Συνέχεια από Παρασκευή 30. Οκτωβρίου 2026

Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger 2
Η ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου από τον Heidegger έχει μια μεταφυσική και μια γνωστική διάσταση. Υποστηρίζει ότι η Κριτική θέτει, υπό μια ορισμένη έννοια, τα θεμέλια της μεταφυσικής και ότι, ως εκ τούτου, συμπίπτει σε κάποιο επίπεδο με τη θεμελιώδη οντολογία, το ίδιο το εγχείρημα του Heidegger εκείνη την εποχή. Αυτή η μεταφυσική διάσταση κυριαρχεί στις εναρκτήριες και στις καταληκτικές ενότητες του KPM.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ερμηνεύει επίσης καίρια χωρία της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, τα οποία αποσκοπούν στην απόδειξη της δυνατότητας της γνώσης ή της εμπειρίας αντικειμένων (A 158/B 197) — εκείνου που ο Heidegger ονομάζει «υπέρβαση» (71/48) και «πεπερασμένο γνωρίζειν» (119/81) [20]. Αυτές οι μεταφυσικές και γνωστικές διαστάσεις συγκλίνουν τελικά, αφού μόνο μια εξήγηση της δυνατότητας της υπέρβασης —της εμπειρικής γνώσης αντικειμένων— μπορεί να παράσχει τα θεμέλια, δηλαδή τη θεμελιώδη οντολογία, για οποιαδήποτε μελλοντική μεταφυσική. Ωστόσο, ως ανάγνωση της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, η γνωστική διάσταση στέκεται αυτοτελώς· και, πράγματι, η διεισδυτικότητα της ερμηνείας του Heidegger στο σύνολό της εξαρτάται από αυτή την ανάγνωση και από την εξήγηση που δίνει για τη θεμελιώδη σύνθεση η οποία καθιστά δυνατή την εμπειρία αντικειμένων. Ο Heidegger υποστηρίζει ότι η συνεπέστερη και πειστικότερη ερμηνεία της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, στην πρώτη έκδοση, οδηγεί, με τους ίδιους τους όρους του Kant, στο συμπέρασμα ότι εκείνο που καθιστά δυνατή την εμπειρία αντικειμένων δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την υπερβατολογική δύναμη της φαντασίας, η οποία είναι ριζωμένη σε μια θεμελιώδη μορφή χρονικότητας [21].
Ο Heidegger προετοιμάζει το έδαφος για την επιχειρηματολογία του παραθέτοντας την εναρκτήρια πρόταση της Υπερβατολογικής Αισθητικής:
«(I) Με όποιον τρόπο και με οποιαδήποτε μέσα κι αν μια γνώση σχετίζεται με αντικείμενα, εκείνο μέσω του οποίου σχετίζεται άμεσα με αυτά και στο οποίο αποβλέπει κάθε νόηση ως μέσο είναι η εποπτεία» (A 19/B 33).
Ο Heidegger ερμηνεύει την πρόταση (I) με βάση τη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θείο γνωρίζειν. Και τα δύο αποτελούν ένα είδος εποπτείας, διαφέρουν όμως επειδή οι άνθρωποι δεν δημιουργούν αυτό που εποπτεύουν κατά τη διαδικασία της εποπτείας του. Το ανθρώπινο γνωρίζειν είναι πεπερασμένο εξαιτίας της εξάρτησής του τόσο από κάτι που βρίσκεται ήδη εκεί και το οποίο προσλαμβάνει (hinnimmt) όσο και από την ανάγκη να συσχετίζει αυτό που προσλαμβάνει με άλλα πράγματα κατά τη διαδικασία της πρόσληψής του [22]. Σε αντίθεση με τον θείο νου, ένας ανθρώπινος νους μπορεί να γνωρίζει μόνο αντικείμενα, δηλαδή όντα που του παρουσιάζονται —εμφανίζονται—, και μπορεί να τα γνωρίζει μόνο έμμεσα (umwegig), «διατρέχοντας» —νοώντας— περισσότερα από ένα πράγματα. Δυνάμει αυτής της διασκεπτικότητας, η νόηση προσδιορίζει το εποπτευόμενο «ως τούτο και εκείνο» ή υπό το πρίσμα κάποιας γενικότητας, καθιστώντας το έτσι προσιτό και κοινοποιήσιμο στους άλλους [23]. Το ανθρώπινο γνωρίζειν είναι πεπερασμένο επειδή είναι συγχρόνως δεκτικό και διασκεπτικό: είναι δηλαδή μια εποπτεία που προσλαμβάνει κάτι και μπορεί να το κάνει μόνο νοώντας το (hinnehmende und deshalb denkende Anschauung) (30/20). Παραθέτοντας το Opus postumum του Kant —και απηχώντας τον Riehl—, ο Heidegger προσθέτει ότι η διαφορά ανάμεσα στα πράγματα καθ’ εαυτά και στα φαινόμενα είναι «απλώς υποκειμενική»: αναφέρεται στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το άπειρο και το πεπερασμένο γνωρίζειν σχετίζονται με «το ίδιο αντικείμενο», έτσι ώστε «εκείνο που βρίσκεται “πίσω από τα φαινόμενα” είναι το ίδιο ον με το φαινόμενο» (32 κ.ε./21 κ.ε.).
Αυτή η έμφαση στην περατότητα του ανθρώπινου γνωρίζειν, την οποία υπογραμμίζει η προτεραιότητα μιας εποπτείας που είναι συγχρόνως δεκτική και απαιτεί νόηση, εισάγει το κεντρικό ζήτημα της σύνθεσης του εποπτεύειν και του νοείν. Η απλή παράθεσή τους και η αναγνώριση της αλληλεξάρτησής τους κάθε άλλο παρά αρκούν για να εξηγήσουν τη δυνατότητα του γνωρίζειν. Παραθέτοντας την παρατήρηση του Kant ότι «μόνο από τη συνένωσή τους μπορεί να προκύψει γνώση» (A 51/B 75 κ.ε.), ο Heidegger υποστηρίζει ότι «μόνο στη συνένωση των δύο, η οποία προδιαγράφεται από τη δομή τους, μπορεί μια πεπερασμένη γνώση να είναι αυτό που απαιτεί η ουσία της» (36/24). Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε τη σύνθεση αυτών των στοιχείων ως κάτι που τους επιτρέπει «να αναδυθούν κατά τον τρόπο με τον οποίο ανήκουν το ένα στο άλλο και μέσα στην ενότητά τους», αντί να τη θεωρήσουμε κάτι που επέρχεται εκ των υστέρων (36/24). Εφόσον πρέπει να συγκροτεί την ουσιώδη ενότητα των καθαρών εποπτειών και των καθαρών εννοιών, η οποία καθιστά δυνατές τις εμπειρικές συνθέσεις, αυτή η σύνθεση είναι αναγκαία a priori και καθαρή, όχι ενδεχομενική ή εμπειρική [24]. Το ότι ο Kant είχε κατά νου μια θεμελιώδη σύνθεση με αυτόν τον τρόπο υποστηρίζεται, κατά τον Heidegger, από τον χαρακτηρισμό, αντίστοιχα, της καθαρής εποπτείας και της καθαρής νόησης ως «συνθετικών» (59 κ.ε./40). Το νόημα υπό το οποίο καθεμία είναι συνθετική απαιτεί τη μεταξύ τους σύνθεση· και αυτή η σύνθεση, όπως επιχειρεί να δείξει ο Heidegger, είναι έργο της υπερβατολογικής δύναμης της φαντασίας, η οποία «διαμορφώνει αναγκαία και πρωταρχικά τις ίδιες, καθώς τις ενοποιεί» (61/41) [25].
3. Εισαγωγή στη συνθετική λειτουργία της φαντασίας
Σύμφωνα με τον Heidegger, ο Kant εισάγει τον πρώτο προσδιορισμό της «πρωταρχικής ουσιώδους ενότητας των καθαρών στοιχείων» παρατηρώντας ότι η αυτενέργεια της νόησής μας απαιτεί το «πολλαπλό [που παρέχεται από την καθαρή εποπτεία του χώρου και του χρόνου] πρώτα να διατρέχεται με ορισμένο τρόπο, να προσλαμβάνεται και να συνδέεται, ώστε να προκύπτει από αυτό μια γνώση. Ονομάζω αυτή την ενέργεια “σύνθεση”» (A 77/B 102). Η νόηση χρειάζεται εκείνο που παρέχει η καθαρή εποπτεία —«χωρίς το οποίο θα ήταν εντελώς κενή»—, αλλά μόνο εφόσον αυτό πρώτα «διατρέχεται και συγκεντρώνεται», δηλαδή μόνο εφόσον έχει συντελεστεί μια σύνθεσή του (62/42). Πράγματι, κάθε ανάλυση, υποστηρίζει ο Kant, προϋποθέτει τη σύνθεση ενός δεδομένου πολλαπλού. Εφόσον αυτή η σύνθεση είναι εκείνη που συνενώνει τα στοιχεία σε ένα περιεχόμενο εν γένει, «αυτή [η σύνθεση] είναι επομένως το πρώτο στο οποίο πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας, αν θέλουμε να κρίνουμε σχετικά με την πρωταρχική προέλευση της γνώσης μας» (A 77/B 103). Αφού διατυπώσει αυτή την προτεραιότητα της σύνθεσης έναντι της ανάλυσης, ο Kant αποδίδει τη σύνθεση εν γένει στη δύναμη της φαντασίας:
«(II) Η σύνθεση εν γένει είναι το απλό αποτέλεσμα της δύναμης της φαντασίας, μιας τυφλής, αν και απαραίτητης, λειτουργίας της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε καμία απολύτως γνώση, της οποίας όμως σπάνια έχουμε καν συνείδηση» (A 78/B 105).
Από την πρόταση (II) και τα συμφραζόμενά της, ο Heidegger συνάγει ότι η δύναμη της φαντασίας «επιφέρει» (erwirkt) κάθε συνθετική δομή που είναι ουσιώδης για το γνωρίζειν (63/42). Επομένως, η δύναμη της φαντασίας είναι εκείνη που συνθέτει το ενοποιημένο όλον το οποίο παριστάνεται σε μια καθαρή εποπτεία, ενόψει μιας καθοδηγητικής ενότητας που παρέχεται από μια καθαρή έννοια. Κατά τη διαδικασία αυτή, εξασφαλίζει στις καθαρές έννοιες το αναγκαίο γνωστικό έρεισμα (63/42). Οι εκθέσεις του Kant για τις καθαρές εποπτείες και για τις καθαρές έννοιες της διάνοιας αποκαλύπτουν σε κάθε περίπτωση μια σύνθεση —τελικά τη μεταξύ τους σύνθεση— που εξαρτάται από τη δύναμη της φαντασίας. Η δύναμη της φαντασίας είναι, συνεπώς, απαραίτητη και μη αναγώγιμη στις λειτουργίες της εποπτείας και της νόησης μέσα στο γνωρίζειν. Για να υπογραμμίσει τον διακριτό ρόλο της, ο Heidegger παραθέτει τη διάκριση του Kant ανάμεσα στα τρία μέρη της «πλήρους ουσίας της καθαρής γνώσης» (63/42): το πολλαπλό της καθαρής εποπτείας, τη σύνθεσή του από τη δύναμη της φαντασίας και την έννοια της διάνοιας που προσδίδει ενότητα σε αυτή την καθαρή σύνθεση (A 78 κ.ε./B 104).
Προειδοποιώντας να μην αντιληφθούμε άκαμπτα τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα τρία μέρη, ο Heidegger τονίζει ότι οι πολλαπλότητες που ενοποιούνται στην καθαρή εποπτεία και νοούνται αναλόγως δεν συναντώνται απλώς, αλλά συναρμόζονται (sich fügen) μέσα στη σύνθεση που παράγει η δύναμη της φαντασίας. Τόσο η καθαρή εποπτεία όσο και η καθαρή διάνοια έχουν συνθετικό χαρακτήρα χάρη στη συναρμογή τους μέσα στη μεσολαβητική σύνθεση της δύναμης της φαντασίας. Από την πλευρά της, η δύναμη της φαντασίας είναι πανταχού παρούσα, απαραίτητη και μη αναγώγιμη στην εποπτεία ή στη διάνοια, επειδή τις συνθέτει.[ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ Ή Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΠΡΟΣΩΠΟ.Η ΓΝΩΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΠΡΟΒΟΛΗ]
Ωστόσο, ακόμη κι αν τα παρατιθέμενα χωρία επιβεβαιώνουν ότι ο Kant αναγνωρίζει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της δύναμης της φαντασίας, ο Heidegger αναγνωρίζει ότι αυτοί οι αρχικοί προσδιορισμοί του θεμελιώδους, συνθετικού ρόλου της αποτελούν απλώς το πρώτο βήμα προς τον προσδιορισμό της φύσης της. Όπως θα περίμενε κανείς, τα πράγματα γίνονται σαφέστερα στην υπερβατολογική παραγωγή, δηλαδή στην απόδειξη ότι οι καθαρές έννοιες της διάνοιας καθιστούν δυνατή την εμπειρία αντικειμένων [2].
4. Η συνθετική λειτουργία της καθαρής φαντασίας στην υπερβατολογική παραγωγή (A)
Επαναλαμβάνοντας τη ρεαλιστική ερμηνεία του για την εξάρτηση του ανθρώπινου γνωρίζειν από κάτι δεδομένο, που δεν δημιουργείται μέσα στην εποπτεία, ο Heidegger ερμηνεύει τα αντικείμενα ως κάτι «ήδη παρόν» (70/47). Η εξήγηση του πώς είναι δυνατή η γνώση αντικειμένων —«η εσωτερική δυνατότητα της υπέρβασης», στην ορολογία του Heidegger— συνεπάγεται την εξήγηση του πώς μπορούμε να στραφούμε προς τα αντικείμενα κατά τρόπο ώστε αυτά να μπορούν καν να σταθούν απέναντί μας· δηλαδή, πώς μπορούμε να προσανατολιστούμε προς αυτά ως αντικείμενα. Εδώ βρίσκεται ο ρόλος των καθαρών εννοιών. Ως πρωταρχικές παραστάσεις ενότητας, οι οποίες ενοποιούν και οι ίδιες, παριστάνουν τους περιορισμούς —τους κανόνες— που επιτρέπουν σε κάτι να παρουσιάζεται ως αντικείμενο [27]. Έργο της υπερβατολογικής παραγωγής είναι να αποδείξει πώς το επιτελούν αυτό: πώς οι καθαρές έννοιες υπαγορεύουν τι μπορεί να γίνει αντικείμενο εμπειρίας και λειτουργούν έτσι ως συγκροτητικοί όροι του χαρακτήρα των αντικειμένων ως αντικειμένων —της δυνατότητας να τα γνωρίζουμε. Ο Heidegger ερμηνεύει το τρίτο τμήμα της παραγωγής στην πρώτη έκδοση για να δείξει «πώς η καθαρή διάνοια και η καθαρή εποπτεία εξαρτώνται η μία από την άλλη a priori» (77/52) και, ακόμη σημαντικότερο, πώς εξαρτώνται από την «καθαρή σύνθεση» που καθιστά δυνατή τη σύνδεσή τους (78/52 κ.ε.). Ο Heidegger ακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο προχωρεί ο Kant: (a) ξεκινώντας από τη διάνοια (A 116–120) και έπειτα (b) «από κάτω» (A 119), δηλαδή από την εποπτεία (A 120–128).
(a) Από την καθαρή κατάληψη στη δύναμη της φαντασίας.
Μόνο εφόσον του είναι σιωπηρά φανερό ότι το ίδιο είναι αυτή η αυτοσυντηρούμενη διαδικασία παράστασης ενότητας —«καθαρή κατάληψη»— μπορεί κάτι να σταθεί απέναντί του. Η καθαρή αυτοσυνείδηση, ως αυτή η έμμεση «στροφή προς τον εαυτό της» (Selbstzuwendung), αποτελεί αναγκαίο όρο ώστε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, κατά τα λόγια του Kant, «να μας αφορά» (A 116). Με αυτόν τον τρόπο, ο Heidegger ερμηνεύει το νόημα υπό το οποίο «η καθαρή έννοια, ως συνείδηση ενότητας εν γένει, είναι αναγκαία καθαρή αυτοσυνείδηση» και «η καθαρή διάνοια ενεργεί ως υπερβατολογική κατάληψη, κρατώντας πρωταρχικά μπροστά στον εαυτό της μια ενότητα» (79/53).
Η ερμηνεία του Heidegger, εδώ όπως και αλλού, είναι αναμφίβολα φαινομενολογική. Πασχίζει να ανακτήσει τα βιωμένα αλλά παραγνωρισμένα νοήματα της ορολογίας του Kant, στον βαθμό που αυτά είναι ουσιώδη για τη γνώση. Γι’ αυτό ερμηνεύει τις έννοιες γενικά ως ενότητες που κρατούμε στο βλέμμα μας, ως επί το πλείστον υπόρρητα, κατά τη διαδικασία ενοποίησης κάποιου πολλαπλού. Αντίστοιχα, χαρακτηρίζει την καθαρή κατάληψη ως τη σιωπηρή προφάνεια αυτής της διαδικασίας, η οποία μπορεί πάντοτε να καταστεί ρητή (79 κ.ε./53 κ.ε.) [28].
Από αυτή τη φαινομενολογική προοπτική, ο Heidegger θέτει το κρίσιμο για την ερμηνεία αυτών των χωρίων ερώτημα: τι παριστάνεται μέσα στην ενότητα; Εφόσον η διάνοια δεν μπορεί να είναι η ίδια η πηγή εκείνου που ενοποιείται, πρέπει να το «αναμένει», με τρόπο ωστόσο που να καθιστά δυνατή μια τέτοια συνάντηση. Με άλλα λόγια, οι καθαρές έννοιες της διάνοιας κατευθύνονται προς την ενοποίηση εκείνου που δεν είναι ακόμη ενοποιημένο καθ’ εαυτό (79/53 κ.ε.). Γι’ αυτόν τον λόγο, υποστηρίζει ο Heidegger, η υπερβατολογική κατάληψη «προϋποθέτει ή περιλαμβάνει μια σύνθεση» (A 118).
Ενώ ο Kant φέρεται να αμφιταλαντεύεται συχνά ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της σχέσης της ενότητας με την ενοποιούσα σύνθεση, αποδίδει τη σχετική σύνθεση στη δύναμη της φαντασίας:
«(III) Η αρχή της αναγκαίας ενότητας της καθαρής —παραγωγικής— σύνθεσης της δύναμης της φαντασίας πριν από την κατάληψη είναι, επομένως, το θεμέλιο της δυνατότητας κάθε γνώσης, ιδιαίτερα της εμπειρίας» (A 118).
Σύμφωνα με τον Heidegger, ο όρος «πριν» σε αυτό το χωρίο —το οποίο θεωρεί ότι απορρέει από την πρόταση (II)— δεν δηλώνει μια σύνθεση που συντελείται πριν από την υπερβατολογική κατάληψη ή που υφίσταται κατά κάποιον τρόπο αυτοτελώς. Ούτε θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου του υπερβατολογικού χαρακτήρα της σύνθεσης. Ωστόσο, εφόσον μια καθαρή έννοια της διάνοιας είναι «μια ενοποιούσα ενότητα, δηλαδή το παριστάνειν είναι καθ’ εαυτό ενοποιητικό», πρέπει να δίνεται κάτι a priori για να πραγματοποιηθεί αυτή η ενοποίηση (80 κ.ε./54 κ.ε.).
(b) Από την εποπτεία στη δύναμη της φαντασίας.
«(IV) Διαθέτουμε, επομένως, μια καθαρή δύναμη της φαντασίας, ως θεμελιώδη ικανότητα της ανθρώπινης ψυχής, η οποία αποτελεί a priori το θεμέλιο κάθε γνώσης… Και τα δύο άκρα, δηλαδή η αισθητικότητα και η διάνοια, πρέπει αναγκαία να συνδέονται μέσω αυτής της υπερβατολογικής λειτουργίας της δύναμης της φαντασίας· διότι διαφορετικά η πρώτη θα παρείχε βέβαια φαινόμενα, αλλά όχι αντικείμενα εμπειρικής γνώσης, και συνεπώς δεν θα υπήρχε εμπειρία» (A 124).
Όπως και η πρόταση (III), αυτό το χωρίο βεβαιώνει ότι η σχετική σύνθεση από την καθαρή δύναμη της φαντασίας καθιστά εν γένει δυνατή την εμπειρία, δηλαδή την εμπειρική γνώση αντικειμένων —για τον Heidegger, την «υπέρβαση».
5. Η σύνθεση μέσω της σχηματοποίησης
Σημειώσεις:
[20]. Επειδή η υπέρβαση για τον Heidegger σημαίνει κάτι περισσότερο από τη γνωστική εμπειρία αντικειμένων, την ερμηνεύει ως «πεπερασμένο σχετίζεσθαι προς τα όντα» (71/48).
[21]. Ο Heidegger ανασυγκροτεί την επιχειρηματολογία του Kant σε πέντε στάδια. Το κυρίως κείμενο αυτού του κεφαλαίου εξετάζει το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο στάδιο· για τα υπόλοιπα στάδια, βλ. σημειώσεις 24 και 34.
[22]. Εδώ είναι εμφανείς οι συγγένειες με τον «κριτικό ρεαλισμό» των Riehl και Külpe.
[23]. Το εποπτευόμενο, προσθέτει ο Heidegger, προσδιορίζεται με το «βλέμμα» προς το καθολικό, μολονότι το τελευταίο παραμένει αθεματοποίητο· ερμηνεύει αυτή τη διαδικασία «ενοποίησης» της νόησης με την εποπτεία ως αληθευτική σύνθεση, η οποία αποτελεί τη βάση των κατηγορηματικών και αποφαντικών συνθέσεων (27 κ.ε./18 κ.ε.).
[24]. Το υποτιθέμενο «πρώτο στάδιο» της επιχειρηματολογίας του Kant είναι η χωριστή εισαγωγή των καθαρών εποπτειών και των καθαρών εννοιών, χωρίς αναφορά στην απαιτούμενη σύνθεση· για τον Heidegger, αυτό αποτελεί μη αναστρέψιμο ολίσθημα, που επιβεβαιώνεται από την άνιση έκταση της Υπερβατολογικής Αισθητικής και της Υπερβατολογικής Λογικής, καθώς και από την τοποθέτηση αυτής της σύνθεσης μέσα στη δεύτερη (59/40· 66 κ.ε./44 κ.ε.).
[25]. Η σύνθεση αποτελεί συγκροτητικό όρο, περίπου όπως η ομοιόσταση σε έναν οργανισμό, καθώς διαμορφώνει και συνθέτει συγχρόνως τα στοιχεία.
[26]. Ισοδύναμα, έργο της παραγωγής είναι να αποδείξει την «αντικειμενική πραγματικότητα» των κατηγοριών, η οποία, υποστηρίζει ο Heidegger, πρέπει να διακρίνεται από την «ύπαρξη» ή την «αντικειμενική εγκυρότητά» τους (quid juris) (85–88/57 κ.ε.).
[27]. «Η διάνοια, ως όλον, παρέχει εκ των προτέρων εκείνο που αντιτίθεται στο αυθαίρετο. Παριστάνοντας την ενότητα πρωταρχικά και ως ενοποιούσα, θέτει μπροστά της έναν περιορισμό που ρυθμίζει εκ των προτέρων κάθε δυνατή [συγκέντρωση] σε σύνολο» (76/50).
[28]. Αντίστοιχα, υποστηρίζει ο Heidegger, ο Kant χρησιμοποιεί τον όρο «σύνοψη» (A 94) για να αποδώσει το πώς η καθαρή εποπτεία διαμορφώνει πρωταρχικά (bildet) μια διακριτή ενότητα, κρατώντας συγχρόνως σιωπηρά το πολλαπλό «ενωμένο» μέσα σε αυτήν (142/97 κ.ε.).
[29]. Ο Kant αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ισχυρισμό ότι η ενότητα «συνανήκει» με τη σύνθεση και στον ισχυρισμό ότι η ενότητα προϋποτίθεται από αυτήν· η πρώτη εκδοχή είναι, κατά τον Heidegger, η «ουσιωδώς αναγκαία», αφού «η ενότητα είναι εξαρχής ενοποιούσα» (80/54).


