Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Θεμελίωση και προοπτική της χριστιανικής ζωής


Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Η χριστιανική ζωή θεμελιώνεται στα μυστήρια. Αυτά δεν αποτελούν μαγικές τελετές που αλλάζουν μηχανικά τον άνθρωπο και την ζωή του, αλλά δωρεές του Θεού που ανακαινίζουν την ύπαρξή του με την συγκατάθεση και συνεργασία του. Τα μυστήρια της Εκκλησίας είναι κτιστά μέσα, με τα οποία μεταδίδεται η άκτιστη χάρη του Θεού. Το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η θεία Ευχαριστία, τα βασικά αυτά μυστήρια με τα οποία εισάγεται και διατηρείται ο άνθρωπος στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, θεμελιώνουν ένα νέο τρόπο ζωής για τον άνθρωπο.

Η συμμετοχή στα μυστήρια δηλώνει την εκούσια αυτοδέσμευση του ανθρώπου να ακολουθήσει τον Χριστό και να συμμορφώσει την ζωή του κατά το πρότυπο και το θέλημά του. Η αυτοδέσμευση αυτή, που εκδηλώνεται σε ηθικό επίπεδο, προσλαμβάνει οντολογικό περιεχόμενο και εσχατολογική προοπτική. Ο άνθρωπος ανακαινίζεται και εισάγεται σε μια καινούργια προοπτική ζωής. Καλείται να περιπατήσει «εν καινότητι ζωής», για να αφομοιώσει ως πρόσωπο την νέα οντολογία, στην οποία τον μυσταγωγούν τα μυστήρια της Εκκλησίας· να μείνει ενωμένος με τον Χριστό και να καταστεί κοινωνός της ζωής του μετέχοντας στην ταπείνωσή του και προσβλέποντας στην ένδοξη φανέρωσή του.

Η παραμονή στο σώμα του Χριστού δεν αποτελεί παθητική κατάσταση αλλά δυναμική διαδικασία. Δεν πραγματοποιείται μόνο με την συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά και με την αγάπη προς τον Χριστό και την τήρηση των εντολών. Η αγάπη προς τον Χριστό εκδηλώνεται με την τήρηση των εντολών του· και η τήρηση των εντολών του Χριστού διατηρεί τον πιστό στην αγάπη του Χριστού. Μόνο όποιος τηρεί τις εντολές του Χριστού μένει «εν τω Χριστώ και ο Χριστός εν αυτώ».Christ

Η ένωση όμως με τον Χριστό οδηγεί σε ρήξη με τον κόσμο. Η χριστιανική ζωή δεν συμβιβάζεται με την συνήθη ζωή του κόσμου, αλλά φαίνεται παράδοξη και είναι γενικά αντίθετη προς αυτήν. Η προσχώρηση στην ζωή του κόσμου απομακρύνει από τον Χριστό. Ο Χριστιανός οφείλει να συντονίζει την ζωή του με την ζωή και το θέλημα του Χριστού, στο σώμα του οποίου ανήκει. Χωρίς τον συντονισμό αυτόν δεν είναι δυνατή η διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό και η παραμονή στο σώμα του. Όπως επισημαίνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, είναι απαραίτητο να έχουμε κοινή θέληση με αυτόν που έχουμε κοινό αίμα, για να μη εμφανιζόμαστε σε άλλα ενωμένοι και σε άλλα χωρισμένοι. Όσο ο Χριστιανός δεν συντονίζεται με την ζωή και το θέλημα του Χριστού, παραμένει φίλος του κόσμου,

Η ασυμφωνία της ζωής του Χριστιανού με την ζωή και το θέλημα του Χριστού δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ηθικής, αλλά επεκτείνεται και στο επίπεδο της οντολογίας. Ακριβέστερα πρέπει να λεχθεί ότι ανάγεται τελικά στο επίπεδο της οντολογίας. Η ασυμφωνία αυτή συνιστά ένα είδος πνευματικής σχιζοφρένειας, που δεν σπανίζει καθόλου στην ζωή των Χριστιανών, ιδιαίτερα στην εποχή μας. Βέβαια η σχιζοφρένεια αυτή αποτελεί από κάποια άποψη μια γενικότερη πανανθρώπινη ασθένεια, αφού όλοι οι άνθρωποι ως δημιουργήματα «κατ’ εικόνα Θεού» εικονίζουν τον Χριστό και πρέπει να ζουν κατά το θέλημα και το πρότυπό του, αλλά δεν το κάνουν.

Η συμμόρφωση της θελήσεως του ανθρώπου προς το θέλημα και το πρότυπο του Χριστού δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε απόλυτα κατορθωτή. Παρά ταύτα είναι απαραίτητη για την παραμονή του στο σώμα του Χριστού και για την ταυτότητά του ως Χριστιανού, Χωρίς τον επίμονο αγώνα εναντίον της αμαρτίας και την προσπάθεια για παραμονή στο θέλημα του Θεού, η δωρεά που προσφέρεται εξαρχής στον πιστό με τα μυστήρια παραμένει άγονη και αφανίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της χριστιανικής ζωής και η ηθική αναπόσπαστο στοιχείο της χριστιανικής διδασκαλίας.

Ο Χριστιανισμός έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Δεν είναι θεωρία που συλλαμβάνεται διανοητικά, αλλά αλήθεια που βιώνεται εμπειρικά. Η αλήθεια του Χριστιανισμού αποδεικνύεται με την βίωση του θελήματος του Θεού. Και η βίωση του θελήματος αυτού αποδεικνύει την θεία προέλευσή του: «Εάν τις θέλη το θέλημα αυτού ποιείν, γνώσεται περί της διδαχής, πότερον εκ του Θεού έστιν ή εγώ απ’ εμαυτού λαλώ». Ο απρόσιτος κατά την ουσία του Θεός αποκαλύπτεται στον κόσμο ως ζων Θεός με τις ενέργειές του. Και οι ενέργειες του Θεού φανερώνουν όχι μόνο το είναι αλλά και το ήθος του Θεού.

Οι εντολές του Χριστού, παρατηρεί ο Γέροντας Σωφρόνιος, είναι «ως προς την ουσία τους, προβολή της θείας ζωής στο γήινο επίπεδο». Έτσι συμβαίνει με τις εντολές να προσφέρεται στον άνθρωπο ο ίδιος ο Θεός. και με την τήρηση των εντολών να έρχεται ο άνθρωπος σε προσωπική σχέση και κοινωνία με τον Θεό. Όπως γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεός Λόγος «εκάστη μυστικώς ενυπάρχει των οικείων εντολών… Ο τοίνυν δεχόμενος θείαν εντολήν και ποιών αυτήν, τον εν αυτή του Θεού δέχεται Λόγον. Ο δε τον Λόγον διά των εντολών δεξάμενος, δι’ αυτού τον εν αυτώ φυσικώς όντα συνεδέξατο Πατέρα, και το εν αυτώ φυσικώς ον συνεδέξατο Πνεύμα».

Το δόγμα και το ήθος συμπλέκονται και συνυφαίνονται σε αδιάρρηκτη ενότητα. Ο Απόστολος Παύλος αναφερόμενος στο Βάπτισμα, με το οποίο γίνεται η ένταξη στην Εκκλησία και τις ηθικές προεκτάσεις του στην ζωή των πιστών γράφει: «Συνετάφημεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν. Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματί του θανάτου αυτού, άλλα και της αναστάσεως εσόμεθα».

Το Βάπτισμα αποτελεί την ουσιαστικότερη τομή στην ιστορία της ανθρώπινης ζωής. Με αυτό θεμελιώνεται η νέα οντολογική κατάσταση που σφραγίζεται με την παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος γίνεται συμμέτοχος στον θάνατο του Χριστού, και αυτό έχει ως συνέπεια και την συμμετοχή στην ανάστασή του. Πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος, ενώ τον θάνατο του παλαιού ανθρώπου διαδέχεται η ζωή του εν Χριστώ νέου ανθρώπου. Έτσι ο πιστός τοποθετείται σε καινούργια προοπτική ζωής, στην προοπτική της θείας ζωής.

Η προοπτική αυτή επεκτείνεται σαφώς πέρα από τα ανθρώπινα μέτρα και υπερβάλλει τις ανθρώπινες δυνατότητες. Πώς να ανταποκριθεί όμως ο άνθρωπος στην προοπτική της θείας ζωής; Πώς να ζήσει, ως συμμέτοχος του θανάτου του Χριστού και να βαδίσει «εν καινότητι ζωής» ως κοινωνός της αναστάσεώς του, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο κράτος της φθοράς και του θανάτου; Η συμμετοχή στον θάνατο του Χριστού σημαίνει κατάφαση και εκούσια αποδοχή του θανάτου. Ο Χριστιανός όμως δέχεται ή και επιλέγει εκούσια, αν χρειαστεί, τον θάνατο, επειδή πραγματοποιείται εν Χριστώ. Δεν είναι εραστής του θανάτου αλλά της ζωής. Και δέχεται ή επιλέγει τον εν Χριστώ θάνατο, επειδή ο Χριστός είναι η αληθινή ζωή. Με την προσήλωσή του στον Χριστό και την εν Χριστώ ζωή μπορεί ο πιστός να πεθαίνει κάθε ημέρα, γιατί μπορεί και να ζει με την χάρη του Αγίου Πνεύματος «εν καινότητι ζωής».

Η νέα αυτή ζωή εκδιπλώνεται με νέο ήθος. Εκδιπλώνεται με το ήθος της αγάπης, που αποκαλύπτει ο Θεός στον κόσμο με τα έργα του, και τελικά με την ενανθρώπησή του. Αυτά σημαίνουν ότι ολόκληρη η περίοδος της ζωής του Χριστιανού μετά το Βάπτισμα και την ένταξή του στο σώμα του Χριστού προσφέρεται ως περίοδος αφομοιώσεως της ζωής της θείας αγάπης, για την οποία και έχει εξαρχής δημιουργηθεί. Αυτή ακριβώς η ζωή παρέχεται ως δωρεά και τροφοδοτείται διαρκώς μέσα στην Εκκλησία με την θεία Ευχαριστία και την προσευχή, για να ενεργοποιείται στην καθημερινή ζωή.

Πρωταρχική σπουδαιότητα στην ενεργοποίηση αυτή έχει η θέληση του ανθρώπου. Η χάρη του Θεού δεν επενεργεί στον άνθρωπο παρά την θέλησή του. Όπως επισημαίνει ο όσιος Μάρκος ο Ερημίτης, η χάρη του Βαπτίσματος ελευθερώνει τον άνθρωπο, αλλά αυτός με το θέλημά του παραμένει εκεί, όπου αγαπά, έστω και αν βαπτίσθηκε, επειδή είναι αυτεξούσιος. Γι’ αυτό χρειάζεται να πιέσει ο άνθρωπος τον εαυτό του, ώστε να αποφύγει κάθε εκτροπή προς το κακό, να συμμορφωθεί προς τον τύπο της ζωής που υποδηλώνει το Βάπτισμα και να μείνει σταθερός στο αγαθό. Έτσι η βίωση της χριστιανικής ζωής προβάλλει ως θέμα ελευθερίας και θελήσεως.

Η θέληση του ανθρώπου να παραμείνει στην ζωή της ελευθερίας που παρέχει η χάρη του Αγίου Πνεύματος εκφράζεται με την τήρηση των θείων εντολών. Τηρώντας ο πιστός τις εντολές του Θεού ανταποκρίνεται στο έργο που απεργάζεται αυτός για την σωτηρία του, εκδηλώνει έμπρακτα την αγάπη του απέναντί του και συντονίζει την θέλησή του με το θέλημά του. Με τον τρόπο αυτόν καλλιεργεί την συγγένειά του με τον Θεό και οδηγείται προς την ομοίωσή του.

Το ηθικό αίτημα για καινούργια ζωή αποτελεί συνέπεια της νέας οντολογικής καταστάσεως, που δημιουργείται με την παρουσία της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ενεργοποιείται με την δύναμη της πίστεως. Η παρουσία της καινούργιας αυτής ζωής σφραγίζεται με τον πολλαπλό καρπό του Αγίου Πνεύματος, που είναι η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η χρηστότητα, η πραότητα, η εγκράτεια και όλες οι παρόμοιες αρετές. Η παρουσία του παλαιού ανθρώπου, που κατευθύνεται από τον εγωισμό και την φιλαυτία, παρεμποδίζει την έλευση της χάριτος του Θεού. Όταν όμως ο άνθρωπος ταπεινώνεται και αδειάζει την καρδιά του από τον εγωισμό και την φιλαυτία, δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για την επίσκεψη και την ανακαινιστική δράση του Αγίου Πνεύματος.

Η αποσύνδεση της θελήσεως του ανθρώπου από το θέλημα του Χριστού και η διεκδίκηση της χριστιανικής ιδιότητας με την θεωρητική μόνο αποδοχή της πίστεως και την απλή συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας αποτελεί εκτροπή. Και αν μεν η εκτροπή αυτή οφείλεται σε ανθρώπινη αδυναμία και ομολογείται ως αδυναμία, έχουμε το φαινόμενο της ηθικής ασυνέπειας. Αν όμως αυτή εκλαμβάνεται και προβάλλεται ως ομαλή κατάσταση, τότε προκύπτει το φαινόμενο της ηθικής αιρέσεως. Στην πρώτη περίπτωση η κατάσταση θεραπεύεται με την μετάνοια του ανθρώπου. Στην δεύτερη περίπτωση η κατάσταση παραμένει γενικά αθεράπευτη, αν δεν μεσολαβήσει θεολογική αναθεώρηση.

Η ορθόδοξη ζωή δεν περιορίζεται στην αποδοχή του ορθοδόξου δόγματος και την συμμετοχή στην ορθόδοξη λατρεία. Αυτά αποτελούν προϋποθέσεις και εφαλτήρια για την πραγματοποίηση των έργων της πίστεως και την καλλιέργεια της «ομοήθειας Θεού» στην καθημερινή ζωή του πιστού. Παραταύτα ο παραμερισμός της ηθικής από την οργανική θέση της στην Ορθοδοξία δεν εμφανίζεται μόνο στην πράξη, αλλά υποστηρίζεται τελευταίως από ορισμένους κύκλους και θεολογικά. Έτσι βλέπουμε να προβάλλεται, και με έμφαση ακόμα, η ορθόδοξη διδασκαλία για την ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου, χωρίς καμία σύνδεση με την ασκητική ζωή και τον πνευματικό αγώνα. Παρουσιάζεται δηλαδή η αλήθεια της Ορθοδοξίας ως θεωρητική υπόθεση και παραμερίζεται η πρακτική διάστασή της, Έτσι όμως μεταπίπτει αυτή σε στείρα ιδεολογία και νεκρώνεται ως αλήθεια ζωής.

Κατά το παρελθόν κάθε ολική ή μερική αμφισβήτηση της αλήθειας για την εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου αντιμετωπιζόταν και καταδικαζόταν από την Εκκλησία ως αίρεση. Αυτό έγινε, όπως γνωρίζουμε, με τις περιπτώσεις του Αρείου, του Ευνομίου, του Μακεδονίου, του Νεστορίου, του Ευτυχούς και όλων γενικά των αιρετικών. Στο ίδιο όμως αποτέλεσμα, στην αμφισβήτηση δηλαδή της αλήθειας για την εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου, οδηγεί και η αποσύνδεση του ορθοδόξου δόγματος και της ορθοδόξου λατρείας από την ηθική. Και αυτό σημαίνει ότι πάλι έχουμε το φαινόμενο τής αιρέσεως. ‘Εδώ όμως πρόκειται για ηθική αίρεση.

Η ηθική της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί εφαρμογή της δογματικής της. Ο Θεός δεν αποκάλυψε στους ανθρώπους θεολογικές αλήθειες για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους ή για να πλουτίσει τις γνώσεις τους, αλλά για να φανερώσει το είναι του, που πρέπει να το έχουν ως πρότυπο και να το μιμηθούν στην ζωή τους. Δεν υπάρχει δόγμα χωρίς ηθική διάσταση. Γι’ αυτό δεν υπάρχει και δογματική αίρεση χωρίς επιπτώσεις στην ηθική. Η ηθική όμως αίρεση διαφέρει από την δογματική κατά το ότι δεν αμφισβητεί το δόγμα, αλλά το θεωρεί άσχετο προς την ζωή· το βλέπει ως θεωρητική διδασκαλία και όχι ως δείκτη ζωής. Έτσι η ηθική αίρεση δεν παρουσιάζει τυπικά κάποια παραχάραξη του δόγματος, αλλά υιοθετεί ουσιαστικά την αχρήστευσή του και ανοίγει την λεωφόρο της εκκοσμικεύσειως. Αυτή άλλωστε είναι σήμερα και η ευρέως επικρατούσα τάση στον προτεσταντικό κόσμο, όπου η εκκοσμίκευση δεν θεωρείται ως εκτροπή και απομάκρυνση από το πνεύμα του Χριστιανισμού αλλά ως φυσική συνέχεια και εξέλιξή του. Σε τελική δηλαδή ανάλυση εδώ έχουμε πλήρη ιδεολογοποίηση της θεολογίας και υπονόμευση της ηθικής, ή σωτηριολογική αχρήστευση και της δογματικής και της ηθικής.

Η σύνδεση της ηθικής ή και γενικότερα της κοινωνικής ζωής με την θρησκευτική πίστη ή το θεολογικό δόγμα δεν αποτελεί μόνο θεολογική θέση, αλλά και κοινωνιολογική διαπίστωση. Άλλωστε η θρησκευτική και η κοινωνική ζωή του ανθρώπου συνδέονται οργανικά μεταξύ τους και εκφράζουν την έμφυτη κοινωνικότητά του σε δύο διαφορετικά επίπεδα· η πρώτη στο κατακόρυφο και η δεύτερη στο οριζόντιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι μεγάλοι κοινωνιολόγοι, Ε. Durkheim, Ο. Simmel και Μax Weber, ανέπτυξαν την κοινωνιολογία τους ξεκινώντας από την έρευνα της θρησκείας, την οποία και είδαν ως κεντρικό φαινόμενο της ανθρώπινης ζωής. Ο τελευταίος μάλιστα συνέδεσε, όπως είναι γνωστό, την γένεση του καπιταλισμού με τον Προτεσταντισμό και ειδικότερα με τον Καλβινισμό.

Η θρησκευτικότητα ως κατακόρυφη κοινωνικότητα επηρεάζει την οριζόντια κοινωνικότητα του ανθρώπου, δηλαδή την κοινωνική, όπως και την ηθική ζωή του, αλλά και επηρεάζεται από αυτές. Και η πίστη σε κάποια θρησκευτική διδασκαλία δεν παραμένει άσχετη με την καθημερινή ζωή και πράξη. Η θρησκευτική πίστη αντανακλάται στην ηθική και την κοινωνική ζωή. Έτσι η Ορθοδοξία καλλιεργεί με την δογματική της διδασκαλία τον ορθόδοξο τρόπο ζωής. Γι’ αυτό ενδιαφέρεται πάντοτε όχι μόνο για το ορθό δόγμα αλλά και για το ορθό ήθος. Τα πονηρά δόγματα οδηγούν σε διεστραμμένη ζωή, όπως και η διεστραμμένη ζωή υποβάλλει πονηρά δόγματα.

Πού όμως έγκειται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Ορθοδοξίας; Η ταυτότητα του Χριστιανισμού συνοψίζεται στο Τριαδικό δόγμα. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει Χριστιανισμός, δεν υπάρχει Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και η επιμονή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ορθή διατήρηση του δόγματος αυτού δεν αποτελεί μόνο θέμα πίστεως αλλά και ζήτημα ζωής. Η θεμελιώδης αρχή της χριστιανικής ηθικής είναι η αγάπη. Στο Τριαδικό δόγμα παρουσιάζεται η αρχή αυτή στην απόλυτη μορφή της: Ο ένας Θεός είναι Τριαδικός. Και τα τρία πρόσωπα της θεότητας είναι ο ένας Θεός, ο Θεός της αγάπης. Έτσι το Τριαδικό δόγμα προβάλλει ταυτόχρονα κατά τον τελειότερο τρόπο και την θεμελιώδη αρχή της χριστιανικής ηθικής, την αγάπη, που χαρακτηρίζει το πλήρωμα της χριστιανικής ζωής.

Εξάλλου η γνωστή κακοδοξία του Filioque έχει άμεσες επιπτώσεις στον τρόπο θεωρήσεως του προσώπου, της κοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Η κακοδοξία αυτή, που αποτελεί καρπό του δυτικού τρόπου σκέψεως και της δυτικής θεολογίας, υποτάσσει το πρόσωπο στην ουσία. Έτσι έχουμε την θεολογική δικαίωση της μειώσεως της αξίας του προσώπου και της υποταγής του στο απρόσωπο σύνολο. Μέσα στο πνεύμα αυτό ερμηνεύεται εύκολα η γενικότερη τάση για ομογενοποίηση της κοινωνίας, όπως και η πολεμική εναντίον της με την προβολή ατομικών δικαιωμάτων που παρερμηνεύουν την αλήθεια του προσώπου.

Η Ορθοδοξία συνθέτει πίστη και έργα, αλήθεια και ζωή, ένταξη στον θεσμό και βίωση της χάριτος. Γι’ αυτό εκδιπλώνεται ταυτόχρονα ως «εν Χριστώ ζωή» και ως «κατά Χριστόν ζωή». Η «εν Χριστώ ζωή» είναι η νέα οντολογία. Η «κατά Χριστόν ζωή» είναι η νέα ηθική ή η νέα ασκητική. Η «εν Χριστώ ζωή» αποτελεί την εσωτερική όψη της «κατά Χριστόν ζωής»· είναι η βάση και ο δείκτης της. Η «κατά Χριστόν ζωή» είναι η εξωτερική της πλευρά ή η βιωματική φανέρωσή της. Χωρίς την «κατά Χριστόν ζωή», δηλαδή χωρίς την μίμηση του Χριστού και την τήρηση των εντολών του, δεν μπορεί να διατηρηθεί η «εν Χριστώ ζωή», δηλαδή η παραμονή του πιστού στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία.

Η μίμηση του Χριστού και η τήρηση των εντολών του δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως εξωτερικές εκδηλώσεις ή ως τυπικές διαδικασίες, αλλά ως βιωματικά γεγονότα και αθλήματα πίστεως, που πραγματοποιούνται με την χάρη του Θεού και την αγωνιστική θέληση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος καλείται να αγωνιστεί, για να υποτάξει πλήρως το θέλημά του στο θέλημα του Χριστού, όπως και εκείνος ως άνθρωπος υπέταξε το ανθρώπινο θέλημά του στο θείο θέλημα. Ό,τι συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, πρέπει να επαναλαμβάνεται ως ένα βαθμό και στο πρόσωπο κάθε πιστού. Εδώ γίνεται εμφανής και η ιδιαίτερη σπουδαιότητα του Χριστολογικού δόγματος για την χριστιανική ηθική.

Η αναίρεση των αιρέσεων του Μονοφυσιτισμού, του Μονοενεργητισμού και του Μονοθελητισμού προσφέρει άριστη προστασία για την αποφυγή αντίστοιχων ηθικών αιρέσεων. Όπως ο Χριστός, που είχε δύο φύσεις, δύο ενέργειες και δύο θελήσεις (την θεία και την ανθρώπινη), υπέτασσε την θεία στην ανθρώπινη, έτσι και οι Χριστιανοί, που γίνονται κατά χάρη «θείας κοινωνοί φύσεως», καλούνται να υποτάξουν στην θεία θέληση και ενέργεια την ανθρώπινη θέληση και την ανθρώπινη ενέργεια. Καλούνται να αγωνιστούν, για να αφομοιώσουν στην ζωή τους την θεία ζωή και να συντονίσουν το θέλημα και τις ενέργειές τους με το θείο θέλημα και τις θειες ενέργειες.

Το οδοιπορικό της χριστιανικής ζωής εκδιπλώνεται με τον αγιασμό των ανθρώπων και την τελείωσή τους μέσα στην κοινωνία της θεώσεως, την Εκκλησία, που οδηγεί στην ουράνια Βασιλεία. ‘Εκεί οι άγιοι δεν βλέπουν μόνο την δόξα του Θεού, άλλα και μετέχουν σε αυτήν, γιατί πλέον μία και μόνη είναι η ενέργεια του Θεού και των άγιων. Η ασύλληπτη αυτή ενότητα με τον Θεό και το ανυπέρβλητο μεγαλείο που συνεπάγεται αυτή για τον άνθρωπο καθιστούν προφανή και τον λόγο, για τον οποίο η ανθρώπινη συνεργία καλείται να υπερνικήσει τα ανθρώπινα μέτρα. Ο πιστός καλείται να απαρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει τον Χριστό, «όπου αν υπάγη».

Η πορεία αυτή πραγματοποιείται ως συμπόρευση με τον Χριστό με την τήρηση των θείων εντολών. Ο βαθμός της τηρήσεως των εντολών του Θεού από τον άνθρωπο φανερώνει και τον βαθμό της αγάπης του προς τον Θεό. Όπως και ο βαθμός της παραθεωρήσεως των εντολών φανερώνει τον βαθμό της απομακρύνσεώς του από τον Θεό και της προσηλώσεώς του στην φιλία του κόσμου και την φιληδονία. Όσο περισσότερο αυξάνει η αγάπη του προς τον Θεό, τόσο πληρέστερη και ακριβέστερη γίνεται και η τήρηση των εντολών του.

Εδώ όμως πρέπει να επισημανθεί ότι η τήρηση των εντολών δεν αναιρεί την αμαρτία, αλλά διατηρεί τον πιστό στο σώμα του Χριστού και στο κλίμα της ελευθερίας που παρέχει η χάρη του Πνεύματος. Ο όσιος Μάρκος ο Ερημίτης χαρακτηρίζοντας τις εντολές του Θεού ως εντολές ελευθερίας και παρατηρεί ότι αυτές «τους όρους της δοθείσης ημίν ελευθερίας φυλάττουσιν». Η μυστηριακή συμμετοχή στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού ελευθερώνει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον εισάγει στην ελευθερία του Πνεύματος. Η παραμονή όμως του Χριστιανού στο σώμα του Χριστού και η τελείωσή του στην ελευθερία του Πνεύματος είναι έργο της θελήσεώς του.

Παραταύτα η ανθρώπινη θέληση δεν φαίνεται να είναι αρκετή για την πραγματοποίηση του έργου αυτού. Συχνά ο άνθρωπος θέλει να τηρεί τις εντολές του Θεού και να ζει στην ελευθερία του Πνεύματος, αλλά δεν το κατορθώνει. Η έλξη του κόσμου και η ροπή προς την αμαρτία κάμπτουν την καλή θέλησή του και τον οδηγούν στο κακό. Έτσι δεν κάνει αυτό που θέλει, αλλά παρασύρεται σε πράγματα που δεν θέλει. Πού οφείλεται αυτό;

Αιτία του φαινομένου αυτού είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο εθισμός στην αμαρτία και απουσία της εμπειρίας της ρήξεως του πιστού με το πνεύμα του κόσμου. Συνήθως το Βάπτισμα πραγματοποιείται σε νηπιακή ηλικία και η ομολογία της πίστεως γίνεται από ανάδοχο. Ακολούθως ο βαπτιζόμενος ανατρέφεται μέσα σε εκκοσμικευμένη κοινωνία, που από καιρού έχει εγκαταλείψει πολλά αυτονόητα της χριστιανικής ζωής. Η αγωγή του κατευθύνεται από πνεύμα με αξίες αμφιβόλου περιεχομένου και χωρίς καμία εγγύηση για χριστιανική προπαιδεία και διαπαιδαγώγηση. Έτσι, ο άνθρωπος που εντάσσεται στην Εκκλησία με τον καθιερωμένο νηπιοβαπτισμό, μεγαλώνει εθιζόμενος σε τρόπους ζωής και κοινωνικά αυτονόητα άσχετα ή και αντίθετα προς την χριστιανική ζωή.

Η χριστιανική ζωή που κατευθύνεται από το Πνεύμα του Θεού φαίνεται παράδοξη και ασυντόνιστη με τον κόσμο. Γι’ αυτό και ο εθισμός στην απνεύματη ζωή του κόσμου δημιουργεί αρνητικές καταστάσεις για την διαμόρφωση χριστιανικής συνειδήσεως και τον συντονισμό της θελήσεως του πιστού με το θέλημα του Θεού. Η μη παραμονή όμως του πιστού στην πορεία της νέας ζωής που εγκαινιάζεται με το Βάπτισμα τον αποξενώνει από τον Θεό και δημιουργεί κατάσταση σχετικής αθεΐας, που μόνο με την μετάνοια και την θερμή προσήλωση στον Χριστό και το θέλημά του μπορεί να θεραπευθεί.

Η μετάνοια και η επάνοδος στον Χριστό και στην οδό των εντολών του προβάλλουν ως τα κύρια αιτήματα για την θεραπεία της συμβατικής χριστιανικής ζωής. Ο Χριστιανός που λησμονεί ή ακόμα και δεν συνειδητοποιεί την θρησκευτική του ταυτότητα, αλλά εθίζεται στην απνεύματη κοσμική ζωή χρειάζεται να ξαναβρεί τον εαυτό του και να αναζωογονηθεί με την βαπτισματική χάρη που έλαβε και δεν έπαυσε να υπάρχει μέσα του. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να επιστρέψει στην καρδιά του, που είναι το κέντρο της υπάρξεώς του, η φυσική βάση του νου του και ο τύπος της συναντήσεώς του με τον Θεό.

Η επιστροφή αυτή του ανθρώπου είναι δύσκολη και απαιτεί άσκηση σκληρή και επώδυνη, ανάλογα με το μέγεθος και την έκταση των πνευματικών ζημιών που υπάρχουν. Απαιτεί να καταπολεμηθούν τα πάθη και οι εμπαθείς διαθέσεις που προκλήθηκαν στον άνθρωπο κατά την διάρκεια της προηγούμενης ζωής του. Σε τελική ανάλυση απαιτεί την απάθεια, που δεν είναι η νέκρωση του παθητικού της ψυχής, δηλαδή η αχρήστευση των ψυχικών ή των φυσικών δυνάμεων, αλλά ο επαναπροσανατολισμός τους προς το αγαθό. Η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκε από τον Θεό «καλή λίαν». Τα πάθη και οι εμπαθείς διαθέσεις αποτελούν παρά φύση εκτροπές, που δημιουργούνται από την παράχρηση των ψυχικών δυνάμεων. Εκείνο λοιπόν που χρειάζεται είναι η θεραπεία του ανθρώπου και η ενεργοποίηση των δυνάμεών του κατά τις προδιαγραφές της φύσεώς του. Πραγματική απάθεια είναι η κατάσταση εκείνη, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι άκρως ενεργοποιημένος προς το αγαθό.

Στην βάση της ασκήσεως για την προσέγγιση της απάθειας βρίσκεται και πάλι η θέληση του ανθρώπου. Το ατομικό θέλημα περιορίζει ασφυκτικά την ανάπτυξη του ανθρώπου ως προσώπου. Το θέλημα αυτό ανυψώνεται ως ανυπέρβλητο τείχος ανάμεσα σε αυτόν και τον Θεό. Τον εγκλωβίζει στον εαυτό του και εμποδίζει την καρδιά του να πλατυνθεί και να χωρέσει μέσα της τον Θεό και τον πλησίον. Αν δεν αναιρεθεί το εμπόδιο αυτό, δεν μπορεί να ανα¬καινισθεί ο άνθρωπος και να ζήσει την ελευθερία του Πνεύματος. Γι’ αυτό η χριστιανική ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άσκηση. Η νηστεία, η αγρυπνία, η προσευχή, ο αυτοέλεγχος, η υπακοή, η καταπολέμηση των παθών και όλος γενικότερα ο πνευματικός αγώνας, δεν αφορούν μόνο τους μοναχούς αλλά και όλους ανεξαίρετα τους Χριστιανούς,

Εξάλλου η ορθόδοξη χριστιανική άσκηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ησυχία. Ο ορθόδοξος ασκητισμός είναι ησυχαστικός. Και η ησυχία κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι άγονη και παθητική στάση, αλλά άκρως ενεργητική και δημιουργική κατάσταση. Είναι η εσωτερική ησυχία, η ησυχία της καρδιάς, που επιδιώκεται «διά σπουδήν και νήψιν των ένδον», και είναι απαραίτητη για τον καθένα που παίρνει στα σοβαρά το θέμα της σωτηρίας του. Αν δεν φροντίσει 0 πιστός να εισέλθει στην καρδιά του, να την καθαρίσει και να επαναφέρει εκεί τον διασκορπισμένο νου του, ώστε να ενοποιηθεί η δια¬σπασμένη ύπαρξή του, δεν μπορεί να βρει ούτε τον πραγματικό εαυτό του ούτε τον Θεό. Όταν όμως εισέλθει στο «ταμείο» της καρδιάς του, τότε βρίσκει όχι μόνο τον πραγματικό εαυτό του αλλά και τον Θεό, γιατί ένα είναι το ταμείο της καρδιάς και το ουράνιο ταμείο, και «εν μιά εισόδω θεωρεί τα αμφότερα».

Η ησυχαστική αυτή περισυλλογή, που αποτελεί την πεμπτουσία της πνευματικής ζωής, έγινε σήμερα άκρως προβληματική όχι μόνο για τον πιστό που ζει μέσα στον κόσμο αλλά ακόμα και για τον μοναχό. Ο θόρυβος της καθημερινής ζωής, η ταχύτητα των πολλαπλών εξελίξεων, η φύση και η πολυδιάσπαση των κοινωνικών ρόλων μέσα στο γενικότερο πνεύμα της εκκοσμικεύσεως διαμορφώνουν έναν νέο τύπο ανθρώπου, τον «κοινωνιολογικό άνθρωπο» (homo sociologicus), που κατευθύνεται από τα νήματα της κοινωνίας και εξαντλείται στους ρόλους της. Η εκκοσμίκευση εισχωρεί στην συνείδηση του ανθρώπου και επηρεάζει την δομή της. Ο άνθρωπος αυτός με το μονοδιάστατο και διασπασμένο είναι του αποξενώνεται από την αναζήτηση της καθολικής αλήθειας και περιορίζεται στις επιμέρους χρηστικές αλήθειες που του προσφέρουν η επιστήμη και η τεχνολογία.

Η χριστιανική ζωή έχει απεριόριστο βάθος, ύψος και πλάτος. Θεμελιώνεται στην βαθειά καρδιά του άνθρωπου, ανυψώνεται στην απειρότητα της θείας ζωής και αγκαλιάζει ολόκληρη την κτίση. Βρίσκεται πέρα από κάθε εθνικό, φυλετικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και πολιτικό περιορισμό, αναδεικνύοντας την καθολικότητα και την παγκοσμιότητα του προσώπου. Δεν απομακρύνεται από κανέναν, αλλά προσεγγίζει περισσότερο τους ταπεινωμένους, τους ανέστιους, τους περιφρονημένους. Δεν συνδέει την αξία του ανθρώπου με την κοινωνική του επιφάνεια αλλά με την εσχατολογική του κλήση.

Η εμπέδωση της εκκοσμικεύσεως στην εποχή μας δυσκολεύει αφάνταστα την βίωση του Ευαγγελίου του Χριστού. Αλλά αυτό εξαρχής δεν ήταν «κατά άνθρωπον». Εξάλλου η μαρτυρία του Ευαγγελίου δεν γίνεται με μετριασμούς και προσαρμογές προς το κοσμικό πνεύμα. Και η σάρκωσή του μέσα στον κόσμο δεν συντελείται με επιστημονικές μελέτες και θεολογικές θεωρίες, όσο χρήσιμες και αν είναι αυτές ιδιαίτερα στις ημέρες μας. ‘Εκείνο που προπαντός χρειάζεται, είναι η βιωματική εμπειρία· είναι η παρουσία ανθρώπων, που προσπαθούν να μείνουν πιστοί στην αλήθεια του Ευαγγελίου.

Στα αποφθέγματα των ασκητών της ερήμου διασώζεται η ακόλουθη στιχομυθία: Οι πατέρες της Σκήτεως ρώτησαν ποιό ήταν το έργο μας; Ο αββάς Ισχυρίων τους απάντησε· εφαρμόσαμε τις εντολές του Θεού. Τότε εκείνοι είπαν· αυτοί που θα έρθουν μετά από εμάς τί θα κάνουν; Ο αββάς είπε· θα μπορέσουν να κάνουν τα μισά από όσα κάναμε εμείς. Εκείνοι ξαναείπαν και αυτοί που θα έρθουν μετά από εκείνους τί θα κάνουν; Και ο αββάς είπε· δεν θα μπορέσουν να κάνουν τίποτα, γιατί θα τους βρει πειρασμός· και όσοι βρεθούν τότε δόκιμοι, θα είναι μεγαλύτεροι και από εμάς και από τους πατέρες μας.

(Πηγή: Περιοδικό “ΘΕΟΛΟΓΙΑ”, 1/2011, σ. 65-76)

Θεμελίωση και προοπτική της χριστιανικής ζωής - Pemptousia

Περί ηθικής αίρεσης - Γεώργιος Μαντζαρίδης

«Η ορθόδοξη ηθική είναι εφαρμοσμένη δογματική. Ο Θεός δεν αποκάλυψε στους ανθρώπους θεολογικές αλήθειες για να ικανοποιήσει την περιέργειά τους ή για να πλουτίσει τις γνώσεις τους, αλλά για να φανερώσει το είναι Του, που πρέπει να το μιμηθούν στη ζωή τους. Δεν υπάρχει δόγμα χωρίς ηθικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό δεν υπάρχει δογματική αίρεση χωρίς επιπτώσεις στην ηθική. Η ηθική όμως αίρεση διαφέρει από την δογματική κατά το ότι δεν αμφισβητεί το δόγμα, αλλά το αποσυνδέει από τη ζωή. Το βλέπει ως θεωρητική διδασκαλία και όχι ως δείκτη ζωής. Έτσι, η ηθική αίρεση δεν παρουσιάζεται να παραχαράσσει ευθέως το δόγμα, αλλά το αδρανοποιεί και ανοίγει την οδό προς την εκκοσμίκευση.

 (απόσπασμα άρθρου του Γεωργίου Μαντζαρίδη, ομότιμου καθηγητή θεολογικής σχολής ΑΠΘ, στο περιοδικό ΕΡΩ, τεύχος 67, σελίδα 39).

Αναστάσιος: Περί ηθικής αίρεσης - Γεώργιος Μαντζαρίδης

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 22 Του George Prestige

Συνέχεια από Πέμπτη 13. Αυγούστου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 22

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940


Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

Διάλεξη 6-Νεστόριος: ή, η λυτρωμένη ανθρωπότητα

Ο Νεστόριος έμοιαζε κατά ορισμένους τρόπους εκπληκτικά με τον Χρυσόστομο, ενώ κατά άλλους διέφερε από αυτόν ριζικά. Ήταν μοναχός, όπως υπήρξε και ο Χρυσόστομος έως ότου κλονίστηκε η υγεία του. Είχε γεννηθεί μέσα στα όρια του πατριαρχείου Αντιοχείας και είχε διαμορφωθεί υπό την επίδραση των μεγάλων διδασκάλων του. Ήταν δεινός ρήτορας του άμβωνα, τον οποίο χρησιμοποιούσε, όπως και ο Χρυσόστομος, για να ερμηνεύει τις Γραφές στον λαό. Ήταν ευσεβής, σοβαρός, ικανός και εργατικός.

Από την άλλη πλευρά, διέθετε πολύ βαθύτερο διανοητικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για τη θεολογία· ο νους του δεν ήταν καθόλου τέτοιος ώστε να υποτάσσει την αλήθεια της σκέψεως στην αλήθεια της πράξεως· και είχε σε σημαντικό βαθμό εκείνη τη λαμπρή διαλεκτική και ερευνητική διάθεση που τόσο έντονα ερεθίζει τους ηθικολόγους και τους πολιτικούς εναντίον των διανοουμένων, τους Βερνάρδους εναντίον των Αβελάρδων. Ακόμη και ως κήρυκας ήταν επιχειρηματολογικός· και μπορεί δικαίως να λεχθεί ότι πέθανε επιχειρηματολογώντας. Η δύναμή του βρισκόταν στην κριτική λογική· η αδυναμία του ήταν η σχεδόν πλήρης έλλειψη δημιουργικής φαντασίας.

Από τις λεπτομέρειες της ζωής του σχεδόν τίποτε δεν είναι γνωστό, εκτός από τα τρία χρόνια κατά τα οποία βρέθηκε στο εκτυφλωτικό φως της θεολογικής διαμάχης, ενώ τα περισσότερα από τα πολυάριθμα συγγράμματά του κάηκαν. Ωστόσο, χάρη σε μια σχεδόν μυθιστορηματική περιπέτεια της χειρόγραφης παραδόσεως, ένα συριακό χειρόγραφο του τελευταίου και εκτενούς έργου του, στο οποίο εξηγούσε και υπερασπιζόταν τον εαυτό του, του «Παζαριού του Ηρακλείδη» (The Bazaar of Heracleides), που είχε αρχικά γραφεί στα ελληνικά και αργότερα μεταφραστεί, ανακαλύφθηκε εκ νέου στο Κουρδιστάν στα τέλη του περασμένου αιώνα. Διαπιστώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήταν δικό του και μεταφράστηκε εκ νέου σε σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Από αυτό το ατελείωτο αλλά ανεκτίμητης αξίας έργο μπορούμε να γνωρίσουμε τη δική του εκδοχή τόσο για τη διδασκαλία του όσο και για την καταδίκη του, καθώς και να αντλήσουμε λεπτομέρειες σχετικά με τις ύστερες απόψεις του για την εκκλησιαστική ιστορία της εποχής του.

Μετά την εγκατάστασή του στον θρόνο, ο Νεστόριος δεν έχασε χρόνο για να καταστήσει γνωστή τη γενική πολιτική του. Θεωρούσε τον εαυτό του μια νέα δύναμη κάθαρσης και σκόπευε να προχωρήσει σε έναν αδιάλλακτο «καθαρισμό». Την ημέρα της χειροτονίας του ζήτησε δημόσια από τον αυτοκράτορα πλήρη ελευθερία δράσεως για την καταστολή της αιρέσεως, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα για μια τέτοια υπηρεσία προς τη Βασιλεία των ουρανών την πλήρη συνδρομή του πνευματικού βραχίονα για τη συντριβή των επίγειων εχθρών της αυτοκρατορίας.

Η διωκτική του διάθεση εκδηλώθηκε στην πράξη μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα. Άρχισε να κατεδαφίζει ένα ιδιωτικό παρεκκλήσιο στο οποίο οι τοπικοί Αρειανοί τελούσαν τη λατρεία τους· οι ιδιοκτήτες, σε απόγνωση, το πυρπόλησαν, και ακολούθησε μεγάλη πυρκαγιά. Από τότε ο αρχιεπίσκοπος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Πυρπολητής» (Firebrand), τόσο στους αιρετικούς κύκλους όσο και μεταξύ των ίδιων των οπαδών του. Ήταν προμήνυμα της μελλοντικής του συμπεριφοράς.

Καταδίωξε με αμείλικτη ενεργητικότητα κάθε ομάδα ή παράταξη που διατηρούσε ανεξάρτητες απόψεις, τόσο μέσα όσο και έξω από τη νόμιμη σφαίρα της δικαιοδοσίας του, και δημιούργησε αντιπάλους ακόμη και ανάμεσα στους καλύτερους κληρικούς του.

Στα τέλη του έτους, πιθανότατα στο πλαίσιο μιας εκστρατείας εναντίον των επιζώντων οπαδών του Απολλιναρίου, ξεκίνησε έναν πόλεμο κηρυγμάτων εναντίον της χρήσεως του τίτλου Θεοτόκος, δηλαδή «Μητέρα του Θεού», για την Παρθένο Μαρία — τίτλου που είχε ήδη καθιερωθεί από παράδοση δύο αιώνων και είχε αγιασθεί από τη λαϊκή ευσέβεια.

Οι απλοί πιστοί της Εκκλησίας υπέθεσαν, με ένα συμπέρασμα τόσο φυσικό όσο και στην πραγματικότητα λανθασμένο, ότι θεωρούσε τον Λυτρωτή απλώς έναν θεόπνευστο άνθρωπο και ότι σκόπευε να αρνηθεί πως ήταν αληθινά Θεός. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος εννοούσε μόνο ότι η θεότητα προϋπήρχε πριν από την Ενανθρώπηση και ότι, κατά την ίδια της τη φύση, δεν επηρεαζόταν ούτε από αυτήν ούτε από οποιοδήποτε άλλο γεγονός μέσα στη χρονική τάξη.

Ένας από τους ίδιους του τους κληρικούς αποδέχθηκε την πρόκληση. Οι άμβωνες αντήχησαν από τη διαμάχη. Ο Κύριλλος στην Αλεξάνδρεια διαμαρτυρήθηκε· ο πάπας της Ρώμης, στον οποίο ο Νεστόριος απέστειλε αντίγραφα των κηρυγμάτων του, άρχισε να διερευνά την υπόθεση.

Για άλλη μια φορά ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Κωνσταντινούπολη διατάρασσε την ειρήνη της Χριστιανοσύνης.

Αν ο Νεστόριος ήταν συνετός —πράγμα που δεν ήταν—, θα μπορούσε να είχε αναλογιστεί τις διαφορετικές στάσεις που είχε υιοθετήσει η Ρώμη απέναντι στον Χρυσόστομο και στον Απολλινάριο. Η Ρώμη είχε υποστηρίξει τον Χρυσόστομο, του οποίου τα σφάλματα ήταν πρακτικού χαρακτήρα και προέρχονταν από αυστηρό ζηλωτισμό. Στην περίπτωση όμως του Απολλιναρίου, η Ρώμη είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο από ό,τι ζητούσε η καταγγελτική επιστολή του Βασιλείου και είχε καταδικάσει τον παραβάτη όχι για τις παρανομίες του αλλά για την εσφαλμένη διδασκαλία του. Η Ρώμη δεν ανεχόταν ποτέ κάτι που θεωρούσε αίρεση· αν και δεν διέθετε πολλά δικά της δημιουργικά θεολογικά χαρίσματα, ασκούσε πιστή φρούρηση πάνω στα θεολογικά επιτεύγματα των άλλων.

Ο Νεστόριος θα έπρεπε να είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να εξηγήσει τη δική του διδασκαλία, για την οποία υπήρχαν άφθονες αυθεντίες στην Ανατολή, και να είχε αποφύγει περαιτέρω παράδοξες διατυπώσεις· σε αντίθεση με τον Χρυσόστομο, δεν είχε μια εξοργισμένη αυτοκράτειρα να τον καταδιώκει, και εφόσον δεν μπορούσε να αποδειχθεί εις βάρος του δογματική πλάνη που να ικανοποιεί έντιμα την κρίση του πάπα, ήταν απολύτως ασφαλής. Ήταν όμως προφανώς υπερβολικά βέβαιος για την ορθότητα της δικής του θέσεως, ώστε να θεωρήσει τις δογματικές κατηγορίες εναντίον του σοβαρή απειλή. Αντί γι’ αυτό, έγραψε στη Ρώμη μάλλον επιπόλαιες επιστολές, παρουσιάζοντας επιχειρηματολογικά τη δική του θεολογική δραστηριότητα και ζητώντας να πληροφορηθεί για ποιο λόγο ορισμένοι επιφανείς Πελαγιανοί, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί ως αιρετικοί στη Ρώμη δέκα ή περισσότερα χρόνια νωρίτερα και βρίσκονταν τώρα ως πρόσφυγες στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί σε εκκλησιαστική κοινωνία.

Από πλευράς τακτικής, οι επιστολές αυτές υπήρξαν μοιραίο σφάλμα. Όχι μόνο επιβεβαίωναν τις ενδείξεις που προέκυπταν από τα κηρύγματα τα οποία ο ίδιος ο Νεστόριος είχε στείλει στη Ρώμη, και από τα οποία ήδη συναγόταν το συμπέρασμα ότι πράγματι ήταν αιρετικός, αλλά φανέρωναν και μια επιλήψιμη τάση να θέτει υπό αμφισβήτηση τις δογματικές αποφάσεις της ρωμαϊκής έδρας σχετικά με άλλους αιρετικούς.

Ο συγγραφέας των επιστολών πρέπει να φάνηκε στον πάπα —ο οποίος ούτε γνώριζε ούτε ενδιαφερόταν για τις ιδιαίτερες ευαισθησίες των θεολόγων της Αντιοχείας— ως ένας άνθρωπος που αναμειγνυόταν αδιάκριτα σε θεολογικές έριδες και ως γενικός υποστηρικτής εσφαλμένων απόψεων. Τον Αύγουστο του 430 συγκλήθηκε σύνοδος στη Ρώμη, στην οποία καταδικάστηκε η διδασκαλία του Νεστορίου, ενώ ο ίδιος διατάχθηκε να την ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες, διαφορετικά να θεωρήσει τον εαυτό του καθαιρεμένο και αφορισμένο.

Ο Κύριλλος έλαβε την εντολή να εκτελέσει την απόφαση με την κοινή εξουσιοδότηση Αλεξανδρείας και Ρώμης· η Αντιόχεια και άλλες σημαντικές έδρες προσκλήθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος είχε υπερβεί κατά πολύ τα όρια· ακόμη και πριν φθάσουν τα νέα από τη Ρώμη, ο φίλος του Ιωάννης, επίσκοπος Αντιοχείας, τον συμβούλευσε να ανακαλέσει.

Στο μεταξύ, ο Κύριλλος είχε δημοσιεύσει πλήθος επιδέξια γραμμένων φυλλαδίων και επιστολών σχετικά με το θεολογικό ζήτημα, τρεις από τις οποίες απευθύνονταν σε διαφορετικά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Προς το τέλος του έτους συγκάλεσε τοπική σύνοδο στην Αλεξάνδρεια και δημοσίευσε δώδεκα αναθεματισμούς εναντίον συμπερασμάτων που θεωρούσε ότι προέκυπταν από τη διδασκαλία του Νεστορίου· ο Νεστόριος απάντησε με δικούς του αντι-αναθεματισμούς εναντίον του Κυρίλλου.

Ποτέ δύο θεολόγοι δεν παρεξήγησαν τόσο ολοκληρωτικά ο ένας το νόημα του άλλου. Προσέγγιζαν το θέμα από εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες, αλλά ως προς την ουσία δεν βρίσκονταν σε πλήρη και ασυμφιλίωτη αντίθεση. Η δυσκολία προέκυψε κυρίως επειδή, αντί να συνεννοηθούν μεταξύ τους για τον σκοπό, το νόημα και τις συνδηλώσεις των όρων που χρησιμοποιούσαν, ο καθένας εξήγαγε τα δικά του συμπεράσματα και υπέθετε ότι ο άλλος εννοούσε αυτό που θα εννοούσε ο ίδιος, εάν χρησιμοποιούσε παρόμοια γλώσσα.

Έτσι, ο Νεστόριος συμπέρανε ότι ο Κύριλλος ήταν Απολλιναριστής, ενώ ο Κύριλλος συμπέρανε ότι ο Νεστόριος ήταν Υιοθεσιανός. Σήμερα είναι δυνατόν να διακρίνουμε πόσο λανθασμένο ήταν καθένα από αυτά τα συμπεράσματα. Εκείνη την εποχή όμως ολόκληρη η σχολή της Αντιοχείας συσπειρώθηκε αμυντικά κάτω από τη σημαία του Νεστορίου, ενώ η Δύση, φοβούμενη μια νέα περίοδο μισού αιώνα ημιαρειανικών αντιπαραθέσεων, με την Κωνσταντινούπολη να λειτουργεί και πάλι ως κέντρο παραγωγής αιρέσεως, έριξε όλο το βάρος της υπέρ της Αλεξανδρείας.

Ό,τι άλλο και αν είχε επιτύχει, ο Νεστόριος είχε ασφαλώς κατορθώσει να διαιρέσει την ενότητα της Χριστιανοσύνης, η οποία μόλις είχε αποκατασταθεί. Και η διαίρεση αυτή δεν ήταν λιγότερο πραγματική επειδή η αιτία της ήταν μια διπλή διανοητική πλάνη, της οποίας πατέρας ήταν η αυταρχική ανυπομονησία και μητέρα η εκκλησιαστική ζηλοτυπία.

Ο αυτοκράτορας ίσως υποψιαζόταν ότι η σύγκρουση περιείχε περισσότερο παρεξήγηση παρά αίρεση· ασφαλώς δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί τις καταστροφικές συνέπειες που θα προκαλούσε η διάσπαση. Έτσι, σε συνεννόηση με τον δυτικό συνάδελφό του, υιοθέτησε την πατροπαράδοτη αυτοκρατορική πολιτική της συγκλήσεως μιας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα συνερχόταν στην Έφεσο το καλοκαίρι του 431 για να επιληφθεί της διαφοράς. Μέχρι να αποφασίσει η Σύνοδος, η απειλούμενη από τη Ρώμη ακοινωνησία του Νεστορίου έπρεπε κατ’ ανάγκην να παραμείνει σε αναστολή.

Όταν ήλθε η ώρα, ο Νεστόριος έφθασε με δέκα υποστηρικτές και ο Κύριλλος με πενήντα· οι επίσκοποι του πατριαρχείου Αντιοχείας καθυστέρησαν περισσότερο από δεκαπέντε ημέρες. Το διάστημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αξιοποιηθεί για συναντήσεις ανάμεσα στις κύριες πλευρές. Αντί γι’ αυτό, ο Μέμνων, ο τοπικός επίσκοπος, πείσθηκε να αντιμετωπίσει τον Νεστόριο σαν να είχε ήδη αφοριστεί, κλείνοντας τις εκκλησίες σε αυτόν και στους οπαδούς του· ο Κύριλλος δεν είχε έλθει στην Έφεσο για να συζητήσει τις διαφορές αλλά για να εφαρμόσει την πολιτική που είχε ήδη συμφωνηθεί ανάμεσα στον ίδιο και στον πάπα της Δύσεως.

Συνομιλίες πράγματι πραγματοποιήθηκαν, αλλά ο Κύριλλος δεν ήταν παρών. Δύο από τους οπαδούς του συζήτησαν με τον Νεστόριο· εκείνος έθετε ακαδημαϊκές δυσκολίες και διατύπωνε επιγραμματικά παράδοξα, τα οποία απλώς επιδείνωναν την κατάσταση· διότι οι συνομιλητές του δεν περίμεναν να ακούσουν τη διευκρίνιση των διανοητικών του αιχμών, αλλά τον κατηγόρησαν ότι εξέφερε αιρετικές θέσεις και έσπευσαν να αναφέρουν στον Κύριλλο την αδιαλλαξία του.

Σε μία από αυτές τις συναντήσεις ο Νεστόριος έκανε την περίφημη παρατήρηση με την οποία αρνήθηκε ότι ήταν ορθό να λέγεται πως ο Θεός ήταν τριών μηνών. Η φράση αυτή έχει συχνά παρατεθεί εσφαλμένα, σαν να αρνήθηκε ο Νεστόριος ότι ένα παιδί τριών μηνών μπορούσε να ονομαστεί Θεός· έτσι ακριβώς την αναφέρει λανθασμένα ακόμη και ο σύγχρονός του και συμπολίτης του στην Κωνσταντινούπολη, ο ιστορικός Σωκράτης (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 7.34).

Ο Νεστόριος όμως ασφαλώς δεν είπε αυτό, και όσα πράγματι είπε μπορούσαν απολύτως να ερμηνευθούν με ορθόδοξο τρόπο. Εννοούσε ότι, μολονότι ο Χριστός ήταν Θεός, μόνο η ανθρώπινη σωματική Του ύπαρξη, και όχι η θεία Του ύπαρξη, άρχισε να υπάρχει μέσα στον χρόνο και υπέστη τις μεταβολές της ανθρώπινης αναπτύξεως. Ωστόσο, αμέσως συνήχθη το συμπέρασμα ότι υιοθετούσε υιοθεσιανική θέση και ότι, κατά τη γνώμη του, ο Χριστός ήταν απλώς ένας αγαθός άνθρωπος προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα θείας χάριτος.

Οι κατήγοροί του ήταν ειλικρινείς και πραγματικά θλίβονταν για την υποτιθέμενη αποστασία του. Το περιστατικό δείχνει απλώς την ανοησία τού να εκτοξεύει κανείς διανοητικά ευφυολογήματα εναντίον αντιπάλων που μιλούν διαφορετική θεολογική γλώσσα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να πείσει την άλλη πλευρά για την αμετακίνητη στάση του και να ενισχύσει την απόφασή της να μη συνεχίσει τη συζήτηση αλλά να προχωρήσει σε κρίση.

Ύστερα από δεκαπέντε ημέρες, ο Κύριλλος έλαβε μηνύματα από τον Ιωάννη Αντιοχείας, ο οποίος δήλωνε ότι ήλπιζε να φθάσει στην Έφεσο μέσα σε πέντε ή έξι ημέρες και ότι, αν καθυστερούσε περισσότερο από αυτό, ο Κύριλλος μπορούσε να προχωρήσει στη Σύνοδο. Όμως η υπομονή του Κυρίλλου, ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη όταν έφθανε η στιγμή της δράσεως, είχε πλέον εξαντληθεί πλήρως, και διέπραξε ένα σοβαρό σφάλμα.
Παρά τις διαμαρτυρίες του αυτοκρατορικού επιτρόπου, άνοιξε αμέσως τη Σύνοδο, επικαλούμενος όχι την εξουσία του αυτοκράτορα, ο οποίος επιθυμούσε να διεξαχθεί μια σοβαρή θεολογική διάσκεψη, αλλά την εξουσία της Ρώμης και της Αλεξανδρείας, οι οποίες σκόπευαν να καθαιρέσουν έναν επίμονο αιρετικό. Ο Νεστόριος αρνήθηκε να παραστεί και αποφασίστηκε η καθαίρεσή του.


Τέσσερις ημέρες αργότερα έφθασε ο Ιωάννης Αντιοχείας, συγκάλεσε δική του σύνοδο, στην οποία συμμετείχαν ο αυτοκρατορικός επίτροπος και οι φίλοι του Νεστορίου, και με τη σειρά του αποφάσισε την καθαίρεση του Κυρίλλου και του Μέμνονος.

Ήταν πλέον τα τέλη Ιουνίου. Τον Ιούλιο η σύνοδος του Κυρίλλου ενισχύθηκε με την άφιξη των Ρωμαίων λεγάτων, οι οποίοι επικύρωσαν τις αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί και ανακοίνωσαν τη συγκατάθεση του πάπα στην καταδίκη του Νεστορίου· πέρα όμως από αυτό, τα γεγονότα στην Έφεσο είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, και το κρίσιμο πεδίο της αντιπαραθέσεως μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Συνεχίζεται 129

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 7 MALACHI MARTIN

Συνέχεια από Τρίτη 18. Αυγούστου 2026


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 7

MALACHI MARTIN

G.P. Putnam's Sons, New York 1981


ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΣΤΑ ΠΛΟΥΤΗ


Η κατάρα του Κωνσταντίνου

Ο Κωνσταντίνος έσπειρε μέσα στη νεοαποκτηθείσα θρησκεία του, τον Χριστιανισμό, τους σπόρους της ίδιας της αποσυνθέσεώς του. Εκείνα που είχε θεμελιώσει, στην Ανατολή και στη Δύση, ως σταθερά θεμέλια επρόκειτο να μετατραπούν στις άμεσες αιτίες προδοσίας και κατακερματισμού. Σαν μια μοιραία κληρονομιά, το κατάλοιπο που άφησε ο Κωνσταντίνος μετατράπηκε σε κατάρα, η οποία βασάνιζε κάθε επόμενη γενιά και οδηγούσε πρώτα στην αδελφοκτονία και τελικά στην αυτοκτονία.

Ο Κωνσταντίνος εγκαθίδρυσε πρώτα τον επίσκοπο Ρώμης σε πλήρη ισχύ στη Δυτική Ευρώπη. Οι πάπες έλαβαν από αυτόν σημαντική ακίνητη περιουσία, εκτεταμένη δικαστική εξουσία, μεγάλο ρευστό πλούτο, έλεγχο επί των ενόπλων δυνάμεων και πολιτική κυριαρχία. Η Εκκλησία της Ρώμης και ο Χριστιανισμός απέκτησαν έτσι ανυπολόγιστο κύρος στα μάτια του λαού και εξαιρετικά προνομιακή πρόσβαση στον ίδιο τον μεγάλο αυτοκράτορα. Με λίγα λόγια, εξαιτίας του Κωνσταντίνου, ο επίσκοπος Ρώμης έγινε μονάρχης και η Εκκλησία του μοναρχία.

Για να επιστεγάσει τις προσπάθειές του, ο Κωνσταντίνος οργάνωσε το έτος 325 στη Νίκαια —στη σημερινή Τουρκία— μια γενική οικουμενική σύνοδο Χριστιανών επισκόπων. Η σύνοδος ονομάστηκε «οικουμενική», επειδή αφορούσε ολόκληρη την οἰκουμένη — ολόκληρο δηλαδή τον κατοικημένο κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνονταν τότε οι Χριστιανοί. Εκεί οι επίσημες πεποιθήσεις των Χριστιανών διατυπώθηκαν, ύστερα από έντονες συζητήσεις, σε συγκεκριμένους τύπους, γνωστούς έκτοτε ως Σύμβολο της Νικαίας.

Επιπλέον, με ένα από τα διατάγματά της ή τους κανόνες της, η Σύνοδος αναγνώρισε τέσσερα κύρια κέντρα του Χριστιανισμού: τη Ρώμη, την Αλεξάνδρεια (στη Συρία), την Αντιόχεια (στη Συρία) και την Ιερουσαλήμ. Καθένας από αυτούς τους τόπους ονομαζόταν πατριαρχείο, ενώ ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο πατριάρχης της Δύσεως και είχε το προβάδισμα έναντι των άλλων τριών. Ο λόγος που έδινε ο Κωνσταντίνος για αυτό το προβάδισμα ήταν: «Επειδή οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος είχαν ζήσει και πεθάνει στη Ρώμη» — και ο πάπας της Ρώμης ήταν ο διάδοχος του Πέτρου.

Ήδη, ενώ συνεδρίαζε η Σύνοδος της Νικαίας, ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει μια τοποθεσία στον Βόσπορο ως νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Ήταν μια μικρή ελληνική πόλη που ονομαζόταν Βυζάντιον· η θέση της είχε μεγάλη στρατηγική σημασία. Όταν ολοκληρώθηκε το 330, θα αποτελούσε, κατά τη σκέψη του Κωνσταντίνου, τη «Νέα Ρώμη», και ο επίσκοπός της σύντομα θα ονομαζόταν πατριάρχης της Ανατολής.

Ο αυτοκράτορας όμως, παρόλο που μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε εκεί, δεν έκανε τον νέο πατριάρχη βασιλιά. Αντιθέτως, όπως ο βασιλιάς Δαβίδ του Ισραήλ περισσότερο από χίλια χρόνια νωρίτερα, στην Ανατολή ο Κωνσταντίνος διαχώρισε το «κράτος», το οποίο εκπροσωπούσε ο ίδιος, από την «Εκκλησία», την οποία εκπροσωπούσε ο πατριάρχης, αν και οι δύο σφαίρες θεωρούνταν τα δύο στοιχεία ενός ενιαίου οργανισμού. Και, όπως ο Δαβίδ, ο Κωνσταντίνος θεωρούσε τον εαυτό του θεόθεν διορισμένο να εξασφαλίζει την υλική ευημερία της Εκκλησίας και να διαφυλάσσει την καθαρότητα των δογμάτων της. Αυτή η σχέση ανάμεσα στον Βυζαντινό αυτοκράτορα και τον πατριάρχη διήρκεσε περισσότερο από χίλια εκατό χρόνια και επί ογδόντα αυτοκράτορες, έως ότου η Κωνσταντινούπολη και η αυτοκρατορία της έπαψαν να υπάρχουν το 1453.

Στην «παλαιά Ρώμη», αντίθετα, ο επίσκοπός της, ο πάπας, εξακολουθούσε να είναι πραγματικός μονάρχης, ενώ η εξουσία του πάνω στη Δυτική Ευρώπη αυξανόταν με κάθε αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις ανάμεσα στους πατριάρχες Ανατολής και Δύσεως δεν ήταν αρχικά εχθρικές ή, τουλάχιστον, ήταν ορθές. Όταν ο πάπας Μάρκος εξελέγη τον Ιανουάριο του 336 για να διαδεχθεί τον Σίλβεστρο Α΄, γνωστοποίησε με επιστολή την εκλογή του στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και στους άλλους πατριάρχες, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ενέγραψε το όνομα του Μάρκου στους επίσημους καταλόγους των πατριαρχείων, τα Δίπτυχα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν διοριζόταν νέος πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ή σε κάποιο από τα άλλα πατριαρχεία, απέστελλε επίσημη γνωστοποίηση στη Ρώμη καθώς και στους υπόλοιπους. Κατά τη σύλληψη του Κωνσταντίνου, αυτή η πενταρχία των πατριαρχείων αποτελούσε το πλέγμα πάνω στο οποίο θα στηριζόταν και θα ευημερούσε ο χριστιανικός κόσμος. Ο αυτοκράτορας θα προστάτευε και θα ενίσχυε τους πάντες. Στη συνείδηση όλων, η Ρώμη είχε το πρωτείο τιμής και, για να το πούμε απερίφραστα, την τελική αποφασιστική ψήφο σε ζητήματα πίστεως και ηθικής. Η Ρώμη διέθετε το κύρος.

Όμως όλα αυτά ήταν υπερβολικά στρατιωτικά, υπερβολικά τακτοποιημένα. Μέσα σε πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου, μια δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381. Η σύνοδος αυτή αναδιατύπωσε το Σύμβολο της Νικαίας και, πράγμα ιδιαιτέρως σημαντικό, στον Κανόνα Γ΄ όρισε ότι «ο επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως θα έχει τα πρεσβεία τιμής μετά τον επίσκοπο Ρώμης, επειδή η Κωνσταντινούπολη είναι η Νέα Ρώμη».


Ο τότε επίσκοπος Ρώμης, Δάμασος Α΄, δεν αποδέχθηκε ποτέ τον Κανόνα Γ΄. Ούτε και κανένας από τους διαδόχους του. Αν υπήρχε μια «Νέα Ρώμη», αυτό σήμαινε το τέλος της «παλαιάς Ρώμης». Και αυτό δεν μπορούσαν ποτέ να το αποδεχθούν. (Μόνο περισσότερο από οκτακόσια χρόνια αργότερα, το 1215, θα αποδεχόταν ένας Ρωμαίος πάπας τον Κανόνα Γ΄, και αυτό μόνο επειδή ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας είχαν προσωρινά εκδιωχθεί και ο πάπας είχε εγκαταστήσει έναν Λατίνο αρχιεπίσκοπο ως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.)

Ήδη από το 381, ο πάπας της Ρώμης αναγνώριζε την αυξανόμενη απειλή της Κωνσταντινουπόλεως. Και ήδη υπήρχαν βαθιές διαφορές ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, οι οποίες προέκυπταν από τον ρόλο του πάπα ως κοσμικού άρχοντα. Με τον καιρό, οι πάπες θα διεκδικούσαν απόλυτη, πλήρη και ύψιστη αυτοκρατορική εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους. Με τον καιρό, μια σύνοδος αυστηρών επισκόπων θα διακήρυσσε ότι ο πάπας βρισκόταν υπεράνω και πέρα από την εξουσία οποιασδήποτε απλής συνόδου επισκόπων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αντίθετα, κυβερνούσε μέσω του συλλογικού σώματος των συναδέλφων του πατριαρχών της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ. Με τον καιρό, καθένας από τους ανατολικούς πατριάρχες θα ηγείτο μιας εθνικής Εκκλησίας, καθώς ιδρύονταν επιπλέον πατριαρχεία στη Βουλγαρία, στην Κύπρο και αλλού. Και καθένας θα ταυτιζόταν με τα συμφέροντα του τοπικού ηγεμόνα και του δικού του έθνους, αναγνωρίζοντας όμως το πρωτείο «τιμής» του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Με τον καιρό, το μοναρχικό καθεστώς των παπών θα συγκρουόταν με το συλλογικό καθεστώς της Ανατολής, καθώς οι Ρωμαίοι διεκδικούσαν καθολική εξουσία θεμελιωμένη στον Απόστολο Πέτρο. Οι Ανατολικοί θα απαντούσαν προβάλλοντας τη διεκδίκηση μιας μοναδικής ορθοδοξίας της πίστεως. Η ρωμαϊκή αυθεντία και η ανατολική Ορθοδοξία θα μετατρέπονταν σε πικρούς και ασυμφιλίωτους εχθρούς· όμως μέχρι τότε τα δύο τμήματα του Χριστιανισμού θα είχαν ήδη από πολύ καιρό απομακρυνθεί το ένα από το άλλο ως προς τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τους τρόπους λατρείας, τους κανόνες συμπεριφοράς και την πολιτική αφοσίωση.

Ένα στοιχείο της κατάρας του Κωνσταντίνου προσέφερε και στις δύο πλευρές ένα υποκριτικά θρησκευτικό πρόσχημα για τη ρήξη τους, η οποία στην πραγματικότητα αποτελούσε προϊόν πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Το λεκτικό πρόσχημα για το σχίσμα ήταν η λεγόμενη ρήτρα του filioque.

Από τις απαρχές τους, οι Χριστιανοί πίστευαν σε έναν Θεό. Σε αντίθεση όμως με τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους, έλεγαν ότι σε αυτόν τον έναν Θεό υπάρχουν τρία πρόσωπα. Τα ονόμαζαν: Πατέρα, Υιό —τον Χριστό— και Άγιο Πνεύμα. Επιπλέον, έλεγαν ότι καθένα από αυτά τα πρόσωπα είναι Θεός. Αυτή είναι η χριστιανική Τριάδα: τρία πρόσωπα σε έναν Θεό.

Συζητώντας για την προέλευση του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, οι Χριστιανοί έλεγαν ότι ο Υιός προέρχεται από —αλλά δεν δημιουργήθηκε από— τον Πατέρα, και ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από, ή εκπορεύεται από, τον Πατέρα και τον Υιό ως μία αρχή;;;;;;.

Στη λατινική, ή Ρωμαϊκή, Εκκλησία, ως απάντηση σε ορισμένα συγκεκριμένα ερωτήματα που είχαν τεθεί, αυτή η πίστη διατυπώθηκε με λόγια που όριζαν το Άγιο Πνεύμα ως «εκπορευόμενο από τον Πατέρα και από τον Υιό». (Στα λατινικά, το «και από τον Υιό» εκφράζεται με μία λέξη, filioque.)

Στην Ανατολική, ή Ελληνική, Εκκλησία, προτιμούσαν ;;;να λένε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα διά του Υιού: dia tou uiou.[ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ]

Στον σύγχρονο νου αυτό μπορεί να φαίνεται γελοία ασήμαντο ζήτημα. Δεν ήταν όμως έτσι για τους σεβαστούς κυρίους που διαφωνούσαν γύρω από αυτό. Είναι βέβαιο ότι τόσο η ρωμαϊκή όσο και η ανατολική πίστη συμφωνούσαν ότι ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα και ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα και τον Υιό. Η μόνη διαφωνία αφορούσε τον καλύτερο τρόπο εκφράσεώς του.[ΚΑΘΟΛΟΥ ΒΕΒΑΙΟ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ MALACHI ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ]

Όμως μικρόψυχοι άνθρωποι, παρακινούμενοι από την απληστία για χρήμα και εξουσία, χρησιμοποίησαν αυτή τη θεολογική λεπτολογία κυριολεκτικά για να κόψουν τη Χριστιανική Εκκλησία στα δύο.[ΕΝΩ ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΚΟΜΕΝΗ ΟΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ]

Η πρώτη πραγματικά μεγάλη πρόκληση απέναντι στη γενικά αποδεκτή χριστιανική πίστη προήλθε από έναν επίσκοπο που ονομαζόταν Άρειος. Εκείνος υποστήριζε ότι ο Υιός ήταν δημιούργημα του Πατέρα και επομένως δεν ήταν Θεός. Όταν ο Κωνσταντίνος συγκέντρωσε τους Χριστιανούς επισκόπους στην πόλη της Νικαίας το 325, εκείνοι απέρριψαν ρητώς την άποψη του Αρείου, διακηρύσσοντας ως θεμελιώδες δόγμα της πίστεως ότι ο Υιός ήταν Θεός και προερχόταν από τον Πατέρα κατά έναν άκτιστο και μυστηριώδη τρόπο. Δεν μίλησαν για την προέλευση του Αγίου Πνεύματος, επειδή αυτό το ζήτημα δεν αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης· έτσι όλοι οι Χριστιανοί εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα προερχόταν, ή εκπορευόταν, dia tou uiou, διά του Υιού.

Επίσης, η Σύνοδος της Νικαίας διακήρυξε ότι δεν θα γινόταν στο εξής καμία περαιτέρω επέμβαση στη διατύπωση της χριστιανικής πίστεως.

Ωστόσο, η Εκκλησία της Δύσεως έκανε αργότερα μια προσθήκη. Στη σύνοδο επισκόπων στο Τολέδο της Ισπανίας, το 589, προσέθεσαν τη ρήτρα filioque, προκειμένου να αποκρούσουν τον ισχυρισμό ότι ο Υιός δεν ήταν Θεός επειδή δεν συμμετείχε στην προέλευση του Αγίου Πνεύματος. «Το Άγιο Πνεύμα», όρισαν οι επίσκοποι, «εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό». Filioque. Από τότε και στο εξής, η χρήση αυτής της διατυπώσεως εξαπλώθηκε στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στην Ιρλανδία και στη Βόρεια Αφρική. Η Ανατολική Εκκλησία συνέχισε να χρησιμοποιεί τη λέξη «διά», ενώ οι Λατίνοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν τη λέξη «από». Και οι δύο πίστευαν το ίδιο πράγμα, μολονότι η έμφαση ήταν διαφορετική.[ΑΛΛΟ Η ΑΙΔΙΟΣ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ ΟΠΩΣ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ]

Τον 18ο αιώνα, ο Jonathan Swift γελοιοποίησε με σφοδρότητα ολόκληρη αυτή τη διαμάχη, συγκρίνοντάς την, στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, με ανθρώπους που τσακώνονται για το αν πρέπει να σπάζουν τα αυγά από τη μικρή ή από τη μεγάλη άκρη. Όμως αυτή η διαμάχη ανάμεσα στους «οπαδούς της μεγάλης άκρης» και στους «οπαδούς της μικρής άκρης» θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ αόριστον και χωρίς σοβαρές συνέπειες, αν δεν υπήρχαν η αλαζονεία, η ζηλοτυπία και η πλεονεξία που γεννούσε η πολιτική και στρατιωτική υπεροχή.

Το πρώτο βήμα της Ρώμης προς αυτή την κατεύθυνση άρχισε με αλλαγές στον τρόπο εκλογής των παπών. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια από τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου, η εκλογή ενός πάπα είχε μετατραπεί σε αφορμή για σφοδρές και ενίοτε βίαιες συγκρούσεις. Η προεκλογική διαδικασία άρχιζε συνήθως μετά τον θάνατο ενός πάπα.

Μερικές φορές, οι τελευταίες ημέρες και οι επιθανάτιες ώρες του γέμιζαν με φατριαστικές διαμάχες: οι ευγενείς και η Ρωμαϊκή Σύγκλητος εναντίον των επισκόπων και των ιερέων· οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι και ο λαός εναντίον των επισκόπων· διάφοροι φιλόδοξοι υποψήφιοι για τον παπικό θρόνο, με τους οπαδούς τους από οικογένειες, συγγενείς και φίλους, ο ένας εναντίον του άλλου. Δημιουργούνταν σφοδρές έχθρες. Χυνόταν αίμα. Χάνονταν ζωές. Κατά την εκλογή του πάπα Δαμάσου Α΄ το 366 μ.Χ., τριάντα επτά πτώματα ήταν διασκορπισμένα γύρω από τη Λιβεριανή Βασιλική, ύστερα από μια συμπλοκή ανάμεσα στους οπαδούς του Δαμάσου και σε εκείνους του μεγάλου αντιπάλου του, Ουρσίνου.

Πλέον, ένας πάπας διοριζόταν μόνο μερικές φορές από τον προκάτοχό του. Άλλοτε ένας ετοιμοθάνατος πάπας εξαναγκαζόταν να υποδείξει τον διάδοχό του παρουσία μαρτύρων, ή ένας ήδη νεκρός πάπας εμφανιζόταν να έχει κατονομάσει, σύμφωνα με τις μαρτυρίες διαφόρων υποψηφίων, τον καθένα από αυτούς ως διάδοχό του.

Όποιος κι αν ήταν ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η διαδικασία, το προτελευταίο στάδιο στην εκλογή ενός πάπα πραγματοποιούνταν όταν ο κλήρος και οι λαϊκοί της Εκκλησίας της Ρώμης συγκεντρώνονταν και, μέσω ψηφοφορίας, επέλεγαν έναν υποψήφιο. Σπανίως επικύρωναν τον διορισμό που είχε κάνει ένας αποθανών πάπας. Κατόπιν, το όνομα του εκλεγμένου υποψηφίου αποστελλόταν στον αυτοκράτορα για επικύρωση.

Συχνά, όταν η χριστιανική κοινότητα της Ρώμης συγκεντρωνόταν για εκλογή, έβρισκε απέναντί της ήδη τον υποψήφιο που είχε ορίσει ο αυτοκράτορας. Το μόνο που της απέμενε ήταν να ανακηρύξει διά βοής αυτόν τον υποψήφιο ως πάπα της.

Σε κάθε περίπτωση, από το έτος 314 και εξής, μέχρι την καθιέρωση του συστήματος του κονκλαβίου ως επίσημης μεθόδου εκλογής, υπήρξαν 147 πάπες. Η συντριπτική πλειονότητά τους εξελέγη κατ’ εντολή ή κατ’ επιθυμία ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα, ενός Γότθου βασιλιά, ενός Φράγκου βασιλιά, μιας ρωμαϊκής οικογένειας ή φατρίας, ενός Γερμανού φυλάρχου, ενός Γερμανού αυτοκράτορα ή κάποιου τοπικού Ιταλού μικροτυράννου. Η ρωμαϊκή συνέλευση των Χριστιανών εξακολούθησε να διεξάγει εκλογές, αλλά σε κάθε περίπτωση ο υποψήφιος που επέλεγε έπρεπε να επικυρωθεί ή να επιβεβαιωθεί από κάποιον κοσμικό άρχοντα ή ηγεμόνα.

Καθώς οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες στη Δύση κατέρρεαν κάτω από την πίεση των βαρβάρων, οι αυτοκράτορες της Ανατολής κάλυψαν το κενό εξουσίας και, κατά τη διάρκεια δύο μεγάλων χρονικών περιόδων, ο πάπας που ανακηρυσσόταν στη Ρώμη έπρεπε να εγκριθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Οι δεκατέσσερις πάπες από τον Σίλβεστρο Α΄ (314–335) έως τον Σιμπλίκιο (468–483) είτε επιλέγονταν από τη ρωμαϊκή συνέλευση και επικυρώνονταν από τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως είτε επιβάλλονταν απευθείας από εκείνους τους αυτοκράτορες. Ένας από τους τελευταίους πάπες που εγκρίθηκαν από την Κωνσταντινούπολη ήταν ο πρώτος πάπας στον οποίο αποδόθηκε ο τίτλος «Μέγας».

Εκτός από τους αυτοκράτορες και τους ίδιους τους πάπες, μια ομάδα ανθρώπων κατέληξε με τον καιρό να αποτελεί τους ίδιους τους άξονες γύρω από τους οποίους περιστρεφόταν η εκλογή των παπών: οι καρδινάλιοι.

Η ονομασία «καρδινάλιος» και τα καθήκοντα του καρδιναλίου προέκυψαν από την αρχαιότερη μορφή κληρικής οργανώσεως μέσα στη Χριστιανική Εκκλησία, αρχίζοντας με τον διορισμό επτά διακόνων από τον Απόστολο Πέτρο. Ο Πέτρος;;;; διέταξε τον άμεσο διάδοχό του στη Ρώμη, τον πάπα Λίνο, να χειροτονήσει είκοσι πέντε πρεσβυτέρους, ώστε να υπηρετούν τις διάφορες εκκλησίες που υπήρχαν ήδη εκεί πριν από το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. Πριν από το έτος 100 δεν υπήρχαν ενορίες με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα, παρά μόνο στη Ρώμη και στην Αλεξάνδρεια. Αντί γι’ αυτές, γύρω από κάθε εκκλησία ή μέσα σε ένα χωριό ή μια πόλη υπήρχε αυτό που ονομαζόταν presbytery — από ελληνική λέξη που σημαίνει «πρεσβύτερος» —, μια συνέλευση πρεσβυτέρων και διακόνων. Το presbytery βοηθούσε τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας.

Στη Ρώμη, μέχρι το 107 μ.Χ., ο πάπας Ευάριστος είχε καθιερώσει επτά μεγάλες διοικητικές περιφέρειες —διακονίες— μέσα στην πόλη. Αυτές αποτελούσαν το «πρεσβυτέριό» του. Εκατό χρόνια αργότερα, ο πάπας Κάλλιστος τις περιόρισε σε έξι. Καθώς η Εκκλησία αυξανόταν αριθμητικά και γινόταν περισσότερο σύνθετη, οι περιφέρειες αυτές είχαν εξελιχθεί σε ένα είδος επισκοπών στο εσωτερικό της πόλεως: ο πάπας ήταν επίσκοπος ολόκληρης της πόλεως και είχε αυτούς τους έξι επισκόπους για να τον βοηθούν στην ποιμαντική φροντίδα όλου του λαού.

Στο μεταξύ, είχε πλέον διαμορφωθεί μια σαφής διάκριση ανάμεσα στον κλήρο που εργαζόταν σε απομονωμένες εκκλησίες της υπαίθρου και στον κλήρο που ήταν συνδεδεμένος με τις μεγάλες εκκλησίες των πόλεων. Ο Χριστιανισμός άρχισε ως θρησκεία με βάση τις πόλεις και πάντοτε παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό τέτοια. Οι εκκλησίες της υπαίθρου θεωρούνταν απλώς παραρτήματα και μερικές φορές εξυπηρετούνταν μερικώς από μοναχούς ή από πρεσβυτέρους και διακόνους που έρχονταν από την πόλη.

Ο κλήρος της πόλεως της Ρώμης κατέληξε να ονομάζεται «καρδινάλιος», επειδή τα μέλη του αποτελούσαν τα σημεία στηρίξεως της Εκκλησίας — η λέξη «καρδινάλιος» προέρχεται από το λατινικό cardo, που σημαίνει «μεντεσές», «άξονας» ή «στήριγμα». Ο αστικός κλήρος —επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι— ήταν «ενκαρδιναλισμένος» (incardinated) στις εκκλησίες της πόλεως, αποτελούσε δηλαδή τους «άξονές» τους. Ήταν «καρδινάλιοι» — καρδινάλιοι-επίσκοποι, καρδινάλιοι-πρεσβύτεροι, καρδινάλιοι-διάκονοι.

Το 366, ο πάπας Ιούλιος Β΄ καθόρισε τον αριθμό αυτών των Ρωμαίων καρδιναλίων-κληρικών σε είκοσι οκτώ — επτά για καθεμία από τις τέσσερις πατριαρχικές εκκλησίες της Ρώμης: του Αγίου Πέτρου, του Αγίου Παύλου, του Αγίου Λαυρεντίου και της Santa Maria Maggiore. Και αυτός ο κανόνας παρέμεινε σε ισχύ για σχεδόν χίλια χρόνια.

Καθώς αυξάνονταν ο πλούτος και η πολιτική δύναμη των παπών της Ρώμης, αυξάνονταν επίσης η θέση και η επιρροή των καρδιναλίων. Στη ρωμαϊκή ορολογία υπήρχε πλέον ένα collegium, ένα σύνολο, ένα «κολλέγιο» καρδιναλίων. Οι καρδινάλιοι που ήταν εγκατεστημένοι στο Βατικανό έφερναν μαζί τους πλούτο και κύρος από τις οικογένειές τους ή τα αποκτούσαν αφού αναλάμβαναν το αξίωμά τους, μέσω των προσόδων που αυτό παρείχε.

Έξω από τη Ρώμη, η κατάσταση ήταν η ίδια. Η έγγεια ιδιοκτησία, ο ρευστός πλούτος, η στρατιωτική δύναμη, οι οικογενειακές διασυνδέσεις και, μερικές φορές, ακόμη και η απλή απόκτηση των λεγόμενων πριγκιπικών επισκοπών προσέδιδαν πριγκιπική εξουσία· και μαζί με αυτήν ερχόταν πάντοτε η σύνδεση με τις πολιτικές και οικονομικές τύχες των περιοχών στις οποίες ζούσαν. Πέρα από όλα αυτά, οι καρδινάλιοι στις δικές τους χώρες ήταν επίσης αντιπρόσωποι του ανθρώπου που επρόκειτο να γίνει ο κυριότερος ηγεμόνας ολόκληρης της Ευρώπης και, ουσιαστικά, ολόκληρου του δυτικού κόσμου — του πάπα της Ρώμης.

Ο πρώτος που πρόβαλε μια τέτοια αξίωση ήταν ο πάπας Λέων Α΄.

Συνεχίζεται με:

Η ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Το αιμοσταγές παράσημο του Μόσχας Κυρίλλου στον Κερκύρας Νεκτάριο


Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου


Ο μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος βρίσκεται, ως γνωστόν, στην Μόσχα, όπου μετέφερε την χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος για προσκύνημα – περιοδεία ανά την Ρωσία επί ένα μήνα.

Υπάρχουν κάποιες αντιδράσεις στο διαδίκτυο που εξαντλούνται σε facebookικές αναφορές, και μέχρι εκεί.
Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει δημόσια εναντίον της προσωπικής ατζέντας του Κερκύρας Νεκταρίου, ο οποίος ασκεί την πολιτική των λειψάνων για να δηλώσει προς πάσα κατεύθυνση την ρωσοφιλία του. Την ώρα που πολλοί την κρύβουν επιμελώς….
Το εκκλησιολογικό ζήτημα δεν υφίσταται. Ο Κερκύρας συλλειτουργεί με τον Μόσχας Κύριλλο, ο οποίος δεν μνημονεύει τον Αθηνών Ιερώνυμο, που έδωσε συνοδικώς την άδεια για την μεταφορά του λειψάνου στην Ρωσία. Η Μόσχα είχε κάνει λίστα προγραφών για μητροπολίτες που αναγνώριζαν εν τοις πράγμασι την Ουκρανική Αυτοκεφαλία. Οι υπόλοιποι ήταν φίλοι της Μόσχας και εκδήλωναν την στήριξή τους κατά καιρούς και ποικιλοτρόπως.
Ο Κερκύρας Νεκτάριος όχι απλώς δεν διέκοψε δεσμούς με την Μόσχα, αλλά αντιθέτως τους ενίσχυσε τον καιρό της κρίσης – ήτοι, της διακοπής της ευχαριστιακής κοινωνίας – με την συλλειτουργία με μητροπολίτες της ρωσόφιλης εκκλησίας του Ονουφρίου, με ταξίδια στη Ρωσία (που κανονικά δεν γίνονται, λόγω του πολέμου) και τώρα με την μεταφορά του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνος στη Ρωσία, δόξη και τιμή!

Το παράσημο που έδωσε ο στυγερώτατος Μόσχας Κύριλλος στον Κερκύρας Νεκτάριο είναι αιμοσταγές, καθώς ο Πατριάρχης Ρωσίας είναι υπέρμαχος του «ιερού πολέμου», χωρίς περιστροφές και αναστολές. Αλλά αυτό δεν πτοεί τον Κερκύρας Νεκτάριο από το να απονείμει στον Κύριλλο και αυτός παράσημο (sic) και να τον υμνολογήσει ως «ορθοτομούντα την αλήθεια»!

Τον Κερκύρας Νεκτάριο δεν τον ενδιαφέρουν οι νεκροί. Ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Ουκρανοί. Τον ενδιαφέρει, για δικούς του προφανώς λόγους, η στήριξη του Μόσχας Κυρίλλου, ο οποίος στα κηρύγματά του έχει επανειλημμένως χαρακτηρίσει την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ως «ιερό πόλεμο» και «μεταφυσικό αγώνα», δηλώνοντας ότι όλοι οι Ρώσοι στρατιώτες που σκοτώνονται στην Ουκρανία λαμβάνουν αυτομάτως «άφεση αμαρτιών» και οδηγούνται στον «παράδεισο».
Ο Κερκύρας Νεκτάριος περιφρονεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο που χορήγησε την Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ουκρανίας, αδιαφορεί για την επίσημη εξωτερική πολιτική της χώρας του, που αυτόν τον καιρό δεν έχει «κοινωνία» με την Ρωσία (όπως, άλλωστε, και η Ευρώπη γενικότερα), δεν ασχολείται καν με την εκκλησιολογική διάσταση του Ουκρανικού, κλείνει τα μάτια του μπροστά στο δόγμα του «ρωσικού κόσμου» και την θεωρία του «ιερού πολέμου».

Γιατί άραγε; Μα γιατί μπορεί, όπως λέει και η νεολαία!
Όμως, για την ιστορία είναι πλέον ο ιεράρχης που φέρει το αίμα των νεκρών του πολέμου στην Ουκρανία ως παράσημο!


Ο ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 11 Το «Ελεύθερο Πνεύμα» EΝΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ Woke κουλτούρας.

 Συνέχεια από  Κυριακή 16. Αυγούστου 2026


ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 11

Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικοί αναρχικοί του Μεσαίωνα

Του NORMAN COHN, 

Εκδόσεις PIMLICO

4. Οι Άγιοι εναντίον των στρατιών του Αντιχρίστου


Σωτήρες κατά τις Έσχατες Ημέρες

Όσο πενιχρές κι αν είναι οι πηγές για αυτή την πρώιμη περίοδο, αρκούν για να δείξουν ότι στις Λαϊκές Σταυροφορίες βρισκόταν σε πλήρη δράση ένας έντονος εσχατολογικός αναβρασμός. Οι pauperes (οι φτωχοί) ασφαλώς έβλεπαν τους εαυτούς τους ως πρωταγωνιστές της θαυμαστής συντελείας προς την οποία κατευθύνονταν όλα τα πράγματα από την αρχή του χρόνου. Παντού έβλεπαν τα «σημεία» που επρόκειτο να σηματοδοτήσουν την έναρξη των Εσχάτων Ημερών και άκουγαν ότι «η Έσχατη Σάλπιγγα ανήγγειλε την έλευση του δίκαιου Κριτή»43.

Πάνω απ’ όλα φαίνεται ότι τους γοήτευε η προφητεία για τον μεγάλο Αυτοκράτορα, ο οποίος κατά τις Έσχατες Ημέρες επρόκειτο να πορευθεί προς την Ιερουσαλήμ· και φαίνεται ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πείσουν τους εαυτούς τους ότι πράγματι οδηγούνταν από εκείνον τον μυστηριώδη μονάρχη.

Αρχικά, στις ελληνικές προφητείες που κυκλοφορούσαν στην Ανατολή, ο Έσχατος Αυτοκράτορας ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας που κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως, τον 8ο αιώνα, ο Ψευδο-Μεθόδιος μεταφράστηκε στα λατινικά στο Παρίσι, χρειάστηκαν νέες ερμηνείες. Ήταν αναμενόμενο ότι, καθώς ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών έπαιρνε τη θέση του στις εσχατολογικές φαντασίες της Δύσεως, θα έπαυε να είναι Βυζαντινός. Από την οπτική της δυτικής Ευρώπης, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ήταν μια πολύ μακρινή και αμυδρή μορφή.

Από την άλλη πλευρά, η Δύση μπορούσε να πείσει τον εαυτό της ότι με την απόκτηση του αυτοκρατορικού τίτλου από τον Καρλομάγνο είχε γίνει μάρτυρας μιας αναστάσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κενό που είχε αφήσει η καθαίρεση του τελευταίου αυτοκράτορα στη Δύση, αφού είχε μείνει ακάλυπτο περισσότερο από τρεις αιώνες, φάνηκε να έχει καλυφθεί με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο, όταν στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800, ο Κάρολος, βασιλιάς των Φράγκων και βασιλιάς των Λομβαρδών, στέφθηκε Αυτοκράτορας των Ρωμαίων.

Από τότε ήταν δυνατόν ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών να φαντάζεται ως δυτικός μονάρχης, και έτσι παρέμεινε, παρόλο που ο Καρλομάγνος δεν άφησε πίσω του ενιαία εδαφική αυτοκρατορία. Τόσο στο τμήμα των κτήσεων του Καρλομάγνου που εξελίχθηκε σε Γαλλία όσο και σε εκείνο που εξελίχθηκε σε Γερμανία, οι άνθρωποι συνέχισαν να ονειρεύονται έναν μεγάλο αυτοκράτορα που θα εμφανιζόταν ανάμεσά τους και στο πρόσωπο του οποίου θα εκπληρώνονταν οι Σιβυλλικές προφητείες.

Προς τα τέλη του 11ου αιώνα, καθώς η ιδέα μιας σταυροφορίας άρχιζε να λαμβάνει μορφή, αυτές οι φαντασίες απέκτησαν νέα αμεσότητα και επείγοντα χαρακτήρα. Λίγα χρόνια πριν από την Πρώτη Σταυροφορία συναντούμε τον Benzo, επίσκοπο της Άλμπα44, να προφητεύει ότι ο τότε βασιλιάς της Γερμανίας και Ρωμαίος αυτοκράτορας, Ερρίκος Δ΄, θα κατακτούσε το Βυζάντιο, θα νικούσε τους απίστους και θα βάδιζε προς την Ιερουσαλήμ. Εκεί θα συναντούσε τον Αντίχριστο και θα τον ανέτρεπε· ύστερα θα βασίλευε σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία μέχρι το τέλος του κόσμου.

Επειδή τα λόγια αυτά προέρχονταν από έναν πολιτικώς δραστήριο ιεράρχη, ένθερμο υποστηρικτή του αυτοκράτορα στη σύγκρουσή του με τον Παπισμό, ίσως δεν θα έπρεπε να ληφθούν κατά γράμμα. Όταν όμως λίγο αργότερα οι pauperes συγκεντρώθηκαν για τη Σταυροφορία μέσα σε ατμόσφαιρα πυρετώδους ενθουσιασμού, οι παλαιές Σιβυλλικές προφητείες επανεμφανίστηκαν προικισμένες με εκπληκτικό δυναμισμό.

Όπως παρατήρησε περιφρονητικά ένας λόγιος ηγούμενος, χάρη στη δράση ψευδοπροφητών οι άνθρωποι αυτοί ήταν γεμάτοι από ιστορίες σύμφωνα με τις οποίες ο Καρλομάγνος είχε αναστηθεί από τους νεκρούς για να ηγηθεί της Σταυροφορίας. Πράγματι, γύρω από τη φοβερή μορφή του πρώτου Καρολίδη είχε συσσωρευτεί ένας τεράστιος όγκος λαϊκών παραδόσεων.

Ο Καρλομάγνος είχε καταλήξει να θεωρείται πάνω απ’ όλα ως ο ηρωικός υπερασπιστής του Χριστού, ο ακαταπόνητος προστάτης της Χριστιανοσύνης απέναντι στην ένοπλη ισχύ του Ισλάμ· και στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα είχε γίνει σχεδόν καθολικά πιστευτό ότι κάποτε είχε ηγηθεί μιας σταυροφορίας προς την Ιερουσαλήμ, είχε τρέψει τους απίστους εκεί σε φυγή και είχε αποκαταστήσει τους χριστιανούς που είχαν εκδιωχθεί. Περισσότεροι από ένας χρονικογράφοι διηγούνται ότι οι σταυροφόροι του 1096 ταξίδευαν πάνω στον δρόμο που υποτίθεται ότι είχε κατασκευάσει ο Καρλομάγνος κατά την περίσταση εκείνη.

Επιπλέον, ήταν επίσης ευρέως διαδεδομένη η πίστη ότι ο Καρλομάγνος δεν είχε πεθάνει ποτέ, αλλά απλώς κοιμόταν, είτε στον τάφο του στο Άαχεν είτε μέσα σε κάποιο βουνό, μέχρι να έρθει η ώρα να επιστρέψει στον κόσμο των ανθρώπων. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τους λαϊκούς κήρυκες που στρατολογούσαν για τη Σταυροφορία να συνδυάσουν αυτές τις διηγήσεις με τις Σιβυλλικές προφητείες και να οδηγήσουν τον απλό λαό να δει στον Καρλομάγνο εκείνον τον μεγάλο Αυτοκράτορα που επρόκειτο να αποτινάξει τον ύπνο του, να συντρίψει τη δύναμη του Ισλάμ και να εγκαθιδρύσει την εποχή της μακαριότητας που θα προηγούνταν του Τέλους.

Μήπως ο Carolus redivivus (αναστημένος Κάρολος), στα χέρια των „προφήτης“e, μεταμορφώθηκε επίσης σε βασιλιά-ζητιάνο και προστάτη των φτωχών, συγκρίσιμο με εκείνον τον βασιλιά Tafur ο οποίος, αν και άπορος, ήταν ωστόσο «ο ύψιστος» και είχε την ίδια την Ιερουσαλήμ στη διάθεσή του; Δεν γνωρίζουμε· οι φτωχοί όμως ήταν ασφαλώς ικανοί να μεταμορφώσουν, σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες, τον κοιμώμενο αυτοκράτορα του Ψευδο-Μεθοδίου σε σωτήρα ο οποίος όχι μόνο θα εξόντωνε τους απίστους αλλά και θα βοηθούσε και θα ανύψωνε τους ταπεινούς. Το έκαναν αρκετά συχνά στους μεταγενέστερους αιώνες και είναι πολύ πιθανόν να το είχαν ήδη κάνει κατά την εποχή της Πρώτης Σταυροφορίας.

Οι pauperes θεωρούσαν τον Έσχατο Αυτοκράτορα τόσο απαραίτητο για την πραγματοποίηση των βαθύτερων ελπίδων τους, ώστε τον έβλεπαν όχι μόνο στο φάντασμα του αναστημένου Καρλομάγνου αλλά ορισμένες φορές και σε ζωντανούς ανθρώπους, στους ίδιους τους πραγματικούς ηγέτες της Σταυροφορίας. Η γιγαντιαία μεσσιανική εικόνα προβλήθηκε πάνω στον Γοδεφρείδο του Μπουγιόν, δούκα της Κάτω Λωρραίνης, πάνω στον σκληροτράχηλο εκείνο πολιτικό, τον Ραϋμόνδο του Saint-Gilles, κόμη της Τουλούζης, και ίσως επίσης πάνω σε εκείνον τον Νορμανδό ιππότη που λέγεται ότι έγινε ο βασιλιάς Tafur.

Πάνω απ’ όλα, φαίνεται σαφές ότι ο άνθρωπος που ενέπνευσε τις μεγάλες σφαγές των Εβραίων στις πόλεις κατά μήκος του Ρήνου, ο Emico ή Emmerich, κόμης του Leiningen, επιβλήθηκε στους οπαδούς του ως ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών.

Ήταν φεουδάρχης βαρόνος διαβόητος για την αγριότητά του, ισχυριζόταν όμως ότι είχε οδηγηθεί να λάβει τον Σταυρό μέσω οραμάτων και αποκαλύψεων που του είχε στείλει ο Θεός. Μια ημέρα, ένας αγγελιοφόρος του Χριστού είχε έρθει σε αυτόν και είχε θέσει ένα σημάδι στη σάρκα του —αναμφίβολα εκείνο το παραδοσιακό σημείο της θείας εκλογής, τον σταυρό επάνω ή ανάμεσα στις ωμοπλάτες, τον οποίο πίστευαν ότι είχε φέρει ο Καρλομάγνος και ότι θα έφερε επίσης ο Έσχατος Αυτοκράτορας.

Ο Emico ισχυριζόταν ότι αυτό το σημάδι αποτελούσε εγγύηση πως ο ίδιος ο Χριστός θα τον οδηγούσε στη νίκη και, όταν θα ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, θα τοποθετούσε στέμμα στο κεφάλι του· και αυτή η στέψη επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σε εκείνο το τμήμα της νότιας Ιταλίας που βρισκόταν υπό την εξουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Τι άλλο μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά παρά ότι αυτός ο μικρός Γερμανός άρχοντας αναλάμβανε τον ρόλο που ο επίσκοπος Benzo είχε μάταια προσπαθήσει να επιβάλει στον αυτοκράτορα Ερρίκο —ότι είχε αποφασίσει να γίνει ο εσχατολογικός αυτοκράτορας που θα ένωνε τη Δυτική και την Ανατολική Αυτοκρατορία και στη συνέχεια θα πορευόταν προς την Ιερουσαλήμ;


Στην πραγματικότητα, η εκστρατεία του Emico υπήρξε αρκετά άδοξη. Η ορδή των pauperes του —Γερμανών, Γάλλων, Φλαμανδών και Λωραινών— δεν έφθασε ποτέ στη Μικρά Ασία, αλλά κατατροπώθηκε και διασκορπίστηκε από τους Ούγγρους· και ο ίδιος επέστρεψε μόνος στην πατρίδα του.

Παρ’ όλα αυτά, μια αύρα υπερφυσικού εξακολούθησε πάντοτε να περιβάλλει τον Emico. Χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1117, πίστευαν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει κατά κάποιον τρόπο μέσα σε ένα βουνό κοντά στη Βορμς, από το οποίο τον έβλεπαν κατά διαστήματα να εξέρχεται επικεφαλής μιας ένοπλης ομάδας —ένας θρύλος που υποδηλώνει έντονα ότι η λαϊκή φαντασία επέμεινε να μετατρέψει και αυτόν σε έναν κοιμώμενο ήρωα, ο οποίος κάποια ημέρα έπρεπε να επιστρέψει.

Όσο για τη Δεύτερη Σταυροφορία, δεν μπορούσε να υπάρχει καμία αμφιβολία για το ποιος ήταν ο καταλληλότερος υποψήφιος για τον ρόλο του Έσχατου Αυτοκράτορα45. Ενώ κανένας μονάρχης δεν είχε λάβει μέρος στην Πρώτη Σταυροφορία, όταν ο πάπας Ευγένιος απηύθυνε έκκληση για βοήθεια υπέρ του σκληρά πιεζόμενου βασιλείου της Ιερουσαλήμ μισό αιώνα αργότερα, ο Λουδοβίκος Ζ΄ της Γαλλίας ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1145 ο βασιλιάς έλαβε τον σταυροφορικό όρκο στη βασιλική μονή του Saint-Denis, μέσα σε σκηνές μεγάλου λαϊκού ενθουσιασμού.

Ήδη από τις αρχές του αιώνα κυκλοφορούσαν νέες εκδοχές της Tiburtina46, οι οποίες μιλούσαν για έναν μελλοντικό βασιλιά της Γαλλίας που επρόκειτο να βασιλεύσει τόσο στη Δυτική όσο και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ο οποίος, στο τέλος, ως Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών, θα απέθετε το στέμμα και τα βασιλικά του ενδύματα στον Γολγοθά. Ήταν φυσικό, λοιπόν, όταν ο σταυροφορικός ενθουσιασμός κυρίευσε ξανά τους πληθυσμούς της δυτικής Ευρώπης, η προφητεία να εφαρμοστεί στον Λουδοβίκο Ζ΄.

Την ίδια εποχή που ο „προφήτης“ Ροδόλφος κήρυττε τη σφαγή των Εβραίων, ένα παράξενο και αινιγματικό χρησμικό κείμενο, το οποίο επίσης διέδιδε ένας „προφήτης“, μελετούνταν με μεγάλο ενδιαφέρον. Το μόνο σαφές σε αυτή τη διατύπωση είναι ότι υπόσχεται στον Λουδοβίκο τις πόλεις της Κωνσταντινουπόλεως και της «Βαβυλώνας», καθώς και μια αυτοκρατορία στη Μικρά Ασία — και προσθέτει ότι, όταν θα έχει επιτύχει όλα αυτά, το «L» του θα μετατραπεί σε «C».

Αλλά αυτές οι νύξεις αρκούν για να υποδείξουν ένα ολόκληρο εσχατολογικό πρόγραμμα. Ο Λουδοβίκος πρόκειται να γίνει Αυτοκράτορας της Ανατολής, βασιλεύοντας στο Βυζάντιο. Έπειτα θα καταλάβει εκείνη τη «Βαβυλώνα» η οποία στις Σιβυλλικές προφητείες εμφανιζόταν ως η μυστική πρωτεύουσα των απίστων, κατοικητήριο δαιμόνων και γενέτειρα του Αντιχρίστου — ένα είδος διαβολικού αντιστοίχου της Αγίας Πόλεως της Ιερουσαλήμ. Τέλος, πρόκειται να γίνει «ο βασιλιάς του οποίου το όνομα θα είναι C» —όπως το διατυπώνει η Tiburtina—, δηλαδή εκείνος ο νέος ή αναστημένος Κώνστας που επρόκειτο να είναι ο Αυτοκράτορας των Εσχάτων Ημερών.

Η επίδραση αυτού του χρησμού ήταν πολύ μεγάλη. Φαίνεται ότι μόνο μέσω της μελέτης της Σιβυλλικής προφητείας πείστηκε ο άγιος Βερνάρδος να υπερνικήσει την αρχική του απροθυμία να κηρύξει τη Σταυροφορία — και χωρίς εκείνο το κήρυγμα ίσως να μην είχε υπάρξει καθόλου Σταυροφορία. Επιπλέον, ο χρησμός μελετήθηκε όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και στη Γερμανία, όπου ο βασιλιάς Κορράδος Γ΄ ήταν απρόθυμος σταυροφόρος και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον Λουδοβίκο.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Λουδοβίκος, παρά τον σταυροφορικό του ζήλο, δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να δεχθεί να του επιβληθεί ένας εσχατολογικός ρόλος. Και επειδή ήταν πραγματικός βασιλιάς και όχι ερασιτέχνης μονάρχης, βρέθηκε ούτως ή άλλως, θέλοντας και μη, μπλεγμένος στις πολιτικές ίντριγκες και στους ανταγωνισμούς που καταδίωκαν αυτή τη Σταυροφορία από την αρχή.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι, ενώ οι βασιλείς της Γαλλίας και της Γερμανίας κατευθύνονταν προς τη γελοία πολιορκία της Δαμασκού, οι pauperes έμειναν μόνοι, καταπονημένοι από σφαγές και πείνα, χωρίς ηγεσία και αποπροσανατολισμένοι, για να συνεχίσουν μόνοι τους να καταδιώκουν τη μοιραία χίμαιρα του Βασιλείου των Αγίων.

Οι δαιμονικές στρατιές


Οι pauperes που έλαβαν μέρος στις Λαϊκές Σταυροφορίες αντιλαμβάνονταν τόσο τα θύματά τους όσο και τους ηγέτες τους μέσα από το πρίσμα της εσχατολογίας, από την οποία είχαν πλάσει τον κοινωνικό τους μύθο. Σύμφωνα τόσο με την ιωάννεια όσο και με τη Σιβυλλική παράδοση, πριν μπορέσει να ανατείλει η Χιλιετής Βασιλεία, έπρεπε να εξαλειφθεί η πλάνη της πίστεως.

Κατά μία έννοια, το ιδεώδες ενός εξ ολοκλήρου χριστιανικού κόσμου είναι, βέβαια, τόσο παλαιό όσο και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Ωστόσο, ο Χριστιανισμός παρέμεινε συνήθως, όπως ήταν ήδη από την αρχή του, μια ιεραποστολική θρησκεία, η οποία επέμενε ότι η εξάλειψη των ετεροπίστων έπρεπε να επιτευχθεί μέσω της μεταστροφής τους. Αντίθετα, οι μεσσιανικές ορδές που άρχισαν να σχηματίζονται κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα δεν έβλεπαν κανέναν απολύτως λόγο για τον οποίο η εξάλειψη αυτή δεν θα μπορούσε εξίσου καλά να επιτευχθεί με τη φυσική εξόντωση όσων δεν μεταστρέφονταν.

Στο Chanson de Roland, το περίφημο έπος που αποτελεί την εντυπωσιακότερη λογοτεχνική ενσάρκωση του πνεύματος της Πρώτης Σταυροφορίας, η νέα αυτή στάση εκφράζεται με απόλυτη σαφήνεια:

«Ο Αυτοκράτορας κατέλαβε τη Σαραγόσα. Χίλιοι Φράγκοι στέλνονται να ερευνήσουν εξονυχιστικά την πόλη, τα τζαμιά και τις συναγωγές. Με σιδερένια σφυριά και πελέκεις συντρίβουν τις εικόνες και όλα τα είδωλα· στο εξής δεν θα υπάρχει εκεί χώρος για ξόρκια ή μαγείες. Ο βασιλιάς πιστεύει στον Θεό και επιθυμεί να Τον υπηρετεί. Οι επίσκοποί του ευλογούν το νερό και οι ειδωλολάτρες οδηγούνται στο βαπτιστήριο. Αν κάποιος από αυτούς αντισταθεί στον Καρλομάγνο, ο βασιλιάς διατάζει να τον κρεμάσουν, να τον κάψουν ζωντανό ή να τον θανατώσουν με το ξίφος».

Στα μάτια των σταυροφόρων pauperes, η συντριβή των Μουσουλμάνων και των Εβραίων επρόκειτο να αποτελέσει την πρώτη πράξη εκείνης της τελικής μάχης η οποία —όπως ήδη στις εσχατολογικές φαντασίες των Εβραίων και των πρώτων χριστιανών— θα κορυφωνόταν με τη συντριβή του ίδιου του Άρχοντα του Κακού. Πάνω από αυτές τις απελπισμένες ορδές, καθώς επιδίδονταν στο έργο των σφαγών, υψωνόταν η μορφή του Αντιχρίστου. Η γιγαντιαία και τρομακτική σκιά του πέφτει ακόμη και πάνω στις σελίδες των χρονικών.

Ο Αντίχριστος έχει ήδη γεννηθεί — ανά πάσα στιγμή μπορεί να εγκαταστήσει τον θρόνο του στον Ναό της Ιερουσαλήμ: ακόμη και μεταξύ των ανώτερων κληρικών υπήρχαν ορισμένοι που μιλούσαν με αυτόν τον τρόπο. Και όσο λίγο κι αν σχετίζονταν αυτές οι φαντασιώσεις με τους υπολογισμούς του πάπα Ουρβανού, οι χρονικογράφοι που προσπαθούσαν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ξεκίνησε η Πρώτη Σταυροφορία τις απέδωσαν ακόμη και στον ίδιο.

«Είναι θέλημα του Θεού» —παρουσιάζεται να αναγγέλλει ο Ουρβανός στο Κλερμόν— «ώστε, με τους κόπους των σταυροφόρων, ο Χριστιανισμός να ανθίσει και πάλι στην Ιερουσαλήμ κατά τους έσχατους αυτούς καιρούς, έτσι ώστε, όταν ο Αντίχριστος αρχίσει εκεί τη βασιλεία του —όπως σύντομα είναι αναπόφευκτο να συμβεί—, να βρει αρκετούς χριστιανούς για να τον πολεμήσουν».

Καθώς οι άπιστοι λάμβαναν τους ρόλους τους μέσα στο εσχατολογικό δράμα, η λαϊκή47 φαντασία τούς μεταμόρφωνε σε δαίμονες. Στις σκοτεινές ημέρες του 9ου αιώνα, όταν η Χριστιανοσύνη απειλούνταν πράγματι σοβαρά από τη νικηφόρα προέλαση του Ισλάμ, ορισμένοι κληρικοί είχαν καταλήξει με θλίψη στο συμπέρασμα ότι ο Μωάμεθ πρέπει να υπήρξε ο «πρόδρομος» ενός σαρακηνού Αντιχρίστου και έβλεπαν γενικά στους Μουσουλμάνους τους «υπηρέτες» του Αντιχρίστου48.

Τώρα, καθώς η Χριστιανοσύνη εξαπέλυε την αντεπίθεσή της εναντίον ενός Ισλάμ που είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί, τα λαϊκά έπη παρουσίαζαν τους Μουσουλμάνους ως τέρατα με δύο ζεύγη κεράτων —μπροστά και πίσω— και τους αποκαλούσαν διαβόλους που δεν είχαν δικαίωμα να ζουν.

Αλλά, αν ο Σαρακηνός —και ο διάδοχός του, ο Τούρκος— διατήρησε επί μακρόν στη λαϊκή φαντασία κάποια δαιμονική ιδιότητα, ο Εβραίος αποτελούσε ακόμη πιο τρομακτική μορφή. Οι Εβραίοι και οι Σαρακηνοί θεωρούνταν γενικά στενά συγγενείς, αν όχι και ταυτόσημοι· επειδή όμως οι Εβραίοι ζούσαν διασκορπισμένοι σε ολόκληρη τη χριστιανική Ευρώπη, κατέλαβαν μακράν τη μεγαλύτερη θέση στη λαϊκή δαιμονολογία.

Επιπλέον, τη θέση αυτή τη διατήρησαν για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα — με συνέπειες που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά και στις οποίες περιλαμβάνεται η σφαγή εκατομμυρίων Ευρωπαίων Εβραίων στα μέσα του 20ού αιώνα.

Την εποχή που άρχισαν να τους αποδίδονται δαιμονικά χαρακτηριστικά, οι Εβραίοι κάθε άλλο παρά νεοφερμένοι ήταν στη δυτική Ευρώπη. Μετά την καταστροφική σύγκρουση με τη Ρώμη και την καταστροφή του εβραϊκού έθνους στην Παλαιστίνη, μαζικές μεταναστεύσεις και εκτοπίσεις είχαν μεταφέρει μεγάλους αριθμούς Εβραίων στη Γαλλία και στην κοιλάδα του Ρήνου.

Μολονότι στις περιοχές αυτές δεν απέκτησαν ούτε την πολιτιστική ακτινοβολία ούτε την πολιτική επιρροή που είχαν στην υπό μουσουλμανική κυριαρχία Ισπανία, η μοίρα τους κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα δεν ήταν καθόλου σκληρή. Από την Καρολίγγεια εποχή και εξής υπήρχαν Εβραίοι έμποροι που ταξίδευαν μεταξύ Ευρώπης και Εγγύς Ανατολής μεταφέροντας είδη πολυτελείας, όπως μπαχαρικά, θυμίαμα και σκαλισμένο ελεφαντόδοντο· υπήρχαν επίσης πολλοί Εβραίοι τεχνίτες.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να υποδηλώνει ότι κατά τους πρώτους εκείνους αιώνες οι Εβραίοι αντιμετωπίζονταν από τους χριστιανούς γείτονές τους με κάποιο ιδιαίτερο μίσος ή φόβο. Αντίθετα, οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και χριστιανών ήταν αρμονικές, ενώ οι προσωπικές φιλίες και οι εμπορικές συνεργασίες μεταξύ τους δεν ήταν ασυνήθιστες.

Από πολιτιστική άποψη, οι Εβραίοι προχώρησαν πολύ στην προσαρμογή τους στις διάφορες χώρες όπου κατοικούσαν. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεναν Εβραίοι· αρνούνταν να αφομοιωθούν από τους πληθυσμούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν. Και αυτό επρόκειτο να αποδειχθεί αποφασιστικό για τη μοίρα των απογόνων τους.

Συνεχίζεται

ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΕΣ ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΤΙΣ ΘΕΩΡΟΥΣΑΝ ΑΔΕΛΦΙΚΕΣ. ΤΟΥΣ ΕΠΕΤΡΕΠΑΝ ΝΑ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΤΙΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ, ΤΟΥΣ ΟΔΗΓΟΥΣΑΝ ΜΕ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΡΗΜΟΥΣ. ΣΗΜΕΡΑ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΞΥΠΝΟΣ. ΣΥΜΜΑΧΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ. 
Η ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ,ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. ΑΠΛΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΦΩΣ ΤΡΕΜΟΣΒΥΝΕΙ ΕΔΩ ΚΙ ΕΚΕΙ. ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ

Oi Φαρνέζε: Όταν η Δύναμη Ήθελε να Γίνει Ομορφιά – Μέρος Δεύτερο Από Σύνταξη Inchiostronero


Το τίμημα της μεγαλοπρέπειας

                   Oi Φαρνέζε: Όταν η Δύναμη Ήθελε να Γίνει Ομορφιά – Μέρος Δεύτερο

Ποιος πλήρωσε για τη μεγαλοπρέπεια και για ποιον έχτισαν στην πραγματικότητα οι χορηγοί;

                                                 Σύνταξη Inchiostronero


Συντακτικό Σημείωμα

Η μεγαλοπρέπεια έχει πάντα ένα κόστος. Πίσω από τα παλάτια, τις τοιχογραφίες, τους κήπους και τις συλλογές των Φαρνέζε βρισκόταν μια βαθιά ιεραρχική κοινωνία, στην οποία ο πλούτος και τα προνόμια ανήκαν σε λίγους εκλεκτούς. Αλλά θα ήταν αναχρονιστικό να κρίνουμε αυτόν τον κόσμο αποκλειστικά με τα σημερινά κριτήρια. Πρέπει επομένως να αλλάξουμε την οπτική μας και να βγούμε έξω από το παλάτι: να το κοιτάξουμε από τον δρόμο, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι πρέπει να αντιπροσώπευε στα μάτια εκείνων που ζούσαν στη σκιά τέτοιου μεγαλείου. Για ποιον πραγματικά έχτιζαν οι θαμώνες; Και πώς μια ομορφιά που γεννήθηκε εν μέρει για να γιορτάσει την εξουσία κατέληξε, με το πέρασμα των αιώνων, να ανήκει σε όλους;

ΜΕΡΟΣ II — Το Τίμημα της Μεγαλοπρέπειας

Ποιος πλήρωσε; —προέλευση πλούτου, προνόμια, εισόδημα, φορολογία, εκκλησιαστική εξουσία. Εδώ ξεκινά η αντιστροφή της οπτικής γωνίας.
Το παλάτι όπως φαίνεται από τον δρόμο — τι μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε για τη λαϊκή αντίληψη, αποφεύγοντας αυστηρά τον αναχρονισμό.
Για ποιον έχτιζαν οι πάτρονες; — για το κύρος, τον Θεό, την οικογένεια, τους απογόνους· και εδώ έρχεται το «μεγαλοπρεπές ιστορικό παράδοξό» μας.
Μπορεί η ομορφιά να λυτρώσει τα προνόμια; — το φιλοσοφικό κρίσιμο σημείο του δοκιμίου, χωρίς αναδρομική ηθική διαδικασία και χωρίς αισθητική άφεση.
Τι αφήνουν πίσω τους σήμερα οι μεγάλες ιδιωτικές ιδιοκτησίες; — μια σύγκριση με το παρόν και την τελική επιστροφή στην Καπραρόλα.

Προέλευση του πλούτου, των προνομίων, του εισοδήματος, της φορολογίας, της εκκλησιαστικής εξουσίας. Εδώ ξεκινά η αντιστροφή της προοπτικής.

Παρακολουθήσαμε την οικογένεια Φαρνέζε από τα δωμάτια των παλατιών τους. Τώρα πρέπει να φύγουμε.

Επειδή η μεγαλοπρέπεια έχει πάντα μια εξήγηση, ακόμα και όταν οι τοιχογραφίες καταφέρνουν να μας κάνουν να την ξεχάσουμε. Πίσω από το μάρμαρο, τις συλλογές, τους κήπους και τη σπουδαία αρχιτεκτονική, υπήρχαν περιουσίες, εισόδημα, οφέλη και φόροι τιμής. Η ομορφιά δεν γεννιέται από τα χρήματα, αλλά χωρίς χρήματα, δύσκολα θα είχε φτάσει σε αυτές τις διαστάσεις.

Από πού προήλθε, λοιπόν, ο πλούτος της οικογένειας Φαρνέζε;


Δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση. Πριν ανέλθει στον πάπα, η οικογένεια κατείχε ήδη γαίες και κτήσεις στην άνω Λάτιο, οι οποίες είχαν συσσωρευτεί και εδραιωθεί με το πέρασμα των γενεών. Σε αυτές προστέθηκαν θέσεις, συμμαχίες και, πάνω απ' όλα, στην εκκλησιαστική καριέρα του Alessandro Farnese, ολοένα και περισσότερες και πιο επικερδείς ευεργεσίες. Τα μοναστήρια in commendam, οι επισκοπικές έδρες και άλλες εκκλησιαστικές ευεργεσίες συνέβαλαν σταδιακά στην αύξηση του πλούτου του. Το 1523, όταν ο Alessandro ήταν ακόμα καρδινάλιος, το εισόδημα από τις ευεργεσίες που συσσωρεύτηκε με την πάροδο των ετών υπολογιζόταν σε περίπου δεκαπέντε χιλιάδες δουκάτα ετησίως.

Για να γίνει κατανοητή η τάξη μεγέθους, γύρω στο 1500 η ετήσια αμοιβή ενός εξειδικευμένου τεχνίτη μπορούσε να ανέρχεται περίπου στα εκατό δουκάτα· δεκαπέντε χιλιάδες δουκάτα αντιστοιχούσαν επομένως, πολύ κατά προσέγγιση, σε εκατόν πενήντα ετήσιες αμοιβές εξειδικευμένης εργασίας.

Δεν ήταν ακόμη πάπας, αλλά είχε ήδη τους πόρους για να υποστηρίξει ένα από τα πιο φιλόδοξα ιδιωτικά αρχιτεκτονικά εγχειρήματα στη Ρώμη εκείνη την εποχή: το μεγάλο παλάτι που θα έφερε το όνομα της οικογένειας.

Με τη μετατροπή της οικογένειας Φαρνέζε σε κυρίαρχη δυναστεία, άλλαξε και η φύση των πόρων της. Τα έσοδα από την οικογενειακή περιουσία και τα εκκλησιαστικά ευεργετήματα συμπληρώθηκαν από έσοδα από τις περιοχές που κυβερνούσαν: φόροι, δασμοί, ενοίκια και άλλες μορφές εισφορών τροφοδότησαν τα οικονομικά του δούκα.

Εδώ είναι που το ερώτημα «ποιος πλήρωσε;» γίνεται πιο δύσκολο.

Μέρος του πλούτου προερχόταν από τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Ένα άλλο μέρος προερχόταν από τα έσοδα από τις εκκλησιαστικές ευεργεσίες που συσσώρευαν ο Αλεσάντρο Φαρνέζε και άλλα μέλη της οικογένειας. Επιπλέον, στις περιοχές που κυβερνούσαν, οι φόροι, οι δασμοί, τα ενοίκια και άλλες μορφές εισφορών συνέβαλαν στα οικονομικά της δουκικής εξουσίας.

Θα ήταν όμως αναχρονιστικό να μετατρέψουμε όλα αυτά αμέσως στον τύπο: ο πρίγκιπας έχτισε το παλάτι με χρήματα που κλάπηκαν από τον λαό.

Τον δέκατο έκτο αιώνα, υπήρχαν διακρίσεις μεταξύ διαφορετικών τάξεων, εσόδων και λειτουργιών, αλλά δεν συνέπιπταν με τον σύγχρονο διαχωρισμό μεταξύ δημόσιων οικονομικών και ιδιωτικού πλούτου, ούτε με τη σύγχρονη αντίληψη του κράτους ως υπεύθυνου για την αναδιανομή των πόρων μέσω κοινωνικών υπηρεσιών και δικαιωμάτων. Το φεουδαρχικό εισόδημα, η φορολογία, ο δυναστικός πλούτος και η πολιτική εξουσία ανήκαν σε μια ριζικά διαφορετική τάξη πραγμάτων από τη δική μας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα ήταν ανώδυνο για όσους βρίσκονταν στη βάση.


Σημαίνει απλώς ότι πρέπει να τον κατανοήσουμε για αυτό που ήταν πριν τον κρίνουμε από αυτό που έχουμε γίνει εμείς.
Σε αυτό το σημείο όμως προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα. Όσοι κατέβαλλαν φόρους, δασμούς και άλλες επιβαρύνσεις, τι λάμβαναν σε αντάλλαγμα;

Θα ήταν, για άλλη μια φορά, παραπλανητικό να αναζητήσουμε στον 16ο αιώνα κάτι παρόμοιο με το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Ο υπήκοος δεν κατέβαλλε χρήματα στον ηγεμόνα περιμένοντας να του επιστραφούν με τη μορφή υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης, συντάξεων ή καθολικά εγγυημένων δημόσιων υπηρεσιών. Η σχέση ήταν διαφορετική. Από την εξουσία αναμένονταν κυρίως άμυνα, τάξη, δικαιοσύνη, διοίκηση και σεβασμός των εθίμων πάνω στα οποία στηριζόταν η ζωή των κοινοτήτων.

Ένα μέρος των πόρων χρησίμευε, επομένως, για τη συντήρηση υπαλλήλων, δικαστηρίων, στρατιωτών και διοικητικών δομών· ένα άλλο χρηματοδοτούσε οχυρώσεις, δρόμους, υδραυλικά έργα, ανεφοδιασμό και παρεμβάσεις αναγκαίες για τη διοίκηση της επικράτειας.
Φυσικά, τα ίδια έσοδα συντηρούσαν επίσης την αυλή, τη δυναστική πολιτική, τον στρατιωτικό μηχανισμό και εκείνη την αναπαράσταση της εξουσίας, της οποίας τα ανάκτορα και η μεγαλοπρέπεια αποτελούσαν την πιο ορατή έκφραση.

Η περίπτωση της Piacenza υπό τον Pier Luigi Farnese δείχνει καθαρά πόσο δύσκολο ήταν να διαχωριστούν αυτές οι πτυχές. Για την κατασκευή του νέου φρουρίου απασχολήθηκαν από χίλιοι πεντακόσιοι έως δύο χιλιάδες εργάτες· ημέρες εργασίας και ζώα μεταφοράς επιβάρυναν επίσης την κοινότητα της Piacenza και το δουκικό ταμείο. Ο πληθυσμός συνέβαλλε επομένως στο κόστος ενός έργου που υποτίθεται ότι θα προστάτευε την πόλη, αλλά το οποίο ταυτόχρονα ενίσχυε στρατιωτικά την εξουσία του δούκα.

Ο κύκλος αυτός μπορούσε να γίνει ακόμη πιο παράδοξος. Τα χρήματα που εισπράττονταν μέσω φόρων και εισφορών επέστρεφαν, τουλάχιστον εν μέρει, στην κοινωνία μέσω μισθών, προμηθειών και αναθέσεων έργων.
Κτίστες, λιθοξόοι, ξυλουργοί, μεταφορείς και έμποροι μπορούσαν να εργάζονται ακριβώς στα έργα που χρηματοδοτούνταν από αυτό το σύστημα φορολογικών επιβαρύνσεων.
Δεν επρόκειτο για αναδιανομή με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν ο οικονομικός τρόπος λειτουργίας μιας αυλής και ενός εδαφικού κράτους.

Γι’ αυτό η σχέση μεταξύ κυβερνώντος και κυβερνωμένων δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή εικόνα ενός λαού που πληρώνει και ενός ηγεμόνα που εισπράττει. Ο υπήκοος συνέβαλλε στη συντήρηση μιας τάξεως από την οποία λάμβανε προστασία και διακυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα επωμιζόταν και το κόστος των προνομίων, των φιλοδοξιών και της μεγαλοπρέπειάς της.

Και ακριβώς σε αυτή την οριακή ζώνη το ερώτημα «ποιος πλήρωνε;» αποκτά το βαθύτερο νόημά του: ο ίδιος πλούτος μπορούσε να χρηματοδοτεί ένα φρούριο που προστάτευε την πόλη και ταυτόχρονα μια εξουσία που κυριαρχούσε πάνω σε όσους ζούσαν μέσα σε αυτήν.

Ο χωρικός που πλήρωνε φόρο, ο έμπορος που πλήρωνε δασμό, η κοινότητα που ήταν υποχρεωμένη να υποστηρίζει ορισμένες επιβολές, δεν χρηματοδότησε συνειδητά την «πολιτιστική κληρονομιά» που θαυμάζουμε σήμερα. Συνέβαλε στη λειτουργία μιας τάξης πραγμάτων στην οποία ένα σημαντικό μέρος των πόρων έτεινε να συγκεντρώνεται στην κορυφή της ιεραρχίας και από αυτήν την κορυφή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με ποικίλους τρόπους: διοίκηση, στρατούς, αυλή, θρησκευτικά έργα, αστική ανάπτυξη και, φυσικά, μεγαλοπρέπεια.

Αυτή η διευκρίνιση είναι απαραίτητη.


Το να λέμε ότι η πατρωνεία παρήγαγε πολιτισμό δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε από πού προήλθαν οι πόροι που τον κατέστησαν δυνατό. Αλλά η ανοικοδόμηση αυτών των πόρων δεν μετατρέπει αυτόματα τον πρίγκιπα της Αναγέννησης σε καρικατούρα ενός σύγχρονου ηγεμόνα που κλέβει χρήματα που προορίζονται για δημόσιες υπηρεσίες για να χτίσει μια βίλα.

Είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι.

Και ακριβώς στην απόσταση μεταξύ αυτών των κόσμων προκύπτει το ερώτημα που δεν μπορούμε πλέον να αποφύγουμε.

Έχουμε δει τι κατάφερε να παράγει αυτή η συγκέντρωση πλούτου.
Αλλά ενώ οι τοιχογραφίες ζωγραφίζονταν και τα παλάτια μεγάλωναν, τι έβλεπαν όσοι ζούσαν από την άλλη πλευρά των τειχών τους;

Το παλάτι όπως φαίνεται από τον δρόμο — τι μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε για τη λαϊκή αντίληψη, αποφεύγοντας αυστηρά τον αναχρονισμό.

Το να προσπαθείς να κοιτάξεις το παλάτι από τον δρόμο σημαίνει ότι αντιμετωπίζεις μια δυσκολία που ο ιστορικός γνωρίζει καλά: όσοι ήταν από κάτω έμεναν πολύ λιγότερες λέξεις από όσους ήταν από πάνω.

Διαθέτουμε επιστολές από πρίγκιπες, καρδινάλιους και πρέσβεις, διοικητικά αρχεία και χρονικά της αυλής. Είναι πολύ πιο δύσκολο να γνωρίζουμε τι σκέφτηκε ο χωρικός που εργαζόταν σε ένα κτήμα Φαρνέζε, ο τεχνίτης που διέσχιζε μια πλατεία που έβλεπε ένα παλάτι ή ο έμπορος που κλήθηκε να πληρώσει διόδια. Και πάνω απ 'όλα, θα ήταν λάθος να ομαδοποιήσουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους σε μια ενιαία κατηγορία που ονομάζεται «λαός», αποδίδοντάς τους μια κοινή συνείδηση.

Ωστόσο, μπορούμε να αναζητήσουμε ίχνη του.

Στη Ρώμη, για παράδειγμα, υπήρχε μια εξαιρετική μορφή ανώνυμης κριτικής: η πασκινάτα. Στίχοι και σάτιρες γραμμένες από τον Πασκίνο επιτίθονταν σε πάπες, καρδινάλιους, διαφθορά και τα έθιμα της Κούριας, προσφέροντας μια ματιά στις κρίσεις και την εχθρότητα που βρίσκονται έξω από την επίσημη εκπροσώπηση της εξουσίας.


Όταν, τον Δεκέμβριο του 1534, ο Παύλος Γ΄ ανέδειξε στο πορφυρό θρόνο τον ανιψιό του Αλεσάντρο Φαρνέζε, μόλις δεκατεσσάρων ετών, και τον Γκουίντο Ασκάνιο Σφόρτσα, δεκαέξι ετών, ένας χλευασμός τους χαρακτήρισε με αστραπιαία ειρωνεία:

[ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΡΓΩΝ]

«δύο χερουβείμ σε μια κούνια».

Αυτές είναι μόνο τέσσερις λέξεις, αλλά σημαίνουν πολλά για τη συζήτησή μας. Δεν είμαστε εμείς, πέντε αιώνες αργότερα, που αποφασίσαμε ότι αυτές οι υποψηφιότητες μπορεί να φαίνονται υπερβολικές: η σύγχρονη σάτιρα τις είχε ήδη αναγνωρίσει ως τέτοιες.

Αλλά πρέπει να σταματήσουμε εδώ ακριβώς.


Θα ήταν εξίσου αναχρονιστικό να μετατραπεί αυτόματα η ανώνυμη φωνή του Πασκίνο σε «φωνή του λαού». Πίσω από μια πασκιάνα θα μπορούσαν να κρύβονται άνδρες με διαφορετικό κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται κοντά στους κύκλους της εκκλησίας. Αυτό καταδεικνύει ότι υπήρχε κριτική· δεν μας επιτρέπει να ανασυνθέσουμε με λίγα λόγια τι σκέφτονταν οι κάτοικοι της Ρώμης, χωρίς διάκριση.

Η κριτική τους, πάνω απ' όλα, δεν ήταν απαραίτητα και δική μας.


Δεν μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτό ότι ο Ρωμαίος κοινός πολίτης κοίταξε το Παλάτσο Φαρνέζε σκεπτόμενος: αυτά τα πλούτη πρέπει να μας διανεμηθούν.

Ο άνθρωπος του δέκατου έκτου αιώνα ζούσε μέσα σε μια βαθιά ιεραρχική κοινωνία, στην οποία οι διαφορές στην τάξη αποτελούσαν μέρος της πολιτικής και κοινωνικής τάξης. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαμαρτύρεται για έναν φόρο, να μισεί έναν ηγεμόνα, να χλευάζει έναν καρδινάλιο ή να επαναστατεί όταν ένιωθε ότι είχαν παραβιαστεί έθιμα, δικαιώματα ή προνόμια. Η αποδοχή της ύπαρξης ιεραρχίας δεν σήμαινε αποδοχή οποιασδήποτε συμπεριφοράς από εκείνους που βρίσκονταν στην κορυφή.

Ακόμη και εντός των εδαφών των Φαρνέζε, οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Ο Πιερ Λουίτζι, έχοντας γίνει Δούκας της Πάρμας και της Πιατσέντζα, επιδίωξε να ενισχύσει την δουκική εξουσία, παρενέβη στη φορολογία και περιόρισε τα καθιερωμένα προνόμια και την αυτονομία, ερχόμενος σε σύγκρουση ιδίως με τμήματα της αριστοκρατίας. Η αριστοκρατική εχθρότητα συνέβαλε στη συνωμοσία που οδήγησε στη δολοφονία του στην Πιατσέντζα το 1547, μια υπόθεση στην οποία έπαιξαν επίσης ρόλο τα ευρύτερα αυτοκρατορικά συμφέροντα στη βόρεια Ιταλία.

Η σύγκρουση, επομένως, δεν έφερε απλώς «τον πρίγκιπα» εναντίον «του λαού»: διέσχιζε ευγενείς, πόλεις, κοινότητες και κοινωνικές ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα.

Αυτή την πολυπλοκότητα πρέπει να διαφυλάξουμε.

Μπροστά στη μεγαλοπρέπεια, συναισθήματα που μας φαίνονται αντιφατικά θα μπορούσαν να συνυπάρχουν: θαυμασμός και δυσαρέσκεια, δέος και υπερηφάνεια, αφοσίωση και ειρωνεία. Ένας άνθρωπος θα μπορούσε να είναι φτωχός και να θαυμάζει μια μεγάλη εκκλησία· να πληρώνει φόρο και να νιώθει περήφανος για την πόλη του· να αναγνωρίζει τον τίτλο του πρίγκιπα και ταυτόχρονα να απεχθάνεται έναν φόρο.

Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα «τι πίστευε ο λαός;» πρέπει να διατυπωθεί διαφορετικά.

Δεν θα έπρεπε να ρωτάμε τους άνδρες του δέκατου έκτου αιώνα αν θα προτιμούσαν ένα σύγχρονο πρόγραμμα αναδιανομής από την κατασκευή της Καπραρόλα. Θα έπρεπε να αναρωτηθούμε πώς αντιλαμβάνονταν την εξουσία μέσα από τις κατηγορίες που κατείχαν : δικαιοσύνη και αυθαιρεσία, χρηστή διακυβέρνηση και καταπίεση, γενναιοδωρία και απληστία, προστασία και κακοποίηση.

Το παλάτι, ιδωμένο από τον δρόμο, θα μπορούσε επομένως να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Η ανέφικτη κατοικία των ισχυρών, σίγουρα. Αλλά και ένας χώρος εργασίας για τεχνίτες και τεχνίτες, ένα σημάδι του μεγαλείου της πόλης ή του άρχοντά της, ένα θέαμα ικανό να εμπνεύσει θαυμασμό.

Ξέρουμε πώς τελείωσε η ιστορία.
Όχι αυτοί.

Κοιτάμε τον Καπραρόλα γνωρίζοντας ότι η οικογένεια Φαρνέζε θα εξαφανιστεί και ότι μια μέρα αυτά τα δωμάτια θα τα χρησιμοποιούν απλοί άνθρωποι. Ο άνθρωπος που κοίταξε ψηλά στο παλάτι τον 16ο αιώνα αντίθετα είδε μια δύναμη που φαινόταν προορισμένη να διαρκέσει.

Και εδώ είναι που η οπτική γωνία αντιστρέφεται.
Διότι αν αυτή η μεγαλοπρέπεια δεν χτίστηκε πρωτίστως για αυτόν, πρέπει επιτέλους να θέσουμε το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο τον διάλογό μας:

Για ποιον πραγματικά έχτισαν οι χορηγοί;
Κύρος , Θεός, οικογένεια, επόμενες γενιές· και να το «μεγαλοπρεπές ιστορικό παράδοξό» μας.


Λοιπόν, για ποιον έχτισαν οι ιδιοκτήτες;

Η απλούστερη απάντηση θα ήταν: για τον εαυτό του. Και αυτό είναι σίγουρα αλήθεια, αλλά δεν είναι αρκετό.

Έχτιζαν για τις οικογένειές τους, επειδή το παλάτι έκανε ορατό το κύρος που είχαν κατακτήσει και το μετέδιδε στις μελλοντικές γενιές. Έχτιζαν για τον Θεό, όταν η παραγγελία έπαιρνε τη μορφή εκκλησίας, παρεκκλησίου, βωμού ή θρησκευτικού έργου. Έχτιζαν για την πόλη, τουλάχιστον στο βαθμό που οι πλατείες, τα σιντριβάνια, τα κτίρια και οι αστικές διατάξεις συνέβαλαν στη μεγαλοπρέπειά της. Και έχτιζαν για τις επόμενες γενιές, επειδή η δύναμη της Αναγέννησης διέθετε βαθιά επίγνωση της μνήμης.

Ο ουμανιστικός πολιτισμός είχε επίσης φέρει ξανά στο προσκήνιο την αρχαία επιδίωξη της επιβίωσης μέσω έργων. Ο Οράτιος την είχε συμπυκνώσει σε τρεις λέξεις που προορίζονταν να διαρκέσουν ανά τους αιώνες:

«Non omnis moriar».
Δεν θα πεθάνω εντελώς.

Φυσικά, δεν μπορούμε να αποδώσουμε αυτόν τον τύπο απευθείας στην οικογένεια Φαρνέζε ως ένα συνειδητό πρόγραμμα. Αλλά εκφράζει μια βαθιά παρούσα ιδέα στην κουλτούρα που τους περιβάλλει: ο άνθρωπος πεθαίνει, το όνομα μπορεί να παραμείνει· ο πάτρονας εξαφανίζεται, το έργο μπορεί να ζήσει περισσότερο από αυτόν.

Η προστασία περιλάμβανε επομένως πολλά πράγματα ταυτόχρονα: προσωπικό γούστο, αφοσίωση, κύρος, πολιτική εκπροσώπηση, ανταγωνισμό μεταξύ οικογενειών και την επιθυμία να ζήσει κανείς περισσότερο από τον θάνατό του.

Αυτό που δύσκολα μπορούμε να του αποδώσουμε είναι η σύγχρονη πρόθεση δημιουργίας μιας πολιτιστικής κληρονομιάς δημοκρατικά προσβάσιμης σε όλους. Ο Καρδινάλιος Αλεσάντρο Φαρνέζε δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον επισκέπτη του 21ου αιώνα που θα περπατούσε στη Σκάλα Ρέγκια στην Καπραρόλα. Ο Παύλος Γ΄ δεν παρήγγειλε έργα πιστεύοντας ότι μια μέρα ιδανικά θα ανήκαν στην ανθρωπότητα.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς συνέβη, τουλάχιστον για ένα σημαντικό μέρος αυτής της κληρονομιάς.
Εδώ προκύπτει ένα μεγαλειώδες ιστορικό παράδοξο.

Ο πρίγκιπας έχτισε για τον εαυτό του.
Ο καρδινάλιος εισέπραξε για τον εαυτό του.
Ο τραπεζίτης ανέθεσε να τιμήσει την οικογένειά του.

Και πεντακόσια χρόνια αργότερα, εμείς έχουμε ακόμα την ομορφιά, ενώ εκείνοι έχουν χάσει τη δύναμη .

Οι τίτλοι έχουν χάσει την αίγλη τους, τα δουκάτα έχουν εξαφανιστεί και οι συζυγικές συμμαχίες που κάποτε καθόριζαν τις πολιτικές ισορροπίες δεν έχουν πλέον την ίδια σημασία που είχαν κάποτε. Κανείς δεν φοβάται την αίγλη της οικογένειας Φαρνέζε σήμερα. Αλλά ας μπούμε στα παλάτια τους, ας περιπλανηθούμε στους κήπους τους, ας παρατηρήσουμε τα έργα που συνέλεξαν και ας μελετήσουμε τους καλλιτέχνες που προστάτευαν.

Η δύναμη που αυτά τα έργα είχαν σκοπό να τιμήσουν έχει γίνει θέμα για τους ιστορικούς.
Τα έργα παρέμειναν.


Αυτό δεν σημαίνει ότι η πατρωνία ήταν ασυνείδητος αλτρουισμός. Θα ήταν απλώς ένας άλλος τρόπος εξιδανίκευσης του παρελθόντος. Σημαίνει κάτι πιο ενδιαφέρον: μια ιδιωτική πρόθεση μπορεί να παράγει συλλογικές συνέπειες που ξεπερνούν εντελώς την αρχική πρόθεση .

Ο πλούτος των Φαρνέζε επιδίωκε κύρος και παρήγαγε επίσης πολιτισμό. Επιδίωξε τη δυναστική μνήμη και συνέβαλε στην οικοδόμηση συλλογικής μνήμης. Επιδίωξε να διαχωρίσει μια οικογένεια από το πλήθος μέσω της μεγαλοπρέπειας, και με το πέρασμα των αιώνων, ένα μέρος αυτής της μεγαλοπρέπειας έγινε προσβάσιμο στο πλήθος.

Είναι μια από τις πιο συναρπαστικές ειρωνείες στην ιστορία.

Ένα παλάτι που χτίστηκε για να διακριθεί μπορεί να καταλήξει να το επισκέπτονται όλοι. Μια συλλογή που δημιουργήθηκε για το κύρος λίγων εκλεκτών μπορεί να γίνει μουσείο. Ένα έργο που ανατέθηκε για να τιμήσει έναν ποντίφικα μπορεί να γίνει αντικείμενο μελέτης από άνδρες που δεν συμμερίζονται πλέον τον κόσμο του, την πίστη του ή την ιδέα του για την εξουσία.
Έχτιζαν πάνω απ' όλα για τον εαυτό τους, για τον Θεό, για την οικογένειά τους και για τους απογόνους τους.
Αλλά, σχεδόν ενάντια στις προθέσεις τους, κατέληξαν να χτίσουν και για εμάς .
Ένα πιο δύσκολο ερώτημα παραμένει, ωστόσο.
Αν η ομορφιά έχει ξεπεράσει το προνόμιο που την παρήγαγε, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτό το προνόμιο έχει εξαργυρωθεί από την ομορφιά;
Ή μήπως απλώς θαυμάζουμε, πέντε αιώνες αργότερα, το πιο λαμπρό αποτέλεσμα μιας ανισότητας που δεν χρειάστηκε να βιώσουμε;
Εδώ είναι που η κρίση γίνεται πιο δύσκολη.
Και εδώ είναι που πρέπει να σταματήσουμε για άλλη μια φορά μπροστά στις τοιχογραφίες και να αναρωτηθούμε:
Μπορεί η ομορφιά να εξαγοράσει το προνόμιο που την παρήγαγε;

Το φιλοσοφικό κρίσιμο σημείο του δοκιμίου, χωρίς αναδρομική ηθική διαδικασία και χωρίς αισθητική άφεση.


Το ερώτημα είναι σκόπιμα άβολο: μπορεί η ομορφιά να εξιλεώσει το προνόμιο που την παρήγαγε;


Αν απαντούσαμε απλώς ναι, θα μετατρέπαμε την πατρωνία σε ένα είδος αισθητικής άφεσης. Η οικογένεια Φαρνέζε συσσώρευσε δύναμη, προνόμια, εισόδημα και οφέλη. Ο Παύλος Γ΄ ευνοούσε ανοιχτά τα παιδιά και τα εγγόνια του. Μια βαθιά άνιση κοινωνία κατέστησε επίσης δυνατή τη συγκέντρωση πόρων που οδήγησαν στη μεγαλοπρέπεια που θαυμάζουμε σήμερα.

Ο Καπραρόλα δεν τα σβήνει όλα αυτά.

Αλλά θα ήταν εξίσου εύκολο να κάνουμε το αντίθετο λάθος: να διεξάγουμε μια ηθική δίκη πέντε αιώνες αργότερα και να καταδικάζουμε τους άνδρες της Αναγέννησης επειδή δεν σεβάστηκαν πολιτικές, κοινωνικές και διοικητικές αρχές που ανήκουν σε μεγάλο βαθμό στη νεωτερικότητα.

Ο Μακιαβέλι είχε εκφράσει με εξαιρετική διαύγεια την απόσταση μεταξύ του κόσμου όπως είναι και αυτού που θα θέλαμε να είναι, όταν, στο κεφάλαιο XV του « Ηγεμόνα» , έγραψε:

«επειδή απέχει πολύ από το πώς ζει κανείς και πώς θα έπρεπε να ζει».

Ο Μακιαβέλι αναλογιζόταν τη συμπεριφορά του ηγεμόνα και την «ουσιαστική αλήθεια» της πολιτικής, όχι διατυπώνοντας μια θεωρία ιστορικής κρίσης. Ωστόσο, η δήλωσή του περιέχει μια προειδοποίηση που μπορούμε να υιοθετήσουμε: η ιστορία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ξεκινώντας αποκλειστικά από αυτό που θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι σύμφωνα με κατηγορίες που διατυπώθηκαν αιώνες αργότερα.

Κατανόηση, φυσικά, δεν σημαίνει άφεση αμαρτιών.
Ο νεποτισμός παραμένει νεποτισμός ακόμη και όταν ανακατασκευάζουμε τη λειτουργία του στην παπική πολιτική. Το προνόμιο παραμένει προνόμιο ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι μια ιεραρχική κοινωνία το θεωρούσε μέρος της δικής της τάξης. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ιστορική απόσταση χωρίς να απαρνηθούμε την κρίση· πρέπει απλώς να αποτρέψουμε την κρίση από το να αντικαταστήσει την κατανόηση.

Το ίδιο ισχύει και για την ομορφιά.
Μια τοιχογραφία δεν επιστρέφει χρήματα από φόρους. Ένα άγαλμα δεν κάνει μια ανισότητα πιο δίκαιη. Ένα μεγαλοπρεπές παλάτι δεν μετατρέπει αυτόματα τη δύναμη εκείνων που το έχτισαν σε χρηστή διακυβέρνηση.
Κι όμως, αυτά τα έργα υπάρχουν.

Αυτό είναι το σημείο από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.

Ο Γιάκομπ Μπούρκχαρντ ονόμασε με εύστοχο τρόπο το πρώτο μέρος του έργου του « Ο Πολιτισμός της Ιταλικής Αναγέννησης » «Το Κράτος ως Έργο Τέχνης ». Δεν εννοούσε, φυσικά, ότι το κράτος ήταν έργο τέχνης με την ίδια έννοια όπως ένας πίνακας ή ένα γλυπτό. Αντίθετα, είδε κάτι νέο στους ιταλικούς πολιτικούς σχηματισμούς της Αναγέννησης: δομές στις οποίες ο υπολογισμός, η σκέψη και η συνειδητή βούληση συνδυάζονταν για να διαμορφώσουν την εξουσία.

Η αναπαράσταση ανήκε επίσης σε αυτήν την κατασκευή.


Τα παλάτια, οι τελετές, οι πλατείες, οι συλλογές και οι παραγγελίες δεν ήταν απλώς στολίδια τοποθετημένα δίπλα στην εξουσία. Μπορούσαν να γίνουν μέρος του τρόπου με τον οποίο η εξουσία κατασκεύαζε την εικόνα της και απαιτούσε αναγνώριση.
Αλλά το έργο έχει ένα χαρακτηριστικό που η εξουσία δεν μπορεί να ελέγξει για πάντα: μπορεί να επιβιώσει από το νόημα που του αποδόθηκε .
Ένα παλάτι που χτίστηκε για να αναδείξει την κοινωνική θέση μιας οικογένειας μπορεί να γίνει ένας χώρος ανοιχτός στους επισκέπτες. Μια ιδιωτική συλλογή μπορεί να γίνει μουσείο. Μια τοιχογραφία που παραγγέλθηκε για να τιμήσει έναν καρδινάλιο μπορεί να την δει, πέντε αιώνες αργότερα, κάποιος που δεν γνωρίζει καν το όνομα του προστάτη και απλώς στέκεται μπροστά στο έργο επειδή είναι όμορφο.
Τότε συνέβη κάτι που οι Φαρνέζε δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Το νόημα των έργων τους έχει αλλάξει.
Η ομορφιά δεν έχει σβήσει το προνόμιο που της επέτρεψε να γεννηθεί.
Τον ξεπέρασε.
Ίσως, λοιπόν, να έχουμε διατυπώσει το ερώτημα λανθασμένα. Δεν θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε αν η ομορφιά μπορεί να εξαργυρώσει τα προνόμια, επειδή η εξαργύρωσή τους θα σήμαινε την αναδρομική τους απαλλαγή.
Θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει όταν τα προνόμια εξαφανίζονται και ό,τι παρήγαγαν παραμένει.
Η απάντηση βρίσκεται μπροστά μας κάθε φορά που μπαίνουμε στην Καπραρόλα.
Δεν γιορτάζουμε πλέον τη δύναμη των Φαρνέζε. Δεν αναγνωρίζουμε πλέον καμία εξουσία στους τίτλους τους. Δεν συμμετέχουμε στις συμμαχίες τους, δεν φοβόμαστε τους στρατούς τους, δεν εξαρτόμαστε από τις αυλές τους.
Ωστόσο, συνεχίζουμε να εκτιμούμε αυτό που έχτισαν.
Η ομορφιά δεν απαλλάσσει την εξουσία. Αλλά μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από αυτήν.
Και ίσως ακριβώς αυτή η επιβίωση θέτει το τελικό ερώτημα, αυτό που οδηγεί απευθείας από την Αναγέννηση στην εποχή μας:
Τι αφήνουν πίσω τους σήμερα οι μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες;
Τι αφήνουν πίσω τους σήμερα οι μεγάλες ιδιωτικές ιδιοκτησίες; — μια σύγκριση με το παρόν και την τελική επιστροφή στην Καπραρόλα.
Σε αυτό το σημείο το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο την οικογένεια Φαρνέζε.
Πρόκειται για εμάς.
Κάθε εποχή συγκεντρώνει πλούτο. Οι τρόποι με τους οποίους παράγεται αλλάζουν, οι θεσμοί αλλάζουν, η σχέση μεταξύ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας αλλάζει, αλλά ένα πανάρχαιο ερώτημα παραμένει: τι κάνει ο πλούτος όταν μεγαλώνει αρκετά ώστε να επιλέγει τι αφήνει πίσω του;

Οι συγκρίσεις με την Αναγέννηση πρέπει να γίνονται με προσοχή. Ένας σύγχρονος δισεκατομμυριούχος δεν είναι πρίγκιπας του δέκατου έκτου αιώνα. μια πολυεθνική δεν είναι αυλή. ένα ιδιωτικό ίδρυμα δεν είναι δουκάτο. Σήμερα, έχουμε δημόσια φορολογία, δημοκρατίες, πανεπιστήμια, εθνικά μουσεία, συστήματα προστασίας και θεσμούς που αναθέτουν στο κράτος πολιτιστικές ευθύνες που η οικογένεια Φαρνέζε δεν θα είχε συλλάβει με τους δικούς μας όρους.

Κι όμως, κάτι μπορεί να συγκριθεί: η σχέση μεταξύ πλούτου και επόμενων γενεών.


Ακόμα και σήμερα, μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες χρηματοδοτούν μουσεία, αναστηλώσεις, πανεπιστήμια, επιστημονική έρευνα, βιβλιοθήκες, ιδρύματα και πολιτιστικές πρωτοβουλίες. Άλλοι επενδύουν κυρίως σε περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται να παραμείνουν ιδιωτικά, σε είδη πολυτελείας ή σε δραστηριότητες των οποίων η υλική κληρονομιά μπορεί να είναι πολύ πιο εύθραυστη. Δεν εξαρτάται από εμάς να αποφασίσουμε ποιος πλούσιος σύγχρονος αξίζει να ακολουθήσει την ακόλουθη γενιά. Αλλά μπορούμε να αναρωτηθούμε ποια σχέση έχει χτίσει η εποχή μας μεταξύ της οικονομικής επιτυχίας και της ευθύνης για ό,τι ακολουθεί.

Ο Άντριου Κάρνεγκι, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της βιομηχανικής εποχής, διατύπωσε μια ριζοσπαστική αρχή το 1889, στο δοκίμιο που αργότερα έγινε διάσημο ως «Το Ευαγγέλιο του Πλούτου» :

«Ο άνθρωπος που πεθαίνει τόσο πλούσιος, πεθαίνει ντροπιασμένος».

Ο άνθρωπος που πεθαίνει ακόμα τόσο πλούσιος, πεθαίνει ατιμασμένος.


Ο Κάρνεγκι προσπάθησε να μετατρέψει αυτή την ιδέα σε μια τεράστια φιλανθρωπική προσπάθεια, αφιερώνοντας ένα σημαντικό μέρος της περιουσίας του κυρίως σε βιβλιοθήκες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, πολιτισμό και έρευνα. Η απάντησή του, φυσικά, αντανακλούσε την κοινωνία και τη νοοτροπία της εποχής του και είναι ανοιχτή σε συζήτηση. Αλλά περιείχε μια σαφή ιδέα: ο εξαιρετικός πλούτος εγείρει επίσης το ερώτημα τι επιστρέφεται στην κοινωνία και τι μένει για όσους έρχονται μετά.

Οι Φαρνέζε πιθανότατα δεν θα είχαν διατυπώσει το ερώτημα με αυτούς τους όρους.

Έχτισαν για τον εαυτό τους, για τον Θεό, για την οικογένειά τους, για το κύρος και για τις επόμενες γενιές. Και ακριβώς εδώ αναδύεται ίσως η πιο εντυπωσιακή διαφορά. Δεν κατείχαν την ιδέα μας για τη δημόσια κληρονομιά, κι όμως ένα σημαντικό μέρος αυτού που παρήγγειλαν, συνέλεξαν ή βοήθησαν στη δημιουργία έχει ενταχθεί, μέσω μεταγενέστερων ιστορικών και δυναστικών γεγονότων, στην πολιτιστική κληρονομιά που είναι προσβάσιμη στην κοινότητα σήμερα.

Εμείς, που κατέχουμε αυτή την αντίληψη, πρέπει να αναρωτηθούμε ποιο μέρος του σύγχρονου ιδιωτικού πλούτου θα μπορέσει να κάνει το ίδιο ταξίδι.

Ίσως ένα μουσείο. Ένα ίδρυμα. Ένα πανεπιστήμιο. Ένα ερευνητικό κέντρο. Ένα προσβάσιμο αρχείο. Ένα κτίριο ικανό να γίνει μέρος μιας πόλης.
Ή τίποτα.
Επειδή δεν έχουν όλα όσα κοστίζουν πολύ την ικανότητα να διαρκέσουν.

Η πολυτέλεια και η μεγαλοπρέπεια δεν είναι συνώνυμες.

Το πρώτο μπορεί να εξαντληθεί από την κατανάλωση του ιδιοκτήτη του· το δεύτερο, όταν συναντά την τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη γνώση ή τον πολιτισμό, μπορεί να υπερβεί τον ιδιοκτήτη.

Και να 'μαστε πάλι στην Καπραρόλα.

Συνεχίζουμε σε αυτόν τον δρόμο. Μπροστά μας εμφανίζεται ο μεγάλος πενταγωνικός όγκος του παλατιού. Μπαίνουμε, ανεβαίνουμε τη Σκάλα Ρέγκια, περνάμε από τα δωμάτια με τις τοιχογραφίες και παρακολουθούμε τον κόσμο να ξεδιπλώνεται στους τοίχους της Σάλα ντελ Μαπαμόντο.
Αλλά τώρα βλέπουμε κάτι που δεν βλέπαμε στην αρχή.
Βλέπουμε τον πλούτο που το κατέστησε δυνατό. Τη δύναμη που επιδίωκε να αντιπροσωπεύει. Τον νεποτισμό που συνέβαλε στην περιουσία της οικογένειας. Τους καλλιτέχνες που μετέτρεψαν το χρήμα σε μορφή. Τους ανθρώπους που ζούσαν έξω από αυτά τα τείχη. Το εισόδημα, τα προνόμια, τους φόρους. Και βλέπουμε επίσης πέντε αιώνες κατά τους οποίους αυτό που φαινόταν προορισμένο να διαρκέσει αμετάβλητα άλλαξε ιδιοκτήτη, λειτουργία και νόημα.

Οι Φαρνέζε δεν υπάρχουν πια.

Η δύναμή τους δεν υπάρχει πια.
Και το παλάτι είναι ακόμα εκεί.

Ίσως αυτή είναι η απλούστερη απάντηση στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε. Η χορηγία της Αναγέννησης δεν ήταν σύγχρονη φιλανθρωπία και δεν πρέπει να την μετατρέψουμε αναδρομικά σε κάτι που δεν ήταν. Οι πρίγκιπες έχτιζαν κυρίως για τον εαυτό τους. Οι καρδινάλιοι συνέλεγαν για τον εαυτό τους. Οι οικογένειες παρήγγειλαν έργα ώστε το όνομά τους να διαρκέσει στο χρόνο.

Αλλά ο χρόνος έκανε κάτι που δεν περίμεναν.
Διαχώρισε τα έργα από τους ιδιοκτήτες.
Διαχώρισε την ομορφιά από τη δύναμη που την είχε χρηματοδοτήσει.
Η δύναμη εξαφανίστηκε.
Η ομορφιά παρέμεινε.
Για αυτόν τον λόγο, ίσως, όταν εξετάζουμε τις μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες σήμερα, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι πόσα κατέχουν.
Είναι αυτό που θα τους απομείνει όταν δεν θα έχουν πια τίποτα στην κατοχή τους .

Το Συντακτικό Προσωπικό

Ρικάρντο Αλμπέρτο ​​Κουατρίνι
Συγγραφέας, δοκιμιογράφος και συγγραφέας του πολιτιστικού ιστολογίου Inchiostronero

Σημείωση του συγγραφέα

Αυτό το δοκίμιο δεν έχει σκοπό να τιμήσει την οικογένεια Φαρνέζε ή να την υποβάλει σε μια αναδρομική ηθική δίκη. Ο στόχος ήταν διαφορετικός: να κατανοήσουμε πώς, στην κοινωνία της Αναγέννησης, η δυναστική εξουσία, ο πλούτος, η Εκκλησία, τα προνόμια και η προστασία μπορούσαν να ανήκουν στο ίδιο σύστημα και να παράγουν συνέπειες που υπερέβαιναν κατά πολύ τις προθέσεις όσων εμπλέκονταν.

Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στο ερώτημα τι θα μπορούσαν να σκεφτούν οι απλοί άνθρωποι όταν έρχονταν αντιμέτωποι με τη μεγαλοπρέπεια των μεγάλων οικογενειών. Το να αποδώσουμε σύγχρονες πολιτικές και κοινωνικές κατηγορίες στον «λαό» του δέκατου έκτου αιώνα θα σήμαινε ότι θα υποκαθιστούσαμε τη δική μας φωνή με τη δική τους. Οι ανισότητες θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές, να επικριθούν και να καταπολεμηθούν, αλλά μέσα σε ένα νοητικό, νομικό και κοινωνικό σύμπαν βαθιά διαφορετικό από το δικό μας.

Έτσι, το παράδοξο από το οποίο προκύπτει αυτό το δοκίμιο παραμένει: πολλά από τα έργα που κατασκευάστηκαν για να καταδείξουν τη δύναμη λίγων έχουν χάσει την αρχική τους λειτουργία και έχουν επιβιώσει από τους ιδιοκτήτες τους. Η δύναμη που τα παρήγγειλε έχει εξαφανιστεί· η ομορφιά, τουλάχιστον εν μέρει, έχει παραμείνει.

Και ίσως ακριβώς αυτή η απόσταση μεταξύ πρόθεσης και πεπρωμένου είναι που εξακολουθεί να καθιστά την πατρωνία της Αναγέννησης όχι μόνο ένα ιστορικό, αλλά και πολιτικό και φιλοσοφικό ζήτημα.


Από πού προήλθε, λοιπόν, ο πλούτος της οικογένειας Φαρνέζε;

ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ.