Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

John Meyendorff - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (2)

   Συνέχεια από: Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ(ΟΧΙ ΝΗΠΤΙΚΗ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ) ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

 John Meyendorff 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από την πρωτότυπη γαλλική έκδοση

ΕΛ. ΜΑΪΝΑΣ

Η πνευματική παράδοση των μοναχών της Ανατολής

- Ο αρχέγονος μοναχισμός

Η πρωτοχριστιανική κοινότητα δεν γνώριζε το μοναχισμό ως μόνιμη κατάσταση. Με την πρώτη ματιά αυτό μπορεί να φαίνεται καταπληκτικό. Οι πρόσφατες μελέτες δείχνουν όλο και πιο σωστά τους δεσμούς που δένανε την Εκκλησία των πρώτων αιώνων με τον Ιουδαϊσμό της εποχής του Χριστού και εντελώς ξεχωριστά με την προφητική παράδοση. Ο Ιουδαισμός όμως είχε από πολύ καιρό τους μοναχούς του και τους αναχωρητές του. Οι προφήτες είχαν αναπτύξει, στις επιθέσεις τους ενάντια στην προσαρμογή της κατεστημένης θρησκείας, μια ολόκληρη πνευματικότητα της ερήμου: Οι λαοί της Μέσης Ανατολής ένιωθαν την έλλειψη νερού σαν εξαιρετική κατάρα. Χώρα της απελπισίας, η έρημος κατοικείται από άγρια θηρία. Όλη η φύση εκεί είναι εχθρός του ανθρώπου και βρίσκεται στα χέρια του εχθρού του θεού, του Σατανά. Αλλά εκεί στην έρημο εκδηλώνεται πιότερο η δύναμη του Γιαχβέ, γιατί μακριά απ' τη δύναμή του ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ελπίδα να επιζήσει. Στην έρημο ο Γιαχβέ γίνεται ο Θεός Σωτήρας.

«Που είναι ο Γιαχβέ που μας ανέσυρε από τη χώρα της Αιγύπτου και μας οδήγησε στην έρημο, μέσα από άγονη και διαβρωμένη γη, γη αποξηραμένη και σκοτεινιασμένη, γη που δεν διατρέχει κανένας άνθρωπος, όπου κανένας άνθρωπος δεν στεριώνει;» (Ιερεμ. Β', 6).

Η μεγάλη ευεργεσία του Θεού στον Ισραήλ είναι που τον έβγαλε από την έρημο, και, αντίθετα, η επιθυμία του Σατανά είναι να τον επαναφέρει εκεί: «Πολλές φορές το (ακάθαρτο) πνεύμα κυριαρχούσε πάνω του. Τον αλυσόδεναν για να τον συγκρατήσουν με δεσμά, αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά του και ο δαίμονας τον έσυρε προς τις ερημιές» (Λουκ. η΄, 29). Γι’ αυτό δημιουργήθηκε το αρχαίο έθιμο του «αποδιοπομπαίου τράγου», προσφέροντας στον Αζαζέλ, το ακάθαρτο πνεύμα, εξιλαστήριο θύμα ένα τράγο, που τον ξαποστέλλανε στην έρημο όπου τον άφηναν εκεί να πεθάνει. (Λευϊτ. ΙΣΤ΄, 8).

Η έρημος ήταν λοιπόν γνωστή στους Ιουδαίους ως κατοικία του δαίμονα και η Καινή Διαθήκη υιοθετεί εξ ολοκλήρου την παραδοχή αυτή. «Όταν το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από τον άνθρωπο, περιπλανιέται σε τόπους άγονους αναζητώντας ανάπαυση». (Ματ). ιβ', 43). Γιατί τότε αυτή η άφθονη συγκομιδή ερημιτών στον προ-χριστιανικό ιουδαϊσμό; Γιατί ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο ίδιος ο Ιησούς καταφεύγουν στην έρημο, μακριά από την κοινότητα των εκλεκτών, μακριά από το Ναό, που αποτελούν μαρτυρία για τη θεϊκή προστασία η οποία δόθηκε στον Ισραήλ; Γιατί ο Υιός του ανθρώπου αφήνεται για σαράντα μέρες να πειρασθεί από το δαίμονα στην έρημο;

«Δεν οδηγεί ο Θεός το λαό του στην έρημο, τον Υιό Του και πιο έπειτα τους αναχωρητές και τους ερημίτες, γράφει ένας προτεστάντης συγγραφέας, για ν' αποφύγουν τον κόσμο, αλλά αντίθετα για να τον κτυπήσουν εκεί στην καρδιά του και να φανερώσουν εκεί, στο πιο σκληρό σημείο, τη νίκη Του και τα δικαιώματά Του. Μπορούμε εξάλλου να υποθέσουμε πως αν ο Ιησούς συνήθιζε, αφού είχε εκτελέσει ένα θαύμα, ν' αποσύρεται στην έρημο (Μαρκ. ι΄, 35 Λουκ. δ', 42 ε΄, 16), δεν το 'κανε μόνο για να βρεί καταφυγή... αλλά μάλλον για να πάει εκεί όπου όφειλε να δώσει όλη τη δόξα στο Θεό». (J.-J. von Allmen, στο Βιβλικό Λεξικό, Delachaux et Niestle, Neuchâtel, 1954, p. 203).

Η ιστορία της αρχέγονης δημιουργίας αρχίζει σ' ένα κήπο όπου «ο Θεός βγάζει από το έδαφος δέντρα όλων των ειδών ελκυστικά στην όραση και στη βρώση», (Γεν. Α', 9). Αντίθετα, η αναγγελία του Ευαγγελίου φανερώνεται στην έρημο.

«Αρχή του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού έγινε σύμφωνα μ' εκείνο που είναι γραμμένο στους προφήτες: Ιδού εγώ αποστέλλω πριν από σένα τον άγγελό μου, που θα προετοιμάσει το δρόμο μπροστά σου. Μια φωνή κραυγάζει στην έρημο: Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, ευθυγραμμίστε τους δρόμους του. Εμφανίστηκε στην έρημο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, κηρύσσοντας βάπτισμα μετανοίας για συγχώρεση αμαρτιών» (Μαρκ. α', 1-3).

Η έρημος παρουσιάζεται έτσι ως ο τέλειος τύπος του κόσμου, εχθρική στο Θεό και υποκείμενη στο Σατανά, όπου ο Μεσσίας θα 'ρθει να προσφέρει την καινούργια ζωή. Κι όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ανάγγειλε εκεί την έλευσή Του, έτσι και οι χριστιανοί μοναχοί συνειδητοποιήσανε πως αναγγέλλουνε την παρουσία Του με τη φυγή τους στην έρημο, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή της μάχης με τις δυνάμεις του πονηρού.

Αναρωτιόμαστε, γιατί όμως η πρωτοχριστιανική Εκκλησία είδε τόσο πολύ αργά στους κόλπους της άμεσους μιμητές του Ιωάννου του Προδρόμου, αφού συνέχιζε τον Ιουδαισμό, όπου σ' αυτόν ζούσε τόσο έντονα το «μοναστικό» ιδανικό; Επειδή θεωρούσε το σύνολό της σε πορεία και «φυγή» μέσα στην έρημο του κόσμου. Αυτό εκφράζει ο οραματισμός της Αποκάλυψης με την εικόνα της Γυναίκας:

«Και γέννησε παιδί αρσενικό, εκείνο που πρόκειται να ποιμάνει όλα τα έθνη με σιδερένιο ραβδί. Και το παιδί της αρπάχτηκε κοντά στο Θεό και στο θρόνο του. Και η γυναίκα ξέφυγε στην έρημο, όπου ο Θεός της έχει ετοιμάσει καταφύγιο, για να την τρέφουν εκεί χίλιες διακόσιες εξήντα μέρες» (Αποκ. ιβ', 56).

Οι περιπλανήσεις των Εβραίων στην έρημο γίνονται έτσι η εικόνα της Εκκλησίας, στην περίοδο που βρίσκεται αναμεσα στην Πεντηκοστή και στη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, εκτεθειμένη στις προσβολές του Σατανά:

«Θέλω να ξέρετε, αδελφοί, ότι οι Πατέρες μας ήταν όλοι κάτω από τη νεφέλη και όλοι περάσανε μέσα από τη θάλασσα... Κι όμως ο Θεός δεν ευαρεστήθηκε με τους περισσότερους απ' αυτούς, αφού τα σώματά τους στρωθήκανε στην έρημο. Τα γεγονότα αυτά είναι παραδείγματα για μας, για να μην επιθυμούμε τα κακά όπως τα επιθυμήσανε εκείνοι» (Α΄ Κορινθ. 1'. 1-6).

Στον Δ΄ αιώνα, ο Χριστιανισμός θα μπεί σε μια καινούργια εποχή και τότε τους λίγους μεμονωμένους αναχωρητές της αρχαίας εποχής θ' ακολουθήσουν χιλιάδες μιμητές, Μπροστά σε μια Εκκλησία πανευτυχισμένη από τη μόλις αποκτημένη αυτοκρατορική προστασία, οι αναχωρητές αυτοί θ' αποφασίσουν να διασώσουν για τη χριστιανική κοινότητα το ιδανικό που θα 'πρεπε η Εκκλησία να κρατήσει δικό της ως την Επιστροφή του Κυρίου της: Το ιδανικό της «Γυναίκας που καταφεύγει στην έρημο». «Κοντολογίς, γράφει ο Louis Bouyer, δεν είναι ο μοναχισμός που γίνεται καινούργιος στον Γ΄- Δ΄ αιώνα, αλλά η καθημερινή ζωή, που άρχισε να ζει η μάζα των μεταστραφέντων νεοχριστιανών... Να που οι χριστιανοί έγιναν αγρονόμοι, πραίτορες, κι ακόμη - γεγονός χωρίς μεγάλη σημασία – ιερείς του Δία... Η ανώτατη εξουσία, είχε αρχίσει από την εποχή του ειδωλολάτρη Αυρηλιανού, όπως συνέβη με τον Παύλο Σαμοσατέα, να μεταχειρίζεται τους επισκόπους όχι σαν αρχιληστές, αλλά σαν πολυσέβαστους αξιωματούχους... Κι ο καθένας που θυσίασε ένα πόδι, ένα χέρι η ένα μάτι στη διάρκεια του τελευταίου διωγμού καμάρωνε ακρωτηριασμένος στις άμαξες του θεϊκού αυτοκράτορα. Κι η Εκκλησία ολόκληρη ακολουθούσε την κίνηση» (Η ζωή του αγίου Αντωνίου, Editions de Fontenelle, Abbaye de Saint-Wandrille, 1950, pp. 9- 11). Έτσι «φάνηκε πως άρχισαν να εγκαταλείπουν τον κόσμο, όντας χριστιανοί, επειδή δεν τους ήθελε ο κόσμος. Έπειτα φάνηκε πως συνηθίσανε τόσο πολύ με το διαζύγιο που πήρανε από τον κόσμο, που δεν ήθελαν πιά τον κόσμο, όταν συμφιλιώθηκε μαζί τους» (Στο ίδιο, σ.7).

Ο μοναχισμός ξαναπήρε έτσι μέσα στην Εκκλησία την προφητική αποστολή που είχε γνωρίσει τόσο καλά ο  παλαιός Ισραήλ. Δημιούργησε ένα αντίβαρο στην εκκοσμικευμένη και νυσταλέα Εκκλησία που υποδέχτηκε στους κόλπους της τόσο άνετα τις ελληνο-ρωμαικές μάζες και που επωφελήθηκε, χωρίς τύψεις συνείδησης, από τις μεγαλοδωρίες του «ευσεβέστατου αυτοκράτορα». Σ' όλη τη μακρινή ιστορία της Ορθόδοξης Ανατολής, οι αναχωρητές της ερήμου, οι στηλίτες, απολιθωμένοι για χρόνια πάνω στις κολώνες τους, οι μεγάλοι κοινοβιάρχες που, όπως το μοναστήρι των Στουδιτών στην Κωνσταντινούπολη, έδιναν μαρτυρία στην καρδιά της πόλης για το μοναστικό ιδανικό, ήξεραν να επιβάλλουν το σεβασμό στους αυτοκράτορες και στο χριστιανικό λαό και εμπόδιζαν να συγχωνευθεί ολοκληρωτικα η Εκκλησία με την Αυτοκρατορία. Η μαρτυρία τους ήταν έτσι, ουσιαστικά, η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης. Μαρτυρία αντίθετη στο σημείο εκείνο που η μαρτυρία της Παλαιάς Διαθήκης ταύτιζε τον εκλεκτό λαό με το έθνος και το κράτος: Αντιμετωπίζοντας τις θεοκρατικές αξιώσεις του χριστιανού Αυτοκράτορα, οι μοναχοί διαβεβαίωναν πως η Βασιλεία του Θεού είναι Βασιλεία του μέλλοντος. Μέσα στην ιστορία η Βασιλεία αυτή δεν είναι κοινωνική η πολιτική οργάνωση, αλλά η ίδια η Παρουσία του Θεού…

Και η Ανατολική Εκκλησία αναγνώρισε στους μοναχούς τους αυθεντικούς εκπροσώπους της. Υιοθέτησε τη λειτουργία τους, την πνευματικότητά τους, τον τύπο της αγιότητάς τους. Αποφάσισε ακόμη, στον ΣΤ΄ αιώνα, πως θα πρέπει να επιλέγει τους επισκόπους της αποκλειστικά από την τάξη των μοναχών. Οι μοναχοί στην πραγματικότητα σχηματίζανε σ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, το άνθος της χριστιανικής κοινωνίας στην 'Ανατολή,

Η μοναχική οδός ενέχει ωστόσο τους πειρασμούς της και τους κινδύνους της. Ο αναχωρητής που φεύγει στην έρημο στερείται τα Μυστήρια για χρόνια ολόκληρα. Το μοναστήρι, που αποτελεί ξεχωριστή κοινότητα στο εσωτερικό της Εκκλησίας, δεν αποχωρίζεται πραγματικά από το χριστιανικό Σώμα; Δεν κατακερματίζεται ο λαός του Θεού; Δεν υποκαθίσταται η κοινοτική πνευματική ζωή, που συνιστά την ουσία του χριστιανισμού, με μια ατομιστική ευσέβεια;;;;;; Οι ασκητικοί άθλοι των πατέρων της ερήμου δεν καταντούν ανθρώπινα μέσα για την κατάκτηση της χάρης και δεν παύει έτσι η θεία χάρη να 'ναι ένα δώρο χαριζόμενο από το Θεό; Είναι φανερό πως η ιστορία του μοναχισμού γνώρισε όλες αυτές τις εκτροπές, αλλά δεν είναι λιγότερο φανερό πως η Εκκλησία, έπειτα από μερικούς δισταγμούς, κατόρθωσε να επιβληθεί στους μοναχούς και στο διοικητικό και στο δογματικό επίπεδο. Διοικητικά υπήγαγε τους μοναχούς στους κατά τόπους επισκόπους και τους ενέταξε έτσι στον πυρήνα της χριστιανικής ζωής που συνιστά την τοπική Εκκλησία. Είναι αξιοπαρατήρητο ότι η Ανατολή αντιτάχθηκε πάντοτε στις πρωτοβουλίες για τη δημιουργία θρησκευτικών ταγμάτων, που θα ήταν «απαλλαγμένα» από την εξουσία της ιεραρχίας. Η Εκκλησία θα καταδικάσει στο δογματικό επίπεδο το θρησκευτικό ατομικισμό και τον υπερτονισμό της πνευματικότητας, που ορισμένες μοναστικές τάσεις είχαν εντάξει στη χριστιανική μυστική ζωή. Η καταδίκη θα γίνει έπειτα από μια εξέλιξη που απαίτησε μακροχρόνιες διευκρινίσεις και αναλύσεις. Οι σελίδες που ακολουθούν αφιερώνονται στις τάσεις αυτές.

Ανώνυμος είπε...

Πρμ ΙΑʹ, 19 – ΙΒʹ, 6
Υἱὸς δίκαιος γεννᾶται εἰς ζωήν, διωγμὸς δὲ ἀσεβοῦς εἰς θάνατον. Βδέλυγμα Κυρίῳ διεστραμμέναι ὁδοί, δεκτοὶ δὲ αὐτῷ πάντες ἄμωμοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν. Χειρὶ χεῖρας ἐμβαλὼν ἀδίκως, οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται κακῶν. Ὁ δὲ σπείρων δικαιοσύνην, λήψεται μισθὸν πιστόν. Ὥσπερ ἐνώτιον χρυσοῦν ἐν ῥινὶ ὑός, οὕτω γυναικὶ κακόφρονι κάλλος. Ἐπιθυμία δικαίων πᾶσα ἀγαθή, ἐλπὶς δὲ ἀσεβῶν ἀπολεῖται. Εἰσίν, οἳ τὰ ἴδια σπείροντες πλείονα ποιοῦσιν· εἰσὶ δὲ καὶ οἳ συνάγοντες τὰ ἀλλότρια, ἐλαττονοῦνται. Ψυχὴ εὐλογουμένη πᾶσα ἁπλή, ἀνὴρ δὲ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων, ὁ συνέχων σῖτον, ὑπολείποιτο αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν, εὐλογία δὲ εἰς κεφαλὴν τοῦ μεταδιδόντος. Τεκταινόμενος ἀγαθά, ζητεῖ χάριν ἀγαθήν, ἐκζητοῦντα δὲ κακὰ καταλήψεται αὐτόν. Ὁ πεποιθὼς ἐπὶ τῷ πλούτῳ αὐτοῦ, οὗτος πεσεῖται. Ὁ δὲ ἀντιλαμβανόμενος δικαίων, οὗτος ἀνατελεῖ, ὁ μὴ συμπεριφερόμενος τῷ ἑαυτοῦ οἴκῳ, κληρονομήσει ἄνεμον, δουλεύσει δὲ ἄφρων φρονίμῳ. Ἐκ καρποῦ δικαιοσύνης φύεται δένδρον ζωῆς, ἀφαιροῦνται δὲ ἄωροι ψυχαὶ παρανόμων. Εἰ ὁ μὲν δίκαιος μόλις σῴζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται; ὁ ἀγαπῶν παιδείαν, ἀγαπᾷ αἴσθησιν, ὁ δὲ μισῶν ἐλέγχους, ἄφρων. Κρείσσων ὁ εὑρίσκων χάριν παρὰ Κυρίῳ, ἀνὴρ δὲ παράνομος παρασιωπηθήσεται, οὐ κατορθώσει ἄνθρωπος ἐξ ἀνόμου, αἱ δὲ ῥίζαι τῶν δικαίων οὐκ ἐξαρθήσονται. Γυνὴ ἀνδρεία στέφανος τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς, ὥσπερ δὲ ἐν ξύλῳ σκώληξ, οὕτως ἄνδρα ἀπόλλυσι γυνὴ κακοποιός. Λογισμοὶ δικαίων κρίματα, κυβερνῶσι δὲ ἀσεβεῖς δόλους. Λόγοι ἀσεβῶν δόλιοι εἰς αἷμα, στόμα δὲ ὀρθῶν ῥύσεται αὐτούς.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΤΑΥΤΙΣΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ.

ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ - ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄

  Συνέχεια από: Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

                                             ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄

Περὶ τοῦ ὅτι σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ προσεύχεται νοερῶς ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του μέχρι πόνου, ὁ πόνος προξενεῖ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν γεύση τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς γλυκύτητος τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο συγχρόνως μὲ τὴν συνεχῆ κατάνυξη ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὰ ρητὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ κάθε πνευματικὸ λόγο.

Εὐλόγησον πάτερ.


Μελέτα ἀδιαλείπτως, ταπεινὲ Μοναχέ, τὴν ἱερὴ μελέτη τῆς νοερᾶς προσευχῆς ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς σου, μέχρι νὰ γίνει ἡ καρδιά σου ὅλως διόλου εὐχή, ὅπως γίνεται τὸ σίδερο ὅμοιο μὲ τὴν φωτιὰν ὅταν πυρακτώνεται. Ἐπίσης, ἐπίμενε σ᾿ αὐτὴν τὴν καρδιακὴ εὐχή, μέχρι νὰ γίνει πληγὴ μέσα σου, ἐκεῖ ποὺ μελετᾶται αὐτὴ ἡ εὐχή. Διότι αὐτὴ ἡ πληγὴ ποὺ λαμβάνεις θεληματικὰ ἀπὸ τὴν βίαιή σου εὐχή -μάρτυς μου ὁ Θεός- θὰ σοῦ γίνει μία πνευματικὴ πηγὴ τῆς θεϊκῆς κατάνυξης, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ ἀναβλύζει πάντοτε ἡ κατάνυξη, χωρὶς καμμία βία. Ὅταν ὅμως μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ φθάσεις σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ κατάσταση, τότε γεύεσαι μυστικῶς τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου σου. «Γεύσασθε» λέγει ὁ προφήτης, «καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψλμ. λγ΄ 9), δηλαδὴ ἀφοῦ γεύεσαι μυστικῶς τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου, πληροφορεῖσαι καὶ καταλαβαίνεις φανερῶς ὅτι ὁ Κύριος σου Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ μελετᾶς εἶναι ὑπερβολικῶς γλυκύτατος καὶ πέρα ἀπὸ κάθε γλυκύτητα.

Σκέψου λοιπὸν τώρα, ταπεινέ· ἂν ἀπὸ αὐτὴν τὴν λίγη Χάρη, ποὺ γεύθηκες μυστικῶς, κατάλαβες καὶ βεβαιώθηκες, ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι τόσο γλυκὺς στὴν ψυχή σου, στὴν καρδιά σου, στὴν διάνοιά σου καὶ σ᾿ ὅλο τὸ ἐσωτερικό σου, ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ διηγηθεῖς, ἄραγε, ὅταν βγεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ πάει πρὸς τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Θεό της καὶ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γήινο μάτι δὲν τὰ εἶδε, αὐτὶ σαρκικὸ δὲν τὰ ἄκουσε καὶ καρδιὰ ρυπαρὴ δὲν τὰ σκέφθηκε (πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ 9), τότε -λέγω- ὅταν θὰ ἀπολαύσει ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ στὸν ἄνθρωπο νὰ τὰ ἐκφράσει (ὅταν βλέπει πρόσωπο πρὸς πρόσωπο τὸν δημιουργὸ της Κύριο, τὸν ἀνέκφραστο καὶ ἀκατανόητο), τότε σὰν τί λογῆς χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση θὰ ἔχει ἐκείνη ἡ ψυχή; Πράγματι, σοῦ λέγω, ἀγαπητέ, ὅτι ἂν κάποιος τὸ στοχαστεῖ μὲ μεγάλη σύνεση καὶ ἀκρίβεια, γίνεται ἄφωνος σὰν τὸ ψάρι καὶ δὲν ἔχει τί νὰ ὁμιλήσει.

Καὶ λοιπόν, τρισμακάριε ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ, ὅσο βρίσκεσαι πνευματικῶς σ᾿ αὐτὴν τὴν μυστικὴ γεύση τῆς ἀγαθότητος τοῦ Κυρίου, καὶ ὅσο ποτίζεται ὁ νοῦς σου τὸ νοητὸ γάλα τῆς πνευματικῆς θεωρίας, καὶ ὅσο γλυκαίνεται ἡ ἀσχολία σου μὲ τὸν Κύριό σου [«ἡδυνθείη Αὐτῷ ἡ διαλογή μου, ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ», ἔλεγε ὁ προφήτης (Ψλμ. ργ΄ 34)], καὶ ὅσο ἀπολαμβάνει ἡ καρδιά σου τὸ θεϊκὸ καὶ ἀνερμήνευτο ἔλεος τῆς ἀγαλλιάσεως ἀπὸ τὴν παρηγορία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσο -λέγω- ἔρχονται καὶ συμβαίνουν ὅλα αὐτὰ σ᾿ ἐσένα καὶ ἄλλα περισσότερα ἀπ᾿ αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ γραφίδα ὀξυγράφου γραμματέως νὰ τὰ ἐξιστορήσει καὶ νὰ τὰ ἀναπαραστήσει, τότε ὁ νοῦς δὲν προσέχει στὴν εὐχή, ὅπως ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη σ᾿ ἕνα στενὸ φίλο τοῦ βασιλέως νὰ βαστάζει τὰ ὅπλα του ὅταν μπαίνοντας στὸ παλάτι καὶ συναναστρεφόμενος φιλικῶς μὲ τὸν φίλο του βασιλέα, ἀπολαμβάνει τὸ βασιλικὸ τραπέζι μὲ εἰρήνη. Διότι τότε προσέχει ἡ ψυχή σου σ᾿ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ τράπεζα, τὴν ὁποία ἔβαλε μπροστά της ἡ Θεία Χάρη ποὺ τὴν ἐπισκέπτεται καὶ τὴν δεξιώνεται μὲ μεγάλη εὐμένεια, τότε συλλογίζεται ἡ ψυχὴ μόνον καὶ μόνον τὸν Θεὸ καὶ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναπαύεται στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα, ποὺ ἀνεκφράστως ἀπολαμβάνει τὴν στιγμὴ ἐκείνη. Διότι τότε ἐσύ, φίλε τοῦ Θεοῦ, ποὺ τρέφεσαι πνευματικῶς ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔφθασες σ᾿ αὐτὸν τὸν ὑψηλότατο βαθμὸ τῆς νοερᾶς καὶ πνευματικῆς θεωρίας, συλλογιζόμενος τὸ νοητὸ μέλι καὶ κηρίο ποὺ γεύεται ὁ νοῦς σου, ὅταν θεωρεῖς τὸν ζῶντα δημιουργό σου Κύριο, κατανύσσεσαι μὲ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ ἀναπαύεσαι πνευματικῶς.

Συλλογιζόμενος τότε καὶ μελετώντας μὲ τὸν ἑαυτό σου, πῶς ἐνεργεῖ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχή σου τὴν ἄϋλη καὶ θεϊκὴ ἐνέργεια καὶ πῶς παρηγορεῖται ἡ καρδιά σου ἀπὸ αὐτήν, κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε τὴν εὐτυχία, ποὺ ἔχει ἡ καρδιά σου ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν πνευματικὴ χαρά, ποὺ ἄφθονα χύθηκε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, χύνεις ἄφθονα δάκρυα καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε τὴν αἰσθητὴ εὐτυχία, τὴν ὁποία ἔχεις ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ χαρὰ τῆς θείας Χάρης, ποὺ πλούσια πλημμύρισε στὴν καρδιά σου, κατανύσσεσαι γλυκά καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου σου καὶ τὴν ἀγαθότητα, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριος καὶ Θεός σου εἶναι ἄκρως ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριος καὶ Θεός σου εἶναι Παντοκράτωρ καὶ Παντοδύναμος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι. Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Κυρίου σου εἶναι βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καὶ ἡ ἐξουσία Του ἐκτείνεται σὲ κάθε γενεὰ (Ψλμ. ρμδ΄ 13), κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σου στοὺς δούλους Του εἶναι ἅγιο καὶ γλυκύτατο, ἐνῶ στοὺς δαίμονες εἶναι ἄγριο καὶ πικρότατο, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου εἶναι «μέγας καὶ αἰνετὸς σφόδρα ἐν πόλει τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ψλμ. ρμδ΄ 3), σ᾿ ἐμᾶς, δηλαδή, ποὺ γνωρίζουμε τὴν δύναμή του τὴν θεϊκή, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὸν Κύριό σου ὑμνοῦν οἱ ἄγγελοι, δοξολογοῦν οἱ ἀρχάγγελοι, καὶ Τὸν ὑμνοῦν ὅλες οἱ οὐράνιες θεϊκὲς δυνάμεις, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου ἐπιβαίνει πάνω στὰ Χερουβὶμ καὶ ὅτι πετάει «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων» (Ψλμ. ιζ΄ 11) καὶ ὅτι ἐπιβαίνει πάνω στὰ σύννεφα, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἐπιβλέπει ὁ Κύριος τὴν γῆ καὶ τὴν κάνει νὰ τρέμει (πρβλ. Ψλμ. ργ΄ 32), θαυμάζεις τὴν δύναμή Του καὶ ἀναπαύεσαι κατανυσσόμενος.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ Κυρίου σου ὑψώθηκε πάνω ἀπὸ τὸν οὐρανό (πρβλ. Ψλμ. ξζ΄ 35), κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ Κύριός σου κάθεται στὸν ἅγιο θρόνο Του (πρβλ. Ψλμ. μστ΄ 9),
καὶ ὅτι ὁ θρόνος Του ὑπάρχει στὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι.

Συλλογιζόμενος τότε ὅτι ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου σου βρίσκεται στὸν οὐρανὸ καὶ ἡ δόξα Του βρίσκεται πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, κατανύσσεσαι γλυκὰ καὶ ἀναπαύεσαι (Ψλμ. ρβ΄ 19).
Συλλογιζόμενος τότε ὅτι τὰ πάντα ἔγιναν μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου σου καὶ ὅτι ὁ Κύριός σου ἔδωσε ἐντολὴ καὶ δημιουργήθηκαν (Ψλμ. ρμη΄ 5), κατανύσσεσαι καὶ ἀναπαύεσαι.

Ἀλλά, καὶ συντομεύοντας νὰ πῶ, ὅταν φθάσει ἡ ψυχή σου νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεό, μέσῳ τῆς συντετριμμένης ἀπὸ τὴν εὐχὴ καρδιᾶς, τότε ἡ κατάνυξη σὲ πλημμυρίζει ἀπὸ μόνη της ἀδιαλείπτως καὶ τότε ὁ Θεὸς δοξάζεται πάντοτε σὲ σένα, γιὰ ὅλα τὰ θαυμάσια καὶ ὅλες Του τὶς κρίσεις.
Διότι ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ποὺ ἀφήνω λόγῳ συντομίας, τὰ μελετάει ἡ ψυχή σου, εὐχαριστιέται ὁ νοῦς σου, χορεύει ἡ καρδιά σου καὶ χαίρεται τὸ σῶμα σου, ὅπως ἀκριβῶς μελετοῦν, εὐχαριστιοῦνται, χαίρονται καὶ χορεύουν οἱ πιστοὶ δοῦλοι τοῦ βασιλέως γιὰ τὸν πολὺ πλοῦτο, γιὰ τὴν βασιλικὴ μεγαλειότητα καὶ γιὰ τὰ λαμπρὰ τρόπαια τοῦ βασιλέως.

Λοιπόν, συμφώνως μὲ τὴν γλυκύτητα ποὺ γλυκαίνεσαι μὲ τὰ θαυμάσια τοῦ Χριστοῦ σου, ἀναλόγως ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ ἡ κατάνυξη, διότι αὐτὴ ἡ γλυκύτητα προηγεῖται ἀπὸ τὴν κατάνυξη, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα προηγεῖται ἡ ἐπιφοίτηση τῆς θείας Χάρης. Ἀπὸ τὴν ἐπιφοίτηση τῆς θείας Χάρης προηγεῖται ἡ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς. Καὶ ἔτσι, ὅταν κατανύσσεσαι, ἀξιώνεσαι τῆς ἀληθινῆς θεωρίας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ νοῦ στὰ νοητὰ καὶ τὰ ἀκατανόητα, καθὼς λέγει ὁ θεϊκὸς πατέρας μας Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Στὸν Θεό μας πρέπει δόξα καὶ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰῶνας.


Ἀμήν.

Ησυχασμός και Προσευχή 14

  Συνέχεια από  Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 14

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.


Ο ησυχασμός
Μελέτη πνευματικότητας (1)

ΕΝΑΣ ΟΡΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑ

1. Ένας ορισμός

Ο όρος «ησυχασμός», στη βυζαντινή γλώσσα, δηλώνει ένα σύστημα πνευματικότητας που έχει ως αρχή την υπεροχή, ακόμη και την αναγκαιότητα, της ησυχίας.
Ησυχία σημαίνει γενικά γαλήνη. Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη. Ίσως συνδέεται με το ἦσθαι: το να κάθεται κανείς. Για τους συντάκτες των Vitae Patrum, αυτό το ρήμα ή τα συνώνυμά του, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση, σημαίνει ότι κάποιος διάγει τον βίο του ησυχαστή.

Υπάρχουν πολλά είδη ησυχίας: από την απουσία πολέμων μέχρι την αναστολή των ψυχικών δυνάμεων κατά τη μυστική ανάπαυση, περνώντας από την αδράνεια και την οκνηρία, τη σιωπή των πραγμάτων και των προσώπων, την καταλλαγή του νου και της καρδιάς. Όσα είναι τα όντα, τα σύνολα ή τα μέρη των όντων που επιδέχονται αναστάτωση, τόσες είναι και οι μορφές γαλήνης, οι οποίες μπορούν όλες να ονομαστούν ησυχία.

Για όλες αυτές τις σημασίες θα μπορούσαν να παρατεθούν παραδείγματα από τους θύραθεν συγγραφείς. Παντού, ωστόσο, ακόμη και όταν πρόκειται για τη σιωπή των πραγμάτων, διαπιστώνουμε ότι αυτή εξετάζεται σε σχέση με τον άνθρωπο. Και εδώ δεν υπάρχει λόγος να επικαλεστούμε τον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό: αν δεν υπάρχει κανείς για να την αντιληφθεί και να την απολαύσει, θα ήταν άραγε ακόμη ορθό να μιλάμε για «την ειρήνη των πραγμάτων»; Θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για την ακινησία τους ή για την εύτακτη διάταξη των κινήσεών τους και να επιφυλάσσουμε την ονομασία της ειρήνης για την εντύπωση που προκαλεί στον άνθρωπο αυτή η ακινησία ή αυτή η τάξη. Αυτό ακριβώς κάνουν οι Έλληνες κατά τη χρήση του όρου «ησυχία». Τον χρησιμοποιούν αναφερόμενοι στον άνθρωπο και στις δυνάμεις του, στο σύνολο της ανθρώπινης ζωής ή σε ένα μέρος της, καθώς και στη γαλήνη που ακολουθεί την παύση του πολέμου. Κατέχει κανείς την ησυχία, διάγει έναν βίο ησυχίας ή περνά μια περίοδο ησυχίας. Πρόκειται, εν ολίγοις, για ένα είδος ασφάλειας και προφύλαξης από τις αιτίες της ταραχής: τις υποθέσεις, τις στάσεις μεταξύ των πολιτών, τις εχθροπραξίες μεταξύ των πολιτειών. Καθώς, εξάλλου, ο επιμέρους άνθρωπος αποτελεί εικόνα της πολιτικής κοινωνίας —ή και το αντίστροφο—, υπάρχει επίσης μια ψυχική ησυχία, η οποία προκύπτει από την ιεράρχηση των δυνάμεων της ψυχής, όταν αυτή έχει εγκαθιδρυθεί και διατηρείται. Οι ευυπόληπτοι άνθρωποι (κόσμιοι) είναι πάντοτε διατεθειμένοι να διάγουν τον βίο της ησυχίας (ἥσυχον βίον), λέει ο Πλάτων (1). Οι ιεροί συγγραφείς δεν είχαν κανέναν λόγο να αλλάξουν οτιδήποτε σε αυτό το λεξιλόγιο.

Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, η ησυχία και τα παράγωγά της διατηρούν όλες τις σημασίες που είχαν στην κοινή γλώσσα· πρωτίστως την εξωτερική ειρήνη, την απουσία εθνικών ή εμφύλιων πολέμων, στον βαθμό που αυτή απαλλάσσει τους πολίτες από την αγωνία και τους παρέχει ασφάλεια.

Αυτή η ευχάριστη κατάσταση ονομάζεται, όπως και στους θύραθεν συγγραφείς, ἡσυχίαν ἄγειν ή ἔχειν και, σε σχέση με τους άλλους, παρέχειν. Αυτό το αίσθημα ασφάλειας δεν εξαρτάται, ωστόσο, αποκλειστικά από τις εξωτερικές καταστάσεις· μπορεί να παραμένει ακόμη και ενώπιον της απειλής του πολέμου, χάρη στην πίστη στον Θεό. Έτσι, όταν ο Ρασίν, βασιλιάς της Συρίας, ανέβηκε εναντίον της Ιερουσαλήμ για να της επιτεθεί, «η καρδιά του βασιλιά και η καρδιά του λαού του ταράχθηκαν, όπως τα δέντρα του δάσους ταράζονται από τον άνεμο». Αλλά ο Γιαχβέ έστειλε τον Ησαΐα να του πει: «Πρόσεχε, μείνε ήσυχος, μη φοβάσαι» (φύλαξαι τοῦ ἡσυχάσαι καὶ μὴ φοβοῦ) κ.λπ. (*).

Η καλύτερη εγγύηση της εσωτερικής γαλήνης είναι ο φόβος του Θεού, η υποταγή στο θέλημά Του, η σοφία: «Εκείνος που με ακούει θα αναπαύεται με ασφάλεια, θα ζει ήσυχος χωρίς να φοβάται τη συμφορά» (κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι καὶ ἡσυχάσει ἀπὸ παντὸς κακοῦ) (*).[Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΧΘΡΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ]

Ας προσέξουμε αυτή τη σύνταξη: ἡσυχάσαι ἀπό τινος. Η ησυχία είναι αφ’ εαυτής μια αρνητική έννοια, η οποία αποκλείει από την ψυχή ορισμένα οδυνηρά συναισθήματα και θεμελιώνει αυτή την εσωτερική καταλλαγή στη βεβαιότητα ότι βρίσκεται κανείς προφυλαγμένος από το κακό.

Μπορεί επίσης κανείς, εκουσίως, να προφυλαχθεί από ένα κακό, να αρνηθεί να κάνει εκείνο που θεωρεί κακό, με μια λέξη, να απέχει από κάτι· ιδιαίτερα από τον λόγο, απ’ όπου προέρχεται η συχνή σημασία «σιωπώ», ή από την κίνηση, απ’ όπου η σημασία «παραμένω». Και οι δύο αυτές σημασίες, οι οποίες απαντούν συχνά, ταιριάζουν πολύ καλά με τον ησυχασμό.

Στην Καινή Διαθήκη η λέξη είναι σπάνια και απαντά ιδιαιτέρως στον άγιο Λουκά (1) και στον άγιο Παύλο (*), καθώς και μία φορά στο Α΄ Πέτρ. 3, 4. Η κυριότερη σημασία της είναι «παραμένω ήσυχος», δηλαδή σιωπώ, τηρώ την ανάπαυση του Σαββάτου, αφήνω τους άλλους ήσυχους. Στις Πράξεις 11, 18: ἡσύχασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν· «σιώπησαν και δόξασαν τον Θεό», δηλαδή έπαψαν να προβάλλουν αντιρρήσεις στον άγιο Πέτρο σχετικά με το βάπτισμα του Κορνηλίου. Με λίγη όμως καλή διάθεση, δεν διαθέτει άραγε αυτό το χωρίο κάτι που θα μπορούσε να αρέσει στους ησυχαστές;

Πολύ περισσότερο, και χωρίς καμία τάση προσαρμοστικής ερμηνείας, το Α΄ Θεσσ. 4, 11: «Σας προτρέπουμε, αδελφοί, να θεωρείτε τιμή σας το να ζείτε ήσυχα (φιλοτιμεῖσθαι ἡσυχάσαι), να ασχολείστε με τις δικές σας υποθέσεις και να εργάζεστε με τα χέρια σας, όπως σας παραγγείλαμε, ώστε να συμπεριφέρεστε ευπρεπώς απέναντι στους έξω και να μην έχετε ανάγκη από κανέναν». Το Β΄ Θεσσ. 3, 12 προσφέρει ακόμη μία δυνατότητα εφαρμογής στον ησυχασμό, όταν συνιστά να εργάζεται κανείς «μετά ησυχίας» (μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι), πράγμα που θα πραγματοποιήσουν κατεξοχήν οι ησυχαστές ακολουθώντας τον άγιο Αρσένιο.

Δεν θα υποστηρίξουμε ασφαλώς ότι ο ησυχασμός γεννήθηκε από αυτά τα χωρία. Το προοίμιο αυτό αποβλέπει μόνο στον καθορισμό της σημασίας του όρου στα αρχαία κείμενα, τόσο στα θύραθεν όσο και στα ιερά· δευτερευόντως, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δικαιολογείται από την Αγία Γραφή η χρήση του ησυχαστικού λεξιλογίου.

Ο όρος «ησυχία» δεσπόζει σε ολόκληρο αυτό το λεξιλόγιο. Υπάρχουν όμως και άλλοι, περισσότερο ή λιγότερο συνώνυμοι όροι, τους οποίους θα συναντήσουμε στην πορεία. Εδώ θα αρκεστούμε να επισημάνουμε ορισμένους από τους συνηθέστερους. Αναφέραμε ήδη το ρήμα sedere, καθέζεσθαι. Πλάι στο ἔρημος βρίσκεται και συχνά συγχέεται με αυτό το ἤρεμος, καθώς και το ἠρεμία. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 2, 2: ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγειν, δηλαδή να διάγει κανείς ειρηνικό και ήσυχο βίο. Η ἠρεμία απαντά στη γραμματεία μας σπανιότερα από την ησυχία, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν γι’ αυτήν οι ίδιες παρατηρήσεις: πρόκειται πρωτίστως για τη γαλήνη μιας ψυχής απαλλαγμένης από την εσωτερική ταραχή, αλλά επίσης ελεύθερης από τις εξωτερικές αιτίες αναστάτωσης (2).

Όσο για τους όρους φιλοσοφικής προέλευσης, όπως η απάθεια, η αταραξία, η γαλήνη, η ἐποχή κτλ., αυτοί σχεδόν δεν απαντούν στα συγγράμματα των Πατέρων. Εάν εισαχθούν αργότερα, δεν θα αποκτήσουν ποτέ ουσιώδη σημασία στο σύστημα πνευματικότητας των ησυχαστών. Ακόμη και η «απάθεια», την οποία καθιέρωσε ο Ευάγριος, θα απουσιάζει από έργα αυθεντικά ησυχαστών συγγραφέων και δεν θα επικρατήσει ποτέ έναντι του ευαγγελικού όρου ἀμεριμνία. Επιπλέον, το περιεχόμενο αυτών των φιλοσοφικών όρων μεταβάλλεται σημαντικά όταν αυτοί εισέρχονται στη χριστιανική γλώσσα.

Ο ησυχασμός είναι, επομένως, ένα σύστημα πνευματικότητας θεμελιωμένο στην ησυχία. Δεν βλέπει όμως σε αυτήν τον τελικό σκοπό, όπως βλέπει ο στωικισμός στην απάθεια ή ο επικουρισμός στην αταραξία. Η ησυχία είναι, όπως καθετί στον χριστιανισμό, ένα μέσο· ίσως το κατεξοχήν μέσο, και σε κάθε περίπτωση ένα εξαιρετικό μέσο για να φθάσει κανείς στον σκοπό, ο οποίος είναι η ένωση με τον Θεό και η αδιάλειπτη προσευχή. Για να μιλήσουμε με τον Cassianus: donec omnis volutatio cordis una et jugis efficiatur oratio, «έως ότου κάθε κίνηση της καρδιάς καταστεί μία και αδιάλειπτη προσευχή» (2), ή ad perpetuam Dei memoriam possidendam, «για την απόκτηση της αδιάλειπτης μνήμης του Θεού» (3).

Και γι’ αυτό, στον βαθμό που θεωρεί κανείς ότι μπορεί να φθάσει ή να διατηρήσει αυτή την ένωση και αυτή την προσευχή μέσα στις αιτίες των περισπασμών, η αναχώρηση χάνει τη σημασία της.

(1) Πρβλ. Alph. (Apophthegmata Patrum, αλφαβητική συλλογή), Σισώης, αρ. 26· ακολουθεί στον Εὐεργετινό, IV, κεφ. 5, σ. 22, η εξής παρατήρηση: «Δες πώς, ύστερα από τόσο μακρά άσκηση, ἐπόθει τὴν ἔρημον διὰ τὸ ἤρεμον — ποθούσε την έρημο εξαιτίας της γαλήνης».
(2) Coll. X, 7.
(3) Στο ίδιο, 10.


Μια διάκριση

Η διάκριση αυτή προκύπτει καθαρά από όσα προηγήθηκαν. Θα μπορούσε μάλιστα να είχε διατυπωθεί και a priori. Υπάρχουν δύο είδη γαλήνης, δύο ειρήνες, δύο είδη ησυχίας: μία εξωτερική και μία εσωτερική· μία μέσα στα πράγματα και μία μέσα στον άνθρωπο· μία σιωπή των δυνάμεων της φύσης και μία σιωπή των δυνάμεων της ψυχής.

Οι δύο αυτές μορφές δεν συμβαδίζουν κατ’ ανάγκην. Κάποιος ταράζεται εσωτερικά ενώ γύρω του τίποτε δεν κινείται· κάποιος άλλος διατηρεί τη γαλήνια αυτοκυριαρχία του ενώ ο κόσμος φαίνεται να καταρρέει. Αυτή ήταν η αξίωση των Στωικών· αποτελεί επίσης διαπιστωμένο γεγονός σε ορισμένους βίους αγίων.

Το σημαντικότερο είναι προφανώς η γαλήνη της ψυχής. «Non turbetur cor vestrum — Ας μην ταράζεται η καρδιά σας». Ακόμη και οι ησυχαστές που ήταν περισσότερο προσκολλημένοι στη μοναχική τους απομόνωση το γνώριζαν πολύ καλά. Γνώριζαν όμως επίσης πόσο πολύ επιδρά το εξωτερικό στο εσωτερικό. Δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τη συστηματική ψυχολογία· θα δούμε μάλιστα ότι βρίσκονταν πολύ μακριά από την υπερβολικά μεταφυσική ηθική των Στωικών. Αντιθέτως, ασκούσαν σε μεγάλο βαθμό την ψυχανάλυση, αναζητώντας στα βάθη της ψυχής τους τα πάθη που γνώριζαν ότι κρύβονταν εκεί. Διέθεταν αρχές διάκρισης που τους επέτρεπαν να αναλύουν ένα ψυχικό σύμπλεγμα στα συστατικά του και να αποδίδουν σε καθένα από αυτά την αληθινή ή πιθανή αιτία του: τον Θεό, τα αγαθά ή τα πονηρά πνεύματα, τις παρούσες αισθητηριακές αντιλήψεις ή εκείνες που αναδύονταν εκ νέου από τους θησαυρούς της μνήμης, την πολύμορφη υποκειμενική συναισθηματικότητα, τις ιδέες και τις βουλήσεις της νοητικής τάξης.

Θα χρειαστεί ασφαλώς να εκθέσουμε λεπτομερέστερα τους νόμους αυτής της διακρίσεως, της diakrisis. Προς το παρόν αρκεί να δηλώσουμε ότι η διάκριση μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού —η οποία είναι άλλωστε ουσιώδης για κάθε ηθική διδασκαλία και διακηρύχθηκε πανηγυρικά, αν και με διαφορετικές σημασίες, τόσο από τους Στωικούς όσο και από το Ευαγγέλιο— δεν ήταν άγνωστη ακόμη και στους λιγότερο μορφωμένους ασκητές.

Ωστόσο, αυτή η διάκριση μεταξύ της ησυχίας ως αναχωρήσεως και της ψυχικής ησυχίας θα χρειαστεί πολύ χρόνο για να διατυπωθεί με σαφήνεια και να επιβληθεί στην πράξη.

Σε αρκετούς συγγραφείς δημιουργείται η εντύπωση ότι η μοναξιά και η γαλήνη συγχέονται· σαν να μην υπήρχε τελικά καμία ελπίδα ησυχίας μέσα στην κοινωνία αυτών των θορυβωδών και αδιάκριτων ενοχλητικών όντων που είναι οι άνθρωποι, ακριβώς επειδή στερούνται την εσωτερική ησυχία. Η ψυχική τους πτωχεία τούς ωθεί να τσιμπολογούν παντού, αναζητώντας κατασίγαση, περισπασμό, διασκέδαση ή διαφυγή, όπως η ανάγκη για τροφή ωθεί τα κοτοπουλάκια και τις κότες να σκαλίζουν ακούραστα το χώμα αναζητώντας σκουλήκια, σταματώντας μόνο κατά διαστήματα για να κακαρίσουν ή να κοιμηθούν.

Η συνωνυμία των λέξεων «αναχώρηση» και «ησυχία» εμφανίζεται συχνά, ακόμη και σε μεταγενέστερες εποχές που γνωρίζουν πολύ καλά τη διάκριση μεταξύ των δύο πραγμάτων· είναι βέβαια διακριτά, αλλά τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους! «Ο αββάς Μωυσής είπε στον αββά Μακάριο στη Σκήτη —σημειωτέον, στην κατεξοχήν περιοχή του μετριοπαθούς αναχωρητισμού—: “Θέλω ἡσυχάσαι, να βρω την ησυχία, αλλά οι αδελφοί δεν με αφήνουν”. Ο αββάς Μακάριος του είπε: “Βλέπω ότι έχεις ευαίσθητο χαρακτήρα και ότι δεν είσαι ικανός να απομακρύνεις έναν αδελφό. Εάν επιθυμείς την ησυχία, πήγαινε στην έρημο, πολύ βαθιά, στην Πέτρα, και εκεί θα αναπαυθείς”. Το έκανε και βρήκε την ειρήνη» (1). Δηλαδή, όποιος δεν έχει ειρήνη και υποφέρει από περισπασμούς πρέπει να αυξήσει τον βαθμό της μοναξιάς του. Για ορισμένους συνομιλητές του αγίου Αρσενίου, οι ησυχαστές είναι μοναχοί που αποφεύγουν κάθε συνάντηση με οποιονδήποτε: τῶν ἡσυχαζόντων καὶ μηδενὶ ἀπαντώντων (*).

Οι εγκωμιαστές της ερήμου θα έχουν πάντοτε την τάση να επιστρέφουν σε αυτή τη συνωνυμία. Έχουν άλλωστε από πού να την κληρονομήσουν. Στον Ωριγένη η ησυχία ισοδυναμεί με την ἐρημία (). Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός δεν θα κουραστεί να επαναλαμβάνει την αγάπη του «για εκείνο το αγαθό που είναι η ησυχία και η αναχώρηση» (). Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης η ησυχία είναι, για παράδειγμα, η παραμονή του Μωυσή στην έρημο (). Ο Αμμωνάς δεν μιλά διαφορετικά όταν γράφει περὶ ἡσυχίας () ή περὶ τῶν θελόντων ἡσυχάσαι (). Το ίδιο συμβαίνει και με τον Θεοδώρητο, για παράδειγμα όταν αναφέρεται στην αγάπη του αγίου Συμεών του Πρεσβυτέρου για την ησυχία (). Ο Διονύσιος επίσης δεν προβαίνει σε μεγαλύτερη διάκριση: η φυγή του αγίου Ιωσήφ στην Αίγυπτο είναι αναχώρηση, προφανώς με την υλική σημασία· και λίγο πιο πάνω οι άγγελοι ευαγγελίζονται στους ποιμένες, επειδή εκείνοι έχουν καθαρθεί μέσω της αναχωρήσεως-ησυχίας: τῇ τῶν πολλῶν ἀναχωρήσει καὶ ἡσυχίᾳ —με ένα μόνο άρθρο για τις δύο λέξεις! (*).

Η επιμονή αυτής της συνωνυμίας μπορεί άλλωστε να εξηγηθεί με δύο τρόπους: είτε μέσω της ταύτισης της ησυχίας με τη μοναξιά είτε μέσω της εξασθένησης της σημασίας του όρου «αναχώρηση». Αυτή τη δεύτερη σημασία καθιερώνει ο Ιουστινιανός στη Νεαρά που διαιρεί τους μοναχούς σε κοινοβιάτες και ησυχαστές: η συνήθεια ονομάζει τους τελευταίους τόσο αναχωρητές όσο και ησυχαστές: οὓς δὴ καλεῖν ἀναχωρητάς τε καὶ ἡσυχαστὰς εἰώθασιν (10). Από την εποχή αυτή και εξής δεν πρέπει ποτέ να κατανοούμε τους δύο όρους με τη ριζική τους σημασία, εκτός εάν το επιβάλλουν τα συμφραζόμενα.

Έτσι γράφει ο Θαλάσσιος: «Η συναναστροφή με τους ανθρώπους είναι ωφέλιμη μόνο στους πνευματικούς· για όλους τους άλλους η ησυχία είναι προτιμότερη» (). Στο Τυπικό του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (), για να διατηρηθεί η ισχυρή σημασία της λέξης «ησυχία», αυτή προσδιορίζεται με τη λέξη μόνωσις, δηλαδή απομόνωση.

Και η ζωή των λέξεων βρίσκεται επίσης σε κίνηση· η ακριβής σημασιολογική τους απόχρωση αποκαλύπτεται μόνο μέσω της προσεκτικής μελέτης του περιβάλλοντος στο οποίο χρησιμοποιούνται. Στον Ψευδο-Εφραίμ, για παράδειγμα (3), ο ἡσυχαστής αντιπαρατίθεται προς τον ἐρημίτη: ο ησυχαστής είναι έγκλειστος, ενώ ο ερημίτης είναι ένας μοναχικός ασκητής που δεν ζει έγκλειστος.

Ένα ερώτημα........

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.

    Πνευματικά Γυμνάσματα 10β Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

    Συνέχεια από Δευτέρα 5. Οκτωβρίου 2026

    Πνευματικά Γυμνάσματα 10β

    Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

    ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
    Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.

    ΜΕΛΕΤΗ Ι΄.

    Α΄. Περὶ τῆς μερικῆς κολάσεως ὅπου ἤδη λαμβάνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ᾅδην καὶ περὶ τῆς δεινότητος τῆς φυλακῆς τοῦ ᾅδου.
    Β΄. Περὶ τῆς λύπης ὅπου ἔχουν ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ τὸ παρόν.
    Γ΄. Περὶ τοῦ φόβου ὅπου ἔχουν διὰ τὸ μέλλον.
    β.
    Συλλογίσου ἀδελφὲ τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην καὶ πόνον ὅπου δοκιμάζει εἰς τὸ παρὸν ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη ψυχὴ ὅπου καταδικασθῇ εἰς τὸν ἅδην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λύπην τόσον ἔχει νὰ καταβυθισθῇ, ὅπου νὰ μὴ δύναται τελείως νὰ ἐνθυμηθῇ ἄλλο τι, οὔτε αὐτὸν τὸν ἴδιον Θεὸν διότι ἂν Τὸν ἐνθυμεῖτο, βέβαια ἤθελε καὶ νὰ παρηγορηθῇ, κατὰ τὸν ψαλμῳδὸν ὅπου λέγει· «Εμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην» (ψαλμ. ος. 3). Τὴν λύπην δὲ αὐτὴν ἔχουν νὰ προξενούν αἱ πολλαῖ ἁμαρτίαι καὶ τὰ πάθη. 38 μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ψυχὴ εὑρίσκεται ἐκεῖ καταφορτωμένη· διότι ἤξευρε, ὅτι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνῃ, εἴτε σωματικὴν ἁμαρτίαν, εἴτε ψυχικήν, ἢ ἔχει κανένα πάθος σαρκικὸν ἢ ψυχικόν, βάφεται μὲν ὁ νοῦς καὶ ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν βαφὴν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πάθους ἐκείνου καὶ τυπώνεται καὶ μορφώνεται ἀπὸ τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν αὐτῶν, ποιόνεται δὲ καὶ διατίθεται ἡ θέλησις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν ὅπου ἔλαβεν εἰς τὰς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὰ πάθη· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ὅλη ἡ ψυχὴ ἐνδύεται ὡσὰν ἕνα συγχαμερόν, βρωμερὸν καὶ σκοτεινὸν ἔνδυμα τὴν ἁμαρτίαν ὅπου πράξῃ, καὶ τὸ πάθος ὅπου ἔχει ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ· καθὼς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐνδύεται ὅλη ὡσὰν ἕνα ένδυμα ποθεινὸν εὐωδιαστικὸν καὶ φωτεινὸν τὴν ἀρετὴν καὶ τὸ καλὸν ὅπου πράξῃ. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Θεία Γραφὴ εἰς πολλὰ μέρη παρομοιάζει μὲ τὰ ἐνδύματα τόσον τὴν ἀρετὴν ὅσον καὶ τὴν κακίαν· καὶ διὰ μὲν τὴν ἀρετὴν οὕτω λέγει «Ενδύσασθε οὖν ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν». (Κολασ. γ'. 12.) διὰ δὲ τὴν κακίαν οὕτω· «Μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα», (Ἰούδ. ἐπιστ. 23) καὶ διὰ τὰ δύο ὁμοῦ οὕτω λέγει ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». (Κολασ. γ' 9).

    Ὅθεν ἐὰν δὲν προφθάσῃ ἀπ' ἐδῶ ἡ ψυχὴ νὰ ἐκδυθῇ τὸ σκοτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐφόρεσε καὶ νὰ ἐνδυθῇ τὸ φωτεινὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς, ὅταν εὔγῃ ἀπὸ τὸ σῶμα, εὑρίσκεται ἡ ταλαίπωρος ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλού φερομένη μὲ αὐτό· καθὼς ἐξ ἐναντίας ἡ ψυχὴ τῶν ἐναρέτων εὐγαίνει ἀπὸ τὸ σῶμα φορεμένη μὲ τὸ λαμπρὸν ἔνδυμα τῆς ἀρετῆς 40 καὶ ἡ μὲν ἁμαρτία ὅπου ἔπραξε, στέρησις οὖσα τοῦ καλοῦ θέλει ἀφανισθῆ καὶ δὲν θέλει εὑρεθῆ· καθὼς εἶναι γεγραμμένον «Ζητηθήσεται ἡ ἁμαρτία αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ» (ψαλμ. θ' 15), ἡ δὲ βαφὴ καὶ ἡ μορφὴ καὶ ὁ τύπος ὁ ἐμπαθὴς τῆς ἁμαρτίας, ἂν δὲν ἐξαλειφθῇ ἀπ᾿ ἐδῶ μὲ τὴν τελείαν μετάνοιαν, θέλει μένει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ δι΄ αὐτὴν θέλει μένει εἰς αὐτὴν καὶ ἡ κόλασις, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος : «Η ἁμαρτία ἐν τοῖς ὁρῶσιν αὐτὴν μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ὁρωμένοις κακῶς τὴν ὕπαρξιν ἔχει· πεπαυμένων οὖν τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς ἁμαρτίας συναφανίζετα:... κἂν ἡ ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι τιμωρία τεταμιευμένη τύχοι τοῖς ἁμαρτάνουοι καὶ ἄλυτος ἤ ἐπὶ τοῖς ἀδικήμασι κόλασις» (Ἀσκητικ. διατάξ. δ'). Καὶ λοιπόν, πῶς ἡ ἀθλία ἐκείνη ψυχὴ νὰ μὴ λυπῆται, βλέπουσα τὸν ἑαυτόν της ὅλον μεμορφωμένον καὶ τυπωμένον μὲ τὴν αἰσχρὰν καὶ δυσειδή μορφὴν καὶ τὸν τύπον τῆς ἁμαρτίας; Πῶς νὰ μὴ θλίβεται ἡ δυστυχής, βλέπουσα ὅτι εἶναι ὅλη βουτημένη καὶ βεβαμμένη μέσα εἰς τὴν αἱματώδη βαφὴν τοῦ διαβόλου, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ξεβαφῇ καθὼς δὲν ξεβάφεται καὶ τὸ ροῦχον ὅπου εἶναι βουτημένον μέσα εἰς τὸ αἷμα; Ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, έρμηνεύοντας τὸ ρητὸν ἐκεῖνο τοῦ Ἡσαΐου· «Ον τρόπον ἱμάτιον ἐν αἵματι πεφυρμένον οὐκ ἔσται καθαρόν, οὕτως οὐδὲ σὺ ἔσει καθαρός». (ιδ'. 19). Τί λέγω; ἀσυγκρίτως περισσότερον δὲν ξεβάφεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, παρὰ τὸ ροῦχον ἀπὸ τὸ αἷμα· διότι ὅσον ἡ ψυχὴ εἶναι λεπτοτέρα ἀπὸ κάθε ροῦχον καὶ τὸ πλέον λεπτότατον, τόσον βαθύτερα ἔλαβε τὴν βαφήν τῆς ἁμαρτίας καὶ ὅλη ὅλως ἔγινεν ἕνα. μὲ αὐτήν. Πῶς νὰ μὴν ἀναστενάζῃ ἡ ἐλεεινὴ καὶ νὰ μὴν κλαίῃ, βλέπουσα πῶς εἶναι ἐνδεδυμένη ἕνα φόρεμα κατάμαυρον λελεπρωμένον, βρωμισμένον, γεμᾶτον ἀπὸ μυριάδας ἀκαθαρσίας καὶ λέρας, Καὶ τὸ μεγαλύτερον εἶναι, ὅπου νὰ θέλῃ νὰ τὸ ἐκδυθῇ καὶ νὰ μὴ δύναται. Ὅθεν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια πάθη της ἔχει ἐκεῖ νὰ κολάζεται καὶ νὰ καταφλέγεται· ἔχει νὰ ἀδολεσχῇ καὶ νὰ ἐνοχλῆται πάντοτε, καθὼς λέγει ὁ διακριτικώτατος ἐκεῖνος ἅγιος Δωρόθεος, οὕτω γράφων. «Ὅταν ἐξέλθη ἐκ τοῦ σώματος ἡ ψυχή, μονοῦται αὐτὴ καὶ τὰ πάθη αὐτῆς καὶ λοιπὸν κολάζεται ὑπ' αὐτῶν, πάντοτε εἰς αὐτὰ ἀδολεσχοῦσα καὶ φλεγομένη ὑπὸ τῆς ὀχλήσεως αὐτῶν καὶ διασπαραττομένη ὑπ' αὐτῶν, ὥστε μὴ μνημονεύσαι τοῦ Θεοῦ δύνασθαι». Καὶ «Πάντοτε ἡ ἐμπαθὴς ψυχὴ κολάζεται ἡ ἀθλία ὑπὸ τῆς ἰδίας καχεξίας πάλιν, ἔχουσα ἀεὶ τὴν πικρὰν μνήμην καὶ τὴν ἐπώδυνον ἀδολεσχίαν τῶν παθῶν καιόντων ἀεὶ καὶ καταφλεγόντων αὐτήν». (παρὰ τῇ συλλογῇ Ἰωάννου Ἀντιοχείας ἐν τῇ α'. ὑποθέσει). 41

    Ὦ ἀλλοίμονον! Τότε ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἡ τρισαθλία θέλει ἰδεῖ συμμαζωμένα εἰς τὸν ἑαυτόν της, ὡσὰν εἰς μίαν βρωμερὰν ἀποθήκην ὅλα τὰ πονηρὰ ἔργα, ὅλα τὰ κακὰ λόγια καὶ ὅλους τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς, ὅπου ἔπραξε καὶ ἐλάλησε καὶ ἐσυλλογίσθη εἰς ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς της· καὶ εἰς τὴν νεότητάν της καὶ εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν καὶ εἰς τὸ γηρατεῖον της, εἰς τὸ ὁποῖον πολλάς φοράς μᾶς ἀφίνει ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν ἀφίνομεν τὴν ἁμαρτίαν καὶ θέλει εἰπῇ ἐκεῖνο τοῦ Ἰώβ. «Κατέβαλον με πτῶμα ἐπὶ πτώματι». (ις'. 14). Τότε θέλει ἰδῆ τὴν κάθε ἁμαρτίαν ὅπου ἔκαμεν, ὄχι καθὼς τώρα τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὠσὰν ἕνα πράγμα ἐλαφρὸν καὶ σχεδὸν ὡσὰν ἕνα παιγνίδι, ἀλλὰ καθὼς τὴν βλέπει καὶ τὴν μετρᾷ ὁ Θεός· ἤγουν ὡσὰν ἕνα πράγμα φρικωδέστατον καὶ φοβερὸν ὡσὰν ἕνα πέλαγος πονηρίας, ὡσὰν μίαν ἄπειρον ὕβριν τοῦ Παντοκράτορος καὶ ὡς μίαν ἀποστασίαν κατὰ τῆς ἰδίας θεότητος, καθὼς γέγραπται· «Ήρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου ἔναντι δὲ Κυρίου Παντοκράτορος ἐτραχηλίασεν· ἔδραμε δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ὕβρει». (Ἰὼβ ιε'. 25). Τότι θέλει ἰδῆ τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμαν ἄλλοι πῶς ἔγιναν ἰδικαί της ἢ διότι αὐτὴ συνήργησεν εἰς αὐτὰς μὲ τὸ κακόν της παράδειγμα, ἢ διότι ἔδωκε συμβουλὴν εἰς τὸ νὰ τὰς κάμουν ἢ καὶ διότι δὲν τὰς ἐμπόδισε καθὼς ἀπαιτοῦσε τὸ χρέος τοῦ ἐπαγγέλματός της· καθὼς περὶ τῶν τοιούτων ἁμαρτιῶν λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ὅτι ἀκολουθοῦν μετὰ θάνατον «Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν». (Α΄. Τιμόθ. ε'. 24).

    Τότε θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἔπραξε, μὰ μὲ κακὸν σκοπὸν καὶ σχεδὸν μεμιγμένα μὲ περισσοτέρας ἁμαρτίας· ἤγουν τὰς προσευχὰς ὅπου ἔκαμεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, χωρὶς καμμίαν προσοχὴν καὶ εὐλάβειαν, τὰς διδαχὰς ὅπου ἤκουσε διὰ μόνην περιέργειαν καὶ ὄχι διὰ κανένα ὄφελος καὶ καρπὸν μετανοίας· τὰς ἐκκλησίας ὅπου ἐμόλυνε μὲ τὰς καταλαλιὰς καὶ ψιθυρισμούς, τὰς ἑορτὰς ὅπου ἐκαταφρόνησε, τὰ μυστήρια ὅπου ἀναξία ούσα ἐμεταχειρίσθη. Ἀκόμη θέλει γνωρίσει καὶ τὰ καλὰ ὅπου ἠδύνατο νὰ κάμῃ καὶ δὲν τὰ ἔκαμεν ἀπὸ ἀμέλειάν της, καὶ μάλιστα τὸν χρυσοῦν καιρὸν ὅπου εἶχεν εἰς τὰς χεῖρας της καὶ τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὰ κακὰ καὶ δὲν τὸν ἐξώδευσεν εἰς τὸ νὰ ἐργασθῇ τὰς ἀρετὰς καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν καταδίκην τοῦ ᾅδου. Ὅλα αὐτὰ θέλει τὰ ἰδῆ τότε ἡ ψυχὴ καὶ τόσον θέλει συγχαθῆ τὸν ἑαυτόν της, ὅπου νὰ τῆς φαίνεται πλέον φοβερὰ ἡ ἰδική της ἀσχημάδα, παρὰ ἐὰν ἔβλεπε τὴν ἀσχημάδα ὅλων ὁμοῦ τῶν δαιμόνων ὦ πόσον τότε θέλει ἀναστενάξει ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸν πλάκωμα ὅπου ἔχει νὰ τῆς κάμνῃ τὸ συνειδὸς καὶ νὰ εἰπῇ· «Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ.» (ψαλμ. λζ'. 4) Ὦ καὶ μὲ πόσην ἐπιθυμίαν θέλει ἀγαπήσει τότε, νὰ ἦτο τρόπος νὰ μεταγυρίσῃ δεύτερον εἰς τοῦτον τὸν κόσμον καὶ νὰ κλαίῃ ὅλον τὸν ὑπόλοιπον καιρὸν τῆς ζωῆς της, διὰ νὰ ἀποπλύνῃ μὲ τὰ δάκρυά της ὅλας τὰς ἀκαθαρσίας τῶν ἁμαρτιῶν ὅπου ἐνεδύθη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτήν.


    Φοβεῖσαι ἀδελφὲ ἐσὺ ὅπου μελετᾷς ταῦτα; ἀλλ' ἐὰν τὰ φοβῆσαι, διατὶ δὲν πολιτεύεσαι κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου διὰ νὰ μὴ πάθῃς καὶ ἐσὺ τὰ ὅμοια; Διατὶ ἀφὶνεις τὴν διάνοιαν καὶ φαντασίαν σου νὰ τρέχῃ καὶ νὰ γλυκαίνεται εἰς τοὺς αἰσχροὺς καὶ πονηροὺς λογισμοὺς καὶ δὲν ἀγωνίζεσαι νὰ τυπώνῃς πάντοτε τὸν νοῦν σου μὲ πνευματικὰ καὶ θεῖα νοήματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς βάφεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὰ νοήματα ὅπου νοεῖ, καθὼς λέγει ὁ ἐκ Δαμασκού Ὅσιος Πέτρος; Καὶ ἂν μὲν αὐτὰ εἶναι θεῖα, γίνεται καὶ αὐτὸς θεῖος, ἂν δὲ σαρκικὰ καὶ ὑλικά, γίνεται καὶ αὐτὸς σαρκικὸς καὶ ὑλικός; Διατὶ ἀφίνεις τὴν κλίσιν καὶ ὄρεξιν τῆς καρδίας σου νὰ ὀρέγεται τὰ πάθη καὶ τὰς ἁμαρτίας καὶ δὲν τὴν βιάζεις νὰ ὀρέγεται τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ οὐράνια πράγματα; Δὲν ἠξεύρεις πὼς ἂν ὀρέγεσαι τὰ ἄλογα πάθη, γίνεσαι παρόμοιος μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, εἰ δὲ καὶ ἀγαπᾶς τὰς ἀρετάς, γίνεσαι ὅμοιος μὲ τοὺς ἀγγέλους,

    Τί μεγάλη τυφλότης εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδική σου; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς μόνον τὰ καλὰ ἔργα ἔχουν τότε νὰ σοὶ βοηθήσουν καὶ ἐσὺ νὰ ἐξοδεύῃς τὴν ζωήν σου εἰς τὸ νὰ φορτώνεσαι μὲ ἁμαρτίας; Νὰ ἠξεύρῃς πὼς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἴδια, ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος (ὅρα κατ' ἐπιτομὴν π΄.) τὸ νὰ καθαρισθῇ ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ καὶ ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ· τὸ νὰ μὴν ἔχῃ κανένα σπίλον ἤ ρυτίδα εἰς τὴν ψυχήν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἅγιος καὶ ἄμωμος καὶ ἐσὺ νὰ κάμνῃς ὅλα τὰ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἀπίστων ἴδια; Καὶ νὰ μολύνεσαι καθ' ἑκάστην ἀπὸ ἀκαθαρσίας σαρκικὰς καὶ ψυχικὰς καὶ νὰ μαζώνῃς εἰς τὴν ψυχήν σου κάθε λέραν καὶ μολυσμόν; Καὶ νὰ εἶσαι ὅλος ἄναγνος καὶ λελεπρωμένος ἀπὸ κεφαλῆς ἔως ποδῶν; νὰ ἠξεύρῃς πὼς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχουν τόπον οἱ πόρνοι καὶ ἀκάθαρτοι καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ κάθε ἄλλος ὅπου ἀγαπᾶ τὸ ψεῦδος· «Ἔξω οἱ κύνες καὶ οἱ φαρμακοὶ καὶ οἱ πόρνοι καὶ οἱ φονεῖς καὶ οἱ εἰδωλολάτραι καὶ πᾶς ὁ φιλῶν καὶ ποιῶν ψεῦδος». (Αποκ. κβ΄. 15). Καὶ πὼς μόνον εἰσέρχονται εἰς αὐτὴν οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου· «Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς Αὐτοῦ· ἵνα ἔσται ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς καὶ τοῖς πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν» (Ἀποκ. κβ΄ 14) καὶ ἐσὺ νὰ θέλῃς νὰ μιμῆσαι τοὺς πρώτους μὲ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ μιμῆσαι τοὺς δευτέρους μὲ τὰ καλὰ ἔργα; Ὤ τυφλότης παράδοξος! Καὶ τὶς ἄλλος εἶναι τυφλότερός σου ἀγαπητέ; «Τις τυφλός, ἀλλ' ἢ οἱ παϊδές μου; Λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἡσαΐου καὶ ἐτυφλώθησαν οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ» (μβ΄. 19). Ἡξεύρω ὅτι ὁ Νάας ἐκεῖνος ὁ Ἀμμανίτης ἠθέλησε νὰ βγάλῃ μόνον τὸ δεξιὸν ὀμμάτι τῶν Ἰαβιτῶν Ἰουδαίων «Ἐν ταύτῃ διαθήσομαι διαθήκην ὑμῖν ἐν τῷ ἐξορύξαι ὑμῶν πάντα ὀφθαλμὸν δεξιόν.» (Α΄. βασιλ. ια΄. 2) Ἀλλ' ἐσένα ἀδελφέ, φαίνεται ὅτι σοῦ ἔβγαλε καὶ τὰ δύο ὀμμάτια ὁ νοητὸς Νάας ὁ διάβολος καὶ σὲ ἔκαμεν ὁλότελα τυφλόν.

    Ὅθεν ἄνοιξε ἀγαπητὲ τὰ ὀμμάτια τῆς ψυχῆς σου, διὰ νὰ ἰδῇς πῶς νὰ γλυτώσῃς ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην τῆς φοβεράς φυλακῆς τοῦ ᾅδου καὶ νὰ ἐπιτύχῃς τὴν ἐν οὐρανοῖς χαρὰν τῶν δικαίων. Ἐμόλυνες τὸν καθαρὸν χιτῶνα τῆς ψυχῆς σου μὲ διάφορας ἀκαθαρσίας, Ἰδού, ἔχεις ἕτοιμον πρῶτον τὸ λουτρὸν τῆς θείας ἐξομολογήσεως, καὶ ἀποφάσισε νὰ πηγαίνῃς νὰ λούεσαι εἰς αὐτὸ συνεχῶς· ἔχεις καὶ δεύτερον λουτρὸν τὰ δάκρυα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποπλύνεται κάθε μολυσμὸς τῆς ψυχῆς. «Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκουσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», (ψάλμ. 5΄. 6) 43 Ἔχεις καὶ τρίτον λουτρὸν τοὺς ἰδρῶτας καὶ κόπους τοῦ σώματος, μὲ τοὺς ὁποίους γίνεται ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν ὑπὸ τοῦ Κυρίου. «Ἵδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου» (ψαλμ. κδ΄ 19) ἔχεις καὶ τέταρτον λουτρόν, τὴν μετ' εὐχαριστίας ὑπομονὴν ὅλων τῶν ἀκουσίων πειρασμῶν καὶ θλίψεων ὅπου σοῦ ἀκολουθήσουν ἐκ τοῦ διαβόλου ἢ ἐξ ἀνθρώπων ἢ ἐκ τῆς διεφθαρμένης φύσεως· διότι καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴν τούτων λαμβάνεις συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου καθὼς λέγει ἡ Ἁγία Συγκλητική «Πάσης ἀκουσίου θλίψεως ἀναλογίζου τὴν ἔκβασιν καὶ εὑρήσεις ἐν αὐτῇ ἁμαρτίας ἀναίρεσιν». Μὲ τὰ τοιαῦτα λουτρά πλύνονται καὶ λευκαίνονται τὰ ἱμάτια καὶ γίνονται ἄξια διὰ τὸν οὐράνιον γάμον· ἐπειδὴ ὅποιος έχει λερωμένα ῥούχα δὲν ἐμβαίνει εἰς τὴν χαρὰν ἐκείνου τοῦ γάμου, ἀλλ' οὔτε δύνανται νὰ ἔμβουν εἰς αὐτὸν ὅσοι εἶναι ἀσθενεῖς ἢ τυφλοὶ ἢ χωλοὶ ἢ μισερωμόνοι ἐπειδὴ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν σπητάλιον καὶ νοσοκομεῖον δὲν γινεται· διὰ τοῦτο ὅσοι ἀποθάνουν, ἔχοντες τοιαῦτα λειψίματα καὶ μισερώματα καὶ δὲν εἶναι ὑγιεῖς καὶ τέλειοι εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς ψυχῆς, καταβαίνουν εἰς τὸν ἅδην καὶ δὲν ἀνέρχονται εἰς τοὺς οὐρανοὺς καθὼς εἶναι γεγραμμένον. «Τυφλοὶ καὶ χωλοὶ οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν Οἶκον Κυρίου». (Β΄. Βασιλ. ε΄ 8).


    Ἐντράπου πὼς πολλὰς φορὰς ἔγινες ἄξιος μὲ τὰς ἁμαρτίας σου νὰ δοκιμάσῃς τὴν ἀπαρηγόρητον λύπην ἐκείνης τῆς φοβεράς φυλακῆς. Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ὅπου σοῦ ἔδωκε καιρὸν διὰ νὰ ἐκδυθῇς τὸν χιτῶνα τῆς ἁμαρτίας μὲ μίαν τελείαν καὶ συντετριμμένην μετάνοιαν καὶ νὰ ἐνδυθῇς τὰ ἱμάτια τῆς σωτηρίας καὶ οὕτω νὰ ἀξιωθῇς τῆς οὐρανίου χαρᾶς· καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος σὲ συμβουλεύει νὰ σοῦ πωλήσῃ τοιαῦτα καθαρὰ ἱμάτια μὲ τὴν τιμὴν τῶν καλῶν ἔργων, παρακάλεσε Τον ἀπὸ καρδίας νὰ σὲ δυναμώσῃ μὲ τὴν χάριν Του, διὰ νὰ δυνηθῇς νὰ τὰ ἐξαγοράσῃς ἀπὸ Αὐτὸν διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν Του καὶ διὰ νὰ μὴν εὑρεθῇς γυμνὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ «Συμβουλεύω σοι ἀγορᾶσαι παρ' ἐμοῦ... ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καί μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου». (Αποκ. γ΄. 18).

    γ. Συνεχίζεται


    Σημειώσεις:

    38 Ἄλλο εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἄλλο εἶναι τὸ πάθος τῆς ἁμαρτίας· καὶ ἁμαρτία μὲν εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ πρᾶξις τῆς ἁμαρτίας, πάθος δὲ εἶναι αὐτὴ ἡ ρίζα ἡ ἐσωτερικῶς ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχήν, ἥτις βλαστάνει τὴν κατὰ πρᾶξιν ἁμαρτίαν· καὶ κατὰ ἄλλον τρόπον, τὸ πάθος εἶναι ὡσὰν μία πληγὴ ὅπου ἔγινε μέσα εἰς τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὰς πολλὰς πράξεις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία πληγὴ ἐσωτερικῶς καὶ πάντοτε μὲν ἐνοχλεῖ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἕλκει εἰς τὸ νὰ τυπώνῃ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν φαντασίαν της καὶ νὰ τὴν ὀρέγεται μὲ τὴν καρδίαν καὶ θέλησίν της ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶναι παρὸν τὸ αἴτιον τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν δὲ ἀπαντήσῃ καὶ τὸν αἴτιον τῆς ἁμαρτίας τότε μάλιστα ή πληγὴ ἐκείνη ὡσὰν νὰ κτυπᾶται καὶ πονῇ τυραννικῶς βιάζει τὴν ψυχὴν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ κάμνει ἄλλην ἀλλοίωσιν καὶ εἰς τὴν ἔξω τοῦ προσώπου ἐπιφάνειαν· διὰ τοῦτο βλέπομεν καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους ὅπου ἔχουν πάθος ἔρωτος, ἤ μίσους πρὸς τίνας, οἱ ὁποῖοι εὐθὺς ὅπου τοὺς ἰδοῦν ἐν τῷ ἅμα κινεῖται καὶ τὸ πάθος τοῦ μίσους ἢ τοῦ ἔρωτος καὶ τοὺς προξενεῖ μίαν ταραχὴν καὶ ἀλλοίωσιν ὥστε ὅπου κάμνουν νὰ τοὺς γνωρίζουν πῶς ἐταράχθηκαν καὶ ὅσοι στέκονται κοντὰ τους ὁ δὲ ἅγιος Ἰσαὰκ λέγει «Πάθη εἰσὶ καθάπερ οὐοία τις σκληρὰ ἄπερ μεσιτεύουσι μεταξὺ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς θεωρίας, καὶ κωλύουσιν ἐξ αὐτῆς τὴν διάκρισιν τῆς διαφορᾶς τῶν πραγμάτων» (λόγ. ξθ'. σελ. 400).

    39 Ὅτι δὲ ἡ ἁμαρτία σκότος ἐντυπώνει εἰς τὴν ψυχὴν μαρτυρεῖ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγων· «Η ἁμαρτία ἐν τῇ ἀπολείψει τοῦ καλοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχουσα σκότος τυποῦται τοῖς ἀδικήμασι νοερὸν (Διατάξ͵ ἀσκητ. δ'.) καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής· «Ὁ τοῖς πονηροῖς λογισμοῖς φησὶ περιεχόμενος, πῶς ἴδῃ τὴν ὑπὸ τούτων καλυπτομένην ἁμαρτίαν ἐνυπόστατον; ἤτις ἐστὶ σκότος καὶ ὁμίχλη ψυχῆς ἐξ ἐννοιῶν πονηρῶν καὶ λόγων καὶ πράξεων ἐμπεσοῦσα;

    40 Καὶ πρῶτον μὲν ἡ τεθεωμένη ψυχὴ τοῦ Κυρίου μας, ὅταν εὐγῆκεν ἀπὸ τὸ θεοϋπόστατον σῶμα της καὶ κατέβη εἰς τὸν ἅδην γυμνὴ τῆς σαρκὸς διὰ νὰ κουρσεύσῃ τὰς ἐκεῖ εὐρισκομένας ψυχὰς εἶχεν εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ τοὺς τύπους τῶν παθῶν καὶ τῶν πληγῶν ὅπου ἔλαβεν ἐν τῷ σώματι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ εἰς δόξαν καὶ καύχημά της καθὼς ὁ σοφὸς Νικόλαος ὁ Ἐπίσκοπος Ἰδροῦντος ἐν τινι τροπαρίῳ τοῦ κανόνος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τούτο λέγει ἐπὶ λέξει οὕτως «Ὁ ἅδης Λόγε συναντήσας σοι, ἐπικράνθη βροτὸν ὁρῶν τεθεωμένον, κατάστικτον τοῖς. μώλωψι καὶ πανσθενουργὸν κτλ.» ὁ γὰρ ἅδης ψυχῶν ἐστι τόπος γυμνῶν ἀπὸ σώματα· ὁ δὲ τάφος σωμάτων μόνον νεκρῶν. Ὅθεν ὁ ᾅδης ἐδῶ δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἀντὶ τοῦ τάφου, ὡς καὶ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Κανόνων πτωχὸς Πρόδρομος οὕτως ἑρμηνεύει. Ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ἐν τῇ Καινῇ Κυριακῇ λέγει, ὅτι οἱ μάρτυρες φέρουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους τύπους τῶν πληγῶν καὶ παθημάτων ὅπου ὑπέμειναν διὰ τὸν Χριστόν καὶ θέλουν τὰς ἔχει εἰς δόξαν τους καὶ καλλωπισμόν

    41 Συμφώνως καὶ ὁ μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει, ὅτι τὸ μόνιμον σκότος καὶ ἡ ἀσχημάδα ὅπου ἤθελε τυπώσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν της ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα ταῦτα καὶ αἰσθητὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἔχουν νὰ κολάζουν αὐτὴν λέγων, «Σφόδρα θαυμάζειν ἄξιον καὶ κατασκοπεῖν πως ἀπὸ τῶν προσκαίρων καὶ αἰσθητῶν μόνιμον ἐγγίνεται τῇ ψυχῇ κάλλος ἢ αἶσχος· πλοῦτος ἢ πενία, δόξα ἢ ἀδοξία καὶ ἁπλῶς, ἢ νοητὸν φῶς, ζωῆς αἰωνίου παρεκτικόν, ἢ νοητὸν καὶ κολαστήριον σκότος». (Κεφ. ιη'. τῶν φυσικῶν).

    42 Ὅρα καὶ τὰ λοιπὰ ἴδια τοῦ Χριστιανοῦ εἰς τὸν γ΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου.

    43 Περὶ τῶν δακρύων ὄρα εἰς χὸν β΄. Συλλογισμὸν τῆς Μελέτης, εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.


    44 Ἐπειδὴ γὰρ διὰ τοῦ ὑγροῦ τοῦ σώματος ἤγουν τῆς ἐμπαθοῦς καὶ ἐνηδόνου ῥεύσεως τοῦ σπέρματος, τὸ σῶμα ὁμοῦ καὶ ἡ ψυχὴ μολύνεται, πάλιν διὰ τῶν ὑγρῶν τοῦ αὐτοῦ σώματος, αὐτὸ σὺν ψυχῇ καθαρίζεται· καὶ α΄΄ μὲν ὑγρὸν εἶναι τὸ αἷμα ὅπερ ἐν καιρῷ ἀνάγκης χεόμενον ὑπὲρ τῆς πίστεως, λουτρὸν καὶ βάπτισμα γίνεται τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος β'. ὑγρὸν εἶναι τὰ δάκρυα ἐκ τοῦ αἵματος ἐξατμιζόμενα· ὅθεν καὶ ἱδρῶτα καρδίας ὁ Αὐγουστῖνος ταῦτα ὠνόμασε γ. δὲ ὑγρὸν εἶναι οἱ ἐκ τῶν κόπων καὶ μόχθων ἱδρῶτες ὅλου τοῦ σώματος· ὅποιος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ χύσῃ αἷμα, διὰ νὰ καθαρισθῇ πρέπει νὰ χύσῃ κἄν δάκρυα· εἰδὲ καὶ ταῦτα νὰ χύσῃ δὲν δύναται τὸ ἐλάχιστον πρέπει νὰ χύνῃ ἱδρῶτας ὑπέρ τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν, καὶ τῆς ἀρετῆς.

    Αόρατος Πόλεμος 3 Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

     Συνέχεια από Δευτέρα 5. Οκτωβρίου 2026

    Αόρατος Πόλεμος 3

    Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

    Κεφ. Β’. Ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε, ούτε να έχουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.


    ....Τώρα λοιπόν, ποὺ ἔμαθες ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ Χριστιανικὴ τελειότητα καὶ ὅτι γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσῃς πρέπει νὰ ἔχῃς ἕνα παντοτινὸ καὶ σκληρότατο πόλεμο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προμηθευτῇς τέσσερα πράγματα, σὰν ὁπλισμὸ πολὺ ἀσφαλῆ καὶ ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ γίνῃς νικητὴς σὲ αὐτὸν τὸν ἀόρατο πόλεμο καὶ νὰ λάβης τὸ στεφάνι. Καὶ αὐτὰ εἶναι:
    α) τὸ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι ποτὲ τὸν ἑαυτόν σου,
    β) τὸ νὰ ἔχῃς πάντα ὅλο σου τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεὸ,
    γ) τὸ νὰ ἀγωνίζεσαι πάντα· καὶ
    δ) τὸ νὰ προσεύχεσαι......

     Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος διατάζει νὰ κάνουμε γενικὰ ὅλα μας τὰ ἔργα γιὰ μόνο τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ λέγοντας «Εἴτε τρῶτε, εἴτε πίνετε, εἴτε κάτι ἄλλο κάνετε, ὅλα νὰ τὰ κάνετε γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. ι΄. 31).

     Τὰ ἴδια σχεδὸν λέει καὶ ὁ ἄββας Ἰσαὰκ (λόγ. κγ´), ὅπου λέει:
    «Εἶναι καλύτερο νὰ λύσῃς τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τὸν σύνδεσμο τῆς ἁμαρτίας, παρὰ νὰ ἐλευθερώσῃς δούλους ἀπὸ τὴν δουλεία»·


    Το να μην έχεις θάρρος στον εαυτόν σου (1), αγαπητέ μου αδελφέ, είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, που χωρίς αυτό, να είσαι βέβαιος, ότι, όχι μόνον δεν θα μπορέσεις να πετύχεις τη νίκη που επιθυμείς, αλλ’ ούτε καν να αντισταθείς στο παραμικρό και αυτό, ας τυπωθεί καλά στο νου σου. Γιατί, εμείς πράγματι, όντας φυσικά διεφθαρμένοι από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, έχουμε σε μια μεγάλη υπόληψη τον εαυτό μας, η οποία αν και δεν είναι στην αλήθεια κάτι άλλο, παρά ένα ψέμα και τίποτα άλλο, εμείς όμως, νομίζουμε με μία απατηλή εντύπωση, πως είμαστε κάτι (σημαντικό) (2).

    Αυτό είναι ένα ελάττωμα, που πολύ δύσκολα αναγνωρίζεται, και που δεν είναι αρεστό στα μάτια του Θεού, ο οποίος αγαπά να έχουμε εμείς μία άδολη γνώση γι’ αυτή την βεβαιότατη αλήθεια. Δηλαδή, να ξέρουμε, ότι κάθε χάρη και αρετή που έχουμε, προέρχεται από αυτόν μόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού. Και ότι, από εμάς, δεν μπορεί να προέλθει κανένα καλό, ούτε κανένας καλός λογισμός, που να του αρέσει. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια (δηλαδή, το να μη πιστεύουμε στον εαυτόν μας) είναι έργο του θεϊκού του χεριού, που συνηθίζει να το δίνει στους αγαπημένους του φίλους, πότε με εμπνεύσεις και φωτισμούς, πότε με σκληρά μαστιγώματα και θλίψεις, πότε με βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασμούς, και πότε με άλλα μέσα, που εμείς δεν καταλαβαίνουμε.

    Με όλα αυτά, θέλει να γίνεται και από μέρους μας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε μάς. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφέ μου, σου σημειώνω εδώ τέσσερεις τρόπους, με τους οποίους μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχεις αυτή την απιστία του εαυτού σου, δηλαδή, το να μην έχεις θάρρος ποτέ τον εαυτό σου.


    Ο α’ είναι, το να γνωρίσεις την μηδαμινότητά σου (3) και να συλλογισθείς, ότι από μόνος σου δεν μπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να γίνεις άξιος της βασιλείας των ουρανών.

    Ο β’, το να ζητάς για αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό με θερμές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισμα δικό Του. Και αν θέλεις να το λάβεις, πρέπει πρώτα να στοχαστείς τον εαυτό σου, όχι μόνο γυμνό από αυτή τη γνώση του εαυτού σου, αλλά και κατά τα πάντα αδύνατο να την αποκτήσεις. Έπειτα, να μιλάς με παρρησία πολλές φορές μπροστά στη μεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύοντας σταθερά, ότι εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαχνίας του, θα σου την δώσει, όταν αυτός γνωρίζει, μην αμφιβάλλεις καθόλου, ότι θα την απολαύσεις.

    Ο γ’ τρόπος είναι, το να συνηθίσεις να φοβάσαι πάντοτε τον εαυτό σου. Να φοβάσαι τους αναρίθμητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι δυνατός να κάνεις ούτε την παραμικρή αντίσταση. Να φοβάσαι την μακρά τους συνήθεια στο να πολεμούν. Τις πανουργίες, τα στρατηγήματα τους, τις μεταμορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός· τα αναρίθμητα τεχνάσματα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στον ίδιο το δρόμο της αρετής.

    Ο δ’ τρόπος είναι, όταν πέσεις σε κανένα ελάττωμα να περάσεις πλέον ζωντανά στην σκέψη της άκρας αδυναμία σου. Επειδή, γι’ αυτό το σκοπό παραχώρησε ο Θεός να πέσεις, για να γνωρίσεις καλύτερα την ασθένειά σου (4) και έτσι να μάθεις, όχι μόνο να καταφρονείς εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου ως πολύ μηδαμινό, αλλά και να θέλεις να σε καταφρονούν και οι άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί, χωρίς αυτή την θέληση, δεν είναι δυνατό να γίνει αυτή η ενάρετη απιστία του εαυτού σου, η οποία έχει το θεμέλιο της στην αληθινή ταπείνωση και στην προλεγόμενη έμπρακτη γνώση της δοκιμής.

    Οπότε, καθ’ ένας βλέπει πόσο αναγκαίο είναι σ’ εκείνον που θέλει να ενωθεί με το ουράνιο φως, το να γνωρίσει τον εαυτό του. Την οποία γνώση συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαχνία του Θεού στους υπερήφανους και προληπτικούς, μέσα από τις πτώσεις, αφήνοντάς τους δηλαδή με δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωμα (από το οποίο νομίζουν πως μπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναμία τους, και να μη εμπιστεύονται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.

    Αλλά αυτό το μέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει να το μεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα μέσα, τα πιο ελεύθερα, όπως είπαμε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την επίγνωση του εαυτού του. Γιατί τότε παραχωρεί να πέσει ο άνθρωπος σε σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ή μικρότερα, όσο είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψη, που έχει για τον εαυτό του. Ώστε, εκεί όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόληψη· καθώς συνέβη στην Παρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παρομοίως ούτε και καμία πτώση.

    Λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αμέσως με τον λογισμό στη ταπεινή γνώση του εαυτού σου, και με επίμονη προσευχή ζήτησε από τον Θεό να σου δώσει το αληθινό φως, για να γνωρίσεις την μηδαμινότητα σου και να μην έχεις θάρρος καθόλου στον εαυτό σου, εάν θέλεις να μην ξαναπέσεις πάλι και μερικές φορές σε μεγαλύτερη βλάβη και φθορά.

    Σημειώσεις

    (1). Ο προφήτης Ιερεμίας καταραμένο ονομάζει και αποστάτη του Θεού, εκείνον που θαρρεύεται και ελπίζει στον εαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Επικατάρατος ος την ελπίδα έχει επ’ άνθρωπον και στηρίσει σάρκα βραχίονος αυτού έπ’ αυτόν, και από Κυρίου αποστή η καρδιά αυτού» (ιζ’ 5). Αυτό το ρητό ερμηνεύοντας ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι, για μεν το, αυτός που έχει την ελπίδα του πάνω σε άνθρωπο, φανέρωσε ο προφήτης το να μην ελπίζουμε σε άλλον. Για δε το, και στηρίζει τη σάρκα ο βραχίονας αυτού, φανέρωσε το να ελπίζουμε στον εαυτό μας. Και τα δύο δε αυτά τα ονόμασε αποστασία από τον Θεόν (βλ. κατά πλάτος, μβ’). Και με άλλον τρόπο το ρητό αυτό ερμηνεύοντας, συμπεραίνει ότι είναι καταραμένος και αποστάτης, εκείνος, που ελπίζει στον εαυτό του. Γιατί, λέει, ότι όποιος ελπίζει στον άνθρωπο είναι καταραμένος και του Θεού αποστάτης. Βλέπε και εδώ πόσο άριστη είναι η τάξη, που χρησιμοποιεί το βιβλίο αυτό, γιατί αρχίζει τον πόλεμο από την φιλαυτία, η οποία είναι η προκαταρκτική αιτία και η ρίζα και η αρχή όλων των άλλων παθών και κακιών.

    (2). Το να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι σπουδαίο, αυτό ονομάζεται οίηση, η οποία είναι ένα πάθος, που γεννιέται μεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτό πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και αιτία όλων των άλλων παθών. Είναι δε, τόσο λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίηση αυτή, σε τρόπο πού, για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν. Όσο όμως λεπτό και κρυφό είναι, τόσο είναι και μεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη εκείνη πόρτα του νου, από την οποία πρόκειται να μπει η χάρη του Θεού και να κατοικήσει στον άνθρωπο, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρη να εισέλθει. Η οποία δίκαια αναχωρεί. Γιατί πως μπορεί να έρθει η χάρη να φωτίσει ή να βοηθήσει τον άνθρωπο εκείνο, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλον για βοήθεια; Ο Κύριος να μας λυτρώσει από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια. Αυτούς που έχουν το πάθος αυτό της οίησης· ταλανίζει ο Θεός με τον προφήτη, λέγοντας· «Αλοίμονο σ’ εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και πιστεύουν για τον εαυτό τους, ότι τα ξέρουν όλα» (Ήσ. 5,21). Και ο Απόστολος μας παραγγέλνει αυτό· «Μην φαντάζεστε ότι είσθε σοφοί» (Ρωμ. 12,16)· και ο Σολομώντας «Μη νομίζεις σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).

    (3). Γι’ αυτό λέει ο θείος Χρυσόστομος, ότι, όποιος νομίζει τον εαυτό του ότι δεν είναι τίποτα, εκείνος περισσότερο από όλους γνωρίζει τον εαυτόν του, «ούτος μάλιστα εστίν ο εαυτόν ειδώς, ό μηδέν εαυτόν είναι νομίζων». Ο δε θείος Μάξιμος «Αρετής όρος εστίν, ή της ανθρωπινής ασθενείας κατ’ έπίγνωσιν προς την θείαν δύναμιν ενωσις» [Όρος της αρετής είναι η κατ’ επίγνωση ένωση της ανθρώπινης ασθένειας με τη θεία δύναμη.] (κεφ. οθ’ της ε΄ εκατονταδ. Φιλοκαλ.). Ό δε Πέτρος ο Δαμασκηνός· «ουδέν κρείττον του γνώναι την οικείαν ασθένειαν και αγνωσίαν, ουδέ χείρον του ταύτην αγνοείν» [Δεν υπάρχει καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την ασθένεια και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να την αγνοεί. ] (Φιλοκ. σελ. 611. Περί του μη απογινώσκειν) [Περί της μη απογνώσεως].

    (4). Όχι μόνον όταν πέσει κάποιος σε κανένα αμάρτημα, άλλα και όταν πέσει σε διάφορες δυστυχίες, περιστάσεις και θλίψεις, και μάλιστα σε ασθένειες σωματικές και πολυχρόνιες, πρέπει να γνωρίζει την ταπεινή γνώση του εαυτού του και της αδυναμίας του, και να ταπεινώνεται. Γιατί για αυτό σκοπό παραχωρούνται από το Θεό να μας έρχονται όλοι απλά οι πειρασμοί, οι από το διάβολο, οι από τους ανθρώπους και οι από τη φύση. Οπότε και ο Απόστολος αυτό το σκοπό σκεπτόμενος, έλεγε ότι γι’ αυτό και μόνο αυτό τον ακολούθησαν οι στην Ασία θανατηφόροι πειρασμοί. «Άλλ’ αυτοί εν εαυτοϊς το άπόκριμα του θανάτου έσχήκαμεν, ίνα μη πεποιθότες ώμεν έφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ, τω εγείροντι τους νεκρούς» (Β’ Κορ. α’ 9). Και για να πω με συντομία, όποιος θέλει να γνωρίσει την ασθένειά του στην πράξη, ας παρατηρήσει, όχι πολύ καιρού, αλλά μιας μόνο ημέρας τους λογισμούς και τα λόγια και τα έργα, που σκέφθηκε και μίλησε και έκανε. Και βρίσκοντας ότι οι περισσότεροί του λογισμοί και τα λόγια και τα έργα είναι λανθασμένα, στραβά, ανόητα και κακά. Από την δοκιμή αυτή θα καταλάβει πόσο είναι ασθενής ο εαυτός του. Και από την κατανόηση αυτή και την αληθινή γνώση, οπωσδήποτε θα ταπεινωθεί , και στο εξής δεν θα ελπίζει στον εαυτό του. Όχι λιγότερο από αυτά που είπαμε πιο πάνω, θα μας φέρει στην επίγνωση της ασθένεια μας, η υλική αρχή του είναι μας, δηλαδή ,όταν στοχαστούμε πως έγινε η ύπαρξη μας.

    Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (69)

      Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

    ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι΄

    Η ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΩΣ «ΕΤΕΡΑ ΟΨΙΣ» ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

    Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΟΣ ΤΗΣ «ΑΜΦΙΣΘΕΝΟΥΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ» ΚΑΙ Η ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

    Πῶς ν’ ἀξιολογήσωμε τὴν σύζυγο τοῦ ἥρωος τῆς ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας;

    Ὁ Σωκράτης νυμφεύθηκε τὴν Ξανθίππη σὲ ἡλικία μεγαλύτερη τῶν πενήντα ἐτῶν, λόγω τῶν καθηκόντων του ὡς Ἀθηναίου πολίτη καὶ σύμφωνα πρὸς τὰ ἀθηναϊκὰ ἤθη. Ὁ Patočka διευκρινίζει: «Ἡ Ξανθίππη, πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἦταν χωρίς ἀμφιβολία πολὺ νεώτερη τοῦ Σωκράτους, καὶ μπῆκε στὴ ζωή του πολὺ ἀργά [...]. Ἐπὶ πλέον, ἐπρόκειτο ἀσφαλῶς γιὰ παραδοσιακὸ ἀττικὸ γάμο, ὁ ὁποῖος δὲν σφραγιζόταν ἀπὸ ἀμοιβαῖα συναισθήματα, ἡ γυναίκα ἦταν ἡ νοικοκυρὰ τοῦ σπιτιοῦ καὶ μεγάλωνε τὰ παιδιά, ἐνῶ ὁ σύζυγος ἀσχολεῖτο κυρίως μὲ τὰ κοινά, ζοῦσε ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ φρόντιζε ἰδιαιτέρως τὴν ἐκπαίδευση τῶν μεγαλύτερων παιδιῶν»³³.

    Αὐτὸ εἶναι βέβαιο. Βέβαιο, ὅμως, εἶναι καὶ ὅτι ὁ Σωκράτης παραμέλησε ἐντελῶς ὁτιδήποτε ἀφοροῦσε στὴν καθημερινὴ φροντίδα τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς περιουσίας του. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης, στὸν λόγο τῆς ὑπερασπίσεώς του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δίκης, λέγει στοὺς Ἀθηναίους τὰ ἑξῆς:

    «Γιατί δὲ φαίνεται ἀνθρώπινο νὰ ἔχω παραμελήσει ὅλες τὶς ὑποθέσεις μου καὶ νὰ ἀνέχομαι νὰ εἶναι τόσα χρόνια παραμελημένοι οἱ δικοί μου, γιὰ νὰ φροντίζω ἐσᾶς, πλησιάζοντας τὸν καθένα χωριστά, σὰ νὰ ἤμουν πατέρας σας ἢ μεγαλύτερος ἀδερφός σας, γιὰ νὰ σᾶς πείθω νὰ ἀσχοληθεῖτε μὲ τὴν ἀρετή. Ἂν βέβαια εἶχα κάποιο ὄφελος ἀπ’ αὐτὸ καὶ παρακινοῦσα νὰ τὸ κάνετε παίρνοντας ἀμοιβή, θὰ εἶχα κάποιο λόγο νὰ τὸ κάνω. Τώρα ὅμως βλέπετε οἱ ἴδιοι ὅτι οἱ κατήγοροι, ἐνῶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα τόσο ἀναίσχυντα μὲ κατηγοροῦν, γι’ αὐτὸ δὲν τόλμησαν νὰ μὲ κατηγορήσουν καὶ νὰ βροῦν κάποιον μάρτυρα, πὼς ἐγὼ εἴτε πῆρα ποτέ ἀμοιβὴ εἴτε ζήτησα. Κι αὐτὸ γιατί, ὅπως νομίζω, διαθέτω ἕναν ἀρκετὰ ἀξιόπιστο μάρτυρα, τὴ φτώχεια μου»³⁴.

    Ἂς θέσουμε, λοιπόν, ἕνα βασικὸ ἐρώτημα: Ποιὲς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι οἱ ἀντιδράσεις μιᾶς συνηθισμένης γυναίκας, ἡ ὁποία ἔβλεπε τὸν σύζυγό της νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι τὸ πρωὶ καὶ νὰ ἐπιστρέφει τὸ βράδυ, προκειμένου νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ πράγματα, ἡ φύση τῶν ὁποίων ἦταν γι’ αὐτὴν ἀκατανόητη καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀνεχτεῖ μὲ μία σειρὰ ἀπὸ συνέπειες;

    Ἡ παράδοση ἔχει καταγράψει ὅτι ἡ Ξανθίππη μιὰ μόνον φορὰ ἐκφράστηκε ὄμορφα γιὰ τὸν σύζυγό της, περιγράφοντας ἕνα ἐξέχον χαρακτηριστικό του. Πιστοποιεῖται ἀπὸ τρεῖς μαρτυρίες:

    «Ξανθίππη ἐρωτηθεῖσα τί μέγιστον ὑπῆρχε τῷ Σωκράτει τοῦτο, ἔφη, ὅτι καὶ ἐπὶ ἀγαθοῖς καὶ ἐπὶ φαύλοις ἡ αὐτὴ ὄψις ἦν αὐτῷ»³⁵. [Μετάφραση: Όταν ρώτησαν την Ξανθίππη ποιο θεωρούσε το σπουδαιότερο γνώρισμα του Σωκράτη, απάντησε ότι, είτε του συνέβαιναν καλά είτε άσχημα πράγματα, διατηρούσε πάντοτε την ίδια έκφραση και την ίδια ψυχική γαλήνη]

    Ἡ Ξανθίππη ἔλεγε ὅτι στὶς χιλιάδες μεταβολὲς ποὺ βρῆκαν τὴν πόλη καὶ τοὺς ἴδιους, σὲ ὅλες ἔβλεπε ἴδια τὴν ἔκφραση τοῦ Σωκράτη, ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ σπίτι κι ὅταν ἐπέστρεφε. Διότι προσαρμοζόταν εὔκολα σὲ καθετί, ἦταν ἤρεμος, ὑπεράνω κάθε στενοχώριας καὶ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε φόβο³⁶.

    Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ μία ἐξαίρεση στὴ στάση τῆς Ξανθίππης. Πῶς μποροῦσε, ὅμως, αὐτὴ νὰ ὑπομείνει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύζυγός της παρέμενε ἀτάραχος καὶ ἀπαθὴς στὶς ἀνάγκες της, στὸν θυμό της κ.λπ.;

    Ἡ σύζυγος τοῦ ἀποστόλου τῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ ἥρωα τῆς ἀμφισβητούμενης καὶ ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἐγκαταλελειμμένη καὶ δυστυχής.

    Παρατηρήσεις συγχρόνων φιλοσόφων περὶ τῆς Ξανθίππης

    Οἱ σχέσεις Σωκράτους καὶ Ξανθίππης δὲν μπόρεσαν νὰ περιγραφοῦν μὲ σαφήνεια ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς συγχρόνους φιλοσόφους.

    Ὁ Hamann, ἐπὶ παραδείγματι, ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ ὑποθέσει ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ συγγραφὴ ὀφείλεται στὸ καθημερινὸ μαρτύριο ποὺ ὑφίστατο ἐξ αἰτίας τῆς Ξανθίππης. Ἀφοῦ, βέβαια, διεπίστωσε, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ ἔρευνα, ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν ἦταν φτιαγμένος γιὰ νὰ γράφει, ὁ Hamann προσθέτει: «Ἴσως καὶ στὸ σπίτι του νὰ ἔλειπαν ἡ ἡσυχία, ἡ σιωπὴ καὶ ἡ γαλήνη, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ ἕναν φιλόσοφο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ συγγράψει καί, κατ’ ἐπέκτασιν, νὰ ἐπιδιώκει τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν ψυχαγωγία τόσο τοῦ ἑαυτοῦ του ὅσον καὶ τῶν ἄλλων. Ἡ προκατάληψη πρὸς τὴν Ξανθίππη ὑπῆρξε βαθιὰ ριζωμένη καὶ μεταδίδεται μᾶλλον ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ κλασσικοῦ κόσμου, τοὺς ὁποίους μελετᾶμε στὰ σχολεῖα μας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπόρεσε νὰ ἐξαλειφθεῖ ἐν ὀνόματι τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἠθικῆς. Γιὰ τὸ μέγεθος ἑνὸς σοφοῦ, ὅπως ὁ Σωκράτης, ἡ Ξανθίππη ἀποτελοῦσε, ὀφείλουμε νὰ παραδεχθοῦμε, ἕνα πραγματικὸ βάσανο»³⁷.

    Πολὺ πιὸ αὐστηρή, βέβαια, εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Nietzsche. Στὸ ἔργο του Ἀνθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο ὁ Nietzsche γράφει: «Ὁ Σωκράτης βρῆκε τὴν γυναίκα ποὺ χρειαζόταν – ἐὰν ὅμως τὴν εἶχε γνωρίσει καλά, δὲν θὰ τὴν ἀναζητοῦσε – ἀκόμη καὶ ὁ ἡρωισμὸς αὐτοῦ τοῦ ἐλεύθερου πνεύματος δὲν θὰ προχωροῦσε τόσο πολύ. Στὴν πραγματικότητα, ἡ Ξανθίππη τὸν ὠθοῦσε ὁλοένα καὶ περισσότερο πρὸς τὸ ἰδιαίτερο ἐπάγγελμά του, καθιστῶντας ἀβίωτες καὶ ἀφιλόξενες τὴν ἑστία καὶ τὴν οἰκία τους: τοῦ ἐδίδαξε νὰ ζεῖ στοὺς δρόμους καὶ ὁπουδήποτε ὑπῆρχε εὐκαιρία γιὰ κουβέντα καὶ σχόλη, ἕως ὅτου, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, κατέληξε νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος περιπατητικὸς φιλόσοφος τῶν Ἀθηνῶν...»³⁸.

    Στὴ Γενεαλογία τῆς Ἠθικῆς, ἀναφορικῶς μὲ τὸν γάμο τῶν φιλοσόφων, ὁ Nietzsche προέβη στοὺς ἀκόλουθους συλλογισμούς: «Κάθε ζῶο, συνεπῶς καὶ la bête philosophe, τείνει ἐνστικτωδῶς πρὸς ἕνα optimum εὐνοϊκῶν συνθηκῶν, βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ νὰ ἀπελευθερώσει ὅλη του τὴ δύναμη ἀγγίζοντας τὸ maximum μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ἰσχύος. Ἐξ ἴσου ἐνστικτωδῶς, καὶ μὲ μία “πέραν πάσης λογικῆς” ὀξεῖα διαίσθηση, ὁποιοδήποτε ζῶο φοβᾶται κάθε γρουσουζιὰ καὶ κάθε ἐμπόδιο ποὺ σταματοῦν ἢ μποροῦν νὰ σταματήσουν αὐτὴν τὴν πορεία πρὸς τὸ optimum [...]. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ φιλόσοφος φοβᾶται τὸν γάμο, μαζί μὲ ὅσα θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν ὁδηγήσουν σὲ αὐτόν, τὸν γάμο ὡς ἐμπόδιο καὶ συμφορὰ στὴν πορεία του πρὸς τὸ optimum. Ποιὸς μεγάλος φιλόσοφος ἔχει ὑπάρξει νυμφευμένος; Ὁ Ἡράκλειτος, ὁ Πλάτων, ὁ Cartesius, ὁ Spinoza, ὁ Leibniz, ὁ Kant, καθὼς καὶ ὁ Schopenhauer δὲν ὑπῆρξαν νυμφευμένοι καί, μάλιστα, οὔτε κἂν μποροῦμε νὰ τοὺς φανταστοῦμε νυμφευμένους. Ἡ θέση μου εἶναι ὅτι ἕνας νυμφευμένος φιλόσοφος ἀνήκει στὸν χώρο τῆς κωμωδίας, μὲ ἐξαίρεση τὸν Σωκράτη – τὸν κατεργάρη –, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι νυμφεύθηκε τὴν τέχνη τῆς εἰρωνείας μόνον καὶ μόνον γιὰ νὰ ἀποδείξει αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴ θέση του ὡς νυμφευμένου»³⁹.

    Πρὸς κατανόησιν τῆς Ξανθίππης ὡς ἀνθρώπου

    Μία ἐνδιαφέρουσα καὶ ταυτοχρόνως ἐπιεικὴ ἑρμηνεία τῆς μορφῆς τῆς Ξανθίππης ἐντοπίσαμε στὸ μυθιστόρημα τοῦ Alfredo Pranzini, Santippe. Ἡ παράθεση μιᾶς ὄμορφης σελίδας ἀπὸ αὐτὸ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ὁλοκληρώσουμε μὲ τὸν πλέον ἴσως συγκινητικὸ τρόπο τὸ ζήτημα ποὺ πραγματευτήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο:

    «[...] Μιὰ μέρα παρατηροῦσα τὸν Σωκράτη, πρόσωπο πολὺ γνωστό, καὶ τὸν κοιτοῦσα ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἐκεῖνος ὑπῆρξε ὁ ἐπινοητὴς τῆς λεγόμενης ἠθικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ γιατί ξεχώριζε, κακάσχημος καθὼς ἦταν, μέσα στὸν κύκλο νεαρῶν μὲ ἀστραφτερὴ ὀμορφιά. Καὶ ὅπως στὸ παλίμψηστο ἀνακαλύπτουμε τὰ ἴχνη μιᾶς δεύτερης γραφῆς, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο κι ἐγώ, πίσω ἀπὸ τὸν Σωκράτη, ἔβλεπα νὰ προβάλλεται, νεφελώδης, μιὰ τεράστια μαινόμενη κοκκινοτρίχη μορφή.

    «Ὦ, τί εἶναι;» εἶπα παίρνοντας τὸν μεγεθυντικὸ φακό.

    Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Σωκράτους, βέβαια!

    Ἐνῶ οἱ μαθητές του, ὄμορφοι νέοι ποὺ ἔσφυζαν ἀπὸ νιότη, στρέφονταν πρὸς τὴ μορφὴ ἐκείνη μὲ μιὰ ἔκφραση ὀδύνης, θαυμασμοῦ ἢ γέλιου.

    Τότε, κοιτάζοντας γιὰ πολλὴ ὥρα, διαπίστωσα ὅτι ἦταν ἐκείνη: ἡ Ξανθίππη, τὸ γύναιο, ἡ κοκκινότριχη, ἡ βασανίστρια τοῦ ἥρωα, ἡ σύζυγος τοῦ Σωκράτη, ἡ Ξανθίππη λέω!

    Ἀπὸ τότε ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν ἑλληνικὸ λαό, ὅλο καὶ αὐξανόταν. Διότι εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες μᾶς ἄφησαν καὶ τὰ πλέον ποικίλα καὶ ἐξαιρετικὰ πρότυπα θηλυκῆς ὀμορφιᾶς: Ἀπὸ τὴν Ἑλένη, μὲ τὴν ἀνθισμένη κόμη, γιὰ τὴν ὁποία πολλοὶ ἥρωες πέθαναν μετὰ χαρᾶς, μέχρι τὴν Ἀσπασία, γυναίκα διανοούμενη, ποὺ συντηροῦσε σαλόνι καὶ κατέστρεψε τὴν πολιτικὴ τῆς χώρας της, καὶ τὴν Πηνελόπη, ἡ ὁποία βέβαια ἦταν ἐξαιρετική, ἀλλὰ κι αὐτὴ ἀκόμα ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς ἐραστὲς γιὰ νὰ εἶναι πιστὴ στὸν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἦταν μακριά, ἀλλὰ πιστευόταν καὶ ἀπ’ ὅλους νεκρός.

    Ἡ Ἑλλάδα, παρεῖχε ὅλα τὰ εἴδη, πολεμικοῦ καὶ ἐρωτικοῦ μένους...

    Ἡ Κλυταιμνήστρα, γεμάτη αἷμα καὶ λαγνεία, καὶ ἡ Ἀντιγόνη, ἡ ἁγία τῆς γῆς, ἡ ὁμορφότερη τῆς Ὀφηλίας! Ὅλα τὰ εἴδη. Καὶ ὅμως ἐγὼ ἔνιωθα πὼς κάτι ἔλειπε. Τώρα ὅμως ποὺ βρῆκα τὴν Ξανθίππη δὲν λείπει πλέον τίποτε!

    Θὰ ἦταν ἀδύνατο γιὰ τοὺς Ἕλληνες νὰ μὴν παραδώσουν στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα τέτοιο ὑπόδειγμα ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα ἀποκαλοῦμε Ξανθίππη.

    Ναί, κάναμε μεγάλη ἀνακάλυψη περιπλανώμενοι στὴ νεκρόπολη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων: Ἀνακαλύψαμε τὴ δύστυχη Ξανθίππη.

    Περίεργο ὅμως ποὺ οἱ λόγιοι δὲν τὸ ἀντιλήφθηκαν. Ἴσως γιατί δὲν εἶχε συμπεριληφθεῖ στοὺς κώδικες.

    Παρά τὴν ταπεινοφροσύνη μου, λοιπόν, δὲν μοῦ ἀπέμεινε παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὴν ὡραία μου αὐτὴ ἀνακάλυψη»⁴⁰.

    Πρόκειται πράγματι γιὰ μία «ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία ὀφείλουμε ὅλοι νὰ λάβουμε σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν: Πῶς περνοῦσε τὴ ζωή της μία γυναίκα ὡς σύζυγος τοῦ ἥρωα ποὺ ἀπετέλεσε ἐνσάρκωση τῆς ἀμφίσημης καὶ ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας, ποὺ ὑπέβαλλε τοὺς πάντες σὲ δοκιμασία – ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν θεὸ τῶν Δελφῶν – μέσω τῆς καταρριπτικῆς διαλεκτικῆς μεθόδου στοχεύοντας στὸ ἀληθές, ποὺ ζοῦσε καθημερινῶς ἐκτὸς οἰκίας φροντίζοντας τοὺς ἄλλους καὶ ποὺ παρέμενε ἀτάραχος ἀπέναντι σὲ ὁποιοδήποτε γεγονός, ἀπὸ τὸ ἁπλούστερο μέχρι καὶ τὸ πλέον σημαντικό, καί, τελικῶς, ἀπὸ τὴν ἀδικία μέχρι καὶ τὸν θάνατο;

    Σημειώσεις

    33. J. PATOČKA, Socrate, σσ. 235 κ. ἑξ.
    34. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 31 b-c.
    35. Gnomologium Vaticanum, 743, σημ. 573 = GIANNANTONI, Socrate, σ. 421.
    36. ΑΙΛΙΑΝΟΥ, Ποικίλη Ἱστορία, IX, 7.
    37. J.G. HAMANN, Memorabili di Socrate, Milano, Rusconi Libri, 1999, σσ. 101-103.
    38. F. NIETZSCHE, Ἀνθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο, OFN, IV 2, σσ. 237 κ. ἑξ.
    39. Αὐτόθι, Γενεαλογία τῆς Ἠθικῆς, VI 2, σσ. 309 κ. ἑξ.
    40. A. PRANZINI, Santippe, Milano, Mondadori, 1914 (1954).

    ΤΕΛΟΣ 

    ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026 - π. Νικόλαος Λουδοβίκος: «Η εντός ημών Βασιλεία»


    Με συνεχώς αυξανόμενο πνευματικό ενδιαφέρον, πολλοί είναι οι πιστοί που συμμετέχουν στις ενοριακές εορταστικές εκδηλώσεις «ΔΗΜΗΤΡΙΑ 2026», οι οποίες πραγματοποιούνται στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου, Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής.

     Το απόγευμα, μετά τους Παρακλητικούς Κανόνες των Αγίων, Βασιλείου του Μεγάλου και Δημητρίου του Μυροβλύτου, και ώρα 7.00, πραγματοποιήθηκε ομιλία του Αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Νικολάου του Λουδοβίκου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με θέμα: «Η εντός ημών Βασιλεία». 
    Ο π. Νικόλαος, στην εμπνευσμένη ομιλία του, αφού περιέγραψε την κατάσταση της σημερινής εποχής, θέλοντας να αφυπνίσει το ακροατήριο, έθεσε το εξής ερώτημα: «Μήπως χάνουμε κάποια Βασιλεία, και αυτή η Βασιλεία είναι του Θεού;» και πρόσθεσε: «Ο Άγιος Πορφύριος μου είχε πει κάποτε: “Έχεις καταλάβει ότι είμαστε στη Βασιλεία του Θεού, τώρα;”». 
    Παρόλο που οι Άγιοι είχαν προορατικά χαρίσματα και μπορούσαν να βλέπουν χρόνια μετά τι θα γίνει, και γνώριζαν τις καταστροφές που θα επέλθουν, ήταν πάντοτε χαρούμενοι, κι αυτό γιατί ζούσαν διαρκώς στη Βασιλεία του Θεού. 
    Στη συνέχεια, παρέθεσε, μέσα από το Ευαγγέλιο, χωρία στα οποία οι Απόστολοι αναφέρουν τη Βασιλεία του Θεού, και το ποιοι άνθρωποι μπορούν να τη ζουν. Μεταξύ άλλων, ανέφερε : «“Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν” άρα γιατί φοβόμαστε για τα προβλήματα; Διότι “Εἰ ὁ Θεὸς μεθ' ἡμῶν, οὐδεὶς καθ' ἡμῶν”».
     Και προχώρησε λέγοντας: «Ο Θεός σου έδωσε την παγκυριαρχία, δεν θα σου χαρίσει και όλα τα άλλα; Ρώτησαν τον Αββά Βαρσανούφιο: “Τι κάνεις 40 χρόνια μέσα στον τάφο;” και απάντησε: “Συγκυβερνώ μετά του Θεού τον κόσμο”. Αυτό καλούμαστε να κάνουμε και εμείς». 
    Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ο π. Νικόλαος επανήλθε στο πρώτο ερώτημα και πρόσθεσε: «Μήπως η Βασιλεία του Θεού ενεργείται ήδη εν δυνάμει; Και εμείς προτιμούμε 100 άλλα πράγματα εκτός από αυτό; 
    Μήπως εμείς δεν προτιμούμε και πολύ τον Χριστό, γιατί μας παίρνει τον ναρκισσισμό;» Και αναφερόμενος στον Άγιο Σιλουανό, είπε: «Θέλεις να σου αποκαλυφθεί ο Χριστός; Τότε στάσου μπροστά Του και ζήτησέ το Του. Και πες Του ότι κάνεις ό,τι θέλει. Και θα σου αποκαλυφθεί. Και θα εξαλειφθεί κάθε ίχνος ναρκισσισμού, γιατί θα ζεις τον έρωτα με τον Χριστό, και θα είσαι χαμογελαστός σαν τους Αγίους αιωνίως». 
    Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο π. Νικόλαος κατέληξε: «Γιατί να μπει ο Θεός στον κόσμο, με την ενσάρκωσή του; Για έναν μόνο λόγο, για να μπει η θεία ζωή στα καθ’ ημάς. Και με τα μυστήρια και την προαίρεσή μας, χωρίς να το καταλάβουμε, μπαίνει αυτή η συγκίνηση του Θεού μέσα μας, και αρχίζει ο Θεός να περιπατεί μέσα στον άνθρωπο. Τότε αρχίζουμε να έχουμε εκκλησιαστική ταυτότητα. Τότε καταλαβαίνουμε τι είναι Εκκλησία».

    Ανώνυμος είπε...

    Ζακ Λακάν: «Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις σε κάποιον που δεν το θέλει». Πόσο ταιριάζει αυτή η ρήση στον π. Λουδοβίκο!!!; Δεν περιγράφει τέλεια τη δημόσια παρουσία του και τη σχέση του με το ακροατήριό του;