Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Schelling και η εσχατολογία 1

Ο Schelling και η εσχατολογία 1

CLAUDIO CIANCIO

Περιλαμβάνεται στον τόμο, αφιερωμένο στον Franz von Baader:
Aufklärung und Romantik als Herausforderung für katholisches Denken

Ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός ως πρόκληση για την καθολική σκέψη

Είναι γνωστό ότι μια έντονη εσχατολογική σφραγίδα διαπότισε το πνεύμα και τη σκέψη του Ρομαντισμού και, κατά συνέπεια, και τη σκέψη του Schelling. Αρκεί να θυμηθούμε το γνωστό και εμβληματικό απόσπασμα του Schlegel: «Η επαναστατική επιθυμία να πραγματοποιηθεί η Βασιλεία του Θεού είναι το ελαστικό σημείο της προοδευτικής καλλιέργειας και η απαρχή της νεότερης ιστορίας. Ό,τι δεν βρίσκεται σε καμία σχέση με τη Βασιλεία του Θεού αποτελεί μέσα σε αυτήν απλώς δευτερεύον ζήτημα».[1] Πρόκειται για ένα εσχατολογικό φρόνημα που εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, οι οποίες είναι όλες παρούσες στην εξέλιξη της σκέψης του Schelling και είναι ουσιαστικά τρεις: η ιδέα μιας άπειρης προόδου της ιστορίας, η ιδέα της δυνατότητας ανύψωσης του πεπερασμένου στο Απόλυτο και η ιδέα μιας ολοκλήρωσης της ιστορίας ως τέλειας και αρμονικής πραγμάτωσης των δυνατοτήτων του Είναι. Αυτή η τελευταία μορφή νοείται, αφενός, ως επιστροφή στην αρχή και, αφετέρου, ως υπέρβαση της αρχής. Οι δύο πρώτες μορφές αποτελούν το αποτέλεσμα μιας εκκοσμίκευσης της χριστιανικής εσχατολογίας και, ως τέτοιες, μετατρέπονται μάλλον σε θεμελιώδη στοιχεία και εμπνευστικές αρχές του νεότερου ορθολογισμού. Στον Schelling η εσχατολογία παρουσιάζεται τόσο με αυτές τις δύο μορφές όσο και με τη χριστιανική της μορφή· έτσι δεν αποτελεί μόνο πηγή έμπνευσης, αλλά και ρητό θέμα του φιλοσοφικού στοχασμού. Το τελικό αποτέλεσμα της φιλοσοφίας του Schelling είναι, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, μια σύνθεση των δύο αυτών τρόπων.

Στον νεαρό Schelling, όπως και σε πολλούς συγχρόνους του, το εσχατολογικό πνεύμα εκφράζεται πρωτίστως στη δυνατότητα υπέρβασης της περατότητας μέσω της ανύψωσής της στο Απόλυτο. Από την άλλη πλευρά, η ιστορική διάσταση της εσχατολογίας δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Χαρακτηριστικό είναι το προοδευτικό όραμα της ιστορίας και της έκβασής της, όπως παρουσιάζεται στην πραγματεία Antiquissima de prima malorum humanorum origine του 1792. Εκεί διαπιστώνεται ότι, όσο επιθυμητή και αν είναι η επιστροφή στον Παράδεισο, οι τεράστιοι μόχθοι της ζωής μας πρέπει να μας οδηγήσουν σε μια κατάσταση ακόμη μεγαλύτερης και αληθέστερης μακαριότητας.[2]

Στο Vom Ich του 1795, αντιθέτως, ο Schelling διατυπώνει «τον ύψιστο νόμο για το πεπερασμένο ον: να είσαι απολύτως ταυτόσημο με τον εαυτό σου»,[3] πραγματώνοντας με αυτόν τον τρόπο το Απόλυτο. Η ταυτότητα αυτή περιγράφεται με όρους που μπορούμε κυριολεκτικά να χαρακτηρίσουμε εσχατολογικούς, επειδή νοείται με την έννοια της σωτηρίας: μέσω της συμφωνίας του Εγώ και του μη-Εγώ συντελείται η ανύψωση στο Απόλυτο και η είσοδος στη μακαριότητα. Πρόκειται όμως για μια εσχατολογία που διατηρεί τα χαρακτηριστικά του Kant και του Fichte. Μολονότι ο τελικός σκοπός τόσο του πεπερασμένου Εγώ όσο και του κόσμου είναι η απορρόφησή τους στο Απόλυτο, εξακολουθεί να ισχύει ότι «προς αυτόν τον τελικό σκοπό υπάρχει μόνο άπειρη προσέγγιση — επομένως άπειρη διάρκεια του Εγώ, αθανασία».[4]

Η μεταγραφή της εσχατολογίας στους νεότερους όρους της άπειρης προόδου χαρακτηρίζει επίσης τις Philosophische Briefe και φτάνει μέχρι το System des transzendentalen Idealismus. Πράγματι, στις Philosophische Briefe του 1795, το κύριο θέμα φαίνεται να είναι μάλλον η αρχή παρά το τέλος — άλλωστε και τα πρώτα θεολογικά κείμενα πραγματεύονταν κατά κύριο λόγο αυτό το πρόβλημα. Η ριζική λύση του προβλήματος της επανένωσης του πεπερασμένου με το Άπειρο, όπως την προτείνει εδώ ο Schelling, συνίσταται στην αναγνώριση ότι το πεπερασμένο δεν υπάρχει χωριστά από το Άπειρο:

«Η φιλοσοφία δεν μπορεί βέβαια να περάσει από το Άπειρο στο πεπερασμένο, μπορεί όμως, αντιστρόφως, να περάσει από το πεπερασμένο στο Άπειρο. Η επιδίωξη να μην επιτραπεί καμία μετάβαση από το Άπειρο στο πεπερασμένο γίνεται, ακριβώς γι’ αυτό, ο συνδετικός ενδιάμεσος κρίκος και των δύο, ακόμη και για την ανθρώπινη γνώση. Για να μην υπάρχει μετάβαση από το Άπειρο στο πεπερασμένο, πρέπει μέσα στο ίδιο το πεπερασμένο να ενυπάρχει η τάση προς το Άπειρο, η αιώνια επιδίωξη να χαθεί μέσα στο Άπειρο».[5]

Το οντολογικό πρότυπο της έβδομης επιστολής προβλέπει μια σχέση προς το Άπειρο με τη μορφή μιας διαδικασίας απειροποίησης. Στην ένατη επιστολή ο Schelling υπογραμμίζει ότι η ιδέα αυτής της άπειρης διαδικασίας χαρακτηρίζει τον κριτικισμό· διότι, εάν θεωρήσουμε το Απόλυτο ως ήδη πραγματωμένο ή ως δυνάμενο να πραγματωθεί, περιπίπτουμε στον δογματισμό. Αυτό όμως δεν αρκεί για να παραμεριστεί το ερώτημα της αρχής ή, ακριβέστερα, το ερώτημα εκείνης της εξόδου ή του χωρισμού από το Άπειρο, που αποτελεί ακριβώς την προϋπόθεση της άπειρης διαδικασίας επανένωσης μαζί του. Στην τρίτη επιστολή, αναφερόμενος στην αντίθεση μεταξύ δογματισμού και κριτικισμού, ο Schelling παρατηρεί ότι στην αρχή της βρίσκεται «η έξοδος από το Απόλυτο· διότι όλοι θα συμφωνούσαμε ως προς το Απόλυτο, εάν δεν είχαμε εγκαταλείψει ποτέ τη σφαίρα του».[6] Αυτό το πρόβλημα του χωρισμού από το Απόλυτο, το οποίο είναι θεμελιώδες και για τη διατύπωση της εσχατολογίας, παραμένει αρχικά στο υπόβαθρο· λίγα μόλις χρόνια αργότερα, όμως, ο Schelling αναγκάζεται να αναμετρηθεί μαζί του.

Με το System des transzendentalen Idealismus (1800) έρχεται στο προσκήνιο μια πολύ πιο σύνθετη και λιγότερο σχηματική αντίληψη της ιστορίας. Νοούμενη ως πλέγμα αναγκαιότητας και ελευθερίας,[7] η ιστορία δεν είναι μια άπειρη προσέγγιση, αλλά μάλλον η προοδευτική και ενιαία αποκάλυψη του Απολύτου, χωρίς ωστόσο να μπορεί γι’ αυτόν τον λόγο να καταστεί μια ολοκληρωμένη αντικειμενοποίηση: «Ο Θεός ουδέποτε είναι, εάν ως Είναι νοείται αυτό που παρουσιάζεται στον αντικειμενικό κόσμο· εάν ήταν, εμείς δεν θα ήμασταν· αλλά αποκαλύπτεται αδιάκοπα».[8] Το Απόλυτο, ως καθαρή ταυτότητα του συνειδητού και του ασυνειδήτου, είναι απρόσιτο· η ιστορία, όμως, αποτελεί αποκάλυψή του, η οποία βεβαίως δεν ολοκληρώνεται ποτέ, παρά μόνο κατά την έσχατη στιγμή.

Η ιστορική διαδικασία διαιρείται σύμφωνα με την τριαδική αρχή διαδοχής των εποχών του κόσμου. Οι ιστορικές εποχές θα ήταν: εκείνη κατά την οποία η ανώτερη δύναμη εμφανίζεται ως πεπρωμένο· εκείνη κατά την οποία αυτό που προηγουμένως εμφανιζόταν ως πεπρωμένο μετατρέπεται σε φυσικό νόμο· και, τέλος, εκείνη της τελειότερης αποκάλυψης του Θεού, κατά την οποία αυτό που προηγουμένως εμφανιζόταν ως πεπρωμένο ή ως φύση αποκαλύπτεται πλέον ως πρόνοια. «Πότε θα αρχίσει αυτή η περίοδος, δεν μπορούμε να το πούμε. Όταν όμως υπάρξει αυτή η περίοδος, τότε θα υπάρξει και ο Θεός».[9] Το τέλος της ιστορίας ορίζεται επίσης από τον Schelling ως κυριαρχία της διάνοιας, ως «η χρυσή εποχή του δικαίου, όταν κάθε αυθαιρεσία θα έχει εξαφανιστεί από τη γη και ο άνθρωπος, μέσω της ελευθερίας, θα έχει επιστρέψει στο ίδιο σημείο στο οποίο τον είχε αρχικά τοποθετήσει η φύση και από το οποίο απομακρύνθηκε όταν άρχισε η ιστορία».[10] Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το Έσχατον νοείται ως επιστροφή στην αρχή· ασφαλώς όχι ως ταυτόσημο με την αρχή, αφού μεσολαβεί η ελευθερία.

Κατά την περίοδο της φιλοσοφίας της ταυτότητας, το επικρατέστερο εσχατολογικό πρότυπο φαίνεται να είναι και πάλι εκείνο της ανύψωσης του πεπερασμένου στο Απόλυτο, ενώ η προνομιακή οδός είναι η φιλοσοφική. Ωστόσο, το πρότυπο αυτό συνυφαίνεται με την ιστορική προοπτική, η οποία εξακολουθεί να έχει τη μορφή μιας άπειρης προοδευτικότητας. Συνυπάρχουν, επομένως, δύο πρότυπα εσχατολογίας, των οποίων η διαφορά θα καταστεί σαφής μόνο στον ύστερο Schelling.

Στην πραγματεία Ueber das Verhältnis der Naturphilosophie zur Philosophie überhaupt (1804), ακόμη και ο χριστιανισμός θεωρείται απλώς ως «οδός προς την τελείωση»,[11] δηλαδή προς την ανύψωση της ψυχής στο Απόλυτο, επειδή θέτει την αντίθεση μεταξύ Θεού και κόσμου· κατά την τελείωση, και ο χριστιανισμός «αίρεται ως αντίθετο· τότε ο ουρανός έχει αληθινά ανακτηθεί και έχει κηρυχθεί το απόλυτο Ευαγγέλιο».[12] Υιοθετώντας πλατωνικά μοτίβα, ο Schelling βλέπει στη φιλοσοφία την οδό της κάθαρσης και της επανασυμφιλίωσης.[13] «Ο αληθινός θρίαμβος και η έσχατη απελευθέρωση της ψυχής βρίσκονται μόνο στον απόλυτο ιδεαλισμό»,[14] καταλήγει ο Schelling.


Όπως έχει επισημάνει ο Balthasar, αναφερόμενος ιδιαίτερα στις παραδόσεις του Würzburg —Propädeutik και System der gesamten Philosophie, αμφότερες του 1804—, για τον Schelling η αιωνιότητα είναι περισσότερο εσωτερικότητα παρά μέλλον.[15] Έτσι γράφει στο System: «Η σοφία των αρχαίων μάς άφησε μια σημαντική υπόδειξη, τοποθετώντας τη χρυσή εποχή πίσω μας, σαν να ήθελε με αυτό να υποδηλώσει ότι δεν πρέπει να την αναζητούμε μέσω μιας ατέρμονης και ανήσυχης προόδου και εξωτερικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον μέσω της επιστροφής στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε ο καθένας, στην εσωτερική ταυτότητα με το Απόλυτο».[16]

Σε αυτή την εσχατολογία, η ιστορική διάσταση δεν φαίνεται απλώς να παραμερίζεται ολοκληρωτικά· συντελείται επίσης μια εσχατολογική άρνηση της προσωπικής ταυτότητας, καθώς η αθανασία περιορίζεται στην ιδέα της ψυχής που βρίσκεται μέσα στον Θεό.[17] Όπως τονίζει επίσης με σαφήνεια ο Balthasar, αναδεικνύεται έτσι ο αισθητικός χαρακτήρας της. Ο Schelling γράφει ακόμη στο System: «Η απόλυτη ταυτότητα του Απείρου με το πεπερασμένο, θεωρούμενη αντικειμενικά και ως αντίτυπο, είναι η ομορφιά».[18]


Όταν, σε αυτή τη φάση της σκέψης του Schelling, η εσχατολογία νοείται ιστορικά, υπερισχύει μια κυκλική αντίληψη της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία —όπως εκφράζεται στο Bruno (1802)— όλα τα πράγματα προέρχονται από την ύψιστη ενότητα και επιστρέφουν σε αυτήν.[19] Παρομοίως, στις Vorlesungen über die Methode des akademischen Studiums (1803) κυριαρχεί η ιδέα μιας ακολουθίας σύμφωνα με την οποία στην απαρχή του ανθρώπινου γένους υπάρχει μια αμοιβαία διείσδυση του κράτους, της επιστήμης, της θρησκείας και της τέχνης, και το ίδιο θα συμβεί κατά την έσχατη τελείωση· από την άλλη πλευρά, όμως, η ιστορία εξακολουθεί να νοείται ως δίχως τέλος.[20] Μια ανάλογη αμφιταλάντευση παρατηρείται και σε σχέση με την προσωπική αθανασία.

Αυτές οι αμφισημίες δεν έχουν ακόμη επιλυθεί ούτε στο Philosophie und Religion (1804), ένα κείμενο του οποίου ο καινοτόμος χαρακτήρας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αλλά ούτε και να υπερεκτιμηθεί. Από τη μία πλευρά, εξακολουθεί να υφίσταται μια ουσιαστική υποτίμηση της περατότητας· γι’ αυτό και η λύτρωση συνίσταται στην απελευθέρωση από την ιδιαιτερότητα, η οποία θεωρείται συνέπεια της πτώσης. Η περατότητα είναι τιμωρία και προορίζεται για εκμηδένιση.[21] Από πλατωνική άποψη, η λύτρωση συνίσταται στην επανένωση με την Ιδέα· πρόκειται για μια θέση που επιβεβαιώνεται αργότερα στο Ueber das Verhältnis der bildenden Künste zu der Natur (1807). Σύμφωνα με αυτήν, η ψυχή στον άνθρωπο δεν αποτελεί την αιτία της ατομικότητάς του, αλλά εκείνο μέσω του οποίου αυτός ανυψώνεται πάνω από την εγωικότητα και αποκτά την ικανότητα της γνώσης και της τέχνης· η ψυχή δεν σχετίζεται με την ύλη, αλλά με το πνεύμα, με τη ζωή των πραγμάτων.[22]


Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτή την προοπτική και σε εκείνη του ύστερου Schelling είναι ότι εδώ η διέλευση μέσα από τον θάνατο δεν είναι αναγκαία για τη λύτρωση, ενώ αργότερα ο θάνατος θεωρείται ακριβώς ως το πέρασμα που επιφέρει μια ουσιαστική και αποφασιστική μεταβολή προς την επιστροφή στην ενότητα με τον Θεό. Ωστόσο, ακόμη και στο Philosophie und Religion, η ιστορική διάσταση δεν είναι απλώς ασήμαντη για τον Schelling, διότι η πτώση μπορεί να έχει θετική σημασία ως μέσο για την ολοκληρωμένη θεία αποκάλυψη, η οποία εκδιπλώνεται κατά την πορεία της ιστορίας.[23]

Συνεχίζεται

ΜΠΡΑΒΟ ΖΗΖΙΟΥΛΑ! ΙΣΑΞΙΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ copy paste.ΧΑΡΕΙΤΕ ζηζιουλάκιαΚΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΝΕΙ.

Σημειώσεις:

Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου

5-7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας» - Πέτρος Βασιλειάδης


Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας-Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική_Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς

Ε΄ Συνεδρία


16.00-16.20: Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς (Εκκλησία της Σερβίας), Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία: Ο εικονιστικός ρεαλισμός της λατρείας στον Μάξιμο Ομολογητή και τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

16.20-16.40: Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου

Ευχαριστούμε πολύ τον Άγιο Μπρανιτσέβου. Και τώρα εισερχόμαστε στη δεύτερη εισήγηση, του καθηγητή κ. Πέτρου Βασιλειάδη, με θέμα «Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου».

Σεβασμιώτατε Άγιε Περγάμου, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και εγώ θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου για το ότι με συμπεριέλαβε σε αυτή την εόρτια σύναξη. Θα ήθελα να κάνω δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις, τις οποίες πρέπει να έχετε υπόψη σας σε όσα θα ακούσετε. Η πρώτη είναι ότι, παρότι ως βιβλικός είμαι αυστηρά επιστημονικός, στην παρουσίασή μου δεν θα είμαι συστηματικός ούτε επιστημονικός.

Θα μεταφέρω, μέσα από τη δική μου σκέψη και από μνήμης, όσα έχω διδαχθεί και έχω διαβάσει από το τεράστιο έργο του Μητροπολίτη. Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να έχετε υπόψη είναι ότι όσα θα ακούσετε ενέχουν τον κίνδυνο να περνούν μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της προσωπικής μου βιβλικής σκέψης. Επομένως, ενέχουν αυτόν τον κίνδυνο και θα κριθώ και εγώ γι’ αυτά που θα ακούσετε.

Θα μου πείτε: «Με αυτά που μας λέτε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;», όπου «παζάρι» είναι η εόρτια σύναξη. «Αλεπού», βέβαια, όχι ως αλεπού ή ως λύκος, αλλά ως φίλος από άλλο γνωστικό αντικείμενο, έρχομαι να καταθέσω πραγματικά την προσωπική μου μαρτυρία για την τεράστια συμβολή του τιμώμενου σήμερα Ιεράρχη.

Η πρώτη γνωριμία μου με τη σκέψη του νεαρού τότε λαϊκού Ιωάννη Ζηζιούλα, τη δεκαετία του 1970, έγινε μέσω των δημοσιεύσεών του για τα τρέχοντα, την εποχή εκείνη, θέματα του πολυμερούς διαχριστιανικού διαλόγου. Πολύ, δηλαδή, πριν κυκλοφορήσει το, κατά τη γνώμη μου, opus magnum του, το Being as Communion, που τον έκανε διεθνώς γνωστό ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους της εποχής μας και, με τη ρηξικέλευθη θεολογική του σκέψη, παγίωσε πλέον, στους επιστημονικούς κύκλους της Δύσης τουλάχιστον, την απαράμιλλη δυναμική της ελληνικής πατερικής γραμματείας.

Είχαν προηγηθεί οι συμβολές άλλων κορυφαίων Ορθοδόξων. Ήταν όμως ο Μητροπολίτης πλέον Περγάμου Ιωάννης εκείνος που επέφερε τις αναγκαίες διορθωτικές, θα λέγαμε, θεολογικές προτάσεις —όπως εύστοχα το αναγνωρίζει, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ο μακαριστός π. John Meyendorff, και αναφέρθηκε και ο π. Μάξιμος σε αυτό, μιλώντας για τη θεολογία του Nikolai Afanasiev—, οι οποίες κατέστησαν πλέον αξιόπιστη την Ορθόδοξη θεολογία σε μια σειρά από θέματα, ένα από τα οποία είναι και η εσχατολογία.

Με το θέμα αυτό θα απασχολήσω την αγάπη σας, παρουσιάζοντας την εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας από τον Μητροπολίτη Περγάμου και επιμένοντας παράλληλα στις επιπτώσεις τόσο της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας όσο και της εσχατολογίας καθ’ αυτής σε μια σειρά από θέματα. Άλλωστε, αυτή είναι και η μεθοδολογία του Αγίου Περγάμου.

Στην πρώτη μου αυτή επαφή, ως βιβλικός θεολόγος, είχα εντυπωσιαστεί από τη βιβλική πληρότητα της επιχειρηματολογίας του. Επρόκειτο για μια πληρότητα άγνωστη μέχρι τότε —θα έλεγα, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και σήμερα— στην ορθόδοξη συστηματική και πατρολογική γραμματεία. Αυτό το διαπιστώνει κανείς μελετώντας την προγενέστερη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, διδακτορική του διατριβή. Κυρίως χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί η εισαγωγή της, με τις βιβλικές αναφορές και την αναφορά στη σκέψη εκείνης της εποχής γύρω από βιβλικά θέματα, αλλά και η βαθυστόχαστη ανάλυση των σχέσεων χριστιανισμού και ελληνισμού στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Για να κατανοήσει κανείς ορθά τη σημασία της χρήσης της εσχατολογίας στη νεότερη θεολογία, θα πρέπει πρώτα να αναζητήσει τους παράγοντες που διαμόρφωσαν αυτή την εξέλιξη στη θεολογική προβληματική της νεότερης επιστήμης. Να θυμίσω πολύ σύντομα, λόγω του περιορισμένου χρόνου, ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα και στα τέλη του προπερασμένου η αναζήτηση του ιστορικού Ιησού είχε σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς ήταν κήρυκας μιας απαράμιλλης ηθικής, αλλά μιας ηθικής χωρίς ίχνος εσχατολογίας.

Ήταν οι Γερμανοί Johannes Weiss και Albert Schweitzer που ανέτρεψαν αυτή την αντίληψη και δημιούργησαν σε ολόκληρο τον βιβλικό κόσμο την πεποίθηση ότι ο ιστορικός Ιησούς θα πρέπει να μελετηθεί με βάση την εσχατολογία της εποχής εκείνης. Όταν, τη δεκαετία του 1950, ο μακαριστός δάσκαλός μου Σάββας Αγουρίδης εισήγαγε στην Ελλάδα τον άγνωστο τότε όρο «εσχατολογία», ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίστηκε αιρετικός, επειδή μετέφερε ιουδαϊκά θέματα σε έναν καθαρά ελληνοκρατούμενο θεολογικό προβληματισμό.

Ο Μητροπολίτης Περγάμου μεταφέρει ακριβώς αυτή τη βασική έννοια από τον βιβλικό χώρο της εσχατολογίας —και να υπενθυμίσω ότι εκείνη ακριβώς την εποχή η εσχατολογία είχε την αρνητική σημασία που μας ανέφερε ο κ. Βέντης— όχι μόνο στον εκκλησιολογικό προβληματισμό αλλά και σε άλλα θέματα, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, και μάλιστα με αξιοθαύμαστη επιτυχία.

Η ταυτότητα της χριστιανικής Εκκλησίας προσδιορίζεται αναμφίβολα από τη διδασκαλία, τη ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού, όπως αυτά περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη. Η διδασκαλία όμως και, κυρίως, η ζωή και το έργο του Χριστού δεν μπορούν να κατανοηθούν σωστά, αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου, χωρίς αναφορά στις εσχατολογικές προσδοκίες του ιουδαϊκού λαού· στην αδιαμφισβήτητη, δηλαδή, προσδοκία της έλευσης ενός Μεσσία, ο οποίος, στις έσχατες ημέρες της Ιστορίας, θα εγκαθιστούσε τη Βασιλεία του, συγκαλώντας σε έναν τόπο τον διασκορπισμένο λαό του Θεού, προκειμένου να αποτελέσει μια ενότητα, μια κοινωνία γύρω από το πρόσωπό του.

Με αυτή τη διαπίστωση ο Μητροπολίτης Περγάμου συνδέει την εσχατολογία με την ευχαριστιολογία. Είναι διάσπαρτη στην Καινή Διαθήκη η αντίληψη ότι ο Χριστός ταυτίστηκε με εκείνον τον Μεσσία των Εσχάτων, ο οποίος θα αποτελούσε το κέντρο της σύναξης του διασκορπισμένου λαού του Θεού.

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο υπάρχει μια πολύ σημαντική μαρτυρία, ξεχασμένη από τους βιβλικούς θεολόγους, για τον ρόλο αυτού του Μεσσία. Σε αυτήν ο συγγραφέας του Τετάρτου Ευαγγελίου, ερμηνεύοντας τους λόγους του Ιουδαίου αρχιερέα, «συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται», υποστηρίζει ότι «προεφήτευσεν ὅτι ἤμελλεν Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν».

Η έννοια της σύναξης κατά τους έσχατους μεσσιανικούς χρόνους, γνωστή στην παλαιοδιαθηκική και καινοδιαθηκική αλλά και στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ εσχατολογίας και ευχαριστίας. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να ισχυριστεί ότι αποτελούσε κοινή πεποίθηση —ήταν κοινή πεποίθηση— όλων σχεδόν των θεολόγων της αρχαίας και αδιαίρετης χριστιανικής Εκκλησίας ότι, με την Ανάσταση του Χριστού και κυρίως με την Πεντηκοστή, τα έσχατα εισβάλλουν ήδη μέσα στην Ιστορία.

Θέλω να τονιστεί αυτός ο όρος, «εισβάλλουν»: επέλαση, εισβολή. Δεν έχουμε χρόνο να το αναλύσουμε περισσότερο. Δεν αποτελούν, δηλαδή, απλή συνέχεια της Ιστορίας ούτε απορροφώνται από την Ιστορία και ούτω καθεξής. Η μεσσιανική εσχατολογική κοινότητα γίνεται απτή πραγματικότητα όσες φορές η Εκκλησία —ο νέος Ισραήλ, ο διασκορπισμένος λαός του Θεού— συνέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτό, σε έναν τόπο, και συγκροτεί, με άλλα λόγια, κοινωνία, κοινότητα, πρωτίστως φυσικά, όχι όμως μόνο, για να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία.

Η πρωτοτυπία του Μητροπολίτη Περγάμου έγκειται στο ότι μεταφέρει τη βασική και καθιερωμένη στις βιβλικές σπουδές έννοια της εσχατολογίας στον ευρύτερο θεολογικό στοχασμό και κυρίως στον εκκλησιολογικό προβληματισμό· και, όπως είπαμε, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η εσχατολογική θεώρηση της χριστιανικής πίστης —κυρίως, βέβαια, της Ορθόδοξης, αλλά όχι μόνο— συνδέεται και έχει συνέπειες σε τρία τουλάχιστον διαλεκτικά ή συνακόλουθα ζεύγη:

Εσχατολογία–Πνευματολογία και, έμμεσα, Χριστολογία· Εσχατολογία–Ιστορία, με συνακόλουθη τη σχέση Ευχαριστίας–ιεραποστολής· και Εσχατολογία–Ευχαριστία. Και τα τρία αυτά ζεύγη έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δογματική, την ηθική, την ιεραποστολική αλλά και τη λειτουργική θεολογία της Εκκλησίας.

Ως προς το πρώτο ζεύγος, οι επιπτώσεις για τη χριστιανική θεολογία άπτονται των θεμάτων της χριστιανικής Τριαδολογίας· της προτεραιότητας, δηλαδή, ή της αμοιβαίας σχέσης Χριστολογίας και Πνευματολογίας. Συζητήθηκαν στην πρωινή συνεδρία αυτά τα θέματα, με επακόλουθα, μάλιστα, τα φλέγοντα ζητήματα του πρωτείου και της συνοδικότητας.

Ως προς το δεύτερο ζεύγος, οι συνέπειες αναφέρονται στη σχέση κοινωνίας και ατομικότητας, στην προτεραιότητα της ευχαριστιακής έναντι της θεραπευτικής πνευματικότητας, με επακόλουθη την ατομική ή εκκλησιαστική διάσταση της σωτηρίας και ούτω καθεξής.

Τέλος, ως προς το τρίτο ζεύγος, οι θεολογικές επιπτώσεις αφορούν την αμφιλεγόμενη σχέση Ευχαριστίας και χριστιανικής μαρτυρίας ή ιεραποστολής· την προτεραιότητα, δηλαδή, αυτού καθ’ εαυτό του ευχαριστιακού γεγονότος έναντι του ευαγγελιστικού του χαρακτήρα ή, κατ’ άλλους, αντίστροφα, με συνέπειες για το πανχριστιανικό αίτημα, τα όρια και την έκταση της λειτουργικής αναγέννησης.

Η εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας και το αγιοπνευματικό υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της λειτουργικής πράξης της Ορθοδοξίας είναι, κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και κατά πολλούς —όλους τους παρευρισκόμενους θεολόγους—, αυτά που διαφοροποιούν την Ορθοδοξία της καθ’ ημάς Ανατολής από την ετερόδοξη εν γένει Δύση: το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν αντλεί την ύπαξη και την υπόστασή της από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει.

Όχι, δηλαδή, από το παρόν —την οποιαδήποτε ιεραποστολική ή κοινωνική δράση της— ή από το παρελθόν, από κάποια δογματική διδασκαλία, πατερική, βιβλική ή οποιαδήποτε άλλη, ή ακόμη από αυτό που της δόθηκε ως θεσμός, αλλά από το μέλλον, από τα έσχατα.

Εξίσου, όμως, ουσιαστικός είναι και ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος στη ζωή και τη λατρεία της Εκκλησίας. Να θυμηθούμε ότι τα κύρια ζητήματα που χαρακτήρισαν τη θεολογική αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης κατά την περίοδο πριν, κατά και μετά το Σχίσμα ήταν το Filioque και η επίκληση του Αγίου Πνεύματος.


Είναι χαρακτηριστικό πως στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες της Εκκλησίας οι έννοιες «Εσχατολογία» και «Πνευματολογία» είναι πολύ στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος θεωρείται ως το κατεξοχήν γεγονός των εσχάτων. Αν ο Χριστός, αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Περγάμου, είναι ο ιδρυτής του θεσμού της Εκκλησίας, το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που συγκροτεί αυτόν τον θεσμό.

Χωρίς να φτάνει στο σημείο του στενού φίλου και συνεργάτη του στον αγώνα για την αυθεντική μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, του αείμνηστου Νίκου Νησιώτη, ο οποίος με τόσο πάθος χαρακτήριζε τη δυτική παράδοση στο σύνολό της χριστομονιστική, ο Μητροπολίτης Περγάμου πιστεύει —πίστευε, τουλάχιστον, στα πρώτα βήματά του— ότι η δυτική χριστιανοσύνη έστρεψε περισσότερο την προσοχή της στο πρόσωπο του Χριστού, υποβιβάζοντας ασυναίσθητα το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα, σε έναν δευτερεύοντα, βοηθητικό ρόλο: πρεσβευτή του Χριστού, εμπνευστή των προφητών και ούτω καθεξής.

Αν η εκπλήρωση της προφητείας του Ιωήλ στη διήγηση του δεύτερου κεφαλαίου των Πράξεων συνέδεε την Εσχατολογία με την Πνευματολογία, ο καταληκτήριος στίχος της Δευτέρας προς Κορινθίους Επιστολής, «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν», συνδέει την Πνευματολογία με τη βασική βιβλική έννοια της κοινωνίας.


Αυτό οδήγησε τον Μητροπολίτη Περγάμου να κάνει λόγο περί Εκκλησίας ως κοινωνίας των εσχάτων. Το αποτέλεσμα της Εσχατολογίας για την αυθεντική κατανόηση της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να είναι άλλο παρά η κύρια και θεμελιώδης βιβλική έννοια της κοινωνίας. Και η καλύτερη και αυθεντικότερη έκφραση της Εκκλησίας ως της κατεξοχήν κοινωνίας των εσχάτων είναι η Θεία Ευχαριστία.

Η συλλογική πράξη —πράξη και όχι πράγμα—, όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε πριν από σαράντα πέντε χρόνια ο Μητροπολίτης Περγάμου στο περίφημο έργο του για την ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου, για το οποίο έγινε πολλές φορές λόγος σήμερα· πράξη, δηλαδή, ευχαριστίας του λαού του Θεού προς τον Δημιουργό του, η οποία σε ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορία της Ορθοδοξίας κατανοείται σαφέστατα ως αναλαμπή και πρόγευση της ερχόμενης Βασιλείας.

Η Εκκλησία, λοιπόν, υπό την ανωτέρω εσχατολογική και πνευματολογική κατανόησή της, είναι αυτονόητο ότι είναι ασυμβίβαστη με την ατομικότητα. Η αυτοσυνειδησία της, με άλλα λόγια, είναι συνάρτηση της κοινωνίας. Έχει, δηλαδή, κατεξοχήν συλλογικό, κοινωνικό χαρακτήρα. Σηματοδοτεί, με άλλα λόγια, την πορεία του λαού του Θεού ως συνόλου προς τα έσχατα.

Γι’ αυτό και, αιώνες τώρα, η κυριακάτικη Λειτουργία της, η Ευχαριστία, έχει σημαίνουσα και καθοριστική θέση για την ταυτότητά της, πιθανόν πέρα και πάνω ακόμη και από την Αγία Γραφή. Η εσχατολογική αυτή προσέγγιση του μυστηρίου της Εκκλησίας κυριαρχεί από τα πρώτα κιόλας γραπτά της Καινής Διαθήκης.


Οι εκκλησιολογικοί όροι στις ηθικές παραινέσεις του πέμπτου κεφαλαίου της Πρώτης προς Θεσσαλονικείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου επικεντρώνονται σαφέστατα στο εσχατολογικό γεγονός της Παρουσίας του Κυρίου: «καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη».

Στη σκέψη του Αποστόλου Παύλου, η εσχατολογική αυτή κατάσταση είναι ήδη παρούσα, αφού πρόκειται για μια προληπτική εσχατολογική πραγμάτωση του νέου Ισραήλ στο πρόσωπο της Εκκλησίας. Μια έμμεση, πλην όμως σαφέστατη, φανέρωση των εσχάτων στην Εκκλησία αποτελούν οι διαβεβαιώσεις του Αποστόλου Παύλου λίγο πιο πάνω από αυτή την ενότητα: «πάντες γὰρ ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας»· καθαρά εσχατολογικοί όροι.

Η εσχατολογική βάση της παύλειας εκκλησιολογίας είναι φανερή στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει ότι στην καρδιά της Εκκλησίας, στο μυστήριο δηλαδή της Ευχαριστίας, «τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἔλθῃ». Αυτή την εσχατολογική προοπτική τη διακρίνουμε να εξελίσσεται σε ολόκληρο το φάσμα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας.

Η Εκκλησία, ως προληπτική φανέρωση και έκφραση της Βασιλείας του Θεού, δεν αντέγραψε μια ιεραρχικά δομημένη ιερατική τάξη, είτε της ισραηλιτικής θρησκείας είτε των άλλων θρησκειών, αλλά περιστράφηκε γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, εικόνα του οποίου είναι ο Επίσκοπος. Στην Αγία Γραφή, όμως, και ο έτερος βαθμός της ιεροσύνης, αυτός των πρεσβυτέρων, έχει σαφώς συλλογική και όχι θεσμική χροιά. Αναφέρεται στη συλλογική έννοια των πρεσβυτέρων της Παλαιάς Διαθήκης.

Τα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα της εορτής της Πεντηκοστής, με περισσή και αφοπλιστική τόλμη, προβάλλουν τη δράση του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος του Θεού, σε ολόκληρη την κοινότητα. Το πρώτο ιδιαίτερο ανάγνωσμα, εκείνο των Αριθμών, αναφέρεται σημειολογικά στο σώμα των πρεσβυτέρων για την καθοδήγηση του λαού Του, πέραν δηλαδή των φυσικών ηγετών του, του Μωυσή και του Ιησού του Ναυή. Το δεύτερο, του Ιωήλ, αναφέρεται στο σύνολο του λαού, «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν καὶ ἐπὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν», κατά τη μεσσιανική εποχή. Και το τρίτο, του Ιεζεκιήλ, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, υπενθυμίζει πως ούτε οι ηγέτες ούτε και ο συμβατικός νόμος, αλλά το Πνεύμα του Θεού θα καθορίζει στο μέλλον τη συμπεριφορά των πιστών.

Σε αυτήν ακριβώς την προφητεία, σε συνδυασμό με μια άλλη, παράλληλη προφητεία του Ιερεμία περί Καινής Διαθήκης, στηρίχθηκε ο Απόστολος Παύλος για να προβάλει τη νέα ηθική του χριστιανισμού, σύμφωνα με την οποία ο νόμος και οι ηθικές εντολές αδυνατούν να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους εκ των έξω. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εκ των έσω, από το Πνεύμα του Θεού που κατοικεί στις καρδιές μας.

Είναι η τελευταία σελίδα.


Οι συνέπειες της εσχατολογικής κατανόησης του μυστηρίου της Εκκλησίας είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες μιας ιστορικής θεώρησης και άπτονται τόσο της συνοδικότητας όσο και του πρωτείου για την κατανόηση του μυστηρίου της Εκκλησίας. Επίσης, εντελώς διαφορετική είναι η κανονιστική από την εσχατολογική και ευχαριστιακή κατανόηση των δύο αυτών παραμέτρων, του πρωτείου και της συνοδικότητας.

Αναφέρθηκαν πολύ σωστά προηγουμένως αυτά τα θέματα. Άφησα τελευταίο το θέμα της σχέσης Ευχαριστίας και ιεραποστολής, το οποίο αποτελεί προέκταση της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας. Οι θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής λατρείας είναι, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν κυρίως οι Ορθόδοξοι —σε συνέδρια αναφέρομαι—, ευαγγελικές και, με αυτή την έννοια, διδακτικές.


«Μας παρουσιάζει —και παραθέτω ακριβώς το κείμενο— την ιστορία του Ιησού Χριστού και, στην ουσία, αναπαριστά ολόκληρη την ιστορία της Θείας Οικονομίας. Η λατρεία στοχεύει πολύ πιο πέρα από τις λατρευτικές συνάξεις. Αποβλέπει στο ευρύτερο σχέδιο του Θεού για την ανανέωση της ανθρώπινης κοινότητας.

Με τον τρόπο αυτό σχετίζεται με την ιεραποστολή. Η λατρεία είναι ιεραποστολική και, φυσικά, το ίδιο ισχύει και για την Ευχαριστία. Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Ο πρωταρχικός της στόχος είναι να φέρνει τους χριστιανούς σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, μεταξύ τους και με ολόκληρη την κτιστή δημιουργία».

Αυτή είναι η άποψη εκείνων που βλέπουν τα θέματα από την ιεραποστολική και όχι από την ευχαριστιακή σκοπιά. Κλείνουν τα εισαγωγικά.

Η διαλεκτική αυτή σχέση και, στην ουσία, σύνθεση Εσχατολογίας και Ιστορίας, μεταξύ ευχαριστιακής οντολογίας και ιεραποστολικής δεοντολογίας, καθόρισε τόσο τη λειτουργία της Εκκλησίας, το έργο της δηλαδή, όσο και τη δομή και τα λειτουργήματά της.

Αρχίζοντας από τα δεύτερα, είναι σημαντικό να θυμίσουμε αυτό που ορθά υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου: ότι η επισκοποκεντρική δομή της Εκκλησίας ήταν η φυσική συνέπεια του εσχατολογικού οράματος της χριστιανικής κοινότητας. Ήταν, όμως, εν ταυτώ και η ιστορική έκφραση αυτού του οράματος. Μπορεί να μην υπήρξε εκτροπή από τις πολυκεντρικές δομές που μαρτυρούνται στην Καινή Διαθήκη και μετατροπή τους σε μονοκεντρικές και ιεραρχικές, κυρίως από την εποχή του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, όπως υποστήριξαν πολύ συχνά, κυρίως, Προτεστάντες ιστορικοί.


Μπορεί στην Ορθόδοξη Ανατολή, σε αντίθεση με τη Δύση, ο Επίσκοπος, ο προεστώς εν αγάπη της ευχαριστιακής κοινότητας, να μη χαρακτηρίστηκε ποτέ vicarius, αντιπρόσωπος ή πρεσβευτής του Χριστού επί της γης, αλλά τύπος, εικόνα του Χριστού και, στην ευχαριστιακή Λειτουργία, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο ίδιος ο Χριστός.

Και, τέλος, μπορεί το ίδιο να συμβαίνει και με τα λοιπά λειτουργήματα της Εκκλησίας, στους λοιπούς βαθμούς της ιεροσύνης, τα οποία, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μητροπολίτης Περγάμου, δεν είναι παράλληλα με εκείνα του Χριστού ούτε δοσμένα από τον Χριστό, αλλά ταυτίζονται με εκείνα του Χριστού. Η φύση, όμως, της Εκκλησίας είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την προς τα έξω, προς τον εξωτερικό κόσμο, μαρτυρία της: την ιεραποστολή.

Κάτι που, εγώ τουλάχιστον, διαπιστώνω διαβάζοντας με τα δικά μου μάτια και που μπορεί κανείς να διαπιστώσει όχι μόνο στις μελέτες για την οντολογία του Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και εξετάζοντας τις επιπτώσεις αυτής της οντολογικής αναφοράς, την οποία κάνει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε όλα του τα έργα.

Σας ευχαριστώ.
Ευχαριστούμε πολύ τον καθηγητή κ. Βασιλειάδη
.

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΣΧΑΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ. ΑΡΚΕΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΜΑΣ , ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΘΟΥΜΕ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ.
ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ. 
ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ.
ΤΕΡΜΑ Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ.

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 1

  Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 1

Του M. Scott Peck

Τίτλος πρωτοτύπου:

Glimpses of the Devil: A Psychiatrist's Personal Accounts of Possession, Exorcism, and Redemption

Free Press, 2005

Ο θρυλικός συγγραφέας μπεστ σέλερ και διακεκριμένος ψυχίατρος M. Scott Peck, του οποίου τα βιβλία έχουν πουλήσει πάνω από 14 εκατομμύρια αντίτυπα, αποκαλύπτει την εκπληκτική αληθινή ιστορία του έργου του ως εξορκιστή — που κρατήθηκε μυστική για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια — μέσα από δύο βαθιά ανθρώπινες αφηγήσεις σατανικής κατοχής.

Στην παράδοση του μπεστ σέλερ εκατομμυρίων αντιτύπων People of the Lie: The Hope for Healing Human Evil (Οι άνθρωποι του ψεύδους), το νέο βιβλίο του Scott Peck προσφέρει την πρώτη πλήρη καταγραφή εξορκισμού και κατοχής από έναν σύγχρονο ψυχίατρο, σε αυτή την εξαιρετική προσωπική αφήγηση των προσπαθειών του να θεραπεύσει ασθενείς που υπέφεραν από δαιμονική και σατανική κατοχή.

Για πρώτη φορά, ο Dr. Peck συζητά την εμπειρία του στη διενέργεια εξορκισμών, μοιραζόμενος τις καθηλωτικές λεπτομέρειες των δύο σημαντικότερων υποθέσεών του: η μία αποτελεί μια συγκινητική μαρτυρία των θεραπευτικών του ικανοτήτων, ενώ η άλλη έναν επικίνδυνο και τελικά ανεπιτυχή αγώνα ενάντια στο σκοτάδι και το κακό.

Η εικοσιεπτάχρονη Jersey ήταν μέσης νοημοσύνης· μια στοργική και αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα για τον σύζυγό της και τις δύο μικρές κόρες τους, χωρίς ιστορικό ψυχικής ασθένειας. Η Beccah, στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας της ζωής της και με ανώτερη διανοητική ικανότητα, υπέφερε από βαθιά κατάθλιψη σε όλη της τη ζωή, επιλέγοντας να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση με τον σύζυγό της, κυριαρχούμενη από δυσπιστία και απληστία.

Μέχρι την ημέρα που ο Dr. Peck συνάντησε για πρώτη φορά τη νεαρή γυναίκα που ονομαζόταν Jersey, δεν πίστευε στον διάβολο. Στην πραγματικότητα, ως ώριμος και εξαιρετικά έμπειρος ψυχίατρος, ανέμενε ότι αυτή η περίπτωση θα επιβεβαίωνε την επίμονη προσπάθειά του να αποδείξει στον εαυτό του, όσο το δυνατόν πιο επιστημονικά, ότι δεν υπήρχαν απολύτως βάσιμοι λόγοι για τέτοιες πεποιθήσεις. Ωστόσο, αυτό που ανακάλυψε δεν μπορούσε να εξηγηθεί απλώς ως παραφροσύνη ούτε με οποιαδήποτε τυπική κλινική διάγνωση.

Μέσα από μια σειρά απρόβλεπτων γεγονότων, ο Dr. Peck βρέθηκε ωθημένος στον ρόλο του εξορκιστή, και η επιθυμία του να θεραπεύσει και να βοηθήσει τη Jersey τον οδήγησε σε μια πορεία όπου τα όρια ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία θόλωσαν. Εκεί ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με βαθιά ριζωμένο κακό και τελικά έγινε μάρτυρας της συντριπτικής θεραπευτικής δύναμης της αγάπης.

Στο Glimpses of the Devil, το περίφημο χάρισμα του Dr. Peck να γεφυρώνει την ψυχιατρική με τη θρησκεία αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά, καθώς αφηγείται το ταξίδι του από τον σκεπτικισμό έως την τελική αναγνώριση της πραγματικότητας ενός πονηρού πνεύματος — ακόμη και με τον κίνδυνο να απορριφθεί από το ιατρικό κατεστημένο. Στη διαδικασία αυτή βρίσκεται επίσης αντιμέτωπος με το ευρύτερο παράδοξο της ελεύθερης βούλησης: της δέσμευσης προς το αγαθό έναντι της υποδούλωσης στις μορφές του κακού, και της μνημειώδους σύγκρουσης δυνάμεων που απειλεί τόσο τη λογική όσο και την ψυχή.

Το Glimpses of the Devil συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα ανάμεσα στα πιο ισχυρά, σχολαστικά γραμμένα και σημαντικά βιβλία του Scott Peck εδώ και πολλά χρόνια. Ταυτόχρονα βαθιά ευαίσθητο και έντονα ανατριχιαστικό, ρίχνει μια καθαρή ματιά σε έναν από τους πιο μυστηριώδεις και παρεξηγημένους τομείς της ανθρώπινης εμπειρίας.

Με εξαίρεση εμένα, τον Malachi Martin, καθώς και άλλους δημοσιευμένους συγγραφείς ή δημόσια πρόσωπα, τα ονόματα, οι ηλικίες, οι τόποι διαμονής και άλλα αναγνωριστικά στοιχεία όλων των προσώπων που αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο έχουν αλλοιωθεί. Κατά τόπους έχουν επίσης τροποποιηθεί ορισμένες επιφανειακές πτυχές συγκεκριμένων γεγονότων. Οι αλλοιώσεις αυτές, ωστόσο, δεν έχουν διαστρεβλώσει την ουσία των εμπειριών που αφηγούνται ούτε, πιστεύω, έχουν υπονομεύσει ουσιωδώς την πραγματικότητά τους.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Ο Σατανάς είναι πνεύμα, και το πνεύμα είναι μυστηριώδες. Κάποια πράγματα μπορούν να ειπωθούν γι’ αυτό· τα περισσότερα δεν μπορούν. Εκείνα που μπορούν να ειπωθούν, προσπάθησα να τα διατυπώσω με σαφήνεια — αλλά να τα παίρνετε με επιφύλαξη. Έτσι τα παίρνω κι εγώ ο ίδιος. Αν και όποτε φαίνεται πως μιλώ με υπερβολική βεβαιότητα, ελπίζω να θυμάστε ότι, αν εξέφραζα όλες μου τις επιφυλάξεις, μεγάλο μέρος του βιβλίου θα ήταν δυσανάγνωστο. Η μόνη εναλλακτική μου θα ήταν να μην γράψω τίποτε απολύτως. Αλλά αυτό, πιστεύω, θα ήταν το μεγαλύτερο σφάλμα. Αυτά τα πράγματα χρειάζεται να συζητούνται.

Ο Σατανάς είναι πονηρό πνεύμα. Η λέξη «κακό» είναι επικίνδυνη. Να τη λέτε προσεκτικά — με πλήρη περίσκεψη. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ελαφρά. Προσπαθήστε όσο μπορείτε να μη βλάπτετε με αυτήν. Να είστε ήπιοι τόσο με τον εαυτό σας όσο και με τους άλλους.

Κι όμως, θυμηθείτε εκείνους τους τρεις διάσημους πιθήκους που καλύπτουν τα μάτια, τα αυτιά και το στόμα τους:
Δεν βλέπω κακό· δεν ακούω κακό· δεν μιλώ για κακό.

Νομίζω πως ο σοφός που τους επινόησε προσπαθούσε να μας πει ότι ήταν ανόητοι μικροί πίθηκοι — πίθηκοι της άρνησης.


Το επίκεντρο αυτού του έργου υπήρξε πρώτα ο Σατανάς, έπειτα η δαιμονική κατοχή, και μόνο σε μικρό βαθμό το κακό. Οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται για το γενικό φαινόμενο του κακού θα πρέπει να διαβάσουν το βιβλίο μου του 1983, People of the Lie.

Ο πάπας πρόσφατα όρισε ότι κάθε ρωμαιοκαθολική επισκοπή θα πρέπει να διαθέτει διορισμένο εξορκιστή. Όσοι έχουν σοβαρή προσωπική ανησυχία σχετικά με κατοχή — είτε για τον εαυτό τους είτε για άλλους — θα πρέπει να αναζητήσουν τον εξορκιστή της επισκοπής τους. Το πόσο καλά εκπαιδευμένος ή έμπειρος μπορεί να είναι αυτός ο άνθρωπος δεν το γνωρίζω.

Δυστυχώς, λόγω της υγείας μου και της συνταξιοδότησής μου, εγώ ο ίδιος δεν μπορώ πλέον να προσφέρω καμία βοήθεια ως κλινικός ή σύμβουλος, παρά μόνο προς την Εκκλησία.

Να θυμάστε ότι η γνήσια κατοχή είναι ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο. Η διάγνωση — όπως και εκείνη του κακού — δεν είναι κάτι που πρέπει να εκτοξεύεται επιπόλαια.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι ένα βιβλίο προσωπικής ιστορίας και, ειδικότερα, μια αφήγηση δύο εμπειριών που είχα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας των σαράντα μου χρόνων. Αποτελούν, απ’ όσο γνωρίζω, τις πρώτες πλήρεις καταγραφές κατοχής και εξορκισμού από έναν σύγχρονο ψυχίατρο — δηλαδή από έναν ιατρικό επιστήμονα. Παρ’ όλα αυτά, όσα γράφω δεν είναι αυτοβιογραφία. Εδώ δεν είμαι εγώ το θέμα· το θέμα είναι ο Σατανάς, και έχω συμπεριλάβει μόνο εκείνες τις εμπειρίες μου που σχετίζονται με αυτό το θέμα.

Για τους περισσότερους στον πολιτισμό μας, το θέμα του Σατανά φαίνεται πράγματι εσωτερικό και απόκρυφο. Αλλά τότε δεν είμαι βέβαιος πόσο σοβαρά λαμβάνουν οι περισσότεροι και τον Θεό, πέρα από μια επιφανειακή ευσέβεια. Το πρόβλημα είναι ότι ο πολιτισμός μας είναι υλιστικός. Ο υλισμός είναι μια φιλοσοφία ή στάση που υποστηρίζει ότι ό,τι μπορείς να δεις, να αγγίξεις και να μετρήσεις είναι όλο κι όλο αυτό που υπάρχει, και οτιδήποτε άλλο δεν αξίζει σοβαρής εξέτασης.

Όμως τόσο ο Θεός όσο και ο Σατανάς είναι Πνεύμα. Και επειδή το πνεύμα δεν μπορεί να ιδωθεί, να αγγιχθεί ή να μετρηθεί, είναι αδύνατο να αποκτηθούν απτές αποδείξεις της ύπαρξής του και να «καρφωθεί» έτσι στο κουτί συλλογής μας όπως μια αιχμαλωτισμένη πεταλούδα. Η απόδειξη του πνεύματος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, έμμεση. Όπως το έθεσε ένας πολύ πρώιμος χριστιανός θεολόγος, αναφερόμενος στον Θεό:
«Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να διακρίνουμε μια φευγαλέα ματιά από τα ίχνη των βημάτων Του πάνω στα τείχη όπου βάδισε.»¹

Επειδή ο Σατανάς είναι το κατώτερο από τα δύο πνεύματα, είναι ακόμη πιο σπάνιο να αποκτήσει κανείς τέτοιες φευγαλέες ματιές των εκδηλώσεών του. Ωστόσο, αν προσέχουμε, είναι μερικές φορές δυνατό.

Και για μερικούς — συμπεριλαμβανομένου και εμού — η έννοια του Σατανά απέχει πολύ από το να είναι εσωτερική ή απόκρυφη. Στο βιβλίο μου People of the Lie, αφού παρέθεσα μια περιγραφή από το Hostage to the Devil του Malachi Martin, στην οποία παρουσιαζόταν σε βάθος η πάλη ενός ιερέα ανάμεσα στο καλό και στο κακό, έγραψα ότι το ζήτημα της ελεύθερης βούλησης είναι ένα παράδοξο.

Από τη μία πλευρά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι εμείς οι άνθρωποι διαθέτουμε ελεύθερη βούληση. Πράγματι, πιστεύω ότι αυτό είναι η ουσία εκείνου που εννοούμε όταν λέμε ότι ο Θεός μάς δημιούργησε κατ’ εικόνα Του. Μας έδωσε ελεύθερη βούληση. Όπως Εκείνος, είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε.

Αλλά κατόπιν συνέχισα δηλώνοντας:
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να επιλέξουμε την ελευθερία. Υπάρχουν δύο καταστάσεις του είναι: η υποταγή στον Θεό και στο αγαθό ή η άρνηση να υποταχθεί κανείς σε οτιδήποτε πέρα από τη δική του βούληση — άρνηση που αυτομάτως τον υποδουλώνει στις δυνάμεις του κακού. Τελικά πρέπει να ανήκουμε είτε στον Θεό είτε στον διάβολο.


Αυτό το παράδοξο εκφράστηκε βεβαίως από τον Χριστό όταν είπε:
«Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· και όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου θα τη βρει.»²

Όπως το διατύπωσε ο C. S. Lewis:
«Δεν υπάρχει ουδέτερο έδαφος στο σύμπαν: κάθε τετραγωνική ίντσα, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, διεκδικείται από τον Θεό και αντεδιεκδικείται από τον Σατανά.»³


Υποθέτω ότι η μόνη αληθινή κατάσταση ελευθερίας θα ήταν να στέκεται κανείς ακριβώς στο μέσον ανάμεσα στον Θεό και στον διάβολο, μη δεσμευμένος ούτε προς το αγαθό ούτε προς την απόλυτη ιδιοτέλεια. Αλλά αυτή η ελευθερία σημαίνει να διαμελίζεται κανείς εσωτερικά. Είναι ανυπόφορη. Όπως υποδεικνύει ο Martin, πρέπει να επιλέξουμε. Τη μία ή την άλλη δουλεία.

Στο People of the Lie (Οι άνθρωποι του ψεύδους) υπήρχε ένα σύντομο κεφάλαιο, «Περί Κατοχής και Εξορκισμού», το οποίο βασιζόταν στις εμπειρίες μου από δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις σατανικής κατοχής και των εξορκισμών τους. Το θέμα εκείνου του βιβλίου ήταν το σύνολο του ανθρώπινου κακού. Επειδή το φαινόμενο της δαιμονικής κατοχής αποτελεί ένα τόσο μικρό μέρος του «μυστηρίου της ανομίας» (φράση του Αγίου Παύλου), οι δύο περιγραφές των περιπτώσεών μου ήταν εξαιρετικά συμπυκνωμένες.

Αν και αυτή η συμπύκνωση ήταν πρόσφορη για εκείνο το βιβλίο, δεν απέδιδε δικαιοσύνη στην εξαιρετική φύση και των δύο γεγονότων. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιστατικών, είχα το προνόμιο να γίνω μάρτυρας πραγμάτων που ελάχιστοι, πραγματικά ελάχιστοι, άλλοι άνθρωποι έχουν δει. Μου φάνηκε ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένα σχετικά πλήρες ιστορικό αρχείο αυτών των σχεδόν μοναδικών συμβάντων.

Η πλήρης αφήγηση αυτών των δύο περιπτώσεων, μαζί με τα σχόλιά μου για καθεμία, αποτελεί το παρόν βιβλίο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το σύνολο και των δύο εξορκισμών βιντεοσκοπήθηκε, και έτσι οι διάλογοι των προσώπων μπόρεσαν να αποδοθούν με πιστότητα.

Ι De Mystica Theologia, 1.3 (παραφρασμένο). Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (1ος αι. μ.Χ.), Έλληνας ακόλουθος του Αγίου Παύλου, ο οποίος μνημονεύεται στις Πράξεις 17:34.
ΙΙ Κατά Ματθαίον 10:39, 16:25· Κατά Μάρκον 8:35· Κατά Λουκάν 9:24.
ΙΙΙ C. S. Lewis, «Christianity and Culture», περιλαμβάνεται στο Christian Reflections, επιμ. Walter Hooper, Grand Rapids, Mich.: Wm. B. Eerdmans Publishing Co., 1967, σ. 33.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Μέντοράς μου, το Ξωτικό (Leprechaun)

Ίσως όπως ο αρχαίος ρωμαϊκός θεός Janus, βλέπω πάντοτε τουλάχιστον δύο πλευρές σε καθετί. Κατά συνέπεια, υπάρχουν πάντοτε δύο πλευρές και σε μένα. Δεν νομίζω ότι καμία από τις δύο είναι σημαντικότερη από την άλλη. Η μία πλευρά, ωστόσο, έρχεται πρώτη. Είναι εκείνη του επιστήμονα. Η άλλη είναι εκείνη του θρησκευόμενου ανθρώπου. Είναι μόνο κάπως πιο παθιασμένη.

Κάθε φορά που προσεγγίζω ένα νέο ζήτημα, είναι ο επιστήμονας μέσα μου που αρχίζει την εξερεύνηση. Όμως τη στιγμή που ο επιστήμονας ολοκληρώσει, το θρησκευτικό μου πάθος εξαπολύεται πάνω στο θέμα. Αν το θέμα είναι μεγάλης σημασίας, τελικά θα εργάζομαι πάνω του και με τις δύο πλευρές ταυτόχρονα. Όσο διαφορετικές κι αν φαίνονταν στον κόσμο οι δύο ταυτότητές μου, εγώ ποτέ δεν τις ένιωσα παρά ως τον εαυτό μου. Στο μυαλό μου, η ψυχολογία και η θεολογία είναι τόσο ενοποιημένες ώστε αποτελούν αλληλοεξαρτώμενους κλάδους της ίδιας επιστήμης.

Το 1971, ένα μυθιστόρημα του William Peter Blatty με τίτλο The Exorcist έγινε μπεστ σέλερ. Καταβρόχθισα το βιβλίο μέσα σε δύο διαδοχικές θυελλώδεις νύχτες, σε ένα σπίτι στην κορυφή ενός λόφου της Νέας Αγγλίας, με τους θάμνους να χτυπούν τα τζάμια των παραθύρων. Διανοητικά δεν πήρα το βιβλίο στα σοβαρά. Αφηγούνταν παραφυσικά συμβάντα τόσο δραματικά που υπερέβαιναν την εμπειρία μου· επιπλέον, φαινόταν στον επιστήμονα μέσα μου να έχει ένα κραυγαλέο ελάττωμα.
Ενώ περιέγραφε ένα δεκατριάχρονο κορίτσι στην Washington, D.C., που κατελήφθη άγρια, δαιμονικά, το βιβλίο δεν προσέφερε καμία απολύτως εξήγηση για την κατάστασή της — κανέναν λόγο για τον οποίο αυτό το ένα κορίτσι, ανάμεσα σε εκατομμύρια, θα μπορούσε να είχε καταληφθεί. Με αυτό το ελάττωμα υπαινισσόταν έμμεσα ότι κάποιος απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος θα μπορούσε μια μέρα να περπατά στον δρόμο και ένας δαίμονας, χωρίς λόγο, να πεταχτεί πίσω από έναν θάμνο και απλώς να ορμήσει μέσα του.

Ως μυθιστόρημα, ως βιβλίο καθαρής μυθοπλασίας, το The Exorcist ήταν ένα πολύ καλό ανάγνωσμα για εκείνες τις θυελλώδεις νύχτες, αλλά στο φως της ημέρας δεν ήταν καθόλου πιστευτό.

Την ίδια περίπου εποχή άρχιζα να έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τεράστιο πρόβλημα. Με τα χρόνια είχα βιώσει βαθιά όχι μόνο την ανθρώπινη αγαθότητα και την ύπαρξη καλοποιού πνεύματος — δηλαδή του Θεού — αλλά είχα βιώσει και το ανθρώπινο κακό. Αυτό άφηνε ένα κραυγαλέο κενό στην κατανόησή μου τόσο της ψυχιατρικής όσο και της θεολογίας: το προφανές ερώτημα αν υπήρχε κάτι τέτοιο όπως ένα πονηρό πνεύμα ή ο διάβολος.
Πίστευα πως όχι. Όπως το 99,9 τοις εκατό των ψυχιάτρων (και το 80 τοις εκατό των καθολικών ιερέων που ερωτήθηκαν εμπιστευτικά το 1960), δεν πίστευα στον διάβολο.¹ Υπερήφανος για τον εαυτό μου ως ανοιχτόμυαλος επιστήμονας, αισθανόμουν υποχρεωμένος να εξετάσω κάθε πιθανό στοιχείο προτού καταλήξω σε απόλυτα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, μου πέρασε από το μυαλό ότι αν μπορούσα να δω έστω και μία περίπτωση γνήσιας δαιμονικής κατοχής, ίσως άλλαζα γνώμη.


Σε επτά χρόνια έντονης ψυχιατρικής πρακτικής δεν είχα δει ποτέ τίποτε που να έστω να μοιάζει με περίπτωση κατοχής, και έτσι αμφέβαλλα αν θα έβρισκα ποτέ κάποια.

Ωστόσο, δύο πράγματα με απασχολούσαν. Το ένα ήταν ότι, στα τέσσερα χρόνια της ιατρικής σχολής και στο ένα έτος ως ειδικευόμενος, δεν είχα δει ποτέ περιστατικό διαβητικού κώματος — μιας μάλλον συνηθισμένης κατάστασης στην εμπειρία των ειδικευόμενων και των φοιτητών ιατρικής. Το ότι δεν είχα δει ποτέ τέτοια περίπτωση δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε διαβητικό κώμα· σήμαινε μόνο ότι ένα μέρος της πραγματικότητας έλειπε από τη δική μου εμπειρία. Παρομοίως, το ότι δεν είχα δει ποτέ περίπτωση δαιμονικής κατοχής δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση.

Επιπλέον, συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα κάλλιστα να είχα περάσει δίπλα από μια τέτοια περίπτωση τα προηγούμενα χρόνια, διότι εμείς οι άνθρωποι έχουμε μια αξιοσημείωτη ικανότητα να παραβλέπουμε πράγματα στα οποία δεν πιστεύουμε. Παλεύοντας λοιπόν με το ζήτημα του πονηρού πνεύματος, άρχισα να αναζητώ την πιθανότητα κατοχής ως συνηθισμένο μέρος της διαγνωστικής μου διαδικασίας. Δεν βρήκα καμία περίπτωση. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποθαρρύνθηκα.

Λίγα χρόνια αργότερα, τον χειμώνα του 1976, σε ηλικία σαράντα ετών, άρχισα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο, The Road Less Traveled. Έγινε δεκτό για έκδοση και, την άνοιξη του 1978, όπως συνηθίζεται, ο εκδότης έστειλε αντίγραφα του χειρογράφου σε ορισμένα σημαντικά πρόσωπα που ίσως ήταν πρόθυμα να γράψουν ένα θετικό σχόλιο για το οπισθόφυλλο. Μόνο ένα άτομο απάντησε με προωθητικό σχόλιο, και ο εκδότης μου έστειλε αντίγραφο. Το σχόλιο είχε γραφτεί από κάποιον Dr. Malachi Martin, ένα πρόσωπο για το οποίο δεν είχα ακούσει ποτέ.
Όμως, ευχαριστημένος που οποιοσδήποτε έβλεπε με συμπάθεια το «παιδί» μου, θέλησα να μάθω ποιος ήταν αυτός ο Dr. Martin. Αρχικά υπέθεσα ότι ίσως ήταν συνάδελφος ψυχίατρος, κι έτσι αναζήτησα αμέσως το όνομά του σε έναν ογκώδη τόμο στο γραφείο μου — έναν κατάλογο όλων των γνωστών ψυχιάτρων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το όνομά του δεν υπήρχε.
Στη συνέχεια σκέφτηκα το ενδεχόμενο να ήταν συγγραφέας. Πήγα στο τοπικό βιβλιοπωλείο και ξεφύλλισα έναν άλλο τεράστιο τόμο με τίτλο Books in Print. Εκεί βρήκα πράγματι το όνομα Malachi Martin μεταξύ των συγγραφέων και ανακάλυψα ότι είχε γράψει αρκετά βιβλία, το πιο πρόσφατο από τα οποία τιτλοφορούνταν Hostage to the Devil και έφερε τον υπότιτλο The Possession and Exorcism of Five Americans. Το βιβλίο υπήρχε σε απόθεμα και οδήγησα αμέσως στο σπίτι μου μαζί του.


Σε αντίθεση με το The Exorcist, που γενικά θεωρούνταν μυθοπλασία, το Hostage to the Devil παρουσιαζόταν σαφώς ως έργο μη μυθοπλαστικό. Το μεγαλύτερο μέρος του περιέγραφε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις δαιμονικής κατοχής και την αντιμετώπισή τους. Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου αφιερωνόταν στην περιγραφή των εξορκισμών, οι οποίοι μου φάνηκαν κάπως υπερδραματοποιημένοι (σχεδόν όσο και στο βιβλίο του Blatty). Αυτή η υπερβολή δράματος προκάλεσε τον σκεπτικισμό μου.
Ο ίδιος αυτός σκεπτικισμός, ωστόσο, μετριάστηκε εν μέρει όταν διάβασα ότι σε κάθε περίπτωση ο Dr. Martin υπέθετε πως υπήρχε ένας λόγος για τον οποίο ο ασθενής είχε καταληφθεί — κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα του που τον καθιστούσε ελκυστικό προς την κατοχή. Ο Dr. Martin το διατύπωσε ξεκάθαρα για μένα, όταν υπέδειξε ότι καθένα από τα πέντε θύματα που περιέγραφε, εξαιτίας του ελαττώματος του χαρακτήρα του, είχε συνεργήσει με το δαιμονικό.
Αυτό έκανε την πιθανότητα της κατοχής πολύ πιο πραγματική για μένα από τη θεωρία «πετάγεται πίσω από έναν θάμνο». Σε αντίθεση με το βιβλίο του Blatty, υπήρχαν στο έργο του Dr. Martin αρκετά στοιχεία ώστε ο επιστήμονας μέσα μου να μείνει πιο ανοιχτός στην πιθανότητα κατοχής στους ψυχιατρικούς ασθενείς που έβλεπα. Και αρκετά ώστε να θελήσω να γνωρίσω αυτόν τον Dr. Martin.


Πήρα το τηλέφωνό του από τον εκδότη του. Έπειτα έμαθα ότι ο άνθρωπος διέθετε το πιο περίπλοκο σύστημα τηλεφωνικής προστασίας που είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. Με παρέπεμπαν από τηλεφωνητή σε τηλεφωνητή και ξανά σε τηλεφωνητή. Τελικά, έπειτα από αρκετές ημέρες, επικοινώνησε μαζί μου και, όταν έμαθε ποιος ήμουν, φάνηκε εξίσου πρόθυμος με μένα να συναντηθούμε για γεύμα.
Μου πρότεινε ένα κομψό ηπειρωτικό εστιατόριο στο Upper East Side, και οδήγησα την πρώτη από πολλές διαδρομές προς τη Νέα Υόρκη για γεύμα με τον Malachi.


Συνεχίζεται

ΣΑΤΑΝΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. Από Φραντσέσκο Λαμέντολα

« Ο Σατανάς καταβροχθίζει τις ψυχές μέσω της λαγνείας. Ο Διάβολος υπάρχει, ό,τι και να λένε ορισμένοι άπιστοι ιερείς: πάνω από το συνηθισμένο κακό για το οποίο είναι ικανοί οι άνθρωποι υπάρχει ένα εξαιρετικό, υπερφυσικό κακό».

                                           « Ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες

Η Μαρία Βαλτόρτα έγραψε αμέσως μετά τη Θεία Κοινωνία το πρωί της Παρασκευής 12 Μαΐου 1944, βασανιζόμενη ακόμη από αφόρητους πόνους και πολύ σοβαρές καρδιακές προσβολές (από: M. Valtorta, I Quaderni del 1944 , Isola del Liri, Pisani Editore, 1980, σελ. 343-344):

...Το λιοντάρι, είπα, γνωρίζει τις συνήθειες εκείνων που θέλει να τους κάνει κομμάτια και τις μελετά για να τις καταλάβει. Είναι εξαιρετικά έξυπνος. Καταλαβαίνει αμέσως. Ο ΣΑΤΑΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΝΟΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΑΜΕΣΩΣ. Είναι ακόμα άγγελος. Πεσμένος, αλλά ακόμα έτσι στο μυαλό, τώρα το χρησιμοποιεί για το κακό, ενώ εγώ του είχα δώσει ένα ισχυρό μυαλό για να κάνει το καλό. Το λιοντάρι ξέρει ότι το θήραμά του πηγαίνει για να ξεδιψάσει το βράδυ από τα ρυάκια που διασχίζουν τις ηλιοκαμένες από τον ήλιο εκτάσεις. Ξέρει σε ποια βοσκοτόπια πηγαίνουν να βόσκουν στο πυκνό χορτάρι. Ξέρει πότε ο άνθρωπος επιστρέφει από τη δουλειά στις κατοικίες του. Απλώς πρέπει να περάσει κλιμακωτά αυτά τα στάδια.

Η επιθυμία για σωματική ανακούφιση ή η ανθρώπινη απερισκεψία οδηγούν άνθρωπο και θηρίο προς τα αδυσώπητα δόντια του. Ιδού οι ευγενικές γαζέλες και οι ευκίνητες αντιλόπες, τόσο προσεκτικές και φοβισμένες κατά τη διάρκεια της ημέρας, γίνονται τολμηρές το βράδυ. Η δίψα και η πείνα τα σπρώχνουν. Και πηγαίνουν να συναντήσουν τον θάνατο. Ιδού ο άνθρωπος, πολύ άπληστος για κέρδος, καθυστερεί να εργαστεί μετά τη δύση του ηλίου. Και ο θάνατος τον σταματά για πάντα κατά την επιστροφή του. Ιδού η σαρκική όρεξη οδηγεί δύο ανθρώπους από το καταφύγιο του κατοικημένου τόπου για να βρουν καταφύγιο για τους παράνομους έρωτές τους. Και το θηρίο λύνει αιώνια ό,τι είχε δέσει η λαγνεία τους. Αλλά σε αφρικανικές χώρες ή στις παγωμένες περιοχές, είναι πάντα το ίδιο τρίπτυχο βούκινο που οδηγεί τους ανθρώπους προς τα νύχια του Σατανά. Είναι πάντα η λαγνεία της σάρκας, του χρήματος, της εξουσίας, που σε βάζει στην εμβέλεια αυτού που «σαν βρυχώμενο λιοντάρι» περιφέρεται ακούραστα γύρω σου (Α' Πέτρου 5:8).

Θυμήσου ότι κι εγώ πειράστηκα στη σάρκα από την πείνα των εντέρων και από την προσφορά σαρκικής τροφής στις αισθήσεις μου, στο μυαλό από την απληστία της δύναμης, στο πνεύμα από την ενστάλαξη του να πειράζεις τον Θεό. Η απερισκεψία είναι πειρασμός προς τον Θεό.

Μάθε πώς να με μιμείσαι. Καταδίωξε τον Σατανά μιμούμενος τον Ιησού, τον Κύριό σου. «Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί, αλλά με τον λόγο του Θεού». «Δεν θα πειράζεις τον Κύριο τον Θεό σου». «Τον Κύριο τον Θεό σου θα προσκυνήσεις, και μόνο αυτόν θα λατρεύεις» (Ματθ. 4:1-11· Μάρκος 1:12-13· Λουκάς 4:1-13).

Τύλιξε τη σάρκα και το πνεύμα σου με επιδέσμους βουτηγμένους στα αρώματα του Νόμου του Θεού. Όποιος ζει τυλιγμένος σε αυτούς, διαφυλάσσει τη σάρκα και το πνεύμα του από τα μικρόβια που φέρνουν σήψη, ασθένεια και θάνατο...

Όσον αφορά την ηθική παιδεία, σήμερα βλέπουμε τους κακούς καρπούς της Συνόδου και του '68. Ναι, αν συνδυάσουμε αυτά τα δύο γεγονότα, κανείς δεν πρέπει να εκπλαγεί: όπως έχουμε επανειλημμένα υποστηρίξει, η Σύνοδος όχι μόνο προετοιμάστηκε για το '68, αλλά αυτή ήταν και η λογική της προϋπόθεση και η ιδεολογική της προϋπόθεση!Την προηγούμενη μέρα, σε μια άλλη, μακρύτερη και πιο λεπτομερή εσωτερική συζήτηση, ο Ιησούς της είχε εξηγήσει την ίδια έννοια, επεκτείνοντας την παρομοίωση από την Πρώτη Επιστολή του Πέτρου : Ο Σατανάς είναι σαν βρυχώμενο λιοντάρι, που περιφέρεται ψάχνοντας ψυχές να καταβροχθίσει· αλλά οι ψυχές που καταβροχθίζει, όχι χωρίς τη δική τους απερισκεψία, έχουν καταλήξει στα νύχια του και κάτω από τα δόντια του: ήταν απερίσκεπτες, επειδή συναίνεσαν να πειραστούν. Και όποιος επιτρέπει στον εαυτό του να πειραστεί από τον Διάβολο δεν έχει διαφυγή: ο Διάβολος είναι εξαιρετικά έξυπνος, επειδή κατέχει ένα υπεράνθρωπο μυαλό, το ίδιο μυαλό που δόθηκε στους Αγγέλους, και το οποίο τώρα χρησιμοποιεί για έναν διεστραμμένο σκοπό. Δεν υπάρχει διαφυγή από την πονηριά του και την άγρια ​​οργή του εκτός από τη σύνεση και το να μένει μακριά από τα πειρασμοί του: αλλά όποιος υποκύπτει στην επιθυμία, την απληστία και την υπερηφάνεια αναπόφευκτα καταλήγει να πέσει άθλια στην εξουσία του. Η έννοια είναι σαφής: κανείς δεν αμαρτάνει χωρίς ενοχή: όσοι αμαρτάνουν ξέρουν τι κάνουν. αλλά η πτώση στην αμαρτία προηγείται και προετοιμάζεται από υπαίτια αμέλεια, υποτίμηση του κινδύνου και απερίσκεπτη υπερεκτίμηση του εαυτού. Η αμαρτία δεν συμβαίνει ξαφνικά, αλλά στο τέλος μιας διαδικασίας πτώσης και απομάκρυνσης από τον Θεό. Αποστασιοποιούμενος από Αυτόν, ο άνθρωπος χάνει την αίσθηση του μέτρου και μπερδεύει τον εαυτό του με έναν μικρό θεό: νομίζει ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ότι δεν κινδυνεύει· και δεν συνειδητοποιεί ότι όλη του η δύναμη και η νοημοσύνη δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την πονηριά και τη δύναμη του λιονταριού.

Johann Heinrich Füssli The Nightmare.

Ο Διάβολος είναι εξαιρετικά έξυπνος, επειδή κατέχει ένα υπεράνθρωπο μυαλό, το ίδιο μυαλό που δόθηκε στους Αγγέλους!
 

 Έχει περάσει πολύς καιρός, πάρα πολύς καιρός, από τότε που ένα μεγάλο μέρος του κλήρου σταμάτησε να μιλάει για αυτά τα πράγματα. Το να μιλάμε για την αμαρτία είναι κακό, επειδή αναγκαστικά συνεπάγεται να μιλάμε για τις συνέπειες της αμαρτίας: τρομερές συνέπειες για το πεπρωμένο της ψυχής. Επομένως, όπως λέει ο Servite Ermes Ronchi, η Εκκλησία δεν πρέπει πλέον να βασίζεται σε μια παιδαγωγική του φόβου. Ας αφήσουμε λοιπόν αυτές τις συζητήσεις στις σελίδες παλιών βιβλίων ηθικής θεολογίας και ας προχωρήσουμε, με αυτοπεποίθηση, στο μονοπάτι που χάραξε η Δεύτερη Βατικανή Σύνοδος: το μονοπάτι των μεγαλοπρεπών και προοδευτικών πεπρωμένων, που αγνοεί τους κινδύνους και υποτιμά τις απειλές. Δεν υπάρχουν πια κίνδυνοι; Δεν υπάρχουν πια απειλές; Κι όμως, ο Ιησούς Χριστός δεν έκανε ποτέ τέτοιες ομιλίες: στους μαθητές του, είπε: « Ιδού, σας στέλνω σαν αρνιά εν μέσω λύκων· γίνεσθε λοιπόν φρόνιμοι σαν τα φίδια και αθώοι σαν τα περιστέρια» (Ματθαίος10:16). Έτσι, αν το πρότυπό μας είναι ο Ιησούς· αν το κείμενό μας είναι το Ευαγγέλιο· Αν πιστεύουμε στον Ιησού και στο Ευαγγέλιο πάνω απ' όλα, πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του: σύνεση και απλότητα καρδιάς, δηλαδή αγνότητα. Σύνεση για να διακρίνουμε τους κινδύνους· αγνότητα για να τους αποτρέψουμε. Η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία· επομένως, η αγνότητα έρχεται πρώτη. Αγνότητα είναι να κρατάμε τον εαυτό μας μακριά από τους πειρασμούς, να ζούμε στη χάρη του Θεού και να συμμορφωνόμαστε με το θέλημά Του. Όσοι έχουν τον Ιησού Χριστό ως πρότυπό τους, όσοι πάντα επιδιώκουν να κάνουν το θέλημα του Πατέρα, δεν πέφτουν στον πειρασμό: ο πειρασμός έρχεται όταν η ψυχή είναι αφηρημένη, τεμπέλικη ή νωθρή· όταν ξεχνάμε ότι η ζωή είναι ένας αγώνας και ότι το κακό καραδοκεί πάντα. Μήπως το να θυμόμαστε αυτή την πραγματικότητα σημαίνει να ασκούμε μια παιδαγωγική φόβου; Όχι περισσότερο από μια μητέρα που διδάσκει στο παιδί της να μην εμπιστεύεται τους ξένους, να μην ακολουθεί αυτούς που το βάζουν σε πειρασμό με γλυκά. Ήταν η παιδαγωγική φόβου των μητέρων μας; Καθόλου: ήταν η σωστή παιδαγωγική των υγιών μητέρων του παρελθόντος, που γνώριζαν τους κινδύνους της ζωής και δεν ήθελαν να νανουρίσουν τα παιδιά τους σε μια απατηλή αίσθηση ασφάλειας, αλλά μάλλον να τα προετοιμάσουν για τις δυσκολίες και τις παγίδες της ζωής. Μήπως αυτές οι μητέρες γέννησαν μια γενιά τραυματισμένων παιδιών, μελλοντικών ενηλίκων γεμάτων συμπλεγμάτων; Δεν γνωρίζουμε κανένα. Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι παιδιά που τα κράτησαν στην αγκαλιά και τα χαϊδέψανε για πολύ καιρό υπερπροστατευτικοί γονείς, χωρίς ποτέ να έχουν συνηθίσει να χειρίζονται τα πράγματα μόνα τους, έχουν γίνει ενήλικες γεμάτοι προβλήματα, για τον εαυτό τους και για τους άλλους.
Τζον Χένρι Φύσλι, Η Αμαρτία Κυνηγημένη από τον Θάνατο, 1796.

Ο Διάβολος υπάρχει, παρά τα όσα λένε άπιστοι ιερείς όπως ο Sosa Abascal. Η πρώτη δοκιμασία που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Ιησούς, πριν καν ξεκινήσει τη δημόσια διακονία του, ήταν να αντιμετωπίσει τον Διάβολο και τους πειρασμούς του !

   ΚΑΙΔεν έχει νόημα να μακρηγορούμε: το κακό υπάρχει στον γήινο κόσμο· ακόμα κι αν, φιλοσοφικά μιλώντας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από έλλειψη καλού. Αλλά ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει υπάρχει, τα βάσανα που προκαλεί υπάρχουν και οι τρομερές συνέπειές του υπάρχουν, οι οποίες μερικές φορές είναι αδύνατο να διορθωθούν. Επιπλέον, το κακό συνήθως παρουσιάζεται ως απομίμηση του καλού. Οι λάγνοι, οι άπληστοι και οι υπερήφανοι αναζητούν και επιδιώκουν κάποιο φάντασμα του καλού, αλλά εν τω μεταξύ βυθίζονται στην κόλαση των διαταραγμένων παθών τους. Και πάνω από το συνηθισμένο κακό, αυτό για το οποίο οι άνθρωποι είναι φυσικά ικανοί, τυφλωμένοι από μια οφθαλμαπάτη ανεστραμμένου καλού, υπάρχει το εξαιρετικό κακό, το υπερφυσικό κακό: ο Διάβολος. Ο Διάβολος υπάρχει, ό,τι κι αν λένε άπιστοι ιερείς όπως ο Σόσα Αμπασκάλ. Η πρώτη δοκιμασία που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Ιησούς, πριν καν ξεκινήσει τη δημόσια διακονία του, ήταν να αντιμετωπίσει τον Διάβολο και τους πειρασμούς του. Τον αντιμετώπισε και τον νίκησε χάρη στην ακλόνητη πίστη του στον Πατέρα, τρέποντάς τον σε φυγή. Αλλά δεν ήταν μια οριστική νίκη. Ο Ιησούς μας δίδαξε πώς να νικήσουμε τον Διάβολο: με μια αγνή ζωή, με πίστη στον Θεό και με προσευχή. αλλά δεν τον νίκησε για πάντα. Θα τον νικήσει για πάντα όταν επιστρέψει, την ημέρα της Παρουσίας: εν τω μεταξύ, η μάχη συνεχίζεται. Ο Διάβολος, εξαιρετικά έξυπνος, δεν παύει ποτέ να κατασκοπεύει την εσωτερική μας ζωή, τις αδυναμίες μας, έτοιμος να αρπάξει κάθε άνοιγμα για να υπονοήσει τον εαυτό του. Μόλις καταφέρει να ανοίξει την πόρτα, υπάρχει μικρή ελπίδα να τον διώξει: η μάχη είναι ήδη χαμένη. Αυτός που αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη είναι σαν ένας αμελής φρουρός που δεν καταφέρνει να κλείσει την πύλη του φρουρίου, ακόμη και γνωρίζοντας ότι ο εχθρός, έξω, δεν περιμένει τίποτα άλλο. Πότε εμείς, ως Χριστιανοί, χάσαμε την επίγνωση ότι ο Διάβολος είναι έξω από την πόρτα, περιμένοντας μόνο να αποσπαστούμε, περιμένοντας μόνο να ξεχάσουμε την πόρτα μισάνοιχτη; Πότε σταματήσαμε να έχουμε επίγνωση του κινδύνου που μας απειλεί και χάσαμε την κατανόηση ότι όλη η ανθρώπινη ζωή στη γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνεχής μάχη μεταξύ καλού και κακού, μεταξύ φωτός και σκότους; Μέχρι τα χρόνια της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου, η Εκκλησία δίδασκε αυτές τις αλήθειες πολύ καθαρά και δυναμικά (μερικοί θα έλεγαν, με έμφαση). Δεν βλέπουμε αυτό να προκαλεί ψυχολογικές διαταραχές, εκτός από εκείνους που είχαν προδιάθεση για αυτές: γιατί υπάρχουν φύσεις προδιατεθειμένες για ψυχικές διαταραχές, και δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να ρίχνουμε την ευθύνη στον πρώτο εκπαιδευτικό φορέα που συναντάμε - την οικογένεια, το σχολείο, την Εκκλησία. Αντίθετα, μας φαίνεται ότι το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας, παρήγαγε σταθερούς ανθρώπους, με ψυχραιμία και ισχυρή ηθική συνείδηση: ανθρώπους που θα ντρεπόντουσαν να πουν ψέματα, να βάλουν την περιουσία κάποιου άλλου στην τσέπη τους, να αθετήσουν τον λόγο τους. Άνθρωποι που σκέφτονταν πρώτα το καθήκον,και μόνο αργότερα, ενδεχομένως, για τη δική τους ευχαρίστηση. Σύζυγοι ικανοί για αυτοθυσία προς τις συζύγους τους, και σύζυγοι ικανοί για αυτοθυσία προς τους συζύγους τους· γονείς ικανοί για αυτοθυσία προς τα παιδιά τους, και παιδιά που σέβονται τους γονείς τους και γνωρίζουν τα καθήκοντά τους. Ενώ τώρα, με τις «εύκολες» παιδαγωγικές μεθόδους, με την πρακτική του να μην επιπλήττουμε ποτέ τα παιδιά όταν κάνουν λάθη, του να μην θεσπίζουμε ποτέ κανόνες που πρέπει να γίνονται σεβαστοί, του να μην χαράσσουμε ποτέ όρια μεταξύ του τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, η κοινωνία μας θερίζει τους αναπόφευκτους καρπούς της χαλαρότητας, της φιλανθρωπίας και της ανεκτικότητας: ανθρώπους που δεν μπορούν να φροντίσουν τον εαυτό τους, που δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους στη ζωή, που χάνουν τον εαυτό τους ακόμη και σε καταστάσεις που είναι κάθε άλλο παρά απελπιστικές.

“Conversion of Saint Paul” (Συλλογή Odescalchi) Michelangelo Merisi da Caravaggio. (λεπτομέρεια).
Το εκπαιδευτικό σύστημα που ίσχυε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, συμπεριλαμβανομένης της Εκκλησίας, παρήγαγε σταθερούς ανθρώπους, με ψυχραιμία και ισχυρή ηθική συνείδηση: ανθρώπους που θα ντρέπονταν να πουν ψέματα, να βάλουν την περιουσία κάποιου άλλου στην τσέπη τους, να αθετήσουν τον λόγο τους. Άνθρωποι που σκέφτονταν πρώτα το καθήκον και μόνο δευτερευόντως, ενδεχομένως, τη δική τους ευχαρίστηση. Ενώ τώρα μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα των «εύκολων» παιδαγωγικών μεθόδων! Μπορούμε να δούμε τα αποτελέσματα της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου και του '68!

Στο επίπεδο της ηθικής εκπαίδευσης, ειδικότερα, βλέπουμε τους κακούς καρπούς της Συνόδου και του '68. Ναι, αν συνδυάσουμε αυτά τα δύο γεγονότα, κανείς δεν πρέπει να εκπλαγεί: όπως έχουμε επανειλημμένα υποστηρίξει, όχι μόνο η Σύνοδος προετοιμάστηκε για το '68, αλλά ήταν και η λογική της προϋπόθεση και η ιδεολογική της προϋπόθεση. Τόσο η Σύνοδος όσο και το '68 είχαν καταστροφικές επιπτώσεις στο άτομο και την κοινωνία, για τον λόγο ότι ξεκίνησαν από μια ψευδή και απατηλή ανθρωπολογία, που προερχόταν περισσότερο από τον Ρουσσώ παρά από τον Ιησού Χριστό. Υπέθεσαν ότι ο άνθρωπος είναι θεμελιωδώς καλός και ότι αρκεί να ακολουθήσει τα φυσικά του ένστικτα για να βρει το σωστό μονοπάτι στη ζωή. Φυσικά, κανένα έγγραφο της Συνόδου δεν το έχει επιβεβαιώσει ποτέ αυτό τόσο ρητά. Αλλά το άφησε να γίνει κατανοητό, επειδή οι κρυφοί εμπνευστές του ήταν αποφασισμένοι να οδηγήσουν όλους τους Καθολικούς, χωρίς να το συνειδητοποιούν, προς ένα φυσιοκρατικό όραμα ύπαρξης: με άλλα λόγια, να τους οδηγήσουν σιωπηλά στην αποστασία. Ένα φυσιοκρατικό όραμα ζωής είναι αυτό στο οποίο ο άνθρωπος ξεχνά ότι όλα όσα είναι, όλα όσα μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει, όλα όσα πρέπει ή δεν πρέπει να επιθυμεί, βρίσκουν την πηγή τους στον Θεό και μόνο στον Θεό. Η ιδέα ότι δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να είμαστε σε εγρήγορση για κινδύνους εισχώρησε ύπουλα, εισχωρώντας στις πτυχές της Συνόδου, και από εκείνη τη στιγμή ρίζωσε, βρίσκοντας γόνιμο έδαφος σε έναν καθολικό λαό του οποίου η πίστη είχε ήδη αποδυναμωθεί δραματικά και που δεν ήθελε τίποτα καλύτερο από το να την απαρνηθεί, σιωπηλά και υποκριτικά, χωρίς να αναλάβει την ευθύνη να εκτελέσει μια ρητή πράξη.
                         Καραβάτζιο, Η μαστίγωση του                            Χριστού, λεπτομέρεια (1607-1608)
Δεν έχει νόημα να κρυβόμαστε: το κακό υπάρχει στον γήινο κόσμο· ακόμα κι αν, φιλοσοφικά μιλώντας, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έλλειψη καλού. Αλλά ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύει υπάρχει, τα βάσανα που προκαλεί υπάρχουν και οι τρομερές συνέπειές του υπάρχουν, οι οποίες μερικές φορές είναι αδύνατο να διορθωθούν. Επιπλέον, το κακό συνήθως παρουσιάζεται ως μια απομίμηση του καλού. Οι λάγνοι, οι φιλάργυροι και οι υπερήφανοι αναζητούν και επιδιώκουν κάποιο φάντασμα του καλού, αλλά εν τω μεταξύ βυθίζονται στην κόλαση των διαταραγμένων παθών τους. Και πάνω από το συνηθισμένο κακό, το κακό για το οποίο οι άνθρωποι είναι φυσικά ικανοί, τυφλωμένοι από μια οφθαλμαπάτη ανεστραμμένου καλού, υπάρχει ένα εξαιρετικό κακό, υπερφυσικό κακό: ο Διάβολος! 

Όλα έπρεπε να παραμείνουν όπως πριν, ξεκινώντας από τη λήψη των Μυστηρίων, πρώτα και κύρια του Βαπτίσματος: ωστόσο, έπρεπε να περιοριστεί σε μια απλή τυπικότητα, μια εξωτερική τελετή, μια αφορμή, με τη σειρά της, για καθαρά καταναλωτικά γεύματα και δώρα: εν ολίγοις, το αντίθετο από αυτό που διδάσκει το Ευαγγέλιο. Χρειαζόταν ένας κλήρος που θα ενέπνεε αυτή την μυστική επιθυμία των μαζών των πιστών: να μαλακώσει και να τιθασεύσει το δόγμα, που τώρα θεωρείται πολύ αυστηρό και απαιτητικό, σύμφωνα με τις διαθέσεις του σύγχρονου κόσμου: δηλαδή, ηδονισμό, υλισμό, ωφελιμισμό, σχετικισμό. Η διακήρυξη του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, για παράδειγμα, στο Dignitatis humanae, ανταποκρίθηκε στην μυστική επιθυμία να απογυμνωθεί η χριστιανική πίστη από τον δεσμευτικό χαρακτήρα που είχε πάντα, δεδομένου ότι ο άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα, αλλά το καθήκον, να αναζητά την αλήθεια και, αφού γίνει γνωστή, το καθήκον να την ακολουθεί. Και υπήρχε ανάγκη για μοντερνιστές θεολόγους να αναλάβουν τον ρόλο του Δρ. Ατζεκαγκαρμπούγκλι: να παίρνουν τα λόγια του Ευαγγελίου, να τα παραμορφώνουν, να τα διαστρεβλώνουν, να τα διαστρεβλώνουν, να τα διαστρεβλώνουν, μέχρι να προκύψει από αυτά ένα δόγμα και μια ηθική που, στην πραγματικότητα, αποτελούν την τέλεια άρνηση του αυθεντικού Ευαγγελίου. Το εγχείρημα μπορεί να φαινόταν δύσκολο. Στην πραγματικότητα, έγινε πολύ εύκολο από το άδικο έργο μιας πληθώρας βιβλικών μελετητών, φιλολόγων και ειδικών κάθε είδους, οι οποίοι, από το ύψος της αναμφισβήτητης γνώσης τους, άρχισαν να εξηγούν ότι ορισμένες εκφράσεις του Ευαγγελίου, ορισμένα λόγια του Ιησού, δεν έπρεπε πλέον να διαβάζονται ή να κατανοούνται όπως πάντα διαβάζονταν και κατανοούνταν. Αλλά με έναν άλλο τρόπο, πιο σωστό, πιο ακριβή, φιλολογικά και ιστορικά. Χάρη σε αυτούς, η μετάβαση από τον Καθολικισμό στην αποστασία πραγματοποιήθηκε με απόλυτα «καθαρό» τρόπο, χωρίς σκάνδαλα ή διαμάχες. Οι ελάχιστοι που είδαν και κατάλαβαν την απάτη παρέμειναν σιωπηλοί, φοβούμενοι να επιδεινώσουν τη ζημιά. Ή, αν μιλούσαν, δεν τους πίστευαν. Και να που βρισκόμαστε εδώ: με έναν κλήρο που κλείνει τα μάτια στη μοιχεία και το διαζύγιο, που σιωπά εντελώς για την άμβλωση, που τραυλίζει δειλά για την ευθανασία, που εγκρίνει την πρακτική της σοδομίας· και που δεν τολμά να αποκαλεί τα θύματα της τρομοκρατικής μανίας «Χριστιανούς». Είχαμε ξεχάσει ότι ο Σατανάς είναι ένα εξαιρετικά έξυπνο ον...

Φραντσέσκο Λαμέντολα

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Ποιος «αγγίζει» και ποιος πυροβολεί

Marco Travaglio - 15 Σεπτεμβρίου 2026

Ποιος «αγγίζει» και ποιος πυροβολεί


Πηγή: Il Fatto Quotidiano

Το Κόμμα του Πολέμου έχει κατανοήσει πλήρως την ολοένα και πιο αντιευρωπαϊκή ευρωπαϊκή ψήφο. Μάλιστα, μιλάει μόνο για επανεξοπλισμό και τον δικαιολογεί με τις διαβόητες «ρωσικές επιθέσεις» στην Ευρώπη. Ενδεχομένως καθημερινές. Αλλά, μη μπορώντας να βρει πραγματικές, αναγκάζεται να τις επινοήσει. Η διαβόητη «επίθεση στον Ζελένσκι» με το «ρωσικό drone» που «βοσκούσε το αεροπλάνο του στη Μολδαβία» εξαφανίστηκε γρήγορα από τις ειδήσεις επειδή διαψεύστηκε από τη Μολδαβία, τη Ρωσία και την Ουκρανία, αλλά κυρίως επειδή το drone που βοσκούσε έχασε τον υποτιθέμενο στόχο του κατά 160 χλμ. Η Λιθουανία στη συνέχεια εξέδωσε συναγερμό για drone (προφανώς ρωσικό) και έκλεισε το αεροδρόμιο του Βίλνιους, ενώ μαχητικά του ΝΑΤΟ έσπευσαν να τα καταρρίψουν: δυστυχώς, ήταν ένα σμήνος πουλιών, άγνωστο αν ήταν ρωσικά ή ουκρανικά, αλλά τώρα θα είναι αρκετό να τα αμφισβητήσουμε. Λίγες ώρες αργότερα, στην Ουκρανία, ένα ρωσικό drone χτύπησε ένα τρένο με προορισμό τη Βαρσοβία, χωρίς να προκαλέσει θανάτους ή τραυματισμούς, αλλά αναγκάζοντας το τρένο πίσω του να σταματήσει, που μετέφερε στρατιωτικούς συμβούλους από την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τον πρώην επικεφαλής της CIA Πετρέους και τον πρώην πρωθυπουργό Τζόνσον. Μια συνηθισμένη πράξη πολέμου εναντίον συμβούλων και κατασκόπων που βοηθούν στρατιωτικά το Κίεβο, και εναντίον τρένων που μεταφέρουν όπλα για να χτυπήσουν πολιτικούς στόχους και διυλιστήρια στη Ρωσία. Δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, αλλά προκάλεσε θανάτους και ζημιές (ειδικά στις οικονομίες μας: στην πραγματικότητα, ο Τραμπ διέταξε τον Ζελένσκι να σταματήσει). Αλλά επειδή τίποτα δεν πάει χαμένο, ο πολεμοχαρής τύπος εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να φωνάξει «πόλεμο στα σύνορα της Ευρώπης» (Corriere e Stampa) και μια «προειδοποίηση προς την ΕΕ» επειδή «τα drones του Πούτιν προσπερνούν το τρένο των διπλωματών» (Rep). Τώρα, το γεγονός ότι υπάρχει πόλεμος στην Ουκρανία, η οποία ήταν πάντα στα σύνορα της ΕΕ, είναι γνωστό από το 2014. Και το γεγονός ότι η ρωσική επίθεση έγινε 2 χλμ. από τα πολωνικά σύνορα δεν σημαίνει ότι είναι εναντίον της Πολωνίας ή της ΕΕ: ​​η Ουκρανία, ακόμη και 2 χλμ. από την Πολωνία, εξακολουθεί να είναι Ουκρανία. Αν οι στρατιωτικοί σύμβουλοι πάνε στο Κίεβο για να τη βοηθήσουν να επιτεθεί στη Ρωσία, είναι νόμιμοι στόχοι, και το λιγότερο που μπορεί να συμβεί είναι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν συνέβη, επειδή το τρένο τους παρέμεινε άθικτο. Ωστόσο, λένε οι τρομπετίστες, «παραλίγο να χαθεί»: μια μάλλον ελαστική έννοια, δεδομένου ότι το drone που «παραλίγο να χαθεί» από τον Ζελένσκι συνετρίβη σε μεγαλύτερη απόσταση από την απόσταση μεταξύ Τορίνο και Μιλάνου.
Εν τω μεταξύ, ενώ τα φερόμενα ρωσικά drones (συμπεριλαμβανομένων των πτηνών) «βοσκούν» αριστερά και δεξιά, οι Ουκρανοί δολοφόνοι των μυστικών υπηρεσιών σκοτώνονται μεταξύ τους, τοποθετούν βόμβες στο Μόντε Κάρλο, σφαγιάζουν επιχειρηματικούς ανταγωνιστές στο Μπαλί, δολοφονούν αντιφρονούντες πολιτικούς, δημοσιογράφους, στρατηγούς και νεαρές γυναίκες στη Ρωσία, ανατινάζουν αγωγούς φυσικού αερίου, βομβαρδίζουν πετρελαιοφόρα στις θάλασσές μας, προκαλώντας πάντα ζημιές, θανάτους και τραυματισμούς. Με τα χρήματά μας και τα όπλα μας. Αλλά τι γίνεται αν δεν «βοσκούν» κανέναν.

Η Λεοπάρδαλη και το AfD


Συμφωνώ απόλυτα με τον Andrea Zhok όταν λέει ότι το πραγματικό πρόβλημα του AfD δεν είναι ότι είναι πολύ ριζοσπαστικό, αλλά ότι είναι πολύ λίγο ριζοσπαστικό. Το ίδιο το γεγονός ότι η αρχηγός του κόμματος Alice Weidel προέρχεται από την Goldman Sachs μαρτυρά το γεγονός ότι τα θεμέλια του AfD δεν διαφέρουν και πολύ από αυτά του εχθρού του, του CDU. Οι γελοίες και τελετουργικές κατηγορίες για φασισμό, που ισχύουν για οτιδήποτε αντιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση, είναι πραγματικά άνευ νοήματος και θα έπρεπε, αν μη τι άλλο, να απευθύνονται στην κυβέρνηση του Βερολίνου, η οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να κηρύξει πόλεμο στη Ρωσία, όπως έκανε πριν από 85 χρόνια, και να στρατιωτικοποιήσει τον πληθυσμό σε αυτή την προσπάθεια. Ακόμη και η θέση του AfD για τη μετανάστευση δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική, παρά το γεγονός ότι, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, το status quo βασίζεται σε αυτό το ζήτημα για να αποφύγει να χρειαστεί να σκεφτεί τα πράγματα διεξοδικά. Τα αιτήματα αρχής είναι ένα πράγμα. Ο σεβασμός σε μια απερίσκεπτη υποδοχή που τελικά οδηγεί σε σύγκρουση παρά σε ενσωμάτωση, η οποία είναι αδύνατη δεδομένων των αριθμών, είναι κάτι άλλο.

Στην πραγματικότητα, το AfD δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα είδος CDU με την εξάλειψη ορισμένων παγκοσμιοποιητικών ιδεολογιών, εκείνων που δεν έχουν λειτουργήσει και υπονομεύουν την προσήλωση στο σύστημα. Ακόμα και στην Ευρώπη, μένει να δούμε αν αυτό το κόμμα θέλει να αμφισβητήσει τα πάντα, σίγουρα όχι την γερμανική ηγεμονία στο νότο της ηπείρου. Απλώς θέλει μεγαλύτερη αυτονομία για τη Γερμανία, με ή χωρίς το ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο, η έντονη αντίθεση στο πολεμικό κλίμα κατά της Ρωσίας θα πρέπει να ερμηνευτεί ως το άνοιγμα σχέσεων που μπορούν να φέρουν ξανά ενέργεια χαμηλού κόστους στην φθίνουσα γερμανική βιομηχανία. Εν ολίγοις, δεν πρόκειται για επανάσταση, αλλά για προσαρμογή των προοπτικών σε σχέση με έναν παγκοσμιισμό που ουσιαστικά δεν υπάρχει πλέον, χωρίς, ωστόσο, να υπονομεύει τα θεμέλιά του. Και σε πολλά μέρη της Ευρώπης, αυτή η μετατόπιση γίνεται αισθητή, αν και μοιάζει περισσότερο με διόρθωση πορείας παρά με αλλαγή κατεύθυνσης. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεταφορά ψήφων έγινε κυρίως εις βάρος ενός CDU που ακολούθησε μια πορεία και το οποίο στην πραγματικότητα χάραξε για τον εαυτό του, πρώτα με τον Scholz και ακόμη περισσότερο με τον Merz, μια αυτονομία στη χειρότερη περίπτωση σε σχέση με τη συναίνεση της Ουάσιγκτον.

Πράγματι, το AfD είναι ένα εξαιρετικό δοχείο σε στιλ Λεοπάρ που υπόσχεται να αλλάξει τα πάντα, έτσι ώστε να μην αλλάξει τίποτα, και εμείς στην Ιταλία έχουμε ήδη αρκετή εμπειρία με αυτό. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι οι συνέπειες ενός σοκ δεν είναι απολύτως προβλέψιμες, επειδή ανοίγουν ένα σύμπαν δυνατοτήτων που προηγουμένως είχαν απορριφθεί ή είχαν υποβιβαστεί στα επιθυμητά, αλλά όχι δυνατά, πεδία. Έτσι, τελικά, μένει να δούμε πώς θα επιλυθεί αυτή η «γερμανική επανάσταση», η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου επανάσταση.