Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (34): Ο πνευματικός νόμος (Αγ. Μάρκος ο Ασκητής)

Πρόλογος

Ο ΟΣΙΟΣ Μάρκος ὁ ἀσκητής εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἐπιφανέστερους ἀσκητικούς συγγραφεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔζησε στά τέλη του 4ου καί στίς ἀρχές τοῦ 5ου αἰ. Ἦταν μαθητής τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Διετέλεσε πρεσβύτερος καί προϊστάμενος μοναστικῆς ἀδελφότητας στην Ἄγκυρα, πρίν ἀποσυρθεῖ στήν ἔρημο τῆς Γαλατίας, ὅπου ἀσκήτεψε μόνος. Κοιμήθηκε αἰωνόβιος μετά τό 430.
Φιλόθεος καί φιλόπονος ὁ ὅσιος Μάρκος, ἐπιδόθηκε για ἑξήντα χρόνια στή νήψη καί τή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν. Φτάνοντας «εἰς τὸ ἄκρον τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς», ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό συναξάρι του (5 Μαρτίου), ἀπέκτησε τά χαρίσματα τῆς θαυματουργίας καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς σοφίας. Το τελευταῖο τό ἀποδεικνύουν διαχρονικά τά δογματικά και ἀσκητικά του συγγράμματα, τά ὁποῖα ἔγιναν τόσο δημοφιλή, ὥστε οἱ βυζαντινοί χριστιανοί ἔφτασαν νά λένε: «Πάντα πώλησον καὶ Μᾶρκον ἀγόρασον»! Τή μαρτυρία του, ἄλλωστε, ἐπικαλοῦνται συχνά μεταγενέστεροί του ἀσκητικοί συγγραφεῖς, ὅπως ὁ ἀββάς Δωρόθεος, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ.
Ἕνα ἀπό τά ἔργα τοῦ θεοφόρου ἀσκητῆ, μικρό ἀλλά ἔξοχο, εἶναι καί τό Περὶ νόμου πνευματικοῦ, πού περιέχεται στή Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν. Σ’ αὐτό, σέ διακόσια ἀποφθεγματικά «κεφάλαια», μέ τρόπο πρωτότυπο ἀλλά και μέ στέρεη θεμελίωση στήν Ἁγία Γραφή καί τήν ἱερή Παράδοση, ἀναλύεται ἡ λειτουργία τοῦ πνευματικοῦ νόμου. Ὁ νόμος αὐτός, σύμφωνα μέ τόν ἱερό συγγραφέα, εἶναι «ὁ νόμος τῆς ἐλευθερίας», ὁ ὁποῖος περιέχεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν ἀποτελεῖ το περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως καί ὁδηγεῖ τούς πιστούς ἀπό τή δουλεία τῶν παθῶν στήν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ καί στήν εἰρήνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (949-1022) ἔφτασε σέ πολύ νεαρή ἡλικία στή θέα τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός, μελετώντας μέ ὑπόδειξη
τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα τό σύγγραμμα αὐτό τοῦ ὁσίου Μάρκου καί ἐφαρμόζοντας κυρίως τήν ἀκόλουθη συμβουλή του: «Ἄν ζητᾶς νά θεραπευθεῖς, φρόντισε τή συνείδησή σου καί κάνε ὅ,τι σοῦ λέει…».

Σήμερα, πού ἡ περιφρόνηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ ἔχει ὁδηγήσει τήν κοινωνία μας σέ βαθιά κρίση καί σέ ἀδυναμία διακρίσεως τοῦ καλοῦ ἀπό
τό κακό, τά θεόσοφα «κεφάλαια» τοῦ ἁγίου Μάρκου προβάλλουν ὡς πολύτιμος καθοδηγητικός κανόνας τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Τά σημαντικότερα ἀπ’
αὐτά ἔχουν ἀνθολογηθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες καί πιστεύουμε ὅτι θά ὠφελήσουν τούς ἀδελφούς μας ἐκείνους πού ἀγωνίζονται εὐσυνείδητα ν’ ἀπαλλαγοῦν «ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου» καί νά οἰκειωθοῦν «τὸν νόμον τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (πρβλ. Ρωμ. 8:2).

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ


Ο πνευματικός νόμος

ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ


ΕΠΕΙΔΗ πολλές φορές θελήσατε νά μάθετε πῶς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι πνευματικός, σύμφωνα με τόν ἀπόστολο (βλ. Ρωμ. 7:14), καί τί πρέπει νά γνωρίζουν καί νά κάνουν ὅσοι θέλουν νά τόν τηρήσουν, θα σᾶς πῶ γι’ αὐτό κατά τή δύναμή μου.

Πρῶτα-πρῶτα γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ μεσότητα καί τό τέλος κάθε καλοῦ. Τό καλό εἶναι ἀδύνατο νά πράττεται ἤ νά πιστεύεται παρά μόνο μέ τήν ἕνωση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Σέ κάθε προσπάθειά σου βάλε ἀρχή Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ ἀρχή κάθε καλοῦ, γιά νά γίνει κατά Θεόν ἐκεῖνο πού ἀποφάσισες νά κάνεις.

Ἡ βέβαιη πίστη εἶναι ἕνας ἰσχυρός πύργος. Καί ὁ Χριστός γίνεται τά πάντα γιά τόν ἄνθρωπο πού πιστεύει.

Ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου, πού ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία, διδάσκει ὅλη τήν ἀλήθεια. Καί οἱ πιό πολλοί τόν διαβάζουν ἁπλά γιά νά τόν γνωρίσουν· λίγοι, ὅμως, τόν κατανοοῦν, ἀνάλογα μέ τήν ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν. Ὁ νόμος αὐτός γιά νά διαβαστεῖ χρειάζεται ἐπίγνωση, για νά κατανοηθεῖ χρειάζεται τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἀλλά γιά νά ἐκπληρωθεῖ ἀπαιτεῖται τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ.
Μή ζητᾶς νά δεῖς τήν τελειότητα τοῦ θείου νόμου σέ ἐνάρετους ἀνθρώπους, γιατί τέλειος σέ ἀρετές δεν μπορεῖ νά βρεθεῖ κανείς. Ἡ τελειότητά του εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Κύριος εἶναι κρυμμένος μέσα στίς ἐντολές Του καί ἀποκαλύπτεται σ’ ἐκείνους πού Τόν ζητοῦν, ἀνάλογα μέ τήν προθυμία τους στήν ἐκτέλεση αὐτῶν τῶν ἐντολῶν.
Ὅταν ἀσκήσουμε βία στόν ἑαυτό μας γιά τήν ἐκτέλεση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τότε θά ἀντιληφθοῦμε ὅτι ὁ νόμος τοῦ Κυρίου εἶναι τέλειος καί ὅτι ἐμεῖς μέν τόν ἐφαρμόζουμε μέ τά καλά μας ἔργα, κανείς ἄνθρωπος, ὅμως, δέν μπορεῖ νά τόν τηρήσει τέλεια χωρίς τούς οἰκτιρμούς τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος ἔχει ταπεινοφροσύνη καί ἐργασία πνευματική, ὅταν διαβάζει τίς θεῖες Γραφές, ὅλα τά ἐννοεῖ ἀναφορικά μέ τόν ἑαυτό του καί ὄχι μέ ἄλλον.
Νά μελετᾶς τά λόγια τῆς Γραφῆς, ἐκτελώντας τις θεῖες ἐντολές, καί μήν καταγίνεσαι σέ πλατειασμούς καί θεωρητικές ἀναλύσεις, πού φέρνουν ὑπερηφάνεια. Ἐκεῖνος πού γνωρίζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό ἐκτελεῖ κατά τή δύναμή του, μέ μικρούς κόπους ἀποφεύγει τούς μεγάλους.
Ἐκεῖνος πού δέν προτιμᾶ θεληματικά τούς κόπους γιά χάρη τῆς εὐσέβειας, δοκιμάζεται σκληρότερα ἀπό τούς ἀθέλητους κόπους. Ἡ συνείδηση εἶναι ἕνα βιβλίο πού τό ἔχουμε ἀπό τή φύση μας. Ἐκεῖνος πού τό μελετᾶ στήν πράξη, δέχεται θεία βοήθεια.
Ἄν ζητᾶς νά θεραπευθεῖς, φρόντισε τή συνείδησή σου καί κάνε ὅ,τι σοῦ λέει, καί πολύ θά ὠφεληθεῖς.
Τά κρυφά τοῦ κάθε ἀνθρώπου τά γνωρίζουν ὁ Θεός καί ἡ συνείδησή του. Ἀπ’ αὐτά τά δύο ἄς διορθώνεται ὁ καθένας.
Ἡ ἀγαθή συνείδηση ἀποκτᾶται μέ τήν προσευχή καί ἡ καθαρή προσευχή μέ τή συνείδηση. Γιατί ἀπό τη φύση τους ἔχουν ἡ μία τήν ἀνάγκη τῆς ἄλλης.
Ὅποιος ἐκτελεῖ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἄς περιμένει τον πειρασμό πού τήν ἀκολουθεῖ. Γιατί ἡ ἀγάπη πρός τον Χριστό μέ τά ἀντίθετα δοκιμάζεται.
Ἐκεῖνος πού θέλει νά νικήσει τούς πειρασμούς χωρίς προσευχή καί ὑπομονή, δέν θά τούς διώξει, ἀλλά θά περιπλακεῖ περισσότερο.
Μή λές ὅτι ἔχεις ἀποκτήσει ἀρετή χωρίς θλίψη. Γιατί ἡ ἀρετή πού ἀποκτᾶται μέ ἄνεση εἶναι ἀδοκίμαστη.
Τά αἰώνια ἀγαθά ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἀνθρώπους πού περνοῦν θλίψεις. Ὅμοια καί τά αἰώνια βάσανα ἔχουν ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἀνθρώπους πού περνοῦν μέ κενοδοξία καί ἡδονή.
Μή νομίζεις ὅτι κάθε θλίψη ἔρχεται στούς ἀνθρώπους ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού εὐαρεστοῦν τόν Θεό, καί ὅμως ἔχουν θλίψεις. Γιατί ἡ Γραφή, πού λέει ὅτι «οἱ ἀσεβεῖς θά διωχθοῦν» (Ψαλμ. 36:28), λέει ἐπίσης ὅτι «ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά ἀντιμετωπίσουν διωγμούς» (Β΄ Τιμ. 3:12).
Στίς θλίψεις ἐναντιώθηκαν πολλοί μέ πολλούς τρόπους. Κανείς, ὅμως, δέν τίς ξεπέρασε χωρίς προσευχή καί μετάνοια.
Κάθε ἀθέλητης θλίψεως νά ἀναλογίζεσαι τό ἀποτέλεσμα, καί θά βρεῖς σ’ αὐτό τό σβήσιμο κάποιας ἁμαρτίας.
Κάθε κατά Θεόν θλίψη εἶναι πραγματικό ἔργο εὐσέβειας. Γιατί ἡ ἀληθινή ἀγάπη δοκιμάζεται μέ τά ἀντίθετα.
Τίς θλίψεις τοῦ παρόντος νά τίς ἀνταλλάσσεις προκαταβολικά μέ τά μελλοντικά ἀγαθά, καί ποτέ δέν θα ἀτονήσει ὁ ἀγώνας σου ἀπό ἀμέλεια.
Οἱ χλευασμοί τῶν ἀνθρώπων φέρνουν θλίψη στην καρδιά, ἐξαγνίζουν ὅμως ἐκείνους πού τούς ὑπομένουν.
Ἄν ζημιωθεῖς ἤ χλευαστεῖς ἤ διωχθεῖς ἀπό κάποιον, μή σκέφτεσαι τό παρόν, ἀλλά περίμενε τό μέλλον, καί θά διαπιστώσεις ὅτι αὐτός σοῦ ἔγινε πρόξενος πολλῶν καλῶν ὄχι μόνο στήν παρούσα ζωή ἀλλά καί στή μέλλουσα.
Ἐκεῖνος πού ἀδικεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπαλλάσσεται ἀπό ἁμαρτίες καί βρίσκει βοήθεια ἀπό τον Θεό ἀνάλογη μέ τή θλίψη.
Ἀπό ἐκείνους πού ἀδικοῦν φανερά, πιό πονηρός εἶναι ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ κρυφά, γι’ αὐτό καί κολάζεται σκληρότερα.
Ὅποιος προσεύχεται γιά τούς ἀνθρώπους πού τον ἀδικοῦν, χτυπᾶ μέ ὁρμή τούς δαίμονες. Ὅποιος ἐναντιώνεται στούς ἀνθρώπους πού τόν ἀδικοῦν, πληγώνεται ἀπό τούς δαίμονες.
Μήν προσπαθεῖς νά λύσεις τά δύσκολα προβλήματα μέ φιλονικία, ἀλλά μέ τά μέσα πού ἐπιβάλλει ὁ πνευματικός νόμος, δηλαδή μέ τήν ὑπομονή, τήν προσευχή καί τήν ἁπλότητα τῆς ἐλπίδας.
Καλύτερα νά σέ πολεμοῦν οἱ ἄνθρωποι παρά οἱ δαίμονες. Ἐκεῖνος πού εὐαρεστεῖ τόν Κύριο, τούς νίκησε καί τούς δύο.
Στόν καιρό τῆς θλίψεως νά προσέχεις τήν ἐπίθεση τῆς ἡδονῆς. Γιατί τότε γίνεται εὔκολα ἀποδεκτή, ἐπειδή παρηγορεῖ τή θλίψη.
Φωτιά πού καίει εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ὅσο, λοιπόν, ἐλαττώνεις τό ὑλικό πού τήν τροφοδοτεῖ, τόσο και θά σβήνεται. Καί ὅσο προσθέτεις ὑλικό, τόσο καί θα φουντώνει.
Μήν ἀφήσεις ἁμαρτία χωρίς νά τήν ἐξαλείψεις, ἀκόμα κι ἄν εἶναι πολύ μικρή, γιά νά μή σέ παρασύρει μετά σέ μεγαλύτερα κακά.
Τά μικρά ἁμαρτήματα ὁ διάβολος μᾶς τά παρουσιάζει ἀσήμαντα, ἐπειδή μέ ἄλλον τρόπο δέν μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει σέ μεγαλύτερα κακά.
Ὅταν ἁμαρτήσεις κρυφά, μήν προσπαθήσεις νά κρυφτεῖς. Γιατί «ὅλα εἶναι γυμνά καί ξεσκεπασμένα στά μάτια τοῦ Κυρίου» (Ἑβρ. 4:13), στόν ὁποῖο θα λογοδοτήσουμε γιά τίς πράξεις μας.
Γιά ὅποιον ἁμαρτάνει φανερά, χωρίς νά μετανοεῖ, καί δέν παθαίνει τίποτα μέχρι τόν θάνατό του, νά πιστεύεις πώς ἡ Κρίση θά εἶναι ἀνελέητη.
Ὅπως τούς ἀνόρεχτους τούς ὠφελεῖ ἡ πικρή ἀψιθιά, γιατί τούς ἀνοίγει τήν ὄρεξη, ἔτσι καί τούς κακότροπους τούς συμφέρει νά παθαίνουν συμφορές, γιατί τούς κάνουν νά μετανοοῦν.
Ἄν ἐξετάζεις τίς δικές σου ἁμαρτίες καί ὄχι τοῦ πλησίον σου, ποτέ δέν θά λεηλατήσουν οἱ δαίμονες το πνευματικό ἐργαστήριο τοῦ νοῦ σου.
Ἄς ὑποθέσουμε πώς εἶναι δώδεκα τά πάθη. Ἄν ἀγαπήσεις ἕνα ἀπ’ αὐτά μέ τή θέλησή σου, εἶναι ἱκανό νά ἀναπληρώσει καί τά ἄλλα ἕντεκα.
Αἰτίες κάθε κακίας εἶναι ἡ κενοδοξία καί ἡ φιληδονία. Ἐκεῖνος πού δέν τίς μίσησε αὐτές, δέν νικᾶ κανένα πάθος.
Ρίζα ὅλων τῶν κακῶν ἔχει ὀνομαστεῖ ἡ φιλαργυρία (βλ. Α΄ Τιμ. 6:10). Αὐτή, ὡστόσο, σαφῶς ἀποτελεῖται ἀπό τήν κενοδοξία καί τή φιληδονία. Ἀπ’ αὐτά τά τρία πάθη, τή φιλαργυρία, τήν κενοδοξία καί τή φιληδονία, τυφλώνεται ὁ νοῦς.
Ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν παθῶν, ἔχουν αὐξηθεῖ τόσο πολύ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους ὁ θυμός, ἡ ὀργή, οἱ πόλεμοι, οἱ φόνοι καί ὅλα τά ὑπόλοιπα κακά. Πρέπει, λοιπόν, νά τά μισήσουμε ὡς μητέρες τῶν κακῶν και μητρυιές τῶν ἀρετῶν.
Κάθε πράγμα ἀπό λίγο ἀρχίζει, καί σιγά-σιγά ἀναπτύσσεται καί μεγαλώνει.
Τά κακά παίρνουν δύναμη τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο. Ὅμοια καί τά καλά αὐξάνονται τό ἕνα μέ τή βοήθεια τοῦ ἄλλου, ὠθώντας ὅλο καί πιό μπροστά τόν ἄνθρωπο πού μετέχει σ’ αὐτά.
Ὅταν βρίσκεσαι στήν ἀρχή τοῦ κακοῦ, μή λές: «Δεν θά μέ νικήσει». Γιατί ἔχεις ἤδη νικηθεῖ τόσο, ὅσο βρίσκεσαι μέσα στό κακό. Δίχτυ πολύπλοκο εἶναι ἡ μέθοδος τῆς κακίας, κι ἐκεῖνος πού μπλέχτηκε λίγο, ἄν ἀμελήσει, σφίγγεται ὁλόκληρος μέσα σ’ αὐτό.
Ἀπό τή φιληδονία ἔρχεται ἡ ἀμέλεια καί ἀπό την ἀμέλεια ἡ λήθη τῶν καλῶν. Γιατί ὁ Θεός ἔχει χαρίσει σέ ὅλους τή γνώση ἐκείνων πού μᾶς συμφέρουν.
Ἡ φιλήδονη καρδιά γίνεται φυλακή καί ἁλυσίδα γιά τήν ψυχή τήν ὥρα τοῦ θανάτου, ἐνῶ ἡ φιλόπονη καρδιά εἶναι πόρτα ἀνοιχτή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἄν δέν θέλεις νά πάθεις κακό, μή θέλεις νά κάνεις κακό. Γιατί, ἀναπόφευκτα, τό ἕνα ἀκολουθεῖ τό ἄλλο. «Ὅ,τι σπέρνει ὁ ἄνθρωπος, αὐτό καί θά θερίσει» (Γαλ. 6:7). Ὅταν, λοιπόν, μέ τή θέλησή μας σπέρνουμε τά κακά καί ἔπειτα χωρίς τή θέλησή μας τά θερίζουμε, πρέπει νά θαυμάζουμε τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Μή θέλεις ν’ ἀκοῦς ξένες πονηρές πράξεις, γιατί ἔτσι ἐντυπώνονται μέσα σου καί τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά αὐτῶν τῶν πράξεων.
Ὅταν ἀκοῦς μέ εὐχαρίστηση ἄσχημα λόγια, νά θυμώνεις μέ τόν ἑαυτό σου καί ὄχι μ’ ἐκεῖνον πού τά εἶπε. Γιατί ἄν ἡ ἀκοή σου εἶναι πονηρή, θά φορτώνεις τόν ἑαυτό σου μέ πονηρά ἀκούσματα.
Ὅπως δέν εἶναι δυνατό νά βόσκουν μαζί πρόβατα καί λύκοι, ἔτσι δέν εἶναι δυνατό νά βρεῖ ἔλεος ἐκεῖνος πού ἐπιβουλεύεται τόν πλησίον του.
Ὅπως δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν τό νερό καί ἡ φωτιά, ἔτσι δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν ἡ δικαιολογία καί ἡ ταπείνωση.
Ἄν κανείς σέ ἐπαινεῖ ὑποκριτικά, περίμενε κάποια στιγμή καί νά σέ κατηγορήσει.

Ἄν ὑπερηφανεύθηκες ἐπειδή σέ ἐπαίνεσαν, περίμενε ἀτιμία. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ὅποιος ὑψώνει τον ἑαυτό του, θά ταπεινωθεῖ» (Λουκ. 14:11).
Ὅταν ἔχεις λογισμό πού σέ προτρέπει νά ζητήσεις ἀνθρώπινη δόξα, νά ξέρεις καλά ὅτι σοῦ προετοιμάζει αἰσχύνη.
Ἐκεῖνος πού ἐπιζητεῖ τόν ἔπαινο, βρίσκεται μέσα στό πάθος. Κι ἐκεῖνος πού θρηνεῖ γιά θλίψη πού τοῦ ἦρθε, ἀγαπᾶ τήν ἡδονή.
Ὑπάρχει ἔλεγχος πού γίνεται ἀπό κακία ἤ ἀπό ἄμυνα. Ὑπάρχει καί ἔλεγχος πού γίνεται ἀπό φόβο Θεοῦ καί ἀπό ἀγάπη πρός τήν ἀλήθεια.
Καλύτερα νά προσεύχεσαι μέ εὐλάβεια γιά τόν πλησίον σου, παρά νά τόν ἐλέγχεις γιά κάθε του ἁμάρτημα.
Πολλοί εἶναι οἱ τρόποι τῆς προσευχῆς καί διαφέρει ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο. Κανένας, ὅμως, τρόπος προσευχῆς δέν εἶναι ἐπιβλαβής, ἐκτός ἄν δέν εἶναι προσευχή ἀλλά σατανική ἐνέργεια.
Μήν ὑπερηφανευθεῖς, ἄν χύνεις δάκρυα στήν προσευχή σου. Εἶναι ὁ Χριστός πού ἄγγιξε τά μάτια σου καί θεράπευσε τήν τύφλωση τοῦ νοῦ σου.

Κάποιος ἄνθρωπος πού θέλησε νά κάνει κακό, προηγουμένως προσευχήθηκε νοερά ἀπό συνήθεια. Και ἀφοῦ κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ ἐμποδίστηκε ἀπό τό κακό, ὕστερα πολύ Τόν εὐχαρίστησε.
Ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή καί ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις φέρνουν στήν καρδιά συντριβή ἀσφαλή καί ὠφέλιμη, ἀρκεῖ νά μήν ἀνατρέψουμε τήν ἰσορροπία τῶν τριῶν αὐτῶν μέ τήν ὑπερβολή. Ἐκεῖνος πού καλλιεργεῖ ὑπομονετικά αὐτές τίς ἀρετές, θά λάβει βοήθεια καί σέ ἄλλες, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἀμελεῖ καί διασκορπίζεται ἐδῶ κι ἐκεῖ, θά νιώσει ἀφόρητη ὀδύνη τήν ὥρα τοῦ θανάτου του.

Νά μή σκέφτεσαι καί νά μήν κάνεις τίποτα χωρίς σκοπό σύμφωνο μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἐκεῖνος πού βαδίζει χωρίς σκοπό, μάταια κουράζεται.

Ὑπάρχει πράξη πού φαίνεται καλή, ἀλλά ὁ σκοπός ἐκείνου πού τήν κάνει δέν εἶναι καλός. Ὑπάρχει και ἄλλη πράξη πού φαίνεται κακή, ἀλλά ὁ σκοπός ἐκείνου πού τήν κάνει εἶναι καλός. Καί αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο σέ ἔργα ἀλλά καί σέ λόγια. Αὐτή ἡ ἀντίθεση πράξεως καί σκοποῦ ὀφείλεται ἄλλοτε σέ ἀπειρία ἤ ἄγνοια, ἄλλοτε σέ πονηρή διάθεση καί ἄλλοτε σε εὐσεβή σκοπό.
Ὁ Θεός τίς πράξεις μας τίς λογαριάζει σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Νά σοῦ δώσει ὁ Κύριος κατά τήν καρδιά σου» (Ψαλμ. 19:5).
Ὑπάρχει ἄνθρωπος πού φαινομενικά ἐκτελεῖ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶναι δοῦλος σέ πάθος καί μέ τους πονηρούς λογισμούς καταστρέφει τήν καλή πράξη.
Μήν καταφρονήσεις καί μήν παραμελήσεις ποτέ τούς λογισμούς σου. Γιατί ὁ Θεός γνωρίζει ἀλάθητα κάθε λογισμό.
Ὁ Θεός κρίνει καί ζυγίζει κάθε σκέψη μας. Μπορεῖ τό ἴδιο πράγμα νά τό σκεφθεῖ κανείς ἤ μέ ἁπλό ἤ μέ ἐμπαθή τρόπο.
Ἀκούγοντας τόν Κύριο νά λέει, «Ὅποιος δέν ἀπαρνηθεῖ ὅλα του τά ὑπάρχοντα, δέν εἶναι ἄξιος γιά μαθητής μου» (πρβλ. Λουκ. 14:33), μήν ἐννοήσεις ὅτι ἀναφέρεται μόνο στά χρήματα, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς πράξεις τῆς κακίας.

Ἐκεῖνος πού μετανοεῖ σωστά, περιπαίζεται ἀπό τούς ἀνόητους ἀνθρώπους. Καί αὐτό εἶναι σημάδι ὅτι εὐαρεστεῖ τόν Θεό.

Ἡ ἀμέλεια στό νά κάνουμε ὅσα καλά μποροῦμε, δύσκολα συγχωρεῖται. Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, καί ἡ προσευχή ἀποκαθιστοῦν ἐκείνους πού ἀμέλησαν να κάνουν τό καλό.
Τίς ἐναλλαγές τῶν καλῶν καί τῶν κακῶν νά τίς δέχεσαι μέ ἠρεμία. Ἔτσι ἐξομαλύνει ὁ Θεός τίς ἀνωμαλίες τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.

Μή λές ὅτι ἔρχεται ὁ πειρασμός χωρίς νά τό θέλεις. Γιατί ὁπωσδήποτε, κι ἄν δέν ἀγαπᾶς τήν ἁμαρτωλή πράξη, ἀγαπᾶς τίς αἰτίες της.
Νά προσεύχεσαι νά μή σοῦ ἔρθει πειρασμός. Ἄν ὅμως ἔρθει, δέξου τον σάν δικό σου καί ὄχι σάν ξένο.
Ἄν θέλεις νά σωθεῖς, ἀγάπησε τόν ἀληθινό λόγο και μήν ἀποστραφεῖς ποτέ ἀδιάκριτα ἔλεγχο ἀπό ἄλλον.
Τό στόμα τοῦ ταπεινόφρονα λέει τήν ἀλήθεια. Ὅποιος ἀντιλέγει στήν ἀλήθεια, εἶναι ὅμοιος μέ τον ὑπηρέτη ἐκεῖνον πού ράπισε τόν Κύριο στό πρόσωπο.

Ἄλλο εἷναι ἡ ἐκτέλεση ἐντολῆς καί ἄλλο ἀρετή, ἄν καί παίρνουν ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη τίς ἀφορμές τῶν ἀγαθῶν. Ἐκτέλεση ἐντολῆς εἶναι τό νά κάνει κανείς τά διαταγμένα ἀπό τόν θεῖο νόμο. Ἀρετή, ὅμως, εἶναι τό νά τοῦ ἀρέσει ἀληθινά ἡ ἐκτέλεση τῆς θείας ἐντολῆς.
Ὅπως τό φῶς τῆς ἡμέρας προέρχεται ἀπό τόν ἥλιο, ἔτσι καί κάθε ἀρετή προέρχεται ἀπό τόν Θεό.
Ὅταν κατορθώσεις κάποιαν ἀρετή, θυμήσου τον Χριστό πού εἶπε: «Χωρίς ἐμένα, δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα» (Ἰω. 15:5).
Κάθε καλό ἔχει χαριστεῖ ἀπό τόν Κύριο στους ἀνθρώπους κατ’ οἰκονομίαν· καί ἐκεῖνος πού πιστεύει ἔτσι, δέν θά τό χάσει ποτέ.
Γιά τήν ντροπή πού θά σηκώσει κανείς μέ εὐχαρίστηση γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἑκατό φορές περισσότερο θά δοξαστεῖ ἀπό πολλούς ἀνθρώπους. Καλύτερα, ὅμως, εἶναι νά ἐνεργεῖ κανείς τό κάθε καλό μόνο γιά τά μελλοντικά ἀγαθά.
Ἐκεῖνος πού ἔχει κάποιο πνευματικό χάρισμα και συμπονᾶ ἐκείνους πού δέν ἔχουν, μέ τή συμπόνια διατηρεῖ τό χάρισμα. Ὁ ἀλαζόνας, ὅμως, θά τό χάσει, καθώς χτυπιέται ἀπό τούς ἀλαζονικούς λογισμούς του.
Ἡ καρδιά πού ἔχει ἔλεος γιά τούς ἄλλους, ἀναμφίβολα θά ἐλεηθεῖ. Εἶναι φανερό καί τό ἀντίθετο.
Εἰρήνη εἶναι ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη, ἡ ὁποία δεν βρίσκεται χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πάντοτε νά κάνεις τό καλό κατά τή δύναμή σου. Και ὅταν μπορεῖς νά κάνεις τό μεγαλύτερο, μήν ἀρκεῖσαι στό μικρότερο. Γιατί λέει ἡ Γραφή: «Ὅποιος γυρίζει πίσω, δέν εἶναι κατάλληλος γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (πρβλ. Λουκ. 9:62).


(«Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τ. 34, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

(Πηγή ηλ. κειμένου: imparaklitou.gr)

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ: «Θα θέλαμε θερμά να ευχαριστήσουμε τον Αρχιμ. Τιμόθεο, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, για την ευλογία αναδημοσίευσης του φυλλαδίου».


Λόγος την Ε’ Κυριακή των Νηστειών για τη συνένωση της νηστείας με την ευσπλαχνία και την προσευχή (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Αγαθόν προσευχή μετά νηστείας και ελεημοσύνης και δικαιοσύνης» (Τωβίτ 12:8)

«Είναι καλό πράγμα η προσευχή, όταν συνοδεύεται από τη νηστεία, την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη», είπε ο αρχάγγελος Ραφαήλ στον Τωβίτ. Μεγάλο, πράγματι, καλό είναι μια τέτοια νηστεία! Είναι μεγάλο καλό για τους αμαρτωλούς, καθώς αποτελεί τη μοναδική θύρα εξόδου από τη σαρκική κατάσταση και εισόδου στη σωτήρια μετάνοια. Είναι μεγάλο καλό και για τους δικαίους, καθώς αποτελεί το πιο ισχυρό πνευματικό τους όπλο. Μ’ αυτό το όπλο στα χέρια διατηρούν την ψυχική και σωματική τους αγνότητα ως το τέλος τής επίγειας διατριβής τους. Θεμέλιο της προσευχής τους είναι η νηστεία και θεμέλιο της νηστείας τους η ευσπλαχνία. Προσεύχονται με πίστη και λαμβάνουν όλα όσα ζητούν.
Η σάρκα μας, όπως επισημαίνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, προέρχεται από τη γη. Όπως η γη, λοιπόν, έτσι κι αυτή χρειάζεται καλλιέργεια. Οι σπόροι που σπέρνονται σ’ ένα χωράφι ακαλλιέργητο, πάνε χαμένοι, μη δίνοντας κανέναν καρπό. Έτσι άκαρπη μένει και η προσευχή τού ανθρώπου που δεν έχει οργώσει και το σώμα του και την καρδιά του με τη νηστεία. Η περιπλάνηση και το βάρος των λογισμών, η ψυχρότητα και η σκληρότητα της καρδιάς, οι μάταιες και αμαρτωλές φαντασίες εξουδετερώνουν την προσευχή τού χορτασμένου. Επίσης, όπως σ’ ένα χωράφι που έχει μεν οργωθεί αλλά δεν έχει σπαρεί με καλούς σπόρους, φυτρώνουν αγριόχορτα, έτσι και στην καρδιά εκείνου που νηστεύει, φυτρώνουν τα αγριόχορτα της υπερηφάνειας και της υψηλοφροσύνης, αν η σωματική άσκηση της νηστείας δεν συνοδεύεται από την πνευματική άσκηση της προσευχής. Η υπερηφάνεια και η υψηλοφροσύνη είναι πάντοτε ενωμένες με την περιφρόνηση και την κατάκριση του πλησίον, με την αυταπάτη και την πλάνη, οι οποίες οδηγούν στην καταστροφή. Η νηστεία είναι ένα ισχυρό πνευματικό όπλο εναντίον των παθών και των δαιμόνων. Όταν, όμως, γίνεται αυτοσκοπός ή, πολύ χειρότερα, μέσο κενοδοξίας, τότε μεταβάλλεται σε όπλο ψυχικής αυτοκτονίας. Τέτοια ήταν η νηστεία των Φαρισαίων, νηστεία αυστηρή αλλά επιζήμια.

«Εγώ», λέει ο Θεός με το στόμα τού προφήτη Ησαΐα, «δεν τη θέλω αυτή τη νηστεία με την οποία κάποια μέρα ο άνθρωπος ταπεινώνει τον εαυτό του. Μα κι αν λυγίσεις τον τράχηλό σου σαν τον κρίκο και καθήσεις με πένθιμο ρούχο πάνω στη στάχτη, μη νομίσεις πως η νηστεία σου είναι δεκτή από μένα. Δεν όρισα εγώ να νηστεύεις έτσι, λέει ο Κύριος, αλλά κόβοντας κάθε δεσμό με την αδικία, ακυρώνοντας τις άνομες συμφωνίες που έκλεισες με τρόπο βίαιο, αφήνοντας ελεύθερους τους καταπιεσμένους και σχίζοντας κάθε συμβόλαιο αθέμιτης συναλλαγής. Να μοιράζεσαι το ψωμί σου με τον πεινασμένο και να βάζεις στο σπίτι σου τους άστεγους φτωχούς. Όταν βλέπεις γυμνό, να τον ντύνεις. Μην παραβλέψεις ποτέ κανέναν συνάνθρωπό σου. Τότε θα λάμψεις σαν το φως τής αυγής, οι πληγές σου γρήγορα θα γιατρευθούν, η αρετή σου θα βαδίζει μπροστά σου και η δόξα τού Θεού θα σε περιβάλλει. Τότε θα φωνάξεις στον Θεό, κι Εκείνος θα σε ακούσει. Πριν ακόμα τελειώσεις την προσευχή σου, θα αποκριθεί: “Εδώ είμαι”». Ο προφήτης ζητάει την ευσπλαχνία πριν από τη νηστεία αλλά και μετά τη νηστεία. Βεβαιώνει πως η προσευχή τού ανθρώπου που έχει συνενώσει τη νηστεία με την ευσπλαχνία, εισακούεται σύντομα από τον Θεό, ο οποίος δίνει τη χάρη Του σε κάθε τέτοιον αγωνιστή.

Το Άγιο Πνεύμα νομοθετεί γενικά την ένωση της νηστείας με την προσευχή. «Επιστρέψτε σ’ εμένα μ’ όλη σας την καρδιά», λέει ο Κύριος στους αμαρτωλούς με τα χείλη ενός άλλου προφήτη. «Νηστέψτε, κλάψτε και θρηνήστε! Σκίστε τις καρδιές σας και όχι τα ρούχα σας. Επιστρέψτε στον Κύριο, τον Θεό σας… Σαλπίστε στη Σιών! Αφιερώστε μέρες στη νηστεία, κηρύξτε ιερή σύναξη!».


Ένα παράδειγμα της αποτελεσματικότητας της νηστείας και της προσευχής μάς έδωσαν οι μετανοημένοι Νινευΐτες. Η καταστροφή τής πόλης τους, αποφασισμένη από τον Θεό, τους είχε αναγγελθεί από τον προφήτη Ιωνά. Αφού απομακρύνθηκε ο προφήτης, κοίταζε επίμονα προς τη Νινευή, περιμένοντας κάθε στιγμή τη πραγματοποίηση της τρομερής θείας αποφάσεως. Αλλά μάταια. Γιατί οι Νινευΐτες μετανόησαν ειλικρινά και το απέδειξαν με την εγκατάλειψη των αμαρτωλών τους έργων, με αυστηρή νηστεία και με εκτενή προσευχή. «Και ο Θεός άλλαξε απόφαση για την τιμωρία, την οποία είχε πει ότι θα τους επέβαλλε, και δεν τους τιμώρησε».

Στην Καινή Διαθήκη ο Κύριος γνωστοποίησε ότι η νηστεία θα γινόταν κοινή άσκηση όλων των μαθητών Του, όταν θα έπαιρναν από κοντά τους τον Νυμφίο, όταν δηλαδή ο Ίδιος θα αναλαμβανόταν στους ουρανούς. Και πώς, αλήθεια, να μη νηστεύουν στη γη οι μαθητές Του, πώς να μην κλαίνε, πώς να μην πενθούν, όταν ο μοναδικός θησαυρός τους είναι μακριά τους και όταν ο δρόμος, που οδηγεί σ’ Αυτόν, είναι γεμάτος δυσκολίες, γεμάτος ληστές φοβερούς και μοχθηρούς;


Όλοι οι άγιοι του Θεού πέρασαν την επίγεια ζωή τους με νηστεία και προσευχή. Έτσι, σύμφωνα με τη μαρτυρία τού Ευαγγελίου, η αγία προφήτιδα Άννα, θυγατέρα τού Φανουήλ, «δεν έφευγε από τον Ναό, αλλά λάτρευε τον Θεό νύχτα και μέρα με νηστείες και προσευχές». Η μεγάλη Ιουδίθ, όπως διηγείται η Αγία Γραφή, «νήστευε όλες τις μέρες τής χηρείας της», «τρία χρόνια και τέσσερις μήνες», γνώρισε εμπειρικά τη δύναμη της προσευχής, με την προσευχή έφτασε στη ζωντανή πίστη και με τη ζωντανή πίστη πραγματοποίησε έναν θαυμαστό άθλο.

«Περιφρούρησα με τη νηστεία την ψυχή μου», λέει ο θεόπνευστος Δαβίδ —τόσο ισχυρός είναι αυτός ο αγώνας! «Ταπείνωνα με τη νηστεία την ψυχή μου»— τόσο εναντιώνεται αυτός ο αγώνας στην αυταρέσκεια και την έπαρση, που γεννιούνται από τον χορτασμό τής κοιλιάς. Με τη νηστεία «η προσευχή μου (θ’ ανέβει στον Κύριο και) θα επιστρέψει σ’ εμένα». Χωρίς τη νηστεία η προσευχή μου είναι μια θλιβερή θυσία στον μετεωρισμό τού νου, τον αχώριστο σύντροφο του χορτασμού τής κοιλιάς.

Ο άγιος απόστολος Παύλος αναφέρει ανάμεσα στα γνωρίσματα των αληθινών χριστιανών την επιμονή στη νηστεία και την προσευχή. Για τον εαυτό του αποκαλύπτει ότι πέρασε όλη του τη ζωή με συνεχείς αγώνες, στερήσεις και θλίψεις. Κάνει λόγο τόσο για την ακούσια πείνα, την οποία υπέμενε λόγω των περιστάσεων, όσο και για τη συνεχή εκούσια νηστεία, με την οποία ταλαιπωρούσε και υποδούλωνε το σώμα του. Και ο ευαγγελιστής Λουκάς, περιγράφοντας στις Πράξεις των Αποστόλων την κοινή ζωή στα Ιεροσόλυμα, μετά την Ανάληψη του Χριστού, των μαθητών Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των άλλων γυναικών, που ακολουθούσαν τον Κύριο κατά την επίγεια παρουσία Του, λέει: «Όλοι αυτοί, με μια ψυχή, ήταν αφοσιωμένοι στην προσευχή και τη δέηση προς τον Θεό». Απ’ αυτά τα λόγια φαίνεται ότι οι προσευχές τους ήταν πολύ εκτενείς, πράγμα που δεν μπορεί να το κάνει κανείς χωρίς τη βοήθεια της νηστείας.

Τέτοια ήταν η βιοτή των αποστόλων! Τέτοια ήταν η βιοτή των μαρτύρων! Τέτοια ήταν η βιοτή των οσίων! Τέτοια ήταν η βιοτή των αγίων, των αληθινών χριστιανών —σύζευξη της αδιάλειπτης προσευχής με τη διαρκή νηστεία. Μ’ αυτές συνένωναν και την ευσπλαχνία προς τους αδελφούς, τόσο εκείνους που τους αγαπούσαν όσο και εκείνους που τους μισούσαν. Η ευσπλαχνία τους ξεπερνούσε σε βάθος και πλάτος τα ανθρώπινα μέτρα, ήταν, θα λέγαμε, θεία, καθώς την αντλούσαν από τον ίδιο τον Κύριο. Όχι μόνο συμπονούσαν όλους όσοι είχαν οποιεσδήποτε σωματικές ή ψυχικές ανάγκες, όχι μόνο συγχωρούσαν όλες τις κακολογίες και τις προσβολές, αλλά και με χαρά θυσίαζαν ακόμα και τη ζωή τους για τη σωτηρία φίλων και εχθρών.

Σε δύσκολες περιστάσεις, πριν από την έναρξη σοβαρών έργων ή στη διάρκεια μεγάλων θλίψεων, οι άγιοι του Θεού διπλασίαζαν τη νηστεία τους και τις προσευχές τους. Ο ίδιος ο Σωτήρας μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μας έδωσε το σχετικό παράδειγμα. Πριν αρχίσει το σωτήριο κήρυγμά Του, αποσύρθηκε στην έρημο, όπου, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τους πειρασμούς τού διαβόλου, νήστεψε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. «Νήστεψε», λέει ο μακάριος Θεοφύλακτος, «για να μας δείξει πως η νηστεία είναι μεγάλο όπλο εναντίον των πειρασμών, όπως, απεναντίας, η τρυφή είναι η αρχή κάθε αμαρτίας».

Πριν από την εκλογή των δώδεκα αποστόλων, που θα οδηγούσαν την οικουμένη στην πίστη και στη σωτηρία, ο Κύριος ανέβηκε σ’ ένα βουνό, όπου έμεινε μιαν ολόκληρη νύχτα προσευχόμενος στον Θεό. Πριν από την ανάσταση του Λαζάρου, ευχαρίστησε προσευχητικά τον Πατέρα Του για την αποδοχή τής προσευχής Του: «Πατέρα, Σ’ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ, βέβαια, το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς» —γιατί το θέλημα του Πατέρα και το θέλημα του Υιού είναι το ένα και μοναδικό θείο θέλημα. «Είπα, όμως, το “ευχαριστώ” για χάρη τού πλήθους που στέκει εδώ γύρω, για να πιστέψουν πως Εσύ με έστειλες». Όπως σ’ αυτή την περίσταση, έτσι και πριν από την εκλογή των δώδεκα αποστόλων ο Κύριος δεν είχε ανάγκη την προσευχή. Ωστόσο, προσευχόταν πάνω στο βουνό για μιαν ολόκληρη νύχτα, προκειμένου να μας δείξει, σύμφωνα με τους άγιους πατέρες, αφενός, ότι πρέπει να κάνουμε προσευχές εκτενείς, όχι σύντομες, και μάλιστα στη μόνωση, όχι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, αλλά και, αφετέρου, ότι πρέπει να προσευχόμαστε πάντοτε πριν προχωρήσουμε σε κάποιο σοβαρό εγχείρημα.

Τέλος, πριν από τον σταυρικό Του θάνατο, ο Κύριος πήγε στον κήπο τής Γεθσημανή, εκεί όπου θα γινόταν η σύλληψή Του, προκειμένου να θυσιαστεί για τη λύτρωση της ανθρωπότητας, σύμφωνα με το ένα και αδιαίρετο θέλημα του Πατέρα και του Υιού. Έτσι, μας έδειξε ότι οφείλουμε να δεχόμαστε οποιαδήποτε συμφορά, που παραχωρείται από τον Θεό, σαν απαράγραπτο χρέος, να τη δεχόμαστε με αυταπάρνηση, με υποταγή και πίστη στον παντοδύναμο Θεό, ο οποίος αγρυπνά φροντίζει για μας, ο οποίος «έχει μετρημένες και τις τρίχες της κεφαλής μας», ο οποίος έβλεπε «τα οστά μας, όταν τα έπλαθε κρυφά (στη μήτρα τής μητέρας μας), και την ύπαρξή μας, όταν διαμορφωνόταν ως έμβρυο, σαν να ήταν στα έγκατα της γης». Ο Κύριος μας έδειξε το μέσο με το οποίο μπορούμε και οφείλουμε να ενισχύουμε την αδύναμη ανθρώπινη φύση μας, όταν μας βρίσκει μια συμφορά ή ένας πειρασμός. Ο Ίδιος αφοσιώθηκε σε θερμή προσευχή. Και στους μαθητές Του, που είχαν νικηθεί από τον ύπνο, είπε: «Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός».

Για να μην κυριέψει και να μην καταπιεί τον άνθρωπο μια συμφορά, είναι αναγκαία η προσευχή. Για να νικηθεί μια συμφορά, είναι αναγκαία η πνευματική δύναμη ή, αλλιώς, η αδιασάλευτη ψυχική ειρήνη που χαρίζει η προσευχή. Για να νικηθεί ο σατανάς, που επιχειρεί με λογισμούς λύπης και απελπισίας να αναστατώσει και να καταστρέψει τον άνθρωπο, όταν τον βρει μια συμφορά με παραχώρηση του Θεού, είναι αναγκαία η προσευχή. Για να μην κλονιστεί η πίστη του ανθρώπου στον καιρό μιας συμφοράς, είναι αναγκαία η προσευχή· είναι αναγκαία, ώστε, μέσα στη θλίψη, να μπορέσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραγγελία τού αποστόλου, να χαίρεται, ακριβώς επειδή δοκιμάζεται από πολλούς και διάφορους πειρασμούς. Τη θεόσταλτη παρηγοριά από την προσευχή μπορεί να τη νιώσει μόνο όποιος καθαρθεί πρώτα με τη νηστεία, και μπορεί να τη διαφυλάξει μόνο όποιος συντηρεί την καθαρότητά του με τη νηστεία.

Το παράδειγμα του Κυρίου το ακολούθησαν και το ακολουθούν οι αληθινοί μαθητές Του. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ο άγιος προφήτης Δαβίδ, οδηγημένος, θαρρείς, από τον Χριστό, στις δύσκολες περιστάσεις τής ζωής του έκανε πιο αυστηρή νηστεία και πιο πολλή προσευχή. Παρόμοια και ο άγιος προφήτης Δανιήλ, όταν, διαβάζοντας το βιβλίο τού προφήτη Ιερεμία, κατάλαβε πως είχε συμπληρωθεί ο καθορισμένος από τον Θεό χρόνος τής παραμονής των αιχμάλωτων Ιουδαίων στη Βαβυλώνα και πως είχε φτάσει ο καιρός τής επιστροφής τους στην Ιερουσαλήμ, επιδόθηκε σε νηστεία και προσευχή για την απελευθέρωση των ομοεθνών του. «Στράφηκα τότε», λέει, «στον Κύριο, τον Θεό, απευθύνοντάς Του προσευχή και ικεσίες με νηστείες, ντυμένος στα πένθιμα κι έχοντας ρίξει στάχτη επάνω μου. Προσευχήθηκα, λοιπόν, εξομολογητικά στον Κύριο, τον Θεό μου».

Η κατάσταση στην οποία φέρνουν τον άνθρωπο η νηστεία και η προσευχή, είναι κατάλληλη για τη λήψη θείων ευεργεσιών και αποκαλύψεων. Έτσι, οι ελεημοσύνες, οι προσευχές και οι νηστείες τού εκατοντάρχου Κορνηλίου ανέβηκαν μπροστά στον Θεό και του έφεραν το πιο μεγάλο αγαθό: τη γνώση τού Χριστού. «Νήστευα», διηγήθηκε ο ίδιος στον απόστολο Πέτρο, «και, στις τρεις το απόγευμα, προσευχόμουνα στο σπίτι μου, όταν είδα κάποιον να στέκεται μπροστά μου με ρούχα λαμπερά». Ήταν ο άγγελος, που είχε στείλει ο Θεός, για να του γνωρίσει τον Χριστό μέσω του αποστόλου Πέτρου. Αλλά και σ’ αυτόν τον απόστολο, όταν προσευχόταν νηστικός, παρουσιάστηκε σε όραμα ένα μεγάλο σεντόνι, που κατέβαινε από τον ουρανό στη γη. Μέσα στο σεντόνι υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης, τα θηρία, τα ερπετά και τα πουλιά. Αυτά συμβόλιζαν τον ειδωλολατρικό κόσμο, που τον δέχτηκε ο Θεός στην πίστη του Χριστού και τον αξίωσε της σωτηρίας.

Επίσης, όταν κάποτε οι απόστολοι βρίσκονταν σε λειτουργική σύναξη, «λατρεύοντας τον Κύριο και νηστεύοντας», το Άγιο Πνεύμα τους αποκάλυψε πως είχε διαλέξει τον Βαρνάβα και τον Παύλο για το κήρυγμα του Ευαγγελίου στους ειδωλολάτρες. Πρόσταξε, λοιπόν, να Του τους ξεχωρίσουν και να τους στείλουν σ’ αυτή τη διακονία. Οι απόστολοι, μολονότι έλαβαν την εντολή τού Αγίου Πνεύματος σε ώρα προσευχής και νηστείας, προτού την εκτελέσουν, επιδόθηκαν ξανά σε προσευχή και νηστεία. Κι αυτό, για να εκπληρωθεί με τη συνέργεια της προσευχής και της νηστείας ό,τι είχε αποκαλυφθεί με τη συνέργεια της προσευχής και της νηστείας. «Τότε», λέει ο συγγραφέας των Πράξεων, «αφού και πάλι νήστεψαν και προσευχήθηκαν, έβαλαν τα χέρια πάνω σ’ αυτούς και τους απέστειλαν». Σε όλους είναι γνωστή η μεγάλη επιτυχία με την οποία στεφανώθηκε το ιεραποστολικό έργο τού Παύλου και του Βαρνάβα, που έσπειραν τον Χριστιανισμό σ’ όλη την τότε γνωστή οικουμένη.

Αναρίθμητα είναι τα παραδείγματα που μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι του Θεού αξιώνονται θείων αποκαλύψεων, όταν ακριβώς απαλλαγούν από την υλικότητα με τη νηστεία και στέκονται σε προσευχή μπροστά στον αόρατο και ακατάληπτο Θεό με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μετεωρισμό, με βαθιά ευλάβεια και με ψυχική ειρήνη.

Αγαπητοί αδελφοί! Γνωρίζοντας πια τη σημασία και τη δύναμη των πνευματικών όπλων στα οποία αναφερθήκαμε, δηλαδή της ευσπλαχνίας, της νηστείας και της προσευχής, ας τα ζωστούμε χωρίς χρονοτριβή. Ας αποκτήσουμε την ευσπλαχνία και την καλοσύνη, σύμφωνα με την προτροπή και το φρόνημα του αποστόλου. Γνώρισμα του χαρακτήρα μας και της διαγωγής μας ας είναι το έλεος. Ας μη ζητάμε δικαιοσύνη έξω από την ευσπλαχνία. Η ευσπλαχνία, ωστόσο, που προέρχεται από τη φθαρμένη ανθρώπινη φύση, είναι ενάντια στη θεία δικαιοσύνη. Αντίθετα, η ευσπλαχνία που ξεχύνεται αστείρευτα από τις εντολές τού Ευαγγελίου, είναι συνυφασμένη με τη θεία δικαιοσύνη και αποτελεί έκφρασή της. Ας ταπεινώνουμε τα σώματά μας με μετρημένη χρήση τροφής, και μάλιστα τροφής νηστήσιμης, στις περιόδους των Νηστειών που έχουν οριστεί από την αγία Εκκλησία μας. Αλλά και στις άλλες περιόδους ας χρησιμοποιούμε την τροφή με διάκριση, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες τής ενισχύσεως των σωματικών μας δυνάμεων και της διατηρήσεως της υγείας μας.


Καλλιεργώντας με τη νηστεία τού σώματος το πνεύμα και κάνοντάς το αγγελικό ως προς την αγαθότητα, ας το φτερώσουμε με την προσευχή. Ας αποκτήσει το πνεύμα μας την ευλογημένη συνήθεια να πετά γρήγορα και συχνά προς τον Θεό, ζητώντας την ευλογία και τη βοήθειά Του σε όλα όσα κάνουμε. Θα Τον δούμε να έρχεται κοντά μας, να μας βοηθάει και να μας κατευθύνει. Επιπλέον, ανεβάζοντας συχνά τη σκέψη μας στον Θεό, βαθμιαία θα καθαρίσουμε την ψυχή και τη διαγωγή μας από κάθε ανομία, μεγάλη ή μικρή, που θα μπορούσε να διαπραχθεί όχι μόνο με έργα, αλλά και με λογισμούς και με αισθήματα. Ποιος θα τολμήσει να καλέσει τον Θεό σε βοήθεια, για να κάνει έργο εφάμαρτο; Ποιος θα τολμήσει να υποβάλει στον Βασιλέα των βασιλέων κάποιο αίτημα, αν αυτό δεν είναι άξιο για το βασιλικό και θεϊκό βλέμμα, που εισχωρεί στα βάθη της καρδιάς και βλέπει με μοναδική ευκρίνεια το καθετί; «Αν Του ζητήσουμε κάτι σύμφωνο με το θέλημά Του», τότε μόνο «μας ακούει», σύμφωνα με τον απόστολο. Ποιος, τέλος, ατενίζοντας ακατάπαυστα τον Θεό, δεν αποκτά την πεποίθηση και την αίσθηση ότι ζει και κινείται μπροστά στα μάτια Του, ότι Εκείνος, ο «πονταχού παρών» Κύριος, παρακολουθεί και γνωρίζει κάθε πράξη, κάθε σκέψη, κάθε αίσθημά του; Αυτής της πεποιθήσεως και αυτής της αισθήσεως φυσικό επακόλουθο είναι η πνευματική πρόοδος. Ας μας τη χαρίσει ο πολυέλεος Κύριος για τη δόξα τού ονόματός Του και για τη σωτηρία μας. Αμήν.

 

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

Ομιλία εις την Ε’ Κυριακήν των Νηστειών (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Γίνεται λόγος και περί ελεημοσύνης

Περίληψη ομιλίας εις την Πέμπτην Κυριακήν των Νηστειών
: Τα πλοία κρεμούν εις τα πλάγια κώδωνας, δια ν’ απομακρύνουν τα απαντώμενα κήτη. Η Εκκλησία είναι το πλοίον του Θεού, έχουσα κώδωνας τους πνευματικούς διδασκάλους, των οποίων η διδαχή εκδιώκει τα πονηρά θηρία, τους δαίμονας. Τούτο προετύπωνον οι κώδωνες, τους οποίους έφερεν η ιερατική στολή του Ααρών. Κύριον στοιχείον της διδαχής είναι το περί νηστείας. Νηστεία είναι η εντολή ζωής υπό του Θεού, ακρασία είναι η εντολή θανάτου υπό του διαβόλου. Η κάθαρσις δια της νηστείας φέρει την θεοπτίαν. Αλλά «ουκ αυτήν καθ’ εαυτήν την σωματικήν επαινούμεν νηστείαν, αλλ’ ως ενεργούσαν προς έτερα ψυχωφελέστερα». Τα περισσεύματα από της νηστείας πρέπει να διατίθενται εις φιλανθρωπίαν και τούτο αποτελεί το κύριον θέμα της ομιλίας.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

1. Υπάρχουν μερικά θαλάσσια μέρη που τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Όσοι λοιπόν πλέουν σ’ αυτά τα μέρη κρε­μούν κώδωνες στα πλευρά των πλοίων, ώστε τα θηρία τρομαγμένα από τον ήχο τους να φεύγουν. Και του δικού μας βίου η θάλασσα τρέφει πολλά και φοβερώτερα θηρία, τα πο­νηρά πάθη δηλαδή και τους εφόρους των παθών δαίμονες που είναι πονηρότεροι. Επιπλέει σ’ αυτή τη θάλασσα σαν πλοίο η Εκκλησία του Θεού κι’ αντί για κώδωνες έχει τους πνευ­ματικούς διδασκάλους, ώστε με τον ιερό ήχο της διδασκαλίας τούτων ν’ απομακρύνη τα νοητά θηρία. Αυτό προφανώς προτυπώνοντας η στολή του Ααρών, είχε ευήχους κώδωνες ραμμέ­νους στα άκρα της και σύμφωνα με τα θέσμια έπρεπε ν’ ακούε­ται η φωνή τους, όταν ελειτουργούσε ο Ααρών.

2. Εμείς δε, μεταφέροντας καλώς το γράμμα στο πνεύμα, ας ηχήσωμε τώρα σε σας πνευματικώς, και μάλιστα κατά τον και­ρό της νηστείας, οπότε επιτίθενται αγρίως φανερά και αφανή θηρία· φανερά μεν η γαστριμαργία, η μέθη και τα παρόμοια, άλλα δε αφανώς ενεδρεύοντα, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια, η υπεροψία και η υπόκρισις. Ο ίδιος δε ήχος είναι και φυγαδευτήριο των τοιούτων θηρίων και φυλακτήριο των ασκούντων τη νηστεία.

3. Είναι λοιπόν η νηστεία και η ακρασία αντίθετα μεταξύ τους, όπως η ζωή και ο θάνατος. Η νηστεία είναι εντολή ζωής, που είναι συνομήλικη της ανθρωπίνης φύσεως, αφού εδόθηκε από τον Θεό στον Αδάμ κατά την αρχή στον παράδεισο, για διαφύλαξι της ζωής και της θείας χάριτος που είχε δοθή σ’ αυτόν από τον Θεό. Η δε ακρασία είναι συμβουλή για τον θάνατο σώμα­τος και ψυχής, που εδόθηκε δολίως από τον Διάβολο στον Αδάμ δια της Εύας για έκπτωσι της ζωής και απαλλοτρίωσι της από τον Θεό θείας χάριτος· διότι ο Θεός θάνατο δεν εδημιούργησε ούτε ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων. Ποιός άνθρωπος λοιπόν θέλει να εύρη ζωή και χάρι στον Θεό από τον Θεό; Ας αποφύγη την θανατηφόρο ακρασία κι’ ας προστρέξη στη θεοποιό νηστεία και εγκράτεια, για να επανέλθη χαρούμενος στον παράδεισο.

4. Ο Μωυσής, νηστεύοντας επάνω στο όρος σαράντα ημέρες, επέταξε σε ύψος θεοπτίας κι’ εδέχθηκε πλάκες θεοσεβείας· ο δε λαός των Εβραίων κάτω μεθώντας, εξέπεσαν σε ασέβεια και εχώνευσαν είδωλο μόσχου σε ομοίωμα του αιγυπτίου θεού Απιδος, και αν δεν εστεκόταν μεσίτης προς τον Θεό, αφού με την ανηλεή εξόντωσι των ομογενών του που προηγήθηκε τον εξιλέωσε, δεν θα τους ελυπόταν καθόλου ο Θεός (Εξ. 32, 1 εε.). Αν λοιπόν χρειαζώμαστε κι’ εμείς το έλεος του Θεού, να μη μεθούμε με οίνο, ούτε να βαρυνώμαστε από υπερκορεσμό, πράγματα στα οποία υπάρχει η ασωτία και η ασέβεια (Εφ. 5, 18). Θεόπτης ήταν και ο Ηλίας, αλλά αφού και αυτός εκαθαρίσθηκε προηγουμένως με νηστεία (Γ’ Βας. 19, 8 εε.). Επέτυχε και ο Δανιήλ θεοπτία και οπτασία ενός από τους αρχαγγέλους, ο οποίος του παρείχε γνώσι των μελλόντων, αλλά αφού προηγουμένως έμεινε άσιτος επί είκοσι ολόκληρες ημέρες (Δαν. 10, 2 εε.). Αλλος προφήτης εφονεύθηκε από λεοντάρι, αλλ’ αφού έφαγε παρά την εντολή του Θεού. Γνωρίζετε όλοι τον Ησαΰ υιόν του Ισαάκ, ο οποίος λόγω γαστριμαργίας εξέπεσε και από τα άλλα πρωτοτόκια και από την πατρική ευλογία (Γεν. 27, 36). Ας φοβηθούμε μήπως κι’ εμείς, προσέχοντας σ’ αυτήν την γαστριμαργία, εκπέσωμε από την υπεσχημένη εκείνη ευλογία και κληροδοσία του ανωτάτου Πατρός. Δεν αγνοείτε επίσης τους τρεις παίδες, οι οποίοι, παραδεδομένοι στη νηστεία, κατεπάτησαν με άφλεκτα πόδια και σώματα την κάμινο στη Βαβυλώνα που είχε εκκαυθή εναντίον τους επταπλασίως.

5. Εάν επιδοθούμε κι’ εμείς σε αληθινή νηστεία, και την εδώ πύρωσι της σαρκός θα καταπατήσωμε και θα σβήσωμε, και την μελλοντική κάμινο θα περάσωμε άθικτοι, όταν του καθενός το έργο θα δοκιμάση το πυρ. Τί χρειάζεται να αναφέρωμε τον Κύ­ριο των προφητών; Αυτός, αφού έλαβε σάρκα κι’ έγινε για μας άνθρωπος, που μας υποδεικνύει τον τρόπο της νίκης κατά του Διαβόλου, νηστεύοντας σε όλα, ενίκησε τον πειρασμό που εκίνησε τα πάντα εναντίον του, και προς τους μαθητάς του έλεγε περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, «τούτο το δαιμόνιο δεν εξέρχεται παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Μάρκ.9, 21).

6. Αλλά εμπρός, αδελφοί, ας δείξωμε τι είναι η θεάρεστη κι’ αληθινή νηστεία. Να γνωρίζετε τούτο, ότι δεν επαινούμε αυτή καθ’ εαυτήν τη σωματική νηστεία, αλλά για την ενέργειά της προς άλλα ψυχωφελέστερα· διότι για τη σωματική άσκησι, λέ­γει και ο θείος Παύλος, ότι ολίγο ωφελεί (Α’ Τιμ. 4, 8). Γι’ αυτό και οι θεοφόροι πατέρες που ομιλούν από πείρα δεν δέχονται τις πολυή­μερες νηστείες, αλλά κρίνουν δοκιμώτερο να τρώγωμε καθημε­ρινώς μια φορά και να μη χορταίνωμε· και τούτο λέγουν σύμμε­τρη και συνετή νηστεία, πράγμα που λέγει και η Γραφή, το να μη παρασύρεται κανείς από την χορτασιά της κοιλίας και την ηδονή του λαιμού, αλλά να αφήνη το φαγητό ενώ έχει ακόμη όρεξι, η δε ποιότης και ποσότης της να είναι κατάλληλη προς τη δύναμι και διάθεσι του τρεφομένου σώματος, ώστε να συντηρήται κατά το δυνατό κι’ η υγεία του. Πραγματικά το να τρώγη ο ασθενής από τα υπάρχοντα τρόφιμα καταλλήλως προς την ασθένεια και συμμέτρως, χωρίς να προσθέτη στα αναγκαία τα πολύ περιττά και συμφέροντα, και το να ζητή κανείς την τροφή αλλ’ όχι την τρυφή, και την πόσι αλλ’ όχι τη μέθη, και την σύμμετρη χρήσι αλλ’ όχι την αμετρία και την ακρασία και την κατάχρησι, δεν αφαιρεί την αγιότητά του.

7. Τέτοια λοιπόν είναι η αρχή της αληθινής και θεάρεστης νηστείας, ο δε σκοπός για τον οποίο εθεσμοθετήθηκε κι’ ετιμήθηκε από τους Χριστιανούς είναι η κάθαρσις της ψυχής. Διότι ποιά είναι η ωφέλεια, αν απέχωμε της σωματικής τροφής, αλλά κυριαρχούμαστε από σαρκικά φρονήματα και πάθη; Ποιό είναι το όφελος αν απέχωμε οίνου και πιεζώμαστε από δίψα, να με­θούμε δε όχι από οίνο, σύμφωνα με τον λέγοντα, «αλλοίμονο στους μεθύοντας όχι από οίνο», και να ταρασσώμαστε ψυχικά από θυμό και βασκανία; Ποιό είναι το όφελος, αν απέχωμε από τρυφηλή τράπεζα, αλλά έχωμε αταπείνωτη την ψυχή, και αν έχωμε αλλοιωμένη την σάρκα για έλαιο, αλλά δεν έχωμε ταπει­νωμένη την ψυχή κατά τη νηστεία; Ποιό είναι το όφελος, αν απαλλαγήκαμε μεν από την ομίχλη που αναθυμιάται από τα πολλά φαγητά, αλλά αχρειώνεται ο νους μας με φροντίδες και ματαίους λογισμούς και αχρειώνονται μαζί του οι προσευχές προς τον Θεό;

8. Γι’ αυτό καλή νηστεία είναι αυτή που τελείται για τον μαρα­σμό της επιθυμίας, για την ταπείνωσι της ψυχής, για την μεταποίησι του μίσους, για το σβήσιμο του θυμού, για την απάλειψι της μνησικακίας, για την καθαρότητα της διανοίας και την επιτέλεσι της προσευχής. Εάν δε είσαι εύπορος, το περίσσευμα της τροφής σου να προσφέρεται για την παρηγοριά των από­ρων. Εάν νηστεύης έτσι, όχι μόνο θα συμπάσχης και θα συννεκρώνεσαι, αλλά και θα συνανίστασαι και θα συμβασιλεύης με τον Χριστό στους απέραντους αιώνες. Διότι, αφού γίνης δια της νηστείας αυτού του είδους σύμφυτος με το ομοίωμα του θανά­του του, θα γίνης και κοινωνός της αναστάσεως και κληρονό­μος της ζωής σ’ αυτόν. Αυτός που νηστεύει, εάν μεν πειράζεται, νικά τον πειράζοντα· εάν δε δεν πειράζεται, συντηρεί την ειρή­νη της ψυχής και του σώματος, ταλαιπωρώντας και δουλαγωγώντας το σώμα κατά τον Παύλο (Α’ Κορ. 9, 27), που εδειλίαζε μήπως φανή αδόκιμος· εάν δε ο Παύλος δειλιάζη, πόσο μάλλον πρέπει να δειλιάζουμε εμείς; Αυτός που νηστεύει λοιπόν δουλαγωγεί το σώμα και καθιστά δόκιμη την ψυχή· ενώ αυτός που παχύνει την σάρκα που έπειτα από λίγο θα φθαρή, αυτός δηλαδή που δεν τρώγει για να ζήση αλλά μάλλον ζη για να τρώγη, όπως τα ζώα που προετοιμάζονται από μας για σφαγή, και στα αναγκαία προσθέτει τα περιττά για να λιπαίνη το σώμα ή να το διεγείρη σε κακές επιθυμίες ή απλώς έτσι για φιληδονία σωματική, πάν­τως δεν κάμει τίποτε άλλο παρά ετοιμάζει πλουσιωτέρα τροφή στους σκώληκες. Επομένως καλώς ψάλλει ο προφήτης Δαβίδ, «ποιά είναι η ωφέλεια από το αίμα μου, όταν θα κατεβαίνω στη φθορά;» (Ψαλμ. 29, 11).

9. Όταν λοιπόν νηστεύης και τρέφεσαι μ’ εγκράτεια, να μη αποθηκεύης γι’ αύριο τα περισσεύματα, αλλά όπως ο Κύριος πτωχεύοντας μας επλούτισε, έτσι και συ πεινώντας εκουσίως, χόρτασε τον ακουσίως πεινασμένο· τότε η νηστεία σου θα είναι σαν περιστερά που φέρει κάρφος ελαίας κι’ ευαγγελίζεται στην ψυχή σου την σωτηρία από τον κατακλυσμό. «Εάν αφαίρεσης από το μέσο σου τον ζυγό και τη χειροδικία και τον κακόβουλο λόγο», λέγει ο μέγας Ησαΐας, «και δώσης στον πεινασμένο άρτο με την ψυχή σου και χόρτασης πεινασμένη ψυχή, τότε το φως σου θα λάμψη στο σκότος και το σκότος σου θα είναι σαν μεσημβρία» (Ησ. 58, 9). Εάν δε δεν θέλης να δώσης τα δικά σου, τουλά­χιστον ν’ απέχης από τα ξένα και να μη κάμης κατοχή στα πράγματα που δεν είναι δικά σου, αρπάζοντας και θησαυρίζον­τας και από τους πτωχότερους μερικές φορές αδίκως, για να μη ακούσης από τον ίδιο τον προφήτη δικαίως τούτο· «δεν είναι αυτή η νηστεία που προτιμώ εγώ», λέγει ο Κύριος, «ούτε αν κάμψης τον λαιμό σου σαν κρίκο, θα γίνη δεκτή η νηστεία σου· αλλά ν’ απαλλαγής από κάθε δεσμό αδικίας, να διάλυσης τους δεσμούς των βιαίων συναλλαγών, να διάσπασης κάθε άδικη υποχρέωσι· τότε το φως σου θα εκχυθή σαν αυγή κι’ η θερα­πεία σου θ’ αναφανή γρήγορα, η δικαιοσύνη σου θα είναι εμπροσθοφυλακή σου και η δόξα του Κυρίου θα είναι οπισθοφυ­λακή σου» (Ησ. 58, 5-8).

10. Εάν λοιπόν δεν δίδης στον πτωχό από τα δικά σου, και μάλιστα τα περισσεύματα, τουλάχιστον να μη τ’ αποκτάς σε βά­ρος του πτωχού· αν και ο δεσπότης των όλων Χριστός αποπέμ­ποντάς τους της αριστεράς μερίδος στο πυρ και καταρώμενος αυτούς, δεν τους καταδικάζει σαν άρπαγες, αλλά ως μη μεταδί­δοντας στους ενδεείς. Επομένως οι άρπαγες και οι άδικοι ούτε θ’ αναστούν για παρουσίασι και κρίσι, αλλά αμέσως για μεγα­λύτερη καταδίκη και κατάκρισι, αφού κι’ εδώ, όπως φαίνεται, αυτοί ποτέ δεν παρουσιάσθηκαν στον Θεό εντελώς από ψυχή· «διότι», λέγει, «όσοι τρώγουν τον λαό μου σαν άρτο δεν επεκαλέσθηκαν τον Θεό» (Ψαλμ. 13, 5). Ο πλούσιος του οποίου οι αγροί εκαρποφόρησαν αφθόνως (Λουκά 12, 16) και ο ενδεδυμένος με πορφύρα και βύσσο (Λουκά 16, 19) δικαίως καταδικάζονται, όχι διότι αδίκησαν κάποιον, αλλά διό­τι δεν μετέδωσαν από όσα δικαίως απέκτησαν αυτοί· διότι τα θησαυρίσματα είναι κοινά από τα κοινά ταμεία των κτισμάτων του Θεού. Πώς λοιπόν δεν είναι πλεονέκτης αυτός που οικειο­ποιείται τα κοινά, έστω και αν δεν είναι σαν εκείνο που σφετε­ρίζεται φανερά τα ξένα; Επομένως ο μεν πρώτος θα υποστή, αλλοίμονο, την φρικτή διχοτόμησι ως κακός δούλος, ο δε άλ­λος θα υποστή τα δεινότερα και φρικωδέστερα, και κανένας από τους δύο δεν θα μπορέση να τα διαφύγη, αν δεν δεξιωθή τους πτωχούς, ώστε ο ένας να διαχειρισθή καλώς τα εμπιστευ­μένα σ’ αυτόν από τον Θεό, ο δε άλλος να σκορπίση καλώς τα κακώς συναχθέντα.

11. Ο μέγας Παύλος γράφοντας προς τους Θεσσαλονικείς, τους προγόνους σας βέβαια, περί φιλαδελφίας, λέγει, «δεν έχε­τε ανάγκη να σας γράφω, διότι είσθε θεοδίδακτοι στο ν’ αγαπά­τε αλλήλους» (Α’ Θεσσ. 4, 9).

12. Αφού λοιπόν ο Κύριος είπε προς μερικούς, «αν ήσαστε τέ­κνα τού Αβραάμ, θα εκτελούσατε τα έργα του Αβραάμ» (Ιω. 8, 39), ας φοβηθούμε κι’ εμείς τον λόγο τούτον, που δεν λέγεται μεν προς εμάς εδώ, αλλά θα λεχθή, ο μη γένοιτο, κατά τη φρικτή ημέρα, όταν η συγγένεια κρίνεται μάλλον από την ομοιότητα των πε­πραγμένων όταν όλοι όσοι έχουν αγαπήσει την εν Χριστώ πτωχεία ή, αν όχι, τουλάχιστον τους πτωχούς, οι καταφρονηταί της δόξας, οι ερασταί της εγκρατείας, οι όχι μόνο ακροαταί αλλά και ποιηταί των ευαγγελικών θεσπισμάτων, κατά την ευχή του κοινού κατά χάριν Πατρός, θα είναι υπερφυώς ένα· «δώσε», λέγει, «να είναι όλοι αυτοί ένα, όπως εμείς είμαστε ένα» (Ιω. 17, 22)· όταν φανερά η κριτικωτάτη μάχαιρα του Πνεύματος θα διχάση τον άνθρωπο κατά του πατρός και την θυγατέρα κατά της μητρός και θα καταστήση ξένους μεταξύ των τους ανο­μοίους στους τρόπους· διότι αν τους ξεχωρίζη εδώ, πόσο περισ­σότερο εκεί, οπού ο παντογνώστης αποφαίνεται προς τους μη ωμοιωμένους «δεν σας γνωρίζω»; Διότι δεν έχουν, όπως έπρεπε την εικόνα του επουρανίου, δεν έγιναν οικτίρμονες όπως ο κοι­νός Πατήρ, δεν έκαμαν τα υπάρχοντα κοινά με τους ενδεείς, όπως εκείνος μετέδωσε δωρεάν από τα αγαθά του σε όλους, δεν έγιναν ευμενείς προς τους πλησίον, δεν έκαμαν πλησίον τους μακρινούς με την ευεργεσία· εξ αιτίας άρα της ανομοιότη­τας αυτής ούτε γνωρίζει ούτε δέχεται στον οίκο του τοιούτους ο αγαθός. Εάν δε αυτός ειπή έτσι, τα ίδια περίπου θα ειπούν και όσοι έζησαν κατά το παράδειγμά του εδώ και θα συμβασιλεύσουν εκεί μαζί του προς τους εξ αίματος συγγενείς των που δεν είναι παραπλήσιοι στην αρετή με αυτούς.

13. Και αν ειπή κάποιος, εγώ είμαι παιδί σου, εγώ ήμουν πατέ­ρας σου, εγώ αδελφός σου· τότε ο μεν τελευταίος θ’ ακούση ότι κανείς δεν είναι πατέρας πλην ενός, του Θεού, ο δε πρώτος θ’ ακούση, αν ήσουν δικό μου τέκνο, θα ήσουν μιμητής μου, τώρα δε είσαι εκείνου του πατρός τέκνο, του οποίου και των επιθυ­μιών ήσουν εργάτης· φύγε για να μείνης αιωνίως με αυτόν, διό­τι εγώ δεν σε γνωρίζω· διότι όλα όσα είναι του Θεού είναι δικά μου, εσύ δε δεν είσαι του Θεού. Το δικό μου και το δικό σου έχει εκδιωχθή τώρα πλέον, αφού εμείς το εμισήσαμε και στον εκλείψαντα εκείνον βίον· γι’ αυτό κι’ εγίναμε κληρονόμοι της βασιλείας αυτής. Όπου υπήρχε αυτός ο κατά τους θείους πατέ­ρες ψυχρός λόγος, το δικό μου και το δικό σου, απουσίαζε ο δεσμός της αγάπης και ο Χριστός είχε εκδιωχθή· σ’ αυτούς που τους κυριαρχούσε τότε το πάθος τούτο, προξενούσε φιλαυτία, φιλαργυρία, μισαδελφία και κάθε είδος κακίας· το ίδιο πάθος τους καταισχύνει και τώρα.

14. Ας φοβηθούμε λοιπόν, αδελφοί, αυτά τα πράγματα, παρα­καλώ· διότι πραγματικά είναι φρικτά. Ας ρυθμίσωμε τη διαγωγή μας, όπως αρέσει στο Θεό· ας αφήσωμε για να αφεθούμε, ας ελεήσωμε για να ελεηθούμε πολλαπλασίως· διότι αυτός για χάρι μας επτώχευσε τελευταία, αναδεχόμενος στον εαυτό του την ελεημοσύνη, από μεγαλοδωρία πολλαπλασιάζει την αμοιβή· πρέπει λοιπόν κανείς ή να είναι κατά το παράδει­γμά του πτωχός, και θα ζήση μαζί μ’ εκείνον, ή να έχη τα αγαθά κοινά με τους για εκείνον πτωχούς, και δι’ αυτών θα σωθή. Ας αποκτήσωμε ευσπλαγχνία· ας δώσωμε αυτοβούλως δείγμα της προς τον αδελφό αγάπης και της προς τον κοινό Πατέρα και δε­σπότη αφοσιώσεως. Καταλληλότερο δε γι’ αυτά καιρό δεν θα εύρη κανείς από τις νηστήσιμες αυτές ημέρες· διότι, αν συνάψη με την νηστεία την συμπάθεια, θ’ απαλείψη κάθε αμάρτημα, θα προσκυνήση με παρρησία τα σωτήρια πάθη, θα συνευφρανθή με την ανάστασι του Χριστού και θα επιτύχη την αιώνια απολύτρωσι.

15. Αυτήν είθε όλοι εμείς να επιτύχωμε εν Χριστώ τω Θεώ ημών στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωο­ποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Λόγος εις την Εʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Μαρκ. ι´ 32-45)

Η ταπείνωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού είναι ένα γεγονός τόσο αξιοθαύμαστο, όσο είναι τα θαύματα κι η Ανάστασή Του. Είναι το θαύμα των θαυμάτων. Φόρεσε το στενόχωρο ανθρώπι­νο σώμα σαν σκλάβος κι έγινε Δούλος των δούλων Του.

Γιατί οι άνθρωποι προσπαθούν να φαίνονται πιο σπου­δαίοι και πιο καλοί απ’ ό,τι πραγματικά είναι; Τα χόρ­τα του αγρού δεν το επιδιώκουν αυτό, ούτε τα ψάρια στο νερό ή τα πουλιά στον αέρα. Γιατί τότε οι άνθρω­ποι το θέλουν τόσο πολύ και το προσπαθούν; Επειδή έναν καιρό ήταν πραγματικά πιο σπουδαίοι και πιο κα­λοί απ’ ό,τι είναι σήμερα κι η σκιά της μνήμης αυτής τους πιέζει να υπερβάλουν σε μεγαλοσύνη και καλοσύ­νη. Κινούνται πάνω σ’ ένα νήμα που πότε τεντώνουν και πότε χαλαρώνουν οι δαίμονες.

Απ’ όλα τα πράγματα που έχουν να μάθουν οι άνθρω­ποι, η ταπείνωση είναι το πιο δύσκολο. Ο Κύριος Ιησούς επομένως διατύπωσε τη διδασκαλία Του για την ταπείνωση με τον καλλίτερο δυνατό τρόπο, τόσο με το λόγο όσο και με το έργο, με το παράδειγμά Του. Έτσι κανένας δε θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει την ανυπολόγιστη κι αναπόδραστη σπουδαιότητα της ταπείνωσης στο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λό­γος που εμφανίστηκε μ’ ένα θνητό ανθρώπινο σώμα, όπως εκείνο που είχε ο Αδάμ μετά την τιμωρία του για την αμαρτία και την πτώση του. Ο αναμάρτητος Κύ­ριος και Δημιουργός των φωτεινών και αστραπόμορφων χερουβίμ, ενδύθηκε τη βαριά και τραχιά στολή ενός καταδικασμένου αμαρτωλού. Δεν είναι από μόνο του αυτό ένα μέγιστο και σαφές μάθημα ταπείνωσης, που πρέπει να μάθει κάθε αμαρτωλός; Ο Κύριος επανέλαβε το μάθημα αυτό με το να γεννηθεί σ’ ένα ποιμενικό σπήλαιο κι όχι σε βασιλικό παλάτι· με το να κάνει συ­ντροφιά με τους φτωχούς και τους περιφρονημένους αμαρτωλούς· με το να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του· με το να υποστεί θεληματικά τα πάθη και τελικά να σταυρωθεί· με το να πιει το πικρότερο ποτήρι των βα­σάνων ως την τελευταία σταγόνα.

Οι άνθρωποι βρήκαν πως το μάθημα της ταπείνω­σης είναι το δυσκολότερο που θα μπορούσαν να μάθουν και να εγκολπωθούν. Ακόμα κι οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού, που ζούσαν με τον πράο και ταπεινό Κύριο κα­θημερινά, αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πραότητά Του και να μιμηθούν την ταπείνωσή Του. Η αποκλει­στική ενασχόλησή τους με τον εαυτό τους και την κα­τάστασή τους, με τη δόξα και την αναμενόμενη ανταμοι­βή τους, αποκαλύφτηκε ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές, όταν τέτοια πράγματα δεν έπρεπε ούτε καν να τα σκέφτονται. Οι αδυναμίες τους αυτές όμως φάνηκαν τέτοιες στιγμές με την πρόνοια του Θεού, ώστε οι επερχόμενες γενιές να δουν όλες αυτές τις ανεπάρκειες, κα­θώς και τις αμαρτωλές πτώσεις και τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, όταν για παράδειγμα ο Κύ­ριος είπε τα σκληρά λόγια για τους πλουσίους, πως: «ευκοπώτερόν εστι κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν», ο Πέτρος ρώτησε τον Κύριο για την ανταμοιβή που περίμενε τον καθένα από τους αποστόλους: «τι άρα έσται ημίν;» (Ματθ. ιθ’24, 27).

Σε άλλη περίπτωση που ο Κύριος μιλούσε στους μα­θητές Του για την προδοσία, το πάθος και το θάνατο του Υιού του Θεού, οι μαθητές που τον ακολουθούσαν, διαφωνούσαν μεταξύ τους, ποιος θα ήταν ο μείζων ανάμεσά τους. Ο Κύριος που γνώριζε τις σκέψεις τους και διάβαζε τις κρυφές διαφωνίες τους, πήρε σ’ αυτήν την περίπτωση ένα παιδί, το έβαλε στη μέση, το αγκάλια­σε και τους επιτίμησε για τη διαφωνία που είχαν σχε­τικά με την πρωτοκαθεδρία, φέρνοντας σαν παράδειγ­μα την απλότητα και την αθωότητα του παιδιού (βλ. Μάρκ. θ’ 31-37). Αλλά και στο τελευταίο ταξίδι Του στην Ιερουσαλήμ, που ο Κύριος τους μιλούσε πιό καθαρά και με λεπτομέρειες για το πάθος Του και προείπε πως ο Υιός του Ανθρώπου θα παραδοθεί στα χέ­ρια των ανόμων, «και εμπαίξουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτόν και εμπτύσουσιν αυτώ και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται» (Μάρκ. ι’ 34), την Ιερή και φοβερή αυτή στιγμή που ο Κύριος της Δόξης προφήτευε την τελική ταπείνωσή Του, το φίδι της υπερηφάνειας σήκωσε για μια ακόμα φορά το κεφάλι του και οδήγησε δυό από τους κορυφαίους μαθητές Του να διατυπώσουν μια φιλοφρονητική ερώτηση, που έμοιαζε περισσότερο με εμπαιγμό στα μέγιστα και φοβερά πάθη του Κυρίου. Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για το τελευταίο αυτό γεγονός.

***

«Και παραλαβών τους δώδεκα ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαίνειν» (Μάρκ. ι’ 32). Αυτή δεν ήταν η πρώτη ούτε η δεύτερη ούτε κι η τελευταία φορά που ο Σωτήρας μας θα τους μιλούσε για το επικείμενο πάθος Του. Ταξιδεύοντας για τελευταία φορά ως άνθρωπος από τη Γαλιλαία προς τα Ιεροσόλυμα, ο Κύριος τους μίλησε ξανά για πράγμα­τα που τους είχε ξαναπεί αρκετές φορές. Γιατί επανελάμβανε τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά; Για να ξεριζώ­σει και το τελευταίο μικρόβιο υπερηφάνειας που διέκρινε μέσα τους και που αποκαλύφτηκε την ίδια αυτή στιγ­μή. Ήθελε επίσης να μην τους βρουν απροετοίμαστους τα φοβερά γεγονότα που θ’ ακολουθούσαν, να μην τους οδηγήσουν σε απόγνωση, να μην χάσουν κάθε ελπίδα που διατηρούσαν στην καρδιά τους. Έτσι η σαφής διό­ρασή Του να τους προμηνύσει όλα όσα επρόκειτο να γί­νουν, θα τους άγγιζε σαν μια παράξενη και μυστηριώ­δης ακτίνα, θα φώτιζε και θα θέρμαινε τις ψυχές τους τις σκοτεινές στιγμές της σύντομης νίκης που θα κατήγαγαν οι αμαρτωλοί εναντίον του Δίκαιου. Και τελικά ήθελε να τους προετοιμάσει για ν’ αντιμετωπίσουν τις δικές τους δοκιμασίες και το σταυρό. Τους είχε προει­δοποιήσει γι’ αυτό σε άλλες περιπτώσεις. «Ότι ει εν τω υγρώ ξύλω ταύτα ποιούσιν, εν τω ξηρώ τί γένηται;» (Λουκ. κγ’ 31). «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιωάν. ιε’ 20).

Εκείνος ήταν ο πρώτος που θα έπασχε, δίνοντας το παράδειγμα σε όλους. Στο τελευταίο Του ταξίδι στα Ιεροσόλυμα ο Κύριος το έδειξε αυτό στους αποστόλους τόσο με λόγια όσο και με έργα. Ο ευαγγελιστής Μάρ­κος στην αρχή του σημερινού ευαγγελίου κάνει το πε­ρίεργο αυτό σχόλιο: «Ήσαν δε εν τη οδώ, αναβαίνοντες εις Ιεροσόλυμα· και ην προάγων αυτούς ο Ιησούς, και εθαμβούντο, και ακολουθούντες εφοβούντο» (Μάρκ. ι’ 32). Βάδιζαν το δρόμο που οδηγεί στα Ιεροσόλυμα. Ο Ιησούς πήγαινε μπροστά. Κι εκείνοι καθώς τον έβλεπαν να προχωρεί ήταν ανήσυχοι, τους είχε πιάσει δέος, τον ακολουθούσαν αλλά φοβόντουσαν.

Φαίνεται πως αντίθετα με ό,τι συνήθιζε, βάδιζε πιο μπροστά απ’ αυτούς. Ήθελε έτσι να τους δείξει πως επειγόταν να φτάσει στο πάθος Του θεληματικά, να τους δι­δάξει την υποταγή Του στο θέλημα του Πατέρα Του, αλλά κι ότι ήταν ο πρώτος που θα έπασχε. Οι μαθητές Του έπρεπε έπειτα ν’ ακολουθήσουν το θείο Διδάσκαλό τους, τον Πρώτο που θα έπασχε με τη θέλησή Του, να οδεύσουν κι αυτοί προς το μαρτυρικό τέλος τους. Οι μα­θητές του όμως εθαμβούντο, είχαν μείνει κατάπληκτοι, τους είχε πιάσει δέος. Δεν είχαν κατανοήσει την ταπεί­νωση και το θάνατο Εκείνου, που τόσες φορές είχε δεί­ξει μπροστά στα μάτια τους πως ήταν πιο δυνατός από τους ανθρώπους, από τη φύση κι από τις λεγεώνες των δαιμόνων. Γι’ αυτό τον ακολουθούσαν και εφοβούντο, γιατί μπορεί μεν να μην κατανοούσαν, είχαν όμως το προαίσθημα πως όλ’ αυτά τα τρομερά κι ακατανόητα πράγματα που τους είχε πει τόσες φορές, θα γίνονταν.


«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και γραμματεύσι, και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω και παραδώσουσιν αυτόν τοις έθνεσι, και εμπαίξουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτόν, και εμπτύσουσιν αυτώ και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα αναστήσεται» (Μάρκ. ι’ 33-34). Αναβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, τους είπε. Εκεί ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιε­ρείς και τους γραμματείς κι αυτοί αφού τον καταδικά­σουν σε θάνατο, θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρες (Ρωμαίους). Αυτοί θα τον περιπαίξουν, θα τον μαστιγώσουν, θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, αλλ’ αυτός την τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί.

Όλ’ αυτά έγιναν λέξη προς λέξη, φράση προς φρά­ση, λίγες μόνο μέρες αργότερα. Τέτοια ακριβής πρό­βλεψη μπορούσε να κάνει μόνο Εκείνος, που στα μά­τια Του δεν υπήρχε κάποιο παραπέτασμα να χωρίζει το παρόν από το μέλλον, που βλέπει όσα πρόκειται να γίνουν τόσο καθαρά, σα να γίνονται εκείνη τη στιγμή. Ο Κύριος βρισκόταν ψηλότερα από τα υλικά στοιχεία, όπως κι από το χρόνο. Όποτε κι αν λάβαιναν χώρα τα γεγονότα, στα μάτια Του αποκαλύπτονταν με τον ίδιο τρόπο που βλέπει ο άνθρωπος αυτά που γίνονται μπρο­στά του στο δρόμο. Μπορούσε να δει όλο το παρελθόν της Σαμαρείτιδας, το μέλλον του κόσμου ως το τέλος του χρόνου. Από την ημέρα εκείνη που όδευε για τε­λευταία φορά προς την Ιερουσαλήμ, περπατώντας στους λόφους της Ιουδαίας, έβλεπε άνετα και καθαρά αυτά που θα συνέβαιναν στον ίδιο λίγες μέρες αργότερα. Οι μαθητές Του, με την ανθρώπινη λογική τους, περίμεναν να δουν απ’ Αυτόν όλο και μεγαλύτερα θαύματα, όλο και περισσότερη δόξα, ο ίδιος όμως έβλεπε την ίδια ακριβώς στιγμή τον Εαυτό Του ανάμεσα σε μεγάλο πλήθος να προπηλακίζεται, να εμπαίζεται, να τον φτύνουν, να χύ­νει το αίμα Του και να σταυρώνεται. Προτού φτάσει στο τελευταίο και μέγιστο θαύμα Του, έπρεπε να γίνει αποδιοπομπαίος για τον κόσμο, ένα άθυρμα για να τον φτύ­νουν οι πιο αποκρουστικοί και απαίσιοι αμαρτωλοί που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Πριν από την Ανάληψή Του στους ουρανούς, έπρεπε να κατεβεί κάτω από τη γη, κά­τω από τα μνήματα, να φτάσει στα βάθη του Αδη. Προτού δοξαστεί και λάβει τη θέση Του στο θρόνο ως Κρι­τής ουρανού και γης, έπρεπε να υποστεί μάστιγες και ονειδισμούς. «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. ιβ’ 24). Χωρίς πάθος, δεν υπάρχει ανάσταση. Χωρίς ταπείνωση, δεν υπάρχει πα­ραμυθία. Τα εξηγούσε αυτά στους μαθητές Του τρία ολόκληρα χρόνια. Τώρα όμως, λίγο προτού χωριστεί απ’ αυτούς, είναι φανερό πως δεν τον είχαν καταλάβει. Γιατί τώρα βλέπουμε δυό από τους κορυφαίους μαθη­τές Του να τον πλησιάζουν και να τον ρωτούν:
«Και προσπορεύονται αυτώ Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ο εάν αιτήσωμεν ποιήσης ημίν. ο δε είπεν αυτοίς· τι θέλετε ποιήσαί με υμίν; οι δε είπον αυτώ· δος ημίν ίνα εις εκ δεξιών σου και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου». (Μαρκ. ι´ 35-37). Θέλουµε, όταν δοξαστείς, να µας βάλεις και τους δύο, ένα στα δεξιά και τον άλλον στ᾽ αριστερά Σου. Αυτές οι σκέψεις κι αυτές οι επιθυµίες βασάνιζαν τους δυό µαθητές την παραµονή της µέρας που ο Διδάσκαλός τους επρόκειτο να υποστεί το µεγαλύτερο µαρτύριο! Αυτή είναι η σκληρυµένη και τραχιά ανθρώπινη φύση. Αυτήν ήθελε ο Κύριος και Θεραπευτής να µαλακώσει, να θεοποιήσει. Μετά από τόση έµφαση που ο Ίδιος έδινε στο «έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι», µετά από τόσες και τόσες επανειληµµένες διδαχές ότι πρέπει ν’ αποφεύγουν την κοσµική δόξα και την πρωτοκαθεδρία, µετά από τόσο µεγάλο παράδειγµα υποταγής στο θέληµα του Θεού και µετά την πρόσφατη τροµερή προφητεία Toυ για την τελική Toυ ταπείνωση και το άδικο πάθος Toυ, οι δυο αυτοί µαθητές Toυ, και µάλιστα από τους πρωτοκορυφαίους, εκτέθηκαν ζητώντας από τον Κύριο την προσωπική τους ανταµοιβή και δόξα.

Η σκέψη τους δεν ήταν συγκεντρωµένη στο πάθος του Κυρίoυ που τους είχε προφητέψει, αλλά στην προαναγγελµένη δόξα. Από την δόξα αυτή ζητούν για τον εαυτό τους την µερίδα του λέοντος: να καθίσουν ο ένας στα δεξιά κι ο άλλος στ᾽ αριστερά του Κυρίoυ, όταν θα έρθει στην βασιλεία Toυ! Τι σόι φίλοι είναι αυτοί που δεν υποφέρουν στην σκέψη του επικειµένου πάθους του φίλου τους; «Υµεις φίλοι µού εστε» (Ιωάν. ιε´ 14), τους είχε πει ο Κύριος. Κι εκείνοι συµπεριφέρονταν εντελώς απερίσκεπτα µπροστά στα πάθη Toυ. Ζητούν το µερίδιό τους -και µάλιστα µεγάλο µερίδιο- στην δόξα που θα γίνει δική Toυ, αφού πρώτα θα έχει υποστεί ταπεινώσεις, θα έχει χύσει ιδρώτα και αίµα και θά ᾽χoυv τελειώσει τα πάθη Toυ. Δεν ζητάνε να συµµετάσχουν στα πάθη Toυ, αλλά µόνο στην δόξα Toυ.

Γιατί όµως, σε ποιά βάση κατηγορούµε τους δυό αυτούς αδελφούς; Όλ᾽αυτά έγιναν για ν᾽ αποκαλύψουν την βαθιά φθορά της ανθρώπινης φύσης. Αυτό που έκαναν ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, να ζητήσουν να συµµετάσχουν δηλαδή στην δόξα χωρίς να υποφέρουν, χωρίς να πάθoυν, το κάνουν κι όλοι οι απόγονοι του Αδάµ. Πάντα όλοι ζητούν να δοξαστούν χωρίς να υποφέρουν. Όσες φορές µίλησε ο Κύριος για την µέλλουσα δόξα Toυ, µίλησε και για τα πάθη που θα προηγηθούν. Οι απόστολοι όµως, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, ήθελαν να υπερπηδήσουν τα πάθη και να φτάσουν κατ᾽ ευθείαν στην δόξα. Σ᾽ εκείνους τους ανθρώπους που δεν έχoυν µυηθεί στα µυστήρια των παθών του Χριστού, η σύνδεση του πάθους µε την ζωή, του πόνου µε την δόξα, δεν είναι ξεκάθαρη. Κι αυτό κρατάει µέχρι σήµερα. Αυτοί θα ήθελαν κατά κάποιο τρόπο να χωρίσουν την ζωή και την δόξα από τα πάθη και τον πόνο, να ευλογήσουν τα πρώτα και να τα κάνουν δικά τους, αλλά να καταραστούν και ν᾽ απορρίψουν τα δεύτερα.

Αυτό προσπάθησαν να κάνουν σ᾽ αυτήν την περίπτωση ο Ιωάννης κι ο Ιάκωβος. Κι έτσι, µε τον τρόπο τους, αποκάλυψαν πως η αδυναµία αυτή δεν ήταν µόνο δική τους, µα και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Κι ο Κύριος ήθελε να µη µείνει κρυφή καµιά αδυναµία των µαθητών Toυ, για να βοηθηθούν έτσι όλοι οι άνθρωποι. Ήρθε σαν θεραπευτής, σαν πηγή κάθε θεραπείας. Η αδυναµία του ανθρώπου φανερώνεται µέσω των αποστόλων, όπως απ᾽ αυτούς αποκαλύπτεται κι η θεραπεία, καθώς κι η δύναµη του Χριστού. Στην περίπτωση αυτή ο Κύριος παρουσίασε για µια ακόµα φορά στους αποστόλους εικόνες των παθών και της δόξας Toυ. Για τους γιους του Ζεβεδαίου αυτός ήταν ένας πειρασµός, στον οποίο υπέκυψαν. Διάλεξαν την δόξα κι απέρριψαν τα πάθη. Ο Κύριος ήθελε ν᾽ απαλείψει κάθε κηλίδα από τις ψυχές των µαθητών Toυ πριν από την σταύρωση. Τα λόγια Toυ για τα πάθη και την δόξα Toυ άσκησαν µεγάλη πίεση στους δυό αυτούς µαθητές. Κι από την πίεση αυτή αναγκάστηκαν να βγουν βίαια από την ψυχή τους και τα τελευταία υπολείµµατα υπερηφανείας. Ο Κύριος έκανε αυτή την πνευµατική χειρουργική επέµβαση στις ψυχές των αγαπηµένων Toυ µαθητών τόσο για την δική τους θεραπεία όσο και για την δική µας.

Κανένας µας ας µη σκεφτεί πως έχει ήδη θεραπευτεί από τις αµαρτωλές του τάσεις, ακόµα κι αν γι᾽ αρκετό διάστηµα κατόρθωσε να αποφύγει το κακό, να νηστέψει, να δώσει ελεηµοσύνες και να επικαλείται τον Κύριο για βοήθεια. Οι δυό αυτοί απόστολοι είχαν περάσει τρία χρόνια συντροφιά µε τον σαρκωµένο Σωτήρα. Είδαν το πρόσωπό Toυ, άκουσαν τις διδαχές Του από τα ίδια Toυ τα χείλη, βρέθηκαν µάρτυρες στα θαύµατά Του, έφαγαν κι ήπιαν µαζί Toυ. Κι ύστερα απ᾽ όλ᾽ αυτά φανέρωσαν τις αγιάτρευτες ακόµα πληγές της µαταιότητας, της φιλαυτίας, του εγκοσµίου προσανατολισµού και του πνευµατικού παραλογισµού τους. Σκέφτονταν ακόµα σαν Ιουδαίοι, όχι σαν χριστιανοί. Πίστευαν ακόµα σε µια επίγεια βασιλεία του Μεσσία, που θα κυριαρχούσε πάνω στους επιγείους εχθρούς Toυ µε την κοσµική δύναµη και δόξα Toυ, µια δύναµη και δόξα σαν κι αυτήν που είχαν περιβληθεί ο Δαβίδ κι ο Σολοµών.

Χριστιανοί µου! Σκεφτείτε κι αποφασίστε. Πώς θα γιατρέψετε τις πληγές σας, πώς θ᾽ αποκτήσετε την τελειότητα της ταπεινοφροσύνης και της υποταγής στο θέληµα του Θεού, όταν αυτά τα δυό υπέροχα αδέρφια δεν κατόρθωσαν να το επιτύχουν µετά από τρία χρόνια που έζησαν κοντά στον Κύριο, σε αδιάσπαστη προσωπική επαφή µαζί Toυ; Αυτό το κατόρθωσαν αργότερα, τότε που το Πνεύµα του Θεού κατέβηκε εν είδει πυρίνων γλωσσών στις καρδιές τους και τους «κατέκαυσε» µε το πυρ της αγάπης για τον Χριστό. Τότε δεν εκλιπάρησαν για δόξα χωρίς πάθη, αλλά µε συστολή για την προηγούµενη µαταιοδοξία τους συµµετείχαν θεληµατικά στα πάθη του Κυρίου τους και σταύρωσαν τις καρδιές τους στον Σταυρό του Φίλου τους.

Ας ακούσουµε όµως την απάντηση που έδωσε ο Κύριος στο αίτηµα των δυo µαθητών: «ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· ουκ οίδατε τι αιτείσθε. δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι; οι δε είπον αυτώ· δυνάμεθα. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· το μεν ποτήριον ο εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ο εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· το δε καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευωνύμων ουκ έστιν εμόν δούναι, αλλ᾽ οις ητοίμασται». (Μαρκ. ι´ 38-40).

Πόσο ευγενικός και πόσο ταπεινός είναι ο Κύριος! Οποιοσδήποτε θνητός δάσκαλος θα είχε εξοργιστεί με τέτοιους µαθητές, θα τους διαπόµπευε: «Φύγετε µακριά από µένα. Δεν είστε άξιοι να διδάσκεστε πνευµατικά θέµατα! Σας διδάσκω και σας εξηγώ για τρία συνεχή χρόνια και σεις µιλάτε ακόµα σαν να µη καταλάβατε τίποτα!» Ο Κύριος όµως τους µίλησε καθαρά, µα ευγενικά και ταπεινά. «Δεν ξέρετε τι ζητάτε», τους είπε. Οι σκέψεις σας για Μένα είναι κοσµικές, όχι πνευµατικές. Δεν ζητάτε την δόξα του Θεού, µα την δική σας. Δεν έχετε συνειδητοποιήσει ακόµα ποιος είµαι και ποια είναι η βασιλεία Μου. Με βλέπετε ακόµα σαν Μεσσία του Ισραηλιτικού λαού, την βασιλεία Μου ως βασιλεία του Ισραήλ. Μα Εγώ είµαι Μεσσίας όλων των εθνών, Σωτήρας ζώντων και νεκρών, βασιλιάς της αόρατης Βασιλείας, όπου όλα τα έθνη κι όλοι οι λαοί θα είναι σαν ένας. Οι αναρίθµητοι άγγελοι χαίρονται κι αγάλλονται και ονοµάζονται υπηρέτες της βασιλείας αυτής. Όποιος είναι έσχατος εδώ, στην Βασιλεία Moυ θα είναι πρώτος και ενδοξότερος από τον πιο ένδοξο των βασιλιάδων αυτού του κόσµου. Γι᾽ αυτό δεν ξέρετε τι ζητάτε. Αν γνωρίζατε την βασιλεία Moυ, δεν θα σκεφτόσασταν καθόλου τι θέση θα παίρνατε σ᾽ αυτήν. Το µόνο που θ᾽ αναζητούσατε, θα ήταν ο δρόµος που οδηγεί σ᾽ αυτήν. Κι αυτός είναι ο δρόµος των παθών και του πόνου, για τα οποία σας µιλάω κάθε φορά που σας κάνω λόγο για την βασιλεία Moυ. Αυτό που σας ζητάω εποµένως είναι πιο σπουδαίο και πιο χρήσιµο από τις δικές σας µάταιες επιδιώξεις κι επιθυµίες: Δύνασθε πιείν το ποτήριοv ο εγώ πίνω, και το βάπτισµα ο εγώ βαπτίζοµαι βαπτισθήναι;

Ο Κύριος εδώ µιλάει για το ποτήριο του θανάτου Του και το βάπτισµα του Αίµατός Toυ, για τον µαρτυρικό Toυ θάνατο δηλαδή. Αυτό είναι το τρίτο βάπτισµα. Το πρώτο βάπτισµα ήταν του Ιωάννη, µε νερό· το δεύτερο είναι του Χριστού, εν ύδατι και Πνεύµατι· κι είναι μερικοί που δέχτηκαν και το τρίτο βάπτισμα, που είναι του αίματος, το μαρτυρικό στεφάνι.

Αναμφισβήτητα το βάπτισμα του αίματος συνδέεται µε την µεγίστη θυσία, αλλά και µε την µεγίστη δόξα. Οι απόστολοι του Χριστού θα βαπτίζονταν µ᾽ αυτό το βάπτισµα. Γι᾽ αυτό κι ο Κύριος αφιέρωσε τόσο χρόνο σ᾽ αυτό το στάδιο, ώστε να τους προετοιµάσει για το µελλοντικό µαρτύριό τους. Δεν υπάρχει πιο ολέθριο και ψυχοφθόρο πράγµα από το να υποχωρήσει κανείς στα βάσανα και ν᾽ αρνηθεί τον Χριστό. Ο Ιούδας, µε το που είδε πως πλησίαζε η ταπείνωση και το πάθος του Διδασκάλου Toυ, τον αρνήθηκε και χάθηκε για πάντα. Ήταν ένας απ᾽ αυτούς που περίµεναν µάταια να δουν τον Χριστό βασιλιά στην Ιερουσαλήµ, να συµµετάσχουν στην δόξα Toυ. Όταν όµως διαπίστωσε πως αντί για βασιλικό στέµµα ο Χριστός θα φορούσε ακάνθινο στεφάνι, υποχώρησε. Συµµάχησε µ᾽ εκείνους που εµφανίστηκαν πιο πλούσιοι και πιο δοξασµένοι από τον Σωτήρα σ᾽ αυτόν τον κόσµο.

Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης απάντησαν στην ερώτηση του Χριστού χωρίς δισταγµό: Δυνάµεθα. Η απάντηση αυτή δείχνει οπωσδήποτε την µεγάλη τους αγάπη για τον Κύριο. Είναι ξεκάθαρο πως η φοβερή ερώτηση του Χριστού για το ποτήριο και το βάπτισµα έκανε µεγάλη εντύπωση στα δυό αδέρφια. Ήταν όπως το πικρό φάρµακο σ᾽ έναν άρρωστο. Σύντοµα συνήλθαν, κατάλαβαν το σφάλµα τους, ντράπηκαν που σκέφτηκαν την δόξα, την στιγµή που έπρεπε να τους απασχολεί το πάθος. Ο Κύριος όµως είναι απαράµιλλος στην ικανότητα να οδηγεί την ψυχή του ανθρώπου. Σε µια στιγµή άλλαξε τον προσανατολισµό τους στο ακριβώς αντίθετο από την επιθυµία της δόξας, σε ετοιµότητα για το µαρτύριο και τον θάνατο.

Πόσο όµορφη, πόσο υπέροχη είναι η διδαχή αυτή για όλους εµάς τους χριστιανούς! Όταν φανταζόµαστε τον εαυτό µας στην αθάνατη βασιλεία του Χριστού και περιπλανιόµαστε μέσα σ᾽ αυτήν, αναζητώντας την θέση μας, ο Κύριός μας θέτει το ίδιο ερώτηµα που έθεσε στους γιους του Ζεβεδαίου: Μπορείτε να πιείτε το ποτήριό Μου και να λάβετε το δικό Moυ βάπτισµα; Μας οδηγεί πάντα σε µιά σοβαρή θεώρηση και σκέψη, όχι της ουράνιας πόλης, όπου δεν φτάσαµε ακόµα, αλλά του δρόµου που οδηγεί σ᾽ αυτήν και που δεν κατορθώσαµε ακόµα να βαδίσουµε. Πρώτα πρέπει να υποµείνουµε το πάθος κι έπειτα θα φτάσουµε στην δόξα. Τα όνειρά μας για δόξα είναι μάταια, αν το πάθος μας βρει απροετοίµαστους κι αρνηθούµε τον Χριστό. Και τότε αντί για δόξα θα μας περιµένει ντροπή, αντί για ζωή, αιώνιος όλεθρος. Ευλογηµένοι είναι εκείνοι αναµεσά μας που, στην ερώτηση του Κυρίου κατά πόσο µπορούν να πιουν το ποτήριο του πάθους Toυ, είναι έτοιµοι ν᾽ απαντήσουν κάθε στιγµή: Δυνάµεθα. Ναι, Κύριε, µπορούµε. Το ποιος όµως θα καθίσει δεξιά Του και ποιος αριστερά Toυ, δεν έχει αξία να το γνωρίζουµε. Ο Κύριος απάντησε ταπεινά: Ουκ έστιν εµόν δoύναι. Μόνο μετά την Ανάσταση και την Ανάληψή Toυ θα γίνει, ως Θεός, Κριτής ζώντων και νεκρών. Τώρα φοράει ακόµα σάρκα, είναι θνητός, δεν ήρθε η ώρα Του να δοξαστεί, κατέχει ακόµα την εσχάτη θέση του δούλου ολοκλήρου του κόσµου. Και την στιγµή που φτάνει στην μεγαλύτερη δοκιµασία της ταπεινώσεως και της τελειώσεως της υποταγής Του στο θέληµα του Πατέρα Του, πριν από τα φρικτά πάθη και τις ταπεινώσεις Του, δεν θ᾽ αποφασίσει για τις θέσεις και τις τιµές στην μέλλουσα βασιλεία Του. Σαν άνθρωπος δεν θα σφετεριστεί εκείνα που θα έχει ως Θεός. Μόνο αφού πιει το πικρό ποτήριο και βαπτιστεί µε το αίµα Του, κατά την σταύρωση, θα τολµήσει να υποσχεθεί παράδεισο στον μετανιωµένο ληστή. Ήθελε µε την συµπεριφορά Του αυτή να διδάξει στους ανθρώπους την ταπείνωση, µόνο την ταπείνωση, χωρίς την οποία ολόκληρο το οικοδόµηµα της σωτηρίας θα χτιζόταν χωρίς θεµέλιο. Το σχόλιο του Χριστού ουκ έστιν εµόν δούναι δεν πρέπει σε καµιά περίπτωση να ερµηνευθεί πως ο Υιός του Θεού είναι λιγότερο Θεός από τον Πατέρα στην ουράνια βασιλεία, όπως το ερµήνευσαν κάποιοι αιρετικοί. Εκείνος που είπε, «εγώ και ο πατήρ έν εσµεν» (Ιωάν. ι´ 30), δεν θα µπορούσε ν᾽ αρνηθεί τον Εαυτό Του. Τα λόγια ουκ έστιν εµόν δoύναι µπορούν να κατανοηθούν σωστά µόνο όταν τα ερµηνεύσουµε µε πρόσκαιρους, όχι µε αιώνιους όρους. Με όρους που αφορούν στην ζωή του Χριστού εν χρόνω, στην ταπεινή κατάσταση που ζούσε σωµατικά ως άνθρωπος.

Λίγο προτού υποστεί τις μεγάλες Του ταπεινώσεις ο Κύριος Ιησούς, µε την ελεύθερη βούλησή Του και για την ωφέλεια και την σωτηρία μας, δεν θα διεκδικούσε όλα τα δικαιώµατα και την δύναµη που θά ᾽ταν δικά Του μετά την ένδοξη Ανάστασή Του. Μόνο αφού αναστήθηκε και δοξάστηκε σωµατικά, όταν νίκησε τον σατανά, τον κόσµο και τον θάνατο, δήλωσε στους μαθητές Του ο Κύριος: «Εδόθη µοι πάσα εξουσία εν oυρανώ και επί γης» (Ματθ. κη´ l8).

Για νά ᾽χουµε µια ολοκληρωµένη ερµηνεία όµως πρέπει να προσθέσουµε κάτι ακόµα, κάτι που δείχνει την πανσοφία και παντογνωσία Του στην διαχείριση της σωτηρίας του ανθρώπου. Ο Κύριος επιθυµεί να δείξει πως δεν υπάρχει προκατάληψη εδώ, δεν υπάρχει μεροληψία. «Ου γαρ έστι προσωποληψία παρά τω Θεώ» (Ρωµ. β´ 11). Ο Κύριος θέλει να πει πως οι απόστολοι δεν πρέπει να εµπιστεύονται την σωτηρία και την δόξα τους στον εαυτό τους, µόνο επειδή είχαν ονοµαστεί απόστολοί Του. Γιατί ακόµα κι ανάµεσα στους αποστόλους Του υπήρχε κάποιος που χάθηκε. Η Βασιλεία Του προετοιµάστηκε για όλους εκείνους που δείχνουν σ᾽ αυτήν την ζωή πως είναι άξιοι γι᾽αυτήν. Δεν υπάρχει διάκριση στην κλήση, δεν μετράει η εξωτερική προσέγγισή τους στον Χριστό ή η τυχόν συγγένεια αίµατος μαζί Του, όπως γινόταν µε τα δυό αδέρφια, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο. Τα δυό μαθήµατα που ήθελε ο Κύριος να εµφυτεύσει στις καρδιές των μαθητών Του, ήταν η μέχρι αυτοεξευτελισµού ταπείνωση κι η μέχρι θανάτου αγάπη Του. Να ξεριζώσει απ᾽ αυτές τους σπόρους της υπερηφανείας, της φιλαυτίας και της αλαζονικής ματαιοδοξίας.

«Και ακούσαντες οι δέκα ήρξαντο αγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου» (Μαρκ. ι´ 41). Αγανάκτησαν οι δέκα µόλις άκουσαν την απαίτηση του Ιακώβου και του Ιωάννου. Ο θυµός τους δεν προήλθε από το γεγονός ότι αυτοί κατανόησαν καλύτερα και πιο πνευµατικά την Βασιλεία του Χριστού από τα δυό αδέρφια. Ήταν απλά η ανθρώπινη ζήλεια τους. Μπορεί η περικοπή αυτή να μας οδηγήσει να σκεφτούµε πως η αντίληψη του Ιούδα για τον Χριστό και την Βασιλεία Του ήταν πιο πνευµατική από εκείνην του Ιακώβου και του Ιωάννου; «Γιατί έπρεπε ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης να τοποθετηθούν ψηλότερα από μας τους άλλους;» Αυτή ήταν η κρυφή ερώτηση που ήθελαν να κάνουν, η κύρια πηγή της αγανακτήσεως και της διαµαρτυρίας των δέκα εναντίον των δύο.

Με τον θυµό της ζήλειας τους οι δέκα φανέρωσαν αθέλητα πως είχαν την ίδια αντίληψη µε τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ή μάλλον πως δεν είχαν καταλάβει ούτε αυτοί την πνευµατική Βασιλεία του Χριστού και την ουράνια δόξα Του. Γνωρίζουµε όµως πως ο Κύριος Ιησούς δεν διάλεξε για μαθητές Του τους σοφότερους από τους σοφούς αυτού του κόσµου, αλλ᾽ αντίθετα τους απλοϊκότερους από τους απλούς. Διάλεξε τους έσχατους, για να τους κάνει πρώτους. Διάλεξε τους πιο απλούς, για να τους μετατρέψει στους πιο σοφούς. Διάλεξε τους πιο αδύνατους, για ν᾽ αναδείξει απ᾽ αυτούς τους πιο ισχυρούς. Διάλεξε τους περιφρονηµένους, για να τους κάνει τους πιο ένδοξους. Κι ο Κύριος πέτυχε στο δύσκολο αυτό έργο τόσο καλά, όπως και σε κάθε άλλο έργο. Η θαυµατουργική δύναµή Του δεν φάνηκε λιγότερο εδώ απ᾽ ό,τι όταν γαλήνευε την θάλασσα ή όταν πολλαπλασίαζε τους άρτους. Όταν οι θεόπνευστοι ευαγγελιστές μας αποκαλύπτουν τις αδυναµίες των μαθητών, πετυχαίνουν δυό στόχους: πρώτα μας δείχνουν µ᾽ αυτόν τον τρόπο και τις δικές μας αδυναµίεςκαι δεύτερον δείχνουν την μεγαλωσύνη και την δύναµη του Θεού, την σοφία των μεθόδων που χρησιµοποιεί για την θεραπεία και την σωτηρία των ανθρώπων.

Τώρα, που οι άλλοι δέκα μαθητές φανέρωσαν την αγνωσία τους για την δόξα του Χριστού και ταυτόχρονα έδειξαν πως υπέφεραν κι αυτοί από την συνηθισµένη ανθρώπινη ζήλεια, ο Κύριος άδραξε την ευκαιρία να τους δώσει ένα ακόµα μάθηµα για την ταπείνωση.

«Ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς λέγει αυτοίς· οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ουχ ούτω δε έστω υμίν, αλλ᾽ ός εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος». (Μαρκ. ι´ 42-44).

Εδώ έχουµε µια καινούργια κατάσταση πραγµάτων. Εδώ έχουµε µια καινούργια κοινωνική συνταγή, άγνωστη κι ανήκουστη στον προ Χριστού ειδωλολατρικό κόσµο. Στους ειδωλολάτρες οι άρχοντες έδειχναν την κυριαρχία τους µε την δύναµη, µε την βία. Οι κυβερνώντες κυβερνούσαν µε την αυθεντία της εξουσίας και της δύναµης, της κληρονοµιάς ή του πλούτου. Κυβερνούσαν κι εξουσίαζαν. Οι άλλοι υποτάσσονταν από φόβο και τους υπηρετούσαν µε τρόµο. Αυτοί τον εαυτό τους λογάριαζαν πρώτο, ανώτερο και καλλίτερο, μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν στην εξουσία λόγω κοινωνικής θέσεως, δυνάμεως και τιμής. Η κοινωνική θέση, η δύναμη κι ο πλούτος ήταν ο τρόπος που μετρούσαν την υπεροχή των ανθρώπων.

Ο Κύριος Ιησούς απορρίπτει την µέθοδο αυτή και θεσµοθετεί την διακονία ως µέτρο υπεροχής σ᾽ εκείνους που τον πιστεύουν. Πρώτος δεν είναι εκείνος που τα µάτια των ανθρώπων τον βλέπουν ανεβασµένο ψηλά, αλλ᾽ αυτός που οι καρδιές των ανθρώπων νιώθουν ότι είναι καλός. Σε µια χριστιανική κοινωνία το στέµµα δεν προσφέρει την πρώτη θέση αυτοδίκαια, τα πλούτη κι η δύναµη δεν απονέµουν ανωτερότητα. Η κλήση κι η κοινωνική θέση είναι κενά σχήµατα, αν δεν συµπληρώνονται µε την υπηρεσία των άλλων στο όνοµα του Χριστού. Όλα τ᾽ άλλα εξωτερικά σηµάδια και σύµβολα υπεροχής είναι ένα απλό καλειδοσκόπιο, αν η υπεροχή δεν έχει αποκτηθεί και δικαιωθεί µε την υπηρεσία των άλλων. Εκείνος που παραµένει στην κορυφή µε τη βία, βρίσκεται εκεί µε µεγάλη ανασφάλεια. Κι όταν πέσει, θα λάβει σίγουρα την κατώτερη θέση. Εκείνος που αγοράζει την ανωτερότητά του, θα λάβει την ανταπόδοσή του από τα χείλη και τα χέρια των ανθρώπων, αλλά θα περιφρονηθεί από τις καρδιές τους. Εκείνος που στέκεται πάνω από τους ανθρώπους µε την βία, είναι σαν να στέκεται πάνω σε ηφαίστειο φθόνου και µίσους, ωσότου το ηφαίστειο εκραγεί και χαθεί µες στην λάβα.

«Ουχ ούτω δε έσται εν υµίν», είναι η εντολή του Κυρίου. Τέτοια κοινωνική πρακτική προέρχεται από τον πονηρό, όχι από τον αγαθό. Έτσι ζουν τα τέκνα του σκότους, όχι τα τέκνα του φωτός. Κι εσείς είστε τέκνα του φωτός. Ανάµεσά σας αφήστε να βασιλεύει η υπεροχή της αγάπης, η ανωτερότητα της αγάπης ας κυριαρχήσει της εξουσίας. Εκείνος από σας που προσφέρει την µεγαλύτερη υπηρεσία στους αδελφούς του από αγάπη, θα είναι πρώτος στα µάτια του Θεού. Η υπεροχή του θ᾽ αντέξει τόσο στην πρόσκαιρη ζωή όσο και στην µέλλουσα. Ο θάνατος δεν έχει εξουσία στην αγάπη, ούτε σ᾽ό,τι έχει δηµιουργήσει η αγάπη. Εκείνος που αποκτά υπεροχή σ᾽ αυτόν τον κόσµο λόγω της αγάπης του, θα την κρατήσει και στην µέλλουσα ζωή.Δεν θα του αφαιρεθεί, αλλά αυξάνεται και βεβαιώνεται αιώνια.

Όποιος γνωρίζει πόσο κακό έχει συσσωρευτεί και συσσωρεύεται στον κόσµο µε τον αγώνα για την απόκτηση υπεροχής, θα καταλάβει πως η διδαχή αυτή του Χριστού είναι πρόξενος ειρήνης. Μ᾽ αυτήν ξεκίνησε η µεγαλύτερη και πιο ευλογηµένη επανάσταση στην κοινωνία των ανθρώπων – από τότε που εµφανίστηκε στον κόσµο η κοινωνία αυτή. Αναλογίσου τι θα σήµαινε για τον κόσµο αν η ισότητα κι η κοινωνική θέση εξαρτιώνταν από την παροχή υπηρεσίας και την αγάπη, αντί της βίας, του πλούτου, της πολυτέλειας ή της υποτιθέµενης γνώσης. Αλήθεια, πόσοι απ᾽ αυτούς που νοµίζουν ότι είναι πρώτοι, θα βρίσκονταν στην τελευταία θέση! Πόσοι απ᾽ αυτούς που θα πίστευαν πως ήταν τελευταίοι, θα βρίσκονταν πρώτοι! Αλήθεια, πόση χαρά θα γέµιζε τις καρδιές των ανθρώπων, πόση ευταξία, ειρήνη κι αρµονία θα βασίλευε! Θα συναγωνίζονταν όλοι ποιος θα υπηρετήσει τον άλλον, όχι ποιος θα τον κυβερνήσει. Όλοι θα βιάζονταν να δώσουν και να βοηθήσουν, παρά να πάρουν και να εµποδίσουν. Κάθε καρδιά θα γέµιζε µε χαρά και φως, όχι με κακία και σκότος. Τότε ο διάβολος θά ᾽παιρνε ένα φανάρι και θα ᾽ψαχνε όλον τον κόσμο για να βρει έναν άπιστο, αλλά δεν θα ᾽βρισκε κανέναν.

Όπου βασιλεύει η αγάπη, ο Θεός είναι φανερός και ορατός απ’ όλους. Αυτό δεν είναι ουτοπία, δεν είναι απραγματοποίητο όνειρο. Η αλήθεια του φανερώνεται στα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο: «Ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μάρκ. ι’ 45). Ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε στη γη για να τον διακονήσουν οι άλλοι, αλλά να τους διακονήσει ο ίδιος. Ήρθε για να δώσει τη ζωή Του ως λύτρο και αντάλλαγμα για τις αμαρτίες πολλών.

***

Ο Κύριός μας δεν έδωσε στους ανθρώπους ούτε μια εντολή που δεν την τήρησε πρώτα ο ίδιος και μάλιστα σε τέλειο βαθμό. Άφησε έτσι το παρά­δειγμά Του σε όλους μας. Ο Κύριος τήρησε την εντο­λή της διακονίας των ανθρώπων σ’ όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, ακόμα και με τον τρόπο που ήρθε στη γη, με το θάνατό Του και τελικά με την ακατάπαυστη αγαπητική δραστηριότητά Του για το ανθρώπινο γέ­νος και μετά το θάνατό Του, με την εκ νεκρών ανάστα­σή Του και με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος. Με το θάνατό Του έδωσε τη ζωή Του λύτρον αντί πολλών. Δε λέει για όλους, αλλά για πολλούς. Αυτό σημαίνει πως θα βρεθούν και μερικοί που δε θα δεχτούν την αγάπη Του, δε θα εκτιμήσουν τη θυσία Του. Η δια­κονία της αγάπης Τον οδήγησε στο πάθος και το θάνα­το. Εκείνος που διακονεί από αγάπη κι όχι από αίσθη­ση καθήκοντος, δε θα υποχωρήσει μπροστά στο θάνα­το.

Η διακονία του Χριστού στους ανθρώπους δεν περιο­ρίζεται από το χρόνο. Το πάθος ή ο θάνατος επομένως έχουν όλα τα σημάδια της τέλειας, της λυτρωτικής θυ­σίας. Με τη διακονία Του ο Κύριος λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από την εξουσία του διαβόλου, από την αμαρτία και το θάνατο. Δε θα μπορούσε ο Κύριος όμως ν’ αναλάβει ή να ολοκληρώσει τέτοια διακονία χωρίς τη μέγιστη κι ανυπέρβλητη ταπείνωσή Του. Ενώ ήταν άναρχος, προαιώνιος, έγινε έσχατος. Εμφανίστηκε στον κόσμο ως δούλος, ως διάκονος, ώστε με τη διακονία Του στους ανθρώπους να φτάσει για μια ακόμα φορά στο ανυπέρβλητο ύψος Του, για να δείξει στους ανθρώ­πους το δρόμο του πραγματικού ύψους, της αληθινής υπεροχής, της μέγιστης και διαρκούς ανωτερότητας. Υπάρχουν άνθρωποι που δέχτηκαν το παράδειγμα αυτό του Υιού του Θεού στην καρδιά τους, ακολούθησαν το παράδειγμά Του και στο όνομά Του δόθηκαν ολοκλη­ρωτικά στην αγαπητική διακονία των ανθρώπων. Ήταν κι άλλοι όμως που περιφρόνησαν το παράδειγμα και τη διδαχή Του. Ποιά τύχη περίμενε τους πρώτους και ποια τους δεύτερους; Την απάντηση θα τη βρούμε στην ιστορία των αποστόλων του Χριστού:

Ο Ιούδας απόρριψε τόσο το παράδειγμα του Χριστού όσο και τη διδασκαλία Του και τελείωσε την επί­γεια ζωή Του μ’ έναν επονείδιστο τρόπο. Κρεμάστηκε. Οι υπόλοιποι έντεκα απόστολοι που έβαλαν στην καρ­διά τους τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου για την τα­πείνωση και στη συνέχεια προσπάθησαν να μιμηθούν το παράδειγμα του Διδασκάλου τους στην αγαπητική δια­κονία, δοξάζονται στη γη και τον ουρανό, στο χρόνο και την αιωνιότητα. Όλοι εκείνοι που απόρριψαν τη διδα­σκαλία και το παράδειγμα του Χριστού, ακολούθησαν τα βήματα του Ιούδα. Εκείνοι όμως που έκαναν δική τους τη σωτήρια διδασκαλία Του και μιμήθηκαν το ανυ­πέρβλητο παράδειγμά Του, ακολούθησαν τα βήματα των έντεκα αποστόλων.

Η Ιστορία αναφέρει χιλιάδες Ιούδες, όπως και χι­λιάδες χιλιάδων αληθινούς και πιστούς μαθητές κι ακό­λουθους του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού. Όπως βγήκε Νικητής ο Κύριος στο τέλος της σύντομης επίγειας ζωής Του, έτσι θα βγει Νικητής και στο τέλος ολόκληρης της μακράς ιστορίας του κόσμου. Ο στρα­τός των σεσωσμένων και ένδοξων πιστών Του θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος από εκείνον του αντικείμενου, του πονηρού, που αποτελείται από τους φίλους του δια­βόλου κι εχθρούς του Θεού.

Εύχομαι να βρεθούμε στο στρατό εκείνο των σεσω­σμένων και δοξασμένων. Εύχομαι ο Κύριος Ιησούς να γίνει ίλεως σε μας την Έσχατη Μέρα, όταν θα σκοτι­στεί ο αισθητός ήλιος και δε θα ξαναφωτίσει πια. Γλυ­κύτατε και Ζωοποιέ Κύριε, συγχώρεσε τις αμαρτίες μας προτού φτάσει η μέρα εκείνη! Απόρριψε όλα τα έργα μας ως ανάξια κι ακάθαρτα και σώσε μας με το αμέτρη­το έλεός Σου, μ’ αυτό που ήρθες στη γη για να σώσεις εμάς τους ανάξιους. Σε Σένα πρέπει η δόξα, μεγάλε και θαυματουργέ Κύριε, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Λόγος εις την Εʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (14)

 Συνέχεια από Τρίτη 17. Μαρτίου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 14
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ


Τέταρτη ενότητα
Η υπόσταση του Νοῦ – Είναι-και-Νόηση και τα χαρακτηριστικά της

ΙΙΙ. Ὁ «Νοῦς» ὡς «Νοητὸς Κόσμος»


1. Οἱ Ἰδέες ὡς Νοητὰ καὶ Νοήσεις

.........Το Ἕν είναι «δύναμις πάντων», ενώ ο Νους είναι, με τη σειρά του, «τὰ πάντα».¹
Τι σημαίνει αυτό;


Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι ο πλατωνικός Νους του Πλωτίνου, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, είναι αδιάσπαστη ένωση «Είναι» και «Σκέψης», «Νοητού» και «Νοήσεως». Ο Νους, για τον Πλωτίνο, είναι το «καθαρό Είναι» του Πλάτωνος — εκείνο το Είναι που είναι πλήρως και δεν επηρεάζεται κατά κανέναν τρόπο από το μη-είναι — και συγχρόνως είναι η «νόησις νοήσεως» για την οποία μιλούσε ο Αριστοτέλης.²

Όπως είχαμε επανειλημμένα την ευκαιρία να επισημάνουμε, ο Αριστοτέλης, συνεχίζοντας τη «δεύτερη πλοήγηση» του Πλάτωνος, είχε θέσει την Νόηση ως άυλη, και είχε επίσης πει ότι αυτή ήταν η πρώτη ουσία, το υπέρτατο ον, η καθαρή ουσία......

Στο νέο πλαίσιο της υποστατικής διδασκαλίας του Νοῦ, το πλατωνικό «Υπερουράνιο» γίνεται «νοητός κόσμος». Η έκφραση είχε επινοηθεί από τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, ο οποίος — όπως είδαμε — είχε πραγματοποιήσει την πιο σημαντική αναθεώρηση της διδασκαλίας των Ιδεών πριν από τον Πλωτίνο. Ο φιλόσοφός μας παραλαμβάνει από τον Φίλωνα, πέρα από την ίδια την έκφραση, και μια σειρά από ερεθίσματα, τα οποία αναπτύσσει με πρωτότυπο τρόπο· και, στηριζόμενος στη νέα σύλληψή του περί του Νοῦ ως δομικής ενότητας Είναι και Νοεῖν, προχωρεί, πέρα από τον Φίλωνα, στην τολμηρότερη μεταρρύθμιση της διδασκαλίας των Ιδεών που πρότεινε η αρχαία φιλοσοφική σκέψη.
Η κύρια μεταβολή, που ήδη επισημάνθηκε, συνίσταται στη μεταμόρφωση της «Ιδέας» από απλώς «νοητό» σε «νόηση» ή, ακριβέστερα, σε κάτι που είναι συγχρόνως «νοητό-και-νόηση», σε μια «νοερά οὐσία» (νοερά οὐσία), στην οποία το «νοοῦν» και το «νοούμενον» συμπίπτουν δομικά.
Οι Ιδέες γίνονται «δυνάμεις» ή «νοερές δυνάμεις» (νοεραί δυνάμεις) και, επομένως, ζώσες πραγματικότητες, δηλαδή «νοούσες Νοήσεις».¹ Με λίγα λόγια: όπως οι Ιδέες αποτελούν την πολλαπλότητα των νοητών Όντων μέσα στην οποία προσδιορίζεται το Είναι εντός του ίδιου του Είναι, έτσι αποτελούν, eo ipso, την πολλαπλότητα των Νοήσεων μέσα στην οποία προσδιορίζεται ο Νοῦς εντός του εαυτού του.

2. Σε κάθε Ιδέα αντανακλώνται όλες οι άλλες Ιδέες

Στενά συνδεδεμένη με τα προηγούμενα είναι η περαιτέρω μεταβολή της σύλληψης της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των Ιδεών, δηλαδή μεταξύ κάθε επιμέρους Ιδέας και της ολότητας των Ιδεών, και αντιστρόφως.

Ο Πλάτων — όπως είδαμε στον τρίτο τόμο — είχε βεβαίως υποστηρίξει την ύπαρξη ενός πλέγματος σχέσεων (θετικών και αρνητικών) μεταξύ των διαφόρων Ιδεών· ο Πλωτίνος όμως προχωρεί πολύ πιο πέρα, φθάνοντας να υποστηρίξει ότι κάθε Ιδέα είναι, κατά κάποιον τρόπο, όλες οι άλλες Ιδέες.

Πράγματι, εφόσον ο Νους είναι η ολότητα των νοητών όντων και συγχρόνως είναι Νόηση όχι ενός ορισμένου νοητού όντος αλλά όλων των νοητών όντων και ταυτίζεται με αυτά, είναι αναγκαίο κάθε «μέρος» του — όπως αντανακλά την ολότητα των νοητών όντων — να είναι και αυτό γνώση όλων των νοητών όντων. Διαφορετικά, αν κάποιο μέρος έμενε εκτός, δεδομένου ότι καθένα και όλα τα μέρη είναι Νους, θα προέκυπτε το παράδοξο ότι μέρος του Νου θα έμενε εκτός του Νου.
Με αυτή την έννοια ο Πλωτίνος λέγει ότι ο Νους είναι «ἓν-πολλά», δηλαδή «πολλαπλή ενότητα» και «ενιαία πολλαπλότητα».


3. Μεταφυσικά θεμέλια της θέσης του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου ἐν ὅλῳ»


Αυτό το χαρακτηριστικό των Ιδεών, που ακούγεται τόσο παράδοξο, εξηγείται στην πραγματικότητα αν ληφθούν υπόψη δύο ουσιώδη γνωρίσματα του Νου εν γένει (του οποίου οι Ιδέες αποτελούν επιμέρους στιγμές), δηλαδή:
a) η αϋλότητα ή ασώματη φύση του, και
b) το άπειρο (η ανεξάντλητη δύναμή του).

a) Η αϋλότητα
Εφόσον το Είναι και η Νόηση είναι «ασώματα», δεν μπορούν να νοηθούν ως «πολλά» σαν να ήταν διαιρεμένα στις διάφορες Ιδέες, δηλαδή σαν να ήταν κατακερματισμένα σε μέρη φυσικά αποσπασμένα το ένα από το άλλο, όπως συμβαίνει με τα μέρη στα οποία διαιρούνται τα σώματα, τα οποία είναι πολλά επειδή καταλαμβάνουν διαφορετικούς χώρους και διαφέρουν λόγω του φυσικού τους όγκου.
Οι πολλές Ιδέες που συγκροτούν το Είναι και τη Νόηση είναι πολλές εξαιτίας της νοητής ετερότητας (για την οποία μιλούσε ήδη ο Πλάτων στον Σοφιστή):
Συμφωνούμε ότι το Είναι είναι πολλά λόγω της διαφοράς και όχι λόγω τόπου. Το Είναι, παρότι τόσο πολλαπλό, είναι συγχρόνως όλο μαζί· το Είναι συμπλέκεται με το Είναι και είναι όλο μαζί. Η Νόηση πάλι είναι πολλαπλή εξαιτίας της «διαφοράς», όχι του τόπου, και γι’ αυτό είναι όλη μαζί.²


Αυτή η «νοητή ετερότητα», με άλλα λόγια, στον βαθμό που δεν είναι ετερότητα φυσικών και σωματικών μερών αλλά καθαρά νοητή διαφοροποίηση, εντάσσεται στο Είναι (είναι ετερότητα του Είναι και εντός του Είναι). Αλλά το Είναι είναι «ενότητα», ώστε, με αυτή την έννοια, οι Ιδέες προκύπτουν ως «απλή και ενιαία πολλαπλότητα» και ως «πολλαπλή ενότητα», όπως είπαμε.

Να ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό κείμενο:
Θα πούμε λοιπόν ότι το Είναι είναι πολύμορφο και πολλαπλό; Πολύμορφο και απλό συγχρόνως, διότι τα πολλά βρίσκονται μέσα του ως ένα. Είναι μία ενιαία και σύνθετη μορφική Λογικότητα, και όλο το Είναι στο σύνολό του είναι ένα. Βεβαίως, η διαφορά ανήκει στο ίδιο το Είναι· του ανήκει, γιατί πώς θα μπορούσε να ανήκει στο μη-είναι; Το Είναι ανήκει στο Ένα όχι κατά χωριστό τρόπο, διότι όπου κι αν βρίσκεται, εκεί παρίσταται και η ενότητά του, δεδομένου ότι και το Ένα, με τη σειρά του, είναι από μόνο του Είναι. Είναι πράγματι δυνατό να είναι παρόν ακόμη και όντας χωρισμένο.³

b) Η απειρία

Τα ίδια συμπεράσματα προκύπτουν αν θεωρήσουμε τα παράδοξα του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου-ἐν-ὅλῳ» με κριτήριο το άπειρο.
Αν ο Νους είναι άπειρος (και είναι άπειρος επειδή γονιμοποιείται από την άπειρη δύναμη του Ενός, έστω και διαθλώμενη με τον τρόπο που είδαμε), κατέχει κάθε επιμέρους πράγμα· και, αντιστρόφως, σε κάθε πράγμα πρέπει να βρίσκονται όλα τα άλλα, διαφορετικά σε κάθε επιμέρους πράγμα το Είναι (ο Νους) θα ήταν ελλιπές και φτωχότερο και, συνεπώς, καθόλου άπειρο.


Να δύο χωρία που φωτίζουν αυτές τις έννοιες:
Τα νοητά όντα είναι πολλά και ένα συγχρόνως. Ενώ είναι ένα, είναι και πολλά, διότι έχουν άπειρη φύση· επομένως είναι πολλά μέσα σε ένα και ένα μέσα σε πολλά και όλα μαζί. Επιπλέον, ενεργούν ως προς το όλον μαζί με το όλον και, μη αποχωρισμένα από το όλον, ενεργούν και ως προς το μέρος.⁴

Κι όμως, το Είναι επαρκεί για κάθε πράγμα και έχει μέσα του όλες τις Ψυχές και όλες τις Νοήσεις. Είναι πράγματι ένα, άπειρο, όλο μαζί, και περιλαμβάνει κάθε επιμέρους διάκριση, χωρίς όμως να τη χωρίζει. Εξάλλου, τι σημαίνει άπειρο, αν όχι ότι περιέχει όλες τις πραγματικότητες μαζί, κάθε ζωή, Ψυχή και Νου; Και καθεμία από αυτές τις υπάρξεις δεν είναι οριοθετημένη από σύνορα, και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο το Είναι είναι ένα.

4. Ἡ αἰωνιότητα τοῦ «Νοῦ»


Και ο χαρακτήρας της «αιωνιότητας» του Νοῦ (και συνεπώς των Ιδεών) αποκτά μια νέα σημασία· αντί να νοείται απλώς ως ακίνητο παρόν, δηλαδή ως στατική αχρονικότητα, συλλαμβάνεται δυναμικά, σε συνάρτηση όχι μόνο με την τελειότητα αλλά και με την απειρία, δηλαδή με την ανεξάντλητη δύναμή του, και συνεπώς σε σύνδεση με το θεώρημα του «ὅλου ἐν ὅλῳ».

Στον Νου, το «ήταν» και το «θα είναι» βρίσκονται μέσα στο «είναι», εφόσον κάθε τι που ανήκει στον Νου πρέπει να είναι πάντοτε πλήρως παρόν ενεργεία μέσα σε αυτόν.

Με άλλα λόγια, το μέλλον βρίσκεται μέσα στο «είναι» του παρόντος (όπως και το παρελθόν), επειδή τα πάντα είναι μέσα σε όλα, δηλαδή επειδή ο Νους είναι τα πάντα και, συνεπώς, δεν έχει ανάγκη από τίποτε και είναι ανεξάντλητος (άπειρη δύναμη):

Αν είναι αναγκαίο καμία ενέργεια να μην παραμένει ατελής, και αν δεν επιτρέπεται να αποδίδεται στον Θεό τίποτε άλλο παρά ο χαρακτήρας της πληρότητας και της ακεραιότητας, τότε πρέπει σε κάθε του όψη τα πάντα να συνυπάρχουν μέσα του. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο στον Θεό το μέλλον να είναι ήδη παρόν και τίποτε να μη συμβαίνει εκ των υστέρων· αληθές είναι μάλλον ότι ό,τι στον Θεό είναι παρόν θα είναι στο μέλλον σε κάτι άλλο. Και αν το μέλλον στον Θεό είναι ήδη ενεργεία, πρέπει να είναι παρόν ως εκείνο που θα συμβεί, εφόσον στο παρόν του ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τίποτε, γιατί δεν του λείπει τίποτε. Τα πάντα υπήρχαν ήδη, όπως ήταν, από πάντοτε· μόνο εκ των υστέρων θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτό το γεγονός ακολουθεί εκείνο το γεγονός. Με λίγα λόγια, η διαδοχή των συμβάντων εμφανίζεται μόνο μετά την ανάπτυξη και την εκδίπλωσή τους· αλλά το Είναι, όντας όλο μαζί, είναι αυτό, δηλαδή έχει μέσα του και την ίδια του την αιτία.

5. Οἱ Ἰδέες ὡς αἰτίες τῶν ἄλλων πραγμάτων


Ο Πλάτων, όπως θα θυμόμαστε, είχε εισαγάγει τις Ιδέες ως τις «αληθινές αιτίες», ως τον «λόγο» και το «διότι» των αισθητών πραγμάτων· είχε όμως δυσκολευτεί πολύ να εξηγήσει με ποια έννοια είναι αιτίες των πραγμάτων.

Ο Πλωτίνος εμβαθύνει και σε αυτό το σημείο, με νέα αποτελέσματα. Στα αισθητά πράγματα το «ὅτι» (δηλαδή το ότι υπάρχουν) και το «διότι» (δηλαδή ο λόγος του ότι υπάρχουν) γενικώς δεν συμπίπτουν· το «διότι» είναι πάντοτε κάτι περαιτέρω σε σχέση με το πραγματικό είναι του πράγματος. Αντιθέτως, στον κόσμο του Νοῦ το «ὅτι» και το «διότι» συμπίπτουν.
Και αυτό — βάσει των διευκρινίσεων που προηγήθηκαν — δεν ισχύει μόνο για τον Νου στο σύνολό του, αλλά και για καθένα από τα όντα που βρίσκονται μέσα του, δηλαδή για κάθε Ιδέα.

Κάθε Ιδέα, όπως και ο Νους, είναι «σύμπτωση του ὅτι και του διότι», δεδομένου ότι ο Νους είναι τα πάντα μέσα σε όλα (ο Νους είναι κάθε επιμέρους ον που περιέχει).⁷
Με λίγα λόγια: οι Ιδέες (όπως και ο Νους εν γένει) δεν έχουν αιτία, αλλά είναι αιτία του ίδιου τους του είναι και, υπό αυτή την έννοια, είναι αιτία όλων των άλλων.

6. Ὑπάρχουν Ἰδέες γιὰ ὅλα τὰ πράγματα

Καθόσον ο Νους περικλείει μέσα του όλα τα πράγματα, υπάρχουν Ιδέες για όλα τα πράγματα, και όχι μόνο για τα είδη, αλλά και για όλες τις δυνατές διαφορές υπό τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί ένα είδος.
Δεν υπάρχει, επομένως, μία μόνον Ιδέα του ανθρώπου, αλλά τόσες Ιδέες ανθρώπου όσες είναι οι διαφορετικές διαμορφώσεις των ανθρώπων, όσες είναι οι «ατομικές διαφορές». Το ίδιο ισχύει και για τα ζώα και για όλα τα άλλα πράγματα.
Σε αυτό το συμπέρασμα, που διαφέρει από το πλατωνικό, ο Πλωτίνος οδηγήθηκε από την καθαρά αρνητική του σύλληψη της ύλης (η οποία είναι μη-είναι). Πράγματι, αυτή η σύλληψη τον εμπόδιζε (και αυτό θα το δούμε καλύτερα παρακάτω) να αποδώσει στην ύλη οποιαδήποτε ικανότητα «εξατομίκευσης» του είδους και καθορισμού των επιμέρους μορφών υπό τις οποίες το είδος εκδηλώνεται στα πολλά άτομα (όπως, για παράδειγμα, ο άνθρωπος με γαμψή μύτη, με πλακουτσή μύτη κ.λπ.). Από την ύλη, κατά τον Πλωτίνο, προέρχονται μόνο ασχήμιες και στερήσεις (όπως, για παράδειγμα, η χωλότητα, η μονοφθαλμία και διάφορες αναπηρίες) και όλα όσα μπορούν να θεωρηθούν ατέλειες στην εμπειρική πραγμάτωση της Ιδέας.


Ορισμένοι μελετητές συμπέραναν, συνεπώς, ότι ο Πλωτίνος δέχεται την ύπαρξη Ιδεών όλων των ατομικών πραγμάτων, δηλαδή Ιδεών όλων των ατόμων. Αυτό όμως δεν είναι ακριβές· ή, τουλάχιστον, είναι πολύ αμφίσημο, δεδομένου ότι στον Πλωτίνο λείπει ακριβώς η έννοια του ατόμου ως ανεπανάληπτης μοναδικότητας. Πράγματι, αφενός πρέπει να σημειωθεί ότι, για τον Πλωτίνο, ο κόσμος έχει κυκλική ιστορία, στην οποία διαδέχονται η μία την άλλη κοσμικές περίοδοι, μέσα σε καθεμία από τις οποίες επανέρχονται πάντοτε τα ίδια πράγματα, έτσι ώστε το ίδιο πρότυπο να επαναλαμβάνεται πολλές φορές.
Επομένως, ακόμη και εκείνος ο ιδιόμορφος τύπος ανθρώπου ή ζώου που, για παράδειγμα, σε έναν ορισμένο κύκλο εμφανίστηκε μία και μοναδική φορά με εκείνες τις ιδιαίτερες διαφορές, στην ακολουθία των κύκλων επαναλαμβάνεται, σε κάθε περίπτωση, περισσότερες φορές.
Αφετέρου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όσον αφορά το ανθρώπινο άτομο, το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας της διδασκαλίας της μετεμψύχωσης, την οποία αποδέχεται ο Πλωτίνος. Πράγματι, στο πλαίσιο αυτής της διδασκαλίας, η ψυχή του Σωκράτη δεν είναι πάντοτε Σωκράτης, διότι ξαναγεννιέται με άλλα πρόσωπα και μορφές, έτσι ώστε, με αυτή την έννοια, δεν θα μπορούσε να υπάρχει μια «Ιδέα του Σωκράτη».


Να το πιο σαφές χωρίο επί του ζητήματος:

«Υπάρχει άραγε Ιδέα και για κάθε ατομική πραγματικότητα; Αν εγώ και κάθε άλλος άνθρωπος έχουμε τη δυνατότητα να αναχθούμε στον νοητό κόσμο, τότε εκεί θα υπάρχει και η αρχή του καθενός μας. Αλλά αν ο Σωκράτης, ή μάλλον η ψυχή του Σωκράτη, υπάρχει από πάντοτε, τότε θα υπάρχει ένας Σωκράτης καθ’ εαυτόν και, κατά συνέπεια, η ψυχή του καθενός θα είναι, όπως λέγεται, εκεί πάνω. Αν όμως ο Σωκράτης δεν υπάρχει από πάντοτε, αλλά η ψυχή, πριν γίνει Σωκράτης, σε άλλο χρόνο ήταν κάτι διαφορετικό, ας πούμε Πυθαγόρας ή κάποιος άλλος, τότε εκεί πάνω δεν θα μπορεί πλέον να υπάρχει αυτό το συγκεκριμένο άτομο.»⁸

7. Σχέση μεταξύ Ιδεών και Αριθμών


Ο Πλάτων, στη μεταφυσική του — εν μέρει στα γραπτά του αλλά κυρίως στις «ἄγραφες διδασκαλίες» του — είχε θέσει τους Ιδεατούς Αριθμούς ως αρχές από τις οποίες προέρχονται οι ίδιες οι Ιδέες, και είχε θέσει ως αρχές των ίδιων των Ιδεατών Αριθμών το Ἕν και τη Δυάδα.
Την ίδια διδασκαλία, που είχε ήδη επαναφέρει στο προσκήνιο ο Νεοπυθαγορισμός, τη βρίσκουμε και στον Πλωτίνο, εν μέρει εμβαθυμένη και διευκρινισμένη, αν και όχι στο προσκήνιο της σκέψης του. Οι «Ιδεατοί Αριθμοί» (που πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τους «μαθηματικούς αριθμούς», δηλαδή από τους αριθμούς που αποτελούν αντικείμενο σκέψης του αριθμούντος υποκειμένου, του υποκειμένου που μετρά) προέρχονται από το ίδιο το Ἕν. Η Δυάδα (και με ποια έννοια μιλά ο Πλωτίνος για Δυάδα το είδαμε ήδη) αναδύεται από το ίδιο το Ἕν, όπως είχαν υποστηρίξει και πολλοί Νεοπυθαγόρειοι.

Η Δυάδα είναι καθ’ εαυτήν απεριόριστη και λαμβάνει το όριό της από το ίδιο το Ἕν. Οι Ιδεατοί Αριθμοί γεννώνται ακριβώς από αυτή τη «ὁριοθέτηση της Δυάδος» από το Ἕν:


Ο αριθμός, πράγματι, δεν είναι πρωταρχική πραγματικότητα. Το Ἕν προηγείται της Δυάδος· η Δυάδα έρχεται στη δεύτερη θέση και, εφόσον παράγεται από το Ἕν, βρίσκει σε αυτό τον προσδιορισμό της, αφού καθ’ εαυτήν θα ήταν απροσδιόριστη. Αφού προσδιοριστεί, γίνεται αριθμός — αλλά αριθμός ως ουσία. Και η Ψυχή είναι αριθμός. Ό,τι έχει μάζα και διαστάσεις δεν ανήκει στη σφαίρα των αρχών· όσα έχουν βάρος έρχονται ύστερα, και είναι η αίσθηση που τα θεωρεί όντα. Εξάλλου, και στα σπέρματα το ουσιώδες δεν είναι το υγρό στοιχείο, αλλά εκείνο που δεν φαίνεται, το οποίο είναι αριθμός και μορφικός λόγος. Ο εκείθεν αριθμός είναι Δυάδα, μορφικός λόγος και Νόηση. Η Δυάδα όμως είναι αόριστη καθόσον λαμβάνεται ως υπόστρωμα, ενώ κάθε επιμέρους αριθμός που γεννάται από αυτήν και από το Ἕν είναι μορφή, σαν να έχει διαμορφωθεί από τις μορφές που βρίσκονται μέσα στη Νόηση.
Αυτοί οι Ιδεατοί Αριθμοί χαρακτηρίζονται περαιτέρω από τον Πλωτίνο ως η δύναμη που διαιρεί το είναι και γεννά την πολλαπλότητα του είναι, ως ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο από το Είναι προκύπτουν τα πολλά όντα· και, υπό αυτή την έννοια, οι Ιδεατοί Αριθμοί θεωρούνται θεμέλιο και ρίζα των όντων:


Ίσως βρισκόταν μέσα στο Είναι χωρίς να ισχύει ως αριθμός του όντος — γιατί το Είναι ήταν πάντως ένα — ή, καλύτερα, ήταν η υφιστάμενη δύναμη του αριθμού που κατακερμάτισε το Είναι και, μέσα στον πόνο της γέννας, έφερε στο φως την ίδια την πολλαπλότητα. Ή πάλι ο αριθμός θα είναι η ουσία του Είναι ή η ενέργειά του, και το ζωντανό και η Νόηση θα είναι επίσης αριθμός.¹⁰
Και κατόπιν έρχεται το Είναι που περιλαμβάνει τον αριθμό· πράγματι, χάρη στον αριθμό γεννά τα όντα, κινούμενο σύμφωνα με αριθμητική τάξη και θέτοντας τους αριθμούς πριν από την ύπαρξη των πραγμάτων, όπως ακριβώς το Ἕν, με την ίδια του την ενότητα, συνδέει το ίδιο το Είναι με το Πρώτο, ενώ οι αριθμοί δεν κατορθώνουν να κάνουν το ίδιο με τις άλλες πραγματικότητες, δηλαδή να τις συνδέσουν με το Πρώτο. Αρκεί όμως που το κατορθώνει το Είναι.¹¹

8. Ὁ κόσμος τῶν Ἰδεῶν ὡς κόσμος Κάλλους


Όλα όσα ειπώθηκαν παραπάνω (και ιδίως η αρχή σύμφωνα με την οποία ο Νους ή το Είναι είναι ένα και πολλά — πολλές Ιδέες μαζί και αρμονικά, ενότητα μέσα στην ποικιλία, απλότητα μέσα στη διαφορά, «ὅλον ἐν ὅλῳ») εξηγούν τον λόγο για τον οποίο ο Πλωτίνος ονομάζει τον Νου, με φιλονική έκφραση — όπως ήδη θυμίσαμε — «νοητὸν κόσμον» (κόσμος νοητός), κόσμο τάξης και πνευματικής αρμονίας, άρα κόσμο κάλλους.¹²
Πράγματι, για τον Πλωτίνο, το κάλλος γενικώς συμπίπτει με τη μορφή: ένα πράγμα είναι ωραίο στον βαθμό που μετέχει μορφής. Ο Νους, που είναι ο κόσμος των Μορφών και των Ιδεών — δηλαδή το τέλεια διατεταγμένο σύστημα των Μορφών στην ολότητά τους (ολότητα μέσα στην οποία κάθε επιμέρους Μορφή είναι όλες οι άλλες και όπου όλες ενοποιούνται, παρότι διαφέρουν) — είναι το ύψιστο και απόλυτο Κάλλος.


Πρέπει, εν προκειμένω, να σημειωθεί ότι το Ἕν, δηλαδή η πρώτη υπόσταση, δεν είναι, κυριολεκτικώς, Κάλλος, διότι δεν είναι μορφή, αλλά βρίσκεται «πέρα από τη μορφή», εφόσον είναι αρχή της Μορφής και, συνεπώς, είναι ένα Κάλλος που υπερβαίνει κάθε Κάλλος, δηλαδή βρίσκεται «πέρα από το Κάλλος», ως η δύναμη από την οποία προέρχεται κάθε τι ωραίο.¹³

9. Οἱ κατηγορίες τοῦ νοητοῦ κόσμου

Λέγαμε παραπάνω ότι η διάκριση μεταξύ του σωματικού κόσμου και του ασώματου κόσμου αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους του πλωτινικού συστήματος. Μάλιστα, ο Πλωτίνος, ωθώντας στα έσχατα όρια τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτή τη διάκριση, υποστηρίζει ότι το αριστοτελικό σύστημα των κατηγοριών δεν ισχύει για το ασώματο και, κατά συνέπεια, θεσπίζει κατηγοριακά συστήματα εντελώς διαφορετικά για τις δύο σφαίρες της πραγματικότητας.
Για το Ἕν, που είναι απολύτως απλό, δεν ισχύει κανένα κατηγοριακό σύστημα. Το Ἕν είναι Αρχή «ὑπέρ-κατηγοριακή» (trans-categoriale). Οι κατηγορίες του ασώματου ισχύουν, επομένως, για τις άλλες δύο υποστάσεις και κυρίως για τον Νοῦ.

Αυτές οι κατηγορίες αντλούνται από τον Πλωτίνο από τον Σοφιστή του Πλάτωνος, με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που επέβαλλε η νέα του μεταφυσική.
Στον Σοφιστή, ειδικότερα, δεν παρουσιάζονται ως υπέρτατες «Μετα-Ιδέες», αλλά ως μια «επιλογή μεταξύ των υπέρτατων Ιδεών», που γίνεται για να συζητηθεί και να επιλυθεί το πρόβλημα του διαλόγου.¹⁴

Ο Πλωτίνος, αντιθέτως, τις θεωρεί ως τις μόνες υπέρτατες Ιδέες, υπερβαίνοντας το ίδιο το πλατωνικό κείμενο.


Αυτές είναι:

a) τὸ ὄν ή οὐσία,
b) ἡ στάσις ή σταθερότητα,
c) ἡ κίνησις,
d) τὸ ταὐτόν (το ταυτόν / το ίδιο),
e) τὸ ἕτερον (το διαφορετικό).


Τα πάντα, στον κόσμο του Νοῦ, είναι οὐσία.


Επιπλέον, το «νοεῖν» του Νοῦ συνεπάγεται «κίνηση» (πρόκειται, προφανώς, για νοητή, πνευματική κίνηση και όχι φυσική).
Αλλά το νοεῖν του Νοῦ συνεπάγεται επίσης «σταθερότητα» ή «στάση», που οφείλεται στα περιεχόμενά του.
Ο Νους είναι ακόμη «ταυτότητα» εαυτού προς εαυτόν, όπως είναι και «ετερότητα» μεταξύ νοούντος και νοουμένου.
Οι κατηγοριακές αυτές διακρίσεις, στον κόσμο του Νοῦ, πρέπει βεβαίως να νοηθούν μέσα στη δυναμική του «ἑνὸς-πολλῶν» και του «ὅλου-ἐν-ὅλῳ», όπως ρητά επισημαίνει ο Πλωτίνος.¹⁵


Η διδασκαλία των κατηγοριών, μολονότι εκτίθεται εκτενώς, δεν διαδραματίζει πάντως πρωτεύοντα ρόλο στο πλωτινικό σύστημα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός πως ο Πλωτίνος καθόρισε ρητά ότι οι διαφορετικές σφαίρες του είναι προϋποθέτουν κατηγοριακά συστήματα δομικά διαφορετικά συνιστά ουσιώδες κέρδος στην ιστορία της οντολογίας.


Σημειώσεις:


1.Πρβλ. Εννεάδες, IV, 8, 3· V, 9, 8· VI, 2, 20· VI, 7, 17· VI, 8, 3.
2.Εννεάδες, VI, 4, 4.
3.Εννεάδες, VI, 4, 11.
4.Εννεάδες, VI, 5, 6.
5.Εννεάδες, VI, 4, 14.
6.Εννεάδες, VI, 7, 1· πρβλ. επίσης V, 1, 4.
7.Πρβλ. Εννεάδες, VI, 7, 2.
8.Εννεάδες, V, 7, 1· πρβλ. V, 9, 12.
9.Εννεάδες, V, 1, 5.
10.Εννεάδες, VI, 6, 9.
11.Εννεάδες, VI, 6, 15.
12.Πρβλ. Εννεάδες, I, 6, passim· V, 8, passim.
13.Εννεάδες, VI, 7, 22.
14.Πρβλ. G. Reale, Per una nuova interpretazione di Platone, Milano, Vita e Pensiero, 2003²¹, σ. 369 κ.ε.
15.Πρβλ. τα τρία πρώτα πραγματείες της έκτης Ἐννεάδος.

Συνεχίζεται με:

Πέμπτο Μέρος
Ἡ τρίτη ὑπόστασις

Ἡ Ψυχή καὶ ἡ δομή της

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.