώριζε την πίστη από τον λόγο. Αλλά ο Kant ήθελε, κάνοντας αυτό, ο άνθρωπος να ταυτίσει τις απαιτήσεις της πίστης με εκείνες της ηθικής.
Θα δούμε αν και ο δικός μας Bonhoeffer έχει αυτή τη γνώμη. Στο μεταξύ ας έχουμε υπ’ όψιν ότι δεν είναι δική του η ιδέα του ανθρώπου που έγινε ενήλικος. Για τον Bonhoeffer ο άνθρωπος που έγινε ενήλικος είναι εκείνος που καταλαβαίνει ότι ο κόσμος προχωρά σαν να μην υπήρχε ο Θεός, ακόμη κι αν ο Θεός δεν υπήρχε.

Γιατί; Επειδή είναι ενήλικος, δεν έχει πλέον ανάγκη από τον Θεό για να εφαρμόσει τις δικές του λογικές, για να φθάσει στους δικούς του στόχους, εν ολίγοις, για να είναι ο εαυτός του. Διαβάζω: Στα ζητήματα που αφορούν την επιστήμη, την τέχνη, την ηθική, αυτό έχει γίνει ένα αυτονόητο γεγονός, το οποίο πρακτικά δεν τολμά κανείς πλέον να θέσει υπό αμφισβήτηση, δηλαδή ότι ο κόσμος έχει γίνει ενήλικος.
Αλλά εδώ και περίπου εκατό χρόνια αυτό ισχύει σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό και για τα θρησκευτικά ζητήματα. Διαπιστώθηκε ότι όλα λειτουργούν και χωρίς Θεό, και όχι λιγότερο καλά από πριν. Ο κόσμος, ο οποίος έχει φθάσει στη συνείδηση του εαυτού του και των νόμων που ρυθμίζουν τη ζωή του, είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, ώστε αυτό μας φαίνεται ανησυχητικό, διότι θέτει τον Θεό στο περιθώριο.

Και τι θα συμβεί όταν και τα έσχατα ζητήματα, ο θάνατος, η ενοχή, βρουν απάντηση χωρίς τον Θεό; Λοιπόν, επιστήμη, τέχνη, ηθική· τι σημαίνει εδώ; Σημαίνει ότι η επιστήμη προχωρά στις ανακαλύψεις της είτε ο επιστήμονας πιστεύει ότι ο Θεός υπάρχει είτε ο επιστήμονας πιστεύει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Η επιστημονική διαδικασία παραμένει η ίδια, η επιστημονική ανακάλυψη παραμένει η ίδια. Η τέχνη.
Υπάρχει μια θεώρηση του ωραίου, η οποία είναι επίσης εμπνευσμένη από τη Βίβλο, από την παράδοση, από τον χριστιανισμό· αλλά υπάρχει και μια σύλληψη του ωραίου που είναι επίσης αυτόνομη από όλα αυτά. Το ωραίο, λέει, υπογραμμίζει εδώ, κάνει να καταλάβουμε εδώ ο Bonhoeffer, η τέχνη και το ωραίο δεν συνδέονται με τον Θεό, έχουν μια πλήρη αυτονομία. Η ηθική.
Οι αρχές της ηθικής, εκείνες που μας παρουσιάζει ο πρακτικός λόγος, δεν απαιτούν αναγκαστικά την αναφορά στον Θεό. Αυτό το είχε διευκρινίσει από προτεσταντική άποψη και ο Kant, από τη δική του οπτική, υποστηρίζοντας ότι η ηθικότητα είναι ένα γεγονός της ανθρώπινης νοημοσύνης και επομένως, ας πούμε έτσι, δεν έχει ανάγκη να αποδείξει επιστημονικά και ορθολογικά την ύπαρξη του Θεού, τα προοίμια από εδώ ή τα προοίμια από εκεί. Είναι σαφές ότι εδώ ο Bonhoeffer δεν λέει κάτι σωστό.


Η επιστήμη, η τέχνη και κυρίως η ηθική έχουν βεβαίως τη νόμιμη αυτονομία τους, αλλά όχι μια πλήρη δική τους απολυτότητα που θα μπορούσε να τους επιτρέψει να συγκροτηθούν χωρίς καμία αναφορά στον Θεό. Αυτή είναι μια τονισμένη, υπερβολική θεώρηση της αυτονομίας του κόσμου. Και ακόμη, ότι όλα στον κόσμο λειτουργούν και χωρίς Θεό και όχι λιγότερο καλά από πριν, και αυτό είναι μια ακραία θεώρηση, υπερβολικά μονόπλευρη, στερημένη από κοινή λογική.

Βλέπουμε πως όλα τα ζητήματα της ζωής του ανθρώπου, κοινωνικά, οικονομικά, η ανάπτυξη, η δικαιοσύνη, η αδικία, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα, είναι ζητήματα που είναι άλυτα χωρίς την αναφορά στον Θεό. Βεβαίως, υπάρχουν νόμοι στον κόσμο· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κόσμος μπορεί να πει πως είναι σε θέση να τα καταφέρει χωρίς τον Θεό. Αυτό ισχύει ιδίως για τα έσχατα ζητήματα.
Αναφέρομαι στις τελευταίες δύο γραμμές της διαφάνειας, για παράδειγμα στον θάνατο ή στην ενοχή. Ο θάνατος ή η ενοχή έχουν βεβαίως και μια καθαρά κοσμική διάσταση· μπορούμε όμως να πούμε ότι και αυτά τα πράγματα θα βρουν απάντηση χωρίς τον Θεό; Το ζήτημα είναι τουλάχιστον προβληματικό, και μάλιστα πολύ προβληματικό.
Πάντως ας αναλάβουμε αυτή τη θεώρηση του Bonhoeffer για τον ενήλικο κόσμο ως εκείνη ενός κόσμου ο οποίος, κατά τη γνώμη του, έχει αποκτήσει μια ωριμότητα, μια αυτοσυνειδησία, έχει γίνει ενήλικος, δεν έχει πλέον ανάγκη από κηδεμονίες, δεν έχει πλέον ανάγκη από έναν φίλο, είναι ικανός να τα καταφέρει μόνος του. Σε αυτή τη διαφάνεια διαβάσαμε λοιπόν μια διευκρίνιση και μια εμβάθυνση όσων είχαν ήδη προαναγγελθεί στην προηγούμενη, διότι ένας κόσμος που έγινε ενήλικος είναι ένας μη θρησκευτικός κόσμος.

Στην τέταρτη διαφάνεια βρίσκουμε μία από τις πιο διάσημες φράσεις του θεολόγου μας. Κόσμος που έγινε ενήλικος σημαίνει ένας κόσμος etsi Deus non daretur, σαν να μην υπήρχε ο Θεός, σαν να μη δινόταν ο Θεός, δηλαδή ένας κόσμος χωρίς Θεό, ένας μη θρησκευτικός κόσμος. Ακόμη κι αν θέλουμε να ζούμε στον κόσμο etsi Deus non daretur.
Το ότι γινόμαστε ενήλικοι —μας μιλά για τους χριστιανούς— μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε με πιο αληθινό τρόπο την κατάστασή μας ενώπιον του Θεού. Να, αυτό είναι ενδιαφέρον σημείο που είχα ήδη σημειώσει προηγουμένως, αλλά επιστρέφω σε αυτό. Η νέα κατάσταση ενός κόσμου που δεν είναι πλέον θρησκευτικός, ενός ενήλικου κόσμου, προσοχή, μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε με πιο αληθινό τρόπο την κατάστασή μας ενώπιον του Θεού. Δηλαδή μας κάνει να καταλάβουμε καλύτερα τι πρέπει να κάνουμε ως χριστιανοί και τι είμαστε ως χριστιανοί.
Ο κόσμος που έγινε ενήλικος είναι μια οπτική γωνία που ξανασκέφτεται τον χριστιανισμό, τον ξαναθεωρεί, τον αναθεωρεί και μας λέει ότι ο χριστιανισμός όπως τον ζήσαμε έως τώρα είναι ένας λανθασμένος χριστιανισμός, διότι δεν αντιστοιχούσε στην αληθινή μας κατάσταση ενώπιον του Θεού. Και ποια είναι αυτή η κατάσταση ενώπιον του Θεού, η κατάσταση του χριστιανού που τώρα μας αποκαλύπτει ο ενήλικος κόσμος; Να ζούμε ως πρόσωπα που χωρίς Θεό αντιμετωπίζουν τη ζωή. Ο χριστιανός πρέπει να αντιμετωπίζει τη ζωή, να ζει, με άλλα λόγια, να ζει χωρίς Θεό.
Ο Θεός που είναι μαζί μας είναι ο Θεός που μας εγκαταλείπει. Η παραπομπή που βρίσκετε σε παρένθεση από τον Μάρκο είναι όταν ο Χριστός από το ύψος του σταυρού λέει: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες; Σε εκείνη τη φράση ο Bonhoeffer βλέπει τον Θεό που εγκαταλείπει, τον Θεό που εγκαταλείπει τους χριστιανούς στον κόσμο, που τους εγκαταλείπει στον κόσμο.

Συνεχίζω: ο Θεός που μας κάνει να ζούμε στον κόσμο χωρίς την υπόθεση εργασίας «Θεός». Για τον χριστιανό ο Θεός θα έπρεπε να είναι μια υπόθεση εργασίας, έτσι; Το να κάνει το θέλημα του Θεού, να έχει πάντοτε παρόντα τον Θεό ως φόντο όλων των στιγμών και των πεδίων της ζωής του θα έπρεπε να είναι ο σκοπός του χριστιανού. Αλλά αυτό είναι ακριβώς εκείνο που ο Bonhoeffer θέλει αντίθετα να εξαλείψει, δηλαδή να εξαλείψει τον Θεό ως υπόθεση εργασίας.

Ο Θεός που μας κάνει να ζούμε στον κόσμο χωρίς την υπόθεση εργασίας «Θεός» είναι ο Θεός ενώπιον του οποίου βρισκόμαστε μόνιμα. Δεν είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, κατά τη γνώμη του, αποσπώμαστε από τον Θεό· αλλά μη εργαζόμενοι πλέον με τον Θεό ως υπόθεση εργασίας, δηλαδή μη εργαζόμενοι πλέον μέσα σε μια θρησκευτική προοπτική και επιλέγοντας απλώς να ζούμε ως άνθρωποι και όχι ως χριστιανοί, ας τους ονομάσουμε έτσι, με θρησκευτική έννοια, εκεί βρισκόμαστε μόνιμα ενώπιόν Του. Επομένως η ιδέα του είναι ότι ο άνθρωπος δεν βρίσκεται ενώπιον του Θεού όταν κάνει πράξεις ευσέβειας, τη λειτουργία, τις προσευχές, δηλαδή όταν αναλαμβάνει θρησκευτικά κριτήρια, αλλά είναι κυριολεκτικά και μόνιμα ενώπιον του Θεού όταν ζει μέσα στον κόσμο ως καθαρά και πλήρως κοσμικό ον, όπως όλοι οι άλλοι. Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 5· βλέπετε ότι πρόκειται για απαιτητικές και επίσης πολύ ριζικές θέσεις.
Οι σύντομες φράσεις που τώρα σας διαβάζω είναι παρμένες από ένα μικρό βιβλίο του Paul Ricoeur, ο οποίος είναι προτεστάντης φιλόσοφος, υπήρξε μαθητής του Emmanuel Mounier, τα έργα του αφορούσαν πολύ την ερμηνευτική, και έγραψε ένα πολύ σύντομο βιβλιαράκι με τον εξής τίτλο —τον βλέπετε εκεί κάτω στη διαφάνεια—: Η μη θρησκευτική ερμηνεία του χριστιανισμού. Να λοιπόν, έτσι βλέπει εκείνος τη σκέψη του Bonhoeffer. Μου φαίνονται καλές συνθέσεις και γι’ αυτό σας τις προτείνω.

Ο τίτλος που τις συνοψίζει είναι: Η πίστη χωρίς τον νόμο. Για τον καθολικό δεν υπάρχει πίστη χωρίς τον νόμο· για τον καθολικό δεν υπάρχει η πράξη πίστης χωρίς τον νόμο της Εκκλησίας, δηλαδή τα δόγματα, τη λειτουργία, τα μυστήρια και την ίδια την Εκκλησία με τη νομική, κανονική της δομή, διότι η Εκκλησία είναι σώμα για τον καθολικό, είναι κοινωνία, η τέλεια κοινωνία των χριστιανών, όπως έλεγε η Κατήχηση του Αγίου Πίου Ι΄. Δεν είναι πνευματικό γεγονός, ή καλύτερα, δεν είναι μόνο πνευματικό γεγονός· είναι ιστορικό γεγονός. Η Εκκλησία έχει και κανονικό δίκαιο, άλλο πράγμα από τον νόμο· έχει τις εντολές, έχει έπειτα τα δόγματα, που είναι οι νόμοι της θεολογικά ορθής σκέψης.

Αντιθέτως, για την προοπτική του Bonhoeffer η πίστη πρέπει να είναι χωρίς τον νόμο. Πώς να ξαναβρούμε μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο τη δυνατότητα μιας μη θρησκευτικής ερμηνείας; Αυτό, κατά τον Ricoeur —και έχει δίκιο— ήταν ο στόχος του Bonhoeffer. Δηλαδή πρέπει το ίδιο το Ευαγγέλιο, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός, να μας πει ότι πρέπει να ζούμε με μη θρησκευτικό τρόπο.

Αυτός ήταν ο στόχος. Δεν έπρεπε να είναι κάποια άλλη πηγή, αλλά εκείνη η ίδια πηγή που επί χιλιετίες είχε ερμηνευθεί σαν να μας έλεγε να ζούμε με θρησκευτικό τρόπο· εκείνη η ίδια πηγή πρέπει τώρα να επανερμηνευθεί, ώστε να την κάνουμε να λέει ότι πρέπει να ζούμε με μη θρησκευτικό τρόπο. Καταλαβαίνετε τη ριζικότητα της επανεξέτασης που προτείνει ο Bonhoeffer.
Έπειτα λέει ακόμη ο Ricoeur: εκείνο που προσπάθησε να κάνει ο Bonhoeffer είναι να σκεφθεί θεολογικά τη μη θρησκεία, τη μεταθρησκευτική εποχή· και αυτό το έχουμε ήδη δει. Έπειτα λέει επίσης: αν η πίστη δεν είναι μια θρησκεία, αν δεν είναι η θρησκεία, τότε πρέπει να γίνει ένα δεύτερο βήμα. Το αληθινό κήρυγμα είναι το κήρυγμα προς τον μη θρησκευτικό άνθρωπο και όχι προς τον θρησκευτικό άνθρωπο.

Ο δεύτερος δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Είναι το κήρυγμα προς τον μη θρησκευτικό άνθρωπο και όχι προς τον θρησκευτικό άνθρωπο. Σύνοψη: η θρησκεία δεν είναι η συνθήκη της πίστης.

Εδώ υπάρχει η vexata quaestio: ο χριστιανισμός είναι θρησκεία ή όχι; Διότι υπάρχουν και καθολικοί, ακόμη και καθολικοί που έχουν ορθόδοξη σκέψη, οι οποίοι λένε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Αλλά ο λόγος για τον οποίο το λένε ορισμένοι, και ο λόγος για τον οποίο το λέει ο Bonhoeffer, είναι διαφορετικός. Άρα μπορεί κανείς να πει ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, αν ονομάζει θρησκεία εκείνο που γεννιέται μόνο από τον άνθρωπο, όπως οι θρησκείες του μύθου.

Τότε, με αυτή την έννοια, ο χριστιανισμός, που γεννιέται από τον Θεό, δεν είναι θρησκεία. Πρέπει όμως να το διευκρινίσουμε, αλλιώς δημιουργείται σύγχυση. Αν αντιθέτως λέμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, γιατί; Επειδή ανάγεται σε ηθική ή ανάγεται σε μια συμπεριφορά μέσα στον κόσμο που έγινε ενήλικος.
Επομένως, δεν είναι θρησκεία επειδή δεν απαιτεί τα δόγματα, δεν απαιτεί έναν νόμο, δεν απαιτεί την Εκκλησία; Τότε όχι. Τότε πρέπει να επαναλάβουμε ότι ο χριστιανισμός είναι θρησκεία. Να γιατί ο καθολικός δεν μπορεί ποτέ να πει ότι η θρησκεία δεν είναι η συνθήκη της πίστης.
Γιατί; Διότι για τον καθολικό η πίστη είναι θρησκεία, διότι είναι και Εκκλησία, είναι και το να ανήκει κανείς σε μια κοινότητα, είναι και το να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε μια ιεραρχικά διατεταγμένη κοινότητα, είναι και το να αναγνωρίζει μια δογματική, μια παρακαταθήκη της πίστης που υπερβαίνει τους χρόνους κ.λπ. Επομένως είναι θρησκεία. Στην αντιπαράθεση πίστης και θρησκείας, συγγνώμη, πίστης και νόμου, βλέπουμε όλη την τυπικότητα του προτεσταντισμού.

Πάμε στη διαφάνεια αριθμός 6, διότι τώρα πρόκειται να σας δείξω σύντομα από ποια ανάγνωση των Ευαγγελίων από τον Bonhoeffer γεννιέται αυτή η ιδέα ότι ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Σας φέρνω εδώ παραδείγματα παρμένα από τις σελίδες 500 και 501 του βιβλίου του Αντίσταση και Παράδοση. Για παράδειγμα, όπως ήδη είπαμε πριν, όταν ο Ιησούς λέει από τον σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», εδώ ο Bonhoeffer διαβάζει αυτό το χωρίο σαν ο κόσμος να έπρεπε να είναι χωρίς Θεό, για χάρη του Θεού, σαν ο Θεός να ήθελε ο κόσμος να είναι ένας κόσμος χωρίς Θεό.
Μου φαίνεται πολύ βεβιασμένη αυτή η ερμηνεία. Ή, όταν λέγεται «ο αμνός του Θεού που αίρει τις αμαρτίες του κόσμου». Ο Θεός, λοιπόν, ο οποίος εν Χριστώ έγινε κόσμος, δηλαδή εκκοσμικεύθηκε, εξομοιώθηκε με τον κόσμο χωρίς να τον καταδικάζει, χωρίς να κάνει μια θρησκευτική πρόταση, αλλά αφήνοντάς τον κόσμο.
Ή ο Χριστός που κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους αμαρτωλούς· αλλά οι αμαρτωλοί ζουν μια μη θρησκευτική ζωή. Ή ότι δέχεται τα παιδιά· αλλά τα παιδιά, λόγω της ηλικίας τους, δεν διάγουν θρησκευτική ζωή. Όταν θεραπεύει τους αρρώστους, χωρίς να τους ρωτά αν πιστεύουν ή δεν πιστεύουν.
Όταν οι ποιμένες και οι μάγοι φθάνουν στη Βηθλεέμ, αλλά όχι σε αναζήτηση μιας θρησκευτικής σωτηρίας, απλώς επειδή είχαν ελκυσθεί από το άστρο και φθάνουν έτσι όπως είναι, χωρίς να παρουσιάζονται ως μετανοημένοι αμαρτωλοί. Ο εκατόνταρχος δεν κάνει ομολογίες πίστης, αλλά παρ’ όλα αυτά προβάλλεται ως παράδειγμα από τον Ιησού. Και έπειτα, γενικά, ότι ο Ιησούς κηρύττει τόσο στους δικαίους όσο και στους αδίκους.

Κατά τον Bonhoeffer —αλλά κατά τη γνώμη μου καθένα από αυτά τα χωρία ερμηνεύεται με τρόπο βεβιασμένο και μη αποδεκτό—, κατά τον Bonhoeffer όλα αυτά τα παραδείγματα θα αποδείκνυαν ότι στο Ευαγγέλιο δεν υπάρχει κανένα ίχνος μιας θρησκευτικής μεθοδικής. Δηλαδή καμία ένδειξη ορισμένων θρησκευτικών πραγμάτων, θρησκευτικών συμπεριφορών, θρησκευτικών πράξεων, που ο άνθρωπος θα έπρεπε να κάνει για να σωθεί. Επομένως, λέει εδώ ο Bonhoeffer, εδώ δηλώνεται η αδυναμία του Θεού, δηλαδή ο Θεός που αφήνει τον κόσμο στον εαυτό του.

Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 7, να τη. Η αδυναμία του Θεού συνδέεται έπειτα, στη σκέψη του Bonhoeffer, με τον πόνο του Θεού. Ο πόνος είναι μια μορφή αδυναμίας, διότι ο πάσχων βρίσκεται σε μια ανεπαρκή κατάσταση, η οποία προκαλεί τον πόνο, χωρίς να έχει τη δυνατότητα —να η κατάσταση του πόνου.

Ας διαβάσουμε και εδώ αυτό το σημαντικό χωρίο από το Αντίσταση και Παράδοση. Το να είναι κανείς χριστιανός δεν σημαίνει να είναι θρησκευτικός με έναν ορισμένο τρόπο, έννοια που ήδη είδαμε. Δεν σημαίνει να κάνει κάτι από τον εαυτό του, έναν αμαρτωλό, έναν μετανοούντα, έναν άγιο, βάσει μιας ορισμένης μεθοδικής, δηλαδή κάνοντας ορισμένα πράγματα, απαγγέλλοντας ορισμένες φόρμουλες, συμμετέχοντας σε ορισμένες τελετές κ.λπ.

Αλλά σημαίνει να είναι άνθρωπος, τελεία. Να ο κόσμος που έγινε ενήλικος. Σημαίνει, όπως έλεγα πριν, να αντιμετωπίζει τη ζωή χωρίς πλέον τον Θεό ως υπόθεση εργασίας.

Ο Χριστός δημιουργεί μέσα μας όχι έναν τύπο ανθρώπου. Ο χριστιανός δεν θα ήταν ένας ορισμένος τύπος ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος. Δεν είναι η θρησκευτική πράξη που κάνει τον χριστιανό, αλλά η συμμετοχή στον πόνο του Θεού μέσα στη ζωή του κόσμου.

Συνεχίζεται

ΑΥΤΗ Η ΗΡΩΙΚΗ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ, ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ, ΕΠΗΡΕΑΣΕ ΒΑΘΥΤΑΤΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ, ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΑΠΩΓΕΙΟ ΤΗΣ. ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΕΤΥΧΕ.