Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (3)

   Συνέχεια από: Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ.

Τού Claudio Ciancio.

 2. Αμφιθυμία τής ατομικότητος(συνέχεια)

  Η αμφιθυμία τής ατομικότητος λύνεται στο τέλος στην μονοσήμαντη άρνηση τού Είναι της: είτε υπολογίζεται στην ιδιαιτερότητά της είτε τοποθετείται στο Απόλυτο, η πεπερασμένη ατομικότης δεν είναι, διότι στην πρώτη περίπτωση χωρίζει από το μοναδικό και αληθινό είναι, το Απόλυτο, ενώ στην δεύτερη διαλύεται σ’αυτό. Η διπλή προοπτική από την οποία μπορούμε να υπολογίσουμε το πεπερασμένο δεν αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα οντολογικά. Μάλιστα δε δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα, καθότι στο επίπεδο του ιδεατού, το πεπερασμένο δεν είναι πλέον πεπερασμένο, ενώ στο επίπεδο της πραγματικότητος αυτό δεν υπάρχει πλέον. Γι’αυτό ο Σέλλινγκ μπορεί να δηλώσει ότι η “αιώνια ζωή και εκείνη η χρονική κάθε πράγματος είναι μόνον μία και η αυτή ζωή. Η δημιουργία τού πεπερασμένου δεν είναι λοιπόν μία οντολογική αύξηση. Η σημασία του είναι τού εργαλείου τής αποκαλύψεως τού Απολύτου. “Τα πράγματα υπάρχουν μόνον καθόσον το αιώνιο υπάρχει σ’αυτά σαν η δική του αυτοαποκάλυψη”!

          Για το νόημα και για την γένεση τής πεπερασμένης πραγματικότητος ο Σέλινγκ ασχολείται κυρίως στην "Φιλοσοφία και θρησκεία". Σ’αυτό το έργο εισάγει το θέμα τής (αιωνίου) πτώσεως τού αντικειμενοποιημένου Απολύτου (Το οποίο ακριβώς επειδή απόλυτο είναι ελεύθερο) σαν αρχή τού πεπερασμένου κόσμου και ενώ υπογραμμίζει το αβάσιμο και αστήρικτο, καθότι καταγωγική πράξη, χωρίς διαμεσολάβηση, αναγνωρίζει τήν σημασία του στο γεγονός ότι γίνεται όργανο τής πλήρους αποκαλύψεως του Θεού. Σχετίζεται μ’αυτό το θέμα η επανεμφάνιση τής φιγούρας τής πνευματικής ατομικότητος, η οποία λαμβάνει χαρακτηριστικά ανάλογα εκείνων των άλλων πεπερασμένων όντων. Απ’αρχής το πέρασμα στην εμπειρική περατότητα, το οποίο στην φιλοσοφία και θρησκεία ορίζεται σαν πτώση, έχει τον φορέα του στην Εγωϊκότητα: “Το υπέρτατο και πιο γενικό σημείο τού περάσματος από την απόλυτη ιδεατότητα στην πραγματικότητα, είναι  η σχετική ενότης τού ιδεατού και τού πραγματικού, η σχετική εγωϊκότης. Αλλά αυτή είναι πάντοτε η πράξη της”. Αυτή η γρήγορη σημείωση βρίσκει την εξήγησή της στην φιλοσοφία και θρησκεία, όπου η αντικειμενοποίηση τού Απολύτου, η οποία τιθέμενη σαν ανεξάρτητη από αυτό παράγει έναν φαινομενικό κόσμο (ακριβώς επειδή χωρισμένος από το Είναι) ταυτίζεται (τουλάχιστον καθόσον γίνεται δημιουργός του πεπερασμένου) με την ψυχή. Η ψυχή με την σειρά της είναι ταυτισμένη με την νόηση και με την εγωϊκότητα, εννοημένες σαν την πρωτογενή ενότητα, την ιδέα, στην εμφάνισή της  σ’εκείνον τον φαινομενικό κόσμο, τον οποίο αυτή η ίδια, στον διαχωρισμό της, παράγει. Η ψυχή σαν εγωϊκότης, δηλαδή όχι μόνον σαν περατότης αλλά σαν αρχή κάθε περατότητος, αντιπροσωπεύει “το σημείο τής μέγιστης απομάκρυνσης από τον Θεό”, αλλά από το άλλο μέρος είναι με την σειρά της, η στιγμή τής επιστροφής στο Απόλυτο. Και πράγματι η ψυχή γνωρίζοντας την πτώση της, προσπαθεί να είναι σ’αυτή της την πτώση ένα άλλο απόλυτο, και επομένως να δημιουργήσει κάτι απόλυτο, και να συλλάβει κατόπιν, μέσω των επιστημών, της τέχνης και της ηθικής πράξης, τον πρωταρχικό κόσμο στον χρονικό. Τώρα λοιπόν, η κίνηση τής απομάκρυνσης από τον Θεό και η επιστροφή τής ψυχής σ’αυτό είναι αντιστοίχως μία κίνηση εξατομίκευσης και αρνήσεως τής ατομικότητος, “εάν το πλέξιμο (το σύμπλεγμα της ψυχής με το σώμα-αυτό που λένε οι θεολογούντες σήμερα σύνθεση ψυχής και σώματος, η οποία αποτελεί την ψυχολογία, την ειδικότητα που είναι εις τύπον και τόπον ψυχής, από την στιγμή που εγκατελείφθη η ψυχή διότι φορέας του Νου, του Θείου στοιχείου μέσα στον άνθρωπο), της ψυχής με το σώμα-το οποίο ονομάζεται συγκεκριμένα ατομικότης-είναι η συνέπεια μίας αρνήσεως μέσα στην ψυχή την ίδια και είναι μία τιμωρία, τότε η ψυχή αναγκαίως θα είναι αιώνια, δηλαδή αληθινώς αθάνατη, στο μέτρο στο οποίο έχει ελευθερωθεί από εκείνη τήν άρνηση”. Η ατομικότης είναι λοιπόν η απλή αρνητική στιγμή της ψυχής και η επιστροφή της στην υπερχρονική κατάσταση απαιτεί την εγκατάλειψη. Η αθανασία της ψυχής υπολογίζεται λοιπόν σαν εκμηδένιση της πεπερασμένης της ατομικότητος η οποία υπεισέρχεται σαν τιμωρία της αμαρτίας της πτώσεως.

          Με αυτό ο Σέλλινγκ δεν σκέπτεται μία απλή και καθαρή διάλυση τών ψυχών στην ταυτότητα του Απολύτου! “Ο υπέρτατος σκοπός όλων των πνευμάτων δεν είναι να παύουν απολύτως να είναι ο εαυτός τους, αλλά αυτό, να είναι στον εαυτό τους (εις εαυτόν) σημαίνει να πάψουν να είναι άρνηση και να μεταμορφωθούν στο αντίθετο”. Έτσι λοιπόν, όπως ήδη για όλα τα πράγματα, έτσι και για τις ψυχές, από την στιγμή που τους χρεώθηκε μία σημασία απολύτως αρνητική στην πεπερασμένη ατομικότητα, σ’αυτή δεν μένει τίποτε άλλο θετικό παρά να είναι τόπος της φανέρωσης του Απολύτου. Βεβαίως υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στις ψυχές και στα άλλα πράγματα, αλλά αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι, ενώ όλα τα πλάσματα τείνουν να βεβαιώσουν την ατομικότητά τους, η ψυχή είναι ακριβώς “αυτό μέσω του οποίου ο άνθρωπος υψώνεται υπεράνω της ατομικότητος του, μέσω της οποίας γίνεται ικανός να αφήσει τον εαυτό του”. Η ψυχή λοιπόν είναι ταυτοχρόνως, περισσότερο και λιγότερο ατομικίζουσα από τα άλλα πεπερασμένα πράγματα: εάν πράγματι από την μία είναι η καταγωγή τής διαδικασίας τής εξατομικεύσεως, από την άλλη αντιπροσωπεύει το σημείο στροφής και επιστροφής, κάτι που συμβαίνει μέσω τής γνώσεως, τής ηθικής και τής τέχνης, οδούς για τις οποίες αυτή απογυμνώνεται από την προσκόλλησή της στο ατομικό για να υψωθεί στο καθολικό.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Νόσος καὶ θεραπεία στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου

Πῶς ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται ἡ Ἐκκλησία, τὴ νόσο καὶ τὴ θεραπεία, ἂν καὶ ὄχι μὲ σχήματα καὶ ἔννοιες ἰδεοκρατικές, φυσιοκρατικὲς ἢ ψυχολογικο – χρηστικές; Στὴν προσπάθεια νὰ δώσουμε κάποια ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτό, ἂς δανεισθοῦμε ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία τὶς ἀκόλουθες θεμελιώδεις ἀρχές:
1. Ἡ νόσος, ἡ κάθε μορφῆς νόσος, ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀρρώστια συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση.[ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ;] Δὲν εἶναι «φυσικό», συνεπῶς, νὰ ἀρρωσταίνει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἀφύσικο, «παρὰ φύσιν». Αὐτό, ἐκ πρώτης ὄψεως, φαίνεται νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θέση ποὺ ὀνομάσαμε φυσιοκρατικὴ ἢ ἰδεοκρατική: θεραπεία καὶ ἴαση στὴν περίπτωση αὐτὴ φαίνεται νὰ σημαίνουν συμμόρφωση πρὸς τὴ φύση. Ἐν τούτοις, ὁρισμένες διευκρινίσεις μᾶς φέρουν μακριὰ ἀπὸ κάθε φυσιοκρατικὴ ἀντίληψη. Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου καθαυτή, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ μηδέν, εἶναι τρεπτή, δηλαδὴ ρέπει πρὸς τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, καὶ συνεπῶς πρὸς τὴν ἀρρώστια. Ἀλλὰ ἡ ἴδια φύση μπορεῖ ἐπίσης νὰ ὑπερβεῖ τὴ ροπὴ αὐτή, ὄχι μὲ δυνάμεις ἐγγενεῖς σ’ αὐτήν, ἀλλὰ ἂν ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο Θεό.[ ΥΠΟΥΛΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ. ΜΕ ΠΟΙΟΝ ΑΙΩΝΙΟ ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΤΟ ΘΕΟ ΚΑΥΜΕΝΕ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΑΛΛΑ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΗΝ ΕΧΑΣΕ ΟΤΑΝ ΛΕΜΕ ΟΤΙ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΟΝΟΗ ΖΩΗΣ ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ; ΕΙΝΑΙ ΣΩΜΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;]  Ἡ ὑπέρβαση αὐτὴ τῆς ἐγγενοῦς στὴν ἀνθρώπινη φύση τρεπτότητας καὶ φθορᾶς ἔχει δοθεῖ στὸν ἄνθρωπο ὡς «λόγος», ὡς τελικὸς προορισμός, τοῦ ὁποίου ἡ πραγμάτωση ἀνατέθηκε στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου: ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὡς ἐλεύθερο πρόσωπο κλήθηκε νὰ κατευθύνει τὴ φύση εἴτε πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της, εἴτε πρὸς τὸ πέραν τοῦ ἑαυτοῦ της, τὸ Θεό. Ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τοῦ Ἀδάμ, ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο (τροπὴ τῆς φύσεως πρὸς τὸν ἑαυτό της), καὶ ἔτσι ἡ νόσος ἀπὸ δυνατότητα φυσική, ἔγινε πραγματικότητα φυσική. Δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ μὴ νοσεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση· ἡ νόσος ἔγινε φαινόμενο «φυσικό», ὄχι ὅμως γιατί αὐτὸ ἦταν ἀναπόφευκτο, ἀλλὰ γιατί ἐκεῖ ὁδήγησε τὰ πράγματα ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς θέσεως γιὰ τὴ θεραπεία θὰ φανοῦν ἐλπίζουμε πιὸ κάτω.[ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΘΕΟΦΟΒΕ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΗΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ;ΤΟ ΚΑΚΟ ΦΩΛΙΑΖΕ ΣΑΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ; ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ;]
2. Ὅπως ἡ ἁμαρτία ἔτσι καὶ ἡ νόσος ἔχουν πιὰ καταστεῖ γενικὴ καὶ παγκόσμια πραγματικότητα, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἄρει ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι σ’ αὐτὴν ὀφείλεται ἡ ἐμφάνιση καὶ ἑδραίωσή της.[Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ; Καὶ τοῦτο γιατί μὲ τὸ θάνατο, ποὺ μπῆκε στὴν ὕπαρξη, καὶ ἀπὸ ἁπλὴ φυσικὴ δυνατότητα ἔγινε καὶ αὐτὸς φυσικὴ πραγματικότητα, κατατμήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση, καὶ δὲν φέρεται στὸ σύνολό της, στὴν καθολικότητά της, ἀπὸ κάθε πρόσωπο. Ἔτσι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἑνὸς ἀνθρώπου δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ σύνολό της: νοσοῦν καὶ πεθαίνουν, συνεπῶς, ὄχι μόνον οἱ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι.[ΑΘΛΙΕ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗΣ ΣΥΚΙΑΣ]
3. Ἡ τελικὴ καὶ ἀληθινὴ θεραπεία ὡς πλήρης ἐξάλειψη τῆς νόσου εἶναι ἀδύνατη καὶ ἀκατόρθωτη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Ἡ φθορὰ καὶ ἡ θνητότητα κληροδοτοῦνται βιολογικὰ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, καὶ μαζί τους ἡ νόσος. Γιὰ νὰ σπάσει αὐτὸς ὁ φαῦλος κύκλος, πιστεύουμε στὴ θεολογία, χρειάζεται ἔξωθεν ἐπέμβαση, μία ἐπέμβαση, ποὺ πραγματοποιεῖται γιὰ μᾶς στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἡ ἕνωση τῆς ἀνθρώπινης μὲ τὴ θεία φύση, ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν κλήση καὶ τὸν προορισμὸ τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, πραγματοποιεῖται χωρὶς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ βιολογικὴ γέννηση, ποὺ διαιωνίζει τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο, πράγμα ἀδύνατο γιὰ κάθε μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὰ ὑγιὴς ἄνθρωπος, ὄχι γιατί εἶναι καὶ Θεὸς —στὸ Θεὸ δὲν ἔχουν ἐφαρμογὴ οἱ ἔννοιες τοῦ ὑγιοῦς ἢ τοῦ ἀσθενοῦς— ἀλλὰ διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση Του, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν κληρονομημένη φθαρτότητα καὶ διαρκῶς ἑνωμένη ἑκούσια καὶ ἐλεύθερα, χάρη στὴν ὑποστατικὴ —δηλαδὴ τὴν προσωπικὴ ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ὑπερβαίνει τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΥΙΟΥ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ;]. Καμιὰ θεραπεία, συνεπῶς, ὡς ἀληθινὴ καὶ ριζικὴ ἐξάλειψη τῆς νόσου δὲν εἶναι νοητὴ ἐκτὸς Χριστοῦ. Ἡ θεραπεία εἶναι δυνατὴ μόνο ὡς ἐνσωμάτωση στὸ Χριστό, τὸν μόνο ἀληθινὰ ὑγιῆ ἄνθρωπο. Δὲν εἶναι χωρὶς σημασία τὸ ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸ Μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἔχει τόσο κεντρικὴ σημασία γιὰ τὴ θεραπεία, καὶ δὲν ἀρκεῖ ποτὲ ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ κανείς.[Η ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ; Ο Μ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΔΙΔΑΞΕ ΤΟΝ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟ; ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΡΣΕΝΙΟ; ΦΕΥΓΕ ΞΚΑΙ ΣΩΖΟΥ. ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΟΡΘΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ; ΕΝΝΟΕΙΣ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣς ΤΙ ΖΗΤΟΥΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ; ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΟΤΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ; Η ΨΥΧΗ ΛΕΕΙ Ο ΝΥΣΣΗΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΕΠΤΥΝΣΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ. ΔΕΝ ΕΜΕΙΝΕ ΤΙΠΟΤΕ ΟΡΘΙΟ.]
4. Παρὰ ταῦτα ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία παραμένει κλειδὶ γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τόσο τῆς ἔννοιας τῆς νόσου ὅσο καὶ τῆς θεραπείας. Ἀφοῦ ἡ νόσος πέρασε στὴν ὕπαρξη μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ θεραπεία καὶ ἴαση δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ περάσει ἀπὸ τὴν ἴδια πύλη. Τὸ μυστικὸ αὐτὸ τὸ γνώριζαν πολὺ καλὰ οἱ ἀσκητικοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι’ αὐτὸ ἔδωσαν τόση βαρύτητα στὴν ἄσκηση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, ὡς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὰ πάθη. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἰδιαίτερα σημαντικὰ εἶναι ὅσα μᾶς προσφέρει ὁ ἅγιος Μάξιμος.[ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟΝ ΘΕΛΗΜΑ ΓΕΡΩΝ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η ΠΛΑΝΗ; ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ; Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ;]]

Θεραπευτικὰ ἀξιώματα τοῦ ἁγίου Μαξίμου[ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ Ο ΑΓΙΟΣ;[

Ἡ πεμπτουσία τῆς νοσηρότητας γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο βρίσκεται στὴ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία δὲν εἶναι ἁπλὰ ἕνα πάθος: εἶναι ἡ γενεσιουργὸς αἰτία ὅλων τῶν παθῶν: «θέλεις νὰ ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὰ πάθη, ἀποτίναξε τὴ μητέρα τῶν παθῶν, τὴ φιλαυτία» (κεφ. ἀγαπ. II, I). Ὅπως ἀναλύει ὁ Φώτιος πιστὰ τὴ σκέψη τοῦ Μαξίμου (Βιβλιοθ. κώδ. 192 – Ρ. G. 103, 637 ἐξ. ), ἡ φιλαυτία, ποὺ ἀντικατέστησε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό, γέννησε τὴν ἡδονή, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἡδονὴ ἦταν ἀνάμικτη μὲ τὴν ὀδύνη, ἐνεπλάκη ὁ ἄνθρωπος σὲ μία ἀτέρμονα καὶ ἀπέλπιδα προσπάθεια νὰ κρατήσει τὴν ἡδονὴ καὶ νὰ ἀποβάλει τὴν ὀδύνη. Ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη αὐτὴ προσπάθεια γεννήθηκε ὁ «ὄχλος τῶν παθῶν». Καὶ ἐπεξηγεῖ ὁ Φώτιος τὴ σκέψη τοῦ Μαξίμου: «Οἷον, εἰ μὲν τῆς ἐν φιλαυτίᾳ ἡδονῆς ἀποποιούμεθα, γεννῶμεν τὴν γαστριμαργίαν, τὴν ὑπερηφανίαν, τὴν φιλαργυρίαν, καὶ ὅσα τὸν τυχόντα τρόπον πορίζει ἡδονήν· εἰ δὲ τὴν ἐν φιλαυτίᾳ φεύγομεν ὀδύνην, γεννῶμεν: τὸν θυμόν, τὸν φθόνον, τὸ μῖσος, τὴν ἀπόγνωσιν καὶ ὅσα ἄλλα τῆς ἡδυνούσης ἐστέρηται διαθέσεως. Ἐκ δὲ τοῖς ἀμφοῖν μίξεως τίκτεται ἡ ὑπόκρισις, ἡ κολακεία, ὁ δόλος, καὶ ἁπλῶς ὅσα ἄλλα μοχθηρὰ εἴδη τῆς μικτῆς ἐστι πανουργίας ἐπινοήματα».
Μὲ ἄλλα λόγια ἂν ἀποποιηθοῦμε τὴν ἡδονή, διατηρώντας ὅμως τὴ φιλαυτία, προκαλοῦμε τὴ γαστριμαργία, τὴν ὑπερηφάνια, τὴ φιλαργυρία καὶ ὅλα ὅσα κατὰ ὁποιονδήποτε τρόπο παρέχουν ἡδονή, ἂν δὲ ἀποποιηθοῦμε καὶ ἀποφύγουμε τὴν ὀδύνη, πάλι διατηρώντας τὴ φιλαυτία, προξενοῦμε τὸ θυμό, τὸ φθόνο, τὸ μίσος, τὴν ἀπόγνωση καὶ ὅλα ὅσα ἐμπεριέχουν στέρηση τῆς ἡδονῆς. Ἂν πάλι ἀναμείξουμε καὶ τὰ δύο καὶ τὰ ἀποφύγουμε (δηλ. τόσο τὴν ἡδονὴ ὅσο καὶ τὴν ὀδύνη) —διατηρώντας πάντοτε τὴ φιλαυτία – πέφτουμε στὴν ὑποκρισία, τὴ κολακεία, τὸ δόλο κ. λπ. Τὰ συμπεράσματα εἶναι σημαντικά.
α. Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν πάλη ἀπ’ εὐθείας κατὰ τῶν συγκεκριμένων παθῶν. Ἀντίθετα, ὅπως εἴδαμε στὸ χωρίο, ποὺ μόλις διάβασα, ἐπειδὴ τὸ ὅλο πρόβλημα τῆς ψυχικῆς ἀρρώστιας γεννᾶται ἀπὸ τὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς — σὲ συνδυασμὸ πάντοτε μὲ τὴ φιλαυτία— ὅσο περισσότερη στέρηση προκαλοῦμε τόσο πιὸ πολλὰ πάθη γεννοῦμε. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι γιὰ νὰ θεραπευθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, πρέπει νὰ ἐπιτρέπουμε τὰ πάθη νὰ ὑπάρχουν καὶ νὰ λειτουργοῦν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀλλὰ σημαίνει ὅτι ἐφ’ ὅσον χρόνο διαρκεῖ ἡ φιλαυτία, ἡ ἐκκοπὴ τῶν συγκεκριμένων παθῶν εἶναι ὄχι μόνο ἀνέφικτη, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιτευχθεῖ, ἐπικίνδυνη, γιατί μὲ τὴ στέρηση τῆς ἡδονῆς, τὴν ὁποία συνεπάγεται, γεννᾶ ἄλλα πάθη. Ἔτσι συμβαίνει συχνὰ ὅσοι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ σαρκικὰ πάθη νὰ ἀναπτύσσουν τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας ἢ τῆς ὑπερηφανίας κ.λπ. Δὲν πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ θεραπεία ὅταν ἐξαλείφονται συγκεκριμένα πάθη. Ἡ μόνη θεραπεία βρίσκεται στὴν ἐξάλειψη τῆς φιλαυτίας, ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων αὐτῶν τῶν παθῶν.[ΦΥΣΕΙ ΟΡΕΓΕΤΑΙ ΤΟΥ ΕΙΔΕΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ.. ΕΝΝΟΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΑΝ ΦΥΣΗ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΗΛΟΣ ΜΑΚΑΡΙΕ]
β. Ἐπειδὴ ἡ ὀδύνη ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς ἡδονῆς στὴ μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ ἐσφαλμένη ἀντίληψη περὶ ἀσθενείας, αὐτὴ ποὺ ὀνομάσαμε πιὸ πάνω χρηστικὴ – ἀναλγητικὴ προσέγγιση, καὶ ποὺ φαίνεται νὰ ἐπικρατεῖ στὴ σύγχρονη φιλοσοφία τῆς ἰατρικῆς. Ἡ ὀδύνη δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴν ἀπάλειψή της, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀποδοχή της. Ἡ θεραπεία ἔρχεται μὲ τὴν πρόσκληση τῆς ὀδύνης καὶ τὴν ἐμπειρία της. Συμβαίνει βέβαια πολλὲς φορὲς ἡ ὀδύνη νὰ εἶναι δυσβάσταχτη, καὶ ἡ ἐμπειρία της ἐξοντωτική. Γι’ αὐτὸ κάθε θεραπευτικὴ ἀγωγὴ θὰ πρέπει νὰ προσαρμόζεται στὴν ἀνθεκτικότητα τοῦ ἀσθενοῦς (=οἰκονομία). Ἀλλὰ μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὸν ἀσθενῆ θεραπευθέντα, ἐπειδὴ ψυχολογικὰ «ἀναπαύεται» ἢ δὲν ὑποφέρει. Ἡ τραγικότητα τῆς ὑπάρξεως βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, καὶ καμία θεραπεία δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμψει τὸ Σταυρό. Πολλὲς φορὲς ξεχνοῦμε ὅτι ἡ ἡδονὴ δὲν εἶναι μόνο σαρκικὴ ἀλλὰ καὶ ψυχολογική. Ἀποσπώντας τὴν ὀδύνη ἀπὸ τὴ θεραπεία προσφέρουμε τὴν ἡδονή, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ φυγὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἀληθινὴ θεραπεία.
γ. Ἡ σωστὴ θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη προϋποθέτει, κατὰ τὸν Μάξιμο, τρεῖς βασικὲς διακρίσεις. Τὶς περιγράφει στὸ ἑξῆς χωρίο ἀπὸ τὰ κεφάλαια περὶ ἀγάπης: «Οὐ πρὸς τὰ πράγματα ὁ νοῦς πολεμεῖ τοῦ θεοφιλοῦς, οὐδὲ πρὸς τὰ τούτων νοήματα, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη τὰ τοῖς νοήμασι συνεζευγμένα. Οἶον οὐ πρὸς τὴν γυναῖκα πολεμεῖ, οὐδὲ πρὸς τὸν λυπήσαντα, οὐδὲ πρὸς τὰς τούτων φαντασίας, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη, τὰ ταῖς φαντασίαις συνεζευγμένα (3,40). Ἅπας ὁ πόλεμος τοῦ μοναχοῦ πρὸς τοὺς δαίμονας, ἵνα τὰ πάθη τῶν νοημάτων χωρίσῃ. Ἄλλως γὰρ ἀπαθῶς τὰ πράγματα βλέπειν οὐ δύναται (3,41), Ἄλλο ἐστι πρᾶγμα καὶ ἄλλο νόημα καὶ ἄλλο πάθος. Καὶ πρᾶγμα μὲν ἐστίν, οἷον ἀνήρ, γυνή, χρυσὸς καὶ τὰ ἑξῆς. Νόημα δέ, οἷον, μνήμη ψιλὴ τινος τῶν προειρημένων. Πάθος δέ, οἶον, φιλία ἄλογος ἢ μῖσος ἄκριτόν τινος τῶν προειρημένων. Πρὸς οὖν τὸ πάθος ἐστὶ τοῦ μοναχοῦ ἡ μάχη (3,42)».
Θεωροῦμε τὶς διακρίσεις αὐτὲς τοῦ Μαξίμου ἄκρως σημαντικὲς γιὰ τὸ θέμα τῆς θεραπείας. Καὶ πρῶτον, σημαίνουν ὅτι ἀποτελεῖ λανθασμένη μέθοδο ἡ πάλη ἐναντίον τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὄντων καθαυτά, ἐπειδὴ προκαλοῦν πειρασμοὺς καὶ δυσκολίες. Τὸ νὰ λέγει αὐτὸ ἕνας μοναχός, ὅπως ὁ Μάξιμος, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπὸ τὰ «πράγματα» καὶ πῆρε τὶς ἀποστάσεις του ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ φυγὴ ἀπὸ τὰ πράγματα δὲν ἀποτελεῖ λύση, οὔτε ἡ παραμονὴ στὰ πράγματα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅσους ζοῦν ὅταν κόσμο, ἀποτελεῖ αἰτία ἀσθένειας. Τὸ νὰ εἰσηγηθοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὸ διαζύγιο σὲ κάποιον, ποὺ ὑποφέρει ψυχικὰ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ συντρόφου του, δὲν ἀποτελεῖ θεραπεία του. Μπορεῖ τὸ διαζύγιο νὰ ἄρει πρὸς καιρὸ τὴν ὀδύνη τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα παραμένει στὸ ἀκέραιο. Ἔτσι πρέπει νὰ θεωρηθεῖ λανθασμένη καὶ ἡ τρέχουσα ἀντίληψη ὅτι ὁ μοναχὸς φεύγει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ «θεραπευθεῖ» ἀπὸ τὰ πάθη ἀποφεύγοντας τοὺς πειρασμούς. Ὁλόκληρη ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τονίζει ὅτι οἱ πειρασμοὶ γίνονται πιὸ δυνατοί, ὅταν φύγει κανεὶς ἀπὸ τὰ «πράγματα» ποὺ τοὺς προκαλοῦν, γιατί μένουν τὰ «νοήματα» τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποία πειράζουν τὸν ἄνθρωπο.
Τὸ ἴδιο ὅμως ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ «νοήματα» τῶν πραγμάτων. Ἡ μνήμη καὶ ἡ ἀναπαράσταση τῶν ὄντων δὲν εἶναι αὐτὴ καθαυτὴν ἀπορριπτέα. Πολλοί, ἀντίθετα μὲ ὅσα γράφει ὁ Μάξιμος, μάχονται τὴν τέχνη, τὸν πολιτισμὸ καὶ ὅ,τι ἄλλο συνεπάγεται λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, γιὰ χάρη τῆς ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τὰ πάθη. Πρόκειται γιὰ μία Ὠριγενικὴ καὶ Εὐαγριανὴ πνευματικότητα, τὴν ὁποία ἀσφαλῶς ἔχει στὸ νοῦ του καὶ καταπολεμᾶ ὁ Μάξιμος, γιατί τέτοιες ἰδέες ἦσαν τότε —καί, φοβοῦμαι, ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι— διαδεδομένες μεταξὺ τῶν μοναχῶν. Οὔτε πρὸς τὰ πράγματα, οὔτε πρὸς τὰ νοήματά τους εἶναι ἡ πάλη τῶν μοναχῶν, τονίζει ὁ Μάξιμος, ἀλλὰ πρὸς τὰ πάθη, ποὺ εἶναι «συνεζευγμένα» σ’ αὐτά. Μία σωστὴ θεραπεία ἐπιβάλλει αὐτὲς τὶς διακρίσεις. Ἀλλιῶς παράγονται πνευματικὰ ἐκτρώματα, ἄνθρωποι ψυχικὰ ἀσθενεῖς, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη θεραπείας περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον.

δ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ γίνει ὁ διαχωρισμὸς τοῦ πάθους ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ νοήματα: Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ Μάξιμος στὴν ἑπόμενη ἀμέσως παράγραφο τῶν ὅσων εἶπε πιὸ πάνω: τὸ ἐμπαθὲς νόημα εἶναι «λογισμὸς σύνθετος ἀπὸ πάθους καὶ νοήματος. Χωρίσωμεν τὸ πάθος ἀπὸ τοῦ νοήματος, καὶ ἀπομένει ὁ λογισμὸς ψιλός. Χωρίζομεν δὲ δι’ ἀγάπης πνευματικῆς καὶ ἐγκρατείας, ἐὰν θέλωμεν». Ὁ χωρισμὸς τοῦ πάθους ἀπὸ τὸ νόημα δὲν γίνεται παρὰ μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐγκράτεια (δηλ. τὴν αὐτοκυριαρχία) καὶ τὴν ἐλεύθερη θέληση. Τὰ στοιχεῖα ὅμως αὐτὰ χρειάζονται περισσότερη ἀνάλυση.

