Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Από το βιβλίο: Ο Άγιος Σιλουανός (σελ. 42-52, και 572)

Να θυμάσαι και να φοβάσαι δύο λογισμούς! Ο ένας λέει:⁣⁣⁣󠀠­­­ «Είσαι Άγιος» και ο άλλος: «Δεν θα σωθείς»! Και οι δύο αυτοί οι λογισμοί προέρχονται από τον εχθρό και δεν έχουν αλήθεια μέσα τους. Εσύ όμως να σκέφτεσαι: «Εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά ο ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρέσει και σε μένα τις αμαρτίες μου». Πίστευε έτσι και θα γίνει σύμφωνα με την πίστη σου. Όχι λοιπόν για τις ασκήσεις μας, αλλά δωρεάν κατά τη Χάρη Του, ελεεί ο Κύριος. Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης "Περί του Πνευματικού Αγώνα"


Από το βιβλίο: Ο Άγιος Σιλουανός (σελ. 42-52, και 572)

Ὁ Συμεών, πλήρης ἀπορίας, μετέβη εἰς τὸ Παλαιὸν Ρωσικόν, ἵνα ζητήσῃ συμβουλὴν παρά τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου. Ο τελευταῖος, ἀκούσας ὅσα πάσχει ὁ νεαρός μοναχός, λέγει εἰς αὐτόν:
Προσεύχεσαι, ὡς φαίνεται, πολύ.
Προσεύχομαι ἀδιαλείπτως, ἀπήντησεν ὁ Συμεών.
- Νομίζω ὅτι προσεύχεσαι ἐσφαλμένως πως καὶ διὰ τοῦτο συχνάκις βλέπεις δαίμονας.

Δὲν ἐννοῶ τι σημαίνει «προσεύχομαι ἐσφαλμένως ἢ ὀρθῶς», ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ προσεύχωμαι πάν-τοτε καὶ διὰ τοῦτο προσεύχομαι ἀδιακόπως.

– Κατὰ τὴν προσευχὴν φύλαττε τὸν νοῦν καθαρὸν ἀπὸ πάσης φαντασίας καὶ παντὸς λογισμοῦ καὶ περίκλειε αὐτὸν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς, εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Γέρων ᾿Ανατόλιος, καὶ ἐξήγησε τί σημαίνει νοῦς «καθα-ρός» καὶ πῶς «περικλείεται» εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευ-χῆς.
Ἔμεινεν ἀρκετὸν καιρὸν ὁ Συμεών πλησίον τοῦ Γένροντος ᾿Ανατολίου. Τὰς διδακτικὰς καὶ ὠφελίμους ὁδηγίας αὐτοῦ ὁ πατήρ ᾿Ανατόλιος κατέκλεισε μετὰ φανερᾶς καταπλήξεως:
«Ἐὰν νῦν τοιοῦτος γέγονας, τί λοιπὸν θὰ εἶσαι κατὰ τὸ γῆρας»;

Ο πατήρ ᾿Ανατόλιος ἦτο ὑπομονητικὸς καὶ ἐπιμελὴς ἀσκητής. Διῆλθε τὴν μακρὰν αὐτοῦ ζωήν, ὡς ἔλεγε περί αὐτοῦ ὁ Γέρων Σιλουανός, ἐν νηστείᾳ καὶ μετανοίᾳ, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ γῆρας, κατὰ τὸ τεσσαρακοστόν πέμπτον ἔν τος τῆς μοναχικῆς αὐτοῦ ζωῆς, ἐγεύθη τοῦ μεγάλου ἐλέ ους τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγνώρισε πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις. Τὸ ὅτι κατεπλάγη ἐκ τῆς ζωῆς τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ εἶναι φυσι-κόν, ἀλλ᾽ ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ φανερώσῃ τὴν ἔκπληξιν αὐ-τοῦ. Εἰς τοῦτο συνίστατο τὸ σφάλμα αὐτοῦ, διότι ἔδωκεν εἰς τὸν νεαρὸν ἀθλητὴν ἀφορμὴν κενοδοξίας, πρὸς τὴν ὁ-ποίαν ἐκεῖνος δὲν εἶχεν εἰσέτι μάθει νὰ παλαίῃ.

Τὸ σφάλμα τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου δὲν ἦτο μόνον παιδαγωγικόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς χάριτος. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀληθῆ ἀσκητὴν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀδελφὸν ἔπαινον, τὸν ὁποῖον ἔτι καὶ οἱ τέλειοι συ-χνάκις δὲν δύνανται νὰ βαστάσουν ἄνευ ζημίας. Ἔπαι-νοι λέγονται μόνον, ὅταν τις ἀποκάμνῃ ἐκ τῆς ἀπογνώ-σεως. Νὰ ἀνοίγωνται ὅμως οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς «ἀριστερᾶς» εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα ποιεῖ μεθ᾽ ἡμῶν ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου, ἢ οὐδόλως ἐπιτρέπεται ἢ πρέπει νὰ γίνηται μετ' ἄκρας τέχνης καὶ προσοχῆς.

Οὕτως ἢ ἄλλως διὰ τὸν νεαρὸν καὶ εἰσέτι ἄπειρον μοναχὸν Συμεὼν ἤρχισεν ἡ πλέον δύσκολος, ἡ πλέον πε-ρίπλοκος, ἡ πλέον «λεπτή» μάχη κατὰ τῆς κενοδοξίας. Ἡ ὑπερηφανία καὶ ἡ κενοδοξία ἐπισύρουν πάσας τὰς συμ-φορὰς καὶ τὰς πτώσεις. Ἡ χάρις ἐγκαταλείπει, ἡ καρδία ψυχραίνεται, ἡ προσευχὴ ἀτονεῖ, ὁ νοῦς διασκορπίζεται καὶ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοὶ ἀρχίζουν νὰ προσβάλλουν αὐ-τόν. Ψυχὴ θεωρήσασα τὴν ἄλλην ζωήν, καρδία γευθεῖσα τῆς γλυκύτητος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, νοῦς γνωρίσας τὴν καθαρότητα, δὲν θέλουν νὰ συγκατατεθοῦν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν πολιορκούντων ἀτόπων λογισμῶν. Πῶς ὅμως νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο;

Πρὸ τῆς Ἐμφανείας ἡ ψυχὴ τοῦ Συμεὼν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπωθῇ τοὺς λογισμοὺς καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς ἀπογνώ-σεως παρὰ τὴν ἀκαταπαύστως ἐνεργοῦσαν προσευχήν. Μετὰ τὴν Ἐμφάνειαν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐγνώρισε τὴν εἰρή-νην τῆς χάριτος τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος καὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐγένετο συνεχής προσευχὴ καὶ δοξολογία. Ἀλλ᾽ ἐν τού-τοις, ἐκ νέου πάντα ταῦτα ἀποχωροῦν καὶ ἄρχεται πάλιν ὁ ἀγὼν πρὸς τοὺς λογισμούς. Η ψυχή νοσταλγεί, ζητεῖ, ἰκετεύει, θρηνεῖ, ἀγωνίζεται, ἵνα κρατήσῃ τὸν ᾿Ακρά-τητον, ἀλλὰ τὸ φῶς, καὶ ὅταν ἐπιστρέφῃ, ἐπ' ὀλίγον μό-νον διαμένει καὶ πάλιν ἀπομακρύνεται. "Ηρξαντο οἱ μα-κροί χρόνοι τῶν ἐναλλαγῶν τῆς χάριτος καὶ τῆς ἐγκατα-λείψεως.

Οὔτε ἡ πεῖρα τῶν βασάνων τοῦ ᾅδου, οὔτε ἡ δωρεά τῆς ἀδιαλείπτου ἐσωτερικῆς προσευχῆς, οὔτε εἰσέτι ἡ ἐμ-φάνισις τοῦ Κυρίου ἔδωκαν εἰς τὸν νεαρὸν μοναχὸν τὴν πλήρη ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν δαιμονικῶν ἐπιθέσεων καὶ τῆς πάλης τῶν λογισμῶν. Παρ᾿ ὅλην τὴν ἐντατικὴν προσευχὴν ὁ νοῦς αὐτοῦ ἐσκοτίζετο κατά καιροὺς ἐκ τῆς ὁράσεως τῶν δαιμόνων καὶ τῆς ἀπωλείας τῆς εἰρήνης. "Ολη ἡ ἐξαίρετος πεῖρα αὐτοῦ δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν γνῶσιν πῶς νὰ διαμένῃ εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐγνώρισεν ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὁράσεως, νὰ δεχθῇ δὲ ἡσύχως τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ φωτὸς ἦτο πλέον ἀδύ-νατον.

Ἡ συμβουλὴ τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου, νὰ περικλείῃ τὸν νοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς, ἐβοήθησε τὸν Συμεών νὰ καθάρῃ μέχρι τινὸς τὸν νοῦν, ἀλλ᾽ ἀνεπαρ-κῶς, καὶ οὕτως ἐνώπιον αὐτοῦ ἠγείρετο μεθ' ὅλης τῆς δυνάμεως τὸ πρόβλημα τοῦ ἀσκητικοῦ «ἀγῶνος πρὸς τὸν λογισμόν».

Διὰ τὸν εἰσελθόντα εἰς τὴν πορείαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἡ πάλη τῶν λογισμῶν δὲν εἶναι ψιλὴ σκέψις διὰ τοῦτο ἡ δι᾽ ἐκεῖνο, ἀλλ' ἀντίστασις «πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Ἐφεσ. ς' 11). Ἡ ἐξωτερική μορφή, τὴν ὁποίαν ἐνδύεται ὁ λογισμός, συχνάκις δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀντιληφθῇς ΠΟΘΕΝ προέρχεται οὗτος. Οὐχὶ σπανίως ὁ λογισμός πλησιάζει ἀθορύβως ὡς κλέπτης, ἡ δὲ πρώτη λογικὴ αὐτοῦ μορφὴ δύναται νὰ φανῇ οὐχὶ μόνον ἐντε λως φυσική, ἀλλὰ καὶ σοφή, ἔτι δὲ καὶ ἁγία. Καὶ ὅμως, ἐνίοτε ἀρκεῖ καὶ ἡ πλέον ἐλαφρά προσέγγισις τοιούτου λογισμοῦ, ἵνα προκαλέσῃ βαθεῖαν ἀλλαγὴν εἰς τὴν ψυ-χήν. Ἡ κρίσις περὶ τῆς φύσεως τοῦ λογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ μορφῆς. Μόνον ἡ πεῖρα ὁδηγεῖ εἰς τὴν γνῶσιν περὶ τοῦ ποίαν δύναμιν καὶ λεπτότητα καὶ ποίας ποικιλομόρφους ὄψεις δύνανται νὰ προσλαμβάνουν αἱ δαιμονικαὶ ὑποβολαί. Προσέτι καὶ ὅταν ὁ λογισμός κατὰ τὴν φύσιν αὐτοῦ εἶναι ἀγαθός, δυ-νατὸν νὰ παρεισφρήσῃ εἰς αὐτὸν ἀλλότριον στοιχεῖον, οὕτω δὲ νὰ ἀλλάξῃ οὐσιωδῶς τὸ πνευματικὸν αὐτοῦ πε-ριεχόμενον καὶ τὴν ἐφ' ἡμᾶς ἐνέργειαν.

Ὁ λογισμὸς εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ εἰς τὴν σφαῖραν τῆς συνειδήσεως δὲν λογίζεται ὡς ἁμαρτία, ἀλλ' εἶναι μόνον ἡ πρότασις αὐτῆς. Ἡ ἀπόκρουσις τοῦ λογισμοῦ ἀποκλείει τὴν περαι-τέρω ἀνάπτυξιν τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ ὀρθόδοξος μοναχὸς ὡς κύριον ἔργον αὐτοῦ θεω-ρεῖ τὴν μετὰ τῆς ἐσωτερικῆς νοερᾶς προσοχῆς καρδιακὴν προσευχήν. Τοῦτο δίδει εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ βλέ-πῃ τὸν λογισμόν, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν καρδίαν. Νοῦς ἱ-στάμενος ἐν ἡσυχαστικῇ προσοχῇ ἐν τῇ καρδίᾳ βλέπει πῶς ὁ λογισμὸς πλησιάζει ἔξωθεν προσπαθῶν νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ἐκδιώκει αὐτὸν διὰ τῆς προσευχῆς. Τοῦτο τὸ ἔργον, τὸ καλούμενον «νοερὰ νῆψις» ἢ «νοερὰ ἡσυχία» ἢ «τήρησις τοῦ νοός», ἤρχισε νὰ διδάσκηται ὁ Συμεών. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτε κατὰ τὴν δωρεάν τῆς Θεομήτορος ἤρχισε νὰ ἐνεργῆται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, μέχρι τοῦ τέλους τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἡ προσευχὴ αὕτη οὐδέποτε διεκόπη, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα δὲν ἦτο εἰσέτι τελεία. Δὲν ἠδύνατο τότε νὰ εἶναι τοιαύτη, ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἦτο εἰσέτι ἀπαθής. Ἡ δωρεά, τῆς ὁποίας ἠξιώθη ὁ Συμεών, ἦτο μεγάλη καὶ ἐδείχθη 1-σχυρὸν θεμέλιον τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ ζωῆς, ἀλλὰ δὲν ὡδήγησεν αὐτὸν παρευθὺς εἰς τὴν τελειότητα. Εἰς αὐτὸν συνέβη τι μεγαλύτερον, ἀλλ᾽ ὁπωσδήποτε ὅμοιον πρὸς ὅ,τι συμβαίνει εἰς πολλοὺς ἄλλους: Διὰ τῆς φλογερᾶς ὁρ μῆς αὐτῶν φθάνουν εἰς τὴν ἀδιάλειπτον προσευχήν, ἀλ-λὰ μὴ ὄντες κεκαθαρμένοι ἀπὸ τῶν παθῶν διὰ τῆς μα-κρᾶς ἀσκήσεως, παρὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προσευχῆς, πί-πτουν εἰς τὴν κατὰ τὸ πάθος ἁμαρτίαν. Ὁ ἀσκητὴς δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τοιαύτης καταστάσεως.
Ὁ ἀδελφὸς Συμεὼν δὲν ἐγνώριζεν εἰσέτι νὰ «τηρῇ τὸν νοῦν», καὶ οὕτω, προσευχόμενος, δὲν ἀνεχαίτιζε τὴν ἐνέργειαν τῆς φαντασίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐπενεργοῦν οἱ δαίμονες. Ἡ ἀναπόφευκτος εἰς πάντα ἀρχάριον φαντασία ἐπιφέρει παραμόρφωσιν εἰς τὴν πνευματικὴν ζωήν, ἥτις ὅμως, καθ' ὁ ἀναπόφευκτος κατὰ τὴν ἀρχικὴν περί-οδον, δὲν θεωρεῖται «πλάνη». Οπωσδήποτε ὅμως ὁ ἀρχάριος ὁδηγεῖται βαθμηδὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ εἴδους προ-ευχῆς εἰς ἕτερον, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ «περικλείειν τὸν νοῦν εἰς τοὺς λόγους τῆς προσευχῆς». Ἡ μορφή αὕτη τῆς προσευχῆς εἶναι δυσκολωτέρα πως καὶ ξηροτέρα, ἀλλὰ προτιμᾶται ὡς ὀρθοτέρα καὶ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος.

Εἰς τὸν διαπύρως ἐφιέμενον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τελείως ἁπλοῦν καὶ ἀφελῆ ἀδελφὸν Συμεών, ἡ προσευχή συνοδευομένη ὑπὸ τῆς φαντασίας ἔλαβε ταχέως ἐπικίνδυνον μορφὴν καὶ ἔδωκεν εἰς τὰ πονηρά πνεύματα τὴν δυνατότητα νὰ πειράζουν τὸν νεαρὸν ἀσκητήν. Καὶ τὸ ἀλλότριον ἐκεῖνο φῶς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρώθη νύκτα τινὰ τὸ κελλίον αὐτοῦ καὶ ἐφώτισεν εἰσέτι καὶ τὰ ἔσω τοῦ σώματος αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖναι αἱ τερατώδεις μορφαί, αἵτινες τὴν νύκτα ἐπλήρουν τὸ κελλίον αὐτοῦ, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἡμέραν ἐνεφανίζοντο εἰς αὐτὸν καὶ συνωμίλουν μετ' αὐτοῦ, πάντα ταῦτα, ἐκυοφόρουν μεγάλους κινδύνους.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι σχεδόν πάντες οἱ ἅγιοι ἀσκηταὶ δι-ἤλθον τὸ στάδιον τοῦ ἀγῶνος πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ οὕτως εἶναι φυσικὸν νὰ συναντήσῃς αὐτοὺς ἐν τῇ πορεία πρὸς τὴν πνευματικήν τελειότητα. ᾿Αλλὰ πόσοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέφεραν ἐξ αὐτῶν καὶ ἐζημιώθησαν; Πόσοι ἔμειναν μέχρι τέλους τοῦ βίου αὐτῶν ἀσθενεῖς ψυχι κῶς, ἐξέστησαν τῶν φρενῶν, ἔφθασαν εἰς τὴν φοβερὰν ἀ-πόγνωσιν καὶ ἀπώλοντο; Πόσαι αὐτοκτονίαι καὶ παντὸς εἴδους ἐγκλήματα δὲν διεπράττοντο ἐν τῷ κόσμῳ ὡς ἐπα-κόλουθα δαιμονιώδους πνευματικότητος;

Ἐκεῖνος ὅστις διεξήγαγε κατ' αὐτῶν ἀγῶνα, αὐτὸς γνωρίζει πόσον εἶναι «σοφοί» καὶ συχνάκις κολακευτι-κοὶ πρὸς ὅσους δέχονται αὐτοὺς καὶ πόσον λυσσαλέοι πρὸς ὅσους ἀποκρούουν αὐτούς. Οσάκις συμβαίνει εἰς τὸν ἀσκητὴν ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν ἀδελφὸν Συμεών, ὁ πνευ-ματικός πατὴρ ἐντείνει ὅλην τὴν προσοχὴν αὐτοῦ. Ἡ πά-λη πρὸς τοὺς δαίμονας δὲν πρέπει νὰ ἐμβάλλῃ εἰς φόβον. Ὁ φόβος εἶναι ἤδη ήττα κατὰ τὸ ἥμισυ· ἡ ἐμφάνισις αὐτοῦ ἀτονεῖ τὴν ψυχὴν καὶ καθιστᾷ αὐτὴν προσιτὴν εἰς τὸν δαιμονικόν βιασμόν.
Ὁ ἀδελφὸς Συμεών ἦτο ἁπλοῦς ἀλλ᾽ ἀνδρεῖος. Ἐν τούτοις νὰ μείνῃ τις ἤρεμος εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι ἀδύνατον.

