Συνέχεια από Σάββατο 21. Φεβρουαρίου 2026
Μηδενισμός 19
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο ενδέκατο
Πέρα από τη γραμμή του μηδενισμού:
Jünger «versus» Heidegger
Όπου υπάρχουν δύο, υπάρχει ήδη προδοσία.
Μια αξιομνημόνευτη αντιπαράθεση για τον μηδενισμό ως κατηγορία διάγνωσης της κατάστασης του σύγχρονου κόσμου έλαβε χώρα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 μεταξύ Ernst Jünger και Heidegger. Στον πρώτο ανήκει, με την παρέμβαση Oltre la linea (Über die Linie, 1950), που προσφέρθηκε στον Heidegger με την ευκαιρία των εξηκοστών γενεθλίων του, το προνόμιο ότι προσέλκυσε την προσοχή στο πρόβλημα. Στον δεύτερο, με την απάντησή του με αφορμή τα εξήντα χρόνια του Jünger (1955), ανήκει το κατόρθωμα ότι επανήλθε στο ζήτημα, καλώντας σε μια βαθύτερη φιλοσοφική διερώτηση. Τα δύο κείμενα, ληφθέντα μαζί, αποτελούν τη διαπεραστικότερη σύγχρονη ανάλυση του προβλήματος του μηδενισμού, ένα itinerarium mentis in nihilum (πορεία του νου προς το Μηδέν) στα μέτρα του εικοστού αιώνα.
Αντικείμενο της διαφοράς είναι η «γραμμή» του μηδενισμού. Αυτή σηματοδοτεί το σημείο καμπής στο οποίο η σύγχρονη εποχή φαίνεται να έχει φθάσει, το όριο που μαρτυρεί την εξάντληση του Παλαιού χωρίς ακόμη να διαφαίνεται η ανάδυση του Νέου, τον μαγικό «μηδενικό μεσημβρινό» πέρα από τον οποίο δεν ισχύουν πλέον τα παλαιά όργανα πλοήγησης, και το πνεύμα, υποκείμενο σε ολοένα ταχύτερη τεχνολογική επιτάχυνση, εμφανίζεται αποπροσανατολισμένο.
Ενώ, λοιπόν, για τον Jünger οι πνευματικές ελίτ οφείλουν να έχουν το θάρρος να υπερβούν τη γραμμή και να κινηθούν στην πρωτοπορία — και με αυτή την έννοια το Über die Linie σημαίνει για εκείνον trans lineam — ο Heidegger θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι ακόμη πρόωρο και καλεί «εκείνους που σκέπτονται» να στοχαστούν με μεγαλύτερη φρόνηση τη γραμμή του μηδενισμού· ο τίτλος σημαίνει γι’ αυτόν de linea — επιχειρώντας να αναχθεί κανείς στα μεταφυσικά θεμέλια αυτής της κατάστασης.
Το κοινό σημείο αφετηρίας της αντιπαράθεσης των δύο είναι η πεποίθηση ότι το ζήτημα του μηδενισμού είναι κεντρικό για την εποχή μας. Στο τέλος του Oltre la linea ο Jünger γράφει:
«Όποιος δεν έχει βιώσει επάνω του την τεράστια δύναμη του Μηδενός και δεν έχει υποστεί τον πειρασμό του γνωρίζει πολύ λίγα για την εποχή μας» (Jünger-Heidegger, 1989: 104).
Από την πλευρά του, ήδη το 1937, σε πανεπιστημιακό μάθημα που δημοσιεύθηκε το 1961 στο Nietzsche (αλλά τότε ήταν άγνωστο στον Jünger), ο Heidegger είχε δηλώσει:
«Η σκληρότερη, αλλά και λιγότερο απατηλή, λίθος δοκιμής για να ελεγχθεί ο γνήσιος χαρακτήρας και η δύναμη ενός φιλοσόφου είναι αν αυτός βιώνει αμέσως και εκ θεμελίων, μέσα στο είναι του όντος, την εγγύτητα του Μηδενός. Εκείνος στον οποίο αυτή η εμπειρία παραμένει απρόσιτη βρίσκεται οριστικά και χωρίς ελπίδα έξω από τη φιλοσοφία» (Heidegger, 1994: 382).
Όσον αφορά την έννοια του μηδενισμού, ήδη πριν από τον πόλεμο, και ιδίως στα δοκίμια La mobilitazione totale (Die totale Mobilmachung, 1930), Il lavoratore (Der Arbeiter, Ο εργάτης, 1932) και κατόπιν Sul dolore (Über den Schmerz, 1934), ο Jünger είχε διατυπώσει μια διαυγή και αποστασιοποιημένη θεώρηση αυτού που συνέβαινε. Η κρίση του πολιτισμού, που από άλλους τόσο πολύ θρηνούνταν, από εκείνον εθεωρείτο ως το αναπόφευκτο πέρασμα προς μια νέα ιστορική κατάσταση: εκείνη όπου η εργασία, οργανωμένη σύμφωνα με τις επιταγές της τεχνικής, κινητοποιεί όλους τους πόρους του πλανήτη και απελευθερώνει ό,τι το Είναι μπορεί να δώσει.
Το κενό «αξιών» και «νοήματος» που παρήγαγε η τεχνική δεν προκαλεί σε αυτόν παθητική και μοιρολατρική στάση, αλλά έναν ηρωικό μηδενισμό της δράσης. Αυστηρά μιλώντας, σε αυτή τη φάση της σκέψης του Jünger θα έπρεπε να αποφεύγεται μια θετική χρήση του όρου «μηδενισμός». Το θέμα που τον ενδιαφέρει δεν είναι ακόμη ο μηδενισμός — ούτε ως ευρωπαϊκό ούτε ως πλανητικό φαινόμενο — αλλά η νέα αρχή της εργασίας που μορφοποιεί όλη την πραγματικότητα.
Η σκιά του μηδενισμού προβάλλει σε αυτή τη φάση μόνο για εκείνον που δεν έχει ακόμη συλλάβει και αποδεχθεί αυτή την αρχή. Ο μηδενισμός είναι ακόμη κάτι αρνητικό και δευτερεύον: εκδηλώνεται εκεί όπου το πνεύμα παραμένει προσκολλημένο στις παλαιές αξίες και καθυστερεί να θρηνεί την εξάντλησή τους.
Αλλά ούτε η διαδικασία αποτίμησης των παραδοσιακών αξιών ούτε η προσπάθεια μετασχηματισμού τους ενδιαφέρει τον Jünger του Der Arbeiter. Σε ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό απόσπασμα του έργου αυτού δηλώνει:
«Έχει καταστεί περιττό να συνεχίζει κανείς να ασχολείται με μια ανατίμηση των αξιών· αρκεί να δει το Νέο και να λάβει μέρος σε αυτό» (Jünger, 1978: VIII, 50).
Μόνο στο δοκίμιο Sul dolore του 1934 μπορεί να καταγραφεί μια μετατόπιση προοπτικής. Για πρώτη φορά διαμορφώνεται η ιδέα ότι η τεχνική αποτελεί παράγοντα μηδενισμού: όταν στη νέα μορφή δεν αντιστοιχεί η ανάπτυξη επαρκών περιεχομένων, όταν η πραγματικότητα πλάθεται και μετασχηματίζεται από την τεχνική χωρίς οι ιδέες, τα πρόσωπα και οι θεσμοί να προσαρμόζονται με την ίδια ταχύτητα, όταν η πειθαρχία, η οργανωτική ικανότητα και το ενεργειακό δυναμικό αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη αύξηση νέας ουσίας, τότε η τεχνική παράγει μηδενισμό.
Ανακύπτει έτσι το πρόβλημα της στάσης που πρέπει να υιοθετήσει ο άνθρωπος, όταν η δίνη της τεχνολογικής επιτάχυνσης φαίνεται να τον απορροφά. Μπορεί ο άνθρωπος, φθάνοντας στο μηδενικό σημείο, να ελπίζει σε μια «νέα αφιέρωση του είναι», μέσα στην οποία να διαφαίνεται «εκείνο που πραγματικά είναι»; Ο Jünger έχει πλέον φθάσει σε εκείνο το επίπεδο κριτικής συνειδητοποίησης που εκδηλώνεται στο μυθιστόρημα Sulle scogliere di marmo (Auf den Marmorklippen, 1939) — «ένα βιβλίο που με μεγάλη τόλμη περιγράφει τις αβύσσους που κρύβονται πίσω από τις μάσκες τάξης του μηδενισμού» (Schmitt, 1987: 24) — και από το οποίο θα παρατηρεί την κατάσταση και μετά τον πόλεμο, στο Oltre la linea.
Σε αυτό το δοκίμιο — που πρέπει να διαβαστεί μαζί με το Trattato del ribelle (ο αρχικός του τίτλος είναι Der Waldgang, 1951) — ο Jünger επανέρχεται στο προπολεμικό του έναυσμα και το αναπτύσσει σε μια πραγματική φαινομενολογία του μηδενισμού, με τις προειδοποιητικές του ενδείξεις, τις εκδηλώσεις και τις συνέπειές του. Όπως αναγνωρίζει ο Heidegger, υπερβαίνει σε πρωτοτυπία και αποτελεσματικότητα την πλούσια, εμπνευσμένη από τον Nietzsche, βιβλιογραφία για το θέμα. Πράγματι, ξεκινώντας από τον Nietzsche και τον Dostoevskij, ο Jünger διατυπώνει μια διαπεραστική θεώρηση του μηδενισμού ως διαδικασίας της πλέον πανταχού παρούσας και γενικευμένης «εξαφάνισης των αξιών».
Η πρωτοτυπία του, σε σχέση με το νιτσεϊκό πρότυπο, έγκειται στην αναγνώριση του όχι μόνο ευρωπαϊκού αλλά πλανητικού χαρακτήρα του μηδενισμού, καθώς και στη σχετικά αισιόδοξη προοπτική μιας θεραπείας των δεινών που αυτός παρήγαγε. Η θεραπεία αυτή συνίσταται στην επίμονη υπεράσπιση των περιορισμένων αλλά απαραβίαστων χώρων της ατομικής εσωτερικότητας, τους οποίους ο Jünger θεωρεί το τελευταίο δυνατό οχυρό αντίστασης.
Ακολουθώντας αυτή τη στρατηγική, χωρίς να εγκαταλείπει την πεποίθηση ότι ό,τι καταρρέει δεν πρέπει να διατηρείται όρθιο αλλά να βοηθείται να πέσει, δεν εξαπολύει μετωπική επίθεση κατά των παραδοσιακών αξιών και θεσμών, όπως είναι το ύφος του Nietzsche. Δεν υιοθετεί δηλαδή τη στάση του κατεδαφιστή, αλλά προβαίνει μάλλον σε μια περιγραφή που αναδεικνύει τις διαδικασίες φθοράς, απώλειας και εξάντλησης, τις οποίες ονομάζει «μείωση» και «εξαφάνιση» (Schwund), δείχνοντας πώς αυτές διαβρώνουν κάθε ψυχική, πνευματική, αισθητική και θρησκευτική ουσία, αλλά και πώς επιταχύνουν την προσέγγιση προς το τέλος του μηδενισμού.
Το αποφασιστικό είναι να κατανοηθεί πού βρίσκεται η γραμμή, πού και πότε λαμβάνει χώρα η διάβασή της, δηλαδή η υπέρβαση του μηδενισμού. Ωστόσο, αντίθετα προς την εντύπωση που προκαλούν οι ενστάσεις του Heidegger, για τον Jünger η γραμμή δεν είναι το τελικό σημείο, το όριο πέρα από το οποίο παύει ο μηδενισμός. Τοποθετείται μάλλον εντός του ίδιου του μηδενισμού, σηματοδοτώντας το μεσαίο του σημείο.
«Η διάβαση της γραμμής, το πέρασμα από το μηδενικό σημείο, διχοτομεί το θέαμα· δηλώνει το μέσο σημείο, όχι το τέλος. Η ασφάλεια βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά» (Jünger-Heidegger, 1989: 79).
Με την υπέρβαση της γραμμής, λοιπόν, η διάβαση του μηδενισμού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Πλησιάζει τους έσχατους στόχους του, αλλά δεν έχει ακόμη φθάσει στο τέλος.
Είναι αλήθεια ότι, σε σύγκριση με τη φρόνηση του Heidegger, ο Jünger επιτρέπει στον εαυτό του έναν ορισμένο βαθμό αισιοδοξίας. Σε μια αναδρομή του 1993 στο Oltre la linea, υπενθυμίζει ότι εκείνο το δοκίμιο ήταν «η προσπάθεια κάποιου που είχε πληγεί από δύο σεισμούς και ήθελε να ξαναβρεί σταθερό έδαφος», και ότι η ιδιαιτερότητα της ανάλυσης του μηδενισμού που αναπτυσσόταν εκεί ήταν «ο αισιόδοξος χαρακτήρας της» (πρβλ. Jünger, 1993: 20).
Είναι σαφές ότι στο Oltre la linea ο μηδενισμός παρουσιάζεται ως φάση ενός πνευματικού τοκετού που μπορεί να υπομείνει κανείς έως τέλους, να τον υπερβεί και «ενδεχομένως να τον καλύψει με νέο δέρμα, όπως μια ουλή» (Jünger-Heidegger, 1989: 50). Και για να δικαιολογήσει τη σχετική του αισιοδοξία, ο Jünger αναφέρει ορισμένα θετικά σημεία που υποδηλώνουν μια βούληση υπέρβασης του μηδενισμού: «η μεταφυσική ανησυχία των μαζών, η γέννηση επιμέρους επιστημών έξω από τον κοπερνίκειο χώρο και η εμφάνιση θεολογικών θεμάτων στην παγκόσμια λογοτεχνία» (Jünger-Heidegger, 1989: 90). Πρόκειται, ωστόσο, μόνο για προειδοποιητικές ενδείξεις. Η κατάκτηση ενός μετα-μηδενιστικού εδάφους παραμένει ακόμη μακρινή.
Όποιος διαβαίνει τη γραμμή εισέρχεται μάλλον στη ζώνη όπου ο μηδενισμός καθίσταται κανονική κατάσταση, με την έννοια ότι γίνεται ουσιώδες και συστατικό στοιχείο της πραγματικότητας. Γι’ αυτό δεν αναστέλλεται ούτε, πολύ περισσότερο, εκριζώνεται εύκολα. Η μόνη δυνατότητα αντίστασης στην ακατάσχετη προέλασή του είναι η ανέγερση ενός εσωτερικού προμαχώνα για την υπεράσπιση των σπάνιων οάσεων ελευθερίας που απομένουν μέσα στην «έρημο που προελαύνει». Αυτές οι οάσεις — ο έρως, η φιλία, η τέχνη, ο θάνατος — αποτελούν την άγρια περιοχή (Wildnis) της εσωτερικότητας, όπου το άτομο αποσύρεται θωρακίζοντας τον εαυτό του απέναντι σε κάθε επίθεση κατά της απαραβίαστης φύσης του: εδώ αντιστέκεται στα καλέσματα των εκκλησιών, στις απειλές του Λεβιάθαν, στα γρανάζια της οργάνωσης, και κατορθώνει να διατηρήσει την ισορροπία μέσα στη «δίνη του μηδενισμού».
Στη δίνη του μηδενισμού ο Jünger βυθίζεται σε βάθος και θα εξέλθει οριστικά από αυτήν μόνο στο Al muro del tempo (An der Zeitmauer, 1959), το σημαντικότερο θεωρητικό του έργο μετά το Der Arbeiter. Πρόκειται για μια πραγματεία που συμπυκνώνει ένα «φιλοσοφικό δεκαετές» εντατικών στοχασμών, σημαδεμένο από τις επίμονες επισκέψεις του «αγγέλου της μελαγχολίας» — όπως μαρτυρούν οι δύο λέξεις που επανέρχονται στις σύγχρονες σελίδες των ημερολογίων του: tristitia και cafard. Το έργο αναδύεται, επομένως, από ένα de profundis και, ίσως ακριβώς για να εξέλθει από αυτό, τολμά τολμηρά θεωρητικά άλματα: τι είναι ο χρόνος, η ιστορία, το πεπρωμένο; Πώς μπορεί ο άνθρωπος, που τα διασχίζει και διασχίζεται από αυτά, να τους προσδώσει μια αχτίδα νοηματικής διαύγειας;
Συνδέοντας σκέψεις και παρεκβάσεις που εκτείνονται από το ένα άκρο της γνώσης στο άλλο — από την αστρολογία στη μεταφυσική, από τις φυσικές επιστήμες στην ιστοριογραφία, από τη μυθολογία στη θεολογία και στη φιλοσοφία της ιστορίας — ο Jünger εξετάζει εδώ το γίγνεσθαι του κόσμου και τους ρυθμούς του, για να κατανοήσει το νόημα της πριγκιπικής εμφάνισης του ανθρώπου. Ποια θέση καταλαμβάνουν στην εξέλιξη του κόσμου τα res gestae, οι «λαμπρές και προοδευτικές τύχες»;
Η ιστορία του ανθρώπινου γένους του εμφανίζεται πλέον ως κεφάλαιο της ιστορίας της γης, που πρέπει να επανενταχθεί στη γεωλογική του κοίτη, να «επανα-φυσικοποιηθεί», ώστε η ανθρωπότητα να φανεί γι’ αυτό που είναι: μια άνθηση του φλοιού της γης. Η αστρολογία ανοίγει αυτή την προοπτική — όχι τόσο λόγω της υποτιθέμενης επιρροής των άστρων στη ζωή μας, αλλά επειδή μας εξοικειώνει με τις ουράνιες περιστροφές και τους γήινους κύκλους, αποκαθιστώντας μια σύνδεση — που έχει αποκρυφθεί από τον τεχνικό πολιτισμό — με τον ρυθμό του μεγάλου πρωταρχικού ρολογιού.
Ο χρόνος και η ιστορία του ανθρώπου υπερβαίνουν, βεβαίως, τη φυσικότητα, ωστόσο ριζώνουν μέσα σε αυτήν. Και αν η εμφάνιση του ανθρώπινου γένους καθιστά μοναδική τη γη, απέναντι στις απέραντες κοσμικές αποστάσεις που μας καταπλήσσουν δεν είμαστε παρά μια σύντομη αναπνοή της φύσης. Αν είναι αλήθεια, όπως διδάσκει ο Vico, ότι η ιστορία είναι ένα factum, ένα προϊόν του ανθρώπινου γένους, η ίδια η ανθρωπότητα δεν είναι παρά ένα σμήνος που ζωογονεί την επιφάνεια του πλανήτη.
Κατά το έτος δημοσίευσης του έργου αυτού, ο Jünger εγκαινίασε ένα σχέδιο που φωτίζει την κερδοσκοπική του προσπάθεια να εξέλθει από τη δίνη του μηδενισμού. Μαζί με τον Mircea Eliade ίδρυσε και διηύθυνε έως το 1971 το περιοδικό «Antaios», το οποίο φιλοδοξούσε να προσφέρει μια «μυθογραφία των κοσμικών δυνάμεων». Το περιοδικό συγκέντρωσε μια εξαιρετική σειρά ερευνών για τον μύθο, τη θρησκεία, την τέχνη και τον πολιτισμό, υπό την αιγίδα του Ανταίου, του γίγαντα που γινόταν ανίκητος όταν πατούσε στη Μητέρα Γη και τον οποίο ο Ηρακλής κατόρθωσε να σκοτώσει μόνο σηκώνοντάς τον από το έδαφος.
Η Γη είναι λοιπόν η μήτρα που γεννά τον άνθρωπο, η τροφός που τον τρέφει και τον προστατεύει, το υπόβαθρο από το οποίο αντλεί δυνάμεις και ενέργειες. Αποτελεί ένα είδος «φυσικής υπερβατικότητας» που αντισταθμίζει την τεχνική, όταν αυτή μετατρέπεται σε παράγοντα μηδενισμού, δηλαδή όταν καταναλώνει και διαβρώνει τους συμβολικούς και φυσικούς πόρους του ανθρώπου, προκαλώντας φτωχοποίηση, μείωση και απώλεια.
Αυστηρά μιλώντας, από τη σκοπιά της τεχνικής και του Der Arbeiter δεν υπάρχει μηδενισμός: όποιος «βλέπει το Νέο και συμμετέχει σε αυτό» δεν κοιτάζει πίσω ούτε ανησυχεί για το αν το αποτέλεσμα είναι οικοδόμηση ή καταστροφή. Εδώ όμως η προοπτική έχει αλλάξει: οι μετασχηματισμοί και οι επιταχύνσεις που επιβάλλει η τεχνική στον άνθρωπο εμφανίζονται υπό το σημείο των επερχόμενων Τιτάνων, ως προάγγελοι μιας νέας σιδηράς εποχής δυσμενούς για το πνεύμα. Εδώ «ο Θεός αποσύρεται» (L. Bloy) και η εξαφάνιση της πίστης, η απώλεια του Παλαιού, δεν αφήνει πίσω της το μηδέν, αλλά «ένα κενό με τη δύναμη της αναρρόφησής του», μια ανησυχία και μια ανάγκη.
Κι όμως, ο Jünger αντιμετωπίζει με αισιοδοξία τη μετάβαση στη νέα εποχή, πεπεισμένος ότι το πνεύμα δεν θα υποκύψει. Συνδυάζει τη ιωακειμίτικη διδασκαλία των τριών ιστορικών Εποχών — του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος — με την αρχαία αστρολογική αντίληψη, βασισμένη στη μετάπτωση των ισημεριών, σύμφωνα με την οποία μετά την Εποχή του Κριού και εκείνη των Ιχθύων εισερχόμαστε στην Εποχή του Υδροχόου, που θα είναι «μια μεγάλη εποχή του Πνεύματος».
Γίνεται έτσι κατανοητό το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Jünger: ο αληθινός συνομιλητής της Γης δεν είναι ο νους με τα τιτανικά του σχέδια, αλλά το Πνεύμα ως κοσμική δύναμη. Και γίνεται κατανοητή η νέα τολμηρή του πρόθεση: να υπερβεί τον μηδενισμό ακολουθώντας αντίστροφα τα στάδια που ο Comte είχε αποδώσει στην εξέλιξη της ανθρώπινης γνώσης, από την επιστήμη στη μεταφυσική, έως την εκ νέου εύρεση της θρησκείας και του μύθου, με τις ισχυρές τους εικόνες.
Ο Heidegger, ο οποίος ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 είχε ασχοληθεί εντατικά με τις θέσεις του Jünger, αντλώντας από τα γραπτά του το ενδιαφέρον για την τεχνική ως κλειδί κατανόησης του σύγχρονου κόσμου, και ο οποίος στα πανεπιστημιακά του μαθήματα για τον Nietzsche είχε αντιμετωπίσει διεξοδικά το ζήτημα του μηδενισμού, αναγνωρίζει στον Jünger το προτέρημα ότι προσφέρει μια διεισδυτική θεώρηση του προβλήματος. Μέσω μιας πρωτότυπης αφομοίωσης της διδασκαλίας της βούλησης για δύναμη, ο Jünger ανέδειξε τα δύο ουσιώδη γνωρίσματα της σύγχρονης πραγματικότητας: τον καθολικό της χαρακτήρα ως εργασία και την εξάντληση κάθε αξίας και πόρου νοήματος, δηλαδή την τεχνική και τον μηδενισμό — και μάλιστα ως φαινόμενα όχι πλέον απλώς ευρωπαϊκά αλλά πλανητικά.
Η jüngerική οπτική εστιάζει έτσι σε δύο μοτίβα που είναι θεμελιώδη και για τον Heidegger. Κατά τον τελευταίο, ωστόσο, πρέπει να γίνει ένα περαιτέρω βήμα: να κατανοηθούν αυτά τα δύο γνωρίσματα σε αναφορά προς την ιστορία του Είναι, ως ουσιώδεις και ακραίες μορφές της ολοκλήρωσης της δυτικής μεταφυσικής. Η σύμπνοια του Heidegger με το σχήμα που χαράσσει ο Jünger αφορά επομένως μόνο τη φαινομενολογία του μηδενισμού, τις επιφανειακές του εκδηλώσεις. Όσον αφορά την αναμνηστική διάγνωση της νόσου, δηλαδή την αναζήτηση των ιστορικών της ριζών και των βαθύτερων αιτίων της, ακολουθεί διαφορετική οδό και ανοίγει μια διαμάχη με τον Jünger.
Είναι βεβαίως πεπεισμένος ότι τα γραπτά του Jünger δεν πρέπει να θεωρηθούν «ως αρχειακά τεκμήρια του μηδενιστικού κινήματος» (Jünger-Heidegger, 1989: 119). Ωστόσο, θεωρεί ότι η υποβλητική λογοτεχνική περιγραφή του μηδενισμού που προσφέρει ο Jünger δεν επιτρέπει μια βαθιά φιλοσοφική ανάλυση της νόσου. Και αυτό διότι, στο jüngerικό διάγραμμα, ούτε η νιτσεϊκή μεταφυσική της βούλησης για δύναμη ούτε η πραγμάτωσή της στην τεχνική — νοούμενη ως καθολική κινητοποίηση των πόρων υπό τη μορφή της εργασίας — κατανοούνται πραγματικά στο αυθεντικό τους θεμέλιο, δηλαδή σε σχέση με την ιστορία του Είναι.
Για να καταστεί αυτό δυνατό, πρέπει να διερευνηθεί η εποχική εκείνη άνοιξη που καθιστά δυνατή τη νιτσεϊκή οριοθέτηση του όντος ως βούλησης για δύναμη και, συνεπώς, την ανάπτυξη που της αποδίδει ο Jünger στις περιγραφές του Der Arbeiter (Ο εργάτης).
Συνεχίζεται