Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Αυγουστίνος - τό βάπτισμα τής αρχαίας σκέψης! (7)

 Συνέχεια από Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Αυγουστίνος-Η βαπτισμένη αρχαία σκέψη 7

Του John Rist


Cambridge University Press, 1996

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ


Βεβαιότητα, πίστη και κατανόηση


«Συγκατάθεση πρέπει να δίνεται στην αλήθεια· αλλά ποιος θα μας δείξει την αλήθεια;»
(Αυγουστίνος, Κατά των Σκεπτικιστών 3.5.13)

«Ο Θεός δεν αποφάσισε να σώσει τον λαό Του μέσω (Στωικής) λογικής.»
(Αμβρόσιος)


ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε την αντιμετώπιση του σκεπτικισμού από τον Αυγουστίνο για δύο λόγους: ιστορικά, μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε μια σημαντική και διαρκή πλευρά της πνευματικής του εξέλιξης· φιλοσοφικά, μας βοηθά να κατανοήσουμε τους ισχυρισμούς που θέλει να διατυπώσει σχετικά με τη σημασία της πίστης σε διάκριση από τη γνώση, καθώς και την προτεραιότητα της κατανόησης έναντι και των δύο.

Τα γραπτά του Αυγουστίνου για τον σκεπτικισμό, και γενικότερα για τη γνωσιολογία, βασίζονται κυρίως στους Ακαδημαϊκούς του Κικέρωνα. Τέτοιο υλικό δεν ήταν διαθέσιμο στα νεοπλατωνικά κείμενα με τα οποία είχε εξοικειωθεί. Η γνώση του για τον Μένωνα και τον Θεαίτητο του Πλάτωνα ήταν έμμεση, ενώ δεν γνώριζε τίποτε από τα Αναλυτικά του Αριστοτέλη ούτε από ελληνικά στωικά ή σκεπτικιστικά γνωσιολογικά κείμενα.

Αποκτούμε γνώση, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Η ανάλυση του Αυγουστίνου για τα δοθέντα σημεία δείχνει ότι θεωρούσε αυτή την επικοινωνία ελλιπή, αλλά όχι αδύνατη, στη μεταπτωτική μας κατάσταση. Οι ομιλητές είναι σε θέση να εκφράσουν τουλάχιστον ένα μέρος από αυτό που επιθυμούν να εκφράσουν, αν και οι ακροατές δεν είναι κατ’ ανάγκην σε θέση να τους κατανοήσουν.

Αν θέλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο, πρέπει να εξετάσουμε τις ικανότητες μάθησης του ακροατή — ή μάλλον όχι μόνο τις ικανότητές του ως ακροατή (ή αναγνώστη), αλλά γενικότερα τον τρόπο με τον οποίο, κατά τον Αυγουστίνο, αποκτά πεποιθήσεις, πληροφορίες και κατανόηση σε διάφορα πεδία.

Στην πραγματικότητα, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της καθολικής του ζωής, ο Αυγουστίνος υποστήριζε ότι, αυστηρά μιλώντας, κανείς εκτός από τον Θεό δεν είναι σε θέση να μας διδάξει οτιδήποτε. Υποστήριζε την εξάρτηση της μάθησής μας από τον Θεό — εν μέρει σε πλατωνική και εν μέρει σε θεολογική βάση — ακόμη πριν διατυπώσει τις πιο χαρακτηριστικές του ιδέες για την εξάρτηση του ανθρώπου από τον Θεό ως προς τη δυνατότητα της ηθικής συμπεριφοράς.

Το γεγονός αυτό είναι φιλοσοφικά σημαντικό καθαυτό. Παράλληλα, αποτελεί ένα συχνά μη αναγνωριζόμενο σημάδι της κατεύθυνσης προς την οποία θα αναπτυχθούν οι σκέψεις του Αυγουστίνου σχετικά με τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, σε πεδία πολύ πέρα από τη γνωσιολογία.
Στο προηγούμενο κεφάλαιο επισημάναμε τη σταθερή έμφαση του Αυγουστίνου στην ανεπάρκεια της γλώσσας και στην αποτυχία των χρηστών της να μεταδώσουν τις σκέψεις τους ή ακόμη και να τις διατυπώσουν. Τέλος, συναντήσαμε έναν ισχυρισμό που θυμίζει εκείνον του Πλάτωνα στον Κρατύλο: ότι, μολονότι οι λέξεις είναι σημεία «πραγμάτων», είναι κατανοητές μόνο εφόσον γνωρίζουμε τα ίδια τα πράγματα.

Περνώντας άμεσα στη γνωσιολογία, συναντούμε έναν ακόμη πιο ριζικό και ανησυχητικό ισχυρισμό: ότι, κατά μία έννοια, κανείς δεν μπορεί να διδάξει τίποτε σε κανέναν άλλον. Η απλή διατύπωση και αποδοχή λέξεων ή προτάσεων δεν αποτελεί ένδειξη μετάδοσης γνώσης ούτε ότι κάποιος διδάχθηκε «ως άνθρωπος»· διότι, λέει ο Αυγουστίνος, και οι παπαγάλοι μπορούν να κάνουν το ίδιο, ενώ εμείς δεν είμαστε παπαγάλοι ούτε οποιοδήποτε άλλο απλό ζώο.
Δεν έχει καμία αμφιβολία ούτε αυταπάτη για την πραγματικότητα και τη σημασία της διαφοράς μεταξύ ανθρώπων και ζώων:
«Αυτή δεν είναι η δύναμη με την οποία βρίσκω τον Θεό μου· διότι αν ήταν, τότε και το άλογο και ο ημίονος, τα άλογα όντα (Ψαλμ. 31:9), θα μπορούσαν να Τον βρουν» (Εξομολογήσεις 10.7.11).
Έτσι, ακόμη κι αν γνωρίζουμε, μπορεί να μην μπορούμε να το εκθέσουμε· ακόμη κι αν έχουμε έναν εσωτερικό λόγο, αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκην εκφράσιμος με κατανοητό τρόπο. Αλλά διαθέτουμε άραγε έστω αυτόν;
Σε αντίθεση με σχεδόν κάθε άλλον στοχαστή της ύστερης αρχαιότητας, ο Αυγουστίνος έλαβε σοβαρά υπόψη τον ριζικό σκεπτικισμό και, ωθούμενος από τις δικές του εμπειρίες, επιχείρησε να δώσει απαντήσεις σε αυτόν.

Όταν έφθασε στην Ιταλία απογοητευμένος από τους Μανιχαίους (Η χρησιμότητα της πίστης 8.20), κατέφυγε στη σοφία του παλαιού του δασκάλου Κικέρωνα και άρχισε να αναρωτιέται αν οι λεγόμενοι Ακαδημαϊκοί — οι Σκεπτικιστές της σχολής του Αρκεσίλαου (περ. 315–241 π.Χ.) και του Καρνεάδη (214–129 π.Χ.) — δεν ήταν οι πιο συνετοί ή οι λιγότερο πλανημένοι από τους φιλοσόφους· διότι αυτοί υποστήριζαν ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα και ότι καμία αλήθεια δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή (Εξομολογήσεις 5.10.19).

Στις Αναθεωρήσεις (1.1.1) Ο Αυγουστίνος λέει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί αναστάτωσαν πολλούς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου· τα διαθέσιμα στοιχεία για την περίοδο στο σύνολό της υποδηλώνουν ότι, εν πάση περιπτώσει, αναστάτωσαν τον Αυγουστίνο και τους φίλους του. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, λίγο πριν από το βάπτισμά του θέλησε να παρουσιάσει δημοσίως τα επιχειρήματά του κατά του σκεπτικισμού, και το πρώτο αποτέλεσμα ήταν το έργο Κατά των Σκεπτικιστών, ένα έργο σχετικά περιορισμένης εμβέλειας, με το οποίο — εντός των ορίων του — ο Αυγουστίνος παρέμεινε λίγο-πολύ ικανοποιημένος σε όλη του τη ζωή. Το επικαλείται ακόμη με επιδοκιμασία στο έργο Περί Τριάδος (15.12.21), κείμενο που ολοκλήρωσε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα.

Αυτό ίσως φαίνεται παράδοξο· ας μη λησμονούμε όμως ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του αρχαίου σκεπτικισμού: ήταν συνήθως «καθολικός», αμφισβητώντας κάθε αξίωση γνώσης. Ένας σύγχρονος σκεπτικιστής, που θα υποστήριζε ότι οι αντικειμενικές αλήθειες στην ηθική είναι «παράξενες» επειδή εκφράζονται με προτάσεις διαφορετικής λογικής δομής από εκείνες της φυσικής — όπου πράγματι υπάρχουν αντικειμενικές αλήθειες — θα φαινόταν στους αρχαίους Σκεπτικούς αποκλίνων και μεθοδολογικά εσφαλμένος.
Η πιο ακραία αρχαία θέση δεν είναι μόνο δυσκολότερο να δικαιολογηθεί από την πιο περιορισμένη εκδοχή (και οι περισσότεροι σύγχρονοι με σκεπτικιστικές τάσεις την έχουν απορρίψει), αλλά και δελεάζει τους αντιπάλους της σε ένα επικίνδυνο είδος φιλοσοφικής αυτοπεποίθησης. Διότι είναι εύκολο να υποθέσει κανείς — και ο ίδιος ο Αυγουστίνος τείνει να το υποθέτει — ότι, αν κατορθώσει να θεμελιώσει κάποια βέβαιη γνώση, λ.χ. στον χώρο της λογικής, τότε έχει επίσης αποδείξει τουλάχιστον τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης και σε άλλους τομείς: στη φιλοσοφική θεολογία, στην ηθική ή στις θεωρίες περί νου και προσώπου.
Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι ο ώριμος Αυγουστίνος θα ήταν ο τελευταίος στοχαστής που θα υπέθετε ότι μπορούμε, στην μεταπτωτική μας κατάσταση, να επιτύχουμε ό,τι είναι θεωρητικά δυνατό να επιτύχουμε. Θα εξετάσουμε περαιτέρω αυτό που ήδη σημειώσαμε: ότι το ενδιαφέρον του Αυγουστίνου για τη «βεβαιότητα» (ως προς την αλήθεια των προτάσεων) υπετάγη τελικά σε μια (πλατωνική) εκ νέου έμφαση στη μεγαλύτερη σημασία της «κατανόησης». Επιπλέον, καθώς αυτή η μετατόπιση προοπτικής συντελείται, περιορίζει συγχρόνως και την πρακτική σημασία της διάκρισης μεταξύ γνώσης και πίστης.

Οι περισσότερες γενικές μελέτες για τον Αυγουστίνο περιλαμβάνουν ένα κεφάλαιο για την ανασκευή του «επίσημου» σκεπτικισμού και καταλήγουν σε ποικίλα συμπεράσματα σχετικά με την ισχύ των διαφορετικών επιχειρημάτων που επιστρατεύει. Ορισμένες είναι προσεκτικές ώστε να τοποθετούν τα επιχειρήματα στο συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο τα είχε αρχικά εντάξει ο Κικέρων: τη διαμάχη μεταξύ Στωικών και Σκεπτικών ως προς το αν αντικείμενα ή γεγονότα μπορούν να γίνουν γνωστά μέσω προτασιακών σημείων κατά τρόπο ώστε το σημείο να παρέχει σαφή απόδειξη εκείνου στο οποίο αναφέρεται.
Τέτοιες μελέτες αφιερώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα πρώιμα έργα του Αυγουστίνου, όπου εξετάζεται ο ειδικά «Ακαδημαϊκός» σκεπτικισμός, και συνήθως συνοδεύονται από ένα εκτενές ή συντομότερο παράρτημα για το διαρκές ενδιαφέρον του Αυγουστίνου σε μια πιθανή οδό προς περιορισμένη βεβαιότητα: το περίφημο επιχείρημα που εκφράζεται καλύτερα με την πρόταση «Εάν σφάλλω, υπάρχω» (Si fallor, sum).
Γι’ αυτό συνήθως γίνεται και παρεμπίπτουσα αναφορά στις συνέπειες τέτοιων παρατηρήσεων ακόμη και στον «ύστερο» Αυγουστίνο, όπως όταν δηλώνει ότι «δεν φοβάται καθόλου τα επιχειρήματα των Ακαδημαϊκών» (Περί Πολιτείας του Θεού 11.26)· ή ότι «όσο για το γνώρισμα που παρουσίασε ο Βάρρων ως διακριτικό της Νέας Ακαδημίας, δηλαδή την άποψη ότι τα πάντα είναι αβέβαια, η Πολιτεία του Θεού καταδικάζει ευθέως μια τέτοια αμφιβολία ως μορφή παραφροσύνης», διότι, όσο μικρή και ατελής κι αν είναι η ανθρώπινη γνώση, αναμφίβολα υπάρχει (Περί Πολιτείας του Θεού 19.18).


Τέτοιες παρατηρήσεις, όπως ορθά υποτίθεται, υποδηλώνουν τη συνεχιζόμενη εμπιστοσύνη του Αυγουστίνου στο επιχείρημα υπέρ της βεβαιότητας της ίδιας του της ύπαρξης ως της πιο εντυπωσιακής τυπικής μαρτυρίας κατά του σκεπτικισμού. Τονίζουν επίσης εκ νέου ότι, αν και η ανασκευή των Σκεπτικών υπήρξε πρωταρχικό μέλημα του Αυγουστίνου μόνο στην περίοδο αμέσως πριν ή λίγο μετά τη μεταστροφή του, οι μεταγενέστερες σκέψεις του για τη δυνατότητα της γνώσης — όπως εμφανίζονται κατά διαστήματα — δεν αποτελούν τόσο απόρριψη όσων προηγήθηκαν, όσο αναχάραξη του γνωσιολογικού χάρτη. Τα όρια της γνώσης καθορίζονται διαφορετικά και νέα προβλήματα έρχονται στο προσκήνιο της σκέψης του, αλλά τα προηγούμενα επιχειρήματα κατά του σκεπτικισμού, στο μέτρο που ισχύουν, δεν εγκαταλείπονται.
Οι Ακαδημαϊκοί Σκεπτικοί ισχυρίζονταν ότι είναι οι γνήσιοι μαθητές του Σωκράτη, δηλαδή εκείνης της παράδοσης (που εκπροσωπείται ιδιαίτερα σε ορισμένους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους), σύμφωνα με την οποία ο σοφός είναι εκείνος που γνωρίζει μόνο ότι δεν γνωρίζει τίποτε.
Υπάρχει μια σημαντική έννοια κατά την οποία ακόμη και ο Πλάτων (και συνεπώς κάθε γνήσιος πλατωνικός) είναι Σκεπτικός· έχει δεχθεί — όπως θεωρεί ο Αριστοτέλης, από τον Ηρακλείτειο Κρατύλο — ότι τα αισθητά πράγματα βρίσκονται διαρκώς σε ροή και ότι υπάρχει μια έννοια κατά την οποία δεν υπάρχει «κατανόηση» αυτών.

Δεν είναι εδώ ο τόπος να εξετάσουμε λεπτομερώς τις απόψεις του Πλάτωνα, αλλά ο γενικός τους χαρακτήρας είναι σημαντικός, διότι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντανακλάται στον Αυγουστίνο: όχι μόνο επειδή (αν και, όπως σημειώσαμε, δεν είχε διαβάσει τον Μένωνα και τον Θεαίτητο) γνώριζε τις πλατωνικές συζητήσεις περί γνώσης μέσω του Κικέρωνα και του Βάρρωνα, αλλά και επειδή, τουλάχιστον εν μέρει, «ανασυνέθεσε» ορισμένες από τις ιδέες εκείνων των διαλόγων από άλλα τμήματα της πλατωνικής παράδοσης που είχαν φθάσει σε αυτόν. Παρόμοιες φιλοσοφικές ανησυχίες με εκείνες του Πλάτωνα φαίνεται ότι τον οδήγησαν, τουλάχιστον ως ένα σημείο, σε παρόμοια φιλοσοφικά συμπεράσματα.
Διότι η πιο θεμελιώδης αρχή της πλατωνικής γνωσιολογίας δεν είναι η διάκριση μεταξύ «νοητών» και «αισθητών» (όσο σημαντική κι αν είναι), αλλά η διάκριση μεταξύ άμεσης εμπειρίας, που παρέχει «γνώση» (ἐπιστήμη), και έμμεσης (ή δευτερογενούς) εμπειρίας, που παρέχει διάφορα είδη περισσότερο ή λιγότερο δικαιολογημένης «πίστης» (δόξα).

Στον Μένωνα (97A–C), ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι, αν ταξιδεύουμε από την Αθήνα στη Λάρισα, «γνωρίζουμε» τον δρόμο· ενώ, αν μάθουμε πώς να φθάσουμε εκεί από κάποιον άλλον, έχουμε αληθή (ή ψευδή) γνώμη. Ομοίως, στον Θεαίτητο (201B–C), ο αυτόπτης μάρτυρας ενός εγκλήματος έχει γνώση αυτού του εγκλήματος, ενώ οι δικαστές, στους οποίους μεταδίδει τη γνώση του, έχουν μόνο γνώμη.

Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τη «γνώση» των αισθητών. Δεν είναι γνώση με την αυστηρότερη έννοια, διότι αυτή απαιτεί τόσο άμεση εμπειρία όσο και γνώση των νοητών αντικειμένων· αλλά συχνά είναι άξια να ονομάζεται «γνώση».
Όσον αφορά τα νοητά, είναι το πιο γνωστό στοιχείο της πλατωνικής θεωρίας του Αγαθού (και γενικότερα των Ιδεών) ότι εκείνος που το έχει «δει» «γνωρίζει τι εννοώ» (πρβλ. Πλωτίνος, Εννεάδες 1.6.7 κ.ε.). Όποιος δεν το έχει δει μπορεί μόνο να μιλά γι’ αυτό.

Σε ένα χαρακτηριστικό — έστω και επινοημένο — ανέκδοτο, ο Κυνικός Διογένης λέει στον Πλάτωνα ότι μπορεί να δει άλογα, αλλά όχι την «ιππότητα» (την ουσία του αλόγου)· και ο Πλάτων του απαντά ότι αυτό συμβαίνει επειδή ο Διογένης έχει μάτια αλλά όχι νου. Διότι ο Διογένης (είτε είχε είτε όχι νου) δεν είχε ποτέ συναντήσει τις Ιδέες· είχε μόνο ακούσει τον Πλάτωνα να μιλά γι’ αυτές. Δεν «κατανοεί» τι είναι.

Αλλά ας αφήσουμε προς το παρόν την «κατανόηση».


Σημειώσεις:

1 Για τον αρχαίο και τον σύγχρονο σκεπτικισμό, βλ. M. Burnyeat, «The Sceptic in his Place and Time», στο Norms of Nature, επιμ. M. Schofield και G. Striker (Cambridge και Παρίσι 1986), σ. 3–29· καθώς και J. Annas, «Doing without Objective Values: Ancient and Modern Strategies», στο ίδιο έργο.

2 Ο Αυγουστίνος, ως καλός ρήτορας, δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία για ένα επιχείρημα ad hominem στο πλαίσιο αυτό: στο Περί Πολιτείας του Θεού (4.30) αντιτείνει ότι ο Κικέρων, ως Ακαδημαϊκός φιλόσοφος (δηλαδή Σκεπτικός), αναμένει από εμάς να τον λάβουμε σοβαρά ως αυθεντία στο ζήτημα της μαντικής (augurium), την οποία στην πραγματικότητα ο ίδιος αντιμετωπίζει ως αστείο.

3 Πρβλ. επίσης: Soliloquia 3.1A· Διογένης Λαέρτιος 3.3.7· De vera religione 39–73 (σχετικά με την κατανόηση της αμφιβολίας)· Περί Τριάδος 10.10.14.

Συνεχίζεται

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (180)

 Συνέχεια από: Σάββατο,28 Μαρτίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ 
ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος


Ο «Τίμαιος» θα παραμείνη μάλλον για πάντα το πιο ασύγκριτο, το πιο απαράμιλλο έργο τού Πλάτωνα, καθώς το θεωρούσε για το πιο μεγάλο χρονικό διάστημα ως το βασικό του έργο. Τέτοιο «μείγμα» ιεροπρεπούς αξίας και παράδοξου αστείου, της πιο μεγάλης αφαίρεσης και της ευρύτατης εμπειρίας, μαθηματικών και φαντασιώδους ούτε είχε προϋπάρξει ούτε εμφανίστηκε ποτέ ξανά από τότε. Αν ρωτήση όμως κανείς, σε τί άραγες χρησιμεύει σήμερα, που η επιστημονική εμπειρία είναι τόσο πιο εκτεταμένη και η επιστημονική υπόθεση τόσο πιο αυστηρή, ο επιστημονικός μύθος, θα μπορούσε ίσως κανείς να αναλογιστή τα λόγια με τα οποία κατέκλειε ο Boeckh το έτος 1807 το κείμενό του για την παγκόσμια ψυχή στον «Τίμαιο»: «Κανένας θνητός δεν παρατήρησε ποτέ την παρθένο Άρτεμι, και όχι μόνον έναν Ακταίωνα αλλά πολλούς μεταμόρφωσε εκείνη σε ελάφια εφ’ όσον ωστόσο η γυμνή φύση δεν ερυθριά να φανερωθή στα θνητά μάτια, γιατί να μη θέλης κι εσύ να δης με χαρά και απόλαυση, απεικονισμένη στο πνεύμα θεϊκών ανδρών, την εικόνα της;». Πρέπει να γνωρίζη όμως κανείς σήμερα, πως μια τέτοια «ποιητική» άποψη των πραγμάτων δεν επαρκεί. Καμμιά αληθινή φυσική επιστήμη δεν μπορεί να υπάρξη, χωρίς να γνωρίζη την ίδια της την ιστορία. Και δεν υπάρχει σ’ αυτήν την ιστορία σχεδόν κανένα γραπτό έργο, που να έχη επιδράσει τόσο βαθειά και πλατειά όπως ο «Τίμαιος». Το να γράψη δε κανείς την ιστορία αυτής τής επίδρασης θα αποτελούσε μια μεγάλη εργασία, στην οποία θα έπρεπε να συνενωθούν η ιστορική με τη φυσικο-επιστημονική και ιατρική έρευνα. Στην ίδια μάλιστα εποχή, όπου κατέγραφε ο Boeckh εκείνα τα λόγια, λαμβανόταν πολύ σοβαρά ο «Τίμαιος» στον κύκλο περί τον Schelling: O αυλικός ιατρός Windischmann στο Mainz τον μετέφρασε ως «τη γνήσια ιστορική πηγή τής αληθινής φυσικής» (1804), και λίγα χρόνια μετά (1826) συνέτασσε ο καθηγητής τής ιατρικής στο Breslau Lichtenstaedt ένα βιβλίο για τις «Διδασκαλίες τού Πλάτωνα στο πεδίο τής φυσικής έρευνας και της θεραπευτικής επιστήμης». Ο Goethe διάβασε και τα δύο βιβλία, και μιλά στην «Ιστορία» του «της διδασκαλίας τών χρωμάτων» για τον Πλάτωνα με λόγια, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κι εδώ επανειλημμένα σε όσα θα ακολουθήσουν: «Ακόμα πιο καλοδεχούμενος είναι για μας, κεκαθαρμένος και ανυψωμένος, κάθε προηγούμενος τρόπος σκέψης (νοοτροπία) στον Πλάτωνα». Ο 19ος αιώνας δεν υπήρξε κατά τα άλλα «ακριβώς κατάλληλος» για τον «Τίμαιο». Θα μπορούσε να αναρωτηθή βέβαια εδώ κανείς, αν η φυσική τού 20ου αιώνα είναι «υποχρεωμένη», υπερβαίνοντας την εκ νέου θεμελιωμένη με τον Gassendi ατομιστική του 17ου αιώνα, απέναντι στον «Τίμαιο». Το ότι υπάρχουν εκπληκτικές αναλογίες, αυτό το έχουμε ήδη δείξει (στον 1ο τόμο, κεφάλαιο 15): η μαθηματική μορφή τών ατόμων˙ η δυνατότητά τους να αποσυντεθούν˙ το ότι κάθε μαθηματική ατομική μορφή ανήκει σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο˙ η αρχή τής στοιχειώδους μη καθαρότητας (αρχή τής απροσδιοριστίας;).

Το ότι ο Πλάτων είχε σκοπό να γράψη μια τριλογία – «Τίμαιος», «Κριτίας», «Ερμοκράτης» - και όχι μια τετραλογία, στην οποία και θα προηγείτο μια διασκευασμένη «Πολιτεία», αυτό μένει κατ’ αρχάς να αποδειχθή. Γιατί θα μπορούσαν πράγματι να μας παρασύρουν οι πρώτες σελίδες τού «Τίμαιου» σε μια τέτοια λανθασμένη αντίληψη. Τί σημαίνει άραγες η παράξενη σύνοψη του διαλόγου για την Πολιτεία, που είχε γίνει μόλις χθες: ο περιορισμός σχεδόν μόνο στα «φυσικά» θεμέλια αυτής τής Πολιτείας (κατά φύσιν 17 C 10, φύσιν 18 Α 4), ο περιορισμός τής διδασκαλίας στα προπαρασκευαστικά αντικείμενα, τη γυμναστική και τη μουσική, η συγκριτικά εκτενής παραμονή στην κοινότητα της περιουσίας και των γυναικών, και η διακοπή εκεί όπου θα έπρεπε να ξεκινήση η φιλοσοφική διαπαιδαγώγηση, ο πραγματικός πυρήνας άρα τής «Πολιτείας» μας; Το ότι ο Πλάτων ανακεφαλαιώνει εδώ την αρχική σύλληψη της «Πολιτείας» μας, για να την ξαναποκτήση από εδώ ακριβώς στο περίγραμμά της, αυτό δεν το υποστηρίζει βέβαια σχεδόν κανείς πια. Κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι αντιλαμβανόμαστε κάτι το οτιδήποτε από την πλατωνική πολιτειακή ουτοπία, αυτό δεν μπορεί να είναι παρά το ότι κατ’ αρχάς, η «διδασκαλία τών Ιδεών» ως ψυχή δεν προστίθεται αργότερα σε μια περισσότερο ή λιγότερο πρακτική, περισσότερο ή λιγότερο φανταστική κατασκευή ενός πολιτειακού μηχανισμού αλλά ότι το σώμα αυτής τής Πολιτείας αναπτύσσεται γύρω απ’ το είδος, ως ψυχή. Και πρόκειται για ένα ακόμη λάθος, αν πάρη κανείς φαινομενικά με ακρίβεια κατά λέξιν τον Σωκράτη και θεωρήση , ότι ο Πλάτων έχει θελήσει να παρουσιάση εδώ την εκ νέου επεξεργασμένη «Πολιτεία», ως πρώτο μέρος μιας σχεδιασμένης τετραλογίας. Το ότι είχε σχεδιάσει δε ποτέ αυτή την αδιανόητη εργασία, αυτό καθίσταται οριστικά απίστευτο, αν φανταστή κανείς αυτή τη δεύτερη Πολιτεία, που θα είχε διαφυλάξει τον μηχανισμό τής πρώτης χωρίς την ψυχή! Έτσι όπως τίθενται ωστόσο όλα τώρα, είναι και όλα κατανοητά. O Πλάτων «επινοεί» στο ξεκίνημα της τριλογίας του, ότι είχε διεξαχθή ένας διάλογος για την Πολιτεία. Δεν πρόκειται όμως για εκείνον που είχε διεξάγει ο Σωκράτης με τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντο (στις 19 του μηνός Θ...) στο σπίτι τού Κέφαλου, ούτε όμως και μιαν εξιστόρηση, την επόμενη μέρα (στις 20 άρα), σε κάποιους άγνωστους ακροατές, του χθεσινού διαλόγου. Τόσο η διαφορετική έκταση όσων είχε πη κανονικά ο Σωκράτης για την Πολιτεία, όσο και η εντελώς διαφορετική μέρα (η ημέρα πριν τα Παναθήναια, άρα περίπου η 27η του μηνός Ε...) κατά την οποία τα είπε, καθιστούν προφανές, ότι ο Πλάτων επινοεί εδώ μιαν άλλη, συντομώτερη αναφορά για τον προηγηθέντα διάλογο, ή ότι επινοεί έναν εντελώς άλλον – το πιθανότερο – συντομώτερο διάλογο, που διεξήχθη με άλλους συμμετέχοντες για την Πολιτεία. Μετά δε τη σύντομη αυτήν αναφορά δημιουργείται η εντύπωση ότι ο λόγος δεν αφορούσε παρά στην εξωτερική δομή τής Πολιτείας. Ως προς το γιατί δεν αναφέρεται τίποτα για τους φιλοσόφους-κυβερνήτες, την υψηλώτερη διαπαιδαγώγηση και την Ιδέα τού Αγαθού, αυτό θα το καταλαβαίναμε πλήρως μόνον αν ο Πλάτων είχε ολοκληρώσει την τριλογία, και όχι μόνο το πρώτο της μέρος και την αρχή τού δευτέρου. Ακόμα κι αυτό που έχουμε όμως στα χέρια μας φαίνεται να μας οδηγή στο ότι πουθενά σ’ αυτήν την τριλογία δεν επρόκειτο να υποδειχθή η οδός τής γνώσης προς το ύψιστο είδος, αλλά ότι αυτό το είδος παρίσταται μόνο στη μορφή τού μύθου. Γι’ αυτό, θα μπορούσε κανείς να πιστέψη, ότι και η οδός τής γνώσης τής Πολιτείας έπρεπε να μείνη εδώ άγνωστη και «σκοτεινή»...

«’Ένας, δύο, τρεις... όμως ο τέταρτος, που ήταν χθες ανάμεσα στους ακροατές, δεν είναι πια εδώ σήμερα... αδιαθέτησε.» Τί σημαίνει μια τέτοια αρχή; Νομίζει κανείς, πως ο Πλάτων κράτησε μ’ αυτό ανοιχτό τον δρόμο, να επεκτείνη τη σχεδιασμένη τριλογία σε μια τετραλογία. Δεν θά ’πρεπε όμως να διαφαίνεται ευθύς εξαρχής, εντελώς σαφώς η τριλογία, στην οποία και είναι ομιλητές ο Τίμαιος, ο Κριτίας και ο Ερμοκράτης; Έναν διάλογο «Ερμοκράτης» θά ’πρεπε να τον περιμένη κανείς μετά τον «Κριτία», τίποτα όμως περισσότερο πέρα απ’ αυτό. Σ’ αυτό χρησιμεύει κι αυτός ο δίχως όνομα «Τέταρτος». Χρειάζεται ήδη δύναμη για να αναδεχθή κανείς την αναφορά για τη σωκρατική κατασκευή τής Πολιτείας, και κατόπιν την ίδια την τριλογία – και πολύ περισσότερη ασφαλώς δύναμη, για να την γράψης! – κι αυτό μπορεί να καταστήση σαφή την «ασθένεια», η οποία και κρατά τώρα μακριά απ’ τη συζήτηση τον Τέταρτο...

Όπως ο Κικέρων ξεκινά, ακολουθώντας σαφώς τον Πλάτωνα, το έργο του “De re publica” («Περί Πολιτείας»), με μια συζήτηση για ένα αστρονομικό θέμα και το κατακλείει με την κοσμική εικόνα τού ονείρου του Σκιπίωνα, έτσι – μόνο πρωτογενέστερα – χρησιμεύει κι εδώ η αναδρομή στην πολιτειακή ουτοπία πριν απ’ την κατασκευή τού σύμπαντος στο να συνδεθούν αναμεταξύ τους η Πόλη και ο Κόσμος. Γιατί όμως πρόσθεσε ο Πλάτων στον εισαγωγικό διάλογο του «Τίμαιου» ακόμα και την προϊστορία τού μύθου τού «Κριτία», τον μακρύ δηλ. δρόμο της παράδοσης από τον Σόλωνα πίσω στους Αιγύπτιους ιερείς, και τα γεωγραφικο-γεωφυσικά κατόπιν θεμέλια αυτού τού μύθου και μια σύντομη ματιά στον πόλεμο μεταξύ Ατλαντίδος και προϊστορικής Αθήνας και τις αναστατώσεις τελικά τής Γης, που διαχωρίζουν εκείνη την προϊστορική εποχή απ’ την τωρινή χρονική περίοδο; Όλο αυτό φαίνεται με μια πρώτη ματιά παράξενο, και το «παράξενο» θα γινόταν «ακατανόητο», αν υποθέταμε ότι ο Πλάτων τα τοποθέτησε αυτά στην τωρινή τους θέση μόνον όταν βεβαιώθηκε, ότι δεν θα ολοκλήρωνε ποτέ τον διάλογο «Κριτίας». Μια τέτοια μάλιστα διεξοδική «προετοιμασία» θα είχε μόνον τότε κάποιο νόημα, αν αυτό το οποίο και προετοίμαζε, πράγματι ακολουθούσε. Κι αν δούμε με μεγαλύτερην ακρίβεια, ότι αυτή η προετοιμασία είναι σκόπιμα διαμοιρασμένη, ότι η προϊστορική Ατλαντίδα περιγράφεται στην αρχή τού «Τίμαιου», η δε προϊστορική Αθήνα στην αρχή τού «Κριτία», τότε γίνεται σαφής και η πρόθεση, να συναρμοσθούν οι δύο διάλογοι. Αλλά δεν θα επαρκούσε και πάλι το να τα εκτιμήσουμε όλα αυτά ως ένα απλό και μόνο τέχνασμα ενός έμπειρου αρχιτέκτονα. Είναι πολύ πιο πιθανό το ότι ο διπλός μύθος αναπτύσσεται από την κοινή ρίζα τής πολιτειακής ουτοπίας: απ’ τη μια πλευρά το κοσμικό οικοδόμημα ως μια «μεγαλύτερη Πολιτεία» (Πρόκλος)˙ ως η αναπτυγμένη μέσα στο σύμπαν «Ιδέα τού Αγαθού ως το υψηλό παιδαγωγικό αντικείμενο, που μας ανυψώνει σε κείνη την Ιδέα˙ ως εικόνα, που φανερώνει ήδη στον τελικό μύθο τής «Πολιτείας» τον χώρο για την επέκεινα μοίρα τής ψυχής, - και η προϊστορική, απ’ την άλλη πλευρά, Αθήνα ως η διαμόρφωση μέσα στον χρόνο και o συμβολισμός εκείνου, το οποίο και είχε οδηγήσει ως παιδαγωγική (δια)μόρφωση στο καθαρό Είναι τής «Πολιτείας».

Γιατί έπρεπε να είναι μυθική η δημιουργία τού κόσμου στον «Τίμαιο», ποιες προηγούμενες μορφές για μια τέτοια μυθική κοσμογονία υπήρξαν στον Πλάτωνα και αλλού, το ποια θέση καταλαμβάνει αυτή η δημιουργία μέσα στη συνολική πλατωνική μυθολογία, για όλα αυτά έχουμε ήδη μιλήσει στο κεφάλαιο «Μύθος». Το να ιχνογραφήσουμε ωστόσο με συνεπείς και εμπεριστατωμένες ερμηνείες το οικοδόμημα του σύμπαντος, όπως αυτό παρουσιάζεται στον «Τίμαιο», αυτό θα απαιτούσε ένα βιβλίο καθεαυτό. Κάποια ωστόσο βασικά τουλάχιστον χαρακτηριστικά αυτού τού έργου πρέπει να παρουσιαστούν εδώ με σαφήνεια.

( συνεχίζεται )

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (23)

Συνέχεια από: Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ E΄

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τὸ «οὐδὲν οἶδα» τοῦ Σωκράτους καὶ ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξέταση, ἡ ὁποία ἀφορᾶ σ' ἕνα εὐρύ φάσμα διανοουμένων τῆς ἐποχῆς

Τὸ προαναφερθέν πλατωνικό κείμενο τῆς ᾿Απολογίας συνεχίζει ἐπισημαίνοντας τὴν ἀμηχανία ποὺ αἰσθάνθηκε ὁ Σωκράτης, ὅταν, δεδομένου ότι θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του μή-γνωρίζοντα, ἔλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιχειρήσει τη συστηματικὴ ἐξέταση ὅσων ἐθεωροῦντο «σοφοί», ἔτσι ὥστε νὰ βρεθεῖ ἕνας ἀληθινός σοφός, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ καταρρίψει τὸ σχετικό χρησμό τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν λέγοντας στὸν θεό: «Τοῦτος ἐδῶ εἶναι πιὸ σοφὸς ἀπὸ ἐμένα. Ἐσύ, όμως, υποστήριξες πώς εἶμαι ἐγώ».

Ο Σωκράτης ξεκινὰ μὲ τὴν ἐξέταση ἑνὸς πολύ φημισμένου πολιτικοῦ ἄνδρα, γιὰ νὰ ἀνακαλύψει ὅτι αὐτὸς ἐθεωρεῖτο σοφός καί, κυρίως, ὅτι ὁ ἴδιος θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ὡς τέτοιο. Στὴν πραγματικότητα, όμως, ὁ ἐν λόγω πολιτικὸς δὲν ἦταν καθόλου σοφός, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὁδήγησε τὸν Σωκράτη στὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα:
Μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ὅμως μὲ ἀντιπάθησε καὶ αὐτὸς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παρόντες. Ἐγὼ λοιπὸν καθὼς ἔφευγα σκεφτόμουν ὅτι: «᾿Απ' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ἐγὼ εἶμαι σοφότερος. Γιατί, ὅπως φαίνεται, κανένας ἀπὸ τοὺς δύο μας δὲν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. ᾿Αλλὰ αὐτὸς νομίζει ὅτι γνωρίζει ἐνῶ δὲν γνωρίζει. Ἐγὼ ὅμως, δὲν γνωρίζω βέβαια τίποτα, ἀλλὰ οὔτε καὶ νομίζω ὅτι γνωρίζω. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ ἐκεῖνον, γι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, εἶμαι λίγο σοφότερος, γιατὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν γνωρίζω δὲν νομίζω ὅτι τὰ γνωρίζω»13.

᾿Ακολούθως, ὁ Σωκράτης προέβη στὴν ἐξέταση τῶν ποιητών (τραγωδῶν, συνθετῶν διθυράμβων κ.ά.), ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς καλλίτερους.

Το αποτέλεσμα που προέκυψε εἶναι ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο στὸ ὁποῖο τὸν ὁδήγησε καὶ ἡ ἐξέταση τῶν πολιτικών. Οἱ ποιητές ἔδειχναν νὰ ἀγνοοὖν ἀκόμη καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν στενά συνυφασμένα μὲ ὅσα εἶχαν πραγματευθεί. Πολλοί ἀπὸ τοὺς ἀκροατές, μάλιστα, ὁμιλοῦσαν καλλίτερα ἀπὸ τοὺς ποιητές γιὰ θέματα βάσει τῶν ὁποίων ἐκεῖνοι εἶχαν συνθέσει τὰ ποιήματά τους. Ὁ Σωκράτης, λοιπόν, ὁδηγήθηκε ἐν προκειμένῳ στὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα:
Δὲν ἄργησα νὰ ἀντιληφθῶ ὅτι καὶ γιὰ τοὺς ποιητές ἰσχύει αὐτὸ ἐδῶ, ὅτι δηλαδὴ δὲν δημιουργοῦν μὲ τὴ σοφία, ἀλλὰ μὲ κάποιο φυσικό χάρισμα, μὲ κάποια ἔμπνευση ἀνάλογη μ' ἐκείνη τῶν μάντεων καὶ τῶν χρησμωδών. Γιατί πράγματι αὐτοὶ λένε πολλὰ καὶ καλά, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν τίποτα γι' αὐτὰ ποὺ λένε. Αὐτὸ μοῦ φαίνεται ὅτι ἔχουν πάθει καὶ οἱ ποιητές. Καὶ ταυτόχρονα κατάλαβα ὅτι ἐξαιτίας τοῦ ποιητικού τους ταλέντου νομίζουν ὅτι καὶ στὰ ἄλλα εἶναι οἱ πιὸ σοφοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ δὲν εἶναι
14.

Η τρίτη ὁμάδα που τέθηκε ὑπὸ ἐξέταση ἦταν ἐκείνη τῶν χειροτεχνῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ἔμπειροι στὸν τομέα τῆς τέχνης τους. Καὶ πράγματι ἀπεδείχθησαν σπουδαῖοι στις συγκεκριμένες τέχνες. Το ἀδύνατο σημεῖο τους, όμως, τὸ ὁποῖο καὶ ἀνεφάνη ἀμέσως, ἦταν παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῶν ποιητῶν: Θεωροῦσαν καὶ αὐτοὶ ὅτι κατείχαν τη γνώση σπουδαίων πραγμάτων, μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις (ἄρα καὶ περιορισμένες), σχετικῶς μὲ τὴν τέχνη τους. Τοῦτο, ὅμως, ὑπονόμευε τὴν ἴδια τὴ γνώση γιὰ τὸ ἀντικείμενό τους.

Ἀπὸ τὴ μελέτη, λοιπόν, συνάγεται ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται σοφώτεροι κατ' οὐσίαν εὑρίσκονται μακρὰν τῆς γνώσης, ἐνῶ ὅσοι φαίνονται μικρότερης αξίας πλησιάζουν περισσότερο στη γνώση.

Ἰδοὺ τὰ συμπεράσματα τοῦ Σωκράτους, τὰ ὁποῖα συνοψίζουν μὲ παραδειγματικό τρόπο ἕνα σημεῖο-κλειδί τοῦ μηνύματός του:
᾿Απὸ αὐτὴν τὴ συνήθεια, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, γεννήθηκαν πολλές ἔχθρες ἐναντίον μου καὶ μάλιστα τόσο δυσάρεστες καὶ βαριές, ὥστε νὰ γεννηθοῦν ἀπ᾿ αὐτὲς πολλές συκοφαντίες καὶ νὰ μοῦ ἔγεῖ τὸ ὄνομα ὅτι εἶμαι σοφός. Γιατί κάθε φορὰ ποὺ ἀποδεικνύω τὴν ἄγνοια κάποιου, νομίζουν οἱ παρόντες ὅτι εἶμαι σοφὸς σ' αὐτὰ ποὺ ἐκεῖνος δὲν γνωρίζει. Ὅπως φαίνεται ὅμως, ἄνδρες, ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφὸς καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸ χρησμό αὐτὸ λέει, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμία. Καὶ πιθανὸν νὰ ὑποδεικνύει τὸν Σωκράτη, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά μου φέρνοντάς με για παράδειγμα, σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ «Ἐκεῖνος ἀπὸ σᾶς εἶναι, ἄνθρωποι, ὁ σοφότερος που, σὰν τὸν Σωκράτη, γνωρίζει ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διόλου σοφός», Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν ἐγὼ ἀκόμα καὶ τώρα γυροφέρνω, ἐξετάζω κι ἐρευνώ, ἀκολουθώντας τὰ λόγια τοῦ θεοῦ, ὁπόταν νομίσω ὅτι κάποιος εἶναι σοφός, είτε συμπολίτης μας εἴτε ξένος
15.

Ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξέταση – μὲ ἄλλα λόγια, ἡ διαλεκτική-καταρριπτική ἐξέταση, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποδείξει στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι κάτι τὸ ἀσήμαντο καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀληθινός σοφὸς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, διότι ή σοφία εἶναι προνόμιο τῶν θεῶν - ἐξελήφθη ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς «ὑπηρεσία που προσφέρεται στὸν θεό»16, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἐπισημάνθηκε στο προηγηθὲν ἀπόσπασμα, δηλαδή ὡς μέσον ἐκπαίδευσης τῶν ἀνθρώπων στὴν προσέγγιση τῆς ἀλήθειας.

Ὁ Γρηγόρης Βλαστός γράφει: «Ἐὰν αὐτὸ ποὺ ἤθελε ὁ Σωκράτης ἦταν νὰ ἔχει συνεταίρους στὴν ἐλεγκτική ἐπιχειρηματολογία, γιατί τότε αὐτὸς νὰ μὴν ἀρκεστεῖ σὲ ἐκείνους μέσα ἀπὸ τὴν συντροφιά τῶν ὁποίων ἀναζήτησε καὶ βρήκε τὴν εὐδαιμονιστική του θεραπεία: μορφωμένους καὶ ταιριαστούς συζητητές τῆς ἠθικῆς ἀλήθειας; [...] Ὁ ἱατρὸς ποὺ ψάχνει καὶ βρίσκει ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἔχουν τέλεια ὑγεία καὶ προσπαθεῖ νὰ τοὺς πείσει ὅτι εἶναι θανάσιμα ἄρρωστοι ἔχει ἀναλάβει ἕνα ἄχαρο ἔργο. Θὰ ἀφιέρωνε ὁ Σωκράτης τὴν ζωή του σ' αὐτὸ τὸ ἔργο, ἐὰν δὲν τὸν ὠθοῦσε σ' αὐτὸ ἡ εὐσέβειά του;»17.

Ἡ διαλεκτική-ἐλεγκτική σχέση ποὺ ἀναλαμβάνει ὁ Σωκράτης ἔναντι τοῦ χρησμοῦ ὡς τυπικὴ ἔκφραση τῆς ἀμφισθενοῦς εἰρωνείας

Τὸ σύνθετο καὶ ἐπίπονο ἔργο ποὺ ὁ Σωκράτης ἔκρινε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναλάβει ὕστερα ἀπὸ τὸν χρησμὸ τοῦ δελφικοῦ μαντείου μπορεῖ νὰ κατανοηθεί πλήρως, μόνον ἐὰν, ὅπως λέγει ὁ Βλαστός, ληφθεῖ ὑπ' ὄψιν ἡ μεγάλη εὐσέβειά του, δηλαδή η «θρησκευτικότητά» του.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, όμως, ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων δηλώνει πολλές φορές μέσω τοῦ Σωκράτους ὅτι ὁ τελευταῖος, μὲ τὸ νὰ ὑποβάλλει σε ἐξέταση ὅσους θεωροῦσαν τὸν ἑαυτό τους σοφό καὶ μὲ τὸ νὰ καταρρίπτει τὰ ἐπιχειρήματά τους κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτοὶ κάθε ἄλλο παρὰ σοφοί ἦσαν, ἐπιτελοῦσε ἕνα «ἔργο ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν θεό», συνεπῶς ἕνα «θεῖο λειτούργημα», μία «θεία ἀποστολή». Ας διαβάσουμε δύο βασικά ἀποσπάσματα:
Ἐμένα λοιπὸν αὐτό, σᾶς τὸ βεβαιώνω, μοῦ τὸ ἔχει ὁρίσει ὁ θεὸς νὰ τὸ κάνω καὶ μὲ χρησμοὺς καὶ μὲ ὄνειρα καὶ μὲ κάθε τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κάθε θεϊκὴ ὕπαρξη ὁρίζει ὁτιδήποτε στοὺς ἀνθρώπους νὰ πράττουν18.
«Δὲν μπορεῖς, Σωκράτη, νὰ φύγεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ νὰ ζήσεις ήσυχα σωπαίνοντας;» Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τὸ ἐξηγήσω σὲ μερικοὺς ἀπὸ σᾶς. Γιατὶ ἂν σᾶς πῶ αὐτὸ εἶναι σὰ νὰ παρακούω τὸν θεὸ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν εἶναι ἀδύνατο νὰ ζῶ ἥσυχος, δὲν θὰ μὲ πιστέψετε νομίζοντας ὅτι σᾶς εἰρωνεύομαι. Ἂν πάλι σᾶς πῶ ὅτι εἶναι πολύ μεγάλο ἀγαθὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ μιλάει κάθε μέρα γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὰ ἄλλα γιὰ τὰ ὁποῖα μὲ ἀκοῦτε νὰ συζητάω ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ ὅτι ἡ ζωὴ χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάζει κανεὶς αὐτὰ εἶναι ζωὴ ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ τὴ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, τότε θὰ μὲ πιστέψετε ἀκόμα λιγότερο. Ωστόσο ἔτσι εἶναι, ὅπως σᾶς τὰ λέω ἄνδρες, καὶ νὰ σᾶς πείσω δὲν εἶναι εὔκολο19.


Τὰ συμπεράσματα τοῦ Σωκράτους σχετικῶς μὲ τὴ σημασία τοῦ χρησμοῦ εἶναι πολύ σημαντικά. Όπως ἤδη διαπιστώσαμε, ὁ θεὸς ἤθελε μᾶλλον νὰ ὑποδείξει τὸν Σωκράτη ὡς «παράδειγμα», ὡς «παράδειγμα-ὑπόδειγμα» τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι σοφὸς εἶναι μόνον ὁ θεὸς καὶ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία εἶναι μικρῆς ἢ μηδαμινῆς ἀξίας.
Τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται, ὅμως, ἐν προκειμένῳ εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς μπόρεσε ὁ Σωκράτης νὰ ἐξαγάγει τὰ συμπεράσματα αὐτά; Πῶς θεώρησε τὸν ἑαυτό του ὡς ἀπόστολο τοῦ θεοῦ;

Ὅπως εἶδαμε, ὁ Σωκράτης, γιὰ νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἐτυμηγορία, ἐπεχείρησε μία μακρὰ καὶ πολυσύνθετη ἀναζήτηση. Πράττοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὑπέβαλε σε σκληρή δοκιμασία ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό του καὶ τους συνομιλητές του, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν θεό.

Ας διαβάσουμε ένα χωρίο τοῦ Nietzsche, τὸ ὁποῖο μπορεῖ ἐνδεχομένως νὰ μᾶς βοηθήσει στὴν ἐπίλυση του προβλήματος: «Απόστολοι. Ακόμη καὶ ὁ Σωκράτης νιώθει τὸν ἑαυτό του ὡς ἀπόστολο. Σε αὐτό, βέβαια, μποροῦμε ἐπίσης νὰ διακρίνουμε κάποιο ίχνος ἀττικῆς εἰρωνείας καὶ παιγνιώδους διάθεσης, τὰ ὁποῖα μετριάζει αὐτὴ ἡ ἀβάσταχτη καὶ ἀλαζονική ἰδέα. Μιλάει δίχως ὑποκρισία: οἱ εἰκόνες τοῦ φρένου καὶ τοῦ ἀλόγου εἶναι ἁπλές, καὶ ὄχι θρησκευτικές. Τὸ πραγματικό θρησκευτικό καθήκον ποὺ νιώθει ὅτι τοῦ ἀνατίθεται, νὰ τεθεῖ δηλαδὴ ὑπὸ δοκιμασία ὁ θεὸς μὲ ἄπειρους τρόπους, γιὰ νὰ ἐπαληθευτεῖ τὸ ἀληθὲς τοῦ λόγου του, μᾶς φανερώνει μία τολμηρὴ καὶ ἐλεύθερη στάση, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος παραστέκεται στο πλευρό τοῦ θεοῦ του. Τὸ νὰ δοκιμάζεται ὁ θεὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ λεπτούς συμβιβασμούς μεταξύ θρησκευτικότητας καὶ ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος που ἐπινοήθηκαν ποτέ»20.

Ο Nietzsche, βέβαια, ἐκφράζει ἐδῶ ἀντιτιθέμενες ἰδέες, ὅμως ἔχει δίκαιο σὲ ἕνα σημεῖο: ὄντως ὁ Σωκράτης ἔθεσε σε δοκιμασία τὸν θεό, γιὰ νὰ ἐπαληθεύσει τὸ ἀληθές του λόγου του.

Δὲν πρόκειται, όμως, γιὰ συμβιβασμό μεταξύ τῆς θρησκευτικότητας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ γιὰ ἀντιπροσωπευτική ἔκφραση μιᾶς ἰδιάζουσας προσωπικότητας, τὴν ὁποία χαρακτηρίζει ἡ ἀμφίσημη καὶ ἀμφίθυμη εἰρωνεία, πράγμα στὸ ὁποῖο θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενέστερα στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο. Πράγματι, ἀπὸ τὴ μία πλευρά, μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν ἀποδέχθηκε τὸ ἀληθὲς τοῦ δελφικοῦ χρησμού, καθ' ὅσον τὸ μελέτησε διεξοδικῶς. ᾿Από τὴν ἄλλη πλευρά, όμως, τὸ ἀποδέχθηκε στὸν βαθμό στὸν ὁποῖο τὸ μελέτησε ὄντας πεπεισμένος ὅτι ὁ θεὸς δὲν ψεύδεται.
Εν πάση περιπτώσει, γιὰ τὴν ἐξέταση που πραγματοποιήθηκε, προκειμένου νὰ ἐπαληθευθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ αὐτοαποκαλούμενοι σοφοὶ ἦσαν ὄντως τέτοιοι, εὐθυνόταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ χρησμός καί, κατά συνέπεια, ὁ ἴδιος ὁ θεός, ἀφοῦ, γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐπαλήθευση, εἶχε ὑποβληθεῖ στὸν ἔλεγχο, στη δοκιμασία μέσω καταρρίψεως, ὁ ἴδιος ὁ θεός.

Τοῦτο ἀποσαφηνίζει μὲ ἄριστο τρόπο τὸ νόημα τῆς σωκρατικῆς εἰρωνείας, ἡ ὁποία, ὅπως θὰ διαπιστώσουμε, ταυτίζεται μὲ τὸν ἴδιο τὸν βίο τοῦ Σωκράτους.

Σημειώσεις

13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 21 d.
14. Αὐτόθι, 22 b-c.
15. Αὐτόθι, 22 ε - 23 b.
16. Αὐτόθι, 23 с.
17. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 237.
18. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 33 c.
19. Αὐτόθι, 37-38 a.
20. F. NIETZSCHE, Ανθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο, ἔνθ' ἀν., ΙV 3, 172.

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (3)

  Συνέχεια από:  Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ, ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΥ (συνέχεια)

Εἶναι δυνατόν, φυσικά, νὰ ἐφαίνετο ὁ κίνδυνος ἀπειλητικώτερος εἰς τὸν Παλαιολόγον παρὰ εἴς τινας ἐκ τῶν ὑπηκόων του, οἱ ὁποῖοι ἴσως νὰ μὴ εἶχον σαφῆ ἀντίληψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ νεαροῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Δ´ Λασκάρεως, ἐνδιεφέροντο ευνοήτως ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ δι' ἐνδεχομένην ἀπώλειαν τοῦ θρόνου τοῦ τελευταίου τούτου.. ᾿Αλλὰ αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ μόνον εἰς μικρὰν μειονότητα Ελλήνων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθοῦν· ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίθεσις πρὸς τὴν ἕνωσιν, ἦτο ριζωμένη μᾶλλον εἰς ὡρισμένας βασικὰς στάσεις καὶ φόβους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

᾿Απὸ τὴν πλευρὰν τοῦ Βυζαντινοῦ κλήρου, ἡ ἀντίθεσις ἐβασίζετο κυρίως ἐπὶ τῆς συγκρούσεως μεταξύ δύο βασικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐκκλησίας. Εἰς τὰς μοναρχικὰς ἀπαιτήσεις τῆς παποσύνης ἀντετίθετο ἡ Βυζαντινὴ ἀντίληψις τῆς πενταρχίας, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ ᾿Ανατολικοὶ πατριάρχαι, ἐνῶ ἀνεγνώριζον τὸ τιμητικὸν πρωτεῖον τῆν Ρώμης, ἀπέρριπτον τὰς παπικὰς ἀξιώσεις περὶ παγκοσμίου πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον καταστήσει τοὺς ᾿Ανατολικοὺς ἐπισκόπους ἁπλοὺς δορυφόρους τῆς ῾Αγίας Έδρας. Ἐνῶ διὰ τὴν Δύσιν, συμφώνως πρὸς τὴν Λατινικήν κανονιστικὴν ἑρμηνείαν, μόνον ὁ Πάπας ἦτο περιβεβλημένος μὲ τὴν ὑπερτάτην ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν, διὰ τὰς ᾿Ανατολικὰς Ἐκκλησίας ἡ ἀνωτάτη θρησκευτικὴ ἐξουσία ἀνῆκε εἰς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν ὅλους τοὺς πατριάρχας. Ἐκεῖνο ποὺ περιέπλεκε τὴν κατάστασιν ἀπὸ βυζαντινῆς πλευρᾶς ἦτο ἡ ἐκ παραδόσεως αὐθεντία τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, δηλαδὴ ὁ οὕτω καλούμενος Καισαροπαπισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ αὐτοκράτωρ εἰς περιόδους πολιτικῆς κρίσεως (ὅπως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν) ἠδύνατο νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ προσαρμόζῃ τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Περὶ τοῦ ρόλου τοῦ Καισαροπαπισμού (ὅρου ὄχι ἀπολύτως ικανοποιητικοῦ), ὑπάρχει ἐξεῖα διαφωνία: π.χ. ὁ ρωμαιοκαθολικός M. Jugie, Le schisme byzantin, 3-9, 10, πιστεύει ὅτι ὁ Καισαροπαπισμὸς ἦτο ἡ κυρία αἰτία ποὺ προεκάλεσε τὸ σχίσμα, ἐνῶ, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἡ συνήθης ἄποψις τῶν Ἑλλήνων ἱστορικῶν (ὡς ὁ Χρ. Παπαδόπουλος, Περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, 207 κέ.) εἶναι ὅτι ἡ βασικὴ αἰτία τοῦ σχίσματος ἦτο ἡ προσπάθεια τῶν παπῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἀπορρέουσαν δικαιοδοσίαν των ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Σχετικῶς πρὸς τὸν Καισαροπαπισμὸν ἀξιοσημείωτον εἶναι καὶ τοῦτο· ὅτι οἱ πάπαι γενικῶς ἐπίστευον ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχοντο ὡς δικαιολογίας τὰς διαβεβαιώσεις του ὅτι συνήντα δυσκολίας εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν τοῦ Βυζαντίου νὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν.

Ὅσον διὰ τὴν στάσιν τοῦ Βυζαντινοῦ λαοῦ, οὗτος, ὅπως καὶ ἄλλοι λαοὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εἶχε μυστικιστικὴν ἀντίληψιν τῆς Αὐτοκρατορίας του. Ἐπίστευεν ὅτι τὰ ἐδάφη της ἦσαν συνδεδεμένα μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ λειτουργήματός του, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν προσήλωσίν του εἰς τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἦτο τὸ ζωντανὸν σύμβολον τῆς συνεχείας καὶ τῆς τύχης τῆς Αὐτοκρατορίας, καί, διὰ τὴν Ἑλληνικὴν νοοτροπίαν, μία ἐπίθεσις κατὰ τῆς πίστεως, ἦτο, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίθεσις κατὰ τῆς τύχης αὐτῆς ταύτης τῆς Αὐτοκρατορίας.

᾿Απὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς πρωτευούσης, οἱ Βυζαντινοὶ ἐπίστευον ὅτι ἡ πόλις εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Παρθένου. Πράγματι, ἡ προστασία Της είχε συχνὰ διασώσει τὴν πόλιν εἰς τὸ παρελθόν. Ἡ ΚΠολις εἶχε πέσει εἰς χεῖρας τῶν Λατίνων τὸ 1204, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως βεβαιοῦν ἐπανειλημμένως οἱ Έλληνες ἱστορικοί, ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς Θείας χάριτος λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συμφώνως μὲ τὸ αὐτό τεκμήριον, ἡ ἀνάκτησις τῆς πρωτευούσης το 1261 ὑπὸ τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς Θείας εὐνοίας. Επομένως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Αὐτοκρατορία ἀσφαλῶς θὰ κατέρρεε ἐὰν ἡ καθαρότης τῆς πίστεως ἠλλοιώνετο διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Λατινικῆς ὁμολογίας. Διὰ τὴν μεγάλην μᾶζαν τοῦ λαοῦ, ἡ οἰκονομία [σκοπιμότης] δὲν εἶχε τὴν θέσιν της ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὴν ΚΠολιν, τὴν «θεοφύλακτον πόλιν». Η θεία δύναμις θὰ ἔσωζε τὴν πόλιν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ᾿Ανδεγαυικὸν κίνδυνον. Τοῦτο, φαίνεται, εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεως ἑνὸς ἱεράρχου πρὸς τὸν Μιχαὴλ εἰς μίαν σύνοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεκαλέσθη πολιτικούς λόγους : «Ἐὰν ἐπικρέμαται κίνδυνος, μοναδικὸν καθῆκον τοῦ ἀρχιερέως εἶναι νὰ προσεύχεται· ἔργον τοῦ Αὐτοκράτορος εἶναι νὰ ἐξεύρη τρόπον πρὸς ἀπώθησιν τοῦ ἐχθροῦ».

Πιθανωτέρα έρμηνεία διὰ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἑνώσεως, ἦτο ἡ λαϊκή ἀντίληψις ὅτι αὕτη ἀπετέλει τὸ προανάκρουσμα τοῦ ἐκλατινισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. [Βλ. τὸν σπουδαῖον λόγον τοῦ Μιχαὴλ ἐν Γρηγορά, 127, στ. 1-7, διὰ τοῦ ὁποίου προειδοποιεῖ τοὺς ὑπηκόους του ὅτι κατάκτησις τῆς Κων/πόλεως ὑπὸ τοῦ Καρόλου θὰ ἐσήμαινε πλήρη ἐκλατινισμόν. Το ζήτημα τοῦτο τοῦ φόβου τῶν Ἑλλήνων μήπως ἐκλατινισθοῦν διαπραγματεύομαι ἐκτενῶς εἰς τὸ ἄρθρον μου, The Council of Florence, 10-12]. Αν καὶ ἡ ὕπαρξις ἑλληνικῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, κατ' ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἴσως νὰ μὴ ἦτο πάντοτε σαφής, εἶναι αναντίρρητον ὅτι οἱ Ἕλληνες ὡς λαός, έθεώρουν ἑαυτοὺς πολύ διαφορετικοὺς ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Γενικώς, οἱ Λατῖνοι ἐθεωροῦντο ὄχι μόνον αἱρετικοί, ἀλλὰ καὶ ὑπερφίαλοι καὶ κατώτεροι εἰς μόρφωσιν (Βλ. Dmitrievskij, Τυπικὸν μονῆς Μιχαήλ, 771, ὅπου ὁ Μιχαὴλ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Λατίνων ὡς ἡμιβαρβάρων ἀνθρώπων). Ἡ ἀντιπάθεια αὕτη ἐγένετο βαθυτέρα ἐξ αἰτίας τῶν σταυροφοριῶν καί, κυρίως, συνεπείᾳ τῆς ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὑποταγῆς εἰς τὴν Λατινικὴν ἐκκλησίαν, καὶ τῆς καταναγκαστικῆς ἑνώσεως μετ᾿ αὐτῆς, ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς τετάρτης σταυροφορίας. Δέν εἶναι περίεργον, λοιπόν, ὅτι κάθε Έλλην ὑποστηρικτής τῆς ἑνώσεως, ἐθεωρεῖτο μετὰ φρίκης ὡς προδότης. Τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀποδίδονται κατὰ παραστατικὸν τρόπον εἰς τὸν ἐκτοξευθέντα χλευασμὸν πρὸς τὸν Αὐτοκρατορικὸν ἀπεσταλμένον, τὸν ἀρχιδιάκονον Γεώργιον Μετοχίτην, ὑποστηρικτὴν τῆς ἑνώσεως : Φράγκος καθέστηκας!» (Διὰ τοὺς Ἕλληνας ὁ ὅρος «Φράγκος» ἦτο συνώνυμος τοῦ «Λατίνος». Πρβλ. τὸ νεοελληνικὸν ρήμα «φραγκεύω» = γίνομαι Φράγκος, δηλ. καθολικός). Ὑπὸ τὸ κλῆμα τοῦτο, ἔγραψεν ὁ ἑνωτικός πατριάρχης Βέκκος : «Ανδρες, γυναῖκες, γέροντες καὶ νέοι... θεωροῦν τὴν εἰρήνην πόλεμον καὶ τὴν ἕνωσιν χωρισμόν».

Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐξηγήσεως αὐτῆς, θὰ ἐφαίνετο ὅτι τὸ θέμα του filioque, τὸ ὁποῖον τόσον πικρῶς ἔθιγε τοὺς Ἕλληνας, εἰς τὴν πραγματικότητα ἐκάλυπτε τὸ ὑφιστάμενον ζωτικόν πρόβλημα τῆς ἐχθρότητος μεταξύ Ελλήνων καὶ Λατίνων. Οὕτω, διὰ τὴν ἀντι-ἑνωτικὴν Ὀρθοδοξίαν, ἡ ἕνωσις, μὲ ὑποταγὴν εἰς τὴν παπικὴν ἐξουσίαν, ἐσήμαινεν ὄχι μόνον ἐκκλησιαστικὴν ἀποστασίαν, ἀλλὰ προδοσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας.

Τὰ ἰσχυρὰ αὐτὰ ἀντιλατινικὰ αἰσθήματα διεδίδοντο μεταξὺ τοῦ λαοῦ ὑπὸ μοναχῶν, διαπύρων πάντοτε ὑποστηρικτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας - πυρὴν τῶν ὁποίων ἦσαν οἱ ᾿Αρσενιάται, οπαδοὶ τοῦ παυθέντος πατριάρχου Αρσενίου, ὅστις εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀντιταχθῆ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Μιχαὴλ σφετερισμὸν τοῦ θρόνου. Ο ᾿Αρσένιος καθηρέθη ὑπὸ Συνόδου τὸ 1267, ὅταν ὁ Μιχαὴλ ἠπείλησεν ὅτι θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν πάπαν προκειμένου νὰ ἀρθῇ ὁ ἀφορισμὸς ποὺ τοῦ εἶχεν ἐπιβληθῆ διὰ τὴν ὑπ' αὐτοῦ τύφλωσιν τοῦ νεαρού Ἰωάννου Λασκάρεως. Καὶ ὡς πρὸς τὸν λαόν, ὅστις δὲν ἔλησμόνει εὐκόλως τὰς ἡμέρας τῆς Λατινικῆς κατοχῆς, οἱ λόγοι τῶν μοναχῶν ἔπιπτον εἰς γόνιμον ἔδαφος.

Ὁ Παλαιολόγος ἀπεκαλεῖτο περιφρονητικώς «Λατινόφρων» ὑπὸ Ἑλλήνων συγγραφέων. Αἱ σχέσεις του μετὰ τῶν Λατίνων ἦσαν ἀσφαλῶς στενώτεραι ἀπὸ τὰς τῶν προκατόχων του· ἐν τούτοις, εἰς κάθε περίπτωσιν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε φανῆ εἰς ἀντιλατίνους Ἕλληνας συγχρόνους του, καὶ εἰς μεταγενεστέρους ὀρθοδόξους μελετητάς, ὡς ἐλαστικότης πρὸς τὸν μισητὸν ἐχθρόν, τώρα ἐμφανίζεται μᾶλλον ὡς μέρος μιᾶς μετὰ διορατικότητος ὑπολογισθείσης πρὸς ὄφελος τῶν Ἑλλήνων πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται ὀρθῶς, ἢ τουλάχιστον ἄνευ ἐπιφυλάξεως, νὰ ἀποκληθῆ λατινόφρων. Ακόμη καὶ ἐνώπιον τῶν αὐστηρῶν ποινῶν τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ὁ Παλαιολόγος εἰς ἀνθενωτικούς Έλληνας ἱεράρχας καὶ μοναχοὺς πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἑνώσεως, θὰ ἐφαίνετο ἀδικαιολόγητον νὰ λεχθῆ ὅτι ἐμερολήπτει περισσότερον πρὸς τὴν Λατινικὴν πίστιν παρὰ πρὸς τὴν Ἑλληνικήν. Δογματικά ζητήματα τὸν ἐνδιέφερον ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Αὐτοκρατορίας.

Φαίνεται ἀπίθανον ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὑπετίμησε τὴν λαϊκὴν Ἑλληνικὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τοὺς Λατίνους. Αὐτοκράτωρ, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὸν θρόνον κυρίως διὰ δημαγωγίας καὶ μέσῳ ἐντέχνου χειρισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τῶν εὐγενῶν, καὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κλήρου, δὲν θὰ ἔχανε τὴν ἐπαφὴν μὲ τὸ δημόσιον αἴσθημα τόσον, ὥστε νὰ ὑπολογίση κακῶς τὴν ἀντίδρασιν εἰς ἓν τόσον σημαντικὸν ζήτημα. Διαπραγματεύσεις, αἵτινες παρ᾽ ὀλίγον νὰ καταλήξουν εἰς ἕνωσιν, εἶχον διεξαχθῆ ὀλίγα ἔτη ἐνωρίτερον ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη, καὶ ὁ Μιχαὴλ εἶχε τότε ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήση τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Εἶναι πολὺ πιθανώτερον ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦτο εἰς ὑπολογισμένος κίνδυνος, τὰς δυσκολίας τοῦ ὁποίου, τόσον μὲ τὴν παποσύνην ὅσον καὶ μὲ τὸν ἰδικόν του κλῆρον καὶ λαόν, ἔκρινεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπερνικήση δι᾿ ἐπιδεξίας διπλωματίας. ᾿Απὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἑπομένως, ἴσως νὰ ἐθεώρησε τὸ ἑνωτικόν του πρόγραμμα ὡς μίαν ἐπέκτασιν, ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ πεδίου, τῆς διπλωματικῆς γραμμής του ἔναντι τῶν Λατίνων, διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ θρόνου του καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας.

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα. (Μάρκ. 11,12-14.,Ματθ. 21,18)

                                    Τοιχογραφία του Εμμανουήλ Πανσέληνου στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους.

                                                       Αγίου Μαξίμου ομολογητού
ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.

Γι' αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας- είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.

Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και με­γαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι' αυτή.

Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι' αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι' αυτό χάθηκε.

Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.

Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.


Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.

Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.


ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ')
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

«Οὐαί ὑμῖν Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί». «Κλείετε τήν βασιλεἰαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων».

ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ  ΜΑΛΛΟΝ ΤΡΑΓΙΚΑ. Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΜΕΙΩΘΗΚΕ ΣΕ ΝΟΜΙΚΗ ΦΑΡΙΣΑΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΠΕΤΥΧΕΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΑΤΙΝΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟΣ,  Η ΝΕΚΡΩΣΗ  ΚΑΙ Η ΕΙΔΩΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΝΕΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ: ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΥΣ. ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΟΙΡΑΖΟΥΝ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΘΗΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΕΜΑΛΕΣ ΟΣΩΝ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΩΝΤΑΣ ΗΡΩΙΚΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.

Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος : Μέσα στη Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει το Χριστό, να βρει το παν. Όταν αρχίζει κανείς να προσεύχεται, η ίδια η προσευχή θα του λύνει τις απορίες του.

 Σωφρόνιος του Έσσεξ_Elder Sophrony of Essex_მამა სოფრონი_ Старец Софроний (Сахаров) Эссекс_ (†1993)ss2-copysofronie-de-la-essex-icoana1-Gerwn-Swfronios-Saharwf1 

«Να έχουμε βαθειά ησυχία στην εκκλησία, είναι άκρως πολύτιμο προνόμιο.
Μηχανευθείτε τρόπους να είστε με τον Θεό!». 

 Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Ιερομόναχος Ζαχαρίας  λέει για τον Αγιο Γέροντα Σωφρόνιο :
Ο Γέροντας έδινε μεγάλη σημασία στη Θ. Λειτουργία. Μάλιστα τη λειτουργική προσευχή την ονόμαζε υποστατική προσευχή. Την προσευχή που ανήκει στον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, ως πλασμένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει όλη τη ζωή του Χριστού, να ζήσει το Χριστό. Έδινε μεγάλη σημασία στην προετοιμασία για τη Θ. Λειτουργία και την προσοχή με την οποία έπρεπε εμείς να τελούμε τη Θ. Λειτουργία και να προσευχόμαστε σ’ αυτή.

Θεωρούσε ο Γέροντας ότι στις μέρες μας μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να βρει το παν. Και ότι όταν τελείται με προσοχή η Θ. Λειτουργία έχει μέσα της όλη τη χάρη του Θεού. Εφ’ όσον είναι ο Χριστός που τελεί, στην ουσία, τη Θ. Λειτουργία, όπου είναι ο Χριστός εκεί είναι και όλος ο ουρανός.

Ο Γέροντας έλεγε ότι στις μέρες μας που σχεδόν έχουν εκλείψει οι συνθήκες για την ησυχαστική προσευχή το μόνο που μας έμεινε είναι η Θ. Λειτουργία. Να δώσουμε όλη μας τη δύναμη και όλη μας την προσοχή στο να τελέσουμε τη Θ. Λειτουργία όπως πρέπει για να βρούμε το πλήρωμα της χάριτος, της σωτηρίας.. Όλη μας η ζωή πρέπει να είναι κατά τον τύπο της Θείας Λειτουργίας. Δηλαδή, όπως στη Λειτουργία βασίζομε το Μυστήριο πάνω στο λόγο του Χριστού και καλούμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος με την προσευχή στον Ουράνιο Πατέρα παρακαλώντας ν’ αγιασθούν τα δώρα κι εμείς, έτσι πρέπει νάναι και όλη μας η ζωή’ να βασίζεται πάνω στο λόγο του Θεού και τη δέηση, στην ικεσία. Τότε αγιάζεται όλη η κτίση, ο άνθρωπος και μαζί του όλη η κτίση.

Μεγάλη Τρίτη: Η σημασία της ευαγγελικής περικοπής των δέκα παρθένων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Στη Μαρία Ζ. που ρωτά…Πέντε σοφές και πέντε μωρές παρθένες. Διάβασε: πέντε σοφές και πέντε μωρές ανθρώπινες ψυχές. Οι σοφές είχαν τα καντήλια καθαρά και το λάδι ενώ οι μωρές μόνον τα καντήλια.

Τα καντήλια κατ’ αρχάς συμβολίζουν το σώμα και το λάδι το έλεος. Ίσως, η ελληνική λέξη «έλαιον» να έχει κάποια σχέση με τη λέξη έλεος. Από τη λέξη έλεος παράγεται και η λέξη πολυέλεος, που σημαίνει αυτόν που έχει πολύ έλεος. Ο πολυέλεος του ναού ανάβει κατά τη διάρκεια του όρθρου όταν ψέλνονται οι ψαλμοί περί του πολύ ελέους του Θεού έναντι του εκλεκτού Του λαού με την επανάληψη «ότι εις τον αιώνα το έλεος Αυτού αλληλούια» (Ψαλμ. 135:1). Οι σοφές παρθένες είχαν, λοιπόν, παρθένο σώμα με παρθένα ψυχή αλλά μαζί μ’ αυτό και μεγάλο έλεος. Έλεος απέναντι στους πιο αδύναμους από τις ίδιες, που ακόμα δεν είχαν απελευθερωθεί από τις αμαρτίες. Οι μωρές παρθένες κρατούσαν αυστηρά τη σωματική παρθενία αλλά ήταν ανελέητες και έβλεπαν περιφρονητικά τους πιο αδύναμους από τις ίδιες. Τους κατέκριναν με αλαζονεία και τους αποστρέφονταν με υπεροψία. «Δίκαια τις αποκαλούν μωρές», λέει ο άγιος Νείλος του Σινά, «αφού πέτυχαν στο πολύ δύσκολο και σχεδόν αδύνατο -δηλαδή την παρθενία- παρέβλεψαν όμως το έλεος, τη συμπόνια, τη συγχώρεση».

Το καντήλι τους ήταν καθαρό, αλλά άδειο και σκοτεινό! Όταν έρθει ο θάνατος και το σώμα λιώσει κάτω από το χώμα ενώ η ψυχή ξεκινήσει προς τον δρόμο της αιώνιας κατοικίας το λάδι του ελέους πρέπει να τις φωτίζει και να τις οδηγεί. Όποιος μένει χωρίς αυτό το λάδι θα τον περιτρυγυρίζει το σκοτάδι. Πώς θα διασχίσει τον δύσκολο αυτό χώρο; Η ψυχή διακατέχεται από φόβο και τρέμει. Γύρω της φοβερές σκιές από αναλαμπές. Σαν τα ανατριχιαστικά όνειρα που ταλαιπωρούν τον ύπνο. Ποιος θα την ελεήσει τώρα; Ποιος θα προσφέρει έστω και μία αχτίδα φωτός; Θα ελεήσει ο Θεός, αλλά τους ελεήμονες. Αφού έχει ειπωθεί: «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε : 7). Αυτοί που έδειξαν έλεος έναντι των δημιουργημάτων αυτοί θα ελεηθούν από τον Δημιουργό. Δεν είναι άραγε αυτό δίκαιο και παρηγορητικό;

Στη γειτονιά μας ζούσε μία μεγάλη κοπέλα. Γι αυτήν ήταν γνωστό ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της παρέμεινε τίμια. Μέχρι εκεί καλά και άξια συγχαρητηρίων. Αλλά από μέρα σε μέρα η γλώσσα της άρχισε να ξερνά δηλητηριώδη βέλη για εκείνους που ζούσαν στον γάμο και οι οποίοι αμαρτάνουν. Από το πρωί μέχρι το βράδυ περηφανευόταν για την παρθενία της και λοιδορούσε όσους της φαίνονταν χειρότεροι απ’ αυτήν. Ένας ιερέας σε μία συζήτηση μας είπε γι’ αυτήν: αν δεν ξέρετε τι είναι η μωρή παρθένα από την ευαγγελική περικοπή, να την! Και όντως, κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται έντονα η μωρία όταν ο άνθρωπος διαθέτει μία και μόνον αρετή και του λείπουν οι υπόλοιπες. Η μία αρετή μοιάζει όπως ένα μικρό φως μέσα στο σκοτάδι που αναγκάζει τον ταξιδιώτη να γέρνει πότε αριστερά πότε δεξιά για να μπορέσει να δει. Η σοφία δεν βρίσκεται στην μία αρετή αλλά στη συλλογή όλων των αρετών. Όπως είπε και ο Πάνσοφος: «Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον και υπήρεισεν στύλους επτά» (Παρ. Σολ. 9: 1). Σοφή είναι η ψυχή εκείνη η οποία διαθέτει τουλάχιστον επτά αρετές.

Ακόμα αυτή η παραβολή του Χριστού έχει και βαθύτερη πνευματική σημασία. Με τις πέντε μωρές παρθένες υπονοεί τις πέντε βασικές αισθήσεις. Όποιος ζει μ’ αυτό που βλέπει και ακούει χωρίς κανέναν έλεγχο από τον νου, αυτός έχει μωρή ψυχή. Όταν ο θάνατος απλώσει το πέπλο του σ’ αυτόν τον αισθητό κόσμο μία τέτοια ψυχή μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Με τις πέντε σοφές παρθένες υπονοεί τις πέντε εσωτερικές αισθήσεις, οι οποίες ελέγχουν τον νου και κυριαρχούν πάνω στις εξωτερικές αισθήσεις. Αλλά θα μπορέσεις κατά τη διάρκεια της ζωής σου να το αντιληφθείς αυτό; Ο χρόνος θα δείξει.

Ειρήνη και υγεία από τον Θεό.

 

(Από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται”, Εκδόσεις “Εν Πλω”)

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiostheologos.gr)

Μεγάλη Τρίτη: Η σημασία της ευαγγελικής περικοπής των δέκα παρθένων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Μ. Δευτέρα: Ο πάγκαλος Ιωσήφ, προτύπωση του Χριστού († π. Συμεών Κραγιόπουλος)

Δεν μπορούμε σήμερα, πρώτη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδος, να μη θυμηθούμε τον Ιωσήφ. Η Εκκλησία όρισε να «ποιούμεθα μνείαν του παγκάλου Ιωσήφ» την Μεγάλη Δευτέρα.

Τι δεν έπαθε ο Ιωσήφ! Από ποιους; Από τα ίδια του τα αδέλφια. Έτσι είναι ο άνθρωπος. Από κει που μπορεί να είναι του Θεού άνθρωπος και ν’ ακολουθεί τον Θεό και τελικά να σώζεται εν Θεώ, μπορεί να βρεθεί στην αντίθετη πλευρά και να τυραννεί και να βασανίζει τους ανθρώπους του Θεού.

Όπως η ανθρωπότητα, ενώ έρχεται ο Κύριος να σώσει τον άνθρωπο, η ανθρωπότητα σταυρώνει, θανατώνει τον Χριστό. Δεν τον θανάτωσαν τον Χριστό απλώς κάποιοι κακοί άνθρωποι. Όλοι μας, εάν δεν νιώσουμε ότι είμαστε σταυρωτές του Χριστού, δεν μπορούμε να νιώσουμε όλη τη λύτρωση αυτή που φέρνει και όλη αυτή την ανάσταση που φέρνει ο Κύριος.

Τα αδέλφια του Ιωσήφ είναι αυτά που τόσο άπονα φέρονται, τόσο εγωιστικά, τόσο άσπλαχνα, σαν να μην έχουν ίχνος ανθρωπίνης ευαισθησίας, πολύ περισσότερο αδελφικής, από ζήλεια και φθόνο. Να το θυμηθούμε αυτό, παρακαλώ, όλοι μας αυτές τις ημέρες· θα πούνε και τα τροπάρια «δια φθόνον παρέδωκαν αυτόν». Εκεί είναι το κακό.

Τον Χριστό δεν μπορούσαν να τον δεχθούν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν; Δεν σ’ αφήνει ο φθόνος να καταλάβεις, δεν σ’ αφήνει ο φθόνος να δεις την αλήθεια. Και δεν υπάρχει ψυχή που δεν προσβάλλεται από τον φθόνο· και, όποιος κρατάει μέσα του τον φθόνο, ούτε να δει μπορεί ούτε να καταλάβει ούτε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Γίνεται θεριό κανείς. Μπορεί δηλαδή τα χειρότερα πράγματα να τα κάνει κανείς επηρεαζόμενος, κινούμενος από φθόνο, όχι απλώς από την αγριότητα που μπορεί να έχει κανείς. «Δια φθόνον παρέδωκαν» τον Κύριον και εσταύρωσαν τον Κύριον (Ματθ. 27:18), τον θανάτωσαν τον Κύριον· και από φθόνο εδώ τα αδέλφια του Ιωσήφ εγκληματούν.

Και ο Ιωσήφ έζησε πριν από τον Κύριο· γιατί, όπως είπαμε κι άλλη φορά κι όπως λένε τα βιβλία, είναι προτύπωσις του Κυρίου. Μιμητής του Κυρίου πριν έρθει ο Κύριος. Φθονείται κι αυτός, όπως ο Κύριος, πάσχει κι αυτός αναιτίως όπως ο Κύριος. Και υφίσταται σε τέτοιο βαθμό ό,τι υφίσταται, που πρέπει συν τοις άλλοις να έφτασε στο σημείο εκείνο που ο άνθρωπος αισθάνεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά τη μεγάλη δυσκολία, τη μεγάλη πίεση, το μεγάλο ζόρισμα, όπως ο Κύριος θα πει πάνω στον Σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες» (Ματθ. 27:46).

Και ο Ιωσήφ εκεί κάτω, άγνωστος εν μέσω αγνώστων, και τόσο-τόσο άδικα να εγίνοντο όλα και το ένα κατόπιν του άλλου, το ένα χειρότερο από το άλλο. Και οπωσδήποτε έζησε και τέτοιες καταστάσεις, τέτοια βιώματα: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες». Ωστόσο όμως μένει εκεί, άνθρωπος του Θεού, πιστός. Και όπως το γνωρίζουμε, όταν αργότερα φανερώθηκε στ’ αδέλφια του και είδαν τ’ αδέλφια του ποιος είναι κλπ., μεταφέρθηκαν όλοι στην Αίγυπτο, μετακόμισαν εκεί. Αλλά, όταν πέθανε ο Ιακώβ, φοβήθηκαν τ’ αδέλφια του φοβήθηκαν. «Τώρα – σκέφθηκαν – που πέθανε ο πατέρας μας, κάτι θα μας κάνει ο αδελφός μας». Και τον πλησίασαν και του είπαν: «Ξέρεις, ο πατέρας μας είπε να σου πούμε να μας συγχωρήσεις εκείνη την αμαρτία και να μη μας κάνεις τίποτε». Και ο Ιωσήφ τους λέει: «Μη φοβείσθε, είμαι άνθρωπος του Θεού εγώ» (Γεν. 50:19).

Πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, οι άνθρωποι που τιμήθηκαν μ’ αυτήν την αξία τη μεγάλη, που είπαμε. Αλλά πώς γίνεται ο άνθρωπος και πώς σκέφτεται ο άνθρωπος, όταν δεν είναι του Θεού, είναι έξω από τον Θεό. Πόσες φορές ο αμαρτωλός, που ακόμη δεν βρήκε την πίστη την αληθινή και δεν πήρε σωστά τον δρόμο, νομίζει ότι κι ο Θεός ακόμη θα τον εκδικηθεί· έτσι μοιάζει το πράγμα στα βάσανα που περνάει.

Έτσι νόμιζαν κι αυτοί. Αλλά ο Ιωσήφ τους είπε δεν είναι δυνατόν, μη φοβάστε, «του γαρ Θεού ειμι εγώ». Όντως δηλαδή είναι ο εκλεκτός του Θεού, όντως είναι το σκεύος του Θεού, είναι το όργανο του Θεού, ο άνθρωπος του Θεού.

Ο Ιωσήφ από μικρό παιδί το ένιωσε αυτό σαν να είχε μέσα του ένα κάτι που τον οδηγούσε στον δρόμο αυτό. Και αποδέχθηκε πλήρως αυτή την εύνοια που του έδειξε ο Θεός· τα δέχθηκε ευχαρίστως όλα, όσα υπέστη, ακριβώς διότι ήταν του Θεού άνθρωπος, διότι τον διάλεξε ο Θεός, διότι ήθελε να τον κάνει τελικά ο Θεός έτσι όπως τον ήθελε. Και παρεδόθη ο Ιωσήφ, παρεδόθη, έδωκε τον εαυτόν του. Όχι φανταζόμενος τούτο και κείνο. Όχι, αλλά κάνοντας υπακοή στον Θεό. Και πέρασε όλα αυτά που πέρασε και ήπιε τα πικρά ποτήρια που ήπιε. Αλλά τίποτε όμως δεν τον άλλαξε προς το κακό, δεν τον επηρέασε· είναι του Θεού μέχρι τέλους.

[Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου “Σταυροαναστάσιμα”, Β’ έκδοση, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 2003, σελ. 80 (αποσπάσματα)]

 

(Πηγή ψηφ. κειμένουkoinoniaorthodoxias.org)

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 13

Συνέχεια από Παρασκευή 3. Απριλίου 2026

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 13

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN


Father Bones και Mister Natch

....Τον Μάιο του 1965 βρισκόταν ξανά στο Παρίσι, παρακολουθώντας ένα διεθνές συνέδριο. Κατά τη διάρκεια των τριών εβδομάδων που έμεινε εκεί, ένας παλιός του φίλος, εφημέριος από μια βόρεια γαλλική επισκοπή, του ζήτησε ένα βράδυ να βοηθήσει ως βοηθός σε έναν εξορκισμό ενός άνδρα πενήντα ετών.
Ο Ντέιβιντ είχε πολύ λίγες γνώσεις για τον εξορκισμό. Στην πραγματικότητα, λόγω των ανθρωπολογικών του σπουδών, ήταν διατεθειμένος να θεωρεί τον εξορκισμό κατάλοιπο παλαιότερης δεισιδαιμονίας και άγνοιας. Όπως κάθε καλά εκπαιδευμένος ανθρωπολόγος, μπορούσε να παραλληλίσει το ρωμαιοκαθολικό τελετουργικό του εξορκισμού με δεκάδες παρόμοια τελετουργικά από την Αφρική έως την Ωκεανία και σε ολόκληρη την Ασία......

«Όχι, Father David», του είχε απαντήσει φιλικά ο εφημέριος, όταν ο David τού εξέθεσε τη γνώμη του ότι ο Εξορκισμός και η σατανική κατοχή ανήκαν στον κόσμο των επινοημένων μύθων και παραμυθιών. «Όχι, πάτερ. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι μύθοι δεν κατασκευάζονται ποτέ. Γεννιούνται μέσα από αμέτρητες γενιές. Ενσαρκώνουν ένα ένστικτο, ένα βαθύ συλλογικό αίσθημα. Τα παραμύθια κατασκευάζονται ως δοχεία, πλάθονται συνειδητά από τους ανθρώπους για να διατηρήσουν τα διδάγματα που έχουν μάθει. Αλλά αυτό—η σατανική κατοχή, ο Εξορκισμός—ε, λοιπόν! Έλα να δεις με τα ίδια σου τα μάτια. Σε κάθε περίπτωση, βοήθησέ με.»

Σε αυτόν τον εξορκισμό ο David αντικαθιστούσε έναν νεαρό ιερέα που είχε αρρωστήσει κατά τη διάρκεια της τελετής. Ο εξορκισμός είχε ήδη διαρκέσει περίπου τριάντα ώρες. «Άλλες δυο ωρίτσες, και τελειώνουμε», του είχε πει ο ηλικιωμένος εφημέριος πριν αρχίσουν.
Πράγματι, όταν ο David μπήκε στην υπόθεση, τα χειρότερα είχαν περάσει. Μετά από μόλις δυόμισι ώρες ακόμη, ο εφημέριος ήταν έτοιμος να ολοκληρώσει τον εξορκισμό και να εκδιώξει το πονηρό πνεύμα. Ζήτησε από τον David να του δώσει το φιαλίδιο με το αγιασμένο νερό και τον σταυρό.

Εκείνη τη στιγμή, και χωρίς καμία προειδοποίηση, ο δαιμονισμένος άνδρας έγινε άκαμπτος. Ούρλιαξε και χλεύασε: «Αν το πάρεις από αυτόν, πάτερ, δεν χρειάζεται να φύγουμε. Έχει πάρα πολλούς εχθρούς. Δεν χρειάζεται να φύγουμε! Δεν τους βοήθησε όταν του το ζήτησαν. Δεν θα φύγουμε! Δεν χρειάζεται να φύγουμε!» Έπειτα ένα φρικτό, βραχνό γέλιο αντήχησε ανάμεσά τους. Ο δαιμονισμένος άνδρας έδειξε με ένα λεπτό δάχτυλο τον David. «Χα-χα! Καμένος. Και δεν προσευχήθηκε γι’ αυτούς… πατέρα της απελπισίας! Χα-χα!»
Τα νεύρα του David είχαν διαταραχθεί. Ο εφημέριος πήρε μόνος του τον σταυρό και το αγιασμένο νερό και ολοκλήρωσε επιτυχώς τον εξορκισμό. Κατόπιν, είχε μια σύντομη συνομιλία με τον David. Τον καθησύχασε, αλλά πρόσθεσε: «Έχεις ένα πρόβλημα. Δεν γνωρίζω τη ζωή σου. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα το λύσει για σένα στην πατρίδα σου.»
Πίσω στη δική του επισκοπή, ο David είχε μια ειλικρινή συζήτηση με τον επίσκοπό του, ο οποίος παρατήρησε την αλλαγή του: δεν ήταν πλέον ο αυτάρεσκος, ενίοτε υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό του, και πάντοτε κάπως απόμακρος διανοούμενος που γνώριζε· τώρα αμφέβαλλε και αναζητούσε εσωτερική ειρήνη, παλεύοντας με κάποιο αίνιγμα που δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια, αλλά ένιωθε να τον παγιδεύει.

Ο David συνέχισε να μιλά, διηγούμενος στον επίσκοπο για τον εξορκισμό στο Παρίσι και για τη συνάντησή του με τον Teilhard χρόνια πριν.

«Λοιπόν, έχεις σοβαρές αμφιβολίες για την ορθοδοξία σου ως ανθρωπολόγος;» ρώτησε ο επίσκοπος μετά από λίγο. «Ή μάλλον, ίσως να πρέπει να το διατυπώσω διαφορετικά. Νιώθεις ότι η εμπειρία του εξορκισμού άνοιξε κάτι μέσα σου, κάποια έλλειψη ίσως, την οποία η ανθρωπολογία σου και ο διανοουμενισμός σου απλώς σκλήρυναν και κατέστησαν μόνιμη;»
«Ειλικρινά δεν ξέρω», απάντησε ο David. «Υπάρχει και ο θάνατος του Old Edward. Γιατί πήρα τόσο σοβαρά τα τελευταία του λόγια; Ξέρω ότι σήμαιναν κάτι προσωπικό για μένα. Αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι.»
«Άκου, David», είπε τελικά ο επίσκοπος, «θα σε φέρω σε επαφή με τον Father G., τον εξορκιστή της επισκοπής. Έχει πολύ λίγη δουλειά, δόξα τω Θεώ. Αλλά μπορεί να σε βοηθήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο—τουλάχιστον ως προς το αίνιγμα εκείνου του εξορκισμού.»


Ο Father G. αποδείχθηκε ένας εύθυμος χαρακτήρας, γεμάτος κοφτές φράσεις και γρήγορες, νευρικές κινήσεις. «Εντάξει, Father David, εντάξει», ήταν το σχόλιό του για την ιστορία του David. «Έχεις ένα πρόβλημα. Εγώ δεν έχω λύσεις για προβλήματα παρά μόνο δράση. Δεν είμαι διανοούμενος. Απέτυχα σε κάθε εξέταση που μου έδωσαν. Αλλά χρειάζονταν ιερείς στην επισκοπή, κι έτσι με άφησαν να περάσω. Μπορώ τουλάχιστον να τελέσω έγκυρη Λειτουργία και να βαπτίζω μωρά, έστω κι αν τα λατινικά μου είναι απαίσια. Και είμαι καλός εξορκιστής. Την επόμενη φορά που θα έχουμε περίπτωση κατοχής, θα σε βάλω μέσα. Μόνο η συγκεκριμένη συμμετοχή θα σε βοηθήσει.»
Πιστός στον λόγο του, ο Father G. πήρε τον David ως βοηθό εξορκιστή σε δύο περιπτώσεις κατοχής τον επόμενο χρόνο. Και οι δύο ήταν σχετικά ήρεμες· σε κάθε περίπτωση, τίποτε προσωπικό για τον David δεν συνέβη σε καμία από αυτές. Ωστόσο, ο David υπέστη μια συνεχιζόμενη εσωτερική μεταβολή στα δύο επόμενα χρόνια. Η εμπειρία του με τον δαιμονισμένο άνδρα στο Παρίσι και με τους δύο εξορκισμούς στην πατρίδα του τον είχε πείσει ότι, ό,τι κι αν διακυβευόταν στην κατοχή και στον εξορκισμό, δεν επρόκειτο ούτε για μύθο ούτε για παραμύθι, ούτε για ψυχική ασθένεια.

Επιπλέον, έπρεπε να συνεχίσει να παλεύει για να δώσει νόημα στην προσωπική του ιστορία. Συνέδεε λίγα γεγονότα μεταξύ τους, προσπαθώντας να τα κατανοήσει.

Υπήρχε, πρώτα απ’ όλα, η τελευταία συνομιλία του θείου του Old Edward για το ότι προσευχόταν για «εκείνους» και ότι «πήγαιναν στο σπίτι», καθώς και η δική του αποτυχία να προσευχηθεί γι’ αυτούς. Έπειτα υπήρχε το «δώσε ελπίδα» του Teilhard και τα λόγια του στην πρώτη σελίδα του βιβλίου. Και, τέλος, υπήρχαν τα χλευαστικά λόγια του πενηντάχρονου άνδρα στο Παρίσι. Εκ πρώτης όψεως, δεν μπορούσε να κατανοήσει τίποτε από αυτά, και φαινόταν να υπάρχει ελάχιστη σύνδεση μεταξύ τους. Κι όμως, ο David ήταν βέβαιος ότι υπήρχε σύνδεση, αν μόνο μπορούσε να τη διακρίνει.

Κατά τη διάρκεια μερικών διακοπών στο σπίτι, στο αγρόκτημα, περπατούσε μέχρι το κοιμητήριο όπου ήταν θαμμένος ο Edward. Καθόταν στο δωμάτιο του ηλικιωμένου. Περπατούσε μέχρι το σημείο όπου εκείνος και ο Edward είχαν σταθεί τόσες φορές, με θέα στον «Old Man» του Franconia Notch. Μία-δύο φορές μετά το δείπνο, περπατούσε πάνω-κάτω στο μικρό άλσος στο δυτικό άκρο του σπιτιού και σκεφτόταν τον Edward. Πάντοτε ένιωθε ήρεμος και γαλήνιος σε εκείνο το άλσος, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί.
Η μητέρα του David, που ήταν πάντα πολύ κοντά στον γιο της και στις διαθέσεις του, του είπε σύντομα, καθώς εκείνος έφευγε για το σεμινάριο μετά από μία τέτοια επίσκεψη: «David, μερικά πράγματα θέλουν χρόνο. Χρόνο. Μόνο ο χρόνος μπορεί να βοηθήσει. Να είσαι υπομονετικός. Με τον εαυτό σου, εννοώ. Και με ό,τι είναι αυτό που σε βασανίζει. Θυμήσου πόσα χρόνια χρειάστηκαν στον Edward για να φτάσει στη δική του ειρήνη.»
Ο David ένιωσε ευγνωμοσύνη για αυτά τα λόγια και παρηγορήθηκε. Ήταν κάποιου είδους ιδιαίτερο μήνυμα για εκείνον. Όμως, και πάλι, υπήρχε ο αινιγματικός χαρακτήρας τους: η παρηγοριά και ο χαρακτήρας «μηνύματος» των λόγων της δεν προσφέρονταν για καμία λογική εξήγηση. Όπως και η επίδραση που είχε πάνω του το άλσος, ή η σημασία των τελευταίων λόγων του Edward, ή το τι ακριβώς είχε μεταδώσει σε αυτόν ο δαιμονισμένος άνδρας στο Παρίσι, ή η παράξενη εντύπωση που είχε αποκομίσει από τον Teilhard.

Το ζήτημα ήταν ότι καμία από τις γνώσεις και τη μόρφωσή του δεν του ήταν χρήσιμη. Τα νοήματα όλων αυτών των γεγονότων φαίνονταν να πηγάζουν από κάποια άλλη πηγή πέρα από τη διάνοιά του· ήταν ξένα προς τη γνώση και τη μάθησή του. Και αυτό τον αναστάτωνε.
Οι φοιτητές του άρχισαν να παρατηρούν ότι ο τόνος και, εν μέρει, το περιεχόμενο των διαλέξεων του David είχαν αλλάξει. Παρέμενε εξίσου αμείλικτος όπως πάντα στις διερευνήσεις του των παραδοσιακών δογμάτων υπό το φως των σύγχρονων επιστημονικών ευρημάτων. Και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσε τις παραδοσιακές παρουσιάσεις των δογμάτων για τη δημιουργία και το Προπατορικό Αμάρτημα.
Αλλά ένα νέο στοιχείο τράβηξε την προσοχή τους. Ο «Bones» επέστρεφε ξανά και ξανά στα δεδομένα της ανθρωπολογίας και της παλαιοντολογίας με φράσεις που δεν τον είχαν ακούσει να χρησιμοποιεί προηγουμένως. «Όσο μετράμε αυτό αποκλειστικά με τους κανόνες μας και τη λογική μας σκέψη, δεν θα βρούμε καμία αιτία για ελπίδα», μπορούσε να πει. Ή: «Εκτός από το βλέμμα του επιστήμονα και τις λεπτότητες του θεολόγου, πρέπει να έχουμε και ένα βλέμμα για το πνεύμα». Κάποτε τελείωσε μια διάλεξη για τα ταφικά έθιμα στην Αφρική λέγοντας, ουσιαστικά: «Αλλά ακόμη κι αν αναλύσετε όλα αυτά τα δεδομένα θεολογικά και λογικά, πρέπει να είστε προσεκτικοί. Μπορείτε να το κάνετε όλο αυτό πιστά, και όμως να περάσετε τυφλά δίπλα από το ένα ίχνος πνεύματος που υπάρχει στην κατάσταση». Φαινόταν να υπάρχει ένας τόνος λύπης στη φωνή του σε τέτοιες στιγμές.

Ελάχιστοι άνθρωποι—και σε αυτούς περιλαμβάνονταν και οι φοιτητές του, που συνήθως γνώριζαν τους καθηγητές τους πολύ καλά—ελάχιστοι γνώριζαν ότι μέχρι τότε ο David είχε διοριστεί εξορκιστής της επισκοπής. Ο Father G. είχε τραυματιστεί σοβαρά σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και δεν θα περπατούσε ποτέ ξανά.

Ο David δεν πήρε ελαφρά το νέο του αξίωμα. Στη συνέντευξη με τον επίσκοπο, όταν το αποδέχτηκε, προσπάθησε να του μεταδώσει ένα περίεργο προαίσθημα. «Αλλάζω», είπε. «Θέλω να πω, φτάνω σιγά-σιγά σε μια βαθιά, πολύ βαθιά συνειδητοποίηση του τι έχω γίνει όλα αυτά τα χρόνια. Δεν είναι ότι έχω φρικτά προβλήματα. Περισσότερο μοιάζει σαν να έχω παραμελήσει κάτι ζωτικό και έρχεται η ώρα που θα πρέπει να το αντιμετωπίσω. Οι εξορκισμοί κάνουν αυτή την ανάγκη πιο έντονη», του είπε.
«Εσείς, Father David, δεν μπορείτε ποτέ να πάψετε να είστε χρήσιμος για την επισκοπή», ήταν το σχόλιο του επισκόπου.
«Όχι. Φυσικά όχι. Δηλαδή, ελπίζω όχι. Αλλά—» Ο David σταμάτησε και κοίταξε πέρα από τον επίσκοπο. Είχε το πιο αμυδρό προαίσθημα. Αν μόνο μπορούσε να το διατυπώσει με λόγια. «Ίσως, επίσκοπε, στο τέλος δύο ετών…» Σταμάτησε ξανά και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αόριστα έβλεπε τα πρόσωπα δύο επιλογών να αναδύονται. Κι όμως δεν είχαν κανένα νόημα για εκείνον. Γύρισε και κοίταξε τον επίσκοπο. «Ίσως να παραιτηθώ από τη διδασκαλία στο σεμινάριο.»
«Ας το ρισκάρουμε αυτό», απάντησε ο επίσκοπος ευχάριστα και με αυτοπεποίθηση.


Για τρεις εβδομάδες, τον Νοέμβριο του 1967, ο David είχε άδεια από το σεμινάριο. Βρισκόταν στη Νέα Υόρκη ασχολούμενος με την παράξενη υπόθεση ενός δικού του φοιτητή, του Father Jonathan, που είχε γεννηθεί ως Yves L. στο Manchester του New Hampshire. Μέχρι τη στιγμή του αφορισμού του από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ο Yves είχε αλλάξει το όνομά του. Ήταν δεκατέσσερα χρόνια νεότερος από τον Father David. Όπως και ο David, προερχόταν από εύπορη οικογένεια και, πρακτικά, ήταν μοναχοπαίδι.

Ο πατέρας του Yves, Romain, ήταν καθολικός, Γαλλοκαναδός, καταγόμενος από το Montreal, και γιατρός στο επάγγελμα. Η μητέρα του, Sybil, που είχε ασπαστεί τον καθολικισμό, ήταν σουηδικής καταγωγής. Ο πρώτος της γάμος, χωρίς παιδιά, είχε λήξει όταν εκείνη ήταν είκοσι επτά ετών, με την αυτοκτονία του συζύγου της.
Η Sybil ήταν πάνω από σαράντα και ο Romain πενήντα δύο ετών όταν γεννήθηκε ο Yves. Είχε έναν ετεροθαλή αδελφό, τον Pierre, από τον προηγούμενο γάμο του πατέρα του στον Καναδά. Η μητέρα του Pierre είχε πεθάνει στη γέννα. Όταν γεννήθηκε ο Yves, ο Pierre ήταν είκοσι οκτώ ετών, παντρεμένος, με δικά του παιδιά, και ζούσε στο New Jersey.
Πριν από τον πρώτο της γάμο, η Sybil είχε διδάξει σε ιδιωτικό σχολείο στην Ελβετία. Είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Heidelberg στη Γερμανία και είχε διδακτορικό στη φιλοσοφία. Μετανάστευσε στον Καναδά με τους γονείς της στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Η ομορφιά του Yves προφανώς αντανακλούσε τη σουηδική του καταγωγή και ιδιαίτερα τη βόρεια ομορφιά της μητέρας του.
Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα. Συγγενείς και φίλοι που γνώριζαν και τους τρεις για πολλά χρόνια θυμούνταν πάντα πόσο ενωμένοι ήταν ως οικογένεια, αν και μερικοί θυμούνταν το σπίτι ως υπερβολικά «ενήλικο» και διανοητικό για ένα μικρό αγόρι. Υπό την επιρροή ιδιαίτερα της μητέρας του, ο Yves στην ηλικία των εννέα ετών διάβαζε μανιωδώς· και επτά χρόνια αργότερα, στις τελικές εξετάσεις, εντυπωσίασε τους εξεταστές του με τη λεπτομερή γνώση του της αγγλικής και αμερικανικής λογοτεχνίας.
Η μητέρα του Yves είχε μια σιγοκαίγουσα προσωπικότητα· πάντοτε έδινε την εντύπωση βαθιών και σκοτεινών εμπειριών μέσα της. Όπως συμβαίνει με πολλούς προσήλυτους, ήταν πιο καθολική από τους ίδιους τους καθολικούς.
Η θρησκευτικότητα του πατέρα του ήταν πιο λαϊκή και ενστικτώδης. Τα νιάτα του τα είχε περάσει στον βορειοδυτικό Καναδά. Αργότερα, ο David θα ανακάλυπτε ότι οι πρώτες εικόνες που είχε κρατήσει ο πατέρας του Yves ήταν περίπου ίδιες με τις δικές του: άγρια φύση, γιγαντιαίες διαστάσεις ουρανού, βουνών και νερών, ακατανίκητες και συχνά σκληρές δυνάμεις στο χιόνι, την καταιγίδα, τον άνεμο και το αφιλόξενο έδαφος.
Οι γονείς του Yves παρέμειναν πάντα αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον, αλλά η σεξουαλική έκφραση αυτής της αγάπης σταμάτησε όταν η Sybil υποβλήθηκε σε υστερεκτομή μετά τη γέννηση του Yves. Φαίνεται ότι ένα βαθύ αίσθημα τραυματισμού ή έλλειψης στη θηλυκότητά της την κατέλαβε.
Ο Romain, από την άλλη πλευρά, πέρασε μια θρησκευτική κρίση οξείας οδύνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της συζύγου του. Εν μέρει επειδή η ζωή της κινδύνευε, και εν μέρει λόγω μιας σύντομης εξωσυζυγικής σχέσης που είχε εκείνη την περίοδο, ανέπτυξε έναν διαρκή φόβο ότι, εξαιτίας των αμαρτιών των προηγούμενων χρόνων του και της σχέσης εκείνης, θα έχανε την πίστη του, θα πέθαινε άπιστος και θα στερούνταν την αιώνια ζωή στον Παράδεισο.
Ο Yves δεν παρατήρησε ποτέ κάποιο σημάδι αυτής της βασανιστικής σχολαστικότητας του πατέρα του· και δεν συνειδητοποίησε παρά πολύ αργότερα στη ζωή του ότι η συζυγική αγάπη των γονιών του είχε ψυχρανθεί πολύ νωρίς στην παιδική του ηλικία. Και οι δύο γονείς ήταν εξωτερικά πολύ στοργικοί με κάθε τρόπο.
Όταν ο Yves έφτασε στην εφηβεία του, η Sybil είχε γίνει μια καλή, ευφυής και υγιής γυναίκα. Αν και δεν ήταν πλέον δεμένη με αυτό που αποκαλούσε «τους μηχανισμούς της σεξουαλικότητας», είχε έντονη επίγνωση της αγάπης και της αισθησιακότητάς της, ζούσε με χάρη, δημιουργικά, αλλά χωρίς φιλοδοξία. Ο Romain ήταν γιατρός γνωστός για την αφοσίωση και την ικανότητά του, καθώς και για το αίσθημα καθήκοντος προς την κοινότητα. Πατέρας και μητέρα είχαν ένα άγραφο σύμφωνο στενής συντροφικότητας και αμοιβαίας φροντίδας. Δημιουργούσε έναν προσωπικό κόσμο απόλυτης εμπιστοσύνης και αδιατάρακτης ειρήνης.

Συνολικά, η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεγάλωσε ο Yves και μέσα στην οποία ένιωθε ασφαλής ήταν μια ενήλικη ατμόσφαιρα, διαποτισμένη από αξίες που αισθανόταν περισσότερο απ’ όσο κατανοούσε. Η οικογενειακή ζωή εμπνεόταν από αισθήματα που αντιλαμβανόταν και αναπαρήγαγε, αλλά που δεν εξέφραζαν βαθιά τις δικές του κλίσεις και προτιμήσεις. Η ζωή με τη Sybil και τον Romain περιστρεφόταν γύρω από αόρατα πράγματα που ο ανώριμος Yves γνώριζε κυρίως διαισθητικά αλλά δεν μπορούσε να τα προσδιορίσει. Υπήρχε ακεραιότητα προσώπου και χάρη στον τρόπο ζωής τους. Υπήρχε δύναμη αγάπης και σταθερότητα κρίσης. Αλλά η οπτική ήταν στενή, υπερβολικά στενή.
Μέσα σε αυτή την οικογένεια, οι αξίες και οι προσωπικοί δεσμοί του Yves—οι γονείς του, το σχολείο του, το ενοριακό περιβάλλον του, οι φίλοι του—ήταν στερεωμένοι με γερά θεμέλια. Φοίτησε σε ενοριακά σχολεία μέχρι τα δεκαοκτώ του. Αναδρομικά, και όσο μπορεί να θυμηθεί κανείς, δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα σε εκείνον και τα άλλα αγόρια που γνώριζε. Ήταν εξαιρετικός στα σπορ και πολύ καλός χορευτής· έβγαινε με κορίτσια της περιοχής και δούλευε περιστασιακά με έναν φίλο μέχρι που συγκέντρωσαν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.
Είχε μόνο λίγα σοβαρά επεισόδια με τις σχολικές αρχές. Ποτέ δεν αφορούσαν τη μελέτη—εκεί ήταν πάντα άψογος. Αλλά πότε-πότε ο Yves ξεσπούσε εναντίον κάποιου καθηγητή μπροστά σε όλη την τάξη, σε μια έκρηξη λεκτικής κακοποίησης και ανεξέλεγκτης οργής.
Αργότερα ήταν πάντοτε απολογητικός, και η προφανώς ειλικρινής του μεταμέλεια και το γοητευτικό του χαμόγελο συνήθως έφερναν αποτέλεσμα· οι σχολικές αρχές τον συγχωρούσαν εύκολα. Πιθανότατα δεν έβλαπτε το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν αρκετά επιφανής πολίτης, ότι η μητέρα του ήταν ενεργό μέλος της ενορίας, και ότι ο Yves κέρδιζε κάθε χρόνο κρατικό βραβείο για την έκθεσή του στα αγγλικά, φέρνοντας έτσι τιμή στο σχολείο. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο με τις λέξεις και μια ποιητική χάρη που ξεπερνούσε το συνηθισμένο. Αυτό τον βοηθούσε τόσο στις σπουδές του όσο και στις περιπέτειές του.
Στα δεκαέξι του, ο Yves ήταν ερασιτέχνης ζωγράφος, έγραφε ποιήματα για να τιμήσει γεγονότα του σχολείου και του σπιτιού, επιλέχθηκε ως αποχαιρετιστήριος ομιλητής της τάξης του και αγαπούσε πραγματικά τη λογοτεχνία. Μέχρι τα δεκαεπτά του, είχε αποφασίσει να γίνει ιερέας.
Μια τελευταία σχολική έκθεση, γραμμένη από τον Yves στο τέλος της τελευταίας του χρονιάς, διαβάζεται σήμερα σαν μια τρομερή προφητεία. Σε μια πρόωρα ώριμη μελέτη για τον Shelley, ο Yves έγραψε: «Αλλά με όλη αυτή την ομορφιά, κανείς δεν μπορεί να πει τι θα είχε κάνει στον ποιητή και στον άνθρωπο αν είχε ζήσει πέρα από την ηλικία των τριάντα. Ο Shelley άνοιξε δρόμο σε μια νέα ιδέα της θεότητας. Αλλά ίσως — ποτέ δεν θα το μάθουμε — να ήταν μια παγίδα που έστησε ο Satan του Job ή ο Devil του Dante». Ο Yves κουβαλούσε αυτή την έκθεση μαζί του για πολλά χρόνια, επειδή ένιωθε ότι γράφοντάς την είχε διαισθανθεί κάτι πολύ βαθύ.
Όφειλε την απόφασή του να γίνει ιερέας σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή των γονιών του. Η ιεροσύνη υπήρξε η πρώτη φιλοδοξία του πατέρα του στη ζωή· και μετέδωσε αυτή τη ματαιωμένη επιθυμία στον γιο του — όχι ως εντολή ή υποχρέωση, αλλά ως ιδανικό. Ο Yves ήξερε από την ηλικία των επτά ετών ότι, στα μάτια του πατέρα του, η ιεροσύνη ήταν το καλύτερο, το υψηλότερο, το πιο τιμημένο επάγγελμα. Αυτό του το μετέδιδε ο πατέρας του με το βλέμμα, τον λόγο και τη στάση του. Η επιρροή της μητέρας του δεν ήταν τόσο θετική. Περισσότερο συνέβαινε το εξής: υποτιμώντας κάθε άλλο επάγγελμα ως δευτερεύον, ανέδειχνε την ιεροσύνη ως ιδανικό και στόχο.


Το σεμινάριο στο οποίο φοίτησε ο Yves ήταν το ίδιο όπου, δύο χρόνια αργότερα, τοποθετήθηκε ο Father David M. Ο Yves ήταν ένας από τους πολλούς ιεροσπουδαστές και δεν τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή του David. Οι σπουδές του ήταν, όπως πάντα, άριστες. Είχε πολύ ωραία φωνή για ψαλμωδία. Είχε εντυπωσιακή παρουσία με τα τελετουργικά άμφια: πάνω από έξι πόδια ύψος, ξανθά μαλλιά, γαλανά μάτια, με χέρια συγχρόνως ανδρικά και όμορφα. Τον χαρακτήριζε μια χαριτωμένη ευχέρεια και συμμετρία στην κίνηση· και, πάνω απ’ όλα, διέθετε ένα ζευγάρι μάτια που εξέπεμπαν μια εντυπωσιακή φωτεινότητα και ασκούσαν σχεδόν υπνωτική επίδραση στους γύρω του.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Yves ήταν ο ιδανικός τύπος ανθρώπου για το εγχειρίδιο του λειτουργιολόγου και το πρότυπο για το οποίο γράφεται κάθε εγχειρίδιο ιεροκήρυκα. Η γνώση του στα αγγλικά και το καλό του ύφος γραφής τον βοηθούσαν στα δοκιμαστικά κηρύγματα που συνέθετε και εκφωνούσε στο σεμινάριο.
Εξαιτίας αυτών των ταλέντων, το ενδιαφέρον του για την τέχνη και την ποίηση συγχωρούνταν. Στην ατμόσφαιρα κάθε σεμιναρίου κατά τη δεκαετία του 1950, υπήρχε πάντοτε μια γενική καχυποψία απέναντι σε όποιον ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία — ιδίως για την ποίηση. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός εκείνης της εποχής θεωρούσε τέτοια πράγματα «επικίνδυνα». Η Εκκλησία πάντοτε δυσκολευόταν να κυβερνήσει ποιητές και ζωγράφους· μερικές φορές ήταν ανεπιθύμητοι προφήτες και ενοχλητικοί σχολιαστές.
Αλλά ο Yves χρησιμοποιούσε καλά τα χαρίσματά του. Κρατιόταν μέσα στη νοοτροπία του σεμιναρίου. Ήταν προσεκτικός, πάντοτε προσεκτικός.
Ένα περιστατικό στα χρόνια του σεμιναρίου του αναστάτωσε πρόσκαιρα τις αρχές. Ήταν το 1961. Όπως πάντα με τον Yves, το ξεπέρασε γρήγορα. Η περίσταση ήταν οι τελικές θεολογικές του εξετάσεις, προφορικές, που διεξάγονταν από τρεις καθηγητές του και προεδρεύονταν από έναν τέταρτο, ο οποίος, αν χρειαζόταν, θα intervened για να επιλύσει μια διαφωνία ή να δώσει την αποφασιστική ψήφο στην απονομή του βαθμού. Συνήθως ο moderator — όπως ονομαζόταν το τέταρτο μέλος της εξεταστικής επιτροπής — δεν λάμβανε μέρος στις εξετάσεις και χρησιμοποιούσε τον χρόνο για να διαβάσει κάποιο βιβλίο ή να τακτοποιήσει την αλληλογραφία του.
Αυτή τη φορά ο moderator ήταν ο David. Κάποια στιγμή στις προφορικές εξετάσεις του Yves, ξέσπασε έντονη διαφωνία ανάμεσα σε έναν από τους εξεταστές, τον Father Herlihy, και τον Yves. Ο Father Herlihy εξέταζε τον Yves πάνω στη φύση των επτά μυστηρίων (βάπτισμα, χρίσμα, γάμος κ.ο.κ.) και στον David φάνηκε θυμωμένος. Αλλά ήταν ο Yves εκείνος που τράβηξε περισσότερο την προσοχή του David — το ωραίο πρόσωπο τραβηγμένο και καταβεβλημένο, το στόμα σφιγμένο σε μια πεισματική γκριμάτσα, το μέτωπο ιδρωμένο, τα μάτια άδεια από τη συνηθισμένη γοητεία τους. Η αλλαγή, τόσο πλήρης, τόσο γρήγορη, ξάφνιασε και ανησύχησε τον David. Δεν μπορούσε να διακρίνει καθόλου το γνώριμο φως, αλλά μόνο πικρή αγανάκτηση στα μάτια του Yves.
Ο Yves τελικά κατάφερε να ψελλίσει κάποιου είδους απάντηση στις ερωτήσεις του Father Herlihy και έφυγε τρέχοντας από την αίθουσα των εξετάσεων μόλις τελείωσε ο χρόνος.
Από ανησυχία, ο David πήγε μετά την εξέταση στο γραφείο του Father Herlihy, για να συζητήσουν με περισσότερη λεπτομέρεια τι ακριβώς είχε συμβεί ανάμεσα σε εκείνον και τον Yves.
Όπως φαινόταν, ο Yves είχε επιμείνει σε κάποιο σημείο ότι όλα τα μυστήρια δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εκφράσεις της φυσικής ενότητας του ανθρώπου με τον κόσμο γύρω του. Σύμφωνα με την αποδεκτή διδασκαλία, αυτό είναι αιρετικό. Τα μυστήρια θεωρούνται τα ύψιστα μέσα ένωσης με τον Θεό. Τα λόγια του Yves υπονοούσαν ότι, μετά τον θάνατό Του, ο Jesus είχε επιστρέψει στη φύση· και επομένως τα μυστήρια ήταν ο τρόπος μας να είμαστε ένα με τον Jesus μέσα στη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα και το απέραντο σύμπαν.

Συνεχίζεται