Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 5

Συνέχεια από Τετάρτη 1η. Απριλίου 2026

Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 5

Hannah Arendt

Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:

Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)


Πέμπτη ώρα

Είπα ότι θα επισημάνω τις ομοιότητες και τις διαφορές στη στάση που υιοθετεί ο Ιμμάνουελ Καντ ως φιλόσοφος απέναντι στον χώρο των ανθρώπινων υποθέσεων και στη στάση άλλων φιλοσόφων, κυρίως του Πλάτων. Προς το παρόν, ας περιοριστούμε στο εξής βασικό σημείο: στη στάση των φιλοσόφων απέναντι στη ζωή, όπως αυτή δίνεται στους ανθρώπους επάνω στη γη.

Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.

Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.

Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.

Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.

«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]

Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:

«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]

Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]

Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)

Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].

Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].

Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.

Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.

Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).


Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:

«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]

Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι ο Ιμμάνουελ Καντ είχε γράψει μια Θεοδικία, δηλαδή μια δικαίωση του Δημιουργού ενώπιον του δικαστηρίου της λογικής. Γνωρίζουμε ότι δεν το έκανε· αντίθετα, έγραψε μια πραγματεία «Περί της αποτυχίας όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη Θεοδικία» και απέδειξε στην Κριτική του Καθαρού Λόγου την αδυναμία κάθε απόδειξης για την ύπαρξη του Θεού (υιοθέτησε τη θέση του Ιώβ: οι δρόμοι του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι).

Αν, λοιπόν, είχε γράψει μια Θεοδικία, τότε σε αυτήν το γεγονός της ομορφιάς των πραγμάτων στον κόσμο θα έπαιζε σημαντικό ρόλο — τόσο σημαντικό όσο και ο περίφημος «ηθικός νόμος μέσα μου», δηλαδή το γεγονός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

(Οι Θεοδικίες στηρίζονται στο επιχείρημα ότι, αν δει κανείς το όλον, θα κατανοήσει ότι το επιμέρους, για το οποίο διαμαρτύρεται, αποτελεί μέρος αυτού του όλου και, ως τέτοιο, δικαιολογείται στην ύπαρξή του. Σε ένα παλαιότερο έργο του (1759) για την αισιοδοξία, ο Καντ είχε εκφράσει μια παρόμοια άποψη, δηλαδή ότι «το όλον είναι το καλύτερο και ότι όλα είναι καλά χάριν του όλου» [61]. Αμφιβάλλω αν αργότερα θα μπορούσε να γράψει όπως εδώ: «Καλώ κάθε δημιούργημα να πει… ευτυχείς εμείς, υπάρχουμε!»· όμως αυτή η δοξολογία είναι δοξολογία του «όλου», δηλαδή του κόσμου· στα νιάτα του ο Καντ ήταν ακόμη πρόθυμος να αποδεχθεί τη ζωή χάριν του ότι υπάρχει στον κόσμο.)

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιτίθεται με τόσο ασυνήθιστη οξύτητα στους «αλαζόνες σοφούς», οι οποίοι έχουν εξαντληθεί σε δυσάρεστες, ενίοτε αποκρουστικές παρομοιώσεις για να παρουσιάσουν τον επίγειο κόσμο μας, τον τόπο διαμονής των ανθρώπων, ως κάτι αξιοκαταφρόνητο, δηλαδή:

«Ως ένα πανδοχείο…, όπου κάθε ταξιδιώτης της ζωής πρέπει να είναι έτοιμος να εκτοπιστεί σύντομα από τον επόμενο…
Ως ένα σωφρονιστήριο…, έναν τόπο τιμωρίας και κάθαρσης πεσμένων πνευμάτων, εκδιωγμένων από τον ουρανό…
Ως ένα φρενοκομείο…
Ως έναν υπόνομο, όπου έχει εξοριστεί κάθε ακαθαρσία από άλλους κόσμους…
[ως ένα είδος] αποχωρητηρίου για ολόκληρο το σύμπαν.» [62]

Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τις εξής ιδέες: Ο κόσμος είναι όμορφος και, επομένως, κατάλληλος τόπος για να ζουν οι άνθρωποι· αλλά ο επιμέρους άνθρωπος δεν θα ήθελε ποτέ να ξαναζήσει. Ο άνθρωπος, ως ηθικό ον, είναι σκοπός καθεαυτός· όμως το ανθρώπινο γένος υπόκειται σε πρόοδο, κάτι που προφανώς βρίσκεται σε κάποια ένταση με την ιδέα του ανθρώπου ως ηθικού και λογικού όντος και ως σκοπού καθεαυτό.

Αν έχω δίκιο ότι υπάρχει στον Καντ μια πολιτική φιλοσοφία, την οποία όμως —σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους— δεν έγραψε ποτέ, τότε φαίνεται εύλογο ότι θα πρέπει να μπορούμε να τη βρούμε, αν είναι δυνατόν, στο σύνολο του έργου του και όχι μόνο στα λίγα δοκίμια που συνήθως συγκεντρώνονται υπό αυτόν τον τίτλο.

Διότι, αν από τη μία τα κύρια έργα του δεν είχαν καμία πολιτική σημασία και αν από την άλλη τα περιφερειακά του κείμενα, που ασχολούνται με πολιτικά ζητήματα, περιείχαν μόνο δευτερεύουσες σκέψεις χωρίς σύνδεση με το κύριο φιλοσοφικό του έργο, τότε το ερώτημά μας δεν θα είχε σημασία· στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελούσε έκφραση ενός αρχειακού ενδιαφέροντος.

Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο ίδιο το πνεύμα του Καντ· διότι η φιλομάθεια ως απλή συσσώρευση γνώσεων δεν ήταν δικό του γνώρισμα. Έτσι σημειώνει στις Σημειώσεις του:

«Δεν θα κάνω το κεφάλι μου περγαμηνή για να αντιγράφω πάνω του παλιές, μισοσβησμένες πληροφορίες από αρχεία.» [63]


Συνεχίζεται

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (24)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ E΄

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τὸ ἠθικό-ἐκπαιδευτικό νόημα τῆς σωκρατικής διαλεκτικής-καταρριπτικής μεθόδου

Ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἀνέθεσε στον Σωκράτη ὁ δελφικός θεός μέσω τοῦ μαντικού χρησμοῦ ἔγινε, λοιπόν, κατανοητή ἐκ μέρους του ὡς θεία ἀποστολὴ μὲ ἠθικὸ-ἐκπαιδευτικό σκοπό. Η διαλεκτική καταρριπτική μέθοδος τοῦ Σωκράτους προτρέπει κυρίως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἄρετῆς, δηλαδὴ στὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τις ψευδαισθήσεις ποὺ τὸν ἐξαπατοῦν καὶ τὸν ὠθοῦν νὰ φροντίσει γιὰ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε πραγματικά να φροντίσει, δηλαδή τὴν ψυχή του.

Η καταρριπτική διαλεκτική ἐπεδίωκε, ὡς ἐκ τούτου, να δοκιμάσει εἰς βάθος τὴν ψυχὴ γιὰ νὰ τὴν ἀπελευθερώσει ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ νὰ τὴν ἑτοιμάσει γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀλήθειας.

Ἰδοὺ πῶς παρουσιάζεται στον Χαρμίδη ἡ διαλεκτικὴ ἐξέταση μέσῳ μιᾶς ἀπολαυστικής μεταφορᾶς ὡς «ἀπογύμνωση τῆς ψυχῆς»: Ο Σωκράτης, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ποτείδαια, μετὰ ἀπὸ μακρὰ ἀπουσία ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, πηγαίνει στὴν παλαίστρα καὶ συναντά τὸ ὀμορφότερο ἀγόρι τῆς ἐποχῆς. Σὲ ὅποιον τοῦ ἔλεγε ὅτι, ἐὰν τὸ ἀγόρι δεχόταν νὰ ἀπογυμνωθεῖ, ἡ ὁμορφιά του θὰ ἀποκαλυπτόταν στὸ σύνολό της, ὁ Σωκράτης ἀπαντοῦσε ὅτι, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὴν ὁμορφιά τοῦ ἀγοριοῦ, θὰ ἔπρεπε πρώτα νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἐὰν αὐτὸ εἶχε «προσόν μικρόν», ἐὰν δηλαδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὄμορφο σώμα διέθετε καὶ όμορφη ψυχή. Ἀντί, λοιπόν, νὰ γυμνώσει τὸ ἀγόρι, ὁ Σωκράτης ἀποφασίζει νὰ ἀπογυμνώσει τὴν ψυχή του:
Τότε ὁ Κριτίας, ἀφοῦ ἔστρεψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν θύραν, εἶδε μερικούς νεανίσκους νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ κακολογῇ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ ἄλλο πλῆθος νὰ ἀκολουθῇ ἀπ᾿ ὀπίσω των καὶ εἶπε: «Διὰ τοὺς ὡραίους νέους, Σωκράτη, εὐθὺς ἀμέσως, νομίζω, θὰ κρίνῃς· διότι αὐτοὶ οἱ νέοι, ποὺ εἰσέρχονται, εἶναι οἱ πρόδρομοι καὶ οἱ ἐρασταὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον, θεωρεῖται ὡς ὡραιότατος· πιστεύω δὲ πὼς καὶ ὁ ἴδιος τώρα ἐδῶ κάπου πλησίον ἔρχεται». «Ἀλλά ποιὸς εἶναι;» τοῦ εἶπα ἐγώ, «καὶ τίνος υἱὸς εἶναι;» «Ἀσφαλῶς τὸν γνωρίζεις», εἶπεν, «ἀλλ᾿ ὅταν σὺ ἀνεχώρησες δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐνηλικιωθή· εἶναι ὁ Χαρμίδης, ὁ υἱὸς τοῦ θείου μου Γλαύκωνος καὶ ἑπομένως ἐξάδελφός μου». «Βεβαιότατα· πῶς δὲν τὸν γνωρίζω; Διότι καὶ τότε, ποὺ ἦτο ἀκόμη παιδί, καθόλου δὲν ἦτο ἄσχημος· ἀλλὰ τώρα βέβαια θὰ εἶναι πλέον τέλειος ἔφηβος». «Ἀμέσως», εἶπε, «θὰ μάθης καὶ πόσον μεγάλος ἔγινε καὶ πόσον ὡραῖος εἶναι». Καὶ καθὼς ὁ Χαιρεφῶν ἔλεγεν αὐτά, εἰσέρχεται ὁ Χαρμίδης.
Ἐγώ λοιπόν, ἀγαπητέ μου φίλε, δὲν ἔχω καθόλου τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνω· διότι ὁλωσδιόλου λευκή στάθμη είμαι σχετικῶς μὲ τοὺς ὡραίους· διότι όλοι σχεδὸν οἱ νέοι μοῦ φαίνονται ὡραῖοι. Ἀλλ' αὐτὸς βέβαια καὶ τότε θαυμαστός μοῦ ἐφάνη καὶ διὰ τὸ ἀνάστημα καὶ διὰ τὸ κάλλος καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι μοῦ ἐφαίνοντο ὅτι ἦσαν ἐρασταί του· ἀπὸ τόσην ἔκπληξιν καὶ ταραχήν κατελήφθησαν, ὅταν ἐκεῖνος εἰσήρχετο· καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀκόμη ἐρασταὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν κατόπιν· καὶ δι' ἡμᾶς μὲν τοὺς ἄνδρας ὀλιγώτερον παράδοξον ἦτο τοῦτο· ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐπρόσεξα καὶ εἰς τὰ παιδιὰ καὶ εἶδα ὅτι κανένα ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν ἔστρεφεν ἀλλοῦ τὰ βλέμματά του, οὔτε καὶ τὰ μικρότατα ἀκόμη, ἀλλ' ὅλα, σὰν νὰ ἦτο κανέν ἄγαλμα, τὸν παρετήρουν μὲ θαυμασμόν.
«Πῶς σοῦ φαίνεται, Σωκράτη, ὁ νεανίσκος;» μοῦ εἶπεν ὁ Χαιρεφῶν. «Δὲν σοῦ φαίνεται πὼς ἔχει ὡραῖον πρόσωπον;» «Βεβαιότατα», ἀπήντησα. «Αὐτὸς λοιπόν», εἶπεν, «ἂν θὰ ἤθελε νὰ γυμνωθῇ, θὰ σοῦ φανῇ πὼς εἶναι ἀπρόσωπος· τόσον πολὺ ὡραῖος εἶναι εἰς τὴν κατασκευήν ὁλοκλήρου τοῦ σώματος». Ὅλοι λοιπὸν παρεδέχθησαν τὴν γνώμην του Χαιρεφῶντος· καὶ ἐγὼ «Θαυμάσια!» εἶπα, «πόσον ἀκαταμάχητον παριστάνετε τὸν ἄνδρα, ἂν ἕνα ἀκόμη πολὺ μικρὸν προσὸν συμβαίνῃ νὰ ἔχῃ». «Τί;» εἶπεν ὁ Κριτίας. «Ἂν ἔχῃ γεννηθῆ μὲ καλὴν ψυχήν. Καὶ ἁρμόζει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ συμβαίνῃ τοῦτο, Κριτία, ἀφοῦ βέβαια κατάγεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας οἰκογένειαν». «Ἀλλά», ἀπεκρίθη, «καὶ εἰς αὐτὰ εἶναι τέλειος ἄνθρωπος». «Ἂς τοῦ ξεγυμνώσωμεν λοιπόν γρήγορα αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μέρος του καὶ ἂς τὸ ἐξετάσωμεν μὲ θαυμασμόν πρωτύτερα ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ σώματος, διότι βέβαια εἰς τὴν ἡλικίαν ποὺ εἶναι τώρα ἔχει τὴν θέλησιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν συζήτησιν» 2
1.

Τὸ γεγονὸς ὅτι στόχος τῆς σωκρατικῆς διαλογικῆς-ἐλεγκτικῆς μεθόδου ἦταν νὰ δοκιμάσει τὴν ψυχὴ τοῦ συνομιλητή του, ἔτσι ώστε νὰ τὸν πείσει – εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ νέο εἴτε γιὰ γέρο – νὰ ἔρθει ἀντιμέτωπος μὲ τὸν ἑαυτό του, δίχως αὐταπάτες καὶ ψευδαισθήσεις, συμπεραίνεται ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸ ἑπόμενο ὄμορφο ἀπόσπασμα τοῦ Λάχητος.

ΝΙ. Φαίνεσαι στ' ἀλήθεια, Λυσίμαχε, ὅτι τὸν Σωκράτη τὸν γνωρίζεις μόνον ἀπὸ τὸν πατέρα του· τὸν ἴδιο δὲν τὸν συναναστράφηκες, παρὰ μόνο ὅταν ἦταν παιδί, ἂν κάποτε σὲ συνέλευση τῶν δημοτῶν, ἀκολουθώντας τὸν πατέρα του, σὲ πλησίασε, ἢ σὲ κανένα ναό, ἢ σὲ κάποια ἄλλη συγκέντρωση τοῦ δήμου σας· μὰ ὅταν πιὰ μεγάλωσε, φαίνεσαι πὼς δὲν τὸν συνάντησες.

ΑΓ. Γιατὶ τὰ λὲς αὐτά, Νικία;

ΝΙ. Δὲν μοῦ φαίνεσαι νὰ ξέρης ὅτι ὅποιος πηγαίνει τόσο κοντὰ στὸν Σωκράτη μὲ τὸ λόγο, ὅσο κοντά μας εἶναι ὁ συγγενής μας, τὸν πλησιάζει καὶ συζητά μαζί του, ἀναγκάζεται, κι ἂς ἄρχισε πρὶν τὴ συζήτηση για κάποιο ἄλλο θέμα, νὰ ἀφήνη νὰ περιάγεται ἀπ᾿ αὐτὸν μὲ τὸ λόγο, ὥσπου νὰ φτάση στὸ σημεῖο νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τί λογῆς ζωή κάνει τώρα, καὶ τὶ ζωὴ ἔζησε ὡς τώρα. Κι ὅταν φτάση αὐτοῦ, δὲν ξέρεις ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀφήση ὁ Σωκράτης, ἂν δὲν ἐλέγξη ὅλα πέρα γιὰ πέρα. Μοῦ εἶναι καλὰ γνωστὸς ἐμένα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος καὶ γνωρίζω ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγη κανεὶς αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ξέρω καλὰ πὼς ὁ ἴδιος θὰ τὰ πάθω. Εὐχαριστιέμαι ὅμως, Λυσίμαχε, μὲ τὴ συντροφιά του καὶ νομίζω πὼς δὲν εἶναι καθόλου κακὸ νὰ μᾶς ξαναθυμίζουν ὅ,τι δὲν ἐκάναμε ἢ δὲν κάνομε καλά. Ἀντίθετα, νομίζω, γίνεται πιὸ συνετὸς στὸ μέλλον ὅποιος δὲν ἀποφεύγει τοῦτο τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ θέλει, σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Σόλωνος, καὶ κρίνει ἄξιο νὰ μαθαίνη ὅσο ζεῖ καὶ δὲ νομίζει ὅτι τὰ γηρατειὰ ἔρχονται βάζοντας μόνα τους γνώση.

Σὲ μένα λοιπὸν οὔτε ἀσυνήθιστο οὔτε δυσάρεστο εἶναι νὰ μὲ ἐλέγχη ὁ Σωκράτης· ἀπὸ ὥρα μάλιστα ἤξερα καλὰ ὅτι, μιὰ ποὺ εἶναι ἐδῶ ὁ Σωκράτης, ἡ συζήτησή μας δὲν θὰ ἦταν γιὰ τοὺς νεαρούς, ἀλλὰ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους 22.

Τὸ πλέον δυνατό, βαθυστόχαστο καὶ συνθετικό κείμενο, ὅμως, ἐμπεριέχεται στὸν Σοφιστή. Ἐδῶ ἡ ἀπόρριψη παρουσιάζεται ὡς ἕνα εἶδος ὑψηλῆς «κάθαρσης», ἢ μᾶλλον ὡς ἡ ὕψιστη κάθαρση, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία γιὰ ὅλους, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ βασιλεύς, χωρίς τὴν ἐν λόγω κάθαρση, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ παραμένει δυστυχισμένος.

Ας διαβάσουμε το σημαντικὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα:


ΞΕ. Γιὰ νὰ διώξουνε λοιπὸν ἀπὸ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτὴ τὴ δοκησισοφία καταπιάνουνται μ' ἄλλον τρόπο.

ΘΕΑΙ. Μὲ ποιόν;

ΞΕ. Νά! Βάζουν ἐρωτήματα γιὰ κεῖνα τὰ ζητήματα, ὅπου νομίζουνε μερικοί πὼς λένε κάτι, ἐνῶ δὲ λένε τίποτα. Κι ἔπειτα εὔκολα ἐξελέγχουνε τις γνώμες τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀφοῦ εἶναι σφαλερές. Τις γνώμες αὐτὲς τις συνάγουνε σὰ συμπεράσματα τῆς συζήτησης καὶ τῆς βάζουνε τὴ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλη, κι ἔπειτα τὶς συγκρίνουνε καὶ δείχνουν ὁλοφάνερα, πὼς ταυτόχρονα γιὰ τὰ ἴδια πράματα, γιὰ τῆς ἴδιες σχέσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἴδιαν ὀπτικὴ ἀντιφάσκουν οἱ ἴδιοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Καὶ κεῖν᾿ οἱ ἄνθρωποι βλέποντας τὰ χάλια τους θυμώνουνε μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ γίνουντ᾿ ἀρνάκια μπροστὰ στοὺς ἄλλους καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπον ἀπολυτρώνουντ᾿ ἀπὸ τὶς μεγάλες κι ἐπίμονες πλάνες, ποὺ ἔχουνε γιὰ τὸν ἑαυτό τους, καὶ ἡ ἀπολύτρωση αὐτὴ καὶ στὸν ἀκροατή παρέχει τὴν πιὸ μεγάλην εὐχαρίστηση καὶ σ' ἐκεῖνον, ποὺ πάσχει, τὴν πιὸ σίγουρη θεραπεία. Γιατί, ἀγαπητέ μου νέε, ὅπως οἱ γιατροί, ποὺ γιατρεύουνε τὰ σώματα, πιστεύουνε, πὼς τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὴν τροφή, ποὺ τοῦ δίνουμε, πρὶν νὰ βγάλουμ᾿ ἀπὸ μέσα του κάθε τι ποὺ εἶν' ἐμπόδιο, τὸ ἴδιο στοχάστηκαν κι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπιχειροῦν τὸν ψυχικό καθαρμό, καὶ γιὰ τὴν ψυχή, πὼς δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ μαθήματα, ποὺ τῆς προσφέρουμε, πρὶν νὰ διώξει κανείς τις σφαλερές γνῶμες ποὺ εἶν᾿ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀληθινή μάθηση, ἐξελέγχοντας ἐκεῖνον, ποὺ θέλει κανεὶς νὰ διδάξει, καὶ κάνοντάς τονε νὰ ντραπεῖ γιὰ τὶς πλάνες του καὶ καθαρίζοντας τον ἔτσι, ποὺ νὰ πιστεύει στὸ ἑξῆς, πὼς γνωρίζει μόνο ἐκεῖνα, που ἀληθινὰ γνωρίζει καὶ τίποτα περισσότερο.

ΘΕΑΙ. Αὐτὸς εἶναι χωρὶς ἄλλο ὁ πιὸ καλὸς κι ὁ πιὸ στοχαστικός τρόπος.


ΞΕ. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, Θεαίτητε, πρέπει νὰ τονίσουμε, πὼς ὁ κριτικὸς ἔλεγχος εἶν᾿ ὁ πιὸ μεγάλος κι ὁ πιὸ σπουδαίος καθαρμός καὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε, πὼς ὅποιος δὲ δέχεται νὰ τοῦ γίνει ἔλεγχος, κι ἂν ἀκόμα εἶν᾿ ὁ μεγάλος βασιλιὰς τῶν Περσῶν, εἶναι στὸ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀκάθαρτος κι ἀπαίδευτος καὶ κακόμορφος σ' ἐκεῖνα ἴσα ἴσα, ὅπου πρέπει να 'ναι καθαρότατος καὶ πανέμορφος, ὅποιος ἀληθινὰ πρόκειται νὰ εἶν᾿ εὐτυχισμένος 23.

Γιὰ ἀκόμη μία φορὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ τέχνη τῆς καταρριπτικῆς διαλεκτικῆς ποὺ ἀσκοῦσε ὁ Σωκράτης γιὰ νὰ ἀπογυμνώσει τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλούσε ὄχι μόνον ἐστόχευε νὰ βοηθήσει τοὺς ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν ἑαυτό τους, ἀλλά, ἐπὶ πλέον, ἀποτελοῦσε μία σημαντικὴ εὐκαιρία γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Σωκράτη νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του.


Ο Kierkegaard ἔγραψε σχετικῶς: «Μεταξύ ἀνθρώπων υφίσταται αὐτὴ ἡ ὑπέρτατη ἐκδούλευση γιὰ τὸν δάσκαλο: ὁ μαθητής εἶναι γιὰ τὸν δάσκαλο ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ κατανοήσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καί, ἀντίστοιχα, ὁ δάσκαλος εἶναι γιὰ τὸν μαθητὴ ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ καταλάβει αὐτὸς τὸν ἑαυτό του» 24.


Σημειώσεις

21. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Χαρμίδης, Βιβλιοθήκη Ἀρχαίων Συγγραφέων, ΑἈθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 153 d- 154 e.
22. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Λάχης, Βιβλιοθήκη Ἀρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 187 d - 188 b.
23. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Σοφιστής, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 230 b-e.
24. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, ΙΙ, σ. 44.

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 1

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 1

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΕΝΑΝ ΘΕΟΝ…

Ποιος σπέρνει καλό σπόρο σε χωράφι που δεν έχει καθαριστεί από τα αγριόχορτα; Κανένας λογικός άνθρωπος δεν το κάνει. Ο λογικός θα πράξει σύμφωνα με τον λόγο του Θεού. Πρώτα θα καθαρίσει το χωράφι από τα ζιζάνια και έπειτα θα σπείρει τον καλό σπόρο.
Το χωράφι — είναι η ανθρώπινη ψυχή, τα ζιζάνια — η πολυθεΐα, ο καλός σπόρος — η πίστη στον έναν Θεό.

Σήμερα σας φαίνεται εντελώς φυσικό και απλό να πιστεύετε σε έναν και μοναδικό Θεό, και γελοίο και παράλογο να πιστεύετε σε πολλούς θεούς. Όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες σε ολόκληρο τον κόσμο μόνο λίγοι άνθρωποι πίστευαν σε έναν Θεό. Και όλοι οι υπόλοιποι, οι πολυθεϊστές, κοίταζαν με πλούσια περιφρόνηση αυτούς τους μονοθεϊστές, επειδή — έχοντας μόνο έναν Θεό — δήθεν είχαν πολύ λίγα. Οι δε μονοθεϊστές κοιτούσαν με απορία και λύπηση τους πολυθεϊστές, επειδή — ενώ είχαν πολλά — δεν είχαν τίποτε.
Η πίστη στον έναν Θεό έπρεπε πρώτα να ληφθεί από έναν αξιόπιστο μάρτυρα και έπειτα να σπαρθεί στις ψυχές των ανθρώπων όπως στα χωράφια. Ο πιο αξιόπιστος μάρτυρας που μαρτυρεί για τον έναν Θεό και εναντίον του πλήθους των θεών είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Ζωντανός και Αληθινός. Αυτός μαρτύρησε για τον εαυτό Του μέσω των αξίων δούλων Του, λέγοντας:
«Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου· δεν θα έχεις άλλους θεούς πλην εμού» (Έξ. 20, 2-3).


Ο μόνος Ζωντανός και Αληθινός αποκαλυπτόταν σταδιακά. Μέσα στο πλήθος της πολυθεΐας, έβρισκε μεμονωμένα χωράφια καθαρισμένα και προετοιμασμένα, και εκεί έσπερνε τον καλό σπόρο της πίστης. Αυτά ήταν οι ψυχές ορισμένων δικαίων. Αυτές οι ψυχές ήταν σαν προετοιμασμένες λαμπάδες, τις οποίες Αυτός άναβε, ώστε να φωτίζουν μέσα στο σκοτάδι της πολυθεΐας.
«Και το φως φαίνει εν τη σκοτία, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1, 5).

Ο Άβελ, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής, ο Ησαΐας, ο Δανιήλ — λαμπάδες του Θεού, που άναβαν μία προς μία!

Έπειτα ο μόνος Ζωντανός και Αληθινός αποκαλύφθηκε σε ολόκληρο τον λαό του Ιακώβ, δηλαδή του Ισραήλ. Κατά το έλεός Του, φανερώθηκε πρώτα στη γη της Αιγύπτου, σε ξένη γη, έπειτα στην έρημο, σε γη χωρίς ιδιοκτησία, και τέλος στη Χαναάν, στη δική τους γη. Και ο λαός για κάποιο διάστημα έλεγε όλοι μαζί: «Πιστεύω εις έναν Θεόν». Όμως ο λαός του Θεού άρχισε να ταλαντεύεται στην πίστη. Και αυτή η ταλάντευση διήρκεσε αιώνες. Και υπήρχε κίνδυνος το φως μέσα στο σκοτάδι να σβήσει και η αναμμένη φωτιά να γίνει στάχτη.
Ο Ένας, Ζωντανός, Αληθινός, Εύσπλαχνος και Πολυέλεος, βλέποντας αυτόν τον κίνδυνο, έστειλε ανάμεσα στους ανθρώπους τον Υιό Του, τον Κύριο Ιησού Χριστό: για να διαλύσει τα σκοτάδια της πολυθεΐας· να ενισχύσει τις καρδιές των ανθρώπων για την άνοδο προς τα άνω· να σπείρει τον καλό σπόρο της πίστης στον έναν Θεό, τον Ένα, Ζωντανό και Αληθινό.
Οι άξιες μέλισσες του Χριστού, οι άγιοι Απόστολοι, διέδωσαν αυτή την πίστη, αυτή τη σπορά του Θεού, σε όλο τον κόσμο.


Αληθινά, σαν μελισσοφόρες μέλισσες του Θεού, οι Απόστολοι διασκορπίστηκαν από τα Ιεροσόλυμα προς όλες τις κατευθύνσεις, ανάμεσα σε έθνη και φυλές, για να γλυκάνουν, σαν με μέλι, τις ανθρώπινες ψυχές με το ευαγγέλιο του Ενός, Ζωντανού και Αληθινού Θεού. Οι άγιοι Απόστολοι εκχέρσωναν τις χώρες από τα αγκάθια της ειδωλολατρίας και τις ψυχές των ανθρώπων από την πίστη σε πλήθος θεοτήτων. Στα καθαρισμένα χωράφια έσπερναν την αγία πίστη στον Ένα, Ζωντανό και Αληθινό.

Ω, πόσο κοπιώδες και επικίνδυνο ήταν αυτό το έργο! Ήταν η μεγαλύτερη σύγκρουση που γνώρισε ποτέ η ιστορία, και κόστισε στους ιεραποστόλους της μονοθεΐας — πιστέψτε με — ιδρώτα, δάκρυα, πληγές και αίμα.

Οι άνθρωποι αποχωρίζονταν με μεγάλη δυσκολία τα φανταστικά τους είδωλα και δύσκολα αποδέχονταν την πίστη στον έναν Θεό. Μπερδεμένοι από την ποικιλία των όντων και την αντίθεση των ενεργειών μέσα στο σύμπαν, θεωρούσαν πιο πιθανό να υπάρχει πλήθος θεών παρά ένας και μοναδικός. Πίστευαν ότι πολλοί μπορούσαν να βοηθήσουν περισσότερο από έναν μόνο.

Εναντίον των Αποστόλων σηκώθηκαν δύο κατηγορίες ανθρώπων — και μόνο δύο υπήρχαν τότε στον κόσμο: εκείνοι που έτρεφαν τις ψυχές τους με το δηλητήριο της ειδωλολατρίας και εκείνοι που έτρεφαν το σώμα τους κατασκευάζοντας είδωλα. Και αυτοί οι τελευταίοι δεν ήταν μικρότερο εμπόδιο από τους πρώτους. Παράδειγμα: ο Απόστολος Παύλος και ο αργυροχόος Δημήτριος.
Κάποιος αργυροχόος, ονόματι Δημήτριος, που κατασκεύαζε μικρούς ναούς της Αρτέμιδος από ασήμι, έδινε πολλή εργασία στους τεχνίτες. Συγκέντρωσε αυτούς και άλλους παρόμοιους τεχνίτες και είπε:
«Άνδρες, γνωρίζετε ότι από αυτή τη δουλειά εξαρτάται η ευημερία μας· και βλέπετε και ακούτε ότι όχι μόνο στην Έφεσο, αλλά σχεδόν σε όλη την Ασία, αυτός ο Παύλος έπεισε και απομάκρυνε πολύ λαό, λέγοντας ότι αυτά που γίνονται με ανθρώπινα χέρια δεν είναι θεοί… και υπάρχει κίνδυνος το επάγγελμά μας να περιφρονηθεί» (Πράξ. 19, 24–27).

Άλλοι, λοιπόν, νόμιζαν ότι η ψυχή τους κινδύνευε, και άλλοι ότι κινδύνευε η κοιλιά τους από τη νέα πίστη. Έτσι σκεφτόντουσαν όλοι οι άνθρωποι και όλα τα έθνη, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Και αυτές οι εξαιρέσεις παραδίδονταν σε σκληρό θάνατο, όπως ο Σωκράτης στην Αθήνα.
Ο πολιτισμός δεν βοηθούσε σε τίποτα. Οι πιο «πολιτισμένοι» λαοί κατασκεύαζαν είδωλα από πιο πολύτιμα υλικά και σε πιο τέλειες μορφές από τους βαρβάρους, αλλά τα είδωλα παρέμεναν είδωλα, και η δουλεία της ανθρώπινης ψυχής ήταν ίδια παντού.

Όταν ο άγιος Απόστολος Παύλος βρισκόταν στην «πολιτισμένη» Αθήνα, «παρωξύνετο το πνεύμα αυτού εν αυτώ, θεωρούντος κατείδωλον ούσαν την πόλιν» (Πράξ. 17, 16). Το ίδιο συνέβαινε και με τον Ανδρέα στη Σαρματία, τον Ματθαίο στην Αίγυπτο, τον Βαρθολομαίο στην Ινδία.
Είδωλα στην αγορά, είδωλα μπροστά σε δικαστήρια και στρατώνες, είδωλα στο κατώφλι, είδωλα στο σπίτι, είδωλα στα δωμάτια, είδωλα παντού. Κανένας κατάλογος δεν μπορούσε να απαριθμήσει όλους τους θεούς που λάτρευαν οι άνθρωποι. Όλα αυτά τα αγκάθια της ειδωλολατρίας πλήγωναν και μάτωναν τους Αγίους Αποστόλους. Όμως αυτοί τα έκοβαν με θάρρος, τα ξερίζωναν και καθάριζαν, και στη θέση τους έσπερναν τον καλό σπόρο της πίστης στον Ένα, Ζωντανό και Αληθινό Θεό.

Αυτό το τιτάνιο έργο οι Απόστολοι το ολοκλήρωναν με λόγο, με θαύματα, με αγάπη και με θυσία. Όπου δεν πετύχαιναν με το ένα, πετύχαιναν με το άλλο. Και όπου δεν μπορούσαν με τίποτε άλλο, πετύχαιναν με το αίμα τους και με τον θάνατό τους. Το μαρτυρικό τους αίμα έκαιγε τα είδωλα σαν ζωντανή φωτιά.

Ο Ένας, Ζωντανός και Αληθινός ευλόγησε τον λόγο των Αποστόλων Του και τον κόπο τους, τα δάκρυα, τους στεναγμούς και τις θυσίες τους. Έτσι ο σπόρος τους έφερε καλό καρπό. Και αυτός ο καρπός είναι ότι σήμερα στους ανθρώπους φαίνεται φυσικό και απλό να πιστεύουν σε έναν Θεό, ενώ γελοίο και παράλογο να πιστεύουν σε πολλούς.

«Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου· δεν θα έχεις άλλους θεούς πλην εμού». Αυτή είναι η πρώτη μαρτυρία του Θεού για τον εαυτό Του, η πρώτη αποκάλυψη στους ανθρώπους πάνω στη γη και η πρώτη εντολή του Θεού.
«Δεν θα έχεις άλλους θεούς πλην εμού», προστάζει ο Θεός, διότι αν έχεις και άλλους θεούς, θα προκαλέσεις στον εαυτό σου δύο συμφορές:


Πρώτη συμφορά: θα πιστέψεις σε ψεύτικους θεούς, ανύπαρκτους, επινοημένους.
Δεύτερη συμφορά: θα μοιράσεις τον σεβασμό και την αγάπη, που ανήκουν ολοκληρωτικά σε Μένα, τον Ένα, Ζωντανό και Αληθινό, και σε αυτούς τους ψεύτικους θεούς.


Με αυτό θα σκοτεινιάσεις την πίστη σε Εμένα και θα αποδυναμώσεις τον φόβο, τον σεβασμό και την αγάπη προς Εμένα. Και Εγώ, ως προσβεβλημένος και ταπεινωμένος, θα απομακρυνθώ από σένα. Και θα γίνεις άθεος, αν και θα φαντάζεσαι πως είσαι πλούσιος σε ευσέβεια λόγω της πίστης σε πολλούς θεούς. Διότι, στο τέλος, ο πολυθεϊστής και ο άθεος είναι το ίδιο. Και ο ένας και ο άλλος είναι χωρίς τον έναν Θεό, χωρίς τον Μοναδικό, Ζωντανό, Αληθινό.

Η πίστη σε έναν Θεό, τον Μοναδικό, τον Ζωντανό, τον Αληθινό, είναι πίστη των ταπεινών και των συνετών. Αυτή δεν είναι πίστη των υπερηφάνων, τους οποίους η υπερηφάνεια καθιστά ανόητους, ώστε να λατρεύουν τον εαυτό τους ή κάποιο κτίσμα του Δημιουργού, αλλά όχι τον Δημιουργό. Όσο πιο ταπεινός είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο συνετός είναι· όσο πιο υπερήφανος, τόσο πιο ανόητος. Στους ταπεινούς ο Θεός δίνει νου, για να γνωρίζουν και να κατανοούν, ενώ στους υπερήφανους αντιστέκεται. Όσο περισσότερο οι ταπεινοί ταπεινώνονται ενώπιον του Κυρίου, τόσο περισσότερο ο Κύριος τους χαρίζει νου. Και ο νους είναι φως που οδηγεί προς τον Θεό, τον Μοναδικό, τον Ζωντανό, τον Αληθινό.

Μακάριοι εκείνοι που έχουν νου, ώστε να βλέπουν την παροδικότητα αυτού του κόσμου και τη ματαιότητα του ανθρώπου. Μακάριοι εκείνοι που αισθάνονται μικροί και ταπεινοί, διότι ο Θεός θα τους υψώσει στην ανώτατη γνώση, στη γνώση της ουσίας και της μεγαλοσύνης του Υψίστου Θεού.

Αυτή είναι η πίστη σας, θεοφόροι, και η πίστη των προγόνων σας, των πιο ταπεινών και των πιο συνετών. Ας είναι αυτή και η πίστη των παιδιών σας, από γενιά σε γενιά, έως το τέλος του χρόνου. Αυτή είναι η πίστη η ακαταισχύντη, η ορθόδοξη, η σωτήρια. Με αυτήν σώζονταν οι πατέρες σας. Ούτε εκείνοι ντράπηκαν αυτήν την πίστη ούτε αυτή η πίστη τους ντρόπιασε. Αληθινά, αυτή είναι η πίστη των μορφωμένων ανθρώπων, εκείνων που φέρουν μέσα τους την εικόνα του Θεού. Κατά την Τελική Κρίση δεν θα ντροπιαστούν ενώπιον των αγγέλων και των δικαίων. Αντίθετα, θα λάβουν δόξα και θα ονομαστούν ευλογημένοι.

ΕΝΑΣ. ΖΩΝΤΑΝΟΣ. ΑΛΗΘΙΝΟΣ.

ΠΑΤΕΡΑ, ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ, ΠΟΙΗΤΗΝ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΟΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΟΡΑΤΩΝ.

Με φόβο και τρόμο ας κοιτάξουμε μέσα από το μισάνοιχτο πέπλο της αιωνιότητας. Το πέπλο αυτό δεν το άνοιξε αδύναμο ανθρώπινο χέρι. Το άνοιξε Εκείνος, ο Μόνος, ο Ζωντανός, ο Αληθινός. Αν δεν το είχε κάνει Εκείνος, ποιος άλλος θα μπορούσε; Όλοι οι ανθρώπινοι νους μαζί με όλες τις δυνάμεις του ουρανού δεν θα μπορούσαν να μετακινήσουν αυτό το πέπλο ούτε κατά μια τρίχα. Εκείνος ελέησε τους ανθρώπους και μετακίνησε το πέπλο. Και τρεις ακτίνες φωτός έλαμψαν πάνω στους ανθρώπους, που φέρουν μέσα τους την εικόνα Του. Και οι μορφωμένοι το είδαν και σκίρτησαν από ιερή χαρά. Φανερώθηκε ως Ασύγκριτος· ίσος μόνο με τον Εαυτό Του. Ο Μόνος, ο Ζωντανός, ο Αληθινός φανερώθηκε ως Πατέρας, Παντοκράτορας, Δημιουργός.

Η ανήσυχη σκέψη σας σπεύδει με το ερώτημα: τίνος Πατέρας; Και από πότε Πατέρας; Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και Πατέρας από την αιωνιότητα. Πριν από τη δημιουργία του κόσμου ήταν Πατέρας. Πριν από τον χρόνο και τα χρονικά όντα, πριν από τους αγγέλους και όλες τις ουράνιες δυνάμεις, πριν από τον ήλιο και τη σελήνη, πριν από την αυγή και το φως της σελήνης, ο Πατέρας γέννησε τον Μονογενή Υιό Του. Μιλώντας για το αιώνιο, τολμούμε να προφέρουμε τη λέξη «πότε»; Από τότε που ο Θεός είναι Θεός, από τότε είναι και Πατέρας. Αλλά μέσα σ’ Αυτόν δεν υπάρχει «πότε», γιατί δεν υπάρχει κύκλος χρόνου. Ο Ύψιστος αποκαλύπτει πρώτα τον εαυτό Του ως Πατέρα, έπειτα ως Παντοκράτορα και Δημιουργό. Αυτό είναι σε εσάς τους μορφωμένους σαφές. Η πατρότητά Του αναφέρεται στον συναΐδιο Υιό Του, ενώ η παντοκρατορία και η δημιουργία στον κτιστό κόσμο, ορατό και αόρατο. Πρώτα λοιπόν Πατέρας, έπειτα Παντοκράτορας και Δημιουργός.

Στην αιωνιότητα κανείς δεν μπορούσε να ονομάσει τον Θεό Πατέρα, παρά μόνο ο Υιός Του, ο Μονογενής. Και στον χρόνο; Ούτε στον χρόνο, στους αιώνες των αιώνων – κανείς. Ακούστε την αρχαία ιστορία του ανθρώπινου γένους και δεχθείτε την στην καρδιά σας. Δίνει φως στον νου σας και χαρά στην ψυχή σας. Όταν δημιουργήθηκε ο κόσμος και όταν ο Αδάμ εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο λόγω της θανάσιμης, αποκρουστικής αμαρτίας της ανυπακοής προς τον Δημιουργό του, μέχρι την κάθοδο του Υιού του Θεού στη γη, κανείς από τους θνητούς δεν τόλμησε να ονομάσει τον Θεό Πατέρα του. Οι εκλεκτότεροι Τον αποκαλούσαν με τα μεγαλύτερα ονόματα: Παντοκράτορα, Κριτή, Ύψιστο, Βασιλέα, Κύριο των δυνάμεων — αλλά όχι Πατέρα, το γλυκύ αυτό όνομα. Οι καλύτεροι του ανθρώπινου γένους μπορούσαν να αισθανθούν ως δημιουργήματα ενός παντοδύναμου Δημιουργού, σαν αγγεία ενός θεϊκού Κεραμέα· ποτέ όμως ως παιδιά ενός ουράνιου Πατέρα.

Αυτό το δικαίωμα δόθηκε στους ανθρώπους μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού. Δεν δόθηκε σε όλους, αλλά σε όσους Τον δέχθηκαν. «Όσοι Τον δέχθηκαν, σ’ αυτούς έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού» (Ιω. 1,12). Δηλαδή: να υιοθετηθούν και να μπορούν να προσφωνούν τον Θεό: Αββά, Πατέρα! (Γαλ. 4,5-6· Ρωμ. 8,14-16).

Αυτή την υιοθεσία — δώρο της χάριτος του Θεού — την αποκάλυψε και την πρόσφερε στους ανθρώπους ο ίδιος ο Χριστός ήδη από την αρχή της διακονίας Του στον κόσμο. Ανακοίνωσε στους ανθρώπους ότι από τότε μπορούν να ονομάζουν τον Θεό Πατέρα τους, λέγοντας: «Έτσι λοιπόν να προσεύχεστε: Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 6,9). Και από τότε μέχρι σήμερα εκατομμύρια νέοι και γέροντες σε όλη τη γη καθημερινά ψιθυρίζουν: Πάτερ ημών!

Τα πονηρά πνεύματα δεν έχουν δικαίωμα να ονομάζουν τον Θεό Πατέρα τους. Ούτε στους αμετανόητους αμαρτωλούς δίνεται να προφέρουν αυτή τη γλυκιά λέξη: Πατέρα! Μόνο στους δικαίους και στους μετανοημένους δίνεται το δικαίωμα να αναφωνούν με όλη την καρδιά και την ψυχή τους: Πάτερ ημών! Σε όσους όμως πολεμούν τον Θεό και τον νόμο Του, είτε με σκέψεις είτε με λόγια είτε με έργα, δεν δίνεται να Τον προσφωνούν με το παρηγορητικό και γλυκύ όνομα: Πατέρα!

Οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Άγιοι Πατέρες στη Νίκαια, που συνέταξαν το «Πιστεύω» όλων εσάς που φέρετε την εικόνα του Θεού μέσα σας, ονόμασαν τον Θεό πρώτα Πατέρα και έπειτα Παντοκράτορα και Δημιουργό. Αυτό το έκαναν φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα. Πρώτον, επειδή ο Ύψιστος είναι Πατέρας του Κυρίου Χριστού πριν από τον χρόνο και τη δημιουργία του κόσμου. Και δεύτερον, επειδή ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού έφερε ως πρώτο δώρο στους ανθρώπους — στους ακολούθους Του — την υιοθεσία, δηλαδή το δικαίωμα να ονομάζουν τον Πατέρα Του δικό τους Πατέρα.

Πάτερ ημών! Ποια χαρά κάτω από τον ήλιο και τα άστρα μπορεί να γεμίσει περισσότερο τις καρδιές σας, εσείς που φέρετε την εικόνα του Θεού μέσα σας; Και όχι μόνο σας επέτρεψε ο Υιός του Θεού να ονομάζετε τον Ύψιστο, τον Μόνο, τον Ζωντανό, τον Αληθινό, Πατέρα σας, αλλά και σας πρόσταξε: «Και πατέρα σας μη καλέσετε κανέναν πάνω στη γη· γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας, ο ουράνιος» (Ματθ. 23,9).

Ω η χαρά σας, χαρά ανείπωτη! Η αληθινή πατρότητα βρίσκεται στους ουρανούς, πάνω από τον ήλιο και τα άστρα. Η πατρότητα στη γη είναι μόνο σκιά και σύμβολο.

Η χαρά σας είναι και στο ότι ο ουράνιος Πατέρας σας είναι Παντοκράτορας και Δημιουργός. Οι άγιοι Πατέρες της Νίκαιας, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, ονόμασαν τον Ύψιστο πρώτα Παντοκράτορα και έπειτα Δημιουργό. Δεν φαίνεται, θα πείτε, πιο φυσικό να δημιουργηθεί πρώτα κάτι και μετά να διατηρείται· και άρα να ονομάζουμε πρώτα τον Ύψιστο Δημιουργό και μετά Παντοκράτορα; Έτσι φαίνεται μόνο, αλλά μη κρίνετε από τα φαινόμενα όταν σκέφτεστε το Αληθινό. Διότι ο Θεός είναι πρώτα Παντοκράτορας. Πριν δημιουργήσει τον ουρανό και τη γη, ο Θεός ως Παντοκράτορας κρατούσε μέσα Του και το σχέδιο της δημιουργίας, από τα μεγάλα έως τα μικρά, και όλες τις δυνάμεις, όλους τους νόμους, όλες τις τάξεις. Χωρίς αυτή τη νοητή παντοκρατορία, πώς θα ήταν δυνατή και πραγματοποιήσιμη η δημιουργία;

Formularbeginn



ΠΑΤΗΡ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ.


Συνεχίζεται με: Formularende
… ΚΑΙ ΕΙΣ ΕΝΑ ΚΥΡΙΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΝ ΜΟΝΟΓΕΝΗ, ΤΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ·

ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ 4 Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Συνέχεια από Παρασκευή 10. Απριλίου 2026

ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ 4

Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Δοκίμιο για την Χριστιανική Φιλοσοφία

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ

1. Το αλώνι, το φτυάρι, η αποθήκη.
Το αλώνι σημαίνει τον κόσμο. Το φτυάρι σημαίνει την Κρίση του Θεού. Και η αποθήκη σημαίνει τη Βασιλεία του Θεού. Οι δίκαιοι συγκεντρώνονται στη βασιλεία των ουρανών όπως το σιτάρι στην αποθήκη, ενώ οι αμαρτωλοί απορρίπτονται στα βάσανα όπως το άχυρο στη φωτιά.

2. Η πόλη επάνω στο βουνό σημαίνει εκείνους τους ίδιους ανθρώπους που προηγουμένως ονομάστηκαν άλας και φως. Όπως η πόλη επάνω στο βουνό δεν μπορεί να κρυφτεί από το βλέμμα του κόσμου, έτσι δεν μπορούν να κρυφτούν ούτε οι υψηλοί κατά το πνεύμα ακόλουθοι του Χριστού.

3. Το λυχνάρι κάτω από το μόδιο και το λυχνάρι επάνω στη λυχνία.
Αυτό είναι σύμβολο του ανθρώπου που έχει φωτιστεί από τον Θεό. Το πρώτο λυχνάρι σημαίνει έναν τέτοιο φωτισμένο άνθρωπο, ο οποίος είτε κρύβει ο ίδιος τον εαυτό του από ταπείνωση είτε οι γείτονές του τον σκεπάζουν με σκοτάδι από φθόνο. Και το ένα και το άλλο είναι μάταιο. Το δεύτερο λυχνάρι σημαίνει την αληθινή μοίρα ενός τέτοιου ανθρώπου. Η θεία Πρόνοια τον αποκαλύπτει και τον υψώνει σαν λυχνάρι επάνω στη λυχνία, ώστε να φωτίζει τον κόσμο.

4. Το ταμείο σημαίνει το εσωτερικό κρυφό δωμάτιο του σπιτιού. Το εσωτερικό ταμείο μέσα στον άνθρωπο είναι η καρδιά.
«Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείόν σου»· αυτό είναι σε αντίθεση με τους υποκριτές, που προσεύχονται στους δρόμους για να τους βλέπουν οι άνθρωποι. Μπες στην καρδιά σου με τον νου σου, όπου κι αν βρίσκεσαι, και αφού απορρίψεις όλες τις εξωτερικές μνήμες, παράδωσε όλον τον εαυτό σου στον Θεό με την προσευχή.

5. Οι θύρες συμβολίζουν τον Χριστό, σύμφωνα με τα ίδια τα λόγια Του:
«Εγώ ειμι η θύρα. Δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται».
Έξω από Αυτόν δεν υπάρχει άλλος δρόμος εισόδου στη βασιλεία των ουρανών. Και αυτή η θύρα είναι στενή, πάλι σύμφωνα με τα λόγια Του:
«Εισέλθετε διά της στενής πύλης».
Γιατί στενή; Για να απογυμνωθούμε με κόπο, περνώντας από αυτήν, από το περίβλημα του παλαιού φυσικού ανθρώπου, με το οποίο δεν εισέρχεται κανείς στον Παράδεισο.

6. Και η οδός σημαίνει τον Χριστό.
«Εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή», είπε ο Ίδιος για τον εαυτό Του.

7. Το σπίτι που είναι χτισμένο επάνω στην πέτρα σημαίνει την Εκκλησία του Χριστού, χτισμένη επάνω στην πίστη στον Υιό του Θεού. Σημαίνει επίσης και την ανατροφή της νεότητας επάνω στο ευαγγελικό θεμέλιο. Το σπίτι όμως που είναι χτισμένο επάνω στην άμμο σημαίνει κάθε πνευματικό και ηθικό οικοδόμημα που έχει στηριχθεί σε κάτι αντίθετο προς τον Χριστό.

8. Οι νέοι ασκοί και το νέο κρασί συμβολίζουν τη διδασκαλία του Χριστού και τους νέους ανθρώπους. Με τη μετάνοια οι άνθρωποι αλλάζουν, καθαρίζονται και ανακαινίζονται, και έτσι γίνονται νέοι. Μόνο σε τέτοιους ανθρώπους μπορεί να χωρέσει η νέα διδασκαλία του Χριστού. Οι Φαρισαίοι ήταν σαν τους παλιούς ασκούς, γι’ αυτό δεν μπορούσε να χωρέσει μέσα τους η νέα και ισχυρή διδασκαλία του Χριστού.

9. Το νέο επίρραμμα και το παλαιό ιμάτιο.
Αυτό συμβολίζει τη συνηθισμένη μη χριστιανική μέθοδο: να διορθώνεται κάπως ο παλαιός άνθρωπος, να μπαλώνεται λίγο με κάτι νέο, ενώ στην ουσία παραμένει παλαιός. Αυτό αφορά και όλες τις επιφανειακές προσπάθειες να διορθωθεί η κατάσταση στην ανθρώπινη κοινωνία με μπαλώματα, αντί με ριζική ανακαίνιση διά του Χριστού. Όπως το νέο επίρραμμα γρήγορα σκίζεται από το παλαιό ρούχο και πέφτει, και έτσι τα κουρέλια γίνονται ακόμα μεγαλύτερα και πιο γελοία, έτσι και από τους παλαιούς αμαρτωλούς αποσπάται η νέα θεία διδασκαλία, και οι παλιές πληγές τους φαίνονται βαθύτερες και φοβερότερες απ’ όσο φαίνονταν πριν από το μπάλωμα.

10. Ο ζυγός είναι σύμβολο δουλείας. Δύο είναι οι βαρύτερες δουλείες: στους ειδωλολατρικούς λαούς και στα πάθη, και μάλιστα η πρώτη εξαιτίας της δεύτερης (βλ. Ιερ. 27). Αντί για όλους τους βαρείς γήινους ζυγούς, ο Χριστός προτείνει στους ανθρώπους τον δικό Του ζυγό, που καθόλου δεν είναι βαρύς:
«Ο ζυγός μου χρηστός».

11. Ο σταυρός είναι σύμβολο σωτηρίας διά της εκούσιας πάθησης του εξωτερικού ανθρώπου χάριν του εσωτερικού, και όλα αυτά από αγάπη προς τον αγαπώντα Χριστό.
«Ο σταυρός... μωρία μεν τοις απολλυμένοις, ημίν δε τοις σωζομένοις δύναμις Θεού» (Α΄ Κορ. 1, 18).
Είπε ο Κύριος:
«και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. 10, 38).
Οι δικοί μας σταυροί είναι μικροί και ελαφροί σε σύγκριση με τον δικό Του Σταυρό, γιατί ο καθένας μας φέρει σταυρό για τις δικές του αμαρτίες, ενώ Εκείνος σήκωσε τον υπέρβαρο Σταυρό για τις αμαρτίες του παντός. Γι’ αυτό και λέει: τον σταυρόν αυτού, και όχι τον εμόν.

12. Το ποτήριο του πάθους του Χριστού — σύμβολο της σωτηρίας μας. Το ποτήριο του αίματος του Χριστού σημαίνει τη Νέα Διαθήκη του Θεού με τους ανθρώπους.
«τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστίν» λέει ο Απόστολος (Α΄ Κορ. 11, 25).
Και ο ίδιος ο Κύριος είπε:
«Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γαρ εστι το αίμά μου το της καινής διαθήκης» (Ματθ. 26, 27-28).
Η Παλαιά Διαθήκη βασιζόταν στο αίμα άλογων ζώων, ενώ η Νέα βασίζεται στο αίμα του Δικαίου, στο αίμα Εκείνου που είναι η ίδια η λογικότητα — ο μόνος αληθινός Λόγος του Θεού.

13. Το ποτήρι και το πινάκιο.
Το συνηθισμένο ποτήρι και το πινάκιο σημαίνουν τον άνθρωπο, καθαρό ή ακάθαρτο. Σημαντικότερο είναι να πλυθούν από μέσα παρά από έξω. Έτσι είναι σημαντικότερο να κρατείται η ψυχή καθαρή παρά το σώμα.
«Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν» (Ματθ. 23, 26).

14. Οι ασβεστωμένοι και στολισμένοι τάφοι συμβολίζουν τους υποκριτές ανθρώπους. Μάταια οι τάφοι είναι εξωτερικά στολισμένοι, όταν μέσα είναι γεμάτοι από οστά νεκρών και κάθε ακαθαρσία (Ματθ. 23, 27).
Τα οστά των νεκρών σημαίνουν τις απολιθωμένες καρδιές και τη λανθασμένη ανθρώπινη διάνοια, που δεν υποτάσσονται στην επίδραση του Πνεύματος του Θεού. Κάθε ακαθαρσία σημαίνει βρωμερά πάθη και κακίες. Αλλά όλα αυτά στους υποκριτές ανθρώπους καλύπτονται εξωτερικά με προσποιητή ορθότητα, όπως στους ασβεστωμένους τάφους.

15. Η πουγκί (η σακκούλα) — σύμβολο του θησαυρού των ουρανίων αγαθών. Έτσι και ο θησαυρός:
«Ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. 12, 33).

16. Το αναμμένο λυχνάρι και οι περιζωσμένες οσφύες είναι σύμβολο του νου που φωτίζεται από την πίστη του Χριστού και του σώματος που είναι ζωσμένο με εγκράτεια (Λουκ. 12, 35).

17. Η οικία είναι σύμβολο της ουράνιας κατοικίας.
«Εν τη οικία του Πατρός μου μοναί πολλαί εισίν» (Ιω. 14, 2).
Ο ναός ως οικοδόμημα είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος.
«ή ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστιν;» (Α΄ Κορ. 6, 19).

18. Η ράβδος είναι σύμβολο εξουσίας και ηγεσίας. Αλλά η ράβδος υπενθυμίζει και τον φύλακα άγγελο, ο οποίος βρίσκεται στα δεξιά του ανθρώπου, βοηθώντας τον να μην πέσει στη λάσπη της αμαρτίας.

19. Η μάχαιρα είναι σύμβολο του λόγου του Θεού, όπως και ο σπόρος. Μόνο που ο σπόρος σημαίνει τους αποκαλυφθέντες λόγους του Θεού, ενώ η μάχαιρα σημαίνει τη δύναμη των λόγων του Θεού.
«εκ του στόματος αυτού ρομφαία δίστομος οξεία εκπορευομένη» λέει ο οραματιστής Ιωάννης (Αποκ. 1, 16).
Ο Παύλος παραγγέλλει:
«δέξασθε... την μάχαιραν του Πνεύματος, ο εστι ρήμα Θεού» (Εφ. 6, 17).

20. Η ασπίδα σημαίνει την πίστη.
«επί πάσιν αναλαβόντες τον θυρεόν της πίστεως» (Εφ. 6, 16).
Και πράγματι η πίστη προστατεύει τον άνθρωπο σε αυτή τη ζωή ισχυρότερα από οτιδήποτε άλλο.

21. Τα βέλη είναι σύμβολο των πειρασμών που επιτίθενται στον άνθρωπο. Ιδιαίτερα σημαίνουν τα αόρατα πλήγματα εναντίον των ψυχών μας από τα αόρατα πνεύματα του σκότους. Τα πνεύματα του σκότους ρίχνουν μέσα στις ψυχές μας κακούς λογισμούς και πονηρές επιθυμίες τόσο γρήγορα και τόσο ξαφνικά όσο το βέλος του κυνηγού χτυπά το ελάφι, που πίνει ήσυχα νερό στην πηγή χωρίς να υποψιάζεται το κακό. Ο Απόστολος προστάζει τους πιστούς να αγρυπνούν με κάθε υπομονή και προσευχή, ώστε να μπορέσουν να σβήσουν
«πάντα τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα» (Εφ. 6, 16-18).

ΠΡΑΞΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΑ


1. Η σωματική γέννηση είναι σύμβολο της πνευματικής γέννησης.
Είπε ο Κύριος στον Νικόδημο:
«εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού»,
δηλαδή τη βασιλεία των πνευματικών πραγματικοτήτων.

2. Ο τοκετός της εγκύου γυναίκας είναι εικόνα της γέννησης του πνευματικού ανθρώπου μέσα στον φυσικό, σωματικό άνθρωπο.
«Η γυνή όταν τίκτη λύπην έχει... όταν δε γεννήση το παιδίον, ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως από της χαράς, ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον» (Ιω. 16, 21).

3. Η μεταβολή του νερού σε κρασί συμβολίζει τη θαυμαστή μεταβολή του γήινου ανθρώπου σε ουράνιο. Εκτελεστής αυτής της μεταβολής είναι ο Χριστός διά του Αγίου Πνεύματος. Κανείς άλλος δεν είναι ικανός να επιτελέσει αυτό το θαύμα, δηλαδή να θεώσει την ψυχή και να πνευματοποιήσει το σώμα.

4. Παραβολές ή σύμβολα της βασιλείας των ουρανών είναι: ο σπορέας που σπέρνει σπόρο στο χωράφι του· ο κόκκος του σιναπιού, που από τον πιο μικρό σπόρο γίνεται το μεγαλύτερο λαχανικό· το προζύμι, που η γυναίκα παίρνει και ζυμώνει σε τρία μέτρα αλεύρι ώσπου όλο το ζυμάρι να φουσκώσει· ο θησαυρός κρυμμένος στο χωράφι, που όταν τον βρει ο άνθρωπος πηγαίνει και πουλά τα πάντα για να αγοράσει εκείνο το χωράφι· το πολύτιμο μαργαριτάρι, που ο σοφός έμπορος αγοράζει με τίμημα όλη την υπόλοιπη περιουσία του· το δίχτυ, στο οποίο πιάνονται ψάρια καλά και κακά και έπειτα ξεχωρίζονται· ο γάμος του υιού του βασιλέως, το συμπόσιο κτλ.

5. Ο γεωργός, ο σπορέας, ο αλωνάρης, ο χτίστης, ο σιδηρουργός, ο ξυλουργός, ο αγγειοπλάστης, και κάθε τεχνίτης που επεξεργάζεται κάποιο τραχύ και ακατέργαστο υλικό και από αυτό φτιάχνει κάτι ωραίο και χρήσιμο, συμβολίζει τον Κύριο Χριστό. Γι’ αυτό, όταν βλέπεις οποιονδήποτε τεχνίτη ενός τίμιου επαγγέλματος να μετατρέπει το άχρηστο σε χρήσιμο, το τραχύ σε ήμερο, το βρώμικο σε καθαρό, το ευτελές σε ευγενές, το άσχημο σε όμορφο, να σκέφτεσαι τον Χριστό και τον κόπο Του για την ψυχή σου.

6. Επίσης σύμβολα του Χριστού είναι και ο βασιλιάς και ο δικαστής και ο γιατρός και ο ιερέας και ο διδάσκαλος και ο στρατηλάτης και ο κυβερνήτης και ο οδηγός του δρόμου και ο έμπορος και ο οικοδεσπότης και ο γονέας και ο νυμφίος.

7. Οι γυμνοί σωματικοί αθλητές είναι σύμβολο των πνευματικών αγωνιστών, γυμνωμένων από τον πλούτο και τις μέριμνες αυτού του κόσμου.
«Πώς μπορεί να αγωνιστεί με τα πνεύματα της κακίας εκείνος που αγαπά τα υπάρχοντα, όταν εξαιτίας αυτών μπορεί να δέχεται χτυπήματα από παντού;» λέει ο άγιος Νείλος ο Σιναΐτης.

8. Ο θερισμός των γήινων σπαρτών συμβολίζει τον πνευματικό θερισμό. Οι ανθρώπινες ψυχές έχουν σπαρεί στη γη του σώματος, και η σοδειά αυξάνει και ωριμάζει.
«Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» είπε ο Κύριος (Ματθ. 9, 37).

9. Ο οικοδεσπότης, που βγάζει νέο και παλαιό θησαυρό από την αποθήκη του, σημαίνει τον πνευματικό άνθρωπο, που διδάχθηκε τη βασιλεία των ουρανών από την Καινή και από την Παλαιά Διαθήκη. Με αυτή την παραβολή ο Κύριος θέλει να τονίσει τη σημασία και των δύο Διαθηκών του Θεού, αλλά θέτει την Καινή πρώτη.
(Στο σερβικό κείμενο παρατίθεται Λουκ. 6, 45.)

10. Το ψάρεμα των ψαριών σημαίνει το ψάρεμα των ανθρώπινων ψυχών για τη βασιλεία του Θεού.
«και ποιήσω υμάς γενέσθαι αλιείς ανθρώπων» υποσχέθηκε ο Κύριος στους αλιείς των ψαριών (Μάρκ. 1, 17).

11. Τα παιδιά, λόγω της καθαρότητας της ψυχής τους και της ακακίας τους, είναι σύμβολο των πολιτών του ουρανού.
«εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών».
Και ακόμη είπε για τα παιδιά:
«των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 18, 2· 19, 14).
Στο πρωτότυπο δίνεται: Ματθ. 18, 2· 19, 16.

12. Ο λογαριασμός του δανειστή με τον κακό οφειλέτη, που έλαβε συγχώρηση χρέους αλλά δεν συγχώρησε, είναι σύμβολο της Κρίσεως του Θεού. Και όπως ο βασιλιάς ρίχνει στη φυλακή τον ανελεήμονα οφειλέτη, έτσι θα κάνει, λέει ο Κύριος, και ο ουράνιος Πατέρας σε εσάς, αν δεν συγχωρήσετε ο καθένας στον αδελφό του (Ματθ. 18, 23 κ.ε.).

13. Οι κακοί αμπελουργοί, που σκότωσαν τον γιο του οικοδεσπότη, σημαίνουν τους άρχοντες των Ιουδαίων, οι οποίοι θανάτωσαν τον Υιό του Θεού. Αλλά κακός αμπελουργός είναι και κάθε άνθρωπος που διοικεί ανάποδα την ίδια του την ψυχή· που δεν δίνει στον Θεό κανέναν πνευματικό καρπό, αλλά ακόμη και τον Χριστό — τον Καρποδότη και Καρποφόρο — τον σκοτώνει μέσα στην ψυχή του και τον πετά έξω από αυτήν (Ματθ. 21).

14. Ο γάμος είναι σύμβολο του πνευματικού γάμου, της αγάπης της ψυχής προς τον Χριστό και της ένωσής της με τον Χριστό. Νύμφες του Χριστού είναι οι επιμέρους ψυχές των πιστών· νύμφη Του είναι και η Εκκλησία ως σύνολο. Όποια ψυχή δεν είναι ενωμένη με αγάπη με τον Χριστό, είναι ενωμένη με πάθος προς τη γη ή προς τους δαίμονες. Η χήρα σημαίνει τη θλιμμένη ψυχή, που είναι χωρισμένη από την ουράνια αγάπη και από τον ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό.

15. Το σώμα, γύρω από το οποίο συναθροίζονται οι αετοί, είναι σύμβολο του Χριστού, που θανατώθηκε αδίκως, γύρω από τον οποίο συγκεντρώνονται ψυχές με αετίσιο πνευματικό πέταγμα.

16. Η αστραπή και ο κλέφτης σημαίνουν το αιφνίδιο της δευτέρας παρουσίας του Χριστού. Η δεύτερη έλευση του Σωτήρος θα είναι ξαφνική σαν αστραπή και θα αναγγελθεί σαν κλέφτης.
«διά τούτο και υμείς γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. 24).

17. Το εμπόριο είναι σύμβολο της αγοράς της βασιλείας των ουρανών: με αντάλλαγμα το φθαρτό για το άφθαρτο, το πρόσκαιρο για το αιώνιο, το γήινο για το ουράνιο. Αφού μοίρασε τα τάλαντα, ο κύριος είπε στους δούλους:
«πραγματεύσασθε έως έρχομαι» (Λουκ. 19, 13).

18. Το φαγητό και το ποτό είναι σύμβολο της πνευματικής απόλαυσης στη βασιλεία των ουρανών.
«ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30).

19. Ο προηγούμενος υπολογισμός για την οικοδόμηση ενός κτίσματος είναι σύμβολο του υπολογισμού των δυνάμεών μας για μεγαλύτερο ή μικρότερο πνευματικό άθλο.
«τις γαρ εξ υμών θέλων πύργον οικοδομήσαι ουχί πρώτον καθίσας ψηφίζει την δαπάνην;» (Λουκ. 14, 28).

20. Η κόρη, ή η παρθενία, σημαίνει την καθαρότητα της ψυχής. Ο Απόστολος εκφράζει την επιθυμία του:
«αρμόσασθαι υμάς ενί ανδρί, παρθένον αγνήν παραστήσαι τω Χριστώ»
εννοώντας τις ψυχές των πιστών (Β΄ Κορ. 11, 2).

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΩΣ ΣΗΜΕΙΑ


1.
«Εν ονείρῳ, εν φαντασίαις νυκτεριναίς, όταν βαθύς ύπνος πέφτει επάνω στους ανθρώπους, όταν κοιμούνται στα κρεβάτια τους, τότε ο Θεός ανοίγει το αυτί των ανθρώπων και σφραγίζει την παιδεία τους. Για να αποστρέψει τον άνθρωπο από το έργο του και να απομακρύνει από αυτόν την υπερηφάνεια. Για να φυλάξει την ψυχή του από τον λάκκο και τη ζωή του από το να συναντήσει τη ρομφαία» (Ιώβ 33, 15).
Έτσι μιλούσε στον Ιώβ ο φίλος του ο Ελιού. Την αλήθεια αυτών των λόγων την επιβεβαίωσε η εμπειρία των ανθρώπων αμέτρητες φορές.

2.
Ο βασιλιάς Αβιμέλεχ είχε πάρει από τον Αβραάμ τη γυναίκα του τη Σάρρα, για να την κρατήσει κοντά του. Αλλά ήρθε ο Θεός τη νύχτα στον Αβιμέλεχ σε όνειρο και του είπε:
«Ιδού, θα πεθάνεις εξαιτίας της γυναίκας που πήρες, επειδή έχει άνδρα» (Γεν. / Α΄ Μωυσ. 20, 3).
Και ο βασιλιάς φοβήθηκε από εκείνο το όνειρο και αμέσως την επόμενη ημέρα επέστρεψε τη Σάρρα στον άνδρα της.

3.
Όταν ο ειδωλολάτρης Λάβαν καταδίωκε τον δίκαιο Ιακώβ, τον γαμπρό του, εμφανίσθηκε σ’ αυτόν ο Θεός σε όνειρο και είπε:
«Πρόσεχε να μη μιλήσεις στον Ιακώβ ούτε καλό ούτε κακό» (Γεν. / Α΄ Μωυσ. 31, 24).
Αυτό ήταν σήμα για τον Λάβαν, ώστε να σταματήσει από τον Ιακώβ και να μην του κάνει το κακό που είχε σκεφθεί.

4.
Δύο υπηρέτες του Φαραώ, ο οινοχόος και ο αρτοποιός, ήταν φυλακισμένοι μαζί με τον Ιωσήφ στη φυλακή. Και οι δύο είδαν όνειρα. Και ο Ιωσήφ τους τα ερμήνευσε. Στον οινοχόο το όνειρο ήταν σήμα ότι σύντομα θα ελευθερωνόταν από τη φυλακή και θα ξανασυνέχιζε την υπηρεσία του στην αυλή. Στον αρτοποιό όμως το όνειρο ήταν σήμα ότι σύντομα θα βγει από τη φυλακή, όχι όμως για να ζήσει αλλά για να πεθάνει στην αγχόνη. Έτσι τους το ερμήνευσε ο Ιωσήφ· έτσι και έγινε σ’ αυτούς (Γεν. / Α΄ Μωυσ. 40).

5.
Το δεύτερο όνειρο που είδε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ, για το μεγάλο δέντρο που κόπηκε ως τη γη, ήταν σήμα της πτώσης αυτού του βασιλιά και της τρέλας του για επτά χρόνια. Και όταν πέρασαν τα επτά χρόνια, επανήλθε ο νους στον βασιλιά. Και μετανόησε ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ για την υπερηφάνειά του, εξαιτίας της οποίας τον βρήκε η τρέλα, και αναγνώρισε την αιώνια εξουσία του επουρανίου Βασιλέως (Δαν. 4).

6.
Ως σήματα χρησίμευσαν και τα τέσσερα όνειρα που περιγράφονται στην αρχή του Ευαγγελίου κατά Ματθαίον.
Όταν ο Ιωσήφ ήθελε να απολύσει την Παρθένο Μαρία, του φανερώθηκε άγγελος του Θεού σε όνειρο και τον συμβούλευσε να αποβάλει τις άσχημες υποψίες και να μη διώξει τη Μαρία, διότι αυτό που συνελήφθη μέσα της είναι από το Άγιο Πνεύμα.
Οι μάγοι από την Ανατολή δεν επέστρεψαν πάλι στα Ιεροσόλυμα, αλλά αφού έλαβαν σε όνειρο εντολή να μην επιστρέψουν στον Ηρώδη, έφυγαν από άλλον δρόμο για τη χώρα τους.
Και όταν ο Ηρώδης διέταξε τη σφαγή των παιδιών, πάλι άγγελος Κυρίου φανερώθηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο και του είπε να φύγει με το παιδί και τη μητέρα Του στην Αίγυπτο, για να γλιτώσει από τη μάχαιρα του Ηρώδη.
Τέλος, μετά τον θάνατο του Ηρώδη, άγγελος του Θεού διέταξε τον Ιωσήφ σε όνειρο να επιστρέψει στην πατρίδα του.

7.
Η γυναίκα του Πιλάτου, η Σαβίνα Ποπλία, είδε ένα βασανιστικό όνειρο τον καιρό που ο άνδρας της δίκαζε τον Χριστό. Το όνειρο αυτό της δόθηκε ως σήμα της δικαιοσύνης του Χριστού. Και είπε στον Πιλάτο:
«Μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ’ όναρ δι’ αυτόν» (Ματθ. 27, 19).

8.
Όχι σπάνια ο Θεός έδινε στους ανθρώπους σε όνειρο σήμα να μην κάνουν αυτό που είχαν σκοπό να κάνουν. Είναι γνωστή η περίπτωση κατά την οποία στον βασιλιά Κωνσταντίνο εμφανίσθηκε σε όνειρο ο άγιος Νικόλαος και του είπε να αναστείλει την εκτέλεση της θανατικής ποινής εναντίον ενός καταδικασμένου ευγενούς, επειδή δεν ήταν ένοχος για εκείνο για το οποίο είχε καταδικαστεί. Και ο βασιλιάς απελευθέρωσε τον ευγενή.

9.
Σε ορισμένες ευσεβείς γυναίκες, στείρες, που προσεύχονταν θερμά στον Θεό να τις αξιώσει να αποκτήσουν παιδί, δινόταν σε όνειρο σήμα ότι η προσευχή τους εισακούστηκε. Η μητέρα του αγίου Γρηγορίου, του φωτιστή της Αρμενίας, η οποία για πολύ καιρό ήταν άτεκνη, είδε ένα παράξενο όνειρο: ότι από το σώμα της φύτρωσε μια ψηλή και πολύκλαδη άμπελος, η οποία σκέπασε όλη τη γη της Αρμενίας. Αμέσως έπειτα συνέλαβε και γέννησε τον ένδοξο Γρηγόριο.

10.
Δεν είναι εντελώς σπάνια η περίπτωση να δοθεί σε κάποιον σε όνειρο σήμα επικείμενου θανάτου. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στον όσιο Δίο (19 Ιουλίου).
Όμως τα παραδείγματα ονείρων ως σημάτων είναι άφθονα στις ημέρες μας, όπως και στους αρχαίους χρόνους. Όποιος έχει αυτιά να ακούει, ας ακούει· και όποιος έχει πνευματικό νου να κατανοεί, ας κατανοεί. Θα μπορούσαν να γραφτούν ολόκληρα βιβλία για τα όνειρα ως σήματα, που φανερώθηκαν μόνο στις ημέρες μας.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΩΣ ΣΗΜΕΙΑ

Άγιος Τούνομ! Μαρτύρησε το θαύμα με το Άγιο Φως απο την σκισμένη κολόνα!

 

Μαρτύρησε για το θαύμα με το Άγιο Φως απο την σκισμένη κολόνα

Το Πάσχα του 1579 μ.Χ. οι Αρμένιοι ( η αρμενική ''εκκλησία'' είναι μονοφυσιτικών αποκλίσεων, ανήκει δηλαδή στους λεγόμενους «αντιχαλκηδόνιους»)κατόρθωσαν να δωροδοκήσουν τον Τούρκο Διοικητή, και να εκδώσει απαγορευτική διαταγή προς τον Έλληνα Ορθόδοξο Πατριάρχη Σωφρόνιο Δ’, ώστε να μην έχει πρόσβαση εντός του Ναού της Αναστάσεως για την τελετή του Αγίου Φωτός.

Οι φρουροί έκλεισαν την Αγία Πόρτα και ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Δ’ με το ιερατείο και τους πιστούς του παρέμειναν έξω προσευχόμενοι, αναμένοντες την έκβαση των γεγονότων.

Πράγματι η απάντηση του Κυρίου ήταν άμεσος. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του Αρμενίου Πατριάρχου, το Άγιο Φως δεν έλαμψε στο ιερό Κουβούκλιο ή σε άλλο σημείο εντός του Ναού...

Το Άγιο Φως εξήλθε διαπερνόν την Κολόνα, η οποία μέχρι σήμερον φαίνεται σχισμένη και μαυρισμένη, και προς μεγάλη κατάπληξιν άναψαν τα κεριά, τα οποία κρατούσε στα χέρια του ο Ορθόδοξος Πατριάρχης.

Στην συνέχεια ο Πατριάρχης έδωσε το Άγιο Φως στους Ορθοδόξους, οι οποίοι βρίσκονταν στην αυλή, ενώ ο Αρμένιος έφυγε ντροπιασμένος...

Το αξιοθαύμαστο γεγονός μαρτύρησε ο Εμίρης Τούνομ, ο οποίος εκείνη την στιγμή ήταν φρουρός στην Αγία Πόρτα...

Αυτό έγινε αιτία να πιστέψει και να γίνει Χριστιανός.

Οι Τούρκοι τον σκότωσαν για να μην μαθευτεί το γεγονός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, όταν αντελήφθη το θαύμα αναφώνησε προς τους συγκεντρωμένους: «Αυτή είναι η αληθινή πίστη». Οι Τούρκοι για την αλλαξοπιστία του τον έκαψαν ζωντανό...

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε το θαύμα, εξέδωσε φιρμάνι και ανεγνώρισε το αποκλειστικό δικαίωμα για την λήψη του Αγίου Φωτός στον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη.

Τα ιερά λείψανα του Αγίου Τούνομ φυλάσσονται στο Μοναστήρι της Μεγάλης Παναγιάς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς ληστὴν μνήσθητί μου Χριστε, κραυγάσαντα τὴν ἐνδεκάτην τὴν ὥραν, καὶ εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ προσχωρήσαντα, Εμίρην Τούνομ ἄσμασι Μάρτυρα ὥσπερ ἱερὸν ἐν τῇ ὥρα τῆς ἀφῆς τῶν λαμπάδων τῶν Ορθοδόξων ὑπὸ Φωτὸς τοῦ Ἁγίου στεῤῥῶς, ἀθλήσαντα τιμῶμεν. (Εορτάζει στις 18 Απριλίου εκάστου έτους).

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Κυριακή του Πάσχα: Ευαγγέλιο της νίκης κατά του θανάτου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Όσοι παγώνουν από τ’ αγιάζι μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, για να νιώσουν τη θαλπωρή της. Όσοι λιμοκτονούν πλησιάζουν στο τραπέζι, για να κορέσουν την πείνα τους. Εκείνοι που τράβηξαν πολλά όσο κρατούσε η μακρά νύχτα, χαίρονται με την ανατολή του ήλιου, με το φως. Αυτοί που εξαντλήθηκαν σε μάχες σκληρές και φονικές, χαίρονται πολύ όταν απολαμβάνουν μιαν ανέλπιστη νίκη.
Εσύ, Κύριε, με την Ανάστασή Σου, έγινες τα πάντα σε όλους τους ανθρώπους! Ένδοξε Κύριε! Μ’ ένα Σου δώρο, γέμισες τ’ άδεια χέρια που απλώνονταν προς τον ουρανό! Χαίρετε ουρανοί, χαίρε η γη! Χαίρετε ουρανοί, όπως χαίρεται η μάνα που ταΐζει τα πεινασμένα παιδιά της. Χαίρε γη, όπως χαίρονται τα παιδιά όταν δέχονται το τάισμα από τα χέρια της μάνας τους!


Η ανάσταση του Χριστού είναι η μοναδική νίκη που κάνει όλη την ανθρωπότητα να χαίρεται, από τον πρωτόπλαστο ως τον τελευταίο άνθρωπο που ζει στη γη. Κάθε άλλη νίκη στη γη έχει χωρίσει κι εξακολουθεί να χωρίζει τους ανθρώπους, τον ένα από τον άλλο. Όταν ένας επίγειος βασιλιάς βγαίνει νικητής από έναν πόλεμο ενάντια σε άλλο βασιλιά, ο ένας χαίρεται κι ο άλλος θρηνεί. Όταν ένας άνθρωπος νικάει το γείτονά του, στο ένα σπίτι ακούγονται τραγούδια και στο άλλο θρήνοι. Δεν υπάρχει στη γη χαρούμενη νίκη που να μη την δηλητηριάζει η κακία. Εκείνος που νικάει στη γη χαίρεται και με τη δική του χαρά και με τα δάκρυα του νικημένου εχθρού του. Ούτε που μπορεί να καταλάβει πώς το κακό καταστρέφει τη χαρά.

Όταν ο Ταμερλάνος νίκησε το σουλτάνο Μπαγιατζίτ, τον έβαλε σ’ ένα σιδερένιο κλουβί κι έστησε γύρω του χορό, τα νικητήρια. Η χαρά του ολοκληρώθηκε με την κακία του. Η κακεντρέχειά του έτρεφε και δυνάμωνε την πανδαισία του.

Αχ, αδελφοί μου! Πόσο σύντομη είναι η χαρά της κακίας! Πόσο φαρμακερή τροφή είναι για την ευωχία η κακία! Όταν ο βασιλιάς Στέφανος του Ντέκανι νίκησε το Βούλγαρο βασιλιά, δεν προχώρησε στο βουλγαρικό έδαφος, δεν πήρε αιχμαλώτους από το βουλγαρικό λαό, αλλά αποσύρθηκε λυπημένος σ’ ένα ησυχαστήριο για να νηστέψει και να προσευχηθεί. Ο νικητής αυτός ήταν πιο ευγενής από τον προηγούμενο. Ακόμα κι αυτή η νίκη όμως, όπως κάθε νίκη, δεν μπορούσε παρά ν’ αφήσει τα θλιβερά σημάδια της στο νικημένο. Ακόμα κι η πιο ένδοξη και πιο πολιτισμένη ιστορία είναι σαν τον ήλιο εκείνο, που οι μισές ακτίνες του είναι φωτεινές κι οι άλλες μισές σκοτεινές.

Μόνο η νίκη του Χριστού είναι σαν τον ήλιο που στέλνει φωτεινές και λαμπερές ακτίνες σ’ όλους όσοι βρίσκονται κάτω στη γη. Η νίκη του Χριστού γεμίζει όλες τις ψυχές των ανθρώπων με χαρά ανεκλάλητη κι ατέρμονη. Μόνο η νίκη του Χριστού είναι καθαρή από μίσος και κακία.
Θα πεις πως είναι μια νίκη μυστήρια; Ναι, είναι. Ταυτόχρονα όμως η νίκη αυτή αποκαλύφτηκε σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, σε ζωντανούς και νεκρούς.
Θα πεις πως είναι μια μεγαλειώδης νίκη; Ναι, είναι. Και μάλιστα περισσότερο από μεγαλειώδης. Δεν είναι περισσότερο από γενναία μια μητέρα όταν δεν αρκείται να γλιτώσει τα παιδιά της από το φίδι, μα τρέχει με γενναιότητα στη φωλιά των φιδιών και τα καίει όλα;
Θα πεις πως είναι μια θεραπευτική νίκη; Ναι, είναι, γιατί θεραπεύει και σώζει στους αιώνες των αιώνων. Η σπουδαία αυτή νίκη σώζει τους ανθρώπους από κάθε κακό, τους κάνει αναμάρτητους και αθάνατους. Η αθανασία χωρίς την αναμαρτησία θα σήμαινε μόνο την επέκταση της βασιλείας του πονηρού και της κακίας. Η αθανασία σε συνδυασμό με αναμαρτησία όμως προξενεί χαρά ανεκλάλητη, απεριόριστη· μετατρέπει τον άνθρωπο σε αδελφό των αγγέλων του Θεού.

Ποιος δε θα χαιρόταν και δε θα ευφραινόταν με τη νίκη του Κυρίου Ιησού Χριστού; Δεν έγινε νικητής για τον εαυτό Του, για δική Του χάρη, αλλά για μας. Η νίκη Του δεν έκανε τον ίδιο μεγαλύτερο, ανώτερο, πιο ζωντανό ή πιο πλούσιο, αλλά εμάς. Τη νίκη Του δεν την χαρακτηρίζει ιδιοτέλεια αλλά αγάπη, δεν ήθελε να πάρει, αλλά να δώσει. Οι εγκόσμιοι κατακτητές νέμονται τη νίκη. Ο Χριστός είναι ο μόνος κατακτητής που την παραδίδει. Ένας εγκόσμιος κατακτητής, είτε αυτός είναι βασιλιάς είτε στρατηγός, δε δέχεται ποτέ να του πάρουν τη νίκη και να τη δώσουν σε κάποιον άλλον. Μόνο ο αναστημένος Χριστός προσφέρει με τα δύο Του χέρια τη νίκη Του σε μας, στον καθένα μας. Όχι μόνο δεν οργίζεται, αλλ’ αντίθετα χαίρεται όταν εμείς γινόμαστε νικητές με τη δική Του νίκη, όταν δηλαδή γινόμαστε ανώτεροι, ζωτικότεροι και πλουσιότεροι από πριν.

Οι εγκόσμιες νίκες φαίνονται καλύτερα όταν τις κοιτάζει κανείς από απόσταση. Όταν τις κοιτάζεις από κοντά δείχνουν άσχημες, αποκρουστικές. Για τη νίκη του Χριστού όμως δεν μπορεί να πει κανείς αν φαίνονται καλύτερα από μακριά ή από κοντά. Βλέποντας από μα­κριά τη νίκη Του τη θαυμάζουμε, γιατί είναι μοναδική στη λαμπρότητά της, στην αγνή και σωστική χάρη της. Όταν τη βλέπουμε από κοντά, θαυμάζουμε για τους φοβερούς εχθρούς που κατατροπώνει, για το μεγάλο πλήθος των σκλάβων που ελευθερώνει.
Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα, η μοναδική, που γιορτάζουμε τη νίκη του Χριστού. Γι’ αυτό και σήμερα αρμόζει να κοιτάξουμε τη νίκη Του από πολύ κοντά, τόσο για να βελτιώσουμε τις γνώσεις μας όσο και για να ευφρανθούμε περισσότερο.

Ας προσεγγίσουμε λοιπόν τον αναστημένο Χριστό κι ας αναρωτηθούμε:

Πρώτο: Ποιόν νίκησε με την Ανάστασή Του;
Δεύτερο: Ποιούς ελευθέρωσε με τη νίκη Του;

***
Με την Ανάστασή Του ο Κύριος κατατρόπωσε τους δύο πιο μανιασμένους εχθρούς της ανθρώπινης ζωής και αξίας: το θάνατο και την αμαρτία. Οι δύο αυτοί εχθροί του ανθρώπινου γένους γεννήθηκαν όταν ο πρώτος άνθρωπος χωρίστηκε από το Θεό, με το να ποδοπατήσει την εντολή της υπακοής στο Δημιουργό του. Στον παράδεισο ο άνθρωπος δε γνώριζε ούτε αμαρτία ούτε θάνατο, ούτε φόβο ούτε ντροπή. Ο άνθρωπος ήταν προσκολλημένος στο Θεό και δεν ήξερε τι σημαίνει θάνατος, ζούσε με απόλυτη υπακοή στο Θεό και δεν ήξερε τι σημαίνει αμαρτία. Εκεί που δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχει και φόβος. Εκεί που είναι άγνωστη η αμαρτία, δεν υπάρχει και ντροπή, που γεννιέται από την αμαρτία.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αμάρτησε, επειδή παραβίασε τη σωστική εντολή της υπακοής, μαζί με την αμαρτία ήρθε κι ο φόβος, ήρθε κι η ντροπή. Ο άνθρωπος ένιωσε πως βρίσκεται μακριά πολύ από το Θεό, το δρεπάνι του θανάτου τού ’δωσε το πρώτο προμήνυμα. Γι’ αυτό κι όταν ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ και τον ρώτησε, «Αδάμ, πού ει;», εκείνος απάντησε: «Της φωνής σου ηχούσα περιπατούντος εν τω παραδείσιο και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην» (Γέν. γ’ 9-10). Άκουσα τη φωνή σου την ώρα που περπατούσες στον παράδεισο και φοβήθηκα, γιατί ήμουν γυμνός. Έτσι κρύφτηκα.
Ως τότε η φωνή του Θεού ενίσχυε τον Αδάμ, τον χαροποιούσε, τον ζωογονούσε. Μετά τη διάπραξη της αμαρτίας όμως η ίδια αυτή φωνή τον φόβιζε, τον νέκρωνε. Ως τότε ο Αδάμ γνώριζε πως ήταν ντυμένος με την αθάνατη αμφίεση των αγγέλων. Μετά όμως κατάλαβε πως η αμαρτία τον γύμνωσε, τον λεηλάτησε, τον υποβίβασε στο επίπεδο των ζώων, τον κόντυνε στις διαστάσεις των πυγμαίων.


Βλέπετε, αδελφοί μου, πόσο φοβερή είναι ακόμα κι η παραμικρότερη αμαρτία της παρακοής στο Θεό! Μετά την αμαρτία του ο Αδάμ φοβήθηκε το Θεό και κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα του παραδείσου, «εν μέσω του ξύλου του παραδείσου». Λειτούργησε όπως η σπιτίσια γάτα που όταν γίνεται άγρια φεύγει στα βουνά, αρχίζει να κρύβεται από το νοικοκύρη της και ν’ αποφεύγει το χέρι που ως τότε την τάιζε. Ο Αδάμ, που ως τότε είχε απόλυτη εξουσία, άρχισε ν’ αναζητά προστασία από τα άλογα ζώα, μακριά από το Δημιουργό του. Από τη μια αμαρτία άρχισε με ταχύτητα αστραπής να προκύπτει η δεύτερη, η τρίτη, η εκατοστή, η χιλιοστή… Τελικά ο άνθρωπος έγινε κτηνώδης, σαν τα ζώα, γήινος, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το αμαρτωλό μονοπάτι που βάδισε ο Αδάμ τον οδήγησε στη γη, μέσα στη γη. Γι’ αυτό κι ο Θεός του είπε: «γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. γ’ 19). Αυτό δεν εξέφραζε μόνο την κρίση του Θεού, αλλά και την μετέπειτα γήινη πορεία του ανθρώπου που μόλις ξεκίνησε, μα η εξέλιξή της ήταν πολύ γρήγορη.
Οι απόγονοι του Αδάμ, η μια γενιά μετά την άλλη, γίνονταν όλο και πιο υλικοί, πιο προσκολλημένοι στα γήινα. Ντρέπονταν που αμάρταναν και πέθαιναν με φόβο και τρόμο. Οι άνθρωποι κρύβονταν από το Θεό στα δέντρα και στους βράχους, στο χρυσό και τη σκόνη. Όσο περισσότερο εκείνοι κρύβονταν όμως, τόσο απομακρύνονταν από τον αληθινό Θεό, τόσο περισσότερο τον ξεχνούσαν. Η φύση που κάποτε έστεκε κάτω από τα πόδια του ανθρώπου, τώρα σιγά σιγά υψωνόταν, έφτασε πάνω από το κεφάλι του, και στο τέλος έκρυψε το πρόσωπο του Θεού, πήρε αυτή τη θέση Του. Ο άνθρωπος άρχισε να φτιάχνει θεό από τη φύση. Άκουγε τη φύση, συμπεριφερόταν όπως εκείνη όριζε, προσευχόταν σ’ αυτήν και της πρόσφερε θυσίες.
Η θεοποίηση της φύσης όμως δεν ήταν ικανή ούτε την ίδια να σώσει, μα ούτε και τον άνθρωπο να γλιτώσει από το θάνατο και τη φθορά. Το δύσβατο μονοπάτι που βάδιζε η ανθρωπότητα ήταν ο δρόμος της αμαρτίας. Και το καταστροφικό αυτό μονοπάτι οδηγούσε σίγουρα σε μια σκοτεινή πολιτεία, μόνο σ’ αυτήν: στην πολιτεία των νεκρών. Οι βασιλιάδες της γης εξουσίαζαν τους ανθρώπους. Η αμαρτία κι ο θάνατος τους εξουσίαζαν όλους, βασιλιάδες κι απλούς ανθρώπους. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλεόναζε η αμαρτία, όπως η χιονόμπαλα μεγαλώνει καθώς κατηφορίζει από το λόφο. Η ανθρωπότητα είχε φτάσει σε έσχατη απελπισία όταν εμφανίστηκε ο ουράνιος Ήρωας για να τη σώσει.


Ο Ήρωας αυτός ήταν ο Κύριος Ιησούς. Αιώνια αναμάρτητος και αιώνια αθάνατος, πέρασε από το νεκροταφείο της ανθρωπότητας και σκόρπισε παντού τα άνθη της αθανασίας. Η ανάσα Του σκόρπιζε ζωή κι έδιωχνε μακριά τη βρωμιά της αμαρτίας, ο λόγος Του ανάσταινε τους νεκρούς. Με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος φορτώθηκε το πλήθος των αμαρτιών του. Με την ίδια αυτή αγάπη Του φόρεσε τη θνητή ανθρώπινη σάρκα. Ήταν τόσο βαριά όμως η ανθρώπινη αμαρτία, τόσο φοβερή, που από το βάρος της ο Υιός του Θεού κατέβηκε στον τάφο.
Ευλογημένος και τρισευλογημένος ο τάφος απ’ όπου ξεπήδησε ο ποταμός της αθανασίας για όλους τους ανθρώπους! Ο Ήρωας κατέβηκε στον Άδη, όπου γκρέμισε το θρόνο του σατανά και κατέστρεψε όλες τις σκευωρίες και τις συνωμοσίες του εναντίον του ανθρώπινου γένους. Από τον τάφο Του ο Ήρωας αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς κι άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο στην πολιτεία των ζωντανών. Αφάνισε με τη δύναμή Του την κόλαση και δόξασε το σώμα Του, ανασταίνοντάς το «εκ νεκρών». Κι όλ’ αυτά με την ανυπέρβλητη δύναμή Του, που είναι αδιαίρετη από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Απλός και ταπεινός σαν αρνί ο Κύριος βάδισε προς το πάθος και το θάνατο. Δυνατός ως Θεός υπόμεινε το πάθος και νίκησε το θάνατο. Η Ανάστασή Του είναι πραγματικό γεγονός. Και ταυτόχρονα είναι η προφητεία κι η προτύπωση της δικής μας ανάστασης. «Σαλ­πίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα» (Α’ Κορ. ιε’ 52).


Ίσως ρωτήσουν μερικοί: Πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χριστός νίκησε το θάνατο, αφού οι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν;

Εκείνοι που έρχονται στον κόσμο από την κοιλιά της μητέρας τους, θ’ αναχωρήσουν απ’ αυτόν με το θάνατο, θα μπουν στον τάφο. Ο κανόνας αυτός είναι. Για μας όμως που πεθαίνουμε εν Χριστώ ο θάνατος δεν είναι σκοτεινή άβυσσος, αλλά γέννηση σε μια καινούργια ζωή, είναι επιστροφή στην πατρίδα μας. Ο τάφος για μας δεν είναι πια σκοτάδι αιώνιο αλλά πύλη, όπου μας αναμένουν οι πανένδοξοι άγγελοι του Θεού. Για όλους εκείνους που η ψυχή τους είναι γεμάτη από αγάπη για τον ωραίο και στοργικό Κύριο, ο τάφος δεν είναι παρά το τελευταίο εμπόδιο προς την παρουσία Του. Και το εμπόδιο αυτό είναι τόσο αδύναμο, όσο ο ιστός μιας αράχνης. Γι’ αυτό κι ο απόστολος Παύλος αναφωνεί: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. α’ 21).

Πώς μπορούμε να πούμε πως ο Χριστός δε νίκησε το θάνατο, όταν ο θάνατος δεν αντέχει την παρουσία Του; Ο τάφος δεν είναι πια βαθιά άβυσσος, γιατί γέμισε με την παρουσία Του. Δεν είναι πια σκοτεινός ο τάφος, γιατί ο Χριστός τον φώτισε. Δεν φοβίζει πια ο τάφος, δεν τρομάζει, γιατί δε σηματοδοτεί το τέρμα, μα την αρχή. Δε συνιστά την αιώνια πατρίδα μας, αλλά μόνο την πύλη προς την πατρίδα αυτή. Η διαφορά ανάμεσα στο θάνατο πριν από την Ανάσταση του Χριστού και μετά απ’ αυτήν, είναι όπως η διαφορά ανάμεσα σε μια καταστροφική πυρκαγιά και στη φλόγα του καντηλιού. Η νίκη του Χριστού είναι θεμελιώδης. Με την Ανάστασή Του, «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. ιε’ 54).

Υπάρχουν κι άλλοι που θα ρωτήσουν: Πώς μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αναστημένος Χριστός νίκησε την αμαρτία, αφού οι άνθρωποι εξακολουθούν ν’ αμαρτάνουν;

Ο Κύριος νίκησε πραγματικά την αμαρτία. Τη νίκησε με την άσπορο σύλληψη και γέννησή Του. Στη συνέχεια με την αγνή και αναμάρτητη ζωή Του στη γη. Μετά με το πάθος Του στο σταυρό, μ’ όλο που ήταν δίκαιος. Και στο τέλος τη νίκη Του τη σφράγισε με την ένδο­ξη Ανάστασή Του.
Ο Κύριος έγινε το φάρμακο, το πιο κατάλληλο κι αλάθευτο φάρμακο ενάντια στην αμαρτία. Εκείνος που δηλητηριάστηκε από την αμαρτία, μόνο από το Χριστό μπορεί να θεραπευτεί. Εκείνος που δε θέλει ν’ αμαρτάνει, μόνο με τη βοήθεια του Χριστού μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Όταν οι άνθρωποι βρήκαν το φάρμακο για την ευλογιά είπαν: Τη νικήσαμε την αρρώστια αυτή. Το ίδιο είπαν όταν βρήκαν το φάρμακο για την αμυγδαλίτιδα, για τον πονόδοντο, για την ουρική αρθρίτιδα και γι’ άλλες παρόμοιες αρρώστιες. Τις νικήσαμε, θριαμβολογούσαν. Αυτό σημαίνει πως η εύρεση φαρμάκου για κάποια αρρώστια, είναι νίκη κατά της αρρώστιας.


Ο Χριστός είναι μακράν ο μέγιστος Ιατρός στην ανθρώπινη ιστορία, γιατί μας έδωσε το φάρμακο για τη μεγαλύτερη αμαρτία. Κι η αμαρτία είναι εκείνη από την οποία γεννιούνται όλα τ’ άλλα πάθη του ανθρώπου, τόσο τα σωματικά όσο και τα ψυχικά. Το φάρμακο είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο αναστημένος και ζωντανός Κύριος. Είναι το μοναδικό κι αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της αμαρτίας. Αν ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι αμαρτάνουν κι η αμαρτία τους οδηγεί στην καταστροφή, αυτό δε σημαίνει πως ο Χριστός δε νίκησε την αμαρτία, αλλ’ ότι οι άνθρωποι δεν πήραν το μοναδικό φάρμακο κατά της αρρώστιας αυτής. Σημαίνει πως αυτοί δε γνωρίζουν αρκετά το Χριστό ως φάρμακο ή κι αν ακόμα τον γνωρίζουν, δεν τον χρησιμοποιούν για τον άλφα ή τον βήτα λόγο.

Η ιστορία μαρτυρεί με χιλιάδες και μυριάδες φωνές, πως εκείνοι που χρησιμοποιούν το φάρμακο αυτό για την ψυχή τους θεραπεύονται, γίνονται υγιείς. Γνωρίζοντας την αδυναμία της ύπαρξής μας ο Κύριος πρότεινε το φάρμακο αυτό στους πιστούς. Πρόσφερε τον εαυτό Του σ’ αυτούς, για να τον λάβουν με την υλική μορφή του άρτου και του οίνου. Και τό ’κανε αυτό Εκείνος που αγαπά κάθε άνθρωπο με την αμέτρητη αγάπη Του, μόνο και μόνο για να διευκολύνει την προσέγγισή του στο ζωοποιό φάρμακο κατά της αμαρτίας και κάθε φθοράς που προέρχεται απ’ αυτήν. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μέ­νει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. στ’ 56).

Εκείνοι που τρέφουν την αμαρτία με την αμαρτία, χάνουν σταδιακά τη ζωή τους. Την φθείρει η αμαρτία. Εκείνοι όμως που τρέφονται από το σώμα του ζώντος Κυρίου, δρέπουν ζωή. Κι η ζωή μέσα τους αυξάνει συνέχεια, ενώ ο θάνατος απομακρύνεται. Κι όσο αυξάνει η ζωή, τόσο μαραίνεται η αμαρτία. Την ανούσια και σκοτεινή γλυκύτητα της αμαρτίας σ’ αυτούς αντικαθιστά η χαροποιός και ζωοποιός γλυκύτητα του Νικητή Χριστού.

Ευλογημένοι είναι εκείνοι που δοκίμασαν και γεύτηκαν το μυστήριο αυτό στη ζωή τους. Αυτοί θα κληθούν υιοί φωτός και τέκνα της χάριτος. Όταν αναχωρήσουν από τη ζωή αυτή θα είναι σα να φεύγουν από νοσοκομείο, γιατί δε θα είναι πια άρρωστοι.


***
Ας αναρωτηθούμε τώρα: Ποιόν ελευθέρωσε με τη νίκη Του από την αμαρτία και το θάνατο ο αναστημένος Κύριος; Μήπως το λαό ενός έθνους ή μιας φυλής; Μήπως τους ανθρώπους κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης; Όχι, σε καμιά περίπτωση. Τέτοια ελευθερία θα ήταν βασικά αποτέλεσμα της φονικής νίκης εγκόσμιων κατακτητών. Ο Κύριος δεν ονομάστηκε «Φιλοεβραίος», «Φιλέλληνας», «Φιλόπτω­χος» ή «Φιλοαριστοκράτης». Ήταν ο φίλος του ανθρώπινου γένους. Τη νίκη Του την ήθελε για όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμιά διάκριση στις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες, όπως κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Τη νίκη Του την κέρδισε για το καλό και τη βοήθεια όλων των πλασμάτων του Θεού, όλων των ανθρώπων. Και την πρόσφερε σ’ όλους αυτούς.

Σ’ όλους εκείνους που δέχονται τη νίκη αυτή και την κάνουν δική τους, υποσχέθηκε αιώνια ζωή, τους έκανε συγκληρονόμους της ουράνιας βασιλείας Του. Δεν επιβάλλει σε κανέναν τη νίκη Του, μ’ όλο που κόστισε τόσο πολύ. Αφήνει ελεύθερους τους ανθρώπους να την κάνουν δική τους ή να την αρνηθούν. Όπως ο πρώτος άνθρωπος στον παράδεισο διάλεξε την πτώση, το θάνατο και την αμαρτία στα χέρια του σατανά, έτσι και τώρα είναι ελεύθερος να διαλέξει ζωή και σωτηρία στα χέρια του Νικητή Θεού. Η νίκη του Χριστού είναι βάλσαμο, ζωοποιό βάλσαμο για όλους τους ανθρώπους, όλους εκείνους που έχουν προσβληθεί από τη λέπρα της αμαρτίας και του θανάτου.

Το βάλσαμο αυτό κάνει τους άρρωστους υγιείς, τους υγιείς ακόμα υγιέστερους.
Το βάλσαμο αυτό ανασταίνει τους νεκρούς και δίνει πληρέστερη ζωή στους ζωντανούς.


Το βάλσαμο αυτό κάνει τον άνθρωπο σοφό, τον εξευγενίζει, τον θεοποιεί. Αυξάνει τη δύναμή του και την κάνει εκατονταπλάσια, αναβιβάζει την αξία του πάνω απ’ όλη τη φύση, τον φτάνει ίσαμε τη λαμπρότητα και το κάλλος των αγγέλων και των αρχαγγέλων του Θεού.

Αγαπημένο και ζωοποιό βάλσαμο! Ποιο χέρι δε θ’ απλωνόταν να σε πάρει; Ποια καρδιά δε θα σε έβαζε στις πληγές της; Ποιος λάρυγγας δε θα υμνούσε τα μεγαλεία σου; Ποια πένα δε θα κατέγραφε τα θαυμάσια κατορθώματά σου; Ποιό αβάκιο δε θ’ απαριθμούσε όλες τις θεραπείες άρρωστων ανθρώπων και τις νεκραναστάσεις που έχεις κάνει ως σήμερα; Πόσα δάκρυα ευγνωμοσύνης δε θα χύνονταν για σένα;


Ελάτε λοιπόν, αδελφοί μου, όλοι εσείς που φοβάστε το θάνατο. Ελάτε πιο κοντά, προσεγγίστε το Νικητή Χριστό, τον αναστημένο. Εκείνος θα σας ελευθερώσει από το θάνατο κι από το φόβο του θανάτου.
Ελάτε όλοι εσείς που ζείτε με τη ντροπή των κρυφών και φανερών αμαρτιών σας. Πλησιάστε στη ζωντανή πηγή που ξεπλένει και καθαρίζει, εκείνη που μπορεί να κάνει και το πιο μαύρο δοχείο λευκότερο από το χιόνι.
Ελάτε όλοι εσείς που αναζητάτε υγεία, δύναμη, ομορφιά και χαρά. Ο αναστημένος Χριστός είναι η πλούσια πηγή όλων αυτών. Σας αναμένει με αγάπη και προσμονή, δε θέλει να χαθεί κανένας.
Προσκυνήστε τον Κύριο σωματικά και ψυχικά. Ενωθείτε μαζί Του «κατά νουν και κατά διάνοιαν». Αγκαλιάστε τον με όλη σας την καρδιά. Μη προσκυνάτε τον κατακτητή, αλλά τον Ελευθερωτή. Μη συνδέεστε με τον καταστροφέα, αλλά με το Σωτήρα. Μην αγκαλιάζετε τον ξένο, αλλά το στενό συγγενή σας, τον αγαπημένο σας φίλο.
Ο αναστημένος Κύριος είναι το θαύμα των θαυμάτων! Ο Κύριος όμως έχει την ίδια φύση με σένα, την ίδια πρωταρχική φύση που είχε κι ο Αδάμ στον παράδεισο.
Η ανθρώπινη φύση δε δημιουργήθηκε για να δουλωθεί στην άλογη φύση που την περιβάλλει, αλλά να κυβερνήσει τη φύση με τη δύναμή της. Η αληθινή φύση του ανθρώπου δεν είναι ανάξια και τιποτένια, άρρωστη, θνητή κι αμαρτωλή. Είναι υγιής, ένδοξη, αθάνατη κι αναμάρτητη.

Ο αναστημένος Κύριος διέρρηξε το παραπέτασμα που χώριζε τον αληθινό Θεό από τον αληθινό άνθρωπο. Μας αποκάλυψε στον Εαυτό Του τη μεγαλοσύνη και το κάλλος και του Ενός και του άλλου. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, παρά μόνο μέσω του αναστημένου Κυρίου Ιησού. Αλλά και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό άνθρωπο, παρά μόνο μέσω του αναστημένου Ιησού.

Ο Χριστός Ανέστη, αδελφοί μου!
Με την Ανάστασή Του ο Χριστός κυριάρχησε στην αμαρτία και το θάνατο, κατέστρεψε το σκοτεινό βασίλειο του σατανά, ελευθέρωσε τη δουλωμένη ανθρώπινη φύση και φανέρωσε τα μεγαλύτερα μυστήρια σχετικά με το Θεό και τον άνθρωπο. Σ’ Εκείνον πρέπει ο ύμνος κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα», ομιλίες Γ΄, Εκδόσεις Πέτρου Μπότση)

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 18

Συνέχεια από 9. Απριλίου 2026


Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 18

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN

Father Bones και Mister Natch

«Πατέρα Ντέιβιντ, δεν είστε μαζί μου. Σας παρακαλώ, να είστε μαζί μου!» Ήταν επίμονη. Ο Ντέιβιντ έριξε πάλι μια ματιά στα χαριτωμένα χέρια που κάλυπταν το πρόσωπο και μπλέκονταν με τα χρυσά μαλλιά. Ο Τζόναθαν έμοιαζε με άγγελο του Θεού ντυμένο με φως, που έκανε μετάνοια γονατιστός για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Ντέιβιντ ήθελε να του πει: «Ναι! Τζόναθαν, μη φοβάσαι! Είμαι μαζί σου! Ναι!» Τα λόγια ανέβαιναν στα χείλη του σαν ποτό που του προσφερόταν. Αλλά ένα γρήγορο κύμα ανησυχίας τον χτύπησε ξανά· και πάλι εκείνο το ερώτημα επέστρεψε σαν μπούμερανγκ: Για ποιο πράγμα τον είχε προειδοποιήσει ο πατήρ Γ.; Τι είχε πει; Τι ήταν; Η φωνή του Τζόναθαν τον διέκοψε και πάλι.

«Ο πατήρ Γ. ανήκει στο παρελθόν.» Ο Ντέιβιντ συγκλονίστηκε από το γεγονός ότι ο Τζόναθαν διάβαζε τις πιο κρυφές του σκέψεις. «Επέστρεψε στη μήτρα όλων μας. Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς, πατέρα Ντέιβιντ. Εσύ κι εγώ. Ζούμε. Ας περπατήσουμε στο φως, όσο το έχουμε.»

Ο Τζόναθαν συνέχιζε τώρα να μιλά, αναμειγνύοντας τη Γραφή με τα λόγια του. Ο Ντέιβιντ γύρισε αλλού, σαν να προσπαθούσε να αποκρούσει κάποια επιρροή που ερχόταν προς αυτόν από τον Τζόναθαν· και το μυαλό του ζαλιζόταν καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει το χαμένο του έδαφος. Κοίταξε προς το ταβάνι. Ένιωθε περικυκλωμένος: υπήρχαν μόνο ο Τζόναθαν και ο ίδιος, και ανάμεσά τους ένας παράξενος αιθέρας, ένας αόρατος διάδρομος επικοινωνίας. Και όλο αυτό το διάστημα, η μνήμη του συνέχιζε να ψάχνει απεγνωσμένα, να δουλεύει υπερωρίες, αναζητώντας ένα σταθερό στήριγμα για τον νου και τη θέλησή του. Α! Επιτέλους! Αυτό ήταν που είχε πει ο πατήρ Γ.: «Ο Άγγελος του Φωτός». Αυτό ήθελε να θυμηθεί. «Ο Άγγελος του Φωτός». Και ο πατήρ Γ. τον είχε επίσης προειδοποιήσει: «Ο μεγάλος σου κίνδυνος, Ντέιβιντ, είναι ότι σκέφτεσαι πάρα πολύ. Πάρα πολύ από τον παλιό εγκέφαλο μέσα σου. Άκου την καρδιά σου. Ο Κύριος μιλά στην καρδιά σου.»

Ένα έντονο αίσθημα ανακούφισης πέρασε από τον Ντέιβιντ. Ένας χώρος άνοιγε μέσα του — ελεύθερος, ανεμπόδιστος, άνετος, ευρύχωρος, καθαρός, ιδιωτικός — ανέγγιχτος από εκείνο το συστρεφόμενο σκοτεινό μονοπάτι επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Τζόναθαν.
Τότε μια κοφτή λέξη — το ίδιο του το όνομα, προφερόμενο σαν το σφύριγμα μαστιγίου — χτύπησε τα αυτιά του.
«Ντέιβιντ! Ντέιβιντ!» Ήταν ο Τζόναθαν. Αυτή τη φορά η φωνή είχε έναν επιτιμητικό τόνο, σαν εκείνον που χρησιμοποιεί ένας δάσκαλος ή ανώτερος. Οι ρόλοι είχαν περίεργα αντιστραφεί.
Ο Ντέιβιντ άκουσε τον νεαρό βοηθό ιερέα να του ψιθυρίζει στο αυτί: «Ντέιβιντ, τρέμει. Νομίζεις ότι είναι καλά; Ο γιατρός φοβάται…» Ο Ντέιβιντ του έκανε νόημα και κοίταξε πάλι προσεκτικά τον Τζόναθαν. Το πρόσωπό του ήταν ακόμη κρυμμένο στα χέρια του, αλλά φαινόταν στον Ντέιβιντ και στους βοηθούς σαν να σπαρασσόταν από λυγμούς και λύπη.


Ο Ντέιβιντ αποφάσισε να δοκιμάσει μια άλλη προσέγγιση. Έπρεπε να βρει ένα σημείο επαφής. Κάπως έπρεπε να κάνει τον Τζόναθαν να αντισταθεί στο κακό πνεύμα που τον κατείχε· έπρεπε να το αναγκάσει να βγει στο φως. Και έπρεπε να διατηρήσει τον έλεγχο του εαυτού του για να το πετύχει.
Εκ των υστέρων, δεδομένης της φύσης του Ντέιβιντ, η ενέργειά του ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Και, δεδομένης της πραγματικότητας της δικής του κατάστασης σε αντίθεση με εκείνη του Τζόναθαν, ό,τι ακολούθησε ήταν και αναπόφευκτο και αναγκαίο.
Πλησίασε τον Τζόναθαν. Συμπόνια και κατανόηση κυριαρχούσαν στο μυαλό του. Ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του Τζόναθαν και μίλησε.
«Τζόναθαν, φίλε μου. Μην υποκύπτεις στη λύπη. Δεν θα σταματήσω ποτέ, ούτε θα εγκαταλείψω τις προσπάθειές μου. Δεν θα σε αφήσω τώρα μέχρι…»
«Ξέρω ότι δεν θα το κάνεις…» Η φωνή του Τζόναθαν έμοιαζε να εξαναγκάζεται μέσα από μια βίαιη σύσπαση του στήθους και του λαιμού του. «Ξέρω ότι δεν θα το κάνεις γιατί» — ο Τζόναθαν σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα — «αδελφέ μου, δεν μπορείς. Δεν μπορείς.» Ήταν ένας φρικτός συριγμός, ένα παράξενο σφύριγμα που έφτανε σαν χέρι μέσα στο μυαλό του Ντέιβιντ. Ο Ντέιβιντ άρχισε να αποσύρει το χέρι του· και καθώς το έκανε, ένιωσε παράξενες παρορμήσεις στο μυαλό του: μια έντονη πεποίθηση τον χτυπούσε ότι εκείνος και ο Τζόναθαν ήταν οι μόνοι λογικοί άνθρωποι μέσα στο δωμάτιο. Οι άλλοι — ο νεαρός συνάδελφός του, ο γιατρός, ο ψυχίατρος — ήταν μαριονέτες, πλαστικά ομοιώματα της πραγματικότητας, πικαρέσκοι ήρωες σε ένα κοσμικό αστείο. Μόνο ο Τζόναθαν και ο ίδιος. Μόνο ο Τζόναθαν και ο Ντέιβιντ.

«Το κατάλαβες, Ντέιβιντ!» ψιθύρισε ο Τζόναθαν. Ένας συριγμός. Ένα σφύριγμα.

Ποιος είχε τον έλεγχο;

«Τι κατάλαβα;» Ο Ντέιβιντ μόλις πρόλαβε να βγάλει τις λέξεις από το στόμα του, όταν ένιωσε μια κατανόηση πέρα από τις λέξεις, ένα κοινό ρεύμα σκέψης, σαν να μοιράζονταν ο ίδιος και ο Τζόναθαν έναν κοινό εγκέφαλο ή κάποια ανώτερη διαισθητική ικανότητα που καταργούσε την ανάγκη της λεκτικής επικοινωνίας. «Τι κατάλαβα;» το επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Ήταν μια κραυγή, μια διαμαρτυρία ενάντια στην εξαπάτηση. Γιατί εκείνες τις στιγμές όλα έγιναν ξεκάθαρα. Κατάλαβε για πρώτη φορά: και ο ίδιος διαπερνιόταν σιγά-σιγά από το ίδιο πνεύμα κακού που κρατούσε τον Τζόναθαν· και συνειδητοποίησε ότι και ο Τζόναθαν το γνώριζε.
Ο Τζόναθαν σήκωσε ξαφνικά το πρόσωπό του και κοίταξε τον Ντέιβιντ. Το δεξί του χέρι, με τον στραβό δείκτη, έπεσε σφιχτά πάνω στο χέρι του Ντέιβιντ, που ακουμπούσε στον ώμο του. Ο Ντέιβιντ έμοιαζε με άνθρωπο που έβλεπε φάντασμα: ξαφνικά χλωμός, συρρικνωμένος, με μάτια ορθάνοιχτα, σφιγμένα χείλη, λαχανιασμένος, ιδρωμένος. Γιατί το πρόσωπο που αντίκρισε στον Τζόναθαν ήταν παραμορφωμένο και συστρεφόμενο, όχι από λύπη ή πόνο, αλλά από χαμόγελα και ευθυμία. Δεν σπαρασσόταν από λυγμούς, αλλά από συγκρατημένο γέλιο. Και αυτό το γέλιο τώρα ξέσπασε από τα χείλη του σαν ριπή ανακούφισης. Φώναξε κατάμουτρα στον Ντέιβιντ:
«Είσαι ίδιος μ’ εμένα, David! Πατέρα David!» Ο νεαρός βοηθός του David, ο Thomas, πλησίασε. Ο γιατρός και ο ψυχίατρος υποχώρησαν, καταβεβλημένοι από έκπληξη, κοιτάζοντας με δυσπιστία πότε τον David και πότε τον Jonathan. Ο David απώθησε την προσφορά βοήθειας του Father Thomas.
«Έχεις υιοθετήσει τον Κύριο του Φωτός, όπως κι εγώ, γέρο ανόητε!» ούρλιαξε ο Jonathan μέσα από το κακαριστό του γέλιο. Άφησε το χέρι του David και σηκώθηκε όρθιος. «Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου!»
Ο Jonathan ξέσπασε σε βροντερό γέλιο. Το γέλιο του γέμισε το μικρό δωμάτιο· διπλώθηκε από τα γέλια, χτυπώντας το γόνατό του, με δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του. «Χα-χα! David, είσαι αστείος. Είσαι ψυχικός σύντροφός μου. Δεν πιστεύεις ούτε μία καταραμένη λέξη από εκείνες τις παιδικές μαγγανείες.» Κάθε λέξη χτυπούσε τον David σαν σωματικό πλήγμα. «Hoc est corpus meum! Είσαι το ίδιο απελευθερωμένος όπως κι εγώ, άνθρωπε. Ανήκεις στο Νέο Είναι και στον Νέο Χρόνο.»
Ξαφνικά ο Jonathan ησύχασε. «Και εσύ προσπαθούσες να με εξορκίσεις;» Η περιφρόνηση που αντικατέστησε το γέλιο ήταν τεράστια. Έσκυψε μπροστά, φέρνοντας το πρόσωπό του πολύ κοντά στο πρόσωπο του David. Με αργό, σκόπιμο τόνο, τονίζοντας κάθε λέξη: «Φύγε από εδώ, εσύ ασήμαντο, αδύναμο πλάσμα! Φύγε από εδώ με αυτά τα σκιάχτρα που έφερες μαζί σου. Πήγαινε να δέσεις τις πληγές σου. Πήγαινε να δεις αν ο γλυκανάλατος Ιησούς σου θα σε θεραπεύσει. Φ-ύ-γ-ε!» Οι τελευταίες δύο λέξεις ειπώθηκαν αργά, βαριά φορτισμένες με περιφρόνηση και απόρριψη.

Ο David ήταν τώρα σαν άνθρωπος που προσπαθεί να σταθεί όρθιος ύστερα από δυνατό χτύπημα. «Έλα, Father David», είπε ήρεμα αλλά με επείγοντα τόνο ο νεαρός ιερέας, βλέποντας την έκφραση υπεροχής και εξουσίας στο πρόσωπο του Jonathan. «Πάμε, David», είπε ο γιατρός.
Ο David γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε τον Jonathan. Οι άλλοι δεν είδαν φόβο στο πρόσωπό του, μόνο απορία και πόνο. Το βλέμμα τους ακολούθησε του David. Εκεί στεκόταν ο Jonathan παρακολουθώντας την αποχώρησή τους. Όλη του η εμφάνιση είχε αλλάξει. Το κεφάλι του ήταν υψωμένο. Στεκόταν ψηλός και ευθυτενής. Τα χρυσά του μαλλιά έπεφταν στους ώμους του σαν φωτοστέφανο που αντανακλούσε το τρεμόπαιγμα των κεριών. Τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν με θολό φως. Το δεξί του χέρι ήταν υψωμένο έτσι ώστε ο άκαμπτος δείκτης του να ακουμπά στον λαιμό του. Το αριστερό του χέρι κρεμόταν στο πλάι.
«Πηγαίνετε στο σκοτάδι, ανόητοι!» ούρλιαξε ο Jonathan με οξεία φαλτσέτο φωνή. Το δεξί του χέρι κατέβηκε απότομα και πέταξε τα κηροπήγια από το τραπέζι στο πάτωμα. Τα κεριά έσβησαν και το δωμάτιο βυθίστηκε στο ημίφως. Ο νεαρός ιερέας είχε ήδη ανοίξει την πόρτα. Και οι τέσσερις άντρες βγήκαν γρήγορα. «Στο σκοτάδι! Ανόητοι!» Η φωνή του Jonathan τους καταδίωκε. Καθώς βγήκαν, συνειδητοποίησαν ξαφνικά ότι η μέρα ήταν ήδη ζεστή· μέσα στο δωμάτιο είχαν παγώσει.

Ο David κυριολεκτικά παραπάτησε βγαίνοντας στον φωτισμένο διάδρομο και ακούμπησε στον τοίχο. Δίπλα στην κρεμάστρα, η μητέρα του Jonathan καθόταν σε μια καρέκλα με ίσια πλάτη. Τα χέρια της κρατούσαν ένα κομποσκοίνι στην ποδιά της. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο, τα μάτια κλειστά. Μετά από λίγα λεπτά σήκωσε το κεφάλι και, χωρίς να κοιτάξει τον David, μίλησε με ήρεμη φωνή γεμάτη παραιτημένη θλίψη.
«Έχει δίκιο. Ο γιος μου. Σκλάβος του διαβόλου. Έχει δίκιο, Father David. Χρειάζεστε κάθαρση. Ο Θεός να σας βοηθήσει.» Έπειτα, σαν να διαισθάνθηκε κάποια ανησυχία των άλλων για τη λογική ή την πίστη της, πρόσθεσε: «Είμαι η μητέρα του. Κανένα κακό δεν μπορεί να μου συμβεί.» Ήταν κάτι που το είπε ενστικτωδώς, αλλά ο David ήταν βέβαιος ότι είχε δίκιο.
Ο David πέρασε δίπλα της παραπατώντας. Κανείς δεν την κοίταξε. Οι σύντροφοί του τον βοήθησαν να μπει στο αυτοκίνητο και τον οδήγησαν στο σεμινάριο. Μόλις έφτασε στο δωμάτιό του, κάθισε κουρασμένος μαζί με τον νεαρό ιερέα για περίπου μισή ώρα.
«Τι θα κάνουμε, Father David;» ρώτησε τελικά ο Thomas. Ο David δεν απάντησε. Ήταν τώρα ολοκληρωτικά απορροφημένος από τον εαυτό του και από τη σκοτεινή πραγματικότητα που είχε ανακαλύψει μέσα του. Κοίταξε τον νεαρό ιερέα και ένιωσε παράξενα ξένος. Τι κοινό είχε με εκείνο το φρέσκο πρόσωπο, το μαύρο ράσο, το λευκό στρογγυλό κολάρο και — πάνω απ’ όλα — εκείνη την έκφραση στα μάτια του; Τι ήταν εκείνη η έκφραση; Στένεψε τα μάτια του κοιτάζοντας τον Thomas. Τι ήταν αυτό το βλέμμα; Το είχε άραγε κι ο ίδιος κάποτε; Ήταν όλα ένα αστείο; Μια απλή προσποίηση ή επιβεβλημένη παιδικότητα; Οι νέοι ιερείς πρέπει να πιστεύουν — όπως τα παιδιά. Ύστερα μεγαλώνουν — όπως τα παιδιά. Και τότε σταματούν να έχουν αυτό το βλέμμα. Σταματούν να «πιστεύουν»;
«Είσαι περικυκλωμένος από εισαγωγικά, Thomas», είπε ανόητα στον νεαρό ιερέα. Έπειτα βυθίστηκε ξανά στη σιωπή, κοιτάζοντάς τον επίμονα. Τι στο καλό ήταν τελικά η πίστη; Εκείνο το ανόητο βλέμμα! Τι ήταν αυτό το βλέμμα! Σαν να ήταν όλα ζάχαρη και γλύκα και καλοσύνη και ουτοπίες και παιδική εμπιστοσύνη. Γιατί ήταν τόσο ανοιχτό και αθώο;
«Σταμάτα να κοιτάς σαν ανόητος!» πέταξε ο David στον Thomas. Έπειτα κατάλαβε τι είχε κάνει. «Συγγνώμη, Thomas», μουρμούρισε αδύναμα, βλέποντας το νεαρό πρόσωπο να χλομιάζει. Ο David άρχισε να κλαίει σιωπηλά.
«Father David», είπε ο Thomas παίρνοντας ανάσα, «δεν έχω εμπειρία. Αλλά χρειάζεστε ξεκούραση. Αφήστε με να τηλεφωνήσω στην οικογένειά σας.» Ο David έγνεψε αβοήθητα.
Το ίδιο απόγευμα τον οδήγησαν στην κομητεία Coos, πίσω στο πατρικό του στο αγρόκτημα. Οι γονείς του χάρηκαν πολύ που τον είδαν. Ζούσαν πλέον μόνοι, εκτός από μια οικιακή βοηθό και έναν κηπουρό.


Εκείνο το βράδυ ο David πήγε για ύπνο στο δωμάτιο όπου είχε ζήσει ως παιδί και νέος. Αλλά λίγο μετά τα μεσάνυχτα ξύπνησε ιδρωμένος και τρέμοντας σαν φύλλο. Δεν ήξερε γιατί, αλλά μια βαθιά αίσθηση προαισθήματος τον κατέκλυζε. Σηκώθηκε, κατέβηκε στην κουζίνα και ζέστανε λίγο γάλα. Καθώς επέστρεφε, στάθηκε στην πόρτα του δωματίου του Old Edward. Έμεινε εκεί για λίγο, πίνοντας γάλα και σκεπτόμενος αόριστα. Όπως περιγράφει, το μυαλό του καθάριζε σιγά-σιγά, σαν θολή εικόνα τηλεόρασης που αποκτά εστίαση. Ύστερα, χωρίς συγκεκριμένη σκέψη, από κάποιο τυφλό ένστικτο, άνοιξε την πόρτα, άναψε το φως και μπήκε μέσα.
Το δωμάτιο ήταν σχεδόν ίδιο όπως τη μέρα του θανάτου του Edward, εκτός από μια αλλαγή: μια μεγάλη φωτογραφία του Edward κρεμόταν πάνω από το τζάκι. Έμεινε εκεί περίπου μία ώρα. Έπειτα, πάλι με το ίδιο ένστικτο, πήγε στο δωμάτιό του, μετέφερε τα πράγματά του στο δωμάτιο του Edward και κοιμήθηκε εκεί.
Ο David έμεινε σχεδόν τέσσερις εβδομάδες στο αγρόκτημα. Στην αρχή έκανε καθημερινά μεγάλους περιπάτους και χειρωνακτικές εργασίες. Περνούσε από το μικρό δάσος στο δυτικό άκρο, αλλά δεν έμπαινε ποτέ. Στεκόταν λίγο και έφευγε. Συναντούσε παλιούς φίλους και περνούσε τα βράδια με τους γονείς του.
Προς το τέλος της πρώτης εβδομάδας, αυτό άλλαξε. Άρχισε να περνά σχεδόν όλο τον χρόνο στο δωμάτιό του, βγαίνοντας μόνο για φαγητό. Την τρίτη εβδομάδα δεν έβγαινε καθόλου, εκτός από το μπάνιο.
Δεν άνοιγε τα παντζούρια. Έτρωγε ελάχιστα, και προς το τέλος ζούσε με γάλα, μπισκότα και λίγα αποξηραμένα φρούτα που του άφηνε η μητέρα του έξω από την πόρτα.
Από την αρχή είχε προειδοποιήσει τους γονείς του να μην ανησυχούν. Την πρώτη μέρα είχε επισκεφθεί τον Father Joseph, τον τοπικό ιερέα. Τις τελευταίες δέκα ημέρες, εκείνος ήταν ο μόνος άνθρωπος που τον επισκεπτόταν.
Ο David κρατούσε λεπτομερές ημερολόγιο καθ’ όλη αυτή την περίοδο· και, εκτός από κάποιες στιγμές που έχανε τον έλεγχο, υπάρχει σχεδόν συνεχής καταγραφή των γεγονότων — της εσωτερικής του εμπειρίας και των εξωτερικών φαινομένων που σημάδεψαν αυτή την κρίσιμη περίοδο.
Όλο αυτό το διάστημα, κάτω στο Manchester, ο Jonathan ζούσε στο σπίτι με τη μητέρα του.
Η σύγκριση του τρόπου με τον οποίο ο David και ο Jonathan περνούσαν συγκεκριμένες ημέρες και ώρες κατά τη διάρκεια εκείνων των εβδομάδων στάθηκε δύσκολο να επιτευχθεί, αλλά υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ορισμένες καταστάσεις από τις οποίες περνούσε ο David συνέπιπταν — μερικές φορές μέχρι και στην ίδια ώρα — με παράξενες στιγμές και συμπεριφορές στη ζωή του Jonathan. Ο κύριος σκοπός μας, ωστόσο, είναι να παρακολουθήσουμε την εμπειρία του David, διότι, στην τεχνική γλώσσα της θεολογίας, ο πατήρ David M. είχε στερηθεί κάθε συνειδητή πίστη. Η θρησκευτική του πίστη δοκιμάστηκε σε μια επίθεση που λίγο έλειψε να του την αφαιρέσει ολόκληρη. Νοητικά και συναισθηματικά, βρέθηκε στην κατάσταση ενός ανθρώπου χωρίς καμία απολύτως θρησκευτική πίστη. Ως προς αυτό, ο David, που εξακολουθούσε να αισθάνεται ότι η κλήση του ως ιερέα παρέμενε έγκυρη, είχε παραδώσει τον νου και τα συναισθήματά του σε κάποια μορφή κατοχής.
Δεν θα υπήρχε αγώνας, πολύ λιγότερο αγωνία, αν η θέληση του David δεν έμενε πεισματικά προσκολλημένη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Σπιθαμή προς σπιθαμή, μεταφορικά μιλώντας, έπρεπε να παλέψει για την επιβίωση της πίστης του ενάντια σε ένα πνεύμα στο οποίο ο ίδιος είχε επιτρέψει την είσοδο και το οποίο τώρα επιχειρούσε να τον κυριεύσει ολοκληρωτικά. Συνειδητά δεχόταν επί μακρόν ιδέες και πειθούς. Δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τώρα ότι όλες αυτές οι ιδέες και οι πειθοί που τον παρακινούσαν, όσο κι αν φορούσαν το προσωπείο της «αντικειμενικότητας», είχαν ηθική διάσταση και σχέση με το πνεύμα — με το καλό και το κακό. Είχε αποτύχει επί μακρόν να συνειδητοποιήσει ότι τίποτε δεν είναι ηθικά ουδέτερο. Μαζί με αυτές τις ιδέες, τις πειθούς και τις ελλείψεις, ως κατάλληλοτατο όχημα, είχε εισέλθει μέσα του κάποιο πνεύμα, ξένο προς τον ίδιο, αλλά τώρα διεκδικώντας πλήρη έλεγχο επάνω του.
Κατά τη διάρκεια εκείνων των τεσσάρων εβδομάδων στη φάρμα των Coos, ολόκληρη η ζωή του David ως πιστού περνούσε αδιάκοπα και όλο πιο έντονα από μπροστά του σαν φωτογραφίες που τις ξεφυλλίζει κανείς με τον αντίχειρα — παιδική ηλικία, σχολικά χρόνια, εκπαίδευση στο σεμινάριο, χειροτονία, διδακτορικές σπουδές, ανθρωπολογικά ταξίδια, διαλέξεις, όσα είχε γράψει σε άρθρα και βιβλία, οι συζητήσεις που είχε κάνει, πάντοτε μεταβαλλόμενα κάδρα. Όταν έφτανε στο τέλος, άρχιζαν πάλι από την αρχή.
Μικρές σκηνές. Μικρά επεισόδια. Πρόσωπα λησμονημένα από καιρό. Λέξεις και φράσεις που αντηχούσαν πίσω μισοτελειωμένες. Ζωντανές αναμνήσεις. Η καθεμιά με το δικό της ξεχωριστό συμπέρασμα. Η μέρα που είπε στην αδελφή Antonio, στο σχολείο του μοναστηριού, ότι ο Ιησούς δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να χωρέσει μέσα στην όστια της θείας κοινωνίας. Ο David ήταν οκτώ ετών. Η αδελφή του χάιδεψε το κεφάλι: «David, να είσαι καλό παιδί. Εμείς ξέρουμε τι είναι σωστό.» Δεν του είχαν δώσει ούτε επιλογή ούτε απάντηση. Καμία επιλογή. Καμία επιλογή, ηχούσε η σιωπηλή ηχώ.
Η συνέντευξή του με τον επίσκοπο για την αποδοχή του στο σεμινάριο: «Αν γίνεις ιερέας, καλείσαι σε μια τελειότητα πνεύματος που δεν παραχωρείται στην πλειονότητα των χριστιανών.» Το πνεύμα δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο, συνέχιζε η ηχώ.
Οι ηχώ αντηχούσαν στην αίθουσα των χρόνων μέσα στον εγκέφαλο του David, καθώς οι «φωτογραφίες» συνέχιζαν να περνούν αστραπιαία μπροστά του.
Θυμήθηκε τη στιγμή που πείστηκε ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστες καταγραφές για τον Ιησού γραμμένες κατά τη διάρκεια της ίδιας της ζωής του. Στα τέσσερα Ευαγγέλια, στις Πράξεις των Αποστόλων και στις επιστολές του Παύλου, υπήρχε μόνο αυτό που οι άνθρωποι πίστευαν και νόμιζαν ότι γνώριζαν τριάντα, σαράντα, εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού. Ακόμη κι αν πίστευαν ότι ήξεραν, πώς μπορούσε ο David να είναι βέβαιος ότι ήξεραν; Σκεφτόταν και πίστευε μόνο ό,τι εκείνοι νόμιζαν και πίστευαν. «Δεν έχω καταγραφές. Μοιάζει με παραλήρημα.» Παραλήρημα. Παραλήρημα. Παραλήρημα. Η λέξη ήταν σφυροκόπημα μέσα στη δίνη των αναμνήσεων του David.

Ύστερα άλλη μια αστραπή μνήμης, άλλη μια αλλαγή, άλλο ένα κομμάτι κακού. Έντεκα χρόνια νωρίτερα, ο David είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στους τόπους όπου είχε ζήσει και πεθάνει ο Ιησούς. Αμέσως μετά είχε επισκεφθεί τη Ρώμη και είχε περάσει πολλές ημέρες παρατηρώντας τα μνημεία, τις βασιλικές και τους θησαυρούς της. Παρακολούθησε τις τελετές στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Καθώς επέστρεφε στην Αμερική, ένα ερώτημα κυριαρχούσε πάνω σε όλα μέσα του: Ποια δυνατή σχέση θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα στην άσημη ζωή του Ιησού σε εκείνη τη σκληρή, φτωχή, άγονη γη και στη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα της παπικής Ρώμης; Ίσως μόνον τώρα το καταλάβαινε, αλλά είχε καταλήξει τότε, κρυφά, σε ένα συμπέρασμα κατά το ταξίδι της επιστροφής: δεν υπήρχε πραγματική σχέση. Τώρα η μνήμη του συνέχιζε να επαναλαμβάνει με μικρές εξάρσεις πόνου: καμία σχέση, καμία σχέση, καμία σχέση.
Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, είχε ανοίξει έναν αρχαίο τάφο στη βορειοανατολική Τουρκία. Εκείνος και οι άλλοι αρχαιολόγοι είχαν βρει μέσα έναν θαμμένο φύλαρχο, περιβαλλόμενο από τα οστά ανθρώπων και ζώων που είχαν σφαγιαστεί για την κηδεία του. Τα οστά, τα όπλα, τα σκεύη, η σκόνη και το πάθος όλης αυτής της εικόνας τον είχαν συνεπάρει. Αυτοί ήταν άνθρωποι σαν τον ίδιο. Δεν είχαν καμία γνώση του Ιησού. Πώς θα μπορούσαν να κριθούν επειδή δεν γνώριζαν τίποτε για τον Ιησού και τον Χριστιανισμό; Ασφαλώς ό,τι σκεφτόταν ο David για τον Ιησού ήταν μια πολύ μικρή σύλληψη; Ασφαλώς η αλήθεια ήταν μεγαλύτερη από κάθε δόγμα; Μεγαλύτερη από κάθε αντίληψη του Ιησού ως ανθρώπου ή ως Θεού, ή από κάθε μορφή που έλαβε ο Ιησούς; Έπρεπε να είναι έτσι. Αλλιώς τίποτε δεν είχε νόημα. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μια ακόμη τραχιά ηχώ που αντηχούσε στη μνήμη του.

Σιγά-σιγά αναδύθηκε ένα μοιραίο νήμα που έραβε μαζί όλες τις αντηχούσες δυσαρέσκειες, όλα τα παράπονα της λογικής, όλη την αλαζονεία της λογικής γυμνωμένη ως τον ίδιο της τον μυελό. Και το ύφασμα της πίστης γλίστρησε απαρατήρητα μακριά, καθώς αυτό το νέο ύφασμα σκέπαζε τον νου και την ψυχή του. Το νήμα ήταν η αποδοχή από τον David των θεωριών του Teilhard de Chardin. Αποδεχόμενός τες, δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί το χάσμα ανάμεσα στην υλική φύση του κόσμου, από τη μία πλευρά, και στον Ιησού ως σωτήρα, από την άλλη. Η υλικότητα και η θεότητα ήταν ένα· ο υλικός κόσμος μαζί με τη συνείδηση και τη βούληση του ανθρώπου, και τα δύο να αναδύονται από την καθαρή υλικότητα τόσο αυτόματα όσο μια κότα από το αυγό· και η θεότητα του Ιησού να αναδύεται από την ανθρώπινη ύπαρξή του τόσο φυσικά όσο μια βελανιδιά από το βελανίδι, τόσο αναπόφευκτα όσο το νερό που ρέει προς τα κάτω.

Ο Ιησούς — τόσο ξαφνικά αναπόσπαστο μέρος του σύμπαντος, τόσο οικείος με το είναι του, τόσο απόλυτα φυσικός — ήταν διαφορετικός από εκείνον που έλεγε γι’ αυτόν το θρησκευτικό δόγμα, μεγαλύτερος απ’ όσο είχε ποτέ κατανοήσει η χριστιανική πίστη. Ο Ιησούς, κάθε άνδρας, κάθε γυναίκα, όλοι ήταν αδελφοί με τους βράχους, αδελφές των άστρων, «συν-όντα» με όλα τα ζώα και τα φυτά. Κάθε κατανόηση γινόταν εύκολη. Όλα κατέληγαν στο άτομο· και όλα επίσης ανέρχονταν από το άτομο. Τα πάντα έμπαιναν στη θέση τους.


Ως εδώ ο Teilhard, σκέφτηκε πικρά ο David.

Με μια αγωνία που δεν μπορούσε να καταπραΰνει, ο David συνειδητοποίησε τις συνέπειες όλων αυτών μόνο τώρα, μέσα στον μοναχικό αγώνα και την επώδυνη αγρύπνια για την ψυχή του. Κάθε αληθινός σεβασμός και δέος είχαν εξατμιστεί από τη θρησκευτική του νοοτροπία. Για τον κόσμο γύρω του είχε μόνο ένα αίσθημα χαρούμενης συγγένειας — αναμεμειγμένο με κάποια προαίσθηση φόβου. Για τον Ιησού, μόνο ένα ικανοποιημένο αίσθημα θριάμβου, όπως για κάθε αρχαίο και αγαπημένο ήρωα. Για τη Λειτουργία, ένα επιεικές συναίσθημα παρόμοιο με εκείνο που ένιωθε παρατηρώντας επετειακές τελετές σε κάποια εθνική εορτή. Η Σταύρωση και ο θάνατος του Ιησού ήταν ένδοξα γεγονότα του παρελθόντος, αρχαίες αποδείξεις ηρωικής αγάπης, όχι μια πάντοτε παρούσα πηγή προσωπικής συγχώρησης και όχι μια ακλόνητη ελπίδα για οποιοδήποτε μέλλον.
Απομονωμένος με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του, το ερώτημα του David προς τον εαυτό του δεν ήταν το πού ή το πώς είχαν πάει στραβά τα πράγματα, αλλά το πώς θα ξανάβρισκε τη δύναμή του στην πίστη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν αδιάκοπα μπροστά από το βλέμμα του σαν διαδοχικά πάνελ από τα δεξιά προς τα αριστερά, ο David έμοιαζε να βρίσκεται πολύ κοντά τους, εξετάζοντας κάθε λεπτομέρεια.

Καθώς περνούσαν οι μέρες, εκείνα τα πάνελ στο πανόραμα κινούνταν όλο και πιο γρήγορα, ξανά και ξανά, ασταμάτητα. Μπορούσε ακόμη να διαβάζει τις λεπτομέρειες. Κάθε φράση αντηχούσε και ύστερα απομακρυνόταν καθώς το αντίστοιχο πάνελ ερχόταν και έφευγε. Καμία επιλογή. Όχι ελιτίστικο. Παραλήρημα. Καμία σχέση. Μεγαλύτερο από τον Ιησού. Αδέλφια με τους βράχους.

Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα, στην αρχή της τρίτης εβδομάδας στη φάρμα των Coos, ο David έμοιαζε ξαφνικά να απομακρύνεται από εκείνη τη λεπτομερή παρατήρηση των μεταβαλλόμενων πάνελ — ή εκείνα να απομακρύνονται από αυτόν, υποχωρώντας σε κάποιο σκοτεινό βάθος που δεν είχε προσέξει προηγουμένως. Συνειδητοποίησε ότι δεν κοιτούσε πάνελ που περνούσαν οριζόντια μπροστά του από τα δεξιά προς τα αριστερά. Βρισκόταν κοντά σε μια περιστρεφόμενη σφαίρα, που τώρα απομακρυνόταν από αυτόν. Απομακρυνόμενη και συνεχίζοντας να περιστρέφεται, απεικόνιζε όλες τις φάσεις της ζωής του αδιάκοπα και χωρίς διακοπή πάνω στη λεία κυρτή επιφάνεια εκείνης της φωτεινής μπάλας.
Από τα ονειρικά της βάθη έρχονταν οι ήχοι όλων των περασμένων του χρόνων — λέξεις, φωνές, γλώσσες, μουσική, κλάμα, γέλιο. Η σφαίρα είχε τη μαγευτική ποιότητα ενός καρουζέλ που εξέπεμπε ένα γαλακτώδες φως. Ο David έμοιαζε να κοιτάζει εκεί έξω τον ίδιο του τον εαυτό.
Κι όμως, μια μικροσκοπική φωνή συνέχιζε να ψιθυρίζει μέσα του: Γιατί εγώ; Γιατί δέχομαι επίθεση; Γιατί εγώ; Πού είναι ο Ιησούς; Τι είναι ο Ιησούς; Και γύρω από εκείνη την περιστρεφόμενη σφαίρα απλωνόταν το ανεξερεύνητο βελούδο μιας νύχτας που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Κοιτάζοντας τη σφαίρα, ήξερε ότι με κάποιον μυστηριώδη τρόπο κοιτούσε τον εαυτό που είχε γίνει. Από το δωμάτιο γύρω του, από την αίσθηση της καρέκλας στην οποία καθόταν, από το τρίψιμο των ρούχων πάνω στο δέρμα του, από τέτοια πράγματα, τελικά δεν είχε ούτε έμμεση συνείδηση.
Τώρα, χωρίς ούτε παύση ούτε απότομη αλλαγή, το φως από εκείνη την περιστρεφόμενη σφαίρα άρχισε να εξασθενεί. Όλο και περισσότερο το σκοτάδι γύρω της άρχισε να καλύπτει τα πάνελ της με σκιές, με ρυτίδες αοριστίας, με μικρές γραμμές αορατότητας που έτρεχαν. Ο εαυτός που υπήρξε και γνώριζε εξατμιζόταν μέσα στο μαύρο. Ο David ένιωσε πανικό, αλλά έμοιαζε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για ό,τι του συνέβαινε.
Έπειτα είχε την αίσθηση ότι δεν κοιτούσε πια προς τα έξω ή προς τα πάνω ή προς οτιδήποτε, αλλά ότι τώρα βρισκόταν ο ίδιος εκεί έξω, κρεμασμένος μέσα σε εκείνο το σκοτάδι. Τροφοδοτώντας την αβοηθησία και τον πανικό του ήταν η πεποίθηση ότι ο ίδιος ήταν η αιτία αυτού του μαύρου κενού και ότι το χρειαζόταν. Αλλιώς, του φαινόταν, θα έπεφτε στο τίποτα.


Τελικά, όλα όσα είχε υπάρξει ή είχε γνωρίσει για τον εαυτό του είχαν εξαφανιστεί. Ο εαυτός στον οποίο είχε τώρα περιοριστεί κρεμόταν από ένα αόρατο νήμα — αλλά μόνο όσο μπορούσε να διατηρεί εκείνο το σκοτάδι. Ο πανικός του David ήταν εμποτισμένος με ένα κύμα πικρίας που ανέβαινε μέσα του, πικρίας επειδή είχε στερηθεί το φως, τη σωτηρία, τη χάρη, την ομορφιά, τα κίνητρα για αγιότητα, τη γνώση για τη φυσική αρμονία, και κάθε αίσθηση της αιωνιότητας του Θεού. Η αντίδρασή του σε αυτή την πικρία: Γιατί εγώ; Περίμενε, προσδοκούσε, σχεδόν αφουγκραζόταν. Ώρες. Μέρες. Η αναμονή του έγινε τόσο έντονη, τόσο πιεστική, ώστε σταδιακά συνειδητοποίησε ότι δεν περίμενε από δική του θέληση. Η αναμονή ξεσπούσε από μέσα του επειδή την προκαλούσε κάποιος ή κάτι έξω από αυτόν. Κι όμως, κάθε φορά που προσπαθούσε να καταλάβει ή να φανταστεί ποιος ή τι προκαλούσε αυτή την αναμονή, η ίδια του η προσπάθεια να το φανταστεί θόλωνε τα πάντα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει, να εξαναγκάζεται να περιμένει, να προσδοκά.

Και τότε τον κυρίευσε μια λύπη που δεν μπορούσε να αποδιώξει. Δεν ένιωθε πλέον καμία εμπιστοσύνη ούτε στον εαυτό του ούτε σε οτιδήποτε γνώριζε. Όλα έμοιαζαν να έχουν μειωθεί σε μια κατάσταση χωρίς περιστάσεις, σε ένα σχήμα χωρίς φόντο, σε έναν σκελετό μουσκεμένο από κενότητα, μέσα από τον οποίο περνούσαν ριπές μιας ξένης επιρροής που δεν μπορούσε ούτε να απωθήσει ούτε να ελέγξει. Ήταν αβοήθητος. Και τελικά αποκοιμιόταν, ξυπνώντας μόνο όταν το φως της μέρας έμπαινε από το προεξέχον παράθυρο.

Το πρωί ήξερε ότι όλα αυτά ήταν αληθινά: ήταν αποκομμένος από όλα όσα είχε κάνει κάποτε δικά του και από όλα όσα είχε υπάρξει. Και έπρεπε να περιμένει. Αλλά, αμυδρά και με earnestness, συνειδητοποιούσε ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτό που περίμενε, μπορούσε να έρθει σε αυτόν μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Μια συζήτηση που είχε ο David με τον πατέρα Joseph στο τέλος της τρίτης εβδομάδας αποκαλύπτει τον πυρήνα της πάλης του David και την κατάσταση του νου του προς την τελευταία φάση της τετράβδομης δοκιμασίας του. Ήταν η τρίτη επίσκεψη του πατέρα Joseph. Κάθε φορά τον ρωτούσε για την εμπειρία που περνούσε, και κάθε φορά ο ίδιος έφευγε από το σπίτι καταβεβλημένος από μια θλίψη και έναν εσωτερικό πόνο που έβρισκε ανυπόφορα. Και ο David τον είχε προειδοποιήσει: «Μην εμβαθύνετε πολύ, πάτερ. Μπορεί μόνο να πληγωθείτε. Και να έρχεστε να με βλέπετε το πρωί. Το απόγευμα νυστάζω λίγο. Τα βράδια και οι νύχτες είναι πάρα πολλά για οποιονδήποτε άλλο εκτός από μένα.»

Αυτή τη φορά, μπαίνοντας στο δωμάτιο του David από τον φωτεινό διάδρομο απ’ έξω, ο πατήρ Joseph στάθηκε για μια στιγμή ώστε να συνηθίσει το μισοσκόταδο. Μικρές γραμμές ηλιακού φωτός έτρεχαν γύρω από τις άκρες των παντζουριών. Στη μακρινή γωνία, δίπλα στο τζάκι, είδε τον David να κάθεται σε ένα μικρό τραπέζι, σκυμμένο πάνω από μια σελίδα γραψίματος. Ένα μόνο κερί στεκόταν πάνω στο τραπέζι· ήταν όλο το φως που επέτρεπε στον εαυτό του ο David.

Ο David σηκώθηκε και έδειξε στον Joseph μια πολυθρόνα όταν ο ιερέας μπήκε μέσα. «Καθίστε, πάτερ.» Τα μάτια τους δεν συναντήθηκαν όσο μιλούσε.


Συνεχίζεται