***

Ἐκ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων, ἐκ τῶν ἀσκητικῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων, ἐκ τῶν συνομιλιῶν μετὰ πνευματικῶν καὶ ἄλλων συγχρόνων αὐτοῦ ἀσκητῶν τοῦ ῾Α-γίου Ὄρους ὁ νεαρός μοναχός διδάσκεται βαθμηδόν τελειοτέραν ἀσκητικὴν πρᾶξιν, ἐνῷ συνεχῶς εὑρίσκεται εἰς ἀγῶνα, ὅστις εἰς πολλοὺς θὰ ἐφαίνετο ἐν γένει ἀδύνατος. Ὁ ὕπνος αὐτοῦ, ὡς καὶ πρότερον, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι διακεκομμένος, κατὰ διαστήματα 15΄-20΄ λεπτῶν ἐν ὅλῳ, περίπου μεταξὺ μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ἕως καὶ δύο και τὰ τὸ εἰκοσιτετράωρον· ἐπὶ κλίνης δὲν κατακλίνεται, ἀλλὰ κοιμᾶται καθήμενος εἰς τὸ σκαμνίον· τὴν ἡμέραν κο-πιᾷ ὡς ἐργάτης· καρτερεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπακοῆς τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος-διδάσκεται τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν πλήρη παράδοσιν ἑαυτοῦ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἐγκρατεύεται εἰς τὴν τροφήν, εἰς τὰς ὁμιλίας, εἰς τὰς κινήσεις· προσεύχεται ἐπὶ μακρὸν διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ —ἐργασίας δυσκολωτάτης, συντριβούσης κυριολεκτικῶς πάσας τὰς ἀνθρωπίνας δυνάμεις. Καὶ ὅμως, παρὰ τὴν ἄσκησιν αὐ-τοῦ, τὸ φῶς τῆς χάριτος πολλάκις ἐγκαταλείπει αὐτὸν καὶ πλήθη δαιμόνων περιβάλλουν αὐτὸν κατὰ τὴν νύκτα. Ἡ ἐναλλαγὴ καταστάσεων, ἄλλοτε ἐπισκέψεις τῆς χάριτος, ἄλλοτε ἐγκατάλειψις καὶ δαιμονικαὶ προσβολαί, δὲν παραμένει ἄκαρπος. ᾿Ακριβῶς ἔνεκα τῆς ἐναλλαγῆς αὐτῆς ἡ ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ εὐρίσκεται εἰς συνεχῆ ἐσωτερικὴν μέριμναν, ἐπαγρύπνησιν καὶ ἔνθερ-μον ἀναζήτησιν διεξόδου. Ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ καὶ ἡ νοερὰ νῆψις, τὴν ὁποίαν ἐδιδάχθη διὰ τῆς ἰδιαζούσης εἰς αὐτὸν ὑπομονῆς καὶ ἀνδρείας, διήνοιξαν εἰς αὐτὸν νέους ὁρίζοντας πνευματικῆς γνώσεως καὶ παρέσχον εἰς αὐτὸν νέα ὅπλα διὰ τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν. Ὁ νοῦς αὐτοῦ ἔτι καὶ ἔτι συχνότερον εὑρίσκει ἐν τῇ καρδίᾳ ἐ-κεῖνο «τὸ σημεῖον τῆς προσοχῆς», τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιτηρῇ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ἐ-σωτερικῷ κόσμῳ τῆς ψυχῆς. Ἡ σύγκρισις τῶν καταστά-σεων καὶ βιωμάτων αὐτοῦ ὁδηγεῖ αὐτὸν εἰς καθαρωτέ-ραν ἀντίληψιν τοῦ τελουμένου ἐν αὐτῷ. ᾿Αρχίζει νὰ γεν-νᾶται ἡ ἀληθὴς πνευματική γνῶσις. ᾿Αποκτᾶται ἡ διά-κρισις περὶ τοῦ πῶς πλησιάζουν ἀθορύβως οἱ λογισμοί τῶν διαφόρων παθῶν καὶ πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις. Ὁ Σι-λουανός εἰσέρχεται εἰς τὴν ζωὴν τοῦ συνετοῦ ἀσκητοῦ καὶ συνειδητοποιεῖ ὅτι τὸ κύριον νόημα τῆς ἀσκήσεως συνίσταται εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς χάριτος, Οὕτως τὸ ἐ-ρώτημα περὶ τοῦ πῶς ἐνεργεῖ ἡ χάρις, πῶς διαφυλάττεται ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου (ὅστις εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἀνάρχου Εἶναι, ἐγεύθη τοῦ πληρώματος τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀνε-κλαλήτου γλυκύτητος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ), διὰ τί καὶ πρὸς τί αὕτη ἐγκαταλείπει τὴν ψυχήν, γίνεται ἓν ἐκ τῶν βασικῶν καὶ κεφαλαιωδών μελημάτων τῆς ζωῆς αὐτοῦ,

Εἰς τὸν ἀγῶνα πρὸς διαφύλαξιν τῆς χάριτος ὁ μοναχός Σιλουανός ἔφθασεν εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα εἰς ἀνθρώ πους ἄλλου τύπου θὰ φανοῦν ἀνεπιτρέπτως σκληρά, δυ-νατὸν δὲ καὶ νὰ προκαλέσουν εἰσέτι τὴν σκέψιν ὅτι τοι-ούτου εἴδους ἀσπλαγχνία πρὸς ἑαυτὸν εἶναι διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν. Ψυ χὴ γνωρίσασα τὸν Θεόν, ὑψωθεῖσα εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ κόσμου τοῦ αἰωνίου φωτὸς καὶ ἀκολούθως ἀπολέσασα τὴν χάριν αὐτήν, εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, τὴν ὁποίαν, ὅστις δὲν ἐγνώρισεν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον, οὐδόλως δύναται νὰ φαντασθῇ. Τὸ μαρτύριον καὶ ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς αὐτῆς εἶναι ἄφατα· αἰσθάνεται ἰδιαίτερόν τι μεταφυσικὸν ἄλγος. Διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις ἐβίωσε τὴν ἀπερίγραπτον γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, οὐδὲν πλέον παραμένει ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ δυνάμενον νὰ γοητεύσῃ ἢ νὰ πλανήσῃ αὐτόν. Ὑπό τινα ἔποψιν ἡ ἐπίγειος ζωὴ ἀποβαίνει δι' αὐτὸν καταθλιπτικόν φορτίον, οὗτος δὲ μετὰ κλαυθμοῦ ζητεῖ πάλιν ἐκείνην τὴν ζωήν, τῆς ὁποίας πρό τινος ἥψατο. Ανὴρ ἀπολέσας τὴν ἑαυτοῦ γυ-ναῖκα, ὕπαρξιν θερμῶς καὶ βαθέως ἠγαπημένην, ἢ μήτηρ στερηθεῖσα μονογενοῦς καὶ ἠγαπημένου υἱοῦ, μόνον ἐν μέρει δύναται νὰ συλλάβῃ τὴν ὀδύνην τοῦ ἀπολέσαντος τὴν χάριν, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ λόγῳ τῆς δυνάμεως, τῆς ἀξίας καὶ τῆς γλυκύτητος αὐτῆς, τοῦ ἀσυγκρίτου κάλλους καὶ τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὑπερβαίνει ἀπείρως πᾶ-σαν ἄλλην ἀνθρωπίνην ἀγάπην. Ὡς ἐκ τούτου ὁ ῞Αγιος Ἰωάννης ὁ τῆς Κλίμακος λέγει περὶ τῶν ἀπολεσάντων τὴν χάριν ὅτι ἡ βάσανος αὐτῶν ὑπερβαίνει τὰς βασάνους τῶν εἰς θάνατον καταδίκων, τὸ δὲ πένθος αὐτῶν τὸ πένθος τῶν ἐπὶ «νεκρούς κοπτομένων».

Τὸ μέγεθος τῆς ἀπωλείας καὶ αἱ ὀδύναι, αἵτινες συνδέονται μετ᾿ αὐτῆς, ὠθοῦν εἰς μεγάλους ἀγῶνας. ᾿Αναλο-γίσθητε τὸ μαρτύριον τῆς ἀγωνιζομένης ψυχῆς, ἥτις φθάνει μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν δυνάμεων αὐτῆς καὶ ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ ποθουμένου. Ἡ χάρις ἐνίοτε μόνον καὶ ἐπ᾿ ὀλίγον μαρτυρεῖ τὴν ἐγγύτητα αὐτῆς καὶ πάλιν ἀφίσταται. Ἡ ψυχὴ πάσχει βαρέως ἐκ τοῦ ζόφου τῆς  Θείας ἐγκαταλείψεως· ὁ νοῦς, παρὰ τὸν δύσκολον ἄθλον τῆς ἀδιαλείπτου ἐσωτερικῆς προσευχῆς, σκοτίζεται καὶ βλέπει δαίμονας· κατὰ τὰς νύκτας συχνάκις ἔρχονται καὶ ἐνοχλοῦν τὸν μοναχόν, προσπαθοῦντες νὰ ἀποσπάσουν αὐτὸν ἀπὸ τῆς προσευχῆς ἢ τουλάχιστον νὰ μὴ ἀφήσουν αὐτὸν νὰ προσεύχηται καθαρῶς. Πολλά πράγματα παρα-μένουν ἀσαφῆ· ἐκ τῶν πολλῶν ὀδυνηρῶν παθημάτων τῆς καρδίας ὁ μοναχὸς θρηνεῖ, ἡ ψυχὴ ἐπιπόνως ἐκζητεῖ τὸν Θεόν, ἀλλὰ πέριξ αὐτῆς οὐδὲν εὑρίσκει εἰ μὴ μόνον ζο-φερούς, ἀναιδεῖς, χυδαίους, κακοὺς καὶ ἀποκρουστικούς δαίμονας. «Σὺ δέ, Κύριε, ἕως πότε... ἵνα τί με ἐγκατέλιπες»;

Ἡ μεγάλη καὶ ἀσύγκριτος πεῖρα τῶν Πατέρων ἡμῶν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἔδειξεν ὅτι σχετικῶς πολλοὶ ἠξιώ-θησαν ἐπισκέψεων τῆς χάριτος ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν στροφῆς, ἀλλὰ μόνον ὀλίγοι ὑπέμειναν εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀγῶνα, ὅστις εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος, ἵνα ὁ ἀ-σκητὴς ἐπανακτήσῃ ἐν ἐπιγνώσει πλέον τὴν χάριν τῆς ὁποίας ἠξιώθη. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ὀλίγων δέον ὅπως καταταγῇ ὁ Σιλουανός. Λέξεις δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσουν τὴν ἀδημονίαν οὐδὲ μιᾶς νυκτὸς τοῦ ἀγῶνος τῆς ἐγκατα-λειφθείσης ὑπὸ τῆς χάριτος ψυχῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος διῆλθεν ὁλοκλήρους χρόνους. Ἐνθυμούμεθα ὅτι ὁ Γέρων, ὅστις ἐν γένει δὲν ἠγάπα νὰ ὁμιλῇ περὶ ἑαυτοῦ, εἶπεν: «Ἐὰν δὲν ἔδιδεν εἰς ἐμὲ ὁ Κύριος ἐξ ἀρχῆς νὰ γνωρίσω τὸ ἄμετρον τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, δὲν θὰ ἠδυνάμην οὐδὲ μίαν τοιαύτην νύκτα νὰ ὑπομείνω· καὶ ὅμως διῆλθον πλῆθος».

Δεκαπέντε χρόνοι παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου εἰς αὐτόν. Καὶ ἰδού, εἴς τινα ἐξ αὐτῶν τῶν μαρτυρικῶν νυκτερινῶν ἀγώνων πρὸς τοὺς δαί μονας, ὅτε παρὰ τὰς προσπαθείας αὐτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ προσευχηθῇ καθαρῶς, ἠγέρθη ὁ Σιλουανὸς ἀπὸ τοῦ σκαμνίου, ἵνα ποιήσῃ μετανοίας, ἀλλὰ εἶδεν ἐνώπιον αὐτοῦ γιγαντιαίαν μορφὴν δαίμονος, ἱσταμένου πρὸ τῆς εἰκό-νος καὶ ἀναμένοντος νὰ λάβῃ δι' ἑαυτὸν τὴν προσκύνη-σιν. Τὸ κελλίον ἔγεμε δαιμονίων. Ο Σιλουανός ἐκάθισε πάλιν εἰς τὸ σκαμνίον καί, κύψας τὴν κεφαλήν, ἐν ὀδύνῃ καρδίας προέφερε τὴν προσευχήν.

«Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νὰ προσευχηθώ μετά καθα-ροῦ νοῦ, ἀλλ' οἱ δαίμονες δὲν μὲ ἀφίνουν. Δίδαξόν με τί πρέπει νὰ πράττω διὰ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλοῦν;».
Καὶ ἤκουσεν ἐν τῇ ψυχῇ τὴν ἀπάντησιν:
«Οἱ ὑπερήφανοι πάντοτε οὕτως ὑποφέρουν ἐκ τῶν δαιμόνων».
«Κύριε, δίδαξόν με τί πρέπει νὰ πράττω, ἵνα ταπεινωθῇ ἡ ψυχή μου», λέγει ὁ Σιλουανός Καὶ ἐκ νέου ἦλθεν ἀπάντησις ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ:
«Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἄδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου»
(σ. 572).

Ἡ σύντομος αὕτη ἐν προσευχή συνομιλία μετὰ τοῦ Θεοῦ ὑπῆρξε νέον, λίαν σπουδαῖον γεγονὸς εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Σιλουανοῦ.

Μέσον ἀσύνηθες, ἀκατάληπτον, κατὰ τὸ φαινόμενον σκληρόν, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἐδέχθη αὐτὸ μετὰ χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης. Η καρδία αὐτοῦ ἠσθάνθη ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων πρὸς αὐτὸν καὶ ὁ Ἴδιος χειραγωγεῖ αὐτόν. Νὰ κρατῇ ἑαυτὸν εἰς τὸν ᾄδην δὲν ἦτο διὰ τὸν Σιλουανόν νέον τι. Πρὸ τῆς εἰς αὐτὸν ἐμφανείας τοῦ Κυρίου εἶχε διαμείνει ἐν αὐτῷ. Τὸ καινὸν εἰς τὴν θείαν ὑπόδειξιν ἦτο τὸ «καὶ μὴ ἀπελπίζου». Προηγουμένως ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀπελπισίας. Νῦν ἐκ νέου, μετὰ πολλὰ ἔτη βαρέος ἀγῶνος, συχνῶν ἐγκαταλείψεων, ἐβίωσεν ὥρας, ἂν μὴ ἀπελπισίας, ὅμως παραπλησίων πρὸς αὐτὴν παθημάτων. Ἡ μνήμη τοῦ ὀφθέντος Κυρίου ἐφύλαττεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐσχάτης ἀπογνώσεως, ἀλλὰ τὰ παθήματα ἐκ τῆς ἀπωλείας τῆς χάριτος παρέμενον οὐχὶ ὀλιγώτερον ὀδυ νηρά. Τῷ ὄντι, ἐκεῖνο ὅπερ ἔξη ἦτο ώσαύτως ἀπελπισία, ἀλλ᾽ ἑτέρου εἶδους ἢ ἡ πρώτη. Κατὰ τὴν διάρκειαν του σούτων ἐτῶν, παρὰ τοὺς μόχθους μέχρι τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, δὲν κατώρθωσε τὸ ποθούμε-νον, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπώλεσε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπε τύγχανέ ποτε τούτου.

"Ὅτε, μετὰ ἐπίπονον ἀγῶνα διὰ προσευχήν, ἠγέρθη ἀπὸ τοῦ σκαμνίου, ἵνα ποιήσῃ μετανοίας εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἶδεν ἐνώπιον αὐτοῦ ἕνα δαίμονα ἀναμένοντα λα-τρείαν πρὸς αὐτόν, τότε ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐπόνεσεν ἰσχυρῶς. Καὶ ἰδοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔδειξεν εἰς αὐτὸν τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν καθαρὰν προσευχήν.

᾿Αναγνωρίζομεν ὅτι οἱαδήποτε ἀπόπειρα διατυπώσε-ως διὰ λόγων ἑνὸς βαθέος πνευματικοῦ γεγονότος τυγ-χάνει ἀνεπαρκής. Μὴ δυνάμενοι ὅμως νὰ πράξωμεν και λύτερόν τι, προσφεύγομεν εἰς ὅ,τι καθίσταται εἰς ἡμᾶς προσιτόν.


᾿Αλλ' εἰς τί συνίσταται ἡ οὐσία τῆς ὑποδείξεως τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν πατέρα Σιλουανόν;

Εἰς τὸ ὅτι ἀπὸ τοῦ νῦν ἀπεκαλύφθη εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο οὐχὶ ἀφηρημένως ἢ διανοητικῶς ἀλλ᾽ ὑπαρξιακῶς, ὅτι ρίζα πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν, σπόρος τοῦ θανάτου, τυγχάνει ἡ ὑπερηφανία· ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωσις. Ἐγνώρισεν ὅτι ἐκείνη ἡ ἀνεκλαλήτως γλυκεῖα καὶ μεγάλη ταπείνωσις τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας ἔλαβε πεῖ-ραν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς Ἐμφανείας, εἶναι ἀναφαίρετον ἰδίωμα τῆς Θείας ἀγάπης, τοῦ Θείου Εἶναι. ῾Ὡς ἐκ τού του, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ ἑνωθῇ μετά τοῦ Θεοῦ, δέον ὅπως ἐνδυθῇ τὴν ταπείνωσιν. Ἀπὸ τοῦ νῦν ἐγνώρισεν ἐν ἀλη θείᾳ ὅτι ὅλος ὁ ἀγῶν ὀφείλει νὰ κατευθύνηται πρὸς ἀπό-κτησιν τῆς ταπεινώσεως.

Νῦν ἡ ψυχὴ τοῦ Σιλουανού πανηγυρίζει, πανηγυρί ζει δι' ὅλως ἰδιαιτέρου τρόπου, ἀγνώστου εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ αἰῶνος τούτου. Ἐδόθη εἰς αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ τὸ μέγα μυστήριον τοῦ Εἶναι, νὰ γνωρίσῃ τοῦτο ὀντολογικῶς.
*Ω, πόσον ἐλεήμων ὁ Κύριος! ᾿Αποκαλύπτει τὰ θεῖα μυ-στήρια εἰς τὸν ταπεινὸν δοῦλον Αὐτοῦ καὶ διδάσκει εἰς αὐτὸν τὰς ὁδοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς! Ἀπὸ τοῦ νῦν ὁ Σι-λουανός δι' ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς αὐτοῦ θὰ ὁδεύῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὑπέδειξεν εἰς αὐτόν.


Ηρχισε νέον στάδιον εἰς τὴν πνευματικήν ζωὴν τοῦ μοναχοῦ Σιλουανοῦ. Ἡ πρώτη εἰς αὐτὸν ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου ὑπῆρξε πλήρης ἀπεριγράπτου φωτός. Ἐξέχεεν ἐπ' αὐτὸν πλοῦτον αἰσθημάτων: τὴν δύναμιν τῆς ἀγάπης, τὴν χαρὰν τῆς ἀναστάσεως, τὸ ἀληθινὸν καὶ ἀξιόπιστον συναίσθημα τῆς «ἐκ θανάτου πρὸς ζωὴν» μεταβάσεως (Ἰωάν. ε΄ 24). ᾿Αλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Διὰ τί τότε ἐκρύβη ἐκεῖνο τὸ φῶς; Διὰ τὶ δὲν ὑπῆρξε τὸ δώρημα ἀμετάκλητον κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου: «καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ' ὑμῶν»; (Ἰωάν. ις' 22). Ἦτο ἀρά γε τὸ δώρημα ἀτελές, ἢ ἡ ψυχὴ ἦτο ἀνίκανος νὰ βαστάση τοῦτο;
Κατέστη πλέον ἔκδηλος ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας τῆς χάριτος: Ἡ ψυχὴ δὲν κατεῖχεν οὔτε τὴν ὀρθὴν γνῶσιν, οὔτε τὰς ἀπαιτουμένας δυνάμεις, ἵνα διαφυλάξῃ αὐτήν. Νῦν ὅμως ἐδόθη εἰς τὸν Σιλουανὸν τὸ «φῶς τὸ τῆς γνώσεως» καὶ τὸ «συνιέναι τὰς Γραφάς». Ενώπιον τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ ὀφθαλμοῦ διηνοίχθη καθαρῶς ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν σωτηρίαν καὶ ἀπεκαλύφθησαν εἰς αὐτὸν πλεῖστα μυστήρια ἐκ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων καὶ τῶν ἔργων τῶν Πατέρων.
Πνεύματι εἰσεχώρησεν εἰς τὸ μυστήριον τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ του Σαρώφ, ὅστις μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου ἐν τῷ ναῷ κατὰ τὴν ὥραν τῆς Λειτουργίας, αἰσθανόμενος τὴν ἀπώλειαν τῆς χάριτος καὶ τὴν θείαν ἐγκατάλειψιν, χιλίας ἡμέρας καὶ χιλίας νύκτας ἴστατο ἐπὶ μιᾶς πέτρας ἐν τῇ ἐρήμῳ ἰκετεύων…


Από τη σελίδα 572:
Διάκονός τις διηγήθη εἰς ἐμέ:

«Ἐνεφανίσθη εἰς ἐμὲ ὁ Σατανᾶς ἐν εἴδει ἀγγέλου φωτὸς καὶ κολακευτικῶς ἔλεγεν: “Αγαπῶ τοὺς ὑπερηφά νους, καὶ οὗτοι θὰ εἶναι μετ' ἐμοῦ. Σὺ εἶσαι ὑπερήφανος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνήκεις εἰς ἐμέ”. Ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην: “Εἶμαι χείριστος πάντων". Καὶ ὁ Σατανᾶς ἐγένετο ἄφαν τος».
Καὶ εἰς ἐμὲ συνέβη παρόμοιόν τι, ὅτε ἐνεφανίσθησαν οἱ δαίμονες. Ἐφοβήθην ὀλίγον, ἀλλ᾽ εἶπα:
– Κύριε, Σὺ βλέπεις ὅτι τὰ δαιμόνια δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ προσεύχωμαι. Εἰπὲ εἰς ἐμὲ τί ὀφείλω νὰ πράξω, ἵνα ἀπέλθουν ἀπ' ἐμοῦ οἱ δαίμονες.

Καὶ ὁ Κύριος λέγει εἰς τὴν ψυχήν μου:
Αἱ ὑπερήφανοι ψυχαί πάντοτε πάσχουν ἐκ τῶν δαιμόνων.
Καὶ τότε εἶπα:
Κύριε, φώτισόν με, τί πρέπει νὰ σκέπτωμαι, ἵνα ἡ ψυχή μου εἶναι ταπεινή.
Καὶ λαμβάνω ἀπάντησιν εἰς τὴν ψυχήν:
– Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἅδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου.
Έκτοτε ἤρχισα νὰ πράττω οὕτω, καὶ ἡ ψυχή μου εύρεν ἀνάπαυσιν ἐν τῷ Θεῷ.

Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση 1


Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση 1


Του Arthur Schopenhauer


Το έργο Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση (1818, διευρ. έκδ. 1844) αποτελεί το κεντρικό και συστηματικό φιλοσοφικό έργο του Arthur Schopenhauer και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της νεότερης μετακαντιανής μεταφυσικής.

Βασική ιδέα
Ο Schopenhauer υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα έχει δύο όψεις:

Ως αναπαράσταση (Vorstellung)
Ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε είναι φαινόμενο που υπάρχει μόνο σε σχέση με το υποκείμενο που γνωρίζει. Εδώ συνεχίζει τη γραμμή του Immanuel Kant: χώρος, χρόνος και αιτιότητα είναι μορφές της γνώσης μας.

Ως βούληση (Wille)
Πίσω από τα φαινόμενα κρύβεται η «βούληση»: μια τυφλή, άλογη, κοσμική ορμή για ύπαρξη και αυτοσυντήρηση, που εκδηλώνεται σε όλη τη φύση — από τις φυσικές δυνάμεις έως τα ανθρώπινα ένστικτα.


Δομή του έργου (4 βιβλία)
Γνώση ως αναπαράσταση – θεωρία της γνώσης.
Ο κόσμος ως βούληση – μεταφυσική της βούλησης.
Αισθητική – η τέχνη ως πρόσκαιρη λύτρωση από τη βούληση.
Ηθική – η άρνηση της βούλησης (συμπόνια, ασκητισμός).
Κεντρικά θέματα
Ο πεσιμισμός: η ζωή χαρακτηρίζεται από πόνο, έλλειψη και ανικανοποίητη επιθυμία.
Η τέχνη (ιδίως η μουσική) ανυψώνει το πνεύμα πέρα από τη βούληση.
Η ηθική της συμπόνιας: η αναγνώριση της κοινής ουσίας όλων των όντων.
Η επιρροή ινδικών φιλοσοφιών (Upanishads, Βουδισμός).


Πρώτος τόμος. Τέσσερα βιβλία, μαζί με ένα παράρτημα, που περιέχει την κριτική της καντιανής φιλοσοφίας.
«Μήπως τελικά η φύση δεν αποκαλύπτεται;» — Goethe.[5]


Πρόλογος στην πρώτη έκδοση

Πώς πρέπει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, ώστε ενδεχομένως να μπορέσει να γίνει κατανοητό, έθεσα ως στόχο να το εκθέσω εδώ. — Αυτό που πρόκειται να μεταδοθεί μέσω του έργου αυτού είναι μία και μόνη σκέψη. Παρ’ όλα αυτά, παρά κάθε προσπάθεια, δεν μπόρεσα να βρω συντομότερο δρόμο για να τη μεταδώσω από ολόκληρο αυτό το βιβλίο.
Θεωρώ ότι αυτή η σκέψη είναι εκείνο το οποίο επί πολύ καιρό αναζητείται υπό το όνομα της φιλοσοφίας και του οποίου η ανεύρεση, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρείται από τους ιστορικά καλλιεργημένους τόσο αδύνατη όσο και η εύρεση της φιλοσοφικής λίθου — μολονότι ήδη ο Πλίνιος τούς είπε: Quam multa fieri non posse, priusquam sint facta, judicantur? (Hist. nat., 7, 1.)
(Πόσα πράγματα κρίνονται αδύνατα να γίνουν, πριν ακόμη πραγματοποιηθούν;)
Ανάλογα με το πώς εξετάζει κανείς αυτή τη μία σκέψη από διαφορετικές πλευρές, παρουσιάζεται ως εκείνο που ονομάστηκε Μεταφυσική, ως εκείνο που ονομάστηκε Ηθική και ως εκείνο που ονομάστηκε Αισθητική· και πράγματι θα έπρεπε να είναι όλα αυτά, εάν είναι αυτό που — όπως ήδη ομολόγησα — τη θεωρώ.


Ένα σύστημα σκέψεων πρέπει πάντοτε να έχει αρχιτεκτονική συνοχή, δηλαδή τέτοια ώστε το ένα μέρος να στηρίζει το άλλο, όχι όμως και το αντίστροφο, και ο θεμέλιος λίθος να στηρίζει τελικά τα πάντα χωρίς να στηρίζεται από αυτά, ενώ η κορυφή να στηρίζεται χωρίς να στηρίζει.
Αντιθέτως, μία και μόνη σκέψη, όσο περιεκτική κι αν είναι, οφείλει να διατηρεί την τελειότερη ενότητα. Αν, προς χάριν της μετάδοσής της, αφήνεται να διασπαστεί σε μέρη, τότε η συνάφεια αυτών των μερών πρέπει να είναι οργανική, δηλαδή τέτοια ώστε κάθε μέρος να διατηρεί το όλο όσο και να διατηρείται από το όλο, κανένα να μην είναι πρώτο και κανένα τελευταίο, η όλη σκέψη να κερδίζει σε διαύγεια μέσω κάθε μέρους και ακόμη και το μικρότερο μέρος να μην μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς να έχει προηγουμένως κατανοηθεί το όλο[7].
Ένα βιβλίο, ωστόσο, πρέπει να έχει μια πρώτη και μια τελευταία γραμμή και, από αυτή την άποψη, θα παραμένει πάντοτε πολύ ανόμοιο με έναν οργανισμό, όσο κι αν το περιεχόμενό του μοιάζει με αυτόν· συνεπώς, μορφή και ύλη θα βρίσκονται εδώ σε αντίφαση.

Προκύπτει αυτομάτως ότι, υπό τέτοιες συνθήκες, για τη διείσδυση στη σκέψη που εκτίθεται εδώ δεν υπάρχει άλλη συμβουλή από το να διαβαστεί το βιβλίο δύο φορές — και μάλιστα την πρώτη φορά με πολλή υπομονή, η οποία μπορεί να αντληθεί μόνο από την εθελούσια παρεχόμενη πεποίθηση ότι η αρχή προϋποθέτει το τέλος σχεδόν όσο το τέλος προϋποθέτει την αρχή, και ότι κάθε προηγούμενο μέρος προϋποθέτει το επόμενο σχεδόν όσο αυτό εκείνο.

Λέω «σχεδόν», διότι καθόλου έτσι δεν είναι απολύτως· και ό,τι ήταν δυνατόν να γίνει ώστε να τεθεί προηγουμένως εκείνο που φωτίζεται λιγότερο μόνο εκ των υστέρων, και γενικά ό,τι μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη δυνατή ευληπτότητα και σαφήνεια, έχει γίνει έντιμα και ευσυνείδητα. Θα μπορούσε μάλιστα να έχει επιτύχει σε κάποιον βαθμό, αν ο αναγνώστης — πράγμα πολύ φυσικό — δεν σκεφτόταν κατά την ανάγνωση όχι μόνο ό,τι λέγεται εκάστοτε, αλλά και τις πιθανές συνέπειές του· οπότε, πέρα από τις πολλές πραγματικά υπάρχουσες αντιφάσεις προς τις απόψεις της εποχής και πιθανώς και του ίδιου του αναγνώστη, μπορεί να προστεθούν και τόσες άλλες, προληπτικά υποτεθείσες και φανταστικές, ώστε να εμφανίζεται ως έντονη αποδοκιμασία αυτό που δεν είναι παρά απλή παρανόηση.

Και τούτο τόσο λιγότερο αναγνωρίζεται ως παρανόηση, όσο η με κόπο επιτευχθείσα σαφήνεια της έκθεσης και η διαύγεια της έκφρασης δεν αφήνουν σχεδόν ποτέ αμφιβολία για το άμεσο νόημα των λεγομένων, χωρίς όμως να μπορούν ταυτόχρονα να εκφράσουν και τις σχέσεις τους προς όλα τα υπόλοιπα.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η πρώτη ανάγνωση απαιτεί, όπως είπα, υπομονή, αντλούμενη από τη βεβαιότητα ότι στη δεύτερη πολλά — ή και όλα — θα ιδωθούν υπό εντελώς διαφορετικό φως.
Εξάλλου, η σοβαρή επιδίωξη πλήρους, ακόμη και εύκολης κατανόησης, σε ένα εξαιρετικά δύσκολο αντικείμενο, δικαιολογεί αν εδώ κι εκεί συναντηθεί κάποια επανάληψη. Ήδη η οργανική — και όχι αλυσιδωτή — δομή του όλου το καθιστούσε αναγκαίο να θιγεί ενίοτε το ίδιο σημείο δύο φορές.


Αυτή ακριβώς η δομή, καθώς και η πολύ στενή συνάφεια όλων των μερών, δεν επέτρεψαν τη διαίρεση σε κεφάλαια και παραγράφους, την οποία κατά τα άλλα εκτιμώ ιδιαίτερα· αλλά[8] με ανάγκασαν να αρκεστώ σε τέσσερις κύριες ενότητες, σαν να επρόκειτο για τέσσερις οπτικές γωνίες της μίας σκέψης.
Σε καθένα από αυτά τα τέσσερα βιβλία πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξει κανείς να μη χάσει από τα μάτια του, εξαιτίας των επιμέρους λεπτομερειών που είναι αναγκαίο να εξεταστούν, την κύρια σκέψη στην οποία αυτές ανήκουν, καθώς και την πρόοδο ολόκληρης της έκθεσης.
— Με αυτό διατυπώθηκε τώρα η πρώτη — και, όπως και οι επόμενες, απαραίτητη — απαίτηση προς τον αναγνώστη, ο οποίος (επειδή ο ίδιος ο φιλόσοφος είναι επίσης αναγνώστης) δεν είναι ευνοϊκά διατεθειμένος.
Η δεύτερη απαίτηση είναι να διαβαστεί πριν από το βιβλίο η εισαγωγή του, μολονότι αυτή δεν περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο, αλλά εκδόθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα με τον τίτλο:
«Περί της τετραπλής ρίζας της αρχής του επαρκούς λόγου: μία φιλοσοφική πραγματεία.»


Χωρίς εξοικείωση με αυτή την εισαγωγή και προπαιδεία, η ουσιαστική κατανόηση του παρόντος έργου δεν είναι καθόλου δυνατή, και το περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας προϋποτίθεται εδώ παντού σαν να βρισκόταν μέσα στο ίδιο το βιβλίο.
Εξάλλου, αν δεν είχε προηγηθεί αυτού κατά αρκετά έτη, δεν θα στεκόταν propriamente ως εισαγωγή, αλλά θα είχε ενσωματωθεί στο πρώτο βιβλίο, το οποίο τώρα — ελλείψει όσων εκτίθενται στην πραγματεία — παρουσιάζει μια κάποια ατέλεια ήδη εξαιτίας αυτών των κενών, τα οποία πρέπει πάντοτε να συμπληρώνει με παραπομπές σε εκείνη.
Ωστόσο, η αποστροφή μου προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου ή να επαναφέρω κοπιαστικά, με άλλα λόγια, όσα είχαν ήδη ειπωθεί επαρκώς μία φορά, ήταν τόσο μεγάλη ώστε προτίμησα αυτή τη λύση — παρότι ακόμη και τώρα θα μπορούσα να δώσω στο περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας μια κάπως καλύτερη παρουσίαση, ιδίως καθαρίζοντάς το από ορισμένες έννοιες που προέρχονταν από την τότε υπερβολικά μεγάλη μου εξάρτηση από την καντιανή φιλοσοφία, όπως είναι: κατηγορίες, εξωτερική και εσωτερική αίσθηση κ.τ.ό.
Ωστόσο, και εκεί οι έννοιες αυτές παραμένουν ακόμη μόνο επειδή έως τότε δεν είχα ουσιαστικά εμβαθύνει σε αυτές· γι’ αυτό εμφανίζονται απλώς ως δευτερεύον έργο και τελείως εκτός επαφής με το κύριο ζήτημα, οπότε και η διόρθωση τέτοιων χωρίων εκείνης της πραγματείας, μέσω της εξοικείωσης με το παρόν έργο, θα πραγματοποιηθεί από μόνη της στη σκέψη του αναγνώστη.


Μόνο όμως όταν, μέσω εκείνης της πραγματείας, έχει κατανοηθεί πλήρως τι είναι και τι σημαίνει η αρχή του λόγου (Satz vom Grunde), σε τι εκτείνεται και σε τι δεν εκτείνεται[9] η ισχύς της, και ότι δεν είναι πρωτίστως αυτή η αρχή — και κατόπιν, ως δήθεν πόρισμά της, ολόκληρος ο κόσμος — αλλά ότι αυτή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη μορφή με την οποία το πάντοτε από το υποκείμενο εξαρτημένο αντικείμενο, όποιας φύσεως κι αν είναι, γνωρίζεται παντού, εφόσον το υποκείμενο είναι γνωρίζον άτομο· μόνο τότε θα είναι δυνατό να εισέλθει κανείς στη μέθοδο φιλοσοφίας που επιχειρείται εδώ για πρώτη φορά και αποκλίνει πλήρως από όλες τις προηγούμενες.
Ωστόσο, η ίδια αποστροφή προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου κατά λέξη, ή να πω εκ νέου με άλλα και χειρότερα λόγια — αφού τα καλύτερα τα είχα ήδη χρησιμοποιήσει — το ίδιο ακριβώς πράγμα για δεύτερη φορά, προκάλεσε ένα ακόμη κενό στο πρώτο βιβλίο αυτού του έργου, καθότι παρέλειψα όλα όσα περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο της πραγματείας μου «Περί της όρασης και των χρωμάτων», τα οποία διαφορετικά θα έβρισκαν εδώ κατά λέξη τη θέση τους.

Επομένως, και η εξοικείωση με αυτό το προγενέστερο μικρό έργο προϋποτίθεται εδώ.

Η τρίτη, τέλος, απαίτηση προς τον αναγνώστη θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί σιωπηρά δεδομένη: δεν είναι άλλη από την εξοικείωση με το σημαντικότερο φαινόμενο που εμφανίστηκε στη φιλοσοφία εδώ και δύο χιλιετίες και μας βρίσκεται τόσο κοντά — εννοώ τα κύρια έργα του Kant.

Την επίδραση που αυτά παράγουν στο πνεύμα εκείνου προς τον οποίο πράγματι απευθύνονται τη βρίσκω, όπως έχει ήδη ειπωθεί και αλλού, εξαιρετικά συγκρίσιμη με την εγχείρηση καταρράκτη σε έναν τυφλό· και αν θέλουμε να συνεχίσουμε την παρομοίωση, ο σκοπός μου μπορεί να προσδιοριστεί λέγοντας ότι θέλησα να βάλω στα χέρια εκείνων στους οποίους πέτυχε αυτή η εγχείρηση ένα ζευγάρι γυαλιά καταρράκτη, για τη χρήση των οποίων η ίδια η εγχείρηση αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση.

Όσο, λοιπόν, κι αν ξεκινώ από όσα επέτυχε ο μεγάλος Kant, εντούτοις η σοβαρή μελέτη των έργων του με οδήγησε να ανακαλύψω σε αυτά σημαντικά σφάλματα, τα οποία έπρεπε να απομονώσω και να παρουσιάσω ως απορριπτέα, ώστε να μπορέσω να προϋποθέσω και να εφαρμόσω το αληθινό και εξαιρετικό της διδασκαλίας του καθαρό και εξαγνισμένο από αυτά.
Για να μη διακόψω όμως και συγχύσω τη δική μου έκθεση με συχνή πολεμική κατά του Kant, μετέφερα αυτήν σε ιδιαίτερο παράρτημα.
Όσο, λοιπόν, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, το έργο μου προϋποθέτει[10] τη γνωριμία με την καντιανή φιλοσοφία, τόσο προϋποθέτει και τη γνωριμία με εκείνο το παράρτημα· γι’ αυτό, από αυτή την άποψη, θα ήταν σκόπιμο να διαβαστεί πρώτα το παράρτημα, ιδίως επειδή το περιεχόμενό του συνδέεται άμεσα με το πρώτο βιβλίο του παρόντος έργου.
Από την άλλη πλευρά, από τη φύση του πράγματος δεν μπορούσε να αποφευχθεί το ότι και το παράρτημα αναφέρεται εδώ κι εκεί στο ίδιο το έργο· από αυτό δεν προκύπτει τίποτε άλλο παρά ότι και αυτό, όπως και το κύριο μέρος του έργου, πρέπει να διαβαστεί δύο φορές.


Η φιλοσοφία του Kant, λοιπόν, είναι η μόνη με την οποία προϋποτίθεται ευθέως μια εις βάθος εξοικείωση για όσα πρόκειται εδώ να εκτεθούν.
— Αν όμως ο αναγνώστης έχει επιπλέον μαθητεύσει στη σχολή του θείου Πλάτωνα, τότε θα είναι ακόμη καλύτερα προετοιμασμένος και δεκτικός για να με ακούσει.
Και αν μάλιστα έχει γίνει μέτοχος και της ευεργεσίας των Veda, των οποίων η πρόσβαση που μας άνοιξαν οι Upanischaden αποτελεί, στα μάτια μου, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που έχει να επιδείξει ο ακόμη νέος αυτός αιώνας έναντι των προηγούμενων — διότι υποθέτω ότι η επίδραση της Sanskrit-Litteratur δεν θα είναι λιγότερο βαθιά από εκείνη που υπήρξε τον 15ο αιώνα με την αναβίωση της ελληνικής — αν, λέγω, ο αναγνώστης έχει δεχθεί και έχει καταστήσει γόνιμη μέσα του τη μύηση της αρχαίας ινδικής σοφίας, τότε είναι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προετοιμασμένος να ακούσει όσα έχω να του εκθέσω.
Τότε δεν θα του φανεί, όπως σε πολλούς άλλους, κάτι ξένο ή ακόμη και εχθρικό· διότι, αν δεν ακουγόταν υπερήφανο, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι καθεμιά από τις επιμέρους και αποσπασματικές ρήσεις που συνιστούν τις Upanischaden θα μπορούσε να συναχθεί ως συμπέρασμα από τη σκέψη που έχω να μεταδώσω — αν και βεβαίως όχι και αντιστρόφως, ώστε αυτή να βρίσκεται ήδη εκεί.
— Όμως ήδη οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν τιναχθεί ανυπόμονα και έχουν ξεσπάσει στη μομφή που τόσο καιρό συγκρατούσαν με κόπο: πώς τολμώ να παρουσιάζω στο κοινό ένα βιβλίο υπό απαιτήσεις και όρους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι αλαζονικοί και εντελώς απρεπείς — και μάλιστα σε μια εποχή όπου υπάρχει τέτοιος γενικός πλούτος πρωτότυπων[11] σκέψεων, ώστε μόνο στη Γερμανία αυτές καθίστανται κάθε χρόνο κοινό κτήμα μέσω της τυπογραφίας σε τρεις χιλιάδες πλούσια, πρωτότυπα και απολύτως αναγκαία έργα, και επιπλέον σε αμέτρητα περιοδικά ή ακόμη και καθημερινές εφημερίδες;
Σε μια εποχή όπου, ιδίως από απολύτως πρωτότυπους και βαθύτατους φιλοσόφους, δεν υπάρχει η παραμικρή έλλειψη — αλλά μόνο στη Γερμανία ζουν ταυτόχρονα περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να επιδείξουν διαδοχικά ολόκληροι αιώνες; Πώς, ρωτά ο αγανακτισμένος αναγνώστης, θα μπορούσε να φτάσει κανείς στο τέλος, αν έπρεπε να καταγίνεται τόσο διεξοδικά με ένα βιβλίο;
Καθώς δεν έχω να αντιτάξω απολύτως τίποτε σε τέτοιες μομφές, ελπίζω μόνο σε κάποια ευγνωμοσύνη από αυτούς τους αναγνώστες επειδή τους προειδοποίησα εγκαίρως, ώστε να μη χάσουν ούτε μία ώρα με ένα βιβλίο του οποίου η ανάγνωση, χωρίς την εκπλήρωση των τεθειμένων όρων, δεν θα μπορούσε να αποδώσει καρπούς και συνεπώς πρέπει να εγκαταλειφθεί εντελώς — ιδίως αφού υπάρχουν πολλοί λόγοι να στοιχηματίσει κανείς ότι δεν μπορεί να τους αρέσει, αλλά ότι θα είναι πάντοτε έργο paucorum hominum (λίγων ανθρώπων) και συνεπώς οφείλει να περιμένει ήσυχα και σεμνά τους λίγους εκείνους των οποίων ο ασυνήθιστος τρόπος σκέψης θα το έβρισκε απολαυστικό.
Διότι, ακόμη και ανεξάρτητα από τις εκτενείς αναπτύξεις και την προσπάθεια που απαιτεί από τον αναγνώστη, ποιος μορφωμένος άνθρωπος της εποχής μας — της οποίας η γνώση έχει πλησιάσει το θαυμαστό εκείνο σημείο όπου το παράδοξο και το ψευδές ταυτίζονται πλήρως — θα μπορούσε να ανεχθεί να συναντά σχεδόν σε κάθε σελίδα σκέψεις που αντιφάσκουν ευθέως προς όσα ο ίδιος έχει οριστικά καθορίσει ως αληθή και βέβαια;
Και έπειτα, πόσο δυσάρεστα θα νιώσει εξαπατημένος όποιος δεν βρει εδώ καμία αναφορά σε εκείνα που θεωρεί απολύτως αναγκαίο να αναζητήσει ακριβώς εδώ, επειδή ο τρόπος της δικής του θεωρητικής ενασχόλησης συμπίπτει με εκείνον ενός ακόμη ζώντος μεγάλου φιλοσόφου¹, ο οποίος έχει γράψει αληθινά συγκινητικά βιβλία και έχει μόνο τη μικρή αδυναμία να θεωρεί όλα όσα έμαθε και ενέκρινε πριν από το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του ως έμφυτες θεμελιώδεις σκέψεις του ανθρώπινου πνεύματος.

Ποιος θα μπορούσε να τα υπομείνει όλα αυτά;

Γι’ αυτό η συμβουλή μου είναι να ξανακλείσει κανείς το βιβλίο.
Ωστόσο φοβάμαι πως ούτε έτσι θα απαλλαγώ. Ο αναγνώστης που έφτασε έως τον[12] πρόλογο, ο οποίος τον αποτρέπει, έχει αγοράσει το βιβλίο με μετρητά και ρωτά τι τον αποζημιώνει.
— Το τελευταίο μου καταφύγιο είναι τώρα να του υπενθυμίσω ότι ένα βιβλίο, ακόμη και χωρίς να το διαβάσει κανείς, ξέρει να το χρησιμοποιεί με ποικίλους τρόπους. Μπορεί, όπως τόσα άλλα, να συμπληρώσει ένα κενό της βιβλιοθήκης του, όπου, καλοδεμένο, ασφαλώς θα δείχνει ωραίο. Ή μπορεί να το τοποθετήσει στο μπουντουάρ της λόγιας φίλης του ή στο τραπεζάκι του τσαγιού. Ή τέλος μπορεί — πράγμα που ασφαλώς είναι το καλύτερο απ’ όλα και που ιδιαιτέρως συνιστώ — να το βιβλιοκρίνει.
Και έτσι, αφού επέτρεψα στον εαυτό μου αυτό το αστείο — στο οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς μια θέση μέσα σε αυτήν την καθ’ όλα διφορούμενη ζωή, όπου σχεδόν καμία σελίδα δεν είναι τόσο σοβαρή ώστε να το αποκλείει — παραδίδω τώρα το βιβλίο με ειλικρινή σοβαρότητα, με την πεποίθηση ότι αργά ή γρήγορα θα φτάσει σε εκείνους προς τους οποίους και μόνο μπορεί να απευθύνεται· και κατά τα λοιπά αποδέχομαι ήρεμα ότι και σε αυτό θα αναλογήσει πλήρως η μοίρα που πάντοτε επιφυλάχθηκε σε κάθε γνώση — και μάλιστα ακόμη περισσότερο στη σημαντικότερη —, η μοίρα της αλήθειας, στην οποία παραχωρείται μόνο μια σύντομη εορτή θριάμβου ανάμεσα σε δύο μεγάλες χρονικές περιόδους, όπου καταδικάζεται ως παράδοξη και περιφρονείται ως τετριμμένη.

Συνήθως δε η πρώτη αυτή μοίρα πλήττει και τον δημιουργό της.

— Αλλά η ζωή είναι σύντομη και η αλήθεια ενεργεί από μακριά και ζει πολύ: ας πούμε την αλήθεια.
(Γραμμένο στη Δρέσδη, Αύγουστος 1818.)[13]


Συνεχίζεται με: Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση.

Τί σημαίνει Καμπαλαρία ; – Ποιός εἶναι ὁ μικρός τῆς φωτό πού καμαρώνει μαζύ μέ τήν “ὑπερήφανη” μαμά του, ἀνάμεσα στήν καμπαλιστική κλίκα τῶν : Jef Bezos, Bill Gates, Bill Clinton καί τό ζεῦγος Jeffrey Epstein -Ghislaine Maxwell ;

 Ποιός εἶναι ὁ μικρός τῆς φωτό πού καμαρώνει μαζύ μέ τήν “ὑπερήφανη” μαμά του, ἀνάμεσα στήν καμπαλιστική κλίκα τῶν : Jef Bezos, Bill Gates, Bill Clinton καί τό ζεῦγος Jeffrey Epstein -Ghislaine Maxwell ;  

Ὁ νέος δήμαρχος τῆς Νέας Ὑόρκης πού ἐμφανίστηκε ἀπό τό πουθενά χάχαχαχαχα……………

Ἡλίθιοι ἄνθρωποι
Λάβατε αὐτό πού ψηφίσατε γιά … ἀνόητους ( ἐδῶ)

Τό ἀστεῖο μέ τόν ἰνδό νέο δήμαρχο τῆς Jew York, Zohran Mamdani εἶναι πώς ἔχει γεννηθεῖ στήν Καμπάλα τῆς Οὐγκάντα.
Ἰνδός, γεννημένος στήν Καμπάλα μέ ὑπηκοότητα Οὐγκάντας καί ἐν τέλει ΗΠΑ . Ὤ ναί, αὐτό πού ἐκφράζει τούς παγκοσμιοποιητές τῆς Καμπάλ .

Ἔχει κι᾿ἄλλες φωτό μέ τήν ἀγαπημένη (ἀπό κάθε ἄποψιν) παρέα του ὁ μικρός πού εἶχε …προορισμό…

Ὁ Κλίντον μέ τά ξυρισμένα πόδια, στήν … φυσική του θέση . Και ὁ μικρός ἰνδός στήν μέγγενη τῆς Μάξγουελ… ( ἐδῶ)

Καμπαλαρία, λέμε !

Καί τί σημαίνει Καμπαλαρία ;

Ἀκριβῶς ὅτι καί τό Epstein = Δύση

Καί ὅπου Δύση βᾶλτε ἑβραϊκό κατασκεύασμα μέ τούς εἰδικῶς ἐπιλεγμένους τους στήν κορυφή …

Εὐχαριστοῦμε τήν Ἀγγελική γιά τίς φωτό

Ἡ Πελασγική

Οι συνέπειες της ακύρωσης του διεθνούς δικαίου

Enrico Tomaselli

Οι συνέπειες της ακύρωσης του διεθνούς δικαίου


Πηγή: Red Jackets

Η μονομερής διαγραφή του διεθνούς δικαίου, ακόμη και στην περιορισμένη επίσημη μορφή του, είναι προφανώς κάτι με εκτεταμένες επιπτώσεις και θα χρειαστεί αρκετός χρόνος πριν επιλυθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι αρκετά σαφές, για παράδειγμα, ότι ορισμένοι κανόνες, επειδή ανέκαθεν τηρούνταν από όλους, δεν απαιτούσαν ποτέ καν συζήτηση για το πώς να αντιδράσει κανείς σε περίπτωση παραβίασής τους. Απλώς σκεφτείτε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Ουσιαστικά, καμία χώρα -εκτός αν βρισκόταν σε μια de facto εμπόλεμη κατάσταση- δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να επιβιβαστεί και να κατασχέσει πλοία σε διεθνή ύδατα, και επιπλέον, βάσει εσωτερικών πολιτικών αποφάσεων και χωρίς καμία έγκριση από έναν υπερεθνικό φορέα όπως ο ΟΗΕ. Επομένως, αυτή θεωρούνταν ασφαλής ζώνη, που δεν απαιτούσε προληπτικά μέτρα. Η πειρατεία, εν ολίγοις, περιοριζόταν στις συμμορίες Σομαλών πειρατών στον Κόλπο του Άντεν. Αλλά τη στιγμή που γίνεται η πρακτική ενός μόνο κράτους, ειδικά μιας μεγάλης ναυτικής δύναμης, είναι σαφές ότι αυτό αλλάζει ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού και θέτει σε δύσκολη θέση τους άλλους. Αυτό εξηγεί γιατί η Ρωσία δεν έχει ακόμη ορίσει ένα πρωτόκολλο συμπεριφοράς σε αυτό το θέμα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάσχουν με χαρά πλοία που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο. Και σαφώς, δεν πρόκειται μόνο για ένα πρακτικό ζήτημα, ας πούμε, ένοπλης συνοδείας επί του πλοίου ή στη θάλασσα, αλλά πάνω απ' όλα για ένα πολιτικό ζήτημα, για το πώς να τοποθετηθεί κανείς σε σχέση με το πρόβλημα. Και προφανώς, η μετάβαση από ένα σύνολο κοινών και σεβαστών κανόνων σε μια κατάσταση όπου μόνο η ισχύς μετράει εγείρει μια σειρά από ευρέα ερωτήματα, ξεκινώντας από το θεμελιώδες: εάν μια μεγάλη δύναμη καταργήσει τους κανόνες, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει την προκύπτουσα κατάσταση παραμένοντας εντός των κανόνων ή είναι απαραίτητο να αποκλίνει συμμετρικά η ίδια από αυτούς; Και ποιο θα ήταν το κόστος, σε αυτή την περίπτωση;
Εξίσου προφανώς, μια άλλη συνέπεια της απόρριψης διεθνώς καθιερωμένων κανόνων είναι η de facto πιστοποίηση της ατιμωρησίας.
Όχι ότι υπήρξε ποτέ αποτελεσματική και επαρκής ποινική δίωξη για εκείνους -ακόμα και μεμονωμένα άτομα- που διέπραξαν παραβιάσεις, ακόμη και σοβαρές, του διεθνούς δικαίου. Πράγματι, αυτό ήταν πάντα ένα περαιτέρω μέσο δυτικής κυριαρχίας στον παγκόσμιο Νότο, και σε κάθε περίπτωση «ιεραρχίας» μεταξύ κρατών. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την τραγωδία του Cermis, όταν ένα αμερικανικό Grumman EA-6B Prowler, εκτελώντας απερίσκεπτους ελιγμούς για πλάκα, έκοψε τα καλώδια του τελεφερίκ, σκοτώνοντας 20 άτομα. Σύμφωνα με τη Συμφωνία για το Καθεστώς των Δυνάμεων, η δικαιοδοσία αφαιρέθηκε από την Ιταλία και οι πιλότοι δικάστηκαν στις ΗΠΑ: αθωώθηκαν στην πρώτη περίπτωση για φόνο, καταδικάστηκαν κατ' έφεση για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης (είχαν καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία ότι παραβίαζαν τους κανονισμούς πτήσης), εκτίοντας μόνο λίγους μήνες. Ή τη σφαγή στο My Lai στο Βιετνάμ, όταν μια ομάδα Αμερικανών στρατιωτών σκότωσε πάνω από 500 πολίτες -γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά- σε πολυάριθμους ομαδικούς βιασμούς. Από όλους τους εμπλεκόμενους στρατιώτες, δικάστηκε μόνο ο Υπολοχαγός William Calley. Καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη, αφέθηκε ελεύθερος μετά από μόλις τρεισήμισι χρόνια κατ' οίκον περιορισμό.
Αλλά η διάρρηξη αυτού του εύθραυστου δεσμού που έδενε τις Ηνωμένες Πολιτείες με τουλάχιστον τυπική συμμόρφωση με τους κανόνες αλλάζει ριζικά τα πράγματα και από αυτή την άποψη. Πιστεύει κανείς ότι θα υπάρξει ποτέ δίκη για τους δεκάδες φερόμενους ως διακινητές που σκοτώθηκαν από τις αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις στην Καραϊβική; Δολοφονίες χωρίς να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία -ούτε πριν ούτε μετά- και χωρίς δίκη; Προφανώς όχι. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δείξει σαφώς την πρόθεσή τους να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο, επιβάλλοντας ακόμη και κυρώσεις κατά των δικαστών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου επειδή τόλμησαν να απαγγείλουν κατηγορίες σε Αμερικανούς στρατιώτες για εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν στο Αφγανιστάν, και κατά των Ισραηλινών πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών για τη γενοκτονία στη Γάζα.
Φαίνεται σαφές ότι αυτό θέτει την ανθρωπότητα σε ένα σταυροδρόμι: είτε να αποδεχτούν την ατιμωρησία, και επομένως την de facto ελευθερία για ορισμένους να διαπράξουν οποιοδήποτε έγκλημα χωρίς να υποστούν τις συνέπειες. Ή, όπως με τους Ναζί εγκληματίες, να πάνε να τους πάρουν από τα σπίτια τους και να τους οδηγήσουν σε δίκη. Δεν είναι μικρή επιλογή, αλλά δεν μπορεί να αποφευχθεί.

Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας

Luigi Copertino - 26 Φεβρουαρίου 2026

Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας

Πηγή: domus-europa

Η πρόσφατη είδηση ​​της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που ακύρωσε την δασμολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, και η έντονη αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος εξέδωσε αμέσως εκτελεστικό διάταγμα για να επιβεβαιώσει και να ενισχύσει τις πολιτικές του, ανέδειξαν όχι μόνο τη σύγκρουση μεταξύ πολιτικής και δικαστικής εξουσίας, αλλά και την ίδια την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας όπως την ξέρουμε. Και στην Ιταλία, βλέπουμε την ίδια σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας σε καθημερινή βάση, εδώ και αρκετό καιρό. Η συνταγματική μεταρρύθμιση της σημερινής κυβέρνησης, για την οποία θα διεξαχθεί σύντομα δημοψήφισμα, αποτελεί ένα ακόμη σημάδι ενός φαινομένου που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες: τον συγκεντρωτισμό της λήψης αποφάσεων στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας, εις βάρος των κοινοβουλίων και οποιουδήποτε άλλου θεσμικού αντίβαρου.

Πράγματι, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά σχεδόν παντού, τα κοινοβούλια δεν νομοθετούν πλέον, αναθέτοντας αυτό το βάρος στην εκτελεστική εξουσία. Στην Ιταλία, εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια, προχωράμε με νομοθετικά διατάγματα και νομοθετικά διατάγματα, ενώ οι νόμοι που θεσπίζονται από το κοινοβούλιο είναι αρκετά σπάνιοι. Για να μην αναφέρουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία γεννήθηκε με μια θεσμική αρχιτεκτονική στην οποία το κοινοβούλιο δεν έχει σχεδόν καμία βαρύτητα και όλα βρίσκονται στα χέρια της Επιτροπής, της εκτελεστικής εξουσίας. Ο Μοντεσκιέ φαίνεται να έχει βγει εκτός μόδας, ενώ η Σμιτιανή απόδαση λύσης (ντεσιτζιονισμός) θριαμβεύει, αλλά χωρίς τα φιλοσοφικά και πολιτικά θεμέλια που, σύμφωνα με τον μεγάλο Γερμανό νομικό, θα έπρεπε να τον δικαιολογούν.

Ο Συντηρητικός Ρόλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ

Η σύγκρουση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Ένα επεισόδιο παρόμοιο με αυτό που αντιμετώπισε ο Τραμπ συνέβη τη δεκαετία του 1930, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις κατευθυνόμενες και οικονομικά παρεμβατικές πολιτικές του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ, ευνουχίζοντας τις πιο ριζοσπαστικές εξελίξεις τους σε καιρό ειρήνης. Τέτοιες εξελίξεις στη συνέχεια συνέβησαν μόνο σε καιρό πολέμου, μέσω του λεγόμενου «στρατιωτικού κεϋνσιανισμού». Το Ανώτατο Δικαστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες έπαιζε πάντα συντηρητικό ρόλο, φυλάσσοντας τους φιλελεύθερους και τους ακρογωνιαίους λίθους της ελεύθερης αγοράς του αμερικανικού μοντέλου. Δεν έχει μεγάλη διαφορά αν τα μέλη του, όπως συμβαίνει σήμερα, είναι συντηρητικά ή φιλελεύθερα. Ο προσανατολισμός στη διατήρηση του ατομικισμού, ως ακρογωνιαίου λίθου του αμερικανικού συστήματος, είναι ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις. η μόνη διαφορά είναι η εξωτερική εμφάνιση, λίγο πιο συντηρητική ή λίγο πιο προοδευτική ανάλογα με τη στιγμή. Αλλά όταν πρόκειται για την επαναβεβαίωση της ατομικιστικής αρχής, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός Ρεπουμπλικανικού ή Δημοκρατικού Δικαστηρίου πλειοψηφίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, σήμερα όπως και τη δεκαετία του 1930, έχει αποδειχθεί ανίκανο να κατανοήσει την πραγματική δυναμική που επικρατεί, παραμένοντας προσκολλημένο σε μια αφηρημένη αντίληψη αρχών. Ο συντηρητισμός του το παρουσιάζει ως έναν φουσκωμένο θεματοφύλακα της συμβατικής, ατομικιστικής έννομης τάξης, η οποία σήμερα φαίνεται να υποκύπτει σε μετασχηματιστικές πιέσεις προς την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, επιζήμιες για την ατομική ελευθερία. Αργότερα θα συζητήσουμε τα συμφέροντα που εξυπηρετεί αυτός ο μετασχηματισμός.

Αυτό δεν αποτελεί υπεράσπιση του Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου οι πολιτικές είναι απολύτως αποκρουστικές, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της Μέσης Ανατολής. Είναι απλώς μια σημείωση ότι υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ των οικονομικών πολιτικών του και του Ρούσβελτ, δεδομένου ότι ο κεϋνσιανισμός του Ρούσβελτ, στο πλαίσιο της μεγάλης κρίσης της δεκαετίας του 1930, ήταν επίσης εγωκεντρικός. «Αυταρχικός», για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα της εποχής.

Η πολιτική του Ρούσβελτ απαιτούσε επίσης την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, με στόχο την επιβολή της πολιτικής υπεροχής του κράτους στις απρόθυμες καπιταλιστικές δυνάμεις. Αυτό θα εξασφάλιζε τόσο την κοινωνική συνοχή του έθνους, απορροφώντας έτσι την μαζική ανεργία που προκαλείται από μια ελεύθερη και μη ρυθμιζόμενη αγορά, όσο και την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας ως εργαλείου τόσο για να πειστούν οι επιχειρήσεις να υποκύψουν σε μεγαλύτερη αναδιανομή του πλούτου υπέρ της εργασίας, όσο και για να ενσωματωθεί η εργασία στο έθνος μέσω διευρυμένων δικαιωμάτων, ακόμη και εντός των εταιρειών. Όπου επικρατεί η εγχώρια ζήτηση, καθίσταται αναπόφευκτο για τις επιχειρήσεις να αποδεχτούν αυξήσεις μισθών για να την υποστηρίξουν, και, αντίστροφα, να περιορίσουν την έμφυτη επιθυμία του κεφαλαίου για απεριόριστη επέκταση, οδηγώντας το να παράγει αποκλειστικά για εξαγωγές (λίγη αποανάπτυξη είναι πάντα καλή για την πνευματική υγεία του ανθρώπου).

Ο Τραμπ, μέσω δασμών, προσπαθεί να προσελκύσει επενδύσεις πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το κάνει εις βάρος της Ευρώπης. Η άρχουσα τάξη μας, εκπαιδευμένη στο δογματικό ελεύθερο εμπόριο, δεν έχει καταλάβει ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι να παραπονιόμαστε, με το καπέλο στο χέρι, να παρακαλούμε τον παλιό αφέντη για έλεος, επιβεβαιώνοντας έτσι την υποταγή μας. Αντίθετα, πρέπει να περιλαμβάνει την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής οικονομίας σύμφωνα με τα πρότυπα του ηπειρωτικού εγωκεντρισμού. Αυτό, στην πραγματικότητα, είναι κάτι που οι ηγέτες της ΕΕ δεν θέλουν, τόσο επειδή θα έθετε υπό αμφισβήτηση τριάντα χρόνια συγκράτησης των μισθών στην ελεύθερη αγορά εντός του πλαισίου ελεύθερου εμπορίου της κυριαρχίας των εξαγωγών, που έχει σχεδιαστεί για να μειώσει το κόστος των προϊόντων μας και να τα καταστήσει ανταγωνιστικά, όσο και επειδή θα τους ανάγκαζε να ανοίξουν ξανά έναν διάλογο με τη Ρωσία για την προμήθεια ενεργειακών πόρων χαμηλού κόστους.

Αλλά οι ομοιότητες μεταξύ του Ρούσβελτ της δεκαετίας του 1930 και του Τραμπ του σήμερα σταματούν εκεί, επειδή το ιστορικό σενάριο είναι πολύ διαφορετικό και η παγκοσμιοποίηση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 έχει αφήσει το στίγμα της, επομένως αντί να εγκαταλειφθεί, μάλλον επανερμηνεύεται από τον Τραμπισμό και από τον συντηρητικό κυρίαρχο χαρακτήρα γενικότερα (διαφορετικό από τον κοινωνικό και λαϊκό που εκφράζεται από πολιτικές δυνάμεις που σήμερα αποτελούν απόλυτη μειοψηφία, όπως στην Ιταλία από τα κόμματα του Μάρκο Ρίτσο και του Τζάνι Αλεμάνο).

Αυτό το ιστορικό μάθημα που οι δημοκρατίες έμαθαν και μετά ξέχασαν

Ο Καρλ Σμιτ, σε ένα φυλλάδιο που γράφτηκε τα τελευταία χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά δημοσιεύτηκε μόλις το 1950, ασχολήθηκε με την κρίση της ευρωπαϊκής νομολογίας τονίζοντας, ήδη από τότε, το φαινόμενο της «μηχανοποίησης» της παραγωγής δικαίου (1) . Αυτός – στην αγωνιώδη προσπάθειά του να θυμηθεί τις αρχές του πολιτισμού και τις νομικές κατακτήσεις, στις οποίες μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχε συμβάλει αλόγιστα στην υποβολή σε κριτική – αναρωτήθηκε τώρα τι θα απογινόταν το δίκαιο στην εποχή της κυριαρχίας της τεχνολογίας, στην οποία η παραγωγή νομοθεσίας ανταποκρίνεται σε ανάγκες εξωτερικές προς τη δημόσια σφαίρα, και ποια μοίρα θα επιφυλασσόταν, σε αυτό το πλαίσιο, στην Ευρώπη, το λίκνο και τον μοναδικό κληρονόμο της χιλιόχρονης ρωμαϊκής και χριστιανικής νομικής παράδοσης. Σήμερα έχουμε την απάντηση μπροστά μας. Και είναι μια τρομακτική απάντηση επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με το μηδενιστικό αποτέλεσμα του δυτικού ορθολογισμού.

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ο Σμιτ είχε παρατηρήσει μια ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας παντού. Όχι μόνο στα φασιστικά κράτη, τα οποία αποτελούσαν την ισχυρότερη και πιο συνεκτική απάντηση στις πολιτικές και κοινωνικές ελλείψεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας της εποχής του, αλλά και στις δημοκρατίες. Ο Σμιτ ήταν ένας έντονος μάρτυρας και οξυδερκής παρατηρητής της αδυναμίας της φιλελεύθερης δημοκρατίας να διασφαλίσει την ταχύτητα λήψης πολιτικών αποφάσεων που καθίσταται ολοένα και πιο απαραίτητη από τη δυναμική του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και της μαζικής πολιτικής που εγκαινιάστηκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σμιτ, το 1943, τη χρονιά που έγραψε το προαναφερθέν βιβλίο, επανεξέτασε τα αποτελέσματα της ντεσιτζιονιστικής του προσέγγισης υπό το φως της τραγωδίας του Παγκοσμίου Πολέμου.

Η άνοδος του Ρούσβελτιανού κεϋνσιανισμού στην Αμερική – τον ​​οποίο οι ιστορικοί αργότερα θα όριζαν ως τη μέγιστη δόση φασισμού που μπορεί να απορροφηθεί σε μια δυτική δημοκρατική κοινωνία όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες – κατέδειξε την υπόθεση του Σμιτ, ο οποίος από την πλευρά του επικεντρώθηκε μάλλον στο ευρωπαϊκό σενάριο της Ιταλίας και της Γερμανίας, σχετικά με την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας λόγω των ασταμάτητων απαιτήσεων λήψης αποφάσεων που επιβάλλει ο εκσυγχρονισμός.

Ωστόσο, δεδομένου ότι στην ιστορία, εκτός από τις ρήξεις, συχνά μόνο φαινομενικές ή επιφανειακές, υπάρχουν και γραμμές συνέχειας, η αποκατεστημένη φιλελεύθερη δημοκρατία της μεταπολεμικής περιόδου είχε μάθει τα μαθήματα των χρόνων του μεσοπολέμου και, ως εκ τούτου, είχε εξοπλιστεί με έναν ρυθμιστικό και οικονομικό μηχανισμό διακυβέρνησης που, χωρίς να το λέει ανοιχτά, τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη, ανέκτησε ακριβώς τις λύσεις που επινοήθηκαν στα φασιστικά κράτη για την αντιμετώπιση της κρίσης της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς και της ανάγκης διακυβέρνησης μιας μαζικής κοινωνίας χωρίς να ενδίδουμε σε αυταπάτες τύπου Μπενεντέτο Κρότσε για μια απλή επιστροφή στον παλιό ελιτίστικο φιλελευθερισμό του δέκατου ένατου αιώνα.

Η ισχυρή, φασιστικής έμπνευσης παρουσία του κράτους στην οικονομία δεν απορρίφθηκε αλλά εκδημοκρατικοποιήθηκε. Οι διαταξικές κοινωνικές πολιτικές και η συνδικαλιστική οργάνωση δεν εγκαταλείφθηκαν, αλλά μάλλον, αν και όχι χωρίς εντάσεις, βελτιστοποιήθηκαν με πολύ ευνοϊκά αποτελέσματα για την εργασία, χωρίς ωστόσο να περιέλθουν στον κομμουνισμό. Μέτρα που αποσκοπούσαν στη σύνδεση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την πραγματική οικονομία και στην υποταγή του στις κρατικές οικονομικές πολιτικές - όπως ο Τραπεζικός Νόμος του 1936 στην Ιταλία ή ο Νόμος Glass-Steagall του 1933 στις Ηνωμένες Πολιτείες - διατηρήθηκαν και επεκτάθηκαν. Με άλλα λόγια, οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες, κατά τη διάρκεια αυτού που έχει ονομαστεί περίοδος του «κεϋνσιανού συμβιβασμού», απλώς εκδημοκρατικοποίησαν την φασιστική απάντηση, όσον αφορά την έναρξη του κράτους πρόνοιας και του επιχειρηματικού πνεύματος, στην κρίση του φιλελευθερισμού, και έτσι εξασφάλισαν δεκαετίες οικονομικής ανάπτυξης και προώθησης των εργασιακών δικαιωμάτων.

Αυτό συνέβη σε ένα πλαίσιο μέτριας ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς ο κοινοβουλευτισμός - σκεφτείτε την Γκωλική Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, αλλά και τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η σφαίρα εξουσίας του Προέδρου αυξήθηκε - αναδιαμορφώθηκε χωρίς, ωστόσο, να εξαλειφθούν πλήρως οι θεσμικοί έλεγχοι και οι ισορροπίες που χαρακτηρίζουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Μόνο στην Ιταλία η εκτελεστική εξουσία αποδυναμώθηκε φαινομενικά στο συνταγματικό πλαίσιο του 1948 ως απάντηση στον προηγούμενο φασιστικό αυταρχισμό. Αλλά στην πραγματικότητα, ακόμη και στη χώρα μας, η ιδιαίτερη ιστορική διαμόρφωση της μεταπολεμικής περιόδου, με τα δύο μεγάλα μαζικά κόμματα που υποστήριζαν την αρχιτεκτονική του συστήματος - τους Χριστιανοδημοκράτες και το Κομμουνιστικό Κόμμα (το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι θα προσχωρούσε αργότερα, πυροδοτώντας, όχι τυχαία, την κρίση της Πρώτης Δημοκρατίας) - επέβαλε μια διακομματική συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης σχετικά με τις κύριες γραμμές της μεταρρυθμιστικής οικονομικής πολιτικής, αντικαθιστώντας έτσι τον προεδρικό ντεσιτζιονισμό που κέρδιζε έδαφος αλλού και του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η ομοφωνία στο κοινοβούλιο, αν και χωρίς να διώκει την αντιπολίτευση.

Τώρα, ξεκινώντας από τη νεοφιλελεύθερη μετατόπιση του Ρίγκαν και της Θάτσερ, η δυναμική της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η οποία μετέτρεπε τον καπιταλισμό από παραγωγικό σε χρηματοοικονομικό, κυριαρχούμενο από την χρηματιστηριακή αγορά και την ανωνυμία που επέτρεπε, και η άφιξη νέων ψηφιακών και κυβερνητικών τεχνολογιών έχουν υπερνικήσει την αποτελεσματικότητα των αυτοκεντρικών και μετριοπαθώς κατευθυνόμενων πολιτικών των δυτικών δημοκρατικών κρατών. Αυτό συνέβαινε στη Δύση, ενώ αλλού - στη Ρωσία και την Κίνα, και γενικά στις λεγόμενες χώρες BRICS - γίναμε μάρτυρες, μετά το 1989 και το απατηλό «τέλος της ιστορίας», της έκρηξης της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της ενίσχυσης των εκτελεστικών εξουσιών, αλλά χωρίς τις εγγυήσεις της ατομικής ελευθερίας που είναι χαρακτηριστικές της Δύσης, αντί για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η πεποίθηση των απλοϊκών φιλελεύθερων ότι η εισαγωγή μιας οικονομίας της αγοράς σε αυτές τις χώρες θα οδηγούσε στη φιλελεύθερη δημοκρατία - μια πολύ μαρξιστική πεποίθηση, καθώς αποδίδει τους μετασχηματισμούς της υποτιθέμενης πολιτικής και πολιτιστικής υπερδομής στην υποτιθέμενη οικονομική δομή - αποδείχθηκε αστείο.

Ο ντεσιτζιονισμός στην εποχή της αναμόρφωσης της παγκοσμιοποίησης

Η διάλυση του «κεϋνσιανού συμβιβασμού» οδήγησε σε μια υποχώρηση των κοινωνικών κερδών στη Δύση, καθώς και στην εξαθλίωση της μεσαίας τάξης και της εργατικής τάξης, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτούς. Ολόκληρη η διοικητική δομή, που αποσκοπούσε στην «κοινωνικοποίηση» του καπιταλισμού χωρίς να τον εξαλείψει και στην επιβολή κανόνων στα χρηματοοικονομικά για την ενίσχυση της εθνικής συνοχής (σκεφτείτε τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων που ασκούσαν κάποτε τα κράτη), μια κληρονομιά του φασισμού που οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της εποχής αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν διατηρήσει σοφά, εγκαταλείφθηκε στο όνομα των αυθόρμητων θεραπευτικών αρετών της αγοράς, η οποία, με την παγκοσμιοποίηση, υποτίθεται ότι εγγυόταν την ευτυχία, την ευημερία, την ευημερία και την παγκόσμια ειρήνη. Στην πραγματικότητα, η παγκοσμιοποίηση έχει διευρύνει ολοένα και περισσότερο την κοινωνική πόλωση, αυξάνοντας τον πλούτο των πλουσίων και φτωχοποιώντας τον λαό. Σε απάντηση, έχει οδηγήσει στην έκρηξη του λαϊκισμού και του κυρίαρχου κράτους.

Οι μάζες, αντιμέτωπες με μια φιλελεύθερη δημοκρατία που δεν ήταν πλέον ικανή να εγγυηθεί την κοινωνική ασφάλεια και μια αξιοπρεπή και ανθρώπινη ζωή για το μέλλον, στράφηκαν ενστικτωδώς σε εκείνους που αναβίωσαν το σύνθημα της ταυτότητας, ζητώντας ισχυρές κυβερνήσεις ικανές να χαλιναγωγήσουν την καταπιεστική αλαζονεία του υπερεθνικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Αρχικά, στράφηκαν σε ορισμένους φιλελεύθερους πολιτικούς, όπως ο δικός μας Μπερλουσκόνι, ο οποίος υποσχέθηκε εκατομμύρια θέσεις εργασίας μέσω ευρύτερης απελευθέρωσης. Στη συνέχεια, στα είκοσι χρόνια που ξεκίνησαν με τη δεύτερη δεκαετία αυτού του αιώνα, γίναμε μάρτυρες της εμφάνισης γνήσιων λαϊκισμών τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά, μερικές φορές ακόμη και της εγκάρσιας σύγκλισής τους. Αμφισβήτησαν κυρίως τη νεοφιλελεύθερη αριστερά, η οποία είχε υποκύψει στις σειρήνες του Ρίγκαν και της Θάτσερ, αλλά χωρίς να λυπηθούν τη φιλελεύθερο-συντηρητική δεξιά.

Ωστόσο, ειδικά ως αποτέλεσμα των κρίσεων —από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν έως τον ρωσοουκρανικό πόλεμο— που πυροδοτήθηκαν από νεοσυντηρητικές ψευδαισθήσεις των αρχών της δεκαετίας του 2000, με στόχο τον οραματισμό ενός «νέου αμερικανικού αιώνα», οι δεξιοί λαϊκισμοί φαίνεται να επικρατούν σήμερα. Ο Τραμπισμός, από ορισμένες απόψεις, μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτούς. Η ενίσχυση των εκτελεστικών εξουσιών, που αποσκοπεί στον εξοπλισμό της κυβέρνησης με τα εργαλεία λήψης αποφάσεων για τη διακυβέρνηση της οικονομίας, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο και δεν είναι τυχαίο ότι αποτελεί βασικό στόχο αυτών των λαϊκισμών. Κατά την άποψή τους, η εκτελεστική εξουσία πρέπει να έχει ευρύ πεδίο δράσης για να υπερασπίζεται τον λαό από τις υπερεθνικές δυνάμεις.

Αυτή είναι η πολιτική φιλοσοφία στην οποία αναφέρονται οι δεξιοί λαϊκιστές κυρίαρχοι ηγεμόνες και η οποία, όπως αναφέρθηκε, θα μπορούσε ακόμη και να ανιχνευθεί στους μεγάλους στοχαστές του 20ού αιώνα. Αλλά -και εδώ είναι το πρόβλημα!- το τρέχον πλαίσιο είναι πολύ διαφορετικό από αυτό του περασμένου αιώνα. Αν τον 20ό αιώνα, τόσο πριν όσο και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έλαβε χώρα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους, που ήταν ακόμα ζωντανό και καλά στην υγεία του, δηλαδή, στην κρατική φάση της νεωτερικότητας και στο πλαίσιο μιας διεθνούς τάξης, όπως αυτή του Bretton Woods (ή, τουλάχιστον εν μέρει, αυτή της «Νέας Ευρωπαϊκής Τάξης» που οραματίστηκε ο Άξονας), μεταξύ κυρίαρχων κρατών για εμπόριο που ρυθμιζόταν από συμμετρικούς μηχανισμούς προσαρμογής που εγγυώνταν όλα τα μέλη του συστήματος από τις ανισορροπίες που είναι εγγενείς στο ανεξέλεγκτο ελεύθερο εμπόριο, στην εφαρμογή πολιτικών που αποσκοπούσαν στη διατήρηση του κεφαλαίου εντός της εθνικής επικράτειας και στον περιορισμό του κερδοσκοπικού χρηματιστηριακού καπιταλισμού, αντίθετα σήμερα, μετά την παγκοσμιοποίηση, το σενάριο δεν προβλέπει πλέον εγωκεντρικές εθνικές οικονομίες, αλλά έναν παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό που απαιτεί την εξάλειψη όλων όσων θα μπορούσαν να τον διαταράξουν.

Υπό αυτή την έννοια, ο Τραμπισμός, όπως και άλλοι δεξιοί κυρίαρχοι θεσμοί, παρά τις δασμολογικές του πολιτικές, δεν υποστηρίζει την επαναβεβαίωση της κρατικής κυριαρχίας, αλλά μάλλον ορισμένους τομείς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι οποίοι βρίσκονται σε σύγκρουση με άλλους τομείς που συνδέονται στενότερα με τον φιλελεύθερο ή προοδευτικό κόσμο. Αυτό συμβαίνει επειδή το κράτος, στο παγκόσμιο πλαίσιο, ακόμη και στο τρέχον αναδιαμορφωμένο, υποτάσσεται στο διεθνικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Έτσι, τα ισχυρότερα στελέχη αναπόφευκτα γίνονται όργανα αυτού του παγκόσμιου κεφαλαίου, παρόμοια με την μαρξιστική «επιτροπή επιχειρήσεων».

Ο Μαρξ πίστευε ότι στο αστικό κράτος, η κυβέρνηση ήταν απλώς ο εκτελεστής της θέλησης της άρχουσας τάξης. Ωστόσο, έκανε λάθος για την εποχή του, επειδή, αντίθετα, στην εποχή του, η ίδια η ανάγκη διαφύλαξης της εθνικής συνοχής ώθησε τα κράτη, ακόμη και τα αστικά, να υιοθετήσουν κατευθυνόμενες πολιτικές που επιβλήθηκαν στις κοσμοπολίτικες τάσεις του καπιταλισμού, όπως θα γινόταν πιο εμφανές στον εικοστό αιώνα. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει άφθονους λόγους για το παρόν μας. Ένας άνθρωπος όπως ο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος τώρα ηγείται της Γερμανίας, προέρχεται, όχι τυχαία, από τη διοίκηση της Black Rock, του πολυεθνικού επενδυτικού ταμείου που, μαζί με την Vanguard και την State Street, ελέγχει, μέσω των μετοχών του, όλες τις μεγάλες πολυεθνικές του κόσμου και, επομένως, την παγκόσμια οικονομία. Οι πολυεθνικές που ελέγχονται από την Black Rock δραστηριοποιούνται επίσης στη Ρωσία, την Κίνα και τις χώρες BRICS, όπου, ωστόσο, αντιμετωπίζουν τουλάχιστον ορισμένους πολιτικούς περιορισμούς δεδομένης της αυταρχικής φύσης αυτών των χωρών, όπου οι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν ισότιμα ​​τις οικονομικές δυνάμεις, αντί να βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση όπως στη Δύση.

Οι ηγέτες αυτής της συντηρητικής επιχειρηματικής κυριαρχίας - από τον Τραμπ μέχρι τον Μιλέι, από τον Μερτζ μέχρι τον Μπολσονάρο, από τον Έλον Μασκ μέχρι τον Πίτερ Θιλ - είναι στην πραγματικότητα η δεξιά πτέρυγα, σε αντίθεση με την «εργατική» και φιλελεύθερη αριστερά, της δυναμικής της παγκοσμιοποίησης σε αυτή τη φάση στην οποία ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός αναδιαμορφώνει την παγκόσμια ηγεμονική του ατζέντα και απαιτεί όχι τόσο ατομική ελευθερία όσο ισχυρά στελέχη ικανά να επιβάλουν πολιτικές για να περιορίσουν τη λαϊκή βούληση, η οποία αντ' αυτού απαιτεί την αναδιανομή του εθνικού πλούτου και να ευνοήσει τη διεθνική συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στο όνομα μιας «εθνικής πρωτοκαθεδρίας» που παίζεται ως άσκηση ηγεμονίας, για άλλη μια φορά, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αυτό είναι το νόημα του «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ, του οποίου η ηχώ μεταξύ των υποτελών των Ηνωμένων Πολιτειών, που λαθραία παρουσιάζεται ως «πατριωτισμός» με τη σειρά του ιταλικός, γαλλικός, αγγλικός, γερμανικός, ακόμη και ευρωπαϊκός, είναι απλώς ένα σημάδι της υποταγής τους.

Ο Τραμπ δεν είναι ο Περόν και δεν είναι ο Μουσολίνι, όπως ακριβώς δεν είναι ο Ρούσβελτ, ο οποίος θαύμαζε τις κοινωνικές πολιτικές του Μουσολίνι. Όποιος πιστεύει ότι είναι δυνατόν να υλοποιηθεί ένα κοινωνικό όραμα για την πατρίδα, ένα όραμα που ενώνει την ταυτότητα και την κοινωνικότητα, σε ένα κοινοτικό όραμα ανοιχτό στην προοπτική μιας Ευρώπης που έχει τις ρίζες του στην πολλαπλή αλλά διακριτικά χριστιανική της ταυτότητα - η οποία είναι εντελώς διαφορετική από την Ευρωπαϊκή Ένωση - πρέπει να αναγνωρίσει την απάτη που αντιπροσωπεύει ο σημερινός δεξιός κυρίαρχος, ένα εργαλείο κοσμοπολίτικης χρηματοδότησης, το οποίο χρησιμοποιεί ευγενείς απαιτήσεις, όπως ο πατριωτισμός και η ιστορικο-πολιτιστική ταυτότητα των εθνών, για να προωθήσει τους στόχους των ισραηλινο-αμερικανικών κύκλων που καθοδηγούν επί του παρόντος τις παγκόσμιες γεωπολιτικές διαδικασίες αναδιοργάνωσης της μεταχριστιανικής Δύσης. Ο Έπσταϊν αναδύθηκε επίσης από αυτούς τους κύκλους.

Λουίτζι Κοπερτίνο

Ο Έπσταϊν είναι νεκρός, ζήτω ο Έπσταϊν

από τη Σόνια Σαβιόλι - 26 Φεβρουαρίου 2026

Ο Έπσταϊν είναι νεκρός, ζήτω ο Έπσταϊν

Πηγή: Σόνια Σαβιόλι

Ή, τουλάχιστον, ζήτω τα έγγραφα που γίνονται δημόσια και που διαδίδουν τη δυσοσμία της αποσύνθεσης από τα σάπια εντόσθια ενός ολόκληρου συστήματος σε όλο τον κόσμο.

Μέχρι τώρα, όλη αυτή η σήψη παρέμενε κλειστή και κρυμμένη, σαν σε ένα αεροστεγές κρύο δωμάτιο, χάρη στην ανοχή, τη συνενοχή, την αδιαφορία, τον φόβο, τη δυσπιστία και την άνοια των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι το «σύστημα Έπσταϊν» συνδεόταν με τις μυστικές υπηρεσίες, με εκείνους που εργάζονται για αυτό που ονομάζεται «βαθύ κράτος»: ομάδες εξουσίας των ΗΠΑ που αποτελούνται από μεγαλομανείς παρανοϊκούς αλλά υποστηρίζονται και χρηματοδοτούνται από τον παγκόσμιο καπιταλισμό.

Οι ίδιοι άνθρωποι που έχουν σχεδιάσει και συνεχίζουν να σχεδιάζουν πολέμους, πραξικοπήματα και τρομοκρατικές ενέργειες· οι ίδιοι άνθρωποι που δημιουργούν και πληρώνουν στρατούς αδίστακτων στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο... Εν ολίγοις, είναι σαφές ότι η εκμετάλλευση των σεξουαλικών διαστροφών υπουργών, προέδρων, σεΐχηδων και διευθύνοντων συμβούλων πολυεθνικών, η συλλογή και η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων για τα εγκλήματά τους εναντίον ανήλικων κοριτσιών, είχε ως στόχο να τους κρατήσει υπό έλεγχο και να τους εκβιάσει, εάν χρειαστεί.

Ο Έπσταϊν ήταν ταυτόχρονα μαριονέτα και μαριονετίστας σε αυτό το γαϊτανάκι τρόμου. Πλήρωσε με τη ζωή του όχι για τα εγκλήματά του αλλά για την αφέλειά του: πιστεύοντας ότι οι ισχυροί φίλοι του θα τον έσωζαν, πιστεύοντας ότι μπορούσε να βασιστεί σε εκείνους που τον είχαν χρησιμοποιήσει ως πολιτικό όπλο.

Δεν θα μάθουμε ποτέ ποιες και πόσες πολιτικές αποφάσεις ελήφθησαν μέσω εκβιασμού ή/και πληρωμών εκατομμυρίων δολαρίων σε δεκάδες πολιτικούς. Πόσες ψήφοι για αυτόν ή εκείνον τον νόμο, αυτόν ή εκείνον τον πόλεμο, αποκτήθηκαν με χάρες και χρήματα ή με την απειλή σκανδάλου.

Τελικά, δεν έχει σημασία. Ένα σάπιο και δολοφονικό σύστημα θα είχε καταλήξει σε αυτές τις αποφάσεις, σε αυτούς τους νόμους, σε αυτούς τους πολέμους ούτως ή άλλως. Οι μαριονετίστες αυταπατώνται νομίζοντας ότι μπορούν να ελέγχουν τις μαριονέτες σύμφωνα με τη θέλησή τους, αλλά ακολουθούν ένα σενάριο που έχει ήδη γραφτεί από τις κυρίαρχες δυνάμεις στην κοινωνία στο σύνολό της.

Αυτό που έχει σημασία, αντίθετα, είναι ότι το σύστημα χάνει τη μάσκα του· ότι η δυσοσμία της αποσύνθεσης φτάνει ακόμη και στις πιο αδίστακτες μύτες. Όσοι πάντα κοιτούν αλλού, όσοι δεν θέλουν να ανησυχούν, δεν θέλουν να ξέρουν. Δεν θέλουν να πιστέψουν ότι το σύστημα, η κοινωνία στην οποία ζούμε, είναι λάθος, άδικο και άρρωστο από τις ρίζες του, και πέρα ​​από κάθε μεταρρύθμιση. Ότι μόνο μια άλλη κοινωνία, θεμελιωμένη σε διαφορετικά θεμέλια και ρίζες, και σε αντίθεση με τις τρέχουσες, μπορεί να μας σώσει, και ότι αυτή η σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω ενός οικονομικού και κοινωνικού κατακλυσμού που αλλάζει ριζικά, επαναστατικά και ολοκληρωτικά τον τρόπο ζωής, σκέψης και σχέσης μεταξύ μας.

Ο Έπσταϊν ήταν σημαντικός επειδή αποτελούσε τον κόμβο μέσω του οποίου περνούσαν οι επαφές μεταξύ πολιτικών ικανών να προτείνουν νόμους και να ασκήσουν πιέσεις σε κυβερνήσεις και θεσμούς, παγκόσμιων χρηματιστών που ήθελαν αυτούς τους νόμους και προσωπικοτήτων των μέσων ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας ικανών να επηρεάσουν τον πολιτισμό και να κατευθύνουν την πληροφόρηση. Και ο κόμβος Έπσταϊν επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω της σεξουαλικής κακοποίησης νεαρών κοριτσιών.

Δεν ήταν όλοι οι «φίλοι» του Έπσταϊν μανιακοί και παιδεραστές βιαστές (ακόμα κι αν φαίνεται ότι ήταν όλοι γυναικάδες, όπως συνήθως λένε). Όσοι δεν ήταν, είχαν επίσης ένα ανθυγιεινό πάθος, το πάθος για τα χρήματα και την εξουσία και, κατά συνέπεια, για τους πλούσιους και ισχυρούς που πήγαιναν στις κατοικίες του Έπσταϊν για να βιάσουν «εύθραυστα» κορίτσια, όπως αναφέρουν οι εκθέσεις του FBI: επιλεγμένα και για την ευθραυστότητά τους. Μία από αυτές, με σύνδρομο Down και αυτισμό, ξυλοκοπήθηκε και βιάστηκε βάναυσα από τον διευθύνοντα σύμβουλο της χρηματοοικονομικής εταιρείας Apollo, Leon Black (1). Φαίνεται ότι το τέρας, εκτός από το να βιάζει τα κορίτσια, είχε και τη συνήθεια να τα χτυπάει, αφήνοντάς τα μελανιασμένα και αιμορραγώντας. Για αυτό το χόμπι, πλήρωνε τον Έπσταϊν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Και όχι μόνο γι' αυτό.

Υπήρχαν παγκόσμιοι καπιταλιστές, οι οποίοι επωφελούνταν από την απαίσια ψυχαγωγία που προσέφερε ο Έπσταϊν. Υπήρχαν πολιτικοί που επωφελούνταν από την απαίσια ψυχαγωγία, και υπήρχαν πολιτικοί που επωφελούνταν «μόνο» από την ευκαιρία να γίνουν φίλοι, ή μάλλον, καλοπληρωμένοι υπηρέτες, των πλουσίων-ισχυρών μανιακών.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Νορβηγίας Θόρμπιορν Γιάγκλαντ, τότε επικεφαλής του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, και πρόεδρος της Επιτροπής του Βραβείου Νόμπελ Ειρήνης, πήγε μάλιστα διακοπές με τη σύζυγο και τα παιδιά του στο σπίτι του Έπσταϊν, καλύπτοντας μάλιστα τα έξοδα ταξιδιού. Στη συνέχεια, ζήτησε από τον Έπσταϊν «βοήθεια» για την αγορά ενός διαμερίσματος οκτώ εκατομμυρίων ευρώ στο Όσλο. (2) Τι είχε κάνει για τον Έπσταϊν; Ή, ακόμα καλύτερα, για τις «γκρίζες εξέχουσες προσωπικότητες», ή μάλλον τις «μαύρες» στην προκειμένη περίπτωση, που χρησιμοποίησαν τον Έπσταϊν;

Τι είχε κάνει, ως επικεφαλής του Συμβουλίου της Ευρώπης, ως πρόεδρος του Νόμπελ Ειρήνης, για να «αξίζει» μερικά εκατομμύρια δολάρια; Εκτός από το ότι φιλοξενούσε τις κατοικίες του Έπσταϊν, ήταν γεμάτες με νεαρές γυναίκες όταν δεν έφερνε μαζί του τη γυναίκα και τα παιδιά του. 3)

Ίσως εκείνο το Νόμπελ Ειρήνης που απονεμήθηκε στον Ομπάμα και το άλλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια της προεδρίας Γιάγκλαντ άξιζε αποζημίωση; Και τι άλλο; Ίσως κάτι σε εκείνο το Συμβούλιο της Ευρώπης που «παρακολουθεί» τις εκλογές αποφασίζοντας ποιες είναι νόμιμες και ποιες όχι; Εκείνο το Συμβούλιο της Ευρώπης όπου ο Γιάγκλαντ ισχυρίστηκε ότι θα αγωνιστεί κατά της βίας κατά των γυναικών; Μην γελάτε. (4)

Ο Έπσταϊν ήταν σημαντικός αλλά δεν ήταν ισχυρός. Ήταν ηλίθιος και πίστευε ότι ήταν ισχυρός, πίστευε ότι ήταν ο από μηχανής θεός ενώ ήταν μόνο ένα σημαντικό όργανο πολιτικής και οικονομικής εξουσίας της δυτικής ελίτ. Ήταν τόσο ανίσχυρος που, μόλις ζήτησε βοήθεια από τους ισχυρούς φίλους του, και ως εκ τούτου προέκυψε ο κίνδυνος των αποκαλύψεών του, αυτοκτόνησε. Ο προκατειλημμένος παθολόγος είπε ότι τα αποτελέσματα της νεκροψίας έδειξαν ότι είχε στραγγαλιστεί. Σε πενήντα χρόνια μεταθανάτιας ανάλυσης δεν έχω ξαναδεί κρεμασμένο άνδρα με τρία κατάγματα στον λαιμό. (5)

Στις 19 Μαρτίου 2021, ο Έπσταϊν έστειλε ένα email στους δικηγόρους του με τα ονόματα των ατόμων που έπρεπε να επικοινωνήσουν «σε περίπτωση προβλήματος» (είχε ήδη καταδικαστεί σε μερικούς μήνες φυλάκιση περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα), και στις 10 Αυγούστου πέθανε «στραγγαλισμένος, όχι απαγχονισμένος».

Σε περίπτωση προβλήματος επικοινωνήστε: Terje, Lang, Ruemmler, Rotschild, Jagland, Jabor (6)

Αυτά είναι όλα ονόματα που εμφανίζονται συνεχώς στην αλληλογραφία του.

Τζακ Λανγκ. Τώρα ερευνάται, μαζί με την κόρη του, για ξέπλυμα χρήματος και φορολογική απάτη που διαπράττονται χάρη στη συνενοχή του Έπσταϊν και τα οικονομικά πλεονεκτήματα των εκατομμυρίων που τους προσέφερε. (7) Ο Τζακ Λανγκ, ο οποίος, προδίδοντας το κόμμα του, το 2008 συνεργάστηκε με την κυβέρνηση Σαρκοζί για την ανατροπή του γαλλικού συντάγματος, και η ψήφος του ήταν καθοριστική για την ψήφιση της συνταγματικής μεταρρύθμισης· μιας μεταρρύθμισης που υπονόμευσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία. (8) Ο Τζακ Λανγκ, ο οποίος διεκδίκησε και σχεδίασε σε όλο τον κόσμο, αλλά, κυρίως, στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Τι έκανε ο Τζακ Λανγκ για τους μαριονετίστες του Έπσταϊν;

Ο Τέργιε Ροντ Λάρσεν , ένας άλλος Νορβηγός υπουργός, τότε διπλωμάτης του ΟΗΕ· ο διαπραγματευτής-εμπνευστής των Συμφωνιών του Όσλο μεταξύ Ισραήλ και Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης: «οι Συμφωνίες του Όσλο διαιώνισαν την κατοχή», «οι Συμφωνίες του Όσλο ήταν παγίδα... Ο Τέργιε βρισκόταν υπό την επιρροή του Ισραήλ όλο αυτό το διάστημα» (9).

Ο Τέργιε συνέχισε στη συνέχεια το έργο του ως «διπλωμάτης» του ΟΗΕ στη Μέση Ανατολή, όπως και η σύζυγός του. Εν τω μεταξύ, ο Τέργιε λάμβανε χρήματα από τον Έπσταϊν και συνεργαζόταν ενεργά μαζί του. Τι έκανε ο Τέργιε για τους μαριονετίστες;

Κάθριν Ρούμλερ. Νομική διευθύντρια και γενική σύμβουλος στην πολυεθνική χρηματοοικονομική εταιρεία Goldman Sachs, όπου είναι εταίρος από το 2020. Διετέλεσε ομοσπονδιακή εισαγγελέας, αναπληρώτρια νομική σύμβουλος του Προέδρου Κλίντον, αναπληρώτρια διευθύντρια του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης και νομική σύμβουλος του Ομπάμα. Οι «συμβουλές» της παρείχαν σε μια εταιρεία ηλιακών συλλεκτών, τη Solyndra, δάνειο 535 εκατομμυρίων δολαρίων από την κυβέρνηση Ομπάμα και 25 εκατομμύρια δολάρια σε φοροαπαλλαγές. Ο ιδιοκτήτης της Solyndra ήταν ένας από τους χρηματοδότες της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα. Η Solyndra ήταν μια πολύ προβληματική εταιρεία και στην πραγματικότητα πτώχευσε δύο χρόνια μετά τη λήψη του δανείου άνω των 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Η Ρούμλερ αρνήθηκε στους Ρεπουμπλικάνους βουλευτές την πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η απόφαση για το δάνειο. (10) Τι έκανε η Ρούμλερ για τους μαριονετίστρες; Εκτός από το ότι συμβούλευε νομικά τον Έπσταϊν (γιατί;), χωρίς να πληρώνεται (διπλός λόγος;). (11) Τι είχε κάνει ο Έπσταϊν για τον Ρούμλερ, ο οποίος μπορεί επίσης να ήταν μέρος των μαριονετίστρων;

Η Αριάν Λάνγκνερ ντε Ρότσιλντ. Ένα κορίτσι με πρώιμη ανάπτυξη. Ενώ σπούδαζε ακόμα, εργαζόταν ήδη ως μεσίτρια για την χρηματοοικονομική εταιρεία SocGen. Στα 25 της εργαζόταν ήδη για την AIG, μια αμερικανική πολυεθνική χρηματοοικονομική εταιρεία. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Μπέντζαμιν ντε Ρότσιλντ και, από τότε, εργάζεται στο σπίτι. Όχι, όχι, όχι ως νοικοκυρά, ανόητοι άνθρωποι. Ως διευθύντρια του λυκανθρωπικού, συγγνώμη, φιλανθρωπικού ιδρύματος Ρότσιλντ. Από το 2023 έγινε διευθύντρια της τράπεζας Ρότσιλντ (12), αλλά από το 2013 ήταν υπεύθυνη της «οικογενειακής τράπεζας». Και εκεί άρχισαν τα προβλήματα: προβλήματα που συνδέονταν με το ξέπλυμα χρήματος. Κατά τη διάρκεια των νομικών της προβλημάτων, η Λάνγκνερ ντε Ρότσιλντ, παντρεμένη με τον Έπσταϊν, ζήτησε συμβουλές για εκείνη από τον Ρούμλερ. Τι είχε κάνει ο Έπσταϊν για τον Λάνγκνερ ντε Ρότσιλντ; Ότι τον χρηματοδότησε χαρούμενα με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. Τι είχε κάνει ο Λάνγκνερ κ.λπ. για τους μαριονετίστες; (13)

Αυτοί είναι όλοι άνθρωποι που δεν θα καταλήξουν στη φυλακή, επειδή το σύστημα τους χρειάζεται, και αυτοί, σε αντίθεση με τον Έπσταϊν, δεν αποτελούν απειλή γι' αυτό. Είναι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί στον στρατό του παγκόσμιου καπιταλισμού, και προς το παρόν, κανείς δεν θέτει σε κίνδυνο αυτόν τον στρατό εκτός από τον ίδιο τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ο οποίος αυτοκτονεί ενώ βυθίζει το πλοίο στο οποίο είμαστε όλοι επιβάτες. Ας επιστρέψουμε στο θέμα.

Ο Έπσταϊν παρείχε χρήματα στον ισραηλινό σιωνιστικό στρατό, αλλά δεν γνωρίζουμε από πού προήλθαν αυτά τα χρήματα. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις, και αυτές βρίσκονται στους δεσμούς του με τράπεζες και τις εικονικές εταιρείες του. Τα χρήματα από το «κέντρο» του Έπσταϊν πέρασαν από: JP Morgan (1 δισεκατομμύριο σε διάστημα 15 ετών), Deutsche Bank (40 λογαριασμοί στο όνομα του Έπσταϊν), Bank of America, Barclays, HSBC και αρκετούς άλλους λογαριασμούς φορολογικών παραδείσων, καθώς και την προαναφερθείσα τράπεζα Rothschild.

Ορισμένες από αυτές τις τράπεζες πιάστηκαν επ' αυτοφώρω για ξέπλυμα χρήματος (Deutsche, Rothschild), ενώ η HSBC είναι μια πραγματική εταιρεία που πλένει βρώμικο χρήμα κάθε είδους. (14)


Δεν γνωρίζουμε για τους άλλους, καθώς δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη.

Τα βρώμικα χρήματα από το εμπόριο ναρκωτικών και διάφορες μαφίες έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες για να πληρώσουν τους αδίστακτους που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν βρώμικη δουλειά για τις κυβερνήσεις τους σε όλο τον κόσμο. Ο ισραηλινός στρατός σίγουρα αξίζει μια θέση ανάμεσά τους, ακόμη και αν χρησιμοποιεί άλλες μεθόδους για την εξόντωση ενός πληθυσμού.
Ο Έπσταϊν ήταν επίσης βασικός παράγοντας σε αυτές τις υποθέσεις. Και χιλιάδες κορίτσια και γυναίκες βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν από κακοποιούς που απασχολούνταν από τις ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο.


Προφανώς, το μίσος προς το γυναικείο φύλο, που θεωρείται θήραμα και τρόπαιο ή εχθρός που πρέπει να ταπεινωθεί και να εξοντωθεί, είναι μια σταθερά στα άρρωστα μυαλά όσων θέλουν να κυριαρχήσουν στον κόσμο.
Ο Έπσταϊν ήταν το μέτωπο για τα κρυφά κεφάλαια που χρησιμοποιούσαν οι ΗΠΑ στις μυστικές πολιτικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις τους, στους «βρώμικους πολέμους» τους.
Η «υπόθεση Έπσταϊν» έφερε στην επιφάνεια το αποσυντιθέμενο πτώμα που μέχρι τώρα βρισκόταν στον πάτο της αβύσσου: δεν υπάρχουν όρια για όσους κυβερνούν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, το σύστημα κυριαρχίας και πολέμου στο οποίο ζούμε, στην επίτευξη των δικών τους παράφρονων στόχων. Καμία ενδοιασμός, κανένας δισταγμός στην τέλεση των χειρότερων εγκλημάτων. Το τεράστιο αρχείο του Έπσταϊν και όσοι το αποχαρακτηρίσαν έχουν τουλάχιστον αυτή την αξία.
Επειδή, βλέπετε, αυτοί οι βιαστές, και ίσως βασανιστές και δολοφόνοι μικρών κοριτσιών, δεν περίμεναν τον Έπσταϊν για να εκτελέσουν τα εγκλήματά τους.


Από τη δεκαετία του 1980, τα χρόνια της ανάπτυξης, της μόδας ως μύθου, του θριάμβου του καταναλωτισμού, η Δύση άρχισε να καταναλώνει ακόμη και παιδιά του Τρίτου Κόσμου για την τερατώδη «ψυχαγωγία» της. Εκατομμύρια Αμερικανοί, Γερμανοί και Ιταλοί έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν εγκληματικά ταξίδια στην Ταϊλάνδη, τη Βραζιλία ή την Καμπότζη για να βιάσουν κορίτσια και αγόρια έξι, οκτώ και εννέα ετών.
Αλλά τα μέσα ενημέρωσης σιωπούν για αυτή τη δυσοσμία, ο κόσμος δεν θέλει να μάθει.
Πρέπει να συνεχίσουμε να πιστεύουμε στην πρόοδο και να είμαστε μέρος του συστήματος: άλλωστε, είναι μια αγορά.
Όπως ακριβώς ακόμη και χωρίς τον Έπσταϊν, οι μυστικές υπηρεσίες που υπηρετούν τα δυτικά κράτη, οι οποίες υπηρετούν οι ίδιες τον παρανοϊκό παγκόσμιο καπιταλισμό, τις πολυεθνικές εταιρείες και τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, θα είχαν εκβιάσει πολιτικούς, θα είχαν συκοφαντήσει, θα είχαν σχεδιάσει και θα είχαν δολοφονήσει στη σκιά. Πάντα το έκαναν αυτό.
Ο Έπσταϊν είχε την ακούσια αξία να ανοίξει το δοχείο και να φέρει στο φως τον βόθρο.
Ζητώ συγγνώμη από τα σκουλήκια του μη ανθρώπινου ζωικού βασιλείου, τα οποία εκτελούν ζωτικές και ωφέλιμες λειτουργίες.


Τα χρήματα προέρχονταν από τράπεζες και πολυεθνικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες, πέρασαν μέσω του Epstein και κατέληξαν στον ισραηλινό στρατό. Έφτασαν στον Thorbjorn Jagland, επικεφαλής της Επιτροπής Βραβείων Νόμπελ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, και ο Jagland ανταπέδωσε τις χάρες με πολιτικές ενέργειες (αν και δεν κατάφερε να ανταποδώσει τη χάρη συνδέοντας τον Epstein με τον Πούτιν ή ακόμα και με τον Lavrov , παρά την επιθυμία του Epstein και των μαριονετιστών του, μια κίνηση που απογοητεύει σε μεγάλο βαθμό τα μέσα ενημέρωσης μας, τα οποία επιδιώκουν συνεχώς να υπονοούν πράγματα που δεν υπάρχουν). Έφτασαν στον Terje, ο οποίος ανταπέδωσε υπηρετώντας τα συμφέροντα του Ισραήλ. Έφτασαν στον Jack Lang, ο οποίος πρόδωσε το κόμμα του και άλλαξε το γαλλικό Σύνταγμα. Και, επειδή ήταν επίσης Υπουργός Παιδείας, ο Epstein, ή κάποιος που ενεργούσε εκ μέρους του, του έδωσε επίσης συμβουλές για το πώς να εκπαιδεύει τα γαλλικά παιδιά και τι να τους διδάσκει.

Και έτσι ξέρετε από ποιον άμβωνα προέρχεται το κήρυγμα.

Από πού αλλού προήλθαν τα χρήματα που διέρρευσαν μέσω του Epstein; Η CIA εξόπλισε και πλήρωσε τους δολοφόνους του Ελ Σαλβαδόρ, η CIA χρηματοδότησε το ISIS με σκοπό την καταστροφή της Συρίας και της Λιβύης. Αλλά πόση χρηματοδότηση από την Αυτοκρατορία και τους συμμάχους της παραμένει άγνωστη; (15)


Epstein è morto, viva Epstein

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 9

Συνέχεια από  Tετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026


Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 9

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§20

Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)


… Εκείνη τη σύγχυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.

Η αιτιότητα λοιπόν, αυτός ο οδηγός κάθε μεταβολής, εμφανίζεται στη φύση με τρεις διαφορετικές μορφές: σαν αίτιο με τη στενότερη έννοια, σαν ερεθισμός και σαν κίνητρο. Σε αυτή ακριβώς τη διαφορετικότητα βασίζεται η πραγματική και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα ανόργανα σώματα, στα φυτά και στα ζώα, και όχι στα εξωτερικά ανατομικά ή χημικά χαρακτηριστικά.

Το αίτιο, με τη στενότερη έννοια, είναι αυτό με βάση το οποίο δημιουργούνται αποκλειστικά οι μεταβολές στο ανόργανο βασίλειο, δηλαδή εκείνες οι ενέργειες που είναι το θέμα της μηχανικής, της φυσικής και της χημείας. Μόνο εκεί ισχύει ο τρίτος βασικός νόμος του Νεύτωνα: «Δράση και αντίδραση είναι μεταξύ τους όμοιες». Αυτό σημαίνει πως η προηγούμενη κατάσταση (το αίτιο) γνωρίζει μια μεταβολή η οποία στο μέγεθος είναι όμοια με αυτή την οποία προξένησε (την ενέργεια). Και μόνο σε αυτή τη μορφή της αιτιότητας ο βαθμός της ενέργειας αντιστοιχεί ακριβώς στον βαθμό του αιτίου, έτσι που από το ένα μπορεί να υπολογιστεί το άλλο.

Η δεύτερη μορφή της αιτιότητας είναι ο ερεθισμός: αυτή η μορφή κυριαρχεί στην οργανική ζωή σαν τέτοια, δηλαδή στα φυτά και στο νευροφυτικό, επομένως μη συνειδητό μέρος της ζωής των ζώων, το οποίο είναι επίσης φυτική ζωή. Αυτή η μορφή χαρακτηρίζεται από την απουσία των ιδιοτήτων της πρώτης μορφής. Εδώ λοιπόν ενέργεια και αντενέργεια δεν είναι μεταξύ τους όμοιες, και με κανέναν τρόπο η ένταση της ενέργειας δεν ακολουθεί όλους τους βαθμούς της έντασης του αιτίου: πιο πολύ μπορεί μέσα από την ενίσχυση του αιτίου η ενέργεια να μειωθεί.

Η τρίτη μορφή της αιτιότητας είναι το κίνητρο: η μορφή αυτή κατευθύνει την κυρίως ζωική ζωή, δηλαδή την πράξη, που σημαίνει τις εξωτερικές, συνειδητές εκδηλώσεις κάθε ζωικού όντος. Το μέσον του κινήτρου είναι η αντίληψη η επιδεκτικότητα για αυτήν απαιτεί επομένως έναν νου. Γι' αυτό, το κύριο χαρακτηριστικό του ζώου είναι η αντίληψη, η παράσταση. Το ζώο κινείται σαν ζώο πάντα προς έναν σκοπό. Αυτόν πρέπει επομένως να τον έχει αντιληφθεί, που σημαίνει ότι ο σκοπός αυτός θα πρέπει να του παρουσιάζεται σαν κάτι διαφορετικό από αυτό τον ίδιο, που όμως του είναι συνειδητός. Κατά συνέπεια το ζώο μπορεί να οριστεί σαν «αυτό που αντιλαμβάνεται»: κανένας άλλος ορισμός δεν αποδίδει το ουσιαστικό, ίσως μάλιστα να μην ευσταθεί και κανένας άλλος. Το κίνητρο δημιουργεί τη συνειδητή κίνηση προς έναν σκοπό, ο ερεθισμός την ενστικτώδη της νευροφυτικής ζωής. Επομένως, ερεθιστικότητα και ευαισθησία είναι αχώριστες. Ο τρόπος εκδήλωσης ενός κινήτρου είναι φανερά δια-φορετικός από αυτόν ενός ερεθισμού: η επενέργεια του κινήτρου δηλαδή μπορεί να είναι πολύ σύντομη, και μάλιστα στιγμιαία, γιατί αυτή δεν έχει κάποια σχέση με τη διάρκεια, με τη γειτνίαση του αντικειμένου και τα παρόμοια, όπως συμβαίνει με τον ερεθισμό, παρά το κίνητρο χρειάζεται μόνο να γίνει αντιληπτό, για να επενεργήσει, ενώ ο ερεθισμός έχει ανάγκη την επαφή, συχνά μάλιστα την εσωτερίκευση, πάντα όμως μια ορισμένη διάρκεια.

Αυτή η σύντομη αναφορά στις τρεις μορφές της αιτιότητας είναι για εδώ αρκετή. Τη λεπτομερειακή παρουσίαση μπορεί να τη βρει κανείς στα Δυο βασικά προβλήματα της ηθικής και ειδικότερα στην «Πραγματεία για την ελευθερία». Μόνο ένα πρέπει εδώ να επισημανθεί. Η διαφορά μεταξύ αιτίου, ερεθισμού και κινήτρου είναι ολοφάνερα η συνέπεια του βαθμού της δεκτικότητας των όντων. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο πιο εύκολη μπορεί να είναι η επενέργεια: η πέτρα πρέπει να πεταχτεί, ο άνθρωπος υπακούει σε ένα βλέμμα.

Και τα δυο όμως κινούνται με την ίδια αναγκαιότητα μέσα από ένα επαρκές αίτιο. Η αιτιότητα περνάει μέσα από την αντίληψη η νόηση είναι το μέσον των κινήτρων, γιατί αυτή καθιστά δυνατή τη δεκτικότητα στον μεγαλύτερο βαθμό της, και ο νόμος της αιτιότητας διατηρεί τη βεβαιότητά του. Το κίνητρο είναι ένα αίτιο και ενεργεί με την αναγκαιότητα που απορρέει από όλα τα αίτια. Στο ζώο, του οποίου ο νους είναι απλούστερος και επομένως μόνο η αντίληψη του παρόντος είναι δυνατή, εκείνη η αναγκαιότητα μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα. Ο νους του ανθρώπου έχει δυο επίπεδα: κοντά στην παρατηρητική έχει επίσης και την αφηρημένη αντίληψη, η οποία δεν περιορίζεται στο παρόν. Γι' αυτό έχει τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής: μπορεί δηλαδή να ζυγίσει αντίθετα κίνητρα, αφήνοντάς τα να περάσουν μέσα από τη βούλησή του, οπότε το πιο ισχυρό θα καθορίσει τις πράξεις του με τέτοια αναγκαιότητα, όπως το κύλισμα της σφαίρας που ωθήθηκε. Ελευθερία της βούλησης σημαίνει (όχι το λεκτικό κουβάρι των καθηγητών της φιλοσοφίας, παρά) «ότι σε έναν δεδομένο άνθρωπο, σε μια δεδομένη κατάσταση, είναι δυνατές δυο διαφορετικές ενέργειες». Το ότι όμως είναι εντελώς παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό ισχύει, είναι μια αλήθεια τόσο βέβαιη και αποδεδειγμένη, όσο καμιά που ξεπερνάει τον τομέα των καθαρών μαθηματικών. Με τη μεγαλύτερη σαφήνεια, μεθοδικότητα και πληρότητα, και επίσης λαμβάνοντας υπόψη και τις πραγματικότητες της αυτοσυνείδησης που παρακινούν ανίδεους ανθρώπους να θεωρούν επικυρωμένο τον παραπάνω παραλογισμό, παρουσιάζω το θέμα στο βραβευμένο από τη Βασιλική Νορβηγική Ακαδημία των Επιστημών έργο μου Πραγματεία για την ελευθερία της βούλησης. Βασικά έχουν όμως πει τα ίδια ήδη οι Χομπς, Σπινόζα, Πρίστλεϋ (Priestley), Βολταίρος και Καντ*. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τους καθηγητές μας της φιλοσοφίας, εντελώς ανύποπτα και σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, να μιλάνε για την ελευθερία της βούλησης σαν κάτι δεδομένο. Για ποιο λόγο λοιπόν νομίζουν οι κύριοι ότι χάρη στη φύση υπήρξαν οι μεγάλοι άντρες που αναφέραμε; Για να ζουν αυτοί από τη φιλοσοφία, έτσι; Αφού όμως στη βραβευμένη πραγματεία μου είχα παρουσιάσει την υπόθεση με περισσότερη από κάθε άλλον σαφήνεια, και επιπρόσθετα υπήρχε η αναγνώριση της Βασιλικής Ακαδημίας, οι κύριοι με το παραπάνω φρόνημα θεώρησαν καθήκον τους να αντιμετωπίσουν μια τέτοια επιζήμια παραπλάνηση και αηδιαστική αίρεση και να την αντικρούσουν ριζικά, τόσο περισσότερο, επειδή στον ίδιο τόμο με εκείνα (Τα δυο βασικά προβλήματα της ηθικής), στην «Πραγματεία για τα θεμέλια της ηθικής», κάνω κριτική στον πρακτικό λόγο και την κατηγορική προσταγή του Καντ, την οποία οι κύριοι τη χρησιμοποιούν με την ονομασία «νόμος της ηθικής» ακόμα σαν θεμέλιο λίθο των επιφανειακών τους συστημάτων ηθικής, και αποδεικνύω με σαφήνεια πόσο πολύ αβάσιμα είναι αυτά που ισχυρίζεται ο Καντ σχετικά, έτσι που κανένας άνθρωπος, με μόνο ελάχιστη κριτική ικανότητα, που με έχει διαβάσει, δεν μπορεί να πιστεύει ακόμα σε εκείνη τη φαντασία. Αλλά αυτοί οι κύριοι δεν θα διακινδυνέψουν να περπατήσουν σε παγωμένο έδαφος! Αποσιώπηση, στόμα κλειστό, αυτό είναι όλο τους το ταλέντο και το μοναδικό τους μέσο ενάντια στο πνεύμα, τον νου, τη σοβαρότητα και την αλήθεια. Σε κανένα από τα προϊ όντα της άχρηστης πολυγραφίας τους που εμφανίστηκαν μετά το 1841 δεν αναφέρεται η ηθική μου ούτε με μια λέξη, παρόλο που αυτή είναι το σημαντικότερο που συνέβη τα τελευταία 60 χρόνια στην ηθική: τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους από εμένα και την αλήθεια μου, που σε καμία λογοτεχνική εφημερίδα που εκδίδουν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες δεν έχει ούτε καν αναφερθεί το έργο μου. Μόνο σιγά-σιγά, μη μάθει τίποτα ο κόσμος: αυτή είναι και παραμένει ολόκληρη η πολιτική τους. Βέβαια μπορεί αυτή η πονηρή τους στάση να βασίζεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τότε μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια φιλοσοφία, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο, δεν πρέπει να παίξει τον ρόλο του σιδερένιου δοχείου, ανάμεσα στα πήλινα που αντιπροσωπεύουν αυτοί, που κλήθηκαν λόγω των καλών τους φρονημάτων να παίζουν τον ρόλο που παίζουν, δημιουργώντας τα συστηματάκια τους; Ο μίζερος φόβος τους από τα έργα μου είναι φόβος από την αλήθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αυτή η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όλες τις υποθέσεις της αγαπητής, σύμφωνης με τον εβραϊσμό φιλοσοφίας της ρόκας· αλλά η θίγεται μ αυστηρά δεν αυτόν τρόπο, τον αποδεικνύει, σαν ένα ένα «δός μοι που στώ», τη μηδαμινότητα όλης εκείνης της φιλοσοφίας της ρόκας και την αναγκαιότητα μιας βασικά διαφορετικής, ασύγκριτα βαθύτερης οπτικής της ουσίας του κόσμου και του ανθρώπου - αδιάφορο αν μια τέτοια θα είχε τη συναίνεση των καθηγητών της φιλοσοφίας ή όχι.

* «Όποια μεταφυσική έννοια σχετική με την ελευθερία της βούλησης και αν χρησιμοποιήσει κανείς, οι εμφανίσεις της βούλησης, οι ανθρώπινες ενέργειες, όπως και κάθε άλλο συμβάν στη φύση, καθορίζονται σύμφωνα με τους γενικούς φυσικούς νόμους» (Ιδέες για μια γενική ιστορία, η αρχή).

«Όλες οι ενέργειες του ανθρώπου είναι καθορισμένες από τον εμπειρικό του χαρακτήρα και τα άλλα αίτια που συνεπιδρούν, σύμφωνα με την τάξη της φύσης και αν μπορούσαμε να ερευνήσουμε όλες τις εκδηλώσεις του μέχρι το βάθος, δεν θα βρίσκαμε καμία ανθρώπινη ενέργεια την οποία δεν θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε και να  θεωρήσουμε σαν αναγκαία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προϋπήρχαν. Σε σχέση με αυτό τον εμπειρικό χαρακτήρα δεν υπάρχει λοιπόν καμία ελευθερία της βούλησης και έναν άνθρωπο μπορούμε να τον δούμε μόνο σε σχέση με αυτόν τον εμπειρικό χαρακτήρα του, όταν τον παρατηρούμε, και θέλουμε, όπως στην ανθρωπολογία, με βάση τις ενέργειές του, να ερευνήσουμε φυσιολογικά τα κινητήρια αίτια» (Κριτική του καθαρού λόγου).

«Μπορεί δηλαδή κανείς να ισχυριστεί ότι, αν μας ήταν δυνατο να εισχωρήσουμε βαθιά στον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος, έτσι όπως εμφανίζεται με βάση τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές εκδηλώσεις, αν μας ήταν γνωστή και η πιο μικρή κινητήρια δύναμη και όλες οι εξωτερικές συνθήκες, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο μέλλον με τέτοια βεβαιότητα, όπως υπολογίζουμε την έκλειψη της σελήνης και του ηλίου» (Κριτική του πρακτικού λόγου).
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους