Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Ο πόλεμος έρχεται και το CLN είναι μυστικό.

από τον Riccardo Paccosi - 04/09/2026

Ο πόλεμος έρχεται και το CLN είναι μυστικό.


Πηγή: Ρικάρντο Πακόζι


Τα τελευταία στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι οι προετοιμασίες της Ευρώπης για πόλεμο δεν αποτελούν απλώς ένα μέσο στήριξης του ΑΕΠ, ούτε αποτελούν αποκλειστικά ένα μέσο εσωτερικού ελέγχου με σκοπό τη διαιώνιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αλλά επίσης, και πάνω απ' όλα, εκφράζουν μια πραγματική και συγκεκριμένη πρόθεση να πυρποληθεί η Ευρώπη με τις φλόγες του πολέμου, προέρχονται από τις ακόλουθες πρόσφατες εξελίξεις:
α) το κλείσιμο του ρωσικού προξενείου στη Βόννη, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει πρόδρομο του κλεισίματος της ρωσικής πρεσβείας στο Βερολίνο·
β) η μετατροπή της Volkswagen -η οποία έχει χάσει περίπου το 80% των εσόδων της κατά τη διάρκεια αυτών των ετών πολέμου- σε πολεμική βιομηχανία·
γ) η τρομοκρατική απειλή του Ζελένσκι να καταρρίψει ρωσικές αεροπορικές εταιρείες, με πιθανό αποτέλεσμα την ακύρωση πτήσεων προς τη Μόσχα από αεροπορικές εταιρείες από όλο τον κόσμο·
δ) η εντατικοποίηση των κατασχέσεων ρωσικών πλοίων από τα ευρωπαϊκά ναυτικά. Μόλις πριν από λίγες ώρες, για παράδειγμα, έγινε γνωστή η κατάσχεση ενός ρωσικού ωκεανογραφικού ερευνητικού σκάφους στον Αρκτικό Ωκεανό από τη Νορβηγία. Σε αντίθεση με άλλα παρόμοια πρόσφατα περιστατικά, αυτό το σκάφος δεν αποτελεί μέρος του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», αλλά στην πραγματικότητα είναι ρωσική κρατική ιδιοκτησία.
Όπως
έχω εξηγήσει προηγουμένως, το ζήτημα τώρα δεν είναι αν και πώς η Ευρώπη μπορεί να κερδίσει μια στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία, αλλά μάλλον πώς και σε ποιο βαθμό η Ευρώπη πρέπει να αντέξει τον αντίκτυπο πριν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλακούν άμεσα ή/και η ρωσοευρωπαϊκή σύγκρουση συνδεθεί με άλλα παγκόσμια πολεμικά μέτωπα.
Πρώτον, μεταξύ των διμερών αμυντικών συμφωνιών ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου που παρακάμπτουν το ΝΑΤΟ και της πίεσης από το πολεμοχαρές βαθύ κράτος, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο Τραμπ θα μπορέσει να τηρήσει την επιθυμία του να αποφύγει μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας μόλις η Ευρώπη κατακλυστεί από φλόγες.

Δεύτερον, το 2028, ο Τραμπ δεν θα είναι πλέον πρόεδρος και ο διάδοχός του, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποφασίσει ποιος πόλεμος είναι καλύτερος για να αποφευχθεί η κατάρρευση του αμερικανικού συστήματος. Υπάρχει
μια
αντίφαση σε αυτό το σενάριο: οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν εμπιστεύονται καθόλου τους λαούς τους και, σε περίπτωση πολέμου, δεν θα μπορούν να βασίζονται σε ένα αίσθημα εθνικής ενότητας, αλλά μόνο στην καταστολή της διαφωνίας.

Επομένως, αυτός ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα θα πρέπει να χτυπηθεί για να αποφευχθεί ο πόλεμος: ένα διεθνές κίνημα λαϊκής εξέγερσης εναντίον των Ευρωπαίων ηγετών που, για άλλη μια φορά, οδηγούν τους λαούς τους στη σφαγή.
Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτά τα τέσσερα χρόνια μιας πολεμικής οικονομίας και αυξανόμενης φτώχειας και ανεργίας σχεδόν σε κάθε χώρα, τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Επιπλέον, η κοινή γνώμη έχει ενσωματωθεί σε μια νέα πόλωση: ο νεοφιλελευθερισμός έχει πετύχει το αναμφισβήτητο αριστούργημα της δημιουργίας ενός διαχωρισμού μεταξύ υποστηρικτών της μετανάστευσης και υποστηρικτών της μετανάστευσης, κάτι που -με την πρόσθετη θόλωση και τους τοξικούς καπνούς που προέρχονται από τα σάπια κουφάρια του αντιφασισμού και του αντικομμουνισμού- καθιστά πλέον αδύνατο οποιοδήποτε αυτόνομο λαϊκό κίνημα.

Κάποιοι
μπορεί να αντιτείνουν ότι δεν υπάρχει λόγος να ελπίζουμε σε λαϊκές εξεγέρσεις, καθώς υπάρχουν εκλογές στον ορίζοντα που θα μπορούσαν να αντιστρέψουν ειρηνικά την κατάσταση, δηλαδή τη νίκη εκείνων των εθνικοφιλελεύθερων κομμάτων που ισχυρίζονται ότι είναι κατά του πολέμου με τη Ρωσία.
Ωστόσο, αυτή η υπόθεση συγκρούεται με τις ακόλουθες αντιρρήσεις:
α) οι πολιτικές εκλογές στις δύο πιο πολεμοχαρείς χώρες -τη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία- έχουν προγραμματιστεί μόνο για το 2029, επομένως όλες οι προσδοκίες προς το παρόν στηρίζονται αποκλειστικά στις γαλλικές προεδρικές εκλογές τον Απρίλιο του επόμενου έτους.
β) η ψευδο-κυριαρχική πορεία των Ιταλών υποστηρικτών της εθνικοφιλελεύθερης δεξιάς - συγκεκριμένα των Σαλβίνι και Μελόνι - καταδεικνύει ότι πολιτικοί σχηματισμοί αυτού του είδους, μόλις αναλάβουν την κυβέρνηση, μπορούν εύκολα να επιλέξουν να υποχωρήσουν και να υποταχθούν σε υπερεθνικές επιταγές·
γ) τα επανειλημμένα μηνύματα από τον πολιτικό κόσμο και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης που θέλουν να θέσουν εκτός νόμου την αντιπολίτευση (AfD στη Γερμανία, αλλά και το Εθνικό Μέλλον στην Ιταλία) ή ακόμη και να παραλείψουν εντελώς τις εκλογές λόγω της πολεμικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης δεν πρέπει να υποτιμώνται.
Εάν
αυτό είναι το σενάριο, φαίνεται σαφές ότι ο καιρός για Πορείες Ειρήνης και τα συναφή έχει τελειώσει.

Είναι απαραίτητο να σχηματιστεί μια Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, η οποία, αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα θα καταλήξει να λειτουργεί μυστικά όπως αυτή του 1943.
Πρόκειται για τη δημιουργία ενός δικτύου πατριωτών, χωρίς αντιφασισμό και αντικομμουνισμό, που μπορούν να προετοιμαστούν για τη διαχείριση της μεταπολεμικής περιόδου.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ας εξεγερθούμε ενάντια στον τεχνολογικό φαταλισμό

του Μαρτσέλο Βενετσιάνι

Ο τεχνολογικός φαταλισμός* είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής μας. Καμία άλλη πεποίθηση δεν κυβερνά τον κόσμο, στη Δύση και στην Ανατολή, με τρόπο τόσο διεισδυτικό και απόλυτο. Τι είναι ο τεχνο-φαταλισμός; Είναι η πεποίθηση —ή η παθητική αποδοχή— ότι το τεχνολογικό μας μέλλον είναι αναπόφευκτο και μη αναστρέψιμο, ότι δεν μπορούμε ούτε να του ξεφύγουμε ούτε να μεταβάλουμε τα στάδιά του. Μια αυτόματη διαδικασία που δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, πόσο μάλλον ελεύθερη βούληση. Αντί να απορρίπτουμε και να δαιμονοποιούμε την τεχνολογία, όπως προτείνουν οι αποκαλυπτικοί, θα έπρεπε να εξεγερθούμε ενάντια στον τεχνολογικό φαταλισμό, ο οποίος μας εμποδίζει να σταθμίσουμε, με κριτικό πνεύμα και ενεργό ρεαλισμό, τις εκβάσεις και τα προϊόντα της τεχνικής.

Κάποτε ο φαταλισμός** γεννιόταν από την υποταγή στα ουράνια προστάγματα· πήγαζε από τα άστρα ή από το θείο και αποτελούσε ένα είδος μεταφυσικού νόμου από τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει. Αργότερα, όταν ο άνθρωπος εξεγέρθηκε ενάντια στη μαγεία και τη θρησκεία, ο φαταλισμός άλλαξε αφέντη, αλλά δεν έπαψε να βαραίνει και να εξουσιάζει. Άρχισε τότε να επικρατεί η αντίληψη ότι η ιστορική και οικονομική εξέλιξη υπακούει σε απαρέγκλιτους κανόνες· η αντίληψη αυτή ονομάστηκε ντετερμινισμός ή, σε άλλα πεδία, μηχανικισμός. Το αποτύπωμα, όμως, παρέμενε το ίδιο: υπάρχει ένας σιδηρός νόμος που κυβερνά τα γεγονότα και δεν μπορείς να του ξεφύγεις. Ακόμη και οι επαναστάσεις και οι εξεγέρσεις στηρίζονταν, τελικά, σε εκείνον τον νόμο της αναγκαιότητας. Σκεφθείτε, για παράδειγμα, τον μαρξισμό, ο οποίος προέβλεπε την έλευση του κομμουνισμού σαν να επρόκειτο για επιστημονική πρόγνωση, ως αναγκαία έκβαση των προηγούμενων ιστορικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Μπροστά στη σιδηρά αναγκαιότητα δεν υποκλίθηκαν μόνο οι ανορθολογικοί οπαδοί των τοτέμ και των ταμπού, αλλά και οξυδερκείς «κοσμικοί» στοχαστές, όπως ο Μπαρούχ Σπινόζα, ο οποίος ήταν ανεπιθύμητος τόσο στις εκκλησίες όσο και στις συναγωγές.

Νεαρός ακόμη, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας αγαπούσε τη φιλοσοφία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του με μια πτυχιακή εργασία με τίτλο Ενάντια στον φαταλισμό, η οποία κυκλοφορεί τώρα στην Ιταλία από τον εκδοτικό οίκο Einaudi. Η εργασία εκτιμήθηκε εξαιρετικά από τους καθηγητές του, οι οποίοι του απένειμαν την ανώτατη τιμητική διάκριση. Ο Γουάλας, ωστόσο, εγκατέλειψε τις φιλοσοφικές σπουδές για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνική πεζογραφία, που ταίριαζε περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία του.

Εκείνη η εργασία φανερώνει σπάνια αυστηρότητα και αναλυτικό ταλέντο, στοιχεία που προκαλούν έκπληξη σε όποιον γνωρίζει το λογοτεχνικό έργο του. Ο Γουάλας επέλεξε ως θεωρητικό του αντίπαλο τον Τσαρλς Τέιλορ, ο οποίος είχε γράψει ένα σύντομο αλλά σημαντικό άρθρο υπέρ του φαταλισμού, καταμεσής μιας εποχής ελευθερίας και χειραφέτησης. Την περίοδο εκείνη ο Γουάλας μελετούσε προσεκτικά τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν και ακολουθούσε τη λογική και την ανάλυσή του για τη γλώσσα. Σήμερα, η αντίκρουσή του θα έπρεπε μάλλον να στραφεί εναντίον του τεχνολογικού φαταλισμού.

Η κλασική ένσταση απέναντι στον θεολογικό φαταλισμό, για να την αποδώσουμε με απλά λόγια, ήταν η εξής: εάν τα πάντα έχουν ήδη προκαθοριστεί από τον Θεό, τότε η ανθρώπινη ελευθερία και βούληση δεν μετρούν καθόλου. Στην ένσταση αυτή η χριστιανική παράδοση, ακολουθώντας τη γραμμή του Σεβερίνου Βοηθίου και του Αγίου Θωμά του Ακινάτη, απαντούσε ότι ο Θεός γνωρίζει τα πάντα —το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον— χωρίς όμως να στερεί από τον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση.

Αυτή η αναπροσαρμογή της θέσης, την οποία υιοθετεί και ο Δάντης στο 17ο άσμα του Παραδείσου, αναπροσδιορίζει την εικόνα του Θείου, μετατοπίζοντας την έμφαση από την παντοδυναμία στην παντογνωσία: ο Θεός, δηλαδή, γνωρίζει τα πάντα, αφήνει όμως τον άνθρωπο να κάνει τις επιλογές του.

Η εργασία του Γουάλας στηρίζεται σε τύπους και σχήματα, πίνακες και διαγράμματα, προκειμένου να αντικρούσει τον φαταλισμό σε λογικομαθηματική και αναλυτική βάση. Όποιος αναζητεί το σπινθηροβόλο ύφος του Γουάλας ως συγγραφέα θα απογοητευθεί. Δεν υπάρχουν δημιουργικά ή διαισθητικά ανοίγματα, ούτε κάποια ιστορική και θεωρητική αναμέτρηση με τον φαταλισμό —από τη μαγεία ως τη θεολογία και από την ιστορία ως την κοινωνικοοικονομική θεωρία— όπως θα έκανε ένας ουμανιστής και ηπειρωτικός φιλόσοφος.

Η αυστηρότητά του είναι αξιοθαύμαστη· το κατεξοχήν πεδίο του φαταλισμού, όμως, είναι η κοσμοθεωρία, η οποία εδώ εξαφανίζεται. Αν επιχειρήσει κανείς να διεισδύσει βαθύτερα στη θεωρία του, θα διακρίνει την παρόρμηση να υπερασπιστεί την ελευθερία και την απροβλεψιμότητα του μέλλοντος· το κίνητρο, ωστόσο, παραμένει άρρητο, κρυμμένο.

Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να διακρίνουμε τον φαταλισμό από το amor fati, όπως είχε ήδη κάνει ο Νίτσε, ο οποίος στιγμάτιζε τον πρώτο ως παθητικό, «τουρκικό» φαταλισμό, ενώ ασπαζόταν το δεύτερο, που για εκείνον σήμαινε να λες «ναι» στη ζωή: μια ενεργητική συνενοχή με τη μοίρα και με όλα όσα συμβαίνουν.

Ο φαταλισμός, αντιθέτως, αποτελεί μια εκ των προτέρων παράδοση στη ζωή και στον κόσμο· μια μορφή ακηδίας και παθητικότητας απέναντι στα γεγονότα, καθώς και μια μορφή οκνηρίας και δειλίας. Το amor fati δεν αποκλείει την αναμέτρηση με τη ζωή, την αντίδραση στα γεγονότα και τον αγώνα μέσα στην αβεβαιότητα. Στο τέλος, όμως, αποδέχεσαι τις ετυμηγορίες της ζωής και της ιστορίας, όπως αποδέχεσαι τα όρια και τα ελαττώματά σου· υποδέχεσαι με αγάπη τη μοίρα έτσι όπως σου αποκαλύφθηκε.

Ο φαταλισμός είναι παραίτηση και αδυναμία· το amor fati, αντιθέτως, είναι κατάκτηση σοφίας και δύναμη. Στη θεώρηση της μοίρας περιλαμβάνονται ακόμη και η αντίσταση και η εξέγερσή σου. Όταν, όμως, το παιχνίδι έχει πια τελειώσει, παραδίνεσαι στην ετυμηγορία των θεών ή της ιστορίας και αγαπάς ό,τι συμβαίνει, ό,τι συνέβη και ό,τι πρόκειται να συμβεί, πέρα από τη θέληση και την ελευθερία σου.

Ολόκληρος αυτός ο στοχασμός γύρω από τη μοίρα απουσιάζει από την εργασία του Γουάλας. Έτσι, το κείμενο μετατρέπεται σε μια λόγια άσκηση καθαρής θεωρίας και μεθοδολογίας, χωρίς αναμέτρηση με την πραγματικότητα, τον μύθο και τη σκέψη. Εάν επιδιώκετε να κατανοήσετε τον φαταλισμό, τα θεμέλιά του και τις διαπλοκές του με την πίστη και τη μαγεία, τη σκέψη και την ιστορία, δεν θα τα βρείτε σε αυτό το βιβλίο, το οποίο μοιάζει με τον φαταλισμό εξηγημένο στην Τεχνητή Νοημοσύνη — ή από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Στο τέλος, ο Γουάλας ξαναστέλνει την μπάλα του φαταλισμού στην κερκίδα της μεταφυσικής.

Θα προτιμούσα, αντιθέτως, να μιλήσω για τον ίδιο τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, ο οποίος γεννήθηκε στην Ίθακη (της Νέας Υόρκης) το 1962 και αυτοκτόνησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2008. Ενώ στην Αμερική μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε δύο αισιοδοξίες —τη θεοσυντηρητική αισιοδοξία των Ρεπουμπλικανών και την προοδευτική αισιοδοξία των Δημοκρατικών— η τραγική ψυχή της Αμερικής και της εποχής μας αναγνώρισε τον εαυτό της στον Γουάλας, ο οποίος, σε ηλικία 46 ετών και υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, απαγχονίστηκε.

Τα βιβλία του, από το Infinite Jest και μετά, πυροδότησαν έντονες μεταθανάτιες διαμάχες στο διαδίκτυο. Στη ζωή του αφιερώθηκε η ταινία The End of the Tour, η οποία προβλήθηκε και στην Ιταλία.


Ο Γουάλας δεν είναι ένας «υγιής φορέας» του μηδενισμού
. Δεν περιγράφει απ’ έξω την καταθλιπτική και φορτωμένη με φάρμακα Αμερική· γράφει από το εσωτερικό της, με το ίδιο του το αίμα, με την κατάθλιψή του και το Nardil του, με τη ναρκισσιστική αρρώστια του. Βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον κόσμο που περιγράφει.

Ειρωνικός καθρέφτης της βαθιάς —και βαθύτατα επιφανειακής— Αμερικής, ο Γουάλας διέκρινε «το πνευματικό κενό της μεταμοντέρνας Αμερικής», τη σεξουαλική βία, τις μανίες και τις χυδαιότητες, την πλήξη και την αηδία, τους πνευματικά αποτυχημένους με τα «σβησμένα μάτια». Είναι ο ανησυχητικός βιογράφος μιας γενιάς η οποία, «όσον αφορά τις ουσιαστικές αξίες της ύπαρξης, δεν κληρονόμησε απολύτως τίποτε».

Ο Γουάλας οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ταξίδι της επιστροφής από τον Νίτσε στον Λεοπάρντι, σε γιανκικό ύφος. Ασφαλώς, η απόσταση που χωρίζει τους δύο Ευρωπαίους από τον Αμερικανό αυτόν εκφραστή είναι αβυσσαλέα· γίνεται, ωστόσο, αισθητή μια κοινή τραγική θεώρηση του κόσμου και μια απελπισμένη λαχτάρα για αλήθεια και ζωή.

Ο Γουάλας αναζήτησε μια διέξοδο από τη δυστυχία και έναν «απινιδωτή για τα σωματίδια μαγείας και ανθρωπιάς που εξακολουθούν να υπάρχουν στον κόσμο και να λάμπουν, παρά το πυκνό σκοτάδι της εποχής μας». Αναζήτησε τη χαρά του φωτός και «το απλό δώρο τού να είσαι ζωντανός», αλλά τα σκυλιά της νύχτας τον άρπαξαν τελικά από τον λαιμό.

Εξεγέρθηκε ενάντια στον φαταλισμό, στο τέλος όμως παραδόθηκε στη μοίρα και στα αγριότερα θηρία της. Διότι Fata volentem ducunt, nolentem trahunt: η μοίρα οδηγεί όποιον την αγαπά, αλλά συντρίβει όποιον της αντιστέκεται.

La Verità — 30 Αυγούστου 2026
Πηγή: 
https://www.marcelloveneziani.com/articoli/ribelliamoci-al-fatalismo-tecnologico/

Σημειώσεις
τεχνολογικός φαταλισμός : είναι η πεποίθηση ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι αναπόφευκτη, αυτόνομη και πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Σύμφωνα με αυτή την κοσμοθεωρία, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κατευθύνουν ή να σταματήσουν την τεχνολογική πρόοδο, αλλά απλώς να προσαρμοστούν στις αλλαγές που αυτή επιφέρει, είτε αυτές είναι θετικές είτε αρνητικές. Ο τεχνολογικός φαταλισμός μπορεί να εκδηλωθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους: 1) Ουτοπικός Φαταλισμός (Τεχνολογική Αισιοδοξία): Η τυφλή πίστη ότι η τεχνολογία θα λύσει αυτόματα όλα τα ανθρώπινα προβλήματα (φτώχεια, κλιματική αλλαγή, ασθένειες), χωρίς να απαιτείται πολιτική ή κοινωνική δράση. 2) Δυστοπικός Φαταλισμός (Τεχνολογική Απαισιοδοξία): Η πεποίθηση ότι η τεχνολογία καταστρέφει αναπόφευκτα την κοινωνία, την ιδιωτικότητα ή τις θέσεις εργασίας (π.χ. μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης), και ότι η αντίσταση είναι μάταιη.

** φαταλισμός (ή μοιρολατρία) είναι η φιλοσοφική στάση και αντίληψη ότι όλα τα γεγονότα είναι προκαθορισμένα από μια ανώτερη δύναμη (τη μοίρα ή το πεπρωμένο) και ότι οι άνθρωποι είναι ανίσχυροι να τα αλλάξουν.

川建国 — Ο Τραμπ που «οικοδομεί» την Κίνα … Ας μας γίνει μάθημα…


Τα ιδεογράμματα που βλέπετε στον τίτλο σημαίνουν «Τραμπ, ο Οικοδόμος του Έθνους». Αλλά τα κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αναφέρονται στην Αμερική, αλλά στην ίδια την Κίνα, η οποία έχει επωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από τον εμπορικό πόλεμο που προσπαθεί να διεξάγει ο Ντόναλντ, όχι μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της προεδρίας αλλά και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης. Τα πράγματα είναι αρκετά σαφή: η πίεση από τη Δύση έχει τελικά παράγει θετικά αποτελέσματα επειδή ο εμπορικός πόλεμος έχει αναγκάσει το Πεκίνο να διαφοροποιήσει το εμπόριό του με τον υπόλοιπο κόσμο· ο τεχνολογικός πόλεμος έχει ωθήσει την κυβέρνηση και τις εταιρείες να επενδύσουν στα αδύνατα σημεία της αλυσίδας παραγωγής και καινοτομίας της· ο οικονομικός πόλεμος έχει βοηθήσει την Κίνα να κάνει την οικονομία της άτρωτη στις κυρώσεις και να επιδιώξει επειγόντως την αποδολαριοποίηση. 
Όταν ο Τραμπ επιτέθηκε στο Ιράν, τα πλεονεκτήματα έγιναν ακόμη πιο εμφανή, καθώς το κινεζικό εμπόριο αυξήθηκε εκθετικά ως άμεσο αποτέλεσμα του πολέμου: τους πρώτους επτά μήνες του έτους, το εξωτερικό εμπόριο του Πεκίνου έφτασε τα 4,46 τρισεκατομμύρια δολάρια (ένα ποσό που από μόνο του είναι μεγαλύτερο από το συνολικό ΑΕΠ της Ιαπωνίας, η οποία είναι η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο), καταγράφοντας αύξηση 17% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους. Μόνο τον Ιούλιο σημειώθηκε αύξηση 24%. Με απλά λόγια, είναι πάντα πολύ επικίνδυνο να δίνεις κίνητρα στους αντιπάλους σου.

Η εμπορική επέκταση του Πεκίνου έχει οδηγήσει σε μια μαζική μετατόπιση των γεωγραφικών συνεργασιών, από τις παραδοσιακές δυτικές αγορές προς τον Παγκόσμιο Νότο. Το εμπόριο με την ASEAN (Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας) έχει αυξηθεί κατά 35%, ενώ το εμπόριο με τη Ρωσία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική έχει επίσης αυξηθεί ταχύτερα από ό,τι με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν πλέον μόλις το 8,8% του συνολικού εμπορίου της Κίνας, από σχεδόν 25% όταν ο Τραμπ κέρδισε τις πρώτες του εκλογές το 2016. Η διακοπή του ενεργειακού εφοδιασμού του Κόλπου έχει συμβάλει σημαντικά στην υιοθέτηση κινεζικών προϊόντων πράσινης ενέργειας, από ηλεκτρικά οχήματα έως ηλιακούς συλλέκτες. Έτσι, έχουμε ετήσια αύξηση 76,2% στα ηλεκτρικά οχήματα, αύξηση 36% στις μπαταρίες λιθίου, αύξηση 35% στις ανεμογεννήτριες, αύξηση 24% στα ηλιακά πάνελ, αύξηση 32% στα ηλεκτρικά υλικά και αύξηση 100% στους ημιαγωγούς. 

Εν ολίγοις, ενώ ο πόλεμος έχει εξαντλήσει τους δυτικούς πόρους και έχει τροφοδοτήσει τον εγχώριο πληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα έχει εκμεταλλευτεί στρατηγικά τη σύγκρουση για να επιταχύνει την ανάπτυξη μέσω τριών κύριων καναλιών: της πράσινης ενέργειας· της κάλυψης του κενού που άφησε η περιοχή του Κόλπου στην προμήθεια βασικών υλικών, όπως το αλουμίνιο, μετά την καταστροφή σημαντικών παραγωγικών εγκαταστάσεων από ιρανικούς βομβαρδισμούς· και τέλος της Τεχνητής Νοημοσύνης, δεδομένου ότι αυτή είναι τόσο ενεργοβόρα που έχει θέσει σε κρίση πολλές από τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες του τομέα.

Αλλά η Κίνα ήταν προετοιμασμένη για όλα αυτά: πριν από τη σύγκρουση, το Πεκίνο είχε συσσωρεύσει ένα πρωτοφανές στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου ύψους 1,8 δισεκατομμυρίων βαρελιών, αγοράζοντας μαζικά ιρανικό και ρωσικό αργό πετρέλαιο σε μειωμένες τιμές λόγω των δυτικών κυρώσεων. Αυτό το τεράστιο ενεργειακό απόθεμα διατήρησε χαμηλό το κόστος παραγωγής στα κινεζικά εργοστάσια, ενώ οι δυτικοί ανταγωνιστές αντιμετώπιζαν μη βιώσιμο λειτουργικό κόστος. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα κινεζικά πετρελαιοφόρα μπορούσαν να διασχίσουν το Ορμούζ πληρώνοντας σε γιουάν, ο πόλεμος ουσιαστικά επιτάχυνε τον μακροπρόθεσμο γεωπολιτικό στόχο της Κίνας να μειώσει την κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου στο παγκόσμιο εμπόριο βασικών προϊόντων.

Κανείς δεν ξέρει πότε θα επιτευχθεί διαρκής ειρήνη στον Περσικό Κόλπο, αλλά όταν συμβεί αυτό, θα υπάρξει μια ανασυγκρότηση στην οποία οι κινεζικές εταιρείες θα διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, δεδομένου ότι από το 2021 ισχύει ένα 25ετές πρόγραμμα συνεργασίας Κίνας-Ιράν. Αυτό θα οφείλεται επίσης σε έναν διαρθρωτικό παράγοντα: λόγω του πολέμου, το Ιράν αναγκάστηκε να αποκόψει πλήρως και τα τελευταία υπολείμματα της εξάρτησής του από τη δυτική χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική, προκειμένου να παρακάμψει τις αμερικανικές τραπεζικές κυρώσεις. Και σίγουρα δεν θα επιστρέψει στο δολάριο μόλις τελειώσει η σύγκρουση. 
Επιπλέον, η Κίνα έχει εξασφαλίσει το μεγαλύτερο μερίδιο της ανασυγκρότησης του Ιράκ υπό πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, όπως έκανε και στο Αφγανιστάν χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα. Υπάρχει ένας λόγος γι' αυτό: ενώ η Δύση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη αντιμετωπίζουν τις παγκόσμιες συγκρούσεις μέσω μιας προσέγγισης που βασίζεται στην στρατιωτική επέμβαση και την αλλαγή καθεστώτος, το Πεκίνο λειτουργεί σύμφωνα με ένα μοντέλο αμοιβαίου οικονομικού οφέλους, μακροπρόθεσμης ολοκλήρωσης υποδομών και αυστηρής πολιτικής ουδετερότητας. 
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κάθε απερίσκεπτος πόλεμος για κυριαρχία ωφελεί εγγενώς την Κίνα. Και για να συνοψίσουμε: η στρατιωτική κατάκτηση και κατοχή απλώς δεν αποφέρουν θετική απόδοση στον σημερινό πολυπολικό κόσμο. Και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το σύστημα κυρώσεων, το οποίο, αντί να κρατά τους ανθρώπους κλειδωμένους στη φυλακή του δολαρίου, παρέχει κίνητρο για απόδραση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Κινέζοι αγαπούν τόσο πολύ τον Τραμπ: όσο περισσότερους πολέμους διεξάγει για να απομονώσει την Κίνα, τόσο περισσότερο εκείνη αναδεικνύεται σε παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη.

Η αμερικανική τρομοκρατία και η ιρανική αντίσταση

του Τομάζο Μέρλο — 3 Σεπτεμβρίου 2026

Μετά τη σφαγή στο σχολείο, ήρθε τώρα και η σφαγή στον γάμο: η αλυσίδα της αμερικανικής τρομοκρατίας συνεχίζεται. Βόμβες εναντίον άοπλων αμάχων και οικονομικός στραγγαλισμός, ώστε να πεθάνουν όλοι από την πείνα, την ώρα που τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση και η Ευρώπη ανεμίζει ψεύτικες ρωσοφοβικές σημαίες.

Θλιβεροί σπασμοί ενός imperium που φτάνει στο τέλος του, ενώ στην Ανατολή γεννιέται ένας καινούργιος κόσμος.

Ο Τραμπ δεν αποδέχεται τη στρατηγική ήττα απέναντι στο Ιράν και, αντί να ακούσει τους στρατηγούς και τις υπηρεσίες πληροφοριών του, υπακούει στους ναζιστές σιωνιστές που έχουν κατακλύσει τον Λευκό Οίκο. Θα χρειαστεί να περιμένουμε τους ιστορικούς για να μάθουμε αν είναι πράγματι θύμα εκβιασμών που συνδέονται με την αηδιαστική υπόθεση Έπσταϊν ή απλώς θύμα του μοχθηρού εγωισμού του, ο οποίος δεν του επιτρέπει να ξυπνήσει από τα παραμύθια που διηγείται στον ίδιο του τον εαυτό.

Παραμύθια όπως ότι κατέστρεψε το Ιράν, ότι ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ ή ότι είναι ένας σπουδαίος πρόεδρος και όχι η χειρότερη συμφορά στην αμερικανική ιστορία, όπως, σύμφωνα με τον συγγραφέα, καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις.

Και ενώ άλλοι στρατηγοί παραιτούνται και στρατιώτες αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν αντί να πολεμήσουν για τους σιωνιστές ή να φάνε ορισμένα από τα στρατιωτικά συσσίτια, η ανησυχία αυξάνεται σιωπηλά: στις αγορές, στα κυβερνητικά μέγαρα και στο πεδίο της μάχης.

Αν η Ρωσία αποστρατιωτικοποίησε το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, το Ιράν αποστρατιωτικοποιεί τώρα τον αμερικανικό στρατό στον Περσικό Κόλπο, διαλύοντας αυτοκρατορικές ψευδαισθήσεις και εύθραυστες ισορροπίες, ακόμη και υπαρξιακού χαρακτήρα.

Αφού πρώτα άδειασε τα αμερικανικά οπλοστάσια, το Ιράν εξακολουθεί να μετατρέπει σε καπνό δισεκατομμύρια δολάρια επενδυμένα σε αεροσκάφη, ραντάρ και εξοπλισμό, τα οποία οι Αμερικανοί επιχειρούσαν να αναδιατάξουν κρυφά στην Ιορδανία και σε άλλα εμιράτα.

Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης στρογγυλεύουν τις γωνίες, αλλά, στην ουσία, αυτή τη στιγμή το Ιράν είναι στρατιωτικά ανώτερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες δεν διαθέτουν ούτε καν στρατηγική και βρίσκονται στο έλεος των ναρκισσιστικών ιδιοτροπιών του Τραμπ.

Ένας ηλικιωμένος παράφρων, ο οποίος, αντί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και να παραδοθεί, συνεχίζει να ψεύδεται, να απειλεί και να βομβαρδίζει στην τύχη ακόμη και αμάχους, με μοναδικό αποτέλεσμα να συσπειρώνει και να ενισχύει την αποφασιστικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας όσο ποτέ άλλοτε, αντί να την καταστρέφει.

Ακόμη και ο οικονομικός στραγγαλισμός αποτελεί ανέκδοτο για τους Ιρανούς, ύστερα από μισό αιώνα αναποτελεσματικών κυρώσεων και με την Κίνα και τη Ρωσία να έχουν απορρίψει αυτά τα τρομοκρατικά σκουπίδια.

Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης αποπροσανατολίζουν, αλλά ο μόνος που γνωρίζει καθαρά τι επιδιώκει είναι το Ιράν. Θέλει να διατηρήσει τον ασφυκτικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και να εφαρμοστεί το Μνημόνιο που υπέγραψε ο Τραμπ, ενώ έχει αποσαφηνίσει και ένα θεμελιώδες σημείο:

Κάθε άλλο παρά σκοπεύει να διαλύσει τον «Άξονα της Αντίστασης». Το Ιράν θέλει να τον οδηγήσει στη νίκη, να απελευθερώσει τον παλαιστινιακό και τον λιβανικό λαό και να στείλει τον Νετανιάχου στην κόλαση.

Δικά τους λόγια.

Και μάλιστα θέλει να το πράξει γρήγορα, καθώς δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευνοϊκότερη ιστορική συγκυρία: οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο έλεος μιας καταστροφικής ηγεσίας, οι Αμερικανοί πολίτες αντιτίθενται σε ακόμη έναν πόλεμο για λογαριασμό των μισητών σιωνιστών και, κυρίως, ο ακριβότερος στρατός του κόσμου βρίσκεται σε εντυπωσιακή αποδιοργάνωση.

Όσο περισσότερο περιμένει το Ιράν, τόσο περισσότερο χρόνο προσφέρει στους επιτιθέμενους για να αναδιοργανωθούν, μολονότι διατηρεί συγχρόνως τη δυνατότητα να τους φθείρει λίγο λίγο.

Πέρα από το στρατιωτικό πλεονέκτημα, το Ιράν διαθέτει σήμερα την υποστήριξη των λαών ολόκληρου του κόσμου και έχει πίσω του τόσο την αναγεννημένη Ρωσία όσο, κυρίως, τον κινεζικό γίγαντα, ο οποίος αγοράζει το 90% του ιρανικού πετρελαίου και θα εξακολουθήσει να το αγοράζει.

Ακόμη και το ενδεχόμενο να καταφύγουν οι επιτιθέμενοι στα πυρηνικά όπλα δεν τρομάζει τους Ιρανούς, σαν να είχαν προβλέψει ακόμη και αυτή την κίνηση.

Το Ιράν προτιμά τη διπλωματική οδό, αλλά η σφαγή στον γάμο θα μπορούσε να αποτελέσει την απαρχή της προαναγγελθείσας αντεπίθεσης. Όχι πλέον απλές πράξεις αντιποίνων, αλλά ανάληψη της στρατιωτικής πρωτοβουλίας, με στόχο την ολοκληρωτική εκδίωξη των Αμερικανών από τον Περσικό Κόλπο και την επίτευξη στρατηγικών στόχων που φτάνουν μέχρι τη Γάζα.

Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, όμως, προτιμούν να φλυαρούν για άλλα θέματα και να τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι η αυτοκρατορία είναι αιώνια και ότι η ιστορική αλήθεια μπορεί να λογοκρίνεται για πάντα.

Κι όμως, εμείς είμαστε οι κακοί. Εμείς είμαστε εκείνοι που έχουν διαρκώς στο στόμα τους τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά στη συνέχεια βομβαρδίζουν αμάχους, απαγάγουν αρχηγούς κρατών, καταδικάζουν ολόκληρους λαούς στην πείνα, ανατρέπουν ύπουλα τις κυβερνήσεις που δεν τους αρέσουν και εκμεταλλεύονται τους πόρους των άλλων.

Εμείς είμαστε ο κίνδυνος. Κι όμως, κλέβουν δισεκατομμύρια από τις μάζες με το πρόσχημα ότι μας προστατεύουν από εχθρούς τους οποίους έχει κατασκευάσει τεχνητά το λόμπι του πολέμου.

Εμείς είμαστε οι επιτιθέμενοι, οι προβοκάτορες, οι δημιουργοί του χάους και της αδικίας που προκάλεσαν εκατομμύρια θανάτους και ανάγκασαν ισάριθμους επιζώντες να μεταναστεύσουν.

Στο τιμόνι βρίσκεται η αμερικανική αλαζονεία και αμάθεια, ενώ εμείς, οι αξιοθρήνητες αποικίες, ακολουθούμε από πίσω. Αρκετά πια.

Η ανησυχία αυξάνεται σιωπηλά. Το γεγονός, όμως, ότι ο μοχθηρός και παράφρων Τραμπ ίσως οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κατάρρευση νωρίτερα από όσο αναμενόταν, αποτελεί εξαιρετική είδηση για ολόκληρο τον κόσμο και, επομένως, και για εμάς τις αποικίες.

Θα μπορέσουμε έτσι να ξαναβρούμε το νόημα και την ελευθερία μας, απαλλασσόμενοι από τις δουλοπρεπείς πολιτικές τάξεις που δυστυχώς αναρριχήθηκαν στην κορυφή των δημοκρατιών μας. Είναι οι ίδιες που αυτές τις ώρες ανεμίζουν ψεύτικες ρωσοφοβικές σημαίες για να σώσουν τα προσχήματα και τις καρέκλες τους.

Αντί να παραδεχτούν την ήττα και να καταστρέψουν την πολιτική σταδιοδρομία τους, προτιμούν έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θλιβεροί σπασμοί ενός imperium που φτάνει στο τέλος του, ενώ στην Ανατολή γεννιέται ένας καινούργιος κόσμος.

Πηγή: https://www.ariannaeditrice.it/articoli/il-terrorismo-americano-e-la-resistenza-iraniana

Ανάμεσα στον πολιτισμό και τη βαρβαρότητα μεσολαβεί η αμορφωσιά


του Μαρτσέλο Βενετσιάνι — 3 Σεπτεμβρίου 2026

«Ξέρετε γιατί υπάρχουν τόσοι κομμουνιστές; Επειδή υπάρχει τόση αμορφωσιά». Αυτό συνήθιζε να λέει ο Αντόνιο, ένας ηλικιωμένος αγωνιστής της τοπικής κομματικής οργάνωσης στο χωριό μου. Και αμέσως μετά ανέμιζε ένα φύλλο της Secolo d’Italia, σαν αντίδοτο στην «αμορφωσιά». Σεβόμασταν τον ζήλο του, ίσως και επειδή ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο.

Ο Μπονατσίνι μού θύμισε κάπως εκείνον τον αγωνιστή του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος, ο οποίος πίστευε ότι ήταν μορφωμένος επειδή διάβαζε με ευλάβεια την κομματική του εφημερίδα και μπέρδευε τη στράτευση, την προπαγάνδα και την κομματική ένταξη με τη μόρφωση, την ενημέρωση και τον πολιτισμό.

Εκείνη την εποχή δεν γινόταν ακόμη λόγος για πολιτισμική ηγεμονία, μολονότι στην πράξη αυτή εξαπλωνόταν ήδη στα ανώτερα στρώματα του πολιτισμού, των εκδόσεων και των πανεπιστημίων, καθώς και στον κινηματογράφο και στις τέχνες, περισσότερο πάνω στο κύμα του ’68 παρά χάρη στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και στα στελέχη του. Στη συλλογική φαντασία της εποχής, πάντως, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν το κόμμα των φτωχών και των αμόρφωτων· περίπου όπως θεωρεί σήμερα ο Μπονατσίνι τη μεγάλη μάζα των δεξιών ψηφοφόρων.

Δεν αναμείχθηκα ούτε πρόκειται να αναμειχθώ στην πολεμική που ακολούθησε τη δήλωσή του, από αηδία και αδιαφορία εξίσου προς τις δύο πλευρές. Θα ήθελα, αντιθέτως, να σταθώ σε κάτι διαφορετικό: ήταν πράγματι προτιμότερη η στρατευμένη κουλτούρα μιας άλλης εποχής από την κοινή αντίληψη των ανθρώπων που διάβαζαν την πραγματικότητα χωρίς εκείνη την ιδεολογική διαμεσολάβηση;

Κοινή λογική εναντίον κομμουνισμού, θα λέγαμε τότε.

Ας επαναδιατυπώσω το ερώτημα, αφήνοντας κατά μέρος εκείνον που, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το προκάλεσε: η μαζική αποπολιτιστικοποίηση της χώρας μας οφείλεται περισσότερο στον αμόρφωτο ρεαλισμό των απολιτικών ή στον άγρυπνο ιδεολογισμό των στρατευμένων, οι οποίοι πίστευαν ότι πολιτισμός ήταν η σεχταριστική, κομματική διαπαιδαγώγηση της μιας πλευράς; Ή, καλύτερα: ποιο από τα δύο προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά στον πολιτισμό;

Ναι, έβλαψαν και τα δύο —όπως, σε άλλους τομείς, πρόσφεραν και κάτι θετικό—, αλλά μεγαλύτερη ζημιά προκάλεσε ένα τρίτο φαινόμενο: η ηλίθια ευφορία, η εσκεμμένα ανέμελη και καταναλωτική διάθεση που καλλιέργησαν η τηλεόραση και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία κυριάρχησαν στη χώρα τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια.

Ας το παρουσιάσουμε, λοιπόν, ως μια διαδοχική εξέλιξη.

Στην αρχή υπήρχε η λαϊκή, καθολική, αστική, βιοτεχνική και αγροτική αμάθεια, η οποία τρεφόταν από την κοινή λογική, τις συνήθειες, τα κληρονομημένα ήθη, τις ηθικές και θρησκευτικές αρχές και τις παροιμίες. Παρέμενε επιφυλακτική απέναντι στην καλλιέργεια, περιοριζόταν στις απολύτως απαραίτητες σπουδές και, από εκεί και πέρα, όλα ήταν καρπός της δουλειάς, της καθημερινής ζωής και της εμπειρίας.

Έπειτα εμφανίστηκε το δεύτερο στρώμα που ήταν εξίσου εχθρικό προς την πραγματική καλλιέργεια: η ερμηνεία του κόσμου, της ζωής και της πολιτικής μέσα από το άκαμπτο σχήμα των καλών και των κακών, των αφεντικών και των δούλων, της αναγκαίας επανάστασης και της ιδεολογικής στράτευσης. Ένα σχήμα που παρεμβλήθηκε σαν καταρράκτης μπροστά στα μάτια και εμπόδιζε την επαφή με τον πολιτισμό — το στάδιο Μπονατσίνι ή, για να συνεννοούμαστε, το στάδιο του Αντόνιο, του οπαδού του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος.

Τέλος, ήρθε η αντικατάσταση του πολιτισμού από την ψυχαγωγία: η λατρεία των προσώπων της οθόνης, η ανάδειξη ενός προτύπου θεμελιωμένου στην ικανότητα κάποιου να «γράφει στο γυαλί» και η εξάλειψη της σκέψης. Αυτό ήταν το τρίτο στάδιο της μαζικής αποπολιτιστικοποίησης.

Και πιθανότατα δεν είναι το τελευταίο, αν σκεφτούμε τον ρόλο που διαδραματίζουν εδώ και μερικά χρόνια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσα από μια συσκευή μικρότερη, αλλά περισσότερο ύπουλη και διαδραστική: το έξυπνο κινητό τηλέφωνο.

Το κοινό των κοινωνικών δικτύων —παραλίγο να γράψω «ο όχλος των κοινωνικών δικτύων»— είναι, φυσικά, εξαιρετικά σύνθετο και χρειάζεται να διακρίνουμε διαφορετικά επίπεδα και τρόπους συμμετοχής. Ωστόσο, το πιο επιβλαβές κύμα που αναδύεται από αυτά είναι εκείνο το μείγμα αμάθειας και αλαζονείας, φθόνου και περιφρόνησης απέναντι σε όποιον θεωρείται λόγιος, «καθηγητής» ή διάσημο πρόσωπο.

Να τους, λοιπόν, να αναζητούν τη μπανανόφλουδα, τη χαραμάδα μέσα στην οποία θα χώσουν το βαρελότο, το σημείο όπου θα σκοντάψει και θα πέσει ο επώνυμος, ώστε κατόπιν να μπορούν να επιτεθούν σαν αγέλη, να τον βρίσουν, να τον συκοφαντήσουν και να τον σύρουν στη λάσπη —ευγενική λέξη για κάτι πολύ χειρότερο—, για να του πουν τελικά: «Είσαι σαν κι εμάς· ή, μάλλον, είσαι χειρότερος από εμάς».

Συναντά κανείς εκδηλώσεις μίσους και χαιρέκακης περιφρόνησης όχι μόνο προς τους διάσημους αλλά και προς τους αποκαλούμενους μορφωμένους και διανοουμένους. Κάποτε υπήρχε —και εξακολουθεί να υπάρχει— εκείνο που ο Βίκο αποκαλούσε «η αλαζονεία των λογίων». Σήμερα, όμως, έρπει μέσα στα κοινωνικά δίκτυα η αλαζονεία των αμαθών εναντίον οποιουδήποτε έχει τη φήμη σπουδαίου και αναγνωρισμένου λογίου.

«Κι αυτός είναι διανοούμενος; Αυτός είναι συγγραφέας; Αυτός θεωρείται μεγάλος; Μα όχι· ας τον σύρουμε στον υπόνομο. Όλα είναι προσποίηση και πόζα· είναι χειρότερος από εμάς».

Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, εκείνο που εξαφανίζεται είναι ο πολιτισμός. Στην καλύτερη περίπτωση, αντικαθίσταται από μερικές πληροφορίες κλεμμένες από τη Wikipedia, το ChatGPT ή την τεχνητή νοημοσύνη.

Με ποια πλευρά βρίσκονται όλοι αυτοί; Ο Μπονατσίνι —ή κάποιος αντίστοιχος— δεν θα είχε καμία αμφιβολία: θα έλεγε ότι βρίσκονται στη Δεξιά, ανάμεσα στους φασίστες. Κάποιος δεξιός, πάλι, δεν θα είχε επίσης καμία αμφιβολία: θα έλεγε ότι βρίσκονται ανάμεσα στους woke, στην Αριστερά, στους κομμουνιστές ή στους αντιφασίστες.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το φαινόμενο διαπερνά οριζόντια όλες τις παρατάξεις. Αν περιηγηθείς ανάμεσα στις ύβρεις και στις επιθέσεις που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις τους τυφλούς αντιδραστικούς από τους στενόμυαλους προοδευτικούς, τους καταρρέοντες φαλλοκράτες από τους υστερικούς ομοφυλοφίλους ή τις υστερικές φεμινίστριες.

Είναι το συνολικό επίπεδο που υποχωρεί. Χρειάζεται, βεβαίως, να αποφεύγουμε πάντοτε τις γενικεύσεις, να κάνουμε τις αναγκαίες διακρίσεις και να μη μετατρέπουμε όλα τα κοινωνικά δίκτυα σε ένα ενιαίο fascio ή σε ένα σοβιέτ.

Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι αυτές οι διαδοχικές επιστρώσεις δημιούργησαν ένα σκληρό, ροζιασμένο περίβλημα δυσανεξίας και αδιαφορίας απέναντι στον πολιτισμό. Μια κατάσταση που απλώς μετριάζεται από ορισμένα ποπ υποκατάστατα, τα οποία προσφέρουν άλλοθι γνώσης μέσω των τηλεοπτικών βιβλιοπωλών και των εμπόρων μιας φτηνής ημιμάθειας.

Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να απαιτεί ολόκληροι πληθυσμοί να είναι καλλιεργημένοι ούτε υψηλά επίπεδα μόρφωσης να εκτείνονται σε όλη τη μάζα. Ο πολιτισμός υπήρξε πάντοτε ένα ελιτίστικο φαινόμενο, το οποίο αναπτύσσεται σε στρώματα και σχηματίζει μια πυραμίδα. Στην πλατιά της βάση βρίσκεται η οπτική και η μουσική κουλτούρα. Ακολουθούν η ιστορική γνώση και η εκλαΐκευση και, καθώς ανεβαίνουμε, φτάνουμε στα υψηλότερα επίπεδα της ανάγνωσης, της σκέψης και της έρευνας, όπου ο αριθμός των ανθρώπων μειώνεται, ενώ η ποιότητα αυξάνεται.

Ένας πολιτισμός, όμως, μπορεί να ονομάζεται πραγματικά πολιτισμός μόνον εφόσον αναγνωρίζει αυτή την πυραμίδα· εφόσον διακρίνει τα πεδία, τα επίπεδα, τις διαβαθμίσεις, ακόμη και τις ιεραρχίες, καθώς και τη διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα και την ποιότητα. Και εφόσον γνωρίζει να ξεχωρίζει τα περαστικά φαινόμενα από τις παρουσίες που διαρκούν, τους δασκάλους από τους influencers, τα αριστουργήματα από τα ευπώλητα βιβλία.

Υπάρχουν, βέβαια, και παραδείγματα υψηλού πολιτισμού που γίνονται ταυτόχρονα λαϊκά: από τον Όμηρο έως τον Δάντη, από το θέατρο του Σαίξπηρ έως την ποίηση ορισμένων κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, όπως το Ιράν, και ορισμένα σπουδαία λαϊκά μυθιστορήματα. Για να μη μιλήσουμε για καλλιτέχνες, ζωγράφους και μουσικούς που άγγιξαν τις κορυφές της ομορφιάς, χωρίς να χάσουν την ικανότητά τους να γοητεύουν ακόμη και ολόκληρους λαούς.

Μέσα σε όλα αυτά, η πολιτισμική ηγεμονία είναι ένα μάλλον ευτελές πράγμα, ακόμη κι αν ορισμένες φορές βαραίνει υπερβολικά και καταλαμβάνει πολύ χώρο. Όπου αυξάνεται η εξουσία, μειώνεται η ποιότητα του πολιτισμού. Και όπου ο σκοπός του πολιτισμού υποτάσσεται σε ένα σχέδιο ελέγχου, επιβολής και κοινωνικής καθοδήγησης, ο πολιτισμός γίνεται ολοένα πιο γκρίζος, δουλοπρεπής και μικρόψυχος.

Η εξουσία διαθέτει δύο τρόπους για να βλάπτει τον πολιτισμό: είτε αρνείται κάθε αξιοπρέπεια και αξία του είτε αξιώνει να τον κατευθύνει, να τον φιλτράρει και να τον διοχετεύσει σε προκαθορισμένα κανάλια.

Χωρίς να το αντιληφθώ, μόλις μίλησα για τη Δεξιά και την Αριστερά όταν βρίσκονται στην εξουσία.

Πηγή: https://www.ariannaeditrice.it/articoli/tra-la-cultura-e-la-barbarie-c-e-in-mezzo-l-ignorantita

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Λες «woke» και αμέσως βραδιάζει



Έχει περάσει σχεδόν ενάμισης αιώνας από τότε που, το 1884, ο Φρίντριχ Ένγκελς διατύπωσε έναν σαφή παραλληλισμό ανάμεσα στις συζύγους και το καταπιεσμένο προλεταριάτο. Το νόημα αυτής της πρωτότυπης σύγκρισης ήταν απλό και ξεκάθαρο: η χειραφέτηση των γυναικών περνούσε μέσα από τη χειραφέτηση ολόκληρης της κοινωνίας και όχι μέσα από μια βατραχομυομαχία ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.

Κι όμως, αυτόν ακριβώς τον δρόμο ακολούθησε σχεδόν αμέσως ο φεμινισμός, που γεννήθηκε και ανατράφηκε στον αγγλοσαξονικό χώρο, όπου η έννοια της κοινωνίας είναι εύθραυστη και μοιάζει περισσότερο με ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου.

Επιτρέψτε μου να διηγηθώ ένα περιστατικό που λέει πολλά πάνω σ’ αυτό. Μετά τη βύθιση του Τιτανικού, μια ομάδα γυναικών που είχαν επιζήσει οργανώθηκε με σκοπό να ανεγείρει ένα μνημείο στη μνήμη των ανδρών που είχαν θυσιαστεί για να σώσουν τη ζωή τους. Ορισμένες φεμινίστριες, όμως, αντιτάχθηκαν σθεναρά στο σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι οι άνδρες ήταν εκείνοι που είχαν κατασκευάσει το πλοίο και ότι, επομένως, ήταν αναμενόμενο να υποστούν τις συνέπειες όταν αυτό αποδείχθηκε ελαττωματικό.


Με τις ανοησίες, ωστόσο, δεν πηγαίνει κανείς μακριά. Και πράγματι, η χειραφέτηση των γυναικών δεν οφείλεται σε τέτοιου είδους ανοησίες, αλλά στους κοινωνικούς αγώνες που ξέσπασαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα φεμινιστικό κίνημα μέσα σε ένα πλαίσιο —για να χρησιμοποιήσω έναν όρο της prêt-à-porter διανοητικής μόδας— που κυριαρχούνταν από την ανδρική πατριαρχία;

Όταν αυτοί οι αγώνες χαλιναγωγήθηκαν, πρώτα από τους ευρωπαϊκούς φασισμούς και στη συνέχεια από τον αμερικανικού τύπου νεοφιλελευθερισμό, ο φεμινισμός περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε σεξιστικού τύπου διεκδικήσεις, από τις οποίες, παραδόξως, απαιτείται να δοθεί κοινωνική λύση στο γυναικείο ζήτημα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανισότητα στην εργασία, η οποία, τουλάχιστον σε επίπεδο αμοιβών, εξακολουθεί να υφίσταται ανενόχλητη και, από ορισμένες απόψεις, έχει μάλιστα οξυνθεί.

Όλα αυτά, όμως, εξαρτώνται από το καπιταλιστικό-χρηματοπιστωτικό σύστημα, γεγονός που καθιστά εντελώς μάταιο έναν φεμινισμό νεοφιλελεύθερης μήτρας. Κι όμως, ακριβώς αυτό το σχήμα χρησίμευσε ως καλούπι για να αντικατασταθούν τα πολιτικά ενεργά κοινωνικά υποκείμενα και οι ανάγκες των υποτελών τάξεων από έναν πολλαπλασιασμό αιτημάτων αναγνώρισης, τα οποία δεν διαθέτουν ταξικό ή οικονομικό χαρακτήρα και, επομένως, ούτε ουσιαστική δυνατότητα κοινωνικού μετασχηματισμού: γενεακές ομάδες, εθνοτικές ή σεξουαλικές μειονότητες και ούτω καθεξής.

Έτσι, η έννοια της κοινωνικής ισότητας εκτράπηκε προς ατομικές ή ομαδικές διεκδικήσεις που αφήνουν απολύτως ανέπαφο ένα σύστημα στο οποίο η ανισότητα αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι από αυτό πιάστηκαν οι αριστερές δυνάμεις, ορφανές πλέον από μια ανταγωνιστική προς το σύστημα ιδεολογία, αλλά πάντοτε σε αναζήτηση πολιτικώς ορθών θεμάτων που μπορούν να αξιοποιηθούν και να γίνουν ευπρόσδεκτα εκεί όπου κατοικεί η πραγματική ισχύς.

Η μετατόπιση του ιδεατού κέντρου βάρους από τις ανάγκες στις επιθυμίες, δηλαδή από τα κοινωνικά στα ατομικά αιτήματα, παρήγαγε τελικά τον woke κόσμο, έναν από τους βασικούς πυλώνες του παγκοσμιοποιητικού συστήματος. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι ζητά συμπερίληψη και όχι ισότητα. Και τι καλύτερο για να επιβάλεις μια κοινωνική νάρκωση από το να λες στους ανθρώπους ότι το ζητούμενο είναι να είναι «αφυπνισμένοι»; Τι καλύτερο από το να δημιουργείς κοινωνικό ροχαλητό ισχυριζόμενος ότι όλα έχουν να κάνουν με το να είσαι ξύπνιος;

Πρόκειται για έναν τρόπο διεκδίκησης σύμφωνα με τον οποίο θεωρείται ότι, ακόμη κι αν υπάρχει ισότητα ενώπιον του νόμου —όπως άλλωστε επιβάλλεται να συμβαίνει σε κάθε κράτος δικαίου—, πρέπει να αναγνωρίζονται ειδικά δικαιώματα σε συγκεκριμένες ομάδες, ως αντιστάθμισμα για τις διακρίσεις του παρελθόντος. Και φυσικά, μικρές ομάδες και λόμπι κάθε είδους ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, αναζητώντας τη δική τους μορφή αντιστάθμισης.

Σε τελική ανάλυση, αυτό σημαίνει άρνηση της συλλογικότητας. Χαρακτηριστική αυτού του κόσμου και αυτής της νοοτροπίας είναι η εμμονική προσοχή στις λέξεις, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως όργανα μεταφορικής βίας εναντίον της προσωπικής υποκειμενικότητας.

Φυσικά, όλα αυτά έχουν συνέπειες και για τα δικαιώματα των άλλων, όπως φαίνεται καθαρά στον αθλητισμό, όπου η απλή αντίληψη του εαυτού ως γυναίκας αρκεί, σύμφωνα με αυτή τη λογική, για να δώσει σε έναν βιολογικό άνδρα το δικαίωμα να συμμετέχει σε γυναικείους αγώνες.

Περιττό να πούμε ότι αυτό αποτελεί πραγματικό παράδεισο για τις κυρίαρχες τάξεις, οι οποίες μπορούν να κατακερματίζουν την κοινωνία κατά βούληση, χωρίς να φοβούνται ότι θα τεθούν σε αμφισβήτηση τα προνόμια της θέσης τους και η δυνατότητά τους να εκμεταλλεύονται τους άλλους.

Η συνήθης διέξοδος από αυτή την αντίφαση είναι ο ισχυρισμός ότι διαφορετικοί αγώνες μπορούν να συνυπάρχουν —το ίδιο επιχείρημα, επαναλαμβανόμενο σαν πολυγραφημένη λιτανεία—, πράγμα που μπορεί να ισχύει μόνο αφηρημένα. Στην πραγματικότητα, αν εγκαταλειφθεί ο κύριος αγώνας, οι υπόλοιποι δεν είναι παρά ασήμαντες αψιμαχίες, με εξίσου ασήμαντες νίκες, ενώ στο βάθος προβάλλει η ήττα.

Όλα αυτά είναι απολύτως προφανή. Μην πιστέψετε, όμως, ότι μπορείτε να τα πείτε ατιμώρητα ή έστω να τα θέσετε ως θέμα συζήτησης. Αυτό δεν επιτρέπεται.

Ίσως μπορείτε να τα πείτε στον λογιστή Ρόσι ή στην κυρία Μαρία.
Αλίμονό σας, όμως, αν τα πείτε σε κάποιον που ανήκει στις κοινωνικές τάξεις που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «υποκυρίαρχες»: πανεπιστημιακούς καθηγητές, δημοσιογράφους, δικαστικούς, ανώτερους κρατικούς λειτουργούς και ούτω καθεξής.

Πρόκειται για ομάδες που ζουν ουσιαστικά μέσω της συνεπιλογής και είναι, επομένως, αναγκασμένες να προσαρμόζονται σε έναν αυστηρό κομφορμισμό, ο οποίος γίνεται σχεδόν δεύτερο δέρμα. Ακόμη κι αν δεν το θέλουν ή ακόμη κι αν κατά βάθος αδιαφορούν, θα σας επαναλάβουν τα ίδια ακριβώς πράγματα, με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, πράγματα που έχουν προσλάβει από τα mainstream μέσα ενημέρωσης, χωρίς την παραμικρή υποψία ότι βρίσκονται παγιδευμένοι μέσα σε μια κατάσταση γνωστικής ασυμφωνίας.

Θα σας θεωρήσουν σεξιστές, ρατσιστές, ομοφοβικούς, ακόμη κι αν δεν είστε τίποτε από όλα αυτά. Και ακόμη κι αν, στην πραγματικότητα, μπορεί να είναι ακριβώς εκείνοι που κουβαλούν τέτοιες προκαταλήψεις: κάθε θετική προκατάληψη κρύβει πάντοτε κάτι που δεν λέγεται και συχνά δεν είναι παρά ένα άλλοθι.

Και αυτό με φέρνει στην επικαιρότητα της ανάρτησης. Τώρα φτάνει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού η νέα γραμμή σύμφωνα με την οποία το woke είναι νεκρό, αφού προηγουμένως, επί χρόνια, μας έλεγαν ότι δεν υπήρχε καν.

Αλλά κι αυτό είναι ψέμα. Πρόκειται απλώς για μια εκλογικού χαρακτήρα διόρθωση πορείας, επειδή η αποξένωση ανάμεσα στον λαό και το σύστημα εξουσίας έχει φτάσει σε επικίνδυνο σημείο και υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η πολιτική απήχηση ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερο.

Μην ανησυχείτε: η άρνηση της φύσης, της ιστορίας και της συλλογικότητας είναι υπερβολικά επωφελής για να εγκαταλειφθεί. Αν κάτι πρόκειται να θέσει πραγματικά σε κρίση τον μηχανισμό πειθούς και τα ιδεολογήματα πάνω στα οποία στηρίζεται, αυτό θα είναι μάλλον η αποτυχία του παγκοσμιοποιητικού συστήματος, η οποία αποτελεί πλέον γεγονός.

Όλα γεννήθηκαν την εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας του δολαρίου. Σήμερα όμως, ύστερα από πανδημίες και πολέμους που λειτουργούν ως πόλεμοι οικονομικής λεηλασίας, αυτή η κυριαρχία έχει ραγίσει, και μαζί της έχει ραγίσει και το front end, η πρόσοψη δηλαδή που έκρυβε τον μηχανισμό ο οποίος δούλευε από πίσω.

Τώρα υπάρχει ο κίνδυνος οι λαϊκές τάξεις να αντιληφθούν ότι έχουν περισσότερα κοινά με εκείνους που το σύστημα τους παρουσιάζει ως εχθρούς παρά με τις ίδιες τις ελίτ που τις κυβερνούν και ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης.

Επομένως, μια μικρή τακτική υποχώρηση, σαν εκείνη του ταταρικού ιππικού, ταιριάζει απολύτως στην περίσταση. [Γι’ αυτό και η σημερινή αποστασιοποίηση από το woke μπορεί να μην είναι παρά μια προσποιητή υποχώρηση: μια προσωρινή αλλαγή τακτικής, ώστε το σύστημα να ανακτήσει έδαφος και να επανέλθει αργότερα από ευνοϊκότερη θέση.]

Δεξιά του λαού, αριστερά των αριστοκρατών

του Roberto Pecchioli

Η αντιπαράθεση Μπονατσίνι – Μελόνι: γιατί και οι δύο έχουν δίκιο και άδικο

Μεταξύ των καλοκαιρινών αντιπαραθέσεων, μία είναι ενδιαφέρουσα, αν και οι εμπλεκόμενοι την αντιμετωπίζουν με τη κοντόφθαλμη οπτική της ιταλικής πολιτικής.

Ο πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), Στέφανο Μπονατσίνι, τυπικό προϊόν της αριστερής νομενκλατούρας αλλά ισορροπημένη προσωπικότητα, δήλωσε σε εκδήλωση του κόμματός του ότι «η ψήφος στον πρώτο και στον δεύτερο Τραμπ, η ψήφος για το Brexit πριν από μερικά χρόνια. Η ψήφος στη Γερμανία προς τη δεξιά, εκείνη στη Λεπέν, εκείνη στην Ιταλία στη Μελόνι, πρώτα στον Σαλβίνι και σήμερα ίσως στον Βαννάτσι, είναι μια ψήφος που, κατά πλειοψηφία, προέρχεται από όσους έχουν σπουδάσει λίγο, από όσους ζουν στις επαρχιακές περιοχές ή στα προάστια των πόλεων και από όσους βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση».

Contra factum non valet argumentum: είναι η αλήθεια που επιβεβαιώνεται από κάθε κοινωνιολογική και εμπειρική έρευνα.

Με μεγάλη ταχύτητα και επικοινωνιακή δεξιοτεχνία, η Τζόρτζια Μελόνι – το μοναδικό πραγματικό πλεονέκτημα του συνασπισμού του οποίου ηγείται – απάντησε ως εξής: «Εκείνοι που τους ψηφίζουν είναι μορφωμένοι, συνειδητοποιημένοι και έξυπνοι πολίτες, ενώ εκείνοι που ψηφίζουν εμάς είναι αμαθείς, άξιοι οίκτου, αν όχι και επανεκπαίδευσης».

Χτύπησε και βύθισε.

Το ζήτημα είναι ότι και οι δύο έχουν ταυτόχρονα δίκιο και άδικο.

Πάνω απ’ όλα, αδυνατούν να αντιληφθούν την ιστορική σημασία αυτού που παρατηρούν ως επαγγελματίες της πολιτικής, που ανησυχούν περισσότερο για την άμεση απήχηση παρά για τις συνέπειες όσων διαπιστώνουν.

Κι όμως, δύο φαντάσματα περιπλανώνται στη γη του λυκόφωτος: η αριστοκρατική αριστερά και η πληβειακή δεξιά.

Είναι κάτι καινούργιο, αλλά όχι εντελώς: τη Γαλλική Επανάσταση, μητέρα όλων των επαναστάσεων, την έκαναν δικηγόροι, διανοούμενοι και μικροευγενείς των πόλεων, ενώ η αντίσταση προήλθε από τα λαϊκά και αγροτικά στρώματα, τα οποία εξοντώθηκαν σε πραγματικές γενοκτονίες, όπως στη Βανδέα.

Ήταν ο εξαιρετικά φιλελεύθερος νόμος Le Chapelier (1791) που κατάργησε τα ενδιάμεσα σώματα και άφησε τον λαό ανυπεράσπιστο απέναντι στην απρόσωπη δύναμη του νεοσύστατου «έθνους» – της νομικής εξουσίας – και της οικονομίας.

Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, η αριστερά ήταν φιλελεύθερη, με τις διάφορες έννοιες του όρου. Η εκμεταλλευτική βία της νέας εξουσίας γέννησε τη σοσιαλιστική και κομμουνιστική αντίδραση· οι φιλελεύθεροι έγιναν η δεξιά, ηγεμονεύοντας επί των συντηρητικών.

Επιστρέφουμε στις ρίζες.

Οι νικητές από τη μία πλευρά, οι ηττημένοι από την άλλη. Αλλάζει η σήμανση, όχι η ουσία.

Καθώς εξασθένησε ο μαρξιστικός μυστικισμός γύρω από το προλεταριάτο, τον μοχλό της κομμουνιστικής επανάστασης, έμεινε εκείνο που οι μεταμαρξιστές της Φρανκφούρτης – ιδίως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ – είχαν κατανοήσει πριν από έναν αιώνα: οι προλετάριοι δεν είναι καθόλου επαναστατική τάξη. Αγωνίζονται να ξεφύγουν από την κατάστασή τους και να γίνουν αστοί.

Εκείνοι, μαζί με τον Μαρκούζε, εντόπισαν νέες «επαναστατικές» ομάδες: τις γυναίκες, τις εθνοτικές και σεξουαλικές μειονότητες, τους νέους που θεωρούνταν ξεχωριστή τάξη, τις κοινότητες χωρίς κοινωνική βαρύτητα.

Η αριστερά – που έγινε προοδευτική και κατά κάποιον τρόπο επέστρεψε στον φιλελευθερισμό (οι γενικόλογες, πολυχρηστικές λέξεις προσελκύουν πάντα) – πήρε το μάθημά της και τάχθηκε στο πλευρό των νικητών.

Των πραγματικών νικητών: των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ολιγαρχιών, οι οποίες με τη σειρά τους απελευθερώθηκαν από τις αρχές του χθες στο όνομα του νέου ενυπάρχοντος θεού, της αγοράς που έγινε παγκόσμια, παντοδύναμη.

Αφού κατέκτησαν την εξουσία, αφού κατέκλυσαν ορισμένες πανεπιστημιακές σχολές και κατέλαβαν τα οχυρά της εξουσίας – ετερογένεση των σκοπών της σκέψης του Γκράμσι! – είναι προφανές ότι αυτά τα στρώματα, πολυάριθμα και σχεδόν πάντοτε εξασφαλισμένα, δεν θέλουν να την εγκαταλείψουν: γι’ αυτό ψηφίζουν αριστερά.

Επειδή η εκπαίδευσή τους είναι κυρίως νομικοδιοικητική, κοινωνιολογική, φιλοσοφική και ψυχολογική, θεωρούν τους εαυτούς τους μοναδικούς φωτισμένους.

Πρόκειται για ένα ευρύ σνομπ στρώμα, με αυξανόμενο ποσοστό γυναικών. Νιώθει άνετα στα εμπορικά κέντρα, λατρεύει τις καινοτομίες κάθε είδους, ιδίως τις τεχνολογικές, γοητεύεται από τα λεγόμενα «δικαιώματα» (μπροστά στα καθήκοντα υποχωρεί σκανδαλισμένο) και ανήκει στον τύπο του ανθρώπου που έχει εκριζωθεί εκούσια, του κοσμοπολίτη που δεν αισθάνεται ότι ανήκει πουθενά – τα nowhere (oι πουθενάδες) της αγγλοσαξονικής κοινωνιολογίας.

Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ο ναρκισσισμός: κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, αγαπούν τον εαυτό τους και θεωρούν τους εαυτούς τους, όπως θα έλεγε ο Πρίγκιπας της Σαλίνα, ο Γατόπαρδος, το άλας της γης.

Φυσικό είναι να αισθάνονται αποστροφή για όλους τους άλλους, ακριβώς όπως οι ανώτερες τάξεις του παρελθόντος, «οι κύριοι», που τουλάχιστον ήξεραν να αναδεικνύουν μέσα από τις τάξεις τους μια ηγετική-άρχουσα
 τάξη.

Ο Μπονατσίνι γεννήθηκε κομμουνιστής και γνωρίζει καλά ότι η δική του παράταξη αποτελούνταν κυρίως από τον ίδιο λαό που τώρα έχει μετακινηθεί αλλού.

Εργάτες, οι οικογένειές τους, χειρώνακτες άνδρες και γυναίκες, κάτοικοι των προαστίων, ολόκληρες γενιές ξεριζωμένες από τη βιομηχανική επανάσταση, η οποία έφτασε στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Δεν είχαν μεταπτυχιακά, πτυχία ή διπλώματα, αλλά θέληση, εργατικότητα, πνεύμα θυσίας, αγάπη για την οικογένεια και τη γη τους, ελπίδα για το μέλλον.

Τα παρασιτικά στρώματα
 – στον Νότο ενσαρκωμένα από τους τοπικούς παράγοντες, τους γαιοκτήμονες, τους εκπαιδευτικούς, τους γραφειοκράτες κάθε βαθμίδας και βαθμού, στον Βορρά κυρίως από την ανερχόμενη επιχειρηματική αστική τάξη, ανυπόμονη απέναντι στους περιορισμούς και καχύποπτη απέναντι στο κράτος – βρίσκονταν στην άλλη πλευρά.

Είναι μια χονδροειδής και αρκετά μεροληπτική διαίρεση, αλλά αποδίδει την εικόνα.

Πάντα ο επάνω εναντίον του κάτω, το κέντρο εναντίον της περιφέρειας, οι ολιγαρχίες και τα τεχνικά και διανοητικά στρώματα που τις υποστηρίζουν εναντίον του λαού.

Οι νικητές των τελευταίων εξήντα-εβδομήντα ετών τοποθετήθηκαν στην αριστερά – ο όρος είναι καθαρά περιγραφικός – επειδή βρήκαν εκεί αυτό που αναζητούσαν.

Αδιάφοροι για τις αρχές της ταυτότητας, της θρησκείας, του έθνους, της οικογένειας, χωρίς πλέον ενδιαφέρον για τα κοινωνικά ζητήματα, γοητευμένοι από το φάντασμα της ελευθερίας, νοούμενης ως απελευθέρωση από τους δεσμούς, βρήκαν σε ένα συγκεκριμένο είδος σπουδών το κλειδί για να επιβεβαιώσουν ορισμένες αξίες και, κυρίως, να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και το κοινωνικό τους βάρος.

Κατέλαβαν τις γραφειοκρατίες (δομές εξουσίας), οι οποίες αυξήθηκαν σε αριθμό και σημασία, πάντοτε προσηλωμένες στον έλεγχο και στη διαχείριση – δύο κεντρικά ουσιαστικά στο προοδευτικό νοητικό σύμπαν – και σε μια νομικιστική, τυπολατρική θεώρηση της πραγματικότητας: το στρώμα των «πρωτοκόλλων» που απαλλάσσουν από τη σκέψη και, πάνω απ’ όλα, από την ευθύνη.

Κατέλαβαν το σχολείο, το οποίο εγκατέλειψαν πολλοί άνδρες εκπαιδευτικοί λόγω του χαμηλού οικονομικού κύρους. Ηγεμονεύουν σε επαγγέλματα όπως η ψυχολογία, η κοινωνική πρόνοια, τα διοικητικά στελέχη του δημόσιου τομέα, τη λεγεώνα των λεγόμενων «ειδικών».

Είναι ενστικτωδώς αριστεροί όχι λόγω προοδευτισμού, αλλά, παραδόξως, για τον αντίθετο λόγο: τα κατάφεραν και τώρα κοιτάζουν αφ’ υψηλού τη μάζα που βρίσκεται από κάτω, τους προτελευταίους, τους ηττημένους της εποχής μας.

Έχουν αντικαταστήσει τον ρατσισμό του χθες και την ταξική απόσταση με την πολιτισμική αλαζονεία, την υπεροχή των ημιμορφωμένων, των ημι-στοχαστικών, των ημιευκατάστατων, των ημιηθικολόγων, πάντα με το δάχτυλο υψωμένο και τα φρύδια ανασηκωμένα από αγανάκτηση, ενώ κοιτάζουν προς τα κάτω χωρίς να προσπαθούν να καταλάβουν.


Αν δεν ήταν οι δάσκαλοι της γλώσσας, θα ήταν η δεξιά, ένας όρος φορτισμένος με κάθε είδους αρνητικότητα.

Γι’ αυτό ο Μπονατσίνι έχει δίκιο όταν επισημαίνει τη δυσφορία που ωθεί τους λιγότερο μορφωμένους, τους μη εξασφαλισμένους, τους κατοίκους των μικρών και μεσαίων πόλεων, τα εναπομείναντα αγροτικά στρώματα, όσους δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, προς ιδανικά και επιλογές αντίθετες προς τη δική του παράταξη.

Αλλά είναι οι δικοί του που τους εγκατέλειψαν και, πάνω απ’ όλα, είναι οι δικοί του που δυσφήμησαν, εξευτέλισαν και γελοιοποίησαν τις αρχές και τις αξίες τους. Δεν μπορεί να εκπλήσσεται αν οι ηττημένοι δεν το δέχονται.

Η Μελόνι έχει δίκιο να υπερασπίζεται τους ψηφοφόρους της, αλλά δεν μπορεί να ξεχνά να τους εκπροσωπεί, όπως συνέβη κατά τα απογοητευτικά χρόνια της διακυβέρνησης.

Τίποτα από όσα ζητούσε ο λαός της δεν υλοποιήθηκε σε κεντρικά ζητήματα όπως η μετανάστευση, η δημόσια τάξη, ο πόλεμος, ο επανεξοπλισμός, η υπεράσπιση των μεσαίων στρωμάτων.

Ακόμη περισσότερο, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η συνοπτική κρίση της αριστεράς για τη δεξιά δεν είναι εντελώς αβάσιμη, ιδίως σε πολιτισμικό επίπεδο, και να εργαστεί για να την ανατρέψει, αποφεύγοντας να αναθέτει αυτά τα ζητήματα σε επιτηδευμένους δασκαλάκους των τηλεοπτικών σαλονιών.

Δεν έχει νόημα να χρυσώνουμε το χάπι: ένας τεράστιος αριθμός στελεχών και οπαδών ενδιαφέρεται μόνο για τρία πράγματα: οι φιλελεύθεροι-συντηρητικοί για τους φόρους και το τοτέμ της επιχείρησης· οι υπόλοιποι για τη μετανάστευση, όπου συγχέουν το φαινόμενο, που είναι δραματικό, με τον μετανάστη, που είναι άνθρωπος.

Όσοι έχουν αγωνιστεί επί δεκαετίες ενάντια στην πολιτισμική αδιαφορία των διαφόρων δεξιών το γνωρίζουν. Σε μειονότητες εξαιρετικής ποιότητας, με τεράστια ενδιαφέροντα και ευρείες γνώσεις, ανθρώπους που συχνάζουν σε ιστολόγια, ιστοτόπους και εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία, οργανωτές κύκλων, αδηφάγους αναγνώστες, ακούραστους αρθρογράφους, αντιπαρατίθεται μια τεράστια πλειοψηφία αδιάφορων, αν όχι ικανοποιημένων, εφησυχασμένων, αδαών.

Ανίκανοι να εμβαθύνουν, ενοχλημένοι από κάθε επιχείρημα που δεν αφορά το πορτοφόλι ή τους ξένους, δεν φέρουν όμως όλη την ευθύνη. Έχουν κακοπαιδευτεί εδώ και δεκαετίες: τα σκέφτεται όλα ο εκάστοτε αρχηγός.

Στο παρελθόν πολιτικοί ηγέτες όπως ο Αλμιράντε, ο Μαλαγκόντι ή ο Φανφάνι, ύστερα ο Μπερλουσκόνι, τώρα η Μελόνι και ο τελευταίος που εμφανίστηκε, ο αρχιστράτηγος.

Πρέπει να το παραδεχθούμε με τη λύπη, την αδυναμία και την απογοήτευση μιας ολόκληρης ζωής: η συζήτηση με τους προοδευτικούς μπορεί να ενοχλεί, να πονάει, να προκαλεί έκπληξη για την άρνηση της πραγματικότητας από ορισμένους, αλλά η συζήτηση με τον μέσο ψηφοφόρο της δεξιάς είναι συχνά απελπιστική.

Κι όμως, ο λόγος για τον οποίο η δεξιά είναι τόσο δημοφιλής στις κοινωνικές ομάδες που ανέφερε ο Μπονατσίνι – ο οποίος ξέχασε να αναλύσει (δεν θα του έκανε καλό και 
δεν τον συμφέρει!) την έντονη ανδρική υπεροχή – είναι στοιχειώδης.

Στη σύγχρονη κοινωνία η σύγκρουση δεν είναι πλέον αποκλειστικά κάθετη, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλευτών, αλλά, όπως λέγαμε, μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, λαού και ολιγαρχιών, γραφειοκρατικών και τεχνικών στρωμάτων, «ειδικών» με εξασφαλισμένη θέση και μαζών χωρίς εξασφάλιση, μεταξύ ταυτοτικών και κοσμοπολίτικων ανθρώπων.

Ο Μπονατσίνι το έχει καταλάβει, ενώ, από την αντίθετη πλευρά, περιορίζονται να απαντούν με πικραμένα, αν και αποτελεσματικά, συνθήματα. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στον στοχασμό και την προχειρότητα, ανάμεσα στην εμβάθυνση και την ευκαιριακή αλιεία.

Αν η νέα δεξιά είναι πληβειακή, είναι επειδή είναι ηττημένη. Κάποιες φορές νικά, εκμεταλλευόμενη τα κολοσσιαία λάθη του αντιπάλου, αλλά δεν αποτελεί εναλλακτική λύση.

Παραφράζοντας τον άκρως κομμουνιστή Ντάριο Φο: ο κυρίαρχος του λόγου ξέρει χίλιες λέξεις, ο ηττημένος τριακόσιες. Γι’ αυτό κερδίζει.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 6

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 6


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις κ το ρωσικο π το δίου το συγγραφέως κα το ερομ. Ζαχαρίου

Συνέχεια από 1. Σεπτεμβρίου 2026

Β΄

ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (συνέχεια)

Από τους Βίους των Αγίων, από τα ασκητικά συγγράμματα των Πατέρων, από τις συνομιλίες με πνευματικούς και με άλλους σύγχρονούς του ασκητές του Αγίου Όρους, ο νεαρός μοναχός διδασκόταν βαθμιαία μια τελειότερη ασκητική πράξη, ενώ συγχρόνως βρισκόταν σε έναν αγώνα που σε πολλούς θα φαινόταν εντελώς αδύνατος.

Ο ύπνος του, όπως και προηγουμένως, εξακολουθούσε να είναι διακεκομμένος, σε διαστήματα δεκαπέντε έως είκοσι λεπτών, συνολικά περίπου από μιάμιση έως δύο ώρες το εικοσιτετράωρο. Δεν ξάπλωνε σε κρεβάτι, αλλά κοιμόταν καθισμένος σε ένα σκαμνί. Την ημέρα κοπίαζε ως εργάτης· καρτερούσε στην εργασία της εσωτερικής υπακοής, δηλαδή στην αποκοπή του δικού του θελήματος· διδασκόταν, όσο ήταν δυνατόν, την πλήρη παράδοση του εαυτού του στο θέλημα του Θεού· εγκρατευόταν στην τροφή, στις συνομιλίες, στις κινήσεις· προσευχόταν για πολλή ώρα με τη νοερά εργασία της ευχής του Ιησού, έργο εξαιρετικά δύσκολο, που κυριολεκτικά συντρίβει όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις.

Και όμως, παρά την άσκησή του, το φως της χάριτος πολλές φορές τον εγκατέλειπε και πλήθη δαιμόνων τον περικύκλωναν κατά τη νύχτα.

Η εναλλαγή των καταστάσεων —άλλοτε επισκέψεις της χάριτος και άλλοτε εγκατάλειψη και δαιμονικές προσβολές— δεν έμενε άκαρπη. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της εναλλαγής, η ψυχή του μοναχού Σιλουανού βρισκόταν σε συνεχή εσωτερική μέριμνα, επαγρύπνηση και ένθερμη αναζήτηση διεξόδου.

Η αδιάλειπτη προσευχή και η νοερά νήψη, την οποία διδάχθηκε με την ιδιαίτερη υπομονή και ανδρεία που τον χαρακτήριζαν, άνοιξαν μπροστά του νέους ορίζοντες πνευματικής γνώσης και του έδωσαν νέα όπλα για τον αγώνα εναντίον των παθών.

Ο νους του όλο και συχνότερα έβρισκε μέσα στην καρδιά εκείνο «το σημείο της προσοχής», το οποίο του έδινε τη δυνατότητα να παρακολουθεί όσα συνέβαιναν στον εσωτερικό κόσμο της ψυχής. Η σύγκριση των καταστάσεων και των βιωμάτων του τον οδηγούσε σε καθαρότερη αντίληψη όσων τελούνταν μέσα του. Άρχισε να γεννιέται η αληθινή πνευματική γνώση.

Αποκτούσε τη διάκριση του τρόπου με τον οποίο πλησιάζουν αθόρυβα οι λογισμοί των διαφόρων παθών και του τρόπου με τον οποίο ενεργεί η χάρη. Ο Σιλουανός εισερχόταν πλέον στη ζωή του συνετού ασκητή και συνειδητοποιούσε ότι το κύριο νόημα της άσκησης συνίσταται στην απόκτηση της χάριτος.

Έτσι, το ερώτημα πώς ενεργεί η χάρη, πώς διαφυλάσσεται από τον άνθρωπο —ο οποίος είδε το φως του άναρχου Είναι, γεύθηκε το πλήρωμα της χαράς και την ανέκφραστη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού— και γιατί και για ποιον σκοπό η χάρη εγκαταλείπει την ψυχή, έγινε ένα από τα βασικά και κεφαλαιώδη μελήματα της ζωής του.

Στον αγώνα για τη διαφύλαξη της χάριτος ο μοναχός Σιλουανός έφτασε σε μέτρα που σε ανθρώπους άλλου τύπου θα φαίνονταν υπερβολικά σκληρά και ίσως θα μπορούσαν ακόμη να γεννήσουν τη σκέψη ότι μια τέτοια ασπλαχνία προς τον εαυτό του αποτελεί διαστροφή του Χριστιανισμού. Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό.

Μια ψυχή που γνώρισε τον Θεό, υψώθηκε στη θεωρία του κόσμου του αιώνιου φωτός και κατόπιν έχασε αυτή τη χάρη, βρίσκεται σε μια κατάσταση την οποία όποιος δεν τη γνώρισε στον ίδιο βαθμό δεν μπορεί καθόλου να φανταστεί. Το μαρτύριο και η οδύνη αυτής της ψυχής είναι άφατα· αισθάνεται έναν ιδιαίτερο μεταφυσικό πόνο.

Για τον άνθρωπο που βίωσε την απερίγραπτη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού, τίποτε πλέον δεν μένει σε αυτόν τον κόσμο ικανό να τον γοητεύσει ή να τον πλανήσει. Από μια άποψη, η επίγεια ζωή γίνεται γι’ αυτόν καταθλιπτικό φορτίο, και με κλάμα ζητά πάλι εκείνη τη ζωή την οποία πριν από λίγο είχε αγγίξει.

Ένας άνδρας που έχασε τη γυναίκα του, μια ύπαρξη που αγαπούσε θερμά και βαθιά, ή μια μητέρα που στερήθηκε τον μονογενή και αγαπημένο γιο της, μόνο εν μέρει μπορούν να συλλάβουν την οδύνη εκείνου που έχασε τη χάρη· γιατί η αγάπη του Θεού, ως προς τη δύναμη, την αξία και τη γλυκύτητά της, το ασύγκριτο κάλλος και την εξουσία της, υπερβαίνει απείρως κάθε άλλη ανθρώπινη αγάπη.

Γι’ αυτό ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει για εκείνους που έχασαν τη χάρη ότι η βάσανός τους υπερβαίνει τα βάσανα των καταδικασμένων σε θάνατο και το πένθος τους το πένθος εκείνων που θρηνούν «π νεκρούς».

Το μέγεθος της απώλειας και οι οδύνες που συνδέονται με αυτήν ωθούν σε μεγάλους αγώνες. Αναλογιστείτε το μαρτύριο της αγωνιζόμενης ψυχής, η οποία φτάνει μέχρι την εξάντληση των δυνάμεών της και όμως δεν κατορθώνει να επιτύχει αυτό που ποθεί. Η χάρη μόνο κατά καιρούς και για λίγο μαρτυρεί την εγγύτητά της και ύστερα πάλι απομακρύνεται.

Η ψυχή υποφέρει βαριά από το σκοτάδι της θείας εγκατάλειψης· ο νους, παρά τον δύσκολο άθλο της αδιάλειπτης εσωτερικής προσευχής, σκοτίζεται και βλέπει δαίμονες. Τις νύχτες συχνά έρχονται και ενοχλούν τον μοναχό, προσπαθώντας να τον αποσπάσουν από την προσευχή ή τουλάχιστον να μην τον αφήσουν να προσεύχεται καθαρά.

Πολλά πράγματα παραμένουν ασαφή· από τα πολλά οδυνηρά παθήματα της καρδιάς ο μοναχός θρηνεί, η ψυχή αναζητεί με πόνο τον Θεό, αλλά γύρω της δεν βρίσκει τίποτε άλλο παρά μόνο σκοτεινούς, αναιδείς, χυδαίους, κακούς και αποκρουστικούς δαίμονες.

«Σ δέ, Κύριε, ως πότε... να τί με γκατέλιπες»;

Η μεγάλη και ασύγκριτη πείρα των Πατέρων μας, από γενεά σε γενεά, έδειξε ότι σχετικά πολλοί αξιώθηκαν επισκέψεων της χάριτος στην αρχή της στροφής τους προς τον Θεό, αλλά μόνο λίγοι υπέμειναν εκείνον τον αγώνα που είναι απολύτως απαραίτητος, ώστε ο ασκητής να επανακτήσει πλέον εν επιγνώσει τη χάρη της οποίας είχε αξιωθεί.

Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους πρέπει να καταταχθεί και ο Σιλουανός. Οι λέξεις δεν μπορούν να αποδώσουν την αγωνία ούτε μιας μόνο νύχτας του αγώνα μιας ψυχής εγκαταλειμμένης από τη χάρη, ενώ εκείνος πέρασε ολόκληρα χρόνια μέσα σε αυτόν.

Θυμόμαστε ότι ο Γέροντας, ο οποίος γενικά δεν αγαπούσε να μιλά για τον εαυτό του, είπε:

«Αν ο Κύριος δεν μου είχε δώσει από την αρχή να γνωρίσω το άμετρο της αγάπης Του προς τον άνθρωπο, δεν θα μπορούσα να υπομείνω ούτε μία τέτοια νύχτα· και όμως πέρασα πλήθος από αυτές».

Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει από την ημέρα της εμφάνισης του Κυρίου σε αυτόν. Και να, σε μία από εκείνες τις μαρτυρικές νυχτερινές μάχες με τους δαίμονες, όταν, παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορούσε να προσευχηθεί καθαρά, ο Σιλουανός σηκώθηκε από το σκαμνί για να κάνει μετάνοιες· αλλά είδε μπροστά του μια γιγαντιαία μορφή δαίμονα, που στεκόταν μπροστά στην εικόνα και περίμενε να δεχθεί ο ίδιος την προσκύνηση. Το κελλί ήταν γεμάτο δαιμόνια. Ο Σιλουανός κάθισε πάλι στο σκαμνί και, σκύβοντας το κεφάλι, με οδύνη καρδιάς είπε την προσευχή:

«Κύριε, βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ με καθαρό νου, αλλά οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω για να μη με ενοχλούν».

Και άκουσε μέσα στην ψυχή του την απάντηση:

«Ο περήφανοι πάντοτε οτως ποφέρουν κ τν δαιμόνων».

«Κύριε, δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω, για να ταπεινωθεί η ψυχή μου», λέει ο Σιλουανός.

Και πάλι ήρθε από τον Θεό η απάντηση μέσα στην καρδιά του:

«Κράτει τν νον σου ες τν δην, κα μ πελπίζου».

Αυτή η σύντομη συνομιλία με τον Θεό μέσα στην προσευχή υπήρξε ένα νέο και εξαιρετικά σημαντικό γεγονός στη ζωή του Σιλουανού.

Το μέσο ήταν ασυνήθιστο, ακατάληπτο και, φαινομενικά, σκληρό· εκείνος όμως το δέχθηκε με χαρά και ευγνωμοσύνη. Η καρδιά του αισθάνθηκε ότι ο Κύριος τον ελεούσε και ότι ο Ίδιος τον χειραγωγούσε.

Το να κρατά τον εαυτό του στον άδη δεν ήταν για τον Σιλουανό κάτι νέο. Πριν από την εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν, είχε ήδη παραμείνει εκεί. Το καινούργιο στη θεία υπόδειξη ήταν το «κα μ πελπίζου».

Προηγουμένως είχε φτάσει μέχρι το σημείο της απελπισίας. Τώρα, πάλι, ύστερα από πολλά χρόνια βαριού αγώνα και συχνών εγκαταλείψεων, είχε βιώσει ώρες που, αν δεν ήταν ακριβώς απελπισία, πάντως πλησίαζαν πολύ σε αυτήν. Η μνήμη του Κυρίου που είχε δει τον φύλαγε από την έσχατη απόγνωση, αλλά τα παθήματα από την απώλεια της χάριτος παρέμεναν εξίσου οδυνηρά.

Στην πραγματικότητα, αυτό που ζούσε ήταν επίσης μια μορφή απελπισίας, αλλά διαφορετική από την πρώτη. Κατά τη διάρκεια τόσων ετών, παρά τους μόχθους που έφταναν μέχρι τα έσχατα όρια των δυνάμεών του, δεν είχε κατορθώσει να πετύχει αυτό που ποθούσε· και γι’ αυτό είχε χάσει την ελπίδα ότι θα το πετύχαινε ποτέ.

Όταν, ύστερα από επίπονο αγώνα στην προσευχή, σηκώθηκε από το σκαμνί για να κάνει μετάνοιες στον Θεό και είδε μπροστά του έναν δαίμονα να περιμένει να δεχθεί λατρεία, τότε η ψυχή του πόνεσε βαθιά. Και να, ο Ίδιος ο Κύριος τού έδειξε την οδό προς την καθαρή προσευχή.

Αναγνωρίζουμε ότι κάθε απόπειρα να διατυπωθεί με λόγια ένα βαθύ πνευματικό γεγονός είναι ανεπαρκής. Επειδή όμως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, καταφεύγουμε σε ό,τι μας είναι προσιτό.

Σε τι λοιπόν συνίσταται η ουσία της υπόδειξης του Θεού προς τον πατέρα Σιλουανό;

Στο ότι από τότε αποκαλύφθηκε στην ψυχή του —και όχι αφηρημένα ή διανοητικά, αλλά υπαρξιακά— ότι ρίζα όλων των αμαρτιών και σπόρος του θανάτου είναι η υπερηφάνεια· ότι ο Θεός είναι ταπείνωση.

Γνώρισε ότι εκείνη η ανέκφραστα γλυκιά και μεγάλη ταπείνωση του Χριστού, την οποία είχε βιώσει κατά τη στιγμή της Εμφάνισης, είναι αναφαίρετο ιδίωμα της Θείας αγάπης, του Θείου Είναι.

Γι’ αυτό, όποιος επιθυμεί να ενωθεί με τον Θεό πρέπει να ενδυθεί την ταπείνωση. Από τότε γνώρισε αληθινά ότι ολόκληρος ο αγώνας πρέπει να κατευθύνεται προς την απόκτηση της ταπείνωσης.

Τώρα η ψυχή του Σιλουανού πανηγυρίζει, πανηγυρίζει με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, άγνωστο στους υιούς του αιώνα τούτου. Του δόθηκε να γνωρίσει το μεγάλο μυστήριο του Είναι, να το γνωρίσει οντολογικά.

Ω, πόσο ελεήμων είναι ο Κύριος! Αποκαλύπτει τα θεία μυστήρια στον ταπεινό δούλο Του και τον διδάσκει τις οδούς της αιώνιας ζωής! Από τώρα και στο εξής ο Σιλουανός, με όλες τις δυνάμεις της ψυχής του, θα βαδίζει την οδό που ο Ίδιος ο Θεός τού υπέδειξε.

Συνεχίζεται

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 9 MALACHI MARTIN

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 9

MALACHI MARTIN 

G.P. Putnam's Sons, New York 1981

Συνέχεια από 27. Αυγούστου 2026

Η ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Η προβολή της μεγάλης αξίωσης (συνέχεια)


Την εποχή του Λέοντος, ο Χριστιανισμός μόλις είχε αρχίσει να εδραιώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη ως τρόπος ζωής. Ακτινοβολώντας από την Ιταλία, είχε απλώσει μακριές γραμμές επικοινωνίας σε όλη τη Γαλατία, το Βέλγιο, την Αγγλία, την Ιρλανδία, τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ανατολική Ευρώπη. Μέσα σε τριακόσια χρόνια θα κυριαρχούσε σε ολόκληρη την ήπειρο. Υπό την καθοδήγηση του Χριστιανισμού, η Ευρώπη του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, με όλα τα σφάλματα και τα επιτεύγματά της, εξελίχθηκε στη σύγχρονη Ευρώπη. Όλα αυτά θα ήταν αδύνατα, αν η ουννική αυτοκρατορία είχε κατακλύσει την Ευρώπη. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη οφείλεται στον Λέοντα.

Η συνομιλία του Λέοντος με τον Αττίλα διαρκεί μόνο λίγα λεπτά. Μήπως ο δεισιδαίμων Αττίλας φοβήθηκε τον ιερέα στο πρόσωπο του Λέοντος; Μήπως φοβήθηκε τον τοτεμικό συμβολισμό του ονόματός του —«λέων»—; Μήπως είχε ήδη αποφασίσει να υποχωρήσει εξαιτίας της πείνας, των ασθενειών και της δυσαρέσκειας στις τάξεις του στρατού του; Μήπως ο Λέων τον απείλησε με τις τιμωρίες του Ουρανού και της Κολάσεως; Δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε μόνο ότι ξαφνικά ο Αττίλας στρέφει το άλογό του, διασχίζει ξανά τον ποταμό και εισέρχεται καλπάζοντας στο στρατόπεδό του, φωνάζοντας βραχνές διαταγές. Οι σκηνές κατεβαίνουν και διπλώνονται. Οι άμαξες ζεύονται. Οι σειρές των δεμένων αλόγων αδειάζουν. Καθώς πλησιάζει η νύχτα, ο κρότος από τις οπλές αρχίζει να σβήνει. Το πρωί το στρατόπεδο των Ούννων είναι έρημο.

Ο Χριστιανισμός υπόσχεται στους ανθρώπους ελπίδα και ζωή· επάνω σε αυτή τη βάση αξιώνει να κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου. Εκείνη την ημέρα, στις όχθες του Πάδου, επιβεβαίωσε την ελπίδα και διέσωσε τη ζωή. Θα συνέχιζε να ασκεί αυτή την αξίωσή του για περισσότερο από μία χιλιετία.

Όλα τα τεκμήρια που διαθέτουμε μας λένε ότι ο Αττίλας ήταν ένας ανελέητος, εγωκεντρικός, αδάμαστος, ισχυρογνώμων, φιλόδοξος και πανούργος βάρβαρος, απέναντι στον οποίο οι συνηθισμένες εκκλήσεις για οίκτο ή λογική δεν θα είχαν απολύτως κανένα αποτέλεσμα. Ο Λέων δεν έγραψε ποτέ τι είπε στον Ούννο. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφιβάλλει ότι η απόφαση που έλαβε ο Αττίλας στον Πάδο οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πίστη του Λέοντος στην αποστολή του και στην ικανότητά του να μεταδώσει αυτή την πίστη στον Αττίλα. Μέχρι την εποχή του Λέοντος, ο Χριστιανισμός κατοικούσε στη σκιά της αυτοκρατορίας. Η βασιλεία του «δεν ήταν από αυτόν τον κόσμο». Μόλις λίγο περισσότερο από εκατό χρόνια προηγουμένως είχε απελευθερωθεί από τις κατακόμβες.

Ο Λέων έβλεπε ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία σε δύο επίπεδα. Όσα συνέβαιναν στον ορατό κόσμο δεν ήταν παρά αντανάκλαση του αόρατου και υπερφυσικού κόσμου του πνεύματος, από τον οποίο η σωτηρία και η ευημερία έφθαναν στους ανθρώπους μέσω της Εκκλησίας του Χριστού. Κατέστησε απολύτως σαφή αυτή τη διπλή θεώρηση της ιστορίας στα κηρύγματα που εκφώνησε προς τον λαό της Ρώμης, αφού οι Βάνδαλοι είχαν έρθει για να λεηλατήσουν, αλλά, χάρη στη δική του πειθώ, λυπήθηκαν τους κατοίκους και την πόλη της Ρώμης στο σύνολό της, το 455. Αυτό συνέβη τρία χρόνια μετά την κοσμοϊστορική συνάντησή του με τον Αττίλα:

«Ποιος την απελευθέρωσε [τη Ρώμη], ποιος τη διαφύλαξε από τη σφαγή;…… Αποδώστε την απελευθέρωσή μας όχι, όπως κάνουν οι άθεοι, στην επίδραση των άστρων, αλλά στην ανέκφραστη ευσπλαχνία του Παντοδύναμου, ο οποίος κατεύνασε τη μανία των βαρβάρων…… Η δόξα του Πέτρου και του Παύλου είναι τόσο μεγάλη, ώστε εσείς έχετε γίνει λαός άγιος, λαός εκλεκτός, έθνος ιερατικό και βασιλικό· και χάρη στην παρουσία της Αγίας Έδρας του μακαρίου Πέτρου έχετε γίνει κύριοι του κόσμου και μπορείτε, μέσω της αγίας θρησκείας, να επεκτείνετε την κυριαρχία σας περισσότερο απ’ όσο με την επίγεια δύναμη».

Ο Λέων ήταν ο πρώτος ηγέτης του δυτικού Χριστιανισμού που παρουσίασε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ως μια συνολική εξήγηση του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του. Πενήντα χρόνια νωρίτερα, ο Αυγουστίνος είχε διαιρέσει αυτόν τον κόσμο σε «δύο πολιτείες»: την Πολιτεία του Θεού και την Πολιτεία του Μαμωνά. Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, η συμφιλίωση μεταξύ των δύο ήταν αδύνατη. Τώρα ο Λέων διακήρυττε απερίφραστα ότι η εξουσία του Χριστιανισμού εκτεινόταν και στους δύο κόσμους.

Αντιμετωπίζοντας τον Αττίλα με αυτή τη διακήρυξη —όπως φαίνεται πιθανό ότι έκανε— ή απλώς και μόνο με το να σταθεί απέναντί του, ο Λέων διακινδύνευσε την ίδια του τη ζωή και την επιβίωση του Χριστιανισμού, προκειμένου να προβάλει τη μεγάλη αξίωση του Χριστιανισμού. Αν είχε αποτύχει, ο Χριστιανισμός ίσως να μην είχε ανεβεί ποτέ στον κενό θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επειδή ήταν πρόθυμος να πεθάνει, επέζησε· και ο Χριστιανισμός επέζησε, για να διαμορφώσει την Ευρώπη για περισσότερο από χίλια χρόνια.

Όταν ο Λέων Α΄ έγινε πάπας, ο αυξανόμενος διαχωρισμός ανάμεσα στην Ανατολική Ορθοδοξία —υπό τους πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Κύπρου— και στη Ρωμαϊκή Εκκλησία υπό τους πάπες είχε καταστεί εμφανής και προβληματικός. Ελάχιστοι στη Δύση μπορούσαν να μιλήσουν ή να διαβάσουν ελληνικά. Ακόμη λιγότεροι στην Ανατολή μπορούσαν να διαβάσουν ή να μιλήσουν λατινικά. Οι Ρωμαίοι —οι Λατίνοι— νήστευαν τα Σάββατα· οι Ανατολικοί το θεωρούσαν παράξενο και λανθασμένο. Οι Λατίνοι πίστευαν ότι κατά την τέλεση του ιερού μυστηρίου του Χριστιανισμού, της Λειτουργίας, μπορούσε να χρησιμοποιείται μόνο άζυμος άρτος. Οι Ανατολικοί πίστευαν ότι μπορούσε και έπρεπε να χρησιμοποιείται ένζυμος άρτος. Υπήρχαν και άλλες διαφορές.

Ο Λέων χάραξε μια ακόμη εντονότερη διαχωριστική γραμμή στη διαφωνία του με τους Ανατολικούς. Το 449 δημοσίευσε τον Τόμο του, ένα κείμενο που εξέθετε τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις του Χριστιανισμού. Έγινε αποδεκτός παντού, στην Ανατολή και στη Δύση. Πρέπει όμως να σημειωθεί μία διαφορά. Οι δυτικές Εκκλησίες τον αποδέχθηκαν απλώς επειδή τον είχε διακηρύξει ο Λέων, ο πανίσχυρος ηγέτης τους. Οι Ανατολικοί τον αποδέχθηκαν απλώς επειδή, όπως έγραψε σε απάντησή του ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Λέων επαναλάμβανε όσα ανέκαθεν δίδασκαν τα πέντε ανατολικά Πατριαρχεία. Το σημείο αυτό δεν διέφυγε από τον Λέοντα· και όταν η Σύνοδος της Χαλκηδόνας, το 451, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν δεύτερος ως προς την τιμή, μετά μόνο από τον πάπα της Ρώμης, ο Λέων απάντησε αμέσως ότι ο επίσκοπος Ρώμης δεν ήταν απλώς πρώτος ως προς την τιμή, αλλά πρώτος ως προς την εξουσία και την ορθοδοξία. Κάθε επίσκοπος και κάθε πατριάρχης ερχόταν δεύτερος μετά τον επίσκοπο Ρώμης, έλεγε ο Λέων. Και ας μην υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό!

Ο Αττίλας πέθανε βίαια το 453 από άγνωστο χέρι· το 461 ο Λέων πέθανε ειρηνικά στο κρεβάτι του. Η κληρονομιά του: μια χριστιανική Εκκλησία που δεν διακρινόταν πλέον από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μια χριστιανική Εκκλησία η οποία, προς το καλό και προς το κακό, ήταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 476, ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας της Δύσης εκθρονίστηκε και αποσύρθηκε με σύνταξη στην αφάνεια από μια παράξενη βαρβαρική μορφή, έναν Γερμανό ονόματι Οδόακρο —ή Οδόβακα— από τη φυλή των Σκίρων, οι οποίοι ζούσαν πέρα από τον Δούναβη. Ο Οδόακρος κυβέρνησε την Ιταλία και διόρισε δύο πάπες —τον Φήλικα Γ΄ και τον Γελάσιο Α΄— προτού θανατωθεί από τον Οστρογότθο Θεοδώριχο το 493. Ο Θεοδώριχος έλεγχε πλέον την εκλογή των παπών. Με εξαίρεση τον πάπα Αναστάσιο Β΄ (496–498), οι επόμενοι τέσσερις πάπες —ο Σύμμαχος, ο Ορμίσδας, ο Ιωάννης Α΄ και ο Φήλιξ Δ΄— είτε επικυρώθηκαν είτε διορίστηκαν από τον Θεοδώριχο. Μετά τον θάνατό του, η κόρη του Αμαλασούνθα ήταν υπεύθυνη για την ανάδειξη του πρώτου Γερμανού πάπα, του Βονιφατίου Β΄. Κατόπιν ο γιος του Θεοδώριχου, ο Θεοδάτος, ανέδειξε πάπες τον Ιωάννη Β΄, τον Αγαπητό και τον Σιλβέριο.

Στο μεταξύ, οι κανόνες για την εκλογή του πάπα γίνονταν ολοένα ακριβέστεροι. Στις αρχές του 5ου αιώνα, η εκλογική διαδικασία μέσω γενικής συνέλευσης είχε αρχίσει να γίνεται υπερβολικά αιματηρή ως προς τα αποτελέσματά της και υπερβολικά αναστατωτική ως προς τη διάρκειά της. Η πολιτική της αυτοκρατορίας, του βασιλείου και της πόλης παρεισέφρεε σε ένα ζήτημα που ήδη περιλάμβανε οικογενειακά συμφέροντα, φιλοδοξίες κληρικών, δογματικές διαφορές και προσωπική απληστία. Στη Ρωμαϊκή Σύνοδο του 499 —στην οποία είκοσι πέντε κληρικοί υπέγραψαν ως καρδινάλιοι-πρεσβύτεροι— ο πάπας Σύμμαχος προσπάθησε να εξαλείψει τις πολιτικές επιρροές αποκλείοντας τη Σύγκλητο και τους απλούς λαϊκούς. «Αν δεν υπάρχει σαφής υπόδειξη από τον προηγούμενο πάπα σχετικά με τον διάδοχό του», όρισε ο Σύμμαχος, «μόνο ο κλήρος της Ρώμης μπορεί να εκλέξει τον νέο πάπα, και μάλιστα με απλή πλειοψηφία».

Ο νόμος όμως του Συμμάχου έμεινε κενό γράμμα. Τον 6ο αιώνα διαπιστώνουμε ότι, σύμφωνα με την επίσημη ρωμαϊκή διατύπωση της εκλογικής διαδικασίας, η εκλογή του πάπα πραγματοποιούνταν από «όλους τους πρεσβυτέρους και τους ηγέτες της Εκκλησίας, ολόκληρο τον κλήρο και τους ευγενείς, το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων, μαζί με τους ευυπόληπτους πολίτες και ολόκληρο το σώμα του απλού λαού αυτής της πόλης, η οποία έχει αντέξει τόσο πολύ».

Ως τμήματα του εκλογικού σώματος, ο κλήρος έφερε τον τίτλο venerabilis («σεβάσμιος»), ο στρατός τον τίτλο felicissimus («πανευτυχής» ή «θριαμβευτικότατος») και ο λαός τον τίτλο sanctus («άγιος»). Ο συνήθης τόπος της εκλογής τους ήταν η παλαιά Ρωμαϊκή Αγορά, σε ένα σημείο που ονομαζόταν «Οι Τρεις Μοίρες». Αυτός ήταν ο τρόπος εκλογής του πάπα: είτε αυτό το τεράστιο εκλογικό σώμα, που είχε πλήρη συνείδηση της υπεροχής του, επικύρωνε τον υποψήφιο τον οποίο είχε ήδη επιλέξει ο προηγούμενος πάπας, ο αυτοκράτορας ή κάποιος άλλος ηγεμόνας· είτε επέλεγε το ίδιο έναν υποψήφιο και έστελνε το όνομά του προς επικύρωση στον εκάστοτε στρατιωτικό άρχοντα που κυριαρχούσε τότε στη Ρώμη. Καμία εξωτερική δύναμη, ωστόσο, δεν αμφισβήτησε ποτέ το δικαίωμα και την υποχρέωση της ρωμαϊκής συνέλευσης να επιλέγει τον υποψήφιο.

Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τον πάπα Γρηγόριο Α΄ «Μέγα». Ο Γρηγόριος επέμενε ότι το ρωμαϊκό πνεύμα ήταν το πνεύμα του Χριστού και ότι έπρεπε να γίνει το πνεύμα ολόκληρης της Εκκλησίας.


Συνεχίζεται με:

Ο Γρηγόριος ο Μέγας και η Αυτοκρατορία του Πνεύματος