Γενική φυσική ιστορία και θεωρία του ουρανού
Τρίτο μέρος.
Παράρτημα, περί των κατοίκων των άστρων.
Immanuel Kant
Η κεντρική πρωτογενής πηγή: Allgemeine Naturgeschichte und Theorie des Himmels 1755
Το σημαντικότερο κείμενο του Kant σχετικά με τους εξωγήινους είναι το τρίτο μέρος, δηλαδή το παράρτημα, του πρώιμου φυσικοφιλοσοφικού του έργου Allgemeine Naturgeschichte und Theorie des Himmels: «Περί των κατοίκων των άστρων». Εκεί ο Kant υποστηρίζει τη θέση ότι οι περισσότεροι πλανήτες είναι κατοικημένοι ή θα μπορούσαν μελλοντικά να κατοικηθούν. Η περίφημη φράση είναι: «Εντούτοις, οι περισσότεροι από τους πλανήτες είναι ασφαλώς κατοικημένοι, και όσοι δεν είναι θα κατοικηθούν κάποτε».(Elon Musk.)
Ο Kant το σκέπτεται αυτό στο πλαίσιο της κοσμογονίας του: εφόσον τα πλανητικά συστήματα γεννιούνται και εξελίσσονται σύμφωνα με φυσικούς νόμους, είναι γι’ αυτόν εύλογο ότι και η οργανική και έλλογη ζωή δεν απαντά μόνο στη Γη. Η επιχειρηματολογία του, επομένως, δεν είναι εμπειρική ανακάλυψη, αλλά ένας συλλογισμός αναλογίας και πιθανότητας στο πνεύμα του Διαφωτισμού και της Νευτώνειας φυσικής φιλοσοφίας.
Επειδή θεωρώ ότι θα σήμαινε εξευτελισμό του χαρακτήρα της φιλοσοφίας, αν τη χρησιμοποιούσε κανείς για να υποστηρίζει, με κάποιο είδος ελαφρότητας, ελεύθερες εκτροπές του πνεύματος με κάποια επίφαση αληθοφάνειας, ακόμη κι αν ήθελε να δηλώσει ότι αυτό γίνεται μόνο για τέρψη, [174] γι’ αυτό στο παρόν δοκίμιο δεν θα παραθέσω άλλες θέσεις παρά μόνον εκείνες που μπορούν πράγματι να συμβάλουν στη διεύρυνση της γνώσης μας και των οποίων η πιθανότητα είναι συγχρόνως τόσο καλά θεμελιωμένη, ώστε δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει να τις δεχθεί.
Μολονότι θα μπορούσε να φαίνεται ότι, σε αυτό το είδος αντικειμένου, η ελευθερία της επινόησης δεν έχει καθόλου πραγματικά όρια, και ότι στην κρίση για τη φύση των κατοίκων απομακρυσμένων κόσμων θα μπορούσε κανείς, με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, να αφήσει τα χαλινάρια στη φαντασία απ’ ό,τι ένας ζωγράφος στην απεικόνιση των φυτών ή των ζώων ανεξερεύνητων χωρών, και ότι τέτοιες σκέψεις ούτε θα μπορούσαν να αποδειχθούν σωστά ούτε να αντικρουστούν· πρέπει όμως να ομολογήσει κανείς ότι οι αποστάσεις των ουράνιων σωμάτων από τον ήλιο φέρουν μαζί τους ορισμένες σχέσεις, οι οποίες ασκούν ουσιώδη επίδραση στις διαφορετικές ιδιότητες των σκεπτόμενων φύσεων που βρίσκονται επάνω σε αυτά, εφόσον ο τρόπος τους να ενεργούν και να πάσχουν είναι δεμένος με τη σύσταση της ύλης με την οποία είναι συνδεδεμένες, και εξαρτάται από το μέτρο των εντυπώσεων που ο κόσμος προκαλεί μέσα τους, σύμφωνα με τις ιδιότητες της σχέσης του τόπου κατοικίας τους προς το κέντρο της έλξης και της θερμότητας.
Είμαι της γνώμης ότι δεν είναι ακριβώς αναγκαίο να υποστηρίξει κανείς πως όλοι οι πλανήτες πρέπει να είναι κατοικημένοι, μολονότι θα ήταν παραλογισμός [175] να το αρνηθεί κανείς αυτό για όλους ή ακόμη και μόνο για τους περισσότερους. Μέσα στον πλούτο της φύσης, όπου κόσμοι και συστήματα, σε σχέση με το όλο της δημιουργίας, δεν είναι παρά ηλιακή σκόνη, θα μπορούσαν κάλλιστα να υπάρχουν και έρημες και ακατοίκητες περιοχές, οι οποίες δεν θα αξιοποιούνταν με την πιο ακριβή καταλληλότητα για τον σκοπό της φύσης, δηλαδή για τη θεωρία λογικών όντων. Θα ήταν σαν να ήθελε κανείς, με βάση τη σοφία του Θεού, να διστάσει να παραδεχθεί ότι αμμώδεις και ακατοίκητες έρημοι καταλαμβάνουν μεγάλες εκτάσεις της γης, και ότι υπάρχουν έρημα νησιά στον ωκεανό, πάνω στα οποία δεν βρίσκεται κανένας άνθρωπος. Εντούτοις, ένας πλανήτης είναι πολύ λιγότερο, σε σχέση με το σύνολο της δημιουργίας, απ’ ό,τι μια έρημος ή ένα νησί σε σχέση με την επιφάνεια της γης.
Ίσως να μην έχουν ακόμη διαμορφωθεί πλήρως όλα τα ουράνια σώματα· απαιτούνται αιώνες, και ίσως χιλιάδες χρόνια, ώσπου ένα μεγάλο ουράνιο σώμα να αποκτήσει σταθερή κατάσταση της ύλης του. Ο Δίας φαίνεται να βρίσκεται ακόμη σε αυτή τη διαμάχη. Η αισθητή μεταβολή της μορφής του, σε διαφορετικούς χρόνους, έκανε ήδη από παλιά τους αστρονόμους να εικάσουν ότι πρέπει να υφίσταται μεγάλες ανατροπές και ότι στην επιφάνειά του δεν είναι καθόλου τόσο ήρεμος όσο πρέπει να είναι ένας κατοικήσιμος πλανήτης. Αν δεν έχει κατοίκους, και αν ποτέ δεν πρόκειται να έχει, τι απειροελάχιστη δαπάνη της [176] φύσης θα ήταν αυτό, σε σχέση με την απεραντοσύνη ολόκληρης της δημιουργίας; Και δεν θα ήταν μάλλον σημάδι φτώχειας παρά αφθονίας της, αν σε κάθε σημείο του χώρου έπρεπε να φροντίζει τόσο επιμελώς να επιδεικνύει όλα τα πλούτη της;
Μπορεί όμως κανείς να υποθέσει με ακόμη μεγαλύτερη ικανοποίηση ότι, ακόμη κι αν τώρα είναι ακατοίκητος, θα κατοικηθεί κάποτε, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η περίοδος της διαμόρφωσής του. Ίσως η γη μας υπήρχε για χίλια ή περισσότερα χρόνια προτού βρεθεί σε κατάσταση να μπορεί να συντηρεί ανθρώπους, ζώα και φυτά. Το ότι ένας πλανήτης φτάνει σε αυτή την τελειότητα μερικές χιλιάδες χρόνια αργότερα δεν βλάπτει τον σκοπό της ύπαρξής του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα παραμείνει και στο μέλλον περισσότερο χρόνο στην τελειότητα της κατάστασής του, όταν κάποτε την επιτύχει· διότι είναι βέβαιος φυσικός νόμος: καθετί που έχει αρχή πλησιάζει διαρκώς προς την παρακμή του και βρίσκεται τόσο πιο κοντά σε αυτήν όσο περισσότερο απομακρύνεται από το σημείο της αρχής του.
Η σατιρική παράσταση εκείνου του πνευματώδους ανθρώπου από τη Χάγη, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις γενικές ειδήσεις από τη République des Sciences, ήξερε να παρουσιάσει από τη γελοία πλευρά τη φαντασίωση της αναγκαίας κατοίκησης όλων των κοσμικών σωμάτων, δεν μπορεί παρά [177] να εγκριθεί. «Τα πλάσματα», λέει, «που κατοικούν τα δάση πάνω στο κεφάλι ενός ζητιάνου, είχαν από καιρό θεωρήσει την κατοικία τους ως μια απέραντη σφαίρα και τους εαυτούς τους ως το αριστούργημα της δημιουργίας, όταν ένας από αυτούς, τον οποίο ο ουρανός είχε προικίσει με λεπτότερη ψυχή, ένας μικρός Fontenelle του είδους του, αντιλήφθηκε ξαφνικά το κεφάλι ενός ευγενή. Αμέσως κάλεσε όλα τα πνευματώδη μυαλά της συνοικίας του και τους είπε με ενθουσιασμό: Δεν είμαστε τα μόνα έμψυχα όντα ολόκληρης της φύσης· κοιτάξτε εδώ μια νέα χώρα, εδώ κατοικούν περισσότερες ψείρες». Αν το συμπέρασμα αυτού του συλλογισμού προκαλεί γέλιο, αυτό δεν συμβαίνει επειδή απέχει πολύ από τον τρόπο με τον οποίο κρίνει το ανθρώπινο γένος· αλλά επειδή το ίδιο σφάλμα, που στον άνθρωπο έχει όμοια αιτία ως θεμέλιο, φαίνεται σε αυτά τα πλάσματα να αξίζει περισσότερη συγγνώμη.
Ας κρίνουμε χωρίς προκατάληψη. Αυτό το έντομο, το οποίο τόσο ως προς τον τρόπο ζωής του όσο και ως προς την ασημαντότητά του εκφράζει πολύ καλά την κατάσταση των περισσότερων ανθρώπων, μπορεί δικαίως να χρησιμοποιηθεί για μια τέτοια σύγκριση. Επειδή, κατά τη φαντασία του, η φύση ενδιαφέρεται απείρως πολύ για την ύπαρξή του, θεωρεί ολόκληρη την υπόλοιπη δημιουργία μάταιη, αν δεν φέρει μαζί της ακριβή στόχευση προς το γένος του, ως κέντρο των σκοπών της. Ο άνθρωπος, ο οποίος στέκεται εξίσου απείρως [178] μακριά από την ανώτατη βαθμίδα των όντων, είναι τόσο τολμηρός ώστε να κολακεύει τον εαυτό του με την ίδια φαντασίωση για την αναγκαιότητα της ύπαρξής του. Το άπειρο της δημιουργίας περιλαμβάνει μέσα του με την ίδια αναγκαιότητα όλες τις φύσεις που παράγει ο υπεράφθονος πλούτος της. Από την υψηλότερη τάξη ανάμεσα στα σκεπτόμενα όντα έως το πιο καταφρονημένο έντομο, κανένα μέλος δεν της είναι αδιάφορο· και κανένα δεν μπορεί να λείψει χωρίς να διακοπεί έτσι η ομορφιά του όλου, η οποία συνίσταται στη συνάφεια.
Εντούτοις, τα πάντα καθορίζονται από γενικούς νόμους, τους οποίους η φύση ενεργοποιεί μέσω της σύνδεσης των αρχικά εμφυτευμένων δυνάμεών της. Επειδή στη διαδικασία της παράγει μόνο ευταξία και τάξη, κανένας επιμέρους σκοπός δεν επιτρέπεται να διαταράσσει και να διακόπτει τις συνέπειές της. Κατά την πρώτη της διαμόρφωση, η γένεση ενός πλανήτη ήταν μόνο μια απειροελάχιστη συνέπεια της γονιμότητάς της· και τώρα θα ήταν κάτι παράλογο να πρέπει οι τόσο καλά θεμελιωμένοι νόμοι της να υποχωρήσουν μπροστά στους ιδιαίτερους σκοπούς αυτού του ατόμου. Αν η κατάσταση ενός ουράνιου σώματος θέτει φυσικά εμπόδια στην κατοίκησή του, τότε θα είναι ακατοίκητο, μολονότι καθαυτό θα ήταν ωραιότερο να έχει κατοίκους. Η τελειότητα της δημιουργίας δεν χάνει τίποτε από αυτό· διότι το άπειρο είναι, ανάμεσα σε όλα τα μεγέθη, εκείνο που δεν μειώνεται με την αφαίρεση ενός πεπερασμένου μέρους. Θα ήταν σαν να ήθελε κανείς να παραπονεθεί ότι ο χώρος ανάμεσα [179] στον Δία και στον Άρη μένει τόσο άχρηστα κενός, και ότι υπάρχουν κομήτες που δεν είναι κατοικημένοι.
Πράγματι, όσο ασήμαντο κι αν μας φαίνεται εκείνο το έντομο, η φύση ενδιαφέρεται ασφαλώς περισσότερο για τη διατήρηση ολόκληρης της τάξης του παρά για έναν μικρό αριθμό εξοχότερων πλασμάτων, από τα οποία ωστόσο υπάρχουν απείρως πολλά, ακόμη κι αν μια περιοχή ή ένας τόπος στερούνταν από αυτά. Επειδή είναι ανεξάντλητη στην παραγωγή και των δύο, βλέπει κανείς ότι αφήνει εξίσου αμέριμνα και τα δύο, ως προς τη διατήρηση και την καταστροφή τους, στους γενικούς νόμους. Μήπως ποτέ ο κάτοχος εκείνων των κατοικημένων δασών πάνω στο κεφάλι του ζητιάνου προκάλεσε μεγαλύτερες καταστροφές μέσα στο γένος αυτής της αποικίας απ’ όσες προκάλεσε ο γιος του Φιλίππου μέσα στο γένος των συμπολιτών του, όταν η κακή του μοίρα του έβαλε στο κεφάλι την ιδέα ότι ο κόσμος είχε δημιουργηθεί μόνο για χάρη του;
Εντούτοις, οι περισσότεροι από τους πλανήτες είναι ασφαλώς κατοικημένοι, και όσοι δεν είναι θα κατοικηθούν κάποτε. Ποιες σχέσεις, λοιπόν, θα προκληθούν ανάμεσα στα διάφορα είδη αυτών των κατοίκων από τη σχέση του τόπου τους μέσα στο κοσμικό οικοδόμημα προς το κέντρο από το οποίο διαχέεται η θερμότητα που ζωντανεύει τα πάντα; Διότι είναι βέβαιο ότι αυτή, μέσα στις ύλες αυτών των ουράνιων σωμάτων, σύμφωνα με την αναλογία της απόστασής τους, φέρει μαζί της ορισμένες σχέσεις στους καθορισμούς τους. Ο άνθρωπος, ο οποίος [180] ανάμεσα σε όλα τα έλλογα όντα είναι εκείνο που γνωρίζουμε σαφέστερα, μολονότι η εσωτερική του σύσταση παραμένει ακόμη για εμάς ένα ανεξερεύνητο πρόβλημα, πρέπει να χρησιμεύσει σε αυτή τη σύγκριση ως βάση και ως γενικό σημείο αναφοράς.
Δεν θέλουμε εδώ να τον εξετάσουμε ως προς τις ηθικές του ιδιότητες ούτε ως προς τη φυσική διάταξη της κατασκευής του· θέλουμε μόνο να ερευνήσουμε ποιους περιορισμούς υφίστανται η ικανότητα να σκέπτεται λογικά και η κίνηση του σώματός του, που υπακούει σε αυτήν, μέσω της σύστασης της ύλης, ανάλογης προς την απόσταση από τον ήλιο, με την οποία είναι δεμένος. Παρά την άπειρη απόσταση που συναντάται ανάμεσα στη δύναμη του σκέπτεσθαι και στην κίνηση της ύλης, ανάμεσα στο έλλογο πνεύμα και στο σώμα, είναι ωστόσο βέβαιο ότι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει όλες τις έννοιες και παραστάσεις του από τις εντυπώσεις που το σύμπαν, μέσω του σώματος, προκαλεί στην ψυχή του, εξαρτάται πλήρως, τόσο ως προς τη σαφήνειά τους όσο και ως προς την ευχέρεια να τις συνδέει και να τις συγκρίνει —πράγμα που ονομάζεται ικανότητα του σκέπτεσθαι—, από τη σύσταση αυτής της ύλης με την οποία τον έχει συνδέσει ο Δημιουργός.
Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος ώστε να δέχεται τις εντυπώσεις και τις συγκινήσεις που ο κόσμος πρέπει να προκαλεί μέσα του μέσω εκείνου του σώματος που είναι το ορατό μέρος της ουσίας του· και η ύλη αυτού του σώματος δεν είναι αναγκαία μόνο για να εντυπώνει στο αόρατο πνεύμα που κατοικεί μέσα του [181] τις πρώτες έννοιες των εξωτερικών αντικειμένων, αλλά είναι επίσης απαραίτητη και για την εσωτερική ενέργεια, ώστε να τις επαναλαμβάνει, να τις συνδέει, με λίγα λόγια: να σκέπτεται.¹ Κατά το μέτρο που διαμορφώνεται το σώμα του, οι ικανότητες της σκεπτόμενης φύσης του αποκτούν και τους αντίστοιχους βαθμούς τελειότητας, και φτάνουν για πρώτη φορά σε μια σταθερή και ανδρική δύναμη όταν οι ίνες των οργάνων του αποκτήσουν τη στερεότητα και τη διάρκεια που αποτελούν την ολοκλήρωση της διαμόρφωσής τους.
Οι ικανότητες εκείνες αναπτύσσονται σε αυτόν αρκετά νωρίς, μέσω των οποίων μπορεί να ικανοποιήσει την ανάγκη που του επιφέρει η εξάρτηση από τα εξωτερικά πράγματα. Σε ορισμένους ανθρώπους η ανάπτυξη μένει σε αυτόν τον βαθμό. Η ικανότητα να συνδέει αφηρημένες έννοιες και, μέσω μιας ελεύθερης εφαρμογής των γνώσεων, να κυριαρχεί πάνω στη ροπή των παθών, εμφανίζεται αργά, σε ορισμένους ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή τους· σε όλους όμως είναι αδύναμη: υπηρετεί τις κατώτερες δυνάμεις, πάνω στις οποίες όμως θα έπρεπε να κυριαρχεί, και στην κυβέρνηση των οποίων συνίσταται η υπεροχή της [182] φύσης του.
Αν παρατηρήσει κανείς τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων, φαίνεται πως αυτό το πλάσμα δημιουργήθηκε για να απορροφά χυμούς μέσα του και να μεγαλώνει σαν φυτό, να διαιωνίζει το γένος του, τέλος να γερνά και να πεθαίνει. Από όλα τα πλάσματα επιτυγχάνει λιγότερο τον σκοπό της ύπαρξής του, επειδή χρησιμοποιεί τις εξαίρετες ικανότητές του για σκοπούς τους οποίους τα υπόλοιπα πλάσματα επιτυγχάνουν με πολύ μικρότερες ικανότητες, και όμως με πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια και ευπρέπεια. Θα ήταν και το πιο αξιοκαταφρόνητο απ’ όλα, τουλάχιστον στα μάτια της αληθινής σοφίας, αν η ελπίδα του μέλλοντος δεν τον ύψωνε και αν οι δυνάμεις που είναι κλεισμένες μέσα του δεν είχαν μπροστά τους την περίοδο μιας πλήρους ανάπτυξης.
Αν ερευνήσει κανείς την αιτία των εμποδίων που διατηρούν την ανθρώπινη φύση σε τόσο βαθιά ταπείνωση, τη βρίσκει στην αδρότητα της ύλης μέσα στην οποία είναι βυθισμένο το πνευματικό του μέρος, στην ακαμψία των ινών και στη νωθρότητα και ακινησία των χυμών που πρέπει να υπακούουν στις κινήσεις του. Τα νεύρα και τα υγρά του εγκεφάλου του του παρέχουν μόνο χονδροειδείς και ασαφείς έννοιες· και επειδή, στο εσωτερικό της νοητικής του δύναμης, δεν μπορεί να αντιτάξει στις διεγέρσεις των αισθητών εντυπώσεων αρκετά ισχυρές παραστάσεις ως αντίβαρο, παρασύρεται από τα πάθη του, κατακλύζεται και διαταράσσεται από τον θόρυβο των στοιχείων που συντηρούν τη μηχανή του. Οι προσπάθειες του λόγου να υψωθεί εναντίον τους [183] και να διαλύσει αυτή τη σύγχυση με το φως της κριτικής δύναμης είναι σαν τις αχτίδες του ήλιου, όταν πυκνά σύννεφα αδιάκοπα διακόπτουν και σκοτεινιάζουν τη διαύγειά τους.
Αυτή η αδρότητα της ύλης και του ιστού στην κατασκευή της ανθρώπινης φύσης είναι η αιτία εκείνης της νωθρότητας που διατηρεί τις ικανότητες της ψυχής σε διαρκή κόπωση και αδυναμία. Η ενέργεια του στοχασμού και των παραστάσεων που φωτίζονται από τον λόγο είναι μια κοπιαστική κατάσταση, στην οποία η ψυχή δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό της χωρίς αντίσταση, και από την οποία, μέσω μιας φυσικής ροπής της σωματικής μηχανής, αμέσως ξαναπέφτει στην παθητική κατάσταση, όπου όλα τα ερεθίσματα καθορίζουν και κυβερνούν όλες τις ενέργειές της.
Αυτή η νωθρότητα της νοητικής του δύναμης, η οποία είναι συνέπεια της εξάρτησης από μια χονδροειδή και δύσκαμπτη ύλη, δεν είναι μόνο η πηγή της κακίας, αλλά και της πλάνης. Εμποδισμένη από τη δυσκολία που συνοδεύει την προσπάθεια να διαλύσει την ομίχλη των συγκεχυμένων εννοιών και να αποχωρίσει από τις αισθητές εντυπώσεις τη γενική γνώση που γεννιέται από συγκρινόμενες ιδέες, παραχωρεί μάλλον τη θέση της σε μια βιαστική συγκατάθεση και αναπαύεται στην κατοχή μιας γνώσης, την οποία η νωθρότητα της φύσης της και η αντίσταση της ύλης μόλις που της επιτρέπουν να δει από το πλάι.
Μέσα σε αυτή την εξάρτηση, οι πνευματικές ικανότητες φθίνουν μαζί με τη ζωτικότητα του σώματος: όταν τα γηρατειά, εξαιτίας της εξασθενημένης κυκλοφορίας [184] των χυμών, μαγειρεύουν μέσα στο σώμα μόνο παχύρρευστους χυμούς, όταν μειώνεται η ευκαμψία των ινών και η ευκινησία σε όλες τις κινήσεις, τότε οι δυνάμεις του πνεύματος παγώνουν μέσα σε όμοια κόπωση. Η ταχύτητα των σκέψεων, η καθαρότητα της παράστασης, η ζωτικότητα του πνεύματος και η μνήμη εξασθενούν και ψυχραίνονται. Οι έννοιες που έχουν εμφυτευθεί μέσα από μακρά εμπειρία αναπληρώνουν ακόμη κάπως την απώλεια αυτών των δυνάμεων· και η διάνοια θα πρόδιδε ακόμη σαφέστερα την αδυναμία της, αν η σφοδρότητα των παθών, που έχουν ανάγκη από τα χαλινάρια της, δεν μειωνόταν συγχρόνως, και ακόμη νωρίτερα από αυτήν.
Από αυτά καθίσταται λοιπόν σαφές ότι οι δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής περιορίζονται και εμποδίζονται από τα εμπόδια μιας χονδροειδούς ύλης με την οποία συνδέονται εσωτερικότατα· αλλά ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η ειδική σύσταση της ύλης έχει ουσιώδη σχέση με τον βαθμό της επίδρασης με την οποία ο ήλιος, ανάλογα με την απόστασή του, την ζωοποιεί και την καθιστά ικανή για τις λειτουργίες της ζωικής οικονομίας. Αυτή η αναγκαία σχέση με το πυρ που διαδίδεται από το κέντρο του κοσμικού συστήματος, για να διατηρεί την ύλη στην αναγκαία κίνηση, είναι το θεμέλιο μιας αναλογίας η οποία ακριβώς από αυτό καθορίζεται ανάμεσα στους διαφορετικούς κατοίκους των πλανητών· και κάθε τάξη τους, δυνάμει αυτής της σχέσης, είναι δεμένη από την αναγκαιότητα [185] της φύσης της με τον τόπο που της έχει οριστεί μέσα στο σύμπαν.
Οι κάτοικοι της Γης και της Αφροδίτης δεν μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους τους τόπους κατοικίας τους χωρίς την αμοιβαία καταστροφή τους. Ο πρώτος, του οποίου το υλικό διαμόρφωσης είναι ανάλογο προς τον βαθμό θερμότητας της απόστασής του και γι’ αυτό είναι υπερβολικά ελαφρύ και πτητικό για έναν ακόμη μεγαλύτερο βαθμό θερμότητας, θα υφίστατο σε μια θερμότερη σφαίρα βίαιες κινήσεις και μια διατάραξη της φύσης του, που θα προερχόταν από τη διάχυση και την αποξήρανση των χυμών και από μια βίαιη τάση των ελαστικών ινών του· ο δεύτερος, του οποίου η χονδροειδέστερη κατασκευή και η νωθρότητα των στοιχείων της διαμόρφωσής του χρειάζονται μεγαλύτερη επίδραση του ήλιου, θα πάγωνε σε μια ψυχρότερη ουράνια περιοχή και θα καταστρεφόταν μέσα σε αζωία.
Κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει να είναι πολύ ελαφρότερη και πτητικότερη η ύλη από την οποία αποτελείται το σώμα του κατοίκου του Δία, ώστε η ασθενής κίνηση με την οποία ο ήλιος μπορεί να ενεργεί σε αυτή την απόσταση να μπορεί να κινεί αυτές τις μηχανές εξίσου δυναμικά όπως το κάνει στις κατώτερες περιοχές· και, για να συγκεντρώσω τα πάντα σε μια γενική έννοια: η ύλη από την οποία είναι διαμορφωμένοι οι κάτοικοι των διάφορων πλανητών, ακόμη και τα ζώα και τα φυτά πάνω σε αυτούς, πρέπει γενικά να είναι τόσο ελαφρότερης και λεπτότερης φύσης, και η ελαστικότητα των ινών μαζί με την πλεονεκτική διάταξη της κατασκευής τους τόσο τελειότερη, όσο περισσότερο απέχουν από τον ήλιο.
[186] Αυτή η σχέση είναι τόσο φυσική και καλά θεμελιωμένη, ώστε όχι μόνο οδηγούν σε αυτήν τα κίνητρα του τελικού σκοπού, τα οποία στη φυσική θεωρία συνήθως θεωρούνται μόνο ασθενείς λόγοι, αλλά συγχρόνως την επιβεβαιώνει και η αναλογία της ειδικής σύστασης των υλών από τις οποίες αποτελούνται οι πλανήτες, η οποία έχει αποδειχθεί τόσο από τους υπολογισμούς του Newton όσο και από τους λόγους της κοσμογονίας· σύμφωνα με αυτούς, η ύλη από την οποία έχουν διαμορφωθεί τα ουράνια σώματα είναι πάντοτε ελαφρότερου είδους στα πιο απομακρυσμένα από ό,τι στα πλησιέστερα, πράγμα που αναγκαστικά πρέπει να συνεπάγεται μια όμοια αναλογία και στα πλάσματα που γεννιούνται και συντηρούνται πάνω σε αυτά.
Καθορίσαμε μια σύγκριση ανάμεσα στη σύσταση της ύλης με την οποία τα λογικά πλάσματα πάνω στους πλανήτες είναι ουσιωδώς ενωμένα· και, σύμφωνα με την εισαγωγή αυτής της θεώρησης, μπορεί εύκολα να υποτεθεί ότι αυτές οι σχέσεις θα συνεπάγονται συνέπεια και ως προς την πνευματική τους ικανότητα. Αν λοιπόν αυτές οι πνευματικές ικανότητες έχουν αναγκαία εξάρτηση από την ύλη της μηχανής στην οποία κατοικούν, τότε θα μπορέσουμε, με περισσότερο από πιθανή εικασία, να συμπεράνουμε ότι η υπεροχή των σκεπτόμενων φύσεων, η ταχύτητα στις παραστάσεις τους, η σαφήνεια και η ζωτικότητα των εννοιών που αποκτούν μέσω εξωτερικής εντύπωσης, μαζί με την ικανότητα να τις συνθέτουν, τέλος και [187] η ευκινησία στην πραγματική άσκηση, με λίγα λόγια ολόκληρη η έκταση της τελειότητάς τους, βρίσκονται κάτω από έναν ορισμένο κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο γίνονται ολοένα εξοχότερες και τελειότερες ανάλογα με την απόσταση των τόπων κατοικίας τους από τον ήλιο.
Επειδή αυτή η σχέση έχει έναν βαθμό αξιοπιστίας που δεν απέχει πολύ από μια αποδεδειγμένη βεβαιότητα, βρίσκουμε ένα ανοιχτό πεδίο για ευχάριστες εικασίες, οι οποίες προκύπτουν από τη σύγκριση των ιδιοτήτων αυτών των διαφορετικών κατοίκων. Η ανθρώπινη φύση, η οποία στην κλίμακα των όντων κατέχει, τρόπον τινά, το μεσαίο σκαλοπάτι, βλέπει τον εαυτό της στο μέσο ανάμεσα στα δύο άκρα όρια της τελειότητας, από τα δύο άκρα των οποίων απέχει εξίσου. Αν η παράσταση των υψηλότερων τάξεων λογικών πλασμάτων, που κατοικούν τον Δία ή τον Κρόνο, διεγείρει τη ζήλια της και την ταπεινώνει μέσω της γνώσης της δικής της χαμηλότητας, τότε η θέα των κατώτερων βαθμίδων μπορεί πάλι να την ικανοποιήσει και να την ησυχάσει, εκείνων δηλαδή που στους πλανήτες Αφροδίτη και Ερμή είναι ταπεινωμένες πολύ κάτω από την τελειότητα της ανθρώπινης φύσης. Τι θαυμαστή θέα! Από τη μία πλευρά θα βλέπαμε σκεπτόμενα πλάσματα, για τα οποία ένας Γροιλανδός ή ένας Οττεντότος θα ήταν ένας Newton· και από την άλλη πλευρά άλλα, που θα τον θαύμαζαν σαν πίθηκο.
[188]
Όταν πρόσφατα οι άνω σοφοί είδαν
τι, λίγο πριν, τόσο θαυμαστό,
ένας θνητός ανάμεσά μας έπραξε,
και πώς αποκάλυψε τον νόμο της φύσης, θαύμασαν
ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί από ένα γήινο πλάσμα,
και είδαν τον Newton μας όπως εμείς βλέπουμε έναν πίθηκο.
Pope.
Σε ποια πρόοδο της γνώσης δεν θα φτάσει η διάνοια εκείνων των μακαρίων όντων των ανώτατων ουράνιων σφαιρών! Ποιες ωραίες συνέπειες δεν θα έχει αυτή η διαφώτιση των γνώσεων στην ηθική τους κατάσταση! Οι γνώσεις της διάνοιας, όταν διαθέτουν τους κατάλληλους βαθμούς πληρότητας και σαφήνειας, έχουν πολύ ζωηρότερα θέλγητρα από τις αισθητές έλξεις, και είναι ικανές να τις κυριαρχούν νικηφόρα και να τις πατούν κάτω από τα πόδια τους. Πόσο ένδοξα δεν θα ζωγραφιστεί η ίδια η Θεότητα —η οποία ζωγραφίζεται σε όλα τα πλάσματα— μέσα σε αυτές τις σκεπτόμενες φύσεις, οι οποίες, σαν θάλασσα ακίνητη από τις θύελλες των παθών, δέχονται ήρεμα την εικόνα της και την αντανακλούν! Δεν θέλουμε να εκτείνουμε αυτές τις εικασίες πέρα από τα όρια που έχουν χαραχθεί για μια φυσική πραγματεία· σημειώνουμε μόνο ακόμη μία φορά την αναλογία που αναφέρθηκε παραπάνω: ότι η τελειότητα του πνευματικού κόσμου, όπως και του υλικού στους πλανήτες, από τον Ερμή έως τον Κρόνο, ή ίσως ακόμη και πέρα από αυτόν [189] —αν υπάρχουν και άλλοι πλανήτες—, αυξάνει και προχωρεί σε μια ορθή βαθμιδωτή ακολουθία, ανάλογα με την αναλογία των αποστάσεών τους από τον ήλιο.
Ενώ αυτό, αφενός, απορρέει φυσικά εν μέρει από τις συνέπειες της φυσικής σχέσης των τόπων κατοικίας τους προς το κέντρο του κόσμου και, αφετέρου, προξενείται καταλλήλως, από την άλλη πλευρά η πραγματική θέα των εξοχότερων διατάξεων, οι οποίες ταιριάζουν στην ιδιαίτερη τελειότητα αυτών των φύσεων στις άνω περιοχές, επιβεβαιώνει τόσο καθαρά αυτόν τον κανόνα, ώστε θα έπρεπε σχεδόν να αξιώνει πλήρη πεποίθηση. Η ταχύτητα των ενεργειών, που συνδέεται με τα πλεονεκτήματα μιας υψηλής φύσης, ταιριάζει καλύτερα στις γρήγορα εναλλασσόμενες χρονικές περιόδους εκείνων των σφαιρών από ό,τι η βραδύτητα νωθρών και ατελών πλασμάτων.
Τα τηλεσκόπια μάς διδάσκουν ότι η εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας στον Δία γίνεται μέσα σε 10 ώρες. Τι θα έκανε ο κάτοικος της Γης, αν τοποθετούνταν σε αυτόν τον πλανήτη, με μια τέτοια διαίρεση; Οι 10 ώρες μόλις που θα επαρκούσαν για εκείνη την ανάπαυση που αυτή η χονδροειδής μηχανή χρειάζεται για την αποκατάστασή της μέσω του ύπνου. Πόσο μέρος από τον επόμενο χρόνο δεν θα απαιτούσαν η προετοιμασία για τις λειτουργίες της εγρήγορσης, το ντύσιμο, ο χρόνος που χρησιμοποιείται για το φαγητό, και πώς ένα πλάσμα του οποίου οι ενέργειες συμβαίνουν με τέτοια βραδύτητα δεν θα διασκορπιζόταν και δεν θα καθίστατο ανίκανο για κάτι χρήσιμο [190], όταν οι πέντε ώρες των εργασιών του θα διακόπτονταν ξαφνικά από την παρεμβολή μιας εξίσου μακράς σκοτεινιάς; Αντιθέτως, αν ο Δίας κατοικείται από τελειότερα πλάσματα, τα οποία με μια λεπτότερη διαμόρφωση συνδέουν ελαστικότερες δυνάμεις και μεγαλύτερη ευκινησία στην άσκηση, τότε μπορεί κανείς να πιστέψει ότι αυτές οι πέντε ώρες είναι γι’ αυτά το ίδιο και ακόμη περισσότερο από ό,τι οι δώδεκα ώρες της ημέρας για την κατώτερη τάξη των ανθρώπων.
Γνωρίζουμε ότι η ανάγκη του χρόνου είναι κάτι σχετικό, το οποίο δεν μπορεί να αναγνωριστεί και να κατανοηθεί παρά μόνο από το μέγεθος εκείνου που πρέπει να εκτελεστεί, συγκρινόμενο με την ταχύτητα της εκτέλεσης. Γι’ αυτό ο ίδιος χρόνος, που για ένα είδος πλασμάτων είναι, τρόπον τινά, μόνο μια στιγμή, για ένα άλλο μπορεί να είναι μακρά περίοδος, μέσα στην οποία, μέσω μιας γρήγορης δραστηριότητας, εκτυλίσσεται μεγάλη ακολουθία μεταβολών. Ο Κρόνος, σύμφωνα με τον πιθανό υπολογισμό της περιστροφής του που παραθέσαμε παραπάνω, έχει ακόμη πολύ συντομότερη διαίρεση της ημέρας και της νύχτας, και γι’ αυτό μας αφήνει να υποθέσουμε ακόμη εξοχότερες ικανότητες στη φύση των κατοίκων του.
Τέλος, όλα συμφωνούν στο να επιβεβαιώνουν τον αναφερθέντα νόμο. Η φύση έχει απλώσει φανερά το απόθεμά της πιο πλούσια στην απομακρυσμένη πλευρά του κόσμου. Οι σελήνες, οι οποίες αποζημιώνουν με επαρκή αναπλήρωση τα δραστήρια όντα αυτών των μακαρίων περιοχών για τη στέρηση του φωτός της ημέρας, είναι τοποθετημένες εκεί σε πολύ μεγάλη [191] ποσότητα, και η φύση φαίνεται πως φρόντισε να παράσχει στη δραστηριότητά τους κάθε βοήθεια, ώστε σχεδόν κανένας χρόνος να μην τα εμποδίζει να τη χρησιμοποιούν. Ο Δίας έχει, ως προς τις σελήνες, φανερό πλεονέκτημα έναντι όλων των κατώτερων πλανητών, και ο Κρόνος πάλι έναντι αυτού, του οποίου οι διατάξεις στον ωραίο και χρήσιμο δακτύλιο που τον περιβάλλει καθιστούν πιθανές ακόμη μεγαλύτερες υπεροχές της φύσης του· ενώ οι κατώτεροι πλανήτες, στους οποίους αυτό το απόθεμα θα σπαταλιόταν άχρηστα, και των οποίων η τάξη συνορεύει πολύ περισσότερο με την αλογότητα, δεν μετέχουν καθόλου ή πάντως πολύ λίγο σε τέτοια πλεονεκτήματα.
Μπορεί όμως κανείς —για να προλάβω μια ένσταση που θα μπορούσε να ματαιώσει όλη αυτή τη συμφωνία που αναφέρθηκε— να μη θεωρήσει τη μεγαλύτερη απόσταση από τον ήλιο, αυτή την πηγή του φωτός και της ζωής, ως κακό, έναντι του οποίου η εκτεταμένη διάταξη τέτοιων μέσων στους πιο απομακρυσμένους πλανήτες θα είχε ληφθεί μόνο για να το θεραπεύσει κάπως, και να μη θεωρήσει ότι στην πραγματικότητα οι άνω πλανήτες έχουν λιγότερο ευνοϊκή θέση μέσα στο κοσμικό οικοδόμημα και μια θέση επιζήμια για την τελειότητα των διατάξεών τους, επειδή δέχονται ασθενέστερη επίδραση από τον ήλιο. Διότι γνωρίζουμε ότι η επίδραση του φωτός και της θερμότητας δεν καθορίζεται από την απόλυτη έντασή τους, αλλά από την ικανότητα της ύλης με την οποία τα δέχεται και από το αν αυτή αντιστέκεται λιγότερο ή περισσότερο στην ώθησή τους [192]· και ότι γι’ αυτό η ίδια απόσταση, που για ένα είδος χονδροειδούς ύλης μπορεί να ονομαστεί εύκρατο κλίμα, θα διασκόρπιζε λεπτότερα υγρά και θα ήταν γι’ αυτά επιβλαβούς σφοδρότητας· συνεπώς χρειάζεται μόνο μια λεπτότερη ύλη, αποτελούμενη από πιο ευκίνητα στοιχεία, για να καταστήσει τις αποστάσεις του Δία ή του Κρόνου από τον ήλιο ευτυχή θέση και για τους δύο.
Τέλος, η υπεροχή των φύσεων σε αυτές τις άνω ουράνιες περιοχές φαίνεται ακόμη να είναι συνδεδεμένη, με φυσική συνάφεια, με μια διάρκεια αντάξιά της. Η φθορά και ο θάνατος δεν μπορούν να πλήξουν αυτά τα εξαίρετα πλάσματα τόσο πολύ όσο εμάς τις κατώτερες φύσεις. Η ίδια εκείνη νωθρότητα της ύλης και χονδροειδότητα του υλικού, η οποία στις κατώτερες βαθμίδες είναι η ειδική αρχή της ταπείνωσής τους, είναι επίσης η αιτία εκείνης της ροπής που έχουν προς τη φθορά. Όταν οι χυμοί που τρέφουν και κάνουν να μεγαλώνει το ζώο ή τον άνθρωπο, ενσωματωνόμενοι ανάμεσα στις ινίτσες του και προστιθέμενοι στη μάζα του, δεν μπορούν πια συγχρόνως να μεγεθύνουν τα αγγεία και τους πόρους του ως προς την έκταση του χώρου, όταν η ανάπτυξη έχει ήδη ολοκληρωθεί, τότε αυτοί οι προστιθέμενοι θρεπτικοί χυμοί, μέσω της ίδιας μηχανικής ώθησης που χρησιμοποιείται για τη θρέψη του ζώου, πρέπει να στενεύουν και να φράζουν την κοιλότητα των αγγείων του και να οδηγούν στην καταστροφή την κατασκευή ολόκληρης της μηχανής μέσα σε μια βαθμιαία αυξανόμενη σκλήρυνση.
Πρέπει να πιστέψουμε ότι, μολονότι η φθαρτότητα ροκανίζει ακόμη και τις τελειότερες φύσεις [193], ωστόσο το πλεονέκτημα στη λεπτότητα του υλικού, στην ελαστικότητα των αγγείων και στην ελαφρότητα και δραστικότητα των χυμών, από τα οποία είναι διαμορφωμένα εκείνα τα τελειότερα όντα που κατοικούν στους μακρινούς πλανήτες, θα συγκρατήσει πολύ περισσότερο αυτή την ευθραυστότητα, η οποία είναι συνέπεια της νωθρότητας μιας χονδροειδούς ύλης, και θα προσφέρει σε αυτά τα πλάσματα μια διάρκεια της οποίας το μήκος είναι ανάλογο προς την τελειότητά τους, όπως η φθαρτότητα της ζωής των ανθρώπων έχει ορθή σχέση με την ασημαντότητά τους.
Δεν μπορώ να εγκαταλείψω αυτή τη θεώρηση χωρίς να προλάβω μια αμφιβολία, η οποία φυσικά θα μπορούσε να προκύψει από τη σύγκριση αυτών των απόψεων με τις προηγούμενες θέσεις μας. Στις διατάξεις του κοσμικού οικοδομήματος, στην ποσότητα των δορυφόρων που φωτίζουν τους πλανήτες των πιο απομακρυσμένων κύκλων, στην ταχύτητα των αξονικών περιστροφών και στο υλικό της σύνθεσής τους, ανάλογο προς την ηλιακή επίδραση, αναγνωρίσαμε τη σοφία του Θεού, η οποία έχει διατάξει τα πάντα τόσο ωφέλιμα για το πλεονέκτημα των λογικών όντων που τα κατοικούν. Αλλά πώς θα μπορούσε κανείς τώρα να συμφιλιώσει, με τη διδασκαλία των σκοπών, μια μηχανική διδασκαλία, έτσι ώστε αυτό που σχεδίασε η ίδια η ύψιστη σοφία να έχει ανατεθεί προς εκτέλεση στην ακατέργαστη ύλη, και η κυβέρνηση της πρόνοιας στη φύση που έχει αφεθεί στον εαυτό της; Δεν είναι το πρώτο μάλλον μια ομολογία ότι η διάταξη του κοσμικού οικοδομήματος δεν αναπτύχθηκε μέσω των γενικών νόμων της δεύτερης;
[194] Αυτές οι αμφιβολίες θα διαλυθούν σύντομα, αν αναλογιστεί κανείς μόνο εκείνο που αναφέρθηκε προηγουμένως με την ίδια πρόθεση. Δεν πρέπει άραγε η μηχανική όλων των φυσικών κινήσεων να έχει ουσιώδη ροπή προς τέτοιες συνέπειες που να συμφωνούν καλά, σε όλη την έκταση των συνδέσεων, με το σχέδιο του ύψιστου Λόγου; Πώς μπορεί να έχει παρεκκλίνουσες τάσεις και ασύνδετη διασπορά στο εγχείρημά της, αφού όλες οι ιδιότητές της, από τις οποίες αναπτύσσονται αυτές οι συνέπειες, έχουν οι ίδιες τον καθορισμό τους από την αιώνια ιδέα της θείας διάνοιας, μέσα στην οποία τα πάντα πρέπει αναγκαστικά να σχετίζονται μεταξύ τους και να ταιριάζουν μαζί; Αν το σκεφτεί κανείς σωστά, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί ο τρόπος κρίσης σύμφωνα με τον οποίο θεωρείται η φύση ως ένα αντίθετο υποκείμενο, το οποίο μόνο μέσω ενός είδους εξαναγκασμού, που θέτει όρια στην ελεύθερη συμπεριφορά του, μπορεί να διατηρηθεί στην τροχιά της τάξης και της κοινής αρμονίας, εκτός αν τυχόν θεωρεί κανείς ότι αυτή είναι μια αυτάρκης αρχή, της οποίας οι ιδιότητες δεν αναγνωρίζουν καμία αιτία και την οποία ο Θεός προσπαθεί, όσο καλύτερα γίνεται, να εξαναγκάσει μέσα στο σχέδιο των σκοπών Του;
Όσο πλησιέστερα θα γνωρίζει κανείς τη φύση, τόσο περισσότερο θα βλέπει ότι οι γενικές ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι ξένες και χωρισμένες μεταξύ τους. Θα πειστεί αρκετά ότι έχουν ουσιώδεις συγγένειες, μέσω των οποίων από μόνες τους είναι κατάλληλες να υποστηρίζουν η μία την άλλη στην οικοδόμηση τέλειων [195] διατάξεων· ότι η αλληλεπίδραση των στοιχείων συμβάλλει στην ομορφιά του υλικού κόσμου και όμως συγχρόνως και στα πλεονεκτήματα του πνευματικού κόσμου· και ότι γενικά οι επιμέρους φύσεις των πραγμάτων, στο πεδίο των αιώνιων αληθειών, σχηματίζουν ήδη μεταξύ τους, θα λέγαμε, ένα σύστημα, μέσα στο οποίο η μία αναφέρεται στην άλλη. Θα αντιληφθεί κανείς επίσης αμέσως ότι αυτή η συγγένεια τους είναι ίδια από την κοινότητα της καταγωγής, από την οποία όλες μαζί άντλησαν τους ουσιώδεις καθορισμούς τους.
Και για να εφαρμόσουμε λοιπόν αυτή την επαναλαμβανόμενη θεώρηση στον προκείμενο σκοπό: οι ίδιοι γενικοί νόμοι της κίνησης, που όρισαν στους ανώτατους πλανήτες μια απομακρυσμένη θέση από το κέντρο της έλξης και της αδράνειας στο κοσμικό σύστημα, τους έθεσαν μέσω αυτού συγχρόνως στην πιο ευνοϊκή κατάσταση ώστε να πραγματοποιούν τις διαμορφώσεις τους όσο το δυνατόν μακρύτερα από το σημείο αναφοράς της χονδροειδούς ύλης, και μάλιστα με μεγαλύτερη ελευθερία· αλλά συγχρόνως τους έθεσαν και σε κανονική σχέση προς την επίδραση της θερμότητας, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, διαδίδεται από το ίδιο κέντρο. Εφόσον, λοιπόν, ακριβώς αυτοί οι καθορισμοί είναι εκείνοι που έκαναν τη διαμόρφωση των κοσμικών σωμάτων σε αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές πιο ανεμπόδιστη, τη γένεση των κινήσεων που εξαρτώνται από αυτήν ταχύτερη και, με λίγα λόγια, το σύστημα πιο ευπρεπές· και εφόσον, τέλος, τα πνευματικά όντα έχουν αναγκαία εξάρτηση από την ύλη με την οποία είναι προσωπικά συνδεδεμένα, δεν είναι παράξενο ότι [196] η τελειότητα της φύσης και των δύο τόπων επιτελέστηκε μέσα σε μία ενιαία συνάφεια αιτιών και από ίδιους λόγους. Αυτή η συμφωνία, επομένως, με ακριβή εξέταση, δεν είναι κάτι αιφνίδιο ή απροσδόκητο· και επειδή τα τελευταία όντα έχουν υφανθεί μέσω μιας όμοιας αρχής στη γενική σύσταση της υλικής φύσης, ο πνευματικός κόσμος θα είναι τελειότερος στις απομακρυσμένες σφαίρες από τις ίδιες αιτίες για τις οποίες είναι τελειότερος και ο σωματικός.
Έτσι λοιπόν τα πάντα, σε όλη την έκταση της φύσης, συνδέονται μέσα σε μια αδιάκοπη βαθμιδωτή ακολουθία, μέσω της αιώνιας αρμονίας που κάνει όλα τα μέλη να αναφέρονται το ένα στο άλλο. Οι τελειότητες του Θεού αποκαλύφθηκαν καθαρά στις βαθμίδες μας και δεν είναι λιγότερο ένδοξες στις χαμηλότερες τάξεις απ’ ό,τι στις υψηλότερες.
Τι αλυσίδα, που από τον Θεό έχει την αρχή της· τι φύσεις
ουράνιες και γήινες, από αγγέλους, ανθρώπους έως τα ζώα,
από τα Σεραφείμ έως το σκουλήκι. Ω έκταση που ποτέ το μάτι
δεν μπορεί να φτάσει και να θεωρήσει!
Από το Άπειρο σε σένα, από σένα στο μηδέν!
Pope.
Ως τώρα οδηγήσαμε πιστά τις εικασίες μας με οδηγό το νήμα των φυσικών σχέσεων, το οποίο τις κράτησε πάνω στην οδό μιας λογικής αξιοπιστίας. Θέλουμε ακόμη να επιτρέψουμε στον εαυτό μας μια εκτροπή από αυτήν [197] την τροχιά προς το πεδίο της φαντασίας; Ποιος μας δείχνει το όριο όπου παύει η θεμελιωμένη πιθανότητα και αρχίζουν οι αυθαίρετες επινοήσεις; Ποιος είναι τόσο τολμηρός ώστε να αποτολμήσει μια απάντηση στο ερώτημα: αν η αμαρτία ασκεί την κυριαρχία της και στις άλλες σφαίρες του κοσμικού οικοδομήματος, ή αν εκεί έχει εγκαθιδρύσει την εξουσία της μόνο η αρετή;
Τα άστρα ίσως είναι έδρα δοξασμένων πνευμάτων·
όπως εδώ κυριαρχεί η κακία, εκεί είναι η αρετή κυρίαρχη.
v. Haller.
Δεν ανήκει άραγε μια ορισμένη μεσαία κατάσταση ανάμεσα στη σοφία και στην αλογία στη δυστυχισμένη ικανότητα να μπορεί κανείς να αμαρτήσει; Ποιος ξέρει, μήπως λοιπόν οι κάτοικοι εκείνων των απομακρυσμένων κοσμικών σωμάτων είναι υπερβολικά υψηλοί και σοφοί για να κατεβούν έως την ανοησία που κρύβεται στην αμαρτία, ενώ εκείνοι που κατοικούν στους κατώτερους πλανήτες είναι υπερβολικά στερεά προσκολλημένοι στην ύλη και προικισμένοι με πολύ μικρές ικανότητες πνεύματος, ώστε να μπορούν να φέρουν την ευθύνη των πράξεών τους ενώπιον του δικαστηρίου της δικαιοσύνης;
Με αυτόν τον τρόπο, η Γη, και ίσως ακόμη ο Άρης —για να μην μας αφαιρεθεί βέβαια η άθλια παρηγοριά να έχουμε συντρόφους στη δυστυχία—, θα ήταν οι μόνοι πάνω στην επικίνδυνη μεσαία οδό, όπου ο πειρασμός των αισθητών θέλγητρων έχει ισχυρή δύναμη παραπλάνησης ενάντια στην κυριαρχία του πνεύματος, ενώ αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να αρνηθεί εκείνη την ικανότητα μέσω της οποίας [198] είναι σε θέση να τους αντισταθεί, αν η νωθρότητά του δεν προτιμά μάλλον να παρασυρθεί από αυτούς· εκεί, λοιπόν, όπου βρίσκεται το επικίνδυνο ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στην αδυναμία και στη δύναμη, στο οποίο τα ίδια πλεονεκτήματα που τον υψώνουν πάνω από τις κατώτερες τάξεις τον τοποθετούν σε ένα ύψος από το οποίο μπορεί πάλι να καταπέσει άπειρα βαθύτερα κάτω από αυτές.
Πράγματι, οι δύο πλανήτες, η Γη και ο Άρης, είναι τα μεσαία μέλη του πλανητικού συστήματος, και ίσως μπορεί, όχι χωρίς πιθανότητα, να υποτεθεί για τους κατοίκους τους μια μεσαία κατάσταση τόσο της φυσικής όσο και της ηθικής σύστασης ανάμεσα στα δύο άκρα σημεία· αλλά προτιμώ να αφήσω αυτή τη θεώρηση σε εκείνους που βρίσκουν μέσα τους περισσότερη ηρεμία σε μια αναπόδεικτη γνώση και μεγαλύτερη διάθεση να αναλάβουν την ευθύνη της.
ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΓΕΛΟΙΟΣ
Σημείωση:
Είναι αποδεδειγμένο από τους λόγους της ψυχολογίας ότι, δυνάμει της παρούσας σύστασης με την οποία η δημιουργία έκανε την ψυχή και το σώμα να εξαρτώνται το ένα από το άλλο, η πρώτη όχι μόνο πρέπει να λαμβάνει όλες τις έννοιες του σύμπαντος μέσω της κοινωνίας και της επίδρασης του δεύτερου, αλλά και η ίδια η άσκηση της νοητικής της δύναμης εξαρτάται από τη σύστασή του και δανείζεται από τη βοήθειά του την αναγκαία προς τούτο ικανότητα.
ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ, ΣΧΕΣΕΙΣ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΨΥΧΗ. ΜΟΝΟ ΤΟ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ. Ο ΚΑΝΤ ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΕΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΙ Ο ΝΟΥΣ.
σωτηρία της ψυχής
Ποιός είναι ο σκοπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Ποιος είναι ό καρπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Επομένως, δεν προσκολλώμεθα στην πίστη για την πίστη, αλλά για τη σωτηρία των ψυχών μας. Κανείς δεν ταξιδεύει χάριν του δρόμου, αλλά επειδή κάποιος ή κάτι τον περιμένει στην άλλη άκρη του δρόμου. Κανείς δεν πετάει ένα σχοινί στο νερό, μέσα στο οποίο κάποιος πνίγεται, χάριν του σχοινιού αλλά χάριν εκείνου ο οποίος πνίγεται. Ο Θεός μας έδωσε την πίστη σαν ένα δρόμο, στο τέλος του οποίου οι ταξιδιώτες θα λάβουν τη σωτηρία των ψυχών τους. Ο Θεός εξέτεινε την πίστη σαν ένα σχοινί σ’ εμάς, οι οποίοι πνιγόμαστε στα μαύρα νερά της αμαρτίας, της άγνοιας και των παθών, ώστε με τη βοήθεια της πίστεως να σώσουμε τις ζωές μας.
Αυτός είναι ο σκοπός της πίστεως. Όποιος γνωρίζει την αξία της ανθρώπινης ψυχής, πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε πιο απαραίτητο ή πιο ωφέλιμο από την πίστη. Ένας έμπορος που μεταφέρει πολύτιμους λίθους σ’ ένα πήλινο σκεύος, συντηρεί επιμελώς το σκεύος και το διαφυλάσσει, το κρύβει και το επιτηρεί. Μήπως ο έμπορος μεριμνά και επιβλέπει με τόση φροντίδα το σκεύος, χάριν του σκεύους; Όχι, φροντίζει για τους πολύτιμους λίθους που αυτό περιέχει.
Όλος ο επίγειος βίος μας είναι σαν ένα πήλινο σκεύος στο οποίο κρύβεται ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός είναι η ψυχή μας! Ένα σκεύος είναι κάτι ευτελές, αλλά ένας θησαυρός είναι πολύτιμος. Πρέπει να έχει κανείς πίστη, πρώτον στην ανθρώπινη ψυχή· δεύτερον, στη μέλλουσα λάμψη και ένδοξη ζωή της ψυχής στη Βασιλεία του Θεού· τρίτον στον Ζωντανό Θεό που προσκαρτερεί την επιστροφή της ψυχής, την οποία Εκείνος μάς έδωσε· τέταρτον, στην πιθανότητα μία ψυχή να χαθεί στη δίνη αυτού του κόσμου. Όποιος έχει πίστη στα τέσσερα αυτά στοιχεία θα γνωρίζει πώς να προστατεύσει την ψυχή του κι επιπλέον θα γνωρίζει ότι η σωτηρία της ψυχής του είναι το τέλος του δρόμου του – ο σκοπός της πίστεώς του, ο καρπός της ζωής του, ο σκοπός της υπάρξεώς του επάνω στη γη, και η δικαίωση όλων των βασάνων του.
Πιστεύουμε χάριν της σωτηρίας των ψυχών ημών. Όποιος έχει αληθινή πίστη πρέπει να γνωρίζει πως η πίστη υπάρχει χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Όποιος νομίζει πως η πίστη εξυπηρετεί άλλον σκοπό, διαφορετικό από τη σωτηρία, αυτός δεν έχει αληθινή, πίστη – ούτε γνωρίζει την αξία της ψυχής του.
Ω Πανθαύμαστε Κύριε Ιησού, Συ ο Οποίος μας έδωσες τη φωτοφόρο και νικηφόρο Πίστη: δυνάμωσε και διατήρησέ την μέσα μας, ώστε να αξιωθούμε ανεπαισχύντως να σταθούμε προ της Κρίσεώς σου, με τις ψυχές μας αγνές και λαμπροφόρες.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 44-46)
Συνέχεια από: Σάββατο 1η Μαρτίου 2025
Το ανθρώπινο πρόσωπο ώς εικόνα της Αγίας Τριάδος.
εκδόσεις ΠΑΡΡΗΣΙΑ, 2013
"Η πνευματική Διαθήκη του Κάλλιστου Ware".
Η Θυσιαστική Αγάπη
AΥΤΟ ΕΙΝΑΙ το βαθύτερο νόημα της εικόνας του Rublev. Μας λέει ότι η αμοιβαία, εκχυνόμενη αγάπη της Τριάδος, η οποία εκφράζεται διά της δημιουργίας του ανθρώπου, είναι ταυτόχρονα και αγάπη θυσιαστική. Σε απόλυτη αλληλεγγύη με τον κόσμο, ο Τριαδικός Θεός αναλαμβάνει την ευθύνη για όλες τις συνέπειες της πράξης της δημιουργίας. Το περιγράφει με εξαιρετική διαύγεια στην αυτοβιογραφία του ο Αρχιερεύς Αββακούμ (17ος αιών). Πριν από τη δημιουργία του Αδάμ, γράφει ο Αββακούμ, στον πρόλογό του, ο Πατήρ είπε στον Υιό:
«Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και ομοίωσή μας».
«Ας τον δημιουργήσουμε, Πατέρα μου», απάντησε ο Υιός «αλλά, κοίταξε, θα πέσει στην αμαρτία».
«Ναι», είπε ο Πατήρ «και, καθώς μεριμνάς για τη δημιουργία, θα πρέπει να φορέσεις τη φθαρτή σάρκα του ανθρώπου, να πονέσεις και να φέρεις το έργο εις πέρας».
Και ο Υιός απάντησε:
«Πάτερ, γενηθήτω το θέλημά Σου». Κατόπιν, δημιουργήθηκε ο Αδάμ,
Εδώ ο Αββακούμ περιγράφει με δραματικό τρόπο τη μεγάλη αλήθεια ότι η θυσία του Υιού δεν άρχισε στη Βηθλεέμ ή στο Γολγοθά, αλλά έχει την αρχή της στην άχρονη ζωή της Τριάδος, στην «προαιώνιο βουλή» των Τριών. Υπήρχε ένας σταυρός στην καρδιά του Θεού», γράφει ο πατήρ Lev Gillet, «πριν υψωθεί κάποιος, εκείνος ο άλλος σταυρός έξω από την Ιερουσαλήμ»(Lev Gillet, "Does God suffer?" Sobornost 3:15, 1954). Όταν ο Τριαδικός Θεός επεθύμησε να δημιουργήσει τον άνθρωπο, το έκανε με μια πράξη που ήταν ήδη αυτοθυσιαστική.
Να λοιπόν μια ακόμη συνέπεια της Τριαδικής μας εικόνας. Είμαι άνθρωπος, κατ' εικόνα και ομοίωση της Τριάδος, σημαίνει ότι αγαπώ τους άλλους με μια αγάπη αυτοθυσιαστική, μια αγάπη που κοστίζει. Αν ο Θεός Πατήρ μας αγάπησε τόσο, ώστε έδωσε τον μονογενή Του Υιό να πεθάνει για μας πάνω στο Σταυρό, αν ο Υιός μας αγάπησε τόσο, ώστε κατέβηκε στον Άδη, στη δική μας θέση, τότε θα ομοιάζουμε αληθινά με την Τριάδα μόνον αν κι εμείς προσφέρουμε τη ζωή μας ο ένας για τον άλλον. Χωρίς κένωση, χωρίς να σηκώσουμε σταυρό, χωρίς το δούναι και λαβείν της αγάπης, με όλον τον εκούσιο κόπο που αυτό περιλαμβάνει, δεν μπορεί να υπάρξει γνήσια ομοίωση με την Τριάδα. «Αγαπήσωμεν αλλήλους», διακηρύσσουμε στη Θεία Λειτουργία, «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον». Χωρίς αμοιβαία αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ομολογία πίστεως στην Αγία Τριάδα. Αλλά «αγαπήσωμεν αλλήλους» σημαίνει να καταθέτουμε τη ζωή μας ο ένας για τον άλλον.
Είναι φανερό τώρα γιατί ο Λόσκυ επέμενε ότι μεταξύ Τριάδος και κολάσεως δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αν αρνηθώ να αγαπώ τους άλλους οδηγούμαι τελικά στην απώλεια της χαράς και του νοήματος, όπως το δείχνει ο Charles Williams, όταν περιγράφει την αποσύνθεση του Wentworth στο τέλος του έργου του Κάθοδος στον Άδη:
«Η σιωπή βαστούσε τίποτε δε συνέβαινε. Σ' αυτή την παύση η προσμονή ξεθώριαζε... Κάτι τον τραβούσε, σταθερά, ασταμάτητα, προς τα μέσα και κάτω, μέσα απ' τους απύθμενους κύκλους του κενού» (Charles Williams, Descent into Hell, London, 1949).
Είναι ένα τρομακτικό κείμενο, που αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο. Είτε αγαπάμε τους άλλους, κατ' εικόνα του Τριαδικού Θεού, είτε καταδικάζουμε τον εαυτό μας στο κενό. Δε μας καταδικάζει ο Θεός, εμείς οι ίδιοι εκδίδουμε την καταδίκη μας. «Η κόλαση, είναι οι άλλοι;» Όχι, ο Sartre κάνει λάθος: η κόλαση δεν είναι οι άλλοι – είναι ο εαυτός μου, ο αποκομμένος από τους άλλους, που αρνείται να δημιουργήσει σχέσεις, που αρνείται την Τριάδα. Αλλά έχω ενώπιόν μου και μια άλλη δυνατότητα. Γράφει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος:
«Η αγάπη είναι η βασιλεία την οποία ο Κύριος μυστικά υποσχέθηκε στους Μαθητές. Όταν αποκτήσουμε την αγάπη, θα έχουμε εγγίσει τον Θεό και το ταξίδι μας θα έχει τελειώσει. Θα έχουμε φθάσει στο νησί που κείται πέραν του κόσμου, όπου ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα».
…Ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ δέ, ὡς ἐν ὀργάνῳ εὑρίσκεται, οὐχί ἡ οὐσία καί ἡ δύναμις τοῦ νοός, ἤτοι τῆς ψυχῆς· ἀλλά μόνη ἡ τοῦ νοός ἐνέργεια, ὡς προείπομεν ἐν τῇ ἀρχῇ, καί ἄφες τούς νεωτέρους φυσικούς καί μεταφυσικούς νά λέγωσιν, ὅτι ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς εὑρίσκεται εἰς τόν ἐγκέφαλον, καί εἰς τό τοῦ ἐγκεφάλου κωνάριον· διότι τοῦτο εἶναι τό ἴδιον, ὡσεί νά εἴπῃ τις, ὅτι ἡ φυτική ψυχή δέν εὑρίσκεται ἀρχικῶς εἰς τήν ρίζαν τοῦ δένδρου, ἀλλά εἰς τόν κλάδον καί εἰς τόν καρπόν1. Τό διδασκαλεῖον τῶν Γραφῶν, καί τῶν ἱερῶν Πατέρων, εἶναι ἀληθέστερον τῶν διδασκαλείων τῶν ἀνθρώπων.
1 Ἔπειτα καί τοῦτο πρέπει νά στοχασθῶμεν· ὅτι πᾶν ἀεικίνητον ᾗ ἀεικίνητον, ἀναλογίαν ἔχει,καί ὁμοιότητα, καί συγγένειαν πρός τό ἀεικίνητον. Ἐπειδή δέ ἡ καρδία, καί τό ἐν τῇ καρδίᾳ ἀπειλικρινημένον πνεῦμα, ἀεικίνητόν ἐστιν, ἄρα καί ἡ ἀεικίνητος ψυχή, ἐν τῇ ἀεικινήτῳ καρδίᾳ νά εὑρίσκηται κατ’ οὐσίαν καί δύναμιν, καί ἀκόλουθον, καί εὔλογόν ἐστι, μᾶλλον, ἤ νά εὑρίσκηται ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ. Ὅτι μέν οὖν ἡ καρδία ἐστίν ἀεικίνητος, πρόδηλον.
α) διότι αὕτη ἀφ’οὗ πλασθῇ, δέν παύει ἀπό τοῦ νά κινῆται, ἕως οὗ νά ἐξέλθῃ ἡ ψυχή ἐκ τοῦ σώματος·
β) ὅτι αὕτη εἶναι πηγή ζωῆς ὅλου τοῦ σώματος διά τῆς κινήσεώς της, καί εὐθύς ὅταν παύσῃ ἡ κίνησις αὐτῆς, παύει καί ἡ ζωή τοῦ σώματος· μᾶλλον δέ ἡ ψυχή ἡ ἐν τῇ ἀεικινήτῳ καρδίᾳ οὖσα ἐνιδρυμένη, διά τῆς κινήσεως τῆς καρδίας ἐνεργεῖ, μεταδίδουσα τήν ζωήν εἰς ὅλον τό σῶμα καί τοῦτο ζωοποιοῦσα, κατά τόν μέγαν Βασίλειον λέγοντα· «Τήν ζωτικήν δύναμιν, ἐπεί συγκέκραται τῷ σώματι ἡ ψυχή φυσικῶς διά τήν εὐκρασίαν, καί οὐκ ἐκ προαιρέσεως χορηγεῖ». (Διαταξ. ἀσκητικῇ β) Καί
γ) ὅτι τῶν ἄλλων μελῶν, καί μερῶν τοῦ σώματος ἠρεμούντων πολλάκις καί ἀκινητούντων, καθώς μάλιστα συμβαίνει ἐν τοῖς ὕπνοις, καί ὕπνοις βαθυτάτοις, καί ἀφαντάστοις, ἡ καρδία μόνη δέν ἠρεμεῖ, ἀλλά πάντοτε κινεῖται καί ἀγρυπνεῖ, ὡσεί νά προφυλάττῃ αὕτη ὅλα τά λοιπά μέλη τοῦ σώματος, ἅπερ τότε ἡσυχάζουσι, καί ἀναπαύονται· καί τοῦτο ἐστί τό γεγραμμένον ἐν τῷ Ἄσματι· «Ἐγώ καθεύδω, καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ». (Ἆσμα ε΄ 2) ἄν καί τό ρητόν αὐτό τροπολογικῶς ἑρμηνεύεται ὑπό τῶν θείων Πατέρων, διά τήν τελείαν, καί ὑπό τοῦ θείου ἔρωτος κατεχομένην
«…Καί στόν ἐγκέφαλο βρίσκεται σάν σέ ὄργανο, ὄχι ἡ οὐσία καί ἡ δύναμι τοῦ νοῦ, δηλαδή τῆς ψυχῆς, ἀλλά μόνο ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, ὅπως προείπαμε στήν ἀρχή καί ἄφησε τούς νεώτερους φυσικούς καί μεταφυσικούς νά λένε ὅτι ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς βρίσκεται στόν ἐγκέφαλο καί στό κλωνάρι τοῦ ἐγκεφάλου· γιατί αὐτό εἶναι τό ἴδιο μέ τό νά πῆ κανείς ὅτι ἡ ψυχή τῶν φυτῶν δέν βρίσκεται ἀρχικά στή ρίζα τοῦ δένδρου, ἀλλά στά κλαδιά καί στόν καρπό1 . Τό διδασκαλεῖο τῶν Γραφῶν καί τῶν ἱερῶν Πατέρων εἶναι ἀληθέστερο ἀπό τά διδασκαλεῖα τῶν ἀνθρώπων.
“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:
«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»
ΔΙΑΛΕΧΤΕ!!!!