Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Το συλλείτουργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με τους Λατίνους το 1452.

                           


Η κατηγορία εναντίον του τελευταίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, για το κοινό συλλείτουργο Ορθοδόξων και λατίνων στην Αγία Σοφία στις 12 Δεκεμβρίου 1452, είναι μια πληγή που αιμορραγεί εδώ και αιώνες στην ιστορική και θεολογική συνείδηση. Για πολλούς συγχρόνους του, η πράξη αυτή θεωρήθηκε «προδοσία» της Πίστης και η πνευματική αιτία της Πτώσης. Ωστόσο, αν προσεγγίσουμε το γεγονός όχι με το ψυχρό γράμμα του νόμου ή την πολιτική σκοπιμότητα, αλλά με την πνευματική αγωνία μιας ψυχής που στέκεται στο χείλος του γκρεμού, η πράξη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αποκτά ένα βαθύ, σχεδόν μαρτυρικό νόημα.

Το να κρίνουμε τις πράξεις των ανθρώπων από την ασφάλεια του χρόνου είναι εύκολο.Το να συναισθανθούμε όμως το βάρος που σήκωσε ο Κωνσταντίνος τις παραμονές της μεγάλης σφαγής, απαιτεί πνευματική αρχοντιά και διάκριση. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ετερόδοξος στην καρδιά. Μεγαλωμένος με τα νάματα της Ορθοδοξίας, γνώριζε καλά τις δογματικές διαφορές. Όμως, βρέθηκε μπροστά στο απόλυτο πνευματικό δίλημμα: να κρατήσει μια «καθαρή» αλλά απομονωμένη στάση, αφήνοντας τις ψυχές χιλιάδων αθώων (γυναικών, παιδιών, γερόντων) να σφαγιαστούν, ή να ταπεινωθεί, να «ματώσει» τη δική του πνευματική συνείδηση, ελπίζοντας σε βοήθεια για να σωθεί το ποίμνιό του;
Στην πνευματική ζωή, η μεγαλύτερη αρετή είναι η αγάπη.
«Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιωάν. 15:13).


Ο Κωνσταντίνος έθεσε σε κίνδυνο την υστεροφημία του και, για πολλούς, την ίδια του την πνευματική καθαρότητα, όχι από προσωπικό συμφέρον —αφού ήξερε ότι ο θρόνος του ήταν ήδη χαμένος— αλλά για να εξαντλήσει κάθε ανθρώπινη και επίγεια πιθανότητα σωτηρίας των ανθρώπων του. Αυτό δεν είναι προδοσία· είναι κένωση (αυτοθυσία) στα πρότυπα του Χριστού.

Το συλλειτουργο του 1452 δεν έγινε σε κλίμα θεολογικού θριάμβου, αλλά σε ατμόσφαιρα βαθιάς θλίψης, δακρύων και τρόμου. Δεν ήταν η επικύρωση μιας δογματικής αλλοίωσης, αλλά μια απεγνωσμένη κραυγή προς τον Θεό και την ανθρωπότητα.Όπως ένας πατέρας, βλέποντας το παιδί του να πεθαίνει, θα ζητήσει βοήθεια ακόμα και από εκείνον με τον οποίο βρίσκεται σε δικαστική ή προσωπική διαμάχη, έτσι και ο Αυτοκράτορας άπλωσε το χέρι. Στα μάτια του Θεού, που κοιτάζει το «βάθος της καρδίας», εκείνο το συλλειτουργο ίσως δεν καταγράφηκε ως αίρεση, αλλά ως ο μέγιστος θρήνος μιας ετοιμοθάνατης αυτοκρατορίας.

Αν ο Κωνσταντίνος ήταν ένας καιροσκόπος πολιτικός που ξεπούλησε την πίστη του για τη δυτική βοήθεια, η ιστορία θα τον είχε καταγράψει να φεύγει με τα ιταλικά πλοία όταν όλα χάθηκαν. Αντίθετα, τι έκανε;
Την τελευταία νύχτα, στις 28 Μαΐου 1453, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων στην Αγία Σοφία ως ορθόδοξος χριστιανός, ζήτησε συγχώρεση από όλο τον λαό —ενώνοντας τους πάντες στην κοινή μοίρα του θανάτου— και το πρωί πέταξε τα αυτοκρατορικά εμβλήματα. Έπεσε στα τείχη ως απλός στρατιώτης, αρνούμενος να ζήσει ως υποτελής.
Το μαρτυρικό αίμα ξεπλένει κάθε ανθρώπινη αστοχία. Ο θάνατός του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού ήταν η τελική, αδιαμφισβήτητη ομολογία του. Δεν πέθανε για τον Πάπα, ούτε για τους Λατίνους· πέθανε για την Πόλη του Χριστού.


Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν πρέπει να κρίνεται ως θεολόγος σε καιρό ειρήνης, αλλά ως τραγικός πατέρας σε καιρό πολέμου. Το συλλειτουργο ήταν ο δικός του Γολγοθάς, η δική του προσωπική ταπείνωση. Η θυσία του και το γεγονός ότι προτίμησε τον θάνατο από την παράδοση, αποδεικνύουν ότι η καρδιά του έμεινε πιστή μέχρι τέλους. Αν μη τι άλλο, η ιστορία τον δικαίωσε στη συνείδηση του γένους όχι ως προδότη, αλλά ως τον αιώνιο υπερασπιστή της πνευματικής μας ελευθερίας.
πηγή

π. Ἀνανίας Κουστένης: Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας!


Πηγή: “Λόγοι γιὰ τὴ Ἅλωση τῆς Πόλης”, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, τόμ. Α΄, σελ. 32-34. 

Θὰ ἔπρεπε ἡ 29 Μαΐου νὰ εἶναι ἡμέρα ἀργίας – ἐδῶ κάνουμε ἀργία καὶ ἀπεργία γιὰ τὸ τίποτε – καὶ περισυλλογῆς καὶ πένθους καὶ ἀγρυπνιῶν καὶ Θείας Λειτουργίας. Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε ὅλες οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸν Ἕβρο μέχρι τὴν Κρήτη καὶ μέχρι τὰ Γιάννενα καὶ μέχρι τὴ Ζάκυνθο καὶ δὲν ξέρω ποῦ ἀλλοῦ; Γιατὶ νὰ μὴ βαράνε πένθιμα;

Ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας ἔπεσε ἡ Βασιλεύουσα. Τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀρχόντων της. Καὶ τοῦ λαοῦ της. Εἶχε συμβεῖ ἡ μέσα ἅλωση πρῶτα. Τῆς ψυχῆς ἡ ἅλωση. Ὅταν ἐγκαθιδρύθηκε στὶς ψυχὲς τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας, στὶς περισσότερες, τουλάχιστον, τὸ κράτος τῆς φιλαυτίας, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἦταν εὔκολο νὰ πέσει ἡ Βασιλεύουσα ἐξωτερικά. Ναί, ἀδελφοί μου. Κλείστηκαν μέσα στὴ Θεοφρούρητη Πόλη, ὅσοι εἶχαν ἀπομείνει. Μερικὲς χιλιάδες. Οἱ ὑπερασπιστές της δὲν ἔφταναν τὶς πέντε χιλιάδες. Δέκα χιλιάδες ἦσαν καλογεροπαίδια στὰ μοναστήρια, παρακαλῶ! Τὰ λέει κι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Πῆγαν ἐκεῖ γιὰ νὰ γλυτώσουν, νὰ μὴν πολεμήσουν, νὰ μὴν ὑπερασπιστοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν πατρίδα. Καὶ στὸ τέλος... κατεσφάγησαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, μέσα στὰ ἴδια τους τὰ μοναστήρια. Κι ὁ λαὸς εἶχε φύγει τελείως πιά, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες, μὲ τὶς ἴντριγκες, τὶς φατρίες, τὶς αἱρέσεις, τὶς διαιρέσεις, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τόσα, εἶχε ἀπελπιστεῖ τελείως. Ὅπως καὶ σήμερα. Ποιόν νὰ πιστέψεις; Ποιόν νὰ ἀκούσεις; Ποῦ ν’ ἀκουμπήσεις; Ποῦ νὰ σταθεῖς;

Καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ νέες περισσότερο, ἠσχολοῦντο, λέει ὁ ἱστορικός, περὶ τὸν καλλωπισμὸν κτλ. Καλὸ εἶν’ αὐτό. Ἀλλὰ νὰ ’χουμε κι ἄλλον καλλωπισμό. Νὰ πηγαίνουμε καὶ βαθύτερα. «Ἴσθι φιλόκαλος ἀλλὰ μή καλλωπιστής», ποὺ θὰ ’λεγαν κι οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι. Κι ὅταν τὸ ξημέρωμα τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας, τῆς Τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, ὅπως τὴ λέει καὶ τὸ λαϊκὸ ἄσμα, ἔμπαιναν οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς Βυζαντινὲς φτιαγμένες καὶ στολισμένες πήγαιναν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, γιὰ τὸ πανηγύρι. Ἦσαν κι αὐτοὶ γιὰ τὰ πανηγύρια, λίγο. Καὶ τὶς πρόλαβαν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὶς ἐφρόντισαν. Ἀκόμη, εἴχαμε μαύρη ἀγορὰ στὰ τρόφιμα. Ἄλλοι πέθαιναν ἀπ’ τὴν πεῖνα καὶ πολεμοῦσαν νηστικοὶ καὶ διψασμένοι, κι ἄλλοι ἔκρυβαν τὰ τρόφιμα, γιὰ νὰ ’κονομίσουν περισσότερα. Μαύρη ἀγορά!

Εἶχε φύγει, λοιπόν, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Στὸ «Χρονικό» τοῦ Ρώσου Νέστορος, τοῦ μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἐξῆς φοβερό, ὅτι λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση ἔγινε κρότος φοβερὸς στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ θόρυβος μεγάλος, καὶ μάλιστα στὸ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Κι εἶδαν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὸν τροῦλο τῆς ἐκκλησίας μιὰ λάμψη μεγάλη καὶ ν’ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἐγκαταλείποντας τὴν ἐκκλησιά, τὴ Μεγάλη ἐκκλησιά, στὸ σκοτάδι. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἔφυγε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ! Γιατὶς ἁμαρτίες τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀρχόντων θὰ παρέδιδε ὁ Θεὸς τὴ Βασιλεύουσα στοὺς μωαμεθανούς. Γιατὶ «εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει».

Ἡ μέσα Ἅλωση ἔφερε τὴν ἔξω Ἅλωση, ἡ ὁποία, ὅμως γιὰ τοὺς περισσότερους τῶν Ἑλλήνων, στάθηκε εὐεργετική. Γιατὶ ὅπως λέει ὁ μεγάλος Μακρυγιάννης «στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας πολλοὶ ἁγίασαν». Ὁ λαὸς πιά ἄφησε τὰ μίση, τὶς ἔχθρες, τὶς ματαιότητες, τὶς μικροψυχίες κι ἀγκάλιασε τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό. Καὶ αἰσθάνθηκε τὴ θλιμμένη Παναγιά. Ταπεινώθηκε θεληματικὰ καὶ ἐπήρε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ λέει ἡ Θεία Γραφή «Ὁ Θεὸς ταπεινοῖς δίδωσι χάριν». Καὶ βγῆκαν ἀναρίθμητοι Νεομάρτυρες καὶ Ἅγιοι, ποὺ ἐστόλισαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἁγίασαν μὲ τὰ αἵματά των τὸ σκλαβωμένο καὶ μαρτυρικὸ τοῦτο τόπο. Κι ἐκεῖνα τὰ αἵματα ἔγιναν θεμέλιο κι ἐστήριξαν τὸ Γένος τὸ σκλαβωμένο.

Γιατὶ οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ἐναντίον τῶν μωαμεθανῶν κατακτητῶν ἦσαν οἱ Νεομάρτυρες. Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν τονίζεται ἐπαρκῶς καὶ δεόντως. Οἱ Νεομάρτυρες! Που δὲν ἐσήκωσαν συμβατικὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου, ὅπως οἱ κλεφταρματωλοί, ἀλλὰ ἐσήκωσαν τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά. Τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς τους. Τὰ ὅπλα τῆς καρδιᾶς τους. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Τῆς ἀγάπης. Τῆς ἐλπίδος. Τοῦ μεγαλείου τῆς θρησκείας μας. Κι αὐτοὺς φοβήθηκαν περισσότερο οἱ Μουσουλμάνοι. Καὶ μάλιστα πιό πολύ ἀπ’ ὅλους, φοβήθηκαν τὸν Ἅγιο τῶν σκλάβων, τὸν μεγάλο διδάχο, τὸν ἰσαπόστολο καὶ ἱερομάρτυρα καὶ ἐθνομάρτυρα Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, δὲν ξέρω σήμερα ἂν ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑπῆρχε, θὰ ἦτο Ὀρθόδοξος.


Θα 'ρθεις σαν αστραπή | Ελληνικό τραγούδι για την πτώση της Κωνσταντινούπολης




Θα' ρθεις σαν αστραπήθα' χει η χώρα γιορτή θάλασσα γη και ουρανός στο δικό σου φως. Θα ντυθώ στα λευκά να σ’ αγγίξω ξανά φως εσύ και καρδιά μου εγώ πόσο σ’ αγαπώ. 

Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος, έλεω Θεού Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Στην πύλη του αγίου Ρωμανού, καβαλικά τη φάρα του την ασπροποδαράτην, Τέσσερα Βήτα, έλεος, έλεος, Μαρμαράς, Βόσπορος και Μαύρη Τρίτη Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή πόλη, Εάλω η πόλη Βασιλεύουσα, πύλη χρυσή κι ο πορφυρογέννητος στην κόκκινη μηλιά. Η πόλη ήταν το σπαθί, η πόλη το κοντάρι, η πόλη ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι.

 Στην πύλη του αγίου Ρωμανού έφυγες για αλλού κι άγγελος θα σε φέρει εδώ στον σωστό καιρό. Μες την Άγια Σοφιά θα βρεθούμε ξανά λειτουργία μελλοντική οι Έλληνες μαζί 

Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος, έλεω Θεού Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Στην πύλη του αγίου Ρωμανού, καβαλικά τη φάρα του την ασπροποδαράτην, Τέσσερα Βήτα, έλεος, έλεος, Μαρμαράς, Βόσπορος και Μαύρη Τρίτη Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή πόλη, Εάλω η πόλη Βασιλεύουσα, πύλη χρυσή κι ο πορφυρογέννητος στην κόκκινη μηλιά. Η πόλη ήταν το σπαθί, η πόλη το κοντάρι, η πόλη ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι

 Θα' ρθεις σαν αστραπή θα' χει η χώρα γιορτή θάλασσα γη και ουρανός στο δικό σου φως. Μες την Άγια Σοφιά θα βρεθούμε ξανά λειτουργία μελλοντική οι Έλληνες μαζί 

Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος!

ΔΙΑΛΥΣΗ 8 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Πέμπτη 28. Μαΐου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 8

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA


Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025

Non serviam

Όλες οι νεότερες ιδεολογίες, χωρίς καμία εξαίρεση, παραπέμπουν στο non serviam, σε εκείνο το «δεν θα υπηρετήσω» που είπε ο Εωσφόρος εναντίον του Θεού. Παραπέμπουν, δηλαδή, στον νεότερο υποκειμενισμό, στο υποκείμενο που θέτει τον εαυτό του στο κέντρο μέχρι του σημείου να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την Αλήθεια, διακηρύσσοντας: δεν είμαι εγώ στην υπηρεσία της αλήθειας, αλλά είναι η αλήθεια που περνά στην υπηρεσία μου. Αν με βολεύει, είναι αλήθεια· αν δεν με βολεύει, δεν είναι πλέον. Λοιπόν, αυτός ο νεότερος υποκειμενισμός είναι η επανέκδοση του non serviam ή του «θα είστε σαν θεοί», ένας νεότερος υποκειμενισμός που δυστυχώς έχει εξαπλωθεί και στην Καθολική Εκκλησία, στα ανώτατα επίπεδά της, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και εξής.

Ο Lev Trotsky υπήρξε ίσως ο κύριος θεωρητικός ενός εξισωτικού ανθρωποκεντρισμού, προωθημένου μέχρι τον μαζικό υπερανθρωπισμό. Στο δοκίμιό του του 1924, Λογοτεχνία και Επανάσταση, δήλωνε: «Ο άνθρωπος θα γίνει απείρως πιο δυνατός, πιο ευφυής, πιο εκλεπτυσμένος, το σώμα του πιο αρμονικό, οι κινήσεις του πιο δυναμικές, η φωνή του πιο μουσική. Οι μορφές της καθημερινής ζωής θα αποκτήσουν μια δυναμική θεατρικότητα. Ο μέσος ανθρώπινος τύπος θα ανυψωθεί στο επίπεδο του Αριστοτέλη, του Goethe, του Marx. Πάνω σε αυτή την κορυφογραμμή θα υψωθούν νέες κορυφές». Μέσω του τέλειου εξισωτισμού, ακόμη και με ευγονικούς υπαινιγμούς στην επιλογή, ιδού ο μαζικός υπεράνθρωπος: ο αντίθετος αλλά συμμετρικός δρόμος προς τον αντι-εξισωτικό υπερανθρωπισμό του Nietzsche.

Όχι διαφορετικά από τον φιλελεύθερο καπιταλισμό, και η μαρξιστική σκέψη χαρακτηρίζεται με έντονα οικονομιστική έννοια: για τον μαρξιστή, όπως και για την πλειονότητα των φιλελευθέρων, η οικονομία, μαζί με την τεχνική, είναι το πεπρωμένο.

Αντίθετα προς ό,τι είναι κοινό να πιστεύεται, η οικονομική νοοτροπία τείνει προς την αφαίρεση, όχι προς τη συγκεκριμενικότητα. Βασίζεται στον υπολογισμό, και ο υπολογισμός ωθεί προς την ανθρωπολογική αφαίρεση: τείνει να συλλαμβάνει τα ανθρώπινα όντα κυρίως ως παραγωγούς, πωλητές, καταναλωτές ή ως εργατική δύναμη, το πολύ ως τάξη ενωμένη από κοινά συμφέροντα. Σε αυτή την οπτική, η οποία θα φαινόταν να είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη, δηλαδή να εκκινεί από τις υλικές ανάγκες, κρύβεται η αφαίρεση του εργαλειακού, υπολογιστικού λόγου, ο οποίος υπερβαίνει με καθαρά ποσοτική και χρησιμοθηρική έννοια τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, τις ταυτότητές τους. Υπάρχει εγγενής σε αυτήν η τάση, ήδη τυπική της αστικής σκέψης, να υποτάσσει, να υποτιμά και συχνά να θέλει να εξαλείψει τις διαφορές. Το βλέπουμε περισσότερο από ποτέ σήμερα, στην εποχή του παγκόσμιου καπιταλισμού και των πολυεθνικών με απεριόριστο κέρδος.


Το αν ένας άνθρωπος είναι Λομβαρδός ή Καλαβρός, Βενετός ή Απουλός, Ευρωπαίος ή Αφρικανός, Ρώσος ή Αμερικανός, Κινέζος ή Αυστραλός, είναι εντελώς σχετικό. Το σημαντικό είναι να βγάζει χρήματα, να είναι αποδοτικός στον τρόπο εργασίας, να έχει επαρκή αγοραστική δύναμη ώστε να είναι καλός καταναλωτής: όλοι πρέπει να αγοράζουν τα ίδια προϊόντα, να ντύνονται πάνω-κάτω με τον ίδιο τρόπο, να ακολουθούν τις ίδιες μόδες, να χρησιμοποιούν την ίδια τεχνολογία. Με την τεχνο-καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση είμαστε όλοι αιωρούμενα άτομα, που τείνουν προς το ομοιογενές αδιαφοροποίητο. Η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ενισχύει αυτό το μοντέλο: υπάρχει ο άνθρωπος και μόνο ο άνθρωπος, εννοημένος ως αδιαφοροποίητο, ελεύθερο, ίσο, καθολικό άτομο. Το αποκορύφωμα της αφαίρεσης.

Όπως υποστήριζε ο Βραζιλιάνος στοχαστής Plinio Corrêa de Oliveira, «η Επανάσταση, θεμελιωδώς εξισωτική, ονειρεύεται να συγχωνεύσει όλες τις φυλές, όλους τους λαούς και όλα τα κράτη σε μία μόνη φυλή, σε έναν μόνο λαό και σε ένα μόνο κράτος». Αυτός είναι ο στόχος του σημερινού παγκοσμισμού ή γκλομπαλισμού. Ο όρος φυλή έχει πλέον σχεδόν απαγορευθεί από την πολιτική ορθότητα, ενώ ο όρος εθνότητα μόλις που γίνεται ανεκτός· η κοινωνία συλλαμβάνεται από εκείνον που πρέπει να τη διευθύνει ως ένα απλό άθροισμα ατόμων προικισμένων με μια αφηρημένη αντίληψη της ιδιότητας του πολίτη. Γίνεται ανοιχτά λόγος για επιμειξία, για παγκόσμιο κράτος ή, καλύτερα, για παγκόσμια διακυβέρνηση.

Ο σημερινός εξισωτισμός τείνει επίσης να θέλει να αρνηθεί τις περιφερειακές αυτονομίες στο εσωτερικό ενός κράτους: αυτό μαρτυρεί η πρόσφατη συζήτηση για τη διαφοροποιημένη περιφερειακή αυτονομία στην Ιταλία. Για τον γράφοντα, η διαφοροποιημένη αυτονομία είναι πολύ λίγο: ένα αυθεντικά ομοσπονδιακό κράτος, με ισχυρή κυριαρχία αλλά μοιρασμένη ανάμεσα στο κέντρο και στις εδαφικές πραγματικότητες —περιφέρειες ή μακροπεριφέρειες—, θα αντιπροσώπευε την επιστροφή σε μια παραδοσιακή μορφή κυριαρχίας σε σχέση με εκείνη την αλλοιωμένη του νεωτερικού κράτους. Αλλά οι αντιπαραθέσεις που προκαλεί ένα απλό ζεστό επίθεμα, στην πραγματικότητα, όπως η διαφοροποιημένη αυτονομία, είναι όλες εμπνευσμένες από το γεγονός ότι δήθεν δεν θα σεβόταν την ισότητα που θεσπίζεται στο Σύνταγμα. Θα δημιουργούνταν ένα σύστημα υγείας και ένα σχολείο πρώτης κατηγορίας στις πλουσιότερες περιφέρειες και δεύτερης κατηγορίας στις φτωχότερες περιφέρειες. Έστω ότι πρόκειται για πραγματικό επιχείρημα —θα είχα κάποιες αμφιβολίες—, αρνείται κανείς τη νομιμότητα του διαφοροποιημένου περιφερειακισμού στο όνομα του εξισωτισμού, δηλώνοντας: οι Περιφέρειες που έχουν τη δυνατότητα να έχουν αρμοδιότητες σε ορισμένους τομείς θα έπρεπε να τις εγκαταλείψουν. Το ότι πίσω από αυτό υπάρχει και η κλαψιάρικη στάση εκείνου που ζει με τα χρήματα των άλλων είναι πολύ πιθανό· όμως το κύριο επιχείρημα είναι ο κρατικός εξισωτισμός, ο οποίος προτιμά την ιακωβίνικη και συγκεντρωτική αντίληψη με τη βοηθητική της δυναμική, όσο αποτυχημένη κι αν είναι.

Αν αυτό υπήρξε για πάρα πολύ καιρό το ιδεώδες της δεξιάς και, ιδίως, της δεξιάς του MSI, σήμερα έχει γίνει το αγαπημένο επιχείρημα της αριστεράς και των Πεντάστερων. Αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι είναι ένα επιχείρημα ιακωβίνικης, συγκεντρωτικής και θεμελιωδώς εξισωτικής μήτρας. Είναι φανερό ότι το σύστημα υγείας του Νότου δεν λειτουργεί όπως εκείνο της Λομβαρδίας, της Εμίλια, του Βένετο: η διαφορά υπάρχει ήδη! Αλλά από φόβο μήπως χαθούν χρήματα, τα οποία σήμερα αποστραγγίζονται φορολογικά από τις πλουσιότερες περιφέρειες, επικαλούνται την αρχή της συνταγματικής ισότητας εναντίον της περιφερειακής αυτονομίας, η οποία είναι επίσης συνταγματική.

Είναι η ίδια λογική εκείνου που στο παρελθόν κατέστρεψε τα ενδιάμεσα εδαφικά σώματα, επειδή έπρεπε να υπάρχουν μόνο Γάλλοι, μόνο Ιταλοί, μόνο Γερμανοί. Ακόμη κι αν σε αυτή την περίπτωση πιέζουν πελατειακά συμφέροντα, επιβεβαιώνεται η ίδια αρχή.

Χαμένα υποκείμενα
μέσα στην πολιτική ορθότητα


Από τον ουμανισμό της Αναγέννησης, έπειτα με τον Λούθηρο και τον Καλβίνο και, φιλοσοφικά, με τον Καρτέσιο, επιβεβαιώνεται ο νεότερος υποκειμενιστικός ατομικισμός, ο οποίος είχε ήδη βρει έναν αξιοσημείωτο πρόδρομο στον νομιναλιστή του δέκατου τέταρτου αιώνα Γουλιέλμο του Όκκαμ. Στο κέντρο υπάρχει μια μεταφυσική, περισσότερο ή λιγότερο συγκαλυμμένη: το ανθρώπινο υποκείμενο στη θέση του Θεού. Αυτό το ανθρώπινο υποκείμενο, που γίνεται κύριος και αφέντης του κόσμου, μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικό τρόπο: ως ένα Εγώ —αυτό κάνει ο φιλελευθερισμός—, ως ένα Εμείς —αυτό κάνει ο σοσιαλισμός και, επομένως, ο κομμουνισμός, ο εθνικισμός και, συνεπώς, και οι φασισμοί. Είτε το υποκείμενο είναι το Εγώ είτε το Εμείς, παραμένουμε πάντως μέσα στον υποκειμενισμό: το ανθρώπινο υποκείμενο γίνεται το κέντρο, στη θέση του Θεού.

Αυτό οδηγεί σε έναν απόλυτο σχετικισμό των αξιών, σε έναν πραγματικό μηδενισμό, του οποίου η ιδεολογία του φύλου είναι μόνο το τελευταίο προϊόν, το σημείο στο οποίο το υποκείμενο, τυφλωμένο από την υπερηφάνεια, αξιώνει να αυτοθεμελιώσει τον εαυτό του πάνω στη δική του βούληση και να αρνηθεί, στο όνομα αυτής της βούλησης, αυτό που πραγματικά είναι. Σε έναν παράφρονα κόσμο όπως ο σημερινός, υπάρχει μάλιστα και όποιος αυτοπροσδιορίζεται, σύμφωνα με την ιδεολογική νεογλώσσα, ως μη δυαδικός: παρά την προφανή ένταξη, πρώτα απ’ όλα γενετική, του εν λόγω υποκειμένου σε ένα από τα δύο φύλα, αυτό αρνείται την ένταξη σε ένα καθορισμένο γένος. Γένος είναι η λέξη που, στην ιδεολογική νεογλώσσα, αντικατέστησε εκείνη του φύλου, εννοημένου ως ανδρική ή γυναικεία ένταξη. Είναι το παραλήρημα του νεότερου υποκειμένου, το οποίο, παρότι είναι σαφώς έμφυλο, δηλαδή διαφοροποιημένο, αρνείται τη συστατική του ταυτότητα, αντικαθιστώντας την πραγματικότητα με την αυθαιρεσία του, επειδή θέλει να είναι ρευστό.

Με δεδομένο ότι η λέξη γένος θα έπρεπε να γίνει ταμπού, καθόσον είναι η ιδεολογική παραχάραξη του φύλου, η άρνηση της σεξουαλικής ένταξης είναι το πιο ριζικό παραλήρημα της υποκειμενικότητας. Είναι το σαρτρικό παραλήρημα σύμφωνα με το οποίο η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, και αν δεν μου αρέσει η ουσία μου, τότε την αλλάζω· αν δεν μπορώ να την αλλάξω, τότε προσποιούμαι. Αλίμονο σε οποιονδήποτε παρεμβληθεί ανάμεσα σε εμένα και στην προσποίησή μου! Από εδώ προέρχεται η φανατική μισαλλοδοξία των υποστηρικτών του gender και του queer: πηγαίνοντας ενάντια στη βιολογία, στον νόμο της φύσης, στην αλήθεια, στη θρησκεία, στην ιστορία, πηγαίνοντας ενάντια στην απλή κοινή λογική, ενάντια στην πραγματικότητα, το θέλειν-να-είναι φαίνεται σήμερα να θριαμβεύει πάνω στο είναι. Ο υποκειμενισμός, ο σχετικισμός, ο ανθρωποκεντρισμός οδηγούνται στο άκρο από το «θα είστε σαν θεοί» που αντηχεί σήμερα όπως στην Εδέμ. Είναι ένας πόλεμος εναντίον του είναι και είναι ένας πόλεμος εναντίον του Δημιουργού.

Όλα αυτά παραπέμπουν στον ατομικισμό —την ελευθερία εναντίον κάθε ένταξης— και στον εξισωτισμό —την καταστροφή κάθε συστατικής διαφοράς. Το αποτέλεσμα είναι ένα υποκείμενο δήθεν άφυλο, αλλά ερωτικοποιημένο μέχρι το μεδούλι, μέσα σε έναν υπερ-υλιστικό κόσμο που έκανε τη σωματική απόλαυση απόλυτη προσταγή, όσο και την απληστία για χρήμα και εμπορεύματα.

Οι σημερινές εξισωτικές τάσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τον μαρξισμό, ο οποίος ήταν ακόμη δεμένος με την οικονομική επανάσταση μέσα στο όνειρο της αταξικής κοινωνίας. Μετά την πτώση του κομμουνισμού —1989-91— και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αν και με ισχυρά προηγούμενα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, επιβλήθηκε πράγματι μια ενιαία σκέψη, την οποία σήμερα, εδώ και μερικά χρόνια, ονομάζουμε woke, και η οποία προηγουμένως μπορούσε να ορισθεί ως liberal, επειδή ήταν τυπική του liberal προοδευτισμού, αλλά επίσης φούξια και ουράνιο τόξο. Αυτή η ενιαία σκέψη, η οποία εκφράζεται επίσης στην τρέλα της επιμειξίας, θεωρεί ότι κάθε πραγματική διαφορά πρέπει να πολεμηθεί: επομένως όχι πια κράτη, όχι πια πατρίδες, μεγάλες ή μικρές, αλλά η Παγκόσμια Δημοκρατία με παγκόσμια διακυβέρνηση· όχι πια φυλές, αλλά το melting pot του αμερικανικού μοντέλου ως ιδεώδες· όχι πια φύλα, αλλά μόνο γένη συνδεδεμένα με την ατομική αυθαιρεσία της επιθυμίας· αντιπατριαρχικός φεμινισμός που τείνει στην αδιαφοροποίηση των ρόλων και στο μίσος για τη μητρότητα· καμία οντολογική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο και επομένως καμία ιεραρχία μέσα στη Δημιουργία.

Στον φιλελεύθερο-καπιταλιστικό πολιτισμό, το σημείο εκκίνησης υπήρξε το νεότερο φυσικό δίκαιο, μακριά, με ατομικιστική και υποκειμενιστική έννοια, από το κλασικό και μεσαιωνικό-θωμιστικό φυσικό δίκαιο. Το νεότερο φυσικό δίκαιο συμπίπτει με την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία είναι, σε τελική ανάλυση, η βάση του ατομικιστικού και εξισωτικού παραληρήματος. Από τα δικαιώματα του ανθρώπου —τα οποία, κατά τα άλλα, δεν παύουν να πολλαπλασιάζονται— περάσαμε σε εκείνα, τα πιο ειδικά, της γυναίκας· από τη γυναίκα στον ομοφυλόφιλο· από τον ομοφυλόφιλο στη ρευστότητα των φύλων, χωρίς να λησμονούμε το άνευ όρων δικαίωμα να μεταναστεύει κανείς όπου θέλει, επειδή η γη ανήκει σε όλους, διαβρώνοντας την ίδια τη νομική διαφορά ανάμεσα σε πολίτη και μη πολίτη, μέχρι να ξεπουληθεί κατόπιν η ίδια η ιδιότητα του πολίτη.

Αν ο βιολογικός ρατσισμός είναι μια άρρωστη και αντιχριστιανική ιδεολογία, ο ιδεολογικός αντιρατσισμός, ο οποίος τον ανατρέπει χωρίς να εξέρχεται από το άρρωστο όνειρο της άρνησης κάθε ετερότητας —η επιμεικτική ομοιογένεια ως σχέδιο—, είναι εξίσου άρρωστος και αντιχριστιανικός. Δεν οδηγεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά συμβάλλει στην καταστροφή των πολιτισμών και των πολιτισμικών μορφών. Οι βιολόγοι που επί δύο αιώνες επέμεναν εμμονικά στην έννοια των ανθρώπινων φυλών, μερικές φορές διακηρύσσοντας αυθαίρετα την ανωτερότητα της μιας έναντι των άλλων, τώρα θέτουν την ίδια τη λέξη εκτός νόμου: αυτό επειδή η βιολογία είναι μια «θλιβερή επιστήμη», συχνά υποτελής στην εξουσία και στην κυρίαρχη ιδεολογία. Το να αρνείται κανείς την ύπαρξη των φυλών είναι σαν να αρνείται την ύπαρξη των φύλων, δηλαδή να αρνείται την πραγματικότητα· το να υποστηρίζει ότι υπάρχουν φυλές δεν συνεπάγεται περιφρόνηση για τους άλλους, ακόμη κι αν αυτό συνέβη συχνά στο παρελθόν. Όποιος αρνείται την ύπαρξη των φυλών —οι οποίες δεν συνεπάγονται μια αυθαίρετη ιεραρχία αξίας— αρνείται τις προφανείς βιολογικές διαφορές ανάμεσα στους διάφορους λαούς της γης και δεν προσφέρει υπηρεσία στην αλήθεια.

Η ίδια η ιταλική λέξη negro, απολύτως ουδέτερη, η οποία δεν συνεπάγεται καμία περιφρόνηση, τέθηκε ξαφνικά υστερικά εκτός χρήσης από τους θλιβερότατους μιμητές μας των πολιτικά ορθών παρανοιών από την άλλη πλευρά του Ωκεανού. Μήπως και ο Leopold Senghor (1906-2001), πολιτικός άνδρας και μεγάλος ποιητής της négritude, ήταν για τους φανατικούς της πολιτικής ορθότητας ακούσιος ρατσιστής; Ακόμη και ο όρος μετανάστης αντικαταστάθηκε κάποια στιγμή από τον νεολογισμό migrante, ο οποίος θεωρήθηκε καταλληλότερος από δημοσιογράφους και πολιτικούς για να επιβάλουν, αποικίζοντας τα μυαλά, μια μεταναστευτιστική προοπτική. Γενικά, η γκροτέσκα εκκαθάριση της γλώσσας από οτιδήποτε θα μπορούσε, έστω και μόνο θεωρητικά, να προσβάλει μια μειονότητα είναι μία από τις παράλογες μόδες των καιρών μας.

Σε έναν κόσμο όπου όλες οι διακρίσεις πρέπει να εξαλειφθούν, η ίδια η λέξη κανονικότητα εξορίζεται από την κοινή γλώσσα. Το να υποστηρίζει κανείς ότι υπάρχουν φυσιολογικοί άνθρωποι θα συνεπαγόταν μια κρίση εναντίον των παρεκκλίσεων —σεξουαλικών και μη—· επομένως δεν μπορεί πλέον να το λέει, προκαλεί σκάνδαλο. Ακόμη και οι θρησκευτικές διαφορές, εφόσον επιβιώνουν, πρέπει να αμβλύνονται όλο και περισσότερο, σύμφωνα με τη λαϊκιστική και μασονική ιδεολογία. Μια καθολική θρησκεία πλήρως επικεντρωμένη στη γήινη εμμένεια —άρα μια μη-θρησκεία— φαίνεται να βρίσκεται στα σχέδια των ίδιων των καθολικών μοντερνιστών, από τον Ιωάννη Παύλο Β΄ —Ασίζη, 1986— έως τον Jorge Mario Bergoglio —Abu Dhabi, 2019.

Είναι η πλέον προχωρημένη διαδικασία της Ανατροπής, η οποία είναι στην πραγματικότητα η επέκταση του ατομικισμού και του εξισωτισμού σε όλες τις όψεις της ζωής. Η βάση αυτής της επέκτασης είναι η υλιστική νοοτροπία, η οποία ανύψωσε πάνω απ’ όλα την αγορά και το κέρδος, την αποχαλινωμένη τεχνική και την πρωτοκαθεδρία του ατόμου, εκθρονίζοντας τον Θεό και κάθε υπερβατική αξία, βυθιζόμενη σε μια όλο και πιο βέβηλη και αποϊεροποιημένη θεώρηση της ύπαρξης, άρα όλο και περισσότερο στερημένη από όρια και μέτρο.

Παραδόξως, η κατάρρευση της μεγάλης σοβιετικής ολοκληρωτικής φυλακής και, επομένως, της κομμουνιστικής ουτοπίας δεν ανέκοψε, αλλά οδήγησε στο άκρο την δυτική Ανατροπή, εμποτισμένη από μηδενιστικό μνησίκακο αίσθημα απέναντι στην ύπαρξη. Πρέπει όμως επίσης να ειπωθεί ότι η σημερινή Ανατροπή δεν έχει πλέον τίποτε από το μεγαλείο, έστω και μακάβριο, έστω και τραγικό, των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα, αλλά συχνά ξεφεύγει προς το ακούσια γελοίο, όπως αποδεικνύει η πολιτική ορθότητα. Αλλά το γκροτέσκο, όπως διδάσκει η θεολογία, είναι επίσης ένα από τα χαρακτηριστικά εκείνου που κάνει τον εαυτό του σαν Θεό, αντιγράφοντάς Τον σαν πίθηκος, και που είναι Εχθρός του ανθρώπου.

Συνεχίζεται με: Η κρίση στην Εκκλησία

Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1


Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1

Σειρά μαθημάτων του Stefano Fontana, με θέμα:


Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία

Να που βρισκόμαστε ξανά μαζί, αγαπητοί φίλοι, μετά την παύση· είμαστε στην αρχή μιας νέας χρονιάς της Σχολής Χριστιανικής Φιλοσοφίας. Καλωσορίζω όλους, εκείνους που θα παρακολουθήσουν ζωντανά απόψε, συμμετέχοντας ενδεχομένως και με εμβαθύνσεις και ερωτήσεις στη συζήτησή μας, και καλωσορίζω θερμά όσους, μη μπορώντας να το κάνουν απόψε, θα συνδεθούν προσεχώς, διότι, όπως γνωρίζετε, τα βιντεομαθήματά μας παραμένουν στη διάθεση των εγγεγραμμένων.
Είμαι πολύ χαρούμενος που ξαναρχίζω την πορεία μαζί σας· το λέω για εκείνους —το είδα από τα ονόματα των εγγεγραμμένων— που έχουν ήδη παρακολουθήσει προηγούμενα μαθήματα για τη χριστιανική φιλοσοφία, αλλά είμαι επίσης χαρούμενος που συναντώ, εντός εισαγωγικών, εικονικά, πολλούς που εγγράφηκαν για πρώτη φορά σε αυτή τη σχολή.
Με χαροποιεί που συμβαίνει αυτό, δηλαδή ότι υπάρχει εκείνος ο σκληρός πυρήνας των αφοσιωμένων, με τους οποίους είμαι πολύ δεμένος, πλέον και με σχέση φιλίας, αλλά και ότι ο λόγος διευρύνεται, ότι το κύμα διευρύνεται, και ότι άλλοι συμμετέχουν σε αυτή τη δική μας πρωτοβουλία.
Ξέρετε ποιος είναι ο φετινός τίτλος; Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία. Την ψευδή φιλοσοφία την εξετάσαμε πέρυσι· πράγματι, ολόκληρη η χρονιά, και οι δύο ενότητες, ήταν αφιερωμένες στους εχθρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας, δηλαδή στην ψευδή φιλοσοφία.
Βέβαια δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε εκεί, διότι πάντοτε υποστηρίζαμε ότι, εφόσον η φιλοσοφία είναι ένα θεμελιώδες εργαλείο για τη θεολογία, αν σφάλει κανείς στη φιλοσοφία, θα έχει έπειτα μια κακή θεολογία. Να γιατί ήταν φυσικό, ύστερα από το θέμα της περσινής σχολής, να ακολουθήσει το θέμα της φετινής, για να δείξουμε, αν θέλετε, ότι η βασική μας παραδοχή είναι αληθινή: δηλαδή ότι χωρίς τη recta ratio, χωρίς τον ορθό λόγο, ακόμη και η νόηση της πίστεως —διότι αυτό είναι η θεολογία— εκλείπει, διαφθείρεται, μολύνεται βαθιά από μέσα.
Αυτό το μάθημα, όμως, όπως είδατε ή ασφαλώς θα είδατε από το πρόγραμμα, δεν θα μας βάλει άμεσα στην εξέταση ενός από τους πολλούς θεολόγους που ανέπτυξαν μια κακή θεολογία.
Θα το κάνουμε από το επόμενο μάθημα. Θεώρησα σημαντικό να αρχίσουμε απόψε θέτοντας ορισμένες εννοιολογικές βάσεις, ώστε να συνεννοηθούμε για το τι θέλουμε να πούμε όταν μιλούμε για ψευδή φιλοσοφία και, φυσικά, για αληθινή φιλοσοφία· ή όταν έπειτα μιλούμε για ψευδή θεολογία και αντίστοιχα για αληθινή θεολογία. Όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις εκφράσεις, τι ακριβώς εννοούμε;
Χαίρομαι που το κάνω και επειδή, όπως έλεγα πριν, είναι πολλοί οι εγγεγραμμένοι που δεν παρακολούθησαν τις προηγούμενες ενότητες και εκδόσεις της σχολής μας χριστιανικής φιλοσοφίας. Γι’ αυτό, αν μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω πέντε λεπτά, θα ήθελα έπειτα να κάνω λίγη προϊστορία της φετινής σχολής, λίγο υπόβαθρο, για να ξανασυνδεθούμε με μια πορεία που δεν την αρχίσαμε χθες, ούτε προχθές, αλλά εδώ και αρκετό καιρό.
Λοιπόν, όπως γνωρίζετε, είχα γράψει ένα βιβλίο που τιτλοφορείται Η χριστιανική φιλοσοφία. Σας το δείχνω· πολλοί από εσάς το έχετε δει, το έχετε διαβάσει· φυσικά όλα τα βιβλία μου είναι διαθέσιμα στον ιστότοπο του Παρατηρητηρίου. Αφού έγραψα αυτό το βιβλίο, Η χριστιανική φιλοσοφία, άρχισα να κάνω μια σχολή χριστιανικής φιλοσοφίας.

Έχω ετοιμάσει για απόψε δεκατρείς διαφάνειες —ο αριθμός φέρνει τύχη—, χωρισμένες σε αυτά τα τέσσερα περάσματα, αυτά τα τέσσερα στάδια που σας παρουσιάζω αμέσως, ώστε να έχετε μπροστά σας την εικόνα της πορείας που θα κάνουμε.
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διευκρινίσουμε την έννοια της ψευδούς φιλοσοφίας· και για να το κάνουμε, το καλύτερο είναι να δείξουμε τι είναι η αληθινή φιλοσοφία, η recta ratio. Το πρώτο στάδιο θα έχει αυτόν τον στόχο: να διευκρινίσει τι είναι η αληθινή φιλοσοφία· και φυσικά, συμμετρικά, θα αναδυθεί τι είναι η ψευδής φιλοσοφία, μέσω άρνησης ή αντιπαράθεσης.
Πρόκειται για τέσσερις διαφάνειες παρμένες από διάφορους συγγραφείς, διότι πριν ακόμη δώσει η πίστη κριτήρια για να καθοριστεί ποια είναι η αληθινή φιλοσοφία, είναι η ίδια η φιλοσοφία που, δυνάμει της ίδιας της φύσης της, της μορφής της, του σκοπού της και της μεθόδου της —είναι η ίδια η φιλοσοφία, είναι ο ίδιος ο λόγος— που θα είχε, χρησιμοποιώ την υποθετική έγκλιση για λόγους που θα πούμε έπειτα, θα είχε μέσα του την ικανότητα να καταλαβαίνει πότε βρίσκεται στο αληθές ή πότε βρίσκεται στο ψευδές.
Άρα αρχίζουμε από εδώ· αρχίζουμε βλέποντας τι λέει ο λόγος για τη recta ratio, δηλαδή για τη δική του ικανότητα να είναι αληθινός. Έπειτα κάνουμε ένα πέρασμα για να συνδέσουμε αυτό που ο λόγος μόνος του είναι σε θέση να πει για τη δική του αλήθεια με το πρόβλημα της πίστης. Και έπειτα, τρίτο πέρασμα, με άλλες δύο διαφάνειες, θα περιγράψουμε την υπηρεσία αξιοπιστίας της πίστης που προσφέρει ο λόγος· διότι η κύρια συμβολή που ο αληθινός λόγος, η recta ratio, δίνει στην πίστη είναι να καθορίζει τα κριτήρια αξιοπιστίας της, από ορθολογική άποψη φυσικά, από φυσική άποψη. Και θα δούμε πώς η πίστη δεν μπορεί να τα στερηθεί, δεν μπορεί να τα στερηθεί.
Τελευταίο στάδιο: μέσα όμως σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στη recta ratio και τη religio vera, ή αντιθέτως, για να το θέσουμε αρνητικά, ανάμεσα στην ψευδή φιλοσοφία και την ψευδή θεολογία, μέσα σε αυτή τη σχέση θα διευκρινίσουμε κάτι θεμελιώδες: ότι το πρωτείο ανήκει στην πίστη, χωρίς με αυτό να αφαιρείται τίποτε από τον λόγο. Αντιθέτως, αυτό, όπως θα δούμε, θα είναι ένας από τους θεμελιώδεις λόγους για τους οποίους και ο ίδιος ο λόγος θα αποκομίσει όφελος, διότι όταν ο λόγος αξιώνει να τα κάνει μόνος του, μολύνει τον εαυτό του περισσότερο παρά βελτιώνεται, αναπτύσσεται και καθαίρεται· κανείς δεν καθαίρεται μόνος του, κανείς δεν δίνει στον εαυτό του αυτό που δεν έχει.

Αυτή είναι η πορεία μας. Και λοιπόν θα άρχιζα με έναν ορισμό που παίρνω από την εγκύκλιο Fides et Ratio του Ιωάννη Παύλου Β΄, ο οποίος είναι ακριβώς ο ορισμός του ορθού λόγου, δηλαδή της ορθής φιλοσοφίας, της αληθινής φιλοσοφίας.
Έχουμε ορθό λόγο όταν ο λόγος κατορθώνει να διαισθάνεται και να διατυπώνει τις πρώτες και καθολικές αρχές του Είναι και να συνάγει ορθά από αυτές συνεπή συμπεράσματα λογικής και δεοντολογικής τάξης. Δεοντολογικής σημαίνει ηθικής· αφορά τις πράξεις, την ανθρώπινη πράξη, τις συμπεριφορές.

Επομένως, όποιος θα αρνιόταν ότι ο λόγος έχει την ικανότητα να γνωρίζει —καλύτερα να πούμε να διαισθάνεται· μπορεί να πει κανείς και γενικά να γνωρίζει— τις πρώτες αρχές του Είναι, αυτός παίρνει τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.
Γιατί; Διότι δεν θα έχει τα θεμέλια από τα οποία να συναγάγει έπειτα συνεπή συμπεράσματα συλλογισμού, δηλαδή σύμφωνα με τη λογική τάξη, ή συμπεράσματα που να τον καθοδηγούν να πράττει το καλό, δηλαδή συμπεράσματα δεοντολογικού χαρακτήρα.
Αυτός είναι ένας ορισμός, ας πούμε έτσι, ακόμη πολύ ευρύς, όχι πολύ άμεσος, ας πούμε, όχι πολύ συγκεκριμένος· όμως το γεγονός ότι χρησιμοποιεί, όπως θα δούμε τώρα, τις εκφράσεις «πρώτες αρχές» και τη λέξη «είναι», καθώς και τη λέξη «διαισθάνεται», δείχνει ότι είναι ήδη ένας αρκετά ενδιαφέρων ορισμός.

Ο άγιος Θωμάς, εδώ —το βλέπουμε στην επόμενη διαφάνεια, στη διαφάνεια αριθμός δύο, ευχαριστώ Esther— διευκρινίζει, εμβαθύνει, αν θέλουμε, συγκεκριμενοποιεί ίσως, γεμίζει με νόημα αυτό που μόλις διαβάσαμε, το οποίο, αν και είναι πολύ ενδιαφέρον, παραμένει ακόμη μάλλον γενικό.
Ο άγιος Θωμάς στη Summa λέει ότι η γνώση μπορεί να αφορά μόνο το Είναι, διότι τίποτε δεν μπορεί να γνωσθεί εκτός από το αληθές, το οποίο είναι μετατρέψιμο με το Είναι. Εδώ λοιπόν ο άγιος Θωμάς λέει κάτι θεμελιώδες: εμείς πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το Είναι. Προηγουμένως είπα, σχολιάζοντας την προηγούμενη διαφάνεια, ότι αν κάποιος αρχίζει αρνούμενος τη δυνατότητα να γνωρίσει τις πρώτες αρχές του είναι, βαδίζει προς την ψευδή θεολογία.
Λοιπόν, αυτή η δυνατότητα, από μια άποψη αυστηρά σχετική με τη θεωρία της γνώσεως, δεν μπορεί να αρνηθεί. Όλοι γνωρίζουν το Είναι, ακόμη κι αν το αρνούνται, ακόμη κι αν επινοούν φιλοσοφικές θέσεις, φιλοσοφικές οπτικές, που αρνούνται την ύπαρξη του Είναι και τη γνώση του Είναι. Αλλά αν μείνουμε στο γνωσιολογικό επίπεδο, δηλαδή στην ορθή διδασκαλία περί γνώσεως, πρέπει να αναγνωρίσουμε μαζί με τον άγιο Θωμά, με αυτή τη φράση του αγίου Θωμά, ότι όταν λέμε «γνωρίζουμε», δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε το Είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο.
Όταν λέγεται «γνωρίζω», ή όταν βιώνεται η γνώση, όταν γίνεται η εμπειρία του γνωρίζειν, είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο. Αλλά, θα μπορούσε να πει κάποιος, δεν γνωρίζω το Είναι της αλήθειας, εγώ γνωρίζω το αληθές, και το αληθές είναι αυτό που παρουσιάζεται στη συνείδησή μου, δεν είναι το Είναι. Αυτό είναι το σφάλμα της νεωτερικής φιλοσοφίας, από τον Καρτέσιο και έπειτα· αλλά αυτή η τοποθέτηση στερείται συνέπειας, διότι τι είναι το αληθές; Μας το λέει ο άγιος Θωμάς: το αληθές είναι το ίδιο το Είναι· είναι, ας πούμε έτσι, το Είναι καθόσον είναι γνωρίσιμο από τον νου, και τότε το ονομάζουμε αληθές.
Αλλά ένα πράγμα που είναι, Είναι αληθές, έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Ένα πράγμα που δεν είναι, που δεν υπάρχει, δεν έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Όταν εμείς γνωρίζουμε κάτι αληθές, σημαίνει ότι γνωρίζουμε κάτι που Είναι. Η σύλληψη της αλήθειας στον άγιο Θωμά, η οποία είναι η ρεαλιστική σύλληψη, είναι εκείνη της αντιστοιχίας του νου προς τα πράγματα, προς την πραγματικότητα, προς το Είναι.

Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα υπάρχει, ενώ αντιθέτως δεν υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα δεν υπάρχει, ενώ αντιθέτως υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι αυτό το πράγμα είναι αυτό το πράγμα, ενώ αντιθέτως αυτό το πράγμα είναι ένα άλλο πράγμα, σφάλλω.

Το μέτρο της αλήθειάς μας είναι η πραγματικότητα, και με την πραγματικότητα εμείς βρισκόμαστε εξαρχής σε άμεση σχέση, διότι δεν υπάρχει γνώση χωρίς ένα είναι που να γνωρίζεται. Έλεγε ο Chesterton: δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται χωρίς κάτι να σκέφτεται. Λοιπόν, εγώ μετασχηματίζω τη φράση: δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει χωρίς κάτι να γνωρίζει· και αυτό το κάτι προς γνώση είναι το Είναι, είναι τα πραγματικά υπάρχοντα πράγματα.
Μια αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να στερείται αυτό το στοιχείο, διότι αν η φιλοσοφία θέτει υπό αμφισβήτηση ότι μπορεί να γνωριστεί το Είναι, δίνει χώρο στις δικές της υποθέσεις περί του Είναι, στις δικές της προλήψεις περί του Είναι, στην προβολή μέσα στη γνώση εκείνου που εμείς θέλουμε να βάλουμε, αντί να μένουμε αντικειμενικά σε αυτό που μας λέει η πραγματικότητα.

Και ιδού η άλλη θαυμαστή φράση του αγίου Θωμά: το να γνωρίζει κανείς κάτι προηγείται του τρόπου με τον οποίο το γνωρίζει. Όταν η δική μας νόηση ανοίγεται, δηλαδή γνωρίζει, αμέσως το Είναι είναι ήδη εκεί, παρόν, διότι δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει παρά μόνο γνωρίζοντας κάτι.

Επομένως εμείς πρώτα γνωρίζουμε και έπειτα εμβαθύνουμε στο πώς καταφέραμε να γνωρίσουμε. Η γνωσιολογία, δηλαδή η φιλοσοφία που μελετά τη γνώση, έρχεται μετά τη μεταφυσική, η οποία είναι η φιλοσοφία, το υψηλότερο μέρος της φιλοσοφίας, που μελετά την πραγματικότητα, το Είναι στην καθολικότητά του. Αντιθέτως, το νεωτερικό, όπως γνωρίζετε, ανέτρεψε τους όρους και είπε: όχι, η γνωσιολογία ή κριτηριολογία ή κριτικό πνεύμα, ο κριτικισμός, έρχεται πριν από τη γνώση.

Πρώτα αναρωτιέμαι πώς γνωρίζω και έπειτα γνωρίζω. Δεν είναι έτσι, και γιατί αν εγώ πρώτα καθορίσω πώς γνωρίζω, έπειτα καταλήγω να γνωρίζω αυτό που θέλω εγώ, επειδή εγώ καθόρισα πώς να γνωρίζω. Με αυτόν τον τρόπο, αντιθέτως, αν η γνώση κάποιου πράγματος προηγείται του «πώς», εγώ δεν καθορίζω το «πώς»· είναι το ίδιο το Είναι που μου δείχνει πώς κατάφερα να το γνωρίσω και επομένως μου δείχνει πώς γνωρίζω.

Η τρίτη διαφάνεια, πάντοτε μέσα σε αυτό το πεδίο της recta ratio, με τον τρόπο του ο Etienne Gilson λέει όλα αυτά με άλλα λόγια, αλλά θέλει να σημάνει ακριβώς αυτό που μόλις είπε ο άγιος Θωμάς. Ο νους τείνει άμεσα, με τρόπο προθετικό, προς το αντικείμενο όπως είναι καθαυτό και όχι όπως είναι μέσα μας, δηλαδή τείνει προς την εξωτερική πραγματικότητα, την πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από εμένα ως τέτοια. Καταλαβαίνετε ότι είναι το ίδιο πράγμα που είδαμε προηγουμένως.
Εδώ όμως κάνω μια παρατήρηση πάνω στο επίθετο «προθετικός», πάνω στη λέξη «προθετικότητα». Προσοχή, διότι αυτό είναι αποφασιστικό σημείο για να διακρίνουμε την ψευδή και την αληθινή φιλοσοφία. Αν υπάρχει μια πρόθεση στο υποκείμενο, ήδη παρούσα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση, τότε το υποκείμενο προβάλλει αυτή τη δική του πρόθεση της συνείδησης πάνω στο αντικείμενο.
Αυτό είναι ψευδής φιλοσοφία. Τίποτε δεν μπορεί να προηγείται της άμεσης γνώσης του Είναι από τη δική μας νόηση. Αυτή είναι μια συνθετική, πρωταρχική, άμεση πρόσληψη.
Αρκεί να ανοίξει κανείς τη νόηση. Πώς; Όπως αρκεί να ανοίξει κανείς τα μάτια για να δει το φως. Άρα το να λέμε ότι υπάρχει μια προθετικότητα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση του αντικειμένου και ότι αυτή προσανατολίζει τη γνώση του αντικειμένου σημαίνει ήδη ότι παίρνουμε τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Είναι διαφορετικό το ότι, όταν το υποκείμενο αναπτύσσει μια δική του προθετικότητα προς το αντικείμενο, αυτό συμβαίνει επειδή το αντικείμενο είναι ήδη εκεί, το έχει ήδη γνωρίσει. Άλλωστε, αγαπητοί φίλοι, πώς μπορώ εγώ να είμαι προσανατολισμένος προθετικά προς κάτι, αν αυτό το κάτι δεν υπάρχει ακόμη και δεν το έχω ακόμη γνωρίσει; Θα ήμουν προσανατολισμένος προς το κενό, θα ήμουν προσανατολισμένος προς το μηδέν και η συνείδησή μου θα ήταν συνείδηση του μηδενός.
Αντιθέτως, συμβαίνει το αντίθετο. Πρώτα γνωρίζει κανείς και έπειτα ο νους προσανατολίζεται, η intentio mentis του αγίου Θωμά, προς εκείνο το αντικείμενο για να το εμβαθύνει, για να το γνωρίσει καλύτερα, αλλά επειδή είναι ήδη παρόν σε αυτόν. Ιδού λοιπόν ένα ακόμη θεμελιώδες κριτήριο για τον καθορισμό της αληθινής και της ψευδούς φιλοσοφίας.

Προχωρούμε προς τη διαφάνεια αριθμός τέσσερα. Εδώ είναι ο πατήρ Cornelio Fabro, ο οποίος λέει: η πρώτη βεβαιότητα —προσέξτε, είναι μια βεβαιότητα· γνωρίζετε ότι μια αλήθεια είναι προφανής όταν είναι άμεση και δεν αποδεικνύεται, δεν έχει ανάγκη να αποδειχθεί, επειδή είναι ήδη σαφής καθαυτή— η πρώτη βεβαιότητα είναι ότι το ον υπάρχει, δηλαδή το είναι, τα πράγματα υπάρχουν· αυτό είναι το πρώτο ξύπνημα της συνείδησης. Η συνείδηση δεν υπάρχει πριν· η συνείδηση ξυπνά γνωρίζοντας, και χωρίς το είναι που πρέπει να γνωριστεί, η συνείδηση δεν ξυπνά, παραμένει ναρκωμένη μέσα στον εαυτό της· και το ον, μέσα στην άμεση αυτοπροσφορά του, φωτίζεται από μόνο του.
Επομένως, η αυτοπροσφορά του όντος στη συνείδηση —το ον Είναι— είναι συνθετική πράξη της συνείδησης και τίποτε άλλο δεν μπορεί να είναι. Ανάμεσα στη συνείδηση και στο ον, την πραγματικότητα, το Είναι, τα πράγματα, υπάρχει μια σύνθεση· και η συνείδηση φωτίζεται ως τέτοια την ίδια εκείνη στιγμή κατά την οποία γνωρίζει. Πριν από αυτό δεν υπάρχει συνείδηση, ενώ όλη η ψευδής φιλοσοφία θεωρεί ότι υπάρχει η συνείδηση και ότι έπειτα η συνείδηση κάνει κάποια πορεία για να φτάσει γνωστικά στο είναι. Αυτή είναι η ψευδής φιλοσοφία.

Ωραία. Αφού είπαμε αυτό, ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που συνδέουν αυτή τη recta ratio με το πρόβλημα της πίστης, διότι μέχρι τώρα κάναμε μόνο έναν λόγο περί λόγου. Εδώ παίρνω ξανά ένα χωρίο του Μονσινιόρ Antonio Livi, ο οποίος είναι δάσκαλος από αυτή την άποψη και λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης. Μα πώς; Είπαμε ότι οι σκέψεις που κάναμε μέχρι τώρα είναι σκέψεις μόνο του λόγου, έτσι δεν είναι; Ορθολογικές.
Δεν βάλαμε ακόμη καθόλου στη μέση την πίστη. Και τώρα, αντιθέτως, ο Antonio Livi μας λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης, καθόσον η θεία αποκάλυψη απευθύνεται στον άνθρωπο με μια γλώσσα που προϋποθέτει ότι αυτός έχει αληθινή εμπειρία του κόσμου. Αυτό είναι ενδιαφέρον.

Προσοχή, δεν είναι ότι η θεία αποκάλυψη περιορίζεται να μας λέει τα ίδια πράγματα που μας λέει ο λόγος, προφανώς· αλλά για να μας πει τα πράγματα που θέλει να μας πει, η θεία αποκάλυψη υποθέτει, προϋποθέτει, ότι εμείς μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια, διότι μας μεταδίδει μια αλήθεια. Και πώς θα μπορούσε η θεία αποκάλυψη να μας μεταδώσει αλήθειες, αν εμείς δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε την αλήθεια;
Επομένως προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος έχει μια αληθινή εμπειρία του κόσμου καθαυτού, και ότι γνωρίζει τον Θεό ήδη με μόνο τον φυσικό λόγο· ασφαλώς per speculum et in aenigmate, όπως λέγεται, δηλαδή σαν μέσα σε καθρέφτη και μέσα στο μυστήριο, βέβαια· αλλά μια γνώση του Θεού ο άνθρωπος πρέπει να είναι ικανός να έχει. Αλλιώς η θεία αποκάλυψη δεν θα είχε εκείνο το φυσικό στήριγμα, ας το ονομάσουμε έτσι, αληθειακό, που επιτρέπει στον άνθρωπο να ανοιχθεί και στην υπερβατική αλήθεια.
Και αν ο άνθρωπος ήταν ανίκανος γι’ αυτό, δεν θα μπορούσε να δεχθεί κανένα υπερβατικό μήνυμα. Για αυτόν τον λόγο —και περνούμε στη διαφάνεια αριθμός έξι— αν το αρνηθεί κανείς αυτό, πέφτει αναπόφευκτα στον αθεϊσμό. Δηλαδή, αν αρνηθεί κανείς ότι η ανθρώπινη νόηση είναι ικανή να γνωρίσει την αλήθεια και το είναι ως αληθές, η συνέπεια έπειτα δεν μπορεί να είναι η παραδοχή του Θεού, αλλά είναι αναγκαστικά η άρνηση του Θεού.
Ιδού λοιπόν ο βαθύς δεσμός που υπάρχει ανάμεσα στη recta ratio και την πίστη. Στις πρώτες τέσσερις διαφάνειες μιλήσαμε μόνο για τη recta ratio από ορθολογική άποψη. Με αυτή την πόρτα που άνοιξε ο Antonio Livi και τώρα με τη φράση που θα χρησιμοποιήσουμε του πατρός Fabro, καταλαβαίνουμε ότι η αρχική επιλογή υπέρ της αληθινής ή της ψευδούς φιλοσοφίας είναι θεμελιώδης για τη θεολογία.
Γράφει ο Fabro: ο πρώτος και θεμελιώδης λόγος του νεωτερικού αθεϊσμού πρέπει να αναζητηθεί στο πρώτο βήμα της σκέψης. Όταν η αρχή γίνεται με το cogito, δηλαδή όταν ξεκινά κανείς από τη συνείδηση και όχι από το Είναι, με την πράξη της σκέψης που έχει απομακρύνει από τον εαυτό της κάθε περιεχόμενο του Είναι, η φιλοσοφία έχει αρνηθεί καθαυτή τη θεμελίωσή της στο Είναι και έχει θέσει το Είναι σε εξάρτηση από τη σκέψη. Αυτό βρίσκεται στη βάση, σύμφωνα με τον Fabro, του νεωτερικού αθεϊσμού.

Πράγματι, η φράση είναι παρμένη από το γνωστό και ογκώδες βιβλίο του, Εισαγωγή στον νεωτερικό αθεϊσμό. Ιδού, αγαπητοί φίλοι, λοιπόν: η σχέση της recta ratio με τη θεολογία υπάρχει, είναι αναπόφευκτη. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον είναι να καταλάβουμε ότι η συμβατότητα με τη θεολογία ή η μη συμβατότητα με τη θεολογία παίζονται ήδη στο πρώτο βήμα της σκέψης, όπως λέει εδώ ο πατήρ Fabro.

Δηλαδή, αν λέγεται: υπάρχει η συνείδησή μου και έπειτα η γνώση γνωρίζει το Είναι, εκεί πέφτει κανείς στον εμμενισμό και στον Θεό δεν θα φτάσει ποτέ. Ή, αντιθέτως, αν λέγεται: η νόησή μας είναι άμεσα ανοιχτή, μέσω μιας πρωταρχικής συνθετικής πρόσληψης, στο είναι από την πρώτη στιγμή, και η συνείδησή μας γίνεται συνειδητή επειδή γνωρίζει το Είναι· τότε υπάρχει η δυνατότητα της υπέρβασης και επομένως και του ανοίγματος στις θείες αλήθειες.
Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει μια αλήθεια με τις δικές του δυνάμεις, δεν θα μπορέσει ούτε να γνωρίσει ως αληθινές τις αποκαλυμμένες αλήθειες. Ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που μας φωτίζουν ακόμη περισσότερο σχετικά με την αληθινή και την ψευδή φιλοσοφία, διότι η αληθινή φιλοσοφία παράγει τους λόγους αξιοπιστίας της πίστης.

Εδώ λέει ο Gilson, στο βιβλίο Η φιλοσοφία του Μεσαίωνα: ασφαλώς, μια ορισμένη εργασία του λόγου πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης στις αλήθειες της πίστης· και αυτό το είδαμε τώρα.


Συνεχίζεται

Άλωση της Πόλης: Η μαγιά της Ρωμιοσύνης και η νεκρανάσταση του Ελληνισμού!




Στέλιος Κούκος

Κωνσταντινούπολη delenda est / Η Κωνσταντινούπολη έπρεπε να καταστραφεί – Constantinopolis aeterna est / Η Κωνσταντινούπολη είναι αιώνια

Είναι η άλωση της Κωνσταντινούπολης της 29ης Μαΐου του 1453 η μεγαλύτερη συμφορά του ελληνισμού; Για να σας προλάβω θα ήθελα να σας αναφέρω πως έχει ήδη υποστηριχθεί ότι η τραγωδία του 1922 ήταν πιο εκτεταμένη. Εκτεταμένη και ανάμεικτη με ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά, αφού περιλαμβάνει έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπινων απωλειών -πέραν από τις συμβολικές, εθνικές διαστάσεις κτλ.
Οι θλιβερές απώλειες των ανθρώπινων ψυχών αφορούν κατοίκους της Ιωνίας, και μάλιστα όλων των ηλικιών και φύλων, αφού ανάμεσά τους βρίσκονται και γυναικόπαιδα που δοκιμάστηκαν αγρίως, αλλά και αυτούς που πολέμησαν για την απελευθέρωσή της.
Και, βεβαίως, ανάμεσα στις απώλειες θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις εκατοντάδες χιλιάδες γενοκτονικές και εθνοκαθαρτικές από τις τουρκικές θηριωδίες που προηγήθηκαν.

Στην Μικρασία, λοιπόν, είχαμε ολική εκκαθάριση και εκδίωξη των Ελλήνων από τα χώματά τους. Μέρη καθόλα ελληνικά που ακόμη και η πλειονότητα των οθωμανών κατοίκων της ήταν και είναι ελληνικής καταγωγής από Ρωμιούς οι οποίοι εξώμοσαν για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες που διαμόρφωσαν οι κατακτητές.

Όλα αυτά έφεραν τον πλήρη αφελληνισμό ενός εκτεταμένου πολιτισμικού και πνευματικού ψηφιδωτού με ποικιλομορφία φανερωμάτων πολιτισμού, προφανέστατα ελληνικού, από την Καππαδοκία, τον Πόντο, όλη την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας μέχρι την κοσμοπολίτικη Σμύρνη.

Και εκεί, πλέον, σ’ αυτήν την ευρεία ελληνική έρημο και ερημιά όπου ο πανάρχαιος πολιτισμός και όλη η μετέπειτα συνέχειά του δεν μπορούσε να κρυφτεί, έμειναν, μόνον, να κελαηδούν ως νυκτόβια καλλικέλαδα αηδόνια οι Κρυπτοχριστιανοί. «Μηρυκάζοντας» νοερά στα ελληνικά χριστιανικές ευχές, προσευχές και ακολουθίες. Ευλογώντας και επανασφραγίζοντας την γη και τον ατιμασμένο και μυκτηρισμένο τόπο με ικετήριες χριστιανικές λαλιές ζυμωμένες με την φωνή του Ομήρου!
Δεν πρέπει, βεβαίως, να ξεχνάμε και τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης ο οποίος ξεκληρίστηκε κάτω από παρόμοιες, αν όχι ίδιες συνθήκες, μέσα στην τραγική κατάληξη της μικρασιατικής εκστρατείας.

Η μικρασιατική καταστροφή ήταν ολοκληρωτική, ολική. Και αν θέλουμε να δούμε την δραματική της διάσταση θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την τραγικότητα που την διέπει.

Η περιπέτεια της Μικρασίας είναι περιβεβλημένη την τραγικότητα, φέροντας όλα τα χαρακτηριστικά της με πράξεις, παραλείψεις και ιδιαίτερα άστοχες ενέργειες και ιδιαίτερα φορτισμένη και από τα πολιτικά πάθη της εποχής, δηλαδή τα μίση του εθνικού διχασμού που οδήγησαν σε λάθος τακτικές κινήσεις.

Ας έλθουμε τώρα στην σημερινή επέτειο, την αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453, ημέρα άλωσης της Κωνσταντινούπολης, της Πόλης, της κορωνίδας των Πόλεων.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε, όμως, πως ουσιαστικά η αυτοκρατορία είχε αλωθεί προ πολλού. Και αυτό σήμαινε πάρα πολλά για όλους τους εμπλεκόμενους: πολιορκητές, πολιορκημένους, αλλά και πιθανούς υποψήφιους συμπαραστάτες στους ολίγους ή ολίγιστους υπερασπιστές της Πόλης.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η οποία έγραψε τη δική της ξεχωριστή ιστορία και δημιούργησε έναν μεγαλειώδη πολιτισμό, ως τρόπο ζωής και ανάλογα ποικίλα καλλιτεχνικά φανερώματα για 11 αιώνες, περιβαλλόταν από εχθρούς οι οποίοι συνεχώς επιβουλεύονταν τα εδάφη της. Και όχι μόνον αυτά, αλλά εξεστράτευαν και κατευθείαν εναντίον της Βασιλεύουσας για να την καταλάβουν. Και μάλιστα από αρκετά μακριά.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν το ολοφάνερο φωτεινό σημείο του πόθου τους. Ήταν η πόλη φως πολύ πριν από την πόλη του φωτός, το Παρίσι. Άλλωστε αυτό αφορούσε τον δημόσιο φωτισμό των δρόμων.

Οι προσπάθειες άλωσης Πόλης είχαν αρχίσει από τον 7ο αιώνα. Είναι γνωστό πως ο Ακάθιστος ύμνος είναι συνδεδεμένος με το γεγονός αυτό και φυσικά ο ύμνος «Τη υπερμάχω Στρατηγώ» αποτελεί και τον διαχρονικό εθνικό ύμνο του Γένους και η Παναγία Θεοτόκος ήταν πάντα η προστάτιδα.

Πάντως, όπως και να το κάνουμε, η Κωνσταντινούπολη… προκαλούσε. Ήταν πόλη επάνω σε όρος κτισμένη και στην πραγματικότητα επάνω σε επτά λόφους, εξ ου και Επτάλοφος. Ήταν αφ’ εαυτής πρόκληση και όχι μόνον για τα θεμέλια της και την ανάπτυξή της στους επτά λόφους, αλλά και για τον ίδιο τον πολιτισμό ο οποίος την ανέπτυξε, εξωράισε και την έκανε ιδιαίτερα περίοπτη.

Έτσι ήταν εκεί για να… προκαλεί κάθε κατσαπλιά από Ανατολή και Δύση που δεν ήθελε μόνον να την αλώσει, αλλά και να την δηώσει, να την λεηλατήσει! Και οι πιο «πολιτισμένοι» κατσαπλιάδες οι οποίοι πρώτοι κατάφεραν και την εκπόρθησαν σκορπώντας τον θάνατο, συλώντας τους πνευματικούς και υλικούς θησαυρούς της ήταν οι Δυτικοί Σταυρο – «φόροι» (1204)! Αν όχι σκέτο φόροι ή Δύσφοροι, αφού προκάλεσαν απρόκλητα μια τόσο εγκληματική ανθρωπιστική και πολιτισμική καταστροφή. Για όλους αυτούς η Κωνσταντινούπολη delenda est, (η Κωνσταντινούπολη έπρεπε να καταστραφεί)!

Και πλάι σε όλους αυτούς που ορέγονταν την Πόλη των Πόλεων δεν έλειπαν και οι εσωτερικές, εμφύλιες διαμάχες για την άλωση και επικράτηση στην εξουσία της αυτοκρατορίας. Και ως προς αυτό, θα μπορούσαν, άνετα, να ισχυριστούν πως «Έλληνες εσμέν»! Και με το δίκιό τους…

Όσο για την πολιορκημένη Πόλη του 1453 μέσα στο σκάφος αυτό στο οποίο διαμορφώθηκε ο τεράστιος πολιτισμός, κόσμος, διάκοσμος, (αλλά και περίκοσμος απ’ όσους επηρέασε με τον εκχριστιανισμό τους), είχε μείνει μια μαγιά που θα έπρεπε να δείξει μια ιδιαίτερα σθεναρή μαγκιά για να σώσει και να διασώσει ό,τι μπορούσε.

Και εδώ θυμόμαστε τον σοφό Μακρυγιάννη και τα λόγιά του προς τον Ντερνί, τον γάλλο ναύαρχο Δεριγνί: «Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Ιμπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιότερα και τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας, μένει και μαγιά».

Όταν υπάρχει μαγιά αυτή ζυμώνει όλο το φύραμα. Έτσι «δένει» ο άρτος, το ψωμί. Αν και, όπως μας έλεγαν αγιορείτες πατέρες πριν μερικά χρόνια, όταν δεν έχουν μαγιά χρησιμοποιούν αγιασμό! Κάτι που προσωπικά μου θυμίζει νεκρανάσταση.

Ας δούμε τώρα την «μαγιά» της Πόλης που ως «κρίσιμο», «ζωντανό», «ανήσυχο», αλλά και «εκρηκτικό» υλικό βρισκόταν σε συνεχές αναβρασμό. Αυτό μας πάει στις διεργασίες που επιτελούνταν από καιρό στους κόλπους της αυτοκρατορικής αυλής, των λοιπών πολιτικών, των στρατιωτικών, των εκκλησιαστικών και των πολιτών της κραταιάς πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας για να αποτρέψουν την άλωσή της.

Εξάλλου, με την άλωση και της βασιλεύουσας η ορφάνια των λοιπών κατεκτημένων εδαφών και κυρίως των υπηκόων της Αυτοκρατορίας θα ήταν πλήρης.

Πάντως, η πιο παράδοξη για ορισμένους εκρηκτική διαμάχη μέσα στην Πόλη ήταν το θέμα της ένωσης της Ανατολικής Εκκλησίας με την Δυτική. Ορισμένοι θεωρούν πως αυτός ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους η Κωνσταντινούπολη έπεσε. Αυτό, όμως, μπορούσαν να το ισχυριστούν και οι δύο πλευρές για πράξεις και παραλείψεις της άλλης πλευράς.

Ή ακόμη και τον συμβολισμό της προσβολής της ιδιαίτερης πνευματικής ιδιοπροσωπίας τους, όπως αυτή διαμορφώθηκε σε εκείνα τα χώματα και εντός των τειχών της Πόλης, μέσα στην Αγία Σοφία.

Θυμίζω, όμως, και το τελευταίο και ιδιαίτερα κρίσιμο θέμα της υπεράσπισης του Ησυχασμού και τη δυνατότητα της μετοχής του ανθρώπου στις θείες ενέργειες στο άκτιστο και Θείο φως! (Μπορούμε να αποκαλέσουμε την Κωνσταντινούπολη γι’ αυτό το θέμα και φως εκ Φωτός);

Να μην ξεχνάμε, όμως, πως η υπεράσπιση και η ανάδειξη του θέματος αυτού, το οποίο δεν ήταν διόλου άμοιρο από τις αντίθετες απόψεις της Δυτικής Εκκλησίας, ξεκίνησε από την Πρώτη μετά την Πρώτη, δηλαδή από την Θεσσαλονίκη. Γι’ αυτό μπορούμε να δούμε και την συμβασιλεύουσαν να καταυγάζεται από τις ακτίνες του ακτίστου φωτός.

Όσο για την προσβολή που υπαινιχθήκαμε πιο πάνω αφορούσε στην λειτουργία των Καθολικών στην Αγία Σοφία, κάτι που αποτελούσε μια κρίσιμη δοκιμή για την αποδοχή ή όχι της ένωσης ή της υποταγής της εμπερίστατης Ανατολικής Εκκλησίας στην Δυτική.

Αυτό ήταν μια συμβολική προϋπόθεση για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας από την Δύση. Αν και στην ουσία, μάλλον, δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα και πολύ περισσότερο διάθεση για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας. Εκτός, ίσως, αν ήταν για μια νέα επικράτηση, όπως αυτή του 1204. Πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο.

Όπως και να έχει, η ευρύτερη λαϊκή συζήτηση μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών και μάλιστα υπό προσβλητικούς και άμεσα απειλητικούς όρους μοιάζει να αποτελεί ένδειξη πως η μαγιά ήταν ενεργή και όχι ξεθυμασμένη.

Δηλαδή, ήταν ακόμη μαγιά!

Κάτι που συνέβαινε και στις καρδιές και τις ψυχές και των λοιπών Ελλήνων Ρωμιών που ήδη βρίσκονταν στην δίνη της τουρκοκρατίας. Αυτή η πνευματική μαγιά κράτησε τους σκλαβωμένους ρωμαλέους και αξιώθηκαν είτε να μαρτυρήσουν όταν ήλθε η στιγμή της προσωπικής πρόκλησης «με ποιον να παν και ποιον να αφήσουν» είτε να επαναστατούν συνεχώς και να προδιαγράψουν, τελικά, το δικό τους ελεύθερο κράτος.

Έτσι και αν ακόμη η Πόλη έπρεπε να καταστραφεί ή «έπεσε για τις αμαρτίες μας» όπως λέει το παλαιό απόφθεγμα, οι Ρωμιοί διέσωσαν μέσα τους την μαγιά που ζυμώνει τη δημιουργική… μαγκιά τους.

Και αυτό έφερε την νεκρανάσταση του Ελληνισμού.

Όσο για την Κωνσταντινούπολη και η ίδια διασώζει την πνευματική της μαγιά και στα σπλάχνα της υπάρχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο που δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί φως στην Οικουμένη -παρ’ όλο που βρίσκεται εν αιχμαλωσία!

29 Μαΐου σήμερα επέτειος άλωσης της Πόλης, αλλά και διαρκής μνήμη της Κωνσταντίνου Πόλης!

Της πνευματικής αρχοντιάς και κορωνίδας των Πόλεων!
Εσαεί!
Constantinopolis aeterna est / Η Κωνσταντινούπολη είναι αιώνια!

Άλωση της Πόλης: Η μαγιά της Ρωμιοσύνης και η νεκρανάσταση του Ελληνισμού! - Pemptousia

Η ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΑΖΑΡΟ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΕΛΑΣΕ ΠΟΤΕ!!!

«Magnifica humanitas»: το υποκείμενο μεταφυσικό πρόβλημα

από τον Ρομπέρτο ​​ντε Ματέι

Η πρώτη εγκύκλιος του Λέοντα ΙΔ΄, Magnifica Humanitas , παρουσιάστηκε στο παγκόσμιο κοινό στις 25 Μαΐου στην Αίθουσα της Νέας Συνόδου.Ο Πάπας ήθελε να δώσει στην εκδήλωση έναν επίσημο τόνο παρευρισκόμενος προσωπικά στην παρουσίαση, πλαισιωμένος από τρεις καρδινάλιους, δύο θεολόγους (έναν Άγγλο και τον άλλον Κονγκολέζο) και τον Christopher Olah, τον (άθεο) συνιδρυτή της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης Anthropic .

Η Magnifica Humanitas κυκλοφόρησε στις 25 Μαΐου, αλλά φέρει ημερομηνία 15 Μαΐου, την ίδια ημέρα που ο Λέων ΙΓ΄ δημοσίευσε την εγκύκλιο Rerum Novarum το 1891. Ο Πάπας Gioacchino Pecci, πριν από 135 χρόνια, αφιέρωσε την κοινωνική του εγκύκλιο στη βιομηχανική επανάσταση της εποχής του. Ο Λέων ΙΔ΄ ήθελε να θέσει την ψηφιακή επανάσταση της εποχής μας, με ιδιαίτερη προσοχή στην τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), στο επίκεντρο του προβληματισμού της Εκκλησίας.

Η επιστροφή του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας, που εγκαταλείφθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο, με εξαίρεση το Centesimus Annus (1991) του Ιωάννη Παύλου Β' , θα πρέπει σίγουρα να χαιρετιστεί με ικανοποίηση.
Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμιστεί ότι το κοινωνικό δόγμα της Εκκλησίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Καθολικής ηθικής θεολογίας και αυτό, με τη σειρά του, έχει μεταφυσική βάση, καθώς η ηθική έχει τις ρίζες της στην τάξη του είναι. Όπως διδάσκει ο Άγιος Θωμάς Ακινάτης, agere sequitur esse : η δράση προκύπτει από το είναι· κατά συνέπεια, η ηθική και κοινωνική τάξη δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τη φύση του ανθρώπου και τον τελικό του σκοπό ( Summa Theologiae , I-II, q. 94, a. 2).
Για τον λόγο αυτό, ο Πατέρας Réginald Garrigou-Lagrange διευκρινίζει ότι «τα αληθινά δικαιώματα του ανθρώπου απορρέουν από τα καθήκοντά του απέναντι στον Θεό» ( Doctor Communis , 2-3 (1949), σ. 158), υπογραμμίζοντας τη μεταφυσική αρχή του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας. Το Rerum Novarum του Λέοντα ΙΓ΄ προηγήθηκε της εγκυκλίου

Aeterni Patris της 4ης Αυγούστου 1879, με την οποία, ένα χρόνο μετά την εκλογή του, ο Ποντίφικας επιδίωξε να καθορίσει τη φιλοσοφική γραμμή που έπρεπε να ακολουθηθεί στα καθολικά σχολεία, προτείνοντας τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη ως τον μοναδικό πνευματικό Δάσκαλο της Εκκλησίας. Ο Λέων ΙΓ΄ ήταν πεπεισμένος, μάλιστα, ότι η αποκατάσταση της σκέψης μέσω της φιλοσοφίας του Αγίου Θωμά θα έπρεπε να προηγηθεί και να εδραιώσει αυτήν της κοινωνίας.
Διακεκριμένοι Καθολικοί λόγιοι, όπως ο Étienne Gilson (1885-1978) και ο Augusto Del Noce(1910-1989), προτείνουν την ανάγνωση όλων των σημαντικών εγκυκλίων του Λέοντα ΙΓ΄ εντός αυτού του μεταφυσικού ορίζοντα.
Στο Aeterni Patris , ο Πάπας συμπυκνώνει το δικό του πολιτιστικό πρόγραμμα. Στις επόμενες εγκυκλίους, συμπεριλαμβανομένων των Libertas praestantissimum για την ανθρώπινη ελευθερία (1888), Arcanum divinae sapientiae για τον χριστιανικό γάμο (1880), Humanum genus για τον Τεκτονισμό (1884), Immortale Dei για το χριστιανικό σύνταγμα των κρατών (1885), Sapientiae christianae για τα καθήκοντα των Χριστιανών στη δημόσια ζωή (1890), εφαρμόζει τις αρχές του στις διαφορετικές σφαίρες της ατομικής και κοινωνικής ζωής.
Ο Λέων ΙΔ΄ σίγουρα εμπνέεται από ευγενείς προθέσεις και ειλικρινή αγάπη για την αλήθεια, ωστόσο το έγγραφό του, σε αντίθεση με αυτά του Λέοντα ΙΓ΄, αποκαλύπτει την έλλειψη μιας στέρεης μεταφυσικής βάσης που κινδυνεύει να εμποδίσει την επαρκή κατανόηση σύνθετων προβλημάτων, όπως αυτό της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Πάπας, αφού ορθώς δήλωσε ότι « πρέπει να αποφύγουμε την παρεξήγηση της εξίσωσης αυτής της «νοημοσύνης» (ΤΝ) με την ανθρώπινη νοημοσύνη », θέτει το πρόβλημα ως εξής: « Αυτά τα συστήματα μιμούνται ορισμένες λειτουργίες της ανθρώπινης νοημοσύνης (...) Κι όμως, αυτή η δύναμη παραμένει αποκλειστικά συνδεδεμένη με την επεξεργασία δεδομένων: οι λεγόμενες τεχνητές νοημοσύνης δεν βιώνουν μια εμπειρία, δεν διαθέτουν σώμα, δεν βιώνουν χαρά και πόνο, δεν ωριμάζουν στις σχέσεις, δεν έχουν εσωτερική κατανόηση της έννοιας της αγάπης, της εργασίας, της φιλίας, της ευθύνης. Δεν έχουν καν ηθική συνείδηση: δεν κρίνουν το καλό και το κακό, δεν κατανοούν την τελική έννοια των καταστάσεων, δεν αναλαμβάνουν το βάρος των συνεπειών . (...) δεν κατοικούν στον συναισθηματικό, σχεσιακό και πνευματικό ορίζοντα στον οποίο ο άνθρωπος γίνεται σοφός. (...) Δεν είναι η εμπειρία εκείνων που επιτρέπουν στον εαυτό τους να διαμορφώνεται από τη ζωή και να αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου μέσω επιλογών, λαθών, συγχώρεσης, πιστότητας. Είναι μάλλον μια στατιστική προσαρμογή που ξεκινά από δεδομένα και ανατροφοδότηση, η οποία μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματική, αλλά δεν συνεπάγεται εσωτερική ανάπτυξη (σημ. 99)».

Ο Πάπας έχει δίκιο που θίγει το ζήτημα, αλλά η απάντησή του δεν εξηγεί γιατί η εξίσωση της ανθρώπινης και της τεχνητής νοημοσύνης είναι αδύνατη. Για τη Θωμιστική φιλοσοφία, ο λόγος δεν έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν βιώνει συναισθήματα, δεν έχει σχέσεις ή δεν διαθέτει ενσωματωμένη μνήμη, αλλά στο γεγονός ότι της λείπει μια ορθολογική, πνευματική ψυχή, η εγγενής αρχή των νοητικών λειτουργιών.
Η εγκύκλιος, αντίθετα, διατυπώνει τη διάκριση μεταξύ ανθρώπου και Τεχνητής Νοημοσύνης με καθαρά φαινομενολογικούς όρους, στο επίπεδο της εμπειρίας, της συναισθηματικότητας και της σχεσιακής φύσης, ξεχνώντας ή αγνοώντας ότι η αποφασιστική διάκριση είναι οντολογική.


Σύμφωνα με τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη , ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα άθροισμα υλικών διαδικασιών, επειδή η ίδια η αρχή της ανθρώπινης γνώσης είναι μια άυλη και υπαρκτή αρχή ( Summa Theologiae , I, q. 75, a. 1). Η ανθρώπινη διάνοια δεν περιορίζεται στην επεξεργασία πληροφοριών ή στην αναγνώριση προτύπων, αλλά γνωρίζει το καθολικό ( Summa Theologiae , I, q. 79, a. 6) και είναι ικανή να αφαιρεί από αισθητές εικόνες άυλες έννοιες όπως το καλό, η δικαιοσύνη και ο ίδιος ο Θεός. Ομοίως, η βούληση δεν είναι ένας προγραμματισμένος μηχανισμός επιλογής, αλλά μια ορθολογική όρεξη ικανή για σκέψη και ελευθερία ( Summa Theologiae, I, q. 82, a. 1· ST, I, q. 83, a. 1).

Η τεχνητή νοημοσύνη, από την άλλη πλευρά, δεν διαθέτει μια εγγενή αρχή γνώσης και βούλησης, αλλά ενεργεί δυνάμει της ανθρώπινης νοημοσύνης που τη σχεδίασε. Επομένως, η διαφορά μεταξύ ανθρώπου και μηχανής δεν είναι ποσοτική αλλά οντολογική: ο άνθρωπος γνωρίζει επειδή διαθέτει πνευματική διάνοια και βούλεται επειδή διαθέτει ελεύθερη βούληση. Η μηχανή, από την άλλη πλευρά, παράγει αποτελέσματα επειδή κατασκευάστηκε για να το κάνει. Ακόμα και η πιο προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη, επομένως, δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά ανθρώπινη, επειδή της λείπει αυτό που, για τον Άγιο Θωμά, αποτελεί την ίδια την αρχή της αυθεντικά ανθρώπινης γνώσης και βούλησης: την ορθολογική, πνευματική ψυχή .

Αυτές οι παρατηρήσεις μπορεί να φαίνονται αφηρημένα φιλοσοφικές, αλλά έχουν επίσης σημαντικές συνέπειες σε ηθικό και κοινωνικό επίπεδο. Η μεταφυσική βάση του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας αναφέρεται στη χριστιανική αντίληψη της τάξης της ύπαρξης, η οποία περικλείει την ανθρώπινη ιστορία υπό το φως της δημιουργίας, της Πτώσης και της λύτρωσης. Από αυτή την οπτική γωνία, η έννοια της αμαρτίας, η οποία ουσιαστικά απουσιάζει από την εγκύκλιο, δεν μπορεί να αναχθεί σε κοινωνιολογική αδικία, αλλά αποτελεί παραβίαση του θείου νόμου, υπονοεί ενοχή, αξίζει τιμωρία και απαιτεί μετάνοια και μεταστροφή.


Ο Πάπας, με μια όμορφη έκφραση, επιβεβαιώνει ότι « αν το μυστήριο του Θεού-Αγάπης είναι η πηγή του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας, εμείς στοχαζόμαστε το πιο συγκεκριμένο πρόσωπό του στον Ιησού Χριστό, τον Ενσαρκωμένο Λόγο » (σημ. 49). Ωστόσο, ο Ιησούς Χριστός δεν ενσαρκώθηκε για να επιβεβαιώσει ένα ανθρωπιστικό ιδανικό, ούτε για να προωθήσει μια γενική παγκόσμια αδελφότητα, αλλά για να αποκαταστήσει την τάξη που είχε διαλυθεί από την αμαρτία μέσω της λύτρωσης του ανθρώπου και της επανένταξής του στην υπερφυσική τάξη ( Summa Theologiae , III, q. 1, a. 2).
Όταν αυτός ο μεταφυσικός και υπερφυσικός ορίζοντας συσκοτίζεται, ο Χριστιανισμός αναπόφευκτα τείνει να εκκοσμικευτεί και να υποβιβαστεί σε μια καθαρά οριζόντια και φιλανθρωπική θρησκεία, σκοπός της οποίας δεν είναι πλέον η σωτηρία των ψυχών και η αποκατάσταση της χριστιανικής τάξης, αλλά η απλή ανθρωπιστική διαχείριση των προβλημάτων του κόσμου.

Το Magnifica Humanitas είναι πλούσιο σε γνώσεις και θα πρέπει να θεωρείται μια έγκυρη έκφραση της διδασκαλίας του Λέοντα ΙΔ΄, αλλά ορισμένα σημεία της φιλοσοφίας και της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας που εξετάζονται στην εγκύκλιο αξίζουν να συζητηθούν, με την δέουσα αγάπη και σεβασμό προς το πρόσωπο του Ρωμαίου Ποντίφικα και τον θεσμό του Παπισμού.


ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΔΡΟ, ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΘΛΙΒΕΡΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ. 
ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ. 
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» στο θεολογικό έργο του αγ. Γρηγορίου Παλαμά(β)

 

           π. Χρίστος Μαλάης

                                              ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» 
στο θεολογικό έργο του αγ. Γρηγορίου Παλαμά

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
 

2.1.3 Η ανασκευή των βαρλααμικών επιχειρημάτων
α) Σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, οι όντως θεοφόροι μπορούν να υψωθούν πάνω από κάθε γνώση και να «αποφάσκουν» έτσι το θείο από όλα τα κτιστά, ακόμα και από εκείνα τα οποία είτε δε γνωρίζουμε, είτε δεν είναι δυνατό να γνωρίσουμε4. Ο απ. Παύλος λέει ότι ο Χριστός κάθισε πάνω από κάθε όνομα, όχι μόνο από εκείνα που ονομάζονται, που είναι δηλαδή γνωστά στον παρόντα αιώνα, αλλά και από εκείνα που είναι άγνωστα και θα γίνουν γνωστά στο μέλλοντα αιώνα5. Αλλού πάλι, αφού εγκωμίασε τη μεγαλοσύνη του Θεού από εκείνα που δεν είναι γνωστά σ’ αυτόν, είπε ότι κανένα από αυτά δε μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού6. Αφού απαρίθμησε όλα τα αισθητά και νοητά, τα παρόντα και τα μέλλοντα, πρόσθεσε ότι κανένα άλλο κτίσμα δε μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού, «ἐκ τῶν ὄντων καὶ τὰ μὴ ὄντα συνορῶν καὶ κατ’ εκείνων ὡς ὄντων ἀποφαινόμενος»7. Πρώτα απαρίθμησε τα γνωστά όντα για να αποδείξει ότι κανένα από αυτά δεν είναι ικανό να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού, και από αυτά πάλι συμπέρανε κατ’ αναλογίαν ότι και τα μη όντα είναι αδύνατο να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού. Η φράση «ἐκ τῶν ὄντων καὶ τὰ μὴ ὄντα συνορῶν» σημαίνει ότι από τα όντα γίνεται κατανοητό κατ’ αναλογία ότι και τα μη όντα δε μπορούν να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, γι’ αυτό και ο απ. Παύλος διατυπώνει τη γνώμη του γι’ αυτά ως να ήταν όντα. Η αναλογία αυτή στηρίζεται στη σχέση όντων-μη όντων, γι’ αυτό και δε συνεπάγεται οποιαδήποτε σύγχυση ανάμεσα στα θεία και στα κτιστά. Αυτό δηλαδή που ισχύει για τα όντα σε σχέση με την αγάπη Θεού, ισχύει κατ’ αναλογία και για τα μη όντα σε σχέση με την αγάπη του Θεού: ότι δηλαδή κανένα από τα δύο δε μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Θεού. Πρόκειται για μία αναλογία την οποία μόνο οι πιστοί μπορούν όχι απλά να γνωρίσουν με το μυαλό τους, αλλά και να βιώσουν μέσα από την ίδια τη ζωή τους. Διότι, μόνο αυτοί, αφού υψωθούν πάνω από τη φυσική γνώση, μπορούν να αποκτήσουν τη βεβαιότητα ότι αν και ο Θεός μπορεί να φέρει στην ύπαρξη τα μη όντα, ωστόσο η θεία αγάπη στον άνθρωπο δεν επηρεάζεται καθόλου από αυτά8. Συνεπώς, μόνο εκείνοι που πιστεύουν πραγματικά μπορούν να αποφανθούν για τα μη όντα κατ’ αναλογία προς τα όντα και να κατανοήσουν έτσι ότι δεν επηρεάζουν καθόλου τη δύναμη της θείας αγάπης μέσα τους.
β) Οι πιστοί, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, μπορούν να κατανοήσουν από το ένα τα πολλά και από τα μερικά τα πάντα, με τον εξής τρόπο: πρώτα αναγνωρίζουν το Θεό ως αίτιο όλων, στη συνέχεια αφαιρούν Εκείνον από όλα αυτά, και τέλος προσθέτουν με την πίστη τους αυτό που υπερβαίνει τη θεογνωσία μέσω των όντων, ότι δηλαδή όλα ήλθαν στην ύπαρξη «ἐξ οὐκ ὄντων» με μόνο το λόγο του9. Η σύνδεση των όντων με τα μη όντα οφείλεται άρα σε τρεις διαδοχικές πράξεις, τις οποίες μόνο οι πιστοί μπορούν να εκτελέσουν:
(Α) στην αναγνώριση ότι ο Θεός είναι η αιτία των πάντων,
(Β) στην αφαίρεση του άκτιστου Θεού από όλα τα κτιστά όντα,
(Γ) στην εκ πίστεως παραδοχή ότι όλα τα όντα ήλθαν στην ύπαρξη «ἐξ οὐκ ὄντων» με μόνο το λόγο του Θεού.
γ) Αυτή η πάνω από τη σκέψη γνώση, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, δεν παρέχει τη θεογνωσία διαμέσου των όντων ή τα μη όντων, από το σύνολο δηλαδή των κτιστών, αλλά διαμέσου του ακτίστου φωτός το οποίο είναι δόξα του Θεού και του Χριστού Θεού10. Το άκτιστο φως, δεν παρέχει τη γνώση του Θεού κατά την αιτία ή κατ’ αναλογία, όπως παρέχεται από την καταφατική ή την αποφατική οδό11. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, για να φανερώσει τον πνευματικό και υπερ-φυσικό χαρακτήρα της θεογνωσίας που παρέχει στον άνθρωπο το άκτιστο φως, χρησιμοποιεί την αναλογία του γάμου: «Ἆρ’ εἰ καὶ μὴ γάμου τις λάβοι πεῖραν, οὐ τὴν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν οἶδε συνάφειαν, ἐπεὶ τὴν ἀναλογίαν ἐξ ἐκείνου συνορᾶν οὐκ ἔχει;»12. Για να γνωρίσει ο πιστός το μυστήριο του γάμου και της ένωσης του Χριστού με την Εκκλησία, δεν είναι απαραίτητο να δοκιμάσει εκ πείρας και το συζυγικό γάμο. Η ύπαρξη της αναλογίας ανάμεσα στον ανθρώπινο και στο θείο γάμο, δεν αποτελεί απαραίτητο όρο για να μπορέσει ο πιστός να γνωρίσει το μυστήριο της ένωσης του Χριστού με την Εκκλησία του. Ο πιστός μπορεί να γνωρίσει το γάμο της Εκκλησίας με το Χριστό, ακόμα και όταν δεν έχει πείρα του συζυγικού γάμου. Αυτό εννοεί ο απ. Παύλος, σημειώνει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, λέγοντας ότι το μυστήριο του γάμου είναι μεγάλο, αλλά αναφέρεται στο Χριστό και στην Εκκλησία13. Γι’ αυτό και το μυστήριο του γάμου Θεού και Εκκλησίας, μπορεί να βιωθεί και μέσα από τον παρθενικό βίο14.

2.1.4 Τα όρια της αναλογίας ως γνωστικής ικανότητας
Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος δεν είδε τον Υιό του Θεού να στέκεται στα δεξιά του Πατρός ούτε με νοητό τρόπο, ούτε αισθητό, ούτε αποφατικά, «μήτε κατ’ αἰτίαν ἢ ἀναλογίαν διανοούμενος τὰ θεῖα»15. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς διακρίνει ανάμεσα σε τέσσερις διαφορετικούς τρόπους γνωστικής προσπέλασης των πραγμάτων που προσπίπτουν στην ανθρώπινη αντίληψη:
α) τη νοερή αντίληψη,
β) την αισθητή αντίληψη,
γ) την «ἐξ ἀποφάσεως» αντίληψη,
δ) την «κατ’ αἰτίαν ἢ ἀναλογίαν» αντίληψη.
Κανένας από τους τέσσερις αυτούς φυσικούς τρόπους γνωστικής προσέγγισης όσων προσπίπτουν στην ανθρώπινη αντίληψη, δεν είναι δυνατό να ανταποκριθεί στην ενατένιση των θείων και άρρητων μυστηρίων16. Απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι, ενώ ο Στέφανος έβλεπε τη θεία λαμπρότητα του Ιησού, οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να δουν τίποτα. Σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, ο τρόπος με τον οποίο ατένισε ο πρωτομάρτυρας τον Υιό του Θεού είναι «πνευματικός και αποκαλυπτικός»17. Η ενατένιση της θείας λαμπρότητας από όποιον είναι άξιος δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε δικιά του διανοητική προσπάθεια, αλλά στην καθαρότητα της καρδιάς του και στην ορθή του πίστη18. Μόνο τότε θα έλθει το Άγιο Πνεύμα και θα τον καταστήσει ικανό να δει με τρόπο πνευματικό εκείνα που είναι αόρατα από το νου και τη διάνοια19. Όσοι γνωρίζουν από πείρα τα απόρρητα, προσπαθούν να διηγηθούν με αισθητά ή νοητά σύμβολα τα μυστήρια του Πνεύματος, για χάρη όσων η πίστη είναι ακόμη μέτρια και έχουν ανάγκη από καθοδήγηση20. Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται αισθητά ή νοητά σύμβολα για τη φραστική διατύπωση αυτού του θαύματος, δεν δηλώνει κάποια ομοιότητα ή αναλογία ανάμεσα στα άκτιστα και στα κτιστά. Τα κοινά ονόματα, που χρησιμοποιούνται τόσο για τα άκτιστα όσο και για τα κτιστά, όταν διανοούμαστε αναλογικά περί τα θεία, είναι μεταξύ τους ομώνυμα και εντελώς διαφορετικά ως προς το περιεχόμενό τους21. Τα ονόματα που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τα άκτιστα, δεν έχουν κάποιο περιεχόμενο το οποίο μπορεί να συμπεριλάβει μέσα στον εαυτό του οτιδήποτε ανήκει στην περιοχή του ακτίστου22. Ο χαρακτήρας τους είναι μεν αναγωγικός, οδηγητικός και δεικτικός κατευθύνσεως προς την οποία πρέπει να τείνουν τόσο ο νους όσο και οι αισθήσεις, ωστόσο δεν αντιστοιχούν με κανένα τρόπο ως προς το περιεχόμενό τους με όσα είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη αντίληψη, και γίνονται γνωστά μόνο με την επενέργεια της ακτίστου χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

2.1.5 Απόρριψη της αναλογίας ως φυσικής δυνατότητας ένωσης με το Θεό
Η θεοποιός ενέργεια, σύμφωνα με τον Βαρλαάμ, είναι μίμηση του Θεού, η οποία αποτελεί έξη της νοερής και λογικής φύσεως, «ἀπὸ τῆς πρώτης διακοσμήσεως ἀρχομένη καὶ τοῖς ἐσχάτοις τῶν λογικῶν περατουμένη»23. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, αντιτείνει ότι η θεοποιός ενέργεια δεν είναι μίμηση, αλλά μάλλον αμιμησία24. Διότι, εάν η χάρη της θεώσεως είναι φυσική έξη, πράγμα το οποίο σημαίνει ενεργοποίηση και φανέρωση φυσικής δυνάμεως, τότε εκείνος που θεώνεται θα είναι αναγκαστικά φύσει θεός, εφόσον η θέωση γίνεται κατά φυσική δύναμη και είναι καμωμένη ώστε να εμπεριέχεται μέσα στους κτιστούς όρους της φύσεως25. Αν ίσχυε όμως αυτό, τότε δε θα ήταν χάρη, αλλά φανέρωση της ενέργειας κατά φυσική δύναμη. Το συμβάν δε θα ήταν παράδοξο, διότι «κατὰ δεκτικὴν δύναμιν φύσεως ἡ θέωσις εἴη», δηλαδή η θεία ένωση θα συνέβαινε ανάλογα με τη δεκτική δύναμη της φύσεως26. Η θέωση, έτσι, θα ήταν έργο της φύσεως και όχι δώρο του Θεού27. Ο μέτοχός της συνεπώς, θα μπορούσε να ονομάζεται και κυριολεκτικά φύσει Θεός, διότι η κατά φύσιν δύναμη του κάθε όντος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η απαράβατη κίνηση της φύσεως προς την ενέργεια28. Η χάρη της θεώσεως, σύμφωνα με τους πατέρες, λέει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, βρίσκεται πάνω από την αρετή, τη φύση και τη γνώση29. Η αρετή και η μίμηση του Θεού, καθιστά κατάλληλο τον κάτοχό της προς θεία ένωση, και η χάρη είναι εκείνη η οποία τελεσιουργεί αυτή την απόρρητη ένωση30. Ο άνθρωπος γίνεται ένα με το Θεό μέσω της «ενυπόστατης υιοθεσίας», η οποία συμβαίνει με τη χάρη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος31.

2.1.6 Συμπεράσματα
Στο κεφάλαιο αυτό θεωρήσαμε ότι οι απαντήσεις του αγ. Γρηγορίου Παλαμά στις θέσεις του Βαρλαάμ σχετικά με το ζήτημα της θεολογικής γνώσεως, αναφέρονται εμμέσως και στο ζήτημα της αναλογίας του όντος, δεδομένου ότι η αναλογία του όντος αποτελεί το «μέσο» ενοποίησης της φυσικής με την υπερφυσική γνώση, επί της οποίας θεμελιώνεται η θεολογική σκέψη τόσο των σχολαστικών όσο και των αντιπαλαμικών θεολόγων. Επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον μας στα σημεία εκείνα, όπου ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς είτε καταφέρεται άμεσα στη χρήση της αναλογίας για την εξίσωση ανάμεσα στη φιλοσοφική και στη θεολογική γνώση, είτε τη χρησιμοποιεί ο ίδιος στην προσπάθεια του να αποδείξει ότι η φιλοσοφική και η θεολογική γνώση αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες.
Διαπιστώσαμε, έτσι, ότι η αναλογία αποτελεί για το Βαρλαάμ ένα διανοητικό τρόπο κατανόησης των πραγμάτων, με βάση τον οποίο θεωρεί ότι η σχέση των όντων προς την αιτία τους μπορεί να οδηγήσει καταφατικά στη γνώση του ίδιου Θεού.
Αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο, και με όσο μεγαλύτερη ακρίβεια γνωρίζει κανείς κάποιες πληροφορίες σχετικά με τα κτιστά όντα, τόσο περισσότερο διαφέρει από τους άλλους ως προς τη γνώση του Θεού. Ο Βαρλαάμ ισχυρίζεται ότι για να επιτευχθεί η οποιαδήποτε γνώση του Θεού, απαιτείται η άριστη γνώση όλων των όντων, ακόμη κι όταν πρόκειται για την αποφατική οδό, η οποία περιφρονεί την καταφατική γνώση των όντων ως κατώτερη της γνώσης του Θεού.
Σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, η αληθινή θεογνωσία αποτελεί μια γνώση η οποία είναι ανώτερη από κάθε σκέψη, γι’ αυτό δεν μπορεί να αποκτηθεί διαμέσου της γνώσης των όντων ή των μη όντων (από το σύνολο δηλαδή των κτιστών), αλλά από το άκτιστο φως το οποίο είναι φυσική δόξα του Θεού. Το άκτιστο φως, δεν παρέχει τη γνώση του Θεού κατά την αιτία ή κατ’ αναλογία, όπως συμβαίνει με την καταφατική ή την αποφατική οδό, αλλά κατά τρόπο υπερ-φυσικό, θείο και πνευματικό.
Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς διακρίνει γενικά τέσσερις διαφορετικούς τρόπους γνωστικής προσπέλασης των πραγμάτων που προσπίπτουν στην ανθρώπινη αντίληψη, ένας από τους οποίους είναι η «κατ’ αἰτίαν ἢ ἀναλογίαν» αντίληψη. Η ενατένιση της θείας λαμπρότητας από όποιον είναι άξιος, ωστόσο δε στηρίζεται σε οποιαδήποτε δικιά του διανοητική προσπάθεια, αλλά στην καθαρότητα της καρδιάς του και στην ορθή του πίστη. Μόνο τότε θα έλθει το Άγιο Πνεύμα και θα τον καταστήσει ικανό να δει με τρόπο πνευματικό εκείνα που είναι αόρατα από το νου και τη διάνοια.
Ο Βαρλαάμ θεωρεί ότι η θεοποιός ενέργεια είναι μίμηση του Θεού, η οποία αποτελεί έξη της νοερής και λογικής φύσεως, αρχίζοντας από την πρώτη νοερή διακόσμηση και φθάνοντας έως τα τελευταία ανάμεσα λογικά όντα. Η χάρη της θεώσεως, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, δεν αποτελεί φυσική έξη, διότι αυτό υπονοεί κάποια ενεργοποίηση και φανέρωση φυσικής δυνάμεως. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε εκείνος που θεώνεται θα είναι αναγκαστικά φύσει θεός, εφόσον η θέωση γίνεται κατά φυσική δύναμη και είναι καμωμένη ώστε να εμπεριέχεται μέσα στους κτιστούς όρους της φύσεως. Το σωστό αντίθετα, είναι να πούμε ότι η αρετή και η μίμηση του Θεού καθιστά κατάλληλο τον κάτοχό της προς θεία ένωση, ενώ η άκτιστη χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι εκείνη η οποία τελεσιουργεί αυτή την απόρρητη ένωση.

2.2.2.12 Συμπεράσματα
Χρησιμοποιώντας εικόνες ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς καταφέρνει να αποδώσει με παραστατικότητα και λιτότητα όσα ο λόγος δυσκολεύεται να περιγράψει και να αποδείξει. Η εικόνα αποτελεί μια απόπειρα περιγραφής των θείων με βάση το κοινό βίωμα και την αισθητηριακή εμπειρία. Ως θεολογικό μέσο βασίζεται στην εξωτερική αντιστοίχιση ανάμεσα στο αισθητό και στο θείο γεγονός, με σκοπό να φανερωθεί με παραστατικότητα και ενάργεια η αλήθεια του δευτέρου. Όπως έχουμε αποδείξει, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς θεωρεί ότι η λειτουργία της εικόνας βασίζεται στην «κοινή κατά ψυχή αίσθηση», γι’ αυτό και αναπαριστά μόνο με αμυδρό τρόπο τη θεολογική αλήθεια που απεικονίζει.
Η εικόνα μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο καταφατικά αλλά και αποφατικά, να περιγράψει δηλαδή όχι μόνο αυτό που είναι αλλά και αυτό που δεν είναι ο Θεός, επιδεικνύοντας ταυτοχρόνως την αληθινή οδό η οποία είναι ικανή να καθαρίσει και να φωτίσει τον άνθρωπο.
Ακόμη, με βάση την αναλογία προς τα αισθητηριακά δεδομένα, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς επιχειρεί το σχηματισμό εικονικών παραστάσεων μέσα στη φαντασία, οι οποίες μπορούν να παραστήσουν κατά το δυνατόν όσα επιτελούνται μυστηριωδώς στο νου που κυριεύεται από έκσταση ακατάληπτων πραγμάτων. Η εικόνα μπορεί να αποτελέσει έτσι, μία εκτεταμένη παρομοίωση η οποία εκτός από την «κοινή κατά ψυχή αίσθηση», βασίζεται στην αφαιρετική δυνατότητα της φαντασίας να δημιουργεί παραστάσεις και μορφές, με σκοπό να απεικονίσει τα ακατάληπτα μυστήρια της πίστεως.
Επιπλέον, η εικόνα χρησιμοποιείται από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά για την περιγραφή της θείας εικόνας μέσα στον άνθρωπο, με σκοπό τη συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ζει σε συμφωνία με τη θεία καταγωγή του. Μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν ως εικόνες οι τύποι του θείου αρχετύπου, τόσο για την ύπαρξη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όσο και για την ύπαρξη της ίδιας της Αγίας Τριάδας.
Οι αναλογίες ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα είναι όλες εικονιστικές, περιγράφουν δηλαδή τη θεία αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που η εικόνα περιγράφει το εικονιζόμενο: αποδίδοντας σ’ αυτό την πρέπουσα τιμή και αξία, καθιστώντας το πιο οικείο, εύληπτο και κατανοητό, χωρίς να παραβιάζεται η απόλυτη διάκριση ανάμεσα στο άκτιστο και στο κτιστό. Σκοπός χρήσης της εικόνας στη θεολογία δεν είναι, συνεπώς, η αναζήτηση στοχαστικών αναλογιών ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα, αλλά η προσωπική μας επαφή με την αποκεκαλυμμένη αλήθεια της πίστεως και η κατά το δυνατόν συμπόρευσή μας σύμφωνα με αυτήν.

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΎΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΛΑΜΑ . ΔΙΟΤΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΖΙΚΕΣ ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΑΝ ΤΟΤΕ ΤΗΝ ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ.