Συνέχεια από: 20. Ιουλίου 2026
Jacob BurckhardtΤΟΜΟΣ 4ος
ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη
IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
2 Ως μαρτυρία της τραχύτητας των συνθηκών αναφέρει ο Hellwald (σ. 236), παραδείγματος χάριν, «ότι κατά την εποχή του Ομήρου το αλάτι ήταν ακόμη ελάχιστα γνωστό και μόνον ως θαλασσινό αλάτι». Δεν του περνά όμως από τον νου ότι στον Όμηρο προσφέρεται ένα άλλο αλάτι, το οποίο ονομάστηκε αττικό, και απέναντι στο οποίο οι νεότεροι πολιτισμοί εμφανίζονται ενίοτε τραχείς και άνοστοι
3 Πρβλ. τόμ. I, σ. 19
4 Υπό αυτή την έννοια τελειοποιήθηκε η μορφή του Παλαμήδη, αφού υποτίθεται ότι εκείνος είχε εφεύρει —κατά τον Αλκιδάμαντα 22— τη γραφή, την αριθμητική, τα μέτρα, τα σταθμά, τα επιτραπέζια παιχνίδια, τους κύβους, τη μουσική, το χρήμα και τα φωτεινά σήματα, ακόμη και την πολεμική τέχνη. Πρβλ. επίσης Γοργία, Παλαμήδης 30. Στον Αλκιδάμαντα, βέβαια, ο Οδυσσέας αποδίδει κατόπιν στους άλλους Έλληνες και στα ξένα έθνη αυτές τις εφευρέσεις, αφήνοντας στον Παλαμήδη όσες είναι επιβλαβείς και αξιοκαταφρόνητες
5 Στο απλώς ωραίο και αληθινό ανήκει, παραδείγματος χάριν, το ότι η θεά του σιταριού που τελικά αποκτήθηκε είναι συγχρόνως θεσμοφόρος, ότι δηλαδή η ευνομία ανήκει στις προϋποθέσεις της ευημερίας· ακόμη, ότι η Εστία εφεύρε την οικοδόμηση των οικιών, ώστε ο οίκος γεννήθηκε μαζί με την εστία. Διόδωρος V, 68. Αντιθέτως, τα πέντε γένη των ανθρώπων στον Ησίοδο (Ἔργα καὶ Ἡμέραι 106 κ.ε.) είναι και παραμένουν ένας πολύ δύσκολος μύθος ή, μάλλον, ένα λαϊκό φιλοσόφημα. Ήδη το ότι τα δύο πρώτα δημιουργούνται γενικά από τους θεούς, ενώ τα δύο επόμενα από τον Δία, δεν αποτελεί την επικρατούσα ελληνική πίστη· επιπλέον, η παράξενη διαδοχή τους παραμένει αιώνιο αίνιγμα
6 Λουκρήτιος, De rerum natura V, 780, ιδίως από τον στ. 1009 και εξής
7 Μεγάλο επίτευγμα υπήρξε, πάντως, το ότι ο Schliemann αποκάλυψε στην ακρόπολη των Μυκηνών τα οστά δώδεκα ανδρών, τριών γυναικών και ίσως δύο παιδιών· και εξαιρετικά γελοία υπήρξε η αμηχανία της σύγχρονης επιστημοσύνης, όταν ήρθαν στο φως αυτά τα πραγματικά κατάλοιπα ανθρώπων από τη μυθική εποχή. Από τη μία πλευρά δηλώθηκε ότι οι τάφοι ανήκαν στους επιφανέστερους Μυκηναίους που έλαβαν μέρος στην άμυνα του 468· ότι είχαν τοποθετήσει εκεί τον χρυσό, επειδή διαφορετικά οι Αργείοι θα τον αφαιρούσαν από όσους διέφευγαν· ότι οι Μυκηναίοι είχαν αποκτήσει τόσο πολύ χρυσό από τα περσικά λάφυρα· και ότι οι Πέρσες ενδέχεται να είχαν μαζί τους και ορισμένες χρυσές προσωπίδες, για να καλύπτουν με αυτές τα πρόσωπα των επιφανών νεκρών τους. Από την άλλη πλευρά, κατέληξαν στην υπόθεση ότι, κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., βάρβαροι σκοτεινής καταγωγής είχαν εγκατασταθεί στις Μυκήνες και είχαν θάψει εκεί τους αρχηγούς τους με τη μεγαλύτερη δυνατή μεγαλοπρέπεια. Σε τέτοιους παρακαμπτήριους δρόμους καταλήγει κανείς, όταν φοβάται μια απλή αλήθεια. Βρισκόμαστε, βέβαια, πολύ μακριά από το να θέλουμε να γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι ενταφιασμένοι· ήταν όμως κωμικό το πώς ο τρόμος για τον πραγματικά ανακαλυφθέντα Αγαμέμνονα διαπέρασε τους λαούς
8 Αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία αυτών των ονομάτων διατυπώνει ο W. Christ, Zur Chronologie des altgriechischen Epos, Münchner Sitzungsberichte 1884, I, σ. 56 κ.ε. — Για την ενδυμασία και τη μορφή αυτών των λαών στα αιγυπτιακά μνημεία πρβλ. Milchhöfer, Anfänge der Kunst, σ. 94 κ.ε. — Ο απόηχος αυτών των εκστρατειών θα μπορούσε να περιέχεται στο ταξίδι του Μενελάου στην Αίγυπτο, ακόμη και στις μεταγενέστερες αιγυπτιακές προσαρμογές του ελληνικού μύθου. — Και οι μάχες με τις Αμαζόνες ανήκουν ίσως στην προηρωική ιστορία, ως ενδεχομένως απολύτως γνήσια ανάμνηση αρχαίων κρατών Αμαζόνων, ένα από τα οποία —στον Θερμώδοντα— επιβίωσε έως τους ιστορικούς χρόνους. Πρβλ. Sepp, Altbayrischer Sagenschatz, σ. 236 κ.ε. Το ελληνικό κράτος θέλει να έχει νικήσει και αυτή τη μορφή κράτους, όπως ακριβώς τον Σίννι και τον Προκρούστη· και έτσι ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Βελλεροφόντης και οι ήρωες που πολέμησαν μπροστά στην Τροία συνδέονται με τις Αμαζόνες. — Ασφαλώς μυθικοί πρωτολαοί, οι οποίοι εμφανίζονται στο ελληνικό έδαφος αντί πραγματικών αναμνήσεων, είναι οι Λαπίθες, οι Κένταυροι, οι Φλεγύες στη Βοιωτία κ.ά.
9 Τόμ. I, σ. 16 κ.ε.
10 Πρβλ. Preller II, 155. Την Οιχαλία την αναζητούν σε τρεις τόπους —στη Θεσσαλία, στη Μεσσηνία και στην Εύβοια— και πάντοτε καταστρέφεται, ενώ οι εκεί άρχοντες βρίσκουν αιματηρό θάνατο. Τέτοιες αλώσεις δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε αστρικά ούτε αναδρομικά από τη μεταγενέστερη πολιτική ιστορία· πρόκειται εν μέρει για παλαιούς τοπικούς θρύλους, εν μέρει δε, όταν δεν γνώριζαν πλέον με ποιον τρόπο είχε τερματιστεί ένας αρχαίος δυναστικός οίκος, θα έλεγαν ότι το είχε πράξει ο Ηρακλής. Για τις εκστρατείες του εναντίον της Τροίας, της Πύλου, των Ακτοριώνων της Ήλιδος, της Λακεδαίμονος κ.λπ., πρβλ. Preller. Πολιτικές συνέπειες είχε μόνο η βοήθεια που προσέφερε στον βασιλιά των Δωριέων Αιγίμιο εναντίον των Λαπιθών και των συμμάχων τους Δρυόπων. Καθ’ οδόν οικοδομεί ακόμη βωμούς του Διός, στους οποίους θα τον γνώριζαν μέχρι και πολύ αργά ως ιδρυτή, όπως στην ara maxima της Ρώμης. — Πρβλ. επίσης τις αλώσεις πόλεων από τον Αχιλλέα —ανεξάρτητα από τις λεηλατικές εκστρατείες γύρω από την Τροία— τις οποίες απαριθμεί ο Preller II, 297
11 Για την ιστορία των Θηβών, η οποία αποτελείται από πλήθος επάλληλων στρωμάτων, πρβλ. Διόδωρο XV, 79 και XIX, 53
12 Πρβλ. επίσης τη μεγάλη απαρίθμηση των λαών και των επήλυδων γύρω από τις Συρακούσες, Θουκ. VII, 57. — Τη συνήθη διδασκαλία περί των τεσσάρων φύλων παραδίδει, μεταξύ άλλων, ο Στράβων VIII, 7, 1, σ. 383 κ.ε.
13 Στράβων I, σ. 60. Ευστάθιος, Διονυσίου Περιήγησις 476
14 Πρβλ. Preller II, σ. 170
15 Ας αναλογιστούμε τη διεξοδική εξήγηση του γιατί δεν απέμεινε τίποτε από το τείχος και την τάφρο του στρατοπέδου των Ελλήνων, Ιλιάδα XII, 3 κ.ε. — Όσον αφορά, άλλωστε, τον Όμηρο —και ιδιαιτέρως τον Νηών Κατάλογο—, οι μεταγενέστεροι απορούσαν για τη γεωγραφική μικρότητα των κρατών των ηρώων του. Πρβλ. Ισοκράτη, Φίλιππος 145
16 Πρβλ. Preller II, 267
17 Για τη λατρεία του Απόλλωνος πρβλ. Preller I, 161 και II, 54. Για το Λητώον κοντά στην Ξάνθο, Στράβων XIV, σ. 665
18 Οι Παμφύλιοι κατάγονται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (VII, 91), από το μεικτό πλήθος που ακολούθησε τον Κάλχαντα και τον Αμφίλοχο από την Τροία. Αυτή η μετανάστευση, ωστόσο, πρέπει να μετατέθηκε στην ηρωική εποχή από την κίνηση της δωρικής μετανάστευσης, η οποία στη συνείδηση σχεδόν δεν διακρινόταν από τους Νόστους. Έτσι και η Σαλαμίνα της Κύπρου ιδρύθηκε από τον Τεύκρο, οι Όλβες της Κιλικίας από τον αδελφό του Αίαντα, και η Πάφος της Κύπρου από τον Αγαπήνορα, έναν από τους μνηστήρες της Ελένης και αρχηγό των Αρκάδων μπροστά στην Τροία. Στην Κιλικία η κύρια σύνδεση γίνεται μέσω του Αμφιλόχου —βλ. το σχετικό λήμμα στον Pauly. Η Ταρσός, αντιθέτως, θέλει να έχει ιδρυθεί από Αργείους, οι οποίοι είχαν αναχωρήσει μαζί με τον Τριπτόλεμο προς αναζήτηση της Ιούς. Στράβων XIV, 673
19 Διόδωρος V, 15
20 Αναφέρουμε την ιστορία που διηγείται η Ευδοκία, Violarium 436 κ.ε. —πρβλ. Αριστοτέλη, Περὶ θαυμασίων ἀκουσμάτων 85—, σύμφωνα με την οποία, όταν ο Ηρακλής, άοπλος, εμποδίζεται στις γαλατικές ακτές από τον Λίγυ, τον γενάρχη των Λιγύων, ο Ζευς, για να τον βοηθήσει, ρίχνει από ένα σύννεφο τις πέτρες με τις οποίες είναι καλυμμένη η πεδιάδα της Κραώ. — Βέβαια, για τα μακρινά ταξίδια υπήρχε και μια εγγύτερη παραλλαγή: σύμφωνα με τον Ευστάθιο, Διονυσίου Περιήγησις 558, ο Γηρυόνης εναντίον του οποίου τον έστειλε ο Ευρυσθέας δεν ζούσε στην Ιβηρία, αλλά ήδη κοντά στην Αμβρακία, και από εκεί πήρε τα βόδια
21 Λίβιος I, 1. Μέλα II, 4, 2
22 Ο Στράβων XIII, σ. 608, παραδίδει ολόκληρο το ταξίδι του και τον παρουσιάζει να φθάνει, μαζί με τον Τρώα Έλυμο, στην Αίγεστα της Σικελίας, στον Έρυκα και στο Λιλύβαιο
23 Για αυτούς, Θουκ. VI, 2. — Έναν αξιοσημείωτο θρύλο για την καταγωγή του Αιγέστη, ιδρυτή της Αιγέστας, του Έρυκος και της Έντελλας, παραδίδει ο Τζέτζης, Λυκόφρων 471
24 Στράβων V, σ. 215. Αντωνίνος Λιβεράλις 37
25 Κόνων, κεφ. 3
26 Στράβων, ό.π.
27 Στο ίδιο, σ. 220
28 Στο ίδιο, σ. 222
29 Στο ίδιο, σ. 224. — Υγίνος 23, 26
30 Στράβων VI, σ. 255
31 Στο ίδιο, σ. 254
32 Στο ίδιο, σ. 256
33 Πρβλ. τόμ. II, σ. 80
34 Ησίοδος, Θεογονία 274 κ.ε., 517 κ.ε.
35 Μήπως το έπος προϋποθέτει εισροή στη θάλασσα κοντά στις Ηράκλειες Στήλες;
36 Ησίοδος, Ἔργα καὶ Ἡμέραι 171. Πίνδαρος, Ὀλυμπιόνικος II, 129. — Ο Πίνδαρος δεν θεωρεί φρόνιμο να αποτολμήσει κανείς πορεία προς δυσμάς πέρα από τα Γάδειρα. Νεμεόνικος IV, 111. Πρβλ. III, 35
37 Για την πιθανή αρχική μορφή και τη μεταγενέστερη συμπλήρωση των θρύλων του Ηρακλέους, του Περσέως, των Αργοναυτών —έως ότου συνδέθηκε μαζί τους ολόκληρη η μεταγενέστερη ιστορία της Μήδειας— κ.λπ., παραπέμπουμε στον Preller. — Κατά την κατάρτιση της διαδοχής των ηγεμόνων στους διάφορους βασιλικούς οίκους προέκυψαν δυσκολίες, επειδή οι τοπικοί θρύλοι και οι αοιδοί ενδέχεται να παρέδιδαν διαφορετικά τα ονόματα. Παραδείγματος χάριν, οι συγγενικές σχέσεις των διαφόρων ηγεμόνων των Θηβών, από τον Κάδμο έως τον Κρέοντα, προφανώς μόνο αργά τέθηκαν σε κάποια τάξη, η οποία μάλιστα δεν ήταν σταθερή. Ο Λάβδακος είναι πιθανώς εγγονός του Κάδμου μέσω του γιου του Πολυδώρου· πριν και μετά από αυτόν, όμως, υπάρχουν ενδιάμεσες ηγεμονίες και επιτροπείες, όπως του Λύκου και των φονέων του, Αμφίονος και Ζήθου, οι οποίοι συνδέονται με τον οίκο του Κάδμου μόνο μέσω της συζύγου του Πολυδώρου· και παρόμοια, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, συμβαίνει με τις μυθικές δυναστείες των Αθηνών. — Αφήνουμε επίσης εξ ολοκλήρου στους μυθολόγους τη σταδιακή συνύφανση των θρύλων σε μυθολογικούς κύκλους, παραδείγματος χάριν το ερώτημα ποιος συνέδεσε πρώτος αιτιωδώς τους Επτά επί Θήβας, μέσω της πατρικής κατάρας, με την Οιδιπόδεια παράδοση· ποιος ενέπλεξε πρώτος το επεισόδιο της Αντιγόνης· ποιος οδήγησε τον Οιδίποδα στον Κολωνό, κοντά στον Θησέα, και έκανε τον τελευταίο —με μια αθηναϊκή, αυτοδοξαστική επέμβαση στον μύθο— να ενταφιάσει τους νεκρούς. Εδώ θα ανήκε επίσης η ταύτιση της Υψιπύλης, η οποία λησμόνησε να φροντίσει το παιδί Αρχέμορο, με τη Λήμνια Υψιπύλη
38 Αφήνουμε εντελώς κατά μέρος την εξωτερική ζωή της ηρωικής εποχής. Για το φαγητό, το ποτό, τα εξωτερικά ήθη και την εθιμοτυπία της εποχής πρβλ. τις παρεκβάσεις στον Αθήναιο I, 15 κ.ε., 44 κ.ε.
39 Με αυτή την παραίνεση στέλνονται στον πόλεμο από τους πατέρες τους ο Γλαύκος και ο Αχιλλέας. Ιλιάδα VI, 208· XI, 784
40 «Personne ne se respecte» —«κανείς δεν σέβεται τον εαυτό του»— θα έλεγε κανείς στα γαλλικά για αυτή την έλλειψη πτυχώσεων
41 Μια επιβίωση του φόβου εξαιτίας του ἄγους απαντά και στις μεταγενέστερες εποχές, ιδίως όταν ήταν χρήσιμο να γίνεται επίκληση αυτού του φόβου, όπως συνέβαινε ακόμη απέναντι στους Αλκμαιωνίδες εξαιτίας του Κυλωνείου άγους
42 Παυσανίας I, 37, 3· 43, 7. Διεξοδικά πραγματεύεται την κάθαρση ο Παυσανίας II, 31, 11, με αφορμή τον καθαρμό του Ορέστη από τους Τροιζηνίους
43 Πάντως, ο Ζευς γνωρίζει ότι ο Αχιλλέας δεν θα φονεύσει τον Πρίαμο· επειδή δεν είναι ούτε ανόητος ούτε ασεβής, θα φερθεί με καλοσύνη στον ικέτη και θα τον προστατεύσει (Ιλιάδα XXIV, 157 κ.ε.)
44 Ας προσέξει κανείς, παραδείγματος χάριν, πώς αποκαλύπτεται ήδη η ευγενής φύση του στο I, 334, κατά την υποδοχή των τρεμάμενων κηρύκων
45 Απολλόδωρος II, 6, 4
46 Ιλιάδα VIII, 538
47 Ἑλένη 44
48 Για την πίστη στη φυλή πρβλ. επίσης Nägelsbach, Nachhomerische Theologie, σ. 289. — Ακόμη και ο Σόλων, απαγορεύοντας κάθε προίκα —Πλούταρχος, Σόλων 20—, απέβλεπε προφανώς στη βελτίωση της φυλής. Η αντίδραση εναντίον του γάμου που στηριζόταν αποκλειστικά στα χρήματα τού φαινόταν προφανώς διπλά αναγκαία σε μια βιοτεχνική και εμπορική πόλη
49 Ησίοδος, απόσπ. 33. Κατάλογο των μαθητών του παραδίδει ο Ξενοφών, Κυνηγετικός 1. — Ας θυμηθούμε τον Κοννίδα, τον παιδαγωγό του Θησέως. Πλούταρχος, Θησεύς 4
50 Ιλιάδα V, 438. Ο Διομήδης γνωρίζει τους θεούς και τους βλέπει στην αληθινή τους μορφή. Η ίδια η Αθηνά τον είχε προηγουμένως οδηγήσει στον τραυματισμό του Άρεως και της Αφροδίτης
51 Η επιτυχία είναι στην πραγματικότητα θεός μόνο της νεότερης ποίησης
52 Ιλιάδα IV, 450 κ.ε.· VIII, 64 κ.ε. και αλλού
53 Παρομοίως IV, 427 κ.ε.
54 Πρβλ. επίσης II, 455 κ.ε.· IV, 275
55 V, 134. Πρβλ. επίσης II, 477 κ.ε.
56 Οι ομάδες των εννέα ηρώων που απαριθμούνται στην Ιλιάδα VII, 161 και VIII, 261 και αποκλίνουν εν μέρει ως προς τα ονόματα φαίνεται να αντιπροσωπεύουν ένα είδος ανώτατης αριστοκρατίας
57 Παρομοίως λέγεται στην Ιλιάδα XIV, 72 ότι ο Ζευς θα δοξάσει —κυδαίνειν— τον στρατό των Τρώων όπως τους μακάριους θεούς
58 Ιλιάδα VII, 87 κ.ε.· X, 212 κ.ε.· XIII, 326 κ.ε.
59 Στην Ιλιάδα VIII, 164 ο Έκτορας λέει στον Διομήδη: «Φύγε από εδώ, άθλιο ανδρείκελο», και στον στ. 527 αποκαλεί τους Αχαιούς «σκυλιά που τα έφεραν οι Κήρες προς τον όλεθρό τους». Βέβαια, σε αυτή τη ραψωδία και οι θεοί βρίζονται με τον ίδιο τρόπο, και η Ίρις προσθέτει στον στ. 423, από δική της πρωτοβουλία, στο οργισμένο μήνυμα του Διός προς την Αθηνά τη φράση: «εσύ, η πιο φοβερή, αναίσχυντη σκύλα»
60 Ιλιάδα XVI, 745 κ.ε. Πρβλ. επίσης τον εμπαιγμό του Ιδομενέως XIII, 374 κ.ε.
61 Ιλιάδα III, 58 κ.ε. Αυτό το «είμαι, πάντως, αυτός που είμαι» είναι αυθεντικά ελληνικό
62 Ιλιάδα III, 437 κ.ε.
63 Οδύσσεια XX, 59. Αντιθέτως, στον Ευριπίδη, Ἑλένη 947 κ.ε., ο Μενέλαος διατηρεί μεν για τον εαυτό του το δικαίωμα να κλαίει, θεωρεί όμως την αποχή από το κλάμα ευγενέστερη. — Εντελώς έξω από τον κανόνα βρίσκεται ο θρήνος του Αχιλλέα όταν πληροφορείται τον θάνατο του Πατρόκλου, Ιλιάδα XVIII, 22 κ.ε. Εδώ η έκφραση είναι συμβολική και παραμένει επί μακρόν άφωνη. Οι λόγοι του Αχιλλέα προς τη μητέρα του και προς τους Μυρμιδόνες ακολουθούν αργότερα. — Για τον θάνατο του Πατρόκλου έκλαψαν ακόμη και τα άλογα του Αχιλλέα, XVII, 426 κ.ε.
64 Οδύσσεια IV, 100 κ.ε., 190 κ.ε., 212 κ.ε. — Και κατά την αναγνώριση του Οδυσσέα και του Τηλεμάχου, XVI, 213 κ.ε., πιθανώς θα νύχτωνε εξαιτίας του παρατεταμένου κλάματος, αν ο γιος δεν ρωτούσε τον πατέρα με ποιο πλοίο είχε φθάσει
65 Ιλιάδα VIII, 78 κ.ε.
66 Ιλιάδα IX, 17 κ.ε. και XIV, 65 κ.ε.
67 Οδύσσεια VII, 215 κ.ε.
68 Οδύσσεια XI, 355 κ.ε. — Στην Πηνελόπη, η οποία δεν τον έχει ακόμη αναγνωρίσει, επαναλαμβάνει μάλιστα με έμφαση, μέσα στην επινοημένη διήγησή του, XIX, 269 κ.ε., ότι ο Οδυσσέας ζήτησε και έλαβε από τους Θεσπρωτούς τόσους πολλούς θησαυρούς, ώστε να μπορεί να ζήσει από αυτούς έως και η δέκατη γενεά· πρέπει εκείνη να γνωρίζει ότι δεν επιστρέφει με άδεια χέρια, αλλά φέρνει αποζημίωση για όσα άρπαξαν οι μνηστήρες
69 Οδύσσεια VI, 239 κ.ε.· VII, 311 κ.ε.
70 Τόμ. II, σ. 358
71 Οδύσσεια VIII, 215 κ.ε. — Ας διαβάσει κανείς επίσης με ποια λόγια ο Επειός, στην Ιλιάδα XXIII, 667, κατά τους αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου, διεκδικεί ήδη πριν από την αναμέτρηση το έπαθλο για τον εαυτό του
72 Παραδείγματος χάριν, Ιλιάδα IX, 312, από το στόμα του Αχιλλέως
73 Για το λούσιμο των ηρώων από βασιλοπούλες, το οποίο προκαλεί ανησυχία στον αγαθό Nägelsbach, πρβλ. Αθήναιο I, 18, καθώς και το λουτρό του ιππότη στον Κώδικα Manesse, Lübke, Deutsche Kunst, σ. 415
74 Για την κυριαρχία της απαισιοδοξίας και στον ηρωικό μύθο πρβλ. τόμ. II, σ. 348 κ.ε.
75 Παυσανίας I, 35, 3 κ.ε.· VI, 5, 1
76 Πρβλ. τόμ. III, σ. 221 κ.ε.
77 Διεξοδικό χαρακτηρισμό του δίνει ο Αλκιδάμας, Ὀδυσσεύς 13 κ.ε.: «Στην πραγματικότητα ένας φτωχός ψαράς· έχει ήδη εξαφανίσει πολλούς Έλληνες, έχει αρπάξει πολλούς θησαυρούς από τα πλοία, έχει προξενήσει αμέτρητα δεινά στους θαλασσοπόρους· είναι δεξιοτέχνης κάθε κακουργίας»
78 Πρβλ., μεταξύ άλλων, Οδύσσεια IV, 628 κ.ε. Ο Αντίνοος έχει στο XVII, 410 λιπαροὺς πόδας, και ο ίδιος ο Οδυσσέας τού λέει στον στ. 416: «μοιάζεις με βασιλιά». Παρόμοια συμβαίνει στο VII, 176 κ.ε., όπου ο Οδυσσέας διακρίνει ανάμεσα στον αφιλόξενο λόγο και στην εξαίσια μορφή του Ευρυάλου
79 Πρβλ. επίσης την περιγραφή της ζωής των ηγεμόνων, Ιλιάδα XII, 310–328, στον λόγο του Σαρπηδόνος προς τον Γλαύκο, όπου διατυπώνεται με εξαιρετικά ωραίο και ακριβή τρόπο η σχέση ανάμεσα στην περιουσιακή προικοδότηση του ηγεμόνα και στο ηρωικό χρέος της τιμής του. — Άλλωστε, μόλις πρόκειται να περιγραφεί με ευχαρίστηση η ευζωία, η διατύπωση παραμένει μυθική ακόμη και σε μεταγενέστερη εποχή, όπως δείχνει ο παιάνας του Βακχυλίδη· Bergk, Anthologie, σ. 481
80 Για αυτόν πρβλ. τόμ. II, σ. 342
81 Οδύσσεια IV, 207 κ.ε.
82 Οδύσσεια III, 480
83 Διεξοδικά για το θέμα αυτό, μαζί με την εθιμοτυπία, Αθήναιος I και V
84 Οδύσσεια II, 341 κ.ε.· IX, 196 κ.ε. Πρβλ. επίσης τις ανέσεις στη σκηνή του Νέστορος, Ιλιάδα XIV, 5 κ.ε., όπου ο Μαχάων καλείται να καθίσει και να πίνει τον αφρώδη οίνο, έως ότου η καλλιπλόκαμη Εκαμήδη τού ζεστάνει το λουτρό και ξεπλύνει το πηγμένο αίμα
85 Πρβλ. Οδύσσεια IX, 5 κ.ε.
86 Στον Ησίοδο, απόσπ. 78, οι θεοί βέβαια γενικά συναναστρέφονται τους ήρωες και εμφανίζονται ανάμεσά τους: «ξυναὶ γὰρ τότε δαῖτες ἔσαν, ξυνοὶ θόωκοι ἀθανάτοισι θεοῖσι καταθνητοῖς τ᾽ ἀνθρώποις»
87 Για τους Φαίακες πρβλ. ιδίως Οδύσσεια VI, 203 κ.ε.· VIII, 241 κ.ε.· VII, 117 κ.ε., 84 κ.ε.· VI, 305 κ.ε.· VII, 34 κ.ε.· VIII, 557 κ.ε.· XII, 113 κ.ε. —την εξαφάνιση του πλοίου, αφού έχει αποβιβαστεί ο Οδυσσέας
88 Οδύσσεια XV, 407 κ.ε.
89 Οδύσσεια VIII, 546 κ.ε.
90 Πρβλ. Οδύσσεια VII, 237 κ.ε.· VIII, 28 κ.ε., 548 κ.ε.· IX, 19
91 Πρβλ. τόμ. III, σ. 117 κ.ε. Αντιθέτως, ο Ησίοδος εγκωμιάζει με έμφαση την εργασία ως τη μοναδική σωτηρία και, παραδείγματος χάριν, στα Ἔργα καὶ Ἡμέραι 430 περιγράφει τον σιδηρουργό ως «Ἀθηναίης δμῶος»
92 Οδύσσεια VIII, 159 κ.ε.
93 Πρβλ. ανωτέρω, σ. 36
94 Οδύσσεια XV, 321 κ.ε.
95 Για αυτόν πρβλ. σ. 23, σημ. 4
96 Φιλόστρατος, Εἰκόνες II, 15
97 Τζέτζης, Λυκόφρων 93 και 97
98 Στράβων IX, σ. 439. Τζέτζης, Λυκόφρων 344
99 Το μέταλλο των όπλων των ηρώων είναι ο χαλκός, και ο Παυσανίας III, 3, 6 το τεκμηριώνει με τον Όμηρο, με το δόρυ του Αχιλλέως στον ναό της Φασηλίδος και με το ξίφος του Μέμνονος στον ναό του Ασκληπιού στη Νικομήδεια. Ο σίδηρος ανήκει πιθανώς μόνο στο φοβερό πέμπτο γένος των ανθρώπων. Πρβλ. επίσης Ησίοδο, Ἔργα καὶ Ἡμέραι 150 κ.ε.
100 Ενώ οι Τελχίνες και οι Δάκτυλοι είναι επιδέξιοι μεταλλουργοί, οι άγριοι νάνοι, οι οποίοι ίσως αρχικά πρέπει να νοηθούν ως μεταλλωρύχοι, είναι φύλακες θησαυρών. — Ο βασιλιάς Laurin του Τιρόλου είναι, σύμφωνα με τον Sepp, Bayerischer Sagenschatz, σ. 20, βασιλιάς των θησαυρών και κύριος ενός ολόκληρου υπόγειου βασιλείου
101 Πρβλ. σ. 35
102 Τόμ. II, σ. 257 κ.ε.
103 Το ίδιο ισχύει και για τους άλλους μαθητές του Χείρωνος, ο οποίος ήταν «μουσικῆς, δικαιοσύνης καὶ ἰατρικῆς διδάσκαλος». Πλούταρχος, Περὶ μουσικῆς 40. — Η φόρμιγγα του Αχιλλέως, με την οποία τραγουδούσε τα ένδοξα κατορθώματα των παλαιών ηρώων, προερχόταν, σύμφωνα με την Ιλιάδα IX, 186 κ.ε., από τα λάφυρα του Ηετίωνος
104 Οδύσσεια VIII, 579 κ.ε. Πρβλ. τόμ. II, σ. 359. Για το ότι οι θεοί, όταν θέλουν να περάσουν μια ευχάριστη ημέρα, βάζουν τους ανθρώπους να τους τραγουδούν τα ανθρώπινα πάθη, πρβλ. Όμηρο, Ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα 189 κ.ε.
105 Οδύσσεια III, 267 κ.ε.
106 Οδύσσεια I, 325 κ.ε.
107 Ιλιάδα XXIV, 720
108 Ησίοδος, Θεογονία 94 κ.ε.
109 Οδύσσεια XVIII, 423 κ.ε.
110 Οδύσσεια XXII, 354 κ.ε.
111 Αργότερα ο Ευριπίδης στρέφεται με δυσμένεια εναντίον των κηρύκων, οι οποίοι πάντοτε συντάσσονται με τους ισχυρούς και τους ευτυχείς. Ὀρέστης 889 και 895
112 Έτσι ο Μυρτίλος, Παυσανίας VIII, 14, 7. Ο Ευρυμέδων ήταν ενταφιασμένος στις Μυκήνες δίπλα στον Αγαμέμνονα, στο ίδιο II, 16, 5
113 Παυσανίας VII, 24, 1
114 Στο ίδιο III, 12, 6
115 Οδύσσεια XVII, 382 κ.ε.
116 Αντιθέτως, στον Κάμινον ἢ Κεραμῆς, ο ζητιάνος δεν θέλει να λάβει ελεημοσύνη χωρίς κάποια απειλή
117 Ἔργα καὶ Ἡμέραι 25 κ.ε.
118 Η χαριτωμένη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η Ναυσικά παντρεύεται αργότερα τον Τηλέμαχο, απαντούσε ήδη στον Ελλάνικο και στον Αριστοτέλη. Ευστάθιος, Οδύσσεια, σ. 1796. Στον Τηλέμαχο θα επανεμφανιζόταν κατά κάποιον τρόπο ο Οδυσσέας, αυτή τη φορά όμως νέος
119 Η οικονόμος και η τροφός ενδέχεται να συνενώνονταν στο ίδιο πρόσωπο. Έτσι, στον ομηρικό ύμνο (στ. 101 κ.ε.), η Δήμητρα παρουσιάζεται στην Κλεώ ως ηλικιωμένη γυναίκα που δεν έχει δικά της παιδιά, «όπως είναι οι τροφοί των παιδιών των βασιλέων και οι οικονόμοι μέσα στα αντηχούντα δώματα», και κατόπιν (στ. 138 κ.ε.) εκφράζει την επιθυμία να εκτελεί σε κάποιο σπίτι όσα αποτελούν τα έργα μιας ηλικιωμένης γυναίκας: «να κρατά ένα παιδί στην αγκαλιά της και να το φροντίζει καλά, να επιβλέπει το σπίτι, να στρώνει την κλίνη των κυρίων και να διδάσκει στις υπηρέτριες τις γυναικείες εργασίες»
120 Ιλιάδα III, 126 κ.ε.
121 Στο ίδιο, 399 κ.ε.
122 Οδύσσεια IV, 120 κ.ε.
123 Οδύσσεια XV, 172 κ.ε.
124 Ο θρύλος που αποκλίνει εντελώς από τη συνήθη παράδοση, σύμφωνα με τον οποίο η Ελένη απήχθη από τον Θησέα και, όταν οι Διόσκουροι την ανέκτησαν, γέννησε την Ιφιγένεια, την οποία κατόπιν παρέδωσε στην Κλυταιμνήστρα, απαντά στον Παυσανία II, 22, 7. Με βάση αυτόν ο Λουκιανός υπολογίζει κατόπιν τη μεγάλη ηλικία της κατά τον Τρωικό πόλεμο. Οι παλαιότεροι την είχαν αφήσει να παραμένει νέα
125 Ιλιάδα XIX, 175 κ.ε. και 258 κ.ε. — Μέσα στη σκηνή ο Αχιλλέας έχει κατόπιν μαζί του, Ιλιάδα IX, 664 κ.ε., τη Διομήδη, ενώ ο Πάτροκλος την Ίφιδα· και οι δύο ήταν αιχμάλωτες. Και ο Νέστορας έχει μέσα στη σκηνή την Εκαμήδη, Ιλιάδα XIV, 6
126 Την αντίληψη της τραγωδίας εκφράζει πιθανώς με αρκετή ακρίβεια ο Ευριπίδης, Ἱππόλυτος 407 κ.ε., σύμφωνα με τον οποίο οι αρχόντισσες έδωσαν το παράδειγμα της απιστίας και από αυτές άρχισε η συμφορά για τις γυναίκες των ευγενών οίκων· διότι, όταν τα αισχρά αρέσουν στους ευγενείς, θα φαίνονται ακόμη πιο θαυμαστά στους φαύλους. — Ο έρωτας προς τον προγονό, ο οποίος, όταν απορρίπτεται από εκείνον, έχει ως συνέπεια την ψευδή κατηγορία ενώπιον του συζύγου και την καταστροφή του γιου, απαντά, άλλωστε, εκτός από τη Φαίδρα και στη Φυλονόμη. Τζέτζης, Λυκόφρων 232
127 Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο θέλουμε να προσθέσουμε εδώ, είναι η αφελής αντίληψη που διατυπώνεται στην Ιλιάδα XI, 241 κ.ε., ότι η σύζυγος, επειδή αποκτήθηκε με δώρο εκατό βοδιών και επειδή επιπλέον της υποσχέθηκαν χίλια πρόβατα και αίγες, θα το ανταποδώσει με ευγνωμοσύνη —χάρις—, πράγμα που ο νεαρός Ιφιδάμας, τον οποίο σκοτώνει ο Αγαμέμνων, δεν προλαβαίνει πλέον να βιώσει. — Στα συγκινητικά παραδείγματα συζυγικής πίστης ανήκει και η Ευάδνη, η οποία πήδησε στις φλόγες της νεκρικής πυράς του συζύγου της Καπανέως. — Γενική προϋπόθεση κατά τη μυθική εποχή είναι ότι οι χήρες δεν ξαναπαντρεύονται· ο Παυσανίας II, 21, 8 λέει ότι πριν από τη Γοργοφόνη, τη θυγατέρα του Περσέως, ήταν έθιμο να παραμένει μια γυναίκα χήρα μετά τον θάνατο του συζύγου της. — Γάμοι μεταξύ αδελφών κατά τη μυθική εποχή απαντούν μεταξύ των παιδιών του Αιόλου και στην ιστορία της Βύβλιδος και του Καύνου, καθώς επίσης, Πολύαινος VIII, 44, στους γονείς του Θεσσαλού. Από τις ιδιαίτερες γυναικείες λατρείες και εορτές δεν υπάρχει ακόμη κανένα ίχνος στον Όμηρο. Οι απαρχές τους όμως πρέπει ασφαλώς να ανάγονται στην αρχέγονη εποχή
128 Ηρωικές γυναίκες σε μικρότερους κύκλους δεν λείπουν, όπως διδάσκει ο Πλούταρχος, Περὶ γυναικῶν ἀρετῆς, κατά την ημιιστορική και την ιστορική εποχή· δεν επιτελούν όμως σωτηρίες ολόκληρου του λαού
129 Παυσανίας I, 27, 9. Ύστερα από αυτό κανείς δεν σκέφτεται μόνο τη φυσιοκρατική σημασία του Preller
130 Ο Λουκιανός, Δημοσθένους ἐγκώμιον 9, λέει ότι άλλοι τοποθετούν τον Όμηρο στην ηρωική και άλλοι στην ιωνική εποχή —δηλαδή στην εποχή μετά τη δωρική μετανάστευση—· γινόταν επομένως ακριβής διάκριση
131 Βλ. ανωτέρω, σ. 44 κ.ε.
132 Ιλιάδα XI, 385: «τοξότα, λωβητήρ, κέραι ἀγλαέ, παρθενοπῖπα». Πρβλ. αργότερα Ευριπίδη, Ἡρακλῆς μαινόμενος 159 κ.ε., 188 κ.ε.
133 Ιλιάδα X, 257 κ.ε., 261 κ.ε. Και η «περικεφαλαία από δέρμα νυφίτσας» —κτιδέη κυνέη— του Τρώα Δόλωνος, στο ίδιο 335, αρχικά εννοούνταν πιθανώς ως μέσο που καθιστούσε αόρατο
134 Πρβλ. τόμ. III, σ. 74 κ.ε.
135 Ας αναφερθούν ακόμη οι ακόλουθες εικόνες κυνηγιού και ζώων —οι περισσότερες από τις ραψωδίες X έως XII και XVI—: οι δύο σκύλοι και το ελάφι ή ο λαγός (X, 360 κ.ε.), ο κυνηγός που εξαπολύει τα σκυλιά του εναντίον αγριόχοιρου και λιονταριού (XI, 292 κ.ε.), οι δύο καταδιωκόμενοι αγριόχοιροι που ορμούν καταστρέφοντας μέσα στο δάσος (XII, 146 κ.ε.), το λιοντάρι που πεινά ακατάσχετα για κρέας (στο ίδιο, 299 κ.ε.), το λιοντάρι στη φωλιά της ελαφίνας (XI, 113 κ.ε.), εκείνο που αρπάζει την αγελάδα (XVII, 61 κ.ε.) και εκείνο που διώχνεται μακριά από το κοπάδι (στο ίδιο, 657 κ.ε.), ο αετός που παραμονεύει για λεία (στο ίδιο, 674 κ.ε.), ο γάιδαρος που, παρά όλα τα χτυπήματα, χορταίνει τρώγοντας μέσα στο χωράφι (XI, 558 κ.ε.), οι μύγες γύρω από τους κάδους του γάλακτος (XVI, 641 κ.ε.). — Από τα καιρικά και ουράνια φαινόμενα υπενθυμίζουμε το άστρο που εμφανίζεται μέσα από τα σύννεφα και κρύβεται πάλι (XI, 62 κ.ε.), την καταιγίδα που αναταράσσει τη θάλασσα (στο ίδιο, 297 κ.ε.), τη μεγάλη χιονόπτωση ως εικόνα για τη βροχή των λίθων από τα μαχόμενα στρατεύματα (XII, 278 κ.ε.), καθώς και τη λάμψη του τοπίου μέσα από τα σύννεφα που μνημονεύθηκε στο ίδιο χωρίο (XVI, 297 κ.ε.). — Θαυμάσιες εικόνες της φύσης είναι η θύελλα μέσα στο δάσος (XVI, 765 κ.ε.), η δασική πυρκαγιά (XI, 155 κ.ε. και XX, 490 κ.ε.), ο ορμητικός χείμαρρος που παρασύρει ολόκληρα δάση (XI, 492 κ.ε.), οι πανίσχυρες δρυς που στέκουν ακλόνητες (XII, 132 κ.ε.) και η ελιά που ξεριζώνεται από τη θύελλα (XVII, 53)
136 Για την τεχνική κατασκευής τέτοιων ασπίδων πρβλ. τόμ. III, σ. 6
137 Πρβλ. τις ανασυνθέσεις του O. Müller, Literaturgeschichte I, σ. 175
138 Αυτό το λαϊκό δικαστήριο παρουσιάζει, άλλωστε, ήδη πολύ ανησυχητικά γνωρίσματα. Το αντικείμενο είναι μια δικονομική στρεψοδικία γνήσια ελληνικού τύπου· οι γέροντες δύσκολα θα είχαν μείνει ανεπηρέαστοι από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις που φώναζαν συγχρόνως. Ως αμοιβή για εκείνον από αυτούς του οποίου η απόφαση θα ήταν η δικαιότερη, βρίσκονται κατατεθειμένα δύο τάλαντα. Ποιος τα πληρώνει;
139 Ἀσπὶς Ἡρακλέους 139–320
140 Στ. 216 κ.ε. Πρβλ. τόμ. III, σ. 11
141 Βρίσκεται αυτό στο σωστό σημείο;
142 Η παράσταση της μάχης γίνεται εντονότερη από το γεγονός ότι οι θεότητες του θανάτου —Κήρες και Μοίρες;— στον στ. 261 εμπλέκονται σε άγρια διαμάχη για έναν πεσόντα. Δίπλα τους στέκεται η λεπτομερώς περιγραφόμενη Αχλύς, το σκοτάδι του θανάτου
143 Για αυτά πρβλ. τόμ. III, σ. 117 κ.ε.
144 Πρβλ. το χωρίο για τον Όρκο και τη Δίκη (στ. 219 κ.ε.), τον θρήνο της Δίκης ενώπιον του Διός (στ. 256 κ.ε.), τους τριάντα χιλιάδες αθάνατους φύλακες, οι οποίοι, τυλιγμένοι σε ομίχλη, περιπλανώνται για να προστατεύουν το δίκαιο (στ. 252 κ.ε.), μολονότι η Αιδώς και η Νέμεσις έχουν ήδη εγκαταλειφθεί, επειδή πρόκειται να φύγουν από τη γη (στ. 197 κ.ε.)
145 Πρβλ. στ. 686: «Χρήματα γὰρ ψυχὴ πέλεται δειλοῖσι βροτοῖσι»
146 Βέβαια, ο Πέρσης, ο αδελφός του Ησιόδου, δεν υπήρξε πρότυπο αδελφού
147 Εἰς Ἡσίοδον ὑπόμνημα, απόσπ. 20 —37 Bernard
148 Πρβλ. τόμ. III, σ. 118
149 Παυσανίας IV, 15, 18, 24, σύμφωνα με τον Ριανό· πρβλ. τόμ. III, σ. 102
150 Ας θυμηθεί κανείς τη σωτηρία του από τον γκρεμό με τη βοήθεια του αετού και της αλεπούς. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί «Ἀριστομένην αἰχμάλωτον ἂν γενέσθαι»
151 Πρβλ. τον Αλή κατά τη μάχη του Σιφφίν
152 Από το τράγος = άγρια συκιά
153 Μια εντελώς νεωτερική προσθήκη στον Παυσανία είναι ότι ο Αριστομένης ήθελε ακόμη να επισκεφθεί τη Λυδία και τη Μηδία και να τις κερδίσει ως συμμάχους εναντίον της Σπάρτης. Για το πώς επικαλέστηκαν το όνομά του κατά τη νέα ίδρυση της Μεσσήνης πρβλ. Παυσανία IV, 27, 4













