Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Τ Ο Π Ε Π Λ Ο Τ Η Σ Ι Σ Ι Δ Α Σ (3)

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

Pierre Hadot

                                                          Ι
                               Τ Ο  Π Ε Π Λ Ο  Τ Η Σ  Φ Υ Σ Η Σ
   2. ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΣΗ (PHYSIS) ΣΤΗΝ «ΦΥΣΗ» (NATURE)
    
Μόλις προ ολίγου αναφέραμε ότι η συγγραφή τής ιστορίας τής σκέψης αποτελεί συγγραφή τής ιστορίας των παρανοήσεων. Όταν ακριβώς ο αφορισμός τού Ηράκλειτου έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στην ελληνική γραμματεία – και τούτο συνέβη μετά από πέντε αιώνες περίπου – το νόημα που τού αποδώθηκε ήταν τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που έχουμε προτείνει, θεωρώντας το ως το πλησιέστερο στην αλήθεια. Το νόημα που του αποδώθηκε τότε ήταν: «Η φύση αγαπά να κρύβεται».  
     Η ερμηνεία αυτή οφείλεται κυρίως σε δύο αιτίες: πρώτα στο γεγονός ότι το νόημα τής λέξης φύσις υπέστη σημαντική εξέλιξη, και έπειτα στο ότι η αντίληψη τού μυστηρίου τής φύσης είχε στο μεταξύ εξελιχθεί, και η ερμηνεία τού αφορισμού είχε φυσικά ακολουθήσει αυτή την προοπτική. Εκτός εάν το νόημα τού μυστηρίου τής φύσης αποτελούσε απλώς μια μαρτυρία τής ερμηνείας που είχε ήδη αποδωθεί στον αφορισμό τού Ηράκλειτου από τις σχολές, παρότι δεν έχουμε καμιά απόδειξη μιας τέτοιας ερμηνείας κατά την μετά Χριστόν εποχή, πριν από τον Φίλωνα τον Αλεξανδρινό. Δεν είμαστε σε θέση να καταγράψουμε εδώ μια λεπτομερή ιστορική αφήγηση αυτής τής εξέλιξης, αλλά μπορούμε να καταδείξουμε τουλάχιστον πώς, μετά από μια εξελικτική διαδικασία, η λέξη φύσις κατέληξε να σημαίνει ένα είδος ιδανικής προσωποποιημένης ύπαρξης.
     Στις απαρχές της, όπως ήδη διακρίναμε μελετώντας τον Ηράκλειτο, η φύσις προσδιόριζε, είτε την ενέργεια τού ρήματος φύεσθαι: γέννηση, ανάπτυξη, βλάστηση, είτε το αποτέλεσμά της. Πιστεύω ότι η πρωταρχική εικόνα που αναδύεται από αυτή τη λέξη είναι η ανάπτυξη τής βλάστησης: είναι ταυτόχρονα η βλάστηση που βλασταίνει και η βλάστηση που έχει βλαστήσει. Έτσι κυρίαρχο νόημα αυτής τής λέξης είναι  ένα αυθόρμητο ξεπέταγμα τών πραγμάτων, και μια εμφάνιση, μια εκδήλωση τών πραγμάτων, ως αποτέλεσμα αυτής τής αυθόρμητης εμφάνισης. Μπορούμε σταδιακά να φαντασθούμε μια δύναμη που προκαλεί αυτή την εκδήλωση. Αυτό ακριβώς το απρόσμενο πέρασμα από τη φύση ως διαδικασία στην προσωποποιημένη φύση προτίθεμαι να αναλύσω στο παρόν κεφάλαιο. Κατά τη διάρκεια τής υπόλοιπης αφήγησης θα σκιαγραφήσουμε την εξέλιξη τής έννοιας τής φύσεως στις διάφορες εποχές τής ιστορίας που εξετάζουμε.
     1.Από την σχετική στην απόλυτη χρήση
     Η πρώτη χρήση τής έννοιας τοποθετείται στο 8ο αιώνα π. Χ. και τη συναντάμε στην Οδύσσεια. Η λέξη φύσις προσδιορίζει μάλλον το αποτέλεσμα τής ανάπτυξης. Ο Ερμής για παράδειγμα, δείχνει στον Οδυσσέα, για να μπορεί να το αναγνωρίσει και να το χρησιμοποιήσει ως αντίδοτο στα μάγια τής Κίρκης, την όψη (φύσιν)  – μαύρη ρίζα και λευκό άνθος – του «φυτού της ζωής», το οποίο οι θεοί αποκαλούν, όπως λέει, μώλυ. Αυτή η «όψη», είναι η ιδιαίτερη και οριστική μορφή που προκύπτει από μια φυσική διαδικασία ανάπτυξης.
     Σ’ αυτές τις πρώτες περιπτώσεις χρήσης τού όρου, η λέξη φύσις συνοδεύεται πάντοτε από ένα ουσιαστικό στη γενική πτώση: η γέννηση του…, η όψη του…. Ο όρος δηλαδή αναφέρεται πάντοτε σε μια γενική ή ειδική πραγματικότητα. Όπως είδαμε ο Εμπεδοκλής αναφέρεται την γέννηση (φύσις) των πραγμάτων, ο Παρμενίδης από την πλευρά του στην γέννηση του αιθέρα:
       «Θα γνωρίσεις την γέννηση (φύση) του αιθέρα, και όλα τα σημεία που βρίσκονται στον αιθέρα, και τα περίλαμπρα έργα τού λάμποντος ηλίου, καθώς και την προέλευσή τους, και τα περιπλανώμενα έργα της σελήνης με το στρογγυλό μάτι, καθώς και την προέλευσή τους (φύση)».
     Στα δοκίμια ιατρικής τού Ιπποκράτη, που χρονολογούνται από τον 5ο αιώνα π. Χ., ο όρος αναλογεί στην φυσική κατάσταση τού ασθενούς, όπως προκύπτει από την γέννησή του. Η έννοια του όρου διευρύνεται σταδιακά για να περιλάβει, στα ίδια αυτά δοκίμια, τα καθαυτό χαρακτηριστικά τού όντος, τον πρωταρχικό και πρωτότυπο τρόπο, και επομένως τον φυσικό τρόπο ύπαρξής του, αυτό που είναι «εκ γενετής», ή ακόμη και την ύλη από την οποία αποτελείται ένα όργανο, ή τέλος, τον  ίδιο τον οργανισμό, ως αποτέλεσμα τής ανάπτυξής του.
    Στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η φύσις, συνοδευόμενη από ένα ουσιαστικό στη γενική πτώση, θα καταλήξει να σημαίνει αυτό που αποκαλούμε φύση κάποιου πράγματος, δηλαδή την ουσία του. Κάποτε, η σημασία της λέξης χάνει εντελώς το περιεχόμενό της και αποκτά ένα περιφραστικό νόημα, όπως για παράδειγμα στον Πλάτωνα η φύσις απείρου, που αντιστοιχεί στο άπειρον.
     Από τον 5ο αιώνα και μετά, η λέξη φύσις αρχίζει να αποκτά μια πιο απόλυτη χρήση, τόσο σε σοφιστικά κείμενα όσο και στο ιπποκράτειο συγγραφικό έργο, και στη συνέχεια στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Φύσις, δεν είναι πλέον η μορφή κάποιου πράγματος, αλλά προσδιορίζει την διαδικασία μορφοποίησής του ή το αποτέλεσμά της με γενικό και  αφηρημένο τρόπο. Τον 6ο αιώνα, μεταξύ άλλων και στον Ηράκλειτο, υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, που όμως δεν έχουν καθαρό νόημα. Στην αρχή τού έργου του ο Ηράκλειτος ορίζει τη μέθοδό του ως τον μερισμό τής κάθε πραγματικότητας κατά την φύσιν. Όπως φαίνεται, εδώ πρόκειται μάλλον, είτε για την διαδικασία πραγμάτωσης κάθε είδους πραγματικότητας, είτε για το αποτέλεσμα αυτής τής διαδικασίας, με μία μέθοδο που συνίσταται στην ανίχνευση τής σύμπτωσης τών αντιθέτων που εμπεριέχονται σ’ αυτήν. Δεν μπορούμε όμως να διακρίνουμε με βεβαιότητα αν στο απόσπασα 123 στο οποίο αναφερθήκαμε, η γέννηση, δηλαδή η εμφάνιση που αντιπαρατίθεται στην εξαφάνιση, έχει γενικό περιεχόμενο ή αν σχετίζεται με ένα συγκεκριμένο πράγμα.
     Η γενικευμένη και η αφαιρετική μορφή τής έννοιας φύσις, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως προκειμένου να χαρακτηρισθεί το αντικείμενο τής έρευνας των φιλοσόφων που προηγήθηκαν τής σοφιστικής και τής σωκρατικής παράδοσης. Για παράδειγμα, η πραγματεία τού Ιπποκράτη με τίτλο Η αρχαία ιατρική, που τοποθετείται στα τέλη τού 5ου αιώνα π. Χ., επικρίνει τούς ιατρούς που υπόκεινται στην επίδραση τών φιλοσόφων:
     «Ορισμένοι ιατροί και επιστήμονες δηλώνουν ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει κανείς γνώστης τής ιατρικής εάν δεν γνωρίζει τί είναι ο άνθρωπος […], και οι δηλώσεις τους εισέρχονται στο πεδίο τής φιλοσοφίας, όπως του Εμπεδοκλή, ή και άλλων, οι οποίοι σχετικά με τη φύση, ανατρέχοντας στην προέλευσή της, ερευνούν τί είναι ο άνθρωπος, πώς σχηματίζεται και ποια στοιχεία τον απαρτίζουν. Προσωπικά πιστεύω ότι οτιδήποτε λέγεται ή γράφεται περί φύσεως, από έναν τέτοιο επιστήμονα ή ιατρό, έχει τόση σχέση με την τέχνη τής ιατρικής όση και με την τέχνη τής ζωγραφικής, και εκτιμώ ότι δεν υπάρχει καμία άλλη πηγή γνώσεως τής φύσεως από την ιατρική. Και ο μοναδικός τρόπος να αποκτήσει κανείς πλήρως αυτή τη γνώση είναι να αφοσιωθεί στην ίδια την ιατρική επιστήμη στο σύνολό της και με τον σωστό τρόπο […], εννοώ αυτή την ιστορία, αυτή την έρευνα που συνίσταται στην αναζήτηση του τί είναι ο άνθρωπος, ποιά τα αίτια τής δημιουργίας του και όλα τα υπόλοιπα επακριβώς». 
     Η συνέχεια του κειμένου αποδεικνύει ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίσουμε τη φύση τού ανθρώπου αν δεν μελετήσουμε συστηματικά τίς συνέπειες στο ανθρώπινο σώμα,τής διατροφής και τής άσκησης.
     Ο συγγραφέας τής πραγματείας διαφωνεί επομένως με αυτούς που θέλουν να θεμελιώσουν την ιατρική πάνω σε μια γενική και σφαιρική θεωρία περί του ανθρώπου, τοποθετούμενη μέσα σε μια συνολική διαδικασία τής «φύσης» και εμπνευσμένη από ό,τι αποκαλούμε σήμερα φιλοσοφία τών προσωκρατικών. Η λέξη «φύση» με την απόλυτη έννοια, δεν σημαίνει εξ άλλου εδώ, όπως υποδεικνύει το πνεύμα τού κειμένου, το σύνολο τού σύμπαντος, αλλά μάλλον την φυσική διαδικασία, την λειτουργία τών πραγμάτων με την γενική έννοια, την σχέση ανάμεσα στις αιτίες και τα αποτελέσματα, την ανάλυση τής αιτιότητας. Το νόημα λοιπόν που αποδίδει στο περί φύσεως τού Εμπεδοκλή και των άλλων ο συγγραφέας τής πραγματείας, δεν αφορά στην κοσμική φύση, αλλά στην εν γένει «σύσταση» με την ενεργητική και παθητική έννοια τού όρου ταυτόχρονα, ως μια διαδικασία δια της οποίας τα επιμέρους πράγματα γεννώνται, αναπτύσσονται και πεθαίνουν, και χάρη στην οποία αποκτούν την ίδια τή σύστασή τους. Η έννοια «σύσταση» δεν αντιπροσωπεύει τόσο ένα αντικείμενο, ένα πεδίο της πραγματικότητας, όσο ένα πρόγραμμα μεθοδολογίας. Η μελέτη του αφορά στη γένεση ενός πράγματος, στην αναζήτηση μιάς ακριβούς μελέτης τών αιτίων, των συγκεκριμένων διαδικασιών που ερμηνεύουν τη γένεση. Ο Αριστοτέλης θα επανέλθει σ’ αυτή τη μέθοδο, τροποποιώντας το νόημα τής φύσεως, την οποία αρνείται να ταυτίσει με μια καθαρά υλική διαδικασία. Την περιγράφει ως εξής: «Η καλύτερη μέθοδος σ’ αυτή την περίσταση, όπως και στις άλλες, θα ήταν να παρατηρεί κανείς τα πράγματα να γεννώνται και να αναπτύσσονται». Αυτή θα γίνει αργότερα μια από τις μεθόδους προσέγγισης των μυστηρίων τής φύσεως.
     Αλλά ο συγγραφέας τής Αρχαίας ιατρικής καταγγέλλει ότι αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί ιατρική τέχνη αλλά μια τέχνη ζω-γραφική. Υπονοεί πιθανότατα τον Εμπεδοκλή, που χρησιμοποιούσε την αναλογία τής μείξης των χρωμάτων προκειμένου να ερμηνεύσει τη δημιουργία τών θνητών όντων από τα τέσσερα στοιχεία. Σε μια τέτοια προοπτική η ιατρική παύει να είναι μια τέχνη ακριβείας και γίνεται η τέχνη τού «κατά προσέγγιση».
     2. Ο Πλάτων
     Η λέξη φύσις στον Πλάτωνα χρησιμοποιείται ακριβώς για να προσδιορίσει το αντικείμενο έρευνας τών προσωκρατικών. Ο Σωκράτης του Φαίδωνα (7,96) ομολογεί ότι σε κάποια περίοδο της ζωής του αισθάνθηκε ένα εξαιρετικό πάθος γι’ αυτό το είδος της γνώσης που αποκαλείται «έρευνα περί της φύσεως», την οποία εξ άλλου συνδέει με ένα ακριβώς αντίστοιχο πρόγραμμα μελέτης με αυτό που αναφέρεται στην Αρχαία ιατρική: «Τη γνώση των αιτίων τού κάθε πράγματος, τού γιατί έρχεται στην ύπαρξη, γιατί υπάρχει και γιατί καταστρέφεται». Αλλά ο Σωκράτης μάς ενημερώνει και για την απογοήτευσή του. Η «έρευνα περί τής φύσεως» δεν προτείνει στην πραγματικότητα παρά μια καθαρά υλιστική ερμηνεία: εάν αυτή τη στιγμή βρίσκεται καθήμενος στη φυλακή του, αιτία είναι μια ανάγκη τής υλικής σύστασης του σώματός του. Μήπως όμως αιτία είναι μάλλον η ηθική αναγκαιότητα που του επέβαλε να επιλέξει αυτό που θεωρεί καλύτερο; Αυτή ακριβώς είναι η πραγματική αιτία, τής οποίας η μηχανιστική αναγκαιότητα δεν αποτελεί παρά μια προϋπόθεση.
     Στο 10ο βιβλίο τών Νόμων, ξαναβρίσκουμε έναν υπαινιγμό σε αυτούς που επιδίδονται στις «έρευνες περί της φύσεως». Αντιπαραθέτουν αυτό που δημιουργείται από την αυθόρμητη εξέλιξη τών στοιχείων (φύσει), όπως η  φωτιά, το νερό, η γή και ο αέρας, σε αυτό που παράγει η τέχνη, δηλαδή η νοητική δραστηριότητα (889b 2). Βρίσκονται σε απόλυτη πλάνη, λέει ο Πλάτων, διότι, αφού όρισαν την αυθόρμητη εξέλιξη (φύσις) ως τη γέννηση που αναφέρεται στα πρωταρχικά όντα (892c 2), θεώρησαν ότι αυτή η πρωταρχική γέννηση, αυτή η φύσις, αντιστοιχεί  σε υλικά στοιχεία, στο πυρ, το ύδωρ, τον αέρα και τη γή (891c 2). Ονόμασαν δηλαδή πρώτες αιτίες της εξέλιξης του σύμπαντος αιτίες υλικές. Το αρχικό όμως και αρχαιότερο όλων, συνεχίζει ο Πλάτων, είναι η ψυχή, διότι αντιπροσωπεύει την κίνηση που κινείται αφ’ εαυτής (892-896), και η οποία επομένως προηγείται κάθε άλλης κίνησης· ενώ τα υλικά στοιχεία μπορούν μόνο να έπονται. Επομένως, γι’ αυτούς που ασχολήθηκαν με της «έρευνες περί της φύσεως», η φύση δεν είναι παρά μια τυφλή και αυθόρμητη διαδικασία, ενώ για τον Πλάτωνα η αρχή των πραγμάτων είναι  μια δύναμη νοητική, δηλαδή η ψυχή.
     Κι ενώ το βιβλίο 10 των Νόμων αντιπαραθέτει την φύση στην ψυχή, ο διάλογος τού Σοφιστή (265c κ. επ.) ερμηνεύει την πρωτοκαθεδρία τής ψυχής απέναντι στα στοιχεία. Ο Πλάτων καταλογίζει στους φιλοσόφους που πραγματοποίησαν «έρευνες περί της φύσεως» το ότι θεώρησαν πως αυτή η φύσις, δηλαδή η διαδικασία εξέλιξης που γεννά τα πράγματα, επιδρά μέσα από μιαν «αυθόρμητη και αστόχαστη αιτιότητα»: διακρίνουν επομένως την φυσική δραστηριότητα, που διενεργείται χωρίς την παρέμβαση της σκέψης, από την τεχνική και την καλλιτεχνική δραστηριότητα, που προϋποθέτουν ένα πρόγραμμα επεξεργασμένο από την νόηση. Βασιζόμενος σε αυτή τη διάκριση, ο Πλάτων αντιπαραθέτει την δική του θεώρηση τής φύσεως σε αυτή των αντιπάλων του. Για τον ίδιο, η φύσις είναι και αυτή ακριβώς μια τέχνη, αλλά μια τέχνη θεϊκή:
     «Θα ισχυρισθώ ότι τα αποκαλούμενα έργα τής φύσεως είναι έργο μιας θείας τέχνης, και αυτά που οι άνθρωποι συνθέτουν με εκείνα, έργα μιας τέχνης ανθρώπινης» (Σοφιστής 265e 3).
     Η τοποθέτηση αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασία για την δυτική παράδοση, τόσο την φιλοσοφική όσο και την καλλιτεχνική. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία η ενέργεια τής Φύσεως θα πρέπει να κατανοείται με βάση το πρότυπο τής δημιουργίας ενός έργου τέχνης υπήρξε εξαιρετικά διαδεδομένη.  Ο Εμπεδοκλής είχε ήδη επικαλεσθεί μεταφορές από την καλλιτεχνική δημιουργία σχετικά με το δημιουργικό έργο τής Αφροδίτης: την ζωγραφική, την αγγειοπλαστική, το κολάζ. Στον Τίμαιο του Πλάτωνα αναφέρονται η επεξεργασία του κεριού, η αγγειοπλαστική, η ζωγραφική, η τέχνη της τήξης και της μείξης στις μεθόδους κατασκευής. Σε ό,τι αφορά την θεία τέχνη, αντιπροσωπεύεται από την μυθική παρουσία τού Δημιουργού, που ενεργεί έξωθεν στον κόσμο. Αλλά και για τον Αριστοτέλη, στον οποίο θα αναφερθούμε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, η τέχνη επενεργεί ως πλαστουργός: τοποθετεί έναν στέρεο σκελετό, γύρω από τον οποίο δημιουργεί. Ενεργεί και ως ζωγράφος, όταν ιχνογραφεί ένα σχέδιο και στη συνέχεια προσθέτει τα χρώματα.
     Στην πορεία αυτής τής έρευνας θα συναντήσουμε συχνά αυτό το σημαντικό θέμα τής αντίθεσης, και στη συνέχεια την επανασύνδεση τής τέχνης με τη φύση, διότι η ανθρώπινη τέχνη δεν είναι τελικά παρά μια ιδιαίτερη περίπτωση τής πρωταρχικής και θεμελιώδους τέχνης τής φύσης.
     Εξ άλλου, παρότι για τον Πλάτωνα η φύσις αποτελεί μια τέχνη θεία, δεν θα μπορέσει ποτέ να την αναγάγει σε επιστήμη, για δύο λόγους. Αφ’ ενός οι φυσικές διεργασίες είναι αποτέλεσμα εγχειρημάτων γνωστών μονάχα στους θεούς, αφ’ ετέρου αυτές οι διεργασίες βρίσκονται σε διαρκή μετασχηματισμό: ανήκουν στην τάξη τού συμβαίνοντος, του γίγνεσθαι, και δεν είναι αιώνιες όπως οι Ιδέες τής Δικαιοσύνης και τής Αλήθειας.


(συνεχίζεται)

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΗ ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ …

  Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΤΗ ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ …
                                                           ( … )
         Το κακό ούτε είχε ούτε έχει ούτε θα έχη σύμφωνα με μια δική του φύση πραγματική υπόσταση – γιατί δεν έχει και καμμιάν ουσία ή φύση ή υπόσταση ή δύναμη ή ενέργεια στα όντα – , ούτε είναι ποιότητα ούτε ποσότητα ούτε σχέση ούτε τόπος ούτε χρόνος ούτε θέση ούτε ποίηση ούτε κίνηση ούτε έξη ούτε πάθος, που να ενθεωρείται φυσικώς σε κάποιο απ’ τα όντα – κι ούτε είχε βέβαια ουδαμώς σε όλα αυτά σύμφωνα με μια φυσική κλίση πραγματικήν υπόσταση –, και δεν είναι ούτε αρχή ούτε μεσότητα ούτε τέλος, αλλά, για να το πω σαν να το περιλαμβάνω μέσα σε όρια, το κακό είναι η έλλειψη της τελειοποιούς (προς το τέλος) ενέργειας των ενυπαρχουσών στη φύση δυνάμεων, και τίποτα απολύτως άλλο.

Ή πάλι, το κακό είναι η αλόγιστη κίνηση των φυσικών δυνάμεων κατ’ εσφαλμένη κρίση προς κάτι άλλο πλην του τέλους∙ και λέω τέλος την αιτία των όντων, την οποία φυσικώς επιθυμούν όλα, έστω κι αν αφού εκάλυψε στον υπέρτατο βαθμό με την παραποίηση της εύνοιας τον φθόνο ο πονηρός, και παρέπεισε (εξαπάτησε…) με δόλο τον άνθρωπο να κινήση την έφεσή του προς κάτι άλλο απ’ τα όντα πλην της αιτίας, δημιούργησε την άγνοια της αιτίας.

 Κι αφού εγκατέλειψε λοιπόν την κίνηση τής προς το τέλος ενέργειας των κατά φύσιν δυνάμεων ο πρώτος άνθρωπος, ενόσησε την άγνοια της ίδιας του της αιτίας, νομίζοντας πως είναι εκείνο θεός με τη συμβουλή του όφεως, το οποίο είχε διατάξει ακριβώς να είναι απαγορευμένο (απώμοτον) ο της θείας εντολής λόγος. Κι αφού έγινε έτσι  παραβάτης και αγνόησε τον Θεό, αναμιγνύοντας ισχυρά προς τη σύνολη αίσθηση τη σύνολη νοερή δύναμη, προσκάλεσε τη σύνθετη και ολέθρια και ενεργούσα προς το πάθος γνώση των αισθητών, και «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς», ενεργώντας και ζητώντας και επιθυμώντας τα ίδια κατά πάντα τρόπον μ’ αυτά, κι έχοντας γίνει πια άλογος με την αλλαγή τού κατά φύσιν λόγου απ’ το παρά την φύσιν.

  ‘Οσον επιμελείτο λοιπόν κατά μόνη την αίσθηση τη γνώση των ορωμένων ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο σφιχταγκάλιαζε στον εαυτό του την άγνοια του Θεού∙ και όσο συνέσφιγγε τον δεσμό αυτής της άγνοιας, τόσο περισσότερο προσηλωνόταν στην πείρα της αισθητικής απόλαυσης των υλικών πραγμάτων που γνώριζε∙ και όσο γέμιζε απ’ αυτήν την πείρα, τόσο περισσότερο διήγειρε τον έρωτα της φιλαυτίας που  γεννάται απ’ αυτήν∙ κι όσο περιποιόταν με φροντίδα τον έρωτα της φιλαυτίας, τόσο περισσότερο επινοούσε πολλούς τρόπους συστάσεως της ηδονής, που είναι και γέννημα  και τέλος της φιλαυτίας∙ κι επειδή εκ φύσεως φθείρεται μαζί με τους τρόπους που τη συνιστούν κάθε κακία, κι ανακαλύπτοντας μέσα απ’ αυτήν την πείρα ότι είναι πάντως η οδύνη διάδοχος κάθε ηδονής, κατηύθυνε μεν προς την ηδονή όλη του την ορμή, προς δε την οδύνη όλη του την αποφυγή, υπερασπίζοντας τη μεν με όλη του τη δύναμη, και πολεμώντας τη δε με όλη του την προσπάθεια, νομίζοντας, που ήταν ακριβώς αμήχανο, πως θα τις διαστείλη μ’ αυτό το τέχνασμα τη μια απ’ την άλλη και θα συνδέη μόνο με την ηδονή τη φιλαυτία, χωρίς καμμιάν εμπειρία οδύνης, αγνοώντας απ’ το πάθος, όπως φαίνεται, ότι δεν ενδέχεται να υπάρχη ποτέ ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι αναμεμειγμένος με την ηδονή ο πόνος της οδύνης, έστω κι αν μοιάζη να διαφεύγη της προσοχής όσων την κατέχουν λόγω της κυριαρχίας του πάθους της ηδονής, επειδή διαφαίνεται απ’ τη φύση του πάντα αυτό που επικρατεί, καλύπτοντας την αίσθηση εκείνου που βρίσκεται κοντά του.

         Από εδώ εισήλθε φθοροποιός ο πολύς και αναρίθμητος όχλος των παθών στον βίο των ανθρώπων∙ από εδώ έγινε πολυστένακτη η ζωή μας, τιμώντας τις αφορμές της ίδιας της τής αναίρεσης και επινοώντας και φροντίζοντας στον εαυτό της τις προφάσεις της φθοράς λόγω της άγνοιας∙ από εδώ καταμερίσθηκε σε μύρια τμήματα η μια φύση και είμαστε εμείς που έχουμε την ίδια φύση με τον τρόπο των ερπετών και των θηρίων παραναλώματα (καταστρεφόμενοι ματαίως…) ο ένας του άλλου. Γιατί σφετεριζόμενοι την ηδονή λόγω της φιλαυτίας και προσπαθώντας να αποφύγουμε πάλι την οδύνη για τον ίδιον λόγο, επινοούμε τις αμύθητες γενέσεις των φθοροποιών παθών. Όπως, όταν φροντίζουμε μεν τη φιλαυτία με την ηδονή, γεννάμε τη γαστριμαργία, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία, τη φυσίωση, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία, την τυραννία, την καύχηση, την αλαζονεία, την απεγνωσμένη εξέγερση, τη μανία, την οίηση, τη ματαιοφροσύνη, την καταφρόνηση, την ύβρη, τη φαυλότητα, τη βωμολοχία, την ασωτία, την ακολασία, τη φαντασία, τον μετεωρισμό, τη βλακεία, την προσποίηση, τον χλευασμό, την πολυλογία, την ακαιρολογία, την αισχρολογία, και όσα άλλα ανήκουν σ’ αυτό το γένος∙ κι όταν βασανίζεται μάλλον με την οδύνη ο τρόπος της φιλαυτίας, γεννάμε τον θυμό, τον φθόνο, το μίσος, την έχθρα, τη μνησικακία, την κακολογία, την καταλαλιά, τη συκοφαντία, τη λύπη, την ανελπιστία, την απόγνωση, τη διαβολή της πρόνοιας, την ακηδία, την ολιγωρία, τη δυσθυμία, την αθυμία, την ολιγοψυχία, το άκαιρο πένθος, τον θρήνο, την κατήφεια, τον οδυρμό, την ζήλεια, την ζηλοτυπία, τη δυσαρέσκεια, και όσα άλλα ανήκουν στη διάθεση που στερήθηκε τις κατά την ηδονή αφορμές. Κι απ’ την ανάμειξη που γίνεται για κάποιες άλλες αιτίες της ηδονής με την οδύνη, απ’ τη μοχθηρία δηλαδή – γιατί έτσι ονομάζουν κάποιοι τη σύνθεση απ’ τα αντίθετα μέρη της κακίας - γεννάμε την υποκρισία, την ειρωνεία, τον δόλο, την προσποίηση, την κολακεία, την ανθρωπαρέσκεια, και όλα τα άλλα επινοήματα της μικτής πανουργίας. Γιατί δεν είναι υποφερτό να τα απαριθμήσουμε τώρα και να τα πούμε όλα μαζί με τα οικεία τους σχήματα και τρόπους και αιτίες και καιρούς, αφήνοντας να ερευνηθή η εξέτασή τους ως ιδιαίτερη υπόθεση, με τη δύναμη που μας χαρίζει ο Θεός.
Το κακό είναι λοιπόν, όπως προείπα, η άγνοια της αγαθής αιτίας των όντων, η οποία, έχοντας ακρωτηριάσει τον ανθρώπινο νου, κι έχοντας διανοίξει τρανώς την αίσθηση, αποξένωσε μεν τον νου παντελώς απ’ τη θεία γνώση, τον επλήρωσε δε με την εμπαθή γνώση των αισθητών∙ την οποίαν αμελώς μεταλαμβάνοντας μόνο με την αίσθηση, με τον τρόπο των αλόγων κτηνών, ο άνθρωπος και βρίσκοντας με την πείρα πως είναι συστατική της ορατής σωματικής του φύσης η μετάληψη των αισθητών, παρεγνώρισε (διέγνωσε σφαλερά…) εύλογα, και καθώς είχε ήδη παραστρατίσει απ’ το νοητό κάλλος της θείας ωραιότητας, τη φαινόμενη κτίση  σε θεό, θεοποιώντας την λόγω της χρησιμότητάς της στη σύσταση του σώματος, και αγάπησε όπως είναι φυσικό το ίδιο του το σώμα, που ήταν οικείο κατά τη φύση προς την κτίση που είχε νομίσει πως είναι θεός, «λατρεύων» με όλη του την προσπάθεια λόγω της φροντίδας και επιμελείας του σώματος μόνο, «τη κτίσει παρά τον κτίσαντα». Γιατί δεν μπορεί να λατρεύη κανείς με διαφορετικόν τρόπο την κτίση, χωρίς να περιποιείται το σώμα, όπως ακριβώς δεν μπορεί και να λατρεύη κανείς τον Θεό, χωρίς να καθαρίζη πλήρως την ψυχή με τις αρετές∙ επιτελώντας σύμφωνα μ’ αυτό το σώμα  τη φθοροποιό λατρεία ο άνθρωπος και γενόμενος σύμφωνα μ’ αυτό φίλαυτος είχε ατελείωτα ενεργούμενη την ηδονή και την οδύνη, εσθίοντας (τρώγοντας…) πάντοτε το ξύλο της παρακοής, έχοντας έτσι αναμεμιγμένη τη γνώση του καλού και του κακού σύμφωνα με την αίσθηση και μέσω της πείρας. Κι αν πη τυχόν κανείς πως είναι ξύλο που γνωρίζει το καλό και το πονηρό η φαινόμενη κτίση δεν θα αστοχήση ως προς την αλήθεια∙ γιατί δημιουργεί με φυσικό τρόπο την ηδονή και την οδύνη η μετάληψή της.

        Ή πάλι∙ επειδή έχει και λόγους πνευματικούς των ορωμένων και που διατρέφουν τον νου η κτίση, και δύναμη πάλι φυσική, που τέρπει μεν την αίσθηση, διαστρέφει δε τον νου,  γι’ αυτό και ονομάσθηκε ξύλο που γνωρίζει το καλό και το κακό, έχοντας  μεν γνώση του καλού, όταν θεωρείται πνευματικά, γνώση δε του κακού, όταν λαμβάνεται σωματικά. Γιατί γίνεται δάσκαλος παθών σ’ αυτούς που τη μεταλαμβάνουν σωματικά , επιφέροντάς τους λήθη των θείων. Γι’ αυτό και απαγόρευσε ίσως στον άνθρωπο αναβάλλοντας για κάποιον χρόνο τη μετάληψή της ο Θεός, ώστε αφού διακρίνει προηγουμένως, όπως ήταν δικαιότατο, με τη μετοχή στη χάρι την ίδια του την αιτία και ενδυναμώσει μ’ αυτήν τη μετάληψη προς απάθεια και ατρεψία τη δοθείσα κατά χάριν αθανασία, γενόμενος ήδη με τη θέωση ως θεός, να σκεφθή αβλαβώς και κατά παραχώρησιν (επ’ αδείας) σε όλη τους την έκταση μαζί με τον Θεό τα κτίσματα του Θεού και να αναλάβη τη γνώση τους ως θεός κι όχι ως άνθρωπος, έχοντας την ίδια με τον Θεό κατά χάριν μετά σοφίας γνώση των όντων  λόγω της προς θέωσιν μεταποίησης του νου και της αίσθησης.

         Έτσι πρέπει να αντιληφθούμε λοιπόν εδώ τα περί του ξύλου σύμφωνα με την αναγωγή που μπορεί να είναι κατάλληλη σε όλους, φυλάσσοντας τον μυστικότερο και υψηλότερο λόγο για τους μυστικούς στη διάνοια και τιμώντας τον εμείς με τη σιωπή. Θυμήθηκα δε τώρα παροδικά το ξύλο της παρακοής, θέλοντας να φανερώσω πως η άγνοια του Θεού θεοποίησε την κτίση, της οποίας λατρεία σαφής είναι η κατά το σώμα φιλαυτία του γένους των ανθρώπων, που γύρω απ’ αυτήν υπάρχει όπως ακριβώς μια ανάμεικτη γνώση η πείρα της ηδονής και της οδύνης, για τις οποίες και επεισήλθε στον βίο των ανθρώπων όλος ο βούρκος των κακών συνιστάμενος με διαφορετικό και ποικίλο και, σαν να μη μπορή να τον παρουσιάση κάποιος λόγος, πολύμορφο τρόπο, καθόσον έχει ο καθένας απ’ αυτούς που μεταλαμβάνουν την ανθρώπινη φύση ζωντανή και κατά το ποσόν και κατά το ποιόν στον εαυτό του και πράττουσα τη γύρω απ’ το ορατό (φαινόμενον) του μέρος, και εννοώ το σώμα, φιλία, που τον αναγκάζει δουλοπρεπώς να επινοή λόγω της επιθυμίας της ηδονής και του φόβου της οδύνης πολλές ιδέες παθών, σύμφωνα με τη σύμπτωση των καιρών και των πραγμάτων, και όπως το επιδέχεται ο τρόπος αυτών των παθών, ώστε να μπορέση τη μεν ηδονή να τη λάβη διαπαντός προς συμβίωση, να διαμείνη δε παντελώς ανέπαφος απ’ την οδύνη, διδάσκοντάς τον να επαγγέλλεται το αμήχανο (το ακατόρθωτο…) και να μη μπορή να φτάση στο σύμφωνα με τον σκοπό του πέρας. Γιατί καθώς είναι φθαρτή και διαλυτή η σύνολη φύση των σωμάτων, με όσους τρόπους κι αν επιμελείται να τη συστήση κανείς, καθιστά μάλλον ισχυρότερη τη φθορά της, φοβούμενος και μη θέλοντας πάντοτε εκείνο για το οποίο αισθάνεται στοργή και περιποιούμενος παρά τη γνώμη του ανεπαισθήτως μέσω αυτού για το οποίο αισθάνεται στοργή εκείνο για το οποίο δεν αισθάνεται, εξαρτημένος από εκείνα που απ’ τη φύση τους δεν μπορούν να παυθούν και αλλοιώνοντας (μεταβάλλοντας πλήρως…) γι’αυτό μαζί με τα διαλυτά και τη διάθεση της ψυχής που διεξέρχεται αστάτως μαζί μ’ αυτά που ρέουν και μη κατανοώντας την ίδια του την απώλεια λόγω της παντελούς προς την αλήθεια τύφλωση της ψυχής.

       Απαλλαγή δε απ’ όλα αυτά τα κακά και σύντομη προς σωτηρίαν οδός είναι η αληθινή κατ’ επίγνωσιν αγάπη του Θεού και η καθολική απάρνηση της κατά ψυχήν στοργής και προς το σώμα και προς τον κόσμο αυτόν, κατά την οποία, αφού αποβάλλουμε της μεν ηδονής την επιθυμία, της δε οδύνης τον φόβο, ελευθερωνόμαστε απ’ την κακή φιλαυτία, έχοντας αναβιβασθή προς τη γνώση του κτίσαντος, και, έχοντας ανταλλάξει την πονηρή με την αγαθή και νοερή φιλαυτία, αποχωρισμένη απ’ τη σωματική στοργή, δεν παύουμε να λατρεύουμε τον Θεό μ’ αυτήν την καλή φιλαυτία, ζητώντας συνέχεια απ’ τον Θεό τη σύσταση της ψυχής. Γιατί αυτή είναι η αληθινή και η όντως θεάρεστη λατρεία, η ακριβής δια των αρετών επιμέλεια της ψυχής.

        Αυτός που δεν επιθυμεί λοιπόν την ηδονή και δεν φοβάται παντελώς την οδύνη έχει γίνει απαθής σ’ αυτές, φόνευσε ομοθυμαδόν μαζί με τη φιλαυτία που τις γεννάει όλα τα λόγω αυτών και εξ αυτών μαζί με την αρχηγικώτατη των κακών άγνοια πάθη, και γεννήθηκε όλος απ’ το ιστάμενο και μένον και όντας κατά τον ίδιον πάντα τρόπο φύσει καλό, διαμένοντας σε εντελώς όλα ακίνητος μαζί του και «ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν του Θεού κατοπτριζόμενος», θεώμενος απ’ την στον εαυτό του φωτοειδή λαμπρότητα τη θεία και απρόσιτη δόξα.

Αφού μας φανερώθηκε λοιπόν απ’ τον λόγο η ορθή και εύκολη οδός των σωζομένων, ας αρνηθούμε με όση δύναμη έχουμε την ηδονή της παρούσας ζωής και την οδύνη και ας διδάξουμε με πολλή παράκληση τους υφισταμένους μας (τους υφ’ ημάς) να το κάνουν αυτό, και θα έχουμε απαλλαγή και θα έχουμε απαλλάξει παντελώς από κάθε επίνοια (επινόημα…) και δαιμονιώδη κακουργία των παθών∙ και ας εγείρουμε αξίωση μόνο για τη θεία αγάπη, και κανείς δεν θα μπορέση να μας χωρίση απ’ τον Θεό, ούτε θλίψη, ούτε στεναχώρια, ούτε μεγάλη πείνα, ούτε κίνδυνος, ούτε μάχαιρα, ούτε όσα απαριθμήθηκαν απ’ τον άγιον απόστολο στο συγκεκριμένο χωρίο, αφού θα μένη η κατ’ ενέργειαν γνώση, η αγάπη ακίνητη (εδραία…) σε μας, προμηθευόμενοι αιώνια και άρρητη απ’ αυτό ευφροσύνη και σύσταση της ψυχής∙  της οποίας αφού αξιωθούμε, θα έχουμε προς μεν αυτόν τον κόσμο τη σώζουσα άγνοια, χωρίς να βλέπουμε πλέον δίχως σώφρονα λογισμό, όπως προηγουμένως,  «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της αισθήσεως ως δόξα την επιφάνεια των αισθητών, γύρω απ’ την οποία γεννώνται προδήλως τα πάθη, αλλά «κατοπτριζόμενοι» μάλλον «ανακεκαλυμμένω προσώπω» της διανοίας, απαλλαγμένου από κάθε αισθητό κάλυμμα, την εν αρεταίς και γνώσει δόξα του Θεού, κατά την οποία (καθ’ ήν) γίνεται εκ φύσεως η κατά χάριν προς τον Θεό ένωση, που αφυπνίζει (διεγείρει) τον νου από κάθε άγνοια και πτώση. Γιατί όπως δραττόμαστε, αφού αγνοήσαμε τον Θεό, την απολαυστικώς με την αίσθηση γνωσθείσα κτίση λόγω της εφικτής με τη νόηση κατ’ ενέργειαν γνώσης του Θεού, ας αγνοήσουμε, λόγω της εξ αυτού συστάσεως και προς το είναι και προς το ευ είναι και προς το αεί είναι της ψυχής, κάθε και κάθε αίσθησης πείρα.

( Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής -   Απ’ την εισαγωγή…)                                                                                                                 


Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.   
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής



Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης 

Aμέθυστος

Οι στρατιές του ψεύδους

Βασίλης Νέδος

​​«Τριάντα χώρες χρησιμοποιούν “στρατό διαμορφωτών γνώμης” για να χειραγωγήσουν τη δημοκρατία». Πρόκειται για τον τίτλο πρόσφατου δημοσιεύματος της βρετανικής εφημερίδας The Guardian και αναφέρεται στην έκθεση μιας ΜΚΟ με βασικό έργο τον εντοπισμό και την ανάδειξη της παραπληροφόρησης από τα social media. Ανάμεσα στις χώρες που χρησιμοποιούν στρατούς από ψεύτικους ή παραπλανητικούς λογαριασμούς στα social media για να περάσουν τη γραμμή τους ή να προωθήσουν την αντιδημοκρατική ατζέντα, βρίσκονται πέρα από τη Ρωσία, η Τουρκία, οι Φιλιππίνες και η Βενεζουέλα. Ισως, η πλέον ωμή εκδοχή είναι εκείνη του Σουδάν. Υπάρχει ειδική μονάδα, ενταγμένη στον στρατό που κατασκευάζει λογαριασμούς, η οποία πέρα από την ατζέντα της κυβέρνησης, προωθεί και την απαξίωση των ελάχιστων ανεξάρτητων φωνών που μπορεί να υπάρχουν και να επικρίνουν την κυβέρνηση. Η αμερικανική ΜΚΟ Freedom House, η οποία πραγματοποίησε την έρευνα, περιέλαβε σε αυτή συνολικά 65 χώρες. Στην έρευνα συμπεραίνεται ότι μόνο το 2016 τουλάχιστον 17 εκλογικές αναμετρήσεις επηρεάστηκαν από τη διασπορά ψευδών ειδήσεων (των λεγόμενων fake news) και παραπληροφόρησης.

Πέρα από την προφανή διάσταση ασφαλείας που έχει η ανάγκη αντιμετώπισης της κακόβουλης παραπληροφόρησης, καθώς είναι ικανή να επηρεάσει και τους διεθνείς συσχετισμούς, έχει και μια εσωτερική. Ο πειρασμός να κάνει κάποιος συγκρίσεις με την ελληνική σφαίρα των κοινωνικών δικτύων είναι μεγάλος. Από το 2009 και μετά, τα social media έχουν γίνει ένα μεγάλο καζάνι, όπου φήμες, ψευδείς ειδήσεις, πολιτικά τοποθετημένες εκτιμήσεις, «πειραγμένες» εικόνες και απλά χονδροειδή ψέματα, αναμειγνύονται με τα γεγονότα. Ο χυλός που τελικά προκύπτει ως αποτέλεσμα για τον τελικό χρήστη, εν ολίγοις τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών που διαθέτουν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα, λειτουργεί ως ένας πραγματικός φάρος παραπληροφόρησης. Πολιτικά «ονόματα» χτίζονται πάνω σε αυτό τον χυλό, αλλά και καριέρες «δημόσιων προσώπων». Στο τέλος της ημέρας, τα παραδοσιακά ΜΜΕ απλά παρακολουθούν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους, καθώς η παραδοσιακή δημοσιογραφία εμφανίζεται ανίκανη να συγκρατήσει αυτή την ακατάσχετη ροή πληροφορίας. Κανείς δεν μπορεί να δει την επόμενη μέρα καθαρά. Ωστόσο, αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, σίγουρα θα είναι δυσοίωνη.


Πηγή: Καθημερινή

vigla

Κεφάλαιο και Χρήμα

402
Κανένας δεν ενδιαφέρεται για τη δημιουργία πλούτου και ανάπτυξης, έστω κάτω από τις δύσκολες σημερινές συνθήκες – πόσο μάλλον η Τρόικα η οποία, για το κλείσιμο της επόμενης αξιολόγησης, απαιτεί δύο βασικά πράγματα: την υφαρπαγή των σπιτιών των Ελλήνων, καθώς επίσης το ξεπούλημα της ΔΕΗ.
«Ο όρος «Κεφάλαιο» υπόκειται συνήθως σε μία μονοδιάστατη ερμηνεία, αφού θεωρείται συνώνυμος με το «Χρήμα» – όπως είναι οι αποταμιεύσεις, τα διαθέσιμα των ταμείων συνταξιοδότησης ή το αρχικό ποσόν που διαθέτουν οι νέες επιχειρήσεις. Το κεφάλαιο όμως διαφέρει από το χρήμα, το οποίο (χρήμα) ουσιαστικά χρησιμεύει μόνο ως βάση για την αξιολόγηση των ποικίλων μορφών του – οι οποίες είναι τα υφιστάμενα αγαθά, η γνώση, το φυσικό περιβάλλον, καθώς επίσης οι άνθρωποι με τα ταλέντα και τις εμπειρίες τους.
Περαιτέρω, το κεφάλαιο δεν αυξάνεται αυτόματα, ούτε διαιωνίζεται – αλλά πρέπει να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί, μέσω της παραγωγής, της εξοικονόμησης πόρων και των λογικών επενδύσεων. Όσον αφορά τα αγαθά, διακρίνονται σε καταναλωτικά και κεφαλαιουχικά – όπου τα δεύτερα διαφέρουν από τα πρώτα, επειδή αποτελούν μέσο για την επίτευξη έμμεσων στόχων, έναν σταθμό δηλαδή για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Για παράδειγμα, ο φούρνος είναι ένα κεφαλαιουχικό αγαθό – το οποίο επιτρέπει στον αρτοποιό να παράγει ένα καταναλωτικό αγαθό: ψωμί για τους πελάτες του.
Μέσω του σχηματισμού κεφαλαίου τώρα, δημιουργείται το δυναμικό για την αύξηση της παραγωγικότητας – όπου προϋπόθεση είναι η προσωρινή τουλάχιστον μείωση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών, με στόχο οι περιορισμένοι πόροι να διατεθούν για τη δημιουργία κεφαλαιουχικών αγαθών. Όσο πιο δυναμική είναι η παραγωγική δομή μίας χώρας, τόσο πιο μεγάλη η οικονομική ευημερία της – γεγονός που σημαίνει ότι, το σημερινό υψηλό βιοτικό επίπεδο πολλών κρατών είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών ή ακόμη και αιώνων πολιτιστικής και οικονομικής συσσώρευσης κεφαλαίου, από τις προηγούμενες γενιές.
Το υφιστάμενο συσσωρευμένο κεφάλαιο όμως είναι τελείως παροδικό, αφού φθείρεται, απαρχαιώνεται ή καταναλώνεται. Για να διατηρηθεί λοιπόν απαιτεί επαναλαμβανόμενες επανεπενδύσεις, οι οποίες μπορούν συνήθως να χρηματοδοτηθούν απ’ ευθείας από τα εξοικονομούμενα κέρδη. Εάν η επανεπένδυση τώρα παραμεληθεί, επειδή καταναλώνεται ολόκληρη η παραγωγή ή και ακόμη περισσότερη (=ελλείμματα ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών για μία χώρα), τότε το κεφάλαιο μειώνεται – ενώ μόλις εξαντληθούν τα αποθέματα του, η οικονομία καταρρέει. Αυτό συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρη τη Δύση«. (πηγή: MISESInstitute).
Άρθρο
Στην Ελλάδα διαμαρτυρόμαστε για την έλλειψη χρημάτων, ρευστότητας – κατηγορώντας συνήθως το ευρώ. Εάν γνωρίζαμε όμως πως το χρήμα είναι μόνο η μονάδα μέτρησης γενικότερα των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει μία οικονομία, θα κατανοούσαμε πως το πρόβλημα μας είναι η μειωμένη παραγωγή (ΑΕΠ) – η οποία ουσιαστικά ξεκίνησε από το 2008, όταν η χώρα μας βυθίστηκε στην κρίση.
Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το γράφημα που ακολουθεί, το οποίο αναφέρεται στην ποσότητα χρημάτων (γαλάζια καμπύλη, αριστερή κάθετος), σε σύγκριση με το ΑΕΠ (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος) – η οποία είναι περίπου η ίδια (η υπέρβαση της θα είχε λογικά πληθωριστικά επακόλουθα, τα οποία θα ήταν ίσως θετικά μόνο εάν η χώρα δεν είχε μεγάλα εξωτερικά χρέη).
401
Δεν μειώνεται όμως μόνο η μία αυτή μορφή κεφαλαίου αλλά, επίσης, όλες οι υπόλοιπες με εξαίρεση το φυσικό περιβάλλον, αφού οι Έλληνες μεταναστεύουν μαζικά, ενώ η γνώση, οι δεξιότητες, τα ταλέντα και οι εμπειρίες ενός μεγάλου μέρους αυτών που μένουν συρρικνώνονται – ως αποτέλεσμα της ανεργίας, των χρεοκοπιών των επιχειρήσεων, της μη διενέργειας επενδύσεων σε σύγχρονα μηχανήματα ή παραγωγικές διαδικασίες κοκ.
Περαιτέρω, λόγω του μη σχηματισμού κεφαλαίου, δεν δημιουργείται το δυναμικό για την αύξηση της παραγωγικότητας/ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, παρά το ότι τα τελευταία χρόνια μειώνεται η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών – επειδή οι πόροι που εξοικονομούνται οδηγούνται στην πληρωμή πολύ υψηλότερων φόρων λόγω των δημοσίων χρεών και ελλειμμάτων, στην κάλυψη των αναγκών που δεν εξασφαλίζεται πια εξαιτίας της ραγδαίας μείωσης των εισοδημάτων κοκ.
Για την ίδια αιτία αλλά όχι μόνο, δεν διενεργούνται επαναλαμβανόμενες επανεπενδύσεις. Επομένως μειώνεται συνεχώς το κεφάλαιο, όταν παράλληλα καταναλώνονται τα κεφάλαια που είχαν συσσωρευτεί από τις προηγούμενες γενιές – με αποτέλεσμα η Ελλάδα να οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην απόλυτη οικονομική καταστροφή.
Συνεχίζοντας, η μοναδική διέξοδος είναι η δημιουργία πλούτου μέσω της χρησιμοποίησης κεφαλαίων που δεν έχουν καταναλωθεί – όπως είναι το φυσικό περιβάλλον. Στα πλαίσια αυτά η οικονομία μας οφείλει να βασιστεί εν πρώτοις στον πρωτογενή τομέα και στον τουρισμό – όπου ο τουρισμός είναι σε θέση να στηρίξει τη γεωργία, αφού τα αγαθά που καταναλώνει προέρχονται μόλις κατά 15% από την εγχώρια παραγωγή, έναντι 70% της Ιταλίας (επίσης τις εξαγωγές, επειδή οι τουρίστες αναζητούν τα προϊόντα των διακοπών τους στη χώρα τους). Όσον αφορά δε τους καταναλωτές, είναι σε θέση να στηρίξουν και τους δύο τομείς – αγοράζοντας μόνο ελληνικά προϊόντα και κάνοντας διακοπές μόνο στην Ελλάδα.
Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το ΑΕΠ μας θα ακολουθούσε ανοδική πορεία παρά την κρίση – αφού ο τέταρτος συντελεστής του (Εξαγωγές μείον Εισαγωγές) θα γινόταν αμέσως θετικός, λόγω της μείωσης των εισαγωγών. Αμέσως μετά θα δημιουργούταν ανάγκη διενέργειας επενδύσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα – οπότε θα γινόταν επίσης θετικότερος και ο τρίτος συντελεστής του ΑΕΠ (Ιδιωτικές Επενδύσεις).
Παρά το ότι λοιπόν οι δύο πρώτου συντελεστές (Κατανάλωση, Δημόσιες Δαπάνες) θα παρέμεναν στατικοί, το ΑΕΠ της χώρας θα άρχιζε να αυξάνεται – οπότε κάποια στιγμή θα ακολουθούσε και η κατανάλωση, η οποία στηρίζεται επί πλέον από τη ζήτηση των τουριστών. Έτσι θα δημιουργούταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή βιομηχανικών επενδύσεων, ειδικά σε εξαγωγικούς τομείς – αφού ο τουρισμός, οι υπηρεσίες γενικότερα, δεν αποτελούν σταθερές βάσεις για μία οικονομία.
Εν τούτοις κανένας δεν ενδιαφέρεται για τη δημιουργία πλούτου και ανάπτυξης, έστω κάτω από τις δύσκολες σημερινές συνθήκες – πόσο μάλλον η Τρόικα η οποία, για το κλείσιμο της επόμενης αξιολόγησης, απαιτεί δύο βασικά πράγματα: την υφαρπαγή των σπιτιών των Ελλήνων στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές (= κατασχέσεις και πλειστηριασμούς εκ μέρους των αφελληνισμένων τραπεζών και του δημοσίου), καθώς επίσης το ξεπούλημα της ΔΕΗ.
Με δεδομένο δε το ότι, τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα, η Τράπεζα της Ελλάδας, οι αγορές και πολλοί άλλοι θεωρούν απαραίτητο το κλείσιμο της αξιολόγησης το δυνατόν γρηγορότερα, σημαίνει ότι συμφωνούν με τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που τίθενται – μέσω των οποίωναναβάλλεται σκόπιμα η ανάπτυξη για αργότερα, όταν η χώρα μας θα έχει πια αλλάξει ιδιοκτήτεςΕν προκειμένω, αφού η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων τάσσεται υπέρ των μνημονίων, ενώ κανένας δεν διαμαρτύρεται ενεργητικά, η Τρόικα εισπράττει τη σιωπή, άρα την ανοχή ως συμφωνία – οπότε το μέλλον της Ελλάδας είναι προδιαγεγραμμένο.

Θιασώτες της «αυθεντικής» συμφοράς

Τ​​ο μάταιο κάθε καταγγελίας, το ατελέσφορο της διαμαρτυρίας παγιώνουν την παθητικότητα των πολιτών. Εχουμε όλοι πεισθεί ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Επομένως, περιττεύει κάθε προσπάθεια.
Αρκετά χρόνια πριν από τη χρεοκοπία, την επιτρόπευση, τη δίχως προσχήματα υποδούλωση της χώρας στους δανειστές της, ήταν προκλητικά φανερή η κοινωνική μας αποσύνθεση και κρατική διάλυση. Οι επιφάσεις του τάχα και πολιτικού συστήματος υπηρετούσαν μόνο τη συντήρηση ψευδαισθητικών εντυπώσεων, όχι κοινωνικές ανάγκες και στοχεύσεις. Η παντομίμα της «δημοκρατίας» κάλυπτε την ωμή και χυδαία καταλήστευση του κράτους από τον υπόκοσμο της καμαρίλας των κομμάτων. Η τσοχατζοπούλεια εκδοχή διαχείρισης της εξουσίας ήταν ο κανόνας για ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό της χώρας – αν υπήρχαν εξαιρέσεις, βαρύνονται με την ενοχή της ειδεχθούς κακουργίας, επειδή, ενώ ήξεραν, σιωπούσαν.
Η διαφθορά και σήψη των κομμάτων έγινε αχαλίνωτη και ακατανίκητη, όταν προσέλαβε τη δυναμική της γάγγραινας, με τη «διαπλοκή»: Δηλαδή, όταν η εξέλιξη της τεχνολογίας όπλισε την κομματική εξουσιολαγνεία με τη δυνατότητα να φαμπρικάρει «κροίσους» προσφέροντας αναθέσεις δημόσιων έργων και προμηθειών του Δημοσίου. Και να παραχωρεί σε ιδιώτες την εξουσία πλύσης εγκεφάλου των μαζών με εμπορικά ΜΜΕ.
Μέσα σε ελάχιστα χρόνια τα τηλεοπτικά κανάλια μετάλλαξαν ριζικά την ελλαδική κοινωνία: Εκβαρβάρωσαν τη γλώσσα, μείωσαν δραματικά την εκφραστική της δυναμική και αλλοίωσαν βάναυσα την αισθητική της, την ευφωνία της. Το στραπατσάρισμα της γλώσσας έχει πάντα συνέπειες στη νοο-τροπία (τρόπο-του-νοείν), συνέπειες στη συμπεριφορά, στα γούστα, στις προτιμήσεις και αξιολογικές αποτιμήσεις. Προγραμματικός στόχος της εμπορικής τηλεόρασης είναι να διεγείρει στον τηλεθεατή και να οξύνει τις καταναλωτικές του ορέξεις, να τον κάνει ευάλωτο από τις εντυπώσεις, εύπιστον αποδέκτη της εικονικής πραγματικότητας. Και, οπωσδήποτε, αποδεσμευμένον από εθνικές και πατριωτικές «προκαταλήψεις», αναστολές καλλιέργειας και ήθους.
Γνωστές και χιλιοειπωμένες αυτές οι διαπιστώσεις, ποιος ο λόγος να τις επαναλαμβάνουμε; Ακριβώς επειδή η επίμονη επανάληψη είναι η μάχη που δίνουμε οι πολίτες για να σώσουμε την ανθρωπιά μας, τα όποια μέτρα ή κριτήρια ποιότητας στη ζωή μας. Το κυριότερο όπλο των έχθιστων αντιπάλων μας, επαγγελματιών της εξουσίας και κερδεμπόρων της τηλεθέασης, είναι ο δικός μας εφησυχασμός, η απογοήτευση και παραίτησή μας, ο συμβιβασμός μας με τη «μοίρα» μας, η παραδοχή ότι «δεν γίνεται τίποτα», «πάντα έτσι ήταν», οι δυνάστες μας «έχουν και το μαχαίρι και το πεπόνι».
Οι δημοσκοπήσεις είναι ίσως ένας δείκτης αντίστασης, όταν οι δημοσκοπούμενοι πολίτες αρνούνται να δώσουν αυτοδυναμία σε κάποιον από τους εμπαίκτες μας. Αλλά αυτό δεν αρκεί, δεν δηλώνει την επίγνωση του εμπαιγμού που συνεχίζεται αμείωτος τόσο από τους κυβερνώντες όσο και από την αντιπολίτευση. Εμφάνισε ποτέ η Ν.Δ. συγκεκριμένο προγραμματισμό (όχι ρητορικές αοριστίες και γενικόλογες επαγγελίες) για ριζικά καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα; Μίλησε ποτέ για εξ υπαρχής σχεδιασμό της οργάνωσης και λειτουργίας κάθε υπουργείου; Δεσμεύτηκε ποτέ με συγκεκριμένη επαγγελία μέτρων για την απαλλαγή της κοινωνίας από τον καθημερινό εφιάλτη του παρακράτους των Εξαρχείων; Ψέλλισε έστω ποτέ κάποια πρόταση διαχείρισης της οικονομίας διαφορετική από τις προκρούστειες μεθόδους της διεθνούς τοκογλυφίας;
Ο κ. Μητσοτάκης μοιάζει ένα τυπικό προϊόν του ολοκληρωτισμού των ΜΜΕ, ένας διαχειριστής εντυπώσεων παγιδευμένος από τους διαφημιστές στην κοινοτοπία. Η Ν.Δ. δεν παράγει πολιτική, δεν παρήγαγε ποτέ πολιτική, επαγγελλόταν πάντοτε κατορθώματα διαχειριστικής πρακτικής. Διότι δεν είχε ποτέ κοινωνική πρόταση, κάποιον στόχο διαφορετικόν από τα σκοπούμενα του Ιστορικού Υλισμού. Οι επιφάσεις «πατριωτισμού» ή εμμονής σε παραδοσιακές «αξίες» έκαναν εναργέστερο το τραγικό κενό απουσίας κριτηρίου ποιότητας ή «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, διαφορετικού από τον καταναλωτισμό.
Την περασμένη Κυριακή διακόσιες τόσες χιλιάδες Ελλαδίτες πήγαν εθελοντικά στην κάλπη, να βεβαιώσουν τη νοσταλγία τους για το «αυθεντικό» ΠΑΣΟΚ. Η όποια απογοήτευση ή και απόγνωση για το ποσοστό εμμονής στη νοσταλγία τόσης διαφθοράς και ανικανότητας μετριάζεται, αν σκεφθεί κανείς τις τετρακόσιες τόσες χιλιάδες Ελλαδιτών που στις τελευταίες εκλογές έφεραν τρίτο κόμμα στη Βουλή τη «Χρυσή Αυγή». Η ντροπή ή και ο φόβος γι’ αυτά τα συμπτώματα έσχατου παρακμιακού αμοραλισμού, ας ευχηθούμε να αφυπνίσουν από τον επιθανάτιο λήθαργο κάποιους ευφυείς και ανιδιοτελείς (αν υπάρχουν) στο κόμμα της Ν.Δ.
Επιβιώνει ένα ποσοστό πολιτών στην ελλαδική κοινωνία που δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να καταμετρηθεί ως πολιτική δύναμη. Θα τους εξέφραζε ένα κόμμα πατριωτικό. Που να καταλαβαίνει τον ελληνικό πατριωτισμό ως κοσμοπολιτισμό, όχι επαρχιώτικο εθνικισμό. Με μετοχή στην Ε.Ε. που να συνιστά δημιουργική ετερότητα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και όχι εξευτελιστική ζητιανιά. Πατριωτισμό ταυτισμένον με την προτεραιότητα της καλλιέργειας, δηλαδή της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της αριστείας, της ποιότητας, των επιστημονικών επιδόσεων, επομένως των ουσιαστικών προϋποθέσεων για μετοχή στην πρωτοπορία του ουσιαστικού εκσυγχρονισμού, όχι του παλιμβαρβαρισμού της «γκλαμουριάς».
Θα τολμήσει τη μετονομασία και μεταστοιχείωσή της η Ν.Δ.; Θα ελευθερωθεί από την ευτελισμένη διαχειριστική αμβλυωπία της; Καμιά ελπίδα στον ορίζοντα.

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η ξενοδουλία είναι η ρίζα του κακού


Το σύνθημα της Εθνεγερσίας του 1821 δεν ήταν ρομαντικό. Διόλου. Ήταν ό,τι πιο ρεαλιστικό θα μπορούσαν να σκεφτούν: Ελευθερία ή Θάνατος!

Γιατί είναι τέτοια η Κρίση, τόσο βαθιά και τόσο εκτεταμένη - όσο ίσως ποτέ μια πεντηκονταετία τώρα, σ' αυτόν τον τόπο. Και, ή παίρνει γόνιμη έκφραση -να εκδηλωθή, να μετατρέψη άρδην, να βαδίση- ή μας τινάζει σύντομα στον αέρα, σα φυσική δύναμη που είναι, φευγάτη από τα χέρια μάγων! Αυτό ακριβώς δεν αισθάνονται οι “ταγοί”, όσοι γέρασαν. Σ' αυτό ακριβώς, χρόνια τώρα, κωφεύουν όσοι γεννήθηκαν γέροι».

Ρένος Αποστολίδης, «Τι Φταίει; Για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής», εφημερίδα «Ελευθερία», Κυριακή 16 Ιουνίου 1958, σ. 5.

Το 1958 ο συγγραφέας, φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας Ρένος Αποστολίδης (1924-2004) συνεργαζόταν με την εφημερίδα «Ελευθερία» και ανέλαβε να φέρει εις πέρας μια έρευνα της εφημερίδας με τίτλο «Τι Φταίει;». Αντικείμενό της, τα αίτια της «κακοδαιμονίας της ελληνικής ζωής». Η έρευνα άρχισε εντυπωσιακά, με την άποψη του Οδυσσέα Ελύτη (1911-1996), και συνεχίστηκε με τον τότε υφηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια λαμπρό ακαδημαϊκό, φιλόσοφο και συγγραφέα Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο (1913-2016).
Και οι δύο συνομιλητές του Ρ. Αποστολίδη, που άρχισαν να αναλύουν τα αίτια της βαθιάς κρίσης του ελληνικού κράτους -και κατ' επέκταση της κοινωνίας μας-, έδειξαν προς την κατεύθυνση της ξενοκρατίας, της δουλοπρέπειας προς τους ξένους, της άκριτης αντιγραφής ξένων προτύπων και της άτεχνης προσπάθειας εφαρμογής τους στην ελληνική «σάρκα».

Ο Ελύτης άρχισε την ανάλυσή του λέγοντας στον Αποστολίδη:

«O λαός αυτός κατά κανόνα εκλέγει την ηγεσία του. Και όμως, όταν αυτή αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας -είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί είτε την αστική τάξη ή το προλεταριάτο-, κατά έναν μυστηριώδη τρόπο αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε, και ενεργεί σαν να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν! [...] Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των παρεκκλίσεων της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω προστατευτική κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος, της παράδοσης. Αντιλαμβάνομαι ότι στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση των εθνοτήτων είναι τόση, που η πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει, ως έναν βαθμό, αυτό που θα λέγαμε γενικότερη σκοπιμότητα. Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην προσαρμοστική πολιτική και τη δουλοπρέπεια! Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού, το τιμιώτατόν του! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργιστικότερο τρόπο, οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!»

Σε εκείνο το σημείο της τοποθέτησης του Ελύτη ο Ρένος Αποστολίδης ζήτησε διευκρίνιση: «Κι ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας αυτής, κύριε Ελύτη; Μήπως είναι υποκριτικότερος απ' το “προσαρμοστική πολιτική”; Εξοργιστικότερος;»

Ο Ελύτης απάντησε: «Δεν μ' ενδιαφέρει ο επίσημος όρος της δουλοπρέπειας. Μ' ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ' αυτά και μ' αυτά εφτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω ψευδοφάνεια. Έχουμε, δηλαδή, την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε.

Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας.

Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως όπως επάνω σ' ένα σώμα με άλλες
διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής».

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος εκφράστηκε λιγότερο ποιητικά και περισσότερο ευθύβολα («Ελευθερία», φύλλο Τρίτης 17/6/1958, σ. 3): «Η κύρια κακοδαιμονία του Ελληνικού Έθνους σήμερα είναι ότι δεν έχει λυθεί το κοινωνικό πρόβλημα. Η κηδεμονία των ξένων και η επικράτηση της ολιγαρχίας στη διακυβέρνηση της χώρας, που επακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια, είχε αποτέλεσμα ν' αποκλεισθή η θετική αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος, όπως άλλωστε και η ορθή λύση του πολιτικού προβλήματος. Ο Καποδίστριας είχε συλλάβει καίρια το ελληνικό πρόβλημα και είχε στερεά θεμελιώσει και σχεδιάσει την πολιτική αυτοτέλεια του Έθνους και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. [...] Ο Ελληνικός λαός, αν είχε την εθνική του ενότητα, θα είχε κατορθώσει ν' αποφύγει τις εξαρτήσεις από τους ξένους, τις ισοδύναμες σχεδόν με υποτέλεια. Ο λαός της Ελλάδος είναι τουλάχιστον ισάξιος πολιτικά με τους λαούς της Ελβετίας ή της Σουηδίας. Και έχει το Έθνος υποστεί ανυπολόγιστες ζημίες από τη σιωπηλή αυτή ημιαπώλεια της ανεξαρτησίας του».

Με λίγα λόγια, αν συνυπολογίσει κάποιος τις απόψεις Ελύτη και Δεσποτόπουλου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κεντρικό σύνθημα της Εθνεγερσίας του 1821 δεν ήταν ρομαντικό. Διόλου. Ήταν ό,τι πιο ρεαλιστικό θα μπορούσαν να σκεφτούν: Ελευθερία ή Θάνατος!

Παναγιώτης Λιάκος
"Δημοκρατία"


kostasxan

Γέροντας Γρηγόριος Αγιορείτης: «Τα κόμματα είναι σαν τα λουλούδια του διαβόλου»

«ΠΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΨΕΥΣΤΗΣ» ΛΕΓΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΑΫΙΔ
Τὰ ψέματα ἔγιναν βουνά, λὲς καὶ χάθηκαν οἱ ἀλήθειες ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Πιὸ ψηλὰ κι ἀπὸ τὰ φυσικὰ βουνά, ποὺ εἴτε εἴδαμε εἴτε ἀκούσαμε γι᾽ αὐτὰ εἴτε τὰ φανταστήκαμε. Καὶ εἶναι τόσο ἀπατηλά, ποὺ γιορτὲς κάνουμε γι᾽ αὐτά, πανηγύρια ὁλόκληρα θεσπίζουμε. Καὶ ὅμως εἶναι ψέματα.
Τί ἦταν αὐτὸ τὸ Κιλελὲρ ποὺ ξεσήκωνε τὸν πονεμένο κόσμο καὶ τὸν μάζευε σ᾽ ἕνα ὕψωμα θεσσαλικοῦ λόφου; Μὲ τὰ μάτια μου ἔβλεπα τὰ λεωφορεῖα κατάμεστα κόσμου, γιὰ νὰ γιορτάση τὸ Κιλελέρ. Ὁ κόσμος αὐτὸς ἦταν αὐτοὶ ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Παπαδόπουλος τὰ χρέη τὰ ἀγροτικὰ καὶ πῆγε στὰ χωριά τους δρόμους, φῶς καὶ νερό. Καὶ τώρα συνάζεται νὰ γιορτάση τάχατες ἐργατικὴ γιορτή, ἀπὸ τὴν ὁποία ποτὲ δὲν εἶδε μηδὲ νερό, μηδὲ φῶς, μηδὲ δρόμο, μηδὲ ἐξόφληση τῶν ἀπέραντων χρεωστουμένων στὶς τράπεζες καὶ δῶθε-κεῖθε. Καὶ ὅμως, πλανεμένος ἀπὸ τὸν μεγάλο πλάνο, φώναζε Κιλελὲρ στὰ χωριά του, Κιλελὲρ στὶς πόλεις του, Κιλελὲρ στοὺς δρόμους του, καὶ δὲν ἐκτιμοῦσε τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὸ μεγάλο βάρος τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καὶ ὅλες τὶς εὐκολίες ποὺ ἀπήλαυσε στὴν ἀγροτικὴ ζωή. Ἔλεγα καθ᾽ ἑαυτόν: «῍Η ὁ πλάνος εἶναι μεγάλος ἢ ὁ κόσμος εἶναι ἐκτροχιασμένος καὶ δὲν καταλαβαίνει τὶ κάνει καὶ ποῦ πορεύεται. Ψηλὰ τὰ βουνὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης».
Ἄλλο ψέμα πιὸ μεγάλο (ποὺ ἄνθρωπος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ δώση στὸν κόσμο τόσο πιστευτό) εἶναι οἱ ἀγῶνες τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν χούντα. Στῆλες ὁλόκληρες στήθηκαν μὲ ὀνόματα ἀπὸ τὰ λεγόμενα θύματα τοῦ Πολυτεχνείου. Τὰ στεφάνια ποὺ κατατέθηκαν πάνω σ᾽ αὐτὲς τὶς στῆλες δὲν κατατέθηκαν στοὺς ἥρωες τοῦ ᾽21, τοῦ ᾽12 καὶ τοῦ ᾽40. Ὅλα αὐτὰ ψήλωσαν τόσο πολύ, ποὺ κάλυψαν ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς πολέμους! Ναί, ἦταν ὥρα, ἦταν ὥριμα τὰ πράγματα νὰ μποῦμε στὴν μηδέποτε ὑπάρχουσα στὸν κόσμο δημοκρατία, ἀλλ᾽ ὄχι μὲ ψευτιὲς καὶ ψευτοεπαναστάσεις. Μᾶς ἔδωσαν νὰ φᾶμε κουλούρια, ποὺ κανένας φοῦρνος δὲν τὰ ζύμωσε οὔτε τὰ ἔψησε. Αὐτὰ εἶναι τὰ λουλούδια ποὺ ἔρραναν στὸν κόσμο αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν κουράστηκαν, δὲν πολέμησαν, δὲν βοήθησαν τὸν λαό. Ἔρραναν τάφους χωρὶς νεκροὺς καὶ ἔψαλαν πάνω ἀπὸ τάφους ποὺ δὲν ὑπῆρχαν σήματα.

Κάποτε πρέπει νὰ τὰ ποῦμε. Κάποτε πρέπει νὰ βγάλουμε τὰ κάστανα ἔξω ἀπὸ τὴν φωτιά. Ἂς ζεματιστοῦνε τὰ χέρια μας. Δὲν καῖμε κανένα. Δὲν φαρμακώνουμε κανένα. Τὴν ἀλήθεια λέμε. Οἱ κομματικοποιημένες γιορτὲς εἶναι σὰν τὰ ἄγουρα φροῦτα, ποὺ ὅποιος τὶς δοκιμάζει παθαίνει αὐτὸ ποὺ ὠνόμαζε ὁ λαὸς θέρμη. Ἂς βγοῦμε ἀπὸ τὴν θέρμη αὐτήν. Ἀρκετὰ χρόνια τὴν ὑποφέραμε, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντέξαμε. Εἶναι τρομερά, εἶναι δυσβάστακτα αὐτὰ ποὺ κατεργάζονται τὰ κόμματα. Τὰ κόμματα εἶναι σὰν τὰ λουλούδια τοῦ διαβόλου. Φαίνονται ὄμορφα, ἀλλὰ δὲν εὐωδιάζουν ποτέ. Φαίνονται χρήσιμα, ἀλλὰ δὲν ὠφελοῦνε κανένα. Κι ἂν τὰ περιδιαβῆ κανείς, πτωμαΐνη μυρίζουνε. Ἀνώφελα πλουμιὰ θὰ τὰ χαρακτηρίσουμε πιὸ ξεκάθαρα. Δὲν βράζονται, δὲν πίνονται. Εἶναι σὰν τὰ λουλούδια ποὺ θέλουν τώρα νὰ φυτέψουν στὶς αὐλὲς καθ᾽ ὑπόδειξιν τῆς κυβέρνησης.
Ὅ,τι ἀνθρώπινο στήνεται χωρὶς τὴν συνεργία τοῦ Θεοῦ, γρήγορα θὰ μηδενιστῆ, θὰ εἶναι ἕνα τίποτα μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.
Μεριάστε ἀπὸ τὸ ψέμα. Τρῶμε κι ἐμεῖς ψωμάκι. Ἕως πότε θὰ τρῶμε σανό; Ἕως πότε τὰ βουτήματά μας θά ᾽ναι ἀπὸ ἄχυρα; Οἱ ἄκαρπες καὶ ἀνωφελεῖς κομματικὲς γιορτὲς καὶ πανηγύρεις μοιάζουν μὲ βοῦρλα ποὺ φυτρώνουν στὰ τέλματα. Σταματᾶτε νὰ μᾶς βουρλίζετε. Σταματᾶτε νὰ φτιάχνετε τυροβόλια γιὰ τὴν ἄνεργη νεολαία μας, ἀφοῦ δὲν ἔχει τυρὶ νὰ βάλη μέσα καὶ κάθε μέρα καταφεύγει σὲ ξένες χῶρες, γιὰ νὰ δῆ προκοπὴ καὶ νὰ φάη ψωμί. Ἀφῆστε τὰ Πολυτεχνεῖα νὰ κάνουν τὴν δουλειά τους καὶ μὴ κομματικοποιῆτε τὶς ἀνώτατες σχολές, γιατὶ βοῦρλα καὶ ψαθιὰ θὰ φυτρώσουν στὶς αὐλές τους.
Μεγάλες μπουκιὲς σᾶς βάζω στὸ στόμα. Πιέστε νερό· θὰ σᾶς βοηθήση στὴν κατάποση. Ὄχι πιὰ ψέματα, ὄχι παραμυθιάσματα. Δῶστε ἄνεση στὸν κόσμο νὰ φυσήξουν οἱ αὖρες τῆς ἀλήθειας, νὰ ἐξορκιστῆ τὸ ψέμα καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ψεύδους. Ὄχι ἁλυσίδες στὸν κόσμο, ὄχι δεσμά, ὄχι πίκρες καὶ βάσανα. Ἄνεση, ἀνάπαυση, ξεκούραση, κατάπαυση. Ὥς πότε θὰ περπατᾶμε βλέποντας τὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν μας; Ἀφῆστε μας νὰ σηκώσουμε κεφάλι.
Μοῦ ἐξωμολογήθηκε κάποτε ἕνας γέρος ἐκεῖ στὰ βουνὰ τῆς Ρούμελης. Φύλαγε σκοπιὰ στὰ Γιάννενα πρὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Ἀπὸ τὴν σκοπιά του ἕνα μῆνα στόχευε τὸν χότζα στὸν μιναρέ. Ὁπότε κάποια στιγμὴ τὸν βρῆκε τὸ βλῆμα στὸν σταυρὸ τῆς κεφαλῆς καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸν μιναρὲ πτῶμα ἐξαίσιον. Δημιουργεῖται διπλωματικὸ θέμα. Στὰ φανερὰ τιμωρεῖται, στὰ κρυφὰ βραβεύεται. Ἐπιστρέφοντας ὅμως στὴν πατρίδα του, τὴν ἄλλη μέρα σκότωσε τὴν νύφη του. Πῆγε στὶς ἀγροτικὲς φυλακὲς τῶν Πατρῶν. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἡσύχασε. Κάθε ὅπλο τοῦ τὸ στέρησαν, ἄλλως καὶ ἄλλους θὰ εἶχε τουφεκίσει. Ἡ ἱστορία πάντοτε διδάσκει καὶ πάντοτε μᾶς δίνει τὰ πικρὰ μαθήματα τῆς ζωῆς.
Μακάρι νὰ μὴν ὑπάρχουνε φυλακισμένοι, ἀλλὰ ἐγγυηθῆτε τὴν δυνατότητα τῆς φύλαξης τῶν ἀνυπεράσπιστων. Δὲν βρίσκω καμμιὰ ἐποχὴ χωρὶς νὰ ἔχη φυλακές. Ἂν τὸ πετύχετε ἐσεῖς, μακάριοι καὶ τρισμακάριοι νὰ εἶστε. Θὰ ἐγκαινιάσετε μιὰ νέα ἐποχή. Δὲν τὸ πιστεύω ὅμως, γιατὶ –ὅπως ἔλεγαν οἱ παλιοί– «τὸ αἷμα ζητάει αἷμα». Καὶ τὰ καλὰ ἀκόμα ποὺ προσπαθεῖτε νὰ προσφέρετε, ψεύτικα εἶναι. Μᾶλλον προσπαθεῖτε νὰ βάλετε πάλι στὴν φυλακή τὸν Χριστὸ, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς, ἡ ζωή.
Δὲν σᾶς λέγω ὑπερβολές. Κρατῶ μέτρο στὴν κουβέντα μου. Σκεφθεῖτε πόσο ψηλὸ βουνὸ ὑπῆρξε τὸ ψέμα τοῦ μπολσεβικισμοῦ: «Ρίξτε τὶς ἐκκλησίες. Σταματᾶτε τὸ Εὐαγγέλιο· ὄπιο εἶναι καὶ σᾶς κοιμίζει. Σκοτῶστε τοὺς παπᾶδες, φυλακίστε τους καὶ τυραννίστε τους», ὅπως ἔκαναν καὶ ἐδῶ τὰ χρόνια τοῦ συμμοριτοπολέμου. Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγαλοστομίες ἔκαναν ἕνα πύργο μέχρι τὸν οὐρανό. Κι ἕνα πρωί, ἕνα μικρὸ παιδάκι μ᾽ ἕνα στουπὶ ἔκαψε τὸν πύργο… Ὅλες αὐτὲς οἱ κοσμογονικὲς ὑποσχέσεις δὲν προσέφεραν τίποτε στὸν λαό, παρὰ μόνον τρόμο, ἀβεβαιότητα, μαρτύρια καὶ βάσανα πρωτόγνωρα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἕνας νέος, τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς ρωσσικῆς «εὐδαιμονίας», εἶπε στὴν μάννα του «μάννα, τίποτε δὲν μοῦ προσφέρης» καὶ πῆρε τὸν δρόμο νὰ συναντήση τὴν «μεγάλη μάννα», τὴν Ρωσσία. Μετὰ ἀπὸ λίγο, γυρίζοντας στὸ σπίτι του, εἶπε στὴν μάννα του καὶ στὸ περιβάλλον του καὶ σὲ μένα ποὺ τὸν ρώτησα:
– Ἀπήλαυσες τίποτε στὴν «μεγάλη μάννα» ποὺ πῆγες;
– Μάννα δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο παρὰ μόνον μία, ἡ Παναγία. Ἔζησα κάτω ἀπὸ φοβερὴ παρακολούθηση. Πάντοτε κάποιος ὑπῆρχε πίσω ἀπὸ κάθε πρόσωπο, πόσῳ μᾶλλον σὲ μένα ποὺ ἤμουν Ἕλληνας. Πείνασα, δίψασα, πάγωσα. Ἡ μόνη μάννα στὸν κόσμο ποὺ διαθέτει ζεστὴ ἀγκαλιὰ εἶναι ἡ Παναγία!
Ὅλα ὅσα προσφέρουν τὰ κόμματα εἶναι τὰ λεγόμενα καμένα χαρτιά. Ὁ λαὸς θὰ ἐξακολουθῆ νὰ πεινᾶ, νὰ διψᾶ, νὰ γυμνητεύη, νὰ προσπαθῆ νὰ κλώση κλωστὴ χωρὶς μαλλί. Ξαναδιαβάστε τὸ Εὐαγγέλιο, ξαναπροσπαθῆστε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν δρόμο τοῦ Ναζωραίου καὶ θὰ βγῆτε στὸ φῶς καὶ θὰ φωτιστοῦνε τὰ σύμπαντα, ὄχι ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, διότι τὸ λάθος μας εἶναι ὅτι πιστεύουμε πὼς ἐμεῖς εἴμαστε τὸ φῶς. Ὄχι ἄλλα ψέματα, ὄχι ἄλλες κοροϊδίες. Περπατῆστε ἐν ἀληθείᾳ, ἐν μιᾷ Θεότητι, τὴν ὁποία δοξάζουμε καὶ προσκυνοῦμε. Ἂς βάλουμε τέρμα στὴν ἀπάτη. Ἕνα μικρὸ λιθαράκι στὴν Ἑλλάδα, ποὺ συνεχῶς κυλᾶ καὶ γκρεμίζεται, μπορεῖ νὰ σταματήση τὴν κατρακύλα ποὺ τῆς δώσατε.
Στὸ νησὶ τῆς Πάτμου εἶδα σὲ μιὰ μεγάλη κατωφέρεια τοῦ ἐδάφους νὰ στέκεται ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὄρθιος ἕνας βράχος. Καὶ μοῦ εἶπαν οἱ ἐντόπιοι ὅτι αὐτὸν τὸν βράχο τὸν σταμάτησε θαυματουργικὰ ὁ ὅσιος Χριστόδουλος. Ἐνῶ κυλοῦσε, τὸν σταύρωσε μὲ τὸ ραβδί του καὶ στάθηκε ὄρθιος, χωρὶς ποτὲ πιὰ νὰ μετακινηθῆ. Πῆγα πράγματι καὶ ἔφερα γυροβολιὰ τὸν βράχο καὶ εἶδα ὅτι τὸν κρατοῦσε ὄρθιο μιὰ πολὺ μικρὴ πέτρα. Μακάρι οἱ ὅσιοι Πατέρες μας, ποὺ ἔλαβαν τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ βάλουν ἕνα πετραδάκι αὐτὴν τὴν ὥρα καὶ νὰ σταματήσουνε τὸ κατρακύλισμα τῆς Ἑλλάδος. Κοινὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνη, παρὰ μόνον ἅγιος. Ὅσιε πατὴρ ἡμῶν Χριστόδουλε Λατρηνέ, σταμάτα, σταυροσημειώνοντας μὲ τὸ ραβδί σου, τῆς Ἑλλάδος τὸ κατρακύλισμα. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

pentapostagma
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...