Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Ὁ Ἅγ.Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος χαρακτηρίζει ὡς χειρότερους αἱρετικούς ἐκείνους τούς ὀρθοδόξους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τή δυνατότητα ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν σέ κάθε ἐποχή...


Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος χαρακτηρίζει ὡς χειρότερους αἱρετικοὺς ἐκείνους τοὺς ὀρθοδόξους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴ δυνατότητα ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ στὰ μεταγενέστερα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας!

Ὀνομάζω αἱρετικούς, αὐτοὺς ποὺ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει στὰ χρόνια μας καὶ ἀνάμεσά μας κάποιος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τηρήσει τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολὲς καὶ νὰ εἶναι ὅπως οἱ ἅγιοι πατέρες· πρῶτα ἀπὸ ὅλα βέβαια νὰ εἶναι πιστὸς καὶ πρακτικός, διότι ἡ πίστη ἀποδεικνύεται μὲ τὰ ἔργα (Ἰακ. 2, 18), ὅπως ἡ ὁμοιότητα τοῦ προσώπου ἀποδεικνύεται μὲ τὸ καθρέφτισμα· ἔπειτα νὰ εἶναι συγχρόνως ἱκανότατος γιὰ θέαση καὶ θεόπτης, μὲ τὸ νὰ φωτισθεῖ δηλαδή καὶ νὰ λάβει Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ δεῖ μ' αὐτὸ τὸν Υἱὸ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα.

Ἐκεῖνοι λοιπόν, ποὺ λένε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, δὲν ἔχουν κάποια ἁπλὴ αἵρεση, ἀλλά, ἂν εἶναι δυνατὸ νὰ ποῦμε, ἔχουν ὅλες τὶς αἱρέσεις, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ αἵρεση ξεπερνᾶ καὶ καλύπτει ὅλες ἐκεῖνες μὲ τὴν ἀσέβεια καὶ τὴν ὑπερβολὴ τῆς βλασφημίας. Ἐκεῖνος, ποὺ λέει αὐτό, ἀνατρέπει ὅλες τὶς θεῖες Γραφές.
Μάταια, νομίζω, λέει ὁ μάταιος ὅτι κηρύττεται τώρα τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, μάταια διακηρύττει ὅτι διαβάζονται ἢ καὶ γράφηκαν τὰ συγγράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τῶν ἄλλων ἱερέων καὶ ὁσίων Πατέρων μας.

Ἂν λοιπὸν εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐφαρμόσουμε ἐμεῖς στὴν πράξη καὶ νὰ κάνουμε χωρὶς παράλειψη αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Θεὸς καὶ ποὺ ὅλοι οἱ ἅγιοι, πρῶτα βέβαια ἔκαναν ὅλα καὶ ἔπειτα ἔγραψαν καὶ ἄφησαν, γιὰ νὰ μᾶς νουθετήσουν, γιὰ ποιὸ λόγο καὶ τότε κοπίασαν καὶ ἔγραψαν ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ τώρα διαβάζονται στὴν Ἐκκλησία; Αὐτοί, ποὺ λένε αὐτά, κλείνουν τὸν οὐρανό, ποὺ ὁ Χριστὸς ἄνοιξε γιὰ μᾶς, καὶ διακόπτουν τὴν ἀνάβαση στὸν οὐρανό, ποὺ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἐγκαινίασε γιὰ μᾶς ( Ἑβρ.10,19-20). Διότι, ἐνῶ στέκεται κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ ψηλὰ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ ἐκεῖνος, ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ποὺ ἐξουσιάζει ὅλα (Ρωμ. 9, 5), καὶ ἐνῶ σκύβει καὶ βλέπεται ἀπὸ τοὺς πιστούς, καὶ φωνάζει μὲ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο καὶ λέει, «Ἐλᾶτε σ' ἐμένα ὅλοι οἱ κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω», αὐτοὶ οἱ ἀντίθεοι, ἤ, μᾶλλον, νὰ πῶ, αὐτοὶ οἱ ἀντίχριστοι λένε: «Εἶναι ἀδύνατο αὐτό, ἀδύνατο!»
( Ἔργα, Λόγος εἰκοστὸς ἔνατος, σελ. 293, ἔκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, Α΄ ἔκδοση 2017).

Τὸ μήνυμα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν εἶναι, τελικὰ, μήνυμα ἐλπίδας: ὁ Χριστὸς δὲν ἔκλεισε τὴν ὁδὸ τῆς ἁγιότητος. Ἡ θύρα τοῦ οὐρανοῦ παραμένει ἀνοιχτή. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεχίζει νὰ μεταμορφώνει ἀνθρώπους καὶ στὴν ἐποχή μας, καὶ οἱ σύγχρονοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ζωντανὴ μαρτυρία ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀνήκει μόνο στὸ παρελθόν, ἀλλὰ παραμένει ἐφικτὸ καὶ ζωντανὸ σὲ κάθε γενιά.
πηγή

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ(4) - Α ΜΕΡΟΣ

 Συνέχεια από: Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

                                                   O Doctor Angelicus συναντά
                                                     τον Κάλλιστο Αγγελικούδη.


Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

243. Αν φανερώνη λοιπόν τη θεία δύναμη η προερχόμενη απ’ τη δύναμη ενέργεια, γνωρίζεται δε με τη δύναμη, που ακολουθεί τη φύση, η φύση, πώς δεν είναι διαφορετικό η θεία φύση και η δύναμη που ακολουθεί τη φύση και η προερχόμενη απ’ τη δύναμη ενέργεια και των δυό ; « Είναι η ουσία του η θέληση » λέει "του Θεού". Κι ακόμα˙ « δεν είναι άλλο απ’ την ουσία του η θέληση του Θεού ». « Είναι το νοείν του Θεού και όλα τα άλλα που λέγονται πως υπάρχουν σ’ αυτόν η θεία ουσία ». Κι ακόμα˙ « είναι αναγκαίο να είναι το ίδιο το νοείν του η ουσία του θείου νου ». Λόγοι αφροσύνης του Θωμά !

244. Γιατί λέει αλλού ο ίδιος˙ « είναι ανάγκη να γνωρίζη τα άλλα, όχι και να τα θέλη ο Θεός ». Αν γνωρίζη λοιπόν κάτι, το οποίο δεν θέλει, είναι άλλο απ’ τη θεία θέληση η θεία γνώση ˙ κι αν είναι  και τα δυό αυτά ουσία, υπάρχει άρα διφυής ουσία και σύνθεση στον Θεό, το χείριστο της ατοπίας. Και επειδή νομίζει, μάλλον, όλα όσα αναφέρονται ( λεγόμενα ) στον Θεό σφαλερώτατα ουσία του Θεού ο Θωμάς, και πως διαφέρουν μετά αναμεταξύ τους, νομίζει ολοφάνερα σύνθετο, ως άθεος, από πάρα πολλές ουσίες τον Θεό. « Είναι η ουσία του το νοείν (το ότι νοεί...) του Θεού ». Κι ακόμα˙ « συνεπάγεται απ’ το ότι είναι νοών ο Θεός, πως είναι και το νοείν σ’ αυτόν η ουσία του, γιατί είναι ενέργεια τού νοούντος, που υπάρχει σ’ αυτόν, το νοείν ».Βλέπετε, πώς νομίζει το όν κι αυτό που υπάρχει σ’ αυτό ( το ον και το εν αυτώ ) με ελληνικό τρόπο ουσία ; Και λέει ακόμα πιο φανερά˙ «  είναι η θεία ουσία αυτό που υπάρχει στον Θεό. Είναι η θεία ουσία και το θείο είναι, κι ο ίδιος ο Θεός άρα το νοείν του Θεού˙ γιατί είναι η ουσία του και το είναι του ο Θεός ».

245. Κι ακόμα˙ « είναι η ουσία του η γνώση του Θεού ». Και λέει, μεταστρεφόμενος˙ « δεν μπορεί να υπάρχη παρά φυσική γνώση στον Θεό ». Πώς ταυτίζεται λοιπόν η ουσία με τα φυσικά ; γιατί το μέν προτάσσεται στον ενικό, η θεία φύση, τα δε στον πληθυντικό, τα φυσικά˙ και υπάρχει (εστί) μεν η ουσία, υπάρχουν δε στην ουσία τα φυσικά. Είναι ψέμμα άρα το να νομίζης πως ταυτίζεται με τα ενυπάρχοντα σ’ αυτήν φυσικά η ουσία, όπως (το...) λέει κι ο ίδιος˙ « Είναι ενέργεια του νοούντος Θεού, που υπάρχει σ’ αυτόν, το νοείν »˙ κι αν είναι ενέργεια, είναι φανερό, ότι είναι διαφορετικό απ’ την ουσία, όπως ήδη αποδείξαμε. Είναι ψέμμα άρα το να νομίζης πως είναι η γνώση του Θεού η ουσία του.

246. « Είναι η ουσία του Θεού η θεία δύναμη ». Κι ακόμα˙ « όπως ακριβώς διακρίνεται ( οροθετείται … ) με τη δική της δύναμη σε ένα η φύση, έτσι διακρίνεται (οροθετείται…) με τη δική της σοφία σε ένα και η θέληση ». Κι αν ισχύουν αυτά, είναι διαφορετικό η θεία σοφία, που οροθετεί τη θέληση, και διαφορετικό η θεία δύναμη, που οροθετεί τη φύση˙ κι είναι απλώς διαφορετικά αναμεταξύ τους η θεία φύση και η θεία δύναμή της και η θεία θέληση και η σοφία, όπως το ον και τα προσόντα. Κι αν ταυτίζονται όλα αυτά με την ουσία του Θεού, έχει συσταθή από πολλά διαφορετικά η ουσία και είναι πράγμα αναγκαστικά σύνθετο, που είναι βέβαια κάτι εξαιρετικά ανόητο και αιρετικό.

247. Κι ακόμα˙ « είναι ιδιαίτερο αντικείμενο της θελήσεως » λέει « το αγαθό και το τέλος ». Και μετά˙ « δεν υφίστανται σε έναν βαθμό αγαθότητας όλα τα κτίσματα ». Κι ακόμα˙ « συνίσταται εν τάξει το αγαθό». Κι ακόμα˙ « είναι αιτιατό μετέχοντας στη θεία ομοιότητα κάθε αγαθό ». Αν εκχέεται δε έτσι σε όλα η θεία αγαθότητα, που δεν υφίστανται σε έναν βαθμό αγαθότητας, αλλά συνίστανται εν τάξει, φαίνεται ολοφάνερα το περισσότερο και το λιγότερο στη μετοχή τής αγαθότητας και δεν θα ταυτίζεται με τη θεία ουσία η αγαθότητα. Θα εκβάλη θρήνο λοιπόν ο Θωμάς, που θεωρώντας αδιαίρετη τη θεία ουσία, τα διακηρύττει μετά αυτά για τη θεία αγαθότητα, κι αφού τής απέδωσε το περισσότερο και λιγότερο, λέει πως είναι η θεία ουσία η αγαθότητά της και διαβεβαιώνει τομή και διαίρεση ενάντια στη θεία ουσία. 

248. « Είναι μιά ενέργεια του Θεού το να θέλη. Είναι αναγκαίο λοιπόν να θέλη σύμφωνα με τη δική του ουσία ο Θεός˙ είναι λοιπόν η ουσία του η θέλησή του ». Κι αυτός που κακώς τα λέει αυτά, κακώς και τα αναιρεί˙ « ανήκει ( εστί ) στην τελειότητα της θείας φύσης το να έχη και βούληση». « Είναι ανάγκη λοιπόν να υπάρχουν δυό θελήσεις στον Χριστό ». Κι ακόμα˙ « είναι άλλη και άλλη η θέληση και η ενέργεια της θείας και ανθρώπινης φύσης στον Χριστό ». Κι ακόμα˙ « φανερώνεται καθαρά απ΄τις παραδόσεις της Γραφής πως υπάρχουν δυό θελήσεις στον Χριστό˙ γιατί λέει ο Ίδιος˙ ‘ καταβέβηκα εκ του ουρανού, ουκ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός ’ ( Ιωαν. στ΄38 ). Κι είναι φανερό, ότι υπήρχε σ’ αυτόν και θέληση που ήταν δική του και του Πατέρα˙ γιατί όπως ακριβώς υπάρχει μιά φύση του Πατέρα και του Υιού, έτσι και μιά θέληση. Και είναι το ίδιο φανερό και στις ενέργειες˙ γιατί υπήρχε και μιά οικεία ( ιδιαίτερη..) και σ΄αυτόν τον ίδιον και στον Πατέρα ενέργεια. Γιατί λέει ο ΄Ιδιος˙ ‘ όσα ποιεί ο Πατήρ, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί ’ » ( Ιωάν. ε΄19 ). 

249. Κι ακόμα˙ « είναι ανάγκη να έχουν και την ίδια φύση αυτοί που έχουν την ίδια ενέργεια. Και είναι ίδια η ενέργεια του Υιού και του αγίου Πνεύματος˙ είναι άρα ίδια και η φύση τους ». Αν υπάρχουν λοιπόν και ουσία και δύναμη και θέληση και ενέργεια στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, και φανερώνουν αυτά τη θεία ουσία, πώς δεν είναι ολοφάνερα διαφορετικό η θεία ουσία και διαφορετικό αυτά; Ψεύδεται άρα και παραφρονεί ο Θωμάς, που λέει˙ « είναι ουσία του κάθε τι, που υπάρχει στην ουσία του Θεού ». Γιατί αν ίσχυε αυτό, είναι ψεύτικη η ρήση που λέει˙ έχουν αναγκαίως και την ίδια φύση αυτά που έχουν την ίδιαν ενέργεια ». 

250. Και γίνεται φανερό το ότι είναι διαφορετικό η θεία ενέργεια και διαφορετικό η θεία φύση, απ’ το ότι δεν μπορείς να τοποθετήσης τη φύση όπου η ενέργεια, ώστε να πης˙ είναι αναγκαίο να έχουν και την ίδια φύση αυτά που έχουν την ίδια ενέργεια. Κι αν είναι άτοπο να το πης αυτό, είναι διαφορετικό η θεία ενέργεια και άλλο η φύση. Γι’ αυτό και είναι επιπόλαιο να πης˙ είναι αναγκαίο να έχουν και την ίδια φύση αυτά που έχουν την ίδια ενέργεια, και πως είναι αναγκαίο να έχουν και την ίδια φύση κι αυτά που έχουν την ίδια θέληση κι αυτά που έχουν την ίδια δύναμη κι αυτά που έχουν την ίδια γνώση κι αυτά που έχουν την ίδια σοφία και καθ’ εξής τα άλλα που ενυπάρχουν στον Θεό.

251. « Ταυτίζεται στον Θεό το να είναι και να είναι αληθινός και να ζή και να είναι σοφός και να είναι μακάριος κι ό,τι ακριβώς άλλο φαίνεται ( δοκεί ) να ταιριάζη στην αγαθότητα και τελειότητα ». Επιστρέφει πάλι στον προηγούμενο εμετό και είναι άκριτος ( αγνωμονεί ) περί τα θεία, νομίζοντας αθέμιτα πως ταυτίζεται το ον, δηλαδή η ουσία του Θεού και όσα προσυπάρχουν ή ενυπάρχουν στην ουσία του Θεού, με την ουσία του. Αλλ’ ας τον ντροπιάσουν τα λόγια του, που λέει˙ « δεν αντιτίθεται στη θεία απλότητα, αν αναφέρονται ( λέγονται ) περισσότερες σχέσεις γι’ αυτόν, αν και δεν φανερώνουν την ουσία του », « μπορείς να συναντάς κάθε τελειότητα της κτίσης στον Θεό », « όπως είναι ακριβώς η αγαθότητα, η σοφία, το είναι και τα τοιαύτα ».

252. Κι ακόμα˙ « έτσι είπαμε πως απονέμονται όλες οι τελειότητες, που συναντώνται στα άλλα πράγματα, στον Θεό, όπως ακριβώς συναντώνται τα αποτελέσματα στις ίδιες τους τις αιτίες, όπως ακριβώς στον ήλιο η θέρμη ». Πώς ταυτίζεται λοιπόν η θεία ουσία με όσα ενυπάρχουν σ’ αυτήν; γιατί δεν ταυτίζεται και η θέρμη στον ήλιο με τον ήλιο, όπως ακριβώς πάλι λέει˙ « αν και δεν φανερώνουν τα ονόματα που αναφέρονται στον Θεό το ίδιο πράγμα, δεν είναι όμως πολυώνυμα , επειδή δεν φανερώνουν τον ίδιον λόγο ». Πώς θα ταυτιστούν λοιπόν αυτά που δεν φανερώνουν τον ίδιον λόγο και συναντώνται στη θεία ουσία, με τη θεία ουσία ; Γιατί αν το παραδώσης αυτό, θα αποδώσης πολλούς λόγους στην ουσία˙ και θα είναι σύμφωνα μ’ αυτό αναγκαστικά σύνθετη και πολυσύνθετη και η θεία ουσία. Γιατί λες πως αυτά που δεν έχουν τον ίδιον λόγο και είναι πολλά, ότι είναι ουσία του Θεού, πράγμα ακριβώς άτοπο και αιρετικό. 

253. Όταν λέη ο Θωμάς πως «δεν μπορεί να περιλάβη τη θεία δύναμη, που είναι άπειρη, κανένας κτιστός νους, όπως ακριβώς ούτε και την ουσία του », δεν διακρίνει άρα τη θεία δύναμη απ’ τη θεία ουσία, που ενυπάρχει στη θεία ουσία και είναι τελειότητά της, και μαρτυρείται εμφανώς απ’ τη θεία ενέργεια ; όπως ακριβώς αποδείχθηκαν λοιπόν κάποιες προαναφερθείσες τελειότητες διαφορετικές απ΄την ουσία, έτσι βέβαια και η θεία δύναμη, που είναι τελειότητα της θείας ουσίας˙ και είναι διαφορετικές οπωσδήποτε και οι άλλες όλες καθεξής τελειότητες, όπως ομολογεί και ο Θωμάς, όταν έρθη στον εαυτό του, όπως το έχουμε ήδη εκφράσει σαφώς. 

254. Λέει, ως αναίσθητος και παραπαίοντας ο Θωμάς˙ « έχει γεννητική δύναμη για να γεννά ο Πατήρ ». Κι ακόμα˙ « είναι ανάγκη να υπάρχη δύναμη στον Θεό για να γεννά, όπως ακριβώς και δύναμη για να νοή τον εαυτό του ». Και λέει, έχοντας ξεχάσει γρήγορα τα ίδια του τα λόγια κι ερχόμενος στον εαυτό του˙ « δεν έχει καμμιά δύναμη ο Πατέρας, που δεν την έχει ο Υιός ». Είναι άρα κάποιου υγιούς οι προτάσεις αυτές ; γιατί σε ποιά βλάσφημα προσκρούει! Γιατί αν δεν έχη καμμιά δύναμη ο Πατήρ, που δεν την έχει ο Υιός, κι έχει δύναμη στο να γεννά ο Πατήρ, θα την έχη αυτήν κι ο Υιός. Αλλ’ είναι βέβαια άτοπο και ασεβές αυτό. 

255. Γιατί θα έχη αναγκαστικά άλλον Υιό δικό του ο Υιός του Θεού. Γιατί όπως έχει ακριβώς γεννήσει, σύμφωνα με τον Θωμά, έχοντας δύναμη γεννητική ο Πατέρας τον Υιό, έτσι θα γεννήση , έχοντας αυτή τη δύναμη τη γεννητική, αναγκαστικά κι ο Υιός, Υιό. Κι αν δεν έχη γεννήσει Υιό, είναι φανερό, πως δεν έχει ούτε και γεννητική δύναμη, γιατί δεν έχει στερηθή καμμιά δύναμη την ενέργεια˙ κι αυτή η γεννητική δύναμη, την οποία έχει ο Πατέρας και δεν έχει ο Υιός, κάνει – αλλίμονο στην πλάνη – να έχη άλλην ουσία ο Πατέρας και διαφορετική ο Υιός. Γιατί αυτά που δεν έχουν την ίδια δύναμη, αυτά δεν έχουν και την ίδια ουσία. 

256. Αλλ’ είναι φανερό, ότι δεν είναι δύναμη της φύσης το να γεννάς, όπως ακριβώς ούτε το να εκπορεύης, είναι δε προσωπική ιδιότητα κι έτσι ομολογείται απ’ τους ευσεβείς. Γιατί αν ανάγη κάποιος σε δύναμη φυσική το να γεννάς, ανάγει βέβαια και το να εκπορεύης, και θα συμπεράνη έτσι πως είναι διαφορετική η φύση του Πατέρα απ’ τον Υιό και το Πνεύμα, και θα τοποθετήση πιο χαμηλά το Πνεύμα, που δεν έχει ούτε δύναμη στο να γεννά, ούτε βέβαια στο να εκπορεύη. Αλλ’ είναι τα παραληρήματα της κακοδοξίας του Ευνόμιου και του ΄Αρειου και του Μακεδόνιου αυτά. Γιατί είναι αδιαίρετη, με μιά φύση και δύναμη και ενέργεια, η Αγία Τριάδα.

257. Και πώς δεν αντιλαμβάνεται αυτό που λέει, ότι δεν έχει καμμιά δύναμη ο Πατέρας, που δεν την έχει ο Υιός ; γιατί με το να πή «καμμιά», φανέρωσε πολλές. Αν είναι πολυδύναμος λοιπόν ο Θεός, θα έχη και διαφορετικές αυτές τις δυνάμεις. Γιατί ανάγονται σε αριθμό οι πολλές, και εισάγει ομολογουμένως διαφορά ο αριθμός. Αν είναι λοιπόν σύμφωνα μ’ αυτόν, αυτό που έχει ο Θεός ουσία του Θεού, θα είναι κι οι πολλές και διαφορετικές αυτές δυνάμεις, που έχει ο Θεός, ουσία του και θα είναι σύνθετη από πολλά και διαφορετικά η ουσία του Θεού, που είναι ακριβώς υπερβολή μανίας και ασέβειας να το νομίζης. Δεν ταυτίζονται άρα με την ουσία του οι δυνάμεις του Θεού, αλλ’ είναι κατά κάποιον τρόπο διαφορετικές.


Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Σ' αυτές τίς λίγες παραγράφους. εάν προσέξουμε, αναιρούνται όλες οι θεο-λογικές πλάνες τού Ζηζιουλα καί τού Γιανναρά, ακόμη καί η ψευδο-θεολογία τών σχέσεων, η οποία κατάγεται από τόν Αυγουστίνο καί υιοθετείται από τόν Ακινάτη.

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ - ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (3)

  Συνέχεια από Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (3)

Του Jean-Pierre Torrell.

Κεφάλαιο VII :Ας μιλήσουμε για το Άγιο Πνεύμα!

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Μέχρις εδώ ο Ακινάτης περιορίσθηκε στην περιγραφή των "φυσικών" αποτελεσμάτων τού Πνεύματος τά οποία εργάζονται στην κτίση, την σωματική ή την άψυχη. Μόνον σ' ένα δεύτερο κεφάλαιο επεξεργάζεται την λογική κτίση και περιγράφει μ' έναν μεγάλο πλούτο λεπτομερειών και μία αφθονία αγιογραφικών χωρίων, όπως το συνηθίζει, αυτό που αποδίδεται στο Άγιο Πνεύμα στις σχέσεις μας με τον Θεό. Με ένα λεξιλόγιο που μας είναι πλέον οικείο μπορούμε να δηλώσουμε πώς, αφού είδαμε αυτό που απορρέει από την απέραντη παρουσία του Θεού στον Κόσμο, φτάνουμε τώρα σ' ένα νέο τρόπο παρουσίας του Θεού στον κόσμο, φτάνουμε τώρα σ' έναν νέο τρόπο παρουσίας, που είναι κατά την Χάρη! «Επειδή το Άγιο Πνεύμα προοδεύει σαν αγάπη, μία αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπά τον εαυτό του...και δεδομένου ότι αγαπώντας τον Θεό αφομοιωνόμαστε σ'αυτή την αγάπη, λέμε πώς το Άγιο Πνεύμα μάς δόθηκε από τον Θεό! Γι' αυτό ο Απόστολος βεβαιώνει: "ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν"(Ρωμ 5,5)»(SCG IV 21, n. 3575).

            Ακόμη μία φορά δέν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε την σταθερότητα με την οποία ο Ακινάτης επιστρέφει στο σημείο της εκκινήσεως του: Είναι η πρόοδος του πνεύματος σαν Αγάπη που θεμελιώνει αντικειμενικώς τις αναλογίες που είναι έτοιμος να αναπτύξει. 
Και διευκρινίζει ακόμη περισσότερο: «ότι είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς, όλο αυτό που έρχεται σε μας από τον Θεό, αναφέρεται σ'αυτόν σαν παραδειγματικό του ποιητικό αίτιο. Και τό ότι ο Θεός είναι ποιητικό αίτιο είναι αυτονόητο, διότι τίποτε από όσα υπάρχουν δέν έρχεται στο Είναι παρά μόνον μέσω τής δυνάμεως του. Παραδειγματικό αίτιο είναι εξίσου αυτονόητο, διότι κάθε τελειότης αντικατοπτρίζει μία κάποια μίμηση της ουσίας του. Αυτό ισχύει όμως εξίσου για τα τρία πρόσωπα. Επομένως θα είναι διά της αναλογίας που ο "λόγος" της σοφίας αποδίδεται στον Υιό, δεδομένου ότι αυτός είναι αντιπροσωπευτικός με ιδιαίτερο τρόπο. Εξίσου, η αγάπη με την οποία αγαπούμε τον Θεό είναι αντιπροσωπευτική ειδικώς του Αγίου Πνεύματος. Γι'αυτό λέμε πώς το έλεος κατοικεί σ' εμάς ιδιαιτέρως μέσω του Αγίου Πνεύματος, παρότι είναι ένα κοινό αποτέλεσμα στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα»(SCG IV 21, n. 3576).
Μας θυμίζει λοιπόν πρώτα απ'όλα πώς η Θεία πράξη δέν περιορίζεται στην δημιουργία αυτού που καλεί στην ύπαρξη. Αυτή είναι επίσης που συντηρεί όλα τα πράγματα στο Είναι. Και αυτό εικάζεται οπωσδήποτε από το γεγονός πώς ο Θεός είναι παρών παντού όπως ακριβώς ο πράττων είναι παρών στο αποτέλεσμά του.
            «Είναι αναγκαίο οπουδήποτε υπάρχει ένα αποτέλεσμα ή ενέργεια του Θεού, εκεί να υπάρχει και ο Θεός που είναι η αιτία του! Γι'αυτό, επειδή το έλεος με το οποίο αγαπούμε το Θεό είναι μέσα μας διά της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, πρέπει και το Άγιο Πνεύμα επίσης να είναι παρών μέσα μας, έτσι ώστε να παραμένει μέσα μας η αγάπη. Από εδώ και τα λόγια του Αποστόλου (1 Κορ. 3,16) "Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;"! Επομένως επειδή διά του Αγίου Πνεύματος γινόμαστε φίλοι του Θεού και επειδή το αγαπώμενο όν, ακριβώς καθαυτό, είναι παρόν σ'αυτόν που το αγαπά, είναι αναγκαίο και ο Πατήρ και ο Υιός να κατοικούν μέσα μας διά της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δηλώνει και ο Κύριος στο κατά Ιωάννην (14,23). "Και πρός αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν", ή επίσης (1 Ιωάν 3, 24): "Και τούτο ξέρομεν ότι μένει μέσα μας : από το πνεύμα το οποίο μας έδωκε"»(SCG IV 21, n. 3576).
            Το πρώτο αποτέλεσμα της παρουσίας μέσα μας του δώρου του Θεού που είναι η αγάπη συνίσταται λοιπόν στην παρουσία του ίδιου του δωρίσαντος, τού Αγίου Πνεύματος και με αυτό, ολοκλήρου της Αγίας Τριάδος η οποία έρχεται να κατοικήσει στην ψυχή του δικαίου. Οπουδήποτε και αν συναντήσουμε το δόγμα της Χάριτος ή του Αγίου Πνεύματος, μας εκπλήσσει η αμεσότητα με την οποία φθάνουμε, με τον Ακινάτη, στην αλήθεια, ταυτόχρονα στοιχειώδη και υπέρτατη, την οποία οι Μυστικοί όλων των χρόνων τοποθέτησαν στο αποκορύφωμα της εμπειρίας των. Ο Ακινάτης όμως δέν σταματά εδώ και υπογραμμίζει με δύναμη την συμπληρωματική αλήθεια:
            «Είναι φανερό πώς ο Θεός αγαπά πάνω απ' όλα αυτούς τους οποίους έκανε φίλους του μέσω τού Αγίου Πνεύματος. Διότι μόνον μία τόσο μεγάλη αγάπη μπορούσε να προσφέρει ένα τέτοιο αγαθό... Έτσι λοιπόν, δεδομένου ότι κάθε αγαπώμενο όν κατοικεί σ'αυτόν που το αγαπά, είναι αναγκαίο διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος όχι μόνον ο Θεός να κατοικεί σε εμάς αλλά και εμείς να κατοικούμε στον Θεό. Από εδώ και οι λόγοι του Αγίου Ιωάννη (1 Ιωάν 4,16):  "ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ! και εν τούτω γινώσκομεν ότι εν αυτώ μένομεν και αυτός εν ημίν, ότι εκ του πνεύματος αυτού δέδωκεν ημίν"»(SCG IV 21, n. 3577).

Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1


Εισαγωγή: οι έννοιες της αληθινής και της ψευδούς θεολογίας 1
Σειρά μαθημάτων του Stefano Fontana, με θέμα:
Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία


Να που βρισκόμαστε ξανά μαζί, αγαπητοί φίλοι, μετά την παύση· είμαστε στην αρχή μιας νέας χρονιάς της Σχολής Χριστιανικής Φιλοσοφίας. Καλωσορίζω όλους, εκείνους που θα παρακολουθήσουν ζωντανά απόψε, συμμετέχοντας ενδεχομένως και με εμβαθύνσεις και ερωτήσεις στη συζήτησή μας, και καλωσορίζω θερμά όσους, μη μπορώντας να το κάνουν απόψε, θα συνδεθούν προσεχώς, διότι, όπως γνωρίζετε, τα βιντεομαθήματά μας παραμένουν στη διάθεση των εγγεγραμμένων.
Είμαι πολύ χαρούμενος που ξαναρχίζω την πορεία μαζί σας· το λέω για εκείνους —το είδα από τα ονόματα των εγγεγραμμένων— που έχουν ήδη παρακολουθήσει προηγούμενα μαθήματα για τη χριστιανική φιλοσοφία, αλλά είμαι επίσης χαρούμενος που συναντώ, εντός εισαγωγικών, εικονικά, πολλούς που εγγράφηκαν για πρώτη φορά σε αυτή τη σχολή.
Με χαροποιεί που συμβαίνει αυτό, δηλαδή ότι υπάρχει εκείνος ο σκληρός πυρήνας των αφοσιωμένων, με τους οποίους είμαι πολύ δεμένος, πλέον και με σχέση φιλίας, αλλά και ότι ο λόγος διευρύνεται, ότι το κύμα διευρύνεται, και ότι άλλοι συμμετέχουν σε αυτή τη δική μας πρωτοβουλία.
Ξέρετε ποιος είναι ο φετινός τίτλος; Από την ψευδή φιλοσοφία στην ψευδή θεολογία. Την ψευδή φιλοσοφία την εξετάσαμε πέρυσι· πράγματι, ολόκληρη η χρονιά, και οι δύο ενότητες, ήταν αφιερωμένες στους εχθρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας, δηλαδή στην ψευδή φιλοσοφία.
Βέβαια δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε εκεί, διότι πάντοτε υποστηρίζαμε ότι, εφόσον η φιλοσοφία είναι ένα θεμελιώδες εργαλείο για τη θεολογία, αν σφάλει κανείς στη φιλοσοφία, θα έχει έπειτα μια κακή θεολογία. Να γιατί ήταν φυσικό, ύστερα από το θέμα της περσινής σχολής, να ακολουθήσει το θέμα της φετινής, για να δείξουμε, αν θέλετε, ότι η βασική μας παραδοχή είναι αληθινή: δηλαδή ότι χωρίς τη recta ratio, χωρίς τον ορθό λόγο, ακόμη και η νόηση της πίστεως —διότι αυτό είναι η θεολογία— εκλείπει, διαφθείρεται, μολύνεται βαθιά από μέσα.
Αυτό το μάθημα, όμως, όπως είδατε ή ασφαλώς θα είδατε από το πρόγραμμα, δεν θα μας βάλει άμεσα στην εξέταση ενός από τους πολλούς θεολόγους που ανέπτυξαν μια κακή θεολογία.
Θα το κάνουμε από το επόμενο μάθημα. Θεώρησα σημαντικό να αρχίσουμε απόψε θέτοντας ορισμένες εννοιολογικές βάσεις, ώστε να συνεννοηθούμε για το τι θέλουμε να πούμε όταν μιλούμε για ψευδή φιλοσοφία και, φυσικά, για αληθινή φιλοσοφία· ή όταν έπειτα μιλούμε για ψευδή θεολογία και αντίστοιχα για αληθινή θεολογία. Όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις εκφράσεις, τι ακριβώς εννοούμε;
Χαίρομαι που το κάνω και επειδή, όπως έλεγα πριν, είναι πολλοί οι εγγεγραμμένοι που δεν παρακολούθησαν τις προηγούμενες ενότητες και εκδόσεις της σχολής μας χριστιανικής φιλοσοφίας. Γι’ αυτό, αν μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω πέντε λεπτά, θα ήθελα έπειτα να κάνω λίγη προϊστορία της φετινής σχολής, λίγο υπόβαθρο, για να ξανασυνδεθούμε με μια πορεία που δεν την αρχίσαμε χθες, ούτε προχθές, αλλά εδώ και αρκετό καιρό.
Λοιπόν, όπως γνωρίζετε, είχα γράψει ένα βιβλίο που τιτλοφορείται Η χριστιανική φιλοσοφία. Σας το δείχνω· πολλοί από εσάς το έχετε δει, το έχετε διαβάσει· φυσικά όλα τα βιβλία μου είναι διαθέσιμα στον ιστότοπο του Παρατηρητηρίου. Αφού έγραψα αυτό το βιβλίο, Η χριστιανική φιλοσοφία, άρχισα να κάνω μια σχολή χριστιανικής φιλοσοφίας.
Εφόσον το βιβλίο χωρίζεται σε έξι μεγάλες ενότητες ή έξι μεγάλα κεφάλαια, κάθε έκδοση της σχολής χριστιανικής φιλοσοφίας αναπτυσσόταν σε έξι θεματικές ενότητες, με διάφορα μαθήματα για κάθε ενότητα. Υπήρξε μια μακρά πορεία, διότι καθεμία από αυτές τις σχολές συνεπαγόταν τρία ολόκληρα χρόνια. Έκανα δύο κύκλους εκείνης της σχολής.
Έπειτα, αφού ολοκληρώθηκαν αυτοί οι δύο κύκλοι —μάλλον, κατά τη διάρκεια αυτών των δύο κύκλων—, έγραψα και άλλα πράγματα πάνω στην έννοια της χριστιανικής φιλοσοφίας. Για παράδειγμα, στο βιβλίο Καθολικός αθεϊσμός, σας το δείχνω κι αυτό, αν και πιθανότατα το γνωρίζετε ήδη, υπάρχει ένα κεφάλαιο ολόκληρο αφιερωμένο στη χριστιανική φιλοσοφία. Ένα άλλο βιβλίο μου, Η σοφία των μεσαιωνικών, αφιερωμένο στη μεσαιωνική φιλοσοφία, έχει μια αρκετά εκτενή εισαγωγή αφιερωμένη στο να εξηγήσει τι είναι η χριστιανική φιλοσοφία, γιατί η μεσαιωνική φιλοσοφία υπήρξε χριστιανική φιλοσοφία.

Λοιπόν, έχουμε πίσω μας μια αρκετά ουσιαστική, αρκετά μακρά πορεία, και παρατηρώ ότι πολλοί από όσους είναι και απόψε συνδεδεμένοι ή πάντως εγγεγραμμένοι έχουν ζήσει λίγο-πολύ —κάποιοι μάλιστα από την αρχή— όλη αυτή την πορεία. Αφού ολοκληρώθηκε αυτή η πορεία, για να μην επανεκδώσω ακόμη μία φορά έναν ολόκληρο κύκλο, σκέφτηκα πέρυσι ακριβώς να μετατοπίσω την προσοχή στους εχθρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας· αλλά το κριτήριο ήταν πάντοτε εκείνο της χριστιανικής φιλοσοφίας, εκείνο που είχαμε εκθέσει στα μαθήματα, στις προηγούμενες σχολές.
Πέρυσι εξετάσαμε όλους τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της νεωτερικότητας και της συγχρονίας και τους αξιολογήσαμε επίσης, τους ασκήσαμε κριτική· μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι τους καταδικάσαμε —όχι προσωπικά, αλλά ως προς τη διάταξη της σκέψης τους.
Και να που φτάσαμε λοιπόν στη φετινή χρονιά. Και εδώ, και φέτος, θα αντιμετωπίσουμε το θέμα της ψευδούς θεολογίας. Με ποια γυαλιά, με ποιες οπτικές γωνίες, με ποια κριτήρια εξέτασης, διάκρισης και αξιολόγησης; Πάντοτε με εκείνο: δηλαδή με την έννοια της χριστιανικής φιλοσοφίας, διότι μέσα σε αυτή την έννοια βρίσκεται ολόκληρη η αληθινή διάταξη της σχέσης ανάμεσα στην πίστη και τον λόγο.
Να γιατί —και επιστρέφω στο σημείο— να γιατί απόψε σκέφτηκα όχι να αρχίσω αμέσως με την παρουσίαση ενός θεολόγου που εκφράζει μια ψευδή θεολογία, αλλά να ξαναπιάσω ορισμένες βασικές έννοιες, πολύ συνοπτικά φυσικά, επειδή ερχόμαστε από αυτή την πορεία και πρέπει πάντοτε να ξαναξεκινούμε από την πορεία που έχει γίνει. Φυσικά, όποιος είναι νέος και εγγράφηκε για πρώτη φορά, ας γνωρίζει ότι στην ενότητα «Σχολές» του ιστότοπού μας υπάρχει ο κατάλογος όλων των σχολών που έγιναν μέχρι τώρα, με τη δυνατότητα και προεγγραφής· τα μαθήματά μας δεν λήγουν ποτέ.
Λοιπόν, και απόψε, όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν την εργασία μας, έχω παρουσιάσει διαφάνειες· να ξέρετε ότι μπορείτε να τις ζητήσετε από τη γραμματεία μας και θα σας σταλούν. Ευχαριστώ σε αυτό το σημείο την Esther Maria Ledda, η οποία, όπως πάντα, είναι η ιστορική σκηνοθέτις της δραστηριότητάς μας.
Έχω ετοιμάσει για απόψε δεκατρείς διαφάνειες —ο αριθμός φέρνει τύχη—, χωρισμένες σε αυτά τα τέσσερα περάσματα, αυτά τα τέσσερα στάδια που σας παρουσιάζω αμέσως, ώστε να έχετε μπροστά σας την εικόνα της πορείας που θα κάνουμε.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να διευκρινίσουμε την έννοια της ψευδούς φιλοσοφίας· και για να το κάνουμε, το καλύτερο είναι να δείξουμε τι είναι η αληθινή φιλοσοφία, η recta ratio. Το πρώτο στάδιο θα έχει αυτόν τον στόχο: να διευκρινίσει τι είναι η αληθινή φιλοσοφία· και φυσικά, συμμετρικά, θα αναδυθεί τι είναι η ψευδής φιλοσοφία, μέσω άρνησης ή αντιπαράθεσης.
Πρόκειται για τέσσερις διαφάνειες παρμένες από διάφορους συγγραφείς, διότι πριν ακόμη δώσει η πίστη κριτήρια για να καθοριστεί ποια είναι η αληθινή φιλοσοφία, είναι η ίδια η φιλοσοφία που, δυνάμει της ίδιας της φύσης της, της μορφής της, του σκοπού της και της μεθόδου της —είναι η ίδια η φιλοσοφία, είναι ο ίδιος ο λόγος— που θα είχε, χρησιμοποιώ την υποθετική έγκλιση για λόγους που θα πούμε έπειτα, θα είχε μέσα του την ικανότητα να καταλαβαίνει πότε βρίσκεται στο αληθές ή πότε βρίσκεται στο ψευδές.
Άρα αρχίζουμε από εδώ· αρχίζουμε βλέποντας τι λέει ο λόγος για τη recta ratio, δηλαδή για τη δική του ικανότητα να είναι αληθινός. Έπειτα κάνουμε ένα πέρασμα για να συνδέσουμε αυτό που ο λόγος μόνος του είναι σε θέση να πει για τη δική του αλήθεια με το πρόβλημα της πίστης. Και έπειτα, τρίτο πέρασμα, με άλλες δύο διαφάνειες, θα περιγράψουμε την υπηρεσία αξιοπιστίας της πίστης που προσφέρει ο λόγος· διότι η κύρια συμβολή που ο αληθινός λόγος, η recta ratio, δίνει στην πίστη είναι να καθορίζει τα κριτήρια αξιοπιστίας της, από ορθολογική άποψη φυσικά, από φυσική άποψη. Και θα δούμε πώς η πίστη δεν μπορεί να τα στερηθεί, δεν μπορεί να τα στερηθεί.
Τελευταίο στάδιο: μέσα όμως σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στη recta ratio και τη religio vera, ή αντιθέτως, για να το θέσουμε αρνητικά, ανάμεσα στην ψευδή φιλοσοφία και την ψευδή θεολογία, μέσα σε αυτή τη σχέση θα διευκρινίσουμε κάτι θεμελιώδες: ότι το πρωτείο ανήκει στην πίστη, χωρίς με αυτό να αφαιρείται τίποτε από τον λόγο. Αντιθέτως, αυτό, όπως θα δούμε, θα είναι ένας από τους θεμελιώδεις λόγους για τους οποίους και ο ίδιος ο λόγος θα αποκομίσει όφελος, διότι όταν ο λόγος αξιώνει να τα κάνει μόνος του, μολύνει τον εαυτό του περισσότερο παρά βελτιώνεται, αναπτύσσεται και καθαίρεται· κανείς δεν καθαίρεται μόνος του, κανείς δεν δίνει στον εαυτό του αυτό που δεν έχει.

Αυτή είναι η πορεία μας. Και λοιπόν θα άρχιζα με έναν ορισμό που παίρνω από την εγκύκλιο Fides et Ratio του Ιωάννη Παύλου Β΄, ο οποίος είναι ακριβώς ο ορισμός του ορθού λόγου, δηλαδή της ορθής φιλοσοφίας, της αληθινής φιλοσοφίας.

Έχουμε ορθό λόγο όταν ο λόγος κατορθώνει να διαισθάνεται και να διατυπώνει τις πρώτες και καθολικές αρχές του είναι και να συνάγει ορθά από αυτές συνεπή συμπεράσματα λογικής και δεοντολογικής τάξης. Δεοντολογικής σημαίνει ηθικής· αφορά τις πράξεις, την ανθρώπινη πράξη, τις συμπεριφορές.

Επομένως, όποιος θα αρνιόταν ότι ο λόγος έχει την ικανότητα να γνωρίζει —καλύτερα να πούμε να διαισθάνεται· μπορεί να πει κανείς και γενικά να γνωρίζει— τις πρώτες αρχές του είναι, αυτός παίρνει τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.
Γιατί; Διότι δεν θα έχει τα θεμέλια από τα οποία να συναγάγει έπειτα συνεπή συμπεράσματα συλλογισμού, δηλαδή σύμφωνα με τη λογική τάξη, ή συμπεράσματα που να τον καθοδηγούν να πράττει το καλό, δηλαδή συμπεράσματα δεοντολογικού χαρακτήρα.
Αυτός είναι ένας ορισμός, ας πούμε έτσι, ακόμη πολύ ευρύς, όχι πολύ άμεσος, ας πούμε, όχι πολύ συγκεκριμένος· όμως το γεγονός ότι χρησιμοποιεί, όπως θα δούμε τώρα, τις εκφράσεις «πρώτες αρχές» και τη λέξη «είναι», καθώς και τη λέξη «διαισθάνεται», δείχνει ότι είναι ήδη ένας αρκετά ενδιαφέρων ορισμός.
Ο άγιος Θωμάς, εδώ —το βλέπουμε στην επόμενη διαφάνεια, στη διαφάνεια αριθμός δύο, ευχαριστώ Esther— διευκρινίζει, εμβαθύνει, αν θέλουμε, συγκεκριμενοποιεί ίσως, γεμίζει με νόημα αυτό που μόλις διαβάσαμε, το οποίο, αν και είναι πολύ ενδιαφέρον, παραμένει ακόμη μάλλον γενικό.


Ο άγιος Θωμάς στη Summa λέει ότι η γνώση μπορεί να αφορά μόνο το είναι, διότι τίποτε δεν μπορεί να γνωσθεί εκτός από το αληθές, το οποίο είναι μετατρέψιμο με το είναι. Εδώ λοιπόν ο άγιος Θωμάς λέει κάτι θεμελιώδες: εμείς πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το είναι. Προηγουμένως είπα, σχολιάζοντας την προηγούμενη διαφάνεια, ότι αν κάποιος αρχίζει αρνούμενος τη δυνατότητα να γνωρίσει τις πρώτες αρχές του είναι, βαδίζει προς την ψευδή θεολογία.

Λοιπόν, αυτή η δυνατότητα, από μια άποψη αυστηρά σχετική με τη θεωρία της γνώσεως, δεν μπορεί να αρνηθεί. Όλοι γνωρίζουν το είναι, ακόμη κι αν το αρνούνται, ακόμη κι αν επινοούν φιλοσοφικές θέσεις, φιλοσοφικές οπτικές, που αρνούνται την ύπαρξη του είναι και τη γνώση του είναι. Αλλά αν μείνουμε στο γνωσιολογικό επίπεδο, δηλαδή στην ορθή διδασκαλία περί γνώσεως, πρέπει να αναγνωρίσουμε μαζί με τον άγιο Θωμά, με αυτή τη φράση του αγίου Θωμά, ότι όταν λέμε «γνωρίζουμε», δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε το είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο.

Όταν λέγεται «γνωρίζω», ή όταν βιώνεται η γνώση, όταν γίνεται η εμπειρία του γνωρίζειν, είμαστε βέβαιοι ότι γνωρίζουμε το είναι, διότι το μη-είναι δεν είναι γνωρίσιμο. Αλλά, θα μπορούσε να πει κάποιος, δεν γνωρίζω το είναι της αλήθειας, εγώ γνωρίζω το αληθές, και το αληθές είναι αυτό που παρουσιάζεται στη συνείδησή μου, δεν είναι το είναι. Αυτό είναι το σφάλμα της νεωτερικής φιλοσοφίας, από τον Καρτέσιο και έπειτα· αλλά αυτή η τοποθέτηση στερείται συνέπειας, διότι τι είναι το αληθές; Μας το λέει ο άγιος Θωμάς: το αληθές είναι το ίδιο το είναι· είναι, ας πούμε έτσι, το είναι καθόσον είναι γνωρίσιμο από τον νου, και τότε το ονομάζουμε αληθές.

Αλλά ένα πράγμα που είναι, είναι αληθές, έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Ένα πράγμα που δεν είναι, που δεν υπάρχει, δεν έχει την ιδιότητα να είναι αληθές. Όταν εμείς γνωρίζουμε κάτι αληθές, σημαίνει ότι γνωρίζουμε κάτι που είναι. Η σύλληψη της αλήθειας στον άγιο Θωμά, η οποία είναι η ρεαλιστική σύλληψη, είναι εκείνη της αντιστοιχίας του νου προς τα πράγματα, προς την πραγματικότητα, προς το είναι.

Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα υπάρχει, ενώ αντιθέτως δεν υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι ένα πράγμα δεν υπάρχει, ενώ αντιθέτως υπάρχει, σφάλλω. Αν εγώ πω ότι αυτό το πράγμα είναι αυτό το πράγμα, ενώ αντιθέτως αυτό το πράγμα είναι ένα άλλο πράγμα, σφάλλω.

Το μέτρο της αλήθειάς μας είναι η πραγματικότητα, και με την πραγματικότητα εμείς βρισκόμαστε εξαρχής σε άμεση σχέση, διότι δεν υπάρχει γνώση χωρίς ένα είναι που να γνωρίζεται. Έλεγε ο Chesterton: δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται χωρίς κάτι να σκέφτεται. Λοιπόν, εγώ μετασχηματίζω τη φράση: δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει χωρίς κάτι να γνωρίζει· και αυτό το κάτι προς γνώση είναι το είναι, είναι τα πραγματικά υπάρχοντα πράγματα.


Μια αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να στερείται αυτό το στοιχείο, διότι αν η φιλοσοφία θέτει υπό αμφισβήτηση ότι μπορεί να γνωριστεί το είναι, δίνει χώρο στις δικές της υποθέσεις περί του είναι, στις δικές της προλήψεις περί του είναι, στην προβολή μέσα στη γνώση εκείνου που εμείς θέλουμε να βάλουμε, αντί να μένουμε αντικειμενικά σε αυτό που μας λέει η πραγματικότητα.

Και ιδού η άλλη θαυμαστή φράση του αγίου Θωμά:
το να γνωρίζει κανείς κάτι προηγείται του τρόπου με τον οποίο το γνωρίζει. Όταν η δική μας νόηση ανοίγεται, δηλαδή γνωρίζει, αμέσως το είναι είναι ήδη εκεί, παρόν, διότι δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει παρά μόνο γνωρίζοντας κάτι.

Επομένως εμείς πρώτα γνωρίζουμε και έπειτα εμβαθύνουμε στο πώς καταφέραμε να γνωρίσουμε. Η γνωσιολογία, δηλαδή η φιλοσοφία που μελετά τη γνώση, έρχεται μετά τη μεταφυσική, η οποία είναι η φιλοσοφία, το υψηλότερο μέρος της φιλοσοφίας, που μελετά την πραγματικότητα, το είναι στην καθολικότητά του. Αντιθέτως, το νεωτερικό, όπως γνωρίζετε, ανέτρεψε τους όρους και είπε: όχι, η γνωσιολογία ή κριτηριολογία ή κριτικό πνεύμα, ο κριτικισμός, έρχεται πριν από τη γνώση.

Πρώτα αναρωτιέμαι πώς γνωρίζω και έπειτα γνωρίζω. Δεν είναι έτσι, και γιατί αν εγώ πρώτα καθορίσω πώς γνωρίζω, έπειτα καταλήγω να γνωρίζω αυτό που θέλω εγώ, επειδή εγώ καθόρισα πώς να γνωρίζω. Με αυτόν τον τρόπο, αντιθέτως, αν η γνώση κάποιου πράγματος προηγείται του «πώς», εγώ δεν καθορίζω το «πώς»· είναι το ίδιο το είναι που μου δείχνει πώς κατάφερα να το γνωρίσω και επομένως μου δείχνει πώς γνωρίζω.

Η τρίτη διαφάνεια, πάντοτε μέσα σε αυτό το πεδίο της recta ratio, με τον τρόπο του ο Etienne Gilson λέει όλα αυτά με άλλα λόγια, αλλά θέλει να σημάνει ακριβώς αυτό που μόλις είπε ο άγιος Θωμάς. Ο νους τείνει άμεσα, με τρόπο προθετικό, προς το αντικείμενο όπως είναι καθαυτό και όχι όπως είναι μέσα μας, δηλαδή τείνει προς την εξωτερική πραγματικότητα, την πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από εμένα ως τέτοια. Καταλαβαίνετε ότι είναι το ίδιο πράγμα που είδαμε προηγουμένως.

Εδώ όμως κάνω μια παρατήρηση πάνω στο επίθετο «προθετικός», πάνω στη λέξη «προθετικότητα». Προσοχή, διότι αυτό είναι αποφασιστικό σημείο για να διακρίνουμε την ψευδή και την αληθινή φιλοσοφία. Αν υπάρχει μια πρόθεση στο υποκείμενο, ήδη παρούσα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση, τότε το υποκείμενο προβάλλει αυτή τη δική του πρόθεση της συνείδησης πάνω στο αντικείμενο.

Αυτό είναι ψευδής φιλοσοφία. Τίποτε δεν μπορεί να προηγείται της άμεσης γνώσης του είναι από τη δική μας νόηση. Αυτή είναι μια συνθετική, πρωταρχική, άμεση πρόσληψη.

Αρκεί να ανοίξει κανείς τη νόηση. Πώς; Όπως αρκεί να ανοίξει κανείς τα μάτια για να δει το φως. Άρα το να λέμε ότι υπάρχει μια προθετικότητα στο υποκείμενο πριν από τη γνώση του αντικειμένου και ότι αυτή προσανατολίζει τη γνώση του αντικειμένου σημαίνει ήδη ότι παίρνουμε τον δρόμο της ψευδούς φιλοσοφίας.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Είναι διαφορετικό το ότι, όταν το υποκείμενο αναπτύσσει μια δική του προθετικότητα προς το αντικείμενο, αυτό συμβαίνει επειδή το αντικείμενο είναι ήδη εκεί, το έχει ήδη γνωρίσει. Άλλωστε, αγαπητοί φίλοι, πώς μπορώ εγώ να είμαι προσανατολισμένος προθετικά προς κάτι, αν αυτό το κάτι δεν υπάρχει ακόμη και δεν το έχω ακόμη γνωρίσει; Θα ήμουν προσανατολισμένος προς το κενό, θα ήμουν προσανατολισμένος προς το μηδέν και η συνείδησή μου θα ήταν συνείδηση του μηδενός.

Αντιθέτως, συμβαίνει το αντίθετο. Πρώτα γνωρίζει κανείς και έπειτα ο νους προσανατολίζεται, η intentio mentis του αγίου Θωμά, προς εκείνο το αντικείμενο για να το εμβαθύνει, για να το γνωρίσει καλύτερα, αλλά επειδή είναι ήδη παρόν σε αυτόν. Ιδού λοιπόν ένα ακόμη θεμελιώδες κριτήριο για τον καθορισμό της αληθινής και της ψευδούς φιλοσοφίας.

Προχωρούμε προς τη διαφάνεια αριθμός τέσσερα. Εδώ είναι ο πατήρ Cornelio Fabro, ο οποίος λέει: η πρώτη βεβαιότητα —προσέξτε, είναι μια βεβαιότητα· γνωρίζετε ότι μια αλήθεια είναι προφανής όταν είναι άμεση και δεν αποδεικνύεται, δεν έχει ανάγκη να αποδειχθεί, επειδή είναι ήδη σαφής καθαυτή— η πρώτη βεβαιότητα είναι ότι το ον υπάρχει, δηλαδή το είναι, τα πράγματα υπάρχουν· αυτό είναι το πρώτο ξύπνημα της συνείδησης. Η συνείδηση δεν υπάρχει πριν· η συνείδηση ξυπνά γνωρίζοντας, και χωρίς το είναι που πρέπει να γνωριστεί, η συνείδηση δεν ξυπνά, παραμένει ναρκωμένη μέσα στον εαυτό της· και το ον, μέσα στην άμεση αυτοπροσφορά του, φωτίζεται από μόνο του.

Επομένως, η αυτοπροσφορά του όντος στη συνείδηση —το ον είναι— είναι συνθετική πράξη της συνείδησης και τίποτε άλλο δεν μπορεί να είναι. Ανάμεσα στη συνείδηση και στο ον, την πραγματικότητα, το είναι, τα πράγματα, υπάρχει μια σύνθεση· και η συνείδηση φωτίζεται ως τέτοια την ίδια εκείνη στιγμή κατά την οποία γνωρίζει. Πριν από αυτό δεν υπάρχει συνείδηση, ενώ όλη η ψευδής φιλοσοφία θεωρεί ότι υπάρχει η συνείδηση και ότι έπειτα η συνείδηση κάνει κάποια πορεία για να φτάσει γνωστικά στο είναι. Αυτή είναι η ψευδής φιλοσοφία.

Ωραία. Αφού είπαμε αυτό, ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που συνδέουν αυτή τη recta ratio με το πρόβλημα της πίστης, διότι μέχρι τώρα κάναμε μόνο έναν λόγο περί λόγου. Εδώ παίρνω ξανά ένα χωρίο του Μονσινιόρ Antonio Livi, ο οποίος είναι δάσκαλος από αυτή την άποψη και λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης. Μα πώς; Είπαμε ότι οι σκέψεις που κάναμε μέχρι τώρα είναι σκέψεις μόνο του λόγου, έτσι δεν είναι; Ορθολογικές.

Δεν βάλαμε ακόμη καθόλου στη μέση την πίστη. Και τώρα, αντιθέτως, ο Antonio Livi μας λέει ότι ο μεταφυσικός ρεαλισμός είναι η ίδια η λογική της πίστης, καθόσον η θεία αποκάλυψη απευθύνεται στον άνθρωπο με μια γλώσσα που προϋποθέτει ότι αυτός έχει αληθινή εμπειρία του κόσμου. Αυτό είναι ενδιαφέρον.

Προσοχή, δεν είναι ότι η θεία αποκάλυψη περιορίζεται να μας λέει τα ίδια πράγματα που μας λέει ο λόγος, προφανώς· αλλά για να μας πει τα πράγματα που θέλει να μας πει, η θεία αποκάλυψη υποθέτει, προϋποθέτει, ότι εμείς μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια, διότι μας μεταδίδει μια αλήθεια. Και πώς θα μπορούσε η θεία αποκάλυψη να μας μεταδώσει αλήθειες, αν εμείς δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε την αλήθεια;

Επομένως προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος έχει μια αληθινή εμπειρία του κόσμου καθαυτού, και ότι γνωρίζει τον Θεό ήδη με μόνο τον φυσικό λόγο· ασφαλώς per speculum et in aenigmate, όπως λέγεται, δηλαδή σαν μέσα σε καθρέφτη και μέσα στο μυστήριο, βέβαια· αλλά μια γνώση του Θεού ο άνθρωπος πρέπει να είναι ικανός να έχει. Αλλιώς η θεία αποκάλυψη δεν θα είχε εκείνο το φυσικό στήριγμα, ας το ονομάσουμε έτσι, αληθειακό, που επιτρέπει στον άνθρωπο να ανοιχθεί και στην υπερβατική αλήθεια.

Και αν ο άνθρωπος ήταν ανίκανος γι’ αυτό, δεν θα μπορούσε να δεχθεί κανένα υπερβατικό μήνυμα. Για αυτόν τον λόγο —και περνούμε στη διαφάνεια αριθμός έξι— αν το αρνηθεί κανείς αυτό, πέφτει αναπόφευκτα στον αθεϊσμό. Δηλαδή, αν αρνηθεί κανείς ότι η ανθρώπινη νόηση είναι ικανή να γνωρίσει την αλήθεια και το είναι ως αληθές, η συνέπεια έπειτα δεν μπορεί να είναι η παραδοχή του Θεού, αλλά είναι αναγκαστικά η άρνηση του Θεού.

Ιδού λοιπόν ο βαθύς δεσμός που υπάρχει ανάμεσα στη recta ratio και την πίστη. Στις πρώτες τέσσερις διαφάνειες μιλήσαμε μόνο για τη recta ratio από ορθολογική άποψη. Με αυτή την πόρτα που άνοιξε ο Antonio Livi και τώρα με τη φράση που θα χρησιμοποιήσουμε του πατρός Fabro, καταλαβαίνουμε ότι η αρχική επιλογή υπέρ της αληθινής ή της ψευδούς φιλοσοφίας είναι θεμελιώδης για τη θεολογία.

Γράφει ο Fabro: ο πρώτος και θεμελιώδης λόγος του νεωτερικού αθεϊσμού πρέπει να αναζητηθεί στο πρώτο βήμα της σκέψης. Όταν η αρχή γίνεται με το cogito, δηλαδή όταν ξεκινά κανείς από τη συνείδηση και όχι από το είναι, με την πράξη της σκέψης που έχει απομακρύνει από τον εαυτό της κάθε περιεχόμενο του είναι, η φιλοσοφία έχει αρνηθεί καθαυτή τη θεμελίωσή της στο είναι και έχει θέσει το είναι σε εξάρτηση από τη σκέψη. Αυτό βρίσκεται στη βάση, σύμφωνα με τον Fabro, του νεωτερικού αθεϊσμού.

Πράγματι, η φράση είναι παρμένη από το γνωστό και ογκώδες βιβλίο του, Εισαγωγή στον νεωτερικό αθεϊσμό. Ιδού, αγαπητοί φίλοι, λοιπόν: η σχέση της recta ratio με τη θεολογία υπάρχει, είναι αναπόφευκτη. Εκείνο που είναι ενδιαφέρον είναι να καταλάβουμε ότι η συμβατότητα με τη θεολογία ή η μη συμβατότητα με τη θεολογία παίζονται ήδη στο πρώτο βήμα της σκέψης, όπως λέει εδώ ο πατήρ Fabro.

Δηλαδή, αν λέγεται: υπάρχει η συνείδησή μου και έπειτα η γνώση γνωρίζει το είναι, εκεί πέφτει κανείς στον εμμενισμό και στον Θεό δεν θα φτάσει ποτέ. Ή, αντιθέτως, αν λέγεται: η νόησή μας είναι άμεσα ανοιχτή, μέσω μιας πρωταρχικής συνθετικής πρόσληψης, στο είναι από την πρώτη στιγμή, και η συνείδησή μας γίνεται συνειδητή επειδή γνωρίζει το είναι· τότε υπάρχει η δυνατότητα της υπέρβασης και επομένως και του ανοίγματος στις θείες αλήθειες.

Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει μια αλήθεια με τις δικές του δυνάμεις, δεν θα μπορέσει ούτε να γνωρίσει ως αληθινές τις αποκαλυμμένες αλήθειες. Ας δούμε τώρα δύο διαφάνειες που μας φωτίζουν ακόμη περισσότερο σχετικά με την αληθινή και την ψευδή φιλοσοφία, διότι η αληθινή φιλοσοφία παράγει τους λόγους αξιοπιστίας της πίστης.

Εδώ λέει ο Gilson, στο βιβλίο Η φιλοσοφία του Μεσαίωνα: ασφαλώς, μια ορισμένη εργασία του λόγου πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης στις αλήθειες της πίστης· και αυτό το είδαμε τώρα.

Συνεχίζεται

Η ΕΕ και οι θρησκευτικοί της πόλεμοι


Ο δρόμος προς την κόλαση είναι γνωστό ότι είναι άνετος, και ο δρόμος προς την οπισθοδρόμηση είναι ακόμη πιο άνετος. Μάλιστα, όταν ξεκινήσει, κατηφορίζει απότομα. Τώρα, σε αυτό το ταξίδι προς τους νέους Μεσαίωνες, η ΕΕ εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει κυρώσεις ακόμη και στον Πατριάρχη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Κύριλλο, κατόπιν πρότασης του Κιέβου, το οποίο έχει εθνικοποιήσει και ελέγξει αυστηρά ό,τι έχει απομείνει από την ορθόδοξη λατρεία στην Ουκρανία. Παρ' όλα αυτά, επιμένει ότι η Ευρώπη πρέπει να θεωρεί τους Ρώσους Ορθόδοξους Χριστιανούς Πουτινικούς. Φυσικά, οι εποχές κατά τις οποίες αυτή η τελευταία επίδειξη ηλιθιότητας και άρνησης όλων των «αξιών» που διακηρύσσονται συνεχώς στις Βρυξέλλες, χωρίς καν να σκουπίζουν τα χέρια τους από αίμα, έχουν ωριμάσει σε ένα κλίμα ανίκανης εκδίκησης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα νέα για αυτή τη λαμπρή ιδέα διαδόθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα με την πτώση της Κονσταντίνοφκα, ενός από τα τελευταία οχυρά που κατείχε το καθεστώς του Κιέβου. Αυτή η παράλογη νέα κύρωση έχει επίσης επικριθεί από την ιταλική κυβέρνηση, αλλά μόνο ανεπίσημα, επειδή είναι γνωστό ότι η εκτελεστική μας εξουσία δεν έχει κότσια, αλλά είναι γεμάτη κότσια.

Αυτή που απέρριψε αυτήν την πρόταση, την οποία υποστήριξε με ενθουσιασμό η Κάγια Κάλλας, η οποία έχει ορισμένα χαρακτηριστικά στο κεφάλι της, ήταν η κυβέρνηση της Βουλγαρίας, όπου η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Η Σόφια έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα υποστηρίξει «κυρώσεις που είναι πρωτίστως συμβολικές», οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζονται ως ένα είδος θρησκευτικού διωγμού. Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα: τα αντίποινα αυτού του είδους δεν έχουν καμία σχέση με την ψευδαίσθηση της οικονομικής βλάβης της Ρωσίας, ώστε να καταστεί πιο δύσκολη η κατεδάφιση του καθεστώτος του Κιέβου, το οποίο από το 2014 πολιορκεί τις αυτονομιστικές δημοκρατίες, προκαλώντας 14.000 θανάτους (αξίζει να υπενθυμίσουμε στους ευτυχισμένους και πρόθυμους ξεχασιάρηδες που τρολάρουν ατιμώρητα ότι αυτό είναι αλήθεια). Αντίθετα, έχει να κάνει με μια βαθιά εχθρότητα προς τη Ρωσία, ως χώρα που αποφεύγει την αδιαμφισβήτητη λατρεία του νεοφιλελευθερισμού και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αφομοιωθεί στο δυτικό ολιγαρχικό σύστημα.

Είναι τελικά ειρωνεία της μοίρας ότι η ίδια η χώρα που, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν το λίκνο των κυρίαρχων ολιγαρχιών -ή, αν θέλετε, η πρόβα τζενεράλε για ένα σχέδιο κατάληψης της εξουσίας- βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη ακριβώς με αυτήν την κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή ένα δυτικό σύστημα όπου οι 12 πλουσιότεροι δισεκατομμυριούχοι κατέχουν τα μισά περιουσιακά στοιχεία του φτωχότερου μέρους του κόσμου. Μια κατάσταση που ουσιαστικά καθιστά αδύνατη τη δημοκρατία, ανεξάρτητα από τις τελετουργίες της. Αλλά σε κάθε περίπτωση, είναι αρκετά σαφές ότι η ιδέα της επιβολής κυρώσεων στον Πατριάρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ένοχο όχι μόνο για την υποστήριξη του αγώνα κατά του ΝΑΤΟ αλλά και, αν όχι πάνω απ 'όλα, για την αντίθεση στις υποκριτικές ιδεολογίες που αποτελούν το σαγηνευτικό και παραπλανητικό κάλυμμα του νεοφιλελευθερισμού και που θα μπορούσαμε συνοπτικά να ονομάσουμε παγκοσμιοποίηση, αντιστοιχεί, συνολικά, σε μια απόρριψη του ρωσικού πολιτισμού στο σύνολό του, και οποιουδήποτε άλλου πολιτισμού γενικότερα. Ο πόλεμος του ΝΑΤΟ εναντίον της Ρωσίας αποκαλύπτει έτσι ότι δεν είναι απλώς μια προσπάθεια αποδυνάμωσης της Μόσχας και ενδεχομένως λεηλασίας του πλούτου της - ένα έργο που αποτελεί μέρος των αγγλοσαξονικών εμμονών για ενάμιση αιώνα- αλλά είναι πρωτίστως μια ιδεολογική σύγκρουση. Σε όλα αυτά, η Ουκρανία χρησιμεύει μόνο ως αιμοδότης και τώρα ως απλό πρόσχημα για τη ριζοσπαστικοποίηση ορισμένων θέσεων εντός της ΕΕ. Αυτή απέχει πολύ από μια Ευρώπη-κήπος, η πιο παράξενη ιδέα της «αδιάκοπης προώθησης» προέρχεται από τις Βρυξέλλες.

Περιττό να πούμε ότι αυτές οι κινήσεις, μαζί με την τρομοκρατία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, απλώς πείθουν τους Ρώσους ότι ο πόλεμος έχει ένα υπαρξιακό στοιχείο και ότι η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο χτυπώντας την καρδιά του συστήματος και τις μαριονέτες του, τους αγορασμένους και πουλημένους βλάκες που χρησιμεύουν ως πολιτικό περιβάλλον. Εμείς, πολύ σοκαρισμένοι για να το συνειδητοποιήσουμε πλήρως, θα είμαστε αυτοί που θα πληρώσουμε το τελικό τίμημα.


ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΕ!!!!!!

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ από Angelo Giubileo

                                          

Ο Πλούταρχος λέει ότι «αν η γνώση και η σκέψη της πραγματικότητας αποτύχουν, η αθανασία δεν θα είναι πλέον ζωή, αλλά χρόνος» (Ίσις και Όσιρις, 35 e). Και έτσι, σύμφωνα με τη ρήση του Πλούταρχου, η αθανασία δεν αφορά καθόλου μια μορφή υπέρβασης, αλλά την εμμένεια, hic et nunc (εδώ και τώρα).

Στον Φαίδωνα (107 d - 115 a), ο Σωκράτης (ή Πλάτωνας), πριν εκτελεστεί, λέει στον Σιμμία ότι: «... Ασφαλώς, το να επιμένουμε να υποστηρίζουμε ότι τα πράγματα είναι ακριβώς όπως τα περιέγραψα, δεν αρμόζει σε έναν άνθρωπο που έχει λογική: αλλά ότι θα πρέπει να είναι έτσι ή λίγο διαφορετικά από αυτό γιά τις ψυχές μας και τις κατοικίες τους, αφού έχει αποδειχθεί ότι η ψυχή είναι αθάνατη, μου φαίνεται κατάλληλο να το υποστηρίξω αυτό, και ακόμη και να σκεφτώ καί να τολμήσω να το πιστέψω...»

Και έτσι, σύμφωνα με τον τελευταίο λόγο του Σωκράτη (ή του Πλάτωνα), η απόδειξη ότι η ψυχή είναι αθάνατη είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη μιας μετά θάνατον ζωής ή υπερβατικής ζωής, αποτελεί το αντικείμενο μιας πίστης που υπερβαίνει την προαναφερθείσα απόδειξη. Μια απόδειξη που, λέει ο ίδιος ο Σωκράτης (Πλάτωνας), αρμόζει στους φιλοσόφους, δηλαδή «εκείνους που, καθαροί και καθαρμένοι από τη φιλοσοφία, ζουν το υπόλοιπο της ζωής τους χωρίς σωματικά δεσμά».

Αλλά, στη φαινομενική μορφή του κειμένου, φαίνεται να υπάρχει μια προφανής «αντίφαση», αφού είναι αδύνατο, ακόμη και για τον φιλόσοφο, να ζήσει μια ζωή χωρίς σωματικούς δεσμούς. Και τότε ο ίδιος ο Χάιντεγκερ θα έλεγε ότι «ούτε η μετάφραση ούτε η διευκρίνιση έχουν καμία βαρύτητα, όσο αυτό που θεωρείται(σημαίνεται) στη λέξη του (σημείωση του συντάκτη: στην υπό εξέταση περίπτωση ο Πλάτωνας) δεν μας αγγίζει άμεσα». Πρόσθεσε αμέσως ότι: «όλα εξαρτώνται από το αν δίνουμε προσοχή ή όχι στο κάλεσμα που προέρχεται από τον σκεπτόμενο λόγο. Μόνο με αυτόν τον τρόπο, δίνοντας προσοχή στο κάλεσμα, γνωρίζουμε το ρηθέν».

Τι εννοεί, λοιπόν, ο Πλούταρχος όταν λέει ότι αν η γνώση και η σκέψη της πραγματικότητας αποτύχουν, η αθανασία δεν θα είναι πλέον ζωή, αλλά χρόνος; Είναι λογικά αποδεδειγμένο ότι η γνώση και η σκέψη της πραγματικότητας γεννούν αθάνατη ζωή; Και ότι, ελλείψει γνώσης και σκέψης της πραγματικότητας, η αθανασία είναι χρόνος;

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από εδώ: τι σημαίνει το ρητό «η αθανασία είναι χρόνος»;

Ο λατινικός όρος tempus, oris, που μεταφράζεται ως "χρόνος" "μέτρο της κίνησης του φωτός", προέρχεται επίσης από το σανσκριτικό tam το οποίο, και πάλι σύμφωνα με την ανάλυση του Rendich, σημαίνει "μέτρο (m) της κίνησης μεταξύ δύο σημείων (t)", "οριοθετημένος χώρος", "αρχικά: "μέτρο (m) της κίνησης του φωτός (t)". Δηλαδή: ένα μέτρο ορατής κίνησης. Και όμως, αυτό το νόημα αλλάζει, και μεταφράζεται και ερμηνεύεται τόσο διαφορετικά μέσω των λατινικών όρων tem.plum - "ουράνιος χώρος οριοθετημένος από τον οιωνό για να ερμηνεύσει τους οιωνούς", "χώρος αφιερωμένος στους θεούς" - και (con)tem.plo,-are - "να είναι σε αρμονία με το templum", "να συλλογιστεί". Και επομένως: αυτό που (τὸ χρεὼν, πού δόθηκε) είναι ορατό και συντονισμένο με το πέρασμα του χρόνου. Μια ζωή και ένας χρόνος, που λέγεται ότι είναι αθάνατος.

Αλλά επίσης: αν η γνώση και η σκέψη της πραγματικότητας αποτύγχανε, η αθανασία δεν θα ήταν πλέον ζωή, αλλά χρόνος. Είναι, επομένως, μια αθάνατη ζωή και χρόνος ο καρπός ή το προϊόν της γνώσης και της σκέψης της πραγματικότητας, αυτό που (τὸ χρεὼν) αποτελεί τη ζωή και τον χρόνο των φιλοσόφων, καθαρών και καθαρμένων από τη φιλοσοφία.[ο λόγος]

Σε αυτό το σημείο, θα συνιστούσα ακόμη μια αναφορά στη μαρτυρία του Πλούταρχου, και συγκεκριμένα όπου στον αντίπαλο Colotem, αναφερόμενος στον Παρμενίδη, γράφει (1114, c-e): «Αφού, ακόμη και πριν από τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, κατάλαβε ότι η φύση κατέχει κάτι αμφισβητήσιμο, αλλά κατέχει επίσης κάτι κατανοητό, και ότι αυτό είναι το αντικείμενο της γνώμης, είναι ασταθής και περιπλανιέται σε πολλές αγάπες και αλλαγές καθώς μειώνεται και αυξάνεται, και είναι διαφορετικό για διαφορετικούς ανθρώπους και ποτέ δεν προκαλεί την ίδια αίσθηση ακόμη και για το ίδιο άτομο. ενώ αυτό που ανήκει στο νοητό είναι άλλου είδους, αφού είναι «ολόκληρο, ακίνητο και αγέννητο», όπως λέει ο ίδιος, και παραμένει ταυτόσημο με τον εαυτό του και σταθερό στην ύπαρξη. Ο Colotes, παρουσιάζοντας συκοφαντικά αυτά τα πράγματα με βάση τον τρόπο ομιλίας και επιτιθέμενος στον λόγο όχι για την αξία του αλλά για τον τρόπο έκφρασής του, ισχυρίζεται χωρίς λόγο ότι ο Παρμενίδης έχει εξαλείψει εντελώς όλα τα πράγματα, στο βαθμό που έχει υποθέσει ότι το ον είναι ένα. Αλλά ο Παρμενίδης δεν καταργεί καμία από τις δύο φύσεις, αλλά, αποδίδοντας στην καθεμία αυτό που της αρμόζει, έχει τοποθετήσει το κατανοητό στη μορφή της μίας και αυτού που υπάρχει, και το έχει ονομάσει «αυτό που είναι», επειδή είναι αιώνιο και ακίνητο, και «ένα», επειδή είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του και δεν παραδέχεται καμία διαφορά. Ενώ έχει τοποθετήσει το αισθητό με τη μορφή του διαταραγμένου και ευμετάβλητου».

Αλλά τότε: τι είναι αυτό το αιώνιο και ακίνητο, ταυτόσημο με τον εαυτό του και (που) δεν παραδέχεται καμία διαφορά; Ο Πλούταρχος προσθέτει αμέσως: «Από αυτά τα πράγματα, επιπλέον, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε το κριτήριο, "τόσο τη σταθερή καρδιά της πειστικής Αλήθειας", η οποία συλλαμβάνει το κατανοητό και αυτό που είναι πάντα με τον ίδιο τρόπο, "όσο και τις απόψεις των θνητών στις οποίες δεν υπάρχει αληθινή εγγύηση", αφού συνοδεύονται από πραγματικότητες που δέχονται αλλαγές κάθε είδους, αγάπες και παρατυπίες». Το κριτήριο, όπως λέει ο Πλούταρχος, είναι το ίδιο το θεμέλιο του ανθρώπου, η ουσία, θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, στο έργο του Holzwege, του τι είναι «ανθρώπινο».

Αλλά και πάλι: σύμφωνα με τον τρόπο ομιλίας και τον τρόπο έκφρασης, φαίνεται ότι βρισκόμαστε στη μέση αυτού που ο ποιητής, Paul Valery - μαζί με τους συγγραφείς του Hamlet's Mill, Giorgio de Santillana και Hertha von Dechend - αποκαλεί "implesso", δηλαδή βλέπουμε τα πράγματα αλλά δεν βλέπουμε την κρυφή σειρά των οπτικών διαμορφώσεων.

Και τότε, σε σχέση με τη σκέψη της αρχής κάθε αρχής, δηλαδή, ποια είναι «τα πράγματα» που βλέπουμε; Και ποια είναι η κρυφή σειρά τους;

Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, ένα απόσπασμα από τον 129ο Rgvedic ύμνο, γνωστό ως Nāsadīyasūkta, περισσότερο από άλλα μας δίνει μια σαφή εικόνα των δύο «οπτικών σχηματισμών» της αρχής: «Δεν υπήρχε θάνατος τότε, δεν υπήρχε αθανασία. Δεν υπήρχε νύχτα. Δεν υπήρχε μέρα. Αυτός ζούσε από μόνος του, χωρίς ανάσα. Έξω από αυτό το Ένα, υπήρχε το Τίποτα». Και έτσι βρισκόμαστε στην παρουσία δύο αντίθετων μορφών: της ημέρας και της νύχτας, της αθανασίας και της θνητότητας, του Ενός και του Τίποτα. Αλλά: στο «Τίποτα», η επίδειξη του Παρμενίδη - η οποία σύμφωνα με τον Πλούταρχο προηγείται εκείνης του Σωκράτη και του Πλάτωνα - αποδεικνύεται καθοριστική: η ύπαρξη είναι και δεν μπορεί να μην είναι, η μη-ύπαρξη δεν είναι και δεν μπορεί να είναι. Ποτέ δεν θα αποδειχθεί ότι υπάρχει κάτι τέτοιο όπως αυτό που δεν είναι (θραύσμα 7/8 v. 1). Έτσι, τελικά, η αρχή-σκέψη-της-κάθε-αρχής-που-είναι-είναι: όλα είναι αιώνια.

Αλλά, ας μην εγκαταλείψουμε μια τελευταία διευκρίνιση. Και πάλι μέσα από αυτά που γράφει ο Franco Rendich, επιστρέφουμε στο πρόθεμα με το οποίο ξεκινήσαμε αυτή την εξέταση: Οι ρίζες an "αναπνέω", jan "παράγω", jna "γνωρίζω", επομένως εκφράζουν τη σοφία και τη ζωτική δύναμη των Υδάτων και βρίσκονται στην προέλευση των λατινικών όρων an-imus "ψυχή", gen-itus, "γεννημένο", gen-itor, "γονέας", (g)no-sco "γνωρίζω", (g)na-scor "να γεννηθεί". Από την άλλη, τα Νερά, τα οποία περιέχουν το amrta «το βάλσαμο που κάνει κάποιον αθάνατο», δημιουργώντας τον άνθρωπο (jan) είχε εναποθέσει στα βάθη της καρδιάς του τον σπόρο της αθανασίας, το άτμαν: «μέτρο (m) της αναπνοής (an) των υδάτων που περιπλανιούνται στο σύμπαν». Σε περιορισμένο βαθμό (m), το ανθρώπινο an-imus ταυτίζεται με το αιώνιο πνεύμα των διαστελλόμενων Υδάτων (at) στον άπειρο κόσμο.

Και έτσι, και εδώ, επιβεβαιώνεται ότι το αληθινό θεμέλιο της σκέψης και της γνώσης της πραγματικότητας είναι η αθάνατη ζωή. Στα σανσκριτικά, το mr σημαίνει "να φτάσει (r) το όριο (m)", "να πεθάνει" και το πρόθεμα mr κατέχει επίσης τον όρο mrg, mrgyati "να κυνηγήσει". Επί της ουσίας, ο Rendich σημειώνει επίσης: Το νόημα ήταν «να προχωρήσουμε στο όριο» όπου θάβονταν οι νεκροί. Από εδώ ξεκινούσαν τα δάση και το δάσος, δηλαδή οι κυνηγότοποι. Έτσι ώστε: οι οπτικές διαμορφώσεις αλλάζουν, ο νέος χώρος καταλαμβάνεται από τον ουράνιο Κυνηγό, το Ελάφι, τον Ταύρο, τον Αμνό και οτιδήποτε άλλο εγγενές σε μια τελετή, η οποία δεν είναι πλέον τόσο η καθημερινή τελετουργία της αρχής - μέρα και νύχτα, φως και σκοτάδι - αλλά μάλλον η θυσιαστική τελετουργία όλων όσων (τὸ χρεὼν) ο Αριστοτέλης στη Μετάφυσή του (Λ 1074 b 12) ορίζει ως θεϊκά , όλα αυτά (τὸ χρεὼν) είναι αιώνια και αθάνατα. Το λατινικό ritus προέρχεται από το σανσκριτικό rta/u, που σημαίνει αυτό που είναι σωστό και έρχεται την κατάλληλη στιγμή.


Anima είναι ένας λατινικός όρος (anima, animus) Στα σανσκριτικά η ρίζα της λέξης είναι an. Ως ονομαστικό πρόθεμα, όπως και στα ελληνικά, το φωνήεν a κανονικά, δηλ. συνήθως, έχει ιδιωτική αξία άρνησης. Ως λεκτικό πρόθεμα, το α αντιπροσωπεύει την αρχή της δράσης ή της κίνησης και επομένως παίρνει μια χρονική ή, ορθή, χρονολογική αξία. Στα σανσκριτικά, το φωνήεν α έρχεται σε αντίθεση με το φωνήεν u που στην πραγματικότητα παίρνει τη σημασία της «στάσης», της «σταθερότητας» και - λέει πάλι ο Φράνκο Ρέντιτς στο Η προέλευση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Δομή και γένεση της μητρικής γλώσσας της Σανσκριτικής, της Ελληνικής και της Λατινικής (Palombi editore 2007) - «καθώς και, σε σχέση με τη συσσώρευση ενέργειας, «έντασης», «επιμονής», «δύναμης»»

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (50)

    Συνέχεια από: Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ «ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΩΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΥΦΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗ
Σ

ΟΙ ΝΕΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑΣ

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΜΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΟΥ

Αὐτοκυριαρχία, ἐσωτερικὴ ἐλευθερία καὶ αὐτάρκεια

Θὰ μπορούσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ φωτίσουμε ἀκόμη περισσότερο ὅσα εἰπώθησαν παραπάνω, ἐὰν ἀξιολογήσουμε εἰδικῶς τὶς ἀντιλήψεις ποὺ ὁ Σωκράτης εἰσάγει γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἠθική προβληματική.

Κατ' ἀρχάς, ἰδιαιτέρως ἀποκαλυπτικὴ εἶναι ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν αὐτοκυριαρχία, ἡ ὁποία ὁρίζεται ρητῶς ὡς τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν καλὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους· «ἄριστον ἀνθρώπῳ ἐγκράτεια εἶναι» 16. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, μὲ τὸν ὅρο ἐγκράτεια, ἀποδίδεται μετά βεβαιότητος στον Σωκράτη. Τὸ ἐπαληθεύουμε καὶ τὸ ἑδραιώνουμε μέσῳ τῆς ἴδιας μεθοδολογικῆς διαδικασίας ἡ ὁποία μᾶς ὁδήγησε νὰ ἀποδώσουμε σ' αὐτὸν τὴ νέα ἀντίληψη περί ψυχῆς. Πράγματι, ὅπως ἔχει παρατηρηθεῖ ἡ ἀντίληψη αὐτὴ καὶ ὁ σχετικὸς ὅρος μὲ τὸν ὁποῖο ἐκφράζεται κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους ταυτοχρόνως στὸν Ξενοφῶντα καὶ στὸν Πλάτωνα καὶ ἀποδίδονται ἀπὸ κοινοῦ στὸν Σωκράτη, καθώς καὶ στὸν Ἰσοκράτη, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀφομοιώσει τις σωκρατικές ἰδέες.

Ἡ λέξις προέρχεται ἐκ τοῦ ἐπιθέτου «ἐγκρατής», τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ οἱοσδήποτε ἀσκεῖ ἐξουσίαν ἢ κῦρος ἐπί τινος. ᾿Αλλὰ ἡ λέξις εὕρηται μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἠθικῆς αὐτοκυριαρχίας, καὶ δὲν συναντάται πρὸ τῆς περιόδου αὐτῆς· ὅθεν ἐδημιουργήθη, προφανώς διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν νέαν έννοιαν, προηγουμένως δὲν ὑφίστατο ὡς καθαρώς νομικός ὅρος 17.

Ὡς ἐγκράτεια ὀρίζεται ή κυριαρχία τοῦ ἑαυτοῦ στὴν ἀπόλαυση, στην οδύνη, στὸν μόχθο, στὸν ἔλεγχο τῶν παρορμήσεων καὶ τῶν παθών. Εἶναι κυριαρχία ἐπὶ τοῦ ζωώδους στοιχείου ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Εἶναι προφανές, λοιπόν, γιατί ὁ Σωκράτης τοῦ Ξενοφώντος ἰσχυρίζεται τὰ ἐξῆς:
Ἄρά γε δὲν πρέπει κάθε ἄνθρωπος, ἀφοῦ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ ἐγκράτεια εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς ἀρετῆς, ταύτην πρῶτον εἰς τὴν ψυχήν του νὰ κτίσῃ18;[ΕΝ ΚΡΑΤΕΙΑ]

Ἡ ἐγκράτεια προϋποθέτει ὅτι ἡ ψυχὴ κυριαρχεῖ ἐπὶ τοῦ σώματος, ἢ ἄλλως ὅτι ὁ «λόγος» κυριαρχεῖ ἐπὶ τῶν ἐνστίκτων τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὰ παραδείγματα που συναντούμε στον Ξενοφῶντα· ἐπίσης, τὸ ἐπισημαίνει ρητῶς ὁ Πλάτων, ἰδιαιτέρως στὸν Γοργία.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ ἔλλειψη αὐτοκυριαρχίας ἐπιτρέπει στὸ σῶμα καὶ τὰ ἔνστικτά του νὰ κυριαρχήσουν· κατά συνέπεια, στερεί ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν καθιστᾶ ὅμοιο μὲ τὰ πλέον ἄγρια θηρία.


Γράφει ὁ Ξενοφῶν, μὲ ἀφορμὴ τὸν διάλογο μεταξύ Σωκράτους καὶ Εὐθυδήμου:
«Νομίζω, ὦ Σωκράτη», εἶπε, «πὼς ἰσχυρίζεσαι, ὅτι ἐν γένει καμμία ἀρετὴ δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον τὸν ἄνδρα, ποὺ εἶναι κατώτερος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν». «Διότι τὶ διαφέρει, ὦ Εὐθύδημε, ἄνθρωπος ἔκδοτος ἀπὸ τὸ ἀνοητότατον θηρίον; Διότι ὅποιος μὲν τὰ ἄριστα δὲν τὰ ἐξετάζει, ζητεῖ δὲ νὰ κάμνῃ μὲ κάθε τρόπον τὰ ἀπολαυστικώτατα πράγματα, κατὰ τὶ θὰ ἡμποροῦσε νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὰ ἀνοητότατα ζῷα τῆς βοσκῆς;»19.

Ἡ θέση αὐτὴ ἐκφράζεται καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος τὴν ἀποδίδει ἄκρως εἰρωνικῶς μὲ τὴν ἐπιτυχημένη σύγκριση τοῦ ἀνθρώπου χωρίς αὐτοκυριαρχία πρὸς τὸ χαράδριο, δηλαδή πρὸς ἕνα ἄγριο
καὶ ἀδηφάγο πουλί, προϊόν τῆς φαντασίας τῶν ἀρχαίων, τὸ ὁποῖο καταβρόχθιζε ἀκατάπαυστα, ἐνῶ ταυτοχρόνως ἀφόδευε 20.


Επιπροσθέτως, ὁ Σωκράτης ἐταύτισε σαφῶς τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν ἐγκράτεια. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἄνοιξε μία ἐντελῶς νέα προοπτική: Πρὶν ἀπὸ αὐτὸν, ἡ ἐλευθερία εἶχε κατὰ κάποιον τρόπο μία έννοια ἀπολύτως νομικὴ καὶ πολιτικὴ· μὲ τὴ δική του συμβολή, ὅμως, ἀπέκτησε τὴν ἠθικὴ ἔννοια τῆς κυριαρχίας τῆς ὀρθολογικότητας ἐπὶ τοῦ ζωώδους στοιχείου.
Στὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα τοῦ Ξενοφώντος μποροῦμε νὰ ἰδοῦμε μὲ ποιὸν τρόπο παρουσιάζεται ἡ ἰσοτιμία μεταξύ αὐτοκυριαρχίας καὶ ἐλευθερίας:

«Εἰπέ μου», εἶπεν, «ὦ Εὐθύδημε, ἆρά γε παραδέχεσαι ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι καλὸν καὶ μεγαλοπρεπές κτῆμα καὶ εἰς ἄνδρα καὶ εἰς πόλιν;»
«Ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸ παραδέχομαι», εἶπεν. «Ὅποιος λοιπὸν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰς σωματικὰς ἡδονὰς καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν δὲν ἡμπορεῖ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του, παραδέχεσαι, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐλεύθερος;» «Καθόλου», εἶπεν. «Ἴσως διότι σοῦ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐλευθέριον πρᾶγμα τὸ νὰ ἐκτελῇ κανεὶς τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ νομίζεις, ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον τὸ νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἐμποδίζουν νὰ τὰ ἐκτελῇ;» «᾿Ακριβῶς», εἶπε. «Σοῦ φαίνονται λοιπὸν ὅτι οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των εἶναι παντελῶς ἀνελεύθεροι;» «Ναί, μὰ τὸν Δία, φυσικῷ τῷ λόγῳ». «Ποῖον δὲ ἀπὸ τὰ δύο σοῦ φαίνονται, ὅτι οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των μόνον ἐμποδίζονται νὰ κάμνουν τὰ ἄριστα ἔργα ἢ καὶ ὅτι ἀναγκάζονται νὰ κάμνουν τὰ αἴσχιστα;» «Ἐξ ἴσου νομίζω», εἶπεν, «ὅτι ἀναγκάζονται νὰ πράττουν ταῦτα, ὅπως ἐμποδίζονται νὰ πράττουν ἐκεῖνα». «Ποίας δὲ λογῆς δεσπόται ἐπάνω-κάτω νομίζεις ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀφ' ἑνὸς μὲν ἐμποδίζουν τὰ ἄριστα ἔργα, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ἀναγκάζουν τοὺς ἄλλους νὰ κάμουν τὰ κάκιστα;» «Ὅσον τὸ δυνατόν, μὰ τὸν Δία», εἶπε, «τοὺς νομίζω χειρίστους». «Ποία δὲ δουλεία νομίζεις ὅτι εἶναι χειροτέρα ἀπὸ ὅλας;» «Ἐγὼ βέβαια», εἶπε, «τὴν δουλείαν ποὺ δουλεύει κανείς πλησίον τῶν χειροτέρων δεσποτῶν». «Λοιπὸν τὴν χειροτέραν δουλείαν ποὺ δουλεύουν οἱ ἔκδοτοι εἰς τὰ πάθη των;» «Ἐγὼ τουλάχιστον τὸ νομίζω», εἶπε 21.

Σὲ συνδυασμό μὲ τὶς ἀντιλήψεις περὶ ἐγκράτειας καὶ ἐλευθερίας, ὁ Σωκράτης ὄφειλε νὰ ἀναπτύξει καὶ τὴν ἀντίληψη περὶ αὐτάρκειας, ἤτοι τῆς αὐτονομίας ὡς θεμελιώδους χαρακτηριστικοῦ στοιχείου τοῦ ἐνάρετου ἀνθρώπου.

Ὁ Maier ἰσχυρίζεται ὅτι «ἡ ἔκφραση αὐτὴ ἴσως παρέμεινε ἄγνωστη στὸν Σωκράτη· ἐν τούτοις, ὁ τελευταῖος ἀντιμετώπισε τὸ θέμα με μεγάλη διαύγεια» 22. Ἐξ ἄλλου, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ ἐπίθετο αὐτάρκης συναντάται ἤδη στὸν Ξενοφώντα 23. Ὁ ὅρος αὐτάρκεια ἐντοπίζεται, ἐπίσης, στὸν ὕστερο Πλάτωνα σε συνάρτηση μὲ τὸν ὁρισμὸ τοῦ ᾿Αγαθοῦ 24, ἐνῶ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς τεχνικῆς αὐτάρκειας τὸν συναντοῦμε καὶ στὸν ᾿Αντισθένη25. Γνωρίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ δάσκαλος τοῦ σοφιστή Ἱππία θεωροῦσε ὅτι ἡ τεχνικὴ αὐτάρκεια, δηλαδή ἡ ἱκανότητα νὰ καταφέρνει κανείς μόνος του ὅλα ὅσα χρειάζονται στη ζωή, ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς σκοπούς ποὺ ὁ Σωκράτης καλεῖται να ἐπιτύχει. Ὁ ἴδιος ὁ Ἱππίας παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Πλάτωνα ὡς ἰδιαιτέρως ὑπερήφανος γιὰ τὴν ἱκανότητά του νὰ τὰ κάνει ὅλα μόνος του μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια 26. Εἶναι, συνεπῶς, εὔλογο νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἐσωτερίκευση τῆς αὐτάρκειας, δηλαδή ή μετατροπή της ἀπὸ τεχνικὴ σὲ ἠθικὴ αὐτάρκεια, ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ ὅτι ἐγνώρισε ἰδιαίτερη ἀνάπτυξη στο πλαίσιο τῶν σωκρατικῶν Σχολών.

Στὴν ἀντίληψη τῆς αὐτάρκειας ἐντοπίζονται δυό χαρακτηριστικά τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ τονιστοῦν δεόντως:
α) ὁ ἄνθρωπος ἐπιτυγχάνει τὸν ἔλεγχο τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν φυσικών παρορμήσεων διὰ μέσου τοῦ «λόγου» (τῆς ψυχῆς).
β) στὸν ἄνθρωπο ἀρκεῖ ὁ «λόγος» (ἡ ψυχή) πρὸς ἐπίτευξιν τῆς εὐτυχίας.

Ὅποιος ἀφήνεται στὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν παρορμήσεών του καταλήγει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν κοινωνία, καθώς ὅλα αὐτὰ εἶναι σὲ μεγάλο βαθμό ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τοῦ ἀντικειμένου μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποι οῦνται οἱ ἐπιθυμίες. Κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ ἄνθρωπος ἀναγκάζεται νὰ ἐπιδιώξει τὰ δύσκολα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνεται θύμα ἀνεξέλεγκτων δυνάμεων, νὰ χάνει τὴν ἐλευθερία του, τὴν ἡσυχία του καί, κατά συνέπεια, τὴν εὐτυχία του.

Ο ξενοφώντειος Σωκράτης ἀναφέρει:

Φαίνεσαι, ὦ ᾿Αντιφῶν, ὅτι νομίζεις, ὅτι ἡ εὐδαιμονία εἶναι τρυφὴ καὶ πολυτέλεια· ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι τὸ νὰ μὴ ἔχῃς ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε εἶναι θεῖον, τὸ δὲ νὰ ἔχῃς ἀνάγκην ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρων πραγμάτων εἶναι πλησιέστατον πρὸς τὸ θεῖον, καὶ ὅτι τὸ μὲν θεῖον εἶναι ἄριστον, τὸ δὲ πλησιέστατον πρὸς τὸ θεῖον εἶναι πλησιέστατον πρὸς τὸ ἄριστον 27.

Ο Jaeger ἑρμηνεύει τὴν ἀντίληψη ποὺ πραγματευόμαστε ἐδῶ μὲ λίαν διεισδυτικό τρόπο: «Ο φρόνιμος ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἰναι ἀνεξάρτητος τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, πραγματοποιεῖ ἐκ νέου ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου μίαν ἀρετὴν τῶν παλαιῶν μυθικῶν ἡρώων. Ὁ μεγαλύτερος ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀντίληψιν ἦτο ὁ πολε μιστὴς Ἡρακλῆς μὲ τοὺς “πόνους”, δηλαδὴ τὰ κατορθώματά του, καὶ ἡ αὐτοβοήθεια ἦτο ἡ κατ' ἐξοχὴν ἱκανότης τοῦ ἥρωος. Ὁ ἥρως χρησιμοποιεῖ τὴν σωματικήν του δύναμιν, διὰ νὰ ἀντιμετωπίση νικηφόρως τοὺς ἐχθρούς του, τὰ τέρατα καὶ τοὺς παντὸς εἶδους κινδύνους. Τώρα πλέον ἡ ἱκανότης αὐτὴ μετατρέπεται εἰς πνευματικήν. Μόνον ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συνδυάζει τὰς ἐπιθυμίας καὶ τὰς προσπαθείας του πρὸς ὅ,τι δύναται νὰ φθάσῃ διὰ τῶν δυνάμεών του, αὐτὸς μόνον ἐξασφαλίζει τὴν “αὐτάρκειαν"» 28.

Ὀφείλουμε, ἐν τούτοις, νὰ ἐπισημάνουμε ἐδῶ ὅτι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ ἀξία τῶν τριῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, οἱ ὁποῖες εἶναι στυλοβάτες τῆς σωκρατικῆς ἠθικῆς καὶ θεμελιώδεις ὅροι γιὰ τὴν κατανόηση τῆς μεταγενέστερης ἠθικῆς, δὲν ἔχει ἐκτιμηθεῖ δεόντως, τουλάχιστον ἀπὸ ἐννοιολογικῆς ἀπόψεως. Ἡ ἐγκράτεια δὲν εἶναι ἡ κυριαρχία τῆς βουλήσεως, ἀλλὰ ἡ κυριαρχία τοῦ λόγου καὶ τῆς γνώσεως ἐπὶ τῶν παρορμήσεων. Ὡς ἐλευθερία δὲν νοεῖται ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, δηλαδὴ ἡ ἱκανότητα τοῦ νοῦ νὰ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν ἐνστίκτων· ἐλευθερία εἶναι, τελικῶς, ἡ αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπινου λόγου.

Κατ' οὐσίαν, οἱ ἀντιλήψεις αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια ἐκείνη μήτρα ἀπὸ τὴν ὁποία γεννᾶται ἡ θεωρία τῆς ἀρετῆς ὡς ἐπιστήμης καὶ τῆς παντοδυναμίας τῆς ἐπιστήμης (ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ τῆς ἀποδί-δουν οἱ Ἕλληνες). Ἐν ὀλίγοις, οἱ ἀντιλήψεις αὐτὲς προκύπτουν ἀπὸ τὴν ταύτιση τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ψυχή του ὡς νόηση.
Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἰδέα που, όπως καταδείξαμε, ἀποτελεῖ κεντρικό σημεῖο τῆς σωκρατικής διανοήσεως.

Σημειώσεις
16. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, IV 5, 8.
17. W. JAEGER, Παιδεία, 11, σ. 112.
18. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, Ι 5, 4.
19. Αὐτόθι, IV 5, 11.
20. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Γοργίας, 494 b.
21. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, ΙV 5, 2.
22. H. MAIER, Socrate, II, σ. 30.
23. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 2, 14, II 6, 2.
24. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φίληβος, 67 a.
25. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, VI 11.
26. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ιππίας Ελάσσων, 368 b.
27. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 6, 10.
28. W. JAEGER, Παιδεία, ΙΙ, σ. 114.

«Το άλογο του Νίτσε» Από Λορέντζο Μέρλο

Η τελευταία χειρονομία του φιλοσόφου

                                                        «Το άλογο του Νίτσε»

Το άλογο του Νίτσε και η αληθινή έννοια της φράσης «Ο Θεός είναι νεκρός».

                                                       από τον Λορέντζο Μέρλο

Το επεισόδιο με το άλογο που αγκαλιάζει ο Νίτσε την παραμονή της ψυχικής του κατάρρευσης γίνεται το σημείο εκκίνησης για την αμφισβήτηση του βαθύτερου νοήματος του διάσημου «Ο Θεός είναι νεκρός». Ο Λορέντζο Μέρλο προσφέρει μια ανάγνωση που υπερβαίνει την πιο κοινή ερμηνεία της θρησκευτικής και ηθικής κρίσης της Δύσης, εντοπίζοντας το αληθινό δράμα του σύγχρονου ανθρώπου στην απώλεια της αυτογνωσίας και της δημιουργικής δύναμης. Αυτό το δοκίμιο μας προσκαλεί να ξαναδιαβάσουμε τον Νίτσε όχι ως προφήτη του μηδενισμού, αλλά ως τον στοχαστή μιας πιθανής εσωτερικής αναγέννησης . (ΣτΣ)

Οδηγός Ανάγνωσης

Ο Λορέντζο Μέρλο προσφέρει μια ερμηνεία του Νίτσε που διαφέρει από την πιο συνηθισμένη. Για αυτόν τον λόγο, ορισμένες ιδέες μπορεί αρχικά να φαίνονται ασυνήθιστες.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το περίφημο «Ο Θεός είναι νεκρός» δεν σημαίνει απλώς το τέλος της θρησκείας ή των ηθικών αξιών. Κατά την άποψή του, ο Νίτσε περιγράφει πάνω απ' όλα την απώλεια του πιο αυθεντικού και δημιουργικού μέρους της ανθρωπότητας.


Για να κατανοήσετε το δοκίμιο, είναι χρήσιμο να έχετε κατά νου τέσσερις βασικές ιδέες.

1. Ο «θάνατος του Θεού»
δεν υποδηλώνει μόνο την κρίση της πίστης, αλλά και την απώλεια της επαφής του ανθρώπου με τη βαθύτερη διάσταση 
του εαυτού του.

2. Η «θέληση για δύναμη»
δεν είναι η επιθυμία να κυριαρχεί κανείς πάνω στους άλλους. Είναι η ικανότητα να δημιουργεί, να μεταμορφώνεται και να αναλαμβάνει την ευθύνη για την ύπαρξή του.

3. Ο «Υπεράνθρωπος»
δεν είναι ένα άτομο ανώτερο από τους άλλους. Είναι κάποιος που υπερβαίνει το εγώ, σταματά να επιρρίπτει πάντα την ευθύνη για τη ζωή του στους άλλους και γίνεται πλήρως ο αρχιτέκτονας του δικού του πεπρωμένου.

4. «Επίγνωση»
Στο κείμενο, αυτή η λέξη δεν σημαίνει απλή διανοητική κατανόηση. Υποδηλώνει μια εσωτερική εμπειρία ικανή να μεταμορφώσει τον τρόπο που ζούμε και βλέπουμε τον κόσμο.

Το άρθρο περιέχει επίσης αναφορές στον Χριστιανισμό, τον Βουδισμό, τον διαλογισμό, ακόμη και τη σύγχρονη φυσική. Δεν πρόκειται για ιστορική σύγκριση μεταξύ επιστημονικών κλάδων, αλλά μάλλον για παραδείγματα που χρησιμοποιούνται από τον συγγραφέα για να υποστηρίξουν μια ενιαία θέση: η αληθινή ανθρώπινη μεταμόρφωση προέρχεται από μέσα μας, όχι από τη συσσώρευση γνώσης ή κανόνων.

Διαβασμένο με αυτό το ερμηνευτικό κλειδί, το δοκίμιο δεν στοχεύει μόνο να εξηγήσει τον Νίτσε, αλλά να χρησιμοποιήσει τη σκέψη του ως ευκαιρία για αναστοχασμό πάνω στην κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου.

Η πιο διαδεδομένη άποψη για το «Ο Θεός είναι νεκρός» του Νίτσε περιορίζεται από μια γραμμική ερμηνεία, παρόμοια με αυτήν που ο καθένας μας θα μπορούσε να διατυπώσει, για παράδειγμα, όταν θέλουμε να επικαλεστούμε τους λόγους για την παρακμή των αξιών ή να εξηγήσουμε εκείνους μιας φρικτής συμπεριφοράς ή μιας αποτρόπαιης πράξης. Είναι ισοδύναμη με την καθολική έννοια του «εκτός της Χάρης του Θεού». Αλλά το «Ο Θεός είναι νεκρός» του Γερμανού φιλοσόφου είναι διαφορετικού επιπέδου και αναφέρεται στην απώλεια του εαυτού μας και της σχετικής δημιουργικής δύναμης («Θέληση για Δύναμη»), που ανάγονται στο εγώ (που έχουν συρρικνωθεί στο εγώ), την ουσία του «Τελευταίου Ανθρώπου». Ένας άνθρωπος στον οποίο η επίγνωση της θεϊκής φύσης της οποίας αποτελεί έκφραση έχει πεθάνει, έχει σκοτωθεί από την πίστη ή την αντίληψη ενός εξωτερικού Θεού, τον οποίο καταριέται αδέξια και άλλοτε επικαλείται, ανάλογα με τις περιστάσεις, σε λειτουργία του δικού του δυσανάλογου εγωκεντρισμού, το θεμέλιο της άγνοιάς του για τα πάντα εκτός από τη μικρή τεχνική-ειδική γνώση, στην επιδίωξη της οποίας έχει απαρνηθεί την ψυχή του. (Αυτός ο εγωκεντρισμός αποτελεί την πηγή της άγνοιάς του για τα πάντα, εκτός από τις περιορισμένες τεχνικές και εξειδικευμένες γνώσεις, για τις οποίες έχει απαρνηθεί την ίδια του την ψυχή).


Η επίγνωση αυτή δεν έχει γνωστικό χαρακτήρα ούτε μπορεί να μετατραπεί σε μαζική γνώση. Δεν ανάγεται στη διανοητική κατανόηση ούτε αντικειμενοποιείται. Αντίθετα, είναι η έλευση ενός ατομικού-ψυχαγωγικού γεγονότος (εσωτερικής αναγέννησης), όχι μεταφυσικού, αλλά σαρκικού, που δεν μπορεί να αποκτηθεί, μη κωδικοποιήσιμου, μη πρωτοκολλημένου και μη μεταδοτικού. Όποιος επιθυμεί να μεταδώσει την επίγνωση μπορεί να στραφεί στη μαιευτική. Όχι στη μέθοδο, στη μεταφορά· όχι στον κατακερματισμό της ανάλυσης, αλλά στο σύνολο, στην ολότητα, όχι στα μέρη.


Η τριπλή ενότητα

Η πιο συχνή ερμηνεία της έννοιας του «Θάνατος του Θεού» του Νίτσε, στην οποία αποδίδεται η απαρχή του μηδενισμού, δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, συνεπής με τη συνολική σκέψη του Γερμανού φιλοσόφου.
Σκέψη 
Συλλογιστική :
Η ερμηνευτική προσέγγιση που προτείνει ο συγγραφέας βασίζεται σε τρεις κεντρικές ιδέες της σκέψης του Νίτσε: τον «θάνατο του Θεού», τη «θέληση για δύναμη» και τον «Υπεράνθρωπο». Αυτές δεν είναι αυτόνομες έννοιες, δεν πρόκειται για τρεις ανεξάρτητες έννοιες, αλλά πτυχές ενός ενιαίου ανθρώπινου μετασχηματισμού, τον οποίο ο Νίτσε συνοψίζει στον τύπο της «Μεταξίωσης όλων των αξιών». Μόνο όταν εξετάζονται μαζί, όταν ιδωθούν ως αδιάσπαστη ενότητα, αποκτούν το πλήρες νόημά τους.

Ο Υπεράνθρωπος συνίσταται σε μια κατάσταση επίγνωσης που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τα δεσμά της εξάρτησης από τον εξωτερικό Θεό, αυτόν στον οποίο πιστεύει και περιγράφει ο Τελευταίος Άνθρωπος, ανθρωπομορφικός και διαφορετικός από τον εαυτό του. Αυτή η απελευθέρωση, με τη σειρά της, συμβαίνει μέσω της Θέλησης για Δύναμη, 
η οποία εδώ δεν σημαίνει κυριαρχία αλλά είναι συνώνυμη με την επίγνωση της ανθρώπινης δημιουργικής δύναμης, η οποία, μεταξύ άλλων, δημιούργησε επίσης αυτόν τον Θεό τον οποίο φοβάται ή στον οποίο στρέφεται όταν χρειάζεται, πάντα εκεί, ψηλά στα σύννεφα, που βλέπει όλα όσα κάνουμε. Ένα είδος ιδεολογίας, την οποία υιοθετεί ως οδηγό της ορθής συμπεριφοράς και στην οποία προσφεύγει πιστεύοντας ότι θα βρει απαντήσεις στα άλυτα ερωτήματα και τα υπαρξιακά του διλήμματα. Μια οντότητα ψυχολογικά πιο παρόμοια με τον υπηρέτη του Αλαντίν, πάντα έτοιμη να σπεύσει να σώσει, τουλάχιστον με την ελπίδα μιας προσευχής που, αντί να είναι ένωση με το θείο που υπάρχει σε όλα και πρόσβαση στην εξύψωση των ανησυχιών κάποιου σε αναγεννητική ενέργεια, μειώνεται σε μια αναίσχυντη έκκληση, μια απαίτηση για βοήθεια, την οποία, αν μόνο την αναζητούσαν, θα έβρισκαν μέσα τους. Μια πράξη που κινείται σε ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, καθώς είναι εγωκεντρική, σε σύγκριση με τη στοχαστική, ικανή να συγκεντρώσει δύναμη και δημιουργικότητα για να ξεπεράσει τις δυσκολίες, να τις ακυρώσει με αποδοχή.

Έτσι δημιουργείται μια οντότητα που είναι δημιούργημα του ανθρώπου αλλά αντιμετωπίζεται ως δημιουργός του, οντότητα ακατανόητη για τον Τελευταίο Άνθρωπο, ο οποίος είναι εγκλωβισμένος στους στενούς ορίζοντες του εγώ του, διαποτισμένος με θετικιστικές αξιώσεις και λογικές-ορθολογικές μεθόδους που τον προβληματίζουν συνεχώς γιατί ο Θεός επιτρέπει τόσο κακό. Μια διπλή-
δυϊστική οντότητα, δηλαδή, που αναγκάζεται να υπάρχει μόνο παρουσία του αντιθέτου της. Αυτή η υπαρξιακή φάρσα αποκαλύπτει την αδυναμία του Τελευταίου Ανθρώπου να αναγνωρίσει τον Θεό του Χριστού, δηλαδή, το Ένα ή την ενότητα όλων των πραγμάτων, ή τη θειότητα μέσα μας.

Ο Υπεράνθρωπος, με τη σειρά του, αντιστοιχεί στον «πλήρη 
ολοκληρωμένο άνθρωπο», αυτόν που δεν ενδιαφέρεται για την αυτοϊκανοποίηση, που θεωρεί τον εαυτό του αποκλειστικά υπεύθυνο για την κατάστασή του, μια κατάσταση απέναντι στην οποία διαθέτει απεριόριστη ανθεκτικότητα. Σε αντίθεση με τον κατώτερο Τελευταίο άνθρωπο, που είναι αναγκασμένος να σπαταλά την ενέργειά του τόσο στην αυτοϊκανοποίηση όσο και στη θυματοποίηση, καθώς και στην υπεράσπιση του εγώ και της υπερηφάνειάς του, ο Υπεράνθρωπος ενσαρκώνει την ανεξαρτησία και τη χειραφέτηση από όλα τα ρυθμιστικά, κανονιστικά, συνταγματικά και ιδεολογικά συστήματα - την καλύτερη δύναμη που έχει στη διάθεσή του.[ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ]

Μηδενισμοί

Ο μηδενισμός, ή μάλλον, οι μηδενισμοί, δεν μπορούν να παραλειφθούν από τη συζήτηση. Ο ένας είναι αρνητικός, καταστροφικός (
ολέθριος), ακίνητος ή απόλυτος, και ο άλλος καταφατικός, ψυχαγωγικός (αναδημιουργικός), εξελικτικός ή σχετικός.

Ο Απόλυτος μηδενισμός, ως έμμεση συνέπεια της πίστης του ανθρώπου στα έργα του δικού του εγώ. Ένας πρόλογος στο δράμα που κορυφώνεται αποκαλύπτοντας το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πίστευε, δηλαδή, την επίγνωση του κενού και της άγνοιας (της πλάνης) στην οποία είχε βυθιστεί μέχρι τον καταστροφικό επίλογο της κατάρρευσης του χάρτινου πύργου με τον οποίο είχε ταυτιστεί στην αναζήτηση της τεχνικής και ηθικής γνώσης, η οποία, όπως ισχυριζόταν, ήταν η εστία της δικαιοσύνης και της αλήθειας.[Ο ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΜΙΑ ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ Ο ΚΟΡΜΟΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ.]

Τα δόντια του θανατηφόρου ολέθριου μηδενισμού δαγκώνουν, και τα σαγόνια του μπορούν να καταβροχθίσουν μόνο τον Τελευταίο Άνθρωπο. Τον πιο διαδεδομένο τύπο ατόμου στη Δύση και αλλού. Είναι αυτός που αναζητά έξω από τον εαυτό του θεραπείες για ό,τι του λείπει, για ό,τι του προκαλεί δυσφορία. Είναι αυτός που δημιουργεί ο ίδιος τους εχθρούς του και στη συνέχεια τους αποδίδει την ευθύνη για τη δική του δυστυχία. Στην ουσία, αυτός που σπαταλά όλες τις ζωτικές του ενέργειες σε ακατάλληλες 
λανθασμένες αναζητήσεις για μια καλύτερη ζωή. Μόνο αυτός ο τύπος ανθρώπου μπορεί να πέσει στην απώλεια νοήματος, στον βάναυσο αποπροσανατολισμό του θανατηφόρου απόλυτου μηδενισμού.

Ο σχετικός μηδενισμός, από την άλλη πλευρά, παραπέμπει στην επίγνωση ότι η ανύψωση οποιασδήποτε ανθρώπινης επιβεβαίωσης πάνω από όλες τις άλλες, οποιασδήποτε ιεραρχίας ιδεών που πραγμοποιούν χειρονομίες, επιλογές και έργα, αντιστοιχεί σε μια καθαρά εγωιστική αντίληψη της ύπαρξης. Επομένως, καθίσταται απαραίτητο να αποκηρύξουμε την ταύτιση με κατακτητές ή ιερείς ανώτερων αξιών, καθώς αυτό προαναγγέλλει σύγκρουση, διατήρηση του status quo και αναπαραγωγή της ιστορίας. Σχετικός, επομένως, σημαίνει παρατήρηση του κόσμου από μέσα και θέαση της μαριονέτας του εγώ που νομίζαμε ότι ήμασταν.[ΤΟΥ ΕΓΩ]

Ενώ ο απόλυτος μηδενισμός αφορά και 
πλήττει το εγώ και, όταν μας κατακλύζει, καταστρέφει το πλαίσιό του, αφήνοντάς μας στο σκοτάδι, ο σχετικός μηδενισμός[ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ] - που μπορεί να προκύψει μέσα μας μέσω τραύματος, μιας στιγμής «εύρηκα» (μιας στιγμής διαύγειας) ή σταδιακά μέσω της αναζήτησης απαντήσεων που δεν είναι εφήμερες και ιδιοτελείς, όπως αυτές που παρέχει το εγώ - εκμεταλλεύεται ακριβώς την απελευθέρωση από το ίδιο μας το εγώ. Εξαιτίας αυτού, δεν σβήνει το φως μας, αλλά φωτίζει την πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας τις σκιές που νομίζαμε ότι ήταν γνώση. Κάνει την ενεργειακή δυναμική των σχέσεων μεταξύ όλων των πραγμάτων να λάμπει σαν λευκό σε μια ντίσκο, αφήνοντάς μας ελεύθερους να παρατηρήσουμε τι διέπει την ανθρώπινη συμπεριφορά και πώς η νωθρότητά τους τα οδηγεί σε αδιέξοδο. Έτσι, μας επιτρέπει να λειτουργούμε χωρίς τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις και τη ματαιοδοξία του εγώ. Χωρίς το απώτερο κίνητρο να πιστεύουμε λανθασμένα ότι είμαστε μια ταυτότητα ανεξάρτητη από οτιδήποτε άλλο, μια ύπαρξη αποκομμένη από το σύνολο της πραγματικότητας..

Το λουλούδι - 
Η άνθηση (
της επίγνωσης)

Ο ενεργητικός μηδενισμός δεν είναι η απεγνωσμένη κορύφωση ίση με το απόλυτο, αλλά ένα βήμα στον εξελικτικό λόγο που αναδημιουργείται από το υποκείμενο που συνειδητοποιεί την ταύτιση του ευατού του με το εγώ. Πράγματι, μέσα από τη θέαση του κενού και της ματαιοδοξίας κάθε εγωιστικής πράξης και σκέψης απελευθερώνεται από αυτά, κινούμενο έτσι προς την αυθεντική, καθολική, υπερκοσμική, 
διαχρονική γνώση. Μια γνώση, η οποία περιλαμβάνει την «Μετατόπιση/μεταξίωση όλων των αξιών», που χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση ηθικής δύναμης που ακτινοβολεί και εμπλέκει τους άλλους, η οποία, για να χρησιμοποιήσουμε καθολικές μορφές, επιτρέπει την αντικατάσταση της υπαρξιακής κόλασης με τον επίγειο παράδεισο. Μια συμβολική γη, που παραπέμπει σε μια οικεία, εξιδανικευμένη κατάσταση, που στερείται στον κατώτερο Τελευταίο άνθρωπο. Μια υπαρξιακή συνθήκη στην οποία η Θέληση για Δύναμη εμφανίζεται αυθόρμητα, απαλλαγμένη από τα εγωκεντρικά εμπόδια που κάποτε την εμπόδιζαν, επιτρέποντας ταυτόχρονα ή/και επιβάλλοντας την προσφυγή σε μικροπρέπεια, τεχνάσματα, ψέματα και όλα όσα περιλαμβάνει και εκφράζει το σώμα των επτά Θανατηφόρων Αμαρτημάτων.

Ο μηδενισμός της φιλοσοφίας του Νίτσε είναι επομένως εξελικτικός, καθώς ο Υπεράνθρωπος έχει πλήρη επίγνωση του κενού που βασίζεται στη ματαιοδοξία και την εμφάνιση των ανθρώπινων φυσικών και μεταφυσικών επιτευγμάτων. Το να ενεργεί κανείς σαν αυτά να έχουν καθολική δύναμη και αξία - όπως είναι η ουσία του εγωκεντρισμού - είναι απλώς η προϋπόθεση για την απώλεια του νοήματος στη ζωή, το άλμα στο πνευματικό κενό. Με αυτή την επίγνωση, ο Υπεράνθρωπος ανεβάζει τον πήχη της άτρωτης φύσης του, υψώνει ακόμη περισσότερο το όριο της εσωτερικής του ανθεκτικότητας δηλαδή, γίνεται ικανός να μην σπαταλά πλέον ενέργεια στην αυτολύπηση, δηλαδή να την κάνει διαθέσιμη για να ανακάμψει μετά από κάθε πτώση, σε κάθε δυσκολία. Να γίνει ο εαυτός του και να σταματήσει να ταυτίζεται με τις μάσκες των ρόλων που σταδιακά ενσαρκώνει.

Τουλάχιστον μια υπόδειξη, 
μια αναφορά

Από τη συζήτηση, ωστόσο, λείπει ένα κομμάτι, μια περαιτέρω επίγνωση, αυτή της «Αιώνιας Επιστροφής του Ίδιου», στην οποία τουλάχιστον αξίζει μια αναφορά. Αφορά την επανάληψη της ιστορίας. Δεν είναι άραγε ο Τελευταίος Άνθρωπος η πηγή της διαιώνισης της ιστορίας των συγκρούσεων και των δεινών που ζούμε; Ένας κύκλος μεταμφιεσμένος σε διαφορετικές μορφές και επομένως άσβεστος στην τροχιά του, που εναλλάσσεται πάντα με μια ευθεία γραμμή που οδηγεί προς το μέλλον. Πώς γίνεται ο Τελευταίος Άνθρωπος να μην παρατηρεί την τεράστια απόσταση ανάμεσα στην ψευδαίσθηση της προόδου και στην πραγματική επανάληψη των ίδιων μοτίβων; Ή μάλλον, πώς μπορούμε να μην βρούμε σε αυτή την επίγνωση τι, αντίθετα, χαρακτηρίζει τον Υπεράνθρωπο; Δεν είναι θεμιτό να αναγνωρίσουμε στη φύση του Υπερανθρώπου αυτό που είναι απαραίτητο για να εξελιχθεί σε ένα άλλο είδος ιστορίας στην οποία ο Θεός, σαν τον Χριστό, ανασταίνεται σε καθέναν από εμάς;

Προς την αγκαλιά


Η προσωπική απομόνωση (μοναξιά) που βίωνε ο Γερμανός φιλόσοφος, η οποία προκλήθηκε από τη γενική παρανόηση της σκέψης του, του Υπεράνθρωπου, της Θέλησης για Δύναμη και του Θανάτου του Θεού, αφενός εκφράζει το βαθύ οραματικό του ταλέντο - ίσως τόσο φυλακισμένο σε μια τόσο κρυστάλλινη διάνοια που να είναι ακατάλληλη για την ενσάρκωση της μεταστοιχείωσης όλων των αξιών - και, αφετέρου, επομένως, αποκαλύπτει τους λόγους - τουλάχιστον περιστασιακούς - της ψυχολογικής του παρακμής. Η αρχή του άσραμ, δηλαδή ενός κύκλου συντρόφων (μια κοινότητα ανθρώπων δεμένων με κοινή πνευματική αναζήτηση και αμοιβαία στήριξη), ίσως θα τον είχε σώσει από το να αγκαλιάσει το άλογο.

Αν ίσχυε αυτό, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η διαδικασία της φιλοσοφίας του Νίτσε, χριστόμορφης φύσης - δηλαδή, μη εγωιστικής, με θεραπευτική και ηρεμιστική δυναμική - προφανώς δεν είχε γίνει πράξη, πραγματικότητα, επειδή παρέμεινε μπλεγμένη στην πνευματική διάσταση του φιλοσόφου και, τελικά, στην εγωιστική του αξίωση για αναγνώριση. Μια πνευματικά θανατηφόρα σύγκρουση, στην οποία είχε επικρατήσει, δίνοντας έτσι στους επικριτές του 
την ευκαιρία και λόγους να πιστεύουν ότι είχε καλλιεργήσει μια ανόητη ουτοπία.

Πρόκειται για μια ριζοσπαστική και σφοδρή κριτική, η οποία όμως είναι καταδικασμένη να εξαντληθεί στο επίπεδο της καθαρής διανόησης. Το αντίθετο παράδειγμα αποτελούν οι Βούδες και οι Μποντισάτβα, δηλαδή εκείνοι οι άνθρωποι που έκαναν επίσης το βήμα που παρέλειψε ο Νίτσε, στο οποίο -και αυτό είναι το θέμα- δεν κατέληξαν μέσω της σκέψης αλλά μέσω του διαλογισμού και της στοχασμού (της ενατένισης).

Μια θανατηφόρα σύγκρουση —λέγαμε— μέχρι σημείου τρέλας, που δεν είναι τίποτα άλλο από το να πέφτει κανείς στη μαύρη τρύπα των σκέψεών του, των εκκεντρικών ιδεών, των εμμονών του, των τρόμων του και των εξάρσεων του. Μια άβυσσος με στενό ορίζοντα, τυφλή και αποκομμένη από την ζωτική ώθηση (του Μπεργκσόν), από τα βάθη της οποίας, όποια και αν ήταν η τελετουργία που ακολουθούσε, μπορεί κανείς μόνο να φωνάξει τις κατηγορίες του εναντίον του κόσμου.

Το Ένα

Δεν είναι άραγε κατανοητό ότι ο Νίτσε αγκάλιασε το άλογο, όχι επειδή ήταν τρελός, αλλά επειδή, σε μια στιγμή έντονης ενσυναίσθησης, ένιωσε τον πόνο που είχε προκαλέσει το μαστίγιο του αμαξά στο ζώο και, σε αυτό το μαστίγωμα και σε αυτό το βάσανο, μια ενότητα μαζί του, καθώς και, ταυτόχρονα, τη δική του απόσταση από την υπόλοιπη ανθρωπότητα;

Αυτή η χειρονομία, τόσο παρεξηγημένη όσο και αυθόρμητη, με σαφή νοηματική σημασία, που προκαλείται από τη μέγγενη της μοναξιάς, πηγάζει από την ίδια εσωτερική ώθηση που κάνει ένα κακοποιημένο παιδί να σφίγγει στην αγκαλιά του το γατάκι του.

Ο κίνδυνος για το γατάκι

Όταν ο Κάρλο Ροβέλι, ένας διεθνώς αναγνωρισμένος Ιταλός φυσικός, ο οποίος ερευνά επίσης την κβαντική φύση κάθε πραγματικότητας -όχι μόνο της λεγόμενης απείρως μικρής- τιτλοφορεί μία από τις δημοσιεύσεις του «Περί της Ισότητας των Πάντων», εκτός του ότι αποτελεί μια πρόσκληση για επανεξέταση του εγωκεντρικού, ανθρωποκεντρικού συστήματος πεποιθήσεων που αντιλαμβάνεται το ακριβώς αντίθετο, συνδυάζει το όραμα του Νίτσε με αυτό που, από την έλευση της κβαντικής φυσικής, έχει γίνει μια παρουσία και ένα θέμα συζήτησης στον κόσμο της επιστήμης.

Χωρίς πάντα να ξεχνάμε ότι η δυτική φιλοσοφία και επιστήμη είναι απλώς οι τελευταίες προσθήκες στη χιλιετή γνώση που προσφέρεται στην ανθρωπότητα από όλες τις σοφές παραδόσεις της γης.

Ακόμα και μερικοί φυσικοί θα πρέπει να αγκαλιάσουν το γατάκι τους.

Λορέντζο Μέρλο

«Το άλογο του Νίτσε» - Ιντσιοστρόνερο

ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΟΤΙ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕ ΤΕΛΙΚΑ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΟΓΟ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. ΦΥΣΙΚΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ. Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ ΖΕΙ ΠΛΕΟΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ ΤΟ Pet ΤΗΣ.