Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Οι ανοησίες του Μοντανάρι δεν τελειώνουν ποτέ

Adriano Segatori - 10/07/2026

Οι ανοησίες του Μοντανάρι δεν τελειώνουν ποτέ

Πηγή: Ηλεκτροπεριοδικό

Για επαγγελματική απόλαυση, παρακολουθώ βίντεο με πολλούς επιδειξιομανείς ψευδοκουλτούρας και ψευδοπληροφορίας, οι οποίοι επιδεικνύουν τις προκαταλήψεις και τις εμμονές τους, καλυμμένες με σχολαστικότητα.

Ένας από αυτούς είναι ο αξιοσέβαστος Τομάσο Μοντανάρι, του οποίου η ανοησία, γεμάτη επιφανειακότητα, γεμάτη ματαιοδοξία και συχνά πικραμένη από κακία —το μίσος είναι ένα συναίσθημα τόσο ευγενές όσο η αγάπη— είναι σαν το «Rotoloni Regina» στη διαφήμιση της μούμιας, ατελείωτο
.

Μία από τις τελευταίες μου αναλύσεις αφορά μια ομιλία που δόθηκε στο Πανεπιστήμιο της Πάρμας με θέμα «Τέχνη ή Φύση», ένα μάθημα για το πώς ο πλούτος του τοπίου θα πρέπει να θεωρείται πραγματική κληρονομιά που ορίζει την Ιταλία και συνιστά την υπέροχη ομορφιά της από καλλιτεχνική άποψη Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να παραπονεθώ, εκτός από το ότι ένα ρίγος διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη όταν η συζήτηση επιστρέφει στο Άρθρο 9, παράγραφος 2, σε μια ακόμη αναφορά στο Σύνταγμα, το οποίο μιλά για την προστασία της καλλιτεχνικής κληρονομιάς και του τοπίου, με μια κλινικά εμμονική προσθήκη: «όχι αίμα, ή καταγωγή, ή γλώσσα, ή ηθική, ή πίστη» – όπως το οραματίστηκε το χυδαίο φασιστικό καθεστώς – αλλά «ιστορία και πολιτισμός».

Πέρα από το γεγονός ότι ο ξεκαρδιστικός Πρύτανης προβάλλει μια αμφισβητήσιμη εκτίμηση όπως «δεν υπάρχει αποδεκτή χρήση της ταυτότητας», σύμφωνα με έναν άγνωστο Άγγλο κοινωνιολόγο, αρνούμενος προφανώς την ύπαρξη αμέτρητων άλλων έγκυρων κοινωνιολόγων που λένε ακριβώς το αντίθετο, και προσθέτει μια δεύτερη αμφισβητήσιμη εκτίμηση ότι «το έθνος σήμερα έχει τραγικά επιστρέψει στη μόδα» (;), θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζουμε από πού, κατά τη γνώμη του, προέρχονται τα θεμέλια της «ιστορίας και του πολιτισμού», όροι που ο ίδιος επικαλείται. Σε τέτοιο βαθμό που, ενώ σαφώς λαχταρά την ιταλική μοναδικότητα αυτής της συνταγματικής προσέγγισης στο τοπίο των ταυτοτήτων, παραδέχεται ότι άλλα συντάγματα - της «Γαλλίας, της Ιρλανδίας, της Αυστρίας, της Ισπανίας» - βασίζονται σε «γλώσσα, σημαία, ύμνο, σύνθημα, οικόσημα, πρωτεύοντα εδάφη».

Τα θεμέλια ενός έθνους που αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο, και ενός κράτους με ταυτότητα και κυριαρχία, προφανώς θεμελιώνονται από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, σίγουρα όχι από αυτή τη χερσόνησό μας, ούτε καν από την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας στον οποίο, για να είναι πιστός στον εαυτό του, αφιερώνει ένα σεβαστό χαιρετισμό, «Είθε ο Θεός να τον φυλάει» – ακόμα κι αν μου φαίνεται ότι είναι ήδη κάτι παραπάνω από καλά διατηρημένος.

Σε αυτή την αφήγηση του Tomaso Montanari, όπου οι παρεκβάσεις είναι τόσες πολλές που αν ήταν ένα από τα δοκίμιά μου για το δημοτικό, ο δάσκαλος Miraglia θα το είχε σημειώσει με κόκκινο μολύβι και τη φράση «εκτός θέματος», μεταβαίνουμε από τη λίστα των ξένων καλλιτεχνών που θα είχαν ορίσει οι ίδιοι την ταυτότητα της Ιταλίας «περισσότερο από τον Garibaldi και τον Mazzini» στην Ιταλία ως «παλίμψηστο ελλείψει ενιαίας ταυτότητας» (?), από την «εφεύρεση της Ενοποίησης της Ιταλίας το 1861» στην Ματαρελιανή αναδιατύπωση της ωδής «Μάρτιος 1821» του Alessandro Manzoni «Ένα από τα όπλα, τη γλώσσα, το βωμό, τις αναμνήσεις, το αίμα και την καρδιά», από τους «Αδελφούς της Ιταλίας» στους φυλετικούς νόμους, περνώντας προφανώς από τον Almirante αλλά ξεχνώντας τον Giorgio Bocca, ο οποίος στην καθημερινή εφημερίδα του Cuneo «La Provincia Granda» έγραψε στις 4 Αυγούστου 1942: «Αυτό το μίσος των Εβραίων κατά του φασισμού είναι η αιτία του τρέχοντος πολέμου... Ποιος Άριος, φασίστας ή μη φασίστας, μπορεί να χαμογελάσει στην ιδέα... να είναι σκλάβος των Εβραίων;» – αλλά λυτρώθηκε εντασσόμενος στο κομματικό κίνημα «Δικαιοσύνη και Ελευθερία», επιβεβαιώνοντας την πληθώρα των αποστατών και των φυγάδων στον αντιφασιστικό καριερισμό.

Έτσι, ανάμεσα σε μια πιρουέτα και έναν ακροβατισμό, ο άνθρωπός μας θίγει διάφορα θέματα όπως «τις σοβαρές συνέπειες της αναγεννησιακής ρητορικής» (;), την ντροπή ακόμη και της σκέψης μιας εθνικής υποκατάστασης, την ηθική δέσμευση για ένταξη, την αποκήρυξη της μετάβασης μεταξύ «Risorgimento, Φασισμού και νεοφασισμού», την άρνηση – αυτή ναι, αποδεκτή, κατά τον ίδιο – μιας εξαιρετικά ιταλικής τέχνης, πάντα με την προοπτική της ηττοπάθειας απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι μικτό φυλετικά και την εκκαθάριση κάθε υπολειμματικής ταυτότητας.

Είναι κωμικό όταν το ίδιο, παραθέτοντας τον Γερμανό ιστορικό τέχνης Χέρμαν Γκριμ, παραδέχεται ότι «στον σύγχρονο συστημικό μετασχηματισμό, η ξαφνική στροφή προς το τερατώδες είναι τρομακτική», όλα φταίξιμο του εμπορικού καπιταλισμού, ο οποίος έχει επίσης μολύνει τον τομέα της τέχνης. Συμφωνώ με αυτήν την παρατήρηση, αλλά δεν την λέει κάποιος που αρνείται όλες τις μορφές παράδοσης και στυλ. Υπό αυτή την έννοια, ο μεγάλος Λουί-Φερδινάν Σελίν είναι κατηγορηματικός όταν, στο «La Belle Rogne», την αντικρούει με έντονα και διεισδυτικά λόγια: «Η τέχνη δεν γνωρίζει πατρίδα! Τι ανοησία! Τι ψέμα! Τι αίρεση! Η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά Φυλή και Πατρίδα. Εδώ είναι ο βράχος πάνω στον οποίο πρέπει να χτιστεί κανείς! Βράχος και σύννεφα, στην πραγματικότητα, ένα τοπίο της ψυχής»
.

Το πιο σοβαρό πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι οι χειραγωγοί, οι παραποιητές, οι διακινητές και οι μεσολαβητές καταλαμβάνουν θέσεις στους τομείς της πληροφόρησης, του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, με πολιτισμικές και ψυχολογικές συνέπειες για τους νέους, και σε αυτή την περίπτωση ο προαναφερθείς μεγάλος συγγραφέας του εικοστού αιώνα μας βοηθά χάρη σε μερικούς εκθαμβωτικούς στίχους στο «Bagatelle per un massacro» όπου φωτογραφίζει την λεγόμενη εκπαιδευτική πραγματικότητα με κατηγορηματικά λόγια φωτιάς: «Θα παραμείνουν άναυδοι, μαγεμένοι, υποστηριγμένοι, σοβαροί σχολαστικοί μέχρι τις άκρες των μαλλιών τους, πεπεισμένοι, εξυψωμένοι από την ανωτερότητα, φλυαρώντας το λατινικό και λασπωμένο, πρησμένο από ελληνορωμαϊκό κενό τους, αυτής της γελοίας «ανθρωπότητας», αυτής της ψεύτικης ταπεινότητας, αυτής της εντυπωσιακής ελεύθερης σκουπιδιών, της ξιπασμένης διαστρέβλωσης τύπων, του ηλίθιου τυμπανιστή αξιωμάτων, χειραγωγημένοι, κραδασμένοι από εποχή σε εποχή, για την βλακεία των νέων, από την χειρότερη κλίκα παρασιτική, φρασεολόγο, πονηρή, εδραιωμένη, πολιτική, θεωρητική, κερδοσκοπική, ανεξίτηλη, πανούργη, ανίκανη, ευνουχοειδής, καταστροφική για την Σύμπαν: το ηλίθιο διδακτικό Σώμα».

Και ήταν το 1937. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν αυτός ο Γάλλος οραματιστής για τη σύγχρονη εποχή, από μια άλλη, ξεχωριστή πραγματικότητα.

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης β

Συνέχεια από Πέμπτη 2. Ιουλίου 2026

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης β

Etica & Politica / Ethics & Politics, X, 2008, 1, pp. 12-27


Giovanni Catapano
Τμήμα Φιλοσοφίας
Πανεπιστήμιο της Πάντοβας
giovanni.catapano@unipd.it


3

Πριν εξετάσουμε την πραγμάτευση της αυγουστίνειας φιλοσοφίας της βούλησης στη Ζωή του νου, είναι καλό να παρατηρήσουμε τη συγγένεια της ερμηνείας του Παύλου που δίνει η Arendt με εκείνη που εξέθεσε ο Jonas στην αρχική του μονογραφία.

Πράγματι, η Arendt παραθέτει το βιβλίο του φίλου της ακριβώς στην παράγραφο για τον Παύλο, και συγκεκριμένα προς υποστήριξη της ακόλουθης διατύπωσης, η οποία αναφέρεται στη διαφορά ανάμεσα στην κριτική του φαρισαϊσμού από τον Ιησού και στην παύλεια κριτική: «Το πρόβλημα είναι ότι οποιοδήποτε καλό κι αν κάνει κανείς, από το ίδιο το γεγονός ότι εμφανίζεται, στους άλλους ή στον εαυτό του, είναι προορισμένο να αμφιβάλλει για τον εαυτό του».²¹

Ο Ιησούς είχε απλώς θελήσει να καλέσει τον τηρητή του Νόμου σε μια ειλικρινή αφοσίωση, απέναντι στον κίνδυνο της υποκρισίας· αλλά στην προοπτική του Παύλου, σύμφωνα με την οποία από τον ειλικρινή χαρακτήρα της πρόθεσης εξαρτάται ούτε λίγο ούτε πολύ η προσωπική σωτηρία, η μέριμνα γι’ αυτόν γίνεται πρακτικά αναπόφευκτη, και η φαρισαϊκή στάση μεταφέρεται από την εξωτερικότητα στην εσωτερικότητα: «Έτσι, όταν φτάνουμε στον Παύλο, κάθε έμφαση μετατοπίζεται από το πράττειν στο πιστεύειν, από τον εξωτερικό άνθρωπο που ζει σε έναν κόσμο φαινομένων […] σε μια εσωτερικότητα η οποία εξ ορισμού δεν εκδηλώνεται ποτέ με τρόπο μη αμφίσημο και μπορεί να ερευνηθεί μόνο από έναν Θεό που και ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ με τρόπο μη αμφίσημο».²²

Αυτή η δυναμική, η οποία οδηγεί τον πιστό να αναρωτιέται διαρκώς για την αγαθότητα των δικών του προθέσεων, απλώς σκιαγραφείται από την Arendt, αλλά περιγράφεται εκτενώς από τον Jonas· γι’ αυτό οι αναλύσεις του αποτελούν ένα απαραίτητο υπόβαθρο αυτών των σελίδων της Ζωής του νου.

Στο ήδη αναφερθέν Παράρτημα III της δεύτερης έκδοσης του "Αυγουστίνος και το Παύλειο πρόβλημα της ελευθερίας", ο Jonas ερμηνεύει την περίφημη περικοπή της Προς Ρωμαίους, 7,7–25, ως έκφραση «αληθειών όχι τυχαίων αλλά αναγκαίων»,²³ δηλαδή αληθειών που αναφέρονται όχι, ή όχι μόνο, σε ένα άτομο —τον ίδιο τον Παύλο— ή σε έναν λαό —τον Ισραήλ—, ή στην ανθρωπότητα σε μια καθορισμένη φάση της ιστορίας της ή σε έναν ψυχολογικό τύπο, αλλά στον άνθρωπο ως τέτοιο. Η πρόταση του Jonas δεν θέλει να είναι μια εξηγητική πρόταση, που αποβλέπει στο να καθορίσει την ιδιαίτερη πρόθεση του συγγραφέα του χωρίου, αλλά μια «υπαρξιακή ανάλυση», που τείνει να φωτίσει μια ιδιαίτερη πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτή η μεθοδολογία, ας ειπωθεί παρεμπιπτόντως, έχει κάποια συνάφεια με την προσέγγιση των παύλειων κειμένων που ανέπτυξε ο Heidegger στα πρώτα μαθήματα του Freiburg και με το πρόγραμμά του μιας «ερμηνευτικής της γεγονότητας».²⁴

Η ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου είναι, σύμφωνα με τον Jonas, η αναστοχαστικότητά του: ο άνθρωπος όχι μόνο σκέπτεται και θέλει, αλλά σκέπτεται ότι σκέπτεται —cogito me cogitare— και θέλει να θέλει —volo me velle. «Αυτός ο απολύτως τυπικός χαρακτήρας της συνείδησης γενικά ως αυτοσυνείδησης, η συστατική αναστοχαστικότητά της, περιέχει ήδη μέσα της την προϋπόθεση τόσο για τη δυνατότητα της ανθρώπινης ελευθερίας όσο και για τον αναγκαίο και αντίστοιχο εγκλεισμό της ελευθερίας στον ίδιο της τον εαυτό».²⁵

Η αναστοχαστικότητα θεμελιώνει τη δυνατότητα της ελευθερίας, διότι θέτει μια διάκριση ανάμεσα στο εγώ και στο μη-εγώ: η αντικειμενοποίηση του κόσμου επιτρέπει την απόσυρση του υποκειμένου στον ίδιο του τον εαυτό και την αποστασιοποίησή του από τον κόσμο μέσα σε έναν αυτόνομο χώρο. Η αναστοχαστικότητα, όμως, καθορίζει επίσης τον εγκλεισμό της βούλησης, διότι καταλήγει να ασκεί μια διαδικασία αντικειμενοποίησης και επομένως αλλοτρίωσης ακόμη και απέναντι στο ίδιο το υποκείμενο και στις επιλογές του.

Το volo me velle, στο οποίο εκφράζεται η ελευθερία ως ανεξαρτησία από την πίεση των ορέξεων —πράγματι δεν μπορώ να πω appeto me appetere: η voluntas είναι κάτι άλλο από την appetitus—, αντιστρέφεται στο cogito me velle, στο οποίο εγώ γίνομαι θεατής και κριτής των βουλήσεών μου και επομένως παίρνω απόσταση από τις ελεύθερες επιλογές μου. Η αναστοχαστικότητα, η οποία με συγκροτεί ως ελεύθερο και επομένως ως ηθικό υποκείμενο, είναι επίσης εκείνο που με αποσυνδέει από την ελευθερία μου, διότι, θέτοντάς με απέναντι στις ίδιες μου τις πράξεις, με εμποδίζει να ταυτιστώ πλήρως με αυτές.

Αυτή η «διαλεκτική της ελευθερίας»²⁶ είναι, σύμφωνα με τον Jonas, το βαθύ ανθρωπολογικό περιεχόμενο της κατάστασης που περιγράφει ο Παύλος στο Ρωμ. 7 και προηγείται κάθε διάκρισης ανάμεσα σε αυτόνομη και ετερόνομη ηθική. Η αντινομία της ηθικότητας που αναδύεται από την παύλεια εμπειρία θα παραγόταν πράγματι εξίσου ακόμη κι αν στη θέση του θείου Νόμου βρισκόταν η καντιανή αυτονομοθέτηση του λόγου, διότι και στις δύο περιπτώσεις η απόλυτη καθαρότητα της πρόθεσης εμποδίζεται από την ίδια την πράξη με την οποία τίθεται ως στόχος προς επιδίωξη.

Είτε αναμένει κανείς μια εξωτερική ανταμοιβή από τον θείο νομοθέτη είτε την εσωτερική διαβεβαίωση της ίδιας του της συνείδησης, εισάγεται πάντως ένας δεύτερος σκοπός σε σχέση με τον καθαρό και απλό σκοπό της πράξης. «Για να το πούμε με τον συντομότερο τρόπο, αυτό σημαίνει ότι, στην κατάσταση της ανθρώπινης αμφισημίας, η προσπάθεια αγιασμού της βούλησης καταδικάζει τον εαυτό της να γίνει μια ασεβής βούληση».²⁷

Όταν ο Παύλος δηλώνει ότι ο ίδιος ο Νόμος προκαλεί την αμαρτία,²⁸ εκφράζει, με τους όρους του homo religiosus, τη σύγκρουση που είναι εγγενής στην ηθικότητα: αυτή απαιτεί τον αυστηρό έλεγχο των ίδιων των προθέσεων, αλλά με αυτόν τον τρόπο καθιστά αναπόφευκτη εκείνη την αυτο-αντικειμενοποίηση μέσα στην οποία η ελευθερία καταλήγει να προδίδει τον εαυτό της. Η αυτοεξέταση της συνείδησης, επιπλέον, συνεπάγεται μια στάση διαρκούς δυσπιστίας απέναντι στον εαυτό και ακόμη και απέναντι στην ίδια την άσκηση αυτής της δυσπιστίας, στο μέτρο που αυτή αυτάρεσκα ευαρεστείται με τον εαυτό της.

Με βάση αυτή την ανάλυση του Jonas, γίνεται λοιπόν κατανοητή η φράση της Arendt που παρατέθηκε παραπάνω: «Το πρόβλημα είναι ότι οποιοδήποτε καλό κι αν κάνει κανείς, από το ίδιο το γεγονός ότι εμφανίζεται, στους άλλους ή στον εαυτό του, είναι προορισμένο να αμφιβάλλει για τον εαυτό του».²⁹ Η κρίση της Arendt για τη σχέση ανάμεσα στον Ιησού και τον Παύλο τοποθετείται στην ίδια γραμμή με εκείνη του Jonas: ήδη για τον τελευταίο, «ο Ιησούς είχε θελήσει να πλήξει με την κριτική του στον “φαρισαϊσμό” την κακή ευσέβεια απέναντι στον νόμο· η κριτική του Παύλου αγγίζει κάθε τήρηση του νόμου. Εκείνη νοούνταν ως μομφή, αυτή ως ομολογία. Εκείνη ασκεί από έξω μια αυστηρή κριτική μιας ψευδούς αλλά διορθώσιμης στάσης· αυτή περιγράφει από μέσα μια αυθεντική και αναπόφευκτη εμπειρία».³⁰
Στην ερμηνεία του Παύλου και της σχέσης του με τη διδασκαλία του Ιησού, η Arendt δείχνει επομένως ότι οφείλει πολλά στον Jonas· αντίθετα, υιοθετεί μια διαφορετική και πρωτότυπη θέση ως προς τις σχέσεις της παύλειας εμπειρίας με τον σύγχρονό της στωικισμό αφενός και με τη σκέψη του Αυγουστίνου αφετέρου.

4

Όσον αφορά την αξιολόγηση της στωικής στάσης, θα αρκέσουν εδώ μερικές νύξεις. Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του για το παύλειο Freiheitsproblem, ο Jonas όχι μόνο συγκρίνει την προβληματική της ελευθερίας στον στωικισμό και στον χριστιανισμό, αλλά κατασκευάζει ένα είδος λογικού δεσμού ανάμεσα στις αντίστοιχες έννοιές τους περί ελευθερίας.
Για τον ύστερο ελληνικό στωικισμό, η ελευθερία είναι συνώνυμη της ανεξαρτησίας και της αυτάρκειας, και η σφαίρα της autarcheia συμπίπτει ακριβώς με εκείνη της εσωτερικότητας: όσα δεν εξαρτώνται από εμάς είναι τα γεγονότα και τα πράγματα του κόσμου, ενώ η νοητική μας ζωή εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Οι απειλές κατά της ελευθερίας έρχονται από έξω, από τη φύση, και όχι από μέσα, από εμάς τους ίδιους. Η ελευθερία, επομένως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να είναι κανείς εγκαταλελειμμένος στον εαυτό του, δηλαδή ο αυτοπεριορισμός στον εαυτό.


Για τον χριστιανισμό, αντίθετα, ο κίνδυνος για την ελευθερία δεν προέρχεται από το εξωτερικό αλλά από το εσωτερικό, από την ελευθερία που αφήνεται στον εαυτό της, προορισμένη, όπως είδαμε, για τη διχόνοια και την αποτυχία. Για τους χριστιανούς τα προβλήματα αρχίζουν εκεί όπου για τους στωικούς τελείωναν· ακριβώς γι’ αυτό όμως, στο ιδεατό επίπεδο, η χριστιανική έννοια της ελευθερίας προϋποθέτει τη στωική: «Σε αυτή την αντίθεση, η στωική ιδέα της ελευθερίας αντιπροσωπεύει ένα αρχικό επίπεδο στην ανάπτυξη της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας, επίπεδο που αναγκαστικά έπρεπε να προηγηθεί».³¹

Για την Arendt, όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμη κι αν δεν ασκεί κριτική στη θέση του Jonas, η ανάγνωσή της του στωικισμού είναι σαφώς πιο σύνθετη. Πρώτα απ’ όλα, ο συγγραφέας που λαμβάνει υπόψη της είναι ο Επίκτητος· και επομένως, για χρονολογικούς λόγους, η πραγμάτευσή της του στωικισμού ακολουθεί, αντί να προηγείται, εκείνη του Παύλου. Δεύτερον, η διαφορά ανάμεσα στον Παύλο και τον Επίκτητο, κατά την κρίση της, βρίσκεται κυρίως στο διαφορετικό ύφος σκέψης: ο φιλόσοφος επιχειρηματολογεί, ο άγιος όχι.

Τρίτον —και αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο—, η ιδέα του Επικτήτου περί παντοδυναμίας της βούλησης, αν και προφανώς αντίθετη προς την παύλεια ιδέα της αδυναμίας της, συνεπάγεται και αυτή την αναγκαιότητα της εσωτερικής σύγκρουσης: ακριβώς επειδή η βούληση μπορεί να εμποδιστεί μόνο από τον ίδιο της τον εαυτό, και όχι από εξωτερικές αιτίες, όλος ο αγώνας της στρέφεται διαρκώς εναντίον του εαυτού της, εναντίον της δύναμής της να διαφωνεί, και επομένως να αφήνεται να ταράζεται από τα εξωτερικά συμβάντα.

«Το εγώ του φιλοσόφου, κυβερνώμενο από το εγώ που θέλει, το οποίο του λέει ότι τίποτε δεν μπορεί να το εμποδίσει ή να το εξαναγκάσει εκτός από την ίδια τη βούληση, είναι εμπλεγμένο σε έναν ατελείωτο αγώνα με την αντι-βούληση, η οποία γεννάται ακριβώς από την ίδια του τη βούληση. Το τίμημα που πληρώνεται για την παντοδυναμία της Βούλησης είναι πάρα πολύ υψηλό»,³² δηλαδή είναι η διχόνοια με τον εαυτό, η οποία γίνεται δραματική ακριβώς στον άνθρωπο που προσπαθεί να είναι σοφός λέγοντας ναι στη ζωή, αφού αυτή η προσπάθεια κατευθύνεται εναντίον του όχι που ο ίδιος μπορεί να πει.

Η στάση του Επικτήτου δεν είναι λοιπόν μια αφελής εξύμνηση της δύναμης της βούλησης, η οποία κρατά «το βλέμμα μακριά από κάθε κρυμμένο βάθος, από κάθε αβυσσαλεότητα του εαυτού», όπως είχε γράψει ο Jonas.³

Σημειώσεις:

21 Ό.π., σ. 382· στο αγγλικό πρωτότυπο: «The trouble is that whatever good you do, by the very fact of its appearing either to others or to yourself becomes subject to self-doubt».
22 Ό.π., σ. 383.
23 H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 129.
24 Τα χαϊντεγγεριανά μαθήματα είχαν ωστόσο ως αντικείμενο άλλα παύλεια κείμενα, δηλαδή την Προς Γαλάτας Επιστολή και τις Προς Θεσσαλονικείς Επιστολές: πρβλ. M. Heidegger, Fenomenologia, ιταλ. μτφρ. ό.π., σσ. 103-203.
25 Ό.π., σ. 131.
26 Δανείζομαι την έκφραση από την ωραία μελέτη του E. Peroli, Hans Jonas. Dialettica della libertà, στο Alici-Piccolomini-Pieretti, επιμ., Esistenza e libertà, ό.π., σσ. 147-174· ανατύπ. στο E. Peroli, Dio, uomo e mondo. La tradizione etico-metafisica del Platonismo, Vita e Pensiero, Milano 2003, σσ. 477-505.
27 Ό.π., σ. 137.
28 Για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, παραθέτω το παύλειο χωρίο στην ιταλική μετάφραση της εκδοχής που έκανε ο Jonas: «(7) Τι θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Ασφαλώς όχι! Όμως εγώ δεν γνώρισα την αμαρτία παρά μόνο μέσω του νόμου, ούτε θα είχα γνωρίσει την επιθυμία, αν ο νόμος δεν είχε πει: “Μη επιθυμήσεις”. (8) Λαμβάνοντας λοιπόν αφορμή από αυτή την εντολή, η αμαρτία εξαπέλυσε μέσα μου κάθε είδους επιθυμίες. Διότι χωρίς τον νόμο η αμαρτία ήταν νεκρή, και (9) εγώ κάποτε ζούσα χωρίς τον νόμο. Αλλά, όταν ήλθε εκείνη η εντολή, η αμαρτία πήρε ζωή και (10) εγώ πέθανα. Αποδείχθηκε ότι ο νόμος, που μου είχε δοθεί για τη ζωή, έγινε για μένα αιτία θανάτου. (11) Διότι η αμαρτία, παίρνοντας αφορμή από την εντολή, με εξαπάτησε και μέσω αυτής ακριβώς της εντολής μού έδωσε τον θάνατο. (12) Ωστόσο ο νόμος είναι άγιος, και η εντολή είναι άγια και δίκαιη και αγαθή. (13) Αυτό λοιπόν που είναι αγαθό έγινε θάνατος για μένα; Καθόλου! Αντίθετα, η αμαρτία· αυτή, για να φανερωθεί ως αμαρτία, μου έδωσε τον θάνατο χρησιμοποιώντας εκείνο που είναι αγαθό, ώστε η αμαρτία να φανεί υπερβολικά αμαρτωλή μέσω της εντολής. (14) Γνωρίζουμε πράγματι ότι ο νόμος είναι πνευματικός, ενώ εγώ είμαι σαρκικός, πουλημένος ως δούλος στην αμαρτία. (15) Διότι δεν γνωρίζω τι κάνω: επειδή δεν κάνω αυτό που θέλω, αλλά αυτό που μισώ. (16) Τώρα, αν κάνω εκείνο που δεν θέλω, συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός· (17) επομένως δεν είμαι πια εγώ που το κάνω, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. (18) Διότι γνωρίζω ότι μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, δεν κατοικεί το αγαθό· υπάρχει μέσα μου η βούληση του αγαθού, αλλά όχι η ικανότητα να το πραγματοποιήσω. (19) Πράγματι δεν πράττω το αγαθό που θέλω, αλλά το κακό που δεν θέλω. […] (21) Βρίσκω λοιπόν μέσα μου, όταν θέλω να κάνω το αγαθό, αυτόν τον νόμο: ότι το κακό είναι δίπλα μου. (22) Διότι κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο ευφραίνομαι με τον νόμο του Θεού, (23) αλλά στα μέλη μου βλέπω έναν άλλο νόμο, που πολεμά εναντίον του νόμου του πνεύματός μου και με καθιστά δούλο του νόμου της αμαρτίας […]. (24) Είμαι δυστυχής! Ποιος θα με ελευθερώσει από αυτό το σώμα που είναι προορισμένο για θάνατο; (25) Ας αποδοθούν λοιπόν ευχαριστίες στον Θεό μέσω του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας! Εγώ λοιπόν με το πνεύμα υπηρετώ τον νόμο του Θεού, με τη σάρκα όμως τον νόμο της αμαρτίας»· Ρωμ. 7,7-25 στο H. Jonas, Agostino, ό.π., σ. 58· ο στίχος 20 και το τελευταίο μέρος του στίχου 23 παραλείπονται από τον ίδιο τον Jonas, πιθανότατα επειδή θεωρούνται επαναλήψεις.
29 Βλ. παραπάνω, σημ. 21.
30 H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 142.
31 Ό.π., σ. 44.
32 H. Arendt, La vita della mente, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 400.
33 Πρβλ. H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 38.

Ο πνευματικός πόλεμος της Δύσης εναντίον της Ορθοδοξίας

Stefano Vernole - 10/07/2026

Ο πνευματικός πόλεμος της Δύσης εναντίον της Ορθοδοξίας


Πηγή: CeSEM - Κέντρο Μεσογείων Ευρασιατικών Σπουδών

Υπό τον συντονισμό της Olimpia Fronzoni, διευθύντριας του εκδοτικού οίκου Theosis, πραγματοποιήθηκε στο Ρίμινι το Σάββατο 4 Ιουλίου ένα σημαντικό συνέδριο, που διοργανώθηκε από το CeSEM και τον Σύνδεσμο Emilia-Romagna Russia. Στο συνέδριο, με τίτλο «Γεωπολιτική και Χριστιανισμός: Ο πνευματικός πόλεμος της Δύσης κατά της Ορθοδοξίας», συμμετείχαν πολυάριθμοι διακεκριμένοι ομιλητές, τόσο αυτοπροσώπως όσο και εξ αποστάσεως.

Ο Πατέρας Marian Selvini, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Γένοβας, τόνισε ότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο ζήτημα: η κοσμοθεωρία που προωθεί η Δύση επιδιώκει να μεταμορφώσει ακόμη και τις Εκκλησίες σύμφωνα με τη δική της ατομικιστική ιδεολογία, στην οποία η θρησκεία προσαρμόζεται στις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου. Αντίθετα, η Ορθοδοξία διατηρεί την Πίστη, μέσω της οποίας ο άνθρωπος θεώνεται σύμφωνα με τη Χάρη του Θεού. Επομένως, η Ορθοδοξία δέχεται επίθεση στην πνευματικότητά της, ενώ η Αλήθεια που υποστηρίζει αντικαθίσταται από μόνιμο συμβιβασμό.

Μια άλλη μυστικοποίηση αφορά την αυτοκεφαλία, η οποία στην Ορθοδοξία δεν είναι εθνικισμός αλλά εδαφικότητα, πνευματική ζωή σε εκείνο τον τόπο. Επομένως, όταν οι αποφάσεις της αλλάζουν από το κέντρο, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια διαστρέβλωση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.
Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει, επομένως, κατά πόσον είναι δυνατόν η Κωνσταντινούπολη να επιβληθεί ως ανώτερη εξουσία εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι της συλλογικής συνόδου. Το ουκρανικό ζήτημα έχει χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση μιας Ατλαντικής Εκκλησίας ξεχωριστής από τη Μόσχα· δηλαδή, η αυτοκεφαλία έχει μπολιαστεί σε αυτήν ως αντιρωσικός γεωπολιτικός παράγοντας. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, διότι αν η Εκκλησία γίνει γεωπολιτικό όργανο οποιουδήποτε, χάνει την πνευματική και κανονική της αξιοπιστία.

Το ίδιο συνέβη στην Εσθονία, όπου άνοιξε μια τρομερή εκκλησιολογική πληγή, και στην Ελλάδα, όπου η Εκκλησία υπέστη ισχυρές πιέσεις, για παράδειγμα με την υπόθεση των «Νέων Εδαφών». Όλα αυτά συνέβαλαν στην εισαγωγή μιας ξένης νοοτροπίας στην καρδιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Πρέπει να επαναληφθεί ότι ο προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι ανώτερος από τη Σύνοδο, ενώ στην περίπτωση της Κωνσταντινούπολης, έχει αλλάξει φύση και έχει πλησιάσει ένα παπικό μοντέλο. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, το κριτήριο της ενότητας είναι η αληθινή πίστη, επομένως ο πνευματικός πόλεμος της Δύσης συνίσταται στην αντικατάσταση της Αλήθειας με τον γεωπολιτικό οπορτουνισμό, αλλά αν κάποιος συμμορφώνεται με τις «φιλελεύθερες αξίες», η πίστη γίνεται ατομική υπόθεση. Η Ορθοδοξία δεν απορρίπτει τον διάλογο, την αγάπη και την ειρήνη, αλλά δεν μπορεί να θυσιάσει την Πίστη και την πνευματική ενότητα. Ένας Ορθόδοξος πρέπει να είναι ελεύθερος να επικρίνει την Εκκλησία όταν αυτή σφάλλει, και όχι από εθνικιστικό συμφέρον: η Εκκλησία ανήκει στον Χριστό.

Τελικά, η προπαγάνδα ηττάται με την υποστήριξη της Πίστης των Πατέρων και την τήρηση της Παράδοσης: της Εκκλησίας ως ζωντανού σώματος του Χριστού.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαριλίνα Βέκα αναφέρθηκε στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων, επαναλαμβάνοντας ότι η Εκκλησία δεν είναι ΜΚΟ, αλλά θεσμός θείου δικαιώματος που δεν μπορεί να κάνει πολιτικούς συμβιβασμούς.

Στην προσωπική της εμπειρία στη Σερβία, σημείωσε πώς τουλάχιστον τρεις πατριάρχες ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αποτρέψουν την καταστροφή ιερών τόπων στο Κοσσυφοπέδιο. Είναι λάθος να το ονομάζουμε πόλεμο, επειδή υπήρξε μονομερής επίθεση του ΝΑΤΟ εκεί.

Η πραγματικότητα των σερβικών θυλάκων και εκκλησιών στο Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια αναγνωρίζει την επίθεση κατά της Ορθοδοξίας και το τρομερό γεγονός ότι ο σερβικός λαός απομακρύνεται από τον Θεό. Ο πρώην Επίσκοπος Αμφιλόχιος επανέλαβε, πριν από το θάνατό του, ότι η Εκκλησία υπάρχει με θεϊκό δικαίωμα και δεν μπορεί να υποταχθεί σε διεθνείς αρχές όπως ο ΟΗΕ, η EULEX ή το ΝΑΤΟ, πόσο μάλλον σε εκείνες στην Πρίστινα.

Στόχος είναι η υποβάθμιση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε ένα είδος διεθνούς προτεκτοράτου, ένα αποθεματικό του WWF, αλλά δεν θα αποδεχτεί ποτέ το σχέδιο για ένα ανεξάρτητο Κοσσυφοπέδιο.


Δυστυχώς, ακόμη και οι ίδιοι οι Σέρβοι δεν έχουν σαφή εικόνα για το τι συμβαίνει. Ευχαριστούν τους Ιταλούς στρατιώτες, για παράδειγμα, που προστατεύουν τους ιερούς τόπους, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι είναι στρατεύματα κατοχής του ΝΑΤΟ. Οι στρατιώτες μας υπερασπίζονται τα μοναστήρια, ναι, αλλά σαν να είναι κάποιο είδος καταφυγίου ζώων που πρέπει να προστατευτεί πριν εξαλειφθεί. Αυτή δεν μπορεί να είναι η κατάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Θεού. Δεν υπάρχει επί του παρόντος ελεύθερη πρόσβαση σε χώρους λατρείας, υπάρχουν συνεχείς προκλήσεις και οι Σέρβοι δεν έχουν καμία ελπίδα για μια πραγματική ζωή (είτε πρόκειται για εκπαίδευση, εργασία είτε για οποιαδήποτε προοπτική μέλλοντος).

Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Κοσσυφοπέδιο αρνείται να αποδυναμωθεί και αντιπροσωπεύει το τελευταίο προπύργιο αντίστασης: τα θρησκευτικά δικαιώματα πρέπει να παρέχονται ανά πάσα στιγμή, όχι να περιορίζονται όπως συμβαίνει σήμερα· οι συστηματικές επιθέσεις σε ιερούς τόπους πρέπει να σταματήσουν.

Η πολιτική επιστήμονας Ιρίνα Σοκόλοβα επανέλαβε ότι όταν μιλάμε για Ορθοδοξία μιλάμε για Αλήθεια και επικεντρώθηκε στο μολδαβικό ζήτημα.

Στην προσωπική της εμπειρία, είδε από πρώτο χέρι πώς οι Δυτικοί ολιγάρχες που συνδέονταν με τους ντόπιους ολιγάρχες χρηματοδότησαν τον πόλεμο κατά της Υπερδνειστερίας, μέχρι που ο στρατηγός Λέμπεντ σταμάτησε την επίθεση. Το ίδιο συνέβη και στην Τσετσενία, όπου Ρώσοι εθελοντές από την Υπερδνειστερία πήγαν να πολεμήσουν. Πολλές ιταλικές «ριζοσπαστικές δεξιές» ομάδες συνέβαλαν στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στην Ουκρανία, αλλά η επίθεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία αντιπροσωπεύει το άνοιγμα ενός νέου παραθύρου. Για τη Ρωσία, η προτεραιότητα είναι τώρα να υπερασπιστεί τα ιστορικά της εδάφη, θυμούμενοι ότι αυτός ο δυτικός ελιγμός δεν χρησιμεύει μόνο για να διαιρέσει τον πληθυσμό στα δύο, αλλά και για να προσδιορίσει έναν νέο μονάρχη που θα αντικαταστήσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Οι υποστηρικτές αυτού του έργου αποφάσισαν να επικεντρωθούν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πιέσει τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν προς τούτο. Ο Βαρθολομαίος έχει οργανώσει αρκετές συναντήσεις με τον Σάντου και τον Ζελένσκι, με την ιδέα της απορρόφησης της Μολδαβίας -όπου η Εκκλησία δεν ελέγχεται από το κράτος- στη Ρουμανία. Ένα νέο μέτωπο πολέμου που η Μόσχα θα πρέπει σύντομα να αντιμετωπίσει.

Δύο παρουσιάσεις μεταδόθηκαν ζωντανά από το Βελιγράδι, η πρώτη από την Dragana Trifkovic, Διευθύντρια του Κέντρου Γεωστρατηγικών Σπουδών, η οποία είχε διοργανώσει προηγουμένως παρόμοιο συνέδριο στην πρωτεύουσα της Σερβίας. Τόνισε τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ Σέρβων και Ιταλών ακαδημαϊκών σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική σύγκρουση έχει μετατοπιστεί σε πολιτιστικό επίπεδο· κάθε λαός έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την ιστορία, την ταυτότητα και τη θρησκευτική του ελευθερία.

Ο καθηγητής Ντούσαν Προρόκοβιτς του Ινστιτούτου Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομικών τόνισε ότι αυτό το θέμα δυστυχώς δεν διερευνάται σε βάθος εντός των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Ο πνευματικός πόλεμος της Δύσης συνεχίζεται εδώ και αιώνες, πιθανώς από την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

Το πρόβλημα είναι ότι η ιστορική έρευνα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο κομμουνιστικό πρόβλημα, παραμελώντας τη ζημιά που προκάλεσε η Δύση. Ο φιλελευθερισμός δημιούργησε μια θρησκευτική αγορά, όπου ακόμη και οι προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένων των σατανιστών, απολαμβάνουν ελευθερία. Οι κοσμικοί που χρηματοδοτούνται από δυτικά ιδρύματα γίνονται ολοένα και πιο επιθετικοί και παρουσιάζουν την Ορθοδοξία ως αρχαϊκή, μεσαιωνική, απεικονίζοντάς την ως μια πίστη που δεν μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον.

Για να νικήσουμε αυτόν τον πνευματικό πόλεμο, είναι επομένως απαραίτητο να απορρίψουμε το φιλελεύθερο όραμα στο σύνολό του, υιοθετώντας ένα ιδεολογικό πλαίσιο εμπνευσμένο από τον κοινωνικό παραδοσιοκρατία.

Ο Νικολό Γκίτζι, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας, επανέλαβε τον τρόπο με τον οποίο η Δύση επιδιώκει να υποτάξει την Ορθοδοξία στον δικό της έλεγχο. Δεδομένου ότι αυτό είναι ένα δύσκολο έργο στην επίτευξη, επειδή δεν διαθέτει κεντρικό σύστημα, η ιδέα ήταν να μετατραπεί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως σε επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτή ήταν μια λογική επιλογή, επειδή από τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), η Κωνσταντινούπολη είχε επιλέξει τον Βρετανό Πρέσβη ως προστάτη της αντί για τον Ρώσο. Στη συνέχεια, η υποταγή απλώς μετατοπίστηκε από το Λονδίνο στην Ουάσινγκτον.

Ιστορικά, η αρχή της αυτονομίας κάθε επισκόπου δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί, αλλά τον τελευταίο αιώνα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως υποστήριξε ότι υπάρχουν αυτοκεφαλίες πρώτου βαθμού και αυτοκεφαλίες δεύτερου βαθμού. Οι πρώτες, αυτές που θα ανταμειφθούν, είναι πιο κοντά στη Δύση, ενώ οι δεύτερες είναι αυτές στις οποίες θα πρέπει να περιοριστεί η αυτονομία. Αναγνωρίζονται ακόμη και Εκκλησίες όπως η Ουκρανική Εκκλησία, οι οποίες δεν είναι καν αυτοκέφαλες αλλά εξαρτώνται πλήρως από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το τελευταίο μάλιστα διεκδικεί το αποκλειστικό δικαίωμα να παρασκευάζει το Μύρο, το ιερό λάδι που χρησιμοποιείται στις τελετές της χριστιανικής μύησης.

Όπως επίσης ορίζεται στην εγκύκλιο των Ανατολικών Πατριαρχών του 1948, η φύλαξη της Πίστης και της εκκλησιολογίας ανήκει στον Ορθόδοξο λαό και δεν δέχεται μια κεντρική κατεύθυνση: γι' αυτό το δυτικό σχέδιο πρέπει να γίνει κατανοητό, αλλά δεν έχει καμία ελπίδα θριάμβου.

Συμπερασματικά, ο Δρ. Γεώργιος Καραλής επέστρεψε σε δογματικά ζητήματα, όπου υπάρχουν αμέτρητοι ορισμοί της Εκκλησίας, ωστόσο είναι ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο σε συνεργασία με τον Θεό, και οι δύο βαδίζοντας μαζί. Μόνο ο Χριστός είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας, επομένως, για την Ορθοδοξία, κάθε τοπική εκκλησία είναι ταυτόχρονα παγκόσμια.

Η σχέση με τον Χριστό δεν πρέπει να αλλοιωθεί, επειδή μόνο ο Χριστός είναι η Αλήθεια και δεν μπορεί να αλλοιωθεί. Η Εκκλησία είναι διαφορετική από τον κόσμο· έχει νόμους που δεν μπορούν να αλλάξουν, χωρίς να διακινδυνεύσει η απώλεια της ενότητας.

Ιστορικά, μάλιστα, οι αιρετικοί εκδιώχθηκαν από την Εκκλησία. Σήμερα, αντί να ακολουθούν τους δικούς της νόμους, οι άνθρωποι επιδιώκουν να ακολουθούν τους κοσμικούς νόμους, προσπαθώντας να κάνουν την Εκκλησία να συμπέσει με τον κόσμο. Ο κόσμος, ωστόσο, είναι γεμάτος συμφέροντα και συγκρούσεις, στις οποίες θα ήθελαν να προσαρμοστεί η Εκκλησία. Αλλά αν η Εκκλησία γίνει σαν τον κόσμο, τότε χάνει τη λειτουργία της ως φορέας της Αλήθειας. Δεν μπορεί να ακολουθήσει τον νόμο του ισχυρότερου, αλλά αυτόν ενός ταπεινού Χριστού που, ακολουθώντας την Αλήθεια, βρήκε την ομορφιά: η λειτουργία της παραμένει να φέρει τον Χριστό στον κόσμο, όχι το αντίστροφο.

Η επιθυμητή αλλαγή συμβαίνει επίσης μέσω μιας ανεπαίσθητης θεολογικής μετατόπισης, σβήνοντας τις διαφορές και αναβιώνοντας τον οικουμενισμό με ένα υποσυνείδητο μήνυμα. Για να διαφυλάξουμε την Εκκλησία του Μαρτυρίου, είναι απαραίτητο να πούμε την Αλήθεια, επειδή οι συνέπειες για τη ζωή μας είναι προφανείς: η ασφάλεια δεν υπάρχει πλέον και εμπιστεύεται σε εκείνους που μπορούν να την εγγυηθούν.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Λούκα Ρόσι, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ρωσίας Εμίλια-Ρομάνια, πρόσθεσε ότι η Ουκρανία έχει ψηφίσει νόμο που απαγορεύει τις θρησκευτικές οργανώσεις που συνδέονται με το Πατριαρχείο Μόσχας, περιορίζοντας σοβαρά τη θρησκευτική ελευθερία των Ορθόδοξων πιστών, ενώ επιτρέπει τελετές στη μνήμη των συνεργατών των Ναζί κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια κατάσταση που δεν είναι πλέον αποδεκτή.

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ (8)

Συνέχεια από:  Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026                                                         

                                                                   O Doctor Angelicus συναντά

τον Κάλλιστο Αγγελικούδη
Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

296. Γιατί λέει και πάλι· « αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμα η φυσική του επιθυμία. Όταν επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την ίδρυση και ηρεμία ». Ποιος σου τα δίδαξε αυτά, κακοδαιμονέστατε και αντίπαλε της αλήθειας, και πώς προχωράς ενάντια στις ρήσεις των αγίων, που ένα μέρος τους προαναφέραμε ; εφ’ όσον κινείται, λέει, κάτι προς την τελειότητα, δεν βρίσκεται ακόμα στο έσχατο τέλος. Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;

297. Αλλ’ είναι λόγια ανόμων αυτά, ανταρσία κατά της ιεράς Εκκλησίας και της αλήθειας της, που λέει ότι, φτάνοντας στον Θεό, φλέγεται ο νους με το πυρ της αγάπης, εκπλήσσεται για τα θαύματα στον Θεό, χαίρεται χαρά ανεκλάλητη για την κοινωνία και ένωση με τον Θεό, εξίσταται για τον υπερουράνιο πλούτο, που κληρονομεί, έχει ατέλειωτη την ηδονή για την άφθαρτή του κληρονομιά και για άλλα διάφορα, όσα έχουμε προαναφέρει. Ακούτε πώς μιλά ο κενός απ’ τη χάρι Θωμάς τα ασύμφωνα προς την ορθόδοξη γνώμη, σύμφωνα δε με τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη; « Φαίνεται ( δοκεί ) πως υπάρχει κατ’ εξοχήν η έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο στη θεωρία, με την οποία αναζητείται η γνώση της αλήθειας, όπως αποδεικνύει ( φανερώνει σαφώς ) κι ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο Ι΄ των Ηθικών».

298. Εύγε σε σένα, για τον μάρτυρα και τη μαρτυρία, σου έχει επιρρίψει ολοφάνερα ο χορός των θεοσόφων. Γι’ αυτό και ξέχασες γρήγορα την έσχατη ευδαιμονία στον παρόντα βίο, που αναφέρουν εκείνοι, και αναφέρεις την έσχατη ευδαιμονία της ελληνικής πλάνης στον παρόντα βίο, με την οποία και ζητάται η γνώση της αλήθειας. Και πρόκειται για προτάσεις και συλλογισμούς για την ακατάληπτη αλήθεια, στην οποία δεν χωρά συλλογισμός. Δεν έχουν οι χριστιανοί έσχατη ευδαιμονία το να ζητούν τη γνώση της αλήθειας, αλλ’ είναι, όπως λέει ο ιερός Διονύσιος, « το πέρας κάθε ιεραρχίας η προς τον Θεό, όσο είναι εφικτό, αφομοίωση και ένωση » (Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας) στον παρόντα βίο. Και λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ «Πνεύμα άγιον, επελθόν εις ανθρώπου ψυχήν, έδωκε μεν ζωήν, έδωκε δε αθανασίαν, ήγειρε κείμενον. Το δε κινηθέν κίνησιν αΐδιον υπό Πνεύματος αγίου ζώον άγιον εγένετο» (Κατά Ευνομίου Ε΄).

299. Βλέπεις, τί είναι πάντως η ευδαιμονία στον παρόντα βίο ; θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας για την έσχατη ευδαιμονία των πιστών στο παρόν. Και λέει πάλι ο Μέγας Βασίλειος˙ « κι απέκτησε ο άνθρωπος την αξία του πνεύματος που κατοίκησε ( εισοικισθέντος ) σ’ αυτόν , πνεύμα προφήτη, αποστόλου, αγγέλου του Θεού» (ο.π.). Βλέπεις την έσχατη ευδαιμονία των ευσεβών στο παρόν; κι εκείνο που ονομάζεις εσύ έσχατη ευδαιμονία, είναι της έσχατης αφροσύνης. 

300. Γιατί η θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αλήθειας, είναι της έξω σοφίας, την οποία ζητούν οι Έλληνες, όπως λέει ο ιερός Παύλος˙ «Ιουδαίοι μεν σημεία ζητούσιν, Έλληνες δε σοφίαν» (Α΄ Κορ., α΄ 22), αλλά την έξω και των ορωμένων, που εμώρανε και απώλεσε κατά την επαγγελία ο Θεός.. Γιατί «απολώ» λέει «την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω» (Ησ., κθ΄ 14 και Α΄ Κορ., α΄ 19). Κι ο ιερός Παύλος˙ «ουχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του αιώνος τούτου;» (Α΄ Κορ., α΄ 20). Είναι όντως μωρός και άξιος της απώλειας αυτός που νομίζει έσχατη ευδαιμονία στο παρόν τη θεωρία, με την οποία ζητείται η γνώση της αληθείας, όντας άπειρος ( απείρατος ) από δυσπιστία της εν αγίω Πνεύματι θείας ένωσης και προσχωρώντας στο ψέμμα και τις ελληνικές δόξες ( γνώμες ).. 

301. «Είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος· γιατί επιθυμία υπάρχει, όταν η θέληση τείνει σε κείνο, που δεν έχει ακόμα, πράγμα αντίθετο στον ορισμό του έσχατου τέλους». Και τα λέει αυτά μεταστρεφόμενος και φρονώντας τα ελληνικά˙ κι ερχόμενος στον εαυτό του, λέει˙ «όσο πιο κοντά είναι κάτι στο τέλος, με τόσο μεγαλύτερη επιθυμία τείνει προς αυτό ˙ γι’ αυτό και βλέπουμε να επιτείνεται κατ’ εξοχήν προς το τέλος η φυσική κίνηση των σωμάτων, είναι δε πιο κοντά στη θεία γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών απ’ ό,τι ο δικός μας νους˙ επιθυμούν λοιπόν κατ’ εξοχήν επιτεταμένα εκείνοι τη γνώση, απ’ ό,τι ακριβώς εμείς». Έχει μεγάλη αναισθησία και αφροσύνη ο Θωμάς. Γιατί αν είναι αδύνατο να είναι το να επιθυμής έσχατο τέλος, και επιθυμούν επιτεταμένα οι νόες των χωριστών ουσιών τη θεία γνώση, είναι φανερό, πως δεν βρίσκονται στο έσχατο τέλος, αλλ’ είναι ατελείς και προσδεόμενοι. Πώς λέει λοιπόν αυτός ο εμβρόντητος ( παράφρων ) Θωμάς ότι παύονται απ’ τις εφέσεις προς ( σταματούν να επιθυμούν ) τον Θεό οι άγγελοι ;

302. Γιατί έχουν σύμφωνα και μ’ αυτόν αεικίνητες τις εφέσεις, καθώς είναι ελλιπείς και καθώς επιθυμούν τη θεία γνώση, που δεν την έχουν ακόμα. Και πώς δεν ντρέπεται και για κείνο, να συλλογίζεται απ’ τα σωματικά και τα κάτω τα περί των ουρανίων δυνάμεων, και να θέλη, επειδή βλέπουμε να επιτείνεται περισσότερο η φυσική κίνηση των σωμάτων προς το τέλος, να κινούνται παρόμοια και οι χωριστές ουσίες, που είναι λογικές και νοερές και κινούνται κατά προαίρεση, και να επιθυμούν, έχοντας φθάσει πιο κοντά στον Θεό, με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση; 

303. Κι αν επιθυμούν αυτές που έχουν φθάσει πιο κοντά με μεγαλύτερη ένταση τη θεία γνώση, πώς λες πάλι ότι «αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμη ευδαίμων, αφού δεν ηρεμεί ακόμη η φυσική του επιθυμία»; Δεν είναι άρα αντίφαση αυτά; Και φαίνεται πως δεν βρίσκονται σε ευδαιμονία οι θείες και ουράνιες εκείνες τάξεις, επειδή επιθυμούν και επιτεταμένα τη θεία γνώση˙ κι αν δεν έχουν ευδαιμονία, δεν έχουν ούτε απόλαυση, ούτε βέβαια μακαριότητα, και κακοδαιμονούν έτσι εκείνες οι τάξεις. Αλλ’ ας στραφή προς τη δική σου, άθλιε, κεφαλή η κακοδαιμονία, που δεν ακολουθεί πλήρως τα νοήματα της ιερής Εκκλησίας, αλλά και τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη.

304. Κι έχοντας γίνει μισοβάρβαρος με τη θέλησή του και μιλώντας αιρετικά στα πιο πολλά και μακριά απ’ τον χορό των θεοσόφων, τόσο πολύ απομακρύνεται ο Θωμάς απ’ την αλήθεια, ώστε να κινείται ενάντια και στον ίδιο τον Θεό και να λέη αυτά που είναι αθέμιτα . Γιατί λέει˙ « παύεται ( σταματά ) λοιπόν κατ’ εξοχήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Αλλίμονο, σε ποιο κακό κατέβηκε, και ποια αιρετικά ξερνάει ο λάρυγγάς του! γιατί ομολογεί ολοφάνερα και χωρίς καμμιάν αμφισβήτηση τρεπτό τον Θεό και μάλιστα στα κράτιστα. Παύεται η έφεση του Θεού! από ποιαν πρόφαση παύθηκε απ’ την έφεση αυτός που παύεται ενώ την έχει και τράπηκε ολοφάνερα κατά την έφεση; κι αν κάνη τελειότερη το να παύεται η έφεση του Θεού τη μακαριότητά του, νά που είναι ολοφάνερα τρεπτός αυτός που δέχτηκε μείωση στην έφεση, και αύξηση στη μακαριότητα. Αλλ’ ας τραπούν στο κεφάλι του Θωμά όλα τα κακά, που λέει για τον Θεό αυτά που δεν τόλμησαν να πουν ούτε οι Σκύθες κι οι βάρβαροι εναντίον του. Και λογαριάζοντας τέτοια και φτάνοντας σε τέτοιον παραλογισμό, μπλέκεται σε μύρια κακά.

305. Και λέει για τους αγγέλους˙ « παύεται ( σταματά ) με τη μακαριότητα κάθε έφεση, επειδή δεν απομένει, μετά την επιτυχία της, τίποτα το επιθυμητό». Κι αυτός που τα λέει αυτά μεταβαίνει σε άλλην έννοια και τρέπεται απ’ την ασέβεια στη δυσσέβεια ο δυστυχής˙ «αυτοί που απέκτησαν την έσχατη ευδαιμονία θεωρώντας τον Θεό, δεν θα αποπέσουν ποτέ από εκείνη˙ γιατί αυτό που άλλοτε μεν υπάρχει, κι άλλοτε όχι, καταμετρείται με τον χρόνο, όπως είναι φανερό στο Δ΄ των Φυσικών. Κι η θεωρία που κάνει μακάριες τις νοερές ουσίες δεν υπάρχει στον χρόνο αλλά στην αϊδιότητα. Είναι αδύνατο άρα να την αποβάλη αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της». Πες μας όμως, πώς είναι αδύνατο να την αποβάλη˙ γιατί είναι φανερό ότι τα μεν φυσικά δεν κινούνται με τη θέληση, αλλά με τη φύση, τα δε λογικά και με τη νοερή θέληση και αυτεξουσιότητα ˙ είναι δε η θέληση γέννημα της αγάπης , όπως λέει κάπου κι ο Θωμάς˙ γιατί κανείς δεν θέλει αυτό ακριβώς που δεν αγαπά. 
306. Αν είναι αδύνατο λοιπόν να αποβάλη τη θεία θεωρία αυτός που έχει γίνει μιά φορά μέτοχός της, είναι φανερό πως αυτό θα συμβή με τη θέληση, όπως λέει σαφέστερα κι ο Θωμάς˙ «δεν μπορεί να μην παρίσταται η θέληση της απόλαυσης αυτής της θεωρίας στη νοερή ουσία που βλέπει τον Θεό, εφόσον κατακτά ( καταλαμβάνει ) την ευδαιμονία της με το να βρίσκεται σ’ αυτήν τη θεωρία, όπως ακριβώς δεν μπορεί να θέλη να μην είναι μακάρια, αλλ’ ούτε και θα σταματήση να βλέπη λόγω αναίρεσης του αντικειμένου˙ γιατί το αντικείμενο, που είναι ακριβώς ο Θεός, έχει πάντα τον ίδιον τρόπο. Είναι αδύνατο άρα να εγκαταλείψουν ποτέ αυτοί που τη βλέπουν τη θεωρία του Θεού που τους κάνει μακάριους».


307. Κι ακόμα˙ «είναι αδύνατο να θελήση ποτέ να στερηθή η νοερη ουσία, που βλέπει τον Θεό, αυτήν τη θεωρία». Κι αν τη θέλη πάντα, είναι φανερό, ότι και την αγαπά πάντα και την επιθυμεί ως ανώτερη περισσότερο απ’ όλα. Έχει πλανηθή άρα και βγαίνει απ’ τις ίδιες του τις φρένες, οποτεδήποτε λέει˙ «δεν φθάνει η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παύθηκε ( σταμάτησε ) η έφεσή της». Και λέει, ακολουθώντας την ίδια άνοια και παραφρονώντας ˙ « τέλος του κάθε πράγματος είναι αυτό στο οποίο τελειώνει η έφεσή του».


308. Και λέει μετά, σαν να τον άφησε ακριβώς για λίγο το σκοτάδι του δαίμονα˙ «όπως ακριβώς επιθυμεί από τη φύση της η νοερή κτίση την ευδαιμονία, έτσι επιθυμεί απ’ τη φύση της και την παντοτινή ευδαιμονία. Γιατί αφού είναι αιώνια στην ουσία της η ψυχή, αυτό που επιθυμεί γι’ αυτήν την ίδια κι όχι για κάτι άλλο, επιθυμεί να το έχη παντοτινά». Αλλίμονό σου Θωμά, και στην ταλαίπωρη και κακόδοξη ψυχή σου, αν σου συνέβαινε άρα να φθάσης στο έσχατο τέλος, στον Θεό˙ γιατί αφού θα έχει παυθή η έφεσή σου προς αυτόν και η αγάπη, όπως εσύ νομίζεις, θα σου απομείνη ένα έωλο ( ανούσιο ) πράγμα και αργό απ’ τα αγαθά. Γιατί δεν γνωρίζω, αν αυτός που παύθηκε απ’ την αγάπη και την έφεση προς τον Θεό, αν κουβαλά μαζί του κάποιο αγαθό ˙ που θεωρώντας το και συ κάποτε και κατανοώντας το μέγεθος της ατοπίας αυτών των αποφάσεων, λες μεταβαλλόμενος, όπως ακριβώς συνηθίζεις˙ « αυτό που θεωρείται με θαυμασμό κινεί την επιθυμία, και οράται πάντα με θαυμασμό η θεία ουσία απ’ τον κτιστό νου ˙ γιατί δεν την περιλαμβάνει κανένας κτιστός νους. Είναι αδύνατο άρα να ιλιγγιά η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία ».

309. Πώς κινεί λοιπόν, απωλείας άξιε σοφέ, αυτό που θεωρείται πάντα με θαυμασμό την επιθυμία και οράται πάντα κατ’ εσένα με θαυμασμό ο Θεός και θα παυθούν οι εφέσεις της νοεράς ουσίας, φθάνοντας η νοερά κτίση στο έσχατο τέλος, δηλαδή τον Θεό; Είναι μεγάλη ασχημοσύνη να τα νομίζης αυτά και αποφυγή της ιεράς διδασκαλίας και πίστεως και συμπόρευση και ομόνοια με την ελληνική θρησκεία. Αλλίμονό σου λοιπόν, γιατί ενώ τα γράφεις αυτά, λες ότι γράφεις κατά των Ελλήνων. Και γράφοντας φανερά ένα τόσο μεγάλο ψέμμα, επιγράφεις απ’ την αρχή του ακόμα το βιβλίο σου κατά των Ελλήνων, χωρίς ούτε τον Θεό να φοβάσαι, ούτε να ντρέπεσαι τους ανθρώπους, που πρόκειται να διαβάσουν το υπέρ των Ελλήνων βιβλίο σου! « Ο Θεός » λέει « ονομάζεται έτσι σύμφωνα με τους Έλληνες απ’ το θεάσθαι , που σημαίνει το να επισκέπτεσαι ή να οράς ».

310. Και τα ερμηνεύεις εν τάχει, κάνοντάς τα όλα ουσία, το να θεάσαι, το να επισκέπτεσαι, το να οράς, το να νοής τον Θεό, και μάρτυράς σου ο Αριστοτέλης, κι όχι κάποιος απ’ τους ιεροδιδασκάλους. Και πρόκειται ολοφάνερα για ενέργειες που προέρχονται απ’ τη δύναμη του Θεού. Αλλά καθιστάς εσύ και τις διάφορες ενέργειες με ατολμία θεία ουσία, χωρίς να ακολουθής την ιερά Εκκλησία, που λέει˙ δεν είναι ούτε η θεότητα αυτοουσία του Θεού, αλλά ιδέα ( δόξα )της ουσίας.

311. Και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ « πώς είναι αυτός που βρίσκεται πέρα απ’ όλα πάνω κι απ’ τη θεαρχία κι απ΄την αγαθαρχία; αν εννοήσης ως θεότητα και αγαθότητα το ίδιο το πράγμα του αγαθοποιού και θεοποιού δώρου και την αμίμητη μίμηση του υπέρθεου και υπεράγαθου, που σύμφωνα μ’ αυτό θεούμαστε και αγαθυνόμαστε. Γιατί αν γίνεται αυτό αρχή της θέωσης και της αγαθοσύνης στους θεούμeνους και αγαθυνόμενους, αυτός που είναι πάνω από κάθε αρχή ως υπεράρχιος είναι πιο πέρα κι απ’ τις επονομαζόμενες θεότητα και αγαθότητα ως θεαρχία και αγαθαρχία » ( Ψευδο – Διονυσίου, Επιστολή Β΄, Γαΐω τω θεραπευτή). Αν δεν είναι λοιπόν η θεότητα κι η θεαρχία κι η αγαθαρχία ουσία του Θεού, πώς κατατολμάς να νομίζης και να διδάσκης ως άθεος κάθε θεία ενέργεια ουσία; 

312. Αλλά πρόσεχε, εσύ που νομίζεις πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό ουσία του Θεού, μη θέσης τις θείες μετοχές στα κτίσματα, αλλ’ εννόησε, ότι έχει άκτιστες ενέργειες και αΐδιες η άκτιστη ουσία, που είναι άλλο κατά κάποιον τρόπο απ’ την ουσία και δεν είναι, μη γένοιτο, ουσία, όπως λέει η ιερά Εκκλησία˙ « όλα τα αθάνατα κι η ίδια η αθανασία και όλα όσα ζουν κι η ίδια η ζωή και όλα τα άγια κι η ίδια η αγιότης κι όλα τα ενάρετα κι η ίδια η αρετή κι όλα τα αγαθά κι η ίδια η αγαθότητα κι όλα τα όντα κι η ίδια η οντότητα συμβαίνει να είναι προφανώς έργα του Θεού. Αλλά τα μεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν, τα δε δεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί δεν υπήρξε ποτέ, οπότε δεν ήταν η αρετή κι η αγαθότητα κι η αγιότητα κι η αθανασία. Κι αυτά που έχουν αρχίσει χρονικά, και είναι και λέγονται αυτό ακριβώς που και είναι και λέγονται, μετέχοντας σ’ αυτά που δεν έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί είναι δημιουργός κάθε ζωής και αθανασίας και αγιότητας και αρετής ο Θεός, καθώς έχει υπερουσίως εξαιρεθή από όλα, και αυτά που λέγονται και αυτά που νοούνται » (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια γνωστικά, Α΄ μη΄).

313. Κι ακόμα˙ « ας αναζητούν οι σπουδαίοι, ποια πρέπει να νοούμε πως είναι τα έργα, που άρχισε να δημιουργή ο Θεός, και ποια πάλι, τα οποία δεν άρχισε. Γιατί αν κατέπαυσε από όλα τα έργα, που άρχισε να ποιή, είναι φανερό, πως δεν κατέπαυσε από εκείνα, τα οποία δεν άρχισε να ποιή. Μήπως είναι λοιπόν έργα μεν του Θεού που έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν όλα τα μετέχοντα όντα, όπως οι διάφορες ουσίες των όντων˙ γιατί έχουν αρχαιότερο απ’ το είναι τους το μη ον. Γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν τα μετέχοντα όντα, έργα δε του Θεού που δεν έχουν ίσως αρχίσει χρονικά να υπάρχουν τα μεθεκτά όντα, όπως η αγαθότητα και κάθε τι που εμπεριέχεται στον λόγο της αγαθότητας και απλώς κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και ατρεψία και απειρία και όσα ουσιωδώς θεωρούνται γύρο απ’ ( περί ) αυτόν, τα οποία και είναι έργα του Θεού και ( δεν ; )έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί δεν ήταν ποτέ αρχαιότερο απ’ την αρετή το να μην υπάρχη, ούτε από κανένα άλλο απ’ όσα έχουν αναφερθή, έστω κι αν εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν αρχίσει τα ίδια χρονικά να υπάρχουν. Γιατί είναι άναρχη κάθε αρετή, που δεν έχει τον χρόνο αρχαιότερό της, σαν να έχη δηλαδή τον Θεό μονώτατο και αϊδίως γεννήτορα του είναι » ( ο.π. ).

314. Ακούς πώς κηρύττουν οι ιεροδιδάσκαλοι πως είναι άλλο οι θείες ενέργειες που προαποστέλλονται απ’ τη δύναμη του Θεού και είναι άκτιστες, τις οποίες και ονομάζουν μετοχές διαφορετικές στα διαφορετικά όντα, και πως είναι υπερκείμενη πάνω απ’ αυτές η ουσία του Θεού και πως αυτές μεν γνωρίζονται εκ μέρους, πως είναι δε καθολικά απερινόητη και άγνωστη σε κάθε κτιστή ουσία η ουσία του Θεού ; Αν κατείχες με όλη σου την προθυμία τις διδασκαλίες των θεοφόρων, δεν θα εξέπεφτες σε άτοπες έννοιες και σε ελληνικές φαυλότατες γνώμες, κι αυτά, ενώ αγωνίζεσαι, όπως λες, κατά των Ελλήνων. Και λες κι εσύ˙ «αυτό ακριβώς που είναι μερικώς διανεμημένο απ’ την αγαθότητα και τελειότητα στα διάφορα κτίσματα, υπάρχει ολόκληρο και καθολικά ενωμένο στον Θεό, όπως ακριβώς σε πηγή της αγαθότητας ».

315. Αν υπάρχουν λοιπόν όπως σε πηγή της όλης αγαθότητας τα μετεχόμενα του Θεού στα όντα, και δεν μετέχει κανένα απ’ τα όντα στην ουσία τού Θεού, απομένει να είναι διαφορετικό η θεία ουσία και άλλο τα μετεχόμενα στα διάφορα κτίσματα απ’ τον Θεό. Και έχει παραβληθή με πηγή μεν η θεία ουσία, αυτά δε που μετέχονται απ’ τα διάφορα κτίσματα και είναι απ’ την ουσία με κείνα ακριβώς που προέρχονται και πηγάζουν απ’ την πηγή της θείας ουσίας, όπως λέει κι ο Μέγας Βασίλειος˙ « είναι πηγή το Πνεύμα το άγιο των προαναφερθέντων αγαθών. Αλλ’ αυτό μεν που πηγάζει απ’ τον Θεό είναι ενυπόστατο, εκείνα δε που πηγάζουν απ’ αυτό είναι ενέργειές του » ( Κατά Ευνομίου Ε΄) ». 

Συνεχίζεται


ΣΧΟΛΙΟ: "Θα παυθή ποτέ, αμβλύτατε στη διάνοια, αυτός που έφθασε στον Θεό, που είναι ακριβώς το έσχατο τέλος, το άπειρο και αόριστο, θα παυθή ποτέ απ’ την αγάπη, τον έρωτα, τον θαυμασμό, τη χαρά και τους άλλους τους καρπούς του Πνεύματος ; κι αν ισχύη αυτό, θα γίνη πιο αδρανής και κατ’ εξοχήν υποτιμημένος, όταν θα φθάση στο έσχατο τέλος, δηλαδή στον Θεό ;"

Αυτό τό σημείο είναι άξιο προσοχής. Σήμερα η τήρηση τών κανόνων, όπως καί η εσχατολογική ακτίνα πού αγιάζει τήν Σύναξη γύρω από τόν επίσκοπο, νοούνται σάν τέλος καί γεννούν τήν αδράνεια, τόν τέλειο υπήκοο κάθε εξουσίας.  Καί βλέπουμε σήμερα τήν εκκλησία νά εναντιώνεται στόν ησυχασμό καί τήν αγιότητα επιλέγοντας τήν αδράνειά της καί τήν συμπόρευσή της μέ τήν λογική τού κόσμου.

Αμέθυστος

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ - Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (7)

   Συνέχεια από:Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ.
Του Jean-Pierre Torrell.

Κεφάλαιο VIIΙ : Η καρδιά της Εκκλησίας

ΑΓΑΠΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΤΑΙ.
  
   «Οι αιώνιες πρόοδοι των προσώπων είναι η αιτία και ο  λόγος όλης της παραγωγής τών πλασμάτων. Έτσι λοιπόν η γέννηση τού Υιού αποτελεί την αιτία όλης τής παραγωγής τών όντων καθότι λέγεται ότι ο Πατήρ έκανε τα πάντα στον Υιό (μέσω του Υιού). Με τον ίδιο τρόπο είναι αναγκαίο η Αγάπη του Πατρός που τείνει πρός τον Υιό σαν πρός το αντικείμενο του, να είναι η αιτία σύμφωνα με την οποία ο Θεός χορηγεί κάθε ενέργεια αγάπης στην κτίση. Γι'αυτό το Άγιο Πνεύμα, που είναι η Αγάπη μέσω της οποίας ο Πατήρ αγαπά τον Υιό, είναι επίσης η Αγάπη μέσω της οποίας Αυτός αγαπά την δημιουργία και την καθιστά συμμέτοχη της τελειότητος του»(In I Sent. d. 14 q. 1 a. 1).  [ ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΥΙΟΣ ;]     
          Για όποιον κατανοεί την αξία των λέξεων, αυτή η φράση περιέχει κάτι παράξενο, ιλιγγιώδες, και φοβούμαστε να την μειώσουμε με ένα άστοχο σχόλιο. Εάν στοχαστούμε όμως στο μυστήριο του Θεού και της δημιουργίας του, αυτή η φράση εκφράζει μία αναντίρρητη αλήθεια. Δέν αγαπήσαμε εμείς τον Θεό, αυτός μας αγάπησε πρώτος. Δεδομένου ότι τίποτε εξωτερικό δέν μπορεί να τον υποχρεώσει να δημιουργήσει τον κόσμο ή να ενδιαφερθεί γι'αυτόν, είναι απαραίτητο να βρούμε αυτή την αιτία στο εσωτερικό του ίδιου του Θεού: μόνον η Αγάπη με την οποία ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και με την οποία ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, και είναι το ίδιο το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος, μπορεί να μας εξηγήσει αυτή την έξοδο του Θεού έξω από τον εαυτό του. Εμείς αγαπώμεθα με την αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπάται. [ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝ/ΚΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ  ΥΠΗΡΞΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ Ή ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΤΙΣ ΤΑΥΤΙΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ]
Σχόλιο: [Τό Αγιο Πνεύμα δέν υπάρχει σάν Υπόσταση. Αυτή είναι η συνέπεια τής μειώσεως τών Υποστάσεων σέ Πρόσωπα από τόν Αυγουστίνο καί η μείωση καί ο καθορισμός τών προσώπων σάν σχέσεις. Τό φιλιόκβε αντικατέστησε τόν Χριστό μέ τό Άγιο Πνεύμα τό οποίο όμως δέν υφίσταται, είναι η αγάπη τού Πατρός πρός τόν εαυτό Του. Η ταύτιση τής ουσίας τού Θεού μέ τό πρόσωπο τού Πατρός περιείχε ήδη τόν Μονοθεϊσμό τού Ζηζιούλα  καί τόν Πολυθεϊσμό τού Γιανναρά]

          Δέν είναι δυνατόν να εξαντλήσουμε αυτή την αλήθεια σε λίγες λέξεις, αλλά θα συμφωνήσουμε όμως ότι ήταν αδύνατον στον Ακινάτη να πεί κάτι πιό δυνατό σχετικά με το Άγιο Πνεύμα και την θέση του, την κατάταξή του στον κόσμο της πίστεως. [Δέν είναι πλέον πίστη στόν Ιησού Χριστό. Αυτονομήθηκε. Ανήκει στό υποκείμενο]. Γι'άλλη μία φορά βρισκόμαστε στο κέντρο της Τριαδικής Θεολογίας και αν είναι αναγκαίο να εξηγήσουμε τους όρους, το δόγμα είναι πολύ ωραίο και βαθύ για να μήν αξίζει μία προσπάθεια. Και πράγματι ας έχουμε υπόψη μας ότι αυτός ο τρόπος κατανοήσεως του Αγίου Πνεύματος μάς επιτρέπει να μιλήσουμε για τον Θεό μ' έναν καινούργιο τρόπο, μάλιστα δέ με πολλούς καινούργιους τρόπους. Για να το κατανοήσουμε, είναι αρκετό να επεξεργαστούμε βαθύτερα ότι περιέχεται στην ιδέα μίας προόδου της αγάπης.
          «Επομένως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την πρόοδο αυτής της αγάπης με δύο τρόπους: τόσο καθόσον τείνει πρός ένα αιώνιο αντικείμενο και τότε πρόκειται για την αιώνιο πρόοδο, όσο και επειδή προοδεύει σαν αγάπη πρός ένα δημιουργημένο αντικείμενο και τότε, καθόσον μέσω αυτής της Αγάπης ο Θεός προσδίδει κάτι στην δημιουργία, ομιλούμε για χρονική πρόοδο. Και πράγματι λόγω της καινοτομίας αυτού που προσφέρεται γεννιέται ένας νέος τρόπος σχέσεως της κτίσεως με τον Θεό, και λόγω αυτής της νέας σχέσεως ο Θεός μπορεί να ονομασθεί με ένα "νέο όνομα"»(In I Sent. d. 14 q. 1 a. 1).
          Υπάρχει και μία διαφορετική έκφραση αυτής της Χριστιανικής προόδου: «Ο Ιωάννης μιλά για την διπλή πρόοδο του Αγίου Πνεύματος και πρώτα απ'όλα την χρονική του πρόοδο, όταν δηλώνει: "Ο παράκλητος που θα σας στείλω απο τον Πατέρα". Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν λέμε ότι το Άγιο Πνεύμα απεστάλη, δέν σημαίνει ότι μετακινείται τοπικά, αλλά ότι με την χάρη αρχίζει να είναι μ' έναν νέο τρόπο σ'αυτούς που καθιστά Ναούς του Θεού»! [Γιανναράς: τό κτιστό μπορεί νά ζήσει μέ τόν τρόπο τού ακτίστου, διά τού ΧΡΟΝΟΥ].
          Αυτή η τελευταία παρατήρηση γενικώς ισχύει για όλα όσα έχουν λεχθεί για τον Θεό χρονικώς. Ο Θεός είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, από την αιωνιότητα λόγω ακριβώς της υπερεξέχουσας γονιμότητος και ενδοθεϊκής ζωής, αλλά "δημιουργός" δέν είναι παρά μόνον σε σχέση με την δημιουργία. [Τραγική συνέπεια τής ταυτίσεως τής Θείας ουσίας μέ τό Πρόσωπο τού Πατρός. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μάς λέει: είναι δυνατόν νά πιστεύουμε μιά άγονη ουσία;;]. Έτσι επίσης σε σχέση με μας λέγεται για τον Υιό ότι είναι "Σωτήρ" ή για το Άγιο Πνεύμα ότι είναι "ο Κύριος που δίνει την ζωή" (Το ζωοποιόν) [Έχει καταργηθεί πλήρως η ενσάρκωση. Ήταν ένα παιχνίδι για να αλλάξει τρόπο υπάρξεως το Άγιο Πνεύμα]. Ποιό είναι εδώ λοιπόν το χρονικό αποτέλεσμα που δημιουργήθηκε από την ενέργεια του Θεού, και ιδιαιτέρως από το Άγιο Πνεύμα, αρχής γενομένης από του οποίου γεννάται μία νέα σχέση ανάμεσα στην δημιουργία και στον Δημιουργό της; Προφανέστατα είναι η χάρις η οποία έχει με το Άγιο Πνεύμα μία τόσο ευθεία, άμεση και ξεχωριστή σχέση, ώστε την ονομάζει πάντοτε "η χάρις του Αγίου Πνεύματος" (Το Άγιο Πνεύμα γεμίζει το Σύμπαν (Σοφία 1,7) και στην συνέχεια αλλάζει τον τρόπο αγιασμού πρός τον άνθρωπο). [Εδώ ριζώνει τό Είναι καί Χρόνος τού Χάιντεγκερ]. «Αυτό που είναι το πιό σημαντικό στον νέο νόμο και στο οποίο ενυπάρχει όλη του η δύναμη, είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος η οποία προσφέρεται μέσω της πίστεως στον Χριστό. Ο νέος νόμος συνίσταται λοιπόν κυρίως στην ίδια την χάρη του Αγίου Πνεύματος η οποία προσφέρεται στους πιστούς του Χριστού» (ST Ia IIae q. 106 a. 1). [Δέν υπάρχει λοιπόν άκτιστος Τριάδα. Η δημιουργία είναι συναιώνιος διότι ο Θεός δημιουργός ενυπάρχει στην δημιουργία, η οποία είναι ανάλογος της ενδοτριαδικής ζωής και ξαφνικά από αγάπη, μέσω, διά, του Χριστού, αλλάζει ο τρόπος χορηγήσεως της χάριτος τού Αγίου Πνεύματος και αγιάζει ο άνθρωπος, που πρέπει να αγιάσει τον κόσμο. Εκτός της παιδικής ανοησίας, ας σημειώσουμε το θεμέλιο του πανθεϊσμού της λατινικής Θεολογίας, τον οποίο προτίμησε αντί της Θεολογίας των άκτιστων ενεργειών].
          Επειδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στον κόσμο μέσω της χάρης Του, σ'αυτή τελικώς οφείλεται και η δομική παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Θεολογία του Ακινάτη. Για να το κατανοήσουμε αρκεί να αναφερθούμε ξανά στο χωρίο από το σχόλιο στα αποφθέγματα (Sentences), από το οποίο αντλούμε εξάλλου και την "έμπνευσή μας". Ας δούμε την κατευθυντήρια ιδέα: «Επειδή όλα τα πράγματα επιστρέφουν στην Αρχή από την οποία εξήλθαν σαν πρός τον σκοπό τους, μάλλον αυτή η επιστροφή πρός το τέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ίδιες αιτίες της εξόδου των από την Αρχή». [Καθαρός Νεοπλατωνισμός]. «Όπως δημιουργηθήκαμε μέσω του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, έτσι μέσω αυτών ενωνόμαστε στον τελικό μας σκοπό». Αυτή η αρχή δέν λειτουργεί λιγότερο όσον αφορά το Άγιο Πνεύμα από όσο λειτούργησε για τον ενσαρκωμένο Λόγο. Η αιτία είναι ωραία και βαθύτατη: Επειδή μέσα στο Άγιο Πνεύμα και μέσω αυτού ο Πατέρας και ο Υιός αγαπιούνται μεταξύ τους και αγαπούν τα δημιουργήματα, έτσι και σ'αυτό (το Αγ. Πνεύμα) και μέσω αυτού πραγματοποιείται η κίνηση της επιστροφής αυτών των τελευταίων πρός τον Πατέρα [Το μονο κλειδί της σκέψης του Ακινάτη είναι η αναλογία, τίποτε άλλο, ο ἀπὸ μηχανῆς θεός].
          Με πιό τεχνικούς όρους, το πνεύμα είναι η λογική σύμφωνα με την οποία ο Θεός προσφέρει στα πλάσματα όλες τις ενέργειες της αγάπης του. Λογική θέλει να πεί εδώ ταυτόχρονα το μοντέλο και την αιτία και επομένως και την ερμηνευτική λογική ή νόηση. [Τήν Αιτιώδη αρχή τού υπαρκτού]. Η κίνηση της επιστροφής του πλάσματος πρός τον Πατέρα δέν αρχίζει παρά μόνον με την δωρεά της αγιοποιού χάριτος, με την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, και αν αυτό φτάνει στο τέλος του και στον σκοπό του αυτό οφείλεται στην καθοδήγησή του (In I Sent. d. 14 q. 2 a. 2). [Η σύγχρονη εσχατολογία πού έγινε στά χέρια τού Ζηζιούλα, ευχαριστιακή εκκλησιολογία]. Και πράγματι μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε με σιγουριά, τίποτε στο σύμπαν της φύσεως ή της χάριτος τού διαφεύγει : απολύτως μοναδικό, πληρεί όλα τα πράγματα. Το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει διά της ιδιοποιήσεως (της αναλογίας) δέν αφαιρεί τίποτε από την δύναμη αυτής της εξακριβώσεως. Ας προσπαθήσουμε όμως να εμβαθύνουμε περαιτέρω αυτό που συνεπάγεται για την Χριστιανική ζωή.
         
Σχόλιο: [Από το πάθος του να μήν δεχθεί την Θεολογία των ακτίστων ενεργειών των Ελλήνων Πατέρων, εξουθένωσε το Άγιο Πνεύμα, βαπτίζοντας τις άκτιστες ενέργειες Άγιο Πνεύμα. Οι σχέσεις εξυπηρετούν ακριβώς αυτή την σκοπιμότητα, αντικαθιστούν δηλαδή καί αντιπροσωπεύουν τις άκτιστες ενέργειες. Διά της αναλογίας λοιπόν, της ιδιοποιήσεως, η λατινική Δύση είχε ήδη κατασκευάσει από εκείνο τον καιρό την εικονική πραγματικότητα].

Συνεχίζεται

ΑΥΤΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΕΡΙΦΕΡΟΥΝ ΑΠΟ ΕΔΩ  ΚΙ ΕΚΕΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΙ Κ. ΞΙΩΝΗΣ ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΙ ΟΤΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.