Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Κυριακή Γ’ Λουκά: Το θαύμα της νεκρανάστασης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ζ’ 11-16)

Πολλοί είναι οι άνθρωποι που αυτοτιτλοφορούνται «Σωτήρες της ανθρωπότητας». Ποιος απ’ όλους τους όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ήταν δυνατό να σώσει ανθρώπους από το θάνατο; Στην ιστορία έχουμε δει πολλούς καταχτητές. Κανένας τους όμως δε νίκησε το θάνατο. Στη γη γνωρίσαμε πολλούς βασιλιάδες που είχαν εκατομμύρια υποτελείς. Κανένας τους όμως δεν μπόρεσε να μετρήσει στους υποτελείς του και τους νεκρούς μαζί με τους ζωντανούς.

Κανένας, εκτός από τον μοναδικό Ένα, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Εκείνον που μαζί Του δεν μπορεί να συγκριθεί κανένας. Δεν είναι μόνο ο Νέος Άνθρωπος. Είναι ο Νέος Κόσμος, ο Δημιουργός Του. Όργωσε τον αγρό ζώντων και νεκρών κι έσπειρε και στους δυό τον καινούργιο σπόρο της ζωής. Οι νεκροί μπροστά Του είναι όπως κι οι ζωντανοί, οι ζωντανοί όπως οι νεκροί. Ο θάνατος δεν είναι εμπόδιο στη βασιλεία Του. Παραμέρισε το εμπόδιο αυτό κι άνοιξε τη βασιλεία Του στην ιστορία, από τον Αδάμ και την Εύα ως τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί στη γη. Κοίταξε τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι βλέπουμε εμείς οι θνητοί. Κοίταξε και είδε πως η ζωή δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο, πως η πραγματικότητα του θανάτου για μερικούς ανθρώπους έρχεται πριν από το σωματικό τους θάνατο. Πολλούς ζωντανούς τούς βλέπει στον τάφο, πολλούς νεκρούς σε σώματα ζωντανά. «Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι’ 28), είπε ο ίδιος στους αποστόλους Του. Ο σωματικός θάνατος δεν συνεπάγεται και τον ψυχικό θάνατο. Αυτός προκαλείται μόνο από τη θανάσιμη αμαρτία πριν ή και κατά το σωματικό θάνατο, ξέχωρα απ’ αυτόν.

Με την πνευματική ματιά Του ο Κύριος διαπερνά το χρόνο όπως η αστραπή τα σύννεφα. Οι ζωντανές ψυχές τόσο εκείνων που πέθαναν προ πολλού όσο και αυτών που δε γεννήθηκαν ακόμα εμφανίζονται μπροστά Του. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμα μια πεδιάδα γεμάτη οστά νεκρών και δεν μπορούσε να κατανοήσει αν τα οστά αυτά θα μπορούσαν να αναζωογονηθούν, ωσότου του το αποκάλυψε ο Κύριος. «Υιέ ανθρώπου, ει ζήσεται τα οστέα ταύτα;», τον ρώτησε ο Κύριος, «και είπα· Κύριε Κύριε, συ επίστη ταύτα» (Ιεζ. λζ’ 3). Ο Χριστός δεν έβλεπε νεκρά οστά, αλλά τα ζωντανά πνεύματα που είχαν μέσα τους. Το σώμα και τα οστά του ανθρώπου δεν είναι παρά το περίβλημα κι ο εξοπλισμός της ψυχής. Το περίβλημα αυτό γερνάει και γίνεται σαν φθαρμένο ρούχο. Ο Θεός όμως θα το ανακαινίσει και θα ξαναντύσει με αυτό την ψυχή που αναχώρησε.

Ο Χριστός ήρθε για ν’ απαλλάξει τον άνθρωπο από τον αρχαίο φόβο, αλλά και να δημιουργήσει έναν καινούργιο φόβο σ’ αυτούς που αμαρτάνουν. Ο αρχαίος φόβος του ανθρώπου ήταν ο σωματικός θάνατος. Ο καινούργιος φόβος είναι ο πνευματικός θάνατος. Και τον φόβο αυτόν ο Χριστός τον ενίσχυσε, τον έκανε πιο δυνατό. Ο φόβος του σωματικού θανάτου οδηγεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση βοήθειας απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι άνθρωποι εγκαθίστανται σ’ αυτόν τον κόσμο, σκορπίζονται σ’ αυτόν και πιάνονται απ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να σιγουρέψουν τη μεγαλύτερη δυνατή διαμονή για το σώμα τους, να διανύσουν ένα ταξίδι όσο μεγαλύτερο και αβασάνιστο γίνεται. Ο Κύριος όμως λέει σ’ εκείνον που ήταν πλούσιος υλικά αλλά φτωχός πνευματικά: «Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ’ 20). Τον άνθρωπο που φροντίζει για το σώμα του αλλά αδιαφορεί για την ψυχή του, ο Κύριος τον αποκαλεί άφρονα, ανόητο. «Ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού έστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ’ 15), είπε επίσης ο Κύριος. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ζωή του ανθρώπου; Στην εξάρτησή του από το Θεό, που ζωοποιεί την ψυχή με το λόγο Του και μαζί με την ψυχή ζωοποιεί και το σώμα.

Με το λόγο Του ο Κύριος ανάστησε κι ανασταίνει ψυχές αμαρτωλές, ψυχές που πέθαναν πριν από το σωματικό θάνατο. Υποσχέθηκε πως θ’ αναστήσει τα νεκρά σώματα εκείνων που έχουν ήδη αποβιώσει. Με την άφεση των αμαρτιών, με τα ζωοποιά λόγια Του και με τα τίμια δώρα, το πάναγνο Σώμα και το Αίμα Του, ανέστησε κι ανασταίνει και σήμερα ακόμα νεκρούς. Και θα το κάνει αυτό ως τη συντέλεια του κόσμου. Μας το επιβεβαίωσε αυτό όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα, αφού ανάστησε αρκετούς στη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, καθώς και με την Ανάστασή Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Πολλοί νεκροί άκουσαν τη φωνή του Υιού του Θεού και αναστήθηκαν. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε από το σημερινό ευαγγέλιο.

***
Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς «επορεύετο εις πόλιν καλουμένην Ναΐν και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς» (Λουκ. ζ’ 11). Το περιστατικό αυτό έγινε λίγο μετά τη θαυματουργική θεραπεία του δούλου του Ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερναούμ. Ο Κύριος είχε σφοδρή επιθυμία και βιαζόταν να κάνει όσο το δυνατό περισσότερα καλά έργα και να δώσει έτσι υπέροχο παράδειγμα στους πιστούς Του. Μ’ αυτόν το σκοπό ξεκίνησε από την Καπερναούμ με κατεύθυνση το όρος Θαβώρ. Εκεί, πέρα από το όρος, στις πλαγιές του όρους Ερμών, βρίσκεται ως τις μέρες μας η Ναΐν, που κάποτε ήταν οχυρωμένη πόλη. Ο Κύριος ταξίδευε με τη συνοδεία πολλών μαθητών και πλήθους λαού. Είχαν δει όλοι τους πολλά θαύματα στην Καπερναούμ κι έλπιζαν να δουν και ν’ ακούσουν περισσότερα, γιατί τα θαύματα του Χριστού δεν είχαν ακουστεί ως τότε στον Ισραήλ, ενώ τα λόγια Του ήταν σαν ποτάμια που έρρεαν μέλι και γάλα.

«Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή» (Λουκ. ζ’ 12). Ο Κύριος μόλις είχε προσεγγίσει την πύλη της πόλης μαζί με το πλήθος που τον ακολουθούσε, όταν συνάντησε μια πομπή να βγαίνει από την πόλη, συνοδεύοντας ένα νεκρό παιδί. Έτσι συναντήθηκαν ο Κύριος με το δούλο. Ο χορηγός της ζωής συνάντησε το νεκρό. Ο νεκρός ήταν ένα νεαρό παιδί, όπως βλέπουμε από τη διήγηση, ότι ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του, αφού τον επανέφερε στη ζωή. Η μητέρα του παιδιού πρέπει να προερχόταν από πλούσια κι επιφανή οικογένεια, όπως φαίνεται από το μεγάλο πλήθος που την συνόδευε στην κηδεία.


«Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· μη κλαίε» (Λουκ. ζ’ 13). Το μεγάλο πλήθος που συνόδευε τη χήρα φαίνεται πως τό ‘κανε για χάρη της, λόγω της κοινωνικής της θέσης, αλλά και για το ισχυρό χτύπημα που δέχτηκε με το θάνατο του μοναχογιού της. Η θλίψη των ανθρώπων γύρω της πρέπει να ήταν πολύ μεγάλη. Κι αυτό πρέπει να έκανε μεγαλύτερη τη θλίψη της μητέρας και αύξησε τα δάκρυα απόγνωσης και τον οδυρμό της. Αν κι αναζητούμε άλλους για να μοιραστούν τη θλίψη μας, όταν ο θάνατος αποσπά βίαια κάποιον δικό μας άνθρωπο, η συμμετοχή τους συνεισφέρει πολύ λίγο στο να μειώσει τη θλίψη και τον πόνο μας. Όταν η αδυναμία παρηγορεί την αδυναμία, τότε κι η παρηγοριά θά ‘ναι αδύναμη. Όλοι όσοι παραστέκονται σ’ ένα νεκρό σώμα, κυριεύονται από ένα περίεργο συναίσθημα που δύσκολα εξωτερικεύεται. Κι αυτό είναι η ντροπή. Οι άνθρωποι όχι μόνο φοβούνται το θάνατο, αλλά και ντρέπονται γι’ αυτό. Η ντροπή αυτή είναι απόδειξη – πολύ μεγαλύτερη από το φόβο – πως ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου. Όπως ο άρρωστος άνθρωπος ντρέπεται ν’ αποκαλύψει στο γιατρό τις κρυφές πληγές του, έτσι κι όσοι έχουν συνείδηση ντρέπονται τη θνητότητά τους. Η ντροπή αυτή για το θάνατο μας οδηγεί στην απόδειξη της αθάνατης καταγωγής μας και του αθάνατου προορισμού μας. Τα ζώα όταν πεθαίνουν κρύβονται μακριά, σα να νιώθουν ντροπή που είναι θνητά. Φανταστείτε πόση είναι η ντροπή εκείνων που είναι πνευματικά καλλιεργημένοι!

Σε τι χρησιμεύουν όλα τα κλάματα και τα μοιρολόγια μας, όλη η ματαιότητά μας, όλες οι τιμές και οι δόξες μας, την ώρα που νιώθουμε ότι κομματιάζεται το επίγειο δοχείο όπου κατοικήσαμε όσο ζούσαμε; Μας κατέχει ντροπή τόσο για το εύθραυστο του δοχείου μας όσο και για την άφρονα ματαιότητα με την οποία γεμίσαμε τη ζωή μας. Σε τι χρησιμεύει να το κρύβουμε; Η ντροπή μας κατέχει λόγω της βρωμιάς που γεμίσαμε το γήινο σαρκίο μας και που εξέρχεται μετά το θάνατό μας, όχι μόνο προς τη γη αλλά και προς τον ουρανό. Η ουσία του πνεύματος δεν αναδίδει ούτε άρωμα ούτε δυσοσμία στο σώμα μας. Ανάλογα με την ποιότητά μας ως ανθρώπων και με τα υλικά που έχουμε σωρεύσει μέσα μας όσο ζούμε, αναδίδουμε το άρωμα του ουρανού ή τη βρωμιά της αμαρτίας.

Ο Κύριος έχει αγάπη και ανοχή γι’ αυτούς που βρίσκονται σε απόγνωση. Αυτό το διαπιστώνουμε συχνά στις αδυναμίες των ανθρώπων. «Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ’ 36). Όταν τα πρόβατα βλέπουν τον ποιμένα δεν λιποψυχούν, ούτε και σκορπίζονται. Αν οι άνθρωποι είχαν το Θεό πάντα μπροστά στα μάτια τους δε θα λιποψυχούσαν, ούτε και θα σκορπίζονταν. Μερικοί όμως τον βλέπουν, άλλοι τον αναζητούν για να τον δουν, ενώ άλλοι είναι τυφλοί ή εμπαίζουν εκείνους που ψάχνουν για να τον δουν. Έτσι οι άνθρωποι λιποψυχούν, διασκορπίζονται, γίνεται ο καθένας οδηγός στον εαυτό του κι ακολουθεί το δικό του δρόμο.

Αν οι άνθρωποι είχαν έστω και το μισό φόβο για τον πανταχού παρόντα Θεό, απ’ αυτόν που έχουν για το θάνατο, δε θα φοβούνταν τον τελευταίο. Και μάλιστα δε θα γνώριζαν το θάνατο σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην περίπτωσή μας ο Κύριος ένιωσε ιδιαίτερη συμπάθεια για τη θλιμμένη μητέρα και γι’ αυτό της είπε: μη κλαίε. Κοίταξε βαθιά μέσα στην ψυχή της και διάβασε όλα όσα γίνονταν εκεί. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει, δεν είχε σύντροφο. Τώρα πέθανε κι ο μοναχογιός της και βρέθηκε ολομόναχη. Πού ήταν ο ζωντανός Θεός; Μπορεί να νιώθει μόνος του κανείς όταν έχει συντροφιά το Θεό; Μπορεί ο αληθινός άνθρωπος να βρει καλλίτερη συντροφιά, πιο εγκάρδια, από τη συντροφιά του Θεού; Δεν είναι πιο κοντά μας ο Θεός ακόμα κι από τον πατέρα και τη μητέρα μας, από τους αδελφούς και τις αδελφές μας, από τους γιους και τις θυγατέρες μας; Μας δίνει παιδιά κι ύστερα μας τα παίρνει, μα δε μας εγκαταλείπει. Το μάτι Του δεν κουράζεται να μας παρακολουθεί, ούτε κι η αγάπη Του για μας έχει αλλοιωθεί. Όλη η δυσοσμία του θανάτου μας βοηθάει να προσκολληθούμε περισσότερο στο Θεό, τον ζώντα Θεό.

Μη κλαίε! Ο Κύριος προσπαθεί να παρηγορήσει την απαρηγόρητη μητέρα. Αυτό το λέει Εκείνος που δε σκέφτεται, όπως πολλοί από μας, πως η ψυχή του νεκρού αγοριού κατεβαίνει στον τάφο, μαζί με το νεκρό σώμα του. Το λέει Εκείνος που γνωρίζει αυτά που αφορούν στην ψυχή του νεκρού αγοριού, που κρατά την ψυχή αυτή στη δική Του εξουσία. Κι εμείς παρηγορούμε αυτούς που θρηνούν με τα ίδια λόγια, αν κι οι καρδιές μας είναι γεμάτες δάκρυα.

Εκτός από τη συμπάθειά μας όμως νιώθουμε αδύναμοι να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σ’ εκείνους που θρηνούν. Η δύναμη του θανάτου έχει τόσο πολύ ξεπεράσει τη δύναμή μας, ώστε σερνόμαστε σαν έντομα στη σκιά του. Και καθώς γεμίζουμε τον τάφο και σκεπάζουμε το νεκρό με χώμα, νιώθουμε πως ενταφιάζουμε μαζί κι ένα μέρος από τον εαυτό μας μέσα στο νεκρικό σκοτάδι του τάφου.

Ο Κύριος δεν είπε μη κλαίε στη γυναίκα για να δείξει πως δεν πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς. Ο ίδιος δάκρυσε για το Λάζαρο (βλ. Ιωάν. ια’ 35). Θρήνησε προκαταβολικά γι’ αυτούς που θα υπόφεραν με την πτώση της Ιερουσαλήμ (βλ. Λουκ. ιθ’ 41-44). Τέλος μακάρισε αυτούς που πενθούν, «ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’ 4). Τίποτα δεν ηρεμεί και δεν καθαρίζει τόσο, όσο τα δάκρυα.

Στην ορθόδοξη μεθοδολογία της σωτηρίας, τα δάκρυα είναι ανάμεσα στα πρώτα μέσα κάθαρσης της ψυχής, της καρδιάς και του νου. Όχι μόνο πρέπει να κλαίμε για τους νεκρούς, αλλά και για τους ζωντανούς και ιδιαίτερα για τον εαυτό μας, όπως συνέστησε ο Κύριος στις γυναίκες της Ιερουσαλήμ: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28).


Υπάρχει όμως μια διαφορά από δάκρυα σε δάκρυα. Ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει τους Θεσσαλονικείς: «ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α’ Θεσσ. δ’ 13). Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όπως οι ειδωλολάτρες κι οι άθεοι, που κλαίνε τους νεκρούς τους σα να χάθηκαν εντελώς. Οι χριστιανοί δεν πρέπει να κλαίνε τους νεκρούς σαν χαμένους αλλά σαν αμαρτωλούς. Η θλίψη τους επομένως πρέπει να συνοδεύεται με προσευχές στο Θεό για να συχωρήσει τις αμαρτίες του αποβιώσαντα και να τον ελεήσει, να τον οδηγήσει στην ουράνια βασιλεία Του.

Ο χριστιανός πρέπει να κλαίει και να θρηνεί επίσης για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του. Κι όσο πιο συχνά το κάνει αυτό τόσο καλύτερα. Όχι να συμπεριφέρεται σαν κι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν ελπίζουν στο έλεός Του και στην αιώνια ζωή.

Όταν τα δάκρυα έχουν το χριστιανικό αυτό νόημα κι αυτή τη χρήση, τότε γιατί ο Κύριος είπε στη μητέρα του νεκρού αγοριού μη κλαίε; Εδώ είναι άλλη περίπτωση. Η γυναίκα έκλαιγε σαν κι αυτούς που δεν έχουν ελπίδα. Δεν έκλαιγε για τις αμαρτίες του παιδιού της ούτε και για τις δικές της. Έκλαιγε για τη σωματική απώλεια, για το χαμό και την ολοκληρωτική εξαφάνιση του παιδιού, για τον αιώνιο αποχωρισμό της απ’ αυτό. Εκεί όμως βρισκόταν ο Υιός του Θεού, ο Κύριος ζώντων και νεκρών. Δεν είχε λοιπόν λόγο να κλαίει μπροστά Του, όπως δεν έχει λόγο και να νηστεύει κανείς όταν ο Κύριος είναι παρών. Όταν οι Φαρισσαίοι κατηγόρησαν τον Κύριο πως οι μαθητές Του δε νήστευαν, όπως ο Ιωάννης, τους απάντησε: «Μη δύνασθε τους υιούς του νυμφώνος, εν ω ο νυμφίος μετ’ αυτών εστι, ποιήσαι νηστεύειν;» (Λουκ. ε’ 34). Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν, μπορεί να θρηνεί κάποιος όταν βρίσκεται μαζί του ο Ζωοδότης, που στη βασιλεία Του δεν υπάρχουν νεκροί, αλλ’ όλοι είναι ζωντανοί;

Η θλιμμένη χήρα όμως δε γνώριζε ούτε το Χριστό ούτε τη δύναμη του Θεού. Θρηνούσε το μοναχογιό της χωρίς ελπίδα, όπως όλοι οι Ιουδαίοι τότε, που είτε δεν είχαν ολότελα πίστη στην ανάσταση των νεκρών είτε την είχαν χάσει.

Σ’ αυτήν την ανώφελη λόγω άγνοιας θλίψη της, ο Κύριος ανταποκρίθηκε με τα λόγια: Μη κλαίε! Δεν της είπε να μην κλάψει με την έννοια που το κάνουν πολλοί σήμερα, που εννοούν: «Μην κλαίς! Τα δάκρυά σου δε θα τον φέρουν πίσω. Αυτή είναι η μοίρα. Όλοι τον ίδιο δρόμο θ’ ακολουθήσουμε». Αυτή που δίνουμε εμείς είναι μια απαρηγόρητη παρηγοριά. Δεν παρηγορεί κανέναν, είτε την δίνει κανείς είτε την παίρνει. Άλλο πράγμα σκεφτόταν ο Χριστός όταν έλεγε μη κλαίε. Ήθελε να πει: Μην κλαίς, γιατί Εγώ είμαι εδώ. Είμαι ο ποιμένας όλων των προβάτων. Κανένα πρόβατο δεν μπορεί να κρυφτεί από Εμένα, δε γίνεται να μη γνωρίζω που βρίσκεται. Ο γιος δεν πέθανε με τον τρόπο που νομίζεις εσύ. Μόνο η ψυχή του έφυγε από το σώμα. Εγώ έχω εξουσία στην ψυχή του, όπως και στο σώμα του. Λόγω της θλίψης σου, που προέρχεται από άγνοια και απιστία τόσο τη δική σου όσο κι εκείνων που βρίσκονται γύρω σου, θα ενώσω ξανά την ψυχή του παιδιού με το σώμα του και θα τον ξαναφέρω στη ζωή. Και θα το κάνω αυτό όχι τόσο για δική του χάρη όσο για σένα και για τους δικούς σου, για να πιστέψετε πως ο Θεός είναι ζωντανός και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Για να βεβαιωθείτε πως Εγώ είμαι ο Μεσσίας που ήρθε, ο Σωτήρας του κόσμου».

Μ’ αυτήν την έννοια είπε στη μητέρα ο Κύριος μη κλαίε! Και μετά απ’ αυτό προχώρησε στο έργο.

«Και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. ζ’ 14). Το άγγιγμα των νεκρών ή των πραγμάτων που βρίσκονταν κοντά του απαγορευόταν από τους Ιουδαίους, γιατί λογαριαζόταν ακάθαρτο. Η καθιέρωση αυτή είχε νόημα τότε που ο Θεός και η ανθρώπινη ζωή ήταν περισσότερο σεβαστά στον Ισραήλ από οτιδήποτε άλλο. Όταν όμως η πραγματική ευλάβεια προς το Θεό μειώθηκε, όπως κι ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, τότε πολλές εντολές, ανάμεσά τους κι αυτή για το άγγιγμα των νεκρών, έγιναν δεισιδαιμονίες και κέρδισαν προτεραιότητα από τις μέγιστες εντολές του Θεού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, για παράδειγμα, ανήκαν η περιτομή και η αργία του Σαββάτου. Το πνεύμα των εντολών αυτών χάθηκε και στη θέση του έμεινε το πνεύμα μιας θεοποίησης της βερμπαλιστικής μορφής του Νόμου.

Ο Χριστός αποκατέστησε το πνεύμα και τη ζωή των νόμων αυτών. Οι καρδιές των αρχόντων του λαού όμως, των τηρητών του Νόμου, είχαν τόσο πολύ σκοτιστεί και σκληρυνθεί, ώστε αναζητούσαν να θανατώσουν το Χριστό επειδή θεράπευε τους αρρώστους το Σάββατο. Γι’ αυτούς η τήρηση της αργίας του Σαββάτου άξιζε περισσότερο από τον άνθρωπο, περισσότερο κι από τον ίδιο τον Υιό του Θεού. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στην οργή των πρεσβυτέρων. Συνέχισε ν’ αξιοποιεί κάθε ευκαιρία για να τονίσει πως η ανθρώπινη ζωή και η σωτηρία της ψυχής αξίζουν περισσότερο από τις νεκρές παραδόσεις και τα έθιμα. Το ίδιο προσπάθησε να κάνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παραβίασε το Νόμο και άγγιξε το φέρετρο όπου κείτονταν το νεκρό παιδί. Το θαύμα της νεκρανάστασης που έκανε ο Χριστός σ’ αυτήν την περίπτωση όμως ήταν τόσο αποστομωτικό, ώστε οι απορημένοι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι δεν τόλμησαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να διαμαρτυρηθούν.

Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι! Ο Κύριος έδωσε την εντολή στο νεκρό παιδί στο όνομά Του, είπε σοι λέγω, όχι όπως οι προφήτες Ηλίας και Ελισαίος, που προσευχήθηκαν στο Θεό και του ζήτησαν ν’ αναστήσει τους νεκρούς. Εκείνοι ήταν δούλοι του Θεού, ο Ιησούς όμως ήταν ο μονογενής Υιός Του. Με τη θεϊκή εξουσία που είχε ο Κύριος έδωσε εντολή στο παιδί να σηκωθεί και να ξαναγυρίσει στη ζωή. Σοι λέγω! Με τα λόγια αυτά που δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κύριος σε άλλη περίπτωση ανάστασης νεκρού, ήθελε να δείξει και να ξεκαθαρίσει πως έκανε το έργο αυτό μόνο με τη δική Του δύναμη. Ήθελε να δείξει μ’ αυτό το θαύμα πως έχει εξουσία και στους νεκρούς, όπως στους ζωντανούς. Το θαύμα αυτό δεν έγινε με την πίστη της μητέρας του παιδιού, όπως στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου. Αλλά και κανένας στην πομπή της κηδείας δεν περίμενε να δει τέτοιο μεγάλο θαύμα, όπως και στην περίπτωση της Ανάστασης του Λαζάρου. Όχι, το θαύμα αυτό δεν έγινε λόγω της δικής της πίστης ούτε κι από την αναμονή κάποιων, αλλ’ αποκλειστικά από το δυναμικό λόγο του Κυρίου Ιησού.

«Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού» (Λουκ. ζ’ 15). Το πλάσμα άκουσε τη φωνή του Δημιουργού και υπάκουσε την εντολή Του. Η ίδια θεϊκή δύναμη που παλιά έδωσε πνοή ζωής στον πηλό κι από τον πηλό έγινε ο άνθρωπος, τώρα έδινε πνοή και ξανάφερνε στη ζωή στο νεκρό παιδί. Έκανε πάλι το αίμα να κυκλοφορεί, τα μάτια να βλέπουν, τ’ αυτιά ν’ ακούν, τη γλώσσα να μιλάει, τα κόκκαλα και το σώμα να κινούνται. Εκεί που βρισκόταν η ψυχή του νεκρού παιδιού άκουσε τη φωνή του Κυρίου Της και γύρισε αμέσως στο σώμα της, υπακούοντας στην εντολή Του.

Ο υποτελής άκουσε τη φωνή του Βασιλιά κι ανταποκρίθηκε. Το παιδί ανακάθησε στο φέρετρο και ήρξατο λαλείν. Γιατί άρχισε αμέσως να μιλάει; Για να μη νομίσουν οι άνθρωποι πως αυτό ήταν κάποιο μαγικό δράμα ή πως κάποιο φάντασμα μπήκε στο σώμα του νεκρού παιδιού και τον ανασήκωσε στο φέρετρο. Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι τα λόγια του αναστημένου παιδιού, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν πραγματικά το ίδιο το παιδί κι όχι κάποιος άλλος μέσα του.

Για τον ίδιο λόγο ο Κύριος πήρε το παιδί από το φέρετρο και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού, το παρέδωσε στη μητέρα του. Όταν η μητέρα κατάλαβε τι έγινε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά της, τότε απαλλάχτηκαν κι εκείνοι που ήταν στην πομπή από το φόβο και την αμφιβολία. Ο Χριστός πήρε από το χέρι το παιδί και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως της το έδινε χάρισμα τώρα, όπως κι όταν το γεννούσε. Η ζωή είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός δίνει ζωή σε κάθε άνθρωπο με το δικό Του χέρι. Δε διστάζει να πάρει κάθε πλασμένο άνθρωπο χωριστά από το χέρι και να τον στείλει σ’ αυτήν την επίγεια, την πρόσκαιρη ζωή. Ο Κύριος λοιπόν πήρε και το παιδί που ανάστησε και το έδωσε στη μητέρα του για να της δείξει πως δεν της είπε μη κλαίε μάταια. Όταν της το είπε αυτό είχε κατά νου να την παρηγορήσει, όχι μόνο με τα λόγια αυτά, που η θλιμμένη μητέρα θα τα είχε ακούσει ίσως κι από πολλούς γνωστούς της, αλλά και με μια πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα μια απρόβλεπτη και τέλεια παρηγοριά.

Τελικά ο Κύριος το έκανε αυτό για να διδάξει και μας πως, όταν κάνουμε ένα καλό έργο, πρέπει να το κάνουμε όσο μπορούμε προσωπικά, προσεχτικά και με την καρδιά μας, όχι μέσω άλλων, απρόσεχτα και βαριεστημένα. Προσέξτε πόση αγάπη και στοργή υπάρχει σε κάθε λέξη και κάθε κίνηση του Κυρίου μας! Σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ όσες ανάλογες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, δείχνει πως όχι μόνο είναι τέλειο κάθε χάρισμα και δώρο του Θεού, αλλά κι ο τρόπος που τα δίνει είναι επίσης τέλειος.

«Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού» (Λουκ. ζ’ 16). Με την προσεχτική συμπεριφορά Του προς το παιδί και τη μητέρα του ο Κύριος κατόρθωσε να διώξει το φόβο για τέρατα και μαγείες, ο φόβος όμως εξακολουθούσε να υπάρχει μέσα τους. Αλλά ο φόβος αυτός ήταν καλός, γιατί ήταν φόβος Θεού και προκαλούσε τη δοξολογία στο Θεό. Ο λαός ονόμασε το Χριστό μεγάλο προφήτη που ο Θεός είχε υποσχεθεί από παλιά πως θα στείλει στον Ισραήλ (βλ. Δευτ. ιη’ 18). Ο λαός δεν μπορούσε να κατανοήσει ακόμα πως ο Χριστός ήταν Υιός του Θεού. Ήταν καλό όμως που το πνεύμα τους, που ήταν σκοτισμένο και καταπιεσμένο από ξένους κατακτητές, μπορούσε να βλέπει το Χριστό ως μεγάλο προφήτη. Αν οι πρεσβύτεροι του λαού στην Ιερουσαλήμ, που είχαν δει τα πολυάριθμα θαύματα του Χριστού, είχαν φτάσει σ’ αυτό το σημείο κατανόησης που είχαν οι απλοί αυτοί άνθρωποι, θα είχαν γλιτώσει από τα φοβερά εγκλήματα της καταδίκης και του θανάτου του Υιού του Θεού. Ο καθένας όμως ενεργεί όπως εκείνος θεωρεί φυσικό, ακολουθεί το δικό του πνεύμα και τη δική του καρδιά. Ο Χριστός επανέφερε το νεκρό στη ζωή, ενώ οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι αφαίρεσαν τη ζωή από τον Ζώντα. Εκείνος αγαπούσε τον άνθρωπο, αυτοί ήταν δολοφόνοι των ανθρώπων – και του Θεού.

Εκείνος ήταν θαυματουργός καλών έργων, αυτοί ήταν εκτελεστές εγκλημάτων. Στο τέλος όμως οι κακούργοι πρεσβύτεροι δεν μπόρεσαν να πάρουν άλλη ζωή, εκτός από τη δική τους. Όλοι οι προφήτες που είχαν θανατωθεί, ζούσαν παντοτινά με το Θεό και με ανθρώπους, ενώ οι φονευτές κρύβονταν σαν φίδια στη σκιά των προφητών αυτών από γενιά σε γενιά και δέχονταν από κάθε γενιά την κατάκριση και το ανάθεμα. Έτσι λοιπόν, με το θάνατο του Χριστού δεν σκότωσαν Εκείνον, αλλά τον εαυτό τους.


***

Εκείνος που ανάστησε τόσο εύκολα εκ νεκρών άλλους, ανάστησε και τον εαυτό Του. Φανερώθηκε στον ουρανό και στη γη ως μέγιστο Φως, που όσο φαίνεται πως σβήνει, μετά αστράφτει και λάμπει πολύ περισσότερο. Σ’ αυτό το φως ζούμε όλοι, αναπνέουμε και ευφραινόμαστε. Το Φως αυτό θ’ αποκαλυφθεί και πάλι και μάλιστα σύντομα, σε νεκρούς και ζωντανούς. Αυτό θα γίνει όταν ο Κύριος Ιησούς έρθει στη συντέλεια του κόσμου και της ιστορίας για ν’ αναστήσει τους νεκρούς από τους τάφους και να κρίνει όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, που έζησαν στη γη από τον Αδάμ ως το τέλος του κόσμου. Τότε θ’ αποδειχτεί για μια ακόμα φορά και μάλιστα στην πληρότητά της, η αλήθεια των λόγων του Σωτήρα μας: «Αμήν λέγω υμίν ότι έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. ε’ 25). Το θαύμα της ανάστασης του υιού της χήρας στη Ναΐν έγινε τόσο από αγάπη για τη θλιμμένη μάνα, όσο και για να ενισχύσει την πίστη στην έσχατη και καθολική ανάσταση, στο Θαύμα των θαυμάτων, στην κρίση των κρίσεων, στη χαρά κάθε χαράς.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

15 αιώνες Ελληνισμού στο «σφυρί»; Αξίζει ένα μεγάλο «Οχι»

Στο φώς όλες οι λεπτομέρειες της συμφωνίας για το Σινά που η κυβέρνηση της Ελλάδος επιχειρεί να «φορτώσει» στους μοναχούς

Μανώλης Κοττάκης

Εδώ και δύο εβδομάδες το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ακολουθεί στρατηγική Πρεσπών για τη Μονή του Σινά. Στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ! Και μάλιστα σε απόλυτη συνεννόηση και συντονισμό με το μουσουλμανικό υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου.

Όπως οι σύμμαχοί μας ήθελαν διακαώς να υπογράψει η «συριζαϊκή» Ελλάς τη συμφωνία με το όνομα «Βόρειος Μακεδονία» και να παραδώσει τον όρο «μακεδονικό έθνος» στους Σκοπιανούς (υπό τον εκβιασμό ότι, άλλως, θα «πέσουν» βροχή οι αναγνωρίσεις του κρατιδίου ως «Μακεδονία» από τη διεθνή κοινότητα), έτσι κι εδώ! Δύο εβδομάδες τώρα εκβιάζεται ωμά η Σιναϊτική Αδελφότητα να υπογράψει τη συμφωνία υπό τον εκβιασμό πως, άλλως, θα εκδοθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα τα «χάσουμε όλα».

Στο πλαίσιο αυτό εξαπολύθηκε επίθεση κατά μοναχών του Αγίου Όρους και κατά του τ. Αρχιεπισκόπου Σινά Δαμιανού, με την κατηγορία ότι έχει ήδη κάνει μεγάλα λάθη, ώστε να αισθανθούν απαλλαγμένοι από το ιστορικό βάρος της ευθύνης για «προδοσία» οι μοναχοί και να υπογράψουν την επώδυνη συμφωνία χωρίς δεύτερες σκέψεις. Γιατί αυτή η αφόρητη πίεση; Γιατί η Ελληνική Δημοκρατία δεν υπογράφει διακρατική συμφωνία, όπως θα μπορούσε ανέτως να πράξει, αν η Ελλάς ήταν τόσο ισχυρό κράτος όσο μας λέει ο κύριος Μητσοτάκης; Γιατί ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών ένιψαν απαραδέκτως τας χείρας των και φέρονται ειπόντες τη φράση «ό,τι πει η Αδελφότητα»; Η απάντηση θα ήταν εύκολη, αν επρόκειτο απλώς για ένα παιχνίδι επιρρίψεως ευθυνών για να γλιτώσουν από την ετυμηγορία της Ιστορίας ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών. Δεν πρόκειται όμως μόνον περί αυτού. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: Δεν είχε καμία αξία να αναγνωρίσουν τα Σκόπια ως «Μακεδονία» όλα τα έθνη του κόσμου, εάν Έλληνες δεν υπέγραφαν τη Συμφωνία των Πρεσπών και αν Έλληνες Μακεδόνες βουλευτές δεν την ψήφιζαν. Η υπεραξία της ήταν αυτή. Οτι το όνομα το δώσαμε εμείς. Το «υπογράψαμε», το «ψηφίσαμε» και τώρα οι γείτονες σηκώνουν ατιμώρητα πανό με τους χάρτες της Μεγάλης Μακεδονίας σε αγώνες μπάσκετ του Ηρακλέους Θεσσαλονίκης. Το ίδιο συμβαίνει και με το Θεοβάδιστο Σινά τώρα: Η συμφωνία με την οποία απεμπολείται η κυριότης 15 αιώνων που αναγνώρισε εγγράφως με Αχτιναμέ και ο ίδιος ο Μωάμεθ θα έχει υπεραξία μόνον αν την υπογράψουν χριστιανοί. Η Σιναϊτική Αδελφότητα των μοναχών. Μία απόφαση αιγυπτιακού μουσουλμανικού δικαστηρίου για απαλλοτρίωση χριστιανικής περιουσίας δεν είναι απλώς μια βέβηλη πράξη μουσουλμάνων απέναντι στον Ιησού Χριστό. Θα εκθέσει περαιτέρω την Αίγυπτο στην κυβέρνηση Τραμπ, της οποίας τα μέλη και οι οπαδοί είναι δεδηλωμένοι χριστιανοί και έδειξαν εμπράκτως το ενδιαφέρον τους για τη Μονή (στην οποία εγκαταβιούν και Αμερικανοί μοναχοί, όπως ο διάσημος Τζάστιν) με δηλώσεις και επισκέψεις των συνεργατών του Τραμπ κυρίων Μπούλος και Ρήγας. Το διακύβευμα λοιπόν είναι το βάρος της υπογραφής. Η ταυτότης της υπογραφής. Ακούω με προσοχή το επιχείρημα ότι η Αίγυπτος απέρριψε την πρόταση για γενική διακρατική συμφωνία, αλλά παραλλήλως μαθαίνω ότι:

– Η Ελλάς θα υπογράψει διακρατική συμφωνία με την Αίγυπτο για τα μη θρησκευτικά ακίνητα πέριξ της μονής…

– Η συμφωνία θα περιλαμβάνει και ένα παράρτημα «ευχολόγιο» για τα αμύθητης ιστορικής και θρησκευτικής αξίας κειμήλια που θα μείνουν εκτός συμφωνίας γιατί «υπάγονται στον αιγυπτιακό αρχαιολογικό νόμο»! Παράρτημα με την ελάχιστα δεσμευτική φράση «ότι τα κειμήλια πρέπει να παραμείνουν στη Μονή».

Το σημαντικότερο όλων όμως είναι η κυρία ρύθμιση που καλούνται να υπογράψουν με το πιστόλι στον κρόταφο οι μοναχοί ενώ η ευθύνη αυτή ανήκει στην Ελληνική Δημοκρατία, η σημαία της οποίας κυματίζει έξω από το μοναστήρι. Τι λέει η ρύθμιση στην οποία έχει καταλήξει ο κύριος Γεραπετρίτης στον ομόλογό του και θέλουν να «φορτώσουν» στους μοναχούς; Τα εξής:

Α. Στα θρησκευτικά ακίνητα που περιλαμβάνεται και η ίδια η Μονή της Αγίας Αικατερίνης θα παραχωρηθούν «εις το διηνεκές χωρίς μίσθωμα» (άρα ιδιοκτήτης και εκμισθωτής αναγνωρίζεται εμμέσως η Αίγυπτος) η νομή, κατοχή και χρήση και θα διασφαλιστεί ο ελληνορθόδοξος λατρευτικός χαρακτήρας της. Η λέξη «κυριότης» που αναγνώριζε ο εξωδικαστικός συμβιβασμός του Μαΐου του 2025 που αναιρέθηκε από την απόφαση του Δικαστηρίου Ισμαηλίας κ-α-τ-α-ρ-γ-ε-ί-τ-α-ι.

Β. Καταργούνται οι υφιστάμενες δίκες και δεν θα προσφύγει κανένα από τα δύο μέρη στο μέλλον για θέματα της μονής.

Γ. Η συμφωνία δεν θα έχει ημερομηνία λήξης.

Υποτίθεται ότι αυτά μας καλύπτουν ως εγγυήσεις και μας εξασφαλίζουν. Δεδομένων όμως όλων όσα προηγήθηκαν (η αιφνίδια ματαίωση του εξωδικαστικού συμβιβασμού που μας αναγνώριζε ρητά την κυριότητα), μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει ασφάλεια δικαίου στη φίλη χώρα; Ειδικώς αν αύριο έχουμε, βάσκανος μοίρα, φιλοτουρκική κυβέρνηση Αδελφών Μουσουλμάνων; Εδώ απεδείχθη ότι λένε και ξελένε. Και όταν υπάρχουν δύο κείμενα, το πρώτο με το οποίο κερδίζαμε με κυριότητα τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και το δεύτερο όπου ρητώς τη χάνουμε, ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά σε εκατομμύρια χριστιανούς για να ισχυριστεί ότι η δεύτερη είναι καλύτερη και δεν την υπέγραψαν «Ιούδες» του χριστιανισμού;

Κάνω μία απλή σκέψη. Αν η Ελλάς είναι η χώρα με το γεωπολιτικό βάρος που ισχυρίζεται ότι έχει ο κύριος Μητσοτάκης, τότε γιατί δεν επιμείναμε για την κυριότητα της μονής; Ολόκληρος αγωγός GREGY που θα καταλήξει στο Κάιρο και θα λύσει «εις το διηνεκές» το πρόβλημα ηλεκτροδότησης της Αιγύπτου και δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε ο πρωθυπουργός να θυσιάσει διπλωματικό κεφάλαιο υπέρ του χριστιανισμού και της μονής για να διασώσει τα ιερά και τα όσια; Ολόκληρο Κάθετο Διάδρομο με αέριο στέλνουμε στη Βουλγαρία και δεν χτύπησε το χέρι στο τραπέζι για να πάρουμε πίσω όλα μας τα κειμήλια της Εικοσιφοίνισσας; Και αντί αυτού τα χάρισε λες και τα κληρονόμησε από τον πατέρα του; Η απάντηση πονά, αγαπητοί, αλλά είναι αληθής: Δεν ήθελε. Και κατά την προσφιλή του τακτική προσπαθεί να μεταβιβάσει την κολοσσιαία ιστορική ευθύνη της κυβέρνησής του στους μοναχούς της Ερήμου. Αυτοί, φαίνεται, πήραν 40% στις εκλογές! Του αξίζει ένα «Όχι», νομίζουμε.

Gadamer - Η Ιδέα του Αγαθού στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία - Εισαγωγή (3)

 Συνεχίζεται από: Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Η Ιδέα του Αγαθού στην πλατωνική και αριστοτελική φιλοσοφία 

Die Idee des Guten zwischen Plato und Aristoteles

Hans-Georg Gadamer

Αγγλική μετάφραση, εισαγωγή και σχολιασμός του P. Christopher Smith

Yale University Press • Νιου Χέιβεν και Λονδίνο

Ελληνική μετάφραση από την αγγλική έκδοση

Εισαγωγή του μεταφραστή P. Christopher Smith (3η συνέχεια)

Ο Αριστοτέλης είναι βεβαίως ένας άριστος φαινομενολόγος, που επιθυμεί πάνω απ’ όλα να μη συγχέει διαφορετικά πράγματα. Είναι όμως μόνο η «περιγραφική επιφυλακτικότητα» που τον οδηγεί να προσπαθεί να κρατήσει χωριστά την οντολογική και την πρακτική θεωρία; Ο Gadamer υποδεικνύει ότι υπάρχει και κάτι άλλο θεμελιώδες στον αριστοτελικό τρόπο έρευνας που τον οδηγεί να εκφράζεται έτσι: ο προσανατολισμός του προς την επιστήμη της ζωής. Μια σκέψη μαθηματικού προσανατολισμού, όπως η πλατωνική, θα οδηγούσε πράγματι στην έρευνα της Ιδέας του Αγαθού ως αφηρημένης δομής των αγαθών πραγμάτων, όπως θα μπορούσε κανείς να ερευνήσει την αφηρημένη αριθμητική δομή όσων αριθμούνται ή τις αφηρημένες αρχές της αρμονίας σε ό,τι είναι αρμονικό. Αυτός όμως δεν είναι ο προσανατολισμός της αριστοτελικής ερώτησης, η οποία δίνει προτεραιότητα ακριβώς στο συγκεκριμένο έμβιο ον. Επομένως, το ἄριστον τῶν πάντων δεν μπορεί γι’ αυτόν να είναι μια εννοιολογική δομή, αλλά πρέπει να είναι ένα «κινούν» τα άλλα πράγματα, μια πρώτη πραγματικότητα που δεν βρίσκεται ἐπέκεινα τῆς οὐσίας, πέρα από την ύπαρξη, όπως η πλατωνική Ιδέα του Αγαθού, αλλά είναι ένας υπαρκτός θεός. Θέτοντας αυτόν τον θεό, ο Αριστοτέλης εκπληρώνει πράγματι το σωκρατικό αίτημα να κατανοήσουμε το σύμπαν ξεκινώντας από την ηθική μας εμπειρία, με βάση δηλαδή το αγαθό, και από αυτή την άποψη συνδέει και αυτός το πρακτικό με το θεωρητικό. Γι’ αυτόν όμως αυτή η σύνδεση δεν σημαίνει ότι μια συζήτηση για την αρετή πρέπει να οδηγήσει σε συζήτηση για τον κόσμο, ακόμη κι αν το ίδιο είδος δομών μπορεί να συγκροτεί και τα δύο. Το ενδιαφέρον του δεν στρέφεται σε αφηρημένες δομές, αλλά στο «αυτό εδώ».

Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Η ιδέα της πρακτικής φιλοσοφίας», ο Gadamer αντιμετωπίζει τα ευρύτερα ζητήματα που ανακύπτουν από την προσπάθεια του Αριστοτέλη να αποκλείσει από την πρακτική φιλοσοφία κάθε φυσική ή μεταφυσική θεώρηση. Αυτός ο αποκλεισμός εγείρει ερωτήματα για τη σχέση του ειδικού πεδίου της θεωρίας που ονομάζουμε πρακτική φιλοσοφία —δηλαδή της ηθικής και της πολιτικής— με τη θεωρία γενικά: τη φυσική, τη μεταφυσική, την οντολογία και την κοσμολογία. Πώς διαφέρει η εφαρμογή της ηθικής θεωρίας στην ηθική πράξη, όπως την αντιλαμβάνεται ο Αριστοτέλης, από την εφαρμογή της επιστημονικής θεωρίας, για παράδειγμα στην τεχνολογία ή την ιατρική; Διότι και αυτές μπορούν ασφαλώς να ονομαστούν πρακτικές, και μάλιστα ο Αριστοτέλης φαίνεται να θεωρεί την τέχνη πρότυπο της πράξης γενικά. Και ποια ακριβώς εφαρμογή έχει καταρχάς η ηθική θεωρία; Πώς επηρεάζει τη ζωή όπως πραγματικά τη ζούμε; Τέλος, ποια είναι η σχέση των δύο έλλογων βίων για τους οποίους μιλά ο Αριστοτέλης, του πρακτικού και του θεωρητικού βίου; Τι εννοεί όταν χαρακτηρίζει τον βίο του πρακτικού λόγου ως δεύτερο κατά σειράν άριστο; Το δεύτερον σημαίνει «έναν άλλον» ή «κατώτερο»; Ή το νόημά του βρίσκεται κάπου ανάμεσα;

Το πρώτο από αυτά τα ερωτήματα προκύπτει άμεσα από την αριστοτελική κριτική της πλατωνικής Ιδέας του Αγαθού. Ένα αγαθό όπως εκείνο για το οποίο μιλά ο Πλάτων δεν έχει, κατά τον Αριστοτέλη, καμία εφαρμογή στη ζωή όπως τη ζούμε. Στην ιατρική όλα αποβλέπουν στο συγκεκριμένο αγαθό της υγείας, σε ένα αγαθό• μια ιδέα όμως του αγαθού γενικά δεν έχει εδώ καμία χρησιμότητα. Το ίδιο ισχύει για όλες τις πρακτικές. Το αγαθό, όποιο συγκεκριμένο αγαθό κι αν είναι, πρέπει να περιορίζεται στις ορισμένες συνθήκες επιμέρους ανθρώπινων πρακτικών. Εδώ ο Αριστοτέλης διαπιστώνει μια θεμελιώδη σύγχυση στον Πλάτωνα, επειδή δεν διακρίνει τη χρήση του «αγαθού» στην οντολογία από τη χρήση του στην ανθρώπινη πράξη. (Όπως μου επισήμανε ο Gadamer κατά τη συζήτησή μας γι’ αυτό το κεφάλαιο, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη θα έπρεπε να διακρίνουμε σαφώς το «καλό» χιόνι, στον βαθμό που πλησιάζει το οντολογικό αγαθό της καθαρής λευκότητας —το τέλειο χιόνι ως χιόνι, ως αυτό που σημαίνει να είναι κάτι χιόνι— από το «καλό» χιόνι στην πράξη, το χιόνι που είναι «καλό», για παράδειγμα, για σκι. Η οντολογική σημασία είναι τελείως άσχετη όταν τίθεται το ερώτημα τι πρέπει να πράξουμε, λόγου χάρη αν πρέπει να πάμε για σκι με δεδομένη την κατάσταση του χιονιού.)
Το ερώτημα καταλήγει λοιπόν στο εξής: ποιος ρόλος απομένει στην πρακτική φιλοσοφία, αν, όπως φαίνεται, ο κάθε ειδικός είναι ο καταλληλότερος να πει τι είναι αγαθό στον δικό του τεχνικό τομέα; Με άλλα λόγια, πώς συμβάλλει η άσκηση της ηθικής φιλοσοφίας στην αρετή, στην αριστεία της πράξης;
Με αυτό ο Gadamer έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο ζήτημα της δικής του σκέψης, η οποία, ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, επιδιώκει να αναδείξει το σφάλμα να καθιστούμε τον σύγχρονο επιστημονικό και τεχνικό συλλογισμό πρότυπο κάθε συλλογισμού. Η σχέση ηθικής θεωρίας και πράξης δεν είναι καθόλου η σύγχρονη σχέση θεωρίας και πράξης, στην οποία μια αντικειμενική, ουδέτερη θεωρία μπορεί να εφαρμόζεται γενικά σε επιμέρους προβλήματα. Σε αντίθεση με την παραγωγή κάποιου πράγματος —την τέχνη, την ποίησιν—, το να πράττουμε το ορθό δεν είναι απλή εφαρμογή γενικών κανόνων[Ε8]. Υπάρχει λοιπόν κάτι παραπλανητικό στις συνεχείς αναφορές του Αριστοτέλη στις τέχνες, στην ιατρική, στη στρατηγική και ούτω καθεξής. Καταρχάς, όπως αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης, χρειαζόμαστε μια «οἰκείαν ἀρχήν» για τον ηθικό συλλογισμό, που δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαθηματικό παραγωγικό συλλογισμό. Διότι στον ηθικό συλλογισμό βρίσκομαι πάντοτε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, και το ζητούμενο δεν είναι να υπαγάγω αυτή την επιμέρους περίπτωση σε έναν καθολικό κανόνα που θα μπορούσα να γνωρίζω ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι, αλλά να προσδιορίσω μέσα από την κατάστασή μου ποιος είναι ο γενικός κανόνας του οποίου αυτή αποτελεί περίπτωση. Οι επιμέρους αρετές και η αρετή γενικά, ως εύρεση της «μεσότητας μεταξύ των άκρων», δεν είναι καθολικές αρχές που εφαρμόζω σε μια κατάσταση, αλλά καθολικεύσεις εκείνου που κάνω όταν πράττω το ορθό. Πρέπει λοιπόν να προσέξουμε ότι, μολονότι ο Αριστοτέλης μιλά πράγματι για τον «πρακτικό συλλογισμό», στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί αυτή τη συλλογιστική μορφή μόνο για να παραδειγματίσει την τεχνική επιλογή των κατάλληλων μέσων για έναν σκοπό. Παρά τις συχνές αναφορές του —όπως και του Πλάτωνα— στις τέχνες, γνωρίζει ότι ο συλλογισμός αυτού του είδους δεν πρέπει να ταυτίζεται με την έλλογη ηθική κρίση. Αυτό προκύπτει καθαρά από την αυστηρή διάκριση της φρονήσεως από τη δεινότητα (Ηθικά Νικομάχεια 1124a23 κ.ε.). Η δεύτερη, η επιδεξιότητα, αφορά τα μέσα για έναν σκοπό, και ακριβώς γι’ αυτό, λέει, πρέπει να διακρίνεται από την πρώτη, τον ηθικό συλλογισμό. (Ουσιαστικά, διαπιστώνει ο Gadamer, ο Kant επισημαίνει ακριβώς το ίδιο όταν διακρίνει τις ηθικές από τις τεχνικές προσταγές.)

Πώς όμως αυτή η γενίκευση εκείνου που κάνω όταν πράττω το ορθό θα συνέβαλλε στο να πράττω το ορθό; Σε τι χρησιμεύει αυτή η επίγνωση; Πώς θα ενίσχυε την αρετή; Ο Gadamer υποδεικνύει ότι η απάντηση βρίσκεται στο αριστοτελικό παράδειγμα του τοξότη, ο οποίος πετυχαίνει καλύτερα τον στόχο ακριβώς επειδή έχει επιλέξει ένα σαφέστερα προσδιορισμένο σημείο του για να στοχεύσει. Όταν μάθουμε να εστιάζουμε σε αυτό ακριβώς που κάνουμε όταν επιλέγουμε το αγαθό, δηλαδή στην επίτευξη της μεσότητας μεταξύ των άκρων, θα επιλέγουμε καλύτερα. Η ηθική φιλοσοφία λοιπόν ενισχύει την ηθική αγωγή, αλλά δεν την υποκαθιστά. Όπως πρέπει να ξέρει κανείς να χειρίζεται τόξο και βέλος προτού μπορέσει να βελτιώσει τη σκόπευσή του, έτσι πρέπει ήδη να συμπεριφέρεται ηθικά για να του είναι χρήσιμη η ηθική φιλοσοφία.

Και, τέλος, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους δύο ιδανικούς βίους, της θεωρίας και της πράξης; Τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο ανώτατος, ο πιο θεϊκός βίος —ο βίος που για έναν θεό θα ήταν τέλεον, πλήρης, ἱκανόν, επαρκής, και επομένως αἱρετόν, άξιος επιθυμίας ή επιλογής (Φίληβος 20d)— θα ήταν ο βίος της καθαρής θεωρίας. Και αν θεωρήσουμε αυτόν τον βίο μέτρο όλων των άλλων, όπως σαφώς κάνουν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, τότε ο πρακτικός βίος φαίνεται πράγματι δεύτερος στην αξιολογική σειρά: λιγότερο πλήρης, ανεπαρκής, επομένως λιγότερο επιθυμητός.

Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Όπως καθιστούν σαφές τόσο ο Φίληβος όσο και οι αριστοτελικές ηθικές πραγματείες, οι άνθρωποι δεν είναι θεοί, και συνεπώς ο καλύτερος γι’ αυτούς βίος πρέπει να συνδυάζει θεωρία και πράξη. Ο Πλάτων απεικονίζει μεταφορικά την ανθρώπινη ζωή ως «μείγμα» λόγου και ηδονής• ο Αριστοτέλης μεταφέρει αυτή την εικόνα σε έννοιες όταν μιλά για την ανθρώπινη φύση ως σύνθετον (Ηθικά Νικομάχεια 1177b29). Αυτό που θέλουν να τονίσουν και οι δύο —και αποτελεί το θεμελιώδες σημείο συμφωνίας τους για το αγαθό— είναι ότι, σε αντίθεση με τους θεούς, οι άνθρωποι βρίσκονται πάντοτε καθ’ οδόν προς το θείο. Ή, όπως το διατυπώνει ο Gadamer, ο άριστος βίος τους είναι φιλοσοφία, όχι σοφία: επιδίωξη της σοφίας, όχι η ίδια η σοφία. Οι άνθρωποι είναι πεπερασμένοι, όχι απόλυτοι• ποτέ δεν απαλλάσσονται από το «γήινο κατάλοιπο» μέσα τους, κατά τον Goethe, που αναπόφευκτα τους εμπλέκει στο έργο να ζουν καλά εδώ, στον κόσμο της πράξης. Υπό αυτό το πρίσμα, ο πρακτικός βίος είναι δεύτερος όχι με την αρνητική σημασία, αλλά ως μία από τις δύο μορφές του αρίστου που συγκροτούν από κοινού τον αγαθό ανθρώπινο βίο: τον έλλογο βίο στον συνδυασμό των θεωρητικών και πρακτικών λειτουργιών του.

Έτσι, τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη, το αγαθό αναδύεται ως εκείνο προς το οποίο τείνουμε, εκείνο χάριν του οποίου, το οὗ ἕνεκα, εκείνο στο οποίο αποβλέπουμε, το τέλος. Όχι όμως μόνο εμείς. Ολόκληρο το σύμπαν πρέπει να κατανοηθεί ως τείνον προς την τελειότητα. Τελικά λοιπόν, παρά τον διακηρυγμένο διαχωρισμό της πρακτικής θεωρίας από τη φυσική και μεταφυσική, ο Αριστοτέλης, όπως ο Πλάτων, ανταποκρίνεται στη σωκρατική απαίτηση να κατανοηθεί το σύμπαν με βάση τη δική μας ηθική εμπειρία• συνδέει και αυτός την ηθική θεωρία με την οντολογία: το σύμπαν, και όχι μόνο η ανθρώπινη εμπειρία, πρέπει να νοείται σε σχέση με το αγαθό. Αυτό το κοσμικό και ανθρώπινο αγαθό παρουσιάζεται στον Πλάτωνα μόνο σε μια οιονεί εννοιολογική μορφή, στη διδασκαλία του για τους ιδεατούς αριθμούς. Ο Αριστοτέλης, που παραμένει φυσικός και όχι πυθαγόρειος μαθηματικός, βλέπει το αγαθό να πραγματώνεται στην αυτοδιαμεσολάβηση των φύσει ὄντων με τα εἴδη τους, των φυσικών πραγμάτων με τις μορφές τους. Ο Πλάτων, υποστηρίζει, χωρίζει αυτές τις μορφές, και μαζί τους το ίδιο το αγαθό, από τα πράγματα στα οποία πραγματώνονται. Αυτός ο χωρισμός, όπως θα δούμε εδώ, είναι αναγκαίος για όποιον σκέφτεται μαθηματικά, όπως ο Πλάτων. Αναμφισβήτητα όμως δημιουργεί προβλήματα, ἀπορίας, για το πώς μπορούν οι ιδέες να διαμεσολαβηθούν με τα φαινόμενα• προβλήματα για τα οποία ο Πλάτων προσφέρει μόνο μεταφορικές λύσεις. Ο Αριστοτέλης αρχίζει τη μεταφορά αυτών των μεταφορών στο πλαίσιο της έρευνας των φυσικών πραγμάτων και στη γλώσσα των εννοιών.

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι το κείμενο της Ιδέας του Αγαθού, όπως πρωτοδημοσιεύθηκε στα γερμανικά, ήταν ουσιαστικά μια διευρυμένη εκδοχή ανακοίνωσης προς ένα ιδιαίτερα επίλεκτο ακροατήριο, την Ακαδημία Επιστημών της Χαϊδελβέργης. Η «περίστασή» του, με άλλα λόγια, ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη της δημοσίευσης αυτής της μετάφρασης, η οποία ελπίζεται ότι θα φτάσει σε ένα ευρύ αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό με ποικίλα ενδιαφέροντα. Προσπάθησα να συμπληρώσω το κείμενο τόσο με αυτή την εισαγωγή όσο και με ορισμένες σημειώσεις, επειδή συχνά παραλείπονται πράγματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυτονόητα για το αρχικό, στενότερο ακροατήριό του, αλλά δεν είναι αυτονόητα για εμάς.

Το υλικό αυτών των σημειώσεων προέρχεται εν μέρει από τη μακρόχρονη μαθητεία μου κοντά στον καθηγητή Gadamer και εν μέρει από διεξοδικές συζητήσεις μας για διάφορα χωρία του κειμένου.[Ε9] Οι συζητήσεις αυτές μου επιβεβαίωσαν με ζωντανό τρόπο τη θέση του Gadamer ότι κάθε γραπτός λόγος, όπως οι ατάκες ενός θεατρικού έργου, είναι κατά κάποιον τρόπο μόνο νεκρό μελάνι στη σελίδα και χρειάζεται να ζωντανέψει μέσα στον προφορικό διάλογο. Χωρία που αρχικά ήταν σκοτεινά ζωντάνευαν και γίνονταν σαφή μέσα από όσα έλεγε γι’ αυτά. Κατέγραψα εδώ όσα μπόρεσα από αυτές τις συζητήσεις, αλλά, ως καταγραφές, αποτελούν και αυτές απολιθωμένο λόγο• φοβάμαι λοιπόν ότι ο ειρμός της σκέψης τον οποίο προορίζονταν να φωτίσουν θα διακόπτεται μερικές φορές. Ο Gadamer μού έδωσε ορισμένες αναπτύξεις του κειμένου τις οποίες επιθυμούσε να ενσωματώσω στη μετάφραση• η μετάφραση αυτών των προσθηκών αρχίζει και τελειώνει με αστερίσκο. Έκανε επίσης κατά τόπους αλλαγές στη διατύπωση του πρωτοτύπου, τις οποίες έχω επισημάνει όταν είναι σημαντικές. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι, για λόγους σαφήνειας, αναγνωσιμότητας και ύφους, η μετάφραση δεν μπορούσε σε αρκετές περιπτώσεις να είναι κατά λέξη.

Χρειάζεται όμως εδώ μια προειδοποίηση. Δεν θα ήταν ορθό να αναμένουμε μια αδιάλειπτη γραμμή επιχειρηματολογίας που καταλήγει σε ένα συστηματικά οριστικό συμπέρασμα. Διότι η φιλοσοφία, όπως την κατανοεί ο Gadamer, δεν προχωρεί more geometrico, με τον τρόπο της γεωμετρίας, όπως φαίνεται να περιμένει η σύγχρονη λογική μας[Ε10]. Δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε ένα αναμφίβολα βέβαιο σημείο εκκίνησης• δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πού θα μας οδηγήσει μια φιλοσοφική συζήτηση• και ποτέ δεν θα μπορέσουμε να πούμε ότι φτάσαμε σε οριστικό συμπέρασμα. Αφετηρία είναι πάντοτε ένα ανοιχτό ερώτημα που δεν κλείνει ποτέ εντελώς. Το προσεγγίζουμε λοιπόν πρώτα με μία ερευνητική πορεία, ύστερα με μια άλλη, επιδιώκοντας διαρκώς να το φωτίσουμε από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αναγνωρίζοντας όμως πλήρως ότι οι γνώσεις που αποκτούμε με αυτόν τον τρόπο θα παραμένουν αναγκαστικά μη οριστικές και μη συστηματικές. Ο Gadamer κυριολεκτεί όταν διακρίνει το ανθρώπινο εγχείρημα της φιλοσοφίας από τη θεϊκή σοφία. Και το βιβλίο αυτό εκφράζει χαρακτηριστικά την ευαισθησία του απέναντι στην ανθρώπινη περατότητα και στον αναπόφευκτα διασκεπτικό χαρακτήρα της ανθρώπινης σκέψης, που τον οδηγούν, όπως οδήγησαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, να επιμένει σε αυτή τη διάκριση.

Συνεχίζεται με τον Πρόλογο

Σημειώσεις της Εισαγωγής

[Ε8] Εδώ η σκέψη του Gadamer αντιτίθεται διαμετρικά στην τρέχουσα αντίληψη του «ηθικού συλλογισμού» στην αμερικανική φιλοσοφία και, φυσικά, σε κάθε προσπάθεια θεμελίωσης αυτής της αντίληψης στην πλατωνική και αριστοτελική σκέψη. Ο W. Frankena, για παράδειγμα, γράφει στο Ethics (Englewood Cliffs, 1973, σ. 2): «Σε αυτό το πρότυπο ηθικού συλλογισμού [του Σωκράτη, στον Κρίτωνα] προσδιορίζει κανείς τι πρέπει να κάνει σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ανατρέχοντας σε ορισμένες γενικές αρχές ή κανόνες, τους οποίους λαμβάνει ως προκείμενες για να συναγάγει ένα επιμέρους συμπέρασμα μέσω ενός είδους πρακτικού συλλογισμού, όπως τον αποκαλούσε ο Αριστοτέλης. Παίρνει γενικές αρχές και τις εφαρμόζει σε επιμέρους καταστάσεις». Από τη σκοπιά του Gadamer, αυτό είναι τελείως λανθασμένο.

[Ε9] Οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη στο Τμήμα Μεταφράσεων του National Endowment for the Humanities, χάρη στο οποίο κατέστησαν δυνατές αυτές οι συζητήσεις με τον καθηγητή Gadamer και, πράγματι, ολόκληρο το εγχείρημα.

[Ε10] Όπως μου επισήμανε ο Gadamer, ο C. Perelman, στο The New Rhetoric (South Bend, 1981), υποστηρίζει πειστικά ότι το καρτεσιανό μεθοδολογικό πρότυπο, στο οποίο θεμελιώνεται μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογικής και της αναλυτικής φιλοσοφίας στον αγγλόφωνο κόσμο, στην πραγματικότητα παραποιεί τη γλώσσα και τον διασκεπτικό συλλογισμό όπως πράγματι τα βιώνουμε. Το An Introduction to Reasoning του S. Toulmin (2η έκδ., Englewood Cliffs, 1984) αποτελεί σημαντικό βήμα χειραφέτησης από τον καρτεσιανισμό, στον βαθμό που αναγνωρίζει την εξάρτηση του συλλογισμού από το πλαίσιό του, δηλαδή τις διαφορές των περιστάσεων που τον προκαλούν, καθώς και τον διαλογικό και ανοιχτό χαρακτήρα του. Ωστόσο, δεν έχει κατορθώσει πλήρως να εδραιώσει την «ερμηνευτική προτεραιότητα του ερωτήματος» (WM 344) έναντι της απάντησης ως πρότασης ή του «ισχυρισμού», όπως τον ονομάζει. Συνολικά φαίνεται, παραδόξως, ότι η σύγχρονη φυσική έχει προ πολλού υπερβεί την καρτεσιανή μέθοδο, ενώ οι επιστήμες του ανθρώπου και η λογική, για τις οποίες ήταν εξαρχής λιγότερο πρόσφορη, παραμένουν εγκλωβισμένες σε αυτήν. Ο F. A. Hayek αναδεικνύει εύστοχα αυτό το ζήτημα ως προς την οικονομική επιστήμη στο Studies in Philosophy, Politics, and Economics (Chicago, 1967).

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ! (5)

 Συνέχεια από Τετάρτη  14. Οκτωβρίου 2026 


Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ!(5)
Τής Maria Isabel Santa Cruz.

Η έννοια της ποιότητας μπορεί να αποσαφηνιστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς την έννοια της ουσίας. Όπως έχει επισημάνει ο Baldry, οι περισσότεροι στοχαστές του 5ου αιώνα δεν διακρίνουν μεταξύ «ουσιών» και «γνωρισμάτων», αλλά θεωρούν αόριστα τις ποιότητες ως «πράγματα», στο ίδιο επίπεδο με άλλα «πράγματα». Οι προκάτοχοι και οι σύγχρονοι του Πλάτωνα αρνούνται τη δυνατότητα χωριστής ύπαρξης των αισθητών υλικών ποιοτήτων και τις αποδίδουν στα πράγματα. Ο Πλάτων μεγαλώνει μέσα στη συζήτηση για το αν οι ποιότητες μπορούν να υπάρχουν χωριστά από τα πράγματα, και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την υιοθέτηση των όρων από μέρους του, στην προσπάθειά του να δείξει τη χωριστότητα των ποιοτήτων από τα πράγματα στα οποία υποτίθεται ότι αυτές ανήκουν. Στους πρώιμους διαλόγους συναντούμε μια χρήση όρων όπως εἶδος και ἰδέα, τους οποίους οι συνομιλητές του Σωκράτη μπορούν να κατανοήσουν απόλυτα με τη φυσική ή την τρέχουσα σημασία τους. Υπάρχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας και σκέψης που εξηγούν γιατί ο Πλάτων μπορεί να χρησιμοποιεί στους πρώιμους διαλόγους κάποια ορολογία με φυσικό τρόπο και γιατί αργότερα δεν χρειάζεται να επινοήσει μια τεχνική γλώσσα, αλλά να γεμίσει παλιές εκφράσεις με καινούργια νοήματα. Πράγματι, ο Baldry επισημαίνει ότι στους προκατόχους και στους συγχρόνους του Πλάτωνα απαντούν όχι σπάνια χρήσεις των όρων εἶδος ή ἰδέα που θα μπορούσαν να αποδοθούν κατά προσέγγιση ως «ποιότητα», με την έννοια της ποιοτικής όψης. (34)

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον Ch. Kahn, ένα από τα γνωρίσματα της ελληνικής σκέψης και γλώσσας είναι ένας ορισμένος «πλατωνισμός»: ένας τρόπος, δηλαδή, αναφοράς σε ιδιότητες ή χαρακτηριστικά με μια μορφή που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αφηρημένη, μέσω ενός ουσιαστικού όπως «ομορφιά» ή «ισότητα», ή μέσω ενός ουσιαστικοποιημένου επιθέτου όπως «το ωραίο», και συγχρόνως θεώρησης αυτών των ιδιοτήτων ως θεμελιωδέστερων από αιτιακή άποψη από τις αντίστοιχες συγκεκριμένες περιπτώσεις τους, οι οποίες εκφράζονται με την περιγραφική χρήση του ίδιου επιθέτου. Στα ελληνικά φαίνεται φυσικό να θεωρείται μια έννοια όπως η ομορφιά ή το ωραίο όχι ως αφαίρεση από τις αντίστοιχες επιθετικές περιγραφές — ωραίο πρόσωπο, ωραίο σώμα —, αλλά ως λογικά προγενέστερη αυτών των περιγραφών. Πρόκειται για μια προτεραιότητα της αφηρημένης ονοματικής μορφής, για παράδειγμα «ομορφιά» ή «το ωραίο», έναντι των αντίστοιχων επιθετικών περιγραφών ή των επιμέρους περιπτώσεων του καθόλου μέσα στα επιμέρους πράγματα, όπως «ωραίο σώμα» ή «ωραία φοράδα». (35)

Ένα άλλο γνώρισμα της ελληνικής σκέψης και γλώσσας που επισημαίνει ο Kahn είναι ότι η αιτία πρέπει να διαθέτει, κατά τον προσήκοντα τρόπο, το ίδιο χαρακτηριστικό με το αποτέλεσμα, εφόσον τίποτε δεν μπορεί να δώσει εκείνο που δεν διαθέτει. (36) Μια αιτία παράγει αποτελέσματα της ίδιας φύσης, αλλά συγχρόνως κανένα αποτέλεσμα δεν είναι ταυτόσημο με την αιτία του ούτε καμία αιτία ταυτόσημη με το αποτέλεσμά της. Έτσι, τίποτε δεν μπορεί να είναι F δυνάμει του εαυτού του. (37) Αυτό είναι σαφές στον Φαίδωνα 100c: αν κάτι είναι ωραίο πέρα από το καθ’ εαυτό ωραίο, δεν είναι ωραίο για καμία άλλη αιτία παρά επειδή μετέχει στο Ωραίο. Αυτή η αρχή της μη ταυτότητας θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό θεμέλιο για τον χωρισμό που πραγματοποιεί ο Πλάτων μεταξύ των Ειδών και των επιμέρους περιπτώσεών τους, αν δεν είχε ήδη, προτού προχωρήσει σε αυτόν, καθιερώσει μια διάκριση μεταξύ μιας ιδιότητας και των επιμέρους περιπτώσεών της — για παράδειγμα, Ευθύφρων 6d6, Μένων 72c. Μόνο που αυτή η διαφοροποίηση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην έναν οντολογικό χωρισμό.

Ας περάσουμε τώρα στον Φαίδωνα. Θα ήθελα να σταθώ σε ορισμένα σημαντικά και πολύ γνωστά χωρία αυτού του διαλόγου. Στο 78c–80b ο Πλάτων χαράσσει μια σαφή διάκριση μεταξύ δύο τύπων πραγματικότητας (δύο εἴδη τῶν ὄντων, 79a6): από τη μία πλευρά, όπως γνωρίζουμε, τα αισθητά πράγματα, πολλαπλά, μεταβαλλόμενα, πολύμορφα, σύνθετα, υποκείμενα στη γένεση και τη φθορά· από την άλλη, τα νοητά Είδη, αμετάβλητα, μοναδικά στο είδος τους, απλά, αιώνια, πάντοτε ταυτόσημα με τον εαυτό τους. Παρακάτω τονίζεται ο αιτιακός χαρακτήρας των Ειδών. (38) Πράγματι, λόγω του ωραίου — δοτική της αιτίας —, χάρη στο ωραίο, τα ωραία πράγματα είναι ωραία, ή λόγω του μεγάλου τα μεγάλα πράγματα είναι μεγάλα (100d7–8, e2–3, 5–6). Είναι όμως θεμελιώδες να προσέξουμε ότι τα Είδη δεν είναι αίτια των πραγμάτων, αλλά του ότι αυτά είναι τέτοια ή αλλιώτικα. Η Ομορφιά δεν είναι η αιτία των ωραίων πραγμάτων, αλλά του ότι τα πράγματα είναι ωραία, όπως και το μέγεθος δεν είναι η αιτία των μεγάλων πραγμάτων, αλλά του ότι τα πράγματα είναι μεγάλα. (39) Με άλλα λόγια, τα Είδη δεν είναι αίτια της ύπαρξης — ίσως ούτε και της ουσίας — των αισθητών πραγμάτων, αλλά των ιδιοτήτων που αυτά τα πράγματα διαθέτουν.

Εκτός όμως από τη διάκριση μεταξύ δύο πεδίων, των Ειδών και των πραγμάτων, ο Πλάτων καθιερώνει μια διάκριση μεταξύ των Ειδών και των ενυπαρχουσών ιδιοτήτων που διαθέτουν τα πράγματα. Το καθ’ εαυτό μεγάλο είναι διαφορετικό από εμάς ως υποκείμενα που διαθέτουμε την ιδιότητα να είμαστε μεγάλοι, αλλά είναι επίσης διαφορετικό από το μεγάλο μέσα μας. Ας θυμηθούμε το χωρίο 102b1 κ.ε. του Φαίδωνα. Αφού επαναλάβει ότι τα πράγματα μετέχουν στα Είδη, ο Σωκράτης λέει: «Αν αυτό εννοείς όταν λες ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτη και μικρότερος από τον Φαίδωνα, δεν λες τότε ότι βρίσκονται στον Σιμμία (εἶναι ἐν τῷ Σιμμίᾳ, 102b5–6) και τα δύο, τόσο το μέγεθος όσο και η μικρότητα; — Ναι. […] Αλλά τότε, είπε εκείνος, δέχεσαι ότι στη διατύπωση “ο Σιμμίας υπερέχει του Σωκράτη” αυτή η έκφραση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Διότι ο Σιμμίας δεν υπερέχει λόγω της φύσης του, δηλαδή επειδή είναι ο Σιμμίας, αλλά εξαιτίας του μεγέθους που διαθέτει (ὃ τυγχάνει ἔχων, 102c2–3)· εξάλλου, δεν υπερέχει του Σωκράτη επειδή ο Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά επειδή ο Σωκράτης διαθέτει (ἔχει, c4) μικρότητα σε σχέση με το μέγεθος του άλλου. — Είναι αλήθεια. Ομοίως, δεν τον ξεπερνά ο Φαίδων επειδή ο Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά επειδή ο Φαίδων διαθέτει (ἔχει, c8) μέγεθος σε σχέση με τη μικρότητα του Σιμμία; — Έτσι είναι». Ο Σιμμίας, όπως διαβάζουμε αμέσως μετά, λαμβάνει έτσι τόσο την ονομασία «μεγάλος» όσο και την ονομασία «μικρός».

Τρία σημεία αξίζει να υπογραμμιστούν σε αυτό το χωρίο: 1) αν μια ιδιότητα βρίσκεται μέσα σε ένα υποκείμενο, τότε το υποκείμενο διαθέτει αυτή την ιδιότητα: το «το x βρίσκεται μέσα στο Α» ισοδυναμεί με το «το Α διαθέτει το x»· 2) από αυτές τις ιδιότητες το υποκείμενο λαμβάνει ένα όνομα, μια ονομασία: επειδή διαθέτει το x, το Α ονομάζεται x· και 3) ένα υποκείμενο μπορεί να διαθέτει ταυτόχρονα εναντίες ιδιότητες: το Α μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, όχι επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά ανάλογα με τη σχέση στην οποία βρίσκεται ή υπό την οποία εξετάζεται. Αυτή τη σχέση μεταξύ του «βρίσκομαι μέσα σε» και του «έχω ή διαθέτω» την έχουμε ήδη συναντήσει στους πρώιμους διαλόγους.

Πρέπει τώρα να προσέξουμε το χωρίο που ακολουθεί λίγες γραμμές παρακάτω (102d6–103a1): «Μου είναι σαφές ότι όχι μόνο το ίδιο το μέγεθος (αὐτὸ τὸ μέγεθος, d6) δεν δέχεται ποτέ να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, αλλά και το μέγεθος που βρίσκεται μέσα μας (τὸ ἐν ἡμῖν μέγεθος, d7–8) δεν θα δεχθεί ποτέ τη μικρότητα ούτε θα συγκατατεθεί να ξεπεραστεί· αντίθετα, θα συμβεί ένα από τα δύο: είτε φεύγει και αποσύρεται όταν το πλησιάζει το αντίθετό του, η μικρότητα, είτε, όταν το αντίθετο αυτό το πλησιάζει, χάνεται. Αν παραμείνει και δεχθεί τη μικρότητα, δεν συγκατατίθεται να είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο που ήταν. Για παράδειγμα, εγώ, έχοντας δεχθεί και έχοντας υπομείνει (δεξάμενος καὶ ὑπομείνας, e4) τη μικρότητα, εξακολουθώ να είμαι αυτός που είμαι, εγώ ο ίδιος, πάντοτε μικρός· αλλά το μέγεθος, όντας μεγάλο, δεν μπορεί να δεχθεί να είναι μικρό. Κατά τον ίδιο τρόπο, η μικρότητα που βρίσκεται μέσα μας (τὸ σμικρὸν τὸ ἐν ἡμῖν, e7) δεν συγκατατίθεται ποτέ να γίνει μεγάλη ούτε να είναι μεγάλη, όπως και οποιοδήποτε άλλο αντίθετο, όντας αυτό που είναι, δεν συγκατατίθεται ούτε να γίνει ούτε να είναι συγχρόνως το ίδιο του το αντίθετο· αν του συμβεί αυτό, είτε απομακρύνεται είτε χάνεται».

Σε αυτό το χωρίο λέγεται σαφώς όχι μόνο ότι το ίδιο το μέγεθος (αὐτὸ τὸ μέγεθος) δεν συγκατατίθεται ποτέ να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, αλλά και ότι το μέγεθος μέσα μας (τὸ ἐν ἡμῖν μέγεθος) δεν δέχεται ποτέ τη μικρότητα ούτε συγκατατίθεται να ξεπεραστεί. Όταν το αντίθετο το πλησιάζει (προσίῃ), είτε αποσύρεται είτε χάνεται. Αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός δεν μπορεί να αναφέρεται στο Είδος, αφού αυτό δεν θα μπορούσε να χαθεί. Το μέγεθος μέσα μας, αντίθετα, μπορεί να «χαθεί» ή να «αποσυρθεί». Αλλά το να χαθεί σημαίνει μόνο ότι αποσύρεται από εμάς, δηλαδή ότι παύει να είναι παρόν μέσα μας, επειδή καθ’ εαυτό αυτό το μέγεθος δεν χάνεται. Σε αυτό συνίσταται η απομάκρυνση ή η απώλεια του ενός αντιθέτου όταν το πλησιάζει το άλλο: στο ότι η ιδιότητα παύει να είναι παρούσα μέσα στο υποκείμενο που τη διαθέτει. Το Είδος, όπως και η ιδιότητα που είναι παρούσα μέσα σε ένα υποκείμενο, δεν χάνεται· αλλά το Είδος δεν είναι παρόν μέσα στο πράγμα ούτε το πράγμα το διαθέτει.

Το υποκείμενο όμως που παραμένει και δέχεται τη μικρότητα, ο Σωκράτης ή ο Σιμμίας, δεν συγκατατίθεται να είναι διαφορετικό από αυτό που είναι. Το παράδειγμα το καθιστά φανερό: εγώ — λέει ο Σωκράτης — παραμένω και δέχομαι τη μικρότητα και εξακολουθώ να είμαι αυτός που είμαι. Πρέπει εδώ να προσέξουμε τη χρήση του ὑπομένον (102e2· πρβλ. ὑπομείνας, e4), το «υπόστρωμα» ή «υποκείμενο» που παραμένει ταυτόσημο με τον εαυτό του, καθώς και τη χρήση των ὅπερ και ὅσπερ (e3 και e5). Δεν πρόκειται για το να εξακολουθεί κανείς να είναι όπως ήταν, αλλά για το να παραμένει αυτός που είναι. Οὗτος ὁ αὐτὸς σμικρός εἰμι (e5). Εκείνο που δεν πρέπει να γίνει δεκτό είναι ότι το Είδος, όντας μεγάλο, είναι μικρό· και, κατά τον ίδιο τρόπο, η μικρότητα μέσα μας (τὸ σμικρὸν τὸ ἐν ἡμῖν, e7) δεν συγκατατίθεται ποτέ ούτε να γίνει ούτε να είναι μεγάλη. Κανένα αντίθετο δεν δέχεται, όντας αυτό που είναι, να είναι συγχρόνως ή να γίνει το ίδιο του το αντίθετο.

Το ίδιο το αντίθετο — επιμένει ο Πλάτων — δεν μπορεί ποτέ να γίνει το δικό του αντίθετο, ούτε εκείνο που βρίσκεται μέσα μας ούτε εκείνο που βρίσκεται στη φύση (οὔτε τὸ ἐν ἡμῖν οὔτε τὸ ἐν τῇ φύσει, 103b4–5), όπου το «στη φύση» πρέπει να αναφέρεται στα Είδη. Ας προσέξουμε όμως ότι αυτά τα αντίθετα είναι διαφορετικά από τα υποκείμενα που διαθέτουν τα αντίθετα, υποκείμενα τα οποία ονομάζουμε με το όνομα των αντιθέτων. Πράγματι, αυτά τα αντίθετα, επειδή βρίσκονται μέσα στα υποκείμενα (ἐνόντων, b8), τους δίνουν το όνομά τους (ἐπωνυμία). (40)

Στα χωρία που μόλις αναλύσαμε, η σαφής διάκριση μεταξύ του Είδους και της ενυπάρχουσας ιδιότητας, μεταξύ του «καθ’ εαυτό μεγέθους» και του «μεγέθους μέσα μας», μας δείχνει ότι ο Πλάτων αναγνωρίζει πως το μέγεθος — όπως και κάθε άλλη ποιότητα — πρέπει, κατά κάποια έννοια, να είναι τόσο υπερβατικό όσο και ενυπάρχον. (41) Από τη μία πλευρά, ο Πλάτων θέλει να επισημάνει ότι ένα γνώρισμα, μια ιδιότητα, πρέπει να είναι πάντοτε ταυτόσημη με τον εαυτό της, δεν μπορεί να μεταβάλλεται. Από την άλλη, όμως, παρατηρεί ότι τα πράγματα εμφανίζουν ιδιότητες, και τότε φαίνεται δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι αυτά, μεταβλητά και μεταβαλλόμενα, μπορούν να έχουν μέσα τους, ως ενυπάρχουσες, ιδιότητες που είναι πάντοτε ταυτόσημες με τον εαυτό τους και μοναδικές.

Η λύση που βρίσκει ο Πλάτων στους μέσους διαλόγους είναι να παρουσιάζει τα Είδη ως αίτια των ιδιοτήτων που διαθέτουν τα αισθητά πράγματα. Για παράδειγμα, ένα Είδος, το μέγεθος, είναι η αιτία του ότι τα μεγάλα πράγματα είναι μεγάλα. Μολονότι το Είδος είναι ένα και αδιαίρετο, μπορεί να ασκεί αιτιακή δράση, με την έννοια ότι κάνει ένα πλήθος επιμέρους πραγμάτων να ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο. Όλα τα επιμέρους πράγματα του ίδιου τύπου θα διαθέτουν x-ότητα — κατώτερη —, ενώ το Είδος θα είναι η ίδια η x-ότητα. (42) Εκείνο που είναι παρόν μέσα στο πράγμα είναι η ενυπάρχουσα ποιότητα και όχι το ίδιο το Είδος, και οι δυσκολίες που προκύπτουν όταν αυτό δεν γίνεται κατανοητό εκτίθενται εύστοχα στον Παρμενίδη, στο δίλημμα της μέθεξης. Για να απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα, χρειάζεται να κάνουμε μια διάκριση που εκεί σκόπιμα δεν γίνεται: τη διάκριση μεταξύ της ατελούς ενυπάρχουσας ιδιότητας και του υπερβατικού Είδους. (43)

Σημειώσεις:

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (9)

 Συνέχεια από: Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 
Του Adolf Trendelenburg.
Εισαγωγή του Giovanni Reale.

12. Οι κατηγορίες δέν εξαντλούν το "όν σαν όν".
  
        
 ........Όλο αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες είναι, πρώτα απ'όλα φιγούρες της μεταφυσικής και όχι της λογικής. Και συνεπώς ο ορισμός των κατηγοριών σαν κατηγορήματα ή υπέρτατα κατηγορήματα είναι ανεπαρκής και ακατάλληλος.
          Θα μπορούσαμε να φέρουμε την αντίρρηση ότι κατηγορία όμως σημαίνει κατηγόρημα και δέν μπορεί να μήν έχουν σχέσεις! Θα απαντήσουμε με τον Bonitz. Απέδειξε ότι η "κατηγορία" δέν έχει μόνον την σημασία τού κατηγορήματος στην κρίση αλλά αυτός ο όρος αγκαλιάζει μία πιό ανοιχτή σημασία. Κατηγορία του όντος εκφράζει ακριβώς την ίδια έννοια την οποία συχνά αποδίδει ο Αριστοτέλης με την διάσημη διατύπωση: πολλαχώς λέγεται το όν ή ποσαχώς λέγεται το όν. Η οντολογική τους αξία λοιπόν δέν τίθεται σε αμφιβολία!
          Αμφιβολίες και δυσκολίες όμως αναδύονται όταν πρέπει να καθορίσουμε το εύρος αυτής τής οντολογικής αξίας. Όταν θα πρέπει να καθορίσουμε την σημασία τού είναι (όν) τού οποίου οι κατηγορίες είναι γένη, φιγούρες, καθορισμοί, διαιρέσεις! (γένη, σχήματα, πτώσεις, διαιρέσεις)........

Ο ίδιος ο Bonitz, ο οποίος υπήρξε τον περασμένο αιώνα ο πιό αποτελεσματικός υποστηρικτής τής μεταφυσικής σημασίας τών κατηγοριών, έχει πολλές αμφιβολίες σχετικές με το θέμα!
          Και πράγματι αφού δήλωσε ότι οι κατηγορίες αντιπροσωπεύουν τις πολλαπλές σημασίες που έχει το Είναι, κάτι που κατενόησε στην πιό γενική σημασία τού όρου, και ότι είναι τα υπέρτατα γένη τα οποία χωρίζουν ολόκληρη την σφαίρα τού Είναι, ο Bonitz μένει έκπληκτος ακριβώς στον ορισμό αυτού τού Είναι, το οποίο αυτός πιστεύει ότι μπορεί να απλωθεί ταυτοχρόνως, στις σκέψεις μας, στα περιεχόμενα τών αναπαραστάσεών μας και στα αντικείμενα τής εμπειρίας.
          Ήδη ο Apelt πρόσεξε αυτό το ολίσθημα τού Bonitz κατά το οποίο, στο πλαίσιο τών κατηγοριών εισήλθαν ταυτόχρονα όντα και σκέψεις, αλλά εκείνο το οποίο μάς φαίνεται άλυτο-και αυτό ισχύει για όλους τούς μελετητές που ερευνήσαμε-είναι το πρόβλημα εάν οι κατηγορίες εξαντλούν την ολότητα τού Είναι, ή μήπως αυτές ισχύουν μόνον περιοριστικά για το αισθητό Είναι. Μόνον λύνοντας αυτό το πρόβλημα μπορούμε να εννοήσουμε αληθινά την σημασία και το εύρος τών κατηγοριών.
          Είναι γνωστό ότι για τον Αριστοτέλη, το Είναι λέγεται με πολλές σημασίες (πολλαχώς λέγεται το όν. (Μετ. 1003 α 33, 1003 b 5...) και ότι αυτές τίς πολλές σημασίες προσπάθησε να τις μειώσει σε μερικές  και ακριβέστερα, όπως προκύπτει απο μερικά χωρία τής Μεταφυσικής (1003 b 6...), σε τέσσερις βασικές:
1)Το όν κατά τα σχήματα τών κατηγοριών (1051 α 34)
2) Το όν κατά δυνάμει και ενεργεία.
3) Το όν κατά συμβεβηκός.
4) Το όν ώς αληθές και το μή όν ώς ψευδές!
          Αυτό τό τετραμερές, δέν εξαντλεί πραγματικά τις "σημασίες" τού Είναι. Οι τρείς τελευταίες είναι δυνατές και κατανοούνται μόνον σε σχέση με την πρώτη σημασία τού Είναι, και συγκεκριμένα σε σχέση με την ουσία, μάλιστα δέ με την αισθητή ουσία.
          Το δυνάμει Είναι δέν εννοείται παρά μιάς ουσίας και μιας ουσίας, προσθέτει ο Αριστοτέλης, διαθέτουσας ύλη! (Μετ. 1088 b :1 ανάγκη τε εκάστου ύλην είναι το δυνάμει τοιούτον). Και έτσι η ενέργεια για την οποία μιλούν εκείνοι που ακολουθούν αυτή την τεταρτομέρεια είναι η ενέργεια τής μορφής τού αισθητού συνόλου.
          Το ίδιο μπορούμε να πούμε για το συμβεβηκός όν, το οποίο είναι το μή-αναγκαστικώς όν και επομένως μπορεί να ανήκει αποκλειστικώς στα όντα που δέν είναι τής ανάγκης, δηλαδή τών αισθητών. Στο έκτο βιβλίο διαβάζουμε επομένως ότι η ύλη πρέπει να είναι η αιτία τού συμβεβηκότος, διότι αυτή μπορεί με ένα διαφορετικό τρόπο από όπως είναι συνήθως (ώστε η ύλη έσται αιτία η ενδεχομένη παρά το ώς επί το πολύ άλλως τού συμβεβικότος! Μετ 1027 α 13).
          Το ίδιο θα πούμε τέλος για το Είναι το όν ώς αληθές και το μή όν ώς ψεύδος, τα οποία σαν τέτοια, δέν υπάρχουν πραγματικά έξω της διανοίας. Ο Αριστοτέλης το λέει χωρίς δισταγμούς: ού γάρ έστι το ψεύδος και το αληθές εν τοις πράγμασιν..αλλ'εν διανοία (Μετ. 1027 b 25)
          Μάλιστα δε σχετικά μ'αυτό ο Αριστοτέλης έγραψε: Όπως το Είναι ώς συμβεβηκός, έτσι και το Είναι σαν αληθές το αφήνουμε κατά μέρος. Η αιτία τού πρώτου είναι αόριστος ενώ το δεύτερο συνίσταται απο ένα πάθος τής διανοίας και αμφότερα στηρίζονται στο υπόλοιπο γένος τού όντος και δέν φανερώνουν μια πραγματικότητα η οποία υφίσταται έξω τής διανοίας και αντικειμενικά. Αυτοί οι τρόποι τού Είναι, λοιπόν πρέπει να αφεθούν κατά μέρος και πρέπει αντιθέτως να ερευνήσουμε τίς αιτίες και τίς αρχές τού όντος σαν όντος (...το μέν ώς συμβεβηκός και το ώς αληθές όν αφετέον -το γάρ αίτιον του μέν αόριστον του δε της διανοίας τι πάθος, και αμφότερα περί το λοιπόν γένος του όντος, και ού έξω δηλούσιν ουσάν τίνα φύσιν του όντος αυτού τα αίτια και τας αρχάς ή όν! ) Μετ. 1027 b 33-1028 a 4!
          Το κατά συμβεβηκός Είναι, το αληθές και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και εκείνο το δυνάμει, δέν μας δίνουν εν τέλει το κατεξοχήν Είναι, την αυθεντική φύση τού όντος. Αυτή η φύσις προσφέρεται απο την ουσία και δηλώνεται καθαρά απο τον Αριστοτέλη: "για την αλήθεια, αυτό που απ τους αρχαίους χρόνους, όπως και σήμερα και πάντοτε, αποτελεί το αιώνιο αντικείμενο ερεύνης και το αιώνιο πρόβλημα, τι το όν, αυτό εξισούται μ'αυτό, τί είναι η ουσία! (και δή και το πάλαι τε και νύν και αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον, τί το όν, τούτο εστί τις η ουσία). Μετ. 1028 b 2!
          Έτσι λοιπόν η ουσία είναι το πρώτως όν και γι'αυτή κάθε άλλο είναι όν. Αυτή είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, το θεμελιώδες Είναι, το όν απλώς! (ώστε το πρώτως όν και ού τι όν αλλ'όν απλώς η ουσία αν είη! 1028 α 30)!
          Μία υποδιαίρεση δηλαδή ένας πίνακας τών σημασιών τού Είναι αληθινά πλήρης θα είναι λοιπόν όχι μόνον εκείνος ο οποίος περιλαμβάνει μόνον τούς δευτερεύοντες τρόπους τού Είναι, αλλά το όν απλώς. Και καθώς ένα τέτοιο όν απλώς είναι η ουσία, το πρόβλημα θα τεθεί μ'αυτόν τον τρόπο: υπάρχουν μόνον οι αισθητές ουσίες, δηλαδή υπάρχουν άλλες ουσίες πέραν ή παρά τα αισθητά; Με άλλους όρους: το είναι τών αισθητών εξαντλεί όλο το Είναι ή όχι;
          Έτσι εκφράζεται ο Αριστοτέλης: Έτσι πρέπει να εξετάσουμε τί πράγμα είναι ακριβές ή μή-ακριβές σε όλες τις βεβαιώσεις, και εάν υπάρχουν ή όχι μερικές ουσίες δίπλα στις αισθητές και ποιός είναι ο τρόπος τής υπάρξεώς τους, και εάν υπάρχει κάποια ξεχωριστή ουσία απο τις αισθητές, γιατί υπάρχει και με ποιό τρόπο υπάρχει, δηλαδή πέραν τών αισθητών δέν υπάρχει κάποια ουσία; Μετ. 1028 b 27: Περί δε τούτων τι λέγεται καλώς ή μή καλώς και τίνες εισίν ουσίας, και πότερον εισί τινες παρά τας αισθητάς ή ούκ εισί και αυταί πώς εισί, και πότερον έστι τις χωριστή ουσία, και δια τι και πώς ή ουδεμία, παρά τας αισθητάς σκεπτέον, υποτυπωσαμένοις την ουσίαν πρώτον τί εστίν.
          Αυτό σημαίνει λοιπόν να αναρωτηθούμε δεδομένης τής εξισώσεως ανάμεσα στο Είναι και την ουσία, εάν το αισθητό είναι ή όχι "όλο" το Είναι, εάν δηλαδή εξαντλεί την σημασία τού Είναι.

Συνεχίζεται
Αμέθυστο

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 16

Συνέχεια από  Κυριακή 4. Οκτωβρίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 16

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori

Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016

Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardi
ni

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

4. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΕΣΤΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ


Ένα από τα θεμελιώδη θεωρητικά και ερμηνευτικά σχήματα για την κατανόηση της αριστοτελικής φιλοσοφίας είναι η πολυεστιακή προσέγγιση (multifocal approach): το χαρακτηριστικό εκείνο παράδειγμα του αρχαίου κόσμου που απορρίπτει τη διαζευκτική λογική του «είτε–είτε» προς όφελος του πολλαπλασιασμού των ερμηνευτικών σχημάτων της πραγματικότητας («και–και»). Το θεωρητικό αυτό πρότυπο επιτρέπει να περιγράψουμε έναν κόσμο όπου κάθε πραγματικότητα είναι σύνθετη, τόσο εγγενώς όσο και λόγω των πολλαπλών σχέσεών της. Μπορεί, επομένως, να λέγεται «με πολλούς τρόπους»· γι’ αυτό και τα σχήματα ανάγνωσης και περιγραφής του αντικειμένου πρέπει διαρκώς να πολλαπλασιάζονται.

Στις Κατηγορίες, αυτό το βασικό θεωρητικό γνώρισμα λειτουργεί όχι μόνο στο επίπεδο του πολλαχῶς λεγομένου, νοούμενου με τη στενή έννοια ως το ότι το ον λέγεται με πολλούς τρόπους και το καθαυτό ον λέγεται σύμφωνα με τα σχήματα των κατηγοριών, αλλά και ως επιστημολογικός ορίζοντας ολόκληρης της πραγματείας. Θα ήθελα εδώ να αναφέρω σύντομα ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που ακολουθούν φαίνεται πως ο Αριστοτέλης φροντίζει να υποστηρίξει διαφορετικές θέσεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ώστε να αντιμετωπίσει ενστάσεις. Δείχνει έτσι ότι η θεώρηση της πραγματικότητας είναι πάντοτε πολύσημη, ποτέ μονομερής ή μονοσήμαντη.

Το πρώτο παράδειγμα βρίσκεται στο τέλος του όγδοου κεφαλαίου. Εκεί ο Αριστοτέλης δείχνει ότι έχει επίγνωση πως στην κατηγορία της ποιότητας συμπεριέλαβε και ορισμένα σχετικά: τις έξεις και τις διαθέσεις. Στο έβδομο κεφάλαιο, όμως, είχε προκύψει ότι αυτές λέγονται πάντοτε σε σχέση με κάτι — η επιστήμη, για παράδειγμα, που είναι έξη, λέγεται πάντοτε επιστήμη κάποιου πράγματος.

Δεν πρέπει να μας προβληματίζει αν κάποιος πει ότι, ενώ θέσαμε ως σκοπό να πραγματευτούμε την ποιότητα, συμπεριλάβαμε στη συνέχεια πολλά σχετικά, αφού οι έξεις και οι διαθέσεις είναι σχετικά. (Κατηγορίες 8, 11a20–23)
Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται καθόλου αντιφατική στα μάτια του Σταγειρίτη. Αντίθετα, αποδραματοποιείται και εξηγείται σε δύο βήματα.ββ   κικιββθβγκ


Πρώτον, οι ίδιες πραγματικότητες εντάσσονται σε δύο διαφορετικές κατηγορίες από διαφορετική άποψη. Χρειάζεται να διακρίνουμε ανάμεσα στα γένη και στις επιμέρους περιπτώσεις που υπάγονται σε ένα γένος: μόνο τα πρώτα κατατάσσονται και στην κατηγορία των σχετικών. Η επιστήμη, για παράδειγμα, που είναι γένος —αφού κατηγορείται για μια ορισμένη επιστήμη—, είναι πάντοτε επιστήμη κάποιου πράγματος και πρέπει επομένως να υπαχθεί στην κατηγορία των σχετικών. Οι επιμέρους επιστήμες, αντίθετα, όπως η γραμματική, η μουσική και η γεωμετρία, δεν λέγονται ποτέ σε σχέση με κάτι άλλο: δεν έχει νόημα να μιλάμε, για παράδειγμα, για «γραμματική κάποιου πράγματος» (τινὸς γραμματική) ή για «μουσική κάποιου πράγματος» (τινὸς μουσική).

Έχει όμως νόημα να διατυπώσουμε τη σχέση αντίστροφα, δηλαδή να εξετάσουμε τις επιμέρους περιπτώσεις της επιστήμης σε σχέση με το γένος τους. Είναι απολύτως θεμιτό να μιλάμε για τη γραμματική ως «επιστήμη κάποιου πράγματος» (τινὸς ἐπιστήμη), δηλαδή της γλώσσας, και για τη μουσική ως «επιστήμη κάποιου πράγματος», δηλαδή των ήχων.

Δεύτερον, τα άτομα χαρακτηρίζονται ποιοτικά με βάση τις επιμέρους επιστήμες, επειδή κατέχουν πάντοτε μια συγκεκριμένη επιστήμη —γραμματική, μουσική ή γεωμετρία— και όχι επειδή μετέχουν στο γένος της επιστήμης. Μόνο ο επιμέρους προσδιορισμός μπορεί πράγματι να χαρακτηρίσει ποιοτικά ένα ον. Οι επιμέρους επιστήμες, λοιπόν, βάσει των οποίων έχουμε —και λέγεται ότι έχουμε— μια ορισμένη ποιότητα, είναι ποιότητες και όχι σχετικά, ενώ τα γένη στα οποία ανήκουν είναι και σχετικά. Οι έξεις και οι διαθέσεις, επομένως, από την οπτική των επιμέρους επιστημών είναι ποιότητες· από την οπτική των γενών είναι σχετικά. Το ίδιο θέμα μπορεί, δηλαδή, να προσεγγιστεί από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες, με διαφορετικά αποτελέσματα. Και ο Αριστοτέλης προσθέτει:
Αν συμβαίνει το ίδιο πράγμα να είναι και ορισμένη ποιότητα και σχετικό, δεν είναι καθόλου παράλογο να περιλαμβάνεται και στα δύο γένη. (Κατηγορίες 8, 11a37–38)


Δείχνει έτσι ότι η δυνατότητα αλληλοεπικάλυψης των διαφορετικών πεδίων εφαρμογής των κατηγοριών δεν φαίνεται καθόλου να αποτελεί περιορισμό της διδασκαλίας.

Η αριστοτελική ταξινομία διαθέτει εύκαμπτα και ελαστικά όρια, που επιτρέπουν κάθε φορά τη διεύρυνση ή τη συρρίκνωσή της. Στόχος της είναι να αποδώσει όσο το δυνατόν ακριβέστερα την πραγματικότητα που μας περιβάλλει — χωρίς, επομένως, να επιτυγχάνει σχεδόν ποτέ απόλυτη ακρίβεια. Αυτό γίνεται φανερό στο επόμενο παράδειγμα που θα αναφέρουμε.

Στο τέλος του πρώτου μέρους του όγδοου κεφαλαίου, αφού έχει εκθέσει τα διάφορα είδη της ποιότητας και πριν περάσει στην εξέταση των χαρακτηριστικών τους, ο Αριστοτέλης λέει:
Θα μπορούσε ίσως να παρουσιαστεί και κάποιο άλλο είδος ποιότητας, αλλά εκείνα για τα οποία γίνεται κυρίως λόγος είναι περίπου αυτά. (Κατηγορίες 8, 10a25–26)

Παρομοίως, στο τέλος του δέκατου πέμπτου κεφαλαίου, αφού έχει απαριθμήσει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους λέγεται το «έχειν», αναφέρει:
Θα μπορούσαν ίσως να παρουσιαστούν και άλλες σημασίες του «έχειν», αλλά μπορούμε να πούμε ότι εξετάστηκαν σχεδόν όλες οι συνήθεις. (Κατηγορίες 15, 15b30–32)

Εδώ γίνεται σαφές ότι σκοπός του Σταγειρίτη δεν είναι η εξαντλητική απαρίθμηση ούτε η διατύπωση της «τελευταίας λέξης» στην περιγραφή του πραγματικού: η ποιότητα και το έχειν μπορούν να λέγονται και «με άλλους τρόπους», από άλλες οπτικές γωνίες που δεν εξετάζονται εδώ.

Η υιοθέτηση μιας οπτικής βασισμένης στην πολυεστιακή προσέγγιση (multifocal approach), μαζί με την απομάκρυνση από την όψιμη τοποθέτηση των Κατηγοριών στο Όργανον —τοποθέτηση που προτάθηκε με βάση μια αντίληψη περί «λογικής» την οποία ο Αριστοτέλης ασφαλώς δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει—, επιτρέπει επιπλέον δύο πράγματα. Αφενός, να κατανοήσουμε πώς η πρώτη ουσία διαφέρει από τη δεύτερη ουσία και πώς, παρ’ όλα αυτά, και οι δύο μπορούν να ονομάζονται «ουσίες», όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε στην προηγούμενη παράγραφο. Αφετέρου, να επιλύσουμε το πολυσυζητημένο ζήτημα της τριπλής ανάγνωσης των Κατηγοριών: ως γραμματικού, ως οντολογικού ή ως λογικού και σημασιολογικού έργου.

[Το επόμενο τμήμα του ιταλικού κειμένου είναι φθαρμένο και η ακριβής σύνταξή του δεν μπορεί να αποκατασταθεί.] Στο κείμενο διαπιστώνεται η συνύπαρξη και η συνεχής διαπλοκή διαφορετικών επιπέδων. Αυτό μας επιτρέπει να αποδεσμευτούμε από το παραδοσιακό ερμηνευτικό δίλημμα της επιλογής μιας μόνο ανάγνωσης και να αναδείξουμε τη φύση του αριστοτελικού εγχειρήματος. Οι προσπάθειες να θεωρηθεί μία από αυτές τις οπτικές εξαντλητική δημιουργούσαν παρανοήσεις, καθώς απολυτοποιούσαν μια προοπτική ασφαλώς σημαντική, αλλά μερική.

Σε γενικές γραμμές, όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε στην περίπτωση των παράγωγων όρων, η αναφορά στη γλωσσική ανάλυση είναι σχεδόν συνεχής. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, ο Αριστοτέλης προειδοποιεί να μη μεταφέρουμε μηχανικά όσα ισχύουν στο επίπεδο της γλώσσας στο επίπεδο της πραγματικότητας. Αποδέχεται σε μεγάλο βαθμό τις αποκλίσεις ανάμεσα στη γνώση και στη γλωσσική ταξινόμηση, παρότι αναγνωρίζει ότι μπορούν να παραπλανήσουν και ότι μερικές φορές είναι σκόπιμο να πλάθουμε νέες ονομασίες. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν χρειάζεται να δηλωθεί η αντιστοιχία ανάμεσα σε σχετικά [το κείμενο διακόπτεται εδώ]:

Αν υπάρχει όρος, η αντιστοιχία γίνεται εύκολη· αν όμως δεν υπάρχει, ίσως είναι αναγκαίο να πλάσουμε νέους όρους (ὀνοματοποιεῖν). (Κατηγορίες 7, 7b10–12)¹⁰⁰


Άλλοτε χρειάζεται να προσαρμόζουμε ήδη χρησιμοποιούμενους όρους σε νέες χρήσεις. Γενικά, η γλώσσα αποδεικνύεται ανεπαρκής για την έκφραση των αποτελεσμάτων μιας φιλοσοφικής ή επιστημονικής ανάλυσης. Αυτό όμως δεν προκαλεί την έκπληξη του Αριστοτέλη, όπως δείχνει ολόκληρη η πραγματεία του για τα κριτήρια ορθής απόδοσης των σχετικών (Κατηγορίες 7, 7a11–22).¹⁰¹ Για λόγους χώρου, παραπέμπουμε στην αναλυτική σύνοψη του έβδομου κεφαλαίου και στις σημειώσεις του κειμένου.

Μέσα σε έναν ορίζοντα που χαρακτηρίζεται από τον ισομορφισμό σκέψης, γλώσσας και πραγματικότητας,¹⁰² οι κατηγορίες δεν παρουσιάζονται ως αμιγώς οντολογικές, αλλά ως οντολογικές, λογικές και γλωσσικές συγχρόνως. Μπορούν έτσι να χρησιμοποιούνται με σταθερό τρόπο μέσα σε μια ελεγχόμενη γλώσσα.

Ο λόγος πρέπει να είναι ικανός να συλλαμβάνει και να δηλώνει με λέξεις την ίδια την ουσία του όντος, αφού η γλώσσα είναι αναπόφευκτα το βασικό εργαλείο μέσω του οποίου χρησιμοποιούνται οι κατηγορίες. Άλλωστε, ο ίδιος ο ελληνικός όρος κατηγορία, που προέρχεται από το ρήμα κατηγορεῖν, δηλώνει τη θέση ενός κατηγορουμένου, η οποία καθορίζεται από την αντιστοιχία ανάμεσα στις συνδέσεις της γλωσσικής και σε εκείνες της οντολογικής διάστασης. Το ον κάθε κατηγορίας δεν είναι —ή δεν είναι μόνο— ένας γλωσσικός όρος, αλλά το ον ως ον.

«Οι κατηγορίες, μολονότι ορίζονται ως όσα λέγονται χωρίς καμία σύνδεση με την πρόταση (τὰ κατὰ μηδεμίαν συμπλοκὴν λεγόμενα) και, ως τέτοια, βρίσκονται έξω από το αληθές και το ψευδές, χρησιμεύουν, ως στοιχεία της κρίσης, για να εκφράζουν το πραγματικό και τις σχέσεις του. Φέρουν επομένως μέσα τους την αναφορά στην πραγματικότητα και έχουν αντικειμενική σημασία».¹⁰³

Περισσότερο ακόμη απ’ ό,τι σε άλλες διδασκαλίες του, στον τρόπο με τον οποίο ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τις κατηγορίες αναδεικνύεται εκείνη η «πολυεστιακή» προσέγγιση, όπου το εμπειρικό και το εννοιολογικό στοιχείο διαπλέκονται δομικά. «Ο Αριστοτέλης επιδίωκε πάντοτε να ερμηνεύει θεωρητικά την εμπειρία με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια στο επίπεδο του στοχασμού, χωρίς όμως ποτέ να την εξαναγκάζει. Αυτό είναι το πραγματικά χαρακτηριστικό γνώρισμα του μεταφυσικού ρεαλισμού του».¹⁰⁴

Είμαι ευγνώμων στον καθηγητή Maurizio Migliori για την προσεκτική εποπτεία και τη σταθερή υποστήριξή του σε αυτό το μεταφραστικό έργο. Επιθυμώ να ευχαριστήσω, πέρα από τους μελετητές με τους οποίους μοιράστηκα την προσπάθεια για τον παρόντα τόμο, τις καθηγήτριες Elisabetta Cattanei και Linda Napolitano για την έμπειρη καθοδήγηση και τις πολύτιμες συμβουλές τους. Ευχαριστώ επίσης την καθηγήτρια Cristina Rossitto για τις υποδείξεις που διατύπωσε κατά τη συζήτηση στο συνέδριο Tra probabilità e verità. Modelli di spiegazione e percorsi di attraversamento dell’Organon aristotelico, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Macerata στις 7 και 8 Μαΐου 2015.

Σημειώσεις: