Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 19 Του George Prestige

Συνέχεια από Τετάρτη  20. Μαΐου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 19

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

Διάλεξη 5, Απολλινάριος, ή η θεία επέμβαση/εισχώρηση γ

Και στην πρώτη επιστολή προς Διονύσιο αναπτύσσει ολόκληρο το ζήτημα εκτενώς, απορρίπτοντας απολύτως ό,τι του είχαν αποδώσει οι επικριτές του και επαναβεβαιώνοντας σθεναρά τη δική του θέση. «Οι άγιες Γραφές μάς διδάσκουν να νοούμε ως ανήκουσες σε έναν Κύριο τόσο την κάθοδο από τον ουρανό όσο και τη γέννηση στη γη» —Ad Dionys. 1.5. «Εφόσον η συνήθεια της Γραφής είναι και να θεωρεί το όλον ως Θεό και να θεωρεί το όλον ως άνθρωπο, ας ακολουθήσουμε κι εμείς τις θείες φράσεις και ας μη διαιρούμε το αδιαίρετο» —ό.π. 10.

Η αίρεσή του δεν βρισκόταν σε αυτή την πλευρά, αλλά στη μοναδική διαβεβαίωση ότι το θείο πνεύμα του Θεού Υιού υποκαταστάθηκε στον Λυτρωτή στη θέση ενός ανθρώπινου νου. Όταν ο Απολλινάριος έλεγε ότι ο Θεός έλαβε σάρκα ή, όπως πολύ συχνά το εξέφραζε, ότι ο Θεός έλαβε σώμα, εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε και τίποτε περισσότερο. Ο άγιος Ιωάννης, επισημαίνει, δήλωσε ότι ο Λόγος έγινε σάρκα, αλλά δεν πρόσθεσε «και ψυχή», επειδή η θεία ενέργεια κατέχει στον Σωτήρα τη θέση της ψυχής και του ανθρώπινου νου —απ. 2. «Ο Χριστός, μαζί με ψυχή και σώμα, έχει ως πνεύμα τον Θεό, δηλαδή νου» —απ. 25. «Ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος, αλλά όμοιος με άνθρωπο, επειδή δεν είναι ομοούσιος με την ανθρωπότητα ως προς την ύψιστη διευθυντική αρχή της ύπαρξής Του» —απ. 45· «η διευθυντική αρχή στη σύσταση του Θεανθρώπου είναι θείο πνεύμα» —απ. 32.

Δύο γενικοί λόγοι φαίνεται ότι οδήγησαν τον Απολλινάριο σε αυτό το παράδοξο συμπέρασμα. Ο πρώτος ήταν η αντίθεσή του στην ιδέα μιας συνεργασίας ανάμεσα σε δύο Υιούς, έναν Θεό και έναν άνθρωπο, μέσα στη μία προσωπικότητα του Σωτήρα. Ήταν πεπεισμένος ότι ο Χριστός ήταν ένας και όχι δύο, και δεν μπορούσε να δει πώς δύο χωριστοί νόες και θελήσεις θα μπορούσαν να συνυπάρχουν· ούτε διέκρινε κάποια αναγκαιότητα να συνυπάρχουν.

Η ιδέα του για την ανθρώπινη φύση ήταν εκείνη ενός υλικού και αισθανόμενου σώματος, που διευθύνεται και ελέγχεται από μια άυλη και λογική συνείδηση. Εφόσον ο Χριστός ανέλαβε το αισθανόμενο σώμα και παρείχε μια ελέγχουσα συνείδηση, παρόλο που αυτή η συνείδηση ήταν ολοκληρωτικά θεία, θεωρούσε ότι είχαν εκπληρωθεί όλες οι ουσιώδεις προϋποθέσεις μιας ανθρώπινης ύπαρξης.

Έτσι γράφει —απ. 107—: «Η σάρκα δεν είναι αυτοκαθοριζόμενη. Υπόκειται ολοκληρωτικά σε μια εξωτερική αρχή που την καθορίζει και τη κυβερνά, οποιουδήποτε είδους κι αν είναι αυτή. Ούτε είναι από μόνη της ένας πλήρης οργανισμός [δηλαδή ένα πραγματικό και συγκεκριμένο ζωντανό ον], αλλά πρέπει να συντεθεί έτσι ώστε να γίνει πλήρης οργανισμός. Συνήλθε σε ένωση με την κυριαρχική αρχή και συντέθηκε με την ουράνια κυριαρχική αρχή. Προσαρμόστηκε σε αυτήν ως προς τη δική της παθητή ικανότητα, και έλαβε τη θεία αρχή, η οποία προσαρμόστηκε στη σάρκα ως προς την ενεργητική ικανότητα. Έτσι σχηματίζεται ένας ενιαίος οργανισμός από εκείνο που καθορίζεται και από εκείνο που το καθορίζει».

Με άλλα λόγια, σώμα χωρίς ψυχή είναι μια αφαίρεση που δεν μπορεί να υπάρξει· όταν μια ψυχή ενώνεται μαζί του, τα δύο συνθέτουν μαζί ένα ενιαίο ζωντανό ον, στο οποίο η ψυχή διευθύνει και το σώμα διευθύνεται. Στον Λυτρωτή, τον ρόλο που στους άλλους ανθρώπους παίζει η ψυχή τον έπαιξε το θείο πνεύμα, και δεν χρειαζόταν καμία άλλη διευθυντική αρχή. Πράγματι, δεν υπήρχε χώρος για καμία άλλη. «Δύο αρχές νου και βούλησης δεν μπορούν να κατοικούν συμπτωματικά μαζί, αλλιώς η μία θα συγκρουστεί με την άλλη» —απ. 2. Η ιδέα δύο νόων στον Χριστό, ενός θείου και ενός ανθρώπινου, είναι παράλογη· «δεν μπορούν να συνυπάρχουν δύο νόες με αντίθετες θελήσεις μέσα στο ένα και το ίδιο υποκείμενο» —απ. 150.

Αν υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος αποτελείται από τρία στοιχεία, και ότι και ο Κύριος είναι άνθρωπος, τότε και Εκείνος θα αποτελείται από τα ίδια τρία στοιχεία· αλλά θυμηθείτε ότι είναι ο ουράνιος Άνθρωπος και ζωοποιό πνεύμα —απ. 89. Επομένως τα στοιχεία που Τον συνθέτουν δεν είναι όλα ακριβώς ισοδύναμα με εκείνα που συνθέτουν εμάς τους γήινους ανθρώπους· το πνεύμα που Αυτός κατέχει δεν είναι ακριβώς όπως τα γήινα πνεύματά μας —απ. 90. Αν κατείχε πνεύμα ισοδύναμο με το δικό μας, επιπλέον του δικού Του θείου πνεύματος, αυτό θα Του έδινε ένα τέταρτο συστατικό, και θα ήταν «όχι άνθρωπος, αλλά άνθρωπος-θεός» —απ. 91—, ένα είδος τέρατος. Ο Απολλινάριος αρνήθηκε σαφώς τον ανθρώπινο νου του Χριστού πρωτίστως επειδή δεν μπορούσε να βρει μέσα στο ψυχολογικό του σχήμα θέση στην οποία να τον χωρέσει. Η ψυχολογία, τουλάχιστον στην αρχαιότητα, υπήρξε πάντοτε μητέρα της αιρέσεως.

Ο δεύτερος κύριος λόγος της αίρεσής του ήταν ηθικός. Ο Απολλινάριος θεωρούσε τον ανθρώπινο νου θανάσιμα διεφθαρμένο εξαιτίας της υποταγής του στη σάρκα, και επομένως ανίκανο να ενεργήσει ως όργανο της ανθρώπινης λύτρωσης. Ένας νέος τύπος νου, ανίκανος για μια τέτοια υποταγή, πρέπει λοιπόν να εμβολιαστεί στον κορμό της ανθρώπινης σάρκας, προκειμένου να λυτρωθεί η ανθρωπότητα. Η ανάπτυξη της ψυχής, λέει (frag. 134), από τη στιγμή της προέλευσής της, συνδέεται με την πρόοδο του σώματος στο οποίο είναι προσαρτημένη·¹ προφανώς εννοεί ότι η ηθική ανάπτυξη της ψυχής όντως καθορίζεται από την υποταγή στο φυσικό της περίβλημα. Αλλά στον Χριστό «ο Θεός δεν καθορίζεται στην ανάπτυξή Του από το σώμα» (ib.), διότι, φυσικά, έφερε σε ένωση μαζί του μια συνείδηση ήδη πλήρως ανεπτυγμένη και «μη υποκείμενη σε μεταβολή».

Η ενσαρκωμένη συνείδηση του Θεού Υιού συλλαμβάνεται έτσι σαφώς ως εντελώς ανεξάρτητη από τους όρους της Ενανθρώπησής Του: λαμβάνει το φυσικό Του περίβλημα και διευθύνει την πρόοδό του υπό τον πλήρη έλεγχο της ενοικούσας θεότητας, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την πλήρη συμμόρφωσή του προς τον Θεό και παράγοντας ένα ανθρώπινο ον —αν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τον Απολλινάριο ότι το αποτέλεσμα ήταν με οποιαδήποτε αληθινή έννοια ανθρώπινο ον— απαλλαγμένο από την αμαρτία και ικανό να ενεργήσει ως φορέας της λυτρωτικής χάρης προς την ανθρωπότητα.

Η ένωση με έναν ανθρώπινο νου δεν θα μπορούσε να επιφέρει αυτό το μακάριο αποτέλεσμα. «Ο Λόγος έγινε σάρκα χωρίς να προσλάβει ανθρώπινο νου· ο ανθρώπινος νους υπόκειται σε μεταβολή και είναι αιχμάλωτος βρόμικων φαντασιώσεων· Εκείνος όμως ήταν θείος νους, αμετάβλητος και ουράνιος» (ep. ad Diocaes. 2, γραμμένη γύρω στο 375, όταν ο Απολλινάριος βρισκόταν στο σημείο ρήξης με την Εκκλησία). «Κάθε άνθρωπος είναι μέρος του κόσμου, και κανένα μέρος του κόσμου δεν αφαιρεί την αμαρτία του κόσμου, κάτω από την οποία βρίσκεται ο ίδιος ο κόσμος· αλλά ο Χριστός πράγματι την αφαιρεί· επομένως ο Χριστός δεν είναι άνθρωπος» (anaceph. 2). «Ο Θεός, ενσαρκωμένος σε ανθρώπινη σάρκα, διατηρεί καθαρή τη δική Του ενέργεια· είναι νους αήττητος από τα αισθητά και σωματικά πάθη, και κυβερνά τη σάρκα και τις σωματικές της ορμές θεοπρεπώς και χωρίς αμαρτία» (fid. sec. part. 30).

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Απολλινάριος είναι τόσο πρόθυμος να εξασφαλίσει τη λυτρωτική ενέργεια του Θεού, ώστε δεν δίνει στη σάρκα καμία ευκαιρία να βρει λύτρωση υπό μια δική της ψυχή· η θεότητα έχει θέσει τη σάρκα υπό δικαστική επιτροπεία και σκοπεύει να τη διατηρήσει εκεί. Και επειδή δεν δίνεται καμία ευκαιρία στη σάρκα, και η ψυχή αφήνεται εντελώς έξω από την υπόθεση, αυτή η θεωρία αρνείται το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία ορθά την καταδίκασε.

Ας σκεφθούμε τι σημαίνει πλέον η λύτρωση, αν οι θεωρίες του Απολλιναρίου διατυπωθούν γυμνά. Από τα δύο μέρη της ανθρώπινης φύσης, την αισθανόμενη σάρκα και την κατευθύνουσα ψυχή, το πρώτο αντιμετωπίζεται σαν αυτόματο. Στο πρόσωπο του Λυτρωτή, η σάρκα είναι ανίκανη είτε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση στη θεία καθοδήγηση είτε να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση στον πειρασμό· σώζεται εξαναγκαστικά κάτω από τη σιδερένια χείρα του θείου πνεύματος, όπως ένας καθυστερημένος και απολίτιστος λαός θα μπορούσε να εκπολιτισθεί βίαια από μια ξένη δικτατορία ολοκληρωτικής αμειλικτότητας και καθολικής εμβέλειας.

Στα πρόσωπα εκείνων τους οποίους ο Χριστός ήρθε να σώσει, εκείνων που γνωρίζουν την πραγματικότητα του ηθικού αγώνα και τη δύναμη του πειρασμού, πώς μπορεί η σωτήρια δύναμη που χρειαζόμαστε να μας μεταδοθεί από έναν Σωτήρα ο οποίος όχι μόνο είναι αναμάρτητος —αυτό ούτως ή άλλως πρέπει να είναι—, αλλά δεν πειράστηκε ποτέ πραγματικά, και επομένως δεν νίκησε ποτέ πραγματικά την αμαρτία στο πληγωμένο πεδίο μάχης της ανθρώπινης καρδιάς; Δεν είμαστε υπερ-άψυχα Trilbies, και δεν μπορούμε να σωθούμε μέσω των υπνωτικών προσπαθειών ακόμη και του πιο ισχυρού και ευεργετικού θείου Svengali —διότι σε αυτό καταλήγει ο απολλιναρισμός. Δεν είχε κανένα Ευαγγέλιο μέσω του οποίου ο άνθρωπος να μπορεί να ελπίσει ότι θα ανέβει στα ύψη εκείνων των δυνατοτήτων τις οποίες ο Θεός σχεδίασε να βαστάζει η ανθρώπινη φύση.

Ας στραφούμε στο άλλο στοιχείο αυτής της σύμπραξης, την ανθρώπινη ψυχή. Ο Απολλινάριος παραδεχόταν ότι οι ψυχές μας είναι επιρρεπείς στην αμαρτία· αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο, κατά την άποψή του, ο Σωτήρας δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια ανθρώπινη ψυχή ως όργανο λύτρωσης. Πώς λοιπόν θα σωθούν αυτές οι ψυχές; Ο Χριστός, λέει (frag. 155), είναι και ουράνιος Νους και άγια Σάρκα· ότι μπορούμε να μετάσχουμε στον πρώτο υπονοείται στην αποστολική αξίωση ότι «έχουμε τον νου του Χριστού» (Α΄ Κορ. 2,16).

Με ποιο μέσο λοιπόν μπορεί να αποκτηθεί αυτή η κατοχή; Προφανώς μέσω «της άγιας σάρκας, η οποία καθορίστηκε στην ανάπτυξή της από τη θεότητα και προκαλεί την εμφύτευση της θεότητας σε όσους μετέχουν σε αυτήν». Και πάλι: «Η σάρκα Του μας ζωοποιεί μέσω της θεότητας που είναι ενσωματωμένη σε αυτήν· μας σώζει, και σωζόμαστε μετέχοντας σε αυτήν ως τροφή» (frag. 116). Εδώ έχουμε σαφείς διατυπώσεις του σχήματος σωτηρίας που στην πραγματικότητα απαιτείται από ολόκληρη τη διδασκαλία του Απολλιναρίου περί του Σωτήρα: θα μπορούσε να συναχθεί λογικά από τη θεωρία του περί του προσώπου του Χριστού, αλλά μπορούμε να αισθανθούμε πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα και ικανοποίηση έχοντάς το δηλωμένο ρητά με τα δικά του λόγια.

Οι ψυχές μας, λοιπόν, καθορίζονται από τη σάρκα μέσα στην οποία είναι εγκιβωτισμένες. Στην κατάσταση της φύσης αναπτύσσονται αμαρτωλά, επειδή η σάρκα είναι διεφθαρμένη. Στην κατάσταση της χάρης μπορούν να αποκατασταθούν, και πάλι μέσω της σάρκας στην οποία υπόκεινται, επειδή η σάρκα του ανθρώπου αποκαθίσταται όταν η δύναμη της σάρκας του Χριστού εμφυτεύεται σε αυτήν. Ο Απολλινάριος δεν άφησε κανένα περιθώριο για άμεση ενέργεια του Σωτήρα πάνω στις ψυχές των ανθρώπων· ο μόνος δεσμός ανάμεσα στο θείο πνεύμα του Σωτήρα και στα πνεύματα της ανθρωπότητας είναι μια λυτρωμένη σάρκα.

Τι παράξενη θεωρία είναι αυτή! Και τι εκπληκτική αντιστροφή απαιτεί των ορθών σχέσεων ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα. Η ψυχή δεν ενεργεί πλέον ως η κατευθυντήρια αρχή, ο αυτοκαθοριζόμενος παράγοντας, ο κυβερνήτης της σύνθετης ανθρώπινης προσωπικότητας. Αντιθέτως, καταδικάζεται να είναι δεμένη σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι, ενώ οι ισχυρές ορμές των ανανεωμένων και αναπροσανατολισμένων σωματικών αισθήσεων, κλεισμένων στο τραγούδι των Σειρήνων με την εφαρμογή θεϊκού κεριού, τη μεταφέρουν πάνω από τα κύματα αυτού του ταραχώδους κόσμου στο λιμάνι της αιώνιας ζωής. Η σωτηρία κερδίζεται μόνο όταν η ανθρώπινη ψυχή βυθιστεί σε ήρεμη παθητικότητα. Τι τέλεια παρωδία συνιστά αυτό τόσο της ανθρώπινης ζωής όσο και της θείας σωτηρίας!

Δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή σωτηρία των ανθρώπινων όντων εκ των έσω, μέσω της αναγέννησης της ίδιας τους της φύσης, όταν ο ίδιος ο Σωτήρας δεν έχει γνήσια ανθρώπινη εμπειρία. Αν η δύναμη της ζωής του Χριστού πρόκειται να είναι το μέσο αναδημιουργίας των ζωών μας, εμφυτεύοντας στην τραυματισμένη και συντριμμένη ανθρώπινη φύση μας τη δύναμη μιας τέλειας και ενοποιημένης ανθρωπότητας, τότε αυτή η ζωή Του πρέπει να είναι πλήρως ανθρώπινη. Εμείς οι ηθικά ανάπηροι δεν μπορούμε να γίνουμε ακέραιοι μέσω ενός αναπήρου πιο απόλυτου από εμάς τους ίδιους.

Οι δύο Γρηγόριοι είχαν απολύτως δίκιο σε αυτό το σημείο. Ο πρεσβύτερος, ο Ναζιανζηνός, με καθαρή διορατικότητα και λαμπρή ρητορική, διατύπωσε το ζήτημα σε τρεις ελληνικές λέξεις: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον»· ό,τι δεν προσλήφθηκε δεν θεραπεύθηκε. Ένας μισο-ανθρώπινος Σωτήρας είναι χρήσιμος μόνο για έναν μισο-πεσμένο Αδάμ (ep. 101.7). Πράγματι, ο νους του ανθρώπου είχε ανάγκη λύτρωσης ακόμη περισσότερο από το σώμα του, διότι ο νους ήταν εκείνος που πρώτος συγκατατέθηκε στον πειρασμό και έπεσε: ο νους του Αδάμ δέχθηκε την εντολή του Θεού και την παρέβη· επομένως ο νους ήταν εκείνος που παρέβη, και συνεπώς βρισκόταν στη μεγαλύτερη ανάγκη λύτρωσης (ib. 11).

Ο Γρηγόριος Νύσσης, αντιμετωπίζοντας μια θεωρία παρόμοια με εκείνη του Απολλιναρίου, επικαλείται μια εικόνα όχι από τη Γένεση, αλλά από τον Λουκά. Ο Καλός Ποιμένας ήρθε να ζητήσει και να σώσει το απολωλός, και έφερε πίσω στο σπίτι πάνω στους ώμους Του όχι μόνο το μαλλί, αλλά ολόκληρο το πρόβατο! (c. Eunom. 2 [vulgo]. 175, Migne 45-5450).

Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτός ο καυστικός σαρκασμός δεν στρεφόταν εναντίον του Απολλιναρίου, αλλά εναντίον του Ευνομίου, του τελευταίου εκπροσώπου ενός πλήρως ανεπτυγμένου αρειανικού συστήματος. Είναι παράξενο γεγονός ότι ο Απολλινάριος διακήρυξε μια θεωρία που είχε ήδη υποστηριχθεί από τους Αρειανούς και προφανώς είχε προβληθεί αρχικά από τον ίδιο τον Άρειο. Δεν είχε δοθεί πολλή προσοχή σε αυτήν. Η μάχη με τον αρειανισμό είχε διεξαχθεί πάνω στο ερώτημα αν ο Σωτήρας ήταν αληθινά Θεός· αν δεν ήταν αυτό, δεν είχε μεγάλη σημασία ότι μια συντομευμένη θεότητα θα ενωνόταν με μια ακρωτηριασμένη ανθρωπότητα.

Φαίνεται απολύτως απίστευτο ότι ο Απολλινάριος, ο οποίος υπήρξε λαμπρός υπερασπιστής της νικαιακής διδασκαλίας περί Θεού, δανείστηκε τη χριστολογία του από τον Άρειο. Η συντριπτική πιθανότητα είναι ότι την ανέπτυξε ανεξάρτητα. Ιδωμένες μέσα στα συμφραζόμενά τους, η αρειανική και η απολλιναριανή χριστολογία παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς.

Ο Άρειος, συλλαμβάνοντας τον Θεό Υιό ως κτιστό πνεύμα, ως ένα είδος κοσμικού ημιθέου, μπορούσε κάλλιστα να Τον θεωρεί λίγο μόνο απομακρυσμένο ως προς τον χαρακτήρα από μια πεπερασμένη ανθρώπινη ψυχή. Το να ενωθεί ένα τέτοιο πνεύμα με ένα ανθρώπινο σώμα δεν συνεπαγόταν μεγάλη διανοητική δυσκολία. Ο σκοπός του, όταν το έκανε αυτό, λέγεται ότι ήταν, αποδίδοντας όλες τις ανθρώπινες εκφράσεις του Χριστού στο ημιθεϊκό πνεύμα, να τονίσει τη δική του πίστη στον πεπερασμένο χαρακτήρα του Θεού Υιού.

Ο σκοπός του Απολλιναρίου ήταν εντελώς διαφορετικός…

Συνεχίζεται

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 2 MALACHI MARTIN

Συνέχεια από Τρίτη 21. Ιουλίου 2026

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 2

MALACHI MARTIN

G.P. Putnam's Sons, New York 1981

Ο Ποντιανός που περίμενε τον Ιησού

Αν θέλετε να μάθετε πώς ήταν κάποτε η Εκκλησία του Ιησού —και πώς θα μπορούσε να ξαναγίνει— και τι ήταν εκείνο που κάποτε απορροφούσε ολόκληρη την προσοχή των διαδόχων του Πέτρου, κοιτάξτε έναν άνθρωπο που ονομαζόταν Ποντιανός.

Διακόσια χρόνια αφότου ο Ιησούς ανήγγειλε την Εκκλησία Του και όρισε τον Πέτρο ως επικεφαλής της, οι χριστιανοί της Ρώμης, όπως έκαναν από τις απαρχές τους, έλπιζαν και περίμεναν με αγωνία να εμφανιστεί ξανά ο Ιησούς, να θριαμβεύσει επάνω στους εχθρούς τους και να τους ευλογήσει με αιώνια ευτυχία. Έτρεφαν ακλόνητη ελπίδα γι’ αυτόν τον θρίαμβο και γι’ αυτή την ευλογία, που πλέον αισθάνονταν ότι είχαν καθυστερήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Διότι ο Πέτρος τούς είχε πει: «Το τέλος του κόσμου πλησιάζει… στηρίξτε τις ελπίδες σας στη στιγμή κατά την οποία θα εμφανιστεί ο Ιησούς». Θυμούνταν επίσης ότι, όταν ο Πέτρος επρόκειτο να πεθάνει, είχε ορίσει ως διάδοχό του έναν δούλο, τον Λίνο, ώστε, όπως είπε στους χριστιανούς, «να σας υπενθυμίζει όσα κηρύττω». Και όταν ο Λίνος πλησίασε στον θάνατο, όρισε, με τη συγκατάθεση ολόκληρης της κοινότητας, έναν άνθρωπο που ονομαζόταν Κλήτος. Έτσι συνεχίστηκαν τα πράγματα. Υπήρχε πάντοτε ένας άνθρωπος επιφορτισμένος με το κεντρικό λειτούργημα του Πέτρου ως πάπα — η λέξη αποτελεί απόδοση στα αγγλικά του ιταλικού «papa», το οποίο είναι συντόμευση του pater patruum και σημαίνει «πατέρας των πατέρων» ή «πρώτος πατέρας».


Κάπου ανάμεσα στον διάδοχο του Κλήμεντος, τον Ευάριστο, και σε έναν πάπα που ονομαζόταν Υγίνος —τον όγδοο διάδοχο του Πέτρου— ολόκληρη η κοινότητα των χριστιανών της Ρώμης άρχισε να διορίζει τον επικεφαλής της· πιθανότατα επειδή ο εκάστοτε ηγέτης, ή πάπας, είχε συλληφθεί αιφνιδιαστικά και είχε οδηγηθεί στον θάνατο. Όταν συνέβαινε αυτό, όπως συνέβαινε συχνά, οι χριστιανοί ανακαλούσαν στη μνήμη τους τι είχαν κάνει οι πρώτοι ακόλουθοι του Ιησού, όταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης εγκατέλειψε την ομάδα τους: συγκεντρώθηκαν, προσευχήθηκαν για λίγο και κατόπιν πραγματοποίησαν εκλογή σύμφωνα με την αρχή «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», προκειμένου να αντικαταστήσουν τον αυτόχειρα, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα ως απόφαση του Ιησού, επειδή Εκείνος τούς είχε πει διά του Πέτρου: «Ό,τι επιτρέψετε στη γη, θα είναι αυτό που επιτρέπει και ο Ουρανός».

Έτσι, η εκλογική διαδικασία στη ρωμαϊκή κοινότητα ήταν εξίσου απλή και είχε μόνον δύο προϋποθέσεις: δικαίωμα ψήφου είχαν μόνον οι χριστιανοί της Ρώμης —άνδρες και γυναίκες, παρεμπιπτόντως— και μπορούσε να εκλεγεί μόνον ένας πολίτης της Ρώμης. Αυτή η απλή εκλογική διαδικασία ακολουθούνταν κατά τους πρώτους αιώνες, όποτε ένας ετοιμοθάνατος πάπας δεν υπεδείκνυε τον διάδοχό του.

Μόλις επιλεγόταν ένας νέος διάδοχος του Πέτρου, είτε με διορισμό είτε με εκλογή, η είδηση μεταδιδόταν από στόμα σε στόμα ή μέσω επιστολής που αποστελλόταν κρυφά: «Ο Κλήμης πέθανε. Επιλέξαμε τον Ευάριστο»… «Ο Σίξτος πέθανε. Επιλέξαμε τον Τελεσφόρο»… Έτσι συνέβαινε πάντοτε. Οι άλλες χριστιανικές κοινότητες γύρω από τη Μεσόγειο έπρεπε να πληροφορούνται την είδηση, επειδή όλες προσέβλεπαν στην κοινότητα του Πέτρου ως θεματοφύλακα εκείνης της ιδιαίτερης εξουσίας που ο Ιησούς είχε υποσχεθεί στον Πέτρο, όταν του μίλησε κοντά στο όρος Ερμών, στους Αγίους Τόπους. Η μοναδική τους ελπίδα βρισκόταν σε αυτή την εξουσία. Καμία άλλη εξουσία δεν ήταν διαθέσιμη σε αυτούς. Έτσι, το έτος 230, διαδόθηκε η είδηση: «Ο Ουρβανός πέθανε. Επιλέξαμε τον Ποντιανό».

Από την αρχή, ο Ποντιανός είχε τα χέρια του γεμάτα. Σε προσωπικό επίπεδο, βέβαια, οι προοπτικές του ως χριστιανού ήταν ζοφερές. Οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας μπορούσε να θανατωθεί επί τόπου· ο ρωμαϊκός νόμος το επέτρεπε. Ή μπορούσε να συλληφθεί, να φυλακιστεί και κατόπιν να θανατωθεί μέσα στη φυλακή· ή να περιφερθεί στο ρωμαϊκό στάδιο και να κατασπαραχθεί από θηρία, προς τέρψη έως και 80.000 θεατών που ούρλιαζαν· ή να σταλεί να εργαστεί και να πεθάνει σε κάποιο ρωμαϊκό μεταλλείο, σε κάποια περιοχή γύρω από τη Μεσόγειο.

Εκτός όμως από ορισμένες σύντομες περιόδους, έτσι ήταν τα πράγματα από τότε που γεννήθηκε σε μια οικογένεια δούλων. Εκπαιδεύτηκε ως γραμματέας στενογραφίας, απελευθερώθηκε από έναν ευγνώμονα κύριο, ασπάστηκε τον χριστιανισμό στην εφηβεία του, χειροτονήθηκε ιερέας σε ηλικία είκοσι ετών και υπηρέτησε υπό τέσσερις πάπες —τον Βίκτωρα, τον Ζεφυρίνο, τον Κάλλιστο και τον Ουρβανό—, καθέναν από τους οποίους είδε να ανατρέπεται και να θανατώνεται. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του Ποντιανού δεν προερχόταν από τη διαρκώς παρούσα απειλή ενός αιφνίδιου και βίαιου θανάτου, αλλά από έναν άλλο χριστιανό που ονομαζόταν Ιππόλυτος.

Δύο πιο διαφορετικοί άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Ο Ποντιανός ήταν μεγαλόσωμος, ογκώδης, αργός, σταθερός, συνετός, όχι ιδιαίτερα μορφωμένος, μάλλον χωρίς μεγάλη φαντασία, αλλά ασφαλώς άνθρωπος συμπονετικός, βαθιά θεμελιωμένος στη χριστιανική πίστη και —όπως πολλοί ευσεβείς άνθρωποι— προικισμένος με πείσμα και ακατάβλητη θέληση. Ο Ιππόλυτος, τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Ποντιανό, ήταν Έλληνας, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μορφωμένος στην Αθήνα και στη Ρώμη, μικρόσωμος, ορμητικός και μαχητικός στους τρόπους, με ευκίνητη φαντασία και λεπτό νου, πολυδιαβασμένος και πολύγλωσσος, με ελάχιστη κατανόηση για τις αδυναμίες των λιγότερο προικισμένων ανθρώπων και ωθούμενος διαρκώς προς τα εμπρός από μια βαθιά επίγνωση της προσωπικής του αποστολής.

Ο Ιππόλυτος ήταν από τη φύση του πλασμένος έτσι ώστε να προκαλεί τη δυσπιστία ενός ανθρώπου σαν τον Ποντιανό. Ο Ποντιανός ήταν πλασμένος έτσι ώστε να περιφρονείται από έναν άνθρωπο σαν τον Ιππόλυτο. Η σύγκρουση μεταξύ τους ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Και όταν πράγματι συνέβη, μας θυμίζει από πολλές απόψεις τη σύγκρουση ανάμεσα στον πάπα Παύλο ΣΤ΄ και στον Γάλλο παραδοσιαρχικό αρχιεπίσκοπο Μαρσέλ Λεφέβρ τον εικοστό αιώνα, ο οποίος κατήγγειλε τον Παύλο ως διεφθαρμένο και ανάξιο, όπως ακριβώς και η Ρώμη της εποχής του Ποντιανού παρουσίαζε μια απόκοσμη ομοιότητα με τη Ρώμη του Παύλου ΣΤ΄ και με τη σημερινή Ρώμη.

Στην εποχή του Ποντιανού, ο παλαιός ρωμαϊκός κόσμος πέθαινε και μαζί του πέθαινε και το ιδεώδες της Pax Romana, της ρωμαϊκής ειρήνης που είχε δημιουργηθεί από την καθολική εφαρμογή του ρωμαϊκού δικαίου. Ο Παύλος ΣΤ΄ ήταν ένας από τους πρώτους που επισήμαναν ότι το τέλος του εικοστού αιώνα θα έβλεπε να εξαφανίζεται ο παλαιός κόσμος του συμπαγούς Ρωμαιοκαθολικισμού, ενώ τα σταθερά του αγκυροβόλια μέσα σε μια καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη θα αποκόπτονταν.


Ο ρωμαϊκός κόσμος του Ποντιανού, όπως και ο ρωμαιοκαθολικός κόσμος του ύστερου εικοστού αιώνα, πέθαινε μέσα σε έναν κυκεώνα νέων δοξασιών, έτοιμων προς χρήση μεσσιών, εξωτικών παρορμήσεων, οικονομικών κρίσεων, κοινωνικών αναταραχών και πολιτικών επαναστάσεων, καθώς και μέσα σε μια δίνη αντικρουόμενων θεωριών και εντελώς νέων εναλλακτικών λύσεων για τους χριστιανούς.

Σήμερα απορούμε μπροστά στο μείγμα ιδεών, φιλοσοφιών, μανιών και κινημάτων, τα οποία καθοδηγούνται από εντελώς ασυνήθιστες προσωπικότητες και περιβάλλουν τον κόσμο μας. Όμως ο κόσμος του Ποντιανού και της Ρώμης του ήταν εξίσου συγκεχυμένος. Από την Αίγυπτο, τη Συρία, την Περσία, την Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία, την Ελλάδα, τη Γαλατία, τη Βρετανία, τη Γερμανία και την Αφρική —από όλες τις απομακρυσμένες αποικίες της Ρώμης και ακόμη πιο πέρα— κατέφθανε στη Ρώμη ένα πλήθος από ανθρώπους που αναζητούσαν την τύχη τους, οξύνους και εξωτικούς αστρολόγους, βοτανολόγους, μάγους, λογοτέχνες, μουσικούς, θεολόγους, θεοσοφιστές και γιατρούς.


Δημόσιες και μυστικές λατρείες, νέες διδασκαλίες και ομάδες αφοσιωμένων οπαδών κάθε είδους ξεφύτρωναν —και εξαφανίζονταν— σχεδόν κυριολεκτικά μέσα σε μία νύχτα.

Τόσο η καθιερωμένη θρησκεία της αρχαίας Ρώμης όσο και η νέα χριστιανική θρησκεία επηρεάστηκαν. Οι παλαιοί ρωμαϊκοί θεοί σύντομα άρχισαν να συνωστίζονται στο Πάνθεον μαζί με ένα ετερόκλητο πλήθος νέων μορφών: ο Δίας, η Ήρα και ο Απόλλων μαζί με φρυγικούς θεούς-φαύνους, αιγυπτιακές θεές-γάτες του Νείλου, γνωστικά όντα, δυνάμεις-λεοπαρδάλεις από την υποσαχάρια Αφρική, ινδικούς δαίμονες-ελέφαντες, κελτικές νεράιδες-ιππόκαμπους, γερμανικούς θεούς-πτηνά και ασιατικές διαβόλισσες που ανεμίζουν χίλια χέρια και πόδια. Η παλαιά πολιτειακή θρησκεία της Ρώμης νοθεύτηκε.

Σχολές, δημόσιες αντιλογίες, ομάδες μελέτης, φυλλάδια, θεατρικά έργα, ποιήματα, βιβλία, ιστορικά συγγράμματα, αιρέσεις, διαλέξεις, μυστικιστές, μάγοι και αλχημιστές μετέτρεψαν την παλαιά συμπαγή τάξη σε μια παχύρρευστη μάζα που βρισκόταν διαρκώς σε ζύμωση, διαρκώς σε αναβρασμό, διαρκώς σε διάχυση.

Ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός, η κρατική επιβολή τιμών, τα δυσμενή ισοζύγια εξαγωγών και εισαγωγών, οι βαρείς φόροι, η ανεργία και η αυξανόμενη εγκληματικότητα επιδείνωναν όλες τις συνθήκες ζωής. Οι χριστιανοί της εποχής του Ποντιανού δεν μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι από όλα αυτά. Ήταν διάχυτα στην ατμόσφαιρα.

Ακόμη και μέσα σε εκείνον τον μικρόκοσμο της Ρώμης, και σε μια εποχή κατά την οποία οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερους από 70.000 σε ολόκληρο τον κόσμο, ο χριστιανισμός σπαρασσόταν από τις αντικρουόμενες θεωρίες και θεολογίες αυτοδιορισμένων μεσσιών, όπως ακριβώς σήμερα η αρχαία διδασκαλία της Ρώμης ανατέμνεται και μετασχηματίζεται από τους «νέους» θεολόγους, από ομάδες ανανέωσης και απλώς από τις αλλαγές της κοινωνίας.

Όπως ακριβώς και σήμερα, έτσι και στην εποχή του Ποντιανού φαινόταν να μην υπάρχουν απαντήσεις, αλλά μόνο οι συγκρούσεις εξαιρετικά δραστήριων πνευμάτων και χαρισματικών προσωπικοτήτων: ο Ουαλεντίνος, ο αρχιερέας της κοσμικής συνείδησης· ο Ηγήσιππος, ο πρώτος από τους «Ιουδαίους για τον Ιησού»· ο Μαρκίων, ο άγριος οπαδός του ενός Θεού· ο κυνικός σημιτολόγος Τατιανός· ο Ιουστίνος, ο Έλληνας φιλόσοφος· ο Αριστείδης, ο Αθηναίος ανθρωπιστής· ο Τερτυλλιανός, ο χαρισματικός· ο Ωριγένης, που παρέθετε διαρκώς χωρία από τη Βίβλο· ο Ειρηναίος, ο πολεμιστής της αντιλογίας· και δεκάδες άλλοι, όλοι να αντιμάχονται, να προσεύχονται, να φιλονικούν και να αναθεματίζουν ο ένας τον άλλον, αλλά όλοι να βρίσκονται εκτεθειμένοι στον ίδιο κίνδυνο θανάτου, επειδή ήταν χριστιανοί. Ο Χανς Κυνγκ, ο Μάλκολμ Μπόιντ, ο Άντριου Γκρίλι, ο Μπίλλυ Γκράχαμ, ο Μαρσέλ Λεφέβρ και ο Τεγιάρ ντε Σαρντέν θα αισθάνονταν όλοι σαν στο σπίτι τους μέσα σε εκείνο το καζάνι του αρχαίου χριστιανισμού.

Οι παλαιότεροι της εποχής του Ποντιανού —με επικεφαλής τον Ιππόλυτο— ήταν αυστηροί στην ηθική, άκαμπτοι στη λογική και δεν ανέχονταν καμία αντίθετη άποψη. Πολεμούσαν κάθε αλλαγή και κάθε βύθιση στους νέους τρόπους σκέψης και ζωής. Μια δεύτερη, προοδευτική ομάδα καταβρόχθιζε με ενθουσιασμό τις νέες θεωρίες. Δεν έβλεπαν τίποτε το μεμπτό στο να παρομοιάζουν τον Ιησού με κάποιον αφρικανικό ή αιγυπτιακό θεΐσκο και μετέφραζαν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε κοινωνική οργάνωση, σεξουαλική ελευθερία ή εσωτερική φιλοσοφία.

Ανάμεσα στις δύο πλευρές στέκονταν πάπες όπως ο Ποντιανός και οι άμεσοι προκάτοχοί του, ο Κάλλιστος, ο Ουρβανός και ο Βίκτωρ. Δεν επέτρεπαν καμία απόκλιση από τη βασική πίστη στον Ιησού ως τον μοναδικό σωτήρα και στην Εκκλησία Του ως το μοναδικό μέσο σωτηρίας. Προσάρμοζαν όμως διαρκώς την Εκκλησία και τη σωτηρία του Ιησού στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Για μία από αυτές τις υποτιθέμενες προσαρμογές συγκρούστηκαν ο Ποντιανός και ο Ιππόλυτος. Η σύγκρουση άρχισε πριν γίνει πάπας ο Ποντιανός. Αρχικά, όποιος ήταν ένοχος αμαρτημάτων όπως η άρνηση της πίστεως, η πορνεία ή η μοιχεία αποβαλλόταν για πάντα από την Εκκλησία, με το σκεπτικό ότι, όπως είχε πει ο Πέτρος, ο Ιησούς θα επέστρεφε σύντομα και το σώμα της Εκκλησίας έπρεπε να διατηρηθεί απολύτως καθαρό εν αναμονή της επιστροφής Του.


Ο Κάλλιστος όμως, όπως και πάπες πριν από αυτόν, αποφάσισε ότι αυτά τα αμαρτήματα δεν δικαιολογούσαν έναν ισόβιο αποκλεισμό. Εξάλλου, είχαν περάσει περισσότερα από διακόσια χρόνια· ίσως η επιστροφή του Ιησού να μην ήταν τόσο άμεση όσο πίστευαν όλοι. Υπήρχε χρόνος για μετάνοια. Επιπλέον, με το ίδιο Του το παράδειγμα, ο Ιησούς είχε δείξει ότι επιθυμούσε τη σωτηρία όλων των αμαρτωλών — ακόμη και των χριστιανών που είχαν αμαρτήσει. Έτσι αποφάσισε ο πάπας Κάλλιστος.

«Βλασφημία!» βρόντηξε ο Ιππόλυτος. «Άπαξ και βγήκες έξω, έμεινες έξω!»

Όταν ο Κάλλιστος εξέδωσε απόφαση για την άφεση των μετανοημένων πορνών και μοιχών, ο Ιππόλυτος έγραψε σαρκαστικά σε ένα φυλλάδιο: «Πού πρόκειται να αναρτήσει το διάταγμα; Στους παραστάτες των θυρών των πορνείων;»

Ο Ιππόλυτος και οι οπαδοί του ήταν τόσο βέβαιοι ότι ο Κάλλιστος ήταν διεφθαρμένος και ότι βρισκόταν σε πλάνη, ώστε διακήρυξαν ότι ο Κάλλιστος δεν ήταν πλέον πάπας και επέλεξαν τον Ιππόλυτο ως νέο πάπα. Έτσι, ο Ιππόλυτος έγινε ο πρώτος μιας σειράς ανθρώπων τους οποίους η Εκκλησία αργότερα αποκάλεσε αντιπάπες — άνδρες οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση της Εκκλησίας, δεν είχαν εκλεγεί εγκύρως.

Η μεγάλη μάζα των χριστιανών, ωστόσο, εξακολουθούσε να αποδέχεται τον Κάλλιστο. Όταν ο Κάλλιστος σκοτώθηκε σε μια οδομαχία μεταξύ χριστιανών και ειδωλολατρών, και ο διάδοχός του, Ουρβανός Α΄, συνελήφθη γρήγορα και θανατώθηκε από τις ρωμαϊκές αρχές, ο Ποντιανός εξελέγη πάπας.

Ο Ιππόλυτος επιτέθηκε στον Ποντιανό με όλη του τη δύναμη, όπως ακριβώς είχε επιτεθεί και είχε διασύρει τον Κάλλιστο. Η απάντηση του Ποντιανού θα ήταν αναμφίβολα απλή και περίπου η εξής: «Στον Πέτρο ο Ιησούς είπε: “Εσύ είσαι ο Πέτρος. Επάνω σου οικοδομώ την Εκκλησία μου”. Πώς μπορείς εσύ, Ιππόλυτε, να ισχυρίζεσαι ότι είσαι πιστός στην Εκκλησία του Ιησού, όταν επιτίθεσαι στον βράχο επάνω στον οποίο την οικοδόμησε ο Ιησούς;»

Αυτή η οξεία διαμάχη διακόπηκε απότομα από ένα γεγονός οικείο σε όλους τους χριστιανούς εκείνης της εποχής: έναν αιφνίδιο διωγμό εκ μέρους των ρωμαϊκών αρχών. Στις 27 Σεπτεμβρίου 235 εκδόθηκε διάταγμα από τον νέο αυτοκράτορα, τον Μαξιμίνο:

«Συλλάβετε όλους τους χριστιανούς ηγέτες — ιερείς, διακόνους, λογίους, επισκόπους, όλους! Κάψτε όλα τα κτίριά τους. Κλείστε όλα τα κοιμητήριά τους. Δημεύστε την προσωπική τους περιουσία».

Κατά τις περιόδους επιφυλακτικής ανοχής, επιτρεπόταν στους χριστιανούς να θάβουν τους νεκρούς τους σε ορισμένους καθορισμένους τόπους και ακόμη και να ζουν μέσα στην κοινωνία, όχι όμως να κατέχουν περιουσία.

Ο Μαξιμίνος, που είχε το προσωνύμιο «Θραξ» —λέξη που σήμαινε άνθρωπο από τη Θράκη, αλλά και κάτι άλλο εντελώς άσεμνο—, ήταν ένας πελώριος και αμόρφωτος βοσκός, ο οποίος είχε ανοίξει με τη βία τον δρόμο του προς την κορυφή, ξεκινώντας ως λοχίας στον ρωμαϊκό στρατό. Τα κίνητρά του για τη δίωξη των χριστιανών ήταν πολλά. Χρειαζόταν στρατιώτες, και οι χριστιανοί αρνούνταν να πολεμήσουν μαζί του. Ορισμένοι χριστιανοί διέθεταν κάποια περιουσία· εκείνος χρειαζόταν όσα περισσότερα μπορούσε να αποκτήσει. Χρειαζόταν επίσης αποδιοπομπαίους τράγους, επειδή η δολοφονία του προηγούμενου αυτοκράτορα, του Αλεξάνδρου, και της μητέρας του, Μαμαίας, είχε προκαλέσει τεράστια κατακραυγή. Ο Μαξιμίνος έπρεπε να επιρρίψει την ευθύνη σε κάποιον, και οι χριστιανοί βρίσκονταν πρόχειροι μπροστά του.

Ο Ποντιανός συνελήφθη από τους φρουρούς του Μαξιμίνου εκείνη την 27η Σεπτεμβρίου 235 και ρίχτηκε στη Μαμερτινή φυλακή. Την επόμενη ημέρα, ο εξηνταεπτάχρονος Ποντιανός παραιτήθηκε υπέρ ενός άνδρα που ονομαζόταν Ανθηρός, ο οποίος, σύμφωνα με το καθιερωμένο έθος, έγινε αυτομάτως πάπας.


Στο μεταξύ, ο εβδομηντάχρονος Ιππόλυτος, ως παλαιός και επιφανής χριστιανός, συνελήφθη επίσης στις 29 Σεπτεμβρίου και στάλθηκε αμέσως στα ορυχεία μολύβδου της Σαρδηνίας. Πίσω στη Ρώμη, ο Ποντιανός βασανίστηκε επί περίπου δέκα ημέρες, με την ελπίδα ότι θα κατέδιδε άλλους χριστιανούς ηγέτες — πράγμα που δεν έκανε. Έπειτα καταδικάστηκε και αυτός στα ορυχεία της Σαρδηνίας, όπου έφθασε περίπου στις 12 Οκτωβρίου.

Ήταν το πρώτο —και το τελευταίο— θαλάσσιο ταξίδι του Ποντιανού. Εκτός από την πείνα και τη δίψα, έπρεπε να υπομείνει τα τραύματα από τα βασανιστήριά του, μια εξαντλητική ναυτία, την ταπείνωση των αλυσίδων του και τη σχεδόν ζωώδη απόγνωση των συγκρατουμένων του. Η Σαρδηνία όμως ήταν το τέλος.

Συνεχίζεται

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE του Αυγουστίνου (4) Η υποκειμενική επανάσταση τού Πορφύριου.

 Συνέχεια από Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Pierre Hadot

"Πορφύριος και Βιττορίνο" του Pierre Hadot

Αυτή η εξήγηση του Πλωτίνου βασίζεται σε μια σταθερή παραβολή με το σύστημα του Βιττορίνο. Ο Ε.Benz βρίσκει σε αυτό το τελευταίο την επαλήθευση όλων των βαθειών προθέσεων του πλατωνισμού: ο Βιττορίνο αποκαλύπτει τον αληθινό Πλωτίνο. Έτσι η εξήγηση του Πλωτίνου στον μύθο του Κρόνου αναγγέλλει την θεωρία του Βιττορίνο της γεννήσεως του Υιού του θεού: ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του είναι το πνεύμα που επιστρέφει στον εαυτό του μετά την αλλοτρίωση που υπέστη κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του και της πραγματοποιήσεώς του στο εξωτερικό, έξω. Με τον ίδιο τρόπο είναι δυνατόν να ανακαλύψουμε στον Πλωτίνο μια ολόκληρη διαλεκτική της νοητικής ενέργειας, αντιπαραθέτοντας μερικές σελίδες του με τις αναπτύξεις που επιτυγχάνει ο Βιττορίνο, σχετικά με την γέννηση του Υιού, σαν νόηση. Μάλιστα ο Benz κάνει ανάλογες συγκρίσεις και σχετικά με τις έννοιες της δυνάμεως, της μορφής, του Φωτός, ή ακόμη και με το ανδρόγυνο του Λόγου.

Και ο Βιττορίνο και ο Πλωτίνος τελικώς έχουν από κοινού μια θεμελιώδη ιδέα: υπάρχει μία αυτοανάπτυξη του απολύτου Είναι και αυτή η αυτοανάπτυξη συμβαίνει σύμφωνα με το μοντέλλο της διαλεκτικής που εμφανίζεται στο εσωτερικό της προόδου της γνώσεως. Ξεκινώντας λοιπόν από τον IV αιώνα, συμπεραίνει o Benz, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την Ιδεαλιστική φιλοσοφία, καθώς η αποτύπωση του δόγματος της Τριάδος δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή παρά μόνον στην προοπτική ενός ιδεαλιστικού δόγματος του πνεύματος.

O Benz είδε καλά πως η περίοδος που διαρκεί από τον Πλωτίνο στον Αυγουστίνου συστήνει μια στροφή στην Ιστορία της Δυτικής σκέψης. [Μια σκέψη που δεν υπήρχε όμως μέχρι τότε, η οποία ξεκινά με τον Αυγουστίνο, η οποία είναι μια παρεκτροπή της σκέψης, μια επιστροφή στην προχριστιανική σκέψη, όπως και η Στροφή του Χάιντεγκερ]. Έχει δίκαιο επίσης που είναι πολύ προσεκτικός στον «υποκειμενισμό» του Αυγουστίνου. Με τον Αυγουστίνο το ΕΓΩ εισέρχεται καθοριστικά στην Ιστορία της σκέψης [ή χάνεται οριστικά ο ΝΟΥΣ από την Ιστορία της σκέψης]. Αλλά δεν είναι σίγουρο πως αυτό οφείλεται στην βουλησιαρχία του Πλωτίνου και του Βιττορίνο, πως είναι αυτό το θεμέλιο της καινοτομίας. Μένουμε έκπληκτοι εξίσου βεβαίως με την επιβεβαίωση της υπάρξεως ενός ομοουσίου στον Πλωτίνο. O P.V. Pistorius, βλέπει τις τρεις υποστάσεις του νοητού κόσμου πως δεν είναι τίποτε άλλο από τρεις πλευρές, τρεις τρόπους μιας μοναδικής θείας ουσίας. [Περιγράφεται ξανά το κατ’ εικόνα με όρους θειότητος. Προβάλλοντάς το στον αληθινό θεό. Ο Πλωτίνος περιγράφει απλώς το τριμερές της ψυχής, όπως το είχε εκφράσει πρώτος ο Πλάτων και της ενότητάς της που είναι ο ΝΟΥΣ. Σήμερα δεν “φτιάχνουμε” πλέον ψυχή, δεν την ανακαινίζουμε, και νομίζουμε πως είναι θεότης]. Η εξήγηση των υποστάσεων του Πλωτίνου που δίνει ο Pistorius, είναι διαφορετική από την εξήγηση του Benz. Πάντως πρέπει να ομολογήσουμε πως δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η σχέση ανάμεσα στο Ένα και την Νόηση, στους συγχρόνους μας ερευνητές. Σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνεται κατανοητό, από τις φράσεις που χρησιμοποιεί ο Πλωτίνος, εάν μιλά για το Ένα ή για την Νόηση! Και είναι νόμιμο να αμφισβητήσουμε την ύπαρξη, στον Πλωτίνο, μιας διαφοράς οντολογικού επιπέδου, στην οποία επιμένουν σήμερα οι ερμηνευτές.

Ο Benz είδε καθαρά πάνω απ’ όλα την σπουδαιότητα της έννοιας της βουλήσεως, στον Πλωτίνο, στον Βιττορίνο και στον Αυγουστίνο, και επομένως στο σύνολο των στοχασμών της εποχής, είτε είναι αυτοί χριστιανικοί, είτε είναι Εθνικοί. Μπορούμε μάλιστα να δούμε ακόμη και τον Αρειανισμό της εποχής εκείνης, σαν μία άρνηση της αποδοχής μιας ταυτότητος ανάμεσα στην θεία βούληση και την θεία ουσία. Οι Αρειανοί είχαν παραμείνει πιστοί [σε αυτό τουλάχιστον] στον αρχαίο ορισμό της θελήσεως. Γι’ αυτούς είναι λειτουργία, δεν είναι ουσία. Βεβαίως μπορούμε να ελέγξουμε τον Benz, πως ανέπτυξε όλες αυτές τις θεωρίες με όρους που δανείστηκε από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό. Αλλά και σε αυτό το σημείο είδε κάτι σημαντικό. Με τον νεοπλατωνισμό της μετά τον Πλωτίνο εποχής, της οποίας ο Βιττορίνο είναι ένας σημαντικός μάρτυρας, ξεκινά η ιστορική κίνηση η οποία θα ολοκληρωθεί στον γερμανικό ιδεαλισμό. Αλλά πρέπει να συμπληρώσουμε επίσης πως και ο Πλωτίνος και ο Αυγουστίνος είναι ξένοι προς αυτή την μορφή του νεοπλατωνισμού, ο οποίος δέχεται αυτό που ονομάζεται, μια «οδύσσεια της συνειδήσεως».

Η ελευθερία του πλωτινικού Ενός και του θεού του Βιττορίνο είναι για τον Benz Σελλινγκιανή ή καλύτερα παιδί του Μπαίμε. Η ελευθερία γεννιέται από το Τίποτα, από το μηδέν, σαν θεμέλιο πρώτο του Είναι. Αυτή είναι τόσο το Urgrund όσο και το Ungrund, το θεμέλιο και η έλλειψη θεμελίου, και το χωρίς-θεμέλιο, το συγκεκριμένο και το αόριστο. Ο Benz σκέφτεται πως η ταυτότης ανάμεσα στην θέληση και την ουσία που βρίσκει στον Πλωτίνο, και στην συνέχεια στον Βιττορίνο και τον Αυγουστίνο, αρκεί για να του επιτρέψει μια τέτοια ερμηνεία. Αλλά εάν διαβάσουμε προσεκτικά την πραγματεία του Πλωτίνου, περί της ελευθερίας του Ενός, σχηματίζεται η εντύπωση πως, εάν ο Πλωτίνος ταυτίζει την θέληση και το Είναι, αυτή η ταύτιση ευνοεί το Είναι, ή καλύτερα την απλότητα. «Η πραγματεία VI, 8 καταλήγει ταυτίζοντας την ελευθερία του Ενός, με την μεταφυσική του απλότητα» (J. Trouillard). Δεν υπάρχει κανένα ίχνος στον Πλωτίνο πρωταρχικής αβύσσου, από την οποία θα πήγαζε, με μια επιλογή προοντολογική, το Φως του Ενός. «Αυτός είναι όπως θέλει να είναι», “η βούλησις αυτού και η ουσία ταυτό έσται. Είδέ τούτο, ως άρα εβούλετο, ούτω και έστιν” (Εννεάδες VI, 8, 13, 7), σημαίνει απλώς πως καμμία φύσις δεν επιβάλλεται στο ΕΝΑ, δεδομένου πως είναι η καταγωγική απόλυτη απλότης.

Η ταυτότης ανάμεσα στην θέληση και την ουσία είναι εκεί, επιβεβαιωμένη μόνον για να φανεί η μεταφυσική άβυσσος της ριζικής καταγωγής. O Benz λοιπόν υπερβάλλει σχετικά με τον διαλεκτικό και βουλησιαρχικό χαρακτήρα της αυτοδημιουργίας του ΕΝΟΣ, στην πραγματεία περί της Ελευθερίας του ΕΝΟΣ. Έφτασε σε αυτό το λάθος ερμηνείας διότι πιστεύει πως ο Βιττορίνο χρησιμοποίησε, για να εκφράσει την γέννηση του Υιού του θεού, τις διατυπώσεις μέσω των οποίων ο Πλωτίνος περιγράφει την αυτοδημιουργία του ΕΝΟΣ. Πίστεψε λοιπόν πως μπορούσε να κατανοήσει τον Πλωτίνο μέσω του Βιττορίνο. Αλλά είναι αδύνατον να αφομοιωθεί η αυτοδημιουργία του Ενός με την γέννηση του Υιού του θεού. Η πραγματεία του Πλωτίνου τοποθετείται στο επίπεδο του Ενός, δεν υπάρχει το πρόβλημα της διακρίσεως των υποστάσεων. Η γέννηση όμως του Υιού του θεού, στον Βιττορίνο αναφέρεται σε μία υπόσταση διακεκριμένη από εκείνην του Πατρός. Ο Benz συγχέει την αυτάρκεια του Ενός και τον αυτοκαθορισμό της νοήσεως, δηλαδή αφομοιώνει χωρίς καμμία αμφιβολία τις διατυπώσεις μέσω των οποίων ο Πλωτίνος προσπαθεί να εκφράσει την άμεση απλότητα καταγωγής του Ενός και εκείνες που χρησιμοποιεί ο Βιττορίνο για να περιγράψει την πρόοδο μέσω της οποίας ο Υιός αυτοκαθορίζεται και την αυτοδημιουργία του. Δεν είδε εν ολίγοις την απόσταση που χωρίζει τον Πλωτίνο από τον Βιττορίνο. Και μεταφέρει στον Πλωτίνο μερικές προοπτικές που ανήκουν σε μια περίοδο μεταπλωτινική. Το ίδιο λάθος αφορά και τις σχέσεις ανάμεσα στις «βουλησιαρχίες» τους, καθότι ο Βιττορίνο θεωρεί τον Υιό σαν θέληση, ενώ ο Αυγουστίνος θεωρεί το Άγιο πνεύμα. Όσον δε αφορά δε την τριάδα Είναι – ζωή – νόηση, η οποία συναντάται και στους δύο συγγραφείς, ήταν τόσο διαδεδομένη στην εποχή της που δεν υπήρχε καμμία ιδιαίτερη ανάγκη να την βρει ο Αυγουστίνος στον Βιττορίνο.

Ίσως λοιπόν το γραμμικό σχήμα τελικώς Πλωτίνος – Βιττορίνο – Αυγουστίνος να μην ανταποκρίνεται στα πράγματα. Η ιστορική πραγματικότης είναι πολύ σύνθετη. Θα το δούμε στην συνέχεια.

(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ 2

Συνέχεια από Πέμπτη 16. Ιουλίου 2026

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ 2

Πρώτος τόμος της σειράς: Η αρχαιολογία του υποκειμένου


A. DE LIBERA

Εκδόσεις: PARIS, LIBRAIRIE PHILOSOPHIQUE J. VRIN 6, Place de la Sorbonne, V-2007

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πώς εισήλθε στη φιλοσοφία το σκεπτόμενο υποκείμενο ή, αν προτιμά κανείς, ο άνθρωπος ως υποκείμενο και δρων της σκέψης; Και γιατί; Τίποτε, για να επαναλάβουμε την έκφραση του Αριστοτέλη όταν μιλά για τις πλατωνικές Ιδέες, δεν φαινόταν να απαιτεί τη γέννηση ενός τέτοιου «τέρατος». Όλα έμοιαζαν μάλλον να την αποκλείουν: από την εποχή του Σταγειρίτη, η λέξη «υποκείμενο» δήλωνε κάτι σαν φορέα ή υπόστρωμα προικισμένο με δεκτική ικανότητα· η «σκέψη», ένα πάθημα ή ένα συναίσθημα ή, για να το πούμε με το τραχύ αριστοτελικό ιδίωμα, μια «αλλοίωση» ιδιαίτερου είδους¹· ο «άνθρωπος», ένα πολιτικό ζώο προικισμένο με λόγο, πράγμα που, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Βασιλιά του Γελοίου², δεν επέτρεπε εξαρχής να τον καταστήσουμε υποκείμενο με τη συνηθέστερη σημασία του όρου.

Με λίγα λόγια, στη μεγάλη λοταρία της εννοιολογικής γενετικής, η σύνδεση των εννοιών του «υποκειμένου» και του «δρώντος», προκειμένου να δηλωθεί η αρχή της σκέψης στον άνθρωπο, ήταν εξίσου (α)πίθανη με την τυχαία συνάντηση, επάνω σε ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας. Η επίθεση κατά της αριστοτελικής χρήσης, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε: σε μια ορισμένη στιγμή της ιστορίας της φιλοσοφίας, ο άνθρωπος έγινε «υποκείμενο της σκέψης» και κατόπιν «σκεπτόμενο υποκείμενο», αποκομίζοντας παρεμπιπτόντως δυνητικά 438 και 20.100 καταχωρίσεις στο Google, σε 0,57 και 0,44 δευτερόλεπτα αντιστοίχως. Αξιοσημείωτο κέρδος για μια contradictio in adiecto.
Πρβλ. Αριστοτέλης, Περὶ ψυχῆς II, 5, 417b1–15.

Βλ. την ταινία του P. Leconte, Ridicule, 1996, σε σενάριο των R. Waterhouse, M. Fessler και E. Vicaut.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Και ο Jean Beaufret μπορεί βέβαια να λέει ότι «η ελληνική σκέψη αγνοεί το υποκείμενο»¹· πρέπει όμως να πιστέψουμε ότι αυτό δεν της ήταν εκ των προτέρων τόσο ολοκληρωτικά ξένο, ώστε οι νεότεροι —αν υποθέσουμε ότι το υποκείμενο είναι, εκ γενετής, «νεότερο»— να έκριναν σκόπιμο είτε να το επινοήσουν μέσα σε αυτήν είτε να αντλήσουν από αυτήν τις προϋποθέσεις του. Όπως γράφει πράγματι ο Alain Renaut:
Αυτό που […] ορίζει εγγενώς τη νεωτερικότητα είναι αναμφίβολα ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος νοείται και καταφάσκεται σε αυτήν ως η πηγή των παραστάσεων και των πράξεών του, ως το θεμέλιό τους (subjectum, υποκείμενο) ή ακόμη ως ο δημιουργός τους².

Με τίμημα ποιας βίας που ασκήθηκε στον Αριστοτέλη και στον αριστοτελισμό, ποιων παρανοήσεων, ποιων παρεκκλίσεων ή ποιων εκτροπών; Το ερώτημα αξίζει να τεθεί, και αυτή είναι, τουλάχιστον από ιστοριογραφική άποψη, η πρώτη φιλοδοξία του παρόντος βιβλίου: επιδιώκεται εδώ, αν όχι να αποκατασταθούν όλα τα στάδια, τουλάχιστον να σκιαγραφηθούν οι αποφασιστικές μορφές ή, ακριβέστερα, να τεθούν οι μείζονες ιστορικές προϋποθέσεις της γέννησης του υποκειμένου.

Όπως θα έχει ήδη γίνει κατανοητό από την απλή ανάγνωση του τίτλου και του υποτίτλου, το εγχείρημα που αναλαμβάνεται κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ να χαρακτηριστεί ως άσκηση «χαϊντεγγεριανής σχολαστικής», εμβολιασμένη επάνω σε μια ιστορία «ασκούμενη στη σχολή του M. Foucault». Η μομφή είναι παλαιά, όπως και η περιγραφή της μεθόδου που εφαρμόζεται για να δοθεί υπόσταση σε αυτή τη διπλή και «απίθανη» πατρωνία: «να πολλαπλασιάζονται οι πολυσημίες», «να ιστορικοποιείται, δηλαδή […] να αντικαθίσταται η εξέλιξη των γεγονότων και των ιδεών από τη διακεκομμένη και ασυνεχή γραμμή των επιστημών», «να αναπτύσσονται τα εννοιολογικά δίκτυα, να επισημαίνονται οι επιστημικές ρήξεις, οι μετατοπίσεις του νοήματος, οι υποκαταστάσεις των δομών»³.

1 Αυτή είναι η θέση την οποία επαναλαμβάνει εμφατικά ο Heidegger. Βλ. «Τι είναι και πώς προσδιορίζεται η ΦΥΣΙΣ», μτφρ. F. Fédier, στο Questions II, Παρίσι, Gallimard, 1968, σ. 189: «Για τους Έλληνες, ο άνθρωπος δεν είναι απολύτως υποκείμενο· γι’ αυτό και το μη ανθρώπινο ον δεν μπορεί ποτέ να έχει τον χαρακτήρα του αντικειμένου».

2 Πρβλ. A. Renaut, L’Individu. Réflexions sur la philosophie du sujet, Παρίσι, Hatier, σειρά «Optiques philosophie», 1998, σ. 6.

3 Πρβλ. H. Pasqua, Revue philosophique de Louvain, Μάιος 1996, σ. 346–354.


Αποδέχομαι ευχαρίστως και το ένα και το άλλο. Ούτε αυτό το βιβλίο ούτε οι εργασίες των σεμιναρίων, τις οποίες εδώ και εκεί συμπυκνώνει ή, αντιθέτως, προεκτείνει, θα είχαν υπάρξει χωρίς τη διπλή παρότρυνση που δέχθηκα από την Αρχαιολογία της γνώσης και από ένα σύνολο κειμένων του Heidegger, τα οποία εντάσσουν την ανάδυση του υποκειμένου σε αυτό που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «ιστορία του Είναι».

Δεν μου φαίνεται αναγκαίο να συνηγορήσω για άλλη μία φορά, ως εισαγωγή, υπέρ αυτού που αποκαλώ «φιλοσοφική αρχαιολογία»: την έχω ορίσει και ασκήσει επαρκώς αλλού, ώστε να μην είναι πλέον ανάγκη να επισημάνω αφηρημένα τόσο τα πλεονεκτήματα όσο και τα όριά της¹. Μου φαίνεται πιο εύστοχο να θέσω ως αφετηρία ότι το ζήτημα του υποκειμένου είναι, περισσότερο από κάθε άλλο, εκείνο στο οποίο ο ιστορικός της φιλοσοφίας δεν μπορεί να αποφύγει να οικειοποιηθεί τους δύο τύπους διερώτησης και έρευνας που εκφράζονται, με τρόπο προβληματικό, αν όχι αντιφατικό, από τον Heidegger και τον Foucault.

Πράγματι, χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε ζήτημα του υποκειμένου. Να επαναλάβουμε, λοιπόν. Αλλά για να κάνουμε τι και μέσα σε ποια προοπτική;

1 Για τη φιλοσοφική αρχαιολογία και τις μεθοδολογικές όψεις που κληρονομήθηκαν από τον R. G. Collingwood —τα CQR: «συμπλέγματα συγκροτούμενα από ερωτήσεις και απαντήσεις»—, πρβλ. A. de Libera, L’Art des généralités. Théories de l’abstraction, Παρίσι, Aubier, 1999· «Le relativisme historique: Théorie des “complexes questions-réponses” et “traçabilité”», Les Études philosophiques, 4/1999, σ. 479–494· «Archéologie et reconstruction. Sur la méthode en histoire de la philosophie médiévale», στο Un siècle de philosophie, 1900–2000, Παρίσι, Gallimard–Centre Pompidou, σειρά «Folio Essais», 2000, σ. 552–587.

Για μια συζήτηση αυτής της μεθόδου, πρβλ. K. Flasch, «Wie schreibt man Geschichte der mittelalterlichen Philosophie? Zur Debatte zwischen Claude Panaccio und Alain de Libera über den philosophischen Wert der philosophie-historischen Forschung», Medioevo, XX (1994), σ. 1–29· P. Engel, «La philosophie peut-elle échapper à l’histoire?», στο J. Boutier και D. Julia (επιμ.), Passés recomposés, Παρίσι, Éd. Autrement, 1995, σ. 96–111· Cl. Panaccio, «La geste de l’universel et l’insistance des problèmes», στο L. Langlois και J.-M. Narbonne (διευθ.), Actes du XXVIIe Congrès de l’ASPLF: La Métaphysique, son histoire, sa critique, ses enjeux, Παρίσι, Vrin–Κεμπέκ, PUL, 2000, σ. 234–241· Cl. Lafleur, «Questions de style et de méthode. Claude Panaccio et l’histoire d’un thème philosophico-théologique de l’Antiquité à la fin du Moyen Âge», Laval théologique et philosophique, 57/2 (2001), σ. 213–223· Cl. Panaccio, «Sur les méthodes en histoire de la philosophie. Réponse à Claude Lafleur», ό.π., σ. 262–265.

Το υποκείμενο γεννήθηκε, μας διαβεβαιώνει ο Heidegger, μέσα σε μια ορισμένη διάταξη, σε μια ορισμένη «εποχή» της ιστορίας του Είναι. Πέθανε, όπως διακήρυξε ο Foucault κατά τη δεκαετία του 1960, συγχρόνως με τον Άνθρωπο, προτού αναγεννηθεί για εμάς, όπως φαίνεται, μέσα από ένα είδος επιστροφής του απωθημένου της μεταφυσικής ή μέσω της μεταφυσικής, υπό τη μορφή της «επιμέλειας του εαυτού». Γέννηση, θάνατος, αναγέννηση. Είναι άραγε αυτή ολόκληρη η υπόθεση; Δεν το πιστεύω. Ίσως να έχει ήδη ειπωθεί η τελευταία λέξη της ιστορίας του υποκειμένου. Όλα όμως δείχνουν ότι απέχουμε ακόμη πολύ από το να έχουμε σκεφθεί σε βάθος τα πρώτα της λόγια.

Τι θα συνέβαινε, αν ο φάκελος ήταν πιο σύνθετος, λιγότερο γραμμικός, πιο άρρηκτα περιπεπλεγμένος απ’ όσο αφήνει να εννοηθεί η διπλή διάγνωση του Heidegger και του Foucault; Αν ούτε οι ρήξεις ούτε οι παύσεις ούτε οι συνέχειες που επισημαίνονται από τις αντίστοιχες γενεαλογίες τους συμφωνούσαν με την παρούσα κατάσταση του αρχειακού υλικού; Αν ολόκληρη η διαδικασία είχε, για να το πούμε απλά, χρονολογηθεί λανθασμένα; Αν, όπως συνήθως, η θέση, ο ρόλος και η συμβολή του Μεσαίωνα είχαν εκτιμηθεί εσφαλμένα και από τον έναν και από τον άλλον;

Θα έπρεπε τουλάχιστον να επιστρέψουμε στο σημείο αφετηρίας που συνήθως προβάλλεται και να εξετάσουμε εκ νέου τις συνθήκες υπό τις οποίες το υποκείμενο απέκτησε μια μορφή γενικής φιλοσοφικής υπεροχής, την οποία τίποτε δεν προοιωνιζόταν επί περισσότερο από μία χιλιετία· να προσδιορίσουμε μέσα από ποιες αμφισημίες, ποιες μεταδόσεις και ποιες ανακατανομές —τις οποίες θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει εξίσου εποχικές, μαζί με τον Heidegger, όσο και επιστημικές, μαζί με τον Foucault— επιβλήθηκε ακριβώς στη θέση του ανθρώπου, ως ο κατεξοχήν φορέας της λειτουργίας του «εγώ».
Αυτό θα επιχειρήσουμε εδώ. Ένα τέτοιο σχέδιο, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να αρχίσει χωρίς ο αναγνώστης να γνωρίζει εκ των προτέρων τι ακριβώς θα αναληφθεί από τις δύο θέσεις που επικαλεστήκαμε, από φιλοσοφική, ιστορική και μεθοδολογική άποψη. Επομένως, και χωρίς να λησμονούμε ότι, ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι τον 12ο αιώνα, «είμαστε νάνοι σκαρφαλωμένοι στους ώμους γιγάντων», επιβάλλονται ορισμένες διευκρινίσεις.

ΑΠΟ ΤΟΝ FOUCAULT ΣΤΟΝ HEIDEGGER


Μολονότι η προσέγγισή μου είναι αρχαιολογική —ή… ακριβώς επειδή είναι αρχαιολογική—, δεν συνεχίζει το έργο του ύστερου Foucault. Για να το πω καθαρά, δεν αποβλέπω σε μια «διεύρυνση του ερωτηματολογίου» της Ερμηνευτικής του υποκειμένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα επρόκειτο πράγματι να μελετηθεί λεπτομερώς η μεσαιωνική επιμέλεια του εαυτού, όπως αυτή διατυπώνεται, στη γη του Ισλάμ, με το Καθεστώς του μονήρους ή, στον χριστιανικό πανεπιστημιακό κόσμο, με τη «μονοστική». Αυτό ασφαλώς δεν θα στερούνταν ενδιαφέροντος, αλλά δεν είναι εκείνο που θέλω να κάνω¹.

Το σύμπαν των «τεχνικών» και των «πρακτικών του εαυτού» είναι ξένο προς το αντικείμενό μου, το οποίο περιορίζεται στην προσπάθεια να περιγράψει την κατασκευή της φιλοσοφικής έννοιας του subiectum κατά τον Μεσαίωνα και να αποκαταστήσει ορισμένα στάδια της μετατροπής του σε υποκείμενο ή, μάλλον, στα γερμανικά του Kant, σε Subjekt. Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι, παρ’ όλα αυτά, εντελώς ξένο προς όσα επεξεργάστηκε ο Foucault: πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για τη γέννηση εκείνου του εμπειρικού-υπερβατολογικού υποκειμένου, του οποίου η «περάτωση της σταδιοδρομίας» υποτίθεται ότι συντελέστηκε, περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά, με τον «θάνατο του ανθρώπου». Υπάρχουν, ωστόσο, υποκείμενα και υποκείμενα.

Ενώ κατήγγελλε την κυριαρχία του υπερβατολογικού υποκειμένου επί της ιστορίας, ο Foucault της δεκαετίας του 1980 επέβαλε —για να μην πούμε καθιέρωσε— τον όρο «υποκείμενο» στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, τόσο στον τρίτο τόμο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, Η επιμέλεια του εαυτού, όσο και στο ομώνυμο μάθημα του Collège de France. Ωστόσο, η ύστερη φουκωική χρήση των όρων «υποκείμενο», «εαυτός» και «υποκειμενικότητα» δεν συνδέεται άμεσα με το υποκείμενο για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ.

1 Μια τέτοια έρευνα θα επέτρεπε, μεταξύ άλλων, να αναχθούμε στην πολιτική διάσταση του ζητήματος του υποκειμένου στον Foucault, ακολουθώντας την έννοια του regimen έως την έννοια της διακυβέρνησης στις Τέχνες του κυβερνάν —των οποίων, όπως είναι γνωστό, ο συνηθέστερος τίτλος είναι De regimine principum. Παραμερίζω σκοπίμως αυτή την ερευνητική κατεύθυνση, η οποία έχει διερευνηθεί εδώ και πολύ καιρό, ιδίως από τον M. Senellart στο Les Arts de gouverner. Du “regimen” médiéval au concept de gouvernement, Παρίσι, Seuil, 1995, και στο «Machiavel à l’épreuve de la gouvernementalité», στο G. Sfez και M. Senellart, L’Enjeu Machiavel, Παρίσι, PUF, σειρά «Collège international de philosophie», 2001 —όπου, άλλωστε, ο Senellart απαντά στη θέση του Foucault, σύμφωνα με την οποία «δεν υπάρχει τέχνη του κυβερνάν στον Μακιαβέλλι», σ. 221, δείχνοντας γιατί και με ποιον τρόπο ο τελευταίος «παραμένει […] μη αναγώγιμος στο [φουκωικό] σχήμα της κυβερνητικότητας», σ. 227.

Σκοπός μου δεν είναι να συνδέσω ιστορικά τις δύο σημασίες της λέξης «υποκείμενο» που συσχετίζονται στο «The Subject and Power», στο Dits et Écrits, IV, σ. 227: «υποκείμενο υποταγμένο στον άλλον μέσω του ελέγχου και της εξάρτησης» και «υποκείμενο προσδεδεμένο στη δική του ταυτότητα μέσω της συνείδησης ή της γνώσης του εαυτού». Μολονότι συμφωνώ ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η λέξη αυτή υποδηλώνει «μια μορφή εξουσίας που υποδουλώνει και καθυποτάσσει», θεωρώ προτιμότερο —και, εν πάση περιπτώσει, καταλληλότερο για το είδος της αρχαιολογίας που ασκώ— να εξετάσω ως ιστορικός την κατασκευή του υποκειμένου, νοούμενου ως υποκειμένου της συνείδησης και της γνώσης του εαυτού.

Όσον αφορά την καθυπόταξη, παραπέμπω στις αναλύσεις του É. Balibar, «Sujet: Subjectivité et assujettissement», στο É. Balibar, B. Cassin, A. de Libera, «Sujet», στο B. Cassin (επιμ.), Vocabulaire européen des philosophies, Παρίσι, Le Robert–Éd. du Seuil, 2004, σ. 1243–1253. Στο εξής παραπέμπεται ως VEP.

2 Αυτό σημαίνει επίσης ότι ούτε η υπέρβαση των «τεχνικών του εαυτού» μέσα στις «πνευματικές ασκήσεις» ούτε η αντίθεση μεταξύ καλλιέργειας του εαυτού και σοφίας, οι οποίες χαρακτηρίζουν τον «διακοπέντα διάλογο» μεταξύ του M. Foucault και του P. Hadot, αφορούν άμεσα τη διαδρομή που σκιαγραφείται εδώ. Για την υπέρβαση αυτή, πρβλ. P. Hadot, «Réflexions sur la notion de “culture de soi”», στο Michel Foucault philosophe. Rencontre internationale, Paris, 9–11 janvier 1988, Παρίσι, Seuil, 1989, σ. 261–270 [αναδημοσιευμένο και επαυξημένο στο P. Hadot, Exercices spirituels et Philosophie antique, Παρίσι, Albin Michel, 2002, σ. 323–332], και «Un dialogue interrompu avec Michel Foucault. Convergences et divergences», ό.π., σ. 303–311.


Με μία λέξη, η εργασία μας δεν αποτελεί «ιστορία της υποκειμενικότητας», με την έννοια με την οποία ένα περίφημο κείμενο, που επανεκδόθηκε στον τέταρτο τόμο των Λεχθέντων και γραφέντων, ορίζει το έργο του οποίου η Ερμηνευτική του υποκειμένου υπήρξε η κατάληξη:
«…να μελετηθεί η συγκρότηση του υποκειμένου ως αντικειμένου για τον ίδιο του τον εαυτό: η διαμόρφωση των διαδικασιών μέσω των οποίων το υποκείμενο οδηγείται να παρατηρεί τον εαυτό του, να τον αναλύει, να τον αποκρυπτογραφεί, να τον αναγνωρίζει ως πεδίο δυνατής γνώσης. Πρόκειται, εν ολίγοις, για την ιστορία της “υποκειμενικότητας”, εφόσον με τη λέξη αυτή εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αποκτά εμπειρία του εαυτού του μέσα σε ένα παιχνίδι αλήθειας, στο οποίο βρίσκεται σε σχέση με τον εαυτό του»¹ .


1 Ορισμός του Foucault από τον ίδιο, παρατιθέμενος στο Dits et Écrits, τόμ. 4, Παρίσι, Gallimard, 2000, σ. 633.

Συνεχίζεται

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ (10)

  Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

Του Jean Pierre Torrell.
Ο ΔΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Συνέχεια από Τρίτη 21 Ιουλίου 2026
    
      Ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, ο οποίος σε αυτό το σημείο υπήρξε ένας ανανεωτής και σφράγισε με την ιδιοφυΐα του [με την αλαζονεία του μάλλον] το σύνολο του τριαδικού στοχασμού τών λατίνων - διαφοροποιούμενος από την Ελληνική παράδοση η οποία είχε ήδη βαδίσει μια διαφορετική οδό - οι θεολόγοι του Δυτικού Μεσαίωνος μιλούσαν για το Άγιο πνεύμα σαν την αμοιβαία αγάπη με την οποία αγαπώνται ανάμεσά τους ο Πατήρ και ο Υιός. [Δηλαδή στην πραγματικότητα καταργώντας το Άγιο Πνεύμα σαν Υπόσταση].

Για τον Αυγουστίνο το Άγιο Πνεύμα είναι «η ενότης των δύο άλλων προσώπων ή η αγιότης των ή η αγάπη τους» και είναι γι' αυτόν τον λόγο πρόσωπο, καθότι είτε είναι η ενότης των καθώς είναι η αγάπη τους, και η αγάπη τους καθώς είναι η αγιότης τους, είναι φανερό πως αυτό δεν είναι ένα από τα δύο πρώτα πρόσωπα, αλλά είναι αυτό στο οποίο πραγματοποιείται η αμοιβαία τους ενότης. Και δεν θα μπορούσε να ονομασθεί καλύτερα παρά από το έργο που πραγματοποιεί: «Εάν η αγάπη με την οποία ο Πατήρ αγαπά τον Υιό, και ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, μας φανερώνει την άρρητο κοινωνία τού ενός με το άλλο, δεν είναι ίσως φρόνιμο να αποδώσουμε ακριβώς το όνομα της αγάπης στο πνεύμα που είναι κοινό στον Πατέρα και τον Υιό;»(περί Τριάδος XV 19,37).
Ο Ακινάτης δέχεται αυτή την ομοφωνία και στο πρώτο του έργο αναπτύσσει το θέμα με μία φανερή ευχαρίστηση:  «Επειδή το Άγιο Πνεύμα προοδεύει σαν αγάπη, ανήκει σε αυτό να είναι η ενότης τού Πατρός και του Υιού (Unio Patris et Filii) εξ' αιτίας αυτού ακριβώς τού τρόπου τής προόδου. Και πράγματι μπορούμε να υπολογίσουμε τον Πατέρα και τον Υιό τόσο καθώς μοιράζονται την ίδια ουσία, και έτσι είναι ουσιωδώς ενωμένοι, όσο και καθώς είναι προσωπικώς διακεκριμένοι, και τότε είναι ενωμένοι μέσω της συγκλίσεως και της αγάπης (per consonatiam amoris). Εάν παρανοϊκώς μπορούσαμε να υποθέσουμε πως δεν μπορούν να είναι ουσιωδώς ενωμένοι, θα ήταν τότε απαραίτητο να δεχθούμε ανάμεσά τους μία ένωση αγάπης, ώστε η χαρά τους να είναι τέλεια» (In I Sent. d. 10 q. 1 a. 3). [Είμαστε όλοι μια καλή παιδική χαρά].

Σ' αυτή την προοπτική, το Πνεύμα είναι λοιπόν μια υφιστάμενη ενέργεια αγάπης [δηλαδή δεν είναι υπόσταση, δεν υπάρχει, είναι σχέση], την οποία ο Πατήρ και ο Υιός εκπέμπουν μαζί, η ενέργεια μέσω της οποίας αγαπώνται μεταξύ τους και τους ενώνει με τον εκστατικό τρόπο με τον οποίο η αγάπη ενώνει τον αγαπώντα με τον αγαπώμενο. Η βαθειά ομορφιά αυτού του οράματος τών πραγμάτων εξηγεί την γοητεία που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί στις διάνοιες. Παρ' όλα αυτά όμως έχει το μειονέκτημα να υπερθέτει την ενέργεια της αγάπης, του "γάμου", την πνεύση δηλαδή του Αγίου Πνεύματος εκ μέρους του Πατρός και του Υιού, στην ενέργεια της "προσωπικής" αγάπης που είναι το Άγιο Πνεύμα το Ίδιο, αμοιβαία αγάπη των πρώτων δύο προσώπων.
Εκτός των προβλημάτων της γλώσσας και τον κίνδυνο του ανθρωπομορφισμού, αυτή η αναπαράσταση του Αγίου Πνεύματος σαν "περιβάλλον"[σάν σάκκος] μέσα στο οποίο και δια του οποίου ενώνονται ο Πατήρ και ο Υιός, μας επιτρέπει και να ατενίσουμε την καταγωγή του, ότι δηλαδή εξ' αιτίας τής καταγωγικής του σχέσεως μπορούμε να ξεχωρίσουμε το θείο πρόσωπο που προοδεύει. Ο Ακινάτης τηρεί με σεβασμό την αρχή του Άνσελμου, την οποία υιοθέτησε αργότερα η σύνοδος της Φλωρεντίας: Στον θεό όλα είναι Ένα και ταυτό, εκτός από όπου υπεισέρχεται μια αντίθεση σχέσεως. «Omnia in Deo sunt unum et idem ubi non obviat relationis oppositio». Άνσελμος του Καντέρμπουρυ, Περί της προόδου του Αγίου Πνεύματος, κεφάλαιο Ι: «ο Υιός έχει όλα όσα έχει ο Πατήρ εκτός του Είναι του Πατρός, καθώς λαμβάνει εκ του Πατρός την καταγωγή του. Το Πνεύμα με την σειρά του έχει όλα όσα έχουν ο Πατήρ και ο Υιός, εκτός του Είναι του Πατρός και του Υιού, καθώς λαμβάνει από αυτούς την καταγωγή του. Αυτός είναι ο λόγος εξ' άλλου για τον οποίο στην καταγωγή του Αγίου Πνεύματος πρέπει να υπάρχει και ο Υιός (Filioque), καθότι, εάν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε καμμία δυνατότης διακρίσεως ανάμεσα στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα»!
Γι' αυτό, ευαίσθητος στην σχετική ανεπάρκεια αυτού του τρόπου κατανοήσεως των πραγμάτων, ο Ακινάτης κατευθύνθηκε σιγά-σιγά προς μια άλλη εξήγηση, την οποία θα αναπτύξει και θα ολοκληρώσει στις δύο μεγάλες του Σούμες, τις συνθετικές του εργασίες, που στηρίζουν ακόμη τον Καθολικισμό. [Την μία εξ' αυτών, αυτή που έγραψε εναντίον των Ελλήνων, την ξεγύμνωσε ο Κάλλιστος Αγγελικούδης και το κείμενό του περιλαμβάνεται στις αναρτήσεις μας]. Έτσι για να σεβαστεί όλες τις απαιτήσεις μιας αυστηρής θεολογίας, εισάγει το μυστήριο του τρίτου προσώπου, στην βάση της αγάπης με την οποία ο θεός αγαπά την αγαθότητά του.

Όπως ο θεός γνωρίζοντας τον Εαυτό του, παράγει τον Λόγο Του, έτσι ακριβώς αγαπώντας τον Εαυτό του παράγει ή "πνέει" το Πνεύμα Του. [Ένας απολύτως εγωκεντρικός και εγωπαθής Θεός που έφτασε στα χέρια του Μπουλγκάκωφ και του Ζηζιούλα να αποτελείται από τρία Εγώ, έφτασε δηλαδή στην σχιζοφρένεια]. Έτσι λοιπόν στην καρδιά αυτής της πράξεως αγάπης ο Ακινάτης ξεχωρίζει την παρουσία ενός "αισθήματος" ή "εντυπώσεως" αγάπης μέσω της οποίας ο αγαπώμενος βρίσκεται μέσα σ' αυτόν που αγαπά. Στην έλλειψη όμως ενός ακριβέστερου όρου για να περιγραφεί αυτή η έλξη της αγάπης ή η αισθηματική εντύπωση η οποία απορρέει σε αυτόν που αγαπά, της δίνουμε το ίδιο το όνομα της Αγάπης και έτσι συμφέρει να προσλάβουμε με αυτόν τον τρόπο την πρόοδο του Αγίου πνεύματος στον θεό που αγαπάται. [Και η αυταγάπη ανακηρύχθηκε ο θεός της Δύσεως, που λατρεύεται μέχρι σήμερα ακόμη και στην Ορθοδοξία].


 Αλλά πώς ορίζει ο Ακινάτης τον κτιστό χαρακτήρα της χάρης; Με τον πιό απλό τρόπο που υπάρχει, κάνοντας έναν παραλληλισμό ανάμεσα στην γνώση που έχει ο Θεός για τα όντα και την αγάπη που έχει γι' αυτά από το ένα μέρος, και την γνώση και την αγάπη που έχουμε εμείς από το άλλο. Στην δική μας περίπτωση αυτά που γνωρίζουμε είναι πράγματα που ήδη υπάρχουν και βρίσκονται στην καταγωγή τής γνώσης μας. Στην περίπτωση του Θεού συμβαίνει το αντίθετο: αυτός δέν γνωρίζει τα πράγματα επειδή υπάρχουν, αλλά αυτά υπάρχουν επειδή τα γνωρίζει. Η επιστήμη του Θεού είναι πραγματοποιός, θέτει τα πράγματα στην ύπαρξη. Εάν τώρα υπολογίσουμε την αγάπη, αντί της γνώσεως, χρειάζεται να κάνουμε έναν παρόμοιο στοχασμό. Η αγάπη μας, για ένα όν οφείλεται στην αγαθότητά του (πραγματική ή υποθετική, εμείς πάντως δέν αγαπούμε παρά αυτό που μας φαίνεται αξιαγάπητο). Για τον Θεό, συμβαίνει πάλι το αντίθετο. Είναι η αγάπη του η οποία δημιουργεί την αγαθότητα των όντων και των πραγμάτων. Έτσι, όταν λέμε πώς ο Θεός αγαπά ένα πλάσμα θέλουμε να πούμε πώς αυτός δημιουργεί σ'αυτόν που αγαπά ένα αποτέλεσμα το οποίο προέρχεται από την ίδια την θεϊκή αγάπη.
          Εάν τώρα μιλήσουμε για το δώρο της χάριτος, πρέπει βεβαίως να πούμε πώς ο Θεός ενεργεί και πιό συγκεκριμένα το Άγιο Πνεύμα, καί είναι άκτιστη πραγματικότης. Όταν όμως ένα πρόσωπο λαμβάνει ένα δώρο της χάριτος το οποίο δέν είχε προηγουμένως, αυτό δέν σημαίνει πώς συμβαίνει με μία αλλαγή του ιδίου του Αγίου Πνεύματος. Αλλά αλλάζει το ίδιο το πρόσωπο κάτω από το αποτέλεσμα της Ενέργειας του Πνεύματος.
Όταν λοιπόν λέμε πώς το Άγιο Πνεύμα δόθηκε σε κάποιον, αυτό σημαίνει πως αυτό το πλάσμα έλαβε ένα δώρο αγάπης του Θεού, το οποίο δέν διέθετε πρίν. Ακόμη και με τον κίνδυνο να το μειώσουμε στο μηδέν, αυτό το δώρο πρέπει να είναι μία κτιστή πραγματικότης, δωρισμένη δωρεάν από τον Θεό.
          Ο κτιστός αναγκαίως χαρακτήρας αυτού του δώρου θα γίνει πιό κατανοητός εάν θυμηθούμε τον λόγο του Αγίου Ιωάννου και αυτό που υπονοείται στην σκέψη: "Ο Θεός μας αγάπησε πρώτος" (1 Ιωάν 4,10 και 19). Η αγάπη του Θεού για μας δέν είναι επομένως το αποτέλεσμα τής δικής μας αγαθότητος. Ο Ακινάτης προσθέτει απλώς: ο Θεός, ο οποίος μας αγάπησε πρώτος, μας δίνει επίσης και με τί πράγμα να τον αγαπήσουμε. Βρισκόμαστε λοιπόν στο κέντρο της θέσεως και του προβλήματος. Είναι απαραίτητο λοιπόν, το πλάσμα να είναι ανάλογο και σύμμετρο με τον σκοπό για τον οποίο ο Θέος το καλεί. Αυτός ο σκοπός, αυτό το τέλος, όπως γνωρίζουμε συνίσταται στην Ευτυχία, στην απόλαυση του Θεού σε μία τέλεια κοινωνία γνώσεως  και αγάπης. Εξ ορισμού, αυτή η Ευτυχία είναι τελείως ασύμμετρος στις δυνάμεις του ανθρώπου, αυτή είναι σύμφυτος μόνον στον Θεό. Είναι αναγκαίο λοιπόν να δωρήσει ο Θεός στον άνθρωπο κάτι με το οποίο θα μπορεί όχι μόνον να πράξει εν' όψει αυτού του σκοπού και να μπορεί να κατευθύνει την επιθυμία του πρός αυτό, αλλά και κάτι με το οποίο η ίδια η φύση του ανθρώπου υψώνεται στο ύψος αυτού του σκοπού.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Αμέθυστος

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Σάββατο  11. Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ


Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας


β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 16. Η διασάφηση της υπέρβασης του πεπερασμένου λόγου ως θεμελιώδης πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ένα πεπερασμένο γνωρίζον ον μπορεί να σχετίζεται προς το ον, το οποίο δεν είναι το ίδιο και το οποίο ούτε το ίδιο έχει δημιουργήσει, μόνο τότε, όταν αυτό το ήδη υπάρχον ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού. Για να μπορέσει όμως να συναντήσει ως το ον που είναι, πρέπει εκ των προτέρων να έχει ήδη γενικά «γνωρισθεί» ως ον, δηλαδή ως προς τη συγκρότηση του Είναι του. Σε αυτό έγκειται όμως το εξής: η οντολογική, δηλαδή εδώ πάντοτε προοντολογική, γνώση είναι η συνθήκη της δυνατότητας ώστε σε ένα πεπερασμένο ον να μπορεί γενικά να αντιπαρατίθεται κάτι όπως το ίδιο το ον. Το πεπερασμένο ον έχει ανάγκη αυτής της θεμελιώδους δύναμης μιας στραμμένης-προς... αναφοράς, η οποία αφήνει κάτι να αντι-ίσταται. Μέσα σε αυτή την πρωταρχική στροφή το πεπερασμένο ον διατηρεί για πρώτη φορά γενικά έναν χώρο παιχνιδιού, εντός του οποίου μπορεί κάτι να του «αντιστοιχεί». Το να κρατιέται κανείς εκ των προτέρων μέσα σε έναν τέτοιο χώρο παιχνιδιού, το να τον σχηματίζει πρωταρχικά, δεν είναι τίποτε άλλο από την υπέρβαση, η οποία χαρακτηρίζει κάθε πεπερασμένη συμπεριφορά προς το ον. Αν τώρα όμως η δυνατότητα της οντολογικής γνώσης θεμελιώνεται στην καθαρή σύνθεση, ενώ η οντολογική γνώση συνιστά ακριβώς το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., τότε η καθαρή σύνθεση πρέπει να φανερωθεί ως εκείνο που συναρθρώνει και φέρει το ενιαίο όλο της εσωτερικής ουσιώδους δομής της υπέρβασης. Μέσω της διασάφησης αυτής της συνάρθρωσης της καθαρής σύνθεσης αποκαλύπτεται τότε το εσώτατο Είναι της περατότητας του λόγου.

Η πεπερασμένη γνώση είναι δεκτική εποπτεία. Ως τέτοια έχει ανάγκη της καθοριστικής νόησης. Γι’ αυτό η καθαρή νόηση, στο πρόβλημα της ενότητας της οντολογικής γνώσης, διεκδικεί κεντρική σημασία, χωρίς να θίγεται —μάλλον ακριβώς εξαιτίας— της προτεραιότητας που έχει η εποπτεία σε κάθε γνώση.

Σε ποια ουσιώδη υπηρεσία καλείται η καθαρή νόηση μέσα στη θέση υπηρεσίας της; Σε τι υπηρετεί εντός της δυνατότητας της ουσιώδους δομής της υπέρβασης; Ακριβώς αυτό το φαινομενικά πάλι απομονωμένο ερώτημα για το Είναι της καθαρής νόησης πρέπει να οδηγήσει στον εσώτατο πυρήνα του προβλήματος της ουσιώδους ενότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Kant, στη «Μετάβαση στην υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών»90, δίνει μια υπόδειξη για την καθαρά ιδωμένη περατότητα της παράστασής μας, και μάλιστα της καθαρά γνωστικής· διότι για την αιτιότητά της μέσω της βούλησης δεν γίνεται εδώ καθόλου λόγος. Το ερώτημα είναι μάλλον: τι μπορεί να ενεργήσει η παράσταση αφ’ εαυτής σε σχέση με το ον προς το οποίο σχετίζεται; Ο Kant λέει ότι η «παράσταση καθ’ εαυτήν» δεν παράγει το αντικείμενό της ως προς την ύπαρξή του. Η γνώση μας δεν είναι οντικά δημιουργική· δεν μπορεί να θέσει το ον από τον εαυτό της ενώπιόν της. Ο Kant τονίζει, στο μέσον της πραγμάτευσης της υπερβατολογικής παραγωγής (transzendentale Deduktion), ότι «εκτός από τη γνώση μας δεν έχουμε τίποτε το οποίο θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε σε αυτή τη γνώση ως αντιστοιχούν»91.

Αν λοιπόν η γνώση μας, ως πεπερασμένη, πρέπει να είναι δεκτική εποπτεία, τότε δεν αρκεί απλώς να το παραδεχθούμε· τώρα μόλις αφυπνίζεται το πρόβλημα: τι ανήκει αναγκαία στη δυνατότητα αυτής της διόλου αυτονόητης δεκτικότητας του όντος;

Προφανώς όμως τούτο: ότι το ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού, δηλαδή να φανερώνεται ως αντι-κείμενο. Αν όμως δεν είμαστε κύριοι της υπάρξεως του όντος, τότε ακριβώς η εξάρτηση από τη δεκτικότητα αυτού του όντος απαιτεί να δίνεται στο ον εκ των προτέρων και κάθε φορά η δυνατότητα του αντι-ίστασθαι.

Μόνο μέσα σε μια δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., μέσα στη στροφή-προς... που πρώτη σχηματίζει μια καθαρή αντιστοιχία, μπορεί να επιτελεστεί μια δεκτική εποπτεία. Και τι είναι εκείνο που αφήνουμε εμείς από τον εαυτό μας να αντι-ίσταται; Ον δεν μπορεί να είναι. Αν όμως δεν είναι ον, τότε είναι ακριβώς ένα μηδέν. Μόνο αν το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι ένα αυτοκρατείν-μέσα-στο-μηδέν, μπορεί η παράσταση, αντί του μηδενός και εντός αυτού, να αφήσει να συναντήσει ένα μη-μηδέν, δηλαδή κάτι όπως ον, εφόσον κάτι τέτοιο φανερώνεται ακριβώς εμπειρικά. Βέβαια αυτό το μηδέν δεν είναι το nihil absolutum. Το τι συμβαίνει με αυτό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... πρέπει να εξεταστεί.

Αν, τόσο καθαρά όσο στον Kant, η περατότητα τίθεται στην αφετηρία της υπέρβασης, τότε δεν χρειάζεται, για να αποφύγουμε έναν υποτιθέμενο «υποκειμενικό ιδεαλισμό», μια «στροφή προς το αντικείμενο», που ακριβώς σήμερα πάλι διαφημίζεται με υπερβολικό θόρυβο και με υπερβολικά μικρή κατανόηση του προβλήματος. Αντιθέτως, η ουσία της περατότητας ωθεί αναπόφευκτα στο ερώτημα για τις συνθήκες της δυνατότητας ενός εκ των προτέρων στραμμένου-είναι προς το αντικείμενο, δηλαδή στο ερώτημα για την ουσία της αναγκαίας προς τούτο οντολογικής στροφής προς το αντικείμενο εν γένει. Έτσι, στην υπερβατολογική παραγωγή, δηλαδή μέσα στη συνάφεια του καθήκοντος μιας διαφώτισης της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης, ο Kant θέτει το αποφασιστικό ερώτημα, και μάλιστα ως πρώτος.

«Και εδώ είναι λοιπόν αναγκαίο να καταστήσουμε σαφές τι εννοούμε με την έκφραση ενός αντικειμένου των παραστάσεων.»92 Πρέπει να ερευνηθεί ποιον χαρακτήρα έχει εκείνο που αντι-ίσταται μέσα στο καθαρό αφήνειν-να-αντι-ίσταται. «Βρίσκουμε όμως ότι η σκέψη μας για τη σχέση κάθε γνώσης προς το αντικείμενό της φέρει μαζί της κάτι από αναγκαιότητα, καθόσον δηλαδή αυτό [το αντικείμενο] θεωρείται ως εκείνο που αντιστέκεται στο να είναι οι γνώσεις μας τυχαίες ή αυθαίρετες, αλλά είναι καθορισμένες a priori κατά ορισμένο τρόπο...»93. Στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται ως τέτοιο δηλώνεται κάτι «που αντιστέκεται».

Ο Kant, κατά την ανάδειξη αυτής της αντιστατικότητας, επικαλείται ένα άμεσο εύρημα. Δεν παραλείπει να χαρακτηρίσει εγγύτερα την ίδια τη δομή αυτής της αντιστατικότητας. Πρέπει να προσέξουμε καλά: εδώ δεν πρόκειται για έναν χαρακτήρα αντίστασης μέσα στο ον, ούτε καν για την πίεση των αισθήσεων, αλλά για την εκ των προτέρων αντιστατικότητα του Είναι. Το αντικειμενικό των αντικειμένων «φέρει μαζί του» έναν εξαναγκασμό, μια «αναγκαιότητα». Μέσω αυτής, καθετί που συναντάται εξαναγκάζεται εκ των προτέρων σε μια συμφωνία, σε σχέση προς την οποία μπορεί κατ’ αρχάς να αναδειχθεί και ως ασύμφωνο. Σε αυτή την εκ των προτέρων και σταθερή σύναξη προς την ενότητα έγκειται, συνεπώς, μια πρόταξη ενότητας. Η παράσταση όμως μιας ενότητας που ενοποιεί παραστατικά είναι η ουσία εκείνου του είδους παραστάσεων που ο Kant ονομάζει έννοια. Αυτή ονομάζεται «μία συνείδηση» με την έννοια της παράστασης της ενότητας94. Το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι επομένως η «αρχέγονη έννοια» και, εφόσον η εννοιακή παράσταση αποδίδεται στον νου, η αρχέγονη πράξη του νου. Αυτός όμως περιέχει μέσα του, ως κλειστό όλο, μια πολλαπλότητα τρόπων ενοποίησης. Επομένως ο καθαρός νους αποκαλύπτεται ως η δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... Ο νους ως όλο προθέτει εκ των προτέρων εκείνο που αντιστέκεται στην τυχαιότητα. Παριστάνοντας πρωταρχικά την ενότητα, και μάλιστα ως ενοποιητική, παριστάνει στον εαυτό του μια δεσμευτικότητα που ρυθμίζει εκ των προτέρων κάθε δυνατό μαζί. «Τώρα όμως η παράσταση μιας καθολικής συνθήκης, σύμφωνα με την οποία μπορεί να τεθεί ένα ορισμένο πολλαπλό —άρα κατά τον ίδιο τρόπο—, ονομάζεται κανόνας»95. Η έννοια, «όσο ατελής ή όσο σκοτεινή κι αν είναι», «είναι κατά τη μορφή της πάντοτε κάτι καθολικό και κάτι που χρησιμεύει ως κανόνας»96.

Τώρα όμως οι καθαρές έννοιες (conceptus reflectentes) είναι εκείνες που έχουν ως μοναδικό περιεχόμενο τέτοιες ρυθμιστικές ενότητες. Δεν χρησιμεύουν μόνο ως κανόνας, αλλά, ως καθαρή παράσταση, δίνουν κατ’ αρχάς και εκ των προτέρων κάτι κανονικό. Έτσι λοιπόν ο Kant αποκτά μόνο μέσα στη συνάφεια της διασάφησης του αφήνειν-να-αντι-ίσταται την αρχικότερη έννοια του νου. «Τώρα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τη δύναμη των κανόνων. Αυτό το γνώρισμα είναι γονιμότερο και πλησιάζει περισσότερο στην ουσία του.»97

Αν τώρα ο νους πρόκειται ακριβώς να καθιστά δυνατό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται, αν έχει τη δύναμη να ρυθμίζει εκ των προτέρων όλα όσα η «εποπτεία» θα προσκομίσει ποτέ, μήπως τότε δεν ανακηρύσσεται σε ανώτατη δύναμη; Μήπως ο υπηρέτης δεν μεταβάλλεται έτσι σε κύριο; Τι γίνεται τότε με τη θέση υπηρεσίας του, η οποία έως τώρα δηλωνόταν διαρκώς ως η ουσία του και ως ο κατεξοχήν δείκτης της περατότητάς του; Μήπως ο Kant, όταν η εξήγησή του για τον νου ως δύναμη των κανόνων πρόκειται να πλησιάσει περισσότερο στην ουσία του, λησμόνησε, μέσα στην κεντρική προβληματική της υπερβατολογικής παραγωγής, την περατότητα του νου;

Αν όμως αυτή η υπόθεση είναι αδύνατη, εφόσον η περατότητα του λόγου ενεργοποιεί, καθορίζει και φέρει ολόκληρο το πρόβλημα της δυνατότητας της μεταφυσικής εν γένει, πώς τότε μπορεί να συμφιλιωθεί η θέση κυριαρχίας του νου, η οποία τώρα φανερώνεται, με τη θέση υπηρεσίας του; Είναι άραγε η κυριαρχία και η εξουσία του, ως αφήνειν-να-αντι-ίσταται (Gegenstehenlassen, να το αφήνεις να βρίσκεται απέναντι) κανόνων της ενότητας, κατά βάθος μια υπηρεσία; Επιτελεί άραγε μια υπηρεσία μέσω της οποίας προδίδει βαθύτατα την περατότητά του, επειδή ακριβώς στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται φανερώνει την πιο αρχέγονη ένδεια του πεπερασμένου όντος;

Πράγματι, ο νους είναι η ανώτατη δύναμη μέσα στην περατότητα, δηλαδή το κατ’ εξοχήν πεπερασμένο. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ακριβώς μέσα στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται, ως αρχέγονη πράξη του καθαρού νου, πρέπει να έρθει στο φως με τον εντονότερο τρόπο η εξάρτησή του από την εποπτεία. Βέβαια, αυτή δεν μπορεί να είναι εμπειρική εποπτεία, αλλά πρέπει να είναι η καθαρή εποπτεία.

Μόνο εφόσον ο καθαρός νους, ως νους, είναι υπηρέτης της καθαρής εποπτείας, μπορεί να παραμένει κύριος της εμπειρικής εποπτείας.

Αλλά η ίδια η καθαρή εποπτεία, και ακριβώς αυτή, είναι πεπερασμένης ουσίας. Μόνο η ουσιώδης δομική της ενότητα βυθίζει την καθαρή εποπτεία και την καθαρή νόηση στην πλήρη περατότητά τους, η οποία φανερώνεται ως υπέρβαση. Αν όμως η καθαρή σύνθεση ενοποιεί πρωταρχικά τα στοιχεία της καθαρής γνώσης, τότε η αποκάλυψη της πλήρους συνθετικής δομής της καθαρής σύνθεσης πρέπει να επιβληθεί ως εκείνο το καθήκον που μόνο αυτό οδηγεί στον στόχο της υπερβατολογικής παραγωγής: στη διασάφηση της υπέρβασης.

§ 17. Οι δύο οδοί της υπερβατολογικής παραγωγής

Από τον καθορισμό της προβληματικής της οντολογικής γνώσης προέκυψε το νόημα της υπερβατολογικής παραγωγής. Αυτή είναι η αναλυτική αποκάλυψη του δομικού όλου της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η ερμηνεία της υπερβατολογικής παραγωγής ανταποκρίνεται κατ’ αρχάς ελάχιστα στην έννοια της ίδιας της λέξης. Φαίνεται μάλιστα να αντιφάσκει προς τη ρητή εξήγηση του ίδιου του Kant για το τι σημαίνει παραγωγή. Προτού όμως μπορέσει να κριθεί κάτι σχετικά με αυτό, η υπερβατολογική παραγωγή πρέπει πρώτα να παρακολουθηθεί στην εκτέλεσή της και έτσι να τεθεί συγκεκριμένα μπροστά στα μάτια. Εδώ η ερμηνεία ακολουθεί το «τρίτο τμήμα»98 της «Παραγωγής των καθαρών εννοιών του νου», στο οποίο ο Kant παρουσιάζει την παραγωγή «σε συνοχή»99.

Ο τίτλος αυτού του τμήματος εκφράζει καθαρά ότι το πρόβλημα της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης δεν είναι τίποτε άλλο από την αποκάλυψη της υπέρβασης. Σύμφωνα με αυτόν, η παραγωγή πραγματεύεται «τη σχέση του νου προς τα αντικείμενα εν γένει και τη δυνατότητα να τα γνωρίζει a priori». Για να κατανοηθεί τώρα η διπλή πορεία που ο Kant αφήνει να ακολουθήσει η παραγωγή, πρέπει να υπενθυμιστεί εκ νέου το καθήκον της.

Το ον καθίσταται προσιτό για ένα πεπερασμένο ον μόνο επί τη βάσει ενός εκ των προτέρων στραμμένου αφήνειν-να-αντι-ίσταται. Αυτό λαμβάνει εκ των προτέρων το ον που ενδέχεται να συναντηθεί στον ορίζοντα ενότητας μιας δυνατής συν-ανήκειν. Αυτή η a priori ενοποιητική ενότητα πρέπει να προτρέχει προς το συναντώμενο. Το ίδιο όμως το συναντώμενο έχει ήδη εκ των προτέρων περιληφθεί από τον ορίζοντα του χρόνου που προκρατείται στην καθαρή εποπτεία. Η προτρέχουσα ενοποιητική ενότητα του καθαρού νου πρέπει επομένως να έχει ήδη προηγουμένως ενοποιηθεί και με την καθαρή εποπτεία.

Αυτό το a priori ενιαίο όλο καθαρής εποπτείας και καθαρού νου «σχηματίζει» τον χώρο παιχνιδιού του αφήνειν-να-αντι-ίσταται, μέσα στον οποίο μπορεί να συναντηθεί κάθε ον. Με Blick προς αυτό το όλο της υπέρβασης πρέπει να δειχθεί πώς, δηλαδή εδώ συγχρόνως ότι, ο καθαρός νους και η καθαρή εποπτεία εξαρτώνται a priori ο ένας από την άλλη.

Αυτή η απόδειξη της εσωτερικής δυνατότητας της υπέρβασης μπορεί προφανώς να διεξαχθεί με δύο οδούς.

Πρώτον, έτσι ώστε η παρουσίαση να εκκινεί από τον καθαρό νου και, μέσω της διασάφησης της ουσίας του, να δείχνει την εσώτατη εξάρτησή του από τον χρόνο. Αυτή η πρώτη οδός αρχίζει, ούτως ειπείν, «πάνω», από τον νου, και οδηγεί κάτω, προς την εποπτεία (A 116-120).

Η δεύτερη οδός πηγαίνει «από κάτω προς τα πάνω»100, αρχίζοντας από την εποπτεία, προς τον καθαρό νου (A 120-128).

Στις δύο οδούς συντελείται η αποκάλυψη των «δύο άκρων, δηλαδή της αισθητικότητας και του νου», τα οποία πρέπει αναγκαία να «συνδέονται»101. Ουσιαστικό εδώ δεν είναι κάποια γραμμικά νοούμενη σύνδεση δύο δυνάμεων, αλλά η δομική διασάφηση της ουσιώδους ενότητάς τους. Αποφασιστικό γίνεται εκείνο μέσα στο οποίο μπορούν γενικά να συνδέονται. Και στις δύο οδούς πρέπει κάθε φορά να διανυθεί αυτό το ενοποιητικό μέσον και έτσι να έρθει στο φως ως τέτοιο. Μέσα σε αυτή την κίνηση πέρα-δώθε ανάμεσα στα δύο άκρα συντελείται η αποκάλυψη της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η διπλή πορεία της παραγωγής πρέπει τώρα να παρουσιαστεί, βέβαια μόνο στα βασικά της γνωρίσματα.

α) Η πρώτη οδός

ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ( Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ} Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΟΤΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΔΩΡΟ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΜΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΤΙΣΤΟ, ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ  ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ(ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ). ΤΟ ΑΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ. ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ.