Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως.Από τό βιβλίο: «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ»


Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ.
Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα.

Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα. Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει.
Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:


Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Δεύτερον:
Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.

Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.

Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.

Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας.
Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».

Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν Πνευματικό, τοῦ εἶπα:
«Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή; Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα; Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ;
Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα. Ἀλλ’ ἀκόμη τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ; Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου; Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».

«Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα. Κοίταξε! Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου. Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν».
Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω.

Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς: «Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».
«Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη. Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτομερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου. Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό. Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος. Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση.
Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή.
Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν.
Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ.
Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν.
Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του.
Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν. Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση. Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής.
Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου. Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω. Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική πεῖνα τῆς ψυχῆς μου. Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό, ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής. Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους. Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν.
Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει:
Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του. Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη. Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του.
Ἀντιθέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ. Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση.
Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδιαφορίας.
Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου. Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη. Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκεπτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα. Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα.
Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον; Ὅταν μιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν. Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων.
Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τή καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου. Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα. Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του. Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου. Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.
Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία. Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς. Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη, τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους. Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω; Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει.
Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμποροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου. Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα.
Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία. Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου.
Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου. Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν; Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου. Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν. Ἐγώ ὅμως; Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ; Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε! Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!».


Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου.

Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός Πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας: Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως. Ἡ ἔλλειψις αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος.

Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς... Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας... Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις.

Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό...

Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία. Ἀμήν.

π. Νικ. Λουδοβίκος – Μαρ. Δόικου (Αναλογικές Ταυτότητες, παρουσίαση βιβλίου) γ

 Συνέχεια από: Σάββατο 28 Μαρτίου 2026


Η Μαρία Δόϊκου φιλοξενεί τoν π. Νικόλαο Λουδοβίκο στο de profuntis του tv100
(Κυριακή 22 Μαρτίου) με αφορμή το νέο του βιβλίο:
Αναλογικές ταυτότητες (τόμος β΄)- Η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού
Διεννοημάτωση: αυτo-καθολικοποίηση, μετα-ναρκισσισμός και Χριστιανική θεολογία,
εκδ. Αρμός.

π. Νικ. Λουδοβίκος – Μαρ. Δόικου (Αναλογικές Ταυτότητες, παρουσίαση βιβλίου) γ

............Λοιπόν, θέλω να πάμε στις βαριές έννοιες του βιβλίου αυτού. Γιατί υπάρχουν τρεις, οι οποίες είναι βαριές και χρειάζονται εξήγηση.

Διεννοημάτωση: 

Το νόημα, δηλαδή, παράγεται μόνο από μένα. Γι’ αυτό και η απάντησή μου είναι η διαινοημάτωση. Δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το νόημα προσφέρεται από μένα σε άλλους προς επεξεργασία. Και επιστρέφει σε μένα και ξαναπροσφέρεται.
Είναι η ταυτότητα κάτι που γεννιέται μεταξύ προσώπων;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Ακριβώς. Προσώπων τα οποία είναι ανοιχτά μεταξύ τους. Εδώ είναι το υπαρξιακό μυστήριο του προσώπου. Και εδώ μας βοηθάει πολύ η χριστιανική τριαδολογία. Δεν έχουμε άλλη έννοια προσώπου πιο όμορφη.

(Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

«Περιφρούρησα με τη νηστεία την ψυχή μου», λέει ο θεόπνευστος Δαβίδ —τόσο ισχυρός είναι αυτός ο αγώνας! «Ταπείνωνα με τη νηστεία την ψυχή μου»— τόσο εναντιώνεται αυτός ο αγώνας στην αυταρέσκεια και την έπαρση, που γεννιούνται από τον χορτασμό τής κοιλιάς. Με τη νηστεία «η προσευχή μου (θ’ ανέβει στον Κύριο και) θα επιστρέψει σ’ εμένα». Χωρίς τη νηστεία η προσευχή μου είναι μια θλιβερή θυσία στον μετεωρισμό τού νου, τον αχώριστο σύντροφο του χορτασμού τής κοιλιάς.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
ΑΙΡΕΣΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ: ΑΙΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΡΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΑΝ ΕΝΝΟΙΑ , ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΤΗΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΟΚΟΥΝ. ΔΙ' ΙΔΙΟΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝ. ΤΗΝ ΑΥΤΟ-ΚΑΘΟΛΙΚΟΠΟΙΗΣΗ.

Μαρία Δόικου:
Θέλω να μου πείτε πώς συνδέονται αυτά τα δύο: ασυνείδητο και θεολογικές ρίζες.
π. Ν. Λουδοβίκος:
Θα σας πω κάτι πολύ απλό. Αν θέλετε να το πούμε αυτό, θα χρειαστεί μια άλλη εκπομπή. Είναι τεράστιο το θέμα.
Μαρία Δόικου:
Το ξέρω. Αλλά εσείς δεν μπορεί κανένας...
π. Ν. Λουδοβίκος:
Στο βιβλίο μου έχω ένα τρίτο μέρος. Το τρίτο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε αυτό. Αλλά όποιος δει το τρίτο μέρος σε αυτό, θα δει ότι κάνω μια εισαγωγή απλώς. Και υπόσχομαι κάποια στιγμή να το πραγματευτώ ξεχωριστά, αν τα καταφέρω. Αν θέλει ο Θεός. Αν είμαστε στη ζωή. Αν υπάρχει ο κόσμος. Αν, αν, αν.
Μαρία Δόικου:

Αλλά το έχετε βάλει στόχο να το αποδείξετε αυτό.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Ναι. Διότι οι έννοιες οι οποίες φιλοξενούνται στο ασυνείδητο, καταλάβατε, είναι έννοιες ανθρώπινες. Ξέρετε, οι διακρίσεις που κάνουμε —ψυχολογία, φιλοσοφία, θεολογία— είναι εν μέρει δικές μας διακρίσεις. Στο μυαλό των μεγάλων φιλοσόφων, ας πούμε, δεν υπήρχαν.
Πάλι στον Αριστοτέλη θα σας πει τι εστί η θεολογία. «Η θεολογία με ενδιαφέρει πάρα πολύ· είναι η επιστήμη των πρώτων αρχών». Σας παρακαλώ πάρα πολύ. Γιατί; Δεν έχει θεολογία στο Μετά τα Φυσικά; Δεν έχει κανέναν φόβο ο Ηράκλειτος; Ο Πλάτων;
Εδώ έχουμε γίνει ειδικοί των ειδικών, σπουδικοί φιλολογικά, και νομίζουμε ότι όλα αυτά έχουν έτη φωτός μεταξύ τους. Παρ’ όλο που υπήρχαν άνθρωποι σημαντικοί στον χώρο της ψυχολογίας και άλλοι, οι οποίοι ανακάλυψαν τέτοιου είδους συσχετίσεις.
Εγώ θα προσπαθήσω κάποια στιγμή —λέω μερικά πράγματα στο βιβλίο αυτό, καλό είναι όποιος θέλει να τα δει με στοχαστικό τρόπο, να δει μερικά πράγματα για τη λειτουργία αυτών των συγγραμμάτων— που φωτίζονται πάρα πολύ, εάν χρησιμοποιήσουμε ως προβολέα το γεγονός ειδικά της ελληνοχριστιανικής εμπειρίας. Πάρα πολύ.
Με τον τρόπο αυτό φαίνεται η πολύ θετική έννοια που μπορεί να πάρει το ασυνείδητο. Στην κλασική ψυχανάλυση το ασυνείδητο έχει πάρα πολλές φορές αρνητική σημασία. Κάτι που δυνητικά πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι λέει.
Θεωρητικά τα άλλα όμως, όπως ο Γιουνγκ ή ο Λακάν, κατάλαβαν ότι το περιεχόμενο του ασυνείδητου είναι πολύ βαθύτερο. Είναι κατατεθειμένη πείρα.
Μαρία Δόικου:

Καταρχάς, τη λέξη τη δεχόμαστε.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Τη δεχόμαστε. Ό,τι δέχομαι. Είναι κατατεθειμένη πείρα σχετικά με τα βαθύτερα ερωτήματα της ζωής. Δηλαδή το ασυνείδητο μας μαθαίνει να ερωτάμε βαθύτερα από ό,τι ρωτάει, ας πούμε, ένας κλασικός επιφανειακός στοχασμός. Να ρωτάμε πολύ βαθύτερα για την ανθρώπινη πραγματικότητα.
Και μέσα από την εξέταση των μεγάλων ψυχοθεραπευτικών σχολών, έτσι, μπορεί να βγουν πολύτιμα χαρακτηριστικά τα οποία θα παραπέμπουν στη συνέχεια —αυτό είναι το εκπληκτικό— στη θεολογική εμπειρία.
Μαρία Δόικου:

Ναι, ναι, ναι. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Όποιος θέλει να το δει, πρέπει να δει το βιβλίο.
Θεολογική εμπειρία. Γίνετε πιο αναλυτικός.
π. Ν. Λουδοβίκος
:
Στην εμπειρία του Θεού. Όπως κωδικοποιείται στις θεολογίες. Επίσης και οι θρησκείες παίζουν ρόλο γενικά.
Μαρία Δόικου:
Μισό λεπτό, γιατί τα προσπερνάτε γρήγορα, επειδή για εσάς, όχι σχεδόν, είναι αυτονόητα, αλλά για τους τηλεθεατές νομίζω ότι χρειάζεται λίγη δουλειά.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Χρειάζεται δουλειά, ναι.
Μαρία Δόικου:

Λέτε «θεολογική εμπειρία». Ωραία. Η σχέση με τον Θεό. Όμως, ακούγοντας ένας άνθρωπος που δεν ξέρει, με το που ακούει «θεολογική εμπειρία», αμέσως στο μυαλό του πηγαίνει σε αυτό που ένας άγιος βιώνει τη στιγμή κατά την οποία συνδέεται με τον Θεό.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Αυτό το λέτε εσείς. Ευτυχώς το λέτε, γιατί οι πιο πολλοί αντιστρόφως νομίζουν ότι είναι κακές κουβέντες που λένε οι παπάδες και οι θεολόγοι. Δηλαδή ότι είναι ουσιαστικά μια αυθαίρετη, ξέρω ’γω, λογολαγνεία περί Θεού.
Είναι σωστό αυτό που λέτε. Η θεολογία είναι μια στάση συμμετοχής.
Μαρία Δόικου:
Βέβαια. Να μην ξεχαστεί κι αυτό. Γι’ αυτό εκδηλώνεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον το τελευταίο διάστημα. Η ταινία του Αγίου Παϊσίου, η οποία προβάλλεται στους κινηματογράφους αυτή την περίοδο και μέχρι τον Μάρτιο, και η τηλεοπτική σειρά που προηγήθηκε, είχαν τεράστια απήχηση. Δηλαδή άγγιξαν πολλούς ανθρώπους και τους έβαλαν σε έναν διάλογο με τον εαυτό τους για το τι πάει καλά και το τι δεν πάει καλά με τον εαυτό τους.
Και είδε εκεί μέσα ο καθένας μας κάτι απλές συμβουλές. Απλές, πολύ απλές. Δεν χρειάζεται να κάνεις βαθύ στοχασμό γι’ αυτό το πράγμα. Απλές συμβουλές, στις οποίες μπορεί ο καθένας μέσα του να ακολουθήσει και να έχει αυτή την εμπειρία που είχε και ο ίδιος.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Μάλιστα.
Μαρία Δόικου:

Όμως, όταν πας σε αυτές τις απλές συμβουλές στην καθημερινότητα της εφαρμογής, βλέπεις ότι όχι μόνο δεν είναι απλές. Είναι τρομακτικά δύσκολες και πολύ βαθιές, και χρειάζεται σκάψιμο τρομερό του εαυτού σου για να φτάσεις στο σημείο να έχεις αυτή την εμπειρία για την οποία εμείς τώρα συνομιλούμε.
Ο άνθρωπος φοβάται, πατέρα Νικόλα. Φοβάται να αναμετρηθεί με αυτό το πράγμα. Γι’ αυτό και το απωθεί.
π. Ν. Λουδοβίκος:
Φοβάται να μη χάσει τα κεκτημένα της φιλαυτίας του. Αλλά δεν καταλαβαίνει ότι η φιλαυτία τον σκοτώνει. Αυτό που προσποιούμαστε. Αυτό μας σκοτώνει.
Μαρία Δόικου:
Εγώ θέλω να είμαι πιο διαλλακτική με αυτό. Είναι η φιλαυτία μόνο; Δεν είναι και ένας...
π. Ν. Λουδοβίκος:

Είναι η θεμελιώδης φιλαυτία. Γιατί ξέρετε τι είναι η φιλαυτία, μιλώντας οντολογικά; Είναι ακριβώς αυτό που λέω εγώ. Είναι ένας τρόπος αυτοκαθολικοποίησης. Δηλαδή είναι μια αυτοαναφορά.
Μαρία Δόικου:

Μόνο, ε; Υπάρχει μια αγαθή φιλαυτία, με την έννοια ότι είμαι δοσμένος στον εαυτό μου. Αγαπώ αυτό που είμαι. Αυτό είναι υγιές.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Αυτό δεν υπάρχει πουθενά. Εντάξει. Αν κάποιος πει ότι «εγώ εκτιμώ, μ’ αρέσει αυτό που είμαι, χαίρομαι γι’ αυτό που είμαι», εντάξει, δεν είναι καν ανθρώπινο αυτό.
Το θέμα είναι ότι, καθώς αυτό το πράγμα γίνεται μοναδική αρχή με την οποία κουμπώνω τα όντα και τα πράγματα και τους ανθρώπους, μεταβάλλεται σε κάτι τερατώδες. Δηλαδή γίνομαι ένας Προκρούστης, έτσι, όπως οι πιο πολλοί άνθρωποι, και λέω ότι τούτο εδώ είναι η πραγματικότητα. Πόση είναι τούτο εδώ; Το έχω στα χέρια μου. Τόση δα. Η πραγματικότητα είναι τόση. Ό,τι περισσεύει το κόβω. Ό,τι είναι μικρότερο, το εντώνω.
Και στην πραγματικότητα αποκτάει ο άνθρωπος με τη φιλαυτία —ναρκισσισμό, έλεγα— και αυτό το μέτρο σήμερα, μια εικόνα για τον εαυτό του, για το πρόσωπο, για την αλήθεια, για τον κόσμο, τερατωδώς περιορισμένη. Δεν είναι νοητή.
Μαρία Δόικου:
Και με τον τρόπο αυτό να υποφέρει. Αλλά και να κάνει κι άλλους να υποφέρουν δίπλα του.
Καλά, πατέρα Νικόλα, να πω κάτι. Ακόμη κι αν ένας άνθρωπος δεν ξέρει ότι έχει περιέλθει σε μια τέτοια κατάσταση, μόλις όμως το μάθει, μόλις το συνειδητοποιήσει, είναι εύκολο μετά αυτό το πράγμα να το σπάσεις; Πώς θα το σπάσεις; Εδώ είναι το στοίχημα. Και για έναν άνθρωπο ο οποίος θέλει να έχει με τον Θεό μια σχέση, είναι και το στοίχημα της ελευθερίας του και της πίστης του μαζί.
Όταν σου λέει ο Χριστός: σου χτυπάει κάποιος στο μάγουλο ένα χαστούκι. Έτσι; Και εσύ τι θα κάνεις; Γύρνα και το άλλο. Εδώ όλη η φιλαυτία είναι στο κόκκινο. «Μην το διανοηθείς. Χτύπησέ τον. Κάνε τουλάχιστον το ίδιο».
Μαρία Δόικου:
Άμα γυρίσουν και το άλλο, θα μας σκοτώσουν. Σήμερα απειλούνται συνεχώς παγκόσμιοι πόλεμοι. Πολλοί πόλεμοι απειλούνται συνεχώς, διότι οι άνθρωποι δεν εφαρμόζουν κανένας τίποτα από αυτά.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Το θέμα είναι ότι όταν κάνει το άλμα αυτό της πίστεως —που είναι άλμα πίστεως—, το λέει κάποιος που κρατάει το κλειδί της ζωής στα χέρια του. Είναι ο Θεός που μου το λέει. Για να δοκιμάσω να το κάνω. Παραδόξως, αποδεικνύεται...
Μαρία Δόικου:
Είναι λυτρωτικό όμως αυτό και στην προσωπική ζωή. Όσες φορές υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι το έκαναν, στην οικογενειακή ζωή τους, στην επαγγελματική ζωή τους, στην καθημερινότητά τους —δηλαδή αποφάσισαν κάτι ιδιωτικό, κάτι προσωπικό, να το ρίξουν πίσω και να υποστούν την ταλαιπωρία, τη δυσκολία του άλλου—, με έναν τρόπο...
π. Ν. Λουδοβίκος:

Το πρέπει και το κάνεις αυτό στο όνομα του Θεού. Δεν το κάνεις απλώς για να τον εντυπωσιάσεις ή να τον εξαπατήσεις, όχι, ή να τον κολακέψεις, όχι. Το κάνεις και σου στοιχίζει. Εκεί μέσα επεμβαίνει κάτι και τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Και όχι μόνο δεν χάνεις, αλλά κερδίζεις απέραντα. Και τον άλλον κερδίζεις και τον εαυτό σου κερδίζεις.
Μαρία Δόικου:

Συνταγή όμως δεν υπάρχει.
π. Ν. Λουδοβίκος:
Δεν είναι συνταγή, είναι μια πρόταση.
Μαρία Δόικου:
Εντάξει, εγώ κάνω το ίδιο, έρχονται όλοι δίπλα μου και εγώ σηκώνω το βάρος του σταυρού. Να ξανά εδώ τώρα. Δηλαδή σηκώνω την ευθύνη μου. Τέρμα η θυματοποίηση, δεν φταίτε εσείς, δεν φταίει κανένας. Ποιος φταίει; Εγώ φταίω. Αυτό το πράγμα είναι δυνατόν παράλογο.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Παραδόξως όμως μπορεί να χτίσει κοινωνία. Ενώ το άλλο δεν χτίζει κοινωνία.
Μαρία Δόικου:

Ναι, όντως. Δεν ξέρω αν ασχολείστε με τα social media, αλλά αν μπείτε στο TikTok...
π. Ν. Λουδοβίκος:
Δεν έχω χρόνο.
Μαρία Δόικου:
Δεν έχετε χρόνο. Αν μπείτε στο TikTok, αν μπείτε στο Facebook — στο Instagram όχι τόσο — θα δείτε εκατομμύρια βιντεάκια από ιερείς, οι οποίοι είτε είναι φτιαγμένα με AI, δηλαδή πρόσωπα τα οποία υποδύονται έναν ιερέα — δεν είναι ένας συγκεκριμένος, είναι κάποιος που γέννησε η τεχνητή νοημοσύνη — ή και πραγματικά πρόσωπα, να δίνουν συμβουλές για το πώς πρέπει να προσεγγίσεις τον Θεό.
Ας πούμε, άκουγα προχθές κάποιον ιερέα, έλεγε: «Σταματήστε να υπεραναλύετε τα πάντα. Μόλις το κάνετε, θα φωτιστεί η σκέψη σας από τον Θεό. Γιατί η υπερανάλυση, με όρους ψυχολογίας, η υπερανάλυση είναι κάτι το οποίο προέρχεται από τον διάβολο».
Πώς εσείς θα υποδεχόσασταν ένα τέτοιο βίντεο;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Δεν ξέρω τι βίντεο είναι αυτό. Οι άνθρωποι βγαίνουν και λένε ό,τι νομίζει ο καθένας σήμερα. Τα τεχνολογικά μέσα έχουν δώσει λόγο στον καθένα.
Μαρία Δόικου:
Εσείς δεν έχετε μπει στη διαδικασία να κάνετε ποτέ κάτι τέτοιο;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Ποτέ.
Μαρία Δόικου:
Είστε υπέρ ή κατά, καταρχάς, αυτού του πράγματος;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Θα σας πω κάτι. Το ίδιο το πράγμα αυτό θέλει προσοχή. Κάποτε έλεγα: για να μιλήσει κανείς δημόσια, πρέπει να είναι κάποιος. Δεν μπορεί να μιλεί ο οποιοσδήποτε. Σήμερα όλοι οι πάντες μιλούν δημόσια. Και επειδή ούτε την παιδεία έχουν, ούτε τον στοχασμό έχουν, ούτε την ευγένεια έχουν, ούτε το περιεχόμενο, ούτε τη σοβαρότητα, ούτε την εμπειρία, ούτε την κρίση, γι’ αυτό και διαβάζει κανείς τερατώδη πράγματα.
Ο καθένας που θέλει να λύσει το υπαρξιακό του πρόβλημα φτιάχνει ένα αυτό και βγαίνει και αρχίζει και λέει... Όπως έλεγε ο Μπουαλό, ένας πολύ μεγάλος Γάλλος συγγραφέας: «Πάντοτε ένας ανόητος θα βρει άλλους πιο ανόητους από αυτόν να τον θαυμάσουν». Έτσι παράγονται οι οπαδοί. Δεν είναι αυτό το πράγμα. Εντάξει; Μια σημαντικότητα προκύπτει από την ευτέλειά μας. Έτσι.
Βλέπει κανείς, και μετά βλέπει κανείς, ότι το τελευταίο μοντέλο που διαλέγει μια οικονομία της αυτοπαρουσίασης και της αυτογύμνωσης, της οικονομίας, έχει εκατομμύρια views από κάτω. Εκατομμύρια views.
Μαρία Δόικου:
Παρ’ όλα αυτά όμως, όταν ζεις σε μια τεχνολογημένη εποχή όπως είναι η δική μας, υπάρχει ένα δίλημμα από την πλευρά της Εκκλησίας: να μπούμε και εμείς μέσα σε αυτό ή να μην μπούμε; Και αν μπούμε, με ποιους όρους θα μπούμε; Θα μπορέσουμε να το ελέγξουμε ή δεν θα μπορέσουμε να το ελέγξουμε; Και θα έχουμε περιπτώσεις κάποιων οι οποίοι θα βγαίνουν και θα λένε, ξέρω εγώ, ο καθένας το δικό του.
π. Ν. Λουδοβίκος:
Αυτό σημαίνει σήμερα. Δεν μπορεί να το ελέγξει. Αλλά βέβαια εγώ θεωρώ ότι, στον βαθμό που έχουμε κριτήρια — κάποια κριτήρια, και πρέπει να φτιάξει κριτήρια ο καθένας — θα μπορέσει να απορρίψει, να δεχθεί πράγματα τα οποία για τον προάγοντα είναι ανόητα. Πρέπει να κοιτάμε πάντα ποιος είναι αυτός ο οποίος μιλάει, έτσι, και να βλέπουμε στη συνέχεια πού αποσκοπεί με αυτά.
Μαρία Δόικου:
Πάντως αυτό οδηγεί με κάποιο τρόπο σε μια ελαστικοποίηση, πώς να πω, σε μια στρογγίλεψη των γωνιών αυτής της αυστηρότητας από την οποία διέπεται η θρησκεία. Και όχι μόνο η θρησκεία.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Ναι.
Μαρία Δόικου:
Είναι σωστό αυτό. Και έρχεται υποτίθεται πιο κοντά στους ανθρώπους. Αλλά, επιστρέφοντας στο βιβλίο σας, σε αντίθεση προς μια αυταρχική πλευρά του χριστιανισμού, εσείς υποστηρίζετε τη θετική σημασία της επίγειας ζωής στο βίωμα της Ορθοδοξίας. Ποια είναι αυτή η σημασία; Είναι πάρα πολύ σημαντικό να μας το πείτε.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Μιλάμε για την έννοια του εαυτού. Δηλαδή ο εαυτός είναι κάτι που κατορθώνεται εδώ, με την έννοια της αναλογίας. Δηλαδή μια συνεργητική έννοια, η οποία περνάει μέσα από μια ειδική χρήση των δυνάμεων της ψυχής. Και εδώ προσπαθώ να εξηγήσω —και αλλού— ότι αυτό το πράγμα είναι μια οικονομία του εαυτού. Είναι ένας τρόπος...
Μαρία Δόικου:
Είναι ωραίο αυτό.
π. Ν. Λουδοβίκος:
Σωστό. Ο οποίος όμως, με τον τρόπο αυτό, χτίζεται στη ζωή αυτή. Και βέβαια ηχεί στην αιωνιότητα. Αλλά το ζήτημα είναι ότι το σημαντικό είναι να έχουμε από τη ζωή αυτή την αίσθηση και της πραγματικότητας.
Μαρία Δόικου:
Ένας χριστιανικός εαυτός είναι αποτέλεσμα άσκησης ή χάριτος;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Και τα δύο. Η άσκηση είναι η προαίρεση. Είναι δίκαιο αυτό. Είναι δίκαιο να υπάρχει Θεός, και Θεός είναι αγάπη. Ο Θεός δίνει πράγματα που είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά τα οποία αξίζουν να δοθούν. Μιλήσατε για τον πατέρα Παΐσιο, τον οποίο ξέρετε καλά ότι γνώριζα.
Μαρία Δόικου:
Έχω στο αρχείο φωτογραφία.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός... Η άσκησή του ήταν να δείξει την προαίρεσή του, αυτή την αφιέρωση, την αγάπη, την κοινωνία. Και μετά ο Θεός οικοδομούσε πράγματα που ήταν υπερφυσικά πάνω του. Δεν ήταν φυσικά. Τα γνώρισα κι εγώ. Μπορώ να το πω. Χιλιάδες άνθρωποι τα λένε σήμερα. Και απορώ μερικές φορές, παρ’ όλο ότι εγώ, βλέπετε, προχωρώ στον στοχασμό, έτσι, δεν μένω σε αυτά.
Μαρία Δόικου:
Κάτι το οποίο ο ίδιος είχε προβλέψει για εσάς. Να το πούμε και αυτό.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Το θέμα είναι το εξής. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος έτσι πρέπει. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει να προχωρήσει στοχαστικά. Δεν είναι απλώς ένα ον το οποίο εντυπωσιάζεται. Εντάξει; Και στον Χριστό πρέπει να προχωρήσεις από το γεγονός του Χριστού. Τα θαύματα, έτσι, τι κάνουν; Ουσιαστικά πραγματοποιούν τη διδασκαλία Του. Και είναι αυτό το σημαντικό. Ένας τρόπος ύπαρξης, ζωής, θανάτου, σκέψης. Αυτό είναι το σημαντικό.
Γι’ αυτό και ο εύκολος εντυπωσιασμός είναι κάτι που είναι ένα πολύ ασήμαντο βήμα. Πρώτο βήμα. Και δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η στοχαστική, ας πούμε, και η πνευματική ζύμωση. Μόνο αυτά τα πράγματα.
Μαρία Δόικου:
Τι μπορούμε να πούμε; Ότι ζούμε μια κρίση πίστης ή μια κρίση ανθρωπολογίας;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Και τα δύο. Ζούμε μια τεράστια κρίση ανθρωπολογίας σήμερα. Τεράστια όμως κρίση. Μόλις χθες είχα μια εκπομπή στην Ακαδημία του Βόλου, συζήτηση με κάποιον πολύ ειδικό για τα θέματα αυτά.
Σήμερα έχουμε την τρομερή ανάγκη —και θα την έχουμε όλο και πιο πολύ στα επόμενα χρόνια— να ορίσουμε το ανθρώπινο. Όταν η Σαουδική Αραβία δίνει ιθαγένεια σε ένα ρομπότ, όταν ο Καναδάς συζητά πολύ σοβαρά να δώσει ατομικά δικαιώματα, ατομικά νομικά δικαιώματα, όπως εσείς, όπως εγώ, όταν η Αλβανία έχει εγκαταστήσει στη θέση ενός υπουργού ένα ρομπότ, χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα... για να αντιληφθεί ότι θα τεθεί το ερώτημα περί του ανθρώπινου πάρα πολύ γρήγορα.
Γιατί τι θα τεθεί πραγματικά; Αν δεν τεθεί αυτό το ερώτημα, είμαστε χαμένοι. Είμαστε χαμένοι.
Μαρία Δόικου:
Σε μια άλλη εκπομπή, μου έκανε εντύπωση αυτό, γιατί... ένα podcast που έκανα τελευταία με κάποιον αξιόλογο, και είχε πολλές από κάτω σχόλια. Εγώ τα σχόλια προσπαθώ, εντάξει, μερικές φορές τα κοιτάζω —γιατί δεν ήταν πολλά και δεν γινόταν διάλογος. Μου έγραφε λοιπόν μία κυρία, επειδή εγώ είπα κάποια στιγμή: «Κοιτάξτε, το ζώο ψοφά. Ο άνθρωπος πεθαίνει». Με την έννοια ότι στον άνθρωπο ο θάνατος είναι παρών. Το ζώο αποφεύγει βέβαια τον θάνατο, εάν το κυνηγάς θέλει να φύγει, αλλά δεν ζει τον θάνατο. Καταλάβατε; Σε εμάς ο θάνατος είναι παρών σε κάθε στιγμή της ενήλικης ζωής μας, ως ένα γεγονός στο οποίο απαιτείται απόλυτη, ας πούμε, προσοχή και νοηματοδότηση. Δεν είναι; Ζω με τον θάνατό μου πολύ προτού πεθάνω.
Λοιπόν, το άκουσε αυτό η κυρία και μου γράφει από κάτω: «Λοιπόν, θα ψοφήσεις εσύ, όχι τα σκυλιά μου. Τα σκυλιά μου πεθαίνουν». «Βρε», μου λέει, «δεν καταλαβαίνεις ότι και τα σκυλιά και εμείς είμαστε όλοι εικόνες Θεού από τον Θεό;»
π. Ν. Λουδοβίκος:

Καταλάβατε; Δηλαδή, εντάξει, αυτή η καημένη μου —να ξέρετε— για τα σκυλιά της, τα σκυλιά της είχαν μια τεράστια αξία γι’ αυτήν. Μιλούσε μαζί τους, έκανε μια εξομολόγηση, τραγουδούσαν, γελάνε, ξέρω ’γω τι κάνανε μαζί. Το θέμα είναι ότι ξεκάθαρα αποδίδει ανθρωπολογικό περιεχόμενο στα σκυλιά και ζωολογικό περιεχόμενο σε μένα.
Μαρία Δόικου:

Ναι, ναι, ναι. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, πατέρα Νικόλα.
π. Ν. Λουδοβίκος:

Λοιπόν, αυτό με τις μηχανές... Οι μηχανές, οι οποίες συνδέονται με τα ζώα... με τις μηχανές θα συμβεί κατά κόρον πλέον. Διότι ο άλλος θα χειρίζεται, θα βλέπει ότι η σχέση του με το μηχάνημα είναι τέτοια: τον βοηθάει, τον σώζει, τον ικανοποιεί, τον χαροποιεί. Θα το θεώσει. Πάντως θα είναι ο έτερος πόλος. Δηλαδή ουσιαστικά θα γίνει το «συ» του, το εγώ θέλει ένα «συ».
Δηλαδή το ερώτημα θα είναι αν θα συνεχίσουμε να λέμε ναι στον άνθρωπο. Αν θα συνεχίσουμε να ξέρουμε τι είναι ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού και ως αιώνια ύπαρξη. Αυτά θα τεθούν σύντομα. Τίθεται ήδη με οξύτατο τρόπο.
Μαρία Δόικου:
Έλεγε ο άγιος Μάξιμος: «Ο άνθρωπος είναι άλλος χωρίς καθρέφτη του». Εσείς τι προβλέπετε βάσει των δικών σας εμπειριών;
π. Ν. Λουδοβίκος:
Εγώ προβλέπω ότι θα υπάρξει μεγάλο μακελειό. Αλλά κάποια στιγμή, μέσα από πολύ μεγάλη αγωνία, δεν είναι... θα φτάσουμε να βλέπουμε πράγματα που τα χάσαμε από την οπτική μας για καιρό πολύ.
Μαρία Δόικου:

Κλείνοντας, πρέπει οπωσδήποτε να περιγράψουμε τον χριστιανικό εαυτό σε μια πρόταση, και θα ήθελα να το κάνετε εσείς, ώστε να εντυπωθεί στους τηλεθεατές και στις τηλεθεάτριες. Τι είναι ο χριστιανικός εαυτός;
π. Ν. Λουδοβίκος:

Είναι ο εαυτός εκείνος ο οποίος χρησιμοποιεί το γεγονός της σάρκωσης του Θεού για να αναπτύξει την κοινωνία του με το άκτιστο με έναν τρόπο αναλογικό. Δηλαδή να προχωρεί προς το άκτιστο όλο και περισσότερο, και με τον τρόπο αυτό να προχωρεί και προς τους άλλους ανθρώπους, προς τα άλλα όντα, με τη δημιουργία, και να γίνεται με έναν τρόπο πανάνθρωπος χωρίς να χάνει τον εαυτό του και τους άλλους. Καταλάβατε;
Εγώ υποστηρίζω ότι αυτό είναι επιδίωξη οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμα κι αν δεν είναι χριστιανός. Αλλά έχω την εντύπωση ότι μέσω αυτού του χριστιανισμού για τον οποίο μιλάω εδώ —όχι οποιουδήποτε χριστιανισμού— αυτό το πράγμα είναι πολύ ευκολότερο.
Μαρία Δόικου:
Φυσικά. Και μας έχετε ανάψει μια σπίθα για να διαβάσουμε. Εγώ, εντάξει, έχω φτάσει στη μέση, να πω και την αλήθεια μου, δεν κατάφερα, δεν πρόλαβα να το διαβάσω όλο. Δεν είναι και εύκολο. Αν κατάλαβα ό,τι κατάλαβα, συγχωρέστε με, δεν είμαι και Νικόλαος Λουδοβίκος.
Αλλά σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι μας δώσατε το έναυσμα για να διαβάσουμε, να καταλάβουμε κάποια πράγματα βαθύτερα. Αλλά αυτό προϋποθέτει, κυρίες και κύριοι, ηρεμία, γαλήνη και επιλογή να πάμε τον εαυτό μας παρακάτω. Δεν χρειάζεται να ενδίδουμε συνεχώς σε όλη αυτή την ευκολία που μας προσφέρει το κινητό μας τηλέφωνο, μέσα από το TikTok, το Facebook και τα άλλα social media, τα οποία ξέρω πολύ καλά ότι αγαπάτε, και να περιοριζόμαστε στο να μάθουμε κάτι σκρολάροντας στο κινητό, μέσα σε δευτερόλεπτα, τη μια πληροφορία και τη μια εικόνα μετά την άλλη.
Αυτό που κάνετε είναι ένα σαχλαμάρισμα στο κεφάλι σας —συγγνώμη, είναι και η ταπεινή μου άποψη— που τελικώς, όταν κλείνετε το κινητό, δεν σας έχει μείνει και τίποτα και δεν θυμάστε και τίποτα από όλα αυτά τα οποία πέρασαν από μπροστά σας. Αυτά ίσως να τα θυμηθεί ο εγκέφαλος το βράδυ που κοιμάται, λένε οι ψυχολόγοι, και να κάνει εφιάλτες. Αλλά σε κάθε περίπτωση έτσι ένας άνθρωπος δεν καλλιεργεί τον πνευματικό του κόσμο. Οι άνθρωποι σήμερα, σαν περιηγητές, περιηγούνται. Δεν έχουν τα αξιοθέατα.

Θέλω να σας ευχαριστήσω πάρα πολύ που είστε κοντά μας, να μιλήσουμε για τη δημιουργία του χριστιανικού εαυτού. Ξέρω ότι είναι ένα δύσκολο θέμα. Ελπίζω να το κατανοήσατε, να το απολαύσατε. Και ό,τι απορίες έχετε, βεβαίως μπορείτε να τις διατυπώσετε μέσα από ερωτήματα που μπορείτε να απευθύνετε στο email μας.
Να σας πω, κυρίες και κύριοι, ότι οι Αναλογικές ταυτότητες δεν είναι απλώς ένα βιβλίο θεολογίας. Είναι μια τολμηρή απόπειρα να ξανασκεφτούμε τον ίδιο τον άνθρωπο σε μια εποχή που ο εαυτός συχνά ταυτίζεται με τη δύναμη, την αυτάρκεια και την προβολή. Εδώ ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος μάς υπενθύμισε ότι το νόημα δεν γεννιέται στην απομόνωση αλλά γεννιέται στη σχέση. Είναι ένας λόγος απαιτητικός αλλά βαθιά υπαρξιακός. Και προτείνει όχι μια ιδεολογία αλλά έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ριζικό μήνυμα και της βραδιάς: ότι ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται μόνος του. Το ερώτημα μένει ανοιχτό και αφορά τον καθένα μας. Καλό σας βράδυ.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Αμφιβολία για το «όρο» πρόσωπο και δημιουργία της «έννοιας» πρόσωπο.
Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (Χ)

Οι Λατίνοι δεν μπήκαν στο κόπο να εμβαθύνουν την «έννοια» η οποία θα έπρεπε να συσχετιστεί με τον «όρο» Persona, αυξάνοντας τοιουτοτρόπως όλα όσα είχαν κατακτήσει με τον Τερτυλλιανό, στον νέο ορίζοντα που άνοιξε το «ομοούσιος» της Νίκαιας. Αυτό το έλλειμμα, που άρχισε να γίνεται ορατό στο Τριαδικό δόγμα, έγινε οφθαλμοφανές στην Χριστολογία. Διότι ένα πράγμα είναι να απαριθμήσουμε με τον όρο πρόσωπο τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, εντελώς άλλο πράγμα είναι να κατανοήσουμε την ενσάρκωση η οποία επραγματοποιήθη στην ενότητα ενός προσώπου, άλλο πράγμα είναι επιπλέον να κατανοήσουμε ποια περιεχόμενα περιγράφονται με τον όρο πρόσωπον και στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε πως πολλά πρόσωπα είναι μόνον μία ουσία, του Θεού; Πώς μπορούμε δε αμέσως μετά να κατανοήσουμε πως δύο ουσίες, η θεία και η ανθρώπινη, συναποτελούν μόνον ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου;

Μια κάποια απάντηση δόθηκε στη Δύση κατ’ αρχάς από τον Βοήθιο στον έκτο αιώνα και τελειοποιήθηκε στην Σχολαστική θεολογία, παρότι ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα ο Αυγουστίνος είχε προσφέρει εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν στον όρο Persona να αποκτήσει μια τόσο πολύτιμη σημασία, η οποία διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα!

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.

Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο του Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Κάποια στιγμή βεβαίως δια χειρός Θωμά Ακινάτη, το πρόσωπο θα συνδυαστεί τόσο καλά με την σχέση που θα μπορεί και να αντικαθιστά το ένα το άλλο στην κοινή τους έννοια. Ο Ακινάτης θα δηλώσει ευθαρσώς πως το πρόσωπο στον θεό δεν είναι «σχετικό» αλλά είναι μια πραγματική και αυτόνομη σχέση. Ο όρος πρόσωπο ορίζει την σχέση «όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης, αλλά με τον τρόπο της ουσίας» (Summa Theol. I, q.29, a.4, ad.1).

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπου. Δεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

Με τον Αυγουστίνο λοιπόν εμφανίζεται στην Ιστορία μια καινούργια έννοια του ανθρώπου. Αυτή η ανθρωπολογική στροφή συνδυάζεται με την ανάλυση της συνειδήσεως στο De Trinitate και με την θεολογική στροφή που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο. Όταν μετά από αιώνες, αυτή η έννοια θα ανθίσει στο καρτεσιανό cogito, όταν δηλαδή πρόσωπο θα σημάνει πλέον αυτοσυνειδησία, η κληρονομιά του Αυγουστίνου θάχει προκαλέσει τα πιο εκπληκτικά αποτελέσματα. Ερευνώντας μέσα στην δομή της ψυχής την εικόνα της Αγίας Τριάδος, δεν θεμελίωσε μόνον το θεολογικό δόγμα της σχέσης και εκείνο του Λόγου, δεν πρόσφερε στον Μυστικισμό τους τρόπους έκφρασης με τους οποίους μπορούσε να εκφράσει τις εμπειρίες του, αλλά απεκάλυψε μια εσωτερικότητα η οποία από τον Καρτέσιο στον Πασκάλ, από τον Κίρκεγκαρντ στον Χούσσερλ θα προσπαθεί, ακολουθώντας τον δάσκαλό της, να αποκαλυφθεί με την σειρά της!

Η καταστροφική αφαιρετική θεολογία του Λεοντίου του Βυζάντιου.

ο Κύριλλος είχε ανοίξει την πόρτα της αφαίρεσης, καθώς εννόησε το ομοούσιος με την έννοια του ομογενής. Έτσι ο Υιός είναι ομογενής του Πατρός, δηλαδή ομοούσιος. Ο Υιός, ο οποίος έρχεται από την ουσία του Θεού Πατρός δεν μπορεί να είναι έτερος, ξένος απ' Αυτόν που τον γέννησε, αλλά είναι ομοούσιος μ' Αυτόν, με καλές σχέσεις και ομοφυής. Οπωσδήποτε η ταυτότης τής ουσίας παίζει και εδώ τον ρόλο της, αλλά αυτή η αλήθεια εξαρτάται πλέον από μια αφαίρεση, έρχεται σαν συμπέρασμα και δεν δίνεται κατευθείαν από τον όρο ομοούσιος, όπως στην εποχή του Μ. Αθανασίου.

Τοιουτοτρόπως το ομοούσιος αρχίζει να χρησιμοποιείται στην Χριστολογία! «Ομοούσιος με τον Πατέρα όσον αφορά την θεότητα και ομοούσιος με μας όσον αφορά την ανθρωπότητα». Ο Κύριλλος ξανά, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ομοούσιος στον ίδιο λόγο, για να εκφράσει τόσο την ταυτότητα της ουσίας με τον Θεό, όσο και την ομοιότητα της ουσίας με τους ανθρώπους. Το ομοούσιος γίνεται ένας όρος γενικός, για κάθε χρήση.

Η συμμετοχή του Αγίου Μαξίμου στην αφηρημένη έννοια τής ουσίας, δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους άνδρες της εποχής του!

Ο Άγιος Μάξιμος εξισώνει πολύ συχνά ουσία και είδος και την διακρίνει από την υπόσταση λέγοντας πώς αυτός ο τελευταίος όρος δείχνει μια ειδική περίπτωση όπου ενσωματώνεται η ουσία ή το είδος. Αποδίδει ακόμη και στον Χριστό δύο ουσίες (οpusc., 77B).

Δέχεται εξάλλου έναν ορισμό της ουσίας, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, κατά τον οποίο η ουσία είναι ένα πράγμα που υφίσταται μ' έναν αυτόνομο τρόπο και είναι ανεξάρτητο ως προς την ύπαρξή του από άλλα αντικείμενα. Ενώ για τους πατέρες είναι η φύσις αυτή πού αποδίδεται σαν κατηγόρημα σε πολλά διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα το ένα από το άλλο ως προς την υπόσταση.

Γνωρίζει πολύ καλά τον ορισμό της ουσίας από τον Πλάτωνα, σαν ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πράγμα, αλλά προτιμά να ερμηνεύσει την ουσία με την Αριστοτελική έννοια της αφηρημένης καθολικότητος!

Όπως είδαμε στα προηγούμενα, εξισώνοντας την Χριστολογία με την “θεολογία” το τριαδικό δόγμα κατεκλύσθη από αφαιρέσεις.

Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΛΟΙΠΟΝ. ΠΙΣΤΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟΠΟΝ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ

Χρυσόστομος: Γι’ αὐτὸν ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ δὲν μετανοεῖ, δὲν εἶναι ἀσφαλὲς οὔτε καὶ στὴν γιορτὴ νὰ κοινωνήσει!

 

                                           Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου 

«Ὅμως σήμερα πολλοὶ πιστοὶ ἔφθασαν σὲ τέτοια ἀπερισκεψία καὶ καταφρόνηση, ὥστε ἐνῷ εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ μύρια ἁμαρτήματα καὶ δὲν ἔχουν καμία πνευματικὴ ἐπιμέλεια, ὅπως νά ‘ναι προσέρχονται κατὰ τὶς ἑορτὲς στὴν Ἁγία Τράπεζα, καὶ δὲν ξέρουν ὅτι ὁ κατάλληλος καιρὸς τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ὁ ἐρχομὸς τῆς γιορτῆς καὶ τῆς πανήγυρης, ἀλλὰ ἡ καθαρὴ συνείδηση καὶ ἡ ζωὴ χωρὶς ἁμαρτήματα.
Καὶ ὅπως γιὰ ἐκεῖνον ποὺ βλέπει πὼς ἡ συνείδησή του δὲν τοῦ καταμαρτυρεῖ κάτι φαῦλο, μπορεῖ κάθε ἡμέρα νὰ κοινωνεῖ, ἔτσι καὶ γι’ αὐτὸν ποὺ εἶναι δεμένος ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του καὶ δὲν μετανοεῖ, δὲν εἶναι ἀσφαλὲς οὔτε καὶ στὴν γιορτὴ νὰ κοινωνήσει.
Τὸ νὰ κοινωνάμε μία φορὰ τὸ χρόνο, δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά μας, ἂν ἀνάξια προσερχόμαστε, ἀλλ’ αὐτό μᾶς καταδικάζει τεράστια, διότι... καὶ τὴν μία φορὰ ποὺ προσερχόμαστε εἶναι κι αὐτὴ ἀνάξια.
Γι’ αὐτό σᾶς παρακαλῶ ὅλους σας νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ Θεῖα Μυστήρια ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ σᾶς ὠθεῖ ἡ γιορτὴ· ἀλλὰ ὅταν πρόκειται νὰ συμμετάσχετε στὴν ἁγία αὐτὴ προσφορά, ἀπὸ μέρες πρὶν νὰ καθαρίζετε τοὺς ἑαυτούς σας μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ μὲ τὴν ἀσχολία στὰ πνευματικά, καὶ νὰ μὴν ξαναγυρίζετε πάλι στὶς ἴδιες ἁμαρτίες σας, σὰν τὸ σκυλὶ ποὺ γυρίζει πίσω καὶ τρώει τὸν ἐμετό του...».

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 29

Συνέχεια από Σάββατο 28. Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 29

Του M. Scott Peck

Μέρος ΙI: Beccah

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Υπάρχει ένα είδος άτυπου «δικτύου» επικοινωνίας μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που μπορεί να εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα — αν και σε αυτή την περίπτωση αρκούσαν εκατό μίλια. Έτρωγα μεσημεριανό με μια στενή φίλη και συνάδελφο έναν χρόνο πριν αρχίσω να εργάζομαι πάνω σε αυτό το βιβλίο. Πάνω από τις σαλάτες μας, ενώ ακόμη κάναμε χαλαρή κουβέντα, μου είπε:

«Α, είμαι αρκετά καλή φίλη με έναν ψυχίατρο στη Νέα Υόρκη που είχε αναλάβει μια δική σου ασθενή. Κάποια στην οποία είχες επενδύσει πολύ. Θεέ μου, πάει καιρός. Δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια ίσως. Armitage. Rebecca Armitage. Ναι, αυτό ήταν το όνομα της ασθενούς σου. Ο φίλος μου τη φρόντισε πολύ ήπια — μέχρι που πέθανε.»


Ένιωσα ένα πολύ σύντομο σοκ ακούγοντας ότι η Μπέκα είχε πεθάνει, αλλά δεν μου προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη. Αυτή η λαμπρή γυναίκα, που είχε γεννηθεί μέσα στις σκιές, ήταν σχεδόν καταδικασμένη να παραμείνει αιχμάλωτη του πνεύματος του θανάτου.
«Ξέρεις, νομίζω ότι θα γράψω ένα βιβλίο που εν μέρει θα αφορά αυτή την ασθενή», της είπα. «Μήπως έχεις πρόχειρα τη διεύθυνση ή το τηλέφωνο του φίλου σου;»


Η συνάδελφός μου τα είχε και μου σημείωσε το όνομα και τον αριθμό του. Παρότι την ευχαρίστησα θερμά, μάλλον δεν είχε ιδέα πόσο ευγνώμων ήμουν που έμαθα αυτά τα στοιχεία. Τον κάλεσα αργότερα το ίδιο απόγευμα. Ήταν απασχολημένος, αλλά κανονίσαμε ένα τηλεφωνικό ραντεβού για το ίδιο βράδυ.
Ξεκίνησα τη συνομιλία λέγοντάς του ότι η συνάδελφός μου με είχε ενημερώσει πως πιθανότατα είχε θεραπεύσει πριν χρόνια μια ασθενή μου, τη Μπέκα Armitage — και μάλιστα ότι τη φρόντισε με ιδιαίτερη καλοσύνη.

Ο δρ. Ruben απάντησε αμέσως:
«Α, είστε εσείς ο ψυχίατρος που έκανε τον εξορκισμό σε εκείνη;»

Αναγνώρισα ότι ήμουν εγώ και του είπα ότι μάλλον θα με θεωρούσε αρκετά παράξενο.

«Λοιπόν», είπε, «οι παράξενοι άνθρωποι είναι συχνά εκείνοι που μας οδηγούν στα παράξενα μέρη από τα οποία πρέπει να μάθουμε. Σίγουρα εγώ δεν γνωρίζω τίποτα για αυτές τις ιστορίες περί δαιμονισμού και εξορκισμού, αλλά εκείνη δεν ήταν καθόλου ανόητη και σας θαύμαζε πολύ. Μου είπε ότι δεν ήταν δαιμονισμένη όταν τη γνώρισα και δεν το διερεύνησα περαιτέρω. Μου φάνηκε μια πολύ άρρωστη γυναίκα, αλλά με έναν τρόπο που δεν μπορούσα ποτέ να προσδιορίσω ακριβώς. Ίσως θα έπρεπε να είχα επικοινωνήσει μαζί σας για να μάθω περισσότερα για αυτή την υπόθεση του εξορκισμού, αλλά αποφάσισα ότι αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν κάποια βαθιά θεραπεία — μόνο υποστηρικτική θεραπεία. Δεν ήταν μόνο ψυχικά άρρωστη, ξέρετε, αλλά έπασχε και από οστεομυελίτιδα.»

«Ναι, το γνωρίζω», είπα. «Και είναι τρομερή ασθένεια. Υποθέτω ότι απλώς χειροτέρευε όλο και περισσότερο, όπως συμβαίνει με πολλούς ασθενείς.»
«Ναι», απάντησε ο δρ. Ruben, «και στο τέλος την σκότωσε. Περίπου τρία χρόνια αφότου άρχισα να τη βλέπω. Πολύ θλιβερό. Πολύ επώδυνο.»

«Άρα ήταν αυτό και όχι αυτοκτονία;» ρώτησα.


«Ποιος μπορεί να πει; Πέθανε στο σπίτι της. Είχε αρκετή μορφίνη για να σκοτώσει ένα ολόκληρο τάγμα. Και τη χρειαζόταν. Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε νεκροψία για να διαπιστώσουμε αν τα επίπεδα μορφίνης στο αίμα της ήταν θανατηφόρα. Αλλά κανείς στο νοσοκομείο, ούτε κι εγώ, δεν θεώρησε ότι άξιζε να διερευνηθεί. Θα πέθαινε πολύ σύντομα και πολύ οδυνηρά, έτσι κι αλλιώς.»

Εξήγησα στον δρ. Ruben ότι έγραφα ένα βιβλίο σχετικά με το δύσκολο ζήτημα της δαιμονικής κατοχής και ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω την περίπτωσή της ως μία από τις κλινικές μου μελέτες. Αυτός ήταν ο λόγος που ήμουν τόσο ευτυχής που κατάφερα να τον εντοπίσω.


«Στο βιβλίο, φυσικά, δεν θα χρησιμοποιήσω το πραγματικό σας όνομα. Υπάρχει κάτι άλλο», τον ρώτησα, «που γνωρίζατε γι’ αυτήν — κάποια άλλη εμπειρία που είχατε μαζί της — που θα μπορούσε ενδεχομένως να μου φανεί χρήσιμη;»
«Ω, ναι», απάντησε. «Όταν πέθανε, ανησύχησα για την κόρη της. Δεν είχα γνωρίσει ποτέ την κόρη της — Catherine, νομίζω λεγόταν — αλλά ένιωσα ότι της το όφειλα, ίσως και στον Θεό, ποιος ξέρει, να πάω στο πανεπιστήμιό της για να βεβαιωθώ ότι θα τη φρόντιζαν. Βρήκα την Catherine. Φαινόταν να τα πηγαίνει καλά, δεδομένων των περιστάσεων. Συνάντησα επίσης τη θεία της, που είχε έρθει να την πάρει μαζί της. Ήταν αδελφή της Μπέκα. Νομίζω λίγα χρόνια μεγαλύτερη. Μου φάνηκε πολύ καλή γυναίκα. Καθίσαμε και μιλήσαμε. Τότε έμαθα ότι σχεδόν όλα όσα μου είχε πει η Μπέκα στα τρία χρόνια που δούλευα μαζί της ήταν ψέματα. Τρία χρόνια — και δεν ήξερα καν γιατί είχε ανάγκη να λέει ψέματα. Υποθέτω ότι δεν είμαι και πολύ καλός ψυχίατρος.»


«Καθόλου», είπα με κατανόηση. «Οι περισσότεροι ψυχίατροι δεν είναι αρκετά έξυπνοι για να παραδεχτούν ότι πίστεψαν τα ψέματα ενός ασθενούς. Η ταπεινότητα απαιτεί ένα ιδιαίτερο είδος ευφυΐας. Και το να πάτε να δείτε την κόρη της απαιτούσε αγάπη. Όχι, δρ. Ruben, σας θαυμάζω πολύ. Ήταν τυχερή που σας είχε.»

Αν μπορούσα να το ξανακάνω, δεν θα το έκανα.

Δεν πιστεύω ότι φέρθηκα καλά στη Μπέκα. Όπως και με κάποιους άλλους ασθενείς μου, άξιζε έναν ψυχίατρο που να μην βρίσκεται ταυτόχρονα σε περιοδείες διαλέξεων, διαρκώς βιαστικός, προσπαθώντας να ισορροπήσει δύο καριέρες ταυτόχρονα. Επίσης πιστεύω ότι ήμουν πολύ κοντά της για να είμαι ο εξορκιστής της, έχοντας δουλέψει μαζί της για περισσότερο από ενάμιση χρόνο πριν ανακαλύψω την κατοχή της. Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν τηλεφώνησα στον Malachi Martin και να του ζητήσω να αναλάβει. Για κάποιο λόγο — ίσως λόγω της αυξανόμενης φήμης μου και του χειροκροτήματος του κοινού — νομίζω ότι εκείνη την περίοδο ήμουν αλαζόνας. Έτσι, αν μπορούσα να το ξανακάνω, σίγουρα δεν θα το αναλάμβανα εγώ.

Αλλά όσο περισσότερο σκέφτομαι την περίπτωσή της, δεν πιστεύω ότι θα την παρέπεμπα στον Malachi για εξορκισμό. Δεν νομίζω ότι ακόμη και ο καλύτερος εξορκιστής στον κόσμο (που υποθέτω ότι ήταν τότε ο Malachi) θα μπορούσε να την απελευθερώσει με τρόπο που να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη επιτυχία της θεραπείας. Νομίζω ότι ο εξορκισμός ήταν καταδικασμένος να αποτύχει μακροπρόθεσμα για δύο λόγους.

Ο πρώτος, όπως έχω ήδη αναφέρει, ήταν το βάθος της κατοχής της Μπέκα. Από μια γενική ψυχιατρική σκοπιά, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι όσο νωρίτερα στη ζωή συμβαίνει η κατοχή, τόσο βαθύτερη γίνεται. Η Jersey είχε καταληφθεί σε ηλικία δώδεκα ετών και είχε περίπου δεκαπέντε χρόνια για να συνεχίσει να συνεργάζεται και να επιτρέπει στην κατοχή της να εδραιώνεται όλο και περισσότερο.

Η Μπέκα, όπως γνωρίζαμε, είχε καταληφθεί το αργότερο μέχρι την ηλικία των πέντε ή έξι ετών και έτσι είχε πάνω από σαράντα χρόνια για να βαθύνει η κατοχή της την κυριαρχία της πάνω της. Σκεφτείτε τι θα κάνατε αν είχατε μόνο έναν φίλο για σαράντα χρόνια. Έναν φίλο να αγαπάτε και έναν να σας αγαπά, έναν φίλο που σας στήριξε μέσα από σαράντα χρόνια έντασης. Πιστεύετε ότι θα εγκαταλείπατε έναν τέτοιο φίλο απλώς για τον Jesus Christ, μόνο και μόνο επειδή μια ομάδα ανθρώπων ενώθηκε εναντίον σας, όσο λαμπρός κι αν ήταν ο εξορκιστής; Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να υπάρξει οποιοδήποτε είδος ευφυΐας ή λογικής που θα σας έπειθε;

Όχι, ποτέ δεν είδα τον Malachi Martin σε δράση. Μπορώ εύκολα να φανταστώ πόσο λαμπρός ήταν. Αλλά δεν νομίζω ότι ακόμη και ο Malachi θα μπορούσε να πείσει τη Μπέκα να επιλέξει μόνιμα έναν πιο φωτεινό δρόμο. Στην πραγματικότητα, η Μπέκα ήταν κάποια που βρισκόταν πολύ κοντά στο να είναι πλήρως κατειλημμένη. Αν και υποθέτουμε ότι η κατοχή της ξεκίνησε γύρω στα πέντε ή έξι, είναι εξίσου πιθανό να συνέβη πριν από τα δύο της χρόνια. Θυμηθείτε την ιστορία του μικρού παιδιού που είχε φύγει από το σπίτι χωρίς να μπορεί ακόμη να μιλήσει.

Ωστόσο, πρέπει εδώ να σημειώσω ότι δεν θα είχα καταλάβει πόσο κοντά βρισκόταν η Μπέκα στην πλήρη κατοχή αν δεν είχε γίνει ο εξορκισμός. Ακόμη και όταν αποτυγχάνουν, οι εξορκισμοί είναι διαγνωστικοί. Μόνο μέσα από έναν εξορκισμό αποκαλύπτεται πλήρως η αλήθεια.
Θα ήθελα ο Malachi να ζούσε ακόμη ώστε να μπορούσα να συζητήσω μαζί του για τη Μπέκα. Στη φαντασία μου, αν του είχα ζητήσει να αναλάβει την περίπτωσή της, αφού με άκουγε θα σήκωνε τους ώμους του και θα αρνιόταν. Νομίζω ότι θα είχε καταλάβει τη φύση της υπόθεσης πολύ πιο γρήγορα από εμένα. Δεν πιστεύω ότι θα με απέρριπτε με κάποια δικαιολογία· θα έλεγε απλώς: «Όχι, είναι πολύ προχωρημένη περίπτωση.»


Παρόλα αυτά, αν μπορούσα να το ξανακάνω, δεν θα την παρέπεμπα ούτε στον Malachi ούτε σε οποιονδήποτε εξορκιστή. Βλέπετε, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς δεν είχε οικογένεια, δεν είχε φίλους, δεν είχε δεσμούς. Δεν είχε απολύτως τίποτα από αυτό που σήμερα αποκαλούμε «σύστημα υποστήριξης». Η Jersey είχε ένα εξαιρετικό υποστηρικτικό περιβάλλον — γονείς, αδέλφια, σύζυγο και πεθερικά που την φρόντιζαν.

Αλλά η Μπέκα είχε μόνο τον σατανά.

Ένα πλάσμα που προσποιούνταν τον φίλο της, ένα πλάσμα που εκείνη πίστευε ότι ήταν φίλος της, ένας φίλος που δεν της ζητούσε χρήματα για «επισκέψεις», ένας αληθινός φίλος — ο μοναδικός της αληθινός φίλος: ο Σατανάς, το άλφα και το ωμέγα της.

Συνεχίζεται με

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
«Προοπτικές»

ΗΠΑ-ΕΕ, κάποτε υπήρχαν οι φίλοι και οι εχθροί

Lucio Caracciolo - 29 Μαρτίου 2026

ΗΠΑ-ΕΕ, κάποτε υπήρχαν φίλοι και εχθροί

Πηγή: La Repubblica

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίζονται για την επιβίωση. Και αποτινάζουν όλα τα ταμπού. Το κύριο και, για εμάς, το πιο ενδιαφέρον αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται με τον υπόλοιπο κόσμο: τέλος στις συμμαχίες, μόνο παροδικές, ρεαλιστικές, ευέλικτες μερικές ευθυγραμμίσεις.

Στην ομίχλη του πολέμου, χάνουμε από τα μάτια μας τη στρατηγική ρήξη που σημαδεύει την αμερικανική επανάσταση, την οποία ενσαρκώνει ο Τραμπ, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναχθεί στην χαρούμενη αδιαφορία του για την αρχή της μη αντίφασης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίζονται για την επιβίωση, αν όχι ως έθνος, τότε σίγουρα ως ανώτερη δύναμη. Για αυτόν τον λόγο, αποτινάζουν όλα τα ταμπού. Το κύριο και, για εμάς, το πιο ενδιαφέρον αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται με τον υπόλοιπο κόσμο: τέλος στις συμμαχίες, μόνο παροδικές, ρεαλιστικές, εξαιρετικά ευέλικτες μερικές ευθυγραμμίσεις. Αντίο, παράδειγμα φίλου-εχθρού.
Συγκεκριμένα: οι Ρώσοι δεν είναι πλέον αντίπαλοι, ούτε -αξιοσημείωτο!- οι Κινέζοι, που μέχρι χθες απεικονίζονταν ως στρατηγικός εφιάλτης. Παγκόσμια ειρήνη, λοιπόν; Αντίθετα: απεριόριστο χάος. Οποιοσδήποτε μπορεί να αποκαλυφθεί ως φίλος ή εχθρός σε αυτό ή εκείνο το ζήτημα, για αυτή ή εκείνη τη γεωπολιτική ή οικονομική διαμάχη. Το σκηνικό αλλάζει με το που θα ανοιγοκλείσει το μάτι ο Τραμπ, μόνο και μόνο για να ανταποδώσει χωρίς προειδοποίηση. Ρυθμίζουμε τα ρολόγια μας σε παράνομο χρόνο.
Μεταφορικά, είναι σαν η διεθνής σκηνή να έχει αραιωθεί σε διμερείς μονομαχίες ποικίλης έντασης. Αυτό συμβαίνει επειδή σε καταστάσεις ένας προς έναν, είμαστε και πάντα θα είμαστε οι ισχυρότεροι, εξηγούν οι Σόλωνες από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Αυτή η μετατόπιση μας επηρεάζει στενά. Η Ιταλία έχει χτίσει τον τρόπο ύπαρξής της στον κόσμο με βάση την εγγύηση της αμερικανικής ασφάλειας που έχει υπογράψει το ΝΑΤΟ. Χωρίς αυτή την υποτιθέμενη ομπρέλα, βρισκόμαστε στο μηδέν. Εκτεθειμένοι σε οποιαδήποτε κακόβουλη εισβολή από αρπακτικά, συμπεριλαμβανομένων αρκετών «συμμάχων», που μας εξετάζουν εξονυχιστικά σαν άπληστος λύκος που έλκεται από ένα γλυκό αρνί.

Ενώ ο συνεχιζόμενος πόλεμος χτυπά την πόρτα μας και ο οικονομικός μας διαλύει τις καρδιές, η πολιτική μιλάει για κάτι άλλο (για τον εαυτό της). Ωστόσο, τα σπασμωδικά βήματα του πρώην προστάτη μας θα πρέπει να πυροδοτήσουν μια σειρά από προτάσεις για το πώς να αντιδράσουμε σε ένα τέτοιο χάος. Τίποτα τέτοιο. Αν μη τι άλλο, το αντίθετο: μείνετε σιωπηλοί, με τα μάτια χαμηλά και προχωρήστε επί τόπου. Με κρίση.
Έτσι αφηρημένοι, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι, στην ποικιλόμορφη ευρωπαϊκή κοινότητα που μέχρι στιγμής έχει αναγνωρίσει ομόφωνα την ανώτερη προστασία των Stars and Stripes ως χρήσιμη και απαραίτητη, ο καθένας αντιμετωπίζει την κρίση με τον δικό του τρόπο. Θεραπεύοντας βαθιές πληγές, καταπραΰνοντας ανείπωτους φόβους, ξεφορτώνοντας τα δικά του προβλήματα στους συνταξιδιώτες τής εκτροχιασμένης ευρωατλαντικής νηοπομπής. Το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι απαρχές και τελικά τα όργανα της ηγεμονίας των Stars and Stripes πάνω από την Γηραιά Ήπειρο, είναι μυρμηγκοφωλιές που έχουν τρελαθεί. Κανείς δεν εμπιστεύεται πια τον άλλον.

Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν να εισβάλουν στη Γροιλανδία, ωθώντας τη Δανία να αυτοσχεδιάσει τον ανταρτοπόλεμο για να αντισταθεί στον επιτιθέμενο/σύμμαχο και να εκπαιδεύσει τα στρατεύματά της για ασύμμετρη αντιπαράθεση με τον πρώην αρχηγό της; Τι άλλο πρέπει να συμβεί πριν αποφασίσουμε να θεωρήσουμε ότι οι ευρωατλαντικοί οργανισμοί που χτίστηκαν για ηλιόλουστη περίοδο ειρήνης - το πραγματικό όνομα του Ψυχρού Πολέμου - δεν μπορούν, εξ ορισμού, να λειτουργήσουν σε καιρό πολέμου; Η τεχνοκρατική αδράνεια είναι ένα από τα λίγα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα τα κράτη. Όταν το κλίμα χειροτερεύει, το αμυντικό αντανακλαστικό γίνεται ανεξέλεγκτο. Κάθε χελώνα στο καβούκι της.
Μια ματιά στην τρέχουσα δυναμική θα πρέπει να μας οδηγήσει να σκεφτούμε ότι ο ξαφνικός ευρωπαϊκός αγνωστικισμός της Ουάσιγκτον, σε συνδυασμό με τον πειρασμό να περιορίσει τις διεθνείς σχέσεις σε συμφωνίες μεταξύ ολιγαρχών που επινοούνται από κατασκευαστές ακινήτων και χρηματοδότες εκπαιδευμένους σε τακτικές τύπου χρηματιστηρίου, παραμορφώνει το ειρηνικό πρόσωπο της Ευρώπης μας.
Η αδράνεια αντιμετωπίζεται, ειδικά στη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο - εν ολίγοις, στους πλανήτες οποιασδήποτε ουσίας σε αυτό που κάποτε ήταν το κέντρο του κόσμου και αρνείται να εγκαταλείψει να σκέφτεται τον εαυτό του ως τέτοιο - με έναν επανεξοπλισμό που δεν έχει τίποτα ευρωπαϊκό εκτός από τα συνθήματά του.

Όσο για τους Σκανδιναβούς, τους Βαλτικούς, τους Πολωνούς και τους Ρουμάνους, βρίσκονται ήδη σε πόλεμο με τη Ρωσία, με τα μυαλά τους και με κάποια γεγονότα. Βέβαιοι ότι αργά ή γρήγορα η Αρκούδα θα χτυπήσει πέρα ​​από την αποσυντιθέμενη Ουκρανία, το πρώτο θύμα της μετατόπισης του Τραμπ.
Τα ιστορικά ρήγματα που νομίζαμε ότι είχαν θαφτεί χάρη στην ευρωπαϊκή Αμερική επανεμφανίζονται. Ξεκινώντας με το διάσημο γαλλο-γερμανικό δίδυμο, που ποτέ δεν ήταν αληθινό, ακόμα και όταν ερμηνεύτηκε σωστά, τώρα είναι ανενεργό. Συμπέρασμα: αν μείνουμε ακίνητοι, θα πέσουμε προς τα πίσω. Και όχι μόνοι. Μερικές ιδέες στο επόμενο επεισόδιο.

Ένα τυπικό παράδειγμα του πώς λειτουργεί η πολεμική προπαγάνδα

Daniele Perra - 29 Μαρτίου 2026

Ένα τυπικό παράδειγμα του πώς λειτουργεί η πολεμική προπαγάνδα


Πηγή: Ντανιέλε Πέρα

Ένα τυπικό παράδειγμα του πώς λειτουργεί η πολεμική προπαγάνδα, με την ακριβή γνώση ότι (όπως είπε ο Γερμανός δημοσιογράφος Udo Ulfklotte) η CIA κάποτε πλήρωνε τα μέσα ενημέρωσης για να λένε στην Ουάσιγκτον τι θέλουν, τώρα τά ίδια είναι η CIA.
Η La Repubblica παρουσιάζει αυτήν την ιρανική απειλή σαν η Τεχεράνη να είχε τρελαθεί και ξαφνικά αποφάσισε να στοχεύσει αμερικανικά πανεπιστήμια στην περιοχή (ο ευκολότερος στόχος θα ήταν το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, για παράδειγμα). Η αλήθεια αυτών των ισχυρισμών πρέπει επίσης να αξιολογηθεί. Αυτό που δεν λέει είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδισαν το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης. Τώρα, αναρωτιέμαι γιατί ένα εκπαιδευτικό κέντρο θα μπορούσε να γίνει στρατιωτικός στόχος (επιπλέον, ορισμένοι από τους νέους που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις του Ιανουαρίου ήταν φοιτητές).
Επισκέφτηκα προσωπικά το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης και μίλησα σε ένα ακροατήριο καθηγητών και φοιτητών στο διεθνές συνέδριο με θέμα τη «διπλωματία της αντίστασης». Επισκέφτηκα επίσης και μίλησα με αρκετούς καθηγητές διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Imam Sadiq, επίσης στην Τεχεράνη. Τα ιρανικά πανεπιστήμια σήμερα (σε αντίθεση με πολλά από τα δικά μας ιδρύματα) είναι κέντρα πολιτιστικής παραγωγής όπου η πολιτική συζήτηση (παραδόξως, μπορεί να φαίνεται) είναι ζωντανή και ανοιχτή, και όχι κολλημένη σε αμήχανα δόγματα (νεοφιλελευθερισμός στα οικονομικά ή μια ορισμένη αριστερή ρητορική στα τμήματα ανθρωπιστικών επιστημών) που διακρίνουν τα ιταλικά πολιτιστικά κέντρα. Αυτό ανεξάρτητα από τη μεταρρύθμιση του Χομεϊνί της δεκαετίας του 1980, η οποία οραματιζόταν τον πλήρη «ισλαμισμό» τους.
Ο στόχος είναι να καταστραφεί το Ιράν ως χώρα, ως πολιτισμός, ως ιστορία. Ο στόχος δεν είναι απλώς «αλλαγή καθεστώτος». Είναι να προετοιμαστεί το έδαφος για μια ομοιόμορφη διείσδυση σε κάθε πτυχή. Όταν οι Ισραηλινοί εισήλθαν στη Βηρυτό το 1982, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να καταστρέψουν τα ιστορικά αρχεία της PLO: να εκθέσουν ολόκληρη την ιστορία της Παλαιστίνης πριν από την άφιξη των Σιωνιστών, προκειμένου στη συνέχεια να προωθήσουν την ιδέα ενός λαού που δεν υπήρξε ποτέ. Υπάρχει μια άλλη πτυχή που αξίζει να τονιστεί. Από την πρώτη μέρα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησε να επιβάλει την αφήγηση μιας επιτυχημένης εκστρατείας. Μετά από ένα μήνα, άρχισαν να έρχονται στο φως κάποιες ντροπιαστικές αλήθειες: ο παροπλισμός του αεροπλανοφόρου Gerald Ford (ένα αναμφισβήτητα ατυχές όνομα) από το Ιράν· η εξάλειψη του ιρανικού πυραυλικού συστήματος που δεν συνέβη ποτέ· ένα αδιέξοδο στον πόλεμο που θα οδηγήσει σε μια επικίνδυνη χερσαία περιπέτεια για τις ΗΠΑ· ο πρόωρος θάνατος του «Συμβουλίου Ειρήνης» του Τραμπ· το κλείσιμο του Ορμούζ, το οποίο επιταχύνει το τέλος του πετροδολαρίου· η αποτυχία (μέχρι σήμερα) της ισραηλινής εισβολής στον Λίβανο.
Όσο περισσότερο προχωρά, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος για τις ΗΠΑ, οι οποίες πρέπει επίσης να υποστηρίξουν το Ισραήλ. Όσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος, τόσο πιο μη βιώσιμη γίνεται η κρίση χρέους των ΗΠΑ. Όσο πιο μη βιώσιμη γίνεται, τόσο περισσότερο οι ΗΠΑ θα προσπαθούν να επιβάλουν το κόστος σε άλλους, όπως έκαναν στο Βιετνάμ. Και μαντέψτε σέ ποιον.

Paul Friedländer - Πλάτων (1ο κεφάλαιο)

                  P A U L   F R I E D L Ȁ N D E R

                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walter de Gruyter u. Co, Berlin 1964 )

                   ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ (1928)
Πριν από δέκα σχεδόν χρόνια – στις αξέχαστες μέρες τού «γερμανικού πολεμικού Πανεπιστημίου τής Βίλνα – μίλησε ο συγγραφέας πρώτη φορά για τον Πλάτωνα, με την απροσδιόριστη ακόμα συνείδηση ότι είχε να πη κάτι ‘δικό’ του γι’ αυτόν, κι ωστόσο όχι μόνον υποκειμενικό. Όποιος βρέθηκε μέσα στα χρόνια τού πολέμου, στις τάφρους τής Ypern και στα ρωσικά καταφύγια, μόνος συχνά με τα πλατωνικά έργα, γι’ αυτόν πρέπει να ήταν αυτά τα δράματα κι αυτός ο κόσμος τής φιλίας και του νείκους, με μιαν άγνωστη μέχρι τότε δύναμη ζωντανά. Δεν υπήρχε βέβαια ούτε ‘εξ αποστάσεως’ η σκέψη τότε για οποιαδήποτε επιστημονική εργασία, σ’ έναν καιρό όπου κάθε μέλλον, και πόσο μάλλον ένα επιστημονικό μέλλον, ‘χάνονταν’ μέσα στο άγνωστο. Υπήρξε όμως κάθε τι άλλο παρά σύμπτωση το ότι γινόταν, μέσα στα συγχεχυμένα σύνορα πολέμου και ειρήνης, οδηγός ο Πλάτων, και το ότι επιτεύχθηκε γενικώς, σ’ αυτήν την επιστημονική πλέον εργασία, η επιστροφή στην επιστήμη. Δέχτηκα ποικίλη υποστήριξη, συνομιλώντας ή με κριτική στα ήδη γεγραμμένα, προπάντων απ’ τους Fritz Klingner, Nikolai Hartmann, Ernst Robert Curtius, Rudolf Bultmann, Martin Heidegger και Hans-Georg Gadamer, τους οποίους και ευχαριστώ όλους.

                 Marburg, 18 Ιανουαρίου 1928

                                 ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γιατί ένα ακόμα βιβλίο για τον Πλάτωνα, στα πολλά που ήδη υπήρχαν, και που γράφονται πάντοτε εκ νέου; Ο συγγραφέας βρισκόταν τότε ανάμεσα σε δυό ‘μέτωπα’. Το ένα το ‘κατελάμβαναν’ οι νέο-καντιανοί και άλλες κατευθύνσεις τής φιλοσοφικής παράδοσης. Το λογοτεχνικό και ποιητικό στοιχείο τού Πλάτωνα δεν είχε καμμιά βασική αξία για τους φιλοσόφους· ήταν ένα ‘πάρεργο’ του φιλοσοφικού περιεχομένου. Το άλλο μέτωπο το καθοδηγούσε ο μεγάλος εκπρόσωπος της κλασσικής φιλολογίας, στον οποίον και αφιέρωσα εξαρχής το παρόν βιβλίο και στον οποίον μένει πάντοτε αφιερωμένο: ο Ulrich von Willamowitz-Moellendorff, ο οποίος και έγραψε τη βιογραφία τού Πλάτωνα και ανέλυσε τα κείμενά του, αφήνοντας όμως συχνά το πραγματικά φιλοσοφικό στοιχείο στους φιλοσόφους.
                Το να γεφυρωθή αυτή η αντίθεση ήταν τότε και είναι και σήμερα η αποστολή μας. Γι’ αυτό και ‘ονομάζεται’ «Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής», απ’ τη δεύτερη ακόμα έκδοση, ο υπότιτλος του πρώτου τόμου. Κάτι που ισχύει και για τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε αντί γι’ αυτό: «Ιδέα και ύπαρξη».
                Το κείμενο και οι παρατηρήσεις αναθεωρήθηκαν με ακρίβεια γι’ αυτήν την τρίτη έκδοση, που δεν διαφέρει ωστόσο ριζικά απ’ τη δεύτερη. Ουσιαστικές αλλαγές υπήρξαν μόνο στη ‘διαμάχη’ με τον Heidegger στο ΧΙ Κεφάλαιο. [Πρόλογος Αγγλικής Έκδοσης του 1968: Η αντίθεσή μου στην ερμηνεία του Χάιντεγκερ για την πλατωνική έννοια της αλήθειας παραμένει αμετάβλητη. Ωστόσο, η πρόσφατη εκτενής ανάλυση της σημασίας της αλήθειας στην παλαιότερη γραμματεία ανέδειξε με μεγαλύτερη σαφήνεια τις διάφορες πρώιμες σημασίες της έννοιας. Έχει καταστεί σαφές ότι η διάσταση της μη απόκρυψης, την οποία τόνισε ιδιαίτερα ο Χάιντεγκερ, ήταν παρούσα ήδη από πολύ νωρίς, αλλά υπήρχαν επίσης και τα στοιχεία που αργότερα συνδυάστηκαν στην υψηλή πλατωνική έννοια της αλήθειας.]
Ο δε Huntington Cairns επέτρεψε να ανατυπωθή εδώ η πραγματεία του «Plato as Jurist» ως Κεφάλαιο ΧVΙ, όπως έχει ήδη συμβή στην αγγλική έκδοση του «Πλάτωνα», τόμος 1ος. Κάτι που βοηθά, μαζί με τα Κεφάλαια XIVXV και XVII, στο να συμπληρωθή η εικόνα τής καθολικότητας του Πλάτωνα.
Los Angeles, Californiα, στις 24 Απρίλη 1964.

                                              Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
                                                        Μέρος  Ι
Κεφάλαιο  Ι :  Είδος - Κέντρο και περιφέρεια.
Κεφάλαιο  ΙΙ :  Δαίμων.
Κεφάλαιο  ΙΙΙ :  Αρέτων.
Κεφάλαιο  IV:  Ακαδημία.
Κεφάλαιο  V :  Το γραπτό έργο.
Κεφάλαιο  VI :  Ο Σωκράτης στον Πλάτωνα.
Κεφάλαιο  VII :  Ειρωνία.
Κεφάλαιο  VIII :  Διάλογος.
Κεφάλαιο  IX :  Μύθος.

                                                     Μέρος  ΙΙ

Κεφάλαιο  Χ :  Διαίσθηση και κατασκευή
                                      (Μια γέφυρα προς τον Bergson και τον Schopenhauer).
Κεφάλαιο  ΧΙ :  Αλήθεια
                                         (Μια ‘αντιπαράθεση’ του συγγραφέα προς τον εαυτό      
                                         του και προς τον Martin Heidegger).
            Κεφάλαιο  ΧΙΙ :  Διάλογος και ύπαρξη
                                           (Ένα ερώτημα στον Karl Jaspers).
            Κεφάλαιο  ΧΙΙΙ :  Για τις πλατωνικές επιστολές.
 Κεφάλαιο  XIV :  Ο Πλάτων ως ατομικός φυσικός
                                             (Ατομική σύνθεση και ατομική διάσπαση 
                                              στον πλατωνικό «Τίμαιο»).
            Κεφάλαιο  XV :  Ο Πλάτων ως γεωφυσικός και γεωγράφος
                                            (Οι απαρχές τής γεωγραφίας τής υδρογείου).
            Κεφάλαιο  XVI :  O Πλάτων ως νομικός – Υπό: Hundington Cairns.
 Κεφάλαιο  XVII :  Ο Πλάτων ως ‘σχεδιαστής πόλεων’

                                (Η ιδανική πόλη τής Ατλαντίδος).
               Κεφάλαιο  XVIII :  Ο Σωκράτης στη Ρώμη.
                  

                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Ι  /  ΕΙΔΟΣ - ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

                   «Κάποτε που ήμουν νέος» - έτσι γράφει ο εβδομηνταπεντάχρονος Πλάτων στην επιστολή του – μανιφέστο «Στους φίλους και οπαδούς τού Δίωνα» - «μου συνέβαινε όπως βέβαια και σε πολλούς: σκόπευα, μόλις θα γινόμουν κύριος του εαυτού μου, να εισέλθω κατευθείαν στις ενασχολήσεις τής πολιτικής μου κοινότητας. Και με βρήκαν στην ζωή τής πόλης ορισμένες συμπτώσεις τού εξής είδους: 
Επειδή εχθρεύονταν πολλοί το τότε πολίτευμα, το ανέτρεψαν. Και σ’ αυτήν την ‘ανατροπή’ εμφανίστηκαν πενηνταένας άνδρες στην κορυφή ως κυβερνώντες, έντεκα στην πόλη, δέκα στον Πειραιά, και τριάντα σχημάτισαν την ύψιστη κυβερνητική αρχή με απεριόριστη ισχύ. Ανάμεσά τους είχα κάποιους συγγενείς και γνωστούς, και με κάλεσαν έτσι αμέσως, σαν να μου άρμοζε, να πάρω μέρος σ’ αυτά τα πράγματα. Και μου συνέβη αυτό που δεν ήταν αξιοθαύμαστο για τη νεότητά μου: πίστεψα, πως θα οδηγούσαν πλέον την πόλη κυβερνώντας την, απ’το να ζη άδικα στη δικαιοσύνη. Συγκέντρωσα λοιπόν με μεγάλην ένταση τον νου μου σ’ αυτό το οποίο θα έκαναν. Καθώς όμως είδα πως αυτοί οι άνθρωποι απεδείκνυαν, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ως καθαρό χρυσάφι το προηγούμενο πολίτευμα – ήθελαν ανάμεσα στα άλλα, να αποστείλουν τον ηλικιωμένο φίλο μου Σωκράτη, που επιθυμώ να τον ονομάσω, χωρίς κανέναν φόβο, τον δικαιότερο άνθρωπο εκείνης τής εποχής, μαζί με άλλους ενάντια σ’ έναν απ’ τους πολίτες, για να τον θανατώση βίαια, ώστε να τον καταστήσουν προφανώς μέτοχο στις πράξεις τους, είτε το επιθυμούσε είτε όχι, κι εκείνος αρνήθηκε να υπακούση, διαλέγοντας το χειρότερο για τον εαυτό του, παρά να γίνη συνένοχος σε ασεβείς πράξεις. Καθώς τα παρατηρούσα λοιπόν όλα αυτά κι άλλα ακόμα που δεν ήταν καθόλου ασήμαντα τέτοιου είδους, με κατέλαβε μια αηδία και αποσύρθηκα από κείνη τη διαφθορά. Δεν πέρασε πολύς καιρός, και ανατράπηκαν οι Τριάκοντα και μαζί τους και όλο εκείνο το σύστημα. Και με τράβηξε πάλι, με λιγότερη βέβαια δύναμη, αλλά πάντως η νοσταλγία να συμπράξω στην κοινή μας ύπαρξη και να συμμετάσχω στα δημόσια πράγματα. Συνέβαιναν οπωσδήποτε, μέσα και στη σύγχυση που επικρατούσε τότε, πολλά που θα μπορούσαν να αγανακτήσουν κάποιον. Και δεν ήταν να πης και εκπληκτικό, που εκδικούνταν σκληρά κάποιοι άνθρωποι τους εχθρούς τους καθώς προχωρούσε η επανάσταση. Προσπάθησε τότε να συγκρατηθή πολύ το κόμμα που επέστρεφε στα πράγματα. Και συνέβη παρ’ όλ’ αυτά η καινούργια συμφορά, να σύρουν ορισμένοι που κατείχαν την εξουσία, τον σύντροφό μας, αυτόν ακριβώς τον Σωκράτη, μπροστά στο δικαστήριο, με μιαν άκρως εγκληματική κατηγορία, που ταίριαζε ωστόσο ελάχιστα απ’ όλους στον Σωκράτη. Γιατί επρόκειτο για την κατηγορία πως ασέβησε στους θεούς τής πόλης, που την αποδέχτηκαν οι δικαστές και οδήγησαν τον άνθρωπό μας στον θάνατο, ο οποίος δεν είχε θελήσει να πάρη μέρος στην εγκληματική φυλάκιση ενός πολιτικού συντρόφου τού εξόριστου τότε κόμματος, όταν ήταν οι ίδιοι οι τωρινοί εξόριστοι και δυστυχισμένοι. 
            Όπως παρατηρούσα λοιπόν αυτά τα καθέκαστα, και τους ανθρώπους που είχαν στα χέρια τους τα πράγματα της πόλης, και τους νόμους και τα έθιμα, κι όσο περισσότερο τα διέκρινα όλ’ αυτά, κι όσο περισσότερο μεγάλωνα στην ηλικία, τόσο δυσκολώτερο μου φαινόταν, να διοικήση κανείς με σωστόν τρόπο την πόλη. Γιατί χωρίς συμφιλιωμένους ανθρώπους και πιστούς συντρόφους ήταν παντελώς αδύνατο να κάνης κάτι – και δεν ήταν εύκολο να τους βρης ανάμεσα στους παλιούς γνωστούς, επειδή δεν ζούσε πια με τα έθιμα και την πράξη τών πατέρων μας η πόλη, και ήταν αδύνατο να αποκτήσης άλλους χωρίς μεγάλη δυσκολία – ενώ αυξάνονταν αντίθετα η διαφθορά στη νομοθεσία και στα ήθη σ’ έναν εκπληκτικό βαθμό. Μου συνέβη λοιπόν, εγώ που είχα αισθανθή κατ’ αρχάς τόσο μεγάλην παρόρμηση να εργασθώ στην κοινότητά μας, να κυριευθώ τελικά από έναν ίλιγγο κοιτάζοντας αυτά τα πράγματα και να τα βλέπω όλα εντελώς γκρεμισμένα. Δεν σταμάτησα βέβαια τις παρατηρήσεις μου, για το πώς θα μπορούσε να βελτιωθή η κατάσταση σ’ αυτά ακριβώς τα πράγματα και γενικώς στο συνολικό σύστημα της πόλης. Για να πράξω όμως περίμενα πάντοτε την κατάλληλη στιγμή, μέχρι που κατανόησα και έκρινα τελικά, πως όλες οι τωρινές πόλεις έχουν συνολικά και η κάθε μια ξεχωριστά άσχημα πολιτεύματα. Γιατί δεν μπορεί σχεδόν να θεραπεύση κανείς τούς νόμους τους, παρά μόνον αν συμπέση μια συνειδητή και αξιοθαύμαστη ακριβώς δράση με μιαν ευνοϊκή σύμπτωση. Και βρέθηκα έτσι υποχρεωμένος να επαινέσω τη σωστή φιλοσοφία και να δηλώσω, πως μόνο μέσα απ’ αυτήν μπορούμε να γνωρίσουμε τί είναι δίκαιο στην πόλη και στην ζωή τού καθενός μας. Δεν θα τελειώση λοιπόν ποτέ η δυστυχία στα γένη τών ανθρώπων, μέχρι να αποκτήση ισχύ στην πόλη το γένος εκείνων που φιλοσοφούν ορθά και αληθινά, ή που θα βοηθούσε, μέσα από μιαν οποιαδήποτε θεϊκή προσταγή, το γένος αυτών που έχουν την πολιτική εξουσία να φιλοσοφή πραγματικά. Μ’ αυτήν την πεποίθηση ήρθα κι εγώ στην Ιταλία και τη Σικελία, πηγαίνοντας εκεί για πρώτη φορά».
Έτσι έβλεπε ο γηραιός Πλάτων την εποχή τής πνευματικής του διαμόρφωσης από τα δεκαοκτώ έως τα σαράντα του χρόνια. Ίσως έχει δίκαιο ο Goethe που λέει, πως «δεν μπορεί κανείς να μοιραστή τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίον και παρατηρεί κάποιος την ζωή του που πέρασε», και θα δεχόμασταν έτσι με ευγνωμοσύνη όλες τις μαρτυρίες, που θα μας επέτρεπαν να συμπληρώσουμε αυτήν την αυτο-μαρτυρία ή να δούμε και από άλλες πλευρές αυτό που εδώ κατατίθεται. Για να γνωρίσουμε ωστόσο το πώς διαμορφώθηκε ο Πλάτων, δεν διαθέτουμε εν τέλει παρά μόνον αυτό το κομμάτι αυτοβιογραφίας – που μπορεί να διαβεβαιώση ασφαλώς τη θέση του, απέναντι στους πολλούς που προσπάθησαν να αμφισβητήσουν αυτό το ‘γράμμα-μανιφέστο’, αλλά κι απέναντι στη σκέψη (Skepsis) τού μοναδικού Νίτσε, που «δεν θα πίστευε μιαν ιστορία τής ζωής τού Πλάτωνα γραμμένην απ’ τον ίδιον, τόσο λίγο όσο και του Ρουσσώ ή τής Vita Nuova του Δάντη».
Κάθε ντοκουμέντο αντιλέγει ούτως ή άλλως στις διαδεδομένες παραστάσεις για τον Πλάτωνα. Μεγάλοι στοχαστές τών μεταγενέστερων αιώνων τον είδαν ως ‘προηγούμενόν’ τους. Και ανήκει στην ιστορία τής δυτικοευρωπαϊκής μεταφυσικής. Ανακαλύπτει, μέσα στη δική τους προβληματική, αλήθειες βασισμένες σε αλήθειες, που τις έχουν ανακαλύψει άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης, ο Ηράκλειτος κι ο Σωκράτης, και συνεχίζουν άλλοι φιλόσοφοι τα προβλήματά ‘του’. «Μετά τις προαναφερθείσες φιλοσοφίες εμφανίστηκε η διδασκαλία τού Πλάτωνα, που τις ακολουθούσε γενικά, προσκομίζοντας όμως σε κάποια πράγματα και τα ‘δικά’ της, που διέφεραν απ’ τη φιλοσοφία τών Ιταλιωτών (Πυθαγόρειων)». Μπορεί να προβάλη κανείς οξύτερα, σε ένα εντελώς συγκεκριμένο ιστορικό πεδίο προβλημάτων, τη δημιουργική πληρότητα, απ’ ό,τι το κάνει εδώ ο Αριστοτέλης (Μεταφυσική Α 6); Σ’ αυτόν μπορεί λοιπόν να στηριχθή εκείνη η μορφή σκέψης. Και θα αναρωτιόμασταν, αν θα μπορούσε να δη κι ο ίδιος ο Πλάτων τον εαυτό του σ’ αυτήν τη διάσταση, καθώς ακούμε τον Σωκράτη να αφηγείται για τη δική του φιλοσοφική διαμόρφωση στον «Φαίδωνα». Κάτι που μένει ωστόσο αναπάντητο, ενώ δεν αναφέρεται και τίποτα το σχετικό στην Επιστολή.
Δεν επισκοπούμε βέβαια έτσι πλήρως την Επιστολή. Και το αποδεικνύει αυτό ήδη η έννοια της «φιλοσοφίας», που εμφανίζεται στο τέλος, χωρίς και να λέγεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πώς έφτασε κανείς σ’ αυτήν τη φιλοσοφία. Ο Πλάτων είναι γνωστός ως εκείνος που ανακαλύπτει έναν μεταφυσικό κόσμο, και η ορθή φιλοσοφία, για την οποία και μιλά στο γράμμα, τί άλλο μπορεί να είναι απ’ τη γνώση τών αιωνίων ακριβώς μορφών και του αληθινού τους Είναι; Αλλά δεν μετοίκησε, για να ‘φθάση’ σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο. Αναζητούσε την πόλη, κι αναζητώντας την αληθινή πόλη συνάντησε το βασίλειο των Ιδεών.
           Το πώς μπορεί να κατανοηθή ακριβέστερα αυτό, και το ότι δεν μπορούσε καν να συμβή διαφορετικά, γίνεται σαφέστερο απ’ τις ιστορικές προϋποθέσεις, μέσα στις οποίες μεγάλωσε ο Πλάτων. Δεν ήταν προορισμένος απ’ τον τόπο και τον χρόνο που γεννήθηκε, κι απ’ την κοινωνική τάξη τής καταγωγής του, να ζήση ως φιλόσοφος, έτσι όπως γεννιέται εδώ και αιώνες ένας άνθρωπος για τη ‘μεγάλη’ φιλοσοφία, που διατρέχει τις γενιές τών ανθρώπων. «Όταν άρχισα να φιλοσοφώ...», γράφει κάπου ο Dilthey. Δεν θα μπορούσε να το πη αυτό κι ο Πλάτων. Γιατί ήταν εντελώς διαφορετική η πνευματική θέση ενός ανθρώπου, που είχε γεννηθή στις αρχές τού μεγάλου πολέμου στην Αθήνα, από μιαν επιφανή γενιά.
         Η Αττική βρισκόταν, μια μικρή χώρα από γαιοκτήμονες, χωρικούς και ναυτίλους, στο λυκαυγές ακόμα τής δικής της μέρας, τότε που έλαμπε ήδη φωτεινός ο ήλιος του Ομήρου πάνω απ’ την Ιωνία. Το κύμα τών επιστημών και της μεταφυσικής, που είχε ‘σηκωθή’ στη Μίλητο και είχε περάσει απέναντι στις ιταλικές αποικίες, δεν άγγιζε την Αθήνα. Ενώ υπολόγιζαν εκεί στην Ιωνία εκλείψεις τού ήλιου και κατασκεύαζαν χάρτες τής γης και υδρόγειες σφαίρες και ερευνούσαν τις πρώτες αρχές ύπαρξης του κόσμου, οικοδομούσαν ο Σόλων κι ο Πεισίστρατος την πόλη τών Αθηναίων και άνοιγαν τις πύλες τις στις πλούσιες τέχνες τής Ανατολής. Κι ενώ ανυψώνονταν στην Ιωνία και στη Μεγάλη Ελλάδα το ένα και χωρίς αντιθέσεις Είναι κι ο νόμος τού αιώνιου και αιώνια αντιθετικού Γίγνεσθαι αμοιβαία σε κυρίαρχους του κόσμου, και προχωρούσε η έρευνα για την τάξη, τα ‘υλικά οικοδομής’ και το νόημά του, θεμελίωνε η Αθήνα την πόλη τών ελεύθερων πολιτών, πολεμούσε τους Πέρσες και δώριζε στον κόσμο την τραγωδία. Απέστελνε βέβαια η ιωνική φυσική φιλοσοφία τον πρώτο της μεγάλο εκπρόσωπο, τον Αναξαγόρα, στην Αθήνα, που η καινούργια του σοφία κατακτούσε τον ‘κυβερνήτη’ Περικλή, καθώς επίσης και τον ποιητή Ευριπίδη. Ήταν όμως ένας ξένος, και ξένοι ήταν επίσης και όλοι οι νεώτεροι «φυσιολόγοι», που συναντούσαν την επιδοκιμασία, τον περίγελο ή την εχθρότητα στην Αθήνα. Κι έφτασε σύντομα κι ο καιρός, που έβγαζε κανείς απ’ τις αντιφάσεις αυτής τής φυσιολογίας κι απ’ τους «γνωσιοθεωρητικούς» συλλογισμούς τών προγενεστέρων τα σκεπτιστικά (skeptisch) του συμπεράσματα.
Ήρθαν κι ο Γοργίας κι ο Πρωταγόρας, οι σοφιστές, ως επισκέπτες στην Αθήνα. Σ’ αυτούς προσέτρεχε η αθηναϊκή νεολαία, γιατί εκεί μάθαινε έναν νέον τρόπο τού αγαπημένου της αγωνίσματος και προσφέρονταν στη δίψα της για δύναμη άγνωστα μέχρι τότε όπλα. Αν και υποδέχονταν όμως με τιμές τούς πωλητές αυτής τής καινούργιας πραμάτειας, κανένας Αθηναίος δεν θα επιθυμούσε να εξασκήση το επάγγελμά τους. «Δεν θα ντρεπόσουν να εμφανιστής ως δάσκαλος της σοφίας μπροστά στους Έλληνες;» ρωτά ο Σωκράτης στον Πλάτωνα έναν νεαρόν Αθηναίο, που δεν μπορεί να γίνη αρκετά γρήγορα μαθητής τού Πρωταγόρα που μόλις κατέφθασε. «Ναι μα τον Δία, Σωκράτη μου, αν πρέπη να πω αυτό που σκέφτομαι» είναι η απάντηση, που θα μπορούσε να εκληφθή και ως ομολογία κάθε καλλιεργημένου Αθηναίου.
Ο Αριστοτέλης αφηγείται, εκεί όπου εντάσσει τη φιλοσοφία τού δασκάλου του στη συνέχεια των μεταφυσικών συστημάτων (Μετ. Α6), πως ο Πλάτων σχετίστηκε με εμπιστοσύνη στη νεότητά του με τον ‘ηρακλείτιο’ Κρατύλο, και πως έμαθε απ’ αυτόν τη διδασκαλία τού αιώνιου ποταμού (που είναι η ζωή…) και της αδυναμίας μας για αληθινή γνώση. Του έδειξε όμως μετά κάτι στις ηθικές έννοιες ο Σωκράτης, που δεν ανήκει στον κόσμο τών αισθήσεων, κι έτσι το ονόμασε αυτό «Ιδέες» ο Πλάτων. Δεν μπορεί να παρεξηγήση κανείς χειρότερα τον Αριστοτέλη, απ’ το να μεταστρέψη αυτήν την ‘κατασκευή’, που έχει μόνον ως προς τα ίδια τα δικά του προβλήματα νόημα, σε μιαν ιστορική αφήγηση για την αληθινή πνευματική εξέλιξη του Πλάτωνα. Γιατί δεν είναι βέβαια μετά και δύσκολο, να προϋποθέσουμε στη σκεπτιστική περίοδο της ζωής του και μιαν ακόμα, υλιστική. Δεν θα χρειαζόταν παρά να εκλάβουμε βιογραφικά την αφήγηση του Σωκράτη για τη φιλοσοφική του διαμόρφωση στον «Φαίδωνα», και να τη μεταφέρουμε στον Πλάτωνα. Παραιτούμενοι ωστόσο από τέτοιου είδους σύγχρονες υποθέσεις, μπορούμε να πούμε, πως δεν γνωρίζουμε ούτε στο ελάχιστο, πόσο βαθειά τού ‘πέρασαν’ γενικώς τότε τέτοιες «φιλοσοφικές» σκέψεις, που έφτασαν σ’ αυτόν απ’ τον Κρατύλο και σίγουρα μέσα κι από άλλους. Αλλά ακόμα κι αν είχε φτάσει σε μιαν απελπισία για κάθε γνώση – κάτι που ταιριάζει μάλλον στον δόκτωρα Φάουστ παρά σ’ έναν αρχαίον άνθρωπο - , υπήρχε ωστόσο ακόμα ο κόσμος τής πράξης. Κι αν μπορούσε (όντως…) να πράξη, τότε θα του έφευγαν ίσως κι όλες οι ‘σκοτούρες’, όχι πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι η απαισιοδοξία τού Μπάυρον και οι ‘σκέψεις’ (Skepsis) για τον νεαρό Μπίσμαρκ του Φόυερμπαχ, μόλις άρχισε να τον συνεπαίρνη η ζωή.
Όχι, ένας Αθηναίος, που στη διαίσθησή του υπήρχε το όνομα του Σόλωνα, δεν μπορούσε στο τέλος ακόμα τού 5ου αιώνα παρά να θέλη να γίνη πολιτικός. Το «να γίνης καθοδηγητής τής πόλης», αυτό το θέλει ο καθένας στα είκοσί του χρόνια ή κι ακόμα νωρίτερα: ο Αλκιβιάδης στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα, ο αδελφός τού Πλάτωνα Γλάυκων στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, κι ο ίδιος ο Πλάτων στις ‘αναμνήσεις’ του στη μεγάλη Επιστολή. Με μόνη τη διαφορά, ότι ξεκινά γι’ αυτόν εδώ εκείνος ο βαθύς προβληματισμός, που έφερε και τη (μεγάλη…) στροφή στην ζωή του.
Όσο περισσότερο εισέρχεται σ’ αυτό που είναι ουσιαστικό η ζωή ενός ανθρώπου, τόσο συμβολικώτερα βλέπει αυτά που συμβαίνουν μπροστά του. Κι ο Πλάτων είδε άμεσα την αποσύνθεση της Αθήνας στη μοίρα τού Σωκράτη. Αν δεν υπέφερε πια τον πιο πιστό της υπηρέτη αυτή η πόλη, που ήταν πάντοτε έτοιμος να πεθάνη γι’ αυτήν και πέθανε πράγματι για τους νόμους της – αν ήθελαν να τον καταστήσουν συνένοχο στις βιαιότητές τους οι αριστοκρατικοί επαναστάτες, εκείνον που πολέμησε πάντα τη θέληση της περιστασιακής πλειοψηφίας και αξίωσε τη διακυβέρνηση των «αρίστων» – κι αν τον καταδίκασε, με μιαν ανήκουστη διαστροφή κάθε έννοιας, η δημοκρατική ακριβώς παλινόρθωση, αυτόν που απέτρεψε τους ολιγαρχικούς απ’ το να στραφούν ενάντια ακριβώς σ’ έναν οπαδό τής δημοκρατίας – έ, τότε δεν υπήρχε πια η πόλη που είχαν δημιουργήσει και στην οποία είχαν δράσει οι προπάτορες, αλλά ο χώρος της είχε πληρωθή από μιαν πολιτική ορμή, απολυμένη απ’ τις βαθύτατες (εκείνες…) ρίζες.
Να είσαι πολιτικός: αυτό δεν ήταν για τον Πλάτωνα, όταν είχε αποφασίσει να γίνη πολιτικός, ένα ξεχωριστό απ’ την (υπόλοιπη…) ζωή επάγγελμα. Γιατί και ο Αριστοτέλος συνόψισε ορίζοντας ως ένα «πολιτικό όν» τον άνθρωπο μόνον αυτό εννοιολογικά, που ζούσε ο καθένας. Πώς θα αποκτήσω αρετή (Arete) και πώς θα γίνω (αληθινός…) πολιτικός: αυτά ήταν και τα ερωτήματα, που ετίθεντο μπροστά στον καθέναν που διαμορφωνόταν ακόμα, και που ενώνονταν και τα δυό τελικά σε ένα. Κι αν δεν μπορούσε να γίνη κανείς πολιτικός, αυτό δεν ήταν – όπως π.χ. σήμερα – η αφορμή για να διαλέξη ένα άλλο επάγγελμα, αλλά ακυρώνονταν ο άνθρωπος στην ίδια του την ουσία. Σήμαινε λοιπόν εκείνη η αδυναμία, που την είδε να παριστάνεται στη μοίρα τού Σωκράτη ο Πλάτων, είτε την καταστροφή τής ζωής είτε (όμως και…) το αίτημα, να θεμελιωθή σ’ ένα εντελώς άλλο επίπεδο η ζωή. Κι αυτό σήμαινε με τη σειρά του – αφού ήταν ακόμα μακριά ο καιρός, που θα τοποθετούσε τον καθέναν ξεχωριστά, χωρίς να μεσολαβή η ύπαρξή του ως μέλους τής κοινότητάς του, στο σύμπαν – την ανασύσταση του ανθρώπου και ταυτόχρονα και της πόλης του. Και δεν είχε μήπως ήδη δείξει ο Σωκράτης, πώς έπρεπε να το ξεκινήση κανείς αυτό; Δεν έπρεπε να ‘μπαλώνη’ κανείς πια τους θεσμούς, αλλά έπρεπε να ανανεωθή η ουσία. Χωρίς να καταστή «ενάρετος» ο άνθρωπος, ήταν αδιανόητη η αρετή τής πόλης. Και διδάσκοντας ο Σωκράτης να ρωτάμε για την «αρετή», είχε ήδη ξεκινήσει αυτό το έργο τής ανανέωσης. Ήταν μάλιστα ο μόνος που γνώριζε, τί ήταν απαραίτητο, και υπήρξε έτσι ο μοναδικός πράγματι πολιτικός άνθρωπος (Γοργίας 521D). Κι όταν αξίωνε μέσα απ’ το δικό του στόμα ο Πλάτων, ότι έπρεπε να κυβερνούν οι φιλόσοφοι ή να γίνονται οι άρχοντες φιλόσοφοι, δεν αποτελούσε αυτό μιαν «υπέρβαση της φιλοσοφικής αυτοσυνειδησίας» (Jacob Burckhardt), αλλά επιγραμματικά το φρόνημα, που αναπτύσσονταν ακριβώς στον πολιτικό (άνδρα…) απ’ το βίωμα εκείνης τής ώρας τού κόσμου και τη σωκρατική παρουσία μέσα σ’ αυτήν.
Δεν μπορούμε ωστόσο παρά «να μοιραστούμε μαζί του» τελικά «τον ιδιαίτερο τρόπο, με τον οποίον και παρατηρεί την παρελθούσα του ζωή ο Πλάτων». Πρόκειται βέβαια για ένα πολύ πλούσιο ‘γίγνεσθαι’, ώστε να μπορούσε να το περιγράψη ακόμα και μια τόσο εκτεταμένη διατύπωση. Το ότι είχε ισχύ γι’ αυτόν ωστόσο το ουσιαστικό, το αποδεικνύει το ίδιο του το έργο. Η «Πολιτεία» και οι «Νόμοι» ξεπερνούν πολλαπλά σε έκταση κάθε άλλο κείμενό του. Και παρατηρώντας τη συνολική λογοτεχνική του δημιουργία, πρέπει να τοποθετήσουμε ακριβώς στο κέντρο της την «Πολιτεία», ενώ είναι το περιεχόμενο που μας δείχνει, ότι οδηγούν και οι περισσότεροι απ’ τους προηγούμενους διαλόγους κατευθείαν εκεί. Η δομή τής «Πολιτείας» προσδιορίζεται εξάλλου απ’ την εσώτατη πεποίθηση, ότι είναι ένα οι αληθινοί άρχοντες και οι αληθινοί φιλόσοφοι, ενώ επανέρχεται ακριβώς στη μέση το οξύτατο εκείνο επίγραμμα (Epigramm) της «7ης επιστολής» για τους φιλοσόφους-άρχοντες. Μοιάζει τελικά να είναι γεμάτη από ανανεούμενες συνεχώς προσπάθειες η ζωή τού Πλάτωνα, να πραγματοποιήση στην πόλη τού καιρού του και παρ’ όλες τις δυσχέρειες εκείνο το παράδοξο (Paradoxie). Τί να σημαίνη όμως τελικά αυτό το παράδοξο; Σ’ αυτό το ερώτημα απαντά μια σύντομη αναδρομή για τη φύση και την ουσία τής ελληνικής πόλης.
Η ελληνική πόλη συνδέεται εξαρχής με το θεϊκό στοιχείο. Είναι ο Δίας που παρέχει στον Όμηρο, σκήπτρο και δικαίωμα να ηγεμονεύσουν στους βασιλείς. Ο Ησίοδος καθιστά τη Θέμιδα σύζυγο του Δία και τους ‘δίνει’ ως κόρες, κοντά στις Μοίρες, τις μεγάλες οντότητες του πεπρωμένου, που δωρίζουν το καλό και το κακό στους θνητούς ανθρώπους, τις τρεις Ώρες, που με τα ονόματά τους Ευνομία, Δίκη και Ειρήνη εκφράζουν τον νόμο τής ανθρώπινης και «πολιτειακής» κοινότητας και κοινωνίας. Ακόμα κι αυτός που πρόσβαλε, ως εγκληματίας ή τύραννος, το δίκαιο, αναγνώριζε τη θεϊκότητά του αναφέροντας τη λέξη Θέμις ή Δίκη. Κι όταν εμφανίστηκε κατόπιν, στη θέση τής αρχικής και αμετακίνητης βεβαιότητας, το ερώτημα και η έρευνα, θεμελίωσε ο Ηράκλειτος την πόλη στον Κόσμο (Kosmos). Γιατί «πρέπει να πολεμά» άραγες «για τους νόμους του όπως για τα τείχη του ο λαός»; Επειδή είναι ένα μέρος τής μεγάλης τάξης τού κόσμου η τάξη τής πόλης. Και δεν τρέφονται παρά από έναν και μοναδικό νόμο οι ανθρώπινοι νόμοι, δηλ. τον θεϊκό. Που ηγεμονεύει όσο μακριά αυτός θέλει, και επαρκεί για όλους (και για όλα) και υπάρχει ακόμα παραπέρα.
Πρέπει να πιστέψουμε αφαλώς, ότι δεν παίζει εδώ εκούσια με τη σκέψη ο Ηράκλειτος. Γιατί μετέθεσαν εκείνοι ακριβώς οι πρωιμότατοι στοχαστές, σαν να συναγωνίζονταν μεταξύ τους, τη Δίκη απ’ την ανθρώπινη κοινότητα στο σύμπαν. Βλέπει ο Αναξίμανδρος την τιμωρία και τον κανόνα (δίκην καί τίσιν) στην καταστροφή κάθε δημιουργίας, τα οποία και πληρώνουν για την αδικία τών ‘πράξεών’ τους (του ‘γίγνεσθαί’ τους…) τα πράγματα το ένα στο άλλο. Εμπιστεύεται δε στη Δίκη τα κλειδιά τής πύλης, μέσα απ’ την οποία και περνούν τα μονοπάτια τής μέρας και της νύχτας, ο Παρμενίδης, αλλά και τα δεσμά, στα οποία και μένει προσδεδεμένο, ακίνητο και απαράλλαχτο, το ένα Είναι. Ενώ εκφράζει την κοσμική αναγκαιότητα – για να προσεγγίσουμε τη σημερινή σκέψη – και για τον Ηράκλειτο η Δίκη, που φροντίζει με τις ‘βοηθούς’ της, τις Ερινύες (Ερινύες Δίκης επίκουροι), ώστε «να μην υπερβαίνη τα μέτρα του ο ήλιος». Κι όταν συνενώνη τις αντίθετες δυνάμεις τού «δικαίου» και της «έριδος» ξανά ο Ηράκλειτος, τότε μόλις και συγκαλύπτεται με το μυθικό αυτό ένδυμα το αρχικό του όραμα για τον παγκόσμιο νόμο τής «τεντωμένης στα άκρα αρμονίας». Έτσι επεκτείνεται εδώ η τάξη δικαίου τής πόλης στο σύμπαν, και ξαναποκτούν εκεί η πόλη και οι νόμοι της την εξέχουσα θέση, που είχε αρχίσει να χάνεται σε μιαν αργά απο-θεούμενη πραγματικότητα.
Γιατί δεν ήταν τόσο σταθεροί εκείνοι οι δεσμοί (στην πόλη…), ώστε να μην επαρκούσε μια μικρή κίνηση, ταχύτερη από μια γενιά, να τους διαλύση. Ο χωρισμός τού Εγώ (τού ατόμου) απ’ την κοινότητα αυξάνονταν, τόσο στη σκέψη όσο και στη ζωή, ολοένα. Η εκτεταμένη επισκόπηση άλλων λαών και των διαφορετικών εθίμων τους οδήγησε σε μια σύγκριση των ‘ιδίων’ καταστατικών με τους άλλους και κλόνισε, με την πεποίθηση πως ήταν μοναδικά τα ‘ίδια’ (τα δικά τους…) καταστατικά, την πίστη στην αναγκαιότητά τους. Τα δε μεγάλα ‘ατομικά’ (ξεχωριστά…) πεπρωμένα τής τραγικής εποχής κατέστησαν ερωτηματική τη δικαιοσύνη, που ήταν σταθερά μέχρι τότε θεμελιωμένη στην πόλη και στους θεούς. Δίδασκαν τώρα οι «διπλοί λόγοι» τών σοφιστών, πως δίκαιο και άδικο είναι το ίδιο, και πως αυτό που είναι τη μια φορά δίκαιο, είναι την άλλη φορά άδικο, και πως το άδικο μπορούσε να είναι τόσο καλό όπως και το δίκαιο, ή ακόμα και καλύτερο. Ο Κριτίας επινόησε μάλιστα – παρόμοια όπως ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και οι ‘διαφωτιστές’ τής νεώτερης εποχής – μιαν ιστορία τού ανθρώπινου πολιτισμού, στην οποία ξεπερνούσαν με νόμους έξυπνοι μεμονωμένοι άνθρωποι την ζωώδη αρχική κατάσταση, «ώστε να είναι τύραννος (Tyrann) το δίκαιο και να έχη ως σκλάβα του τη βία». Ενώ κατέστη εξίσου ανθρώπινος ή και «πολύ ανθρώπινος» για τον Αντίφωνα ο νόμος προς αυτό (‘ενισχύοντας’ αυτό…) το οποίο θέτει, ή εξασκεί, ή πάνω στο οποίο συμφωνεί κανείς· κι αυτό που υπήρξε ένα μέρος τής μεγάλης παγκόσμιας τάξης στον Ηράκλειτο (η ανθρώπινη κοινότητα και κοινωνία…), εμφανίζεται τώρα ως κάτι το εντελώς Άλλο απέναντι στη φύση, συχνά δε ως το αντίθετο σε μιαν εχθρική δύναμη: «Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι το ‘κατεστημένο’ σε μας δίκαιο, εχθρικό προς τη φύση», και «Αυτό που τίθεται ως χρήσιμο απ’ τα ‘συντάγματά’ μας, δεν είναι παρά τα δεσμά τής φύσης». Ο Πίνδαρος τιμά τον Νόμο (Nomos) ως τον «βασιλιά θεών και ανθρώπων», ενώ ο σοφιστής Ιππίας τον μισεί (στον Πλάτωνα) ως έναν «τύραννο, που εκβιάζει πολλά ενάντια στη φύση».
          Εκεί όπου υπήρχε ακόμα κάτι απ’ την παλιά δομή, που συνέδεε κόσμο και πόλη σε ένα, είχε πια καταστή ‘διαπεραστό’, ‘διάτρητο’. Απ’ τους εχθρικούς ανάμεσά τους αδελφούς, που αντιπαραθέτει στις «Φοίνισσες» να λογομαχήσουν, όπως αργότερα να ξιφομαχήσουν, ο Ευριπίδης, ‘ντύνει’ ο ένας τη βία που εξασκεί με το όνομα του δικαίου, που δεν είναι όμως πια γι’ αυτόν κάποια θεότητα, ενώ συντάσσεται ανοιχτά με «τη μεγαλύτερη απ’ τις θεές, την τυραννία» ο άλλος. Και δεν είναι βέβαια θαυμαστό, ότι δεν κατορθώνει να εξορκίση το αδελφικό ‘μίσος’ (την έριδα…) η μητέρα τους, καθώς η μόνη βοήθεια που ‘ξεύρει’ να προσφέρη είναι η θεότητα της «Ισότητας». Η Ισότητα (Isotes) έταξε μέτρα και σταθμά στον άνθρωπο. Και συμβαίνει υπό τον δικό της νόμο το ότι «βαδίζουν τον παντοτινά ίδιον κύκλο τού χρόνου τα δίχως λάμψη (τα σκοτεινά…) μάτια τής νύχτας και το φως τού ήλιου». Κι έτσι κυβερνά, όπως λέγεται, ανάμεσα στους ανθρώπους και τις πόλεις, «αυτή που συνδέει πάντοτε με τους φίλους τον φίλο και πόλη με πόλη και τον σύντροφο της μάχης με τους συντρόφους του». Εκεί όμως όπου λησμονείται η θεότητα της Δίκης (Dike), αποδεικνύεται και η Ισότητα μια λέξη-φάντασμα, που δεν ισχύει πια καθόλου πάνω στις ψυχές. Ο ιερός δεσμός χαλάρωσε, διερράγη, απελευθερώθηκε η αυθαιρεσία, κι ο «τυραννικός άνθρωπος» αποδεσμεύεται απ’ τα δεσμά τής Δίκης.   (( Σημ. τ. μετ.: Πόσο βαθύ είναι το ‘έδαφος’ κάτω απ’ όσα πικρά συμβαίνουν και σήμερα στην πατρίδα μας… ))
Στον Σωκράτη βρίσκει όμως η Δίκη τον υπερασπιστή της. Στο να διδάξη να ερευνήσουμε πάλι γι’ αυτά που εξαφανίστηκαν, σ’ αυτό το έργο τον τοποθέτησε η ‘ώρα τού κόσμου’, στην οποία και είχε γεννηθή. Και μόνον γι’ αυτό «ανακάλυψε την επαγωγική μέθοδο και τον ορισμό» ή «θεμελίωσε την επιστήμη» - αν και όσο το έκανε! - , επειδή ρωτούσε και ερευνούσε μέσα στον Λόγο (εν λόγω…), στον ατελεύτητο διάλογο, γι’ αυτό το οποίο και ήταν πράγματι το ‘θέμα’, για το «Τί είναι;», για τη δικαιοσύνη, τις «αρετές», και τη μιαν «αρετή». Την οποία και αναζητά· γιατί όπως κυριάρχησε στην πόλη και την πολιτεία τών πατέρων, έτσι πρέπει να μπορή και πάλι, όσο κρυμμένη κι αν είναι, να ανακαλυφθή. Πεθαίνει μάλιστα υπό την εντολή της και κατά τη διαταγή αυτής τής πόλης ο Σωκράτης, της πόλης που γεννά ακόμα και στην παρακμή της ως κυρίαρχη: που πρέπει άρα να υπάρχη.

                 Και συναντά τον Σωκράτη ο Πλάτων. ‘Βρίσκει’ την ίδια του την απροσδιόριστη ακόμα θέληση, «να αφιερωθή παρευθύς στην κοινή φύση ή ουσία», να καθοδηγείται από εκείνο το ερώτημα (για την αρετή…) σε μιαν ιδιαίτερη κατεύθυνση. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον για μένα απ’ το να γίνω όσο το δυνατόν ικανώτερος. Και γι’ αυτό δεν μπορεί, πιστεύω, να με βοηθήση κανείς πιο αποφασιστικά από σένα». Έτσι λέει στο ‘Συμπόσιο’ ο Αλκιβιάδης στον Σωκράτη, κι έτσι είπε ή αισθάνθηκε κι ο Πλάτων απέναντί του. Και άκουσε ή πίστεψε πως άκουσε απ’ τον Σωκράτη τα λόγια, που τον αφήνει ο ίδιος να πη σ’ έναν άλλον διάλογο στον νεαρό Αλκιβιάδη: «Χωρίς εμένα δεν μπορή να εκπληρωθή κανένα απ’ τα σχέδιά σου ͘γιατί τόσο πολύ επηρεάζω αυτά που σε αφορούν (τα ‘πράγματά’ σου…) και εσένα». Και αναλαμβάνει έτσι την ζωή και τον θάνατο του διδασκάλου ως την ίδια του τη μοίρα.
                 Ο Πλάτων διέθετε αυτό που έλειπε, χωρίς και να του χρειάζεται, απ’ τον Σωκράτη: το ‘πλαστικό’ (που πλάθει τις μορφές…) μάτι τού Έλληνα, ένα μάτι συγγενικό με κείνο με το οποίο είδε ο Πολύκλειτος στους δρομείς και τους ακοντιστές τής παλαίστρας τον κανόνα (Kanon), και ο Φειδίας στους ‘διόμορφους’ ανθρώπους (δίοι άνδρες) την εικόνα τού Δία στον Όμηρο και συγγενικό επίσης με το μάτι, το οποίο και κατευθύνει ο έλληνας μαθηματικός στις καθαρές γεωμετρικές μορφές. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι είχε συνείδηση αυτού τού χαρίσματος ο Πλάτων, στο οποίο και συμμετείχε περισσότερο απ' όλους τούς στοχαστές. Ή μήπως είναι συμπτωματικό, που  συναντάται σ' αυτόν, για πρώτη φορά, η μεταφορική έκφραση (Metapher) "οφθαλμός τής ψυχής";
               Πριν απ' αυτόν μίλησε βέβαια κάποτε ένας ποιητής όπως ο Αισχύλος, τολμηρά για μια 'λογική' που έχει μάτια (και βλέπει...) (φρένα ωμματωμένην), όπως αντίστροφα για μια τυφλή καρδιά ο Πίνδαρος (τυφλόν ήτορ). Και συναντά κατόπιν κανείς στους ποιητές-φιλοσόφους Παρμενίδη, Εμπεδοκλή και Επίχαρμο το αίτημα, πως θά 'πρεπε "να βλέπη κανείς με το πνεύμα", όπου και εννοείται ή εκφράζεται, σε μια μισο-ποιητική, μισο-γνωσιοκριτική αποστροφή, η αντίθεση προς τη σωματική όραση. Απόηχος αυτού στη σοφιστική είναι όταν μιλά για τους ερευνητές τού 'εκεί επάνω' (μετεωρολόγοι) ο Γοργίας, "που φανερώνουν καθαρά αυτό που δεν πιστεύουν και δεν είναι προφανές για τα μάτια στη φαντασία", ενώ αντιπαραθέτει, με σχεδόν παρόμοιο τρόπο, και ένας 'σοφιστικός' συγγραφέας ενός ιπποκρατικού κειμένου, στην όψη (την όραση...) των ματιών την όψη τού πνεύματος (η τής γνώμης όψις). Και είναι εντελώς ελληνικά όλα αυτά, ακόμα κι αν μεταξύ τους ποικίλουν. Βρίσκονται όμως ακόμα μακριά απ' τη 'σωματικότητα' και τη συστηματική σημασία τής πλατωνικής εικόνας.
               
               Μοιάζει βέβαια να μην απέχη τόσο πολύ απ' τα τελευταία αυτά παραδείγματα η φράση τού 'Συμποσίου'(219Α), ότι "αρχίζει να κοιτάζη με οξύτητα η τής διανοίας όψις, όταν αρχίζουν να χάνουν τη δική τους 'οξύτητα' τα (σωματικά...) μάτια". Όμως πηγαίνει πολύ πιο μακριά ο Πλάτων. Κι αφού απεικόνισε σ' ένα ωραίο παράδειγμα στον 'Μεγάλο Αλκιβιάδη' (Άλκιβιάδης μείζων'...) με την όραση του ανθρώπινου ματιού το γεγονός τής γνώσης, αντλεί μετά την πιο μεγάλη της δύναμη απ' αυτόν τον παραλληλισμό η παραβολή τού σπηλαίου στην 'Πολιτεία'.  Και δεν είναι καθόλου συμπτωματικό, όταν σε μια συζήτηση όπου παρομοιάζονται με ιδιαίτερη σαφήνεια "το όργανο της ψυχής, με το οποίο ο καθένας μαθαίνει", και τα σωματικά μάτια (518C) - όταν αναφέρονται εκεί τα 'μολυβένια βάρη' τής αίσθησης, που στρέφουν προς τα κάτω τήν τής ψυχής όψιν, έτσι ώστε να μη μπορή να στραφή και πάλι προς την Αλήθεια (519Β). Ενώ λέγεται αργότερα για τις μαθηματικές επιστήμες και την αστρονομία, "ότι καθαίρεται και ζωντανεύει στον καθέναν ένα όργανο της ψυχής (όργανόν τι ψυχής) μέσα απ' αυτές, που χάνεται όμως και τυφλώνεται με τις άλλες απασχολήσεις, ενώ θα ήταν πιο σημαντικό να το κρατήσουμε απ' ό,τι να είχαμε δέκα χιλιάδες μάτια: γιατί μόνον μέσα απ' αυτό μπορούμε να δούμε την Αλήθεια" (527DE). Και δεν μένει παρά ένα μικρό βήμα από 'δώ, για να ονομαστή ακριβώς "οφθαλμός τής ψυχής" εκείνο το "όργανο" (533D): που είναι θαμμένο στη λάσπη, και το ανασύρει και το οδηγεί σιγά-σιγά, επάνω προς το ύψιστο Νοητό η διαλεκτική μέθοδος, Νοητό που εξομοιώθηκε με την πιο μεγαλειώδη ακριβώς εικόνα τού ορατού κόσμου εδώ (532Β). Και βρίσκεται έτσι, προετοιμασμένη επί μακρόν και 'εγκάρδια' συνδεδεμένη με τον τελικό σκοπό αυτής τής πιο σημαντικής απ' όλες τις συνάφειες, της μεταφυσικής τού φωτός και της θέας τών Ιδεών, έτοιμη τελικά μποροστά μας η εικόνα: ερμηνευμένη κατά το πρότυπο του σώματος, έχει κι η ψυχή μάτια για να δη, μόνο που κατευθύνονται προς τις αιώνιες μορφές αυτά τα μάτια.
           Είναι ένας ποιητής, που δεν επαναλαμβάνεται εύκολα χωρίς κάποιον σκοπό στις εικόνες του ο Πλάτων. Μιλά λοιπόν για το άρμα με τα άλογα και τον ηνίοχο, και για τα φτερά τής ψυχής ο μύθος της ψυχής στον 'Φαίδρο', κι αναγνωρίζει κανείς, γιατί δεν θα ταίριαζε εντελώς το μάτι σ' αυτήν τη συνολική εικόνα. Θα έχη ωστόσο κανείς τον 'πειρασμό', να σκεφτή την εικόνα τής 'Πολιτείας', συναντώντας ξανά και ξανά εκφράσεις απ' την περιοχή τής οράσεως. Κοιτούν αυτό που βρίσκεται έξω απ' τον ουρανό οι αθάνατες ψυχές. Και βλέπει κατά την ουράνια πορεία την ίδια τη δικαιοσύνη η διανοητική δύναμη (διάνοια) του θεού, βλέπει το μέτρο, βλέπει τη γνώση, κι αφού έχει κοιτάξει έτσι αυτό που πραγματικά υπάρχει και τράφηκε απ' αυτό, επιστρέφει πίσω 'στο σπίτι'. Απ' τις ανθρώπινες τώρα ψυχές, μπορεί να φτάση ακόμη κι η καλύτερη, με το κεφάλι μόλις τού ηνίοχου στον εξωτερικό χώρο, και να δη με κόπο εκεί το Όν. Ανήκει όμως στη φύση τής ανθρώπινης ψυχής, να έχη δη (έστω στιγμιαία...) τις ουσίες, κι όταν 'ανακεφαλαιώνη' από πολλές αντιλήψεις τη μια "μορφή" στη σκέψη του ο άνθρωπος, αυτό συμβαίνει απ΄την ανάμνηση εκείνου, που έχει δη ακολουθώντας τον θεό η ψυχή. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε συχνά για 'τα μάτια τής ψυχής' εδώ. Ενώ μάς επιβάλλεται και ως η λύση στο αίνιγμα του 'Συμποσίου', εκεί που φανερώνει στον Σωκράτη η Διοτίμα, τί θα γνωρίση στο τέλος τής σταδιακής του οδού: καθαρό, αμιγές, αθόλωτο από κάθε θνητή ματαιότητα, και με μια μορφή (μονοειδές) θα δη το θεϊκά Ωραίο εκεί. Και «το βλέπει μ’ αυτό, με το οποίο εκείνο οράται» (ορώντι ώ ορατόν – 212A)– και εύκολα συμπληρώνουμε: με τα μάτια τής ψυχής. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και στον ‘Σοφιστή’ (254A), μ’ έναν τέτοιον μάλιστα τρόπο, ώστε να αντιλαμβάνεται κανείς ακόμα κι από μακριά τη συνάφεια μέσα στην οποία και γεννήθηκε: μένει, χρονοτριβεί ο φιλόσοφος στο αρχέτυπο του Όντος, και δεν μπορείς να τον κοιτάξης εύκολα λόγω τής λάμψης σ’ αυτόν τον τόπο, επειδή είναι αδύναμα στους περισσότερους τα μάτια τής ψυχής, για να κατευθύνουν το βλέμμα στο Θεϊκό. Μόνο μια φορά ονομάζει ο Αριστοτέλης στα ‘Ηθικά Νικομάχεια’ τη σκέψη (φρόνησις) «οφθαλμό τής ψυχής», και είναι τόσο ‘παράξενη’ μέσα στην αριστοτελική πραγματικότητα αυτή η εικόνα, που δεν μπορεί να παραγνωρίση τη σχέση προς τον Πλάτωνα κανείς. Και πρέπει να ανάγονται στην εποχή που ζούσε ακόμα ο Πλάτων οι λεπτομέρειες εκείνων τών μικρών ιστοριών, στις οποίες και κοροϊδεύουν  το «μάτι», με το οποίο και βλέπει ο Πλάτων την «αλογότητα» (την Ιδέα τού αλόγου…), ή το «πνεύμα», με το οποίο και βλέπει την «τραπεζότητα» (την Ιδέα τού τραπεζιού…), οι Κυνικοί. Και ‘χλευάζει’ και ο Επίκουρος ή κάποιος απ’ τους μαθητές του, πολεμώντας την πλατωνική κοσμολογία, για τα «μάτια τής ψυχής», με τα οποία και θα είχε δη το ‘εργαστήριο’ του κόσμου ο Πλάτων. Φαίνεται λοιπόν πως ενεργοποιήθηκε τόσο νωρίς η αναπόφευκτη ρητορεία για κείνην την ‘υψηλή’ εικόνα. Την οποία και θα τη συναντήσουμε αργότερα σε εξέχοντες κυρίως πλατωνικούς (φιλοσόφους…), τον Φίλωνα, τον Πλωτίνο, τον Πρόκλο και τον Αυγουστίνο, ή θα καταστή και με οιουσδήποτε άλλους τρόπους σαφές, ότι συλλέγεται απ’ τον κήπο τού Πλάτωνα αυτό το άνθος.
Δεν είναι πάντως καθόλου συμπτωματικό, ότι μίλησε κατ’ αρχάς ο Πλάτων, απ’ όσο γνωρίζουμε, για τον ‘οφθαλμό τής ψυχής’, ότι το πράττει όταν ‘αντικρύζη’ τούς τελικούς σκοπούς τής ‘φιλοσοφίας’ του, κι ότι ακόμα κι εκεί που δεν χρησιμοποιεί αυτές τις λέξεις, η γλώσσα του των εικόνων και του μύθου ανήκει στην ίδια περιοχή. Το με ποιον ανακάλυψε δε αυτόν τον δρόμο το δηλώνει, ορίζοντας στους διαλόγους του αποκλειστικά τον Σωκράτη  ως οδηγό προς αυτόν τον σκοπό. Ακόμα κι εκείνος που κατορθώνει να λυθή απ’ τα δεσμά και να ανεβή επάνω στον ‘μύθο’ τού σπηλαίου τής ‘Πολιτείας’, φέρει χαρακτηριστικά τού Σωκράτη. Γιατί όταν γυρίζη πίσω στους δεσμώτες και θέλει να τους «ελευθερώση και να τους οδηγήση επάνω», «θα τον σκότωναν, αρκεί να μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους». Δεν θα μπορούσε να μας πη πιο ξεκάθαρα ο Πλάτων, ποιος τον μετέστρεψε τον ίδιον και τον οδήγησε εκεί, όπου και έμαθε να βλέπη κατ’ αρχάς τις πραγματικές σκιές τών πραγματικών πραγμάτων, μετά τα είδωλά τους, και μετά αυτά «τα ίδια» και τον «ήλιο». Είδε λοιπόν με τον Σωκράτη και τρόπον τινά σ’ αυτόν, με τα μάτια τής ψυχής «το ίδιο το Δίκαιο», ή ακόμα καλύτερα «το Δίκαιο» και επίσης «το Γενναίο», «το Μετρημένο», «το Σοφό», γενικά «τις Αρετές» και «την Αρετή». Όλοι οι άνθρωποι μιλούσαν βέβαια γι’ αυτήν, αν διδάσκεται ή όχι, κι ο καθένας εννοούσε και κάτι άλλο με το φθαρμένο όνομά της, και πιο πολύ ο καθένας αυτό που επιθυμούσε. Όμως ο Σωκράτης είναι ο μοναδικός που δεν την αναζητά μόνο με τα λόγια – παρ’ όλο που κι αυτό το εξασκεί πολύ πιο σοβαρά και αδιάλειπτα απ’ ό,τι οι άλλοι - , αλλά εγγυάται με την ζωή και τον θάνατό του την ύπαρξή της, και που στη δική του ύπαρξη βλέπουν άμεσα τα «μάτια τής ψυχής» του Πλάτωνα να εικονίζονται εκείνες οι ‘μορφές’.
Γιατί τί σημαίνει Είδος και Ιδέα; Κάτι στο οποίο μάς ανοίγει πρόσβαση η όραση. Και μπορεί να είναι αρχικά περισσότερο η «θέα» η Ιδέα, εκεί όπου συνενώνονται η ενέργεια της όρασης κι αυτό που γίνεται ορατό στο μάτι, και περισσότερο το Ορατό κι αυτό που οράται το Είδος, η εικόνα κι η μορφή ως αντικείμενο της όρασης. Έγιναν εν πάση περιπτώσει σχεδόν εναλλακτικές αναμεταξύ τους οι δυό λέξεις. Και υπάρχει και η άποψη, ότι ‘εξευγενίστηκε’ με τον καιρό λιγότερο ή περισσότερο το νόημά τους. Θα ήταν πιο εύστοχο ωστόσο να πούμε, πως στραφήκαμε απ’ την εξωτερική όψη στην εσωτερική μορφή και διάρθρωση. Μιλά ο Ηρόδοτος για «φύλλα τέτοιας μορφής και είδους» (φύλλα τοιήσδε ιδέας) και εννοεί την καυστική επίδραση των χυμών, κάτι άρα που δεν είναι άμεσα ορατό, και για κάποιον «που σκέπτεται με διπλή μορφή» (εφρόνησαν διφασίας ιδέας). Και αρνούνται απέναντι στους φυσικούς οι γιατροί τής Ιωνίας, «ότι υπάρχει ένα καθ’ εαυτό Θερμό ή Ψυχρό ή Ξηρό ή Υγρό, που δεν κοινωνεί με καμμιάν άλλη μορφή τής ύπαρξης» (μηδενί άλλω είδει κοινωνέον, Π. αρχ. ιητρ. Ι 605 L), ή μιλούν για τις «τέσσερις μορφές τού Υγρού» (τέσσαρες ιδέαι τού υγρού, Περί γονής VII 474, Περί νούσων VII 542),  τη βλέννα, τη χολή, το νερό και το αίμα, ή για τον «γλυκό χυμό» (γλυκύς χυμός), που μετατρέπεται σε μιαν άλλη «μορφή» (εις άλλο είδος, Π. αρχ. ιητρ. Ι 635), ή για τις πολλές «μορφές τών ασθενειών» (πολλαί ιδέαι τών νουσημάτων, Π. φύσ. ανθρ. VI 36), στις οποίες και αντιστοιχεί η πολλαπλότητα της θεραπευτικής τέχνης, ή και για τα «είδη» (όπως λέμε) τών επιδέσεων, του πυρετού, των φαρμάκων.  Υπάρχει σίγουρα κάτι το ταξινομικό σ’ αυτά, αλλά είναι ακριβώς η σκέψη τής μορφής που κυριαρχεί και διέπει εδώ την ταξινόμηση (όπως και αλλού η σκέψη τού γένους – γένος, έθνος – ή η τροπή κι ο τρόπος – τρόπος - ). Και μιλούν οι ίδιοι συγγραφείς για την «κονδυλώδη μορφή» (είδος κονδυλώδες) ενός μηριαίου οστού ή για το ότι έχουν τη «μορφή» τής καρδιάς τα νεφρά, ή για κάτι πιο εσωτερικό ξανά, για «τη φύση τού ανθρώπου, της ηλικίας και της μορφής» (τήν τε ηλικίην καί τό είδοςVII 52), τα οποία και θά ’πρεπε να προσέχη ο ιατρός. Ο δε Αριστοφάνης ανεβάζει «συνέχεια νέες διαμορφώσεις» στη σκηνή (αεί καινάς ιδέας εισφέρων), και τραγουδά «μιαν άλλη μορφή ύμνων» (ετέραν ύμνων ιδέαν) ο χορός του. Ενώ χρησιμοποιεί τη λέξη ιδέα σχεδόν πάντοτε αποδυναμωμένη, σαν ένα «κατ’ αυτόν τον τρόπο», σύμφωνα με τους εμηνευτές του ο Θουκυδίδης. Θα μιλούσαμε βέβαια κι εμείς για «πολλά είδη πολέμου», για «κάθε είδος θανάτου», για «κάθε είδος ή τρόπο φυγής και αφανισμού». Αλλά τί μας υποχρεώνει και να πιστέψουμε, ότι εκεί που μας λείπει μια σαφής αποτύπωση (ή: διατύπωση…), θά ’πρεπε να έχη λείψει κι απ’ τους Έλληνες; Μιλάμε βέβαια και μεις για την «εικόνα τής νόσου» (είδος τής νόσου, τό νόσημα τοιούτον ήν επί πάν τήν ιδέαν), και θα μπορούσε σίγουρα, συχνά να μας παρωθήση ένα πολύ πιο αισθητό γλωσσικό αίσθημα απ’ το δικό μας σε κάτι το ορατό και θεατό, εκεί όπου «μεταφράζουμε» την «ορατή μορφή» με μιαν άτονη, αμυδρή και ‘θαμπή’ γενική λέξη ή με την κατάληξη –ότητα, θε-ότητα ή πραγματικ-ότητα.
Ο Πλάτων ‘μοιράζεται’ εντελώς τη συνηθισμένη χρήση τών λέξεων Είδος και Ιδέα, και δεν μας επιτρέπεται να δούμε ούτε σ’ αυτόν πιο γενικά και πιο ‘άμορφα’ αυτό που αποτυπώνεται οξύτερα στην ελληνική γλώσσα. Θα μπορούσε σίγουρα να πη, ότι παράγεται απ’ τους ταιριαστούς ήχους ως μια ενότητα η συλλαβή. Λέει όμως: ως μια ενιαία μορφή, ένα ενιαίο δημιούργημα (μία ιδέα εξ εκάστων τών συναρμοττόντων στοιχείων η συλλαβή – Θεαίτητος 204A), κάτι που μπορεί κανείς να το «δη». Και δεν ρωτά, αν είναι μια δυάδα ή μια τριάδα η ψυχή ο Πλάτων, ούτε κι αν έχη δύο ή τρία μέρη, αλλά αν είναι, αν έχη δυό ή τρεις «μορφές», εννοώντας έτσι τη ‘συναγμένη’ στον εαυτό της και απτόμενη τρόπον τινά με τη ματιά αυτοτέλεια της κάθε «μορφής». Όταν ονομάζη λοιπόν κάποτε τελικά, εκείνο το «πραγματικά Δίκαιο», εκείνο το «όντως Ωραίο», κι εκείνο το «ίδιο το Αγαθό» ως Είδος επίσης και Ιδέα, δεν θα φανούμε τόσο ‘κουτοί’, ώστε να χρησιμοποιήσουμε την αποσκληρυμμένη ήδη εννοιολογικά, ξένη (άγνωστη, ασυνήθη για μας…) λέξη τής Ιδέας. Και θα προφυλαχθούμε επίσης απ’ το να μιλήσουμε για «διδασκαλία τών Ιδεών», και αναφέρομαι στον ηλικιωμένο Πλάτωνα, στον οποίον και συναντάται αναμφίβολα αυτό το παγειωμένο πλαίσιο σκέψης τουλάχιστον μια φορά (τή τών ειδών σοφία τή καλή ταύτη (δοτικές…) – 7η Επιστολή 322D). Ενώ θα έχη και πολύ μικρή σημασία για μας , εκεί όπου ‘συνέλαβε’ τέτοια ονόματα ο Πλάτων, αν ήταν οι ιατροί, οι φυσικοί ή οι ρήτορες που χαρακτήριζαν τη συνολική εικόνα μιας αρρώστιας ή τις βασικές ουσίες ενός σώματος (βλέννα, χολή και αίμα) ή τις εκλαμβανόμενες ως σταθερές πραγματικότητες καταστάσεις τού «Θερμού και Ψυχρού» ή τα φυσικά «άτομα» ή μορφές τού λόγου ως «σχήματα» ή «τρόπους», ή αν ήταν η συνηθισμένη γλώσσα, που είχε πράγματι, συχνότερα από οποιονδήποτε άλλον λαό στους Έλληνες την αφορμή, να χρησιμοποιή λέξεις απ’ αυτό το πεδίο. «Ορατή μορφή», έτσι ονόμαζε – χωρίς να παραβλέπη μια σταθερή ορολογία, αλλά και με ένα αίσθημα ίσως τής παραδοξότητας (Paradoxie) της έκφρασης – τις αόρατες αιώνιες ουσίες ή οντότητες, επειδή έμοιαζε να εκφράζη ακριβώς αυτή η λέξη περισσότερο από όλες τις άλλες τής γλώσσας του το ότι ήταν γι’ αυτόν το «όντως Δίκαιο» και το «ίδιο το Γενναίο» ένα Κάτι, το οποίο και μπορούσε να το δη με τα ‘μάτια τής ψυχής’.
Ο Σωκράτης ήταν, όπως λέμε απ’ την εποχή τού Αριστοτέλη, αυτός που ανακάλυψε την έννοια και τον ορισμό, κι ο Πλάτων ‘έφτιαξε’ απ’ την έννοια την Ιδέα. Πώς ‘φαίνεται’ λοιπόν αυτό που είναι Ζωντανό, το Ζων, και που προβάλλεται εδώ στο επίπεδο της εννοιλογικο-ιστορικής αφαίρεσης; Και ρωτούσε βέβαια δίχως να κουράζεται ο Σωκράτης: τί είναι η Δικαιοσύνη, τί είναι το Αγαθό, και τί είναι η Πόλις (Polis) ή ο Πολίτης (Polites) ή η Δημοκρατία, και τί είναι η Τέχνη ή η Σοφία (Sophia) ή γενικώς αυτό, για το οποίο κάθε φορά μιλάτε; Και ‘κατανάλωνε’ ακαταπόνητη εργασία τού Λόγου (Logos) στον διάλογο σ’ αυτά τα ανανεούμενα πάντοτε ερωτήματα. Δεν ήταν όμως ο προσδιορισμός μιας έννοιας ο τελικός του στόχος, καθώς δεν μπορούσε ποτέ να σταματήση σ’ έναν ορισμό, στον οποίον και έφτανε. Γιατί πίσω από κάθε ξεχωριστό ερώτημα και πίσω από όλα τα ερωτήματα συνολικά βρισκόταν το τελευταίο: πώς έπρεπε να ζήση υπηρετώντας την πόλη ο άνθρωπος, η οποία ‘θέλει’ τον ενάρετον άνθρωπο, και υπηρετώντας τον Θεό, που ‘θέλει’ τον αγαθό άνθρωπο στη διευθετημένη (νομοθετημένη…) πόλη. Κι επειδή ήταν ο ίδιος αυτός ο άνθρωπος, γι’ αυτό και γνώριζε ο Σωκράτης, ότι υπήρχε μια απάντηση, και προσδιορίζονταν απ’ αυτήν τη γνώση η μορφή τού Διαλόγου του. Και έστρεφε με τα ερωτήματά του προς τα εκεί τούς άλλους, όπου και έπρεπε να υπάρχη αυτή η απάντηση. Ρωτούσε: τί είναι…; Έπρεπε να είναι λοιπόν μια ύπαρξη, κι ένα Όν. Μόνον όμως τα μάτια τού Πλάτωνα είδαν, και βρήκε στο Είδος αυτό που δίδασκε, κι αυτό που ζούσε ο Σωκράτης.
Δεν πρόκειται για μια βιογραφική βέβαια περιέργεια, που θα είχε εξάλλου εδώ λιγότερο από οπουδήποτε αλλού θέση, όταν θέλουμε διαισθητικά να αντιληφθούμε, πώς συνέλαβε την «Ιδέα» ο Πλάτων. Και θα έχη γίνει και σαφές, ότι δεν πραγματευόμαστε μ’ αυτό κάτι ιστορικά ή βιογραφικά πιθανώς σημαντικό, ασήμαντο όμως εντέλει φιλοσοφικά. Έχει μιαν πάνω από δυό χιλιάδες χρόνια ιστορία η Ιδέα, και δεν επιβαρύνθηκε καμμιά λέξη τής φιλοσοφικής γλώσσας πιο ισχυρά με τη διανοητική εργασία τών αιώνων. Μόνον το πλατωνικό Είδος δεν είναι φιλοσοφία απ’ τη φιλοσοφία, όπως απ’ την εποχή τού Πλάτωνα και ουσιαστικά μέσα απ’ αυτόν κάθε έρευνα των Ιδεών. Και είναι γι’ αυτό ακριβώς αναγκαίο, να καταστήσουμε ξανά ορατή, τρόπον τινά στην αθωότητά της την έννοια. Δεν μπορεί να υπάρχη βέβαια μια ιστορική παράδοση για το «αρχικό βίωμα» του Πλάτωνα. Αντί γι’ αυτό ισχύει όμως, να μην επιτρέψουμε να ξεγελαστούμε απ’ την ‘άποψη’ που ακόμα και σήμερα δεν έχει εντελώς εγκαταλειφθή: ότι το Εναργές (το Παραστατικό…), το Αισθητικό και το Διαισθητικό τής Ιδέας – που δύσκολα μπορούσε και να το παραγνωρίση κανείς – ήταν μια πιθανώς ‘συγγνωστή’ (που μπορούμε δηλ. να τη ‘συγχωρέσουμε’!...), γνήσια πάντως ελληνική ‘κατολίσθηση’, αλλά μια κατολίσθηση ωστόσο απ’ την καθαρότητα της έννοιας, και ένα «διανοητικό προπατορικό αμάρτημα»· - και να εκλάβουμε μάλλον, εντελώς απλά και αισθητικά τα ονόματα, με τα οποία και χαρακτηρίζει την εμπειρία του ο Πλάτων, βλέποντάς τα μαζί με τους μύθους και τις εικόνες του. Και ακριβώς εξαιτίας εκείνης τής αρχής και προέλευσης, δεν μας επιτρέπεται να περιγράψουμε εκ των προτέρων εννοιολογικά, «τί είναι η Ιδέα», η οποία αξίζει άλλωστε και για τον Πλάτωνα περισσότερο από κάθε τι άλλο να εννοιολογηθή, δεν μπορεί όμως ποτέ να εκφρασθή πλήρως με έννοιες. Προφυλασσόμαστε όμως επίσης και απ’ το να καθορίσουμε οτιδήποτε για το είδος τής «διαίσθησης» και θέλουμε να προειδοποιήσουμε κατηγορηματικά, απ’ το να την περιγράψουμε ως μιαν εκστατική πράξη με τη σημερινά συνηθισμένη έννοια της λέξης. Δεν γίνεται εδώ παρά η ‘απόπειρα’, να προσδιορίσουμε το σημείο, όπου και συνάντησε αναζητώντας την αληθινή Πολιτεία εκείνην την περιοχή ο Πλάτων, που για να την χαρακτηρίση τού ‘χρησίμευσαν’ οι λέξεις Είδος και Ιδέα. Θα πρέπη όμως να ‘εισχωρήσουμε’ τότε απ’ αυτό το σημείο και στο Σύνολο ή Όλον.
Όποιος έβλεπε τις αιώνιες μορφές με τα μάτια τής ψυχής, τόσο σίγουρα, ή μάλλον ασύγκριτα πιο σίγουρα απ’ ό,τι τις γήινες με τα σωματικά μάτια, γι’ αυτόν είχαν χάσει οι «διπλοί λόγοι» τών σοφιστών κάθε νόημα. Το ότι ήταν καλό και κακό ένα· το ότι ήταν το ίδιο πράγμα για τον μεν καλό και για τον άλλον κακό, και για τον ίδιον άνθρωπο άλλοτε καλό και άλλοτε κακό· και ότι το ίδιο συνέβαινε με το Ωραίο και το Άσχημο, το Δίκαιο και το Άδικο, το Αληθινό και το Ψευδές: όλα αυτά αποδεικνύονταν ένα ‘παιχνίδι’ με άδειες λέξεις γι’ αυτόν, που είχε δη το «Ωραίο» και το «Δίκαιο» και το «Αληθινό». Και δεν μπορούσε να ρωτήση κανείς πια, αν υπάρχη (όντως…) Δικαιοσύνη, ή αν ήταν μόνο μια λέξη χρήσιμη στον ‘αγώνα’, αβάσιμη και σαθρή όμως στον εαυτό της. Και δεν μπορούσε και να αμφιβάλη τότε κανείς, για το αν ήταν ή όχι διδακτό (αν μπορούσε ή δεν μπορούσε να διδαχθή…) αυτό το Δίκαιο. Αν ήταν, κι αν υπήρχε το Δίκαιο, κι αν ήταν ένα Είδος (ορώ, έβλεπον, είδον…), τότε γινόταν κανείς δίκαιος, όταν το έβλεπε. « Ή νομίζεις – λέει ο Σωκράτης τής ‘Πολιτείας’ – πως είναι καν δυνατό, να μη μιμηθή κανείς αυτό στο οποίο και ‘χρονοτριβεί΄ θαυμάζοντάς το; (ή οίει τινά μηχανήν είναιότωι τις ομιλεί αγάμενοςμη μιμείσθαι εκείνο;). Ο φιλόσοφος που ‘χρονοτριβεί’ λοιπόν στο Θεϊκό και Διευθετημένο (αυτό που έχει τάξη και ρυθμό…), ‘διευθετείται’ και γίνεται (κι αυτός…) θεϊκός κατά την ανθρώπινη δυνατότητα». Αν ίσχυε όμως αυτό, δεν υπήρχε τότε παρά μια και μοναδική ‘εργασία’: να ανοίξης τα μάτια (και…) στους άλλους γι’ αυτό που έβλεπες ο ίδιος. Και δεν επρόκειτο για την αγωγή τού ενός μόνο. Αν διαλύονταν η πόλη, επειδή δεν τιμώνταν πια η Θέμις και η Δίκη στο ‘ποίμνιό’ της, έπρεπε να θεμελιωθή εκ νέου γύρω απ’ το Είδος τής Δικαιοσύνης, και γενικώς γύρω απ’ το Είδος, και τελικά και ύψιστα γύρω απ’ το αρχέτυπο του «Αγαθού», ως το θεϊκό (εκείνο…) κέντρο που διευθετεί και συνδέει. Αυτό και τίποτα άλλο δεν εννοεί και το ‘επίγραμμα’ (Epigramm – ο επιγραμματικός λόγος…) τού Πλάτωνα, ότι δεν διαβλέπεται κανένα τέλος τής δυστυχίας, πριν να κυριαρχήσουν οι φιλόσοφοι ή να αναζητήσουν αυτοί που κυριαρχούν (οι άρχοντες…) με γνήσιο τρόπο την αλήθεια. Πρόκειται για μια διαφορετική και μόνο έκφραση εκείνης τής «συστηματικής» συνάφειας, που είχε πάντοτε γι’ αυτόν υπάρξει – όχι εκ συστάσεως (όπως είχε συσταθή δηλ. η πόλη…) αλλά απ’ τη βιωμένη αναγκαιότητα -  μεταξύ «Είδους» και «Πόλης».

                Αλλά πώς θα μπορούσαν να γίνουν ικανοί οι άλλοι να δουν, αυτό που έβλεπαν μόνο τα εσωτερικά μάτια τού Πλάτωνα, που «μπορεί να το επιτύχη μόνο μια μεγαλοφυία» (κατά τον Shopenhauer) «και δεν μεταδίδεται απολύτως, αλλά μόνον υπό όρους»; Και πώς μπορούσε να εξασφαλισθή, ότι επρόκειτο πράγματι για γνώση, και μάλιστα για την πραγματική και ύψιστη γνώση; Στην πραγματικότητα, «δεν μπορεί να μιλήση κανείς κατά κανέναν τρόπο γι’ αυτό, όπως για άλλα αντικείμενα της διδασκαλίας» λέει ακριβώς σε κείνη την 7η επιστολή (341C) ο Πλάτων, που δεν μπόρεσε ή και δεν θέλησε άλλωστε να μιλήση ποτέ παρά με υπαινιγμούς για τις αιώνιες μορφές. Γνώριζε όμως, πως «δραπετεύουν οι απλές γνώμες απ’ την ψυχή τού ανθρώπου, ώστε δεν έχουν και μεγάλη αξία, μέχρι να τις συνδέση κάποιος εξηγώντας εννοιολογικά τον λόγο τής ύπαρξής τους (έως άν τις αυτάς δήση αιτίας λογισμώ – Μένων 98 Α). Και πως, αν και ήταν αρρήτως απομακρυσμένο από κάθε γνώμη και εμφάνιση αυτό που είχε δη, χρειαζόταν ωστόσο την υποστήριξη του λόγου, για να διαρκέση γι’ αυτόν και για τους άλλους   (( Συγκινητικά, για μια ψυχή, πράγματα… )) . Γι’ αυτό και έγινε η αναζήτηση τέτοιων ‘συνδυασμών’ το περιεχόμενο ολόκληρης της φιλοσοφίας του. Ενώ το να οδηγηθούν «μέσα από μακρόχρονη σχέση» στο «να ανάψη από μια φλογίτσα που ξεπετιέται ένα φως στην ψυχή τους» οι άνθρωποι, αυτό δίνει και τη μορφή σ’ ολόκληρη τη διδασκαλία του.
Θα μας επιτραπή εδώ μια παρέκβαση, για να αποσαφηνίσουμε από εντελώς άλλη πλευρά αυτά που έχουμε πη. Γνωρίζουμε την απάντηση που έλαβε στις 14 Ιουλίου 1794, στην πρώτη τους συνάντηση, ο Γκαίτε απ’ τον Σίλλερ, όταν του «παρουσίασε ολοζώντανα τη μεταμόρφωση (Metamorphose) των φυτών και ζωγράφισε με μερικές χαρακτηριστικές γραμμές τής πένας του ένα συμβολικό φυτό μπροστά στα μάτια του». Ο Σίλλερ κούνησε το κεφάλι και είπε: «Αυτό δεν είναι εμπειρία, είναι μια Ιδέα», εννοώντας την Ιδέα με την καντιανή της έννοια, σαν έναν αναγκαίο ορισμό τής λογικής, προς τον οποίον δεν συμφωνεί κανένα αντικείμενο των αισθήσεων. Ο Γκαίτε παραξενεύτηκε, κι έγινε σκυθρωπός. Για ένα διαισθητικό πνεύμα όπως αυτός (όπως τον χαρακτηρίζει εξάλλου ο ίδιος ο Σίλλερ στην αρχή τής αλληλογραφίας τους) είναι ακατανόητη, και μάλιστα δυσάρεστη κάθε διαφορά που θέτει ανάμεσα στην εμπειρία και την Ιδέα το θεωρητικό πνεύμα. «Μου είναι πολύ ευάρεστο», απαντά, «το ότι έχω Ιδέες, χωρίς να το γνωρίζω, και ότι τις βλέπω μάλιστα με τα ίδια μου τα μάτια». Το πρότυπο φυτό τού Γκαίτε δεν ήταν βέβαια κάποια καντιανή, αλλά μια πλατωνική Ιδέα με την αρχική της έννοια. Γνώριζε ο Γκαίτε, «πως υπήρχε μια διαφορά ανάμεσα σε όραση και όραση, κι ότι πρέπει να λειτουργούν σε συνεχή ζωντανό σύνδεσμο τα μάτια τού πνεύματος με τα σωματικά μάτια, γιατί κινδυνεύει κανείς αλλιώς να βλέπη κι ωστόσο να παραβλέπη». Έβλεπε «με τα μάτια του» λοιπόν – με τα μάτια τής ψυχής, θα έλεγε ο Πλάτων – το ‘αρχικό φυτό’ σε κείνον τον ριπιδωτό (ανοιγμένο σε ριπίδες…) φοίνικα στον βοτανικό κήπο στην Πάδουα, ήλπιζε να το «ανακαλύψη» στους ‘φλύαρους’ δημόσιους περιπάτους στο Παλέρμο, κι όταν «είδε με πληρότητα», σύμφωνα με τα δικά του λόγια, «την αρχική ταυτότητα όλων τών επιμέρους φυτών στη Σικελία κι αναζητούσε να την παρακολουθήση  πλεόν παντού και να την ανιληφθή ξανά», αυτό είναι που ονομάζει εδώ θεωρία, η εναργής τελικά εκείνη αντίληψη και η προσπάθεια από κει και πέρα, να καταστήση εκ νέου ορατό με τη δύναμη του λόγου (Logos) αυτό που είχε δη.
Όταν μιλάμε εδώ, επιστρέφοντας στον Πλάτωνα, για κείνους τους (εσωτερικούς…) ‘συνδέσμους’ με τους οποίους και έδινε υπόσταση και γνωστοποιούσε τη ‘θεωρία’ του (εκείνο που πράγματι θεωρούσε με τα μάτια τής ψυχής…), πρέπει να απορρίψουμε εκ των προτέρων την άποψη, ότι θα θέλαμε ή και θα μπορούσαμε να ‘αντιγράψουμε’ καθ’ οιονδήποτε τρόπο ένα σταδιακό γίγνεσθαι. Και μόνο για να μπορέσουμε να δούμε τη δομή πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μια φαινομενικά γενετική παράσταση, παρόμοια ίσως με τον τρόπο που διηγείται κι ο ίδιος στον «Τίμαιο» τον μύθο τής δημιουργίας τού κόσμου, προειδοποιώντας μας ωστόσο να μην την εκλάβουμε, ο ένας μετά τον άλλον, και κυριολεκτικά. Ο Πλάτων μπορούσε να γνωρίζη από καιρό τα προηγούμενα φιλοσοφήματα, και καθώς μάς τον συστήνει ως φίλο τού ηρακλείτιου Κρατύλου η παράδοση, μπορούμε και μεις να πούμε πως γνώριζε εκείνον τουλάχιστον τον ‘κύκλο’ σκέψης. Σίγουρο είναι όμως αυτό που είναι και το πιο σημαντικό απ’ όλα, έστω και πάντοτε παραγνωρισμένο: ότι δεν αναπτύχθηκε από προηγούμενα ‘συστήματα’ η φιλοσοφία του. Και μόνον όταν άνοιξαν για πρώτη φορά τα μάτια του για το Είδος (Eidos) (και είδαν!...), στράφηκαν και όλες οι δυνάμεις τής ύπαρξής του με την τεράστια έντασή τους προς αυτήν την κατεύθυνση. Και τότε έγινε για πρώτη φορά – και με μιαν εντελώς καινούργια έννοια – «φιλόσοφος» ο Πλάτων. Αυτό που έχουμε να αναζητήσουμε είναι κατά πολύ περισσότερο λοιπόν ο ‘νόμος’, κατά τον οποίον και αποκρυσταλλώθηκαν γύρω από εκείνο το σημείο ενότητας τα (διάφορα…) ‘υλικά’, απ’ την ιστορική ‘τάξη’ μέσα στην οποία και συνέβησαν όλα αυτά   (( Σημ. τ. μετ.: Τί ωραία ‘απάντηση’ σε όλους εκείνους, που ακόμα και σε ‘πράγματα’ που αφορούν πράγματι στην αιωνιότητα, προτάσσουν και σήμερα τις ‘ιστορικές συνθήκες και συγκυρίες’…)) .
Αν ήθελε να ‘κρατήση’ για τον εαυτό του και για τους άλλους τη ‘διαίσθησή’ του ο Πλάτων, έπρεπε να χρησιμοποιήση το υλικό τής γλώσσας του. «Το Δίκαιο» ή «το Ωραίο», που έβλεπε με τα μάτια τής ψυχής, ήταν γι’ αυτόν και το μόνο Πραγματικό. Αν ήθελε να προφυλάξη λοιπόν «το Ωραίο» απ’ τη ‘σύγχυση’ (απ’ το να μπερδευτή…) μ’ ένα ωραίο κορίτσι – κι ήταν απαραίτητο κάποιες φορές αυτό, όπως το δείχνει κι ο «Ιππίας μείζων» (287 Ε) – μπορούσε να προσθέση και να πη: «το ίδιο το Ωραίο» (αυτό τό καλόν). Παράλληλα τού προσφερόταν όμως και μια λέξη, που κυκλοφορούσε σαν καινούργιο νόμισμα της εποχής τών σοφιστών: γνωρίζουμε απ’ τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη εκείνο το «όντως, τώ όντι», που έρχεται να εκφράση την αντίθεσή του σ’ αυτό που μόνο φαίνεται και δεν είναι πραγματικό. Μίλησε έτσι και ο Πλάτων για το «όντως Καλό» και το «όντως Ωραίο», διευρύνοντας μάλιστα και σε μια μικρή φράση αυτό το επίρρημα: «η γνώση τού ίδιου του Όμοιου, (αυτού δηλαδή) το οποίο (πραγματικά) υπάρχει» (επιστήμη αυτού τού ίσου ότι εστίν – Φαίδων 75 Β), προσδίδοντας και έναν πρώτο ήχο ορολογίας στη φράση: «όλα όσα ‘επιχαράσσουμε’ σε κάτι το οποίο (πραγματικά) υπάρχει - είναι» (περί απάντων οίς επισφραγιζόμεθα τούτο ό έστι – Φαίδων 75 D). 
Οι εκφράσεις που έπαιρνε ή μετασχημάτιζε απ’ το γλωσσικό υλικό τής εποχής του ο Πλάτων ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Γιατί προχωρούσε μ’ αυτές σε μιαν έρευνα της ύπαρξης ή τού Είναι, που αναγόταν, πέρα απ’ τον Γοργία, τον Μέλισσο, τον Ζήνωνα, στον ίδιον τον μεγάλο Παρμενίδη, που είχε ανακαλύψει το ένα, αιώνιο και αναλλοίωτο Είναι. Αρχικά δεν χρειαζόταν καν να γνωρίζη (κάτι…) γι’ αυτήν την ιστορική συνάφεια ο Πλάτων, και γνώριζε ίσως τόσα λίγα γι’ αυτήν, όπως γνωρίζει κι ένας σημερινός άνθρωπος ότι  μιλά ‘χεγκελιανά’, όταν λέη «αυτό καθ’ εαυτό», ή «λουθηρανο-παύλεια», όταν λέη «τα πάντα εν πάσι (όλα σε όλα…)», ή κατά τον Άγγλο φιλόσοφο Comte, όταν λέη «Είμαι θετικός (I am positive)». Δεν ήταν όμως και τυχαίο, ότι κατευθύνθηκε εδώ ακριβώς προς εκείνη την πρωτογενέστερη και πιο εκτεταμένη έρευνα του Είναι. 
Η κυρίαρχη ιστορία τής φιλοσοφίας μάς εξαπατά σ’ έναν βαθμό στο ποιος ήταν πραγματικά ο Σωκράτης. Τον παρουσιάζει να ‘κατεβάζη’ μαζί με τον Κικέρωνα τη φιλοσοφία απ’ τον ουρανό στη γη, απομακρύνοντάς τον πάρα πολύ απ’ τους προηγούμενους στοχαστές. Δεν αναρωτιέται όμως, αν θα υπήρχε γενικώς η δυνατότητα χωρίς τον Πλάτωνα, που συνέδεσε τη δύναμη και την κατεύθυνση του εξεταστικού και παιδαγωγού Σωκράτη με τις θεωρίες εκείνων που προηγήθηκαν, να τοποθετηθή ο ‘ελεγκτικός’ φιλόσοφος στην ίδια «ιστορία τής φιλοσοφίας» με τους φυσικούς φιλοσόφους. Υπάρχει ωστόσο κι εδώ μια μυστική συνάφεια. Ο Σωκράτης ‘εργαζόταν’ ανάμεσα στους «σοφιστές», χωρίς να τον ξεχωρίζη απ’ αυτούς το μεγάλο πλήθος, και αντιπροσωπεύοντάς τους μάλιστα κατά τον Αριστοφάνη, σε μιαν αβυσσαλέα ωστόσο αντίθεση προς αυτούς, που για να τη δη έπρεπε να είναι βέβαια προικισμένος με τη διαπεραστική ματιά τού Πλάτωνα κανείς. Η σοφιστική διαφύλαττε όμως, εξασκώντας τις ταχυδακτυλουργίες της με το Είναι και το μη-Είναι, σχήματα σκέψης τού Παρμενίδη, έστω και αποξηραμμένα σ’ έναν ‘σκελετό’ γλώσσας. Η αντίθεση προς τους σοφιστές δεν προσδιόριζε βέβαια την ίδια την ύπαρξη του Σωκράτη, οπωσδήποτε όμως τον τρόπο που εκείνος ρωτούσε. Κι όταν ρωτούσε: «Τί είναι η δικαιοσύνη»;  και ήταν τουλάχιστον γι’ αυτό σίγουρος, ότι είναι (υπάρχει…) ή είναι κάτι η δικαιοσύνη, δεν χρειαζόταν και να γνωρίζη ότι είχε ήδη προδιαγραφή μυστικά γι’ αυτόν, που ήθελε να είναι και ήταν τόσο εντελώς διαφορετικός, μe τον μεγάλον εκείνον στοχαστή η μορφή κι ο ‘τρόπος’ τής αναζήτησης.
Αποδέχτηκε έτσι και ο Πλάτων, ήδη με το σωκρατικό ερώτημα, και προσπαθώντας κατόπιν να ονομάση και να οριοθετήση απέναντι σ’ αυτό με το οποίο και δεν επιτρεπόταν να ‘μπερδευτούν’ τα ‘όντα’ ή τις ‘ουσίες’ που είχε για πρώτη φορά δη, τρέχοντα γλωσσικά και νοητικά σχήματα, που κατάγονταν εν τέλει απ’ τον ίδιον τον Παρμενίδη. Δεν μπορούσε όμως και να εφησυχάση μ’ αυτά τα εξασθενημένα ως επί το πλείστον σχήματα ο Πλάτων, και μάλιστα εν σχέσει προς τις ύψιστες εμπειρίες του. Στράφηκε λοιπόν, μέσα απ’ όλη τη θεωρία που είχε ‘προηγηθή’, προς την πηγή τους. Δεν ανέλαβε δηλ. – όπως το έκανε ίσως αργότερα μ’ αυτόν τον ίδιον ο Αριστοτέλης, ή με τους άγγλους εμπειριστές ο Καντ – ως φιλοσοφικός στοχαστής ‘υπόλοιπα προβλημάτων’, που είχε αφήσει εκεί κάποιος απ’ αυτούς που προηγήθηκαν. Αλλά τού έδωσε τα μέσα η διδασκαλία τού Είναι τού Παρμενίδη, να ενισχύση με σκέψεις και λόγια που διαρκούν τη διαίσθησή του. Βρισκόταν βέβαια στη θέση τού ενός, ολόκληρου, απλού, ακλόνητου και σφαιρικού Είναι, το οποίο και είχε επίσης «δη με το πνεύμα (της…)» η παραστατική φαντασία (Phantasie) αυτού τού πρώτου ‘οντολόγου’, αυτού τού ‘άξεστου’, ‘ανεπιτήδειου’ κι ωστόσο μεγάλου ποιητή, το πλήθος εδώ στον Πλάτωνα των οράσεων, που πολλαπλασιάζονταν και επεκτείνονταν με κάθε καινούργια θέα, χωρίς και να μπορή όμως να ‘επιτύχη’ ποτέ ξανά, όσο κι αν επιθυμούσε την ενότητα, εκείνη την ‘ερημική’ ακινησία. Βλέπουμε όμως, παρ’ όλην αυτήν την αναπόφευκτη αντίθεση, μιαν εκπληκτική συμφωνία μέχρι και στη διατύπωση. Γιατί είναι ακριβώς εκείνα τα κατηγορούμενα του παρμενίδειου Είναι – ολόκληρο, απλό, ασάλευτο - , που μεταφέρει κι ο Πλάτων στα «αρχέτυπά» του. Κι αν είχε ‘συμπεράνει’ εκ νέου τη μοναδική ύπαρξη του παρμενίδειου Είναι απ’ τις αντιφάσεις της πολλαπλότητας ο Ζήνων, επισημαίνει το παράλογο ο Πλάτων, που προκύπτει όταν σκέπτεται το Δίκαιο, το Ωραίο και το Ευσεβές στον πληθυντικό κανείς, αντί στη μοναδικότητα του ιδανικού Είναι. Αλλά και πολύ πιο πέρα απ’ αυτό:  Ολόκληρη η ‘διάταξη’ του δικού του ‘κόσμου τού Είναι’ και των μορφών γνώσης που αντιστοιχούν στις βαθμίδες του, όπως φαίνεται σαφέστατα στην «Πολιτεία» (476 Ε κ.ε.), είναι αυστηρά ‘παρμενίδεια’. Βρίσκεται και στους δυό στοχαστές το απόλυτο Μη-Είναι διαμετρικά αντίθετο στο Είναι ή Όν, και δεν μπορεί και για τους δυό να γίνη γνωστό (να ‘γνωσθή’…) το Μη-Είναι. «Πώς θα μπορούσε να γίνη γνωστό κάτι που δεν υπάρχει;» ρωτά ο Γλαύκων στην «Πολιτεία». «Αυτό που δεν υπάρχει δεν μπορείς ούτε να το γνωρίσης ούτε να το ονομάσης», διδάσκει και η θεά τον Παρμενίδη. Ενώ αυτό που ‘υπάρχει πλήρως’ (παντελώς όν) μπορεί να γίνη και ‘πλήρως γνωστό’ (παντελώς γνωστόν) στον Πλάτωνα, όπως υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος τής έρευνας στον Παρμενίδη, εκείνος δηλ. που οδηγεί στο καθαρό Είναι και έχει ως ‘οδοδείκτες’ (σήματα) τους ουσιαστικούς (οντολογικούς…) προσδιορισμούς αυτού τού Είναι. Βρίσκεται δε και για τους δυό ο κόσμος, στον οποίον εμείς κινούμαστε, ανάμεσα σε κείνους τούς ‘πόλους’, όντας Είναι και Μη-Είναι ταυτόχρονα.  Σ’ αυτόν τον ‘ενδιάμεσο’ κόσμο απευθύνεται ο ιδιαίτερος τρόπος γνώσης στον Πλάτωνα, που τον ονομάζει δόξα (Doxa), (απλή) γνώμη. Και ονομάζεται στον Παρμενίδη, εντελώς αντίστοιχα, ένας κόσμος ‘κατά την δόξαν’ (κατά δόξαν έφυ τάδε) ο ‘ενδιάμεσος’ κόσμος, μόνον που αναμιγνύονται αδιαχώριστα σ’ αυτόν σ’ αυτές τις λέξεις η θολή γνώμη τού Εγώ και η θολή εμφάνιση του Αυτό. Καθώς ακουμπάμε ακριβώς εδώ τις διαφορές ανάμεσα στις δυό τόσο παρόμοιες ‘συνθέσεις’. Για τον Παρμενίδη, που αναγνωρίζει εντέλει μόνον ένα καθαρό Είναι ως πραγματικό, είναι «Είναι και σκέψη ένα και το αυτό», όπως ‘συνυπάρχουν’ ακριβώς γι’ αυτόν, σε κείνον τον ‘ενδιάμεσο’ κόσμο τής δόξας, ο τρόπος που υπάρχει το αντικείμενο και ο τρόπος που το αντιλαμβάνεται εκείνος που το γνωρίζει. Όμως ο Πλάτων, που συμπεριλαμβάνει όλο το ‘πλήθος’ τών θεωρούμενων μορφών στον ‘δικό’ του κόσμο τού Είναι, και για τον οποίον αποτελεί, μέσα απ’ τον Σωκράτη, ο άνθρωπος και η «ψυχή» μιαν απ’ τις μεγαλύτερές του εμπειρίες, δεν μπορεί πια να ‘οικοδομήση’ έτσι απλά. Παραλαμβάνει λοιπόν τις βασικές μορφές τού ‘σχεδίου’. Αντιπαραθέτοντας ωστόσο στις βαθμίδες (στην ‘κλίμακα’…) των αντικειμένων με μιαν οξεία αυτο-αντιστοιχία τις βαθμίδες τής αντίληψής τους (διακρίνοντάς τες δηλ. σαφώς απ’ τα ίδια τα αντικείμενα…). Και κατασκευάζοντας κατόπιν, πολύ ‘πέρα’ απ’ τον Παρμενίδη, ένα αρμονικό σύστημα του Είναι και της γνώσης. Κάτι που επιστεγάζει όμως τη φιλοσοφία του και πρέπει να το αφήσουμε εδώ στην άκρη, για να δείξουμε μόνον τί ‘παίρνει’ απ’ το ήδη υπάρχον διανοητικό υλικό, ώστε να ‘στερεώση’ εννοιολογικά τη διαίσθησή του.
Δεν έχει εκλείψει και σήμερα η ‘ιδέα’, που μπορεί να αναφερθή ως μορφή σκέψης τουλάχιστον στον Αριστοτέλη: ο Πλάτων προσέθεσε στο παρμενίδειο  Είναι  το  Γίγνεσθαι  του Ηράκλειτου, και οικοδόμησε έτσι το «σύστημά’ του. Η πρόσθεση δεν αποδίδει όμως ποτέ κάτι το ‘ζωντανό’, και είχε πράγματι άλλες ‘φροντίδες’ ο Πλάτων, απ’ το να εξασφαλίση μια θέση στην ιστορία τών (‘φιλοσοφικών’…) προβλημάτων. Είχε δη και κοιτάξει το Είδος και βρισκόταν μπροστά στην αποστολή, να το κρατήση μόνιμα ορατό με τον Λόγο (Logos). Είναι βέβαια σίγουρο, ότι αυτό που υπάρχει πάντοτε δεν μπορεί παρά να είναι δεδομένο, ταυτόχρονα με την αντίθεση αυτού που δεν υπάρχει κατά τον ίδιον τρόπο.  Έτσι ονόμασαν άλλωστε και οι Ινδοί ‘στοχαστές’ τον κόσμο που αντιπαρατίθεται στο ένα και αιώνιο Άτμαν, με ποικίλους τρόπους ως αστάθεια, αλλαγή, πάθος και βάσανο, Μη-Αυτό. Δεν χρειαζόταν να αναζητήση δικές του λέξεις ο Πλάτων, κι αν ζητούσε να ονομάση αυτό «που λέμε (στην καθημερινή συνήθως ζωή) ‘υπαρκτό’», δεν τον ‘εγκατέλειψε’ ούτε κι εδώ ο Παρμενίδης. Ο παρμενίδειος ‘τύπος’ «Είναι καθώς και Μη-Είναι» (είναί τε καί μή είναι) χρησιμεύει στο οντολογικό σύστημα της «Πολιτείας» στο να αναφέρουμε ταυτόχρονα τον δικό μας κόσμο τού ‘γίγνεσθαι’ στο πραγματικό Είναι, διατηρώντας παράδοξα και την αιώνια απόστασή του απ’ αυτό. Διαχώρισε όμως επίσης το καθαρό Είναι απ’ ό,τι καθορίζει τον δικό μας, μη πραγματικό κόσμο ο Παρμενίδης: απ’ το να γίνεται και να παρέρχεται, να αυξάνη και να ελαττούται. Παραλαμβάνει δε απ’ το στόμα του αυτές τις λέξεις ο Πλάτων, επειδή χαρακτηρίζουν ακριβώς και τη δική του άποψη, κι επειδή δεν είναι αρκετά ‘εξαρτημένος’, ώστε να θέλη και να ‘πρωτοτυπήση  (( Είναι κατά κάποιον τρόπο ‘ελεύθερος’ ! … )) . Είδε «αυτήν τη στιγμή» τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη τον έναν απέναντι στον άλλον. Και θέλησε να αντιληφθή κατ’ αρχάς, ο μαθητής τού Κρατύλου, όπως δεν το είχε κάνει σε όλα του τα (προηγούμενα…) χρόνια, ότι υπήρχε στον Ηράκλειτο, αν δεν κοιτούσε κανείς το γίγνεσθαι και την αλλαγή, αλλά τον νόμο τού γίγνεσθαι και τη διάρκεια της αλλαγής, κάτι που ομολογούσε εντελώς προς τον Παρμενίδη. Και με κείνη τη δύναμη του διαχωρισμού και της ‘τακτοποίησης’, με την οποία και διαχώριζε, παρ’ όλα όσα είχαν κοινά, τον Σωκράτη και τους σοφιστές (‘δικαιωμένος’ πολύ πιο βαθειά απ’ την ιστορία), διαχώριζε όπως ο δημιουργός στη στέγη τής ‘Καπέλλα Σιξτίνα’ τη μέρα και τη νύχτα, ‘αποσπούσε’ την ηρακλείτια και την παρμενίδεια άποψη του κόσμου τη μιαν απ’ την άλλη, για να τις συζεύξη ωστόσο ξανά, ως ένα σύμβολο της ‘αντιπαράθεσης’ του κόσμου τού Είναι και του κόσμου τού Γίγνεσθαι, που του το ΄παρέδιδε’ η ανακάλυψη των αιωνίων μορφών.
Υπήρχε ωστόσο και μια ανώτερη ‘άποψη’, κατά την οποία γινόταν πάλι αυτή η διπλότητα ή διφυία ενότητα: «Ένα είναι τα πάντα». «Αυτά που τείνουν να είναι μαζί – κι αυτά που τείνουν να είναι αντίθετα·  αυτά που συνηχούν – κι αυτά που ηχούν το ένα αντίθετα στο άλλο· από τα πάντα Ένα κι από Ένα τα πάντα», κατά τον Ηράκλειτο. Και λέει κι ο Πλάτων: αξιώνονται και προσκαλούνται αναμεταξύ τους το ένα Είδος (Eidos) και τα πολλά μεμονωμένα πράγματα. ‘Προσφέρει’ στα πράγματα τη μετοχή στο Είναι το Είδος, και τείνουν αυτά αντίστροφα προς την πληρότητα του Είδους. Και μόνον όταν δεν υφίσταται το ένα χωρίς το άλλο, είναι και «το Όλον συνδεδεμένο με τον εαυτό του». Μήπως δεν είναι ‘ηρακλειτισμός’ αυτό, και μάλιστα πιο γνήσιος από εκείνη τη ‘νερωμένη’ και σοφιστικά κακομεταχειρισμένη διδασκαλία για τον «ποταμό όλων τών πραγμάτων»; Δεν εξέφρασε πουθενά αλλού πιο κατηγορηματικά αυτήν τη «συναρμογή τών ανιθέτων» (παλίντονος αρμονίη), που είναι ζωντανή παντού μέσα στο ‘κοσμικό’ του οικοδόμημα, απ’ ό,τι στον «Παρμενίδη» του ο Πλάτων, όπου και την ‘αποκρυσταλλώνει’ σε μια πλήρη διαλεκτική τού «Ενός» και των «Άλλων». Κι όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, είναι όμως και σωστό, ότι είναι το πιο ‘ηρακλείτιο’ απ’ όλα τα κείμενα τού Πλάτωνα ο διάλογος «Παρμενίδης», κι ο φιλόσοφος Παρμενίδης εξίσου «ηρακλείτιος» όπως και ο (μεγάλος…) Ελεάτης σ’ αυτό το έργο. Και φτάσαμε έτσι στο σημείο εκείνο, όπου και συνενώνονται οι δυνάμεις τών δυό μεγάλων παλαιών δασκάλων για τον Πλάτωνα, έτσι όπως είναι «κοινή η αρχή και το τέλος στην περιφέρεια ενός κύκλου»: Το «Ένα και σοφό» τού Ηράκλειτου, που περιλαμβάνει σαφώς την πολλαπλότητα, δηλ. την ολότητα στον εαυτό του, και το «Ένα που υπάρχει» του Παρμενίδη, που θέλει μεν να αποκλείση το Μη-Είναι και την πολλαπλότητα, αλλά δεν το μπορεί· γιατί μιλάμε ακόμα και για το Είναι με «ονόματα» απ’ αυτόν τον κόσμο τού «Είναι και Μη-Είναι», και παρίσταται το Είναι στον κόσμο τών φαινομένων. Συμπίπτουν αυτές οι δυό ‘απόψεις’ (με την έννοια της ‘θεωρίας’…) στον ιδεατό κόσμο τού Πλάτωνα, καθώς διαφαίνεται παντού σ’ αυτόν το Είναι μέσα απ’ το Μη-Είναι (αυτό που ‘υπάρχει’ μέσα απ’ αυτό που ‘δεν υπάρχει’, το ‘υπαρκτό’ μέσα απ’ το ‘ανύπαρκτο’…), και η ενότητα μέσα απ’ την πολλαπλότητα, χωρίς να ‘σχηματίζεται’ αντίστροφα κατ’ ανάγκην και το Είναι στο Μη-Είναι.
Κοντά στον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο, ήταν ο Πυθαγόρας ο τρίτος απ’ τους μεγάλους παλαιούς σοφούς, που η ακτινοβολία του άγγιξε άμεσα ακόμα τον Πλάτωνα στους πυθαγόρειους ‘κύκλους’ τής Κάτω Ιταλίας, αλλά και προηγουμένως στο περιβάλλον τού Σωκράτη. Τί σήμαινε άραγες ο Πυθαγόρας, αυτή η δύναμη που επιδρά μακριά μέσα στον χρόνο, ελκύοντας με αινιγματικό τρόπο καινούργιες πάντοτε δυνάμεις στον εαυτό της και διαπερνώντας τες, για τον Πλάτωνα; Δεν είναι ασφαλώς συμπτωματικό, ότι τη μοναδική φορά που ονομάζεται ο ίδιος ο Πυθαγόρας στα γραπτά τού Πλάτωνα, εμφανίζεται ως «οδηγός τής αγωγής» δίπλα στον Όμηρο (Πολιτεία Χ 600 Α
Ας αναλογιστούμε, ότι συνταράχθηκε πιο πολύ, τον καιρό που ήταν πιο εύπλαστος, απ’ τη σύγχυση της πόλης, στην οποία θεωρούσε ότι ανήκε, κι απ’ την αστάθεια των ανθρώπων που την καθοδηγούσαν ο Πλάτων. Και κατευθύνθηκε τότε όλη του η θέληση, στο να θέση την τάξη στη θέση τής αταξίας. Το ότι έπρεπε να επιφέρη λοιπόν κανείς, σύμφωνα με το παράδειγμα του χειροτέχνη και του καλλιτέχνη, που συναρμολογεί από διάφορα μέρη ένα τοποθετημένο στη σειρά και τακτοποιημένο πράγμα (τεταγμένον τε και κεκοσμημένον πράγμα), και στο σώμα και στην ψυχή, και στον οίκο και στην πόλη τάξη (τάξιν καί κόσμον), κι ότι σ’ αυτό θα συνίστατο ακριβώς η υπεροχή και η πληρότητα της κάθε ‘διάρθρωσης’, το διδάσκει διεξοδικά στο σημείο κορύφωσης του διαλόγου «Γοργίας» ο Πλάτων (503 Ε 507 Ε κ.ε.), αφού κατανίκησε τους ‘προμάχους’ (τους υποστηρικτές…)  τών ρητορικών τεχνών, της ηδονής και της αυθαιρεσίας με μια λέξη: την αταξία. Τίποτα δεν βρίσκεται πιο μακριά απ’ τον Πλάτωνα από κείνον τον λόγο τού Γκαίτε, ότι θα μπορούσε (δήθεν…) να υπομείνη πιο πολύ μιαν αδικία από μιαν αταξία. Γιατί η αδικία είναι αταξία. Κι εκεί που βλέπει να αποφεύγεται ο Πλάτων η απεχθής επέμβαση σ’ έναν ξένον κύκλο επιρροής, εκεί είναι το μέτρο, η σωφροσύνη (Sophrosyne) και η δικαιοσύνη. Κι αν ‘δημιουργούν’ οι χειροτέχνες κι οι καλλιτέχνες στην πεπερασμένη ύλη κάτι το «τακτοποιημένο», πόσο περισσότερο πρέπει να ταιριάζη αυτή η «τάξη» στο αόρατο πρότυπο, «προς το οποίο και κοιτούν» όταν ‘πράττουν’. Δεν μπορεί παρά να βλέπη λοιπόν κι ο Πλάτων το βασίλειο των Ιδεών, αυτό το βασίλειο της πληρότητας, ως μιαν περιοχή, όπου «έχουν όλα την τάξη τους και συμπεριφέρονται αιώνια κατά τον ίδιον τρόπο, χωρίς ούτε να πράττουν ούτε να δέχονται κάτι το άδικο, και υπάρχουν όλα καλώς διατεταγμένα και αναλογικά» (Πολιτεία 500 C). Απεικόνιζε όμως μετά και ο κόσμος (Kosmos) τών αριθμών, η αρμονία (Harmonie) και η αναλογία στην περιοχή τών κινουμένων χορδών, και στη μεγαλύτερη περιοχή τού έναστρου ουρανού ένα τέλειο Είναι, που τον ‘παρέπεμπε’ και τον ‘ανέσυρε’ προς έναν ‘υπερουράνιο τόπο’. Γι’ αυτό και έχουν και οι επιστήμες αυτήν την τάξη, και είναι προπάντων η ενότητά τους και ο συσχετισμός τους στο πυθαγόρειο σύστημα που τον συγκινεί και που φαίνεται να του ‘επιδεικνύη’ σ’ έναν εντελώς άλλον κόσμο αυτό, που δεν θα είχε (σίγουρα…) μπορέσει να βρη στις πολιτείες τού καιρού του. Ο κόσμος (Kosmos – το κόσμημα…) δομεί το σύμπαν, όπως και την πόλη, όπως και την ψυχή. Και η γεωμετρία συγκρατεί ουρανό και γη. «Λένε οι σοφοί, αγαπητέ μου Καλλικλή, ότι η κοινωνία συγκρατεί τον ουρανό και τη γη και τους θεούς και τους ανθρώπους, και η φιλία και η κοσμιότης και η σωφροσύνη και η δικαιότης, και γι’ αυτό και τα ονομάζουν όλα αυτά τάξη (κόσμον καλούσιν), αγαπητέ σύντροφε, κι όχι αταξία και απειθαρχία. Εσύ όμως φαίνεται να μην οδηγής προς τα εκεί το πνεύμα σου, παρ’ όλη τη σοφία σου, αλλά σού διαφεύγει, ότι καταφέρνει μεγάλα πράγματα η γεωμετρική ισότητα (η αναλογία) ανάμεσα στους θεούς καθώς και ανάμεσα στους ανθρώπους. Πιστεύεις μάλιστα αντίθετα, ότι θά ’πρεπε να επιδιώκη κανείς ‘αδιάφορα’ και ‘αδυσώπητα’ τη δύναμη (πλεονεξίαν ασκείν). Γιατί δεν σ’ ενδιαφέρει η γεωμετρία» (Γοργίας 507 Ε κ.ε.). Γίνεται σαφές τώρα, τί του προσέδωσε η συνάντηση με τον Πυθαγόρα. Ο Σωκράτης περιοριζόταν στην περιοχή τού ανθρώπου και της πόλης, το ίδιο και ο Πλάτων λόγω τής καταγωγής του και λόγω τού προτύπου τού δασκάλου του. Αλλά ενώ διατείνονταν πως δεν γνωρίζει τίποτα για «τα πράγματα εκεί επάνω» (τά μετέωρα) ο Σωκράτης, υπήρχε κάτι συγγενικό και στραμμένο προς τον Κόσμο στην ψυχή τού Πλάτωνα, τον Κόσμο που περιβάλλει, ως η εξώτατη τρόπον τινά ομόκεντρη σφαίρα, τον άνθρωπο και την πόλη. Το ότι κατόρθωσε να ‘διεισδύση’, έξω και πέρα απ’ την πόλη, σ’ αυτόν τον Κόσμο ο Πλάτων, κι ότι αντιλήφθηκε επίσης τον άνθρωπο και την πόλη ως υπάρξεις (φύσεις…) «κοσμικής» τάξεως, αυτό το ώφειλε στον μεγάλο σοφό τής (Κάτω…) Ιταλίας και στη δύναμη, που ακόμα ακτινοβολούσε απ’ αυτόν. Και γνώριζε (επίσης…), γιατί έθεσε την παρατήρηση αυτού τού ‘σύμπαντος’ υπό το όνομα του πυθαγόρειου Τίμαιου, αφού ‘επέτρεψε’ να ιδρυθή η ιδανική πολιτεία απ’ τον Σωκράτη   (( Σημ. τ. μετ.: Καθώς ανοίγει κι η ψυχή μας απ’ τα εγκόσμια προς τα ουράνια, και τα υπερουράνια… )) .
Υπήρχε κι ακόμα κάτι, που καθιστούσε απαραίτητους γι’ αυτόν τούς Πυθαγόρειους: η σοβαρότητα, με την οποίαν και στρέφονταν προς την ανθρώπινη ψυχή. Στην ίδια του την ψυχή και στο βαθύ της νόημα είχε βυθιστή ο Ηράκλειτος, χωρίς να συναντήση ποτέ τα όριά της. Και στον παραστατικό μύθο μιλούσαν για την ουσία και τη μοίρα της οι Πυθαγόρειοι κι «εκείνοι γύρω απ’ τον Ορφέα». Τις γνώσεις τους για την ψυχή τις ακολούθησε λοιπόν συμμετέχοντας με την πιο μεγάλη του ισχύ ο Πλάτων, και υπάρχουν τόσα πολλά απ’ αυτή τη γνώση στα γραπτά του έργα, ώστε κατανοείται και η άποψη, πως υπήρξε κοντά σ’ όλα τα άλλα κι ένας «ορφικός θεολόγος». Λέγεται βέβαια, πως είναι δύσκολο να ταιριάξης τη διδασκαλία για την αιωνιότητα και την αφθαρσία τής ατομικής ψυχής με τη διδασκαλία τών Ιδεών. Και δανείστηκε πράγματι εκείνη την πρόταση πίστεως, που του πρόσφεραν έτοιμη οι διδάσκαλοι της πίστεως, ο Πλάτων. Αλλά ακόμα κι αν αποδεικνύονταν μια αντίφαση εδώ στο ‘σύστημα’, δεν είναι ωστόσο και ορθό να την ερμηνεύσουμε μέσα από μια συνένωση (τάχα…) διαχωρισμένων αρχικά αναμεταξύ τους διδασκαλιών. Και μάλιστα στον Πλάτωνα! Που ‘ενδιέτριβε’ ασφαλώς παντού όπου αντιλαμβανόταν συγγενικούς ήχους, ήταν όμως κι ο τελευταίος που θα προσάρμοζε, ‘καλώς ή κακώς’, ξένες διδασκαλίες στο ‘οικοδόμημά’ του. Μας είναι πολύ λίγο σαφές, ότι δεν «διδάσκει» άμεσα, απολύτως τίποτα για τις τύχες τής ψυχής ο Πλάτων. Ο Σωκράτης μιλά στους μύθους γι’ αυτό, που αποτελούν κι ένα μέρος τού πλατωνικού ‘δράματος’ (Drama). Κι όταν αναφέρεται στους ιερείς τών μυστηρίων και τους θεολόγους (ο Πλάτων…), πρόκειται ασφαλώς για την κατεύθυνση απ’ την οποία και προέρχονταν εκείνοι οι μύθοι, χωρίς να λέγεται όμως κατά κανέναν τρόπο, τί αποτελούσαν όλα αυτά για τον ίδιον. Κι αν μας επιτρέπεται να υποθέσουμε ήδη κάτι εδώ περί αυτού, μπορούμε να πούμε πως διέθεταν μια βαθειά συμβολική πραγματικότητα, ή πως ήταν αξιοσέβαστες μορφές, εικόνες και λέξεις γι’ αυτό, που προτιμούσε να μην το πη με τη δική του γλώσσα. Είναι όμως εντελώς λανθασμένο και οδηγεί σε πλάνη, να κατασκευάσουμε μια πλατωνική φυσική ή μιαν ‘ιστορία τής ψυχής’ απ’ αυτό   (( Σημ. τ. μετ.: Τα ‘πράγματα’ δεν πορεύονται σε μιαν ευθεία και μονοσήμαντη και ‘μηχανική’ τρόπον τινά γραμμή, αλλά συνδέονται και περιπλέκονται και ‘αναμιγνύονται’ αναμεταξύ τους κατά τον τρόπον τής αληθείας… )) . 
Αν ήταν Παρμενίδης ο Πλάτων, θα είχαν όλα τα άλλα απέναντι στη δύναμη, την αμεσότητα και τρόπον τινά τη σταθερότητα του Αγαθού (Agathon), το οποίο και είχε δη, ‘εξαφανισθή’, με αποτέλεσμα μια διδασκαλία για το ότι είναι όλα Ένα. Ήταν όμως πάρα πολύ βέβαιος για την ίδια του την ανθρώπινη ύπαρξη ο Πλάτων, και είχε βιώσει πάρα πολύ τον άλλον άνθρωπο στο πρόσωπο του Σωκράτη, και πολύ ισχυρά τον Έρωτα (Eros), που οδηγεί τον άνθρωπο στον άνθρωπο και τους δυό μαζί στην Ιδέα, ώστε να ήταν αρκετή γι’ αυτόν η παρμενίδεια ταύτιση σκέψης και Είναι. Και καθώς χωρίζονταν αυστηρά γι’ αυτόν ο κόσμος, στην περιοχή τού μηδέποτε όντος, πάντοτε γιγνόμενου και παρερχόμενου, και σε κείνην τού παντοτινά όντος, που κατέστη και ο φορέας κάθε αξίας, ετίθετο το ερώτημα: πού ανήκει (λοιπόν…) ο άνθρωπος; Και δεν του γεννήθηκε από ένα θεωρητικό ή συστηματικό ενδιαφέρον αυτό το ερώτημα, αλλά απ’ την αναγκαιότητα της εργασίας του, να διαμορφώση εκ νέου τον άνθρωπο και να τον ‘εγκαθιδρύση’ σε μια καινούργια πολιτεία. Τίθεται λοιπόν στον «Μεγάλο Αλκιβιάδη», εξετάζοντας τον δελφικό χρησμό «Γνώθι σαυτόν», το ερώτημα: και τί είναι αυτός ο ‘εαυτός’; Ηχεί δε εντελώς παράδοξα η απάντηση, πολύ πιο παράδοξα για έναν  Έλληνα (της εποχής εκείνης…) απ’ ό,τι για έναν πολίτη τού χριστιανικού κόσμου: ο άνθρωπος είναι η ψυχή του. Που σημαίνει, πως αυτό που πράγματι συνιστά τον άνθρωπο, η «ύπαρξή» του και το ουσιαστικό σ’ αυτόν είναι η ψυχή. Με τα λόγια τού Πλωτίνου: «Σύμφωνα μ’ αυτό που κυριαρχεί ως κάλλιστο, υπάρχει και η συνολική μορφή άνθρωπος» (κατά δέ τό κρείττον τό όλον είδος άνθρωπος – ΙΙΙ 4, 2). Ανακάλυψε καινούργιον τον κόσμο τού αιωνίως όντος ο Πλάτων. Και καθίσταται έτσι ένα μέλος και των δυό κόσμων ο άνθρωπος και όχι, κάτι ανάμεσα στους δυό κόσμους, που να ανήκη στον κόσμο τού γίγνεσθαι και παρέρχεσθαι με το σώμα και τις αισθήσεις και τα «κατώτερα μέρη τής ψυχής», και στον κόσμο τού Είναι με το Αιώνιο μέσα στην ψυχή.  Και είναι έτσι η ανακάλυψη του βασιλείου τών Ιδεών που δεν ‘επιτρέπει’ να είναι πλέον ένα εντελώς και απολύτως μέλος τού ενός και αδιαχώριστου κόσμου ο άνθρωπος, αλλά υποχρεώνει τον διαχωρισμό του σε «σώμα και ψυχή».
Η «διδασκαλία» τού Πλάτωνα για την αιωνιότητα ή αθανασία τής ψυχής δεν είναι ούτε μια ‘θεολογία’ που την παρέλαβε έτοιμη, ούτε και βασίζεται σε εννοιολογικά συμπεράσματα. Μας δείχνει δε με κάθε σαφήνεια δύο ειδών πράγματα ο διάλογος «Φαίδων»: βλέπει να εγγυάται η νίκη πάνω στον θάνατο με τον Σωκράτη την αιωνιότητα της ψυχής ο Πλάτων. Δεν αγγίχτηκε εδώ καθόλου ένα Κάτι, απ’ το ότι βρισκόταν εκεί μπροστά τους νεκρός εκείνος που τον ονόμαζαν «Σωκράτη» κι απ’ το ότι τον έβαλαν στον τάφο. «Δεν μπορώ να πείσω τον Κρίτωνα, ώ άνδρες, ότι είμαι εγώ ο Σωκράτης εδώ που συνομιλώ μαζί σας και που βάζω στη θέση του κάθε τι απ’ αυτά που λέγονται· αλλά πιστεύει, πως είμαι εκείνος τον οποίον και θα δη λίγο αργότερα ως ένα πτώμα, και γι’ αυτό και ρωτά, πώς πρέπει να με κηδέψη!» Οι αποδείξεις τού διαλόγου περί αθανασίας όμως, απ’ τις οποίες και δεν φτάνει καμμιά στον τελικό στόχο, κάνουν και κάτι άλλο σαφές: εγγυάται την αιωνιότητα της ψυχής το Είναι τών Ιδεών για τον Πλάτωνα.  Έχει νόημα μόνο για έναν «φίλο τών Ιδεών» το να μιλάς για αθανασία. Κι αν είναι έτσι δημιουργημένη απ’ τη φύση της, ώστε να γνωρίζη (να μπορή να γνωρίση…) το αιώνιο Είναι η ανθρώπινη ψυχή, τότε πρέπει και να έχη – επειδή γνωρίζεται μόνον απ’ το Όμοιο το Όμοιο – (κι αυτή…) ένα Είναι κατά τον τρόπο τών αιωνίων μορφών. Κι όπως δεν βρίσκονται εκεί τυχαία απέναντι στην ‘ιστορική’ είδηση για τον θάνατο του Σωκράτη οι αποδείξεις περί αθανασίας τού «Φαίδωνα», έτσι δεν αντιπαρατίθενται τυχαία και εκείνες οι δύο ‘πολιτείες’ για το αιώνιο Είναι τής ανθρώπινης ψυχής (η ‘επίγεια πολιτεία’ τής πόλης, και η ‘ουράνια’ της ψυχής και των Ιδεών…). Γιατί είδε στον Σωκράτη και μέσα απ’ αυτόν τις αιώνιες μορφές ο Πλάτων, και θεμελιώνονται έτσι στο ίδιο γι’ αυτόν κέντρο ο «Σωκράτης» και το «Είδος» και η «αθανασία» και είναι σχεδόν τρία μόνο διαφορετικά ονόματα για την ίδια φύση ή ουσία. 
Ο άνθρωπος στην πόλη: αυτό ήταν το δεδομένο, απ’ το οποίο και προέρχονταν, όπως και κάθε Έλληνας, ο Πλάτων. Όμως η παλιά και αδιαμφισβήτητη ενότητα είχε διαλυθή. Απ’ αυτή τη διάσταση και τον αγώνα για μια καινούργια τάξη, γεννήθηκε το ίδιο του το όραμα: εδώ ο άνθρωπος ή η ψυχή ως η «εσωτερική πολιτεία (Politeia)», κι εκεί η πόλη ως μια ‘διευρυμένη’ ψυχή, ψυχή και πόλη ένα ενιαίο λοιπόν οικοδόμημα, με παρόμοια διάρθρωση και σε αναγκαία αμφίδρομη σχέση και αναφορά, καθώς διευθύνονται και τα δυό προς το Είδος, και στον ύψιστο βαθμό (τους…), στην «Ιδέα τού Αγαθού».  
O άνθρωπος στο Σύμπαν (ή: στην Ολότητα…): αυτή ήταν και η γνώση,  για την οποία βοήθησε ο Πυθαγόρας τον Πλάτωνα. Κι αυτό ήταν το όραμα, στο οποίο ‘προχώρησε’ ο Πλάτων: Είδε να περιλαμβάνεται στον μεγάλο Κόσμο (Kosmos) ο μικρός Κόσμος, και τα δύο «όντα» σε αναγκαία αλληλο-αναφορά, καθώς ‘ταιριάζει’ στα αστέρια και στο σύμπαν η ψυχή και στην τέλεια ψυχή η διευθετημένη κίνηση του σύμπαντος. Που έχουν όμως ως κοινή Αρχή τής τάξης τους το Αγαθό   (( Σημ. τ. μετ.: Ο Κύριος ‘αποκαθιστά’ κι αυτήν τη, μεγαλειώδη κατά τα άλλα, ‘έμπνευση’, καθώς ‘μικρός κόσμος’ είναι κατά τούς Πατέρες μας η σύνολη Δημιουργία, και ‘μεγάλος’ οι δημιουργημένοι Άγγελοι και ο άνθρωπος… )) .
                Ο άνθρωπος και το Είδος: αυτό ήταν το πιο ιδιαίτερο βίωμα του Πλάτωνα, που το ‘χρωστούσε’ βέβαια στον Σωκράτη, δεν το μοιράστηκε όμως με κανέναν. Η ψυχή ‘υποδεχόταν’ απ’ το Είδος, το οποίο και έβλεπε, ξανά την αιωνιότητά της. Και το Είδος ‘αποκτούσε’ ψυχή, την οποίαν είχε μάλλον και εξαρχής. Γιατί ονομάζονταν το Δίκαιο, το Ανδρείο, το Ευσεβές, το Καλό οι Ιδέες, που έβλεπε κοιτάζοντας κατ’ αρχάς τον Σωκράτη ο Πλάτων. Και του ήταν ‘αδιανόητο’ στην όψιμή του εποχή, πώς θα μπορούσε να αρνηθή κανείς το ότι ‘κοινωνούσε’ με την κίνηση, τη ζωή, την ψυχή και τη σκέψη το απολύτως Όν (τώ παντελώς όντι), ή ότι συγγένευε και ομοίαζε με το πνεύμα.
Βρίσκονται λοιπόν σε αναγκαία σχέση η ψυχή και το Είδος. Και όπως γνώρισαν κατ’ αρχάς, σε μια μεγάλη ‘ανάβλεψη’, τις αιώνιες μορφές τα ‘μάτια τής ψυχής’, και συνιστά κατόπιν μιαν ανανεούμενη συνεχώς προσπάθεια, να διατηρηθή ορατός ο κόσμος που ανακαλύφθηκε, η ‘φιλοσοφία’ (το φιλοσοφείν…) τού Πλάτωνα, έτσι ‘αντικατοπτρίζονται’ και οι δυό τρόποι γνώσης στους πλατωνικούς διαλόγους με τις δυό κινήσεις, που οδηγούν στο Είδος: τη μανία (Mania) και τη διαλεκτική.

               ( συνεχίζεται, με το 2ο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Δαίμων» )