Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

53 λεπτά…


Μετά τις επιθέσεις των μη επανδρωμένων αεροσκαφών του ΝΑΤΟ, η αντίδραση της Ρωσίας έκανε ένα κβαντικό άλμα: δεν ήταν τόσο ο αριθμός των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των πυραύλων, που έπληξαν πρώτα την Οδησσό και στη συνέχεια το Κίεβο, αλλά το γεγονός ότι τα όπλα εκτοξεύτηκαν σε «δέσμες» για να αυξήσουν την καταστροφική τους δυναμική. Σε μόλις 53 λεπτά, 44 βαλλιστικοί και 12 υπερηχητικοί πύραυλοι προσγειώθηκαν στην ουκρανική πρωτεύουσα, ουσιαστικά η ίδια ποσότητα με έναν μήνα βομβαρδισμών. Ωστόσο, αυτό που είναι αξιοσημείωτο δεν είναι η ίδια η ποσότητα, αλλά η μέθοδος εκτόξευσης: είναι γνωστό ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των πυραύλων και η ανάπτυξη «σφυρί» τους, όπως τους αποκαλούν οι Αμερικανοί, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να αναχαιτιστούν σχετικά κοντινά διανύσματα επίθεσης. Το γεγονός ότι οι Ρώσοι έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν αυτή τη στρατηγική σημαίνει ότι η αντιαεροπορική άμυνα του καθεστώτος Ζελένσκι είναι πλέον ισχνή, ανίκανη να αντέξει μια μαζική επίθεση με συντονισμένους πυραύλους στον ίδιο στόχο. Σημαίνει επίσης ότι οι καυχησιολογίες του Μακρόν ότι είναι ο μόνος που προμηθεύει την Ουκρανία με αμυντικούς πυραύλους γρήγορα αποδείχθηκαν άκαρπες, επειδή ισχύει ένα από τα δύο: είτε πρόκειται για καύχημα ενός καυχησιολόγου, είτε οι γαλλικοί πύραυλοι αξίζουν ελάχιστα. Από αυτή την άποψη, αξίζει να σημειωθεί ότι οι γαλλικές πηγές είναι από τις λίγες που αύξησαν τον αριθμό των πυραύλων που χρησιμοποίησε η Μόσχα στους χθεσινοβραδινούς μαζικούς βομβαρδισμούς, ελπίζοντας ίσως να δικαιώσουν τον ρόλο των δικών τους οπλικών συστημάτων υπονοώντας ότι κατέρριψαν πυραύλους που δεν εκτοξεύτηκαν ποτέ.

Σημαντικές είναι επίσης οι πολυάριθμες βομβιστικές επιθέσεις στην Οδησσό, το λιμάνι της οποίας είναι ένα από τα κύρια σημεία εισόδου για τα όπλα του ΝΑΤΟ, αλλά η οποία τώρα δέχεται συνεχώς πυρά: είναι αρκετά σαφές ότι οι Ρώσοι πιέζουν προς αυτή την κατεύθυνση και πιθανότατα τελικά αποφάσισαν να στερήσουν από ό,τι έχει απομείνει από την Ουκρανία μια διέξοδο στη θάλασσα. Επιπλέον, ο ρωσικός στόλος, που αναφέρεται ότι βυθίστηκε από τον Ζελένσκι και τους συνεργάτες του - δηλαδή, τις δυτικές εφημερίδες που είναι το φερέφωνό του - μπλοκάρει προοδευτικά τη θαλάσσια κυκλοφορία στην Οδησσό και σε άλλα λιμάνια. Δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αιφνιδιαστική επιχείρηση πριν από την πτώση. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο καθώς η εξέγερση εξαπλώνεται στον πληθυσμό, οι διαμαρτυρίες λαμβάνουν χώρα στους δρόμους και οι πράξεις εσωτερικών δολιοφθορών αυξάνονται εκθετικά. Ο καρπός είναι πλέον ώριμος, ή μάλλον, σάπιος.

Ζωντανά πτώματα

από τον Martino Mora - 20 Ιουλίου 2026

Ζωντανά πτώματα


Πηγή: Μαρτίνο Μόρα

«Νομίζω ότι η κύρια αιτία της εκκοσμίκευσης είναι ο καταναλωτισμός. Η επικράτηση του καπιταλιστικού μοντέλου», έγραψε ο ιστορικός Ρομπέρτο ​​Μπονούλια, ένα από τα πιο διαυγή μυαλά που έχουν γράψει για αυτά τα ζητήματα.
Σε εξίσου διαυγείς σελίδες στο βιβλίο του Από την Παγκοσμιοποίηση στην Τεχνοκρατία, ο Ρωμαίος ιστορικός δήλωσε, παραφράζοντας τον απόστολο Παύλο στην Πρώτη Επιστολή προς Τιμόθεο, ότι «η οικονομία είναι η ρίζα όλου του κακού».
Επειδή η οικονομία, κάποτε μια ιδιαίτερη πτυχή της ζωής, έχει γίνει - γράφει ο Μπονούλια - «η κυρίαρχη νοοτροπία και η θεμελιώδης αρχή των κοινωνικών σχέσεων».
Με τον θρίαμβο της οικονομίας επί της πολιτικής, σύμφωνα με τον Μπονούλια, η «ρευστή κοινωνία» του Μπάουμε έχει αποκτήσει «μια νέα ολοκληρωτική ιδεολογία: την οικονομία».
Αυτό είναι που ο Καρλ Πολάνι και ο Λουί Ντυμόν είχαν ήδη επιβεβαιώσει στα πιο σημαντικά έργα τους.

Ο Μπονούγλια βλέπει τη Σεξουαλική Επανάσταση της δεκαετίας του 1960 ως προϊόν και αποτέλεσμα, πέρα ​​από τη φλυαρία των πρωταγωνιστών της, αυτής της υλιστικής νοοτροπίας: «Η Σεξουαλική Επανάσταση, εκτός από το ηθικό κενό», δηλώνει ο ιστορικός, «επιτρέπει την κατανάλωση ανθρώπων, σωμάτων. Η απόλαυση καταναλώνεται. Είναι ένας συναισθηματικός υλισμός».
Όλα αυτά παραπέμπουν στις προφητείες του μεγάλου Γάλλου Καθολικού αντεπαναστάτη Λουί Ντε Μπονάλντ, ο οποίος προειδοποιούσε ήδη από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα για το πνευματικό, κοινωνικό και ηθικό κακό που αντιπροσωπεύεται από την «άμετρη ανάπτυξη του εμπορίου», αλλά και στις αναλύσεις του μεγάλου Γερμανού κοινωνιολόγου Βέρνερ Σόμπαρτ.
Ο Σόμπαρτ γράφει στο Merchants and Heroes (1915): «Η άνεση ως κοσμοθεωρία είναι σίγουρα ένα κακό, και ένας λαός που είναι διαποτισμένος με αυτήν, όπως οι Άγγλοι, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σωρό από ζωντανά πτώματα».

Και στο σπουδαίο έργο του Γερμανικός Σοσιαλισμός του 1934, ο Sombart δηλώνει: «Έχουμε γίνει πλούσιοι. Πλουσιότεροι από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Μια ακόρεστη δίψα για υλικά αγαθά έχει κυριεύσει τους ανθρώπους. Έτσι ο πλούτος δημιουργεί αυτή τη νοοτροπία που ονομάζουμε υλιστική.... Ο παρηγορητισμός είναι το όνομα που ήθελα να δώσω σε αυτόν τον πρακτικό υλισμό».
Ο Pier Paolo Pasolini είχε δηλώσει το 1975 ότι η υλική ευημερία είχε καταστρέψει την Ιταλία, και ο Julius Evola το είχε ήδη δει στη δεκαετία του 1950 ως αιτία και αποτέλεσμα του «ζωώδους ιδανικού» που ένωνε, παρά τις διαφορές τους, τον αμερικανικό φιλελεύθερο καπιταλισμό και τον σοβιετικό μπολσεβικισμό.
Εν ολίγοις: ειδικά από τη δεκαετία του 1960. Η Ευρώπη, υπό την αμερικανική επιρροή, έχει μεταμορφωθεί, στην εποχή του «μηδενικού Χριστιανισμού», σε ένα σωρό από ζωντανά πτώματα, μηδενιστικά υποκείμενα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών δυνάμεων, αντάξια του τελευταίου νιτσεϊκού ανθρώπου στον πλανητικό πολιτισμό.
Στερημένοι από κάθε πίστη, υπερβατική ή συλλογική, υποταγμένοι στις πιο άγριες υπερπόντιες ιδεολογίες των Γουόκων, σκλάβοι στις άθλιες επιθυμίες του εγώ, ανίκανοι να αγωνιστούν για οποιοδήποτε ιδανικό, ακόμη και για αναπαραγωγή, και τελικά να δώσουν ζωή σε οποιοδήποτε συλλογικό έργο, όπως παρατηρεί με πικρία σήμερα ο ιστορικός και ανθρωπολόγος Εμμάνουελ Τοντ.
«Ζωντανά πτώματα», έγραψε ο Σόμπαρτ. Θα έλεγα ότι αυτό έχει απόλυτο νόημα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (245)

Συνέχεια από: Τετάρτη 29. Απριλίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (245)

Jacob Burckhardt

ΤΟΜΟΣ 4ος


ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη


IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (8η συνέχεια)


Μέσα σε μια ιδιότυπη λάμψη, εντελώς ξεχωριστή, προβάλλει η ομηρική Ελένη, κατά βάση χωρίς δική της βούληση, αλλά συγχρόνως προικισμένη με ύψιστη χάρη. Στην πραγματικότητα είναι το αθώο θύμα της Αφροδίτης, και ο έρωτάς της για τον Πάρη μια Ἄτη σταλμένη από τη θεά. Επειδή αισθανόταν ότι είχε παραδοθεί στη μοίρα της με τρόπο καθαρά αντικειμενικό, είναι σε θέση να υφάνει μέσα στον ιστό της τις μάχες που διεξήγαγαν για χάρη της οι Τρώες και οι Αχαιοί120. Απευθύνει στη θεά φοβερές μομφές121, επειδή θεωρεί ότι εκείνη την καταχράται ως μέσο για να προσφέρει ευχαρίστηση στον ευνοούμενό της· κατόπιν, βέβαια, η θεά μπορεί αμέσως να την οδηγήσει, συμφιλιωμένη πλέον, στο παλάτι του Πάρη.

Κατά την επίσκεψη του Τηλέμαχου στη Λακεδαίμονα, εμφανίζεται ακτινοβολώντας από ομορφιά, εξαρχής εντελώς διαφορετική από την Πηνελόπη· και ο θρήνος της για όσα συνέβησαν εξαιτίας της —«όταν εσείς οι Αχαιοί ήρθατε στην Τροία για χάρη μου, της αναίσχυντης»— έχει, μέσα στην απόλυτη αφέλειά του, κάτι σχεδόν αυθάδες. Δεν διστάζει επίσης να διηγηθεί στον Τηλέμαχο και στον Μενέλαο κωμικά περιστατικά από την εποχή της πολιορκίας· παράλληλα όμως διαθέτει και ένα φάρμακο που καταπραΰνει τη θλίψη, και στο τέλος την καταλαμβάνει ακόμη και το πνεύμα της προφητείας. Στην Οδύσσεια διακρίνεται ακόμη ότι υπήρξε κάποτε θεά, ενώ η Πηνελόπη και η Ναυσικά δεν υπήρξαν.

Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι απλώς πράγματα· αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι, κατά την επιστροφή της Βρισηίδας, ο Αγαμέμνονας οφείλει να ορκιστεί πως δεν την άγγιξε. Στην παρέλαση των μυθικών γυναικών στον Κάτω Κόσμο, την οποία παρουσιάζει η Οδύσσεια (XI, 225 κ.ε.), δίπλα στις ως επί το πλείστον λαμπρές συζύγους θεών και στις περίφημες καλλονές εμφανίζεται μόνο μία εξαιρετικά δυστυχισμένη γυναίκα, η Επικάστη, δηλαδή η Ιοκάστη· κατόπιν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, απλώς και μόνο το όνομα της Φαίδρας· μόνον η Εριφύλη μνημονεύεται με ρητή αποστροφή.

Η ανάπτυξη και η αιτιολόγηση του τρομερού στοιχείου μέσα στη γυναίκα έμελλε να αποτελέσει έργο της τραγωδίας, η οποία διαμόρφωσε τη μορφή της άκαρδης μάγισσας Μήδειας και τον τύπο της Φαίδρας. Ο μύθος, ωστόσο, τα είχε ήδη αφηγηθεί· και το πραγματικό διαζευκτήριο, τη ρήξη με την παλαιότερη αντίληψη, τη βρίσκει κανείς στο ίδιο βιβλίο της Οδύσσειας για τον Κάτω Κόσμο (XI, 433 κ.ε.), στα λόγια του Αγαμέμνονα ότι η Κλυταιμνήστρα επέφερε ατίμωση ακόμη και στις μελλοντικές γυναίκες, έστω κι αν κάποια από αυτές είναι επιδέξια στα όμορφα γυναικεία εργόχειρα· καθώς επίσης και στη γενική προειδοποίησή του να μην εμπιστεύεται ποτέ κανείς ολοκληρωτικά τη γυναίκα του, μολονότι η Πηνελόπη είναι διαφορετική και καλύτερη· και ακόμη στη συμβουλή του προς τον Οδυσσέα να αποβιβαστεί κρυφά στην Ιθάκη, αφού πλέον δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τις γυναίκες. Και πράγματι, ο Οδυσσέας κατόπιν υποβάλλει τη σύζυγό του σε αυστηρή δοκιμασία.

Ακόμη και η θεωρητική κρίση που διατυπώνει η ίδια η Αθηνά (XV, 20 κ.ε.) βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από την πραγματική συμπεριφορά της Πηνελόπης. Κηρύττει στον Τηλέμαχο τις πιο χονδροειδείς κοινότοπες αντιλήψεις: ότι οι γυναίκες είναι ευμετάβλητες, ότι ακολουθούν δουλικά εκείνον με τον οποίο συζούν, ότι λησμονούν τα παιδιά από τον προηγούμενο γάμο τους κ.ο.κ.· και τα παρουσιάζει όλα αυτά ως κάτι αυτονόητο127.

Αυτό που λείπει από τους Έλληνες είναι, αφενός, μια Σεμίραμις, δηλαδή μια μεγάλη θεά-βασίλισσα, μέσα στην οποία θα μπορούσε, λόγου χάρη, να έχει ενσαρκωθεί η Αφροδίτη, όπως στη Σεμίραμι είχε ενσαρκωθεί η Μύλιττα-Αστάρτη· διότι η Ελένη δεν επαρκεί για κάτι τέτοιο. Ίσως να διέθεταν μια τέτοια μορφή, αν είχαν αποκτήσει ένα ενιαίο κράτος. Αφετέρου, λείπει επίσης η σωτήρια εθνική ηρωίδα, μια Μαριάμ, μια Ιαήλ, μια Δεββώρα, μια Ιουδίθ, μια Εσθήρ· και μάλιστα, παρά τη Μήδεια, την Κλυταιμνήστρα, την Εριφύλη κ.ο.κ., λείπει και η φοβερή ηγεμόνισσα, μια Ιεζάβελ ή μια Γοθολία, και αυτό επειδή και ο άνδρας εμφανίζεται ως ήρωας και όχι ως ηγεμόνας.

Αντί γι’ αυτό, οι Έλληνες διαθέτουν τις ανδροπρεπείς γυναίκες, τις viragines, την Αταλάντη και την Ιπποδάμεια· και στον κόσμο τους αναπτύσσεται ο αμαζονικός χαρακτήρας, καθώς και, πολύ σύντομα, ο χαρακτήρας της προδότριας, ο τύπος της Ταρπηίας.

Τέλος, η μεταγενέστερη εποχή απέδιδε ακόμη και στα μυθικά ζώα —ανεξάρτητα μάλιστα από τα τέρατα— την εντύπωση μιας ιδιαίτερης δύναμης. Ο Παυσανίας λέει, με αφορμή τον κρητικό ταύρο: «Στα παλαιά χρόνια τα ζώα ήταν φοβερότερα για τους ανθρώπους, όπως ο λέων της Νεμέας, ο λέων του Παρνασσού, ο κάπρος της Καλυδώνας και ο Ερυμάνθιος κάπρος, καθώς και η χοίρα της Κρομμυώνας· και λεγόταν ότι άλλα από αυτά τα είχε αναβλύσει η γη, άλλα ήταν ιερά στους θεούς, ενώ άλλα είχαν αφεθεί ελεύθερα ως τιμωρία εναντίον των ανθρώπων».

Η συνολική εικόνα όμως του ηρωικού κόσμου ήταν τόσο λαμπρή, ώστε μπορούσε κανείς να διατηρεί την αντίληψη ότι τουλάχιστον ένα μέρος των ηρώων, ιδίως εκείνων που είχαν βρεθεί μπροστά στο Ίλιον, δεν είχε πεθάνει καθόλου, αλλά είχε λάβει από τον Δία κατοικίες στα πέρατα του κόσμου, στα Νησιά των Μακάρων. Αυτή είναι η αντίληψη που εκφράζεται στα Έργα και Ημέρες (στ. 166 κ.ε.)· αμέσως όμως μετά τους ήρωες ακολουθεί εκεί το πέμπτο γένος και μαζί του η σφοδρότερη διακήρυξη αρχών του ελληνικού πεσιμισμού, έτσι ώστε οι προγενέστεροι ήρωες, παρά όλες τις πράξεις βίας και όλη τη δυστυχία που υπήρξαν και στη δική τους εποχή, να αποσύρονται ήδη εξαιτίας αυτού μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο.

Για εμάς οι μορφές αυτές, παρόλο που είναι μυθικές, είναι ιστορικές με την ύψιστη σημασία της λέξης· μας αποκαλύπτουν μετατοπίσεις και μεταμορφώσεις της ελληνικής συναισθηματικής νοοτροπίας, τις οποίες διαφορετικά δεν θα γνωρίζαμε.

Από τον ηρωικό άνθρωπο πρέπει να διακρίνουμε τον ομηρικό άνθρωπο, υπό την έννοια ότι μέσα στα δύο ποιήματα προδίδεται ιδιαιτέρως και ο πολιτισμός της εποχής κατά την οποία αυτά δημιουργήθηκαν· άλλωστε ο Όμηρος αντιπαραθέτει επανειλημμένα τους συγχρόνους του —«οἷοι νῦν βροτοί εἰσιν»— προς τους ήρωες, και μάλιστα ως κατώτερους από αυτούς. Χαρακτηριστικό όμως της εποχής του είναι, πάνω απ’ όλα, το ίδιο το γεγονός της υπάρξεως της Ιλιάδας και της Οδύσσειας· και ο αοιδός, όπως τον γνωρίσαμε, πρέπει κατά βάθος να ήταν σύγχρονος του ποιητή.

Επιπλέον, ο τρόπος της μάχης πρέπει αναγκαστικά να ήταν στην εποχή του ποιητή τέτοιος όπως τον περιγράφει· διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί εκείνη η ύψιστη ακρίβεια στην περιγραφή του στρατοπέδου των Ελλήνων, στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται η σκόπευση, η επιτυχία και η αστοχία, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται τα όπλα και τα τραύματα. Ήδη εδώ η απλή τοξοβολία απολαμβάνει μικρότερη εκτίμηση σε σύγκριση με τη ρίψη του δόρατος· ο τραυματισμένος Διομήδης λοιδορεί τον Πάρη ως τοξότη· το πλήγμα με βέλος δεν θεωρείται ανοιχτή μάχη άνδρα προς άνδρα, «ἀντίβιον».

Και τα αμυντικά όπλα ανταποκρίνονται ασφαλώς στην εποχή του ποιητή· από δύο κράνη, τα οποία στην αρχαιότερη παράδοση πρέπει ασφαλώς να καθιστούσαν αόρατους εκείνους που τα φορούσαν και τα οποία φέρουν ο Διομήδης και ο Οδυσσέας κατά τη νυχτερινή αναγνωριστική τους έξοδο, τόσο χαρακτηριστική και από άλλες απόψεις, έχουν προκύψει, παραδείγματος χάριν, στερεοί σκούφοι κράτος χάριν, στενους κατασκευασμένοι από τα δέρματα τηςτος χάριν, στενους κατα κεφαλής ενός ταύρου και ενός κάπρου.


Πάνω απ’ όλα όμως, ο αγών, ο οποίος χαρακτηρίζει την αγωνιστική εποχή, απαντά ήδη στους επιτάφιους αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου· και ο Ησίοδος έλαβε ήδη προσωπικά μέρος σε μουσικό αγώνα στη Χαλκίδα και κέρδισε εκεί έναν τρίποδα.

Επιπλέον, με τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας μεταφερόμαστε σκοπίμως σε έναν κόσμο διαφορετικό από τον μυθικό. Εκεί παρουσιάζονται μπροστά μας κυνήγια και άλλες σκηνές από τη ζωή των ζώων, φαινόμενα του καιρού και της θάλασσας, αγροτικές εργασίες, ακόμη και ορισμένα φαινόμενα από τη ζωή των φυτών· πουθενά όμως δεν παρουσιάζονται αστικές ασχολίες, και οι ακροατές και θεατές στους οποίους απευθύνονται είναι βοσκοί και άνθρωποι της υπαίθρου.

Με θαυμαστή ζωντάνια περιγράφεται, παραδείγματος χάριν, πώς μέσα στο αγρόκτημα τα σκυλιά ανησυχούν, όταν μακριά ένα ισχυρό θηρίο, το οποίο ήδη καταδιώκουν σκυλιά και κυνηγοί, διασχίζει ορμητικά το δάσος (Χ, 183 κ.ε.)· και με ύψιστο ρεαλισμό ο ποιητής αφήνει το λιοντάρι να ορμήσει μέσα στο κοπάδι (Χ, 485 κ.ε. και ιδίως XI, 172 κ.ε.). Μεγαλοπρεπής και επιβλητική είναι επίσης η εικόνα των τσακαλιών, τα οποία κατασπαράζουν το ελάφι που τραυμάτισε ο κυνηγός, αλλά απομακρύνονται εξαιτίας της εμφανίσεως ενός λιονταριού (XI, 474 κ.ε.).

Ως εικόνα από την αγροτική ζωή παρουσιάζεται το όργωμα με ημιόνους, οι οποίοι αποδίδουν καλύτερα από τους ταύρους (Χ, 351 κ.ε.)· ακόμη, οι θεριστές που προχωρούν ο ένας προς τον άλλον από δύο αντίθετες πλευρές (XI, 67 κ.ε.), ο πεινασμένος ξυλοκόπος στο δάσος (στο ίδιο, 86 κ.ε.), οι δύο χωρικοί που φιλονικούν για τα όρια των αγρών τους (XII, 421 κ.ε.) και ο βοσκός που μεταφέρει μαλλί (στο ίδιο, 451 κ.ε.)· μόνον η γυναίκα που γνέθει μαλλί με μισθό και ζυγίζει το βάρος του (στο ίδιο, 433 κ.ε.) ανήκει ίσως στην πόλη.


Μία φορά αντλείται μια εικόνα και από τη ζωή του πολέμου (XVIII, 207 κ.ε.), όταν η φωτιά που λάμπει πάνω από το κεφάλι του Αχιλλέα, καθώς αυτός ορμά για εκδίκηση, συγκρίνεται με τα επείγοντα φωτεινά σήματα μιας πολιορκημένης νησιωτικής πόλης.

Τη γενική παράσταση αυτής της μεταμυθικής ζωής συμπληρώνουν μέσα στο έπος, ως οι αρχαιότερες και εκτενέστερες σκηνές καθημερινού βίου, οι απεικονίσεις των δύο ασπίδων: της ασπίδας που περιγράφεται στο δέκατο όγδοο βιβλίο της Ιλιάδας (478–608) και της ασπίδας του Ηρακλή στο μεταησιόδειο ποίημα136. Το δεύτερο αυτό έργο, μολονότι θεωρείται ότι δεν δημιουργήθηκε πολύ πριν από το 600 π.Χ. 137, μας ενδιαφέρει, επειδή διατηρεί ακόμη τον ορίζοντα της παλαιάς εποχής.

Πρώτα, λοιπόν, το θαυματουργό έργο της ασπίδας του Αχιλλέα. Στο κέντρο της βρίσκονται η γη, η θάλασσα και τα άστρα· κατόπιν, γύρω από αυτά, πρέπει να φανταστούμε ομόκεντρες ζώνες: την ευτυχισμένη πόλη με γαμήλιες πομπές και με τη δικαστική διαφορά στην αγορά138· έπειτα την πολιορκημένη πόλη, την ενέδρα έξω από αυτήν, τη μάχη που ξεσπά κατά την επιδρομή εναντίον των κοπαδιών, τους θεούς του πολέμου και τις Κήρες που αρπάζουν τη λεία τους· στη συνέχεια, το οργωμένο χωράφι, το χωράφι με τους θεριστές, τον αμπελώνα με τον τρύγο, το τραγούδι και τον χορό, την αγέλη των βοδιών στην οποία επιτίθενται λιοντάρια και τα πρόβατα που βόσκουν μέσα στη χαράδρα· τέλος, τον θαυμάσια διαμορφωμένο διπλό χορευτικό κύκλο και τους ακροβάτες.

Και ολόκληρη αυτή η εικόνα του κόσμου, μέσα στην οποία τα ευεργετικά χαρακτηριστικά της ζωής του λαού έχουν φθάσει στην τελείωσή τους, περιβάλλεται από τα νερά του Ωκεανού.

Στον Ησίοδο¹³⁹, ο καθιερωμένος καλλιτεχνικός χαρακτήρας της τεχνικής γίνεται πολύ σαφέστερος τόσο στην εισαγωγή όσο και στις επιμέρους παραστάσεις, ενώ ως ιδιαίτερο θαυμαστό έργο προστίθεται ο Περσεύς, ο οποίος αιωρείται χωριστά από την υπόλοιπη εικόνα¹⁴⁰.

Γύρω από το κέντρο, όπου παριστάνεται ένας φοβερός δράκοντας, διατάσσονται κατά ζώνες, πρώτα σκηνές μάχης χωρίς καθορισμένο περιεχόμενο· έπειτα δώδεκα κεφαλές φιδιών, μάχες κάπρων και λεόντων, μια μάχη Λαπιθών και Κενταύρων με τον Άρη και την Αθηνά, οι θεοί μαζί με τον Απόλλωνα που παίζει και τις Μούσες που τραγουδούν, ένα θαλάσσιο λιμάνι με δελφίνια και έναν ψαρά¹⁴¹, καθώς και εκείνος ο Περσεύς που καταδιώκεται από τις Γοργόνες.

Κατόπιν ακολουθεί, προφανώς παρμένη από τον Όμηρο, η πολιορκημένη πόλη, η οποία όμως παρουσιάζεται με πολύ εντονότερη κίνηση, όπως και οι Κήρες περιγράφονται πολύ πιο διεξοδικά απ’ ό,τι εκεί¹⁴². Έπειτα έρχεται η ευτυχισμένη πόλη, με γαμήλια πομπή, χορό, τραγούδι, συμπόσιο και τη δραστηριότητα των πολιτών έξω από τα τείχη· και μπροστά στα μάτια του αναγνώστη παρουσιάζονται άλογα που καλπάζουν και χοροπηδούν, όργωμα, θερισμός, τρύγος —ο οποίος και πάλι περιγράφεται εκτενέστερα απ’ ό,τι στον Όμηρο—, πυγμαχία και πάλη, κυνήγι λαγού και, ως απόδειξη της σχετικά όψιμης σύνθεσης του έργου, μια αρματοδρομία, η οποία παρουσιάζεται με αρκετά μεγάλη έκταση και έχει ως έπαθλο έναν τρίποδα. Εδώ η αγωνιστική εποχή μάς μιλά ήδη απολύτως καθαρά.


Αυτό που απουσιάζει εντελώς από αυτές τις περιγραφές είναι οι βιοτεχνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Αντίθετα, η γεωργία και η ζωή της υπαίθρου έχουν —στον Όμηρο— ευγενικά και χαρούμενα χαρακτηριστικά και φέρουν επίσης τον χαρακτήρα της ευφορίας και της άνεσης: οι ποιμένες παίζουν τη σύριγγα· στους γεωργούς, κάθε φορά που φθάνουν στο τέλος της αυλακιάς, ένας άνδρας προσφέρει κρασί· κατά τον θερισμό, ο βασιλιάς παρακολουθεί σιωπηλός και με χαρούμενη καρδιά, κρατώντας το ηγεμονικό του σκήπτρο, ενώ κάτω από τη δρυ οι κήρυκες θυσιάζουν ήδη τον ταύρο για το γεύμα. Ο τρύγος και ο χορευτικός κύκλος είναι έργα εξαιρετικής ομορφιάς, ενώ στον Ησίοδο ο πρώτος παρουσιάζεται πολύ ψυχρότερα και ο δεύτερος υποδηλώνεται με λίγες μόνο λέξεις (στ. 280 κ.ε.).

Δεν έχει αφήσει κάθε λαός τόσο όμορφες παραστάσεις καθημερινής ζωής. Βέβαια, υπάρχουν και αιγυπτιακές απεικονίσεις αυτού του είδους στους τάφους του Μπενί Χασάν. Και εκεί, στα κτήματα των προσώπων βασιλικής καταγωγής που είναι θαμμένα στους τάφους αυτούς, σπέρνουν και οργώνουν· όλα όμως παρουσιάζονται με ακρίβεια και πληρότητα, σαν να ήταν αναγκαίο να γίνονται ακριβώς έτσι.

Στον Όμηρο, αντίθετα, όλα παρουσιάζονται σαν να τα επιθυμούσε κανείς έτσι· στη θέση της ακρίβειας βρίσκουμε στους Έλληνες χαρά και ελευθερία.


Συνεχίζεται

Ησυχασμός και Προσευχή 5

Συνέχεια από Παρασκευή 17. Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 5

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΑΒΒΟΥΓ († 523)

Ο Πατρίκιος είχε γράψει ακόμη ότι η ψυχή του αγαπούσε να αγαπά τον Θεό, αλλά δεν είχε ακόμη κατορθώσει να Τον αγαπήσει αληθινά. Γι’ αυτό και η μόνωση τού ήταν αγαπητή, επειδή άρχιζε να παράγει μέσα του την καθαρότητα της καρδιάς και καθιστούσε θερμότερη τη μνήμη του Θεού. «Πολύ καλά», απαντά ο Φιλόξενος, «αν όλα αυτά είναι ακριβή. Θα προτιμούσα, ωστόσο, να μην τα είχες γράψει. Τίποτε από όλα αυτά δεν βρίσκεται στη σωστή τάξη».

Αν τα διηγήθηκες για να ζητήσεις συμβουλή, υπήρχε άλλος τρόπος να θέσεις το ερώτημα. Το να ομολογείς ότι δεν έχεις ακόμη την «παρρησία» κατά τον καιρό της προσευχής, επειδή τα πάθη δεν έχουν υποταχθεί, και έπειτα να λες ότι αγαπάς να αγαπάς τον Θεό, σημαίνει ότι παραλογίζεσαι. Σημαίνει ότι λησμονείς ένα από τα σημαντικότερα αξιώματα της αλεξανδρινής θεολογίας, το οποίο ο Ευάγριος συνόψισε σε σύντομες διατυπώσεις: ότι η αγάπη βρίσκεται μόνο στο τέλος της «οδού των εντολών» (35).

Από εδώ προέρχεται η αυστηρότητα του Φιλοξένου σε αυτό το σημείο: δεν παραχωρεί καν στον αλληλογράφο του το δικαίωμα να λέει ότι «αγαπά να αγαπά τον Θεό». Δύο ενδεχόμενα υπάρχουν: είτε αυτός ο τρόπος ομιλίας σημαίνει κάτι, και τότε ακόμη και αυτό είναι υπερβολικό, όσο κανείς δεν έχει φθάσει στην απάθεια· είτε είναι μια κενή διατύπωση, και τότε δεν αξίζει να ονομάζεται κανείς Πατρίκιος Εδέσσης ούτε να είναι έγκλειστος, για να μιλά χωρίς να λέει τίποτε. Το ίδιο κάνουν και οι κακοί χριστιανοί, και οι αιρετικοί, ακόμη και οι ειδωλολάτρες.

Μέσα από όλες αυτές τις παρατηρήσεις, και μέχρι το τέλος της επιστολής, διαφαίνεται πάντοτε η ίδια μέριμνα: να υπενθυμίσει σε μια ψυχή που θα ήθελε να υπερπηδήσει τα στάδια την αναπόφευκτη ανάγκη της ασκήσεως. Και επανέρχεται πάντοτε η ίδια διάκριση ανάμεσα στις δυνατότητες της χάριτος, στις οποίες δεν πρέπει να στηρίζεται κανείς, και στην κανονική οδό, η οποία περνά «μέσα από τους σκληρούς κόπους της πράξεως».

«Γνωρίζεις καλά, αγαπητέ μου, ότι, αν το παθητικό μέρος της ψυχής δεν θεραπευθεί προηγουμένως, δεν ανακαινισθεί και δεν αγιασθεί —και αυτή η θεραπεία πραγματοποιείται μέσω της πνευματικής πολιτείας—, δεν αποκτά την υγεία ούτε απαλλάσσεται από την οδύνη που της προκαλούν τα κτίσματα τα οποία συναντά.

»Η θεραπεία αυτή πραγματοποιείται άλλοτε μέσω της χάριτος, όπως συνέβη με τους μακαρίους Αποστόλους, οι οποίοι μέσω της πίστεως τελειώθηκαν στην αγάπη του Χριστού· άλλοτε πάλι η ψυχή αποκτά την υγεία μέσω της κανονικής οδού. Διότι εκείνος που, με την υπηρεσία των εντολών και με τους σκληρούς κόπους της αληθινής ασκήσεως, νίκησε τα πάθη, αυτός προφανώς είναι εκείνος που απέκτησε την υγεία της ψυχής κατά την κανονική τάξη» (αρ. 21).

Και από τότε ακολουθούν επίσης κατά φυσική τάξη οι συνέπειες:

«Όταν ο νους ανακαινισθεί και η καρδιά αγιασθεί, όλες οι κινήσεις των επιθυμιών που αναφύονται μέσα του κινούνται σύμφωνα με τη φύση του νέου, πνευματικού κόσμου στον οποίο εισέρχεται. Πρώτα κινείται μέσα του η αγάπη προς τα θεία πράγματα· επιθυμεί την κοινωνία με τους αγίους αγγέλους και τις αποκαλύψεις των μυστηρίων της πνευματικής γνώσεως· ο νους γίνεται δεκτικός της πνευματικής γνώσεως των όντων· και έπειτα η αυγή της θεωρίας των μυστηρίων της Αγίας Τριάδος ανατέλλει μέσα στα μυστήρια της προσκυνητής Οικονομίας του Θεού για χάρη μας. Και τότε ενώνεται με την πληρότητα της γνώσεως των μελλοντικών ελπίδων» (αρ. 21).

Από πού προέρχεται, κατά βάθος, αυτή η αναγκαιότητα της απόλυτης καθαρότητας για τη θεωρία; Από την ίδια τη φύση της θεωρίας. Για να την κατανοήσουμε, πρέπει να διακρίνουμε δύο σημασίες του όρου «νοητικός». Η σύγχρονη γλώσσα μας εννοεί με αυτόν πρωτίστως τον χώρο των αφαιρέσεων, ο οποίος είναι ανοικτός σε κάθε λογικό ζώο ανάλογα με τον βαθμό της «νοημοσύνης» του και όχι ανάλογα με τον βαθμό της ηθικής του τελειώσεως.

Αυτή την επιστήμη —τη βέβηλη, κοσμική, λαϊκή, ανεξάρτητη από την ηθικότητα— οι Ανατολικοί μυστικοί συγγραφείς τη γνωρίζουν καλά· αλλά ήδη από τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα (36), ακόμη και από τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας (37), διακρίνουν με προσοχή αυτή τη γνώσιν ψιλήν (38) από την αληθινή γνώση, η οποία είναι νοερή με μια πολύ ανώτερη έννοια: με την έννοια κατά την οποία το «νοερό» ισοδυναμεί με το «πνευματικό».

Ο νους δεν είναι αληθινά ο εαυτός του όσο παραμένει μέσα στην ομίχλη των παθών. Για να βλέπει καθαρά, πρέπει να επιστρέψει στη φύση, στην υγεία που ονομάζεται με μία λέξη πάθεια (39). Μόνο τότε θα αντιληφθεί τις πραγματικότητες, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή αρκούνταν σε λέξεις και σε αφηρημένες έννοιες. Η αληθινή γνώση είναι άμεση αντίληψη, μυστική εμπειρία, ενέργεια των νοερών ή πνευματικών αισθήσεων (40). Στον ύψιστο βαθμό της ταυτίζεται με την ένωση με τον Θεό και συμβολίζεται από τον άγιο Ιωάννη, ο οποίος αναπαύεται στον κόλπο του Διδασκάλου (41).

Τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε τις ακόλουθες φράσεις του Φιλοξένου:

«Αν είχε φθάσει στο να αγαπά αληθινά τον Θεό, θα ήταν απολύτως αρμόζον να ερωτά και να πληροφορείται για τα μυστήρια του πνευματικού κόσμου. Είναι όμως φανερό ότι οι διδασκαλίες και η γνώση που είναι αναμεμιγμένες με τα πάθη δεν ωφελούν ούτε κατορθώνουν να ανοίξουν τη θύρα που παραμένει κλειστή μπροστά στην καθαρότητα.

»Αν όμως απομακρυνθούν τα πάθη από την ψυχή, ο νους φωτίζεται (42)· στέκεται στην καθαρή περιοχή της φύσεως και δεν έχει ανάγκη να θέτει ερωτήματα, επειδή βλέπει καθαρά τα αγαθά που βρίσκονται στη δική του περιοχή.

»Διότι, όπως οι εξωτερικές αισθήσεις δεν αντιλαμβάνονται μέσω διδασκαλίας και ερωτήσεων τη φύση των αντικειμένων που είναι συγγενή προς αυτές (43), αλλά καθεμία από τις αισθήσεις την αντιλαμβάνεται φυσικά και χωρίς ερώτηση, μόλις τη συναντήσει, χωρίς να μεσολαβεί κάποια διδασκαλία ανάμεσα στην αίσθηση που αντιλαμβάνεται και στο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό —όσο κι αν μιλήσεις σε έναν τυφλό για τη λαμπρότητα του ήλιου και της σελήνης, για την πορεία των άστρων και για τη λάμψη των πολύτιμων λίθων, μόνο το αυτί του δέχεται, διακρίνει και κατανοεί την ομορφιά τους, ενώ η γνώση και η διάκρισή του παραμένουν μακριά από την απόλαυση της θέας τους—, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να συλλογίζεσαι και σχετικά με τη θέα της πνευματικής θεωρίας και με όσα ακούγονται για την πνευματική θεωρία (44).

»Ο νους βλέπει τις κρυμμένες πραγματικότητες του πνεύματος, εφόσον είναι θεατής της δόξας του Χριστού, και όχι επειδή ερωτά και μαθαίνει. Απολαμβάνει τη γλυκύτητα των μυστηρίων του νέου κόσμου πέρα από όσο μπορεί να φθάσει η ελευθερία της βουλήσεώς του, ανάλογα με τη θέρμη της πίστεως και της ελπίδας του στον Χριστό» (αρ. 22) (46).

Ανάμεσα στους αριθμούς 22 και 23 της εκδόσεως του Mai, η διαίρεση είναι ατυχής: διακόπτει στη μέση τον συλλογισμό και τη φράση του συγγραφέα. Τίποτε δεν είναι λογικότερο από την ανάπτυξη της σκέψεως του Φιλοξένου. Αφού είπε ότι ο νους, για να θεωρήσει, πρέπει μέσω της καθάρσεως να επιστρέψει στη φύση του, πρόκειται τώρα να μας εκθέσει τη σκέψη του σχετικά με αυτή τη φύση του νου.

Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι η ενότητα. Κάθαρση σημαίνει ενοποίηση. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν ο Σύρος επίσκοπος είχε διαβάσει τον Διονύσιο. Αρκεί όμως το ότι είχε διαβάσει τον Ευάγριο (47) και την πραγματεία του «Νείλου» περί προσευχής.

Για να ενοποιηθεί, ο νους πρέπει να απομακρυνθεί από τις πολλαπλές εντυπώσεις των εξωτερικών αντικειμένων και να ζήσει αποσυρμένος «κοντά στον έσω άνθρωπο».

«Αν ο νους προσηλώσει το βλέμμα του εσωτερικά στον έσω άνθρωπο, εκεί όπου δεν υπάρχουν ποικίλα αντικείμενα που πρέπει να συλληφθούν μέσω διαφορετικών ομοιωμάτων, αλλά όπου ο Χριστός είναι τα πάντα μέσα στα πάντα» (αρ. 22), είναι φανερό ότι ο νους δέχεται την απλή θεωρία (48)· και τίποτε όσο αυτή δεν χαρίζει στην ψυχή αγαλλίαση (49) και «παρρησία» κατά τον καιρό της προσευχής. Διότι αυτή είναι η τροφή που προσιδιάζει στη φύση του· και όταν ο νους βρίσκεται στην περιοχή της αληθινής γνώσεως, δεν έχει ανάγκη να ερωτά, επειδή, όπως το μάτι του σώματος δεν ερωτά και όμως βλέπει τον ήλιο, έτσι και το μάτι της ψυχής δεν διερευνά και όμως βλέπει τη γνώση του πνεύματος. Κατά τον ίδιο τρόπο και η μυστική θεωρία, την οποία εσύ, ω άγιε άνθρωπε, επιθυμείς, αποκαλύπτεται στον νου μετά την αποκατάσταση της υγείας της ψυχής (50). Το να επιχειρεί όμως κανείς να μάθει, μέσω μελέτης και διερευνήσεως, μυστήρια αυτού του είδους, είναι παραλογισμός της ψυχής (51)».

Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι δεν πρέπει να στηρίζεται κανείς στη νοητική προσπάθεια. Χωρίς την ασκητική κάθαρση, το μάτι της ψυχής είναι εξίσου τυφλό απέναντι στη θεωρία όσο και ένα ατροφικό σωματικό μάτι απέναντι στην αισθητή όραση. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα παρά μόνο στις αρετές που αποκτώνται με τους κόπους της ασκήσεως: στις αρετές του σώματος —τη νηστεία, την αγρυπνία και τις κάθε είδους ασκήσεις— και στις αρετές της ψυχής —τη θεία λατρεία, την υπομονή, την «καταστροφή των λογισμών» (52), την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την αδιάλειπτη προσευχή.

Και ιδού σκέψεις εξ ολοκλήρου ευαγριανές: «Πρόσδεσε τον νου σου μέσω της αναγνώσεως και της μελέτης των Γραφών». Ο Ευάγριος είχε πει σχεδόν με τους ίδιους όρους: «Εκείνα που στερεώνουν τον περιπλανώμενο νου είναι η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή» [Praktikos, I, 6].

Ο Φιλόξενος συνεχίζει: «Με την επιμονή στην προσευχή, στη δέηση και στη μελέτη… απόσπασε από την καρδιά σου κάθε εικόνα και κάθε παράσταση…», ακριβώς όπως ο «Νείλος» στο De oratione [κεφ. 67] ή εκείνος του De malignis cogitationibus [κεφ. 24, PG 79,1228], δύο συγγράμματα τα οποία οι Σύροι γνωρίζουν μόνο υπό το όνομα του Ευαγρίου.

Και σε συμφωνία με τον ίδιο διδάσκαλο, ο συγγραφέας μας βεβαιώνει εκ νέου ότι ολόκληρη η προσπάθειά μας πρέπει να κατευθύνεται προς την επίτευξη του σκοπού της «πράξεως», ο οποίος είναι η αγάπη (αρ. 24).

Και ιδού ο ορισμός της θεωρίας: «Η θεωρία είναι πνευματική ζωή του νου, ο οποίος εξίσταται (53) και κατανοεί όλα όσα υπάρχουν και όσα θα υπάρξουν». Ο Ευάγριος [Cent., III, 42] είχε πει: «Είναι η πνευματική γνώση όλων όσα υπάρχουν και όλων όσα θα υπάρξουν…».

Και ιδού η θεωρία της Πρόνοιας, όπως στον Ευάγριο [Cent., I, 27]. Και ακόμη ο «νέος κόσμος», επειδή «μέσω της αυξήσεως της γνώσεως μεταβάλλονται οι κόσμοι» [Cent., II, 17]. Και τέλος αυτή η σχεδόν κατά λέξη υπενθύμιση του Cent. Suppl., 23: «Μέσω των αποκαλύψεων του Πνεύματος ανυψώνεται από γνώση σε γνώση, από θεωρία σε θεωρία και από νόηση σε νόηση…» (αρ. 25). Και έτσι, μέσα από κάθε είδους μεταπτώσεις, ανόδους και καθόδους, φθάνει τελικά κανείς στη θεωρία της Αγίας Τριάδος (αρ. 26).

Υπάρχουν πράγματι τρία κύρια είδη θεωρίας: δύο που έχουν ως αντικείμενο τα κτίσματα, είτε τα σωματικά είτε τα ασώματα, και μία που φθάνει στην Αγία Τριάδα (54). Υπάρχει επίσης η θεωρία του ίδιου του νου από τον εαυτό του (55) (αρ. 27). Και σε όλα αυτά οδηγεί, ξεκινώντας από την πίστη και μέσω της αγάπης, η τήρηση των εντολών του Χριστού.

Εδώ πράγματι αρμόζει να αναφωνήσει κανείς μαζί με τον Ευάγριο: «Ποιος θα κατανοήσει… την αποτελεσματικότητα των εντολών και τις δυνάμεις της ψυχής, και πώς οι πρώτες θεραπεύουν τις δεύτερες και τις οδηγούν στην αληθινή θεωρία;» [Cent. II, 9· πρβλ. II, 74].

Και όμως, ο Φιλόξενος δεν επικαλείται ούτε μία φορά τον συγγραφέα των Γνωστικών Κεφαλαίων, αλλά μόνο το παράδειγμα του αγίου Βασιλείου και των Γρηγορίων. Μήπως ο Ευάγριος είχε ήδη καταστεί ύποπτος; Σε λίγο θα τον δούμε να κατατάσσεται μεταξύ των αγίων. Αναμφίβολα αυτό συμβαίνει απλώς επειδή ο Πατρίκιος Εδέσσης είχε αναφέρει μόνο τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο. Όπως και αν έχει, η ευαγριανή έμπνευση είναι φανερή σε όλες αυτές τις αναπτύξεις.

Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η άσκηση, αντί να αποτελεί εμπόδιο στην οδό προς τη θεωρία, είναι η ίδια αυτή η οδός, η μοναδική οδός. Και ο Φιλόξενος ειρωνεύεται ευχάριστα τη «σοφία» του αγίου αλληλογράφου του, ο οποίος είχε πιστέψει το αντίθετο (αρ. 28).

Αλλά, αντικρούοντας την πλάνη αυτού του εχθρού της ασκήσεως, ο θεολόγος μας απέδειξε επίσης πόσο επιθυμητή είναι η θεωρία. Γι’ αυτό, ώστε να μην παραπλανήσει την αγαθή ψυχή του Πατρικίου, θα εξετάσει βαθύτερα το ζήτημα της επιθυμίας της θεωρίας, το οποίο είχε ήδη πραγματευθεί.

Η θέση του συνοψίζεται σε λίγες λέξεις: δεν πρέπει να φιλοδοξεί κανείς να αποκτήσει αυτά τα μυστικά χαρίσματα, αλλά την αγάπη.

Τα επιχειρήματά του είναι τα εξής: πρώτα, το παράδειγμα του αγίου Παύλου, ο οποίος επιθυμούσε από αγάπη να γίνει ανάθεμα· πράγμα πολύ ανώτερο ακόμη και από την απλή παραίτηση από τα χαρίσματα της θεωρίας. Έπειτα, η διδασκαλία του ίδιου Αποστόλου (Α΄ Κορ. 13): τίποτε δεν έχει αξία χωρίς την αγάπη, ενώ η αγάπη αποτελεί τη μοναδική νόμιμη θύρα εισόδου στη μυστική βασιλεία (56). Και αφού εισαγάγει εκεί την ψυχή, πάλι η αγάπη στέκεται φρουρός, ώστε να την εμποδίσει να εκπέσει (αρ. 29).


ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ, ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ , ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ Ή ΑΚΟΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΤΟΝ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ;

Σημειώσεις:

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 15

Συνέχεια από Σάββατο 18. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 15
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ


α) Πνευματική αγάπη

Παράξενη έκφραση. Τουλάχιστον πλεοναστική. Διότι υπάρχει άραγε μη πνευματική αγάπη; Αφού αυτή αποτελεί την τελείωση ολόκληρης της πνευματικής ζωής; Ασφαλώς. Υπάρχουν όμως οι απομιμήσεις της:
«Ιδού τα πέντε κίνητρα για τα οποία οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλον, αξιέπαινα ή αξιοκατάκριτα: 1) για τον Θεό, όπως ο ενάρετος που αγαπά όλους τους ανθρώπους ή όπως ο μη ενάρετος ακόμη άνθρωπος αγαπά τον ενάρετο· 2) από φυσικό ένστικτο, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους και αντιστρόφως· 3) από κενοδοξία, όπως εκείνος που δέχεται επαίνους αγαπά εκείνον που του τους αποδίδει· 4) από πλεονεξία, όπως αγαπά κανείς τον πλούσιο για τις δωρεές του· 5) από φιληδονία, όπως εκείνοι που περιποιούνται την κοιλιά τους ή ό,τι βρίσκεται κάτω από την κοιλιά. Το πρώτο κίνητρο είναι αξιέπαινο· το δεύτερο αδιάφορο· τα υπόλοιπα είναι διεφθαρμένα από το πάθος» (56).

Υπάρχει επίσης η ατελής αγάπη:

«Αν για ορισμένους αισθάνεσαι μίσος, για άλλους ούτε αγάπη ούτε μίσος, για άλλους πολύ μέτρια αγάπη και για άλλους έντονη αγάπη, αναγνώρισε από αυτή την ανισότητα ότι βρίσκεσαι μακριά από την τέλεια αγάπη, της οποίας αρχή είναι να αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους» (*).
Δεν είναι τώρα η στιγμή να επιμείνουμε στην αυστηρότητα αυτής της διδασκαλίας, η οποία χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως τον Μάξιμο. Θα επανέλθουμε σε αυτήν. Εδώ όμως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί η ανισότητα στην αγάπη φανερώνει ατέλεια. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι διαφορές, αυτές οι διακρίσεις, σε εμάς που δεν βλέπουμε το εσωτερικό των ψυχών, δεν μπορούν να οφείλονται παρά σε επιφανειακές και συμπτωματικές θεωρήσεις, δηλαδή, με άλλα λόγια, υλικές. Πρόκειται, επομένως, για αγάπη που δεν είναι εντελώς πνευματική, επειδή εξακολουθεί να είναι μολυσμένη από κάποιο υπόλειμμα φιλαυτίας.

Ο διαχωρισμός του πάθους από τη σκέψη φαίνεται λίγο λιγότερο εύκολος απ’ όσο φαινόταν αρχικά — και όμως είναι αναγκαίος.

Από πού όμως προέρχεται η καθαρτική αποτελεσματικότητα αυτής της πνευματικής αγάπης; Το ερώτημα αυτό τέθηκε στον άγιο Μάξιμο από τον μαθητή προς τον οποίο απευθύνει το Ασκητικόν του. Δεν έχουμε παρά να μεταγράψουμε την απάντησή του:

«Ο αδελφός είπε: Πάτερ, σε παρακαλώ να με διδάξεις πώς η αγάπη καταπραΰνει τον θυμό. Ο γέροντας απάντησε: Επειδή συνεπάγεται την ευσπλαχνία και την ευεργεσία προς τον πλησίον, την μακροθυμία απέναντί του και την υπομονή όσων μας κάνει να υποφέρουμε… Με αυτά η αγάπη καταπραΰνει τον θυμό, όταν την εφαρμόζουμε.

Ο αδελφός είπε: Τα έργα της δεν είναι μικρά. Μακάριος όποιος μπορεί να την αποκτήσει. Εγώ βρίσκομαι μακριά της. Σε ικετεύω όμως, Πάτερ, να μου πεις τι είναι η μακροθυμία.

Ο γέροντας απάντησε: Να παραμένεις σταθερός μέσα στις δυσκολίες, να υπομένεις το κακό, να περιμένεις το τέλος της δοκιμασίας, να μην αφήνεις τον θυμό να εκδηλώνεται όπως θέλει, να μη λες απερίσκεπτα λόγια, να μην έχεις ούτε υποψία ούτε λογισμό ανάξιο ευσεβούς ανθρώπου, όπως λέει η Γραφή: “Ο υπομονετικός άνθρωπος περιμένει έως τον κατάλληλο καιρό, και κατόπιν του αποδίδεται η χαρά. Έως τον κατάλληλο καιρό αποκρύπτει τους λογισμούς του, και τα χείλη των πιστών θα διηγούνται τη σύνεσή του”» (58).

«Ιδού, λοιπόν, τα γνωρίσματα της μακροθυμίας. Αυτό όμως δεν αρκεί. Ένα ακόμη γνώρισμα της μακροθυμίας είναι να θεωρεί κανείς τον ίδιο του τον εαυτό αιτία της δοκιμασίας. Και ίσως πράγματι να είναι έτσι· διότι οι περισσότερες συμφορές συμβαίνουν για τη διόρθωσή μας, για την εξάλειψη των παλαιών αμαρτιών μας, για την επανόρθωση της παρούσας αμέλειάς μας ή για την πρόληψη μελλοντικών σφαλμάτων.

Όταν, λοιπόν, κάποιος συλλογίζεται ότι η δοκιμασία έρχεται για έναν από αυτούς τους λόγους, δεν αγανακτεί επειδή πλήττεται, πολύ περισσότερο επειδή έχει συνείδηση των αμαρτιών του· δεν κατηγορεί εκείνον που γίνεται η αφορμή της δοκιμασίας, διότι είτε μέσω αυτού είτε μέσω κάποιου άλλου πρέπει να πιει το ποτήριο των θείων κριμάτων· αλλά στρέφει το βλέμμα του προς τον Θεό και Τον ευχαριστεί για την επιείκειά Του· κατηγορεί τον εαυτό του και δέχεται πρόθυμα τη διόρθωση, όπως έκανε ο Δαβίδ στην περίπτωση του Σεμεΐ ή ο Ιώβ στην περίπτωση της γυναίκας του.

Ο ανόητος, αντιθέτως, ζητεί πολύ συχνά από τον Θεό να τον ελεήσει· όταν όμως έρχεται το έλεος, δεν το δέχεται, επειδή δεν ήρθε όπως εκείνος θα το ήθελε, αλλά όπως ο ιατρός των ψυχών έκρινε ότι ήταν σωτήριο. Και τότε αποθαρρύνεται και ταράζεται· άλλοτε εξοργίζεται εναντίον των ανθρώπων και άλλοτε βλασφημεί τον Θεό» (59).

Αυτή είναι η θεραπεία του θυμικού μέρους. Για το επιθυμητικό μέρος, η πανάκεια ονομάζεται στα ελληνικά:

β) Ἐγκράτεια

Κανένας σύγχρονος όρος δεν αποδίδει επακριβώς το νόημα αυτής της λέξης. Οι Λατίνοι μεταφραστές χρησιμοποιούν σχεδόν πάντοτε το continentia· όμως η γαλλική λέξη continence περιορίζει το σημασιολογικό εύρος τόσο του λατινικού όσο και του ελληνικού όρου. Η «αυτοκυριαρχία» είναι γενικότερη· μετριάζει όμως τις ηθικές απαιτήσεις, διότι μπορεί κανείς να είναι κύριος του εαυτού του και συγχρόνως να επιδιώκει την ηδονή, ακόμη και την παράλογη.

Όλοι οι αρχαίοι ορισμοί συμφωνούν στο ότι καθιστούν την ἐγκράτεια υπακοή στον λόγο κατά τη χρήση των ηδονών. Είναι, λέει η ψευδοαριστοτελική πραγματεία Περὶ ἀρετῶν καὶ κακιῶν (0), «αρετή του επιθυμητικού μέρους, η οποία αναχαιτίζει διά του λογισμού την επιθυμία που ορμά προς τις ευτελείς ηδονές». Απομένει να συμφωνήσουμε ως προς το τι είναι ο ορθός λόγος και ποιες είναι οι απαιτήσεις του. Έχουμε εξετάσει αρκετά τη διδασκαλία του Μαξίμου για τον λόγο και τον νου, ώστε να μη χρειάζεται να επιμείνουμε: όλο το κακό μας προέρχεται από την αναζήτηση της ηδονής και την άρνηση της οδύνης· θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτά είναι οι δύο βραχίονες της φιλαυτίας.

Δεν θα εκπλαγούμε, λοιπόν, από την αυστηρή απάντηση που δόθηκε στον ίδιο αδελφό για τον οποίο έγινε προηγουμένως λόγος:
«Ο αδελφός είπε: Πάτερ, μίλησες καλά. Σε παρακαλώ όμως να μου πεις και τούτο: Πώς η εγκράτεια αποξηραίνει την επιθυμία;

Ο γέροντας απάντησε: Επειδή κάνει τον άνθρωπο να απέχει από καθετί που δεν ανταποκρίνεται σε κάποια ανάγκη, αλλά προσφέρει μόνο ηδονή. Δεν επιτρέπει τη χρήση παρά μόνο εκείνων που είναι αναγκαία για τη ζωή. Προστάζει να μετρώνται η τροφή και το ποτό σύμφωνα με την ανάγκη· να μην παρέχεται στο σώμα υπερβολική υγρασία· να διατηρείται μόνο η ζωή του σώματος και να φυλάσσεται αυτό ελεύθερο από τη σαρκική ορμή.

Ιδού, λοιπόν, πώς η εγκράτεια αποξηραίνει την επιθυμία· ενώ ο κορεσμός από την τροφή και το ποτό θερμαίνει την κοιλιά και ανάβει τον κνησμό των αισχρών επιθυμιών. Από εδώ προέρχονται τα ακόλαστα μάτια, τα ασυγκράτητα χέρια, η γλώσσα που μιλά για να κολακεύει την ακοή, τα αυτιά που δέχονται τον μάταιο λόγο, ο νους που καταφρονεί τον Θεό, η ψυχή που διαπράττει νοερώς την πορνεία και παρακινεί το σώμα στην εγκληματική πράξη» (1).
Οι ίδιες αυτές ιδέες και σχεδόν οι ίδιες φράσεις επανέρχονται και αλλού, χωρίς περισσότερες διαφοροποιήσεις (2). Θα έπρεπε ακόμη να επισημανθούν οι ιδιαίτερες πρακτικές που αποτελούν την εφαρμογή της εγκράτειας ή τα όπλα για την κατάκτησή της. Ας αρκεστούμε σε ένα μόνο κεφάλαιο από το Περὶ ἀγάπης:
«Θέλεις να γίνεις κύριος των λογισμών σου; Πρόσεχε τα πάθη σου. Θα τα εκδιώξεις εύκολα από τον νου σου με τα ακόλουθα μέσα: εναντίον της πορνείας, νήστευε, αγρύπνα, κοπίαζε σε σκληρές εργασίες, ζήσε απομονωμένος. Εναντίον της οργής και της λύπης, περιφρόνησε τη δόξα και την αδοξία, καθώς και τα υλικά πράγματα· εναντίον της μνησικακίας, προσευχήσου για εκείνον που σε λύπησε, και θα ελευθερωθείς» (4).

Διαβάσαμε σωστά: είναι εύκολο να «διαχωρίσουμε το πάθος από τον λογισμό», με τη βοήθεια των σκληρών κόπων της κλασικής άσκησης. Υπό τον όρο, βέβαια, ότι θα προστεθεί σε αυτούς και

γ) Η προσευχή


Εδώ εξετάζουμε αποκλειστικά την καθαρτική ενέργεια της προσευχής· η έκθεση ολόκληρης της διδασκαλίας του Μαξίμου σχετικά με αυτό το θέμα θα απαιτούσε έναν ολόκληρο τόμο. Η προσευχή μάς καθαρίζει με δύο τρόπους: μέσω της χάριτος που εξασφαλίζει από τον Θεό και μέσω της ψυχολογικής της επενέργειας. Για να εξασφαλιστεί όμως η διάρκεια αυτής της επενέργειας, πρέπει η ίδια η προσευχή να γίνει αδιάλειπτη. Ο Μάξιμος το εξηγεί και πάλι στον μαθητή:

«Ο αδελφός είπε: Πράγματι, Πάτερ, έτσι είναι. Θα ήθελα όμως ακόμη ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με την προσευχή: Πώς χωρίζει τον νου από όλες τις παραστάσεις;

Ο γέροντας απάντησε: Οι παραστάσεις είναι παραστάσεις αντικειμένων. Από τα αντικείμενα, άλλα είναι αισθητά και άλλα νοητά. Όταν, λοιπόν, ο νους παραμένει σε αυτά, φέρει μαζί του και τις παραστάσεις τους. Η χάρη όμως της προσευχής συνδέει τον νου με τον Θεό και, συνδέοντάς τον με τον Θεό, τον χωρίζει από όλες τις παραστάσεις. Τότε ο νους συνομιλεί μαζί Του, εντελώς απογυμνωμένος, και γίνεται θεοειδής. Αφού γίνει τέτοιος, ζητεί από τον Θεό όσα πρέπει, και η δέησή του δεν μένει ποτέ ανεκπλήρωτη. Γι’ αυτό ο Απόστολος προστάζει να προσευχόμαστε αδιαλείπτως, ώστε, ενώνοντας συνεχώς τον νου με τον Θεό, να διαρρηγνύουμε λίγο λίγο τους δεσμούς μας με τα υλικά πράγματα».

«Ο αδελφός είπε: Και πώς μπορεί ο νους να προσεύχεται αδιαλείπτως; Διότι κατά την ψαλμωδία, κατά την ανάγνωση, κατά τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους και κατά τις διακονίες μας, τον διασπούμε σε πολλούς λογισμούς και θεωρήσεις.

Ο γέροντας απάντησε: Η Αγία Γραφή δεν προστάζει τίποτε αδύνατο. Ο ίδιος ο Απόστολος έψαλλε, διάβαζε και διακονούσε, και όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Αδιάλειπτη προσευχή είναι να διατηρεί κανείς τον νου του, με μεγάλο σεβασμό και προσεκτική αγάπη, στραμμένο προς τον Θεό, πάντοτε εξαρτημένο από την ελπίδα σε Αυτόν, και να εμπιστεύεται σε Αυτόν τα πάντα, τόσο στα έργα όσο και στα συμβάντα. Ο Απόστολος έλεγε: “Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη ή στενοχώρια;” κ.λπ. Και λίγο παρακάτω: “Είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι” θα το κατορθώσουν. Και πάλι: “Θλιβόμαστε, αλλά δεν συντριβόμαστε· βρισκόμαστε σε στενοχώρια, αλλά δεν απελπιζόμαστε· διωκόμαστε, αλλά δεν εγκαταλειπόμαστε· καταβαλλόμαστε, αλλά δεν χανόμαστε· φέρουμε πάντοτε μέσα στο σώμα μας τη νέκρωση του Κυρίου Ιησού, ώστε και η ζωή του Ιησού να φανερωθεί στη θνητή σάρκα μας”» (4).

«Με τέτοιες διαθέσεις ο Απόστολος προσευχόταν αδιαλείπτως· διότι, όπως είπα, τόσο στα έργα όσο και στα συμβάντα ήταν εξαρτημένος από την ελπίδα στον Θεό. Όλοι οι άγιοι χαίρονταν πάντοτε μέσα στις θλίψεις, επειδή έβλεπαν σε αυτές ένα μέσο για να φθάσουν στη σταθερή κατοχή της αγίας αγάπης. Και για τον ίδιο λόγο ο Απόστολος έλεγε: “Με μεγάλη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, ώστε να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού” (65). Και λίγο παρακάτω: “Όταν είμαι ασθενής, τότε είμαι δυνατός” (**). Αλλοίμονο όμως σε εμάς τους ταλαίπωρους! Εγκαταλείψαμε την οδό των αγίων Πατέρων και τώρα έχουμε απομείνει στερημένοι από κάθε πνευματικό έργο» (*").

Θα βρίσκαμε στον Μάξιμο αρκετό υλικό για να επεκτείνουμε σημαντικά αυτές τις τρεις τελευταίες παραγράφους. Παρά όλη τη μεγαλοφυΐα του, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να επιδιώξει να αποδείξει την πρωτοτυπία του σε αυτά τα ζητήματα. Οι στοχασμοί και η εμπειρία του τού απέδειξαν την ορθότητα των παραδοσιακών αντιλήψεων: χωρίς καθαρότητα δεν υπάρχει θεωρία, εκτός αν είναι ψευδής· δεν υπάρχει καθαρότητα χωρίς αποδέσμευση· δεν υπάρχει αποδέσμευση χωρίς νέκρωση των τριών ή των επτά ή οκτώ κεφαλαίων αμαρτημάτων και όλων των συνεπειών τους.

Όταν συγκρίνει την πραγματική κατάσταση της ανθρωπότητας, ακόμη και της μοναχικής, με αυτή τη θεωρία, συμβαίνει να αναφωνεί: «Πού μπορεί να βρεθεί στη σημερινή γενεά ψυχή εντελώς ελεύθερη από κάθε εμπαθή λογισμό και άξια της καθαρής και άυλης προσευχής;» (68). Δεν φροντίζει όμως να αποφύγει αυτόν τον πεσιμισμό —ο οποίος, άλλωστε, είναι και αυτός παραδοσιακός— μετριάζοντας την αυστηρότητα της διδασκαλίας.

Δεν θα αρνιόταν να αναγνωρίσει ένα θεμιτό νόημα σε εκφράσεις όπως «ριζωμένη πνευματικότητα» ή «ενσαρκωμένη πνευματικότητα», θα έλεγε όμως ότι το πνεύμα δεν μπορεί να ενσαρκωθεί παρά μόνο μέσα σε μια απολύτως καθαρή σάρκα:

«Κάθε κοιλάδα, δηλαδή κάθε σάρκα και κάθε ψυχή εκείνων που προετοίμασαν την οδό του Κυρίου και έκαναν ευθείες τις τρίβους Του, θα γεμίσει με την απόρριψη των παθών, τα οποία την καθιστούν άνιση, ανοίγοντας μέσα της, τρόπον τινά, χαράδρες· και με την προσθήκη των αρετών η ψυχή αυτή θα ανακτήσει τη φυσική της όψη, καθώς θα εξομαλυνθεί από το Πνεύμα» (69).

Χρειάζεται άραγε να προστεθεί και αυτό; Κανείς περισσότερο από τον άγιο Μάξιμο δεν καταφάσκει την αναγκαιότητα της χάριτος, μολονότι θεωρεί τις αρετές, ακόμη και τις υψηλότερες, φυσικές. Η φύση είναι ανίκανη να μετακινήσει το βουνό που αποτελεί το ένστικτο της σάρκας, το οποίο είναι «εντελώς ακίνητο και ασάλευτο για τη δύναμη της φύσεως», τόσο βαθιά έχει ριζώσει στην ανθρώπινη φύση, μέσω της αισθήσεως, η δύναμη του αλόγου (70). Ναι, η τελείωση συνίσταται στην επιστροφή, στην τέλεια αποκατάσταση της φύσεως στον ίδιο της τον εαυτό, μέσω της αρετής και της γνώσεως (71)· αυτό όμως δεν εμποδίζει τον λόγο της φύσεως να είναι διαφορετικός από τον λόγο της χάριτος (72). Αρκεί να υπενθυμίσουμε αυτή την άλλη όψη της διδασκαλίας, ώστε να μη φανεί ότι παρουσιάζουμε τον Μάξιμο ως ασκητικιστή ή ανθρωποκεντρικό· είναι απλώς ορθόδοξος, καθώς κηρύττει την αναγκαιότητα της ανθρώπινης προσπάθειας μαζί με την αναγκαιότητα της χάριτος.

δ) Άσκηση και ακεραιότητα της φύσεως

Ο Μάξιμος ο Χρυσοπολίτης έζησε πολλά χρόνια μέσα στον κόσμο και στην αυλή του Βυζαντίου. Εκεί πρέπει να άκουσε απόψεις ελάχιστα σύμφωνες με τη μοναχική άσκηση. Από την άλλη πλευρά, μεταξύ των μοναχών πρέπει να συνάντησε υπερβολές· τουλάχιστον τα αναγνώσματά του τον προειδοποιούσαν εναντίον της «υπερασκήσεως», όπως λέει ο άγιος Νείλος (73). Γνώριζε την ένσταση, ακόμη κι αν αγνοούσε το σύγχρονο λεξιλόγιο αυτής της πολεμικής: ακρωτηριασμός της φύσεως, έλλειψη αναπτύξεως, καταπίεση, εμπόδιο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, ίσως έγκλημα εναντίον του εαυτού και εναντίον της αγάπης προς τον πλησίον κ.λπ.

Η απάντησή του συνοψίζεται σε δύο λέξεις: παρά φύσιν είναι τα πάθη μαζί με τη μητέρα τους, τη φιλαυτία· κατά φύσιν είναι οι αρετές μαζί με τη βασίλισσά τους, την αγάπη. Τα πάθη είναι εκείνα που ακρωτηριάζουν ή θανατώνουν τη φύση· οι αρετές είναι εκείνες που τη σώζουν, δηλαδή της αποκαθιστούν την πλήρη υγεία. Αυτή είναι η έμμεση ανασκευή, μέσω της αποδείξεως της αλήθειας. Θα επιθυμούσε όμως κανείς να συναντήσει και την άμεση επιχειρηματολογία εναντίον όσων δυσφημούν την ασκητική ζωή, καθώς και εναντίον των οπαδών μιας άκριτης ασκήσεως.

Μεταξύ των τελευταίων υπάρχουν ορισμένοι που δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τον πλησίον. Η απάντησή τους δίνεται με μία φράση: «Κάθε άσκηση στερημένη από αγάπη αποδεικνύεται ξένη προς τον Θεό» (74). Ως ανάπτυξη αυτής της λιτής διακηρύξεως ακολουθεί μια μακρά καταγγελία της υποκρισίας, στην οποία ο άγιος Μάξιμος εφαρμόζει στους συγχρόνους του και στον ίδιο του τον εαυτό —λέει πάντοτε «εμείς»— όλα τα γνωρίσματα του φαρισαϊσμού που βρίσκει στο Ευαγγέλιο. Πρόκειται για φανερή απόδειξη ότι αντιλαμβάνεται καθαρά τον κίνδυνο.

Άλλωστε, το έχει εξηγήσει στην απάντησή του προς την 56η ερώτηση του Θαλασσίου: «Ο Ζοροβάβελ είναι ο πρακτικός νους· ο Ιησούς είναι ο θεωρητικός· οι αρχηγοί των οικογενειών είναι οι δυνάμεις της ψυχής, από τις οποίες προέρχονται οι μορφές της αρετής και οι λόγοι της γνώσεως. Σε αυτές ακριβώς επιτίθενται οι ακάθαρτοι δαίμονες της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας. Κανένας από αυτούς τους δαίμονες δεν ανακόπτει ποτέ την ορμή του ζηλωτή. Αντιθέτως, χρησιμοποιούν την πανουργία τους για να εξαλείψουν τις ελλείψεις των αρετών, να ενισχύσουν τον ζήλο των γενναίων ψυχών και να τους υποβάλουν την ιδέα να εντείνουν τις προσπάθειές τους, ώστε να προσελκύσουν προς το μέρος τους ολόκληρη την πρόθεση του ασκητή, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την ισορροπία της δίκαιης μεσότητας, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε διαφορετικό τόπο από εκείνον στον οποίο πίστευε ότι κατευθυνόταν» (75).

Προς αυτούς τους δαίμονες πρέπει να φωνάξουμε, όπως ο Ζοροβάβελ και ο Ιησούς: «Δεν αρμόζει να οικοδομήσουμε μαζί, εσείς και εμείς, τον οίκο του Θεού μας. Εμείς μόνοι θα οικοδομήσουμε για τον Κύριο του Ισραήλ» (76). Μόνοι, διότι τώρα που διαφύγαμε από τους δαίμονες οι οποίοι χρησιμοποιούν ως βάση των επιθέσεών τους την έλλειψη της αρετής, δεν θέλουμε, υψωνόμενοι μέσω υπερβολών, να επιτρέψουμε να μας διατρυπήσετε εκ νέου ούτε να υποστούμε πτώση βαρύτερη από την προηγούμενη· διότι εκεί υπήρχε η ελπίδα εύκολης ανορθώσεως, αφού η αδυναμία μας άξιζε συγχωρήσεως, ενώ εδώ δεν υπάρχει ελπίδα ή υπάρχει με μεγάλη δυσκολία, επειδή θα γινόμασταν μισητοί για την υπερηφάνειά μας και επειδή θελήσαμε να πράξουμε κάτι τελειότερο από την τελειότητα.

Δεν θα είμαστε, άλλωστε, μόνοι, διότι έχουμε τους αγίους αγγέλους ως συνεργούς του αγαθού· και ακόμη περισσότερο τον Θεό, ο οποίος φανερώνει τον ίδιο Του τον εαυτό μέσα μας μέσω των έργων της δικαιοσύνης και μας καθιστά ιερό ναό Του, ελεύθερο από κάθε πάθος» (77).

Και όσοι δυσφημούν την άσκηση λαμβάνουν επίσης μια άμεση απάντηση, με αφορμή την περιτομή. Όχι, «δεν αποτελεί τελειότητα ο ακρωτηριασμός της ακεραιότητας της φύσεως, η οποία είναι έργο του Θεού. Δεν αποτελεί τελειότητα μια φύση τεχνητά ακρωτηριασμένη, από την οποία, με επιτήδευση, αφαιρέθηκε εκείνο που της ανήκει από τον Θεό δυνάμει της δημιουργίας. Το να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με την υπόθεση ότι η ανθρώπινη τέχνη είναι ισχυρότερη από τον Θεό ως προς τη στερέωση της δικαιοσύνης και ότι ένα ελάττωμα, το οποίο εισάγεται μέσω σοφισμάτων, είναι ικανό να αναπληρώσει ένα έλλειμμα δικαιοσύνης εγγενές στη δημιουργία» (78).

Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).

Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81).

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ


Σημειώσεις:


(56) II, 9                                           (57) II, 10
(58) Σοφία Σειράχ 1, 24 κ.ε.
(59) Ἀσκητικόν, αρ. 20–22, PG 90, 928 A κ.ε.
(60) Κεφ. II, σ. 1249                        (61) Ἀσκητικόν, αρ. 23
(62) Παραδείγματος χάριν, Περὶ ἀγάπης III, 8 κ.ε.
(63) III, 13                                       (64) Β΄ Κορ. 4, 8–10
(65) Β΄ Κορ. 12, 9                           (66) Στο ίδιο, 10
(67) Ἀσκητικόν, αρ. 24–26              (68) Περὶ ἀγάπης IV, 51
(69) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 47, PG 90, 425 B
(70) Στο ίδιο, ερώτ. 33, PG 91, 373 D
(71) Στο ίδιο, ερώτ. 35, στ. 380 A
(72) Στο ίδιο, ερώτ. 37, στ. 385 A
(73) Ή Εὐάγριος, Πρὸς Εὐλόγιον πραγματεία 33, PG 79, 1137 A
(74) Ἀσκητικόν, αρ. 36, PG 90, 941 D
(75) PG 90, 581 BC                          (76) Α΄ Ἔσδρας 4, 3
(77) Στο ίδιο, στ. 585 A· πρβλ. ερώτ. 64, στ. 708 D κ.ε.
(78) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 65, PG 90, 756 B
(79) Στο ίδιο, 756 BC                       (80) Ἀσκητικόν, αρ. 40–45
(81) Ἐξήγησις εἰς τὸν Ψαλμὸν 59, PG 90, 868 B

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 13 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 13
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού

ROBERTO PECCHIOLI

Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ

«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».

Ανώνυμος Ισπανός

§1 Στοιχεία και στατιστικές

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δραματικότερη εξάρτηση, εκείνη που έχει τον μεγαλύτερο κοινωνικό, οικονομικό και συναισθηματικό αντίκτυπο, αφορά τα ναρκωτικά και τις τοξικές ψυχοδραστικές ουσίες που περιγράφηκαν στην §1 του κεφαλαίου Ι. Τα στοιχεία σχετικά με τη χρήση, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τον αντίκτυπο στο νοσοκομειακό και σωφρονιστικό σύστημα, στη δημόσια τάξη, καθώς και την επίδραση της εγκληματικής οικονομίας που συνδέεται με τα ναρκωτικά, είναι συντριπτικά, μολονότι σε μεγάλο βαθμό υποτιμημένα. Περιορίζουμε την ανάλυση στην Ιταλία. Είναι δύσκολο να έχουμε αξιόπιστους αριθμούς, δεδομένου ότι πρόκειται για παράνομη αγορά. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο, για το 2022, για περίπου είκοσι δισεκατομμύρια ευρώ που συνδέονται άμεσα με την αγορά ναρκωτικών. 176 Το κόστος των εξαρτήσεων για το ιταλικό δημόσιο σύστημα ανέρχεται περίπου στα 23 δισεκατομμύρια ετησίως, δηλαδή σε περισσότερο από το 1% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης, δικαιοσύνης και διαχείρισης της δημόσιας τάξης. Περισσότερα από διακόσιες πενήντα χιλιάδες άτομα —όσα περίπου και οι κάτοικοι της Βερόνας— βρίσκονται υπό τη φροντίδα των υπηρεσιών αντιμετώπισης των εξαρτήσεων. 177

Τα παγκόσμια δεδομένα προκαλούν εντύπωση: η παγκόσμια αγορά ναρκωτικών εκτιμάται ότι διακινεί ποσό μεταξύ χιλίων εκατό και χιλίων τετρακοσίων πενήντα δισεκατομμυρίων δολαρίων. 178 Στην Ιταλία, το 2024, οι θάνατοι που οφείλονταν στη χρήση ναρκωτικών ανήλθαν σε 231, σημειώνοντας αύξηση (+1,76%) σε σχέση με το 2023. Το θλιβερό πρωτείο κατέχουν τα θύματα της κοκαΐνης, τα οποία ξεπέρασαν σε αριθμό τους νεκρούς από ηρωίνη. Δεν υπάρχουν ακριβείς στατιστικές σχετικά με τα θύματα και τις βλάβες —σωματικές και κοινωνικές— που συνδέονται με το σύστημα των ναρκωτικών: ανθρωποκτονίες, θάνατοι ως συνέπεια εγκληματικών πράξεων, ατυχήματα διαφόρων ειδών που προκαλούνται από άτομα υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών· αναμφίβολα, όμως, ο αριθμός τους υπερβαίνει εκείνον όσων πεθαίνουν από υπερβολική δόση ή επειδή ο οργανισμός τους έχει υπονομευθεί από τις ουσίες. Τα θύματα είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα άνδρες (83%)· αυξάνεται η μέση ηλικία των αποθανόντων, αλλά αυξάνεται έντονα και ο αριθμός των νέων που είναι εξαρτημένοι από ναρκωτικά, ψυχοδραστικές ουσίες και ψυχοφάρμακα τα οποία αποκτούν χωρίς ιατρική συνταγή. Η σταθερή τάση είναι η αύξηση των χρηστών. 179

Οι στατιστικές είναι αποσπασματικές, όχι πάντοτε αξιόπιστες, ελάχιστα επικαιροποιημένες και τείνουν να υποτιμούν το φαινόμενο. Μια εκτίμηση του 2023 κάνει λόγο για περισσότερους από 14 εκατομμύρια και 300 χιλιάδες κατοίκους της Ιταλίας, ηλικίας μεταξύ 18 και 84 ετών, οι οποίοι έχουν κάνει χρήση τουλάχιστον μίας παράνομης ψυχοδραστικής ουσίας κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Η περισσότερο χρησιμοποιούμενη είναι η κάνναβη. Ακολουθούν τα οπιούχα και τα οπιοειδή, η κοκαΐνη, οι διεγερτικές και παραισθησιογόνες ουσίες και οι λεγόμενες Νέες Ψυχοδραστικές Ουσίες (NPS), μεταξύ των οποίων το θανατηφόρο κρακ και η φαιντανύλη. Η εξάπλωση της χρήσης κανναβινοειδών δεν έχει ανακοπεί από το 2011 και αφορά τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια χρήστες. Όποιος έχει εξάρτηση από τα ναρκωτικά τείνει να χρησιμοποιεί περισσότερες από μία ουσίες. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εξακόσιες χιλιάδες άτομα που κάνουν χρήση κάνναβης το πράττουν σε καταστάσεις κινδύνου, για παράδειγμα κατά την εργασία ή οδηγώντας ένα όχημα αμέσως μετά τη χρήση. Η κάνναβη είναι πολύ διαδεδομένη μεταξύ των πολύ νέων: το 2022 περίπου ένα εκατομμύριο μαθητές ηλικίας μεταξύ 15 και 19 ετών δήλωναν ότι την είχαν χρησιμοποιήσει. Αναμφίβολα είναι πολύ περισσότεροι, και η πραγματική ανησυχία αφορά την επιπολαιότητα με την οποία καταναλώνονται οι ουσίες, τα χημικά χάπια και τα «τσιγαριλίκια», με πρώτη τη μαριχουάνα. Μεταξύ των νεότερων αυξάνεται η διάδοση των NPS, των εισπνεόμενων ουσιών και διαλυτών, των διεγερτικών, των παραισθησιογόνων, της κοκαΐνης, των αναβολικών και των οπιούχων. Επτά στους δέκα νέους Ιταλούς γνωρίζουν πώς να προμηθευτούν ναρκωτικά: στον δρόμο, από κάποιον έμπορο ναρκωτικών, κοντά στα σχολεία, σε δημόσια καταστήματα, στις ντισκοτέκ ή στο σπίτι φίλων.

Η χρήση κοκαΐνης αυξάνεται αδιάκοπα σε κάθε ηλικιακή ομάδα, ενισχυόμενη και από την εσφαλμένη αντίληψη ότι προκαλεί μικρό βαθμό εξάρτησης, καθώς και από τη διαδεδομένη τάση να τη χρησιμοποιεί κανείς για να «ανεβάσει» τον εαυτό του στον καθημερινό ανταγωνισμό, στο σεξ, σε δημιουργικές εργασίες, αλλά και σε εργασίες που συνεπάγονται άγχος και σωματική κόπωση. 180 Ένα αναδυόμενο φαινόμενο είναι η πολυχρήση, δηλαδή η ταυτόχρονη χρήση περισσότερων ουσιών, η οποία περιπλέκει σημαντικά τις θεραπευτικές παρεμβάσεις και αυξάνει τους κινδύνους για την υγεία. Η χρήση ναρκωτικών αφορά όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού, υπερβαίνοντας τα παραδοσιακά στερεότυπα που τη συνέδεαν με συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού ή με καλλιτεχνικούς κύκλους: το προφίλ του χρήστη έχει μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αύξηση των NPS, καθώς περισσότερα από πενήντα νέα μόρια εντοπίστηκαν μόνο κατά το 2025. Τα συνθετικά ναρκωτικά αποτελούν μια σύνθετη πρόκληση. Πρόκειται για ουσίες που παράγονται συχνά σε παράνομα εργαστήρια και χαρακτηρίζονται από ταχεία χημική εξέλιξη, η οποία καθιστά δύσκολη την παρακολούθηση και τη ρύθμισή τους. Αστραπιαία υπήρξε η διάδοσή τους μεταξύ των εφήβων και των νεαρών ενηλίκων, η οποία διευκολύνθηκε από τη δυνατότητα αγοράς μέσω διαδικτύου και από την εσφαλμένη αντίληψη ότι είναι λιγότερο επικίνδυνες από τα παραδοσιακά ναρκωτικά.

Μέχρι εδώ οι επίσημες στατιστικές. Η πραγματικότητα είναι πολύ βαρύτερη, όπως επιβεβαιώνουν οι αναλύσεις των ουσιών που εντοπίζονται στα λύματα των αποχετεύσεων, οι μαρτυρίες εκπαιδευτικών, γονέων και υγειονομικών λειτουργών, καθώς και το προφανές γεγονός ότι σε κάθε πόλη, μεγάλη ή μικρή, υπάρχουν τόποι διακίνησης και κατανάλωσης, τους οποίους συχνάζει πλήθος πωλητών και αγοραστών. Πέρα από τους αριθμούς —που ανταποκρίνονται ελάχιστα στην πραγματικότητα— το σύστημα των ναρκωτικών αφορά σημαντικά ποσοστά του πληθυσμού, και οι συνέπειές του υποτιμώνται σε μεγάλο βαθμό από εκείνους που εισέρχονται στη δίνη της χρήσης και κατόπιν της εξάρτησης. Απουσιάζει μια κουλτούρα αντίστασης στη χρήση ναρκωτικών και, δυστυχώς, μειώνονται η κοινωνική αποδοκιμασία και ο κοινωνικός συναγερμός. Ο γράφων θυμάται την τεράστια εντύπωση που προκάλεσε —στα μέσα της δεκαετίας του 1970— η σύλληψη μιας συμμαθήτριάς του στο λύκειο για χρήση και πώληση ναρκωτικών: ενός απολύτως συνηθισμένου κοριτσιού, υπεράνω πάσης υποψίας, από εξαιρετική οικογένεια. Υπήρξε σοκ για τους μαθητές και τις οικογένειες, οι οποίοι ήταν πεπεισμένοι ότι το φαινόμενο, τότε ακόμη περιθωριακό, αφορούσε μόνο οριακές προσωπικότητες και περιορισμένες ομάδες του νεανικού πληθυσμού. Σήμερα έχουμε φτάσει στη μαζική τοξική κοινωνία. Εν μέρει εξαιτίας της κυρίαρχης χαλαρότητας, εν μέρει εξαιτίας του ατομικισμού, ο οποίος γεννά αδιαφορία και ηθική ουδετερότητα σε όποιον δεν εμπλέκεται άμεσα, αλλά κυρίως επειδή ένα φαινόμενο με έσοδα του μεγέθους εκείνων που αναφέρθηκαν προηγουμένως —και μάλιστα υποεκτιμημένων— δημιουργεί τεράστια, ανομολόγητα συμφέροντα.

§2 Ο διακινητής είναι η ολιγαρχία


Αφού αναφερθήκαμε στους αριθμούς —εντυπωσιακούς, παρά την ελλιπή τους καταγραφή— οι οποίοι παρουσιάζουν τις τοξικοεξαρτήσεις ως μαζικό φαινόμενο και ως στοιχείο κοινωνικής αταξίας, εγκληματικότητας και ελέγχου της επικράτειας, είναι εύκολο να διαπιστώσουμε ότι η εξάρτηση από τα ναρκωτικά δεν αποτελεί ένα τυχαίο συμβάν ούτε μια απλή —έστω και γιγαντιαία— επιχείρηση του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά ένα πραγματικό εργαλείο ελέγχου και μετατροπής ολόκληρων τμημάτων του πληθυσμού σε ζόμπι. Ο αληθινός διακινητής 181 είναι η ολιγαρχία, η διεθνής ελίτ της εξουσίας. Έχουμε ήδη μιλήσει για τον προμετωπιαίο φλοιό του ανθρώπινου εγκεφάλου, του οποίου η λειτουργία είναι να αξιολογεί, να αφομοιώνει, να αναλύει και να μαθαίνει νέες δεξιότητες. Όποιος κατορθώνει να τον αποδυναμώσει παραδίδει την «οδήγηση» του εγκεφάλου στα μεταιχμιακά κυκλώματα, τα οποία είναι πιο πρωτόγονα και συναισθηματικά και, επομένως, περισσότερο ευάλωτα στην υποβολή και απροστάτευτα. Οι ουσίες και οι καταστάσεις που βλάπτουν τον προμετωπιαίο φλοιό είναι τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τα υπερβολικά συναισθήματα, το άγχος και μια ζωή εκτεθειμένη στη στέρηση ύπνου και στις υπερβολές. Η ολιγαρχία το γνωρίζει και έχει συμφέρον να επιτρέπει την ελευθερία διεξαγωγής άτακτων μορφών ζωής, ικανών να εξουδετερώσουν την ελευθερία μας, λαμβανομένης υπόψη της πλαστικότητας της ψυχής. Ένας εγκέφαλος με ισχυρότερες και περισσότερο εξασκημένες προμετωπιαίες περιοχές αντιστέκεται καλύτερα στη χειραγώγηση. Γι’ αυτό και δέχεται τόσο επίμονη επίθεση.

Τα κράτη είναι οι πρώτοι ωφελούμενοι —διακινητές όχι και τόσο κρυφοί— λόγω των τεράστιων φορολογικών κερδών που αποκομίζουν από εξαρτήσεις όπως ο τζόγος, το αλκοόλ και το κάπνισμα. Η σχετική φορολόγηση, δηλαδή οι φόροι που ονομάζονται ειδικοί φόροι κατανάλωσης, έφτασε στην Ιταλία το 2024 τα 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για τον καπνό, τα 7,5 δισεκατομμύρια για τα τυχερά παιχνίδια και τα στοιχήματα —ενώ τα συνολικά έσοδα φτάνουν τα 11,6 δισεκατομμύρια, αν συμπεριληφθούν τα παιχνίδια που διαχειρίζεται άμεσα το κράτος— και υπερβαίνει το ενάμισι δισεκατομμύριο για τα αλκοολούχα ποτά. 182 Στα ποσά αυτά πρέπει να προστεθεί ο ΦΠΑ ύψους 22%, ο συνολικός φόρος που περιλαμβάνει, εκτός από την αξία του εμπορεύματος, και τους άλλους φόρους. Το κράτος είναι οργανωτής, υποστηρικτής ή ωφελούμενος πολλών εξαρτήσεων. Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι επιδεικνύει μεγάλη ελαστικότητα απέναντι στην εξάρτηση, συμπεριλαμβανομένης εκείνης από τα ναρκωτικά και τις συναφείς ουσίες. Η απαγόρευση αποτυγχάνει όταν η ζήτηση είναι ισχυρή και τροφοδοτείται από την προσφορά. Οι ιταλικοί νόμοι είναι στην πράξη ευνοϊκοί προς τη χρήση και το εμπόριο ναρκωτικών, διότι δεν τιμωρούν την κατανάλωση και την κατοχή ακόμη και σημαντικών ποσοτήτων, με άλλοθι την αρχή της προσωπικής χρήσης που προβλέπεται στο άρθρο 75 του Ενιαίου Κειμένου περί Ναρκωτικών Ουσιών (Π.Δ. 309/90). Νόμιμο, άρα και ακίνδυνο, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη. Οι μικροδιακινητές καταγγέλλονται μόνο όταν συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω και αφήνονται σύντομα ελεύθεροι, εξαιτίας ενός συνδυασμού χαλαρότητας των νόμων, ευτελισμού του προβλήματος των ναρκωτικών και του ατομικιστικού και ελευθεριακού προσανατολισμού της κοινωνίας μας. Συνέπεια είναι η κανονικοποίηση της κατανάλωσης. Στην πράξη, η προστασία και η ενθάρρυνση των εξαρτήσεων.

Είναι πράγματι παράξενο να θεωρείται νόμιμη η αγορά και όχι η πώληση. Ή μήπως πρόκειται για το τέχνασμα της εξουσίας-διακινητή; Έχουμε ήδη αναφερθεί σε συγκεκριμένες ευθύνες των μυστικών υπηρεσιών των Ηνωμένων Πολιτειών —της CIA και όχι μόνο— για την ανάπτυξη και τη διάδοση των ναρκωτικών. Πρόδρομος υπήρξε ο Άγγλος συγγραφέας Aldous Huxley (1894–1963), 183 συγγραφέας του δυστοπικού μυθιστορήματος Θαυμαστός καινούργιος κόσμος και εκπρόσωπος της βρετανικής αυτοκρατορικής ελίτ, ο οποίος δημοσίευσε το 1953 τις Πύλες της αντίληψης, όπου ανέλυε τις επιδράσεις των ναρκωτικών —ιδίως της μεσκαλίνης— στην αντιληπτική ικανότητα και στη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Το βιβλίο προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και έγινε δημοφιλές στους καλλιτεχνικούς κύκλους και στις αναδυόμενες αγγλοσαξονικές κοινότητες των χίπις. Το ροκ συγκρότημα The Doors —οι «Πύλες»—, του οποίου τα μέλη, αρχής γενομένης από τον περίφημο Jim Morrison, ήταν συστηματικοί χρήστες ναρκωτικών, εμπνεύστηκε το όνομά του από τις εμπειρίες του Huxley και του αφιέρωσε ένα τραγούδι. Ο Huxley υπήρξε πρωτοπόρος μιας νέας κοσμοαντίληψης, την οποία προώθησαν οι δυτικές καπιταλιστικές ολιγαρχίες και η οποία θα οδηγούσε στην έκρηξη της χρήσης ναρκωτικών, υπεύθυνης για τον θάνατο και την πνευματική —και ηθική— εκφυλιστική πορεία εκατομμυρίων ανθρώπων, πρόθυμων να κάνουν οτιδήποτε για να συγκεντρώσουν τα χρήματα της δόσης. Ο Βρετανός ολιγάρχης ισχυριζόταν ότι επιδίωκε να βελτιώσει τον άνθρωπο, να τον τελειοποιήσει με χημικά μέσα και «πνευματικά» ναρκωτικά, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν παραισθησιογόνα. Η δημιουργία ψυχεδελικών οραμάτων που προκαλούνται από χημικές ουσίες γεννά εξάρτηση και μετατρέπει τους ανθρώπους σε δούλους της κυρίαρχης τάξης μέσω της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ανεκτικής κουλτούρας που προωθείται ήδη από τη δεκαετία του 1960.

Τα ναρκωτικά εμποδίζουν την κατανόηση της πραγματικότητας και καταργούν τη συνείδηση —την ορθολογική και την οραματική—, χωρίς την οποία ο άνθρωπος κατακρημνίζεται στην απελπισία. Ο Huxley —δηλαδή το ολιγαρχικό σύστημα του οποίου αποτελούσε σημαίνον μέλος— ενδιαφερόταν να δημιουργήσει έναν κόσμο τοξικοεξαρτημένων, αιχμαλώτων απατηλών κόσμων, οι οποίοι θα διέφευγαν από την πραγματικότητα. Τα ναρκωτικά δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη των αντιληπτικών ικανοτήτων. Παράγουν νοητικές καταστάσεις που παραλύουν τις αισθήσεις και τις ικανότητες του ανθρώπου, μέχρι του σημείου να τον εξαλείψουν ως κοινωνικό ον. Στην πιο δραματική τους μορφή, διεγείρουν τις διαδικασίες που οδηγούν στην (αυτο)καταστροφή.

Η πρωτοβουλία του Huxley δεν ήταν θεωρητική ή πειραματική. Ήταν η απόπειρα να οργανωθεί η κυριαρχία επί της κοινωνίας με χημικά μέσα, των οποίων ο μηχανισμός της ψυχαγωγίας και του θεάματος θα διέδιδε κατόπιν τη γνώση και τη χρήση. Τα ναρκωτικά γίνονταν το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος απελευθέρωνε τις αισθήσεις, τις νοητικές διεργασίες και τους ανασταλτικούς φραγμούς στη σεξουαλική σφαίρα από τους περιορισμούς του λόγου και της κοινής ηθικής. Το αποτέλεσμα είναι μια ψυχολογική κατάσταση στην οποία χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα και η ικανότητα του συλλογίζεσθαι. Οι νοητικές διεργασίες, απελευθερωμένες από τους περιορισμούς του λόγου, ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος πέφτει στους σκοτεινούς λαβυρίνθους του ασυνειδήτου, όπου εξαφανίζεται ως κυρίαρχο ον.

§3 Τα ναρκωτικά και οι δαίμονες του μηδενισμού

Το υπαρξιακό κενό απαιτεί την αντιστάθμιση που προσφέρουν οι εξαρτήσεις: είναι η ώριμη κατάληξη του σύγχρονου μηδενισμού, της πεποίθησης ότι τίποτε δεν έχει νόημα, ότι το καλό και το κακό είναι ισοδύναμα και ότι η ζωή είναι ένας παράλογος αγώνας δρόμου. Τα προμηνύματα έγιναν αντιληπτά από τους μεγάλους καλλιτέχνες ήδη από τον 19ο αιώνα. Καθρέφτης τους είναι το μυθιστόρημα Οι δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, 184 του οποίου οι πρωταγωνιστές είναι νεαροί Ρώσοι, εχθροί των πάντων και ανίκανοι να πιστέψουν σε οτιδήποτε.

Το σχέδιό τους;

«Εμείς θα νεκρώσουμε την επιθυμία: θα διαδώσουμε τη μέθη, τα κουτσομπολιά και τις καταγγελίες· θα σκορπίσουμε μια πρωτοφανή διαφθορά· θα καταπνίξουμε κάθε ιδιοφυΐα ήδη από τα σπάργανα. Όλα θα αναχθούν στον ίδιο παρονομαστή, στην τέλεια ισότητα». 185

Έτσι εκφράζεται ο χαρακτήρας του Βερχοβένσκι, «άνθρωπος εξυπνότατος και…


Σημειώσεις:

176 Συντακτική ομάδα, «Έκρηξη της παράνομης οικονομίας: η αξία της ανέρχεται στα 200 δισεκατομμύρια. Η κινητήρια δύναμη; Ναρκωτικά και σεξ», Il Giornale, 19 Οκτωβρίου 2024.
177 Cristina Colli, «Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά μάς κοστίζει 22 δισεκατομμύρια ετησίως», Panorama, 12 Οκτωβρίου 2023.
178 Valerio Rosso, «Το πραγματικό οικονομικό βάρος των ναρκωτικών στην κοινωνία μας», valeriorosso.com, 24 Νοεμβρίου 2025.
179 «Εξάρτηση και χρήση ναρκωτικών: τα επικαιροποιημένα στοιχεία», Fatebenefratelli, 13 Φεβρουαρίου 2024.
180 Πηγή των παρατιθέμενων στοιχείων είναι: Athesis Studio, «Στατιστικές για τη χρήση ναρκωτικών στην Ιταλία: μια ολοκληρωμένη εικόνα για το 2025», Gazzetta di Mantova, 2025.
181 Ο όρος pusher —αγγλ. «αυτός που ωθεί»— χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του μικροδιακινητή ναρκωτικών.
182 Πηγή των στοιχείων είναι ο ιστότοπος της Υπηρεσίας Τελωνείων και Μονοπωλίων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών: www.adm.gov.it.
183 Aldous Huxley (1894–1963), Άγγλος συγγραφέας και στοχαστής. Εκτός από τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο (1932) και τη συνέχειά του, Επιστροφή στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο (1958), άφησε πίσω του μια αξιόλογη παραγωγή δοκιμίων.
184 Φ. Ντοστογιέφσκι (1821–1881), Ρώσος συγγραφέας, ένας από τους γίγαντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εκτός από τους Δαιμονισμένους, μεταξύ των έργων του συγκαταλέγονται: Έγκλημα και τιμωρία· Αδελφοί Καραμάζοφ· Ο παίκτης· Αναμνήσεις από το υπόγειο.
185 Φ. Ντοστογιέφσκι, Οι Δαιμονισμένοι