Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας-Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική_Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς


Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας-Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική_Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς

Ε΄ Συνεδρία

16.00-16.20: Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς (Εκκλησία της Σερβίας), Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία: Ο εικονιστικός ρεαλισμός της λατρείας στον Μάξιμο Ομολογητή και τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

16.20-16.40: Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου

Προεδρεύων: Έχουμε μόνο είκοσι λεπτά για συζήτηση. Κύριε Ασπρούλη.

Νικόλαος Ασπρούλης: Ήθελα, καταρχάς, να ευχαριστήσω θερμά τους σεβαστούς καθηγητές για τις εξαιρετικές εισηγήσεις τους πάνω σε έναν από τους βασικούς και θεμελιώδεις άξονες της θεολογικής σκέψης του Μητροπολίτη Περγάμου.

Η ερώτηση που έχω να κάνω είναι κοινή και για τους δύο, εφόσον ασχολήθηκαν με την εσχατολογία. Έχω την εντύπωση ότι μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει μια εσωτερική ένταση στο έργο του Μητροπολίτη Περγάμου ως προς το κατά πόσον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τριαδική η εσχατολογία του. Με την έννοια ότι, ενώ υπάρχουν σαφείς αναφορές σύμφωνα με τις οποίες τα πάντα ξεκινούν από τον Πατέρα και καταλήγουν στον Πατέρα, την ίδια στιγμή φαίνεται να κυριαρχεί, από την άλλη πλευρά, η αναφορά στη Βασιλεία —είτε στην εικόνα της Βασιλείας, δηλαδή στην Ευχαριστία, είτε στην ίδια τη Βασιλεία, όπως παρουσιάζεται μέσα από την Αποκάλυψη—, όπου φαίνεται να απουσιάζει ο ρόλος του Πατέρα, του Θεού και Πατρός.

Θα ήθελα το σχόλιό σας πάνω σε αυτό.


Προεδρεύων:
Στο τέλος θα απαντήσετε, για να κάνουμε οικονομία χρόνου. Υπάρχει άλλη ερώτηση;

Νομίζω, λοιπόν, ότι μπορούν να απαντήσουν οι δύο ομιλητές και να κάνουμε διάλογο.

Επίσκοπος Μπρανιτσέβου Ιγνάτιος: Εάν κατάλαβα καλά την ερώτηση, νομίζω ότι, όταν μιλάμε για το πρόσωπο και όταν λέμε ότι στη Θεία Ευχαριστία είναι παρόν το πρόσωπο του Χριστού, δηλαδή του Υιού του Θεού, δεν καταλαβαίνω πώς χάνουμε από την οπτική μας το πρόσωπο του Πατέρα. Διότι ο Χριστός, ως Υιός του Θεού, δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον Πατέρα.
Είναι, δηλαδή, πρόσωπο εν σχέσει προς τον Πατέρα. Γι’ αυτό και η Θεία Ευχαριστία αντανακλά ακριβώς αυτά τα λόγια που λέει ο Απόστολος: ότι στο τέλος ο Χριστός αναφέρει τα πάντα στον Πατέρα. Θα υποταχθούν τα πάντα στον Χριστό και ο Χριστός θα υποταχθεί στον Πατέρα, «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσιν».

Στη Θεία Λειτουργία έχουμε την είσοδο του κόσμου και, μέσω του προσώπου του Υιού, τα πάντα προσφέρονται στον Θεό Πατέρα και αποκτούν μια σχέση υιότητας. Επομένως, δεν απουσιάζει, νομίζω, ο Πατήρ από την εσχατολογία, εφόσον έχουμε τον Υιό ως πρόσωπο.

Εάν, βέβαια, αντιλαμβανόμαστε το πρόσωπο ως άτομο, θεωρώντας ότι το άτομο είναι ξεχωριστό από τη σχέση με τον άλλον, τότε εντάξει. Εφόσον, όμως, μιλάμε για το πρόσωπο, το οποίο υπάρχει μόνο σε σχέση προς το άλλο πρόσωπο, και στο κάτω κάτω, όπως το ερμηνεύουν οι Πατέρες και ο Άγιος Περγάμου, ο Υιός είναι το όνομα που δείχνει προς τον Πατέρα.
Όπως λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, το όνομα «Πατήρ» —εκείνος το χρησιμοποιεί για τον Πατέρα, αλλά εγώ το χρησιμοποιώ τώρα για τον Υιό— τι είδους όνομα είναι; Φύσεως ή ενεργείας; Και λέει: ούτε φύσεως ούτε ενεργείας, αλλά σχέσεως και του πώς έχει προς τον Υιό.
Εννοεί, δηλαδή, ότι το πρόσωπο υπάρχει πάντοτε σε σχέση προς το άλλο πρόσωπο. Όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι και ο Πατήρ. Δεν θα μπορούσε να πει ο Χριστός «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα», εάν δεν υπήρχε αυτή η προσωπική διάσταση. Πώς θα μπορούσαμε να δούμε τον Πατέρα μέσω του Χριστού και εν Χριστώ; Μόνο με αυτόν τον τρόπο.

Πέτρος Βασιλειάδης:
Ο κ. Ασπρούλης έθεσε ένα πολύ καίριο ερώτημα. Το είχα θέσει και εγώ στην προηγούμενη συνεδρία. Όντως υπάρχει, κατά την προσωπική και ταπεινή μου άποψη, μια ένταση, αλλά είναι μια δημιουργική ένταση· θα την έλεγα διαλεκτική σχέση. Όπως υπάρχει διαλεκτική ένταση και σχέση ανάμεσα στην εσχατολογία και την Ιστορία.

Οι συνέπειες αυτής της έντασης έχουν να κάνουν και με τη μαρτυρία της Εκκλησίας, με την ιεραποστολή της δηλαδή. Αυτό ισχύει και για τα δύο θέματα. Για να έρθω, όμως, μόνο στο δικό σας ερώτημα, επιτρέψτε μου να πω κάτι το οποίο παρέλειψα και έχει σημασία αναφορικά με τον Μητροπολίτη Περγάμου.

Διέκρινα, όπως είπα, μια ευλάβεια απέναντι στη βιβλική παράδοση και στη σύγχρονη ερμηνεία της, μέσα βέβαια από την παράδοση της Εκκλησίας. Γι’ αυτό βρίσκομαι πιο κοντά στον Μητροπολίτη Περγάμου. Αυτή την ευλάβεια δεν τη συνάντησα στα άλλα δύο σημαίνοντα θεολογικά αναστήματα της θεολογικής γενιάς του 1960. Μάλιστα, υπάρχει μια, θα λέγαμε, απαξίωση αυτής της βιβλικής παρακαταθήκης της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας.
Και εδώ έρχομαι σε αυτό που ανέφερε ο Θεοφιλέστατος: ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς πάντα ἐν πᾶσιν»· ο Θεός, δηλαδή ο Πατήρ.[ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ. ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΥ ΟΛΑ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ]


Τώρα, όντως, για μένα υπάρχει ένα πρόβλημα, το οποίο θα ήθελα να ξεδιαλύνει ο ίδιος ο Μητροπολίτης Περγάμου. Πράγματι, η Εκκλησία είναι αντανάκλαση της Βασιλείας του Θεού. Επομένως, είναι αντανάκλαση της σύναξης: όπως στην Ιστορία ο ιστορικός Ιησούς βρισκόταν σε σύναξη με τους Αποστόλους, έτσι και στη Βασιλεία του Θεού θα είναι ο Χριστός, γύρω από τον οποίο ολόκληρος ο λαός θα βρίσκεται σε μια δοξασμένη κατάσταση. Αυτή είναι η περισσότερο χριστολογική προσέγγιση.

Η άλλη εξήγηση, η τριαδολογική, στην οποία αναφερθήκαμε και η οποία σχετίζεται τόσο με το θέμα του πρωτείου όσο και με το θέμα της συνοδικότητας, είναι πραγματικά —δεν ξέρω αν είναι σωστός ο όρος— η μοναρχία του Πατρός· πάντως, πρόκειται για την καθοριστική θέση του Θεού Πατρός.

Αυτά τα δύο χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, εάν ερμηνεύω σωστά τη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου, και τα δύο χρησιμοποιούνται στην εκκλησιολογική του πρόταση. Η Χριστολογία, βέβαια, είναι πάρα πολύ ανεπτυγμένη, καθώς αναφέρεται σε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας και στο ότι ολόκληρη η Εκκλησία δεν νοείται χωρίς αναφορά στον Χριστό. Αυτά, όμως, βρίσκονται εκτός του ερωτήματός σας.

Νομίζω ότι αυτή η διαλεκτική είναι συνεχής και πραγματικά δημιουργική. Δεν έχω να προσθέσω κάτι περισσότερο.

Προεδρεύων: Ο Σεβασμιώτατος Περγάμου θέλει να κάνει μια παρέμβαση. Ευχαριστούμε, Σεβασμιώτατε.

Παρέμβαση του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

Το θέμα αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Γι’ αυτό επιτρέψτε μου να παρέμβω.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι όλες οι αρχαίες Λειτουργίες απευθύνονταν προς τον Πατέρα, και αυτό παρέμεινε στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Καμία ευχή δεν αναφέρεται στον Χριστό. Όλες απευθύνονται στον Πατέρα.
Αυτό υπέστη κάποια τροποποίηση, κυρίως υπό την πίεση των τριαδολογικών συζητήσεων και των αιρέσεων του τέταρτου αιώνα. Η τροποποίηση αυτή εμφανίζεται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο στη Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου. Εκεί γίνεται μια νόθευση της αρχικής Λειτουργίας.

Λέμε —προσπαθώ να θυμηθώ τώρα την ευχή—: «Σὺ καὶ ὁ Μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Αγιον». Το «σύ» παραμένει ως κατάλοιπο της αρχικής Λειτουργίας, η οποία απευθύνεται μόνο στον Πατέρα. Προστίθεται, όμως, ο Υιός, όπως και το Άγιο Πνεύμα.

Τον δωδέκατο αιώνα έχουμε μια τρομερή θεολογική διένεξη, με τον Νικόλαο Μεθώνης και άλλους, κατά την οποία τέθηκε το ερώτημα: «Ο Χριστός παραλαμβάνει και ο ίδιος την Ευχαριστία ή μόνο την προσφέρει;» Ύστερα από πολλές συζητήσεις και συνοδικές αποφάσεις, αποφάνθηκαν ότι και την προσφέρει και την παραλαμβάνει. Εκεί, λοιπόν, βρίσκεται το κλειδί του προβλήματος.
Ο Χριστός έχει μια διπλή ιδιότητα. Από τη μια πλευρά προσφέρει στον Πατέρα τον εαυτό Του, αλλά τον εαυτό Του εμπλουτισμένο με το σώμα Του, το οποίο αποτελούν όλοι όσοι προσλήφθηκαν στο σώμα Του. Είναι η Εκκλησία, δηλαδή.

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Και διά της Εκκλησίας προσφέρει στον Πατέρα αυτόν τον κόσμο. Πραγματοποιείται, λοιπόν, στη Λειτουργία αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: ότι στο τέλος της Ιστορίας ο Υιός θα παραδώσει τα πάντα στον Πατέρα. Επομένως, στη Θεία Λειτουργία έχουμε αυτή την, εκ πρώτης όψεως θα έλεγα, παραδοξότητα: ότι ο Υιός είναι συγχρόνως ο προσφέρων και ο προσφερόμενος, όπως λέμε και στην ευχή: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος».

Αυτή είναι και η απάντηση στο πρόβλημα που θέτουμε: ότι δεν χάνεται ούτε η τριαδική διάσταση της Ευχαριστίας ούτε ο ρόλος του Πατέρα. Γι’ αυτό ακριβώς ο Πατήρ είναι παρών μέσα στην Ευχαριστία ως Αυτός που παραλαμβάνει τα πάντα.[ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟΝ palantir. ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ]

Αυτό σημαίνει ότι ενυπάρχει και η διάσταση της ιεραποστολής. Τι κάνουν, δηλαδή, στην Ευχαριστία ο Χριστός και η Εκκλησία μαζί με τον Χριστό; Λένε κάθε φορά στον Πατέρα: «Συγκέντρωσα τώρα αυτά από τον κόσμο μέσω της ιεραποστολής· πάρε τα, είναι δικά Σου». Γι’ αυτό και η Ευχαριστία προσφέρεται «ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης». Προλαμβάνουμε με αυτόν τον τρόπο εκείνο που θα γίνει στα έσχατα.

Ολόκληρη η οικουμένη θα ενσωματωθεί στον Χριστό και θα προσφερθεί στον Πατέρα. Νομίζω ότι είναι μεγαλειώδης αυτή η εικόνα. Δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση ούτε για συζήτηση. Είναι τόσο ολοκληρωμένη αυτή η εικόνα. Αρκεί να θυμόμαστε αυτό που έχει ξεχαστεί: ότι η Θεία Ευχαριστία αναφέρεται στον Πατέρα. Εκείνος είναι ο αποδέκτης.

Γι’ αυτό και όλοι όσοι αμφισβητούν τη σημασία του Πατρός μέσα στην Τριαδολογία και τα λοιπά πραγματικά δεν ξέρουν τι λένε και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν εγώ τονίζω τη μοναρχία του Πατρός, το αίτιον και τα λοιπά, μου επιτίθενται στη Δύση. Κάθε μέρα διαβάζω τέτοιες θέσεις. Έχω βαρεθεί πλέον να τις βλέπω, ακόμη και από Ορθοδόξους.

Αυτό σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουν, πρώτα πρώτα, τη συνέχεια του χριστιανισμού από τον Ιουδαϊσμό. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή. Δηλαδή, τι έφερε ο Χριστός; Μια καινούργια θρησκεία; Ο Χριστός έφερε τη θρησκεία του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Πρέπει, λοιπόν, να διατηρηθεί η μονοθεΐα.

Η μονοθεΐα, όμως, για να διατηρηθεί, πρέπει πλέον να συνδυαστεί με την Τριαδολογία, χωρίς να καταστρέψει την αρχική της ρίζα, που είναι ο Πατήρ. Διότι ο Χριστός ονομάζει τον Θεό Πατέρα Του και μας κάνει όλους να Τον αποκαλούμε Πατέρα μας. Ο Πατήρ, λοιπόν, είναι βασικά ο Θεός.
Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος Τον χαρακτηρίζει «ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Νομίζω, λοιπόν, ότι οι βιβλικές σπουδές αδικήθηκαν από τους Ορθοδόξους και αδικούνται και από τους μη Ορθοδόξους, όταν η Τριαδολογία δεν συνδέεται με αυτές τις βιβλικές ρίζες, οι οποίες τονίζουν τον πρωταρχικό ρόλο του Πατρός. Η ευχαριστιακή θεολογία, σωστά ιδωμένη, είναι πατροκεντρική και γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία να μην το λησμονούμε αυτό.

Ευχαριστώ.

Πέτρος Βασιλειάδης: Σεβασμιώτατε, σχετικά με την παρατήρηση που κάνατε... Άγιε Πρόεδρε, με συγχωρείτε, μισό λεπτό. Με την παρατήρηση που κάνατε προχωρήσατε λίγο παραπέρα, στο άλλο διαζευκτικό, στην άλλη, θα λέγαμε, διαλεκτική ένταση ανάμεσα στην Ευχαριστία και την ιεραποστολή.

Εμείς οι Ορθόδοξοι συνήθως λέμε ότι η ιεραποστολή είναι «η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία». Με αυτά, όμως, που αναφέρατε, αρχίζω να προβληματίζομαι για ένα άλλο θέμα: μήπως και η ιεραποστολή είναι «Λειτουργία πριν από τη Λειτουργία», ώστε να αναφέρει στον Δημιουργό ολόκληρη την οικουμένη; Επομένως, η σχέση διευρύνεται και η μαρτυρία της Εκκλησίας, η ιεραποστολή, δεν βρίσκεται σε αντιθετική σχέση προς την Ευχαριστία. Γιατί πολλοί θέτουν αυτό το θέμα, και το γνωρίζετε καλύτερα εσείς.

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Θα επιβεβαιώσω αυτό που είπε ο κ. Βασιλειάδης: ότι αυτό το δίλημμα μεταξύ Ευχαριστίας και ιεραποστολής είναι ψευδές. Δεν μπορεί να υπάρξει.

Από την άλλη πλευρά, όπως έλεγα το πρωί κατ’ ιδίαν και για την ασκητική, και η ασκητική δεν μπορεί να αποκοπεί από την Ευχαριστία. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι, εάν τα δούμε εσχατολογικά, τελικά η Ευχαριστία επιβιώνει, ενώ όλα τα άλλα παρέρχονται. Ούτε η ιεραποστολή υπάρχει στα έσχατα ούτε η άσκηση υπάρχει στα έσχατα. Η Ευχαριστία, όμως, υπάρχει και αναφέρουμε τα πάντα στον Θεό αιωνίως.

Είναι μια αιώνια και ακατάπαυστη Λειτουργία. Θα έχει παύσει η άσκηση, διότι το κακό δεν θα υπάρχει πλέον για να το πολεμάς· ούτε ο θάνατος θα υπάρχει. Και η ιεραποστολή σε ποιον να απευθυνθεί πλέον; Θα έχει γίνει η τελική Κρίση. Όσοι πάνε από εδώ, πάνε· όσοι πάνε από εκεί, πάνε. Πού να τους βρεις μετά για να τους επαναφέρεις; Δεν υπάρχει πλέον μετάνοια.

Επομένως, πρέπει να κάνουμε αυτή τη διάκριση: η Ευχαριστία επιβιώνει εσχατολογικά, ενώ τα άλλα δεν επιβιώνουν.

Προεδρεύων: Επιτρέπεται να κάνει και ο πρόεδρος μια ερώτηση, Σεβασμιώτατε;

Βλέπουμε πράγματι στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή μια διαλεκτική μεταξύ της Ιστορίας και των Εσχάτων στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτή την παράδοση, αυτή τη θεολογία, τη συναντούμε στον Ειρηναίο. Εκείνος είναι ο πρώτος που, με συστηματικό τρόπο, προσπαθεί να μας παρουσιάσει αυτή τη διαλεκτική Ιστορίας και Εσχάτων.
Πού βρίσκεται η ρίζα αυτής της διαλεκτικής; Πού στηρίζεται θεολογικά; Με ποιες προϋποθέσεις διαμορφώνει ο Ειρηναίος αυτή τη διαλεκτική; Υπάρχει ένας τέτοιος προβληματισμός;
Ο Ειρηναίος είναι αυτός που θα μιλήσει για τον νέο Αδάμ, τον έσχατο Αδάμ, τον εσχατολογικό Αδάμ. Αλλά στη θεολογική παράδοση και στην ιστορία πριν από τον Ειρηναίο πού συναντά κανείς αυτή την αντίληψη; Τη συναντάμε σε κείμενα;

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:


Σε κείμενα. Υπάρχει μια λογική σε αυτή την υπόθεση. Από τη στιγμή που δεχόμαστε, με την Ανάσταση του Χριστού, ότι το κακό θα νικηθεί και ο θάνατος θα νικηθεί, τότε και η Ιστορία —η οποία είναι ο χώρος άσκησης της ελευθερίας του ανθρώπου, μέσα στον οποίο γίνεται η πάλη με το κακό και τον θάνατο[ΟΧΙ Η ΝΙΚΗ]— οπωσδήποτε θα έχει αυτό το τέλος· τέλος ή, μάλλον, μεταμόρφωση σε μια κατάσταση στην οποία ο χρόνος...

Εγώ, πάντως, είμαι αντίθετος με την άποψη ότι καταργείται ο χρόνος. Ο φίλος μου ο Γιανναράς το λέει και το ξαναλέει, και όλο τσακώνομαι μαζί του γι’ αυτό το πράγμα.

Δεν καταργείται ο χρόνος στη Βασιλεία. Η ογδόη ημέρα δεν είναι, ξέρετε, μία ακόμη ημέρα. Είναι ο «ἀγήρως αἰών», όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος.

Δεν σταματά ο χρόνος. Απλώς θεραπεύεται από το φθοροποιό στοιχείο που έχει. Αντί, δηλαδή, ο χρόνος να περιέχει, όπως τώρα, τη φθορά και τον θάνατο, με τη νίκη κατά του θανάτου παύει πλέον να είναι φθοροποιός. Επομένως, η Ιστορία όπως τη γνωρίζουμε τώρα, ως πάλη με το κακό και ως άσκηση της ελευθερίας μεταξύ του «ναι» και του «όχι», δεν μπορεί να ισχύσει στα έσχατα.

Όταν, όμως, λέμε ότι τα έσχατα θα υπερβούν ή θα θεραπεύσουν την Ιστορία, αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε πως τώρα, πριν έρθουν τα έσχατα, η Ιστορία διαδραματίζει κάποιον ρόλο. Αυτό το δίλημμα φαίνεται ιδιαιτέρως στον Άγιο Ειρηναίο, ο οποίος πιστεύει ότι ο Αδάμ παρασύρθηκε, επειδή ήταν ένα μικρό παιδί που ξεγελάστηκε. Επομένως, ο Θεός θα του έδινε χρόνο για να γίνει αυτό που τελικά έγινε ο Χριστός, όπως ολοκληρώνει αργότερα τη σκέψη αυτή ο Μάξιμος.

Αυτό σημαίνει ότι δίνει μεγάλη σημασία στον χρόνο και στην Ιστορία. Είναι το πεδίο άσκησης της ελευθερίας των ανθρώπων. Αλλά και η Ευχαριστία είναι ένα ιστορικό γεγονός. Είναι ένα εσχατολογικό γεγονός, το οποίο εξαγνίζει τον χρόνο και την Ιστορία από τα αρνητικά, φθοροποιά στοιχεία τους. Μας εισάγει σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει θάνατος και εκεί πλέον απολαμβάνουμε τη Βασιλεία του Θεού.

Έχετε έναν πειρασμό, κύριε καθηγητά· το βλέπω.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Με είδε ο Άγιος Περγάμου... Όταν προηγουμένως ο Άγιος Περγάμου μιλούσε για το τριαδολογικό πλαίσιο της εσχατολογίας, έκανε την παρατήρηση ότι ο μόνος Θεός είναι ο Πατήρ. Εξέφρασα τότε κάποια ένσταση απέναντι σε αυτή την άποψη. Επιτρέψτε μου να πω...

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:
Ναι, είπατε ότι κάπως έτσι το είπατε: «Ο Θεός είναι ο Πατήρ». Συμφωνώ απολύτως, ναι.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Η έμφαση την οποία δώσατε —κάτι που κάνετε πολλές φορές στις παρεμβάσεις και στα γραπτά σας— μου δημιουργεί, ξέρετε, την αίσθηση, και το λέω πολύ εξομολογητικά και υπό μορφήν κάποιου προβληματισμού, μήπως ρέπουμε ασυναίσθητα —όχι εσείς, βέβαια, αλλά όσοι σας ακούν— προς κάποιον πατρομονισμό με αυτή την τοποθέτηση.
Διότι πράγματι στην αρχαία Εκκλησία έχουμε αρχαίες Αναφορές οι οποίες απευθύνονται στον Πατέρα. Έχουμε, όμως, και αρχαίες Αναφορές οι οποίες απευθύνονται στον Υιό. Μάλιστα, αυτές έχουν, επιτρέψτε μου να πω, βιβλική ρίζα, θεμελιωμένη στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου σαφέστατα λέει ο Ιωάννης: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο». Με τη λέξη «Θεόν» εννοεί τον Πατέρα.
Σύμφωνα με αυτή τη βασική αρχή της ιωάννειας θεολογίας γίνεται και η χριστολογική ερμηνεία των θεοφανειών της Παλαιάς Διαθήκης: «Ταῦτα εἶπεν Ἠσαΐας, ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ». Για τον Χριστό μιλάει: «ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησεν περὶ αὐτοῦ».
Στηριζόμενοι σε αυτή την παράδοση, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος —πρώτος, αν δεν κάνω λάθος—, στο όνομα του οποίου έχουμε την Αναφορά, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, αλλά και Πατέρες της Δύσης, οι οποίοι αποτύπωσαν τη θεολογική τους σκέψη στις Αναφορές του μοζαραβικού και του γαλλικανικού τύπου, έχουν τον Χριστό ως το πρόσωπο της Αναφοράς. Διότι στην Αναφορά κατέχει κεντρική θέση ο Χριστός ως ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης.


«Ταῦτα εἶπεν Ἠσαΐας, ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ». «Εἶδον τὸν Κύριον», λέει ο Ησαΐας στο έκτο κεφάλαιο, «καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου»· και Σεραφίμ στέκονταν γύρω Του, «ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί» και ούτω καθεξής. Και έλεγαν: «

Αγιος,Αγιος, Αγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ».

Το πρόσωπο, λοιπόν, προς το οποίο απευθύνεται ο τρισάγιος ύμνος ήταν, κατά τον Ιωάννη, το πρόσωπο του Υιού. Αυτή η παράδοση επιβιώνει στις Αναφορές που έχουν χριστολογικό τύπο· δηλαδή στην Αναφορά του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στις Αναφορές του γαλλικανικού και του μοζαραβικού τύπου και, κατόπιν, στην Αναφορά του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.

Θέλω να πω ότι, όσο αρχαία είναι η παράδοση που έχει τον Πατέρα ως το πρόσωπο της Θείας Αναφοράς, άλλο τόσο αρχαία —και, επιτρέψτε μου να πω, κατά την προσωπική μου άποψη ίσως αρχαιότερη— είναι η Αναφορά που έχει τον Υιό ως επίκεντρο, ως το πρόσωπο της Θείας Αναφοράς.

Το συμπέρασμά μου, Σεβασμιώτατε, είναι ότι δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως μόνο ο Πατήρ είναι το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η Θεία Αναφορά. Ο Χριστός είναι και ο προσφέρων και ο προσφερόμενος.


Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Συμφωνώ. Όχι, βέβαια· δεν το αρνούμαι αυτό.
Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Λέω ότι μέσα στην ορθόδοξη παράδοση έχουμε παράλληλα και τις δύο αυτές απόψεις.
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:
Ας αφήσουμε αυτές τις Λειτουργίες που αναφέρατε. Οι δυτικές ούτως ή άλλως δεν συζητούνται, διότι ανέκαθεν υπάρχει έντονος χριστομονισμός στη Δύση. Αλλά το ότι δεν επικράτησε ποτέ η Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου δεν είναι τυχαίο.
Το ότι εμείς προσευχόμαστε διαρκώς στη Θεία Ευχαριστία με αυτόν τον τρόπο δεν μπορούμε να το απαλείψουμε με όλα αυτά τα επιχειρήματα που αναφέρατε. Αυτό καθ’ εαυτό δηλώνει ότι ο Πατήρ είναι ο αποδέκτης, τουλάχιστον στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία είναι και η αρχαιότερη όλων. Αυτό δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε.
Γιατί, λοιπόν, να μην το πούμε; Να το πούμε· δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Και όχι μόνο να το πούμε, αλλά να προσθέσουμε και αυτό που είπα: ότι η Εκκλησία αποφάσισε, έπειτα από συζητήσεις —και το δεχόμαστε όλοι—, ότι ο Χριστός είναι και ο προσφέρων και ο προσφερόμενος, ο προσδεχόμενος και ο διαδιδόμενος.
Δεν έχουμε καμία διαφορά. Η διαφορά μας αρχίζει από τη στιγμή που θέλουμε να υποβαθμίσουμε αυτό που μας δίνουν η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, η παράδοση και η Καινή Διαθήκη, προβάλλοντας ορισμένες θεωρίες —εν πάση περιπτώσει, μη αποδεκτές— περί του Λόγου στην Παλαιά Διαθήκη. Δεν βλέπω να έχουν καμία θέση αυτές οι θεωρίες στη Θεία Ευχαριστία.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Ο Λόγος της Παλαιάς Διαθήκης· τι σημαίνει;
Παρέμβαση: Στην Αναφορά, Σεβασμιώτατε.
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:
Σε ποια Αναφορά; Αυτό έχει σχέση με την...
Παρέμβαση: Ο τρισάγιος ύμνος, ο οποίος είναι ύμνος των Σεραφίμ, είναι ειλημμένος από τη θεοπτία του Ησαΐα, από το έκτο κεφάλαιο του Ησαΐα.
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:
Και ποια είναι η θεοπτία του Ησαΐα; Δεν αναφέρεται στην Αγία Τριάδα ο τρισάγιος ύμνος;

Άλλος ομιλητής: Κύριε Πρόεδρε, μπορώ να παρέμβω και εγώ; Ο ύμνος αναφέρεται στην Αγία Τριάδα, αλλά, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, το πρόσωπο της θεοπτίας είναι ο Υιός, δεν είναι ο Πατήρ. Ο Υιός αποκαλύπτει τον Πατέρα, αλλά δεν Τον ταυτίζει με τον εαυτό Του σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην παραπέμπει στον Πατέρα.
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Σύμφωνοι, σύμφωνοι. Προσέξτε, πάτερ Ιωάννη: αν το ερμηνεύσουμε έτσι, ότι «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα», άρα ο Υιός δεν παραπέμπει στον Πατέρα ως κάποιο άλλο πρόσωπο, καταλήγουμε σε αυτό που μου λένε διάφοροι κληρικοί, όταν τους λέω: «Μην προσεύχεστε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, όταν η προσευχή απευθύνεται στον Πατέρα».
Και μου απαντούν: «Μα είναι και ο Πατήρ παρών εκεί». Σταθείτε! Εάν αρχίσουμε να λέμε ότι ο Πατήρ είναι παρών και στην εικόνα του Χριστού... Βεβαίως, όλα αυτά έχουν κάποια βάση, αλλά στο τέλος καταλήγουμε να απομακρυνόμαστε από τους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι ανήγαγαν την ετερότητα των προσώπων σε μείζον θέμα.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να λέμε ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένα και το αυτό.
Παρέμβαση: Όχι, αυτό θα ήταν σαβελλιανισμός. Δεν τίθεται τέτοιο θέμα.
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:
Ακριβώς. Αυτό προσπαθούμε να αποφύγουμε, λέγοντας ότι ο Πατήρ και ο Υιός έχουν δύο διαφορετικές, ας τις πούμε, λειτουργίες μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Ο Υιός έχει το λειτούργημα να προσφέρει και να προσδέχεται. Ο Πατήρ δεν έχει το λειτούργημα να προσφέρει.


Όλα αυτά έχουν μεγάλη σημασία: η διάκριση αυτών των ρόλων —ας τους ονομάσουμε έτσι— μέσα στη Λειτουργία. Ο Πατήρ έχει μόνο τον ρόλο να αποδέχεται. Ο Υιός έχει και τον ρόλο να αποδέχεται, διότι είναι πάντοτε μαζί με τον Πατέρα και δεν χωρίζονται, αλλά και τον ρόλο να προσφέρει, διότι Αυτός προσλαμβάνει ολόκληρη την κτίση και την προσφέρει. Ο Πατήρ δεν σαρκώθηκε. Τι να προσφέρει ο Πατήρ;

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Εγώ, βέβαια, προσπαθώ να ερμηνεύσω πώς συμβαίνει να έχουμε στην ορθόδοξη παράδοση αυτή την ποικιλία, επιτρέψτε μου να πω, αυτή την πολυμορφία ως προς το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η Αναφορά.

Παρέμβαση: Συγγνώμη λίγο· έτσι δεν γίνεται η συζήτηση.


Άλλος ομιλητής: Όχι, θέλω να μείνω πάνω σε αυτό, γιατί πραγματικά δεν είμαι θεολόγος. Η Κυριακή Προσευχή, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μας έμαθε ο Χριστός να προσευχόμαστε, δεν φανερώνει ακριβώς αυτή τη σχέση του Υιού προς τον Πατέρα και όλων ημών, διά του Υιού, προς τον Πατέρα;

Μας είπε: «Έτσι πρέπει να προσεύχεστε» και μας δίδαξε να λέμε «Πάτερ ἡμῶν». Δεν μας είπε να λέμε «Πάτερ και Υἱὲ και Αγιον Πνεῦμα ἡμῶν» και ούτω καθεξής. Θέλω, δηλαδή, να πω: μήπως εδώ φαίνεται πολύ καθαρά η έννοια της διαμεσολάβησης του Υιού για την προσέγγιση όλων ημών προς τον Πατέρα;

Αυτό μου ήρθε τώρα στον νου: ότι ο ίδιος ο Χριστός μάς έμαθε να απευθυνόμαστε προς τον Πατέρα στην κατεξοχήν προσευχή που μας παρέδωσε. Συγγνώμη, αλλά μου γεννήθηκε αυτή η σκέψη...

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Η Κυριακή Προσευχή είναι πολύ αρχαιότερη. Εγώ έχω επιφυλάξεις ως προς αυτή την ιωάννεια ερμηνεία.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Ακόμη και αν δεχθούμε αυτή την ερμηνεία, η οποία είναι μια υπόθεση, όπως είπε και ο Σεβασμιώτατος —την ερμηνεία που έχει υποστηρίξει σε έργο του ο κ. Μαρτζέλος—, ότι δηλαδή εκεί ο Χριστός ταυτίζεται με τον Θεό τον οποίο είδε ο Μωυσής...

Παρέμβαση: Ο Ησαΐας.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Ο Ησαΐας, με συγχωρείτε, ναι. Αλλά και ο Μωυσής είδε, άρα αναφερόταν...

Παρέμβαση: Το λέει ο Άγιος Ειρηναίος.

Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος: Ναι, ναι. Θέλω, όμως, να πω ότι στον Ιωάννη η Χριστολογία δεν αποτελεί ταύτιση του Υιού με τον Πατέρα. Ο Υιός είναι «ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός» και έχουμε όλα τα άλλα, ακόμη και το «τετέλεσται», όταν ολοκλήρωσε το έργο του Πατέρα. Αυτό ακριβώς εκφράζει αυθεντικότερα η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου.

Η δεύτερη αντίρρησή μου είναι η εξής —δεν είμαι, βέβαια, ειδικός λειτουργιολόγος· ασχολούμαι με αυτά παρεμπιπτόντως—: υπάρχει εδώ λειτουργιολόγος, ώστε να δούμε εάν πράγματι ισχύει αυτό που είπε ο Σεβασμιώτατος για την Αναφορά του Γρηγορίου, η οποία απευθύνεται στον Χριστό; Είναι ίσως μοναδική· το ζήτημα, όμως, είναι εάν είναι πράγματι αρχαία.

Ο πατήρ Παύλος Κουμαριανός.

π. Παύλος Κουμαριανός: Τουλάχιστον εμείς οι λειτουργιολόγοι διδασκόμαστε ότι η Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου είναι ψευδεπίγραφη. Δεν ανήκει στον Άγιο.

Στο Prex Eucharistica, όπου είναι συγκεντρωμένες όλες οι Αναφορές, ο πρόλογος είναι σαφής: αποκλείεται να είναι έργο του Γρηγορίου του Θεολόγου. Περιέχει ίσως κάποια ποιητικά και εμπνευσμένα τμήματα, αλλά δεν είναι έργο του Γρηγορίου του Θεολόγου.

Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας:

Δεν μας ενδιαφέρει αυτό. Εάν κάποιος συνέγραψε μια Αναφορά που απευθύνεται στον Χριστό, χωρίς να ξέρει τι λέει, και της κόλλησε την ετικέτα «Γρηγορίου του Θεολόγου»...

π. Παύλος Κουμαριανός: Με συγχωρείτε· αν θέλετε, μη με διακόπτετε.

Όσο για την Αναφορά του Χρυσοστόμου, όταν συγκρίνεται με τη συροαντιοχειανή Αναφορά, η οποία επιγράφεται ως Αναφορά των Αγίων Αποστόλων —εδώ έχει κάνει πολλή δουλειά ο Robert Taft— και θεωρείται η πηγή της Αναφοράς του Χρυσοστόμου, προκύπτει ότι ο Χρυσόστομος είχε ήδη ένα κείμενο Αναφοράς στην Αντιόχεια, το οποίο έφερε μαζί του στην Κωνσταντινούπολη.

Οι Κανόνες αναφέρουν ότι γνωρίζουμε τρεις Λειτουργίες: του Μεγάλου Βασιλείου, του Αγίου Ιακώβου και των Αποστόλων. Ακόμη και μέχρι τον 10ο αιώνα δεν έχει λάβει το όνομα του Χρυσοστόμου.

Όταν, λοιπόν, συγκρίνεται η Αναφορά του Χρυσοστόμου με τη συροαντιοχειανή πηγή της, διαπιστώνουμε ότι η επίμαχη φράση δεν υπάρχει. Απευθύνεται καθαρά προς τον Πατέρα. Δεν αναφέρεται ούτε ο Υιός ούτε το Πνεύμα. Αυτό μας δείχνει ότι κάποιο άλλο χέρι, πριν από τον 8ο αιώνα και πριν από τον κώδικα Barberini, πρόσθεσε το τριαδολογικό αυτό στοιχείο.

Επιπλέον, σε ψευδεπίγραφα κείμενα του 2ου και του 3ου αιώνα, τα οποία περιέχουν Αναφορές παρουσιάζοντας, για παράδειγμα, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο να λειτουργεί, οι Αναφορές αυτές απευθύνονται σαφώς προς τον Πατέρα. Το εκπληκτικό είναι ότι περιλαμβάνουν και επίκληση προς το Άγιο Πνεύμα: «Ἐλθέ, περιστερά, καὶ ἁγίασον τὰ δῶρα ταῦτα», λέει σε μία· δεν θυμάμαι εάν βρίσκεται στο κατά Θωμᾶν Ευαγγέλιο.

Είναι, λοιπόν, σαφές ότι τα δώρα προσφέρονται προς τον Πατέρα και ότι υπάρχει επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Αυτά έχω να καταθέσω εγώ ως λειτουργιολόγος.

Προεδρεύων: Ευχαριστώ.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΠΙΓΝΩΣΕΩΣ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΟΣ ΘΕΟΣ, Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
MΕ ΤΑ ΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ ΕΦΤΙΑΞΑΝ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΣΥΜΠΕΡΙΛΙΠΤΙΚΗ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΣΩΖΕΙ.

Η Αγία Έδρα νομιμοποιεί τον Πανενθεϊσμό: μια αίρεση κατά του Δημιουργού

Gaetano Masciullo


Ένα νέο έγγραφο του Βατικανού επαινεί τον πανενθεϊσμό, μια αίρεση που θολώνει την ουσιαστική διάκριση μεταξύ Δημιουργού και κτίσης. Αυτή η φαινομενικά ανεπαίσθητη θεολογική μετατόπιση στην πραγματικότητα υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια της δημιουργίας, το προπατορικό αμάρτημα, τη Λύτρωση και την αναγκαιότητα του Σταυρού του Χριστού.

Πανενθεϊσμός: Όταν ο Θεός και η Κτίση δεν είναι πλέον διακριτές

Στις 21 Αυγούστου 2026, η Διεθνής Θεολογική Επιτροπή δημοσίευσε ένα έγγραφο με τίτλο « Φροντίδα για το Κοινό μας Σπίτι: Μια Υπεύθυνη και Αδελφική Απάντηση στον Τριαδικό Θεό ».

Αυτό το έγγραφο σκιαγραφεί το πλαίσιο στο οποίο έχουν παραχθεί θεολογικά κείμενα, τουλάχιστον τους τελευταίους μήνες.
Ωστόσο, παρουσιάζει αρκετές εξαιρετικά προβληματικές πτυχές. Η πιο προβληματική πτυχή είναι σίγουρα το άνοιγμα στην αποδοχή του πανθεϊσμού στη μετριοπαθή παραλλαγή του, δηλαδή του «πανενθεϊσμού».

Πριν όμως σταθούμε σε αυτό το συγκεκριμένο πρόβλημα, ας απαριθμήσουμε σύντομα τα άλλα προβληματικά σημεία του εγγράφου.

Ένα πολύ επικίνδυνο έγγραφο

Πρώτον, το έγγραφο προτείνει μια θεολογική δομή της κατηγορίας της «αμαρτίας κατά της κτίσης και κατά του Δημιουργού», ορίζοντας την ως ανυπακοή στη θεϊκή εντολή για φροντίδα της γης.

Στην πραγματικότητα, η κλασική καθολική ηθική θεωρεί ήδη την άσκοπη σκληρότητα προς τον μη ανθρώπινο κόσμο (φυτά, ζώα) μια σοβαρή αμαρτία που μπορεί να λάβει διάφορες μορφές και να περιλαμβάνει διαφορετικά είδη αμαρτίας: για παράδειγμα, εάν ένας εμπρηστής βάλει φωτιά σε ένα δάσος, διαπράττει μια σειρά από θανάσιμα αμαρτήματα κατά της εγκράτειας και της δικαιοσύνης: ασέβεια προς τον Θεό Δημιουργό (βλ. Αγ . Θωμάς II-II, ερ. 64-66), ζημιά σε οποιαδήποτε ιδιωτική περιουσία που ανήκει σε άλλους, σκάνδαλο μέσω περιφρόνησης του νόμου. Και ίσως περισσότερα.

Επομένως, η πρόταση για μια νέα αμαρτία πρέπει να κατανοηθεί διαφορετικά, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδίου που ξεκίνησε ο Μπεργκόλιο για την πολιτικοποίηση και την εκκοσμίκευση της καθολικής ηθικής, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την προσωπική αμαρτία και την αιώνια σωτηρία σε ολοένα και πιο κοινωνικοπολιτικά ζητήματα.

Πράγματι, η συζήτηση της Επιτροπής για αυτή τη «νέα» αμαρτία συνοδεύεται από συνεχείς αναφορές σε επιστημονικά δεδομένα για το κλίμα, τη μικροπλαστική ρύπανση και, πάνω απ' όλα, τους οικολογικούς στόχους των Ηνωμένων Εθνών.

Δεύτερον , στην παράγραφο 107 διαβάζουμε: «Οι άνθρωποι προσφέρουν την κτίση στον Θεό εν Χριστώ και, σε αντάλλαγμα, ικετεύουν την ευλογία του Θεού εν Χριστώ για όλα τα πράγματα. Ο Χριστός είναι επομένως ο άξονας της ωρίμανσης του κόσμου».
Στη σημείωση 184 στο τέλος αυτού του κειμένου, το έγγραφο αποκαλύπτει το κλειδί με το οποίο πρέπει να ερμηνευθούν αυτά τα λόγια. Αναφέρει: « Από αυτή την οπτική γωνία, η συμβολή του Πατέρα Teilhard de Chardin θα πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη ».

Δηλαδή, η συμβολή ενός από τους πιο συνεπείς νεομοντερνιστές αιρετικούς του περασμένου αιώνα. Η ιδέα του Teilhard για την ωρίμανση και την ανακεφαλαίωση του κόσμου εν Χριστώ είναι ακριβώς μια από τις πιο αιρετικές θέσεις του Ιησουίτη θεολόγου.

Ο Teilhard de Chardin (1881-1955) προσπάθησε να συμφιλιώσει το καθολικό δόγμα με τη σύγχρονη επιστήμη, πεπεισμένος ότι το χάσμα μεταξύ των δύο ήταν πλέον αγεφύρωτο.
Οι συντάκτες της Επιτροπής , μάλιστα, συμμερίζονται την εξής άποψη: « Αυτές οι ανακαλύψεις έχουν επαναπροσδιορίσει ριζικά τις έννοιες της ύλης, της ενέργειας, των σωματιδίων και της αντιύλης. Αμφισβητούν πολλές από τις υποθέσεις στις οποίες βασίζονταν τόσο η θρησκευτική όσο και η υλιστική κατανόηση του σύμπαντος » (σελ. 46).

Ο Teilhard de Chardin αναδιατύπωσε (και αρνήθηκε) θεμελιώδη δόγματα όπως η δημιουργία ex nihilo , ο μονογονισμός, η αρχική τελειότητα των προγόνων μας και η ιστορικότητα του προπατορικού αμαρτήματος.
Αντ' αυτού, πρότεινε μια εμμενεντιστική και πανθεϊστική κοσμολογία στην οποία ο Θεός είναι το ίδιο το εξελισσόμενο Σύμπαν, προσανατολισμένο προς μια συνολική, συλλογική και αυτοσυνείδητη ενότητα όλων όσων υπάρχουν. Αυτή την ενότητα ο Ιησουίτης στοχαστής αποκαλεί « Σημείο Ωμέγα ».

Η επιστροφή του Χριστού ερμηνεύεται έτσι από τον Teilhard de Chardin ως η επίτευξη αυτής της υπέρτατης συλλογικής αυτοσυνείδησης που θα μεταμορφώσει τον άνθρωπο σε ένα «υπερ-ανθρώπινο» ον.

Μέσω αυτής της άμεσης αναφοράς στους νεομοντερνιστές Ιησουίτες, οι συγγραφείς της Διεθνούς Θεολογικής Επιτροπής σαφώς σκόπευαν να νομιμοποιήσουν δύο συγκεκριμένες έννοιες: πρώτον , να υποστηρίξουν την ιδέα ότι ο άνθρωπος, ενεργώντας στον υλικό κόσμο μέσω της εργασίας και της τεχνολογίας, τον μεταμορφώνει σε «κάτι περισσότερο από τη φυσική του κατάσταση, τελειοποιώντας τον συνεχίζοντας το δημιουργικό έργο του Θεού».
Η ανθρώπινη εργασία αναβαθμίζεται έτσι σε μια εμμενή συνέχεια της κοσμικής εξέλιξης.


Δεύτερον , υπενθυμίζοντας τον Teilhard, το έγγραφο περιγράφει τη δημιουργία ως μια εξελικτική διαδικασία ανοιχτή στο μέλλον.
Αυτό χρησιμεύει για να δικαιολογήσει μια «σχεσιακή οντολογία» στην οποία «τα πάντα είναι συνδεδεμένα» και στην οποία το σύμπαν νοείται ως ένας έμφυτος «ιστός σχέσεων» και ως μια «Ευχαριστία», δηλαδή μια μεγάλη πράξη ευγνωμοσύνης.
Αυτή η ομαλοποίηση της θεολογίας του Teilhard είναι προφανώς λειτουργική για την υποστήριξη μιας «οικολογικής μεταστροφής» ολόκληρης της Εκκλησίας, εντελώς οριζόντιας και πολιτικοποιημένης.


Πανθεϊσμός ή Παν(εν)θεϊσμός;

Το αποκορύφωμα του εγγράφου, ωστόσο, επιτυγχάνεται όταν δηλώνει ανοιχτά ότι ο πανθεϊσμός είναι αποδεκτός σε μια συγκεκριμένη εκδοχή που ονομάζεται « πανενθεϊσμός ».

Η διαφορά μεταξύ των δύο αντιλήψεων για τον Θεό μπορεί να συνοψιστεί απλά. Σύμφωνα με τον πανθεϊσμό, ο Θεός και το σύμπαν συμπίπτουν. Σύμφωνα με τον πανενθεϊσμό, το σύμπαν είναι μέρος του Θεού, αλλά ο Θεός δεν εξαντλείται από το σύμπαν. Κατά συνέπεια, τόσο οι πανθεϊστές όσο και οι πανενθεϊστές επιβεβαιώνουν ότι το σύμπαν κατέχει θεϊκή φύση ή, αν προτιμάτε, ότι ο Θεός δεν είναι καθαρό πνεύμα - και επομένως δεν είναι καθαρή πράξη, όπως υποστηρίζει η κλασική θεολογία.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς του εγγράφου, ο πανενθεϊσμός «προσφέρει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση του πώς ο Θεός μπορεί να είναι στενά παρών σε κάθε πτυχή της πραγματικότητας χωρίς να την καθορίζει καταναγκαστικά» (σελ. 52).

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ίδιο το έγγραφο αναγνωρίζει ρητά ότι αυτή η προσέγγιση έρχεται «σε αντίθεση με τον κλασικό θεϊσμό, ο οποίος συχνά δίνει έμφαση στη διάκριση μεταξύ Θεού και δημιουργίας»


ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ – Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ [ 1 ]

π. Ιωάννης Ρωμανίδης

Ο κύριος σκοπός της πίστεως της θεολογίας και του δόγματος περί Χριστού και της σχέσεώς Του με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, είναι να οδηγήση την ανθρωπότητα 1) εις την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας, δηλαδή εις την θεραπείαν του κέντρου της ανθρωπίνης προσωπικότητος, και 2) εις τον δοξασμόν (θέωσιν), ο οποίος είναι η τελειοποίησις της προσωπικότητος εν τη θέα της ακτίστου δόξης και βασιλείας του Χριστού εν μέσω των Αγίων Του, των μελών του Σώματός Του, της Εκκλησίας. Η πίστις, η προσευχή, η θεολογία και το δόγμα είναι αι θεραπευτικαί μέθοδοι και τα σήματα επί της οδού από την κάθαρσιν και τον φωτισμόν της καρδίας προς τον δοξασμόν, ο οποίος, όταν επιτευχθή, καταργεί την πίστιν, την προσευχήν, την θεολογίαν και το δόγμα, αφού ο τελικός σκοπός αυτών είναι η κατάργησίς των εις την θέωσιν και την ανιδιοτελή αγάπην. [2 ] [ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ]

Επομένως, το θέμα “Ιησούς Χριστός – Η Ζωή του Κόσμου” είναι αρχικώς και ουσιαστικώς θεραπευτικόν και τελειοποιητικόν εις την φύσιν του και με αυτήν την έννοιαν εκκλησιολογικόν. Μόνον οι φωτισμένοι και δοξασμένοι είναι μέλη του Σώματος του Χριστού και ναοί του Αγίου Πνεύματος. Απ’ αυτής της επόψεως, η κάθαρσις και ο φωτισμός έχουν μερικούς παραλληλισμούς με τας θεραπευτικάς επιστήμας, είδικώς με την ψυχιατρικήν, αλλά η θέωσις είναι γνωστή και διατηρείται μόνον εις τον πυρήνα της χριστιανικής παραδόσεως και πιθανώς εις τον Ιουδαϊσμόν επίσης. Είναι συγγενείς με τας κοινωνικάς επιστήμας όχι ως ηθικαί αρχαί (μοραλιστικαί), αλλά ως θεραπευτικός ασκητισμός. Καθώς τις δεν ημπορεί να χωρίση την ψυχιατρικήν γνώσιν από την πρακτικήν, ομοίως η πίστις, η προσευχή, η θεολογία και το δόγμα δεν ημπορούν να χωρίσουν από την θεραπευτικήν των εφαρμογήν. Καθώς τις δεν ημπορεί να μετατρέψη την ψυχιατρικήν γνώσιν εις έν αφηρημένον ή μεταφυσικόν σύστημα, κατά τον ίδιον τρόπον δεν ημπορεί τις να κάμη αυτό ούτε με την Ορθόδοξον παράδοσιν. Η σχέσις μεταξύ της διαγνώσεως και της θεραπείας είναι περίπου η ιδία δια την πατερικήν θεολογίαν, καθώς είναι δια την ιατρικήν επιστήμην. Η αλήθεια καταμετρείται από την επιτυχίαν της θεραπείας και η επιτυχής θεραπεία αποδεικνύει την περιγραφικήν ανάλυσιν των τρόπων και των μέσων, δια των οποίων επιτυγχάνεται.

Θα χωρίσωμεν το θέμα μας με τας κάτωθι επικεφαλίδας: α) Ο Χριστός εις την Παλαιάν Διαθήκην και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, β) Μύησις εις την Ζωήν και εις “πάσαν την Αλήθειαν” του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστήν, γ) Διάγνωσις και θεραπεία, δ) Το Σώμα του Χριστού, ε) Προφητεύειν και θεολογείν και στ) Συνέπεια και συμπεράσματα.

1) Ο Χριστός εις την Παλαιάν Διαθήκην και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι.

Υπαρχει μία ουσιαστική έποψις των θεολογικών προϋποθέσεων όλων των Οικουμενικών Συνόδων, αφορώσα εις το Πρόσωπον του Χριστού, ήτις ή παρελήφθη ή απερρίφθη από εκείνους, οι οποίοι ακολουθούν τον Αυγουστίνον. Αυτό εγείρει το ερώτημα ότι, πόσον εκείνοι, οι οποίοι ενεργούν τοιουτοτρόπως, δέχονται αυτάς τας Συνόδους;

Με την μοναδικήν εξαίρεσιν του Αυγουστίνου, οι Πατέρες υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός, προ της γεννήσεώς Του από την Παρθένον Θεοτόκον, εν τω κτιστώ Του Προσώπω του Αγγέλου του Κυρίου, της Μεγάλης Βουλής Αγγέλου, του Κυρίου της Δόξης, του Κυρίου Σαββαώθ, είναι Αυτός, ο Οποίος απεκάλυψεν “εν Εαυτώ” τον Θεόν εις τους Πατριάρχας και Προφήτας της Παλαιάς Διαθήκης. Αμφότεροι οι Αρειανοί και Ευνομιανοί συνεφώνησαν ότι ο Χριστός ήτο Εκείνος ο Οποίος έκαμεν αυτό εις το Πρόσωπόν Του ή την Υπόστασίν Του, η Οποία υπήρχε προ της δημιουργίας των αιώνων, αλλά αυτοί επέμενον ότι Ούτος εδημιουργήθη εκ του μη όντος και δεν είναι επομένως της ιδίας φύσεως (ομοούσιος) με τον Θεόν, ο Οποίος είναι μόνος αληθινός Θεός “κατά φύσιν”.

Δια να αποδείξουν τα σημεία των ταύτα οι Αρειανοί και Ευνομιανοί συνεζήτησαν, ως έκαμε και ο Ιουδαίος Τρύφων με τον Ιουστίνον Μάρτυρα, ότι δεν ήτο ο Άγγελος Κυρίου εις την φλεγομένην και μη κατακαιομένην βάτον, ο Οποίος είπεν “Εγώ ειμί ο Ών” [ 3 ] αλλά ο Ίδιος ο Θεός μέσω του κτιστού Λόγου – Αγγέλου. Οι Πατέρες επέμενον ότι ο Άγγελος – Λόγος απεκάλυψεν αυτό δια τον Εαυτόν Του επίσης και όχι μόνον δια τον Θεόν. Ο Άγγελος του Κυρίου ωμίλησε δια τον Εαυτόν Του, όταν είπεν εις τον Μωυσή: “Εγώ ειμί ο Θεός του Πατρός Σου, ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. [4 ]

[Συνεχίζεται]

1 ] Ομιλία η οποία εξεφωνήθη κατά την διάρκειαν του Π.Σ.Ε. Ορθόδοξον Συμβούλιον εις την Δαμασκόν, 5-9 Φεβρουαρίου 1982 και εδημοσιεύθη εις το Xenia Ecumenica, αρ. 39, σελ. 232-275, Helsinki, 1983. Η μετάφρασις δημοσιεύθη εις το “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, αφιέρωμα εις τον Παναγιώτατον Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονα Β’.
[ 2 ] Α’ Κορ. 13,8-10.
[ 3 ] Έξ. 3, 14.
[ 4 ] Έξ. 3, 6.

Ιησούς Χριστός - Η Ζωή του Κόσμου - Pemptousia

ΤΡΩΜΕ ΠΟΛΥ ΚΟΥΤΟΧΟΡΤΟ ΓΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ.

Πρόλογος της Αχρίδας (Γενέσιον της Θεοτόκου, 21. 9 [8.9])

Πρόλογος της Αχρίδας (Γενέσιον της Θεοτόκου, 21. 9 [8.9])


Το Γενέσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Αγία Παρθένος Μαρία γεννήθηκε από τους ηλικιωμένους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα. Ο πατέρας της καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και η μητέρα της από το γένος του Ααρών. Έτσι, από την πλευρά του πατέρα της καταγόταν από βασιλικό γένος, ενώ από την πλευρά της μητέρας της από αρχιερατικό γένος· και με αυτόν τον τρόπο προεικόνιζε ήδη Εκείνον που επρόκειτο να γεννηθεί από αυτήν ως Βασιλιάς και Αρχιερέας.

Οι γονείς της είχαν πλέον γεράσει, αλλά δεν είχαν παιδιά. Γι’ αυτό αισθάνονταν ντροπή μπροστά στους ανθρώπους και συντριβή μπροστά στον Θεό. Μέσα στη συντριβή τους προσεύχονταν με δάκρυα στον Θεό να χαροποιήσει τα γηρατειά τους, χαρίζοντάς τους ένα παιδί, όπως άλλοτε είχε χαροποιήσει τον γέροντα Αβραάμ και τη γερόντισσα Σάρρα, χαρίζοντάς τους τον γιο τους Ισαάκ. Και ο παντοδύναμος και παντεπόπτης Θεός τούς χαροποίησε με μια χαρά που ξεπερνούσε κατά πολύ όλες τις προσδοκίες και τα ωραιότερα όνειρά τους. Διότι δεν τους χάρισε απλώς μια κόρη, αλλά τη Μητέρα του Θεού· δεν τους φώτισε μόνο με πρόσκαιρη, αλλά και με αιώνια χαρά. Ο Θεός τούς έδωσε μία μόνο κόρη, η οποία αργότερα τους χάρισε έναν μόνο εγγονό — αλλά τι κόρη και τι εγγονό!

Η Κεχαριτωμένη Μαρία, η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών, ο ναός του Αγίου Πνεύματος, το θυσιαστήριο του ζώντος Θεού, η τράπεζα του ουράνιου άρτου, η κιβωτός των αγιασμάτων του Θεού, το δέντρο του γλυκύτατου καρπού, η δόξα του ανθρωπίνου γένους, το καύχημα του γυναικείου φύλου, η πηγή της παρθενίας και της αγνότητας — αυτή ήταν η θεόσδοτη κόρη του Ιωακείμ και της Άννας. Γεννήθηκε στη Ναζαρέτ και, όταν έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε στον Ναό των Ιεροσολύμων. Από εκεί επέστρεψε πάλι στη Ναζαρέτ, για να ακούσει λίγο αργότερα το χαρμόσυνο μήνυμα του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ σχετικά με τη γέννηση του Υιού του Θεού, του Σωτήρα του κόσμου, από το πανάχραντο και παρθενικό σώμα της.

Ω πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη,
Παρθένε, που με δάκρυα ζητήθηκες από τον Κύριο!
Σωματικός ναός θα γίνεις του Παναγίου Πνεύματος,
Μητέρα θα ονομαστείς του Προαιώνιου Λόγου.

Φλεγόμενη Βάτο σε ονόμασαν,
γιατί μέσα σου θα δεχθείς τη θεϊκή φωτιά·
θα φλέγεσαι από τη φωτιά, μα δεν θα κατακαείς,
χρυσό καρπό θα κυοφορήσεις και στον κόσμο θα τον φέρεις.

Θα βαστάσεις Εκείνον που βαστάζει τον ουρανό,
Εκείνον που ολόκληρος ο ουρανός δοξολογεί·
σ’ εσένα θα συντελεστεί το θαύμα των θαυμάτων,
γιατί θα βαστάσεις τον ουρανό, εσύ που είσαι πλατύτερη από τους ουρανούς!

Πολυτιμότερη είσαι για εμάς, Παρθένε, από τους πολύτιμους λίθους,
γιατί είσαι για το ανθρώπινο γένος πηγή σωτηρίας·
γι’ αυτό ας σε δοξάζει ολόκληρη η οικουμένη,
ω Υπεραγία Παρθένε, ω λευκή περιστερά!

Ο ουράνιος Βασιλιάς επιθυμεί να έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο·
ω Πύλη πανέμορφη, μέσα από εσένα θα περάσει.
Όταν μεγαλώσεις, Παρθένε, θα μας γεννήσεις τον Χριστό·
από το σώμα σου θα λάμψει ο Ήλιος.

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης περιγράφει την απέραντη χαρά, τη λάμψη την εξωτερική και την εσωτερική, καθώς και κάποια ανέκφραστη ευωδία που αισθάνθηκε στην παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν την επισκέφθηκε στα Ιεροσόλυμα. Μέσα στον ενθουσιασμό του λέει ότι, αν δεν γνώριζε τον ένα αληθινό Θεό, θα είχε αναγνωρίσει ως Θεό Εκείνη, την Αγία Παρθένο Μαρία. Τόσο ισχυρή και ασυνήθιστη εντύπωση προκαλούσε στους ανθρώπους η Αγία Παρθένος ήδη κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής της. Ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και δόξα απέκτησε όμως μετά τον σωματικό της θάνατο, όταν, με το θέλημα του Θεού, υψώθηκε πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις.

Η δύναμή της προέρχεται από την αδιάλειπτη προσευχή της προς τον Θεό για τους πιστούς, για όλους όσοι καταφεύγουν σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια. Ο άγιος Ιωάννης του Novgorod, όταν προσευχόταν μαζί με τον λαό σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια εναντίον του εχθρικού στρατού, αντιλήφθηκε ότι και η ίδια προσευχόταν εκείνη την ώρα με δάκρυα στον Κύριο γι’ αυτούς. Και το Novgorod σώθηκε θαυματουργικά. Όπως πονούσε για τον σταυρωμένο Υιό της, έτσι και η Αγία Πανάχραντος συμπονά όλους τους δυστυχισμένους που καταφεύγουν σ’ εκείνη ζητώντας βοήθεια. Μπορεί να ειπωθεί ότι ολόκληρη η γη είναι σκεπασμένη από τα θαύματα του ελέους της.


Στο Βελιγράδι ζει ακόμη και σήμερα ένας καφετζής, ο C. J., καταγόμενος από το χωριό Labuništa, πέρα από τη Struga. Η μητέρα του τον οδήγησε τυφλό στη μονή της Παναγίας στην Kališta και εκεί, μετά την προσευχή του ιερέα επάνω του μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, ξαναβρήκε το φως του. Ο πρώτος μοναχός στο Pochaev είδε μια πύρινη στήλη να εκτείνεται από τη γη έως τον ουρανό και μέσα σ’ αυτή την πύρινη στήλη είδε την Υπεραγία Θεοτόκο. Εκείνη στεκόταν επάνω σε έναν βράχο· και στο σημείο όπου στεκόταν τότε ανέβλυσε ιαματικό νερό, το οποίο μέχρι και σήμερα βοηθά πολλούς ασθενείς.

ΘΕΩΡΙΑ

Να θεωρώ το θαυμαστό δώρο του Θεού προς τον Σολομώντα (Γ΄ Βασιλειών 3· Α΄ Βασιλέων 3), και συγκεκριμένα:
Πώς εμφανίστηκε ο Κύριος στον Σολομώντα στη Γαβαών και τον ρώτησε τι ήθελε να του δώσει·
πώς ο Σολομών ζήτησε καρδιά συνετή, για να μπορεί να κρίνει τον λαό και να διακρίνει το καλό από το κακό·
πώς ο Θεός τού χάρισε και όσα ζήτησε και όσα δεν ζήτησε.


ΟΜΙΛΙΑ

για την ομοψυχία του Υιού και του Πατέρα

«Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδέν,
ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν Πατέρα ποιοῦντα».
(Ιω. 5,19)

Πώς πρέπει να κατανοήσουμε αυτά τα λόγια, αδελφοί; Μήπως όπως τα κατανοούσαν ορισμένοι αιρετικοί, ότι δηλαδή ο Υιός είναι κατώτερος και ασθενέστερος από τον Πατέρα; Όχι, σε καμία περίπτωση. Τα στόματα που ερμήνευσαν έτσι τα λόγια του Κυρίου μίλησαν με ασέβεια.

Αντίθετα, τα λόγια αυτά πρέπει να τα κατανοήσουμε όπως τα κατανόησαν και οι άγιοι Πατέρες μας: ότι ο Υιός είναι ίσος προς τον Πατέρα κατά πάντα και ότι, εξαιτίας της ταυτότητας του θελήματος, της αγάπης και της σοφίας Τους, ο Υιός δεν μπορεί να πράξει τίποτε αντίθετο προς το θέλημα, την αγάπη ή τη σοφία του Πατέρα. Κατά τον ίδιο τρόπο ούτε ο Πατέρας μπορεί να πράξει κάτι αντίθετο προς τον Υιό ούτε το Άγιο Πνεύμα κάτι αντίθετο προς τον Πατέρα και τον Υιό. Ό,τι θέλει, αγαπά και φρονεί ο Πατέρας, το ίδιο θέλουν, αγαπούν και φρονούν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ασύγκριτη αρμονία, αδιαίρετη ενότητα, ύπαρξη ανέκφραστη!

Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Υιός ούτε μπορεί ούτε θέλει να πράξει τίποτε από μόνος Του, αυθαίρετα, χωρίς αρμονία και ενότητα με τη δύναμη και το θέλημα του Πατέρα. Ότι αυτή η ερμηνεία είναι ορθή το μαρτυρεί ο ίδιος ο Κύριος με τα λόγια που ακολουθούν: «Όπως ο Πατέρας ανασταίνει τους νεκρούς και τους ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός ζωοποιεί όσους θέλει». Βλέπετε την ισότητα του θελήματος και της δύναμης; Ό,τι θέλει ο Πατέρας, το θέλει και ο Υιός· ό,τι μπορεί ο Πατέρας, το μπορεί και ο Υιός.

Κανείς λοιπόν ας μη διαιρεί τη Θεότητα και ας μην επισύρει κατάρα επάνω του. Ο Θεός δεν μπορεί να διαιρεθεί· και όποιος επιχειρεί να διαιρέσει τη Θεότητα, υποβιβάζοντας το ένα Πρόσωπο και εξυψώνοντας το άλλο, δεν μπορεί να σωθεί.

Παναγία Τριάδα, Θεέ μας, τρεις κατά τις Υποστάσεις και ένας κατά την ουσία, ζωή, φως και αγάπη, επίβλεψε σε εμάς και ελέησέ μας. Σ’ Εσένα ανήκουν η δόξα και η ευχαριστία στους αιώνες. Αμήν.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 3 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

 Συνέχεια από Κυριακή 6. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 3
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)


Εισαγωγή
Μέρος Α΄(συνέχεια)

Ποια σημασία έχουν λοιπόν, ύστερα από όλα αυτά, τα έργα του ανθρώπου για τη δικαίωση, δηλαδή η ηθική του προσπάθεια και η πρόοδός του στο αγαθό; Δεν μπορεί κανείς να μην αντιληφθεί ότι τα καλά έργα, ακόμη και αν προϋποτίθενται κατά τη δικαίωση, θεωρούνται αποκλειστικά ως φαινόμενο που συνυπάρχει με αυτήν ή την ακολουθεί, και όχι ως κάτι που την προκαλεί ή συμμετέχει στο ίδιο το έργο της σωτηρίας. Η σκέψη αυτή εκφράζεται με απόλυτη σαφήνεια στα συμβολικά βιβλία. Η Ομολογία της Αυγούστας (ή Ομολογία του Άουγκσμπουργκ), για παράδειγμα, ενώ αναγνωρίζει ότι «η πίστη που δικαιώνει πρέπει να παράγει καλούς καρπούς», σπεύδει να διευκρινίσει ότι η άφεση των αμαρτιών οικειοποιείται διά της πίστεως [42]. Ή, όπως διαβάζουμε στην Απολογία: «Το να λάβει κανείς την άφεση των αμαρτιών σημαίνει να δικαιωθεί… Μόνο διά της πίστεως στον Χριστό, και όχι διά της αγάπης ούτε χάριν της αγάπης ή των έργων, λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών, μολονότι η αγάπη ακολουθεί την πίστη». Δικαιωνόμαστε λοιπόν μόνο διά της πίστεως, ακόμη και αν αντιλαμβανόμαστε τη λέξη «δικαιώνω» με την έννοια «καθιστώ τον άδικο δίκαιο ή τον αναγεννώ» [43].

Επομένως, εκείνο που δικαιώνει είναι η πίστη, σε αντιδιαστολή προς τα καλά έργα· και μάλιστα προς τα έργα νοούμενα όχι απλώς ως εξωτερικές πράξεις, αλλά ακόμη και ως συνολική εσωτερική διάθεση ή ψυχική κατάσταση. Αυτή η διάθεση δεν συμμετέχει στη δικαίωση ούτε συνεργεί σ’ αυτήν· ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί καν να υπάρχει στον άνθρωπο προτού αυτός δικαιωθεί. «Οι αντίπαλοι γράφουν κάτι εξαιρετικά παράλογο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι που είναι ένοχοι και υπόκεινται στην αιώνια οργή αξιώνονται την άφεση των αμαρτιών μέσω του έργου της αγάπης· είναι όμως αδύνατον να αγαπήσει κανείς τον Θεό, εάν δεν έχει προηγουμένως λάβει διά της πίστεως την άφεση των αμαρτιών. Η καρδιά που αισθάνεται πραγματικά ότι ο Θεός είναι οργισμένος δεν μπορεί να αγαπήσει τον Θεό προτού Εκείνος εξιλεωθεί. Όσο Εκείνος την τρομοκρατεί και παρουσιάζεται ως Αυτός που μας παραδίδει στον αιώνιο θάνατο, η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να υπερνικήσει τον εαυτό της και να αγαπήσει Εκείνον που οργίζεται, καταδικάζει και τιμωρεί» [44].

Τι απομένει λοιπόν, σ’ αυτή την περίπτωση, από τη δικαιώνουσα πίστη, εάν η «αγάπη που συνεργεί μαζί της» πρέπει να διακρίνεται από αυτήν και να μη συμμετέχει μαζί της στη δικαίωση; Παρά όλους τους συλλογισμούς τους περί ζωντανής πίστεως, οι Προτεστάντες είναι υποχρεωμένοι να παραδεχθούν ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία τους, εκείνο που κυρίως δικαιώνει είναι η αφηρημένη πράξη της αποδοχής, εξεταζόμενη καθαυτή, και όχι ως προς την επίδρασή της στην ψυχή του ανθρώπου· δεν δικαιώνει επειδή αυτή η πίστη είναι ζωντανή. «Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι γίνονται δεκτοί στη χάρη και ότι τους συγχωρούνται οι αμαρτίες χάριν του Χριστού, ο οποίος με τον θάνατό Του πρόσφερε ικανοποίηση για τις αμαρτίες μας, ο Θεός καταλογίζει αυτή την πίστη ως δικαιοσύνη ενώπιόν Του» [45].

Ή, ακόμη σαφέστερα, στην Απολογία: «Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι με ενέχυρο αυτή την αγάπη ή χάριν αυτής της αγάπης λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών και τη συμφιλίωση· όπως επίσης δεν λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών χάριν των καλών έργων που ακολουθούν. Μόνο διά της πίστεως με την κυριολεκτική σημασία της λέξης (proprie dicta) λαμβάνεται η άφεση των αμαρτιών, επειδή η επαγγελία δεν μπορεί να οικειοποιηθεί με άλλον τρόπο παρά μόνο διά της πίστεως. Και πίστη με την κυριολεκτική σημασία είναι εκείνη που συγκατατίθεται στην επαγγελία» [46].

Επομένως, η πίστη που δικαιώνει τον άνθρωπο, ακόμη και αν είναι πλούσια σε δυνατότητες έργων, κατά τη στιγμή της δικαίωσης παραμένει πάντως μια καθαρά αφηρημένη και διανοητική πίστη· και δικαιώνει ακριβώς μέσω της διανοητικής της πλευράς, ως «μέσο και όργανο» με το οποίο οικειοποιούμαστε την ικανοποίηση που πρόσφερε ο Ιησούς Χριστός [47]. Έτσι, στην προτεσταντική δικαίωση δεν υπάρχει χώρος για την ανθρώπινη συμμετοχή.

Με αυτό ο Προτεσταντισμός ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς τις απαιτήσεις της ηθικής φύσης του ανθρώπου, από την οποία είχε ξεκινήσει. Η ανθρώπινη ψυχή αναζητεί το αγαθό χάριν του ίδιου του αγαθού και επιθυμεί τη ζωή χάριν της ίδιας της ζωής· δεν θέλει απλώς να συγκαταλέγεται στη Βασιλεία του Θεού, αλλά να ζει πραγματικά μέσα σ’ αυτήν και να βιώνει ελεύθερα και συνειδητά την κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορούσε ποτέ να συμφωνήσει με τη φασματική προτεσταντική δικαίωση. Αυτή η φασματικότητα μπορούσε να καταργηθεί μόνο αν αναγνωρίζονταν τα έργα του ανθρώπου όχι ως συνέπεια, αλλά ακριβώς ως προϋπόθεση της δικαίωσης. Για τους Προτεστάντες, όμως, αυτό θα σήμαινε επιστροφή στον Καθολικισμό και στην ανθρώπινη αξιομισθία του, επειδή από νομική σκοπιά η προϋπόθεση μπορεί να νοηθεί μόνο ως νόμιμος τίτλος, ως αξιομισθία.

Η συμφιλιωτική απόπειρα του Melanchthon απέδειξε με σαφήνεια ότι, όταν παραμένει κανείς σε αυστηρά νομικό έδαφος, είναι αδύνατον να διατηρήσει μια μέση οδό μεταξύ Καθολικισμού και Προτεσταντισμού. Στην Απολογία λέει: «Διδάσκουμε ότι τα καλά έργα έχουν δύναμη αξιομισθίας· δεν αξιώνουν όμως την άφεση των αμαρτιών, ούτε τη χάρη ή τη δικαίωση —αυτά τα αποκτούμε διά της πίστεως—, αλλά άλλες ανταμοιβές, σωματικές και πνευματικές, κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής και μετά από αυτήν… Με τα έργα δεν αξιωνόμαστε τη δικαίωση… Με τα έργα δεν αξιωνόμαστε την αιώνια ζωή· διότι η πίστη αποκτά όλα αυτά, αφού η πίστη μάς δικαιώνει και εξιλεώνει τον Θεό» [48].

«Διότι», λέει σε άλλο σημείο, «η ευαγγελική δικαιοσύνη, η οποία περιστρέφεται γύρω από την επαγγελία της χάρης, λαμβάνει δωρεάν τη δικαίωση και τη ζωοποίηση· η εκπλήρωση όμως του νόμου, η οποία ακολουθεί την πίστη, περιστρέφεται γύρω από τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η ανταμοιβή δεν παρέχεται δωρεάν, αλλά αποδίδεται και οφείλεται για τα έργα μας. Εκείνοι όμως που αξιώνονται αυτή την ανταμοιβή έχουν ήδη δικαιωθεί προτού εκπληρώσουν τον νόμο· έχουν προηγουμένως μεταφερθεί στη Βασιλεία του Υιού του Θεού και έχουν γίνει συγκληρονόμοι του Χριστού» [49]. Επομένως, στα μάτια του Melanchthon, η ηθική πρόοδος του ανθρώπου στο αγαθό έχει τον χαρακτήρα αξιομισθίας, όχι όμως για τη δικαίωση και την αιώνια σωτηρία, αλλά για την απόκτηση διαφόρων ανταμοιβών στη γη και στον ουρανό.

Με αυτό, ωστόσο, το πρόβλημα όχι μόνο δεν διορθωνόταν, αλλά γινόταν ακόμη δυσκολότερο. Ενώ αρνιόταν στα έργα πριν από τη δικαίωση την αξία της αξιομισθίας, ο Melanchthon αναγνώρισε ουσιαστικά ότι τα έργα μετά τη δικαίωση δεν είναι απλώς αξιομισθίες αλλά και έργα υπέρ το καθήκον, τα οποία ανταμείβονται με ιδιαίτερη ανταμοιβή, πέρα από τη Βασιλεία των Ουρανών που χαρίζεται σε όλους δωρεάν. Το γεγονός όμως ότι αυτές οι υπέρ το καθήκον αξιομισθίες επιτελούνταν μετά τη δικαίωση δεν μείωνε τον κίνδυνο που παρουσίαζαν για την αξία της αξιομισθίας του Χριστού. Εάν ο Χριστός πρόσφερε υπεράφθονη ικανοποίηση, τότε για ποιον λόγο χρειάζεται αξιομισθία από την πλευρά του ανθρώπου; Και αν η ανθρώπινη αξιομισθία είναι αναγκαία, έστω μόνο για την αύξηση του στεφάνου, τότε η αξιομισθία του Χριστού είναι ανεπαρκής.

Το κυριότερο όμως είναι ότι, με τη θεωρία του Melanchthon, η μισθωτική νοοτροπία για την οποία κατηγορούνταν ο Καθολικισμός και εναντίον της οποίας αγωνιζόταν ο Προτεσταντισμός όχι μόνο δεν καταργούνταν, αλλά ενισχυόταν ακόμη περισσότερο και αποκτούσε ακόμη πιο ταπεινή μορφή. Ο άνθρωπος δεν πράττει πλέον το αγαθό χάριν της αιώνιας σωτηρίας και της αιώνιας ζωής, αλλά χάριν της επίγειας ευημερίας ή μιας ιδιαίτερης ανταμοιβής που θα τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Από την άλλη πλευρά, η απόπειρα του Melanchthon δεν εξηγούσε ούτε αποδείκνυε καθόλου την αναγκαιότητα της αγαθοεργίας για τη σωτηρία, για την οποία η συνείδηση μιλά επίμονα στον άνθρωπο ακριβώς ως αναγκαιότητα και καθήκον, όχι ως ωφέλεια.

Πράγματι, εάν η αιώνια ζωή σε κοινωνία με τον Θεό έχει χαριστεί στον άνθρωπο και μάλιστα δωρεάν, έχουν άραγε οποιαδήποτε αξία, σε σύγκριση με αυτό το ύψιστο αγαθό, όλες οι υπόλοιπες ανταμοιβές και τα υπόλοιπα αγαθά; Θα τα σκέφτεται ο άνθρωπος ή θα θεωρήσει ακόμη και ότι έχει το δικαίωμα να τα σκέφτεται και να τα επιθυμεί; Και δεν αναφέρουμε καν ότι τα καλά έργα, ως συνέπεια της δικαίωσης και ως δημιουργήματα του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί στον δικαιωμένο [50], δεν εξαρτώνται ουσιαστικά από τον άνθρωπο, από την ελεύθερη επιλογή και επιθυμία του. Προέκυπτε λοιπόν ότι, αν ο άνθρωπος δεν επιθυμεί για τον εαυτό του κάποιες ιδιαίτερες ανταμοιβές στη γη ή στον ουρανό, μπορεί να μη φροντίζει για την ηθική του πρόοδο· μπορεί απλώς να την αφήσει στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αφού η σωτηρία του είναι ούτως ή άλλως εξασφαλισμένη.

Αυτό όμως ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς τη μαρτυρία της εμπειρίας, επειδή η συνείδηση λέει ότι ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζει για την πρόοδό του στο αγαθό και ότι χωρίς αυτή τη φροντίδα δεν μπορεί να σωθεί. Η απόπειρα του Melanchthon, επαναλαμβάνουμε, απέδειξε μόνο ότι, στο πλαίσιο της νομικής κατανόησης, δεν υπάρχει μέση οδός· είναι δυνατά μόνο τα δύο άκρα: είτε η αξιομισθία του Χριστού είτε η δική μας αξιομισθία, οι οποίες αποκλείουν αμοιβαία η μία την άλλη.

Επειδή δεν εξηγούσε τίποτε στη θρησκευτική ζωή και, από την άλλη πλευρά, ήταν επικίνδυνη για το δόγμα της σωτηρίας αποκλειστικά διά του Χριστού, η απόπειρα του Melanchthon δεν βρήκε ανταπόκριση στον προτεσταντικό κόσμο [51]. Οι μεταγενέστεροι Προτεστάντες απέρριψαν κάθε διάκριση βαθμών αγιότητας και μακαριότητας και υποστήριξαν με ιδιαίτερη έμφαση ότι η αγιότητα —πέρα από το γεγονός ότι είναι αδύνατη χωρίς τη δικαίωση— δεν έχει σημασία όχι μόνο για τη δικαίωση, αλλά ούτε και για την αιώνια σωτηρία γενικά [52].

Έτσι, οι Προτεστάντες, παρά την ειλικρινή επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στην εμπειρία και να προσφέρουν παρηγοριά στη συνείδηση των πιστών ψυχών, δεν μπορούσαν να επιτύχουν τίποτε όσο παρέμεναν στο νομικό έδαφος. Αποφεύγοντας το άκρο του Καθολικισμού, έπεσαν στο αντίθετο άκρο: διέγραψαν εντελώς την εσωτερική πλευρά της δικαίωσης. Είναι αλήθεια ότι οι Προτεστάντες όλων των εποχών λένε συνεχώς πως απαιτούν καλά έργα [53], ότι τα αναγνωρίζουν ως αναγκαία για να είναι η πίστη ζωντανή πίστη —η μόνη που δικαιώνει— [54], και ότι η κατηγορία πως κηρύττουν μια διδασκαλία επικίνδυνη για την ηθική βασίζεται είτε σε «παρανόηση είτε σε κακόβουλη παραποίηση της προτεσταντικής διδασκαλίας» [55].

Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά η φωνή της συνείδησης που κατορθώνει να διαρρήξει το σύστημα, μια παραχώρηση στις απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσης — παραχώρηση που δεν δικαιολογείται από την ίδια τη διδασκαλία. Παρά όλες αυτές τις διακηρύξεις, η αναγκαιότητα της αγαθοεργίας παραμένει αθεμελίωτη, επειδή τα κίνητρά της τοποθετούνται όχι μέσα στη σωτηρία αλλά έξω από αυτήν: στο αίσθημα του καθήκοντος, στην ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και σε άλλα παρόμοια [56].

Ο νους όμως, εάν παραμένει αποκλειστικά στη νομική οπτική, έχει πάντοτε το δικαίωμα να ρωτήσει: εάν τα έργα μου δεν έχουν απολύτως καμία σημασία για τον Θεό, με την έννοια ότι δεν διαθέτουν καμία αξία, μπορούν άραγε να θεωρηθούν ανταπόδοση ευγνωμοσύνης προς τον Θεό; Και υπάρχει οποιοδήποτε νόημα σε μια τέτοια εκπλήρωση ενός καθήκοντος που δεν είναι αναγκαίο σε κανέναν; Επειδή σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο αρνητική απάντηση, καταρρέει από μόνη της η αναγκαιότητα της συνειδητής και εκούσιας αγαθοεργίας. Η ζωή του δικαιωμένου χάνει τον ηθικό της χαρακτήρα και η συνείδηση δεν βρίσκει ανάπαυση.


Σημειώσεις:

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 8

 Συνέχεια από Κυριακή 6. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 8

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999


Γ΄

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα κατά αυτή την περίοδο της ζωής του. Είχαν περάσει τα μακρά χρόνια της τιτάνιας μάχης εναντίον των παθών. Τότε ήταν αληθινά μεγάλος στο πνεύμα. Έχοντας μαθητεύσει στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγηθεί άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, προχωρούσε πλέον με σταθερό βήμα προς την απάθεια.

Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν πολύ απλός. Στο ανάστημα ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνδρα, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του δεν ήταν ούτε ισχνό ούτε πολύσαρκο. Είχε ρωμαλέο κορμό, ισχυρό λαιμό, δυνατά πόδια, ανάλογα προς τον κορμό, με μεγάλα πέλματα· χέρια εργάτη, στιβαρά, μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάχτυλα· πρόσωπο και κεφάλι με πολύ αρμονικές αναλογίες.

Είχε ωραίο, μετρίως στρογγυλό μέτωπο, λίγο μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Η κάτω σιαγόνα ήταν έντονη, δυνατή και αποφασιστική, χωρίς όμως κανένα σημάδι αισθησιασμού ή τραχύτητας. Τα μάτια του ήταν σκουρόχρωμα, όχι μεγάλα· το βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές καταπονημένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Τα γένια του ήταν μεγάλα, πυκνά, κατά μέρος γκρίζα. Τα φρύδια χαμηλά και ίσια. Τα μαλλιά της κεφαλής του παρέμειναν μαύρα μέχρι τα γηρατειά και ήταν μάλλον πυκνά.

Έτυχε να τον φωτογραφήσουν, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά και ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν στις φωτογραφίες σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πράα και συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, ποτέ όμως τραχύ.

Έτσι ήταν συνήθως· μερικές φορές όμως μεταμορφωνόταν τόσο, ώστε γινόταν αγνώριστος. Το χλωμό και καθαρό πρόσωπό του έπαιρνε μια τόσο φωτισμένη έκφραση και γινόταν τόσο εκπληκτικό, ώστε δεν είχες τη δύναμη να το κοιτάξεις· τα μάτια χαμήλωναν από μόνα τους. Αυθόρμητα ερχόταν στη μνήμη η Αγία Γραφή, που λέει ότι εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωυσή ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει.

Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με πλήρη αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Φορούσε χονδροειδή ενδύματα, όπως οι μοναχοί που εργάζονταν χειρωνακτικά, και φορούσε πολλά ρούχα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή στα χρόνια της πλήρους αδιαφορίας για το σώμα του αρρώσταινε συχνά και υπέφερε από ρευματισμούς.

Κατά την παραμονή του στο Παλαιό Ρωσικό είχε κρυολογήσει στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν πολλές φορές να μένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνον τον καιρό, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, σε μια γωνιά μιας μεγάλης αποθήκης τροφίμων, την οποία διαχειριζόταν.

Τόσο απλό και ταπεινό ήταν το εξωτερικό αυτού του ανθρώπου. Αλλά το να μιλήσουμε για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή είναι «καὶ πρόβλημα εἰς διήγησιν».

Κατά τα χρόνια εκείνα που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μια εικόνα εξαιρετικής αρμονίας των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων.

Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, είχε φοιτήσει στο σχολείο του χωριού του μόνο «δύο χειμώνες». Από τη συνεχή όμως ανάγνωση και ακρόαση (Στο Άγιον Όρος, κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ακολουθιών και ιδιαίτερα των ολονύκτιων αγρυπνιών, οι οποίες διαρκούν περισσότερο από οκτώ ώρες, διαβάζονται μεγαλόφωνα πολλές διδαχές από τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων) μέσα στον ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων αναπτύχθηκε πολύ και, όσον αφορά την πνευματική και ασκητική ζωή, έδινε την εντύπωση μορφωμένου ανθρώπου.

Από τη φύση του είχε οξύ και δημιουργικό νου, ενώ η μακρά εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής νοεράς προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών αλλά και των εξαιρετικών θείων επισκέψεων τον είχαν καταστήσει υπεράνθρωπα σοφό και οξυδερκή.

Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, με συγκινητική αγάπη, εξαιρετική λεπτότητα και ευσπλαχνία απέναντι σε κάθε θλίψη και κάθε πόνο, χωρίς καμία νοσηρή ή θηλυπρεπή συναισθηματικότητα. Το συνεχές βαθύ πνευματικό πένθος δεν μετατρεπόταν ποτέ σε συναισθηματικούς κλαυθμούς. Η αδιάκοπη εσωτερική ένταση δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας.

Άξια μεγάλου θαυμασμού ήταν και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του ανθρώπου, παρά το ρωμαλέο σώμα του. Φύλαγε αυστηρά τον εαυτό του ακόμη και από κάθε λογισμό που δεν ήταν ευάρεστος στον Θεό.


Παρ’ όλα αυτά, συμπεριφερόταν και συναναστρεφόταν όλους τους ανθρώπους εντελώς ελεύθερα και φυσικά, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από τη θέση τους και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής ακόμη και για ανθρώπους που ζούσαν μέσα στην ακαθαρσία· αλλά στο βάθος της ψυχής του θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως ο πατέρας ή η μητέρα θλίβονται για τα παραπτώματα των αγαπημένων τους παιδιών.


Δεχόταν τους πειρασμούς και τους υπέφερε με μεγάλη ανδρεία.


Ήταν άνθρωπος εντελώς άφοβος και ελεύθερος και συγχρόνως δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ενώ ήταν άφοβος, ενώπιον του Θεού ζούσε με φόβο. Πράγματι, φοβόταν μήπως Τον λυπήσει ακόμη και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και συγχρόνως εξαιρετικής πραότητας· ένας σπάνιος και ασυνήθιστα όμορφος συνδυασμός.

Ο Γέροντας ήταν άνθρωπος βαθιάς και γνήσιας ταπείνωσης, τόσο ενώπιον του Θεού όσο και ενώπιον των ανθρώπων.


Αγαπούσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, αγαπούσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να παίρνει ευλογία από εκείνους που έφεραν ιερατικό βαθμό, ιδιαίτερα από τους επισκόπους και τον ηγούμενο, και όλα αυτά χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά τους ανθρώπους που είχαν κάποιο αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν υπήρχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεξίας, ίσως επειδή γνώριζε βαθιά πόσο εφήμερη είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία και πλούτος, ακόμη και οι επιστημονικές γνώσεις. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τους ανθρώπους Του» και, από αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο.

Η εξωτερική του συμπεριφορά ήταν απλή και συγχρόνως ένα αναμφισβήτητο γνώρισμά του ήταν η εσωτερική ευγένεια, η αριστοκρατία, αν θέλετε, με την υψηλότερη σημασία της λέξης. Όποιος συναναστρεφόταν μαζί του κάτω από διάφορες συνθήκες, ακόμη και αν διέθετε την πιο λεπτή διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν τραχιές κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος αληθινά ευγενής, όπως μόνο ένας χριστιανός μπορεί να είναι.

Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε με διφορούμενο τρόπο. Ποτέ δεν ειρωνευόταν και ποτέ δεν αστειευόταν εις βάρος άλλων ανθρώπων. Στο συνήθως σοβαρό και γαλήνιο πρόσωπό του διαγραφόταν μερικές φορές μόλις ένα ελαφρό χαμόγελο, χωρίς να ανοίγουν τα χείλη του, εκτός αν μιλούσε.


Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Αλλά, παρά τη φανερή απλότητά του, τη σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή του, ήταν απολύτως αντίθετος προς καθετί ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια δεν υπήρχαν σε αυτόν. Σε αυτά έδειχνε σταθερή ακαμψία, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε να μη θλίβει εκείνον που αμάρτανε· και πρόσεχε να μην τον προσβάλει όχι μόνο εξωτερικά αλλά, το κυριότερο, ούτε με κάποια κίνηση της καρδιάς του, επειδή ο λεπτός άνθρωπος αισθάνεται ακόμη και τις κινήσεις της καρδιάς. Το κατόρθωνε αυτό προσευχόμενος εσωτερικά και παραμένοντας ήρεμος, ανεπηρέαστος από κάθε δύστροπη συμπεριφορά.

Παρατηρούσε κανείς σε αυτόν θέληση σπάνιας δύναμης, χωρίς πείσμα· απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία μαζί με πραότητα και προσηνότητα· ταπείνωση και υπακοή χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση του Θεού.

Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού· αλλά τίποτε δεν είναι θαυμαστότερο από τον άνθρωπο, τον αληθινό άνθρωπο, τον υιό του Θεού!


Ποτέ δεν ενδιαφερθήκαμε ιδιαίτερα για τα γεγονότα της εξωτερικής ζωής του μακαρίου Γέροντα. Ίσως αυτό να αποτελεί σφάλμα από μέρους μας, αλλά δεν μπορούμε πλέον να το διορθώσουμε. Κατά τις συναντήσεις μας με τον Γέροντα η προσοχή μας ήταν ολόκληρη απορροφημένη από τον πόθο να κατανοήσουμε την πνευματική του διδασκαλία, να τη συλλάβουμε με τον νου, να τη συγκρατήσουμε με την καρδιά, να αφομοιώσουμε με την ψυχή τα λόγια του ή, μάλλον, την πνευματική του κατάσταση.

Μερικές φορές μας φαινόταν ότι στον Γέροντα είχε δοθεί η δύναμη να επιδρά με την προσευχή στους συνομιλητές του. Αυτό ήταν απαραίτητο, γιατί ο λόγος του εξωτερικά ήταν απλός, σαν να μην περιείχε τίποτε το «ιδιαίτερο». Στην ουσία όμως ήταν λόγος για μια κατάσταση υπερφυσική και, γι’ αυτό, ήταν αναγκαίο να μεταδίδεται μέσω της προσευχής· διαφορετικά ο λόγος του θα παρέμενε ακατανόητος, ασύλληπτος, κρυμμένος.

Η επικοινωνία με τον Γέροντα είχε χαρακτήρα απλότητας και ελευθερίας από κάθε δισταγμό ή φόβο μήπως κάνεις κάποιο λάθος. Υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη ότι καμία άστοχη ή ακόμη και ανόητη πράξη ή λέξη δεν θα κατέστρεφε την ειρήνη ούτε θα συναντούσε ως απάντηση μομφή ή σκληρή απόρριψη. Συγχρόνως όμως κάποια χορδή στα βάθη της ψυχής σου τεντωνόταν με την ύψιστη ένταση της προσευχής, για να αξιωθείς να αναπνεύσεις εκείνο το πνεύμα από το οποίο ήταν γεμάτος.

Όταν μπαίνετε σε έναν τόπο γεμάτο ευωδία, το στήθος σας αυθόρμητα ανοίγει για να τη δεχθεί με μια βαθιά εισπνοή. Με παρόμοιο τρόπο κινούνταν και η ψυχή κατά την ώρα της επικοινωνίας με τον Γέροντα. Ένας γαλήνιος, ειρηνικός, αλλά συγχρόνως ισχυρός και βαθύς πόθος κυρίευε την ψυχή: να εμποτιστεί από την ευωδία του Πνεύματος του Χριστού.

Τι εξαιρετική και εντελώς ιδιαίτερη πνευματική τέρψη προσφέρει η κοινωνία με έναν τέτοιο άνθρωπο!

Ο Γέροντας μπορούσε να μιλά με απλότητα και χωρίς κενοδοξία για πράγματα που ξεπερνούσαν τα συνηθισμένα ανθρώπινα όρια. Αν ο ακροατής είχε πίστη σε αυτόν, τότε μέσα από αυτή την εξωτερικά απλή συνομιλία δεχόταν, στο μέτρο που ήταν δυνατό γι’ αυτόν, κάτι από εκείνη την υπερφυσική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ίδιος ο Γέροντας.


Θυμόμαστε τη διήγησή του για έναν σπουδαίο Ρώσο ασκητή, τον Πατέρα Στρατόνικο, ο οποίος είχε έρθει από τον Καύκασο για να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε σπάνιο χάρισμα λόγου και προσευχής με δάκρυα. Είχε αναζωογονήσει πολλούς ερημίτες και μοναχούς του Καυκάσου, βγάζοντάς τους από την εξασθένηση και την ακηδία και οδηγώντας τους σε νέους αγώνες, εξηγώντας τους τα μυστήρια του πνευματικού πολέμου.

Και στο Άγιον Όρος ο Πατήρ Στρατόνικος έγινε δεκτός από τον κύκλο των ασκητών με πολλή αγάπη. Ο γεμάτος έμπνευση λόγος του προκάλεσε σε πολλούς βαθιά εντύπωση. Η πλούσια διάκρισή του, ο ωραίος και δυνατός νους, το χάρισμα της αληθινής προσευχής, η μεγάλη του πείρα, όλα αυτά τον καθιστούσαν εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους ασκητές.

Έμεινε στο Άγιον Όρος σχεδόν δύο μήνες και είχε αρχίσει ήδη να λυπάται, επειδή πίστευε ότι μάταια είχε υποστεί τον μεγάλο κόπο της μακράς πορείας χάριν «ωφελείας». Οι συναντήσεις του με τους μοναχούς του Άθω δεν είχαν πλουτίσει τις γνώσεις του. Ήρθε λοιπόν στον πνευματικό της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, τον Γέροντα Αγαθόδωρο, και, αφού του διηγήθηκε τη λύπη του, τον παρακάλεσε να του υποδείξει κάποιον από τους πατέρες με τον οποίο θα μπορούσε να συζητήσει για την υπακοή και για τα άλλα έργα του μοναχού.

Ο Γέροντας Αγαθόδωρος του συνέστησε να επισκεφθεί το «Παλαιό Ρωσικό», όπου εκείνον τον καιρό, πριν από τον πόλεμο του 1914, είχαν συγκεντρωθεί μερικοί σπουδαίοι ασκητές από την αδελφότητα της Μονής.


Το Παλαιό Ρωσικό βρίσκεται σε ορεινή περιοχή, σε ύψος περίπου διακοσίων πενήντα μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ανατολικά της Μονής, σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Εκεί τηρούνταν αυστηρότερο ασκητικό τυπικό από ό,τι στο Μοναστήρι. Ο τόπος είναι έρημος και ήσυχος και γι’ αυτό τον προτιμούσαν οι μοναχοί που επιθυμούσαν μεγαλύτερη απομόνωση για την άσκηση της νοεράς προσευχής. Εκεί ζούσε τότε και ο Πατήρ Σιλουανός.

Ο Πατήρ Στρατόνικος έγινε δεκτός στο Παλαιό Ρωσικό με μεγάλη καλοσύνη. Συνομίλησε πολύ με τους Πατέρες, τόσο κατ’ ιδίαν όσο και σε ομάδες.

Την ημέρα κάποιας εορτής ο Γέροντας Δοσίθεος τον κάλεσε στο κελλί του μαζί με μερικούς άλλους μοναχούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Πατέρες Βενιαμίν της Καλλιάγρας, Ονησίφορος και Σιλουανός. Η συνομιλία ήταν πλούσια σε περιεχόμενο. Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε την προτεραιότητα όχι μόνο ως φιλοξενούμενος, αλλά και εξαιτίας του χαρίσματος του λόγου, με το οποίο συνάρπαζε τους παρευρισκομένους.

Ο Πατήρ Σιλουανός, ως ο νεότερος από τους παρόντες, καθόταν σε μια γωνιά του κελλιού και σιωπούσε, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λόγο του Καυκάσιου ασκητή. Μετά τη συνομιλία, ο Πατήρ Στρατόνικος, ο οποίος δεν είχε ακόμη συναντηθεί ιδιαιτέρως με τον Πατέρα Σιλουανό, του εξέφρασε την επιθυμία να τον επισκεφθεί στην «καλύβη» του (Την καλύβη αυτή την είχε χτίσει ο Γέροντας σε απόσταση πέντε έως έξι λεπτών νοτιοανατολικά από τα κτίσματα των αδελφών, για μεγαλύτερη απομόνωση.). Συμφώνησαν για την τρίτη ώρα της επόμενης ημέρας. Εκείνη τη νύχτα ο Πατήρ Σιλουανός προσευχήθηκε πολύ, ώστε ο Κύριος να ευλογήσει τη συνάντηση και τη συνομιλία τους.

Ο Πατήρ Στρατόνικος ήρθε την ορισμένη ώρα. Η συνομιλία ανάμεσα στους δύο ασκητές άρχισε εύκολα και αμέσως πήρε τον χαρακτήρα που επιθυμούσαν. Και οι δύο, κατά το πνεύμα, κινούνταν συνεχώς προς τον ίδιο σκοπό και ο νους τους ήταν αδιάλειπτα στραμμένος στα ίδια προβλήματα, τα μόνα ουσιώδη γι’ αυτούς.

Την προηγούμενη ημέρα, ακούγοντας προσεκτικά τον Πατέρα Στρατόνικο, ο Σιλουανός είχε παρατηρήσει ότι εκείνος μιλούσε «από τον νου του» και ότι τα λόγια του για τη συνάντηση του ανθρώπινου θελήματος με το θέλημα του Θεού και για την υπακοή ήταν «ασαφή».

Άρχισε λοιπόν τη συνομιλία με τρεις ερωτήσεις:

«Πώς μιλούν οι τέλειοι;»

«Τι σημαίνει να παραδίδεις τον εαυτό σου στο θέλημα του Θεού;»

«Σε τι συνίσταται η ουσία της υπακοής;»


Όπως φαίνεται, εκείνη η θαυμαστή πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία βρισκόταν ο Σιλουανός επέδρασε αμέσως στον Πατέρα Στρατόνικο. Αισθάνθηκε τη σπουδαιότητα και το βάθος των ερωτήσεων και έμεινε σκεπτικός. Ύστερα από μικρή σιωπή είπε:

Αυτό δεν το γνωρίζω... Εσείς να μου πείτε.

Ο Σιλουανός αποκρίθηκε:


– Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε από τον εαυτό τους... Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα.

Ο Πατήρ Στρατόνικος, πιθανότατα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έζησε την κατάσταση για την οποία μιλούσε ο Σιλουανός. Του αποκαλύφθηκε ένα νέο μυστήριο της πνευματικής ζωής, μέχρι τότε άγνωστο σε αυτόν: το μυστήριο της γέννησης μέσα στην καρδιά ενός λόγου εμπνευσμένου από τη Θεία χάρη.

Αισθάνθηκε τις ελλείψεις του κατά το παρελθόν και κατάλαβε ότι βρισκόταν ακόμη μακριά από την τελειότητα· σκέψη που δεν του είχε έρθει ύστερα από τόσες συναντήσεις με μοναχούς, κατά τις οποίες ήταν φανερή η υπεροχή του, παρόλο που είχε συναντήσει πολλούς και εξαίρετους ασκητές. Με ευγνωμοσύνη κοίταξε τον Σιλουανό.


Αφού το πρώτο ερώτημα είχε απαντηθεί στο βάθος της ψυχής του μέσω της υπαρξιακής εμπειρίας αυτής της κατάστασης, την οποία έλαβε με την προσευχή του Πατέρα Σιλουανού, η κατανόηση των δύο άλλων ερωτημάτων έγινε πλέον ευκολότερη.


Παρέτειναν τη συζήτηση μιλώντας για την προσευχή. Ο Πατήρ Στρατόνικος έλεγε ότι, αν η προσευχή γίνεται χωρίς δάκρυα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει φτάσει στον σκοπό της και γι’ αυτό παραμένει άκαρπη.

Σε αυτό ο Σιλουανός πρόσθεσε ότι τα δάκρυα κατά την προσευχή, όπως και κάθε άλλη σωματική δύναμη, μπορούν να εξαντληθούν. Τότε ο νους, που έχει εκλεπτυνθεί από το πένθος, περνά σε κάποια λεπτή «αίσθηση» του Θεού και, καθαρός από κάθε λογισμό, μέσα στην ησυχία θεωρεί τον Θεό. Και αυτό μπορεί να είναι πολυτιμότερο ακόμη και από τα δάκρυα.

Ο Πατήρ Στρατόνικος αναχώρησε γεμάτος ευγνωμοσύνη. Αργότερα επισκέφθηκε επανειλημμένα τον Σιλουανό και μέχρι το τέλος της παραμονής του στο Άγιον Όρος διατηρήθηκε ανάμεσά τους μεγάλη αμοιβαία αγάπη.

Σε κάποια από τις επόμενες επισκέψεις του επιβεβαίωσε τον λόγο του Σιλουανού για τα δάκρυα και την προσευχή. Ήταν φανερό ότι ο Θεός τού είχε δώσει να γνωρίσει από προσωπική πείρα και εκείνη την κατάσταση.


Συνεχίζεται

2. ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ. ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΗΔΗ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ.

 Συνέχεια από Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026


«Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας: Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική» 28-30 Οκτωβρίου 2011

4/7 Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου

4/7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας»


Παραγωγή:intv.gr Σκηνοθεσία:Γιώργος Αρβανίτης Copyright:intv.gr Παρασκευή 28-10-2011: Δ΄ Συνεδρία

11.30-11.50: Αιδεσιμολογιώτατος Πρεσβύτερος Δημήτριος Μπαθρέλλος, Διδάσκων ΕΑΠ, Επισκέπτης Λέκτωρ Ορθοδόξου Ινστιτούτου του Cambridge, Μέλος του Δ. Σ. της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών: Η θέση του επισκόπου στην εκκλησιολογία του Ιωάννη Ζηζιούλα

11.50-12.10: Μέγας Αρχιδιάκονος Μάξιμος, Δρ. Θ. (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως): Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα και το ζήτημα του πρωτείου

12.10-12.30: Γεώργιος Μαρτζέλος, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου στο πλαίσιο του οικουμενικού διαχριστιανικού διαλόγου

Για τη συμμετρία αυτή φρόντισαν οι δύο οργανωτές: μετά τους δύο πρώτους εισηγητές του πάνελ, οι οποίοι προέρχονται, τουλάχιστον ως προς τις σπουδές τους, από τον αγγλόφωνο χώρο της Ευρώπης —και οι δύο σπούδασαν στο Λονδίνο—, να περάσουμε στον γερμανόφωνο χώρο με τον τρίτο ομιλητή, τον κύριο Γεώργιο Μαρτζέλο.

Σας ευχαριστώ. Έχω τη χαρά να τον παρουσιάσω όχι μόνο ως καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, αλλά και ως τον πρώτο μου κατηχητή, μαζί με τον επίσης παρευρισκόμενο εδώ κύριο Πέτρο Βασιλειάδη, στα κατηχητικά της Νεάπολης Θεσσαλονίκης. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη για όλα όσα έμαθα κοντά του.

Του χρωστώ ευγνωμοσύνη και για κάτι άλλο. Το 1974 ξεκίνησε ως βοηθός στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, αν δεν κάνω λάθος. Το 1974 ξεκίνησα και εγώ τις σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη.

Μου είπε: «Αν θέλεις να κάνεις κάτι περαιτέρω, να μάθεις γερμανικά». Γι’ αυτό του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Βέβαια, τα γερμανικά σήμερα δεν βρίσκονται στην καλύτερη θέση της ημερήσιας διάταξης, νομίζω όμως ότι αποτελούν μια απαραίτητη συμπλήρωση, όχι μόνο στο πάνελ εδώ, αλλά και στις σχέσεις των Εκκλησιών.

Και ακριβώς αυτό θα είναι και το θέμα του κ. Μαρτζέλου: «Η εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου στο πλαίσιο του Οικουμενικού Διαχριστιανικού Διαλόγου». Ο κ. Μαρτζέλος όχι μόνο έθεσε, με το διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό του έργο, τις βάσεις για μια νέα θεώρηση πολλών χριστολογικών προβλημάτων, από τη 2η έως και την 4η Οικουμενική Σύνοδο, αλλά έθεσε επίσης, με καίριο θεολογικό λόγο, γερά θεμέλια για την οικουμενική παρουσία της Ορθοδοξίας, συμμετέχοντας ο ίδιος σε πάρα πολλά συμβούλια τόσο του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θα ήθελα να υπογραμμίσω, ανάμεσα στις πολλές οικουμενικές δραστηριότητές σας, την τελευταία συμμετοχή σας στην Κεντρική Επιτροπή του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Νομίζω ότι πρόκειται για έναν θαυμάσιο συνδυασμό, ο οποίος μας επιτρέπει να περιμένουμε πολλά από την εισήγησή σας. Έχετε τον λόγο.

Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε. Σεβασμιότατε Άγιε Περγάμου, Σεβασμιότατοι, Σεβαστοί Πατέρες, κύριοι συνάδελφοι, αγαπητές κυρίες και κύριοι. Λίγοι από τους νεοέλληνες θεολόγους που επιχείρησαν να προβάλουν διεθνώς την ορθόδοξη θεολογία επηρέασαν τόσο πολύ τη σύγχρονη θεολογική σκέψη των δυτικών Εκκλησιών και ομολογιών όσο ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας.[ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΚΑΘΟΙ ΑΝΗΚΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΩΣ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΜΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΝΔΥΜΑ ΦΩΤΟΣ]

Ιδιαίτερα η εκκλησιολογία του, θεμελιωμένη στην ιστορική διερεύνηση των βιβλικών και πατερικών πηγών της αρχαίας Εκκλησίας, άσκησε τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των σχετικών θέσεων που διατυπώθηκαν τόσο κατά τους διμερείς όσο και κατά τους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Συγκεκριμένα, τόσο οι διμερείς θεολογικοί διάλογοι με τους Παλαιοκαθολικούς και, κυρίως, με τους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και οι πολυμερείς θεολογικοί διάλογοι στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών φέρουν έντονη τη σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου. Καταρχάς, θα εξετάσουμε την εκκλησιολογική σκέψη του στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους και πρώτα, βέβαια, στον διάλογο Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών.

Παρά το γεγονός ότι ο Σεβασμιώτατος δεν μετείχε στον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών, το κοινό κείμενο που αναφέρεται στην εκκλησιολογία των δύο πλευρών φέρει εμφανώς τη σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του. Ενδεικτικά και μόνο, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο σημεία. Πρώτον, στην παράγραφο που φέρει τον τίτλο «Η ενότητα της Εκκλησίας και οι τοπικές Εκκλησίες», το όλο θέμα αναπτύσσεται με βάση την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, αξιοποιώντας ουσιαστικά τις εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου, οι οποίες ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να γίνονται γνωστές και να εκτιμώνται όχι μόνο από Έλληνες αλλά και από ξένους θεολόγους.

Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά στην παράγραφο αυτή: «Η ύψιστη έκφραση και ταυτόχρονα η αστέρευτη πηγή της ενότητας των πιστών ως μελών του σώματος του Χριστού είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η κοινωνία με το σώμα και το αίμα του Χριστού, σύμφωνα με τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: “Εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν”. Η μία Εκκλησία επί της γης υπάρχει μέσα στις πολλές τοπικές Εκκλησίες, με κέντρο της ζωής τους την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Κάθε τοπική Εκκλησία, ως κοινότητα των πιστών ενωμένη γύρω από τον επίσκοπο και το πρεσβυτέριο, είναι, ως σώμα Χριστού, η αποκάλυψη του όλου Χριστού σε έναν συγκεκριμένο τόπο.

Στον τόπο της φανερώνει τη μυστηριακή πραγματικότητα της καθόλου Εκκλησίας. Η ζωή των τοπικών Εκκλησιών, ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπάρχουν στα ήθη και τα έθιμα, είναι στην ουσία της μία και η αυτή. Δεν πρόκειται για ένα πλήθος, αλλά για το ένα σώμα του Χριστού, το οποίο είναι αδιαίρετο και ολόκληρο σε κάθε τόπο.

Σε αυτή την ενότητα της ζωής των τοπικών Εκκλησιών απεικονίζεται η ίδια η ενότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος». Στις διατυπώσεις αυτές δεν μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει κάποια διαφορά από τις εκπεφρασμένες εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου. Τουναντίον, θα έλεγα ότι ουσιαστικά αναπαράγουν την εκκλησιολογική σκέψη του
.[ΜΟΝΑΣ Η ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙ ΝΕΙ ΠΟΤΕ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΜΕ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ]

Δεύτερον, το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το σημείο που αναφέρεται στην παράγραφο με τίτλο «Η Σύνοδος της Εκκλησίας». Όπως σημειώνεται εν προκειμένω —παραθέτω—: «Το επισκοπικό και συνοδικό πολίτευμα της αρχαίας Εκκλησίας συνιστά έκφραση της ζωής της Εκκλησίας ως κοινωνίας όλων των μελών που βρίσκονται στην ενότητα του σώματος του Χριστού. Κατά συνέπεια, οι επίσκοποι, οι οποίοι προΐστανται της ευχαριστιακής και συνοδικής συνάξεως ως εκπρόσωποι της Κεφαλής της Εκκλησίας, που είναι ο Χριστός, είναι συνδεδεμένοι με ολόκληρο τον λαό του Θεού ως μέλη του ενός σώματος».[ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΥΝΙΣΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΑΓΙΟΣ]

Τέλος του παραθέματος. Η θέση αυτή, κατά την άποψή μας, είναι σαφώς επηρεασμένη από τη βασική θέση του Σεβασμιωτάτου, η οποία αναπτύχθηκε, όπως θα δούμε εκτενέστερα παρακάτω, σε σχετική μελέτη του το 1968. Σύμφωνα με αυτήν, η ευχαριστιακή και η συνοδική σύναξη, στο πλαίσιο της τοπικής Εκκλησίας υπό τον επίσκοπο, είναι, για τη συνείδηση και την πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας, άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους και δεν μπορεί η μία να νοηθεί ανεξάρτητα από την άλλη. Κυρίως, όμως, η σφραγίδα της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου είναι εμφανέστατη στον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, στον οποίο μετείχε ως ενεργό μέλος της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής καθ’ όλη την πρώτη φάση του διαλόγου, από το 1980 μέχρι το 2000, ενώ σήμερα, ως γνωστόν, είναι συμπρόεδρός της κατά τη διανυόμενη δεύτερη φάση του διαλόγου, δηλαδή από το 2006 και εξής.

Και αυτή η συμβολή του Σεβασμιωτάτου πρέπει να τονίσουμε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι, ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας, κυρίως όπως αναπτύχθηκε και προβλήθηκε από τον Σεβασμιώτατο, άρχισε να βρίσκει πρόσφορο έδαφος μεταξύ σημαντικών Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων, όπως ο Jean-Marie Tillard και ο Emmanuel Lanne, οι οποίοι υπήρξαν και μέλη της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής του διαλόγου, ή ακόμη ο Hervé Legrand, ο Jean Rigal και άλλοι. Γι’ αυτό ακριβώς και η εκκλησιολογική σκέψη του διατρέχει και τα τέσσερα, μέχρι στιγμής, κοινά κείμενα του θεολογικού αυτού διαλόγου, δηλαδή από το κείμενο του Μονάχου του 1982 μέχρι και το κείμενο της Ραβέννας του 2007. Προς τεκμηρίωση της θέσης μας αυτής θα αναφερθούμε, δειγματοληπτικά και μόνο, λόγω ελλείψεως χρόνου, στα βασικότερα σημεία των παραπάνω κειμένων.

Ήδη στο κείμενο του Μονάχου αναπαράγονται σχεδόν αυτολεξεί βασικές εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου, σύμφωνα με τις οποίες, όταν η Εκκλησία τελεί τη Θεία Ευχαριστία, πραγματώνει και αποκαλύπτει αυτό που είναι στην ουσία της, δηλαδή σώμα Χριστού και φανέρωση του μυστηρίου της τριαδικής κοινωνίας. Ως αποτέλεσμα, υπερβαίνονται μέσα σε αυτήν οι υπάρχουσες φυλετικές, πολιτιστικές, κοινωνικοπολιτικές ή εθνικές διακρίσεις μεταξύ των πιστών και αποκαθίσταται έτσι η μεταξύ τους κοινωνία. Η τοπική Εκκλησία, η οποία τελεί τη Θεία Ευχαριστία περί τον επίσκοπο, δεν αποτελεί μέρος του σώματος του Χριστού, γιατί η πολλαπλότητα των τοπικών ευχαριστιακών συνάξεων όχι μόνο δεν διαιρεί την Εκκλησία, αλλά, αντίθετα, εκδηλώνει μυστηριακά την ενότητά της, αφού, σύμφωνα με τη διάχυτη πατερική διδασκαλία των πρώτων αιώνων, η καθολική Εκκλησία εκφαίνεται διά της Θείας Ευχαριστίας στη σύναξη της τοπικής Εκκλησίας. Το ίδιο παρατηρείται και στο κείμενο του Μπάρι, σύμφωνα με το οποίο η ενότητα στην πίστη αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενότητα στα μυστήρια και, ειδικότερα, για την ενότητα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.[ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΜΕ ΑΝ ΤΟΝ ΕΛΑΒΕ ΠΟΤΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]

Και αυτό γιατί η πίστη, όπως τονίζεται, είναι στην ουσία της εκκλησιαστικό γεγονός, το οποίο πραγματώνεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, όπως αυτή βιώνεται μυστηριακά σε κάθε τοπική Εκκλησία. Εξάλλου, η μυστηριακή κοινωνία μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών επιβεβαιώνει και φανερώνει την υπάρχουσα μεταξύ τους κοινωνία της πίστεως. Εγγυητής της ενότητας της πίστεως στο πλαίσιο κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι ο επίσκοπος, ο οποίος αποτελεί και τον μόνο εγγυητή της μυστηριακής κοινωνίας και της ενότητας του ποιμνίου του.[ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟ. Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ

Σκοπός της ιεροσύνης του επισκόπου, όπως τονίζεται στο κείμενο του Νέου Βάλαμο, το οποίο αναπαράγει εν προκειμένω τη βασική θέση του Σεβασμιωτάτου, είναι η επίτευξη και η διατήρηση της ενότητας στο πλαίσιο της τοπικής Εκκλησίας. Και αυτό γιατί η ιεροσύνη του κορυφώνεται με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, με την οποία γίνονται όλοι ένα σώμα, το σώμα του Χριστού. Η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, εκτός του ότι καθιστά πραγματική την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας, φανερώνει ταυτόχρονα τόσο την ενότητα όλων των τοπικών Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία όσο και τη διαχρονική ενότητά τους, από την αποστολική εποχή μέχρι σήμερα.[ΣΚΟΠΟΣ ΑΣΚΟΠΟΣ. ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ]

Όσον αφορά, τέλος, το κείμενο της Ραβέννας, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια και προέκταση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των θέσεων των τριών παραπάνω κειμένων, βασική θέση του είναι ότι ο συνοδικός χαρακτήρας της Εκκλησίας ανήκει στην ίδια τη φύση της και εκφράζεται διαχρονικά και καθολικά σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Η συνοδικότητα πραγματώνεται στο τοπικό επίπεδο με τη σύναξη της κοινότητας περί τον επίσκοπο για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, στο επαρχιακό επίπεδο με την κοινωνία μεταξύ των επισκόπων των τοπικών Εκκλησιών μιας επαρχίας και στο παγκόσμιο επίπεδο με την κοινωνία των επισκόπων όλων των τοπικών Εκκλησιών στο πλαίσιο της Οικουμενικής Συνόδου.[ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΗΚΕΙ Η ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ; Η ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ;]

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η θέση του κειμένου ότι η Εκκλησία αποτελεί εικόνα και φανέρωση της Αγίας Τριάδος. Αυτό σημαίνει ότι αποτυπώνει ουσιαστικά την ιεραρχική τάξη και δομή, αλλά και την ενότητα και κοινωνία μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος, αφήνοντας έτσι ανοιχτό χώρο για το πρωτείο στην Εκκλησία, με πρότυπο το πρωτείο στο πλαίσιο της τριαδικής κοινωνίας, το οποίο κατέχει ο Πατήρ ως πρώτος στην τάξη. Στις βασικές θέσεις του κειμένου ανήκει επίσης το ότι το πρωτείο αυτό εδράζεται στον 34ο Αποστολικό Κανόνα, όπως μας τόνισε και ο πατήρ Μάξιμος. Με βάση τις θέσεις αυτές δομείται και οικοδομείται ουσιαστικά ολόκληρο το κείμενο της Ραβέννας. Όλες συνδέονται στενότατα με τις εκκλησιολογικές θέσεις του Σεβασμιωτάτου και τις αναπαράγουν.[Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΥΣΕΝ ΤΗΝ ΕΥΠΡΕΠΕΙΑΝ ΕΝΕΔΥΣΑΤΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ; ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ;]

Πρέπει, όμως, να τονίσουμε ότι, πέρα από αυτές τις βασικές δειγματοληπτικές αναφορές, όλες οι εκκλησιολογικές θέσεις των παραπάνω κειμένων συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκκλησιολογία του Σεβασμιωτάτου, για να μην πω απολύτως άμεσα. Ίσως δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η προσέγγιση Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στον μεταξύ τους θεολογικό διάλογο μέχρι σήμερα οφείλεται κατά βάση στην εκκλησιολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα. Και ας έρθουμε στη δεύτερη ενότητα της σύντομης αυτής εισήγησης: η εκκλησιολογική σκέψη του Αγίου Περγάμου στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους.[ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ]

Πέρα από τους παραπάνω διμερείς θεολογικούς διαλόγους, σημαντικότατη είναι η συμβολή των εκκλησιολογικών θέσεων του Σεβασμιωτάτου στη διαμόρφωση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των επίσημων θέσεων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, στο πλαίσιο του οποίου η εκκλησιολογία αποτελεί εδώ και αρκετές δεκαετίες το υπ’ αριθμόν ένα θέμα στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιολογικά προβλήματα που τέθηκαν στην οικουμενική κίνηση, κυρίως από τη Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961 και εξής, υπήρξε το πρόβλημα της ενότητας της Εκκλησίας: όχι τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσω της συμμετοχής των διαφόρων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, όσο κυρίως ως αναζήτηση της ενότητας αυτής στο επίπεδο της τοπικής Εκκλησίας. Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία του εκκλησιολογικού προβληματισμού στους επόμενους οικουμενικούς διαλόγους. Το πρόβλημα που προέκυψε από αυτή τη νέα εκκλησιολογική προοπτική στην οικουμενική κίνηση ήταν εκείνο της έννοιας της τοπικής Εκκλησίας και της σχέσης της με την παγκόσμια Εκκλησία.

Είναι κάθε τοπική Εκκλησία Εκκλησία με την πλήρη έννοια του όρου και, αν ναι, πώς εκφράζεται η καθολικότητά της σε σχέση με τις άλλες Εκκλησίες; Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας στο ζήτημα αυτό, όπως παρατηρεί ήδη ο αείμνηστος καθηγητής Lukas Vischer, ένας από τους βασικούς πρωτεργάτες και τους καλύτερους γνώστες της θεολογικής προβληματικής της οικουμενικής κίνησης, υπήρξε σημαντική. Και αυτό γιατί, όπως εξηγεί, οι Ορθόδοξοι θεολόγοι έχουν τονίσει επανειλημμένως ότι η Εκκλησία πρέπει να νοείται πρωτίστως ως ευχαριστιακή κοινότητα.

«Γιατί όπου τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας», λέει, «και γίνεται επίκληση της ενεργού παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, εκεί υπάρχει Εκκλησία». Τέλος του παραθέματος. Ακόμη μεγαλύτερη είναι, κατά τον ίδιο, η συμβολή της Ορθόδοξης θεολογίας στην καθιέρωση της αντίληψης ότι η Εκκλησία, ήδη από τις αρχές της συστάσεώς της, αποτελεί συνοδική κοινωνία.[ΕΠΕΙΔΗ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΝΕΡΓΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ. ΔΕΝ ΔΙΑΤΑΖΕΤΑΙ]

Ο σύγχρονος θεολογικός προβληματισμός σχετικά με το θέμα αυτό, στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, οφείλεται αναμφίβολα, όπως σημειώνει, στην προσπάθεια των Ορθοδόξων θεολόγων να προβάλουν την ουσία και τη συνοδική δομή της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες. Βέβαια, δεν διευκρινίζει άμεσα σε ποιους Ορθόδοξους θεολόγους αναφέρεται. Ωστόσο, παραπέμποντας στο συλλογικό τομίδιο που εξέδωσε η Επιτροπή Πίστη και Τάξη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών το 1968, με τον τίτλο Councils and the Ecumenical Movement —είναι το νούμερο 5 και έχω εδώ τη γερμανική μετάφραση αυτού του τομιδίου—, εννοεί προφανώς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Περγάμου, λαϊκό τότε, ο οποίος, στο πλαίσιο του εν λόγω τομιδίου, αναφέρεται αναλυτικά και τεκμηριωμένα στο θέμα αυτό με τη μελέτη του The Development of Conciliar Structures to the Time of the First Ecumenical Council. Σε αυτήν αποδεικνύει ότι η συνοδικότητα αποτελούσε τρόπο ζωής για την αρχαία Εκκλησία και συνδεόταν στενά με την ουσία της Εκκλησίας ως ευχαριστιακής σύναξης, πρωτίστως σε τοπικό και κατόπιν σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Τόσο καθοριστική σημασία αποδίδει ο Lukas Vischer στη διάσταση αυτή της αρχέγονης συνοδικότητας, ώστε να θεωρεί την προσπάθεια προβολής του συνοδικού μοντέλου της αρχαίας Εκκλησίας στο θεολογικό προσκήνιο ως πολύ μεγάλη συμβολή της ορθόδοξης θεολογίας στην οικουμενική κίνηση. Και αυτό, πρέπει να τονίσουμε, δεν αποτελεί ούτε υπερβολή ούτε σχήμα λόγου, γιατί οι θέσεις αυτές του Σεβασμιωτάτου για την αρχέγονη συνοδικότητα προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο επηρέασαν τις εργασίες της Επιτροπής Πίστης και Τάξης στη Λουβέν το 1971, αλλά και ώθησαν ορισμένους διακεκριμένους Προτεστάντες, όπως, λόγου χάρη, τον Konrad Raiser, ο οποίος διετέλεσε, ως γνωστόν, γενικός γραμματέας του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ή τον Wolfgang Huber και άλλους, να αναπτύξουν ακόμη περισσότερο, με βάση τις θέσεις του Σεβασμιωτάτου, την ευχαριστιακή και κοινωνιακή διάσταση της συνοδικότητας.

Πέρα, όμως, από τις παραπάνω θέσεις του Σεβασμιωτάτου, οι οποίες επηρέασαν σε βάθος τη θεολογική προβληματική και τις θέσεις Προτεσταντών θεολόγων στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης, ευρύτατη απήχηση στους προτεσταντικούς θεολογικούς κύκλους βρήκαν και οι θέσεις του για την ενότητα χριστολογίας και πνευματολογίας στην εκκλησιολογία —θέμα για το οποίο ακούσαμε πολλά σήμερα τόσο από τον κύριο Γιαγκάζογλου όσο και από τον πατέρα Μάξιμο Βγενόπουλο—, ώστε να αποκλείεται τόσο ο κίνδυνος του χριστομονισμού όσο και ο κίνδυνος του πνευματομονισμού. Το ίδιο ισχύει και για την προσπάθειά του να προβάλει το τριαδολογικό υπόβαθρο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία ως κοινωνία θεμελιώνεται στην κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος, την οποία και αντικατοπτρίζει, όπως φάνηκε από το κείμενο της Ραβέννας που ανέφερα προηγουμένως.

Οι θέσεις αυτές επηρέασαν μάλιστα σημαντικά διακεκριμένα και υψηλόβαθμα στελέχη της οικουμενικής κίνησης, όπως, λόγου χάρη, τον Konrad Raiser, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη και ο οποίος, σε σχετικό έργο του, αναπαράγει τις θέσεις αυτές του Σεβασμιωτάτου, υπογραμμίζοντας μάλιστα τη σημασία τους για το μέλλον της οικουμενικής κίνησης.

Το έργο αυτό του Raiser έχει μεταφραστεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Το μέλλον του οικουμενισμού» και τονίζει ακριβώς τη σημασία των θέσεων του Σεβασμιωτάτου για το μέλλον της οικουμενικής κίνησης. Αλλά η συμβολή της εκκλησιολογικής σκέψης του Σεβασμιωτάτου στο πλαίσιο των πολυμερών διαλόγων γίνεται ακόμη πιο εμφανής, όταν διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω εκκλησιολογικές θέσεις του αναπαράγονται και γίνονται αποδεκτές, παρατιθέμενες μάλιστα ορισμένες φορές κατά λέξη, σε επίσημα κείμενα της Επιτροπής Πίστης και Τάξης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Τόσο η θέση της Επιτροπής ότι η Παγκόσμια Εκκλησία δεν αποτελεί άθροισμα ή ομοσπονδία τοπικών Εκκλησιών ούτε απλή παράθεση της μιας Εκκλησίας δίπλα στην άλλη, αλλά ότι όλες μαζί αποτελούν την ίδια την Εκκλησία του Θεού, και ότι το θέμα αυτό είναι στην ουσία του εκκλησιολογικό και όχι ζήτημα διοικητικής οργάνωσης, όσο και η θέση ότι, από την Πεντηκοστή και εξής, η Εκκλησία τελεί τη Θεία Ευχαριστία ως μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, έτσι ώστε η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας να αγκαλιάζει ολόκληρη την Εκκλησία, τόσο στην τοπική όσο και στην παγκόσμια διάστασή της —θέσεις που περιέχονται και οι δύο στο κείμενο The Church, Local and Universal του 1990, το υπ’ αριθμόν 150 κείμενο της Επιτροπής Πίστης και Τάξης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών—, αναπαράγουν αντίστοιχες θέσεις του Σεβασμιωτάτου που απαντούν στο έργο του Being as Communion, στο οποίο γίνονται άλλωστε και οι σχετικές παραπομπές.

Στο κείμενο αυτό του Παγκοσμίου Συμβουλίου όχι μόνο παρατίθενται αυτολεξεί οι συγκεκριμένες θέσεις του Σεβασμιωτάτου, αλλά γίνεται και ρητή παραπομπή στο έργο του Being as Communion. Εξάλλου, στο κείμενο Church and World, επίσης του 1990 και υπ’ αριθμόν 151, προκειμένου να τονιστεί η προφητική μαρτυρία της Εκκλησίας ως τοπικής κοινότητας, στο πλαίσιο της οποίας υπερβαίνονται ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, παρατίθεται προς τεκμηρίωση, μέσα σε πλαίσιο, χαρακτηριστικό απόσπασμα από μελέτη του Σεβασμιωτάτου. Σύμφωνα με το απόσπασμα αυτό, ό,τι συμβαίνει κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, όταν οι άνθρωποι, ως σώμα του Χριστού, προσφέρουν στον Θεό τα πάντα, τα οποία είναι δικά Του, όπως τους καρπούς της γης και τα προϊόντα της καθημερινής εργασίας τους, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη ζωή μιας τοπικής Εκκλησίας. Πρέπει, δηλαδή, και αυτή να προσλαμβάνει και να χρησιμοποιεί όλα τα ιδιαίτερα πολιτισμικά στοιχεία μιας δεδομένης τοπικής πραγματικότητας και να μην επιδιώκει να επιβάλει σε όσους ανήκουν σε αυτήν έναν ξένο πολιτισμό.

Πέρα, όμως, από τα κείμενα αυτά, στα οποία υπάρχει σαφής αναφορά στις μελέτες του Σεβασμιωτάτου, πρέπει να τονίσουμε ότι η εκκλησιολογική σκέψη του, κυρίως όσον αφορά τα σημεία που θίξαμε παραπάνω, επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της προβληματικής, της θεματολογίας και των θέσεων και άλλων σημαντικότατων εκκλησιολογικών κειμένων της Επιτροπής Πίστης και Τάξης, όπως είναι το κείμενο της Λίμα, το γνωστό ως BEM, το κείμενο The Nature and Purpose of the Church του 1998, καθώς και το κείμενο The Nature and Mission of the Church του 2005. Δυστυχώς, η λεπτομερής εξέταση των κειμένων αυτών εκφεύγει από τα στενά όρια μιας ολιγόλεπτης εισήγησης. Παρ’ όλα αυτά, επαναλαμβάνω, όποιος διαβάζει αυτά τα κείμενα καταλαβαίνει ότι διαβάζει έργα ή αποσπάσματα έργων του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Περγάμου.

Και ερχόμαστε στο συμπέρασμα. Όπως φάνηκε από όσα είπαμε, η εκκλησιολογική σκέψη του Σεβασμιωτάτου άφησε βαθιά και ανεξίτηλη τη σφραγίδα της όχι μόνο στους διμερείς αλλά και στους πολυμερείς θεολογικούς διαλόγους. Οι πρωτοποριακές μελέτες του στον χώρο της εκκλησιολογίας αποτέλεσαν τη γονιμότερη πρόκληση των τελευταίων δεκαετιών, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν καθοριστικά όχι μόνο την εκκλησιολογική προβληματική και τον τρόπο έκφρασης των ετερόδοξων συνομιλητών μας στους διμερείς και πολυμερείς διαλόγους, αλλά και τις ίδιες τις εκκλησιολογικές θέσεις τους. Αυτό αποτυπώνεται είτε στα κοινά κείμενα των διμερών διαλόγων με τους Παλαιοκαθολικούς και τους Ρωμαιοκαθολικούς είτε σε επίσημα κείμενα συγκλίσεως και εκκλησιολογικού προβληματισμού του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Το σημαντικότερο, όμως, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι η εκκλησιολογική σκέψη του, λόγω της λειτουργικής ενότητας που παρουσιάζει με όλες τις επιμέρους πτυχές της ορθόδοξης δογματικής θεολογίας, όπως την τριαδολογία, τη χριστολογία, την πνευματολογία, την κοσμολογία, την ανθρωπολογία και την εσχατολογία, αποτελεί όχι μόνο το επίκεντρο αλλά και την αφετηρία για την αντιμετώπιση και άλλων θεολογικών προβλημάτων στους διαχριστιανικούς διαλόγους. Και αυτό είναι πάρα μα πάρα πολύ σημαντικό. Από την άποψη αυτή, πιστεύουμε ότι η συμβολή του στην επιτυχή προώθηση των διαχριστιανικών διαλόγων, με στόχο την ενότητα της Εκκλησίας, είναι καθοριστική και ανεκτίμητη.

Εναπόκειται, ωστόσο, στους μελετητές του μέλλοντος να αποτιμήσουν πλήρως τους καρπούς της. Ευχαριστώ πολύ.

Ευχαριστούμε και εμείς πάρα πολύ τον καθηγητή κ. Μαρτζέλο για την πραγματικά πολύ πειστική, νομίζω, απάντηση που δίνει στους επικριτές του Οικουμενικού Διαλόγου, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι όσοι συμμετέχουν στον Οικουμενικό Διάλογο προδίδουν την Ορθοδοξία

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΣΚΙΤΣΟΓΡΑΦΟΣ
"Σε αυτή την ενότητα της ζωής των τοπικών Εκκλησιών απεικονίζεται η ίδια η ενότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος"

ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΤΟ ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΑΛΛΑ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ.
ΑΠΕΙΚΟΝΙΖΕΤΑΙ; ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ;