Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Τρομοκρατικό ΝΑΤΟ: Πολύς καπνός και μικρή φωτιά


Δεν μπορεί κανείς να περάσει μια μέρα ταξιδεύοντας χωρίς ξαφνικά να συμβεί κάτι φαινομενικά δραματικό: αυτή ήταν η περίπτωση με τα drones που εκτοξεύτηκαν από την Ουκρανία εναντίον της Μόσχας, αναχωρώντας από βάσεις στη Φινλανδία ή/και στις συνήθεις χώρες της Βαλτικής που υπάρχουν πλέον αποκλειστικά για αυτόν τον σκοπό. Αλλά οι λεπτομέρειες είναι αυτές που καθορίζουν τη δράση και αποκαλύπτουν τον καθαρά μιντιακό σκοπό της, με τελικό προορισμό τα μυαλά όσων βρίσκονται σε αιχμαλωσία: από τα 200 drones που εκτοξεύτηκαν εναντίον της πρωτεύουσας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα 194 καταρρίφθηκαν από την άμυνα της Μόσχας. Αυτό σημαίνει ότι μόνο 6 κατάφεραν να περάσουν, ή το 3% των UAV που εκτοξεύτηκαν. Αυτό ισοδυναμεί με μαχητική αποτελεσματικότητα 97% για τα αντιαεροπορικά όπλα, καθιστώντας αυτή την επιχείρηση μια πλήρη αποτυχία, ειδικά σε σύγκριση με τα ποσοστά εξόντωσης των δυτικών συστημάτων, τα οποία σε πλήρη απόδοση μόλις φτάνουν το 20% για τα drones και το 2-3% για τους πυραύλους, παρόλο που τόσο για την Ουκρανία όσο και για το Ισραήλ, ο μύθος ότι «όλοι οι εχθρικοί εκτοξευτές» καταρρίπτονται ισχύει.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη κόλπο που πρέπει να ανακαλύψετε: τα drones που εκτοξεύτηκαν πάνω από τη Μόσχα δεν ήταν οπλισμένα με εκρηκτικά, αλλά μόνο με συνηθισμένο μαζούτ, δημιουργώντας μεγάλες στήλες καπνού, ακόμη και αν το αεροσκάφος καταρριφθεί. Αυτός ο τύπος πετρελαίου καίγεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και είναι αρκετά δύσκολο να σβήσει γρήγορα, δημιουργώντας την εντύπωση μιας μεγάλης επίθεσης που στην πραγματικότητα ήταν απλώς μια ψεύτικη.

Εν ολίγοις, όπως μπορείτε να συμπεράνετε από το παρακάτω βίντεο, επρόκειτο κυρίως για τη δημιουργία ενός θεάματος, το οποίο πλέον είναι ένα από τα λίγα πράγματα που διαχειρίζεται το ΝΑΤΟ. Η πραγματική ζημιά, ωστόσο, είναι αμελητέα, αλλά για τους ηλίθιους της Ευρώπης, θα είναι αρκετό να πούμε ότι η Μόσχα καίγεται, ακόμα κι αν το μόνο πράγμα που πραγματικά καίγεται είναι οι δικοί τους νευρώνες στη φωτιά της πολεμικής ματαιοδοξίας.

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1)

Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 

ΤΟΥ Enrico Berti.

Τί είναι η γνώση;   
 Στα πρώτα κεφάλαια της Μεταφυσικής, στοχεύοντας να ξεκαθαρίσει "ποιά είναι η φύση τής επιστήμης που ερευνάται (983 α 21) την οποία ονομάζει για την ώρα σοφία, ο Αριστοτέλης συζητά την φύση τής γνώσεως γενικά (το ειδέναι), διότι καθώς δηλώνει : ού δ' ένεκα ποιούμεθα τον λόγον τούτ' εστίν, ότι την ονομαζομένην σοφίαν περί τα πρώτα αίτια και τας αρχάς υπολαμβάνουσι πάντες, ώστε ο μέν έμπειρος των οποιανούν εχόντων αίσθησιν είναι δοκεί σοφώτερος, ο δέ τεχνίτης των έμπειρων, χειροτέχνου δέ αρχιτέκτων, ού δέ θεωρητικαί των ποιητικών μάλλον, ότι μέν ούν σοφία περί τίνας αρχάς και αιτίας εστίν επιστήμη! (981 α 26-30).
          Αφού παρατηρήσει ότι η άσκηση της γνώσεως έχει την ουσία της μέσα στην ίδια την ανθρώπινη φύση, διακρίνει στην συνέχεια διάφορες μορφές γνώσεως : την αίσθηση, την φαντασία (το φάντασμα), την επιστήμη και την σοφία. Εάν αφαιρέσουμε την τελευταία την οποία εξετάζουμε στην συνέχεια, οι άλλες μπορούν να συμπτυχθούν βασικά σε τρείς, διατεταγμένες σε προοδευτική τάξη. Η πρώτη περιλαμβάνει αίσθηση, φάντασμα και μνήμη. Τρείς μορφές γνώσεως οι οποίες ώς πρός το περιεχόμενο είναι αφομοιώσιμες μεταξύ τους. Το φάντασμα, η εικόνα, είναι αυτό που γίνεται σωστό, που γίνεται αντιληπτό στην αίσθηση, ενώ η μνήμη είναι η διατήρηση της εικόνος, αφού έχει αναγνωρισθεί σαν εικόνα του αντικειμένου τού πράγματος. Η δεύτερη είναι η εμπειρία, η τρίτη περιλαμβάνει την τέχνη και την επιστήμη, τα οποία χαρακτηρίζει με τον ίδιο τρόπο,ώστε τα διακρίνει στην Ηθική.
          Ποιές όμως απο αυτές τις τρείς μορφές γνώσεως, αποτελούν την σοφία; Αποκλείεται λοιπόν κατ'αρχάς η αίσθηση (981 b 10). Όσον αφορά τα υπόλοιπα, δηλώνει στην συνέχεια ότι η σοφία υποστηρίζεται περισσότερο απο την τέχνη, παρά απο την εμπειρία! (981 α 24-25). Διότι η εμπειρία δηλώνει-γεννάται στους ανθρώπους απο την μνήμη, διότι πράγματι οι πολλές μνήμες του ιδίου πράγματος ολοκληρώνουν την δυνατότητα μίας εμπειρίας. Και η τέχνη γεννάται όταν απο πολλές εννοιολογήσεις της εμπειρίας, γεννάται μόνον μια καθόλου υπόληψις γύρω απο παρόμοια πράγματα!
          Έτσι λοιπόν ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι η εμπειρία φαίνεται σχεδόν όμοια με την επιστήμη και την τέχνη. Αυτή η ομοιότης, δηλαδή το κοινό στοιχείο στις δύο μορφές γνώσεως, συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δύο αποτελούν την ενότητα μίας πολλαπλότητος, (μία εμπειρία, μία υπόληψις). Η εμπειρία ενώνει τις πολλές μνήμες, η τέχνη ενώνει τις πολλές έννοιες της εμπειρίας. Αυτό το ίδιο στοιχείο διακρίνει την εμπειρία και την τέχνη απο την αίσθηση η οποία, καθώς είναι ο πρώτος βαθμός γνώσεως δέν μπορεί να ενώσει καμμία προηγούμενη γνώση.     
          Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το πρώτο χαρακτηριστικό της γνώσεως, είναι η ενότης μίας πολλαπλότητος. Χωρίς ενότητα δέν υπάρχει ούτε καθορισμός ούτε νόηση. Η απόλυτη πολλαπλότης είναι ανόητη! Αυτή η ενότης λοιπόν στην περίπτωση της εμπειρίας είναι ακόμη ιδιαίτερη, καθότι αφορά πολλές μνήμες του αυτού πράγματος, ενώ στην τέχνη είναι πιό πλατειά, καθώς αφορά πολλά πράγματα όμοια μεταξύ τους (περί των ομοίων). Εάν είναι αλήθεια λοιπόν ότι η τέχνη γεννιέται απο την εμπειρία-καθότι της προσφέρει το υλικό για ένωση-και επομένως δέν είναι δυνατή χωρίς την εμπειρία, σε απόλυτο βαθμό, είναι αλήθεια επίσης ότι για να συσταθεί η εμπειρία είναι αναγκαία η παρουσία ενός πρώτου τρόπου εκείνης της ενότητος, της οποίας η ολοκληρωμένη μορφή είναι η τέχνη.
          Η εμπειρία λοιπόν είναι μία ενότης μίας πολλαπλότητος μνημείων, όλων όμως σχετικών με ένα μοναδικό και ίδιο πράγμα. Απο την εμπειρία, δηλαδή απο κάθε καθόλου που βρήκε ησυχία στην ψυχή (η εκ παντός ηρεμήσαντος του καθόλου εν τη ψυχή), το ένα ενάντια στα πολλά, το οποίο σε όλα αυτά είναι παρόν ένα και το ίδιο, ένα και το αυτό, προέρχεται η αρχή της τέχνης και της επιστήμης. (Αναλυτικά ύστερα, 100 α 3-9). Η εμπειρία λοιπόν περιέχει ήδη εις εαυτή το καθόλου, σαν αυτό που είναι παρόν ένα και το αυτό σε μία πολλαπλότητα πραγμάτων, αντικειμένων. Γι'αυτό η αρχή, δηλαδή το σημείο εκκίνησης, της τέχνης και της επιστήμης οι οποίες συλλαμβάνουν ακριβώς την ενότητα μίας πολλαπλότητος πραγμάτων, προέρχεται απο την εμπειρία, δηλαδή προσέρχεται σ'αυτή.
          Η σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και στο καθόλου ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο σε άλλα δύο χωρία του ιδίου κεφαλαίου. "Γεννώντας πολλές τέτοιες γνώσεις, γεννιέται ήδη κάποια διαφορά, και έτσι σε μερικά ζώα απο την παραμονή τέτοιων γνώσεων γεννιέται ένας λόγος, σε άλλα όχι". Η ανάδυση του λόγου, εδώ συνδέεται με την εμφάνιση μίας διαφοράς, δηλαδή ενός χαρακτήρος ικανού να καθορίσει μία ομάδα πραγμάτων, διακρίνοντας τα απο αλλα και εξομοιώνοντας τα μεταξύ τους! Στο δεύτερο χωρίο διαβάζουμε : παραμένοντας λοιπόν ένα μόνον απο τα πράγματα τα αδιαφοροποίητα (στάντος γάρ των αδιαφόρων ενός), υπάρχει για πρώτη φορά στην ψυχή το καθόλου. Και πράγματι έχουμε μία ξεχωριστή αίσθηση, μόνον που η αίσθηση είναι του καθόλου, για παράδειγμα του ανθρώπου, όχι του ανθρώπου Σωκράτη". (100 15-18). Τα αδιαφοροποίητα πράγματα (τα αδιάφορα) είναι εκείνα στα οποία δέν παρουσιάσθηκε ακόμη η διαφορά, δηλαδή εκείνα που είναι αντικείμενα της εμπειρίας. Είναι αρκετό και ένα μόνον εξ'αυτών να σταθεροποιηθεί, δηλαδή να γίνει γνωστό, ώστε να υπάρχει μέσα στην ψυχή το καθόλου.
          Για να προσλάβουμε όμως ένα μόνο πράγμα είναι αρκετή μία μόνον αίσθηση; Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε πώς ήδη στην αίσθηση περιέχεται το καθόλου, όχι με την έννοια ότι μέσω αυτής το γνωρίζουμε ήδη, αλλά με την έννοια πώς το γνωσθέν πράγμα γνωρίσθηκε μέσω αυτής καθότι είναι συγκεκριμένο, δηλαδή διαθέτει μία μορφή, η οποία είναι καθαυτή καθολική. Προκειμένου όμως να γνωσθεί το καθόλου είναι αναγκαίο το ξεχωριστό πράγμα να γνωσθεί απο πρίν με όλη του την ακρίβεια, δηλαδή είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθεί εκείνη η ενοποίηση των αισθήσεων και της μνήμης, που αποτελούν την εμπειρία. Γι'αυτό είναι σωστό να πούμε ότι το καθόλου περιέχεται ακριβέστερα στην εμπειρία παρά στην αίσθηση ή στην ανάμνηση και ότι η αρχή της τέχνης και της επιστήμης προέρχεται απο την εμπειρία.
          Ας προσέξουμε όμως επίσης ότι σ'αυτά τα χωρία, στον χαρακτήρα της ενότητος, ο οποίος ήδη στην Μεταφυσική είχε χρησιμεύσει να διακρίνει την εμπειρία απο τις κατώτερες μορφές γνώσεως, προστίθεται και εκείνος της ησυχίας, της σταθερότητος. Η εμπειρία πράγματι προσδιορίζεται σαν απόκτηση ηρεμίας (ηρεμείν) στην ψυχή, ή σαν το σταμάτημα (στήναι) των προηγουμένων εμπειριών. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι πρόκειται για μία σταθερότητα με σχετική έννοια, σε σχέση δηλαδή με τις αισθήσεις και τις μνήμες, όπου εδώ εννοούνται σε απόλυτη κινητικότητα! Δέν πρόκειται για μία καθοριστική τελειωτική σταθερότητα, διότι σε σχέση με τις ανώτερες μορφές γνώσεως, η εμπειρία είναι κινητική με την σειρά της. Η σταθερότης λοιπόν είναι ένας χαρακτήρας απολύτως ανάλογος με εκείνον της ενότητος, και μαζί μ'αυτόν συστήνει, αποτελεί μία απαραίτητη συνθήκη και ένα ουσιώδες προνόμιο της γνώσεως.

Συνεχίζεται.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΜΕ ΣΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΤΟ ΣΟΥΣΑΜΙ ΚΑΙ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΜΕ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΠΟΥ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ.

Αμέθυστος.

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (11)

Συνέχεια από Δευτέρα 15. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 11

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ


Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις PLANCK

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η12

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η ειδική δομή της αισθητικότητας είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά απολύτως ανεπαρκής για να δώσει οποιαδήποτε εμπειρία, δηλαδή οποιαδήποτε γνώση, οποιοδήποτε γνωσμένο αντικείμενο. Είναι μόνο ένα από τα αναγκαία σημεία >>> ένα μόνο από τα αναγκαία στοιχεία για να υπάρχει η παρουσία και η γνώση του αισθητού κόσμου γενικά. Απαιτείται ένα άλλο σημείο ή ένα άλλο στοιχείο, που δεν είναι ούτε λιγότερο αναγκαίο ούτε λιγότερο θεμελιώδες από το πρώτο. Μόνο από τη «σύνθεσή» τους αναβλύζει ο κόσμος της εμπειρίας. Ένα μόνο από εκείνα τα δύο θεμελιώδη στοιχεία, λαμβανόμενο απομονωμένα, δεν δίνει απολύτως καμία γνώση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να συναγάγει συνέπειες από αυτή την apriori μορφή της αισθητικότητας ως συνεχούς τροποποίησης. Η εικόνα μιας ροής παραλλαγών μέσω συνεχών αποχρώσεων, την οποία θα μπορούσε κανείς να συναγάγει αν σταματούσε σε αυτό το σημείο, είναι, περισσότερο κι από ελλιπής, ψευδής.

Σχετικά με αυτή τη ριζική μη-επάρκεια όχι μόνο της αισθητής τροποποίησης, αλλά ακόμη και των ιδιαίτερων apriori τρόπων ή μορφών της, όπως ο χώρος και ο χρόνος, να δώσουν —αν απομονωθούν από το άλλο στοιχείο, δηλαδή από τον νου με τη δραστηριότητα ή λειτουργία του— οποιαδήποτε γνώση αντικειμένων, οι καντιανές παραπομπές στην Κριτική αφθονούν· περιορίζομαι σε δύο από τις πιο σημαντικές: «Η απλή μορφή, λοιπόν, της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της apriori εποπτείας για μια δυνατή γνώση εν γένει [αναγκαία]»13. «Η ενοποίηση ενός πολλαπλού σε εν γένει [αναγκαία για να έχουμε ένα αντικείμενο] δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή [είτε χωρική είτε χρονική] της αισθητής εποπτείας»14.[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΗΣΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ MIND]

Κατά τα άλλα, ακόμη και για να μιλήσουμε για καθαρή και απλή τροποποίηση, για την καθαρή και μόνη σχέση β-γ, είναι αναγκαία η παρουσία ενός στοιχείου που δεν προκύπτει από την ίδια την αισθητικότητα· ενός στοιχείου, δηλαδή, το οποίο, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της αισθητής δομής ή μορφής, έχει τη ρίζα του αλλού και διαποτίζει με τον εαυτό του ολόκληρη την αισθητικότητα. Αυτό το στοιχείο, που παραμένει μέσα στην τροποποίηση και είναι απαραίτητο για να μπορεί να γίνει αντιληπτό κάτι, έστω και ως απλή τροποποίηση —διότι χωρίς αυτό, που λειτουργεί ως υπονοούμενο και παρόν σημείο αναφοράς, δεν θα μπορούσε κανείς ούτε να έχει ούτε να αντιληφθεί μια μεταβολή ή τροποποίηση, αφού η τροποποίηση προϋποθέτει ένα quid σε σχέση με το οποίο αυτή είναι ακριβώς κάτι που αλλάζει ή τροποποιείται—, είναι μια αρχή του νου, η «αρχή της μονιμότητας». Και πέρα από αυτή την αρχή, άλλες αρχές, που όπως και αυτή έχουν τη ρίζα τους στον νου —η αρχή της αιτίας, για παράδειγμα, εκείνη της αμοιβαιότητας κτλ.—, είναι αναγκαίες για να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος ιστός της εμπειρίας. Χωρίς αυτές, εκείνη η ροή τροποποιήσεων που μόλις είδαμε δεν θα ήταν παρά χάος, και κάτι λιγότερο από ένα ασυνεπές κυμάτισμα ονείρου15.[OI ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ] 

Αλλά η αρχή που ενδιαφέρει σε αυτό το σημείο δεν είναι εκείνη της αιτίας, της αμοιβαιότητας κτλ., αλλά μόνο εκείνη που περιέχεται στην ομάδα των κατηγοριών της «ποιότητας»: η αρχή ή η κατηγορία της «πραγματικότητας». Η αίσθηση, πράγματι, λαμβάνει χώρα στην αισθητικότητα, και η αισθητικότητα είναι πράγματι χωρισμένη από τον νου και δεν μετουσιώνεται ποτέ —κατά τον Leibniz, ή καλύτερα Wolf— σε νου, αλλά παραμένει αισθητικότητα· ωστόσο, χωρίς τη λειτουργία του νου που της δίνει σημασία και τη ριζώνει στη συνειδητή συνείδηση, η αίσθηση δεν θα έδινε αφορμή σε γνώση και σε επιστήμη. Και η λειτουργία που εκδηλώνεται στην, ούτως ειπείν, μεμονωμένη αίσθηση είναι η λειτουργία που αντιστοιχεί στην κατηγορία ή αρχή της πραγματικότητας. Ενώ οι αρχές της μονιμότητας, της αιτιότητας και της αμοιβαιότητας εκδηλώνουν τη λειτουργία τους συνδέοντας τις αισθήσεις που έχουν ήδη επενδυθεί από εκείνη την αρχή. Έτσι, αυστηρά μιλώντας, και αν λάβουμε την έννοια της a priori σύνθεσης στη ρητή της σημασία ως «a priori», δεν θα μπορούσε κανείς ούτε καν να μιλήσει για την αισθητή τροποποίηση χωρίς να έχει ήδη εισαγάγει αυτή την αρχή, η οποία την καθιστά δυνατή ως ένα quid που εντάσσεται στην ενεργό γνώση, και όχι ως κάτι που, κυμαινόμενο έξω από αυτήν, πρέπει να παραπεμφθεί στις συγκινησιακές, συναισθηματικές, ορεκτικές μορφές του ζώντος όντος.

Αλλά εφόσον ο Kant παρουσιάζει αναλυτικά τα στοιχεία που συρρέουν σε ένα, για να σχηματίσουν στον «τόπο» της ένωσης την ενεργό πραγματικότητα της εμπειρίας —και μόνο σε εκείνον τον τόπο υπάρχει η ενεργή, συγκεκριμένη και πραγματική εμπειρία—, έτσι, παρά τους ερμηνευτικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται αυτός ο τύπος έκθεσης, δεν αποκλείεται τελικά να αποκομίσει κανείς κάποιο όφελος βλέποντας μεμονωμένα και ένα προς ένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο γνωρίζει ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε μεμονωμένα ούτε καθ’ εαυτά16.

Και εκείνο που από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε αυτές τις Παρατηρήσεις εισρέει πράγματι στον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, δηλαδή στην πιο εσωτερική σύσταση όλου του φυσικού κόσμου —ή φαινομενικού κόσμου, όπως τον ονομάζει ο Kant—, είναι ότι αυτός ο ιστός συνίσταται από την αίσθηση, δηλαδή από τη σχέση, ή αναφορά, ή ζεύγος β-γ, όπως παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση». Σε κάθε φυσικό φαινόμενο, λοιπόν, δεν θα είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η παρουσία αυτού του ẞy. Η εξαφάνισή του θα σήμαινε την εξαφάνιση της αίσθησης, και επομένως την εξαφάνιση του φυσικού κόσμου.

Πριν τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι, αν αναπτύχθηκαν οι ιδιότητες που περιέχονται στην καντιανή διατύπωση ότι
η αίσθηση είναι τροποποίηση, δεν ειπώθηκε ούτε με ποιον τρόπο ούτε με ποιους τρόπους συμβαίνει αυτή η τροποποίηση. Αλλά αυτό το σύνθετο θέμα θα εξεταστεί σε περισσότερες από μία παραγράφους του επόμενου κεφαλαίου.

Επειδή όμως η φαντασία σπεύδει να μας κάνει να δούμε το ζεύγος β-γ, με το οποίο δηλώθηκε η αίσθηση ή τροποποίηση, ως ένα ζεύγος που διατάσσεται στον χώρο —το β σε ένα σημείο του, και το γ σε ένα σημείο συνεχόμενο προς το προηγούμενο—, ή ως ένα ζεύγος που εκτείνεται στον χρόνο —το β σε μια στιγμή του, και το γ στην επόμενη στιγμή—, είναι σκόπιμο να τη συγκρατήσουμε ήδη από τώρα· και, προλαμβάνοντας όσα θα παρουσιαστούν στην § 3 του Κεφαλαίου III,
να έχουμε υπόψη ότι, για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν.

Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό. Ο Kant το υποστηρίζει αυτό χωρίς εξέταση και χωρίς την ελάχιστη απόπειρα απόδειξης. Αυτή η υπόθεση εμφανίζεται [στα γραπτά του Kant ήδη από το 1768 ως αυτονόητη αρχή, στην προτελευταία παράγραφο του σύντομου καντιανού κειμένου: Περί του πρώτου θεμελίου της διάκρισης των περιοχών στον χώρο] και θεωρείται σε ολόκληρη την Κριτική ως προκείμενη στην οποία βασίζεται κανείς για να συναγάγει συνέπειες, αλλά ποτέ ως διατύπωση που απαιτεί αποδείξεις»18.

Όπως θα δούμε, ο De Vleeschauwer [στον πρώτο τόμο του έργου του La déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant (Η υπερβατολογική παραγωγή στο έργο του Kant) (Antwerpen-Paris 1934)] θεωρεί ότι ο Kant άντλησε αυτή τη θεωρία της μη-χωρικότητας και της μη-χρονικότητας —ως προς τη διάρκεια— της αίσθησης από τις Philosophische Versuche über die Menschliche Natur und ihre Entwickelung του Tetens19. Αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα ως προς την προέλευση, μόνο αυτό έχει σημασία: ο Kant θεώρησε ότι η αίσθηση qua talis (ως αυτή καθ’ εαυτήν) έχει, μαζί με τις ποιοτικές της ιδιότητες, και την ιδιότητα να μην είναι ούτε χωρική ούτε χρονική.

ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΑ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΟΤ.

Σημειώσεις:

12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».
13 Κριτική, σ. 138 (B 111).
14 Κριτική, σ. 133 (B 107). Για δύο λόγους είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω σε αυτό το θέμα: 1) διότι πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Kant της Κριτικής —και των μεταγενέστερων κειμένων— πολεμά τον Kant δέκα χρόνια πριν. Στη Διατριβή, πράγματι, εφόσον δεν είχε ανακαλυφθεί η a priori σύνθεση, οι μορφές της αισθητικότητας παρουσιάζονταν ως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση· πράγμα που η σύλληψη της σύνθεσης καταργεί εκ βάθρων· 2) διότι ο Kant δεν απέφυγε πάντοτε τον τρόπο έκθεσης που είχε χρησιμοποιήσει στη Διατριβή· και εδώ κι εκεί —ακόμη και στην Κριτική και στα Προλεγόμενα— γράφει με τρόπο που κάνει να πιστεύεται ότι οι μορφές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, είναι από μόνες τους επαρκείς για έναν τύπο γνώσης, τη μαθηματική γνώση. Αυτή η εντύπωση δημιουργείται ιδίως στα Προλεγόμενα, όπου η διαίρεση του έργου σε τρία μέρη και η ανάθεση του πρώτου μέρους —στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την αισθητικότητα και όχι για τον νου ούτε για την a priori σύνθεση— στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατά τα μαθηματικά, κάνει και έκανε να πιστεύεται ότι μπορεί να υπάρχει μαθηματική γνώση χωρίς τη συνθετική λειτουργία του νου με τις κατηγορίες ή αρχές του· εντύπωση που επικυρώνεται από το γεγονός ότι για τον νου, για τις κατηγορίες, για τις αρχές —στις οποίες συνίσταται— και για την a priori σύνθεση, γίνεται λόγος στο δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατή η φυσική· σαν να ήταν η συνθετική λειτουργία του νου αναγκαία μόνο για τη φυσική και όχι για τα μαθηματικά.
Ακριβώς επειδή αυτή η εντύπωση ανακύπτει ιδίως από τα Προλεγόμενα, παραθέτω ακριβώς από τα Προλεγόμενα μια παράγραφο στην οποία ο Kant υποστηρίζει καθαρά και ρητά ότι χωρίς τον νου δεν έχουμε όχι μόνο φυσική, αλλά ούτε καν ένα γεωμετρικό σχήμα, ούτε καν μια απλή γραμμή. Αυτή η παράγραφος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διευρύνει την έννοια που έχει επανειλημμένα τονισθεί στην Κριτική —και από την οποία παραπάνω περιορίστηκα να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα— της αναγκαιότητας της συνθετοποιητικής δραστηριότητας του νου για να μπορεί να υπάρξει γνώση. Πράγματι, αφού πει: «η απλή μορφή της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της a priori εποπτείας για μια δυνατή γνώση», ο Kant προσθέτει: «αλλά για να μπορέσω να γνωρίσω ένα οποιοδήποτε πράγμα στον χώρο, π.χ. μια γραμμή, οφείλω να τη χαράξω, δηλαδή να εκτελέσω συνθετικά μια καθορισμένη ενοποίηση του δεδομένου πολλαπλού...· και έτσι πρώτα γνωρίζεται ένα αντικείμενο, ένας καθορισμένος χώρος» [Κριτική, σ. 138 (B 112)]. Τώρα, «η ενοποίηση (coniunctio) ενός πολλαπλού γενικά δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή της αισθητής εποπτείας· διότι αυτή είναι μια πράξη της αυθορμησίας της αναπαραστατικής δραστηριότητας· και επειδή αυτή πρέπει να ονομάζεται “νους”, για να διακριθεί από την αισθητικότητα, έτσι κάθε ενοποίηση —είτε έχουμε είτε δεν έχουμε συνείδησή της...— είναι μια ενέργεια του νου, την οποία μπορούμε να δηλώσουμε με τη γενική ονομασία σύνθεση» [Κριτική, σ. 133 (B 107)]. Η συνθετοποιητική ενέργεια του νου είναι λοιπόν απαραίτητη για να υπάρξει ένας «καθορισμένος χώρος», για παράδειγμα «μια γραμμή».
Και ερχόμαστε λοιπόν στην § 38 των Προλεγομένων —στην οποία μεταθέτω τη σειρά μιας περιόδου, για να φέρω κοντά τη μία με την άλλη τις δύο ερωτήσεις—: «Αν εξετάσει κανείς τις ιδιότητες του κύκλου... δεν μπορεί να μην αποδώσει σε αυτό το γεωμετρικό ον μια φύση. Έτσι, π.χ., δύο γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους και συγχρόνως τέμνουν έναν κύκλο, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν χαραχθούν, τέμνονται τόσο κανονικά ώστε το ορθογώνιο που προκύπτει από τα τμήματα της μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από τα τμήματα της άλλης». «Αν τώρα διευρύνουμε την έννοιά μας... και θεωρήσουμε τον κύκλο ως μια κωνική τομή, που υπάγεται στις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες της κατασκευής στις οποίες υπάγονται και οι άλλες κωνικές τομές, βρίσκουμε ότι όλες οι χορδές που τέμνονται στο εσωτερικό των τελευταίων αυτών —έλλειψη, παραβολή και υπερβολή— το κάνουν πάντοτε κατά τρόπο ώστε τα ορθογώνια που σχηματίζονται από τα μέρη τους δεν είναι, είναι αλήθεια, ίσα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην ίδια σχέση μεταξύ τους. Αν συνεχίσουμε ακόμη και φθάσουμε στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής αστρονομίας, εμφανίζεται μπροστά μας ένας φυσικός νόμος που εκτείνεται σε ολόκληρη την υλική φύση, ο νόμος της αμοιβαίας έλξης· σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η έλξη μειώνεται σε αντίστροφη αναλογία προς το τετράγωνο των αποστάσεων από το ελκτικό σημείο, όπως αυξάνονται οι σφαιρικές επιφάνειες μέσα στις οποίες διαχέεται αυτή η δύναμη... Όσο απλές κι αν είναι οι πηγές αυτού του νόμου, ο οποίος βασίζεται μόνο στη σχέση των σφαιρικών επιφανειών διαφορετικών ακτίνων, ωστόσο η συνέπεια που εξάγεται από αυτόν ως προς την ποικιλία της αρμονίας τους και την κανονικότητά της είναι τέτοια, ώστε από αυτήν να συνάγονται όχι μόνο όλες οι δυνατές τροχιές των ουράνιων σωμάτων εντός των κωνικών τομών, αλλά και μια τέτοια σχέση αυτών μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί για ένα σύστημα της κίνησης των κόσμων κανένας νόμος έλξης έξω από εκείνον της αντίστροφης αναλογίας προς το τετράγωνο των αποστάσεων».
«Τώρα ρωτώ» —σε σχέση με την πρώτη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή εκείνη για τις ιδιότητες του κύκλου, ήτοι για τη φύση και τη σύσταση της «καθαρής γεωμετρίας»—: «αυτός ο νόμος βρίσκεται στον κύκλο ή βρίσκεται στον νου; Δηλαδή: αυτό το σχήμα, ανεξάρτητα από τον νου, περιέχει μέσα του την αρχή αυτού του νόμου, ή μήπως ο νους, κατασκευάζοντας το ίδιο το σχήμα σύμφωνα με τις έννοιές του —εκείνη της ισότητας των ακτίνων—, έθεσε σε αυτό και τον νόμο των χορδών που τέμνονται μεταξύ τους κατά γεωμετρική αναλογία; Αν ακολουθήσει κανείς την απόδειξη αυτού του νόμου, βλέπει αμέσως ότι αυτός μπορεί να συναχθεί μόνο από τη συνθήκη που τίθεται από τον νου ως θεμέλιο της κατασκευής αυτού του σχήματος: τη συνθήκη της ισότητας των ακτίνων».
Άρα εκείνος ο νόμος δεν βρίσκεται στον χώρο, δηλαδή δεν βρίσκεται στον κύκλο ως χωρικό αντικείμενο, αλλά βρίσκεται στον κύκλο μόνο καθόσον αυτός κατασκευάζεται από τον νου μέσα στον χώρο: δηλαδή «το ιδιαίτερο σχήμα που περιγράφεται εδώ —π.χ. “στο χαρτί”— είναι εμπειρικό, και όμως χρησιμεύει για να εκφράσει την έννοια χωρίς να θίγεται η καθολικότητά της, διότι σε αυτή την εμπειρική εποπτεία αποβλέπει κανείς πάντοτε στην ενέργεια της κατασκευής της έννοιας... [διότι] τα μαθηματικά θεωρούν το καθολικό μέσα στο ιδιαίτερο, και μάλιστα μέσα στο μεμονωμένο, αλλά παρ’ όλα αυτά a priori και μέσω του λόγου, έτσι ώστε, όπως αυτό το μεμονωμένο καθορίζεται υπό ορισμένες καθολικές συνθήκες της κατασκευής, έτσι και το αντικείμενο της έννοιας... πρέπει να νοείται ως καθολικά καθορισμένο» [Κριτική, σ. 548 (B 469)]. Με άλλα λόγια: τα μαθηματικά, όπως δεν αποτελούνται μόνο από αισθητές μορφές, έτσι δεν αποτελούνται ούτε από απλές, κενές και στατικές έννοιες· αλλά έχουν τη ρίζα τους και την ουσία τους στην κατασκευή που ο νους ενεργεί μέσα στην καθαρή εποπτεία: τα μαθηματικά, δηλαδή, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε με την απλή έννοια, αλλά σπεύδουν αμέσως στην εποπτεία, μέσα στην οποία θεωρούν την έννοια in concreto, και όμως όχι εμπειρικά, αλλά μόνο σε μια εποπτεία την οποία παρουσιάζουν a priori, δηλαδή την οποία έχουν κατασκευάσει, και μέσα στην οποία εκείνο που είναι συνέπεια των γενικών συνθηκών της κατασκευής πρέπει να ισχύει καθολικά και για το αντικείμενο της κατασκευασμένης έννοιας» [Κριτική, σ. 549 (B 470)]. Στον κύκλο, επομένως, οι ιδιότητες που ανακαλύπτονται σε αυτόν είναι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε ή κατασκευάστηκε εκείνη η ιδιαίτερη και καθορισμένη σύνθεση του καθαρού πολλαπλού της εποπτείας.
«Τώρα ρωτώ», συνεχίζει ο Kant —και η ερώτηση γίνεται σε σχέση με τη δεύτερη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή με εκείνη στην οποία το γεωμετρικό παράδειγμα επεκτείνεται στην αστρονομία—, «τώρα ρωτώ: αυτοί οι φυσικοί νόμοι βρίσκονται στον χώρο, και ο νους τους μαθαίνει μόνο προσπαθώντας να διερευνήσει το πλούσιο περιεχόμενο που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ή μήπως βρίσκονται στον νου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τον χώρο σύμφωνα με τους νόμους της συνθετικής ενότητας, από την οποία προέρχονται όλες οι έννοιές του; Ο χώρος είναι κάτι τόσο ομοιόμορφο και τόσο απροσδιόριστο ως προς κάθε ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε ασφαλώς δεν θα αναζητήσει κανείς μέσα σε αυτόν έναν θησαυρό φυσικών νόμων. Αντιθέτως, εκείνο που καθορίζει τον χώρο στο κυκλικό σχήμα, στα σχήματα του κώνου και της σφαίρας, είναι ο νους, καθόσον περιέχει την αρχή της ενότητας της κατασκευής τους. Η καθαρή καθολική μορφή της εποπτείας, που ονομάζεται χώρος, είναι λοιπόν το υπόστρωμα όλων των εποπτειών που μπορούν να καθοριστούν σε ιδιαίτερα αντικείμενα, και σε αυτή βρίσκεται η συνθήκη της δυνατότητας και της ποικιλίας των τελευταίων· αλλά η ενότητα των αντικειμένων καθορίζεται τελικά μόνο “από τον νου σύμφωνα με συνθήκες σύμφυτες στη δική του φύση”». Ο χώρος λοιπόν είναι ένα απλό υπόστρωμα ικανό να καθοριστεί· ο νους, η αρχή όλων των καθορισμών, είναι το καθορίζον. Ο χώρος μόνος του δεν δίνει καμία γνώση, ούτε φυσική ούτε γεωμετρική· δεν δίνει ούτε καν ένα απλό σχήμα για να το κοιτάξει κανείς με τα μάτια· ούτε καν μια απλή γραμμή, ούτε καν ένα απλό «σημείο». Και αυτό που λέγεται για τον χώρο επαναλαμβάνεται για τον χρόνο και επεκτείνεται σε ολόκληρη την ίδια την αισθητικότητα: η οποία, με την πιο εσωτερική της ουσία, είναι μόνο το απαραίτητο υπόστρωμα για να πλασθούν τα φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα· αλλά τίποτε περισσότερο από γενικό υπόστρωμα.

15 Αυτό, ως προς τη γνωστική όψη στην οποία η αίσθηση —σε αυτή την παραδοσιακή θεωρία— δίνει αφορμή. Διότι η ίδια η αίσθηση, καθόσον περιέχει ή προκαλεί ηδονή ή δυσαρέσκεια, όρεξη ή απώθηση, δίνει αντιθέτως αφορμή —ανεξάρτητα από τη σύνδεσή της με τις λογικο-υπερβατολογικές λειτουργίες του νου— στην κίνηση, στην επιθυμία, στην πράξη και, σε σύνδεση με το πρόβλημα της ελευθερίας, στη βούληση. Αλλά γι’ αυτή τη μη γνωστική όψη της αίσθησης βλ. παρακάτω, σσ. 75-78.
Για να επιστρέψουμε στη γνωστική όψη, δηλαδή στην αισθητή ροή που θα ήταν καθαρά ένα χαοτικό όνειρο, αν στερούνταν εκείνες τις εσωτερικές συνδέσεις που εγκαθιδρύει σε αυτήν a priori ο νους, βλ. Κριτική, σ. 655 (A 83): «Αν η ενότητα της σύνθεσης σύμφωνα με εμπειρικές έννοιες ήταν εντελώς ενδεχομενική, και αυτές δεν θεμελιώνονταν σε μια υπερβατολογική αρχή της ενότητας, θα ήταν δυνατό ένα συνονθύλευμα φαινομένων να γέμιζε την ψυχή μας, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να προκύψει από αυτό μια εμπειρία. Αλλά τότε θα εξέλιπε και κάθε σχέση της γνώσης με αντικείμενα, διότι θα της έλειπε η συνάρθρωση σύμφωνα με καθολικούς και αναγκαίους νόμους· και επομένως θα υπήρχε βέβαια μια εποπτεία χωρίς σκέψη, αλλά ποτέ γνώση, έτσι ώστε για εμάς θα ήταν το ίδιο με το τίποτε».

16 Σχετικά με αυτό το γεγονός, δηλαδή με την ασυμφωνία που προκύπτει από την αναγκαιότητα μιας σύνθεσης ετερογενών στοιχείων, ώστε να υπάρχει ένα αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη γνώση —αντικείμενο και γνώση που χωρίς εκείνη τη σύνθεση θα ήταν και τα δύο ανύπαρκτα—, και από τη δυσκολία, για να μην πούμε αδυναμία, να μιλήσει κανείς για την ίδια τη σύνθεση χωρίς να μιλήσει για τα απομονωμένα στοιχεία της —ώστε να μπορέσει να περιγράψει τα ατομικά τους χαρακτηριστικά—, σαν να είχαν μια δική τους ενεργό πραγματικότητα έξω από τη σύνθεση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Kant πλήττεται από μια «συνταγματική ασθένεια». Διότι, μολονότι μπορεί να εξηγηθεί με τις διαδοχικές ιστορικές —ή χρονογραφικές— διαστρωματώσεις το γεγονός, για παράδειγμα, ότι συνεχίζει να πραγματεύεται τις μορφές της αισθητικότητας ακόμη και μετά την «κοπερνίκεια επανάσταση» του 1781, όπου ο Kant έθεσε στο κέντρο του φαινομενικού ή φυσικού κόσμου τις λειτουργίες του νου, ακριβώς όπως τις είχε πραγματευθεί το 1770, όταν, μη έχοντας ανακαλύψει αυτές τις λειτουργίες, εκείνες οι μορφές της αισθητικότητας στέκονταν αφ’ εαυτών, με εγγενείς, έγκυρους και αυτόνομους νόμους, πλήρως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση —ακόμη και αυτή η ιστορικιστική εξήγηση δεν είναι επαρκής· τόσο επειδή δεν φαίνεται γιατί ο Kant δεν τροποποίησε, δεν λέω ξαναέγραψε αλλά τουλάχιστον τροποποίησε, τη διατύπωση ορισμένων σελίδων μετά την κριτική του ανακάλυψη —όπως ξαναέγραψε επανειλημμένα την υπερβατολογική παραγωγή—, όσο και επειδή θα ήταν πράγματι αδύνατο, ακόμη κι αν επιχειρούσαμε εμείς να τροποποιήσουμε ad hoc εκείνες τις σελίδες, να μην πέσουμε στην παράξενη κατάσταση να παρουσιάζουμε με το ένα χέρι τα στοιχεία καλά απομονωμένα και καλά περιγεγραμμένα στις ιδιαίτερες όψεις και στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους, και με το άλλο να τα θέτουμε γρήγορα μαζί μεταξύ τους, σε εσωτερική συγχώνευση, ώστε να δείξουμε την αδυναμία τους να λειτουργούν χωριστά.
Αυτή η κατάσταση είναι, αν το δει κανείς καλά, ανεξάλειπτη ακόμη και στην καντιανή κριτική σύλληψη —και γι’ αυτό την ονόμασα συνταγματική ασθένεια. Προέρχεται από τη θεμελιώδη διάταξη από την οποία ξεκίνησε ο Kant και μέσα στην οποία έσκαψε, με αδιάκοπη διάβρωση και αποσάθρωση, την κριτική του. Διότι αυτή η αποσάθρωση, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν υπήρξε τέτοια ώστε να τον αποσπάσει πλήρως από την αρχική θέση: τη θέση —για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Kant— τη δογματική, ή μάλλον τη μεταφυσικο-δογματική· η οποία ακριβώς επέτρεπε μια απομονωμένη ανάλυση και περιγραφή, ούτως ειπείν ανατομική, των διαφόρων στοιχείων και εννοιών από τα οποία είναι σχηματισμένη η πραγματικότητα. Από αυτή την αρχική διάταξη παρέμειναν πάρα πολλά ίχνη, και μάλιστα εξαιρετικά σημαντικά ίχνη: από τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις, μέχρι τη σύλληψη ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση που παράγεται από ένα ξένο, άγνωστο και αγνώσιμο quid, το οποίο «προσβάλλει» την αισθητικότητα.

17 Κριτική, σ. 186 (B 153).
18 N. KEMP SMITH, A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, London 1923, σ. 86. Το πράγμα επαναλαμβάνεται έπειτα περισσότερες από μία φορές κατά την πορεία του έργου. Για το θέμα αυτό βλ., μεταξύ άλλων, VAIHINGER, Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft, Stuttgart 1922, τόμ. II, σ. 73.
19 Πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα μόλις είπε ο Kemp Smith, διότι τα Versuche του Tetens είναι του 1776-1777, ενώ το καντιανό κείμενο για το Πρώτο θεμέλιο κτλ. είναι του 1768. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στην παράγραφο που υπέδειξε ο Kemp Smith το πράγμα δεν είναι τόσο σαφές όσο φαίνεται, δεν πρέπει έπειτα να αποκλειστεί ότι αυτή η πεποίθηση, ότι η αίσθηση δεν έχει ούτε χωρική έκταση ούτε χρονική διάρκεια, προέρχεται στον Kant όχι τόσο από τον Tetens —ο οποίος ίσως να του την επιβεβαίωσε— όσο από τους Άγγλους στοχαστές, τους οποίους φαίνεται ότι γνώριζε περισσότερο απ’ όσο υποθέτουνταν στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Συνεχίζεται με: Μετάβαση στο Κεφάλαιο III

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 6 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

Συνέχεια από  Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 6
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού


ROBERTO PECCHIOLI

Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III


ΝΕΥΡΟΔΟΥΛΟΙ

Δεν κατανοούμε σχεδόν τίποτε από τα ερείπια, έως ότου γίνουμε εμείς οι ίδιοι ερείπια.
Heinrich Heine


§ 1 Ο θρίαμβος του συμπεριφορισμού

Το 2020, πρώτο έτος της πανδημικής εποχής, σημάδεψε ένα πριν και ένα μετά στην υπαρξιακή στάση του δυτικού homo sapiens. Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την προέλευση και την επικινδυνότητα του ιού SARS-CoV-2, για τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης, για το εμβόλιο —στην πραγματικότητα έναν γονιδιακό ορό— που τέθηκε γρήγορα στην αγορά από τη Big Pharma, για τις απαγορεύσεις στην κινητικότητα, στην εργασία, στις σχέσεις, που παρέμειναν σε ισχύ —με διαφορετικά επίπεδα παρεμβατικότητας— για σχεδόν τρία χρόνια, η εμπειρία του Covid τροποποίησε βαθιά τις ζωές μας.

Πρώτα απ’ όλα, μας κατέκλυσε η αγωνία. «Κάθε φόβος, όσο κι αν φαίνεται παράγωγος, είναι ουσιαστικά φόβος του θανάτου».75 Ο Covid επανέφερε τον θάνατο στο κέντρο της ζωής, από όπου είχε απομακρυνθεί, κρυφτεί, αρνηθεί ακόμη και μέσα στις γλυκαντικές λέξεις, στους ευφημισμούς με τους οποίους τον ονομάζαμε. Ένα αόρατο πλασματάκι, και γι’ αυτό διαφεύγον, άπιαστο, πιο φοβερό από ένα όπλο, ήταν ικανό να προκαλέσει τον «δικό μου» θάνατο. Ο ιός κυρίευσε τον νου, επικαλούμενος και ανατεμνόμενος από έναν γιγαντιαίο μηχανισμό επικοινωνίας —και εκφοβισμού. Ο φόβος δεν μπορούσε να περιοριστεί ή να εξορκιστεί παρά μόνο μέσω της ολοκληρωτικής εμπιστοσύνης στο Κράτος, στην επιστήμη, στην εξουσία, τη μοναδική ελπίδα προστασίας, που γρήγορα μετατράπηκε σε ολοκληρωτική εξάρτηση, παρόμοια με εκείνη του νεογνού από τη μητέρα.

Η εμπειρία του Covid αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς μια κοινωνία επιτήρησης και ελέγχου, ένα γιγαντιαίο πείραμα χειραγώγησης. Γίναμε νευροδούλοι, από τους οποίους αφαιρέθηκε η ελευθερία και η ψυχολογική αυτονομία με το πρόσχημα του φόβου.

Να λοιπόν ένα ακόμη στοιχείο στη διάθεση του συστήματος: η εξαρτημένη διαμόρφωση. Καταστήκαμε εξαρτημένοι από τους περιορισμούς, που παρουσιάστηκαν ως η μοναδική λύση εναντίον του πανταχού παρόντος ιού. Δεχθήκαμε, επιθυμήσαμε, ικετεύσαμε να μπούμε στο κλουβί του Skinner.76 Στο πείραμα που είναι γνωστό ως ο σκύλος του Pavlov,77 ο επιστήμονας-δρων μοίραζε τροφή μετά τον ήχο ενός κουδουνιού. Παρατήρησε ότι όχι μόνο το ζώο έτρεχε χαρούμενο στο μπολ με τον ήχο του κουδουνιού, αλλά άρχιζε να εκκρίνει σάλιο, προγευόμενο το γεύμα, ήδη τη στιγμή του ήχου. Είχε αποδειχθεί η ύπαρξη «εξαρτημένων» αντανακλαστικών, καθορισμένων από ένα προκλητό γεγονός, που ονομάζεται ενίσχυση. Ο Pavlov είχε δημιουργήσει στο ζώο μια εξάρτηση που ενεργοποιούνταν από έναν αναγνωρισμένο ήχο, αγγελία του γεύματος. Τα φυσικά αντανακλαστικά, όταν διεγείρονται κατάλληλα, προκαλούν μια συναισθηματική απάντηση.

Ύστερα από αυτόν, ο συμπεριφοριστής ψυχολόγος Burrhus Skinner επινόησε τη συντελεστική εξαρτημένη μάθηση. Κατασκεύασε ένα κλουβί στο οποίο το πειραματόζωο μπορούσε να εξερευνά το περιβάλλον και να εκτελεί πράξεις, να πιέζει έναν μοχλό ή να πατά ένα κουμπί. Ορισμένες συμπεριφορές του ζώου «ενισχύονταν», πράγμα που καθιστούσε πιθανότερη την επανεμφάνιση της επιθυμητής συμπεριφοράς. Αν το πειραματόζωο ανακάλυπτε ότι το πάτημα ενός κουμπιού οδηγούσε στη χορήγηση τροφής, το έκανε επανειλημμένα. Η συντελεστική εξαρτημένη μάθηση επιτρέπει να προκληθούν συμπεριφορές που παράγουν μάθηση και επανάληψη.

Η εξουσία ακολούθησε ανάλογα κριτήρια —ενισχυμένα από τις μελέτες που ακολούθησαν τις ανακαλύψεις του Pavlov και του Skinner— για να κατασκευάσει όχι μόνο την επίσημη «αφήγηση» για τον Covid-19, αλλά και για να κάνει πρώτα αποδεκτούς, έπειτα εσωτερικευμένους και τέλος μόνιμους τους φόβους και κυρίως τις επιθυμητές συμπεριφορές. Δηλαδή γίναμε εξαρτημένοι από τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν μέσω μιας εκστρατείας τέτοιου εύρους, διεισδυτικότητας και συνέχειας, που δεν είχε ποτέ προηγουμένως δοκιμαστεί.

Εσωτερικεύσαμε τη σωματική αποστασιοποίηση, που επαναορίστηκε ως «κοινωνική», την αμοιβαία δυσπιστία —homo homini virus—, αποφύγαμε ακόμη και τη χειραψία φίλων και συγγενών, μέχρι να συνηθίσουμε στην υπαρξιακή μοναξιά, πιο σκληρή μπροστά στον πόνο, στην ασθένεια, στον θάνατο. Νίκησε ο φόβος, σε μεγάλο βαθμό επαγόμενος. Το κλουβί του Skinner λειτουργεί θαυμάσια: το κλείνουμε εθελοντικά και παραδίδουμε τα κλειδιά. Η πλειονότητα απαντά με αυτόματο τρόπο στα ερεθίσματα. Μια απόδειξη υπήρξε η επιμονή στη χρήση της μάσκας ακόμη και μετά το τέλος της επιβολής της. Η αντίδραση της πλειονότητας των Βρετανών στην κατάργηση μεγάλου μέρους των περιορισμών Covid δεν ήταν η ανακούφιση και η συναίνεση, αλλά η εχθρότητα. Ο πληθυσμός φαινόταν ευνοϊκά διατεθειμένος προς την κατάργηση των συγκεκριμένων ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων.

Οι κυβερνήσεις, με ύποπτη ομοφωνία, αποφάσισαν να καταφύγουν στον τρόμο για να γίνει αποδεκτός ο εγκλεισμός, που μετονομάστηκε σε lockdown για να μη λεχθεί ανοιχτά «μπλοκάρισμα», «περιορισμός». Έπρεπε να τονιστούν υπερβολικά οι κίνδυνοι της άγνωστης ασθένειας. Στην Ιταλία ήταν η εποχή των δραματικών εικόνων των φερέτρων του Bergamo,78 των διασωληνωμένων στα νοσοκομεία, αιτία —όπως έγινε κατανοητό αργότερα— αναρίθμητων πενθών. Το μήνυμα δικαιολογούσε, και μάλιστα επέβαλλε, τον μαζικό εγκλεισμό και το μπλοκάρισμα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η επίκληση του φόβου εξαπέλυσε ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας, προβλεπόμενο και επιδιωκόμενο από την εξουσία. Ενισχυμένος από όλα τα μέσα επικοινωνίας, ενισχυμένος από την άγνωστη προέλευση του ιού —η επίσημη εκδοχή μιλούσε για μια ασθένεια που μεταφέρθηκε από τις νυχτερίδες, ζώα απωθητικά, μισητά στη λαϊκή φαντασία—, ο συναγερμός οδήγησε στον πανικό. Δεν υπάρχει ιστορική γνώση μιας παγκόσμιας εκστρατείας ικανής να γεννήσει έναν τόσο διαρκή φόβο. Αφού παγιώθηκε η κατάσταση αγωνίας, εγκαθιδρύθηκε μια νοσηρή αλληλεπίδραση ανάμεσα στις κυβερνήσεις και τον πληθυσμό. Συχνά ήταν η κοινή γνώμη που ζητούσε περισσότερους περιορισμούς. Σε άλλες περιπτώσεις —όπως στην Ιταλία— η σπείρα του φόβου καβαλήθηκε κυνικά από την εξουσία, ιδίως μετά τις συμφωνίες με τη Big Pharma. Ένας περίπατος με την οικογένεια, ο καφές στο μπαρ, η αποκάλυψη του προσώπου, έγιναν ξαφνικά παράνομα, αδίκημα που διωκόταν με μανία μέσα στα χειροκροτήματα των φοβισμένων καταδοτών κάθε συμπεριφοράς που απαγορευόταν από τη μιντιακή ντουντούκα.

Αντί να εξηγήσει ότι η ιστορία γνώρισε πολυάριθμες επιδημίες, σχεδόν όλες σοβαρότερες από τον Covid, η εξουσία ενήργησε σαν η κατάσταση να ήταν χωρίς προηγούμενο, μια Αποκάλυψη στην οποία έπρεπε να εφαρμοστούν τα πιο παράξενα και ασυνήθιστα μέτρα. Ο SARS-CoV-2 είδε να επιστρατεύονται οι αστυνομικοί όσο και οι υγειονομικοί. Ο ασυνήθιστος ζήλος πολλών θύμισε έναν αφορισμό του George Bernard Shaw79: όταν ένας ηλίθιος κάνει κάτι για το οποίο ντρέπεται, λέει ότι είναι το καθήκον του.

Ο φόβος είναι μια χρήσιμη απάντηση, επειδή προστατεύει από πολλούς κινδύνους, αλλά γίνεται βλαβερός όταν είναι ασυγκράτητος, επίμονος, παραλυτικός. Ο φόβος —που έγινε ένας ακόμη ιός— ευνοεί την κατάχρηση αλκοόλ, ναρκωτικών, ψυχοφαρμάκων, προκαλεί άγχος και κατάθλιψη, γεννά καταστροφικές και αυτοκαταστροφικές ορμές, αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα, το πρώτο προπύργιο άμυνας του οργανισμού. Αναστέλλει τη δράση, καθιστά εξαρτημένους, μπλοκάρει την ορθολογική κρίση, μεταμορφώνει σε δούλη ακόμη και την πιο ελεύθερη προσωπικότητα.


Η ανθρωπότητα επινόησε διάφορους μηχανισμούς για να μετριάσει τον φόβο, όλοι όμως ηττήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από μια σφυροκοπητική προπαγανδιστική ενέργεια, από την οποία δεν ξέφευγε καμία καθημερινή χειρονομία. Στις διαδρομές με το λεωφορείο επαναλαμβανόταν συνεχώς από το μεγάφωνο η εντολή για την απόσταση που έπρεπε να τηρείται —σχεδόν αδύνατη— και για τη μάσκα που έπρεπε να φοριέται μέχρι κάτω από τα μάτια, με την απειλητική συνοδεία των κυρώσεων. Όλα αυτά μεταμόρφωσαν τον πλησίον σε εχθρό, τον Άλλο σε μολυστή, φορέα ασθένειας και θανάτου. Οι δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού Mario Draghi ήταν τρομερές: αν δεν εμβολιαστείς, αρρωσταίνεις, πεθαίνεις, ή μεταδίδεις και γίνεσαι δολοφόνος.

Ένας αποτελεσματικός τρόπος να ξεφύγει κανείς από τον φόβο σε άλλες καταστάσεις είναι να εκτελεί τις απαιτήσεις των υγειονομικών: να σταματήσει το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και τα παρόμοια. Με τον Covid η επιχείρηση ήταν αδύνατη ακόμη και με την τήρηση κάθε κανόνα· ο κίνδυνος παρέμενε. Από εδώ προέκυψε η μεταμόρφωση του φόβου —εύλογου, που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με σύνεση— σε ανεξέλεγκτο τρόμο. Η διαδοχή των μηνυμάτων ήταν καταστροφική: «είναι ουσιώδες να υιοθετηθεί αυτό το μέτρο και να γίνει αποδεκτός ο σχετικός περιορισμός», αλλά αμέσως μετά ερχόταν η διαπίστωση: «είμαστε το ίδιο ευάλωτοι όπως πριν».

Το αποτέλεσμα ήταν η αντίληψη μιας απόλυτης επισφάλειας, ένα συναίσθημα που ευνοεί την αίσθηση αδυναμίας, προθάλαμο της εξάρτησης από τα περιοριστικά μέτρα. Ορισμένοι ζητούσαν μία ακόμη απαγόρευση στην προσπάθεια να ανακουφίσουν το άγχος, αλλά, όπως σε κάθε εξάρτηση, χρειάζονταν ολοένα υψηλότερες δόσεις απαγορεύσεων για να επιτύχουν μια προσωρινή μείωση του φόβου. Η ενεργητική εξαρτημένη διαμόρφωση κάνει πιο στενό το κλουβί του Skinner και πιο στριφνό τον δρόμο της ελευθερίας. Κανείς δεν υπενθύμισε την προειδοποίηση του Étienne de La Boétie80: ο τύραννος διατηρεί την εξουσία του όσο οι υπήκοοι του την παραχωρούν. Στην πανδημική περίοδο επικράτησε το σύνδρομο της Στοκχόλμης81, η συμπάθεια για εκείνον που διέταζε νέους περιορισμούς, ενώ κάθε πράξη, λόγος ή σκέψη διαφωνίας περιβαλλόταν από περιφρόνηση.

Η δυτική εξουσία οικειοποιήθηκε τη συμπεριφοριστική ψυχολογική θεωρία (behaviorism)82, η οποία υποστηρίχθηκε, εκτός από τον Pavlov και τον Skinner, και από τις μελέτες του John B. Watson. Αυτός ήδη το 1924 δήλωνε: δώστε μου μια δωδεκάδα παιδιών υγιούς και εύρωστης κράσης και ένα περιβάλλον οργανωμένο σύμφωνα με τις δικές μου ειδικές αρχές, και σας εγγυώμαι ότι θα είμαι σε θέση να κάνω από αυτά έναν γιατρό, έναν δικηγόρο, έναν καλλιτέχνη, έναν επιχειρηματία, έναν εγκληματία.83

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του συμπεριφορισμού —που βασίζεται στην αρχή ερέθισμα-αντίδραση— είναι ότι «παριστάνει τα ανθρώπινα όντα ως καθαρά αντιδραστικές συσκευές, που απαντούν στα ερεθίσματα όπως στο πάτημα ενός κουμπιού και είναι εντελώς στερημένα από αυθορμησία» (Konrad Lorenz).84 Και ο Freud κατανόησε την αυθορμησία της ενορμητικής ζωής, η οποία γίνεται επικίνδυνη μόνο όταν τα ερεθίσματα εμφανίζονται —ή προκαλούνται να εμφανιστούν— σε μια ακατάλληλη κατάσταση.

Ο συμπεριφορισμός είναι επικίνδυνος διότι θεμελιώνεται στην «ψευδή προϋπόθεση ότι στο κεντρικό νευρικό σύστημα δεν υπάρχει κανένα προκαθορισμένο γενετικό πρόγραμμα και ότι όλες οι εμπειρίες της συμπεριφοράς μπορούν να εξηγηθούν μόνο με τις διαφορές των ατομικών εμπειριών».85 Το ότι επί έναν αιώνα πατήθηκε το γκάζι της κοινωνικής εξαρτημένης διαμόρφωσης είχε ως συνέπεια να τροποποιηθούν όχι μόνο οι ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές, αλλά οδήγησε και στη διαδεδομένη πεποίθηση —αυτονόητη μέσα στον συμπεριφοριστικό ντετερμινισμό— ότι η ενοχή κάθε λανθασμένης συμπεριφοράς, ακόμη και των εγκλημάτων, πρέπει να αποδοθεί στην αγωγή που έλαβε το άτομο, το οποίο έτσι απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη.

Εφόσον το ανθρώπινο ον νοείται ως απεριόριστα πλαστικό, χειραγωγήσιμο, το κυρίαρχο σύστημα δεσμεύεται να το εξαρτησιοποιεί για λόγους συμφέροντος και βούλησης κυριαρχίας, μέχρι τις εξαρτήσεις, στις οποίες πρέπει να υποτάσσεται χωρίς κανέναν ψυχολογικό ενδοιασμό ή ηθικό φραγμό.


Σημειώσεις:

75 Ernst Jünger, Trattato del ribelle, Adelphi, 1990, σ. 79.
76 Burrhus F. Skinner (1904-1990), Αμερικανός ψυχολόγος, από τους πιο επιδραστικούς του 20ού αιώνα, ένας από τους πατέρες του συμπεριφορισμού, Science and Human Behavior (1953).
77 Ivan Petrovich Pavlov (1849-1936), Ρώσος φυσιολόγος, διάσημος για την ανακάλυψη της εξαρτημένης μάθησης, μιας διαδικασίας μάθησης που βασίζεται στη σύνδεση ανάμεσα σε ένα ουδέτερο ερέθισμα και σε ένα ερέθισμα που προκαλεί μια φυσική απάντηση. Βραβείο Nobel 1904.
78 Στις 18 Μαρτίου 2020 αναχώρησαν από το κοιμητήριο του Bergamo οκτώ στρατιωτικά φορτηγά που μετέφεραν εβδομήντα τρία φέρετρα ανθρώπων που είχαν πεθάνει από Covid. Οι εικόνες προκάλεσαν τεράστια εντύπωση στην κοινή γνώμη.
79 G. B. Shaw (1856-1950), Ιρλανδός συγγραφέας και δραματουργός. Κυριάρχησε στη σκηνή επί μισό αιώνα με μια κοφτερή και διαβρωτική ειρωνεία.
80 Étienne de La Boétie (1530-1563), Γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας του περίφημου Λόγου περί εθελοδουλείας (περ. 1549), φίλος και σύντροφος του δοκιμιογράφου Michel de Montaigne.
81 Σύνδρομο της Στοκχόλμης ονομάζεται η ψυχολογική τάση ορισμένων θυμάτων να δείχνουν αλληλεγγύη προς τους βασανιστές τους, η οποία παρατηρήθηκε για πρώτη φορά στη Στοκχόλμη μετά την απαγωγή ομήρων κατά τη διάρκεια ληστείας το 1973.
82 Ο συμπεριφορισμός —ή behaviorism— είναι ένα ρεύμα της ψυχολογίας που μελετά την παρατηρήσιμη και μετρήσιμη ανθρώπινη συμπεριφορά, αγνοώντας τις εσωτερικές νοητικές διεργασίες, οι οποίες θεωρούνται ένα μαύρο κουτί (Black Box), απρόσιτο.
83 www.stateofmind.it/bibliography/watson-john/
84 K. Lorenz (1903-1989), Αυστριακός επιστήμονας και ζωολόγος. Το δαχτυλίδι του βασιλιά Σολομώντα (1949). Τα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας (1973). Η παρακμή του ανθρώπου (1983).
85 K. Lorenz, Η παρακμή του ανθρώπου, Arnoldo Mondadori Editore, 1984, σ. 129.

§ 2 Η αλλοτρίωση

Η Αμερική ως πεδίο μάχης 2 Ο πόλεμος κατά του Αμερικάνικου Λαού

Συνέχεια από Πέμπτη 18. Ιουνίου 2026

Η Αμερική ως πεδίο μάχης 2

Ο πόλεμος κατά του Αμερικάνικου Λαού

Του John W. Whitehead

Εκδόσεις SelectBooks, Inc., 2015

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Καλώς ήρθατε στο αστυνομικό κράτος

«Αυτός δεν είναι ένας νέος κόσμος: είναι απλώς μια προέκταση εκείνου που άρχισε στον παλιό. Έχει διαμορφώσει τον εαυτό του κατά το πρότυπο κάθε δικτάτορα που άφησε ποτέ το σχιστικό αποτύπωμα της μπότας του πάνω στις σελίδες της ιστορίας από την αρχή του χρόνου. Διαθέτει βελτιώσεις, τεχνολογικές προόδους και μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση στην καταστροφή της ανθρώπινης ελευθερίας. Αλλά, όπως κάθε ένα από τα υπερκράτη που προηγήθηκαν, έχει έναν σιδερένιο κανόνα: η λογική είναι εχθρός και η αλήθεια είναι απειλή.»

—ROD SERLING, The Twilight Zone

Πώς κάνεις ένα έθνος να αποδεχθεί πειθήνια ένα αστυνομικό κράτος; Πώς πείθεις έναν πληθυσμό να αποδεχθεί ανιχνευτές μετάλλων και σωματικούς ελέγχους στα σχολεία του, ελέγχους τσαντών στους σιδηροδρομικούς σταθμούς του, τανκς και στρατιωτικό οπλισμό που χρησιμοποιούνται από τις αστυνομικές δυνάμεις των μικρών του πόλεων, κάμερες παρακολούθησης στα φανάρια της κυκλοφορίας, σωματικές έρευνες από την αστυνομία στους δημόσιους δρόμους του, αναίτιες και εξαναγκαστικές αιμοληψίες σε σημεία ελέγχου για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, σαρωτές ολόκληρου σώματος στα αεροδρόμιά του και κυβερνητικούς πράκτορες που παρακολουθούν τις επικοινωνίες του;

Προσπάθησε να επιβάλεις με το ζόρι μια τέτοια κατάσταση, και μπορεί να βρεθείς αντιμέτωπος με εξέγερση.

Αντί γι’ αυτό, βομβαρδίζεις τους πολίτες με διαρκείς συναγερμούς χρωματικής κωδικοποίησης, τους τρομοκρατείς με αναφορές για πυροβολισμούς και απειλές βομβών σε εμπορικά κέντρα, σχολεία και αθλητικούς χώρους, τους απευαισθητοποιείς με μια σταθερή δίαιτα αστυνομικής βίας, και τους υπνωτίζεις με θεάματα ψυχαγωγίας —εκείνο που οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να αποκαλούν περισπασμούς «άρτου και θεαμάτων»— και με ηλεκτρονικές συσκευές, ενώ ταυτόχρονα τους πουλάς όλο αυτό το πακέτο ως κάτι που γίνεται για το συμφέρον τους.


Και όταν ηγέτες όπως ο John F. Kennedy, ο Martin Luther King Jr., ο John Lennon και άλλοι αναδύονται και τολμούν να αμφισβητήσουν την κυβερνητική ελίτ, τι τους συμβαίνει; Κυβερνητικοί πράκτορες τους θέτουν υπό παρακολούθηση, τους εκφοβίζουν, τους απειλούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους κάνουν να «εξαφανιστούν», γνωρίζοντας πολύ καλά ότι λίγοι θα σηκωθούν για να πάρουν τη θέση τους.

Παρομοίως, όταν κυβερνητικοί πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος, χωρίς οπαδούς ή αναγνωρισιμότητα, εμφανίζονται και ρίχνουν φως στα κακουργήματα της κυβέρνησης, χαρακτηρίζονται προδότες, απομονώνονται από τους φίλους και τους αγαπημένους τους και μετατρέπονται σε παραδείγματα προς αποφυγή: αυτό συμβαίνει σε όσους τολμούν να αμφισβητήσουν το αστυνομικό κράτος.

Διορθώνοντας το αδιόρθωτο


Εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο στο αμερικανικό αστυνομικό κράτος δεν είναι οι μεγα-εταιρείες που δρουν ανεξέλεγκτα στους διαδρόμους του Κογκρέσου, η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία που εισβάλλει σπάζοντας πόρτες και πυροβολεί άοπλους πολίτες, ούτε το παρεμβατικό καθεστώς παρακολούθησης που έχει φθάσει να κυριαρχεί σε κάθε πλευρά της ζωής μας.

Όχι· εκείνο που υπήρξε το πιο ανησυχητικό στην ανάδυση του αμερικανικού αστυνομικού κράτους είναι ο βαθμός στον οποίο οι πολίτες φαίνονται ικανοποιημένοι να περιμένουν παθητικά κάποιον άλλον να λύσει τα πολλά προβλήματα του έθνους.

Κι όμως, αν δεν δράσουμε σύντομα, όλα όσα χρειάζονται διόρθωση θα γίνουν σύντομα αδιόρθωτα, ιδίως σε ό,τι αφορά το αστυνομικό κράτος, που εδραιώνεται όλο και περισσότερο με κάθε ημέρα που περνά. Με τον όρο «αστυνομικό κράτος» εννοώ κάτι περισσότερο από μια κοινωνία κατακλυσμένη από το μακρύ χέρι της αστυνομίας —ομοσπονδιακής, πολιτειακής και τοπικής. Εννοώ μια κοινωνία στην οποία όλες οι πλευρές της ζωής ενός ανθρώπου αστυνομεύονται από κυβερνητικούς πράκτορες· μια κοινωνία στην οποία όλοι οι πολίτες είναι ύποπτοι, οι δραστηριότητές τους παρακολουθούνται και ρυθμίζονται, οι κινήσεις τους ανιχνεύονται, οι επικοινωνίες τους κατασκοπεύονται, και η ζωή τους, οι ελευθερίες τους και η επιδίωξη της ευτυχίας τους εξαρτώνται από την έγκριση της κυβέρνησης.

Τούτων λεχθέντων, πώς μπορεί να αναμένεται από οποιονδήποτε να «διορθώσει» ό,τι είναι σπασμένο, χωρίς πρώτα να κατανοήσει μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένη να φθάσει η κυβέρνηση προκειμένου να συνηθίσει τον αμερικανικό λαό στη ζωή μέσα σε ένα αστυνομικό κράτος; Γιατί εκατομμύρια αθώοι Αμερικανοί παρακολουθούνται από κυβερνητικούς πράκτορες, καθώς και από τους συνεργάτες τους στον επιχειρηματικό κόσμο, ενώ δεν έχουν κάνει τίποτε κακό;

Όπως σημείωσε το Brookings Institution, «για πρώτη φορά στην ιστορία, θα γίνει τεχνολογικά και οικονομικά εφικτό για αυταρχικές κυβερνήσεις να καταγράφουν σχεδόν οτιδήποτε λέγεται ή γίνεται εντός των συνόρων τους —κάθε τηλεφωνική συνομιλία, κάθε ηλεκτρονικό μήνυμα, κάθε αλληλεπίδραση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις κινήσεις σχεδόν κάθε ανθρώπου και οχήματος, και βίντεο από κάθε γωνιά του δρόμου».

Πράγματι, όπως καθιστά σαφές η τάση προς την υπερποινικοποίηση, δεν θα αργήσει η στιγμή κατά την οποία οι μέσοι νομοταγείς Αμερικανοί θα παραβιάζουν νόμους που ούτε καν γνώριζαν ότι υπάρχουν, μέσα στην πορεία μιας συνηθισμένης ημέρας. Το ζήτημα, φυσικά, είναι ότι, ενώ εσύ μπορεί να αγνοείς τη λεγόμενη παραβίασή σου του νόμου —είτε πρόκειται για τη συλλογή βρόχινου νερού για να ποτίσεις το γκαζόν σου, είτε για το άναμμα ενός τσιγάρου στην ιδιωτικότητα του σπιτιού σου, είτε για μια συνάντηση με φίλους στην πίσω αυλή σου για μια κυριακάτικη βραδινή μελέτη της Βίβλου— η κυβέρνηση θα γνωρίζει κάθε μία από αυτές τις παραβάσεις και θα τις χρησιμοποιήσει εναντίον σου όταν τη βολεύει.

Εμείς είμαστε ο εχθρός

Οι προοπτικές για τις πολιτικές ελευθερίες γίνονται ολοένα πιο ζοφερές μέρα με τη μέρα: από την αποδοχή από την κυβέρνηση της επ’ αόριστον κράτησης πολιτών των ΗΠΑ και τα οπλισμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη παρακολούθησης που πετούν πάνω από τα κεφάλια μας, μέχρι την παρακολούθηση χωρίς ένταλμα των τηλεφωνικών, ηλεκτρονικών και διαδικτυακών επικοινωνιών και τις διώξεις κυβερνητικών πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος.

Στο μεταξύ, η πατρίδα κυβερνάται από ένα αστυνομικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, προέκταση της αμερικανικής στρατιωτικής αυτοκρατορίας. Όλα όσα οι ιδρυτές πατέρες μας προειδοποιούσαν να αποφύγουμε —έναν μόνιμο στρατό που θα έβλεπε τους Αμερικανούς πολίτες ως εχθρικούς μαχητές— είναι τώρα ο νέος κανόνας. Η κυβέρνηση —με τις τοπικές δυνάμεις επιβολής του νόμου να αποτελούν πλέον προεκτάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης— έχει στρέψει το στόχαστρό της στον αμερικανικό λαό.


Έχουμε γίνει ο εχθρός.

Και αν είναι αλήθεια, όπως υποστηρίζει ο στρατός, ότι το κλειδί για την ήττα ενός εχθρού είναι το τεχνολογικό πλεονέκτημα, τότε «εμείς ο λαός» βρισκόμαστε σε σοβαρό μειονέκτημα.

Αυτές οι ανησυχητικές εξελίξεις είναι οι εξωτερικές εκδηλώσεις μιας εσωτερικής φιλοσοφικής μετατόπισης που βρίσκεται σε εξέλιξη στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση βλέπει όχι μόνο το Σύνταγμα και τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, αλλά και «εμάς τον λαό». Αυτό που αντανακλάται εδώ είναι μια μετακίνηση από μια κυβέρνηση δεσμευμένη από το κράτος δικαίου προς μια κυβέρνηση που επιδιώκει τον ολοκληρωτικό έλεγχο μέσω της επιβολής των δικών της, ιδιοτελών νόμων στον πληθυσμό.

Και όλο αυτό το διάστημα, ο αμερικανικός λαός παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανυποψίαστος απέναντι στις απειλές που πλησιάζουν τις ελευθερίες του, πρόθυμος να πεισθεί ότι η κυβέρνηση μπορεί να λύσει τα προβλήματα που μας μαστίζουν, είτε πρόκειται για την τρομοκρατία, είτε για μια οικονομική ύφεση, είτε για μια περιβαλλοντική καταστροφή, είτε ακόμη και για μια ιογενή επιδημία.

Συνεχίζεται με: ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Μια κατάσταση στρατιωτικού νόμου

«Το Κράτος των Βαμπίρ: Τρέφεται από τον φόβο μας, την ελευθερία μας και τα οικονομικά μας.»

Όταν η εξουσία τρέφεται από τον φόβο

         «Το Κράτος των Βαμπίρ: Τρέφεται από τον φόβο μας, την ελευθερία μας 
και τα οικονομικά μας.»

Ο Τζον και η Νίσα Γουάιτχεντ καταγγέλλουν τον μετασχηματισμό του σύγχρονου κράτους σε μια μηχανή που καταναλώνει ελευθερία, χρήμα και δικαιώματα.

                                         από τους John και Nisha Whitehead

Ξεκινώντας από την ανησυχητική εικόνα τεράτων με ανθρώπινα πρόσωπα, ο John και η Nisha Whitehead περιγράφουν ένα κράτος που δεν κυριαρχεί πλέον μέσω της ωμής βίας αλλά μέσω του εκτεταμένου ελέγχου, της επιτήρησης, του φόβου και της χειραγώγησης της συναίνεσης της κοινής γνώμης. Πίσω από τη ρητορική της ασφάλειας και της προστασίας, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, κρύβεται ένα σύστημα που διαβρώνει προοδευτικά τις ατομικές ελευθερίες, μεταφέρει πλούτο σε κέντρα εξουσίας και μετατρέπει τους πολίτες σε ολοένα και πιο εξαρτημένα υποκείμενα. Αυτό αποτελεί κατηγορητήριο για αυτό που αποκαλούν «κράτος βαμπίρ», μια δομή που ευδοκιμεί τρεφόμενη από τους υλικούς και πνευματικούς πόρους της κοινωνίας που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. (NR)

«Αλλά αυτά δεν ήταν τέρατα με πλοκάμια και σάπιο δέρμα, όπως αυτά που θα μπορούσε να φανταστεί ένα επτάχρονο παιδί: ήταν τέρατα με ανθρώπινα πρόσωπα, με άψογες στολές, που παρελαύνουν σε κοντινή απόσταση, τόσο συνηθισμένα που δεν τα αναγνωρίζεις για αυτό που είναι μέχρι να είναι πολύ αργά.»
Ράνσομ Ριγκς, To Σπίτι για Ασυνήθιστα Παιδιά της Μις Πέρεγκριν

Τα τέρατα δεν εμφανίζονται πάντα καλυμμένα με τα τυπικά στοιχεία τρόμου ή μύθου. Πολύ συχνά, τα τέρατα του πραγματικού κόσμου μοιάζουν με απλούς ανθρώπους. Περπατούν ανάμεσά μας. Χαμογελούν στις κάμερες. Υπόσχονται προστασία και ευημερία, ενώ τρέφονται με φόβο και υπακοή.
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται.

Ζούμε σε δύο κόσμους.

Υπάρχει ο κόσμος που μας παρουσιάζεται - η λαμπερή, προπαγανδιστική ψευδαίσθηση που δημιουργείται από την κυβέρνηση και τους εταιρικούς χρηματοδότες της - και ο κόσμος στον οποίο ζούμε στην πραγματικότητα, όπου η οικονομική ανισότητα επιδεινώνεται, οι αληθινοί στόχοι είναι θαμμένοι κάτω από στρώματα οργουελιανής διγλωσσίας και η «ελευθερία» κατανέμεται σε ελεγχόμενες, νομιμοποιητικές δόσεις από μια στρατιωτικοποιημένη αστυνομική δύναμη και ομοσπονδιακούς πράκτορες.

Μας τροφοδοτούν με μια σειρά από προσεκτικά κατασκευασμένες μυθοπλασίες που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Αγνοήστε τις περισπασμούς και τις αντιπερισπασμούς και θα σκοντάψετε σε μια αδιαμφισβήτητη και δυσάρεστη αλήθεια: τέρατα με ανθρώπινα πρόσωπα περπατούν ανάμεσά μας.

Πολλοί από αυτούς εργάζονται για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μέσα από τη δίψα της για εξουσία, τη βιαιότητα, την απληστία, τη διαφθορά και την τυραννία, η κυβέρνηση έχει γίνει σχεδόν αδιαχώριστη από το κακό που ισχυρίζεται ότι καταπολεμά: τρομοκρατία, βασανιστήρια, ασθένειες, εμπορία ναρκωτικών, εμπορία ανθρώπων, βία, κλοπή, ακόμη και επιστημονικά πειράματα που αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους σαν πειραματόζωα.
Καθώς περνούν οι μέρες, γίνεται οδυνηρά φανερό ότι το αμερικανικό αστυνομικό κράτος έχει αναπτύξει το τερατώδες alter ego του: το Κράτος των Βαμπίρ.

Όπως και ο θρυλικός ομώνυμός του, επιβιώνει απορροφώντας την ψυχή του έθνους: τον ιδρώτα, τα χρήματα, την εργασία, την ιδιωτικότητα και τις ελευθερίες του «Εμείς ο Λαός».
Ένας φόρος, ένας νόμος, ένας πόλεμος, ένα πρόγραμμα επιτήρησης τη φορά, παίρνει ό,τι χρειάζεται και μας αδειάζει μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Όπως σε κάθε μεγάλη ιστορία τρόμου, τα πιο τρομακτικά τέρατα είναι αυτά που μας φαίνονται οικεία. Από όλες τις γοτθικές φιγούρες, ο βρικόλακας του Μπραμ Στόκερ -ένας ψυχρός, υπολογιστικός θηρευτής που διψάει για κατάκτηση- είναι ίσως ο πιο κοντινός στον εφιάλτη που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας.

Όπως και το μυθολογικό του αντίστοιχο, το Κράτος των Βρικολάκων, το «Κράτος-Βαμπίρ» αποπλανά τα θύματά του με υποσχέσεις ασφάλειας, ευημερίας και εθνικού μεγαλείου. Μόλις κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και αποκτήσει πρόσβαση, τρέφεται αργά και μεθοδικά, αρκετά για να κρατήσει τον πληθυσμό υπάκουο, αλλά ποτέ αρκετά για να τον ξυπνήσει από τον ύπνο του.
Νανουρισμένοι από την προπαγάνδα και την κομματική αφοσίωση, οι ντόπιοι γίνονται αυτό που φοβόταν περισσότερο ο Ροντ Σέρλινγκ, δημιουργός της Ζώνης του Λυκόφωτος : ένα όχλος ζόμπι, αναίσθητοι στο τέρας που τρέφεται από αυτά.

Μόλις ριζώσει, η τυραννική πείνα του Κράτους των Βαμπίρ μόνο μεγαλώνει.

Το κράτος των βρικολάκων τρέφεται από τον φόβο. Ο φόβος είναι το οξυγόνο της τυραννίας. Κάθε κρίση, πραγματική ή τεχνητή, τροφοδοτεί τη δίψα για εξουσία. Ο Σέρλινγκ έδειξε πόσο γρήγορα ο πανικός διαβρώνει μια κοινότητα στο "Τα Τέρατα Πρέπει να Είναι στην Οδό Μέιπλ" (
«The Monsters Are Due on Maple Street»), όπου οι γείτονες, πεπεισμένοι ότι ο κίνδυνος παραμονεύει ακριβώς δίπλα, μετατρέπονται σε βίαιο όχλο και στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Οι τίτλοι αλλάζουν - πόλεμοι ναρκωτικών και επιδρομές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE), "εγχώριοι εξτρεμιστές" και πανδημίες, λίστες ξένων στόχων και απαραίτητα στρατιωτικά χτυπήματα - αλλά το σενάριο παραμένει το ίδιο: οι πολιτικοί παρουσιάζονται ως σωτήρες και ένας υποταγμένος πληθυσμός παραδίδει τα δικαιώματά του για την ψευδαίσθηση της ασφάλειας.

Ο φόβος, ωστόσο, είναι μόνο η αρχή. Μόλις ο φόβος κυριαρχήσει, το επόμενο βήμα είναι να φέρουμε τους ανθρώπους τον έναν εναντίον του άλλου. Οι δημαγωγοί ξέρουν πώς να το κάνουν αυτό.


Το κράτος των βρικολάκων ευδοκιμεί στη διαίρεση. Το «κράτος-βαμπίρ» τρέφεται από τις διαιρέσεις. Στο επεισόδιο «Είναι ζωντανός» («He’s Alive»), ο νεαρός φανατικός του Σέρλινγκ μαθαίνει το παλαιότερο κόλπο του κόσμου: «Οι άνθρωποι θα σε ακολουθήσουν αν τους δώσεις κάτι να μισήσουν». Το αμερικανικό αστυνομικό κράτος έχει τελειοποιήσει αυτή την τέχνη, φέρνοντας τους πολίτες εναντίον των μεταναστών, την αριστερά εναντίον της δεξιάς, τους διαδηλωτές εναντίον της αστυνομίας, τους πλούσιους εναντίον των φτωχών, επειδή ένα διαιρεμένο έθνος είναι πολύ πιο εύκολο να ελεγχθεί.

Η διαίρεση, με τη σειρά της, γεννά υποταγή. Όταν μια κοινωνία βρίσκεται σε πόλεμο με τον εαυτό της, η υπακοή γίνεται το μόνο καταφύγιο.

Το κράτος των βρικολάκων τρέφεται με την υπακοή. Στο επεισόδιο του Σέρλινγκ «Obsolete Man» («Ο ξεπερασμένος άνθρωπος»), ένας θρησκευτικός βιβλιοθηκάριος σε μια αθεϊστική κοινωνία όπου τα βιβλία καταστρέφονται καταδικάζεται σε θάνατο για απαξίωση. Το πραγματικό έγκλημα ήταν η ατομικότητα. Σήμερα, οι γραφειοκρατίες απαιτούν την ίδια υποταγή: εκπαιδευτικοί τιμωρούνται για διαφωνία, δημοσιογράφοι απολύονται επειδή αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη, πολίτες κρατούνται με εκτελεστικό διάταγμα για λόγο που θεωρείται «επικίνδυνος». Η αντίσταση εξαντλείται μέχρι να μην απομένει τίποτα άλλο παρά υπακοή.

Η υπακοή, ωστόσο, δεν είναι ποτέ αρκετή. Η τυραννία απαιτεί άπειρα μέσα συντήρησης: υλικά, οικονομικά και ανθρώπινα.

Το κράτος-βαμπίρ τρέφεται με πλούτο. Κανένας θηρευτής και 
κανένα αρπακτικό δεν επιβιώνει χωρίς μια συνεχή πηγή τροφής, και το αγαπημένο γεύμα του κράτους είναι ο φορολογούμενος. Ατελείωτοι πόλεμοι, διογκωμένοι προϋπολογισμοί, έκτακτες εξουσίες και εταιρικές παραχωρήσεις κρατούν τη μηχανή σε λειτουργία. Όπως στη Νύχτα της Κρίσης (Judgment Night) και στην Πορφυρή Διαθήκη (The Purple Testament), η πολεμική μηχανή καταναλώνει σώματα και κέρδη, δικαιολογώντας το κόστος ως «πατριωτισμό». Τρισεκατομμύρια δολάρια διοχετεύονται σε εργολάβους άμυνας και κερδοσκόπους των φυλακών, ενώ στο κοινό λένε ότι «δεν υπάρχουν χρήματα» για δικαιοσύνη, υποδομές, κοινωνική πρόνοια ή τη βασική συντήρηση μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Ωστόσο, ακόμη και αυτό δεν μπορεί να ικανοποιήσει ένα καθεστώς που επιδιώκει τον απόλυτο έλεγχο. Για να ασκήσει απόλυτο έλεγχο, πρέπει να γνωρίζει τα πάντα για όσους βρίσκονται υπό την εξουσία του.

Το κράτος-βαμπίρ τρέφεται με την ιδιωτικότητα.
Ένας αληθινός θηρευτής πρέπει να γνωρίζει το θήραμά του. Το κράτος-θηρευτής τρέφεται τώρα άπληστα με την ψηφιακή ψυχή του έθνους: κάθε κλήση καταγράφεται, κάθε κίνηση παρακολουθείται, κάθε αγορά καταγράφεται. Επιτήρηση που βασίζεται στο Palantir, βιομετρικά σημεία ελέγχου, βάσεις δεδομένων αναγνώρισης προσώπου: αυτό είναι το προειδοποιητικό σύμπαν του Serling ενημερωμένο για την αλγοριθμική εποχή.

Και όταν ο φόβος, η διχόνοια, η υπακοή, ο πλούτος και η ιδιωτικότητα έχουν εκμεταλλευτεί μέχρι εξάντλησης, το Κράτος των Βαμπίρ στρέφεται στο πιο πολύτιμο θήραμά του: το ανθρώπινο πνεύμα.


Το Κράτος των Βαμπίρ τρέφεται με την ελπίδα. Η απόλυτη πείνα είναι πνευματική. Αποστραγγίζει την ελπίδα από τα θύματά του μέχρι που τίποτα δεν απομένει παρά η απελπισία. Ένας απελπισμένος πληθυσμός είναι ένας ελεγχόμενος πληθυσμός. Ο Σέρλινγκ έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι όταν οι άνθρωποι χάνουν την ηθική τους πυξίδα, κινδυνεύουν να γίνουν τα ίδια τέρατα που φοβούνται.
Κάθε ιστορία τρόμου φτάνει σε ένα σημείο όπου τα θύματα συνειδητοποιούν τι αντιμετωπίζουν. Έχει έρθει και σε εμάς. Το ερώτημα είναι: πώς θα σπάσουμε το ξόρκι;
Ενώ ο Ροντ Σέρλινγκ προειδοποιούσε για το τι θα συνέβαινε αν ο φόβος και η συμμόρφωση γίνονταν το εθνικό μας πιστεύω, ο σκηνοθέτης Τζον Κάρπεντερ έδειξε τι συμβαίνει όταν αυτή η προειδοποίηση αγνοείται.
Περισσότερο γνωστός για το Halloween, το έργο του Carpenter είναι διαποτισμένο με μια έντονη αντιεξουσιαστική και αντικαθεστωτική ευαισθησία.

Επανειλημμένα, απεικονίζει κυβερνήσεις σε πόλεμο με τους πολίτες τους, την τεχνολογία στραμμένη εναντίον της κοινότητας και έναν πληθυσμό πολύ αναισθητοποιημένο για να αντισταθεί στην τυραννία.
Στο Escape from New York, ο φασισμός είναι το μέλλον της Αμερικής. Στο The Thing, η ανθρωπότητα διαλύεται στην παράνοια. Στην Christine, η τεχνολογία γίνεται δολοφονική. Στο In the Mouth of Madness, το κακό θριαμβεύει όταν οι άνθρωποι χάνουν «την ικανότητα να διακρίνουν μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας».

Και στο They Live («Ζουν»), ο Carpenter βγάζει εντελώς τη μάσκα.

Δύο μετανάστες εργάτες ανακαλύπτουν ότι η κοινωνία ελέγχεται από παρασιτικούς εξωγήινους που συνεργάζονται με μια ολιγαρχική ελίτ. Άνθρωποι, νανουρισμένοι από την άνεση, κατηχημένοι από την προπαγάνδα και υπνωτισμένοι από οθόνες, λειτουργούν ως οικοδεσπότες των καταπιεστών τους.
Μόνο όταν ο άστεγος Τζον Νάντα ανακαλύπτει ένα ζευγάρι τροποποιημένα γυαλιά ηλίου - φακούς Hoffman - ο Νάντα καταλαβαίνει τι κρύβεται πίσω από την κατασκευασμένη πραγματικότητα της ελίτ: τον έλεγχο και τη δουλεία.


Όταν την βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της αλήθειας, η ελίτ, που μοιάζει με άνθρωπο μέχρι να αποκαλυφθεί, αποκαλύπτεται ως μια ομάδα τεράτων που έχουν υποδουλώσει τους πολίτες για εκμετάλλευση.
Ήταν μυθοπλασία, αλλά ελάχιστα.

Τα τέρατα του Κάρπεντερ ήταν συμβολικά. Τα δικά μας φορούν κομψά κοστούμια και κυματίζουν σημαίες.
Οι Αμερικανοί δεν χρειάζονται πλέον ειδικούς φακούς Hoffman για να δουν ποιος μας εξαντλεί. Δεν είναι εξωγήινοι μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους. Οι αφέντες μας κάθονται σε γραφεία υψηλού κύρους, εκδίδουν εκτελεστικά διατάγματα και υπόσχονται να «μας σώσουν», ενώ εκμεταλλεύονται τους φόβους μας, τις δουλειές μας και τις ελευθερίες μας.

Αν δεν ξυπνήσουμε σύντομα, η Κράτος των Βρικολάκων θα φέρει αυτό για το οποίο προσπάθησαν να μας προειδοποιήσουν τόσο ο Σέρλινγκ όσο και ο Κάρπεντερ.

Ο καιρός των αλληγοριών έχει τελειώσει. Η προειδοποίηση έχει γίνει ο κόσμος στον οποίο ζούμε.

Η δύναμη του Κράτους των Βαμπίρ βασίζεται στο σκοτάδι: στη μυστικότητα, τη σιωπή και την εκούσια άγνοια όσων απομυζά.
Η λύση δεν είναι ένας ακόμη πολιτικός σωτήρας ή μια γραφειοκρατική λύση. Ξεκινά από εκεί που ξεκινούσαν πάντα οι παραβολές των Serling και Carpenter: με την αφύπνιση της ατομικής συνείδησης και το θάρρος να κατονομάσουμε τα αληθινά τέρατα που παραμονεύουν ανάμεσά μας.
Όπως ακριβώς το φως του ήλιου καταστρέφει έναν βρικόλακα, ένας πληθυσμός που σκέφτεται, αμφισβητεί και απορρίπτει τις παράνομες εντολές είναι η πιο σίγουρη άμυνα ενάντια στην τυραννία.
Δεν μπορούμε να πολεμήσουμε τέρατα γινόμενοι οι ίδιοι τέρατα. Δεν μπορούμε να νικήσουμε το κακό μιμούμενοι τις μεθόδους του.
Αν το Κράτος των Βαμπίρ ευδοκιμεί με τον φόβο, τρέφεται με το μίσος, αντλεί δύναμη από τη βία και απαιτεί υπακοή, τότε το όπλο μας πρέπει να είναι το θάρρος, το αντίδοτό μας η αγάπη, η άμυνά μας η μη βία και η απάντησή μας η πειθαρχημένη, δημιουργική πολιτική ανυπακοή.

Κάθε γενιά πρέπει να ανακαλύψει ξανά αυτές τις αλήθειες.

Σχεδόν 250 χρόνια αφότου οι Ιδρυτές Πατέρες της Αμερικής υποσχέθηκαν τη ζωή, την περιουσία και την ιερή τιμή τους για να ανατρέψουν έναν τύραννο, βρισκόμαστε για άλλη μια φορά υπό τον ζυγό του, καταπιεσμένοι από μια κυβέρνηση που τρέφεται από τους δημόσιους φόβους για να επεκτείνει την εξουσία της· από μια γραφειοκρατία που πλουτίζει εις βάρος της εργασίας των κυβερνωμένων· από έναν μηχανισμό επιτήρησης που καταβροχθίζει τα δεδομένα, την ιδιωτικότητα και τη διαφωνία· και από μια πολεμική μηχανή που τροφοδοτεί ατελείωτες συγκρούσεις.

Αυτά είναι τα συμπτώματα ενός έθνους που έχει ξεχάσει τη δική του θεραπεία.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, το Σύνταγμα και ο Χάρτης των Δικαιωμάτων είχαν σκοπό να χρησιμεύσουν ως διακυβεύματα στην καρδιά της αυταρχικής εξουσίας, αλλά δεν είναι μαγικές φόρμουλες.
Με κάθε πράξη τυφλής υπακοής, με κάθε παραίτηση από ελευθερία, με κάθε νόμο που εξυψώνει την κυβέρνηση πάνω από τους πολίτες, η προστασία μας μειώνεται.


Όταν συμβαίνει αυτό, ο κύκλος κλείνει: η μυθοπλασία γίνεται προφητεία.

Στο σύμπαν του Σέρλινγκ, υπήρχε πάντα ένας αφηγητής έτοιμος να μας προειδοποιήσει. Στο σύμπαν του Κάρπεντερ, οι ήρωες έπρεπε να απελευθερωθούν από την παγίδα των τεράτων.
Το καθήκον μας είναι διπλό: να δούμε την αλήθεια κατάματα και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Όπως ξεκαθαρίζουμε στο Battlefield America: The War on the American People και στο φανταστικό αντίστοιχο The Erik Blair Diaries, τέρατα περπατούν ανάμεσά μας, επειδή δεν έχουμε καταφέρει να τα δούμε για αυτό που πραγματικά είναι.

Το «κράτος-βαμπίρ» είναι πραγματικό. Αλλά το ίδιο ισχύει και για τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος να της αντισταθεί.

Τζον Γ. Γουάιτχεντ

Φρίκη στη Μεγάλη Βρετανία



Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΖΙΚΟΥΣ ΒΙΑΣΜΟΥΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ


Αυτό το αρχείο περιέχει την έκθεση του Rupert Lowe σχετικά με το ανησυχητικό ζήτημα των μαζικών βιασμών στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου εκτιμάται ότι 250.000 αγόρια και κορίτσια έχουν βιαστεί από οργανωμένες πακιστανικές συμμορίες όλα αυτά τα χρόνια. Και σε όλη αυτή τη διαδικασία, οι αρχές επιβολής του νόμου (και οι πολιτικοί, ακόμη και στα υψηλότερα επίπεδα) το έχουν συγκαλύψει με συνέπεια.

Ανάμεσα στα πολλά ανατριχιαστικά παραδείγματα, υπάρχει και αυτό που αναφέρουμε παρακάτω:
«Οι κοινωνικές υπηρεσίες χαρακτήρισαν ένα 13χρονο κορίτσι ρατσιστή και συνέστησαν αντισυλληπτικά αντί να καταγγείλουν τους Πακιστανούς βιαστές της.»

«Οι κοινωνικές υπηρεσίες επέστρεψαν ένα κορίτσι σε μια συμμορία σεξουαλικών εκμεταλλευτών για να μην θεωρηθεί ρατσίστρια.»

Στη Μεγάλη Βρετανία, ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για κακοποίηση και δολοφονία του 13μηνου μωρού που είχαν υιοθετήσει. Η γιαγιά του παιδιού είχε ήδη καταγγείλει το ζευγάρι στην αστυνομία, η οποία, ωστόσο, δεν ξεκίνησε έρευνα, θεωρώντας την ηλικιωμένη γυναίκα «πιθανώς ομοφοβική».