Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. στ’ 31-36)

Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;

Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.
Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.

Η φιλανθρωπία είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε’ 7).

Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει. Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολών. Η συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.

Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμου. Το νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτε. Όταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνική. Όταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς. Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μας τοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.

Είπε ο Κύριος: «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοί­ως» (Λουκ. στ’ 31). Αυτά είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του; Πρώτα λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους εχθρούς σου στον κόσμο. Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί.

Αυτό όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχεις φίλο σου το Θεό. Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους, τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος, κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο.

Η εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. Επομένως ας μη βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους. Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν, να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.

Αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο.

Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρ­τωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα» (Λουκ. στ’ 32-34). Αυτό πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας, είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μας. Η ευσπλαχνία δεν είναι κάποια αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη, αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας χέρια.

Θα ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας ευεργετούν. Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια κατώτερη αρετή, που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. Η αγάπη προς αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμα προς το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να περιμένει επιστροφή.

Ποιοί είναι εκείνοι που εδώ αποκαλεί αμαρτωλούς ο Θεός; Πρώτα είναι οι ειδωλολάτρες, στους οποίους δεν έχει αποκαλυφθεί η πληρότητα του μυστηρίου της αλήθειας και της αγάπης του Θεού. Είναι αμαρτωλοί επειδή αποστράφηκαν την πρωταρχική αλήθεια και την αγάπη Του. Επειδή στη θέση του Θεού έχουν προσλάβει ως νομοθέτη αυτόν τον κόσμο, που τους διδάσκει πως πρέπει ν’ ανταποδίδουν αγάπη μόνο σ’ αυτούς που τους αγαπάνε, να ευεργετούν μόνο εκείνους από τους οποίους δέχονται το καλό. Το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης του Θεού αποκαλύπτεται μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού, τώρα μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και λαμπρότητα απ’ ότι στην αρχή της δημιουργίας. Αρχικά αποκαλύφθηκε μέσω του Ιουδαϊκού λαού. Απ’ αυτούς, αν κι όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλους τους λαούς της γης.

Όπως ο Θεός προετοίμασε τους Ιουδαίους χιλιάδες χρόνια για να κατανοήσουν και να δεχτούν την πλήρη αποκάλυψη του μυστηρίου, με το Νόμο και τους προφήτες Του, έτσι κι ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «αμαρτωλοί» για άλλους λαούς, που έχουν βυθιστεί στην ειδωλολατρεία. Με την λέξη «αμαρτωλοί» όμως και μάλιστα μεγαλύτεροι αμαρτωλοί από τους ειδωλολάτρες, εννοεί κι όλους εκείνους στους οποίους αποκαλύφθηκε το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης αλλά δεν έμειναν πιστοί σ’ αυτό, παρά ξαναγύρισαν στο κατώτερο επίπεδο του αγαθού, «ώσπερ κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22). Κι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, χριστιανοί κατ’ όνομα, που με τα έργα τους φανερώνονται οι πιο πρωτόγονοι ειδωλολάτρες.

Τί όφελος έχουμε αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και κάνουμε το καλό σ’ εκείνους που μας ευεργετούν; Δεν επιστρέφουμε στη θέση του αυτό που λάβαμε; Την ανταπόδοσή μας την λάβαμε. Έπαινος αξίζει στα έργα που, σε μικρή κλίμακα, μοιάζουν στα έργα της αγάπης του Θεού.

«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί» (Λουκ. στ’ 35-36). Αυτά είναι τα ύψη στα οποία θέλει ο Θεός να εξυψώσει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν μια διδαχή ανήκουστη πριν από την έλευσή Του. Αυτό είναι το ύψος της αξίας του ανθρώπου, που ούτε κι ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του κόσμου δεν είχε ονειρευτεί ως τότε. Κι αυτή είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που αλλοιώνει την καρδιά του ανθρώπου και την μετατρέπει σε ποταμό δακρύων.

Αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Δε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».

Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη. Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.

Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούς. Δε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησης. Τι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;

Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.

Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.

Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικη. Δεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.

Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.

Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτή. Πώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μας και μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο. Κι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.

Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).

Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!

Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούν. Οι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μας. Οι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσει. Οι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.

Αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, λέει ο Κύριος. Αγαθοποιείτε, κάνετε το καλό σ’ όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα, είτε σας αγαπούν είτε όχι. Ακολουθήστε το παράδειγμα του Θεού που τους ευεργετεί όλους, είτε φανερά είτε κρυφά. Αν η ευεργεσία σας δε θεραπεύει το μίσος του εχθρού σας, πολύ λιγότερο θα το θεραπεύσει η έχθρα σας. Γι’ αυτό κάνετε το καλό ακόμα και σε κείνους που ούτε το ζητούν ούτε το περιμένουν από σας. Δανείζετε όλους εκείνους που σας ζητούν. Δανείζετε όμως σα να δίνετε, σα να επιστρέφετε κάτι που ανήκει σε άλλον, όχι κάτι δικό σας. Λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ελεήμων άνθρωπος είναι εκείνος που δίνει, χαρά στους άλλους μ’ αυτά που ο ίδιος έλαβε από το Θεό: ψωμί, φαγητό, εξουσία, ένα λόγο προσευχής· που λογαριάζει τον εαυτό του οφειλέτη, αφού έλαβε παραπάνω απ’ όσα χρειάζεται. Μέσω του αδελφού του είναι σα να του ζητάει ο Θεός και γίνεται έτσι οφειλέτης του».

Αν ο εχθρός δε δεχτεί την ευεργεσία σου, δε σ’ εμποδίζει μ’ αυτό από το να συνεχίσεις να του δίνεις. Ο Κύριος είπε, «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. ε’ 44). Κάνε και συ λοιπόν προσευχή για τους εχθρούς σου, ευεργέτησέ τους. Αν ο εχθρός σου δε δεχτεί κάποιο είδος καλοσύνης ή εξυπηρέτησης από μέρους σου, ο Θεός θα δεχτεί την προσευχή που θα κάνεις γι’ αυτόν. Ο Θεός θα μαλακώσει την καρδιά του και θ’ αλλάξει τη διάθεσή του για σένα. Δεν είναι τόσο δύσκολο στο Θεό να κάνει έναν εχθρό φίλο, όσο φαίνεται στους ανθρώπους. Αυτό είναι ίσως αδύνατο στους ανθρώπους, μα δυνατό στο Θεό. Εκείνος που ξανακάνει την παγωμένη γη εύφορη κοιλάδα, όπου αναπτύσσονται πανέμορφα λουλούδια, μπορεί να λιώσει και τον πάγο της έχθρας της ανθρώπινης καρδιάς και να κάνει να ευδοκιμήσουν σ’ αυτήν τα ευωδιαστά λουλούδια της φιλίας.

Βέβαια, το σπουδαιότερο πράγμα δεν είναι να γυρίσει ο εχθρός σου και να γίνει φίλος σου χάρη στην καλοσύνη σου, αλλά να μη χάσει την ψυχή του λόγω του μίσους του για σένα. Περισσότερο πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτό το τελευταίο, παρά για το πρώτο. Για τη δική σου σωτηρία δεν παίζει κανένα ρόλο αν σ’ αυτή τη ζωή έχεις περισσότερους φίλους ή εχθρούς. Παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο όμως το να μην είσαι εχθρός κανενός, αλλά να είσαι φίλος με όλους με την καρδιά σου, με τις προσευχές και τις σκέψεις σου.

Αν το κάνεις αυτό, η ανταπόδοσή σου θα είναι μεγάλη. Από ποιόν; Σε κάποιο βαθμό ίσως από τους ανθρώπους, κυρίως όμως από το Θεό. Τί είδους ανταπόδοσή θα έχεις; «Έσεσθε υιοί του Υψίστου», θ’ αξιωθείτε ν’ αποκαλέσετε το Θεό «Πατέρα», «και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω, αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ’ 6). Αν δε γίνει σήμερα αυτό, θα γίνει αύριο. Αν όχι αύριο, τότε στο τέλος του κόσμου, ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ανταπόδοση θα μπορούσαμε να περιμένουμε από το να κληθούμε παιδιά του Υψίστου, να ονομάζουμε τον Ύψιστο Πατέρα μας;

Προσέξτε. Ο ένας και μοναδικός Υιός του Υψί­στου είναι ο Κύριος Ιησούς. Έως τώρα μόνο Αυτός ονόμαζε το Θεό Πατέρα Του. Και τώρα την ίδια τιμή υποσχέθηκε ο Θεός σ’ εμάς, τους αμαρτωλούς και παραστρατημένους. Τί σημαίνει η τιμή αυτή για μας; Πώς θα είμαστε μαζί Του στην αιωνιότητα(βλ. Ιωάν. ιδ’ 3), κοντά στη δική Του δόξα, όπου βασιλεύει χαρά χωρίς τέλος. Σημαίνει πως η αγάπη του Θεού Πατέρα θα είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα κι όταν διερχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις δυσκολίες σ’ αυτή τη ζωή, όλα θ’ αντιστραφούν και θα καταλήξουν στο καλό μας. Σημαίνει πως όταν πεθάνουμε δε θα παραμείνουμε στον τάφο, αλλά θ’ αναστηθούμε, όπως Εκείνος αναστήθηκε εκ νεκρών. Σημαίνει πως σ’ αυτή τη γη τοποθετηθήκαμε προσωρινά. Στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα μας όμως μας περιμένει κάλλος αθάνατο, τιμή και δόξα.

Θα μπορούσαμε ν’ απαριθμήσουμε όλα τ’ αγαθά που περιμένουν έναν ορφανό αν τον υιοθετήσει κάποιος επίγειος βασιλιάς; Είναι αρκετό να πούμε πως το ορφανό αυτό το υιοθέτησε ένας βασιλιάς κι όλοι θα καταλάβουν πόσα αγαθά θ’ απολαύσει το ορφανό αυτό. Η δική μας υιοθεσία δεν έγινε από ανθρώπους αλλ’ από το Θεό, αφού θα γίνουμε υιοί του Υψίστου, του Οποίου Υιός είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Θα γίνουμε υιοί του αθάνατου Βασιλιά, του Βασιλιά των βασιλιάδων. Μας υιοθετεί ο Θεός όχι για χάρη μας, αλλά για χάρη του Μονογενούς Του Υιού, όπως λέει ο απόστολος: «Πάντες γαρ υιοί Θεού εστε διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ’ 26). Ο Χριστός μας υποδέχεται σαν αδελφούς Του. Ο Θεός Πατέρας επομένως μας δέχεται σαν υιούς Του.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να μας αξίζει να λεγόμαστε «υιοί του ζώντος Θεού». Είναι αστείο και να σκεφτούμε ακόμα πως θα μπορούσαμε με οποιοδήποτε έργο μας, ακόμα κι αν ασκούσαμε τη μεγαλύτερη αγάπη για τον εχθρό μας, ν’ αξίζαμε ν’ ανταμειφθούμε με αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς στους πιστούς δούλους Του. Αν δίναμε όλα τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, αν νηστεύαμε όλες τις μέρες της ζωής μας κι αν στεκόμασταν στην προσευχή σαν αναμμένες λαμπάδες ως το τέλος του χρόνου· αν χωρίζαμε πνευματικά το πνεύμα από το σώμα μας, σα νά ‘ταν ψυχρή πέτρα κι αν η ψυχή μας ήταν απαθής προς τον υλικό κόσμο· αν αφήναμε τον εαυτό μας να τον φτύνουν και να τον ποδοπατούν όλοι οι άνθρωποι ή ακόμα κι αν παραδινόμασταν τροφή στα πεινασμένα θηρία· ακόμα κι αν τα κάναμε όλ’ αυτά, δε θα ήταν παρά μια απειροελάχιστη τιμή για όλα τ’ αγαθά, τη δόξα και την ανέκφραστη ευφροσύνη που συνοδεύουν την υιοθεσία του Θεού. Δεν υπάρχει ευσπλαχνία στη γη ούτε αγάπη στο θνητό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον αξιώσει να γίνει «υιός Θεού», αθάνατος πολίτης της ουράνιας Βασιλείας. Η αγάπη του Χριστού όμως αναπληρώνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Ας μην ισχυριστεί κανένας μας πως μπορεί με τη δική του αγάπη να σωθεί, με τη δική του αξία ν’ ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για να μπει μέσα.

Η εντολή της αγάπης για τον πλησίον επομένως, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν μας φαίνεται, είναι μόλις ένα μικρό νόμισμα που ζητάει ο Θεός από μας για να μας φέρει πιο κοντά Του στην υπέροχη και πανένδοξη βασιλεία Του. Δε μας ζητάει να τηρήσουμε την εντολή αυτή για να κερδίσουμε με την αξία μας τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του, αλλά μόνο να επιθυμήσουμε πάνω απ’ όλα τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του. Από μας ζητάει μόνο να πιστεύουμε τα λόγια Του και να υπακούμε τον Κύριο Ιησού.

Από ποιά άποψη ο Αδάμ ήταν άξιος για τον Παράδεισο; Από καμία. Ο Παράδεισος του δόθηκε από την αγάπη του Θεού. Τί έκανε τον Αδάμ να παραμείνει στον Παράδεισο ως την πτώση του; Η υπακοή του στο Θεό, μόνο η υπακοή του. Όταν όμως ο ίδιος κι η σύζυγός του άρχισαν ν’ αμφισβητούν την εντολή του Θεού, και μόνο η αμφισβήτηση αυτή παραβίασε την εντολή κι έπεσε στη θανάσιμη αμαρτία της παρακοής.

***

Στη Νέα Κτίση ο Κύριος Ιησούς ζητάει από μας το ίδιο πράγμα που ζήτησε από τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο: πίστη και υπακοή. Πίστη πως κάθε εντολή που μας έδωσε, είναι για τη σωτηρία μας· απροϋπόθετη υπακοή σε κάθε μία από τις εντολές Του. Μας έδωσε όλες τις εντολές, μαζί κι αυτήν για ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, για νά ‘χουμε πίστη στα λόγια Του και υπακοή. Αν κάποια από τις εντολές Του δεν ήταν καλή και δεν υπηρετούσε τη σωτηρία μας, δε θα μας την έδινε. Εκείνος ήξερε πολύ καλύτερα αν η εντολή αυτή ήταν φυσική ή αφύσικη, δυνατή ή αδύνατη. Το πιο σπουδαίο πράγμα για μας είναι πως ο Θεός μας έδωσε την εντολή αυτή κι εμείς, αν θέλουμε το καλό μας, πρέπει να την τηρήσουμε. Όπως ο άρρωστος παίρνει το φάρμακο από το χέρι του γιατρού με πίστη και κάνει υπακοή, είτε το φάρμακο είναι γλυκό είτε πικρό, έτσι κι εμείς, αδύναμοι από την αμαρτία και με σκοτισμένο νου, πρέπει να τηρούμε με πίστη κι υπακοή όλες τις εντολές που μας έδωσε ο καλός Ιατρός των ψυχών μας και Κύριος της ζωής μας, Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.

Σ’ Εκείνον πρέπει δόξα και αίνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν
.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή Βʼ Λουκά: Η τέλεια αγάπη (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Το «πνεύμα της Ασίζης» επιβεβαιώθηκε στο Μετς

της Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄


Λέων ΙΔ΄ με εκπροσώπους ψευδών θρησκειών
κατά τη διάρκεια της «Έκκλησης του Μετς»

Μετά το Παρίσι και τη Λούρδη, ο Λέων ΙΔ΄ ολοκλήρωσε το ταξίδι του στη Γαλλία στο Μετς τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου. Η ημέρα περιελάμβανε μια διαθρησκευτική συνάντηση, μια ομιλία για την Ευρώπη και μια Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Σεντ-Ετιέν.

Οι μαθητές καλωσορίζουν τον Πάπα.

Φτάνοντας από τη Λούρδη το πρωί, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ υποδέχτηκε στο αεροδρόμιο Μετς-Νανσί-Λωρραίνη περίπου είκοσι μαθητές από το ιδιωτικό σχολείο Marcel Van στο Αργκάνσι.
Οι μαθητές είχαν ετοιμάσει ένα τραγούδι, ζωγραφιές και δώρα.
Ο Πάπας αφιέρωσε χρόνο για να τους ακούσει και να τους χαιρετήσει ατομικά πριν ευλογήσει τους γονατιστούς μαθητές.
Αυτή η συνάντηση πρόσθεσε μια προσωπική πινελιά σε μια ημέρα αφιερωμένη σε μεγάλο βαθμό στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
Η επιλογή του Μετς οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Ρόμπερτ Σουμάν και στην ιστορία μιας περιοχής που σημαδεύτηκε από τους Γαλλοπρωσικούς Πολέμους.
Ο Καρδινάλιος Ζαν-Μαρκ Αβελίν ανέφερε ότι, μεταξύ των πόλεων που εξετάστηκαν, ο Λέων ΙΔ΄ είχε επιλέξει το Μετς «λόγω της Ευρώπης».

Η Έκκληση του Μετς, στο Πνεύμα της Ασίζης

Στο Συνεδριακό Κέντρο Robert Schuman , ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκε με μέλη της Διάσκεψης Θρησκευτικών Ηγετών της Γαλλίας (CRCF), η οποία από το 2010 συγκεντρώνει Καθολικούς, Προτεστάντες, Ορθόδοξους, Εβραίους, Μουσουλμάνους και Βουδιστές ηγέτες.

Επτά εκπρόσωποι διάβασαν την «Έκκληση του Μετς», που συνέταξαν αυτοί οι θρησκευτικοί ηγέτες.
Το κείμενο στη συνέχεια υπεγράφη, παρουσία του Πάπα, από τον Καρδινάλιο Jean-Marc Aveline , τον Πάστορα Christian Krieger , τον Επίσκοπο Δημήτριο , τον Haïm Korsia , Αρχιραβίνο της Γαλλίας, τον Antony Boussemart, Συμπρόεδρο της Βουδιστικής Ένωσης της Γαλλίας, και τον Chems-Eddine Hafiz, Πρύτανη του Μεγάλου Τζαμιού του Παρισιού.
Ο Καρδινάλιος Aveline το παρουσίασε σε δύο νέους.
Το έγγραφο αναφέρεται ρητά στη συνάντηση που διοργάνωσε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ στην Ασίζη στις 27 Οκτωβρίου 1986, όταν, κατόπιν πρόσκλησης του Πάπα, εκπρόσωποι των διαφόρων θρησκειών του κόσμου συγκεντρώθηκαν εκεί για μια ημέρα νηστείας και προσευχής για την ειρήνη. Οι θρησκευτικές ομάδες προσευχήθηκαν σύμφωνα με τις δικές τους τελετουργίες, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιούσαν καθολικές εκκλησίες ή εκκλησιαστικές δομές για τον σκοπό αυτό.
Στη συνέχεια, συγκεντρώθηκαν μπροστά στη Βασιλική του Αγίου Φραγκίσκου, όπου οι εκπρόσωποί τους προσευχήθηκαν εκ περιτροπής παρουσία των άλλων. Αυτή η πρωτοφανής ημέρα έδωσε αφορμή για αυτό που θα ονομαζόταν «πνεύμα της Ασίζης».

Ο Αρχιεπίσκοπος Μαρσέλ Λεφέβρ και ο Αρχιεπίσκοπος Αντόνιο ντε Κάστρο Μάγιερ κατήγγειλαν πολύ περισσότερα από μια απλή ασάφεια.
Στη δήλωσή τους της 2ας Δεκεμβρίου 1986, περιέγραψαν την Ασίζη ως « το αποκορύφωμα αυτής της ρήξης με το προηγούμενο Μαγιστέριο της Εκκλησίας » και καταδίκασαν μια δημόσια αμαρτία κατά της ενότητας του Θεού, του Ενσαρκωμένου Λόγου και της Εκκλησίας του: « Ο Ιωάννης Παύλος Β΄ ενθαρρύνει τις ψευδείς θρησκείες να προσεύχονται στους ψεύτικους θεούς τους: ένα ανυπολόγιστο και πρωτοφανές σκάνδαλο ».
Οι δύο αρχιεπίσκοποι ζήτησαν την ανανέωση της Εκκλησίας μέσω της « ακέραιας πίστης στην Παράδοση ».

Αντιμέτωποι με πολέμους, ανισότητες και οικολογικές και τεχνολογικές αναταραχές, οι υπογράφοντες της Έκκλησης επιθυμούν τώρα να « υπηρετήσουν μαζί ολόκληρη την ανθρώπινη οικογένεια ». Αυτή η παγκόσμια αδελφότητα, με τις μασονικές της αποχρώσεις, οραματίζεται την ανθρωπότητα ως ένα σύνολο στο οποίο τα έθνη και τα αγαθά τους τείνουν να περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Οι υπογράφοντες καταδικάζουν τις διακρίσεις, τις επιθέσεις κατά ατόμων και τόπων λατρείας, την υποκίνηση μίσους και τον ολοκληρωτισμό.
Η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η φιλοξενία, η αδελφοσύνη και η προστασία του «κοινού μας σπιτιού» σκιαγραφούν έτσι το πρόγραμμα ειρήνης τους.
Πάνω απ' όλα, αποδίδουν μια θετική αξία στις ίδιες τις ψευδείς θρησκείες: « Μαρτυρούμε ότι η επιδίωξη της ειρήνης, η μη βία και η μέριμνα για τους άλλους είναι βαθιά ριζωμένες, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, σε κάθε θρησκευτική μας παράδοση ».
Αυτή η εκτίμηση επεκτείνεται και στις πρακτικές τους: « Γνωρίζουμε από την εμπειρία ότι ο διάλογος, η προσευχή, ο διαλογισμός και διάφορες μορφές πνευματικής πρακτικής ανοίγουν το δρόμο προς την ειρήνη» .

Οι ψευδείς θρησκείες θα ήταν επομένως μια «προνομιακή οδός» προς την « αφοπλισμένη και αφοπλιστική ειρήνη » που υποστήριζε ο Λέων ΙΔ'.

Η Έκκληση προτείνει επίσης μια κουλτούρα υποδοχής και εκπαίδευσης για την ειρήνη, κινητοποιώντας οικογένειες, σχολεία, ψυχαγωγικές και αθλητικές δραστηριότητες και καταλήγει με τρεις δεσμεύσεις: την επιδίωξη του διαλόγου, την εκπαίδευση των νέων στην αμοιβαία κατανόηση των θρησκειών και την κοινή δράση για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη.

Αυτή η παρουσίαση των θρησκειών και των πρακτικών τους ως οδών προς την αέναη ειρήνη είναι το σφάλμα που καταγγέλθηκε το 1986.
Η πρακτική συνεργασία μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών μπορεί να εξυπηρετήσει ένα υλικό αγαθό: την υποστήριξη των θυμάτων, την τήρηση των δεσμεύσεων ή την πρόληψη της βίας.
Αυτό, ωστόσο, δεν δικαιολογεί την αναγνώριση οποιασδήποτε πνευματικής καρποφορίας στις ψευδείς θρησκείες ως τέτοιες.
Οι φυσικές αλήθειες που διαφυλάσσουν δεν δικαιολογούν ούτε τα λάθη τους, τα οποία είναι αντίθετα με την Αποκάλυψη, ούτε τις λατρείες τους, οι οποίες απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον αληθινό Θεό.

Η διακήρυξη του Αρχιεπισκόπου Λεφέβρ και του Αρχιεπισκόπου ντε Κάστρο Μάγιερ κατήγγειλε τις φυσιοκρατικές αρχές και μια αντίληψη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είναι διαχωρισμένη από την αλήθεια και την ηθική αξιοπρέπεια. Αντιπαρέβαλε αυτές τις αρχές με την υπεράσπιση της πίστης, το ιεραποστολικό έργο και την Παγκόσμια Βασιλεία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στο Μετς, η εστίαση παραμένει στη θρησκευτική κατανόηση στην υπηρεσία της ανθρώπινης οικογένειας, ενώ η αιώνια σωτηρία των ψυχών παραμερίζεται.


Στη συνέχεια, ο Λέων ΙΔ΄ χαιρέτισε το Μετς ως μια πόλη «συνόρων και περασμάτων». Επικαλέστηκε τον Ρομπέρ Σουμάν , έναν άνθρωπο πίστης και Χριστιανό δημοκράτη, του οποίου οι πράξεις είχαν μετατρέψει τις αρχαίες διαιρέσεις της Ευρώπης σε «γέφυρες ελπίδας». Ακολουθώντας το παράδειγμά του, οι θρησκευτικοί ηγέτες έπρεπε να αποδείξουν ότι είναι ακόμα δυνατό να συναντιόμαστε, να σφυρηλατούμε φιλίες και να οικοδομούμε ειρήνη. «

Ο διάλογος δεν μειώνει την ταυτότητά μας, αλλά την εκφράζει με απλότητα και αλήθεια, ανοίγοντάς μας στη διαφορετικότητα των άλλων », δήλωσε ο Πάπας.
Επικαλούμενος τον Φραγκίσκο και τον Ιωάννη Παύλο Β΄ , ο Πάπας παρουσίασε τον διάλογο ως ένα βήμα πέρα ​​από τη διπλωματία ή την ανοχή, με στόχο τη φιλία και την ειρήνη.
Αναφερόμενος στον Πολ Ρικέρ , περιέγραψε την ετερότητα ως υπόσχεση και όχι ως απειλή.

Τέλος, ο Λέων ΙΔ΄ καταδίκασε την εκμετάλλευση της θρησκείας: «Η επίκληση του Ονόματος του Θεού για τη νομιμοποίηση της βίας ή της καταπίεσης αποτελεί βεβήλωση αυτού του Ονόματος». Ζήτησε από τους παρόντες ηγέτες να « αφοπλίσουν τις καρδιές και τα λόγια τους ».

Η καταδίκη της άδικης βίας είναι απαραίτητη, αλλά η επιθυμία διατήρησης των «θρησκευτικών ταυτοτήτων» ως αγαθού δεν έχει τίποτα το καθολικό σε αυτήν.
Στην Ασίζη, οι συμμετέχοντες είχαν ήδη διατηρήσει τις δικές τους πεποιθήσεις και πρακτικές: η ενθάρρυνση που δόθηκε σε αυτές τις πεποιθήσεις και πρακτικές ήταν αυτή που καταδίκασε τον Αρχιεπίσκοπο Λεφέβρ και τον Αρχιεπίσκοπο ντε Κάστρο Μάγιερ.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη σύγχυση μεταξύ των θρησκειών. έγκειται επίσης στην κοινή τους αξιοποίηση, παρά τις αντιφάσεις με το καθολικό δόγμα, στην υπηρεσία μιας ειρήνης που παρουσιάζεται ως κοινό επίτευγμα.
Η αλήθεια της πίστης δεν μπορεί να γίνει δευτερεύουσα διάκριση στο όνομα της συμφιλίωσης μεταξύ των λαών: τίποτα δεν μπορεί να τοποθετηθεί πάνω από τον Θεό και την Αποκάλυψή Του.

Υπερασπιζόμενοι τη ζωή «μέχρι τέλους»
.

Ο Πάπας συνέχισε στο θέμα της προστασίας της ζωής.
Αφού έθεσε την καρποφορία των θρησκευτικών παραδόσεων στην υπηρεσία της ειρήνης και της αδελφοσύνης, τη συνέδεσε με την ικανότητά τους να προστατεύουν ευάλωτους ανθρώπους: « Το μεγαλείο ενός πολιτισμού δεν μετριέται από τα υλικά του επιτεύγματα, αλλά από τον τρόπο που περιβάλλει, προστατεύει και εξυψώνει το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι θρησκείες είναι φύλακες της ζωής: επιβεβαιώνουν την ιερή της αξία ».

Και ο Πάπας πιστεύει ότι αυτή η ανησυχία πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένη δράση: « Το να υπηρετείς τη ζωή σημαίνει να την περιβάλλεις με φροντίδα, παρουσία και τρυφερότητα, ειδικά σε στιγμές δυσκολίας, μέχρι το τέλος ». Αυτή η προειδοποίηση απηχούσε τις ομιλίες στο Μέγαρο των Ηλυσίων και στη Λούρδη κατά του προγραμματισμένου θανάτου. Η συνοδεία των ασθενών μέχρι το τέλος της ζωής τους, αντί να τους τερματίζεις με το πρόσχημα της συμπόνιας, παραμένει ένα από τα πιο διαρκή θέματα του ταξιδιού.

Ο Λέων ΙΔ΄ εμπιστεύτηκε επίσης σε όσους είναι «ανοιχτοί στην υπέρβαση» την αποστολή να προσφέρουν σταθερά σημεία αναφοράς, ειδικά στους νέους, για να οικοδομήσουν μια κοινωνία που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στο συμπέρασμά του, παρέθεσε την εγκύκλιό του Magnifica Humanitas : « Η Εκκλησία θεωρεί ως συνταξιδιώτες όλους όσους αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια, την καλοσύνη και την ομορφιά ».

Ο Πάπας ευχαρίστησε τους θρησκευτικούς εκπροσώπους για την παρουσία τους και ζήτησε από τον Θεό να τους διδάξει να ζουν όλο και πιο ολοκληρωμένα ως παιδιά Του και ως αδελφοί και αδελφές, προσκαλώντας τους να γίνουν, όπου κι αν ζουν, οικοδόμοι της ειρήνης και μάρτυρες της ελπίδας. Η ομιλία του τελείωσε με μια ευλογία.

Η αναμνηστική φωτογραφία

Η επακόλουθη συνάντηση, με τίτλο « Στις Ρίζες της Ευρώπης για την Ειρήνη και την Ενότητα », συγκέντρωσε, μεταξύ άλλων, τον Πρόεδρο Εμμανουήλ Μακρόν , τον Πρίγκιπα Αλβέρτο Β' του Μονακό , τον Μεγάλο Δούκα Γουγιώμ του Λουξεμβούργου και αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες.

Ο Λέων ΙΔ' απέτισε φόρο τιμής στον Ρομπέρ Σουμάν , του οποίου οι προσπάθειες για γαλλο-γερμανική συμφιλίωση εκφράστηκαν στη διακήρυξη της 9ης Μαΐου 1950. Στη συνέχεια, προσέφερε μια ιστορική προοπτική για την Ευρώπη: μια πολιτιστική πραγματικότητα ακόμη περισσότερο από γεωγραφική: η ελληνική και ρωμαϊκή κληρονομιά, η εξάπλωση του Χριστιανισμού, η ενσωμάτωση των γερμανικών και σλαβικών λαών και οι συναντήσεις με άλλους πολιτισμούς.

Ο Άγιος Βενέδικτος κατείχε ξεχωριστή θέση στην ομιλία του: ο Πάπας μίλησε για το τεράστιο έργο των μοναχών υπέρ των φτωχών, των ασθενών και των ηλικιωμένων, καθώς και για τον ρόλο τους στην εκπαίδευση, τα νοσοκομεία, την επιστήμη, την αρχιτεκτονική, το δίκαιο και την οργάνωση των πόλεων: « Χωρίς αυτή τη μοναστική βάση, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός όπως τον γνωρίζουμε δεν θα υπήρχε ».

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα για την τοπική ιστορία, θυμήθηκε τον Άγιο Χροδεγάγκο του Μετς και τη διάδοση του Γρηγοριανού άσματος στις καρολίγγειες χώρες. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως μια δύναμη ικανή να διαμορφώσει τους λαούς, τους θεσμούς τους και τον πολιτισμό τους.

Ο Λέων ΙΔ΄ παρέπεμψε επίσης στον Σούμαν για την ισότητα της ανθρωπότητας, που λυτρώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, για την αξιοπρέπεια της εργασίας και για τον παγκόσμιο νόμο της φιλανθρωπίας.
Ο Αλτσίδε ντε Γκάσπερι του επέτρεψε να επικαλεστεί μια κοινή ευρωπαϊκή κληρονομιά, που τρέφεται από την ευαγγελική αδελφότητα, το δίκαιο, την ομορφιά, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Αυτές οι αναφορές είναι πολύτιμες σε μια ήπειρο που διαμορφώνει το δικό της μέλλον, ξεχνώντας τι οφείλει στην Εκκλησία. Ο Πάπας διευκρίνισε αμέσως, ωστόσο, ότι η αναφορά στον Χριστιανισμό δεν ήταν ένα « αποκλειστικό κριτήριο εξομολόγησης »: απλώς αναγνώριζε το άνοιγμα στην υπέρβαση ως διάσταση του ανθρώπινου προσώπου και πηγή πολιτισμού.

Αυτό που δημιούργησε τον Χριστιανισμό, ωστόσο, δεν ήταν μια αόριστη θρησκευτική φιλοδοξία, αλλά η πίστη στον Ιησού Χριστό, η χάρη που παρέχεται από τα μυστήρια και η δράση της Εκκλησίας Του. Η υποβάθμιση αυτής της κληρονομιάς σε ένα απλό άνοιγμα στο υπερβατικό σημαίνει διαγραφή αυτού που την έκανε τόσο καρποφόρα.

Χριστιανικές ρίζες χωρίς χριστιανική κοινωνία;


Ο Λέων ΙΔ΄ συνέχισε επικαλούμενος το Άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον διάλογο μεταξύ των θεσμών και των Εκκλησιών.
Συνέδεσε ρητά τον κοσμικό χαρακτήρα με τη μη θρησκευτική φύση των πολιτικών θεσμών, ενώ παράλληλα ζήτησε αυθεντική συνεργασία και σεβασμό της ελευθερίας οργάνωσης, έκφρασης και λατρείας των θρησκευτικών κοινοτήτων.

Στη συνέχεια, ανέφερε τις αξίες που διακηρύσσει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση : τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα και το κράτος δικαίου.

Εδώ έγκειται μία από τις θεμελιώδεις αντιρρήσεις της Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄ στην συνοδική θρησκευτική ελευθερία που επιβεβαιώθηκε από τον Λέοντα ΙΔ΄ και τις ψευδαισθήσεις που αυτή καλλιεργεί.
Τα θρησκευτικά καθήκοντα των εταιρειών δεν περιορίζονται στην προστασία της ελευθερίας των πιστών, καθώς ο Ιησούς Χριστός έχει δικαιώματα τόσο στα έθνη όσο και στα άτομα.
Η διάκριση μεταξύ πνευματικής και κοσμικής εξουσίας δεν εξουσιοδοτεί το Κράτος να θεωρεί τον εαυτό του ανεξάρτητο από τον Θεό και τη θρησκεία που αποκάλυψε.

Η παραδοσιακή διδασκαλία αναγνωρίζει ότι οι περιστάσεις μπορεί να απαιτούν την ανοχή ψευδών λατρειών για να αποφευχθεί ένα μεγαλύτερο κακό, αλλά μια τέτοια ανοχή δεν γίνεται έτσι αρχή θρησκευτικής αδιαφορίας εκ μέρους των δημόσιων αρχών.
Η αναγνώριση των χριστιανικών ριζών είναι επομένως ανεπαρκής εάν κάποιος αρνηθεί να συναγάγει τις συνέπειες για την κοινωνική τάξη.

Ομοίως, η συμφιλίωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης αξίζει να υποστηριχθεί ακόμη και χωρίς την κατ' αρχήν έγκριση της τρέχουσας δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διεθνής συνεργασία πρέπει να υπηρετεί το κοινό καλό των εθνών και να παραμένει υπό την ηθική νομοθεσία, κάτι που δεν συμβαίνει πάντα εντός των ευρωπαϊκών θεσμών.
Ούτε οι δημοκρατικές διαδικασίες ούτε οι συνθήκες μπορούν να δικαιολογήσουν αποφάσεις που αντιβαίνουν σε αυτόν τον νόμο: ο ίδιος ο Λέων ΙΔ΄ μας το είχε μόλις υπενθυμίσει αυτό σχετικά με την ευθανασία.

Μετανάστευση: Η υποδοχή ως κατευθυντήρια αρχή

Στο θέμα της μετανάστευσης, ο Λέων ΙΔ΄ περιέγραψε μια νέα φάση στην ευρωπαϊκή ιστορία, που χαρακτηρίζεται από την άφιξη ανθρώπων που φεύγουν από τον πόλεμο, τις διώξεις ή τη φτώχεια. Ζήτησε νόμιμες και ασφαλείς οδούς, βοήθεια σε όσους βρίσκονται σε κίνδυνο, καταπολέμηση των εμπόρων, προστασία των θυμάτων και αυθεντικές διαδικασίες υποδοχής και ένταξης.
Ανέφερε επίσης πολιτικές που επιτρέπουν σε όλους να ζουν με αξιοπρέπεια στη χώρα τους και διευκρίνισε: « Το να καλωσορίζεις ένα άτομο σημαίνει να το ενσωματώνεις σαν να ήταν μέρος της δικής σου οικογένειας, προσφέροντάς του την ευκαιρία να αναπτύξει τα ταλέντα, τις ικανότητες και την ευαισθησία του, αλλά και να εισέλθει στο πνεύμα του σπιτιού ».

Αυτή η ανάγκη για ενσωμάτωση προσθέτει μια επιφύλαξη στην απλή λογική της υποδοχής, αλλά ο Λέων ΙΔ΄ την πλαισιώνει στην προοπτική μιας « άνευ προηγουμένου συνάντησης μεταξύ λαών και πολιτισμών », ζητώντας μια « δημιουργική ανακάλυψη των ριζών μας » και μια « προσεκτική ακρόαση των άλλων ».

Το φαινόμενο της μετανάστευσης παρουσιάζεται έτσι πρωτίστως ως μια ευκαιρία για συνάντηση, χωρίς να εξετάζει τις αναταραχές που μπορεί να επιβάλει στα ευρωπαϊκά έθνη.

Το καθήκον να βοηθήσουμε ένα άτομο που έχει ανάγκη δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει μια πολιτική μόνιμης εγκατάστασης, πόσο μάλλον για να καταστήσει τη μαζική μετανάστευση αγαθό από μόνη της. Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη δικαιοσύνη, τη σύνεση και τη σειρά των καθηκόντων. Όσοι βρίσκονται στην εξουσία είναι υπεύθυνοι για έναν δεδομένο λαό, του οποίου την ασφάλεια, τη συνοχή και την υλική και πνευματική κληρονομιά πρέπει να διαφυλάξουν.

Τα έθνη δεν είναι εναλλάξιμοι πληθυσμοί, ούτε οι πατρίδες τους είναι απλώς διαθέσιμοι χώροι.
Η παγκοσμιότητα της Εκκλησίας δεν απαιτεί τη διαγραφή των λαών: τους καλεί να ασπαστούν την ίδια πίστη χωρίς να καταργήσουν τις νόμιμες σχέσεις τους.

Η δυνατότητα να ζει κανείς με αξιοπρέπεια στη γη του, την οποία ορθώς ανέφερε ο Λέων ΙΔ΄, άξιζε έναν πολύ πιο κεντρικό ρόλο. Το να βοηθάμε τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τον πόλεμο, τη φτώχεια και τη διαφθορά συμβάλλει στην ευημερία τους πιο βαθιά από το να θεωρούμε την αναχώρησή τους ως τον ορίζοντα του μέλλοντός τους. Ο ξεριζωμός παραμένει μια δοκιμασία που πρέπει να αποτραπεί ή να μετριαστεί, όχι ένα μέσο παγκόσμιας αδελφοσύνης με κόστος την αναταραχή των εθνών.

Η Ειρήνη απέναντι στην «Ψευδαίσθηση του Επανεξοπλισμού»


κατέλαβε σημαντική θέση στην ομιλία του Πάπα.
Χωρίς να κατονομάσει άμεσα την Ουκρανία , ο Λέων ΙΔ΄ αποδοκίμασε την επιστροφή στην Ευρώπη μιας « άσκοπης σφαγής » και στη συνέχεια ζήτησε υπομονετικό διάλογο, το θάρρος για διαπραγμάτευση και την προθυμία να θυσιαστούν θέσεις στο όνομα της ειρήνης.

Ο Πάπας απέρριψε έναν « αφελή ειρηνισμό », προειδοποιώντας ενάντια « στην ψευδαίσθηση του επανεξοπλισμού ». Τόνισε επίσης την πίστη στον λόγο κάποιου, τον σεβασμό των διεθνών δεσμεύσεων και την καταπολέμηση των ψεμάτων μεταξύ των κρατών, παρουσιάζοντας την πολυμέρεια ως θεραπεία για την επιθυμία για κυριαρχία.

Αυτές οι διευκρινίσεις μας εμποδίζουν να περιορίσουμε το μήνυμά του σε έναν ειρηνισμό που στοχεύει στον τερματισμό των μαχών με κάθε κόστος.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι η ειρήνη δεν συνίσταται αποκλειστικά στην απουσία πολέμου: προϋποθέτει μια δίκαιη τάξη.
Το παραδοσιακό καθολικό δόγμα δεν αποκλείει την πιθανότητα ενός δίκαιου πολέμου, ιδίως όταν πρόκειται για την υπεράσπιση ενός λαού από την επιθετικότητα, υπό τις συνθήκες που καθορίζονται από τον ηθικό νόμο. Η διαπραγμάτευση μπορεί να οδηγήσει στην ειρήνη. Ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη των θυμάτων στο δίκαιο του ισχυρότερου.

Η ομιλία ολοκληρώθηκε με μια προτροπή προς τους νέους να οικοδομήσουν την ειρήνη, να απορρίψουν τη βία, να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αφοσιωθούν στο κοινό καλό, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής. Ο Λέων ΙΔ΄ τους ζήτησε να μην φοβούνται να δημιουργήσουν οικογένεια ή να φέρουν παιδιά στον κόσμο και να υπερασπιστούν την ανθρώπινη ζωή από την πρώτη τους ανάσα μέχρι την τελευταία τους.


Ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν με τον Λέοντα ΙΔ΄

Στον Καθεδρικό Ναό του Saint-Étienne, από την έρημο στην Πόλη του Θεού.


Το απόγευμα, ο Πάπας τέλεσε Λειτουργία για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον Καθεδρικό Ναό του Saint-Étienne. Ο Πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν, ο οποίος αρχικά είχε προγραμματίσει να μην παραστεί σε καμία Λειτουργία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ήταν επίσης παρών.

Το κήρυγμα του Πάπα βασίστηκε σε τρεις εικόνες από το Βιβλίο του Ησαΐα : την έρημο , τον κήπο και το σπίτι .
Η έρημος αντιπροσώπευε το ουσιώδες και το σιωπηλό, που συνδέονται με τον νόμο που οδηγεί στην καλοσύνη, την απλότητα, την άρνηση και τη θυσία. Ο κήπος αντιπροσώπευε την ομορφιά μιας ζωής που ανθίζει σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού. Τέλος, το σπίτι επικαλούνταν την ειρήνη, ένα θείο δώρο που απαιτεί κοινοτική δέσμευση και φιλανθρωπία.

Σχολιάζοντας την Επί του Όρους Ομιλία , ο Πάπας αντιπαρέβαλε τη συγχώρεση, το έλεος και τη μεγαλοψυχία με τη λογική της εκδίκησης. Αυτός που επιδιώκει εκδίκηση δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερος από αυτόν που συγχωρεί, όπως ακριβώς αυτός που διακόπτει μια σχέση δεν είναι απαραίτητα ισχυρότερος από αυτόν που αποδέχεται την προσπάθεια της συμφιλίωσης.

Η ιστορία του Μετς και της περιοχής του Μοζέλα, βαθιά σημαδεμένη από δύο παγκόσμιους πολέμους, κατέδειξε το θάρρος που χρειαζόταν για να σπάσει η αλυσίδα της δυσαρέσκειας. Οι βαθιές πληγές δυσκολεύουν αυτή την προσπάθεια· δεν κάνουν την εκδίκηση καρποφόρα.

Παραθέτοντας τον Άγιο Αυγουστίνο , ο Λέων ΙΔ΄ επικαλέστηκε την ειρήνη της Ουράνιας Πόλης, όπου οι άνθρωποι χαίρονται στον Θεό και, σε Αυτόν, ο ένας στον άλλον.
Αυτή η υπερφυσική προοπτική έρχεται σε αντίθεση με εκείνη της πρωινής διαθρησκευτικής συνάντησης, που βασίζεται σε μια φυσιοκρατική αδελφότητα κοινή σε διαφορετικές θρησκείες.

Ο Σαγκάλ και η «αρμονία των διαφορών».

Ο Πάπας υπενθύμισε τις αρχές που μεταδίδει η χριστιανική κληρονομιά: την ιερότητα της ζωής, την πρωταρχική σημασία της οικογένειας, τη φροντίδα για τους φτωχούς, την υποδοχή του ξένου και τον σεβασμό για τους ηλικιωμένους.
Ανέφερε το μοναστικό έργο και τον Άγιο Χροδεγκάν , προσκαλώντας τους πιστούς να μεταδώσουν αυτή την κληρονομιά.

Με τα 6.500 τετραγωνικά μέτρα βιτρό, ο Καθεδρικός Ναός, « το φανάρι του καλού Κυρίου », του πρόσφερε την τελική εικόνα του κηρύγματός του: μια αληθινή Biblia pauperum , μια Βίβλο εικόνων που τρέφει την προσευχή και τον διαλογισμό.

Αλλά ο Λέων ΙΔ΄ παρουσίασε επίσης τα βιτρό που δημιούργησε ο Μαρκ Σαγκάλ., έναν Εβραίο ζωγράφο που εργάστηκε τόσο σε καθολικά όσο και σε προτεσταντικά κτίρια, ως ένα « εξαιρετικό σύμβολο του οικουμενισμού και του διαθρησκευτικού διαλόγου ».
Ερμήνευσε αυτή την ποικιλομορφία ως ένα μωσαϊκό ειρήνης, πριν δηλώσει ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται στην « αρμονία των διαφορών ».

Η ποικιλομορφία των λαών, των πολιτισμών και των καλλιτεχνικών εκφράσεων μπορεί να εμπλουτίσει έναν ενιαίο πολιτισμό. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τις θρησκείες: οι αντιφάσεις τους σχετικά με τον Θεό, τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια « αρμονία διαφορών ». Η καλλιτεχνική αξία ενός έργου, ανεξάρτητα από τη θρησκεία του δημιουργού του, δεν μπορεί να καταστήσει έναν καθεδρικό ναό μαρτυρία της νομιμότητας του θρησκευτικού πλουραλισμού.

Ο Λέων ΙΔ΄ υπενθύμισε στη συνέχεια σε όλους ότι οι δομές της Εκκλησίας έχουν νόημα μόνο εάν συμβάλλουν στο να φέρει το φως του Ευαγγελίου στον κόσμο.
Εμπιστεύτηκε το Μετς στην Παναγία και τους προστάτες αγίους της επισκοπής, εκφράζοντας την ελπίδα ότι αυτή η κοινότητα θα παραμείνει « φάρος ελπίδας » για τη Γαλλία, την Ευρώπη και τον κόσμο.

Στο τέλος της Λειτουργίας, της τελευταίας δημόσιας εκδήλωσης του ταξιδιού, ευχαρίστησε τις πολιτικές αρχές, τους επισκόπους, τους ιερείς, τους αφιερωμένους, τους πιστούς και τους εθελοντές που είχαν οργανώσει τις τέσσερις ημέρες.




Η Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό, σε σύλληψη των παρευρισκομένων κληρικών


Στο αεροπλάνο, αρκετές διευκρινίσεις.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης επιστροφής από το Μετς στη Ρώμη, ο Λέων ΙΔ΄ θυμήθηκε δύο συγκεκριμένα επεισόδια: τον ενθουσιασμό των νέων στο Stade de France και τις χάρες που έλαβαν οι ασθενείς στη Λούρδη. Μίλησε για μέρες γεμάτες ευλογίες, σχεδόν θαύματα, και για την παρουσία του Θεού που άγγιζε τις καρδιές.

Όταν ρωτήθηκε για τα θύματα κακοποίησης που συνάντησε στη Λούρδη, διευκρίνισε τη θέση του σχετικά με την υποτιθέμενη «συστημική» φύση του φαινομένου. Ενώ δεν αρνήθηκε ότι ορισμένοι οργανισμοί μπορεί να έχουν ενεργήσει καταχρηστικά, αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό αδιακρίτως. Τόνισε ότι η κακοποίηση είναι πρωτίστως ανθρώπινο πρόβλημα και ότι, εντός της Εκκλησίας, μπορεί να επηρεάσει τα θύματα ακόμη και στην πίστη τους.

Αυτή η διάκριση είναι σημαντική. Τα εγκλήματα των μελών της Εκκλησίας και οι αποτυχίες όσων βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας πρέπει να αναγνωρίζονται και να τιμωρούνται. Δεν μπορούν να αποδοθούν στην ιερότητα της Εκκλησίας, στο δόγμα της ή στα μυστήριά της.

Στο θέμα του κοσμικού χαρακτήρα, ο Πάπας υπερασπίστηκε τη στάση του κατά της ευθανασίας: η διδασκαλία του ηθικού νόμου και η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην ανθρώπινη ζωή δεν σημαίνει συμμετοχή σε κομματικό ανταγωνισμό. Δήλωσε ότι ήρθε για να κηρύξει τον Ιησού Χριστό, « την οδό, την αλήθεια και τη ζωή », αντί να παρέμβει στη γαλλική πολιτική.

Επίσης, αναφέρθηκε στην κρίση της στέγασης, ζήτησε διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, κατήγγειλε τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας και καταδίκασε τις πυρηνικές απειλές.
Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, προέτρεψε να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι κίνδυνοι που επισημαίνουν οι ειδικοί και ανέφερε την επιτροπή του Βατικανού που συστάθηκε για να μελετήσει τις χρήσεις, τα οφέλη και τους κινδύνους της.

Το τελευταίο ερώτημα, που αφορούσε τη Γερμανία, ήταν πιο καθαρά πολιτικό στη φύση του. Αυτό το ερώτημα τέθηκε μετά τις θεαματικές εκλογικές επιτυχίες του κόμματος AfD [Εναλλακτική για τη Γερμανία]: τον Σεπτέμβριο, το κόμμα είχε μόλις κερδίσει δύο περιφερειακές εκλογές, με 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ και στη συνέχεια 38,2% στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, σημειώνοντας επίσης σημαντικά κέρδη στο Βερολίνο.
Χωρίς να το κατονομάσει ρητά, αλλά με μια διαφανή νύξη, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την άνοδο των λεγόμενων εξτρεμιστικών κινημάτων με τη θρησκευτική παρακμή της Γερμανίας και την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής συναίνεσης. Ο
Λέων ΙΔ΄ έκρινε σκόπιμο να μελετήσει τη σύνδεση μεταξύ αυτών των φαινομένων. Παρατήρησε ότι η γερμανική ακροδεξιά κατακερματίζεται και «μια συγκεκριμένη ομάδα», κατά την άποψή του, γίνεται «ακόμα πιο εξτρεμιστική» από τις άλλες.
Στη συνέχεια, ανέφερε τη σύνδεση ορισμένων από αυτές τις θέσεις με «μια συγκεκριμένη μορφή θρησκείας» η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο και τους Γερμανούς Καθολικούς και Προτεστάντες ηγέτες, « δεν αποτελεί αυθεντική έκφραση του Χριστιανισμού ». Ο Πάπας αντιπαρέβαλε αυτά τα κινήματα με τις ευαγγελικές αξίες της κατανόησης, της συμπόνιας και της συνοδείας, σε αντίθεση με το «μίσος» και τη «διαίρεση».

Αυτή η απάντηση απηχεί μια ρητορική που είναι πλέον οικεία στον ευρωπαϊκό εκκλησιαστικό και πολιτικό λόγο: η ανοιχτότητα και η συνοδεία ταυτίζονται εύκολα με τις απαιτήσεις του Ευαγγελίου, ενώ οι αντιδράσεις που βασίζονται στην ταυτότητα ή τον εθνικισμό είναι ύποπτες για φόβο, απομονωτισμό ή διαίρεση.
Αλλά αυτή η ηθικολογική ερμηνεία αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις πραγματικότητες που εξηγούν την άνοδο αυτών των κινημάτων: μαζική μετανάστευση, ανασφάλεια, πολιτισμικές αναταραχές και απόρριψη ορισμένων πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα ίδια τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών αποτελούν την πολιτική έκφραση αυτών των ανησυχιών. Το να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη δεν σημαίνει ότι υποστηρίζουμε το AfD , αλλά μάλλον αναγνωρίζουμε ότι ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού απορρίπτει πολιτικές των οποίων τις συνέπειες βιώνει συγκεκριμένα, μερικές φορές σκληρά, στη ζωή του. Το να τις ακούμε και να απαντάμε στα αιτήματά τους είναι επίσης θέμα στοχαστικής φιλανθρωπίας. Η «κατανόηση», η «συμπόνια» και η «υποστήριξη» δεν μπορούν να επιφυλάσσονται για κάποιους, αγνοώντας τα βάσανα των άλλων.

Μετά από τέσσερις ημέρες, τι θα απομείνει;

Αυτές οι τέσσερις ημέρες αποκάλυψαν μια καθολική Γαλλία που πολλοί θεωρούσαν περιθωριακή παρουσία. Οι νέοι στο Stade de France , τα πλήθη του Παρισιού, οι προσκυνητές της Λούρδης και οι πιστοί του Μετς επέδειξαν μια γνήσια προσήλωση στον Πάπα, στην προσευχή και στη χριστιανική κληρονομιά της χώρας τους.

Η εκδήλωση είχε απήχηση πολύ πέρα ​​από τις τάξεις των καθολικών που ασκούν το θρήσκευμα.

Η France Télévisions ανακοίνωσε ότι 23 εκατομμύρια Γάλλοι τηλεθεατές παρακολούθησαν το ταξίδι, εν όλω ή εν μέρει, στα κανάλια και τις πλατφόρμες της, ενώ βίντεο που κοινοποιήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συγκεντρώσει πάνω από 80 εκατομμύρια προβολές. Αυτά τα στοιχεία μετρούν την εμβέλεια του κοινού, όχι την προσήλωση στην πίστη. Ωστόσο, μαρτυρούν σημαντικό ενδιαφέρον για μια κοινωνία της οποίας το κυρίαρχο πολιτιστικό και ιδεολογικό κλίμα είναι βαθιά εχθρικό προς τον Καθολικισμό.

Η πολιτική αντίδραση ήταν επίσης διχασμένη μεταξύ αρκετών παραδοσιακά αντίθετων στρατοπέδων. Κάποιοι επικεντρώθηκαν στην υπεράσπιση της ζωής και της οικογένειας, ενώ άλλοι τόνισαν τις εκκλήσεις για ειρήνη, ανοιχτότητα και διάλογο.
Αυτή η καλή θέληση, ωστόσο, δεν σήμαινε δογματική ομοφωνία, ούτε υπονοούσε ότι οι παρόντες αξιωματούχοι είχαν αποκηρύξει τις θέσεις τους που ήταν αντίθετες με την καθολική ηθική. Αντίθετα, οι πολιτικές αντιδράσεις αποκαλύπτουν πώς κάθε ομάδα άντλησε από την επίσκεψη μόνο ό,τι ήταν σύμφωνο με τις δικές της πεποιθήσεις.

Ορισμένα λόγια πραγματικά έθρεψαν τις ψυχές: η πρόσκληση για μεταστροφή και μετάνοια, η επανόρθωση για τις αμαρτίες, η προσφορά του πόνου, η χάρη της Λύτρωσης, η μεσιτεία της Παναγίας και της Αιώνιας Ζωής· και η υπεράσπιση των ασθενών ενάντια στην ψεύτικη συμπόνια που οδηγεί στον θάνατο επιβεβαιώθηκε σταθερά.

Αλλά ο ζήλος από μόνος του δεν αρκεί για να δείξει ότι μια κρίση άνω των μισού αιώνα έχει ξεπεραστεί.
Οι μεγάλες συγκεντρώσεις προηγούμενων παπικών επισκέψεων, γύρω από το βωμό της Νέας Λειτουργίας - της οποίας τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν ακόμη και όταν γιορτάζονται με προσοχή και επισημότητα - δεν σταμάτησαν τη διαδικασία αποχριστιανισμού.
Οι αληθινοί καρποί του αγιασμού μετρώνται στη μεταστροφή των ψυχών, στις κλήσεις, στην οικογενειακή πίστη, στη μετάδοση του κατηχητικού και στη μυστηριακή ζωή.

Οι δογματικές δυσκολίες παραμένουν και συνεχίζουν να παράγουν καταστροφικές συνέπειες. Παρούσες στο παρασκήνιο κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών, εξερράγησαν στο Μετς σαν συνοδική πυροτεχνική επίδειξη: η ψευδής έννοια της ανθρώπινης αδελφότητας, του διαθρησκευτικού διαλόγου και της κοσμικότητας των Κρατών επιβεβαιώθηκαν ρητά και κατηγορηματικά. Οι ευπρόσδεκτες υπενθυμίσεις της Λούρδης δεν τις εξαλείφουν.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, η συνεχής επιδείνωση της κρίσης καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη την αποφυγή των αντιρρήσεων της Ιερατικής Εταιρείας του Αγίου Πίου Ι΄ στη Σύνοδο και στις μεταρρυθμίσεις που προέκυψαν από αυτήν. Αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να αναχθούν σε απλές αντικρουόμενες ευαισθησίες, καθώς αγγίζουν ζωτικές πραγματικότητες για την Εκκλησία: πίστη, λατρεία, το θείο και ιεραρχικό της καταστατικό και τα δικαιώματα του Ιησού Χριστού.

Αυτό το ταξίδι απέδειξε ότι στη Γαλλία υπάρχουν ακόμα ψυχές που λαχταρούν την αλήθεια, την προσευχή και τη θυσία. Θα ήταν σοβαρό λάθος να ανταποκριθούμε σε αυτή τη λαχτάρα με μια νέα προσαρμογή σε έναν κόσμο που τους έχει στερήσει αυτά ακριβώς τα χαρίσματα.
Η καθολική ανανέωση απαιτεί η πληρότητα των αληθειών της πίστης να επιστρέψει στο να είναι η σταθερή κατευθυντήρια αρχή του κηρύγματος και της δράσης της Εκκλησίας.

Το πλήθος μας υπενθύμισε ότι η Γαλλία δεν έχει ξεχάσει τον Χριστό, αλλά η αναγέννησή της θα εξαρτηθεί από τη θέση που Του δίνει.


Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Οι Χούθι προελαύνουν προς το Άντεν: Οι μάχες εντείνονται


Το Ιράν έχει προχωρήσει στην επίθεση, αλλά όχι εναντίον των αμερικανικών πλοίων, τα οποία έχουν υποχωρήσει πολύ προς τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία. Αντίθετα, το έπραξαν μέσω μιας νέας επίθεσης των Χούθι στον αυτοκινητόδρομο Χαϊτζάτ αλ-Αμπντ. Αυτή είναι η κύρια αρτηρία μεταξύ Ταΐζ και Άντεν, η οποία παλαιότερα ήταν η πρωτεύουσα της Υεμένης, αλλά η έδρα της κυβέρνησης-μαριονέτας της Σαουδικής Αραβίας, η οποία ωστόσο είναι η επίσημα αναγνωρισμένη, παρά το γεγονός ότι ελέγχει ένα μικρό μέρος της επικράτειας και μόλις το 20% του πληθυσμού. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά συμβολικός στόχος που αρχίζει να γίνεται εφικτός. Μέχρι τώρα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το Ιράν και η Υεμένη έχουν συγχρονίσει τις μάχες τους, οι οποίες, άλλωστε, είναι εναντίον του ίδιου εχθρού: του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων. Ενώ οι Χούθι έχουν επανειλημμένα καταστρέψει τον αγωγό Ανατολής-Δύσης που επέτρεπε στο Ριάντ να παρακάμψει τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, οι Ιρανοί έχουν χτυπήσει το κοίτασμα Μπου Χάσα νοτιοδυτικά του Άμπου Ντάμπι: είναι ένα από τα μεγαλύτερα πεδία φυσικού αερίου και πετρελαίου στα Εμιράτα, καθώς και το μόνο μέρος σε αυτή τη χώρα εκτός των Στενών του Ορμούζ. Η ομόκεντρη επίθεση στερεί από την αγορά 13 εκατομμύρια τυπικά βαρέλια την ημέρα, αλλά ταυτόχρονα προμηνύει μια πλήρη αλλαγή παραδείγματος σε αυτόν τον τελευταίο Πόλεμο του Κόλπου.

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε δεινή θέση, αν και προσπαθεί να μιμηθεί τις αμερικανικές τακτικές βομβαρδίζοντας εδώ κι εκεί (ένα σχολείο θηλέων χτυπήθηκε, μιμούμενο αυτό που συνέβη στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου), αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να κάνει πολλά στρατιωτικά, παρά το γεγονός ότι παραβίασε την διετή εκεχειρία. Και ο Οίκος των Σαούντ, που τον κυβερνά, αρχίζει να τρέμει: Ο Μπιν Σαλμάν, το fac totum του Βασιλείου, αμφισβητείται τώρα εντός της ίδιας της οικογένειας, ενώ οι εκατό περίπου φυλές που αποτελούν το σαουδαραβικό παζλ αγωνίζονται για το θέμα, πολλές από τις οποίες διεκδικούν με υπερηφάνεια την υεμενίτικη καταγωγή, αποστασιοποιούμενες από όλα όσα συμβόλιζε ο βασιλικός οίκος κατά τη διάρκεια των μακρών δεκαετιών του πετροδολαρίου. Οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να παρέμβουν, αλλά δεν το κάνουν, για να μην εξαντλήσουν το πυραυλικό τους οπλοστάσιο. Με λίγα λόγια, ολόκληρη η Μέση Ανατολή, πρώην βρετανική και τώρα αμερικανική, διαλύεται. Αλλά είναι μια συζήτηση που μπορεί να επεκταθεί: ακόμη και στην Ουκρανία, μετά την αλλαγή στη ρωσική στρατηγική, η οποία σήμερα πλήττει ανελέητα τις υποδομές που υποστηρίζουν τον πόλεμο και αρχίζει να περικυκλώνει τις εναπομείνασες δυνάμεις του Ζελένσκι, γινόμαστε μάρτυρες μιας απόκλισης μεταξύ των αμερικανικών και των ευρωπαϊκών θέσεων, με την τελευταία να εξακολουθεί να είναι θύμα υπερεθνικιστικών ψευδαισθήσεων που συγκρούονται σαν τα κέρατα μιας κατσίκας με την πραγματικότητα.

Δυστυχώς, η ανευθυνότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών κύκλων φτάνει στα όριά της, απειλώντας με ένα είδος αποκλεισμού του θύλακα του Καλίνινγκραντ, στον οποίο η Ρωσία -κατά τα λόγια του Πούτιν- θα αναγκαστεί να απαντήσει με όλες τις δυνάμεις και τους πόρους της, μια ρητή αναφορά στις πυρηνικές βόμβες. Τώρα, αν και οι Αμερικανοί πωλούν στους Ευρωπαίους όπλα που στη συνέχεια μεταβιβάζουν στην Ουκρανία, η Ουάσιγκτον φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι σε αυτό το σημείο υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι που πρέπει να ακολουθήσει, εκτός από την πυρηνική επιλογή: είτε ρεαλιστικές ειρηνευτικές συνομιλίες που επιδιώκουν να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί, είτε να αντιμετωπίσουν μια οξεία ήττα, ολοένα και πιο οξεία καθώς προχωρούν τα πράγματα. Αλλά οι Ευρωπαίοι, ή μάλλον το ηπειρωτικό πολιτικό περιβάλλον, πολλά από τα οποία είναι ήδη νεκρά, δεν μπόρεσαν να αντισταθούν σε μια ειρήνη που μοιάζει με ήττα: αφού έστειλαν τη βιομηχανία και την οικονομία σε αταξία για να στηρίξουν ένα φιλοναζιστικό καθεστώς, δεν θα άντεχαν ούτε μια μέρα στις καρέκλες τους, πόσο μάλλον η ΕΕ, η οποία είναι ο πραγματικός εγκέφαλος της ευρωπαϊκής πολεμοχαρούς εκστρατείας. Επομένως, πρέπει να συνεχίσουν να ελπίζουν σε πόλεμο και σε μια αδύνατη λύση που προσφέρεται για να παρουσιαστεί ως νικηφόρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι τα διάφορα πεδία των μαχών συγχωνεύονται, και αυτό δεν είναι καλά νέα για τη Δύση, η οποία βλέπει το σύστημα «διαίρει και βασίλευε» να χάνει σταδιακά την αποτελεσματικότητά του. Και παραδόξως, αυτό σπέρνει τους σπόρους της διαίρεσης στο δικό της στρατόπεδο.

Ρενέ Γκενόν και Σουρεαλισμός, ή η Δυαδικότητα της Διαφωνίας

από τον Claude Bourrinet - 03/10/2026


Πηγή: Philitt


                                                                Ο μεταφυσικός René Guénon το 1925

Η τρέχουσα εξέγερση των λυκείων υπακούει στη φαντασία της εξέγερσης. Έναν αιώνα νωρίτερα, ο Ρενέ Γκενόν (1886-1951) και ο Αντρέ Μπρετόν (1896-1966) είχαν οδηγήσει την πρόκληση της νεωτερικότητας σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της μεταμόρφωσης: πρώτα αλλάζοντας την κοινωνία, μεταμορφώνοντας την αντίληψη του ίδιου του κόσμου. Αυτοί οι δύο ριζοσπαστισμοί σχεδόν συγχωνεύτηκαν το 1924. Αλλά αυτή η μεταμόρφωση δεν ακολούθησε την ίδια πορεία: ο Μπρετόν, δυτικού πνεύματος, την επιθύμησε αμέσως, βασιζόμενος στη βιωμένη εμπειρία, την επιθυμία και το όνειρό του, που ενσαρκώθηκαν από την κοινωνική επανάσταση. Ο Γκενόν, ανατολικού πνεύματος, ανακοίνωσε το τέλος ενός κόσμου, οραματιζόμενος την υπερνίκησή του μέσω της πραγματοποίησης μιας αιωνιότητας που υπερβαίνει τα πάντα και μέσω της πνευματικής προετοιμασίας του επερχόμενου κύκλου.

Στις ραδιοφωνικές του συνεντεύξεις με τον André Parinaud (1952), ο André Breton θυμάται αυτή τη στιγμή του 1924-1925, όταν εξετάστηκε μια πιθανή σύγκλιση με τον René Guénon, αλλά δεν καρποφόρησε. Ο Pierre Naville, ο οποίος δεν ήταν ακόμη πλήρως «πολιτικοποιημένος» και εχθρικός προς τον André Breton, ήταν υπεύθυνος για την επαφή. Ο Antonin Artaud ήταν ένας από εκείνους που ενθάρρυναν αυτή την προσέγγιση. Σε όλο το ποιητικό του ταξίδι, ασχολούμενος με την αναζήτηση ενός ζωντανού «ιερού», μιας σωματικής μεταφυσικής και μιας αυθεντικής «Ανατολής» (μπαλινέζικο θέατρο, πεγιότ κ.λπ.), ο Artaud ήταν ιδιαίτερα ανοιχτός στην κριτική του Guénon για τη δυτική νεωτερικότητα. Ένα εμφανές σημάδι της «ανατολίτικης» ευαισθησίας της ομάδας (πριν από την κομμουνιστική στροφή), ο Artaud έγραψε σε μεγάλο βαθμό το τρίτο τεύχος του The Surrealist Revolution , με τίτλο «1925: Τέλος της Χριστιανικής Εποχής», ενσωματώνοντας κείμενα μεταφυσικής εξέγερσης και ανατολικών μυστικιστικών εκκλήσεων (όπως η «Προσφώνηση προς τον Δαλάι Λάμα» και η «Επιστολή προς τις Σχολές του Βούδα»). Ωστόσο, ο Γκενόν απέρριψε αυτή την πρόσκληση, βλέποντας τον σουρεαλισμό ως μια μορφή σύγχρονης, χαοτικής και αντιπαραδοσιακής «αντι-μύησης», υπερβολικά επικεντρωμένης στην υποκειμενικότητα, σε αντίθεση με την υπερ-ορθολογική γνώση που επιδίωκε.

Ήταν το 1924 που εμφανίστηκαν οι λέξεις Ανατολή και Δύση , την ίδια χρονιά με το Πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού . Ο Γκενόν αντιτάχθηκε στη σύγχρονη, υλιστική, ατομικιστική, ποσοτική Δύση, εν μέσω μιας «κρίσης», και στην παραδοσιακή Ανατολή, επικεντρωμένη στην καθαρή διανοητικότητα, τη μεταφυσική, μια ιεραρχία καταστάσεων ύπαρξης και την αρχική μετάδοση. Ήταν επομένως κοντά στους Σουρεαλιστές σε δύο ουσιώδη σημεία: την απόρριψη ενός κόσμου που είχε ακρωτηριάσει τον άνθρωπο και την αναζήτηση μιας ανώτερης πραγματικότητας, που θεωρούνταν η αληθινή διάσταση της ύπαρξης. Οι δύο προσεγγίσεις συνέπεσαν, σε αυτήν την εποχή μετά την παγκόσμια σφαγή, με την εμφανή εκδήλωση ενός εκφυλισμού του «πολιτισμού» (κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εμφανίστηκαν οι δύο τόμοι του έργου του Όσβαλντ Σπένγκλερ «Δυτική Παρακμή »). Παρά την αντίθεσή τους, και οι δύο διαθέτουν την αντιμοντέρνα νομιμότητά τους. Ο 20ός αιώνας είδε την εξάντληση της θετικιστικής αυτοπεποίθησης και του ορθολογισμού που κληρονομήθηκαν από τον 19ο αιώνα και το τέλος του μύθου της προόδου.



                                                 Ο σουρεαλιστής Αντρέ Μπρετόν το 1927

Δυαδικότητα μεγάλων σκέψεων

Ωστόσο, αυτή η σύνδεση δύο «πνευματικών» τροχιών δεν μπορούσε να οδηγήσει σε συμφιλίωση, ούτε ουσιαστικά ούτε σε πιθανή συνεργασία. Ο Γκενόν διατύπωσε μια αρχέγονη Παράδοση που περιλάμβανε όλες τις διαστάσεις της πραγματικότητας, συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης κατάστασης, και η ουσιαστική αναζήτηση ήταν η επίτευξη ολοκληρωμένης γνώσης, αυτής του Θεού, καταργώντας το εγώ. Για τους Σουρεαλιστές, η πρόσβαση στο απόλυτο βρισκόταν εδώ και τώρα , χωρίς τη μεσολάβηση μιας μακράς και επίπονης μεταφυσικής πορείας. Η «λύτρωση» ερχόταν μέσα από την απελευθέρωση της επιθυμίας, των ονείρων, του ασυνείδητου, της δημιουργικής φαντασίας και της γοητείας της έκπληξης. Ο Μπρετόν και οι σύντροφοί του ήταν λιγότερο θεωρητικοί από τους ποιητές. Ας προσθέσουμε ότι οι Σουρεαλιστές ήταν υλιστές, άθεοι, πρόθυμα αντικληρικοί και θεωρούσαν κάθε θρησκεία ως όπιο.

Παρόμοιες περιπτώσεις ιστορικών παραλληλισμών εμφανίζονται μερικές φορές στην ιστορία για να αμφισβητήσουν την τάξη της γνώσης μιας εποχής (η «επιστήμη» του Φουκώ). Έτσι, ο Νικολά ντε Κις και ο Φρανσουά Βιγιόν έζησαν ταυτόχρονα, σε έναν 15ο αιώνα όπου οι μεγάλες μεσαιωνικές βεβαιότητες σταδιακά κατέρρεαν. Η κριτική του Νικολά ντε Κις είναι διανοητική και μεταφυσική: καταδεικνύει ότι ο Θεός υπερβαίνει κάθε προσδιορισμό, ότι το πεπερασμένο δεν μπορεί να περικλείει το άπειρο, ότι τα αντίθετα μπορούν να συμπέσουν στο Απόλυτο (coincidentia oppositorum), ενώ ο Βιγιόν δεν κατασκευάζει μια φιλοσοφία, αλλά εισάγει μια εξίσου βαθιά ρήξη. Μαζί του, ο θάνατος, ο χρόνος, η σάρκα και η επιθυμία γίνονται μια προσωπική, σχεδόν υπαρξιακή εμπειρία. Παραδείγματα παρόμοιων διπλών κινημάτων διαμαρτυρίας θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν σε όλη την ευρωπαϊκή ιστορία. Για παράδειγμα, Βολταίρος/Ρουσσώ, Κίρκεγκωρ/Ντοστογιέφσκι, Νίτσε/Ρεμπώ. Κάθε φορά, σηματοδοτεί το τέλος ενός κύκλου: αυτού μιας σκληρωτικής θεολογικής τεχνικής, που περιορίζει το νου στην τάξη του εξειδικευμένου λόγου (σχολαστικισμός). αυτού ενός απαισιόδοξου Χριστιανισμού, του γόνιμου εδάφους του απολυταρχισμού. αυτή ενός μεσσιανικού ορθολογισμού που μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε μια αφαίρεση· αυτή ενός ανθρωπισμού που διαιρεί τον άνθρωπο σε αγέλη. Με κάθε προσπάθεια εξάλειψης της ακεραιότητας του ανθρώπου, του ζωντανού, του πνεύματος, η εξέγερση αποκαλύπτει μια διπλή θέση: η μία αναλυτική, ακόμη και ασκητική· η άλλη συναισθηματική, ενσαρκωμένη. Σημειώστε στο απόσπασμα ότι στην μυστικιστική παράδοση του Ισλάμ, υπάρχουν επίσης παραδοσιακά δύο μεγάλα πνευματικά ρεύματα: ο νηφάλιος ή διαυγής Σουφισμός ( sahw ), που ενσαρκώνεται από τον Junayd της Βαγδάτης, και ο μεθυσμένος ή εκστατικός Σουφισμός ( sukr ), που εκπροσωπείται από μορφές όπως ο Mansur al-Hallaj ή ο Bayazid Bistami. Ομοίως, ο Ζεν Βουδισμός αντιστάθμισε κυρίως τα σχολαστικά και δογματικά ρεύματα του Βουδισμού Mahāyāna, και πιο συγκεκριμένα τη σχολή Tiantai ( που ονομάζεται Tendai στην Ιαπωνία) και τη σχολή Huayan ( Kegon στην Ιαπωνία), που θεωρούσαν την εξαντλητική μελέτη των σούτρα και των φιλοσοφικών πραγματειών απαραίτητη για την επίτευξη της αφύπνισης. Υποστήριζαν μια αργή, πνευματική και μεθοδική πρόοδο, που μερικές φορές εκτείνεται σε αρκετές ζωές, σε αντίθεση με τους εκθαμβωτικούς σατόρι .

Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρούμε τον Γκενόν ως έναν καθαρό θεωρητικό. Γνώρισε τον Σουφισμό το 1912 (ή ήδη από το 1910). Αυτή η μύηση έγινε μέσω του Σουηδού ζωγράφου Ιβάν Αγκουελί (γνωστού ως Αμπντούλ-Χαδί), ο οποίος τον συνέδεσε με την σουφιτική αδελφότητα των Σαντίλιγια. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που υιοθέτησε το όνομα Αμπντέλ Γουάχεντ Γιαχία και στις 5 Μαρτίου 1930 έφυγε για την Αίγυπτο, όπου εγκαταστάθηκε στη γειτονιά Ντόκι του Καΐρου, για να εφαρμόσει πρακτικά τις υποχρεώσεις που επέβαλε το Ισλάμ. Πίστευε ότι η έρευνα που υποκινούνταν αποκλειστικά από ακαδημαϊκές κατηγορίες δεν ήταν αρκετή: οι ίδιες οι πράξεις, όπως η επίκληση ( dhikr ) και η εσωτερική εργασία υπό την αιγίδα ενός πνευματικού δασκάλου, ήταν απαραίτητες για την επίτευξη της Απελευθέρωσης. Επειδή, γενικά, η «θεολογική» ή «μεταφυσική» (ακόμα κι αν πρόκειται για κριτική) ή «φιλοσοφική» προσέγγιση, αποτελεί μέρος ενός πλαισίου που παρουσιάζεται ως παράδοση. Από την άλλη πλευρά, η υποκειμενική αμφισβήτηση της κοινωνίας ακολουθεί εύκολα τα περιθώρια, ακόμη και τα μονοπάτια της ανατροπής, μερικές φορές βίαιης (αλλά όχι πάντα, όπως καταδεικνύει ο Gracq). Ο ένας ακολουθεί μια αυστηρή, διανοητική, μεθοδική πορεία, αντλώντας από τα θεμέλια μιας γνώσης που έχει βελτιωθεί ανά τους αιώνες. Ο άλλος θεωρεί την ύπαρξη και μόνο ως απόδειξη της εγκυρότητάς της. Έτσι, οι υπερρεαλιστές διασφάλιζαν, τόσο στην καθημερινή, «ιδιωτική» τους ζωή (υποθέτοντας ότι αυτός ο όρος έχει κάποιο νόημα για μια ομάδα που έκανε τον κόσμο θέατρό της), όσο και στη «δημόσια» ζωή τους (συγγραφή και πολιτική), ότι τηρούσαν μια εξαιρετικά απαιτητική ηθική, υπό την ποινή του αποκλεισμού από το «σύνολο» ή το «bund» (λέξεις που προτάθηκαν από τον Jules Monnerot για να δηλώσουν τον μικρό, μερικές φορές κυμαινόμενο, κύκλο της ελίτ).




                                                      Ο ψυχαναλυτής Σίγκμουντ Φρόιντ το 1905

Ο Ρενέ Γκενόν και οι αμφισημίες της υποκειμενικότητας


Η δυαδικότητα αυτών των διαφωνιών, ωστόσο, δεν είναι τόσο σαφής. Για τους Σουρεαλιστές, χωρίς να γίνουν ειδικοί στη φιλοσοφική επιστήμη, αναφέρονταν, για παράδειγμα, στον Χέγκελ ή στον Φρόιντ. Ωστόσο, είναι αβέβαιο αν ο Μπρετόν και οι φίλοι του διάβασαν σοβαρά τον πρώτο. Οι Πέντε Διαλέξεις για την Ψυχανάλυση δημοσιεύθηκαν το 1921, αλλά κατάλαβε ο Μπρετόν ότι ο στόχος του Φρόιντ δεν ήταν να ανατρέψει την κοινωνία, αλλά να θεραπεύσει τον ασθενή ώστε να μπορέσει να επανενταχθεί; Σχεδιάστηκαν για να καταστρέψουν την κατεστημένη τάξη. Ο Φρόιντ ήταν ένας συντηρητικός αστός, απρόθυμος να ασχοληθεί με τη θρησκεία, αλλά και με τη λογοτεχνία, κάτι που εξηγεί εν μέρει την απροθυμία του, την δυσπιστία του απέναντι σε έναν Μπρετόν, τον οποίο επίσης υποδέχτηκε, με σημαντικές επιφυλάξεις, ακόμη και ψυχρότητα, τη Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 1921. Αλλά αυτός ο «γέρος που δεν κοίταξε» δεν τον εμπόδισε να αντλήσει από τα γραπτά του Φρόιντ ό,τι θεωρούσε χρήσιμο για την πνευματική και μεταπολιτική του προσπάθεια.

Η προσέγγιση των σουρεαλιστών είναι παρόμοια με αυτό που ονομάζεται «μυστικισμός στη φύση», τον οποίο ο Michel Hulin ανέλυσε σε ένα δοκίμιο με το ίδιο όνομα, και ιδιαίτερα με την εμπειρία του «ωκεάνιου συναισθήματος», ενός όρου του οποίου η προέλευση βρίσκεται σε ένα γραπτό του Romain Rolland, συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια μιας ανταλλαγής επιστολών με τον Freud. Ο τελευταίος του είχε στείλει το « Μέλλον μιας Ψευδαίσθησης » (1927), στο οποίο ουσιαστικά ανάγει τη θρησκεία σε μια ψευδαίσθηση των ανθρώπινων αναγκών. Ο Rolland είχε απαντήσει, στις 5 Δεκεμβρίου 1927, ουσιαστικά: «Η κριτική σας για τις θρησκείες είναι σωστή, αλλά δεν έχετε αναλύσει το ίδιο το θρησκευτικό συναίσθημα. Τώρα, ο Romain Rolland, χρησιμοποιώντας την έκφραση «ωκεάνιο συναίσθημα», σε αντίθεση με την θεσμοθετημένη και σκληρωτική θρησκεία, εξηγεί ένα φαινόμενο τόσο παλιό όσο και η ανθρώπινη ιστορία, η οποία είναι ένα «θρησκευτικό ζώο». Ορίζει αυτή την εμπειρία ως μια αίσθηση αιωνιότητας, απείρου, απώλειας του εγώ, συγχώνευσης με κάποιον άλλο. Ο Rolland είχε μελετήσει στενά τον Ramakrishna.

Το 1930, η δημοσίευση του Malaise στο Civilization ήταν μια κριτική απάντηση στην επιστολή του Rolland (η οποία δεν κατονομάστηκε). Ο Freud δεν αρνήθηκε το «συναίσθημα», αλλά πρόσθεσε ότι δεν το είχε βιώσει ποτέ. Δεν ήταν μυστικιστής! Αλλά αυτό είναι, φυσικά, ένα ψυχικά πραγματικό φαινόμενο. Για αυτόν, είναι το υπόλειμμα μιας πρωτόγονης, αρχαϊκής κατάστασης του εαυτού, που εξακολουθεί να υπάρχει στο παιδί, στην οποία η διάκριση μεταξύ εαυτού και κόσμου δεν έχει ακόμη πλήρως συγκροτηθεί: «Το παρόν συναίσθημα του Εαυτού μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά το υπόλειμμα, ας πούμε περιορισμένο, μιας αίσθησης πολύ μεγαλύτερης έκτασης, τόσο απέραντης που έχει αγκαλιάσει τα πάντα. Αλλά αυτή η κατάσταση δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία ως συνείδηση ​​μιας ανώτερης και «άλλης» εμπειρίας. Αντίθετα, είναι μια βρεφική παλινδρόμηση, που δημιουργείται από την ανάγκη για πατρική προστασία (Θεός). Εδώ έχουμε την παραδοσιακή αντίρρηση των υλιστών κατά της εμπειρίας της ιερής, θρησκευτικής και μυστικιστικής κατάστασης: απλώς έχουμε να κάνουμε με έναν εντελώς υποκειμενικό Γολγοθά, επομένως κλειστό σε κάθε υπέρβαση. Η αντίληψη του Φρόιντ συναντά αυτήν που αναπτύσσει ο Γκενόν όταν αναλύει την «ενέλιξη» που είναι ειδική για την Κάλι Γιούγκα, δηλαδή για αυτό το «Τέλος του Χρόνου» που χαρακτηρίζεται από τον εκφυλισμό, εκούσια παρωδικό και οπισθοδρομικό, της παρουσίας στον άνθρωπο του Απόλυτου, υποβαθμίζοντας, από στάδιο σε στάδιο, σε υποανθρώπινες παρορμήσεις που θεωρούνται ως απόδειξη ενός ψευδούς μυστικισμού.»

Οι Σουρεαλιστές, που ήταν υλιστές και άθεοι, δεν εξήγησαν ποτέ πλήρως τους εαυτούς τους και υιοθέτησαν εύκολα επιθετικά αντιθρησκευτικές και αντικληρικαλιστικές θέσεις. Αλλά μερικές φορές αισθανόμαστε μια κάποια σύγχυση σε αυτό το θέμα, όχι μόνο όταν ο Μπρετόν ανακάλυψε τους μύθους, τις τελετουργίες και την ιερή τέχνη των Ινδιάνων, καθώς και τον ερμητισμό, τον εσωτερισμό και ούτω καθεξής, μετά τον πόλεμο, αλλά και όταν το Δεύτερο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού, το 1929, επανέλαβε μόνο του τον τελικό στόχο κάθε αυθεντικά μυστικιστικής εμπειρίας: «Τα πάντα οδηγούν κάποιον να πιστέψει ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο ζωής και κοινής ζωής. Ωστόσο, είναι μάταιο να αναζητούμε από τη σουρεαλιστική δραστηριότητα οτιδήποτε άλλο εκτός από την ελπίδα να προσδιορίσουμε αυτό το σημείο». Ο Γκρακ δεν έκανε λάθος όταν έγραψε στο δοκίμιό του για τον Μπρετόν ότι ο Σουρεαλισμός είναι ένα πνευματικό, σχεδόν θρησκευτικό, κίνημα.



          Ο συγγραφέας Ζυλιέν Γκρακ (1910-2007), εμπνευσμένος από τον σουρεαλισμό

Η χρήση της ποίησης

Ωστόσο, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη τις αντιρρήσεις του Γκενόν, που ενισχύονται από τα συμπεράσματα του Φρόιντ, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τι ήταν το υπερρεαλιστικό κίνημα και να μην σταματήσουμε στις πολιτικές του περιπλανήσεις, οι οποίες ήταν αναπόφευκτες, καθώς στόχευε στην ανατροπή του συστήματος μιας αποξενωτικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η κατανόηση της τάξης της ύπαρξης, την οποία είχε κατά νου ο Γκενόν, θα ήταν πολύ χρήσιμη για την απελευθέρωση από μια παγίδα που ενυπάρχει στους «σκοτεινούς αιώνες» ( Κάλι Γιούγκα ). Ωστόσο, το 1938, ο Μπρετόν συμφώνησε με τον Μασόν σχετικά με την ανάγκη για «πλήρη αποδέσμευση από τον υπερρεαλισμό της πολιτικής κατάστασης». Νέα εδάφη, που πρότεινε ο Γκρακ, θα ανοίξουν: μύθος (για παράδειγμα, αυτός του Δισκοπότηρου), θρύλοι (Μελουζίνη), κελτική γενεαλογία ( Φιν'αμόρ , το Ζήτημα της Βρετάνης) και, κατά τη διάρκεια της εξορίας του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ινδικές παραδόσεις, ακόμη και εσωτερισμός, ταρώ και ερμητισμός. Για τον Ζυλιέν Γκρακ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σουρεαλισμός ήταν, όπως ανακοίνωσε ο Μπρετόν, μια «ολοκληρωτική επανάσταση του νου», ίσως η τελευταία έκρηξη της παλιάς Ευρώπης μπροστά σε έναν ασφυκτικό πολιτισμό, μια προσπάθεια σε κάθε περίπτωση να ξαναμαγέψει ο κόσμος και να βρει μια ιερή διάσταση σε μια αποιεροποιημένη εποχή.

Ο Μπρετόν εξέφρασε επανειλημμένα σαφή σεβασμό για τον Γκενόν, αλλά δεν έκρυψε τις επιφυλάξεις του. Εμφανίζονται, για παράδειγμα, στο κείμενο με τίτλο «Ο Ρενέ Γκενόν κρίνεται από τον σουρεαλισμό», που δημοσιεύτηκε το 1953 στην Nouvelle Revue Française: «Πάντα απευθυνόμενος στο μυαλό, ποτέ στην καρδιά, ο Ρενέ Γκενόν εμπνέει τον μεγάλο σεβασμό μας και τίποτα άλλο. Σίγουρα , ο «Πάπας του Σουρεαλισμού», που φαγουρίζει με μια έντονα αριστερή φαγούρα, κατηγορεί τον Γκενόν ότι είναι «κοινωνικά αντιδραστικός». Αλλά, σε μια πιο σοβαρή νότα, και ακόμη και αν λάβουμε υπόψη ότι δεν καταλάβαινε τη λογική του Γκενόν, όταν διαβάζουμε την τελευταία, συναντάμε έναν συστηματικό, αυστηρό διανοούμενο, που διεξάγει μεθοδικά τη σκέψη του με τη βοήθεια κατηγοριών που προέρχονται από την υψηλότερη μεταφυσική επιστήμη. Τοποθετεί την ινδουιστική σκέψη στην κορυφή της ιεραρχίας της γνώσης, μιας πολύ περίπλοκης. Μερικές φορές έχουμε την εντύπωση ότι από εκεί και πέρα, δεν υπάρχει λύση, και συχνά αρκούμαστε, χωρίς περαιτέρω υπαρξιακή δέσμευση, στο να τελειοποιούμε τα γραπτά του, ομολογουμένως μερικές φορές με αξιοθαύμαστο τρόπο.

Ωστόσο, ο Βράχμα είναι παντού, μέσα μας, αιώνιος, άπειρος, παρών. Πώς εξηγείτε την ξαφνική αφύπνιση που βρίσκουμε τόσο στο Ζεν όσο και σε πειράματα που δεν απαιτούν επιστήμη, όπως αυτά που περιγράφονται από τον Γκρακ (για παράδειγμα, στο νησί Μπολιέ, κοντά στη Νάντη ή στην ολλανδική Φλάνδρα); Ο ίδιος ο Ρεμπώ μπόρεσε να τη βιώσει, όπως και ο Νερβάλ. Είναι, επιπλέον, ένας από τους στόχους του Σουρεαλισμού. Η συμμετοχή στην «παρουσία», αν πρόκειται για μια καθαρά Γνωστική, μεταφυσική προσέγγιση, δεν μπορεί να μας πάει μακριά αν δεν τεθεί σε εφαρμογή ολόκληρο το σώμα, οι αισθήσεις και το μυαλό του αφυπνισμένου. Αυτή είναι μια πτυχή της σύγχρονης ποίησης. Ο Γκενόν υποτιμά τη γνωστική δύναμη ορισμένων αισθητικών εμπειριών, που τονίζονται από τον γερμανικό ρομαντισμό. Σκεφτείτε τον Νοβάλις και τον Χέλντερλιν. Δεν είναι συναισθηματισμός ή καθαρή μεταφυσική. Αυτοί οι ποιητές ανακαλύπτουν μια ποιότητα ύπαρξης. ο κόσμος εμφανίζεται διαφορετικά, στην «Παρουσία», την Παρωσία . Σε μια επιστολή με ημερομηνία 15 Αυγούστου 1968, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ έθεσε το εξής ερώτημα στον Γιούνγκερ: «Όπως σας έγραψα πριν από λίγο καιρό, η «αστραπή του Είναι» με έχει απασχολήσει ιδιαίτερα και, σε σχέση με το προβαλλόμενο κείμενο, θα ήθελα να μάθω σε μία πρόταση αν είναι δυνατόν να «διεισδύσουμε» σε αυτή τη διευκρίνιση. Ή μήπως έχω μια πολύ χωρική εικόνα ενός μάλλον ατμοσφαιρικού δεδομένου;» Στις 19 Αυγούστου, βρίσκει την απάντησή του: «Δεν χρειάζεται να «διεισδύσουμε» σε αυτή τη διευκρίνιση», λέει, επειδή βρισκόμαστε ήδη εκεί. Αυτή η περίπτωση καθορίζει την Εκ-επίσταση. Αλλά μέχρι τώρα, η κάθαρση δεν έχει ποτέ γίνει σωστά σκεπτόμενη. Η πρώτη της ηχώ, ωστόσο, αντηχεί κρυφά στο, υπό την προϋπόθεση ότι η ἀ-λήθεια σκέφτεται με την ελληνική της έννοια, αντί να την παρερμηνεύει μέσω της παραδοσιακής έννοιας της αλήθειας. Με άλλα λόγια, η αλήθεια (alètheia, l'aletheia) είναι μπροστά στα μάτια μας, αλλά πρέπει να απελευθερωθούμε από την αδιαφανή κληρονομιά της μεταφυσικής étant. της ύπαρξης (πρέπει να διαπεράσουμε το πέπλο της αντικειμενοποίησης, όπως τονίζει ο Gracq, ξαπλωμένος στο πόλντερ του στην ολλανδική Φλάνδρα ή στις όχθες του Λίγηρα, στο νησί Beaulieu, «επιφανειακά» πειράματα που περιγράφονται αρκετές φορές στα γραπτά του). Ο «φωτισμός» μπορεί να υποκινηθεί, να προκληθεί από μια χωρική και χρονική κατάσταση στην οποία το μυαλό και το σώμα ενώνονται σε μια δεκτικότητα απαλλαγμένη από κάθε χρησιμότητα. Μερικές φορές παράγεται από την πρακτική μιας «τέχνης». πάντα, είναι μια ξαφνική, οριστική αντιστροφή του βλέμματος, που αλλάζει ριζικά τον τρόπο ύπαρξης στον κόσμο. Υπονοεί, πέρα ​​από τον εαυτό του, πέρα ​​από αυτόν τον κόσμο, στο άπειρό του και στο πεπερασμένο του, στην αιωνιότητά του και στην αμεσότητά του.

Από τον Κλοντ Μπουρινέ


Λουκ. 10,17
Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου.
Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα.
ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.
πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Casseurs (Ταραχοποιοί/Κουκουλοφόροι)

από τον Francesco Petrone - 03/10/2026

Ταμίας


Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Μια υπενθύμιση για όσους φαντασιώνονται εξεγέρσεις νέων χωρίς σαφή βάση, όπως η γαλλική.
Ένα από τα πιο διαυγή αποσπάσματα του Alain de Benoist για το '68 μπορεί να συνοψιστεί στη φόρμουλά του: «Το '68 μετακινήθηκε από την επιθυμία για επανάσταση στην επανάσταση της επιθυμίας».
Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο, στις αρχές του '68, συνυπήρχαν δύο ασύμβατες ψυχές, καταδικασμένες να χωρίσουν λίγο αργότερα.
Η μία ήταν η πιο πολιτική και ιδεολογική ψυχή, σχεδόν νοσταλγική για την Κομμούνα.
Είχε μια εργατίστικη, μαρξιστική, τριτοκοσμική ψυχή. Ήθελε να καταλάβει την εξουσία, να φέρει μια κοινωνική επανάσταση, να αλλάξει το κράτος, να αμφισβητήσει την ίδια την έννοια της ιδιοκτησίας. Είναι η κάπως μη ρεαλιστική ψυχή εκείνων που φώναζαν «εργατική εξουσία». Πέθανε μέσα σε λίγα χρόνια, χωρίς μέλλον.
Η άλλη ήταν η ελευθεριακή, ελευθεριοφιλελεύθερη ψυχή, η οποία είναι τελικά το συστατικό που κέρδισε και άλλαξε την κοινωνία.

Ήταν το συστατικό κατά του οποίου έγραψε ο Pier Paolo Pasolini. Ένα συστατικό που δεν ήθελε να καταλάβει την εξουσία, αλλά ήθελε μόνο να τη διαλύσει. Δεν ήθελε επαναστατική πειθαρχία. Ήθελε την απελευθέρωση του σώματος, της σεξουαλικότητας, της κατανάλωσης, του ατόμου. «Απαγορεύεται να απαγορεύεται», «απεριόριστη απόλαυση».
Για τον ντε Μπενουά, αυτή η δεύτερη ψυχή εύκολα αφομοιωνόταν από τον καπιταλισμό. Μάλιστα, έγινε η ιδεολογική του μηχανή.

Ο φορντιστικός παραγωγικός καπιταλισμός χρειαζόταν πειθαρχημένους εργάτες, σταθερές οικογένειες και αποταμιεύσεις. Ο νέος, μεταφορντιστικός, καταναλωτικός καπιταλισμός χρειάζεται το αντίθετο: ξεριζωμένα άτομα, χωρίς κανόνες, χωρίς περιορισμούς, που καταναλώνουν επιθυμίες.
Έτσι, η «επανάσταση της επιθυμίας» πέτυχε το έργο που η αγορά δεν μπορούσε να κάνει μόνη της: κατέστρεψε ενδιάμεσα σώματα, την αστική ηθική, την εξουσία, την οικογένεια και το σχολείο, στο όνομα της απελευθέρωσης.
Το αποτέλεσμα, λέει ο ντε Μπενουά, είναι παράδοξο: ο αριστερός του '68 που ήθελε να ανατρέψει το σύστημα κατέληξε να παρέχει στο σύστημα την ηθική του δικαιολόγηση. Απαίτησε το τέλος όλων των ορίων και η αγορά απάντησε αφαιρώντας όλα τα όρια.
Εξ ου και ο ορισμός του '68 από τον ντε Μπενουά ως «επανάσταση του κεφαλαίου ενάντια στον εαυτό του», όπου η νοσταλγία για την Κομμούνα χρησιμοποιήθηκε απλώς ως λαογραφία, ένα χρώμα για να περάσει ο καταναλωτισμός ως χειραφέτηση.

Αυτή η κρίση του '68 φαίνεται να απηχεί τα λόγια του Παζολίνι όταν έγραψε: «Εσείς οι φοιτητές έχετε τα πρόσωπα των αγοριών του μπαμπά» και η διαμαρτυρία σας είναι αστική επειδή χρησιμοποιείτε τα εργαλεία της αστικής τάξης: εκλεπτυσμένη γλώσσα, μοντέρνα ιδεολογία». Και επίσης: «Η επανάστασή σας είναι μια ψεύτικη επανάσταση, επειδή απαιτείτε αυτό που η ίδια η αστική τάξη θα σας δώσει αύριο. Θέλετε έκτρωση,διαζύγιο, σεξουαλική ελευθερία, σχολεία με ανοχή. Όλα αυτά που ήδη επιθυμεί ο νέος καπιταλισμός.
Δεν χρησιμοποιεί ακόμη τις λέξεις «καταναλωτισμός» ή «ηδονισμός» σε αυτό το δοκίμιο. Αυτές είναι οι κατηγορίες που θα χρησιμοποιήσει αργότερα στο Scritti corsari του, χρόνια αργότερα, για να επανερμηνεύσει το '68 ως προμήνυμα της νέας καταναλωτικής δύναμης.
Σχετικά με αυτό το είδος κοινωνίας, ο κοινωνιολόγος Christopher Lasch δίνει τον εξής αυστηρό ορισμό:
«Ο ναρκισσιστής δεν είναι σε θέση να ταυτιστεί με τις επόμενες γενιές και δεν αισθάνεται μέρος μιας ιστορικής ροής. Ζει σε ένα παρόν χωρίς βάθος, σε ένα κενό εσωτερικότητας μεταμφιεσμένο σε απελευθέρωση».


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΩΣ ΕΞΗΓΕΙ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ ΠΟΥ ΞΕΣΗΚΩΣΑΝ ΟΙ ΚΑΤΗΧΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ  ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ.

Η Γαλλία και οι πτυχιούχοι στην εκούσια τύφλωση


Το πιο εντυπωσιακό στα πρόσφατα γεγονότα στη Γαλλία είναι η αδυναμία κατανόησης του γενικότερου νοήματός τους, τουλάχιστον στα μέρη μας. Ξεφυτρώνουν όλο και περισσότερες καθηγητριούλες που παραπονιούνται επειδή οι μαθητές αντιδρούν στην απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων, της μαντίλας, των φουστών και ούτω καθεξής· εν ολίγοις, θεωρούν ότι πρόκειται για μια βολική, προσχηματική διαμαρτυρία, χωρίς πραγματικούς λόγους και, επομένως, καταδικαστέα καθεαυτή. Αν υπήρχε μια περασμένη εποχή, όπως τά «βράδια των Χριστιανοδημοκρατών», θα ήταν δική τους. Έπειτα, υπάρχουν οι αμετανόητοι κήρυκες της τάξης, οι καναπεδάκηδες που είναι «εναντίον» —κανείς δεν ξέρει ακριβώς τίνος—, αλλά πιστεύουν ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν ενώ οι ίδιοι παραγεμίζουν το στομάχι τους με μπισκότα Mulino Bianco και αποφαίνονται: «είναι όλοι κάγκουρες» (maranza). Έπειτα υπάρχουν εκείνοι που καταλαβαίνουν κάθε παρασκήνιο και είναι βέβαιοι ότι οι διαμαρτυρίες αποτελούν ένα σενάριο γραμμένο από τις ολιγαρχίες.. Εν τω μεταξύ, τα επίσημα μέσα ενημέρωσης παραμένουν, ως συνήθως, σιωπηλά ή απλώς επισημαίνουν, ενίοτε με υπόγειο τρόπο, τις οπτικά πιο χρήσιμες στιγμές για να καταδικάσουν τους διαδηλωτές.

Φυσικά, υπάρχει κάτι αληθινό, ή τουλάχιστον εύλογο, σε καθεμία από αυτές τις θέσεις, αλλά μια σειρά από μερικές αλήθειες δεν συνιστά μια γενική αλήθεια. Στην πραγματικότητα, είναι συχνά χειρότερη από ένα ψέμα, και σε αυτή την περίπτωση, υπογραμμίζει την πραγματικά αξιολύπητη κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτή η χώρα, και όχι η Γαλλία. Καταπιέζεται από μια πολιτική μηδενικότητα που μας αφήνει να περιπλανιόμαστε σε μια κατάσταση απόλυτης αναυθεντικότητας, σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου βασιζόμαστε στήν Μελόνι, τον Ρέντσι, τον Καλέντα, τον Βαννάτσι και την παρέα τους: εντελώς ανύπαρκτες οντότητες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν και κάποιοι που σχεδόν επιδεικνύουν το καρτελάκι με την τιμή τους, ενώ άλλοι το έχουν σκίσει για να μην το δείχνουν, σαν να ήταν δώρο. Η μεγάλη κοινωνική δυσφορία δεν γνωρίζει άλλο τρόπο να εκφραστεί παρά μέσα από αυτό το κουκλοθέατρο. Καημένοι εμείς. Κι όμως, η Γαλλία, από την άλλη πλευρά, είναι μια πυριτιδαποθήκη που περιμένει να εκραγεί: η φωτιά σιγοκαίει για λίγο, και μετά αναζωπυρώνεται ξανά επειδή οι κοινωνικές αντιφάσεις είναι πολύ ισχυρές και οι πολιτικές δημοσιονομικής σταθερότητας  φτωχοποιούν τον λαό. Δεν έχει σημασία πού ανάβει η σπίθα, γιατί βρίσκει κοινωνική καύσιμη ύλη παντού: δεν πρόκειται για φοιτητές ή εργαζόμενους που ο τεμπέλης Τύπος μας λέει ότι είναι εναντίον των διαδηλώσεων, ούτε καν για τη μικρή ποσότητα βίας που ασκεί το κοινωνικό σώμα, νιώθοντας – και δικαίως – ότι υπόκειται σε πολύ μεγαλύτερη βία.

Η κοινωνική αναταραχή/δυσφορία είναι αυτή που εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, όπως ακριβώς στη Γερμανία οργανώνεται γύρω από το AfD, το οποίο, σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις, προηγείται των δύο μεγάλων ιστορικών κομμάτων, του CDU και του SPD, μαζί. Ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην πραγματικότητα «Διχασμένο Βασίλειο», όπου εκδηλώνεται ως αίτημα για ανεξαρτησία της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. Αντιμέτωποι με την προφανή αποτυχία της ολοκλήρωσης, την εξαθλίωση των εργατικών τάξεων και την κατάρρευση όλων των αξιών στις οποίες ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει μετατραπεί από ειρηνιστική σε πολεμοχαρή, οι ελπίδες και οι ψευδαισθήσεις καταρρέουν. Η δυτική πολιτική ελίτ που υποδαυλίζει τον πόλεμο μπορεί να φαίνεται κυρίαρχη, χάρη στις επικρατούσες, αν όχι εμμονικές, αφηγήσεις των μέσων ενημέρωσης, αλλά η δύναμή της υπερεκτιμάται σε σύγκριση με την τεράστια δημόσια αντίσταση 
προς την ατζέντα της, η οποία από ορισμένες απόψεις είναι ακόμη και εγκληματική. Φυσικά, η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί, όπως συνέβη με τα γεγονότα που προηγήθηκαν των προηγούμενων παγκοσμίων πολέμων. Αυτή τη φορά, ωστόσο, μπορεί να διαπιστωθεί μια κρίσιμη διαφορά, επειδή μπορεί να υπάρχει επαρκής δημόσια ευαισθητοποίηση για να αποφευχθεί η πτώση στην παγίδα των πολεμοχαρών που θέλουν να οπλιστούν για να σώσουν ένα σάπιο σύστημα.

Έτσι, το να βλέπουμε τι συμβαίνει στη Γαλλία με έναν κοινότοπο τρόπο, αμφισβητώντας τα αιτήματα των φοιτητών, παραπονούμενοι για μικροπρεπείς πράξεις βίας σαν να ήταν αυτή η πραγματική καρδιά της δυσφορίας, ισοδυναμεί με το να αποφοιτούμε με πτυχίο στην εκούσια τύφλωση, έναν κλάδο στον οποίο διαπρέπουμε. Ο τελικός στόχος, το υπομόχλιο γύρω από το οποίο επικεντρώνεται η κοινωνική αγωνία, είναι ο Μακρόν, ο οποίος έχασε μια καλή ευκαιρία να συνταξιοδοτηθεί εγκαίρως. Το γεγονός ότι ορισμένα γαλλικά μέσα ενημέρωσης κατηγορούν τον Μελανσόν ότι δημιούργησε τις συνθήκες για αυτό το άνοιγμα της κόλασης είναι πραγματικά λίγο κωμικό: ήταν ακριβώς ο ηγέτης της αριστεράς που δημιούργησε την ατμόσφαιρα έκτακτης ανάγκης για τη μονιμότητα του "ανθρώπου των Ρότσιλντ" στο Μέγαρο των Ηλυσίων, που απειλείται από τη δεξιά πλευρά από το Εθνικό Μέτωπο. Η Ευρώπη, ή μάλλον η ΕΕ, το επέβαλε, αλλά τώρα, τέσσερα χρόνια αργότερα, τι απομένει από αυτή την Ευρώπη; Σίγουρα δεν έχει απομείνει ούτε ίχνος ελπίδας.