Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ποιος είναι αυτός που μισεί την παιδαγωγία του Θεού και καταφρονεί τα λόγια Του, Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Ποιος είναι αυτός που μισεί την παιδαγωγία του Θεού και καταφρονεί τα λόγια Του
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Αδελφοί και πατέρες, θα ευχόμουν βέβαια να σιωπώ πάντοτε, διότι θα μπορούσα τότε και τις δικές μου αμαρτίες να κλαίω και να μην αναλαμβάνω ποτέ το έργο του διδασκάλου ή να κατηχώ την αγάπη σας ή να δείχνω έστω και ελάχιστα στους άλλους τους δρόμους της σωτηρίας, και αυτό, όχι επειδή το πράγμα είναι αντίθετο με την εντολή του Θεού, απεναντίας μάλιστα είναι και περισσότερο ευπρόσδεκτο απ’ αυτόν, αλλά επειδή συμβαίνει να είμαι ανάξιος γι’ αυτό το πνευματικό τόλμημα. Γι’ αυτό και φοβούμαι ο άθλιος μήπως θα ειπωθεί πολύ εύστοχα και για μένα εκείνος ο λόγος του Δαβίδ: «Στον αμαρτωλό ωστόσο είπε ο Θεός· “Γιατί εσύ διηγείσαι τις εντολές μου και παίρνεις στο στόμα σου τη διαθήκη μου; Εσύ άλλωστε μίσησες την παιδαγωγία και απέρριψες με καταφρόνηση τα λόγια μου”» (Ψαλ. 49:16-17).

Αλλά ας δούμε, αν θέλετε, ποιος είναι αυτός που μισεί την παιδαγωγία και ποιος είναι αυτός που καταφρονητικά απορρίπτει τα λόγια του Θεού.

Εκείνος, που δεν υπακούει στους νόμους του Θεού, μισεί την παιδαγωγία που προέρχεται από τους λόγους του Κυρίου, και κλείνει τα αυτιά του, για να μην ακούσει το λόγο για την τελική ανταμοιβή των αμαρτωλών ή για εκείνη την αιώνια φωτιά και τις τιμωρίες του άδη και εκείνη την αιώνια καταδίκη, από την οποία δεν είναι δυνατό να διαφύγει αυτός που έπεσε μία φορά στις τιμωρίες της.

Εκείνος μάλιστα που δεν έχει πάντοτε μπροστά στα μάτια του με όλη την ισχύ και με όλη τη δύναμη της ψυχής του τις εντολές του Θεού και δεν τις τηρεί, αλλά τις καταφρονεί και προτιμά τα αντίθετα απ’ αυτές και τα κάνει, αυτός είναι που καταφρονητικά απορρίπτει τα λόγια του Θεού.

Και για να κάνω φανερό με συντομία το νόημα του λόγου, λέω ότι, όταν ο Θεός, από τη μία, προστάζει και φωνάζει απερίφραστα: «Μετανοείτε, διότι έφθασε η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4:17), και: «Φροντίστε να μπείτε από τη στενή πύλη» (Ματθ. 7:13), και αυτός, από την άλλη, ακούγοντας αυτά, όχι μόνο δεν έχει τη διάθεση να μετανοήσει και να πιέσει τον εαυτό του να μπει από τη στενή πύλη, αλλά και περνά όλες τις μέρες της ζωής του ρεμβάζοντας και διασκορπίζοντας την ψυχή του, με το να προσθέτει κάθε στιγμή κακά στα δικά του κακά και να επιδιώκει περισσότερο από όσο χρειάζεται την άνεση του σώματος και την περιποίησή του, πράγμα που είναι γνώρισμα κυρίως του πλατιού και ευρύχωρου δρόμου και όχι του στενού και δύσκολου, που οδηγεί στην αιώνια ζωή (Ματθ. 7:13-14), τότε λοιπόν αυτός και απορρίπτει καταφρονητικά τα λόγια του Θεού και κάνει τα δικά του θελήματα, ή, μάλλον, κάνει τα θελήματα του διαβόλου.

Επειδή κάνω αυτά πρώτος και εγώ ο ταλαίπωρος, και είμαι πεσμένος μέσα στο λάκκο του βορβόρου και συναισθάνομαι τα δικά μου κακά, φωνάζω, κράζοντας από τον βυθό και λέγοντας σε όλους εκείνους που περνούν από έξω: «Απομακρυνθείτε, αδελφοί, όσο μπορείτε, απ’ αυτόν τον φοβερότατο λάκκο, και βαδίστε τον ευθύ δρόμο, που είναι ο Χριστός (πρβ. Ιω. 14:6). Και κανείς να μην ξεφύγει προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, για να μην πέσει εδώ μέσα μαζί μ’ εμένα τον πανάθλιο και δύστυχο και στερηθεί μαζί με τα επίγεια και τα ουράνια αγαθά».

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Έργα, Λόγος έβδομος (απόσπασμα), σελ. 123. Μετάφραση Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2017.

https://www.koinoniaorthodoxias.org


Η ΑΥΤΟΥ ΕΤΕΡΟΤΗΣ. Ο ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ ΤΟΥ ΕΤΕΡΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΜΟΥ.

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 2

Συνέχεια από Παρασκευή 20. Μαρτίου 2026


                                                                 Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΩΖΕΙ ΚΑΙ ΑΓΙΑΖΕΙ

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 2
(T&T Clark, 1993)


Paul McPartlan

Εισαγωγή

Ο B. Sesboué αναφέρει ότι είδε τη γνωστή διπλή αρχή που διατύπωσε ο de Lubac —ότι «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία» και «η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία»— να παρατίθεται εδώ και εκεί ως πατερικός τύπος¹¹. Στην πραγματικότητα, αυτή η διπλή αρχή εμφανίστηκε για πρώτη φορά μόνο στο έργο του de Lubac Méditation sur l’Église, το 1953.
Εκεί, ενώ δηλώνει ότι η Εκκλησία και η Ευχαριστία βρίσκονται «ως αιτία η μία της άλλης», είναι σαφές ότι θεωρεί το δεύτερο σκέλος της αρχής ως περισσότερο παραμελημένο: «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία, αλλά η Ευχαριστία επίσης κάνει την Εκκλησία». Πράγματι, η Εκκλησία συγκεντρώνεται για να τελέσει την Ευχαριστία.
«Αλλά αν η θυσία γίνεται δεκτή από τον Θεό και η προσευχή της Εκκλησίας εισακούεται, αυτό συμβαίνει διότι η Ευχαριστία, με τη σειρά της, κάνει την Εκκλησία, με την αυστηρότερη έννοια»¹⁵.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτή την επιτυχία της προσέγγισης αναγνωρίζει ο Ιωάννης Ζηζιούλας όταν, αφού περιγράψει «την παραδοσιακή σχολαστική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία είναι η Εκκλησία που κάνει την Ευχαριστία και όχι το αντίστροφο»¹⁶, εκφράζει τη χαρά του ότι έχουμε πλέον, «στη σύγχρονη εποχή μας», εισέλθει σε μια τρίτη φάση στην ιστορία αυτής της σχέσης, μια φάση κατά την οποία «ο αρχαίος δεσμός μεταξύ Εκκλησίας και Ευχαριστίας» έχει «ανακτηθεί»¹⁷.


Είναι αξιοσημείωτο ότι, όπως μόλις είδαμε, ο Ζηζιούλας χρησιμοποιεί την ορολογία της διπλής αρχής του Henri de Lubac στο Méditation sur l'Église για να σκιαγραφήσει τις διάφορες εκκλησιολογικές επιλογές, και ότι απηχεί τον τίτλο του ευχαριστιακού κεφαλαίου αυτού του έργου, «Η καρδιά της Εκκλησίας»¹⁸, όταν και ο ίδιος περιγράφει την Ευχαριστία ως «την καρδιά κάθε εκκλησιολογίας»¹⁹.
Έτσι, τόσο ο de Lubac όσο και ο Ζηζιούλας θα υποστήριζαν ότι η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνήσει και να συγκρίνει τι ακριβώς εννοούν, αντίστοιχα, με αυτόν τον ισχυρισμό και, μέσω αυτού, να συγκρίνει τις θεολογίες τους, στις οποίες αυτή η θέση κατέχει κεντρική σημασία, όπως θα δούμε.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια στατική σύγκριση, όπου οι δύο θεολογίες απλώς τοποθετούνται η μία δίπλα στην άλλη. Αντίθετα, με επίγνωση της πρώιμης επιρροής του de Lubac στον Ζηζιούλα ως προς τον ρόλο της Ευχαριστίας στην Εκκλησία, ο τελικός μας σκοπός είναι να διερευνήσουμε πώς μπορεί να λεχθεί ότι ο Ζηζιούλας προώθησε τα ίδια τα συμπεράσματα και τις προθέσεις του de Lubac, όχι μόνο σε αυτό το σημείο αλλά και γενικότερα.
Για παράδειγμα, ενώ φέρει τα παραπάνω σημάδια της επιρροής του de Lubac, η σύνοψη της θέσης του Ζηζιούλα προχωρεί πέρα από τη διαδοχική διάταξη των δύο μερών της διπλής αρχής, σύμφωνα με την οποία η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία, η οποία με τη σειρά της κάνει την Εκκλησία, και υποδηλώνει μια ουσιαστική ενοποίηση.
Απορρίπτοντας τόσο τη μονομέρεια του σχολαστικισμού όσο και αυτό που θεωρεί ως την αντίθετη μονομέρεια της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» του Νικόλαος Αφανάσιεφ, ο Ζηζιούλας δηλώνει εμφατικά:
«Η Εκκλησία συγκροτεί την Ευχαριστία ενώ συγχρόνως συγκροτείται από αυτήν».


Μάλιστα προχωρεί ακόμη περισσότερο σε μια πλήρη ενοποίηση, σύμφωνα με την οποία Εκκλησία και Ευχαριστία «συμπίπτουν και, κατά κάποιον τρόπο, ταυτίζονται»²¹.

Υπάρχει λοιπόν μια σαφής εξέλιξη που μπορεί να διακριθεί καθώς μεταβαίνουμε από τη θέση του de Lubac σε εκείνη του Ζηζιούλα στο συγκεκριμένο σημείο. Καθώς επεκτεινόμαστε από αυτό το ζωτικό κέντρο, θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μία από μια σειρά αλληλένδετων εξελίξεων, οι οποίες, στο σύνολό τους, δείχνουν ότι ο Ζηζιούλας, τρόπον τινά, πήρε τη σκυτάλη από τον de Lubac και σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθεια επίτευξης ορισμένων βασικών στόχων που μοιράζεται μαζί του, όπως είναι η υπέρβαση του ατομικισμού στον χριστιανισμό.
Πράγματι, όπως θα δούμε, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου ο de Lubac αναγνωρίζει πρόθυμα ότι υπάρχουν κενά στην ανάλυσή του και στόχοι που δεν κατόρθωσε να επιτύχει. Αυτό είναι πάντοτε χαρακτηριστικό των πρωτοπόρων: η επόμενη γενιά οφείλει να συνεχίσει το έργο τους.
Σκοπός μου είναι να δείξω ότι ένας εξέχων θεολόγος από την Ανατολή έχει πολλά να προσφέρει στη συνέχιση του έργου αυτού του μεγάλου δυτικού δασκάλου. Αναλαμβάνω αυτό το έργο με οικουμενική πρόθεση, σύμφωνα με την προτροπή του Ιωάννης Παύλος Β΄ ότι «η Εκκλησία πρέπει και πάλι να μάθει να αναπνέει με τους δύο πνεύμονές της — τον ανατολικό και τον δυτικό», καθώς και με την επιθυμία του αείμνηστου Οικουμενικού Πατριάρχη Δημήτριος Α΄ ότι «οι δύο κόσμοι μας να συναντηθούν και να βρουν την ταυτότητά τους σε έναν Κύριο, μία πίστη, ένα βάπτισμα, έναν Θεό και Πατέρα όλων, εκείνον που είναι υπεράνω όλων και διά παντός και εν πάσιν»23.
Οι θεολογικοί κόσμοι του Henri de Lubac και του Ιωάννη Ζηζιούλα έχουν στην πραγματικότητα συναντηθεί πολύ λίγο μέχρι σήμερα. Εκτός από τις ενδείξεις που ήδη δόθηκαν, καθώς και από τη σημαντική αναφορά που κάνει επίσης ο Ζηζιούλας στο έργο του de Lubac «Catholicisme», ως έργο που ενισχύει τον ισχυρισμό του δασκάλου του, Γεώργιου Φλωρόφσκυ, ότι η εκκλησιολογία είναι «ένα κεφάλαιο της Χριστολογίας»²⁴, ο Ζηζιούλας αναφέρεται πολύ λίγο στον de Lubac²⁵, ενώ ο de Lubac σχεδόν καθόλου στον Ζηζιούλα²⁶.


Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να τους φέρει σε διάλογο. Κατά συνέπεια, η συνάντηση που ακολουθεί έχει τρία μέρη.
Το Πρώτο Μέρος παρουσιάζει τη θεολογία του de Lubac, χωρίς να διστάζει να αναδείξει τα κενά και τις εντάσεις που αυτή περιέχει. Στα σημεία αυτά θα εισάγονται κατάλληλα στοιχεία από την προσέγγιση του Ζηζιούλα, ώστε να υποδειχθεί η πιθανή συμβολή του.
Το Δεύτερο Μέρος διευκρινίζει τη θέση αυτών των στοιχείων στη θεολογία του Ζηζιούλα, καθώς εξετάζεται το συνολικό του όραμα.
Η δυναμική που αναπτύσσεται από το Πρώτο προς το Δεύτερο Μέρος συνεχίζεται κατόπιν στο Τρίτο Μέρος, όπου αναπτύσσονται οι κύριες γραμμές της σύγκρισης, καθώς οι δύο θεολόγοι έρχονται σε πιο άμεση και ουσιαστική αντιπαράθεση.
Αν και, δεδομένου του συνολικού σκοπού μας, η μελέτη αυτή τείνει να αξιοποιεί τα ισχυρά σημεία της θεολογίας του Ζηζιούλα για να φωτίσει τις αδυναμίες του de Lubac, η κριτική προς τον Ζηζιούλα δεν απουσιάζει· εκφράζεται ιδιαίτερα όταν τα συμπεράσματά μας συνοψίζονται στο Συμπέρασμα.
Και πάλι, σύμφωνα με τη μεθοδολογική μας προσέγγιση, η προσοχή περιορίζεται, όσον αφορά τον Ζηζιούλα, σε ό,τι έχει προσφέρει —μέσω της παρουσίας του σε δυτικές γλώσσες— στον οικουμενικό διάλογο Ανατολής και Δύσης, είτε υπό τη μορφή δημοσιευμένων έργων είτε υπό τη μορφή αδημοσίευτων συνεδρίων και διαλέξεων στη Δύση, όπου έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα και εξακολουθεί να διδάσκει τακτικά.
Η παρούσα μελέτη ωφελήθηκε σημαντικά από την πρόσβαση σε ένα μεγάλο μέρος αδημοσίευτου υλικού του Ζηζιούλα, το οποίο ο ίδιος παραχώρησε γενναιόδωρα στον συγγραφέα. Επιπλέον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μια διεξοδική αξιολόγηση της πιστότητας τόσο του de Lubac όσο και του Ζηζιούλα προς τις πολυάριθμες πατερικές τους πηγές υπερβαίνει το πεδίο της παρούσας μελέτης. Δεν πρόκειται πρωτίστως για μελέτη πατερικής θεολογίας. Το έργο μας είναι να συγκρίνουμε τα ίδια τα οράματα του de Lubac και του Ζηζιούλα.
Μια σύγκριση μεταξύ de Lubac και Ζηζιούλα δεν θα είχε νόημα αν οι παρόμοιες διατυπώσεις τους σχετικά με την Ευχαριστία στην Εκκλησία ήταν είτε ασύνδετες είτε περιφερειακές στις αντίστοιχες θεολογίες τους. Ωστόσο, αν και ο Ζηζιούλας έχει γράψει πολύ λιγότερο από τον de Lubac, τα έργα και των δύο καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεολογικών ζητημάτων, αποκαλύπτοντας ένα πραγματικά καθολικό όραμα· και, παρότι ο de Lubac κατέβαλε πολύ μικρότερη προσπάθεια να συστηματοποιήσει το όραμά του από ό,τι ο Ζηζιούλας, και τα δύο οράματα είναι εκκλησιολογικά²⁷ και συνεπώς, στον πυρήνα τους, ευχαριστιακά.
Η Ευχαριστία, επομένως, αποτελεί ένα ισχυρό μέσο σύγκρισης αυτών των οραμάτων και έναυσμα για τον διάλογο μεταξύ των αντίστοιχων παραδόσεων από τις οποίες προέρχονται.
Το Πρώτο και Δεύτερο Μέρος, τα οποία επιχειρούν να τοποθετήσουν την Ευχαριστία στο πλαίσιο της σκέψης τόσο του Henri de Lubac όσο και του Ιωάννη Ζηζιούλα και να αναδείξουν την κεντρική της θέση στις θεολογίες τους, έχουν διαρθρωθεί παράλληλα, ώστε να ενισχύεται, έστω και έμμεσα, ο διάλογος μεταξύ των δύο θεολόγων.
Τα Κεφάλαια Πρώτο και Έκτο εξετάζουν τα προγραμματικά τους κείμενα, καθώς και τις παρόμοιες προτεραιότητες και μεθοδολογίες που εμφανίζονται σε αυτά, ιδίως τη κοινή τους υπαρξιακή μέριμνα να αντιμετωπίσουν την ανθρώπινη κατάσταση μέσω μιας δημιουργικής επιστροφής στη διδασκαλία των Πατέρων.
Τα Κεφάλαια Δεύτερο και Έβδομο πραγματεύονται τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ του ακτίστου Θεού και της δημιουργίας Του, την οποία τόσο ο de Lubac όσο και ο Ζηζιούλας τονίζουν, προκειμένου να διαφυλάξουν την ελευθερία του Θεού. Μόλις αυτή η διάκριση τεθεί, μπορεί να αναπτυχθεί σταδιακά ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός, εν Χριστώ, συναντά τη δημιουργία Του.
Τα καίρια Κεφάλαια Τρίτο και Όγδοο προτείνουν και εξετάζουν, για τον de Lubac και τον Ζηζιούλα αντίστοιχα, ένα ενοποιητικό μοτίβο στα έργα τους: για τον πρώτο το αυγουστίνειο ρητό «Nec tu me in te mutabis, sicut cibum carnis tuae, sed tu mutaberis in me»²⁸ (Δεν θα με μεταβάλεις εσύ σε σένα, όπως (συμβαίνει με) την τροφή της σάρκας σου, αλλά εσύ θα μεταβληθείς σε μένα), και για τον δεύτερο την βιβλική έννοια της «συλλογικής προσωπικότητας», του ενός και των πολλών.
Επειδή ο de Lubac θεωρεί το αυγουστίνειο αυτό ρητό ως ευχαριστιακό και ο Ζηζιούλας θεωρεί την Ευχαριστία ως το γεγονός στο οποίο πραγματώνεται η συλλογική προσωπικότητα, καθίσταται φανερός ο κεντρικός ρόλος που διαδραματίζει η Ευχαριστία στα δύο αυτά θεολογικά οράματα, και προχωρούμε στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο η Ευχαριστία «κάνει» την Εκκλησία στα Κεφάλαια Τέταρτο και Ένατο.
Η ενοποίηση από τον Ζηζιούλα των δύο μερών της διπλής αρχής του de Lubac σημαίνει ότι η δομή της Εκκλησίας, η οποία «κάνει» την Ευχαριστία, αποτελεί αναγκαίο μέρος των ζητημάτων που εξετάζονται στο Κεφάλαιο Ένατο.
Ωστόσο, ο διαχωρισμός αυτών των δύο μερών από τον de Lubac μας οδηγεί να εξετάσουμε την κατανόησή του για τη δομή της Εκκλησίας σε ένα ξεχωριστό Κεφάλαιο Πέμπτο, το οποίο κορυφώνεται με την απάντησή του στη θέση του Ρώσου ορθόδοξου θεολόγου Νικόλαου Αφανάσιεφ.
Το αντίστοιχο κεφάλαιο του Δευτέρου Μέρους, δηλαδή το Κεφάλαιο Δέκατο, εξετάζει επομένως την κριτική του Ζηζιούλα προς τη ρωσική θεολογία και επιδιώκει ιδιαιτέρως να αναδείξει τον βασικό λόγο των συχνών επικρίσεών του προς τον Αφανάσιεφ.

Παρότι έχει διεξαχθεί εκτενής έρευνα για τη θεολογία του Henri de Lubac και ειδικότερα για την εκκλησιολογία του, καμία μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει το επαναλαμβανόμενο αυγουστίνειο ρητό ως ερμηνευτικό κλειδί για το όραμά του. Πιστεύω ότι η δυναμική του είναι άμεσα εμφανής, δεδομένου, πρώτον, ότι το ρητό αυτό είναι ευχαριστιακό για τον de Lubac²⁹, ο οποίος τονίζει ότι η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία· δεύτερον, ότι θεωρεί το ρητό αυτό ως εκπληρούμενο στον Ουρανό, όταν πραγματοποιείται η φυσική επιθυμία για τη θέα του Θεού — επιθυμία που αποτελεί σταθερό θέμα στη διδασκαλία του περί Χάριτος³⁰· και, τρίτον, της διαπίστωσής του ότι «αυτά τα δύο μεγάλα δογματικά θέματα», δηλαδή η Εκκλησία και η Χάρη, μελετήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα «σε δύο χωριστές πραγματείες», με αποτέλεσμα «η εκκλησιολογική σύνθεση να αναζητηθεί αλλά να μην βρεθεί».
Μόνο μία εκτεταμένη μελέτη της θεολογίας του Ιωάννη Ζηζιούλα έχει μέχρι στιγμής δημοσιευθεί, δηλαδή εκείνη του Gaétan Baillargeon. Παρότι ο Baillargeon αρχίζει την παρουσίαση της εκκλησιολογίας του Ζηζιούλα με ένα τμήμα υπό τον τίτλο «L’ Un et le “multiple”», το οποίο αναφέρεται στην αντίστοιχη ερμηνευτική έννοια της «συλλογικής προσωπικότητας» και επιβεβαιώνει ότι εδώ βρίσκεται «η καρδιά, ο κεντρικός πυρήνας της εκκλησιολογικής προοπτικής του Ιωάννη Ζηζιούλα», το τμήμα αυτό είναι πολύ σύντομο και οι δύο εναλλάξιμοι όροι —το ένα και τα πολλά, και η συλλογική προσωπικότητα— εμφανίζονται σπάνια στη συνέχεια.
Είναι αξιοσημείωτο ότι κανένας από τους δύο όρους δεν εμφανίζεται στο κεφάλαιο του Baillargeon για «την πνευματολογική διάσταση της Εκκλησίας», παρόλο που ο Ζηζιούλας δηλώνει χαρακτηριστικά ότι το ένα και τα πολλά αποτελεί «το μυστήριο της Χριστολογίας και της Πνευματολογίας, το μυστήριο της Εκκλησίας και ταυτόχρονα της Ευχαριστίας»³⁵.
Μια τέτοια δήλωση με οδηγεί να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της συλλογικής προσωπικότητας, ή του ενός και των πολλών, ως ερμηνευτικό κλειδί για το όραμα του Ζηζιούλα³⁶.
Έτσι, αυτό που προσφέρεται εδώ είναι μια συστηματική συνάντηση του de Lubac και του Ζηζιούλα, βασισμένη σε μια νέα εστίαση των αντίστοιχων θεολογιών τους. Αν και τα τελευταία χρόνια, λόγω των ριζικών πολιτικών αλλαγών στην ανατολική Ευρώπη, έχουν ανακύψει εκ νέου εντάσεις μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, οι νέες ελευθερίες έχουν φέρει τη συναρπαστική δυνατότητα πρωτοφανούς προσωπικής επαφής και γνήσιου θεολογικού διαλόγου.
Ελπίζω ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να συμβάλει στην αμοιβαία κατανόηση και προσέγγιση, καθώς εργαζόμαστε και προσευχόμαστε για την ημέρα κατά την οποία οι δύο Εκκλησίες θα είναι ορατά ενωμένες σε μία Αγία Τράπεζα³⁷.
Η παρούσα μελέτη ξεκίνησε ως διδακτορική διατριβή στην Οξφόρδη. Η δημοσίευσή της μου δίνει, ως ιερέα της επισκοπής του, την ευκαιρία να ανανεώσω τις ευχαριστίες μου προς τον Αρχιεπίσκοπο του Westminster, τον Basil Hume, για τη γενναιοδωρία με την οποία μου έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθώ με αυτή την έρευνα.
Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω εκ νέου τον π. Edward Yarnold, ο οποίος υπήρξε ο κύριος επιβλέπων μου και είχε την καλοσύνη να γράψει και τον Πρόλογο αυτού του βιβλίου, καθώς και τον επίσκοπο Kallistos Ware, που επίσης με επέβλεψε. Ο επίσκοπος John Crowley υπήρξε πάντοτε ιδιαιτέρως υποστηρικτικός, ενώ το ενδιαφέρον και οι συμβουλές του π. Yves Congar εκτιμήθηκαν βαθύτατα.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον Stratford Caldecott, του οποίου η σταθερή επιθυμία να εκδοθεί αυτό το έργο μου έδωσε ενθάρρυνση και τελικά πραγματοποιήθηκε. Πολλοί φίλοι με βοήθησαν κατά τη διάρκεια της πορείας· θα ήθελα ιδιαιτέρως να ευχαριστήσω τον π. Anthony Meredith και τον δρ. Bernard Attard για τη συντροφιά τους μέσα στις δυσκολίες της έρευνας και της συγγραφής, καθώς και τον π. David Manson για την αδελφική του στήριξη.
Για την αδιάκοπη αγάπη και τις προσευχές τους, οφείλω μεγάλο χρέος στην οικογένειά μου, ιδιαιτέρως στους γονείς μου, στους οποίους αφιερώνω με ευγνωμοσύνη αυτό το βιβλίο.
Τόσο στον Henri de Lubac όσο και στον Ιωάννης Ζηζιούλας είμαι βαθιά ευγνώμων για την έμπνευση που μου προσέφεραν και για την τιμή να έχω τη δυνατότητα εκτενών συζητήσεων μαζί τους. Με τον Μητροπολίτη Ιωάννη, ευτυχώς, οι πολλές συνομιλίες που καρποφόρησαν σε σημαντικά σημεία διευκρίνισης, όπως σημειώνονται στο κείμενο, μπορούν να συνεχιστούν, ενώ οι αρκετές συναντήσεις μου με τον καρδινάλιο de Lubac αποτελούν πλέον πολύτιμη ανάμνηση.
Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και εκτίμησης, χάρηκα που μπόρεσα να του προσφέρω ένα αντίτυπο αυτού του έργου τον Σεπτέμβριο του 1990, και θα επιθυμούσα να συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων στους οποίους αναφέρθηκε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ στο μήνυμά του για την κηδεία του, όταν υπενθύμισε ένα από τα αγαπημένα χωρία της Αγίας Γραφής του de Lubac:
«Με όλους εκείνους που τον θυμούνται με ελπίδα και ευγνωμοσύνη, τον εμπιστεύομαι στο άπειρο έλεος του Θεού. Αφού υπήρξε προσεκτικός στο “προφητικό μήνυμα” ως “λύχνος που φωτίζει σε σκοτεινό τόπο”, είθε να μπορέσει να δει τον αυγερινό να ανατέλλει!»³⁸

Paul McPartlan
Πάσχα 1992

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΕΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΠΟΤΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΣΕ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ  ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ.

Σημειώσεις:

Sumphilosophein (2)

   Συνέχεια από: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN 

H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.

Του Enrico Berti.

     

Εισαγωγή.

          Ο διαλεκτικός λοιπόν είναι αυτός που “περνά μέσω όλων των αναιρέσεων”, αυτός δηλαδή η οποίος υποβάλλει τις υποθέσεις του στην εξέταση των άλλων, οι οποίοι προσπαθούν με όλους τους τρόπους να τον αναιρέσουν. Μόνον οι θέσεις οι οποίες κατορθώνουν να ξεπεράσουν “όλες τις αναιρέσεις μπορεί να υπολογισθούν σαν βασισμένες σε μία “κατάλληλη υπόθεση(σκέψη)”.

          Έχουμε πληροφορία για τουλάχιστον τέσσερα μεγάλα προβλήματα που έθεσε ο Πλάτων στους φίλους του, γύρω από τα οποία άναψαν διαφωνίες και διαμάχες στην Ακαδημία και προτάθηκαν λύσεις οι οποίες προορίστηκαν να διαρκέσουν στους αιώνες. Το πρώτο είναι ένα πρόβλημα το οποίο σήμερα θα ονομάσουμε τής αστρονομίας, χωρίς να ξεχνούμε ότι η αστρονομία, σαν μαθηματική επιστήμη, ήταν για τον Πλάτωνα μία προπαιδευτική εργασία στην διαλεκτική, δηλαδή στην φιλοσοφία. Πρόκειται για το πρόβλημα : Πώς θα σώσουμε “τα ουράνια φαινόμενα”, δηλαδή πώς να εξηγήσουμε τις φαινομενικώς ακανόνιστες κινήσεις των πλανητών, καθιστώντας τες κανονικές κινήσεις, δηλαδή κυκλικές. Σ’αυτό δοκιμάστηκαν, δίνοντας διαφορετικές απαντήσεις, οι αστρονόμοι Εύδοξος, μετά ο Αριστοτέλης, ο Ηρακλείδης ο ποντικός και ίσως ο Φίλιππος της Οπούντης. Από τις συζητήσεις τους προέκυψαν αστρονομικές θεωρίες προορισμένες να διαρκέσουν για αιώνες, ακόμη και για χιλιάδες χρόνια, αλλά πάνω απ’όλα η συζήτησή τους είναι ίσως το πρώτο παράδειγμα που γνωρίζουμε συζητήσεως και λογομαχίας αυθεντικώς επιστημονικής, ακόμη και με την μοντέρνα σημασία του όρου. Αυτή η διαμάχη λοιπόν αφορούσε τα “φαινόμενα”, δηλαδή τα “πράγματα που εμφανίζονται”, πάνω απ’όλα εκείνα που εμφανίζονται στον ουρανό, διότι μας κεντρίζουν περισσότερο από όλα τα άλλα.

          Το δεύτερο είναι ένα πρόβλημα τής φιλοσοφίας το καθ’αυτό πρόβλημα τής φιλοσοφίας του Πλάτωνος, δηλαδή γιατί πρέπει να δεχθούμε την ύπαρξη των ιδεών, δηλαδή την ύπαρξη ενός διαφορετικού κόσμου από εκείνον στον οποίο ζούμε και να τον υπολογίσουμε τον αληθινό κόσμο, την αληθινή πραγματικότητα, του οποίου αυτός ο δικός μας κόσμος θα ήταν μόνον μία εικόνα! Όποιος σήμερα το θεωρήσει σαν ένα εντελώς ανεπίκαιρο πρόβλημα, ίσως και περίεργο, θα έχει ξεχάσει ότι οι ιδέες αντιπροσωπεύουν από το ένα μέρος “αιώνιες” αλήθειες, δηλαδή άχρονες, όπως είναι ακόμη και σήμερα για παράδειγμα, οι μαθηματικές αλήθειες, και από το άλλο αντιπροσωπεύουν “αξίες” στις οποίες ακόμη μέχρι σήμερα συνεχίζουμε να πιστεύουμε, όπως η δικαιοσύνη, το κουράγιο, η σοφία, το αγαθό. Ήταν σημαντικό λοιπόν να εξακριβωθεί τί τύπο υπάρξεως κατείχαν παρόμοιες πραγματικότητες και από τις επιλογές των διαφόρων συμμετεχόντων, που έγιναν, προέρχονται μερικά από τα πιο σημαντικά ρεύματα τής δυτικής φιλοσοφίας, όπως ο ιδεαλισμός, ο ρεαλισμός, ο εμπειρισμός.

          Το τρίτο είναι το καθαρά φιλοσοφικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα τών αρχών. Η φιλοσοφία γεννήθηκε σαν έρευνα τών αρχών με τους πρώτους φιλοσόφους, Θαλή, Αναξίμανδρο, Ηράκλειτο, Εμπεδοκλή, τους Ατομικούς. Μετά την κριτική παρένθεση που αντιπροσώπευσαν οι Σοφιστές και τον Σωκράτη επέστρεψε με τον Πλάτωνα, στην έρευνα τών αρχών, που στην περίπτωση του ήταν πάνω απ’όλα οι αρχές τών ιδεών. Αλλά στην συνέχεια δεν σταμάτησε η έρευνα, διότι ακόμη σήμερα τα προβλήματα που αφορούν τις τελικές πραγματικότητες τίθενται πέραν της ικανότητος των επιστημών και επομένως θεωρούνται σαν τυπικά προβλήματα της φιλοσοφίας. Έτσι λοιπόν όλα τα κύρια πρόσωπα, μέλη της Ακαδημίας πρότειναν μία δική τους σύλληψη των αρχών, κάθε μία διαφορετική από την άλλη, μερικές προορισμένες όπως εκείνη τού Αριστοτέλη, να διαρκέσουν για χιλιετίες.

          Τέλος ένα τέταρτο πρόβλημα, για την συζήτηση του οποίου στην Ακαδημία, έχουμε πληροφορίες, είναι εκείνο τής ηδονής, της ευχαρίστησης, της επιθυμίας, δηλαδή εάν η επιθυμία είναι ένα αγαθό και μάλιστα εάν η ευχαρίστηση είναι το αγαθό. Η ηθική των αρχαίων ήταν λιγότερο πολύπλοκη από εκείνη των μοντέρνων: δεν ρωτούσαν ποια είναι τα δέοντα, οι υποχρεώσεις μας, ποιος είναι ο ηθικός νόμος, πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ξεκινούσε από την άμεση επαλήθευση ότι όλα τα ανθρώπινα όντα, μάλιστα όλα τα ζώντα, συμπεριλαμβανόμενων των ζώων, τείνουν προς την ευχαρίστηση και γι’αυτό ρωτούσαν μήπως η ευχαρίστηση είναι επίσης ένα αγαθό, εάν αξίζει να την προσλάβουμε σαν κριτήριο τών πράξεων μας, σαν σκοπό της ζωής μας! Αυτή η ερώτηση ετέθη από τον Πλάτωνα στους φίλους του και αυτοί που έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις: Ο Εύδοξος δεν δίστασε να ταυτίσει την ευχαρίστηση με το υπέρτατο αγαθό, ο Σπεύσιππος αντιθέτως αρνήθηκε ότι η ευχαρίστηση είναι ένα αγαθό. Ο Πλάτων ο ίδιος έκλινε προς την σύλληψη της ζωής σαν ένα μίγμα ευχαρίστησης και σοφίας. Ο Αριστοτέλης κατέληξε ότι η ευχαρίστηση είναι σίγουρα ένα αγαθό, αλλά δεν είναι το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή η Ευτυχία, αλλά το σημείο ότι αυτή αποκτήθηκε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μία παρόμοια συζήτηση μπορεί να ενδιαφέρει και τους σημερινούς ανθρώπους: αφορά την αυτοκυριαρχία!

          Αλλά πέραν αυτού που γινόταν στο εσωτερικό τής Ακαδημίας είναι ενδιαφέρον να επανεξετάσουμε και τις σχέσεις που είχαν οι Ακαδημαϊκοί με τον εξωτερικό κόσμο. Η Ακαδημία γεννήθηκε, όπως θα δούμε, πάνω απ’όλα για να μορφώσει πολιτικούς άνδρες, ικανούς δηλαδή να κυβερνήσουν την πόλη με τον καλύτερο τρόπο, εκείνον που περιγράφει ο ίδιος ο Πλάτων στην πολιτεία. Γι’αυτό ο Πλάτων περισσότερο από όλους, αλλά και οι υπόλοιποι Ακαδημαϊκοί, αφιερώθηκαν στην διακυβέρνηση τής πόλης, παίρνοντας μέρος άμεσα, όπου και όταν μπορούσαν ή προσπαθούσαν να συμβουλεύσουν, να ενθαρρύνουν, να καθοδηγήσουν τους κυβερνώντες. Έτσι έκανε ο Πλάτων απέναντι στους τυράννους τής Συρακούσας, πριν και με τους κυβερνώντες την Αθήνα μετά, αλλά έτσι έκανε ο αντίπαλος του ο Ισοκράτης, αρχηγού τής αντίπαλης σχολής με την Ακαδημία του Πλάτωνος, απέναντι της Αθήνας και των πόλεων της Κύπρου, έτσι δε έπραξε και ο Αριστοτέλης στρεφόμενος και αυτός στις πόλεις της Κύπρου, σε ανταγωνισμό με τον Ισοκράτη. Αλλά όλοι οι Ακαδημαϊκοί αναγκάστηκαν να λογαριαστούν με το βασίλειο της Μακεδονίας, την μεγάλη δύναμη που αναδύονταν στον αρχαίο κόσμο συγχρόνως με την Ακαδημία του Πλάτωνος, τού οποίου ο πιο διάσημος μονάρχης, ο Αλέξανδρος, ένας Ακαδημαϊκός, δηλαδή ο Αριστοτέλης, θα γινόταν ο δάσκαλος.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Στη ζωή μου. Αναμνήσεις του Πλωτίνου 2

Συνέχεια από Τρίτη  31. Μαρτίου 2026

Στη ζωή μου. Αναμνήσεις του Πλωτίνου 2

Marcello Veneziani

Marsilio

«Η επικαιρότητα του Πλωτίνου δεν γνωρίζει δύση… Όλη η σκέψη του δεν χάνει τη δύναμή της μέσα στους αιώνες.»

Ύψιστος ερμηνευτής της πλατωνικής σκέψης, ο Πλωτίνος υπήρξε ο τελευταίος «παγανιστής» φιλόσοφος, κληρονόμος και σημείο συνάντησης τριών κόσμων: του μαγικού κόσμου των Αιγυπτίων, από τον οποίο προερχόταν· του φιλοσοφικού κόσμου των Ελλήνων, μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε· και του πολιτικού κόσμου της Ρώμης, όπου έζησε και δίδαξε, μεταφέροντας την ελληνική και ανατολική σοφία στην καρδιά της αυτοκρατορίας και κατόπιν της χριστιανοσύνης.

ΒΙΒΛΙΟ I – Ο Νείλος, ή περί των Αρχών

Θυμάμαι κουρνιασμένη στο πλάι μου τη Berja, τη μαϊμού μου. Στο χωριό οι αγρότες λάτρευαν ακόμη τις μαϊμούδες, σύμφωνα με το έθιμο των αρχαίων, ως νοήμονα πλάσματα που προέρχονταν από κάποιον θεό, τυφλά και άφωνα οχήματα μιας αστρικής σοφίας.

Στο σπίτι μου όμως η μαϊμού αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία: η μητέρα μου, που στη νεότητά της είχε ακούσει από έναν κήρυκα το χριστιανικό μήνυμα, έβλεπε σε αυτήν τον εχθρό του ανθρώπου και του Κυρίου του, την υπηρέτρια του κακού δαίμονα, ή ίσως τη ζωώδη ενσάρκωσή του.

Ο πατέρας μου, από ρωμαϊκή οικογένεια, τη θεωρούσε, όπως και οι πρόγονοί του, ζώο δυσοίωνο, που προσποιείται ότι είναι αδελφός μας και μιμείται τα βήματα και τις κινήσεις μας, παραμορφώνοντας το νόημα και τη μοίρα τους.

Και ίσως κάποτε να ήταν πράγματι συγγενής μας, έλεγε ο πατέρας μου· ίσως πράγματι η μαϊμού να είναι ένας αποτυχημένος αδελφός μας, τιμωρημένος για την ασέβεια ή την αλαζονεία του και σημαδεμένος από τη μοίρα — ένας εκπεσμένος άνθρωπος από τον οποίο πρέπει να φυλαγόμαστε και να κρατούμε απόσταση.

Ωστόσο ο πατέρας και η μητέρα μου γνώριζαν ότι είχα πια δεθεί με εκείνη τη μικρή μαϊμού, που συνόδευε τα παιχνίδια μου, και την άφηναν να περιφέρεται στον κήπο μας δίπλα μου.

Έμενα μαγεμένος την αυγή από το θέαμα των μπαμπουίνων που λατρεύουν το πρωινό άστρο. Υπήρχε κάτι γοητευτικό σε εκείνα τα σώματα που υψώνονταν προς τα πάνω, σε εκείνα τα πόδια που υψώνονταν ομόφωνα προς τον ουρανό σαν σε μια πρωτόγονη προσευχή κατά την ανατολή του πρωινού άστρου.

Τα πρόσωπα των μπαμπουίνων έμοιαζαν συγκινημένα από την τελετή, σαν να ήταν οι τελευταίοι, δεισιδαίμονες και ασυνείδητοι κληρονόμοι μιας αρχαίας, λησμονημένης οικειότητας με την ψυχή του κόσμου.

Θυμάμαι τη δούλη που με ξυπνούσε όταν ο ήλιος μόλις ανέτελλε από τα χείλη του Νείλου για να με πάει να δω εκείνη την παράξενη λατρεία. Και εγώ, που συνήθως αντιστεκόμουν στο να ξυπνήσω, προγεύομαι εκείνη τη μαγεία και σηκωνόμουν γρήγορα από το στρώμα μου για να τρέξω σε εκείνο το λαμπρό ραντεβού με το σύμπαν.
Ήταν χρυσαφένια εκείνη η αυγή του φωτός και η πάχνη πάνω στο τρίχωμά τους λαμποκοπούσε στα σώματά τους σαν δάκρυα από ένα κλάμα του ήλιου.

Ξαναβλέπω εκείνες τις μορφές σαν έναν χορό της φύσης προς τιμήν του υπερφυσικού.

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό, αργά το πρωί, επέστρεφα από το σχολείο πεινασμένος και διψασμένος· εκείνη η διαδρομή μέσα από το χωριό μέχρι την πόρτα του σπιτιού, όπου καθόταν στα σκαλιά η τροφός.
Το χέρι μου να αναζητά το στήθος της μέσα στο ελαφρώς ιδρωμένο της ένδυμα, το σκούρο δέρμα που φαινόταν μέσα από τα λευκά ρούχα της, ένα στήθος γεμάτο και σκεπασμένο με σταγόνες υγρασίας που υποσχόταν ανακούφιση ήδη στο βλέμμα, το στόμα μου που πλησίαζε εκείνον τον λαμπερό καρπό, η προσμονή ενός λευκού νέκταρος από εκείνο το πάλλομαι αγγείο, η ζεστή πρωταρχική τροφή που θρέφει και ξεδιψά…
Όμως το βλέμμα του πατέρα μου τιμώρησε τη δίψα μου, και ύστερα ο λόγος του με ταπείνωσε μπροστά στους άλλους: «Οκτώ χρονών και είσαι ακόμη βρέφος που θηλάζει. Θα είναι αργά όταν γίνεις άνδρας».


Μια φωτιά ενήλικης ντροπής φλόγισε το πρόσωπό μου και έτρεξα να κρυφτώ. Ούτε ένα δάκρυ δεν κύλησε από τα μάτια μου, που κράτησα κλειστά, σχεδόν σφιγμένα, για ατελείωτες στιγμές.
Έτρεξα προς το ποτάμι για να πνίξω εκείνη την εικόνα. Ικέτευσα τον μεγάλο Νείλο να πάρει μαζί του εκείνο το παιδί που ακόμη θήλαζε.
Έθαψα στην όχθη τον ξύλινο εκατόνταρχο που συνόδευε τα παιχνίδια μου, αλλά στην πραγματικότητα ήθελα να θάψω μαζί με εκείνο το είδωλο το παιδί που λαχταρούσε το γάλα και το στήθος.
Νήστεψα για πολύ και δεν μίλησα σε κανέναν. Το βράδυ της τρίτης ημέρας, καθώς η μητέρα μου άφηνε δίπλα στο κρεβάτι μου ένα δοχείο με γάλα, βέβαιη ότι θα το έπινα αργότερα μακριά από βλέμματα, ένιωσα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν και κατέρρευσα στο κατώφλι του κρεβατιού.
Με βοήθησε η τροφός.


Αλλά από εκείνη την ημέρα άλλαξα έκφραση· έγινα πιο σκοτεινός, πιο σιωπηλός και πιο καχύποπτος.
Ένιωσα προδομένος από το πρόσωπο στο οποίο είχα τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη: τον πατέρα μου. Προδομένος από εκείνον που θα έπρεπε να με προστατεύει από τον κόσμο και από τις προσβολές των άλλων — και που τώρα με προσέβαλλε εκθέτοντάς με στη χλεύη των άλλων.
Αργότερα, με το πέρασμα των χρόνων, κατάλαβα το νόημα εκείνου του γεγονότος και την αναγκαιότητά του:
ο πατέρας μου είχε προκαλέσει μέσα μου τον θάνατο του παιδιού, τη γέννηση του άνδρα.
Αρνούμενος την πρωταρχική τροφή και την πηγή της, το στήθος, προδίδοντάς με, με μύησε στη ζωή.
Από εκείνη την ημέρα πίστεψα ότι το πεπρωμένο μου ήταν να εγκαταλείψω τη γενέθλια γη.
Καλλιέργησα τη νοσταλγία για έναν κόσμο που δεν είχα ποτέ γνωρίσει. Σκεφτόμουν τις ιταλικές ρίζες της οικογένειάς μου και ονειρευόμουν εκείνους τους τόπους που μου ήταν άγνωστοι και όμως τους ένιωθα οικείους. Μου αρκούσε ένα απόσπασμα από διήγηση κάποιου που επέστρεφε από τη Ρώμη για να χτίσω μέσα στο μυαλό μου μια πόλη, τις στοές της, τα θέατρά της και τις πλατείες της.

Αργότερα, όταν άρχισα να ακούω τις πρώτες φήμες για την Ακαδημία της Αθήνας, ονειρεύτηκα να κατοικώ στη γη του Πλάτωνα και του Σωκράτη. Πόσες φορές φαντάστηκα ότι ο Νείλος με οδηγούσε στις πηγές του Ιλισού, ανάμεσα σε πλατάνια και χόρτα, όπου ο Σωκράτης και ο Φαίδρος συνομιλούσαν ήρεμα για τον έρωτα. Στο βάθος υψωνόταν η Ακρόπολη, τυλιγμένη στο θρόισμα των ελαιώνων.
Έτσι ονειρευόμουν την Αθήνα, σμιλεύοντας το τοπίο της πάνω στις αφηγήσεις των εμπόρων και στις φήμες των γηραιών ναυτικών.


Αγαπημένοι μου ήταν οι τόποι της παιδικής ηλικίας, γλυκό το χάδι της μητέρας μου και η επίσημη υπόσχεση του πατέρα μου — «θα είσαι το στήριγμα των γηρατειών μου» — και χαρούμενα τα πρώτα μου παιχνίδια με τα αδέλφια μου, με την Berja, με τα ξύλινα σπαθιά.
Όμως ένιωθα πως ήταν γραμμένο στη μοίρα μου να απομακρυνθώ από τη Λυκόπολη, να αφήσω τις μικρές φιλίες του τόπου, τους συντρόφους των παιχνιδιών και έπειτα τις πρώτες κοπέλες που ξύπνησαν τις εφηβικές μου επιθυμίες.
Δεν ήθελα να σβήσω τη μνήμη εκείνου του αγαπημένου χωριού στις όχθες του Νείλου, ούτε να αρνηθώ τα χρόνια και την ενήλικη ζωή μου στο πατρικό σπίτι. Στην πραγματικότητα έπρεπε να θάψω το παιδί που ήμουν, να καταφέρω να πιω το νέκταρ της γνώσης που δεν μπορούσε πια να μου προσφερθεί από το γάλα ενός γεμάτου γυναικείου στήθους.
Η απομάκρυνσή μου δεν ήταν εγκατάλειψη — και πολύ λιγότερο λήθη· ήταν ένας τρόπος να διατηρήσω άθικτη στην καρδιά και στο νου τη γλυκύτητα εκείνων των τόπων και των πρώτων προσώπων.


Το να φεύγει κανείς είναι ο μόνος τρόπος να κατοικεί μέσα στην καρδιά των τόπων που αλλιώς θα έβλεπε να πεθαίνουν γύρω του.
Διότι οι τόποι που χαράσσονται στις καρδιές μας έχουν και αυτοί μια καρδιά, ανέγγιχτη από τις ύβρεις των ανθρώπων και την εγκατάλειψη του χρόνου. Φεύγοντας έγκαιρα, έσωζα τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, την παιδική μου ηλικία και το χάδι του Νείλου από την κόπωση των ημερών που οδηγούν στα γηρατειά, στη φθορά και στον θάνατο.
Ο μόνος τρόπος να τους διαφυλάξω από τη διαφθορά και τον θάνατο ήταν να μη γίνω μάρτυρας της δύσης τους, αλλά να βρω μια άλλη κατοικία και να αφήσω να ανοίξει μέσα στον νου ένα ιερό εικονοστάσι, που θα φιλοξενούσε άθικτη την εικόνα όσων αγαπήσαμε μια φορά και για πάντα.
Έτσι, μόλις έφτασα στην ενηλικίωση, εγκατέλειψα τη Λυκόπολη, υποσχόμενος να επιστρέψω. Και πράγματι στην αρχή επέστρεφα στις γιορτές των αγαπημένων μου και στη μεγάλη εορτή.
Όμως ένιωθα εκείνον τον κόσμο να διαλύεται αργά· έβλεπα τους δικούς μου να μετατρέπονται μέρα με τη μέρα σε σκιές ζωής, και έβλεπα τη δική μου ζωή να λύνει τους κάβους της, όπως είπε κάποτε η μητέρα μου με πίκρα, σχολιάζοντας την απουσία μου.
Έτσι αποφάσισα να αραιώσω τις επιστροφές μου, ώσπου τελικά εγκατέλειψα εντελώς τη γενέθλια γη.
Εξάλλου, στη Λυκόπολη έζησα μια νεότητα γεμάτη μοναξιά: ήμουν πάντοτε ανάμεσα σε σώματα και φωνές, αλλά όλο και πιο μόνος στην ψυχή και στις σκέψεις. Δεν εκμυστηρευόμουν σε κανέναν, δεν είχα δασκάλους ούτε βαθιούς συντρόφους με τους οποίους να μοιραστώ τον άρτο της ψυχής και να αναζητήσω την παρηγοριά της σκέψης.

Ήταν μια ζωή χωρίς είναι και χωρίς σκέψη.
Οι φυσικοί δεσμοί απαιτούσαν την παρουσία μου· οι υπερφυσικοί δεσμοί απαιτούσαν την αναχώρησή μου.


Έτσι πέρασα μερικά χρόνια μέσα σε αχόρταγες και πάντα ανικανοποίητες αναγνώσεις και σε ταξίδια, άσκοπες απομακρύνσεις. Οι φίλοι μου πίστευαν πως το ταξίδι ήταν τρόπος διαφυγής και διασκέδασης· για μένα όμως ήταν τρόπος συγκέντρωσης και σκέψης.

Δεν ήταν ημέρες vacatio mentis (κενότητας του νου), όπως έλεγε ο ροδοπρόσωπος δάσκαλος των δεκαέξι μου χρόνων, αλλά ημέρες plenitudo mentis (πληρότητας του νου), όταν, απαλλαγμένος από τα καθημερινά βάρη της βέβηλης ζωής, μπορούσα πραγματικά να αφιερωθώ στην αναζήτηση του Είναι.
Διότι αυτό που γεμίζει την καθημερινή ζωή δεν είναι η σκέψη, αλλά οι σκέψεις — το πλήθος των προβλημάτων που ανήκουν στη σφαίρα του πράττειν, του λέγειν, του φαίνεσθαι, όχι του είναι.
Δεν αναζητούσα τη ματαιότητα των διακοπών, αλλά την ελαφρότητα εκείνου που έχει απελευθερωθεί από το γήινο βάρος. Μια ελαφρότητα που συνδέεται με την πυκνότητα και τη χάρη της σκέψης χωρίς υπολογισμό.


Σκεφτόμουν ξανά την Berja, τη χαρούμενη μαϊμού μου, και την ανεξήγητη επιθυμία μου να απαλλαγώ από αυτήν, παρόλο που την αγαπούσα.
Στα είκοσί μου χρόνια κατάλαβα ότι ήθελα να κάνω χώρο δίπλα μου για τον αόρατο αδελφό που αναπνέει μαζί μας — τον άγγελο που μας φυλά, όπως έλεγε η μητέρα μου.
Κάθε μονόλογος γινόταν για μένα ένας άρρητος διάλογος· επικαλούνταν πίσω μου — ή ίσως μέσα μου — μια παρουσία της οποίας ακόμη δεν αντιλαμβανόμουν το σημάδι και το φως.

Αναζητούσα τον Άγνωστο Θεό, την απούσα παρουσία των μοναξιών μου.

Τον αναζητούσα στον μάταιο μόχθο των ημερών, πέρα από τα πρόσωπα που δεν διαρκούν περισσότερο από την ανάσα του χρόνου. Τον αναζητούσα στο βαρύ και λευκό κύμα των θαλασσών, στη σιωπή των έναστρων νυχτών. Τον αναζητούσα στις σκέψεις που κατεβαίνουν στα βάθη για να αναδυθούν με θησαυρούς.
Κατανάλωνα τη νεανική μου ζωή κυνηγώντας Τον, παραμονεύοντας στους ουρανούς.


Ήρθε πια ο καιρός να φύγω. Ήταν ένα ψυχρό πρωινό του μήνα αφιερωμένου στον Ιανό, τον φύλακα του κατωφλιού.
Δεν υπήρχαν εκείνο το πρωί οι μπαμπουίνοι στις όχθες του Νείλου. Μόνο ένα ίβις στεκόταν αγέρωχο, φυλάσσοντας την καθαρότητα του νερού και κρατώντας μακριά φίδια και ερπετά. Ήταν το προμήνυμα του θεού για την πορεία μου.
Άφηνα την πατρίδα μου.
Αν οι αποσκευές των αναχωρήσεων μπορούσαν να μιλήσουν, θα διηγούνταν πόσοι μικροί θάνατοι συνοδεύουν τους πικρούς αποχαιρετισμούς.
Πόσες λέξεις συγκροτούν τη σιωπή των αποχαιρετισμών. Πόσες φράσεις που κόβονται και επιστρέφουν στον λαιμό, πόσα βλέμματα βυθισμένα ή αποστραμμένα. Πόσα λόγια που θέλουμε να πούμε και δεν λέμε, πόσες χειρονομίες και χάδια που δεν πραγματοποιούνται.
Εκείνη τη στιγμή επεμβαίνει μια αυστηρή αντίληψη του πεπρωμένου, μια σοβαρότητα που δεν αφήνει χώρο στα πάθη. Τα δάκρυα θα νόθευαν την πυκνότητα του αποχαιρετισμού.
Είναι ώρα να φύγουμε, ακόμη κι αν καμία προφανής αιτία δεν μας υποχρεώνει.
Τα πιο αναίτια ταξίδια είναι τα πιο αναγκαία.
Η πορεία είναι άγνωστη, γιατί ο προορισμός ταυτίζεται με το πεπρωμένο.
Η περιπλάνηση εδώ δεν σημαίνει σφάλμα· ο κόσμος, άλλοτε ακίνητος και τέλειος, δεν είναι πια ο κόσμος μας. Ο κύκλος έχει σπάσει και η ζωή μας εμφανίζεται σαν διακεκομμένη γραμμή.
Η ηρεμία χωρίς θέαση δεν είναι γαλήνη του είναι, αλλά απουσία σκέψης — ζωή αυτόματη.
Κι όμως, η μελαγχολία της αυγής για τον οδοιπόρο κρύβει μέσα της τη χαρά του πρωινού, όταν ο ήλιος υψώνεται και η ψυχή πλημμυρίζει από προσδοκία.
Μια χαρά σύντομη κι αυτή, που σβήνει με το ηλιοβασίλεμα και μετατρέπεται σε βραδινή μελαγχολία, όταν οι αναμνήσεις βαραίνουν και η μοναξιά πιέζει περισσότερο.
Είναι αδύνατο να μείνει κανείς σε τόπους που δεν είναι πατρίδες αλλά κατοικίες συνήθειας, άδειες από νόημα.
Το δικό μου ταξίδι ήταν επώδυνο, γιατί δεν είχα ακόμη βρει πλήρες νόημα στην αναχώρηση. Μέχρι που έφτασα ανάμεσα στους εραστές της σοφίας. Αλλά προηγήθηκε μια μακρά και έρημη περιπλάνηση.

Συνεχίζεται με:

ΒΙΒΛΙΟ II

Αλεξάνδρεια, ή περί της Σοφίας

«Ἀνάγκη δὲ πάντα ἀλλήλοις συμπεπλεγμένα εἶναι· καὶ οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ καθ’ ἕκαστον καλῶς λέγεται τὸ “πάντα συνωμοτεῖν”, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ παντός.»
«Κατ’ ανάγκην όλα τα πράγματα είναι αλληλεξαρτώμενα· και όχι μόνο για το επιμέρους άτομο λέγεται σωστά ότι “όλα συνωμοτούν”, αλλά πολύ περισσότερο και πρωτίστως για το σύμπαν.»
(II, 3, 7)

Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ , ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΦΡΟΙΝΤ ΠΟΥ ΜΑΣ ΓΕΜΙΣΕ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΕΡΑΤΑ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΥ.


Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 4

Συνέχεια από Σάββατο 21. Μαρτίου 2026

Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 4

Hannah Arendt

Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:

Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)


Η Arendt πέθανε το 1975 πριν προλάβει να το συγγράψει· έτσι το Judging ανασυντέθηκε μεταθανάτια από διαλέξεις, σημειώσεις και σεμινάρια (ιδίως πάνω στον Kant).

Τέταρτη Ώρα

.....Και τα λόγια του Blaise Pascal πάνω σε αυτό το θέμα, γραμμένα στο ύφος των Γάλλων ηθικολόγων — δηλαδή με ασέβεια, θράσος, φρεσκάδα και σαρκασμό — μπορεί να είναι κάπως υπερβολικά, αλλά δεν αστοχούν στο ουσιώδες σημείο:
 θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα: μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά αυτή τη σφαίρα των ανθρώπινων πραγμάτων
«Φανταζόμαστε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μόνο με τη σοβαρή στολή του δασκάλου. Ήταν έντιμοι άνθρωποι που γελούσαν με τους φίλους τους όπως όλοι οι άλλοι· και όταν, για να διασκεδάσουν, έγραφαν τους νόμους και την πολιτική τους, αυτό ήταν για αυτούς παιχνίδι· ήταν το λιγότερο φιλοσοφικό και το λιγότερο σοβαρό μέρος της ζωής τους· το πιο φιλοσοφικό ήταν να ζουν απλά και ήρεμα. Αν έγραφαν για την πολιτική, το έκαναν σαν να τακτοποιούν ένα τρελοκομείο· και αν μιλούσαν γι’ αυτήν σαν να ήταν κάτι σπουδαίο, το έκαναν μόνο επειδή ήξεραν ότι οι τρελοί στους οποίους απευθύνονταν νόμιζαν ότι είναι βασιλείς και αυτοκράτορες. Υιοθετούσαν τις αρχές τους για να κάνουν την τρέλα τους όσο το δυνατόν πιο ακίνδυνη.» [41].....

Σας διάβασα μια «σκέψη» του Blaise Pascal για να στρέψω την προσοχή σας στη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής ή, καλύτερα, στη στάση που συναντάται σχεδόν σε όλους τους φιλοσόφους απέναντι στον χώρο των ανθρώπινων υποθέσεων (τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα). Ο Robert Cumming έγραψε πρόσφατα: «Το αντικείμενο της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας δεν είναι η πόλις ή η πολιτική της, αλλά η σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής».

Αυτή η παρατήρηση ισχύει, νομίζω, για την πολιτική φιλοσοφία γενικά και ιδιαίτερα για τις απαρχές της στην Αθήνα.

Αν εξετάσουμε τη σχέση του Immanuel Kant με την πολιτική από αυτή τη γενική σκοπιά —δηλαδή αν δεν του αποδώσουμε αποκλειστικά κάτι που αποτελεί γενικό χαρακτηριστικό, μια déformation professionnelle— θα διαπιστώσουμε ορισμένες ομοιότητες και μερικές πολύ σημαντικές αποκλίσεις.

Η κύρια και πιο εντυπωσιακή ομοιότητα αφορά τη στάση απέναντι στη ζωή και τον θάνατο.

Θα θυμάστε ότι ο Πλάτων είπε πως «μόνο το σώμα του κατοικεί ακόμη στην πόλη», και ότι στον Φαίδωνα εξηγεί επίσης πόσο δίκιο έχουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι όταν λένε ότι η ζωή του φιλοσόφου μοιάζει με το να πεθαίνει κανείς.
Ο θάνατος, ως χωρισμός σώματος και ψυχής, είναι γι’ αυτόν καλοδεχούμενος· με μια έννοια αγαπά τον θάνατο, επειδή το σώμα, με όλες τις απαιτήσεις του, διακόπτει συνεχώς τις επιδιώξεις της ψυχής.
Με άλλα λόγια, ο αληθινός φιλόσοφος δεν αποδέχεται τις συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε η ζωή στον άνθρωπο.


Αυτό δεν είναι απλώς μια ιδιορρυθμία του Πλάτωνα ούτε μόνο έκφραση της εχθρότητάς του προς το σώμα. Βρίσκεται ήδη υπαινικτικά στην «ανάβαση» του Παρμενίδη προς τον ουρανό των θεών, για να διαφύγει από τις «γνώμες των θνητών» και τις πλάνες της αισθητηριακής εμπειρίας, καθώς και στην απομάκρυνση του Ηράκλειτου από τους συνανθρώπους του, αλλά και σε εκείνους που, όταν ρωτήθηκαν για την αληθινή τους πατρίδα, έδειξαν προς τον ουρανό.

Δηλαδή, αυτή η στάση είναι εγγενής ήδη στις απαρχές της φιλοσοφίας στην Ιωνία.

Και αν, μαζί με τους Ρωμαίους, κατανοήσουμε το «είναι κανείς ζωντανός» ως ταυτόσημο με το inter homines esse («να βρίσκεται κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους») —και το sinere inter homines esse (να αφήνεται κανείς να είναι ανάμεσα στους ανθρώπους) ως ισοδύναμο του θανάτου— τότε έχουμε την πρώτη σημαντική ένδειξη για τις σεκταριστικές τάσεις της φιλοσοφίας ήδη από την εποχή του Πυθαγόρα: η αποχώρηση σε μια κλειστή κοινότητα είναι το δεύτερο καλύτερο φάρμακο απέναντι στο ίδιο το να ζει κανείς — και στο να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους.

Προς μεγάλη μας έκπληξη, βρίσκουμε μια παρόμοια αντίληψη και στον Σωκράτη, ο οποίος, ωστόσο, έφερε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη. Στην Απολογία του, όπου εξισώνει τον θάνατο με έναν ύπνο χωρίς όνειρα, παρατηρεί ότι ακόμη και ο Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας θα δυσκολευόταν να θυμηθεί πολλές ημέρες και νύχτες που να πέρασε καλύτερα και πιο ευχάριστα από μία μόνο νύχτα ύπνου χωρίς όνειρα.

Η αξιολόγηση αυτών των μαρτυριών των Ελλήνων φιλοσόφων παρουσιάζει μια δυσκολία. Πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο του γενικού ελληνικού πεσιμισμού, ο οποίος επιβιώνει στους περίφημους στίχους του Σοφοκλή:
«Το να μην έχει κανείς γεννηθεί είναι το καλύτερο απ’ όλα. Αλλά όταν εμφανιστεί,
το δεύτερο κατά πολύ καλύτερο είναι τούτο:
να φύγει γρήγορα εκεί απ’ όπου ήρθε.»
(μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον· τὸ δ’, ἐπεὶ φανῇ,
βῆναι κεῖσ’ ὅποθεν περ ἥκει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα
— Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ, 1224–26)


Αυτό το αίσθημα για τη ζωή εξαφανίστηκε μαζί με τους Έλληνες.
Αυτό που δεν εξαφανίστηκε —και αντίθετα άσκησε τη μέγιστη δυνατή επιρροή στη μεταγενέστερη παράδοση— ήταν η εκτίμηση για το τι πραγματεύεται κατ’ ουσίαν η φιλοσοφία, ανεξάρτητα από το αν οι εκάστοτε συγγραφείς μιλούσαν ακόμη από μια ειδικά ελληνική εμπειρία ή από την ιδιαίτερη εμπειρία του φιλοσόφου.
Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα βιβλίο που να άσκησε μεγαλύτερη επιρροή από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα.
Η γνωστή ρωμαϊκή και ύστερη αρχαία ιδέα ότι η φιλοσοφία διδάσκει πρώτα απ’ όλα τους ανθρώπους να πεθαίνουν είναι η εκχυδαϊσμένη μορφή του.
(Αυτή η ιδέα δεν είναι ελληνική: στη Ρώμη η φιλοσοφία, εισαγόμενη από την Ελλάδα, ήταν υπόθεση των ηλικιωμένων· στην Ελλάδα, αντίθετα, ήταν υπόθεση των νέων.)

Το σημείο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι αυτή η προτίμηση προς τον θάνατο έγινε ένα γενικό θέμα των φιλοσόφων μετά τον Πλάτωνα.

Όταν (τον 3ο αιώνα π.Χ.) ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ιδρυτής της Στοάς, ρώτησε το Δελφικό Μαντείο τι πρέπει να κάνει για να φτάσει στην καλύτερη ζωή, το μαντείο απάντησε:
«Να πάρεις το χρώμα των νεκρών!»

Αυτό, όπως συνήθως, ήταν αμφίσημο.
Μπορούσε να σημαίνει:
«Ζήσε σαν να ήσουν νεκρός!»
ή, όπως λέγεται ότι το ερμήνευσε ο Ζήνων:
«Μελέτησε τους αρχαίους!»
(Καθώς αυτή η ανέκδοτη ιστορία μας παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο, Βίοι και γνώμες των επιφανών φιλοσόφων 7.2, που έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ., ούτε τα λόγια του μαντείου ούτε η ερμηνεία του Ζήνωνα είναι απολύτως βεβαιωμένα.)

Αυτή η τόσο ανοιχτά διατυπωμένη καχυποψία απέναντι στη ζωή δεν μπορούσε να επιβιώσει, με όλη την αμεριμνησία της, στην εποχή του Χριστιανισμού — για λόγους που δεν μας απασχολούν εδώ.
Τη συναντά κανείς μόνο σε χαρακτηριστικά μετασχηματισμένη μορφή στις θεοδικίες των νεότερων χρόνων, δηλαδή στις θεολογικοφιλοσοφικές διδασκαλίες που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον Θεό· πίσω από αυτές, φυσικά, κρύβεται η υποψία ότι η ζωή, όπως τη γνωρίζουμε, χρειάζεται σοβαρή δικαιολόγηση.

Ότι αυτή η υποψία απέναντι στη ζωή συνεπάγεται μια υποτίμηση ολόκληρου του πεδίου των ανθρώπινων υποθέσεων —της «μελαγχολικής τυχαιότητάς» τους, όπως λέει ο Immanuel Kant— είναι προφανές.

Το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι ότι η επίγεια ζωή δεν είναι αθάνατη, αλλά ότι, όπως θα έλεγαν οι Έλληνες, δεν είναι «απλή» όπως η ζωή των θεών. Αντίθετα, είναι βαριά, γεμάτη ενόχληση, φροντίδα, λύπη και πόνο — και ότι ο πόνος και η δυσαρέσκεια υπερτερούν πάντοτε της χαράς και της ικανοποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενός γενικού πεσιμισμού, έχει κάποια σημασία να κατανοήσουμε ότι οι φιλόσοφοι δεν παραπονιούνταν για τη θνητότητα ή τη συντομία της ζωής. Ο Immanuel Kant μάλιστα εκφράζεται επ’ αυτού ρητά: μια παράταση της ζωής «δεν θα ήταν παρά μια παράταση ενός παιχνιδιού που διαρκώς παλεύει με καθαρές κακουχίες». Επίσης, το ανθρώπινο είδος δεν θα αποκόμιζε κανένα όφελος αν οι άνθρωποι μπορούσαν να προσβλέπουν σε διάρκεια ζωής 800 και πλέον ετών· διότι αυτό θα σήμαινε ότι «τα ελαττώματα… θα έφταναν σε τέτοιο ύψος, ώστε δεν θα άξιζαν καλύτερη μοίρα παρά να εξαφανιστούν από τη γη μέσω ενός καθολικού κατακλυσμού». [46]

Αυτό βρίσκεται βεβαίως σε αντίθεση με την ελπίδα για πρόοδο του ανθρώπινου είδους, η οποία διακόπτεται συνεχώς από τον θάνατο των παλαιών και τη γέννηση νέων ατόμων· διότι οι νέοι πρέπει να αφιερώσουν πολύ χρόνο για να μάθουν όσα οι παλαιοί ήδη γνώριζαν και θα μπορούσαν να είχαν αναπτύξει περαιτέρω, αν τους είχε δοθεί μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Επομένως, είναι η ίδια η ζωή που τίθεται υπό αμφισβήτηση ως προς την αξία της· και ως προς αυτό, δύσκολα θα βρεθεί μετακλασικός φιλόσοφος που να συμφωνεί σε τέτοιο βαθμό με τους Έλληνες φιλοσόφους όσο ο Καντ (έστω κι αν ο ίδιος δεν το γνώριζε).

«Ποια αξία έχει η ζωή για εμάς, αν αυτή εκτιμηθεί μόνο με βάση όσα απολαμβάνει κανείς (δηλαδή τον φυσικό σκοπό του συνόλου όλων των κλίσεών μας, την ευτυχία), είναι εύκολο να αποφασιστεί: πέφτει κάτω από το μηδέν· διότι ποιος θα ήθελε άραγε να αρχίσει ξανά τη ζωή υπό τις ίδιες συνθήκες ή ακόμη και βάσει ενός νέου, από τον ίδιο επινοημένου (αλλά σύμφωνου με τη φυσική τάξη) σχεδίου, το οποίο όμως θα στηριζόταν επίσης αποκλειστικά στην απόλαυση;» [47]

Ή, σε σχέση με τις θεοδικίες:

«Αν η δικαιολόγηση της θεϊκής αγαθότητας συνίσταται στο ότι λανθασμένα υποθέτουμε πως στις τύχες των ανθρώπων υπερισχύει το κακό έναντι της ευχάριστης απόλαυσης της ζωής —επειδή, λέγεται, ο καθένας, όσο άσχημα κι αν περνά, προτιμά να ζει παρά να είναι νεκρός— τότε μπορεί κανείς να αφήσει με ασφάλεια την απάντηση αυτής της σοφιστείας στην κρίση κάθε ανθρώπου με υγιή νου, που έχει ζήσει αρκετά και έχει στοχαστεί για την αξία της ζωής ώστε να μπορεί να διατυπώσει κρίση· αρκεί να τον ρωτήσει αν θα είχε άραγε την επιθυμία να ξαναπαίξει το παιχνίδι της ζωής —όχι βέβαια υπό τις ίδιες συνθήκες, αλλά υπό οποιεσδήποτε άλλες θα επέλεγε ο ίδιος (αρκεί να μην πρόκειται για κάποιον παραμυθένιο κόσμο, αλλά για αυτόν τον δικό μας επίγειο κόσμο).» [48]

Στο ίδιο δοκίμιο ο Immanuel Kant αποκαλεί τη ζωή «χρόνο δοκιμασίας», μέσα στον οποίο «ούτε και ο καλύτερος άνθρωπος δεν γίνεται χαρούμενος στη διάρκεια της ζωής του», και στην Ανθρωπολογία μιλά για το «βάρος που φαίνεται να ενυπάρχει εξαρχής στην ίδια τη ζωή». [49]
Και αν —επειδή η έμφαση τίθεται στη χαρά, την ηδονή και τον πόνο καθώς και στην ευτυχία— νομίζατε ότι αυτό είναι για τον Καντ, ως άνθρωπο και ως φιλόσοφο, κάτι ασήμαντο, τότε θα ήθελα να επισημάνω ότι κάποτε, σε μία από τις πολλές Reflexionen που άφησε πίσω του (και που δημοσιεύθηκαν μόλις σε αυτόν τον αιώνα), έγραψε:
«Η ηδονή και η δυσαρέσκεια συνιστούν από μόνες τους το απόλυτο, διότι είναι η ίδια η ζωή». [50]
Ωστόσο, και στην Κριτική του Καθαρού Λόγου μπορείτε να διαβάσετε ότι ο λόγος αναγκάζεται να υποθέσει μια μελλοντική ζωή, στην οποία «η ηθικότητα» και «η ευτυχία» θα είναι κατάλληλα συνδεδεμένες μεταξύ τους· διαφορετικά, «οι ηθικοί νόμοι θα έπρεπε να θεωρηθούν ως κενές φαντασιοπληξίες». [51]
Αν, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «Τι πρέπει να ελπίζω;» είναι: τη ζωή σε έναν μελλοντικό κόσμο, τότε η έμφαση τίθεται λιγότερο στην αθανασία και περισσότερο σε μια καλύτερη ζωή.


Ας εξετάσουμε τώρα πρώτα τη φιλοσοφία του ίδιου του Καντ, για να διαπιστώσουμε με ποιες σκέψεις θα μπορούσε να έχει κατορθώσει να υπερβεί την βαθιά ριζωμένη του κλίση προς τη μελαγχολία.
Διότι ότι πρόκειται εδώ για την προσωπική του περίπτωση είναι αναμφισβήτητο, και ο ίδιος το γνώριζε πολύ καλά.
Η ακόλουθη περιγραφή του ανθρώπου με «μελαγχολική ιδιοσυγκρασία» είναι ασφαλώς ένα αυτοπορτρέτο:
«Ο άνθρωπος με μελαγχολική ιδιοσυγκρασία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το τι κρίνουν οι άλλοι [αυτοσκέψη]… Η φιλαλήθεια είναι γι’ αυτόν ύψιστη, και μισεί το ψεύδος και την προσποίηση. Έχει υψηλό αίσθημα της αξιοπρέπειας της ανθρώπινης φύσης. Εκτιμά τον εαυτό του και θεωρεί τον άνθρωπο ως ένα ον άξιο σεβασμού. Δεν ανέχεται καμία ποταπή υποτέλεια και αναπνέει ελευθερία μέσα σε ένα ευγενές στήθος. Όλες οι αλυσίδες, από τις επιχρυσωμένες που φοριούνται στην αυλή μέχρι το βαρύ σίδερο του σκλάβου στις γαλέρες, του είναι απεχθείς. Είναι αυστηρός κριτής του εαυτού του και των άλλων, και όχι σπάνια κουράζεται τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον κόσμο… Βρίσκεται σε κίνδυνο να γίνει φαντασιόπληκτος ή εμμονικός». [52]
Κατά την εξέτασή μας, δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι ο Immanuel Kant συμμεριζόταν τη γενική αυτή εκτίμηση της ζωής με άλλους φιλοσόφους, με τους οποίους κατά τα άλλα δεν συνδεόταν ούτε μέσω των διδασκαλιών του ούτε μέσω αυτής της ιδιαίτερης μελαγχολίας.
Δύο ειδικά καντιανές σκέψεις έρχονται εδώ στον νου.
Η πρώτη περιέχεται σε αυτό που η εποχή του Διαφωτισμού ονόμασε «πρόοδο» και για το οποίο έχουμε ήδη μιλήσει.
Η πρόοδος είναι πρόοδος του ανθρώπινου είδους και, ως εκ τούτου, έχει μικρή χρησιμότητα για το άτομο.
Όμως η ιδέα της προόδου μέσα στην ιστορία ως σύνολο και για την ανθρωπότητα ως σύνολο συνεπάγεται την παραμέληση του επιμέρους και κατευθύνει αντ’ αυτού την προσοχή στο «καθολικό» (όπως φαίνεται ήδη από τον τίτλο Ιδέα για μια παγκόσμια ιστορία), μέσα στο οποίο το επιμέρους αποκτά νόημα — στο όλο, για την ύπαρξη του οποίου το επιμέρους είναι αναγκαίο.
Αυτή η «φυγή», όπως θα μπορούσε να πει κανείς, από το επιμέρους —το οποίο καθαυτό στερείται σημασίας— προς το καθολικό, από το οποίο αντλεί τη σημασία του, δεν αποτελεί βέβαια ιδιομορφία του Καντ.
Ο σημαντικότερος στοχαστής από αυτή την άποψη είναι ο Baruch Spinoza, με την αποδοχή του κάθε τι που υπάρχει, με το amor fati του.
Ωστόσο και στον Καντ θα βρείτε επανειλημμένα την ιδέα ότι ο πόλεμος, οι καταστροφές και γενικά το κακό ή ο πόνος είναι αναγκαία για την παραγωγή «πολιτισμού». Χωρίς αυτά, οι άνθρωποι θα υποχωρούσαν σε μια πρωτόγονη κατάσταση καθαρά ζωικής ικανοποίησης των αναγκών.


Η δεύτερη σκέψη είναι η αντίληψη του Καντ για την ηθική αξιοπρέπεια του ανθρώπου ως ατόμου.
Έχω ήδη αναφέρει το καντιανό ερώτημα: «Γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι;».
Αυτό το ερώτημα μπορεί, κατά τον Καντ, να τεθεί μόνο αν θεωρήσουμε το ανθρώπινο είδος όπως και τα άλλα ζωικά είδη, στο ίδιο επίπεδο (και κατά μία έννοια πράγματι βρίσκεται εκεί).
«Για τον άνθρωπο… (και γενικά για κάθε έλλογο ον στον κόσμο [δηλαδή στο σύμπαν και όχι μόνο στη γη]) ως ηθικό ον, δεν μπορεί πλέον να τεθεί το ερώτημα: για ποιον σκοπό (quem in finem) υπάρχει· διότι είναι σκοπός καθ’ εαυτόν.» [53]
Έχουμε λοιπόν τρεις πολύ διαφορετικές έννοιες ή προοπτικές υπό τις οποίες μπορούμε να εξετάσουμε τα ανθρώπινα πράγματα:

το ανθρώπινο είδος και την πρόοδό του
τον άνθρωπο ως ηθικό ον και σκοπό καθ’ εαυτόν
και τους ανθρώπους στον πληθυντικό, που αποτελούν το πραγματικό κέντρο της εξέτασής μας και των οποίων ο αληθινός «σκοπός», όπως ήδη ανέφερα, είναι η κοινωνικότητα


Η διάκριση αυτών των τριών προοπτικών είναι απαραίτητη για την κατανόηση του Καντ.
Κάθε φορά που μιλά για τον «άνθρωπο», πρέπει να γνωρίζουμε αν αναφέρεται:
στο ανθρώπινο είδος,
στο ηθικό, έλλογο ον (που μπορεί να υπάρχει και αλλού στο σύμπαν),
ή στους ανθρώπους ως πραγματικούς κατοίκους της γης.

Σύνοψη

= Ανθρώπινο είδος (ανθρωπότητα)
= μέρος της φύσης
= υποκείμενο της «ιστορίας», της πανουργίας της φύσης
= εξετάζεται υπό την ιδέα του «σκοπού», της τελεολογικής κρίσης
→ δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης
Άνθρωπος (ως έλλογο ον)
= υπακούει στους νόμους της πρακτικής λογικής που ο ίδιος θέτει
= αυτόνομος
= σκοπός καθ’ εαυτόν
= ανήκει σε ένα «βασίλειο των πνευμάτων», στη σφαίρα των νοητών όντων
→ Κριτική του Πρακτικού Λόγου και Κριτική του Καθαρού Λόγου
Άνθρωποι (ως πληθυντικό, κάτοικοι της γης)
= ζουν σε κοινότητα
= διαθέτουν κοινή αίσθηση (sensus communis)
= δεν είναι αυτόνομοι
= ακόμη και για τη σκέψη χρειάζονται την κοινότητα («ελευθερία της πένας»)
→ πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, αισθητική κρίση

Σημειώσεις:

[43] Πλάτων, Φαίδων, 64.
[44] Ό.π. (αυτόθι), 67.
[45] Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 40.
[46] Immanuel Kant, «Εικαστική αρχή της ανθρώπινης ιστορίας» (Mutmaßlicher Anfang der Menschengeschichte), A 24 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 9, σ. 100).
[47] Immanuel Kant, Κριτική της Κριτικής Δύναμης (Kritik der Urteilskraft), § 83 (σημ.), B 395 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 8, σ. 557, σημ.).
[48] Immanuel Kant, «Περί της αποτυχίας όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη θεοδικία» (Über das Mißlingen aller philosophischen Versuche in der Theodizee, 1791), A 203 (Άπαντα Καντ, τόμ. 9, σ. 110).
[49] Immanuel Kant, Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht), B 72 (Άπαντα Καντ, τόμ. 10, σ. 469).
[50] Immanuel Kant, Σκέψεις περί μεταφυσικής (Reflexionen zur Metaphysik), μέρος Β΄, αρ. 4857, στο: Συγκεντρωμένα έργα του Καντ, τόμ. 18, σ. 11.
[51] Immanuel Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου (Kritik der reinen Vernunft), B 839 (Άπαντα Καντ, τόμ. 4, σ. 681).
[52] Immanuel Kant, Παρατηρήσεις για το αίσθημα του ωραίου και του υψηλού (Beobachtungen über das Gefühl des Schönen und Erhabenen), A 32 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 2, σ. 841 κ.ε.).
[53] Immanuel Kant, Κριτική της Κριτικής Δύναμης (Kritik der Urteilskraft), § 84, B 398 (Άπαντα Καντ, τόμ. 8, σ. 558).

Πέμπτη Ώρα

ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΩΦΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΔΕΝ ΥΠΟΤΙΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΟΣΟ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.

Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 3, Hannah Arendt

Συνέχεια από Παρασκευή 27. Μαρτίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 3

Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024

Τίτλος πρωτοτύπου: The Life of the Mind. Thinking«, »The Life of the Mind. Willing«, Harcourt Brace Jovanovich, Inc., New York 1977, 1978

…«Ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι πιο δραστήριος παρά όταν δεν κάνει τίποτα, και ποτέ δεν είναι λιγότερο μόνος παρά όταν είναι μόνος.»
(Numquam se plus agere quam nihil cum ageret, numquam minus solum esse quam cum solus esset.)[8]

Αν υποθέσουμε ότι ο Κάτων έχει δίκιο, τότε προκύπτουν αμέσως τα εξής ερωτήματα:

Τι «κάνουμε» όταν απλώς σκεφτόμαστε;
Πού βρισκόμαστε, εμείς που συνήθως περιβαλλόμαστε από άλλους, όταν είμαστε μόνο με τον εαυτό μας;

Η σημερινή μας κατάσταση, μετά την υποχώρηση της μεταφυσικής και της φιλοσοφίας, θα μπορούσε λοιπόν να προσφέρει ένα διπλό πλεονέκτημα. Θα μπορούσαμε, απαλλαγμένοι από κάθε παράδοση, να δούμε το παρελθόν με νέα μάτια και έτσι να αποκτήσουμε πρόσβαση σε έναν τεράστιο θησαυρό ανεπεξέργαστων εμπειριών, χωρίς να δεσμευόμαστε από προκαθορισμένες μεθόδους.

«Notre héritage n’est précédé d’aucun testament» («Η κληρονομιά μας δεν συνοδεύεται από καμία διαθήκη»).²⁰


Το πλεονέκτημα αυτό θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο, αν δεν συνοδευόταν —σχεδόν αναπόφευκτα— από μια αυξανόμενη ανικανότητα να κινούμαστε στο πεδίο του αόρατου, σε οποιοδήποτε επίπεδο· ή, με άλλα λόγια, αν δεν συνοδευόταν από τη δυσφήμηση που έχει πλήξει οτιδήποτε μη ορατό και μη απτό, έτσι ώστε να διατρέχουμε τον κίνδυνο, μαζί με τις παραδόσεις μας, να χάσουμε και το ίδιο το παρελθόν.

Διότι, παρόλο που δεν υπήρξε ποτέ μεγάλη συμφωνία σχετικά με το αντικείμενο της μεταφυσικής, τουλάχιστον ένα πράγμα δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: ότι αυτά τα πεδία —είτε τα ονόμαζε κανείς μεταφυσική είτε φιλοσοφία— είχαν να κάνουν με αντικείμενα που δεν δίνονται στη νοητική πρόσληψη μέσω των αισθήσεων, και ότι η κατανόησή τους υπερέβαινε τον κοινό νου, ο οποίος προέρχεται από την εμπειρία των αισθήσεων και μπορεί να επιβεβαιωθεί με εμπειρικές μεθόδους ελέγχου.

Από τον Παρμενίδη έως το τέλος της φιλοσοφίας, όλοι οι στοχαστές συμφωνούσαν ότι, για να ασχοληθεί κανείς με τέτοια ζητήματα, το πνεύμα πρέπει να αποσπαστεί από τις αισθήσεις — τόσο από τον κόσμο που αυτές παρέχουν όσο και από τα αισθήματα ή τα πάθη που προκαλούνται από τα αισθητά αντικείμενα.

Ο φιλόσοφος, ως φιλόσοφος και όχι ως «άνθρωπος όπως κάθε άλλος» (που φυσικά είναι κι αυτό), αποσύρεται από τον κόσμο των φαινομένων, και οι περιοχές στις οποίες εισέρχεται κατόπιν περιγράφονταν από την αρχή της φιλοσοφίας ως ο κόσμος των ολίγων.

Αυτή η πανάρχαια διάκριση ανάμεσα στους πολλούς και στους «επαγγελματίες στοχαστές», οι οποίοι εξειδικεύονται σε αυτό που θεωρείται το ύψιστο που μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος — στον φιλόσοφο, κατά τον Πλάτωνα, «του είναι πεπρωμένο να γίνει αγαπητός στους θεούς και να μετέχει στην αθανασία, εφόσον αυτή μπορεί γενικά να αποδοθεί σε άνθρωπο» [21] — δεν φαίνεται πλέον πειστική, και αυτό αποτελεί το δεύτερο πλεονέκτημα της σύγχρονης κατάστασής μας.

Αν υπάρχει κάτι σωστό στη σκέψη που εξέφρασα προηγουμένως, ότι δηλαδή η ικανότητα να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος έχει σχέση με τη δύναμη του σκέπτεσθαι, τότε θα έπρεπε να μπορούμε να απαιτούμε την εφαρμογή της από κάθε φυσιολογικό άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι μορφωμένος ή αμόρφωτος, ευφυής ή ανόητος.

Ο Καντ —που σε αυτό το σημείο σχεδόν στέκεται μόνος ανάμεσα στους φιλοσόφους— ενοχλούνταν έντονα από τη διαδεδομένη άποψη ότι η φιλοσοφία είναι μόνο για τους λίγους, και μάλιστα εξαιτίας των ηθικών συνεπειών της· και κάποτε παρατήρησε: «Η κακή καρδιά είναι αιτία της ανοησίας.» [22]

Αυτό δεν είναι σωστό: η απουσία σκέψης δεν είναι ανοησία· απαντάται και σε πολύ ευφυείς ανθρώπους, και η αιτία της δεν είναι μια κακή καρδιά· πιθανότατα, αντίθετα, η κακία μπορεί να προκύψει από την απουσία σκέψης.

Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να αφεθεί στους «ειδικούς», σαν να ήταν η σκέψη —όπως τα ανώτερα μαθηματικά— το μονοπώλιο μιας ειδικής επιστήμης.

Καθοριστική για το εγχείρημά μας είναι η καντιανή διάκριση μεταξύ Λόγου (Vernunft) και νόησης/διάνοιας (Verstand, intellectus), την οποία εισήγαγε μετά την ανακάλυψη του «σκανδάλου της λογικής», δηλαδή του γεγονότος ότι ο νους μας δεν μπορεί να αποκτήσει βέβαιη και επαληθεύσιμη γνώση για αντικείμενα και ζητήματα τα οποία, παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να αποφύγει να σκέπτεται· και για τον Καντ τέτοια ζητήματα —εκείνα δηλαδή με τα οποία ασχολείται η καθαρή σκέψη— περιορίζονταν σε όσα σήμερα συχνά αποκαλούνται «ύστατα ερωτήματα» σχετικά με τον Θεό, την ελευθερία και την αθανασία.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το υπαρξιακό ενδιαφέρον που τα ερωτήματα αυτά κάποτε προκαλούσαν στους ανθρώπους, και παρόλο που ο Καντ εξακολουθούσε να πιστεύει ότι «δεν υπήρξε ποτέ ενάρετη ψυχή που να μπορούσε να αντέξει τη σκέψη ότι με τον θάνατο όλα τελειώνουν» [23], είχε επίσης πλήρη επίγνωση ότι η «επείγουσα ανάγκη» της λογικής δεν ταυτίζεται με, και είναι κάτι περισσότερο από, απλή «περιέργεια για γνώση» [24].

Έτσι, η διάκριση μεταξύ των δυνάμεων της Λογικής και της διάνοιας συμπίπτει με τη διάκριση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές νοητικές δραστηριότητες, τη σκέψη και τη γνώση, καθώς και με τη διάκριση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς σκοπούς: το νόημα στην πρώτη περίπτωση και τη γνώση στη δεύτερη.

Ο Καντ είχε πράγματι τονίσει αυτή τη διάκριση, αλλά εξακολουθούσε να υπόκειται στο τεράστιο βάρος της μεταφυσικής παράδοσης, ώστε παρέμεινε προσκολλημένος στο παραδοσιακό της αντικείμενο, δηλαδή σε εκείνα τα ερωτήματα των οποίων η αναπάντητη φύση μπορεί να αποδειχθεί. Παρόλο που δικαιολόγησε την ανάγκη της Λογικής να σκέπτεται πέρα από τα όρια του γνωστού, δεν αντιλήφθηκε ότι ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να σκέπτεται σχεδόν για οτιδήποτε του συμβαίνει, τόσο για το γνωστό όσο και για το κατ’ αρχήν μη δυνατόν να γνωρισθεί.

Ούτε του ήταν απολύτως σαφές σε ποιο βαθμό είχε απελευθερώσει τη Λογική —τη δύναμη του σκέπτεσθαι— όταν τη δικαιολόγησε στο πλαίσιο των ύστατων ερωτημάτων. Διατύπωσε αμυντικά: «Έπρεπε… να καταργήσω τη γνώση, για να δώσω χώρο στην πίστη» [25], αλλά στην πραγματικότητα δεν δημιούργησε χώρο για την πίστη, αλλά για τη σκέψη, και δεν «κατήργησε τη γνώση», αλλά διαχώρισε τη γνώση από τη σκέψη.

Στις σημειώσεις των διαλέξεών του για τη μεταφυσική έγραφε:
«Ο σκοπός της μεταφυσικής: … να επεκτείνει τη χρήση της Λογικής μας πέρα από τα όρια του αισθητού κόσμου, έστω μόνο αρνητικά, δηλαδή να απομακρύνει τα εμπόδια που η ίδια η Λογική… δημιουργεί» (έμφαση δική μου)
[26].

Το μεγάλο εμπόδιο που η Λογική θέτει στον εαυτό της προέρχεται από την πλευρά της διάνοιας και από τα απολύτως θεμιτά κριτήρια που αυτή έχει θεσπίσει για τους δικούς της σκοπούς, δηλαδή την ικανοποίηση της επιθυμίας μας για γνώση. Το ότι ούτε ο Καντ ούτε οι διάδοχοί του έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στη σκέψη ως δραστηριότητα ή ακόμη και στις εμπειρίες του σκεπτόμενου εγώ, οφείλεται στο ότι, παρά όλες τις διακρίσεις, απαιτούσαν αποτελέσματα και εφάρμοζαν κριτήρια βεβαιότητας και απόδειξης όπως εκείνα που ισχύουν για τη γνώση.

Αλλά αν είναι αλήθεια ότι η σκέψη και η Λογική έχουν το δικαίωμα να υπερβαίνουν τα όρια της γνώσης και της διάνοιας —για τον Καντ το είχαν, επειδή τα αντικείμενά τους είναι μεν αγνώσιμα, αλλά υψίστου υπαρξιακού ενδιαφέροντος για τον άνθρωπο— τότε πρέπει να υποθέσουμε ότι η σκέψη και η Λογική ασχολούνται με κάτι διαφορετικό από τη διάνοια.

Ας διατυπώσουμε ήδη τώρα το συμπέρασμά μας με μία πρόταση:
Η Λογική δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά το νόημα. Και η αλήθεια και το νόημα δεν είναι το ίδιο. Το θεμελιώδες σφάλμα, στο οποίο υπάγονται όλες οι επιμέρους μεταφυσικές πλάνες, συνίσταται στο ότι το νόημα συλλαμβάνεται κατά το πρότυπο της αλήθειας. Το πιο πρόσφατο και από ορισμένες απόψεις πιο εντυπωσιακό παράδειγμα αυτού βρίσκεται στο έργο του Μάρτιν Χάιντεγκερ Είναι και Χρόνος, ένα έργο που αρχίζει με το να «θέτει εκ νέου το ερώτημα για το νόημα του Είναι»
[27].

Σε μια μεταγενέστερη ερμηνεία αυτής της αρχικής του ερώτησης, ο ίδιος ο Χάιντεγκερ δηλώνει ρητά: «Το “νόημα του Είναι” και η “αλήθεια του Είναι” σημαίνουν το ίδιο.» [28]

Ο πειρασμός για αυτή την ταύτιση που οδηγεί στην απόρριψη της καντιανής διάκρισης μεταξύ Λόγου και διάνοιας, μεταξύ της «επείγουσας ανάγκης» για σκέψη και της «επιθυμίας για γνώση»— είναι πολύ μεγάλος και δεν οφείλεται μόνο στο βάρος της παράδοσης.

Οι ανακαλύψεις του Καντ είχαν τεράστια απελευθερωτική επίδραση στη γερμανική φιλοσοφία και προκάλεσαν την άνοδο του γερμανικού ιδεαλισμού. Αναμφίβολα, δημιούργησαν χώρο για τη θεωρητική σκέψη· αλλά και αυτή μετατράπηκε εκ νέου στο πεδίο μιας νέας κατηγορίας «ειδικών», για τους οποίους «το ίδιο το αντικείμενο» της φιλοσοφίας είναι «η πραγματική γνώση αυτού που αληθινά είναι» [29].

Αφού απελευθερώθηκαν από τον δογματισμό της παλαιάς σχολής και τις στείρες ασκήσεις του, δεν οικοδόμησαν μόνο νέα συστήματα αλλά και μια νέα «επιστήμη» —ο αρχικός τίτλος ενός από τα σημαντικότερα έργα, της Φαινομενολογίας του Πνεύματος του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ, ήταν «Επιστήμη της εμπειρίας της συνείδησης» [30]—, παραμερίζοντας επιμελώς τη διάκριση του Καντ μεταξύ του αντικειμένου της Λογικής —του αγνώστου— και του έργου της διάνοιας —της γνώσης.


Καταδίωκαν το καρτεσιανό ιδεώδες της βεβαιότητας σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ ο Καντ, και πίστευαν ειλικρινά ότι τα αποτελέσματα των θεωρητικών τους στοχασμών είχαν την ίδια ισχύ με τα αποτελέσματα των διαδικασιών γνώσης.

Σημειώσεις:


[21] Συμπόσιο, 212a.
[22] Χειρόγραφα κατάλοιπα του Ιμμάνουελ Καντ, τόμ. 6, αρ. 6900: Συγκεντρωμένα έργα του Καντ, έκδοση Ακαδημίας, τόμ. 19.
[23] Όνειρα ενός οραματιστή πνευμάτων, ερμηνευμένα μέσω των ονείρων της μεταφυσικής, τελευταία παράγραφος.
[24] Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, μετά το § 60· έκδοση Ακαδημίας, τόμ. 3, σ. 367.
[25] Κριτική του καθαρού Λόγου, Β XXX.
[26] Χειρόγραφα κατάλοιπα του Ιμμάνουελ Καντ, τόμ. 5, αρ. 4849: Συγκεντρωμένα έργα του Καντ, έκδοση Ακαδημίας, τόμ. 18.
[27] Είναι και Χρόνος, 11η αμετάβλητη έκδ., Τύμπινγκεν, 1967, σ. 1. Πρβλ. σ. 151 (§ 32) και σ. 324 (§ 65).
[28] Εισαγωγή στο «Τι είναι Μεταφυσική;», στο Σημεία πορείας (Wegmarken), Φρανκφούρτη, 1976, σ. 377 (1η έκδ. 1967: σ. 206).
[29] Φαινομενολογία του Πνεύματος, έργα, επετειακή έκδοση (H. Glockner), τόμ. 2, σ. 67.
[30] Εκεί, σ. 80.

Συνεχίζεται με:

I. Η Εμφάνιση


«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (22)

Συνέχεια από: Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ E΄

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν καὶ ἡ καθοριστικὴ καμπὴ τοῦ σωκρατικοῦ βίου

Τὸ σημεῖο-κλειδὶ τῆς Ἀπολογίας ἔγκειται, ἀναμφισβήτητα, στον χρησμὸ τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σωκράτης ἦταν ὁ σοφώτερος τῶν Ἑλλήνων. Ἀς διαβάσουμε το κείμενο, τὸ ὁποῖο ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις εἶναι καθοριστικό:

Καὶ μὴν διαμαρτυρηθεῖτε φωνάζοντας, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἂν σᾶς φανεῖ ὅτι σᾶς λέω κάτι ὑπερβολικό. Γιατὶ δὲν εἶναι δικά μου τὰ λόγια ποὺ θὰ πῶ ἀλλὰ κάποιου πολὺ ἀξιόπιστου. Γιατὶ τῆς δικῆς μου σοφίας, ἂν ἔχω κάποια σοφία, ὅποια κι ἂν εἶναι, θὰ παρουσιάσω γιὰ μάρτυρα τὸν θεὸ τῶν Δελφῶν. Γνωρίζετε βέβαια τὸν Χαιρεφώντα.

Αὐτὸς ἦταν παιδικός μου φίλος καὶ ἦταν καὶ δικός σας φίλος, τοῦ λαοῦ, καὶ εἶχε ἐξοριστεῖ τότε μαζί σας καὶ ξαναγύρισε μαζί σας ἐδῶ. Καὶ ξέρετε βέβαια πῶς ἦταν ὁ Χαιρεφώντας, πόσο ὑπερβολικὸς ἦταν σὲ ὅ,τι ἔκανε. Κάποτε λοιπὸν ποὺ πῆγε στοὺς Δελφούς, τόλμησε νὰ ρωτήσει τὸ μαντεῖο τὸ ἑξῆς: – γι' αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ μὴν βάλετε τὶς φωνές, ἄνδρες – ρώτησε λοιπὸν ἂν ὑπάρχει κάποιος σοφότερος ἀπὸ μένα. Ἀπάντησε τότε ἡ Πυθία ὅτι κανένας δὲν εἶναι σοφότερος. Καὶ γι' αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι μάρτυρας αὐτὸς ἐδῶ ὁ ἀδερφός του, γιατὶ ἐκεῖνος ἔχει πεθάνει6.

Η προφητεία ἐτούτη ἐτάραξε τὸν Σωκράτη, καθὼς ἐκεῖνος θεωροῦσε ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε, καὶ ἔτσι τοῦ ἐγεννήθη τὸ μεγάλο ἑρωτηματικό:
Τὶ εἶναι αὐτὰ ποὺ λέει ὁ θεὸς καὶ τὶ θέλει νὰ πεῖ; Γιατί ἐγὼ ξέρω πὼς δὲν εἶμαι καθόλου σοφός. Τι λέει λοιπὸν πὼς εἶμαι πιὸ σοφὸς ἀπ᾿ ὅλους; Δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ λέει ψέματα. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό7.

Προκειμένου νὰ λύσει τὸ αἴνιγμα αὐτό, ὁ Σωκράτης ἔθεσε ὑπὸ ἐξέταση τοὺς σοφούς, ἐφαρμόζοντας τὴν ἐλεγκτική μέθοδο, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε ἀκολούθως.

Ἡ πλειονότητα τῶν μελετητῶν δὲν ἀμφισβητεῖ τὸ ἀληθὲς ὅσων μᾶς ἀναφέρει ὁ Πλάτων. Ὁρισμένοι, ὡστόσο, ἀπορρίπτουν τὴν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος, θεωρώντας ἀναληθὲς τὸ ἐπεισόδιο καὶ τὰ σχετικά συμπεράσματα ποὺ ἐξάγονται. Ο Montuori, πέφτοντας ἐν προκειμένω θύμα τῆς θέσεως τοῦ Gigon, κρίνει, ὕστερα ἀπὸ λεπτομερὴ ἀνάλυση ὅλων τῶν μαρτυριών σχετικὰ μὲ τὸ μαντείο τῶν Δελφῶν, ὅτι πρόκειται γιὰ «ποιητικὴ ἐπινόηση τοῦ Πλάτωνος» καὶ ὅτι «ἀκόμη καὶ ἡ σωκρατικὴ εἰκόνα ποὺ αὐτὸς διαμορφώνει πρέπει, συνεπῶς, νὰ θεωρηθεί πλατωνικὴ ἐπινόηση»8.

Στις περιπτώσεις αὐτὲς ἡ φιλολογία, καθώς τηρεῖ μία ὑπερκριτική στάση, κινδυνεύει νὰ καταστεῖ ἀντι-ἱστορικὴ ἤ, μᾶλλον, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία γνωστή ἔκφραση τοῦ Patočka, «ἐδῶ ἡ φιλολογία καταβροχθίζει τὴν ἱστορία»9. Ἡ ἐπινόηση ἑνὸς τέτοιου γεγονότος στο πλαίσιο τῆς ἀθηναϊκῆς Πολιτείας θὰ ἀποτελοῦσε, γιὰ πολιτικούς καὶ ἱστορικοκοινωνικούς λόγους, πραγματικό ἔγκλημα εἰς βάρος τῆς Πόλεως (ὁ Πλάτων θὰ ἐθεωρεῖτο συνεργὸς ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Σωκράτη).

Στην πραγματικότητα, σχετικῶς μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει μόνον ή μαρτυρία τοῦ Πλάτωνος, ἀλλὰ καὶ μία δεύτερη, ἐξ ἴσου παλαιά, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Ξενοφώντα (ὅλες οἱ ὑπόλοιπες πηγές εἶναι μεταγενέστερες καί, συνεπῶς, στηρίζονται σ' αὐτὲς τις δύο)10. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἀναφέρει κατά λέξη:
Χαιρεφώντος γάρ ποτε ἐπερωτῶντος ἐν Δελφοῖς περὶ ἐμοῦ πολλῶν παρόντων ἀνεῖλεν ὁ Ἀπόλλων μηδένα εἶναι ἀνθρώπων ἐμοῦ μήτε ἐλευθεριώτερον μήτε δικαιότερον μήτε σωφρονέστερον [Μετάφραση: «Κάποτε λοιπόν ο Χαιρεφών, ρωτώντας στους Δελφούς γιὰ μένα, παρουσία πολλών, έλαβε χρησμό από τον Απόλλωνα ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ούτε πιο ελεύθερος από εμένα, ούτε πιο δίκαιος, ούτε πιο σώφρων»]11.

Τὸ κείμενο αὐτὸ περιέχεται σὲ ἕναν λόγο περί «θεϊκῶν σημείων» ποὺ ὁ Σωκράτης αἰσθανόταν μέσα του καὶ περὶ θεϊκῶν οἰωνῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε δεχθεῖ καὶ διαδώσει, σε συνάρτηση, μεταξύ ἄλλων, μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς δελφικῆς ἱέρειας.

Σχετικῶς μὲ τὴν ἰδιαίτερη πνευματική σχέση που διατηροῦσε ὁ Σωκράτης μὲ τὸ μαντείο των Δελφῶν, διαθέτουμε, ὡς ἀδιάσειστη ἀνταπόδειξη, μία μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Ξενοφώντος. Ὁ Ξενοφών διηγείται ότι συμβουλεύθηκε τὸν Σωκράτη γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο κατάταξής του στὴν ἀποστολὴ τοῦ Κύρου καὶ ὅτι ἔλαβε ὡς συμβουλή να ἀποταθεῖ στὴν Πυθία στους Δελφοὺς καὶ νὰ ἀποφασίσει βάσει τοῦ σχετικού χρησμού. Στὴν Ἀνάβαση – ἕνα ἔργο, τὸ ὁποῖο δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῶν σωκρατικῶν κειμένων, ὅμως περιλαμβάνεται στὰ ἱστοριογραφικὰ ἔργα καί, συνεπώς, καταγράφει μή-ἀναμενόμενα πλὴν σαφή γεγονότα – ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρεται στὸ συμβὰν αὐτὸ ὡς ἐξῆς:
ὧν δὲ τις ἐν τῇ στρατιᾷ Ξενοφῶν Ἀθηναῖος, ὃς οὔτε στρατηγός οὔτε λοχαγός οὔτε στρατιώτης ὢν συνηκολούθει, ἀλλὰ Πρόξενος αὐτὸν μετεπέμψατο οἴκοθεν ξένος ὢν ἀρχαῖος· ὑπισχνεῖτο δὲ αὐτῷ, εἰ ἔλθοι, φίλον αὐτὸν Κύρῳ ποιήσειν, ἂν αὐτὸς ἔφη κρείττω ἑαυτῷ νομίζειν τῆς πατρίδος, ὁ μέντοι Ξενοφῶν ἀναγνοὺς τὴν ἐπιστολὴν ἀνακοινοῦται Σωκράτει τῷ Ἀθηναίῳ περί τῆς πορείας, καὶ ὁ Σωκράτης, ὑποπτεύσας, μή τι πρὸς τῆς πόλεως ὑπαίτιον εἴη Κύρῳ φίλον γενέσθαι, ὅτι ἐδόκει ὁ Κύρος προθύμως τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐπὶ τὰς Ἀθήνας συμπολεμήσαι, συμβουλεύει τῷ Ξενοφῶντι, ἐλθόντα εἰς Δελφούς, ἀνακοινῶσαι τῷ θεῷ περὶ τῆς πορείας· ἐλθὼν δ᾽ ὁ Ξενοφῶν ἐπήρετο τὸν Ἀπόλλω τίνι ἂν θεῶν θύων καὶ εὐχόμενος κάλλιστα καὶ ἄριστα ἔλθοι τὴν ὁδὸν, ἣν ἐπινοεῖ, καὶ καλῶς πράξας σωθείη· καὶ ἀνεῖλεν αὐτῷ ὁ Ἀπόλλων θεοῖς οἷς ἔδει θύειν. ἐπεὶ δὲ πάλιν ἦλθε, λέγει τὴν μαντείαν τῷ Σωκράτει· ὁ δ᾽ ἀκούσας ᾐτιᾶτο αὐτὸν, ὅτι οὐ τοῦτο πρῶτον ἠρώτα, πότερον λῷον εἴη αὐτῷ πορεύεσθαι ἢ μένειν, ἀλλ' αὐτὸς κρίνας ἰτέον εἶναι, τοῦτ᾽ ἐπυνθάνετο, ὅπως ἂν κάλλιστα πορευθείη· ἐπεὶ μέντοι οὕτως ἤρου, ταῦτ᾽, ἔφη, χρή ποιεῖν, ὅσα ὁ θεὸς ἐκέλευσεν· ὁ μὲν δὴ Ξενοφῶν οὕτω θυσάμενος, οἷς ἀνεῖλεν ὁ θεὸς, ἐξέπλει, καὶ καταλαμβάνει ἐν Σάρδεσι. [Μετάφραση: «Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κάποιος στην εκστρατεία, ο Ξενοφών ο Αθηναίος, ο οποίος δεν ήταν ούτε στρατηγός ούτε λοχαγός ούτε στρατιώτης, αλλά ακολουθούσε· τον είχε καλέσει από το σπίτι του ο Πρόξενος, που ήταν παλιός του φίλος (ξένος). Και του υποσχόταν ότι, αν ερχόταν, θα τον έκανε φίλο του Κύρου, τον οποίο έλεγε ότι ο ίδιος θεωρούσε ανώτερο για τον εαυτό του από την πατρίδα του. Ο Ξενοφών, αφού διάβασε την επιστολή, συμβουλεύεται τον Σωκράτη τον Αθηναίο σχετικά με το ταξίδι· και ο Σωκράτης, υποψιαζόμενος μήπως το να γίνει φίλος του Κύρου τον καταστήσει υπόλογο απέναντι στην πόλη—επειδή ο Κύρος φαινόταν πρόθυμος να βοηθήσει τους Λακεδαιμονίους στον πόλεμο εναντίον των Αθηναίων—τον συμβουλεύει να πάει στους Δελφούς και να ζητήσει τη γνώμη του θεού γιὰ την πορεία. Ο Ξενοφών, όταν έφτασε εκεί, ρωτούσε τον Απόλλωνα σε ποιους θεούς, θυσιάζοντας και προσευχόμενος, θα μπορούσε να κάνει το ταξίδι που σχεδίαζε με τον καλύτερο και ασφαλέστερο τρόπο και να επιστρέψει σώος έχοντας πετύχει. Και ο Απόλλων του έδωσε χρησμό σε ποιους θεούς έπρεπε να θυσιάσει. Όταν επέστρεψε, ανακοινώνει τον χρησμό στον Σωκράτη· και εκείνος, αφού τον άκουσε, τον επέκρινε, επειδή δεν ρώτησε πρώτα αυτό: αν ήταν καλύτερο γι’ αυτόν να πάει ή να μείνει, αλλά αφού ο ίδιος είχε ήδη αποφασίσει ότι έπρεπε να πάει, ρωτούσε αυτό—πώς δηλαδή θα πήγαινε με τον καλύτερο τρόπο. Αφού όμως έτσι ρώτησε, είπε ότι πρέπει να κάνει αυτά που διέταξε ο θεός. Ο Ξενοφών λοιπόν, αφού θυσίασε στους θεούς που του υπέδειξε ο χρησμός, απέπλευσε και φτάνει στις Σάρδεις»]12.


Ὡς ἐκ τούτου, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἄρνηση τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας τοῦ χρησμοῦ τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, ὁ ὁποῖος ἔκρινε τὸν Σωκράτη ὡς τὸν σοφώτερο τῶν Ἑλλήνων, συνιστᾶ ἀπόπειρα ἐξάλειψης ενός «γεγονότος» ποὺ δὲν ἐντάσσεται σὲ ἕνα συγκεκριμένο παραδειγματικό πλαίσιο καὶ τὸ ὁποῖο, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία ἔκφραση τῆς ἐπιστημολογίας, ἀναφαίνεται καθ' ἑαυτὸ ὡς ἕνα «ἀντιγεγονός» ποὺ σε καμμία περίπτωση δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ «ἀναπλασθεῖ» οὔτε να «παραποιηθεί» καί, συνεπώς, πρέπει νὰ ἀπορριφθεί.

Ὅσον ἀφορᾶ στη χρονολόγηση τοῦ ἐν λόγω γεγονότος, ἡ πιο ἀποδεκτὴ ὑπόθεση εἶναι ὅτι αὐτὸ θὰ πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά τὴν περίοδο τῆς ἐκστρατείας στὴν Ποτείδαια, τὴν ἐποχὴ δηλαδή κατά τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης εὑρισκόταν περὶ τὸ τριακοστό πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας του. Πιστεύεται, ἔτσι, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπέφερε μία καθοριστική καμπὴ στὴ ζωὴ τοῦ Σωκράτους, ὅταν αὐτὸς ἐδήλωσε ὅτι ἡ ἀνα ζήτησή του δὲν ἦταν παρὰ μία ἀποστολὴ ποὺ τοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ θεός, γιὰ νὰ τὴ διαδώσει κατὰ τὸ δυνατόν περισσότερο.

Σημειώσεις

6. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 20 ε - 21 a.
7. Αὐτόθι, 21 b.
8. M. MONTUORI, Socrate, σ. 207.
9. J. PATOČKA, Socrate, σ. 59.
10. Πβ. τις διάφορες ἐρμηνείες ποὺ πραγματεύεται ὁ MONTUORI, Socrate, ἔνθ᾽ ἀν., σσ. 124-130.
11. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Απολογία Σωκράτους, Ἀθῆναι, ἐκδ. Πάπυρος, 14.
12. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Κύρου Ἀνάβασις, Ἀθῆναι, ἐκδ. Πάπυρος, 1978, III 1, 4-8.

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

 Συνέχεια από Τρίτη 24. Μαρτίου 2026

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)
ΤΟΥ Enrico Berti.


Τί είναι η γνώση;


........Η εμπειρία πράγματι προσδιορίζεται σαν απόκτηση ηρεμίας (ηρεμείν) στην ψυχή, ή σαν το σταμάτημα (στήναι) των προηγουμένων εμπειριών. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι πρόκειται για μία σταθερότητα με σχετική έννοια, σε σχέση δηλαδή με τις αισθήσεις και τις μνήμες, όπου εδώ εννοούνται σε απόλυτη κινητικότητα! Δέν πρόκειται για μία καθοριστική τελειωτική σταθερότητα, διότι σε σχέση με τις ανώτερες μορφές γνώσεως, η εμπειρία είναι κινητική με την σειρά της. Η σταθερότης λοιπόν είναι ένας χαρακτήρας απολύτως ανάλογος με εκείνον της ενότητος, και μαζί μ'αυτόν συστήνει, αποτελεί μία απαραίτητη συνθήκη και ένα ουσιώδες προνόμιο της γνώσεως.......

Αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα εμφανίζεται καθαρά στον ορισμό που δίνει ο Αριστοτέλης αντίστοιχα για την εμπειρία και για την τέχνη. «Η εμπειρία —υποστηρίζει— γεννιέται στους ανθρώπους από τη μνήμη· πράγματι, οι πολλές μνήμες του ίδιου πράγματος ολοκληρώνουν τη δύναμη μιας και μόνης εμπειρίας (μιᾶς ἐμπειρίας)» (7). «Και η τέχνη —συνεχίζει— γεννιέται όταν από πολλές έννοιες της εμπειρίας προκύπτει μία καθολική σύλληψη (μία καθόλου ὑπόληψις) γύρω από τα όμοια πράγματα» (8).

Την ομοιότητα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ορισμούς την επισημαίνει και ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει, ανάμεσα στον έναν και στον άλλον: «Η εμπειρία φαίνεται να είναι σχεδόν όμοια με την επιστήμη και την τέχνη». Αυτή η ομοιότητα, δηλαδή το κοινό στοιχείο των δύο μορφών γνώσης, συνίσταται στο ότι και οι δύο αποτελούν την ενότητα μιας πολλαπλότητας (μία ἐμπειρία, μία ὑπόληψις): η εμπειρία ενοποιεί τις πολλές μνήμες, ενώ η τέχνη ενοποιεί τις πολλές έννοιες της εμπειρίας. Το ίδιο αυτό στοιχείο διακρίνει την εμπειρία και την τέχνη από την αίσθηση, η οποία, ως το πρώτο στάδιο της γνώσης, δεν μπορεί να ενοποιήσει καμία προηγούμενη γνώση.

Μου φαίνεται λοιπόν ότι μπορώ να συμπεράνω πως ένα πρώτο χαρακτηριστικό της γνώσης, κατά την αριστοτελική αντίληψη, είναι ότι αποτελεί ενότητα μιας πολλαπλότητας. Χωρίς ενότητα, πράγματι, δεν υπάρχει καθοριστικότητα και, συνεπώς, νοητότητα· η απόλυτη πολλαπλότητα είναι εντελώς ακατανόητη. Μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι για τον Αριστοτέλη το να γνωρίζει κανείς σημαίνει πρωτίστως να ενοποιεί. Αυτή η ενοποίηση, στην περίπτωση της εμπειρίας, είναι ακόμη επιμέρους, καθώς αφορά πολλές μνήμες ενός και του αυτού πράγματος (τοῦ αὐτοῦ πράγματος), ενώ στην τέχνη είναι ευρύτερη, καθώς αφορά πολλά μεταξύ τους όμοια πράγματα (περὶ τῶν ὁμοίων). Έτσι, ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη, δηλαδή ανάμεσα στην εμπειρία και την επιστήμη, εγκαθιδρύεται, παρά τη βαθμιαία διαβάθμιση, μια βαθιά συνέχεια. Αν πράγματι η τέχνη γεννιέται από την εμπειρία, εφόσον αυτή της προσφέρει το υλικό προς ενοποίηση —άρα, απόλυτα, δεν είναι δυνατή χωρίς την εμπειρία (9)—, είναι εξίσου αληθές ότι, για να συγκροτηθεί η εμπειρία, απαιτείται ήδη η παρουσία ενός πρώτου τρόπου αυτής της ενότητας, της οποίας η πλήρης μορφή είναι η τέχνη.

Η συνέχεια ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη γίνεται ακόμη πιο φανερή στο τελευταίο κεφάλαιο των Αναλυτικών Υστέρων, το οποίο από πολλές απόψεις παρουσιάζει έναν τέλειο παραλληλισμό με το πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής. Και εδώ ο Αριστοτέλης, αφού ορίσει την αίσθηση ως «έμφυτη διακριτική ικανότητα» και τη μνήμη ως «παραμονή της αίσθησης στην ψυχή», προχωρεί να ορίσει την εμπειρία και την τέχνη, την οποία εκ νέου συνδέει με την επιστήμη. «Από την αίσθηση λοιπόν γεννιέται η μνήμη, όπως λέμε, και από τη μνήμη που πολλές φορές προκύπτει για το ίδιο πράγμα γεννιέται η εμπειρία. Πράγματι, οι μνήμες που είναι πολλές κατά αριθμό είναι μία μόνη εμπειρία (ἐμπειρία μία)» (10).

Ας σημειωθεί η τέλεια αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτόν τον ορισμό και εκείνον της Μεταφυσικής: και στους δύο, η εμπειρία είναι η ενότητα μιας πολλαπλότητας μνημών, που όμως όλες αναφέρονται σε ένα και το αυτό αντικείμενο.

Αμέσως μετά ο Αριστοτέλης περνά να μιλήσει για την τέχνη και την επιστήμη. «Από την εμπειρία, δηλαδή από κάθε καθολικό που έχει βρει ηρεμία μέσα στην ψυχή (ἢ ἐκ παντὸς ἠρεμήσαντος τοῦ καθόλου ἐν τῇ ψυχῇ), το ένα απέναντι στα πολλά, το οποίο είναι παρόν ως ένα και το αυτό σε όλα αυτά, προκύπτει η αρχή της τέχνης και της επιστήμης» (11).

Εδώ ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι η εμπειρία περιέχει ήδη μέσα της το καθολικό, νοούμενο ως εκείνο που είναι παρόν ως ένα και το αυτό σε μια πολλαπλότητα αντικειμένων· γι’ αυτό μπορεί να πει ότι η αρχή, δηλαδή το σημείο εκκίνησης, της τέχνης και της επιστήμης —οι οποίες συλλαμβάνουν ακριβώς την ενότητα μιας πολλαπλότητας αντικειμένων— προέρχεται από την εμπειρία, δηλαδή περιέχεται μέσα σε αυτήν.

Η σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και στο καθολικό καθίσταται ακόμη σαφέστερη από δύο άλλα χωρία του ίδιου κεφαλαίου, το ένα προγενέστερο και το άλλο μεταγενέστερο εκείνου που ήδη εξετάσαμε. Το πρώτο ακολουθεί αμέσως μετά τη διάκριση ανάμεσα στην αίσθηση και στη μνήμη, που εδώ εξομοιώνονται με την εμπειρία: «Όταν γεννώνται πολλές τέτοιες γνώσεις, γεννιέται ήδη κάποια διαφορά (διαφορά), έτσι ώστε σε ορισμένα ζώα, από τη διατήρηση τέτοιων γνώσεων, γεννιέται λόγος (λόγος), ενώ σε άλλα όχι» (12).

Η γένεση του λόγου (λόγος) συνδέεται εδώ με την εμφάνιση μιας διαφοράς (διαφοράς), δηλαδή ενός χαρακτηριστικού ικανού να οριοθετήσει μια ομάδα αντικειμένων, διακρίνοντάς τα από άλλα και συγχρόνως ενοποιώντας τα μεταξύ τους.

Με αυτή την παρατήρηση συνδέεται στενά το δεύτερο χωρίο, στο οποίο ο ίδιος ο Αριστοτέλης αισθάνεται την ανάγκη να διατυπώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια όσα ήδη έχει πει: «Όταν, πράγματι, σταθεροποιηθεί ένα από τα αδιαφοροποίητα πράγματα (στάντος γὰρ τῶν ἀδιαφόρων ἑνός), τότε για πρώτη φορά υπάρχει στην ψυχή το καθολικό· διότι γίνεται μεν αντίληψη του επιμέρους, αλλά η αντίληψη είναι του καθολικού, για παράδειγμα του ανθρώπου και όχι του ανθρώπου Καλλία» (13).

Τα αδιαφοροποίητα πράγματα (τὰ ἀδιάφορα) είναι προφανώς εκείνα στα οποία δεν έχει ακόμη εμφανιστεί η διαφορά (διαφορά) που αναφέρεται στο προηγούμενο χωρίο, δηλαδή εκείνα που αποτελούν αντικείμενο της εμπειρίας. Αρκεί να σταθεροποιηθεί ένα μόνο από αυτά, δηλαδή να γνωσθεί, ώστε να υπάρχει ήδη το καθολικό μέσα στην ψυχή.

Αλλά για να συλληφθεί ένα μόνο πράγμα αρκεί μία αίσθηση· επομένως μπορεί να ειπωθεί ότι ήδη στην αίσθηση περιέχεται το καθολικό —όχι με την έννοια ότι μέσω αυτής το γνωρίζουμε ήδη, αλλά με την έννοια ότι το πράγμα που γνωρίζεται μέσω αυτής είναι γνωστό ακριβώς καθ’ όσον είναι προσδιορισμένο, δηλαδή διαθέτει μορφή, η οποία είναι καθαυτή καθολική.

Για να γνωριστεί όμως το καθολικό, είναι αναγκαίο το επιμέρους πράγμα να έχει προηγουμένως γνωριστεί σε όλη του την προσδιοριστικότητα· δηλαδή είναι αναγκαίο να έχει πραγματοποιηθεί εκείνη η ενοποίηση των αισθήσεων και των μνημών που συνιστά την εμπειρία. Γι’ αυτό είναι σωστό να λέγεται ότι το καθολικό περιέχεται κυριότερα στην εμπειρία παρά στην αίσθηση ή στη μνήμη και ότι η αρχή της τέχνης και της επιστήμης προέρχεται από την εμπειρία.

Ας σημειωθεί ότι σε αυτά τα χωρία, στο χαρακτηριστικό της ενότητας, το οποίο ήδη στη Μεταφυσική χρησίμευε για να διακρίνει την εμπειρία από τις κατώτερες μορφές γνώσης, προστίθεται και εκείνο της ηρεμίας, της σταθερότητας. Πράγματι, η εμπειρία παρουσιάζεται ως το να βρίσκουν ηρεμία (ἠρεμεῖν) μέσα στην ψυχή ή ως το να σταθεροποιούνται (στῆναι) οι προηγούμενες γνώσεις. Πρόκειται, βεβαίως, για σταθερότητα με σχετική έννοια, δηλαδή σε σχέση με τις αισθήσεις και τις μνήμες, οι οποίες εδώ νοούνται ως απόλυτη κινητικότητα· όχι για μια οριστική σταθερότητα, διότι σε σχέση με τις ανώτερες μορφές γνώσης, η εμπειρία αποτελεί με τη σειρά της κινητικότητα. Η σταθερότητα είναι λοιπόν ένα χαρακτηριστικό απολύτως ανάλογο με εκείνο της ενότητας και, μαζί με αυτό, συνιστά μια αναγκαία συνθήκη και ένα ουσιώδες προνόμιο της γνώσης.

Αν η εμπειρία, όπως είδαμε, είναι γνώση λόγω αυτού που τη συνδέει με την τέχνη και την επιστήμη, η γνώση με την πιο αυστηρή έννοια συγκροτείται ωστόσο από την τέχνη και την επιστήμη, χάρη σε ό,τι τις διακρίνει από την εμπειρία. Αυτή η διάκριση γίνεται σαφής στο πρώτο κεφάλαιο της Μεταφυσικής, πρώτα μέσω του παραδείγματος που παραθέτει ο Αριστοτέλης και στη συνέχεια μέσω μιας ακριβούς διατύπωσης. Το να γνωρίζει κανείς ότι στον Καλλία, όταν έπασχε από αυτή την ασθένεια, ωφέλησε αυτό το φάρμακο —και ότι ωφέλησε επίσης τον Σωκράτη και πολλούς άλλους, θεωρούμενους ως επιμέρους περιπτώσεις (καθ’ ἕκαστον)— αυτό είναι εμπειρία· το να γνωρίζει όμως ότι αυτό το φάρμακο ωφέλησε όλους τους τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι ορίζονται βάσει ενός και του αυτού εἴδους (κατ’ εἶδος ἓν ἀφορισθεῖσι), πάσχοντες από αυτή την ασθένεια —για παράδειγμα τους φλεγματικούς, τους χολερικούς ή τους πυρετώδεις— αυτό είναι τέχνη (14).

Εδώ το χαρακτηριστικό της εμπειρίας είναι ότι αναφέρεται σε κάθε περίπτωση θεωρούμενη ως επιμέρους, δηλαδή στην ασθένεια του Καλλία, εκείνη του Σωκράτη και άλλων, χωρίς να εξετάζει αν όλες αυτές οι περιπτώσεις είναι μία και η αυτή ασθένεια. Αντίθετα, το χαρακτηριστικό της τέχνης είναι ότι εξετάζει ακριβώς αυτή τη μία ασθένεια, η οποία είναι παρούσα σε όλες τις περιπτώσεις και, συνεπώς, είναι καθολική. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης μπορεί να συνοψίσει τη διαφορά λέγοντας: «Η εμπειρία είναι γνώση των επιμέρους, ενώ η τέχνη των καθολικών» (15).

Αυτό σημαίνει ότι το καθολικό, το οποίο, σύμφωνα με όσα ήδη είδαμε, περιέχεται στην εμπειρία ως όρος της ίδιας της δυνατότητάς της, δεν γνωρίζεται ωστόσο μέσω της εμπειρίας· επομένως η εμπειρία χαρακτηρίζεται, από μια άποψη, από την παρουσία και, από μια άλλη, από την απουσία του καθολικού. Γι’ αυτό μπορεί να ειπωθεί ότι είναι ουσιαστικά απαίτηση, ανάγκη γνώσης του καθολικού, δηλαδή τάση προς μια ανώτερη μορφή γνώσης. Έτσι καθίσταται φανερή όλη η σημασία της αριστοτελικής έννοιας της εμπειρίας ως ενδιάμεσης φάσης ανάμεσα στη αισθητηριακή γνώση —αίσθηση ή μνήμη— και στη νοητική γνώση —τέχνη ή επιστήμη— (16).

Αμέσως μετά τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην εμπειρία και την τέχνη, ο Αριστοτέλης προβαίνει στη διατύπωση που ήδη εξετάσαμε, δηλαδή ότι η γνώση ανήκει περισσότερο στην τέχνη παρά στην εμπειρία και ότι όσοι κατέχουν την τέχνη είναι σοφότεροι από όσους κατέχουν την εμπειρία. Τη δικαιολογεί δηλώνοντας: «Αυτό συμβαίνει επειδή οι μεν γνωρίζουν την αιτία (τὴν αἰτίαν), ενώ οι άλλοι όχι. Διότι όσοι έχουν εμπειρία γνωρίζουν το ότι (τὸ ὅτι), αλλά δεν γνωρίζουν το γιατί (τὸ διότι) και την αιτία» (17).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης εξομοιώνει αντίστοιχα το επιμέρους με το «ότι» και το καθολικό με το «διότι», δηλαδή με την αιτία, και θεωρεί τη γνώση του «διότι» και της αιτίας ως το χαρακτηριστικό της γνώσης με την αυστηρότερη έννοια. Στο τέλος του κεφαλαίου, πράγματι, θα καταλήξει ότι η σοφία είναι επιστήμη που αφορά ορισμένες αρχές και αιτίες.

Σχετικά με τη νομιμότητα της εξομοίωσης του καθολικού με την αιτία, έχει διατυπωθεί πρόσφατα κάποια αμφιβολία (18). Ωστόσο, αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή, αν ληφθεί υπόψη ότι το καθολικό είναι κατ’ ουσίαν η ενότητα μιας πολλαπλότητας και ότι το ίδιο ισχύει και για την αιτία σε σχέση με τα αποτελέσματά της. Από την παραπάνω εξομοίωση προκύπτει μια σημαντική συνέπεια για την αριστοτελική έννοια της γνώσης.

Αν, όπως είδαμε, η εμπειρία είναι γνώση του επιμέρους, στην οποία όμως ήδη εμπεριέχεται η απαίτηση του καθολικού, και αν το καθολικό και το επιμέρους αντιστοιχούν αντίστοιχα στο «διότι» και στο «ότι», τότε μπορεί να ειπωθεί επίσης ότι η εμπειρία είναι γνώση του «ότι», μέσα στην οποία ήδη εμπεριέχεται το ερώτημα του «διότι», δηλαδή είναι μια γνώση κατ’ ουσίαν προβληματική (19).


Σημειώσεις


(6) Metaph. 1, 1, 981 a 24-25.
(7) Εκεί, 980 b 29 – 981 a 1.
(8) Εκεί, 981 a 5-7.

(2) Πρέπει να ειπωθεί «κατ’ απόλυτο τρόπο», διότι μπορεί να συμβεί, όπως προβλέπει και ο ίδιος ο Αριστοτέλης στη Metaph. I, 1, 981 a 20-23, κάποιοι να κατέχουν την τέχνη ακόμη και χωρίς εμπειρία, ίσως επειδή την έμαθαν μέσω διδασκαλίας. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι ο πρώτος που την κατείχε την άντλησε από την εμπειρία.

(10) An. post. II, 19, 100 a 3-6.
(11) Εκεί, 6-9.
(12) Εκεί, 100 a 1-3.
(13) Εκεί, 100 a 15-18.

(14) Metaph. I, 1, 981 a 7-12.
(15) Εκεί, 981 a 15-16.

(16) «Η εμπειρία (empeiria), αφενός, παρουσιάζει μια στενή σύνδεση, μια εσωτερική συγγένεια και μια μερική ταυτότητα με τη αισθητηριακή γνώση… Αλλά, από μια άλλη άποψη, η εμπειρία υποδηλώνει μια ανάγκη και μια απαίτηση καθολικότητας, οι οποίες είναι εγγενείς στην ίδια τη γνώση του επιμέρους… Είναι λοιπόν μια στιγμή κατά την οποία το περιεχόμενο της αισθητηριακής γνώσης αποδεικνύεται προσανατολισμένο προς μια γνώση καθολικής τάξης (πρβλ. M. GENTILE, Come si pone il problema metafisico, Padova, 1955, σ. 47).

»Και πράγματι αποτελεί μια μορφή γνώσης, έστω κι αν δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιστήμη με την αριστοτελική έννοια, αφού αποτελεί μάλλον το κατώτερο όριο από το οποίο θα ανυψωθεί η καθαυτό επιστήμη. Είναι σαν ένας δίμορφος Ιανός, που, αν ως προς την προέλευσή του στρέφεται προς τα κάτω, προς την αίσθηση, ως προς την αξίωσή του και την τάση του προς ένα είδος ενοποίησης στρέφεται προς τα πάνω, προς εκείνη τη γνώση που συνιστά την αυθεντική ενοποίηση του επιμέρους (πρβλ. E. RIONDATO, Storia e metafisica nel pensiero di Aristotele, Padova, 1961, σ. 97).

»Ορίζοντας με τον όρο “εμπειρία” το αρχικό σύμπλεγμα που αρθρώνεται στα δύο επίπεδα του επιμέρους και του καθολικού, του αισθητού και του νοητού, αναγνωρίζεται εξαρχής εκείνη η δυναμική σύνθεση που βρίσκεται στη βάση της γνώσης μας και χωρίς την οποία η διαδικασία της διαμεσολάβησης θα φαινόταν πάντοτε κάτι τεχνητό (πρβλ. P. FAGGIOTTO, Esperienza tematica e discorso metafisico, στο «Rivista di filosofia neoscolastica», 55, 1963, σ. 273).

(17) Metaph. I, 1, 981 a 28-30.

(18) Πρβλ. O. GIGON, Methodische Probleme in der Metaphysik des Aristoteles, στο Aristote et les problèmes de méthode (Ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν στο Symposium Aristotelicum που πραγματοποιήθηκε στη Louvain από 24 Αυγούστου έως 1 Σεπτεμβρίου 1960), Louvain–Paris, 1961, σ. 131-145, ιδίως σ. 134.

(19) Για τον προβληματικό χαρακτήρα της εμπειρίας έχει επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή ο M. GENTILE, ό.π. Βλ., για παράδειγμα, σ. 51:
«Οι πιο άμεσες μορφές γνώσης, τη στιγμή που παρουσιάζονται στη συνείδηση ως σύνολο, αποκτούν έναν χαρακτήρα που καθεμιά από αυτές, λαμβανόμενη χωριστά, δεν διαθέτει. Καθεμία από αυτές τις γνώσεις, οι οποίες μεμονωμένα χαρακτηρίζονταν από απόλυτη βεβαιότητα, όταν συγκλίνουν σε αυτό το σύνολο, αποκτούν τον χαρακτήρα της προβληματικότητας. Η εμπειρία είναι, λοιπόν, η σύνθεση των παραστάσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε το σύνολό τους να απαιτεί επιτακτικά να ανοίγεται σε μια ευρύτερη ολότητα, η οποία, όσο παραμένουμε στο πεδίο της εμπειρίας, δεν είναι μια κλειστή και προσδιορισμένη ολότητα, αλλά απλώς απαιτείται: απαιτείται όχι με την έννοια ότι η εμπειρία δεν είναι ενότητα, αλλά με την έννοια ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ενότητά της με τον ίδιο τρόπο που κατανοούμε την ενότητα των στοιχείων που τη συνθέτουν».