Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 12

Συνέχεια από Σάββατο 4. Απριλίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 12

Του G. L. Prestige

Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ

Πριν περάσουμε στο ουσιαστικό «οἰκονομία» (economy), αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κλήμης μιλά για «οἰκονομική» προτύπωση (paed. I. 6, 25.3), και ο Επιφάνιος για «οἰκονομική» ακαταληψία (haer. 77.25). Και στις δύο περιπτώσεις το επίθετο σημαίνει απλώς «προνοιακά διατεταγμένο». Έτσι διαβάζουμε ότι ο Θεός προκάλεσε την πείνα «κατ’ οἰκονομίαν», ώστε οι Ισραηλίτες να κατέβουν στην Αίγυπτο (Αθανάσιος, in ps. civ. 16)· ότι ο Σεδράχ και οι σύντροφοί του «κατ’ οἰκονομίαν» δεν γνώριζαν πως η φωτιά δεν θα τους έβλαπτε — κάτι που θα κατέστρεφε το αξίωμα της σταθερότητάς τους (Χρυσόστομος, εις Α΄ Κορ. 18.4)· και ότι όταν οι Ρωμαίοι απέκτησαν παγκόσμια κυριαρχία, αυτό συνέβη επειδή ο Θεός «κατ’ οἰκονομίαν» τους ανέθεσε αυτή την τιμή (Κύριλλος Αλεξανδρείας, εις Ωσηέ 51A).

Το ουσιαστικό «οἰκονομία» φέρει, σε διαφορετικά συμφραζόμενα, τις σημασίες της διαχείρισης ή υπηρεσίας, και (σπανιότερα) της καλής διοίκησης ή λιτότητας· επίσης της εργασίας, απασχόλησης ή λειτουργίας, και έτσι — αν και φαίνεται μόνο σε απόκρυφα κείμενα — της ζωής ως έργου ή πορείας· ακόμη της διάταξης, διαδικασίας, συστήματος· της διανομής ελεημοσύνης, και κατ’ επέκταση των ίδιων των ελεημοσυνών.

Μια περαιτέρω σημασία, που αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην έκθεση της Τριάδας από τον Τερτυλλιανό και τον Ιππόλυτο, είναι εκείνη της διάταξης των μερών σε σχέση μεταξύ τους, δηλαδή της οργάνωσης, της σύστασης· παραδείγματα αυτής της χρήσης θα παρατεθούν στη συνέχεια. Σε σχέση με την προσαρμογή των μέσων προς τους σκοπούς, όπως εφαρμόζεται σε συνετή διοίκηση, εμφανίζεται μια ολόκληρη κατηγορία χωρίων όπου η γενική σημασία είναι η διάκριση, η σύνεση ή η παραχώρηση, και μερικές φορές η επιφύλαξη· στον Χρυσόστομο, για τον οποίο η λέξη είναι ιδιαίτερα αγαπητή, η σημασία της «μεθόδευσης» (maneuver) μπορεί να τεκμηριωθεί με πολλά παραδείγματα· στον Κύριλλο σπάνια, αν όχι ποτέ, έχει αυτή τη σημασία· αλλά σε μεταγενέστερους συγγραφείς επανεμφανίζεται με τη σημασία της πολιτικής τακτικής, του συμβιβασμού ή ακόμη και της ανοχής σε αμφίβολες πρακτικές.

Στοιχεία συγγενή με πολλές από αυτές τις σημασίες εισέρχονται στη χρήση της «οἰκονομίας» όταν αυτή περιγράφει τη διακυβέρνηση του κόσμου από τον Θεό. Έτσι, στις Κλημεντίνες Ομιλίες (2.36) αναφέρεται ότι ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται πως ο κόσμος ρυθμίζεται από την αγαθή πρόνοια του Θεού δεν ταράζεται από αντίξοες περιστάσεις, διότι τα γεγονότα καταλήγουν προς όφελος υπό την οἰκονομία του Κυβερνήτη τους. «Εάν λοιπόν», λέει ο Κλήμης (strom. I.19, 94.1), «υποστηρίζεται ότι οι Έλληνες εξέφρασαν ορισμένες όψεις της αληθινής φιλοσοφίας κατά τύχη, αυτή η τύχη εξαρτάται από τη θεία οἰκονομία· διότι κανείς δεν θα οδηγηθεί από την παρούσα συζήτηση στο να θεοποιήσει την Τύχη». Ο Μεθόδιος ισχυρίζεται (de autex. 2.8) ότι υπάρχει «οἰκονομία και δύναμη», την οποία θα κάναμε καλά να ονομάσουμε ακόμη και Θεό. Ο Ευνόμιος, ο υπεραρειανός, συνδέει την οἰκονομία με κάθε πρόνοια (lib. apol. 27).

Ιδιαίτερα, αυτή η θεία οἰκονομία μπορεί να εκδηλωθεί με τη μορφή προνοιακής υπερίσχυσης ή παρέμβασης. Ο Ωριγένης (de princ. 3.1.14) μιλά για την οἰκονομία του Φαραώ από τον Θεό κατά την Έξοδο. Στον Maximus the Confessor η οἰκονομία καθίσταται χαρακτηριστική μίας από τις τρεις μορφές με τις οποίες αναγνωρίζει την έκφραση της θείας βούλησης. «Πρέπει να δεχθούμε τρεις θελήσεις στον Θεό — εκείνη της ευδοκίας (εὐδοκία), εκείνη της οἰκονομίας, και εκείνη της συγκατάθεσης (ή παραχώρησης)» (quaest. et dub. 20). Την πρώτη την εικονογραφεί με την κλήση του Αβραάμ, τη δεύτερη με τη διαμόρφωση της ζωής του Ιωσήφ προς το προγνωσμένο τέλος της πορείας του, και την τρίτη με τις δοκιμασίες του πατριάρχη Ιώβ.

Ωστόσο, η θεία οἰκονομία εκδηλώνεται εξίσου σαφώς τόσο με τη μορφή φυσικού ή πνευματικού νόμου όσο και μέσα στις προσωπικές ζωές. Οι «οἰκονομίες» του Θεού και οι μεταβολές των εποχών συνδέονται από τον συγγραφέα της Επιστολής προς Διόγνητον (4.5). Ο Κλήμης υποστηρίζει ότι το να στερεί κανείς το παιδί από την «οἰκονομία» του μητρικού γάλακτος σημαίνει να προσβάλλει τη φύση (strom. 2.18, 92.2)· και πάλι (ό.π. 4.23, 148.2), η «δημιουργημένη οἰκονομία» είναι καλή και όλα τα πράγματα είναι ορθά διατεταγμένα. Ο Ωριγένης (c. Cels. 5.16) μιλά για εκείνους που έχουν δημιουργηθεί κατ’ εικόνα Θεού, αλλά, ζώντας αντίθετα προς το θέλημά Του, χρειάζονται για τη διόρθωσή τους την οἰκονομία της τιμωρίας μέσω του πυρός. Παρομοίως, ο John Chrysostom (ep. 125) παρατηρεί ότι αυτή είναι η οἰκονομία του Δεσπότη: όπως φαίνεται από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, έχει ορίσει για τους ασεβείς τιμωρία και για τους δικαίους ανάπαυση.

Η ορθή χρήση του αλκοόλ αποτελεί επίσης «οἰκονομία» για τον συγγραφέα της ψευδοϊουστίνειας Επιστολής προς Ζήναν και Σερῆναν (12): ο μέθυσος μοιάζει με τεχνίτη που παίρνει σίδηρο και, αντί να τον διαμορφώσει σε χρήσιμο δρεπάνι ή άλλο γεωργικό εργαλείο, τον μετατρέπει σε επιθετικό όπλο, διαστρέφοντας έτσι την οἰκονομία του Θεού.

Πάνω απ’ όλα, όμως, η οἰκονομία εκφράζει τη διαθηκική διάταξη της χάριτος. Ο Ignatius of Antioch (ad Eph. 20.1) υπόσχεται ότι, αν είναι δυνατόν, θα εκθέσει σε άλλο έργο την οἰκονομία που αφορά τον νέο άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό. Ο Κλήμης (strom. 3.17, 103.3), στο πλαίσιο της συζήτησής του για τις επιθέσεις κατά του γάμου από ψευδοασκητές, διερωτάται πώς θα μπορούσε η οἰκονομία που έχει θεσπιστεί μέσω της Εκκλησίας να φθάσει στην εκπλήρωσή της χωρίς το σώμα. Οι Ιουδαίοι, παρατηρεί ο Ωριγένης (c. Cels. 5.50), είχαν κάποτε το προνόμιο μιας ιδιαίτερης εύνοιας έναντι των άλλων ανθρώπων· αλλά αυτή η οἰκονομία και η χάρη, σημειώνει, μεταβιβάστηκαν στους χριστιανούς. Ο Γρηγόριος Νύσσης (on Cant., proem.) αναφέρεται στην οἰκονομία που σχετίζεται με τις διαθήκες. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (εις Αββακούμ, 563D) υποστηρίζει ότι το νόημα του προφήτη είναι να δείξει την υπεροχή της δεύτερης οἰκονομίας έναντι της αρχαίας.

Σε τέτοια συμφραζόμενα, η «οἰκονομία» σημαίνει απλώς διάταξη σωτηρίας, θεία οικονομία της χάριτος ή διαθήκη.

Η εξέταση του θέματος θα ήταν ελλιπής αν δεν παρουσιαζόταν η απόδοση στην «οἰκονομία» συγκεκριμένων περιπτώσεων διάταξης ελέους ή ιδιαίτερης θείας παρέμβασης. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (dial. 107.3) ονομάζει «οἰκονομία» την ανάπτυξη της κολοκυθιάς που σκέπασε τον Ιωνά από τη ζέστη. Μεγάλη οἰκονομία του Θεού συνέβη, κατά την επιστολή των Εκκλησιών της Βιέννης και της Λυώνος (παρ. στον Ευσέβιος Καισαρείας, h.e. 5.1.32), όταν οι αποστάτες που μετανόησαν μετά τη σύλληψή τους κρατήθηκαν στη φυλακή ως κακοποιοί, ενισχύοντας έτσι την επιμονή των ομολογητών. Μια άλλη τέτοια οἰκονομία του Θεού βίωσε ο Διονύσιος Αλεξανδρείας (παρ. στον Ευσέβιο, h.e. 7.11.2) κατά την εξέλιξη της δίκης του ενώπιον του αντινομάρχη. «Ιδού, κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ συνάντησαν έναν αγωγιάτη», λέγεται στις Πράξεις της Ξανθίππης και Πολυξένης (31), και ο Ευσέβιος (h.e. 2.1.13) υποστηρίζει ότι μια οἰκονομία οδήγησε τον ευνούχο από τη χώρα των Αιθιόπων στον Φίλιππο. Αλλού (ό.π. 2.2.6) σημειώνει: «Η ουράνια πρόνοια, κατ’ οἰκονομίαν, του ενέβαλε αυτή τη σκέψη»· και πάλι (mart. Pal. 11.28) αποδίδει σε οἰκονομία της θείας πρόνοιας το γεγονός ότι τα σώματα ορισμένων μαρτύρων δεν κατασπαράχθηκαν από θηρία αλλά διατηρήθηκαν για χριστιανική ταφή.

Οι απόστολοι, κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας (cat. 15.4), κινήθηκαν από θεία πρόθεση «κατ’ οἰκονομίαν» να απευθύνουν ερώτηση στον Κύριο. Ο Επιφάνιος, με κάπως αυστηρή αναφορά στη μανία, λέει (haer. 78.3) ότι οι Μανιχαίοι έλαβαν το όνομά τους μέσω μιας δίκαιης οἰκονομίας του Θεού. Με λιγότερη ειρωνεία αλλά εξίσου βαθιά αίσθηση της θείας πρόνοιας, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός αποδίδει τα παθήματα σε οἰκονομία και όχι σε κακία (or. 14.19), ενώ ο Διόδωρος Ταρσού παρατηρεί (εις Εξ. 4.24) ότι ο Θεός θέλησε να φοβίσει τον Μωυσή και του έδωσε τόση οἰκονομία όση χρειαζόταν. Παρομοίως, ο John Chrysostom θεωρούσε τη μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου ως οἰκονομία (εις Εφ. 6.2) και δηλώνει (εις Ματθ. 9.3) ότι ο Θεός συνηθίζει να πραγματοποιεί τις οἰκονομίες Του ακόμη και μέσω των ενεργειών των αντιπάλων Του.

Οι μοναχοί της ερήμου είχαν εξίσου έντονη αίσθηση της λεπτομερούς καθοδήγησης και πρόνοιας των γεγονότων όσο και οι Πατέρες στα συγγραφικά τους έργα. «Ο Θεός μας έκανε αυτή την οἰκονομία», λέει ένας από αυτούς στα Apophthegmata Patrum (Αββάς Μακάριος 2), «ώστε ούτε παγώνουμε τον χειμώνα ούτε μας βλάπτει η ζέστη το καλοκαίρι». «Κατ’ οἰκονομίαν έγινε σούρουπο», λέει ένας άλλος (ό.π., Ευλόγιος πρεσβ.). «Κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ ο γέροντας πήγε σε εκείνα τα μέρη», παρατηρεί ο John Moschus (prat. spir. 83). Το χέρι του Θεού αναγνωριζόταν τόσο στα μικρά όσο και στα μεγάλα.

Όπως η οἰκονομία σημαίνει γενικά τη διάταξη της χάριτος, έτσι χρησιμοποιείται και για συγκεκριμένες μυστηριακές ενέργειες. Ο Ωριγένης (εις Ιερ. 16.5) αναφέρεται στην άφεση των αμαρτιών και στην οἰκονομία του λουτρού της παλιγγενεσίας· ο Gregory of Nyssa στην επίκληση μέσω προσευχής που προηγείται της θείας οἰκονομίας (or. cat. 34), καθώς και στο ότι η δύναμη του μυστηρίου εξαρτάται από τη διάθεση της καρδιάς εκείνου που προσέρχεται στην οἰκονομία (ό.π. 39). Στον Επιφάνιο, «Η Οἰκονομία» χρησιμοποιείται ως τίτλος της ευχαριστιακής ακολουθίας, όπως στα αγγλικά λέγεται «Celebration» ή «The Sacrament»· συνήθως προσθέτει τον προσδιορισμό «της λατρείας». Έτσι (haer. 75.3), ο επίσκοπος και ο πρεσβύτερος τελούν την οἰκονομία της λατρείας· σε ορισμένα μέρη, λέει, η λατρεία της οἰκονομίας (αντιστρέφοντας τη σειρά των όρων) τελείται την πέμπτη ημέρα (exp. fid. 22), και τελούν μνημόσυνα για τους νεκρούς με προσευχές, λατρείες και οἰκονομίες (ό.π. 23).


Αλλά η οἰκονομία είναι ακόμη συχνότερη ως χαρακτηρισμός της προφητείας και της αποκάλυψης. Ορισμένες οἰκονομίες μεγάλων μυστηρίων πραγματοποιήθηκαν, όπως όταν μια οἰκονομία και διακήρυξη φανερώθηκε στους γάμους του Ιακώβ (Ιουστίνος, dial. 134.2), προτυπώνοντας τις σχέσεις του Χριστού με τη Συναγωγή και την Εκκλησία. Ο Ειρηναίος (haer. 4.31.1) παρατηρεί ότι μια οἰκονομία πραγματοποιήθηκε παρόμοια μέσω του Λωτ, χωρίς να το γνωρίζει, και ότι μέσω των σχέσεών του με τις θυγατέρες του προαναγγέλθηκαν οι δύο συναγωγές. Ο Ωριγένης (de princ. 4.2.2) υποστηρίζει ότι μυστικές οἰκονομίες αποκαλύπτονται μέσω των θείων Γραφών, και προσθέτει (εις Ιερ. 18.6) ότι όταν η θεία οἰκονομία εμπλέκεται σε ανθρώπινα πράγματα, λαμβάνει ανθρώπινη έκφραση ως προς τη σκέψη, τη μέθοδο και τη γλώσσα. Κανείς, λέει ο Θεόφιλος (ad Aut. 2.12), δεν μπορεί να εκφράσει επαρκώς όλη την ερμηνεία και την οἰκονομία της διήγησης της Δημιουργίας.

Αρκετά έχουν ειπωθεί για να καταδειχθεί σε ποιο βαθμό οι Έλληνες Πατέρες αναγνώριζαν, τόσο κατ’ αρχήν όσο και στις λεπτομέρειες, την προνοιακή ενέργεια του Θεού στη φύση, στην ανθρώπινη ιστορία και στη σφαίρα της χάριτος. Απομένει μόνο να προστεθεί ότι το ύψιστο παράδειγμα θείας οἰκονομίας, είτε με την έννοια της διάταξης, είτε της συγκατάβασης, είτε της ιδιαίτερης πρόνοιας, φανερώθηκε στην Ενσάρκωση, για την οποία ο όρος «οἰκονομία», χωρίς καμία λεκτική προσθήκη, αποτελεί τον καθιερωμένο πατερικό όρο από τον 3ο αιώνα και εξής.

Ο κόσμος, λοιπόν, θεωρούνταν ότι έχει τόσο πνευματική βάση όσο και πνευματική διακυβέρνηση. Δεν είναι συνεπώς παράξενο ότι οι Πατέρες αναγνώριζαν μέσα σε αυτόν την παρουσία δευτερευουσών πνευματικών δυνάμεων πέρα από το ίδιο το Υπέρτατο Ον· δυνάμεων που, είτε αγαθών είτε κακών, αντιστοιχούσαν στις εμπειρικά διαπιστωμένες τάσεις προόδου ή παρακμής του κόσμου. Τέτοιες δυνάμεις είχαν ευρύτερη κοσμική σημασία από τους αγγέλους της ιουδαϊκής παράδοσης και απαιτούσαν έναν πιο γενικό τίτλο. Ένας τρόπος περιγραφής τους ήταν να ονομάζονται «δυνάμεις» (δυνάμεις).

Οι δυνάμεις του Σατανά, λέει ο Ignatius of Antioch (ad Eph. 13.1), καταστρέφονται με την κοινή προσευχή. Ο Justin Martyr (dial. 125.4) αναφέρεται στη δύναμη που ονομάζεται επίσης Όφις και Σατανάς. Σε ορισμένους Γνωστικούς εισήλθε και η αστρολογική δεισιδαιμονία. Τα άστρα και οι δυνάμεις μνημονεύονται στον Clement of Alexandria (exc. Theod. 71a) ως ευεργετικές και κακοποιές, δεξιές και αριστερές· και στο ίδιο έργο (69.1) η μοίρα χαρακτηρίζεται ως σύναξη πολλών διαφορετικών δυνάμεων. Ο ίδιος ο Κλήμης (strom. 6.16, 148.2) μνημονεύει τα στοιχεία και τα άστρα ως κατευθυντήριες δυνάμεις. Ο Hegemonius (act. Arch. 7) αναφέρει την άποψη ότι ο αγαθός Πατέρας πρόβαλε μια δύναμη που ονομάζεται μητέρα της ζωής, ενώ ο Epiphanius of Salamis (haer. 55) μνημονεύει τη διδασκαλία ότι ο Μελχισεδέκ ήταν δύναμη και όχι απλός άνθρωπος.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε φυσικά και για τους αγγέλους, όπως στο mart. Pol. (14.1): «ο Θεός των αγγέλων και των δυνάμεων και πάσης κτίσεως», και στον Ιουστίνο (dial. 85.4): «άγγελοι και δυνάμεις». Επίσης (ibid. 85.1), ο «Κύριος των δυνάμεων» αποδίδει το «Κύριος Σαβαώθ», όπως σημειώνει και ο Origen (c. Cels. 5.45). Το λειτουργικό βιβλίο του Σεραπίωνος (1.3) προσεύχεται να αποστείλει ο Θεός αγγελικές δυνάμεις. Ο John Chrysostom χρησιμοποιεί τον όρο συλλογικά (εις Α΄ Τιμ. 15.4) για όλη την αγγελική δύναμη. Ο Ωριγένης φαίνεται επίσης να δέχεται την ύπαρξη κατώτερων πνευματικών όντων (εις Ιησ. 20.1)· υπάρχει μέσα μας πλήθος δυνάμεων στις οποίες έχουν ανατεθεί οι ψυχές και τα σώματά μας. Ο ίδιος συγγραφέας αποκαλεί τον Θεό «ευεργετική και δημιουργική δύναμη» (de princ. 1.4.3), γεγονός που δείχνει τη στενή σχέση των δευτερευουσών πνευματικών δυνάμεων με τον ύψιστο Κυβερνήτη του σύμπαντος και την ομοιότητα της λειτουργίας τους με Εκείνον.

Έτσι, όπως δηλώνει ο Athenagoras (suppl. 24), ενώ ομολογούμε την ύπαρξη του Θεού, Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος ενωμένων εν δυνάμει, αντιλαμβανόμαστε και την ύπαρξη άλλων δυνάμεων που ενεργούν μέσα και δια της ύλης· ιδίως μία που αντιτίθεται στον Θεό, αν και δημιουργήθηκε από Αυτόν, όπως και οι άλλοι άγγελοι, και της ανατέθηκε η διακυβέρνηση της ύλης και των μορφών της. Ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους για να ασκούν ιδιαίτερη πρόνοια στα πράγματα που όρισε, ενώ ο ίδιος διατηρεί καθολική πρόνοια· ορισμένοι από αυτούς παρέμειναν πιστοί, άλλοι όμως παρέβησαν τη δομή και τη διακυβέρνηση της πραγματικότητας. Ο Eusebius of Caesarea δίνει ζωηρή περιγραφή των κατωτέρων αυτών δυνάμεων (dem. ev. 10.8).

Όπως ο Θεός, έτσι και οι δευτερεύουσες δυνάμεις ονομάζονται «πνεύματα». Ο Ερμάς (sim. 9.1.1) μιλά για το Άγιο Πνεύμα που του μίλησε. Ο Ωριγένης (εις Ιω. 2.31.189) παραθέτει ιουδαϊκό απόκρυφο όπου κάποιος που ονομάζεται Ιακώβ ισχυρίζεται ότι είναι άγγελος και πρωταρχικό πνεύμα. Ο Ευσέβιος (dem. ev. 6.15.12) αναφέρεται σε μυστικά όρη γεμάτα θεϊκές δυνάμεις και άγια πνεύματα. Οι δαίμονες δεν ήταν λιγότερο πνεύματα από τους αγγέλους. Ο Ιουστίνος (dial. 76.6) υποστηρίζει ότι οι δαίμονες υποτάσσονται στους πιστούς μέσω εξορκισμού, και ο Irenaeus (haer. 1.9.5) μιλά για πνεύματα πλάνης που ενέπνεαν τους ειδωλολάτρες· ενώ ο Χρυσόστομος (εις Ματθ. 43.3) ταυτίζει τους ψευδοπροφήτες με τον «πνευματοφόρο» του Ωσηέ.

Ο όρος «πνεύμα» εξέφραζε το υπερφυσικό ον· αντίστοιχα, η υπερφυσική ενέργεια εκφραζόταν με τον όρο «ἐνέργεια». Έτσι και αυτή συνδέεται με τη δράση των κατώτερων υπερφυσικών δυνάμεων, ιδιαίτερα ως προς την έμπνευση ή την κατοχή. Ο Ιουστίνος (apol. 1.60.3) μιλά για έμπνευση και ενέργεια που προέρχεται από τον Θεό. Ο Ωριγένης (c. Cels. 2.51) τονίζει ότι πρέπει να αναγνωρίζουμε πως ορισμένα γεγονότα συμβαίνουν με θεία ενέργεια. Τα γεγονότα της Πεντηκοστής αποδίδονται στην ίδια πηγή (Apostolic Constitutions 5.20.4): «εγεμίσαμε από την ενέργειά Του και μιλήσαμε νέες γλώσσες». Στο ίδιο έργο (8.1.3) αναφέρεται ότι το όφελος του εξορκισμού ανήκει όχι στον εξορκιστή αλλά σε εκείνους που καθαρίζονται μέσω της ενέργειας του Χριστού. Παρομοίως, ο Θεοδώρητος Κύρου (εις Ιερ. 32.1) μιλά για τη λήψη της ενέργειας της προφητείας.

Αλλά ο όρος «ἐνέργεια» χρησιμοποιείται ακόμη συχνότερα για να περιγράψει τη δράση των δαιμόνων. Με την ενέργεια των διεφθαρμένων δαιμόνων αναγγελλόταν θάνατος σε όσους διάβαζαν τα προφητικά βιβλία, λέει ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (apol. 1.44.12). Με την ίδια ενέργεια διώχθηκαν και καλοί άνθρωποι όπως ο Σωκράτης (στο ίδιο, 2.7.3). Ο Κλήμης Αλεξανδρείας (quis dives 25.3) επαναλαμβάνει την κατηγορία ότι οι πιστοί διώχθηκαν υπό διαβολική ενέργεια· ο Origen αποδίδει (c. Cels. 4.32) το μίσος τόσο των κυβερνήσεων όσο και των λαών κατά του χριστιανισμού στην παράλογη και κακή ενέργεια των δαιμόνων· τα έθνη, λέει ο Ευσέβιος Καισαρείας (laud. Const. 13.9), παραφρόνησαν από δαιμονική ενέργεια. Η δύναμη του Σίμωνα του Μάγου προερχόταν από μαγική τέχνη και από την ενέργεια των δαιμόνων, σύμφωνα με τις Apostolic Constitutions (6.9.2).

Η ενέργεια των δαιμόνων είναι ένα κακό και σκληρός δεσμός, παρατηρεί ο Ιωάννης Χρυσόστομος (inc. dei nat. 4.4), όχι χωρίς δίκιο, σύμφωνα με τη γενική αντίληψη του αρχαίου κόσμου ότι η ζωή αυτή είναι πεδίο μάχης αντιτιθέμενων πνευματικών δυνάμεων και υπερφυσικών ενεργειών. Η ανθρωπότητα, ή τουλάχιστον η χριστιανική ανθρωπότητα, είχε να αντιμετωπίσει εκδηλώσεις υπερφυσικής επιρροής τόσο στον ηθικό όσο και στον φυσικό τομέα. Ακανόνιστες παρεμβάσεις στη φύση αποδίδονταν στις δαιμονικές κινήσεις και ενέργειες του αντίθετου πνεύματος (Athenagoras, suppl. 25.3)· ακόμη και τα άστρα εκτελούσαν τις ενέργειές τους (Κλήμης, ecl. proph. 55.2)· τα ονόματα των εβραϊκών πατριαρχών χρησιμοποιούνταν σε αιγυπτιακές επικλήσεις για να προκληθεί μια ενέργεια (Ωριγένης, c. Cels. 1.22)· και ένας δυστυχής άνθρωπος που είχε το πρόσωπό του στραμμένο προς τα πίσω είχε υποστεί αυτή τη βλάβη, σύμφωνα με τα apophthegmata patrum (Poemen 7), «δι’ ἐνεργείας». Είναι γνωστό ότι όσοι θεωρούνταν υπό δαιμονική κατοχή ονομάζονταν τεχνικά «ἐνεργούμενοι» (ἐνεργούμενοι).

Σε τέτοιες συνθήκες είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς πώς οι ψευδοθεοί των εθνικών δεν εξηγούνταν συνήθως ως ανύπαρκτοι, αλλά γίνονταν αποδεκτοί, με κάποιες επιφυλάξεις, ως δευτερεύοντα όντα με κακή φύση. Ο Τατιανός (ad Graec. 21.2) αντιτίθεται στη συνήθεια της αλληγορικής ερμηνείας των μύθων και των θεοτήτων τους· είτε είναι δαίμονες και, αν έχουν τον χαρακτήρα που τους αποδίδουν οι μύθοι, είναι κακοί· είτε, αν αναχθούν σε φυσικές δυνάμεις, δεν είναι αυτό που περιγράφονται. Ο Athanasius of Alexandria (de incarn. 15) λέει ότι οι εθνικοί αναζητούσαν τον Θεό στη φυσική κτίση και στον αισθητό κόσμο και επινοούσαν θεούς από θνητούς ανθρώπους και δαίμονες.

Γίνεται συχνά λόγος για το παράλογο της θεοποίησης ανθρώπων· αλλά εξίσου συχνά διατυπώνεται η κατηγορία ότι οι εθνικοί θεοποίησαν υπερφυσικά όντα με μεγαλύτερη δύναμη αλλά πολύ λιγότερο αξιέπαινο χαρακτήρα από βασιλείς και ήρωες. Η ευρύτητα της πίστης σε ένα υπερφυσικό υπόβαθρο του κόσμου φαίνεται από την υποβάθμιση της ίδιας της λέξης «θεός», η οποία όχι μόνο επέτρεπε τη συνήθη απόδοση του τίτλου στις θεότητες των εθνικών, αλλά επεκτάθηκε και στις εξελικτικές εκπορεύσεις της γνωστικής φαντασίας (π.χ. Irenaeus, haer. 1.8.5· Hippolytus of Rome, ref. 5.7.30), και επέτρεψε στον Άρειο να πει (thalia, apud Ath. de syn. 15) ότι ο Υιός, αν και δεν είχε ύπαρξη καθεαυτήν αλλά υπήρχε κατά το θέλημα του Πατέρα, ήταν «θεός μονογενής», και ότι ως ισχυρός θεός υμνεί τον ανώτερό του κατά τον βαθμό του. Τέτοια γλώσσα ήταν ουσιαστικά πολυθεϊστική.

Στην πραγματικότητα, η λέξη «θεός» κατέληξε να εφαρμόζεται κατά κάποιο τρόπο και στους ανθρώπους, επειδή η πνευματική διάσταση της φύσης τους τους κατέτασσε στην ιεραρχία των υπερφυσικών όντων. Το αποτέλεσμα αυτό προέκυψε από δύο διαφορετικές γραμμές προσέγγισης. Πρώτον, υπήρχαν ορισμένα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που φαίνονταν να αποδίδουν θεϊκότητα στους ανθρώπους, και οι Πατέρες έδιναν μεγάλη σημασία στην βιβλική αυθεντία. Τα κυριότερα από αυτά τα χωρία ήταν ο Ψαλμός 49:1 (LXX) «ὁ Θεὸς θεῶν Κύριος ἐλάλησε» και ο Ψαλμός 81:1 και 6 (LXX) «ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν… ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες». Υπήρχαν και άλλα, και υπήρχε κάποια αβεβαιότητα αν οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης εννοούσαν ανθρώπους ή αγγέλους. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις οι Πατέρες υποστήριζαν ότι η αναφορά γινόταν είτε σε όλη την ανθρωπότητα ως τέκνα του Υψίστου, είτε τουλάχιστον σε ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων που επιτελούσαν θεϊκές λειτουργίες, όπως η εξουσία ή η δικαστική κρίση.

Δεύτερον, μια ισχυρή σωτηριολογική παράδοση δίδασκε ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να γίνει όμοιος με τον Θεό και ακόμη να θεοποιηθεί. Έτσι, ο Ωριγένης (comm. in ps. frag. 1) παραθέτει από τον Στωικό συγγραφέα Ηρόφιλο έναν ορισμό του Θεού ως «ἀθάνατου λογικού ὄντος». Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, κάθε λογική ψυχή είναι θεός. Αν προστεθεί περαιτέρω προσδιορισμός, όπως υποστήριζαν ορισμένοι κριτικοί, με την ιδιότητα «αυθύπαρκτος», τότε οι ανθρώπινες ψυχές δεν είναι θεοί όσο είναι ενωμένες με το σώμα, αλλά θα γίνουν όταν απελευθερωθούν από τους περιορισμούς του.

Τέτοιες διδασκαλίες είχαν συγγένεια με πολλές πατερικές αντιλήψεις. Έτσι, ο ψευδο-Ιουστίνος (or. ad gent. 5) παρατηρεί ότι η δύναμη του Θεού εκπαιδεύει τους θνητούς να γίνουν αθάνατοι και τους ανθρώπους να γίνουν θεοί. Ο Ειρηναίος (haer. 3.19.1), αναφερόμενος σε όσους αρνούνται την άνοδο του ανθρώπου προς τον Θεό, δηλώνει απλώς ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος υιός του Θεού.

Αλλά ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης προχωρούν περισσότερο: ο πρώτος σημειώνει (strom. 6.14, 113.3) ότι η ψυχή, λαμβάνοντας τη δύναμη του Κυρίου, αγωνίζεται να γίνει θεός — και μια τέτοια ψυχή δεν αποχωρίζεται ποτέ τον Θεό· ενώ ο δεύτερος (εις Ιω. 2.3.19) όχι μόνο δηλώνει ότι, εκτός από τον αληθινό Θεό, πολλοί γίνονται θεοί με μετοχή στον Θεό, αλλά και (ibid. 20.29.266) προτείνει ότι πρέπει να φύγουμε με όλη μας τη δύναμη από το να είμαστε άνθρωποι και να σπεύσουμε να γίνουμε θεοί.

«Υιοί και θεοί λόγω του Λόγου που είναι μέσα μας» είναι η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας (c. Ar. 3.25). Ο Βασίλειος ο Μέγας μιλά για παραμονή στον Θεό, για ομοίωση προς τον Θεό και, ως ύψιστο σημείο, για το να γίνει κανείς θεός (de Spir. sanct. 23)· και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (or. 29.19) εκφράζεται ρητορικά λέγοντας: «για να γίνω θεός στον ίδιο βαθμό που Εκείνος έγινε άνθρωπος». Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, με σύνεση, υπενθυμίζει τα αναγκαία όρια αυτής της γλώσσας, λέγοντας ότι ονομαστήκαμε θεοί κατά χάριν (de Trin. dial. 4, 520C) και ότι δίνοντάς μας αυτό το όνομα ο Θεός δεν μας ανύψωσε πάνω από τη φύση μας (ibid., E).

Όλες αυτές οι εκφράσεις περί θεώσεως του ανθρώπου πρέπει να κατανοηθούν ως καθαρά σχετικές. Δηλώνουν ότι ο άνθρωπος έχει φύση ουσιαστικά πνευματική και, ως προς αυτό, μοιάζει με το είναι του Θεού· και ακόμη ότι μπορεί να επιτύχει πραγματική ένωση με τον Θεό, χάρη σε μια συγγένεια που προέρχεται τόσο από τη φύση όσο και από τη χάρη. Ο άνθρωπος, θα μπορούσαν να πουν οι Πατέρες, είναι ένα υπερφυσικό ζώο.
Κατά κάποιον τρόπο, ο προορισμός του είναι να ενωθεί με τον Θεό. Αλλά όλοι οι Πατέρες θα απέρριπταν με αγανάκτηση κάθε ιδέα ότι η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό προσθέτει κάτι στη θεότητα. Εξηγούν το κατώτερο μέσω του ανώτερου, χωρίς να καταργούν τη διάκριση μεταξύ τους. Ο Θεός δεν είναι μόνο αυθύπαρκτος· διαθέτει και όλες εκείνες τις θετικές ιδιότητες που ο άνθρωπος δεν έχει, οι οποίες αποδίδονται συχνά με αρνητικό πρόθεμα σε ανθρώπινες ιδιότητες.


Επιπλέον, ακόμη και όταν η ανθρώπινη φύση φέρει αντανακλάσεις του Θεού, αυτές απέχουν πολύ από την πληρότητα και τελειότητα που έχουν μέσα στη θεότητα. Πραγματική δύναμη και ελευθερία, πληρότητα φωτός, ιδεώδες και αρχέτυπο πνεύμα βρίσκονται μόνο σε Εκείνον. Το χάσμα ανάμεσα στον Δημιουργό και το κτίσμα δεν γεφυρώνεται ποτέ.

Αν και στον Χριστό η ανθρώπινη φύση ανυψώθηκε στον θρόνο του Θεού, λόγω της θεϊκής Του φύσης, η ανθρωπότητα γενικά μπορεί μόνο να επιδιώξει το είδος της θεότητας που είναι προσβάσιμο μέσω της ένωσης με τη θεανθρώπινη φύση. Η αιώνια ζωή είναι η ζωή του Θεού· οι άνθρωποι μπορούν να μετέχουν στις εκδηλώσεις και ενέργειές της μόνο κατά χάριν, ποτέ εκ φύσεως. Ο άνθρωπος παραμένει κτιστό ον· μόνο ο Θεός είναι ἀγέννητος.


Συνεχίζεται με: Η Αγία Τριάδα

π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 2



π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 2


Πρέπει εσύ ο ίδιος να το ζητήσεις για να φανερωθεί. Όσο δεν το ζητάς, δεν μιλάει. Είναι σαν να μην υπάρχει.
Σαν να σου δίνει ο πατέρας σου —πολύ ευγενικός πατέρας— ένα τεράστιο ποσό στην τράπεζα. Πρέπει να πας στην τράπεζα να το πάρεις.
Αν δεν πας στην τράπεζα, είτε έχεις εκατομμύρια είτε δεν έχεις, παιδιά, το ίδιο είναι.
Εμείς έχουμε στην τράπεζα, λοιπόν, κατατεθειμένα, με το βάπτισμα και το χρίσμα, τεράστια ποσά. Ο καθένας, ο καθένας από εμάς.
Και το τρίτο μυστήριο, στο οποίο ολοκληρώνονται όλα αυτά και προς το οποίο κατευθύνονται, είναι η θεία Ευχαριστία.
Με τη θεία Ευχαριστία τι κάνεις; Είσαι μέλος του σώματος — στο δάχτυλο, στο χέρι, ας πούμε, κάποιος που έχει πρακτικά χαρίσματα.
Είσαι μέλος, λογικό μέλος και ελεύθερο μέλος. Και τι κάνεις; Τρως από το σώμα. Το σώμα αυτό πλέον γίνεται και η τροφή σου.
Και κάθε φορά που τρως από το σώμα, επαναλαμβάνεις τη βασική σου ταυτότητα.
Γι’ αυτό χριστιανός είναι όποιος είναι βαπτισμένος, χρισμένος και όποιος κοινωνεί. Όταν δεν κοινωνούμε, δεν ολοκληρώνεται η ένταξή μας στην Εκκλησία.
Γι’ αυτό το να λέει κανείς ότι κοινωνεί Χριστούγεννα ή Πάσχα είναι ανόητο. Είναι σαν να λες ότι εγώ τρώω κάθε πενήντα μέρες. Ε, θα πεθάνεις σε λίγο.
Είναι η σάρκα και το σώμα του Χριστού, δηλαδή το μεταμορφωμένο αυτό σώμα, το θεωμένο σώμα, στο οποίο εγώ μετέχω ήδη και τρέφομαι με αυτό και γίνομαι εγώ ο ίδιος Χριστός.
Όχι — είμαστε κεκλημένοι να γίνουμε Χριστοί. Χριστοί κατά χάριν.
Ό,τι είναι Αυτός κατά φύσιν, γινόμαστε εμείς κατά χάριν.
Γι’ αυτό και περπατάμε πάνω στο νερό.
Αυτός είναι ο σκοπός. Γι’ αυτό τα κάνει όλα αυτά.
Έλεγα χθες: θυμάμαι, είχαν έρθει στον Άγιο Πορφύριο αστρονόμοι — ήμουν κι εγώ εκεί παρών, γιατί ήμουν κοντά του για καιρό.
Και κουβέντιαζαν εκείνη την εποχή αν το σύμπαν έχει όρια, αν έχει τέλος.
Και ακούω τον πατέρα Πορφύριο να λέει: «Το σύμπαν έχει τέλος».
Και λέω: «Αυτό είναι ένα τεράστιο πράγμα — το ξέρετε, Γέροντα;»
Πήγα κοντά του και λέω: «Πώς; Πώς γίνεται αυτό; Τρεις εκατομμύρια γαλαξίες υπάρχουν, και κάθε γαλαξίας έχει δισεκατομμύρια ήλιους — το δικό μας, ας πούμε, έχει τόσους. Πώς;»
Και όμως.
Και δεν είναι αυτό το κύριο. Αυτό είναι ένδειξη της θεώσεως της φύσεως — ότι ο άνθρωπος αποκτά ιδιότητες του Θεού.
Γι’ αυτό, αν δεν έχουμε αυτές τις ιδιότητες, έχουμε μόνο την «ἐξ ἀκοῆς πίστιν», όπως λένε οι Πατέρες.
Ακούμε ότι είναι ωραία όλα αυτά — και είναι πολύ σημαντικό αυτό. Αλλά μένουμε σε αυτό. Αυτή είναι η πίστη της ακοής. Η άλλη πίστη είναι η πίστη της γνώσεως. Όταν κανείς γνωρίζει. Όταν ακουμπάει τον Θεό και ξέρει τι είναι ο Θεός.Δεν εικάζει. Δεν υποθέτει. Δεν αμφιβάλλει. Δεν λέει «ίσως», «μήπως», «μπορεί», «ποιος ξέρει», «άραγε». Έτσι δεν είναι και με το νερό; Σου μιλάνε για το νερό, σου μιλάνε για το νερό, λες «ναι, εντάξει». Άλλο πράγμα είναι να πιεις το νερό.
Τότε λες: «Α, τώρα ξέρω τι είναι το νερό». Προηγουμένως τι ήξερες; Τις περιγραφές του νερού. Η πρώτη πίστη είναι περιγραφή. Και αυτό που σας λέω τώρα είναι μια ωραία περιγραφή. Αν όμως κανείς ζήσει αυτά, τότε είναι η αλήθεια. Είναι η αλήθεια. Το ζεις ως αλήθεια πλέον. Είναι η αλήθεια σου. Και μετασχηματίζει βαθιά την ίδια σου την ύπαρξη.
Λοιπόν, τώρα. Να μιλήσουμε λίγο για την Ευχαριστία, για να συνδέσουμε όλο αυτό το πράγμα με την άσκηση — λίγο καλύτερα, για να το καταλάβετε.
Τι είναι Ευχαριστία; Ευχαριστία είναι δύο πράγματα: είναι λατρεία και μετοχή.
Το «μετοχή» το είδαμε. Το «λατρεία»; Λατρεία γιατί είναι λατρεία; Είναι λατρεία γιατί είναι ευχαριστία. Τι λέμε σε εκείνη τη βασική φράση, την οποία δεν καταλαβαίνουμε καμιά φορά;
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».
Τι σημαίνει αυτό;
Τα «σὰ» — τα δικά Σου. Δεν έχουμε τίποτα δικό μας. Αυτός μας δημιούργησε. Αυτός μας έφερε στον κόσμο.
Μας δανείζει το είναι μας. Αυτός είναι το Είναι. Δεν το φτιάξαμε εμείς τον εαυτό μας. Μας δίνεται ο εαυτός μας. Δεν είμαστε εμείς από μόνοι μας — κάποιος μας δίνει στον εαυτό μας.
«Τὰ σὰ», λοιπόν, τα δικά Σου, «ἐκ τῶν σῶν» — από αυτά που Εσύ μας έχεις δώσει, ένα μικρό μέρος Σου προσφέρουμε.
Τι δίνουμε; Το ψωμί και το κρασί.
Δεν δίνουμε απλώς σιτάρι ή σταφύλια. Δίνουμε τη δουλειά μας πάνω σε αυτά.
Τη ζωή μας.
Πώς έγινε το σιτάρι ψωμί; Πώς έγινε το σταφύλι κρασί;
Είναι ολόκληρη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ολόκληρη ζωή.
Αυτό συμβολίζει.
Ένα μικρό μέρος. «Φάε, πιες κι Εσύ». Ένα ελάχιστο δίνουμε στον Θεό.
Αλλά έχει σημασία. Είναι πράξη που περιλαμβάνει όλη την ύπαρξή μας.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν».
Και βέβαια προηγουμένως ο ιερέας τι έχει κάνει; Έχει μνημονεύσει εκατοντάδες, χιλιάδες ονόματα.
Τι σημαίνει αυτό;
Ότι μέσα σε αυτή την προσφορά μπαίνουν όλες οι αιτήσεις — για τους ζώντες, για τους κεκοιμημένους.
Μπαίνουν όλα εκεί μέσα. Όλα.
Όλη η ζωή μας. Όλη η ανθρώπινη ιστορία.
Όλα βρίσκονται πάνω σε εκείνο το ταπεινό δισκάριο.
Και εκεί είμαστε όλοι — για τα πάντα.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν…».
Όλα αυτά τα πράγματα σοι προσφέρομεν. Και το λέει αυτό τη στιγμή που —έχετε δει— η αναφορά είναι προς τον Πατέρα. Ο Υιός προσφέρεται στον Πατέρα.
Λοιπόν, σε αυτή την αιώνια προσφορά του Υιού προς τον Πατέρα, ως ανθρώπου, βάζουμε και τη δική μας προσφορά και λέμε: ενσωμάτωσε και το ψωμάκι και το κρασάκι το δικό μας, τις ζωές μας, τα προβλήματά μας, τα βασανάκια μας. Πάρε και αυτά μέσα σε αυτή την προσφορά. Κατά πάντα.
Κατά πάντα, εντελώς. Δεν θέλουμε να αφήσουμε τίποτα απ’ έξω από αυτή την προσφορά.
Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η άσκηση. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα. Δεν διεκδικώ τίποτα δικό μου.
Είναι συγκλονιστικό αυτό. Δηλαδή —θα το έλεγα έτσι— εδώ μπαίνει η ασκητική. Ο αγώνας είναι να λατρέψω τον Θεό χωρίς φιλαυτία. Αυτό είναι η ασκητική, επεκτείνοντας αυτά που λέμε.
Δεν λέω: «Άσε μου εμένα κάποια, πάρε κι εσύ λίγα — άντε και λίγο παραπάνω — να κάνουμε μια συναλλαγή». Τι να σου δώσω, τι να κρατήσω;
Όχι. Κατά πάντα. Τελείως. Σου τα δίνω όλα. Ό,τι έχω, κατά πάντα προσφέρεται σε Εσένα. Γιατί Εσύ τα έδωσες.
Και μετά η φοβερή κουβέντα: «διὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».
«Διὰ πάντα» σημαίνει: για όλα αυτά που θέλεις Εσύ να κάνεις με όλα αυτά που μου έδωσες.
Τι θέλεις να κάνεις μέσα στην ιστορία, μέσα στη ζωή μου, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ανθρωπότητα, με όλα αυτά που μου έδωσες; Να τα κάνω για Σένα, για χάρη Σου. Κατά πάντα και διὰ πάντα.
Τι θέλεις να κάνεις — να μου το εμπνεύσεις, να μου το φανερώσεις, να μου το δείξεις.
Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν — τα πάντα.
Να κρατήσω κάτι από τη ζωή μου; Την ομορφιά μου; Τα νιάτα μου; Το μυαλό μου; Να τα έχω εγώ; Μα τα είχες ποτέ εσύ; Άλλος νους είναι. Ποιος σου τα δίνει αυτή τη στιγμή;
Όσοι ξέρουν από βιολογία και από ιατρική εδώ μέσα — ξέρει κανείς; Ξέρετε ότι αυτή τη στιγμή, το ότι είμαστε ζωντανοί και μιλάμε, είναι ένα μεγάλο θαύμα;
Υπάρχουν χίλιες αιτίες αυτή τη στιγμή για να μην υπάρχουμε, ενώ τώρα που μιλάμε υπάρχουμε. Ποιος διαχειρίζεται όλη τη βιολογική μας ύπαρξη;
Το είπα και σε μια άλλη ομιλία — δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Άγιος Νικόδημος. Τι λέει; Όταν αμαρτάνεις, αναγκάζεις τον Θεό να «μπει» στην αμαρτία. Γιατί;
Γιατί εκείνη τη στιγμή που αμαρτάνεις, Εκείνος σε κρατάει ζωντανό. Ναι ή όχι;
Δηλαδή η προνοητική, άκτιστη ενέργεια του Θεού, που σε κρατάει στη ζωή ανά πάσα στιγμή, «μπαίνει» μαζί σου και μέσα στην αμαρτία. Κλέβεις — και ο Θεός «μπαίνει» και ανέχεται εκείνη τη στιγμή την κλοπή που κάνεις.
Φοβερό. Ανέχεται. Την κλοπή, τον φόνο — ό,τι κάνεις εκείνη τη στιγμή το ανέχεται, πονώντας βαθύτατα. Δεν το κάνει ο ίδιος — δεν μπορεί να το κάνει. Αλλά ανέχεται εσένα να το κάνεις.
Όπως εμείς, όσοι έχουμε παιδιά, ανεχόμαστε τα παιδιά μας να φωνάζουν, να χτυπιούνται, να οργίζονται.
Δεν τα δένεις. Δεν τα σκοτώνεις. Τα ανέχεσαι.
Και το ότι τα ανέχεσαι σημαίνει ότι τα προστατεύεις. Είσαι κοντά τους. Δεν τα αρνείσαι επειδή κάνουν ανοησίες.
Έτσι είναι και ο Θεός. Ανέχεται όλο αυτό το φοβερό πράγμα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την τρομακτική υπομονή που κάνει ο Θεός μαζί μας. Είναι τρομακτική υπομονή.
Αλλά πρέπει να μπει κανείς στα μυστήρια για να το καταλάβει. Πρέπει να μπει στην προσευχή. Πρέπει να μπει στην εξομολόγηση.
Να καταλάβει τι υπομονή κάνει ο Θεός. Και πώς περιμένει τον καθένα: είκοσι, τριάντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα — μπορεί και εκατό χρόνια. Τον περιμένει. Μήπως και καταλάβει.
Όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «ἕως καταντήσωμεν εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Να φτάσω να καταλάβω πλήρως τι μου έχει δοθεί. Τι έχω στα χέρια μου. Τι μπορώ να κάνω με τη χάρη. Εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι μπορούμε να κάνουμε με τη χάρη.
Γι’ αυτό λέω καμιά φορά: έρχονται απελπισμένοι άνθρωποι — και σε μένα και σε άλλους ιερείς — που έχουν φτάσει στα έσχατα της απελπισίας και λένε: «Τι να κάνω;»
Και τους λέω: ανοίξτε ένα παράθυρο στη χάρη. Ένα παράθυρο. Πήγαινε, εξομολογήσου. Πιάσε έναν κανόνα προσευχής καθημερινά. Άνοιξε στον Θεό ένα μικρό φεγγίτη. Να μπει η χάρη μέσα. Αν το επιτρέψεις αυτό, σε λίγο θα μπει μέσα — είναι σαν κόκκος σιναπιού, έτσι το λέει ο Χριστός.
Αυτό, όταν μπει μέσα στον άνθρωπο, νικάει θηρία και τέρατα που έχουμε μέσα μας. Και αυξάνεται και γίνεται κάτι τεράστιο.
Με τρόπο που εμείς δεν καταλαβαίνουμε πώς έγινε.
Και ο Θεός είναι ανεπίφθονος. Δεν φθονεί αυτό που σου έδωσε.
Δεν σου έδωσε την ομορφιά για να σου την πάρει πίσω. Δεν σου έδωσε την υγεία για να την πάρει πίσω. Δεν σου έδωσε τη σοφία για να την πάρει πίσω.
Θέλει να σε βοηθήσει να γίνεις ευτυχισμένος με αυτά — και να κάνεις και άλλους ευτυχισμένους. Αλλά πώς θα το κάνει αυτό, αν κλείνεσαι στον εαυτό σου και δεν λατρεύεις και δεν Τον βλέπεις; «Δεν τον βλέπω, δεν τον βλέπω, δεν καταλαβαίνω…»
Εάν συνειδητά αποφασίσεις να ζήσεις αυτό: «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», μπαίνεις αμέσως στον χώρο της μάχης ενάντια στη φιλαυτία σου.
Γιατί η φιλαυτία σου λέει: «Κράτα, κράτα, κράτα. Μην δίνεις στον Θεό. Μην το δίνεις — θα σου το “μαυρίσει”».
Ήμουν μια φορά στο Υπουργείο, όταν ήμουν πρόεδρος του Τμήματος όπου δίδασκα, και χρειάστηκε να πάω για μια υπόθεση.
Ήταν ένας ανώτερος αξιωματούχος. Κάποια στιγμή, για να τα πούμε καλύτερα, πήγαμε να φάμε.
Του άρεσε να πίνει. Ήπιε ένα ποτηράκι, ένα δεύτερο — δεν έδωσα σημασία. Αυτός νόμιζε ότι τον παρακολουθώ. Ήπιε τρία, τέσσερα, και κάποια στιγμή με κοιτάει και μου λέει: «Άσε με, ρε πάτερ, να κάνω την αμαρτία μου». Εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα. Είναι φοβερό να βλέπεις έτσι τον Θεό. Και είναι φοβερό, καμιά φορά, εμείς οι παπάδες να παρουσιάζουμε τον Θεό έτσι.
Να μπαίνουμε στις ζωές των ανθρώπων, στα σπίτια τους, στα πιο προσωπικά τους — είναι φοβερό αυτό.
Και να παρουσιάζουμε έναν μίζερο Θεό.
Δεν μπαίνουμε έτσι. Μπαίνουμε μόνο όταν ο άλλος ζητήσει βοήθεια. Και τότε με πάρα πολύ μεγάλη λεπτότητα.
Απ’ έξω.
Ώστε να φαίνεται πάντοτε ότι ο άνθρωπος έχει την ελευθερία του. Ότι πρώτα απ’ όλα απολαμβάνει το δώρο.,Και τον βοηθάς να το απολαύσει σωστά, κατά Θεόν — με ευχαριστιακό τρόπο. Ο άνθρωπος διψάει. Θέλει νερό. Χωρίς νερό δεν ζει.
Αν όμως πιει υπερβολικά, μπορεί να πάθει ζημιά. Οι γιατροί το ξέρουν. Η δουλειά μας δεν είναι να μην πιει νερό. Είναι να πιει όσο πρέπει. Το «κατά φύσιν», όπως λένε οι Πατέρες. Σου έχει δοθεί μια φύση. Είναι υπέροχη, θεόδοτη.
Μπορείς να τη ζήσεις κατά Θεόν — ή να την υπερβείς για λόγους αγάπης. Έτσι και ο μοναχισμός. Δεν γίνεται επειδή ο κόσμος είναι κακός, όπως στον βουδισμό. Γίνεται, όπως λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γιατί υπάρχει και κάτι ακόμη καλύτερο.
Καλός είναι ο γάμος — και ακριβώς επειδή είναι καλός, γι’ αυτό είναι καλός και ο μοναχισμός. Όχι γιατί αποφεύγεις κάτι κακό, αλλά γιατί υπερβαίνεις ελεύθερα κάτι καλό. Όπως το να μην τρακάρω στον δρόμο δεν είναι κατόρθωμα — το φυσιολογικό είναι να μη τρακάρω. Έτσι και εδώ.
Και όταν γίνεται έτσι —και ευτυχώς γίνεται πολλές φορές έτσι— είναι κάτι μεγάλο. Έχω το νερό αυτό.
Και για χάρη της αγάπης του Θεού θα το στερηθώ για μια ώρα. Γιατί; Γιατί αγαπώ περισσότερο Εκείνον από το δώρο Του.
Αυτό είναι το ζήτημα όλων. Να μη χαθούμε μες στα δώρα του Θεού, να μην πνιγούμε μες στο νερό, να μην πνιγούμε στις δωρεές, να μην πνιγούμε στις σωματικές μας —ξέρω εγώ— σε ό,τι έχουμε ο καθένας, σε ό,τι συνιστά τη σωματική ζωή. Όχι γιατί το σώμα είναι κακό, το ξαναλέω.
Έχω πει και του αρέστου Δεσπότη αυτό πολύ, και το ξαναπώ: η μεγαλύτερη φράση —έχω ψάξει και έχω ψάξει—, η ωραιότερη κουβέντα που άκουσα ποτέ για το ανθρώπινο σώμα, είναι από έναν πολύ μεγάλο ασκητή, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, όταν είπε ότι το σώμα «ἔχει ἐνσημαινομένας πνευματικὰς διαθέσεις». Τι φοβερή κουβέντα.
Το νερό ο άνθρωπος δεν το πίνει σαν τον σκύλο, παιδιά, πώς να το πω. Δημιουργεί σχέση με το νερό. Με αυτόν που σου το έδωσε, με τον Θεό που σου επιτρέπει να το πιεις, με τη φύση, με τον κόσμο.
Είναι μία σχέση, είναι ολόκληρη πνευματικότητα το να πιεις ένα νερό. Το ίδιο είναι και το φαγητό. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος που μαγειρεύει την τροφή του.
Γιατί τη μαγειρεύει άραγε; Να μην την τρώγαμε κι εμείς σαν τον σκύλο, σαν το πρόβατο; Να πηγαίνουμε να τρώμε χορτάρια, να φουσκώνουμε και μετά να αρπάζουμε και μια γάτα να την τρώμε ζωντανή; Γιατί άραγε; Το σκεφτήκατε ποτέ;
Το ίδιο συμβαίνει και με την ερωτική ζωή. Τα ζώα δεν ερωτεύονται. Δεν θα δεις κανένα ερωτευμένο σκύλο με την ίδια σκύλα να πηγαίνει μαζί παντού τρία, τέσσερα, δέκα, είκοσι χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα κάνει όλα με έναν άλλο τρόπο, που είναι πνευματικός τρόπος. Θέλει να βρει τον Θεό σε όλα αυτά και σε όλα τα άλλα που κάνει. Κι αν δεν βρει τον Θεό εκεί μέσα, θα φάει τα μούτρα του.
Και θα βουλιάξει στη σύγχρονη σεξουαλικότητα, όπως βουλιάζουν τα παιδιά που έχω στο Πανεπιστήμιο. Και έχω φτάσει να πω, σε μια άλλη συζήτηση, με τη νευροπνευματικότητα και τη σεξουαλικότητα, ότι δεν υπάρχει πια σεξουαλικότητα σήμερα. Δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Είναι ένα φοβερό πράγμα. Δεν καταλαβαίνω. Υπάρχει μια εκτονωτική κατάθλιψη. Ένα πράγμα φοβερό. Και εγώ δεν ξέρω πώς θα το πω. Υπάρχει κι άλλος τρόπος να το πω. Δεν θα το πω εδώ μέσα. Λέω τώρα.
Και το σώμα λοιπόν θέλει να ζήσει κατά Θεόν το έρμο. Κατά Θεόν. Δεν σημαίνει να στερηθεί. Σημαίνει να τα κάνει όλα αυτά κατά Θεόν. Όπως το θέλει ο Θεός. Πώς το έφτιαξε ο Θεός που το έδωσε. Πώς το σκέφτηκε εκείνος. Πώς το έχει στα χέρια του ίδιου. Στο μυαλό του. Όπως θα το πω τώρα. Στην πρόνοιά του. Πώς το έχει.
Κι είναι το θέμα. Κάνοντάς το λοιπόν εσύ έτσι. Και αυτό έρχεται ο Χριστός να σου πει. Κοίταξε. Έτσι γίνεται. Έτσι γίνεται.
Γιατί και όσα δεν έκανε. Γιατί ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να κάνει γάμο, για παράδειγμα. Να φτιάξει χριστουλάκια καινούργια. Είναι μοναδική η ύπαρξη. Ένας. Δεν ξαναγίνεται το μυστήριο του Χριστού. Έτσι.
Αλλά για τον γάμο είπε φοβερά πράγματα, τα οποία κανείς δεν τα ήξερε μέχρι τότε. Και κανείς δεν τα είχε πει ποτέ μέχρι τότε.
Λέμε τώρα για τον γάμο, γιατί μιλήσαμε για τον γάμο. Και για όλα τα πράγματα. Διαβάστε το μισό κατά Ματθαίον. Είναι γεμάτο από τις νέες αυτές διδαχές, τις οποίες τις άκουγαν οι άνθρωποι με ανοιχτό το στόμα.
Αλλά είναι το manual του Θεού αυτό. Οδηγίες χρήσης. Θες να είσαι ευτυχισμένος; Αυτό ακολουθείς.
Δουλεύουν τα όντα. Είναι σαν να έχεις το κατάλληλο κλειδί. Αν δεν έχεις το κλειδί της κυριαρχίας, πώς θα ανοίξει η πόρτα; Θα τη βιάσεις την πόρτα να πέσει. Και θα αρχίσει ο βιασμός της κτίσης, της δημιουργίας, του εαυτού σου και των άλλων. Βιασμός. Βιασμός. Καταστροφή. Μετά αρχίζει και η δική σου κατάρρευση.
Πόσο ζωντανά είναι όλα αυτά. Και βλέπετε ότι η Εκκλησία δεν σε βάζει σε περίπλοκους συλλογισμούς. Τώρα να πας να διαβάσεις τα βιβλία τα δικά μου, ας πούμε. Τα βιβλία μου είναι δύσκολα βιβλία. Εντάξει. Λοιπόν.
Αν δεν τα διαβάσεις αυτού του είδους τα βιβλία, δεν προχωράς; Δεν σου το λέει αυτό. Οπότε εγώ ο ίδιος σου τα λέω. Τα γράφω. Όχι ότι είναι κακό να τα διαβάσει κανείς. Συνιστώ μερικά. Ειδικά ο Δεσπότης ένα το έχει μάθει απ’ έξω.
Το θέμα είναι το εξής: ότι σου βαστάζει σαν γλυκύτατος τον δρόμο, που είναι ο δρόμος των μυστηρίων. Αυτό είναι. Σε έχω βαπτίσει. Σε έχω χρίσει. Σε έχω κάνει αυτό. Έλα να με κοινωνήσεις. Έλα να μπεις στη διαδικασία αυτή.
Έλα να ξεπεράσεις τις αυταπάτες της φιλαυτίας σου. Τον ναρκισσισμό σου. Ή, αν έχω δει και στο τελευταίο μου βιβλίο, που το προτείνω στους ψυχολόγους, τον μεταναρκισσισμό.
Είναι μια βαρύτατη κατάσταση σήμερα. Καινούργια κατάσταση. Όχι ναρκισσισμός απλώς. Όχι. Πώς να το πω. Η πλήρης αποχώρηση από τη σχέση. Δικαιωματικά μάλιστα. Όπου ο άλλος γίνεται ποτήρι. Ό,τι είναι το ποτήρι. Τι σχέση έχω με το ποτήρι εγώ;
Μπορώ να πω πως έχω περισσότερη σχέση με το ποτήρι παρά με τους άλλους ανθρώπους. Και αυτό το πράγμα καλπάζει σήμερα.
Και αν συνεχίσω να λέω τώρα, θα μπούμε σε τελείως άλλους χώρους, γιατί παράγεται ολόκληρο το σύγχρονο consensus. Ίσως ολόκληρη η σύγχρονη συνειδητοποίηση με αυτόν τον τρόπο. Σε όλα τα επίπεδα.
Νοσεί η ανθρωπότητα. Γιατί νοσεί η ανθρωπότητα; Διότι φεύγει. Νοσεί, διότι πιστεύει ότι δια του εαυτού της...
Αν εγώ τώρα, με την ευφυΐα που καταβάλλω για να γράψω τα βιβλία που γράφω και να κάνω, έβγαινα και έλεγα ότι έχω ανακαλύψει ένα μυστικό μέσα στον άνθρωπο, το οποίο όποιος το καταλάβει είναι μια νέα ανθρώπινη δυνατότητα και θα λύσει τα προβλήματά του όλα αμέσως, κοροϊδεύοντάς σας· αν το έλεγα αυτό, εδώ μέσα θα είχε τη μισή πόλη.
Δηλαδή το απίθανο. Γι’ αυτό έλεγε ο Αυγουστίνος: η άπιστη είναι η πλέον εύπιστη. Πιστεύουν οτιδήποτε. Οτιδήποτε.
Διάβαζα τις προάλλες κοινοτοπίες του Ράμφου για το μυστικό του Ιησού και έλεγα να γελάσω ή να κλάψω. Για να δικαιολογήσουν τα θαύματα του Χριστού έλεγαν: ο Ιησούς, η σύνοδος των αστέρων, ο ζυγός στον σκορπιό ή ξέρω εγώ το σύννεφο που κατέβηκε από εκεί, δημιούργησαν μια κατάλληλη στιγμή και παπ, σφυρίζει ο Χριστός τον Λάζαρο και βγαίνει έξω. Κάν’ το κι εσύ λοιπόν. Αφού ξέρεις πώς γίνεται.
Και τώρα τελευταία σε κάποιον. Όταν σου λέει ο Πορφύριος και ο Παΐσιος ότι το θαύμα αυτό που βλέπεις πάνω στο σώμα σου, που το έκανα εγώ, το κάνω με δέηση και επίκληση του Χριστού, πώς εσύ τολμάς και λες ότι κοίταξε, δεν το έκανες έτσι. Έγινε με έναν τρόπο που θα ανακαλύψει κάποτε η επιστήμη.
Δηλαδή εσύ δεν μπορείς να το κάνεις και ξέρεις πώς θα γίνει. Ο άλλος το κάνει και δεν ξέρει πώς έγινε; Ο άλλος το κάνει, θεραπεύει ανθρώπους, κόσμο και κοσμάκη, και εμένα που σας μιλώ, και σου λέει και πώς το έκανε. Εσύ δεν μπορείς να το κάνεις, αλλά λες ότι δεν το έκανε ο άλλος όπως ξέρει ότι το έκανε.
Γι’ αυτό έλεγε ο Αυγουστίνος ότι οι άπιστοι είναι οι πλέον εύπιστοι. Αντί να πουν: υπάρχει Θεός και μπαίνει στην ιστορία και κάνει θαύματα και δημιουργεί καταστάσεις και κάνει και δείχνει και σαρκώνεται. Όχι, σου λέει. Δεν είναι.
Και πιστεύουν σε σοφισμένους μύθους, που λέει η Γραφή, παραμύθια, οτιδήποτε όμως. Και προβάλλουν πράγματα.
Θυμάμαι έναν δημοσιογράφο πολύ σημαντικό, δεν θα σας πω το όνομά του, που μια ολόκληρη ζωή δημοσιογραφούσε ενάντια στην Εκκλησία και κατέληγε στα άρθρα του —τον διάβαζα, θα σας πω ποιος είναι μετά—: «Μια μέρα, στις μέρες μας, η επιστήμη θα λύσει το πρόβλημα του θανάτου και δεν θα πεθαίνουμε πλέον. Θα δείτε, θα δείτε».
Το έλεγε, ναι. Τριάντα χρόνια πριν πεθάνει, είχε αρχίσει αυτό. Και «θα δείτε, όσον ούπω, από μέρα σε μέρα, από μήνα σε μήνα, έρχεται η ώρα που δεν θα πεθαίνουμε πλέον».
Πέθανε και από ασθένεια βαρύτατη, που τον διέλυσε στην κυριολεξία. Αυτός τότε είναι άπιστος ή εύπιστος; Εύπιστος είναι. Ανόητος εύπιστος.
Αντί να εμπιστευτεί τη δωρεά του Θεού, για την οποία μαρτυρούν τόσοι και τόσοι, έρχεται και σου λέει ότι όχι, θα έρθουν οι κάτοικοι του Άρη, θα έρθουν, ξέρω εγώ, από τον πλανήτη Χίψη, οι εξωγήινοι και θα μας μάθουν πώς να είμαστε κι εμείς. Τα έχουμε ακούσει όλα.
Γιατί δεν μιλάμε για πολιτικές λύσεις. Νομίζω δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος που είναι στα λογικά του σήμερα και να εμπιστεύεται την πολιτική. Οι πολιτικές λύσεις έχουν τελειώσει.
Το μεγάλο αποκούμπι είναι η νέα τεχνολογία. Η βιοτεχνολογία. Αυτή θα μας λύσει τα προβλήματα.
Με ποιον τρόπο; Θα με κάνει καλύτερο; Θα μου μάθει να αγαπώ;
Φανταστείτε λίγο —κι εδώ κάπου θα τελειώσω— να καταφέρει η επιστήμη, που αυτό είναι εφικτό, να επιμηκύνει την ανθρώπινη ζωή κι άλλο. Πέρα από τα 120 δεν θα μπορέσει, γιατί έθεσε το όριο κάποιος άλλος. Είπε μετά τον κατακλυσμό κανένας πάνω από τα 120, και ποτέ κανένας διαπιστωμένα δεν έχει ξεπεράσει τα 120 χρόνια. Έκτοτε.
Ας υποθέσουμε ότι μας εξασφαλίζει —που δεν μπορεί να το κάνει, γιατί όσο και να ζεις, αν μπεις στο αεροπλάνο και πέσει ή στο πλοίο και πνιγεί ή στο αυτοκίνητο και τρακάρεις, καμιά μακροζωία—, λοιπόν, πέστε όμως τελείως υποθετικά ότι μας εξασφαλίζει μια μακροζωία χωρίς αγάπη, χωρίς κατανόηση, χωρίς μια βαθιά υπαρξιακή ψυχολογία και θεολογία και φιλοσοφία της συγγνώμης.
Τι κόλαση θα είναι αυτή η μακριά ζωή. Τι κόλαση.
Διάβαζα τις προάλλες —πριν από χρόνια το αντιμετωπίζω στο βιβλίο, που το έχετε διαβάσει— του Χαράρι, που λέει τώρα δεν θα χρειαζόμαστε πια ούτε φιλοσοφία ούτε φιλολογία ούτε τίποτα. Θα έχουμε μακροζωία.
Βρε ανόητε, αν υποθέσουμε ότι σε κάνει κάποιος να ζήσεις 400 χρόνια σαν τέρας, χωρίς ίχνος μέσα σου πνευματικής αντιμετώπισης, ηθικής, αγάπης, συγχώρησης, κατανόησης κ.λπ., τι φοβερή κόλαση θα είναι αυτή που θα γίνει. Είναι η μακροζωία που θα ζητά τη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Εδώ περνάνε 60 χρόνια, 70, 80, και χωρίς πνευματικότητα διαλύονται οι άνθρωποι. Να ζήσουν 500-600 χρόνια και να βγάζει το μίσος τους κάθε μήνα και να εξοντώνονται μεταξύ τους και να υποβάλλουν σε ανήκουστα μαρτύρια ο ένας τον άλλο, όπως τον υποβάλλουν σήμερα;
Θα σταματήσω εδώ. Είμαι πολλά χρόνια δάσκαλος και κάτι χτυπάει μέσα μου και μου λέει: στοπ τώρα. Πώς θα εκκληρωθούμε; Το βάπτισμα δωρεάν, το χρίσμα δωρεάν, η Ευχαριστία δωρεάν, αλλά εδώ θέλει λίγο άσκηση.
Θέλει ζωντανή, πραγματική λατρεία. Και όταν φτάσει κανείς να λατρεύει τον Θεό —«τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» και λοιπά— και να το ζει αυτό, η κατάσταση λέγεται θείος έρως.
Και έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ασκήσεως. Δηλαδή να λατρεύω τον Θεό και να παρίσταμαι, όπως το διάβασα στην αρχή με τα λόγια αυτού του μεγάλου Αγίου, του Ιωάννη της Κλίμακος, να παρίσταμαι συνεχώς ενώπιον του Θεού και να δέχομαι συνεχώς τις ατέλειωτες ευεργεσίες.
Γιατί αυτό κάνει ο Θεός. Όταν είσαι δίπλα και παρίστασαι στον Θεό, συνεχώς δίνει δωρεές. Συνεχώς. Δεν σταματάει ποτέ αυτό. Συνεχώς, συνεχώς, συνεχώς.
Είναι σαν μια παροχή συνεχώς, με ένα ρεύμα τόσο, που δίνει συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια. Όπως να πας δίπλα σε κάποιον άλλον —ξέρετε ποιον— που σου δίνει συνέχεια πόνο. Φρίκη, πόνο, επίθεση, μίσος. Πάρε, πάρε. Από αυτά που είναι ο καθένας.
Και να διαβάσω και να τελειώσω ξανά τη φράση αυτή, που τόσο πολύ μου άρεσε. Άσκηση λοιπόν σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.
Σας εύχομαι, και να ευχηθείτε και σε εμένα, αυτή την ευτυχία.


EYTYXEITE AΚΟΥΓΑΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ.
ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ.
ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΘΗΒΑΙΔΑΣ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟ ΕΣΤΡΩΝΑΝ ΤΡΑΠΕΖΙ , ΕΙΧΑΝ ΓΙΟΡΤΗ. ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΙ ΕΠΙΝΑΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ, ΕΚΑΝΑΝ ΑΓΑΠΗ ΟΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ. ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΗΣ. ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΕΚΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ. ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΝ Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΙΣΙΟΣ ΕΙΧΕ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ. ΣΕ ΕΝΑΝ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΤΙ ΘΑΚΑΝΑΝ;  ΣΤΟΥΣ ΑΠΙΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΕΙΣ ΕΡΙΧΝΑΝ ΚΑΙ ΣΦΑΛΙΑΡΕΣ. ΣΥΜΠΟΝΟΥΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΝ. Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΥΠΟΔΕΧΟΝΤΑΝ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥ. ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΖΗΤΑΜΕ. ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ ΒΙΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΜΕΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΥ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ. ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ  ΟΧΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ. Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.  ΜΕΓΑΛΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΗ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ. Ή ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Ή ΤΟΝ...... 
ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΈΚΑΝΕ ΤΟ ΑΛΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗΣ. ΟΙΝΟΣ ΑΦΡΩΔΗΣ. Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΙΝΕ ΣΑΜΠΑΝΙΑ.

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Οι άνθρωποι του ψεύδους 19

Συνέχεια από Tετάρτη  22. Απριλίου 2026

Οι άνθρωποι του ψεύδους 19

Του M. Scott Peck

Κεφάλαιο 3

Η συνάντηση με το κακό στην καθημερινή ζωή

Ψυχική ασθένεια και η ονομασία του κακού

Το ζήτημα της ονομασίας αποτελεί βασικό θέμα αυτού του έργου. Έχει ήδη θιγεί σε διάφορες περιπτώσεις: η επιστήμη απέτυχε να ονομάσει το κακό ως αντικείμενο της έρευνάς της· το όνομα του κακού δεν εμφανίζεται στο ψυχιατρικό λεξιλόγιο· διστάζουμε να χαρακτηρίσουμε συγκεκριμένα άτομα με το όνομα του κακού· και, παρουσία τους, μπορεί να βιώνουμε έναν ανώνυμο τρόμο ή αποστροφή. Ωστόσο, η ονομασία του κακού δεν είναι χωρίς κινδύνους.

Το να ονομάζουμε κάτι σωστά μας δίνει έναν ορισμένο βαθμό εξουσίας πάνω του.
Μέσω του ονόματός του το αναγνωρίζουμε. Είμαστε ανίσχυροι απέναντι σε μια ασθένεια μέχρι να μπορέσουμε να την ονομάσουμε με ακρίβεια, π.χ. «πνευμονιοκοκκική πνευμονία» ή «πνευμονική εμβολή». Χωρίς αυτή την αναγνώριση δεν γνωρίζουμε πώς να τη θεραπεύσουμε. Έχει μεγάλη σημασία, τόσο για τη θεραπεία όσο και για την πρόγνωση, αν χαρακτηρίσουμε μια διαταραχή ως «σχιζοφρένεια» ή «ψυχονεύρωση». Ακόμη και όταν δεν διαθέτουμε αποτελεσματική θεραπεία, είναι καλό να υπάρχει όνομα.


Η πιτυρίαση ροζέα, για παράδειγμα, είναι μια δυσάρεστη δερματική πάθηση χωρίς επαρκή θεραπεία. Ωστόσο, ο ασθενής νιώθει ανακούφιση όταν ο δερματολόγος του λέει: «Είναι απλώς πιτυρίαση ροζέα. Δεν είναι λέπρα. Δεν έχουμε θεραπεία, αλλά μην ανησυχείτε· δεν θα σας βλάψει και θα υποχωρήσει μόνη της σε δύο με τρεις μήνες».

Δεν μπορούμε καν να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε μια ασθένεια αν δεν την αναγνωρίσουμε με το σωστό της όνομα. Η θεραπεία αρχίζει με τη διάγνωση. Αλλά είναι το κακό μια ασθένεια;

Πολλοί δεν θα το θεωρούσαν. Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους κάποιος διστάζει να ταξινομήσει το κακό ως ασθένεια. Μερικοί είναι συναισθηματικοί. Έχουμε συνηθίσει να νιώθουμε οίκτο και συμπάθεια για τους ασθενείς, ενώ απέναντι στους κακούς ανθρώπους αισθανόμαστε θυμό και αποστροφή, αν όχι μίσος. Πρέπει άραγε να δείχνουμε οίκτο σε γονείς που δίνουν στον μικρότερο γιο τους το όπλο αυτοκτονίας του μεγαλύτερου αδελφού του ως χριστουγεννιάτικο δώρο; Να αντιμετωπίζουμε με καλοσύνη έναν δολοφόνο, εκτός ίσως από εκείνους που είναι εμφανώς παράφρονες;

Τα άτομα που χαρακτηρίζονται εδώ ως κακά δεν ήταν «τρελά» με τη συνηθισμένη έννοια. Δεν παραληρούσαν ούτε ήταν αποδιοργανωμένα. Ήταν λογικά, συγκροτημένα, κατείχαν υπεύθυνες θέσεις, κέρδιζαν χρήματα, λειτουργούσαν ομαλά μέσα στο κοινωνικό σύστημα και δεν ξεχώριζαν επιφανειακά ως διαταραγμένα. Το γεγονός όμως ότι δεν νιώθουμε συμπάθεια γι’ αυτούς αφορά τη δική μας συναισθηματική αντίδραση, όχι την πραγματικότητα του αν το κακό είναι ή όχι ασθένεια. Ακόμη και όταν φοβόμασταν και αποστρεφόμασταν τους λεπρούς, αναγνωρίζαμε ότι η λέπρα είναι ασθένεια.

Πέρα από τα συναισθήματα, υπάρχουν τρεις λογικοί λόγοι που μας κάνουν να διστάζουμε να θεωρήσουμε το κακό ως ασθένεια. Αν και καθένας έχει τη δική του βαρύτητα, θα υποστηρίξω ότι το κακό πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ψυχική ασθένεια, εξετάζοντας τα σφάλματα που εμπεριέχονται σε αυτά τα επιχειρήματα.

Το πρώτο υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να θεωρούνται ασθενείς αν δεν υποφέρουν από πόνο ή ανικανότητα — ότι δεν υπάρχει ασθένεια χωρίς οδύνη. Πρόκειται για ένα πολύ παλιό επιχείρημα, αλλά παραμένει έντονα αμφισβητούμενο.
Ακόμη και η ίδια η λέξη «ασθένεια» υποδηλώνει οδύνη. Ένας άνθρωπος είναι ασθενής όταν βιώνει «δυσ-φορία», δηλαδή έλλειψη άνεσης και παρουσία δυσφορίας. Συνήθως θεωρούμε τον εαυτό μας άρρωστο ακριβώς επειδή υποφέρουμε με έναν τρόπο ανεπιθύμητο και περιττό.
Οι «κακοί» άνθρωποι που περιγράψαμε σίγουρα δεν όριζαν τον εαυτό τους ως ασθενή, ούτε φαίνονταν να υποφέρουν. Δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως ασθενείς. Πράγματι, όπως έχει ήδη ειπωθεί, χαρακτηριστικό των κακών ανθρώπων είναι ότι, μέσα στον ναρκισσισμό τους, πιστεύουν πως δεν υπάρχει τίποτε λάθος σε αυτούς, ότι αποτελούν ψυχολογικά τέλεια ανθρώπινα δείγματα. Αν το εμφανές πάθος και ο αυτοπροσδιορισμός είναι τα κριτήρια της ασθένειας, τότε οι κακοί είναι οι τελευταίοι που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ψυχικά ασθενείς.


Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Υπάρχει πλήθος σωματικών ασθενειών που στα αρχικά τους στάδια δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα. Ένα στέλεχος που σε μια τυπική ιατρική εξέταση διαπιστώνεται ότι έχει αρτηριακή πίεση 200/120 μπορεί να αισθάνεται απολύτως υγιές. Δεν θα έπρεπε να του χορηγήσουμε φαρμακευτική αγωγή για να μειώσουμε την πίεσή του (αγωγή που μάλιστα πιθανόν να τον κάνει να αισθάνεται λιγότερο καλά); Ή θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να πάθει ένα θανατηφόρο ή βαριά αναπηρικό εγκεφαλικό επεισόδιο για να θεωρήσουμε την υπέρταση ασθένεια;

Το τεστ Παπανικολάου έχει καταστεί ένα τυπικό μέρος της ιατρικής φροντίδας των γυναικών, επειδή ανιχνεύει τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας σε στάδιο όπου είναι ιάσιμος, αλλά χρόνια πριν προκαλέσει οποιαδήποτε ενόχληση ή ανικανότητα. Θα έπρεπε άραγε να αναβάλουμε την επώδυνη χειρουργική θεραπεία μέχρι η γυναίκα να αισθανθεί πραγματικά άρρωστη — κάτι που πιθανότατα θα συμβεί όταν οι ουρητήρες της θα έχουν φραγεί από τον όγκο και θα πεθαίνει ανεπανόρθωτα από νεφρική ανεπάρκεια;

Αν ορίζουμε τις ασθένειες μόνο με βάση την οδύνη που προκαλούν τη δεδομένη στιγμή, τότε θα πρέπει να υποστηρίξουμε ότι οι περισσότερες περιπτώσεις υπέρτασης και καρκίνου, μεταξύ άλλων, δεν είναι στην πραγματικότητα ασθένειες. Αυτό φαίνεται παράλογο.
Βεβαίως, τις περισσότερες φορές, όταν οι γιατροί μάς λένε ότι υπάρχει κάτι σοβαρό με την υγεία μας, τους πιστεύουμε, είτε πονάμε είτε όχι. Ο ορισμός τους ότι είμαστε άρρωστοι γίνεται αποδεκτός από εμάς, και έτσι αρχίζουμε κι εμείς να ορίζουμε τον εαυτό μας ως ασθενή, ακόμη κι αν δεν αισθανόμαστε πραγματικά άρρωστοι.
Όχι όμως πάντα. Ας εξετάσουμε την περίπτωση ενός αγρότη που παθαίνει σοβαρό έμφραγμα, το οποίο τον οδηγεί σε απώλεια συνείδησης και μεταφορά στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα, όταν είναι πλήρως ξύπνιος στη μονάδα εντατικής θεραπείας, προσπαθεί να σηκωθεί από το κρεβάτι και να αποσπάσει τα μηχανήματα παρακολούθησης από το στήθος του. Οι νοσοκόμες του λένε να ξαπλώσει και να ηρεμήσει, επειδή έχει υποστεί καρδιακή προσβολή, είναι σοβαρά άρρωστος και πρέπει να μείνει ήσυχος για να μην πάθει νέα κρίση.


«Ανοησίες!» φωνάζει ο αγρότης, παλεύοντας ακόμη περισσότερο. «Δεν έχω τίποτα. Η καρδιά μου είναι μια χαρά. Δεν ξέρω πώς με φέρατε εδώ, αλλά πρέπει να πάω σπίτι να αρμέξω τις αγελάδες μου». Όταν καλείται ο γιατρός και οι επανειλημμένες προσπάθειες να τον καθησυχάσουν αποτυγχάνουν, τι πρέπει να γίνει; Να τον αφήσουμε να ντυθεί και να επιστρέψει στη δουλειά του; Ή να τον συγκρατήσουμε, να τον ηρεμήσουμε άμεσα με φαρμακευτική αγωγή και, υπό αυτές τις συνθήκες, να συνεχίσουμε να του δίνουμε την αλήθεια και τον χρόνο να την αποδεχθεί;

Ή ας σκεφτούμε έναν αλκοολικό σε κατάσταση παραληρήματος (DT), που δεν έχει κοιμηθεί για τρεις ημέρες, τρέμει σαν φύλλο, έχει πυρετό 39,5°C, σφυγμό 145 και είναι βαριά αφυδατωμένος. Είναι πεπεισμένος ότι το νοσοκομείο είναι στρατόπεδο εξόντωσης και ότι πρέπει πάση θυσία να δραπετεύσει για να σώσει τη ζωή του. Πρέπει να τον αφήσουμε να φύγει τρέχοντας στους δρόμους, να κρύβεται πίσω από αυτοκίνητα μέχρι να καταρρεύσει από εξάντληση, σπασμούς ή αφυδάτωση; Ή να τον συγκρατήσουμε παρά τη θέλησή του και να του χορηγήσουμε μεγάλες δόσεις φαρμάκου μέχρι να πέσει στον τόσο αναγκαίο ύπνο και να αρχίσει να αναρρώνει;
Προφανώς, σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις θα επιλέγαμε τη δεύτερη λύση, επειδή γνωρίζουμε ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι σοβαρά άρρωστοι, παρά το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι ορίζουν έτσι τον εαυτό τους ούτε αποδέχονται τον δικό μας ορισμό. Διότι κατανοούμε ότι η αδυναμία τους να αναγνωρίσουν την ασθένειά τους, παρά τα συντριπτικά αντίθετα δεδομένα, αποτελεί στην πραγματικότητα μέρος της ίδιας της ασθένειας.

Δεν συμβαίνει άραγε το ίδιο και με εκείνους που είναι κακοί; Δεν υποστηρίζω ότι οι κακοί πρέπει να περιορίζονται σωματικά ή να στερούνται των πολιτικών τους δικαιωμάτων στην καθημερινή τους ζωή. Αλλά λέω — όπως έχω ήδη πει — ότι η αδυναμία των κακών να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους ως διαταραγμένο αποτελεί ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της κατάστασής τους. Και επίσης λέω ότι η ασθένεια, είτε πρόκειται για κακό είτε για παραλήρημα είτε για ψύχωση είτε για διαβήτη είτε για υπέρταση, είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα και δεν ορίζεται από τη субъективική αποδοχή ή μη αποδοχή της.

Η χρήση της έννοιας της συναισθηματικής οδύνης για τον ορισμό της ασθένειας είναι επίσης προβληματική και για άλλους λόγους. Όπως ανέφερα στο The Road Less Travelled, συχνά εκείνοι που είναι πνευματικά πιο υγιείς και προοδευμένοι καλούνται να υποφέρουν με τρόπους πιο επώδυνους από οτιδήποτε βιώνουν οι πιο συνηθισμένοι άνθρωποι. Μεγάλοι ηγέτες, όταν είναι σοφοί και ψυχικά υγιείς, είναι πιθανό να βιώνουν βαθμούς αγωνίας άγνωστους στον μέσο άνθρωπο.

Αντίθετα, η απροθυμία να υποστεί κανείς συναισθηματικό πόνο βρίσκεται συνήθως στη ρίζα της ψυχικής ασθένειας. Εκείνοι που βιώνουν πλήρως την κατάθλιψη, την αμφιβολία, τη σύγχυση και την απόγνωση μπορεί να είναι απείρως πιο υγιείς από εκείνους που χαρακτηρίζονται από βεβαιότητα, αυτάρκεια και αυτάρκη ικανοποίηση. Η άρνηση του πόνου είναι, στην πραγματικότητα, καλύτερος ορισμός της ασθένειας από την αποδοχή του.

Οι κακοί αρνούνται τον πόνο της ενοχής τους — την επώδυνη επίγνωση της αμαρτίας τους, της ανεπάρκειας και της ατέλειάς τους — μεταθέτοντας αυτόν τον πόνο στους άλλους μέσω προβολής και αποδιοπομπαίων θυμάτων. Οι ίδιοι μπορεί να μην υποφέρουν, αλλά υποφέρουν όσοι βρίσκονται γύρω τους. Προκαλούν πόνο. Οι κακοί δημιουργούν, για όσους βρίσκονται υπό την επιρροή τους, μια μικρογραφία άρρωστης κοινωνίας.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουμε απλώς ως άτομα, αλλά ως κοινωνικά όντα, αναπόσπαστα μέρη ενός μεγαλύτερου οργανισμού που ονομάζεται κοινωνία. Ακόμη κι αν επιμέναμε ότι η οδύνη αποτελεί κριτήριο της ασθένειας, δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε σοφό να την αντιλαμβανόμαστε αποκλειστικά σε ατομικό επίπεδο. Μπορεί οι γονείς που περιγράφηκαν να μην υπέφεραν οι ίδιοι, αλλά οι οικογένειές τους υπέφεραν. Και τα συμπτώματα της οικογενειακής διαταραχής — κατάθλιψη, αυτοκτονία, χαμηλές επιδόσεις, παραβατικότητα — οφείλονταν στη δική τους «ηγεσία». Από την οπτική της θεωρίας συστημάτων, ο πόνος των παιδιών δεν ήταν ένδειξη δικής τους ασθένειας, αλλά των γονιών τους. Μπορούμε άραγε να θεωρούμε κάποιον υγιή μόνο και μόνο επειδή δεν πονά, ανεξάρτητα από το πόση καταστροφή και βλάβη προκαλεί στους άλλους;
Τέλος, ποιος μπορεί να πει τι υποφέρουν οι κακοί; Είναι αλήθεια ότι συνήθως δεν φαίνεται να υποφέρουν βαθιά. Επειδή δεν μπορούν να παραδεχτούν αδυναμία ή ατέλεια, πρέπει να δείχνουν το αντίθετο: να φαίνονται ότι έχουν πάντα τον έλεγχο, ότι κυριαρχούν στην κατάσταση. Ο ναρκισσισμός τους το απαιτεί. Κι όμως γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει πραγματικά. Όσο ικανοί κι αν νόμιζαν πως ήταν οι γονείς που περιγράφηκαν, στην πραγματικότητα ήταν ανεπαρκείς στον ρόλο τους. Η εικόνα επάρκειας ήταν απλώς μια επίφαση — μια προσποίηση.


Δεν είχαν εκείνοι τον έλεγχο· τον έλεγχο τον είχε ο ναρκισσισμός τους, που τους ανάγκαζε συνεχώς να διατηρούν αυτή την ψευδαίσθηση υγείας και πληρότητας. Σκεφτείτε την ψυχική ενέργεια που απαιτείται για να διατηρείται μια τέτοια προσποίηση! Ίσως καταναλώνουν τόση ενέργεια στις διαστρεβλωμένες δικαιολογίες και τις καταστροφικές αντισταθμίσεις τους, όση οι πιο υγιείς άνθρωποι αφιερώνουν στην αγάπη.

Γιατί; Τι τους κινεί; Βασικά, ο φόβος. Φοβούνται τρομερά ότι η προσποίηση θα καταρρεύσει και θα εκτεθούν, τόσο στον κόσμο όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ζουν με τη συνεχή απειλή ότι θα έρθουν αντιμέτωποι με το ίδιο τους το κακό. Και από όλα τα συναισθήματα, ο φόβος είναι το πιο οδυνηρό. Όσο κι αν προσπαθούν να φαίνονται ήρεμοι και συγκροτημένοι στην καθημερινότητά τους, οι κακοί ζουν μέσα στον φόβο.

Είναι ένας τρόμος — και μια οδύνη — τόσο χρόνιος, τόσο πλεγμένος μέσα στον ιστό της ύπαρξής τους, ώστε μπορεί να μην τον αισθάνονται καν ως τέτοιον. Και ακόμη κι αν μπορούσαν, ο πανταχού παρών ναρκισσισμός τους θα τους εμπόδιζε να τον αναγνωρίσουν. Ακόμη κι αν δεν μπορούμε να λυπηθούμε τους κακούς για τα αναπόφευκτα φρικτά τους γηρατειά ή για την κατάσταση της ψυχής τους μετά θάνατον, μπορούμε σίγουρα να τους λυπηθούμε για τη ζωή που ζουν — μια ζωή σχεδόν αδιάκοπης αγωνίας.

Είτε υποφέρουν είτε όχι, η εμπειρία του πόνου είναι τόσο υποκειμενική και το νόημά της τόσο σύνθετο, ώστε είναι προτιμότερο να μην ορίζουμε την ασθένεια με βάση αυτήν. Αντίθετα, η ασθένεια πρέπει να ορίζεται ως κάθε ελάττωμα στη δομή του σώματος ή της προσωπικότητάς μας που μας εμποδίζει να πραγματοποιήσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μας.

Βεβαίως, μπορεί να υπάρχουν διαφωνίες ως προς το τι ακριβώς συνιστά το ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς υπήρξαν άνθρωποι που έφτασαν σε μια μορφή ύπαρξης τόσο πλήρη, ώστε μπορούμε να πούμε: «Έγιναν πραγματικά άνθρωποι». Δηλαδή, οι ζωές τους φαίνεται σχεδόν να αγγίζουν το θείο. Μελετώντας τέτοιους ανθρώπους, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένα χαρακτηριστικά: είναι σοφοί και συνειδητοί· χαίρονται τη ζωή έντονα, αλλά αποδέχονται και τον θάνατο· εργάζονται όχι μόνο παραγωγικά αλλά και δημιουργικά· και αγαπούν τους άλλους ανθρώπους, τους οποίους καθοδηγούν με καλοσύνη τόσο στις προθέσεις όσο και στα αποτελέσματα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, είναι τόσο «τραυματισμένοι» στο σώμα και στο πνεύμα, ώστε δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτή την κατάσταση, ακόμη και με τη μεγαλύτερη προσπάθεια, χωρίς σημαντική θεραπευτική βοήθεια. Ανάμεσα σε αυτή τη μεγάλη μάζα ανθρώπινης δυστυχίας, οι κακοί βρίσκονται — ίσως οι πιο αξιολύπητοι από όλους.

Είπα ότι υπάρχουν δύο ακόμη λόγοι για τους οποίους διστάζουμε να χαρακτηρίσουμε το κακό ως ασθένεια. Μπορούν να αντικρουστούν πιο σύντομα.
Ο ένας είναι η ιδέα ότι όποιος είναι άρρωστος πρέπει να είναι θύμα. Τείνουμε να θεωρούμε την ασθένεια ως κάτι που μας συμβαίνει χωρίς δική μας ευθύνη — μια ατυχία, ένα χτύπημα της μοίρας, κάτι στο οποίο δεν συμμετείχαμε.
Βεβαίως, πολλές ασθένειες φαίνεται να έχουν αυτόν τον χαρακτήρα. Αλλά πολλές άλλες — ίσως οι περισσότερες — δεν ταιριάζουν καθόλου σε αυτό το πρότυπο. Είναι θύμα το παιδί που τρέχει στον δρόμο, ενώ του έχουν πει να μην το κάνει, και το χτυπά ένα αυτοκίνητο; Τι γίνεται με τον οδηγό που παθαίνει «ατύχημα» ενώ τρέχει πολύ πάνω από το όριο ταχύτητας για να προλάβει ένα ραντεβού στο οποίο έχει ήδη αργήσει;
Ας εξετάσουμε επίσης την τεράστια ποικιλία των ψυχοσωματικών ασθενειών και των παθήσεων που σχετίζονται με το άγχος. Είναι θύματα οι άνθρωποι που υποφέρουν από πονοκεφάλους έντασης επειδή δεν τους αρέσει η δουλειά τους; Θύματα τίνος; Μια γυναίκα παθαίνει κρίση άσθματος κάθε φορά που βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου νιώθει αγνοημένη, απομονωμένη και χωρίς φροντίδα. Είναι αυτή θύμα;
Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε κάποιο βαθμό, όλοι αυτοί οι άνθρωποι — και πολλοί άλλοι — αυτοθυματοποιούνται. Τα κίνητρα, οι αποτυχίες και οι επιλογές τους εμπλέκονται βαθιά και άμεσα στη δημιουργία των τραυματισμών και των ασθενειών τους. Παρόλο που έχουν κάποιο βαθμό ευθύνης για την κατάστασή τους, εξακολουθούμε να τους θεωρούμε ασθενείς.


Πρόσφατα, αυτό το ζήτημα συζητήθηκε έντονα σε σχέση με τον αλκοολισμό: κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ασθένεια, ενώ άλλοι επιμένουν ότι, επειδή φαίνεται να προκαλείται από το ίδιο το άτομο, δεν είναι. Όχι μόνο οι γιατροί αλλά και τα δικαστήρια και τα νομοθετικά σώματα έχουν ασχοληθεί με το θέμα και κατέληξαν ότι ο αλκοολισμός είναι πράγματι ασθένεια, παρόλο που ο αλκοολικός φαίνεται συχνά να είναι θύμα μόνο του εαυτού του.
Το ζήτημα του κακού είναι παρόμοιο. Το κακό ενός ατόμου μπορεί σχεδόν πάντα να αναχθεί, σε κάποιο βαθμό, στις συνθήκες της παιδικής του ηλικίας, στα λάθη των γονέων και στη φύση της κληρονομικότητάς του. Ωστόσο, το κακό είναι πάντοτε και μια επιλογή — στην πραγματικότητα, μια σειρά επιλογών. Το γεγονός ότι όλοι είμαστε υπεύθυνοι για την κατάσταση της ψυχικής μας υγείας δεν σημαίνει ότι μια κακή κατάσταση υγείας δεν αποτελεί ασθένεια. Και πάλι, το ασφαλέστερο είναι να μην ορίζουμε την ασθένεια με βάση την ευθύνη ή τη θυματοποίηση, αλλά να διατηρούμε τον ορισμό που ήδη δόθηκε: ασθένεια είναι κάθε ελάττωμα στη δομή του σώματος ή της προσωπικότητάς μας που μας εμποδίζει να πραγματοποιήσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μας.

Το τελευταίο επιχείρημα κατά του να θεωρήσουμε το κακό ασθένεια είναι η πεποίθηση ότι πρόκειται για μια κατάσταση ουσιαστικά αθεράπευτη. Γιατί να χαρακτηρίσουμε ως ασθένεια κάτι για το οποίο δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία; Αν είχαμε ένα ελιξίριο νεότητας, ίσως θα είχε νόημα να θεωρούμε τα γηρατειά ασθένεια· αλλά δεν το κάνουμε. Τα αποδεχόμαστε ως φυσικό μέρος της ανθρώπινης κατάστασης.
Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα παραβλέπει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές παθήσεις — από τη σκλήρυνση κατά πλάκας έως τη νοητική υστέρηση — για τις οποίες δεν υπάρχει θεραπεία, αλλά παρ’ όλα αυτά τις ονομάζουμε ασθένειες. Ίσως το κάνουμε επειδή ελπίζουμε ότι κάποτε θα βρούμε τρόπο να τις αντιμετωπίσουμε. Δεν ισχύει το ίδιο και για το κακό;

Είναι αλήθεια ότι προς το παρόν δεν διαθέτουμε κάποια γενικά εφαρμόσιμη ή αποτελεσματική θεραπεία για να θεραπεύσουμε τους βαθιά κακούς από το μίσος και την καταστροφικότητά τους. Πράγματι, η ανάλυση του κακού δείχνει πόσο δύσκολο είναι να το προσεγγίσει κανείς, πόσο μάλλον να το θεραπεύσει. Αλλά είναι η θεραπεία αδύνατη; Πρέπει απλώς να σηκώσουμε τα χέρια και να πούμε: «Είναι πέρα από τις δυνατότητές μας»; Ακόμη κι αν πρόκειται για το μεγαλύτερο πρόβλημα της ανθρωπότητας;

Αντί να αποτελεί ισχυρό επιχείρημα εναντίον του, το γεγονός ότι προς το παρόν δεν γνωρίζουμε πώς να θεραπεύσουμε το κακό στον άνθρωπο είναι ίσως ο καλύτερος λόγος για να το χαρακτηρίσουμε ως ασθένεια. Διότι ο χαρακτηρισμός «ασθένεια» υποδηλώνει ότι η διαταραχή δεν είναι αναπόφευκτη, ότι η ίαση θα πρέπει να είναι δυνατή, ότι πρέπει να μελετηθεί επιστημονικά και να αναζητηθούν μέθοδοι θεραπείας. Αν το κακό είναι ασθένεια, τότε θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας όπως κάθε άλλη ψυχική διαταραχή, είτε πρόκειται για σχιζοφρένεια είτε για νευρασθένεια. Κεντρική θέση αυτού του βιβλίου είναι ότι το φαινόμενο του κακού μπορεί και πρέπει να υποβληθεί σε επιστημονική διερεύνηση. Μπορούμε και οφείλουμε να προχωρήσουμε από τη σημερινή κατάσταση άγνοιας και αδυναμίας προς μια πραγματική ψυχολογία του κακού.

Ο χαρακτηρισμός του κακού ως ασθένειας μας υποχρεώνει επίσης να προσεγγίσουμε τους κακούς ανθρώπους με συμπόνια. Από τη φύση τους, οι κακοί προκαλούν μέσα μας περισσότερο την επιθυμία να τους καταστρέψουμε παρά να τους θεραπεύσουμε, να τους μισήσουμε παρά να τους λυπηθούμε. Αν και αυτές οι φυσικές αντιδράσεις λειτουργούν προστατευτικά για τους ανυποψίαστους, ταυτόχρονα εμποδίζουν κάθε πιθανή λύση. Δεν πιστεύω ότι θα πλησιάσουμε περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα στην κατανόηση —και, ελπίζω, στη θεραπεία— του ανθρώπινου κακού, αν τα επαγγέλματα της υγείας δεν το αναγνωρίσουν ως ασθένεια που ανήκει στη σφαίρα της επαγγελματικής τους ευθύνης.

Υπάρχει ένας σοφός ηλικιωμένος ιερέας, αποσυρμένος στα βουνά της Βόρειας Καρολίνας, που για χρόνια αγωνίστηκε ενάντια στις δυνάμεις του σκότους. Αφού μου έκανε την τιμή να διαβάσει ένα προσχέδιο αυτού του βιβλίου, σχολίασε: «Χαίρομαι που ονόμασες το κακό ασθένεια. Δεν είναι μόνο ασθένεια· είναι η ύστατη ασθένεια».


Αν το κακό πρόκειται να χαρακτηριστεί ως ψυχιατρική διαταραχή, τίθεται το ερώτημα: είναι τόσο ιδιαίτερο ώστε να αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία ή εντάσσεται σε κάποια ήδη υπάρχουσα;

Παραδόξως, παρά την παραμέλησή του, το σύγχρονο σύστημα ταξινόμησης των ψυχιατρικών διαταραχών φαίνεται αρκετά επαρκές ώστε να συμπεριλάβει απλώς το κακό ως υποκατηγορία. Η ευρεία κατηγορία των διαταραχών προσωπικότητας καλύπτει ήδη εκείνες τις καταστάσεις όπου η άρνηση της προσωπικής ευθύνης είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Εξαιτίας της απροθυμίας τους να ανεχθούν την αίσθηση προσωπικής ενοχής και της άρνησης της ατέλειάς τους, οι κακοί άνθρωποι εντάσσονται εύκολα σε αυτή την κατηγορία. Μάλιστα, υπάρχει ήδη μέσα σε αυτήν μια υποκατηγορία που ονομάζεται «ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας». Θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, απολύτως εύλογο να θεωρηθούν οι κακοί άνθρωποι ως μια ειδική παραλλαγή αυτής της διαταραχής.
Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί και ένα συναφές ζήτημα. Θυμόμαστε ότι όταν αντιμετώπισα τη Sarah σχετικά με την ευθύνη της για τη φύση του γάμου της, εκείνη «ξέφυγε τελείως από το θέμα». Στην οργισμένη της έκρηξη περί «μήλων και πορτοκαλιών» και «διωκτών της ψευδοεπιστήμης», όχι μόνο έχασε την ψυχραιμία της, αλλά φάνηκε να χάνει και τη συνοχή της σκέψης της. Η λογική της κατέρρευσε. Αυτή η αποδιοργάνωση της σκέψης είναι πολύ πιο χαρακτηριστική της σχιζοφρένειας παρά μιας διαταραχής προσωπικότητας. Θα μπορούσε, λοιπόν, η Sarah να ήταν σχιζοφρενής;
Μεταξύ τους, οι ψυχίατροι συχνά αναφέρονται σε κάτι που ονομάζεται «περιπατητική σχιζοφρένεια» (ambulatory schizophrenia). Με αυτόν τον όρο εννοούμε ανθρώπους όπως η Sarah, οι οποίοι γενικά λειτουργούν καλά μέσα στον κόσμο, δεν αναπτύσσουν ποτέ μια πλήρως εκδηλωμένη σχιζοφρενική νόσο ούτε χρειάζονται νοσηλεία, αλλά παρουσιάζουν μια αποδιοργάνωση στη σκέψη τους —ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης— που μοιάζει με εκείνη της πιο εμφανής «κλασικής» σχιζοφρένειας.

Δεν πρόκειται, ωστόσο, για επίσημη διαγνωστική κατηγορία, και αυτό για έναν πολύ σοβαρό λόγο: δεν γνωρίζουμε αρκετά για την κατάσταση αυτή ώστε να είμαστε βέβαιοι. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε αν έχει κάποια ουσιαστική σχέση με την αληθινή σχιζοφρένεια. Παρ’ όλη αυτή την ασάφεια, το ζήτημα πρέπει να τεθεί, διότι πολλοί από τους ανθρώπους που οι ψυχίατροι θεωρούν «κακούς» διαγιγνώσκονται ως πάσχοντες από περιπατητική σχιζοφρένεια. Αντίστροφα, πολλοί από εκείνους που αποκαλούμε περιπατητικούς σχιζοφρενείς είναι κακοί άνθρωποι.
Παρότι δεν ταυτίζονται, φαίνεται να υπάρχει σημαντική επικάλυψη μεταξύ των δύο κατηγοριών. Είναι επίσης ρεαλιστικό να εισαχθεί αυτό το στοιχείο διαγνωστικής σύγχυσης. Η πραγματικότητα είναι ότι η ονοματοδοσία του κακού βρίσκεται ακόμη σε πρωτόγονο στάδιο.


Όπως και να έχει, πιστεύω ότι έχει έρθει η στιγμή η ψυχιατρική να αναγνωρίσει έναν νέο, διακριτό τύπο διαταραχής προσωπικότητας, που να περιλαμβάνει εκείνους που ονόμασα «κακούς». Πέρα από την αποποίηση ευθύνης που χαρακτηρίζει όλες τις διαταραχές προσωπικότητας, αυτή η κατηγορία θα διακρίνεται ειδικότερα από:
(α) συνεπή καταστροφική συμπεριφορά και τάση αποδιοπομπαίου τράγου (scapegoating), η οποία συχνά μπορεί να είναι πολύ λεπτή·
(β) υπερβολική —αν και συνήθως συγκαλυμμένη— δυσανεξία στην κριτική και σε άλλες μορφές ναρκισσιστικού τραυματισμού·
(γ) έντονη ενασχόληση με τη δημόσια εικόνα και την εικόνα του εαυτού ως αξιοσέβαστου προσώπου, κάτι που συμβάλλει μεν σε μια σταθερότητα τρόπου ζωής, αλλά και σε επιτήδευση και άρνηση εχθρικών ή εκδικητικών κινήτρων·
(δ) διανοητική δολιότητα, με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μιας ήπιας διαταραχής σκέψης, παρόμοιας με σχιζοφρενική, σε καταστάσεις έντασης.


Μέχρι τώρα μιλούσα για την ανάγκη της ακριβούς ονομασίας του κακού από τη σκοπιά των ίδιων των κακών: ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση της κατάστασής τους, να μάθουμε πώς να την περιορίζουμε και, ελπίζω, τελικά να τη θεραπεύσουμε. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη ζωτικός λόγος για να ονομάσουμε σωστά το κακό: η θεραπεία των θυμάτων του.
Αν το κακό ήταν εύκολο να αναγνωριστεί, να προσδιοριστεί και να αντιμετωπιστεί, δεν θα υπήρχε ανάγκη για αυτό το βιβλίο. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι πρόκειται για το πιο δύσκολο φαινόμενο με το οποίο έχουμε να αναμετρηθούμε. Αν εμείς, ως σχετικά αντικειμενικοί και ώριμοι ενήλικες, δυσκολευόμαστε τόσο να το αντιμετωπίσουμε, ας σκεφτούμε πόσο δυσκολότερο είναι για ένα παιδί που ζει μέσα σε αυτό. Το παιδί μπορεί να επιβιώσει συναισθηματικά μόνο χάρη σε μια τεράστια οχύρωση της ψυχής του. Αν και αυτές οι άμυνες είναι απαραίτητες για την επιβίωσή του στην παιδική ηλικία, αναπόφευκτα διαστρεβλώνουν ή περιορίζουν τη ζωή του ως ενήλικα.
Έτσι συμβαίνει τα παιδιά κακών γονέων να εισέρχονται στην ενήλικη ζωή με πολύ σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές. Εργαζόμαστε με τέτοια θύματα —συχνά με επιτυχία— εδώ και πολλά χρόνια χωρίς καν να χρησιμοποιούμε τη λέξη «κακό». Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν ορισμένοι μπορούν να θεραπευτούν πλήρως από τα τραύματά τους, που προέρχονται από τη στενή συμβίωση με το κακό, χωρίς να κατονομάσουν σωστά την πηγή των προβλημάτων τους.
Το να συμφιλιωθεί κανείς με το κακό που υπήρξε στην οικογένειά του είναι ίσως το πιο δύσκολο και επώδυνο ψυχολογικό έργο που μπορεί να κληθεί να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος. Οι περισσότεροι αποτυγχάνουν και παραμένουν θύματα του. Εκείνοι που καταφέρνουν πλήρως να αποκτήσουν την αναγκαία διαπεραστική κατανόηση είναι αυτοί που μπορούν να το ονομάσουν. Διότι το «να συμφιλιωθείς» σημαίνει «να φτάσεις στο όνομα». Ως θεραπευτές, είναι καθήκον μας να βοηθήσουμε, όσο μπορούμε, τα θύματα του κακού να φτάσουν στο αληθινό όνομα της πάθησής τους.
Ακολουθούν δύο σύντομες περιγραφές περιστατικών, στις οποίες θα ήταν αδύνατο να προσφερθεί αυτή η βοήθεια, αν ο θεραπευτής δεν είχε πρώτα αναγνωρίσει το πρόσωπο και δεν είχε προφέρει το όνομα του κακού.

Η περίπτωση του ονείρου βουντού

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Βατικανό ΙΙ: «η μεγάλη εξαπάτηση»

 Ο διχαλωτός λόγος του συμβουλίου: να εμβαθύνουμε την πίστη

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ του Φραντσέσκο Λαμέντολα



Αν έπρεπε να συνοψίσουμε σε μια λέξη την ουσία του μοντερνιστικού δηλητηρίου με το οποίο οι μασόνοι επίσκοποι πραγματοποίησαν το πραξικόπημα  που ήταν η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού, θα λέγαμε: εμβάθυνση. Με τη δικαιολογία να εμβαθύνουν το δόγμα, την αλήθεια, την πίστη –εμβαθύνοντας, προς Θεού, όχι αλλάζοντας – πέτυχαν τον στόχο τους να ανατρέψουν την Εκκλησία και να παρασύρουν τους πιστούς στην αποστασία, εν αγνοία τους, κοιμίζοντάς τους με την ψευδαίσθηση ότι ουσιαστικά το δόγμα και η πίστη είχαν παραμείνει ίδια όπως πάντα, μόνο εμβάθυναν και έτσι ενημερώθηκαν για τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Ιωάννης XXIII, στην πανηγυρική εναρκτήρια ομιλία της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού, στις 11 Οκτωβρίου 1962, είπε επί λέξει (§ 6, 5· η υπογράμμιση είναι δική μας):

Να ξεκινήσουμε μόνο παρόμοιες συζητήσεις [στο προηγούμενο § είχε πει: για να συζητηθούν μερικά από τα κύρια θέματα του εκκλησιαστικού δόγματος] δεν ήταν απαραίτητο να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος. Προς το παρόν, αντίθετα, είναι απαραίτητο στους καιρούς μας ολόκληρη η χριστιανική διδασκαλία να υποβληθεί από όλους σε μια νέα εξέταση, με γαλήνιο και ήρεμο νου, χωρίς να αφαιρέσουμε τίποτα, με αυτόν τον ακριβή τρόπο σκέψης και διατύπωσης λέξεων που ξεχωρίζει πάνω απ' όλα στις πράξεις των Συμβουλίων του Τρεντ και του Βατικανού Ι· Το ίδιο το δόγμα πρέπει να εξεταστεί ευρύτερα και βαθύτερα και οι ψυχές να εμποτιστούν και να ενημερωθούν πληρέστερα από αυτό, όπως διακαώς επιθυμούν όλοι οι ειλικρινείς υποστηρικτές της χριστιανικής, καθολικής και αποστολικής αλήθειας. Είναι απαραίτητο αυτό το βέβαιο και αμετάβλητο δόγμα, στο οποίο πρέπει να δοθεί πιστή συγκατάθεση, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΜΒΑΘΥΝΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΤΕΙ ΟΠΩΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΜΑΣ. Άλλο πράγμα είναι η κατάθεση της Πίστεως, οι αλήθειες δηλαδή που περιέχονται στο σεβαστό δόγμα μας, άλλο ο τρόπος με τον οποίο αναγγέλλονται, αλλά πάντα με την ίδια έννοια και με την ίδια σημασία. Θα πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία σε αυτή τη μέθοδο και, εάν είναι απαραίτητο, να εφαρμοστεί με υπομονή. Δηλαδή, πρέπει κανείς να υιοθετήσει εκείνη τη μορφή έκθεσης που αντιστοιχεί περισσότερο στο magisterium, του οποίου ο χαρακτήρας είναι κυρίως ποιμενικός (του οποίου η φύση είναι κατά κύριο λόγο ποιμαντική). 



Ιωάννης XXIII, στην πανηγυρική εναρκτήρια ομιλία της Β' Συνόδου του Βατικανού

Αλλά από πού, από ποιον, ο Ιωάννης XXIII είχε δανειστεί την έννοια της εμβάθυνσης του Καθολικού δόγματος, μια έννοια που δεν βρίσκει επιβεβαίωση στη Γραφή και η οποία, όπως αυτή του διαλόγου, μια άλλη λέξη-κλειδί των νεομοντερνιστών που απελευθερώθηκαν στο Συμβούλιο, απουσιάζουν τόσο από το λεξιλόγιο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού όσο και από αυτό των Αποστόλων, Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας, για να μην αναφέρουμε τους Αγίους και τους Μάρτυρες που σημάδεψαν την ιστορία του Χριστιανισμού ανά τους αιώνες;

Σε μια από τις τελευταίες, ή ίσως στην τελευταία του συνέντευξη που δόθηκε πριν από το θάνατό του, ο Ιησουίτης θεολόγος Karl Rahner (1904-1984), ο κακός (ή μάλλον ο χειρότερος) δαίμονας της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, η κακή (μάλιστα πολύ κακή) ιδιοφυΐα της Β' Συνόδου του Βατικανού, στην οποία είχε συμμετάσχει ως εμπειρογνώμονας στη Θεολογική Επιτροπή μετά από πρόσκληση του Ιωάννη XXIII, κάνοντας απολογισμό της ζωής του και της δράσης του,μπόρεσε νά πεί (στο : Ο Meinold Krauss σε συνομιλία με τον Karl Rahner, Ο κόπος της πίστης· πρωτότυπος τίτλος: Erinnerungen, im Gesprächt Meinold Krauss, Freiburg, Verlag Herder· μετάφραση από τα γερμανικά από τον Antonio Carrozzini, Edizioni Paoline, 1986, σελ. 75-76):

KRAUSS: Κύριε καθηγητά, υποστηρίξατε κάποτε: «Ακόμη και το τελευταίο υποχρεωτικό δόγμα, που διακηρύχθηκε από τήν αυθεντία της Εκκλησίας, είναι θεμελιωδώς ανοιχτό στήν πρόοδο. Ένα δόγμα πρέπει να ερμηνεύεται συνεχώς, ώστε να μπορεί να παραμένει ζωντανό, και στην παρούσα κατάσταση αυτό συνεπάγεται ότι υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ερμηνείας». Αυτός ο ισχυρισμός σας μπορεί να είναι πραγματική βοήθεια για την πίστη για κάποιους, αλλά εμπόδιο για άλλους, γιατί θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθος, ίσως και να γίνει πηγή αποπροσανατολισμού. Αυτή η ένστασή μου δεν σας προκαλεί;

RAHNER
:Δείξε μου έναν θεολόγο σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας για τον οποίο ένα τέτοιο δίλημμα δεν ήταν αναπόφευκτο. Ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης κατηγορήθηκε από τον επίσκοπο των Παρισίων. Προφανώς είχε νιώσει αποπροσανατολισμένος μπροστά στη θεολογία του Αγίου Θωμά. Ακόμη και ο Σουάρες, ο μεγάλος Ιησουίτης θεολόγος της εποχής του Μπαρόκ, είχε προβλήματα με τη Ρώμη. Τέτοια πράγματα δεν μπορούν να αποφευχθούν. Πιστεύω, και είναι προφανές, ότι ένα δόγμα δεν μπορεί να παραποιηθεί ή να ακυρωθεί με την αυθεντική, αρχική του έννοια. Αλλά είναι εξίσου προφανές ότι κάθε δόγμα πρέπει να εμβαθύνεται αδιάκοπα με νέους θεολογικούς προβληματισμούς, σε διαφορετικά πλαίσια, και επομένως ένα δόγμα είναι ανοιχτό στο μέλλον!

KRAUSS: Για σένα;


RAHNER
: Για την κοινή καθολική θεολογία. Είναι εύκολο να αποδειχθεί από όλη την ιστορία της Εκκλησίας ότι ακόμη και το magisterium έχει αναθεωρήσει και επανερμηνεύσει τους δικούς του προηγούμενους ισχυρισμούς σε διάφορες περιπτώσεις. Επομένως, ό,τι είναι επιτρεπτό για το ρωμαϊκό magisterium είναι επίσης επιτρεπτό για έναν συνηθισμένο θεολόγο, προφανώς εντός της σφαίρας της αποστολής του.




Ο Ιησουίτης θεολόγος Karl Rahner (1904-1984) [ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΧΑΛΑΡΩΝΕ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΟΥ], κακή (μάλιστα πολύ κακή) ιδιοφυΐα της Β' Συνόδου του Βατικανού, μαζί με τον Joseph Ratzinger.

Εδώ, λίγους μήνες πρίν το τέλος της επίγειας ζωής του, ο θεολόγος Karl Rahner δείχνει το αληθινό του πρόσωπο, τόσο ως άνθρωπος όσο και ως λόγιος και ως ιερέας: το πρόσωπο ενός αμετανόητου, που γνωρίζει τέλεια ότι είναι ο αρχιτέκτονας ή ένας από τους κύριους αρχιτέκτονες αυτής της κολοσσιαίας εξαπάτησης, εκείνου του γιγαντιαίου αλλά σιωπηλού πραξικοπήματος που ήταν η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού. Εκείνου που ξέρει ότι εκμεταλλεύτηκε την ασυνειδησία και την αγαθότητα εκατομμυρίων πιστών και ότι έχει παραπλανήσει ανυπολόγιστο αριθμό ψυχών, αλλά απέχει πολύ από μία επανεξέταση, ας μην πούμε μετάνοια. Αντίθετα επιμένει να αφηγείται τους ψεύτικους τύπους του, τις ψευδείς του θεωρίες, τίς σοφιστείες για να εξαπατήσει καλύτερα τους μικρούς και τους απλούς: αυτούς που, σύμφωνα με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, πρέπει να ληφθούν ως πρότυπο από όλους τους Χριστιανούς που θέλουν να εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών.
Σοφιστείες που είναι εύκολο να αποσυναρμολογηθούν αστραπιαία, και όπως είναι σήμερα, ήταν και πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια. Αλλά αυτό ήταν το κλίμα, και όταν ο άνεμος της ιδεολογίας -μοντερνιστικής, εν προκειμένω- φυσά δυνατά προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ποιος ξέρει γιατί, φαίνεται ότι όποιος παρασυρθεί από αυτό, τού επιτρέπεται οτιδήποτε και ότι μπορεί να πει καί νά κάνει οποιαδήποτε υπερβολή, οποιαδήποτε απερισκεψία, διότι εν πάση περιπτώσει, κανείς δεν θα σταθεί για να τόν αντικρούσει και να του αποδείξει ότι έχει άδικο, ή, ακόμα κι αν συνέβαινε αυτό, η φωνή του θα χανόταν στη φασαρία αυτής της πεζής φυλής ατόμων που πιστεύουν ότι είναι ατρόμητοι επαναστάτες, ενώ δεν κάνουν τίποτε άλλο από τό νά είναι εξοργισμένοι εναντίον ενός αντιπάλου που είναι ήδη νεκρός ή ετοιμοθάνατος, και στο μεταξύ απολαμβάνουν γενικής υποστήριξης, ξεκινώντας από τα μεγάλα ΜΜΕ, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια.
Σε τέτοιες συνθήκες, είναι μάταιο να πούμε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός; Είναι πολύ νωρίς για να το πούμε, αν και το πράγμα είναι πολύ προφανές: και είναι αυτός που το είπε, όχι ο βασιλιάς, που καλύπτεται από το χλευαστικό γέλιο της μάζας των προβάτων. Είναι αυτός, όχι ο βασιλιάς, που εμφανίζεται ως δημόσιος εχθρός και ταραξίας της τάξης. Δεν πειράζει: τουλάχιστον τώρα που έχουν περάσει τόσα χρόνια και οι δηλητηριώδεις καρποί του Συμβουλίου έχουν φθάσει σε πλήρη ωριμότητα, ας προσπαθήσουμε να διαλύσουμε τα σοφίσματα του Rahner και να δείξουμε σε ποια γελοία εύθραυστα, για να μην πω ανύπαρκτα, θεμέλια στηρίχτηκαν.


Ο καρδινάλιος Augustin Bea, εδώ στη φωτογραφία με τον ραβίνο Abraham Joshua Heschel κατά τη συνάντηση του 1963 με την αντιπροσωπεία της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής, ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού, δεσμευόμενος προσωπικά για τη σύνταξη της δήλωσης Nostra aetate.

Ακόμη και το τελευταίο υποχρεωτικό δόγμα, που διακηρύχθηκε από τήν αυθεντία της Εκκλησίας, είναι θεμελιωδώς ανοιχτό στο μέλλον.


Υποχρεωτικό δόγμα; Το δόγμα είναι δόγμα, δηλαδή μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια, που γίνεται αποδεκτή στην πίστη. Δεν είναι «υποχρεωτικό» εκτός από εκείνους που θα ήθελαν να το συζητήσουν και ίσως το απορρίψουν, για παράδειγμα οι νέοι θεολόγοι του Φράιμπουργκ, του Φράιζινγκ και του Τύμπιγκεν τη δεκαετία του 1950 και μετά, με το σκεπτικό ότι δεν αρέσει στήν ευφυΐα τους ή τήν θέλησή τους...
Το να πούμε λοιπόν ότι ένα δόγμα είναι ανοιχτό προς τα εμπρός, εκτός από τη γελοιότητα της διευκρίνισης "εμπρός" (θα έπρεπε να είναι ανοιχτό προς τα πίσω; Αδύνατον: ένας προοδευτικός πρέπει απαραίτητα να βαδίσει προς τα εμπρός) είναι μια περίεργη δήλωση: ένα απλό τέχνασμα για να πούμε ότι ένα δόγμα, το οποίο είναι αμετάβλητο, μπορεί αντ' αυτού να αλλάξει, υπό τον όρο μόνο να μην το πει κανείς ανοιχτά και αυτή η αλλαγή ονομάζεται «άνοιγμα προς τα εμπρός».
Όπως ακριβώς όταν ο Ιωάννης XXIII λέει ότι το δόγμα δεν μπορεί να αλλάξει, γιατί δεν μπορεί να αλλάξει, αλλά μπορεί και πρέπει να εμβαθύνει, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής.
Τι όμορφο ρήμα το "εμβαθύνω"είναι ένας κομψός τρόπος να πει αυτό που δεν μπορούσε, που δεν έπρεπε να πει, δηλαδή ότι το δόγμα μπορεί να αλλάξει, πράγματι πρέπει να αλλάξει, όταν το απαιτούν οι καιροί. Το σημαντικό όμως είναι να μην το πεις!
Και δεν πειράζει αν με αυτόν τον τρόπο εξαπατηθούν οι πιστοί και κοροϊδευτεί η κοινή λογική, ακόμη και πριν από τη νοημοσύνη εκείνων που θα ήθελαν να καθησυχάσουν, και που θα ανησυχούσαν αν άκουγαν ποτέ το ρήμα να "αλλάζει".

Ένα δόγμα πρέπει συνεχώς να επανερμηνεύεται για να παραμένει ζωντανό, και στην παρούσα κατάσταση αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ερμηνείας.

Με λίγα λόγια, τα δόγματα είναι νεκρά πράγματα, ή σε κάθε περίπτωση έχουν τη δυσάρεστη τάση να πεθαίνουν και να απολιθώνονται. Καί για να αποφευχθεί αυτό, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την επανερμηνεία τους. Τα δύο θεμελιώδη δόγματα του Καθολικισμού, είναι γνωστό, είναι η ενότητα και η τριάδα του Θεού και η Ενσάρκωση του Λόγου. Δεν είναι θέμα νεότητας ή γηρατειάς. Δεν είναι ζήτημα να είσαι ζωντανός ή νεκρός: είναι δύο αδιαμφισβήτητες αλήθειες, που γίνονται δεκτές με την πίστη ή όχι.
Αν τους αποδεχτείς, είσαι Καθολικός. Αν δεν τα δέχεσαι, όχι.
Το παιχνίδι μεταξύ μοντερνιστών και καθολικών παιζόταν με πειραγμένα ζάρια, επειδή οι Καθολικοί νόμιζαν ότι και οι μοντερνιστές ήταν Καθολικοί, έστω και λίγο πιο προχωρημένοι «προς τα εμπρός», και ξέχασαν το Pascendi του Αγίου Πίου Χ. Αν το είχαν ξεκάθαρα στό νου, θα είχαν καταλάβει από την αρχή του Συμβουλίου, μάλιστα από ακόμη νωρίτερα, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1950, ότι προσποιούμενοι τους καθολικούς, οι μοντερνιστές θέλησαν να καταλάβουν την Εκκλησία και να συνεχίσουν να την αποκαλούν Καθολική, αφού τη μεταμόρφωσαν σε μοντερνιστική και ημιπροτεσταντική εκκλησία (με το «δείπνο» αντί της ευχαριστιακής θυσίας και με τον Λούθηρο και τον Μελάγχθωνα στη θέση της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη στους πρόποδες του σταυρού του Κυρίου μας: δείτε το γραμματόσημο που εξέδωσε η Vatican Post για τον εορτασμό της 500ης επετείου της «ένδοξης» προτεσταντικής μεταρρύθμισης).
Αλλά για να πετύχουν την εξαπάτησή τους, οι μοντερνιστές όπως ο Ράνερ χρειάζονταν έναν δούρειο ίππο, για να διεισδύσουν στην ακρόπολη κρυφά, χωρίς να προκαλέσουν πρόωρο συναγερμό: και ιδού η ιδέα, με τον έξυπνο τρόπο της, ότι τα δόγματα πρέπει να επανερμηνεύονται συνεχώς, καθώς προχωράς και βαθαίνει το ταξίδι της πίστης και καταλαβαίνει κανείς το δόγμα όλο και καλύτερα.




Ιωάννης XXIII; Ο διχαλωτός λόγος του συμβουλίου: εμβαθύνετε την πίστη !
 
Σε αυτό το σημείο ο δημοσιογράφος του επισημαίνει ότι ο ισχυρισμός του για τη δυνατότητα τροποποίησης του δόγματος μπορεί να είναι βοηθητικός σε άλλους, αλλά σοβαρός αποπροσανατολισμός σε άλλους, και τον πιέζει ρωτώντας τον αν αυτή η σκέψη δεν του προκαλεί καμία ενόχληση.
Προειδοποίηση: μιλάμε για το πιο λεπτό πράγμα που υπάρχει όσον αφορά την πίστη: δηλαδή τη δυνατότητα ένας Καθολικός να σκανδαλίσει τις ψυχές και να τις απομακρύνει από την Αλήθεια, άρα και από τη σωτηρία. Κάτι που πρέπει να ταρακουνήσει τις φλέβες και τους παλμούς κάθε πιστού και ιδιαίτερα ιερέα.
Χρειάζονται όμως περισσότερα για να ξύσουμε το σκληρό κέλυφος του Karl Rahner, ο οποίος απαντά με τέλεια κακή πίστη ότι αυτή η δυνατότητα είναι εγγενής στο επάγγελμα του θεολόγου και ότι ακόμη και μεγάλοι θεολόγοι του παρελθόντος, όπως π.χ. ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης και ο Φρανσίσκο Σουάρες, έπρεπε να το αντιμετωπίσουν.
Στην πραγματικότητα, ο Άγιος Θωμάς και ο Σουάρες δεν διέτρεξαν ποτέ τον κίνδυνο να προκαλέσουν σκάνδαλο σε ψυχές, πολύ περισσότερο να τις απομακρύνουν από τον Ιησού Χριστό. Είχαν απλώς παρεξηγήσεις με άλλους θεολόγους και με επισκόπους, που τους ζήλευαν και τους υποψιάζονταν. Ο Άγιος Θωμάς και ο Σουάρες παρέμειναν πάντα στον απόηχο της Παράδοσης και της Γραφής, οι δύο αλάνθαστες πυξίδες για τη ζωή του πιστού. Και η διανοητική τους ταπεινοφροσύνη ήταν τόσο μεγάλη, που, αν είχαν αμφιβολίες πνευματικής φύσεως, προσεύχονταν και παρακαλούσαν τον Θεό να τους ευλογήσει να τους φωτίσει.
Ο Ράνερ, αντίθετα, είναι το πρωτότυπο του σύγχρονου θεολόγου που ακολουθεί το δρόμο του χωρίς να νοιάζεται για τίποτα και για κανέναν και που θέτει ως στόχο να δώσει μια νέα κατεύθυνση στο δόγμα, επειδή πιστεύει ότι είναι σωστό να το κάνει.
Θα χρειαστούν μερικά χρόνια, αλλά τελικά η Εκκλησία θα είναι η εκκλησία της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού, είπε κάποτε. Πράγμα που προδίδει την απιστία και την κακή του πίστη : στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει εκκλησία αυτού ή του άλλου συμβουλίου, υπάρχει η Καθολική Εκκλησία και τέλος, και αλίμονο σε σας αν ένα συμβούλιο διεκδικήσει το δικαίωμα να αλλάξει τήν αυθεντία και να αλλάξει έστω και ένα γιώτα στό δόγμα. Αυτό θα σήμαινε ότι αυτή δεν είναι πλέον η αληθινή εκκλησία, αλλά μια διαβολική απομίμησή της.

 




Το δεύτερο Συμβούλιο του Βατικανού ήταν ένα παιχνίδι που παιζόταν με πειραγμένα ζάρια! Οι μοντερνιστές που παριστάνουν τους καθολικούς, εξαπάτησαν όλο τον λαό του Χριστού: στην πραγματικότητα ήθελαν να καταλάβουν την Εκκλησία της Ρώμης!

Στην πραγματικότητα, η μόνη ανησυχία που προκαλεί η ερώτηση του δημοσιογράφου στον Karl Rahner είναι η σκέψη ότι κάποιες αναταραχές μπορεί να προέρχονται από τη Ρώμη. Αυτή ακριβώς ήταν η νοοτροπία των Γερμανών και Γάλλων θεολόγων και επισκόπων στο Βατικανό II: η Ρώμη, κατανοητή ως Ρωμαϊκή Κουρία, ήταν ο εχθρός που έπρεπε να ανατραπεί. Για το λόγο αυτό απέρριψαν τα προπαρασκευαστικά περιγράμματα του Καρδινάλιου Ottaviani και ήθελαν να τα ξαναγράψουν. Στην πραγματικότητα τα πιο σημαντικά από αυτά είχαν ήδη γραφτεί κρυφά. Ακόμη και μερικά από τα οριστικά έγγραφα είχαν ήδη γραφτεί, όπως το Nostra Aetate, και, το ακόμη πιο σοβαρό, όχι από καθολικούς, αλλά από ραβίνους που είναι φίλοι των νεομοντέρνων, όπως ο καρδινάλιος Bea. Με προσεκτικότερη εξέταση, ωστόσο, ο πραγματικός και απόλυτος εχθρός τους ξεπέρασε πολύ τη Ρωμαϊκή Κουρία: ήταν η παγκόσμια βασιλεία του Χριστού, της οποίας ο Ρωμαίος Ποντίφικας είναι, ως εφημέριος του, η αντανάκλαση. Αντικαθιστώντας τη συνοδικότητα της επισκοπής
με τα ανώτατα auctoritas του πάπα, ήθελαν να μετατρέψουν την Εκκλησία σε κοινοβουλευτική δημοκρατία.
 Ο λόγος; Γιατί σε ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα περνάει η γραμμή που καθιέρωσε η πλειοψηφία.


ΤΙ ΛΕΙΠΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ;
  Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ,ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΙΔΡΥΣΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ & ΟΙ ΟΝΤΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΕΝΤΟΡΦ, ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΔΙΕΛΥΣΑΝ ΟΛΟ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΟΥ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ΜΕ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΙΣΟΠΟΚΒΕ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΕ ΤΟΝ ΚΛΗΡΟ ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. Η ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ ΕΧΕΙ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ Β'ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ.
 ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΟΡΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΕ ΚΤΗΜΑ ΟΛΩΝ ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΕΥΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΑΤΕΡΑ. ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΝΟΘΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΙΟΝ ΤΗΣ.

Ανώνυμος είπε...

Η Uta Ranke-Heinemann ήταν καθηγήτρια καθολικής θεολογίας στο πανεπιστήμιο της πόλης Essen. Υπήρξε μαθήτρια των Rudolf Bultmann και Karl Rahner. Το 1987, μετά τις δηλώσεις της σε μια τηλεοπτική εκπομπή για την εκ παρθένου γέννηση του Κυρίου, την οποία αμφισβήτησε, έχασε το δικαίωμα διδασκαλίας της καθολικής θεολογίας στις πανεπιστημιακές σχολές.
Η τοποθέτηση της αυτή βασίστηκε στις αντίστοιχες του Karl Rahner, στον συλλογικό τόμο: "Περί του θέματος της εκ παρθένου γέννησης",
αλλά και σε μια πρόταση του Joseph Ratzinger, στο έργο "Εισαγωγή στον Χριστιανισμό", 1968, σελ. 225.
"Η ιδιότητα του Ιησού ως υιού του Θεού δεν βασίζεται σύμφωνα με την καθολική πίστη στο γεγονός, ότι ο Ιησούς δεν είχε ένα άνθρωπο ως πατέρα. Η διδασκαλία περί της θεότητας του Ιησού δε θα επηρεαζόταν, αν ο Ιησούς προέρχονταν από ένα κανονικό ανθρώπινο γάμο. Γιατί η ιδιότητα να είναι υιός του Θεού, για την οποία μιλά η πίστη, δεν είναι ένα βιολογικό, αλλά οντολογικό δεδομένο. Καμιά διαδικασία μέσα στον χρόνο, αλλά μέσα στην αιωνιότητα του Θεού".ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΥΡΙΟΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ Ο ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ.