Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Heidegger και Πλάτων 2 Επανάληψη

Heidegger και Πλάτων 2

Από πού εξαρτάται, για τον Heidegger, αυτή η δυναμική του δυτικού πολιτισμού; Έχουμε ήδη πει ότι, γι’ αυτόν, τα αποτελέσματα του σύγχρονου κόσμου εξαρτώνται από έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας του ελληνικού logos και της ελληνικής episteme, ο οποίος αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε στην πορεία της δυτικής παράδοσης και οδήγησε στον αλλοτριωμένο κόσμο της σύγχρονης εποχής.
 από την αρχή, ο Heidegger θέτει το ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης όχι σε όρους ενός ανορθολογικού δεσίματος με τις πιο ιδιότυπες δυναμικές της ίδιας της ύπαρξης, αλλά το θέτει σε μια αυστηρά οντολογική προοπτική· όπως άλλωστε δείχνει και το απόσπασμα από τον Πλάτωνα που βρίσκεται ως μότο στο Είναι και Χρόνος. Εδώ γίνεται λόγος για το πρόβλημα του είναι, και αυτό είναι που πρωτίστως ενδιαφέρει τον Heidegger.
Για να φτάσει, λοιπόν, στο πρόβλημα του Είναι, ο Heidegger θέτει το ερώτημα: ποιο είναι εκείνο το προνομιούχο ον που είναι σε θέση να θέσει αυτό το ερώτημα; Και αφού αυτό το ον είναι ο άνθρωπος, η ανθρώπινη ύπαρξη, το Dasein, είναι αναγκαίο, για να φτάσει σε αυτό το πρόβλημα, να παραχθεί μια ανάλυση αυτού του ιδιαίτερου όντος και να εντοπιστούν οι λόγοι για τους οποίους ξεχωρίζει ακριβώς λόγω της ικανότητάς του να θέτει το ερώτημα του είναι.
......Αυτό που ενδιαφέρει, λοιπόν, τον Heidegger είναι να φωτίσει ποιος είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης της ανθρώπινης ύπαρξης· και με αυτό, φυσικά, καταλήγει να παρέχει εξαιρετικά πολύτιμα εργαλεία για την ανάλυση της ύπαρξης, αλλά αυτό δεν είναι ο τελικός σκοπός στον οποίο θεωρεί ότι πρέπει να φτάσει......

Από αυτή την άποψη, ωστόσο, παραμένει και ένα ιδιαίτερα καταπιεστικό πεπρωμένο, ένα πεπρωμένο που δεν φαίνεται να παραδέχεται ή να αφήνει εναλλακτικές λύσεις, παρά μόνο όταν έχουν εξαντληθεί και φτάσει ως το τέλος όλες οι συνέπειες, ακόμη και οι πιο οδυνηρές, αυτής της μεταφυσικής απόφασης που παίρνει ο Πλάτωνας και που η σύγχρονη τεχνική φέρνει στην οριστική της ολοκλήρωση. Με αυτή την έννοια, ο Heidegger είναι επίσης ένας στοχαστής που θέλει να επιταχύνει τον μηδενισμό της τεχνικής, θέλει να βοηθήσει να πέσει ό,τι ήδη συμβαίνει, θέλει να φέρει στην πλήρη, ακραία έκφρασή τους όλες τις δυνατότητες, όλες τις συνθήκες που τέθηκαν σε αυτό το πεπρωμένο, που καρποφόρησαν και οδήγησαν στις συνέπειες του σύγχρονου κόσμου.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, ο Heidegger καταφέρνει, μοναδικός νομίζω, ή ανάμεσα σε ελάχιστους σύγχρονους στοχαστές, να ξανασκεφτεί σε ένα ενιαίο πλαίσιο το σύνολο της δυτικής φιλοσοφίας, από τις απαρχές της, την ελληνικότητα, μέχρι την ουσιαστική της ολοκλήρωση, που γι’ αυτόν είναι η ουσία, το πεπρωμένο, της σύγχρονης τεχνικής.
Το φιλοσοφικό έργο του Heidegger παρουσιάζει εκ πρώτης όψεως μια κάποια παραδοξότητα. Από τη μια, ο Heidegger καλεί την προσοχή της φιλοσοφικής σκέψης σε θέματα και προβλήματα εξαιρετικά λεπτά, αφηρημένα, όπως το ζήτημα του είναι, το πρόβλημα της μεταφυσικής. Από την άλλη, όμως, στον αιώνα μας ίσως κανείς δεν άσκησε μια πιο ριζική κριτική της νεότερης εποχής από αυτήν του Heidegger.
Από αυτή την άποψη, ο ιστορικός χρόνος εισέρχεται με ορμή στον ορίζοντα της φιλοσοφίας του Heidegger. Μπορείτε να λύσετε αυτό το παράδοξο; Με ποια έννοια το ζήτημα του είναι και το ζήτημα της τεχνικής, και άρα σε μη-χάιντεγκεριανή ορολογία, θεωρία και ιστορία, συνυφαίνονται το ένα με το άλλο στη σκέψη του Heidegger; Πράγματι, η σκέψη του Heidegger μπορεί να φανεί, λόγω της προσήλωσής της σε ένα αμιγώς φιλοσοφικό ζήτημα όπως το ζήτημα του είναι, ως σκέψη εξαιρετικά αφηρημένη και μακρινή από τα πιο συγκεκριμένα και άμεσα προβλήματα του κόσμου της ζωής. Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτή την σχεδόν αποκλειστική προσοχή στο πρόβλημα του είναι, ο Heidegger εκδηλώνει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη και διεισδυτική προσοχή για όσα αποτελούν τις βαθιές, ριζικές αναστατώσεις του σύγχρονου κόσμου.

Ο Heidegger είναι, ανάμεσα στους σύγχρονους στοχαστές, ίσως εκείνος που, πιο ευαίσθητα από άλλους, κατάφερε να συλλάβει τις μεταβολές, τις ανατροπές που παράγονταν σε αυτόν τον κόσμο και που, με περισσότερη διαύγεια και νηφαλιότητα από πολλούς άλλους στοχαστές, κατόρθωσε να σκεφτεί στο ύψος αυτών των βαθύτερων κινήσεων. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, φαινόμενα όπως η υποτίμηση των αξιών, η απώλεια του κέντρου, οι κρίσεις ταυτότητας, όλες εκείνες τις εκφράσεις μιας βαθιάς κρίσης που διαρρηγνύει τον σύγχρονο κόσμο και που βρήκαν στον Heidegger έναν αναγνώστη, έναν ερμηνευτή ιδιαίτερα οξυδερκή και προσεκτικό. Από αυτή την άποψη μπορεί να ειπωθεί, λοιπόν, ότι στον Heidegger υπάρχει, δίπλα στην προσοχή για το πρόβλημα του είναι, μια εξίσου ισχυρή και ευαίσθητη προσοχή για τις παθολογικές εκδηλώσεις της νεωτερικότητας, απέναντι στις οποίες ο Heidegger προβάλλει ως στοχαστής που σκοπεύει να αναλάβει αυτές τις παθολογίες όπως αναλαμβάνει κανείς προβλήματα προς επίλυση.
Ο σύνδεσμος που πρέπει να γίνει είναι ο εξής. Για τον Heidegger, αφού αναγνωρίσουμε αυτές τις ασθένειες του σύγχρονου κόσμου, πρέπει επίσης να είμαστε ικανοί να εντοπίσουμε τις αιτίες που τις προκάλεσαν ώστε να μπορέσουμε να επιδιορθώσουμε, να θεραπεύσουμε ή προφανώς να επουλώσουμε ό,τι παρήγαγαν αυτές οι αιτίες και αυτοί οι λόγοι. Και όσο πιο ριζική είναι η αναζήτηση αυτών των αιτίων, όσο πιο βαθιά κατεβαίνουμε στην έρευνα αυτού που παράχθηκε στο επίπεδο της ιστορικής επιφάνειας, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η θεραπεία που θα μπορούμε να προτείνουμε για την επίλυση αυτών των προβλημάτων.

Δεν παρακάμπτουμε τα προβλήματα της τεχνικής, του μηδενισμού, μέσα από την αναζήτηση επιφανειακών παυσίπονων, προχωρώντας από αιτία σε αιτία και εμπλεκόμενοι ολοένα και περισσότερο στη διαβολική δυναμική που έχει ενεργοποιήσει το φαινόμενο της τεχνικής. Διαβολική, επειδή με τις λύσεις των προβλημάτων που έχουμε μπροστά μας, ενεργοποιούμε περαιτέρω προβλήματα και έτσι μια άπειρη αλυσίδα παραπομπών. Είναι ακριβώς γι’ αυτό που ο Heidegger αναζητά μια βαθύτερη αιτία αυτού του κακού, αυτού του παθολογικού πεπρωμένου της νεωτερικότητας, και βρίσκει αυτή τη βαθύτερη αιτία μέσω μιας σειράς διεργασιών, ανακαλύπτοντάς την σε μια αφαίρεση του ίδιου του είναι.
Υπάρχει μια βαθιά διάσταση, αυτή η διάσταση που ο Heidegger υποδεικνύει με ένα όνομα, το είναι, η οποία δεν είναι πια παρούσα στον σύγχρονο άνθρωπο. Μια διάσταση στην οποία ο σύγχρονος άνθρωπος θα είχε ή θα ωρίμαζε μια συνείδηση της ανημπόριας του, της θνητότητάς του, του περιορισμού του, και επομένως της επισφάλειας του τεχνικού του σχεδίου για πρακτική και γνωστική κυριαρχία πάνω στην πραγματικότητα· αλλά την οποία, αντίθετα, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει απωθήσει ώστε να μπορεί να αφιερώσει και να εκδηλώσει όλες του τις ενέργειες ακριβώς σε αυτό το έργο της καθολικής, εξονυχιστικής και επίμονης οικειοποίησης όλων όσων υπάρχουν. Ξεχνώντας το είναι, ο άνθρωπος μπορεί να επικεντρωθεί στο ον για να το κυριαρχήσει και να το εξουσιάσει. Αυτή είναι πιθανότατα η λήθη του είναι, η βαθύτερη αιτία, η μεταφυσική αιτία των παθολογιών του σύγχρονου κόσμου.

Έτσι κατανοείται τότε, ακόμη κι αν η παρουσίασή μου εδώ είναι εξαιρετικά συνοπτική και περιληπτική, η σύνδεση που βλέπει ο Heidegger ανάμεσα σε ένα τόσο αφηρημένο πρόβλημα όπως το ζήτημα του είναι και στα πιο καυτά ζητήματα του σύγχρονου κόσμου.

Σχετικά με την έννοια της αφαίρεσης του είναι, στην απαρχή της χαϊντεγκεριανής σύλληψης της ιστορίας της μεταφυσικής ως διαδικασίας παρακμής που από την αρχική πληρότητα της προσωκρατικής σκέψης οδηγεί στην τωρινή εποχή, σε εκείνη που ο Heidegger με την έκφραση του Hölderlin αποκαλεί εποχή της φτώχειας. Στην απαρχή αυτής της σύλληψης της ιστορίας, και επομένως και αυτής της ιδέας της αφαίρεσης του είναι, υπάρχει ένα θέμα που βρίσκουμε ήδη από τα πρώτα βήματα της σκέψης του Heidegger.
Αναφέρομαι στην ιδέα που υπάρχει στα νεανικά του κείμενα, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ζωή κατέχεται από μια τάση να φθείρεται, να πέφτει έξω από τον εαυτό της, να χάνεται στον κόσμο των πραγμάτων και να μην μπορεί έτσι να ξαναβρεί τον εαυτό της παρά μόνο σε μια, θα λέγαμε, αντικειμενοποιημένη μορφή. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτόν τον θεωρητικό πυρήνα που ο Heidegger επεξεργάζεται τη δεκαετία του ’20 και που μέσα από συνεχείς μεταμορφώσεις θα καταλήξει στην έννοια της ιστορίας της μεταφυσικής;

Για τον Heidegger, η ιστορία της μεταφυσικής είναι μια υπόθεση, ένα πεπρωμένο που έχει κι αυτό βαθιές ρίζες και του οποίου πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες. Ο Heidegger εντοπίζει ή ακολουθεί ουσιαστικά δύο δρόμους για να καταφέρει να αναγνωρίσει αυτές τις αιτίες.

Ένας πρώτος δρόμος είναι ακριβώς εκείνος που έθεσε σε πράξη στην πρώτη φάση της σκέψης του, κυρίως στα μαθήματα που δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και στη συνέχεια μεταξύ 1923 και 1928 στο Μάρμπουργκ. Κατά τη διάρκεια αυτής της στοχαστικής του πορείας ο Heidegger προσπαθεί να δείξει ότι η μεταφυσική και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει δεν είναι κάτι που έπεσε πάνω στον δυτικό άνθρωπο απ’ έξω, αλλά είναι ο καρπός μιας δυναμικής που είναι έμφυτη σε εκείνη την εξαιρετικά ιδιαίτερη κίνηση που είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου. Η ζωή του ανθρώπου έχει μέσα της μια κίνηση που προσανατολίζει και κατευθύνει τη ζωή κατ’ αρχάς και κατά κύριο λόγο προς τρόπους πραγματοποίησης που είναι ως επί το πλείστον αναυθεντικοί.

Και αυτό επειδή η αυθεντική επιλογή είναι πάντα πιο δύσκολη και πιο κοπιαστική από την αναυθεντική. Όταν εμείς βάζουμε στόχο να πετύχουμε έναν στόχο, το να χτυπήσουμε το κέντρο είναι πάντα το πιο δύσκολο, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με έναν και μοναδικό τρόπο, ενώ τις περισσότερες φορές εμείς με αρκετή ευκολία μπορούμε να πλησιάσουμε στο να πετύχουμε τον στόχο, αλλά το κέντρο είναι ένα και μοναδικό· από εκεί προκύπτει η ευκολία του λάθους και η δυσκολία της επιτυχίας. Ε, λοιπόν, για τον Heidegger η ανθρώπινη ζωή είναι κάτι ανάλογο.
Είναι ένα σχέδιο η επιτυχία του οποίου μπορεί να πραγματοποιηθεί με έναν τρόπο και μόνο, ενώ αντίθετα μπορεί να πάει στραβά και να αποτύχει με πολλούς τρόπους. Η αποτυχία της ύπαρξης είναι πάντοτε πιο εύκολη, βρίσκεται πάντοτε εκεί, σε ενέδρα, ενώ η επιτυχία της είναι δυσκολότερη. Υπάρχει λοιπόν στη ζωή αυτή η τάση προς τη φθορά, δηλαδή η τάση να καταλήγει σε πραγματώσεις που δεν βρίσκονται στο ύψος μιας αυθεντικής επιλογής.
Και πράγματι, η μεταφυσική, με ό,τι αρνητικό αυτή αντιπροσωπεύει στα μάτια του Heidegger, δηλαδή το σχέδιο της ανθρώπινης υποκειμενικότητας στην αξίωσή της να κυριαρχεί πάνω σε όλο το ον καθ’ όσον ον, το οποίο βρίσκεται εκεί μπροστά διαθέσιμο ως υλικό προς εκμετάλλευση, είναι ο θεωρητικοφιλοσοφικός αντικατοπτρισμός αυτής της έμφυτης στον άνθρωπο τάσης να αποτυγχάνει μάλλον παρά να πετυχαίνει. Ακριβώς επειδή η ύπαρξη απαιτεί κάθε στιγμή να προβάλλεται ως σχέδιο, αυτή αντιπροσωπεύει ένα βάρος, μια δυσκολία προς διαχείριση και διακυβέρνηση, απέναντι στην οποία πάντοτε διατρέχουμε τον κίνδυνο να πέσουμε σε σφάλμα. Και η μεταφυσική υπήρξε για τον Heidegger ένα πεπρωμένο, ένα σφάλμα, μια περιπλάνηση εύκολη και αναπόφευκτη, μέσα στην οποία έπεσε η ανθρώπινη ιστορία.

Σε αυτήν την περιπλάνηση της μεταφυσικής αντικατοπτρίζεται λοιπόν, σε ένα συνολικό πεπρωματικό επίπεδο, εκείνη η τάση που μπορούμε να διαπιστώσουμε στον καθένα μας όταν βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο αυθεντικό και το αναυθεντικό και διαπιστώνουμε την ευκολία με την οποία πέφτουμε στο αναυθεντικό και τη δυσκολία του να επιλέξουμε τη μορφή της αυθεντικής ζωής. Κάτι ανάλογο, μια παρόμοια δυναμική, πραγματοποιείται στην ιστορία της σκέψης, στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, σύμφωνα με την οπτική του Heidegger. Ο νεωτερικός μηδενισμός βρίσκει, κατά τον Heidegger, την πιο ολοκληρωμένη πραγμάτωσή του στην τεχνικο-επιστημονική οργάνωση του κόσμου, ίδια του σύγχρονου κόσμου.
Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για μια λέξη δύσκολης μετάφρασης που χρησιμοποιεί ο Heidegger, δηλαδή το Gestell, για να χαρακτηρίσει τον σύγχρονο κόσμο; Αυτός ο όρος Gestell είναι ένας ιδιαίτερος όρος, επειδή είναι λέξη της κοινής γερμανικής γλώσσας, από την οποία ο Heidegger την αντλεί, φορτίζοντάς την όμως με φιλοσοφικό νόημα και ανυψώνοντάς την σε κεντρική έννοια για να δηλώσει εκείνη την πλανητική μορφή που χαρακτηρίζει την εποχή μας, δηλαδή τη μορφή της τεχνικής.

Γιατί ο Heidegger επιλέγει ακριβώς αυτόν τον όρο Gestell; Ο όρος αυτός σημαίνει στη κοινή χρήση κάτι το κατασκευασμένο, το τεχνητό. Κυριολεκτικά σημαίνει ένα σκελετό γυαλιών· σημαίνει όμως επίσης ένα καβαλέτο· σημαίνει επίσης ένα πλαίσιο· Brillengestell είναι η σκελετός των γυαλιών· Fahrradgestell το πλαίσιο ενός ποδηλάτου· Gestell είναι ακόμη ο πάγκος ενός τεχνίτη. Συνεπώς δηλώνει μια δομή, μια κατασκευή που έχει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του να είναι κάτι κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, ένα τεχνούργημα που συγκρατεί, που λειτουργεί ως φέρουσα δομή κάποιου πράγματος. Είναι λοιπόν ένας όρος που, για τον Heidegger, μπορεί να προσαρμοστεί στο να δηλώσει αυτό που αντιπροσωπεύει η τεχνική σε σχέση με τη φύση: η τεχνική αντιπροσωπεύει σε σχέση με τη φύση αυτό που είναι τεχνητό, κατασκευασμένο, παραγόμενο, ενώ η φύση είναι εκείνο που αναπτύσσεται αυθόρμητα, που έχει μέσα του την αρχή της δικής του γένεσης και της δικής του κίνησης, την αρχή της δικής του γέννησης και του δικού του θανάτου. Ενώ το τεχνούργημα είναι κάτι νεκρό, κρύο.
Ο Heidegger λοιπόν χρησιμοποιεί αυτήν την έννοια για να δηλώσει εκείνη τη στάση που στον σύγχρονο κόσμο έχει καταστεί κυρίαρχη και έχει πνίξει τη σπιρτάδα και τη φυσικότητα της ανάπτυξης των όντων που είναι εκ φύσεως. Για να εικονογραφήσει αυτήν την έννοια, ο Heidegger προσφεύγει στον Αριστοτέλη και στη Φυσική του, σε ένα περίφημο απόσπασμα όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι ενώ από ένα δέντρο γεννιέται ένα δέντρο, από ένα κρεβάτι δεν γεννιέται ένα κρεβάτι. Και τα δύο είναι ξύλο, αλλά το ένα είναι ξύλο ζωντανό, ξύλο που έχει μέσα του την αρχή της δικής του γέννησης, της δικής του ανάπτυξης και του δικού του θανάτου, δηλαδή τον δικό του φυσικό κύκλο ζωής· το άλλο είναι νεκρό ξύλο, είναι μια εγκατάσταση, μια δομή. Gestell είναι λοιπόν ο όρος που σημαίνει αυτό το δεύτερο στοιχείο.
Αλλά υπάρχει και κάτι παραπάνω, επειδή η λέξη στη γερμανική συντίθεται από τη ρίζα stell που σημαίνει «τοποθετώ». Το «τοποθετώ» είναι επίσης μια τυπική μορφή του τεχνικού κόσμου: εμείς τοποθετούμε κάτι, το κατασκευάζουμε, δεν το αφήνουμε να είναι σύμφωνα με τον φυσικό του τρόπο. Στα γερμανικά υπάρχουν επίσης μερικά σύνθετα ρήματα με αυτήν τη ρίζα: herstellen (παράγω), vorstellen (αναπαριστώ), bestellen (παραγγέλνω), που είναι όλες μορφές οι οποίες συμβάλλουν στο να διαμορφώσουν τον κόσμο της τεχνικής. Η παραγωγή, η αναπαράσταση, η τάξη είναι όλες διαθέσεις χαρακτηριστικές του τεχνικού κόσμου.
Και έτσι η λέξη Gestell –που, θέλω να υπενθυμίσω, είναι ένα συλλογικό ουσιαστικό, το πρόθημα ge- στα γερμανικά είναι πρόθημα που χρησιμεύει στη δημιουργία συλλογικών λέξεων– είναι ένας συλλογικός όρος που χρησιμεύει για να συγκεντρώνει, να δηλώνει, πέρα από την εγκατάσταση, το σύνολο των μορφών του «τοποθετώ» που συγκροτούν και αντιπροσωπεύουν τις θεμελιώδεις στάσεις του ανθρώπου κυριαρχημένου από την τεχνική.
Για αυτούς τους δύο λόγους λοιπόν το Gestell επιλέγεται από τον Heidegger ως κεντρικός όρος, ως θεμελιώδης λέξη και έννοια για να εκφράσει την ουσία της τεχνικής. Επειδή, κυρίως στα Ύστερα έργα του, ο Heidegger υιοθετεί μια ιδιαίτερα κριτική στάση απέναντι στην επιστήμη, τι νόημα πρέπει να αποδώσουμε στη γνωστή του φράση σύμφωνα με την οποία «η επιστήμη δεν σκέφτεται»;


Όταν ο Heidegger λέει ότι η επιστήμη δεν σκέφτεται, δεν ασκεί κριτική στην επιστήμη, αλλά θέλει απλώς να δείξει ποιο είναι το δικό της πεδίο, να υποδείξει και να αναγνωρίσει τα όρια που η ίδια η επιστήμη επιβάλλει στον εαυτό της. Η επιστήμη δεν σκέφτεται, με την έννοια ότι ερευνά κάτι που λαμβάνει ως αντικείμενο χωρίς να το θέτει σε ερώτηση ως τέτοιο. Η φυσική, για παράδειγμα, αναλύει το αντικείμενο που δέχεται ως δεδομένο, δηλαδή το σύνολο των φυσικών φαινομένων, το σύνολο των φυσικών κινήσεων. Αλλά η φυσική δεν σκέφτεται ποτέ τι είναι η φύση, η physis, ως τέτοια. Συνεπώς, το να λέμε ότι η φυσική δεν σκέφτεται τη physis σημαίνει απλώς να αναγνωρίζουμε αυτό που η φυσική πράγματι κάνει: τη μελέτη των κινήσεων της φύσης. Και να λέμε ότι υπάρχει κάτι που υπερβαίνει αυτή τη μελέτη, κάτι από το οποίο εξαρτάται αυτός ολόκληρος ο ερευνητικός μόχθος· και αυτό είναι ακριβώς εκείνο που θεμελιώνει τον ίδιο τον ορισμό της φυσικής. Τι είναι η φυσική δεν μας το λέει η φυσική· τι είναι τα μαθηματικά δεν μας το λένε τα μαθηματικά· κάθε φορά, η φυσική και τα μαθηματικά προϋποθέτουν το δικό τους αντικείμενο και πεδίο έρευνας προκειμένου να εργαστούν σε αυτό.

Ε, λοιπόν, για τον Heidegger το έργο της σκέψης είναι ακριβώς το να υπερβεί μια ειδική επιστήμη και να αναρωτηθεί γύρω από όλα όσα σε αυτές τις ειδικές επιστήμες προϋποτίθενται ως αυτονόητα, ως δεδομένα. Αυτό είναι, για τον Heidegger, το πιο ίδιο έργο της σκέψης.
Αυτή η θέση του Heidegger απέναντι στην επιστήμη τι σχέση έχει με άλλες θέσεις της φιλοσοφίας που υπήρξαν χαρακτηριστικές, όπως λ.χ. του Hegel ή και του Husserl, για τις οποίες η φιλοσοφία έχει θεμελιωτικό ρόλο απέναντι στις επιστήμες; Η φιλοσοφία είναι, κατά κάποιον τρόπο, η αυτοσυνειδησία της ολότητας μέσα στην οποία εγγράφονται οι επιστήμες.
Κατά κάποιον τρόπο, η σχέση του Heidegger με τις επιστήμες, έτσι όπως την ανασυγκροτήσατε, μοιάζει με αυτό που είπα, κατά έναν άλλο τρόπο όμως όχι. Νομίζω ότι εκ πρώτης όψεως η στάση του Heidegger, κυρίως εξαιτίας του παραδόξου αποτελέσματος που προκαλεί η φράση του όταν λέει ότι «η επιστήμη δεν σκέφτεται», οδηγεί στο να πιστέψει κανείς ότι η στάση του απέναντι στην επιστήμη είναι αποκλειστική, δηλαδή ότι απορρίπτει την επιστήμη από το πεδίο της φιλοσοφικής προβληματικής για να ξεκινήσει σε μια κατεύθυνση όπου η επιστήμη δεν έχει πια τίποτα να πει. Από μια άποψη αυτό είναι αλήθεια, υπό την έννοια ότι τον Heidegger δεν τον ενδιαφέρει να κάνει μια επιστημολογία, μια φιλοσοφική θεωρία που να στοχάζεται πάνω σε ό,τι κάνει η επιστήμη. Δεν είναι όμως αλήθεια υπό την έννοια ότι, για τον Heidegger, αυτό το να περιορίζει την επιστήμη στα δικά της όρια δεν σημαίνει να αγνοεί τι η επιστήμη, και κυρίως η πραγμάτωσή της μέσα στην τεχνική, έχει αντιπροσωπεύσει.
Συνεπώς, πίσω από μια φαινομενική αποπομπή της επιστήμης από το πεδίο των φιλοσοφικά σημαντικών ζητημάτων –με την έννοια ότι η φιλοσοφία ξεκινά εκεί όπου τελειώνει η επιστημονική γνώση– υπάρχει στην πραγματικότητα μια πράξη που ο Heidegger εκτελεί ώστε να επαναφέρει την επιστήμη και την τεχνική με έναν πολύ πιο γενικό, «πλοκαμοειδή» και πανταχού παρόντα τρόπο, από ό,τι μπορεί να θέσει σε εφαρμογή μια επιστημολογία, που είναι πάντοτε ένας επικουρικός λόγος στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης επιστημονικής πρακτικής.
Συνεπώς ο Heidegger, προκαλώντας την επιστήμη με αυτή του τη δήλωση, φέρνει ξανά στο προσκήνιο την επιστήμη και την τεχνική ως ένα εποχικό πεπρωμένο· ακριβώς επειδή η επιστήμη δεν σκέφτεται, είναι κάτι που, στο μέτρο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και υπάρχουμε στον σύγχρονο κόσμο, πρέπει να επαναστοχαστεί. Και άρα είναι ένα κάλεσμα να σκεφτούμε βαθύτερα τι είναι και τι αντιπροσωπεύουν η επιστήμη και η τεχνική για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην κριτική της νεωτερικότητας του Heidegger και στις άλλες εκφράσεις αυτού που στη Γερμανία ονομάστηκε Kulturkritik, κριτική του πολιτισμού; Υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στις θέσεις του Heidegger και σε εκείνες, επίσης ακραίες, του Spengler, του Scheler και του ύστερου Husserl;
Πρέπει να ειπωθεί πρώτα απ’ όλα ότι βεβαίως ο Heidegger στοχάζεται, σκέφτεται και επηρεάζεται βαθιά από το κλίμα που προκάλεσε η γερμανική Kulturkritik των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα· μια στοχαστική κίνηση που αναπτύχθηκε στο περιθώριο της γενικότερης κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και που θα κορυφωθεί με τη μεγάλη κρίση του 1929.


Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος της κριτικής διανόησης εκείνης της εποχής αρχίζει να στοχάζεται πάνω στον σύγχρονο κόσμο και στην κρίση που τον χαρακτηρίζει. Υπάρχει λοιπόν μια σύνδεση ανάμεσα σε όλους αυτούς τους στοχαστές –ή τουλάχιστον στις βαθύτερες αιτίες που τους ώθησαν να συγκεντρωθούν σε μια διάγνωση του παρόντος. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου γεννιέται μια κρίση που γίνεται αισθητή σχεδόν παντού.
Δημιουργείται το αίσθημα ότι η Belle Époque έχει πραγματικά τελειώσει, ότι κάτι νέο έχει επέλθει, ότι μια ισορροπία έχει σπάσει και ότι είναι ανάγκη να βρεθούν νέες μετρήσεις, νέοι προσανατολισμοί. Έτσι διαμορφώνεται η διάχυτη αίσθηση μιας παρακμής του δυτικού πολιτισμού, που ο Spengler ιδίως, με το έργο του Η παρακμή της Δύσης, θα εκφράσει με τρόπο ιδιαίτερα ριζικό και με τεράστια απήχηση.
Ωστόσο, σε σχέση με τον Spengler και με όλους εκείνους που λίγο ή πολύ συνόδευσαν αυτή την κριτική του πολιτισμού, ο Heidegger διαφοροποιείται ως προς τη ριζικότητα της δικής του προσέγγισης στο πρόβλημα. Για τον Heidegger δεν πρόκειται να σταθεί κανείς στις εκδηλώσεις επιφανείας της κρίσης, ούτε να αρκεστεί σε μια βραχυπρόθεσμη αναζήτηση των αιτίων που την προκάλεσαν. Αντίθετα, πρόκειται να αναζητηθούν, μέσα από μια βαθιά και ριζική ανάμνηση (anamnesis), οι αληθινές και βαθύτερες αιτίες, που πηγαίνουν πίσω μέχρι τις απαρχές του δυτικού πολιτισμού και φανερώνουν τα θεμέλια που οδήγησαν σε αυτή την κρίση.

Υπάρχει λοιπόν μια συγγένεια επιφανειακή με όλους αυτούς τους στοχαστές, αλλά και μια ριζική απόκλιση ως προς τη ριζικότητα της μεθόδου που ο Heidegger διεκδικεί ως δική του.

Η κριτική της νεωτερικότητας του Heidegger, από πολλές βασικές πλευρές, φέρνει στον νου εκείνο που σε ένα γνωστό βιβλίο οι πατέρες της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Adorno και ο Horkheimer, ονόμασαν Διαλεκτική του Διαφωτισμού.
Τι ενώνει και τι χωρίζει λοιπόν τη θεωρία κριτικής των φρανκφουρτιανών από τη σκέψη του Heidegger; Οι δύο σχολές –η Χαιντεγκεριανή και η Φρανκφουρτιανή– βρίσκονται φυσικά σε αντίποδες. Είναι δύο πολιτισμικές περιοχές που, για φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς λόγους, συγκρούστηκαν πάντοτε σε αντίπαλα και μάλιστα ακραία στρατόπεδα. Ανάμεσα στον Heidegger και τον Adorno, ή καλύτερα από τον Adorno προς τον Heidegger, υπήρξαν πολλές αφορμές για πολεμική, και ο Adorno έγραψε ακόμη και ένα λίβελλο για να πολεμήσει τη γλώσσα, τη σκέψη και την ορολογία που χρησιμοποιούσε ο Heidegger.

Έτσι, εκ πρώτης όψεως, οι δύο θέσεις φαίνονται ριζικά αντιφατικές. Η θέση των φρανκφουρτιανών, που ευθυγραμμίζεται με μια μαρξιστική ερμηνεία του σύγχρονου κόσμου, και επομένως με μια κριτική αυτού του τύπου· και η Χαιντεγκεριανή θέση, που συνδέεται περισσότερο με μια συντηρητική διάσταση σκέψης.
Ωστόσο, με μια προσεκτικότερη ανάλυση των εσωτερικών αρθρώσεων αυτών των δύο θέσεων, είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε συγγένειες, ακόμη και πολύ ισχυρά παράλληλα, που ορισμένοι κριτικοί τα ανέδειξαν ως υπόγειες αντιστοιχίες, οι οποίες καταλήγουν να ευθυγραμμίζουν τις δύο θέσεις σε μια σχεδόν κοινή ερμηνεία της δυναμικής του δυτικού πολιτισμού.
Από πού εξαρτάται αυτή η δυναμική για τον Heidegger; Είπαμε ήδη ότι, γι’ αυτόν, τα αποτελέσματα του σύγχρονου κόσμου εξαρτώνται από έναν ιδιαίτερο τρόπο κατανόησης του logos και της episteme των Ελλήνων, που διαμορφώθηκε και υλοποιήθηκε στην πορεία της δυτικής παράδοσης και που οδήγησε στον αλλοτριωμένο κόσμο της νεωτερικότητας. Τι κάνουν λοιπόν ο Adorno και ο Horkheimer στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού; Ερμηνεύουν, από μια μαρξιστική σκοπιά, ακριβώς το ίδιο φαινόμενο που ερμήνευσε ο Heidegger με τον δικό του τρόπο· δηλαδή την αλλοτρίωση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμό.
Όχι μόνο αυτό, αλλά τι κάνουν πιο συγκεκριμένα ο Adorno και ο Horkheimer σε σχέση με την μαρξιστική παράδοση στην οποία δηλώνουν ότι αναφέρονται; Πραγματοποιούν μια διεύρυνση, μια υπέρβαση που καταλήγει να τους φέρει στις ίδιες περίπου θέσεις που είχε υποστηρίξει ο Heidegger, έστω κι αν από διαφορετική σκοπιά. Υποστηρίζουν ότι η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου έχει ρίζες πιο μακρινές, που ανάγονται σε εκείνο το σχέδιο που βλέπουν συμβολισμένο στη μορφή του Οδυσσέα.
Η πανουργία του λόγου, η εξυπνάδα του πολυμήχανου Οδυσσέα, ο οποίος υψώνεται πάνω από όλες τις αντιξοότητες της φύσης, που ανυψώνεται ως υποκείμενο κυρίαρχο πάνω σε όλα όσα είναι, και πάνω σε όλες τις αντιξοότητες της τύχης (tyche). Με αυτή τη λογικότητα εργαλειακή, κυριαρχική και δεσποτική πάνω σε όλα, πάνω στα πράγματα και στην τύχη, γεννιέται εκείνο το σχέδιο που οδηγεί στην εκτροπή του Διαφωτισμού στο αντίθετό του. Ο Διαφωτισμός, που ήταν ένα σχέδιο χειραφέτησης, αξιοποίησης της λογικότητας για σκοπούς απελευθερωτικούς, καταλήγει σε μια αντιστροφή: από τη χειραφέτηση στην αλλοτρίωση.
Αλλά αυτό το σχέδιο δεν ανάγεται –όπως θα έλεγε μια τυπικά μαρξιστική ερμηνεία– σε αιτίες που σχετίζονται με τις καπιταλιστικές συνθήκες παραγωγής. Ανάγεται μάλλον στο ίδιο το σχέδιο της λογικής κυριαρχίας πάνω στην πραγματικότητα, δηλαδή στην αρχή του δυτικού πολιτισμού με τους Έλληνες· σε εκείνο ακριβώς το σχέδιο που και ο Heidegger θεωρεί ως την πρώτη εκκίνηση του μεταφυσικού πεπρωμένου της Δύσης.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν, παρά τις διαφορές και τις πραγματικές αντιθέσεις που υπάρχουν μεταξύ των δύο θέσεων, μπορούμε να μιλήσουμε για μια σύγκλιση στη διάγνωση της φιλοσοφίας και της ιστορίας της Δύσης.

Η πρώτη πρόσληψη του έργου του Heidegger υπήρξε μια πρόσληψη «υπαρξιστική». Οι γνωστές αναλύσεις του Heidegger στο Είναι και Χρόνος γύρω από την αναυθεντικότητα, τη φλυαρία, την «δημόσια» ερμηνεία, τη διάχυση του υποκειμένου στον κόσμο της καθημερινής κουβέντας, έδωσαν αφορμή σε υπαρξιστικές ερμηνείες.
Γιατί όμως ο Heidegger, το 1946, σπάζοντας μια μακρά σιωπή με τη διάσημη Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, αποκηρύσσει θεαματικά αυτή την υπαρξιστική ερμηνεία και διεκδικεί τον αντι-ουμανιστικό χαρακτήρα της δικής του σκέψης; Ο Heidegger ξεκαθαρίζει τη θέση του, που ποτέ δεν υπήρξε υπαρξιστική, σε σχέση με πολυάριθμες παρερμηνείες στις οποίες είχε περιοριστεί ή απλώς είχε προσληφθεί.
Αυτό γιατί από την αρχή κιόλας ο Heidegger θέτει το πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης όχι σε όρους ενός ανορθολογικού προσκολλήματος στις ίδιες της τις δυναμικές, αλλά σε μια προοπτική ισχυρά οντολογική. Όπως δείχνει και η παράθεση από τον Πλάτωνα που βρίσκεται στο προοίμιο του Είναι και Χρόνος. Εκεί γίνεται λόγος για το πρόβλημα του είναι –και είναι το πρόβλημα του είναι αυτό που πρωτίστως ενδιαφέρει τον Heidegger.
Για να φτάσει όμως στο πρόβλημα του είναι, θέτει το ερώτημα ποιο είναι εκείνο το προνομιούχο ον που μπορεί να θέσει το ερώτημα αυτό. Και αφού το προνομιούχο αυτό ον είναι ο άνθρωπος, η ανθρώπινη ύπαρξη, το Dasein, είναι αναγκαίο για να προσεγγίσουμε το πρόβλημα να αναλυθεί αυτό το ιδιαίτερο ον και να προσδιοριστούν οι λόγοι για τους οποίους ξεχωρίζει ακριβώς επειδή μπορεί να θέσει το ερώτημα του είναι.
Αν τώρα περιορίζαμε αυτή την προσπάθεια του Heidegger να φτάσει στο πρόβλημα του είναι μέσω μιας ανάλυσης της ύπαρξης, απλώς στο ότι μας προσφέρει κατηγορίες για να φωτίσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη, θα ξεχνούσαμε αυτό που είναι ο τελικός σκοπός στον οποίο ο Heidegger θέλει να φτάσει. Και έτσι θα μας έκλεινε το βλέμμα σε ένα σημαντικό μέρος της σκέψης του, που υπήρχε βεβαίως από την αρχή, αλλά ακόμη ασαφές, καθώς τότε επρόκειτο να βρεθεί η είσοδος στο πρόβλημα· που όμως έπειτα ακολουθείται ως ενιαίος άξονας από την αρχή ως το τέλος της στοχαστικής του πορείας.
Μια δεύτερη αιτία για την οποία η υπαρξιστική ερμηνεία του Heidegger είναι περιοριστική είναι ότι δεν βλέπει πως η ανάγνωση των κατηγοριών της ύπαρξης δεν γίνεται με βάση υπαρξιστές στοχαστές (όπως οι αναλύσεις του Kierkegaard), αλλά χρησιμοποιεί, σε οντολογικό κλειδί, προσδιορισμούς που ανάγονται στην ελληνική σκέψη, και ιδίως στον Αριστοτέλη.
Αυτό που ενδιαφέρει τον Heidegger είναι λοιπόν να δείξει ποιος είναι ο ίδιος ο τρόπος του είναι της ανθρώπινης ύπαρξης. Και με αυτό, βεβαίως, καταλήγει να μας προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για την ανάλυση της ύπαρξης· αλλά αυτό δεν είναι ο τελικός σκοπός στον οποίο ο Heidegger πιστεύει ότι πρέπει να φτάσει.

Heidegger και Πλάτων

 

Heidegger και Πλάτων 
Franco Volpi

https://www.youtube.com/watch?v=7RYV7_J-oDw&list=PLgQXbjMoFxzpIafIA73GNkAKHcJ_j6b7i&index=16



Καθηγητά Volpi, με ποια έννοια θεωρείτε ότι η ερμηνεία του Heidegger για τον Πλάτωνα είναι μονομερής; Με ποια έννοια ο Heidegger αποδίδει στον Πλάτωνα τη θέση του θεμελιωτή της μεταφυσικής;

Ο Heidegger έρχεται αντιμέτωπος με τον Πλάτωνα σε δύο συγκεκριμένες στιγμές. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, όπου επιχειρεί να διαβάσει τον Σοφιστή ως έναν διάλογο στον οποίο ο Πλάτωνας δίνει μια μεγάλη απάντηση στον νεαρό Αριστοτέλη. Σε αυτήν την πρώτη φάση, θα έλεγα, δεν αναδεικνύεται ακόμη η μονομέρεια της ερμηνείας του Heidegger για τον Πλάτωνα.

Αλλά πολύ σύντομα, ήδη στα αμέσως επόμενα μαθήματα, για παράδειγμα στο μάθημα του 1927, που είναι σύγχρονο με την έκδοση του Sein und Zeit (Είναι και Χρόνος), παρατηρείται πως ο Heidegger επιχειρεί να αποδώσει στον Πλάτωνα έναν κεφαλαιώδη ρόλο για την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, και συγκεκριμένα τον ρόλο του θεμελιωτή της μεταφυσικής παράδοσης της Δύσης, μέσω της εισαγωγής της διδασκαλίας των δύο κόσμων· της διδασκαλίας σύμφωνα με την οποία ο αισθητός κόσμος είναι μόνο ένας φαινομενικός κόσμος, ενώ πέραν αυτού θα υπήρχε ένας ιδεατός κόσμος, ο αληθινός κόσμος.

Αλλά, από την άλλη πλευρά, ενώ αναγνωρίζει με αυτήν του τη θέση τη θεμελιώδη σημασία του Πλάτωνα, συνθλίβει τη σκέψη του Πλάτωνα επάνω σε εκείνη τη δομή που για τον ίδιο είναι η μεταφυσική, η οποία ακριβώς με τον Πλάτωνα θα είχε αρχίσει. Τι χαρακτηρίζει, για τον Heidegger, τη μεταφυσική, δηλαδή εκείνη τη σκέψη στην οποία θα έδινε αρχή ο Πλάτωνας; Θεμελιωδώς, η δομή της υποκειμενικότητας, ή όπως ο Heidegger τη λέει με έναν νεολογισμό: η soggettità.

Με τον Πλάτωνα θα συνέβαινε μια ουσιώδης μεταβολή, εξαιτίας της οποίας αναδύεται ως κατεξοχήν μορφή μέσα στο σύνολο του όντος, στην ολότητά του, το ανθρώπινο Dasein, ο άνθρωπος, η ανθρώπινη ύπαρξη, ως φορέας ενός σχεδίου γνωστικής —και συνεπώς πρακτικής— κυριαρχίας επάνω σε όλα όσα είναι. Ο Πλάτωνας θα ήταν κατά κάποιον τρόπο ο θεμελιωτής αυτής της μεταφυσικής της υποκειμενικότητας, την οποία ο Heidegger στη συνέχεια αναγνωρίζει και ξαναβρίσκει σε όλα τα βασικά στάδια της φιλοσοφικής σκέψης, μέχρι την έσχατη της κατάληξη: πρώτα με τον Νίτσε και έπειτα με την τεχνική της νεωτερικότητας. Ο Πλάτωνας, στην ουσία, είναι ο πρώτος μεταφυσικός, ο πρώτος στοχαστής της σύγχρονης τεχνικής, η προϊστορία της τεχνικής. Ο Νίτσε και η σύγχρονη τεχνική θα ήταν η τελευταία μορφή πλατωνισμού, αν και ενός ανεστραμμένου πλατωνισμού.

Τώρα, για όποιον έχει οικειότητα με τον πλούτο των πλατωνικών διαλόγων, με την άρθρωση και την λεπτότητα της πλατωνικής σκέψης, είναι φανερό ότι αυτή η θέση είναι μια μείωση, ένας πολύ μεγάλος περιορισμός αυτού του πλούτου· είναι μια ερμηνεία που αναγκάζει τον Πλάτωνα να χωρέσει στο προκρούστειο κρεβάτι μιας φιλοσοφίας της ιστορίας, μιας ερμηνείας της μεταφυσικής, η οποία πιθανόν δεν μπορεί να αποδώσει επαρκώς όλο αυτόν τον πλούτο — αν και, βέβαια, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μια αποφασιστική όψη της σκέψης του Πλάτωνα.
Και από αυτήν την άποψη, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η ερμηνεία που δίνει ο Heidegger στον μύθο του σπηλαίου· ταυτόχρονα, όμως, αυτή η ερμηνεία δεν μπορεί να αφήσει ικανοποιημένους όλους εκείνους που έχουν μια άμεση επαφή με την πλατωνική σκέψη.

Έχετε ήδη μιλήσει για τη βαθύτατη σχέση του Heidegger με τον Αριστοτέλη. Στις αριστοτελικές αναγνώσεις του Heidegger κατά τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, η σχέση του με τον Αριστοτέλη διαμορφώνεται ως σχέση αφενός κριτικής και αφετέρου θετικής πρόσληψης, θετικής παραλαβής. Ο Αριστοτέλης, παρόλο που παραμένει εντός της μεταφυσικής και άρα μοιράζεται εκείνα που για τον Heidegger είναι τα αρνητικά και παρακμιακά της γνωρίσματα, φαίνεται ωστόσο να κατέχει στη σκέψη του Heidegger μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στη μεταφυσική και στη μη-μεταφυσική σκέψη που ήταν ίδια των προσωκρατικών φιλοσόφων.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για τη σημασία που έχουν στα μάτια του Heidegger οι αριστοτελικοί όροι physis και techne; 

Μετά την ερμηνεία του για τον Πλάτωνα, που κάνει λοιπόν τη σκέψη του Πλάτωνα την αρχή της μεταφυσικής και την προϊστορία της τεχνικής, ο Heidegger επιστρέφει εκ νέου στον Αριστοτέλη και εστιάζει ακριβώς σε αυτό το εννοιολογικό δίπολο: physis και techne· η φύση, όπως αργότερα τη μεταφράζουμε στις λατινικές γλώσσες, και η τέχνη/τεχνική· δηλαδή αυτό που αναπτύσσεται αυθόρμητα και αυθόρμητα φανερώνεται, και εκείνο που είναι τεχνητό, προϊόν του ανθρώπου.
Πρόκειται για μια θεμελιώδη διάκριση, γιατί, σύμφωνα με τον Heidegger, σηματοδοτεί μια αντίθεση που ξαναβρίσκεται και χαρακτηρίζει ολόκληρη την ιστορία της δυτικής σκέψης, και συγκεκριμένα σύμφωνα με μια γραμμή εξέλιξης στην οποία ολοένα και περισσότερο η διάσταση του τεχνητού, του artefactum, αυτού που είναι εφικτό να προκληθεί εκ του μηδενός και να αναχθεί στο μηδέν δια της ανθρώπινης χειρός, δηλαδή με την ανθρώπινη δύναμη, αποκτά τον καθοριστικό χαρακτήρα για όλα όσα είναι. Ως ὄν θεωρείται κατεξοχήν εκείνο που είναι τεχνητό. Η διάσταση του τεχνητού, της techne, αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτήρα συνολικό, καθοριστικό, πλανητικό.
Αυτή η θέση, την οποία ο Heidegger χρησιμοποιεί για να ερμηνεύσει την ιστορία του δυτικού πολιτισμού ως ιστορία παρακμής, επανιχνηλατείται από τον Πλάτωνα μέχρι τη σύγχρονη τεχνική· και στον Αριστοτέλη, ξανά, δηλαδή σε έναν στοχαστή που βρίσκεται ήδη εντός αυτής της μεταφυσικής πορείας, αυτής της μεταφυσικής μοίρας που για τον Heidegger είναι η μοίρα της τεχνικής, καταφέρνει, παρά τη βαθιά του ένταξη στην παράδοση της δυτικής μεταφυσικής, να διαφυλάξει ορισμένα στοιχεία που έχουν διαμεταφυσικό, transtecnico δυναμικό· ακριβώς επειδή στον Αριστοτέλη, δίπλα στη θεματοποίηση της techne, παραμένει εξίσου ζωντανή η αίσθηση της physis, διατηρείται ξύπνιο το αίσθημα ότι το ὄν δεν μπορεί να μειωθεί σε εκείνο που κατασκευάζεται και παράγεται από τον άνθρωπο, αλλά είναι επίσης και κυρίως εκείνο που από μόνο του και αυθόρμητα έρχεται στην εμφάνιση.
Ακριβώς για αυτό ο Αριστοτέλης αντιπροσωπεύει για τον Heidegger, εντός της μεταφυσικής, μια στοχαστική στιγμή ικανή να δείξει εναλλακτικές προς τη μεταφυσική· πρότυπα σκέψης, πρότυπα εννοιολογικής άρθρωσης που παραπέμπουν σε κάτι άλλο σε σχέση με τη μεταφυσική. Αυτή είναι η λειτουργία του Αριστοτέλη για τον Heidegger, αφού έχει ήδη διατυπώσει και αναπτύξει τη θέση του για την ιστορία της μεταφυσικής ως προϊστορία της τεχνικής.

Ο Gadamer είχε την ευκαιρία να πει ότι το να νομίζει κανείς πως μπορεί να κατανοήσει τον Heidegger χωρίς τον Αριστοτέλη είναι απλώς ανοησία. Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ανακάλυψη εκ νέου του Αριστοτέλη και ιδίως της αριστοτελικής πρακτικής φιλοσοφίας, που πραγματοποίησε ο Heidegger κατά τη δεκαετία του ’20, όταν δίδασκε στο Φράιμπουργκ και κατόπιν στο Μάρμπουργκ;

Η σχέση που ο Heidegger εγκαθιδρύει με τον Αριστοτέλη αντανακλά πιστά τη στάση που υιοθετεί απέναντι στην ελληνικότητα: τη στάση μιας δημιουργικής, επικαιροποιητικής ανάγνωσης. Έτσι, ο Αριστοτέλης γίνεται για τον Heidegger ένα είδος οδηγού, προτύπου, για την ανάλυση προβλημάτων· μάλιστα, ενός θεμελιώδους προβλήματος που ο Heidegger νιώθει ως δικό του: το πρόβλημα του να κατανοήσει ποια είναι η ίδια η δομή της ανθρώπινης ζωής, ποιο είναι το οντολογικό καθεστώς της ύπαρξης.
Αντιμετωπίζοντας αυτό το πρόβλημα, ο Heidegger ξεκινά από τη διδασκαλία του μεγάλου του δασκάλου στο Φράιμπουργκ, του Husserl. Αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η προσέγγιση του Husserl στο πρόβλημα της ύπαρξης, όπως και η τυπική προσέγγιση της νεότερης φιλοσοφίας, κινείται κατά μήκος μιας κατεύθυνσης που για τον Heidegger είναι μονομερής και εμφανίζει όλο τον περιορισμό της, στο μέτρο που ο Heidegger ξαναβρίσκει στη σκέψη του Αριστοτέλη μια διατύπωση και ανάπτυξη του προβλήματος της ανθρώπινης ύπαρξης πολύ ευρύτερη και πιο σύνθετη από εκείνη που είχε διδαχθεί μέσω της φαινομενολογίας του Husserl.
Να εξηγηθώ: για τον Heidegger, στη σκέψη του Husserl, όπως και στη σκέψη του μεγαλύτερου μέρους της νεότερης φιλοσοφικής παράδοσης, η ανθρώπινη ζωή κατανοείται υπό το φως μιας στάσης περιοριστικής, που προκρίνει αποκλειστικά κατηγορίες φυσιοκρατικές, θεωρητικιστικές, αντικειμενοποιητικές· που δηλαδή κάνει από τη στάση της θεωρίας τη στάση προνομιούχα στην ανάλυση της ύπαρξης. Η ανθρώπινη ύπαρξη, η ανθρώπινη ζωή, αντιμετωπίζεται όπως αντιμετωπίζεται ένα οποιοδήποτε αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα.
Ο Heidegger, ωστόσο, βρίσκει στον Αριστοτέλη, ειδικά στη λεγόμενη πρακτική φιλοσοφία του, την προσπάθεια να κατανοήσει τη ζωή του ανθρώπου με την επίγνωση ότι αυτή δεν είναι μόνο θεωρία, αλλά είναι επίσης praxis, είναι επίσης πράξη, και είναι επίσης poiesis, δηλαδή παραγωγή· και άρα την κατανόηση της ανθρώπινης ζωής μέσα στην πολυπλοκότητα όλων των θεμελιωδών στάσεών της.
Τώρα, στην προσπάθεια να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο —την ανθρώπινη ζωή στην ολότητά της— είναι θεμελιώδες για τον Heidegger να αποβάλει τη στάση της θεωρητικής περιγραφής και να κατανοήσει τη ζωή στο πρωταρχικό της επίπεδο, που είναι πρωτίστως και κατά κανόνα πρακτικό-ηθικό. Αυτή είναι η βασική απαίτηση που ο Heidegger προβάλλει ως δική του απέναντι στην θεωρητικιστική παράδοση της σύγχρονης σκέψης, από τον Καρτέσιο έως τον Husserl· και είναι η απαίτηση που ο Heidegger βρίσκει πλήρως ικανοποιημένη στον Αριστοτέλη και ειδικότερα στην πρακτική φιλοσοφία του, την οποία λοιπόν σε μια μοναχική εργασία επιχειρεί να επικαιροποιήσει από αυτήν την προοπτική, δηλαδή ως μια ριζική φαινομενολογία των θεμελιωδών στάσεων της θεωρίας, της praxis και της poiesis που χαρακτηρίζουν την ύπαρξη του ανθρώπου· χωρίς δηλαδή να μειώνει την ύπαρξη μόνο στη διάσταση της θεωρίας.

Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε πιο συγκεκριμένα για τις έννοιες praxis και poiesis του Αριστοτέλη, τις οποίες ο Heidegger ξανανακαλύπτει και κατά κάποιον τρόπο υιοθετεί στα έργα του; Ο Heidegger διαβάζει εκ νέου για αυτόν τον σκοπό τα Ηθικά Νικομάχεια, το θεμελιώδες κείμενο που ο Heidegger καταφέρνει να επικαιροποιήσει στο φιλοσοφικό του περιεχόμενο.

Στο βιβλίο αυτό βρίσκουμε μία θεωρία απολύτως ιδιαίτερη, με την έννοια ότι εδώ ο Ἀριστοτέλης πραγματοποιεί μία ανάλυση της ανθρώπινης ζωής, η οποία δεν θέλει να είναι μία καθαρή θεωρία, μία καθαρή περιγραφή, μολονότι είναι πάντως φιλοσοφία, αλλά θέλει να είναι ένας φιλοσοφικός λόγος γύρω από εκείνες τις δομές, κυρίως γύρω από εκείνες τις δυναμικές, εκείνα τα κινήματα που είναι ίδια της ανθρώπινης ζωής, η οποία περιγραφή έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, έχει αντίκτυπο πάνω στην ύπαρξη. Ο Heidegger επαναλαμβάνει αυτήν την ιδέα, την οποία, μέσα από λεπτομερείς ερμηνείες του κειμένου, προσπαθεί να ανιχνεύσει ήδη στον Ἀριστοτέλη και την αναδιατυπώνει με ένα λεξιλόγιο απολύτως ιδιαίτερο, απολύτως σύγχρονο, που θα είναι το λεξιλόγιο του Sein und Zeit. Θα μπορούσε να δείξει κανείς πώς πολλοί από τους όρους και τις διατυπώσεις που ο Heidegger αναπτύσσει στην ανάλυση της ύπαρξης στο Sein und Zeit δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αναδιατύπωση, λόγω συγχρόνων αναγκών, εκείνων των εννοιών και εκείνου του λεξιλογίου που ο Ἀριστοτέλης είχε ήδη αναπτύξει στα Ηθικά Νικομάχεια.
Οι τρεις θεμελιώδεις όροι αυτού του λεξιλογίου είναι ακριβώς οι όροι theoria, praxis και poiesis, που σημαίνουν και δηλώνουν τρεις στάσεις, δηλαδή τρία κινήματα και διαθέσεις που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό που επιδιώκει να κάνει ο Heidegger είναι να δείξει πώς στον Ἀριστοτέλη υπάρχει μία ιδιοφυής σύλληψη αυτής της τριπλής άρθρωσης των θεμελιωδών στάσεων της ανθρώπινης ζωής, αλλά συγχρόνως να δείξει, πηγαίνοντας πέρα από τον Ἀριστοτέλη, ότι αυτές οι τρεις στάσεις δεν είναι απλώς συγκεντρωμένες με τρόπο ραψωδικό μέσα από μία πρωτότυπη περιγραφή, αλλά αποδεικνύονται δεμένες και αγκυρωμένες σε μία θεμελιώδη ενότητα, δηλαδή στην ενότητα που για τον Heidegger προκύπτει από την ίδια τη φύση της ύπαρξης, στο μέτρο που αυτή δεν είναι ένα καθαρό είναι αλλά ένα δύνασθαι-είναι (Seinkönnen).
Theoria, praxis και poiesis είναι αναπτύξεις, εκδιπλώσεις, δυνατές στάσεις που βασίζονται στο γεγονός ότι η ύπαρξη είναι, στη βαθύτερη ρίζα της, δύνασθαι-είναι, δηλαδή χρονικότητα, και ότι μέσα σε αυτό το δύνασθαι-είναι και σε αυτήν τη χρονικότητα έχει τη δυνατότητα να σχεδιάζει τον εαυτό της και μέσα σε αυτό το σχεδιάζειν να αναδιπλώνεται επάνω της και, ας πούμε, να ανάβει ένα φως, ένα φως που την κατευθύνει στην ίδια την σχεδίαση του δύνασθαι-είναι της, δηλαδή στην άρθρωση της δικής της ύπαρξης, των δικών της υπαρξιακών δυνατοτήτων, και στη νοηματοδοτημένη καθοδήγηση αυτών των δυνατοτήτων προς την επιτυχία της ίδιας της ζωής, προς εκείνο που ο Heidegger αποκαλεί αυθεντική σχεδίαση της ύπαρξης.

Καθηγητά Volpi, ο Heidegger αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε εκείνους τους αρχαϊκούς στοχαστές, κυρίως τον Παρμενίδη και τον Ἡράκλειτο, τους οποίους μία μακρά ερμηνευτική παράδοση θεώρησε απλούς προκατόχους του Πλάτωνα και του Ἀριστοτέλη. Επιπλέον, ο Heidegger απορρίπτει με τρόπο εντυπωσιακό την παραδοσιακή ερμηνεία, που ανάγεται στους ίδιους τους Έλληνες ερμηνευτές των δύο στοχαστών, σύμφωνα με την οποία ο Παρμενίδης και ο Ἡράκλειτος εκπροσωπούν δύο θεωρητικές θέσεις απολύτως αντίθετες. Γιατί ο Heidegger αισθάνεται την ανάγκη να στραφεί στους προσωκρατικούς στοχαστές και γιατί διακρίνει ανάμεσα στις διδασκαλίες τους μία ουσιαστική συνέχεια;

Ακριβώς μέσα από την ανάγνωση του Ἀριστοτέλη, που αποσκοπεί στο να ξαναβρεί στη σκέψη του αριστοτελικού φιλοσοφικού λόγου προτροπές transmetafisiche, δηλαδή ενδείξεις που επιτρέπουν να ανακαλύψει κανείς εναλλακτικές απέναντι στην παράδοση της σκέψης στην οποία ανήκει και ο ίδιος ο Ἀριστοτέλης, ο Heidegger ωριμάζει την ανάγκη να αναλύσει εκείνες τις φάσεις της φιλοσοφικής σκέψης, όπως οι προσωκρατικοί, που προηγούνται της έναρξης της μεταφυσικής παράδοσης, την οποία, όπως είπαμε, ο Heidegger θεωρεί ότι αρχίζει με τον Πλάτωνα.
Έτσι εξηγείται το έντονο θεωρητικό του ενδιαφέρον για τη σκέψη των προσωκρατικών, στους οποίους βλέπει ακόμη να εκδιπλώνεται μία μορφή σκέψης πιστή στη physis, στο Είναι, νοούμενο ως εκείνο που φανερώνεται αφ’ εαυτού αυθόρμητα, που έρχεται στην παρουσία και που μέσα σε αυτό το έρχεσθαι στην παρουσία αφήνεται να είναι από μία σκέψη που είναι ακόμη αυγή, που δεν έχει ακόμη πάρει την κατεύθυνση της μεταφυσικής, την κατεύθυνση της υποκειμενικότητας. Δεν έχει ακόμη συλληφθεί από εκείνη τη δυτική σκέψη που εφαρμόζει απέναντί της ένα σχέδιο κυριαρχίας και εξουσίασης.
Μπαίνοντας κατόπιν στην ουσία των αποτελεσμάτων στα οποία καταλήγει ο Heidegger, θα έλεγα ότι το πιο ενδιαφέρον και συνάμα το πιο προβληματικό είναι η σύγκριση που κάνει μεταξύ Παρμενίδη και Ἡρακλείτου, δύο στοχαστών που στην φιλοσοφική παράδοση, ακόμη και στην αρχαία, θεωρήθηκαν ως αντίθετοι: ο Παρμενίδης και οι οπαδοί του ως εκείνοι που υποστήριζαν την ακινησία του όλου (oi stasiōtai), ο Ἡράκλειτος και οι οπαδοί του ως εκείνοι που υποστήριζαν τη ροή όλων των πραγμάτων, το panta rhei.
Τώρα, για τον Heidegger, αυτή η ερμηνεία μένει στην επιφάνεια της σκέψης του Παρμενίδη και του Ἡρακλείτου, γιατί στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή και οι δύο, ως στοχαστές της αυγής, αφήνουν να είναι η physis στο φανερώνεσθαι και στο ερχόμενον στην παρουσία, σκέπτονται κατά βάθος το ίδιο πράγμα, δηλαδή το ερχόμενον στην παρουσία της physis, όπου όμως ο Παρμενίδης συγκεντρώνει την προσοχή του στη σταθερότητα αυτής της παρουσίας, ενώ ο Ἡράκλειτος θα συγκέντρωνε την προσοχή του στην άρθρωση και στην κίνηση αυτού του ερχομένου στην παρουσία. Έτσι, και οι δύο θα σκέπτονταν το ίδιο, το ίδιο πράγμα: τη physis, το είναι στο ερχόμενον στην παρουσία του, αλλά υπογραμμίζοντας κάθε φορά δύο διαφορετικές όψεις.[ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]
Ὁ μὲν Παρμενίδης ὑπογραμμίζει τὴν ἀκινησίαν, τὴν σταθερότητα, τὴν ἑνότητα ταύτης τῆς παρουσίας, ὁ δὲ Ἡράκλειτος ὑπογραμμίζει ἀντιθέτως τὴν δυναμικότητα, τὸ ἐκτυλίσσεσθαι καὶ τὸ ἀναπτύσσεσθαι ταύτης τῆς παρουσίας εἰς πολλαπλότητα ἐναντίων, ὧν ἡ ζωή χαρακτηρίζεται ὑπὸ ενός διηνεκοῦς polemos. Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον λοιπόν ὁ Heidegger ἀνατρέπει καὶ ταράσσει τὴν παραδοσιακὴν ἐρμηνείαν τῶν προσωκρατικῶν.[ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ]
Ὕστερον, σχεδὸν πρὸς τὸ τέλος τῆς σκέψεώς του, εἰς τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ’60, ὁ Heidegger προσφέρει μίαν διευκρίνισιν καὶ σχεδὸν μίαν ἀναθεώρησιν τῆς ἐρμηνείας του τῶν προσωκρατικῶν ὡς σκέψεως ἀυγής. Ὑποβάλλει τὴν ἰδέαν ὅτι πιθανῶς οὐδὲ ἐν τῇ προσωκρατικῇ σκέψει ὑπῆρξεν ἀληθινὴ ἀντίληψις περὶ τῆς physis, ἥτις ἂν ἔδιδεν εἶναι εἰς τὴν physis αὐτὴν καθ’ αὑτήν, χωρὶς νὰ ἐπιχειρῇ νὰ τὴν συλλάβῃ εἰς μιὰν ὑποκειμενιστικὴν λαβήν. Ἀλλ’ ὁ Heidegger τονίζει ὅτι, κἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, μένει ἀναλλοίωτος ἡ ἀνάγκη ἣν ἐκεῖνος ὥριμα κατέστησε διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν προσωκρατικῶν, δηλονότι ἡ ἀνάγκη τοῦ νοῆσαι τι ἄλλο ἔναντι τοῦ μεταφυσικοῦ καὶ τεχνικοῦ πεπρωμένου τῆς Δύσεως.
Ἄρα, ἡ σκέψις τῶν προσωκρατικῶν, ἡ ἐρμηνεία αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Heidegger, πιστὴ ἢ ἄπιστος πρὸς τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα τῆς προσωκρατικῆς σκέψεως, λειτουργεῖ ὡς ἐφαλτήριον πρὸς μίαν σκέψιν ἥτις ἐπιχειρεῖ νὰ ἀφήνῃ Εἶναι καὶ νὰ ἀναμιμνήσκῃ, καὶ ἄρα νὰ ἐπαναφέρει εἰς τὴν μνήμην τὴν ἐναλλακτικήν ὁδὸν ἔναντι τοῦ πεπρωμένου τῆς Δύσεως.[ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ]
Θα ἠδύνατο λοιπόν κανείς νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν τοῖς προσωκρατικοῖς, ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν transmetafisica, δύναται νὰ διακρίνῃ τὴν pars construens μιᾶς σκέψεως ὡς ἐκείνης τοῦ Heidegger, ἥτις κατὰ πολλοὺς φαίνεται νὰ καταναλίσκεται ὅλη εἰς ἔργον ριζικῆς κατεδαφίσεως τοῦ οἰκοδομήματος τῆς πνευματικῆς παραδόσεως τῆς Δύσεως, καὶ ἥτις, ἐξ αὐτῆς τῆς ὁπτικῆς, φαίνεται νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποδείξῃ καμμίαν ἐναλλακτικήν. Ὡς συχνὰ συμβαίνει, καὶ ἐν τῷ Heidegger, ὅ,τι κατορθώνει καλλίτερον ἐν τῷ ἐπιχειρήματι εἶναι ἡ pars destruens, ἡ καταστροφὴ τῆς μεταφυσικῆς παραδόσεως, τουτέστιν ἡ κριτική τοῦ μεταφυσικοῦ στοχασμοῦ. Ἐν τῷ ἀντιμετωπίζειν τὰς θεμελιώδεις στιγμὰς ταύτης τῆς παραδόσεως ὁ Heidegger κατορθώνει νὰ ἐκφράσῃ τὸ ἄριστον τοῦ ἑαυτοῦ, νὰ ἀσκήσῃ ἐπίπεδον ριζικότητος τοῦ νοεῖν, ὃ ἔγινε σχολὴ ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ καὶ ἀνελήφθη ἔτι ὑπὸ πλειόνων στοχαστῶν ἐλθόντων μετ’ αὐτόν.

Όσον αφορά, αντίθετα, ό,τι ο Χάιντεγκερ προτείνει θετικά μετά από αυτή την κριτική της μεταφυσικής παράδοσης, η απάντησή του παραμένει στην αναπόφευκτη αοριστία που έχει κάθε σκέψη που επιχειρεί ένα νέο ξεκίνημα. Ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να επικαλεστεί, αφενός, μέσω της αναφοράς στους προσωκρατικούς και στη διαμεταφυσική τους λειτουργία, και αφετέρου, μέσω της επίκλησης του υπερμεταφυσικού δυναμικού που, από την αντίθετη πλευρά σε σχέση με αυτή την παράδοση, προτείνεται από τον Χέλντερλιν, να επικαλεστεί, μέσω της ενεργοποίησης αυτών των δύο παραδειγματικών μορφών —των προσωκρατικών και του Χέλντερλιν—, μια εναλλακτική στη μεταφυσική σκέψη, την οποία ορίζει ως την προοπτική μιας νέας αρχής της ιστορίας του κόσμου, μιας νέας εποχής στην ιστορία του κόσμου.

Ωστόσο, η ένδειξή του περιορίζεται στο να διακηρύξει την ανάγκη να γίνει παρούσα στον σύγχρονο άνθρωπο αυτή η πιθανή εναλλακτική, χωρίς να κατορθώνει να προδιαγράψει με πιο συγκεκριμένο τρόπο τους όρους, τους χρόνους και τις μεθόδους με τις οποίες αυτό το γεγονός θα μπορέσει να συμβεί, να αναδυθεί, να εμφανιστεί στον ορίζοντα του σύγχρονου ανθρώπου.

Σε αυτό το σημείο, ο Χάιντεγκερ είναι πολύ προσεκτικός, πολύ επιφυλακτικός και ασφαλώς δεν προτίθεται να παρουσιαστεί ως πωλητής φιλοσοφικών «συνταγών».

Σε ποια έννοια, λοιπόν, για τον Χάιντεγκερ υπάρχει μια στενή σύνδεση ανάμεσα στην απαρχή της δυτικής σκέψης, στους Έλληνες, και στη σημερινή εποχή, την εποχή της τεχνικής; Ο Χάιντεγκερ προσφέρει μια διάγνωση του σύγχρονου κόσμου που επικεντρώνεται σε ένα θεμελιώδες σημείο: για τον Χάιντεγκερ, όλα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη, στην εποχή του σύγχρονου κόσμου, καθορίζονται από αυτό που αποκαλεί «ουσία της τεχνικής» —εκείνη τη στάση που εκδηλώνει σε πλανητικό επίπεδο τη βούληση για γνωστική και πρακτική κυριαρχία επάνω σε όλο το ον.

Τώρα, για τον Χάιντεγκερ, οι προϋποθέσεις ώστε να μπορέσει αυτό να επιβληθεί τίθενται ακριβώς στον ελληνικό κόσμο, με τη φιλοσοφία και την ελληνική ἐπιστήμη. Σε αυτό το σημείο, ο Χάιντεγκερ προτείνει μια θέση για να εξηγήσει τη σύνδεση ανάμεσα στον ελληνικό κόσμο και το τεχνικό αποτέλεσμα της Δύσης, η οποία ανατρέπει εκείνη που είχε διατυπώσει ο Χούσερλ, ο δάσκαλός του.

Για τον Χούσερλ, όπως μας εξηγείται στο περίφημο έργο του Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και στη Φιλοσοφία και υπερβατολογική φαινομενολογία, το επιστημονικό και τεχνικό πεπρωμένο της Δύσης —με όλες τις μονομέρειες στις οποίες οδήγησε και με την απώλεια νοήματος για τον κόσμο της ζωής εκ μέρους των επιστημών— είναι συνέπεια του γεγονότος ότι η νεότερη επιστήμη και φιλοσοφία έχει απολέσει το ελληνικό ιδεώδες της ἐπιστήμης, το ιδεώδες μιας καθολικής επιστήμης για όλο το Είναι, ικανής να προσανατολίζει τη δράση και τη γνώση του ανθρώπου κατά τρόπο δεσμευτικό.

Το επιστημονικό και τεχνικό, αντικειμενιστικό πεπρωμένο, το μονομερές αποτέλεσμα του δυτικού πολιτισμού, οφείλεται —σύμφωνα με τον Χούσερλ— σε μια θεμελιώδη λήθη της Δύσης, δηλαδή στη λήθη του Λόγου και της ἐπιστήμης των Ελλήνων.

Για τον Χάιντεγκερ, αντίθετα, αυτό το πεπρωμένο δεν είναι συνέπεια μιας λήθης των ελληνικών καταβολών, αλλά είναι ακριβώς η ουσιώδης πραγμάτωση εκείνου που με τους Έλληνες τίθεται και συλλαμβάνεται για πρώτη φορά: δηλαδή η απαίτηση να υψωθεί ο άνθρωπος ως ηγεμονική μορφή για να κυριαρχεί, μέσω της γνώσης και της πράξης, πάνω σε ό,τι είναι.[ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΥΝΗΓΗΣΕ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΗΛΩΣΕ ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ]

Για να κατανοήσει τον σύγχρονο κόσμο, ο Χάιντεγκερ αναπτύσσει μια διάγνωση αυτού του κόσμου, στην οποία βλέπει να εκδιπλώνεται η ουσία της τεχνικής, που έχει πλέον καταστεί, για τον Χάιντεγκερ, πλανητικό φαινόμενο το οποίο καθορίζει όλα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη. Αλλά είναι απαραίτητο ώστε αυτή η διάγνωση να μπορεί να μεταφραστεί και σε αναγνώριση των αιτίων που παρήγαγαν την κατάσταση του σύγχρονου κόσμου, —για τον Χάιντεγκερ— να συμπληρωθεί με μια ανάμνηση (ἀνάμνησις), με μια αναγνώριση των λόγων και των αιτίων που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση, διαγνωσμένη σε όρους πλανητικής τεχνικής.

Λοιπόν, για τον Χάιντεγκερ, η πλανητική τεχνική είναι η ουσιώδης πραγμάτωση και ολοκλήρωση εκείνων των προϋποθέσεων που τίθενται από τους Έλληνες και, πιο συγκεκριμένα, από τον Πλάτωνα, με την απόφασή του υπέρ της μεταφυσικής· απόφαση που σηματοδοτεί, λοιπόν, την προϊστορία της σύγχρονης τεχνικής. Με αυτή του τη θέση —δηλαδή με την πεποίθηση ότι ο κόσμος της τεχνικής δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πιο γνήσια ολοκλήρωση του μεταφυσικού σχεδίου που αρχίζει με τους Έλληνες και χαρακτηρίζεται από το σχέδιο γνωστικής και πρακτικής κυριαρχίας πάνω σε ό,τι είναι—, ο Χάιντεγκερ τοποθετείται στον αντίποδα της διάγνωσης του δασκάλου του, Χούσερλ.[ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΤΟΥ ΣΒΕΝΤΕΜΠΟΡΓΚ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΚΑΝΤ]

Για τον Χούσερλ, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει ο Χάιντεγκερ, οι συνέπειες της σύγχρονης επιστήμης και τεχνικής δεν είναι η ουσιώδης πραγμάτωση του Λόγου και της ἐπιστήμης των Ελλήνων, αλλά μάλλον η λήθη και η απώλεια του ιδεώδους που αυτοί εκπροσωπούν.

Υπάρχει, λοιπόν, από τον Χάιντεγκερ μια ανατροπή στην αντίληψη για τον δεσμό ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και την ελληνική σκέψη —έναν δεσμό που κατορθώνει να δείξει, να συγκρατήσει ενωμένη τη μεταφυσική σκέψη στην πιο βαθιά της ενότητα και να δείξει πώς σε αυτήν εκτυλίσσεται μια ιστορία, ένα ενιαίο και συνεκτικό πεπρωμένο. Από αυτή την άποψη, ωστόσο, παραμένει και ένα πεπρωμένο ιδιαιτέρως καταπιεστικό· ένα πεπρωμένο που δεν φαίνεται να επιτρέπει ή να αφήνει εναλλακτικές, παρά μόνο όταν θα έχουν εξαντληθεί και φτάσει μέχρι τέλους όλες οι συνέπειες —ακόμη και οι πιο οδυνηρές— αυτής της μεταφυσικής απόφασης που λαμβάνει ο Πλάτωνας και που η σύγχρονη τεχνική φέρνει στην οριστική της ολοκλήρωση.[ΣΑΝ ΖΗΛΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ]

Με αυτή την έννοια, ο Χάιντεγκερ είναι επίσης ένας στοχαστής που επιδιώκει να επιταχύνει τον μηδενισμό της τεχνικής· να βοηθήσει να ολοκληρωθεί αυτό που ήδη συντελείται· να φέρει στην πλήρη, έσχατη εκδίπλωσή τους όλες τις δυνατότητες, όλες τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί σε αυτό το πεπρωμένο, έχουν καρποφορήσει και έχουν οδηγήσει στις συνέπειες του σύγχρονου κόσμου.[ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΚΑΙΩΘΕΙ]

Από αυτή την άποψη, ο Χάιντεγκερ κατορθώνει —μοναδικά, νομίζω, ή ανάμεσα σε ελάχιστους σύγχρονους στοχαστές— να ξανασκεφτεί σε ενιαίο πλαίσιο το σύνολο της δυτικής φιλοσοφίας: από τις απαρχές της, την ελληνικότητα, μέχρι την ουσιώδη ολοκλήρωσή της, που ακριβώς για τον Χάιντεγκερ είναι η ουσία, το πεπρωμένο της σύγχρονης τεχνικής.[ΜΠΡΑΒΟ ΤΟΥ]

Η φιλοσοφική εργασία του Heidegger παρουσιάζει εκ πρώτης όψεως μια ορισμένη παραδοξότητα. Από τη μία, ο Heidegger φέρνει στην προσοχή τής φιλοσοφικής σκέψης θέματα και προβλήματα, θα λέγαμε, εξαιρετικά λεπτά, αφηρημένα, όπως το ζήτημα του Είναι, το πρόβλημα της μεταφυσικής. Από την άλλη, όμως, στον αιώνα μας ίσως κανείς δεν άσκησε μια κριτική της σύγχρονης εποχής πιο ριζική από εκείνη του Heidegger.

Από αυτήν την άποψη, ο ιστορικός χρόνος εισβάλλει δυναμικά στον ορίζοντα της φιλοσοφίας του Heidegger. Μπορεί να επιχειρήσει κανείς να λύσει αυτό το παράδοξο; Με ποια έννοια το ζήτημα του Είναι και το ζήτημα της τεχνικής —και, άρα, με μη χαϊντεγκεριανή ορολογία, η θεωρία και η ιστορία— συνυφαίνονται στη σκέψη του Heidegger; Πράγματι, η σκέψη του Heidegger μπορεί να φαίνεται, λόγω της συγκέντρωσής της σε ένα αμιγώς φιλοσοφικό πρόβλημα όπως το ζήτημα του Είναι, εξαιρετικά αφηρημένη και απομακρυσμένη από τα πιο συγκεκριμένα και άμεσα προβλήματα του βιωμένου κόσμου. Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτήν την σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με το πρόβλημα του Είναι, ο Heidegger εκδηλώνει μια εξαιρετικά ευαίσθητη και λεπτομερειακή προσοχή σε εκείνες τις ριζικές, θεμελιακές ανατροπές του σύγχρονου κόσμου.

Ο Heidegger είναι ανάμεσα στους σύγχρονους στοχαστές ίσως εκείνος που περισσότερο από άλλους κατάφερε να συλλάβει τις αλλαγές, τις ανατροπές που συντελούνταν σε αυτόν τον κόσμο και που, με περισσότερη νηφαλιότητα και διαύγεια από πολλούς άλλους, κατόρθωσε να σκεφτεί στο ύψος αυτών των θεμελιακών κινήσεων.[ΚΑΙ Ο ΜΑΡΚΟΥΖΕ] Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, φαινόμενα όπως η υποτίμηση των αξιών, η απώλεια του κέντρου, οι κρίσεις ταυτότητας — όλες εκείνες οι εκδηλώσεις μιας βαθιάς κρίσης που διαρρηγνύει τον σύγχρονο κόσμο και που βρήκε στον Heidegger έναν πολύ οξυδερκή και προσεκτικό αναγνώστη και ερμηνευτή. Από αυτήν την άποψη, μπορεί κανείς να πει ότι στον Heidegger συνυπάρχει, δίπλα στην προσοχή για το πρόβλημα του Είναι, μια εξίσου ισχυρή και ευαίσθητη προσοχή για τις παθολογικές εκδηλώσεις της σύγχρονης εποχής, απέναντι στις οποίες ο Heidegger τοποθετείται ως στοχαστής που σκοπεύει να αναλάβει αυτές τις παθολογίες όπως αναλαμβάνει κανείς προβλήματα που πρέπει να λυθούν.[ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ]

Η σύνδεση που πρέπει να γίνει είναι η εξής: για τον Heidegger, από τη στιγμή που θα αναγνωρίσουμε αυτές τις ασθένειες του σύγχρονου κόσμου, πρέπει επίσης να είμαστε σε θέση να ανακαλύψουμε τις αιτίες που τις προκάλεσαν, ώστε να μπορέσουμε να επισκευάσουμε, να επανορθώσουμε ή, προφανώς, να θεραπεύσουμε ό,τι αυτές οι αιτίες και αυτοί οι λόγοι έχουν παραγάγει· και όσο πιο ριζική είναι η έρευνα αυτών των αιτιών, όσο πιο βαθιά προχωρούμε στην αναζήτηση όσων παρήχθησαν στο επίπεδο της ιστορικής επιφάνειας, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η θεραπεία που μπορούμε να προτείνουμε για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Δεν υπερβαίνουμε τα προβλήματα της τεχνικής ή του μηδενισμού μέσω της αναζήτησης επιφανειακών «παρηγορητικών», παγιδευόμενοι όλο και περισσότερο στη διαβολική δυναμική που έχει προκαλέσει το φαινόμενο της τεχνικής — διαβολική επειδή με τις λύσεις των προβλημάτων που έχουμε απέναντί μας προκαλούμε περαιτέρω προβλήματα και έτσι μια ατελείωτη αλυσίδα αναφορών. Ακριβώς γι’ αυτό ο Heidegger αναζητά μια βαθύτερη αιτία αυτής της δυσφορίας, αυτού του παθολογικού πεπρωμένου της σύγχρονης εποχής, και εντοπίζει αυτήν τη βαθύτερη αιτία, μέσω μιας σειράς σταδίων που μπορούν να εξηγηθούν, σε μια αφαίρεση του ίδιου του Είναι. Υπάρχει μια βαθιά διάσταση — αυτήν τη διάσταση που ο Heidegger υποδεικνύει με ένα όνομα, το Είναι — η οποία δεν είναι πλέον παρούσα στον σύγχρονο άνθρωπο· μια διάσταση μέσα στην οποία ο σύγχρονος άνθρωπος θα αποκτούσε ή θα ωρίμαζε μια επίγνωση τής ανημποριάς του, της θνητότητάς του, τού περιορισμού του και, επομένως, της επισφάλειας τού τεχνικού του σχεδίου για επιχειρησιακή και γνωστική κυριαρχία πάνω στην πραγματικότητα. Αντίθετα, όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει απομακρύνει αυτήν τη διάσταση, ώστε να αφιερώσει και να διοχετεύσει όλες του τις ενέργειες ακριβώς σε αυτό το έργο της ολοκληρωτικής, εξονυχιστικής και επίμονης οικειοποίησης κάθε τινός που υπάρχει· ξεχνώντας το Είναι, ο άνθρωπος μπορεί να συγκεντρωθεί στο ον, ώστε να το ελέγξει και να το κυριαρχήσει. Και αυτή η, πιθανώς, λήθη του Είναι αποτελεί την πιο βαθιά, τη μεταφυσική αιτία των παθολογιών του σύγχρονου κόσμου. Έτσι γίνεται κατανοητή, ακόμη κι αν εδώ η παρουσίασή μου είναι εξαιρετικά συνοπτική, η σύνδεση που βλέπει ο Heidegger ανάμεσα σε ένα τόσο αφηρημένο πρόβλημα όπως το ζήτημα του Είναι και στα πιο καυτά ζητήματα του σύγχρονου κόσμου.

Σχετικά με την έννοια της «αφαίρεσης» του Είναι, στην απαρχή της χαϊντεγκεριανής αντίληψης της ιστορίας της μεταφυσικής ως διαδικασίας παρακμής — που από την αρχική πληρότητα της προσωκρατικής σκέψης[Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ] οδηγεί στην τρέχουσα εποχή, σε εκείνη που ο Heidegger, με την έκφραση του Hölderlin, αποκαλεί «εποχή της φτώχειας» —, στην απαρχή αυτής της αντίληψης της ιστορίας και, επομένως, και της ιδέας της αφαίρεσης του Είναι, υπάρχει ένα θέμα που βρίσκουμε ήδη από τις απαρχές της σκέψης του Heidegger: αναφέρομαι στην ιδέα, παρούσα στα νεανικά του κείμενα, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ζωή κατέχεται από μια τάση να καταστρέφεται, να πέφτει έξω από τον εαυτό της, να χάνεται στον κόσμο των πραγμάτων και, επομένως, να μην μπορεί να ξαναβρεί τον εαυτό της παρά μόνο σε μια, θα λέγαμε, αντικειμενοποιημένη μορφή.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτόν τον θεωρητικό πυρήνα που ο Heidegger επεξεργάζεται στη δεκαετία του ’20 και που, μέσα από συνεχείς μεταμορφώσεις, θα καταλήξει στην έννοια της ιστορίας της μεταφυσικής;

Για τον Heidegger η ιστορία της μεταφυσικής είναι μια περιπέτεια, ένα πεπρωμένο που έχει και αυτό βαθιές ρίζες και του οποίου πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες. Ο Heidegger εντοπίζει ή ακολουθεί ουσιαστικά δύο δρόμους για να μπορέσει να φτάσει στην αναγνώριση αυτών των αιτιών. Ένας πρώτος δρόμος είναι ακριβώς εκείνος που θέτει σε εφαρμογή στην πρώτη φάση της σκέψης του, κυρίως στα μαθήματα που δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Freiburg στις αρχές της δεκαετίας του ’20 και στη συνέχεια, μεταξύ 1923 και 1928, στο Marburg.

Κατά τη διάρκεια αυτής της στοχαστικής του πορείας, ο Heidegger επιχειρεί να δείξει ότι η μεταφυσική και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει δεν είναι κάτι που έπεσε απ’ έξω στον δυτικό άνθρωπο, αλλά αποτελεί καρπό μιας δυναμικής που είναι έμφυτη σε εκείνη την ιδιαίτατη κίνηση που είναι η ίδια η ζωή του ανθρώπου.

Η ζωή του ανθρώπου εμπεριέχει μια κίνηση που κατευθύνει και προσανατολίζει τη ζωή κυρίως και κατά κανόνα προς τρόπους πραγμάτωσης που είναι κατά κανόνα αναντίστοιχοι με την αυθεντική ύπαρξη — τούτο γιατί η αυθεντική επιλογή είναι πάντοτε πιο δύσκολη και πιο κοπιώδης από την αναντίστοιχη. Όταν βάζουμε στόχο να πετύχουμε το κέντρο ενός στόχου, το να χτυπήσουμε το κέντρο είναι πάντοτε το πιο δύσκολο και μπορεί να γίνει με έναν και μοναδικό τρόπο, ενώ κατά κανόνα μπορούμε αρκετά εύκολα να πλησιάσουμε ή να χτυπήσουμε κάπου κοντά — αλλά το κέντρο είναι ένα και μοναδικό· εξ ου και η ευκολία του λάθους και η δυσκολία της ακριβούς επίτευξης. Ε, λοιπόν, για τον Heidegger, η ανθρώπινη ζωή είναι κάτι ανάλογο: ένα σχέδιο του οποίου η επιτυχία μπορεί να επέλθει με έναν και μόνο τρόπο, ενώ μπορεί να αποτύχει και να εκτραπεί με πολλούς.

Η αποτυχία της ύπαρξης είναι πάντοτε πιο εύκολη, βρίσκεται πάντοτε εκεί σε ενέδρα, ενώ η επιτυχία της είναι δυσκολότερη. Υπάρχει λοιπόν στη ζωή αυτή η τάση προς την καταστροφή, δηλαδή προς την πτώση σε πραγμάτωσεις που δεν ανταποκρίνονται στο ύψος μιας αυθεντικής επιλογής. Η μεταφυσική, με ό,τι αρνητικό αυτή αντιπροσωπεύει στα μάτια του Heidegger — δηλαδή το σχέδιο της ανθρώπινης υποκειμενικότητας στην αξίωσή της να κυριαρχήσει πάνω σε όλο το ον, ως ον που βρίσκεται εκεί, παρόν, διαθέσιμο σαν υλικό προς εκμετάλλευση — είναι το φιλοσοφικό-θεωρητικό αντανάκλασμα αυτής της εγγενούς τάσης του ανθρώπινου είδους να αποτυγχάνει παρά να επιτυγχάνει.[ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΤΙΠΟΤΕ]

Ακριβώς επειδή η ύπαρξη απαιτεί συνεχώς να σχεδιάζεται, αντιπροσωπεύει ένα βάρος, μια δυσκολία που πρέπει να διαχειριστεί και να διοικηθεί, απέναντι στην οποία κινδυνεύουμε πάντοτε να πέσουμε σε σφάλμα. Και η μεταφυσική υπήρξε για τον Heidegger ένα πεπρωμένο, ένα σφάλμα, μια εύκολη και αναπόφευκτη πλάνη στην οποία έπεσε η ανθρώπινη ιστορία. Σε αυτήν την μεταφυσική πλάνη αντικατοπτρίζεται, σε ένα συνολικό πεπρωματικό επίπεδο, η ίδια τάση που μπορούμε να διαπιστώσουμε ο καθένας μας όταν βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο αυθεντικό και στο αναντίστοιχο και επιβεβαιώνουμε την ευκολία με την οποία πέφτουμε στο αναντίστοιχο και τη δυσκολία να επιλέξουμε τον αυθεντικό τρόπο ζωής.

Κάτι ανάλογο, μια παρόμοια δυναμική, συμβαίνει στην ιστορία της σκέψης, στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, σύμφωνα με την προοπτική του Heidegger. Ο σύγχρονος μηδενισμός βρίσκει, κατά τον Heidegger, την πληρέστερη πραγματοποίησή του στην τεχνο-επιστημονική οργάνωση του κόσμου, χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου κόσμου.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για μια λέξη δύσκολης μετάφρασης που χρησιμοποιεί ο Heidegger, δηλαδή το Gestell, για να χαρακτηρίσει τον σύγχρονο κόσμο; Ο όρος αυτός, Gestell, είναι ιδιαίτερος, γιατί προέρχεται από την καθημερινή γλώσσα των γερμανικών, από όπου τον αντλεί ο Heidegger, φορτίζοντάς τον όμως με φιλοσοφική σημασία και ανυψώνοντάς τον σε κεντρική έννοια για να δηλώσει εκείνη τη μορφή πλανητικού χαρακτήρα που σημαδεύει τη σύγχρονη εποχή, δηλαδή τη μορφή της τεχνικής.

Γιατί ο Heidegger επιλέγει ακριβώς αυτόν τον όρο, Gestell; Στην καθημερινή χρήση, η λέξη σημαίνει κάτι κατασκευασμένο και τεχνητό· σημαίνει κυριολεκτικά μια «συναρμογή» γυαλιών, για παράδειγμα, αλλά και έναν καβαλέτο· σημαίνει επίσης έναν σκελετό, όπως στο Brillengestell (σκελετός γυαλιών), Fahrradgestell (σκελετός ποδηλάτου), ή Gestell (τρίποδο τεχνίτη). Συνεπώς, υποδηλώνει μια δομή, μια εγκατάσταση που έχει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του τεχνητού, κάτι που έχει φτιαχτεί από τον άνθρωπο, ένα κατασκεύασμα που συγκρατεί και λειτουργεί ως φέρουσα δομή για κάτι. Είναι, λοιπόν, ένας όρος που, για τον Heidegger, μπορεί να προσαρμοστεί στο να δηλώσει αυτό που αντιπροσωπεύει η τεχνική σε σχέση με τη φύση.

Η τεχνική αντιπροσωπεύει, σε σχέση με τη φύση, το τεχνητό, το κατασκευασμένο, το παραγόμενο, ενώ η φύση είναι αυτό που αναπτύσσεται αυθόρμητα, έχει μέσα της την αρχή της δικής της γένεσης και της δικής της κίνησης, την αρχή της γέννησής της και του θανάτου της, δηλαδή τον δικό της φυσικό κύκλο· ενώ το τεχνητό είναι κάτι νεκρό, ψυχρό.

Ο Heidegger, λοιπόν, χρησιμοποιεί αυτήν την έννοια για να δηλώσει εκείνη τη στάση που στον σύγχρονο κόσμο έχει γίνει κυρίαρχη και έχει καταπνίξει τη φυσικότητα και την αυθόρμητη ανάπτυξη των πραγμάτων που είναι εκ φύσεως. Για να το εξηγήσει αυτό, ο Heidegger ανατρέχει στον Αριστοτέλη και στη Φυσική του, σε ένα περίφημο χωρίο όπου ο Αριστοτέλης λέει πως, ενώ από ένα δέντρο γεννιέται ένα δέντρο, από ένα κρεβάτι δεν γεννιέται ένα κρεβάτι. Και τα δύο είναι ξύλο, αλλά το ένα είναι ζωντανό ξύλο, που έχει μέσα του την αρχή της γέννησης, της ανάπτυξης και του θανάτου του — δηλαδή τον δικό του φυσικό κύκλο ζωής — ενώ το άλλο είναι νεκρό ξύλο, μια κατασκευή, μια δομή.[ΕΑΝ ΗΤΑΝ ΑΓΡΟΤΗΣ ΘΑ ΗΞΕΡΕ ΠΩΣ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΡΑ. ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΤΑ ΦΥΣΗ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΑΝΘΟΣ. ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΟΜΩΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΤΑ ΠΕΤΕΙΝΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ Ή ΤΙΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΣΕΙ ΚΑΡΠΟ ΚΑΙ ΣΠΟΡΟ. ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ]

Το Gestell δηλώνει λοιπόν αυτό το δεύτερο στοιχείο. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη: η λέξη στα γερμανικά αποτελείται από τη ρίζα -stell, που σημαίνει το «θέτω» ή «τοποθετώ». Το «θέτειν» είναι επίσης μια τυπική λειτουργία του κόσμου της τεχνικής· τοποθετούμε κάτι, το κατασκευάζουμε, και δεν το αφήνουμε να είναι σύμφωνα με τον φυσικό του τρόπο.

Στα γερμανικά, υπάρχουν ρήματα που συντίθενται με αυτήν τη ρίζα — her-stellen, vor-stellen, be-stellen — που σημαίνουν αντίστοιχα «παράγω», «παρουσιάζω/αναπαριστώ», «παραγγέλνω». Είναι όλα τρόποι που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κόσμου της τεχνικής. Η παραγωγή, η ταξινόμηση/διάταξη, η αναπαράσταση είναι όλες διατάξεις χαρακτηριστικές του τεχνικού κόσμου.

Έτσι, η λέξη Gestell — που είναι, όπως πρέπει να θυμίσουμε, συλλογικό ουσιαστικό (το πρόθημα Ge- στα γερμανικά σχηματίζει συλλογικά ουσιαστικά) — είναι ένας όρος που συγκεντρώνει και δηλώνει, εκτός από την εγκατάσταση, το σύνολο των τρόπων του «θέτειν» που αποτελούν και εκφράζουν τις θεμελιώδεις στάσεις του ανθρώπου που κυριαρχείται από την τεχνική.

Για αυτούς τους δύο λόγους, λοιπόν, το Gestell επιλέγεται από τον Heidegger ως κεντρικός όρος, ως βασική λέξη-έννοια για να εκφράσει την ουσία της τεχνικής.

Γιατί όμως, ιδίως στο ύστερο έργο του, ο Heidegger παίρνει μια ιδιαίτερα κριτική στάση απέναντι στην επιστήμη; Τι σημασία πρέπει να δώσουμε στη γνωστή του φράση ότι «η επιστήμη δεν σκέφτεται»; Όταν ο Heidegger λέει ότι η επιστήμη δεν σκέφτεται, δεν κάνει κριτική στην επιστήμη· θέλει απλώς να δείξει ποιο είναι το ίδιο το πεδίο της, να υποδείξει και να αναγνωρίσει τα όρια που η ίδια η επιστήμη θέτει στον εαυτό της.

Η επιστήμη δεν σκέφτεται, με την έννοια ότι ερευνά κάτι το οποίο θεωρεί ως αντικείμενο χωρίς να το θέτει υπό αμφισβήτηση ως τέτοιο. Η φυσική, για παράδειγμα, αναλύει εκείνο το αντικείμενο που θεωρεί δεδομένο και που είναι το σύνολο των φυσικών φαινομένων, το σύνολο των φυσικών κινήσεων, αλλά δεν σκέφτεται ποτέ τι είναι η φύση, η physis, ως τέτοια. Έτσι, όταν λέμε ότι η φυσική δεν σκέφτεται την physis, σημαίνει απλώς ότι αναγνωρίζουμε αυτό που πράγματι κάνει: μελετά τις κινήσεις της φύσης· και ότι υπάρχει κάτι που υπερβαίνει αυτή τη μελέτη και από το οποίο αυτή εξαρτάται — δηλαδή τον ίδιο τον ορισμό της φυσικής. Τι είναι η φυσική; Αυτό η ίδια η φυσική δεν μας το λέει.

Τι είναι τα μαθηματικά; Δεν μας το λένε τα ίδια τα μαθηματικά, αλλά κάθε φορά τόσο η φυσική όσο και τα μαθηματικά προϋποθέτουν αυτό το πεδίο αντικειμένου και έρευνας, ακριβώς για να μπορέσουν να εργαστούν μέσα σε αυτό. Ε, λοιπόν, για τον Heidegger, το έργο της σκέψης είναι ακριβώς να πάει πέρα από μια συγκεκριμένη επιστήμη και να ερωτηθεί γύρω από όλα όσα στις επιμέρους επιστήμες θεωρούνται αυτονόητα και δεδομένα. Αυτό είναι, για τον Heidegger, το πιο ουσιώδες καθήκον της σκέψης.

Αυτή η στάση του Heidegger απέναντι στην επιστήμη, τι σχέση έχει με άλλες θέσεις της φιλοσοφίας, που ήταν χαρακτηριστικές στην ιστορία της φιλοσοφίας; Σκεφτόμαστε, για παράδειγμα, τον Hegel ή ακόμη και τον Husserl, για τους οποίους η φιλοσοφία έχει έναν θεμελιωτικό ρόλο σε σχέση με τις επιστήμες. Η φιλοσοφία είναι, κατά κάποιον τρόπο, η αυτοσυνείδηση της ολότητας μέσα στην οποία εντάσσονται οι επιστήμες. Από ορισμένες απόψεις, η σχέση του Heidegger με τις επιστήμες, όπως την περιγράψατε, μοιάζει με αυτήν που μόλις ανέφερα· από άλλες όμως όχι.

Πιστεύω ότι, με την πρώτη ματιά, η στάση του Heidegger —ιδίως εξαιτίας της παράδοξης εντύπωσης που προκαλεί η δήλωσή του ότι «η επιστήμη δεν σκέφτεται»— οδηγεί στο να πιστεύει κανείς πως η στάση του απέναντι στην επιστήμη είναι αποκλειστική, δηλαδή ότι απορρίπτει την επιστήμη από το πεδίο της φιλοσοφικής σκέψης, ώστε να στραφεί σε μια κατεύθυνση όπου η επιστήμη δεν έχει πλέον τίποτα να πει. Από μια άποψη αυτό είναι αληθές, με την έννοια ότι αυτό που ενδιαφέρει τον Heidegger δεν είναι να κάνει επιστημολογία, μια φιλοσοφική θεωρία που να αναστοχάζεται πάνω σε ό,τι κάνει η επιστήμη. Αλλά δεν είναι αληθές, με την έννοια ότι για τον Heidegger ο περιορισμός της επιστήμης μέσα στα δικά της όρια δεν σημαίνει αγνόηση αυτού που η επιστήμη —και κυρίως η πραγμάτωσή της στην τεχνική— έχει αντιπροσωπεύσει.

Έτσι, πίσω από μια φαινομενική απομάκρυνση της επιστήμης από το πεδίο των φιλοσοφικά σημαντικών ζητημάτων, με την έννοια ότι η φιλοσοφία αρχίζει εκεί όπου υπάρχει η επιστημονική γνώση, υπάρχει στην πραγματικότητα μια κίνηση που κάνει ο Heidegger για να μπορέσει στη συνέχεια να επαναφέρει στο τραπέζι την επιστήμη και την τεχνική με τρόπο πολύ πιο γενικό, πολύπλευρο και πανταχού παρόν, από ό,τι μπορεί να επιτύχει μια επιστημολογία που είναι πάντοτε σκέψη βοηθητική στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης επιστημονικής πρακτικής. Έτσι, στην πραγματικότητα, ο Heidegger, προκαλώντας την επιστήμη με αυτή του τη δήλωση, φέρνει στο προσκήνιο την επιστήμη και την τεχνική ως ένα ιστορικό πεπρωμένο. Ακριβώς επειδή η επιστήμη δεν σκέφτεται, είναι κάτι που, στο μέτρο που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και συμπεριφερόμαστε στον σύγχρονο κόσμο, πρέπει να ξαναστοχαστούμε· και έτσι αποτελεί μια πρόσκληση να σκεφτούμε βαθύτερα πάνω στο τι είναι και τι αντιπροσωπεύουν η επιστήμη και η τεχνική για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην κριτική της νεωτερικότητας του Heidegger και τις άλλες εκφράσεις αυτού που στη Γερμανία ονομάστηκε Kulturkritik, η κριτική του πολιτισμού; Υπάρχει συνέχεια ανάμεσα στις θέσεις του Heidegger και σε εκείνες, επίσης ακραίες, του Spengler, του Scheler και του ύστερου Husserl; 

Πρέπει να πούμε καταρχάς ότι σίγουρα ο Heidegger σκέφτεται και επηρεάζεται βαθιά από το κλίμα που δημιούργησε η γερμανική Kulturkritik των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα· μια σκέψη που αναπτύσσεται στον απόηχο της ευρύτερης κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και κορυφώνεται με τη μεγάλη κρίση του 1929.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένα μεγάλο μέρος της κριτικής διανόησης εκείνης της εποχής αρχίζει να στοχάζεται πάνω στον σύγχρονο κόσμο και την κρίση που τον χαρακτηρίζει. Υπάρχει, λοιπόν, σύνδεση ανάμεσα σε όλους αυτούς τους στοχαστές —τουλάχιστον στις αφετηριακές τους προθέσεις— που τους οδηγεί να επικεντρωθούν σε μια διάγνωση του παρόντος. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου γεννιέται μια κρίση που γίνεται αισθητή σχεδόν παντού· γεννιέται το αίσθημα ότι η belle époque έχει πράγματι τελειώσει και ότι έχει εμφανιστεί κάτι νέο, πως μια ισορροπία έχει διαρραγεί και ότι πρέπει να βρεθούν νέες μετρήσεις και νέοι προσανατολισμοί.

Υπάρχει λοιπόν ένα διάχυτο αίσθημα παρακμής του δυτικού πολιτισμού, που ο Spengler, ιδίως στο έργο του Der Untergang des Abendlandes (Η παρακμή της Δύσης), θα εκφράσει με τρόπο ριζοσπαστικό και εξαιρετικά επιδραστικό. Ωστόσο, σε σχέση με τον Spengler και όλους όσους συμμερίζονται λίγο-πολύ αυτή την κριτική του πολιτισμού, ο Heidegger διαφοροποιείται στη ριζικότητα της προσέγγισής του. Για τον Heidegger, δεν πρόκειται να σταθούμε στις επιφανειακές εκδηλώσεις της κρίσης, ούτε να αρκεστούμε σε μια βραχυπρόθεσμη αναζήτηση των αιτίων της· πρόκειται να αναζητήσουμε, μέσω μιας βαθιάς και ριζικής αναμνηστικής πορείας, τις απαρχές του δυτικού πολιτισμού, μέχρι να εντοπίσουμε τα αληθινά, τα βαθύτερα κίνητρα που οδήγησαν σε αυτή την κρίση.[ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ]

Έτσι, υπάρχει μια επιφανειακή συγγένεια με όλους αυτούς, αλλά και μια ριζική απόσταση, λόγω της ριζικότητας της προσέγγισης που ο Heidegger διεκδικεί ως δική του.

Καθηγητά Volpi, η κριτική της νεωτερικότητας του Heidegger, σε ορισμένες βασικές της πτυχές, θυμίζει εκείνη που, σε ένα γνωστό βιβλίο, οι πατέρες της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Adorno και ο Horkheimer, αποκάλεσαν Διαλεκτική του Διαφωτισμού. Τι ενώνει και τι, αντίθετα, χωρίζει τη θεωρία της Κριτικής Σχολής από τη σκέψη του Heidegger; Οι δύο «σχολές» —η χαϊντεγκεριανή και η της Φρανκφούρτης— βρίσκονται φυσικά σε αντίθετα άκρα.

Πρόκειται για δύο πολιτισμικές περιοχές που, για φιλοσοφικούς και πολιτικούς λόγους, βρίσκονταν πάντοτε σε σφοδρή αντιπαράθεση σε δύο εντελώς αντίθετα μέτωπα. Μάλιστα, ανάμεσα στον Heidegger και τον Adorno —ή καλύτερα, ανάμεσα στον Adorno και τον Heidegger— υπήρξαν αρκετές ευκαιρίες πολεμικής, και ο Adorno έγραψε ένα φυλλάδιο για να πολεμήσει τη γλώσσα, τη σκέψη και την ορολογία που χρησιμοποιούσε ο Heidegger. Έτσι, εκ πρώτης όψεως, οι δύο θέσεις φαίνονται ριζικά αντιφατικές.

Η θέση των φρανκφουρτιανών, ευθυγραμμισμένη με μια μαρξιστική ερμηνεία του σύγχρονου κόσμου και, κατά συνέπεια, με μια κριτική αυτού του τύπου, ενώ η χαϊντεγκεριανή θέση συνδέεται περισσότερο με μια συντηρητική διάσταση σκέψης. Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ανάλυση των εσωτερικών αρθρώσεων αυτών των δύο θέσεων, μπορεί κανείς να εντοπίσει συγγένειες και μάλιστα ισχυρούς παραλληλισμούς που ορισμένοι κριτικοί ανέδειξαν ως υπόγειες συγκλίσεις, οι οποίες καταλήγουν να ευθυγραμμίζουν τις δύο θέσεις σε μια σχεδόν κοινή ερμηνεία της δυναμικής του δυτικού πολιτισμού.

Από πού εξαρτάται, για τον Heidegger, αυτή η δυναμική; Έχουμε ήδη πει ότι, γι’ αυτόν, τα αποτελέσματα του σύγχρονου κόσμου εξαρτώνται από έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας του ελληνικού logos και της ελληνικής episteme, ο οποίος αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε στην πορεία της δυτικής παράδοσης και οδήγησε στον αλλοτριωμένο κόσμο της σύγχρονης εποχής.

Τι κάνουν, λοιπόν, ο Adorno και ο Horkheimer στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού; Ερμηνεύουν, από μαρξιστική σκοπιά, ακριβώς το ίδιο φαινόμενο που ο Heidegger είχε ερμηνεύσει με αυτόν τον τρόπο· δηλαδή, την αλλοτρίωση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο πολιτισμό. Και όχι μόνο αυτό: σε σχέση με την ίδια τη μαρξιστική παράδοση στην οποία δηλώνουν ότι αναφέρονται, ο Adorno και ο Horkheimer πραγματοποιούν μια διεύρυνση, μια υπέρβαση, που τελικά τους οδηγεί σε θέσεις παρόμοιες με εκείνες του Heidegger, αν και από διαφορετική οπτική. Υποστηρίζουν ότι η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου έχει πιο μακρινές ρίζες, οι οποίες ανάγονται σε εκείνο το σχέδιο που οι ίδιοι βλέπουν να συμβολίζεται στη μορφή του Οδυσσέα.

Η πανουργία της λογικής, του πανούργου Οδυσσέα, που υψώνεται για να κυριαρχήσει πάνω σε όλες τις αντιξοότητες της φύσης, αναδεικνύεται ως το υποκείμενο που εξουσιάζει όλα όσα υπάρχουν και όλες τις αντιξοότητες της τύχης (tyche).[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ . ΜΟΝΟ Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΤΟΝ ΕΣΩΣΕ. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ. ΕΧΑΣΕ ΠΑΝΤΟΥ. ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΓΙΔΕΣ] Με αυτήν την εργαλειακή, κυριαρχική και δεσποτική λογική πάνω στα πράγματα και στην τύχη, γεννιέται το σχέδιο που οδηγεί στην εκτροπή του Διαφωτισμού στο αντίθετό του. Ο Διαφωτισμός, που ήταν ένα σχέδιο χειραφέτησης, αξιοποίησης της λογικής για χειραφετικούς σκοπούς, καταλήγει σε μια αντιστροφή της χειραφέτησης σε αλλοτρίωση.[ΣΕ ΑΠΟΛΑΥΣΗ. ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ. ΤΩΡΑ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΦΑΕ ΠΙΕ ΕΥΦΡΑΙΝΟΥ. ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ]

Αλλά αυτό το σχέδιο δεν ανάγεται —όπως θα έλεγε μια αυστηρά μαρξιστική ερμηνεία— στις καπιταλιστικές συνθήκες παραγωγής, αλλά στο ίδιο το σχέδιο της ορθολογικής κυριαρχίας πάνω στην πραγματικότητα, δηλαδή στις απαρχές του δυτικού πολιτισμού με τους Έλληνες·[ΜΗΠΩΣ Ο ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ;] σε εκείνο το σχέδιο που ο ίδιος ο Heidegger θεωρεί ως την πρώτη εκκίνηση του μεταφυσικού πεπρωμένου της Δύσης. Σ’ αυτό το σημείο, λοιπόν, παρά τις πραγματικές διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο θέσεις, μπορεί να γίνει λόγος για μια σύγκλιση στη διάγνωση της φιλοσοφίας της ιστορίας της Δύσης.

Η πρώτη πρόσληψη του έργου του Heidegger ήταν μια ερμηνεία σε υπαρξιστική κατεύθυνση. Οι γνωστές αναλύσεις του Sein und Zeit (Είναι και Χρόνος) για την αναντιστοιχία, τη φλυαρία, την «δημόσια» ερμηνεία, τη διασπορά του υποκειμένου στον κόσμο της καθημερινής φλυαρίας, έδωσαν αφορμή σε υπαρξιστικές ερμηνείες.

Γιατί, λοιπόν, το 1946, με την περίφημη Επιστολή για τον Ανθρωπισμό, ο Heidegger —σπάζοντας μια μακρά σιωπή— απορρίπτει θεαματικά αυτές τις υπαρξιστικές ερμηνείες και διεκδικεί τον αντι-ουμανιστικό χαρακτήρα της σκέψης του; Ο Heidegger διευκρινίζει τη θέση του, η οποία δεν υπήρξε ποτέ υπαρξιστική, σε σχέση με πολυάριθμες παρεξηγήσεις στις οποίες είχε περιοριστεί ή απλώς είχε προσληφθεί.

Αυτό, διότι από την αρχή, ο Heidegger θέτει το ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης όχι σε όρους ενός ανορθολογικού δεσίματος με τις πιο ιδιότυπες δυναμικές της ίδιας της ύπαρξης, αλλά το θέτει σε μια αυστηρά οντολογική προοπτική· όπως άλλωστε δείχνει και το απόσπασμα από τον Πλάτωνα που βρίσκεται ως μότο στο Είναι και Χρόνος. Εδώ γίνεται λόγος για το πρόβλημα του είναι, και αυτό είναι που πρωτίστως ενδιαφέρει τον Heidegger.

Για να φτάσει, λοιπόν, στο πρόβλημα του Είναι, ο Heidegger θέτει το ερώτημα: ποιο είναι εκείνο το προνομιούχο ον που είναι σε θέση να θέσει αυτό το ερώτημα; Και αφού αυτό το ον είναι ο άνθρωπος, η ανθρώπινη ύπαρξη, το Dasein, είναι αναγκαίο, για να φτάσει σε αυτό το πρόβλημα, να παραχθεί μια ανάλυση αυτού του ιδιαίτερου όντος και να εντοπιστούν οι λόγοι για τους οποίους ξεχωρίζει ακριβώς λόγω της ικανότητάς του να θέτει το ερώτημα του είναι.

Αν τώρα περιορίζαμε αυτήν την προσπάθεια του Heidegger —να φτάσει στο πρόβλημα του Είναι μέσα από την ανάλυση της ύπαρξης— στο απλό αποτέλεσμα του να μας έχει προσφέρει κάποιες κατηγορίες για τη διαλεύκανση της ανθρώπινης ύπαρξης, θα ξεχνούσαμε πιθανώς τον τελικό στόχο στον οποίο ο Heidegger θέλει να φτάσει. Θα αποκλείαμε έτσι από τη θέα μας ένα σημαντικό μέρος της σκέψης του, παρόν ήδη από την αρχή, έστω και συγκεχυμένο, αφού στην αρχή πρόκειται να βρεθεί η πρόσβαση στο πρόβλημα· αλλά που συνεχίζει ως ενιαίος οδηγός από την αρχή ως το τέλος της στοχαστικής του πορείας.

Ένας δεύτερος λόγος για τον οποίο η υπαρξιακή ερμηνεία του Heidegger είναι περιοριστική είναι το γεγονός ότι δεν βλέπει πως η ανάγνωση των κατηγοριών της ύπαρξης δεν γίνεται με εργαλεία υπαρξιστών στοχαστών —για παράδειγμα, τις αναλύσεις της ύπαρξης στον Kierkegaard— αλλά γίνεται με οντολογική χρήση εννοιών που ανάγονται στη σκέψη των Ελλήνων, και ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη.

Αυτό που ενδιαφέρει, λοιπόν, τον Heidegger είναι να φωτίσει ποιος είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης της ανθρώπινης ύπαρξης· και με αυτό, φυσικά, καταλήγει να παρέχει εξαιρετικά πολύτιμα εργαλεία για την ανάλυση της ύπαρξης, αλλά αυτό δεν είναι ο τελικός σκοπός στον οποίο θεωρεί ότι πρέπει να φτάσει.

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (9)

Συνέχεια από Πέμπτη 21. Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 9

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις  
PLANCK

...........Και στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου της Αναλυτικής των αρχών:
«Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας»³.

Αυτή η σύλληψη της αισθητικότητας και της αίσθησης, η οποία ανοίγει την Κριτική του καθαρού λόγου και την οποία ο Kant διατηρεί στην Κριτική του πρακτικού λόγου, στην Κριτική της κριτικής δύναμης και στα μεταγενέστερα γραπτά του, αποδίδει στην τροποποίηση ή αίσθηση μια διπλή όψη, ή μια διπλή λειτουργία. Αυτές οι δύο λειτουργίες όμως είναι τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε μοιάζουν να είναι ένα μόνο στοιχείο. Κι όμως είναι σκόπιμο να τις κρατήσουμε νοητικά διακριτές.

Η μία βεβαιώνει ότι αυτή η τροποποίηση είναι «ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα», δηλαδή ότι μόνο η αίσθηση είναι εκείνο που εγγυάται την πραγματικότητα της εμπειρίας, την εμπειρική ύπαρξη· διότι «η αίσθηση εκφράζει... κυριολεκτικά το υλικό στοιχείο —το πραγματικό, εκείνο μέσω του οποίου δίνεται κάτι υπάρχον—»⁴.
Η άλλη βεβαιώνει ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι παρά τροποποίηση της αισθητικότητας. Για την αίσθηση ως πραγματικότητα θα γίνει λόγος στα επόμενα κεφάλαια. Στις ακόλουθες Παρατηρήσεις, αντίθετα, θα γίνει λόγος για το άλλο χαρακτηριστικό, δηλαδή για την αίσθηση ως τροποποίηση. Πρόκειται για θεωρία που εμφανίζεται ταυτόσημη τόσο στα μεταγενέστερα όσο και στα προκριτικά γραπτά· θεωρία που ο Kant είχε κληρονομήσει και αποδεχθεί από την παράδοση.........

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1η

Οι ιδιότητες αυτής της τροποποίησης, όπως προκύπτουν στην Κριτική, είναι εξαιρετικά σημαντικές· διότι, καθώς είναι πάντοτε και αναπόφευκτα παρούσες σε κάθε αισθητή γνώση, καθορίζουν τα ανεξάλειπτα χαρακτηριστικά της. Και γι’ αυτόν τον λόγο είναι ιδιότητες που πρέπει να εξεταστούν με λεπτομερή προσοχή.
Αυτή η τροποποίηση της αισθητικότητας δεν νοείται με την έννοια ότι η ίδια η αισθητικότητα, ύστερα από μια σειρά αισθήσεων, τροποποιείται ή μεταβάλλεται σε κάποια άλλη ικανότητα διαφορετική από την αισθητικότητα. Η αισθητικότητα, για τον Kant, παραμένει αισθητικότητα. Μέσα της συμβαίνουν τροποποιήσεις· και αυτές οι τροποποιήσεις είναι οι αισθήσεις —γενικά: απτικές, θερμικές, οπτικές, οδυνηρές κ.λπ.
Με τον όρο τροποποίηση δεν δηλώνεται μια σημειακή κατάσταση, απομονωμένη και αποσπασμένη· διότι ένα αυστηρά απομονωμένο σημείο ούτε θα ήταν τροποποίηση ούτε θα ήταν με οποιονδήποτε τρόπο αντιληπτό.⁶

Τροποποίηση είναι «σχέση» ή «αναφορά» ανάμεσα σε δύο διαφορετικές συνεχόμενες συνθήκες. Πρέπει να είναι διαφορετικές για να μπορεί να υπάρχει τροποποίηση· πρέπει να είναι συνεχόμενες, διότι μια τροποποίηση, όσο ελάχιστη κι αν είναι, είναι πάντοτε η διαφορά ανάμεσα σε ένα β και σε οποιοδήποτε γ βρίσκεται αμέσως δίπλα του. Η σχέση γβ —συνεχόμενα και διαφορετικά— είναι η τροποποίηση ή αίσθηση. Επομένως δεν θα μπορεί να συμβολιστεί η αίσθηση με ένα μόνο γράμμα, αλλά πάντοτε και μόνο με ένα ζεύγος ή σχέση δύο γραμμάτων. Κάθε «μεμονωμένη» αίσθηση, πράγματι, δεν είναι ένα «σημείο», αλλά είναι μεταβολή, τροποποίηση της αισθητικότητας· και η μεταβολή δηλώνει σύνδεση με... Η λεγόμενη «ιδιαιτερότητα» ή ιδιομορφία μιας λεγόμενης «μεμονωμένης» αίσθησης δίνεται από τη μεμονωμένη «διαφορά», δηλαδή από μια «σχέση». Συνεπώς αυτό που λέγεται μια κατάσταση, μια «συνθήκη» του υποκειμένου, είναι στην πραγματικότητα μια σχέση —βγ.

Αυτή η έννοια είναι τόσο σημαντική, ώστε μου φαίνεται σκόπιμο να επιμείνω σε αυτήν.

Η αναζήτηση ενός αισθητού αλλά απομονωμένου β στερείται νοήματος. Εφόσον δεν είναι τροποποίηση, το β δεν γίνεται αντιληπτό ούτε είναι αντιληπτό από την αισθητικότητα· και γι’ αυτό δεν αποτελεί μέρος της αισθητικότητας. Όσο βαθιά κι αν ερευνήσει κανείς, η λεγόμενη μεμονωμένη αίσθηση θα είναι πάντοτε, τουλάχιστον, ένα βγ, αδιάσπαστα. Αν παύει να είναι βγ, παύει να είναι τροποποίηση και παύει να είναι αίσθηση.
[Πρέπει λοιπόν να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η έκφραση που χρησιμοποίησα παραπάνω, στην αρχή της παραγράφου 2, για την τροποποίηση ως σχέση δύο συνθηκών, να προκαλέσει παρανοήσεις· δεν πρέπει να νοηθεί με την έννοια ότι καθεμία από τις δύο συνθήκες, απομονωμένη, είναι κάτι, και κάτι αντιληπτό, σαν να ήταν μια κατάσταση του αισθανόμενου. Το αντιληπτό —αίσθηση ή κατάσταση του αισθανόμενου— είναι πάντοτε αίσθηση, δηλαδή τροποποίηση, και επομένως βγ. Η μεμονωμένη απομονωμένη συνθήκη δεν υπάρχει· αυτό που αρχίζει να υπάρχει είναι τροποποίηση και επομένως σχέση, άρα αίσθηση, δηλαδή βγ.]
Εφόσον η αίσθηση —βγ— είναι τροποποίηση, από αυτό έπεται ότι ο ιστός των αισθήσεων, που είναι ... βγδε ..., είναι αυστηρά αδιάκοπη τροποποίηση. Η διακοπή της σημαίνει παύση του αισθάνεσθαι. Για να χρησιμοποιήσουμε μια μαθηματική έκφραση που εδώ είναι απολύτως ακριβής, πρέπει να πούμε ότι ... βγδε ... είναι αυστηρά συνεχής τροποποίηση. Μέσα σε αυτό το συνεχές δεν μπορεί να βρεθεί, ούτε με νοητική ανάλυση, το απομονωμένο στοιχειώδες —που να είναι ακόμη πραγματική αίσθηση—· βρίσκει κανείς πάντοτε μια τροποποίηση και επομένως μια σχέση ή αναφορά: βγ, γδ, δε και ούτω καθεξής, με αδιάκοπη συνέχεια· δηλαδή με συνεχή τρόπο —γι’ αυτό και δεν μπορεί να γραφεί παρά μόνο έτσι: ... βγδε ..., χωρίς κόμματα διαχωρισμού.
Και γι’ αυτό δεν υπάρχει ποτέ μια πρώτη αίσθηση· διότι, εφόσον κάθε αίσθηση είναι τροποποίηση μιας συνθήκης, κάθε βγ είναι τροποποίηση ενός αβ που λογικά προηγείται. Επομένως, όσο πίσω κι αν πάει κανείς στον αισθητό ιστό, δεν θα βρει ποτέ την αίσθηση που λειτουργεί ως απόλυτη αρχή της σειράς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 2η

Όπως ειπώθηκε στην παράγραφο 1 της προηγούμενης Παρατήρησης, η αισθητικότητα δεν είναι για τον Kant μια ικανότητα που μετασχηματίζεται σε κάποια άλλη ικανότητα —για παράδειγμα, που εξαφανίζεται μετουσιωνόμενη σε νόηση—· παραμένει αισθητικότητα. Η εσωτερική και θεμελιώδης σύστασή της παραμένει λοιπόν σταθερά η ίδια.
Αυτή η σύσταση ή δομή, δηλαδή η μορφή αυτής της δεκτικότητας ή, καλύτερα, αυτής της ικανότητας του αισθανόμενου να τροποποιείται, προηγείται —λογικά μιλώντας— όλων των πραγματικών τροποποιήσεων, δηλαδή των ποικίλων αισθήσεων. Ακριβέστερα: η θεμελιώδης σύσταση της αισθητικότητας είναι απριορική συνθήκη κάθε δυνατής τροποποίησης· χωρίς αυτή τη σύσταση δεν θα συνέβαιναν τροποποιήσεις.
Αλλά αυτός ο χαρακτήρας είναι εκείνος της τροποποιησιμότητας ως συνεχούς.⁸
Το να λέμε ότι αυτό το συνεχές, αυτή η αδιάσπαστη συνέχεια τροποποιήσεων, που δεν αποτελείται από μέρη ή απλά στοιχεία, είναι χαρακτήρας ή θεμελιώδης δομή της αισθητικότητας, είναι απολύτως ταυτόσημο με το να λέμε: η αισθητικότητα είναι παρούσα a priori. Πράγματι: Α) η αισθητικότητα, ως απαραίτητη συνθήκη της δυνατότητας να υπάρχουν τροποποιήσεις, πρέπει να προηγείται —πάντοτε λογικά— της εμφάνισης αυτών των τροποποιήσεων· διότι η «πάθηση» ή «προσβολή» —όποια κι αν είναι και όπως κι αν συμβαίνει— δεν είναι εκείνο που κάνει να γεννηθεί η αισθητικότητα· αλλά είναι εκείνο που, ενεργώντας μέσα στην ήδη παρούσα αισθητικότητα ή πάνω σε αυτήν, κάνει να προκύψουν αισθήσεις ή τροποποιήσεις. Β) Η φύση αυτής της αισθητικότητας, θεωρημένη γενικά, είναι ακριβώς το ότι μπορεί να έχει αφ’ εαυτής —όχι κάτω από τον εαυτό της— τροποποιήσεις· πράγμα που, για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία, θα ήταν μια ταυτολογική κρίση. Τώρα, ακριβώς σε αυτόν τον χαρακτήρα συνίσταται η a priori παρουσία της αισθητικότητας.
Το συνεχές που βρίσκεται αναγκαστικά στη βάση όλων των τροποποιήσεων είναι η εσωτερική και ενδόμυχη μορφή ή δομή που πρέπει a priori να προσλάβουν όλες οι αισθήσεις. Διότι μόνο υπό αυτόν τον όρο μπορούν να είναι αισθήσεις.

Σημειώσεις:

Όταν θέλει κανείς να φανταστεί ή να απεικονίσει μια ευθεία ή ακόμη και ένα μαθηματικό σημείο, δεν μπορεί να το απεικονίσει παρά ως ένα μικροσκοπικό quid περιβαλλόμενο από ένα κενό άλωμα: ένα σημείο σε σχέση με έναν χώρο. Στη σχέση είναι που στρέφεται το μάτι. Χωρίς αυτή τη σχέση ή τροποποίηση —ανάμεσα στο πλήρες και στο κενό— δεν θα υπήρχε ούτε καν σημείο. Η τροποποίηση βρίσκεται στη βάση της δυνατότητας απεικόνισής του.

Όσο για το θεωρητικό πρόβλημα της διάκρισης, ή καλύτερα του χωρισμού, δύο σωμάτων, είναι γνωστό πόσο δύσκολο είναι, για να μην πούμε ανυπέρβλητο. Ας ανακαλέσουμε, για παράδειγμα, στη μνήμη πόσο σύνθετο υπήρξε για τον Descartes το πρόβλημα του καθορισμού του ορίου ή της επιφανειακής οριοθέτησης των μεμονωμένων σωμάτων· εκείνη η οριοθέτηση δεν καταφέρνει ποτέ να είναι οριοθέτηση ενός μόνο σώματος, αλλά είναι πάντοτε η σχέση δύο σωμάτων, ο τόπος της επαφής τους. Και μόνο σε αυτόν τον «τόπο» έχει την έδρα της ή, ακριβέστερα, θα έπρεπε να έχει την έδρα της η χάραξη της διαφοράς που καθιστά δυνατή την ύπαρξη μεμονωμένων διακριτών σωμάτων.

Είπα «θα έπρεπε να έχει την έδρα της», διότι στην πραγματικότητα ο Descartes δεν κατορθώνει με κανέναν τρόπο να θεμελιώσει θεωρητικά μια διάκριση των διαφόρων αντικειμένων μεταξύ τους· και ακριβώς εκείνος ο «τόπος», που θα προοριζόταν να σημειώσει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα αντικείμενο και ένα άλλο αντικείμενο, στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τα συνδέει μεταξύ τους, έτσι ώστε να τα καθιστά ένα μόνο αντικείμενο.
Το πρόβλημα που έμεινε τότε άλυτο σέρνεται εξίσου άλυτο επί αιώνες. Και επανεμφανίζεται ακόμη, για παράδειγμα στον Bergson, όπου δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα πέρα από τον Descartes. Στον Kant —στο κεφάλαιο για την αρχή της Αμοιβαιότητας— υπάρχει μια απόπειρα που μπορεί να θεωρηθεί η μόνη που έχει κάποια θεωρητική αξία, αν και δεν υπερβαίνει μια γενική δυνατότητα διάκρισης των αντικειμένων. Αλλά και αυτή επηρεάζεται από τον γενικό χαρακτήρα όλων αυτών των κριτηρίων χωρισμού των αντικειμένων: δηλαδή από το ότι κάνουν τα αντικείμενα που υποβάλλονται σε έρευνα μάλλον να ενοποιούνται σε μια ενότητα εμπειρίας, παρά να απομονώνονται μεταξύ τους σε πολλαπλά, σαφώς διακριτά αντικείμενα.

Αν χρειάζεται μια σχέση για να παρασταθεί ένα μεμονωμένο «σημείο» λαμβανόμενο αφηρημένα, για να καθοριστεί έπειτα η θέση αυτού του σημείου χρειάζεται μάλιστα ένα δίκτυο σχέσεων με ευθείες —συντεταγμένες— κ.λπ. Ας μη μιλήσουμε έπειτα για τους καθορισμούς οποιουδήποτε φαινομένου ή γεγονότος στη φυσική, όπου όλες οι διαπιστώσεις και οι μετρήσεις δεν είναι, όπως γνωρίζουμε, παρά διαπιστώσεις και καταγραφές διαφορών —δηλαδή σχέσεων, διαφορών δυναμικού, ενέργειας κ.λπ. Μόνο η τροποποίηση μιας συνθήκης, δηλαδή μόνο η σχέση ενός γ με ένα β, δηλαδή ένα ζεύγος βγ, και όχι ένα μεμονωμένο γ ή ένα μεμονωμένο β, είναι αυτό που μας προκύπτει πειραματικά και είναι αυτό που μόνο μπορεί να μας προκύψει.

Και ως προς αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια λεπτομερής εξέταση των νοητικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε εκείνο το έργο, μάλιστα αριστούργημα, με το οποίο δημιουργήθηκε μια σύγχρονη επιστήμη, η θερμοδυναμική, και μέσα στο οποίο περιέχεται ο πυρήνας της περίφημης «δεύτερης αρχής» της. Εννοώ τις Réflexions sur la puissance motrice du feu του Sadi Carnot. Είμαι αναγκασμένος να περιοριστώ σε ένα και μόνο, πολύ σύντομο παράδειγμα.

Η σ. 6 —της αναφερόμενης έκδοσης— περιέχει στενά συνυφασμένες μεταξύ τους δύο νοοτροπίες: μία, ας πούμε έτσι, ουσιοκρατική, η οποία είναι τόσο εμπειρική όσο και μεταφυσικο-δογματική· η άλλη, αντιθέτως, καθαρά επιστημονική με τη σύγχρονη έννοια, η οποία θεωρεί τα φαινόμενα όχι ως ουσίες, αλλά μόνο ως σχέσεις καταστάσεων ή γεγονότων. Σε αυτή τη σ. 6 πράγματι λέγεται: «Η θερμότητα, που αναπτύσσεται στην εστία ως αποτέλεσμα της καύσης, διαπερνά τα τοιχώματα του λέβητα, δημιουργεί ατμό, κατά κάποιον τρόπο ενσωματώνεται σε αυτόν. Ο ατμός, μεταφέροντας εκείνη τη θερμότητα μαζί του, την φέρνει πρώτα στον κύλινδρο, όπου επιτελεί κάποιο έργο, και από εκεί στον συμπυκνωτή, όπου ο ατμός γίνεται υγρό σε επαφή με το κρύο νερό που βρίσκεται εκεί. Το κρύο νερό του συμπυκνωτή, λοιπόν, ιδιοποιείται τελικά τη θερμότητα που αναπτύχθηκε από την καύση… Ο ατμός δεν είναι εδώ παρά ένα μέσο για τη μεταφορά της θερμότητας».

Σε αυτή τη φράση είναι φανερό το ουσιοκρατικό νοητικό υπόστρωμα με το οποίο γίνεται λόγος για τη θερμότητα. Αλλά αμέσως μετά: «Στις λειτουργίες που μόλις περιγράψαμε, αναγνωρίζεται εύκολα η αποκατάσταση της ισορροπίας της θερμότητας, η μετάβασή της από ένα περισσότερο ή λιγότερο θερμό σώμα σε ένα ψυχρότερο σώμα… Η παραγωγή της κινητήριας δύναμης στη μηχανή ατμού οφείλεται λοιπόν όχι σε μια πραγματική κατανάλωση θερμότητας, αλλά στη μεταφορά της από ένα θερμό σώμα σε ένα ψυχρό σώμα [υπογραμμισμένο στο κείμενο], δηλαδή στην αποκατάσταση της ισορροπίας της… Με βάση αυτή την αρχή, δεν αρκεί, για να παραχθεί κινητήρια δύναμη, να παραχθεί θερμότητα· χρειάζεται επιπλέον να εξασφαλιστεί ψύχος· χωρίς αυτό, η θερμότητα θα ήταν άχρηστη… Όπου υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας, όπου μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση ισορροπίας θερμότητας, εκεί μπορεί να υπάρξει και παραγωγή κινητήριας δύναμης».

Και σε αυτές τις γραμμές, παρά ένα ουσιοκρατικό κατάλοιπο, όλη η προσοχή μετατοπίζεται από την ουσία στη σχέση. Και συγκεκριμένα στη σχέση ανάμεσα στη διαφορά θερμοκρασίας και την αποκατάσταση της ισορροπίας ή της ταυτότητας της θερμοκρασίας· πράγματα και τα δύο απαραίτητα για να υπάρξει κινητήρια δύναμη —η θερμότητα, λέει στη σ. 8, «προφανώς δεν μπορεί να είναι αιτία κίνησης παρά δυνάμει της αλλαγής όγκου ή μορφής που προκαλεί σε ένα σώμα». Μόνο αυτή η αλλαγή, αυτή η σχέση ανάμεσα στην αρχική διαφορά θερμοκρασίας και την τελική κατάργηση αυτής της διαφοράς, θα αποτελέσει το αντικείμενο της μελέτης του Carnot. Και αυτή η σχέση δεν έχει πλέον τίποτε να κάνει με την υποθετική στοιχειώδη ομογενή ουσία, αλλά είναι καθαρή «σχέση»· και ως τέτοια επιδέχεται μαθηματική μελέτη. Και μόνο καθόσον είναι σχέση ή αναφορά είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί καθαρά και διακριτά.

Αυτό που μόλις είπαμε συμβαίνει παντού: τόσο στις μεγάλες ατμομηχανές όπου, όπως λέει ο Baulino, «προς το παρόν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε μόνο… τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα», αλλά δεν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε την «απόλυτη ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό» —Trattato di macchine termiche, Livorno 1921, τ. I, σ. 12— όσο και στα λεπτότερα ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.λπ. φαινόμενα.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την «εντροπία»: «Μετρώνται άμεσα μόνο διαφορές εντροπίας», λέει ο Planck [ό.π., σ. 83], «ποτέ η ίδια η εντροπία, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνεται λόγος χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία μιας κατάστασης»· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Εδώ συμβαίνει το ίδιο όπως με την ενέργεια. Ούτε η ενέργεια είναι μετρήσιμη καθαυτή, και μετρήσιμες είναι μόνο οι διαφορές της». Διαφορές που δεν είναι ακριβώς τίποτε άλλο από εκείνες τις αναφορές ή σχέσεις για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.


Η εξαφάνιση κάθε «ουσιοκρατικού» ρεαλισμού στη σύλληψη του φυσικού κόσμου, που ενυπάρχει στην καρτεσιανή φιλοσοφία, βρήκε τη θεωρητική της δικαίωση στην Υπερβατολογική Αισθητική και στην καντιανή Αναλυτική. Θα φανεί εκτενώς σε αυτή την εργασία πώς ο Kant υποστηρίζει —ακριβώς στο συμπέρασμα της Αναλυτικής των αρχών— ότι όλα όσα υπάρχουν στον φυσικό κόσμο διαλύονται πλήρως σε «απλές σχέσεις»: «Τα πράγματα… δίνονται στις εποπτείες με καθορισμούς τέτοιους που εκφράζουν απλές σχέσεις, χωρίς τίποτε εσωτερικό ως θεμέλιο» [Κριτική, σ. 278 (B 229)]· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Βεβαίως, προκαλεί έκπληξη να ακούει κανείς ότι ένα πράγμα πρέπει να συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις· αλλά ένα τέτοιο πράγμα είναι επίσης απλό φαινόμενο», και δεν είναι μια ουσία, ένα quid καθαυτό πέρα από την εμπειρία. Μόνο αν ήταν καθαυτό, αν ήταν πέρα από κάθε δυνατή εμπειρία, αυτό το υποθετικό άγνωστο quid θα μπορούσε να κατέχει τα γνωρίσματα μιας ουσίας, η οποία, ως τέτοια, δεν συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις.

Αναγκάστηκα να επιμείνω τόσο πολύ σε αυτή την «τροποποίηση», σε αυτή τη σχέση ή διαφορά ως πρώτο, θεμελιώδες, στοιχειώδες στοιχείο κάθε φυσικού αντικειμένου ή γεγονότος, επειδή παρατήρησα —και όχι πάντοτε στο πεδίο των μελετητών της φιλοσοφίας— πόσο επίμονη είναι η πεποίθηση ότι το primum, το στοιχειώδες, πρέπει κατ’ ανάγκην —de iure— να είναι ένα «σημείο», ένα «απλό». Και η επιμονή αυτής της πεποίθησης ή «ουσιοκρατικής» στάσης είναι ορατή ακόμη και στους συγγραφείς που μόλις αναφέρθηκαν: ο Baulino, για παράδειγμα, όταν λέει ότι γνωρίζουμε να υπολογίζουμε τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα, αλλά όχι την απόλυτη ποσότητα αυτής της θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό, δείχνει ότι διατηρεί τη σύλληψη πως πίσω ή κάτω από τις «μεταβολές» ή τις «σχέσεις» υπάρχει ένα απόλυτο —στην προκειμένη περίπτωση, η απόλυτη θερμότητα αποθηκευμένη σε ένα σώμα.

Και ο Planck, όταν υποστηρίζει, στην ίδια σ. 83 που μόλις αναφέρθηκε, ότι παρόλο που δεν μπορεί να γίνεται λόγος «χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία», είναι, παρά ταύτα, σκόπιμο να εισαχθεί η έννοια, κατάλληλα ορισμένη, του απόλυτου μεγέθους της εντροπίας, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να διατυπωθούν εύκολα ορισμένες γενικές προτάσεις· και όταν υποστηρίζει ότι το ίδιο πρέπει να γίνει όσον αφορά την ενέργεια, δεν δείχνει κι αυτός ότι πίσω από τη σύλληψη της φυσικής πραγματικότητας ως «συστήματος σχέσεων» παραμένει στο βάθος του νου του η σύλληψη ότι η φυσική πραγματικότητα είναι επίσης «ουσία»;


Στις φράσεις του Kant που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σημείωση, είναι σκόπιμο να προστεθούν εδώ και άλλες, στις οποίες ο Kant δείχνει πώς στην υποκειμενική μας έννοια, δηλαδή στην ιδέα μας του «απλού», δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα απολύτως τίποτε: «η θεμελιώδης έννοια μιας απλής φύσης [δηλαδή ενός quid αυστηρά αδιαίρετου, όπως ένα σημείο στη γεωμετρία] είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί απολύτως να συναντηθεί σε καμία εμπειρία, και δεν υπάρχει λοιπόν καμία οδός για να φτάσουμε σε αυτήν ως έννοια αντικειμενικά έγκυρη» [Κριτική, σ. 676 (A 227)]. «Το απλό δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ σε καμία απολύτως εμπειρία· και… δεν υπάρχει τρόπος να δούμε τη δυνατότητα ενός απλού φαινομένου» [Κριτική, σ. 586 (B 503)]. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο «ακρογωνιαίος λίθος» της κλασικής φυσικής είναι το υλικό σημείο ή απλό σωμάτιο, δηλαδή ένα, αδιαίρετο, ατομικό, βλέπει ή τουλάχιστον αρχίζει ήδη να διακρίνει πόσο λίγο μπορεί να θεωρηθεί ο Kant «δεμένος» με εκείνη τη φυσική.

⁸ Θα επανέλθουμε σε αυτό το σημείο στο κεφ. IV. Τώρα υπαινίσσομαι μόνο τα εξής: ο Kant, από τη Dissertatio του 1770 και έπειτα, υποστηρίζει, εναντίον του Descartes και εναντίον του Leibniz, ότι η αισθητικότητα έχει μια δική της δομή, δηλαδή μια δική της μορφή, και αυτή η μορφή —για να δηλωθεί η αυτονομία της, δηλαδή το ότι δεν είναι μεταγενέστερη ούτε εξαρτημένη από κάτι άλλο— λέγεται a priori. Είναι γνωστό ότι οι τρόποι αυτής της αισθητικότητας, δηλαδή οι ιδιαίτερες μορφές ή δομές αυτής της μορφής, είναι ο χρόνος και ο χώρος. Αλλά επειδή τόσο η Dissertatio όσο και η Υπερβατολογική Αισθητική τείνουν να μας κάνουν να βλέπουμε μόνο αυτές τις δύο μορφές —έτσι ώστε μπορεί να φανεί παράξενο ότι εγώ υποδεικνύω τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αισθητικότητας, ακριβώς ως γενικής μορφής, στο συνεχές, δηλαδή σε κάτι που δεν είναι μία από εκείνες τις δύο μορφές—, θεωρώ σκόπιμο να επιστήσω από τώρα την προσοχή στο γεγονός ότι ο Kant, περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια της Κριτικής —και ακριβώς στα σημεία όπου η αναλυτική διαδικασία είναι οξύτερη— αναφέρεται στην αισθητικότητα ως μορφή γενικά, προγενέστερα, ας πούμε, από τη διχάλασή της στις δύο γνωστές μορφές.

Για να παραθέσω ένα παράδειγμα που μου φαίνεται από τα σημαντικότερα, ας κοιτάξει κανείς, στη σ. 167 (B 137), τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται από τον Kant η παραγωγική λειτουργία του «αριθμού»: «Η καθαρή εικόνα όλων των ποσοτήτων (quantorum) μπροστά στην εξωτερική αίσθηση είναι ο χώρος, και όλων των αντικειμένων της αίσθησης γενικά είναι ο χρόνος [διότι, για τον Kant, ο χρόνος υποτάσσει στον εαυτό του τον χώρο, και γι’ αυτό περιλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα αντικείμενα]. Αλλά το καθαρό σχήμα της ποσότητας (quantitatis) ως έννοιας του νου είναι ο αριθμός, ο οποίος είναι μια παράσταση που περιλαμβάνει τη διαδοχική πρόσθεση του ενός προς το ένα —ομογενών. Έτσι ο αριθμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενότητα της σύνθεσης του πολλαπλού μιας ομογενούς εποπτείας γενικά».

Βλέπουμε ότι ο Kant διακρίνει, στην ποσότητα, την καθαρή εικόνα από το καθαρό σχήμα, και βλέπουμε ότι αυτό το τελευταίο, το οποίο παράγεται μέσα στην «ομογενή εποπτεία γενικά», βρίσκεται στη βάση εκείνης, δηλαδή της εικόνας, η οποία βρίσκεται στον χώρο και στον χρόνο, δηλαδή στη χωροχρονική εποπτεία.

Ένα άλλο παράδειγμα, θεμελιώδους σημασίας, βρίσκεται στην αρχή του § 26, όπου διακρίνονται τρεις διαδικασίες οι οποίες, όσο κι αν εγκιβωτίζονται η μία μέσα στην άλλη, πρέπει πάντως να αρθρωθούν στα διακριτικά τους χαρακτηριστικά: δηλαδή η μεταφυσική παραγωγή, η υπερβατολογική παραγωγή —οι οποίες κατέλαβαν σχεδόν όλες τις προηγούμενες παραγράφους— και η παραγωγή της εμπειρικής χρήσης —η οποία θα καταλάβει τις επόμενες ενότητες. «Στη μεταφυσική παραγωγή η a priori προέλευση των κατηγοριών γενικά αποδείχθηκε μέσω της τέλειας συμφωνίας τους με τις λογικές λειτουργίες της σκέψης· αλλά στην υπερβατολογική παραγωγή δείχθηκε έπειτα η δυνατότητά τους ως a priori γνώσεων αντικειμένων μιας εποπτείας γενικά. Τώρα [και αυτή είναι η τρίτη διαδικασία] πρέπει να εξηγηθεί η δυνατότητα να γνωρίζονται a priori, μέσω των κατηγοριών, τα αντικείμενα που μπορούν να παρουσιαστούν μόνο στις αισθήσεις μας». Ο Kant υπογραμμίζει.

Ενώ η υπερβατολογική παραγωγή είναι σύνθεση που αναφέρεται στην καθαρή εποπτεία γενικά —παραγωγή στην οποία αφιερώθηκε η Αναλυτική των εννοιών—, η τελευταία παραγωγή, αντιθέτως, είναι σύνθεση που αναφέρεται ακριβώς στον χώρο, στον χρόνο και στις αισθήσεις —και σε αυτή την τελευταία παραγωγή αφιερώνεται η Αναλυτική των αρχών. Τόσο σε αυτή την περίπτωση όσο και στο παράδειγμα της γένεσης του αριθμού έχουμε, λοιπόν, μια διαδικασία που είναι υποταγμένη, προσδιορισμένη και κυβερνώμενη από μια διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην «εποπτεία γενικά». Και αυτή, ως ομογενής εποπτεία, θεωρημένη «γενικά», έχει ως θεμελιώδη χαρακτήρα της την καθαρή συνέχεια.


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3η.....