Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία/Πορεία πρός τήν ὡριμότητα. 27

Συνέχεια από  Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
B11

Δύο ὅροι τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους
Anima και animus μέσα στον γάμο


Εἶναι ἀπαραίτητη ή γνώση για να σωθοῦμε;
Παθαίνουμε, γιατί ἔχουμε ἀλλοιώσει τὸν ἑαυτό μας


Φοιτητής: Ἡ γνώση ὅλων αὐτῶν ποὺ μᾶς λέτε εἶναι ἀπαραίτητη, γιὰ νὰ μὴν ἔχει ὁ χριστιανός τά προβλήματα πού ὀφείλονται στήν ἄγνοια καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινά ἄνθρωπος καί τελικά να σωθεῖ;

Ὁμιλητής: Ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει ὁπωσδήποτε να σπουδάσει ἢ ὁπωσδήποτε να μάθει ὁρισμένα πράγματα, γιὰ νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Καί πιό συγκε κριμένα, δέν χρειάζεται ὁπωσδήποτε να παρακολουθήσει αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέμε ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν πέ-σει ἔξω ἤ γιά νά μήν κάνει λάθη. Μάλιστα, θά ἔλε γα ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενο να σπουδάσει κανείς καί να μάθει πολλά, εἶναι ἐνδεχόμενο να παρακολουθή-σει αὐτές τίς ὁμιλίες, πού μιλοῦν συγκεκριμένα πάνω σ' αὐτά τά θέματα, καί τελικά πάλι νὰ τὴν πάθει. Καί τήν παθαίνει κανείς, διότι ἀλλοιώνει τόν ἑαυτό του, τον παραμορφώνει, τόν διαστρέφει, καὶ παίρνει μια ὑποκριτική στάση ἔναντι τῆς πραγματικότητος καί ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Πολλά λάθη γίνονται, ἀκριβῶς διότι θέλει κανείς νὰ μὴν κάνει λάθη. Πολλές φορές πέφτει κανείς ἔξω, διότι θέλει νὰ μὴν πέσει ἔξω.

Οἱ Φαρισαῖοι, για να φέρουμε ἕνα παράδειγ μα, δὲν ἦταν ἄνθρωποι ἀμελεῖς, ἄνθρωποι άδρα-νεῖς. Οἱ Φαρισαῖοι μελετούσαν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι μόνο μελετοῦσαν, ἀλλὰ ὄντως προσπα-θοῦσαν νὰ ἐφαρμόσουν ορισμένα πράγματα. Όντως νήστευαν, ὄντως προσεύχονταν, ὄντως και τέβαλλαν προσπάθεια να τηρήσουν τον νόμο, ὅπως βέβαια αὐτοί τον καταλάβαιναν. Ἐπειδή ὅμως ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες γίνονταν με κέντρο τον ἑαυτό τους, σιγά-σιγά, χωρίς ἴσως να το καταλά-βουν, οἱ Φαρισαῖοι ἔγιναν φαρισαίοι. Σήμερα, ὅταν ἀποκαλοῦμε κάποιον φαρισαίο, καταλαβαίνουμε τί ἐννοοῦμε. Οἱ Φαρισαῖοι εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς ὑποκρισίας, ή προσωποποίηση τῆς διπλοπρο-σωπίας. Οἱ Φαρισαῖοι κατά βάθος ἦταν κάτι ἄλλο, καὶ φαινομενικά, στα μάτια τα δικά τους καί στα μάτια τῶν ἄλλων, ήταν κάτι ἄλλο. Φοροῦσαν προ-σωπείο. Αὐτό βέβαια δὲν τὸ ἔπαθαν ἐπειδή σπού δαζαν τον νόμο, ἀλλά ἐπειδή πῆραν λανθασμένη στάση και με λανθασμένο τρόπο ἐνεργοῦσαν. Θα μποροῦσαν βέβαια να το πάθουν καί χωρίς να με λετοῦν, χωρίς να κουράζονται ὅπως κουράζονταν, ὅμως τὸ ἔπαθαν, ἂν καὶ κουράστηκαν, καί μάλιστα τὸ ἔπαθαν χειρότερα.

Ἔτσι λοιπόν καί στο θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, μπορεί κανείς ὅλα αὐτά πού συζητοῦμε νὰ τὰ ἀκούσει, νὰ τὰ γνωρίσει, ὅμως τελικά να πάθει, να πέσει έξω. Ἕνας ἄλλος μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούσει τί ποτε ἀπό αὐτά, νὰ μὴ διαβάσει, νὰ μὴ μελετήσει εἰδικά, νὰ μὴ συζητήσει κάν πάνω σ' αὐτὰ τὰ θέματα καὶ ὅμως νὰ μὴν πέσει ἔξω.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχει φύγει ἀπό τή βάση του

Σύμφωνα μὲ αὐτά που γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἀπό τούς Πατέρες, πιστεύω ὅτι ὅλα αὐτά που παθαίνει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τα πα θαίνει, διότι ἔχει φύγει ἀπὸ τὴ βάση του. Από τη στιγμή που θὰ ἀφήσει κανείς τὴν πραγματικότητα καὶ θὰ μπεῖ σὲ μιὰ περιοχή πού εἶναι ἐκτὸς πραγματικότητος, σε μια φανταστική περιοχή, ἀπὸ ἐκεῖ νη τη στιγμή ἀρχίζει να παθαίνει. Εάν κάποια στιγμή προσγειωθεῖ καί βρεθεί μέσα στην πραγμα τικότητα, τότε ἐξαφανίζονται ὅλα αὐτά που τοῦ συνέβαιναν, ἐνόσῳ ήταν στη φανταστική περιοχή

Ἐάν ἐπιτρέπεται, να φέρω αὐτό το παράδειγ μα: ἐάν κανείς πιεῖ οἰνοπνευματώδες ποτό, ἡ ἐπί-δραση τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ προκαλεί πολλά. Νομίζει πώς εἶναι ὁ Μέγας Ναπολέων, νομίζει πώς εἶναι μεγάλος στρατηγός. Αὐτὰ δὲν εἶναι φτιαχτά. Αὐτὸς ποὺ ἤπιε τὰ φαντάζεται ἐκείνη τὴν ὥρα, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὰ αἰσθάνεται έτσι, τὰ βλέπει ἔτσι, διότι το ποτό τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὸν μετέφερε σε μια ἄλλη κατάσταση. Εάν ἦταν δυνατό μὲ μιὰ ἔνεση ἢ με κάποιον ἄλλο τρό πο νὰ ἀφαιρέσουμε τὸ οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸν ὀργα νισμό του, ἀμέσως θὰ ἐξαφανίζονταν ὅλα αὐτὰ Ἐνόσῳ ὅμως εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ οἰνοπνεύ ματος, αὐτὰ θὰ συνεχίζουν νὰ ὑπάρχουν.

Ὁ σημερινός ἄνθρωπος λοιπόν ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ὁ ἀσκητής πού ζεῖ μόνος στὴν ἔρημο δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ ἐκτός πραγματικό-τητος. Ἂν τυχόν πλανηθεί και περάσει στη σφαίρα τῆς ὑποκρισίας, τῆς ὑπερηφανείας, στη σφαίρα ποὺ εἶναι ἐκτὸς πραγματικότητος, δὲν θὰ ἀργήσει πολύ να βρεθεί στη θάλασσα. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ, καθώς εἶναι μόνος, δέν βρίσκεται μέσα σ' αὐτόν τὸν ἀνταγωνισμό που ζοῦν οἱ ἄνθρωποι στη σύγ χρονη κοινωνία, ποιός δηλαδή να ξεπεράσει τον ἄλλο, ποιός νὰ ἐπιτύχει περισσότερα ἀπὸ τὸν ἄλλο

Πάρτε ὡς παράδειγμα τὸν ἑαυτό σας. Πόσο τραυματίζονται ορισμένοι, καθώς δὲν ἐπιτυγχάνουν νὰ εἰσέλθουν στο πανεπιστήμιο. Τραυματίζονται ὄχι μόνο γιατί δεν πέτυχαν, ἀλλά διότι ἄλλοι πέτυχαν. Καὶ ἔχουν ἔπειτα τούς δικούς τους νὰ τοὺς λένε ὅτι ἐκείνος πέτυχε, ἐνῶ ἐσύ ὄχι. Η μέσα στο πανεπιστήμιο πόσες φορές τραυματίζεται κανείς, καθώς παλεύει μέσα στὸν ἀνταγωνισμό πού ὑπάρχει, ποιός θα πετύχει περισσότερα, ποιός θα ξεπεράσει τὸν ἄλλο. Είναι τέτοια ή ζωή σήμερα καὶ στὸ ἐμπόριο καὶ στα γράμματα καί στὴν ἐμφάνιση καὶ γενικό τερα σε ὅλους τούς τομεῖς μέσα στην κοινωνία.

Πάει ἐκείνη ἡ ἀπλότητα ποὺ ὑπῆρχε έναν και ρὸ στοὺς ἀνθρώπους, και κυρίως στα χωριά, που έλεγε κανείς «ὅσα πετύχουμε». Πάει ἐκείνη ἡ ζωὴ ποὺ δὲν ήταν τόσο πολυσύνθετη, όπως σήμερα, που δὲν εἶχε τὸν ἀνταγωνισμό, τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνία ποιός θα ξεπεράσει τὸν ἄλλο. Τότε οἱ ἄνθρωποι ήταν πιο προσγειωμένοι και πιο συμφιλιωμένοι με την πραγματικότητα. Ήξεραν τη φτώχεια τους, τα κουρέλια τους, ἤξεραν ὅτι εἶχαν λίγο να φάνε.

Να ταπεινωθούμε καὶ νὰ ἐμπιστευθοῦμε στον Θεό

Σήμερα ο καθένας, ἀνάλογα καὶ μὲ τὸ ἄν ἔχει κάποια ψυχολογική διαταραχή καί τί εἶναι αὐτή, ζεῖ λίγο πολύ μὲ μιὰ ἰδεατή εἰκόνα' γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ αὐτὸ εἶναι καταστροφή. Ὅταν κανείς βγεῖ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ ζεῖ σὲ ἕνα φανταστι κό κόσμο, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι προσγειωμένος, ταπεινός καὶ ἀνοιχτός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώ πιον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ζεῖ πάντα με μια κρυψί νοια, μὲ ὑποκρισία, τότε πολλά μπερδεύονται μέσα του και δημιουργούνται διάφορα προβλήματα. Εάν ὑπῆρχε τρόπος να βοηθήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὥστε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος να ταπεινωθεῖ ἀληθινά, καί ἀπό τό ἄλλο μέρος νὰ ἐμπιστευθεῖ στὸν Θεό, τότε ὅλα αὐτά ποὺ τοῦ συμβαίνουν θὰ ἐξαφανίζονταν σαν και πνός κυριολεκτικά θὰ ἐξαφανίζονταν σαν καπνός,

Κάποιος μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούει ἢ νὰ μὴ διαβάζει γι' αὐτὰ τὰ θέματα, ὅπως εἶπαμε, ἀλλὰ εἶναι ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Δηλαδή, εἶναι ταπεινός, προσγειωμένος, προσαρμοσμένος στην πραγματικότητα, ἔχει ἐμπιστοσύνη στον Θεό, δὲν ξιπάζεται, καὶ ἐπομένως δὲν μπερδεύεται καί δὲν μπαίνει μέσα σε μια φανταστική σφαίρα. Αυτός μπορεῖ νὰ προχω ρήσει στον γάμο ὁμαλά, καὶ νὰ εἶναι ὁ γάμος του ἐπιτυχημένος. Δὲν εἶναι λοιπόν ἀνάγκη να μάθει ὅσα λέμε στις συναντήσεις μας αὐτές,

Διάβασα σήμερα στήν ἐφημερίδα ὅτι κάποιος ἀμερικανός εἰδικός ἐπιστήμονας, πού χρόνια ἀσχο-λεῖται μέ τὰ θέματα τοῦ γάμου, κατέληξε στο συμ-πέρασμα ὅτι οἱ γάμοι που γίνονται με συνοικέσιο εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι και πιο στέρεοι ἀπό τούς γάμους που προέρχονται ἀπό πολλή ἀγάπη. Ὅπως ἴσως ξέρετε, τα παλαιότερα χρόνια ὅλοι σχεδόν οἱ γάμοι προέρχονταν ἀπό συνοικέσιο. Καί ἐξηγεῖ τό γιατί: Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μπαίνει μέσα στον γάμο ἀπό συνοικέσιο, δὲν ζεῖ μὲ ὄνειρα, μέ φαντασίες, μὲ ἰδεατές εἰκόνες και δέν περιμένει τὸ ἅπαν ἀπό τον γάμο. Αὐτός δέν περιμένει πολλά ἀπό τὸν γάμο οὔτε αὐτὰ τὰ ὀνειρώδη πού περιμένουν ἐκεῖνοι ποὺ παντρεύονται κατ' ἄλλον τρόπο. Δέχε ται ὅσα τοῦ δώσει ὁ γάμος. Ἂν μερικά δὲν τοῦ τὰ δώσει, δὲν πειράζει δεν χάθηκε ὁ κόσμος. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ξέρουν να κάνουν ὑπομονή, ξέρουν νὰ ἀνέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἔχουν λίγες ἀπαιτήσεις καὶ εἶναι εὐτυχισμένοι.

Οἱ ἄλλοι ποὺ εἰσέρχονται στον γάμο ἀπό πολλὴ ἀγάπη, ὅπως λένε, καί ἀπό πολύ ἔρωτα, περιμέ-νουν, θα ἔλεγε κανείς, ὅ,τι περιμένουν σήμερα αὐτοί πού παίρνουν κάποια εἰδικά ναρκωτικά, πού τούς μεταφέρουν σε παραδεισένιους κόσμους. Πε-ριμένουν δηλαδή φανταστικούς παραδείσους, Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον αὐτὰ νὰ βρεθοῦν μέσα στον γάμο, καὶ ἑπομένως εἶναι κάτι πολύ σπάνιο νὰ ἀντέξει για πολύ το ὄνειρο στὸ ὁποῖο ζοῦν αὐτοί που παντρεύονται από πολλή ἀγάπη. Ἔτσι, μετά ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη, ἔρχεται ἡ πολλή δυστυχία. Ἐκεῖ που περιμένουμε πολλή εὐτυχία, βρί σκουμε πολλή δυστυχία. Πόσα συμβαίνουν καὶ τί δράματα δημιουργοῦνται στις μεγάλες αὐτές ἀγά-πες, δέν λέγεται.

Ὡς Ἐκκλησία να βοηθήσουμε τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο


Ἔχουμε ἐδῶ κάποιο θέμα, καὶ νὰ προσπαθή σουμε να το καταλάβουμε. Εἴπαμε ὅτι, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ταπεινωθεῖ ἐν Χριστῷ, να πιστέψει στον Χριστό και να ζήσει προσγειωμένος καί σύμφωνα μὲ αὐτή την ταπείνωση, μὲ αὐτή τήν πίστη, τότε πολλά ἀπό αὐτά πού τοῦ συμβαίνουν καί πολλά ἀπό αὐτά τά μπερδεμένα πού ἔχει μέσα του θὰ ἐξαφανίζονταν σαν καπνός. Συγχρόνως, θα ἤξερε να κάνει ὑπομονή στη ζωή του, να σηκώνει ὁρισμένες καταστάσεις. Θὰ ἤξερε ἐπίσης ὅτι, ἂν ἡ ἐλπίδα του περιορίζεται μόνο σ' αὐτόν τον κόσμο, εἶναι ὁ ἐλεεινότερος, δηλαδή ὁ πλέον ἀξιολύπητος, πάντων τῶν ἀνθρώπων, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Ὁ χριστιανός ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνάει αὐτὸ. Ἐὰν ἐμεῖς ὡς χριστιανοί ἐλπίζουμε μόνο σ αὐτὸν τὸν κόσμο, εἴμαστε οἱ πιο ἀξιολύπητοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Πάντοτε ἡ ἐλπίδα μας εἶναι τὸ πλήρωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ πάντοτε ἡ χαρά μας εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔρχεται. Ἐκεῖνο πού ἔχουμε είναι μόνο μια πρόγευση, ἡ ὁποία στηρίζε ται στὴν ἐλπίδα. Ἐὰν ἡ ἐλπίδα ἐκλείψει, ἐὰν δηλα δὴ δὲν ἐλπίζει κανείς σ' αὐτὸ ποὺ ἔρχεται, τότε δὲν ἔχει καὶ τὴν πρόγευση και γι' αὐτό εἶναι ὁ πιο ἀξιολύπητος ἀπό ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι ὅτι ὁ χριστιανός εἶναι δυστυχισμένος. Ὁ χριστιανός πλέει μέσα σε πραγματική εὐτυχία, ἀλλὰ ἡ εὐτυχία αὐτή στηρίζεται, πηγάζει καὶ ἐμπνέεται ἀπό τήν ἐλπίδα στην ἄλλη πραγματικότητα, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα στο πλήρωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν περιμένει πολλά ἀπό τή ζωή αὐτή. Καὶ ἂν δὲν πετύχει κάποια δουλειά καὶ ἂν δὲν κατορθώσει να πραγματοποιήσει τὰ ὄνειρά του, καὶ ἄν ἀκόμη δέν πετύχει ὁ γάμος του, δέν τοῦ στοιχίζει σὰν νὰ εἶναι αὐτὰ τὸ πᾶν. Κάπως ἔτσι ζεῖ. Επομένως, δὲν εἶναι ἀνάγκη να μάθει, δέν εἶναι ἀνάγκη να ξέρει κανείς ὅλα αὐτά που λέμε. Ἂν εἶναι ἄνθρωπος σωστός, προσγειωμένος, αὐτή ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπιά του, ἄν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ, τοῦ τὰ διδάσκει.

Το θέμα πού ἀνέφερα προηγουμένως εἶναι τὸ ἐξῆς: Ναὶ μὲν τὰ διάφορα προβλήματα ἐξαφανίζονται σαν καπνός, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν πίστη που χρειάζεται, ἀλλά ἐνόσῳ δὲν τὰ ἔχει τι γίνεται; Ενόσῳ ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέσα στη σημερινή πραγματικότητα, δηλαδή ἔχει ὅλα τὰ προβλήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούμαστε στη σύνα-ξή μας αὐτή, δὲν ἐπιτρέπεται, νομίζω, ὡς Ἐκκλησία νὰ ποῦμε στον σύγχρονο κόσμο: «Αυτά θέλατε, αὐτά πάθατε», ἀλλά ὀφείλουμε να προσπαθήσουμε με κάθε τρόπο να βοηθήσουμε τον σύγχρονο ἄν-θρωπο, που βρέθηκε μέσα σ' αὐτὰ τὰ μπλεξίματα, να καταλάβει τί τοῦ συμβαίνει, και κάπως να χα λαρώσουμε τίς ἁλυσίδες του, κάπως να ξεμπλέξουμε τα μπλεξίματά του αὐτά, ὥστε να μπορέσει ἔπειτα να πιστέψει. Γιατί μέσα στα μπλεξίματα αὐτὰ δὲν μπορεῖ κανείς να πιστέψει, να ταπεινωθεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ προσγειωθεί.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος που κάθομαι τώρα ἐγώ, ἕνας ἱερεύς, καί ἀσχολοῦμαι μὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Τὸ ἔχουμε πεῖ φυσικά καί ἄλλη φορά. Τί δουλειά ἔχω τώρα ἐγώ μὲ τὸ ἄν ὑπάρχει anima, ἂν ὑπάρχει animus καί με το τί θα κάνετε ἐσεῖς αύριο; Κανο νίστε τα μόνοι σας. Τί δουλειά ἔχω ἐγώ μὲ αὐτά; Καί ὅμως ἔχω, διότι ἐσεῖς εἶστε ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ζη τήσετε νὰ σᾶς βοηθήσω. Ἀλλά κι ἂν δὲν τὸ κάνετε αὐτό, ἐφόσον καταλαβαίνω ὡς Ἐκκλησία ὅτι, λέγοντας μερικά πράγματα, θα βοηθηθούν ὁρισμένοι να ξεφύγουν ἀπό κάποιες παγίδες, ἀπό μερικές δυ-σκολίες, ἔχω ὑποχρέωση να το κάνω· πολύ περισ-σότερο, ὅταν ξέρω ὅτι ὁπωσδήποτε κάποιοι θα ζη τήσουν να βοηθηθοῦν. Ἂν λοιπόν μποροῦμε νὰ προλάβουμε, ὥστε μερικά μπερδέματα να μή συμβοῦν καθόλου, γιατί νὰ μὴν το κάνουμε;

Δεν ξέρω ἂν ἔδωσα ἀπάντηση. Πολλά είπα ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ εἶναι μονολεκτική ἡ ἀπάντηση στο ερώτημα. Αλίμονο, ἂν χρειαζόταν κανείς να σπουδάσει ἢ νὰ μάθει, σώνει καὶ καλά, αὐτὰ που λέμε ἐδῶ γιὰ νὰ σωθεί!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Ο Ιρανικός Φοίνικας Ταπεινώνει τον Αετό των ΗΠΑ


Δεν είναι τυχαίο ότι ο μύθος του Φοίνικα προέρχεται από την Περσία, παρόλο που ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός τον άντλησε αργότερα από την Αίγυπτο. Ναι, επειδή το Ιράν, μετά από περισσότερο από έναν αιώνα εκμετάλλευσης, φιλοδυτικών δικτατοριών και 50 ετών κυρώσεων, για να μην αναφέρουμε την πληρωμένη δαιμονοποίηση της χώρας από αναξιοπρεπείς μισθοφόρους, αναγεννάται από τις στάχτες του και το κάνει αυτό επιβάλλοντας την πτώση των αφεντικών του. Ο Μπεν Ρόουντς, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ , λέει: «Είναι δύσκολο να χάσεις έναν τόσο σύντομο πόλεμο τόσο ολοκληρωτικά ». Και ο Γιαΐρ Λαπίντ, πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ και ηγέτης της αντιπολίτευσης, δήλωσε ότι «δεν έχει υπάρξει ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή σε ολόκληρη την ιστορία μας ». Πράγματι, η ζημιά που έχουν προκαλέσει στον εαυτό τους το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι συγκλονιστική, σχεδόν όση έχει προκαλέσει στον εαυτό της η Ευρώπη με τη μανιακή Ρωσοφοβία της. Η JP Morgan έχει υπολογίσει ότι, βάσει της νέας συμφωνίας για τα διόδια στο Ορμούζ (την οποία τα κράτη του Κόλπου έχουν επιβεβαιώσει ότι επιτρέπεται βάσει του σχεδίου κατάπαυσης του πυρός), το Ιράν θα μπορούσε να κερδίσει 70-90 δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετα ετήσια έσοδα, που ισοδυναμούν με το 20% του ΑΕΠ του - το πιο πολύτιμο γεωγραφικό εισόδημα στον πλανήτη, δεδομένου ότι η Διώρυγα του Σουέζ αποφέρει στην Αίγυπτο 9-10 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως και η Διώρυγα του Παναμά περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Όλα αυτά επειδή ο Τραμπ, επηρεασμένος από τον Νετανιάχου και έναν κύκλο ευαγγελικών ηλιθίων, όταν η δολοφονική επιδρομή που υποτίθεται ότι θα πυροδοτούσε μια επανάσταση στην Τεχεράνη απέτυχε, απέτυχε εντελώς να κατανοήσει το νόημα αυτής της ικανότητας αντίστασης. Σκέφτηκε (αν και καταλαβαίνω ότι αυτή είναι μια κάπως βαριά λέξη για τον χαρακτήρα) ότι θα μπορούσε ακόμα να κερδίσει το παιχνίδι μπλοφάροντας, όπως έκανε πάντα σε όλη του τη ζωή ως δισεκατομμυριούχος. Μόλις εξαντλήθηκαν τόσο οι επιθετικοί όσο και οι αμυντικοί του πύραυλοι, απείλησε με επίγεια επίθεση, κάτι που στα χαρτιά ήταν τρέλα. Στη συνέχεια, σκέφτηκε ακόμη και τα πυρηνικά όπλα, μετά μεταπήδησε στο πρόσχημα της ειρήνης και τελικά κατέφυγε σε ναυτικό αποκλεισμό, για τον οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν τα μέσα επειδή για να αποφύγουν τους ιρανικούς πυραύλους πρέπει να παραμείνουν τουλάχιστον σε απόσταση μεγαλύτερη των χίλιων χιλιομέτρων. Και μάλιστα, μόλις χθες, ο Λευκός Οίκος ήρε τον αποκλεισμό, κάτι που, άλλωστε, ήταν απλώς ένα αστείο, ουσιαστικά καθιστώντας σαφές ότι όλα ήταν απλώς εικασίες στο χρηματιστήριο. Αλλά η μπλόφα δεν είναι ποτέ καλή στρατηγική για κάποιον που δεν μπορεί να κάνει πίσω στο παιχνίδι επειδή η ίδια του η ύπαρξη εξαρτάται από αυτό. Δεν είναι σαν να παίρνεις ένα δέμα. Το τελικό αποτέλεσμα συνοψίζεται από την Jennifer Kavanagh, πρώην διευθύντρια του προγράμματος Στρατηγικής του Στρατού στην Rank Corporation, μία από τις πιο σημαντικές αμερικανικές δεξαμενές σκέψης: «Αυξάνοντας τα διακυβεύματα τόσο νωρίς, έχουν μεγιστοποιήσει τη ζημιά στην αντίληψη για την αμερικανική ισχύ. Αυτή είναι μια σαφής στρατηγική ήττα για τις Ηνωμένες Πολιτείες » .

Αυτός ο πόλεμος διαφέρει ριζικά από τους δυστυχώς αμέτρητους άλλους που έχουν διεξάγει οι ΗΠΑ από το 1950: Αφγανιστάν, Λιβύη, Ιράκ, Σερβία και ούτω καθεξής. Σε αυτές τις περιπτώσεις, υπήρχε μια τεράστια ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ επιτιθέμενου και θύματος που μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο μέσω ανταρτοπόλεμου, όπως είχε συμβεί στο Βιετνάμ, όπου το σχέδιο καταπάτησης ενός ολόκληρου πληθυσμού είχε αποτύχει. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η κατάσταση ήταν διαχειρίσιμη, επειδή, τελικά, η κυβέρνηση-μαριονέτα του Νότιου Βιετνάμ φάνηκε επίσημα να είναι η ηττημένη, ακόμη και αν η διαφυγή των Αμερικανών και των ντόπιων υποστηρικτών τους από τη Σαϊγκόν παρείχε εικόνες που έχουν παραμείνει εμβληματικές: το τελευταίο ελικόπτερο που απογειώνεται από την ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας με ανθρώπους που προσπαθούν να κρατηθούν από το αεροσκάφος ή το σήμα διαφυγής, τα «Λευκά Χριστούγεννα» του Μπινγκ Κρόσμπι. Αλλά η συμμετρική ήττα, με τα πιο προηγμένα μαχητικά να καταρρίπτονται, τις βάσεις να καταστρέφονται, τον εξοπλισμό ραντάρ αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων να καταστρέφεται, ακόμη και ένα αεροπλανοφόρο να χτυπιέται, μαζί με άλλα πλοία, και τον έλεγχο του αντιπάλου στο σημαντικότερο ωκεάνιο πέρασμα του κόσμου, είναι εντελώς διαφορετικό θέμα. Η μόνη μη ηθικά υποτιμητική επιτυχία που έχουν σημειώσει οι ΗΠΑ είναι η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής χωρητικότητας Κίνας-Ιράν. Αλλά τώρα έχει ήδη ανακατασκευαστεί και χιλιάδες αντιαεροπορικά όπλα εισρέουν.

Όλα αυτά θα έχουν ένα τίμημα τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για το Ισραήλ. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Πακιστάν μετέφερε δύο μοίρες μαχητικών αεροσκαφών (κινεζικά, όχι λιγότερο) στη Σαουδική Αραβία πριν από λίγες ημέρες, στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής συμμαχίας που υπογράφηκε πέρυσι, έχει σχεδόν αγνοηθεί εντελώς. Το Πακιστάν είναι πλέον η μόνη χώρα με μουσουλμανική πλειοψηφία που διαθέτει πυρηνικά όπλα, πράγμα που σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία, η οποία για δεκαετίες βασιζόταν στην αμερικανική στρατιωτική ομπρέλα, έχει πλέον τη δική της «πυρηνική ασφάλιση». Αλλά ο «ασφαλιστής» δεν είναι η Ουάσινγκτον, αλλά το Ισλαμαμπάντ. Όλοι συνειδητοποιούν ότι οποιαδήποτε συμμαχία με τις ΗΠΑ είναι μια συμμαχία που ωφελεί μόνο τις ΗΠΑ. Περιμένω να το καταλάβει και κάποιος εδώ, παρόλο που υπάρχουν κάποια σημάδια, όπως το κλείσιμο του εναέριου χώρου της από την Ισπανία σε αμερικανικά και ισραηλινά στρατιωτικά αεροσκάφη. Αυτό είναι σίγουρα περισσότερο θεωρητικό παρά πρακτικό, δεδομένου ότι η Ιβηρική Χερσόνησος βρίσκεται μακριά από το θέατρο δράσης. Αλλά αυτά τα αρχικά σημάδια που προέρχονται από τις αποικίες θα πρέπει να κάνουν την Ουάσινγκτον να σκεφτεί, αν κάποιος το κάνει.

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

 Συνέχεια από Τετάρτη 1η. Απριλίου 2026

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 3
Του Enrico Berti.

Τί είναι η γνώση;

… Αν, όπως είδαμε, η εμπειρία είναι γνώση του επιμέρους, στην οποία όμως ήδη εμπεριέχεται η απαίτηση του καθολικού, και αν το καθολικό και το επιμέρους αντιστοιχούν αντίστοιχα στο «διότι» και στο «ότι», τότε μπορεί να ειπωθεί επίσης ότι η εμπειρία είναι γνώση του «ότι», μέσα στην οποία ήδη εμπεριέχεται το ερώτημα του «διότι», δηλαδή είναι μια γνώση κατ’ ουσίαν προβληματική (19).

Αλλά επειδή ακριβώς η απαίτηση της καθολικότητας αποτελεί τον λόγο για τον οποίο η εμπειρία μπορεί να θεωρηθεί ως η αρχή της γνώσης, και αυτή η απαίτηση καθολικότητας διαμορφώνεται ως ερώτημα του «γιατί», δηλαδή ως προβληματικότητα, μπορεί να συναχθεί ότι η γνώση συνίσταται πρωτίστως στο να καθιστά προβληματική κάθε προηγούμενη βεβαιότητα. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη στο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής, όπου ο Αριστοτέλης, επαναλαμβάνοντας μια πλατωνική έννοια, δηλώνει ότι οι άνθρωποι οδηγήθηκαν για πρώτη φορά στη φιλοσοφία, δηλαδή στην αγάπη για τη γνώση, και οδηγούνται ακόμη και σήμερα, ακριβώς από το θαύμα, έχοντας αρχικά θαυμάσει μπροστά στα πιο άμεσα παράδοξα, και φθάνοντας έπειτα, λίγο λίγο, να θέτουν ερωτήματα σχετικά με τα μεγαλύτερα πράγματα (20).

Η προβληματικότητα, η οποία έτσι έρχεται να χαρακτηρίσει τη γνώση, ως συνέπεια της ταύτισης μεταξύ του καθολικού και της αιτίας, ανανεώνεται συνεχώς, λόγω του χαρακτήρα της διαρκούς ανοικτότητας και της μη ολοκλήρωσης που είναι ίδιον του καθολικού. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από τη συνέχεια του χωρίου των Αναλυτικών που εξετάστηκε προηγουμένως, το οποίο, παρά την εξαιρετική του συντομία, είναι πυκνό σε θεωρητική σημασία. Αφού περιέγραψε τη στάση του πρώτου καθολικού στην ψυχή, ο Αριστοτέλης συνεχίζει: «Και πάλι σε αυτά συμβαίνει μια στάση (ἵσταται), μέχρι να σταθούν εκείνα που είναι χωρίς μέρη, δηλαδή τα καθολικά κατ’ εξοχήν· για παράδειγμα ένα ορισμένο ζώο, μέχρι να σταθεί το ζώο, και σε αυτό εξίσου άλλα» (21).

Το νόημα του χωρίου είναι σαφές: μετά τον σχηματισμό των πρώτων καθολικών, που αντιπροσωπεύουν την πρώτη στάση της ροής της εμπειρίας, η κίνηση επαναλαμβάνεται, δηλαδή έχουμε μια νέα προβληματοποίηση, στην οποία ακολουθεί μια νέα στάση, δηλαδή μια νέα καθολίκευση, και η διαδικασία συνεχίζεται, μέχρι να φθάσουμε στη μέγιστη καθολίκευση, που αντιπροσωπεύεται από τα καθολικά κατ’ εξοχήν, απλούστατα, μη περαιτέρω αναλύσιμα σε μέρη, δηλαδή μη οριζόμενα κατά γένος και ειδική διαφορά, δηλαδή τις κατηγορίες, τα ανώτατα γένη. Μόλις φθάσουμε σε αυτό το σημείο, τερματίζεται η διαδικασία που περιγράφηκε έως τώρα, δηλαδή εκείνη που συνίσταται στην καθολίκευση, στην ενοποίηση των προηγούμενων δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από τις κατηγορίες δεν υπάρχει καμία ενότητα όμοια με τις προηγούμενες, και συνεπώς δεν είναι πλέον δυνατή καμία στάση. Δεν σημαίνει όμως ότι οι κατηγορίες αποτελούν ενότητα και συνεπώς δεν μπορούν να υποβληθούν περαιτέρω σε προβληματοποίηση. Αντίθετα, ακριβώς το γεγονός ότι είναι πολλές και δεν μπορούν να αναχθούν σε καμία ανώτερη ενότητα σημαίνει ότι η πολλαπλότητά τους γεννά μια πιο ριζική προβληματικότητα από ό,τι στα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, στην οποία θα έχουμε την ευκαιρία να επανέλθουμε στη συνέχεια. Αυτό που παραμένει πάντως ασφαλές είναι η συνεχής ανοικτότητα της διαδικασίας, η διαρκής της μή ολοκλήρωση.

Αυτή η δυναμική διαμόρφωση του καθολικού παρομοιάζεται εύγλωττα από τον Αριστοτέλη με τη στάση ενός πρώτου στρατιώτη μέσα στη χαοτική φυγή ενός στρατού σε υποχώρηση. Μετά τον πρώτο, σταματά ένας δεύτερος, έπειτα ένας τρίτος, και ούτω καθεξής, μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη (22). Προφανώς ο στρατός που τρέπεται σε φυγή είναι η άτακτη ροή των αισθητηριακών γνώσεων. Η προοδευτική στάση των διαφόρων στρατιωτών είναι η διαδικασία σχηματισμού των εννοιών, η οποία επιφέρει τη σταδιακή αναδιοργάνωση των αισθητηριακών γνώσεων. Αυτή η διαδικασία αρχίζει με τη στάση ενός μόνο στρατιώτη, αλλά προφανώς δεν ολοκληρώνεται με αυτήν. Η πρώτη στάση παράγει μια δεύτερη, κατόπιν μια τρίτη, μια τέταρτη, και ούτω καθεξής. Μόνο με την αναδιοργάνωση του στρατού στο σύνολό του η διαδικασία ολοκληρώνεται, αλλά πρόκειται για ένα τέλος, όπως θα δούμε, διαφορετικού είδους από τις προηγούμενες στάσεις, το οποίο δεν κάνει παρά να επιβεβαιώνει οριστικά την ανοικτότητα (23).

Η ανεξάντλητη φύση της διαδικασίας σημαίνει ότι, κατά την άνοδο από το «ότι» στο «γιατί», κάθε «γιατί» που κατακτάται μετατρέπεται αμέσως σε ένα νέο «ότι», το οποίο παραπέμπει σε ένα νέο «γιατί». Επομένως, η προβληματικότητα που χαρακτηρίζει τη γνώση στο αρχικό της στάδιο, δηλαδή στο επίπεδο της εμπειρίας, δεν επιλύεται ποτέ, αλλά συνοδεύει διαρκώς τη γνώση στη σταδιακή της συγκρότηση, μέχρι να διαπεράσει κάθε προηγούμενη βεβαιότητα και να καταστεί καθαρή προβληματικότητα (24).

Αυτό, ωστόσο, δεν εμποδίζει το γεγονός ότι, σε διαφορετικά επίπεδα, η διαδικασία της προβληματοποίησης μπορεί να ανασταλεί και, αντί να αναζητούνται νέα «γιατί», να προτιμάται η επιστροφή στο «ότι», δηλαδή η αξιοποίηση των ήδη αποκτημένων αποτελεσμάτων για να εξηγηθεί εκείνο από το οποίο είχε αρχικά ξεκινήσει η έρευνα. Μια τέτοια αναστολή όχι μόνο είναι δυνατή, αλλά είναι και αναγκαία, ώστε η γνώση να αποκτήσει συνοχή και να συγκροτηθεί ως ολοκληρωμένος οργανισμός. Διότι, αν η γνώση είναι επιστήμη και η επιστήμη είναι η γνώση της αιτίας, ο σκοπός για τον οποίο κινείται προς αναζήτηση της αιτίας δεν είναι βέβαια να τη γνωρίσει ως κάτι που με τη σειρά του έχει ανάγκη εξήγησης, αλλά να τη χρησιμοποιήσει για να εξηγήσει εκείνο του οποίου είναι αιτία. Η συνοχή και η πληρότητα που αποκτά έτσι η γνώση δεν είναι ασφαλώς απόλυτες, αλλά σχετικές με το επίπεδο της έρευνας στο οποίο επήλθε η αναστολή και με τον τομέα της εμπειρίας που καλύπτεται από το αντίστοιχο καθολικό.

Αυτή η όψη της γνώσης, όπως και εκείνη της έρευνας, παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη στο ίδιο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής. Εκεί πράγματι παρατηρεί ότι όλοι αρχίζουν με το να θαυμάζουν το ότι ένα πράγμα συμβαίνει με έναν ορισμένο τρόπο, για παράδειγμα ότι η διαγώνιος ενός τετραγώνου είναι ασύμμετρη προς την πλευρά· αλλά, όταν μάθουν την αιτία αυτού, βρίσκονται σε μια κατάσταση αντίθετη από την προηγούμενη: διότι κανένας γεωμέτρης δεν θα θαύμαζε πλέον τίποτε, όπως δεν θα θαύμαζε το ότι η διαγώνιος θα ήταν συμμετρήσιμη προς την πλευρά (26).

Εξάλλου, είδαμε ότι και στα Αναλυτικά Ύστερα, όπου περιγράφεται η διαδικασία σχηματισμού του καθολικού, τονίζεται ο χαρακτήρας της σταθερότητας που διαθέτει η γνώση σε σχέση με τη μεταβλητότητα της εμπειρίας. Σε αυτή τη σταθερότητα και συνοχή πιθανώς παραπέμπει και η ίδια η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες για να δηλώσουν τη γνώση με την πιο αυστηρή έννοια, δηλαδή ἐπιστήμη, στην οποία φαίνεται να υπάρχει η ρίζα του στῆναι, όπως υπέθεσε ήδη ο Πλάτων, και ακολούθως και ο ίδιος ο Αριστοτέλης (*). Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και στη γερμανική γλώσσα με τη λέξη Verstand, η οποία σε ορισμένες πλευρές αντιστοιχεί στην ελληνική ἐπιστήμη και περιέχει τη ρίζα του stehen.

Η όψη της ολοκλήρωσης, δηλαδή της επιστροφής από το «γιατί» στο «ότι», στην οποία εκφράζεται η σταθερότητα, είναι τόσο ουσιώδης για την επιστήμη, ώστε σε πολλές περιπτώσεις γίνεται αποκλειστική. Πράγματι, αν στο πρώτο βιβλίο της Μεταφυσικής το όνομα της επιστήμης αποδίδεται στο επίπεδο γνώσης που αντιστοιχεί γενικά στη γνώση των αιτίων, δηλαδή του «γιατί», χωρίς διάκριση στιγμών, στα Αναλυτικά Ύστερα περιορίζεται μόνο στη φθίνουσα φάση, δηλαδή στη δομή της ολοκληρωμένης γνώσης, στην επιστροφή από το «γιατί» στο «ότι». Σε αυτό το έργο, η διαδικασία απόκτησης των αιτίων —ο Αριστοτέλης μιλά για αρχές, αλλά πρόκειται για το ίδιο πράγμα (27)—, και μάλιστα η γνωστική πράξη με την οποία αυτή ολοκληρώνεται, διακρίνεται ρητά από την επιστήμη, ως προγενέστερη αυτής και ως προϋπόθεσή της, και ονομάζεται νοῦς (28).

Για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται αυτή η διαδικασία, ο Αριστοτέλης δεν άφησε καμία ολοκληρωμένη περιγραφή, πέρα από τις πολύ σύντομες νύξεις που έχουμε ήδη εξετάσει (29). Για να αποκτήσουμε, επομένως, σαφή γνώση της, δεν απομένει παρά να εξετάσουμε τη μέθοδο που εφαρμόζει ο Σταγειρίτης στις διάφορες έρευνές του· και αυτό θα κάνουμε στη συνέχεια, εξετάζοντας εκείνη από αυτές που ενδιαφέρει περισσότερο τη μελέτη μας, δηλαδή την πρώτη φιλοσοφία. Αντίθετα, η όψη της ολοκληρωμένης γνώσης, δηλαδή η επιστροφή από το «γιατί» στο «ότι», η επιστήμη με την αυστηρή έννοια, έχει αναλυθεί εκτενώς από τον Αριστοτέλη στα Αναλυτικά Ύστερα, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως το έργο που είναι αφιερωμένο ακριβώς στη διαπραγμάτευση αυτού του ζητήματος. Σε αυτό, λοιπόν, είναι σκόπιμο να στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.


Σημειώσεις:


(20) Metaph. 1, 2, 982 b 12-15. Για τη θεωρητική εμβάθυνση αυτού του χωρίου, βλ. M. GENTILE, όπ. παρ., κεφ. 3 και 1, ιδίως σσ. 36-37 και 47-51.
(21) An. post. II, 19, 100 b 1-3.
(22) Στο ίδιο, 100 a 12-13.
(23) Η συνεχής ανοικτότητα σε νέες εμβαθύνσεις, που χαρακτηρίζει την έννοια στη διδασκαλία του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, έχει επισημανθεί από τον M. GENTILE, Il valore attuale della dottrina classica del concetto, στο «Le parole e le idee», 3, 1961, 99-108.
(24) Και ως προς αυτό το ζήτημα, βλ. το δοκίμιο του M. GENTILE, La problematicità pura, Padova, 1942, το οποίο επανεκδόθηκε στο Filosofia e Umanesimo, Brescia, 1947, και στο Come si pone il problema metafisico, όπ. παρ., σσ. 31-14.
(25) Metaph. 1, 2, 983 a 12-21. Για το χωρίο αυτό έχει πρόσφατα επιστήσει την προσοχή ο G. VERBEKE, Démarches de la réflexion métaphysique chez Aristote, στο Aristote et les problèmes de méthode, όπ. παρ., 107-129, ιδίως 122-123, σημ. 29.
(26) Πρβλ. PLAT., Crat. 437a2: ἐπιστήμην – «μᾶλλον ἔοικε σημαίνοντι ὅτι ἴστησιν ἡμῶν ἐπὶ τοῖς πράγμασι τὴν ψυχήν». ARISTOT., Phys. VIII, 3, 247 b 10-11: «τῷ γὰρ ἠρεμῆσαι καὶ στῆναι τὴν διάνοιαν ἐπίστασθαι καὶ φρονεῖν λέγομεν». Για τα χωρία αυτά έχει πρόσφατα επιστήσει την προσοχή ο P. AUBENQUE, Le problème de l'être chez Aristote, Paris, 1962, σ. 208.
(27) Metaph. V, 1, 1013 b 17: «πάντα γὰρ τὰ αἴτια ἀρχαί».
(28) An. post. II, 19, 100 b 5-15.
(29) Η αρχή των Φυσικών (Phys. 1, 1, 184 a 16-26), στην οποία πρόσφατα έγινε αναφορά, ως περιγραφή της έρευνας των αρχών, από τον W. WIELAND, Das Problem der Prinzipienforschung und die aristotelische Physik, στο Kant-Studien, 52, 1960-61, 206-219, καθώς και στο Die aristotelische Physik, Göttingen, 1962, σσ. 54-57, και τον οποίο ακολουθούν ο L. LUGARINI, Aristotele e l'idea della filosofia, Firenze, 1961, κεφ. 4 και 8, και Filosofia e scienza nel pensiero di Aristotele, στο «Il pensiero critico», 3 (Ν.Σ.), 1961, 30-52, μας λέει απλώς ότι πρέπει να προχωρούμε από το περισσότερο γνωστό σε εμάς προς το περισσότερο γνωστό καθ’ εαυτό και από το σύνθετο προς το απλό, δηλαδή από τα αποτελέσματα προς τα αίτια και από το πολλαπλό προς το ένα· συνεπώς δεν προσθέτει τίποτε ουσιαστικά νέο σε όσα ήδη προέκυπταν από τα Αναλυτικά.

Συνεχίζεται με:

2. – Η επιστήμη ως απόδειξη

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης

Αν τα στοιχεία της πεπερασμένης καθαρής γνώσης εξαρτώνται ουσιωδώς το ένα από το άλλο, τότε αυτό ήδη εμποδίζει να τους προσκολληθεί η ενότητά τους ως ένα εκ των υστέρων «συνάθροισμα». Το ότι και το πώς η ενότητα βρίσκεται στη βάση των στοιχείων έχει ακριβώς καταστεί ασαφές και δυσδιάκριτο μέσω της προηγούμενης απομόνωσης. Αν όμως μια ανάλυση διατηρεί την τάση προς την αποκάλυψη της πρωταρχικής ενότητας, αυτό δεν εγγυάται ακόμη την πλήρη κατανόησή της. Αντιθέτως, με την οξύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η απομόνωση, και με την ακόμη εντονότερα αναδυόμενη ιδιομορφία ιδίως του δεύτερου στοιχείου, είναι αναμενόμενο ότι αυτή η απομόνωση δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί πλήρως, ώστε τελικά η ενότητα να μην αναπτυχθεί ρητά από την ίδια της την αρχή.

Ότι η ενότητα δεν είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάθροισης των στοιχείων, αλλά το ίδιο το πρωταρχικό ενοποιητικό στοιχείο, προαναγγέλλεται ήδη από την ονομασία της ως «σύνθεση».

Ωστόσο, στην πλήρη δομή της πεπερασμένης γνώσης, ποικίλες συνθέσεις είναι αναγκαία αλληλοσυνδεδεμένες (78). Στη βεβαιωτική (veritative) σύνθεση ανήκει η κατηγορηματική, μέσα στην οποία ενσωματώνεται η αποφαντική. Ποια από αυτές τις συνθέσεις εννοείται όταν τίθεται το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης; Προφανώς η βεβαιωτική· διότι αυτή αφορά την ενότητα της εποπτείας και της σκέψης. Σε αυτήν, όμως, περιλαμβάνονται αναγκαστικά και οι υπόλοιπες.

Η ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης οφείλει να αποτελεί την ενότητα της συνάθροισης όλων των δομικών συνθέσεων στο σύνολό τους. Η βεβαιωτική σύνθεση αποκτά επομένως προτεραιότητα στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης μόνο στον βαθμό που σε αυτήν συγκεντρώνεται το πρόβλημα της σύνθεσης. Αυτό δεν αποκλείει ότι το πρόβλημα προσανατολίζεται εξίσου αναγκαία και στις άλλες μορφές σύνθεσης.

Στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης πρόκειται επιπλέον για την καθαρή βεβαιωτική σύνθεση. Το ζητούμενο είναι η πρωταρχική ενοποίηση της καθαρής καθολικής εποπτείας (του χρόνου) και της καθαρής σκέψης (των εννοιών). Όμως η καθαρή εποπτεία είναι ήδη καθ’ εαυτήν, ως παράσταση ενός ενιαίου όλου, κάτι σαν μια εποπτική ενοποίηση. Γι’ αυτό και ο Καντ μιλά εύστοχα για μια «σύνοψη» (Synopsis) στην εποπτεία (80). Ταυτόχρονα, η ανάλυση της έννοιας ως «αναστοχαστικής έννοιας» έδειξε ότι η καθαρή σκέψη, ως παράσταση καθαρών ενοτήτων, είναι από τη φύση της ενοποιητική και, υπό αυτή την έννοια, «συνθετική».


Το πρόβλημα της καθαρής βεβαιωτικής ή οντολογικής σύνθεσης πρέπει επομένως να τεθεί ως εξής: πώς εμφανίζεται η πρωταρχική (βεβαιωτική) «σύνθεση» της καθαρής σύνοψης και της καθαρής αναστοχαστικής (κατηγορηματικής) σύνθεσης; Ήδη από τη μορφή αυτού του ερωτήματος μπορεί να εκτιμηθεί ότι η ζητούμενη σύνθεση πρέπει να έχει έναν εξαιρετικό χαρακτήρα, εφόσον καλείται να ενοποιήσει κάτι που ήδη παρουσιάζει δομή σύνθεσης. Η ζητούμενη σύνθεση πρέπει εκ των προτέρων να είναι αντάξια των μορφών που πρόκειται να ενοποιηθούν, δηλαδή της «σύνθεσης» και της «σύνοψης»· πρέπει η ίδια να τις συγκροτεί πρωταρχικά μέσα στην ενοποίησή τους.

§ 14. Η οντολογική σύνθεση

Το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης προκύπτει από την προηγούμενη απομόνωση αυτών των στοιχείων. Ο χαρακτήρας της ενότητας που τους ανήκει μπορεί αρχικά να σκιαγραφηθεί δείχνοντας πώς το καθένα από αυτά τα στοιχεία απαιτεί δομικά το άλλο. Παρουσιάζουν αρθρώσεις που προοιωνίζονται μια ήδη συναρμοσμένη ενότητα. Η βεβαιωτική σύνθεση είναι τότε εκείνο που όχι μόνο εφαρμόζεται σε αυτές τις αρθρώσεις, συνενώνοντας τα στοιχεία, αλλά που πρωτίστως «αρθρώνει» αυτές τις αρθρώσεις.

Γι’ αυτό και ο Καντ εισάγει τη γενική χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης με την ακόλουθη παρατήρηση:
«Αντιθέτως, η υπερβατολογική λογική έχει ενώπιόν της ένα πολλαπλό της αισθητικότητας a priori, το οποίο της παρέχει η υπερβατολογική αισθητική, ώστε να δώσει στους καθαρούς εννοιολογικούς όρους του νου ένα υλικό, χωρίς το οποίο αυτοί θα ήταν χωρίς περιεχόμενο, δηλαδή εντελώς κενές. Ο χώρος και ο χρόνος περιέχουν ένα πολλαπλό της καθαρής εποπτείας a priori, ανήκουν όμως συγχρόνως στους όρους της δεκτικότητας του νου μας, υπό τους οποίους μόνον μπορεί να δέχεται παραστάσεις αντικειμένων, και οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει πάντοτε να επηρεάζουν την έννοια αυτών. Όμως η αυθορμησία της σκέψης μας απαιτεί τούτο το πολλαπλό να διαπεραστεί πρώτα κατά κάποιον τρόπο, να προσληφθεί και να συνδεθεί, ώστε να καταστεί γνώση. Αυτή την ενέργεια την ονομάζω σύνθεση.» (81)

Η αλληλεξάρτηση της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης εισάγεται εδώ αρχικά με έναν παράδοξα εξωτερικό τρόπο. Αυστηρά όμως μιλώντας, δεν είναι η «υπερβατολογική λογική» που έχει ενώπιόν της το καθαρό πολλαπλό του χρόνου· αυτή η «παρουσία» ανήκει στη δομή της ουσίας της καθαρής σκέψης που αναλύεται από την υπερβατολογική λογική. Αντίστοιχα, δεν είναι η υπερβατολογική αισθητική που «προσφέρει» το καθαρό πολλαπλό, αλλά η καθαρή εποπτεία είναι εξ αρχής προσφέρουσα, και μάλιστα προς την κατεύθυνση της καθαρής σκέψης.

Αυτό το καθαρό δεδομένο εισάγεται ακόμη πιο έντονα ως μια «επίδραση» (Affizieren), χωρίς όμως να πρόκειται για αισθητηριακή επίδραση. Εφόσον αυτή η επίδραση ανήκει «πάντοτε» στην καθαρή γνώση, σημαίνει ότι η καθαρή σκέψη μας τίθεται πάντοτε ενώπιον του χρόνου που την αφορά. Το πώς αυτό είναι δυνατόν παραμένει αρχικά σκοτεινό.

Μέσα σε αυτή την ουσιακή αλληλεξάρτηση της καθαρής σκέψης μας από το καθαρό πολλαπλό, η περατότητα της σκέψης μας απαιτεί το πολλαπλό αυτό να προσαρμόζεται στην ίδια τη σκέψη, δηλαδή σε αυτήν ως έννοια που καθορίζει. Για να μπορεί όμως η καθαρή εποπτεία να καθοριστεί μέσω καθαρών εννοιών, το πολλαπλό της πρέπει να αποσπαστεί από τη διάχυση, δηλαδή να διαπεραστεί και να συγκεντρωθεί. Αυτή η αμοιβαία προετοιμασία του ενός για το άλλο συντελείται σε εκείνη την πράξη που ο Καντ ονομάζει γενικά «σύνθεση». Σε αυτήν συναντώνται τα δύο καθαρά στοιχεία, καθένα από τη δική του πλευρά· αυτή κλείνει τις αμοιβαία υποδεικνυόμενες αρθρώσεις και συγκροτεί έτσι την ουσιακή ενότητα μιας καθαρής γνώσης.

Αυτή η σύνθεση δεν ανήκει ούτε στην εποπτεία ούτε στη σκέψη. Έχοντας, κατά κάποιον τρόπο, έναν διαμεσολαβητικό ρόλο «ανάμεσα» στις δύο, συγγενεύει με αμφότερες. Επομένως, πρέπει να μοιράζεται γενικά με τα στοιχεία τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους, δηλαδή να είναι μια παράσταση. «Η σύνθεση εν γένει είναι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, απλώς το αποτέλεσμα της φαντασίας, μιας τυφλής, αν και αναγκαίας λειτουργίας της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε καθόλου γνώση, αλλά της οποίας σπάνια έχουμε συνείδηση» (82).

Με αυτό υποδηλώνεται αρχικά ότι κάθε μορφή σύνθεσης που εμφανίζεται στη δομή της γνώσης προέρχεται από τη φαντασία. Εδώ όμως πρόκειται ειδικότερα και πρωτίστως για την ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης, δηλαδή για την «καθαρή σύνθεση». Καθαρή ονομάζεται όταν «το πολλαπλό δίνεται a priori» (83). Η καθαρή σύνθεση εντάσσεται, επομένως, σε εκείνο που ενοποιείται ως σύνοψη (Synopsis) στην καθαρή εποπτεία.

Ταυτόχρονα, όμως, απαιτεί μια αναφορά σε μια καθοδηγητική ενότητα. Στην καθαρή σύνθεση ανήκει, συνεπώς, το ότι ως ενοποιητική παράσταση προδιαθέτει εκ των προτέρων την ενότητα που της αντιστοιχεί ως τέτοια, δηλαδή την παρασταίνει καθολικά. Το να παρασταθεί καθολικά αυτή η ουσιακά δική της ενότητα σημαίνει όμως ότι η καθαρή σύνθεση φέρνει τον εαυτό της, ως προς την ενότητα που παριστάνεται μέσα της, στην έννοια που της προσδίδει ενότητα. Έτσι, η καθαρή σύνθεση ενεργεί αφενός καθαρά συνοπτικά στην καθαρή εποπτεία και αφετέρου καθαρά αναστοχαστικά στην καθαρή σκέψη. Από αυτό προκύπτει ότι στην ενότητα της πλήρους ουσίας της καθαρής γνώσης ανήκουν τρία στοιχεία:

«Το πρώτο που πρέπει να μας δοθεί, προς χάριν της γνώσης όλων των αντικειμένων a priori, είναι το πολλαπλό της καθαρής εποπτείας· η σύνθεση αυτού του πολλαπλού μέσω της φαντασίας είναι το δεύτερο, αλλά δεν παρέχει ακόμη γνώση. Οι έννοιες, που δίνουν ενότητα σε αυτή την καθαρή σύνθεση και συνίστανται αποκλειστικά στην παράσταση αυτής της αναγκαίας συνθετικής ενότητας, αποτελούν το τρίτο στοιχείο για τη γνώση ενός δεδομένου αντικειμένου και στηρίζονται στον νου» (84).

Σε αυτή την τριάδα, η καθαρή σύνθεση της φαντασίας κατέχει τη μέση θέση. Αυτό όμως δεν έχει την εξωτερική σημασία ότι η φαντασία απλώς αναφέρεται μεταξύ του πρώτου και του τρίτου στοιχείου στην απαρίθμηση των όρων της καθαρής γνώσης. Αυτή η «μέση» είναι δομική. Σε αυτήν συναντώνται και συνδέονται η καθαρή σύνοψη και η καθαρή αναστοχαστική σύνθεση. Αυτή η συνένωση εκφράζεται για τον Καντ στο ότι διαπιστώνει την ταυτότητα της καθαρής σύνθεσης μέσα στον «συν-χαρακτήρα» της εποπτείας και του νου.

«Η ίδια λειτουργία, η οποία δίνει ενότητα στις διάφορες παραστάσεις μέσα σε μια κρίση, δίνει επίσης ενότητα στην απλή σύνθεση διαφορετικών παραστάσεων μέσα σε μια εποπτεία, η οποία, εκφρασμένη γενικά, ονομάζεται καθαρή έννοια του νου» (85). Με αυτή την ταυτότητα της συνθετικής λειτουργίας ο Καντ δεν εννοεί την κενή ταυτότητα μιας πανταχού ενεργού τυπικής σύνδεσης, αλλά την πρωταρχικά πλούσια ολότητα ενός πολυμερούς ενοποιητικού και ενοποιητικού ενεργήματος, που δρα ταυτόχρονα ως εποπτεία και ως σκέψη. Αυτό σημαίνει συγχρόνως ότι οι προηγουμένως αναφερθέντες τρόποι της σύνθεσης —η τυπικά αποφαντική της λειτουργίας της κρίσης και η κατηγορηματική της εννοιακής αναστοχαστικότητας— ανήκουν από κοινού στην ενότητα της δομής της πεπερασμένης γνώσης ως βεβαιωτική σύνθεση εποπτείας και σκέψης. «Ταυτότητα» σημαίνει εδώ: ουσιακή, δομική συνάφεια.

«Ο ίδιος λοιπόν νους, και μάλιστα μέσω των ίδιων ακριβώς ενεργειών, μέσω των οποίων, με την αναλυτική ενότητα, παρήγαγε μέσα στις έννοιες τη λογική μορφή μιας κρίσης, εισάγει επίσης, μέσω της συνθετικής ενότητας του πολλαπλού στην εποπτεία εν γένει, ένα υπερβατολογικό περιεχόμενο στις παραστάσεις του» (86). Αυτό που καθίσταται τώρα ορατό ως ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης απέχει πολύ από την κενή απλότητα μιας ύστατης αρχής. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως μια πολύμορφη πράξη, η οποία, τόσο ως προς τον ενεργητικό της χαρακτήρα όσο και ως προς την πολυπλοκότητα της ενοποίησής της, παραμένει σκοτεινή.


Αυτή η χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης δεν μπορεί να αποτελεί το τέλος, αλλά πρέπει να είναι η αληθινή αρχή της θεμελίωσης της οντολογικής γνώσης. Σε αυτή τη θεμελίωση ανατίθεται το έργο να φέρει στο φως την καθαρή σύνθεση ως τέτοια. Επειδή όμως πρόκειται για πράξη, η ουσία της μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο αν παρακολουθηθεί μέσα στην ίδια τη γένεσή της. Τώρα γίνεται φανερό, από αυτό που επιβάλλεται ως θέμα της θεμελίωσης, γιατί μια θεμελίωση της οντολογικής γνώσης πρέπει να καταστεί αποκάλυψη της προέλευσης της καθαρής σύνθεσης, δηλαδή της ίδιας αυτής ως γεννώμενης πράξης.

Καθώς η θεμελίωση της μεταφυσικής εισέρχεται τώρα στο στάδιο όπου «το ίδιο το πράγμα είναι βαθιά καλυμμένο» (87) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να διατυπώνεται παράπονο για τη σκοτεινότητά του, καθίσταται ακόμη πιο αναγκαίο να γίνει μια σύντομη στάση για μια μεθοδολογική αναστοχαστική θεώρηση της παρούσας θέσης της θεμελίωσης και της περαιτέρω πορείας που της υποδεικνύεται.


Σημειώσεις:

(78) Α 76–80, Β 102–105· στη Β εκδίδεται ως § 10.
(79) Πρβλ. παραπάνω § 7, σ. 38· και § 9, σ. 44.
(80) Α 94.
(81) Α 76 κ.ε., Β 102.
(82) Α 78, Β 103 (τονισμός του συγγραφέα).
(83) Α 77, Β 103.
(84) Α 78 κ.ε., Β 104.
(85) Α 79, Β 104 κ.ε.
(86) Α 79, Β 105.
(87) Α 88, Β 121.

Συνεχίζεται με:

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 6

Συνέχεια από  Κυριακή 12. Απριλίου 2026

Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 6

Hannah Arendt

Πέμπτη ώρα

Ας ξεκινήσουμε με κάτι που σήμερα δύσκολα εκπλήσσει κανέναν, αλλά εξακολουθεί να αξίζει εξέτασης. Πριν και μετά τον Immanuel Kant, κανείς —με εξαίρεση τον Jean-Paul Sartre— δεν έγραψε ένα διάσημο φιλοσοφικό έργο δίνοντάς του τον τίτλο «Κριτική». Γνωρίζουμε είτε πολύ λίγα είτε πάρα πολλά για το γιατί ο Καντ επέλεξε αυτόν τον ασυνήθιστο και κάπως αλαζονικό τίτλο, που ακούγεται σαν να μην ήθελε τίποτε άλλο παρά να ασκήσει κριτική σε όλους τους προκατόχους του. Αναμφίβολα εννοούσε κάτι περισσότερο, αλλά η αρνητική σημασία παρέμεινε πάντοτε παρούσα στο έργο του. «Όλη η φιλοσοφία της καθαρής λογικής έχει να κάνει μόνο με αυτή την αρνητική ωφέλεια» [64], δηλαδή με το να καταστήσει τη λογική «καθαρή», να διασφαλίσει ότι καμία εμπειρία, κανένα συναίσθημα δεν θα εισχωρήσει στη σκέψη της λογικής.

Η λέξη ίσως του υπαγορεύτηκε, όπως ο ίδιος λέει, από την «εποχή του κριτικισμού», δηλαδή του Διαφωτισμού, και παρατηρεί ότι «αυτό το καθαρά αρνητικό είναι που αποτελεί τον ίδιο τον Διαφωτισμό» [65]. Ο Διαφωτισμός σημαίνει εδώ απελευθέρωση από προκαταλήψεις, από αυθεντίες· σημαίνει μια διαδικασία κάθαρσης:

«Η εποχή μας είναι η κατεξοχήν εποχή της κριτικής, στην οποία όλα πρέπει να υποβληθούν. Η θρησκεία… και η νομοθεσία θέλουν συνήθως να την αποφύγουν. Αλλά τότε προκαλούν δικαιολογημένη καχυποψία εναντίον τους και δεν μπορούν να αξιώσουν ανόθευτο σεβασμό, τον οποίο η λογική απονέμει μόνο σε ό,τι μπορεί να αντέξει την ελεύθερη και δημόσια εξέτασή της» [66].

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας κριτικής είναι το «να σκέφτεται κανείς μόνος του», δηλαδή «να χρησιμοποιεί τη δική του λογική». Σκεπτόμενος ο ίδιος, ο Καντ ανακάλυψε το «σκάνδαλο της λογικής», δηλαδή ότι δεν είναι μόνο η παράδοση και η αυθεντία που μας παραπλανούν, αλλά και η ίδια η ικανότητα της λογικής. Έτσι, η «κριτική» σημαίνει μια προσπάθεια να ανακαλυφθούν οι «πηγές και τα όρια» της λογικής. Ο Καντ πίστευε γι’ αυτό ότι η κριτική του αποτελούσε μια καθαρή προετοιμασία για ένα «πλήρες σύστημα», και η «κριτική» τίθεται εδώ σε αντιδιαστολή προς τη «διδασκαλία» (δόγμα). Φαίνεται ότι πίστευε πως αυτό που δεν ήταν σωστό στην παραδοσιακή μεταφυσική δεν ήταν η ίδια η «διδασκαλία». Έτσι, «κριτική» σημαίνει για αυτόν εκείνο που «πρέπει να σχεδιάσει αρχιτεκτονικά ολόκληρο το σχέδιο… με πλήρη εγγύηση της πληρότητας και της ασφάλειας όλων των μερών που συγκροτούν αυτό το οικοδόμημα» [67]. Ως τέτοια, η κριτική καθιστά δυνατό να αξιολογηθούν όλα τα άλλα φιλοσοφικά συστήματα. Και αυτό συνδέεται με το πνεύμα του 18ου αιώνα, με το μεγάλο ενδιαφέρον του για την αισθητική, την τέχνη και την κριτική της τέχνης, στόχος της οποίας ήταν να καθορίσει κανόνες του γούστου και να θέσει μέτρα στις τέχνες.

Η λέξη «κριτική», τέλος —και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό— βρίσκεται σε αντίθεση αφενός προς τη δογματική μεταφυσική και αφετέρου προς τον σκεπτικισμό. Η απάντηση και στις δύο περιπτώσεις ήταν: κριτική σκέψη. Μην υποκύπτεις σε καμία από τις δύο εναλλακτικές! Με αυτή την έννοια, η κριτική σκέψη είναι ένας νέος τρόπος σκέψης και όχι απλώς προετοιμασία για μια νέα διδασκαλία. Επομένως, δεν είναι έτσι ώστε στο φαινομενικά αρνητικό έργο της κριτικής να μπορεί να ακολουθήσει το φαινομενικά θετικό έργο της συγκρότησης συστήματος. Αυτό πράγματι συνέβη· αλλά από την καντιανή σκοπιά επρόκειτο απλώς για έναν άλλο δογματισμό. (Ο Καντ δεν ήταν ποτέ απολύτως σαφής και κατηγορηματικός σε αυτό το σημείο· αν είχε δει σε τι είδους ασκήσεις καθαρής θεωρητικής εικασίας άνοιξε τον δρόμο η «Κριτική» του για τον Johann Gottlieb Fichte, τον Friedrich Wilhelm Joseph Schelling και τον Georg Wilhelm Friedrich Hegel, ίσως θα είχε εκφραστεί κάπως πιο καθαρά.) Η ίδια η φιλοσοφία, κατά τον Καντ, στην εποχή του κριτικισμού και του Διαφωτισμού —στην εποχή όπου ο άνθρωπος έχει ωριμάσει— έγινε κριτική.

Ένα μεγάλο σφάλμα θα ήταν να πιστεύει κανείς ότι η κριτική σκέψη βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον δογματισμό και τον σκεπτικισμό. Αντίθετα, είναι ο δρόμος για να υπερβεί κανείς αυτή την εναλλακτική. (Βιογραφικά μιλώντας: είναι ο δρόμος του Immanuel Kant για να ξεπεράσει τόσο τις παλαιές μεταφυσικές σχολές —του Christian Wolff και του Gottfried Wilhelm Leibniz— όσο και τον νέο σκεπτικισμό του David Hume, ο οποίος τον είχε «ξυπνήσει από τον δογματικό του ύπνο».)

Όλοι μας αρχίζουμε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ως δογματικοί. Είμαστε είτε δογματικοί στη φιλοσοφία είτε λύνουμε όλα τα προβλήματα πιστεύοντας στα δόγματα μιας Εκκλησίας, στην αποκάλυψη. Η πρώτη μας αντίδραση απέναντι σε αυτό, που προκαλείται από την αναπόφευκτη εμπειρία πολλών δογμάτων που πιστεύουν ότι κατέχουν την αλήθεια, είναι ο σκεπτικισμός: το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως η αλήθεια, ότι επομένως είτε μπορώ να επιλέξω αυθαίρετα μια δογματική διδασκαλία (αυθαίρετα ως προς την αλήθεια, δηλαδή η επιλογή μου μπορεί απλώς να καθορίζεται από διάφορα συμφέροντα και να είναι εντελώς πρακτική) είτε, μπροστά σε μια τόσο άκαρπη υπόθεση, να σηκώσω απλώς τους ώμους.

Ο πραγματικός σκεπτικιστής, εκείνος που λέει «δεν υπάρχει αλήθεια», θα λάβει αμέσως από τον δογματικό την απάντηση: «Αλλά όταν το λες αυτό, υπονοείς ταυτόχρονα ότι πιστεύεις στην αλήθεια· απαιτείς εγκυρότητα για τη δήλωσή σου ότι δεν υπάρχει αλήθεια». Φαίνεται ότι το επιχείρημά του επικράτησε. Αλλά μόνο σε αυτή την πρώτη φάση. Ο σκεπτικιστής μπορεί να απαντήσει: «Αυτό είναι απλή σοφιστεία. Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ, αλλά δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια χωρίς μια προφανή αντίφαση». Τότε ο δογματικός θα πει: «Βλέπεις; Ακόμη και η γλώσσα είναι εναντίον σου». Και επειδή ο δογματικός είναι συνήθως αρκετά επιθετικός χαρακτήρας, θα συνεχίσει λέγοντας: «Αφού είσαι αρκετά έξυπνος ώστε να αναγνωρίζεις την αντίφαση, πρέπει να συμπεράνω ότι έχεις συμφέρον να καταστρέψεις την αλήθεια· είσαι μηδενιστής».

Η κριτική στάση στρέφεται εναντίον και των δύο. Διακρίνεται για τη μετριοπάθειά της. Θα έλεγε: «Ίσως οι άνθρωποι, ως πεπερασμένα όντα, παρόλο που έχουν μια παράσταση, μια ιδέα της αλήθειας για να καθοδηγούν τις πνευματικές τους διεργασίες, να μην είναι ικανοί να φτάσουν στην αλήθεια (το σωκρατικό: κανένας άνθρωπος δεν είναι σοφός). Παρ’ όλα αυτά, είναι απολύτως ικανοί να διερευνήσουν τις ανθρώπινες δυνατότητες όπως αυτές δίνονται (δεν γνωρίζουμε από ποιον και πώς, αλλά πρέπει να ζούμε με αυτές). Ας αναλύσουμε τι μπορούμε να γνωρίζουμε και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε!».

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το βιβλίο του Καντ φέρει τον τίτλο Κριτική του καθαρού λόγου.

Σημειώσεις:

[64] Karl Jaspers, Kant. Leben, Werk, Wirkung (σειρά Piper, 124), Μόναχο: R. Piper, 1975, σ. 137, παραθέτει αυτή τη φράση του Immanuel Kant χωρίς αναφορά πηγής. Βλ. όμως Kritik der reinen Vernunft, Β 823 (Kant-Werke, τόμ. 4, σ. 670).

[65] Kritik der Urteilskraft, § 40, Β 159 (Kant-Werke, τόμ. 8, σ. 390, σημ.).

[66] Kritik der reinen Vernunft, Α XI (Kant-Werke, τόμ. 3, σ. 13, σημ.).

[67] Ό.π., Β 27 (Kant-Werke, τόμ. 3, σ. 64).

Συνεχίζεται με: Έκτη Ώρα

Κυριακή Θ’ Ματθαίου: Ομιλία 32η στο Ευαγγέλιο με θέμα την καθησύχαση της τρικυμίας όπου γίνεται λόγος και για τους πειρασμούς (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

 

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση.

(Ματθ. 14, 22-34)

Ο άγιος Γρηγόριος ερμη­νεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο. Ο Ιησούς Χρι­στός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμέ­νως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς. Η γνη­σιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρα­σμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη. Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίο­δος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας.

1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να "χαίρεσθε", αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», πα­ραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθη­τος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι. Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του». Αρα λοιπόν δεν είναι γι’ αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;». Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμά­σω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμ­φωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, δια­χειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρί­σθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθή­καμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπο­μείναμε;».

2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι’ αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου Ιάκωβος, αφού μας παρήγγειλε να χαιρόμαστε όταν περιπέσομε σε πειρασμούς, πρόσθεσε· «η δοκιμασία της πίστεώς σας επεξεργάζεται υπομονή, και η υπομονή», λέγει, «ας έχει έργο τέλειο». Κανένα, λέγει, από τα έργα της αρετής να μη κολοβώ­σεις, περιερχόμενος σε μαλθακότητα από την επίθεση των πειρα­σμών, αλλά μαζί με την υπομονή ας υπάρχει σε σένα και η τελειό­τητα της αρετής. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει την τελείωσή του μόνο με τα ακούσια, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα εκούσια, που είναι η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη προς τον Θεό και αναμεταξύ μας, και τα όσα ακολουθούν αυτήν, γιατί και αυτά μας χρειάζονται για την τελείωση, γι’ αυτό ο θείος αυτός απόστολος γράφοντας προς εμάς προσθέτει· «και η υπο­μονή ας έχει τέλειο έργο, για να είσθε τέλειοι και ολόκληροι, χω­ρίς να υστερείτε σε τίποτε», εννοώντας αυτό ακριβώς, ότι, αν θέλετε να δείχνετε τέλεια την προς τον Θεό πίστη σας, όχι μόνο να υποφέρετε γενναία πάσχοντας εξωτερικά, αλλά και οι ίδιοι από μόνοι σας να πράττετε τα θεάρεστα, έστω και αν είναι επίπονα· γιατί η πράξη και το πάθος, όταν συνεργάζονται μεταξύ τους για το αγαθό, παρέχουν στον άνθρωπο την κατά Θεόν τελείωση.

3. Πώς όμως δεν είπε, "να χαίρεσθε όταν πράττετε την αρετή", αλλά «όταν είσθε σε πειρασμούς»; Γιατί το να ασκούμε την αρετή εξαρτάται από μας και βρίσκεται στην εξουσία μας, το να περιπέσομε όμως στους πειρασμούς δεν εξαρτάται από μας. Επειδή όμως χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τελείωση ή φανέρωση τής προς τον Θεό πίστεως, εκείνος που τρέχει προς την τελείωση τής πίστεως, όταν περιπέσει σε πειρασμούς, θα χαρεί που βρήκε το μέσο με το οποίο θα επιπετύχει την τελείωση. Γιατί στους τέλειους ως προς την πίστη για τη φανέρωση της τελειότητάς τους συμβάλλουν ωφέλιμα οι πειρασμοί, το πλέον θαυμαστό όμως είναι ότι όταν συμβεί να ρθουν τελειοποιούν και τους ατελείς, πράγμα που γίνεται φανερό και από τα λόγια τού ευαγ­γελίου που αναγνώσθηκε σήμερα.

4. Ας τα παρουσιάσομε όμως αυτά από την αρχή στην αγάπη σας. «Τον καιρό εκείνο ανάγκαζε ο Ιησούς τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου απολύσει τα πλήθη, και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ιδιαιτέρως». Και ερω­τούμε· ποιόν «εκείνον τον καιρό»; Όταν έθρεψε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, και χόρτασαν τόσο πολύ, ώστε να γεμίσουν και δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των κλασμάτων, όπως ακούσαμε στις εκκλησίες την περασμένη Κυριακή (Την ογδόη Κυριακή Ματθαίου 14, 14-22).

5. Θα μπορούσε ίσως να απορήσει κανείς, για ποιο λόγο ανά­γκαζε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι προγραμμάτιζε και τα στη συνέχεια, σπεύδοντας προς τα έργα τα οποία ήρθε να τελέσει πάνω στη γη. Εγώ όμως, γι’ αυτό θα απορούσα, αν δεν τους ανάγκαζε. Επειδή δηλαδή εκεί­νος ήθελε να προβάλει σε όλους τον εαυτό του με τα έργα υπό­δειγμα κάθε καλού, έδειξε βέβαια πως πρέπει κανείς να συνανα­στρέφεται τα πλήθη προς ωφέλεια των ψυχών και των σωμάτων, υπολειπόταν όμως να δείξει και πως πρέπει συνευρίσκεται με τον Θεό, το να προσηλώνει δηλαδή το νου του σ’ αυτόν απαλ­λαγμένο από όλα τα επίγεια· πολύ βέβαια συμβάλλει σ’ αυτό η μόνωση και ερημία και η κατ’ αυτήν ησυχία. Επειδή λοιπόν ήταν καιρός να διδάξει και αυτό, ότι είναι καλό η ερημία και ηρεμία, η προσευχή και η μόνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να ανεβεί στο όρος, ώστε να προσευχηθεί μόνος, και οι μαθητές επιθυ­μούσαν να είναι μαζί τους αδιάκοπα, και δύσκολα δέχονταν ν’ αποσπασθούν από εκείνον, πώς θα ανέβαινε μόνος στο όρος αν δεν τους ανάγκαζε να μπουν στο πλοίο και να το οδηγήσουν στην απέναντι όχθη;

6. Πρέπει όμως να προσέξομε εδώ και κάτι άλλο· όπως δηλαδή τώρα, αφού θεράπευσε και δίδαξε και έθρεψε το πλήθος με θαυ­μαστό τρόπο, απολύοντάς τους και ανεβαίνοντας στο όρος, ανά­γκασε τους μαθητές να παραδώσουν τους εαυτούς τους στη θά­λασσα και στα κύματα, έτσι ύστερα, αφού με την ενανθρώπησή του θεράπευσε τη φύση μας, τη δίδαξε και την έθρεψε με τον εαυ­τό του, αφήνοντάς μας σωματικά και ανεβαίνοντας στον ουρανό, έστειλε τους μαθητές σ’ όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια στην αλμυ­ρή, επειδή είναι γεμάτη από πειρασμούς, θάλασσα των εθνικών, σαν με σκάφος, με το ευαγγέλιο και την κατ’ αυτό Εκκλησία, με το οποίο παραδόθηκαν στους πειρασμούς. Και όχι μόνο τους έστειλε, αλλά και τους ανάγκασε. Εάν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά με τον Ιωάννη τον αγαπημένο από τον Χριστό θεολόγο, εάν κάποιος γνωρίζει γιατί επιτράπηκε η σχετικά με τον θάνατο του Στεφάνου θλίψη και ο διωγμός που ακολούθησε εκείνην, θα καταλάβει τί εννοώ· πράγματι δεν ήθελαν οι Απόστολοι να βγουν από τα Ιε­ροσόλυμα, αλλ’ επειδή αναγκάσθηκαν από τον διωγμό, διασπάρθηκαν στον κόσμο, και έτσι εκπλήρωσαν την αποστολή.

7. Και δεν αναγκάσθηκαν απλώς να διαπλεύσουν την κοσμική θάλασσα, μέσα στην οποία υπάρχει κάθε θλίψη και κάθε είδος πειρασμού, αλλά και να προχωρήσουν πέρα από αυτήν, δηλαδή να νικήσουν και να βρεθούν πέρα από τους πειρασμούς με τη νίκη. Όμως δεν το κατόρθωσαν χωρίς τον Ιησού· γιατί λέγει· «το πλοίο ήδη βρισκόταν στο μέσο της θάλασσας βασανιζόμενο από τα κύματα· γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος». Δεν ήταν τότε περισ­σότερο αντίθετος σ’ αυτούς ο άψυχος άνεμος, όσο ήταν ο Δομετιανός και ο Τραϊανός και ο Νέρων αργότερα· ή καλύτερα αυτοί βέβαια και οι παρόμοιοι είναι άγρια κύματα εγειρόμενα φοβερά εναντίον τής Εκκλησίας, ενώ ο αντίθετος άνεμος που τους τα­ρακουνά και τους αναστατώνει είναι το πνεύμα της πονηρίας, ο αντικείμενος για πάντα στην Εκκλησία του Χριστού διάβολος. «Κατά την τέταρτη όμως», λέγει «φυλακή της νύχτας πήγε προς αυτούς ο Ιησούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα», δηλαδή μετά την ένατη ώρα της νύχτας· γιατί οι νυχτοφύλακες συνήθιζαν να διαιρούν το διάστημα της νύχτας σε τέσσερα διαδοχικά τμή­ματα, ώστε, σύμφωνα με τις ισημερίες, η αρχή της τέταρτης φυ­λακής να είναι αρχή της δέκατης ώρας της νύχτας.

Τους αφήνει βέβαια τόση ώρα να βασανίζονται από την τρικυμία, για να τους ασκήσει στην υπομονή και να τους κατα­στήσει καρτερικούς. Αλλά και μετά από αυτό αφού εμφανίσθη­κε σ’ αυτούς, τους επιτρέπει να τον νομίσουν φάντασμα και να φοβηθούν τόσο, ώστε από φόβο να κραυγάσουν, αν και πήγε για να τους σώσει. Αυτό βέβαια θα μπορούσες να δεις και στην περίπτωση του παλαιού εκείνου λαού· όταν δηλαδή επρόκειτο να σχισθεί κατά τρόπο παράδοξο η θάλασσα στη μέση και να τους προσφέρει δρόμο σωτηρίας, τότε νόμιζαν ότι διατρέχουν τον έσχατο κίνδυνο, γιατί με την κατοπινή κύκλωση των εχθρών περισφίχθηκαν από άφευκτα κακά. Και τώρα κατά την παρουσία του πριν από την απαλλαγή από τα δαιμόνια που τους κατείχαν έκανε την εμφάνιση ο σφοδρός συνταραγμός των ελευθερουμένων· γιατί έτσι οι ευεργεσίες γίνονται όχι μόνο αγα­πητές, αλλά και μόνιμες στη μνήμη εκείνων που ευεργετήθη­κανΚαι εμφανίζεται σ’ αυτούς τη στιγμή βέβαια που στην τρι­κυμία εκείνη επικαλούνταν τον Θεό των όλων, για να δείξει ότι αυτός είναι ο υπεράνω όλων Θεός που δίνει χέρι βοήθειας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται. Περπατά επίσης πάνω στα κύμα­τα, ενώ η θάλασσα ήταν αγριεμένη, για να δείξει ολοκάθαρα, ότι αυτός είναι σύμφωνα με την προφητεία που βαδίζει πάνω στη θάλασσα σαν πάνω στο έδαφος, προς τον οποίο λέγει και ο Δαβίδ προφητικά· «οι δρόμοι σου είναι στη θάλασσα και τα μονοπάτια σου στα άφθονα ύδατα», και, «συ εξουσιάζεις τη δύναμη της θάλασσας, και συ καταπραΰνεις τον σάλο των κυ­μάτων της», πράγμα βέβαια που έκαμε αργότερα· γιατί μόλις τότε τους είδε φοβισμένους, επειδή δεν τον γνώρισαν, άλλωστε ήταν και νύχτα, μίλησε αμέσως προς αυτούς, γνωστοποιώντας τον εαυτό του από τη φωνή και λέγοντας· «εγώ είμαι, μη φο­βάσθε». Εγώ είμαι, εγώ που είμαι Θεός πάντοτε και τελευταία έγινα άνθρωπος για χάρη σας, βλεπόμενος και ακουόμενος και έχοντας τη δύναμη να κάνω τα πάντα· γι’ αυτό και βαδίζω με το σώμα πάνω στα κύματα και μπορώ να δώσω και στους άλλους τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι όταν ο Πέτρος είπε προς αυτόν, «Κύριε, αν είσαι συ, δώσε εντολή να ρθω προς εσένα περπατώ­ντας πάνω στα ύδατα», πρόσταξε και έγινε.

9. Αλλά ας επαναφέρομε τον λόγο στην προηγούμενη σειρά του, σύμφωνα με την οποία λέγαμε μεταφορικά, ότι οι μαθητές στάλθηκαν στην κοσμική θάλασσα των εθνών, καθώς ο Κύριος ανέβαινε στο ουράνιο ύψος σαν σε όρος και εκεί πρόσφερνε ασφαλώς τις ευχές για χάρη μας, σαν αρχιερέας που έγινε και εισήλθε στα ενδότερα του παραπετάσματος, «για να εξιλεώνει», σύμφωνα με τον απόστολο, «τις αμαρτίες του λαού». Οι μαθητές λοιπόν που στάλθηκαν στην απέναντι όχθη, δηλαδή να νι­κήσουν και να ξεπεράσουν τους πειρατές, δεν νίκησαν ολο­κληρωτικά· γιατί ο αντικείμενος είναι ενεργής ακόμη και τα έθνη επιτίθενται με μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Κατά την τέταρτη όμως φυλακή της νύχτας, δηλαδή μετά τον φυσικό νόμο, μετά τον γραπτό νόμο, μετά την πρώτη παρουσία του Κυρίου και τον νόμο της χάριτος που δόθηκε κατ’ αυτήν, θα έρθει οπωσδήποτε ο καιρός τής δευτέρας παρουσίας του Χριστού, που αναλογεί ακριβώς στην τέταρτη φυλακή της νύχτας. Τότε θα έρθει ο Κύριος καταπατώντας και καταργώντας και υποδουλώνοντας κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη· γιατί πρό­κειται να καταργήσει περίλαμπρα και να καταπατήσει τα κύμα­τα που ξεσηκώνονται άγρια εναντίον της Εκκλησίας του.

10. Γιατί θυμόσαστε, ότι ο λόγος υποδήλωνε μεταφορικά με τα κύματα που κινούνται και ξεσηκώνονται από το αντικείμενο πνεύμα, τους άρχοντες του κόσμου· και για να παραλείψω την εξέταση των ενδιάμεσων λεπτομερειών, όταν ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο και ο Ιησούς και ο Πέτρος που είχε μεταβεί προς αυτόν από το πλοίο, κόπασε ο άνεμος και αφού πέρασαν απέναντι, έφτασαν στην ξηρά. Και πράγματι, όταν ο Κύριος και όλοι οι άγιοι που θα φύγουν από κοντά μας, τους οποίους υποδήλωσε ο Πέτρος, παραβρεθούν μαζί με μας κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τότε το νοητό αντικείμενο πνεύμα θα καταργηθεί τελείως και εμείς, αφού περάσομε την πολυκύμαντη θάλασσα του βίου, θα εισέλθομε στη γη των πράων, απ’ όπου έχει δραπετεύσει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. «Οι ευρισκόμενοι τότε στο πλοίο», λέγει, πήγαν και προσκύνησαν τον Ιησού, λέγοντας· Αληθινά είσαι Υιός του Θεού». Και τότε βέβαια «κάθε γόνατο θα λυγίσει των επουρανίων και των επιγείων και καταχθονίων και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χρι­στός προς δόξα τού Θεού Πατέρα».

11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς. Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνη­σαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».

12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε. Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπει­τα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τε­λείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πει­ρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζο­μαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά». Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.

13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.

14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.

15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζη­τείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδή­ποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας. Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών. Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρα­σμούς βίο.

16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πει­ρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.

(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)



"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 12

Συνέχεια από Παρασκευή 10. Απριλίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 12


Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024

ΙΙ: Η ανακάλυψη του εσωτερικού ανθρώπου


8 Ο Απόστολος Παύλος και η αδυναμία της βούλησης

Η πρώτη και θεμελιώδης απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου —ποιες εμπειρίες καθιστούν φανερό στους ανθρώπους ότι είναι ικανοί για πράξεις βούλησης— είναι ότι αυτές οι εμπειρίες, αρχικά ιουδαϊκές, δεν ήταν πολιτικές και δεν είχαν καμία σχέση με τον κόσμο, ούτε με τον κόσμο των φαινομένων και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, ούτε με το βασίλειο των ανθρώπινων υποθέσεων, του οποίου η ύπαρξη βασίζεται σε πράξεις και ενέργειες· αλλά ότι βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ανθρώπου. Οι εμπειρίες που είναι σημαντικές για τη βούληση δεν αφορούν τους ανθρώπους μόνο σε σχέση με τον εαυτό τους, αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό τους.

Τέτοιου είδους εμπειρίες δεν ήταν καθόλου άγνωστες στην ελληνική αρχαιότητα. Στον πρώτο τόμο εξέτασα αρκετά εκτενώς τη σωκρατική ανακάλυψη του «δύο-σε-ένα», αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε «συνείδηση» και που αρχικά είχε τη λειτουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε «ηθική συνείδηση». Είδαμε πώς αυτό το «δύο-σε-ένα», ως καθαρό γεγονός της συνείδησης, πραγματώνεται και εκφράζεται στον «σιωπηλό διάλογο», τον οποίο από τον Πλάτωνα και μετά ονομάζουμε «σκέψη». Αυτός ο σκεπτόμενος διάλογος του ανθρώπου με τον εαυτό του λαμβάνει χώρα μόνο στη μοναξιά, στην απόσυρση από τον κόσμο των φαινομένων, όπου κανείς συνήθως βρίσκεται μαζί με άλλους και εμφανίζεται τόσο στον εαυτό του όσο και σε αυτούς ως ένας.

Ωστόσο, η εσωτερικότητα αυτού του διαλόγου της σκέψης —που από τη φιλοσοφία καθιστά ένα «μοναχικό έργο» (αν και είναι αυτοσυνείδητη: το «σκέφτομαι ότι σκέφτομαι» του René Descartes, το «εγώ σκέπτομαι» του Immanuel Kant, που συνοδεύει σιωπηρά όλες τις πράξεις μου)— δεν έχει θεματικά να κάνει με τον εαυτό, αλλά, αντίθετα, με τις εμπειρίες και τα ερωτήματα που αυτός ο εαυτός, ένα φαινόμενο ανάμεσα σε φαινόμενα, αισθάνεται ότι χρήζουν διερεύνησης. Αυτή η στοχαστική εξέταση κάθε δεδομένου μπορεί να διαταραχθεί από τις αναγκαιότητες της ζωής, από την παρουσία άλλων, από κάθε είδους επείγουσες υποθέσεις. Όμως τίποτε από όλα όσα διαταράσσουν τη δραστηριότητα του πνεύματος δεν προέρχεται από το ίδιο το πνεύμα, διότι το «δύο-σε-ένα» είναι φίλοι και εταίροι, και η διατήρηση αυτής της «αρμονίας» αποτελεί τη σημαντικότερη μέριμνα του σκεπτόμενου εγώ.

Η ανακάλυψη του Αποστόλου Παύλου, την οποία περιγράφει διεξοδικά στην προς Ρωμαίους επιστολή (που γράφτηκε μεταξύ 54 και 58 μ.Χ.), αφορά και πάλι ένα «δύο-σε-ένα», αλλά αυτή τη φορά δεν πρόκειται για φίλους ή εταίρους, αλλά για διαρκώς συγκρουόμενους αντιπάλους. Ακριβώς όταν θέλει «να πράξει το καλό (τὸ καλόν)», διαπιστώνει ότι «το κακό είναι προσκολλημένο σε αυτόν» (7,21), «διότι δεν θα γνώριζα την επιθυμία, αν ο νόμος δεν έλεγε: “Μη επιθυμήσεις!”· τότε όμως η αμαρτία, βρίσκοντας αφορμή στην εντολή, προκάλεσε μέσα μου κάθε είδους επιθυμία· διότι χωρίς τον νόμο η αμαρτία ήταν νεκρή» (7,7–8).

Η λειτουργία του νόμου είναι διττή: είναι καλός, «ώστε [η αμαρτία] να φανερωθεί ως αμαρτία» (7,13), όμως, επειδή διατάζει, «διεγείρει» «κάθε είδους επιθυμία» και καθιστά την αμαρτία «ζωντανή» ξανά. «Βρέθηκε ότι η εντολή, που είχε δοθεί για ζωή, μου έγινε αιτία θανάτου» (7,8–10). Το αποτέλεσμα: «Δεν γνωρίζω τι πράττω. [Έχω γίνει ο ίδιος ερώτημα για τον εαυτό μου.] Διότι δεν πράττω αυτό που θέλω, αλλά αυτό που μισώ, αυτό κάνω» (7,15). Και το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτή η εσωτερική σύγκρουση δεν μπορεί ποτέ να λυθεί ούτε μέσω της υπακοής στον νόμο ούτε μέσω της παράδοσης στην αμαρτία· αυτή η εσωτερική «διαφθορά», κατά τον Παύλο, μπορεί να θεραπευθεί μόνο μέσω της χάριτος, και μάλιστα χωρίς να αξίζεται. Μια τέτοια γνώση αποκαλύφθηκε «σαν αστραπή» στον άνθρωπο από την Ταρσό, τον Σαούλ, ο οποίος λέει για τον εαυτό του ότι «υπερέβαλλε σε ζήλο» (Γαλάτες 1,14) και ότι ήταν «Φαρισαίος, από την αυστηρότερη αίρεση της λατρείας μας» (Πράξεις 26,5). Επιδίωκε «δικαιοσύνη» (δικαιοσύνη), όμως η δικαιοσύνη —δηλαδή να μένει κανείς σε όλα όσα είναι γραμμένα στο βιβλίο του νόμου και να τα πράττει— είναι αδύνατη· αυτό είναι «η κατάρα του νόμου», και «αν η δικαιοσύνη προέρχεται από τον νόμο, τότε ο Χριστός πέθανε μάταια» (Γαλάτες 2,21).

Ωστόσο, αυτό είναι μόνο μία πλευρά του ζητήματος. Ο Παύλος δεν έγινε ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας μόνο επειδή, όπως λέει ο ίδιος, του «εμπιστεύθηκε το Ευαγγέλιο προς τα έθνη» (Γαλάτες 2,7), αλλά και επειδή παντού κήρυττε την «ανάσταση των νεκρών» (Πράξεις 24,21). Για αυτόν —σε έντονη και εμφανή αντίθεση προς τα Ευαγγέλια— δεν βρίσκεται στο επίκεντρο ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ με τη διδασκαλία και τις πράξεις του, αλλά ο Χριστός, ο Εσταυρωμένος και Αναστημένος. Από αυτό προκύπτει η νέα του διδασκαλία, που έγινε «σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες» (Α΄ Κορινθίους 1,23).

Η μέριμνα για την αιώνια ζωή, που τότε ήταν ευρέως διαδεδομένη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διαχωρίζει έντονα τη νέα εποχή από την αρχαιότητα και γίνεται ο δεσμός που συνδέει συγχρονιστικά τις πολλές νέες ανατολικές λατρείες. Όχι ότι η ανησυχία του Παύλου για την ατομική ανάσταση είχε ιουδαϊκή προέλευση· οι Ιουδαίοι θεωρούσαν την αθανασία αναγκαία μόνο για ολόκληρο τον λαό και την απέδιδαν μόνο σε αυτόν. Το άτομο ήταν ικανοποιημένο να συνεχίζει να ζει μέσω των απογόνων του, και επίσης να πεθαίνει «γέρον και πλήρες ημερών». Και στον αρχαίο κόσμο, τόσο τον ρωμαϊκό όσο και τον ελληνικό, επιδιωκόταν μόνο μια μορφή αθανασίας: η αθανασία της φήμης, του μεγάλου ονόματος και της μεγάλης πράξης, και κατ’ επέκταση των θεσμών της πόλης (polis ή civitas) που μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια αδιάκοπη μνήμη. (Όταν ο Παύλος λέει: «Ο μισθός της αμαρτίας είναι ο θάνατος» (Ρωμαίους 6,23), ίσως είχε κατά νου τα λόγια του Cicero, ότι οι άνθρωποι βεβαίως πρέπει να πεθαίνουν, αλλά οι κοινωνίες (civitates) είναι πλασμένες για αιωνιότητα και καταστρέφονται μόνο εξαιτίας των αμαρτιών τους.) Πίσω από τις πολλές νέες μορφές πίστης βρισκόταν αναμφίβολα η κοινή εμπειρία ενός κόσμου που παρακμάζει, ίσως και πεθαίνει· και το «χαρμόσυνο μήνυμα» του Χριστιανισμού, με τις εσχατολογικές του διαστάσεις, έλεγε ξεκάθαρα: εσείς που πιστεύατε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν ενώ ο κόσμος είναι αιώνιος, χρειάζεται μόνο να στραφείτε στην πίστη ότι ο κόσμος τελειώνει, ενώ εσείς οι ίδιοι θα αποκτήσετε αιώνια ζωή. Τότε, βέβαια, το ζήτημα της «δικαιοσύνης», δηλαδή αν είναι κανείς άξιος αυτής της αιώνιας ζωής, αποκτά μια εντελώς νέα, προσωπική σημασία.

Η ενασχόληση με την προσωπική, ατομική αθανασία εμφανίζεται επίσης στα Ευαγγέλια, τα οποία γράφτηκαν όλα στο τελευταίο τρίτο του 1ου αιώνα. Ο Ιησούς ερωτάται συχνά: «Τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» (π.χ. Λουκάς 10,25), όμως ο Ιησούς δεν φαίνεται να κήρυττε την ανάσταση. Αντίθετα, έλεγε ότι, αν οι άνθρωποι πράττουν ό,τι τους προστάζει —«πηγαίνετε και κάνετε το ίδιο» ή «ακολουθήστε με»— τότε «η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (Λουκάς 17,21) ή «έχει έρθει σε εσάς» (Ματθαίος 12,28). Και όταν οι άνθρωποι επέμεναν περισσότερο, η απάντησή του ήταν πάντοτε η ίδια: «Τήρησε τον νόμο όπως τον γνωρίζεις και πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα στους φτωχούς» (Λουκάς 18,22).

Το κεντρί της διδασκαλίας του Ιησού βρίσκεται σε αυτό το «και», το οποίο ωθεί τον γνωστό και αναγνωρισμένο νόμο στο έσχατο όριό του. Αυτό πρέπει να εννοούσε όταν είπε: «Δεν ήρθα να καταλύσω [τον νόμο], αλλά να τον εκπληρώσω» (Ματθαίος 5,17). Δηλαδή όχι απλώς «αγάπα τον πλησίον σου», αλλά «αγαπάτε τους εχθρούς σας»· «σε όποιον σε χτυπά στο ένα μάγουλο, στρέψε και το άλλο»· «σε όποιον σου παίρνει το ιμάτιο, μην του αρνηθείς και το ένδυμα». Με λίγα λόγια, όχι «ό,τι δεν θέλεις να σου κάνουν, μην το κάνεις στους άλλους», αλλά «όπως θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, έτσι να κάνετε και εσείς σε αυτούς» (Λουκάς 6,27–31) — ίσως η πιο ριζοσπαστική μορφή του «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».

Ο Απόστολος Παύλος ήταν ασφαλώς συνειδητός της ριζικής στροφής που είχε λάβει η παλαιά εντολή της τήρησης του νόμου στη διδασκαλία του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Και ίσως αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι σε αυτό βρισκόταν η μόνη αληθινή εκπλήρωση του νόμου· οπότε αναγνώρισε ότι αυτή η εκπλήρωση υπερέβαινε τις ανθρώπινες δυνάμεις: οδηγούσε σε ένα «θέλω αλλά δεν μπορώ», παρόλο που ο ίδιος ο Ιησούς δεν φαίνεται ποτέ να είπε σε κάποιον από τους μαθητές του ότι δεν μπορεί να πράξει αυτό που θέλει. Ωστόσο, ήδη στον Ιησού υπάρχει μια νέα έμφαση στην εσωτερική ζωή. Δεν θα έφθανε βέβαια τόσο μακριά όσο ο Meister Eckhart περισσότερο από χίλια χρόνια αργότερα, ο οποίος είπε ότι «η θέληση για πράξη αρκεί για να αποκτήσει κανείς την αιώνια ζωή», διότι «ενώπιον του Θεού, η θέληση —κατά την ικανότητά μου να πράξω— και η πράξη είναι το ίδιο». Όμως, όταν ο Ιησούς τονίζει: «Μη επιθυμήσεις» —η μόνη από τις δέκα εντολές που αφορά την εσωτερική ζωή— αυτό δείχνει προς αυτή την κατεύθυνση: «Όποιος βλέπει μια γυναίκα με επιθυμία, έχει ήδη… διαπράξει μοιχεία στην καρδιά του» (Ματθαίος 5,28). Παρόμοια και στον Έκχαρτ: όποιος έχει τη θέληση να σκοτώσει, χωρίς ποτέ να σκοτώσει άνθρωπο, δεν έχει διαπράξει μικρότερη αμαρτία από εκείνον που θα είχε σκοτώσει ολόκληρη την ανθρωπότητα [565].

Ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει το κήρυγμα του Ιησού εναντίον της υποκρισίας ως αμαρτίας των Φαρισαίων και η δυσπιστία του απέναντι στο φαίνεσθαι: «Τι βλέπεις το ξυλάκι στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι στο δικό σου μάτι δεν το αντιλαμβάνεσαι;» (Λουκάς 6,41). Και οι γραμματείς «θέλουν να περιφέρονται με μακριά ενδύματα και χαίρονται να τους χαιρετούν στις αγορές» (Λουκάς 20,46) — ένα πρόβλημα που δεν θα πρέπει να ήταν άγνωστο σε όσους τηρούσαν τον νόμο. Η δυσκολία είναι η εξής: ό,τι καλό κι αν κάνει κανείς, ακριβώς επειδή εμφανίζεται στους άλλους ή και στον ίδιο του τον εαυτό, γεννά αμφιβολία για τον εαυτό. Ο Ιησούς το γνώριζε αυτό: «να μη γνωρίζει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί» (Ματθαίος 6,3), δηλαδή να ζεις στην αφάνεια, ακόμη και απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό, και να μην επιδιώκεις να είσαι καλός — «κανείς δεν είναι καλός παρά μόνο ο ένας Θεός» (Λουκάς 18,19). Όμως αυτή η αγαπητή ανεμελιά δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί, όταν το να πράττει κανείς το καλό και να είναι καλός έγινε προϋπόθεση για την υπέρβαση του θανάτου και την απόκτηση της αιώνιας ζωής.

Όταν λοιπόν περνά κανείς στον Απόστολο Παύλο, το βάρος μετατοπίζεται πλήρως από την πράξη στην πίστη, από τον εξωτερικό άνθρωπο —που ζει σε έναν κόσμο φαινομένων (όντας και ο ίδιος ένα φαινόμενο ανάμεσα σε φαινόμενα και άρα υποκείμενος στην επίφαση και την πλάνη)— προς μια εσωτερικότητα, η οποία εκ των πραγμάτων δεν εμφανίζεται ποτέ καθαρά και μπορεί να κριθεί μόνο από έναν Θεό που επίσης δεν εμφανίζεται ποτέ καθαρά. Οι οδοί αυτού του Θεού είναι κρυφές. Για τους εθνικούς, το κύριο γνώρισμά του ήταν η αορατότητα· για τον ίδιο τον Παύλο, όμως, το πιο ακατανόητο ήταν το εξής: «Η αμαρτία υπήρχε βέβαια στον κόσμο πριν από τον νόμο· αλλά όπου δεν υπάρχει νόμος, δεν λογαριάζεται η αμαρτία» (Ρωμαίους 5,13), και έτσι είναι δυνατό το εξής: «Τα έθνη, που δεν επιδίωξαν τη δικαιοσύνη, απέκτησαν δικαιοσύνη· ενώ ο Ισραήλ, που επιδίωξε τον νόμο της δικαιοσύνης, δεν έφτασε στον νόμο της δικαιοσύνης» (Ρωμαίους 9,30–31). Το ότι ο νόμος είναι ανεφάρμοστος, ότι η θέληση να τον εκπληρώσει κανείς ξυπνά μια άλλη θέληση, τη θέληση για αμαρτία, και ότι η μία θέληση δεν υπάρχει ποτέ χωρίς την άλλη — αυτό είναι το θέμα της προς Ρωμαίους επιστολής.


Ο Παύλος, βέβαια, δεν μιλά για δύο θελήσεις, αλλά για δύο νόμους — τον νόμο του πνεύματος, που τον κάνει να βρίσκει ευχαρίστηση στον νόμο του Θεού «κατά τον έσω άνθρωπο», και τον νόμο των «μελών» του, που τον οδηγεί να πράττει αυτό που στο βάθος του μισεί (Ρωμαίους 7,22 κ.ε.). Ο νόμος νοείται ως η φωνή ενός κυρίου που απαιτεί υπακοή· το «πρέπει» του νόμου απαιτεί και αναμένει μια εκούσια υποταγή, ένα συναινετικό «θέλω». Ο παλαιός νόμος λέει: πρέπει να κάνεις αυτό ή εκείνο· ο νέος νόμος λέει: πρέπει να θέλεις. Η βούληση ανακαλύφθηκε μέσα από την εμπειρία μιας επιταγής που απαιτούσε ελεύθερη υποταγή· και μέσα σε αυτή την εμπειρία εμπεριείχετο μια θαυμαστή ελευθερία, που κανένας από τους αρχαίους λαούς —ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι ούτε οι Ιουδαίοι— δεν είχε συνειδητοποιήσει: ότι υπάρχει στον άνθρωπο μια ικανότητα μέσω της οποίας μπορεί, ανεξάρτητα από αναγκαιότητα και καταναγκασμό, να πει «ναι» ή «όχι», να αποδεχθεί ή να απορρίψει αυτό που πραγματικά υπάρχει, ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό και την ύπαρξή του· και ότι αυτή η ικανότητα μπορεί να καθορίσει τι θα πράξει.

Ωστόσο, αυτή η ικανότητα είναι κάτι παράδοξο. Ξυπνάται από μια επιταγή που δεν λέει μόνο «πρέπει» — όπως αν το πνεύμα μιλούσε στο σώμα και, όπως το διατύπωσε αργότερα ο Αυγουστίνος, το σώμα υπάκουε αμέσως και, κατά κάποιον τρόπο, άνευ σκέψης — αλλά που λέει: «πρέπει να θέλεις». Και αυτό σημαίνει ήδη ότι, ό,τι κι αν κάνω τελικά, μπορώ να απαντήσω: θέλω ή δεν θέλω.


Η ίδια η εντολή, το «πρέπει», με θέτει μπροστά σε μια επιλογή ανάμεσα σε ένα «θέλω» και ένα «δεν θέλω», δηλαδή, θεολογικά μιλώντας, ανάμεσα στην υπακοή και την ανυπακοή. (Η ανυπακοή, όπως είναι γνωστό, αναδείχθηκε αργότερα στο κατεξοχήν θανάσιμο αμάρτημα, ενώ η υπακοή —ο βασικός πυρήνας της χριστιανικής ηθικής— έγινε «η αρετή όλων των αρετών» κατά τον Meister Eckhart, η οποία, παρεμπιπτόντως, δύσκολα μπορεί να συναχθεί από τη διδασκαλία και το κήρυγμα του Ιησού από τη Ναζαρέτ, σε αντίθεση με τη φτώχεια και την αγνότητα.)

Αν η βούληση δεν είχε τη δυνατότητα να πει «όχι», τότε δεν θα ήταν πλέον βούληση· και αν δεν υπήρχε μέσα μου μια αντίθετη βούληση, που ακριβώς αφυπνίζεται από την εντολή του «πρέπει», αν —για να μιλήσουμε με τον Απόστολο Παύλο— «η αμαρτία δεν κατοικούσε μέσα μου» (Ρωμαίους 7,20), τότε δεν θα χρειαζόμουν καθόλου βούληση.

Συνεχίζεται