Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

ENRICO BERTI Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1

 ENRICO BERTI

Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 1


Περίληψη

Το άρθρο ξεκινά με μια επισκόπηση της χρήσης της αναλογίας από τον Αριστοτέλη στα συγγράμματά του περί φυσικής, ηθικής, βιολογίας και ποιητικής. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η αναλογία δηλώνει την ταυτότητα των σχέσεων μεταξύ πραγμάτων που διαφέρουν μεταξύ τους, όπως σε μια μαθηματική αναλογία. Η «αναλογία κατ’ αναλογίαν» έχει οριζόντια δομή, στην οποία δεν υπάρχει ιεραρχία ή προτεραιότητα, ούτε οντολογική ούτε λογική, ανάμεσα στους διαφορετικούς όρους.

Στη συνέχεια δείχνεται ότι η «σχετική συνωνυμία» ή «η συνωνυμία σε σχέση προς ένα», την οποία οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί ονόμασαν «αναλογία κατ’ απόδοσιν», είναι εντελώς διαφορετική από την αναλογία, καθώς εφαρμόζεται σε διαφορετικά είδη πραγμάτων τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι το καθένα περιέχει μια αναφορά ή σχέση — αλλά πάντοτε διαφορετική — προς το ίδιο πράγμα· για παράδειγμα, προς την ουσία, προς την οποία όλες οι άλλες κατηγορίες αναφέρονται ή σχετίζονται με διαφορετικούς τρόπους. Η δομή αυτή είναι κάθετη, αφού υπάρχει πάντοτε κάτι ανώτερο (η ουσία), το οποίο έχει και οντολογική και λογική προτεραιότητα, και κάτι κατώτερο (οι άλλες κατηγορίες).

Ο Αριστοτέλης μιλά μερικές φορές για την αναλογία ως έναν ιδιαίτερο τύπο ομοιότητας· για παράδειγμα, όταν συγκρίνει τα ζώα που δεν περπατούν με τα φυτά· και καθώς τα ζώα είναι ανώτερα από τα φυτά, η κάθετη διάσταση της ομοιότητας συνδυάζεται με την οριζόντια διάσταση της αναλογίας κατ’ αναλογίαν. Το άρθρο καταλήγει επισημαίνοντας έναν ορισμένο τύπο αναλογίας κατ’ αναλογίαν ανάμεσα στον ανθρώπινο νου, ο οποίος απολαμβάνει την ευδαιμονία κατά διαστήματα, και στον πρώτο ακίνητο κινητήρα, ο οποίος την απολαμβάνει πάντοτε.

Aristotelica 1 (2022), pp. 5-27

1. Σημασία της αναλογίας


Έχω ασχοληθεί συχνά με την αναλογία στον Αριστοτέλη, γι’ αυτό είναι αναπόφευκτο, πραγματευόμενος το θέμα ακόμη μία φορά, να επαναλάβω μερικά από τα πράγματα που έχω ήδη πει ή γράψει. Για αυτό ζητώ συγγνώμη και δεσμεύομαι να πω και κάτι καινούργιο, αν όχι ως πληροφορία, τουλάχιστον ως γενική αξιολόγηση του προς εξέταση θέματος.¹
Θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω πριν απ’ όλα τη σημασία που ο Αριστοτέλης αποδίδει στον όρο «ἀναλογία», ακόμη κι αν πρόκειται για πράγμα πλέον πολύ γνωστό. Όπως προκύπτει από το Index Aristotelicus του Hermann Bonitz, ο Αριστοτέλης κάνει πολύ συχνή χρήση των όρων ἀναλογία και ἀνάλογον, αποδίδοντάς τους πάντοτε την ίδια σημασία, δηλαδή εκείνη της «αναλογίας» με τη μαθηματική έννοια, ήτοι της «ισότητας λόγων» (ἰσότης λόγων) μεταξύ διαφορετικών όρων. Ο όρος απαντά με την ίδια σημασία ήδη στον Πλάτωνα², και είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ήταν κοινός στη χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής, ιδίως στο λεξιλόγιο των μαθηματικών.
Παραθέτω μόνο μερικά από τα χωρία στα οποία ο Αριστοτέλης πραγματεύεται την αναλογία· αυτά ανήκουν σε διαφορετικά συμφραζόμενα, λογικού, φυσικού, βιολογικού, ηθικού και ακόμη και ποιητικού χαρακτήρα, για να δείξω τη σταθερότητα της παραπάνω σημασίας και για να αντλήσουμε από τα παραδείγματα με τα οποία ο Αριστοτέλης την εικονογραφεί την ύψιστη δυνατή σαφήνεια ως προς αυτήν.
Μπορούμε να θεωρήσουμε λογικού χαρακτήρα (ή διαλεκτικού με την αρχαία έννοια του όρου) το χωρίο από το βιβλίο V (Δ) της Μεταφυσικής αφιερωμένο στους διάφορους σημασιακούς τρόπους του «ἑνὸς», όπου ο Αριστοτέλης γράφει:
«Μερικά πράγματα είναι ένα (ἕν) κατ’ ἀριθμόν, άλλα κατ’ εἶδος, άλλα κατὰ γένος, άλλα κατ’ ἀναλογίαν· κατ’ ἀριθμόν εκείνα των οποίων η ὕλη είναι μία, κατ’ εἶδος εκείνα των οποίων ένας είναι ὁ λόγος, κατὰ γένος εκείνα των οποίων το σχήμα τῆς κατηγορίας είναι το ίδιο, κατ’ ἀναλογίαν εκείνα που έχουν μεταξύ τους τη σχέση που έχει κάτι άλλο προς κάτι άλλο (ὡς ἄλλο πρὸς ἄλλο).»³
Η αναλογία λοιπόν παρουσιάζεται εδώ ως ένας τύπος ενότητας, εκείνης που λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε περισσότερα πράγματα τα οποία βρίσκονται το ένα σε σχέση προς το άλλο, σχηματίζοντας ζεύγη στα οποία ισχύει πάντοτε ο ίδιος λόγος, ακριβώς όπως στη μαθηματική αναλογία: a:b = c:d. Ο Αριστοτέλης προσθέτει ακόμη ότι δεν ανήκουν όλα τα πράγματα που συγκροτούν μια ενότητα αναλογίας στο ίδιο γένος· γι’ αυτό η ενότητα της αναλογίας εμφανίζεται ως ο ευρύτερος απ’ όλους τύπος ενότητας, ικανός να περιλάβει ακόμη και πράγματα που ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους.
Στο πεδίο της φυσικής ο Αριστοτέλης αναφέρει την αναλογία για να εξηγήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ταχύτητες με τις οποίες ένα σώμα διασχίζει δύο διαφορετικά μέσα, τον αέρα και το νερό. Αυτή η σχέση — λέγει — είναι η ίδια που ισχύει ανάμεσα στην πυκνότητα (ή τη διάλυση, το αντίθετο της πυκνότητας) των δύο μέσων, ώστε «ο ίδιος λόγος (τὸν αὐτὸν λόγον) που υπάρχει ανάμεσα στον αέρα και στο νερό, υφίσταται και ανάμεσα στη μία και στην άλλη ταχύτητα», και αυτή η σχέση ονομάζεται «αναλογία». Ας υποθέσουμε, εξηγεί ο Αριστοτέλης, ότι η διάλυση του αέρα είναι διπλάσια από εκείνη του νερού· τότε ο χρόνος που χρειάζεται ένα σώμα για να διασχίσει το νερό θα είναι διπλάσιος από τον χρόνο που χρειάζεται για να διασχίσει τον αέρα, και έτσι η ταχύτητα με την οποία διασχίζει τον αέρα θα είναι διπλάσια από εκείνη με την οποία διασχίζει το νερό. Ο λόγος ανάμεσα στις δύο διαλύσεις, δηλαδή το διπλάσιο, είναι ο ίδιος που υφίσταται ανάμεσα στις δύο ταχύτητες. Εδώ έχει ενδιαφέρον η ρητή υπογράμμιση του Αριστοτέλη σχετικά με την ταυτότητα του λόγου που παρεμβαίνει ανάμεσα στους διάφορους όρους· αυτή, λοιπόν, αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της αναλογίας.
Στην ηθική ο Αριστοτέλης προσφεύγει στην αναλογία για να εξηγήσει τη διανεμητική δικαιοσύνη. Όλοι συμφωνούν — λέγει — ότι στις διανομές (των βραβείων, των τιμών ή των εξουσιών) το δίκαιο πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την αξία, δηλαδή με το αξίωμα, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν όλοι για το τι είναι αξία. Γι’ αυτό το δίκαιο είναι κάτι ανάλογο (ἀνάλογόν τι), διότι το ανάλογο δεν αποτελεί ιδιότητα μόνο του αριθμού που αποτελείται από μονάδες (μοναδικοῦ), αλλά αποτελεί ιδιότητα του αριθμού γενικά, αφού η αναλογία είναι «ισότητα λόγων» (ἰσότης λόγων) και υπάρχει κατ’ ἐλάχιστον μεταξύ τεσσάρων όρων.
Ο «αριθμός που αποτελείται από μονάδες» είναι προφανώς ο αριθμητικός αριθμός, ενώ ο αριθμός γενικά είναι καθετί που είναι μετρήσιμο ή δεκτικό να σχετισθεί προς κάτι άλλο σύμφωνα με έναν ορισμένο λόγο. Η αναλογία, επομένως, ισχύει για καθετί που βρίσκεται σε σχέση προς κάτι άλλο σύμφωνα με κάποιον λόγο, και συνίσταται ακριβώς στην ταυτότητα των λόγων που υπάρχουν ανάμεσα σε ζεύγη διαφορετικών όρων· δηλαδή κατ’ ελάχιστον ανάμεσα σε δύο ζεύγη, τα οποία δίνουν τέσσερις όρους.
Ο Αριστοτέλης στη συνέχεια διακρίνει ανάμεσα σε ασυνεχή αναλογία, όπως εκείνη που μόλις αναφέρθηκε, και σε συνεχή αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο δεύτερος όρος του πρώτου ζεύγους συμπίπτει με τον πρώτο του δευτέρου (a:b = b:c). Και διακρίνει ανάμεσα σε αριθμητική αναλογία, η οποία υπάρχει όταν ο λόγος εν προκειμένω είναι απλώς η διαφορά (a–b = c–d), και σε γεωμετρική αναλογία, η οποία υπάρχει σε κάθε άλλο είδος λόγου (a:b = c:d). Και εδώ ο Αριστοτέλης υπογραμμίζει ότι ο λόγος που υπάρχει μέσα στα ζεύγη των όρων πρέπει να είναι ο ίδιος (ὁ λόγος ὁ αὐτός).⁷ Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η αναλογία σημαίνει λοιπόν εκείνο που εμείς ονομάζουμε «προportion».
Το ίδιο ακριβώς νόημα επανέρχεται και στην Ποιητική, όπου ο Αριστοτέλης, προκειμένου να ορίσει τη μεταφορά, υπενθυμίζει τον ορισμό της αναλογίας, η οποία βρίσκεται στη βάση της μεταφοράς, με τον ακόλουθο τρόπο:
«Λέγω το ανάλογο όταν το δεύτερο βρίσκεται στην ίδια σχέση (ὁμοίως ἔχῃ) προς το πρώτο, και το τέταρτο προς το τρίτο».⁸
Ως παραδείγματα πραγμάτων που βρίσκονται στον ίδιο λόγο, παραθέτει το κύπελλο προς τον Διόνυσο και την ασπίδα προς τον Ἄρη, όπου προφανώς ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το αντικείμενο είναι σύμβολο της θεότητας· όπως επίσης και το γήρας που βρίσκεται προς τη ζωή όπως το δειλινό προς την ημέρα,⁹ όπου ο ίδιος λόγος συνίσταται στο ότι το γήρας και το δειλινό βρίσκονται στο τέλος της αντίστοιχης περιόδου.
Είναι περιττό να παραθέσουμε όλους τους τύπους αναλογίας που περιγράφει ο Αριστοτέλης στα βιολογικά του έργα — των οποίων τον κατάλογο μπορεί κανείς να βρει στο Index του Bonitz — όπως για παράδειγμα ότι η ραχοκοκαλιά βρίσκεται προς το ψάρι όπως το οστό προς τον άνθρωπο, ή ότι το πρόσθιο άκρο βρίσκεται προς τα άλλα θηλαστικά όπως ο βραχίονας προς τον άνθρωπο, ή ότι το νύχι βρίσκεται προς τα πολυδάκτυλα όπως το χέρι προς τον άνθρωπο, ή ότι το έμμηνο υγρό βρίσκεται προς το θηλυκό όπως το σπέρμα προς το αρσενικό. Πράγματι, η αναλογία αποτέλεσε για τον Αριστοτέλη ένα ερευνητικό εργαλείο μεγάλης χρησιμότητας, επειδή του επέτρεψε να εξηγήσει τη διαμόρφωση και τη λειτουργία πολλών μερών των ζώων βάσει της αναλογίας τους με τα μέρη του ανθρώπου. Ο τελευταίος, ο άνθρωπος, όπως είναι γνωστό, αποτελούσε το σημείο εκκίνησης της εξήγησης, καθότι για τον Αριστοτέλη ήταν ο πλέον γνωστός όρος, δηλαδή ο περισσότερο άμεσα παρατηρήσιμος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως φαίνεται, η αναλογία είναι ταυτότητα λόγων που υπάρχουν μέσα σε ζεύγη όρων μεταξύ τους διαφορετικών, των οποίων το πρότυπο είναι η μαθηματική αναλογία. Ανάμεσα στα μεμονωμένα ζεύγη και στους μεμονωμένους όρους δεν υπάρχει καμία ιεραρχία, καμία προτεραιότητα, ούτε λογική ούτε οντολογική· δεν υπάρχει πρώτος όρος ούτε πρώτος λόγος, από τον οποίο να εξαρτώνται οι άλλοι ή προς τον οποίο να ακολουθούν. Με δυο λόγια, η αναλογία, για τον Αριστοτέλη, είναι μια δομή απολύτως οριζόντια. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι, αν πάρουμε τον όρο «αναλογία» με την κατά γράμμα σημασία του, στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει άλλη αναλογία πέρα από εκείνη που αργότερα ονομάστηκε «αναλογία κατὰ proportionalità». Από αυτήν την άποψη, συμμερίζομαι πλήρως τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήγαγαν ο Pierre Aubenque και ο Jean-François Courtine.¹⁰

2. Ἡ πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία

Ο λόγος για την αναλογία στον Αριστοτέλη θα μπορούσε να τελειώσει στο σημείο αυτό, εάν μια επιβλητική φιλοσοφική παράδοση δεν θεωρούσε πάντως αριστοτελικής προελεύσεως και μίαν ἄλλην σημασία της αναλογίας, την αποκαλούμενη «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν» (ή κατὰ κατηγορίαν), δηλαδή έναν τύπο ενότητας που ο Αριστοτέλης θεωρητικοποιεί και καθιστά περίφημο, χωρίς ωστόσο να τον ονομάσει ποτέ με το όνομα της αναλογίας. Είναι, επομένως, αναγκαίο να μνημονεύσουμε και αυτόν τον τύπο ενότητας, αν και είναι σήμερα γνωστός σε όλους και υπήρξε αντικείμενο πλούσιας βιβλιογραφίας.
Δεν θα σταθώ, αντιθέτως, στην απαρχή της ταυτίσεως του νέου τύπου ενότητας θεωρητικοποιημένου από τον Αριστοτέλη — τον οποίο για λόγους ευχέρειας αποκαλώ «σχετική ὁμωνυμία» — με την αναλογία, ταύτιση η οποία πραγματοποιήθηκε δια της ρητής χρήσεως αυτού του όρου, διότι το θέμα είναι κάθε άλλο παρά σαφές και αποτελεί, υποθέτω, το αντικείμενο των εισηγήσεων που θα ακολουθήσουν. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι, σύμφωνα με πρόσφατες γαλλικές μελέτες, αυτή η ταύτιση είχε πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά από τον **Al-Farabi**¹¹, ενώ σύμφωνα με νεότερη μελέτη του πατρός Flannery θα μπορούσε να ανιχνευθεί ήδη στον **Αλέξανδρο τον Αφροδιέα¹². 
Πρέπει να πω ότι η πρώτη πρόταση δεν μου είναι εντελώς προφανής, διότι σχετίζεται με αραβικούς όρους που θα έπρεπε να ισοδυναμούν με το ελληνικό ἀναλογία· και βρίσκω κάπως γενική τη δεύτερη, διότι υποθέτει ότι κατά τον Αλέξανδρο η σχέση ενός πράγματος προς ένα άλλο, που μνημονεύει ο Αριστοτέλης στην εικονογράφηση της ενότητας της αναλογίας (Metaph. Δ 6), αναφέρεται επίσης και στη σχετική ὁμωνυμία.

Ωστόσο, μένει το γεγονός ότι ο Thomas Aquinas δεν διστάζει να ονομάσει αναλογία και τη σχετική ὁμωνυμία, και ο σχολιαστής του, ο Cajetan, διευκρινίζει ότι πρόκειται για την «αναλογία κατ’ ἀπόδοσιν», διαφορετική από την «αναλογία κατὰ proportionalità (λόγον)». Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταύτιση της σχετικής ὁμωνυμίας με την αναλογία συνέβη στην ανάπτυξη της νεοπλατωνικής παραδόσεως, τόσο της ελληνορωμαϊκής όσο και της αραβικής, διότι η σχετική ὁμωνυμία, προσφιλής στους νεοπλατωνικούς εξαιτίας της κατακόρυφης δομής της (την οποία θα δούμε σε λίγο), παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη ως περίπτωση ενότητας μεταξύ πραγμάτων που ανήκουν σε διαφορετικά γένη, όπως ακριβώς και η αναλογία.

Αλλά ας δούμε τι ακριβώς εννόησε ο Αριστοτέλης με την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, και αυτό προκειμένου να διορθώσουμε τις ερμηνείες και τις μεταμορφώσεις στις οποίες υπέστη αυτή η διδασκαλία μέσα στην ιστορία του αριστοτελισμού. Στο περίφημο προοίμιο του βιβλίου IV (Γ) της Μεταφυσικής ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι υπάρχει κάποια επιστήμη του ὄντος καθόσον είναι ὄν, αλλά το ὄν λέγεται με πολλούς τρόπους· και για να μπορέσει να γίνει αντικείμενο επιστήμης πρέπει να κατέχει κάποια ενότητα. Αυτή η ενότητα είναι δυνατή επειδή το ὄν δεν είναι εντελώς ὁμώνυμο (ὁμωνυμία είναι η κοινότητα του ονόματος μεταξύ πραγμάτων με διαφορετικό λόγο), αλλά οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται είναι όλοι πρὸς ἕν, πράγμα επαρκές για να καταστεί δυνατή η επιστήμη του.
Για να εξηγήσει αυτό το είδος ενότητας, που ονομάσαμε ὁμωνυμία σχετική, ο Αριστοτέλης παραθέτει δύο διάσημα παραδείγματα, εκείνο του όρου «ὑγιεινόν» και εκείνο του όρου «ἰατρικόν». Κάτι λέγεται υγιεινό επειδή διαφυλάσσει την υγεία (όπως το κλίμα), ή επειδή την παράγει (το φάρμακο), ή επειδή είναι σημείο της (το χρώμα του προσώπου), ή επειδή είναι το υποδοχείο της (το σώμα)· έτσι όλα αυτά τα υγιεινά πράγματα, μολονότι ανήκουν σε διαφορετικά γένη, περιέχουν καθένα ένα ιδιαίτερο είδος αναφοράς, ή σχέσης, ή λόγου προς ένα και μόνον πράγμα, δηλαδή την υγεία, η οποία αποτελεί την ενότητά τους. Ομοίως, κάτι λέγεται ιατρικό επειδή κατέχει την ιατρική (ο γιατρός), ή επειδή είναι αποτελεσματικό σε σχέση προς αυτήν (η θεραπεία), ή επειδή είναι έργο της (η ίαση)· επομένως όλα αυτά τα πράγματα λέγονται ιατρικά επειδή περιέχουν το καθένα μια ιδιαίτερη αναφορά προς ένα μόνο πράγμα, δηλαδή την ιατρική.¹³ Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε πράγματα διαφορετικού γένους, τα οποία ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μια αναφορά σε ένα και το αυτό πράγμα, μόλο που αυτή η αναφορά είναι πάντοτε διαφορετική· στην περίπτωση των υγιεινών άλλοτε είναι το διαφυλάττειν, άλλοτε το παράγειν, άλλοτε το αποκαλύπτειν, άλλοτε το δέχεσθαι· στην περίπτωση των ιατρικών, άλλοτε είναι το κατέχειν, άλλοτε το ενεργείν, άλλοτε το προέρχεσθαι.[ΕΔΩ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΘΛΟΣ ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΟΘΕΙ ΠΑΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ."Εν αρχη ήν ο Λόγος καί ο Λόγος ήν πρός τόν θεόν καί θεός ήν ο Λόγος. Ούτος ήν εν αρχή πρός τόν Θεόν, πάντα δι΄αυτού εγένετο καί χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν" Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΛΟΓΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΣΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ. ΓΡΗΓΟΡΑ ΟΜΩΣ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ, ΕΠΙΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΘΟΤΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΕΓΩ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ, ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ ΕΩΣ ΤΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.]

Ε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το ὄν:

«Κάποια πράγματα λέγονται όντα επειδή είναι οὐσίαι, άλλα επειδή είναι πάθη της οὐσίας, άλλα επειδή είναι οδός προς την οὐσία, ή φθοραί, ή στερήσεις, ή ποιότητες, ή ποιητικά αίτια, ή γενεσιουργά της οὐσίας, ή των πραγμάτων που σχετίζονται με την οὐσία.»¹⁴

Όπως προκύπτει από τα παραδείγματα των όρων «υγιεινό» και «ιατρικό», τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους κατά τους οποίους λέγεται το ὄν είναι όντα διαφορετικών γενών το ένα από το άλλο, και ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα τους περιέχει μία αναφορά προς ένα και μόνο ὄν, που είναι η οὐσία. Και εδώ, όχι μόνο τα όντα ανήκουν σε διαφορετικά γένη μεταξύ τους, αλλά και η αναφορά που καθένα περιέχει προς την οὐσία είναι πάντοτε διαφορετική: άλλοτε είναι το είναι πάθος, άλλοτε το είναι οδός, άλλοτε το είναι φθορά ή στέρηση, άλλοτε το είναι ποιότητα, ή ποίηση, ή γένεση. Όπως γίνεται φανερό, πρόκειται για ενότητα παντελώς διαφορετική από την αναλογία· διότι η αναλογία, όπως είδαμε, είναι ταυτότητα — δηλαδή ενότητα — λόγων μεταξύ διαφορετικών πραγμάτων, ενώ η σχετική ὁμωνυμία είναι διαφορά λόγων και ενότητα, ή ταυτότητα, του όρου προς τον οποίο όλοι οι λόγοι αναφέρονται.
Ενώ στο παρατεθέν χωρίο του βιβλίου Γ τα όντα που αντιστοιχούν στους διάφορους τρόπους του λέγεσθαι το ὄν απαριθμούνται με τρόπο φαινομενικά άτακτο — κάτι που εδώ δεν μας ενδιαφέρει — σε ένα άλλο περίφημο χωρίο, από το βιβλίο V (Δ), ο Αριστοτέλης διευκρινίζει ότι λέγονται «ὄντα καθ’ αὑτά», δηλαδή όντα κυρίως και όχι κατ’ ἀτύχημα, «όλα όσα σημαίνουν τα σχήματα των κατηγοριών», δηλαδή όλα τα όντα που περιέχονται στις γνωστές κατηγορίες. Πράγματι διευκρινίζει ότι κάποια κατηγορήματα δηλώνουν «τὸ τί ἦν εἶναι», δηλαδή την ουσία, άλλα το ποιόν, άλλα το ποσόν, άλλα τη σχέση προς κάτι, άλλα το ποιεῖν ή το πάσχειν, άλλα το ποῦ ή το πότε.¹⁵ Εδώ μνημονεύονται οκτώ κατηγορίες· αλλού ο Αριστοτέλης μνημονεύει έξι ή τέσσερις, πράγμα που δείχνει ότι ο αριθμός δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι πρόκειται για τα ύψιστα γένη στα οποία υπάγονται όλα τα όντα, στα οποία αντιστοιχούν ισάριθμοι διαφορετικοί τρόποι τοῦ λέγειν τὸ εἶναι.
Επομένως, η πρὸς ἕν ὁμωνυμία που μνημονεύεται στο βιβλίο Γ εφαρμόζεται στο ὄν, επειδή εφαρμόζεται στα ύψιστα γένη του, δηλαδή στις κατηγορίες. Εκείνο που λέγεται ὄν κυρίως είναι πρώτα απ’ όλα η οὐσία, και όλα τα όντα που ανήκουν στις άλλες κατηγορίες (ποιότητα, ποσότητα, σχέση κτλ.) λέγονται επίσης ὄντα κυρίως, επειδή, μολονότι ανήκουν σε γένη διαφορετικά από την οὐσία και διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν όλα μια σχέση — πάντοτε διαφορετική — προς την οὐσία: είναι ποιότητες της οὐσίας, ποσότητες της οὐσίας, σχέσεις της οὐσίας, πράξεις ή παθήσεις της οὐσίας, τόπος ή χρόνος της οὐσίας.
Ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει αυτή τη διδασκαλία στην αρχή του βιβλίου VII (Ζ), παραπέμποντας ρητά στο μόλις μνημονευθέν χωρίο του βιβλίου Δ. Επαναλαμβάνει ότι οι πολλοί τρόποι με τους οποίους λέγεται το ὄν αντιστοιχούν στις κατηγορίες, και τις παραδειγματίζει ως εξής: όταν λέμε τί ἐστίν κάτι, λέμε ότι είναι άνθρωπος ή θεός, δηλαδή οὐσία· όταν λέμε ότι κάτι είναι καλό ή κακό, θερμό ή λευκό, λέμε ποιότητα· όταν λέμε ότι είναι τριπῆχυ, λέμε ποσότητα. Αλλά και όταν δηλώνουμε το βαδίζειν, το καθῆσθαι ή το ὑγιαίνειν, δηλώνουμε όντα που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Και όλα αυτά τα πράγματα — καταλήγει ο Αριστοτέλης — είναι όντα, επειδή υπάρχει κάτι που υπόκειται σε αυτά, το «ὑποκείμενον», και αυτό είναι ένα ἄτομον, δηλαδή η οὐσία.¹⁶
Αλλά στο βιβλίο Ζ ο Αριστοτέλης προχωρεί περαιτέρω: δηλώνει ότι η οὐσία είναι το πρώτο ὄν, διότι λέγεται ὄν «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς αναφορά σε κάτι άλλο, ενώ τα όντα όλων των άλλων κατηγοριών λέγονται όντα με αναφορά προς την οὐσία. Η οὐσία — συνεχίζει — είναι πρώτη τόσο ως προς τον λόγο (δηλαδή τον ορισμό), όσο και ως προς τη γνώση, όσο και ως προς τον χρόνο. Είναι πρώτη ως προς τον λόγο διότι στον ορισμό κάθε άλλου πράγματος περιέχεται η μνεία της οὐσίας· είναι πρώτη ως προς τη γνώση, διότι θεωρούμε ότι γνωρίζουμε κάθε πράγμα όταν γνωρίζουμε ποια είναι η οὐσία στην οποία ανήκει· και είναι πρώτη ως προς τον χρόνο, διότι κανένα άλλο πράγμα δεν είναι χωριστό από την οὐσία, δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την οὐσία, ενώ η οὐσία μπορεί να υπάρξει και χωρίς καθεμιά από τις προσόψεις της.¹⁷ Συνεπώς, οι κατηγορίες δεν βρίσκονται όλες στο ίδιο επίπεδο: υπάρχει μία που είναι πρώτη σε σχέση με τις άλλες, δηλαδή αποτελεί όρο ή αρχή τους, τόσο από λογική-γνωσιολογική άποψη (ορισμός και γνώση), όσο και από οντολογική (χρόνος, δηλαδή ύπαρξη).
Αυτό έχει αποσαφηνιστεί μια για πάντα από εκείνον που πρώτος έφερε στο προσκήνιο τη διδασκαλία της πρὸς ἕν οἰκειομένης ὁμωνυμίας, αποκαλώντας την dottrina del focal meaning (θεωρία της εστιακής σημασίας), δηλαδή τον G.E.L. Owen. Αυτός παρατήρησε ότι, ενώ στις Κατηγορίες η οὐσία απολαμβάνει μόνο οντολογικής προτεραιότητος έναντι των λοιπών κατηγοριών, στη Μεταφυσική, δηλαδή στη διδασκαλία της σχετικής ὁμωνυμίας, απολαμβάνει προτεραιότητα τόσο οντολογική όσο και λογική.¹⁸ Η τελευταία συνίσταται — καλό είναι να το επαναλαμβάνουμε — στο ότι η μνεία της οὐσίας περιέχεται στον ὁρισμό όλων των άλλων κατηγοριών· για παράδειγμα, το βαδίζειν είναι ὄν, επειδή ορίζεται ως πράξη που πραγματοποιείται από οὐσία, δηλαδή από άνθρωπο.
Η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επομένως, δεν δηλώνει μια σχέση, θα λέγαμε, οριζόντια, αλλά μια σχέση που μπορεί να θεωρηθεί κάθετη· διότι σε αυτήν υπάρχει κάτι που βρίσκεται «πάνω», η οὐσία, και κάτι «κάτω», οι άλλες κατηγορίες.
Όλη αυτή η διδασκαλία συνοψίζεται από τον Αριστοτέλη σε άλλο περίφημο χωρίο του βιβλίου Ζ, όπου, καθώς πρέπει να εφαρμόσει και στο «λέγειν τὸ τί ἦν εἶναι» τον ίδιο κανόνα που έχει ήδη εφαρμόσει στο «λέγειν τὸ ὄν», αρχίζει πρώτα δηλώνοντας τον παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις και έπειτα υπενθυμίζει ρητά τον κανόνα που εφαρμόστηκε στο «λέγειν τὸ ὄν». Ιδού το προοίμιο:

«Καὶ τὸ τί ἦν εἶναι ὡσαύτως ὑπάρξει πρώτως καὶ ἁπλῶς τῇ οὐσίᾳ, εἶτα δὲ ταῖς ἄλλαις, ὥσπερ καὶ τὸ τί ἐστιν· οὐχὶ γὰρ τί ἐστιν ἁπλῶς, ἀλλὰ τί ἐστι ποιόν ἢ ποσόν.»¹⁹
Αυτό σημαίνει ότι, όταν θέλει κάποιος να ορίσει μια οὐσία, αρκεί να πει την οὐσία της «ἁπλῶς», δηλαδή χωρίς να προσθέσει τίποτα· ενώ όταν θέλει να ορίσει μια ποιότητα ή μια ποσότητα, πρέπει να πει στον ορισμό της ότι είναι ποιότητα ή ποσότητα κάποιας οὐσίας. Είναι σαφές ότι το πρώτο λέγειν, εκτός του ότι είναι απλό, είναι και πρώτο σε σχέση με το δεύτερο· και ότι το δεύτερο, ερχόμενο μετά, είναι πράγματι δεύτερο, δηλαδή εξαρτημένο από το πρώτο ακόμα και ως προς τον ορισμό.


Και ιδού η υπενθύμιση του «λέγειν τὸ ὄν»:

«Ἀνάγκη γὰρ ἢ ὁμωνύμως λέγειν εἶναι ταῦτα, ἢ προστιθέντας καὶ ἀφαιροῦντας, ὥσπερ λέγομεν τὸ μὴ ἐπιστητὸν ἐπιστητόν· οὐ γὰρ ὀρθῶς λέγεται οὔτε ὁμωνύμως οὔτε ὁμοίως, ἀλλ’ ὥσπερ τὸ ἰατρικόν λέγεται πρὸς τὸ αὐτὸ καὶ ἕν, καίτοι οὐχὶ ταὐτόν, ὅμως οὐδὲ ὁμωνύμως· οὐδὲ γὰρ ὁμωνύμως λέγονται τὸ σῶμα καὶ ἡ ἐπιβολὴ καὶ τὸ ὄργανον, οὔτε ὁμωνύμως οὔτε κατ’ ἕν, ἀλλὰ πρὸς ἕν.»²⁰
Αυτό που αποκλείεται από το «λέγειν τὸ ὄν» είναι η πλήρης ή τυχαία ὁμωνυμία, εκείνη δηλαδή στην οποία δεν υπάρχει καμία ενότητα ανάμεσα στα πράγματα που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως επίσης αποκλείεται και η συνωνυμία, δηλαδή η ταυτότητα όχι μόνο του ονόματος αλλά και του λόγου. Ο Αριστοτέλης εφαρμόζει αντιθέτως στο ὄν την πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, επαναφέροντας το παράδειγμα του όρου «ἰατρικόν», ο οποίος λέγεται και για το σώμα (του γιατρού ή του ασθενούς), και για την πράξη (θεραπεία ή χειρουργική επέμβαση), και για το εργαλείο (το ιατρικό μαχαίρι ή νυστέρι), δηλαδή για πράγματα εντελώς διαφορετικά κατά γένος, τα οποία όμως ενοποιούνται από το γεγονός ότι καθένα έχει μια δική του ιδιαίτερη σχέση, διαφορετική από των άλλων, προς ένα και μόνο πράγμα, δηλαδή προς την ἰατρική.

Η έκφραση «προσθέτοντας ή αφαιρώντας», που εισάγεται για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο λέγονται ὄντα τα πράγματα που ανήκουν σε κατηγορίες διαφορετικές από την οὐσία, σημαίνει ότι, όταν λέμε πως είναι ὄντα, πρέπει είτε να προσθέτουμε τη μνεία της σχέσης προς την οὐσία είτε, εάν πρόκειται για αρνητικές πραγματικότητες όπως στερήσεις ή αρνήσεις — για παράδειγμα το μὴ ἐπιστητόν — να λέμε ότι είναι ὄντα στο μέτρο που αποτελούν ακριβώς στερήσεις ή αρνήσεις κάποιου πράγματος· στο παράδειγμα τοῦ μὴ ἐπιστητοῦ μπορούμε δηλαδή να πούμε πως «είναι ἐπιστητόν» υπό την έννοια του μη-ἐπιστητοῦ. Σε κάθε περίπτωση, στο «λέγειν τὸ ὄν» θεμελιώνεται μια ιεραρχία ανάμεσα σε ένα απλό και πρώτο λέγειν, το οποίο αφορά την οὐσία, και σε ένα επόμενο, πιο σύνθετο και εξαρτημένο λέγειν, το οποίο αφορά τις άλλες κατηγορίες. Στο χωρίο αυτό, λοιπόν, η πρὸς ἕν οἰκειομένη ὁμωνυμία, που μνημονεύεται ρητά, παρουσιάζεται ως ιεραρχία, δηλαδή ως σχέση θα λέγαμε κάθετου τύπου. Αυτή συνεπάγεται μια προτεραιότητα όχι μόνο οντολογική, αλλά και λογική — δηλαδή σχετική με τους ορισμούς — της οὐσίας σε σχέση προς τις άλλες κατηγορίες.


Σημειώσεις

1. Berti (1984), (1987) και (2016). Βλ. τώρα επίσης Fazzo (2021). Η παρούσα συμβολή παρουσιάστηκε στην Accademia di San Tommaso d’Aquino της Ρώμης, στην οποία προορίζεται επομένως για δημοσίευση στα Atti. Ευχαριστούμε τους υπευθύνους της Accademia, οι οποίοι επιτρέπουν την παρούσα παράλληλη δημοσίευση.
2.Plat. Tim. 32a–c. Βλ., σχετικώς, Fronterotta (2016).
3.Arist. Metaph. Δ 6.1016b31–35.
4.Arist. Phys. IV 8.215b6–7.           5. Arist. Phys. IV 8.215b29.

6.Arist. Eth. Nic. V 6.1131a29–31.   7.Arist. Eth. Nic. V 6.1131b4.

8.Arist. Poet. 21.1457b16–19.           9.Arist. Poet. 21.1457b16–23.

10.Aubenque (1978) και (1989)· 11.Courtine (2003) και (2005).

12.Vallat (2004), σσ. 355–356· 13.Courtine (2005), σσ. 256–257.

14.Flannery (2019).                      15. Arist. Metaph. Γ 2.1003a34–b5.

16.Arist. Metaph. Γ 2.1003b7–9.      17.Arist. Metaph. Δ 7.1017a23–27.

18.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a10–30.   19.Arist. Metaph. Ζ 1.1028a30–b2.

20.Owen (1986).

21.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a29–32.    22.Arist. Metaph. Ζ 4.1030a32–b2.

3. Ἡ ἀναλογία τῶν κατηγοριῶν

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Η ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΘΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΙΔΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΤΑΤΟΙ ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ, ΤΟ ΕΓΩ,ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΑΝ ΕΣΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΥ. 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ (1) - Παρουσίαση Διαφανειών

 

Γένεσις Ψευδο-Αριστοτελικής Αναλογίας
Το κείμενο του Pierre Aubenque εξετάζει τη γένεση της διδασκαλίας της αναλογίας του Όντος, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια ψευδή απόδοση στον Αριστοτέλη η οποία διαμόρφωσε καθοριστικά τη μετέπειτα φιλοσοφία. Η έννοια, η οποία επικράτησε στη σχολαστική παράδοση, προέκυψε από τους Νεοπλατωνικούς σχολιαστές της Ύστερης Αρχαιότητας, οι οποίοι επεδίωκαν τη συμφωνία μεταξύ των διδασκαλιών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο συγγραφέας εξηγεί ότι η συστηματική της ανάπτυξη έγινε από τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος διέκρινε την analogia proportionalitatis από την analogia attributionis. Στην πραγματικότητα, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε την αναλογία (ἀναλογία) μόνο με την αυστηρή μαθηματική έννοια της ισότητας λόγων. Για τις πολλαπλές σημασίες του Όντος, ο Σταγειρίτης εισήγαγε τη δομή του πρὸς ἕν λέγεσθαι («εστιακή ενότητα σημασίας»), η οποία δεν περιλαμβάνει αναλογία. Κατά συνέπεια, η σχολαστική σύγχυση αυτών των εννοιών οδήγησε σε μια λογικοποίηση αντίθετη προς την αρχική αριστοτελική προσέγγιση.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ 1

 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟ-ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ 1


Του Pierre Aubenque


Les Etudes philosophiques, nº 3-4/1989

(Μετάφραση μιας διάλεξης που εκφωνήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1984 στο Freie Universität του Δυτικού Βερολίνου με την ευκαιρία της 65ης επετείου του καθηγητή Paul Moraux, διευθυντή του Aristoteles-Archiv. Το γερμανικό κείμενο δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Zur Entstehung der pseudo-aristotelischen Lehre von der Analogie des Seins» στα Mélanges offerts à Paul Moraux, Aristoteles Werk und Wirkung, Berlin–New York, de Gruyter, 1987, τόμ. II, σ. 233-248. — Το παρόν κείμενο επαναλαμβάνει τα συμπεράσματα αναλύσεων που είχαν παρουσιαστεί σε προηγούμενες μελέτες: Les origines de l’analogie de l’être. Sur l’histoire d’un contresens, Études philosophiques, 1978, σ. 3-12∙ Néo-platonisme et analogie de l’être, in Néo-platonisme. Mélanges offerts à Jean Trouillard, Fontenay-aux-Roses, 1981 (Cahiers de Fontenay, αρ. 17-22), σ. 63-76∙ Plotin et Dexippe, exégètes des Catégories d’Aristote, in Aristotelica. Mélanges offerts à Marcel de Corte, Bruxelles-Liège, 1985, σ. 7-40. Θα ήθελα επίσης να εκφράσω την οφειλή μου απέναντι στη διδακτορική διατριβή κρατικού διπλώματος, ακόμη ανέκδοτη, του Jean-François Courtine, «Ontothéologique et topique de l’analogie. Le tournant suarézien. Étude sur la formation du système de la métaphysique scolaire» (διατριβή Paris IV, 1987).)

Στη μνήμη του Paul Moraux


Ο αριστοτελισμός γνώρισε, μέσα από τον αρχαίο σχολιασμό, μια μεταμόρφωση η οποία, παρότι δεν έγινε αμέσως αντιληπτή ούτε καν αναγνωρίζεται πάντοτε σήμερα, υπήρξε εντούτοις καθοριστική για την μετέπειτα μοίρα του. Οι μεγάλοι σχολιαστές του τέλους της Αρχαιότητας ήταν, όπως είναι γνωστό, Νεοπλατωνικοί. Από τον Πορφύριο και εξής, δεν έπαυαν να επιδεικνύουν αυτό που πίστευαν πως ήταν η βαθιά αρμονία —η «συμφωνία», θα πει ο Simplicius¹ (Σιμπλίκιος, In Categ., 7, 29-32. — Οι παραπομπές στους Έλληνες σχολιαστές αναφέρονται όλες στην έκδοση Commentaria in Aristotelem Graeca της Ακαδημίας του Βερολίνου.)— που κάνει τις σκέψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη να αντηχούν μεταξύ τους. Δεν πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσει αν η προσπάθειά τους παρήγαγε, μεταξύ άλλων συνεπειών, μια πλατωνικοποίηση ή ακόμη, με κάποια έννοια, μια επαναπλατωνικοποίηση του αριστοτελισμού, την οποία είναι δύσκολο, ακόμη και σήμερα, να διαχωρίσουμε από την αυθεντική κληρονομιά του Σταγειρίτη.

Στη σχολική αριστοτελική «βουλγάτα», η οποία μεταδόθηκε μέχρι τις ημέρες μας και εξακολουθεί ακόμη εδώ κι εκεί να μεταδίδεται μέσω της κυρίαρχης σχολικής παραδόσεως (Αρκεί να παραπέμψουμε στις σημειώσεις της μετάφρασης της Métaphysique από τον J. Tricot (π.χ. τη σημείωση στη σ. 176 της νέας έκδοσης σχετικά με την αρχή του Ι, 2: η σημείωση εισάγει την έννοια της αναλογίας για να σχολιάσει ένα κείμενο όπου δεν γίνεται καθόλου λόγος για αυτήν), ή ακόμη στο σχόλιο του H. Seidl στην έκδοση με γερμανική μετάφραση της Métaphysique στη σειρά «Philosophische Bibliothek», Αμβούργο, F. Meiner, 1978.

Για ιστορικούς λόγους που θα ήταν ενδιαφέρον να αναλυθούν, οι αγγλοσαξονικοί ερμηνευτές του προηγούμενου αιώνα και του παρόντος αιώνα εμφανίζονται απείρως πιο επιφυλακτικοί ως προς αυτό το σημείο, ακόμη και στην ορολογία τους.), ανήκει αναμφίβολα μια υποτιθέμενη διδασκαλία περί της αναλογίας του Είναι, την οποία αποδίδουν ως καύχημα στον Αριστοτέλη ότι δήθεν εφηύρε. Θα ήθελα εδώ να δείξω πώς και υπό ποιες συνθήκες αυτή η ψευδής απόδοση συγκροτήθηκε βαθμιαία.

Αν η διδασκαλία της αναλογίας τού Είναι κατέλαβε σημαντική θέση στην ιστορία της μεταφυσικής, αυτό δεν συνέβη στον Αριστοτέλη, αλλά στον Μεσαίωνα, ιδιαίτερα στον Thomas d’Aquin. Η διατύπωση και η πιο σαφής θεμελίωση αυτής της διδασκαλίας, υπό τη θωμιστική της μορφή, συναντώνται στα κεφάλαια 4 και 5 της μικρής νεανικής πραγματείας De ente et essentia (Περί του Είναι και της Ουσίας), ακόμη κι αν ο όρος analogia δεν χρησιμοποιείται εκεί. Ο Θεός είναι ον, καθαρό ον, esse tantum, esse purum, ipsum esse per se subsistens (Ο Θεός, ως «μόνον είναι», ως «καθαρό είναι», «το ίδιο το είναι που υπάρχει αφ’ εαυτού»). Τα άλλα όντα, δηλαδή τα κτίσματα, διαφέρουν από τον Θεό στο ότι δεν είναι το ίδιο το Είναι τους∙ έχουν το είναι, habent esseκάτι που σημαίνει ότι λαμβάνουν το είναι τους από έναν άλλον, δηλαδή από τον Θεό.[ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ] Όμως αυτή η λήψη του Είναι από τα κτίσματα και η αντίστοιχη δωρεά του Είναι από τον Θεό δεν συμβαίνουν αυθαίρετα (αυτός ο αποκλεισμός του αυθαίρετου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά της θωμιστικής διδασκαλίας): κάθε ον λαμβάνει το είναι ανάλογα με την ουσία του, δηλαδή σύμφωνα με το μέτρο και το βαθμό που αρμόζει στην ουσία του· ή, με πλατωνικούς όρους: κάθε ον μετέχει στο Είναι κατά τον τρόπο που η ουσία του επιτρέπει· όσο τελειότερη είναι η ουσία του όντος που εξετάζεται, τόσο υψηλότερη είναι η συμμετοχή του στο Είναι.

Η αναλογία του Είναι σημαίνει λοιπόν αναλογική κατανομή του Είναι (esse) μεταξύ των όντων (entia) σύμφωνα με τον βαθμό τελειότητας της ουσίας τους (essentia). Αυτή η μορφή της αναλογίας, η οποία είναι κατά τη γνώμη μου η αυθεντική μορφή της αναλογίας στον βαθμό που μόνη αυτή παραμένει πιστή στη σημασία της ελληνικής λέξης, αντιστοιχεί σε αυτό που οι σχολιαστές του αγίου Thomas όπως ο Cajetan θα ονομάσουν analogia proportionalitatis, «αναλογία αναλογικότητας».

Αλλά υπάρχει και μια άλλη μορφή αυτού που στον Μεσαίωνα ονομάστηκε «αναλογία»: είναι εκείνη που ο άγιος Θωμάς αποκαλεί analogia proportionis και οι σχολιαστές του analogia attributionis, ονομασίες για τις οποίες πρέπει να έχουμε κατά νου ότι proportio, στα μεσαιωνικά λατινικά, δεν σημαίνει αυτό που σήμερα αποκαλούμε «αναλογία», δηλαδή την ισότητα δύο λόγων, αλλά σημαίνει απλώς «λόγος»· και ότι, από την άλλη, στην έκφραση analogia attributionis, το attributio προέρχεται από εσφαλμένη μετάφραση αραβικών όρων που σημαίνουν επίσης «λόγος».

Η λεγόμενη analogia attributionis θέλει να δηλώσει ότι όλα τα όντα, παρά τις διαφορές τους και ακόμη και την ετερογένειά τους, έχουν κάτι κοινό, δηλαδή ότι όλα αναφέρονται σε μία μοναδική αρχή, από την οποία εξαρτώνται. Όμως, καθώς κάθε ον διαφέρει από κάθε άλλο, είναι φανερό ότι ο τρόπος με τον οποίο κάθε ον αναφέρεται στην πρώτη αρχή είναι κάθε φορά διαφορετικός.

Με μαθηματικούς όρους: βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύνολο λόγων που έχουν όλοι τον ίδιο παρονομαστή, αλλά κάθε φορά διαφορετικό αριθμητή, α/p, b/p, c/p, κτλ. Η analogia proportionis δεν επιτρέπει λοιπόν σε καμία περίπτωση να μιλήσουμε για αναλογικότητα («proportion» με τη σύγχρονη σημασία), δηλαδή για ισότητα πολλών λόγων.

Τι συμβαίνει λοιπόν στον ίδιο τον Αριστοτέλη; Ότι δεν μπορεί κανείς να αναμεταφράσει στα ελληνικά, υπό τη μορφή ἀναλογία τοῦ ὄντος, την analogia entis των σχολαστικών, το παραδέχονται ακόμη και εκείνοι από τους ερμηνευτές του Αριστοτέλη που εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι όλα τα στοιχεία μιας διδασκαλίας της αναλογίας τού Είναι απαντώνται κατ’ ουσίαν στον Αριστοτέλη (Πρβλ., προς αυτή την κατεύθυνση, P. Grenet, Saint Thomas d’Aquin a-t-il trouvé dans Aristote l’analogia entis?, in L’attualità della problematica aristotelica, Padoue, 1970 (Studia aristotelica, 3), σ. 135-173, ιδίως σ. 174. — Για τις πρόσφατες μελέτες πάνω στο θέμα βλ. σήμερα τον E. Berti, L’analogia in Aristotele. Interpretazioni recenti e possibili sviluppi, in Origini e sviluppi dell’analogia. Da Parmenide a S. Tommaso, a cura di Giuseppe Casetta, Rome-Vallombrosa, 1987, σ. 94-113 (ο E. Berti μελετά έναν ορισμένο αριθμό «μεταφυσικών» χρήσεων της αναλογίας στον Αριστοτέλη· όμως η θέση του είναι κοντά στη δική μου ως προς το ζήτημα της απουσίας ειδικής διδασκαλίας περί αναλογίας του Είναι στον Αριστοτέλη).)Το βέβαιο πάντως είναι ότι αυτή δεν βρίσκεται στα κείμενά του κατά γράμμα. Εφόσον, όμως, διέθετε τις αναγκαίες έννοιες για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας διδασκαλίας, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχθούμε ότι, αν ο Αριστοτέλης δεν μίλησε για αναλογία σε σχέση με το Είναι, αυτό συνέβη επειδή δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό.

Ο Αριστοτέλης γνωρίζει την έννοια της ἀναλογίας, η οποία παίζει σημαντικό μεθοδολογικό ρόλο, ιδίως στα βιολογικά του έργα. Η έννοια αυτή είναι δανεισμένη από τα μαθηματικά και διατηρεί τη μαθηματική της δομή σε όλα τα πεδία εφαρμογής τηςΗ πρώτη μεταφορική χρήση της έννοιας της αναλογίας σε φιλοσοφικό πλαίσιο ανάγεται στον Πλάτωνα. Στο περίφημο χωρίο που κλείνει το βιβλίο VI της Πολιτείας (509d), όπου ο Πλάτων εικονογραφεί τη διαίρεση της γνώσης με το γεωμετρικό παράδειγμα της διαίρεσης μιας γραμμής (ακριβέστερα, ενός τμήματος), λέγεται ότι μια ορισμένη γραμμή πρέπει πρώτα να διαιρεθεί σε δύο μέρη κατά έναν συγκεκριμένο λόγο, για παράδειγμα ένα προς τρία, κατόπιν δε κάθε ένα από αυτά τα μέρη σε δύο υπομέρη «κατά τον ίδιο λόγο», ἀνὰ τὸν αὐτὸν λόγον, που γεννά μια ἀναλογία, στην οποία ο Πλάτων αποδίδει βαθιά συμβολική σημασία. Από τυπική άποψη, η λειτουργία αυτής της έννοιας στον Αριστοτέλη παραμένει η ίδια όπως και στον Πλάτωνα, όποιο κι αν είναι το πεδίο εφαρμογής της.

Έτσι, στα Ηθικά Νικομάχεια, με αφορμή τον χαρακτηρισμό ενός μέρους της δικαιοσύνης ως «διανεμητικής δικαιοσύνης», ο Αριστοτέλης υπενθυμίζει τον ακριβή μαθηματικό ορισμό της αναλογίας: «Ἡ γὰρ ἀναλογία ἰσότης ἐστὶ λόγων, καὶ ἐν τέτταρσιν ἐλαχίστως» (Ηθ. Νικ., V, 6, 1131a 31-32), «η αναλογία είναι η ισότητα δύο λόγων, με τουλάχιστον τέσσερις όρους». Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται εδώ για τη λεγόμενη γεωμετρική αναλογία, τη μόνη που θα διαδραματίσει ρόλο στη φιλοσοφία. Μια γενική μαθηματική διδασκαλία περί «αναλογιών ή λόγων» είχε ήδη αναπτυχθεί από τον Αρχύτα και θα επαναληφθεί από τον Ευκλείδη.

Αλλά ο Αριστοτέλης δεν μιλά ποτέ για αναλογία στην περίπτωση του Είναι. Βεβαίως, αναπτύσσει μια γνωστή διδασκαλία για τις πολλαπλές σημασίες της έκφρασης «είναι», σύμφωνα με την οποία αυτές δεν είναι απλώς παρατεταγμένες άτακτα (σε αυτή την περίπτωση, το ον θα ήταν απλή συνωνυμία, και το «είναι» όρος αμφίσημος), αλλά παρουσιάζουν κάποια κοινότητα, στον βαθμό που αυτές οι σημασίες παραπέμπουν σε μία πρώτη και πιο θεμελιώδη σημασία, που είναι του Είναι ως οὐσία, ως «ουσία» ή, ακολουθώντας τη λατινική μετάφραση που προέρχεται από τον Quintilianus και θα γενικευθεί αργότερα, ως «substantia».

Ο Αριστοτέλης ονομάζει μια τέτοια σημασιολογική δομή πρὸς ἕν λέγεσθαι, δηλαδή «το να λέγεται κάτι σε σχέση με ένα και το αυτό» (Metaph., Γ, 2, 1003a 33-34). Αυτή η δομή είναι ακριβώς εκείνο που στον Μεσαίωνα θα ονομαστεί analogia attributionis (ή proportionis). Αλλά στον Αριστοτέλη δεν γίνεται ποτέ λόγος για αναλογία σε αυτό το πλαίσιο, και αυτό για καλό λόγο: στη δομή πρὸς ἕν η κοινότητα βρίσκεται μόνο σε έναν από τους όρους του λόγου, όχι στον ίδιο τον λόγο, ο οποίος κάθε φορά είναι διαφορετικός.

Η ποσότητα, η ποιότητα, η σχέση, το είναι-στον-χρόνο, το είναι-στον-τόπο, η ενέργεια, το πάθος κτλ. αναφέρονται όλα στο ουσιώδες Είναι (που τους προσδίδει έναν ελάχιστο βαθμό κοινότητας), αλλά με τρόπο που κάθε φορά είναι ιδιαίτερος στη δική τους κατηγορία, έτσι ώστε εδώ δεν προκύπτει καμία ισότητα λόγων ή «αναλογία» (με την ελληνική έννοια). Για να αποφευχθεί, σε αυτό το σημείο, η σύγχυση που εισήγαγε διαρκώς η σχολαστική χρήση του όρου «αναλογία» σε αυτό το πλαίσιο, ο G. E. L. Owen (G. E. L. Owen, Logic and Metaphysics in some earlier works of Aristotle, αρχικά δημοσιευμένο στα Actes du 1er Symposium Aristotelicum (Oxford, 1957), Göteborg, 1960· αναδημοσιευμένο στο G. E. L. Owen, Logic, Science and Dialectic. Collected Papers in Greek Philosophy, Ithaca, NY, 1986.), σε ένα άρθρο του 1960, πρότεινε να αποδίδεται το πρὸς ἕν λέγεσθαι ως focal meaning, δηλαδή «εστιασμένη σημασία»· εγώ θα πρότεινα, με μεγαλύτερη ακρίβεια: «εστιακή ενότητα σημασίας». Όπως και να έχει, μια τέτοια μετάφραση τείνει, και για καλούς λόγους, να επιβληθεί σταδιακά στη χρήση των ερμηνευτών αντί της παλαιάς «αναλογίας».

Ο Αριστοτέλης, όπως ειπώθηκε, δεν μιλά σε αυτή την περίπτωση για αναλογία. Στον μικρό αριθμό «μεταφυσικών» χωρίων όπου προσφεύγει σε αυτή την έννοια, δεν πρόκειται άμεσα για το Είναι. Πρόκειται μόνο για την αντιστοιχία ανάμεσα στη κατηγορική διαίρεση του Είναι και σε παρόμοιες διαιρέσεις, οι οποίες λέγονται «ανάλογες» προς την πρώτη.

Έτσι, σε δύο παράλληλα κείμενα της Ἠθικῆς πρὸς Ἐύδημον και των Ἠθικῶν Νικομαχείων, δεικνύεται ότι η ενότητα του αγαθού δεν είναι ενότητα γενική, όπως είχε εσφαλμένα πιστέψει ο Πλάτων, και υπονοείται ότι αυτή η ενότητα είναι, το πολύ, ενότητα αναλογική. Το αγαθό είναι ομώνυμο· στην πραγματικότητα δεν είναι ομώνυμο τυχαία, διότι είναι πολύ πιθανόν να είναι ομώνυμο κατ’ ἀναλογίαν (Eth. Nic., I, 4, 1096b 28). Όπως δείχνει λεπτομερέστερα το παράλληλο κείμενο της Ἠθικῆς πρὸς Ἐύδημον (I, 8, 1217b 25-33), εδώ πρόκειται για αναλογία με το Είναι· οι πολλαπλές σημασίες του αγαθού αντιστοιχούν στις κατηγορικές σημασίες του Είναι: έτσι η δικαιοσύνη είναι προς την ποιότητα ό,τι το μέτρο προς την ποσότητα, η ευκαιρία (kairos) προς τον χρόνο ή ο Θεός προς την ουσία.

Υπάρχει, λοιπόν, μια αναλογία ανάμεσα στο αγαθό και το Είναι, υπό την έννοια ότι αντιστοιχούσες λειτουργίες βρίσκονται σε δράση στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής αυτών των υπερβατικών εννοιών, παρά τις διαφορές των συμφραζομένων. Η ίδια διδασκαλία ισχύει επίσης για το Ενα.

Αλλά δεν έχει νόημα να μιλά κανείς για αναλογία τού Είναι όσο η σειρά των πολλαπλών σημάνσεων του Είναι αποτελεί την έσχατη βάση αναφοράς και δεν ανάγεται η ίδια σε μια πιο θεμελιώδη δομή. Μια τέτοια αναγωγή είναι αδιανόητη για τον Αριστοτέλη, για τον οποίο η δομή τού Είναι αποτελεί βάση έσχατη, και ταυτόχρονα αναπόδραστη και ανυπέρβλητη.

Από τότε, δεν αρκεί να θεωρήσει κανείς ως απλώς ορολογικό σφάλμα (peccatum veniale!) τη σχολαστική σύγχυση της εστιακής ενότητας σημασίας με την αναλογία, επικαλούμενος το γεγονός ότι οι σχολαστικοί γνώριζαν καλά πως αυτή η μορφή «αναλογίας» δεν συνεπάγεται καμία αναλογικότητα. Διότι δύσκολα μπορεί να αποφύγει κανείς τη σκέψη ότι η εισαγωγή της έννοιας της αναλογίας —η οποία έχει νόημα μόνο σε σχέση με μια διαδικασία κανονισμένης κατανομής— έφερνε μαζί της μια τάση λογικοποίησης και ορθολογικοποίησης, αντίθετη εδώ προς την μάλλον φαινομενολογική προσέγγιση του Αριστοτέλη.

Συνεχίζεται

Π. Νικόλαος Λουδοβίκος, «Αναλογικές Ταυτότητες: Η Δημιουργία του Χριστιανικού Εαυτού»

 

Π. Νικόλαος Λουδοβίκος, «Αναλογικές Ταυτότητες: Η Δημιουργία του Χριστιανικού Εαυτού»

https://www.youtube.com/watch?v=yt4NL577pQc&t=2712s


Πρόκειται για τη συζήτηση της 9ης Αυγούστου 2021 ανάμεσα στον Mark Spencer (φιλόσοφο και θεολόγο από τις Η.Π.Α.) και τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο (Έλληνα θεολόγο και συγγραφέα), σχετικά με το βιβλίο του τελευταίου:

Nikolaos Loudovikos, Analogical Identities: The Creation of the Christian Self (Routledge, 2019)

Η συζήτηση οργανώθηκε και συντονίστηκε από τον Tom O’Loughlin (University of Nottingham) με τη συμμετοχή του Andreas Andreopoulos (University of Winchester).
Πραγματοποιήθηκε στις 9 Αυγούστου 2021 και αναρτήθηκε στο YouTube από το κανάλι του Marginalia Review of Books.

Είναι πάντα ενδιαφέρον να γνωρίζεις τον συγγραφέα ενός σημαντικού βιβλίου, γιατί αφού ακούσεις τον συγγραφέα να μιλά, όταν διαβάζεις το βιβλίο, μπορείς να «ακούς» τη φωνή του και να καταλαβαίνεις καλύτερα πώς σκέφτεται και γράφει.
Έτσι λοιπόν, είναι μεγάλη μου χαρά που έχουμε σήμερα μαζί μας τον Νικόλαο Λουδοβίκο, Έλληνα θεολόγο, ο οποίος εργάζεται στην Ελλάδα. Έχει γράψει αυτό το βιβλίο, το οποίο θεωρώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα που έχω διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια για τη χριστιανική πνευματικότητα και για το τι σημαίνει η Ενσάρκωση.


Μαζί του είναι ο Mark Spencer από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ένας παλιός μου φίλος και συνάδελφος, ο Ανδρέας Ανδριόπουλος από το Πανεπιστήμιο του Winchester. 

Καλωσορίσατε όλοι.
Νικόλαε, πες μας τι σε οδήγησε να γράψεις αυτό το βιβλίο.

Νικόλαος Λουδοβίκος:
Ευχαριστώ, Tom. Ευχαριστώ για τη συζήτηση και για τα καλά σου λόγια. Είναι μια καλή ερώτηση.

Αυτό το βιβλίο έχει μια μακρά ιστορία πίσω του. Όπως ίσως γνωρίζεις, ξεκίνησα ως ψυχολόγος, έπειτα στράφηκα στη φιλοσοφία και τελικά στη θεολογία. Και, κατά κάποιο τρόπο, αυτή η πορεία είναι αποτυπωμένη μέσα στο βιβλίο.

Μπορώ να πω εν συντομία ότι ξεκινώντας από την ψυχανάλυση, το πρώτο μου ενδιαφέρον ήταν ο ναρκισσισμός. Ο ναρκισσισμός είναι κάτι που συναντάμε σε κάθε αναλυτική σχέση. Με αυτή την έννοια, ο ναρκισσισμός είναι το «οξυγόνο» της ψυχής.

Αλλά, ταυτόχρονα, μπορεί να γίνει και ασφυξία για την ψυχή. Γιατί; Επειδή ο ναρκισσισμός έχει να κάνει με τον Άλλον· σχετίζεται με τον Άλλον, αλλά το κάνει χρησιμοποιώντας την επιθυμία, δηλαδή τη βούληση.

Και αυτή η βούληση —αυτό είναι το μεγάλο εύρημα της ψυχανάλυσης— είναι πάντοτε κεντρομόλος, ακόμη κι αν φαίνεται φυγόκεντρη. Δηλαδή, είναι πάντοτε διαλεκτική: λαμβάνει υπόψη τον Άλλον, αλλά την ίδια στιγμή τον υποτάσσει.[ΕΓΕΛΟΣ]

Έτσι, η ώριμη υποκειμενικότητα, χρησιμοποιώντας αυτή τη ναρκισσιστική βούληση ή επιθυμία, που είναι σχεδόν αναπόφευκτη για τον άνθρωπο χωρίς τη χάρη, αποτελεί μια φυσική κατάσταση.
Θεμελιώνεται όμως, θα λέγαμε, σε ένα είδος «σειριακής δολοφονίας»: σκοτώνει συνεχώς τον Άλλον, τον χρησιμοποιεί, ενώ προσποιείται ότι τον επιθυμεί ή ότι θέλει να τον ευχαριστήσει.[ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ, ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ. ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ ΣΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑ Η ΨΥΧΑΝΑΛΗΣΗ ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠ' ΟΨΙΝ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ, ΤΗΝ ΜΑΛΑΚΙΑ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΟ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. ΤΟΝ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟ, ΤΟΝ ΠΛΟΥΣΙΟ]

Με αυτή την έννοια, η επιθυμία πάντοτε χρησιμοποιεί τον Άλλον ως σημείο προσανατολισμού, ενώ ταυτόχρονα τον μειώνει σε ένα είδος καθρέφτη, ένα είδωλο της δικής μου κατασκευής του εαυτού.

Αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία που είχα. Η δεύτερη προήλθε από τη φιλοσοφία, κυρίως από τον Χάιντεγγερ —ή καλύτερα, από τον Νίτσε, μέσω του Χάιντεγγερ— όπου κατανόησα ότι η βούληση είναι ο μόνος τρόπος αυτοπραγμάτωσης, μια εσωτερική υπέρβαση, η επιθυμία «να είμαι περισσότερο».

Αυτό σημαίνει ότι για τη δυτική μεταφυσική, τόσο φιλοσοφικά όσο και ψυχολογικά, και σε ένα βαθύτερο οντολογικό επίπεδο, η βούληση είναι η ίδια η ουσία του ανθρώπινου όντος.[ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ.ΚΑΙ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΕΙΝΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ. Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΗΧΩ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΜΕΤΡΟΥ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Ο ΝΟΥΣ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ, ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΟΔΟΥ]

Αν αυτό είναι αληθές, τότε πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη βούληση και στη θεολογία.
Και αυτή ήταν η δεύτερη μου ανακάλυψη: ότι, κατά κάποιο τρόπο, η «βούληση για δύναμη» του Νίτσε δεν είναι άσχετη με τον χριστιανισμό —τουλάχιστον με έναν πλατωνίζοντα τρόπο κατανόησης του χριστιανισμού.[Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ;]

Αυτός ο πλατωνικός τρόπος υπήρχε από την αρχή. Ένα πρόσφατο βιβλίο μου, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν δύο εβδομάδες, ονομάζεται «Αόρατη Αρμονία: Μια Μεταφυσική Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», και εκεί προσπαθώ να περιγράψω αυτήν την αγάπη για τον Πλατωνισμό που διαπερνά την ελληνική σκέψη, μαζί με τον φόβο για τον Πλατωνισμό, ο οποίος πορεύεται παράλληλα[Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ. Ο ΕΡΩΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΗΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ. ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ]

Ο Πλάτων διατρέχει, θα λέγαμε, χίλια χρόνια ελληνικής σκέψης, και την ίδια στιγμή τον αντικρούουν οι καλύτεροι μαθητές του —όπως ο Αριστοτέλης— και άλλες σχολές, όπως οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, που προσπάθησαν να στρέψουν το ελληνικό πνεύμα προς τα ίδια τα πράγματα, αντί να τα εγκαταλείψουν.[Ο ΝΟΥΣ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ, ΤΙΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ. Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΥΡΑΘΕΝ ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ. ΕΤΣΙ Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΧΑΘΗΚΕ Ο ΝΟΥΣ Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ, Η ΨΥΧΗ ΖΩΣΑ. Η ΨΥΧΗ Η ΟΠΟΙΑ ΨΥΧΕΙ ΤΟΝ ΚΑΥΣΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΠΑΛΙ ΩΣΤΕ ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΝΑ ΚΑΘΙΣΤΑΝΤΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΑΡΚΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΔΑΞΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΝΩΣΕ ΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΟΝ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΣΑΡΚΙΝΗ ΚΑΡΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ  ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΕΦΙΚΤΗ ΚΑΘΟΤΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ, ΤΟΥ ΖΗΛΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟΥ, ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥ]

Ωστόσο, ο τελευταίος λόγος του ελληνικού πλατωνισμού ήταν και πάλι πλατωνικός, με τον Πλωτίνο και τους άλλους, που προσπάθησαν να λύσουν τον Γόρδιο δεσμό του παλαιού Πλατωνισμού: την αδυναμία συμμετοχής στο Ένα χωρίς να χάσει ο άνθρωπος τη σωματική του ύπαρξη.[ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΙ ΗΤΑΝ; Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ; Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΙ ΕΙΝΑΙ; ΔΕΝ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΗ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΤΟ ΕΝΑ Μ'ΑΥΤΗ, ΤΟΝ ΑΝΑΓΕΝΝΑ ΣΕ ΚΑΛΟ ΚΑΓΑΘΟ ΞΕΓΕΝΝΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΔΕ ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗ].

Η ψυχή δεν μπορεί να φτάσει στο Ένα παρά μόνο μέσω της καθαρής θεωρίας, χωρίς ανάμειξη. Ο Πλωτίνος το επιχειρεί ταυτίζοντας, κατά κάποιον τρόπο, το Εγώ και το Ένα· το Ένα γίνεται Εγώ, και το Εγώ γίνεται Ένα.[ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ. Η ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ. ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟ. ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟ ΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΑΝΗΚΕΙ Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ]

Όμως αυτό δεν ωφέλησε τη ελληνική μεταφυσική, γιατί αυτό το «Εγώ» δεν είναι πραγματικό — δεν είμαι εγώ. Αυτή η αποκομμένη υπερβατική υποκειμενικότητα μεταφέρθηκε στον χριστιανισμό μέσω του Ωριγένη [ΤΟ ΕΓΩ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΨΥΓΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ. ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ].

Και κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο — με όλα αυτά τα βιώματα και με το πρόβλημα της βούλησης: Τι να κάνουμε με τη βούληση, όταν γίνεται μέσο αυτοπραγμάτωσης;
Και μέσα σε ποιο πλαίσιο; Το πλαίσιο είναι πλατωνικό.[ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΦΥΣΙΝ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΥΠΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ, Ο ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ Η WOKE ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΗΡΥΣΣΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Ο ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ. ΤΑ ΖΗΖΙΟΥΛΑΚΙΑ ΚΑΛΟΠΕΡΝΟΥΝ]

Αν τα βάλουμε όλα αυτά μαζί, τότε δημιουργούμε ένα υποκείμενο διχασμένο:
Από τη μια πλευρά υπάρχει το ανώτερο, το πιο πολύτιμο, το πιο πλούσιο μέρος,
και από την άλλη το κατώτερο, που πρέπει να υποταχθεί,[Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΠΟΥ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ] ώστε η βούληση να λειτουργήσει ως έκσταση προς το Ένα — ή προς τον χριστιανικό Θεό. [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΘΗ ΨΥΧΗ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΜΑΝΟΣ ΟΥΤΕ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΑΠΗΧΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ. ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ] 

Αυτό πέρασε στη χριστιανική ανθρωπολογία μέσω του Ωριγένη,
και στη Δύση μέσω του Αυγουστίνου, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, είναι μαθητής του Ωριγένη στα θεμελιώδη.[ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΟΧΙ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ]

Θα πρέπει να σημειώσω εδώ ότι γράφω ως ιστορικός των ιδεών.
Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να ανακτήσουμε την πρωταρχική χριστιανική εμπειρία, τη βιβλική εμπειρία, η οποία για μένα είναι συναρπαστική και απολύτως αναγκαία για το έργο αυτό.[ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΝΕΚΤΗΣΕΣ ΠΟΤΕ ΟΠΩΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΣ]

Όμως, για να το πετύχουμε, πρέπει να κατανοήσουμε τα βασικά προβλήματα που σημάδεψαν τη γέννηση του χριστιανικού υποκειμένου — ενός υποκειμένου που είναι, ταυτόχρονα, μεταφυσικό και πλατωνικό, χρησιμοποιώντας τη βούληση μέσα σε ένα πλατωνικό πλαίσιο.[ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ  ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΒΙΤΤΟΡΙΝΟ]

Λουδοβίκος:
Έτσι, με αυτή την έννοια, αναζητούσα λύσεις — και οι λύσεις μπορούν να προέλθουν από πολλά μέρη της χριστιανικής παράδοσης. Εγώ όμως χρησιμοποίησα μερικές από τις πιο παραμελημένες πηγές: πρώτα απ’ όλα τον Μάξιμο τον Ομολογητή, μέσα από μια γραμμή σκέψης που περνά και από τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, χωρίς όμως να παραβλέψω και τον Θωμά Ακινάτη, ο οποίος είναι πολύ σημαντικός — και υπήρξε πράγματι πολύ σημαντικός — καθώς και κάποιους άλλους.[ΠΑΡΑΜΕΛΗΜΕΝΕΣ ΠΗΓΕΣ; ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ; ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΑΝΕΛΑΒΕ Ο ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΚΑΙ Η ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ ΕΞΑΡΓΥΡΩΝΟΝΤΑΣ ΠΛΟΥΣΙΑ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ]

Με τον τρόπο αυτό προσπάθησα να δω πώς μπορούμε να αντισταθμίσουμε ή να επανορθώσουμε αυτή την έννοια της βούλησης, που, περνώντας από τον Αυγουστίνο και τον Ωριγένη, καταλήγει στον Νίτσε και στη «βούληση για δύναμη» — ως απόλυτη αυτοϋπέρβαση, ως ιδεαλιστική πραγμάτωση του υποκειμένου.

Ακόμη και στον Νίτσε, το υποκείμενο παραμένει χριστιανικό· παραμένει χριστιανικό, παρόλο που εκείνος προσπαθεί να διορθώσει τις «δυσλειτουργίες» και τις άλλες δυνατές πορείες της βούλησης.Για μένα, η εναλλακτική πορεία είναι αυτό που αποκαλώ «βούληση προς ομοουσιότητα» — η βούληση να αποκαταστήσει τη διασπασμένη φύση.[ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ;]

Έτσι, εν συντομία, προσπαθώ απλώς να δώσω ένα περίγραμμα — δεν ξέρω αν αυτό αρκεί ως αφετηρία για τη συζήτηση.

Tom:
Mark, εσύ έχεις κάνει κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλαου και έχεις διατυπώσει μερικά πολύ διορατικά σχόλια πάνω σε όλο αυτό το ζήτημα — όπου, κατά κάποιον τρόπο, ο Νικόλαος επανέρχεται στο παλαιό ερώτημα του Τερτυλλιανού: «Τι σχέση έχει η Αθήνα με τα Ιεροσόλυμα;»[ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ]
Θα ήθελες να συνεχίσεις εσύ;

Mark Spencer:
Φυσικά, και σε ευχαριστώ, Tom. Είναι μεγάλη χαρά που βρίσκομαι εδώ.

Ας πω πρώτα λίγα λόγια για το δικό μου υπόβαθρο, που φέρνω μαζί μου στη μελέτη αυτού του βιβλίου, και έπειτα γιατί βρίσκω αυτό το βιβλίο τόσο συναρπαστικό — και, κατά τη γνώμη μου, τόσο πολύτιμο και αναγκαίο για πολλούς ανθρώπους.

Προέρχομαι από φιλοσοφικό υπόβαθρο· η εκπαίδευσή μου είναι κυρίως στη σχολαστική φιλοσοφία, ειδικά στον Θωμά Ακινάτη, αλλά όχι αποκλειστικά. Επίσης, έχω μελετήσει φαινομενολογία. Τα τελευταία έξι ή επτά χρόνια, όμως, διαβάζω τον Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Γρηγόριο Παλαμά και άλλους.

Το προσωπικό μου ερευνητικό έργο —αυτό που με προσέλκυσε ιδιαίτερα στο βιβλίο του Νικόλαου— είναι η επιθυμία να αποδώσω μια ολιστική ανθρωπολογία του ανθρώπινου προσώπου.Και ο Νικόλαος, σε αυτό το βιβλίο, το επιτυγχάνει θαυμάσια.

Ένα από τα πράγματα που κάνει εξαιρετικά καλά το βιβλίο είναι ότι θέτει σε αντιπαραβολή δύο διαφορετικά πρότυπα για το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως τα παρουσίασε μόλις τώρα ο Νικόλαος.

Αφενός, υπάρχει το μοντέλο της «βούλησης για δύναμη» — η άποψη του εαυτού ως κυρίως συνείδησης, εμπειρίας, κάτι τελικά ιδεαλιστικού, μη πραγματικού, μη απτού· μια θεώρηση του ανθρώπου ως πλήρως αυτοκαθοριζόμενου όντος [ΚΑΝΤ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ].
Μπορεί κανείς να δει καθαρά τον ναρκισσισμό που ανέφερε ο Νικόλαος ενσωματωμένο μέσα σε αυτό το πρότυπο.

Αφετέρου, υπάρχει το μοντέλο του προσώπου ως κάτι απτό και συγκεκριμένο — όχι απλώς ψυχή, ούτε μόνο συνείδηση ή εμπειρία, αλλά ένωση ψυχής και σώματος, συνείδησης και ύλης· όπου αυτό που είμαστε δεν είναι πρωτίστως η ψυχή, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο ον [ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΤΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ ΦΙΧΤΕ].

Σε αυτό το πλαίσιο, η βούλησή μας είναι άνοιγμα του συνόλου της ύπαρξής μας προς το Είναι, και τελικά προς τον Θεό.[ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ. ΤΟ SUMMUM BONUM ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ Ο ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΕΧΕΙ ΟΛΗ ΤΗ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ]

Ο Νικόλαος, σε πολλά σημεία, αντιπαραβάλλει αυτά τα δύο πρότυπα μιλώντας για δύο είδη ἔκστασης:την ἔκσταση από τη φύση και την ἔκσταση της φύσεως.

Το μηδενιστικό ή ναρκισσιστικό πρότυπο —το οποίο εκείνος ανιχνεύει στον Ωριγένη και τον Αυγουστίνο— είναι μια φυγή από τη φύση:
η φύση, το συγκεκριμένο, το υλικό, το ιστορικό, θεωρούνται ως πράγματα που μας χωρίζουν από το Ύψιστο Είναι και από τα οποία πρέπει να ξεφύγουμε.[ΑΛΛΟ ΦΥΣΗ ΑΛΛΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ]

Το άλλο πρότυπο, που βρίσκει σε στοχαστές όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Γρηγόριος Παλαμάς, αλλά ίσως και σε κάποιο βαθμό στον Ακινάτη και σε ορισμένους μαθητές του, είναι η ἔκσταση της φύσεως: [Ο ΣΑΜΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΥ]
όπου η φύση, η ιστορία, η υλικότητα, το σώμα και όλα όσα συνιστούν την ύπαρξή μας αναλαμβάνονται μέσα στον Θεό.

Αυτή η αντίθεση μεταξύ «ἔκστασης της φύσεως» και «ἔκστασης από τη φύση» αποτυπώνει υπέροχα τα δύο αυτά πρότυπα.[Ο ΣΑΜΑΝΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΞΕ Η ΜΠΑΓΚΑΒΑΤ ΓΚΙΤΑ ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ]

Βρίσκω αυτή τη διάκριση εξαιρετικά πολύτιμη για τουλάχιστον τρεις λόγους.
Πρώτον, θεωρώ ότι προσφέρει μια βαθιά διάγνωση πολλών προβλημάτων της πνευματικής ζωής.
Ως φιλόσοφος αλλά και ως χριστιανός, με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ερώτημα:
Γιατί η χριστιανική πνευματικότητα αποτυγχάνει τόσο δραματικά να μεταμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων; Γιατί δεν βλέπουμε περισσότερους ανθρώπους να αναπτύσσουν βαθύτερη θρησκευτική, ηθική ή διαπροσωπική ζωή;[ΓΙΝΕ ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΕ ΝΑ ΔΕΙΣ ΓΙΑΤΙ]

Ο Νικόλαος, νομίζω, προσφέρει μια ιδιαίτερα διεισδυτική διάγνωση:
ότι το ανθρωπολογικό πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε μεγάλο μέρος της χριστιανικής πνευματικότητας —Ανατολής και Δύσης— είναι μηδενιστικό.

Ή, όπως το διατυπώνει ο ίδιος, είναι δοκητιστικό·
δηλαδή, αποτελεί μια αποτυχία αποδοχής του γεγονότος της Ενσάρκωσης — του ότι ο Θεός έγινε συγκεκριμένος άνθρωπος.
Αντίθετα, συχνά γίνεται αντιληπτή μόνο ως φαινομενική ενανθρώπιση, ως μια εξωτερική «εμφάνιση» ή εμπειρία του ανθρώπινου όντος. [ Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΣΛΑΙΕΡΜΑΧΕΡ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΣΑΒΕΛΛΙΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ]

Mark Spencer:
Ένα δεύτερο στοιχείο που βρίσκω ιδιαίτερα διορατικό σε αυτό το βιβλίο είναι ότι δίνει νόημα σε αυτά που οι χριστιανοί πραγματικά κάνουν.
Δηλαδή, τι κάνουν οι χριστιανοί; Κάνουν λατρεία, τελούν μυστήρια — πράξεις συγκεκριμένες, σωματικές, υλικές.

Στο μοντέλο του Αυγουστίνου και του Ωριγένη, το οποίο είναι μια φυγή από τη φύση, αυτά τα πράγματα θεωρούνται απλώς ευκαιρίες για χάρη, στιγμές για μια εσωτερική εμπειρία. [ΚΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΑΡΤΥΡΙΟ. ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ]

Στο μοντέλο του Νικόλαου, το οποίο αντλεί από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο και άλλους παρόμοιους, αυτά τα πράγματα που κάνουμε —οι υλικές αυτές πράξεις, όπως η μετάληψη της Ευχαριστίας— είναι ο ίδιος ο τόπος όπου συναντούμε τον Θεό. [ΜΟΝΤΕΛΟ ΦΙΛΕ, ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ] Εκεί, εμείς και όλη η σωματικότητά μας αναλαμβανόμαστε μέσα στη θεία ζωή. [ΠΕΑΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΙΩΝ ΕΦΗΒΩΝ]

Έτσι, το βιβλίο παίρνει τις ίδιες τις πράξεις που αποτελούν τον πυρήνα της χριστιανικής ζωής και τις καθιστά κεντρικές στην ίδια την χριστιανική ανθρωπολογία.

Και το τελευταίο σημείο που θέλω να αναφέρω — κάτι που βρίσκω ιδιαίτερα χρήσιμο στο βιβλίο — είναι ότι υπερβαίνει τους πολωτικούς αντιλόγους Ανατολής και Δύσης, που συχνά ταλανίζουν τέτοιες συζητήσεις.

Ο Νικόλαος είναι απόλυτα ειλικρινής στο ότι η ευθύνη —αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι— για αυτό το μηδενιστικό, εξιδανικευμένο πρότυπο του ανθρώπινου προσώπου ανήκει και στις δύο παραδόσεις, όχι μόνο στον Αυγουστίνο, αλλά και στον Ωριγένη.

Φυσικά, φαίνεται ότι η Ανατολική Παράδοση προσφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό τη λύση, και αυτό το βρίσκω πειστικό. Παρ’ όλα αυτά, οι ρίζες του προβλήματος, και επομένως η ανάγκη να το αντιμετωπίσουμε, βρίσκονται και στις δύο παραδόσεις — όχι μόνο στη μία ή στην άλλη.

Tom:

Πάτερ Νικόλαε, αν μπορώ να επιστρέψω σε εσάς — θεωρείτε ότι αυτή η περιγραφή αποδίδει σωστά μερικά από τα βασικά ζητήματα που πραγματεύεται το βιβλίο σας;

Λουδοβίκος:
Ναι, απολύτως.
Ευχαριστώ τον Mark γι’ αυτό· είναι εξαιρετικό. Και πράγματι, αυτός ήταν ο σκοπός μου.[Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΠΕΤΥΧΕΣ ΤΗΝ ΕΔΡΑ ΣΟΥ]


Αυτό, όμως, είναι και το πρόβλημά μου.
Να σας πω: ήμουν άθεος στα νιάτα μου.
Όταν μπήκα στην Εκκλησία, μπήκα επειδή ήθελα να τελειώσω με τον ιδεαλισμό.[ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ OETINGER]

Και βρήκα, με έναν τρόπο, την ίδια —ας πούμε— ορμή, καλυμμένη τώρα μέσα στον Ησυχασμό.
Η πρώτη μου εμπειρία με τον ησυχασμό ήταν απολύτως τρομακτική.
Και γι’ αυτό αφιέρωσα μεγάλο μέρος της πνευματικής μου προσπάθειας στο να βρω νέους όρους.[ΦΥΣΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ]

Έχω επινοήσει, θα έλεγα, δέκα περίπου νέους όρους, για να μπορέσω να εξηγήσω όλα αυτά με ανθρώπινους και σύγχρονους όρους εμπειρίας.

Για παράδειγμα, αντί να μιλάω για «υπερβατική κοινωνία» (transcendental communion), προτιμώ τον όρο που επινόησα: «συνο-νοηματοδότηση» (meaningfulness) — το να δημιουργούμε νόημα μαζί.[ΠΑΡΕΟΥΛΑ]

Αντί να μιλώ για «άκτιστες ενέργειες» και για το «πώς μπορεί κανείς να δει το φως» κ.λπ., χρησιμοποιώ τον όρο «διαπροσωπική συν-ενέργεια» (intersubjective syn-energy) — δηλαδή να ενεργούμε μαζί με τον Θεό[ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΚΑ].

Αυτό είναι, για παράδειγμα, αυτό που αποκαλούμε θεωρία, θεοπτία.

Και για να μιλήσω για τον τρόπο με τον οποίο απευθυνόμαστε στον Θεό, βιώνοντας το μεγαλείο, το ύψος, το δέος αυτού του βιώματος, χρησιμοποίησα τον όρο «αναλογική έκσταση» (analogical ecstasy), φέρνοντας σε διάλογο τον Μάξιμο με τον Χάιντεγγερ, τον Πλωτίνο και τον Λακάν.[ΜΕ ΜΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ]

Η «έκσταση» δεν είναι πάντοτε αναλογική.
Στον Χάιντεγγερ έχουμε έκσταση και από τις δύο πλευρές, αλλά δεν μπορούν να συναντηθούν.
Στον Πλωτίνο έχουμε έκσταση μόνο από την πλευρά του ανθρώπου.
Και στον Λακάν είναι αδύνατη η έκσταση, γιατί είναι παρανοϊκή· δεν μπορείς να συγχωνευθείς με τον Άλλον.[ΣΤΗΝ ΣΥΝΟΥΣΙΑ ΜΗΠΩΣ; ΓΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΟ]

Έρχεται λοιπόν ο Μάξιμος και λέει: υπάρχει μια διάλογη έκσταση — μια εκστατική συνάντηση μέσα στον διάλογο.
Μιλάς, λες ανοησίες, κι ο Θεός σε ακούει· και μεταμορφώνει τον εαυτό Του σύμφωνα με τη δική σου παιδική, αφελή κατανόησή Του· σε αντιμετωπίζει σαν παιδί, αλλά αγαπημένο παιδί.
Και προχωρά μαζί σου βήμα-βήμα, όπως ένας καλός πατέρας.[ΣΕΒΟΜΕΝΟΣ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟ]

Αυτό, σε επιστημονικούς όρους, είναι μια «αναλογική έκσταση» — συναντάς τον Άλλον στο τέλος του αδιεξόδου· όχι τυφλά, αλλά μέσα στο αδιέξοδο.

Μεγάλο μέρος της δουλειάς μου είναι αυτό ακριβώς.
Το επόμενο βιβλίο μου — αυτό το έργο σχεδιάστηκε ως τριλογία — θα είναι για το ασυνείδητο· όχι μια «θεολογία του ασυνειδήτου», αλλά μια συνομιλία θεολογίας και ψυχολογίας πάνω στο ασυνείδητο.

Ως ψυχολόγος, συνειδητοποίησα ότι η θεολογία έχει να πει πολλά υπέροχα πράγματα για το ασυνείδητο. Και θέλω να βοηθήσω τους ψυχολόγους, που συχνά αισθάνονται «τυφλοί», να κατανοήσουν ποιος είναι ο σκοπός του να υπάρχει ασυνείδητο.

Και φυσικά, μου άρεσε πολύ αυτό που είπε ο Mark για το τέλος των πολιτισμικών πολέμων — όπως τους αποκαλώ.
Ο κόσμος έχει πλέον γίνει ένας.
Είμαστε ένα.


Μιλούμε μια κοινή γλώσσα.
Εγώ, για παράδειγμα, εκφράζομαι στα αγγλικά — τα έμαθα από παιδί, επτά ή οκτώ χρονών — κάτι που είναι κάτι καινούργιο.

Γι’ αυτό επιμένω, τόσο στα αγγλικά όσο και στα ελληνικά μου έργα, σε αυτόν τον νέο όρο: ο «Χριστιανικός Ελληνοδυτικός Κόσμος» (Christian Greek Western world).
Εκεί, οι συγκλίσεις είναι ανεκτίμητες.

Αν μπορούσα να βάλω τον Παλαμά και τον Θωμά Ακινάτη στο ίδιο τραπέζι, θα είχαν παθιασμένη συζήτηση και θα γίνονταν φίλοι.
Αυτό έχουμε ξεχάσει εξαιτίας των πολιτισμικών πολέμων.


Αλλά, για τους χριστιανούς, αυτό πρέπει να σταματήσει.
Η Εκκλησία είναι φαινόμενο πολύ ευρύτερο, παγκόσμιο — καθολικό.

Tom:
Αναφέροντας τον «Χριστιανικό Ελληνοδυτικό Κόσμο», το έθεσες τέλεια· γιατί αν υπάρχει κάποιος που μου έρχεται στο νου μ’ αυτή την περιγραφή, είναι ο Ανδρέας.
Ανδρέα, ήθελες να παρέμβεις στη συζήτηση — και πράγματι, είσαι ένας Έλληνας Δυτικός,
και ένας σπουδαίος θεολόγος,
και, επιπλέον, φίλος μου — τι καλύτερο!

Ανδρέας Ανδριόπουλος:
Ναι. Πάτερ Νικόλαε, νομίζω ότι μας έδωσες πάρα πολλά σημεία εκκίνησης για πολλές συζητήσεις.
Και βέβαια, εδώ καλύπτουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου.

Υπάρχουν πολλά πράγματα στο βιβλίο σου — και πολλά που ανέφερες ήδη σήμερα — που βρήκα συναρπαστικά και απρόσμενα για τον μέσο αναγνώστη.
Και αυτό ήταν ένα από αυτά. Αντέδρασα αμέσως όταν το ξανάκουσα τώρα, γιατί με είχε εντυπωσιάσει όταν το διάβασα στο βιβλίο.

Και πράγματι, αυτό δεν είναι συμπέρασμα, αλλά αφετηρία:
η ιδέα του Ελληνοδυτικού Χριστιανικού Κόσμου.


Μία από τις ερωτήσεις μου —και νομίζω ότι, σε κάποιο βαθμό, την έχεις ήδη απαντήσει— είναι η εξής:
Μιλάς στο βιβλίο για τη σύγκλιση Ανατολής και Δύσης,
μέσα ακριβώς στο πλαίσιο αυτού που περιγράφεις ως τον Ελληνοδυτικό Χριστιανικό Κόσμο.

Ανδρέας Ανδριόπουλος:

Και αναρωτιόμουν, αν έχετε κάποια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτή η σύγκλιση που περιγράφετε.
Υποψιάζομαι — και θα ήθελα να ρωτήσω αν πράγματι αυτό εννοείτε — ότι προσφέρετε μια υπηρεσία προς αυτή τη σύγκλιση, δημιουργώντας νέους όρους, έννοιες, ορισμούς και περιγραφές, οι οποίοι να είναι περισσότερο συναφείς με τη σύγχρονη φιλοσοφική και θεολογική γλώσσα, και που θα μπορούσαν να έχουν ίδιο βάρος τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Ήταν αυτό ένα από τα κίνητρά σας, όταν —όπως είπατε— επινοήσατε νέους ορισμούς και νέες περιγραφές για παλαιές έννοιες;
Και μπορώ να δω ξεκάθαρα ότι αυτό προσφέρει κάτι πολύτιμο: μας επιτρέπει να μιλάμε με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια.


Κατανοούμε αυτές τις έννοιες πολύ καλύτερα απ’ ό,τι με τον κάπως ασαφή όρο «ενέργειες», ο οποίος μπορεί να ερμηνευθεί με τόσους διαφορετικούς τρόπους, και είναι πηγή μεγάλης σύγχυσης.[ΟΙ ΟΡΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΡΟΣ ΠΑΣΑΝ ΧΡΗΣΙΝ]

Πώς το βλέπετε αυτό; Βλέπετε μια σχέση ανάμεσα στον «Ελληνοδυτικό Χριστιανικό Κόσμο» και τη νέα σας ορολογία;

Νικόλαος Λουδοβίκος:
Μου θυμίζετε μια εμπειρία που είχα σε ένα συνέδριο στη Μόσχα, πριν από μερικά χρόνια. Το θέμα του συνεδρίου —στο οποίο είχα προσκληθεί να μιλήσω— ήταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Επέλεξα ως τίτλο της εισήγησής μου:
«Ένας φθίνων εαυτός και το κατακερματισμένο σώμα του: Επιθυμία, Λακάν και Συμεών ο Νέος Θεολόγος».

Και —όπως καταλαβαίνετε— προκάλεσα σκάνδαλο στη Μόσχα. Όλοι οι παραδοσιακοί λόγιοι σήκωσαν τα χέρια τους και μου είπαν: «Τι κάνετε εδώ, πάτερ; Είστε Έλληνας! Περιμέναμε από εσάς να μας διδάξετε τη γνήσια θεολογία του Συμεών, κι εσείς τη συγχωνεύετε με τον Λακάν! Πώς μπορούμε να προχωρήσουμε έτσι; Αν ο Λακάν έχει άδικο, τότε τι κάνουμε;»

Και τους απάντησα:
«Κοιτάξτε, ναι, βρίσκω τη θεολογία του Συμεών γοητευτική, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα το σώμα μας και την επιθυμία μας —το κατακερματισμένο σώμα και την διασπασμένη επιθυμία μας— μπορεί να εξηγηθεί μέσω του Λακάν.

Ο Λακάν μάς δείχνει τον τρόπο να κατανοήσουμε τον Συμεών στη σημερινή μας κατάσταση·
κι αυτό, για μένα, είναι ό,τι πιο σημαντικό:
να κατανοήσω το δικό μου πρόβλημα μέσα από τον Συμεών,
και ταυτόχρονα να κατανοήσω τον Συμεών μέσα από τη δική μου εμπειρία».


Είχα έναν πολύ καλό καθηγητή ερμηνευτικής όταν ήμουν φοιτητής στο Institut Catholique de Paris.
Ήταν ο Jean Greisch, σπουδαίος φιλόσοφος — ίσως ο Mark τον γνωρίζει.
Έγραψε ένα τρίτομο έργο, La grande herméneutique de la raison («Η Μεγάλη Ερμηνευτική του Λόγου»), ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο.[Η ΝΟΗΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΟΓΟΣ]

Η ερμηνευτική, γενικά, είναι ανεκτίμητο εργαλείο για τέτοιες διερευνήσεις.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι μέσα σου —
είναι το δικό σου πρόβλημα με τον θάνατο,
είναι το δικό σου πρόβλημα με τον φθίνοντα, φθαρμένο εαυτό σου.


Και αυτός ο εαυτός μαραίνεται — γιατί;
Επειδή η επιθυμία σου έχει διασπαστεί σε πάρα πολλά κομμάτια.

Κι εδώ βρίσκεται το θαύμα:
Ο Λακάν λέει ότι όταν η επιθυμία σου διασπαστεί σε πολλά κομμάτια, γίνεται αδύναμη.
Και ο Συμεών λέει το ίδιο πράγμα:αν δεν ενοποιήσεις την επιθυμία σου, εξασθενείς, χάνεις την ταυτότητα σου ως πρόσωπο.[ΤΗΝ ΟΡΕΞΗ ΤΟΥ ΕΙΔΕΝΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ]

Και αυτό μας κάνει να καταλαβαίνουμε πόσο πολύτιμη είναι η πρόταση του Συμεών:
ότι η βούληση, η επιθυμία, είναι ανεκτίμητης αξίας·
γιατί αν τη διαμελίσεις σε πολλά μικρά μέρη, διασκορπίζεις τη φύση σου σε πλήθος πραγμάτων και αντικειμένων της επιθυμίας — και στο τέλος χάνεις τον εαυτό σου.

Δίνω αυτό το παράδειγμα — ένα από τα πολλά που έχω βιώσει με διάφορους τρόπους —
αλλά για μένα έχει σημασία ότι απευθύνομαι στον εαυτό μου
μέσα από αυτό που πραγματικά πιστεύω για τον εαυτό μου μέσα στην ιστορία,
και μέσα από αυτό που πραγματικά είμαι:
ένας άνθρωπος που γνωρίζει την ιστορία των ιδεών, την ιστορία της πνευματικότητας,
έστω και ατελώς.

Δεν ξέρω αν αυτό απαντά στην ερώτηση.

Ανδρέας:
Ήταν εξαιρετική απάντηση.
(Βλέπω τον Mark να νεύει καταφατικά.)
Mark Spencer:
Μπορώ να επανέλθω απευθείας;
Ευχαριστώ.
Αυτό είναι εξαιρετικά βοηθητικό.
Πολύ συχνά, όταν οι χριστιανοί —ή και μη χριστιανοί— κάνουν μεταφυσική ή συστηματική θεολογία, το κάνουν σε εντελώς αφηρημένους όρους.
Είναι σαν ένα διανοητικό παιχνίδι: κάνεις τις «σωστές κινήσεις» μέσα στο σύστημα, για να δεις αν θα καταλήξεις στη «σωστή» απάντηση.

Αυτό που βρίσκω τόσο πολύτιμο σε όσα λέτε τώρα, σχετικά με αυτή τη σύνθεση του Ελληνοδυτικού κόσμου,
είναι ότι είναι ριζωμένη στην εμπειρία.[ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ]
Εδράζεται στη συγκεκριμένη μας εμπλοκή με τον κόσμο:
είτε μιλάμε για τον κατακερματισμό της επιθυμίας, είτε για την εμπειρία του υλικού κόσμου και της ιστορίας — όπως στο βιβλίο σας.


Και φαίνεται ότι, αν πρόκειται ποτέ να ξεπεραστεί αυτός ο πολιτισμικός πόλεμος μέσα στην Εκκλησία —
και ευρύτερα, στον πνευματικό και διανοητικό κόσμο —
αν η φιλοσοφία και η θεολογία θέλουν να είναι πραγματικά σχετικές με τη ζωή των ανθρώπων,
πρέπει να αποκτήσουν συγκεκριμένο έρεισμα στην εμπειρία.
Οι μεταφυσικοί μας όροι δεν μπορούν πια να είναι αφηρημένα παιχνίδια εννοιών,
αλλά πρέπει να είναι όροι που έχουν ρίζες στην πραγματική ζωή —
όπως αυτοί που προτείνετε εσείς.
Και αυτό είναι, νομίζω, εξαιρετικά πολύτιμο:
ότι η μεταφυσική και η συστηματική θεολογία μπορούν να είναι —με θετική έννοια— πνευματικότητα,
όχι με την αρνητική έννοια που αναφέρετε εσείς,
αλλά με την έννοια της πραγματικής θρησκευτικής ζωής.
Λουδοβίκος:
Απολύτως, ναι, ναι.
Όταν μιλώ για τον Ελληνοδυτικό κόσμο,
δεν εννοώ μια εξωτερική αρμονία ή μια απλή συμφωνία.
Μιλώ για έναν καλό διάλογο — έναν γόνιμο διάλογο,
που είναι πολύ σημαντικός.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις «γωνίες» της σκέψης, όχι μόνο τις γενικότητες.
Αν με ρωτάτε, σήμερα στην Ελλάδα γιορτάζουμε τον Άγιο Αυγουστίνο.
Σήμερα, ναι — ο Αυγουστίνος τιμάται ως άγιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά όλες τις πιθανές θεολογικές διαφωνίες, ο άνθρωπος ήταν άγιος — ένας μεγάλος άγιος.
Και το πρώτο βιβλίο που διάβασα, όταν μπήκα στην Εκκλησία, ήταν οι «Εξομολογήσεις». Το έχω συνδέσει βαθιά με τη δική μου μετάνοια.

ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΜΑΣ, Η ΑΒΥΣΣΑΛΕΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ  Η ΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΤΟΝ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ.

Αυτό δείχνει ότι υπάρχουν πολλά επίπεδα διαλόγου.
Κι αυτό που έχει σημασία για τους διανοουμένους είναι να τα ξεκαθαρίσουν.
Για να σταματήσουμε να κάνουμε εύκολες ταυτίσεις:
«Αυτό είναι Δύση», «Αυτό είναι Ανατολή», «Αυτό είναι Καθολικό», «Αυτό είναι Ορθόδοξο».
Πέρασα πολλά χρόνια της ζωής μου δουλεύοντας για τον ακαδημαϊκό διάλογο μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων.
Ήμουν για χρόνια γραμματέας της ομάδας Αγίου Ειρηναίου (St. Irenaeus Group).
Ήταν μια πολύ πλούσια εμπειρία.
Όταν μιλούμε ως άνθρωποι, βρίσκουμε λύσεις.
Όταν μιλούμε ως εκπρόσωποι εκκλησιών, λέμε πράγματα που δεν πιστεύουμε πραγματικά.
Θυμάμαι κάτι χαρακτηριστικό:
Είχα μια ερώτηση πάνω στη Lumen Gentium.
Την υπέβαλα στη σύναξη των συναδέλφων.
Κι ένας καθηγητής —ίσως Γερμανός— απάντησε λέγοντας:
«Α, αγαπώ πολύ την Ελλάδα, τα νησιά, τον ήλιο, τις διακοπές…»
Κι έμεινα άφωνος: «Τι σχέση έχει αυτό;»
Στο διάλειμμα, τον πλησίασα και του είπα:
«Αυτά που είπες δεν βγάζουν νόημα· όλοι οι Ορθόδοξοι έχουμε την ίδια απορία».
Κι εκείνος μου είπε:
«Και πολλοί Καθολικοί επίσης».
Γι’ αυτό, για μένα, αυτός ο διάλογος είναι ανεκτίμητος.
Και ήταν αδιανόητος πριν από μερικές δεκαετίες.
Tom:
Ανδρέα, ξέρω ότι σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σχέση μεταξύ Μαξίμου και Νίτσε.
Για τους περισσότερους, αυτοί οι δύο είναι εντελώς ασυμβίβαστες μορφές, που ούτε καν μιλούν μεταξύ τους.
Ο λόγος σε σένα, Ανδρέα.
Ανδρέας Ανδριόπουλος:
Αυτό ακριβώς ήθελα να ρωτήσω, Πάτερ Νικόλαε.
Μόλις είπατε ότι, με κάποιον τρόπο, φέρατε τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο σε διάλογο με τον Λακάν.
Και αυτό έχει απόλυτο νόημα, ειδικά όπως το διυλίσατε μέσα από τη δική σας εμπειρία.
Με τον ίδιο τρόπο, μου φαίνεται ότι μία από τις θεμελιώδεις βάσεις της σκέψης σας στο Analogical Identities είναι ο Νίτσε — κάτι που δηλώνετε μάλιστα ρητά.
Ανδρέας Ανδριόπουλος:
Και ένας από τους κεντρικούς στοχαστές, ένας από τους κεντρικούς θεολόγους με τους οποίους έχετε δουλέψει επί πολλά χρόνια, είναι και ο Μάξιμος. Δεν είναι τυχαίο. Και, φυσικά, μιλάτε γι’ αυτό με διάφορους τρόπους στο βιβλίο, ότι ένα από τα βασικά ερωτήματα και για τους δύο είναι το ερώτημα της βούλησης.
Τώρα, δεν ξέρω αν υπάρχει εύκολη απάντηση — ή αν υπάρχει καν απάντηση — αλλά αναρωτιέμαι: με τον ίδιο τρόπο που συνδέσατε τον Λακάν και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τι θα μπορούσαν να συζητήσουν ο Μάξιμος και ο Νίτσε αν συναντιούνταν;
Θα μιλούσαν… για τη βούληση, φυσικά. Αλλά με ποιους τρόπους θα ήταν συμβατές ή ασύμβατες οι κατανοήσεις τους;
Γιατί, όπως είπε ο Tom, είναι δύο στοχαστές που σπανίως τους βάζει κανείς δίπλα–δίπλα.
Κι όμως, μου φαίνεται ότι στη δική σας προσέγγιση τους τοποθετείτε ο ένας δίπλα στον άλλον με πολύ φυσικό τρόπο.
Και αυτό είναι κάτι πάνω στο οποίο θα σας προσκαλούσα να πείτε περισσότερα. Ευχαριστώ.

Νικόλαος Λουδοβίκος:
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή την πολύ, πολύ σημαντική ερώτηση, αγαπητέ Ανδρέα. Ευχαριστώ.
Η απάντησή μου μπορεί να ακουστεί προκλητική για κάποιους.

Νομίζω ότι ο Νίτσε και ο Μάξιμος θα είχαν πολύ καλή συζήτηση στο λεπτό σημείο του τι τελικά εκφράζει η βούληση.
Ξέρετε, για τον Μάξιμο, η βούληση εκφράζει τη φύση — τη φύση ως όλον.
Δεν είναι η αριστοτελική βούληση· δεν είναι το «σκέφτομαι πρώτα: μπορώ να πετάξω; δεν μπορώ να πετάξω· άρα δεν μπορώ να το θελήσω».
Αυτό είναι ο Αριστοτέλης.

Ο Μάξιμος λέει: «Θέλω να πετάξω; Ναι, θα ήθελα να πετάξω. Και αυτή είναι η επιθυμία μου. Σε παρακαλώ, Θεέ μου, βοήθησέ με».
Και αυτό είναι πολιτισμικά (εκκλησιαστικά) καθιστώμενο δυνατό.
Και αυτό θα άρεσε πολύ στον Νίτσε.
Το πρόβλημα θα άρχιζε, νομίζω, όταν ο Νίτσε συνειδητοποιεί ότι ο προτεσταντικός του Θεός είναι νεκρός, γιατί είναι ηθικός Θεός — ο Θεός μιας παρεκτραπείσας ηθικής φιλοσοφίας.
Και αυτός ο Θεός είναι νεκρός.
Έτσι, ο Νίτσε έχει μόνο τον Θεό του πατέρα του — ο πατέρας του ήταν πάστορας — μέσα στο μυαλό του.
Και αυτός ο Θεός ήταν νεκρός.
Άρα, η βούληση δεν έχει έξω προς το οποίο να στραφεί· δεν υπάρχει «Έτερος» για να απευθυνθεί.
Μπορεί μόνο να γίνει αυτο-υπέρβαση, για να βρει κανείς την εσωτερική εμπειρία του εαυτού.
Κάπου εκεί ο Νίτσε γίνεται, κατά μία έννοια, άθεος.
Ίσως όμως ο Μάξιμος θα μπορούσε να τον οδηγήσει, να τον καθοδηγήσει στο δεύτερο βήμα.
Είναι πολύ σημαντικό, διότι αυτό που έχασε η φιλοσοφία —και προσπαθώ να το περιγράψω εν συντομία στο βιβλίο— είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση της βούλησης ως καταφατικής εκφοράς της φύσης:
η απείρωση οδηγεί σε ενοποίηση της θεμελιώδους φύσης.
Ξέρετε, εγώ είμαι ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, ο Tom είναι ένα άλλο κομμάτι, ο Mark ένα τρίτο, ο Roderick ένα τέταρτο.
Αλλά αγαπιόμαστε, είμαστε φίλοι.
Μέσα από το μυστήριο του Σταυρού —δηλαδή της ευθύνης— αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλον.
Και τελικά δεν είμαι μόνος.
Έχω τα πλεονεκτήματά σας, τις καλές σας επιθυμίες, την καλή σας προαίρεση, τις ικανότητές σας — τα έχω όλα.
Και γίνομαι, όπως λέμε στα αγγλικά, pan-anthropos, παν-άνθρωπος.
Γίνομαι τα πάντα: είμαι ένας, αλλά είμαι όλοι.
Και αυτό το ονομάζω ομοουσιότητα — αναλογική ομοουσιότητα — γιατί έρχεται από τον Θεό, και μεταβιβάζεται σε μας μέσω του Χριστού, επειδή χρειαζόμαστε το μυστήριο του Σταυρού για να το επιτύχουμε.
Καταλαβαίνετε; Χρειάζεται να σας δω όπως σας βλέπει ο Θεός — στο θετικό, στο υποσχετικό μέρος σας· εκεί όπου καθένας μας είναι υπόσχεση για τον Θεό.
Έτσι, με αυτή την έννοια, βλέπετε ότι η βούληση για δύναμη καταλήγει σε εσωστρέφεια, γιατί μένει μόνη· είναι ο τύπος της «εσωτερικότητας» — όπως το ονομάζω στο βιβλίο.
Έχω δύο τύπους στη σ. 259:
ο πρώτος είναι ένας τύπος «αναλογίας» — της ενέργειας/συνεργείας, της διαλογικής αναλογίας·
και ο δεύτερος είναι ο τύπος της εσωστρέφειας, όπου το πρόσωπο είναι κυρίως ψυχή, μια υπερβατική οντότητα, μια ἔκσταση από τη φύση· μια μεθοδολογία του εαυτού που ξεκινά από τον Πλωτίνο και καταλήγει στον Νίτσε — στον Υπεράνθρωπο: είναι η μεθοδολογία του εγώ.
Βλέπετε πόσο κοντά είναι αυτές οι μεγάλες ιδέες;
Tom:
Θα σας πω μια αστεία ιστορία για τη σελίδα 259.
Κανείς δεν θα ήθελε να ξέρει πόσα χειρόγραφα περνούν από το γραφείο μου.
Κι εγώ συνήθως έχω το δύσκολο έργο να λέω στους συγγραφείς: «Ξέρω ότι δουλέψατε σκληρά, αλλά αυτό δεν είναι για τη σειρά μου».
Αλλά έρχεται και μια στιγμή διορατικότητας: συνειδητοποιείς ότι, ό,τι κι αν γίνει — ακόμη κι αν υπάρχουν πράγματα που δεν σου άρεσαν ή δεν συμφώνησες — κάτι σου λέει: «Αυτό το βιβλίο πρέπει να εκδοθεί».
Και, στην πραγματικότητα, ήταν η σελίδα 259.
Γι’ αυτό έχω έναν σελιδοδείκτη στη σελίδα 259.
Και για όποιον διαβάσει το βιβλίο, θα ήθελα να κάνω μια πρόταση:
πηγαίνετε πρώτα στη σελίδα 259, γιατί θα σας δώσει έναν οδηγό για το τι θα βρείτε στο υπόλοιπο βιβλίο.
Και χαίρομαι που σας βλέπω όλους να νεύετε καταφατικά, γιατί σημαίνει ότι δεν είμαι ο μόνος.
Tom:
Μπορώ να παρέμβω με μια ερώτηση;
Ο Mark είπε νωρίτερα ότι ανησυχεί βαθιά για τη χριστιανική πνευματικότητα, η οποία —στην πράξη— δεν κάνει καμία διαφορά.
Απλώς δεν λειτουργεί.
Με τρομάζει ο αριθμός των φορές που διαβάζω θεολόγους, διαβάζω βιβλία για την Ενσάρκωση, ακούω κηρύγματα για την Ενσάρκωση —
και όμως, η Ενσάρκωση παρουσιάζεται σαν να ήταν απλώς μετάδοση πληροφορίας:
«Τώρα έχω τη σωστή πληροφορία».
Υπάρχει λοιπόν ένα ενδιαφέρον είδος δοκητισμού.
Όχι δοκητισμός σε σχέση με το πρόσωπο του Ιησού,
αλλά δοκητισμός στο ότι θεωρούμε τον Χριστιανισμό ως ένα σύστημα σωστών κωδίκων —
σαν να είχε γράψει ο Θεός απλώς το σωστό βιβλίο.
Η δική μου αγωνία είναι πάντοτε να φτάσουμε σε μια “τραχιά”, ρεαλιστική Ενσάρκωση —
όπως είπε ο Mark: τη συναντούμε στη λατρεία, στα μυστήρια,
όταν καθόμαστε και τρώμε μαζί·
αλλά επίσης τη βρίσκουμε μέσα στην τραχύτητα της καθημερινής ζωής.
Πώς μπορούμε να επικοινωνήσουμε αυτήν την αλήθεια, Νικόλαε;
Νικόλαος Λουδοβίκος:
Εγώ το αποκαλώ «ἅγιον υλισμόν» (holy materialism).
Έτσι αποκαλώ τον χριστιανισμό — συγχωρέστε με αν κάνω λάθος —
ἅγιος υλισμός.

Αυτό είναι που με συναρπάζει στον χριστιανισμό:
ότι είναι ακριβώς αυτό.
Να σας πω κάτι χαρακτηριστικό:
ένας θεολόγος από τις Ηνωμένες Πολιτείες μού έγραψε ένα email για αυτό το βιβλίο και είπε:
«Ξέρεις, η ψυχή — αυτό είμαι εγώ.
Αυτό είναι το πρόβλημα· εγώ είμαι η ψυχή».
Και τον ρώτησα:
«Για τι πράγμα μιλάς εδώ;
Τι εννοείς όταν το λες αυτό;»
Γιατί πολλοί χριστιανοί θεολόγοι και φιλόσοφοι —
είτε Ρωμαιοκαθολικοί, είτε Προτεστάντες, είτε ακόμη και Ορθόδοξοι —
πιστεύουν κάτι τέτοιο.
Μερικά από αυτά τα ονόματα υπάρχουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου μου.
Και αυτή η αντίληψη είναι ένας τρόπος να θέσεις την Ενσάρκωση στο περιθώριο.
Τότε τί τη θέλουμε την Ενσάρκωση;
Για μένα, αυτή είναι η πιο κρίσιμη ερώτηση:
Μπορεί να υπάρξει έγχυση της θείας ζωής μέσα στη δική μου υλικότητα;
Αυτό είναι το μόνο μου πρόβλημα.
Χρειαζόμαστε την ανάσταση των νεκρών;
Τη χρειαζόμαστε;

Αν όχι, τότε δεν χρειαζόμαστε τον Χριστιανισμό.
Μπορούμε κάλλιστα να μείνουμε με την ελληνική φιλοσοφία — που την αγαπώ πολύ.
Ο Ανδρέας το ξέρει αυτό.
Το τελευταίο μου βιβλίο είναι πάνω στην ελληνική φιλοσοφία.
Αλλά είναι επίσης επίκριση της.
Και η επίκριση έγκειται στο ότι, τελικά,
μέσω του Πλάτωνα, η ελληνική φιλοσοφία έγινε αναπαράσταση και υπέρβαση.
Βλέπω ότι και οι δύο —και ο Ανδρέας και ο Mark— θέλουν να σχολιάσουν.
Tom:
Ανδρέα, ξεκίνα εσύ, κι έπειτα ο Mark.
Ανδρέας Ανδριόπουλος:
Μια πολύ σύντομη ερώτηση, γιατί ήδη αρχίσατε να απαντάτε.
Αφού δίνετε τόση έμφαση στην Ενσάρκωση —στο βιβλίο σας και στη σκέψη σας γενικότερα—
και για όλους τους λόγους που αναφέρατε,
θα ήθελα να ρωτήσω κάτι σχετικό:
Έχετε επίσης εξηγήσει, με διάφορους τρόπους,
ότι υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τη “μυστική” εμπειρία,
και δεν ξέρω αν υπάρχει «καλή» απάντηση,
αλλά γιατί, νομίζετε, ο μυστικισμός εξακολουθεί να γοητεύει τόσο πολλούς ανθρώπους —
ειδικά καθώς συχνά παρουσιάζεται ως ένα από τα πνευματικά θέλγητρα της Ανατολής;
Πιστεύω ότι εκεί υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση.
Αλλά ναι — γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούν να μαγεύονται από τον μυστικισμό,
ό,τι κι αν σημαίνει αυτό;
Νικόλαος Λουδοβίκος:
Έχω εδώ μια σημείωση από το Cambridge Dictionary of Philosophy —
δεν ήξερα ότι θα θέτατε αυτή την ερώτηση, φυσικά.
Λέει:
Μυστικισμός: διδασκαλία που υποστηρίζει ότι μπορεί κανείς να αποκτήσει γνώση της πραγματικότητας που δεν είναι προσβάσιμη μέσω της αισθητηριακής αντίληψης ή του ορθολογικού, εννοιολογικού στοχασμού.
Αυτό είναι πειρασμός.
Η ιδέα ότι μπορούμε να υπερβούμε τα όρια.
Αλλά αυτό είναι όνειρο — δεν είναι αλήθεια.
Η ψυχανάλυση το γνωρίζει αυτό.
Και δεν είναι αλήθεια, όχι απλώς επειδή μπορείς να το φανταστείς,
αλλά γιατί η φαντασία αυτή είναι ένας τρόπος —
ένας τρόπος ανάγνωσης της φιλοσοφίας.
Σε ένα άλλο βιβλίο μου —ο Ανδρέας το ξέρει—
έγραψα δύο βιβλία μέσα στην πανδημία,
γιατί, χωρίς πολλές υποχρεώσεις, ολοκλήρωσα κάποια έργα.
Το ένα από αυτά, πριν το τελευταίο,
είναι για την άνοδο του “βελούδινου ολοκληρωτισμού”,
και τιτλοφορείται «Η Ανοιχτή Ιστορία των Εχθρών της» (The Open History of Its Enemies).
Εκεί γράφω για τα αδιέξοδα του Διαφωτισμού.
Και, μεταξύ άλλων, κάνω ένα σχόλιο πάνω στον Καντ.
Αλλά ας ξεκινήσουμε από τον Χέγκελ:
Όταν ο Χέγκελ λέει ότι «ο λόγος, το πνεύμα, αποκτά συνείδηση μέσα σου»,
αυτό σημαίνει ότι ό,τι λες, ό,τι σκέφτεσαι, λέγεται από το Πνεύμα.
Νικόλαος Λουδοβίκος:
Καταλαβαίνετε ποια είναι η τραγωδία.
Όταν το πνεύμα, ξέρετε, βρίσκει τον εαυτό του μέσα μου και μιλά μέσω εμού, αυτό σημαίνει ότι ό,τι λέω προέρχεται από το πνεύμα.
Ή, ας πάρουμε τον Καντ:
Όταν ο Καντ διατυπώνει την περίφημη κατηγορική προσταγή του —
«πρέπει να πράττεις έτσι ώστε αυτό που κάνεις να μπορεί να γίνει καθολικός κανόνας για όλους τους ανθρώπους» —
τότε, θεωρητικά, θα μπορούσε να πει ακόμη και ο Χίτλερ:
«Σκοτώνω τους Εβραίους· αυτό πρέπει να κάνουν όλοι οι άνθρωποι».
Βλέπετε λοιπόν πόσο ισχυρή είναι η φαντασία στη φιλοσοφία.
Και αυτό σημαίνει ναρκισσισμός —
σημαίνει εύρεση της βούλησης για δύναμη.
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε — απεγνωσμένα — τον Χριστιανισμό,
ο οποίος αναποδογυρίζει τα πάντα και λέει:
«Όχι· δεν πρόκειται για έναν φανταστικό “άλλον”,
όχι· δεν είναι ένας Θεός που επινοούμε εμείς».
Πρέπει να ακολουθήσεις — με αγώνα, με κόπο —
αυτό που είναι αληθινό.
Και νομίζω πως αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Tom:
Ακριβώς όπως το εξηγήσατε, μιλάμε για έναν Ενσαρκωμένο Χριστιανισμό —
έναν χριστιανισμό της Ενσάρκωσης —
και, κάπως, τον έχουμε βάλει σε παρένθεση.
Εντάξει, Mark;
Mark Spencer:
Ναι, θέλω να ρωτήσω περισσότερα γι’ αυτό —
για αυτό που αποκαλέσατε «ἅγιον υλισμόν».
Όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά:
ποια είναι οι πρακτικές συνέπειες για το πώς πρέπει να ζούμε τον χριστιανισμό;
Πολλοί, όταν περιγράφουν τι κάνουν οι χριστιανοί,
το εκφράζουν με μυστικιστικούς ή «πνευματικούς» όρους —
με την αρνητική έννοια που εσείς αναφέρατε.
Ακόμη και όταν, Νικόλαε, πριν λίγο μιλούσατε για την αναλογική ομοουσιότητα,
τη περιγράψατε κυρίως με όρους συνείδησης:
«Αγαπιόμαστε», «γνωριζόμαστε», κ.λπ.
Αλλά νομίζω ότι η θέση σας πηγαίνει βαθύτερα —
αν δεν κάνω λάθος.
Δηλαδή, η ομοουσιότητα που μπορούμε να έχουμε ο ένας με τον άλλον,
η αναλογικότητα που μπορούμε να βιώσουμε,
δεν είναι απλώς μια εμπειρία αγάπης ή γνώσης ή ανοιχτότητας·
είναι κάτι βαθύτερο από τη συνείδηση —
κάτι που βρίσκεται μέσα στα σώματά μας.
Κάτι που είμαστε με συγκεκριμένο τρόπο,
όταν συμμετέχουμε σε πρακτικές της χριστιανικής ζωής.
Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο γι’ αυτό;
Τι πρέπει να κάνουμε και πώς να το σκεφτόμαστε;
Νικόλαος Λουδοβίκος:
Ένας από τους κριτικούς του βιβλίου — πολύ καλός αναγνώστης — παρατήρησε ότι, τελικά,
προτιμώ να μιλώ σε οντολογικούς όρους,
όχι απλώς ηθικούς ή ψυχολογικούς.
Δηλαδή, ο άνθρωπος “οικοδομείται” μέσα από την ομοουσιότητα.
Όταν μιλώ για ομοουσιότητα, — και το εξηγώ εκτενέστερα στο νέο μου βιβλίο —
εννοώ την ιδανική δωρεά,
την αιώνια δωρεά της ουσίας.

Έχουμε τρία πρόσωπα,
αλλά μία ουσία.
Γιατί;
Επειδή η ουσία δεν “ανήκει” σε κάποιον που την προσφέρει·
είναι ο ίδιος ο τρόπος ύπαρξης —
υπάρχει ως συνεχής δωρεά.

Αυτή είναι η πρωταρχική συνομιλία.
Η ομοουσιότητα είναι ο αρχέγονος διάλογος.
Όταν δίνω όλα όσα έχω —
όταν δίνω, για παράδειγμα, στη σύζυγό μου (είμαι έγγαμος ιερέας)·
ο Mark, νομίζω, επίσης είναι έγγαμος —
όταν δίνω στη γυναίκα μου ή στα παιδιά μου,
δίνω ένα καλό μέρος του εαυτού μου,
αλλά όχι το σύνολο.
Αυτό είναι το όνειρο:
να μπορέσουμε να δοθούμε ολόκληροι.
Όπως λέει ο Jean-Luc Marion,
— και είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο για τους Καθολικούς, αλλά για όλους τους χριστιανούς —
η δωρεά είναι ο ίδιος ο ορισμός του τρόπου ύπαρξης του Θεού.
Για τον Θεό, αυτό σημαίνει ότι η ολότητα της ύπαρξής Του είναι δωρεά.
Η δωρεά είναι ο τρόπος που υπάρχει.
Έτσι, ενώ ο Πατέρας δίνει όλη την ουσία Του στον Υιό,
τα πρόσωπα παραμένουν ακέραια.
Ο Πατέρας είναι πάντοτε Πατέρας — η ετερότητα διατηρείται,
ενώ η ουσία δίδεται ολοκληρωτικά.
Αν το πεις αυτό σε ψυχαναλυτή, θα σου πει:
«Αν δώσεις όλο σου τον εαυτό, θα καταστραφείς.
Μην το κάνεις· θα χάσεις τον ναρκισσισμό σου.
Θα πέσεις σε κατάθλιψη».
Αλλά η Αγία Τριάδα είναι πρόγραμμα οντολογικό:
όταν δίνομαι στον άλλο, παραμένω ακέραιος —
κι αυτό είναι ἁγιότης.
Tom:
Να σας διακόψω εδώ, γιατί μου θυμίσατε την ιστορία με τον Αυγουστίνο και το παιδάκι στην ακτή.
Ο Αυγουστίνος του λέει: «Δεν μπορείς να βάλεις τη θάλασσα μέσα στη λακκούβα».
Και το παιδί (που είναι ο Χριστός) του απαντά: «Ούτε κι εσύ μπορείς να εξηγήσεις την Αγία Τριάδα».
Η αναφορά στην Τριάδα μας θυμίζει το θεμελιώδες πρόβλημα κάθε θεολογικού λόγου:
ότι κάθε καλή θεολογική συζήτηση πρέπει κάποτε να τελειώνει,
γιατί οι άνθρωποι πρέπει να φάνε, να ξεκουραστούν,
και τα μυαλά κουράζονται.
Μπορούμε να την αντέξουμε μόνο σε μικρές δόσεις,
ενώ η ίδια η συζήτηση είναι ατελεύτητη,
γιατί ο Θεός είναι πάντοτε “μεγαλύτερος”.
Είμαι λοιπόν χαρούμενος που εξερευνήσαμε μερικά τεράστια ζητήματα,
έστω σε μικρή κλίμακα.
Υπονοήσατε, Νικόλαε, ότι αυτό είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας.
Πότε μπορούμε να περιμένουμε τον δεύτερο τόμο;
Πότε θα φτάσει στο γραφείο μου;
Νικόλαος Λουδοβίκος:
Ο δεύτερος τόμος είναι σχεδόν έτοιμος, όπως σας είπα. Ο τίτλος που σκέφτομαι — δεν ξέρω πώς σας φαίνεται — είναι Participation as Distribution (Μετοχή ως Διανομή).
Και ο υπότιτλος:
«Το αυτο-αναφερόμενο υποκείμενο στη χριστιανική θεολογία».
Αποτελείται από τρεις ενότητες:
1️⃣ Θεολογία της Αναλογικής Ομοουσιότητας και η Πατερική Παράδοση
2️⃣ Φιλοσοφία του Αυτο-αναφερόμενου Υποκειμένου και Πατερική Θεολογία
3️⃣ Ψυχανάλυση του Αποσπασμένου Υποκειμένου και Πατερική Θεολογία.
Είναι δηλαδή μια προσπάθεια να προχωρήσω βαθύτερα στην ίδια προοπτική.
Tom:
Πολύ ωραία. Πριν όμως διαβάσετε τον δεύτερο τόμο, διαβάστε πρώτα τον πρώτο.
Αφήστε με να ευχαριστήσω και τους τρεις σας. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ενδιαφέρον από μια αυθόρμητη συζήτηση ανάμεσα σε θεολόγους που ζουν αυτό που μελετούν.
Και γι’ αυτό, όπως σας είπα χθες στο email,
«μην ετοιμάζεστε υπερβολικά· απλώς θα πετάξουμε τη μπάλα στο γήπεδο».
Σας ευχαριστώ γι’ αυτό.
Ευχαριστώ.
Όλοι:
Ευχαριστούμε. Ήταν υπέροχο.
Tom (κλείνοντας):
Ευχαριστίες στον Mark, στον Ανδρέα, και στον Νικόλαο —
γιατί αν δεν είχε γράψει το βιβλίο, δεν θα είχαμε αυτή τη συζήτηση.
Και τέλος, ευχαριστώ εσάς,
που παρακολουθείτε αυτό το βίντεο στο YouTube ή στον υπολογιστή σας.
Ελπίζω να ήταν ένα ενδιαφέρον παράδειγμα του πώς η θεολογία ανανεώνεται διαρκώς,
φέρνοντας το παρελθόν σε διάλογο με το παρόν,
πάντοτε με το βλέμμα στραμμένο στο αύριο.

Sic bene legitur et feliciter — διαβάστε καλά και με χαρά.

Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ ΜΑΣ, Η ΑΒΥΣΣΑΛΕΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ  Η ΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΤΟΝ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ.

Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ. Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΗΣΤΥΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΧΟΝΔΡΟΕΙΔΕΣ ΛΑΘΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΛΟΥΜΑΣΤΕ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΣΟΥΜΕ. ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΜΙΑ ΚΑΘΕΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΙΣΗΓΑΓΕ ΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΝΕΦΗ ΑΓΙΩΝ. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ ΧΡΕΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΗΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ.
 Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΛΑΜΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Ο ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΤΡΑΓΙΚΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΑ , ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ, ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΠΟΙΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ ΤΟΥ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ, Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΠΑΓΑΛΟΙ ΤΟΥ.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ ΤΟΥ ΛΑΚΑΝ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ 1968. ΤΩΡΑ ΚΟΡΜΑΡΑ ΜΟΥ ΦΑΕ ΠΙΕ ΕΥΦΡΑΙΝΟΥ.. ΜΠΗΚΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΑ ΣΕ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ ΟΠΩΣ ΕΙΣΑΙ.!