Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Κυριακή του Τυφλού (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ευαγγέλιο: Ιωαν. θ΄1-38)

Μέγας είναι ο Θεός μας, μεγάλα τα έργα Του! Δεν υπάρχει αρχή και τέλος στα θαυμάσιά Του (πρβλ. Ψαλμ. οστ΄13, 14)! Δεν υπάρχουν μάτια που να ’χουν δει όλ’ αυτά τα θαυμάσια, δεν υπάρχει γλώσσα να τα διηγηθεί, μα ούτε και νους να τα συλλάβει.
Τα μάτια είδαν κι όταν ήρθε ο θάνατος έκλεισαν. Η γλώσσα διηγήθηκε και μουγγάθηκε. Ο νους συνέλαβε κι έπειτα όλα τα κάλυψε η λήθη. Ποιος μπορεί να γνωρίσει τα θαυμάσια και ν’ αγνοεί το θαυματουργό; Και ποιος μπορεί να δει το θαυματουργό και να εξακολουθήσει να ζει;
Όλη η φωτιά ήρθε στη γη κι εξακολουθεί να έρχεται από τον ήλιο. Γιατί δεν κατέβηκε ο ίδιος ο ήλιος στη γη, αντί να παρουσιάζεται λίγο στη γη, λίγο στο νερό, λίγο στον αέρα, λίγο στα δάση και λίγο στα ζώα; Γιατί σε κάθε μερική παρουσίασή του ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σκούρο και κρύο παραπέτασμα; Γιατί δεν κατέβηκε ολόκληρος στη γη για να φτιάξει τα πράγματα που γίνονται με τη φωτιά και το φως του, φορώντας σάρκα και περιορισμένος μέσα στη σάρκα; Επειδή αν πλησίαζε κοντά πολύ κοντά, η γη θα έλιωνε, θα εξαφανιζόταν σαν ατμός, θα χανόταν.
Ποιος θνητός θα μπορούσε να βρεθεί κοντά στον ήλιο και να ζήσει; Και ο ήλιος δεν είναι παρά δημιούργημα του Θεού. Μπροστά στο φως τού Θεού ο ήλιος είναι σαν σκοτάδι. Ποιος επομένως θα μπορούσε να κοιτάξει το Θεό των θαυμασίων και να ζήσει;
Και σου είναι εύκολο να κατανοήσεις ότι ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να κρύψει την αστραφτερή λάμψη της θεότητάς Του κάτω από το πυκνό και σκοτεινό κάλυμμα της ανθρωπίνης σάρκας; Ποιος άνθρωπος θα μπορούσε ν’ αντέξει και να επιζήσει μπροστά στην παρουσία Του;

Και κάτι ακόμα. Αν δεν είχε περιορίσει τη δόξα της θεότητάς Του, ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να σωθεί; Για να πούμε την αλήθεια, αν κάτι θα ήταν δύσκολο για τον Κύριο Ιησού, αυτό ήταν σίγουρα να περιορίσει τη δόξα της θεότητάς Του, παρά να τη φανερώσει.
Ακριβώς λοιπόν επειδή περιόρισε με πολλή σοφία τη δόξα της θεϊκής Του δύναμης, η ζωή Του στη γη ήταν η τέλεια αρμονία του Θεού με τον άνθρωπο.
Αδελφοί μου! Σαν άνθρωπος ο Χριστός δεν είναι λιγότερο θαυμαστός από ό,τι είναι ως Θεός. Και ως Θεός και ως άνθρωπος είναι θαυμαστός, είναι το θαύμα των θαυμάτων. Δεν είναι όμως κάποιο θαύμα που έγινε από μαγεία, μαντεία ή κάποιο επιδέξιο τέχνασμα. Είναι το θαύμα της σοφίας του Θεού, της δύναμις και της αγάπης Του για το ανθρώπινο γένος.
Ο Κύριος δεν έκανε θαύματα για να τον εγκωμιάσουν οι άνθρωποι. Μήπως πηγαίνει κάποιος από μας σε νοσοκομείο και κυκλοφορεί ανάμεσα σε τρελούς, κουφούς, άλαλους και λεπρούς για να λάβει τον έπαινό τους; Μήπως ο βοσκός θεραπεύει το πρόβατό του, για ν’ ακούσει το εγκωμιαστικό βέλασμά του; Τα θαύματα Του ο Κύριος τα έκανε μόνο για να βοηθήσει τους απελπισμένους και να δείξει έτσι πως ο Θεός φανερώθηκε στους ανθρώπους από τη μεγάλη Του αγάπη.

***
Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα από τ’ αμέτρητα θαύματα που έκανε ο Θεός. Με αυτό φανερώνεται η αγάπη του Χριστού για τους ανθρώπους που υποφέρουν, αλλ’ αποκαλύπτεται για μια ακόμα φορά κι η θεότητά Του.
Εκείνο τον καιρό, «παράγων ο Ιησούς, είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής» (Ιωάν. θ΄1). Πριν απ’ αυτό αναφέρεται πως οι Ιουδαίοι είχαν πάρει πέτρες για να ρίξουν στον Ιησού που ήταν στο ναό, επειδή μιλούσε την αλήθεια. Την ώρα που οι κακούργοι Ιουδαίοι σκέφτονταν μόνο πώς θα κάνουν κακό στον Κύριο, Εκείνος σκεφτόταν μόνο πως θα ευεργετήσει τους ανθρώπους.

Ένας άνθρωπος καθόταν εκεί ζητώντας ελεημοσύνη. Κανένας από τους κακεντρεχείς διώκτες του Χριστού, τους επαίσχυντους άρχοντες και πρεσβυτέρους του λαού, δεν ήταν πρόθυμος ν’ ασχοληθεί με τον φτωχό αυτόν άνθρωπο. Ακόμα κι αν κάποιος απ’ αυτούς έριχνε λίγα νομίσματα στα χέρια του, το έκανε περισσότερο για να τον δουν οι άνθρωποι, παρά από αγάπη γι’ αυτόν. Με τη γλώσσα του Μωυσή ο Κύριος είχε πει παλιότερα για τέτοιους ανθρώπους: «Γενεά εξεστραμμένη εστίν, υιοί, οίς ούκ έστι πίστις» (Δευτ. λβ΄20). Ο στοργικός Κύριος στάθηκε μπροστά στον άνθρωπο αυτόν, έτοιμος να τον βοηθήσει πραγματικά.

«Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθεί;» (Ιωαν. θ΄2). Λίγο νωρίτερα ο Κύριος είχε θεραπεύσει τον παραλυτικό στην προβατική κολυμβήθρα και του είχε πεί: «Μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται» (Ιωαν. ε΄14). Γίνεται φανερό από τα λόγια του Χριστού πως ο άνθρωπος εκείνος, που ήταν τόσα πολλά χρόνια ανάπηρος, έφταιγε ο ίδιος με τις αμαρτίες του για την αρρώστια του. Η περίπτωση του γεννημένου τυφλού όμως ήταν ασαφής και γι’ αυτό οι μαθητές ρώτησαν το Χριστό: Τις ήμαρτεν;

Το ότι πολλά παιδιά υποφέρουν για τις αμαρτίες των γονιών τους, έχει ξεκαθαριστεί από την αρχή. Το ότι ο Θεός επιτρέπει μερικές φορές να υποφέρουν τα παιδιά για τις αμαρτίες των γονιών τους, έχει κι αυτό ξεκαθαριστεί από την Αγία Γραφή (Α΄ Βασ. ια΄ 12, κα΄ 29). Αυτό μπορεί να φανεί άδικο μόνο σ’ εκείνους που έχουν συνηθίσει να θεωρούν τους ανθρώπους σαν ξεχωριστές οντότητες, σα να ’ναι τελείως αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον. Όποιος όμως θεωρεί το ανθρώπινο γένος ως έναν οργανισμό, δε θα το λογαριάσει αυτό ούτε άδικο ούτε αφύσικο.

Όταν ένα αμαρτωλό μέλος τραυματίζεται, τα άλλα μέλη που δεν έχουν αμαρτήσει, υποφέρουν. Είναι πολύ πιό δύσκολο να εξηγήσεις πως και πότε μπορεί να αμάρτησε ο άνθρωπος που γεννήθηκε τυφλός, παρά να ορίσεις την αιτία της τυφλότητας. Σαν απλοί άνθρωποι οι απόστολοι δέχτηκαν τη δεύτερη αυτή εκδοχή, χωρίς να σκεφτούν αν υπάρχει και τρίτη. Σ’ αυτους φαινόταν πιο πιθανό στην περίπτωση αυτή ν’ αμάρτησαν οι γονείς του τυφλού. Θυμήθηκαν όμως τα λόγια που είπε ο Χριστός στον παραλυτικό (μηκέτι αμάρτανε), και συνέδεσαν κατά κάποιο τρόπο τη μια περίπτωση με την άλλη. Ήταν σαν να του έλεγαν: Ήταν καθαρό σε μας τότε από τα ίδια τα λόγια Σου, πως ο άνθρωπος εκείνος προκάλεσε μόνος του την αρρώστια. Μπορεί όμως να ισχύει το ίδιο και σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο τυφλός αυτός άνθρωπος αμάρτησε ο ίδιος ή αμάρτησαν οι γονείς του;

Αν ο Κύριος έκανε τη στιγμή αυτή στους μαθητές του την ερώτηση: «Πώς νομίζετε πως θα μπορούσε να έχει αμαρτήσει για να γεννηθεί τυφλός;», οι μαθητές Του θα βρίσκονταν σε αμηχανία. Σαν τελευταίο επιχείρημα ίσως επικαλούνταν την κοινή αμαρτία του ανθρώπινου γένους από την αμαρτία του Αδάμ, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. ν΄5).

Η πιθανότητα ν’ αναφέρονταν οι μαθητές στο σκεπτικό ορισμένων γραμματέων και φαρισαίων (που δεν ήταν δικό τους, το είχαν δανειστεί από την Άπω Ανατολή), πως η ψυχή του ανθρώπου, προτού γεννηθεί, είχε πιθανώς ζήσει σε κάποιο άλλο σώμα και πως σ’ αυτήν την προηγούμενη ζωή είχε ζήσει με τρόπο που άξιζε ν’ ανταμειφθεί ή να τιμωρηθεί σ’ αυτήν τη ζωή, είναι πολύ μικρή. Αυτή είναι μια φιλοσοφική υπόθεση, που δε θά ’ταν δυνατό να την ήξεραν οι απλοϊκοί και πιστοί Γαλιλαίοι ψαράδες.

Ο σοφός Διδάσκαλος απάντησε στην ερώτηση των μαθητών: «Ούτε ούτος ήματρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ» (Ιωαν. θ΄2). Δηλαδή, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «ὅτι αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του, δεν είναι εδώ η αιτία της τυφλότητας» Για τον Ιώβ δεν ειπώθηκε αν αμάρτησε ο ίδιος ή οι γονείς του που τον βρήκαν τόσες συμφορές κι αρρώστιες, ώστε αναγκάστηκε να κραυγάσει: «Φύρετε δε μου το σώμα εν σαπρία σκωλήκων, τήκω δε βώλακας γης από ιχώρος ξύων» (Ιώβ, ζ΄ 5).

Για τα βάσανα και τις αρρώστιες που βρίσκουν τον άνθρωπο στη γη, ίσως υπάρχουν κι άλλες αιτίες, εκτός από τις αμαρτίες του ίδιου ή των γονιών του. Στην περίπτωση του ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός, η αιτία ήταν ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ.
Ευλογημένοι είναι εκείνοι που πάνω τους φανερώνονται τα έργα του Θεού, που τα χρησιμοποιεί για την ψυχική τους σωτηρία. Ευλογημένος είναι ο φτωχός άνθρωπος που όταν το έλεος του Θεού τον κάνει πλούσιο και διάσημο, εκείνος νιώθει και δέχεται το έλεός Του με ευχαριστία. Ευλογημένος είναι ο απελπισμένος ανάπηρος που ο Θεός του δίνει την υγεία του κι αυτός υψώνει την καρδιά του στον αθέατο Θεό, το μοναδικό ευεργέτη του.

Πόσο ορατά είναι κάθε μέρα στον καθένα μας τα έργα του Θεού! Τι χαρά νιώθουν όλοι εκείνοι που μέσα από τα έργα αυτά ο Θεός ανοίγει την πνευματική τους όραση για να θεωρούν το Θεό! Αλίμονο σε κείνους που, ενώ στα χέρια τους αφθονούν τα δώρα του Θεού, εκείνοι του γυρίζουν την πλάτη και ακολουθούν σαν τυφλοί τους σκοτεινούς και ματαιόδοξους δρόμους τους. Τα έργα του Θεού φανερώνονται σε όλους μας κάθε μέρα, αφού ο Θεός είναι μαζί μας κάθε μέρα και ώρα της επίγειας ζωής μας.

Τα έργα του Θεού λειτουργούν για τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Τα έργα του Θεού στον εκ γενετής τυφλό όμως συντελούν στη σωτηρία πολλών. Τα έργα αυτά αποκάλυψαν πραγματικά πως ο Θεός κατέβηκε στη γη, έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους. Τα έργα αυτά φανέρωσαν πως ανάμεσα στους ανθρώπους ζουν περισσότεροι πνευματικά τυφλοί παρά σωματικά. Αποδείχτηκε επίσης με τα έργα αυτά πως ένας συνετός άνθρωπος, που έχει από το Θεό κάποιο σωματικό χάρισμα, θα το χρησιμοποιήσει για να εμπλουτίσει την ψυχή του με αληθινή πίστη.

Προβλέποντας όλους αυτους τους καρπούς της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, ο Κύριος είπε ικανοποιημένος στους μαθητές Του: Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Ήταν σα να ’θελε να πει: Αφήστε κατά μέρος τώρα το ερώτημα για το ποιος φταίει, ο ίδιος ή ο πατέρας του. Δεν αξίζει ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό αυτή τη στιγμή. Αν αμάρτησε αυτός και οι γονείς του, μπορώ αυτή τη στιγμή να τους συγχωρήσω, να πάρω την αμαρτία πάνω Μου και να τους κηρύξω αθώους. Όλ’ αυτά είναι δευτερεύοντα τώρα μπροστά σ’ εκείνο που είναι να φανερωθεί. Και τα έργα του Θεού (όχι ένα αλλά πολλά) θα φανερωθούν με τον άνθρωπο αυτόν και το γεγονός αυτό θα καταγραφεί στο ευαγγέλιο, ώστε να λειτουργήσει για τη σωτηρία πολλών.
Πραγματικά, για τα χρόνια που υπόφερε ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος, θ’ αποζημιωθεί εκατονταπλασίονα. Κι η ανταπόδοσης που δίνει ο Θεός σε κείνους που υπόφεραν για χάρη Του είναι αιώνια, άφθαρτη. Ο Νικηφόρος, ένας σοφός σχολιαστής του ευαγγελίου, λέει για τον εκ γενετής τυφλό άνθρωπο: «Ο άνθρωπος που γεννήθηκε τυφλός, θα ένιωθε πολύ λιγότερη στενοχώρια από εκείνον που κάποτε είχε την όρασή του κι έπειτα την έχασε. Ήταν τυφλός κι αργότερα αποζημιώθηκε γι’ αυτή τη μικρή και σχεδόν ασήμαντη λύπη του. Και έλαβε διπλή όραση: τη φυσική από τη μια, με την οποία μπορούσε να βλέπει και να θαυμάζει τον ορατό κόσμο γύρω του, και την πνευματική από την άλλη, με την οποία αναγνώρισε κι ομολόγησε το Δημιουργό του κόσμου.
«Εμέ δεί εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι» (Ιωάν. θ΄4). Αυτά είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Με τα λόγια αυτά τους εξήγησε το κίνητρο για το θαύμα που επρόκειτο να κάνει στο γεννημένο τυφλό άνθρωπο. Ήταν σα να ’θελε να πει: «Θεού είναι αυτό τό έργο, όχι ανθρώπου. Εκείνος που μ’ έστειλε-είπε από ταπείνωση κι αγάπη για τον Πατέρα- κάνει τέτοια έργα. Έτσι κι Εγώ που είμαι μονογενής Υιός Του, μου αρμόζει να κάνω μόνο τέτοια έργα. Η χρήση δύναμης είναι ανθρώπινη πρακτική, δεν είναι για Μένα. Οι άνθρωποι έχουν ως κίνητρα τη ζήλεια, το φθόνο και την εκδίκηση. Δικά Μου κίνητρα είναι η αλήθεια και το έλεος. Κι αν οι άνθρωποι σηκώσουν πέτρες εναντίον Μου, Εγώ θα τους δώσω τον άρτο της ζωής».


Πόσο διάστημα θα γίνεται αυτό; Έως ημέρα εστί, δηλαδή όσο διαρκεί η ζωή. Η νύχτα, δηλαδή ο θάνατος, έρχεται. Και τότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Αυτό έχει μια γενικότητα, αναφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, μα όχι στον Κύριο. Ο Κύριος εργάζεται και στο θάνατο. Κατεβαίνει στον Άδη, καταργεί το θάνατο κι ελευθερώνει τους δίκαιους προπάτορες κι όλους όσοι ευαρέστησαν στον Κύριο. Αλλά και μετά την Ανάστασή Του, από τον αόρατο κόσμο, συνέχισε να επιτελεί θαύματα μέχρι σήμερα και θα τα επιτελεί ως τη συντέλεια του κόσμου. Η νύχτα ποτέ δε θα σταματήσει τον Κύριο να εργάζεται και να θαυματουργεί. Η ημέρα Του καλύπτει ολόκληρο το χρόνο, τον διαπερνάει και φτάνει στην αιωνιότητα. Στην πραγματικότητα όσο διαρκεί η δική Του μέρα, δε θα παύσει να εργάζεται. Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι, όσο κρατάει η δική τους μέρα, πρέπει ν’ ακολουθήσουν το δικό Του παράδειγμα και να εργάζονται, από τη γέννηση ως το θάνατό τους. Η μεγάλη νύχτα, ο θάνατος, θα έρθει στους ανθρώπους. Και τότε κανένας άνθρωπος δε θα μπορεί να εργάζεται, όπως θα ήθελε.

Είναι αλήθεια πως οι άγιοι είναι ενεργοί και μετά το θάνατό τους. Εργάζονται μέσα στην Εκκλησία του Θεού, και τη βοηθούν με διάφορους τρόπους. Τότε όμως δεν εργάζονται σύμφωνα με τη δική τους θέληση, αλλά με τη θέληση του Θεού. Ο Θεός εκτελεί το θέλημά Του μέσω των αγίων, επειδή εκείνοι (οι άγιοι) αγάπησαν το Θεό όσο ζούσαν στη γη. Κανένας δεν μπορεί μετά το θάνατό το να κάνει κάποιο έργο που θα ωφελήσει τον ίδιο σ’ εκείνον τον κόσμο ή να βελτιώσει τη θέση του εκεί. Κανένας δεν μπορεί μετά το θάνατό του να κερδίσει κάποια χάρη από το Θεό. Ούτε κι οι άγιοι δεν μπορούν να κερδίσουν μεγαλύτερη χάρη απ’ αυτήν που έχουν. Η χάρη του Θεού κερδίζεται μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Το πνευματικό κεφάλαιο ή η πνευματική χρεωκοπία επιτυγχάνονται μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Γι’ αυτό και τα λόγια του Κυρίου, έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι, δεν πρέπει να εκληφθούν ως έκφραση της δικής Του κατάστασης κατά ή μετά το θάνατό Του, αλλ’ ως μια σοβαρή κι έγκαιρη προειδοποίηση προς τους ανθρώπους.


«Όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου» (Ιωαν. θ΄5), είπε ο ίδιος ο Κύριος. Όλος ο κόσμος, όλη η κτίση, δημιουργήθηκαν από τον άχρονο Λόγο του Θεού. Εκείνος έδωσε την όραση τόσο στα πολυόμματα Χερουβείμ όσο και στον τυφλό και θνητό πηλό, απ’ όπου δημιουργήθηκε κάθε ύπαρξη. Έδωσε φως στον ήλιο, όραση σ’ όλους εκείνους που βλέπουν. Και μαζί με τη σωματική όραση, έδωσε στον άνθρωπο και ενόραση, την αίσθηση της γνώσης. Ο ήλιος λάμπει από το δικό Του φως. Από την όρασή Του βλέπει ο νους τού ανθρώπου. Είναι το φως το αληθινό του κόσμου ολόκληρου, από την αρχή ως το τέλος του. Ως Σωτήρας του κόσμου, ως Θεός με ανθρώπινη σάρκα, εμφανίστηκε στον κόσμο ως ένα νέο φως, για να σκορπίσει το σκοτάδι που είχε συσσωρευτεί στον κόσμο, να φωτίσει το σκοτισμένο νου των ανθρώπων, ν’ αποκαταστήσει την όραση σ’ εκείνους που τους είχε τυφλώσει η αμαρτία. Με άλλα λόγια ήρθε για να γίνει φως στους ανθρώπους, στη ζωή και στο θάνατο, στη γη και στον ουρανό, στο σώμα και στο νου. Όταν εν τω κόσμω ώ, είπε στους συγχρόνους Του στη γη, για να τον αναγνωρίσουν ως το φως που περίμεναν από παλιά και να μη παραμείνουν στο σκοτάδι. «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιωάν. ιβ΄35).

Αλίμονο σε κείνους που τον είδαν με τα μάτια τους και δεν τον αναγνώρισαν, που τον απέρριψαν και παρέμειναν στο νεκρικό σκοτάδι. Η απάντησή Του όμως αφορά και μας. Είμαστε και μεις σύγχρονοί Του, γιατί παραμένει ζωντανός στους αιώνες των αιώνων. Σήμερα έχουμε τη διαβεβαίωση των λόγων Του: Όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου. Ενόσω ζει στην ψυχή του ανθρώπου, είναι το φως του ανθρώπου αυτού. Ενόσω υπάρχει ανάμεσα στο λαό, είναι το φως αυτού του λαού. Ενόσω υπάρχει στο σχολείο, είναι το φως του σχολείου. Ενόσω υπάρχει στο εργοτάξιο, είναι το φως τού εργοταξίου και των εργαζομένων. Απ’ όπου αποσύρει την παρουσία Του, εκεί κυριαρχεί απόλυτο σκοτάδι. Η ψυχή του ανθρώπου γίνεται κόλαση χωρίς Εκείνον. Λαός χωρίς Εκείνον γίνεται αγέλη πεινασμένων κι αχόρταγων λύκων. Σχολείο χωρίς Εκείνον μετατρέπεται σε φαρμακερό εργοστάσιο ανοησίας. Εργοτάξιο χωρίς την παρουσία Του μεταβάλλεται σε τόπο γογγυσμού και μίσους. Σκέψου τώρα τα νοσοκομεία και τις φυλακές χωρίς Εκείνον! Δεν είναι παρά σκοτεινά σπήλαια απόγνωσης. Όποιος θυμάται πραγματικά τις μέρες της ζωής του, τις μέρες που έζησε χωρίς το Χριστό και τις άλλες που έζησε μαζί Του, έχει μέσα του τη μαρτυρία της αλήθειας των λόγων του Κυρίου: «Όταν εν τω κόσμω ώ, φως ειμί του κόσμου».

«Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρυσε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ· ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος» (Ιωάν. θ΄6-7). Ο τυφλός έκανε ό,τι του είπε ο Ιησούς, πλύθηκε στο Σιλωάμ και γύρισε με αποκαταστημένη την όρασή του. Όλα όσα είχε πει ο Κύριος στους μαθητές Του ως εκείνη τη στιγμή, τα είπε μπροστά στον τυφλό άνθρωπο, με σαφή την πρόθεσή Του ν’ ακούσει κι εκείνος τα λόγια Του. Ο Κύριος έδινε προτεραιότητα στην πνευματική όραση του τυφλού. Είναι πιο δύσκολο ν’ ανοίξει κανείς τα πνευματικά μάτια παρά τα σωματικά· πιο δύσκολο αλλά και πιο σπουδαίο. Για ν’ αποδείξει ότι είναι πιο εύκολο ν’ αποκαταστήσει τη σωματική όραση και πως αυτό είναι λιγότερο σπουδαίο, ο Κύριος έφτυσε στο χώμα, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’ αυτόν τα μάτια του τυφλού. Ήταν σα νά’ λεγε δηλαδή: «Δέστε, πώς από το περιφρονημένο πτύσμα και το χώμα, από τον τιποτένιο πηλό, θ’ αποκτήσει τη σωματική του όραση και θα δει. Πώς όμως θα λάβει την πνευματική του όραση; Εκτιμήστε περισσότερο το πνευματικό παρά το σωματικό, γιατί το σώμα δεν είναι παρά το ένδυμα κι ο εξοπλισμός του πνεύματος».

Ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να θυμίσει στους μαθητές τη δημιουργία τού ανθρώπου από τον πηλό της γης. Φανέρωσε έτσι πως Εκείνος ήταν ο Δημιουργός που διαμόρφωσε το σώμα του ανθρώπου από τον πηλό με το να φτιάξει τα μάτια του τυφλού από το ίδιο υλικό. Ο Κύριος ήθελε επίσης να φανερώσει στους μαθητές πως η θεϊκή Του δύναμη πηγάζει από το πνεύμα Του, όχι όπως γινόταν με τα λόγια Του, με τα οποία ανέστησε νεκρούς κι έδωσε την όραση σε πολλούς τυφλούς· όχι όπως με τα χέρια Του, που τα ακουμπούσε στους άρρωστους και τους έκανε καλά· όχι όπως με τα ιμάτιά Του, που μόλις τ’ άγγιξε η γυναίκα που είχε τη ρύση του αίματος έγινε καλά, αλλ’ ακόμα και με το πτύσμα Του.

Γιατί ο Κύριος έστειλε τον τυφλό άνθρωπο στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ; Γιατί δεν του χάρισε αμέσως την όραση, αλλά τον έστειλε να πλύνει σ’ αυτό το νερό τα μάτια του, που ήταν αλειμμένα με τον πηλό; Αυτή είναι η πρώτη φορά στο ευαγγέλιο που ο Κύριος κάνει χρήση γήινων υλικών για να θαυματουργήσει. Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος να θέλησε να τιμήσει τη δημιουργημένη φύση. Θά ’ταν καλό στους ανθρώπους ν’ αναζητούν θεραπεία για τις παθήσεις τους στα φυσικά φάρμακα και στα μεταλλικά νερά. Οι άνθρωποι όμως πρέπει νά ξέρουν πως όλα τα φυσικά φάρμακα κι όλα τα μεταλλικά νερά υπηρετούν την δύναμη του Θεού. Χωρίς τη δύναμη του Θεού κανένα φάρμακο δεν είναι αποτελεσματικό και κάθε πηγή δεν έχει παρά νεκρό (φυσικό) νερό. Πόσοι τυφλοί άνθρωποι είχαν πλύνει τα μάτια τους στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ ως τότε, χωρίς να λάβουν την επιθυμητή ίαση; Πόσες φορές θα πρέπει ο τυφλός άνθρωπος νά’ χε πλυθεί ο ίδιος σ’ αυτήν χωρίς αποτέλεσμα; Ο τυφλός άνθρωπος θεραπεύτηκε από τη δύναμη του Χριστού, όχι από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Χωρίς τη δύναμή Του, ο τυφλός θα μπορούσε να πλένεται κάθε μέρα στην κολυμβήθρα αυτή και να ξαναγυρίζει κάθε φορά στο σπίτι του τυφλός.

Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος, εξηγεί ο ευαγγελιστής. Το μυστήριο όνομα του θεραπευτικού αυτού νερού δεν είναι συμβολικά του θαυματουργού Ιατρού, του Απεσταλμένου από τον ουρανό, του Κυρίου Ιησού Χριστού; Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε ευρύτερη πνευματική διάσταση στο γεγονός αυτό, θα λέγαμε ότι ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος αντιπροσωπεύει όλη την ανθρωπότητα κι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ τον ίδιο τον Κύριο, που στάλθηκε από τον ουρανό για ν’ αποκαταστήσει την πνευματική όραση των ανθρώπων που τους είχε τυφλώσει η αμαρτία. Κι αυτό με μέσο το ζωντανό νερό τού Αγίου Πνεύματος, μέσω του μυστηρίου τού βαπτίσματος.

Πόσο ταπεινός κι υπάκουος όμως ήταν ο τυφλός! Όχι μόνο άφησε τον Κύριο ν’ αλείψει τα μάτια του με πηλό, αλλά και τον υπάκουσε, πήγε μετά στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύθηκε. Όταν ο Χριστός είπε μπροστά στον άνθρωπο ότι είναι το φως του κόσμου, ανταποκρίθηκε στο πνεύμα του τυφλού, για να εμφυτέψει μέσα του την πίστη. Τώρα, με το να τον στείλει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ του διδάσκει την υπακοή, γιατί η πίστη είναι αλληλένδετη με την υπακοή. Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό υπακούει αμέσως και πρόθυμα στο θέλημά Του.

Αδελφοί μου! Αν κάνουμε το θέλημα του Θεού χωρίς υπακοή αλλά με γογγυσμό, η πίστη πολύ λίγο θα μας ωφελήσει. Προσέξτε τον τυφλό άνθρωπο: Πιστεύει, έχει υπακοή, πηγαίνει αμέσως στο Σιλωάμ, όπου ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν ρωτήσει κάποιος: και πώς είδε, όταν απόπλυνε τον πηλό, δε θ’ ακούσει από μας τίποτ’ άλλο, παρά μόνο πως δεν ξέρουμε πώς έγινε. Και τι σόι θαύμα ήταν αυτό, αν δε γνωρίζουμε; Ούτε ο ευαγγελιστή γνώριζε ούτε ο ίδιος ο τυφλός».

Αλλά γιατί διερωτώμαστε μόνο για το περιστατικό αυτό; Αν κάποιον τον ενοχλεί αυτό, ας ρωτήσει και για τις εκατοντάδες, τις χιλιάδες άλλες περιπτώσεις που θεράπευσε ο Χριστός. Ας διερωτηθούν όλοι οι άνθρωποι, όλες οι γενεές από τότε που ξεκίνησε η ιστορία, πώς έγιναν όλ’ αυτά. Απάντηση δε θα λάβουν. Αυτό είναι το μυστικό Εκείνου που τα έκανε όλα. Ούτε ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, που ήταν ασύγκριτα πιο σοφός και πιο διαβασμένος άνθρωπος από τον τυφλό, δε θα μπορούσε να εξηγήσει πώς ο ίδιος, ως Σαούλ, τυφλώθηκε και πώς δέχτηκε την όρασή του όταν ο Ανανίας έβαλε πάνω του τα χέρια στο όνομα του Χριστού και τον έκανε Παύλο (βλ. Πράξ. θ΄10-18).

Το ότι ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος δε γνώριζε πραγματικά πώς δέχτηκε την όρασή του, φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια. Όταν γύρισε από το Σιλωάμ με την όρασή του αποκαταστημένη, πολλοί απορούσαν αν ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος που γνώριζαν πριν ως τυφλό ή κάποιος άλλος που του έμοιαζε. Όταν ο ίδιος απάντησε ότι εγώ ειμι, οι άλλοι τον ρώτησαν πώς άνοιξαν τα μάτια του. Στην απάντησή του ο πρώην τυφλός περιέγραψε με λίγα λόγια όλο το περιστατικό, δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει πώς έγινε και είδε. Απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα, είπε. Όταν τον έφεραν μπροστά στους Φαρισαίους κι εκείνοι τον ρώτησαν πώς είδε, απάντησε: «Πηλόν επέθηκέ μοι (ο Ιησούς) επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην και βλέπω» (Ιωαν. θ΄15). Αυτό μόνο μπορούσε να πει, δίνοντας μια ακριβή και θαραλλέα περιγραφή του περιστατικού που είχε λάβει χώρα.


Το φως τού Χριστού, που λάμπει στον κόσμο και φωτίζει τους ανθρώπους, αποκαλύπτεται στα μάτια μας στην πραγματική του λαμπρότητα μόνο όταν το βλέπουμε απέναντι στο σκοτάδι του ανθρώπου. Όσα ακολούθησαν τη θαυματουργική θεραπεία τού τυφλού φανερώνουν, στην πραγματική τους διάσταση, το παγωμένο σκοτάδι που κυριαρχεί στην καρδιά και το νου του ανθρώπου. Ένα σκοτάδι που, στο σημερινό ευαγγέλιο, απλώνεται σαν μια βαριά σκιά κάτω από το αστραφτερό φως τού νοητού Ηλίου, του Χριστού. Αυτό είναι το φοβερό σκοτάδι που καλύπτει την τυφλή καρδιά και τον τυφλό νου του Φαρισαίου. Εκείνοι (οι Φαρισαίοι) όχι μόνο δε χάρηκαν που ο τυφλός επαίτης που έστεκε μπροστά στο ναό τώρα έβλεπε, αλλά και πικράθηκαν, ένιωσαν προσβολή. Ο δικός τους ναός είχε ήδη μεταβληθεί σ’ ένα κήπο του Σαββάτου, με τον ίδιο τρόπο που όλη τους η πίστη είχε μετατραπεί σε λατρεία του Σαββάτου, σα να ήταν η μέρα εκείνη κάποια θεά. Δε ρώτησαν με συμπάθεια τον τυφλό πώς ζούσε τόσα χρόνια δίχως όραση, αλλά του επιτέθηκαν με το σκόπιμο ερώτημα: Πώς τόλμησε να δεχτείς την όρασή σου ημέρα Σάββατο; «Ούτος ο άνθρωπος, έλεγαν, ούκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ού τηρεί» (Ιωάν. θ΄16). Γι’ αυτούς άνθρωπος «του Θεού» ήταν όποιος κοιμόταν το Σάββατο, όποιος δεν έβγαινε από το σπίτι του να περπατήσει, για να μη χαλάσει την αργία του Σαββάτου. Δεν μπορούσε να ήταν «του Θεού» ο άνθρωπος αυτός που, ενώ είναι Σάββατο, δίνει την όραση σε τυφλό άνθρωπο! Σύμφωνα με τη διεφθαρμένη λογική τους οι πρώτοι τηρούσαν το Σάββατο, ο δεύτερος όχι!

Όταν όμως άνοιξε η συζήτηση ανάμεσα στους Φαρισαίους και τον τυφλό για το Χριστό, εκείνοι τον ρώτησαν τι γνώμη είχε γι’ Αυτόν. «Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν» (Ιωάν. θ΄17). Είναι φανερό πως δεν τον ρώτησαν για να μάθουν απ’ αυτόν την αλήθεια, αλλά μάλλον να τον ακούσουν να τον καταδικάζει επειδή δεν τήρησε το Σάββατο. Ο τυφλός όμως ομολόγησε με παρρησία το Χριστό, με όρους που ο ίδιος αντιλαμβανόταν πως ήταν οι καλλίτεροι και πιο δυνατοί στον κόσμο. Οι πιο καλοί και πιο δυνατοί άνθρωποι ήταν οι προφήτες, για τους οποίους θα είχε ακούσει και θα είχε μάθει. Γι’ αυτό σκέφτηκε έτσι και απάντησε ότι προφήτης εστίν.

Όταν έλαβαν αυτήν την αναπάντεχη και ανέλπιστη απάντηση, οι Ιουδαίοι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά ν’ αρνηθούν το θαύμα και να υποστηρίξουν πως δεν πίστευαν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν κάποτε τυφλός και τώρα βρήκε το φως του. «Ούκ επίστεψαν ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ήν και ανέβλεψεν» (Ιωάν. θ΄18). Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ένα γεγονός που έγινε δημόσια, έκαναν πως δε το αναγνώριζαν, ήθελαν να το υποβαθμίσουν και να περιορίσουν τη διάδοση της φήμης τού Χριστού ως θαυματουργού. Το ότι ενεργούσαν υποκριτικά όταν έκαναν πως δε το πίστευαν, φαίνεται από το γεγονός ότι κάλεσαν τους γονείς του, για να τους ρωτήσουν. Κι αυτό όμως δεν το έκαναν για να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση και να μάθουν την πραγματική αλήθεια, αλλά με την ελπίδα πως οι γονείς του θ’ αρνούνταν το θαύμα ή θα το αμφισβητουσαν ή κατά κάποιο τρόπο θα το αποδυνάμωναν. Οι γονείς όμως, που ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί επειδή φοβούνταν τους πρεσβυτέρους, διαβεβαίωσαν πως αυτός ήταν ο γιός τους κι ότι είχε γεννηθεί τυφλός, «πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ούκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει» (Ιωάν. θ΄21).

Αυτή ήταν μιά ακόμα απογοήτευση για τους θεομάχους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων! Τι μπορούσαν να κάνουν τώρα; Όταν ο άνθρωπος επιμένει να βαδίζει στο υποχθόνιοι σκοτάδι, χωρίς να θέλει να βγει στο φως της ημέρας, τι άλλο μπορεί να κάνει; παρά να περνάει από το ένα ζοφερό μονοπάτι στο άλλο.

Οι πανούργοι Φαρισαίοι έλαβαν κι από τους γονείς τού τυφλού μια ολότελα απρόσμενη, ανεπιθύμητη και δυσάρεστη απάντηση. Τώρα δεν τους έμεινε τίποτ’ άλλο να κάνουν παρά να πάρουν εκδίκηση με τον πιο απάνθρωπο και ταπεινό τρόπο: τον εκμαυλισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Κάλεσαν πάλι τον τυφλό και του έκαναν μια πανούργα και συνάμα άτιμη πρόταση: «Δος δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμε ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν» (Ιωαν. θ΄24). Δηλαδή ήταν σα να του λέγανε ότι «εμείς έχουμε ερευνήσει σε βάθος τα πράγματα και βεβαιωθήκαμε πως όλοι έχουμε δίκιο, τόσο εσύ όσο κι εμείς. Είπες την αλήθεια όταν είπες πως ήσουν τυφλός κι έπειτα βρήκες την όρασή σου. Έχουμε κι εμείς δίκιο όμως που αμφιβάλλουμε πως ο άνθρωπος αυτός ο αμαρτωλός άνοιξε τα μάτια σου. Είμαστε σίγουροι πως είναι αμαρτωλός κι ότι δε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Όσο για το πώς έγιναν τα πράγματα, έχουμε την πεποίθηση πως μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Γι’ αυτό δος δόξαν τω Θεώ και αποκήρυξε αυτόν τον αμαρτωλό κι από τώρα και πέρα να μην έχεις καμιά επαφή μαζί του.

Τι ανόητοι που ήταν οι Ιουδαίοι! Με το πάθος που τους τύφλωνε δεν μπορούσαν να δουν ότι, με το ν’ αρνηθούν το Χριστό, στην πραγματικότητα τον ομολογούσαν ως Θεό. Δος δόξαν τω Θεώ! Μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Μα ο Κύριος Ιησούς το έκανε, κι αυτό σημαίνει πως ο Κύριος Ιησούς είναι Θεός! «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί….»(Ψαλμ. ρμ΄10).

Ο τυφλός τότε έδωσε μιά πολύ σοφή απάντηση στους υποκριτές Φαρισαίους: «Εί αμαρτωλός εστί ούκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ώ άρτι βλέπω» (Ιωάν. θ΄25). Εγώ είμαι απλός άνθρωπος, ήταν σα να τους έλεγε, απαίδευτος, ενώ εσείς είστε σπουδασμένοι, επιτηδευμένοι στις συζητήσεις για αμαρτωλούς και αναμάρτητους. Εσείς κρίνετε το Θεραπευτή μου από το Σάββατο, εγώ από το θαύμα. Αν είναι αμαρτωλός και σε ποια έκταση, σύμφωνα με το όριο του σαββατισμού σας, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως έγινε ένα θαύμα από Εκείνον σε μένα κι αυτό πιστεύω πως ισοδυναμεί με την δημιουργία του κόσμου. Μέχρι να μου ανοίξει τα μάτια, ο κόσμος για μένα ήταν σα να μην υπήρχε.

Οι Φαρισαίοι είχαν διαβεί πια όλους τους σκοτεινούς και καταχθόνιους δρόμους. Τώρα δεν τους έμεινε τίποτ’ άλλο. Στάθηκαν πεισματικά όμως στα ίδια πράγματα και επέμειναν να ρωτούν τον τυφλό: «Τι εποιήσέ σοι; Πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς;» (Ιωάν. θ΄26). Έκαναν κι αυτήν την ερώτηση με πανούργα διάθεση, μήπως ακούσουν κάτι που θα μπορούσε να υποβαθμίσει το θαύμα ή να λειτουργήσει σε βάρος του Χριστού. Ο άνθρωπος αυτός όμως ήταν απλός και τίμιος στην κρίση του κι είχε φτάσει στα άκρα, έτοιμος ν’ αγανακτήσει με τους ταπεινούς χειρισμούς των πρεσβυτέρων του λαού, εκείνους που ως τότε είχε μάθει να τους σέβεται κατά κάποιο τρόπο, χωρίς να τους γνωρίζει καλά. Γι’ αυτό κι απάντησε απότομα: «Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; Μή και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι;» (Ιωάν θ΄27). Δε θα μπορούσε να τους δώσει πιο ίσια και κατάλληλη απάντηση. Μετά απ’ αυτήν οι πρεσβύτεροι έλαβαν αμυντική στάση: «ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· συ ει μαθητής εκείνου, ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμε ότι Μωυσεί λελάληκεν ο Θεός· τουτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν» (Ιωάν. θ΄28-29). Οι παμπόνηροι χρησιμοποίησαν το Μωυσή για να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Εναβρύνονταν να λένε πως ήταν δάσκαλός τους, πως εκείνοι ήταν μαθητές του. Ο Κύριος όμως είχε ήδη ξεκαθαρίσει τις απόψεις του πάνω σ’ αυτό το θέμα: «Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι… φιλούσι δε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τας πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς…. ουαί δε υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί, ότι κατεσθίετε τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι» (Ματθ. κγ΄2, 6, 13). Τι σόι μαθητές τού Μωυσή ήταν αυτοί; Τους είπε επίσης ο Κύριος: «Ού Μωυσής δέδωκεν υμίν τον νόμον; Και ουδείς εξ υμών ποιεί τόν νόμον» (Ιωάν. ζ΄17). Δεν τηρούσαν το νόμο του Μωυσή, τον παραβίαζαν με την υποκρισία και την απληστία τους και ισχυρίζονταν πως ήταν μαθητές του, μ’ όλο που ήταν παράνομοι και προδότες του ίδιου του Μωυσή. Ο Μωυσής δεν ήταν πια δάσκαλός τους, είχε γίνει κατήγορός τους ενώπιον του Θεού. «Μη δοκείτε ότι εγώ κατηγορήσω υμών προς τον πατέρα· έστιν ο κατηγορών Μωυσής, εις όν υμείς ηλπίκατε» (Ιωάν. ε΄45). Η εμπιστοσύνη σας στο Μωυσή είναι μάταιη, γιατί το νόμο του τον κόβετε από τη ρίζα. Η εμπιστοσύνη σας στο Μωυσή είναι πλαστή, κίβδηλη, γιατί το μόνο που εμπιστεύεστε είναι η εξουσία κι ο πλούτος σας, τίποτ’ άλλο. «Ει γαρ επιστεύετε Μωυσεί, επιστεύετε αν εμοί. Περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν» (Ιωάν. ε΄46· βλ. Δευτ. Ιη΄15-19). Οι δεμένες στη γη ψυχές των Φαρισαίων δεν μπορούσαν πια να πιστέψουν στο Μωυσή. Πολύ λιγότερο μπορούσαν να πιστέψουν στον Κύριο Ιησού. Βλέπετε πώς χρησιμοποιούσαν τα ψέματα οι Φαρισαίοι, οι αυτοκαλούμενοι μαθητές του Μωυσή; Σ’ έναν απλοϊκό επαίτη λένε για τον Κύριο: «…τούτον δε (τον άνθρωπον) ούκ οίδαμεν πόθεν εστίν». Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έλεγαν: «αλλά τουτον (τόν άνδρα) οίδαμε πόθεν εστίν · ο δε Χριστός όταν έρχηται, ουδείς γινώσκει πόθεν εστίν» (Ιωάν. ζ΄27). Είτε γνώριζαν οι Φαρισαίοι από πού ερχόταν ο Κύριος, είτε όχι. Αν γνώριζαν, όπως και οι άλλοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τότε ψεύδονται όταν έλεγαν στον τυφλό άνθρωπο πως ουδείς γιγνώσκει πόθεν εστίν. Αν δε γνώριζαν μετά από τόση κατασκοπεία, τόσους διωγμούς και φασαρίες εναντίον Του, τόση έρευνα για την καταγωγή, τους λόγους και τις πράξεις Του, αυτό σημαίνει πως ήταν πραγματικά ο Χριστός. Γιατί υπήρχε η κοινή πεποίθηση πως ο δε Χριστός όταν έρχηται, ουδείς γινώσκει πόθεν εστίν. Προσέξτε πώς αυτό επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά τα λόγια του προφήτη και βασιλιά: «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί…» (Ψαλμ. ρμ΄10).

Όλ’ αυτά λειτούργησαν τελικά για να φανερώσουν στον επαίτη την απογοητευτική ηθική κατάπτωση των άθλιων αυτών πρεσβυτέρων τού λαού. Και γι’ αυτό εκείνος τους κατηγορούσε όλο και περισσότερο, όπως επίσης ομολογούσε τον Κύριο όλο και με περισσότερη παρρησία. Στα τελευταία λόγια τους ο τυφλός απάντησε με τον τρόπο του: «εν γαρ τουτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς» (Ιωάν. θ΄30). Ήταν δηλαδή σα να τους έλεγε: «Τι σόι εθνικοί ηγέτες και πρεσβύτεροι είστε σεις, που γνωρίζετε τις παραμικρότερες λεπτομέρειες του τελετουργικού και δεν ξέρετε για τον άνθρωπο εκείνον που έκανε σε μένα ένα τόσο μεγάλο θαύμα; Ποιος μπορεί να ξέρει αν όχι εσείς, που κάθεστε στην καθέδρα του Μωυσή; Ποιος μπορεί να εξηγήσει στο λαό γι’ αυτόν τον άνθρωπο αν όχι εσείς, που κάθε Σάββατο ερμηνεύετε τον ιερό Μωυσή και τους προφήτες;» και ο απλός αυτός άνθρωπος συνέχισε τη διδασκαλία του προς τους ψευδοδιδασκάλους του λαού:

«Οίδαμε δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ούκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τουτου ακούει» (Ιωάν. θ΄31). Με τα λόγια του αυτά ο απλοϊκός τυφλός απάντησε στα λόγια των Φαρισαίων, ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. Κι ο άνθρωπος τώρα τους απαντά: «…ξέρουμε πως ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς».

Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα στην Αγία Γραφή που να λέει ότι ο Θεός ακούει τον αμαρτωλό και γι’ αυτό το λόγο κάνει θαύμα. «Όταν εκτείνητε τας χείρας υμών προς με, λέει ο Θεός μέσω του προφήτη Του, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ’ υμών, και εάν πληθύνητε την δέησιν, ούκ εισακούσομαι υμών· αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις» (Ησ. α΄15). Η προσευχή του Σαούλ τον καιρό που αμάρτανε, ήταν μάταιη. Ο Θεός δεν τον άκουγε. Ο Θεός δεν ακούει τον αμαρτωλό και πολύ λιγότερο θαυματουργεί με αυτόν, εκτός αν μετανοήσει ο αμαρτωλός, ξεπλύνει τις αμαρτίες με τα δάκρυά του, μισήσει την ανομία, αποδεχτεί το θέλημα του Θεού και πέσει μετανοημένος κι αποφασισμένος μπροστά στα πόδια Του, μ’ όλη του την καρδιά και με προσευχή. Ο Θεός τον συγχωρεί, όπως συχώρεσε και την αμαρτωλή γυναίκα, όπως τον Ζακχαίο τον τελώνη και το ληστή πάνω στο σταυρό. Και τότε δε θα είναι πια αμαρτωλοί. Τότε ο Θεός δε θα τους ακούει επειδή είναι αμαρτωλοί, αλλ’ επειδή είναι μετανιωμένοι. Ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς που προσεύχονται στο Θεό αλλ’ εμμένουν στην αμαρτία. «Μακράν απέχει ο Θεός από ασεβών, ευχαίς δε δικαίων επακούειν» (Παρ. ιε΄ 29).

Ο απλός άνθρωπος δίδαξε τους ψευδοδιδασκάλους ποιον ακούει ο Θεός και ποιον όχι κι έπειτα ξεχώρισε το Χριστό ως το μεγαλύτερο θαυματουργό στην ιστορία του κόσμου.

«Εκ του αιώνος ούκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου, ει μη ήν ούτος παρά Θεού, ούκ ηδύνατο ποιείν ουδέν» (Ιωάν. θ΄32-33). Ο άνθρωπος τώρα έπλεξε ένα πλήρες εγκώμιο στο Θεραπευτή και Ευεργέτη του. Το ξεκαθάρισε τώρα πως ήταν κι αυτός οπαδός Του. Κι αφήνει τους Φαρισαίους να καταλάβουν πως ήταν μάταιες όλες οι πανούργες ενέργειές τους ν’ αρνηθούν το ελάχιστο θαύμα ή να το διατρέψουν, με το επιχείρημα πως ο Κύριος είναι αμαρτωλός.

Μόλις άκουσαν τα τελευταία λόγια του φτωχού ανθρώπου που είχε θεραπευτεί, οι Φαρισαίοι του είπαν: «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω» (Ιωάν. θ΄34). Όταν οι υποκριτές κι οι ψεύτες φτάνουν στην άκρα απόγνωση, δεν έχουν που αλλού να καταφύγουν παρά μόνο στη βία. Οι Φαρισαίοι είδαν πως είχαν μεθοδεύσει τα πάντα, αλλ’ όλες οι πανουργίες τους αποδείχτηκαν μάταιες. Και τότε, ντροπιασμένοι και μαινόμενοι, κατηγόρησαν τον απλοϊκό και τίμιο άντρα, τον αποκάλεσαν αμαρτωλό και τον έδιωξαν.

Ως το σημείον αυτό ο ευαγγελιστής περιγράφει το πυκνό και σκοτεινό σύννεφο που ήταν ολοφάνερο στα πρόσωπα των Φαρισαίων, σε αντίθεση με το υπέρλαμπρο φως του Σωτήρα Χριστού και του θείου Του θαύματος. Το φως είναι αλήθεια· το σκοτάδι είναι ψέμμα. Το φως είναι αγάπη· το σκοτάδι είναι μίσος. Το φως είναι δύναμη· το σκοτάδι είναι απουσία δύναμης.

Το σημερινό ευαγγέλιο αρχίζει με φως κι ο ευαγγελιστής το τελειώνει με φως. Φως, όχι σκοτάδι. Ο Κύριος Ιησούς μετά το θαύμα αποχώρησε και άφησε τον τυφλό που θεράπευσε μόνο του για λίγο, ν’ αντιμετωπίσει μόνος του τις επιθέσεις των Φαρισαίων και να υπερασπιστεί την αλήθεια ενάντια στο ψέμμα. Μετά εμφανίστηκε πάλι και πήγε να βρει τον άνθρωπο που ήθελε να σώσει.

«Ήκουσεν Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» (Ιωάν. θ΄35). Ο θεραπευμένος τυφλός είχε ήδη περάσει την πρώτη δοκιμασία. Απέδειξε πως ήταν ταπεινός και υπάκουος, όταν ο Κύριος τον έστειλε με τα μάτια αλειμμένα με πηλό για να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αυτή ήταν η δοκιμασία της υπακοής. Μετά πέρασε στη δεύτερη δοκιμασία: άφησε τον εαυτό του να εκτεθεί και ν’ αντέξει στον πειρασμό, δεν πρόδωσε τον Κύριο μπροστά στα ψέμματα των Φαρισαίων. Αυτή ήταν η δοκιμασία του πειρασμού. Μετά ο Κύρος τον πέρασε από την τρίτη και τελευταία δοκιμασία. Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη. Ήταν η δοκιμασία της ορθής πίστης. Συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;
«Απεκρύθη εκείνος και είπε· και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν;» (Ιωάν. θ΄36). Το Χριστό τον είχε γνωρίσει ως θαυματουργό. Στους Φαρισαίους τον ονόμασε προφήτη, επειδή δεν ήξερε κάποιο μεγαλύτερο όνομα για να τον ονομάσει. Δεν ήταν ακόμα έτοιμος να τον ονομάσει Υιό του Θεού. Ήταν σε όλα υπάκουος στον Κύριο, τον λογάριαζε το μεγαλύτερο ευεργέτη του στην γη. Έτσι ήθελε απ’ Αυτόν ν’ ακούσει ποιος ήταν ο Υιός του Θεού, ώστε να πιστέψει σ’ Αυτόν.

«Είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακες αυτόν και ο λαλών μετά σου, εκείνός εστιν» (Ιωάν. θ΄37). Ο πρώην τυφλός απάντησε: «Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησε αυτώ» (Ιωάν. θ΄38). Ο Κύριος μιλάει ταπεινά κι ευγενικά σ’ εκείνους που σώζει, όπως κάνει κι ο καλός γιατρός σ’ εκείνους που θεραπεύει. Δεν είπε στον πρώην τυφλό: «Πίστεψέ Με!», ούτε τον πιέζει με τα λόγια: «Εγώ είμαι ο Υιός του Θεού». του είπε με πραότητα: και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού, εκείνός εστιν. Στον ελεύθερο και σκεπτόμενο άνθρωπο ο Κύριος δίνει χρόνο να σκεφτεί και ν’ αποφασίσει. Μόλις ο θεραπευμένος άνθρωπος έμαθε πόσο μεγάλος ήταν ο θεραπευτής Του, πολύ σπουδαιότερος κι από προφήτη, έκραξε αμέσως με χαρά: Πιστεύω, Κύριε! Και δεν το είπε μόνο με λόγια, αλλά έπεσε και τον προσκύνησε, για ν’ αποδείξει έμπρακτα την πίστη του. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο πρώην τυφλός) ομολόγησε τη θεϊκή Του δύναμη. Και για να μη θεωρηθεί ότι η πίστη του έφτανε ως τα χείλη του, την επιβεβαίωσε και με την πράξη». Όπως νωρίτερα είχαν ανοιχτεί τα σωματικά του μάτια, έτσι και τώρα άνοιξαν τα πνευματικά. Τώρα έβλεπε και με τα σωματικά και με τα πνευματικά του μάτια και είδε μπροστά του το Θεάνθρωπο, το Θεό με ανθρώπινη σάρκα.

Ο Θεός είναι πραγματικά μεγάλος. Μέγας ο Κύριος ημών και ποιών θαυμάσια! Πιστεύουμε πως είσαι ο Υιός του Θεού, το Φως του κόσμου. Μαζί με τους χορούς των αγγέλων και των αγίων στον ουρανό, μαζί με ολόκληρη τη στρατευόμενη Εκκλησία στη γη. Σε προσκυνούμε, Πανάγιε Κύριε, Εσένα και τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή» Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Μετάφραση – Επιμέλεια ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011)


Κυριακή του Τυφλού (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Θα γίνει η Ευρώπη ισλαμική;

Martino Mora

Θα γίνει η Ευρώπη ισλαμική;


Πηγή: Μαρτίνο Μόρα

Θα γίνει η Ευρώπη Ισλαμική;

Απάντησα και στους δύο ότι δεν είμαι προφήτης, αλλά τείνω να το αποκλείω.

Η μαζική ισλαμική (αλλά όχι μόνο ισλαμική) μετανάστευση στην Ευρώπη είναι σαφώς πηγή χάους. Και ενθαρρύνεται από την πλουτοκρατική ολιγαρχία και την φιλελεύθερη-αριστερή πολιτική ακριβώς για αυτόν τον λόγο.
Ο αριθμός των μεταναστών από ισλαμικές χώρες (και, στην πραγματικότητα, και από άλλες χώρες) συνεχίζει να αυξάνεται ακόμη και όταν στην κυβέρνηση βρίσκονται κεντροδεξιές προσωπικότητες (όπως η σημερινή κυβέρνηση Μελόνι), οι οποίες, λιγότερο εφησυχασμένες από την αριστερά, και προσποιούμενες ότι αντιτίθενται σε αυτήν, στην πραγματικότητα υποστηρίζουν πλήρως την μεταναστευτική εισβολή.
Αλλά όλα αυτά δεν θα τελειώσουν με τη μεταστροφή της Ευρώπης στο Ισλάμ.
Ο τρέχων αντιχριστιανικός και αντιανθρώπινος φιλελεύθερος-καπιταλιστικός δυτικός πολιτισμός είναι ένα διαβρωτικό οξύ για κάθε μορφή θρησκείας, συμπεριλαμβανομένου του Ισλάμ.

Οι νέοι μουσουλμάνοι, περισσότερο από ευσεβείς, γίνονται «μαράνζα».
Πηγαίνουν στο εμπορικό κέντρο αντί για το τζαμί. Όταν τα πράγματα πάνε καλά. Όταν τα πράγματα πάνε άσχημα, γίνονται κοινοί εγκληματίες (όχι όλοι, φυσικά).
Το ποσοστό γονιμότητας των μουσουλμάνων γυναικών στην Ευρώπη παραμένει υψηλότερο από αυτό των Ευρωπαίων γυναικών για μια ή δύο γενιές, και στη συνέχεια σταθεροποιείται στα ίδια επίπεδα, ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι αρχόμενης εκκοσμίκευσης.
Και οι μουσουλμάνοι ομογενοποιούνται, οικονομοποιούνται, εκκοσμικεύονται και γίνονται μακάριοι και μηδενιστές καταναλωτές ανοιχτοί στη σεξουαλική ελευθερία. Απλώς λίγο πιο αργά.

Φοβάμαι τη μετανάστευση επειδή σημαίνει χάος, αταξία, την καταστροφή των ριζών και των παραδόσεων, κάτι που, ωστόσο, δεν θα ήταν απολύτως εφικτό, τουλάχιστον σε αυτές τις κλίμακες, χωρίς το δημογραφικό κενό της Ευρώπης τις τελευταίες δεκαετίες. Το οποίο είναι η τέλεια συνέπεια ενός άρρωστου πολιτισμού.
Δεν φοβάμαι, ωστόσο, τον εξισλαμισμό των ευρωπαϊκών μαζών, εντελώς αναίσθητων σε οποιαδήποτε μεταστροφή που συνεπάγεται απάρνηση ή θυσία.

Πιστεύω ότι μια υλοποιημένη και έκλυτη κοινωνία όπως η σημερινή είναι εντελώς ανίκανη να τηρήσει οποιαδήποτε θρησκεία, οποιαδήποτε πεποίθηση, ακόμη και οποιαδήποτε φασιστική ή κομμουνιστική μαζική ιδεολογία, η οποία θα μείνει για πάντα πίσω μας.
Μόνο το Εγώ απομένει, το φιλελεύθερο μαζικό Εγώ.

Αν πρόκειται να υπάρξει μια νέα κυρίαρχη πνευματικότητα στις τρέχουσες συνθήκες του απόλυτου υλισμού και του ριζοσπαστικού ατομικισμού, αυτή μπορεί να είναι μόνο η πιο αποκλίνουσα, ψευδής, κίβδηλη (και επομένως παρωδική) από όλες: η ανεστραμμένη πνευματικότητα αυτού που είναι ο πίθηκος του Θεού.
Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, αυτή η πολύ πνευματική παραποίηση κερδίζει ήδη έδαφος, σε διάφορες εκδοχές: ανεστραμμένος μυστικισμός, ο οποίος, αντί να ξεπερνά τον υλισμό, συνδέεται με αυτόν και είναι εντελώς συμπληρωματικός (το οργιαστικό-εμπορικό σύστημα είναι ένα ισχυρό όχημα γι' αυτό), και ωθεί την ανθρωπότητα όλο και πιο κάτω, προς το βρώμικο, το άθλιο, το αποκρουστικό, το εξευτελιστικό.
Η σεξουαλική μαγεία, η μαγεία και ο σατανισμός (που αναγνωρίζονται στις ΗΠΑ ως θρησκείες) είναι οι πιο ορατές πτυχές αυτού του φαινομένου.
Το Ισλάμ δημιουργεί χάος στη χώρα μας. Γι' αυτό προσελκύει την αριστερά, η οποία, όπως και οι μεγάλες επιχειρήσεις, ελπίζει σε έναν κόσμο μικτής φυλής και τρανς.
Αλλά δεν θα είναι το θρησκευτικό μέλλον μιας ολοένα και πιο μηδενιστικής, κακοήθους και μικτής φυλής Ευρώπης. Θα υπάρχει κάτι εντελώς διαφορετικό.

Θουκυδίδης; Ποιος είναι αυτός ο τύπος;


Η φαντασία εκτοξεύεται... και στην Ουάσινγκτον δεν λείπει ποτέ: αν η πραγματικότητα είναι μητριά, τότε είναι καλύτερο να ονειρεύεσαι, όπως μας λέει το δυτικό αφηγηματικό σύστημα να κάνουμε κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε κάθε ευκαιρία. Όχι, ο Τραμπ δεν εγκαταλείπει τα όνειρά του, και αν δεν έχει καταφέρει να αποκομίσει τίποτα από το Πεκίνο, ποιος νοιάζεται, ας πούμε απλώς θαύματα. Αρκεί να κοιτάξει κανείς την εξαιρετική απόκλιση μεταξύ των εκδοχών της συνόδου κορυφής του Πεκίνου που έδωσαν η κινεζική κυβέρνηση και η αμερικανική κυβέρνηση για να κατανοήσει πλήρως την αποτυχία και την προσπάθεια να φουσκώσει τη βάρκα για να οδηγήσει τον κ. Πρόεδρο μέσα από το βάλτο στον οποίο έχει βυθιστεί. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν επίσημα έγγραφα, ούτε καν τελική διακήρυξη, αλλά μόνο οι απόψεις των δύο κυβερνήσεων, τόσο απομακρυσμένες όσο η νύχτα με τη μέρα. Ο Λευκός Οίκος ισχυρίζεται ότι η Κίνα έχει αποδεχτεί την άποψη ότι το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να κατέχει πυρηνικά όπλα και ότι συμφωνεί επίσης να αποτρέψει ένα ιρανικό σύστημα διοδίων στο Ορμούζ, αλλά στην πραγματικότητα, όπως γνωρίζουμε από αξιόπιστες πηγές, ο Σι έχει απορρίψει κατηγορηματικά το αίτημα του Τραμπ να πιέσει το Ιράν και να βοηθήσει στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ.

Ονειρέψου, αγόρι, ονειρέψου. Η Ουάσινγκτον συνέταξε μια επίσημη δήλωση που αναφέρει κατά λέξη: « Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι το Στενό του Ορμούζ πρέπει να παραμείνει ανοιχτό για να διασφαλιστεί η ελεύθερη ροή ενέργειας. Ο Πρόεδρος Σι κατέστησε επίσης σαφή την αντίθεση της Κίνας στην στρατιωτικοποίηση του Στενού και σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τελών για τη χρήση του, και εξέφρασε ενδιαφέρον για την αγορά περισσότερου αμερικανικού πετρελαίου για να μειώσει την εξάρτηση της Κίνας από το Στενό στο μέλλον. Και οι δύο χώρες συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα». Αλλά η κινεζική δήλωση περιορίζεται στο να πει ότι « οι δύο πλευρές συζήτησαν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή » .

Και αυτό έχει συμβεί σχεδόν σε κάθε σημείο συζήτησης. Οι ΗΠΑ λένε ότι οι δύο πλευρές συζήτησαν «αυξανόμενες κινεζικές αγορές αμερικανικών γεωργικών προϊόντων », ενώ η κινεζική δήλωση απλώς αναφέρει « αμοιβαία επωφελές» εμπόριο , το οποίο, δεδομένου του κόστους των αμερικανικών προϊόντων, τα οποία επίσης χειραγωγούνται σε μεγάλο βαθμό, αποκλείει μεγάλες ποσότητες εμπορίου σε αυτόν τον τομέα. Αλλά σε ένα άλλο σημείο οι αποκλίσεις είναι ακόμη πιο έντονες. Η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι το Πεκίνο συμφώνησε «στην επέκταση της πρόσβασης στην κινεζική αγορά για αμερικανικές εταιρείες και στην αύξηση των κινεζικών επενδύσεων στις αμερικανικές βιομηχανίες », ενώ στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, δεδομένου ότι η Κίνα ισχυρίζεται ότι θέλει να « ανοίξει τις πόρτες της ευρύτερα », αλλά υπό τους δικούς της όρους, όχι ως απάντηση στις απαιτήσεις των ΗΠΑ για πρόσβαση στην αγορά. Και πράγματι, ενώ ο Τραμπ μιλάει για τις φανταστικές συμφωνίες που έχουν κάνει το πλήθος των στελεχών τεχνολογίας που έφερε μαζί του, οι Κινέζοι θεωρούν την παρουσία τους απλώς μια πράξη ευγένειας.

Πιστεύω ότι το αποκορύφωμα της συνάντησης ήταν όταν ο Σι ρώτησε τον Τραμπ αν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ξεπεράσουν την Παγίδα του Θουκυδίδη και να δημιουργήσουν ένα νέο παράδειγμα για τις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ο Θουκυδίδης; Ποιος είναι; Ένας παλαιστής, μια νέα μάρκα πατατάκια ή μια νέα ιαπωνική επώνυμη ετικέτα; Ωστόσο, αυτή η παγίδα συζητείται εδώ και χρόνια ακριβώς επειδή η Αμερική βρίσκεται στη μέση αυτού του συνδρόμου, όπου η κυρίαρχη δύναμη προσπαθεί να εμποδίσει την άνοδο της αναδυόμενης. Αυτό σχεδόν πάντα οδηγεί σε πόλεμο. Και ο Σι ζήτησε από την αμερικανική κυβέρνηση να ξεφύγει από αυτή τη λογική και να χτίσει ένα ειρηνικό μέλλον. Αλλά δεν νομίζω ότι η Ουάσινγκτον θα ακούσει: αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείψουν τα πλεονεκτήματα μιας κυρίαρχης θέσης, ολόκληρη η αστραφτερή ελίτ, η οποία ζει από αυτό για πάνω από έναν αιώνα, θα παρασυρθεί, μαζί με το σύστημα εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας που έχει δημιουργήσει. Και δεν είναι μυστικό ότι η Ρωσία και η Κίνα, μέσω του Πακιστάν, εργάζονται πάνω σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας για τον Περσικό Κόλπο. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος είναι να πειστούν η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ να διακόψουν αποτελεσματικά τους στρατιωτικούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να συνάψουν μια στρατηγική συμφωνία που εγγυώνται η Ρωσία και η Κίνα. Εάν η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ επιμείνουν στην απαγόρευση στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν τις βάσεις και τον εναέριο χώρο τους, περαιτέρω επιθέσεις κατά του Ιράν θα είναι αδύνατες, ακόμη και με την παρότρυνση του Νετανιάχου.

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 7 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

Συνέχεια από Tρίτη 5 Μαίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 7
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα

2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων

3. Η δυνατότητα (ύπαρξης) καθαρών πνευμάτων

Η καθαρή πνευματικότητα των αγγέλων σημαίνει ασώματη ύπαρξη: δεν είναι, όπως οι ανθρώπινες ψυχές, μορφές ενός υλικού σώματος που διαμορφώνεται από αυτές. Οι αισθητές μορφές, με τις οποίες κάποτε εμφανίζονται στους ανθρώπους, παράγονται από αυτούς κατά τον τρόπο ενός έργου, ώστε μέσω αυτών να καταστήσουν τον εαυτό τους κατανοητό σε κτίσματα των οποίων η γνώση είναι δεμένη με τις αισθήσεις.

Αυτή την αντίληψη του Αρεοπαγίτη την υιοθέτησε ο άγιος Θωμάς και την ανέπτυξε περαιτέρω στην αντιπαράθεσή του με αντίθετες απόψεις της εποχής του. Και για εκείνον, όμως, δεν πρόκειται μόνο για το καθαρά θεολογικό ερώτημα αν οι άγγελοι είναι πράγματι έτσι ή αλλιώς συγκροτημένοι, αλλά για την ουσιώδη δυνατότητα «καθαρών μορφών».

Αρχικά δεν ακολουθούμε τους συλλογισμούς του, αλλά αναζητούμε μια πρόσβαση ξεκινώντας από την εμπειρία του εαυτού μας. Η δική μας πνευματική ζωή είναι με πολλούς τρόπους δεμένη με το σώμα. Αντλούμε τη γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο από την αισθητή αντίληψη, η οποία εξαρτάται από σωματικά όργανα. Και ολόκληρη η πορεία της πνευματικής μας ζωής βρίσκεται σε άμεσα βιωμένη εξάρτηση από την κατάσταση του σώματος, από την εναλλαγή υγείας και ασθένειας, φρεσκάδας και κόπωσης.

Αλλά αυτή η σχέση εξάρτησης δεν είναι η ίδια σε διαφορετικούς ανθρώπους ούτε και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές στιγμές. Βιώνουμε μέσα μας τη δύναμη του πνεύματος να καθιστά τον εαυτό του σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητο από τέτοιες σωματικές επιδράσεις· και μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ελευθερία αυξημένη μέχρι το ιδεατό όριο μιας πλήρους αποδέσμευσης από τη σωματική δέσμευση.

Και αυτό το «να σκεφτόμαστε κάτι ως αυξημένο», η διαδικασία κατά την οποία το πνεύμα, μέσα σε ελεύθερους στοχασμούς περί δυνατοτήτων, υψώνεται πάνω από τη βάση της εμπειρίας, είναι για εμάς ένα παράδειγμα τρόπων γνώσης που υπερβαίνουν τα όρια εκείνου που συλλαμβάνεται και μπορεί να συλληφθεί αισθητά. Από εδώ φωτίζεται και πάλι η δυνατότητα μιας γνώσης που δεν έχει πλέον ανάγκη από αισθητές οδούς πρόσβασης.


4. Η δυνατότητα ανώτερων —δηλαδή υπερανθρώπινων— πνευμάτων

Έτσι, ήδη η ασώματη ύπαρξη μας οδηγεί στη δυνατότητα μιας ανώτερης πνευματικότητας από τη δική μας. Βιώνουμε μέσα μας τη δεσμευτικότητα του σώματος ως έναν δεσμό που εμποδίζει την άνοδο του πνεύματος. Ελεύθερο από μια τέτοια δέσμευση, το πνεύμα θα είναι ικανό για υψηλότερα πράγματα από όσα είναι ικανό το ανθρώπινο πνεύμα.

Πρέπει βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι δεν ανήκει ουσιωδώς στο σώμα ως τέτοιο να είναι εμπόδιο του πνεύματος. Αυτό του ανήκει μάλλον μόνο στην «πεπτωκυία» κατάσταση. Είναι νοητός ένας τρόπος σωματικότητας που δεν βαραίνει το πνεύμα, αλλά είναι γι’ αυτό απολύτως υπάκουο όργανο και μέσο έκφρασης. Έτσι φανταζόμαστε την κατάσταση των πρώτων ανθρώπων πριν από την πτώση και των μακαρίων μετά την ανάσταση.

Επομένως, τα καθαρά πνεύματα δεν οφείλουν την υπεροχή της πνευματικής τους ζωής στην ασώματη ύπαρξη ως τέτοια, αλλά στην ελευθερία από μια σωματικότητα όπως είναι πραγματικά η δική μας. Από την άλλη πλευρά, όμως, η καθαρή πνευματική ζωή δεν απαιτεί σωματικότητα ως μέσο της πραγματοποίησής της. Η δυνατότητα σωματικά διαμορφωμένων όντων με ανώτερη πνευματικότητα από τη δική μας ανθρώπινη δεν αποκλείει λοιπόν τη δυνατότητα καθαρών πνευμάτων.

Πώς πρέπει τώρα να σκεφτούμε αυτή την πνευματική ζωή που υπερέχει της δικής μας; Μας αποκαλύπτεται και πάλι μέσω μιας ελεύθερης νοητικής παραλλαγής και ενίσχυσης της δικής μας, κατά τον τρόπο ενός ιδεατού ορίου: παρόμοια με το πώς «βλέπουμε μέσα» από τις μορφές των φυσικών σωμάτων τις καθαρές γεωμετρικές μορφές.

Πρόκειται πράγματι για μια πνευματική θέαση: όχι για μια «κενή» σκέψη, αλλά για μια «πληρωμένη» σκέψη, για μια ενορατική σύλληψη ουσιωδών δυνατοτήτων. Ωστόσο αυτή η πλήρωση δεν είναι η έσχατη: όταν μπορούμε «να σκεφτούμε» μια πνευματική ζωή ανώτερη από τη δική μας, αυτή η σκέψη απαιτεί ως έσχατη πλήρωσή της την πραγματική επιτέλεση μιας τέτοιας πνευματικής ζωής. Και σε αυτό δεν φτάνουμε κατά την επίγεια ζωή μας.


α) Ανώτερη γνώση


Η δική μας γνώση είναι μια γνώση που προχωρεί βήμα προς βήμα: από εκείνο που μας είναι άμεσα προσιτό, προχωρούμε σταδιακά προς κάτι άλλο, το οποίο δεν το συλλαμβάνουμε άμεσα, μέσω της εννοιολογικής σκέψης, της κρίσης και του συλλογισμού.
Έτσι, μέσα σε συνεχή κίνηση, συγκεντρώνουμε έναν ολοένα αυξανόμενο θησαυρό γνώσεων, παρά τις πολλές παρεκκλίσεις και παρακάμψεις που προκαλούνται από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες. Αλλά η κίνηση αυτή κατευθύνεται προς έναν σκοπό και προς μια ανάπαυση στον σκοπό. Αυτός ο σκοπός είναι η θέαση του όντος.
Στο πεδίο της αισθητής γνώσης, είναι η αισθητή αντίληψη, όχι όμως ως απλώς αισθητή «εντύπωση», αλλά ως πνευματικά πληρωμένη, κατανοούσα θέαση. Στο πεδίο της συλλογιστικής σκέψης, είναι η ενόραση μιας αντικειμενικής κατάστασης.
Για όλη την πολλαπλότητα των διαφόρων γνωστικών προσπαθειών, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαφορετικά γένη του όντος, θα μπορούσε να δειχθεί αναλυτικά σε ποιο είδος πληρούσας θέασης αποβλέπουν.
Όταν έχουμε φτάσει σε έναν τέτοιο σκοπό, υπάρχει για εμάς μια στιγμή ανάπαυσης, η οποία έχει κάτι το μακαριστό. Αλλά δεν διαρκεί ποτέ πολύ, επειδή κάθε φορά φτάνουμε μόνο σε έναν επιμέρους σκοπό, ο οποίος δείχνει πέρα από τον εαυτό του και μας θέτει νέα καθήκοντα.
Παρ’ όλα αυτά, η πληρούσα θέαση, μέσα στην οποία μπορούμε να αναπαυθούμε, είναι η γνώση με την κυρίως έννοια· κάθε νοητική προσπάθεια είναι μόνο μέσο και οδός προς αυτήν.
Και από την εμπειρία της ανάπαυσης στον σκοπό, την οποία έχουμε, φτάνουμε στην ιδέα ενός πνεύματος που έχει απαλλαγεί από τον κόπο της οδού, επειδή ήδη από την αρχή αναπαύεται εκεί όπου για εμάς βρίσκεται ο σκοπός: στη θέαση της πληρότητας του όντος.
Αρχικά και με τρόπο που περιλαμβάνει απολύτως όλο το ον, αυτή η κατοχή μπορεί να υπάρχει μόνο στο Πνεύμα που είναι το ίδιο η πληρότητα του Είναι και δίνει το είναι σε όλα τα όντα: στον Θεό.
Αλλά είναι νοητά περατά πνεύματα τα οποία είναι έτσι συγκροτημένα, ώστε το πλήρες μέτρο της γνώσης, για το οποίο είναι από τη φύση τους ικανά, να τους ανήκει από την αρχή της ύπαρξής τους· ελεύθερα από απατηλές εντυπώσεις και πλάνες, μέσα στην κλειστή ενότητα μιας ζωής πλήρως πληρωμένης, χωρίς εξασθένηση και χαλάρωση.
Αύξηση της γνώσης θα μπορούσε να υπάρξει γι’ αυτά μόνο αν υψώνονταν πέρα από τη δική τους φύση, αν ο Θεός τούς μετέδιδε κάτι από την άπειρη και ανεξάντλητη πληρότητα του Είναι του. Μια τέτοια μετάδοση την ονομάζουμε χάρη. Ο Διονύσιος την ονομάζει φωτισμό.
Προς το παρόν, μένουμε στη φυσική γνώση των αγγέλων. Αυτό λοιπόν είναι το πλεονέκτημά της έναντι της ανθρώπινης γνώσης: είναι ανάπαυση στον σκοπό, πνευματική θέαση του όντος στην πληρότητά του.
Αυτό συνδέεται με ένα άλλο ουσιώδες γνώρισμα των καθαρών πνευμάτων, για το οποίο θα πρέπει ακόμη να μιλήσουμε: ότι αυτά δεν «αναπτύσσονται» καθόλου, αλλά εισέρχονται στην ύπαρξη «ολοκληρωμένα». Πρέπει όμως να μείνουμε ακόμη λίγο στην πνευματική τους ζωή.


β) Ενότητα της ζωής


Η γνώση μας είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο παίρνουμε θέση απέναντι στο ον και ενεργούμε μέσα στον κόσμο. Το να γνωρίζουμε τα πράγματα σημαίνει και το εξής: να τα συλλαμβάνουμε ως προς τη σημασία τους για εμάς και μεταξύ τους.
Αυτή η σημασία γίνεται αισθητή μέσα μας με μια ζωντανή σύλληψη της αξίας, η οποία, ως απάντηση που αναβλύζει από το εσωτερικό, απαιτεί αντικειμενικά ορισμένες στάσεις του συναισθήματος και της βούλησης και ωθεί σε αντίστοιχη ενεργητική προσέγγιση και δράση.
Σε εμάς, η γνώση, το αίσθημα, η βούληση και η πράξη δεν είναι βέβαια εντελώς χωρισμένα και ανεξάρτητα μεταξύ τους· αντιθέτως, καθορίζονται αμοιβαία μέσα σε σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αλλά ούτε είναι αδιάσπαστα ένα. Μπορούν να διακριθούν μεταξύ τους ως αυτοτελείς κινήσεις, και οι αντικειμενικά ορθές συνδέσεις δεν πραγματώνονται καθόλου πάντοτε καθαρά.
Υπάρχει μια τυφλότητα απέναντι στην αξία, ενώ συγχρόνως υπάρχει οξεία ματιά για την απλή πραγματική σύσταση των πραγμάτων. Υπάρχει μια «νεκρή» σύλληψη της αξίας, η οποία αποδίδει με τον νου δικαιοσύνη στη σημασία των πραγμάτων, χωρίς όμως να κινείται εσωτερικά τίποτε. Υπάρχει, ενώ η σύλληψη της αξίας είναι ζωντανή, αποτυχία στη βούληση και στην πράξη, εξαιτίας αδυναμίας, νωθρότητας, αναποφασιστικότητας ή απιστίας.
Όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά στους διάφορους ανθρώπους και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικούς χρόνους. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρη η πνευματική μας δύναμη αφυπνίζεται σε πλήρη ζωή και αυτή η ζωή φαίνεται συγκεντρωμένη σε τέλεια ενότητα: γνώση, αγάπη και πράξη αδιάσπαστα ένα.
Και αυτές οι κορυφώσεις μάς ανοίγουν και πάλι τη θέα προς μια πνευματική ζωή που διατηρείται αμετάβλητα, χωρίς καμία διακύμανση, σε ένα τέτοιο ύψος. Έτσι πρέπει να σκεφτούμε τη ζωή των αγγέλων.


γ) Ενότητα της δύναμης

Στον Διονύσιο συναντήσαμε την παρατήρηση ότι στους αγγέλους πρέπει να διακρίνουμε την ουσία, τη δύναμη και την ενέργεια. Στα κτίσματα που γνωρίζουμε από τη φυσική εμπειρία, η ενέργεια είναι ενεργοποίηση μιας δύναμης, η οποία προηγουμένως ήταν απλή δυνατότητα —δύναμις, potentia— και τώρα, μέσα στην ενέργεια, γίνεται «πραγματική».
Στην πολλαπλότητα των ενεργειών ενός αυτοτελούς πραγματικού όντος —μιας οὐσίας—, οι οποίες διαφέρουν ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενό τους, αντιστοιχούν πολλαπλές δυνάμεις ή δυνατότητες, στις οποίες διασπάται η μία φυσική δύναμη· δηλαδή η δύναμη που ανήκει στη φύση ή στην ουσία ενός πραγματικού όντος.
Τον όρο «ουσία» τον χρησιμοποιήσαμε με διπλή σημασία: για τον γενικά συλληπτό ειδολογικό προσδιορισμό και για εκείνο που κάνει το άτομο να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αντίληψη του αγίου Θωμά, στους αγγέλους αυτή η διάκριση δεν τίθεται, διότι στα καθαρά πνεύματα κάθε επιμέρους ον ενσαρκώνει ένα ιδιαίτερο είδος.
Δεν χρειάζεται προς το παρόν να εισέλθουμε σε αυτό το ερώτημα, διότι ακόμη και εκεί όπου ο ειδολογικός προσδιορισμός συμπληρώνεται ως προς το περιεχόμενο από τον ατομικό προσδιορισμό, η «πραγματική ουσία» περιέχει εντός της και τα δύο, ενωμένα σε ένα ατομικό όλο.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει τώρα είναι πώς σχετίζονται μεταξύ τους η ουσία, η δύναμη και οι δυνάμεις. Στην ουσία του ανθρώπου ανήκει το να έχει ορισμένες δυνάμεις —π.χ. νου και θέληση. Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει το ότι ο νους του είναι καθαρός, η θέλησή του αποφασιστική. Κάθε ενέργεια του νου και της θέλησης είναι μια «επίδοση δύναμης»· σε καθεμία από αυτές η ζωντανή πνευματική δύναμη μορφοποιείται με έναν ορισμένο τρόπο.
Έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι «πνεύμα», με την πλήρη σημασία της λέξης, είναι νόημα και ζωή, και ότι αυτά τα δύο σχετίζονται μεταξύ τους όπως η μορφή και η ύλη, εφόσον το νόημα δίνει περιεχομενικό προσδιορισμό στην απροσδιόριστη πληρότητα της ζωής. Όμως, χρησιμοποιώντας τον όρο «ύλη», επισημάναμε ότι σε αυτό το πλαίσιο δεν πρόκειται για ύλη που καταλαμβάνει χώρο.
Πρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι εκείνο που στο πεδίο των υλικών χωρικών μορφωμάτων ονομάζουμε «μορφή» είναι συγχρόνως νόημα και δύναμη· και ότι η δύναμη είναι εκείνο που στην πραγματικότητα «επιτελεί» τη μορφοποίηση, ενώ το νόημα καθορίζει το είδος της μορφοποίησης.
Η διάκριση ανάμεσα στο νόημα και τη δύναμη ή πληρότητα της ζωής πρέπει να γίνεται τόσο στην επιμέρους πνευματική «επίδοση» όσο και στη «δυνατότητα» που βρίσκεται στη βάση της. Η πολλαπλότητα του νοηματικού προσδιορισμού διαμορφώνει τη μία πνευματική δύναμη, που ανήκει στον άνθρωπο, σε μια πολλαπλότητα δυνάμεων.
Η ενότητα, παρά αυτή την πολλαπλή διαμόρφωση, φαίνεται στο ότι σε έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής δύναμης όλες οι επιδόσεις είναι ισχυρές. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται και στο ότι μια έντονη απασχόληση αυτής της δύναμης προς μια ορισμένη κατεύθυνση εμποδίζει την εκδήλωσή της προς άλλη κατεύθυνση.
Στην ουσία αυτού του ανθρώπου ανήκει ένα ορισμένο μέτρο δύναμης, που είναι χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας του, και επίσης η προνομιακή κατεύθυνση της δραστηριοποίησης που του ανήκει από τη φύση. Το μέτρο της δύναμης όμως δεν πρέπει να το φανταζόμαστε ως ένα αμετάβλητα καθορισμένο μέγεθος.
Η πνευματική δύναμη, όπως και ολόκληρη η ουσία του ανθρώπου, υπόκειται στον νόμο της ανάπτυξης· φτάνει μόνο σταδιακά και υπό τις κατάλληλες συνθήκες στο ύψος και στη διαμόρφωση που μπορεί να επιτύχει. Όμως οι δυνατές γραμμές ανάπτυξης είναι προχαραγμένες στην ουσιώδη μορφή και διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Τι πρέπει να κρατήσουμε από αυτές τις σχέσεις για τα καθαρά πνεύματα και τι πρέπει να σκεφτούμε μετασχηματισμένο; Αν στην πνευματική πραγματικότητα ως τέτοια ανήκουν το νόημα και η πληρότητα της ζωής, τότε και τα δύο πρέπει να βρίσκονται και στους αγγέλους. Σε σύγκριση με την ανθρώπινη πνευματικότητα, στην ανώτερη πνευματικότητά τους ανήκει μια πολύ μεγαλύτερη πνευματική πληρότητα. Σε αυτό παραπέμπει το όνομα Δυνάμεις.
Είναι αυτή η πληρότητα και σε αυτούς κάτι απροσδιόριστο και προσδιορίσιμο, που δέχεται διαφορετική διαμόρφωση μέσω μιας πολλαπλότητας του είναι, άρα ένα είδος πνευματικής «ύλης» —η οποία δεν θα έθιγε την ασώματη ύπαρξή τους; Σε κάθε περίπτωση, αυτή η διαμόρφωση δεν πρέπει να νοείται σε αυτούς ως χρονική διαδικασία ανάπτυξης. Είναι αυτό που πρέπει να είναι σύμφωνα με τη φύση τους από την αρχή της ύπαρξής τους, και βρίσκονται επίσης αμέσως στο ύψος της δύναμής τους.
Αυτή η δύναμη, και σε αυτούς, δεν υπόκειται, όπως στους ανθρώπους, σε ποικίλες διακυμάνσεις εξαιτίας μεταβαλλόμενων εξωτερικών συνθηκών. Δεν καταναλώνεται στις επιδόσεις της, δεν υφίσταται μεταβολή. Μπορεί όμως να αυξηθεί υπερφυσικά μέσω χαρισματικών επιδράσεων.
Πρέπει να τη σκεφτούμε ως διαμορφωμένη σε πολλαπλότητα διαφορετικών δυνάμεων; Τα ονόματα των αγγέλων φαίνεται να υπαινίσσονται κάτι τέτοιο: όταν οι Σεραφείμ ονομάζονται από τη φλόγα της αγάπης τους, οι Χερουβείμ από τη φωτισμένη γνώση τους, αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι στους μεν κυριαρχεί και τους χαρακτηρίζει μια άλλη δύναμη απ’ ό,τι στους δε.

Όμως στους αγγέλους αυτό έχει διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι στους ανθρώπους. Η «δύναμη» σε αυτούς δεν σημαίνει «απλή δυνατότητα», η οποία άλλοτε βρίσκεται σε ενέργεια και άλλοτε επιστρέφει στην κατάσταση της απλής δυνατότητας· η οποία μπορεί να αναπτυχθεί, αλλά υπό δυσμενείς συνθήκες μπορεί και να παραμείνει πάντοτε ανενεργή. Η δύναμή τους είναι πάντοτε ζωντανή και ενεργός· και μάλιστα πάντοτε προς κάθε κατεύθυνση που τους είναι δυνατή και στο ανώτατο μέτρο που μπορούν να φτάσουν.
Γι’ αυτό είναι καταλληλότερο, στην περίπτωσή τους, να μη μιλούμε για «δυνάμεις», αλλά για μία δύναμη πολλαπλά μορφοποιημένη και ενεργό. Διακρίνονται μεταξύ τους από το μέτρο της δύναμης που ανήκει στον καθένα από τη φύση του και από την υποδηλωμένη διαφορά στη μορφοποίηση της δύναμής τους.
Στην ενότητα της δύναμης αντιστοιχεί η κλειστή και συγκεντρωμένη ενότητα της ζωής τους, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως: η αδιάσπαστη ενότητα γνώσης, αγάπης και διακονίας.


Συνεχίζεται με:

5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis. Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα Εισαγωγή 1

Διονύσιος Αρεοπαγίτης-Άπαντα τα έργα Εισαγωγή 1

Εκδόσεις Bompiani
Με το ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εισαγωγή του Giovanni Reale
Μετάφραση του Piero Scazzoso
Αναθεώρηση της Ilaria Ramelli
Εισαγωγικό δοκίμιο, προλογικά σημειώματα, παραφράσεις, σημειώσεις και ευρετήρια του Enzo Bellini
Συμπληρωματικό δοκίμιο του Carlo Maria Mazzucchi


ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Σημείωση

Εισαγωγή του Giovanni Reale

ΤΟ CORPUS DIONYSIACUM ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ

Το Corpus Dionysiacum ως ένα από τα πιο μεγαλειώδη πλαστά στην ιστορία της δυτικής σκέψης
Η εμβληματική δημιουργία της μάσκας του διδασκάλου Ιεροθέου
Ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες αυτής της εμβληματικής μυθοπλασίας
Οι σχέσεις ανάμεσα στον Πρόκλο και τον ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη στην ερμηνεία του Werner Beierwaltes
Η ταύτιση του συγγραφέα του Corpus Dionysiacum με τον Δαμάσκιο κατά τον Carlo Maria Mazzucchi
Ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τη Wirkungsgeschichte, ή ιστορία των επιδράσεων, του Corpus Dionysiacum
Τα αποτελέσματα που παρήγαγε το Corpus Dionysiacum προχώρησαν πολύ πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα του
Το νόημα και η αξία της αρνητικής θεολογίας που υπερασπίζεται ο ψευδο-Διονύσιος Αρεοπαγίτης
Συμπεράσματα


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ του Enzo Bellini
Το μυστήριο του συγγραφέα
Σκοπός του έργου
Η θεολογία
Οι «Ιεραρχίες»


ΘΕΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Πρόλογος
I. Η μέθοδος του έργου και η παράδοση των θείων ονομάτων
II. Περί της ενιαίας και διακεκριμένης θεολογίας, και ποια είναι η ένωση και η διάκριση στον Θεό
III. Ποια είναι η αξία της προσευχής και περί του μακαρίου Ιεροθέου, περί του σεβασμού των ιερών Γραφών και περί του τρόπου με τον οποίο πρέπει να τις πραγματευόμαστε
IV. Το Αγαθό, το Φως, το Ωραίο, ο Έρως, η έκσταση και ο ζήλος. Το κακό δεν είναι ον, ούτε προέρχεται από το είναι, ούτε υπάρχει μέσα στα όντα
V. Περί του Είναι και των παραδειγμάτων
VI. Η ζωή
VII. Η Σοφία, ο Νους, ο Λόγος, η Αλήθεια, η Πίστη
VIII. Η Δύναμη, η Δικαιοσύνη, η Σωτηρία, η Λύτρωση, αλλά και η Ανισότητα
IX. Μέγα, Μικρό, Ταυτό, Άλλο, Όμοιο, Ανόμοιο, Στάση, Κίνηση, Ισότητα
X. Παντοδύναμος, Παλαιός των ημερών· αλλά γίνεται λόγος και για την αιωνιότητα και τον χρόνο
XI. Η Ειρήνη, το καθαυτό-είναι, η καθαυτή-ζωή, η καθαυτή-δύναμη και οι ανάλογες εκφράσεις
XII. Άγιος των αγίων, Βασιλεύς των βασιλέων, Κύριος των κυρίων, Θεός των θεών
XIII. Το τέλειο και το Ένα
Παράφραση και σημειώσεις στα Θεία ονόματα


ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Πρόλογος
I. Τι είναι ο θείος γνόφος
II. Πώς πρέπει να ενώνεται κανείς και να απευθύνει ύμνους στην Αιτία όλων των πραγμάτων, η οποία βρίσκεται πάνω από όλα τα πράγματα
III. Ποιες είναι οι καταφατικές και ποιες οι αποφατικές θεολογίες
IV. Εκείνος που είναι κατεξοχήν Αιτία κάθε αισθητού πράγματος δεν είναι κανένα από τα αισθητά πράγματα
V. Εκείνος που είναι κατεξοχήν Αιτία κάθε νοητού πράγματος δεν είναι κανένα από τα νοητά πράγματα
Παράφραση και σημειώσεις στη Μυστική θεολογία

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
Πρόλογος
I. Προς τον μοναχό Γάιο
II. Προς τον ίδιο μοναχό Γάιο
III. Προς τον ίδιο μοναχό Γάιο
IV. Προς τον ίδιο μοναχό Γάιο
V. Προς τον λειτουργό Δωρόθεο
VI. Προς τον ιερέα Σωσίπατρο
VII. Προς τον επίσκοπο Πολύκαρπο
VIII. Προς τον μοναχό Δημόφιλο, περί του έργου του καθενός και περί της πραότητας
IX. Προς τον επίσκοπο Τίτο, ο οποίος ρωτούσε με επιστολή ποια κατοικία έχει η σοφία, ποιο ποτήρι, ποιες τροφές και ποια ποτά
X. Προς τον Ιωάννη τον Θεολόγο, απόστολο και ευαγγελιστή, εξόριστο στο νησί της Πάτμου
Παράφραση και σημειώσεις στις Επιστολές


Συμπληρωματικό δοκίμιο του Carlo Maria Mazzucchi

Ο ΔΑΜΑΣΚΙΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ CORPUS DIONYSIANUM, ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Τα πρόσωπα με τα οποία ο συγγραφέας του Corpus Dionysiacum υποτίθεται ότι είχε άμεσες σχέσεις
Ο συγγραφέας του Corpus Dionysiacum λέει ότι ήταν παρών στην έκλειψη κατά τον θάνατο του Χριστού και στην κηδεία της Μαρίας
Σημεία εκκίνησης και σημεία άφιξης του ψευδο-Διονυσίου
Αποδείξεις πλαστογράφησης που προσκομίστηκαν από την εκκλησιαστική και βυζαντινή παιδεία των 6ου και 7ου αιώνων εναντίον του Corpus
Η συριακή μετάφραση του Corpus και η απολογητική εξήγηση του Ιωάννη Σκυθοπόλεως
Η απόπειρα του συγγραφέα του Corpus Dionysiacum να καταστήσει τον νεοπλατωνισμό ουσία του χριστιανισμού
Η μορφή του Δαμασκίου και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της
Η προσπάθεια του Δαμασκίου να απορροφήσει τον χριστιανισμό μέσα στον νεοπλατωνισμό
Σημαντικά χαρακτηριστικά της πραγματείας περί θείων ονομάτων
Χαρακτηριστικά και σκοποί του Δαμασκίου που αντιστοιχούν σε εκείνα του ψευδο-Διονυσίου
Λόγοι για τους οποίους ο Δαμάσκιος διέδωσε το πλαστό στην Αλεξάνδρεια και όχι στην Αθήνα
Το έργο του Μηνά Περί πολιτικής επιστήμης και ο σκοπός του

ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ
Συντομογραφίες και βραχυγραφίες
Βιβλικές συντομογραφίες
Βιβλικά χωρία
Ευρετήριο εννοιών και θεμάτων
Ευρετήριο των μη βιβλικών συγγραφέων που παρατίθενται από τον Διονύσιο
Ευρετήριο των ονομάτων που παρατίθενται από τον Διονύσιο
Γενικό βιβλιογραφικό ευρετήριο
Βιβλιογραφικό ευρετήριο των έργων που παρατίθενται στο «Συμπληρωματικό δοκίμιο» του C. M. Mazzucchi


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το πρώτο σχέδιο αυτού του έργου ανάγεται σε πολλά χρόνια πριν, δηλαδή στην εποχή κατά την οποία ο καθηγητής Piero Scazzoso, διδάσκων ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, άρχισε να μελετά το Corpus των συγγραμμάτων που μας παραδόθηκαν υπό το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 του περασμένου αιώνα. Μελέτησε σε βάθος τη γλώσσα και τη σημασία του Corpus στη χριστιανική παράδοση, κυρίως την ανατολική. Το σημαντικότερο έργο του Scazzoso είναι: Ricerche sulla struttura del linguaggio dello pseudo Dionigi Areopagita, Milano 1967, στο οποίο συγκεντρώθηκαν τα αποτελέσματα που είχε επιτύχει σε μια σειρά δοκιμίων· για την αναγραφή τους βλ. τη Βιβλιογραφία —σσ. 801 και 805. Παράλληλα έκανε και μια πλήρη μετάφραση, στην οποία εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια, χωρίς να μπορέσει να τη δημοσιεύσει προσωπικά, καθώς πέθανε πρόωρα στις 30 Μαρτίου 1975 —είχε γεννηθεί το 1912.
Το πολύτιμο υλικό εμπιστεύθηκε η χήρα του —η καθηγήτρια Stefania Interdonato— στον καθηγητή Enzo Bellini, διδάσκοντα Ιστορία της Θεολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και Πατρολογία και Πατερική στη Διαπεριφερειακή Θεολογική Σχολή, ο οποίος επί χρόνια μελετούσε την ύστερη αρχαία χριστιανική σκέψη και εργαζόταν ακριβώς πάνω στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Από τα έργα του Bellini θυμίζουμε: La Chiesa nel mistero della salvezza in San Gregorio Nazianzeno, Varese 1970· Alessandro e Ario: un esempio di conflitto tra fede e ideologia. Documenti della prima controversia ariana, Milano 1974· Atanasio, L’incarnazione del Verbo, μετάφραση, εισαγωγή και σημειώσεις, Roma 1976· Ireneo di Lione, Contro le eresie e altri scritti, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις και ευρετήρια, Milano 1979, έργο που επανεκδόθηκε πολλές φορές.

Ο Bellini επικοινώνησε αμέσως μαζί μου, επειδή γνώριζε ότι ο καθηγητής Scazzoso, ενώ εργαζόταν στη μετάφραση των διαφόρων συγγραμμάτων του Corpus, είχε συζητήσει πολλές φορές μαζί μου διάφορα προβλήματα που αφορούσαν τη μετάφραση ορισμένων όρων και τις νεοπλατωνικές έννοιες που συνδέονταν με αυτούς, και ότι θα επιθυμούσε να δημοσιεύσει το έργο του σε σειρές που διηύθυνα εγώ.
Με τον καθηγητή Bellini συμφώνησα το σχέδιο των σύνθετων υπομνηματικών βοηθημάτων. Λόγω του πρόωρου θανάτου του, ο Piero Scazzoso δεν μπόρεσε να προχωρήσει συστηματικά στην τελική αναθεώρηση της μετάφρασης· και αυτό το έργο το ανέλαβε ο Enzo Bellini, ο οποίος παράλληλα επιμελήθηκε το Εισαγωγικό Δοκίμιο, τους Προλόγους, τις παραφράσεις, τις σημειώσεις και τα ευρετήρια.
Τα έργα που συγκροτούν το Corpus παρουσιάστηκαν με την παραδοσιακή σειρά, διαιρεμένα σε κεφάλαια και παραγράφους σύμφωνα με την έκδοση του Cordier, όπως μαρτυρούνται από διάφορα χειρόγραφα. Για τα Θεία ονόματα ο Bellini θέλησε να προσθέσει, μέσα σε αγκύλες και με πλάγια στοιχεία, την αρίθμηση που εισήγαγε ο C. Pera —βλ. τις ενδείξεις που δίνονται στη Βιβλιογραφία, σ. 795. Για όλα τα έργα σημειώθηκαν στο περιθώριο η στήλη και το γράμμα της έκδοσης Cordier της Patrologia Graeca, τόμ. III.
Στο σχόλιο ο Bellini έδωσε μεγάλη έμφαση στα σχόλια που παρατίθενται στην Patrologia Graeca, τόμ. IV, με ένδειξη της στήλης και του γράμματος. Αυτά τα σχόλια δημοσιεύθηκαν υπό το όνομα του Μαξίμου του Ομολογητή, αλλά ο Hans Urs von Balthasar απέδειξε ότι το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στον Ιωάννη Σκυθοπόλεως. Επειδή δεν έχει ακόμη επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μελετητών ως προς την απόδοσή τους, κατά κανόνα παρατέθηκαν χωρίς να δηλώνεται ο συγγραφέας, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η απόδοση φαίνεται ασφαλής.

Δυστυχώς και ο Enzo Bellini —που είχε γεννηθεί το 1934— έφυγε πρόωρα από τη ζωή, μόλις στα 47 του χρόνια, αμέσως αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες για αυτό το έργο —1981.
Τόσο η μετάφραση όσο και τα υπομνηματικά βοηθήματα είναι καρπός πολλών ετών εντατικής εργασίας των συγγραφέων και επιβάλλονται ως σημείο αναφοράς λόγω της ακρίβειας και της πληρότητάς τους.

Η πρώτη έκδοση αυτού του έργου δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Rusconi Libri το 1981, σε μια σειρά που διηύθυνα εγώ· ακολούθησε δεύτερη έκδοση το 1983 και τρίτη το 1997. Η νέα έκδοση που δημοσιεύουμε τώρα στον Bompiani —ο οποίος απέκτησε ολόκληρο τον κατάλογο της Rusconi Libri— φέρνει πολλές καινοτομίες και σημαντικούς εμπλουτισμούς σε σχέση με τις προηγούμενες εκδόσεις.
Σύμφωνα με το κριτήριο που ακολουθείται για τα περισσότερα έργα της σειράς, παρουσιάζεται απέναντι από τη μετάφραση το ελληνικό κείμενο, σύμφωνα με τις εκδόσεις της Beate Regina Suchla —Corpus Dionysiacum I. Pseudo Dionysius Areopagita, De divinis nominibus, επιμ. Beate Regina Suchla, Walter de Gruyter, Berlin/New York 1990— και των Günter Heil και Adolf Martin Ritter —Corpus Dionysiacum II. Pseudo Dionysius Areopagita. De coelesti hierarchia, De ecclesiastica hierarchia, De mystica theologia, Epistulae, επιμ. Günter Heil και Adolf Martin Ritter, Walter de Gruyter, Berlin/New York 1991.
Επειδή ο Scazzoso είχε ακολουθήσει άλλες κριτικές εκδόσεις —πρβλ. τις ενδείξεις που δίνονται στη Βιβλιογραφία, σ. 786—, παρακαλέσαμε την Ilaria Ramelli να αναθεωρήσει το κείμενο της μετάφρασης και να επιφέρει τις οφειλόμενες διορθώσεις βάσει των νέων εκδόσεων. Η Ramelli εισήγαγε μόνο ορισμένες διορθώσεις που επιβάλλονταν από το νέο κριτικό κείμενο, διατηρώντας τον μέγιστο σεβασμό προς την αρχική μετάφραση.
Η εισαγωγή του ελληνικού κειμένου απέναντι από τη μετάφραση δεν επέτρεψε να παρουσιαστούν οι παραφράσεις πριν από κάθε κεφάλαιο, όπως στις προηγούμενες εκδόσεις· χρειάστηκε επομένως να ενταχθούν μέσα στις σημειώσεις, οι οποίες, για τους ίδιους λόγους, παρουσιάστηκαν όχι στο κάτω μέρος της σελίδας, αλλά στο τέλος κάθε έργου.

Επιπλέον, εκτός από το γενικού χαρακτήρα Εισαγωγικό Δοκίμιο του Enzo Bellini, παρουσιάζεται μια δική μου Εισαγωγή και, ως παράρτημα, ένα Συμπληρωματικό Δοκίμιο του Carlo Maria Mazzucchi, Damascio, autore del Corpus Dionysiacum e il dialogo Περὶ πολιτικῆς ἐπιστήμης —ήδη δημοσιευμένο στο «Aevum», 80, 2006, σσ. 299–334.
Το δοκίμιο αυτό παρουσιάζει μια θέση, με υποδειγματική ιστορικο-φιλολογική μέθοδο, η οποία, αν επιβεβαιωνόταν οριστικά, θα ήταν πραγματικά επαναστατική.
Την παρουσιάζουμε εδώ ως «υπόθεση εργασίας», η οποία, λόγω της συνοχής και της ισχύος με την οποία διαμορφώνεται και συζητείται, επιβάλλεται πάντως ως σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές μελέτες. Το Corpus θα ήταν μια λογοτεχνική μυθοπλασία του Δαμασκίου, του τελευταίου μεγάλου Έλληνα στοχαστή, και θα αντιπροσώπευε την ύστατη αντεπίθεση της ειδωλολατρίας εναντίον της πλέον κυρίαρχης χριστιανικής σκέψης.
Ο Mazzucchi, ο οποίος είναι καθηγητής Βυζαντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, συνεχίζει, με μεγάλη αυστηρότητα, τη γραμμή που ακολούθησαν ο Scazzoso και ο Bellini, και μάλιστα αφιερώνει ρητά το δοκίμιό του Στη μνήμη του Piero Scazzoso —1912–1975. Επομένως βρισκόμαστε στο πλαίσιο μιας πνευματικής ενότητας μελετητών, ειλικρινών εραστών της έρευνας ως τέτοιας.

G. R.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ GIOVANNI REALE

ΤΟ CORPUS DIONYSIACUM ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ

1. Το Corpus Dionysiacum ως ένα από τα πιο μεγαλειώδη πλαστά στην ιστορία της δυτικής σκέψης

Μπορεί κάλλιστα να λεχθεί ότι το Corpus Dionysiacum είναι ένα από τα πιο επιδραστικά ψευδεπίγραφα στην ιστορία της δυτικής σκέψης, αν όχι μάλιστα το πιο επιδραστικό μαζί με το Corpus Hermeticum.
Ο συγγραφέας του Corpus Dionysiacum, ο οποίος, όπως θα δούμε, γράφει τον 6ο αιώνα, προσποιείται ότι είναι ο Διονύσιος που μεταστράφηκε από τον Παύλο. Στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζουμε: «Όταν [οι Αθηναίοι] άκουσαν [τον Παύλο] να μιλά για ανάσταση νεκρών, άλλοι τον χλεύαζαν, ενώ άλλοι είπαν: “Θα σε ακούσουμε γι’ αυτό άλλη φορά”. Έτσι ο Παύλος βγήκε από εκείνη τη σύναξη. Μερικοί όμως προσκολλήθηκαν σε αυτόν και έγιναν πιστοί· ανάμεσά τους και ο Διονύσιος, μέλος του Αρείου Πάγου, και μια γυναίκα ονόματι Δάμαρις και άλλοι μαζί τους»¹.
Προσποιείται, επιπλέον, ότι είχε στενές σχέσεις, εκτός από τον Παύλο και τα πρόσωπα που συνδέονταν μαζί του, και με ορισμένους Αποστόλους, ιδίως με τον Ιωάννη· ότι είδε την έκλειψη που συνέβη τη στιγμή της σταύρωσης και του θανάτου του Χριστού· και ότι ήταν παρών ακόμη και στην κηδεία της Μαρίας.
Αποδίδει έπειτα στον εαυτό του άλλα επτά έργα, εκτός από τα πέντε που μας έχουν παραδοθεί, για τα οποία δεν έχουμε καμία μαρτυρία και για τα οποία δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να δείχνει ότι τα έγραψε πράγματι.
Ο αναγνώστης θα βρει τη λεπτομερή τεκμηρίωση αυτών των πληροφοριών στον Bellini και κυρίως στον Mazzucchi².


2. Η εμβληματική δημιουργία της μάσκας του διδασκάλου Ιεροθέου

Εδώ θεωρούμε σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή ιδιαίτερα στη δημιουργία της φαντασματικής μορφής του διδασκάλου Ιεροθέου —για τον οποίο δεν έχουμε άλλες πληροφορίες πέρα από εκείνες που μας παρέχει ο ίδιος—, ο οποίος υποτίθεται ότι υπήρξε επίσης μαθητής του Παύλου και ότι έγραψε ένα αριστουργηματικό έργο με τίτλο Θεολογικαὶ στοιχειώσεις, τίτλος που επαναλαμβάνει περιέργως τον τίτλο του πολύ περίφημου έργου του Πρόκλου, Θεολογικὴ στοιχείωσις, αλλάζοντας μόνο τον ενικό σε πληθυντικό.
Με μεγάλη δεξιοτεχνία ο Ανώνυμος παραθέτει αυτόν τον δάσκαλό του όχι μόνο για να δικαιολογήσει ορισμένα πράγματα που λέει, αλλά παραπέμπει επίσης σε αυτόν για τη συστηματική πραγμάτευση ορισμένων πραγμάτων που ο ίδιος δεν λέει.
Επειδή αυτή η μορφή είναι μια πραγματική ιερατική μάσκα, κάτω από την οποία, από ορισμένες απόψεις, ο Ανώνυμος κρύβεται, προσπαθώντας να καταστήσει ιερό αυτό που λέει, θέλουμε να διαβάσουμε προκαταβολικά ορισμένα χωρία στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτόν.
Στα Θεία ονόματα, πραγματευόμενος τον Χριστό, γράφει: «Το ότι προσέλαβε ανθρώπινη ουσία το μάθαμε ως μυστήριο. Δεν γνωρίζουμε πώς πλάστηκε από το αίμα μιας παρθένου σύμφωνα με νόμο διαφορετικό από τον φυσικό, και με ποιον τρόπο, με πόδια στεγνά, έχοντας σωματική μάζα και υλικό βάρος, περπάτησε πάνω στο υγρό και ασύστατο στοιχείο, και πώς έκανε τα άλλα πράγματα που ανήκουν στη θαυμαστή φύση του Ιησού. Αυτά έχουν πραγματευθεί επαρκώς από εμάς σε άλλα σημεία και έχουν υμνηθεί από τον ευγενή δάσκαλό μας με θαυμαστό τρόπο στις Θεολογικές στοιχειώσεις του, είτε τα έμαθε από τους ιερούς συγγραφείς, είτε τα άντλησε από επιστημονική διερεύνηση των Γραφών, ύστερα από πολλή άσκηση και εξοικείωση με αυτές, είτε μυήθηκε σε αυτά από θεϊκότερη έμπνευση, αφού όχι μόνο έμαθε αλλά και έπαθε / βίωσε τα θεία, και, αν μπορεί κανείς να το πει έτσι, αφού τελειοποιήθηκε χάρη στη συμπάθειά του προς αυτά μέσα στην ενότητα της κρυφής και μη διδακτής πίστης σε αυτά τα ίδια [...]».

Και στην επόμενη παράγραφο ο συγγραφέας μιλά πάντοτε για τον Χριστό, παραθέτοντας μερικά από τα θαυμαστά οράματα που είχε ο ίδιος ο δάσκαλος.

Πάλι στα Θεία ονόματα, ο συγγραφέας μας διευκρινίζει: «Αυτό το έργο μου χρειάζεται ίσως μια δικαιολόγηση, επειδή, μολονότι ο ένδοξος οδηγός μου Ιερόθεος συνέθεσε τις Θεολογικές στοιχειώσεις με θαυμαστό τρόπο, εμείς, σαν να μην επαρκούσαν εκείνες, γράψαμε άλλα έργα και το παρόν έργο περί Θεού. Πράγματι, αν ο δάσκαλός μου είχε σκεφθεί να πραγματευθεί πλήρως όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τη Θεότητα, και αν είχε εξηγήσει με συντομότατα σχόλια κάθε κεφάλαιο όλων όσων αφορούν τον Θεό, εμείς ασφαλώς δεν θα είχαμε φθάσει σε τέτοιο βαθμό μανίας και ανοησίας ώστε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να διεισδύσουμε στα θεία μυστήρια με τρόπο οξυδερκέστερο και θεϊκότερο από εκείνον, ή να πραγματευθούμε μάταια δύο φορές το ίδιο πράγμα με περιττό τρόπο, και επιπλέον να αδικήσουμε τον δάσκαλο και φίλο μου. Διότι έτσι εμείς, που διδαχθήκαμε, μετά τον θείο Παύλο, από τα γραπτά του, θα κλέβαμε για λογαριασμό μας την ευγενέστατη θεωρία και ερμηνεία του.
Στην πραγματικότητα, εξηγώντας σοφά τα θεία πράγματα, μας εξέθεσε συνοπτικούς ορισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν πολλά πράγματα σε ένα, σαν να ήθελε να προτρέψει εμάς και εκείνους που, όπως εμείς, είμαστε δάσκαλοι ψυχών μόλις μυημένων, να εξηγήσουμε και να διακρίνουμε, με λόγο ανάλογο προς τις δυνάμεις μας, τις συνοπτικές σημασίες που συμπυκνώθηκαν σε ενότητα από τη βαθύτατα νοητική δύναμη εκείνου του μεγάλου άνδρα. Και πολλές φορές κι εσύ μας προέτρεψες σε ένα τέτοιο έργο και μου επέστρεψες το ίδιο βιβλίο, κρίνοντάς το έργο υπερβολικά υψηλό. Γι’ αυτό κι εμείς φυλάσσουμε τον δάσκαλο των τελείων και σεβασμίων νοημάτων για εκείνους που είναι ανώτεροι από τους πολλούς, σαν μια δεύτερη Γραφή που ακολουθεί τους χρησμούς του Θεού. Σε εκείνους που είναι σαν κι εμάς θα παραδώσουμε τα θεία πράγματα ανάλογα με τις δυνάμεις μας. Διότι, αν η στερεά τροφή είναι χαρακτηριστικό των τελείων, ποια τελειότητα θα χρειαζόταν για να τρέφει κανείς με αυτήν και τους άλλους; Δικαίως, λοιπόν, είπαμε και ότι η θεωρία που αφ’ εαυτής διεισδύει στις Ιερές Γραφές και η διδασκαλία που τις περιλαμβάνει με ένα μόνο βλέμμα χρειάζονται τελειωμένη αρετή, ενώ, αντίθετα, η γνώση και η άσκηση των λόγων που οδηγούν σε αυτό ταιριάζει στους δασκάλους κατώτερης βαθμίδας και στους ακολούθους τους. Έτσι εγώ φυλάχθηκα καλά από το να πραγματευθώ ποτέ και με κανέναν τρόπο τα προβλήματα που πραγματεύθηκε εκείνος ο θείος παιδαγωγός με φωτεινή εξήγηση, για να αποφύγω την επανάληψη ως προς την εξήγηση ενός χωρίου που είχε ήδη εξηγηθεί από εκείνον [...]».
Ας θυμηθούμε ότι το όνομα Ιερόθεος σημαίνει «ιερός στον Θεό», και ακριβώς παίζοντας με αυτή τη σημασία του όρου, ο συγγραφέας μας γράφει στην παράγραφο που ακολουθεί εκείνη που διαβάσαμε παραπάνω: «[...] Επομένως κι εμείς, πιστεύοντας σε αυτά τα καθήκοντα [δηλ. να μεταδίδουμε στους άλλους τα πράγματα που μας έχουν παραχωρηθεί], χωρίς να αφήνουμε τον εαυτό μας να κουραστεί ή να φοβηθεί στη θεμιτή έρευνα των θείων πραγμάτων, αλλά και χωρίς να αφήνουμε αβοήθητους εκείνους που δεν μπορούν να θεωρήσουν πράγματα υψηλότερα από εμάς, αφιερωθήκαμε στη συγγραφή, μη τολμώντας να εισαγάγουμε τίποτε νέο, αλλά διακρίνοντας και φανερώνοντας με πιο λεπτές παρατηρήσεις, που αφορούν το καθένα από τα μέρη, εκείνα τα πράγματα που ειπώθηκαν σύντομα από εκείνον που είναι αληθινά Ιερόθεος»⁶
.


Σημειώσεις:


1 Πράξεις των Αποστόλων, 17, 32–34.
2 Πρβλ. παρακάτω, σσ. 709–719.
3 Θεία ονόματα, II 9.
4 Πρβλ. Θεία ονόματα, II 10.
5 Θεία ονόματα, III 2.
6 Θεία ονόματα, III 3.


Συνεχίζεται με:

3. Ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες αυτής της εμβληματικής μυθοπλασίας

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (37)

 Συνέχεια από: Τρίτη 12 Μαΐου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ἡ ἀντίληψη περί «ψυχῆς» κατὰ τοὺς προσωκρατικούς Ἕλληνες

Οι σημαντικές καινοτομίες που προορίζονται να αποκτήσουν διαχρονική αξία ποτέ δὲν φύονται σὲ ἀκαλλιέργητο έδαφος ὅπως τὰ μανιτάρια. ᾿Αντιθέτως, φυτρώνουν ἀπὸ σπόρους που φυτεύονται σε ἔδαφος τὸ ὁποῖο καθαρίζεται τακτικά καὶ συχνὰ ἀπαιτεῖ μακρόχρονο κόπο καὶ συνεχές πότισμα.

Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς στὰ χρόνια που μεσολάβησαν ἀπὸ τὸν Όμηρο ὡς τὸν Σωκράτη.

Για πρακτικούς λόγους, θα παρουσιάσουμε εδώ συνοπτικώς τις διάφορες ἀντιλήψεις περί ψυχῆς στὸν Όμηρο, στοὺς Ὀρφικούς, στους ποιητές καὶ στοὺς προσωκρατικούς φυσιοκρατικούς φιλοσόφους, παραπέμποντας τοὺς ἀναγνώστες ποὺ ἐνδιαφέρονται για περαιτέρω εμβάθυνση καὶ λεπτομερή τεκμηρίωση στον τόμο Corpo, anima e salute. Il concetto di uomo da Omero a Platone (1999)23, τόμο τὸν ὁποῖο συμβουλευόμαστε ἐν προκειμένῳ, ὅπως ἐπίσης καὶ στὸ καλά τεκμηριωμένο βιβλίο του Sarri24.

α) Ἡ ἀντίληψη περί ψυχῆς στὸν Όμηρο. Ο όρος ψυχή στα ὁμηρικὰ ἔπη ἐμφανίζεται δεκάδες φορές, μὲ ἕνα νόημα όμως τὸ ὁποῖο ὄχι μόνον εἶναι πολύ διαφορετικό, ἀλλὰ καὶ ἀντιθετικό ἐν σχέσει πρὸς τὸ νόημα ποὺ θὰ ἀποκτήσει στο πλαίσιο τῆς Δυτικῆς διανόησης ἀπὸ τὸν 5ο αιώνα π.Χ.
Πράγματι, ὁ Ὅμηρος ἀναφέρεται στην ψυχή κυρίως κατά τη στιγμὴ τοῦ θανάτου τοῦ ἀνθρώπου. Ο θάνατος συμπίπτει μὲ τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, καθὼς ἐξέρχεται πετώντας ἀπὸ τὸ στόμα (ή ἀπὸ τὴν πληγή) μὲ τὴν τελευταία πνοή, κατευθύνεται πρὸς τὸν Ἅδη (Οἱ ὁμηρικές ἐκφράσεις, οἱ ὁποῖες ἐπαναλαμβάνονται συχνά καὶ σταθερά, εἶναι ἰδιαιτέρως ἐνδιαφέρουσες: «ἡ ψυχὴ τὸν ἐγκατέλειψε», «ἡ ψυχὴ ἔφυγε», «χάθηκαν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ δύναμη», «έχασε τὴν ψυχή», «ἡ ψυχή κατέβηκε στον Ἅδη»). Στὸν Ἅδη, ὅμως, ἡ ψυχή, ὡς «φασματικὴ εἰκόνα» τοῦ νεκροῦ, παραμένει δίχως ζωή, δίχως συναίσθημα, δίχως γνώση, δίχως ἐπιθυμία: ἀποτελεῖ ἀντιπροσωπευτική εἰκόνα τοῦ δὲν ὑφίσταμαι-πιά-στη-ζωή. Ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι, συνεπῶς, τὸ «ἐγὼ» τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὸ «δὲν ὑφίσταμαι-πιά-τοῦ ἐγώ». Ὁ Walter Otto αναγνώρισε στὴν ὁμηρική ψυχὴ μία ἀντιπροσωπευτικὴ ἐκδήλωση τοῦ δὲν ὑφίσταμαι-πιὰ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τοῦ «τι ἦν εἶναι»25.
Σὲ ὁρισμένους στίχους τῶν ὁμηρικών ποιημάτων ψυχή σημαίνει «ζωή». Δὲν πρόκειται, ὅμως, γιὰ τὴ ζωὴ ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ βίου, ἀλλὰ γιὰ τὴ ζωὴ ἡ ὁποία ἀποχωρεῖ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ὅμηρος, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ πιὸ πρόσφατες μελέτες, ἀναφέρεται στὴν ψυχή μόνον σε συνάρτηση με τη ζωή που τελειώνει, συνεπώς μὲ τὸν θάνατο, καὶ δὲν κάνει μνεία στις εἰδικές λειτουργίες ποὺ ἡ ψυχὴ ἐπιτελεί κατά τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, σημαίνει ὅτι ὁ Ὅμηρος δὲν τῆς ἀποδίδει καμμία τέτοια λειτουργία26.
Ἡ ἰδέα τῆς «ἀθανασίας» ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνεχίζεται καὶ μετὰ τὸν θάνατο εἶναι παντελώς ξένη πρὸς τὸν ὁμηρικό κόσμο. Ἡ ἀθανασία ἔγκειται μόνον στὴν ὑστεροφημία ποὺ ἀφήνουν στη μνήμη τῶν ἀνθρώπων τὰ μεγάλα ἐπιτεύγματα καὶ τὰ μεγάλα γεγονότα τῆς ζωῆς ἑνὸς ἥρωα: πρόκειται, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀθανασία ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ θανών παραμένει ὡς ἀνάμνηση στὸν νοῦ τῶν μεταγενεστέρων27.

β) Η νέα ἀντίληψη τῶν Ὀρφικῶν. Το θρησκευτικό μήνυμα τοῦ Ὀρφισμοῦ (6ος αἱ. π.Χ.) καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐξελίχθηκε μέσω τῶν φιλοσόφων, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πυθαγόρα, ἐπέφεραν μία ριζική ἀνατροπὴ στὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς σὲ σχέση μὲ τὴν ἀντίστοιχη ομηρική ἔννοια, ἀνατροπὴ ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τούτου, ἐδημιούργησε ένα νέο σύστημα πεποιθήσεων καὶ ἕναν νέο πολιτισμό.
Το νέο σύστημα πεποιθήσεων εἶχε ὡς βάση μία νέα ἀντίληψη για τὴ φύση καὶ τὸ πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου: «[..] Το νέο θρησκευτικό πρότυπο ἔκαμε τὴ μοιραία του συμβολή μὲ τὸ νὰ ἀποδώσει στον ἄνθρωπο ἕνα ἀπόκρυφο ἐγὼ θείας καταγωγῆς, καὶ μὲ τὸ νὰ θέσει ἔτσι τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σὲ ἀντίθεση εἰσήγαγε στὸν εὐρωπαϊκό πολιτισμό μια καινούρια ἑρμηνεία τῆς ἀνθρώπινης ύπαρξης»28.
Ἡ βασικὴ ἀντίληψη περιελάμβανε ἰδιαίτερες ιδέες, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ συνοψιστούν ὡς ἐξῆς:
1. Η ψυχή-δαίμων εὑρίσκεται στὸ σῶμα-φυλακή, ἐκτίοντας τὴν ποινὴ γιὰ ἕνα ἀρχικό ἁμάρτημα.
2. Ἡ ψυχή θα μετενσαρκώνεται ἕως ὅτου ἐκτίσει τὴν ποινή.
3. Μὲ ἕναν συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς, μὲ μυήσεις καὶ κατάλληλες τελετουργίες, ἡ ψυχή μπορεῖ νὰ ἐξαγνιστεί ὥστε νὰ ἐπωφεληθεί εἴτε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο εἴτε πέραν αὐτοῦ29.

Οἱ λόγοι γιὰ τὴ μεγάλη ἐπιτυχία ποὺ ἐγνώρισαν οἱ θεωρίες αὐτὲς υπῆρξαν πολλοί, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ξεχωρίζει ἡ ἰδέα τῆς τιμωρίας καὶ τῆς ἐπιβραβεύσεως ποὺ ἐπεφυλασσόταν στις ψυχές κατὰ τὴ μεταθανάτια ζωή. Σχετικά μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ πολύτιμες πληροφορίες μας παρέχουν πρώτης τάξεως ευρήματα, τα φύλλα χρυσοῦ ποὺ ἀνακαλύφθησαν σε τάφους τῶν Ὀρφικών: σε αὐτὰ ἀναγράφεται ότι ἡ εξαγνισμένη ψυχή θὰ ζήσει μαζὶ μὲ τοὺς ἥρωες καὶ τοὺς θεούς. Σ' ένα ἀπ' αὐτὰ (αρ. 1), ποὺ ἀνευρέθη στην περιοχή τῶν ἀρχαίων Θουρίων, διαβάζουμε:
Χαῖρε παθὼν τὸ πάθημα, το διάστημα δ' ούπω πρόσθ(ε) ἐπεπόνθεις. Θεὸς ἐγένου ἐξ ἀνθρώπου. (Χαῖρε σὺ ποὺ πέρασες τὸ πάθημα, τέτοιο ποὺ ποτέ πρὶν δὲν ἔχεις ὑποστεῖ. ᾿Απὸ ἄνθρωπος ἔγινες θεός).
Ένα σπουδαίο σημεῖο τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε να λάβουμε ὑπ' ὄψιν εἶναι τὸ ἐξῆς: Αὐτὴ ἡ θεϊκή ψυχή-δαίμων δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος γνωρίζει καὶ ἐπιθυμεῖ. Συνεπῶς, ἦταν τοποθετημένη ἐντελῶς πέραν τῆς νοήσεως καὶ τῆς συνειδήσεως. Ἡ ταύτιση τῆς ψυχῆς μὲ τὴ συνείδηση ἀπαιτοῦσε περισσότερα καὶ σύνθετα ἀποκτήματα.

Ο πρώτος φιλόσοφος ποὺ ἰδιοποιήθηκε τὴν ὀρφική θεωρία περί μετενσαρκώσεως τῆς ψυχῆς ἦταν ὁ Πυθαγόρας. Κάποιος μελετητής, μάλιστα, ὑποστήριξε ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πυθαγόρας διετύπωσε για πρώτη φορὰ τὴν πεποίθηση αὐτή30, παρ' ὅτι ἔχει πλέον ἀποδειχθεῖ ὅτι πρόκειται για μία πεποίθηση ἡ ὁποία δὲν ἐπέρασε ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους στοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς στοὺς φιλοσόφους.
Ως γνωστόν, ὁ Πυθαγόρας ἀνεδείχθη ἀμέσως σὲ μιὰ ἐμβληματική προσωπικότητα, καὶ μάλιστα θεοποιήθηκε. Ἔτσι, οἱ ἀκόλουθοί του μεγαλοποίησαν τὴ μορφή του, σε βαθμό ποὺ ἄγγιζε τὰ ὅρια τοῦ ἐξωπραγματικοῦ, ἀποδίδοντάς του όλες τις θεωρίες ποὺ κατακτούσαν. Ο Πυθαγόρας ἦταν ὁ ἐμπνευστής ἑνὸς κινήματος ποὺ ἐδημιούργησε έναν νέο τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε «πυθαγόρειος»: «καὶ οἱ ὕστεροι ἔτι καὶ νῦν Πυθαγόρειον τρόπον ἐπονομάζοντες τοῦ βίου διαφανεῖς πη δοκοῦσιν εἶναι ἐν τοῖς ἄλλοις;» 31.
᾿Ασφαλῶς ὁ Πυθαγόρας ἀποδέχθηκε κάποιους ἀπὸ τοὺς κανόνες καθάρσεως τῶν Ὀρφικῶν, καὶ ἀναμφισβήτητα τοὺς ἐμπλούτισε σε μεγάλο βαθμό. Στους κανόνες ποὺ ἀφοροῦσαν στη δίαιτα καὶ στὴν ἀποχή από συγκεκριμένες τροφές, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὡς στόχο τὴν κάθαρση του σώματος, έτσι ώστε αὐτὸ νὰ ὑπακούει στην ψυχή, προστέθηκαν οἱ πρακτικές καθάρσεως τῆς ψυχῆς διὰ μέσου τῆς μουσικῆς καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν ἀριθμῶν.

Ἀκόμη καὶ ὁ Ἐμπεδοκλής στοὺς Καθαρμούς ὅριζε μετά βεβαιότητος την ψυχή, χρησιμοποιώντας τὸν ὅρο δαίμων, ἐπιθυμώντας ἔτσι να προβάλει τη στενή συγγένεια τῆς ψυχῆς μὲ τὸ θεῖο καὶ νὰ τονίσει μὲ ἀποτελεσματικό τρόπο τὸ ἀρχικὸ ἁμάρτημα που προκαλεῖ τὴν πτώση τοῦ δαίμονα στὸ σῶμα. Ἰδοὺ πῶς ὁ Ἐμπεδοκλῆς ἐξέφρασε τη μετενσάρκωση καὶ τὸ αἴτιο τῆς πτώσεως τῶν ψυχῶν στο σώμα ὡς προσωπικὴ ἐμπειρία:
Ήδη γὰρ ποτ' ἐγὼ γενόμην κοῦρὸς τε κόρη τε θάμνος τ' οἰιωνός τε καὶ ἔξαλος ἔλλοπος ἰχθύς 32. [Μετ.: «Γιατί κάποτε έγινα ήδη και αγόρι και κοπέλα, και θάμνος και πουλί και άφωνο ψάρι της θάλασσας.»]
Ὦ πόποι, ὦ δειλὸν θνητῶν γένος, ὦ δυσάνολβον, τοίων ἔκ τ' ἐρίδων ἔκ τε στοναχῶν ἐγένεσθε 33. [Μετ.: «Αλίμονο! ω δύστυχο γένος των θνητών, ω ταλαίπωρο, από τέτοιες έριδες και στεναγμούς γεννηθήκατε.»]

Σημειώσεις

23. Milano, Edizioni Cortina.
24. Πρὸς τὸ παρὸν ἀποτελεῖ τὴν πιὸ τεκμηριωμένη μονογραφία περί του θέματος.
25. Πβ. W. Отто, Theofania. Lo spirito della religione greca antica, επιμ. Α. Caracciolo, Genova, Il Melangolo, 1983, σ. 70.
26. Πβ. G. REALE, Corpo, anima e salute, σσ. 75-89.
27. Αὐτόθι, σσ. 85 κ.εξ.
28. Ε. Dopos, Οἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, (μτφρ. επιμ. Γιώργη Γιατρομανωλάκη), ᾿Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1977, σ. 125.
29. Πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, σσ. 435-445.
30. U. VON WILAMOWITZ-MOELLENDORFF, Der Glaube der Hellenen, Darmstadt, 1959, vol. ΙΙ, σσ. 185 κ. ἐξ.
31. Πβ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Πολιτεία, X, 600 b.
32. ΕΜΠΕΔΟΚΛΕΟΥΣ, Καθαρμοί, στο M.R. WRIGHT, Empedocleus: the Exact Fragment, Yale University, 1981, ἀπ. 108.
33. Αὐτόθι, ἀπ. 134.