Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Κάλλιστος Καταφυγιώτης: "Περί της ενώσεως με το Θεό και του θεωρητικού βίου - μέρος 1ο (κεφ.16-25)"

 ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ: Tρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

 16. «Ο Κύριος μόνο τους οδηγούσε και δεν ήταν μαζί τους ξένος θεός». Βλέπεις τη δύναμη του Ενιαίου και Μοναδικού, πώς δεν ήταν μαζί τους άλλος θεός, αφού μόνος ο Κύριος τους οδηγούσε; Αλλά ο Κύριος οδηγεί εκείνους που ακολουθούν, όχι εκείνους που στρέφονται πίσω. Όποιον ακολουθεί κανείς, προς αυτόν και είναι στραμμένος. Αν ενδιαφερόμαστε λοιπόν να μην έχομε μαζί μας άλλο θεό, δηλαδή δαίμονα ή πάθος, ας ακολουθήσομε τον Ένα και Μοναδικό, με νοερή στροφή σ' Αυτόν, για να ειπωθεί δίκαια και για μας ότι «ο Κύριος μόνο τους οδηγεί, κι έτσι άλλος θεός δεν είναι μαζί τους».

17. Αν και προέρχονται τα πολλά από Ένα, προέρχονται όμως κατά διάφορο τρόπο το καθένα, επειδή και κατά διάφορο τρόπο προήλθαν τα όντα από την πρώτη Μονάδα. Άλλα από αυτά έχουν αρχή και είναι κτιστά, κι άλλα είναι άκτιστα και χωρίς χρονική αρχή. Αιτία βέβαια όλων με κάθε τρόπο είναι το υπερούσιο Ένα, αλλά στα πρώτα με τρόπο δημιουργικό και στα αλλά με τρόπο φυσικό. Και γι' αυτό δεν πρέπει με τον ίδιο τρόπο και σε ίσο βαθμό να τα πλησιάζομε και να δενόμαστε μ' αυτά. Αλλά όσα έλαβαν αρχή και δημιουργήθηκαν, πρέπει να τα πλησιάζομε όχι για αυτά καθ' εαυτά· όπως π.χ. στον καθρέφτη πλησιάζομε όχι για τον καθρέφτη, αλλά για τη μορφή και την εικόνα που δείχνει. Γιατί δεν μπορούμε να πλησιάζομε την κτίση προς τελείωσή μας για άλλο λόγο, παρά μόνο για το άκρο Ένα που προβάλλει μέσα σ' αυτή. Σε όσα πάλι είναι άναρχα και προήλθαν από το Ένα με τρόπο φυσικό, πλησιάζομε όχι για κάτι αλλο, αλλά γι' αυτά τα ίδια και για Εκείνο από το οποίο προέρχονται. Αυτά είναι που αξίζει πράγματι να πλησιάζομε καθ' εαυτά, και αυτών είναι κατά τρόπο άμεσο και φυσικό το κορυφαίο Ένα· ή μάλλον, αυτά ανήκουν στο άκρο και κορυφαίο Ένα κατά τρόπο άμεσο και, όπως είπαμε, φυσικό. Αυτά λοιπόν δεν πρέπει μόνο να τα πλησιάζομε, αλλά και να προσκολλόμαστε σ' αυτά και διά μέσου αυτών να σπεύδομε να μιμούμαστε και να αποτυπώσομε το πρώτο και ένα Καλό, ώστε έτσι με τη συνεργεία και τη βοήθεια της χάρης ν' αποκτήσομε το αξίωμα της κατ' εικόνα και ομοίωση δόξας του Θεού. Γι' αυτό, όταν παρατηρούμε ορθά τα όντα που προήλθαν από την Αιτία με τη δημιουργία, συμβαίνει να ανυψώνομε το νου μας στη θέα του Ενός και να τον ενώνομε με την ενιαία έννοια του υπερκοσμίου Ενός απόλυτα και απλά, αν βέβαια ο νους τα ατενίζει αυτά όπως πρέπει. Στην περίπτωση τώρα αυτών που προήλθαν από την Αιτία με τρόπο φυσικό, όταν ο νους πράττει σύμφωνα με αυτά ή παίρνει μορφή σύμφωνη με αυτά, είναι δυνατό μέσω αυτών να ενώνεται μ' εκείνο το απόλυτο Ένα. Γι' αυτό, από το σύνολο όσων προήλθαν από την Αιτία, είτε με τρόπο φυσικό είτε με δημιουργικό, ο νους συνηθίζει να συνάγεται προς το διάφορο από αυτά Ένα, φυσικώς ή πρακτικώς ή και θεωρητικώς βέβαια. Και ό,τι χρησιμοποιώντας ο νους, είτε ένα είτε πολλά, φυσικά ή δημιουργημένα, δεν το χρησιμοποιεί για το Ένα, ούτε για να συγκεντρώσει τον εαυτό του πρός το πρώτο Ένα και να ατενίσει προς Εκείνο με αγία μετοχή και βοήθεια του φωτίζοντος Πνεύματος κατά τρόπο απλό, ενοειδή και μονοειδή, αυτό του λογαριάζεται ως αμαρτία, ακόμη και αν η χρήση αυτή του φαίνεται σαν κάτι καλό. Γιατί όλα όσα δημιουργήθηκαν από το Ένα, οδηγούν στο Ένα όταν τα μεταχειριζόμαστε όπως πρέπει, όπως λέει ο μέγας Διονύσιος: «Κάθε φωτοφάνεια που δίνεται σ' εμάς από τον Πατέρα με αγαθότητα, μας ανυψώνει ως ενοποιός δύναμη και μας γεμίζει και μας επαναφέρει προς την ενότητα και τη θεοποιό απλότητα του συναγωγού Πατέρα· γιατί από Αυτόν προήλθαν τα πάντα και Αυτόν έχουν σκοπό τους». Αν όμως δεν οδηγούν στο Ένα, τότε είναι παρά τη φύση τους· και η χρήση τους, όταν δεν γίνεται όπως είπαμε, γίνεται έξω από τη λογική.

18. Υπάρχει πράξη που προηγείται της θεωρίας και υπάρχει πράξη που ακολουθεί τη θεωρία. Η μία εκτελείται σωματικά με σκοπό να χαλιναγωγήσει τις ορμές του σώματος και να το ασκήσει σιγά σιγά να φέρεται εύτακτα, για να δώσει τη δύναμη στο νου να περάσει ελεύθερα στα δικά του, τα οποία είναι τα νοητά, κι εκεί να εργάζεται με επιτυχία το ωφέλιμο σ' αυτόν. Η δεύτερη αρχίζει από το νου και την πνευματική νόηση και συνάγεται προς το υπέρ νουν, που είναι ο Θεός. Όταν προσεγγίσει σ' Αυτόν ο νους, φτάνει στό ένα, γιατί ο Θεός είναι Ένα. Και ο νους λοιπόν ενώνεται με τον εαυτό του σε ένα και γίνεται αδιαίρετος. Γιατί το Ένα, οταν το θεωρούμε, γίνεται πρόξενο της ενότητας και της θεόμορφης απλότητας, καθώς είναι ασυμβίβαστο να θεωρεί ο νους το Ένα και να μην είναι και αυτός απλό ένα. Όταν όμως ο νους βλέπει όντα χωρισμένα και σύνθετα, αναγκαστικά διαιρείται και γίνεται ποικίλος. Απλό Ένα είπα αυτό που υφίσταται καθ' εαυτό απλό. Επειδή ό,τι είναι ο νους, υπόκειται σε μεταβολή κατά την ενέργεια, ενώ στην ουσία του είναι απλός, είναι ανάγκη ο νους να είναι ένα και κατά την ενέργεια όταν βλέπει το Ένα. Αν όμως ο νους βλέπει το Ένα, αλλά ο ίδιος έχει διαιρεθεί τουλάχιστο σε δύο, τι θα κάνει το σκέλος εκείνο που είναι χωρισμένο από το άλλο που βλέπει το Ένα; Ή βλέπει δηλαδή κάτι άλλο, ή δεν βλέπει· κι αν δεν βλέπει, αυτό συμβαίνει ή γιατί δε θέλει, ή γιατί είναι αμβλυμένο, ή ίσως γιατί είναι φτιαγμένο για άλλο είδος δράσεως και όχι για την δράση. Αν υποθέσει κανείς ότι βλέπει κάτι άλλο, τότε είναι φανερό ότι ο νους δε βλέπει το απλώς Ένα, αλλά παράλογα βλέπει δύο- κι αφού βλέπει δύο, δεν μπορεί ο ίδιος να είναι ένα, γιατί χωρίζεται, όπως δείξαμε, σ' εκείνα που θεωρεί. Ας δούμε τώρα την περίπτωση, όπου το ένα σκέλος του νου να μη βλέπει, είτε γιατί δε θέλει, είτε γιατί είναι αμβλυμένο, είτε γιατί είναι στραμμένο σε άλλο είδος ενέργειας. Το πρώτο είναι αδύνατο, γιατί δεν είναι δυνατό να βρεθεί σε αργία ούτε ακαριαία για μια βραχύτατη στιγμή ο λογικός νους· το δεύτερο είναι άτοπο, γιατί αν ένα σκέλος είναι αμβλυμένο και άλλο οξύ, ο νους θα ήταν σύνθετος και όχι απλός, αφού θα αποτελούνταν από ανόμοια μέρη· το ίδιο θα συμβεί και αν το ένα σκέλος του βλέπει, ενώ το άλλο είναι στραμμένο σε κάποια άλλη ενέργεια, γιατί και τούτο παρατηρείται στα σύνθετα, μα είναι ολότελα απαράδεκτο να λεχθεί για το νου που είναι απλός. Γι' αυτό λοιπόν, αν ο ενιαίος και απλός νους παρατηρήσει το απλώς Ένα, είναι ένα κι αυτός κατά την ενέργεια· κι αν είναι απλώς ένα, τότε βλέπει το απλό Ένα. Οποιαδήποτε λοιπόν πράξη ή θεωρία οφείλει αναγκαστικά να κατευθύνεται προς το υπέρ νουν Ένα. Διαφορετικά, δε θα επιτύχει τίποτε, αλλά θα αποδειχτεί και μάταιη η πράξη και η θεωρία του νου. Θα φανεί δηλαδή ο νους πρόξενος παθών, καθώς θα βρίσκεται σε διαίρεση και δε θα κινείται ενοειδώς με αίσθηση ψυχής προς την ένωση με το υπέρ νουν Ένα. Η ένωση αυτή γνωρίζει να λαμπικάρει και να καθαίρει τη θεωρητική δύναμη του νου, η οποία ανυψώνεται και αποβλέπει προς το Ένα και προσηλώνεται σ' Εκείνο, από το οποίο και μέσω του οποίου προήλθαν και μέσα στο οποίο είναι τα πάντα, και μέσα στο οποίο και γίνεται και είναι και υπάρχει.

19. Το ακρότατο από όλα τα επιθυμητά είναι η υπέρλογη ένωση της ψυχής με το Θεό. Για τη θεία αυτή ένωση είναι απαραίτητη η θεία ομοίωση· για τη θεία ομοίωση είναι απαραίτητο να ενεργεί κανείς νοερά, δηλαδή να θεωρεί. Γιατί τέτοιο είναι και το Θείο και από το «θεωρείν» του δόθηκε το όνομα Θεός. Αλλά η θεωρία ανεβαίνει ευθύς στην έννοια του Θεού. Γιατί παντού και σε όλα εμβάλλει ο Θεός ένα είδος ακτίνες για τον θεωρητικό νου, και ο θεωρός νους έχει αντικείμενό του το Θεό. Και Θεός είναι το υπερκόσμιο Ένα. Η δε φύση του νου είναι να γίνεται όμοιος, κατά την ενέργεια, μ' εκείνα που βλέπει. Το δηλώνει τούτο η θεολόγος γλώσσα του θειοτάτου Γρηγορίου που λέει «να δούμε και να πάθομε τη λαμπρότητα του Θεού». Γιατί ό,τι έχει δει ο νους, αυτό και έχει πάθει, ή μάλλον τέτοιος έχει γίνει. Γιατί, όπως λέει ο Πέτρος ο Δαμασκηνός, ο νους βάφεται σύμφωνα μ' εκείνα που θεωρεί. Και όπως όταν βλέπει τα διαιρεμένα και ποικίλα διαιρείται κι αυτός και ποικίλλεται, κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ανεβεί στην ενατένιση του υπερκοσμίου και απλού Ενός, γίνεται ακολούθως και αυτός ένα, όπως προείπα. Όταν τώρα εισέλθει στο Ένα, τότε βλέπει το άναρχο και άπειρο και ασχημάτιστο και απλό, γιατί τέτοιο είναι το Ένα· για τούτο λοιπόν γίνεται και αυτός κατά την ενέργεια άναρχος, άπειρος, ασχημάτιστος και απλός. και αφού «πάθει» αυτή την αλλοίωση, εξομοιώνεται με το Θείο, όσο είναι δυνατόν. Και από εκεί επεκτείνεται προς το κορυφαίο όλων των επιθυμητών, τη θεία και υπέρλογη και άρρητη ένωση, που είναι ο έσχατος κατά Θεόν σκοπός. Πρέπει λοιπόν με κάθε τρόπο να βιάζεται ο νους να ανυψώνεται και να αποβλέπει με τη βοήθεια του Πνεύματος προς τη θεωρία και την ενατένιση του υπερκοσμίου Ενός.

20. Όταν ο νους βρίσκεται μέσα σε πολλά ή έστω και σε δύο, είναι φανερό ότι δε βλέπει το απλώς Ένα. Γι' αυτό και είναι περιορισμένος και πεπερασμένος και θαμπός, γιατί τέτοια είναι όσα δεν είναι απολύτως απλά. Όταν όμως έρθει σε ανέπαφη επαφή με το πραγματικά Ένα, ατενίζοντάς το με τη χάρη του Πνεύματος νοερά και χωρίς αισθητά μάτια, τότε γίνεται άναρχος, άπειρος, αόριστος, ασχημάτιστος και άμορφος, περιβάλλεται την αφωνία και ασκεί σιωπή μέσα σε έκπληξη· γεμίζει από ευχαρίστηση και «πάσχει» τα ανεκλάλητα. Μην πεις όμως ότι λέω πως ο νους γίνεται άναρχος και άπειρος και αόριστος κατά την ουσία του· όχι, αλλά γίνεται κατά την ενέργεια, αφού εκείνο που αλλάζει στο νου δεν είναι η ουσία του αλλά η ενέργεια. Γιατί αν άλλαζε κατά την ουσία με το να δει και να «πάθει» τη θέωση, δηλαδή να θεωθεί από τη θεωρία του Θεού, θα ήταν θεός κατά την ουσία. αλλά το να είναι θεός κατά την ουσία δεν το έχει ούτε και κανένας από τους Αγγέλους, εκτός από τον μόνο και ύψιστο και ένα Θεό. Αν λοιπόν είναι άτοπο να πούμε ότι ο νους θεώνεται κατά την ουσία του, απομένει να πούμε ότι αυτό το πάσχει με την ίδια την δράση. Άρα ο νους έχει στη φύση του να αλλοιώνεται όχι στην ουσία του, αλλά στην ενέργειά του. Εξάλλου αν μεταβάλλεται από τη φύση του ο νους, όπως είπαμε, ανάλογα με αυτά που θεωρεί, και αφού θεωρεί όχι τη θεία ουσία αλλά τη θεία ενέργεια, άρα ούτε ο ίδιος δεν αλλοιώνεται κατά την ουσία, αλλά κατά την ενέργεια.

21. Τα πάντα, μετά την έκλαμψή τους, ας πούμε έτσι, από το υπερκόσμιο Ένα, δεν απομακρύνθηκαν ολότελα από Αυτό, από το οποίο πήραν τη γένεση, αλλά σ' Εκείνο μέσα όπως έγιναν, έτσι και συγκρατούνται και τελειοποιούνται. Και δεν υπάρχει κανένα απ' όλα τα όντα, στο οποίο να μην υπάρχει απόρροια και κάτι σαν οσμή εκείνου του δημιουργικού και απόλυτου Ενός. Και όλα όσα μετέχουν στο είναι, μόνο που δεν κραυγάζουν υποδεικνύοντας, όχι το υπερκόσμιο Ένα (γιατί αυτό είναι εγκατεστημένο πάνω από οποιαδήποτε θεωρία ή νόηση), αλλά κάποια ακτίνα του υπερκοσμίου Ενός. Επειδή λοιπόν όλα κηρύττουν μεγαλόφωνα το Ένα και όλα κλίνουν προς το Ένα, και αυτό το υπερκόσμιο Ένα προβάλλει τον εαυτό του δια μέσου όλων των όντων στο νου, γι' αυτό είναι ανάγκη ο νους να χειραγωγείται και να ποδηγετείται και να κατευθύνεται προς το υπερκόσμιο Ένα. Από τη μια τον αναγκάζουν τα πολλά όντα με την πειστική φωνή τους· από την αλλη, επειδή το δημιουργικό Ένα, για το οποίο ήδη γίνεται λόγος, θέλει από περίσσεια αγαθότητας να το βλέπει ο νους, για να δέχεται μέσα σ' Αυτό τη ζωή, όπως λέει το ίδιο το ανέκφραστο Ένα: «Εγώ είμαι η ζωή», και: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό». Κι όπως λέει αλλού η Γραφή: «Αναζητήστε με θέρμη το Θεό και θα ζήσει η ψυχή σας»· γιατί από την αναζήτηση προέρχεται η όραση, κι από αυτήν η ζωή. Και ακόμη, για να χαίρεται ο νους και να φωτίζεται και να ευφραίνεται, όπως λέει ο Δαβίδ: «Όλοι όσοι ευφραίνονται, έχουν την κατοικία τους σ' Εσένα», και: «με το φως Σου θα δούμε φως». Αλλιώς, γιατί δημιούργησε το νου θεωρό Του και γιατί διέσπειρε τα σχετικά με τον εαυτό Του σε όλα τα όντα, δια μέσου των οποίων, σαν από θυρίδες, προβάλλει με νοερή λάμψη στο νου και τον θέλγει με την έλλαμψη, κινώντας τον προς τον εαυτό Του;

22. Ο Θεός, ο οποίος είναι το τριαδικό αγαθό Ένα, ό,τι δημιούργησε, το δημιούργησε με τη θέλησή Του. Και βέβαια, ό,τι θέλει ο Θεός, είναι άκρο αγαθό, γιατί η αγαθότητα είναι φύση του Θεού. Δημιούργησε λοιπόν το νου θεωρό του εαυτού Του και των ιδιωμάτων Του, πράγμα που συνάγει σε ένα αυτόν που θεωρεί. Ήθελε λοιπόν ο Θεός να είναι ο νους θεωρός Του, και γι' αυτό είναι τούτο άκρως αγαθό. Ο Θεός είναι το απόλυτο και απλό Ένα, και είναι άκρως αγαθό, όπως αποδείχτηκε, ν' ατενίζει και να συνάγεται ενοειδώς ο νους προς Αυτό.

23. Αν είναι ένας και συμπτυγμένος ο καθολικός έρωτας, κατά τη διδασκαλία των σοφών στα θεία, είναι φανερό ότι και το εραστό είναι ένα. Γιατί αν ήταν δύο τουλάχιστον τα εραστά, ή θα υπήρχαν δύο έρωτες, ή θα μοιραζόταν σε δύο ο ένας έρωτας και δε θα μπορούσε να ονομαστεί ένας και συμπτυγμένος. Τώρα όμως, αφού ο καθολικός έρωτας λέγεται πώς είναι ένας και συμπτυγμένος, είναι ευνόητο ότι ένα είναι και το εραστό. Αλλά βέβαια προϋπάρχει το εραστό από τον έρωτά του, και δεν υπάρχει τρόπος πριν θεωρήσει κανείς το εραστό, να δοκιμάσει τον έρωτά του. Και ο έρωτας είναι έντονη αγάπη, την οποία απαιτεί να έχομε προς το Θεό τόσο ο φυσικός, όσο και ο γραπτός νόμος του Θεού. Ο φυσικός νόμος δηλαδή, πείθει τελείως το νου που επιμελείται το αγαθό, να επιδιώκει το Ανώτερο, το οποίο είναι ο Θεός, ενώ ο γραπτός νόμος του Θεού λέει: «Να αγαπήσεις τον Κύριο, το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και με όλη την καρδιά σου και με όλη τη διάνοιά σου. Ο Κύριος ο Θεός σου είναι ένας Κύριος». Άρα λοιπόν και το εραστό είναι Ένα, δηλαδή η τριαδική Μονάδα· Αυτή μάλιστα οφείλει να προϋπάρχει για το νου από τον προς Αυτήν έρωτά του. Άρα ο νους πρέπει να επιθυμεί ν' ανυψώνεται προς το υπερκόσμιο Ένα, ώστε με την εύρεση και τη θεωρία Του να αναλάμψει και ο έρωτάς του γι' Αυτό και να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει εκπληρωτής τόσο του φυσικού νόμου, όσο και της εντολής, αγαπώντας, όπως είπαμε, τον Κύριο το Θεό του.

24. Είναι αδύνατο, όταν ο νους ανεβεί στο υπέρ νουν Ένα, να μη γίνει εραστής Του. Γιατί συναντά κάλλος άρρητο και ακατανόητο που πηγάζει από Αυτό, όπως από παντοκρατορική ρίζα. Οπότε ο νους, από τις θείες ελλάμψεις, μοιάζει με δίχτυ που κινδυνεύει να σχιστεί από το βάρος των πολλών ψαριών που έπιασε, κι εκπλήσσεται θεωρώντας το υπέρ νουν κάλλος και μεθά σαν από κρασί και σαν τρελός εξίσταται και κυριαρχείται από θαυμασμό που ξεπερνά κάθε σκέψη, μην μπορώντας να βλέπει κατάματα το υπέρκαλλο θέαμα του εξαίσιου κάλλους. Γι' αυτό και δένεται με τα δεσμά της αγάπης και φλέγεται από τη δίψα. Γιατί το υπέρ νουν Ένα είναι μοναδικό και από όλους κηρύσσεται ως πρωταρχικό αίτιο των πάντων, ως αρχή, ως τέλος, ως δύναμη συνεκτική του παντός. Αυτό είναι που από ξεχείλισμα καλλοποιού και αγαθοποιού δυνάμεως παρήγαγε τις ωραιότητες και τις αγαθότητες όλων των ωραίων και των αγαθών, ενώ το ίδιο στέκεται άπειρες φορές άπειρα πάνω από οποιαδήποτε καλλονή και αγαθότητα, επειδή είναι το υπερκόσμιο, ασύγκριτο Ένα. Είναι το μόνο εραστό από τη φύση Του πάνω από κάθε εραστό, επειδή είναι το μόνο απόλυτα Ωραίο και Αγαθό που είναι πάνω από κάθε ωραίο και αγαθό, και το μόνο κατά τη φύση και την τάξη αληθινά αγαπητό, ως αίτιο των πάντων. Είναι τόσο μέγα, όσο έχει ξεπεράσει όλα τα αγαπητά και εραστά χάρη στην υπερβολική καλλονή και αγαθότητα. Και είναι αληθινά υπερκόσμιο Ένα, ως το μόνο που υπάρχει αληθινά και παρέχει το είναι σε όλα τα όντα. Με τη βοήθεια του Πνεύματος λοιπόν, ας στραφούμε με το καλό, που λένε, στην εύρεση και τη γνώση του μοναδικού Ενός, από το οποίο πηγάζουν οι αρχές όλων και όπου καταλήγουν τα τέλη όλων. Και τότε οπωσδήποτε θα μας ανοιχτεί αυτόματα με τη χάρη του Χριστού η πύλη της θείας αγάπης και θα μπούμε στον τόπο αναπαύσεως του Κυρίου με ευφροσύνη και μεγάλη αγαλλίαση και θα γνωρίσομε βαθιά την απόλαυση του Ενός και θα γευθούμε τη θεία τρυφή, έχοντας γίνει κι εμείς ένα χωρίς να χωριζόμαστε ή να διαιρούμαστε σε πολλά, σύμφωνα με την παράκληση του Σωτήρα προς τον Πατέρα: «Να είναι ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα». Τότε λοιπόν θα είμαστε και ακριβείς τηρητές της εντολής που λέει: «Θα αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την ψυχή σου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου», και θα φτάσομε στην τελειότητα, κατά το ανθρώπινο μέτρο, όσο είναι δυνατό. Γιατί η αγάπη είναι το τέλος του νόμου, από την οποία κρέμονται όχι μόνο όλος ο νόμος και οι Προφήτες, αλλά και όλοι όσοι τελειοποιήθηκαν κατά Θεόν με τη δύναμη του Χριστού.

25. Σε κάθε τι που έχει στη φύση του να γίνεται ένα από το Πνεύμα, η διαίρεση αποτελεί μείωση. Γι' αυτό και ο νους, αν υφίσταται κάποια διαίρεση κατά την ενέργεια, βρίσκεται έξω από την κατά χάρη κατάσταση που του αρμόζει. Αυτό το παθαίνει επειδή βλέπει μερικά διάφορα· και όταν βλέπει προς διάφορα, δεν μπορεί να παραμείνει αδιαίρετος. Γιατί αν κάνει κάποιος αυτή την υπόθεση, δε θα μπορέσει να εξηγήσει πολύ εύκολα, χάρη σε τι ο νους της ησυχίας είναι διάφορος από το νου της συγχύσεως, και το νου των θεοφόρων θα τον θεωρήσει όμοιο με το νου εκείνων που ενοχλούνται από τα πάθη, πράγμα άτοπο. Αφού δηλαδή ο νους γίνεται κατά την ενέργειά του όμοιος μ' εκείνα που θεωρεί, κατ' ανάγκην όταν θεωρεί σύνθετα ποικίλλεται κι αυτός, κι όταν εκπίπτει από την απλότητα, δεν μπορεί να είναι αδιαίρετος. Ο διαιρεμένος όμως είναι κάθε άλλο παρά καθαρός από αμαρτία, οπότε και η ίδια η διαίρεση καθ' αυτήν θεωρείται αμαρτία από εκείνους που μπορούν να εμβαθύνουν σ' αυτά. Αφού λοιπόν είναι ανάγκη η νοερή δύναμη του νου, με την ενατένιση προς το ανώτατο και υπερκόσμιο Ένα, να έχει γευθεί κατά τρόπο ενοειδή με τη νοερή αίσθηση το υπερφυσικό καλό, η κατάσταση της διαιρέσεως είναι τελείως έξω από τη χάρη. Πρέπει λοιπόν να κρατιόμαστε από το υπερκόσμιο Ένα και να ατενίζομε ολόψυχα σ' Αυτό και μόνο και μοναδικά, αν θέλομε να αποφύγομε τη διαίρεση και την ετερότητα. Ωστόσο δε θα μπορέσει ο νους να παραμείνει αδιαίρετος ούτε αν στραφεί προς κάτι που είναι ένα, αλλά κτιστό. Γιατί το κτιστό δεν μπορεί να λέγεται στην κυριολεξία απλό, αλλά είναι περιορισμένο και σύνθετο και πεπερασμένο, και γι' αυτό ούτε απλό ένα έχει δικαίωμα να ονομάζεται, ούτε απλή και μονοειδής είναι η ενέργεια του νου όταν ατενίζει σ' αυτό. Γιατί η ενατένιση του νου θα είναι περιορισμένη και πεπερασμένη και σύνθετη, όπως είναι και αυτό που θεωρεί, οπότε και θα εκπέσει από τη θεόμορφη χάρη που τον κάνει απλό και άναρχο, απεριόριστο και απέραντο, και θα βρεθεί έξω από το μυστικά και υπέρ νουν Ένα. Στερείται έτσι τη δόξα του, που είναι η ενοειδώς πραγματοποιούμενη απόλαυση της ιδιαιτερότητας και της αναρχότητας του αρχικού Ενός, η απεριοριστία, η απλότητα και η αμορφία. Και έτσι δεν κατορθώνει να «πάθει» την όραση του υπερφυσικού και πανάρρητου κάλλους. Πρέπει λοιπόν ο νους να ατενίζει και να τείνει ψηλά προς το άναρχο, το απλό και απεριόριστο και αληθινά Ένα. Και από Αυτό να επιθυμεί πολύ να καταφωτίζεται και να ενώνεται με την αρχισυναγωγική Μονάδα και για την ένωση αυτή να ενώνεται και με τον εαυτό του. Και έτσι όχι μόνο θα κερδίσει την αγάπη του Ανωτέρου επειδή έχει ομοιωθεί με Αυτό, όσο είναι δυνατό, κατά την αοριστία και την απλότητα και την έλλειψη μορφής και σχήματος, αλλά θα μπορέσει και αυτός ο ίδιος να αγαπήσει το υπέρκαλο και υπερφυσικό θείο κάλλος, επειδή ανυψώθηκε, όπως είπαμε, στην ομοίωση με Αυτό. αφού δηλαδή είναι συνηθισμένο να γεννιέται μία αμοιβαία αγαπητική διάθεση ανάμεσα στα όμοια, είναι φανερό ότι θα αγαπηθεί και θα ανταγαπήσει ο νους το Θεό. Γιατί το όμοιο είναι όμοιο με το όμοιο· και όπως η ομοιότητα μπορεί ν' αντιστραφεί, θα έχει οπωσδήποτε αντιστάθμισμα της αγάπης του την αγάπη του άλλου. Μεγαλύτερο γεγονός από αυτό μεταξύ Θεού και ψυχής δεν υπάρχει κανένα.

Συνεχίζεται

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΙΡΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΗ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.

ΠΑΜΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΟΠΩΣ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΟΜΕΝΟΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΩΣΤΕ ΟΤΑΝ ΜΑΣ ΚΑΛΕΣΕΙ ΝΑ ΑΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ.

Άγιος Ιωάννης Σιναΐτης: Η πραότης είναι το στήριγμα της υπομονής, η θύρα ή καλύτερα η μητέρα της αγάπης!


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

                                                 Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου
                                                                Κλίμαξ
                                                   Λόγος εικοστός τέταρτος
                                               Περί πραότητος και απλότητος


(Διά τάς αρετάς της πραότητος, της απλότητος και της ακακίας, τας «σεσοφισμένας», όχι τας φυσικάς, καθώς και διά την πονηρίαν)

1. Της ανατολής του ηλίου προτρέχει το φως της αυγής. Παρόμοια πριν από την ταπεινοφροσύνη τρέχει η πραότης. Ας ακούσωμε δε και το Φως, δηλαδή τον Χριστόν, να τις τοποθετή κατ’ αυτήν την σειρά. «Μάθετε απ’ εμού, λέγει, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια΄ 29).

Λοιπόν, το φυσικό είναι πριν λάμψη ο ήλιος να φωτισθούμε από το φως της αυγής και έπειτα να ατενίσουμε πλούσια τον ήλιο.
Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι, όπως το δείχνει και η φύσις των πραγμάτων, να αντικρύση κανείς τον ήλιο, δηλαδή την ταπείνωσι, πριν γνωρίση το φως της αυγής, δηλαδή την πραότητα.


2. Η πραότης είναι μία αμετακίνητη κατάστασις του νου, που παραμένει η ίδια και στις τιμές και στις περιφρονήσεις. Πραότης σημαίνει, το να προσεύχεσαι ειλικρινώς για τον πλησίον σου, χωρίς να ενοχλήσαι καθόλου από τις ταραχές που σου προξενεί. Η πραότης είναι βράχος επάνω από την αφρισμένη θάλασσα, που εντελώς ακλόνητος διαλύει όλα τα κύματα, τα οποία τον κτυπούν.
Η πραότης είναι το στήριγμα της υπομονής, η θύρα ή καλύτερα η μητέρα της αγάπης, η προϋπόθεσις της διακρίσεως, διότι όπως λέγει η Γραφή, «διδάξει Κύριος πραείς οδούς αυτού» (Ψαλμ. κδ΄ 9)∙ η πρόξενος της αφέσεως των αμαρτιών, το θάρρος της προσευχής, η περιοχή του Αγίου Πνεύματος, διότι ο Κύριος λέγει: «Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον πράον και ησύχιον»; (πρβλ. Ησ. ξς’ 2).
Η πραότης είναι συνεργός στην υπακοή, οδηγός στην αδελφοσύνη, χαλινός της μανίας, κόψιμο του θυμού, μίμησις του Χριστού, ιδιότης των Αγγέλων, δεσμός των δαιμόνων, ασπίδα κατά της πικράς οργής.

3. Στις καρδιές των πράων θα αναπαύεται ο Κύριος, ενώ η ταραχώδης ψυχή είναι καθέδρα του διαβόλου. «Οι πραείς κληρονομήσουσι γην» (Ματθ. ε΄ 5)∙ μάλλον θα γίνουν κυρίαρχοί της, ενώ οι οργίλοι και θυμώδεις άνδρες θα εξορισθούν από την γη τους.


4. Η πραεία ψυχή είναι θρόνος της απλότητος, ενώ ο νους του οργίλου δημιουργός της πονηρίας. Η ηπία ψυχή θα δεχθή μέσα της τους λόγους της σοφίας εφ’ όσον «οδηγήσει Κύριος πραείς εν κρίσει» (Ψαλμ. κδ΄ 9) ή μάλλον στην διάκρισι. Η ευθεία ψυχή συζή με την ταπείνωσι, ενώ η πονηρά είναι υπηρέτρια της υπερηφανείας. Οι ψυχές των πράων θα γεμίσουν από γνώσι και σύνεσι, ενώ ο νους του θυμώδους συγκατοικεί με το σκοτάδι και την άγνοια.

5. Αυτός που θυμώνει και αυτός που ειρωνεύεται συναντήθηκαν μεταξύ τους. Και ήταν αδύνατο να ευρεθή ένας ευθύς λόγος στην συζήτησί τους! Αν ανοίξης την καρδιά του πρώτου, θα εύρης την μανία, και αν ερευνήσης την ψυχή του δευτέρου, θα αντικρύσης την πονηρία.

6. Η απλότης είναι μία συνήθεια και συμπεριφορά της ψυχής αποίκιλη [άδολη, ειλικρινής], που δεν κινείται σε κανέναν κακό λογισμό. Η ακακία είναι μία γλυκειά και χαρούμενη ψυχική κατάστασις, απηλλαγμένη από κάθε κακή σκέψι και υπόνοια.

7. Πρώτο γνώρισμα της παιδικής ηλικίας είναι η αποίκιλη απλότης. Όσο την είχε αυτήν ο Αδάμ δεν αντίκρυσε στον εαυτό του ούτε ψυχική γυμνότητα ούτε σωματική ασχημοσύνη.

8. Καλή βέβαια και αξιομακάριστη είναι η απλότης που έχουν μερικοί εκ φύσεως. Όχι όμως τόσο, όσο η απλότης πού αποκτήθηκε με κόπους και ιδρώτες και με μετεγκεντρισμό [μπόλιασμα προς μεταμόρφωση] της πονηράς φύσεως. Διότι η μεν πρώτη είναι σκεπασμένη και προφυλαγμένη από πολυποίκιλες μεταβολές και πάθη ενώ η δευτέρα γίνεται πρόξενος της τελείας ταπεινοφροσύνης και πραότητος. Και η μία δεν έχει πολύ μισθό, ενώ η άλλη έχει άπειρο και απροσμέτρητο.

9. Όλοι όσοι επιθυμούμε να προσελκύσωμε προς το μέρος μας τον Κύριον, ας Τον πλησιάσωμε σαν διδάσκαλο που κάνει μάθημα, «απλώς και απλάστως [χωρίς υποκρισία, προσποίηση] και αποικίλως [χωρίς δολιότητα] και απονήρως και απεριέργως [χωρίς περιέργεια, πολυπραγμοσύνη ή αμφισβήτηση]».
Επειδή αυτός είναι απλούς και ασύνθετος, θέλει και οι ψυχές που Τον πλησιάζουν να είναι απλές και ακέραιες. Και δεν είναι δυνατόν να αντικρύσης ποτέ απλότητα χωρίς ταπείνωσι.


Πονηρός σημαίνει άνθρωπος που κάνει ψευδείς προβλέψεις και πού φαντάζεται ότι αντιλαμβάνεται τους λογισμούς των άλλων από τα λόγια τους, και τα μυστικά των καρδιών τους από τις εξωτερικές κινήσεις.

Απόσπασμα από το βιβλίο, Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, «Κλίμαξ», των εκδόσεων της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.

Είπε Γέρων

                                                Μπορεί να είναι εικόνα δέντρο

Τα πάθη έχουν την τάση να επιστρέψουν. Για αυτό μην πεις : "Νίκησα αυτό το πάθος" ή "εγώ δεν θα ξαναπέσω".
Η πνευματική ζωή δεν θέλει αυτοπεποίθηση, αλλά ταπείνωση και εγρήγορση. Όσο ζούμε, ο αγώνας συνεχίζεται. Και η νίκη δεν είναι δική μας άλλα είναι του Θεού, όταν εμείς Του αφήνουμε χώρο να ενεργήσει μέσα μας.

Κυριακή ΣΤ΄Λουκά: σχετικά με τη θεραπεία των δαιμονιζομένων των Γεργεσηνών (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

 

(Λουκά, η΄26-39)
Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΚΗ΄ του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Όταν λοιπόν τελείωσε το περιστατικό με την κατάπαυση της τρικυμίας, έρχεται άλλο θαύμα φοβερότερο ακόμα. Οι δαιμονισμένοι δηλαδή σαν πονηροί δραπέτες που είδαν τον κύριό τους, έλεγαν: «τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; (: “τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σε μας και Εσένα, Ιησού, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις, πριν έλθει ο προκαθορισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;’’)» [Ματθ. 8, 29]. Επειδή ο κόσμος θεωρούσε τον Ιησού ακόμη ως έναν απλό άνθρωπο, ήρθαν τώρα οι δαίμονες και διακηρύσσουν τη θεότητά Του. Και αυτοί που την τρικυμισμένη πρώτα και τώρα, έπειτα από την εντολή Του, ησυχασμένη θάλασσα, δεν την άκουγαν που μαρτυρούσε με την απότομη γαλήνευσή της την ομολογία του Δημιουργού της, άκουγαν τους δαίμονες που κραύγαζαν αυτά, που ακριβώς και εκείνη κραύγαζε με τη γαλήνη της. Κι έπειτα, για να μη θεωρηθεί ότι η διακήρυξη αυτή των δαιμόνων απέβλεπε στην κολακεία του Ιησού που λίγο πριν με ένα πρόσταγμά Του είχε επιβληθεί στα στοιχεία της φύσης και είχε κοπάσει την τρικυμία, φωνάζουν δυνατά, βασιζόμενοι στην πείρα τους και λέγουν: «Ήρθες εδώ πρόωρα για να μας βασανίσεις;». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ομολογούν την έχθρα τους προς τον Κύριο, για να μη θεωρηθεί ύποπτη κολακείας η παράκλησή τους· γιατί δέχονταν αόρατα χτυπήματα και τους έδερνε χειρότερη από όσο την θάλασσα τρικυμία κι ένιωθαν να τρυπιούνται και να καίγονται και να παθαίνουν αθεράπευτα κακά και από την παρουσία και μόνο του Ιησού.

Πραγματικά, επειδή κανένας δεν είχε την τόλμη να τους πλησιάσει μέχρι τότε, ο ίδιος ο Χριστός έρχεται προς αυτούς. Και ο μεν Ματθαίος λέγει ότι Του έλεγαν: «ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; (: ήρθες εδώ να μας βασανίσεις, πριν έλθει ο προκαθορισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;)» [Ματθ. 8, 29], ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές πρόσθεσαν ότι Τον παρακαλούσαν και Τον εξόρκιζαν για να μην τους ρίξει στην άβυσσο [πρβλ. Μαρκ 5, 10: «καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας (: και παρακαλούσε τον Ιησού, με πολλές ικεσίες, να μην τους διώξει έξω από τη χώρα αυτήν) και Λουκ. 8, 51: «καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν (: και παρακαλούσαν τα δαιμόνια Αυτόν να μην τα διατάξει και πάνε στα τρίσβαθα του Άδου)». Διότι νόμιζαν ότι έφτασε γι’ αυτούς η κόλαση και φοβήθηκαν ότι θα τιμωρηθούν πλέον.

Εάν πάλι όσοι μελετούν το Ευαγγέλιο του Λουκά λέγουν ότι ο δαιμονιζόμενος ήταν ένας [βλ. Λουκ. 8, 27: «ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν (: όταν λοιπόν ο Ιησούς βγήκε στην ξηρά, Τον συνάντησε ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης των Γαδαρηνών, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν φορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα στα μνήματα)»], ενώ ο Ματθαίος κάνει λόγο για δύο δαιμονιζόμενους [βλ. Ματθ.8 ,28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης (: όταν λοιπόν ήλθε στην απέναντι παραλία, στη χώρα των Γεργεσηνών, ήρθαν να Τον συναντήσουν δύο δαιμονιζόμενοι που έβγαιναν από τα μνημεία και οι οποίοι ήσαν άγριοι και επιθετικοί, ώστε να μην μπορεί να περάσει κανείς από τον δρόμο εκείνον)»], ούτε και το γεγονός αυτό παρουσιάζει διαφωνία μεταξύ των δύο ευαγγελιστών. Διότι εάν έγραφε ο Λουκάς ότι ένας μόνο δαιμονιζόμενος υπήρξε και δεν υπήρχε άλλος, θα φαινόταν ότι διαφωνούσε προς τον Ματθαίο. Τώρα όμως που ο ένας μίλησε για έναν δαιμονιζόμενο και ο άλλος για δύο δαιμονιζόμενους, δεν προέρχεται από αντίφαση το πράγμα, αλλά από τον διαφορετικό τρόπο αφηγήσεως. Πραγματικά εγώ νομίζω ότι ο Λουκάς διάλεξε τον φοβερότερο από τους δύο και γι’ αυτόν έκανε λόγο. Γι’ αυτό και περιγράφει πιο τραγικά τη συμφορά του, όπως για παράδειγμα ότι έσπαζε τα δεσμά και τις αλυσίδες με τις οποίες προσπαθούσαν να τον δέσουν και περιπλανιόταν στην έρημο. Ο δε Μάρκος προσθέτει ότι καταξέσκιζε τον εαυτό του με τις πέτρες [βλ. Μαρκ. 5, 5: «καὶ διὰ παντὸς νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις (: και συνεχώς νύκτα και μέρα ήταν στα μνήματα και τα όρη, φώναζε, κατέκοπτε και καταπλήγωνε τον εαυτό του με λίθους)»].

Και οι λόγοι των δαιμονιζόμενων προς τον Ιησού ήσαν αρκετοί για να αποδείξουν τη σκληρότητα και την αναισχυντία τους. «Ήλθες εδώ πρόωρα για να μας βασανίσεις;», λέγουν. Δεν μπορούσαν βέβαια να ισχυριστούν ότι δεν αμάρτησαν, διατυπώνουν όμως την αξίωση να μην τιμωρηθούν πριν από την καθορισμένη ώρα. Επειδή δηλαδή τους βρήκαν τα αθεράπευτα κακά και επειδή αυτοί ενεργούσαν παράνομα και διέστρεφαν και βασάνιζαν με κάθε τρόπο το δημιούργημα του Θεού, γι’ αυτό νόμιζαν ότι εξαιτίας της υπερβολής των συμβάντων, δε θα περίμενε τον καθορισμένο καιρό της κολάσεως, γι’ αυτό Τον παρακαλούσαν και Τον ικέτευαν. Και εκείνοι που δεν τους συγκρατούσαν τα σιδηρά δεσμά, έρχονται δέσμιοι. Εκείνοι που τριγύριζαν στα βουνά, κατέβηκαν στην πεδιάδα. Εκείνοι που εμπόδιζαν τους άλλους να περνούν από εκεί, μόλις είδαν τον Ιησού να τους φράσσει τον δρόμο, στάθηκαν.

Για ποιο λόγο όμως παρέμεναν στα μνήματα οι δαιμονιζόμενοι; Επειδή ήθελαν να δημιουργήσουν στους ανθρώπους ολέθρια αντίληψη, ότι δηλαδή οι ψυχές των αποθανόντων γίνονται δαίμονες, πράγμα που εύχομαι να μη σας περάσει από τον νου ούτε και σαν απλή σκέψη. «Ναι, αλλά ποια απάντηση», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «μπορείς να δώσεις στο γεγονός ότι πολλοί από τους μάγους αρπάζουν παιδιά και τα σφάζουν, ώστε στη συνέχεια να έχουν την ψυχή τους βοηθό στις μαγείες τους;». Και πώς αποδεικνύεται αυτό; Το ότι βέβαια, σφάζουν τα παιδιά, το λέγουν πολλοί, αλλά το ότι οι ψυχές των παιδιών που σφαγιάζονται συνεργάζονται με τους μάγους, από πού το γνωρίζεις; Πες μου, σε παρακαλώ. «Αυτοί», θα απαντούσε αυτός που πιθανόν να εξέφραζε αυτήν την απορία, «οι δαιμονισμένοι φωνάζουν ότι εγώ είμαι η ψυχή του δείνα». Μα κι αυτό είναι πλεκτάνη και απάτη διαβολική. Διότι δεν είναι η ψυχή του αποθανόντος που φωνάζει, αλλά ο δαίμονας που υποκρίνεται αυτά, με σκοπό να εξαπατήσει εκείνους που τον ακούνε. Διότι εάν ήταν δυνατόν να εισέλθει η ψυχή στην υπόσταση του δαίμονος, πολύ ευκολότερα θα εισερχόταν στο δικό της σώμα. Έπειτα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά το να συνεργάζεται η σφαγείσα ψυχή με τον σφαγέα της. Ούτε πάλι δικαιολογείται να μπορεί ο άνθρωπος να μεταβάλλει ασώματη δύναμη σε άλλου είδους υπόσταση. Πραγματικά εάν αυτό είναι αδύνατο για τα σώματα και δεν υπάρχει περίπτωση να μεταμορφώσει κανείς το σώμα ανθρώπου σε σώμα όνου, πολύ περισσότερο είναι αυτό αδύνατο για την αόρατη ψυχή και κανένας δε θα μπορέσει να την μετασχηματίσει στην υπόσταση του δαίμονος.

Κατά συνέπεια, οι απόψεις αυτές προέρχονται από μεθυσμένα γραΐδια και προορίζονται να εκφοβίζουν τα μικρά παιδιά. Διότι δεν είναι δυνατόν η ψυχή που αποχωρίζεται από το σώμα να πλανάται πλέον στη γη. Πράγματι, «δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος (: η ζωή των δικαίων βρίσκεται κάτω από το παντοδύναμο προστατευτικό χέρι του Θεού και καμία θλίψη και βάσανος δε θα τους εγγίσει, χωρίς ο Θεός να το επιτρέψει)» [Σοφ. Σολ. 3, 1]. Εάν όμως βρίσκονται στα χέρια του Κυρίου οι ψυχές των δικαίων, τότε βρίσκονται και των παιδιών οι ψυχές, διότι τα παιδιά δεν είναι πονηρά. Αλλά και των αμαρτωλών ανθρώπων οι ψυχές αμέσως φεύγουν μακριά από τη γη. Και αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (πρβ. Λουκ. 16, 19-31). Και σε άλλη περίπτωση όμως λέγει ο Κύριος: «ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ (: αυτήν την νύκτα, που πίστεψες ότι θα αρχίσει η απολαυστική ζωή σου, απαιτούν να πάρουν από εσένα χωρίς αναβολή την ψυχή σου)» [Λουκ. 12, 20].

Βέβαια δεν είναι δυνατόν η ψυχή που εξήλθε από το σώμα να περιφέρεται εδώ κάτω. Και αυτό είναι πολύ φυσικό. Διότι, ενώ όταν βαδίζουμε επάνω στη συνηθισμένη και γνώριμη περιοχή της γης, έχοντας το σώμα μας, δε γνωρίζουμε ποια κατεύθυνση να πάρουμε κάθε φορά που θα βρεθούμε σε άγνωστο δρόμο, εάν δεν έχουμε οδηγό, κατά ποια λογική η ψυχή, που χωρίστηκε από το σώμα και αποξενώθηκε από όλες τις συνήθειές της, θα γνωρίσει πού πρέπει να βαδίζει χωρίς να έχει τον οδηγό της;

Αλλά και από άλλες περιπτώσεις μπορεί κανείς να πληροφορηθεί ότι δεν είναι δυνατόν η ψυχή χωρίς το σώμα της να παραμείνει στη γη. Πραγματικά, ο Στέφανος λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου (: Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου)» [Πραξ. 7, 59]. Και ο Παύλος, επίσης, λέγει: «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος (: Άλλωστε για μένα όλη μου η ζωή είναι ο Χριστός, αφού ζω εν Χριστώ και ο Χριστός ζει εν εμοί. Αλλά και το να αποθάνω είναι κέρδος, διότι θα εκδημήσω έτσι προς τον ουρανό σε πλήρη και τέλεια κοινωνία και ένωση με τον Χριστό)» [Φιλιπ. 1, 21]. Και για τον πατριάρχη Αβραάμ λέγει η Γραφή: «καὶ ἐκλείπων ἀπέθανεν Ἁβραὰμ ἐν γήρᾳ καλῷ πρεσβύτης καὶ πλήρης ἡμερῶν καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ (: Και αφού τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του, πέθανε ο Αβραάμ σε ευτυχισμένα γηρατειά, γέροντας πλήρης ημερών, και προστέθηκε στους προγόνους του που εκδήμησαν από τον κόσμο αυτόν)» [Γεν. 25, 8].

Το ότι βέβαια, ούτε οι ψυχές των αμαρτωλών μπορούν να παραμείνουν εδώ, άκουσε που ο πλούσιος της παραβολής θερμά παρακαλούσε γι’ αυτό, χωρίς να το επιτυγχάνει [βλ. Λουκ. 16, 27-31]. Διότι εάν αυτό ήταν δυνατόν, θα ερχόταν αυτός στη γη και θα γνωστοποιούσε όσα συνέβαιναν εκεί.

Κατά συνέπεια, είναι φανερό ότι οι ψυχές μετά την αποδημία τους από τη γη μεταβαίνουν σε κάποιο χώρο, από όπου δεν έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στη γη, αλλά περιμένουν τη φοβερή ημέρα της κρίσεως.

Κι αν κανένας ρωτήσει: «Για ποιον λόγο πραγματοποίησε ο Χριστός ό,τι του ζήτησαν οι δαίμονες, δίνοντάς τους την άδεια να εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων;» [Ματθ. 8, 31-32: «οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν (: Και οι δαίμονες Τον παρακαλούσαν και έλεγαν: ’’εάν θα μας διώξεις από τους δύο αυτούς ανθρώπους, δώσε μας την άδεια να πάμε στο κοπάδι των χοίρων’’. Και είπε σε αυτούς: ’’πηγαίνετε’’. Και αυτοί βγήκαν από τους ανθρώπους και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων. Και ιδού με μανία και γρυλλισμούς όρμησε όλο το κοπάδι των χοίρων από το μέρος του γκρεμού στη θάλασσα και πνίγηκαν στα νερά [Επέτρεψε δε ο Κύριος αυτό, για να τιμωρηθούν έτσι οι ιδιοκτήτες της αγέλης, διότι παρά τον μωσαϊκό νόμο αυτοί έτρεφαν χοίρους].

Θα λέγαμε ότι δεν το έκανε αυτό υπακούοντας σε αυτούς, αλλά επειδή πολλά ήθελε με την ενέργειά Του αυτή να διδάξει· το πρώτο που δίδαξε αυτούς που ελευθερώθηκαν από τους πονηρούς εκείνους τυράννους τους ήταν το μέγεθος της καταστροφής που προκαλούν αυτοί που τους επιβουλεύονται, δηλαδή οι αντίχριστοι δαίμονες. Δεύτερο, να μάθουν όλοι οι άνθρωποι ότι ούτε στους χοίρους τολμούν οι δαίμονες να εισέλθουν, εάν προηγουμένως δεν δώσει άδεια ο Ιησούς. Τρίτο ότι θα μπορούσαν να προξενήσουν σε εκείνους φοβερότερα κακά από ό,τι στους χοίρους, εάν δεν προστατεύονταν σε μεγάλο βαθμό και μέσα ακόμα στη συμφορά τους από την πρόνοια του Θεού. Διότι στον καθένα βέβαια είναι φανερό από κάθε άποψη ότι εμάς τους ανθρώπους οι δαίμονες μας μισούν περισσότερο από τα άλογα ζώα. Επομένως αυτοί που δεν λυπήθηκαν τους χοίρους, αλλά μονάχα μέσα σε μια στιγμή τούς κατέρριξαν όλους στον γκρεμό, πολύ περισσότερο θα το έκαναν στους ανθρώπους, που τους είχαν κυριεύσει, παρασύροντας και επαναφέροντάς τους στις ερημιές, εάν μέσα σ’ αυτή την τυραννική καταπίεση δεν επιδεικνυόταν σε μεγάλο βαθμό πολλή φροντίδα από μέρους του Θεού, που χαλιναγωγούσε και συγκρατούσε και σταματούσε την περαιτέρω ορμή τους. Επομένως, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος που να μην τον προστατεύει η πρόνοια του Θεού. Εάν ωστόσο δεν μας προστατεύει όλους όμοια, ούτε με τον ίδιο τρόπο, και αυτό είναι ένα είδος μεγάλης προνοίας. Διότι αναλόγως προς το ωφέλιμο για τον καθένα εκδηλώνει και την πρόνοιά Του ο Θεός.

Εκτός από όσα ειπώθηκαν παραπάνω, διδασκόμαστε και κάτι άλλο απ’ αυτό το θαύμα, ότι δηλαδή δεν προνοεί μονάχα από κοινού για όλους μας, αλλά και για τον καθένα χωριστά, πράγμα που δήλωσε προς τους μαθητές Του, λέγοντάς τους ότι ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού τους έχουν αριθμηθεί [Ματθ. 10, 30: «ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί (: Αφού ο Πατέρας σας προνοεί ακόμη και για τα σπουργίτια, πόσο μάλλον θα προνοεί για σας; Σκεφτείτε ότι οι τρίχες της κεφαλής σας είναι γνωστές και αριθμημένες από τον Θεό [: Αυτός σας παρακολουθεί και στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής σας]. Μα κι από τους δαιμονισμένους τούτους ανθρώπους μπορεί κανένας να το διαπιστώσει καθαρά αυτό. Πραγματικά θα τους είχαν πνίξει προ πολλού οι δαίμονες, εάν δεν τους προστάτευε αποτελεσματικά η εκ του ουρανού φροντίδα.

Γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους επέτρεψε στους δαίμονες να εισέλθουν στην αγέλη των χοίρων, και επιπλέον για να πληροφορηθούν και όσοι κατοικούσαν στα μέρη εκείνα την δύναμή Του. Διότι όπου ήταν πολύ γνωστό το όνομά Του, δεν άφηνε τη δύναμή Του να εκδηλωθεί σε μεγάλο βαθμό, όπου όμως κανένας δεν τον γνώριζε αλλά είχαν πλήρη άγνοια γι’ Αυτόν, εκεί άφηνε να ακτινοβολούν τα θαύματά Του, ώστε να τους προσελκύσει στο να γνωρίσουν τη θεϊκή Του υπόσταση. Ότι βρίσκονταν σε χονδροειδή άγνοια οι κάτοικοι της πόλεως αυτής φαίνεται από το τέλος· διότι ενώ έπρεπε να Τον προσκυνήσουν και να εκδηλώσουν τον θαυμασμό τους για τη δύναμη Του, αντιθέτως αυτοί ήθελαν να Τον απομακρύνουν και «ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν (: όταν Τον είδαν Τον παρακάλεσαν να φύγει από τα όρια της περιοχής τους [και αυτό διότι φοβήθηκαν μήπως με τις παραβάσεις τους υποστούν και άλλη τιμωρία])» [Ματθ. 8, 34].

Αλλά για ποιο λόγο έριξαν στον γκρεμό και σκότωσαν οι δαίμονες τους χοίρους; Ο λόγος είναι ότι παντού προσπαθούν κάθε στιγμή με μεγάλη προθυμία να ρίχνουν τους ανθρώπους στη λύπη και πάντοτε χαίρονται με την καταστροφή. Αυτό άλλωστε έκαμε ο διάβολος και στον Ιώβ. Μολονότι και εκεί ο Θεός το επέτρεψε, όχι βέβαια επειδή και στην περίπτωση αυτή υπάκουσε στον διάβολο, αλλά επειδή ήθελε να αποδείξει τον δούλο Του πιο λαμπρό με την υπομονή και την καρτερία που επρόκειτο να επιδείξει στις δοκιμασίες και ν’ αφαιρέσει κάθε πρόφαση γι’ αναισχυντία από τον δαίμονα και ακόμη να στρέψει κατά της κεφαλής του όσα έκανε σε βάρος του δικαίου Ιώβ. Πραγματικά και τώρα συνέβη το αντίθετο από εκείνο που επιδίωκαν οι δαίμονες· γιατί και η δύναμη του Χριστού ανακηρυσσόταν περίτρανα και παρουσιαζόταν πιο καθαρά η κακία των δαιμόνων, απ’ την οποία ελευθέρωσε αυτούς που είχαν στην κατοχή τους, κι ακόμα ότι μήτε τους χοίρους δεν μπορούσαν ν’ αγγίξουν, αν δεν το επέτρεπε ο Θεός των όλων.

Αν επιχειρούσε τώρα να τα εξετάσει κανένας αυτά και αλληγορικά, δεν θα υπήρχε καμιά δυσκολία στους συσχετισμούς. Πρέπει να γνωρίζουμε καλά, ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που γίνονται πνευματικώς όμοιοι με τους χοίρους εξαιτίας της απουσίας προσπάθειας για χαλιναγώγηση των παθών τους και αυτοί φυσικά επηρεάζονται πιο εύκολα από τις προσπάθειες των δαιμόνων να τους οδηγήσουν στο κακό. Και εφόσον εκείνοι που υφίστανται αυτά, παραμένουν άνθρωποι και δεν φτάνουν στο σημείο να πωρωθούν παντελώς χωρίς μετάνοια, μπορούν και καταφέρνουν να νικήσουν τα δαιμονικά πάθη τους πολλές φορές και με τη μετάνοια και την εξομολόγηση να τα εξαλείψουν· αν όμως μεταμορφωθούν από την αμετανοησία τους και καταντήσουν ολότελα σε κατάσταση χοίρων και ως άλογα ζώα ακολουθούν αμετανόητοι τα πάθη τους, δε δαιμονίζονται μόνο αλλά και κατακρημνίζονται, χάνουν δηλαδή οριστικά την ψυχή τους.

Επιπλέον, για να μη σχηματίσει κανείς την εντύπωση ότι η θεραπεία των δαιμονιζόμενων Γεργεσηνών αυτών νέων και η συνομιλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με τους δαίμονες που τους είχαν κυριεύσει ήταν κάτι πλαστό και σκηνοθετημένο, αλλά να πιστέψει απόλυτα ότι πραγματικά βγήκαν οι δαίμονες από τους δύο ταλαίπωρους αυτούς νέους, έρχεται ο θάνατος των χοίρων και το πιστοποιεί αυτό.

Πρόσεξε τώρα εκτός από τη θεϊκή δύναμη, και την πραότητα του Κυρίου. Όταν δηλαδή, ύστερα από τόσες ευεργεσίες που είδαν απ’ Αυτόν οι κάτοικοι της περιοχής, επειδή θίχτηκαν τα οικονομικά τους συμφέροντα από τον πνιγμό των χοίρων, όντας οι ίδιοι όμοιοι με τους χοίρους εξαιτίας του ανεξέλεγκτου πάθους της φιλαργυρίας, ήθελαν να Τον διώξουν, δεν έφερε αντίρρηση, αλλά αναχώρησε, και εγκατέλειψε αυτούς που μόνοι τους έκριναν και παρουσίασαν τον εαυτό τους ανάξιο για τη διδασκαλία Του· έφυγε και τους άφησε πλέον ως δασκάλους για τη θεϊκή Του υπόσταση και δύναμη, αυτούς που ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, καθώς και τους χοιροβοσκούς που έμειναν εντελώς ξαφνικά χωρίς τους χοίρους τους που αφηνιασμένοι όρμησαν και κατακρημνίστηκαν, ώστε απ’ αυτούς να κατανοούν πλέον εις βάθος-άσχετα αν η κακή προαίρεσή τους δεν τους άφηνε να παραδεχτούν τα λάθη και τα πάθη τους- όλα όσα είχαν συμβεί. Ο Κύριος έφυγε, όμως άφησε ζωηρό στις ψυχές τους τον φόβο. Πραγματικά το μέγεθος της ζημίας συντελούσε στη διάδοση της ειδήσεως του γεγονότος αυτού και το συμβάν άγγιζε την ψυχή τους. Από πολλούς ακούονταν φωνές που επιβεβαίωναν το παράξενο αυτό θαύμα· το διακήρυτταν περίτρανα οι θεραπευμένοι, το διακήρυττε το γεγονός του καταποντισμού των ζώων, το διακήρυτταν οι ιδιοκτήτες των χοίρων και οι χοιροβοσκοί.

Παρόμοιες καταστάσεις και σήμερα ακόμη μπορεί να δει κανένας. Πολλοί είναι δυστυχώς οι δαιμονιζόμενοι και στην εποχή μας, άνθρωποι κυριευμένοι από τα δαιμονικά πάθη τους, που τίποτα δεν τους συγκρατεί από τη μανία τους, ούτε σίδερα, ούτε αλυσίδες, ούτε συστάσεις από πνευματικούς ανθρώπους, ούτε συμβουλές, ούτε απειλές ούτε τίποτα παρόμοιο από αυτά.

Πραγματικά, όταν κάποιος για παράδειγμα είναι ακόλαστος και έχει γίνει αιχμάλωτος του σωματικού κάλλους και των σαρκικών επιθυμιών και ηδονών, σε τίποτα δεν διαφέρει από έναν άνθρωπο δαιμονισμένο· αλλά περιφέρεται γυμνός όπως εκείνοι οι δαιμονισμένοι Γεργεσηνοί νέοι, ντυμένος βέβαια με ρούχα, αλλά στερημένος από την αληθινή ενδυμασία και είναι γυμνός από τη δόξα που ως πλάσματος του Θεού τού ταιριάζει· και ναι μεν δεν καταπληγώνει το σώμα του με πέτρες, όπως έκαναν οι δύστυχοι εκείνοι νέοι της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, όμως καταξεσκίζεται με αμαρτήματα που είναι πολύ πιο κοπτερά από πολλές μαζί πέτρες. Ποιος λοιπόν θα μπορέσει να δέσει έναν τέτοιον άνθρωπο; Ποιος θα τον σταματήσει από την ασχημοσύνη και την μανία αυτή που δεν τον αφήνει να συγκεντρωθεί και να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του, αλλά τον κάνει να επιθυμεί να βρίσκεται πάντα στα μνήματα; Διότι τι άλλο από μνήματα δεν είναι τα καταγώγια της πορνείας, γεμάτα από δυσωδία και σαπίλα;

Τέτοιος δεν είναι επίσης και κάθε άνθρωπος που υποφέρει από το δαιμονιώδες πάθος της φιλαργυρίας; Κάθε μέρα αντιμετωπίζει τον φόβο μήπως χάσει τα χρήματά του ή δεν καταφέρει να τα αυξήσει, καθώς και την απειλή ότι κάποιοι μπορούν να του τα κλέψουν, παρά το ότι ακούει συστάσεις των πνευματικών ανθρώπων που προσπαθούν να τον συνετίσουν και προειδοποιήσεις για τη φθορά που η αρρωστημένη φιλοχρηματία του αυτή προξενεί στην ψυχή του. Όλα αυτά τα δεσμά τα σπάει και όταν έλθει κανείς με την πρόθεση να τον απελευθερώσει από τη δουλεία της φιλαργυρίας, τον εξορκίζει να μην τον ελευθερώσει, επειδή θεωρεί μεγάλο βάσανο το να μην βρίσκεται κάτω από την βάσανο αυτήν. Αλλά τι μπορεί να θεωρηθεί αθλιότερο από τον άνθρωπο αυτόν; Διότι εκείνος ο δαίμονας στην περιοχή των Γεργεσηνών, αν και είχε καταφρονήσει τους ανθρώπους, εντούτοις υποχώρησε στην προσταγή του Χριστού και αμέσως βγήκε από το σώμα του ανθρώπου. Αυτός όμως δεν υπακούει ούτε στην προσταγή του Θεού. Πραγματικά, ενώ κάθε ημέρα ακούει το Θεό να του λέγει ότι «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (: δεν είναι δυνατό να υπηρετείτε τον Θεό και τον πλούτο· ή θα αγαπήσετε τον Θεό και θα περιφρονήσετε τους επίγειους θησαυρούς ή θα υποδουλωθείτε σε αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεό)» [Ματθ. 6, 24], και να απειλεί με τη γέενα και τις ατέλειωτες κολάσεις, εντούτοις δεν υπακούει. Όχι βέβαια επειδή είναι ισχυρότερος του Χριστού, αλλά επειδή ο Χριστός δε μας κάνει σώφρονες χωρίς να το θέλουμε.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι αυτοί ζουν σαν να βρίσκονται στην έρημο, έστω και αν βρίσκονται στο κέντρο των πόλεων. Διότι ποιος άνθρωπος με μυαλό θα ήθελε να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους αυτού του είδους; Εγώ τουλάχιστον θα προτιμούσα να συγκατοικώ με πλήθος δαιμονισμένους, παρά με έναν άνθρωπο που να έπασχε από την νόσο αυτήν. Και για το ότι δεν κάνω λάθος, όταν λέγω αυτά, μας το αποδεικνύει η συμπεριφορά του καθενός από αυτούς. Πραγματικά, οι φιλάργυροι νομίζουν ως εχθρό τους και εκείνον που καμία αδικία δεν τους έχει κάνει και επιθυμούν να τον καταστήσουν δούλο τους, όταν είναι ελεύθερος, και με μύρια κακά τον απειλούν. Αντίθετα, οι δαιμονισμένοι δεν κάνουν τίποτε παρόμοιο, αλλά στρέφουν τη νόσο εναντίον του εαυτού τους. Οι φιλάργυροι, επίσης, καταστρέφουν πολλά σπίτια και γίνονται αιτία να βλασφημείται το όνομα του Θεού και γενικά είναι καταστροφή για την πόλη και την οικουμένη ολόκληρη. Όσοι όμως ενοχλούνται από τους δαίμονες είναι άξιοι μάλλον οίκτου και δακρύων. Και οι τελευταίοι ως επί το πλείστον παραφέρονται κατόπιν σκέψεως συμπεριφερόμενοι σαν έξαλλοι, κατεχόμενοι από μια παράδοξη μανία.

Αληθινά, ποιο παρόμοιο κάνουν όλοι οι δαιμονισμένοι, σαν εκείνο που αποτόλμησε ο Ιούδας και διέπραξε την έσχατη παρανομία; Και όλοι όσοι μιμούνται τη διαγωγή του Ιούδα, σαν τα φοβερά θηρία που δραπέτευσαν από τα κλουβιά τους κατατρομάζουν τις πόλεις· επειδή κανείς δεν τα συγκρατεί. Βέβαια, και αυτούς τους ανθρώπους, δηλαδή τους κατεχόμενους από το πάθος της φιλαργυρίας, τους περιβάλλουν από παντού δεσμά, όπως είναι ο φόβος των δικαστών, η απειλή των νόμων, η κατακραυγή του κόσμου και άλλα περισσότερα από αυτά, αλλά όμως και τα δεσμά αυτά τα σπάζουν και αναστατώνουν τα πάντα. Και εάν κανείς εξαφάνιζε τελείως τις δεσμεύσεις αυτές, τότε θα έβλεπε καθαρά ότι ο δαίμονας που έχουν μέσα τους αυτοί είναι πολύ αγριότερος και πιο μανιώδης από αυτόν που βγήκε τώρα από τους δαιμονισμένους των Γεργεσηνών.

Αλλά επειδή αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί στην πράξη, ας το λάβουμε ως υπόθεση για λίγο και ας αφαιρέσουμε όλες τις δεσμεύσεις από τον φιλάργυρο και τότε θα γνωρίσουμε τη μεγάλη του μανία. Αλλά να μη φοβηθείτε το θηρίο, όταν θα το αποκαλύψουμε. Διότι η σκηνή είναι υποθετική και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Έστω λοιπόν ένας άνθρωπος που βγάζει φωτιά από τα μάτια του, μαύρος, έχοντας σε κάθε ώμο δράκοντες αντί για χέρια. Έχει επίσης και στόμα όπου αντί για δόντια έχει καρφωμένα ξίφη και αντί για γλώσσα έχει πηγή που βγάζει δηλητήριο και φαρμάκι. Η κοιλιά του πάλι είναι πιο αδηφάγος από κάθε καμίνι και κατατρώγει ό,τι της ρίπτουν. Και τα πόδια του έχουν φτερά και είναι πιο γρήγορα από τη φωτιά. Το πρόσωπό του επίσης ας υποθέσουμε ότι είναι κατασκευασμένο μεικτό από σκύλο και λύκο και ότι δεν ομιλεί σαν άνθρωπος, αλλά εκβάλλει έναν ήχο απαίσιο, αηδιαστικό και φοβερό. Ας πούμε λοιπόν ότι έχει φωτιά και στα χέρια του. Ίσως να σας φαίνονται φοβερά όσα ειπώθηκαν. Ωστόσο δεν τον σκιαγραφήσαμε ακόμη αντάξιο της πραγματικότητας, διότι ύστερα από αυτά πρέπει να προσθέσουμε και άλλα. Πραγματικά, ας υποθέσουμε ακόμη ότι σφάζει εκείνους που συναντά, ότι τους κατατρώγει και γεύεται τις σάρκες τους. Αλλά και από αυτόν είναι πιο φοβερός ο φιλάργυρος, διότι επέρχεται εναντίον όλων σαν Άδης, τους καταβροχθίζει όλους και τριγυρίζει σαν κοινός εχθρός ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους. Επειδή επιθυμεί να μην υπάρχει κανένας άνθρωπος, για να κατέχει αυτός τα πάντα. Δε σταματά, όμως μέχρι εδώ, αλλά, αφού τους αφανίσει όλους με την επιθυμία τους, κατέχεται από τον πόθο να αλλάξει την ουσία του χώματος και να το κάνει χρυσάφι. Και όχι μόνον το χώμα, αλλά και τα όρη και τα φαράγγια και τις πηγές και όλα εν γένει όσα φαίνονται πάνω στη γη.

Και για να αντιληφθείτε ότι δεν παραστήσαμε ακόμη την μανία αυτού, ας μην υπάρχει ο κατήγορος και αυτός που εκφοβίζει, αλλά αφαίρεσε υποθετικώς μόνο τον φόβο των νόμων και τότε θα δεις αυτόν να αρπάζει το ξίφος και να φονεύει τους πάντες, χωρίς να ξεχωρίζει, ούτε φίλο, ούτε συγγενή, ούτε αδελφό, ούτε και τον πατέρα του ακόμη. Μάλλον, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δε χρειάζεται ούτε καν να κάνουμε υπόθεση, αλλά ας ρωτήσουμε αυτόν, εάν δεν δημιουργεί στη φαντασία του παρόμοιες φαντασιώσεις και δεν επιτίθεται νοερώς για να φονεύσει τους πάντες, φίλους, συγγενείς και τους ίδιους τους γονείς του. Αλλά μάλλον ούτε και η ερώτηση χρειάζεται. Διότι όλοι γνωρίζουν καλά ότι όσοι κατέχονται από το πάθος αυτό αγανακτούν και για το γήρας του πατέρα τους και εκείνο που είναι γλυκύ και ποθητό από όλους, να έχουν, δηλαδή, παιδιά, το θεωρούν βαρύ και φορτικό. Γι’ αυτό πολλοί, παρακινούμενοι από την ιδέα αυτήν, θεώρησαν καλό την ατεκνία και κατέστησαν ανίκανη τη φύση, όχι με το να φονεύσουν τα παιδιά που γεννήθηκαν, αλλά με το να μην επιτρέψουν να λάβουν καν αρχή.

Λοιπόν, να μην παραξενεύεστε, επειδή σας παρουσίασα κατ’ αυτόν τον τρόπο τον φιλάργυρο, διότι στην πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερος από ό,τι τον περιέγραψα. Αλλά ας σκεφτούμε πώς θα μπορέσουμε να τον απαλλάξουμε από τον δαίμονα. Πώς θα τον απαλλάξουμε, λοιπόν; Εάν αντιληφθεί πλήρως ότι η φιλαργυρία του είναι αντίθετη προς αυτό ακριβώς, δηλαδή, στο να του δίνει χρήματα. Διότι εκείνοι που επιθυμούν να κερδίσουν τα μικρά υφίστανται μεγάλες ζημίες. Γι’ αυτό ακριβώς και έχει γίνει παροιμία ανάλογη με την επιθυμία αυτήν. Πραγματικά, πολλοί πολλές φορές που θέλησαν να δανείσουν με υπερβολικούς τόκους και παρασυρόμενοι από την προσδοκία του κέρδους, δεν ερεύνησαν το ποιόν αυτών που τους δάνειζαν χρήματα, έχασαν μαζί με τον τόκο και το κεφάλαιο ολόκληρο. Άλλοι πάλι που περιέπεσαν σε κινδύνους και δεν θέλησαν να ξοδέψουν λίγα, έχασαν και τη ζωή τους μαζί με την περιουσία τους. Επίσης, ενώ τους δόθηκε η ευκαιρία να αποκτήσουν ή αξιώματα προσοδοφόρα, ή κάτι άλλο παρόμοιο, επειδή κόλλησαν στις λεπτομέρειες, έχασαν το παν. Επειδή δηλαδή δεν γνωρίζουν να σπείρουν, αλλά πάντοτε φροντίζουν να θερίζουν, γι’ αυτό συνεχώς χάνουν τη συγκομιδή. Διότι κανείς δεν μπορεί πάντα να θερίζει, όπως δεν μπορεί διαρκώς να κερδίζει. Αφού λοιπόν δε θέλουν να ξοδεύουν, δεν γνωρίζουν και να κερδίζουν. Αλλά είτε πρέπει να νυμφευτούν, πάλι παθαίνουν το ίδιο. Διότι ή εξαπατήθηκαν και πήραν πλούσια γυναίκα, αλλά με πολλά ελαττώματα, πάλι υπέστησαν μεγαλύτερη ζημία. Διότι τον πλούτο δεν τον δημιουργεί η περιουσία, αλλά η αρετή. Πραγματικά, ποια η ωφέλεια του πλούτου, όταν η γυναίκα είναι πολυέξοδη και άσωτη και διασκορπίζει τα πάντα χειρότερα από τον άνεμο; Ποια η ωφέλεια εάν είναι ακόλαστη και έχει πλήθος εραστών; Ποια η ωφέλεια, εάν είναι μέθυση; Μήπως δε θα κάνει τον σύζυγό της πιο πτωχό από όλους;

Όχι μόνο στο θέμα του γάμου σκέπτονται έτσι, αλλά, παρασυρόμενοι από τη μεγάλη τους αγάπη προς τα χρήματα, αγοράζουν από κακό υπολογισμό όχι τους καλούς δούλους, αλλά φροντίζουν να βρουν τους φτηνούς.

Όλα αυτά λοιπόν αφού τα σκεφτείτε καλά (επειδή δεν μπορείτε ακόμη να ακούσετε τη διδασκαλία για τη γέενα και τη βασιλεία) και αφού καταλάβετε τις ζημίες που υπομένετε κάθε φορά από τη φιλοχρηματία, όταν δανείζετε, όταν αγοράζετε, όταν νυμφεύεστε, όταν υπερασπίζεστε κάποιον, όταν κάνετε οτιδήποτε άλλο, σταματήστε να αγαπάτε υπερβολικά τα χρήματα. Διότι έτσι θα μπορέσετε και εδώ στη γη να ζήσετε με ασφάλεια και αφού κάνετε μικρή προσπάθεια, θα μπορέσετε να ακούσετε και το κήρυγμα για την ευσέβεια και όταν κοιτάξετε με προσοχή, θα δείτε τον ίδιο τον Ήλιο της δικαιοσύνης και θα αποκτήσετε τα αγαθά που Αυτός έχει υποσχεθεί, τα οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

ΠΗΓΕΣ:

• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΗ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 10, σελίδες 253-277.
• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 80- 91 (ή: 37- 42 του PDF) . https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLVHVFMUh0ODd6QzA/view
• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

Ποιοι είναι οι δαιμονισμένοι στην εποχή μας;

                               Î•ικόνα

Ο Γέροντας Παΐσιος για τους δαιμονισμένους:

– Γέροντα, στόν δαιμονισμένο των Γαδαρηνών πόσοι δαίμονες κατοικούσαν;
- ­Δαιμόνια πολλά, γράφει τό Ευαγγέλιο. Γι’ αυτό είπε ό δαιμονισμένος ότι τό όνομά του ήταν ­λεγεώνα. Και βλέπετε, όπως σέ έναν δαιμονισμένο μπορεί νά κατοικούν ενα σωρό δαίμονες, έτσι και στην καρδιά του πιστού μπορεί νά χωρέσουν όλοι οί Άγιοι. Αφού ό Χριστός χωράει, πόσο μάλλον οί Άγιοι! Μεγάλα μυστήρια! Μιά φορά, όταν ήμουν στο Καλύβι του Τιμίου Σταύρου, χτύπησε κάποιος τό καμπανάκι. Κοίταξα από τό παράθυρο, και τί νά δω! Έναν άνδρα πού τον ακολουθούσε μιά ολόκληρη φάλαγγα δαιμόνων, ενα μαύρο σμήνος! Πρώτη φορά είδα νά εξουσιάζουν έναν άνθρωπο τόσοι δαίμονες. Αυτός ήταν μέντιουμ είχε ανακατέψει ευχές τής Εκκλησίας μέ επικλήσεις δαιμόνων, χριστιανικά βιβλία με μαγικά, και μετά τον εξουσίαζαν οί δαίμονες. Φοβερό! Πολύ στενοχωρέθηκα.
Μερικοί ψυχίατροι και τους δαιμονισμένους τους θεωρούν ψυχοπαθείς. Μερικοί ιερείς πάλι κάποιους ψυχοπαθείς τους βγάζουν δαιμονισμένους. Ένώ, ένας ψυχοπαθής, για να βοηθηθή, πρέπει να πάη άλλου, ένας δαιμονισμένος άλλου. Ό ψυχίατρος πώς μπορεί νά βοηθήση τόν δαιμονισμένο;


- Γέροντα, ένας δαιμονισμένος είναι σέ θέση νά καταλάβη σέ τί έφταιξε και δαιμονίσθηκε;

- Ναί, μπορεί νά τό καταλάβη, εκτός αν εχη πάθει και τό μυαλό του, οπότε είναι πολύ δύσκολο νά βοηθηθή. Αν είναι μόνο δαιμονισμένος, μπορείς πιο εύκολα νά συνεννοηθής μαζί του και νά τόν βοηθήσης, άλλά πρέπει νά κάνη υπακοή. Αλλιώς πώς νά βοηθηθή; Μιά φορά ήρθε στο Καλύβι ένας από την νότια Ελλάδα, πού είχε πάει στους Ινδούς, και είχε δαιμονισθή. Έλεγε κάτι βρισιές και έβγαζε άπό τό στόμα του αφρούς. Τά μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, άγρια. Τού έλεγα: μή λες αυτές τις βλασφημίες, γιατί έτσι καλείς τά δαιμόνια, δεν άκουγε. Και άπό τήν άλλη ζητούσε νά τόν βοηθήσω. Βοήθησε με, έλεγε, μόνον εσύ μπορείς νά μέ βοηθήσης. Έμ, πώς νά σέ βοηθήσω; τού λέω. Θέλεις νά προσευχηθώ, γιά νά λυτρωθής μέ τήν Χάρη τού Χριστού, κι εσύ καλείς τά δαιμόνια. Πήγαινε νά έξομολογηθής, νά σού διαβάσουν εξορκισμούς και έλα μετά νά συζητήσουμε. Δεν πηγαίνω, μου λέει. Έλα μέσα νά σού βάλω λαδάκι άπό τό κανδήλι, τού λέω.
Δεν θέλω. Θέλω νά μέ βοηθήσης.

Πήγε μετά πιο πέρα και κουβέντιαζε μέ κάποιον. Κάποια στιγμή πού έλεγα σέ μιά συντροφιά ότι ό Θεός επιτρέπει τις δοκιμασίες γιά τήν σωτηρία μας, φώναξε από πέρα: Ρε σύ, γιατί λές πώς εργάζεται ό Θεός, για νά σωθούν οί άνθρωποι;
Έχουμε έναν πατέρα στον ουρανό και έναν στην γη και πιο πάνω είναι ένας άρχοντας.
Πάψε τις δαιμονολογίες, του λέω, και έλεγα την ευχή.

Τώρα με μπέρδεψες, μου λέει. Φύγε, τού είπα και τον τίναξα πέρα. Έγινε κουβάρι. Έσύ μέ ποιόν είσαι;, με ρωτάει. Μέ τον Χριστό, τού λέω. Ψέματα λές, μου λέει, δεν είσαι μέ τον Χριστό, άφού εγώ είμαι ό Χριστός κι έσύ μέ χτυπάς. Τού τά παρουσιάζει ανάποδα ό διάβολος.

- Αυτά τά λέει ό διάβολος;

- Ναί, ό διάβολος, άλλά, βλέπεις, ό Θεός τού έδωσε τό κουράγιο νά έρθη μέχρι τό Αγιον
Όρος. Γιά νά ξεκινήση άπό τήν άλλη άκρη τής Ελλάδος νά έρθη στο Όρος σέ τέτοια
κατάσταση, είναι μεγάλο πράγμα! Άλλά δέν ακούει και γίνεται χειρότερα. ‘Αν έκανε
υπακοή, θά βοηθιόταν.


Με την έωσφορική υπερηφάνεια μπορεί να δαιμονιστεί ο άνθρωπος

Όποιος έχει πολλή υπερηφάνεια είναι σκοτισμένος. Τό μυαλό του είναι άνταριασμένο, είναι σάν νά έχη καυσαέρια. Κάνει χοντρά σφάλματα και δέν τό καταλαβαίνει. Έγώ, μού είπε κάποιος, όλους τούς αγαπώ και τον διάβολο τον αγαπώ δέν είναι κακός…. Τί λές, βρέ; τού λέω. “Αν ό Θεός άφηνε τελείως ελεύθερο τον διάβολο, θά μας είχε ξεκάνει όλους. Ποιος είδε χαΐρι άπό τον διάβολο, γιά νά δής κι έσύ;. Έχει φθάσει όμως σέ τέτοια σκότιση, πού, ό,τι κι άν τού πής γιά νά τον βοηθήσης, δέν καταλαβαίνει. Λέει ότι τον καταπιέζεις! Καταπίεση είναι αύτη; Άντε τώρα νά τού βγάλης αυτόν τόν λογισμό… Δεν είναι τρελλός, άφού τό μυαλό του δουλεύει. Πρέπει νά καταλάβη ότι είναι άρνηση, είναι βλασφημία αυτό πού λέει.
Έτσι φθάνουν σιγά-σιγά στην σατανολατρία. Αν δής σατανολάτρες, φαίνονται ότι είναι κυριευμένοι άπό τόν διάβολο. Βλέπεις έναν δαιμονισμό επάνω τους. Και τά καημένα τά παιδιά τά κατευθύνουν εκεί πού θέλουν αυτοί μέ σατανικές μουσικές. Φθάνουν νά επικαλούνται τόν σατανά. Έχω ακούσει ότι μερικούς δίσκους ρόκ, άν τούς γυρίσης ανάποδα, θά ακούσης τραγούδια μέ τά όποια επικαλούνται τόν σατανά. Έχουν μέχρι και δοξολογία στον σατανά: Σ’ εσένα αφιερώνομαι, σατανά. Φοβερό!

- Δηλαδή, Γέροντα, μπορεί ή υπερηφάνεια νά οδήγηση στον δαιμονισμό;


- Ναί. “Ας υποθέσουμε ότι κάποιος κάνει ένα σφάλμα και δικαιολογεί τόν εαυτό του. Αν τού πούν οί άλλοι μιά κουβέντα, γιά νά τόν βοηθήσουν, λέει ότι τόν αδικούν, πιστεύει ότι είναι καλύτερος άπό εκείνους και τούς κατακρίνει. Υστερα αρχίζει σιγά-σιγά νά κρίνη τούς Αγίους. Πρώτα τούς νεώτερους, μετά τούς παλαιότερους: Εκείνος δέν έκανε θαύματα, ό άλλος έκανε εκείνο…. Έπειτα άπό λίγο προχωρεί και αρχίζει νά κρίνη τις Συνόδους: και οί Σύνοδοι μέ τόν τρόπο πού αποφάσιζαν…, επομένως και οί Σύνοδοι κατά τήν γνώμη του δέν έχουν ακρίβεια. Και τελικά φθάνει νά λέη: Και ό Θεός γιατί νά τό κάνη εκείνο έτσι;. Έ, όταν ό άνθρωπος φθάνη σέ τέτοιο σημείο, δέν τρελλαίνεται δαιμονίζεται.
Είχε έρθει στο Καλύβι μέ τόν πατέρα του ένας δαιμονισμένος πού έλεγε ότι είναι θεός. Είχε πάει σέ έναν πνευματικό έξω στον κόσμο, κι εκείνος, επειδή φοβήθηκε μήπως ό διάβολος του όρμήση, του είπε: Ευλόγησε με! Τί νά πής; Τέλος πάντων! Έλεγε μετά στόν πατέρα του: Νά δής, και ό πατήρ Παϊσιος θά παραδεχθή ότι είμαι θεός. Βάζει στοίχημα μέ τόν πατέρα του σέ όσα χρήματα είχαν μαζί τους ότι θά τόν παραδεχθώ γιά θεό. Μόλις άρχισα νά κάνω κομποσχοίνι, τινάχθηκε όρθιος. Τί κάνεις έσύ μ’ αυτό; φώναξε. Έγώ έχω κάνει όλες τις αμαρτίες. Έχω κάνει κι εκείνη κι εκείνη τήν αμαρτία… Έχω τόν διάβολο μέσα μου και έχω θεοποιηθή. Πρέπει νά παραδεχθής ότι είμαι θεός. Έσύ, βρέ, τίποτε δέν έκανες, μού λέει. Κάνεις συνέχεια βούρ-βούρ μ’ αυτό!. Έλεγε κάτι βαρείες κουβέντες! Είχα αγανακτήσει. Άντε, φύγε άπό ‘δώ, χαμένε, τού λέω. Τού έδωσα ένα ξεσκόνισμα γερό. Αγρίεψε, έγινε θηρίο. Βγάζει τά χρήματα άπό τήν τσέπη του, τά πετάει στόν πατέρα του: Πάρ’ τα, λέει, έχασα τό στοίχημα.


Οί δαιμονισμένοι αντιδρούν σέ οτιδήποτε ιερό

- Γέροντα, πώς μπορεί κανείς νά καταλάβη άν κάποιος είναι δαιμονισμένος και όχι ψυχοπαθής;

- Αυτό και ένας απλός γιατρός, ευλαβής, μπορεί νά τό καταλάβη. Όσοι πάσχουν άπό δαιμόνιο, όταν πλησιάσουν σέ κάτι ιερό, τινάζονται. Έτσι φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχουν δαιμόνιο. Λίγο αγιασμό άν τούς δώσης ή μέ άγιο Λείψανο άν τούς σταύρωσης, αντιδρούν, επειδή στρυμώχνονται μέσα τους τά δαιμόνια, ένώ, άν έχουν ψυχοπάθεια, δέν αντιδρούν καθόλου. Ακόμη κάί επάνω σου άν έχης έναν σταυρό και τούς πλησίασης, ανησυχούν, ταράζονται. Κάποτε σέ μιά αγρυπνία στο Αγιον Όρος μού είπαν οί πατέρες ότι έχουν τόν λογισμό πώς κάποιος λαϊκός πού ήταν εκεί είχε δαιμόνιο. Κάθησα στο διπλανό στασίδι και ακούμπησα επάνω του τόν σταυρό μου πού έχει Τίμιο Ξύλο. Τινάχθηκε επάνω σηκώθηκε καί πήγε στήν άλλη μεριά. Όταν έφυγε λίγο ό κόσμος, πήγα μέ τρόπο δίπλα του. Πάλι τά ίδια. Κατάλαβα ότι πράγματι είχε δαιμόνιο.
Οταν μού φέρνουν στο Καλύβι παιδάκια καί μου λένε ότι έχουν δαιμόνιο, γιά νά διαπιστώσω αν είναι δαιμονισμένα, μερικές φορές παίρνω ένα τεμάχιο αγίου Λειψάνου τού Αγίου Αρσενίου καί τό κρύβω στήν χούφτα μου. Καί νά δήτε, ένώ έχω κλειστά καί τά δυό χέρια μου, τό παιδάκι, αν έχη δαιμόνιο, κοιτάζει φοβισμένο τό χέρι μέ τό όποιο κρατώ τό άγιο Λείψανο. Αν όμως δέν έχη δαιμόνιο, άλλά λ.χ. κάποια αρρώστια εγκεφαλική, δέν αντιδρά καθόλου. Άλλοτε πάλι τούς δίνω νερό στό όποιο προηγουμένως έχω βουτήξει τεμάχιο άγιου Λειψάνου, αλλά, άν έχουν δαιμόνιο, δέν τό πίνουν απομακρύνονται. Σέ ένα δαιμονισμένο παιδάκι έδωσα μιά φορά νά φάη πρώτα γλυκά, γιά νά διψάση πολύ, καί μετά τού έφερα άπό αυτό τό νερό. Στον Γιαννάκη, είπα, θά δώσω πιο καλό νερό. Μόλις ήπιε λίγο, άρχισε νά φωνάζη: Αυτό τό νερό μέ καίει. Τί έχει μέσα;. Τίποτε, τού λέω. Τί μέ κάνεις; μέ καίει, φώναζε. Δέν καίει εσένα κάποιον άλλον καίει, τού λέω. Τό σταύρωνα στό κεφάλι, καί τινάζονταν τά χέρια, τά πόδια του… Έπαθε δαιμονική κρίση. Τό δαιμόνιο τό έκανε ένα κουβάρι.
Θυμάστε κι εκείνον τόν φοιτητή πού είχε έρθει εδώ παλιά; Έχω μέσα μου δαιμόνιο, μου έλεγε, καί μέ τυραννάει πολύ. Περνάω μαρτύριο άπό τόν δαίμονα, γιατί μέ αναγκάζει νά λέω καί αισχρά. Έχω φθάσει σέ απελπισία. Αισθάνομαι νά μέ πιέζη μέσα μου, νά μέ σφίγγη πότε έδώ, πότε εκεί, καί ό καημένος έδειχνε τήν κοιλιά του, τό στήθος, τά πλευρά, τά χέρια. Επειδή ήταν πολύ ευαίσθητος, γιά νά μήν τόν πληγώσω καί γιά νά τον παρηγορήσω, του είπα: Κοίταξε, δέν έχεις μέσα σου δαιμόνιο μιά εξωτερική δαιμονική επίδραση είναι επάνω σου. Όταν πήγαμε στήν εκκλησία, είπα στις αδελφές πού ήταν εκεί νά κάνουν ευχή γιά τό δυστυχισμένο πλάσμα τού Θεού, κι έγώ πήρα άπό τό Ιερό ένα τεμάχιο αγίου Λειψάνου τού Αγίου Αρσενίου, τόν πλησίασα και τόν ξαναρώτησα: Σέ ποιό σημείο σέ πιέζει και σέ βασανίζει ό δαίμονας; Πού νομίζεις ότι βρίσκεται;. Μού έδειξε τότε τά πλευρά του. Πού, έδώ;, τόν ρώτησα και ακούμπησα επάνω τήν χούφτα μου μέ τό άγιο Λείψανο. Βγάζει αμέσως ένα ουρλιαχτό! Μ’ έκαψες, μ’ έκαψες! Δέν φεύγω…ω…ω! Δέν φεύγω!. Φώναζε, έβριζε, έλεγε αισχρά. Τότε άρχισα μέσα μου νά λέω: ­Κύριε Ίησου Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ, δίωξε τό ακάθαρτο πνεύμα άπό τό πλάσμα Σου και νά τόν σταυρώνω μέ τό ιερό Λείψανο. Αυτό γινόταν επί είκοσι λεπτά. Υστερα ό δαίμονας τόν σπάραξε, τόν έρριξε κάτω. Έκανε τούμπες. Τό κουστούμι του έγινε μέσ’ στις σκόνες. Τόν σηκώσαμε όρθιο. Έτρεμε ολόκληρος και έκανε έντονες σπασμωδικές κινήσεις. Πιάσθηκε άπό τό τέμπλο, γιά νά στηριχτεί. Άπό τά χέρια του έτρεχε κρύος ιδρώτας, όπως είναι ή δροσιά στά χορτάρια. Σέ λίγο έφυγε ό δαίμονας και ηρέμησε. Έγινε καλά και τώρα είναι μιά χαρά.


Μη δίνετε σημασία στα λόγια του δαιμονισμένου

- Γέροντα, τί πρέπει νά προσεχή κανείς, όταν συζητά μέ έναν δαιμονισμένο;
- Νά λέη τήν ευχή και νά τού φέρεται μέ καλωσύνη.

- Γέροντα, θυμούνται οί δαιμονισμένοι τί λένε πάνω στήν κρίση τους;


- Άλλα τά θυμούνται και άλλα δέν τά θυμούνται. Δεν ξέρουμε πώς εργάζεται ό Θεός. Μερικές φορές επιτρέπει νά τά θυμούνται, γιά νά ταπεινωθούν καί νά μετανοήσουν. Καί όταν ζητάη κάτι ό δαιμονισμένος, δέν είναι εύκολο νά καταλάβη κανείς πότε αυτό είναι άπό τόν διάβολο καί πότε τό έχει ανάγκη ό ίδιος. Είχα συναντήσει κάπου μιά δαιμονισμένη κοπέλα. Αυτή είχε διαβάσει Καζαντζάκη καί πίστευε κάτι βλάσφημα πράγματα μέ αποτέλεσμα νά δαιμονισθή. Ξαφνικά τήν έπιασε τό δαιμόνιο καί έβαλε κάτι φωνές! Καίγομαι, καίγομαι!. Οί δικοί της τήν κρατούσαν, γιά νά τήν σταυρώσω. Μετά φώναζε: Νερό, νερό!. Λέω: Φέρτε της νερό. Όχι, όχι, μου λένε, γιατί μας είπε κάποιος νά μήν κάνουμε υπακοή στον διάβολο. Τώρα, λέω, ή καημένη διψάει. Φέρτε νερό.
Καταλάβαινα πότε ήταν τό κάψιμο άπό τόν διάβολο καί πότε ήταν άπό δίψα. Ήπιε ή καημένη κανα-δυό ποτήρια νερό. Κάρβουνα, έλεγε, έχω μέσα μου, τόσο κάψιμο νιώθω. Καί έναν κουβά νερό νά έπινα, δέν θά έσβηνε μέσα μου ή φωτιά. Τέτοιο κάψιμο ένιωθε!

-Όταν, Γέροντα, φωνάζη ένας δαιμονισμένος, πώς καταλαβαίνουμε πότε μιλάει ό διάβολος μέσω του άνθρωπου καί πότε ό άνθρωπος;

- Όταν μιλάη ό διάβολος, τά χείλη δέν κινούνται κανονικά κινούνται σάν μηχανή. Ένώ, όταν μιλάη ό άνθρωπος, κινοϋνται φυσιολογικά. Όταν φωνάζη ένας δαιμονισμένος, τήν ώρα πού του διαβάζουν εξορκισμούς ή οί άλλοι εύχονται γι’ αυτόν, άλλοτε ή ίδια ή ψυχή βασανίζεται καί λέει λ.χ. στον διάβολο: φύγε, τί κάθεσαι; καί άλλοτε ό διάβολος βρίζει τόν άνθρωπο ή τόν ιερέα ή βλασφημάει τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Άγιους. Άλλοτε λέει ψέματα ή άλλοτε πιέζεται άπό τήν δύναμη του ονόματος του Χριστού νά πή τήν αλήθεια. Μερικές φορές πάλι ό δαιμονισμένος λέει δικά του άπό τά πνευματικά πού έχει διαβάσει κ.λπ. Τί νά πώ; Μπερδεμένα πράγμα τα. Γι’ αυτό, όταν συζητάτε μαζί του, νά προσέχετε πολύ. Μή δίνετε σημασία στά λόγια του. Μπορεί νά λέη λ.χ. μέ καις. Αν πράγματι τόν καις και πής τόν καίω, κάηκες. Αν δέν τόν καις καί πιστέψης ότι τόν καις, κάηκες δυό φορές. Ή μπορεί νά φωνάζη βρωμιάρες καί σέ μιά νά πή: Έσύ είσαι καθαρή. Αν εκείνη τό πιστέψη, πάει, χάθηκε. Γι’ αυτό μήν κάνετε πειράματα μέ τόν διάβολο.
Σέ ένα μοναστήρι πήγαν έναν δαιμονισμένο καί ό ηγούμενος είπε στους πατέρες νά πάνε στήν εκκλησία νά κάνουν κομποσχοίνι. Είχαν έκεϊ καί τήν κάρα τού Αγίου Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου, καί τό δαιμόνιο στρυμώχθηκε πολύ. Συγχρόνως, ό ηγούμενος ανέθεσε καί σέ έναν ιερομόναχο νά διάβαση στόν δαιμονισμένο εξορκισμούς. Ό ιερομόναχος αυτός ήταν ευλαβής μέν εξωτερικά, άλλά εσωτερικά είχε κρυφή υπερηφάνεια. Ήταν αγωνιστής καί τυπικός σέ όλα. Νουθετούσε πνευματικά τούς άλλους, γιατί ήταν καί λόγιος. Ό ίδιος όμως δέν βοηθιόταν άπό κανέναν, γιατί οί άλλοι, άπό σεβασμό, όταν τόν έβλεπαν νά κάνη κάτι στραβό, δίσταζαν νά τού τό πούν. Είχε δημιουργήσει ψευδαισθήσεις στόν εαυτό του ότι είναι ό πιο ενάρετος της μονής κ.λπ. Ό πονηρός βρήκε ευκαιρία εκείνη τήν ήμερα νά τού κάνη κακό. Έβαλε τήν πονηριά του, γιά νά τού δώση τήν εντύπωση ότι αυτός διώχνει τό δαιμόνιο άπό τόν δαιμονισμένο. Μόλις λοιπόν άρχισε νά διαβάζη τούς εξορκισμούς, άρχισε τό δαιμόνιο νά φωνάζη: καίγομαι! πού μέ διώχνεις, άσπλαχνε, οπότε νόμισε ότι καίγεται άπό τόν δικό του εξορκισμό – ενώ ό δαίμονας ζοριζόταν, γιατί προσεύχονταν καί οί άλλοι πατέρες -, καί απάντησε στόν δαίμονα: Νά έρθης σ’ εμένα. Τό είχε πει αυτό ό Άγιος Παρθένιος σέ ένα δαιμόνιο, άλλά εκείνος ήταν άγιος. Μιά φορά δηλαδή πού ένα δαιμόνιο φώναζε: καίγομαι, καίγομαι, πού να πάω;, ό Άγιος του είπε: Έλα σ’ εμένα. Τότε τό δαιμόνιο είπε στον Αγιο: ¨καί μόνον τό όνομα σου μέ καίει, Παρθένιε!, καί έφυγε άπό τόν δαιμονισμένο πού ταλαιπωρούσε. Πήγε καί αυτός νά κάνη τόν Αγιο Παρθένιο καί δαιμονίσθηκε. ‘Από εκείνη τήν στιγμή τόν εξουσίαζε πιά ό δαίμονας. Χρόνια ολόκληρα βασανιζόταν καί δέν μπορούσε νά άναπαυθή πουθενά. Συνέχεια γύριζε,
πότε έξω στον κόσμο καί πότε μέσα στό “Αγιον Όρος. Τί τράβηξε ό καημένος! Τού είχε δημιουργήσει αυτή ή κατάσταση ψυχική κούραση καί σωματική κόπωση μέ τρεμούλα. Καί νά δήτε, ένώ ήταν καλός παπάς, δέν μπορούσε μετά νά λειτουργήση. Βλέπετε τί κάνει ό διάβολος;

- Γέροντα, έχει κάποια σχέση ό καφές μέ τις αντιδράσεις ενός δαιμονισμένου;

- Όταν τό νευρικό σύστημα είναι ταραγμένο καί πιή κανείς πολλούς καφέδες, κλονίζονται τά νεύρα καί τό ταγκαλάκι εκμεταλλεύεται αυτήν τήν κατάσταση. Δέν είναι ότι ό καφές είναι κάτι δαιμονικό. Χρησιμοποιεί τό ταγκαλάκι τήν επίδραση του στά νεύρα, καί ό δαιμονισμένος αντιδράει χειρότερα.

Βοήθεια στους δαιμονισμένους

- Γέροντα, κάπου γράφει ότι ό διάβολος εμφωλεύει στήν καρδιά τού δαιμονισμένου, άλλά δέν θέλει νά τό ξέρη αυτό ό άνθρωπος, γιά νά μήν τόν πολεμήση μέ τήν ευχή. Έτσι είναι;

- Ναί, γιατί τό δαιμόνιο έχει δικαίωμα νά καθήση μέσα στον δαιμονισμένο ένα διάστημα καί μπορεί νά λουφάζη, ένώ μέ τήν ευχή ζορίζεται, επαναστατεί καί μπορεί νά φύγη. Ή ευχή είναι βαρύ πυροβολικό γιά τόν διάβολο. Μού είχαν φέρει στο Καλύβι ένα παλληκάρι δαιμονισμένο πού έλεγε συνέχεια τήν ευχή. Ό πατέρας του ήταν μοναχός, άλλά πέταξε τά ράσα καί παντρεύτηκε, καί τό καημένο γεννήθηκε μέ δαιμόνιο. Έτσι τά οικονόμησε ό Θεός, γιά νά πάρη μισθό τό παιδί, νά σωθή καί ό πατέρας, νά έχουμε κι εμείς οί μοναχοί ώς φρένο παραδείγματα άπό μοναχούς πού πέταξαν τά ράσα καί τώρα ταλαιπωρούνται. Κάποια στιγμή πού τό έπιασε τό δαιμόνιο, φώναζε σάν τήν κότα πολύ δυνατά: Κά, κά, κά…. Τί έπαθες;, τού λέω, ένώ μέ τόν νου μου έλεγα: ­Έν τω ονόματι τον Ιησού Χρίστου έξελθε, άκάθαρτον πνεύμα, άπό τό πλάσμα τον Θεον. Κι έγώ θέλω νά φύγω, φώναζε τό δαιμόνιο, επειδή πολύ μέ βασανίζει αυτός ό άνθρωπος, γιατί συνέχεια λέει τήν ευχή. Θέλω νά πάω στο Πακιστάν, νά βρώ λίγη ανάπαυση!.

- Γέροντα, γιατί δέν έφευγε τό δαιμόνιο, άφού τό παιδί έλεγε τήν ευχή;

- Φαίνεται ότι καί τό παιδί είχε δώσει κάποια δικαιώματα, άλλά καί τό δαιμόνιο είχε τό αφεντικό του καί έπαιρνε άπό αυτό εντολές.

- Γέροντα, όταν προσεύχεται κανείς γιά έναν δαιμονισμένο, τί πρέπει νά λέη;


- Κατ’ αρχήν νά δοξολογήση τόν Θεό: Σέ ευχαριστώ, Θεέ μου, νά πή, πού μέ βοήθησες καί βρίσκομαι σ’ αυτήν τήν κατάσταση, ένώ κι έγώ μπορούσα νά ήμουν στήν θέση του καί νά είχα όχι πέντε-έξι δαιμόνια άλλά χιλιάδες. Σέ παρακαλώ, βοήθησε τόν δούλο Σου πού ταλαιπωρείται τόσο πολύ. Νά κάνη δηλαδή πρώτα καρδιακή προσευχή καί ύστερα νά συνέχιση μέ τήν ευχή: ­Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησον τόν δούλον Σου.
Μερικές φορές εμείς πού προσευχόμαστε, γινόμαστε αιτία νά μή φεύγη τό δαιμόνιο άπό τόν δαιμονισμένο, γιατί προσευχόμαστε μέ υπερηφάνεια. Έναν λογισμό ύπερήφανο άν φέρουμε, λ.χ. νά, έγώ μέ τήν προσευχή μου θά βοηθήσω νά φύγη τό δαιμόνιο, αμέσως εμποδίζεται ή θεία βοήθεια καί βοηθάμε τόν διάβολο νά παραμένη.
Νά εύχώμαστε γιά τούς δαιμονισμένους πάντα μέ ταπείνωση, μέ πόνο καί αγάπη.
Μιά δαιμονισμένη πολύ τήν πόνεσε ή ψυχή μου. Έκανε μιά συγκατάβαση ή καημένη, είπε ένα ναι στον διάβολο, καί τήν ταλαιπωρεί φοβερά τό δαιμόνιο χρόνια ολόκληρα. Καίει τις σάρκες της. Γυρίζουν μέ τόν άνδρα της στά μοναστήρια καί κουβαλούν μαζί τους καί τό δεκαεξάχρονο κορίτσι τους. Κάθονται όλη νύχτα στήν εκκλησία καί κάνουν αγρυπνία. Αν ήταν άνδρας, θά τόν έσφιγγα στήν αγκαλιά μου. Τό δαιμόνιο πολύ υποφέρει, όταν σφίξης τόν δαιμονισμένο μέ θεϊκή αγάπη.
Όταν δέν ερεθίζης τόν δαιμονισμένο καί δέν του πάς κόντρα, άλλά τόν πονάς, φεύγει τό δαιμόνιο γιά λίγο ή γιά πολύ. Ή ταπείνωση είναι τό ισχυρότερο σοκ γιά τόν διάβολο.
Σέ ένα μοναστήρι, τήν ώρα πού οί προσκυνητές προσκυνούσαν τά άγια Λείψανα, πετάχθηκε ξαφνικά ένας πού είχε δαιμόνιο καί είπε στον ηγούμενο άγρια: Μέ τό ζόρι πρέπει νά πάμε;. Ό ηγούμενος ταπεινά καί μέ καλωσύνη τού είπε: Όχι μέ τό ζόρι, μέ τήν θέληση σας. Τότε εκείνος φώναξε: έγώ μέ τό ζόρι θά πάω καί όρμησε στά άγια Λείψανα καί προσκύνησε. Είδατε, πιέστηκε ό δαίμονας άπό τήν ταπείνωση καί τήν καλωσύνη του ηγουμένου. Αυτό φοβούνται οί δαίμονες.


- Γέροντα, βοηθιούνται οί δαιμονισμένοι άπό τήν χάρη τών Αγίων, όταν πηγαίνουν προσκύνημα τήν ήμερα της μνήμης τους;

- Καλύτερα δαιμονισμένοι νά μήν πηγαίνουν στά πανηγύρια, γιατί αποσπούν τόν κόσμο άπό τήν προσευχή. Γίνεται αταξία. Ας πάνε άλλη μέρα νά προσκυνήσουν. Καί άν ακόμη ξέρουν οί δικοί του ότι υπάρχει εκεί κάποιος άνθρωπος πού μπορεί νά τόν βοηθήση, ας μήν τόν πάνε εκείνη τήν ήμερα μέσα στον κόσμο. Διαφημίσεις θά κάνουμε;
Ούτε είναι σωστό, όταν φωνάζη ένας δαιμονισμένος, νά μαζεύεται κόσμος. Ένα παιδάκι δαιμονισμένο, τό καημένο, μού είπε προχθές: Έχω γίνει ρεζίλι. Είχαν μαζευτή όλοι γύρω του σάν τούς γλάρους. Φύγετε, τούς λέω. Τσίρκο έχουμε;. Τίποτε αυτοί. Δέν καταλαβαίνουν ότι, όταν κάποιος έχη ένα κουσούρι καί εκδηλώνεται μπροστά στόν κόσμο, ρεζιλεύεται.


- Γέροντα, ή θεία Κοινωνία βοηθάει τούς δαιμονισμένους;

- Γιά όσους γεννήθηκαν δαιμονισμένοι, επειδή δέν έφταιξαν οί ίδιοι, ή συχνή θεία Κοινωνία είναι τό δραστικώτερο φάρμακο. Αυτοί έχουν πολύ μεγάλο μισθό, όταν δέν γογγύζουν, μέχρι νά ελευθερωθούν μέ τήν Χάρη τού Θεού. Είναι μάρτυρες, άν υπομένουν, γι’ αυτό καί επιβάλλεται νά κοινωνούν συχνά. Ένας όμως πού δαιμονίσθηκε άπό δική του απροσεξία, πρέπει νά μετανοήση, νά έξομολογηθή, καί νά αγωνίζεται, γιά νά θεραπευθή, καί θά κοινωνήση, μέ τήν άδεια τού πνευματικού, όταν πρέπη. Αν κοινωνήση, χωρίς νά μετανοήση καί χωρίς νά έξομολογηθή, θά δαιμονισθή χειρότερα. Ένας δαιμονισμένος, όταν τόν πήγαν νά κοινωνήση, έφτυνε τήν θεία Κοινωνία. Ό Χριστός θυσιάσθηκε, καταδέχθηκε νά τού δώση τό Σώμα καί τό Αίμα Του, καί αυτός νά τό φτύνη! Φοβερό! Βλέπετε, ό διάβολος δέν δέχεται βοήθεια.

- Γέροντα, μπορούμε νά δίνουμε τά ονόματα τους νά διαβάζωνται στήν Προσκομιδή;

- Ναί, βέβαια. Οί δαιμονισμένοι πολύ βοηθιούνται, όταν οί ιερείς διαβάζουν μέ πόνο τά ονόματα τους στήν Προσκομιδή.


- Γέροντα, όταν κάποιος πού είχε δαιμονισθή έχη μετανοήσει, έξομολογήται, κοινωνάη, καί ή δαιμονική επήρεια δέν φεύγη, τί συμβαίνει;

- Δέν φεύγει, γιατί ακόμη δέν έχει σταθεροποιήσει πνευματική κατάσταση. Αν τόν βοηθήση αμέσως ό Θεός να απαλλαγή άπό αυτήν τήν δαιμονική επήρεια, αμέσως πάλι θά ξεφύγη. Γι’ αυτό ό Θεός άπό πολλή αγάπη επιτρέπει νά ύποχωρή τό κακό σιγά-σιγά. Έτσι ό άνθρωπος καί εξοφλάει καί σταθεροποιεί πνευματική κατάσταση. Όσο εκείνος σταθεροποιεί κατάσταση πνευματική, τόσο υποχωρεί καί τό κακό. Άπό τόν ίδιο θά έξαρτηθή πόσο γρήγορα θά απαλλαγή άπό τήν δαιμονική επήρεια. Μιά φορά μέ ρώτησε ένας πατέρας πού τό παιδί του είχε δαιμόνιο: Πότε θά γίνη καλά τό παιδί μου;. Όταν έσύ σταθεροποίησης πνευματική κατάσταση, του λέω, θά βοηθηθή καί αυτό. Τό ταλαίπωρο, ένώ ζούσε πνευματικά, ό πατέρας του αντιδρούσε καί του έλεγε ότι θά τρελλαθή, άν δέν άλλάξη ζωή. Άρχισε νά τό πηγαίνη ό ίδιος σέ οίκο ανοχής, οπότε τό παιδί παρασύρθηκε καί δαιμονίσθηκε. Όταν τό κυρίευε τό δαιμόνιο, ορμούσε πάνω στήν μάνα του μέ άσχημες διαθέσεις. Ή καημένη ή μάνα του αναγκάσθηκε νά φύγη σ’ ένα νησί, γιά νά γλιτώση. Ό πατέρας είχε μετανοιώσει καί προσπαθούσε νά ζή πνευματικά, άλλά τό παιδί δέν γινόταν καλά. Όταν γύρισε μέ τό παιδί του όλα τά προσκυνήματα, έμαθε όλα τά Συναξάρια τών Αγίων καί σταθεροποίησε κατάσταση, τότε έγινε καλά τό παιδί.

Για τους εξορκισμούς

- Γέροντα, σήμερα έφεραν μία δαιμονισμένη καί παρακάλεσαν νά πούμε στον ιερέα νά τής διάβαση εξορκισμούς. Τί νά κάναμε;

- Σ’ αυτήν τήν περίπτωση καλύτερα νά λέγατε νά τό κανονίση ό πνευματικός της. Γιά νά είναι ό διάβολος μέσα της, θά πή ότι ή αυτή έκανε κάποια σοβαρή αμαρτία ή οί γονείς της, καί έδωσαν δικαιώματα, γιατί ή αμαρτία φέρνει τόν διάβολο. Άν δέν μετανοήσουν καί δέν εξομολογηθούν, δέν φεύγει ή αμαρτία, επομένως δέν φεύγει καί ό διάβολος. Ή μπορεί καί γιά κάποιον άλλον λόγο νά επέτρεψε ό Θεός νά δαιμονισθή.


- Βοηθιούνται, Γέροντα, οί δαιμονισμένοι μέ τούς εξορκισμούς;

- Ανάλογα. Οί εξορκισμοί βοηθούν, όταν διαβάζονται σέ ένα παιδάκι δαιμονισμένο πού δέν έδωσε δικαιώματα καί δέν ξέρει άπό εξομολόγηση ή σέ έναν μεγάλο πού έχασε τά λογικά του καί δέν μπορεί νά έξομολογηθή. Όταν έχη τά λογικά του ό δαιμονισμένος, πρέπει πρώτα νά βοηθηθή νά βρή σέ τί έφταιξε καί δαιμονίσθηκε, νά μετανοήση, νά έξομολογηθή καί μετά, άν χρειασθή, νά τού διαβάσουν εξορκισμούς. Γιατί καί μόνο μέ τήν συγχωρητική ευχή, μπορεί νά φύγη τό δαιμόνιο.
Μερικοί ιερείς μαζεύουν καί αυτούς πού έχουν δαιμόνιο καί άλλους πού έχουν κάποια αρρώστια καί τούς διαβάζουν όλους μαζί εξορκισμούς. Ένας είχε πάρκινσον καί τού διάβαζαν εξορκισμούς. Νά, καί σήμερα, έφεραν έναν ηλικιωμένο πού έλεγαν ότι είναι δαιμονισμένος. Τό αριστερό του χέρι πάει πέρα-δώθε. Τόν πιάνουν καί κρίσεις. Άπό πότε,τόν ρωτάω, είσαι έτσι;. Άπό μικρός, μού λέει. Απόρησα. Πρόσεξα μετά ότι τό κεφάλι του, στο αριστερό μέρος, ήταν λίγο ζουληγμένο. Στήν γέννα, φαίνεται, κάτι είχε πάθει καί ύστερα είχε πρόβλημα. Νά έχη ό άλλος τόν πόνο του καί νά τού λένε πώς έχει δαιμόνιο, νά τού διαβάζουν εξορκισμούς, ­έξελθε, άκάθαρτον πνεύμα…, καί νά γίνεται ρεζίλι καί στόν κόσμο! Δέν κάνει! Πόσα παιδιά πού τά θεωρούν δαιμονισμένα, δέν έχουν δαιμόνιο! Μού έφεραν ένα παιδί είκοσι πέντε χρόνων πού έλεγαν ότι είναι δαιμονισμένο. Τού έδωσα νά πιή αγιασμό καί τό καημένο δέν αντέδρασε καθόλου. Τί κάνει τό παιδί; ρωτάω τόν πατέρα του. Άπό πότε τό έπαθε;. Άπό έξι χρόνων, μού λέει. Τότε είχαν φέρει σκοτωμένο τόν παππού του στο μαγαζί καί τό παιδί, μόλις τόν είδε, έπαθε. Είχε πάθει τό καημένο έναν νευρικό κλονισμό. Έδώ, καί σέ μεγάλον άν συμβή αυτό, μπορεί νά πάθη, πόσο μάλλον ένα
παιδάκι! Άντε, τώρα, νά τό έχουν γιά δαιμονισμένο!


- Γέροντα, οί εξορκισμοί διαβάζονται καί νοερώς;


- Νοερώς είναι καλύτερα. Βασικά οί εξορκισμοί πρέπει νά διαβάζωνται μέ πόνο, μέ ταπείνωση, όχι μέ υπερηφάνεια. Όταν οί ιερείς λένε δυνατά καί υπερήφανα τό ­έξελθε, πνεύμα άκάθαρτον, αγριεύει ό διάβολος, θυμώνει, εκμεταλλεύεται τόν εγωισμό του δαιμονισμένου καί μπορεί νά του πή: γιά δές, σέ κάνει ρεζίλι στόν κόσμο κοπάνα τον αυτόν τόν παπά, οπότε ό δαιμονισμένος αρχίζει νά χτυπάη τόν παπά. Έτσι δέν φεύγει τό δαιμόνιο, άλλά φεύγει ό παπάς μέ τό ευχολόγιο του… Μιά φορά ένας ιερέας είπε σέ έναν δαιμονισμένο: Σέ διατάζω, ακάθαρτο πνεύμα, νά φύγης άπό αυτόν τόν άνθρωπο!. Έ, γι’ αυτό κι έγώ δέν φεύγω…, του λέει ό διάβολος μέ τό στόμα του δαιμονισμένου. Γι’ αυτό λέω στους ιερείς, όταν διαβάζουν εξορκισμούς, ποτέ νά μή φωνάζουν: ­έξελθε, ακάθαρτον πνεύμα…, λες καί τά δαιμόνια δέν ακούν! Άλλά καί οί συγγενείς του δαιμονισμένου δέν χρειάζεται νά πουν σέ άλλους ότι θά καλέσουν τόν παπά νά διάβαση εξορκισμούς. Καλύτερα νά πουν ότι θά διάβαση μιά παράκληση, καί άς διάβαση τούς εξορκισμούς μέ χαμηλή φωνή.

Μαρτύριο περνούν οι δαιμονισμένοι

Πάντως πολύ ταλαιπωρούνται όσοι έχουν δαιμόνιο, γιατί καί ταπεινώνονται, άλλά καί βασανίζονται άπό τόν διάβολο! Μιά φορά είχα συναντήσει στήν Μονή Σταυρονικήτα ενα παλληκάρι είκοσι τριών ετών πού είχε δαιμόνιο. Ήταν πετσί καί κόκκαλο. Έξω έκανε παγωνιά, στόν ναό έκαιγε σόμπα, καί αυτός φορούσε ένα λεπτό κοντομάνικο πουκάμισο καί καθόταν πίσω στήν λιτή. Δέν άντεξα, πάω, του δίνω ένα μάλλινο ρούχο. Φόρεσε το αυτό, του λέω. Δέν κρυώνεις;. Τί νά κρυώσω, πάτερ, μου λέει, έγώ καίγομαι. Έ νά, αυτό είναι κόλαση.
Σέ μερικούς μάλιστα δαιμονισμένους, πού άπό τήν φύση τους είναι ευαίσθητοι, τό ταγκαλάκι τούς λέει ότι δέν θά σωθούν καί τούς βάζει νά αυτοκτονήσουν. Φοβερό! Δέν είναι μικρό πράγμα! Ήξερα κάποιον δαιμονισμένο πού καί οί παπάδες τόν είχαν βαρεθή τόν καημένο. Πήγαινε νά τού διαβάσουν εξορκισμούς καί τόν έδιωχναν. Υστερα ό διάβολος τού έλεγε καί γιά μένα: μήν πάς καί σ’ αυτόν ούτε αυτός θά σέ δεχθή, καί τόν είχε ρίξει στήν απελπισία. Έναν άλλον, πού είχε γίνει καλά μέ τήν χάρη τού Άγιου Αρσενίου, τί τόν έκανε ό διάβολος! Ειχε έρθει έδώ, γιά νά προσκύνηση τά Λείψανα τού Αγίου Αρσενίου, άλλά ήταν κλειστό τό Μοναστήρι. Τού παρουσιάζεται λοιπόν ό διάβολος μέ τήν μορφή τού Αγίου Αρσενίου κάτω στήν πόρτα καί τού λέει: Νά μήν ξαναπατήσης έδώ ούτε έγώ σέ θέλω ούτε ό Παΐσιος. Τόν έδιωξε. Κατάλαβες; Άρχισε μετά καί έβριζε τόν Αγιο, έβριζε κι έμενα. Καλά, έγώ είμαι γιά βρίσιμο, άλλά ό Άγιος!… Όποτε ό ταλαίπωρος δαιμονίσθηκε πάλι. Έδώ, μόνο μέ αναίδεια άν φερθή κανείς, απομακρύνεται ή Χάρις τού Θεού, πόσο μάλλον νά βρίζη τούς Αγίους. Ήρθε καί στο Καλύβι καί φώναζε: Τί σού έκανα καί δέν μέ θέλεις; Γιατί κι έσύ δέν μέ βοηθάς; Θέλεις νά βασανίζωμαι;. Καί νά τού λέω: ευλογημένε, ό διάβολος ήταν αυτός πού σ’ έδιωξε δέν ήταν ό Άγιος ό Άγιος δέν διώχνει, καί νά μήν άκούη. Πίστευε στόν λογισμό του. Ξέρετε τί ταλαιπωρία, τί μαρτύριο περνούν κάθε μέρα οί καημένοι;
Άλλά καί πολλοί δαιμονισμένοι ταλαιπωρούνται, γιά νά βάλουν μερικοί άλλοι μυαλό. Γιατί, όταν τούς βλέπουν πόσο βασανίζονται, προβληματίζονται, έρχονται σέ συναίσθηση καί μετανοούν. Μη νομίζετε δηλαδή ότι όσοι δαιμονίζονται έχουν περισσότερες αμαρτίες. Επιτρέπει όμως ό Θεός νά δαιμονίζωνται, οπότε εξευτελίζονται, ταπεινώνονται, ξοφλάνε αμαρτίες, παίρνουν αυτοί μισθό, άλλά βοηθιούνται καί όσοι τούς βλέπουν νά ταλαιπωρούνται.
Βέβαια θά πή κανείς ότι υπάρχουν άνθρωποι πού κάνουν ένα σωρό αμαρτίες καί δέν δαιμονίζονται πώς γίνεται αυτό; Όταν ό άνθρωπος έχη φθάσει σέ τελεία πώρωση, τότε δέν προσβάλλεται άπό τόν δαίμονα, γιατί βλέπει ό Θεός ότι δέν θά βοηθηθή. Πρέπει νά ξέρουμε ότι καί ή προσβολή άπό δαιμονική ενέργεια είναι, κατά κάποιον τρόπο, δώρο τού Θεού προς τόν αμαρτωλό άνθρωπο, γιά νά ταπεινωθή, νά μετανοήση καί νά σωθή.


από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ τ. Γ΄»

Πηγή: gerontes.wordpress.com

orthodoxos

Κυριακή ΣΤ’ Λουκά: Ομιλία περί της θεραπείας του δαιμονιζομένου των Γαδαρινών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)


Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Η. 27 – 39.

Τω καιρώ εκείνω, Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην των Γαδαρινών, υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ός είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν. Ιδών δέ τον Ιησούν και ανακράξας, προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε: τί εμοί και σοί, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μή με βασανίσης. Παρήγγειλε γάρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν απο του ανθρώπου. Πολλοίς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι, και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. Επηρώτησε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: τί σοί εστιν όνομα? Ο δέ είπε, λεγεών’ ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν’ και παρεκάλει Αυτόν ίνα μή επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. Ήν δέ εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τω όρει, και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δέ τα δαιμόνια απο του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. Ιδόντες δέ οι βόσκοντες το γεγενημένον, έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Εξήλθον δέ ιδείν το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν» και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφ’ ού τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δέ αυτοίς οι ιδόντες πώς εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν Αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ’ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο. Αυτός δέ εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. Εδέετο δέ Αυτού ο ανήρ, αφ’ ού εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι σύν Αυτώ’ απέλυσε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.

Απόδοση:


Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από την Γαλιλαία. Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν, ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τί δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του Υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»• γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε, και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια, να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου, και διηγήσου όσα έκανε σ’ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς.

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)


Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, περί του: «Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως ος είχεν δαιμόνια εκ χρόνων ικανών»

«Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως. Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. Γι’ αυτό και ο Κύριος έλεγε στους Ιουδαίους, «υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν».
Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι αθλιότεροι και από τους φανερά δαιμονιζομένους, έστω και αν διαφεύγουν την προσοχή των πολλών.


Πράγματι, ενώ οι δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τα σώματά τους και μερικές φορές βλάπτουν σωματικώς όποιους συναντούν, εκείνοι που δια των πονηρών επιθυμιών έχουν εξομοιωθεί με τον αρχέκακον εχθρό, διαφθείρουν τις ψυχές τις ιδικές τους και όσων τους συναναστρέφονται απρόσεκτα. Και ενώ οι πρώτοι στον καιρό του θανάτου αποβάλλουν μαζί με το σώμα και την επήρεια των δαιμόνων, οι δεύτεροι, επειδή αμαρτάνουν αμετανοήτως, έχουν αθάνατον και αναπόβλητον την βλάβην. Επίσης, τον ενοχλούμενον φανερώς από τον δαίμονα όλοι τον λυπούμεθα όταν τον αντικρύσωμε, ενώ τον φονέα και τον φιλάργυρον, τον υπερήφανον και τον αναίσχυντον, και τον ανυπότακτον και όλους τους ομοίους των, όχι μόνον δεν τους λυπούμεθα, αλλά και τους μισούμε. Διότι ο ένας περιπίπτει στο πάθος ακουσίως, ενώ ο φιλαμαρτήμων, προσελκύει ελευθέρως το κακόν, μερικές φορές μάλιστα αποκρύπτοντας την βλαπτικότητα και την κακοήθεια της νόσου του.

Επειδή όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την εναντίον μας μανίαν του διαβόλου, από τις επιθέσεις εκείνου κατά της ψυχής και από την συνεργία του στην αμαρτία, παρεχώρησεν ο Θεός να υπάρχουν και κατά το σώμα δαιμονοφόρητοι, ώστε να μάθουμε από αυτούς όλοι, πόσον φοβερά είναι η κατάστασις της ψυχής που έκαμε τούτον ένοικόν της δια των πονηρών έργων. Όταν δε ο Μονογενής Υιός του Θεού, από απροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, έκλινεν ουρανούς και κατήλθε στην γη, για να ελευθερώσει τις ψυχές μας από την τυραννία του διαβόλου, απεδίωκε τα δαιμόνια και από τους φανερά κατά το σώμα δαιμονιζομένους. Το έκαμε αυτό για να παρουσιάσει και να επιβεβαιώσει με την φανερώς ενεργουμένην ελευθερία και ίαση, την γινομένην κρυπτώς ελευθερία και ίαση της ψυχής.

Πράγματι, και όταν εχάρισε την θεραπεία στην ψυχή του παραλυτικού, όχι μόνον δεν επευφημήθη από εκείνους που έβλεπαν μόνον τα φαινόμενα, αλλά και εβλασφημήθη. Γι’ αυτό εθεράπευσε και την σωματικήν του παράλυση, για να μάθουν, όπως ο ίδιος έλεγε προς τους παρόντες, ότι «εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας».
Κυρίως γι’ αυτό λοιπόν απομακρύνει τους δαίμονες από τους δαιμονιζομένους, για να μάθωμε ότι αυτός είναι που τους αποδιώκει και από τις ψυχές μας, και μας χαρίζει την αιωνίαν ελευθερίαν.


«Εξελθόντι γαρ εις την γην», σύμφωνα με την αναγινωσκομένην σήμερα περικοπήν του Ευαγγελίου, «υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν». Εξήλθε, λέγει, όχι ήλθε στην ξηρά, για να δείξει ότι ήλθε με πλοίον, αφού ήδη και την θύελλα του ανέμου κατέπαυσε, και την θάλασσαν εγαλήνευσε με την επιτίμησή του. Διότι όταν από την Γαλιλαίαν επεβιβάσθη στο πλοίο με τους μαθητάς του, είπε προς αυτούς, όπως λέγει παραπάνω ο Ευαγγελιστής: «διέλθωμεν εις το πέραν». Από εδώ φαίνεται ότι προείδε το γεγονός, και από ευσπλαγχνίαν ήλθεν αυτόκλητος βοηθός στον βασανιζόμενον τόσον δεινώς και πολυετώς από τους δαίμονες. Ο Λουκάς λοιπόν λέγει ότι ήταν ένας και είχε πολλά δαιμόνια, ο Μάρκος όμως ομιλεί και αυτός περί ενός, «αλλ’ εν πνεύματι ακαθάρτω». Ο δε Ματθαίος ισχυρίζεται ότι ήσαν δύο μαζί και εβασανίζοντο από πολλά δαιμόνια.

Την αιτίαν δε, για την οποίαν άλλοι Ευαγγελισταί ομιλούν για έναν, άλλοι δε για περισσοτέρους, και δαιμονιζομένους και δαιμόνια, την εφανέρωσε και ο Λουκάς και ο Μάρκος. Διότι το ένα, το οποίον ο Μάρκος ωνόμασεν ακάθαρτον πνεύμα, εξεταζόμενο στην συνέχεια από τον Κύριον λέγει «λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμέν». Πράγματι λεγεών είναι ορμαθός και πολυάριθμον σύστημα αγγέλων ή ανθρώπων, οι οποίοι στέκονται, μετακινούνται μαζί και αποβλέπουν και κινούνται προς ένα έργον και σκοπόν. Γι’ αυτό και οι δαιμονιζόμενοι εκείνοι, επειδή ενεργούντο και εκινούντο από ένα τοιούτο σύστημα, ευρίσκοντο αδιασπάστως μαζί στα μνήματα και στα όρη, και μαζί εβασανίζοντο. Γι’ αυτό άλλοτε μεν καλούνται ενικώς, άλλοτε δε πληθυντικώς, και αυτοί και τα πονηρά πνεύματα που τους ταλαιπωρούσαν.

Δεν ανεγνώρισε δε απλώς τον Ιησούν ο λεγεών δια μέσου του ανθρώπου εκείνου, αλλά και «προσέπεσε και φωνή μεγάλη ανεκραύγασε: τι εμοί και σοί, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσεις. Παρήγγειλε γάρ» λέγει, «ο Κύριος τω ακαθάρτω πνεύματι εξελθείν από του ανθρώπου». Έχοντας καταπλεύσει επί τούτου ο Κύριος από ευσπλαχνία στην παραλίαν εκείνην όπου ζούσε ο δαιμονιζόμενος, διέταξε μεν τον λεγεώνα των δαιμόνων να εξέλθει από τον άνθρωπο, πού όμως να απέλθει δεν του είπε. Γι’ αυτό εκείνο το παμμίαρον σμήνος των πονηρών πνευμάτων κατελήφθη από αμηχανίαν, και εφοβήθη μήπως παραδοθεί τώρα από τον Κύριο στην μέλλουσαν καταδίκη, στην προετοιμασμένην γι’ αυτά γέεννα του πυρός, με την οποία θα παραδοθούν σε τελείαν ακινησίαν, αφού θα καταργηθεί κάθε ενέργειά τους. Ηναγκάσθη λοιπόν να προσέλθει, και να προσπέσει, χρησιμοποιώντας ταπεινότερα και αληθινά λόγια προς τον Κύριον, τα οποία τον εμαρτύρησαν ότι είναι Υιός του Υψίστου. Μέσα στην πονηρία τους ενόμιζαν ότι με αυτήν την μαρτυρία, σαν με κάποιαν κολακεία, θα μεταπείσουν τον Κύριον των όλων.

Και ο Κύριος ανέχθη την μαρτυρία των δαιμόνων, προς καταρτισμόν των ευρισκομένων στο πλοίο. Διότι πριν από λίγο, βλέποντας ο κόσμος τα τόσον μεγάλα θαύματά του στην θάλασσα, έλεγαν μεταξύ τους με απορία: «τις εστίν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ»; Τώρα όμως έμαθαν ότι είναι «ο Υιός του Θεού του Υψίστου». Διότι πάντοτε, ακόμη και ο διάβολος, είναι συνεργός στην βουλήν του Θεού, όχι όμως επειδή το θέλει ούτε αποβλέποντας σ’ αυτό. Γι’ αυτό και κάποιος από τους θεοφόρους λέγει, ότι «το κακόν συνεργεί στο αγαθόν, όχι με καλήν προαίρεση».
Ο δε Κύριος θέλοντας να φανερώσει στους παρόντες ότι ο δαίμων που τόσον φρίττει ενώπιόν του δεν είναι ένας, αλλά πλήθος πολύ, τον ηρώτησε: «τι σοι εστίν όνομα; Ο δε είπεν, λεγεών ονομά μοι, ότι δαιμόνια πολλά εσμέν». Λέγουν ορισμένοι ότι το τάγμα του λεγεώνος αποτελείται από έξι περίπου χιλιάδες.


«Και παρεκάλουν αυτόν», λέγει, «ίνα μη επιτάξει αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν». Βλέπεις ότι είναι ο φόβος, όπως είπαμε παραπάνω, αυτός που τους ηνάγκασε και να προσέλθουν, και να προσπέσουν, και να χρησιμοποιήσουν σχήματα και λόγια αληθινά και ταπεινότερα. Κοίταξε όμως και την Παντοκρατορικήν εξουσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Πράγματι΄ ο δαίμων και χωρίς να το θέλει τον εμαρτύρησε Κύριον και της αβύσσου. Και ποιος είναι αυτός που επιβλέπει αβύσσους; Βεβαίως ο καθήμενος στους ουρανούς, αυτός που περιέχει και κατευθύνει τα πάντα.

Βλέπε δε και ότι το στίφος των δαιμόνων δεν ημπορεί να μένει πουθενά, αν δεν έχει πάρει από αυτόν την άδειαν ή την παραχώρηση. Γι’ αυτό και όταν προσετάχθη από τον Κύριο να φύγει, αλλά δεν έλαβε εντολήν πού να απέλθει, κατελήφθη από μεγάλην βία, και εύρε ως καταφύγιον τους χοίρους, οι οποίοι έβοσκαν στο όρος, ώστε να διαφύγει δι’ αυτών. Αλλά ούτε κατ’ αυτών είχεν από μόνον του την εξουσία, πολύ δε περισσότερον δεν την έχει εναντίον των ανθρώπων. Διότι, λέγει «ην εκεί αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη εν τω όρει. Και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα επιτρέψει αυτοίς εις εκείνους απελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους. Και όρμησεν η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη». Τα δαιμόνια λοιπόν, ζητώντας δήθεν πρόφαση φυγής, και έχοντας κακοποιό προαίρεση, εζήτησαν την άδεια κατά των χοίρων, επειδή ο Σωτήρ τα εδίωκε από τους ανθρώπους. Εσυνειδητοποίησαν ότι την στιγμήν εκείνη δεν εδιώκοντο από έναν ή δύο, αλλά δια του ενός από όλους τους ανθρώπους. Και ο Κύριος τους το επέτρεψε, για να γνωρίσουμε εμείς από όσα έπαθαν οι χοίροι, ότι ούτε τον άνθρωπον εκείνον θα ελυπούντο να τον καταστρέψουν τελείως, αν δεν ανεχαιτίζοντο και πριν αοράτως από την δύναμιν εκείνου.

«Ιδόντες δε», λέγει, «οι βόσκοντες, έφυγον. Και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς το γεγονός». Λάβετε τώρα παρακαλώ στον νου σας τον άσωτον υιόν του Ευαγγελίου, που εσώθη με την απομάκρυνσιν από τους χοίρους, για να καταλάβετε ποιοι ήσαν αυτοί που έβοσκαν τους χοίρους, ή μάλλον ποιοι ομοιάζουν με αυτούς. Πράγματι ο χοιρώδης βίος εξ αιτίας της ακαθαρσίας του, συμβολίζει κάθε πονηρόν πάθος. Και χοίροι είναι κυρίως αυτοί που περιφέρουν τον ρυπωμένον από την σάρκα χιτώνα. Προϊστάμενοί τους, ένα είδος βοσκών, είναι εκείνοι που υπερέχουν από αυτούς στην ηδυπάθεια, και λαμβάνουν πρόνοιαν για την σάρκα και την δίαιτά τους, εις τρόπον ώστε να εκπληρώνουν την επιθυμία τους.
Σ’ εμάς όμως δεν επιτρέπει ο χρόνος ούτε, όπως βλέπετε, ο θόρυβος του πλήθους, να ασχοληθούμε λεπτομερώς με την συνέχεια, ποία δηλαδή είναι η γύμνωσις που προκαλείται στην ψυχήν από την αμαρτία, την οποίαν υπεδήλωνε ο δαιμονιζόμενος εκείνος, και ποία η διαβίωσις στα όρη (διότι, λέγει «ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασι») και ποίες οι αλυσίδες, οι χειροπέδες και τα δεσμά τα οποία εκείνος έσπαζε και έφευγε διωκόμενος.

Αλλά ας αποφύγωμε και εμείς, μάλιστα οι μοναχοί, την συναναστροφή και συμβίωση με τους χοίρους. Διότι κατά το Σολομώντειον λόγιον «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί», και ως επί το πλείστον καθένας είναι ή γίνεται όμοιος με τους συντρόφους του. Τι το όφελος να φύγεις οριστικώς από τον κόσμο και να καταφύγεις στα αφιερωμένα στον Θεόν φροντιστήρια, να εξέρχεσαι όμως καθημερινώς από αυτά και να συμφύρεσαι πάλι με τον κόσμο; Πώς, ειπέ μου, τριγυρνώντας στις αγορές θα αποφύγεις τα προσανάμματα των παθών, δια των οποίων επέρχεται ο θάνατος της ψυχής, που χωρίζει τον άνθρωπον από τον Θεόν; Αυτός είναι ο θάνατος «ο αναβαίνων εις ημάς δια των θυρίδων», οι οποίες είναι μέσα μας, δηλαδή των αισθήσεων. Αυτές έγιναν αφορμή να εκπέσουν από την αθανασίαν και οι προπάτορες εκείνοι.

Ας φύγωμε λοιπόν όλοι μας μακριά, άλλοι από την συμβίωση με τα κακά, έστω και αν μας φαίνεται ότι υπερτερούμε πολλών στην καταγωγή και στην δόξα και στην σωματικήν ρώμη και στον υλικόν πλούτο, και άλλοι από την ομοίωση προς τους χοίρους, λαμβάνοντας στον νου μας την λίμνην εκείνη του ασβέστου πυρός, μέσα στην οποίαν, φευ!, θα πέσουν όσοι αμετανοήτως υπηρετούν τις προσβολές των δαιμόνων. Και βλέποντας το βάραθρον στο οποίον κρημνίζονται όταν αποθαίνουν, όσοι μέχρι το τέλος τους ομοιάζουν ως προς τον τρόπον της ζωής με τους χοίρους, ας απομακρυνθούμε ανεπιστρόφως από τον όντως δυσώδη βίον της αμαρτίας, και ας προσέλθωμε έτσι καλώς και δικαίως στην πηγήν των μύρων, την οποία μας εχάρισεν ο Θεός, και εκχύνεται δια της λάρνακος από την σωρόν του εντοπίου μας Χριστομάρτυρος (Δημητρίου).

Και αφού με την χρήση τούτων αγιασθούμε και ενισχυθούμε, να κηρύττωμε και στους αγρούς και στις πόλεις, όπου και αν είμεθα, την θειοτάτην δύναμη και ενέργειαν του θείου αυτού μύρου. Δεν εννοώ με την γλώσσα και τα λόγια (διότι ποίος δεν ήκουσε με την ιδικήν του ακοή την συρροή των θαυμάτων που γίνονται εδώ;), αλλά με την μεταβολήν της ζωής μας προς το καλλίτερον, ώστε βλέποντάς μας όλοι να ειπούν, «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου», με την οποία δεξιάν έχει ζωγραφηθεί ο μέγας Δημήτριος, και δια της οποίας μετασχηματίζει αυτούς που τον πλησιάζουν προς το θειότερον, ώστε να έχει και στον ουρανόν συμπολίτες αυτούς που ευτύχησαν να είναι στην γη συγκάτοικοί του. Αυτό είθε να συμβεί με τις πρεσβείες εκείνου, και να επιτύχωμε όλοι τις υπεσχημένες ουράνιες μονές, και την εκεί συνοίκηση με τους αγίους, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα εις τους αιώνας».
Αμήν.

(13ος – 14ος αιών – ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, τομ. 11, σελ. 196. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 347 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)