Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Τὸ Πρωτεῖον τοῦ Πάπα (Pathfinder clubs - ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ)

«Θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος έστι Ιησούς Χριστός» (Α´ Κορ. γ´ 2). «εποικοδομηθέντες τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών». «Τω θεμελίω» λέγει «των Αποστόλων» και ουχί του Πέτρου, καθώς παραφρονεί η Παπική Εκκλησία.
Εάν ο Κλήμης Ρώμης είναι διάδοχος του Πέτρου, διότι εχειροτονήθη από τον Πέτρο, τότε όσοι επίσκοποι χειροτονήθησαν από τον Πέτρο είναι διάδοχοί του, και όχι μόνο ο Κλήμης.
Ο απόστολος Πέτρος εχειροτόνησε τον Πάπα Κλήμεντα επίσκοπο Ρώμης μόνο, και όχι της οικουμένης όλης.
Εάν ο θάνατος του Πέτρου έδωσε τέτοιο προνόμιο στον Πάπα να είναι κεφαλή της Εκκλησίας, και μονάρχης επάνω σε όλους τους αρχιερείς και εις τας Συνόδους, πολύ περισσότερον πρέπει να έχει αυτά τα προνόμια ο Ιεροσολύμων διά τον θάνατον του Χριστού.
Λέγοντας ο Πάπας πως είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, εξώρισε από την δυτική Εκκλησία τον Δεσπότη πάντων Χριστόν, και έτσι έμεινε η δυτική Εκκλησία χήρα από τον Χριστό.
Όταν οι υιοί του Ζεβεδαίου ζήτησαν από τον Χριστό πρωτοκαθεδρία, να καθήσουν ο ένας δεξιά του και ο άλλος αριστερά του (Μάρκ. ι´ 35-38), ο Κύριος δεν τους είπε ότι αυτό είναι αδύνατον διότι την πρωτοκαθεδρία την έχω δώσει στον Πέτρο, αλλά, ότι «ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται διάκονος υμών, και ος εάν θέλη γενέσθαι πρώτος, έστω πάντων δούλος».
Όταν οι απόστολοι κατά τον μυστικόν Δείπνον έπεσαν σε φιλονικία, διά τα πρωτεία, ο Κύριος δεν τους είπε πως ο Πέτρος είναι ο μεγαλύτερος, επειδή αυτόν αφήνω επίτροπον εις το ποίμνιον, αυτός είναι η κεφαλή όλων σας. (Λουκ. ΚΒ´ 24-26). Αλλά τούς είπε ότι «οι βασιλείς των εθνών κυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται, υμείς δε ουχ ούτως, αλλ’ ο μείζων εν υμίν γενέσθω ως ο νεώτερος και ο ανακείμενος ως ο διακονών». Έφερε και παράδειγμα ο Κύριος τους Φαρισαίους, οι οποίοι ζητούσαν από τους ανθρώπους να λέγονται Ραβί, όμως εσείς, οι δικοί μου μαθητές μην πέσετε στο πάθος αυτό, μη ζητείτε το πρωτείον αυτό, υμείς μη κληθήτε καθηγηταί, «εις γαρ έστιν ο καθηγητής Χριστός, και πατέρα μη καλέσετε επί της γης. Εις έστιν ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς, υμείς δε πάντες αδελφοί έστε».
Οι Απόστολοι έπεμψαν τον Πέτρον και τον Ιωάννην στην Σαμάρεια, όταν άκουσαν πως εδέχθη τον λόγον του Θεοῦ, εάν ο Πέτρος ήταν κεφαλή και άρχων πάντων, πως πέμπεται από τους άλλους; πράγμα που δεν το δέχεται ούτε η συνήθεια ούτε το δίκαιον; Είναι λοιπόν φανερό ότι τούτοι οι καπνοί της φιλοδοξίας, και πρωτοκαθεδρίας δεν εχώρησαν μέσα εις τας θεοφόρους κεφαλάς των Αποστόλων, αλλ’ όλοι ήταν ομοταγείς, αδελφοί κατά την διδασκαλία του Κυρίου, επίσης διδάσκαλοι πάσης της οικουμένης. Όχι διηρημένως ο ένας στη Ρώμη, ο άλλος αλλαχού, αλλά πανταχού καθ’ ένας την αυτή εξουσία είχε και το αυτό Αποστολικό προνόμιο.
Έτσι ο Πάπας διά να στήσῃ την κεφαλήν του, όχι μόνον συκοφαντεί το Ευαγγέλιο, αλλά καταφρονεί και τον μακάριο Πέτρο σμυκρίνοντάς του το Αποστολικόν του προνόμιο, επειδή από εκεί που ήταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οικουμένης καθώς και οι λοιποί Απόστολοι, αυτός τον περικλείει εις την Ρώμην.
Εάν ο Πέτρος ήταν κεφαλή και αρχή, πως ο Παύλος ο οποίος δεν ήταν από τους δώδεκα αντιστάθη κατά πρόσωπον εις τον Πέτρο; Πώς τον ελέγχει καθώς ο ίδιος γράφει στην προς Γαλάτας επιστολήν του; «ότε ήλθε Πέτρος εις Αντιόχειαν κατά πρόσωπον αυτού αντέστην» (Γαλ. β´ 11).
Εάν ο Πέτρος ήταν πρώτος πως εις την Αποστολικήν Σύνοδον δεν αποφασίζει ο Πέτρος ως κεφαλή πάντων, αλλά ο Ιάκωβος; (Πράξ. ιε´ 10-28).
Οι Απόστολοι είσαν οικουμενικοί διδάσκαλοι, και ισότιμοι πάντες, και ουδένας είχε διωρισμένον θρόνον.
Οι Απόστολοι χειροτονούσαν παντού Αρχιερείς, και έδιδαν εις αυτούς τέσσαρα χαρίσματα: πρώτον το κήρυγμα του Ευαγγελίου, δεύτερον την Ιεροσύνην, τρίτον την χειροτονίαν, τέταρτον την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν. Και αυτά μερικώς, και όχι οικουμενικώς, αλλά καθένας εις την επαρχίαν του εκήρυττε το Ευαγγέλιο, ενεργούσε τα της Ιεροσύνης, έπραττε τα της χειροτονίας, ετέλει τα του δεσμείν και λύειν. Έξω απο την επαρχίαν του ουδείς. Επειδή αυτό ήταν αποστολικό χάρισμα.


Οι Απόστολοι χειροτονούσαν Αρχιερείς, και όχι Αποστόλους. Ουδείς των χειροτονηθέντων από τους Αποστόλους έγινε διάδοχος και του Αποστολικού αξιώματος.

Δόγμα των Παπικών είναι «το μη πιστεύειν εις τον Πάπαν, ταυτόν εστί το μη πιστεύειν εις τον Χριστόν», ωσάν να ήταν ο Πάπας και ο Χριστός εν κατά την ουσίαν, δηλαδή θεοποιεί τον εαυτόν του. Ο Πάπας είναι κτίσμα, και επειδή ζητεί προνόμιον οπού το έχει μόνος ο Θεός, το να πιστεύουν εις αυτόν τα κτίσματα, είναι ιερόσυλος, και παντάπασι τυφλός, όταν θέλει να είναι ανώτερος των Συνόδων; όταν φαντάζεται πως είναι αναμάρτητος; τι άλλο όταν διδάσκει πως είναι μονάρχης των Εκκλησιών; παρά το ότι είναι Θεός; και διά τούτο με αναίσχυντον και άθεον απόφασιν θέλει να προσκυνήται και να πιστεύεται ως Θεός; Τούτο τι άλλο είναι παρά φαντασία αθεϊας, τύφλωσις νοός ειδωλολάτρου;
Ο 35ος Αποστολικός κανών βοά : «Ει τις Επίσκοπος τολμήσειε χειροτονίαν ποιήσαι εν ταις μη υποκειμένας αυτώ χώρες και πόλεσι, παρά γνώμην των κατεχόντων αυτάς, καθαιρείσθω, ο, τε χειροτονήσας και χειροτονηθείς.»
Εάν ήταν ο Ρώμης πρώτος, πως αυτός ο ίδιος ο Κλήμης έγραφε τον Αποστολικό κανόνα που λέει:
«Τους Επισκόπους εκάστου έθνους, ειδέναι χρη τον εν αυτοίς πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν, και μηδέν τι πράττειν άνευ της εκείνου γνώμης. Εκείνα δε πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει και ταις υπ’ αυτήν χώρας. Αλλά μηδέ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποείτω τι. Ούτω γαρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός". Αλλ’ η φιλαρχία του Πάπα και τούτον τον κανόνα καθώς και άλλους πολλούς καταπάτησε (9ον της εν Αντιοχεία Συνόδου).
Ο Πάπας από κενή φιλοδοξία, διά να στήση την μοναρχική εξουσία, ιδιοποιήται τα Αποστολικά χαρίσματα. Η φιλοδοξία του Πάπα τον έφερε σε τέτοιο σημείο να λέει ότι «το μη πιστεύειν εις τον Πάπα, ταυτόν έστι το μη πιστεύειν εις τον Χριστόν ωσάν να ήταν ο Πάπας και ο Χριστός εν κατά την ουσίαν». Θεοποιεί τον εαυτό του. Αυτός ο υπερβολικός τύφος του Πάπα, αυτή η μοναρχομανία του εγέννησε τόσες αιρέσεις. Πού η χρυσή παραγγελία που μας άφησε ο Κύριος, «μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρίσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών»; Πού ο μακαρισμός «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι;» δηλαδή οι ταπεινοί ; Πού τόσα και τόσα παραδείγματα χρυσά και λαμπρά της ταπεινοφροσύνης;
Η υπερηφάνεια είναι άρνησις της ζωής του Χριστού, μίμησις του διαβόλου, διότι οι αποστατικές δυνάμεις καθώς έλεγε η μακαρία Συγκλητική, τις άλλες αρετές δύνανται κατάτινα τρόπον, να μιμηθούν, την δε ταπεινοφροσύνη ουδέποτε. Η ταπεινοφροσύνη είναι γεννήτρεια τροφός πασών των αρετών, μίμησις της ζωής του Χριστού. Η παπική εκκλησία είναι νόθος οργανισμός. Σε έναν θνητόν και αμαρτωλόν άνθρωπον συγκεντρώθηκε η απόλυτη εξουσία και το αλάθητο. Η παπική εκκλησία δεν είναι Χριστοκεντρική αλλά Παποκεντρική.
Ο Πάπας υπέκειψε στον τρίτο και τελευταίο πειρασμό του Κυρίου στην έρημο, σύμφωνα με τον οποίο, ο σατανάς έδειξε στον Κύριο όλες τις βασιλείες του κόσμου και του είπε: «ταύτα πάντα σοι δώσω, εάν πεσών προσκυνήσεις μοι». Ο Χριστός ως γνωστόν, του απάντησε: «ύπαγε οπίσω μου σατανά». Ο Πάπας όμως όχι μόνον υπέκειψε στον τρίτο πειρασμό του Κυρίου, αλλά και κατελήφθηκε από ασυγκράτητο πάθος για την κατάκτηση της απόλυτης κυριαρχίας και επιβολής, όχι μόνον επί των εγκοσμίων, αλλά και των επουρανίων και των καταχθονίων. Μια κυριαρχία που συμβολίζεται στην τριώροφη Παπική Τιάρα.
Όταν ο Πάπας πιστεύει στο αλάθητο, τότε ο ίδιος δείχνει ότι εφ’ όσον δεν κάνει λάθη δεν μπορεί να αποδεχθεί ή μάλλον να ακούσει κι άλλη γνώμη, είναι αδιάλλακτος. Ενώ οι ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι μόνο ο Θεός είναι αλάθητος.
Η ιστορία των Παπών αναφέρει Πάπας, οι οποίοι εξώκειλαν εις τους βράχους πλανών και αιρέσεων, ναυαγίσαντες περί την πίστιν.
Ήταν αλάθητος, διά να αναφέρωμεν παραδείγματα, ήταν αλάθητος ο πάπας Μαρκέλος, ο οποίος περιέπεσε εις την ειδωλολατρεία και προσέφερε θυσία εις τον βωμό της Αφροδίτης και των λοιπών ειδωλολατρικών θεών διά να σώσει την ζωή του και την ιδιοκτησία του κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού;
Ήταν αλάθητος ο πάπας Ιούλιος, ο οποίος κατεδικάσθη ως αιρετικός υπό της Σαρδικής Συνόδου; Ήταν αλάθητος ο Λιβέριος, ο οποίος ησπάζετο τις πλάνες του Αρείου και κατεδίκασε τον Μ. Αθανάσιον τον πρόμαχον της Ορθοδοξίας;
Ήταν αλάθητος ο Φήλιξ Β´, του οποίου οι δοξασίες ήσαν τόσον φοβερές και σκανδαλώδεις, ώστε οι χριστιανοί της Ρώμης να μη προσέρχονται στον ναόν, εις τον οποίον ελειτούργει ; Ήταν αλάθητος ο Ονώριος, ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του μονοθελητισμού, καταδικασθείς υπό της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου;
Ήταν αλάθητος ο Γελάσιος, ο οποίος εξέφερεν αιρετικές δοξασίες περί του δόγματος της θείας Ευχαριστίας;
Ήταν αλάθητοι οι πάπαι Σίξτος ο Ε´, Ουρβανός Η´, Ζαχαρίας, Πίος ο Β´ και Πίος ο Δ´ οι οποίοι υπέπεσαν εις διάφορα περί την ορθήν διδασκαλία σφάλματα και πλάνες;

http://users.uoa.gr

Οι Απόστολοι χειροτονούσαν Αρχιερείς, και όχι Αποστόλους. Ουδείς των χειροτονηθέντων από τους Αποστόλους έγινε διάδοχος και του Αποστολικού αξιώματος.

ΚΑΠΟΙΟ ΤΡΟΜΕΡΟ ΛΑΘΟΣ ΜΑΣ ΕΡΡΙΞΕ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΟΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΜΑΣ!!!!
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΣΥΝΕΛΘΟΥΜΕ;


Αμέθυστος

Τι έλεγε ο Άγιος Νεκτάριος για την Δυτική εκκλησία και το αλάθητο του Πάπα

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Άγιος Νεκτάριος για την Δυτική εκκλησία και το αλάθητο του Πάπα
Με το αλάθητο η Δυτική Εκκλησία εισήγαγε τα σπέρματα της τάσης για απομάκρυνση από το κέντρο, διότι δίδαξε στον καθένα να αποδέχεται τη γνώμη του ατόμου.
Στη λυπηρή αυτή κατάσταση περιήλθε (και) η Εκκλησία των διαμαρτυρομένων, η οποία αποσυντίθεται συνεχώς και με γιγάντια βήματα προχωρά στην τέλεια αποσύνθεση· διότι η αρχή, την οποία αυτή αποδέχθηκε, έχει μέσα της το σπέρμα της απομάκρυνσης από το κέντρο. Η Δυτική Εκκλησία, μολονότι θέλησε με το αλάθητο να συγκεντρώσει την Εκκλησία γύρω από τον Πάπα, εντούτοις απέτυχε στον σκοπό της και έφερε τελείως αντίθετα αποτελέσματα· διότι, αν και φαίνεται συγκεντρωμένη, η αποκέντρωση είναι πλήρης· διότι περικλείει, σε διαφορετική μορφή, τα ίδια σπέρματα που περικλείει και η Εκκλησία των διαμαρτυρομένων, και οδηγείται στο ίδιο τέλος· διότι τα άκρα είναι όμοια μεταξύ τους.
Η Δυτική Εκκλησία περιορίζοντας το αλάθητο σε ένα άτομο προχώρησε σε μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο η Εκκλησία των διαμαρτυρομένων σε ολόκληρους αιώνες· διότι η Δυτική Εκκλησία σε μια στιγμή προσπέρασε αυτή των διαμαρτυρομένων και έφτασε σε εκείνο το σημείο, όπου η Εκκλησία των διαμαρτυρομένων θα φτάσει μετά από αιώνες. Και ο λόγος είναι ο εξής: Η Δυτική Εκκλησία, αφού της αφαιρέθηκε το αλάθητο, έχασε το κύρος και τη δύναμη ή, να το πούμε καλύτερα, τη φωνή και τη ζωή και κατέληξε από στόμα να γίνει σώμα πιο άφωνο από το ψάρι και όρισε κάποιο μέλος ως κεφαλή της για να έχει τη φωνή και τη ζωή. Αλλά με αυτό δεν κατέληξε η Εκκλησία άτομο; Σε αυτή δεν ομιλεί πλέον το άτομο; Πώς μπορεί να ελέγξει τον διαμαρτυρόμενο για την ελευθερία του ατόμου που διαμορφώνει την πίστη του με βάση το προσωπικό του φρόνημα; Δεν συμβαίνει το ίδιο και σ’ αυτή;
Και η μόνη διαφορά ανάμεσα στα δύο συστήματα είναι η εξής: Στη Δυτική Εκκλησία το άτομο, δηλαδή ο Πάπας, συγκεντρώνει γύρω του πολλά βουβά και ανελεύθερα πρόσωπα που συμμορφώνονται κάθε φορά προς τις αρχές και τις πεποιθήσεις του ατόμου που κατέχει τη θέση του. Ενώ στον Προτεσταντισμό η Εκκλησία συγκεντρώθηκε στο άτομο. Επομένως η Δυτική Εκκλησία είναι άτομο και τίποτε περισσότερο. Ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί για την ομοφροσύνη όλων των Παπών; Αφού κάθε Πάπας κρίνει περί του ορθού κατά τη γνώμη του και ερμηνεύει τη Γραφή όπως θέλει και αποφαίνεται όπως το θεωρεί σωστό, σε τι διαφέρει αυτός από τους κάθε είδους δογματιστές της Προτεσταντικής Εκκλησίας; Ποια η διαφορά των αρχόντων; Ίσως ότι στην Εκκλησία των Προτεσταντών το κάθε άτομο αποτελεί μία Εκκλησία, ενώ στη Δυτική όλη η Εκκλησία αποτελεί ένα άτομο, όχι πάντα το ίδιο, αλλά πάντοτε διαφορετικό.
Με το αλάθητο λοιπόν η Δυτική Εκκλησία αποσυντέθηκε, ο δε σύνδεσμος είναι φαινομενικός και συγκρατείται μόνο με τον υφιστάμενο εντός της μηχανισμό. Από την ανακήρυξη του αλάθητου του Πάπα η Δυτική Εκκλησία βρέθηκε σε πολύ κατώτερη θέση από την Εκκλησία των διαμαρτυρομένων. Διότι το σύστημα που καθιερώθηκε σε αυτήν υπολείπεται πολύ από αυτό της Εκκλησίας των διαμαρτυρομένων. Διότι, ενώ σε αυτή ανακηρύχτηκε σεβαστή η ελευθερία του ανθρώπινου πνεύματος, σε εκείνη υπογράφηκε η δουλεία αυτού. Ενώ σε αυτήν ο άνθρωπος αφήνεται ελεύθερος να αποδέχεται ό,τι ο ίδιος καταλαβαίνει, σε εκείνη υποχρεώνεται να ασπάζεται ό,τι δεν καταλαβαίνει αλλά ό,τι του επιβάλλεται.
Με το αλάθητο η Δυτική Εκκλησία έχασε την πνευματική ελευθερία της, έχασε τον στολισμό της, κλονίστηκε συθέμελα και στερήθηκε την άφθονη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την παρουσία του Χριστού. Από πνεύμα και ψυχή κατάντησε σώμα άφωνο. Θλιβόμαστε από καρδιάς για την αδικία που έγινε στην Εκκλησία και ευχόμαστε από καρδιάς να φωτίσει το Πνεύμα το Άγιο τον ιερό Ποντίφικα, ώστε να δώσει πίσω στην Εκκλησία ό,τι της αφαίρεσε.
[Από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Περί των Ιερών Συνόδων», που το συνέγραψε το 1888, όταν ήταν Αρχιμανδρίτης στην Αλεξάνδρεια (δημοσίευση στο περιοδικό «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία» 38-39, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 42. Γλωσσική προσαρμογή για την Κ.Ο.)]
ΤΟ ΑΛΑΘΗΤΟ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΥΠΟΥ: Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΔΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΕΦΤΕΙ ΛΟΓΟΣ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΜΕΝΟ,ΚΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ. 
ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΙΚΑΝΟΣ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΟΤΗΡΙΟ, ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΨΗΝΕΤΑΙ ΕΡΗΜΗΝ ΜΑΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ.
Αμέθυστος

ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ - ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ


Η Mία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συγκροτουμένη εκ των κατά τόπους Εκκλησιών, ηνωμένων τη πίστει, τη ελπίδι, τη αγάπη και τη λατρεία υπήρξεν αείποτε ελευθέρα και ανεξάρτητος, ουδέ υπετάγη ποτέ τω Πάπα Ρώμης, ουδ' ανεγνώρισε ποτέ αυτώ μείζονα ιεραρχίαν και πνευματικά χαρίσματα και πνευματικήν υπεροχήν, αλλ' εθεώρησεν αυτόν επίσκοπον, ως πάντας τους επισκόπους, αφού και αυτός την αυτήν έλαβε χειροτονίαν, οίαν και οι λοιποί επίσκοποι παρά των αποστόλων, οίτινες δεν απεστάλησαν παρά του Σωτήρος επίσκοποι καθεδρών, αλλ' απόστολοι του ιερού Αυτού Ευαγγελίου, φέροντες την δύναμιν του ιδρύειν εκκλησίας.
Οι απόστολοι ήσαν ό,τι ο θεόπτης Μωϋσής, όστις ωκοδόμησε θυσιαστήριον και κατεσκεύασε την σκηνήν του μαρτυρίου και διέταξε τα της λατρείας και πάσας τας ιεράς τελετάς· και συγχρόνως αρχιθύται ως ο Ααρών· και τοιούτοι έδει να ώσιν, αφού η παλαιά λατρεία τύπος και σκιά ην της νέας λατρείας, της γνωσθείσης τοις έθνεσι διά των αγίων αποστόλων· εν τοις αγίοις αποστόλοις υπήρχε το πλήρωμα των χαρισμάτων, ουδέ ην δυνατόν άλλως να έχη, αφού πάντες εξ ίσου απεστέλλοντο· "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα, όσα ενετειλάμην υμίν· και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν" (Ματθ. κη' 19-20).
Πώς ην δυνατόν να εξαρτώνται οι απόστολοι από του Πέτρου, όστις εξ ίσου προς τους άλλους απεστέλλετο εις το κήρυγμα, όπως ιδρύσωσι την Εκκλησίαν και διδάξωσι την λατρείαν του Χριστού εν τοις έθνεσιν, αφού έκαστος έμελλε να ενεργή ανεξαρτήτως από των λοιπών; Αλλά τις η χρεία του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου, αφού δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι δευτερεία, διά την διασποράν των αποστόλων; Τις η χρεία της υπεροχής του Πέτρου, αφού έκαστος απόστολος ιδίαν είχεν αποστολήν; Τις η χρεία ιεραρχικής βαθμολογίας μεταξύ των αποστόλων, αφού εν τη διασπορά έμελλον να αποθάνωσι μακράν ο εις του άλλου; Τις η χρεία της δυνάμεως του Πέτρου, αφού ο Κύριος υπεσχέθη εις τους αποστόλους, ότι έσεται μετ' αυτών πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος; Βεβαίως ουδεμία χρεία όλων τούτων των φανταστικών προσόντων του αποστόλου Πέτρου, όστις εξ άπαντος θα διαμαρτύρηται κατά της τοιαύτης υπεροχής.
Εάν τα προσόντα του Πέτρου, οία αξιοί η ρωμαϊκή Εκκλησία, ήσαν αληθή, το πνεύμα του ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών· θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας. Εάν διετάσσετο τοιαύτη υπεροχή εν τοιαύτη περιπτώσει, πώς θα ηδυνάμεθα να νοήσωμεν το εξής χωρίον του Ευαγγελίου; "Οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουχ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μάρκ. ι' 42-45)· και ίνα αφήσωμεν τα πολλά χωρία, διότι δεν θα επαρκέση ο χρόνος, ερωτώμεν.
Πώς θα επληρούτο ο σκοπός της αποστολής των αποστόλων μη εχόντων κοινωνίαν μετά του ανωτάτου αποστόλου, παρ' ου θα ελάμβανε κύρος το αποστολικόν αυτών κήρυγμα; Αλλ' αφού συνέστησεν ιεραρχίαν μεταξύ των αποστόλων και ανέδειξε τον Πέτρον ανώτατον απόστολον και ηγεμόνα, διατί ο Κύριος να μη γνωστοποιήση τούτο και τοις λοιποίς μαθηταίς, λέγων αυτοίς· "ιδού καθίστημι Πέτρον τουτονί ποιμένα υμών και άρχοντα και ηγεμόνα· αυτός ποιμανεί υμάς αυτού ακούσασθαι· και πας όστις παρακούσει αυτού εξολοθρευθήσεται"; Τούτο έπρεπε να ποιήσητε γνωστόν τοις μαθηταίς αυτού ο Σωτήρ, εάν όντως καθίστα αυτόν ποιμένα ποιμένων και άρχοντα των αποστόλων· αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς ουδέν τοιούτον είρηκε, και επομένως ουδεμίαν ιεραρχίαν αποστολικήν συνέστησε, διό ουδ' υπάρχει τις φόβος απωλείας τω μη πειθομένω τω διαδόχω του Πέτρου, είπερ έστι τοιούτος ο επίσκοπος Ρώμης.
Η ενότης της Εκκλησίας ουχί τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μιά πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία. Η οικουμενική Εκκλησία ούτως εννόησε την εν τη Εκκλησία ενότητα και ταύτην επεζήτησε και επεδίωξε· μαρτύρια τρανά οι πρώτοι δέκα αιώνες. Εκ της οικουμενικής Εκκλησίας μόνη η ρωμαϊκή Εκκλησία άλλως αντελάβετο το πνεύμα της ενότητος και δι' άλλων επεζήτησε και επεδίωξε ταύτην μέσων. Η διάφορος αύτη αντίληψις του τρόπου της ενότητος προυκάλεσε το σχίσμα, όπερ λαβόν την αρχήν από των πρώτων αιώνων ηυξάνετο συν τω χρόνω και προέβαινε κατά το μέτρο της εφαρμογής των αρχών της ρωμαϊκής Εκκλησίας, μέχρις ου αφήκετο εις την τελείαν απόσχισιν, ένεκα της απαιτήσεως των Παπών της υποταγής της οικουμενικής Εκκλησίας, της Μιάς, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότατος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου. Οι λοιποί δογματικοί λόγοι, καίτοι σπουδαιότατοι, δύνανται θεωρηθώσιν ως δευτερεύοντες και απόρροια του πρώτου τούτου λόγου. Ίδωμεν ήδη τίνες αι αρχαί και πώς διετηρείτο η ενότης εν τη Μια, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Η ενότης των εκκλησιών
Ενότης της εκκλησίας κατά τας αγίας γραφάς είναι ο μυστικός ιερός σύνδεσμος των εις Χριστόν πιστευόντων διά της κοινής ομολογίας της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης προς τον νυμφίον Χριστόν και διά της αυτής λατρείας.
Τον χαρακτήρα της ενότητος ταύτης ευρίσκομεν εν ταις εν ταις αγίαις γραφαίς. Εν τη προσευχή του Σωτήρος ημών προς τον Ουράνιον αυτού πατέρα καταδείκνυται η ενότης της Εκκλησίας. Ο Ιησούς μέλλων προς το εκούσιον αυτού να πορευθή πάθος αναπέμπει υψηλήν και πλήρη στοργής δέησιν προς τον πατέραν αυτού και αιτείται παρ' αυτού, ίνα τηρή πάντας τους εις αυτόν πιστεύοντας και πιστεύσοντας εν τω συνδέσμω της αγάπης. "Πάτερ αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου· ο λόγος ο σος αλήθεια εστί... Ου περί τούτων δε ερωτώ (=παρακαλώ) μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ. Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί, καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ένα ώσι τετελειωμένοι εις εν, και ίνα γιγνώσκη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας. Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι, ότι ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου. Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγνω, εγώ δε σε έγνων, και ούτοι έγνωσαν ότι συ με απέστειλας. Και εγνώρισα αυτοίς το όνομά σου και γνωρίσω, ίνα η αγάπη ην ηγάπησάς με εν αυτοίς η, καγώ εν αυτοίς". (Ιωάν. ιζ' 17-26).
Η ενότης άρα της Εκκλησίας έγκειται εν τη μετά του Κυρίου ενώσει των μελών αυτής. Πάντες οι εις Χριστόν πιστεύσαντες διά των αγίων Αποστόλων ηνώθησαν μετά του Ιησού και ηγιάσθησαν εν τη αληθεία του Θεού και Πατρός.
Η ενότης άρα είναι εσωτερική, μυστική, άμεσος, θεία, τελεία, τετελειωμένη θεία ευδοκία και αγάπη και ουδενός δείται εξωτερικού συνδέσμου προς σύστασιν της ενότητος.
Οι πιστεύσαντες έλαβον την χάριν και την αλήθειαν, το φως και την ζωήν διά Ιησού Χριστού και ηνώθησαν μετ' αυτού. Τι δύναται να χωρίση αυτούς από της ενότητος της μετά του Κυρίου; Εάν δε ο δεσμός ούτος εστί τέλειος, τις η χρεία ετέρων δεσμών, ετέρας πίστεως;
Οι πιστεύσαντες ειλκύσθησαν προς τον Σωτήραν υπό του πέμψαντος αυτόν πατρός (Ιωάν. στ' 44) και έλαβον την χάριν της απολυτρώσεως· ως δε η αλήθεια ηλευθέρωσεν αυτούς από της δουλείας της αμαρτίας, τις δύναται να στερήση αυτούς της εν Χριστώ ελευθερίας;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο υιοί φωτός και μέτοχοι δόξης αιωνίου, τις δύναται να αφαιρέση απ' αυτών τον φωτισμόν και την δόξαν;
Oι πιστεύσαντες εγένοντο υιοθετοί Θεού διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις την υιοθεσίαν ταύτην δύναται να αρνηθή ή να άρη;
Οι πιστεύσαντες εγένοντο διά της θείας μεταλήψεως κοινωνοί του σώματος και αίματος του Kυρίου, μένουσι δε εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτοίς, τις ισχυρός να διαρρήξη τα θεία ταύτα δεσμά της ενότητος;
Οι πιστεύοντες λαμβάνουσι Πνεύμα άγιον, το πάντα συγκροτούν τον θεσμόν της Εκκλησίας και αναδεικνύον ταύτην Mίαν, Aγίαν και Καθολικήν, τις δύναται να διασπάση την ενότητα αυτής; Ματαία άρα η απαίτησις εξωτερικού συνδέσμου και ετέρας πίστεως εκ των γραφών μάλιστα αποκρουομένης προς εξασφάλισιν της σωτηρίας των πιστεύοντων εες τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.
Μαρτυρίαι εκ των Πράξεων των αγίων Αποστόλων
Η ενότης της Εκκλησίας φαίνεται υπό των αγίων αποστόλων εδραιωμένη επί της ισότητος και της αμοιβαίας αγάπης.
Εν ταις Πράξεσι των Αποστόλων αναγράφονται οι ηθικοί δεσμοί της ενότητος της πρώτης Εκκλησίας. Εν τη εκλογή του αποστόλου Ματθία, ο Πέτρος υπέδειξε την ανάγκην της εκλογής του αναπληρωτού του Ιούδα. Η πρότασις εγένετο αποδεκτή και πάντες ομού εξέλεξαν δύο άνδρας, ους στήσαντες εν τω μέσω και ευχηθέντες προς τον καρδιογνώστην Θεόν, έρριψαν κλήρους και έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατηριθμήθη μετά των 12 Αποστόλων.
Εν τη εκλογή των διακόνων οι δώδεκα προσεκάλεσαν το πλήθος των μαθητών και ανέθηκαν τη Εκκλησία την εκλογήν επτά ανδρών, ους οι απόστολοι διά χειροθεσίας και προσευχής ανέδειξαν διακόνους (Πράξ. στ' 1-6).
Η Εκκλησία αναδεικνύει πρόεδρον της Εκκλησίας τον Ιάκωβον, οι δε Πέτρος και Ιωάννης αποστέλλονται προς τους εν Σαμαρεία πιστεύσαντας, όπως διά χειροθεσίας μεταδώσωσιν αυτοίς Πνεύμα άγιον.
Ο Πέτρος αποστέλλεται υπό της Εκκλησίας και αύθις εις το κήρυγμα ανά την Ιουδαίαν. Περί του ζητήματος της περιτομής αποφαίνεται η Εκκλησία, ο δε Πέτρος εν συνεδρία της Εκκλησίας εκφέρει την εαυτού γνώμην· ήσαν δε συνεδριάζοντες οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συν πάση τη Εκκλησία. Τότε έδοξε τοις αποστόλοις και τοις πρεσβυτέροις συν όλη τη Εκκλησία εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών πέμψαι εις Αντιόχειαν... γράψαντες διά χειρός αυτών τάδε· "οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί τοις κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κυλικίαν αδελφοίς τοις εξ εθνών χαίρειν κτλ." (Πράξ. ιε' 1-29).
Εν ταις Πράξεσιν ουδαμού φαίνεται ή υποδηλούται το πρωτείον του Πέτρου. Ουδείς των αποστόλων αποδίδωσιν αυτώ πρωτεία ή έτερον τι, μαρτυρούν υπεροχήν ή αρχήν. Ο απόστολος Παύλος, αποχωριζόμενος των Εφεσίων και αποχαιρετών αυτούς έλεγεν αυτοίς: "Και νυν παρατίθεμαι υμάς τω Θεώ και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω εποικοδομήσαι και δούναι υμίν κληρονομίαν εν τοις ήγιασμένοις πάσιν" (Πράξ. κ' 32). Εάν ο Πέτρος ήτο ο ενωτικός δεσμός της Εκκλησίας, φρονούμεν ότι ώφειλεν ο Παύλος να γνωρίση τούτο τη Εκκλησία των Εφεσίων, όπως μη εξ αγνοίας αθετήση αυτώ υποταγήν· αλλά προς ποίαν του Πέτρου Εκκλησίαν ώφειλε να συστήση αυτοίς υποταγήν, ο Παύλος όμως εσιώπησε και ουδεμίαν εποιήσατο τοις Εφεσίοις σύστασιν, αφού μάλιστα ρητώς είπεν αυτοίς· "ου γαρ υπεστειλάμην του μη αναγγείλαι υμίν πάσαν την βουλήν του Θεού" (στίχ. 27)· ώστε ουδέν απέκρυψεν ή απεσιώπησεν, αλλά πάσαν ανήγγειλεν αυτοίς την βουλήν του Θεού· και εν ω πάσαν ανήγγειλε την βουλήν του Θεού, δεν ανήγγειλε και την προς τον Πέτρον υποταγήν εαυτού, ώστε δήλον ότι η υποταγή αύτη δεν είναι εντολή της θείας βουλής.
Μαρτυρίαι εκ των επιστολών των αγίων Αποστόλων
Εν ταις επιστολαίς του αποστόλου Παύλου ουδέν ίχνος του πρωτείου του Πέτρου εμφαίνεται. Εν αυταίς αναπτύσσονται μετά θείας χάριτος και δυνάμεως λόγου άπασαι αι σωτηριώδεις αλήθειαι της αποκαλυφθείσης θείας πίστεως του χριστιανισμού, αλλ' ουδαμού γίνεται υπαινιγμός τις περί του πρωτείου του Πέτρου. Εν αυταίς πολλάκις λόγον ποιείται ο Παύλος περί της ενότητος της Εκκλησίας, περί του συνδέσμου αυτής, περί της κεφαλής της Εκκλησίας, περί της ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλ' ουδέποτε μνημονεύει του Πέτρου ως συνεκτικού δεσμού της ενότητος της Εκκλησίας.
Kαι ου μόνον ου μνημονεύει, αλλά και ελέγχει τους Κορινθίους ως σαρκικούς, διακρινομένους εις μαθητάς του Παύλου, του Απολλώ, του Κηφά (Πέτρου) λέγων: "Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;" και διδάσκει αυτούς ότι κέντρον ενότητος και θεμέλιος λίθος της Εκκλησίας εστίν ο σταυρωθείς υπέρ ημών Ιησούς Χριστός, ος εγεννήθη ημίν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις, ίνα καθώς γέγραπται· "ο καυχώμενος εν Κυρίω καυχάσθω"· και προστίθησι· "τις ουν εστί Παύλος, τις δε Απολλώς αλλ' ή διάκονοι Θεού". Ώστε και τον Πέτρον ως διάκονον Θεού και ουδέν πλέον θεωρεί, την δε Εκκλησίαν Θεού γεώργιον, Θεού οίκοδομήν· έκαστος δε οικοδομεί κατά την δοθείσαν αυτώ χάριν· θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α' Κορινθ. κεφ. α, γ).
Εν τη προς Εφεσίους ο Παύλος γράφει, ότι η Εκκλησία εστίν ωκοδομημένη επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, εν ω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω, εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν πνεύματι (β' 18-22)· ώστε η ενότης είναι ενδεδειγμένη που κείται.
Επίσης εν ταις καθολικαίς επιστολαίς του Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου ουδαμού φαίνεται να συνίσταται το πρωτείον του Πέτρου η ηγεμονία αυτού εν τη Εκκλησία ως o ενωτικός δεσμός των Εκκλησιών· τουναντίον ως ενωτικόν δεσμόν θεωρούσι την αγάπην και την αλήθειαν, αίτινες στηρίζουσι την κοινωνίαν των Εκκλησιών μετά του Πατρός και του Υιού.
Μαρτυρίαι περί του ενωτικού δεσμού των Εκκλησιών εκ των συγγραμμάτων των Πατέρων καί διδασκάλων της Εκκλησίας
Εν τοις συγγράμμασι των Αποστολικών Πατέρων ουδέν απαντά περί του πρωτείου και της ηγεμονίας του Πέτρου ως ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας. Το εν αυτοίς διαπνέον πνευμα περί της ενότητος της Εκκλησίας είναι το αυτό τω πνεύματι της Καινής Διαθήκης.
Εν τη επιστολή του Βαρνάβα γίνεται λόγος περί της σχέσεως των κατά τόπους Εκκλησιών προς τον Σωτήρα Χριστόν, όστις εστίν ο θεμέλιος λίθος του Οικοδομήματος της σωτηρίας (κεφ. στ'). Οι χριστιανοί εισί τέκνα της αγάπης, της συνδεούσης αυτούς προς αλλήλους και προς τον Χριστόν και της ειρήνης. Ο νόμος του Κυρίου ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης, αλλ' είναι νόμος της ελευθερίας, ώστε αγνοεί την ανάγκην της αναγνωρίσεως της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία προς τήρησιν της μετά του Κυρίου ενότητος.. Ο νόμος του Κυρίου είναι νόμος ελευθερίας και ουχί δουλείας και ουδένα γινώσκει ζυγόν ανάγκης.
Εν ταις επιστολαίς του Κλήμεντος Ρώμης προς Κορινθίους, εν αις πολλά διδάσκονται περί εκκλησιαστικής τάξεως, περί ειρήνης και περί ιεραρχίας εν τη Εκκλησία, ουδέν αναφέρεται περί της ηγεμονίας του Πέτρου εν τη Εκκλησία και περί της κληρονομικής διαδοχής ταύτης εις αυτόν και περί της ανάγκης του υποτάσσεσθαι αυτώ προς τήρησιν της μετά του Σωτήρος ενότητος αυτών. Τουναντίον μάλιστα ο ιερός Κλήμης λέγει: "Ή ουχί ένα Θεόν έχομεν και ένα Χριστόν; Και εν Πνεύμα της χάριτος, το εκχυθέν εφ' ημάς; Και μία κλήσις εν Χριστώ; Ίνα τι διέλκωμεν και διασπώμεν τα μέλη του Χριστού και στασιάζωμεν προς το σώμα το ίδιον, και εις τοιαύτην απόνοιαν ερχόμεθα, ώστε επιλαθέσθαι ημάς, ότι μέλη εσμέν αλλήλων;"... Φρονούμεν ότι o άγιος πατήρ θα εποιείτο λόγον και περί της ηγεμονίας αυτού εν τη Εκκλησία, εάν ανεγνώριζεν εαυτώ τοιαύτην.
Εν τη προς Εφεσίους επιστολή του αγίου Ιγνατίου αναγινώσκομεν: "Όντες λίθοι ναού Θεού Πατρός, ητοιμασμένοι εις οικοδομήν Θεού, αναφερόμενοι εις τα ύψη διά της μηχανής Ιησού Χριστού, ο εστί σταυρός, σχοινίω χρώμενοι τω Πνεύματι τω αγίω· και η πίστις ημών, αγωγός ημών· και η αγάπη, οδός η αναφέρουσα εις Θεόν. Εστέ ουν και σύνοδοι πάντες, θεοφόροι και ναοφόροι, χριστοφόροι, αγνοφόροι".
Κατά τον άγιον Ιγνάτιον αρχή της ενότητος είναι αυτός ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι το αδιάκριτον (=άδιαχώριστον) ημών ζην, και η του Πατρός γνώμη, καθώς και οι επίσκοποι οι κατά τα πέρατα ορισθέντες εν Ιησού Χριστού γνώμη εισίν, ώστε γνώμη Χριστού ωρίσθησαν οι κατά τα πέρατα επίσκοποι και ουχί του Πέτρου· διατί ήδη οι τούτων διάδοχοι οφείλουσι να διορίζωνται γνώμη του διαδόχου του Πέτρου;
Ο Ιγνάτιος επανεί το των Εφεσίων πρεσβυτέριον, ότι συνήρμοσται τω επισκόπω ως χορδαί κιθάρα· διά τούτο εν τη ομονοία και συμφώνω αγάπη Ιησούς Χριστός άδεται. Χρήσιμον εστίν εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε πάντες μετέχωσιν. Η Εκκλησία εστίν εν τω Ιησού Χριστώ και ο Χριστός εν τω Πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι σύμφωνον η. Ο Ιγνάτιος την ενότητα της Εκκλησίας ευρίσκει εν τη ταυτότητι της πίστεως, εν τη αμοιβαία αγάπη, εν τη συμφωνία της γνώμης.
Εν τη προς τον Πολύκαρπον επίσκοπον Σμύρνης επιστολή του ο άγιος Ιγνάτιος γράφει περί ενότητος τα εξής: "Της ενώσεως φρόντιζε, ης ουδέν άμεινον· πάντας βάσταζε, ως και σε Κύριος· πάντων τας νοσους βάσταζε, ως τέλειος αθλητής" (κεφ. α').
Εκ της προς Εφεσίους επιστολής του Ιγνατίου νοούμεν άριστα ποίαν ένωσιν συμβουλεύει τω Πολυκάρπω ο άγιος Πατήρ να επιζητή την ένωσιν μετά του Θεού και ουχί μετά των διαδόχων του Πέτρου, ήτις ουδαμόθεν επιβάλλεται.
Εν τη προς Μαγνησίους επιστολή ο άγιος Ιγνάτιος επαινών την ενότητα της Εκκλησίας γράφει: "Άδω τας Εκκλησίας, εν αις ένωσιν εύχομαι (=καυχώμαι ότι ευρίσκω) σαρκός και πνεύματος Ιησού Χριστού". Ο Κύριος εστίν ο αληθινός και πρώτος επίσκοπος και μόνος φύσει αρχιερεύς· ώστε ένωσις αληθής, η ένωσις μετά του πρώτου και μόνου φύσει αρχιερέως Χριστού· οι την ένωσιν ταύτην έχοντες ανάγκην ετέρας προς σωτηρίαν ουκ έχουσιν. Εν τη προς Τραλλησίους επιστολή του ο άγιος πατήρ επίσης ουδέν γράφει περί της ηγεμονίας του Πέτρου.
Εν δε τη προς Ρωμαίους γράφων δεν αναφέρεται προς τον επίσκοπον της Ρώμης, αλλά προς την Εκκλησίαν και εύχεται, ίνα την εαυτού επισκοπήν επισκοπήση μόνος ο Χριστός.
Εν τη συγγραφή του αποστολικού πατρός Ερμά "ο Ποιμήν" (Pastor) η εκκλησία παραβάλλεται προς μέγα Οικοδόμημα, προς υψηλόν πύργον, τεθεμελιωμένον επί του παντοδυνάμου ονόματος του Ιησού Χριστού και συντηρούμενον υπό της αοράτου του Θεού δυνάμεως· ούτω δε ο όλος πύργος φαίνεται υπό ενός μόνου λίθου αποτελούμενος (Ι. Visio 2.3). Εν δε ταις παραβολαίς αυτού (Similitudines), εν αις γίνεται λόγος περί εκκλησιαστικής πειθαρχίας, επαναλαμβάνει ότι ο πύργος εστίν η Εκκλησία, η δε πύλη η άγουσα εις αυτόν εστίν ο Υιός του Θεού, δι' ης μόνης εστί δυνατή η προς τον Θεόν είσοδος. "Οι πιστεύοντες εις Θεόν διά του Υιού αυτού έλαβον το άγιον Πνεύμα· ιδού, έσται εν πνεύμα και εν σώμα".
Και ενταύθα επίσης ουδένα λόγον ποιείται περί του επισκόπου Ρώμης ως αντιπροσώπου του Χριστού και ενωτικού δεσμού της Εκκλησίας αυτού. Επίσης και εν τη προς Διόγνητον επιστολή αυτού ως κέντρον ενωτικόν θεωρεί μόνον τον λόγον, δι' ου η Εκκλησία πλουτίζεται και θεία χάρις διαχέεται άφθονος εις το πλήρωμα αυτής (κεφ. ζ' § ια').
Τοιαύτη η γνώμη των αποστολικών πατέρων περί του κέντρου της ενότητος των Εκκλησιών, ήτις είναι σύμφωνος προς τον Πνεύμα της αγίας γραφής.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, δίδων τον ορισμόν της Εκκλησίας λέγει. Η Εκκλησία εστί σύστημα και πλήθος ανθρώπων διοικουμένων υπό του θείου λόγου· πόλις απολιόρκητος και ακατάθλιπτος υπό πάσης τυραννίδος, εν η πληρούται το θείον θέλημα· ως γαρ το θέλημα αυτού (του Θεού) έργον εστί, και τούτο κόσμος ονομάζεται, ούτω και το βούλημα αυτού ανθρώπου εστί σωτηρία, και τούτο Εκκλησία καλείται (Παιδαγωγός α' § 6 - Στρωμ. ζ' 5).
Η Εκκλησία εστίν η μήτηρ άμα και παρθένος και νύμφη Χριστού, ημείς δε εσμέν μέλη Χριστού (Στρ. γ' 6). Βασιλική κεφαλή της Εκκλησίας εστίν ο Χριστός (Παιδ. α') και επιφέρει: "Εκ των ειρημένων άρα φανερόν οίμαι γεγενήσθαι, μίαν είναι την αληθή Εκκλησίαν, την τω όντι αρχαίαν, εις ην οι κατά πρόθεσιν δίκαεοι εγκαταλέγονται· ενός γαρ όντος του Θεού και ενός του Κυρίου, διά τούτο και το άκρως τίμιον κατά την μόνωσιν επαινείται, μίμημα ον της αρχής της μιάς. Τη ουν του ενός φύσει συγκληρούται η Εκκλησία η μία. Κατά τε ουν υπόστασιν, κατά τε επίνοιαν, κατά τε αρχήν, κατά τε εξοχήν, μόνην είναι φαμέν την αρχαίαν και καθολικήν Εκκλησίαν εις ενότητα πίστεως, μιάς της κατά τας οικείας διαθήκας, μάλλον δε κατά την διαθήκην, την μίαν διαφόροις τοις χρόνοις, ενός του Θεού τω βουλήματι δι' ενός τού Κυρίου συνάγουσιν τους ήδη κατατεταγμένους, ους προώρισεν ο Θεός δικαίους εσομένους, προ καταβολής κόσμου εγνωκώς. Αλλά και η εξοχή της Εκκλησίας, καθάπερ η αρχή της συστάσεως κατά την μονάδα εστί πάντα τα άλλα υπερβάλλουσα και μηδέν έχουσα όμοιον ή ίσον εαυτή" (Στρωμ. βιβλ. Ζ', κεφ. ιζ').
Εν τη θαυμασία ταύτη περιόδω, τη πλήρει βαθυτάτων εννοιών, διατυπούται η κατά τον τρίτον αιώνα διδασκαλία της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Πάσα άποψις της ενότητος περιελήφθη εν αυτή· ιδέα, ουσία, τιμή και κατά πάσας ταύτας τας σχέσεις εις μόνος εστίν ο Θεός και εις ο Κύριος, ο την ενότητα παριστών, ενεργών και σώζων και ο παρέχων αυτή το αξίωμα και την τιμήν.
Η αιωνία αλήθεια του θείου λόγου και το θέλημα του Θεού το εν αυτή εκπληρούμενον ως εν τω Ουρανώ, εισίν οι αναγκαίοι όροι της υπάρξεως αυτής. Εις άνθρωπος, εις επίσκοπος Ρώμης, κατέχων την αρχήν και το κέντρον της ενότητος και θέλων άμα να είναι η κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας, ήθελε χαρακτηρισθή υπό του Κλήμεντος ως παράφρων
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου: Μελέτη Ιστορική Περί των αιτίων του Σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών της Ανατολικής και της Δυτικής. Αθήνα 1911)
entaksis

ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Ο ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗΣ. Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΛΟΓΩ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑΣ ΘΑ ΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΧΡΕΙΟΤΗΤΟΣ.

Αμέθυστος

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον γάμο


«Όπως ο γάμος είναι λιμάνι, έτσι μπορεί να είναι και ναυάγιο, όχι από τη φύση του, αλλά από τη διάθεση αυτών που έκαμαν κακή χρήση του».

Αυτός ο υπέροχος λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου μαρτυρεί αλήθειες που η σύγχρονη κοινωνία δεν θέλει να δει. «Ο γάμος είναι λιμάνι». Στο λιμάνι τα πλοία προφυλάσσονται από την φουρτούνα της θάλασσας. Έτσι και το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, προφυλάσσονται από τις φουρτούνες της ζωής επειδή είναι μαζί. Η αστάθεια των ανθρώπινων σχέσεων, ο φόβος για την μοναξιά, η απουσία παρηγοριάς όταν οι άλλοι, η εργασία, η οικονομία, η πολιτική κάνουν τον άνθρωπο να απογοητεύεται, ο ξεσηκωμός των αισθήσεων, ιδίως στην εποχή της λαγνείας, που κάνει τον άνθρωπο να αναζητεί ηδονή, αλλά να δυσκολεύεται να αγαπήσει και αγαπηθεί, αντιμετωπίζονται στο λιμάνι του γάμου.

Τα πλοία κάνουν και τις επισκευές τους στα λιμάνια. Φορτώνουν επιβάτες και προϊόντα. Ετοιμάζονται να ξεκινήσουν καινούργια ταξίδια. Αυτό συμβαίνει και στον γάμο. Ο άντρας και η γυναίκα έχουν κίνητρο ο ένας την αγάπη του άλλου, για να προσθέσουν στον εαυτό τους γνώσεις και ικανότητες, να δούνε τα λάθη τους και να παλέψουν να αλλάξουν. Κυρίως έχουν την ευλογία να προσθέτουν ως επιβάτες στο πλοίο του γάμου τα παιδιά. Να συνδημιουργήσουν με τον Θεό. Και να αναλάβουν την ευθύνη – γεγονός μεγάλης χαράς και σταυρών- να αφήσουν την καρδιά τους να πληρωθεί από την αγάπη που ξεκινά από τον/την σύζυγο και ανοίγεται σε όλον τον κόσμο, όπως αυτός συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα των παιδιών τους. Διότι τα παιδιά δείχνουν στο ζευγάρι ότι η αγάπη δεν είναι κλειστή, αλλά ανοιχτή. Μέσα από τα παιδιά καλούνται να δούνε την ζωή και τους συνανθρώπους όπως αληθινά είναι. Καρδιοχτυπούν γι’ αυτά. Βγαίνουν από το εγώ τους. Ζούνε τον αγώνα να βοηθήσουν ανθρώπους να επιβιώσουν και να αποκτήσουν αξίες, νόημα και ποιότητα. Έτσι νικούνε τον θάνατο!

Τα πλοία δεν βουλιάζουν στα λιμάνια. Αν όμως οι πλοίαρχοί τους δεν τα επιθεωρούν, αδιαφορώντας, αν τα θεωρούν ως πανδοχείο και όχι ως σπίτι τους, τότε, καθώς θα βγούνε πάλι στο ταξίδι της θάλασσας, θα κινδυνεύσουν να ναυαγήσουν. Αυτό συμβαίνει και με τον γάμο. Αν ο ένας δεν φροντίζει για τον άλλον και οι δύο μαζί για τον γάμο τους, δεν ανανεώνονται ως προς την κατανόηση, την επικοινωνία, τον έρωτα, τότε ο γάμος γίνεται συνύπαρξη χωρίς περιεχόμενο. Το σπίτι γίνεται ξενώνας, ο οποίος κατοικείται αλλά δεν ενώνει. Όταν ο ένας δεν κοιτά τον άλλον στα μάτια, δεν έχει ειλικρίνεια, δεν καρδιοχτυπά, δεν πεθαίνει για τον άλλον, αλλά διαλέγει να τονίζει εντός του και στην σχέση σε τι είναι διαφορετικός, τι τον απογοητεύει, τι δεν του αρέσει, τι θα ήθελε και δεν έχει, καταλήγει να απορρίπτει τον άλλον ως πρόσωπο. Και τότε η οικειότητα φεύγει. Ο γάμος ναυαγεί, διότι εξαλείφεται η συν-χώρηση, η απόφαση και των δύο ο άλλος να χωρά στην καρδιά και να συν- βαδίζουν, να μην πάει ο ένας πιο γρήγορα, αδιαφορώντας για τον άλλο.

Ο χρυσοστομικός λόγος είναι πάντα επίκαιρος. Προέρχεται από έναν άνθρωπο που έζησε την Εκκλησία ως λιμάνι. Και μόνο εκεί ο γάμος είναι λιμάνι. Στην παρουσία του Χριστού, στην ένταξη στο σώμα Του. Το χρειαζόμαστε!

Πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»


pemptousia

ΕΔΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ ΜΑΣ. Ο ΓΑΜΟΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΟΧΙ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΑΝΑΣΤΑΙΝΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΑ.

........ καταλήγει να απορρίπτει τον άλλον ως πρόσωπο.
ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΤΑΙ. 
Ο ΑΛΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ ΗΘΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ.

Αμέθυστος

Κυριακή Θ΄Λουκά: Στον άφρονα πλούσιο

αγίου Νικολάου Αχρίδος
«Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα. και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ’ 16, 17). Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απλά πλούσιος. Η σοδειά του ήταν τόσο πλούσια από το θερισμό, ώστε δεν είχε που να βάλει τους καρπούς. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος έβλεπε τα χωράφια με τα σιτηρά του, τα περιβόλια και τ’ αμπέλια του που έγερναν από το βάρος των καρπών, τους κήπους του που ήταν γεμάτοι από κάθε λογής λαχανικά και τις κυψέλες του που ήταν γεμάτες μέλι, αλλά δε γύρισε προς τον ουρανό ν’ αναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ύψιστε και πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη έχει η δύναμη κι η σοφία Σου, πόσα βγάζεις από τη μαύρη γη! Με τις ακτίνες του ήλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ όλα τα φρούτα στη γη! Σε κάθε φρούτο έχεις δώσει ένα πανέμορφο σχήμα κι ένα καταπληκτικό άρωμα! Τους λιγοστούς μου κόπους τους αντάμειψες εκατονταπλάσια! Ελέησες το δούλο Σου κι έδωσες με τα χέρια Σου τόσο πλούσια δώρα στην αγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με να δώσω χαρά στ’ αδέρφια και στους συνανθρώπους μου με τα δώρα Σου αυτά. Έτσι εκείνοι θα ευχαριστήσουν και θα δοξολογήσουν μαζί μου το άγιο όνομά Σου και την ανέκφραστη αγαθότητά Σου».
Μήπως είπε τέτοια λόγια ο πλούσιος; Όχι! Αντί να θυμηθεί το Δοτήρα κάθε αγαθού, αρχικά σκέφτηκε που να μαζέψει και να φυλάξει τ’ αγαθά του, όπως ο κλέφτης που βρίσκει μια τσάντα με χρήματα στο δρόμο και δεν τον απασχολεί σε ποιόν ανήκουν αυτά, ποιος τά ‘χασε, αλλά πρώτη σκέψη του είναι που να τα κρύψει. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος στην πραγματικότητα είναι ένας κλέφτης. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλ’ αυτά τα αγαθά βγήκαν από δικούς του κόπους. Ο κλέφτης ασχολείται με την κλοπή και χρησιμοποιεί κάθε επιδεξιότητα κι εξυπνάδα. Συχνά χρησιμοποιεί περισσότερη εξυπνάδα και πονηριά από τον σποριά ή τον ζευγολάτη. Ο πλούσιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον ήλιο, τη βροχή, τους ανέμους και τη γη. Αυτά είναι τα τέσσερα κύρια στοιχεία – χώμα, αέρας, ήλιος και νερό – που με το θέλημα του Θεού κάνουν τα δέντρα και τα φυτά να καρποφορούν. Η αφθονία των φρούτων επομένως δεν είναι δικό του κατόρθωμα ούτε αποτέλεσμα της εργώδους προσπάθειάς του. Αλλ’ ούτε με το δικαίωμα κατοχής του ανήκουν, αφού δεν είναι δικά του ούτε ο ήλιος ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος ούτε η γη.
Η αφθονία των καρπών είναι δώρο του Θεού. Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αγνώμων εκείνος που δέχεται δώρο από έναν άλλο και δε λέει «ευχαριστώ» ούτε και δίνει κάποια προσοχή στο δωρητή, αλλά βιάζεται να κρύψει το δώρο σε ασφαλές μέρος. Ένας συμπαθής ζητιάνος, όταν του δίνουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, ευχαριστεί εκείνον που του το πρόσφερε. Ο πλούσιος όμως δεν έκανε ούτε μια σκέψη, δε βρήκε ούτε ένα λόγο να ευχαριστήσει το Θεό για τόσο πλούσια σοδειά. Ούτε ένα μικρό χαμόγελο χαράς δε ζωγραφίστηκε στα χείλη του για την τόσο θαυμαστή και μεγάλη χάρη που έλαβε από το Θεό. Αντί για προσευχή ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό και καρδιακή χαρά, άρχισε αμέσως ν’ ανησυχεί, να σκέφτεται πως θα μαζέψει τόσα αγαθά και να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μείνει πίσω ούτε ένα σπυρί για τα πουλιά, ούτε ένα μοναδικό μήλο να πέσει στα χέρια των φτωχών γειτόνων του.
«Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου» (Λουκ. ιβ’ 18). Προσέξτε σε τι μεγάλους κόπους προβαίνει ένας ασυλλόγιστος άνθρωπος! Αντί να προσπαθήσει να σκοτώσει τον παλαιό άνθρωπο μέσα του και ν’ αναστήσει το νέο, εξαντλεί όλες του τις προσπάθειες στο να γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες, τους στάβλους και τα υποστατικά του, για να χτίσει καινούργια. Αν η πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να μεγαλώσει πάλι τις σιταποθήκες του ή να χτίσει καινούργιες. Έτσι οι σιταποθήκες του από χρόνο σε χρόνο αυξάνονται ή μεγεθύνονται, ενώ η ψυχή του ολοένα στενεύει και παλιώνει κι οι παλιοί καρποί του σαπίζουν, όπως κι η ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται το μίσος κι εναντίον του εκτοξεύονται κατάρες. Οι φτωχοί θα βλέπουν με φθόνο τα πλούτη του κι οι πεινασμένοι θα καταριούνται τη σκληρότητα, τη φιλαυτία και την ιδιοτέλειά του. Έτσι τα πλούτη του φέρνουν την καταστροφή τόσο στον ίδιο όσο και στους ανθρώπους που ζουν κοντά του. Η ψυχή του θα χαθεί από τη σκληροκαρδία και τη φιλαυτία του. Οι ψυχές των άλλων θα βλαφτούν από το φθόνο και τις κατάρες. Βλέπετε πως χρησιμοποιεί τα δώρα του Θεού ένας άνθρωπος χωρίς επίγνωση, τόσο για τη δική του όσο και για των άλλων την απώλεια. Ο Θεός του έδωσε τα πλούτη για να βοηθήσουν στη σωτηρία τόσο τη δική του όσο και των άλλων, εκείνος όμως τα χρησιμοποίησε για κατάρα, για το κακό το δικό του, μα και των άλλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχτούν συμβουλή: «Έφαγες μέχρι κορεσμού; Θυμήσου τους πεινασμένους. Ικανοποίησες τη δίψα σου; Θυμήσου τους διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αυτούς που κρυώνουν. Ζεις σ’ ένα πλούσια επιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα και τους άστεγους. Ένιωσες ευτυχισμένος σε μια γιορτή; Προσπάθησε να χαροποιήσεις τους λυπημένους και τους θλιμμένους. Σε τιμούν ως άνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε να επισκεφτείς και ν’ ανακουφίσεις τους ενδεείς. Είσαι ευχαριστημένος από τον προ­ϊστάμενό σου; Κάνε και τους υφισταμένους σου χαρούμενους. Αν είσαι σπλαχνικός κι ευγενικός μαζί τους, θα βρεις έλεος κι ευσπλαχνία όταν η ψυχή σου αναχωρήσει από το σώμα σου».

«Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Έτσι μίλησε ο Κύριος της ζωής και του κόσμου, ο δημιουργός του χρόνου και του θανάτου, που «εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου» (Ιώβ, ιβ’ 10).
Ανόητε άνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι με την κοιλιά σου κι όχι με το νου σου; Όπως δεν ήταν στη δική σου δύναμη να ορίσεις την ημέρα που θα γεννηθείς, έτσι δεν μπορείς να ορίσεις και τη μέρα που θα πεθάνεις. Ο Κύριος άναψε το καντήλι της επίγειας ζωής σου όταν Εκείνος έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Ο ίδιος θα το σβήσει όταν το αποφασίσει. Όπως τα πλούτη σου δεν όρισαν το χρόνο της έλευσής σου στον κόσμο, έτσι δεν μπορούν να καθυστερήσουν και το χρόνο της αναχώρησής σου. Μήπως η αυγή ή το σούρουπο εναπόκειται σε σένα; Όχι, βέβαια. Το ίδιο δεν εναπόκειται σε σένα κι ο χρόνος που θα διανύσεις στη γη, οι σιταποθήκες και τα κελλάρια σου, τα πρόβατα κι οι στάνες σου. Όλ’ αυτά ανήκουν στο Θεό, όπως κι η ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ο Θεός μπορεί να πάρει αυτά που ανήκουν σε σένα και να τα δώσει σε κάποιον άλλο. Όσο ζεις όλα είναι δικά Του, όπως δικά Του θα είναι και μετά το θάνατό σου. Η ζωή κι ο θάνατός σου βρίσκονται στα χέρια Του. Γιατί λοιπόν προγραμματίζεις για έτη πολλά; Η ζωή σου είναι μετρημένη ως το τελευταίο λεπτό. Η τελευταία σου στιγμή θα τελειώσει τούτη τη νύχτα. Μη λοιπόν σκέφτεσαι το αύριο, τι θα φας ή τι θα πιεις ή τι θα φορέσεις. Σκέψου όμως και ξανασκέψου την ψυχή σου που θα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τη βασιλεία του Θεού, γιατί αυτή αποτελεί την τροφή της ψυχής σου (βλ. Ματθ. στ’ 31-33).
Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ’ 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του.

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2019/11/blog-post_16.html#ixzz65UVZG5pv

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Η λύση εναντίον του βίαιου εποικισμού της Ελλάδας

Δεν είναι άλλη από την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης με το ερμητικό κλείσιμο των συνόρων της, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Μάαστριχ ή/και με την ανάλογη συμφωνία του ΟΗΕ – αφού είναι αδύνατον η πιο χρεοκοπημένη χώρα στην παγκόσμια ιστορία να παρέχει άσυλο, πόσο μάλλον να φιλοξενεί παράνομους μετανάστες. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει ξανά πολιτική βούληση που δυστυχώς δεν υπάρχει – με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ελλάδα να χαθεί ως Έθνος από το πρόσωπο της γης, χωρίς δυστυχώς οι Πολίτες της να το συνειδητοποιούν είτε επειδή φοβούνται να αντιδράσουν, είτε επειδή ευρίσκονται σε κατάσταση σοκ από τη χρεοκοπία που βιώνουν τα τελευταία δέκα χρόνια, με τους πιστωτές να κατάσχουν τα πάντα ανενόχλητοι.  Το πιθανότερο είναι λοιπόν να συνεχίσουν οι πολιτικοί να σκύβουν το κεφάλι στους ξένους ενδιαφερόμενοι μόνο για τον εαυτό τους αφού δεν πιέζονται από το λαό, καθώς επίσης να συνεχίσουν οι Πολίτες να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν και να ενοχοποιούν κάποιους άλλους για τα δεινά τους – τους πολιτικούς, τη Γερμανία κοκ. Δυστυχώς όμως η Φύση είναι ανελέητη και δεν συγχωρεί ούτε τη δειλία, ούτε τα όποια σοκ – οπότε αυτό που θα ακολουθήσει, μία οδύνη δίχως τέλος, είναι νομοτελειακό, εάν συνεχιστεί η ίδια στάση των Πολιτών.  
Άποψη
Υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν λύσεις για την Ελλάδα – με μοναδική διαφορά το ότι, κάθε φορά που καθυστερούμε γίνονται όλο και πιο δύσκολες, ενώ κοστίζουν πολύ περισσότερο. Για παράδειγμα, το 2010 ήταν μεν υψηλό το δημόσιο χρέος (127% του ΑΕΠ), καθώς επίσης τα δίδυμα ελλείμματα του κράτους ως κληροδότημα του Κώστα Καραμανλή (ανάλυση), αλλά το ιδιωτικό ήταν αμελητέο, το ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερο και τα εισοδήματα των Ελλήνων σχεδόν κατά 40% υψηλότερα – ενώ τα περιουσιακά στοιχεία τόσο του δημοσίου, όσο και του ιδιωτικού τομέα δεν είχαν απαξιωθεί, έχοντας κοστίσει μέχρι σήμερα πάνω από 1 τρις €.
Το αργότερο λοιπόν πριν την υπογραφή του εγκληματικού PSI από τους πατριδοκτόνουςη Ελλάδα θα έπρεπε να αμυνθεί απέναντι στους πιστωτές της, με την κυβέρνηση να κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης – απαιτώντας το σταμάτημα των μνημονίων (=πολιτική λιτότητας), καθώς επίσης τη διαγραφή μεγάλου μέρους των χρεών της, τα οποία δημιουργήθηκαν μεταξύ άλλων και με ευθύνη της ΕΚΤ (ανάλυση), κατά το παράδειγμα της διαγραφής χρεών της Γερμανίας το 1953. Εναλλακτικά την πληρωμή των γερμανικών επανορθώσεων – οι οποίες είναι υψηλότερες του δημοσίου χρέους.
Δεν το έκανε όμως καμία κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να βιώσουμε μία απίστευτη οικονομική καταστροφή, την ενδοτική παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας με αντάλλαγμα την επιμήκυνση των 96 δις €, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που συνεχίζεται ασταμάτητα από τη νέα κυβέρνηση και τη δήμευση της ιδιωτικής – με παράνομους για την υπόλοιπη Ευρώπη ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς.
Έτσι η χώρα βαδίζει ολοταχώς προς τη δεύτερη χρεοκοπία της – έχοντας όμως χάσει τα περιουσιακά της στοιχεία με έναν εξαθλιωμένο, λεηλατημένο πληθυσμό, καθώς επίσης με ένα ΑΕΠ που κατέρρευσε. Αρκεί να γνωρίζει κανείς πως το 2009 το ΑΕΠ μας ήταν πάνω από 120 δις $ υψηλότερο από της Ρουμανίας (γράφημα), ενώ σήμερα 20 δις $ χαμηλότερο, για να συνειδητοποιήσει την καταστροφή που προηγήθηκε.
Με αφετηρία τώρα το 2015, ξεκίνησε ο εποικισμός της Ελλάδας – ο οποίος ευρίσκεται σε έξαρση σήμερα (άρθρο), χωρίς η Ελλάδα να αντιδράει. Η λύση είναι ξανά η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και το ερμητικό κλείσιμο των συνόρων της, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Μάαστριχ (ακολουθεί στο τέλος*) ή/και με την ανάλογη συμφωνία του ΟΗΕ – αφού είναι αδύνατον η πιο χρεοκοπημένη χώρα στην παγκόσμια ιστορία να παρέχει άσυλο, πόσο μάλλον να φιλοξενεί παράνομους μετανάστες.
Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει ξανά πολιτική βούληση που δυστυχώς δεν υπάρχει – με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η Ελλάδα να χαθεί ως Έθνος από το πρόσωπο της γης, χωρίς δυστυχώς οι Πολίτες της να το συνειδητοποιούν είτε επειδή φοβούνται να αντιδράσουν, είτε επειδή ευρίσκονται σε κατάσταση σοκ από τη χρεοκοπία που βιώνουν τα τελευταία δέκα χρόνια, με τους πιστωτές να κατάσχουν τα πάντα ανενόχλητοι. Το πιθανότερο είναι λοιπόν να συνεχίσουν οι πολιτικοί να σκύβουν το κεφάλι στους ξένους ενδιαφερόμενοι μόνο για τον εαυτό τους αφού δεν πιέζονται από το λαό, καθώς επίσης να συνεχίσουν οι Πολίτες να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν και να ενοχοποιούν κάποιους άλλους για τα δεινά τους – τους πολιτικούς, τη Γερμανία κοκ.  Δυστυχώς όμως η Φύση είναι ανελέητη και δεν συγχωρεί ούτε τη δειλία, ούτε τα όποια σοκ – οπότε αυτό που θα ακολουθήσει, μία οδύνη δίχως τέλος, είναι νομοτελειακό, εάν συνεχιστεί η ίδια στάση των Πολιτών.

Άρθρο 78 Μάαστριχ (πρώην άρθρο 63 παράγραφοι 1 και 2 και πρώην άρθρο 64 παράγραφος 2 της ΣΕΚ, πηγή)

1.Η ΕΕ αναπτύσσει κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας, η οποία έχει ως στόχο να παράσχει σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών που χρήζουν διεθνούς προστασίας επαρκές καθεστώς και συμμόρφωση με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Η πολιτική αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967, σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και άλλες συναφείς συνθήκες.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν μέτρα σχετικά με ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, το οποίο περιλαμβάνει:
(α) ενιαίο καθεστώς ασύλου για υπηκόους τρίτων χωρών που ισχύσει σε ολόκληρη την ΕΕ
(β) ένα ενιαίο καθεστώς επικουρικής προστασίας για υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν λαμβάνουν το ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου αλλά χρειάζονται διεθνή προστασία,
(γ) ένα κοινό καθεστώς για την προσωρινή προστασία των εκτοπισθέντων σε περίπτωση μαζικής εισροής,
(δ) κοινές διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος του ενιαίου ασύλου ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας,
(ε) κριτήρια και διαδικασίες για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ή επικουρικής προστασίας,
(στ) πρότυπα σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο ή επικουρική προστασία,
(ζ) συναδελφικότητα και συνεργασία με τρίτες χώρες για τον έλεγχο της εισροής προσώπων που ζητούν άσυλο ή επικουρικής ή προσωρινής προστασίας.
3. Εάν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη βρίσκονται σε κατάσταση κινδύνου εξ αιτίας ξαφνικής εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί, με πρόταση της Επιτροπής, να θεσπίσει προσωρινά μέτρα υπέρ των ενδιαφερομένων κρατών μελών.Αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
 Βασίλης Βιλιάρδος

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...