Συνέχεια από Σάββατο 21. Μαρτίου 2026
Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 4
Hannah Arendt
Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:
Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)
Η Arendt πέθανε το 1975 πριν προλάβει να το συγγράψει· έτσι το Judging ανασυντέθηκε μεταθανάτια από διαλέξεις, σημειώσεις και σεμινάρια (ιδίως πάνω στον Kant).
Τέταρτη Ώρα
.....Και τα λόγια του Blaise Pascal πάνω σε αυτό το θέμα, γραμμένα στο ύφος των Γάλλων ηθικολόγων — δηλαδή με ασέβεια, θράσος, φρεσκάδα και σαρκασμό — μπορεί να είναι κάπως υπερβολικά, αλλά δεν αστοχούν στο ουσιώδες σημείο: θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα: μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά αυτή τη σφαίρα των ανθρώπινων πραγμάτων
«Φανταζόμαστε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μόνο με τη σοβαρή στολή του δασκάλου. Ήταν έντιμοι άνθρωποι που γελούσαν με τους φίλους τους όπως όλοι οι άλλοι· και όταν, για να διασκεδάσουν, έγραφαν τους νόμους και την πολιτική τους, αυτό ήταν για αυτούς παιχνίδι· ήταν το λιγότερο φιλοσοφικό και το λιγότερο σοβαρό μέρος της ζωής τους· το πιο φιλοσοφικό ήταν να ζουν απλά και ήρεμα. Αν έγραφαν για την πολιτική, το έκαναν σαν να τακτοποιούν ένα τρελοκομείο· και αν μιλούσαν γι’ αυτήν σαν να ήταν κάτι σπουδαίο, το έκαναν μόνο επειδή ήξεραν ότι οι τρελοί στους οποίους απευθύνονταν νόμιζαν ότι είναι βασιλείς και αυτοκράτορες. Υιοθετούσαν τις αρχές τους για να κάνουν την τρέλα τους όσο το δυνατόν πιο ακίνδυνη.» [41].....
Σας διάβασα μια «σκέψη» του Blaise Pascal για να στρέψω την προσοχή σας στη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής ή, καλύτερα, στη στάση που συναντάται σχεδόν σε όλους τους φιλοσόφους απέναντι στον χώρο των ανθρώπινων υποθέσεων (τὰ τῶν ἀνθρώπων πράγματα). Ο Robert Cumming έγραψε πρόσφατα: «Το αντικείμενο της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας δεν είναι η πόλις ή η πολιτική της, αλλά η σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και πολιτικής».
Αυτή η παρατήρηση ισχύει, νομίζω, για την πολιτική φιλοσοφία γενικά και ιδιαίτερα για τις απαρχές της στην Αθήνα.
Αν εξετάσουμε τη σχέση του Immanuel Kant με την πολιτική από αυτή τη γενική σκοπιά —δηλαδή αν δεν του αποδώσουμε αποκλειστικά κάτι που αποτελεί γενικό χαρακτηριστικό, μια déformation professionnelle— θα διαπιστώσουμε ορισμένες ομοιότητες και μερικές πολύ σημαντικές αποκλίσεις.
Η κύρια και πιο εντυπωσιακή ομοιότητα αφορά τη στάση απέναντι στη ζωή και τον θάνατο.
Θα θυμάστε ότι ο Πλάτων είπε πως «μόνο το σώμα του κατοικεί ακόμη στην πόλη», και ότι στον Φαίδωνα εξηγεί επίσης πόσο δίκιο έχουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι όταν λένε ότι η ζωή του φιλοσόφου μοιάζει με το να πεθαίνει κανείς.
Ο θάνατος, ως χωρισμός σώματος και ψυχής, είναι γι’ αυτόν καλοδεχούμενος· με μια έννοια αγαπά τον θάνατο, επειδή το σώμα, με όλες τις απαιτήσεις του, διακόπτει συνεχώς τις επιδιώξεις της ψυχής.
Με άλλα λόγια, ο αληθινός φιλόσοφος δεν αποδέχεται τις συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε η ζωή στον άνθρωπο.
Αυτό δεν είναι απλώς μια ιδιορρυθμία του Πλάτωνα ούτε μόνο έκφραση της εχθρότητάς του προς το σώμα. Βρίσκεται ήδη υπαινικτικά στην «ανάβαση» του Παρμενίδη προς τον ουρανό των θεών, για να διαφύγει από τις «γνώμες των θνητών» και τις πλάνες της αισθητηριακής εμπειρίας, καθώς και στην απομάκρυνση του Ηράκλειτου από τους συνανθρώπους του, αλλά και σε εκείνους που, όταν ρωτήθηκαν για την αληθινή τους πατρίδα, έδειξαν προς τον ουρανό.
Δηλαδή, αυτή η στάση είναι εγγενής ήδη στις απαρχές της φιλοσοφίας στην Ιωνία.
Και αν, μαζί με τους Ρωμαίους, κατανοήσουμε το «είναι κανείς ζωντανός» ως ταυτόσημο με το inter homines esse («να βρίσκεται κανείς ανάμεσα στους ανθρώπους») —και το sinere inter homines esse (να αφήνεται κανείς να είναι ανάμεσα στους ανθρώπους) ως ισοδύναμο του θανάτου— τότε έχουμε την πρώτη σημαντική ένδειξη για τις σεκταριστικές τάσεις της φιλοσοφίας ήδη από την εποχή του Πυθαγόρα: η αποχώρηση σε μια κλειστή κοινότητα είναι το δεύτερο καλύτερο φάρμακο απέναντι στο ίδιο το να ζει κανείς — και στο να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους.
Προς μεγάλη μας έκπληξη, βρίσκουμε μια παρόμοια αντίληψη και στον Σωκράτη, ο οποίος, ωστόσο, έφερε τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη γη. Στην Απολογία του, όπου εξισώνει τον θάνατο με έναν ύπνο χωρίς όνειρα, παρατηρεί ότι ακόμη και ο Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας θα δυσκολευόταν να θυμηθεί πολλές ημέρες και νύχτες που να πέρασε καλύτερα και πιο ευχάριστα από μία μόνο νύχτα ύπνου χωρίς όνειρα.
Η αξιολόγηση αυτών των μαρτυριών των Ελλήνων φιλοσόφων παρουσιάζει μια δυσκολία. Πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο του γενικού ελληνικού πεσιμισμού, ο οποίος επιβιώνει στους περίφημους στίχους του Σοφοκλή:
«Το να μην έχει κανείς γεννηθεί είναι το καλύτερο απ’ όλα. Αλλά όταν εμφανιστεί,
το δεύτερο κατά πολύ καλύτερο είναι τούτο:
να φύγει γρήγορα εκεί απ’ όπου ήρθε.»
(μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον· τὸ δ’, ἐπεὶ φανῇ,
βῆναι κεῖσ’ ὅποθεν περ ἥκει πολὺ δεύτερον ὡς τάχιστα
— Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ, 1224–26)
Αυτό το αίσθημα για τη ζωή εξαφανίστηκε μαζί με τους Έλληνες.
Αυτό που δεν εξαφανίστηκε —και αντίθετα άσκησε τη μέγιστη δυνατή επιρροή στη μεταγενέστερη παράδοση— ήταν η εκτίμηση για το τι πραγματεύεται κατ’ ουσίαν η φιλοσοφία, ανεξάρτητα από το αν οι εκάστοτε συγγραφείς μιλούσαν ακόμη από μια ειδικά ελληνική εμπειρία ή από την ιδιαίτερη εμπειρία του φιλοσόφου.
Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα βιβλίο που να άσκησε μεγαλύτερη επιρροή από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα.
Η γνωστή ρωμαϊκή και ύστερη αρχαία ιδέα ότι η φιλοσοφία διδάσκει πρώτα απ’ όλα τους ανθρώπους να πεθαίνουν είναι η εκχυδαϊσμένη μορφή του.
(Αυτή η ιδέα δεν είναι ελληνική: στη Ρώμη η φιλοσοφία, εισαγόμενη από την Ελλάδα, ήταν υπόθεση των ηλικιωμένων· στην Ελλάδα, αντίθετα, ήταν υπόθεση των νέων.)
Το σημείο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι αυτή η προτίμηση προς τον θάνατο έγινε ένα γενικό θέμα των φιλοσόφων μετά τον Πλάτωνα.
Όταν (τον 3ο αιώνα π.Χ.) ο Ζήνων ο Κιτιεύς, ιδρυτής της Στοάς, ρώτησε το Δελφικό Μαντείο τι πρέπει να κάνει για να φτάσει στην καλύτερη ζωή, το μαντείο απάντησε:
«Να πάρεις το χρώμα των νεκρών!»
Αυτό, όπως συνήθως, ήταν αμφίσημο.
Μπορούσε να σημαίνει:
«Ζήσε σαν να ήσουν νεκρός!»
ή, όπως λέγεται ότι το ερμήνευσε ο Ζήνων:
«Μελέτησε τους αρχαίους!»
(Καθώς αυτή η ανέκδοτη ιστορία μας παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο, Βίοι και γνώμες των επιφανών φιλοσόφων 7.2, που έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ., ούτε τα λόγια του μαντείου ούτε η ερμηνεία του Ζήνωνα είναι απολύτως βεβαιωμένα.)
Αυτή η τόσο ανοιχτά διατυπωμένη καχυποψία απέναντι στη ζωή δεν μπορούσε να επιβιώσει, με όλη την αμεριμνησία της, στην εποχή του Χριστιανισμού — για λόγους που δεν μας απασχολούν εδώ.
Τη συναντά κανείς μόνο σε χαρακτηριστικά μετασχηματισμένη μορφή στις θεοδικίες των νεότερων χρόνων, δηλαδή στις θεολογικοφιλοσοφικές διδασκαλίες που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τον Θεό· πίσω από αυτές, φυσικά, κρύβεται η υποψία ότι η ζωή, όπως τη γνωρίζουμε, χρειάζεται σοβαρή δικαιολόγηση.
Ότι αυτή η υποψία απέναντι στη ζωή συνεπάγεται μια υποτίμηση ολόκληρου του πεδίου των ανθρώπινων υποθέσεων —της «μελαγχολικής τυχαιότητάς» τους, όπως λέει ο Immanuel Kant— είναι προφανές.
Το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι ότι η επίγεια ζωή δεν είναι αθάνατη, αλλά ότι, όπως θα έλεγαν οι Έλληνες, δεν είναι «απλή» όπως η ζωή των θεών. Αντίθετα, είναι βαριά, γεμάτη ενόχληση, φροντίδα, λύπη και πόνο — και ότι ο πόνος και η δυσαρέσκεια υπερτερούν πάντοτε της χαράς και της ικανοποίησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενός γενικού πεσιμισμού, έχει κάποια σημασία να κατανοήσουμε ότι οι φιλόσοφοι δεν παραπονιούνταν για τη θνητότητα ή τη συντομία της ζωής. Ο Immanuel Kant μάλιστα εκφράζεται επ’ αυτού ρητά: μια παράταση της ζωής «δεν θα ήταν παρά μια παράταση ενός παιχνιδιού που διαρκώς παλεύει με καθαρές κακουχίες». Επίσης, το ανθρώπινο είδος δεν θα αποκόμιζε κανένα όφελος αν οι άνθρωποι μπορούσαν να προσβλέπουν σε διάρκεια ζωής 800 και πλέον ετών· διότι αυτό θα σήμαινε ότι «τα ελαττώματα… θα έφταναν σε τέτοιο ύψος, ώστε δεν θα άξιζαν καλύτερη μοίρα παρά να εξαφανιστούν από τη γη μέσω ενός καθολικού κατακλυσμού». [46]
Αυτό βρίσκεται βεβαίως σε αντίθεση με την ελπίδα για πρόοδο του ανθρώπινου είδους, η οποία διακόπτεται συνεχώς από τον θάνατο των παλαιών και τη γέννηση νέων ατόμων· διότι οι νέοι πρέπει να αφιερώσουν πολύ χρόνο για να μάθουν όσα οι παλαιοί ήδη γνώριζαν και θα μπορούσαν να είχαν αναπτύξει περαιτέρω, αν τους είχε δοθεί μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Επομένως, είναι η ίδια η ζωή που τίθεται υπό αμφισβήτηση ως προς την αξία της· και ως προς αυτό, δύσκολα θα βρεθεί μετακλασικός φιλόσοφος που να συμφωνεί σε τέτοιο βαθμό με τους Έλληνες φιλοσόφους όσο ο Καντ (έστω κι αν ο ίδιος δεν το γνώριζε).
«Ποια αξία έχει η ζωή για εμάς, αν αυτή εκτιμηθεί μόνο με βάση όσα απολαμβάνει κανείς (δηλαδή τον φυσικό σκοπό του συνόλου όλων των κλίσεών μας, την ευτυχία), είναι εύκολο να αποφασιστεί: πέφτει κάτω από το μηδέν· διότι ποιος θα ήθελε άραγε να αρχίσει ξανά τη ζωή υπό τις ίδιες συνθήκες ή ακόμη και βάσει ενός νέου, από τον ίδιο επινοημένου (αλλά σύμφωνου με τη φυσική τάξη) σχεδίου, το οποίο όμως θα στηριζόταν επίσης αποκλειστικά στην απόλαυση;» [47]
Ή, σε σχέση με τις θεοδικίες:
«Αν η δικαιολόγηση της θεϊκής αγαθότητας συνίσταται στο ότι λανθασμένα υποθέτουμε πως στις τύχες των ανθρώπων υπερισχύει το κακό έναντι της ευχάριστης απόλαυσης της ζωής —επειδή, λέγεται, ο καθένας, όσο άσχημα κι αν περνά, προτιμά να ζει παρά να είναι νεκρός— τότε μπορεί κανείς να αφήσει με ασφάλεια την απάντηση αυτής της σοφιστείας στην κρίση κάθε ανθρώπου με υγιή νου, που έχει ζήσει αρκετά και έχει στοχαστεί για την αξία της ζωής ώστε να μπορεί να διατυπώσει κρίση· αρκεί να τον ρωτήσει αν θα είχε άραγε την επιθυμία να ξαναπαίξει το παιχνίδι της ζωής —όχι βέβαια υπό τις ίδιες συνθήκες, αλλά υπό οποιεσδήποτε άλλες θα επέλεγε ο ίδιος (αρκεί να μην πρόκειται για κάποιον παραμυθένιο κόσμο, αλλά για αυτόν τον δικό μας επίγειο κόσμο).» [48]
Στο ίδιο δοκίμιο ο Immanuel Kant αποκαλεί τη ζωή «χρόνο δοκιμασίας», μέσα στον οποίο «ούτε και ο καλύτερος άνθρωπος δεν γίνεται χαρούμενος στη διάρκεια της ζωής του», και στην Ανθρωπολογία μιλά για το «βάρος που φαίνεται να ενυπάρχει εξαρχής στην ίδια τη ζωή». [49]
Και αν —επειδή η έμφαση τίθεται στη χαρά, την ηδονή και τον πόνο καθώς και στην ευτυχία— νομίζατε ότι αυτό είναι για τον Καντ, ως άνθρωπο και ως φιλόσοφο, κάτι ασήμαντο, τότε θα ήθελα να επισημάνω ότι κάποτε, σε μία από τις πολλές Reflexionen που άφησε πίσω του (και που δημοσιεύθηκαν μόλις σε αυτόν τον αιώνα), έγραψε:
«Η ηδονή και η δυσαρέσκεια συνιστούν από μόνες τους το απόλυτο, διότι είναι η ίδια η ζωή». [50]
Ωστόσο, και στην Κριτική του Καθαρού Λόγου μπορείτε να διαβάσετε ότι ο λόγος αναγκάζεται να υποθέσει μια μελλοντική ζωή, στην οποία «η ηθικότητα» και «η ευτυχία» θα είναι κατάλληλα συνδεδεμένες μεταξύ τους· διαφορετικά, «οι ηθικοί νόμοι θα έπρεπε να θεωρηθούν ως κενές φαντασιοπληξίες». [51]
Αν, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα «Τι πρέπει να ελπίζω;» είναι: τη ζωή σε έναν μελλοντικό κόσμο, τότε η έμφαση τίθεται λιγότερο στην αθανασία και περισσότερο σε μια καλύτερη ζωή.
Ας εξετάσουμε τώρα πρώτα τη φιλοσοφία του ίδιου του Καντ, για να διαπιστώσουμε με ποιες σκέψεις θα μπορούσε να έχει κατορθώσει να υπερβεί την βαθιά ριζωμένη του κλίση προς τη μελαγχολία.
Διότι ότι πρόκειται εδώ για την προσωπική του περίπτωση είναι αναμφισβήτητο, και ο ίδιος το γνώριζε πολύ καλά.
Η ακόλουθη περιγραφή του ανθρώπου με «μελαγχολική ιδιοσυγκρασία» είναι ασφαλώς ένα αυτοπορτρέτο:
«Ο άνθρωπος με μελαγχολική ιδιοσυγκρασία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το τι κρίνουν οι άλλοι [αυτοσκέψη]… Η φιλαλήθεια είναι γι’ αυτόν ύψιστη, και μισεί το ψεύδος και την προσποίηση. Έχει υψηλό αίσθημα της αξιοπρέπειας της ανθρώπινης φύσης. Εκτιμά τον εαυτό του και θεωρεί τον άνθρωπο ως ένα ον άξιο σεβασμού. Δεν ανέχεται καμία ποταπή υποτέλεια και αναπνέει ελευθερία μέσα σε ένα ευγενές στήθος. Όλες οι αλυσίδες, από τις επιχρυσωμένες που φοριούνται στην αυλή μέχρι το βαρύ σίδερο του σκλάβου στις γαλέρες, του είναι απεχθείς. Είναι αυστηρός κριτής του εαυτού του και των άλλων, και όχι σπάνια κουράζεται τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον κόσμο… Βρίσκεται σε κίνδυνο να γίνει φαντασιόπληκτος ή εμμονικός». [52]
Κατά την εξέτασή μας, δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι ο Immanuel Kant συμμεριζόταν τη γενική αυτή εκτίμηση της ζωής με άλλους φιλοσόφους, με τους οποίους κατά τα άλλα δεν συνδεόταν ούτε μέσω των διδασκαλιών του ούτε μέσω αυτής της ιδιαίτερης μελαγχολίας.
Δύο ειδικά καντιανές σκέψεις έρχονται εδώ στον νου.
Η πρώτη περιέχεται σε αυτό που η εποχή του Διαφωτισμού ονόμασε «πρόοδο» και για το οποίο έχουμε ήδη μιλήσει.
Η πρόοδος είναι πρόοδος του ανθρώπινου είδους και, ως εκ τούτου, έχει μικρή χρησιμότητα για το άτομο.
Όμως η ιδέα της προόδου μέσα στην ιστορία ως σύνολο και για την ανθρωπότητα ως σύνολο συνεπάγεται την παραμέληση του επιμέρους και κατευθύνει αντ’ αυτού την προσοχή στο «καθολικό» (όπως φαίνεται ήδη από τον τίτλο Ιδέα για μια παγκόσμια ιστορία), μέσα στο οποίο το επιμέρους αποκτά νόημα — στο όλο, για την ύπαρξη του οποίου το επιμέρους είναι αναγκαίο.
Αυτή η «φυγή», όπως θα μπορούσε να πει κανείς, από το επιμέρους —το οποίο καθαυτό στερείται σημασίας— προς το καθολικό, από το οποίο αντλεί τη σημασία του, δεν αποτελεί βέβαια ιδιομορφία του Καντ.
Ο σημαντικότερος στοχαστής από αυτή την άποψη είναι ο Baruch Spinoza, με την αποδοχή του κάθε τι που υπάρχει, με το amor fati του.
Ωστόσο και στον Καντ θα βρείτε επανειλημμένα την ιδέα ότι ο πόλεμος, οι καταστροφές και γενικά το κακό ή ο πόνος είναι αναγκαία για την παραγωγή «πολιτισμού». Χωρίς αυτά, οι άνθρωποι θα υποχωρούσαν σε μια πρωτόγονη κατάσταση καθαρά ζωικής ικανοποίησης των αναγκών.
Η δεύτερη σκέψη είναι η αντίληψη του Καντ για την ηθική αξιοπρέπεια του ανθρώπου ως ατόμου.
Έχω ήδη αναφέρει το καντιανό ερώτημα: «Γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι;».
Αυτό το ερώτημα μπορεί, κατά τον Καντ, να τεθεί μόνο αν θεωρήσουμε το ανθρώπινο είδος όπως και τα άλλα ζωικά είδη, στο ίδιο επίπεδο (και κατά μία έννοια πράγματι βρίσκεται εκεί).
«Για τον άνθρωπο… (και γενικά για κάθε έλλογο ον στον κόσμο [δηλαδή στο σύμπαν και όχι μόνο στη γη]) ως ηθικό ον, δεν μπορεί πλέον να τεθεί το ερώτημα: για ποιον σκοπό (quem in finem) υπάρχει· διότι είναι σκοπός καθ’ εαυτόν.» [53]
Έχουμε λοιπόν τρεις πολύ διαφορετικές έννοιες ή προοπτικές υπό τις οποίες μπορούμε να εξετάσουμε τα ανθρώπινα πράγματα:
το ανθρώπινο είδος και την πρόοδό του
τον άνθρωπο ως ηθικό ον και σκοπό καθ’ εαυτόν
και τους ανθρώπους στον πληθυντικό, που αποτελούν το πραγματικό κέντρο της εξέτασής μας και των οποίων ο αληθινός «σκοπός», όπως ήδη ανέφερα, είναι η κοινωνικότητα
Η διάκριση αυτών των τριών προοπτικών είναι απαραίτητη για την κατανόηση του Καντ.
Κάθε φορά που μιλά για τον «άνθρωπο», πρέπει να γνωρίζουμε αν αναφέρεται:
στο ανθρώπινο είδος,
στο ηθικό, έλλογο ον (που μπορεί να υπάρχει και αλλού στο σύμπαν),
ή στους ανθρώπους ως πραγματικούς κατοίκους της γης.
Σύνοψη
= Ανθρώπινο είδος (ανθρωπότητα)
= μέρος της φύσης
= υποκείμενο της «ιστορίας», της πανουργίας της φύσης
= εξετάζεται υπό την ιδέα του «σκοπού», της τελεολογικής κρίσης
→ δεύτερο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης
Άνθρωπος (ως έλλογο ον)
= υπακούει στους νόμους της πρακτικής λογικής που ο ίδιος θέτει
= αυτόνομος
= σκοπός καθ’ εαυτόν
= ανήκει σε ένα «βασίλειο των πνευμάτων», στη σφαίρα των νοητών όντων
→ Κριτική του Πρακτικού Λόγου και Κριτική του Καθαρού Λόγου
Άνθρωποι (ως πληθυντικό, κάτοικοι της γης)
= ζουν σε κοινότητα
= διαθέτουν κοινή αίσθηση (sensus communis)
= δεν είναι αυτόνομοι
= ακόμη και για τη σκέψη χρειάζονται την κοινότητα («ελευθερία της πένας»)
→ πρώτο μέρος της Κριτικής της Κριτικής Δύναμης, αισθητική κρίση
Σημειώσεις:
[43] Πλάτων, Φαίδων, 64.
[44] Ό.π. (αυτόθι), 67.
[45] Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 40.
[46] Immanuel Kant, «Εικαστική αρχή της ανθρώπινης ιστορίας» (Mutmaßlicher Anfang der Menschengeschichte), A 24 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 9, σ. 100).
[47] Immanuel Kant, Κριτική της Κριτικής Δύναμης (Kritik der Urteilskraft), § 83 (σημ.), B 395 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 8, σ. 557, σημ.).
[48] Immanuel Kant, «Περί της αποτυχίας όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη θεοδικία» (Über das Mißlingen aller philosophischen Versuche in der Theodizee, 1791), A 203 (Άπαντα Καντ, τόμ. 9, σ. 110).
[49] Immanuel Kant, Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht), B 72 (Άπαντα Καντ, τόμ. 10, σ. 469).
[50] Immanuel Kant, Σκέψεις περί μεταφυσικής (Reflexionen zur Metaphysik), μέρος Β΄, αρ. 4857, στο: Συγκεντρωμένα έργα του Καντ, τόμ. 18, σ. 11.
[51] Immanuel Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου (Kritik der reinen Vernunft), B 839 (Άπαντα Καντ, τόμ. 4, σ. 681).
[52] Immanuel Kant, Παρατηρήσεις για το αίσθημα του ωραίου και του υψηλού (Beobachtungen über das Gefühl des Schönen und Erhabenen), A 32 κ.ε. (Άπαντα Καντ, τόμ. 2, σ. 841 κ.ε.).
[53] Immanuel Kant, Κριτική της Κριτικής Δύναμης (Kritik der Urteilskraft), § 84, B 398 (Άπαντα Καντ, τόμ. 8, σ. 558).
Πέμπτη Ώρα
ΚΑΝΕΝΑΣ ΣΩΦΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΔΕΝ ΥΠΟΤΙΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΟΣΟ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ.