Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Πανώλη και Πόλεμος: Αποκαλύπτονται τα βιολογικά εργαστήρια


Θυμάμαι πολύ καλά πώς οι λεγόμενοι ελεγκτές γεγονότων, προφανώς πέρα ​​από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, ούρλιαζαν όταν λέγεται ότι οι Ρώσοι είχαν ανακαλύψει κάποια αμερικανικά βιολογικά εργαστήρια στην Ουκρανία: «Είναι ψέμα, είναι εκτός πλαισίου, είναι αναπόδεικτο», έλεγαν με μια επιμονή και επιμέλεια άξια για καλύτερο σκοπό. Ωστόσο, η Μόσχα είχε παρουσιάσει στον ΟΗΕ μια πληθώρα εγγράφων που κατέληξαν στα συρτάρια της δυτικής ντροπής, χωρίς ποτέ να δουν το φως της συζήτησης. Η πληρωμένη αγανάκτηση αυτών των πλαστικών των μέσων ενημέρωσης που είχαν αναλάβει το πλύσιμο βρώμικων πιάτων όχι μόνο στερούνταν οποιουδήποτε σοβαρού επιχειρήματος, αλλά είχε και έναν σκοπό: να προστατεύσουν τις ίδιες τις ρίζες ενός συστήματος. Αλλά σήμερα η επαίσχυντη και ντροπιαστική αγανάκτησή τους έχει αποκαλυφθεί από το γεγονός ότι η επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, αποκάλυψε επιτέλους τα πάντα : υπήρχαν 40 βιολογικά εργαστήρια του Πενταγώνου στην Ουκρανία (από τα συνολικά 120 παγκοσμίως) και ασχολούνταν με τον χειρισμό παθογόνων, ακόμη πιο επιθετικούς από ό,τι ήδη ήταν. Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο: όλοι επικεντρώθηκαν στην αύξηση της λειτουργικότητας που υποτίθεται ότι προκάλεσε τον ιό Covid και συχνά απασχολούσαν τους ίδιους ερευνητές από τις πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες, οι οποίοι στη συνέχεια παραποίησαν το διάσημο εμβόλιο που διαφημιζόταν ως σωτήριο και ασφαλές, ενώ ήταν - και είναι - άχρηστο και επικίνδυνο.

Τα έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν πριν από λίγες ημέρες δείχνουν κατηγορηματικά ότι ο ρωσικός φάκελος ήταν απολύτως αληθινός και, αν μη τι άλλο, ήταν «συγκρατημένος» στην αποκάλυψη ορισμένων πτυχών. Και η Gabbard ήταν κατηγορηματικός σε αυτό: «Μέχρι σήμερα, τα στοιχεία σχετικά με την πλήρη ύπαρξη και χρηματοδότηση αυτών των εργαστηρίων έχουν εν γνώσει τους αποκρυφθεί από τον αμερικανικό λαό. Πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη, την ιστορία, την τοποθεσία και τη χρηματοδότηση αυτών των βιολογικών εργαστηρίων που χρηματοδοτούνται από τις ΗΠΑ έχουν σκόπιμα συγκαλυφθεί από ισχυρούς ανθρώπους που ισχυρίζονται ψευδώς ότι δεν υπάρχουν και κατηγορούν όποιον ισχυρίζεται το αντίθετο ότι είναι ξένος πράκτορας και προδότης της Αμερικής. Παρά τον προφανή πιθανό καταστροφικό παγκόσμιο αντίκτυπο που μπορεί να έχει η έρευνα για επικίνδυνα παθογόνα σε βιολογικά εργαστήρια, πολιτικοί, οι λεγόμενοι επαγγελματίες υγείας όπως ο Δρ. Anthony Fauci, και μέλη της ομάδας εθνικής ασφάλειας της κυβέρνησης Μπάιντεν έχουν πει ψέματα στον αμερικανικό λαό για την ύπαρξη βιολογικών εργαστηρίων που χρηματοδοτούνται και υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ και έχουν απειλήσει όσους έχουν προσπαθήσει να αποκαλύψουν την αλήθεια».

Αυτό που προκύπτει από όλα αυτά είναι ένα τοξικό βραχυκύκλωμα μεταξύ χρήματος, πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιρειών, χρηματοοικονομικών, στρατιωτικών έργων, φαρμακευτικής κερδοσκοπίας και πολιτικών ατζεντών, το οποίο τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να αρνηθούν πάση θυσία, παρά την συντριπτική τεκμηρίωση που το υποστηρίζει. Και μπορεί κανείς, χωρίς να υπερβαίνει τα όριά του, να υποστηρίξει ότι τα πρόσφατα ξεσπάσματα ασθενειών όπως η Covid, ο MERS, ο Έμπολα, η τουλαραιμία και το SARS είναι αποτέλεσμα ενός σάπιου και εντελώς ανεύθυνου περιβάλλοντος. Αυτό αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι η ρωσική τεκμηρίωση έχει δαιμονοποιηθεί ως παραπληροφόρηση, και ακόμη και η δολοφονία του Στρατηγού Ιγκόρ Κιρίλοφ, ο οποίος είχε επιβλέψει την έρευνα για τα βιολογικά εργαστήρια στην Ουκρανία, συνέβη αφού το Λονδίνο τον είχε χαρακτηρίσει γκροτέσκα ως εγκληματία πολέμου. Αλλά η αποφασιστικότητα με την οποία αυτά τα πράγματα εξακολουθούν να αρνούνται σήμερα, ενάντια σε όλα τα στοιχεία, υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται μόνο για τη διάσωση της Ουάσιγκτον από κατηγορίες για παραβίαση διεθνών συνθηκών ή για μετατροπή της Ουκρανίας σε καταφύγιο επικίνδυνων αντιγόνων, αλλά και για την απόκρυψη ενός ολόκληρου δυτικού συστήματος που έχει μετατρέψει νέες ασθένειες ύποπτης προέλευσης σε πηγή εξουσίας και κέρδους, πολύ πέρα ​​από τα ήδη ανησυχητικά πολεμικά του σχέδια. Φυσικά, θα χρειαζόταν μια διεθνής εξεταστική επιτροπή για να ξεδιαλύνει αυτό το άθλιο χάος, αλλά αμφιβάλλω αν μπορεί να φτάσει τόσο μακριά: αυτή η υπόθεση πλήττει την καρδιά των δυτικών ολιγαρχιών που έχουν καταστήσει την «πανούκλα» όργανο κυριαρχίας από πολλές απόψεις.

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ (8)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

 Του A.J. NIJK 

Κοσμικότης και εκκοσμίκευση σαν επιχείρημα του Οικουμενικού στοχασμού. 

8. Ο Ντήτριχ  Μπονόφερ: ο κόσμος ωρίμασε, ενηλικιώθηκε.

Μπονόφερ-συνέχεια! 
                Είναι όμως ξεκάθαρο πώς είναι τρείς οι νέες θέσεις που αποτελούσαν πλέον μέρος τού ακλόνητου θεμελίου τής νέας διανοήσεως που θέλησε να μας γνωστοποιήσει ο Μπονόφερ, και είναι επίσης ξεκάθαρο πώς αυτές οι τρείς θέσεις είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους: ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ [κατασκευάζεται και ήδη έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή, ένας νέος Θεός, διά χειρός προτεσταντισμού. Σήμερα αποκτά και την εκκλησία του, στην οποία θα ανήκουν και όλες οι θρησκείες, μεταρρυθμισμένες, σύμφωνα με τον τρόπο ζωής που επιτάσσει ο νέος αυτός Θεός, οι νόμοι του], ΜΙΑ ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ, ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, ΣΑΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 
                Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο πρωτότυπος χαρακτήρας, άμεσα βιωμένος κάθε μιάς από αυτές τις θέσεις. [βιώματα, εμπειρίες της καθημερινότητος, της υπάρξεως. Η Κυριακή ας περιμένει, τώρα έχει πάρει τον λόγο ο εργαζόμενος, ο Ακαδημαϊκός, ο οποίος με τον ιδρώτα του προσώπου του βγάζει σήμερα τον άρτον τον επιούσιον, δεν κουράζει τον Θεό πλέον]. Στα κείμενα που αναφερόμαστε γίνεται αισθητή μία αληθινή ένωση με τον Θεό ο οποίος "αφήνεται να οδηγηθεί έξω από τον κόσμο πάνω στον σταυρό", ένας θερμός σεβασμός, γεμάτος ελπίδα προς την ωριμότητα τού πλησίον, του "απλού ανθρώπου ο οποίος περνά την καθημερινή του ζωή στην εργασία και στην οικογένεια και οπωσδήποτε και με πολλές εναλλαγές επίσης και αλλαγές πορείας". [Το πνεύμα των οργανώσεων ακριβώς που κατέκλυσε τους ευσεβείς της Ελλάδος οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τον Μαξιμαλισμό του Ευαγγελίου. Γύρω τους δημιουργήθηκε ένας νέος κλήρος που κινείται γύρω από τους ιερούς κανόνες, όπως οι φαρισαίοι ζούσαν με την ψευδαίσθηση ότι εφαρμόζουν και διδάσκουν τον Νόμο]. Και μία οξύτατη απόρριψη της θρησκείας, η οποία "ελαχιστοποιεί τον άνθρωπο στην γήινη Φύση του". [χωρίς αυτοσυνειδησία αυθυπέρβαση, αυτοκυριαρχία, πρόσωπο], και δεν είναι διατεθειμένη να "μοιραστεί τον πόνο του Θεού για έναν κόσμο χωρίς Θεό". [Κόσμος. Δεν υπάρχει άνθρωπος. Γι'αυτό και η Δυτική απομίμηση του Ελληνικού πολιτισμού ονομάστηκε Civilization και ο μέτοχός της Κύριος. Οπλισμένος με την ηθική μάσκα της υποκρισίας, αλλά χωρίς παιδεία, χωρίς μόρφωση, χωρίς ωρίμανση του εσωτερικού τής καρδίας άνθρωπο, χωρίς τόκο εν καλώ, που του δίνει το δικαίωμα μετοχής στο θέατρο του παραλόγου που παίζεται στις Δυτικές κοινωνίες και κρύβει μετά βίας την άγρια επιδίωξη του κέρδους. Έμαθαν ανάποδα το μάθημα τού Απ.Παύλου. Ο οποίος οδηγήθηκε στον Θεό, συνειδητοποιώντας ότι άλλα θέλει και άλλα κάνει. Ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξε ο Αυγουστίνος, κατήργησε αυτά που θέλει ο έσω της καρδίας άνθρωπος, ο Δαυίδ, το αιώνιο παιδί της φιλοσοφίας, και κάνει ελεύθερα αυτά που ποθεί να κάνει ο έξω άνθρωπος, ο παθητικός, ο Γολιάθ. Ξεγελώντας εαυτόν και αλλήλους με την εσωτερικότητα του Αυγουστίνου! Ας δούμε ξανά πώς την ορίζει; Σταμάτησε την ορμή τής εξωτερικεύσεως τού πόθου για δράση ή πραγματοποίηση, και την ορμή αυτή εσωτερίκευσέ την. Εκεί θα διυλιστεί και θα γίνει στοχασμός, το θεμέλιο της αυτοκυριαρχίας, της ατομικότητος, του προσώπου. Η ΑΛΑΘΗΤΗ ΣΚΕΨΗ. Τους αδύναμους διανοητικά τούς οδηγεί σήμερα στην στέρηση, αλλά την διορθώνει η ψυχολογία. Ο μοντέρνος άνθρωπος. Ο κενολόγος]. 
                Αυτές οι τρείς στιγμές, αυτά τα τρία θέματα, παρουσιάζονται στην συνάφειά τους στην κριτική του Μπονόφερ στό κείμενό του "επίθεση της Χριστιανικής απολογητικής ενάντια στην ωριμότητα του κόσμου", θεωρεί δέ αυτή την επίθεση "κατ'αρχάς, χωρίς νόημα, έπειτα πολύ λίγο ευγενική, και τρίτον πολύ λίγο χριστιανική. Χωρίς νόημα-διότι φαίνεται σαν μία προσπάθεια να ξαναγυρίσει ένας άνθρωπος που έγινε άνδρας στην περίοδο της εφηβείας, να ξαναεξαρτηθεί δηλαδή από πράγματα από τα οποία δεν εξαρτάται πλέον, και να ξαναφορτωθεί προβλήματα τα οποία δεν υφίστανται πλέον γι'αυτόν. Πολύ λίγο ευγενές-διότι γίνεται προσπάθεια εκμετάλλευσης τής αδυναμίας ενός ανθρώπου για ξένους προς αυτόν σκοπούς, και από αυτόν, κερδίζοντας την αποδοχή του, ανελεύθερα. Πολύ λίγο Χριστιανικό-διότι ανταλλάσσεται ο Χριστός με ένα συγκεκριμένο σκαλοπάτι της θρησκευτικότητος τού ανθρώπου, δηλαδή με έναν ανθρώπινο νόμο". [Χρησιμοποιούνται, όπως βλέπουμε με επιδεξιότητα τα ίδια τα θεμέλια του Διαφωτισμού, και στην πραγματικότητα ο Προτεσταντισμός στην ιστορική του πορεία βαπτίζει Χριστιανικό τον Διαφωτισμό, ο οποίος όμως είχε ήδη σχεδιάσει έναν διαφορετικό άνθρωπο, ο οποίος απαίτησε με την σειρά του μία διαφορετική εκκλησία].
                Όσο κι' αν δίνουν μία αίσθηση αυθεντικότητος οι στοχασμοί του Μπονόφερ και όσο δυνατή και αν υπήρξε η επιρροή που άσκησαν και που συνεχίζουν να ασκούν, παραμένει πολύ δύσκολο να σχηματίσουμε μία ακριβέστατη εικόνα των τριών θέσεων που αναφέραμε, εάν τις θεωρήσουμε καθαυτές και στην συνάφειά τους. Ας σταθούμε λίγο παραπάνω στην δεύτερη και τρίτη θέση. Ήδη από τα λίγα στοιχεία που παραθέσαμε φανερώνεται πώς ο Μπονόφερ με τον όρο "ωριμότης" δεν εκφράζει κατ'αρχάς μία Θεολογική πιστοποίηση τού ανθρώπου, αλλά προσπαθεί να τον χαρακτηρίσει στηριζόμενος στην δική του παρατήρηση τού ανθρώπου και της ιστορίας του. Ο όρος προϋποθέτει ένα ιδιαίτερο όραμα του ανθρώπου και των δυνατοτήτων του, περιέχει δηλαδή έν σπέρματι μία ανθρωπολογία: αναφέρεται στον Καντ και στις ιδέες του για την ελευθερία και την αυτονομία του ανθρώπου. Ο όρος ωριμότης περιέχει επίσης μία φιλοσοφία της ιστορίας, μία ιδιαίτερη θεώρηση της ιστορίας τής Δύσεως μετά τον Δέκατο τρίτο αιώνα [μετά την άλωση της Κων/πόλεως], την οποία ερμηνεύει ο Μπονόφερ, δηλαδή σαν "μία κίνηση προς την κατεύθυνση τής αυτονομίας του ανθρώπου, προσθέτοντας, εννοώ μ'αυτό, την ανακάλυψη των νόμων σύμφωνα με τους οποίους ζει ο κόσμος και κυβερνάται, στην επιστήμη, στην πολιτική και  κοινωνική ζωή, στην τέχνη, στην ηθική, στην θρησκεία. Η θεολογική μέριμνα του Μπονόφερ περιλαμβάνει ένα έντονο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους και την ιστορία τους, τον ωθεί συνεχώς προς την κατεύθυνση της ανθρωπολογίας και της ερμηνείας της ιστορίας, και συνοδεύεται από μία μεγάλη δίψα για την κατανόηση των χαρακτηριστικών τού παρόντος και τού παρελθόντος των ανθρώπων, στην διάκρισή τους και τον συνδυασμό τους. Αλλά δυστυχώς μένουν όλα στο ξεκίνημα τους, σχέδια, συμβουλές, τα οποία εγείρουν περισσότερες ερωτήσεις από όσες μπορούν να λύσουν και να απαντήσουν.     
                Το ίδιο ισχύει και για την έννοια της θρησκείας η οποία στην αρνητική της διάσταση καθορίζει αποφασιστικά ολόκληρο το σκεπτικό και η οποία εξέλαβε ένα πλαίσιο πολύ πιο συγκεκριμένο από κάθε άλλη έννοια, παρότι τα στοιχεία αυτού του πλαισίου παρέμειναν δυστυχώς διασκορπισμένα. ο E. Bethge σημειώνει επτά χαρακτηριστικά αυτού που εννοεί ο Μπονόφερ σαν θρησκεία: "την μεταφυσική στιγμή και τον ατομικισμό, τον προνομιούχο χαρακτήρα της θρησκείας, την αποσπασματικότητα της, την έννοια τού από μηχανής Θεού που περιλαμβάνει την πατριαρχική της τάση και την χορηγία της, την ικανότητά της να διανέμεται" και σε κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκει επί πλέον λεπτομέρειες. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πώς και η έννοια τής θρησκείας περιέχει ανθρωπολογικές αναφορές. Επί πλέον μιλά για την θρησκεία σαν ένα ιστορικό φαινόμενο, μία έκφραση η οποία καθορίστηκε ιστορικά και είναι αρκούντως σχετική στα ανθρώπινα πράγματα. Θεωρεί δε την Δυτική μορφή του Χριστιανισμού σαν μία προπαρασκευαστική φάση για την πλήρη εξαφάνιση της θρησκείας. 
Συνεχίζεται 
Αμέθυστος.

Ο Dietrich Bonhoeffer και ο ενήλικος Χριστιανισμός 2 Του Stefano Fontana

Συνέχεια από Παρασκευή  19. Ιουνίου 2026


Ο Dietrich Bonhoeffer και ο ενήλικος Χριστιανισμός 2

Του Stefano Fontana


(3ο. Μάθημα της σειράς)

.......Ας διαβάσουμε και εδώ αυτό το σημαντικό χωρίο από το Αντίσταση και Παράδοση. Το να είναι κανείς χριστιανός δεν σημαίνει να είναι θρησκευτικός με έναν ορισμένο τρόπο, έννοια που ήδη είδαμε. Δεν σημαίνει να κάνει κάτι από τον εαυτό του, έναν αμαρτωλό, έναν μετανοούντα, έναν άγιο, βάσει μιας ορισμένης μεθοδικής, δηλαδή κάνοντας ορισμένα πράγματα, απαγγέλλοντας ορισμένες φόρμουλες, συμμετέχοντας σε ορισμένες τελετές κ.λπ.

Αλλά σημαίνει να είναι άνθρωπος, τελεία. Να ο κόσμος που έγινε ενήλικος. Σημαίνει, όπως έλεγα πριν, να αντιμετωπίζει τη ζωή χωρίς πλέον τον Θεό ως υπόθεση εργασίας.

Ο Χριστός δημιουργεί μέσα μας όχι έναν τύπο ανθρώπου. Ο χριστιανός δεν θα ήταν ένας ορισμένος τύπος ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος. Δεν είναι η θρησκευτική πράξη που κάνει τον χριστιανό, αλλά η συμμετοχή στον πόνο του Θεού μέσα στη ζωή του κόσμου.......


Επομένως ο Θεός απομακρύνθηκε, ο Θεός είναι αδύναμος, ο Θεός εγκατέλειψε τον κόσμο στον εαυτό του με όλα τα βάσανά του και δεν ζητά πλέον από τους χριστιανούς να λύσουν αυτά τα βάσανα του κόσμου, ας πούμε έτσι, σύμφωνα με θρησκευτικούς τρόπους, αλλά ζητά από τους χριστιανούς μόνο να μοιραστούν εκείνα τα βάσανα μαζί με όλους τους άλλους ανθρώπους. Θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα, το οποίο έζησα και προσωπικά, για να προσπαθήσω να εξηγήσω πώς εγώ κατάλαβα αυτό το σημείο. Ας υποθέσουμε ότι ένας φίλος σας ή ένας συγγενής σας υπέστη ένα πολύ βαρύ πένθος.
Ο θρησκευτικός τρόπος, κατά τον Bonhoeffer, θα ήταν να παρηγορήσουμε αυτόν τον συγγενή ή φίλο που πενθεί μιλώντας του για τον Χριστό, για το πώς ο Χριστός τον πλησιάζει ακριβώς σε εκείνη τη στιγμή του πόνου, για το πώς ο Χριστός είναι η απάντηση στον πόνο και στον θάνατο, με την υπόσχεσή του για ανάσταση και αιώνια ζωή. Αυτός θα ήταν ο θρησκευτικός τρόπος. Εμείς οι καθολικοί χριστιανοί πάντοτε σκεφτόμασταν ότι σε αυτές τις περιπτώσεις θα έπρεπε να συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο.
Αντιθέτως, ο Bonhoeffer λέει ότι αυτό είναι απολύτως ένας υπερβολικά θρησκευτικός τρόπος. Εμείς θα έπρεπε απλώς να συμμετέχουμε ανθρώπινα στον πόνο εκείνου του φίλου ή συγγενή μας, αλλά χωρίς να μετατρέπουμε το πράγμα σε θρησκευτική αγγελία μιας χριστιανικής σωτηρίας. Εγώ έτσι το κατάλαβα· έφτιαξα αυτό το προσωπικό παράδειγμα για να μπορέσω να καταλάβω καλύτερα αυτό το σημείο.

Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 7, αριθμός 8, ζητώ συγγνώμη. Λοιπόν, σε αυτό το σημείο όμως γεννιέται ένα πρόβλημα, έτσι; Μα ο Θεός δεν συναντάται πλέον μέσα στον κόσμο· αντιθέτως, δεν πρέπει πλέον να ενεργούμε μέσα στον κόσμο σκεπτόμενοι θρησκευτικά τον Θεό, αλλά όντας εντελώς κοσμικοί. Αλλά αυτή η σύλληψη του Θεού, του Θεού που συναντάται μέσα στον κοσμικό κόσμο, είναι ακόμη μια σύλληψη του υπερβατικού Θεού; Παντοδύναμου, είπαμε προηγουμένως όχι· υπερβατικού, όπως πάντοτε δίδαξε η καθολική θεολογία χρησιμοποιώντας την εννοιολογία της μεταφυσικής.

Υπάρχει ακόμη ανάγκη στη θεολογία από τη μεταφυσική του Θεού; Υπάρχει ακόμη ανάγκη να σκεπτόμαστε τον Θεό ως το ίδιο το Είναι, υπερβατικό, άπειρο, προσωπικό, παντοδύναμο, προνοητικό; Πρέπει ακόμη να σκεπτόμαστε τον Θεό ως εκείνον που κυβερνά τον κόσμο με την πρόνοιά του; Βλέπετε ότι όλες οι συλλήψεις εδώ εμπλέκονται και ανατρέπονται. Ας διαβάσουμε λοιπόν τι εννοεί ο Bonhoeffer ως υπερβατικότητα του Θεού.

Το είναι-εδώ για τους άλλους του Ιησού είναι η εμπειρία της υπερβατικότητας. Πίστη είναι να συμμετέχει κανείς σε αυτό το είναι του Ιησού, δηλαδή στο είναι-εδώ για τους άλλους· η σχέση μας με τον Θεό δεν είναι θρησκευτικού τύπου με ένα ον, το ύψιστο, το ισχυρότερο, το καλύτερο που μπορεί να σκεφθεί κανείς. Το υπερβατικό δεν είναι τα άπειρα, απρόσιτα καθήκοντα, αλλά ο πλησίον που δίνεται κάθε φορά, που είναι προσιτός.
Ο Θεός σε ανθρώπινη μορφή. Ο Θεός είναι στον πλησίον. Ο Θεός είναι ο πλησίον.

Ο Ιησούς είπε ότι η υπερβατικότητα συνίσταται στο δικό μας είναι-εδώ για τους άλλους, όχι όπως στις ανατολικές θρησκείες, όπου ο Θεός είναι το αδιαφοροποίητο, αλλά ούτε και στις δυτικές μορφές του απολύτου, του μεταφυσικού, του απείρου. Να λοιπόν, εδώ όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, εδώ όλοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, εδώ ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Άγιος Θωμάς κ.λπ. κ.λπ. οδηγούνται στο επίκεντρο. Αυτή είναι η σύλληψη της υπερβατικότητας, η οποία, όπως καταλαβαίνετε, είναι μια υπαρξιακή σύλληψη.
Δεν είναι πλέον μια μεταφυσική σύλληψη, δηλαδή μια σύλληψη που αφορά το Είναι και τη δομή του, το άπειρο και το πεπερασμένο, τη φύση και την υπερφύση, τον χρόνο και την αιωνιότητα. Αυτή η θεώρηση είναι μια εμπειρική, υπαρξιακή θεώρηση, θα έλεγα υπαρξιστική, διότι και στις εκφράσεις «το είναι-εδώ για τους άλλους» είναι εμφανείς και heideggerιανές επιρροές. Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 9 και έπειτα την τελευταία, για να συνοψίσουμε κάπως.

Αυτή είναι μια άλλη εικόνα του Bonhoeffer. Παίρνω αυτό το σύντομο κείμενο όχι πλέον από το Αντίσταση και Παράδοση, αλλά από ένα άλλο μικρό βιβλίο του, Ελθέτω η βασιλεία σου. Εδώ εκθέτει τη θεώρησή του για έναν χριστιανικό εκκοσμικισμό.

Η εκκοσμίκευση δεν είναι αντιχριστιανική, διότι η εκκοσμίκευση, κατά τον Bonhoeffer, είναι χρήσιμη, επειδή κάνει τον χριστιανό και τον χριστιανισμό να καταλάβουν ότι το χαρακτηριστικό του δεν είναι να είναι θρησκευτικός. Η εκκοσμίκευση αφαιρεί το θρησκευτικό, δεν αφαιρεί την πίστη· αντιθέτως, αφαιρώντας το θρησκευτικό, για τον Bonhoeffer, τοποθετεί την πίστη στη σωστή της θέση. Μια ακόμη διευκρίνιση που πρέπει να κάνω πριν διαβάσω αυτό το χωρίο.
Οι στοχαστές που θεωρούνται άθεοι, για παράδειγμα ο Marx, ο Hegel, ο Nietzsche, θεωρούνται από τον Bonhoeffer θετικοί, διότι, κατά τη γνώμη του, δεν έπληξαν την πίστη, έπληξαν τη θρησκεία, και επομένως υπήρξαν και αυτοί χρήσιμοι για να κάνει ο χριστιανισμός να καταλάβει ότι πρέπει να είναι ένας μεταθρησκευτικός χριστιανισμός και όχι πλέον θρησκευτικός. Αλλά αν η πίστη είναι προσκόλληση στη ζωή και συμμετοχή στον κόσμο, αυτές οι φιλοσοφίες κατέστησαν δυνατό όλο αυτό. Επομένως υπάρχει και μια διαφορετική θεώρηση της αθεΐας σε σχέση με την κρίση που ορθά και συνήθως κάνουμε εμείς, και η οποία εξηγεί, όπως θα πω και σε λίγο, πώς αυτό επηρέασε τις σχέσεις ανάμεσα στον χριστιανισμό, ανάμεσα στους χριστιανούς και τους αθέους, οι οποίες σήμερα είναι πολύ διαφορετικές από ό,τι ήταν κάποτε.

Ας διαβάσουμε όμως το τελευταίο χωρίο. Ο Θεός δεν θέλει ο άνθρωπος στη γη να προσπαθεί να τον υπερασπιστεί, αλλά θέλει να διεξάγει ο ίδιος την υπόθεσή του και να φροντίζει ή όχι τον άνθρωπο σύμφωνα με την ελεύθερη χάρη του. Επομένως ο Θεός δεν θέλει να οπλιστούμε και να αρχίσουμε να πολεμούμε για να τον υπερασπιστούμε, για να υπερασπιστούμε την υπόθεσή του, για να διαδώσουμε τον λόγο του, για να αντικρούσουμε τις αιρέσεις.
Δεν θέλει να κάνουμε την απολογία του χριστιανισμού, αλλά θέλει να αφήσουμε εκείνον να σκεφθεί αυτά τα πράγματα. Θέλει να είναι εκείνος ο Κύριος της Γης. Γίνετε λοιπόν αδύναμοι μέσα σε αυτόν τον κόσμο και αφήστε τον Θεό να είναι ο Κύριος.
Όποιος αγαπά τον Θεό, τον αγαπά ως Κύριο της Γης, έτσι όπως αυτή είναι. Εμείς δεν πρέπει να σκεφτόμαστε να αλλάξουμε τα πράγματα του κόσμου. Τα πράγματα του κόσμου ακολουθούν τον δικό τους δρόμο· ο κόσμος είναι ενήλικος, ο κόσμος είναι ώριμος. Εμείς πρέπει μόνο να συμμετέχουμε σε αυτόν, να συνοδεύουμε τη ζωή και τα βάσανα της ζωής.

Δεν υπάρχει πλέον λοιπόν μια βασιλεία του Θεού που πρέπει να πραγματοποιηθεί εδώ, ούτε καν ως προετοιμασία. Κλείνω με μια τελευταία διαφάνεια, στην οποία υπέδειξα ορισμένα στοιχεία της σημερινής Εκκλησίας, δηλαδή τρόπους πράξης, σκέψης, ύπαρξης της Καθολικής Εκκλησίας, ας το καταλάβουμε αυτό, της σημερινής Εκκλησίας, τα οποία κατά τη γνώμη μου βρίσκονται σε άμεση σχέση με τον Bonhoeffer. Για παράδειγμα, ο Θεός είναι απών γι’ αυτόν, ο Θεός μας εγκατέλειψε· επομένως ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της σιωπής, δεν πρέπει πλέον να μιλά για τον Θεό, δεν πρέπει πλέον να αναγγέλλει τον Θεό, δεν πρέπει πλέον να πείθει.
Θυμάστε πόσο αντίθετος ήταν ο πάπας Φραγκίσκος στον προσηλυτισμό; Βεβαίως ο προσηλυτισμός έχει και λανθασμένες στάσεις, όπως όταν λέγεται: πεινάς; Σου δίνω να φας, αλλά πρώτα πήγαινε στην Εκκλησία ή μεταστρέψου. Αν όμως προσηλυτισμός σημαίνει αναγγελία, τότε έχει νόημα· ενώ για τον Bonhoeffer ο χριστιανός πρέπει να μένει σιωπηλός και να μη μιλά ποτέ για τον Θεό. Ή θυμάστε, επί πάπα Φραγκίσκου, όλες τις επιθέσεις του εναντίον των δογματικά άκαμπτων, εκείνων που επικαλούνται τη διδασκαλία; Στον Bonhoeffer η διδασκαλία εξαφανίζεται, και υπάρχει απλώς η εγγύτητα προς τον άλλον, η συνοδεία στη ζωή.
Αυτή όμως ήταν η θεώρηση που αναδυόταν κατά την περίοδο του ποντιφικάτου του Φραγκίσκου. Έπειτα, ο προβληματικός και όχι πλέον δογματικός χριστιανισμός. Ο χριστιανισμός του Bonhoeffer είναι αυτού του τύπου.


Αλλά πόσες φορές πρόσφατα οι άνθρωποι της Εκκλησίας έθεσαν προβλήματα, έθεσαν αμφιβολίες, έθεσαν ερωτηματικά; Και πόσο συχνά επανεξέτασαν τα δόγματα ή τα παραμέλησαν ή τα ξαναδιάβασαν με νέα διατύπωση; Έπειτα, απόρριψη της καταδίκης και της υποχρέωσης. Δηλαδή το να λέγεται ότι όποιος θέλει να είναι χριστιανός έχει την υποχρέωση να ακολουθεί τις εντολές· όποιος θέλει να είναι χριστιανός έχει την υποχρέωση να μη προδίδει τη γυναίκα του ή να μην έχει ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Αλλά αυτή η λογική της υποχρέωσης συγκρούεται με τον κόσμο που έγινε ενήλικος, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός όπως είναι και να αγαπηθεί όπως είναι. Έπειτα, η έκλειψη του Θεού της μεταφυσικής.
Έπειτα, η συνάντηση ανάμεσα στην καθολική πίστη και την αθεΐα· μιλήσαμε γι’ αυτό προηγουμένως, διότι στην πράξη όποιος είναι χριστιανός δεν συμπεριφέρεται μέσα στον κόσμο διαφορετικά από έναν άθεο. Θα θυμάστε όταν ήδη πριν από πολλές δεκαετίες ο καρδινάλιος Martini είχε ιδρύσει στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου την «Έδρα των μη πιστών». Από τότε υπήρξε μια έκρηξη παρουσίας των αθέων σε καθολικά συμφραζόμενα, θεωρούμενων ως κάτι εμπλουτιστικό και θετικό.
Έπειτα, η έμφαση στην εκκοσμίκευση, ο ενήλικος κόσμος κ.λπ., πλήρης εκκοσμίκευση. Η αδιαφοροποίητη σύγχυση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, διότι, αν ο χριστιανός δεν πρέπει πλέον να είναι θρησκευτικός, είναι σαφές ότι πρέπει να συμπεριφέρεται όπως όλοι οι άλλοι, δηλαδή με βέβηλο τρόπο· σήμερα θα λέγαμε με κοσμικό τρόπο. Έπειτα, η Εκκλησία για τους άλλους· ο Χριστός εννοεί την υπερβατικότητά του, όπως το διαβάσαμε προηγουμένως σε μια διαφάνεια, ως ενέργεια για τους άλλους.

Εδώ βρίσκεται η έννοια της «Εκκλησίας σε έξοδο». Ο Θεός μας αγαπά όπως είμαστε. Πόσες φορές ακούσαμε να λέγεται, ακόμη και από ποιμένες: ο Θεός σε αγαπά όπως είσαι.

Αυτή είναι προφανώς μια θέση που ανήκει στη σκέψη του Bonhoeffer, διότι είναι η απόρριψη της θρησκευτικής και πιστικής κρίσης πάνω στην πραγματικότητα και η αποδοχή της πραγματικότητας όπως αυτή είναι. Σε αυτό το σημείο η ευλογία μέσα στην Εκκλησία των ομοφυλοφιλικών ζευγαριών θα ήταν απολύτως κάτι φυσιολογικό. Λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, τελειώσαμε. Ελπίζω να σας εξήγησα όσα έλεγα στην αρχή.
Αυτός ο θεολόγος επηρέασε πολύ, πολύ περισσότερο από όλους τους άλλους· και θα το δούμε επίσης αναλύοντας την επόμενη φορά τον Bultmann, ακόμη και τον τρόπο σκέψης της Καθολικής Εκκλησίας. Ο λόγος περνά στην Esther. Ορίστε, ευχαριστώ, καθηγητά, πολύ ωραίο και ενδιαφέρον μάθημα, όπως πάντα.


Μπορώ να διηγηθώ κάτι που μου είπε ένας αγαπητός φίλος ιεροσπουδαστής. Μου είπε: εσύ λες ότι μας γεμίζουν το κεφάλι διδάσκοντάς μας Rahner. Τον Rahner στην πραγματικότητα διαβάζουμε μόνο στο Θεμελιώδες μάθημα περί πίστεως.
Κατά τα άλλα, όλα είναι Bonhoeffer. Κατά τα άλλα, όλα είναι Bonhoeffer· επομένως καταλαβαίνει κανείς πολλά πράγματα. Ωραία, λοιπόν, τώρα είναι η στιγμή των ερωτήσεων.


Όπως πάντα, γράψτε τις στο chat και εγώ έπειτα θα τις διαβάσω στον καθηγητή. Τώρα έχουμε ένα σύντομο μουσικό διάλειμμα, ώστε να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε ξανά τις σημειώσεις μας, να γράψουμε καλά τις ερωτήσεις μας και έπειτα ο καθηγητής θα απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Υπενθυμίζω επίσης σε όσους θα παρακολουθήσουν σε μαγνητοσκόπηση ότι μπορούν, αν δεν το έχουν ήδη κάνει, να ζητήσουν τις διαφάνειες στη διεύθυνση email που ήδη γνωρίζετε, διότι είναι εκείνη της εγγραφής, scuole.ss.gmail.com, βάζοντας ως θέμα: slide Scuola Falsa Teologia.
Αν αντιθέτως έχετε κάποια ερώτηση να κάνετε στον καθηγητή, είναι η ίδια διεύθυνση email· αλλάζετε μόνο το θέμα και βάζετε: domanda Scuola Falsa Teologia. Όταν γράφετε για να ζητήσετε τις διαφάνειες, θα λάβετε όχι μόνο εκείνες αυτού του μαθήματος, αλλά και τις προηγούμενες και αυτόματα και τις διαφάνειες των επόμενων μαθημάτων. Ωραία, λοιπόν, τα λέμε σε λίγο για τη στιγμή των ερωτήσεων.

Ωραία, να η στιγμή των ερωτήσεων. Λοιπόν, είμαστε έτοιμοι. Η πρώτη ερώτηση είναι του κυρίου Angelo Coppola, ο οποίος λέει: καλησπέρα, μα τι είδους θεολόγος ήταν αυτός; Αναρωτήθηκα, ακούγοντας τις μη φιλοσοφικές και καθόλου θεολογικές αναπτύξεις· είναι του επαγγέλματος αυτός; Λοιπόν, του επαγγέλματος με την έννοια ότι σπούδασε θεολογία· όχι του επαγγέλματος με την έννοια ότι έζησε μια ακαδημαϊκή ζωή, δηλαδή ότι υιοθέτησε έναν τρόπο έκθεσης, έρευνας, οργάνωσης του υλικού, τυπικό εκείνων που διδάσκουν μια ολόκληρη ζωή στις σχολές προτεσταντικής θεολογίας των γερμανικών πανεπιστημίων.
Για παράδειγμα, ο συγγραφέας της προηγούμενης φοράς, ο Karl Barth, έγραψε μια χριστιανική δογματική σε πολλούς τόμους, με έκταση αντίστοιχη της Summa του Αγίου Θωμά. Έπειτα έγραψε και μια εκκλησιαστική δογματική για την Εκκλησία της ίδιας έκτασης. Εκτός βέβαια από πολλές άλλες δημοσιεύσεις και βιβλία.
Ο Karl Rahner, για να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα, είπε ο ίδιος ότι έγραψε περισσότερα από 3.000 άρθρα και δοκίμια. Ο Bonhoeffer είχε μια ιδιαίτερη ζωή, πέθανε νέος και η συντριπτική πλειονότητα των στοχασμών του ωρίμασαν στη φυλακή, όταν είχε αυτή την περίοδο σιωπής και συγκέντρωσης που τον έκανε να γράψει με αυτόν τον τρόπο. Οι φράσεις που διαβάσαμε σήμερα είναι παρμένες από επιστολές, άρα είναι εμπιστευτικές, φιλικές επικοινωνίες και όχι διατυπωμένες σύμφωνα με μια επιστημονικά θεολογική γλώσσα, όπως θα έπρεπε.

Γι’ αυτό δίνουν την εντύπωση, όπως σωστά λέει ο Coppola, κάποιου που δεν είναι ειδικός του χώρου. Πρέπει όμως επίσης να πω ότι ίσως ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο οι διατυπώσεις που περιέχονται στις επιστολές από τη φυλακή είχαν ίσως μεγαλύτερη υποδοχή και διάδοση από ό,τι αν είχαν ανατεθεί σε πολύ συστηματικά δοκίμια, χωρισμένα σε κεφάλαια, παραγράφους κ.λπ., διότι τότε θα είχαν περάσει μόνο στα χέρια των ειδικών του ίδιου του ακαδημαϊκού κόσμου, των συναδέλφων· ενώ με αυτόν τον τρόπο, τόσο βιωμένο, τόσο συμμετοχικό, φαινόταν ότι εκείνος έβαζε σε αυτές τις επιστολές τον καρπό των πιο εσωτερικών, πιο προσωπικών, πιο βαθιών, πιο συμμετοχικών στοχασμών του. Ίσως αυτό αύξησε και τη γοητεία αυτών των κειμένων· μπήκαν σε πολλούς χώρους, ακόμη και μη επίσημους, και προχώρησαν ίσως περισσότερο από ό,τι αν είχε γίνει κάτι διαφορετικό.
Βεβαίως —και αυτό πρέπει να ειπωθεί— δεν έχουν τη δομή της επιστημονικής επιχειρηματολογίας· έχουν περισσότερο το ύφος των σκέψεων, σαν να έγραφε σκεπτόμενος φωναχτά, δηλαδή σαν να είχε βάλει απευθείας στο γραπτό αυτό που σκεφτόταν, χωρίς να το έχει εμβαθύνει επιστημονικά, χωρίς να έχει προβλέψει, για παράδειγμα, στοιχεία αντίφασης που θα έπρεπε με τη σειρά του να συμβουλευθεί, χωρίς, για παράδειγμα, να έχει εισέλθει σε διάλογο με άλλους θεολόγους, όπως κανονικά κάνει ένας θεολόγος.
Εξετάζει κανείς επίσης διαφορετικές, αντίθετες και κριτικές θέσεις και αρχίζει έναν διάλογο, με τη σειρά του κριτικό, με όλα αυτά. Να λοιπόν, σε αυτόν τον θεολόγο δεν έχουμε αυτό το πλαίσιο. Όμως επαναλαμβάνω, αυτό δεν εμποδίζει το ότι του έδωσε ίσως ερεθίσματα πιο ριζικά και πιο καίρια από άλλους, τόσο αληθινό ώστε πολλοί γοητεύθηκαν από την προοπτική του.
Έπειτα ο κύριος Coppola λέει ότι, από τους τρεις συγγραφείς που εξετάστηκαν έως τώρα, του φαίνεται ο πιο κενός και επικίνδυνος. Ότι είναι πιο επικίνδυνος, συμφωνώ απολύτως κι εγώ, που το είπα άλλωστε από την αρχή. Κενός με την έννοια που μόλις διευκρινίσαμε· όχι με την έννοια του άδειου, αλλά με την έννοια ενός περιεχομένου που δεν είναι επιστημονικά δομημένο.

Για παράδειγμα, και η δική του εξήγηση του Ευαγγελίου, την οποία εγώ ανέφερα κατά σημεία, αντλώντας αυτά τα σημεία από δύο σελίδες του Αντίσταση και Παράδοση, δηλαδή ουσιαστικά από μια επιστολή. Είναι σαφές ότι μέσα σε μια επιστολή δεν μπορεί κανείς να κάνει μια πολύ βαθιά, πολύ πλήρη, πολύ επιστημονική εξέταση των Ευαγγελίων. Ήταν μόνο γρήγοροι στοχασμοί, συνθετικοί στοχασμοί· επομένως είναι προφανές.
Άλλοι ερμηνευτές υπήρξαν ερμηνευτές με πολύ πιο επιστημονικό τρόπο. Η δική του δεν είναι επιστημονική εξήγηση· είναι μια εξήγηση που γεννιέται από αυτή τη θεώρηση που έχει για τον χριστιανισμό, ο οποίος πρέπει να απαντήσει σε έναν κόσμο που έγινε ενήλικος. Επομένως «κενός», αλλά όχι με την έννοια του άδειου· κενός με την έννοια που διευκρινίσαμε.
Επικίνδυνος, ναι· είμαι ο πρώτος που λέω ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι ο πιο επικίνδυνος. Όταν θα μιλήσουμε για τους καθολικούς θεολόγους, για παράδειγμα για τον Rahner, θα δούμε και εκεί πόσες αφορμές προέρχονται ουσιαστικά από τον Bonhoeffer. Ωραία.

Ευχαριστώ, καθηγητά. Λοιπόν, υπάρχουν δύο ερωτήσεις του Mino. Η πρώτη είναι αυτή, λίγο πιο εκτενής.
Ο Bonhoeffer, δυστυχώς, αναφέρθηκε και από τον Ιωάννη Παύλο Β΄ και τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄, συχνά στο οικουμενικό πεδίο. Προβάλλεται ως μαρτυρία που πρέπει να ακολουθηθεί, να μιμηθεί κανείς, επειδή πέθανε ως μάρτυρας; Σκέφτομαι τον Ιωάννη Παύλο Β΄, όταν στο Ιωβηλαίο του 2000 επινόησε την ημέρα για τους μη καθολικούς μάρτυρες, που σήμερα προωθείται από την Sant’Egidio. Να λοιπόν, πόσο βαραίνει σήμερα αυτή η πραγματικότητα —τρόπος του λέγειν— ενός Bonhoeffer που προβάλλεται ως παράδειγμα από τους πάπες; Και έπειτα προσθέτει ο Mino: και υπάρχει τελικά αίρεση σε αυτόν τον διεστραμμένο τρόπο σκέψης;

Λοιπόν, αρχίζω από το τελευταίο ζήτημα: αυτή η σκέψη είναι ολόκληρη αιρετική, διότι ακολουθεί σε βάθος τις γραμμές της λουθηρανικής αίρεσης.
Ο Bonhoeffer είναι λουθηρανός, όπως ο Barth· επομένως και οι δύο που εξετάσαμε είναι δύο αιρετικοί στοχαστές. Ως προς τις άλλες δύο πλευρές, και οι δύο πολύ ενδιαφέρουσες. Είναι αλήθεια ότι ο Bonhoeffer παρουσιάστηκε ως μάρτυρας, αλλά η καθολική αντίληψη του μάρτυρα είναι διαφορετική από την προτεσταντική ή από άλλες αντιλήψεις, διότι για τους καθολικούς μάρτυρας είναι μόνο εκείνος που θανατώνεται in odium fidei.
Σε αυτή την περίπτωση δεν συνέβη έτσι, διότι εκείνος φυλακίστηκε και έπειτα θανατώθηκε με απαγχονισμό στο Buchenwald, επειδή είχε συμμετάσχει σε ένα σχέδιο, σε μια πολιτική συνωμοσία για τη δολοφονία του Hitler. Επομένως για πολιτικούς λόγους· θέλουμε να προσθέσουμε, δεν ξέρω, για την κοινωνική δικαιοσύνη, δεν ξέρω, για την πολιτική δικαιοσύνη, για το καλό της κοινότητας, βάλτε ό,τι θέλετε· αλλά εκεί δεν διακυβευόταν η πίστη. Επομένως κανένα πρόσωπο, υπό το ισχύον κανονικό δίκαιο, δεν θα μπορούσε να αγιοκαταταγεί ελλείψει του κινήτρου του odium fidei.
Προσθέτω λέγοντας ότι ο λόγος που προωθείται μέσα στην Καθολική Εκκλησία για την αγιοκατάταξη των λεγόμενων προτεσταντών μαρτύρων, με το κίνητρο ενός οικουμενισμού κατά τη γνώμη μου λανθασμένου, δεν μπορεί να σταθεί για τους λόγους που μόλις είπα. Επομένως είναι μια απαράδεκτη βεβιασμένη κίνηση, μια ακατανόητη βεβιασμένη κίνηση, μια βεβιασμένη κίνηση που θα έπρεπε να σταματήσει εκεί, διότι δεν έχει θεολογικό θεμέλιο.
Ως προς το γεγονός ότι πάντως η προσωπική του περιπέτεια μπορεί να βοήθησε τη φήμη του Bonhoeffer και να πρότεινε αυτή τη μορφή ως παράδειγμα, αυτό νομίζω πως ναι, και πράγματι αυτό μπορεί να συνέβη.
Γιατί; Διότι εκείνος, τελικά, θέλησε να είναι ένας αμφισβητίας ενός αμείλικτου ολοκληρωτισμού και αποφάσισε επίσης να μην ακολουθήσει τη γραμμή της λουθηρανικής Εκκλησίας στην οποία ανήκε, της γερμανικής Ομολογούσας Εκκλησίας, η οποία αντίθετα είχε στηρίξει το καθεστώς. Επομένως, σύμφωνα με τον διαδεδομένο τρόπο σκέψης, εκείνος θα είχε δώσει μια υψηλού επιπέδου μαρτυρία· και αυτό, κατά τη γνώμη μου, σε ένα πρόσωπο που θανατώθηκε στα 39 του χρόνια, μαζί με την προσωπικότητά του που εκφράστηκε με πλούσιο τρόπο στις επιστολές από τη φυλακή, δημιούργησε αναμφίβολα κάπως έναν μύθο —ας τον ονομάσουμε έτσι για να συνεννοηθούμε, χωρίς προσβολή—, τον μύθο Bonhoeffer. Και αυτό νομίζω ότι συνέβαλε όμως και στη δημιουργία περαιτέρω σύγχυσης· δεν υπήρξε λόγος διασάφησης, αλλά ένας ακόμη λόγος σύγχυσης από αυστηρά θεολογική άποψη, ας το καταλάβουμε αυτό.

Ευχαριστώ, καθηγητά. Λοιπόν, ο κύριος Franco Paganelli λέει: συγχωρήστε μου την ερώτηση που μου έρχεται, γνωρίζοντας ότι σήμερα είναι η ημερομηνία γέννησης του Kant· η ψευδής θεολογία του Bonhoeffer γεννιέται από την ψευδή φιλοσοφία του Kant ή υπάρχει πολύ περισσότερο;
Από μια ορισμένη άποψη γεννιέται από την ψευδή φιλοσοφία του Kant, διότι ο Kant ανήγαγε τη χριστιανική πίστη, τον χριστιανισμό, σε ηθική. Επομένως και ο Kant εξαφάνιζε, θεωρώντας τα παραδείγματα δεισιδαιμονίας, όλα τα θρησκευτικά ζητήματα.
Στην πράξη ο χριστιανός έπρεπε να είναι απλώς ένας ηθικά καλός άνθρωπος, διότι αυτό ήταν και ο Ιησούς, ένας ηθικά καλός άνθρωπος. Επομένως βλέπουμε ότι η άρνηση της θρησκευτικής πράξης ως αρνητικής για τη χριστιανική ζωή και η αναγωγή της πίστης σε ηθική ενώνουν αρκετά στενά τον Kant με τον Bonhoeffer.
Κατά τη γνώμη μου, ο Kant παραμένει ο πρώτος προτεστάντης φιλόσοφος της νεωτερικότητας που εφάρμοσε συνεκτικά τις λουθηρανικές προϋποθέσεις στη φιλοσοφία και στη θεολογία. Επομένως βλέπω πολύ αυτή τη σχέση με τον Kant. Ο Kant αρνιόταν φυσικά και τα δόγματα, όχι μόνο τη θρησκευτική πράξη, αλλά όλη την καθολική δογματική, διότι έμενε πιστός στη λουθηρανική αρχή της κεντρικότητας της συνείδησης. Και έπειτα η χριστιανική ζωή για εκείνον ήταν ηθική· επομένως τα δόγματα δεν υπήρχαν, δεν είχαν καμία σχέση.

Και ο Bonhoeffer είναι αντιδογματικός, το είδαμε απόψε, αντιδογματικός. Ενώ, να η διαφορά με τον Barth. Ο Barth ήταν υπέρ των δογμάτων.
Ο Barth δεν ήθελε να δώσει χώρο στον ορθολογισμό, τόσο αληθινό ώστε εκείνος, όπως έλεγα πριν, έγραψε δύο δογματικές. Εδώ ο Barth ήταν ουσιαστικά σε αυτό το σημείο σε σύγκρουση τόσο με τον Kant, ο οποίος δεν πίστευε ότι ο λόγος μπορούσε να δώσει συμβολή στη θεολογία, μέχρι του σημείου να δώσει ζωή σε μια δογματική, όσο και με τον Kierkegaard, ο οποίος δεν ήθελε μια δογματική.
Άρα ποια είναι η σχέση ανάμεσα στον Bonhoeffer και τον Barth; Είναι μια σχέση συνέχειας όσον αφορά τη sola fides, τον αποκλεισμό της φιλελεύθερης νοοτροπίας, του φιλελεύθερου ορθολογισμού, μόνο την πίστη. Και εδώ οι δύο συμφωνούν. Διαφοροποιούνται όμως, διότι για τον Barth η πίστη έπρεπε να επεξεργαστεί μια δογματική, μια αποκαλυμμένη δογματική, θεμελιωνόμενη φυσικά μόνο στην αποκάλυψη, χωρίς τη χρήση του λόγου, ενώ ο Bonhoeffer δεν θεωρεί αναγκαίο ούτε χρήσιμο να υπάρχουν δόγματα. Αρκεί η ζωή μέσα στον κόσμο, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι.

Ευχαριστώ, καθηγητά. Λοιπόν, η κυρία Angela λέει: ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, με την πρότασή του να ζούμε σαν να υπήρχε ο Θεός, διακήρυξε την προφανή αποτυχία της πρότασης του Bonhoeffer. Παραδόξως, όπως ο ίδιος ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, οι ιεροσπουδαστές που ανακαλύπτονταν να διαβάζουν τα βιβλία του απομακρύνονταν από τα σεμινάρια.
Ναι, λοιπόν, είναι σαφές ότι ανάμεσα στη θέση του Βενεδίκτου και σε αυτή τη θέση υπάρχει μια πλήρης απόσταση· δηλαδή ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄, ο Joseph Ratzinger προηγουμένως, θεωρούσε ότι ο λόγος και η πίστη είχαν εκείνον τον ρόλο που παραδοσιακά είχαν πάντοτε στην καθολική παράδοση, στην καθολική θεολογία. Επομένως δεν υπάρχει καμία σχέση, ας πούμε έτσι, ανάμεσα στις θέσεις του Bonhoeffer και σε εκείνες του Ratzinger. Είναι ενδιαφέρον —και καλά έκανε που μας το θύμισε— ότι εκείνος είχε καλέσει τους μη πιστούς λαϊκούς να ζουν σαν να υπήρχε ο Θεός.
Με αυτόν τον ευφυή και έμμεσο τρόπο, είχε επαναβεβαιώσει την κεντρικότητα του Θεού στη ζωή του κόσμου. Είχε λοιπόν επαναβεβαιώσει μια έννοια αντίθετη προς εκείνη που προωθεί αντιθέτως ο Bonhoeffer. Δοκιμάστε να ζήσετε σαν να υπήρχε ο Θεός και θα δείτε ότι θα πάει καλύτερα.
Να, αυτή είναι η σύνοψη, η πραγματική πρόκληση που είχε απευθύνει, αλλά πιάνει ακριβώς το θεμελιώδες σημείο που τον διακρίνει σε σχέση με τον Bonhoeffer.

Ευχαριστώ, καθηγητά. Ο κύριος Alberto Senni ρωτά: είναι φανερά τα όρια της σκέψης του, αλλά πώς είχε τόσο μεγάλη επιρροή; Μου φαίνεται ότι δεν υπήρξε ικανότητα να σταθμιστεί σωστά.
Λοιπόν, είπαμε ήδη προηγουμένως κάτι για τους λόγους της επιρροής του: αυτή η ριζικότητά του που δεν φθάνει σε συμβιβασμούς, η γοητεία επίσης που άσκησε η μορφή του, η περιπέτειά του, η προσωπικότητά του, και επίσης το γεγονός ότι ερμήνευσε με νέο τρόπο τη διαδικασία της εκκοσμίκευσης· γι’ αυτό ώθησε τη θεολογία να επανεξετάσει τον εαυτό της από πολλές απόψεις.


Έχω εδώ μαζί μου ένα βιβλίο —ας δούμε αν το έχω ακόμη—, βλέπετε αυτό το μικρό βιβλίο του Roberto Beretta, έχει τίτλο Λιγότερο καθολικοί, περισσότερο χριστιανοί. Ο Roberto Beretta ήταν παλιός συντάκτης της εφημερίδας Avvenire.

Αυτό το βιβλίο, που εγώ διάβασα, έχει έναν τόνο πραγματικά πολύ, πολύ κοντινό στον Bonhoeffer. Μπορεί να πει κανείς ότι η έμμεση έμπνευση —διότι δεν είναι ότι τον παραθέτει ποτέ— είναι η σκέψη του Bonhoeffer. Σε αυτό το βιβλίο, Λιγότερο καθολικοί, περισσότερο χριστιανοί, ο Roberto Beretta παραθέτει πάρα πολλά σημερινά εκκλησιαστικά πρόσωπα, από τον πρόεδρο της CEI μέχρι τον επίσκοπο της Modena, έναν από τους αντιπροέδρους της CEI, δείχνοντας ότι έμμεσα, λαθραία, η σκέψη του Bonhoeffer έχει διεισδύσει πολύ, ίσως και ανεπίγνωστα.
Διότι, κοιτάξτε τον τίτλο, είναι πολύ σαφής: Λιγότερο καθολικοί, περισσότερο χριστιανοί. Ο Bonhoeffer θα τον είχε προσυπογράψει, διότι καθολικισμός σημαίνει δόγματα, περιεχόμενα, υπερβατικότητα του Θεού, χρήση του λόγου, απολογητική χρήση του λόγου, χρήση της μεταφυσικής, παράδοση, Εκκλησία, ιεραρχία, νόμος, κανονικό δίκαιο. Περισσότερο χριστιανοί σημαίνει, αντιθέτως, τίποτε από όλα αυτά.
Ήταν κάπως η θέση του θεολόγου που είδαμε απόψε. Είναι δύσκολο έπειτα να αποκωδικοποιήσει κανείς λεπτομερώς αυτές τις υπόγειες διαδρομές μέσω των οποίων ένας θεολόγος ασκεί επιρροή. Έπειτα, στην πράξη, βρίσκεσαι μπροστά σε θέσεις ή σε έργα και λες: μα αυτά εδώ προέρχονται, με τρόπους που εγώ δεν γνωρίζω, από εκείνη την πηγή.


Πριν ανέφερα τον πάπα Φραγκίσκο για δύο ή τρεις λόγους, και οι θέσεις του πάπα Φραγκίσκου είναι επίσης πολύ κοντινές σε αυτές. Με εντυπωσίασε πολύ κάτι αυτές τις ημέρες —αυτή είναι μια κάπως προσωπική εξομολόγηση—, δεν ξέρω αν ακούσατε ότι πήραν συνέντευξη από τον νοσοκόμο του πάπα Φραγκίσκου.

Τον Strappetti.

Μπράβο. Και εκείνος αποκάλυψε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του Φραγκίσκου· και σε μία από αυτές τις στιγμές θα είχε πει στον πάπα Φραγκίσκο: ξέρετε, Αγιότατε, εγώ είμαι διαζευγμένος. Και εκείνος αναφέρει ότι ο πάπας θα είχε πει: και λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημα; Αυτή η θέση δεν νομίζετε ότι είναι ακριβώς μπονχεφεριανής κοπής; Εγώ πιστεύω ακριβώς πως ναι. Επομένως βρίσκεσαι έπειτα μπροστά σε αυτή την —πώς λέγεται—, όταν το νερό αναδύεται ξανά, σε αυτή την ανάβλυση κάποιου πράγματος που ανεβαίνει και ποιος ξέρει από πού είχε ξεκινήσει, ποιες υπόγειες και καρστικές διαδρομές είχε διανύσει. Να λοιπόν, είναι δύσκολο να χαρτογραφήσει κανείς όλα αυτά.
Μπορεί όμως να τα διακρίνει σε πολλά σημεία, σε πολλές πλευρές. Ευχαριστώ, καθηγητά. Λοιπόν, ο Marco σας θέτει δύο ερωτήσεις· είναι κάπως μεγάλες, ίσως κρατήστε σημειώσεις.
Λοιπόν, πρώτο μέρος: είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί πως τα χωρία της διαφάνειας 6 ένας απλός καθολικός, υπό το φως της καθολικής παράδοσης, θα τα ερμήνευε αντίθετα από τον Bonhoeffer, ο οποίος όμως έχει μια μεγάλη προτεσταντική βιβλική σχολή· για παράδειγμα, το «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες», οι ποιμένες, οι μάγοι και ο εκατόνταρχος ως άμεσοι ομολογητές ακριβώς επειδή είναι απλώς ανθρώπινοι κ.ο.κ. Όλοι αναφέρονται στον Bonhoeffer, ενώ αντιθέτως έχουμε τον Ricciotti, για παράδειγμα. «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες».
Και έπειτα συνεχίζει ο Marco. Αυτή την έχουμε ήδη διαβάσει. Σε αυτή την τόσο αρνητική θεώρηση του ανθρώπου και του Θεού, αν για τον θρησκευτικό άνθρωπο η ζωή είναι συμμετοχή στον πόνο ενός ανίσχυρου Θεού, πού θα βρισκόταν για τον χριστιανό η ωφέλεια της πίστης; Ιδίως αν λάβουμε υπόψη την πολύ υψηλή ηθικότητα και θρησκευτικότητα που εξέφρασε ο Bonhoeffer στην προσωπική του ζωή.
Ο προτεστάντης έχει την αρχή της αντίφασης και δεν έχει την αρχή της μη αντίφασης. Ας το θυμόμαστε, καθηγητά. Έχει την αρχή της αντίφασης.
Η ωφέλεια της πίστης, κατά τον Bonhoeffer, δεν πρέπει να υπάρχει. Δηλαδή ο χριστιανός δεν πρέπει να προχωρά σκεπτόμενος ότι η πίστη έχει μια ωφέλεια. Διότι η πίστη απαιτεί να τεθεί στο περιθώριο, να σιωπήσει.
Διότι διαφορετικά κάθε ερμηνεία της πίστης ως ωφέλιμης συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος αναθέτει στον εαυτό του ένα έργο, μεγάλο ή μικρό, να πραγματοποιήσει τη βασιλεία του Θεού. Πριν το είπα καθαρά σε μια διαφάνεια, στην τελευταία νομίζω. Ο Θεός θέλει να είναι εκείνος ο Κύριος.
Θέλει να είναι εκείνος που επιλέγει τους δρόμους. Βεβαίως αυτό συγκρούεται με την ιδέα ενός κόσμου εγκαταλελειμμένου στον εαυτό του. Διότι αν ο κόσμος είναι εγκαταλελειμμένος στον εαυτό του, τότε δεν είναι ο Θεός που επιλέγει τους δρόμους.
Και αν είναι ο Θεός που επιλέγει τους δρόμους, ίσως με την πρόνοιά του, με τους χρόνους του, τότε ο κόσμος δεν είναι πλέον εγκαταλελειμμένος στον εαυτό του. Επομένως η ωφέλεια της πίστης αφορά ακόμη την αναφορά στον Θεό ως υπόθεση εργασίας. Πράγμα που ο Bonhoeffer απορρίπτει.
Αλλά αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι πειστικό για εμάς. Γιατί; Διότι βρίσκεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι πάντως, κατά τη γνώμη του, ο Θεός είναι ο Κύριος. Αλλά πώς μπορεί να είναι ο Θεός ο Κύριος; Πώς μπορεί να είναι ο Θεός ο κυβερνήτης; Εκείνος που οδηγεί την ιστορία με την πρόνοιά του;
Αν ο Θεός έχει σιωπήσει και αν θέλει μέσα στον κόσμο τίποτε να μη μιλά γι’ αυτόν, τότε ο κόσμος ακολουθεί τον δρόμο του· αλλά τότε ο Θεός δεν είναι πλέον ο Κύριος. Να το κουβάρι πραγμάτων που ξαναβρίσκουμε, λίγο πολύ εδώ κι εκεί, στις εσωτερικές αντιφάσεις του λουθηρανισμού στις διάφορες εκδοχές του.

Λέει ο Alberto Senni: ίσως οι καιροί ήταν ώριμοι ώστε να αναδυθεί αυτό το είδος πλάνης και αίρεσης.

Ναι, διότι ο Senni λέει κάτι πολύ ενδιαφέρον, ή τουλάχιστον υπαινίσσεται κάτι πολύ ενδιαφέρον. Δηλαδή ότι στο τέλος όλα συνδέονται, έτσι; Όλα συνδέονται. Να, εκείνη η περίοδος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα είναι πυκνότατη σε διαπλοκές, γεγονότα, δημοσιεύσεις.
Την επόμενη φορά, για παράδειγμα, θα δούμε τον Rudolf Bultmann, ο οποίος είναι χρονολογικά προγενέστερος του Bonhoeffer, έτσι; Και ίσως και εκείνος να επηρέασε το θέμα. Έπειτα υπήρξε ο Maritain· έπειτα υπήρξε αντιθέτως το πιο ορθόδοξο ρεύμα που πολεμούσε τις καινοτομίες. Έπειτα αναπτύχθηκε ήδη εκείνα τα χρόνια η Nouvelle Théologie. Έπειτα το 1939-1940 βγαίνουν ήδη τα βιβλία του Rahner.
Δηλαδή εμείς εξετάζουμε έναν φιλόσοφο, έτσι; Έναν θεολόγο. Και μιλούμε μόνο γι’ αυτόν, όπως κάναμε απόψε. Όμως αυτός ο θεολόγος έζησε 39 χρόνια μέσα σε έναν κόσμο και μέσα σε μια διαπλοκή θεολογικών, πολιτιστικών κ.λπ. ανταλλαγών, πάρα πολύ ζωντανή.
Υπήρξε ο υπαρξισμός, υπήρξε το ίδιο το Είναι και χρόνος του Heidegger, υπήρξε ο Jaspers. Επομένως είναι πολύ δύσκολο να μη σκεφθεί κανείς ότι αυτό που είπε εκείνος, κατά κάποιον τρόπο, όπως υπαινίσσεται ο Senni, αναμενόταν εκείνη την περίοδο. Ότι είχε ήδη πολλούς που είχαν προδιαγράψει θέσεις αυτού του είδους.
Ότι δεν είναι σαν ένα φυτό που γεννιέται στην έρημο, αλλά ένα φυτό που γεννιέται σε ένα πολύ περίπλοκο δάσος. Ευχαριστώ, καθηγητά. Λοιπόν, μια άλλη ερώτηση του Mino, την οποία βάζω σε υπέρθεση, αλλά μπορείτε να τη διαβάσετε κι εκεί δίπλα, γιατί είναι κάπως μεγάλη.
Ως απάντηση στη θεώρηση του κειμένου που αναφέρατε, Λιγότερο καθολικοί, περισσότερο χριστιανοί, στο οποίο ακολουθεί το «Ο Θεός δεν είναι καθολικός» του Φραγκίσκου, να η σημερινή απάντηση του Λέοντα στη Γουινέα: Θέλουμε να ανανεώσουμε την πίστη μας, θέλουμε να ανανεώσουμε τη δέσμευσή μας να ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό, με πιστότητα, στην Εκκλησία του, στην Καθολική Εκκλησία, να μένουμε όλοι ενωμένοι, πάντοτε μέσα στην Καθολική Εκκλησία.

Πολύ καλά, βεβαίως.

Ωραία, χαίρομαι πολύ που ο Λέων, έχοντας δει αυτό το πέρασμα —δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω λεπτομερώς τα ταξίδια στην Αφρική—, αλλά αυτά είναι πράγματα που ενθαρρύνουν, ότι στις αξιολογήσεις μας βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο. Ευχαριστώ.

Μια τελευταία ερώτηση από εμένα, καθηγητά. Για τον Barth, ο Χριστός είναι ο καλός άνθρωπος. Για τον Bonhoeffer, ποιος είναι ο Χριστός;

Ο Χριστός είναι μέσα στον άνθρωπο. Θα σου απαντούσα λέγοντάς σου πού είναι.

Υπήρχε και σε μία από τις προηγούμενες διαφάνειες αυτός ο λόγος. Ο Θεός είναι μέσα στον άνθρωπο. Είναι αυτό εμμενισμός; Με μια ορισμένη έννοια ναι· αλλά είναι μια θεώρηση που απαντά στις απαιτήσεις, κατά τη γνώμη μου, του υπαρξισμού, σύμφωνα με τον οποίο απορρίπτεται η μεταφυσική της υπερβατικότητας και τότε ο Θεός γίνεται μια συνάντηση, και γίνεται μια συνάντηση με τον άλλον, με την ανάγκη, με τις ανάγκες, τυπικά υπαρξιακή, επικεντρωμένη όχι στη μεταφυσική, αλλά στην εμπειρία.
Για τον Θεό γίνεται εμπειρία. Κάτι άλλο δεν θα ήξερα να σου πω σχετικά με αυτό· νομίζω ότι αυτή μπορεί να είναι μια επαρκής απάντηση.

Ναι, απολύτως.

Ευχαριστώ, καθηγητά, σαφέστατο. Και τραγικό, δυστυχώς, τραγικό. Λοιπόν, φθάσαμε στο τέλος αυτής της όμορφης βραδιάς.

Υπενθυμίζω ακόμη μία φορά σε όσους θα παρακολουθήσουν σε μαγνητοσκόπηση ότι είναι δυνατόν να ζητήσουν τις διαφάνειες, αν δεν το έχετε ήδη κάνει, στη διεύθυνση email που ήδη γνωρίζετε, εκείνη στην οποία εγγραφήκατε, δηλαδή su.ss.chiocciolagmail.com· και επίσης για όσους θα παρακολουθήσουν σε μαγνητοσκόπηση ή ίσως παρακολούθησαν ζωντανά και, ξανακούγοντας το μάθημα, θέλουν να εμβαθύνουν ορισμένα θέματα, μπορούν να γράψουν στον καθηγητή στην ίδια διεύθυνση email, αλλάζοντας το θέμα. Για τις διαφάνειες: slide falsa teologia· για τις ερωτήσεις: domande falsa teologia. Θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα, στη συνηθισμένη ώρα, πάντα Τετάρτη, με τον Rudolf Bultmann.

Καλό βράδυ σε όλους και έως την επόμενη εβδομάδα.

ΞΑΦΝΙΚΑ ΛΟΙΠΟΝ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΙΟ ΥΠΟΥΛΟ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ. ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ.

Ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος 1 Γιατί η Δύση πρέπει να αγωνιστεί για την ιστορία της Frank Furedi

Ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος 1
Γιατί η Δύση πρέπει να αγωνιστεί για την ιστορία της

Frank Furedi

Polity Press, 2024

Περιεχόμενα
Πρόλογος
Ευχαριστίες
Εισαγωγή
Τι είναι ο πόλεμος εναντίον του παρελθόντος;
Τα βασικά θέματα στον πόλεμο εναντίον του παρελθόντος
Γιατί έχουν όλα αυτά σημασία;
Σημειώσεις


1 Τι είναι το παρελθόν;
Το παρελθόν στην ιστορία
Historia magistra vitae
Σκέψεις για την απώλεια της αυθεντίας του παρελθόντος
Σημειώσεις

2 Η μακρά κυοφορία του πολέμου
Η εντατικοποίηση της συνείδησης της αλλαγής
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η ρήξη της πολιτισμικής συνέχειας
Οι ιστορικές φάσεις στην εξέλιξη της αποξένωσης της κοινωνίας από το παρελθόν

Φάση πρώτη: Το παρελθόν ως μη πλέον σχετικό
Φάση δεύτερη: Το παρελθόν ως εμπόδιο στην πρόοδο
Φάση τρίτη: Το παρελθόν ως κατ’ αρχήν κακόβουλο
Φάση τέταρτη: Το παρελθόν ως σαφής και παρούσα απειλή!
Τελικές σκέψεις: Αναπροσαρμόζοντας το παρελθόν
Σημειώσεις

3 Η ιδεολογία του Έτους Μηδέν
Τι είναι ιδιαίτερο στην ιδεολογία του Έτους Μηδέν του 21ου αιώνα;
Η κατάρα της συνέχειας
Πότε αρχίζει η ιστορία;
Συμπέρασμα
Σημειώσεις

4 Το παρόν αιωνιοποιημένο
Αναχρονισμός
Παροντισμός
Η δραματοποίηση της αλλαγής
Η διάβρωση των χρονικών ορίων
Η πολιτικοποίηση του παροντισμού
Ο παροντισμός τροφοδοτεί την Cancel Culture
Εκδίκηση απέναντι στο παρελθόν
Σημειώσεις

5 Η ταυτότητα και το παρελθόν
Η πολιτικοποίηση της ταυτότητας
Αστεγία
Η χρήση της ιστορίας για την ακύρωση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων
Η σπίλωση της λευκής ταυτότητας
Η επικύρωση της ταυτότητας
Στην καρδιά του σκότους
Σημειώσεις

6 Ο αγώνας για τον έλεγχο της γλώσσας
Η ηθική παθολογία του παρωχημένου
Παρωχησιοποίηση: Το σχέδιο ακύρωσης του παρελθόντος
Η αναμηχανίκευση της γλώσσας
Πρόκληση κοινωνικής αμνησίας
Σημειώσεις

7 Αποκληρώνοντας τους νέους από το παρελθόν τους
Ο πόλεμος που διεξάγεται στην τάξη
Η ιστορία καθίσταται σύγχρονη
Η «μαύρη περιβραχιόνια» θεώρηση της ιστορίας
Η σκοτεινοποίηση της ιστορίας
Σημειώσεις

Συμπέρασμα
Σημειώσεις
Βιβλιογραφικές αναφορές
Ευρετήριο


Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 2020, σε έναν δρόμο χιλιάδες μίλια μακριά από εκεί όπου ζω. Ήταν σχεδόν 9 μ.μ. στο Portland του Oregon, όταν το αστυνομικό τμήμα της πόλης ανήρτησε στο Twitter ότι είχε σχηματιστεί μαζική συγκέντρωση στη γωνία της Southwest Park Avenue και της Southwest Madison Street. «Κάποιοι προσπαθούν να ρίξουν ένα άγαλμα με αλυσίδα», προειδοποίησαν. Μέσα στην ώρα, ο Abraham Lincoln είχε αποσπαστεί από το βάθρο του, δολοφονημένος για δεύτερη φορά.

Οι εικόνες κοινοποιήθηκαν γρήγορα στο διαδίκτυο και έφθασαν στον υπολογιστή μου στην Αγγλία. Οι ταραξίες που ήταν υπεύθυνοι για αυτή την πράξη άλογου βανδαλισμού μού θύμισαν όχλο λιντσαρίσματος, έστω και με μια διαφορά. Ο στόχος τους ήταν ένα άψυχο άγαλμα κάποιου που είχε πεθάνει περισσότερο από έναν αιώνα πριν. Ήταν σαν να είχαν εισβάλει στο παρελθόν για να πάρουν εκδίκηση από το παρόν.

Και όμως μου φάνηκε ότι αυτό το ξέσπασμα ήταν απλώς η κορύφωση μιας νέας μορφής εικονομαχίας — μιας μορφής πολύ πιο δυσοίωνης από το γκρέμισμα σημαντικών συμβόλων του παρελθόντος. Όπως εξηγώ σε αυτό το βιβλίο, ολόκληρη η ιστορική κληρονομιά του δυτικού πολιτισμού έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Η βεβήλωση του Lincoln ήταν μόνο ένα σημείο ανάφλεξης.

Τα κεφάλαια που ακολουθούν υποστηρίζουν ότι το διακύβευμα αυτής της σύγκρουσης δεν θα μπορούσε να είναι υψηλότερο. Διότι όταν το παρελθόν μολύνεται, γίνεται σχεδόν αδύνατο να προικιστεί η ζωή των ανθρώπων με νόημα στο παρόν. Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να εξηγήσει γιατί ο Πόλεμος Εναντίον του Παρελθόντος πρέπει να ηττηθεί.


Εισαγωγή

Δεν υπήρξε καμία επίσημη κήρυξη πολέμου. Δεν ακούστηκαν πυροβολισμοί. Δεν έγινε καν θέμα στις τοπικές ειδήσεις. Και όμως, σίγουρα, κάποια στιγμή στο γύρισμα του 21ου αιώνα, εξαπολύθηκε ένας πόλεμος εναντίον του παρελθόντος.

Ποιοι ήταν οι ένοχοι; Είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Οι οπαδοί που υποστηρίζουν την επίθεση εναντίον της κληρονομιάς του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν είναι μέλη ενός κόμματος. Δεν έχουν εκδώσει πολεμικούς στόχους και ποτέ δεν διατύπωσαν ένα ρητό στρατηγικό όραμα. Είναι επίσης ένα ετερογενές σύνολο, ένας συνασπισμός ανόμοιων συμφερόντων και κινημάτων.
Σε μια προηγούμενη εποχή, τη δεκαετία του 1990, όταν το πρώτο κύμα κινητοποίησης έπαιρνε μορφή, ο Άγγλος ιστορικός J.C.D. Clark προειδοποίησε να μην παρουσιάζεται η προώθηση αυτής της σύγκρουσης ως «αποτέλεσμα μιας μεγάλης συνωμοσίας». Έγραψε ότι ήταν «το αποτέλεσμα χιλίων ξεχωριστών, μακρινά συγγενικών πράξεων, των ωθήσεων ευρέως απορροφημένων παραδοχών». Παρ’ όλα αυτά, υποστήριζε ο Clark, παρά την ποικίλη και ασυντόνιστη ώθησή του, αυτό ισοδυναμούσε με μια «διακριτή επιχείρηση ιστορικής αποκληρονομίας».
Όπως θα υποστηρίξω στα κεφάλαια που ακολουθούν, η εχθρότητα προς το παρελθόν εξελίχθηκε αργά και έπειτα, ξαφνικά, εντάθηκε άτακτα, χωρίς καμία σοβαρή μακροπρόθεσμη σκέψη. Η χρήση του όρου «πόλεμος» για να περιγραφεί η συστηματική επιδίωξη της ιστορικής αποκληρονομίας δεν είναι απλώς μεταφορική. Στην πράξη, αυτός ο πόλεμος οδηγεί στη μείωση της αυθεντίας του παρελθόντος, στη δυσφήμηση της κληρονομιάς του και στη θανάτωση της ψυχής κοινοτήτων των οποίων ο τρόπος ζωής εξακολουθεί να στηρίζεται στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Το κύριο επιχείρημα αυτού του βιβλίου είναι ότι η βασική κινητήρια δύναμη των Πολιτισμικών Πολέμων είναι ένας ακήρυκτος Πόλεμος Εναντίον του Παρελθόντος. Κατά καιρούς, οι υποστηρικτές αυτών των Πολιτισμικών Πολέμων εναντίον του δυτικού πολιτισμού συμπεριφέρονται σαν να εξακολουθεί αυτή η επικίνδυνη περιοχή να αντιπροσωπεύει απειλή για τον σύγχρονο κόσμο. Η διαρκής στοχοποίηση της κληρονομιάς του παρελθόντος —των υλικών συμβόλων, των αξιών και των επιτευγμάτων του— μοιάζει με φρενήρη ηθική σταυροφορία που επιδιώκει να κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ντροπή για την καταγωγή τους και για αυτό που είναι.
Οι πολεμιστές του πολιτισμού έχουν, στην πράξη, ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο για να αποκτήσουν κυριαρχία πάνω στον τρόπο με τον οποίο βλέπεται το παρελθόν. Ο στόχος της ακύρωσης της κληρονομιάς του δυτικού πολιτισμού επιδιώκεται μέσω της αναδιοργάνωσης της ιστορικής μνήμης της κοινωνίας και μέσω της αμφισβήτησης και απονομιμοποίησης των ιδεωδών και των επιτευγμάτων της. Οι ακτιβιστές επιδιώκουν να εξαλείψουν τη χρονική διάκριση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, προκειμένου να επιτύχουν αυτόν τον σκοπό.
Δεν υπήρξε ποτέ, όσο φτάνει η ζώσα μνήμη, εποχή κατά την οποία να έχει αφιερωθεί τόση ενέργεια στην αναπροσαρμογή του παρελθόντος και στην αμφισβήτηση και κριτική ιστορικών μορφών και θεσμών. Κατά καιρούς, φαίνεται σαν να έχει εξαφανιστεί το όριο ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, καθώς οι ακτιβιστές το διασχίζουν με ευκολία και προσπαθούν να διορθώσουν σύγχρονα προβλήματα αναπροσαρμόζοντας όσα έχουν ήδη συμβεί.
Η σταυροφορία εναντίον του παρελθόντος αποδείχθηκε αξιοσημείωτα επιτυχής στην αποξένωση της κοινωνίας από την ιστορία της. Δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί ζωγραφίζουν αδιάκοπα το παρελθόν των κοινοτήτων τους με τα πιο σκοτεινά χρώματα. Δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη να παρακινηθούν οι θεσμοί της εκπαίδευσης και του πολιτισμού να ζητήσουν συγγνώμη για σχεδόν οτιδήποτε συνέβη στο παρελθόν. Ακόμη και τα θεαματικά επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, από την ελληνική φιλοσοφία έως τη διανοητική επανάσταση του Διαφωτισμού και τις επιστημονικές εφευρέσεις της νεωτερικότητας, κατηγορούνται πλέον τακτικά για την υποτιθέμενη σύνδεσή τους με την εκμετάλλευση και την καταπίεση.
Η αναπαράσταση του παρελθόντος μέσω μιας αφήγησης που τονίζει τη μοχθηρή, καταπιεστική, εκμεταλλευτική και κακοποιητική του διάσταση δεν περιορίζεται σε έναν μικρό αριθμό ιστορικών που επιδιώκουν πρωτοσέλιδα. Η συχνότητα με την οποία η ιστορία αφηγείται ως ιστορία ανθρώπινης υποβάθμισης δείχνει ότι, στη λαϊκή κουλτούρα, το παρελθόν κατέχει πλέον το καθεστώς των «κακών παλιών καιρών».
Όποιος επισκεφθεί μια πινακοθήκη ή ένα μουσείο σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπος με ανησυχητικές υπενθυμίσεις σχετικά με τη μοχθηρή επίδραση του παρελθόντος. Υπάρχει ένας πραγματικός στρατός αρχαιολόγων των παραπόνων, των οποίων ο ρόλος είναι να κατηγορούν τα εκθέματα για κάποιο είδος αδικήματος. Κάθε πίνακας ή αντικείμενο που δημιουργήθηκε τον 18ο ή τον 19ο αιώνα έχει μεγάλες πιθανότητες να συνδεθεί άμεσα ή έμμεσα με την αποικιοκρατία ή το δουλεμπόριο.
Η Burrell Collection της Γλασκώβης παρουσιάζει τις πιο παράδοξες υπενθυμίσεις των ανομημάτων της ιστορίας. Ένα σημείωμα προσαρτημένο σε χάλκινη προτομή νεαρού Ρωμαίου άνδρα, 100 π.Χ.-100 μ.Χ., δηλώνει: «Οι Ρωμαίοι καλλιτέχνες αντέγραφαν τους Έλληνες γλύπτες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μαθηματικούς τύπους για να υπολογίσουν ποιες θεωρούσαν ότι ήταν οι τέλειες αναλογίες των ανθρώπων. Αυτό χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα για την προώθηση ρατσιστικών ιδεών σχετικά με τις ιδανικές αναλογίες των προσώπων».
Η παράλογη απόδοση ρατσιστικών κινήτρων στη γλυπτική απόδοση των αναλογιών του προσώπου στην αρχαιότητα μαρτυρεί έναν πραγματικό πολιτισμικό εθισμό στη διαπόμπευση των επιτευγμάτων του παρελθόντος. Με τους δικούς του όρους, ένα συγκαταβατικό σχόλιο για μια χάλκινη προτομή νεαρού Ρωμαίου άνδρα δεν σημαίνει και πολλά. Όταν όμως παρόμοιες υπενθυμίσεις ιστορικών αδικιών προσαρτώνται σε πολλά άλλα αντικείμενα που εκτίθενται σε ένα μουσείο, οι θεατές μένουν με μια πολύ σαφή και αρνητική ιστορία του παρελθόντος.

Όπως σημειώνουμε σε μεταγενέστερα κεφάλαια, ακόμη και μερικές από τις πιο εμπνευσμένες συνεισφορές στην ανθρώπινη ιστορία έχουν στοχοποιηθεί από μικρόψυχους ακτιβιστές αποφασισμένους να αδειάσουν το παρελθόν από κάθε λυτρωτικό χαρακτηριστικό. Οι ασκούντες την κατηγορητική ιστορία είναι αφοσιωμένοι στη δηλητηρίαση της φήμης του Διαφωτισμού, ισχυριζόμενοι ότι ήταν «εξ αρχής ένα ρατσιστικό εγχείρημα».
Η στοχοποίηση του παρελθόντος αποδείχθηκε αξιοσημείωτα επιτυχής. Τα ιστορικά δράματα και οι ταινίες παρουσιάζουν σχεδόν πάντοτε την κληρονομιά του δυτικού πολιτισμού, ιδίως την αγγλοαμερικανική της συνιστώσα, με δυσμενές φως. Το παρελθόν ξαναγράφεται αναχρονιστικά σύμφωνα με το εγχειρίδιο της σύγχρονης πολιτικής των ταυτοτήτων. Δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί έχουν αγκαλιάσει άκριτα την υπόθεση της αποαποικιοποίησης και απολαμβάνουν να ανακαλύπτουν το δικό τους «ντροπιαστικό» παρελθόν.
Η υιοθέτηση της αποαποικιοποίησης λειτουργεί πλέον ως παράσταση αρετής και έχει γίνει υποχρεωτικό τελετουργικό για κάθε θεσμό που επιθυμεί να δείξει ότι ανήκει στην εποχή του. Το μόνο που λείπει από τη σταυροφορία εναντίον του παρελθόντος είναι η προσθήκη της λέξης «ιερή».
Ας εξετάσουμε τη δήλωση «Υποστήριξη της αποαποικιοποίησης στα μουσεία» που εξέδωσε η Museums Association του Ηνωμένου Βασιλείου. Σημειώνει ότι «σε μια εποχή» κατά την οποία «η ιστορία βρίσκεται υπό μεγαλύτερο έλεγχο από ποτέ, είναι ζωτικό τα μουσεία να συμμετέχουν» σε «συζητήσεις και να επανεκτιμούν τον δικό τους ιστορικό ρόλο στην αυτοκρατορία». Προσθέτει ότι «θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με τα μουσεία για να τα υποστηρίξουμε σε αυτό το ταξίδι».
Ένας από τους στόχους αυτού του βιβλίου είναι να εξηγήσει γιατί «η ιστορία βρίσκεται υπό μεγαλύτερο έλεγχο από ποτέ». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, τουλάχιστον εξωτερικά, αυτό συμβαίνει. Ωστόσο, με προσεκτικότερη εξέταση, γίνεται φανερό ότι ο «έλεγχος» είναι λανθασμένος όρος για να περιγράψει το σημερινό σχέδιο επανεγγραφής του παρελθόντος. Το Oxford English Dictionary ορίζει τον έλεγχο ως διερεύνηση και κριτική εξέταση.
Υπάρχει, ωστόσο, ελάχιστη γνήσια διερεύνηση και ασφαλώς τίποτε κριτικό στην εμμονική απόπειρα εκδίκησης απέναντι στο παρελθόν. Η φράση του Άγγλου κοινωνικού ιστορικού E.P. Thompson, «η απέραντη συγκατάβαση των μεταγενεστέρων», είναι πολύ καλύτερη από τον «έλεγχο» ως τρόπος περιγραφής του σημερινού σχεδίου απονομιμοποίησης του παρελθόντος.
Στα κεφάλαια που ακολουθούν, αναφέρομαι στη σημερινή εμμονή με τον έλεγχο του παρελθόντος ως πρακτική της αρχαιολογίας των παραπόνων. Εξωτερικά, η αρχαιολογία των παραπόνων είναι αφοσιωμένη στην αποκάλυψη ιστορικών αδικιών και ανομημάτων που απαιτούν την εξιλέωση θεσμών και δρώντων εδώ και τώρα. Οι πολεμιστές του πολιτισμού δικαιολογούν το σχέδιό τους με το επιχείρημα ότι οι παρελθούσες αδικίες που φέρνουν στο φως έχουν συνέπειες για τη ζωή πολυάριθμων ομάδων ταυτότητας σήμερα.
Η αρχαιολογία των παραπόνων, ωστόσο, δεν αφορά απλώς την ανασκαφή άγνωστων μέχρι τώρα γεγονότων ή συμβάντων. Αφορά κυρίως την ανασυσκευασία του παρελθόντος σύμφωνα με τις αξίες και τους στόχους της σημερινής πολιτικής των ταυτοτήτων. Διαβάζοντας την ιστορία προς τα πίσω, η συμπεριφορά και οι πράξεις ατόμων και ομάδων που κατοίκησαν τον κόσμο πριν από εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες χρόνια τοποθετούνται στον ρόλο του παραβάτη των σημερινών ευαισθησιών. Με αυτόν τον τρόπο, κεντρικές ιστορικές μορφές ακυρώνονται στην πράξη από τον κανόνα των μεγάλων.
Ας εξετάσουμε την περίπτωση του Immanuel Kant, ενός από τους πιο επιδραστικούς φιλοσόφους της νεωτερικής εποχής. Αν πρέπει να πιστέψουμε τους αρχαιολόγους των παραπόνων που συνδέονται με το κίνημα της αποαποικιοποίησης, ο Kant είναι απλώς ένας κοινός, συνηθισμένος ρατσιστής. Επιπλέον, σχεδόν κάθε μεγάλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού του 17ου και του 18ου αιώνα έχει τοποθετηθεί σε αυτόν τον ρόλο. Σύμφωνα με την κρίση των πολιτισμικών πολεμιστών, οι Locke, Hume, Hegel και Kant θεωρούνται όλοι ένοχοι.
Χωρίς αμφιβολία, τα πρόσωπα αυτά συμμερίζονταν πολλές από τις προκαταλήψεις της κοινωνίας του 18ου αιώνα. Αλλά ανέπτυξαν επίσης την οικουμενική προοπτική που τους οδήγησε να δώσουν νόημα στο ιδεώδες της ανθρώπινης ισότητας. Ο Kant, για παράδειγμα, ήταν κατηγορηματικά αντίθετος στην αποικιοκρατία και στη συμπεριφορά των κατακτητικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, προειδοποιώντας ότι αυτές «καταπιέζουν τους ιθαγενείς, υποκινούν εκτεταμένους πολέμους ανάμεσα στα διάφορα κράτη, διαδίδουν λιμό, εξέγερση, δολιότητα και ολόκληρη τη λιτανεία των κακών που πλήττουν την ανθρωπότητα».

Αλλά για τους αρχαιολόγους των παραπόνων, δεν έχει σημασία ότι η ηθική του Kant προσφέρει έναν πολύτιμο πόρο για την υπεράσπιση της ηθικής αξιοπρέπειας και αξίας όλων των ανθρώπων. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η γλώσσα, η στάση και η συμπεριφορά του παραβιάζουν τους πρόσφατα πρόχειρα συναρμολογημένους κανόνες που έχουν κωδικοποιηθεί στους γλωσσικούς οδηγούς αναζήτησης αρετής των αγγλοαμερικανικών θεσμών του 21ου αιώνα.
Ωστόσο, ο Πόλεμος Εναντίον του Παρελθόντος δεν είναι απλώς μια σύγκρουση που αφορά λέξεις. Περιλαμβάνει επίσης τη φυσική πράξη της απομάκρυνσης συμβόλων του παρελθόντος. Η Guardian αναφέρεται σε αυτή την εξέλιξη ως «Οι πόλεμοι των αγαλμάτων», και όμως δεν είναι μόνο τα αγάλματα που γκρεμίζονται, παραμορφώνονται ή απομακρύνονται. Όπως συζητείται στο κεφάλαιο 4, ενοχλητικά βιβλία κρύβονται από το κοινό στις βιβλιοθήκες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταστρέφονται. Ακόμη και η καύση βιβλίων έχει κάνει μια ανεπιθύμητη επιστροφή.
Πολύτιμα και ιστορικά σημαντικά αντικείμενα καθίστανται «ενοχλητικά» και παρουσιάζονται στο κοινό με μια σημείωση απαξίωσης. Το παγκοσμίως διάσημο British Museum ανησυχεί τόσο πολύ για την επίδραση της «ενοχλητικής» συλλογής του, ώστε αποφάσισε να προσφέρει «συναισθηματική υποστήριξη» στο προσωπικό του και να το βοηθήσει να προσθέσει προειδοποιήσεις ενεργοποίησης τραύματος στο αρχείο του.

Τα παιδιά και οι νέοι αποτελούν το κύριο κοινό-στόχο για την αναπαράσταση του παρελθόντος ως ιστορίας ντροπής. Από πολύ μικρή ηλικία εκτίθενται σε μια μορφή εκπαίδευσης που αποσκοπεί να τους απομακρύνει ηθικά από την πολιτισμική τους κληρονομιά και να τους στερήσει την αίσθηση υπερηφάνειας για το παρελθόν τους. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, παιδιά του δημοτικού ακόμη και πέντε ετών διδάσκονται μαθήματα αμερικανικού τύπου για το «λευκό προνόμιο». Οι εκπαιδευτικοί λαμβάνουν οδηγίες να αποφεύγουν τη διδασκαλία «αφηγήσεων λευκού σωτήρα» στα μαθήματα για τη δουλεία, υποβαθμίζοντας τον ρόλο λευκών υπέρμαχων της κατάργησης της δουλείας, όπως ο William Wilberforce.
Τέτοιες επιτυχίες δεν οφείλονται στη διανοητική συνοχή και στην αποτελεσματική οργάνωση των υποστηρικτών της σταυροφορίας. Βεβαίως, κινήματα όπως το Black Lives Matter συνέβαλαν σε αυτόν τον πυρετώδη ανιστορισμό. Αλλά η επιτυχία τους υποστηρίχθηκε, σε σημαντικό βαθμό, από ένα προϋπάρχον πολιτισμικό κλίμα ευνοϊκό προς τον στόχο τους.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και συναρπαστικά χαρακτηριστικά του Πολέμου Εναντίον του Παρελθόντος είναι η σχετική έλλειψη αντίστασης απέναντί του. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, διαδοχικά καθεστώτα —στην πλειονότητά τους Συντηρητικά— αρνήθηκαν να απαντήσουν στην επίθεση εναντίον της κληρονομιάς της Βρετανίας. Αυτή η απροθυμία να αγωνιστούν για την ιστορία μας συνιστά πραγματική πράξη πολιτισμικής προδοσίας.
Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο ο Πόλεμος Εναντίον του Παρελθόντος κατόρθωσε να επηρεάσει το σημερινό πνεύμα της εποχής είναι η αμυντική στάση που υιοθέτησαν εκείνοι στους οποίους είχε ανατεθεί να διαφυλάσσουν και να μεταδίδουν την κληρονομιά του δυτικού πολιτισμού. Εκ των υστέρων, είναι φανερό ότι τμήματα του πολιτισμικού και πολιτικού κατεστημένου έχουν, εδώ και καιρό, αποξενωθεί από την παράδοση και την ιστορική κληρονομιά της κοινωνίας τους.
Στα τέλη του 20ού αιώνα, πολλοί παρατηρητές επέστησαν την προσοχή στην αμήχανη σχέση που είχε αναπτύξει ο δυτικός πολιτισμός με την ιστορική του κληρονομιά. Όπως εξήγησα πριν από περισσότερα από 30 χρόνια, στο Mythical Past, Elusive Future: History and Society in an Anxious Age, τα πολιτισμικά και πολιτικά κατεστημένα των δυτικών κοινωνιών είχαν ήδη συνειδητοποιήσει υπερβολικά καλά ότι είχαν χάσει την επαφή με το παρελθόν τους. Η διαπίστωση ότι δεν υπήρχε πλέον μια κοινά αποδεκτή εκδοχή του παρελθόντος αντηχούσε ευρέως στους κορυφαίους σχολιαστές της δεκαετίας του 1970. Η αποξένωση της κοινωνίας από το παρελθόν ήταν σύμπτωμα μιας πανταχού παρούσας ηθικής περιπλάνησης που μάστιζε την κοινωνία εκείνη τη δεκαετία.
Αυτό το αίσθημα αποτυπώθηκε από τον διατλαντικό στοχαστή Stanley Hoffman το 1979, ο οποίος, στη συζήτησή του για την «εξαφάνιση του παρελθόντος», προειδοποίησε ότι «μέσω της ταχύτητας και της αγριότητας της ιστορίας, δεν έχουμε απλώς χάσει την επαφή με τον κόσμο που βρίσκεται πίσω μας· φαίνεται επίσης ότι αυτός ο κόσμος είπε πολλά πράγματα που αποδείχθηκαν ψευδή και συνεπώς δεν έχει πλέον τίποτε να πει στον μέσο Ευρωπαίο».
Πολλοί παρατηρητές επανέλαβαν την πεποίθηση του Hoffman ότι οι ηγέτες της δυτικής κοινωνίας είχαν αποξενωθεί από τις δικές τους πολιτισμικές παραδόσεις. Όταν ο Hoffman αναρωτιόταν «υπάρχει Ευρώπη, υπήρξε παρελθόν και θα υπάρξει μέλλον;», εξέφραζε μια ανησυχία βαθιά αισθητή από κορυφαίους στοχαστές σε όλο το φάσμα του πολιτικού mainstream.
Η συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη είχε χάσει την επαφή με το παρελθόν της και ήταν επομένως αποπροσανατολισμένη ως προς τη θέση της στον κόσμο οδήγησε σε απόπειρες που αποδείχθηκαν μισόκαρδες να επαναβεβαιώσει τις πολιτισμικές της παραδόσεις. Όπως αποδείχθηκε, αυτή ήταν η τελευταία φορά που το mainstream πολιτικό κατεστημένο της Δυτικής Ευρώπης —Χριστιανοδημοκράτες, Συντηρητικοί και Φιλελεύθεροι— προσπάθησε σοβαρά να «επιστρέψει στα βασικά» και να αναζωογονήσει και να ενεργήσει σύμφωνα με την παράδοση που είχε κληροδοτήσει η ιστορία.
Από την αρχή της, η εκστρατεία «Back to Basics» του Βρετανού πρωθυπουργού John Major το 1993 αποτέλεσε αντικείμενο χλευασμού. Η ταχύτητα της ντροπιαστικής της κατάρρευσης έδειξε ότι δεν υπήρχαν «βασικά» στα οποία θα μπορούσε κανείς να επιστρέψει.
Μικρές ομάδες συντηρητικών διανοουμένων επιχείρησαν να δώσουν μια οπισθοφυλακή μάχη εναντίον της αποξένωσης της κοινωνίας τους από το ιστορικό της παρελθόν. Το έργο του Αμερικανού συντηρητικού κοινωνιολόγου Robert Nisbet, History of the Idea of Progress (1980), ανέδειξε αυτό που εκείνος θεωρούσε τραγική συνέπεια μιας κοινωνίας που είχε αποκοπεί σωματικά και ηθικά από το παρελθόν της. Παρουσίασε ένα ζοφερό ιστορικό όραμα με μανιχαϊκούς όρους: «Σε καμία περίοδο της δυτικής ιστορίας, ούτε καν στον Μεσαίωνα, δεν υπήρξαν τόσο βαθιά και διαδεδομένα όσο σε αυτό το τελικό τμήμα του 20ού αιώνα στη Δύση η αποξένωση από τους θεμελιώδεις θεσμούς, η έλλειψη εμπιστοσύνης σε αυτούς και η εχθρότητα απέναντί τους», προειδοποιούσε.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η μελλοντική πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Margaret Thatcher, σήμανε επίσης τον συναγερμό.

Είμαστε μάρτυρες μιας εσκεμμένης επίθεσης εναντίον εκείνων που επιθυμούν να προωθήσουν την αξία και την αριστεία, μιας εσκεμμένης επίθεσης εναντίον της κληρονομιάς μας και του παρελθόντος μας· και υπάρχουν εκείνοι που ροκανίζουν τον εθνικό μας αυτοσεβασμό, ξαναγράφοντας τη βρετανική ιστορία ως αιώνες αδιάλειπτης συμφοράς, καταπίεσης και αποτυχίας — ως ημέρες απελπισίας, όχι ημέρες ελπίδας.
Η διάγνωση του Nisbet και της Thatcher για την απειλή που αντιμετώπιζαν οι ιστορικές παραδόσεις των κοινωνιών τους ήταν οξυδερκής. Ωστόσο, η απειλή που αντιμετώπιζαν ήταν πολύ λιγότερο σοβαρή και πανταχού παρούσα απ’ ό,τι σήμερα. Αν ζούσαν τώρα, και οι δύο θα ήταν πραγματικά συγκλονισμένοι από το βάθος της εχθρότητας που στρέφεται εναντίον του παρελθόντος.
Μέχρι τη στιγμή που οι Πολιτισμικοί Πόλεμοι ξέσπασαν τη δεκαετία του 1980, οι διανοητικοί και πολιτισμικοί υπερασπιστές του παρελθόντος μετατρέπονταν γρήγορα σε είδος υπό εξαφάνιση μέσα στους βασικούς θεσμούς της κοινωνίας. Παραδόξως, κατά την εποχή Reagan και Thatcher της δεκαετίας του 1980, η ηθική υποτίμηση του δυτικού πολιτισμού και του παρελθόντος του απέκτησε μεγάλη ορμή. Παραδόξως, διότι, τουλάχιστον εξωτερικά, τα χρόνια Reagan-Thatcher συνδέθηκαν με τον θρίαμβο του συντηρητισμού. Ωστόσο, ο ιδεολογικός θρίαμβος των Reaganomics και η ισχυρή υποστήριξη που απολάμβαναν δεν βρήκαν αντίστοιχο στη σφαίρα του πολιτισμού. Πράγματι, στο πολιτισμικό πεδίο, τα παραδοσιακά συντηρητικά ιδεώδη σχετικά με την παράδοση, την οικογένεια, τη σεξουαλικότητα, την ηθική και το παρελθόν βρίσκονταν σε άμυνα.
Ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας οι πολιτισμικοί κανόνες που έθεταν υπό αμφισβήτηση τις παραδοσιακές αξίες της Δύσης απέκτησαν ταχύτατη υπεροχή. Αυτό που οι Αμερικανοί συντηρητικοί είχαν προηγουμένως χαρακτηρίσει ως «αντίπαλη κουλτούρα» αποκτούσε γρήγορα ηγεμονική επιρροή. Η ετυμηγορία του Αμερικανού κοινωνιολόγου Alan Wolfe για αυτές τις κρίσιμες εξελίξεις εκείνης της εποχής παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα. Σημείωσε ότι «η δεξιά κέρδισε τον οικονομικό πόλεμο, η αριστερά κέρδισε τον πολιτισμικό πόλεμο και το κέντρο κέρδισε τον πολιτικό πόλεμο».
Η εκτίμηση του Wolfe επαναλήφθηκε από τη Gertrude Himmelfarb, κορυφαία Αμερικανίδα συντηρητική στοχάστρια, η οποία συμπέρανε ότι «αφού γλιτώσαμε την ταξική επανάσταση που προέβλεψε ο Marx, υποκύψαμε στην πολιτισμική επανάσταση».

Η αντίσταση στη νεοαναδυόμενη σταυροφορία εναντίον του παρελθόντος κατέρρευσε με αξιοσημείωτη ευκολία. Εκείνη την εποχή, η σημασία αυτής της εξέλιξης συγκαλύφθηκε από την εμφάνιση θριαμβολογίας που περιέβαλλε την Επανάσταση Reagan-Thatcher. Εκείνο που παραβλέφθηκε τη δεκαετία του 1980 και στις δεκαετίες που ακολούθησαν ήταν ότι ο mainstream συντηρητισμός είχε λίγο-πολύ παραιτηθεί από το παρελθόν.
Η αποξένωση της κοινωνίας από το παρελθόν της οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι παραδόσεις της σήμαιναν ελάχιστα για τη διεξαγωγή της καθημερινής ζωής. Η ανάπτυξη αυτής της αίσθησης αποξένωσης ήταν σταθερή αλλά πολύ σταδιακή. Υποστηριζόταν από μια απώλεια εμπιστοσύνης και από ένα αίσθημα εξάντλησης. Ο Hoffman συνέλαβε καλά αυτή την αργή αποσύνθεση της εμπιστοσύνης προς το παρελθόν όταν έγραψε:
Η εξαφάνιση του παρελθόντος είναι εν μέρει μια απογοήτευση από εκείνο το παρελθόν —από όσα παρήγαγαν η ιστορία και η ανθρώπινη δράση— και επομένως είναι πολύ διαφορετική από εκείνη τη σκόπιμη ιστορική ρήξη που προκάλεσαν οι επαναστάτες, οι οποίοι είχαν σκοπό να οικοδομήσουν μια νέα τάξη και να δημιουργήσουν έναν νέο άνθρωπο το 1792, ή το 1917, ή το 1949 στην Κίνα. Σημαίνει εξάντληση, όχι ενέργεια· αποστράγγιση, όχι εμπρησμό. Με τη σειρά της, η έλλειψη αίσθησης του μέλλοντος έχει ακόμη περισσότερο καταθλίψει, υποτιμήσει και αποχρωματίσει το παρελθόν· όταν κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει, όταν φαίνεται να μην υπάρχει πουθενά να πάει και τίποτε νέο και καλύτερο να επιτελέσει, ποιο το νόημα να ξαναβρεί τα βήματά του; Χρειάζεται ένας συνδυασμός πίστης στο μέλλον, ιδεών γι’ αυτό και βούλησης να το οικοδομήσει κανείς, ώστε το ενδιαφέρον για το παρελθόν να μη μεταβληθεί σε απλή λόγια ενασχόληση ή ψυχαγωγία.
Η έμφαση του Hoffman στο μοτίβο της εξάντλησης και της απογοήτευσης ως βασικών παραγόντων στην απονομιμοποίηση του παρελθόντος βοηθά να εξηγηθεί η αθόρυβη και μη δραματική υποχώρηση των υποστηρικτών της παραδοσιοκρατίας από το πεδίο της μάχης των ιδεών. Στο γύρισμα της δεκαετίας του 1980, δεν υπήρξε καμία δραματική ιστορική ρήξη με το παρελθόν, παρά μόνο μια αίσθηση ηττοπάθειας που προκλήθηκε από την απώλεια εμπιστοσύνης στην κληρονομιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Σημειώσεις:

ΔΙΑΛΥΣΗ 18 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Tετάρτη 17. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 18

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Συμπεράσματα

Αυτό το βιβλίο, που είναι μια επισκόπηση των λόγων της διάλυσης η οποία αποσυνθέτει τον πολιτισμό μας, ανατρέποντάς τον σε «civilizzazione», δηλαδή σε αντι-πολιτισμό, θέλησε να αναδείξει πώς αυτή η κρίση δεν αφορά καθόλου τον υλικό χώρο, αλλά τον πνευματικό. Παρά τη συρρίκνωση των τελευταίων δεκαετιών, οι δυτικές κοινωνίες απολαμβάνουν ακόμη έναν βαθμό υλικής ανάπτυξης χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Οι λόγοι της διάλυσης που ζούμε, της οποίας το δημογραφικό χάσμα είναι μόνο μία από τις πιο αποφασιστικές και σημαντικές όψεις, είναι πνευματικής φύσεως. Ακόμη και η βουλιμία του κέρδους, της κατανάλωσης και της ηδονής είναι ζήτημα κατεξοχήν πνευματικό. Ο άνθρωπος είναι και σώμα, αλλά είναι πρωτίστως ψυχή, πνεύμα. Η κατάσταση του αυθεντικού ανθρώπου συμπίπτει με τη συνείδηση της πνευματικής του φύσης. Ήδη το γεγονός ότι υπάρχει ελάχιστη συνείδηση αυτής της στοιχειώδους διαπίστωσης αποτελεί απόδειξη της άγνοιας μέσα στην οποία είμαστε βυθισμένοι, η οποία είναι πρωτίστως πνευματική άγνοια: άγνοια των ελίτ που μας κυβερνούν, άγνοια των μαζών, πλέον άγνοια ακόμη και του ίδιου του καθολικού κλήρου. Η πνευματική άγνοια είναι η αληθινή θανάσιμη ασθένεια της Ευρώπης και της λεγόμενης Δύσης.

Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να επιβιώσει στερούμενος προσανατολισμού ως προς τις έσχατες αρχές και τα ερωτήματα της ύπαρξης, αρχίζοντας από το αναπόφευκτο του θανάτου. Καμία κοινότητα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς εκείνη την πνευματική προστασία που ονομάζεται θρησκεία — η οποία εμποδίζει την αναρχική της διάλυση μέσα στον ατομικισμό των επιμέρους θελήσεων. Γι’ αυτό ακόμη και ο νιτσεϊκός σχετικιστής Oswald Spengler, από τους πρώτους διαγνωστές της ευρωπαϊκής παρακμής στον 20ό αιώνα, στο Η Παρακμή της Δύσης (1918, έπειτα 1922), αναγνώρισε ότι «ουσία κάθε civilizzazione είναι η αθρησκία». Η civilizzazione, που είναι η έσχατη φάση του πολιτισμού, ήδη υλοποιημένη και αποπνευματοποιημένη, κυριαρχημένη από το χρήμα και την τεχνική, είναι πρωτίστως άθρησκη.

Και ο ιστορικός Arnold J. Toynbee, μολονότι αντίθετος προς τον βιολογιστικό ντετερμινισμό του Spengler, αναγνώρισε τη δυτική παρακμή και την ταύτισε με την παρακμή του χριστιανισμού μέσα σε μια ασταμάτητη διαδικασία εκκοσμίκευσης. Η Δύση, στερούμενη πλέον μιας κεντρικής πίστης, κατά τον Toynbee καταδικάζει τον εαυτό της σε μια απεριόριστη επέκταση, σαρώνοντας τους άλλους πολιτισμούς, ξεριζώνοντάς τους όχι μόνο με την τεχνική της, αλλά και με την αντιθρησκευτική και αντι-ιερή λαϊκότητά της, η οποία στερεί από τον άνθρωπο κάθε υπερβατική αρχή ικανή να δώσει νόημα στη φθαρτή του ύπαρξη. Ενώ, αντιθέτως, ακριβώς κατά τον Toynbee, «όλα τα κρίσιμα προβλήματα που βρίσκονται ενώπιον του δυτικού ανθρώπου είναι θρησκευτικής φύσεως» (Συγκριτική ιστορία των πολιτισμών, τόμ. III, σ. 199).

Πιο πρόσφατα, και ο Γερμανός ιστορικός Ernst Nolte, στην Ιστορική ύπαρξη (1998) και σε άλλα έργα, ταύτισε τη σύγχρονη civilizzazione με την επέκταση εκείνου που, στη δύσκολη ορολογία του, ορίζει ως «πρακτική υπέρβαση», δηλαδή τη παγκόσμια διάδοση της «τεχνικο-επιστημονικής ανταγωνιστικής οικονομίας», με συνακόλουθη παρακμή της «θεωρητικής υπέρβασης» — θρησκεία, ποίηση, φιλοσοφία. Το αποτέλεσμα είναι, μέσα στον «αμερικανικό πολιτισμό του σούπερ μάρκετ», ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού της αγοράς, νοούμενου από τον Nolte ως μαζικού ηδονιστικού ατομικισμού, ο οποίος θέτει σε κίνδυνο την ίδια την τεκνογονία, πρωταρχικό καθήκον του είδους και κάθε ανθρώπινης κοινότητας που σκοπεύει να διαιωνιστεί.

Ακόμη πιο πρόσφατα, όπως είδαμε, ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Emmanuel Todd, κοσμικός και αριστερός, βαπτισμένος καθολικός αλλά από εβραϊκή οικογένεια, σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, Η ήττα της Δύσης, εντοπίζει στο θρησκευτικό κενό —τον «μηδενικό χριστιανισμό»— τον κύριο λόγο τής ίσως μη αναστρέψιμης παρακμής των ΗΠΑ και της Ευρώπης: «Τα ήθη και οι αξίες που είχαν διαπιστευθεί από τη θρησκεία αρχίζουν να εξασθενούν ή να αποσυντίθενται, για να εξαφανιστούν τελικά, και τότε και μόνο τότε εμφανίζεται αυτό που ζούμε: ένα απόλυτο θρησκευτικό κενό, μέσα στο οποίο τα άτομα στερούνται οποιασδήποτε υποκατάστατης συλλογικής πίστης. Μια μηδενική κατάσταση της θρησκείας», η οποία σάρωσε το εθνικό αίσθημα, την ηθική της εργασίας, την έννοια μιας δεσμευτικής ηθικής, την ικανότητα θυσίας για την κοινότητα» (Η ήττα της Δύσης, Fazi Editore, σ. 163).

Με τρόπο όχι ανόμοιο προς τον φιλόσοφο Augusto Del Noce, ο οποίος διέκρινε ανάμεσα σε μια πρώτη ιερή φάση της εκκοσμίκευσης, χαρακτηριζόμενη από τις μεγάλες μαζικές πολιτικές ιδεολογίες, και σε μια βέβηλη φάση, που συμπίπτει με τον μηδενισμό στην καθαρή του κατάσταση, και ο Todd διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη «ζόμπι» φάση του χριστιανισμού —ο Γάλλος ιστορικός δεν διαφοροποιεί καθαρά καθολικισμό και προτεσταντισμό—, χαρακτηριζόμενη από τις υποκατάστατες λατρείες της τάξης και του έθνους, και σε μια δεύτερη φάση, τον μηδενικό χριστιανισμό, που συμπίπτει με τον ατομικιστικό και διαλυτικό μηδενισμό, με την πλήρη δημογραφική κρίση και τη δημόσια αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Όλοι οι συγγραφείς που παρέθεσα, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους, πιστοί και μη πιστοί, εντόπισαν στην αθρησκία τον κύριο παράγοντα της δυτικής διάλυσης.

Αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο, το οποίο έχει αυστηρά εκδιωχθεί από τον δημόσιο διάλογο μέσα στη γενικευμένη ασυνειδησία· και αυτή η ασυνειδησία είναι επίσης απόδειξη της διανοητικής και πνευματικής κρίσης της εποχής μας, πιθανότατα μη αναστρέψιμης. Το ότι οι μάζες την Κυριακή εγκαταλείπουν τις εκκλησίες αλλά γεμίζουν τα εμπορικά κέντρα είναι ασφαλώς σοβαρό, διότι μαρτυρεί την πλήρη αντικατάσταση του είναι από το έχειν. Αλλά το ότι ο διανοητικός διάλογος δεν σταματά ούτε κατ’ ελάχιστον —παραδόξως ούτε καν για να το απολαύσει— στο τεράστιο πνευματικό κενό των κοινωνιών μας, είναι ακόμη σοβαρότερο. Ακόμη σοβαρότερη είναι η πλήρης αδιαφορία των ανθρώπων της Εκκλησίας, των οποίων το πλήρως εκκοσμικευμένο μήνυμα, πρότυπο ΜΚΟ αλλοιωμένης διδασκαλίας, ξεκινώντας από τα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχίας, ασφαλώς ελκύει ακόμη ελάχιστους. Αντίθετα, συζητείται —και μάλιστα διστακτικά— η κρίση της παιδείας, από την οικογένεια έως το σχολείο. Αλλά η κρίση της παιδείας συνδέεται με την κρίση της αυθεντίας, και με το γεγονός επίσης ότι δεν υπάρχει πλέον η έννοια της αυθεντίας: είμαστε ακριβώς όλοι ελεύθεροι, όλοι ίσοι, όλοι αδελφοί, άρα δεν υπάρχει πλέον μια αληθινή αυθεντία. Υπάρχει η σιδηρά εξουσία των οικονομικο-χρηματοπιστωτικών ισχυρών και των πρακτόρων τους, αλλά δεν υπάρχει πλέον αυθεντία.

Η κρίση της αυθεντίας, στο βάθος, οφείλεται και αυτή στην εκκοσμίκευση. Ακριβώς όπως υπάρχει ένας Θεός που βρίσκεται στους ουρανούς και ένας πρώτος αντιπρόσωπός του στη γη, ο οποίος έχει τη νόμιμη πνευματική αυθεντία, ως pontifex, έτσι έπειτα υπάρχουν όλες οι διαδοχικές αυθεντίες, σαν καταρράκτης, μέχρι εκείνη του πατέρα και του δασκάλου. Η φεμινιστική κριτική στην πλέον φανταστική πατριαρχία —αλλά πανταχού παρούσα στα μέσα ενημέρωσης— δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κοινωνικό αντανάκλασμα, εναντίον του επίγειου πατέρα, της αποστροφής προς τον ουράνιο Πατέρα.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ]


Η εκκοσμίκευση οδήγησε αναπόφευκτα σε μια κρίση της αυθεντίας και επομένως και σε μια κρίση της παιδείας. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι από το ’68 στοχεύουν να αποδομήσουν κάθε μορφή αυθεντίας —ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη το σημαντικό προηγούμενο του πολιτικού αναρχισμού— είναι πάντοτε έκφραση ενός άγριου λαϊκισμού. Η θρησκευτική αλήθεια δεν είναι καθαρά ανθρώπινη, είναι τέκνο μιας Αποκάλυψης, είναι υπέρβαση· αλλά ο καθολικισμός, σε σχέση με άλλες θρησκείες, αξιοποίησε πάντοτε τον λόγο. Ο άνθρωπος, ο πιστός, δεν πρέπει απλώς να υπακούει και τέλος, αλλά είναι σε θέση να κατανοήσει εκείνον τον αιώνιο νόμο, θελημένο από τον Δημιουργό, τον οποίο μπορεί να ανακαλύψει νοητικά στον φυσικό νόμο, που αντανακλάται στους σκοπούς της ανθρώπινης φύσης. Ο φυσικός νόμος δεν είναι καθόλου ο σύγχρονος φυσικοδικαιισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος είναι υποκειμενικό, αφηρημένο, ατομικιστικό και εξισωτικό δίκαιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από κάθε τελεολογία. Το να ακολουθεί κανείς τον φυσικό νόμο μπορεί να είναι ο δρόμος προς την ευτυχία, αλλά είναι και ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην υποκειμενική ατομική αυθαιρεσία.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΕΙΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΛΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ]

Ο σύγχρονος κόσμος και ο σύγχρονος ανθρωπισμός, αντιθέτως, απολυτοποίησαν το υποκείμενο, που στην αρχή ήταν το άτομο, έπειτα έγινε και το συλλογικό: το έθνος, η τάξη, το κράτος· έπειτα επέστρεψε στο να είναι το άτομο. Το υποκείμενο δεν βρίσκεται πλέον σε στενή σχέση με την Αλήθεια, δεν είναι πλέον υποταγμένο στην Αλήθεια, αλλά, αντιθέτως, η αλήθεια μειώνεται σε τίποτε άλλο παρά σε θεραπαινίδα του εγώ, υποταγμένη στο υποκείμενο. Στον σύγχρονο κόσμο το υποκείμενο τίθεται ως θεμέλιο της αλήθειας, γίνεται ο κύριος της αλήθειας, και επομένως η αλήθεια στην πράξη δεν υπάρχει πια: αν ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια, τότε η αλήθεια δεν υπάρχει πια. Αυτός ο υποκειμενισμός, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε μηδενισμός. Και αυτό είναι μια ανατροπή, μια υπονόμευση: αν το ατομικό υποκείμενο —φιλελευθερισμός— ή το συλλογικό —σοσιαλισμός, εθνικισμός, κομμουνισμός, φασισμός— είναι πραγματικά το κέντρο των πάντων, τότε όχι μόνο ο Θεός, αλλά και γενικά η έννοια της αλήθειας σχετικοποιείται. Αυτή γίνεται κάτι που μπορεί να καταφάσκεται ή να μην καταφάσκεται, από επιθυμία ή από συμφέρον· μια γνώμη, μια μη-αλήθεια.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.]


Το ίδιο ισχύει για την έννοια του καλού και του κακού. Ο υποκειμενισμός οδηγεί στον σχετικισμό και έπειτα στον ηθικό μηδενισμό, διότι, αν το καλό είναι εκείνο που αρέσει στο υποκείμενο και το κακό εκείνο που δεν του αρέσει, τότε δεν υπάρχει πια ηθική. Δυστυχώς, αυτή η υποκειμενιστική σύλληψη, συνδεδεμένη με τον ανθρωπισμό και τον ανθρωποκεντρισμό, κέρδισε χώρο μέσα στην ίδια την Καθολική Εκκλησία με το seppuku της Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία υπήρξε πραγματικά η ταφόπλακα, τουλάχιστον προς το παρόν, πάνω στον πολιτισμό μας. Διότι, όταν ο υποκειμενισμός, ο σχετικισμός, ο αδιαφορισμός μεταμφιεσμένος σε οικουμενισμό, μέχρι και τον παγανιστικό πανθεϊσμό της Pachamama, εισέρχονται μέσα στην Εκκλησία, την τελευταία ακρόπολη που αντιστεκόταν στην έφοδο της ολοκληρωτικής εκκοσμίκευσης της ζωής, τότε η δυνατότητα μιας πνευματικής ανανέωσης είναι, ανθρωπίνως, χαμένη. Είναι γνωστή η φράση που ο Dostoevsky, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών, βάζει στο στόμα του χαρακτήρα του Ivan Karamazov: «Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται».

Χωρίς το θρησκευτικό θεμέλιο, οποιαδήποτε κοσμική ηθική αποδεικνύεται εύθραυστη και παροδική. Για την αλήθεια της ρήσης του Dostoevsky έχουμε σήμερα, κάθε μέρα, την εμπειρική απόδειξη: χωρίς τον δεσμό της υπέρβασης δεν υπάρχει πια κοινωνία, παρά μόνο ως άθροισμα ατόμων στερημένων από κοινωνικό δεσμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς τις ζωτικές φυσικές κοινότητες —οικογένεια, ενώσεις, δήμοι, περιφέρειες— δεν υπάρχει πια υπέρβαση: «η κλίση που τείνει τον άνθρωπο προς τον Θεό και εκείνη που τον ωθεί στη ζωή μέσα στην κοινωνία αποτελούν μία και την ίδια τάση του ανθρώπινου όντος», έγραψε ο μεγάλος θωμιστής Marcel de Corte. Τη στιγμή που χάνεται η επαφή με τον Θεό, η αρχή της ατομικότητας και της ισότητας, επαναφερόμενη στη γη, καταλήγει στον σύγχρονο ατομικισμό που τόσο έγκυρα μελέτησε ο Dumont. Η ανάδυση του εξισωτικού ατομικισμού, που ευνοήθηκε και από τη σχέση αδιαφορίας η οποία εγκαθιδρύεται ανάμεσα στα άτομα μέσω της χρήσης του χρήματος —Simmel— και της εμπορικής ανταλλαγής, καθώς και από τη διαβρωτική δράση των ενδιάμεσων σωμάτων που επιτέλεσε το σύγχρονο κράτος, καταλήγει στη διαμόρφωση εκείνων των τρελαμένων χριστιανικών ιδεών, των επαναστατικών —liberté, égalité, fraternité—, τόσο αγαπητών στη μασονία.

Επιπλέον, εκκοσμίκευση σημαίνει και μνησικακία. Και ο σημερινός μηδενισμός, κορεσμένος από μνησικακία απέναντι στην αλήθεια και τη ζωή, αποτελεί τέλεια έκφρασή της. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Rémi Brague, ο χριστιανισμός μισείται τόσο, χθες όπως και σήμερα, επειδή είμαστε χριστιανικής κληρονομιάς: όποιος μισεί τον εαυτό του, μισεί και εκείνο που τον χαρακτηρίζει βαθύτερα. Αυτό εξαρτάται, σύμφωνα με τον Brague, από την αυτοκαταστροφική διαλεκτική που φέρει μαζί του ο αθεϊσμός. Ο θάνατος του Θεού οδηγεί, ως συνέπεια, και στον θάνατο του ανθρώπου και των πολιτισμών, οι οποίοι αυτοκαταστρέφονται, ακόμη και μέσω των λόγων και των πράξεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκείνων που κρύβουν μέσα τους αυτό το πνευματικό δηλητήριο. Η οπτική του ιστορικού Emmanuel Todd δεν είναι πολύ διαφορετική: μιλά για μηδενισμό, νοούμενο ως θεοποίηση του κενού, που οδηγεί στην επιθυμία να σκοτώσουμε τα πράγματα, τους ανθρώπους και την ίδια την πραγματικότητα που δεν μας αρέσει· «το να λέμε ότι ένας άνδρας μπορεί να γίνει γυναίκα αποκαλύπτει μια επιθυμία καταστροφής της πραγματικότητας», δήλωσε.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΠΛΗΡΩΣ Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.]

Ακόμη και σήμερα, παρά την επισφαλή εργασία, την υπέρογκη φορολογία, τη διάβρωση των μισθών και των συντάξεων, οι δυτικές κοινωνίες παραμένουν εξαιρετικά εύπορες, αν συγκριθούν με εκείνες του παρελθόντος. Εύπορες επειδή είναι καπιταλιστικές, βιομηχανικές και εμπορικές. Αν αυτό σήμαινε μια αδιαμφισβήτητη βελτίωση των υλικών συνθηκών του Ευρωπαίου και δυτικού ανθρώπου, το τίμημα που καταβλήθηκε, από πνευματική άποψη, υπήρξε τεράστιο. Η διάχυτη ευημερία, και χάρη στο κοινωνικό κράτος των περασμένων δεκαετιών, συνέπεσε με μια πνευματική οπισθοδρόμηση των μαζών, που πρώτα οικονομικοποιήθηκαν μέχρι το μεδούλι και έπειτα ερωτικοποιήθηκαν μόνιμα. Όλα αυτά υπήρξαν αιτία και ταυτόχρονα συνέπεια της εκκοσμίκευσης. Το αποτέλεσμα είναι ο διάχυτος μηδενισμός και η άκριτη και άνευ όρων επιλογή να ακολουθούνται απεχθή και υποβαθμιστικά πρότυπα ζωής, τα οποία υποβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης και τις μόδες. Σήμερα είναι κοινή, μαζί με την απληστία του χρήματος και της κατανάλωσης, η ναρκισσιστική εμμονή για ένα «να είσαι καλά», νοούμενο ως ευεξία μόνο του σώματος —fitness, διατροφή, υγιεινισμός, αισθητική χειρουργική—, παραμελώντας εκείνη της ψυχής. «Γνώθι σαυτόν» και «μηδὲν ἄγαν» ήταν το δελφικό σύνθημα της απολλώνειας σοφίας, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που σήμερα νοείται ως ευεξία. Η σωκρατική «επιμέλεια της ψυχής» δεν βρίσκει σήμερα οπαδούς, παρά μόνο για να ακολουθούν τσαρλατάνους ή, ακόμη χειρότερα, επικίνδυνους αποκρυφιστές.

Τα υλικά αγαθά είναι αναγκαία για να ζει κανείς αξιοπρεπώς· μπορούν να χρησιμοποιούνται, δεν πρέπει να γίνεται κατάχρησή τους. Η χριστιανική θρησκεία δίδαξε πάντοτε, ήδη από το στόμα του ιδρυτή της, την περιφρόνηση του πλούτου. Λίγα χρήματα χρειάζονται σε όλους, μια στέγη κάτω από την οποία να ζει κανείς χρειάζεται σε όλους, το ψωμί που πρέπει να φέρει κανείς στο σπίτι χρειάζεται σε όλους, μερικά καλής κατασκευής ρούχα χρειάζονται σε όλους, αλλά τα υπόλοιπα είναι το περιττό, έστω κι αν ο καπιταλισμός συνωμοτεί κάθε μέρα για να δημιουργεί από το τίποτε νέες ανάγκες και νέες περιττές επιθυμίες, που πλασάρονται ως αναγκαίες. Η εμπορευματοποίηση του κόσμου δεν είναι συμβατή με την επιμέλεια της ψυχής. Δεν μπορούμε να κάνουμε τον πρακτικό υλισμό, και ακόμη λιγότερο τον ενστικτώδη ηδονισμό, ορίζοντα της ζωής μας, διότι είμαστε πρωτίστως όντα πνευματικά, νοητικά και επίσης κοινωνικά. Η εργασία είναι ασφαλώς αξία και καθήκον, αλλά πρέπει να αποβλέπει στην πραγμάτωσή μας ως ολοκληρωμένων όντων, όχι στην απληστία για χρήμα, εμπορεύματα, πολυτέλεια.

Ο φόβος της ασθένειας και η εμμονή με τον θάνατο —στην οποία αντιστοιχεί η απώθηση της σκέψης αυτής της αναπόφευκτης δυνατότητας— υπήρξαν η ίδια η τροφή της μιντιακής τρομοκρατίας που ξέσπασε μαζί με την επιδημία Covid του 2020-2022. Μια πραγματική επιδημία, που προκλήθηκε από τον ιό μιας βαριάς γρίπης και προκάλεσε πολλούς θανάτους, αλλά που τελικά παραμένει εκείνη μιας γρίπης, όχι του Ebola ή της βουβωνικής πανώλης. Άλλες επιδημίες γρίπης, όπως η ισπανική κατά τη διάρκεια και μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, υπήρξαν πολύ πιο θανατηφόρες ως προς τις ανθρώπινες ζωές· το να κλειστεί ο μισός κόσμος για δύο χρόνια υπήρξε δυσανάλογη αντίδραση, όπως και η επιβολή της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού. Αλλά όλα αυτά, ακόμη και περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα, θα ήταν απίθανα: είναι ο μηδενικός χριστιανισμός, δηλαδή η σχεδόν πλήρης εκκοσμίκευση του πληθυσμού, που εγγυήθηκε την επιτυχία της μιντιακής τρομοκρατίας, αξιοποιώντας τον γενικευμένο τρόμο του θανάτου μιας άθρησκης κοινωνίας.

Η αποϊεροποίηση έφερε τη «σεξουαλική ελευθερία», αλλά σε αντάλλαγμα αύξησε ισχυρά το άγχος του θανάτου, υποστηρίζει ο Sabino Acquaviva στο Eros, morte ed esperienza religiosa (1987). Κάθε βήμα προς την αποϊεροποίηση της ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης είναι ένα βήμα προς το πλήρως ελευθεριάζον και ενστικτοκρατικό πρότυπο, αλλά κάθε φορά το άγχος του θανάτου αυξάνει λίγο περισσότερο. Το μεγάλο ταμπού του θανάτου αντικατέστησε και υποκατέστησε τα σεξουαλικά ταμπού, εκτός από την αιμομιξία, προσθέτει ο Acquaviva: ο νέος συλλογικός πουριτανισμός είναι το άγχος του θανάτου. Ο σύγχρονος άνθρωπος, υποστηρίζει ο κοινωνιολόγος από το Veneto, δεν είναι πλέον σε θέση να έχει μια ισορροπημένη σχέση με την περατότητά του και επομένως με τον θάνατό του. Όχι ότι ο άνθρωπος του Μεσαίωνα, για παράδειγμα, ήταν ευτυχής να πεθάνει· κάθε άλλο· αλλά ήταν σε θέση να κρατά υπό έλεγχο το άγχος του θανάτου, διότι πίστευε στον Θεό και στην αιώνια ζωή. Η αυθεντική θρησκευτικότητα αμβλύνει το άγχος του θανάτου, το εξημερώνει, το καθιστά αποδεκτό· ο άνθρωπος χωρίς Θεό, αντιθέτως, μπορεί μόνο να το απωθήσει. Μπορεί να περιορίσει το θέαμα του θανάτου στα νοσοκομεία και στα γηροκομεία, μπορεί να προσποιηθεί ότι είναι αιώνιος. Αλλά όταν ο θάνατος επανεμφανίζεται, τότε να ο τρόμος. Για τον Acquaviva αυτό ήταν και το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν πλήρως τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα· απελευθέρωση που συνέβαλε στην κατάρρευση του θρησκευτικού αισθήματος —αλλά ίσως θα ήταν πιο σωστό να ειπωθεί ότι αυτή η «απελευθέρωση» του έδωσε μόνο το τελικό, σχεδόν οριστικό, χτύπημα, και ότι αυτή δεν θα ήταν δυνατή αν το θρησκευτικό αίσθημα δεν βρισκόταν ήδη σε κρίση. Γεγονός είναι ότι ο Acquaviva είχε δίκιο. Εφόσον, νιτσεϊκά, ο Θεός «πέθανε» —μόνο στη συνείδησή μας, προφανώς, διότι ο Αιώνιος δεν πεθαίνει—, έχουμε τον τρόμο να πεθάνουμε κι εμείς.

Πριν και μετά τον τρόμο για τον Covid, για τον θάνατο δεν γινόταν και δεν γίνεται πλέον λόγος. Οι άρρωστοι πεθαίνουν κρυμμένοι στα νοσοκομεία, και τα παιδιά απομακρύνονται από αυτό το απειλητικό θέαμα. Ακόμη και οι τάφοι μειώνονται εμφανώς στα κοιμητήρια. Η πρακτική της αποτέφρωσης —με διασπορά της τέφρας— κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος. Κάποτε ήταν φυσιολογικό οι πολύ νέοι να μένουν για πολλή ώρα στο προσκέφαλο ενός ετοιμοθάνατου, ενώ ήταν αδιανόητο οι ίδιοι πολύ νέοι να μπορούν να παρακολουθήσουν, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, μια πορνεία —πραγματική ή μιμημένη. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μας λέει ο Acquaviva: η πορνεία έγινε δημόσιο θέαμα, ενώ ο θάνατος κρύβεται στα νοσοκομεία, όπως και η ασθένεια που προηγείται. Το να κρύβει κανείς τον θάνατο σημαίνει ότι τον φοβάται τρομερά, διότι είναι ανίκανος να του δώσει νόημα.

Από την παρακμή μέσα στην οποία είμαστε πλήρως βυθισμένοι, ασφαλώς δεν θα μας σώσει η πολιτική, περιορισμένη πλέον σε μια προσποιητή και γελοία αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αριστερά ανοιχτά μηδενιστική και μια δεξιά που προσποιείται ότι αντιμάχεται τις τρέλες της, για να υποταχθεί με τον ίδιο τρόπο στην παγκόσμια εργοδοσία.

Η σημερινή αριστερά έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη φούξια σημαία του δικαιωματισμού, υποτασσόμενη στο υπερατλαντικό πρότυπο. Αντικατέστησε στην πράξη την ταξική πάλη —το κόκκινο— με τη δικαιωματιστική πάλη —το φούξια— υπέρ του φεμινισμού, του ομοφυλοφιλισμού, του μεταναστευτισμού, του αμβλωτισμού, του γεντερισμού, του μιγαδισμού, του παγκοσμισμού. Είναι ένα πρότυπο όπου στον πιο χαμηλό εγωικό ηδονισμό συνδέεται ο πιο αφηρημένος ανθρωπισμός. Κάποτε εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η σημερινή αριστερά πίνει εδώ και περίπου τριάντα χρόνια από τη δηλητηριασμένη πηγή του liberal αμερικανισμού των campus και των ανθρωπιστικών σχολών, που χρηματοδοτούνται από το μεγάλο κεφάλαιο με τα άστρα και τις ρίγες. Το πρότυπο της δικαιωματιστικής κοινωνίας συμπίπτει τέλεια με την ατομικιστικο-εξισωτική κοινωνία που προτείνουν ο George Soros και οι δισεκατομμυριούχοι της παγκοσμιοποίησης και της ανοιχτής κοινωνίας.

Η ανοιχτή κοινωνία είναι ένας πλουτοκρατικός πολιτισμός στη δύση του: παρά την τεράστια τεχνικο-οικονομική του ανάπτυξη, μόνο υλική —ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό—, είναι ένας πολιτισμός που πνέει την τελευταία του πνοή πνευματικά, πολιτιστικά, ακόμη και δημογραφικά. Αλλά πριν την εκπνεύσει θέλει να μολύνει ολόκληρο τον κόσμο με τον καταναλωτισμό, τον ριζικό ηδονισμό και ακριβώς τον δικαιωματισμό του οργιαστικο-εμπορικού του συστήματος. Με λίγα λόγια: προτείνει έναν καθολικό-ατομικισμό, με οικονομιστικό και ηδονιστικό υπόβαθρο, που αντιστοιχεί στον έσχατο βαθμό της Zivilisation και στην κορύφωση της Ανατροπής. Θέλει να μεταμορφωθεί, για να μη πεθάνει, σε μια παγκόσμια civilizzazione της οικουμένης: μόνο παγκοσμιοποιούμενη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, όπως μαρτυρούν και οι καταστροφικοί δημογραφικοί της δείκτες.[ALIEN]

Το πρόβλημα των δυτικών πολιτικών κοινωνιών είναι ότι η liberal-συντηρητική δεξιά —η οποία επιφανειακά αντιστέκεται σε αυτή την αριστερά— προσομοιώνει μια αντίθεση προς τις πιο φθαρμένες όψεις του δικαιωματιστικού προοδευτισμού, χωρίς να αμφισβητεί ούτε κατ’ ελάχιστον τις προϋποθέσεις του. Αλλά έπειτα, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, παραμένει πολιτιστικά υποτελής στην liberal ατζέντα της πολιτικής ορθότητας, αποδεχόμενη με μερικά χρόνια καθυστέρηση την ίδια γραμμή των αντιπάλων, αποδεικνύοντας έτσι μια πνευματική τύφλωση που, από ορισμένες απόψεις, δεν είναι κατώτερη από εκείνη της ίδιας της αριστεράς. Η δημοκρατική εναλλαγή γίνεται έτσι μια προσομοίωση, ένα παιχνίδι ρόλων. Ο Martin Heidegger, που δεν ήταν χριστιανός, δήλωνε ήδη το 1966: «Πλέον μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει». Ο χριστιανός γνωρίζει ότι πλέον μπορεί να τον σώσει μόνο ο Θεός που αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, και από τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος επέλεξε να απομακρυνθεί.

Κατά τα άλλα, δεν κατηγορούμε τον καπιταλισμό επειδή παράγει ανισότητες, αλλά επειδή ευνοεί την άνοδο «κατώτερων ανθρώπινων τύπων». Αυτό το ιδιοφυές απόφθεγμα του Κολομβιανού στοχαστή Nicolás Gómez Dávila, απολύτως αληθές, μας λέει πολλά για την ανθρωπολογική παρακμή των δυτικών κοινωνιών. Και κυρίως μας εξηγεί τέλεια δύο πράγματα: γιατί οι σημερινές ελίτ του «ελεύθερου κόσμου» καθοδηγούνται από μια ολιγαρχία που στοχεύει διαρκώς να υποβαθμίσει την εικόνα του ανθρώπινου, και έπειτα γιατί η ισχυρότερη από αυτές τις ανατρεπτικές ολιγαρχίες είναι εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Διάφοροι ενημερωτικοί ιστότοποι και κάποιες εφημερίδες έχουν εδώ και καιρό δημοσιεύσει καταλόγους, ίσως ελλιπείς, των μεγάλων καπιταλιστών —σχεδόν όλοι Αμερικανοί ή κάτοικοι των ΗΠΑ: από τον Soros έως τον Bezos, από τον Gates έως τον Buffett, από τον Bloomberg έως τον Singer, από τη Stryker έως τη Gill, περνώντας από το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Rockefeller—, οι οποίοι χρηματοδοτούν εδώ και πολλά χρόνια τις LGBT υποθέσεις με τεράστια κεφάλαια και μέσω ιδρυμάτων και ΜΚΟ. Πολλοί από αυτούς χρηματοδοτούν επίσης τις μεταναστευτικές ΜΚΟ, τις έγχρωμες επαναστάσεις και τις κλινικές αμβλώσεων: επομένως το μεγάλο αγγλο-ταλμουδικό κεφάλαιο —κυρίως αμερικανικό— είναι η θεμελιώδης βάση της κοινωνικής μηχανικής.

Αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε σημαντικές παρατηρήσεις. Ο καπιταλισμός, ιδίως εκεί όπου είναι πιο ακραίος και ασυγκράτητος, όπως στην Αμερική, επιτρέπει σε ανθρώπους ορισμένου τύπου να πλουτίζουν υπέρμετρα και να αποκτούν τεράστια εξουσία χωρίς να διαθέτουν ούτε τη σοφία ούτε την ισορροπία που είναι αναγκαίες: είναι ο «κατώτερος ανθρώπινος τύπος» για τον οποίο έγραφε ο Nicolás Gómez Dávila. Οι States είναι μια πλουτοκρατική ολιγαρχία, πολύ περισσότερο παρά μια δημοκρατία, ολιγαρχία που έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, μέσω των μέσων ενημέρωσης και της πολιτιστικής βιομηχανίας του παγκόσμιου χωριού, με τρόπο τόσο διεισδυτικό και βαθύ ώστε κανένα κομμουνιστικό ή ισλαμιστικό καθεστώς δεν θα μπορέσει ποτέ να το πραγματοποιήσει. Κατά τα άλλα, ποιος μπορεί να αφαιρέσει την εξουσία από αυτά τα τέρατα της πλουτοκρατίας; Κανένας άνθρωπος. Στο ατσάλινο κλουβί του καπιταλιστικού κέρδους, το οποίο ο Max Weber έβλεπε ως την οριστική φυλακή του σύγχρονου ανθρώπου, έχει εισέλθει...

Αυτή η πλουτοκρατική ολιγαρχία έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη συγχώνευση με τη σκέψη του ’68, με τον πανσεξουαλιστικό ενστικτοκρατισμό, με το «απαγορεύεται το απαγορεύειν», το «να απολαμβάνεις χωρίς εμπόδια», τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, τον καλόψυχο και μιγαδιστικό μεταναστευτισμό, την άρνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, σύμφωνα με το σχέδιο εκείνης της εξισωτικής ισοπέδωσης και εκείνου του ατομιστικού ατομισμού που είναι τόσο τυπικά της νοοτροπίας του εμπόρου, ιδίως όταν γίνεται ιδεολόγος. Η πλουτοκρατική ελίτ έγινε λοιπόν πορνοκρατική και ο Μαμωνάς έχει πλέον ενωθεί με τα Σόδομα· είναι το οργιαστικο-εμπορικό σύστημα. Ούτε μία λέξη του Ευαγγελίου δεν είναι γραμμένη τυχαία, ούτε ένα γιώτα. Εκείνος είπε: «Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους: ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προτιμήσει τον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλο· δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Μαμωνά» (Μτ 6,24). Δηλαδή, τον δαίμονα του πλούτου. Δεν μίλησε για αδιαφορία ή ξενότητα, αλλά για μίσος και περιφρόνηση. Η αρχική αδιαφορία προς τον Θεό, τροφοδοτούμενη από την απληστία, αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε περιφρόνηση και μίσος: γι’ αυτό οι πλουτοκράτες μισούν την Υπέρβαση. Και αυτό το μίσος είναι η προϋπόθεση για το επόμενο βήμα, για τον θρίαμβο του απόλυτου δυτικού υλισμού: το πέρασμα, με όλες τις έννοιες έσχατο, στη λατρεία «εκείνου του θεού που είναι το αντίθετο του Θεού» (Bataille), στη λατρεία εκείνου που πρέπει να έρθει, εν απουσία katechon, ανασχετικής δύναμης, όπως προβλέφθηκε, έστω και όχι πάντοτε με γραμμικό τρόπο, από τον Plinio Corrêa de Oliveira.

Το τελευταίο στάδιο της ανοιχτής κοινωνίας θα είναι το πέρασμα από το βασίλειο του χρήματος στο καταχθόνιο βασίλειο, από την πρωτοκαθεδρία του έχειν σε εκείνη της ανεστραμμένης πνευματικότητας, από τον φετιχισμό του εμπορεύματος στο ανεστραμμένο ιερό, από τον καταναλωτισμό στον σατανισμό· πέρασμα που δεν θα βλάψει ποτέ πραγματικά τις αναγκαίες υλιστικές του προϋποθέσεις, αφού πρόκειται για μια εντελώς ψευδή και παραχαραγμένη πνευματικότητα. Πλέον είμαστε σχεδόν εκεί· υπάρχει ακόμη και η υποστήριξη του Βατικανού της Pachamama. Είναι ζήτημα δεκαετιών, ή ίσως μόνο ετών. Έστω κι αν ο θρίαμβος εκείνου που είναι πονηρό θα είναι μόνο εφήμερος και φευγαλέος.

Motus in fine velocior. Η κίνηση είναι ταχύτερη προς το τέλος.

Sed non praevalebunt. Αλλά δεν θα υπερισχύσουν.