Ἡ ἀγάπη ὡς ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία ὡς ἀγάπη

Τόσο ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης ὅσο καὶ ἐκείνη τῆς ἐλευθερίας, ἐνῶ ἀποτελοῦν κλειδιὰ γιὰ τὴ σωστὴ θεραπεία, ὑπόκεινται καὶ αὐτὲς στὴ δική τους παθολογία. Ἔτσι ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι στὴν οὐσία μία μορφὴ ναρκισσισμοῦ», δηλαδὴ ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας μέσα ἀπὸ τὴν μορφή, τὸν καθρέφτη τοῦ ἄλλου. Ὁ ναρκισσισμὸς θεωρεῖται νόσος, ἀλλὰ οἱ μορφὲς του εἶναι τόσο πολλὲς καὶ δυσδιάκριτες ὥστε νὰ μὴ ἀντιμετωπίζεται συνήθως στὴ ρίζα του. Στὴν πραγματικότητα κάθε ἐρωτικὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει στοιχεῖα ναρκισσισμοῦ, αὐτοῦ ποὺ ὀνομάσαμε προηγουμένως στὴ γλώσσα τοῦ Μαξίμου «φιλαυτία». Τὸ «πάθος» τῆς ἐρωτικῆς ἀγάπης συνίσταται στὴν ἀπαίτηση τῆς ἀποκλειστικότητας ποὺ ἐμπεριέχει, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη νὰ οἰκοδομεῖται ἐπάνω σὲ δύο πρόσωπα, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν ἄλλα ὄντα γύρω τους. Ὁ ἔρωτας εἶναι στὸ βάθος μία ἐγωκεντρικὴ μορφὴ ἀγάπης, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ πολλὲς παθολογικὲς καταστάσεις (ἐξάρτηση, ἄγχος ἀποχωρισμοῦ κ.λπ. ).
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἐλευθερία. Ἡ ἐλευθερία ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἄλλο μπορεῖ νὰ σημάνει τὴν πιὸ ὠμὴ μορφὴ φιλαυτίας, μία παθολογικὴ ἀνεξαρτησία ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ κατάθλιψη ἢ καὶ αὐτοκτονία, ὅταν διαπιστώνεται ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς εἶναι ἀπαραίτητοι, ἀλλὰ ὄχι ἐπιθυμητοί. Ἔτσι τὸ πρόβλημα δημιουργεῖται, μὲ ποιὸν τρόπο ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία μποροῦν ὄχι μόνο νὰ μᾶς ἀπελευθερώσουν ἀπὸ τὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκαθαρθοῦν τὰ ἴδια ἀπὸ τὴ δική τους παθολογία. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ θεολογία θὰ μποροῦσε νὰ προσφέρει τὶς ἑξῆς θέσεις:
α. Τὴν ὑπέρβαση τῆς ἀποκλειστικότητας στὴν ἀγάπη. «Ἐὰν τινὰς μὲν μισῇς τινὰς δὲ οὐδὲ ἀγάπης οὐδὲ μιςῇς, ἑτέρους δὲ ἀγαπᾶς, ἀλλὰ συμμέτρως, ἄλλους δὲ σφόδρα ἀγαπᾶς, ἐκ ταύτης τῆς ἀνισότητος γνῶθι ὅτι μακρὰν εἶ τῆς τελείας ἀγάπης, ἥτις ὑποτίθεται πάντα ἄνθρωπον ἐξ ἴσου ἀγαπῆσαι». Ἡ ἀποκλειστικότητα ἀναιρεῖ τὴν ἀγάπη γιατί ὑποκρύπτει κάποια μορφὴ φιλαυτίας. Ἀγαποῦμε τοὺς οἰκείους μας, τὰ παιδιά μας, τοὺς συγγενεῖς μας, τοὺς «ἐρωμένους» κ.λπ., περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, γιατί κάποια ἀνταπόκριση περιμένουμε ἀπ’ αὐτοὺς ἢ γιατί κάποια ἀνάγκη, ψυχολογικὴ ἢ βιολογική μᾶς δένει μαζί τους. Ἡ ἀγάπη τῶν οἰκείων ὑποκρύπτει τὸ πάθος τῆς φιλαυτίας.
β. Τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν. Καμιὰ μορφὴ ἀγάπης δὲν εἶναι πιὸ ἐλεύθερη ἀπὸ αὐτὴν καὶ καμιὰ μορφὴ ἐλευθερίας δὲν ταυτίζεται πιὸ πολὺ μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν. «Εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστι; [. . . ] καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι» (Λουκ. 6, 32). Ἡ ἀγάπη ποὺ προσδοκᾶ ἀνταπόδοση εἶναι «ἁμαρτωλή», παθολογική. Ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν περιμένει ἀνταπόδοση, ἢ καλύτερα, ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ὅσους μᾶς βλάπτουν, εἶναι ἀληθινὰ «χάρις», δηλαδὴ ἐλευθερία. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ «ἐν Χριστῷ» «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν» καὶ ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς εἶναι ἡ μόνη ἐλεύθερη ἀγάπη.
Συμπερασματικά, μόνον ὅταν συμπίπτει ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ἐλευθερία ἔχουμε θεραπεία. Ἀγάπη χωρὶς ἐλευθερία καὶ ἐλευθερία χωρὶς ἀγάπη ἀποτελοῦν παθολογικὲς καταστάσεις, ποὺ χρειάζονται θεραπεία.
Ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ συμπέσουν αὐτὰ τὰ δύο στὴν πράξη; Εἶναι εὔκολο νὰ ἀποφαίνεται κανεὶς γιὰ αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ γίνει ἀλλὰ τί ἔχει νὰ πεῖ ἡ θεολογία γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ ποὺ πρέπει;

Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο

Ἐρχόμαστε τώρα στὸ πιὸ κρίσιμο σημεῖο τῆς ὁμιλίας μας: μὲ ποιὸ τρόπο ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὸν ἄνθρωπο στὴν πράξη;

Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ ἄρουμε μία παρεξήγηση, ποὺ ἐπικρατεῖ εὐρύτατα. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θεραπεύει τόσο μὲ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ὅσο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι σοβαρότατο. Ἀναζητοῦμε ὅλοι κατὰ κανόνα στὴν Ἐκκλησία τὰ μέσα τῆς σωτηρίας ἀλλὰ ἡ σωτηρία βρίσκεται στὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐνσωμάτωσης σ’ αὐτήν. Ἡ διαφορὰ εἶναι πελώρια καὶ ἔχει πρακτικὴ σημασία ὡς πρὸς τὴ θεραπεία.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει πνευματικοὺς καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ποὺ σωστότερα πρέπει νὰ λέγεται τῆς Μετανοίας. Πολλὴ ἔμφαση καὶ σημασία ἔχει ἀποδοθεῖ στὸ στοιχεῖο αὐτὸ ὡς πρὸς τὴ θεραπεία. Ἀναζητεῖται ὁ τέλειος πνευματικός, ἡ τέλεια μέθοδος ἐξομολογήσεως κ.λ.π., καὶ λησμονεῖται ὅτι ὁ πνευματικὸς δὲν θεραπεύει. Μπορεῖ νὰ εἶναι κουρασμένος τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως ἢ νὰ μὴν ἔχει τὶς κατάλληλες γνώσεις —πράγματα συνηθέστατα. Ἡ θεραπεία δὲν θὰ ἐπέλθει τὴν ὥρα τοῦ Μυστηρίου, ἁπλούστατα γιατί τὸ Μυστήριο ἔχει ὡς στόχο τὴν ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μόνον ἐκεῖ, σιγὰ-σιγὰ καὶ μακροπρόθεσμα θὰ ἐπέλθει ἡ θεραπεία. Πῶς θὰ συμβεῖ αὐτό;

Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ θεραπευτήριο, γιατί προσφέρει τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ ἀτόμου σ’ ἐκείνη τοῦ προσώπου. Ποιὰ ἡ διαφορά; Καὶ πῶς συμβαίνει αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία;

Τὸ ἄτομο ἀποτελεῖ ἔννοια ἀριθμητική, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσή του ἀπὸ τὰ ἄλλα ἄτομα· ποὺ εἶναι αὐτὸ γιατί δὲν εἶναι κάτι ἄλλο. Τὸ ἄτομο εἶναι στὸ βάθος ἔννοια ἀρνητική. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄτομο, ψυχολογικὰ αὐτοπεριφράσσεται, «σχίζεται» ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Πρόκειται γιὰ μία παθολογικὴ κατάσταση, ποὺ συνιστᾶ πλῆθος νοσηρῶν φαινομένων, καὶ ἴσως τὴν πηγὴ ὅλων τῶν ἀσθενειῶν, αὐτὸ ποὺ ὁ Μάξιμος ὀνομάζει «φιλαυτία». Τὸ ἄτομο δὲν συνιστᾶ μόνο ἠθικῆς ἤ ψυχολογικῆς φύσεως πρόβλημα, ἀλλὰ ἔχει ὀντολογικὲς διαστάσεις. Συνδέεται μὲ τὸ θάνατο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν τροφοδότης καὶ ταυτόχρονα καταλύτης τοῦ ἄτομου: ὁ θάνατος εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐξαίρει τὴν ἀτομικότητα χωρίζοντάς την ὁριστικὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους (ὁ καθένας πεθαίνει μόνον αὐτός), γιὰ νὰ τὴ διαλύσει τελικὰ στὴν ἀποσύνθεση καὶ τὴν ἀνυπαρξία. Ἡ ἀτομικότητα εἶναι φορέας νόσου ἢ νόσων, ἀκριβῶς γιατί στὸ βάθος της ὑποκρύπτεται ὁ φόβος τοῦ θανάτου, τοῦ ὀντολογικοῦ μηδενισμοῦ —ἂν ἐπιτρέπεται ἡ παράδοξη ὅσο καὶ ἀληθινὴ αὐτὴ ἀντίφαση. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὸ σῶμα. Ἄν, ὅπως ὁ Μάξιμος, συνδέουν τὴν φιλαυτία μὲ τὸ σῶμα, δὲν εἶναι γιατί τὸ σῶμα εἶναι κακό, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζει κατ’ ἐξοχὴν τὸ ὀχυρό τῆς ἀτομικότητας, ἐκεῖ ποὺ φωλιάζει ἡ δυνατότητα τῆς ἀποκοπῆς μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ἐκεῖ ποὺ τελικὰ στοχεύει καὶ ἐπιτυγχάνει ὁ θάνατος. Ἡ ἀτομικότητα εἶναι τὸ πρῶτο παθολογικὸ στάδιο, ποὺ περνάει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχει ἀνάγκη θεραπείας.
Τὸ δεύτερο στάδιο εἶναι ἐκεῖνο τῆς κοινωνίας. Γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀτομικότητα ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ περάσει στὴ σχέση του μὲ τοὺς ἄλλους —μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ ἔστω καὶ ἀρνητική: νὰ θυμώσει, νὰ δείρει ἢ ἀκόμα καὶ νὰ σκοτώσει. Αὐτὸ ποὺ συνήθως λέγεται «ἐκτόνωση», ἀποτελεῖ μορφὴ ὑπερβάσεως τοῦ ἀτομισμοῦ, μορφὴ «θεραπείας» κατὰ τὴν ψυχιατρική. Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου, πρόκειται ὅμως γιὰ μία μορφὴ σχέσεως καὶ κοινωνίας, ποὺ ἐμφανίζεται ὡς θεραπεία, χωρὶς νὰ εἶναι.

Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται πέρα ἀπὸ αὐτήν, στὴν κατάσταση τοῦ προσώπου.

Τί εἶναι τὸ πρόσωπο;


Ἡ Ἐκκλησία δανείζεται τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ἀπὸ τὴν πίστη της στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ πέρνωντάς την ἀπὸ τὴν Χριστολογία καὶ τὴν Πνευματολογία τὴν ἐφαρμόζει στὴν Ἐκκλησία. Στὴν Ἁγία Τριάδα τὸ πρόσωπο εἶναι ἔννοια θετική, σχέση καταφατική, καὶ ὄχι ἀρνητική. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Τριάδος εἶναι διάφορα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὄχι γιατί ἀπομονώνονται καὶ ἀποσχίζονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἀντίθετα γιατί εἶναι ἀναπόσπαστα ἑνωμένα μεταξύ τους. Ἡ ἑνότητα, ὅσο πιὸ ἄρρηκτη εἶναι, τόσο πιὸ πολὺ γεννάει, παράγει ἑτερότητα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξασφαλίζει ὀντολογικὴ πληρότητα καὶ σταθερότητα, ἀπουσία θανάτου καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὁ ἄλλος ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἐχθρός, ἀλλὰ ἡ βεβαίωση τῆς δικῆς μου ταυτότητας καὶ μοναδικότητας: τὸ Σὺ ποὺ μὲ κάνει νὰ εἶμαι Ἐγώ, καὶ χωρὶς τὸ ὁποῖο τὸ Ἐγὼ εἶναι ἀνύπαρκτο καὶ ἀδιανόητο.

Καὶ κάτι ἀκόμα. Στὴν Ἁγία Τριάδα ἡ προσωπικὴ ἑτερότητα καὶ μοναδικότητα δὲν αἰτιολογεῖται ψυχολογικά, ἀλλὰ ὀντολογικά. Οἱ ἰδιότητες ποὺ διακρίνουν τὰ τρία πρόσωπα μεταξύ τους εἶναι μόνο ὀντολογικές: τὸ κάθε Ἕνα εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, καὶ τίποτε παραπάνω. Τὸ πρόσωπο δὲν κρίνεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κατάφαση τῆς ταυτότητάς του ὡς μοναδικοῦ καὶ ἀναντικατάστατου ὄντος. Δὲν εἶναι τὸ πρόσωπο προσωπικότητα, δηλαδὴ συνισταμένη ἰδιοτήτων (ὕψους, κάλλους ἢ ἀσχήμιας, ἀρετῆς ἢ κακίας, εὐφυΐας ἢ βλακείας κ.λ.π.. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο ἀπὸ ἰδιότητες καὶ δὲν κρίνεται ἀπ’ αὐτές).

Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη περὶ προσώπου περνάει στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴ μορφὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε «ἐν Χριστῷ» μὲ τὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δὲν κρίνεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές του —αὐτὸ σημαίνει ἡ συγχώρηση, ποὺ παίρνει στὸ Βάπτισμα καὶ στὴ Μετάνοια— ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι. Ἡ συγχώρηση καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, ὡς μοναδικῆς καὶ ἀνεπανάληπτης ταυτότητος, μὲς τὴν κοινότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεραπευτικῆς. Ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει ὄχι μὲ ὅσα λέγει, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι εἶναι: κοινότητα ἀγάπης, μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν εἶναι συναίσθημα, ὥστε νὰ τὸ ἀναζητήσουμε στὸ ἐσωτερικὸ καὶ τὴ διάθεση τοῦ ἄτομου, ἀλλὰ σχέση, πράγμα ποὺ ἀπαιτεῖ συνύπαρξη καὶ ἀποδοχὴ σὲ μία κοινότητα συγκεκριμένη, κοινότητα ἀγάπης χωρὶς ἀποκλειστικότητα καὶ ὅρους. Ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει μὲ τὸ νὰ εἶναι μία τέτοια κοινότητα, στὴν ὁποία ἐντασσόμενος ὁ ἄνθρωπος ἐθίζεται νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἐλεύθερα, ὅπου κατὰ τὰ λόγια του Ἁγίου Μαξίμου «ἡ τελεία ἀγάπη οὐ συνδιασχίζει τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων φύσιν . . . ἀλλ’ εἰς αὐτὴν ἀεὶ ἀποβλεπομένη πάντας ἀνθρώπους ἐξ ἴσου ἀγαπᾶ . . . Διὸ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν αὐτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ἐνδειξάμενος, ὑπὲρ τῆς ὅλης ἀνθρωπότητος ἔπαθεν. . . » (κεφ. ἀγαπ. I, 72).

Τὸ πρακτικὸ καὶ ἀμείλικτο ἐρώτημα εἶναι ὅμως: εἶναι ἡ Ἐκκλησία κοινότητα ἀγάπης, χῶρος στὸν ὁποῖο περνάει κανεὶς ἀπὸ τὴ «φιλαυτία» στὴ «φιλαδελφία», ἀπὸ τὴν νόσο στὴν ἴαση; Στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ ἀπάντηση εἶναι καταφατική, μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο. Ἄλλως, εἶναι ἕνα φαρμακεῖο, ποὺ προμηθεύει τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀναλγητικά, χωρὶς νὰ τοὺς μεταμορφώνει ἀπὸ ἄτομα σὲ πρόσωπα. Γιατί τὰ πρόσωπα προϋποθέτουν σχέση, καὶ ἡ σχέση κοινότητα. Διαφορετικὰ παραμένουν ἄτομα μεμονωμένα μὲ τὴν «ψευδαίσθηση τῆς ἁγιότητας. Extra eccliasiam nulla salus— ὄχι γιατί ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ μέσα τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ γιατί ἐκεῖ λειτουργεῖ τὸ Τριαδικὸ μυστήριο τῆς ἀλληλοπεριχωρήσεως τῶν προσώπων.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπωλέσει τὴ συνείδηση τῆς κοινότητας, καὶ ἂν κάνει λόγο σήμερα γιὰ θεραπευτήριο μᾶλλον ἐννοεῖ πὼς εἶναι φαρμακεῖο. Παραμένει ὅμως ἀληθινὴ κιβωτὸς σωτηρίας, γιατί διατηρεῖ ἀνόθευτη ὄχι μόνο τὴν πίστη στὸν προσωπικὸ Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸν Χριστὸ τῆς καθολικῆς ἀγάπης, τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ γιατί παραμένει ἡ γνήσια εὐχαριστιακὴ κοινότητα, στὴν ὁποία προσφέρονται οἱ ἀγαπητικὸς ἐκεῖνες σχέσεις, ποὺ μποροῦν νὰ θεραπεύσουν τὸν ἄνθρωπο μεταβάλλοντάς τον ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο. Αὐτὴ τὴν πίστη καὶ αὐτὴ τὴ σύναξη καὶ κοινότητα πρέπει νὰ τὴ διατηρήσουμε γνήσια καὶ ἐνεργό, ἂν θέλουμε νὰ θεωροῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς θεραπευτήριο.

Ἀνατρέχοντας σὲ ὅσα προσπάθησα νὰ πῶ αἰσθάνομαι πὼς πρέπει νὰ ἐπισημάνω τὰ ἀκόλουθα.

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ θεολογία ἡ θεραπεία δὲν εἶναι ὑπόθεση ψυχολογικὴ ἢ ἠθική, ἀλλὰ ὀντολογική. Σκοπὸς τῆς θεραπείας δὲν εἶναι νὰ ἀνακουφίσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς νόσου, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀναγεννήσει μεταφέροντάς τον ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς φιλαυτίας, ὅπου γεννιοῦνται τὰ πάθη, στὸ χῶρο τῆς φιλαδελφίας, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀληθινὴ θεραπεία διὰ τῆς ἀγάπης. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν ἕνα χῶρο στὸν ἄλλον εἶναι ἐπώδυνο, γιατί προϋποθέτει τὸ Σταυρὸ ἢ μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Μαξίμου τὴ βίωση τῆς ὀδύνης, ποὺ συνυπάρχει μὲ τὴν ἡδονή. Εἶναι ἕνα πέρασμα, ποὺ πρέπει νὰ καθοδηγεῖται μὲ προσοχὴ καὶ φιλανθρωπία, «ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῆ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον» (Ἑβρ. 12, 13).

Στὴν προσπάθεια αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ θεολογία διαθέτουν ὄχι τόσο τεχνική, ἢ ἐξειδίκευση, ὅσο τὴν πίστη στὸν προσωπικὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει ἡ πίστη στὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, εἰκόνα καὶ ὁμοίωση Θεοῦ· τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὴν χωρὶς ὅρια καὶ ἀποκλειστικότητα, καὶ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἡ ὁποία πραγματώνει τὴν ἀγάπη αὐτὴ ὡς προσωπικὴ ὕπαρξη καὶ σχέση. Ὁ πόλεμος κατὰ τῶν παθῶν καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦν γιὰ τὴν Ἐκκλησία αὐτοσκοπό. Ἀποβλέπουν στὸ νὰ ἀναδυθεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὸ ὄντως πρόσωπο, νὰ ἐπανενωθεῖ ἡ κατατεμαχισμένη φύση, καὶ νὰ ξαναβρεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴ σωστὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό, μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ μὲ τὴν ὑλικὴ φύση. Ὑγεία γιὰ μᾶς εἶναι ἡ σωστὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς παράγοντες (τὸ Θεό, τοὺς ἄλλους καὶ τὴ φύση), ποὺ ἀποτελοῦν τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος. Ἀσθένεια εἶναι ἡ διαταραχὴ τῆς τριπλῆς αὐτῆς καὶ τρισδιάστατης σχέσεως. Ἴσως αὐτὸ νὰ διαφοροποιεῖ πολὺ τὴ θεολογία ἀπὸ τὴ ψυχιατρικὴ —ἴσως ὄχι, ἐσεῖς θὰ κρίνετε. Ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι βέβαιο εἶναι ὅτι τόσο ἡ Ἐκκλησία ὅσο καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη πρέπει νὰ συμπέσουν στὴ βασικὴ αὐτὴ διαπίστωση, ἂν πρόκειται νὰ ἀναπτυχθεῖ ἕνας διάλογος μεταξύ τους.


ΕΝΑ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΝΟΣΗΡΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΜΙΑ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΡΡΟΗ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΚΗΡΥΞΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΝΤΥΜΕΝΗ ΤΟ ΙΕΡΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.

       Το Άγιο Πνεύμα απο το ένα μέρος, είναι οπωσδήποτε το πνεύμα το οποίο ενεργεί, είναι ενεργό, ανάμεσα στον Χριστό και την Εκκλησία. Αλλά απο το άλλο μέρος Αυτό είναι το Άγιο Πνεύμα που

πέμπεται απο την ενότητα Χριστός Εκκλησία (όπως απο την αιώνια ενότητα τού Πατρός με τον Υιό) 

και επομένως είναι άνοιγμα το οποίο η ένωση αγάπης ανάμεσα στην Νύμφη και τον Νυμφίο δοκιμάζει πρός το νέο, πρός τον Υιό, πρός τον κόσμο τής δημιουργίας, και σήμερα ακριβώς προς τον "εκκοσμικευμένο"  μή-Χριστιανικό κόσμο.

......Στὴν προσπάθεια αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ θεολογία διαθέτουν ὄχι τόσο τεχνική, ἢ ἐξειδίκευση, ὅσο τὴν πίστη στὸν προσωπικὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει ἡ πίστη στὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, εἰκόνα καὶ ὁμοίωση Θεοῦ· τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὴν χωρὶς ὅρια καὶ ἀποκλειστικότητα, καὶ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ἡ ὁποία πραγματώνει τὴν ἀγάπη αὐτὴ ὡς προσωπικὴ ὕπαρξη καὶ σχέση.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ. ΟΠΟΤΕ; ΠΟΙΟΣ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ. ΑΣ ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ. ΣΜΗΝΟΣ ΚΑΡΑΚΑΞΕΣ.
ΤΟ ΑΠΩΓΕΙΟ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ.ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΥΤΗ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΥΠΟΨΙΑ ΟΤΙ Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕΡΝΕΙ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 6 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Συνέχεια από Πέμπτη 17. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 6
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Εισαγωγή. 
Μέρος II (συνέχεια)

Με άλλα λόγια: μολονότι τα έργα του ανθρώπου δεν είναι δικά του έργα και, συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελούν δική του αξιομισθία, εντούτοις πρέπει να πιστεύουμε… «πρέπει να θεωρούμε» ότι με αυτά «αξιώνονται πραγματικά» την ανταμοιβή. Γιατί όμως την αξιώνονται; Αυτό δεν μπορεί να το εξηγήσει η Σύνοδος και αναγκάζεται να απαιτήσει μόνο μια τυφλή πίστη, που δεν στηρίζεται σε τίποτε, επικαλούμενη την εξωτερική της αυθεντία.

Στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα πρέπει να καταλήξουν —και πράγματι καταλήγουν— όλοι οι Καθολικοί θεολόγοι. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Perrone που παραθέσαμε παραπάνω:[38] «Ο Θεός δεν θέλησε η αξιομισθία του Χριστού να μας ωφελεί χωρίς καμία συνέργεια από την πλευρά μας». Ή, αναλυτικότερα και σαφέστερα, τα λόγια του Klee: «Επειδή ο Θεός ευδόκησε να αναγνωρίσει το καλό που άρχισε με τη χάρη Του και ολοκληρώθηκε με τη συνέργεια του ανθρώπου ως έργο του ίδιου του ανθρώπου· επειδή ευδόκησε να του αναγνωρίσει τον χαρακτήρα αξιομισθίας και να αναγνωρίσει την αύξηση της ενεργούσας και μεσιτευτικής χάρης και, τελικά, την αιώνια ζωή ως ανταμοιβή, ανταπόδοση, καρπό και κληρονομία —ενώ η ανταμοιβή παρουσιάζεται ως έργο της δικαιοσύνης και της πιστότητας του Θεού—, γι’ αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί η πραγματικότητα της ανθρώπινης αξιομισθίας».

Έτσι, ούτε ο Klee ούτε ο Perrone, παραμένοντας πιστοί στην οπτική τους, μπορούν με κανέναν τρόπο να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της ανθρώπινης συμμετοχής στη σωτηρία. Η αξιομισθία του Χριστού, ως μέγεθος και ως αξία, επαρκεί υπερβολικά για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ώστε να χρειάζονται επιπλέον κάποιες ανθρώπινες αξιομισθίες, των οποίων μάλιστα ακόμη και η ίδια η δυνατότητα υπόκειται σε σοβαρή αμφισβήτηση. Γιατί, λοιπόν, απαιτούνται αυτές οι αξιομισθίες για τη σωτηρία και γιατί μπορούν να αναγνωριστούν ως αξιομισθίες; «Έτσι ευδόκησε ο Θεός», αναγκάζονται να απαντήσουν οι Καθολικοί μελετητές.

Γιατί όμως ευδόκησε έτσι; Δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτή τη θεία απόφαση; Δεν μπορεί να αποτελεί απλώς μια κενή και αναίτια επιθυμία, κάτι σαν ιδιοτροπία. Για τους Καθολικούς, ωστόσο, το θέλημα του Θεού είναι ακριβώς θέλημα, δηλαδή προσταγή του Κυριάρχου του κόσμου. Ως γνήσιοι υποστηρικτές της νομικής αρχής, υποκλίνονται μόνο μπροστά στο δικαίωμα του Θεού να διατάζει το σύμπαν και δεν σκέφτονται να βρουν παρηγοριά στο ότι ο Θεός, μολονότι «εξουσιάζει τη βασιλεία των ανθρώπων», δεν ενεργεί αυθαίρετα· ότι θέλει το αγαθό και την αγιότητα όχι απλώς επειδή έτσι θέλει, αλλά επειδή «ο ίδιος είναι άγιος»· επειδή η αγιότητα αποτελεί αμετάβλητο νόμο της παγκόσμιας ζωής και είναι η ίδια το αγαθό: «Ἡ γὰρ ἰσχύς σου δικαιοσύνης ἀρχή, καὶ τὸ πάντων σε δεσπόζειν πάντων φείδεσθαί σε ποιεῖ» (Σοφ. Σολ. 12,16).

Έτσι, η καθολική δογματική, η οποία προσπάθησε να οικοδομήσει τη διδασκαλία περί σωτηρίας πάνω σε νομικές αρχές και για τον σκοπό αυτό κατέφυγε σε κάθε είδους τεχνάσματα, καταλήγει τελικά στην αναγνώριση ότι αυτό είναι αδύνατο. Απέναντι σε όλες τις αντιρρήσεις του λογικού υποδεικνύει τυφλά μόνο την απαίτηση της Αποκάλυψης· και αυτή την απαίτηση σπεύδει να την ερμηνεύσει εσφαλμένα με τη δική της νομική έννοια: δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι τα έργα αποτελούν αξιομισθία· ο Λόγος όμως του Θεού μάς λέει ότι τα έργα είναι αναγκαία για τη σωτηρία και ότι σώζουν· επομένως —συμπεραίνουν οι Καθολικοί κάνοντας ένα λογικό άλμα— τα έργα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν τη σημασία αξιομισθίας.


Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί το δυτικό χριστιανικό δόγμα, με αμείλικτη αναγκαιότητα, το θεμελιώδες σφάλμα του: η νομική κατανόηση της σωτηρίας και γενικότερα ολόκληρης της θρησκευτικής ζωής.

Η νομική τάξη γνωρίζει μόνο εξωτερικές σχέσεις και δεν ενδιαφέρεται για το εσωτερικό περιεχόμενο που κρύβεται πίσω από αυτές. Χωρίς να ρωτά για την εσωτερική σύσταση ενός πράγματος, θέλει να μάθει την τιμή του και, μόλις τη μάθει, θεωρεί ότι το έργο της τελείωσε. Αν, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, ο άνθρωπος σώζεται μόνο διά του Ιησού Χριστού και μόνο όταν εκτελεί τα έργα που πρόσταξε ο Χριστός, τότε για τον νου των σχολαστικών αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός και ο άνθρωπος παρουσιάζουν ο καθένας από την πλευρά του ενώπιον της θείας δικαιοσύνης ένα απολύτως επαρκές τίμημα για την αιώνια ζωή που έχει υποσχεθεί ο Θεός.

Αν όμως το έργο του Χριστού και το έργο του ανθρώπου είναι έννοιες της νομικής τάξης, τότε αλληλοαποκλείονται: όσο αυξάνεται η αξία της ανθρώπινης αξιομισθίας, τόσο περιττή γίνεται η αξιομισθία του Χριστού. Ο Χριστός ήρθε επειδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί μόνος του. Και όμως, ο Λόγος του Θεού και η συνείδηση απαιτούν και το ένα και το άλλο, και μάλιστα από κοινού, και μάλιστα ως απαραίτητες αιτίες της σωτηρίας του ανθρώπου.

Αυτό είναι το θεμελιώδες σφάλμα του δυτικού χριστιανισμού, το οποίο τον οδηγεί σε κάθε είδους τεχνάσματα: η βασική του προκείμενη απαιτεί ορισμένα συμπεράσματα, ενώ η ζωή και η άμεση διδασκαλία του Λόγου του Θεού, με τις οποίες δεν θέλει να διακόψει τους δεσμούς του, απαιτούν άλλα. Ως προς την ουσία τους, τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός διδάσκουν και λένε το ίδιο πράγμα· και οι δύο πάσχουν από την ίδια ανίατη ασθένεια. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στα καλύμματα με τα οποία ο καθένας προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του.

Και οι δύο αναγνωρίζουν —οι Προτεστάντες ανοιχτά, ενώ οι Καθολικοί ανάμεσα στις γραμμές— ότι, κυριολεκτικά μιλώντας, τα έργα του ανθρώπου δεν είναι αναγκαία και δεν πρέπει να έχουν δικαιωτική δύναμη. Και οι δύο, προκειμένου να μην αντιταχθούν άμεσα στην αλήθεια και συγχρόνως να μην εγκαταλείψουν τον συλλογισμό τους, αναγκάζονται να θεωρήσουν την ανθρώπινη πράξη ακούσια: οι Προτεστάντες μέσω του αγιασμού και οι Καθολικοί μέσω της μεταμόρφωσης —infusio gratiae. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο ότι οι Προτεστάντες, χωρίς να λησμονούν ή να αποκρύπτουν τη σκέψη τους, προσπαθούν απλώς να μετριάσουν κάπως τη σύγκρουσή της με τη ζωή, επισημαίνοντας ότι δεν ενέχει κίνδυνο: τα έργα, λένε, θα ακολουθήσουν αναγκαστικά· επομένως, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για την απουσία τους κατά τη δικαίωση. Οι Καθολικοί, αντίθετα, προσπαθούν να θολώσουν την ίδια τη σκέψη και, λησμονώντας τις βασικές τους προκείμενες, αγωνίζονται μόνο, με κλειστά μάτια, να λένε ότι τα έργα είναι παρ’ όλα αυτά αναγκαία και ότι παρ’ όλα αυτά αξίζουν τη σωτηρία, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσουν με ποιον τρόπο την αξίζουν.

Από όσα ειπώθηκαν γίνεται φανερό ποια οδό πρέπει να ακολουθήσουμε κατά την επιστημονική έρευνα της ορθόδοξης διδασκαλίας περί σωτηρίας. Θα ήταν εσφαλμένο και ανώφελο να πάρουμε τα συγγράμματα ή τα συμβολικά βιβλία των Προτεσταντών και των Καθολικών και να προσπαθήσουμε απλώς να εξαλείψουμε τις ακρότητές τους. Μια τέτοια οδός, όπως βλέπουμε, δεν θα μας οδηγήσει ποτέ σε κάτι σαφές, συγκεκριμένο και σταθερό. Οι ακρότητες στη Δύση δεν είναι τυχαίες· αποτελούν φυσικό συμπέρασμα μιας εσφαλμένης θεμελιώδους αρχής.

Είναι επομένως αναγκαίο, πριν από όλα, να απορρίψουμε αυτή τη θεμελιώδη αρχή —τη νομική αντίληψη της ζωής— και κατόπιν, ανεξάρτητα από αυτήν, να προχωρήσουμε στη μελέτη της αλήθειας, αντλώντας τις γνώσεις μας όχι από έτοιμα δυτικά συγγράμματα, αλλά από την Αγία Γραφή και τα έργα των Αγίων Πατέρων. Μόνο με αυτή την οδό μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη θεμελιώδη αρχή της ορθόδοξης αντίληψης της ζωής. Και αφού αποσαφηνίσουμε αυτή την αρχή, δεν θα είναι δύσκολο να αναπτύξουμε και την ίδια τη διδασκαλία περί σωτηρίας.

Γι’ αυτό, στα επόμενα κεφάλαια πρέπει πρώτα από όλα να εξετάσουμε ποια στάση τηρούν η Αγία Γραφή και η Παράδοση απέναντι στη νομική αντίληψη της ζωής και αν την αποδέχονται. Αφού απαντήσουμε σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα, θα αναπτύξουμε τη διδασκαλία για την αιώνια ζωή· και τότε θα καταστεί σαφής για εμάς η αρχή της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης. Από αυτή τη διδασκαλία θα προκύψει αναγκαστικά η διδασκαλία για το νόημα της ανταπόδοσης και, στη συνέχεια, για τη σωτηρία και τις προϋποθέσεις της.

Σημειώσεις:

[38] Klee III, 58–60.

Τέλος Εισαγωγής

Η Λαχτάρα και οι Ανύπαρκτοι. Συζήτηση για τον γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη

Η Λαχτάρα και οι Ανύπαρκτοι. Συζήτηση για τον Γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη 

Δημήτρης Μαυρόπουλος

Ποιος ήταν ο Γέροντας Βασίλειος; Ποια ήταν η πνευματική του παρακαταθήκη και τι σημαίνει σήμερα η παρουσία και η μαρτυρία του;

Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος συζητά με τον Βασίλη Ξυδιά και τον Αλέξανδρο Περούδη για τον προηγούμενο της Ιεράς μονής Ιβήρων Γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη, τη ζωή, τη σκέψη και το έργο του.

Μια ιδιαίτερη συζήτηση εις μνήμην, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκδημία του.


ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΤΟ ΙΕΡΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΠΑΙΟΥΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ. 
Η ΓΕΝΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΜΕ ΠΑΘΟΣ ΤΗΝ ΠΑΛΗΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΑΝ ΝΑ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΛΗΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΠΟΥ ΘΕΛΗΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙ, ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΝΕΟ ΤΥΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΗΜΕΡΑ. ΟΥΤΕ ΠΙΣΤΟΣ ΟΥΤΕ ΑΠΙΣΤΟΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΣΡΕΝΤΙΓΚΕΡ ΤΗΣ ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΥΤΙΟΥ. ΜΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΟΣ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ SPIRITUS CREATOR. ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ .

Θέματα πνευματικού αγώνος († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Πῶς μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ ὁ πιστὸς ἀπὸ τὸν παλαιὸ πτωτικὸ ἄνθρωπο;

Ὅλοι αἰσθανόμαστε ὅτι φέρουμε τὰ ἴχνη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Κύριο χαρακτηριστικό του εἶναι ἡ φιλαυτία, δηλαδὴ ἡ ἀρρωστημένη ἐγωκεντρικὴ «ἀγάπη» τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ φιλαυτία δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἀγαπήσουμε ἀληθινὰ καὶ ἀνιδιοτελῶς τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ τὴ φιλαυτία γεννιοῦνται τὰ πάθη. Ἐμπαθεῖς καθὼς εἴμαστε δὲν μποροῦμε νὰ συνδεθοῦμε ἀπαθῶς μὲ τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα. Οἱ σχέσεις μας γίνονται ἐμπαθεῖς καὶ ἐγωιστικὲς καὶ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ χαροῦμε ἀληθινά τοὺς συνανθρώπους μας καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τελικά μᾶς ὁδηγεῖ στὴ μοναξιά, τὸ κενό, τὸ ἀδιέξοδο.

Ὅταν λοιπὸν λέμε παλαιὸ ἄνθρωπο, ἐννοοῦμε τὸν ἀρρωστημένο ἐγωκεντρισμό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅλοι μας, ἄλλος λιγότερο καὶ ἄλλος περισσότερο, πάσχουμε.

Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ βαριὰ πνευματικὴ ἀρρώστια ποὺ δηλητηριάζει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη;

Μόνο κάποιος ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτὴ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ὁ ἰατρός μας. Μόνο ἕνας καινός, καινούργιος ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ δώσει καὶ σὲ μᾶς τὴν δυνατότητα νὰ ξεπεράσουμε τὴν ἀρρώστια τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς καινοὶ -καινούργιοι ἄνθρωποι.

Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς ὁ καινὸς ἄνθρωπος εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Σωτήρας μας Χριστός, ποὺ κατὰ τὴ Γραφὴ «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ».

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη γιά μᾶς, προσφέρεται σὲ μᾶς νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του καὶ ἔτσι νὰ μᾶς μεταδώσει τὴ δική Του νέα ζωή.

Μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, τὴ Θεία Κοινωνία, γίνεται ἡ ἐνσωμάτωσή μας στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ζωοποίησή μας ἀπὸ τὸν Χριστό.

Κάθε Χριστιανὸς ποὺ μετέχει στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ σῶμα Του ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἔχει λάβει μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ σπέρματα τῆς νέας ζωῆς. Πρέπει ὅμως καὶ νὰ ἀγωνισθεῖ, γιὰ νὰ καθαρίζεται ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ στολίζεται μὲ τὶς ἀρετές.

Ἂς τὸ ποῦμε ἁπλά: Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀδειάζει ἀπὸ τὸν ἐγωισμό του, τόσο γεμίζει μὲ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη καὶ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο περιορίζεται ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, τόσο αὐξάνει ὁ καινὸς ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν παλαιὸ στὸν νέο ἄνθρωπο δὲν εἶναι εὔκολο, γιατί τὰ πάθη ἔχουν βαθιὲς ρίζες μέσα μας καὶ δὲν ξεριζώνονται εὔκολα.

Χρειάζεται συνεχὴς καὶ πολυχρόνιος ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγώνας τῆς μετανοίας. Κάθε ἡμέρα πρέπει νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν παλαιότητά μας, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὴν ἐμπάθειά μας, τὸν ἐγωκεντρισμό μας, τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἀγαπήσουμε ὁλοκληρωτικὰ τὸ Θεὸ Πατέρα μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας. Καὶ κάθε ἡμέρα καλούμεθα νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ταπείνωση, τὴν καθαρὴ ἐξομολόγηση, τὴν ἐγκράτεια, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀνεξικακία, τὴν προσευχή.

Ἔτσι γίνεται σιγὰ – σιγὰ μέσα μας μία νέα πνευματικὴ γέννηση, ἡ γέννηση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι χαριτωμένος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὅπως ὅμως κάθε τοκετὸς συνοδεύεται ἀπὸ ὠδίνες, ἔτσι καὶ ἡ πνευματικὴ γέννηση προϋποθέτει τὶς ὠδίνες τῆς μετανοίας. Ὅταν σταυρώνουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο πονᾶμε, ἀλλὰ τότε εἶναι ποὺ ἀνασταίνεται μέσα μας ὁ νέος ἄνθρωπος. Συσταυρωνόμαστε μὲ τὸ Χριστὸ γιὰ νὰ συναναστηθοῦμε μαζί Του.

Μὲ τὸν ὑπομονετικὸ λοιπὸν καὶ καθημερινό μας ἀγώνα τῆς μετανοίας θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν παλαιὸ καὶ πτωτικὸ ἄνθρωπο καὶ θὰ μεταμορφωθοῦμε σὲ καινοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ συνέβη στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς θαυμαστοὺς βίους τους μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο.

Τί εἶναι ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ ποιὸ εἶναι τὸ νόημά της;


Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου μᾶς βοηθᾶ νὰ ξεπεράσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο γιατί φέρει ταπείνωση στὴ ψυχή μας. Ὅταν λησμονοῦμε τὸ θάνατο, ἔχουμε τὴν ψευδαίσθηση ὅτι εἴμαστε αἰώνιοι ἐπάνω στὴν γῆ καὶ αὐτὸ αὐξάνει τὴν ἀλαζονεία μας, τὴν ἀπληστία μας, τὴ σαρκολατρεία μας, τὴ διάθεση νὰ ἐκμεταλλευόμαστε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου μᾶς δίδει τὴν αἴσθηση τῶν ὁρίων μας στὴ γῆ καὶ τῆς σημασίας ποὺ ἔχουν οἱ πράξεις μας, οἱ λόγοι μας, οἱ σκέψεις μας γιὰ τὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν μετὰ θάνατον ζωή.Ἔτσι μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν παροῦσα ζωὴ μὲ σοβαρότητα, ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητας, νὰ μὴ σπαταλοῦμε ἄσωτα, ἀπερίσκεπτα καὶ ἐπιπόλαια τὴν ἐπίγεια ζωή μας, ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς συνέπειες.

Γι’ αὐτὸ ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο ἕλληνα σοφὸ Σωκράτη, ὅτι «οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες ἀποθνήσκειν μελετῶσι, καὶ τὸ τεθνᾶναι ἥκιστα αὐτοῖς ἀνθρώπων φοβερόν».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει νὰ ἐπισκεπτόμαστε συχνὰ τὰ κοιμητήρια γιὰ νὰ φιλοσοφοῦμε στὴ ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων.

Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι μετὰ ἀπὸ μία ἐπίσκεψη σὲ κοιμητήριο εἴμαστε ταπεινότεροι, εὐσπλαχνικότεροι, λιγότερο προσκολλημένοι στὴν ὕλη, πιὸ ἀνοιχτοὶ στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο.

Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος καὶ ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες ἔχουν γράψει πολλά, δὲν ἔχει σχέση μὲ κάποια ἀρρωστημένη, μελαγχολικὴ καὶ νευρωτικὴ κατάσταση. Κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ὠφέλιμο στὴ ψυχή, γιατί φέρει ἀπελπισία καὶ πρέπει μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ νὰ ξεπερνιέται.

Ἡ κατὰ Θεὸν μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι κατάσταση χαρισματικὴ καὶ πνευματικὴ ποὺ φέρει στὴ ψυχὴ ταπείνωση, εἰρήνη καὶ χαρά. Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸ Θεὸ πρέπει νὰ τὴν ζητοῦμε.

Πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ;


Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ξεπερνᾶ τὴν ἐγωκεντρικὴ ζωὴ καὶ ἀγαπᾶ περισσότερο τὸ Θεό, τόσο περισσότερο σκέπτεται τὸ Θεό.Ὁ ἄνθρωπος σκέπτεται αὐτὸ ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ καὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ. Τὸ εἶπε καὶ ὁ Κύριος: «Ὅπου ὁ θησαυρὸς ὑμῶν ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».

Ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ συναναστροφή μας μὲ ἀνθρώπους πνευματικοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὸ Θεό, ἡ θερμὴ προσευχή, ἡ τακτικὴ φοίτηση στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ ἡ συχνὴ καὶ ἄξια συμμετοχή μας στὴ Θεία Κοινωνία αὐξάνουν μέσα μας τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρα τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς συμβουλεύει: «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἢ ἀναπνευστέον». Δηλαδή, συχνότερα νὰ σκεπτόμαστε, νὰ θυμούμαστε τὸ Θεό, ἀπὸ ὅσο ἀναπνέουμε.

Ἡ συνεχὴς μνήμη τοῦ Θεοῦ φέρει στὴ ψυχὴ βαθιὰ εἰρήνη καὶ χαρά, ἀκόμη καὶ μέσα στὶς πιὸ δύσκολες καταστάσεις τῆς ζωῆς.

Τί εἶναι ἡ νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχή;


Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο φανερώνει κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἄρα εἶναι σὰν προσευχή. Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό», ἀνανεώνει συνεχῶς στὸν ἄνθρωπο τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε στοὺς Θεσσαλονικεῖς: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».Μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος φανερώνει τὴν ἀληθινὴ εὐγένεια τῆς φύσεώς του, ποὺ εἶναι μεθόριο μεταξὺ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου καὶ «ζῶον θεούμενον»• ξεπερνᾶ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, ἐκτείνει τὴν ὕπαρξή του μέχρι τὸ Θεό, αἰσθάνεται ἐλεύθερος ἀπὸ ὅ,τι τὸν κρατᾶ αἰχμάλωτο στὴν γῆ.

Γιὰ νὰ εἶναι ὅμως ἡ προσευχὴ ἀληθινή, πρέπει νὰ εἶναι προσευχὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καὶ ὄχι μόνον τῶν χειλέων ἢ μόνον τοῦ νοῦ ἢ μόνον τῆς καρδιᾶς.

Τελεία προσευχὴ εἶναι ἡ νοερὰ καὶ συγχρόνως καρδιακή. Ὁ νοῦς προσεύχεται μέσα ἀπὸ τὴ καρδιά, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεως. Δηλαδὴ ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ βάθος του καὶ τὸ κέντρο του προσεύχεται ἐκπληρώνοντας τὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ: «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος προσφέρεται στὸ Θεό.

Γι’ αὐτὴ τὴν προσευχὴ χρησιμοποιεῖται ἡ μονολόγιστη εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό», ποὺ μὲ τὴν σύντομη ἐπίκλησή της βοηθᾶ στὴ συγκέντρωση τοῦ νοῦ καὶ στὸ βύθισμα τοῦ νοῦ στὴν καρδιά.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, οἱ λεγόμενοι νηπτικοί, ἀπὸ τὴν πείρα τους ἔγραψαν γιὰ τὸν τρόπο καὶ τὴ μέθοδο αὐτῆς τῆς προσευχῆς. Ὑπάρχει μία συλλογὴ τῶν ἔργων αὐτῶν τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ λέγεται Φιλοκαλία. Καὶ ἡ λέξη φιλοκαλία εἶναι χαρακτηριστική. Μὲ τὴ νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχὴ ὁ πιστὸς ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό, θεᾶται τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὅ,τι ὀμορφότερο ὑπάρχει στὸν κόσμο, τὸ ὑπέρτατο κάλλος.

Ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ γίνει κάποια σύγχυση μεταξύ τῆς καρδιακῆς προσευχῆς καὶ τῶν διαφόρων τρόπων διαλογισμοῦ καὶ προσευχῆς, ὅπως ἀσκεῖται στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διευκρινίσω μερικὰ ζητήματα:

1. Ὄχι μόνον ἡ μονολόγιστη εὐχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», ἀλλὰ καὶ κάθε προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἡ θεμελιώδης θεοπαράδοτη κυριακὴ προσευχή, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», πρέπει νὰ εἶναι νοερὰ καὶ καρδιακή, δηλαδὴ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ βαθύτερο εἶναι μας.

2. Ἡ ἀπόκτηση τοῦ χαρίσματος τῆς ἀδιάλειπτης νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχῆς δὲν εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους κυρίως ζήτημα μεθόδου καὶ τεχνικῆς, ἀλλὰ ζήτημα συντετριμμένης καρδιᾶς, δηλαδὴ καρδιᾶς ποὺ μετανοεῖ, πονάει γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ ταπεινώνεται. Χωρὶς αὐτὴ τὴν καρδιὰ καμία μέθοδος καὶ τεχνική τῆς προσευχῆς, ὅπως ἡ χρησιμοποίηση τῆς εἰσπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς, δὲν μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀληθινὴ προσευχή.

3. Ἡ καρδιακὴ καὶ νοερὰ προσευχὴ προϋποθέτει τὴ συμμετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, στὰ Μυστήρια της, τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὑπακοὴ σὲ πνευματικὸ πατέρα. Δὲν εἶναι δηλαδὴ μία ἀτομικιστικὴ-ἰδιωτικὴ προσέγγιση τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ταπεινὸς χριστιανὸς λαμβάνει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἐνεργεῖ μέσα του, μὲ τὴ δική του βέβαια συνεργασία καὶ θέληση, τὴν ἀληθινὴ προσευχή.

Τελειώνοντας τὸ θέμα τῆς προσευχῆς θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἔχει κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκη ἀπὸ τὴ προσευχὴ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ μὴν ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὸν σύγχρονο βαθύτατα ὑλιστικὸ τρόπο ζωῆς ξεχνώντας τὴ θεοείδειά του, δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ καταγωγὴ καὶ τὸν θεϊκὸ προορισμό του.

Ἀκόμη, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ κρατᾶ τὴν ἐσωτερική του ἑνότητα, ἰσορροπία καὶ εἰρήνη μέσα στὴ φοβερὴ διασπαστικότητα, ἀνισορροπία καὶ ἐξωστρέφεια τοῦ σύγχρονου κόσμου. Γιὰ νὰ μπορεῖ, ἔχοντας συνεχῆ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας καὶ πρόνοιας τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του, νὰ μὴν «ἀγχώνεται», ἀπελπίζεται καὶ βιώνει τὸν κόσμο ὡς κενὸ καὶ «μὴ νόημα».

Μὲ τὴν συνεχῆ ἐπίκληση τοῦ γλυκύτατου καὶ ἁγίου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θὰ αἰσθάνεται τὸ Χριστὸ στὴ καρδιά του, θὰ ἀποφεύγει τὴν ἁμαρτία, θὰ καλλιεργεῖ αἰσθήματα ἀγάπης γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἰρηνεύει ὁ ἴδιος καὶ θὰ εἰρηνεύει καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του.

Ἄς μοῦ ἐπιτρέψετε μία ἀδελφικὴ συμβουλὴ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ παράδοση τοῦ Ἁγίου Ὅρους: Ὅσο περισσότερες φορὲς τὴν ἡμέρα μὲ πόθο λέμε τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», τόσο πιὸ κοντὰ στὸ Θεὸ θὰ εἴμαστε καὶ τόσο περισσότερη Χάρη καὶ δύναμη θὰ λαμβάνουμε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὶς διάφορες δυσκολίες καὶ πειρασμοὺς τῆς ζωῆς.

Στοὺς σημερινοὺς καιροὺς τῆς ἀποστασίας, πῶς βλέπετε τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας;

Μὲ πολὺ πόνο διαπιστώνουμε ὅτι πράγματι σὲ μερίδα νεοελλήνων ὑπάρχει ἀποστασία ἀπὸ τὸ Θεὸ τῶν Πατέρων μας, ἀντιχριστιανικὸ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὸ πνεῦμα ποὺ μερικὲς φορὲς γίνεται φανερὸς ἢ ὕπουλος διωγμὸς κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὀργανωμένος, μεθοδευμένος καὶ μανιώδης.Ὁ ἀθεϊσμὸς καὶ ἀντιχριστιανισμὸς γίνεται στὸν τόπο μας κατεστημένο, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ κάνει τοὺς Ἕλληνες ἀντίχριστους. Χρησιμοποιεῖ τὴν παιδεία, τὰ σχολικὰ βιβλία, τὸ ραδιόφωνο, τὴν τηλεόραση, τὸν τύπο. Χρησιμοποιεῖ ἀκόμη τὴν εἰρωνεία καὶ τὴν περιθωριοποίηση ὅσων τολμοῦν ἀκόμη νὰ ἐκδηλώνουν τὴ πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Φθάσαμε μάλιστα σὲ τέτοια δαιμονικὴ κατάσταση, ὥστε καὶ ἄθεοι θεολόγοι στὰ σχολεῖα νὰ κάνουν ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα.

Ἂν προσθέσει κανεὶς σ’ αὐτὰ καὶ τὶς συνέπειες ποὺ ἔχουν στὰ ἤθη καὶ στὴν πίστη τοῦ λαοῦ μας ἡ εἰσβολὴ στὸ τόπο μας τοῦ τουρισμοῦ καὶ τοῦ δυτικοῦ ὑλιστικοῦ τρόπου ζωῆς καὶ ἡ εἴσοδός μας στὴ χοάνη τῆς Ε.Ε., τότε ἀντιλαμβάνεται ὅτι διερχόμαστε τὸν μεγαλύτερο πνευματικὸ κίνδυνο ποὺ περάσαμε ποτὲ ὡς ἑλληνορθόδοξο ἔθνος.

Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει τὸν κίνδυνο, δὲν ὑπάρχει ἡ δέουσα πνευματικὴ ἐγρήγορση καὶ ἀντίσταση, δὲν ὑπάρχουν προφητικὲς μορφὲς —ἐκτὸς ἑξαιρέσεων— ποὺ μὲ αὐτοθυσία καὶ παρρησία θὰ καταγγείλουν τὰ ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου, θὰ καλέσουν τὸν εὐσεβῆ λαὸ σὲ πνευματικὴ ἐπιστράτευση, θὰ ποῦν τὸ νέο ΟΧΙ τοῦ Ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ στὴ νέα καὶ χειρότερη πνευματικὴ αἰχμαλωσία ποὺ ἀπειλεῖ τὸ Γένος μας.

Πιστεύω ὅτι ἡ προσπάθεια τῶν ἐχθρῶν τοῦ Γένους μας γιὰ ἀποχριστιανικοποίηση τῶν Ἑλλήνων σκοπεύει στὸν ἀφελληνισμό μας, ὥστε οἱ Ἕλληνες πνευματικὰ καὶ ἐθνικὰ ἐξανδραποδισμένοι νὰ εἴμαστε εὔκολη λεία τῶν διεθνῶν συμφερόντων καὶ ὁλοκληρωτικῶν ἰδεολογιῶν.

Εἶναι μανιώδης ἡ προσπάθεια τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας νὰ γελοιοποιήσουν στὰ μάτια ὅσων Ἑλλήνων εἶναι ἀστήρικτοι στὴ πίστη καὶ κυρίως τῶν νέων, τὴν παραδεδομένη χριστιανική μας πίστη καὶ νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία…

Ἂν οἱ νεοέλληνες χάσουμε τὸ Χριστὸ ἢ τὸν ἀπωθήσουμε στὸ περιθώριο, θὰ χάσουμε καὶ τὴν πνευματική μας ἐλευθερία, τὴ δυνατότητα νὰ συνεχίσει νὰ καρποφορεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο ἡ ζωηφόρος παράδοση τοῦ ὀρθοδόξου ἀνθρωπισμοῦ.

Γι’ αὐτὸ εἶναι γιὰ ὅλους μας καιρὸς ἀγῶνος, πνευματικῆς ἀντιστάσεως, ὁμολογίας καὶ μαρτυρίας τῆς πίστεώς μας, ὅ,τι καὶ ἂν μᾶς στοιχίσει.

Πιστεύω ὅτι καὶ σήμερα ὁ ἀγώνας μας εἶναι ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ἢ ὅπως θὰ τὸ ἔλεγαν οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ 1821: «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία ποὺ εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση καὶ τῆς ἐθνικῆς μας ἀνεξαρτησίας! Ἐκείνων τὸν αἱματηρὸ ἀγώνα καλούμεθα νὰ συνεχίσουμε σήμερα ὅσοι νεοέλληνες —καὶ πιστεύω εἴμαστε ἡ μεγάλη πλειονότητα— μένουμε πιστοὶ στὶς ἀξίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἐκεῖνοι θυσιάσθηκαν.

Πιὸ ἐπικίνδυνος γιὰ τὸν τόπο μας καὶ ἀπὸ τοὺς ξένους εἰσβολεῖς, ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν πατρογονική μας γῆ, εἶναι ὁ ἀντίχριστος ἀθεϊσμός, γιατί αὐτὸς σκοτώνει τὶς ψυχές μας καὶ ἀλλοιώνει τὶς συνειδήσεις μας καὶ τὰ φρονήματά μας.

Σὲ κρίσιμες περιόδους τῆς ἱστορίας μας ὁ Θεὸς ἀνέδειξε φωτισμένους ἄνδρες σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ καὶ τὸν Μακρυγιάννη, ποὺ ἀφύπνισαν τὸ λαὸ καὶ τὸν στερέωσαν στὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ στὸ ἐθνικό του φρόνημα.

Πιστεύω ὅτι καὶ σήμερα ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς τοῦ Γένους μας θὰ οἰκονομήσουν κάτι γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἀνταποκρινόμενοι στὸν ἀγώνα, στὸ πόνο, στὴ μετάνοια, στὰ δάκρυα ὅσων δὲν προσκύνησαν τοὺς συγχρόνους Βάαλ τῆς ἀποστασίας.

Ἔχουμε ἄλλωστε καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ρωσίας, ὅπου τὰ 70 χρόνια διωγμοῦ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπόρεσαν νὰ σβήσουν τὴν πίστη στὰ εὐρύτερα στρώματα τοῦ εὐσεβοῦς ρωσικοῦ λαοῦ, μᾶλλον καὶ τὴν στερέωσαν καὶ λάμπρυναν.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ Ἀναστάς, καὶ ὄχι ὁ διάβολος, ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο στὴν ἱστορία, καὶ γι’ αὐτὸ ὅσο καὶ ἂν ὁ οὐρανὸς συννεφιάζει, ἐμεῖς πάντα ἐλπίζουμ
ε.

(“Ἁγιορείτικη Μαρτυρία”, τεῦχος 2 – 1989)
(Πηγή: agiazoni.gr)


Το κουτί της Πανδώρας της Αραβικής Χερσονήσου

 από τον Filippo Bovo - 20 Σεπτεμβρίου 2026

Το κουτί της Πανδώρας της Αραβικής Χερσονήσου


Πηγή: Φιλίππο Μπόβο

Ο συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος στη νότια Αραβική Χερσόνησο είναι πολύ περισσότερο από ένας απλός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ δύο ασυμβίβαστων κυβερνήσεων, του Ανώτατου Πολιτικού Συμβουλίου στη Σαναά (της Ansar Allah και των εσωτερικών συμμάχων της) και του Προεδρικού Συμβουλίου Καθοδήγησης στο Άντεν (με την υποστήριξη του Ριάντ). Η άμεση εμπλοκή της Σαουδικής Αραβίας τον καθιστά πολύ περισσότερο από μια απλή εσωτερική σύγκρουση, όπως αποδεικνύεται περαιτέρω από την έκταση της ζημιάς που η Ansar Allah και η Σαουδική Αραβία έχουν προκαλέσει η μία στην άλλη μέχρι στιγμής, παρακάμπτοντας ακόμη και την ίδια την κυβέρνηση του Άντεν. Κάθε πλευρά τείνει να αναδεικνύει τα δικά της επιτεύγματα και τις ζημιές που έχουν υποστεί, καθιστώντας τα αφορμή για περαιτέρω αντίποινα. Αλλά, εκτός της σφαίρας των μέσων ενημέρωσης, ο αριθμός των αεροπορικών επιδρομών υποδηλώνει ότι η Σαουδική Αραβία προσπαθεί σταδιακά να τις μειώσει, ενώ παράλληλα προσπαθεί να επαναφέρει τη διαπραγματευτική γραμμή για την αλήθεια που αναζητούσε από τις πρώτες μέρες.
Στις 3 Ιουλίου, μετά από βομβαρδισμό του αεροδρομίου της Σαναά από αεροσκάφη της Σαουδικής Αραβίας και το Προεδρικό Συμβούλιο Καθοδήγησης, η συμφωνία που, επισφαλώς, από τον Απρίλιο του 2022, είχε φέρει ένα μέτρο ειρήνης στη χώρα που είχε σπαραχθεί από χρόνια πολέμου, κατέρρευσε. Με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών, η συμφωνία αυτή είχε δημιουργήσει μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των δύο κυβερνήσεων της Υεμένης (της Ansar Allah και των σουνιτικών και κοσμικών συμμάχων της στη Σαναά και του CPG, με κοσμικές, σουνιτικές και ισλαμιστικές ομάδες στο Άντεν, με την τελευταία να είναι η μόνη αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης βάσει του διεθνούς δικαίου). Η λογική της Σαουδικής Αραβίας και του CPG ήταν να επιβεβαιώσουν το υπάρχον αεροπορικό εμπάργκο στη Σαναά, ουσιαστικά επιβεβαιώνοντας τον νόμο: αλλά ήταν μια κοντόφθαλμη και βραχυπρόθεσμη κίνηση. Υπήρχαν επίσης ανθρωπιστικοί λόγοι που εμπόδισαν τα ιρανικά αεροπλάνα να μεταφέρουν μια αντιπροσωπεία της Υεμένης στην Τεχεράνη για να παραστεί στην κηδεία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Αυτό σήμαινε ότι η Ansar Allah, απαντώντας στις βομβιστικές επιθέσεις και τις επιθέσεις του CPG, είχε, σύμφωνα με το τελευταίο και τη Σαουδική Αραβία, παραβιάσει για άλλη μια φορά και περαιτέρω τη συμφωνία και τον νόμο στο σύνολό του. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Σαουδική Αραβία βίωνε μια μάλλον εποικοδομητική περίοδο στις σχέσεις της με την Τεχεράνη και είχε κάθε συμφέρον να εξασφαλίσει τα νότια σύνορά της και τα ήρεμα νερά της στην Ερυθρά Θάλασσα, η ενέργειά της στη Σαναά δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια αυτοκαταστροφική κίνηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό άνοιξε το κουτί της Πανδώρας που γνωρίζουμε σήμερα. Οι επιθέσεις σε διάφορες σαουδαραβικές υποδομές και ο αποκλεισμός της ναυτιλίας για πλοία που συνδέονται με το Ριάντ αποτελούν απόδειξη αυτού. Το να κλείσουν τα μάτια και να επιτραπεί αυτή η πτήση από και προς την Τεχεράνη -η οποία, ευτυχώς, πέτυχε- θα ήταν μια πολύ πιο σκόπιμη και διορατική κίνηση από τη σαουδαραβική πλευρά, όχι μόνο από την άποψη της διατήρησης της εύθραυστης εκεχειρίας με τη Σαναά, αλλά και της επίτευξης μιας ευρύτερης ύφεσης με το γειτονικό Ιράν, προϋπόθεση για ευρύτερες μελλοντικές συμφωνίες, καθώς και της παράτασης της ανάσχεσης του αντιπάλου του, των Εμιράτων. Το τελευταίο, όχι τυχαία, εκμεταλλεύτηκε την κρίση που ξεσπά για να εισέλθει σε αυτήν με επιδέξια τακτική υποστήριξη από τα παρασκήνια για την Άνσαρ Αλλάχ, κερδίζοντας έτσι μεγαλύτερο διπλωματικό χώρο με την Τεχεράνη και βγαίνοντας από την «τσέπη» στην οποία βρίσκεται τουλάχιστον από τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν η Σαουδική Αραβία, παρεμβαίνοντας στο Άντεν, εκκαθάρισε τις πολιτοφυλακές της στην Υεμένη, ξεκινώντας με το Νότιο Μεταβατικό Συμβούλιο του Αϊντάρους αλ-Ζουμπάιντι.
Η συνέχιση της τρέχουσας πορείας της είναι αυτοκτονική για τη Σαουδική Αραβία. Είναι μια επιλογή ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ήττες: μία ηχηρών διαστάσεων, με την καταστροφή ενός συνεχώς αυξανόμενου τμήματος των υποδομών της, όχι μόνο σχετιζόμενων με το πετρέλαιο, και συνέπειες που είναι ακόμη μη ποσοτικοποιήσιμες, τόσο από ενεργειακής όσο και από οικονομικής άποψης· και μία πιο μέτριων διαστάσεων, με μια νέα συμφωνία που, όσο αργότερα φτάσει, τόσο πιο ταπεινωτική και θυσιαστική θα είναι για το Ριάντ. Δεν υπάρχει τρίτη επιλογή. Αν υπάρχει ακόμα η ευκαιρία να σταματήσει, έστω και χωρίς επιστροφή σε μια συμφωνία συγκρίσιμη με αυτή του 2022 αλλά με μεγαλύτερη ικανοποίηση για την Ansar Allah, αυτή επικεντρώνεται σε ένα χρονικό παράθυρο που κλείνει ώρα με την ώρα. Η δυναμική των τελευταίων ημερών το υπογραμμίζει ανελέητα: 26 σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές, σε σύνολο 300 από την αρχή της εβδομάδας, έχουν οδηγήσει σε ολοένα και μεγαλύτερα και πιο καταστροφικά αντίποινα από έναν αντίπαλο, την Ansar Allah, η οποία εν τω μεταξύ έχει καταφέρει να προωθηθεί σε μεγάλες περιοχές που μέχρι πριν από λίγες ημέρες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Άντεν.
Ο βομβαρδισμός της Σαναά δεν έχει μεγάλη χρησιμότητα, ειδικά αν ενθαρρύνει τις τρομοκρατικές επιθέσεις του ISIS εναντίον της τοπικής κυβέρνησης, αν το αποτέλεσμα είναι επαναλαμβανόμενοι βομβαρδισμοί του Ριάντ. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το Διεθνές Αεροδρόμιο Βασιλιά Χαλίντ και οι βάσεις του Πρίγκιπα Σουλτάν και του Βασιλιά Σαλμάν, καθώς και οι πόλεις Ταΐφ, Αλ Ούλα, Τζιζάν, Άμπχα, Τζέντα, Φαρασάν, Χαμίς Μουσάιτ, Γιανμπού και Αλ Χαρίτζ, μαζί με τις αεροπορικές βάσεις και εγκαταστάσεις της ARAMCO. Ενώ η Σαουδική Αραβία έχει τα πάντα να χάσει, η Ανσάρ Αλλάχ έχει το αντίθετο, πολεμώντας μέχρι το πικρό τέλος σε μια αντίσταση που την βλέπει περισσότερο από νικήτρια. Πράγματι, στις τάξεις της Ανσάρ Αλλάχ, υπάρχουν εκείνοι που ζητούν ανοιχτά την αναθεώρηση της Συνθήκης της Ταΐφ του 1934, η οποία υπογράφηκε στο τέλος του πολέμου μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας του Βασιλιά Αμπντουλαζίζ αλ-Σαούντ και του Βασιλείου Μουταουακκιλί της Υεμένης με επικεφαλής τον Ιμάμη Γιαχία Μοχάμεντ Χαμίντ ελ-Ντιν, όπου ο τελευταίος αναγκάστηκε να αποκηρύξει τις αμφισβητούμενες περιοχές Ασίρ, Τζαζάν και Νατζράν. Όσο περισσότερο προχωράμε, τόσο περισσότερες ιστορίες σαν κι αυτή θα εμφανίζονται, ενώ η Σαουδική Αραβία θα συνεχίσει να υφίσταται όλο και περισσότερες ζημιές από την Ansar Allah, εν τω μεταξύ νικήτρια της αδύναμης και διχασμένης κυβέρνησης του Νότου.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσω του Ομάν, το Ριάντ έστειλε στην Ansar Allah μια πρόταση για μια εκεχειρία δύο εβδομάδων, ακολουθούμενη από άμεσες διαπραγματεύσεις για να συζητηθούν οι ανθρωπιστικές ανάγκες και να επιδιωχθεί μια πιο ολοκληρωμένη λύση. Η Ansar Allah, ωστόσο, απαιτεί και γνωρίζει ότι μπορεί να απαιτήσει περισσότερα: μια συμφωνία που θα άρει τον αεροπορικό, θαλάσσιο και χερσαίο αποκλεισμό της Σαναά, καθώς και την αποχώρηση των πολιτικών, στρατιωτικών και δυνάμεων ασφαλείας του Ριάντ. Μέχρι να μειωθεί το χάσμα μεταξύ προτάσεων και απαιτήσεων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκεχειρία και η σύγκρουση θα συνεχιστεί. Ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, MBS, βρίσκεται έτσι σε μια παγίδα παρόμοια με αυτή που βίωσαν οι προκάτοχοί του, οι πρίγκιπες διάδοχοι Χαλίντ μπιν Σουλτάν και Μοχάμεντ μπιν Ναγιέφ, όταν διέσχισαν τα σύνορα της Υεμένης το 2009 και το 2015. Τα αποτελέσματα, στην περίπτωσή τους, δεν ήταν τα καλύτερα. Ο MBS σήμερα, διχασμένος ανάμεσα σε μια συμφωνία που θα αποτελούσε μια ταπεινωτική υποχώρηση που θα μείωνε το κύρος του στο Ριάντ και το Σαουδαραβικό Στέμμα, και έναν πόλεμο που θα μπορούσε να τον κατακλύσει περαιτέρω και, μαζί με αυτόν, το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, δεν βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Σε λίγες μέρες ακόμη, κάτι αναμφίβολα θα αποδώσει καρπούς σε διπλωματικό επίπεδο: ειλικρινά, έχω ήδη μια ιδέα, αλλά έχω ήδη γράψει αρκετά εδώ

Oι Ορθόδοξοι θεολόγοι, που έχουν προσωπική πείρα του Θεού, έχουν πάντοτε την ίδια θεολογία, δεν την αλλάζουν, όπως το κάνουν οι φιλόσοφοι...


~ π. Ιωάννης Ρωμανίδης

"Οι φιλοσοφούντες αλλάζουν την παράδοση, εξ αιτίας λογικών σχημάτων που κάνουν, έχουν πιο πολύ εμπιστοσύνη στην λογική τους, παρά στην εμπειρία των θεουμένων, συλλαμβάνουν κάτι με την λογική τους, και ταυτίζουν αυτό με την πραγματικότητα περί Θεού.

Όλες οι αιρέσεις προέρχονται από τέτοια εσφαλμένη βάση.

Οι θεούμενοι, όσοι μετέχουν της φωτιστικής και θεοποιού ενέργειας του Θεού, έχουν κοινή εμπειρία για το ότι ο Θεός επικοινωνεί με τον κόσμο με τις άκτιστες ενέργειές Του.
Αυτό είναι θέμα εμπειρίας και όχι στοχαστική και φανταστική διδασκαλία..."
, ''Εμπειρική Δογματική''


Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΛΕΕΙ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΙΔΙΑ Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ. Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΕΣ, ΔΕΝ ΕΒΓΑΛΕ ΑΧΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΥΘΕΝΤΙΑ.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «αξίες» μας;

Martino Mora - 20 Σεπτεμβρίου 2026

Οι «αξίες» μας;


Πηγή: Μαρτίνο Μόρα

Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο στους εκπροσώπους της κεντροδεξιάς γενικά, και στους Αδελφούς της Ιταλίας ειδικότερα, είναι ότι αυτοπροσδιορίζονται σταθερά και δογματικά ως «στο πλευρό της Δύσης». Και των «Δυτικών αξιών».
Δηλαδή, στο πλευρό των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Προφανώς, και του Ισραήλ, καθώς και του καπιταλισμού και του ανθρωπισμού των αφηρημένων δικαιωμάτων.
Επομένως, της ηγεμονικής τριάδας της υπερτροφικής αγοράς, της αχαλίνωτης τεχνολογίας και του διαλυόμενου ισότιμου ατομικισμού.

Είναι τραγικό ότι αυτοί οι άνθρωποι, που αυτοαποκαλούνται «συντηρητικοί», υπερασπίζονται ένα σύστημα που αποτελεί την ακριβή αντιστροφή της Ευρωπαϊκής Παράδοσης, η οποία είναι κλασική και χριστιανική πρωτίστως.
Υπερασπίζονται μια Δύση που αποτελεί την πλήρη άρνηση του Ελληνικού Απολλώνιου Λόγου και του Καθολικού Λόγου, δηλαδή του Υιού του Θεού.
Ακολουθούν διανοητικές παραποιήσεις όπως αυτές του Galli della Loggia, ο οποίος ισχυρίζεται παράλογα ότι ο φιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία είναι νόμιμοι απόγονοι του Χριστιανισμού, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν την παραποίηση και την διαστρέβλωσή του με υποκειμενιστική, βέβηλη και υλιστική έννοια.
Τόσο οι σύγχρονες ιδεολογίες όσο και το πνεύμα του καπιταλισμού αποτελούν την πιο πλήρη απόρριψη της Επί του Όρους Ομιλίας, όπως παρατήρησε έξυπνα ο Μαξ Σέλερ πριν από εκατό χρόνια.
Και οποιασδήποτε αυθεντικής ιεραρχίας αξιών.
Το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη της «συντηρητικής» κεντροδεξιάς (η άλλη, φιλελεύθερη-αριστερή πλευρά δεν αξίζει καν να αναφερθεί) υποστηρίζει ανοιχτά και δογματικά την ανατρεπτική Δύση της Αντιπαράδοσης και του μηδενισμού, παρουσιάζοντάς την ως υπεράσπιση των «αξιών» μας, είναι θλιβερό, ανησυχητικό και αηδιαστικό.

Ιστορία και Πνεύμα 11 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

 Συνέχεια από Παρασκευή 28. Αυγούστου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 11

Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II


Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)

4. Η σοφία και ο σταυρός

Πόσο ωχρή τού φαίνεται, μπροστά σε αυτούς τους θησαυρούς της θείας γνώσεως, από τους οποίους αντλεί με τα δυο του χέρια, η ανθρώπινη σοφία των φιλοσόφων! 217 Δεν θα βρει κανείς σε αυτόν αναπτύξεις ανάλογες με εκείνες που αφιέρωνε ο Κλήμης, στο πρώτο βιβλίο των Στρωματέων του, στον έπαινο της φιλοσοφίας. 218

Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν αποδέχεται καμία χρήση των κοσμικών επιστημών στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής διδασκαλίας: τα σκύλα των Αιγυπτίων αποτελούν νόμιμη λεία! Δεν δημιούργησε ο ίδιος αυτή τη μεταφορά, η οποία επρόκειτο να γίνει περίφημη, αλλά την οικειοποιήθηκε. 219 Όταν αναλογιστούμε ότι πρόκειται να επανεμφανιστεί κάτω από τη γραφίδα όχι μόνο ενός Αλκουίνου ή ενός Ιωάννη Σκώτου, αλλά και ενός Πέτρου Δαμιανού 220 και ακόμη και ενός Γρηγορίου Θ΄, 221 είμαστε λιγότερο διατεθειμένοι να διακρίνουμε σε αυτήν ένα μανιφέστο αχαλίνωτου διανοητικισμού!

Ας παρατηρήσουμε, επιπλέον, ότι αυτά τα «σκύλα» αποκτούν αξία μόνο όταν μεταφερθούν στην Αγία Γη, για την οικοδόμηση της Σκηνής του Μαρτυρίου· εκείνος, αντιθέτως, που κατεβαίνει στην Αίγυπτο για να επιδοθεί στις κοσμικές επιστήμες διατρέχει μεγάλους κινδύνους. Εάν παραμείνει εκεί, όπως έκανε ο Αδέρ ο Ιδουμαίος, εάν παρασυρθεί από τη φιλοσοφία, δεν θα επιστρέψει παρά μόνο για να διαφθείρει την πίστη και να διαρρήξει την ενότητα των αδελφών του. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαφεύγουν αυτή την καταστροφή! 222


Ωστόσο, οι επιστήμες αυτές έχουν επίσης έναν προπαιδευτικό ρόλο.

Εάν κάποιος είναι ικανός να δεχθεί αληθινή μόρφωση, είναι επιθυμητό να «δανειστεί από την ελληνική φιλοσοφία τον κύκλο των γνώσεων που είναι κατάλληλες να χρησιμεύσουν ως εισαγωγή στον χριστιανισμό»· ορισμένες «γνώσεις γεωμετρίας και αστρονομίας», για παράδειγμα, θα του είναι εξίσου «χρήσιμες για την ερμηνεία των ιερών Βιβλίων». 223

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο απολογητής θα μιμηθεί τους πατριάρχες, οι οποίοι δεν φοβούνταν να συνάπτουν ενώσεις με παλλακίδες και ξένες γυναίκες, αλλά σε προχωρημένη ηλικία και με σκοπό την απόκτηση αγνών απογόνων. Έτσι θα χρησιμοποιήσει προς όφελος της διδασκαλίας του «τη φιλολογία, τη γραμματική, τη γεωμετρία, την αριθμητική και τη διαλεκτική».

«Και εάν παρόμοιες ενώσεις μάς οδηγούν να εκθέτουμε τις ιδέες μας, να συζητούμε, να ανασκευάζουμε τους αντιλέγοντες και, με αυτή την ευκαιρία, να μπορούμε να μεταστρέψουμε ορισμένους από αυτούς στην πίστη· και εάν, χρησιμοποιώντας τις δικές τους μεθόδους καλύτερα από εκείνους, τους πείθουμε να δεχθούν την αληθινή φιλοσοφία του Χριστού και την αληθινή ευσέβεια προς τον Θεό, τότε θα μπορεί κανείς να πει ότι αποκτήσαμε τέκνα από τη διαλεκτική ή τη ρητορική, όπως από μια ξένη γυναίκα ή μια παλλακίδα». 224

Και όπως ακριβώς ο Μωυσής άκουσε τις συμβουλές του πεθερού του Ιοθόρ, ιερέα ενός ξένου θεού, έτσι και «αν τύχει να βρούμε στο στόμα κάποιου ειδωλολάτρη κάποιον σοφό λόγο, δεν θα τον περιφρονήσουμε αμέσως εξαιτίας εκείνου που τον είπε· διότι δεν αρμόζει, με το πρόσχημα ότι έχουμε λάβει από τον Θεό έναν Νόμο, να φουσκώνουμε από υπερηφάνεια και να περιφρονούμε τους λόγους των σοφών· αλλά, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου, πρέπει να τα εξετάζουμε όλα και να κρατούμε το καλό 225».
Σε κάθε περίπτωση, ποτέ δεν θα χρησιμοποιούμε τις διδασκαλίες του κόσμου αυτού χωρίς προηγουμένως να τις έχουμε καθάρει, χωρίς να έχουμε αφαιρέσει από αυτές καθετί που είναι άγονο και νεκρό 226. Διότι, αν κάθε γνώση έρχεται άνωθεν, δηλαδή από τον Θεό, δεν υπάρχει καμία που να μην έχει διαφθαρεί, περισσότερο ή λιγότερο, από την κακία των ανθρώπων ή των δαιμόνων 227.

Αναμφίβολα, δίπλα στα ψεύδη της, «η ελληνική φιλοσοφία» περιέχει και στοιχεία αληθείας που δεν είναι ευκαταφρόνητα, και ο άγιος Παύλος «διέκρινε στους λόγους της σοφίας του κόσμου μια φανερή μεγαλοπρέπεια»· όμως αυτό ακριβώς τον οδηγούσε τελικά να τους κρίνει ακόμη περισσότερο απατηλούς και μάταιους 228. Αν εξετάσουμε συνολικά όσα διδάσκει η φιλοσοφία, είτε ελληνική είτε βαρβαρική, θα αναγνωρίσουμε ότι κάθε φορά που βρίσκεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Χριστού, είναι μωρία 229.

Πρέπει λοιπόν πάντοτε αυτές οι «ξένες διδασκαλίες» να «υποτάσσονται και να κρατούνται υπό πλήρη έλεγχο 230». Ο Ωριγένης γνωρίζει ότι αυτό είναι δύσκολο: «Έχοντας κατανοήσει τούτο από την ίδια μου την πείρα, μπορώ και εγώ να πω ότι εξαιρετικά σπάνιος είναι εκείνος που κατόρθωσε να πάρει από την Αίγυπτο τα χρήσιμα αντικείμενά της, έπειτα να εξέλθει από αυτήν, και στη συνέχεια να διαθέσει αυτά τα αντικείμενα για τη λατρεία του Θεού 231».

Για να μην αιφνιδιαστεί κανείς, πρέπει πάντοτε να θυμάται ότι, όπως άλλοτε ο Ισαάκ και ο Αβιμέλεχ, έτσι και η φιλοσοφία και η πίστη άλλοτε βρίσκονται σε ειρήνη και άλλοτε σε πόλεμο, και ότι τίποτε δεν πρέπει να γίνεται δεκτό από την πρώτη, αν προηγουμένως δεν έχει εξακριβωθεί η συμφωνία του με τη δεύτερη 232.

Ακόμη συχνότερα, ο Ωριγένης προειδοποιεί για τους κινδύνους της φιλοσοφίας. Καταδικάζει χωρίς διακρίσεις τη «σοφία των αρχόντων του κόσμου τούτου», η οποία δεν είναι απλώς μια ψευδής γνώση 233, αλλά είναι κατά βάθος διεστραμμένη· συνίσταται κυρίως στη μαγεία και στη μαντεία, «στα μυστικά των Αιγυπτίων, στην απόκρυφη φιλοσοφία, στην αστρολογία των Χαλδαίων και των Ινδών, στις αναρίθμητες γνώμες των Ελλήνων σχετικά με τη θεότητα 234». Καμία συμβιβαστική συνεννόηση δεν είναι δυνατή μαζί της 235. Είναι η σοφία εκείνων που συνωμότησαν εναντίον του Κυρίου και Τον σταύρωσαν 236.

Όσο για τη «σοφία του κόσμου τούτου», η οποία συνίσταται στις κοσμικές επιστήμες και τέχνες —«ποίηση, γραμματική, γεωμετρία, ρητορική, μουσική και ίσως ιατρική»—, είναι και αυτή επικίνδυνη, έτσι όπως πράγματι παρουσιάζεται. Χωρίς να είναι ριζικά κακή, έχει γίνει όργανο ενεργείας των δαιμόνων 237, και το πνεύμα της είναι πλέον αντίθετο προς τον Ιησού Χριστό. Ξένη σοφία, την οποία ο Θεός διασκορπίζει 238. «Πλούτος αμαρτωλών 239». Αντιτίθεται στη θεία σοφία, όπως το πνεύμα του κόσμου αντιτίθεται στο Πνεύμα του Θεού 240. Οι οπαδοί της επιχειρούν να ανατρέψουν το Ευαγγέλιο με τα τεχνάσματα της διαλεκτικής τους 241.


Ο Ωριγένης τη συγκρίνει με τα ειδωλόθυτα που καταδικάζει ο Απόστολος, με το «ζύμη των Φαρισαίων» για το οποίο ο Ιησούς προειδοποιούσε τους μαθητές Του 242, με τη ράβδο χρυσού που έκλεψε ο Αχάν στην Ιεριχώ, παρά την εντολή του Ιησού του Ναυή: αντικείμενο καταραμένο, που γοητεύει με τη λαμπρή του ομορφιά και μολύνει ολόκληρη τη σύναξη 243. Την κατηγορεί ότι διαφθείρει την πίστη με τα σοφίσματά της, όπως η Εύα εξαπατήθηκε από την πανουργία του όφεως 244· ότι εξαπατά τον σοφό άνθρωπο με την ποικιλία των θέσεών της, όπως ο Σολομών εξαπατήθηκε από τις γυναίκες του 245. Παρατηρεί ότι αφήνει πάντοτε όσους την ακολουθούν μέσα στην αβεβαιότητα και την αμφιβολία και ότι, όπως η σύζυγος του Αβιμέλεχ και οι δούλες της, παραμένει άκαρπη έως ότου έρθει ο Θεός να τη θεραπεύσει 246.

«Μην αγγίζεις», λέει, «τις διεστραμμένες διδασκαλίες, μην επιθυμείς τα απατηλά εδέσματα της φιλοσοφίας, που σε απομακρύνουν από την αλήθεια· αυτό είναι η νηστεία που ευαρεστεί τον Θεό 247». Βεβαίως, δεν αρνείται τη χρήση τέτοιων τροφών «σε εκείνους που έχουν λάβει την πλήρη γνώση της αληθείας»· γι’ αυτό και η γλώσσα και η μέθοδός του θα είναι διαφορετικές όταν απευθύνεται σε μια μικρή ομάδα θερμών και καλλιεργημένων μαθητών, και διαφορετικές όταν απευθύνεται στη μάζα του χριστιανικού λαού. Δεν υπάρχει εδώ τίποτε παράλογο· σε αυτό θα συμφωνούσαν όλοι οι έμπειροι παιδαγωγοί. Πράγματι, οι κίνδυνοι, όπως και οι ανάγκες, δεν είναι οι ίδιοι στις δύο περιπτώσεις, και ό,τι στη μία περίπτωση είναι ωφέλιμο θα μπορούσε στην άλλη να αποβεί θανάσιμο. Θα πρέπει λοιπόν πάντοτε να φροντίζουμε «να μην πληγώνουμε εκείνους που έχουν ακόμη μικρή μόρφωση εν Χριστώ» και οι οποίοι θα μπορούσαν να παγιδευθούν 248.

Κατά βάθος, φιλοδοξία του Ωριγένη είναι να «ταπεινώσει την υπερήφανη αξίωση της ελληνικής ευγλωττίας», ώστε να κλίνει τον νου «προς την ταπείνωση και την απλότητα της θεοπνεύστου γλώσσας 249». Οι ποιητές είναι γι’ αυτόν οι βάτραχοι της δεύτερης πληγής της Αιγύπτου, διότι, όπως το ζώο αυτό δεν χρησιμεύει παρά για να παράγει άχρηστους και ενοχλητικούς ήχους, έτσι κι εκείνοι δεν χρησιμεύουν παρά για να εισάγουν στον κόσμο κάθε λογής μυθώδεις πλάνες μέσω της κενής και πομπώδους αρμονίας τους.

Όσο για τη διαλεκτική, του φαίνεται ακόμη χειρότερη· θα μπορούσε μάλλον να συγκριθεί με τα κουνούπια: «διατρυπά τις ψυχές με τα λεπτά της βέλη και τις τυλίγει με τόση επιδεξιότητα στα δίχτυα της, ώστε εκείνος που υποφέρει επειδή εξαπατάται ούτε βλέπει ούτε κατανοεί την αιτία της πλάνης του 250».

Οι σχέσεις του Χριστιανού με «τα δόγματα των ασεβών και τους συλλογισμούς των φιλοσόφων» πρέπει πρωτίστως να νοούνται υπό τη μορφή ενός αγώνα· οι «διαλεκτικοί του αιώνος τούτου» πρέπει να προσβάλλονται μέσα στις «πόλεις του ψεύδους» τους με τον πολιορκητικό κριό της αληθείας, και κάθε Χριστιανός οφείλει να συμμετέχει στον ιερό πόλεμο με την επιμελή μελέτη του θείου νόμου και με τη φροντίδα να συμμορφώνει προς αυτόν την καρδιά του 251.

Όσο περισσότερο ο Χριστιανός πλησιάζει προς την τελειότητα, δηλαδή, όσο εξαρτάται από τον ίδιο, προς τη συντέλεια του αιώνος, τόσο περισσότερο πρέπει να αποκρούει τις επιθέσεις της φιλοσοφίας, όπως και εκείνες της αιρέσεως, οι οποίες γίνονται βιαιότερες εναντίον του, όπως θα γίνουν βιαιότερες και εναντίον ολόκληρης της Εκκλησίας όσο πλησιάζει το τέλος των χρόνων 252.

Η Αίγυπτος κατά την πνευματική έννοια, η οποία είναι η χώρα των ξένων και εχθρικών δυνάμεων, δεν είναι μόνο η εξορία της ψυχής μακριά από τη γη της επαγγελίας της· είναι επίσης η ελληνική φιλοσοφία· και τα νερά της Αιγύπτου είναι «τα αστήρικτα και ανήθικα δόγματά της». Όμως, με όλα τα «σοφίσματά» τους, οι οπαδοί της δεν θα κατορθώσουν ποτέ «να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, η οποία είναι εν Χριστώ Ιησού! 253».

Έλληνες ή βάρβαροι, όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι επιδιώκουν να καταστρέψουν τον Ιησού· όμως νικώνται από τον λαό του Ιησού, από ολόκληρο εκείνον τον λαό που δεν παύει να Τον ακούει και να προσχωρεί σε ολοένα μεγαλύτερους αριθμούς στη διδασκαλία Του 254.

Φαίνεται λοιπόν, τελικά, ελάχιστα υπερβολικό να μιλήσουμε, μαζί με έναν από τους πρόσφατους ερμηνευτές του Ωριγένη, για την «εκπληκτική αποστροφή» που αισθάνεται απέναντι σε αυτή τη φιλοσοφία, «την οποία εντούτοις γνωρίζει πολύ καλά 255». Αναμφίβολα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το μερίδιο της ρητορικής 256. Υπάρχει όμως στη στάση αυτού του πιστού του Χριστού μια σοβαρότητα, μια ειλικρίνεια, μια δύναμη πεποιθήσεως συγχρόνως σταθερή και μετρημένη και, για να το πούμε συνοπτικά, μια δύναμη πίστεως μέσα στην οποία η χριστιανική νίκη ήταν ήδη εκ των προτέρων εγγεγραμμένη 257.

Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πιστέψει ότι μετέτρεψε τον Χριστιανισμό, για τη χρήση εκείνων που αποκαλούσε «τελείους», σε ένα είδος φιλοσοφικής σοφίας 258, ότι τον κατέστησε μια «πλατωνική γνώση (gnose) 259», εγκαταλείποντας τον σταυρό του Χριστού στους «αρχαρίους»; Αυτός ο τρόπος παρουσιάσεως της σκέψεώς του είναι ανακριβής. Πολύ περισσότερο είναι σοβαρά εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι, κατά τον Ωριγένη, η σωτηρία θα συνίστατο στο έργο του σταυρού μόνο «για τον κοινό Χριστιανό», ενώ «για τον γνωστικό Χριστιανό» δεν θα ήταν παρά «μια ανώτερη διδασκαλία 260».

Στον πρώτο θα παρουσιαζόταν, ως λυτρωτής και ιατρός, ο ιστορικός Χριστός· στον δεύτερο, ως απλός διδάσκαλος, ο αιώνιος Λόγος 261. Στη βάση τέτοιων ερμηνειών συναντούμε την ίδια παρανόηση που μας έχει ήδη παρουσιαστεί υπό διάφορες μορφές.

Είναι απολύτως αληθές ότι ο Ωριγένης προβάλλει τον ρόλο του σαρκωμένου Λόγου ως παιδαγωγού και φωτιστή των ψυχών· αυτό όμως το χαρακτηριστικό, αντί να τον συγγενεύει με τους «γνωστικούς» θεολόγους, τον αντιπαραθέτει προς αυτούς. Είναι επίσης απολύτως αληθές ότι, για μία ακόμη φορά ακολουθώντας τον άγιο Παύλο, θέλει να κηρύξει μια σοφία που υπερβαίνει «την απλή πίστη» και ότι ο «τέλειός» του πρέπει να προχωρήσει πέρα από το γράμμα, το οποίο του αφηγείται το Πάθος και τον θάνατο του Σωτήρος.

Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι, για τον Ωριγένη, αυτή η σοφία είναι χάρη, εντελώς διαφορετική από εκείνη την υπερήφανη και αξιοθρήνητη γνώση με την οποία «οι απλούστεροι μεταξύ των Χριστιανών τη συγχέουν! 262». Αυτή είναι η «αληθινή σοφία» που δόθηκε άλλοτε σε ανθρώπους όπως ο Ησαΐας ή ο Ιερεμίας και την οποία σήμερα συμμερίζονται εκείνοι που έχουν γεννηθεί κατά Πνεύμα 263.

«Κάθε φορά που κατανοούμε, κατανοούμε διά της πίστεώς μας», και για να «ελευθερωθούμε διά της αληθείας», πρέπει να «παραμένουμε στην πίστη 264».

Ας μην του αποδίδεται λοιπόν κάποια αδιευκρίνιστη υπεροπτική περιφρόνηση!

Σημειώσεις: