Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 2

Συνέχεια από  Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 2

ABRAHAM P. BOS*

Rivista di Filosofia Neo-Scolastica, Vol. 85, No. 2/4 (aprile-dicembre 1993), pp. 425-454 Vita e Pensiero

A. P. Bos, „La Metafisica di Aristotele alla luce del trattato De mundo“, in: A. Bausola – G. Reale (Hg.), Aristotele. Perché la metafisica, Vita e Pensiero, Milano 1994, S. 289–318

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» ΩΣ «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ»

4. Φυγή από την άγνοια

Υπάρχει ακόμη ένα χωρίο από το εισαγωγικό μέρος των Μεταφυσικών που μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτικό, με έναν μάλλον πεζό τρόπο, εκείνου που αλλού ο Αριστοτέλης εξέφρασε με πιο λεπτό και ποιητικό τρόπο.

Αντιλαμβάνομαι ότι ορισμένοι μελετητές αποστρέφονται αυτού του είδους τις ερμηνείες μέσω συσχετισμών, επειδή θέλουν να προσκολλώνται αυστηρά στα τεκμήρια των παραδεδομένων κειμένων και αναμένουν καταστροφικές συνέπειες από αδύναμες εικασίες²⁸. Ωστόσο, είμαι πεπεισμένος ότι ακόμη και οι αυστηρές και λεπτές αναλύσεις των κειμένων που μας έχουν διασωθεί καθοδηγούνται από μια γενική σύλληψη, και ότι, σε περιπτώσεις όπου μεγάλο μέρος ενός φιλοσοφικού έργου έχει χαθεί, έχει κάποια ευρετική αξία και η προσφυγή σε υποθετικές έννοιες γενικότερης εμβέλειας.

Στο χωρίο στο οποίο αναφέρομαι, ο Αριστοτέλης μιλά για την επιθυμία «να ξεφύγουμε από την άγνοια» ως αφετηρία της φιλοσοφίας²⁹. Το χωρίο αυτό μπορεί να μας φέρει στον νου το γνωστό κείμενο του πλατωνικού Θεαιτήτου, όπου ο Σωκράτης υπογραμμίζει την ανάγκη «να φύγουμε από εδώ προς τα εκεί το ταχύτερο· και η φυγή συνίσταται στο να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό όσο μπορούμε»³⁰. Και ο Αριστοτέλης έχει πλήρη επίγνωση ότι η συνήθης ανθρώπινη κατάσταση συνεπάγεται άγνοια και ότι η κατάκτηση της αληθινής κατανόησης σημαίνει την άφιξη σε μια κατάσταση που υπερβαίνει την ανθρώπινη κατάσταση και είναι όμοια με τη θεϊκή³¹.

Η ιδέα αυτή εκφράστηκε από τον Πλωτίνο σε εκείνη την πραγματεία Περὶ τοῦ καλοῦ που τόσο θαύμαζε ο Αυγουστίνος: «Ποιος είναι ο τρόπος; Ποιο είναι το μέσο; … Ας φύγουμε λοιπόν προς την αγαπημένη πατρίδα… Αλλά ποια είναι αυτή η φυγή και πώς θα ανέβουμε; Όπως ο Οδυσσέας, για τον οποίο ο Όμηρος διηγείται ότι ξέφυγε από τη μάγισσα Κίρκη ή από την Καλυψώ, δίνοντας, κατά τη γνώμη μου, να εννοηθεί ότι δεν επιθυμούσε να παραμείνει, μολονότι ζούσε ανάμεσα στις απολαύσεις της όρασης και σε κάθε λογής αισθητές ομορφιές. Η πατρίδα μας είναι εκεί απ’ όπου ερχόμαστε, και εκεί επάνω βρίσκεται ο Πατέρας μας»³².

Ο Πλωτίνος στο χωρίο αυτό παραθέτει έναν στίχο από την Ιλιάδα, αλλά για να υπαινιχθεί το θεμελιώδες θέμα της Οδύσσειας: τον περιπλανώμενο εξόριστο που αναζητεί την πατρίδα του και, στο μεταξύ, υπομένει κάθε είδους περιπέτεια³³. Και ακόμη πριν από τον Πλωτίνο, ο Κλήμης Αλεξανδρείας είχε απευθύνει ανάλογη προτροπή χρησιμοποιώντας την ίδια εικόνα: «Ας φύγουμε λοιπόν μακριά από καθετί στο οποίο είμαστε δεμένοι από συνήθεια· ας ξεφύγουμε από αυτό όπως θα ξεφεύγαμε από έναν ύπουλο σκόπελο, σαν να επρόκειτο για την απειλή της Χάρυβδης ή των Σειρήνων των αρχαίων μύθων… “Οδήγησε το πλοίο σου με ασφάλεια μακριά από αυτή την ομίχλη και από αυτά τα κύματα”»³⁴. Εδώ παραθέτει ένα χωρίο από την Οδύσσεια, το οποίο και ο Αριστοτέλης μνημονεύει στα Ηθικά Νικομάχεια και το αποδίδει στην Καλυψώ³⁵.

Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη δημοτικότητα του μοτίβου του Οδυσσέα στην παράδοση της ελληνικής φιλοσοφίας, καθώς και τη σαφή προτίμηση του Αριστοτέλη για τον Όμηρο, διατυπώνω την υπόθεση ότι ο Αριστοτέλης, με μια ιδιαίτερα επιτυχημένη και αποτελεσματική επιλογή, χρησιμοποίησε το μοτίβο του Οδυσσέα, του περιπλανώμενου και εξόριστου, στον διάλογο που συνέθεσε για τη ζωή και τον θάνατο του φίλου του Ευδήμου. Ο Κικέρων μας διηγείται ότι ο Εύδημος βρισκόταν μακριά από τη γενέτειρά του, την Κύπρο, στη Θεσσαλία, καθ’ οδόν προς τη Μακεδονία, και κατόπιν στη Σικελία, και μας λέει ότι η περιπλάνησή του δεν έληξε με την επιστροφή του στη γενέτειρά του, την Κύπρο (και στον πατέρα του, τον Θεμίσωνα;³⁶), αλλά με την επιστροφή «στο σπίτι» της ψυχής του³⁷.

Σε έναν διάλογο με ένα τέτοιο θέμα, ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να έχει εισαγάγει τον Οδυσσέα ως σύμβολο της ανθρωπότητας —ή της ανθρώπινης ψυχής— που βρίσκεται στην εξορία και μακριά από την πατρίδα της, ως εναλλακτική λύση απέναντι στην πλατωνική χρήση του μοτίβου της «φυλάκισης» της ψυχής μέσα στο σώμα και του ανθρώπου μέσα στον κόσμο της αισθητής πραγματικότητας. Αλλά ακόμη και στα Μεταφυσικά τα ίχνη αυτού του μοτίβου μπορεί να μην διαφύγουν από έναν προσεκτικό αναγνώστη.

5. Η μετάβαση από τη φυσική στη μεταφυσική

Μια ουσιώδης άποψη του De mundo είναι ότι όποιος μελετά ολόκληρο τον κόσμο, όσο κι αν τον θεωρεί, εξακολουθεί να στερείται μιας πραγματικά καθολικής και περιεκτικής προοπτικής, εφόσον δεν έχει ακόμη κατανοήσει τη θεμελιώδη και συνεκτική αιτία της πραγματικότητας³⁸.

Τώρα, είναι αλήθεια ότι οι φυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής, είχαν ήδη προσανατολίσει τη σκέψη τους προς τη σωστή κατεύθυνση· είναι όμως επίσης αλήθεια ότι δεν είχαν σαφή επίγνωση της ουσίας της θείας αιτίας, η οποία είναι μακράν η σημαντικότερη αιτία ολόκληρου του κόσμου. Συγχέουν τη δύναμη (dynamis) του Θεού με τον Θεό³⁹. Σύμφωνα με το De mundo, η μετάβαση από την προοπτική της «φυσικής φιλοσοφίας» στο «θεολογικό» επίπεδο απαιτεί μια ριζική αναστροφή της προοπτικής.

Αυτή η όψη της διάκρισης ανάμεσα στην «πρώτη φιλοσοφία» και τη «δεύτερη φιλοσοφία» δεν τονίζεται στον ίδιο βαθμό μέσα στο αριστοτελικό Corpus. Πράγματι, με βάση τα έργα του Corpus, δεν θα έπρεπε να υπάρχει επαρκής λόγος για να τεθεί μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στη μελέτη της φύσης και την πρώτη φιλοσοφία· και γι’ αυτό είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί η διάκριση ανάμεσα στη φυσική και τη μεταφυσική δεν διαδραμάτισε πλέον κανέναν ρόλο στην παραδοσιακή διαίρεση της φιλοσοφίας κατά τη μετααριστοτελική σκέψη.

Παρ’ όλα αυτά, είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τον Πλάτωνα⁴⁰, συνέκρινε τη γνώση της πρώτης φιλοσοφίας με τη «θεωρία», τη «μύηση», τον «φωτισμό»⁴¹, δηλαδή με έναν θεμελιωδώς νέο τρόπο θέασης. Από όσα γνωρίζουμε από το De mundo και από τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη, φαίνεται επομένως πιθανό ότι ο Αριστοτέλης έχει κατά νου την ίδια θεμελιώδη μεταστροφή του παραδείγματος και μέσα στο Corpus.

Μια νύξη προς αυτήν βρίσκεται στα Μεταφυσικά Α 2, όπου λέγεται ότι όποιος βρίσκεται στην αρχή της οδού που οδηγεί στη γνώση απορεί για πράγματα για τα οποία ένας άνθρωπος που έχει φρόνηση θα απορούσε, αν συνέβαιναν διαφορετικά⁴²! Είναι αρκετά πιθανό αυτή η μεταστροφή στην οδό που οδηγεί στη γνώση και στη διάκριση να είναι επίσης το σημείο που θέλει να αναδείξει ο Αριστοτέλης με εκείνη τη σημαντική διατύπωση ότι «ὁ φιλόμυθος φιλόσοφός πώς ἐστιν· ὁ γὰρ μῦθος σύγκειται ἐκ θαυμασίων»⁴³.

Θα μπορούσε κανείς εδώ να σκεφτεί μια ιστορία όπως εκείνη του Οιδίποδα, όπου η ποικίλη πλοκή των επιμέρους στοιχείων καταλήγει στη λύση. Έτσι, στο τέλος, ο θεατής ή ο ακροατής αποκτά μια διαφορετική, περισσότερο περιεκτική θέαση εκείνων των στοιχείων τα οποία προηγουμένως δεν κατόρθωνε να συνδέσει μεταξύ τους. Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία του φιλοσόφου είναι συγκρίσιμη με εκείνη του θεατή του θεάτρου.

6. Οι πλούσιοι κάτοικοι του σπηλαίου σε ένα απόσπασμα χαμένου έργου του Αριστοτέλη


Ένα κείμενο του Κικέρωνα θα μπορούσε να είναι σχετικό με αυτό το πλαίσιο⁴. Λέει ότι ο Αριστοτέλης περιέγραψε ανθρώπους οι οποίοι αρχικά ζούσαν σε ένα υπόγειο σπήλαιο, περιβαλλόμενοι από πολυτέλεια και λαμπρότητα, και οι οποίοι κατόπιν απελευθερώθηκαν από αυτόν τον τόπο και τους αποκαλύφθηκε ο επάνω κόσμος. Η εμπειρία αυτή τούς κάνει να κατανοήσουν ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είναι θεοί και ότι η κοσμική τάξη είναι έργο θεών.

Ο Αριστοτέλης ενδέχεται εδώ να υπαινίσσεται εκείνη την αλλαγή προοπτικής που πραγματοποιείται όταν κάποιος παύει να εξετάζει τα φαινόμενα της φύσης από μια εμμενή οπτική, «εκ των ένδον», και αντίθετα «απελευθερώνεται» από αυτή την εμμένεια και κατακτά μια υπερβατική προοπτική, η οποία συλλαμβάνει τη φύση μέσα στην εξάρτησή της από έναν υπερβατικό νου, νοούμενο ως έσχατη αιτία⁴⁵.

Το κείμενο, ερμηνευμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να συνδεθεί κατά τρόπο σημαντικό με το μοτίβο του «θεού Κρόνου που ονειρεύεται μέσα στο σπήλαιό του, το οποίο λάμπει σαν χρυσάφι», και το οποίο θα εξεταστεί στην τέταρτη ενότητα. Οι πλούσιοι κάτοικοι του σπηλαίου που μνημονεύει ο Κικέρων είναι οι αφοσιωμένοι θαυμαστές και οι επίμονοι μελετητές του κόσμου των φαινομένων που τους περιβάλλει· και όμως αυτοί δεν έχουν παρά μια ασαφή και έμμεση γνώση του numen et vim deorum, δηλαδή της θείας παρουσίας και δύναμης των θεών⁴⁶.

Αυτό το χωρίο του Κικέρωνα έχει ορθώς συνδεθεί με δύο κείμενα του Σέξτου Εμπειρικού, τα οποία υποστηρίζουν ότι ο Αριστοτέλης, από την τάξη που γίνεται εμπειρικά αντιληπτή μέσα στον κόσμο, συνήγαγε την (υπερβατική) αιτία αυτής της τάξης⁴⁷.

Ίσως θα μπορούσαμε να συνδέσουμε το σπήλαιο του Κικέρωνα όχι μόνο με το σπήλαιο που περιγράφει ο Πλάτων στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας, αλλά και με το επεισόδιο της Καλυψώς στο νησί της Ωγυγίας, όπου εκείνη κράτησε κοντά της τον Οδυσσέα επί επτά χρόνια, προσπαθώντας να τον κατακτήσει με γλυκούς και σαγηνευτικούς λόγους, ώστε να τον κάνει να λησμονήσει τη νόμιμη σύζυγό του, την Πηνελόπη⁴⁸.

Όσον αφορά την αντίθεση ανάμεσα στην προοπτική της φυσικής και σε εκείνη της περιεκτικής επιστήμης, το σχέδιο του De mundo βρίσκεται επομένως σε συμφωνία με μια ερμηνεία των Μεταφυσικών, σύμφωνα με την οποία η επιστήμη που αποτελεί το θέμα των Μεταφυσικών ονομάζεται «πρώτη φιλοσοφία» ή «θεολογία» και θεωρείται ως μια «φιλοσοφία του υπερβατικού»⁴⁹.

Για τον Αριστοτέλη, η «πρώτη φιλοσοφία» δεν μπορεί ποτέ να υπήρξε απλώς μια ontologia generalis, μια «γενική οντολογία», και όχι θεολογία. Στην πραγματικότητα, είναι επιστήμη του όντος καθ’ ὂ ὄν —δηλαδή του όντος ως αμετάβλητου, αγέννητου και ακίνητου— ακριβώς επειδή είναι θεολογία⁵⁰.

Η μεσαιωνική επανερμηνεία της αριστοτελικής επιστήμης του όντος καθ’ ὂ ὄν υπό την έννοια μιας ontologia generalis πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως μια ιστορικά ανακριβής ερμηνεία ενός αριστοτελικού θέματος, η οποία επηρεάστηκε από τη μεσαιωνική διαμάχη γύρω από την πίστη και τον λόγο⁵¹.

7. Η θεολογία του Αριστοτέλη δεν υπήρξε ποτέ μια αμιγώς κοσμική θεολογία


Όσον αφορά το περιεχόμενο της θεολογίας του Αριστοτέλη, είναι σαφές ότι, με βάση το De mundo, με την έννοια του Θεού ως Ακίνητου Κινούντος που υπερβαίνει τον κόσμο, μπορούμε να απορρίψουμε την υπόθεση του Festugière και του Pépin ότι ο Αριστοτέλης πέρασε από μια φάση «κοσμικής θεολογίας»⁵². Αν το De mundo γράφτηκε γύρω στο 250 π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα και είχε ρητά την πρόθεση να παρουσιαστεί ως έργο του Αριστοτέλη, όπως αυτός ήταν γνωστός από τους διαλόγους που είχαν δημοσιευθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του, είναι απίθανο ο συγγραφέας του να ήθελε να αποκλίνει αισθητά από τους διαλόγους ακριβώς ως προς τη θεολογία.

III. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΩΣ Η ΜΟΝΗ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ» ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΤΕΧΝΕΣ»


1. Οι επιστήμες που υπάγονται στη θεολογία


Σημειώσεις:

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (61)

 Συνέχεια από: Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Τὸ σωκρατικό «δαιμόνιον»

Ἡ κύρια κατηγορία ποὺ ἀπηγγέλθη ἐναντίον τοῦ Σωκράτους ἦταν ὅτι δὲν ἐπίστευε στοὺς θεοὺς στοὺς ὁποίους ἐπίστευε ἐν γένει ἡ Πόλις. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ὁ Σωκράτης εἰσήγαγε «καινὰ δαιμόνια», τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴ γνώμη τῶν κατηγόρων, δὲν ἦσαν ὡς ἐκ τούτου, παρὰ «καινές θεότητες».

Οἱ κατήγοροι, ἐκμεταλλεύθηκαν προφανῶς τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ Σωκράτους ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἔνιωθε μέσα του μία θεία καὶ ὑπερφυσικὴ δύναμη, τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἀποκαλοῦσε «δαιμόνιον». Τί εἶναι αὐτὸ τὸ «δαιμόνιον»; Ὁ Πλάτων, διὰ στόματος Σωκράτους, ἀναφέρει σχετικῶς στὴν Ἀπολογία:
Ἴσως λοιπὸν νὰ σᾶς φαίνεται παράξενο πού, ἐνῶ τριγυρνώντας ἀνάμεσά σας σᾶς συμβουλεύω ἰδιαιτέρως καὶ μιλῶ γιὰ πολλὰ πράγματα, δημόσια δὲν τολμῶ νὰ ἀνεβῶ στὸ βῆμα καὶ μιλώντας στὸ πλῆθος νὰ συμβουλεύσω τὴν πόλη. Αἰτία αὐτοῦ τοῦ πράγματος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πολλὲς φορὲς ἤδη καὶ σὲ πολλὰ μέρη μὲ ἔχετε ἀκούσει νὰ λέω, ὅτι ὑπάρχει μέσα μου κάτι θεϊκὸ καὶ δαιμόνιο, μιὰ φωνή, αὐτὸ ποὺ ἔγραψε καὶ στὴν καταγγελία του διακωμωδώντας το ὁ Μέλητος. Σὲ μένα λοιπὸν αὐτὸ ἄρχισε νὰ ὑπάρχει ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουνα παιδί, εἶναι μια φωνὴ ποὺ ἀκούω, ἡ ὁποία, ὅποτε τὴν ἀκούω, πάντοτε μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ κάτι ποὺ πρόκειται νὰ κάνω, καὶ ποτὲ δὲν μὲ προτρέπει σὲ τίποτα 35.

Ὁ Πλάτων ἐπαναλαμβάνει τὴν ἰδέα αὐτή, ὁσάκις ἐπικαλεῖται τὸ σωκρατικό δαιμόνιον: Πρόκειται γιὰ ἕνα «σημεῖον» ἢ μία «φωνή», τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης θεωροῦσε θεία, καθὼς ἔνιωθε ὅτι αὐτὴ ἀπευθυνόταν πρὸς ἐκεῖνον ἐκ μέρους τοῦ θεοῦ 36.

Ὁ Ξενοφῶν ἀναφέρει τὸ ἴδιο. Διαφωνεῖ ὅμως μὲ τὸν Πλάτωνα, καθ' ὅσον ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ δαιμόνιον δὲν ἔλεγε στὸν Σωκράτη μόνον τὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κάνει ἀλλὰ καὶ τί ἔπρεπε νὰ κάνει. Θεωρούμε, ὅμως, ὅτι ὁ Ξενοφῶν ἔσφαλλε ὡς πρὸς αὐτό, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ θὰ ἐξηγήσουμε παρακάτω 37.
Εἶναι προφανές ὅτι ὁ Σωκράτης θεωροῦσε τὸ δαιμόνιον ὡς ἕνα εἶδος θείας ἀποκαλύψεως (ἂν καὶ διαφαίνεται μιὰ διάσταση ἀμφίθυμης εἰρωνείας) ἢ ὡς ἕνα ἐξαιρετικό προνόμιο, τὸ ὁποῖο παρεχωρεῖτο σ' αὐτὸν ἀπὸ τὴ θεότητα, δηλαδὴ ὡς μιὰ ἐμπειρία, ἡ ὁποία, κατὰ μία ἔννοια, ὑπερέβαινε τὰ πεπερασμένα ὅρια.

Οἱ ἑρμηνευτὲς ἐδοκίμασαν ἐν προκειμένῳ μεγάλη ἔκπληξη καὶ γι' αὐτὸ προσέδωσαν στὸ δαιμόνιον ποικίλες ἐξηγήσεις. Ὁρισμένοι ἐπίστεψαν ὅτι θὰ ἐπέλυαν ὁριστικῶς τὸ πρόβλημα, ἐὰν τὸ περιόριζαν, ἀποδίδοντάς του τὴν ἔννοια μιᾶς εἰρωνικῆς-ποιητικῆς ἐπινοήσεως. Ἄλλοι ἐξέλαβαν τὴν ἰδιάζουσα αὐτὴ σωκρατικὴ ἐμπειρία ὑπὸ μία ψυχολογικὴ (ἢ καὶ ψυχιατρική) ὀπτική, δηλαδὴ ὡς γεγονός ψυχολογικοῦ χαρακτῆρος. Ἄλλοι τὸ περιόρισαν στὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, στὸ ἠθικὸ συναίσθημα τοῦ καθήκοντος ἢ καὶ στὴν εὐαισθησία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει γενικῶς τοὺς εὐφυεῖς. Τὰ παραδείγματα εἶναι πολλά, ἀφοῦ ξεκινοῦν ἀπ' ὅσα ἤδη περιγράψαμε καὶ φθάνουν μέχρι τὶς σημερινές ἑρμηνεῖες, οἱ ὁποῖες ἐμπνέονται ἀπὸ τὴν ψυχανάλυση. Σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μελετητές, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν στὸ δαιμόνιον ὡς θρησκευτικό γεγονός, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸ ἀναλύουν καὶ νὰ τὸ ἑρμηνεύουν μὲ τρόπο θετικιστικό, ὀρθολογικό, ψυχολογικὸ ἢ ψυχαναλυτικό, διαστρεβλώνοντας ἔτσι ἀνεπανόρθωτα ὅ,τι ἰδιαίτερο ὑπάρχει στὴν ἐμπειρία τοῦ δαιμονίου μὲ τὴν ἔννοια καὶ τὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποία ἐμφανίζεται σὲ μία προσωπικότητα ὅπως ἐκείνη τοῦ Σωκράτους, ἡ ὁποία διακρινόταν γιὰ τὴ βαθειὰ πίστη της πρὸς τὸ θεῖο.

Κατ' ἀρχάς, ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τὸ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖο, ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαίως γένους οὐδετέρου, δὲν παραπέμπει σὲ ἕνα συγκεκριμένο ὂν, ἀλλὰ σὲ ἕνα θεῖο γεγονὸς ἢ φαινόμενο: Πράγματι, οὐδέποτε, οὔτε στὸν Πλάτωνα οὔτε στὸν Ξενοφώντα, τὸ δαιμόνιον δὲν ἐκφράζεται ὡς δαιμόνιον ὑπὸ προσωπικὴ ἔννοια· ἀντιθέτως ἀναπαρίσταται πάντοτε ἀπρόσωπα, ὡς «σημεῖον» ἢ ὡς «θεία φωνή».

Κατόπιν τούτου, μποροῦμε τώρα καὶ ὀφείλουμε νὰ ἐπικεντρωθοῦμε στὴν ἀνάλυση τῶν ἀκολούθων σημείων:
1. Ὁ Σωκράτης στὴν πλατωνική Ἀπολογία συνδέει ρητῶς τό «θεῖον σημεῖον» μὲ τοὺς δαίμονες, διευκρινίζοντας ὅτι, καθ' ὅσον πιστεύει στοὺς δαίμονες, πιστεύει καὶ στοὺς θεούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ δαίμονες προέρχονται 38.
2. Ἐπὶ πλέον, ἐξ ἴσου ρητῶς, συσχετίζει τὸ δαιμόνιον μὲ τὸν ἴδιο τὸν θεό, ἰσχυριζόμενος ὅτι τὸ σημεῖο καὶ ἡ φωνὴ ποὺ ἄκουγε ἦσαν ἀδιαμφισβήτητα ἕνα θεῖο σημεῖο καὶ μία φωνὴ τοῦ θεοῦ 39.

Ὁ Ἑλληνισμὸς σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα του θεώρησε τοὺς δαίμονες ὡς μεσολαβητές μεταξύ θεῶν καὶ ἀνθρώπων. Εἶναι πάρα πολύ πιθανόν, ἴσως καὶ βέβαιο, ὅτι αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ πίστη τοῦ Σωκράτους. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες (ὄχι, ὅμως, καὶ στὸ πλαίσιο τῆς ἀρχαίας μυθολογίας) ἡ ἐπαφὴ ἢ ἡ ἄμεση σχέση τοῦ θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δὲν ἦταν εὐκολονόητη. Τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸν Σωκράτη κατὰ τὸν ὁποῖο, τελικῶς, ἡ σχέση μεταξύ θεοῦ καὶ ἀνθρώπου διαμεσολαβεῖται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ δαιμονίου.

Θὰ μπορούσαμε, ὡς ἐκ τούτου, νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι το «θεῖον σημεῖον» παρέχεται στὸν Σωκράτη μέσῳ τοῦ δαίμονος. Ὁ ἴδιος ὁ Σωκράτης ἀποφεύγει, ἐν τούτοις, τὸν ὅρο αὐτόν. Ἐξ ἄλλου, δὲν θὰ ἦταν καὶ ἀπολύτως ὀρθὸ νὰ ἀποδώσουμε τὸν ὅρο δαίμων μὲ τὴ λέξη δαιμόνιο, διότι ἔτσι θὰ φαινόταν ὅτι εἶμεθα σίγουροι γιὰ κάτι, τὸ ὁποῖο ὁ Σωκράτης ἑκουσίως ἀφήνει ἀόριστο. Διότι ὁ Σωκράτης, χωρίς νὰ ἀναρωτηθεῖ σχετικὰ μὲ τίνος τὴ μεσολάβηση ἢ μὲ ποιὸν τρόπο τοῦ συνέβαινε αὐτὸ ποὺ ἔνιωθε μέσα του, προτίμησε νὰ τὸ ἀκολουθήσει καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσει «θεῖο φαινόμενο».

Τελικῶς, τὸ δαιμόνιον ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς ἕνα ἀσυνήθιστο γεγονός, καὶ μάλιστα ὑπερφυσικοῦ χαρακτῆρος. Προκειμένου αὐτὸ νὰ γίνει κατανοητό, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὸ συσχετίσουμε μὲ δυὸ παράγοντες: (α) μὲ τὴν πολὺ ἔντονη σωκρατικὴ θρησκευτικότητα· καὶ (β) μὲ τὴ σωκρατικὴ ἀντίληψη τοῦ θεοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς πρόνοιας.
Ἀπὸ τὸν Ξενοφῶντα μαθαίνουμε ὅτι ὁ θεὸς ἔπλασε τὰ μέλη τοῦ ἀνθρώπου μὲ στόχο τὸ καλό του καὶ ὅτι διευθέτησε ὁλόκληρο το σύμπαν καὶ τὰ μέρη του ἀποσκοπώντας καὶ πάλι στὸ καλό τοῦ ἄνθρωπου.
Ἀπὸ τὸν Πλάτωνα συνάγουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ θεός, πέραν τῆς γενικῆς φροντίδας του γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, παρέχει μία ἰδιαίτερη φροντίδα στὸν καλὸ ἄνθρωπο (προσοχή, ὄχι γιὰ ὁποιονδήποτε, κάτι ποὺ ἦταν ἄγνωστο στὸν Ἑλληνισμό, ἀλλὰ μόνον γιὰ τὸν ἐνάρετο). Εἶναι φυσικό, λοιπόν, ὁ Σωκράτης νὰ ἐκλαμβάνει τὴν ἐμπειρία τοῦ δαιμονίου ὑπὸ τὴν ἀκόλουθη ἔννοια: Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἰδιαίτερο σημεῖο πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπεδίωκε τὸ καλὸ μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, σημεῖο μέσῳ τοῦ ὁποίου, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἡ προνοητική θεότητα ὑπεδείκνυε σ' αὐτὸν τὸν ὀρθὸ δρόμο ἢ μᾶλλον τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἀκολουθήσει τὸν ἐσφαλμένο.

Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνα βασικό σημεῖο, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε, ἐὰν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε ὀρθῶς τὸ δαιμόνιον καὶ τὸ πλαίσιο ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἄσκησε τὴν ἐπίδρασή του.

Τί ἐπακριβῶς ἀποκαλύπτει ἡ «θεία φωνή»

Κατ' ἀρχήν, θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ δαιμόνιον δὲν ἐντάσσεται οὐδαμῶς στὸ πλαίσιο τῶν φιλοσοφικῶν ἀληθειῶν: Ἡ «θεία φωνή» σὲ καμμία περίπτωση δὲν ἀποκαλύπτει στὸν Σωκράτη τὴν «ἀνθρώπινη σοφία», οὔτε καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὶς γενικὲς ἢ τὶς εἰδικὲς ἀρχὲς τῆς ἠθικῆς του. Γιὰ τοὺς Σωκρατικούς, οἱ φιλοσοφικὲς ἀρχὲς ἀντλοῦν τὴν ἀξία τους ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὸν λόγο καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη: Οἱ προφητικὲς τάσεις τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Ἐμπεδοκλῆ ἢ καὶ τοῦ Παρμενίδη εἶναι ἀπολύτως ξένες πρὸς τὸν φιλόσοφό μας.

Ἐὰν ἑξαιρέσουμε, λοιπόν, τὸ πλαίσιο τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς ἴδιας τῆς βασικῆς ἠθικῆς ἐπιλογῆς, δηλαδὴ τῆς ἐπιλογῆς τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς φροντίδας τῆς ψυχῆς, τότε δὲν ἀπομένει παρὰ τὸ πλαίσιο τῶν πράξεων καὶ τῶν ἰδιαιτέρων συμβάντων τοῦ σωκρατικοῦ βίου. Ἀκριβῶς στὸ πλαίσιο αὐτὸ φαίνεται ὅτι ἀναφέρονται ὅλα τὰ κείμενα περὶ σωκρατικοῦ δαιμονίου ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας. Τὸ θεῖο σημεῖο ἐμποδίζει ἐνίοτε ὁρισμένες πράξεις (νὰ φύγει κανεὶς ἀπὸ κάπου, νὰ διασχίσει έναν ποταμό, νὰ ἀποτρέψει τὴν ἔνταξη ὁρισμένων προσώπων στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν), καὶ αὐτὸ συνιστά μεγάλο ὄφελος. Ἡ πιὸ κατηγορηματική απαγόρευση ποὺ ἐπέβαλλε ἡ θεία φωνή στον Σωκράτη ἦταν ἀναμφίβολα νὰ μὴν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐνεργό πολιτική. Τὸ ὄφελος ποὺ ἀπεκόμισε ὁ Σωκράτης ὑπακούοντας στὴ φωνὴ αὐτὴ ἐκφράζεται ρητῶς στὴν Ἀπολογία:
Αὐτὴ εἶναι ποὺ μὲ ἐμποδίζει νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πολιτική. Καὶ μοῦ φαίνεται ὅτι κάνει πάρα πολύ καλὰ ποὺ μὲ ἐμποδίζει. Γιατὶ νὰ τὸ ξέρετε καλά, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἂν ἐγὼ ἀπὸ παλιὰ εἶχα ἐπιχειρήσει νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν πολιτική, ἀπὸ παλιὰ θὰ εἶχα ἀφανιστεῖ καὶ οὔτε ἐσᾶς θὰ εἶχα ὠφελήσει σὲ τίποτα οὔτε τὸν ἑαυτό μου 40.

Μιὰ περικοπὴ τοῦ Ξενοφῶντος μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀντιληφθούμε τὸ πλῆρες νόημα ὅσων συζητοῦμε καὶ νὰ συμπεράνουμε ὅτι:
Διὰ νὰ γίνῃ τὶς καλὸς οἰκοδόμος ἢ χαλκουργὸς ἢ γεωργὸς ἢ ἱκανὸς νὰ ἄρχῃ τῶν ἀνθρώπων, ἢ νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν πολιτικὴν ἢ καλὸς λογιστὴς ἢ καλὸς οἰκονόμος ἢ καλὸς στρατηγός, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνόμιζε διδακτὰ καὶ δυνάμενα ν᾿ ἀποκτηθοῦν μὲ τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν. Ἐνῶ τὰ σπουδαιότερα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔλεγεν, ὅτι οἱ θεοὶ τὰ φυλάττουν διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ κανὲν ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι φανερὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Διότι οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐφύτευσε καλὰ ἕναν ἀγρόν, εἶναι φανερὸν ποῖος θὰ τὸν καρπωθῇ, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔκτισεν οἰκίαν εἶναι φανερὸν ποῖος θὰ τὴν κατοικήσῃ, οὔτε εἰς τὸν στρατηγὸν εἶναι φανερόν, ἂν συμφέρῃ νὰ εἶναι στρατηγός, οὔτε εἰς τὸν πολιτικὸν ἄνδρα εἶναι φανερόν, ἂν συμφέρῃ νὰ εἶναι ἄρχων τῆς πόλεως, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐνυμφεύθη ὡραίαν γυναῖκα, διὰ νὰ εὐφραίνεται, εἶναι φανερόν, ἂν δὲν λυπηθῇ ἐξ αἰτίας της, οὔτε εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔκαμεν ἰσχυροὺς συγγενεῖς μέσα εἰς τὴν πόλιν, εἶναι φανερόν, ἂν χάριν αὐτῶν δὲν θὰ στερηθῇ τὴν πόλιν. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ νομίζουν, ὅτι κανὲν δαιμόνιον δὲν ὑπάρχει διὰ ταῦτα, ἀλλ᾿ ὅτι ὅλα κατανοοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην σκέψιν, ἔλεγεν ὅτι εἶναι τρελλοί· εἶναι δὲ τρελλοὶ καὶ ὅσοι ἐρωτοῦν τὸ μαντεῖον δι' ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν οἱ θεοὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους 41.

Τὸ δαιμόνιον, συνεπῶς, μὲ τὶς ἀπαγορεύσεις του, καθιστοῦσε σαφές στὸν Σωκράτη κάτι ποὺ ἦταν συναφὲς μὲ τὸ εἶδος τῆς γνώσεως, τὸ ὁποῖο ἐπεφύλαξαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους οἱ θεοὶ καὶ τὸ ὁποῖο ἐνίοτε ἀποκάλυπταν μέσῳ τῶν χρησμῶν. Τὸ δαιμόνιον, λοιπόν, ἐκλαμβανόταν ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς ἕνα εἶδος ἐσωτερικοῦ μαντείου.

Σημειώσεις
35. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 31 c-d.
36. Αὐτόθι, 27 b.
37. Πβ. τὰ ἀποσπάσματα ποὺ ἀναφέρονται στὶς σημειώσεις 40 καὶ 41, 46 καὶ 47.
38. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 28 d-e.
39. Αὐτόθι, 40 a-b.
40. Αὐτόθι, 31 d-e.
41. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, I 1, 7-9.


Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Το ευαγγέλιο της συγχώρησης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. ιη’ 23-35)

Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34).
Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους.
Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.

Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη να προφέρουν τα άγια χείλη Του, στο τέλος ακριβώς της επίγειας ζωής Του; Αναμφίβολα επειδή ήθελε η διδασκαλία Του αυτή να παραμείνει στη μνήμη όλων, να λειτουργήσει σαν παράδειγμα προς μίμηση. Στο πάθος Του πάνω στό σταυρό, σ’ αυτό το μεγαλειώδες πάθος που ξεπερνά κάθε μεγαλείο, που υψώνεται πάνω από τους βασιλιάδες και τους κριτές της γης, πάνω από σοφούς και διδασκάλους, από πλούσιους και φτωχούς, από κοινωνικούς αναμορφωτές κι επαναστάτες, ο Κύριος Ιησούς με το παράδειγμα της συχώρεσης έβαλε τη σφραγίδα στο ευαγγέλιό Του. Έδειξε μ’ αυτόν τον τρόπο πως χωρίς συχώρεση ούτε οι βασιλιάδες μπορούν να κυβερνούν, ούτε οι δικαστές να κρίνουν, οι σοφοί δεν μπορούν να είναι σοφοί, ούτε οι διδάσκαλοι να διδάσκουν. Δεν μπορούν οι πλούσιοι κι οι φτωχοί να ζουν ως άνθρωποι κι όχι σαν άλογα ζώα, δε γίνεται ο πυρετός των επανασταστών κι αναμορφωτών να είναι χρήσιμος. Πάνω απ’ όλα ο Χριστός ήθελε με τη διδαχή Του αυτή να δείξει πως, χωρίς συγχωρητικότητα, οι άνθρωποι δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν το ευαγγέλιό Του, ούτε πολύ περισσότερο να το εφαρμόσουν.

Ο Κύριος ξεκίνησε τη διδασκαλία Του με λόγια για τη μετάνοια και την τέλειωσε με λόγια για τη συχώρεση. Η μετάνοια είναι ο σπόρος, η συχώρεση είναι ο καρπός. Ο σπόρος δεν έχει καμιά αξία αν δεν καρποφορήσει. Καμιά μετάνοια δεν έχει αξία χωρίς συχώρεση. Τι θα ήταν η κοινωνία των ανθρώπων χωρίς συχώρεση; Ένα θηριοτροφείο, τοποθετημένο στη μέση του θηριοτροφείου της φύσης. Τι άλλο θα ήταν όλοι οι νόμοι των ανθρώπων στη γη παρά αλυσίδες αφόρητες, αν δεν υπήρχε η συχώρεση να τις μαλακώσει;

Θα μπορούσε μια γυναίκα ν’ αποκαλείται μητέρα αν δεν είχε συχώρεση, ή ένας αδερφός να ονομάζεται αδερφός, ο φίλος φίλος, ή ο χριστιανός χριστιανός; Όχι! Η συχώρεση είναι η καρδιά κι η ρίζα όλων αυτών των τίτλων. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις «συχώρεσέ με» και «νά ‘σαι συχωρεμένος», η ζωή των ανθρώπων θα ήταν αβάσταχτη, ανυπόφορη. Δεν υπάρχει σοφία στον κόσμο ικανή να δημιουργήσει τάξη και να επιβάλει την ειρήνη, χωρίς την εφαρμογή της συχώρεσης. Ούτε υπάρχουν σχολεία ή άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα ικανά να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη μεγαλοψυχία και την ευγένεια, χωρίς να εφαρμόσουν την πρακτική της συχώρεσης.

Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο η κοσμική γνώση αν δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγχωρέσει τον πλησίον του, να του πει ένα καλό λόγο ή να του ρίξει μια γλυκιά ματιά; Τίποτα απολύτως. Τι θα χρησιμεύσουν στον άνθρωπο εκατοντάδες μπουκάλια λάδι μπροστά στο καντήλι, αν κανένα απ’ αυτά δεν έχει να μαρτυρήσει τη συχώρεση μιας τουλάχιστο ταπεινωτικής προσβολής; Τίποτα απολύτως.

Αν γνωρίζαμε πόσα μας συγχωρούνται σιωπηρά κάθε μέρα και κάθε ώρα, όχι μόνο από το Θεό αλλά κι από ανθρώπους, θα τρέχαμε με ντροπή να συγχωρέσουμε τους άλλους. Πόσα απρόσεχτα αλλά και προσβλητικά λόγια βγαίνουν από το στόμα μας, στα οποία η απάντηση που δεχτήκαμε είναι η σιωπή; Πόσα άγρια βλέμματα ρίχνουμε από δω κι από κει; Πόσες ανάρμοστες πράξεις κάνουμε, σε πόσες απαράδεκτες ενέργειες προβαίνουμε; Κι οι άνθρωποι τα προσπερνούν όλ’ αυτά, δεν εφαρμόζουν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Και τι να πούμε για τη συχώρεση του Θεού; Δεν υπάρχουν επαρκή λόγια να την εκφράσουν. Για να περιγράψει κανείς τα αμέτρητα βάθη της αγάπης και της συγχωρητικότητας του Θεού, χρειάζεται λόγος θεϊκός. Και τέτοιος είναι ο λόγος που μας δίνει το σημερινό ευαγγέλιο. Ποιος θα μπορούσε στον ουρανό ή στη γη να μας εξηγήσει καλύτερα και να μας περιγράψει τα πράγματα του Θεού, αν όχι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο προαιώνιος Υιός του Θεού; «Ουδείς επιγινώσκει… τον πατέρα ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. ια’ 27).

Ο Κύριος Ιησούς φανέρωσε την αμέτρητη συγχωρητικότητα του Θεού στην παραβολή του δούλου εκείνου που είχε μεγάλο χρέος. Πήρε αφορμή γι’ αυτό από τον απόστολο Πέτρο, όταν τον ρώτησε πόσες φορές θά ‘πρεπε να συγχωρεί τις προσβολές του αδελφού του: «έως επτάκις;» Στην ερώτηση αυτή ο Κύριος απάντησε μ’ αυτά τα πολύ σημαντικά λόγια: «ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. ιη’ 22). Προσπάθησε να συγκρίνεις τις δυο αυτές προτάσεις και θα διαπιστώσεις τη διαφορά ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Ο Πέτρος, όταν ρώτησε το Διδάσκαλό Του «έως επτάκις;», νόμιζε πως είχε φτάσει στα ανώτατα όρια της συγχωρητικότητας. Η απάντηση του Κυρίου όμως ήταν: έως εβδομηκοντάκις επτά! Και σα να μη του φάνηκε αρκετό ακόμα κι αυτό το μέτρο, πρόσθεσε μετά και την ακόλουθη παραβολή, για να ξεκαθαρίσει καλύτερα τα πράγματα.


***

«Διά τούτο ωμοιώθη η βασίλεια των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού» (Ματθ. ιη’ 23). Η βασιλεία των ουρανών δεν προσφέρεται για περιγραφή, ούτε με λόγια ούτε με χρώματα. Η ομοιότητά της μπορεί ν’ απεικονιστεί μόνο μέσα σε περιορισμένη έκταση, με όρους αυτού του κόσμου. Ο Κύριος χρησιμοποιεί παραβολές, επειδή είναι ουσιαστικά αδύνατο να εκφράσει με άλλα μέσα πράγματα που δεν ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο. Τον κόσμο αυτόν τον έχει παραμορφώσει και αμαυρώσει η αμαρτία. Δεν έχασε εντελώς όμως την ομοιότητά του με τον άλλο κόσμο, τον αληθινό. Ο κόσμος αυτός δεν είναι αντίγραφο του άλλου, σε καμιά περίπτωση. Είναι απλά μια χλωμή εικόνα και σκιά του. Επομένως ανάμεσα στους δυο κόσμους μπορούμε να κάνουμε σύγκριση όπως ανάμεσα σε κάτι αληθινό και στη σκιά του.

Κάποιος βασιλιάς αποφάσισε να κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους δούλους του, που ήταν οφειλέτες του. Ένας βασιλιάς δεν είναι ποτέ οφειλέτης στους δούλους του, εκείνοι του χρωστάνε. «Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» (Ματθ. ιη’ 24). Ένα τάλαντο ισοδυναμεί με διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες. Δέκα χιλιάδες τάλαντα ανέρχονται σε περίπου δυόμισυ εκατομμύρια χρυσές λίρες. Αυτό ήταν ένα τεράστιο ποσό ακόμα και για μια χώρα, όχι για ένα δούλο. Τι σημασία έχει αυτό όμως; Το πλήθος των αμαρτιών μας ενώπιον του Θεού, των οφειλών μας προς Αυτόν, είναι πολύ μεγαλύτερο. Όταν ο Κύριος μιλάει για την οφειλή του δούλου προς το βασιλιά, εννοεί τις οφειλές μας στο Θεό, γι’ αυτό και επισημαίνει πόσο μεγάλο είναι το οφειλόμενο ποσό, που όμως σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγαλύτερο από τις αμαρτίες των ανθρώπων.

«Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι» (Ματθ. ιη’ 25). Την εποχή εκείνη τόσο ο ρωμαϊκός όσο κι ο ιουδαϊκός νόμος (Έξ. κα’ 2, Λευϊτ. κε’ 39), προέβλεπαν να πουλιούνται σκλάβοι οι πτωχευμένοι οφειλέτες, μαζί με τις οικογένειές τους. Αναφέρεται στην Αγία Γραφή πως μια χήρα έκραζε στον προφήτη Ελισαίο: «Ο δούλος σου ανήρ μου απέθανε… και ο δανειστής ήλθε λαβείν τους δύο υιούς μου εαυτώ εις δούλους» (Δ’ Βασ. δ’ 1). Αυτό έκανε κι ο βασιλιάς της παραβολής κι ήταν τόσο δίκαιο όσο και νόμιμο.

Το βαθύτερο νόημα της εντολής του βασιλιά ήταν πως, όταν οι αμαρτίες ξεπερνούν τα όρια, ο Θεός μας στερεί όλες τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος που καταξιώνουν τον άνθρωπο. Η πώληση του οφειλέτη σημαίνει πως ο αμαρτωλός στερείται το πρόσωπο που του έδωσε ο Θεός. Η πώληση της γυναίκας του σημαίνει τη στέρηση των δώρων της αγάπης και του ελέους. Η πώληση των παιδιών του υποδηλώνει πως στερείται τη δυνατότητα δημιουργίας και ενός έστω αγαθού. Και πάντα όσα είχε, σημαίνει πως αποξενώνεται από κάθε χαρά πνευματικής ευλογίας. Και αποδοθήναι, σημαίνει πως όλα τα θεόσδοτα χαρίσματα επιστρέφουν από τον αμαρτωλό άνθρωπο στο Θεό, την Πηγή και τον Κύριο «παντός αγαθού». «Η ειρήνη υμών προς υμάς επιστραφήτω» από ένα σπίτι που δεν αξίζει, είπε ο Κύριος στους μαθητές Του (Ματθ. ι’ 13).

«Πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου άπέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ» (Ματθ. ιη’ 26, 27). Τι ξαφνική, τι απρόσμενη μεταβολή! Πόσο φτηνό αντίλυτρο του δανείου, πόσο αμέτρητο έλεος! Ο κακός δούλος, που είχε σωρεύσει ένα τεράστιο χρέος, δεν είχε που να καταφύγει, ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Δεν μπορούσε κανένας άλλος στον κόσμο να τον βοηθήσει, εκτός από το δανειστή του. Από τη μιά μεριά ήταν ο κύριός του κι από την άλλη οι σύνδουλοί του. Οι άλλοι δούλοι δεν τολμούσαν να τον βοηθήσουν, ενάντια στη θέληση του κυρίου τους. Ο μόνος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει, ήταν ο κύριός του, ο κριτής του. Έτσι κι εκείνος έκανε το μοναδικό πράγμα που του ήταν δυνατό και λογικό: Έπεσε στα πόδια του κυρίου του κι επαιτούσε το έλεός του. Δε του ζήτησε να του χαρίσει το χρέος – ούτε να το σκεφτεί αυτό δεν τολμούσε. Του ζήτησε μόνο παράταση του χρόνου εξόφλησης. Μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω, του είπε. Κι ο βασιλιάς, που ήταν αληθινός άνθρωπος και σωστός κριτής, απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Του χάρισε μια διπλή ελευθερία: τόσο από τη σκλαβιά όσο κι από το χρέος.

Δεν είναι αυτό ένα πραγματικά βασιλικό δώρο; Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος που συμπεριφέρονται πολλές φορές οι επίγειοι βασιλιάδες. Τέτοιο έλεος και μάλιστα μη απαιτητό, μόνο από τον ουράνιο Βασιλιά μπορεί να έρθει. Εκείνος το κάνει αυτό και μάλιστα συχνά. Όταν κάποιος αμαρτωλός συνέρχεται και μετανοεί, ο ουράνιος Βασιλιάς είναι έτοιμος να του συγχωρέσει μύριες αμαρτίες, να επιστρέψει στον αμαρτωλό όλες τις δωρεές που αποστερήθηκε.

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει το μέτρο της ευεργεσίας του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ούτε καν να την περιγράφει. «Ιδού γαρ απήλειψα ως νεφέλην τας ανομίας σου και ως γνόφον τας αμαρτίας σου· επιστράφηθι πρός με και λυτρώσομαί σε» (Ησ. μδ’ 22), είπε ο Κύριος. Εκείνος που επιστρέφει στο Θεό με ειλικρινή μετάνοια, δέχεται τη συγχώρηση του Θεού για όλες τις αμαρτίες του. Ο Θεός του χαρίζει περισσότερο χρόνο δοκιμασίας, για να δει κατά πόσο ο αμαρτωλός αυτός θα μείνει μαζί Του ή θα τον προδώσει.

Όταν ο βασιλιάς Εζεκίας βρισκόταν στο νεκρικό κρεβάτι, γύρισε προς τον τοίχο και προσευχήθηκε στον Κύριο θρηνώντας και ζητώντας Του να επιμηκύνει τη ζωή του. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή του και του χάρισε άλλα δεκαπέντε χρόνια ζωής. Μετά απ’ αυτό ο Εζεκίας ευχαρίστησε και δοξολόγησε το Θεό με τούτα δω τα λόγια: «Είλου γάρ μου την ψυχήν, ίνα μη απόληται, και απέρριψας οπίσω μου πάσας τας αμαρτίας» (Ησ. λη’ 17). Ευδόκησες στην ψυχή μου και την προφύλαξες από το λάκκο της φθοράς, είπε. Με λύτρωσες απ’ όλες τις αμαρτίες μου.

Κάτι ανάλογο έγινε με το δούλο που ήταν καταχρεωμένος. Ζήτησε από τον Κύριο να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο για να μπορέσει να εξοφλήσει το χρέος του. Κι ο Κύριος του χάρισε ολόκληρο το χρέος, αλλά του έδωσε και την ελευθερία του. Περίμενε μόνο να δει όχι πώς θα κατορθώσει ο δούλος εκείνος ν’ αποπληρώσει το παλιό του χρέος, αλλά τι θα του ανταποδώσει για τη νέα ευεργεσία του. Ας παρακολουθήσουμε τι έκανε στη συνέχεια ο δούλος:
«Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις»
(Ματθ. ιη’ 28). Αφού ο κύριός του τον συγχώρεσε, του χάρισε το χρέος και τον ελευθέρωσε, ο δούλος βρήκε κάποιον σύνδουλό του που του είχε δανείσει χρήματα. Τώρα ο δούλος φέρθηκε σαν κύριος στο σύνδουλό του. Τότε όμως έγινε ένας φοβερός κύριος, δυνάστης. Ενώ ο βασιλιάς είχε φερθεί στον οφειλέτη του μ’ έναν ανθρώπινο και βασιλικό τρόπο, ο ίδιος οφειλέτης, που η ευσπλαχνία του κυρίου του τον είχε σώσει από τον όλεθρο, στο σύνδουλό του φέρθηκε σαν άγριο θηρίο. Και για τι χρέος; Μόλις για εκατό δηνάρια! Ο βασιλιάς του χάρισε το χρέος του, που ήταν δέκα χιλιάδες τάλαντα. Κι ο αχάριστος δούλος για ένα ελάχιστο ποσό άρπαξε το σύνδουλό του από το λαιμό και τον πέταξε στη φυλακή, ωσότου του πληρώσει το χρέος.

Αυτός δεν ήταν ο τρόπος που διευθετούσε ο βασιλιάς τους λογαριασμούς με τους δούλους του, αλλά εκείνος που χρησιμοποιούσαν οι δούλοι μεταξύ τους. Ο δανειστής-δούλος άρπαξε από το λαιμό το χρεώστη-σύνδουλό του και απαιτούσε την άμεση αποπληρωμή του χρέους του.

«Πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι» (Ματθ. ιη’ 29). Επαναλήφθηκε το ίδιο σενάριο που είχε εκτυλιχτεί λίγο νωρίτερα, όταν ο κακός αυτός δούλος είχε γονατίσει μπροστά στα πόδια του κυρίου του. Είχε ζητήσει κι αυτός από τον κύριό του να μακροθυμήσει, να του χαρίσει λίγο χρόνο, κι αυτός θα πλήρωνε το χρέος του. Κι ο κύριός του ένιωσε συμπάθεια και του χάρισε τα μύρια τάλαντα. Ο ίδιος όμως, όταν ήρθε η σειρά του, δεν ένιωσε καμιά συμπάθεια για το σύνδουλό του, που του χρωστούσε μόλις εκατό δηνάρια. Δεν έδειξε ούτε έλεος ούτε συγχωρητικότητα, αλλά «έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ αυτώ το οφειλόμενον» (Ματθ. ιη’ 30).

Έτσι συμπεριφέρθηκε ο δανειστής δούλος στο χρεώστη σύνδουλό του. Έτσι συμπεριφέρεται άνθρωπος σε άνθρωπο. Και τέτοια συμπεριφορά μετατρέπει το έλεος του Θεού σε δικαιοσύνη. Όταν ο άνθρωπος παίζει με την ευσπλαχνία του Θεού, πέφτει ο ίδιος στη δικαιοσύνη Του. Κι η κρίση αυτής της δικαιοσύνης, που ακολουθεί μια περιφρονημένη ευσπλαχνία, είναι φοβερή: «Μη πλανάσθε, Θεός ου μυκτηρίζεται· ο γαρ εάν σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θερίσει» (Γαλ. στ’ 7), βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος. Όταν γονατίζουμε μπροστά στο Θεό και ζητούμε το έλεός Του για τις δυσεξαρίθμητες αμαρτίες μας κι έπειτα πετάμε τον αδελφό μας στη φυλακή για μια μοναδική αμαρτία που έκανε και μας πρόσβαλε, τότε μυκτηρίζουμε το Θεό. Ας μην ξεγελιόμαστε. Ο Θεός δεν επιτρέπει να τον εμπαίζουμε, να τον μυκτηρίζουμε, να παίζουμε μαζί Του. Τα χέρια Του δεν είναι μακριά μας, και τα δυό Του χέρια. Τόσο εκείνο που μας χαϊδεύει όσο κι εκείνο που τιμωρεί. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» (Εβρ. ι’ 31). Πόσο φοβερό είναι, φαίνεται καθαρά από τη συνέχεια της παραβολής του Χριστού:
«Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα» (Ματθ. ιη’ 31). Ποιοι είναι αυτοί οι σύνδουλοι που είδαν τα γενόμενα και ελυπήθησαν σφόδρα; Είναι άνθρωποι σπλαχνικοί που διαθέτουν πνευματική αντίληψη και γνωρίζουν τι θα κάνει ο Θεός στον πονηρό δούλο, εκείνοι που βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια την ανείπωτη κακία του πονηρού δούλου και κραυγάζουν στο Θεό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό αναφέρεται και στους αγγέλους, που θα μπορούσαν να ονομαστούν κι αυτοί σύνδουλοι των ανθρώπων, αφού κι οι δυο βρίσκονται στην υπηρεσία του Θεού ή κι επειδή, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, όσοι είναι άξιοι για τον άλλο κόσμο, είναι «ισάγγελοι» (Λουκ. κ’ 36).

Περιττεύει να πούμε πως ούτε οι σπλαχνικοί άνθρωποι ούτε κι οι άγγελοι πρέπει να πληροφορήσουν το Θεό για ό,τι γίνεται στον κόσμο, για να το μάθει κι ο Θεός μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Ύψιστος Θεός είναι παντογνώστης και παντεπόπτης. Όλα όσα βλέπουν κι αντιλαμβάνονται άγγελοι και άνθρωποι, γίνονται με τη βοήθεια του Θεού. Γιατί αναφέρει τότε πως οι σύνδουλοι είδαν αυτό που έκανε ο άσπλαχνος δούλος και το ανέφεραν στον κύριό τους; Γιά νά δείξει τη συμπάθεια που δείχνουν οι καλοί άνθρωποι κι οι άγγελοι. Είναι θέλημα του ίδιου του Θεού ώστε όλοι οι πιστοί δούλοι Του να χαίρονται με το καλό και να θλίβονται με την αμαρτία. Οι λυπημένοι δούλοι τότε ήρθαν και πληροφόρησαν τον κύριό τους για όσα έγιναν.


«Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι, επεί παρεκάλεσάς με. ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» (Ματθ. ιη’ 32, 33). Ο βασιλιάς δε θα τιμωρήσει τον πονηρό δούλο προτού καταγγείλει μπροστά του την κακία του. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα ενεργήσει ο Κύριος και στην Τελική Κρίση. Θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται στα δεξιά Του, θα τους καλέσει στην αιώνια μακαριότητα και θα τους εξηγήσει γιατί κρίθηκαν άξιοι. Μετά θα στραφεί σ’ εκείνους που στέκονται αριστερά Του, θα τους οδηγήσει στην αιώνια κόλαση και θα τους εξηγήσει επίσης γιατί καταδικάστηκαν να πάνε εκεί. Ο Κύριος θέλει να γνωρίζουν όλοι γιατί κρίθηκαν άξιοι για ανταπόδοση ή για τιμωρία, ώστε κανένας να μη σκεφτεί πως ο Θεός τους μεταχειρίστηκε άδικα.

Ο Θεός καλεί πρώτα τον πονηρό δούλο και τον απομακρύνει για πάντα από κοντά Του. Το πονηρό δεν μπορεί να έχει κάτι κοινό με το καλό. Αμέσως μετά αποδείχνεται γιατί ο Θεός αποκάλεσε τον δούλο αυτόν πονηρό: πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι. Ο Θεός δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες. Δε λέει: «σου χάρισα το δάνειο δέκα χιλιάδων ταλάντων και συ δε χάρισες στο σύνδουλό σου το δικό του χρέος, τα εκατό δηνάρια». Λέει απλά: πάσαν την οφειλήν. Ελπίζει έτσι να διεγείρει στον αμαρτωλό τη συναίσθηση του μεγάλου χρέους του. Επεί παρεκάλεσάς με.

Ο Κύριος δεν μπαίνει και δω σε λεπτομέρειες. Αποσιωπά όσα προηγήθηκαν της παράκλησης του δούλου, το ότι έπεσε στα πόδια Του γονατιστός και τον παρακάλεσε. Οι δυο αυτές πράξεις σημαίνουν μετάνοια.
Και της μετάνοιας προηγήθηκε η προσευχή. Η προσευχή χωρίς μετάνοια είναι χωρίς νόημα, ανενεργή. Από τη στιγμή όμως που η προσευχή θα συνδεθεί με τη μετάνοια, ο Θεός την εισακούει. Ο δούλος με το υπέρογκο χρέος στην αρχή έδειξε πραγματική μετάνοια κι έτσι ζήτησε από τον κύριό του να μακροθυμήσει. Η προσευχή του εισακούστηκε αμέσως κι ο κύριος του έδωσε περισσότερα απ’ όσα ζητούσε. Του χάρισε ολόκληρο το χρέος. Ο κύριος συνέχισε χαρακτηρίζοντας την κακία του δούλου αυτού προς το σύνδουλό του κι αυτό το έκανε με ερώτηση. Για ποιο λόγο; Γιατί δεν του είπε: «Εγώ σου έδειξα έλεος, εσύ όμως φέρθηκες άσπλαχνα στο σύνδουλό σου», αλλά ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; Τό ‘κανε αυτό ώστε ο πονηρός δούλος να συνειδητοποιήσει πως δεν είχε τι ν’ απαντήσει, ώστε ο κύριος να τον φέρει σε αμηχανία, ανίκανο να μιλήσει και να πει κάτι. Του έδωσε την ευκαιρία να μιλήσει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αν είχε κάτι να πει. Όταν ο υπηρέτης του αρχιερέα χτύπησε τον Κύριο στο μάγουλο και τον ρώτησε: «Ούτως συ αποκρίνη τω αρχιερεί;», ο Κύριος Ιησούς του απάντησε: «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι με δέρεις;» (Ιωάν. ιη’ 22-23). Παρόμοια απάντηση με του Χριστού έπρεπε να δώσει κι ο δούλος, αντί της ένοχης σιωπής του. Τέτοια απάντηση όμως θα ήταν σα νά ‘ρίχνε κάρβουνα αναμμένα στο κεφάλι του και κάτω από τα πόδια του. Ο τρόπος αυτός του να εκθέτει κανείς την ενοχή του άλλου χρησιμοποιείται κι από το βασιλιά της σημερινής ευαγγελικής περικοπής: ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου;

Στην αρχή είχαμε τον τρόμο της σιωπής κι ύστερα ακολούθησε ο τρόμος της καταδίκης: «Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ» (Ματθ. ιη’ 34). Όταν το έλεος αντιστρέφεται και γίνεται δίκαιη καταδίκη, τότε ο Θεός γίνεται φοβερός. Ο μακάριος Δαβίδ λέει στο Θεό: «Συ φοβερός ει, και τις αντιστήσεταί σοι; από τότε η οργή σου» (Ψαλμ. οε’ 8). Κι ο προφήτης Ησαΐας: «Ιδού το όνομα Κυρίου έρχεται διά χρόνου πολλού, καιόμενος ο θυμός» (λ’ 27).

Ο βασιλιάς τότε οργίστηκε πολύ εναντίον του άσπλαχνου δούλου και τον παράδωσε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα, αφού εκείνα είναι που βασανίζουν πραγματικά το ανθρώπινο γένος. Σε ποιον θα μπορούσε να παραδοθεί εκείνος που είχε απομακρυνθεί από το Θεό για την ασπλαχνία του, αυτός που ο Θεός τον αποκαλεί πονηρό δούλο, αν όχι σ’ εκείνον που προκαλεί το μεγαλύτερο κακό, στο διάβολο; Γιατί λέει: έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ; Για να δείξει πως είχε ήδη καταδικαστεί στα αιώνια βάσανα. Πρώτα πρώτα είναι εντελώς απίθανο για έναν άνθρωπο με τέτοιο χρέος να μπορέσει ποτέ να το εξοφλήσει. Και δεύτερο, επειδή ο Θεός δεν απαγγέλει ποτέ τέτοια τελική καταδίκη στον άνθρωπο σ’ αυτή τη ζωή, παρά μόνο μετά το θάνατο, οπότε δεν υπάρχει πια δυνατότητα για μετάνοια, ούτε και για την εξόφληση του χρέους των αμαρτιών που έκανε σ’ αυτή τη ζωή.

«Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών» (Ματθ. ιη’ 35). Αυτό είναι το τέλος της παραβολής κι αυτή είναι η ουσία του θέματος. Δεν υπάρχει επιφύλαξη ή κάποιο διφορούμενο στα λόγια αυτά. Ο Θεός θα συμπεριφερθεί απέναντί μας με τον τρόπο που εμείς συμπεριφερόμαστε στον αδελφό μας. Ο Κύριος Ιησούς μας το ξεκαθάρισε αυτό και μαζί Του δεν υπάρχει πιθανότητα λάθους ή έλλειψη γνώσης. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Χριστός δεν είπε ο Πατέρας σου, αλλά ο πατήρ μου ο επουράνιος. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει πως αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας για τις αμαρτίες του, χάνουμε το δικαίωμα να ονομάσουμε Πατέρα μας το Θεό. Ο Κύριος επισημαίνει επίσης με ποιόν τρόπο πρέπει να γίνει η συχώρεση: από των καρδιών υμών. Ο βασιλιάς συγχώρεσε το χρέος του δούλου του με την καρδιά του, γι’ αυτό και λέει, σπλαγχνισθείς δε ο κύριος… Κι η ευσπλαχνία, το έλεος, προέρχεται από την καρδιά.

Αν δε συγχωρήσουμε τον αδελφό μας κι αν δεν το κάνουμε αυτό από την καρδιά μας, με συμπάθεια κι αγάπη, τότε κι ο Θεός, ο κοινός Δημιουργός μας, θα φερθεί σ’ εμάς όπως κι ο βασιλιάς εκείνος της παραβολής στον ανελεήμονα δούλο. Θα παραδοθούμε στους βασανιστές – στα πονηρά πνεύματα – που θα μας βασανίζουν αιώνια στο βασίλειο του σκότους, εκεί όπου ο κλαυθμός κι ο βρυγμός των οδόντων είναι ατελεύτητος. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα μας το είχε πει ο Κύριος. Δεν το είπε μόνο στο κείμενο της παραβολής του άσπλαχνου δούλου αυτό, αλλά και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις: «Εν ω γάρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 2).

***

Η διδαχή αυτή είναι ακριβώς ίδια μ’ εκείνην της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, χωρίς κανένα διφορούμενο, χωρίς καμιά επιφύλαξη. Την ίδια ακριβώς διδαχή μας έκανε ο Κύριος και με τη μεγαλύτερη προσευχή που μας παρέδωσε, την Κυριακή προσευχή: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ’ 12); Όταν λέμε από τότε το Πάτερ ημών, ανανεώνουμε τη συμφωνία μας με το Θεό. Του λέμε να μας φερθεί όπως φερόμαστε κι εμείς στους δικούς μας ανθρώπους. Να μας ελεήσει, όπως ελεούμε κι εμείς, να μας συγχωρήσει, όπως συγχωρούμε κι εμείς αυτούς που μας προσβάλλουν.

Πόσο εύκολα δίνουμε εντολές στο Θεό, τι φοβερή ευθύνη αναλαμβάνουμε για τον εαυτό μας! Στο Θεό είναι εύκολο να μας συγχωρέσει, στο μέτρο που συγχωρούμε κι εμείς τους άλλους. Του είναι εύκολο να συγχωρέσει σε όλους μας κάποιο χρέος από δέκα χιλιάδες τάλαντα. Εμείς είμαστε έτοιμοι να συγχωρέσουμε με τέτοια θεϊκή ευκολία χρέος εκατό δηναρίων που μας οφείλει ο άδελφός μας; Πιστέψτε με, όσο μεγάλο κι αν είναι το χρέος κάποιου ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του, όσο κι να αμάρτησε ένας άνθρωπος στον αδελφό ή το φίλο του, το χρέος αυτό δε θα ξεπερνά τα εκατό δηνάρια, σε σύγκριση με το τεράστιο χρέος που οφείλει ο καθένας μας στο Θεό. Όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, είμαστε καταχρεωμένοι στο Θεό. Οποτεδήποτε σκεφτούμε να οδηγήσουμε τους συνανθρώπους μας στο δικαστήριο για τα χρέη του, πρέπει να σκεφτούμε πως εμείς χρωστάμε στο Θεό απείρως περισσότερα. Εκείνος όμως μακροθυμεί, περιμένει, υπομένει και μας συγχωρεί. Πρέπει να θυμόμαστε πως με όποιο μέτρο μετράμε τους άλλους, θα μετρηθούμε κι εμείς. Πάνω απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Χριστός πάνω στο σταυρό: «Πάτερ, άφες αυτοίς!» (Λουκ. κγ’ 24). Όποιος έχει έστω και λίγη συνείδηση, θα ντραπεί όταν τα θυμηθεί αυτά και θα τραβήξει το χέρι του, δε θα συνεχίσει να καταδιώκει εκείνους που του οφείλουν κάποιο μικρό χρέος.

Αδελφοί μου! Ας βιαστούμε να συγχωρήσουμε όλες τις αμαρτίες και τις προσβολές που μας κάνουν, ώστε κι ο Θεός να συγχωρέσει όλες τις δικές μας αμαρτίες και προσβολές. Ας κάνουμε γρήγορα, προτού μας κρούσει την πόρτα ο θάνατος και μας πει: «Είναι πολύ αργά!» Πίσω από την πόρτα του θανάτου δε θα μπορέσουμε ούτε να συγχωρέσουμε ούτε να συγχωρεθούμε. Δόξα στο έλεος του Θεού και στη δικαιοσύνη Του. Δόξα και ύμνος στο θείο μας Διδάσκαλο και Κύριο Ιησού Χριστό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)
https://alopsis.gr

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Η έκλειψη, η μάζα, το πλήθος

από τον Roberto Pecchioli - 15 Αυγούστου 2026

Η έκλειψη, η μάζα, το πλήθος


Πηγή: EreticaMente

Εξωτερικό, μέρα, μια συνηθισμένη πόλη, οκτώ και είκοσι το πρωί, 12 Αυγούστου. Ενώ το ψηφιακό θερμόμετρο του σωζόμενου μαγαζιού με πατσά - η μόνη παραχώρηση στη νεωτερικότητα σε ένα κατάστημα που έχει επιβιώσει από το παρελθόν - δείχνει τριάντα δύο βαθμούς, ο φίλος του στο περίπτερο σηκώνει τα χέρια του ψηλά. Η τοπική εφημερίδα είναι ήδη εξαντλημένη: προσέφερε γυαλιά για την παρατήρηση της έκλειψης χωρίς ζημιές. Αλλού, κάποιος αστρονομικός ερευνητής αρπάζει την ευκαιρία, πουλώντας τις ίδιες προσωπίδες που προμηθεύτηκε, ποιος ξέρει από πού, πιθανώς πολύ ακατάλληλες για την προστασία του αμφιβληστροειδούς. Η εμπορευματική μορφή κερδίζει πάντα, μια κρίση για τον εαυτό της (Γκίντερ Άντερς, Ο Άνθρωπος Είναι Αρχαιωμένος).

Η ίδια πόλη, έξω το βράδυ. Κάθε σημείο που θεωρείται ευνοϊκό για την παρατήρηση της έκλειψης είναι γεμάτο με σέξι ανθρώπους όλων των ηλικιών. Σχεδόν όλοι φορούν παράξενους χρωματιστούς φακούς, φωτογραφίζονται με τα κινητά τους τηλέφωνα, ανεβάζοντας περήφανα τις εικόνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περιμένοντας το φεγγάρι να τοποθετηθεί μπροστά από τον ήλιο. Λίγοι αληθινοί ενθουσιώδεις, με τηλεσκόπια και άλλα όργανα, περιμένουν το αστρονομικό φαινόμενο με γνήσιο ενδιαφέρον, πιθανώς ενοχλημένοι από τα πλήθη. Ή μάλλον, από τις μάζες. Στην πραγματικότητα, σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει. ο ουρανός δεν μαυρίζει και λίγοι έχουν δει κάτι αξιομνημόνευτο. Πολλοί θα έχουν απογοητευτεί: το θέαμα δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Τα κινηματογραφικά ειδικά εφέ θα ήταν πολύ καλύτερα. Ποιος νοιάζεται: θα μπορούν να πουν «Ήμουν εκεί», όλα καταγεγραμμένα - εκτός από τα αντίγραφα ασφαλείας - από φωτογραφίες smartphone .

Φαινόμενα όπως οι εκλείψεις δεν με ενδιαφέρουν — το ομολογώ με κάποια ντροπή — και ποτέ δεν με έχουν ελκύσει τα πεφταστέρια που η λαϊκή φαντασία ονόμαζε δάκρυα του Σαν Λορέντζο. Ίσως επειδή αυτές οι σύντομες κοσμικές στιγμές οδηγούν σε μια συγκλονιστική αντανάκλαση: την απεραντοσύνη της δημιουργίας, τους αμετάβλητους νόμους της, την γελοία μικρότητα και παροδικότητα του Homo sapiens . Δεν νομίζω ότι πολλοί έχουν σκεφτεί με παρόμοιους όρους: καλύτερα έτσι, καλύτερα να μην ξεφυλλίζεις το βιβλίο του άγχους και απλώς να το αφήνεις να φύγει. Ένας αμέτρητος αριθμός συγχρόνων μας — οι άλλοι είναι μια αμελητέα μειονότητα — έχει το πιο γελοίο σύνδρομο του γελοίου ανθρώπου. Είναι ο φόβος του να χάσεις κάτι — το ακρωνύμιο FOMO στην αμερικανική γλώσσα ( φόβος του να χάσεις κάτι ). Είναι αχαλίνωτο στους νέους, αλλά προχωρά επίσης αδυσώπητα στους ενήλικες. Ακόμα και η έκλειψη, ένα κοσμικό φαινόμενο, είναι μια ευκαιρία για παρουσία, η ψευδαίσθηση του να ζεις μια εμπειρία, ένα συναίσθημα (λέξεις κενές από νόημα) ή απλώς του «να είσαι εκεί», ένας γκροτέσκος ευτελισμός του dasein του Χάιντεγκερ .

Χωρίς πλέον να είναι πρωταγωνιστής ή έστω κομπάρσος, ο άνθρωπος-μάζα αρκείται στο να είναι θεατής, με τη μύτη του σηκωμένη και τα γυαλιά του εκτεθειμένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περιμένοντας τα «likes» και τον φθόνο όσων απουσιάζουν. Μια μάζα, όχι πλήθος. Ο πρώτος σχηματίζεται σχεδόν τυχαία, δεν έχει τίποτα κοινό, αποτελείται από μοναχικά άτομα που συγκεντρώνονται προσωρινά στον ίδιο τόπο, όπως στην παραλία στις 15 Αυγούστου ή στον αυτοκινητόδρομο κάτω από τον ήλιο. Το πλήθος, από την άλλη πλευρά, γεννιέται, συγκεντρώνεται, έχει τη δική του ψυχολογία, δεν είναι μια τυχαία μάζα, μια άμορφη μάζα σφαγής. Οι εικόνες εξηγούν τα πάντα αμέσως, ακόμα και όταν είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Κυκλοφορεί μια αναπαράσταση σε δύο πίνακες. Ο πρώτος δείχνει, την ημέρα της έκλειψης, μια μάζα ανθρώπων με τα πρόσωπά τους σηκωμένα και τα γυαλιά τους να δείχνουν προς την έκλειψη. Στον δεύτερο, με τη λεζάντα «άνθρωποι κάθε μέρα», η ίδια μάζα έχει σκυμμένους ώμους και μάτια στα τηλέφωνά της. Αγνοεί τον ουρανό γεμάτο αεροπλάνα που παράγουν χημικές ουρές. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι, αιχμαλωτισμένοι σε δύο στιγμές μιας κοινωνικής, τυποποιημένης ύπαρξης, προγραμματισμένης από την εξουσία. Σε μια εποχή που κυριαρχείται από τον άγριο ανταγωνισμό μεταξύ εικόνων και ήχων, καθώς και από τον κορεσμό των οπτικών ερεθισμάτων, ακόμη και μια έκλειψη φαίνεται απογοητευτική. Αυτό είναι όλο; αναρωτιόμαστε. Κι όμως, στους ανθρώπους λένε ότι πρέπει οπωσδήποτε να τη δουν. Έτσι, στέκονται στην ουρά για να πάρουν αυτά τα γελοία γυαλιά, ιδρώνουν και υποφέρουν κάτω από τον αμείλικτο ήλιο, μερικώς και στιγμιαία κρυμμένοι από το λευκό φεγγάρι.

Η έκλειψη καταλήγει να γίνει ένα από εκείνα τα μυθιστορήματα που «πρέπει να διαβάσετε» ή τις ταινίες που «πρέπει να δείτε», οι οποίες στη συνέχεια αποδεικνύονται απογοητευτικές. Ωστόσο, οι μάζες σπεύδουν στα πιο εντυπωσιακά μέρη όχι για να τα θαυμάσουν, αλλά για να απαθανατίσουν τον εαυτό τους με τα τηλέφωνά τους και να τα δημοσιεύσουν ως σκηνικά στο Instagram (υπάρχει κάτι που καταστρέφει ένα θαύμα περισσότερο από το να το υποβαθμίσει σε ένα βίντεο ;) και αποδέχονται πειθαρχημένα την επείγουσα ανάγκη να γίνουν μάρτυρες ενός φαινομένου που θα τους έκανε να χασμουρηθούν αν το μεταδώσουν σε μια οθόνη. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ τις ουρές για να εμβολιαστούν. Διαβάζω οργισμένες αναρτήσεις που ρωτούν τι περιμένουμε για να επαναστατήσουμε, να δράσουμε και να αντιδράσουμε ενάντια σε μια εξουσία που κάνει ό,τι θέλει με περιφρόνηση για τους απλούς ανθρώπους. Πώς μπορεί μια μάζα να επαναστατήσει όταν κάνει ουρά για να αγοράσει χάρτινα γυαλιά για να δει κάτι που δεν θα την ένοιαζε και πολύ αν δεν της είχε επιβληθεί για μέρες; Εξαναγκασμό μέσω της επανάληψης του μηνύματος, το αλφάβητο της επικοινωνίας.

Γιατί είναι τόσο πρόθυμοι να μας δείξουν αυτή την ευλογημένη έκλειψη; Φαίνεται περίεργο που επιμένουν σε μια δωρεάν παράσταση. Ο Όσκαρ Ουάιλντ είπε ότι κανείς δεν εκτιμά ένα ηλιοβασίλεμα επειδή κανείς δεν πληρώνει για να το δει. Οι εκλείψεις είναι σαν τα ηλιοβασιλέματα: δεν αγοράζεις εισιτήριο. Πληρώνεις, ωστόσο, για να προστατευτείς από πιθανή βλάβη στα μάτια. Ένας κίνδυνος που θα μπορούσες να αποφύγεις δωρεάν κοιτάζοντας το έδαφος. Πολλοί απρόσεκτοι άνθρωποι έχουν καταλήξει στον οφθαλμίατρο. Το πιο όμορφο μέρος είναι η στιγμή που η μέρα για λίγο, ξαφνικά, μετατρέπεται σε νύχτα. Το ενδιαφέρον πράγμα που θα μπορούσε να κάνει, εκείνη τη στιγμή, θα ήταν να κοιτάξει γύρω του, αλλά κανείς δεν το κάνει: δεν είναι οι οδηγίες της τηλεόρασης, και όλοι θέλουν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα γυαλιά που δεν θα διαρκέσουν μέχρι την επόμενη έκλειψη.

Με απλά λόγια, η εξουσία διασφαλίζει – και επωφελείται από αυτήν – ότι οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε εξημερωμένες μάζες, αφού είχαν προσωρινά παραφρονήσει. Ο Gustave Le Bon ήταν ο πρώτος που το κατάλαβε αυτό, τον οποίο μιμήθηκαν άμεσα ο Walter Lippman («Κοινή Γνώμη»), ο Edward Bernays («Προπαγάνδα») και σήμερα ο ισχυρός μηχανισμός της κοινωνικής ψυχολογίας στην υπηρεσία της εξουσίας. Ιδού η τελευταία παράγραφος του βιβλίου του Le Bon «Ψυχολογία τού Πλήθους»: [Ο λαός] δεν γίνεται τίποτα περισσότερο από σκόνη μεμονωμένων ατόμων και επιστρέφει σε αυτό που ήταν στο σημείο εκκίνησης: ένα πλήθος, χωρίς συνέπεια και χωρίς μέλλον. Οι πληβείοι είναι κυρίαρχοι και οι βάρβαροι προχωρούν. Ο πολιτισμός μπορεί να φαίνεται ακόμα υπέροχος επειδή διατηρεί την εξωτερική πρόσοψη που δημιουργήθηκε από ένα μακρύ παρελθόν, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα σκουληκιασμένο οικοδόμημα που δεν στηρίζεται πλέον σε τίποτα και που θα καταρρεύσει με την πρώτη καταιγίδα. Το να περάσεις από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό κυνηγώντας ένα όνειρο, μόνο και μόνο για να παρακμάσει και να πεθάνεις μόλις αυτό το όνειρο χάσει τη συνέπειά του: αυτός είναι ο κύκλος ζωής ενός λαού.» Οριστική έκλειψη

Για το 91% της ιστορίας τους, τα τελευταία 249 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πόλεμο.

Alfredo Jalife Rahme - 15/08/2026

Για το 91% της ιστορίας τους, τα τελευταία 249 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πόλεμο.


Πηγή: Σαν τον Δον Κιχώτη


Το WarCosts είναι μια ανεξάρτητη πλατφόρμα δεδομένων από την TheDataProject.ai, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2026 και εδρεύει στη Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνια, η οποία δημιουργεί δωρεάν, ιχνηλάσιμες πλατφόρμες δεδομένων που υποστηρίζονται από τεχνητή νοημοσύνη για την προώθηση της διαφάνειας και της λογοδοσίας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Το WarCosts αναφέρει ότι, από την ανεξαρτησία τους το 1775, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπλακεί σε «πάνω από 36 μεγάλες συγκρούσεις» και «έχουν βιώσει ειρήνη μόνο για 22 από τα 249 χρόνια ύπαρξής τους», που σημαίνει ότι «βρίσκονται σε πόλεμο για το 91% της ιστορίας τους!», γεγονός που τις καθιστά μία από τις πιο επιρρεπείς σε πόλεμο χώρες στη σύγχρονη ιστορία ( https://bit.ly/3RSA4dN ).

1,35 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν πεθάνει σε όλους τους πολέμους των ΗΠΑ: 405.000 στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Β' Παγκόσμιο Πόλεμο), 116.000 στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (Α' Παγκόσμιο Πόλεμο), 58.000 στο Βιετνάμ και περισσότεροι από 7.000 στους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ «τα θύματα αμάχων στους πολέμους των ΗΠΑ υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια παγκοσμίως». Μόνο πέντε από τους πολέμους των ΗΠΑ έχουν κηρυχθεί επίσημα από το Κογκρέσο: ο Πόλεμος του 1812 (εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας σε συμμαχία με τους τοπικούς αυτόχθονες πληθυσμούς), ο πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Μεξικού, ο πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον της Ισπανίας, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος», ενώ «περισσότερες από 31 συγκρούσεις έχουν διεξαχθεί χωρίς επίσημη κήρυξη, συμπεριλαμβανομένων της Κορέας, του Βιετνάμ, του Ιράκ και του Αφγανιστάν», με 13 νίκες, πέντε ήττες και 13 «μη ολοκληρωμένες».

Ο πιο ακριβός πόλεμος ήταν ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», από το 2001 έως το 2021: πάνω από 8 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων δαπανών όπως η φροντίδα των βετεράνων - περισσότερο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος κόστισε 4,1 τρισεκατομμύρια δολάρια προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό. Ο πόλεμος στο Ιράν, «τον οποίο κανείς δεν ζήτησε, χωρίς ψήφο στο Κογκρέσο, χωρίς κήρυξη πολέμου, χωρίς στρατηγική εξόδου, χωρίς σαφές συμφέρον των ΗΠΑ», όταν ο Τραμπ έθεσε υποψηφιότητα με το σύνθημα «τέλος στους για πάντα πολέμους», κάτι που ο δικός του σύμμαχος Τάκερ Κάρλσον (TC) αποκαλεί «απόλυτα κακό και αποκρουστικό». Το μόνο ερώτημα που έχει σημασία: «Ποιανού είναι αυτός ο πόλεμος;» Φυσικά: Του Νετανιάχου/Ισραήλ! Ο πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να κοστίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες από 3 τρισεκατομμύρια έως 36 τρισεκατομμύρια δολάρια (εκτιμώμενο τελικό κόστος)! Το Warcosts αναρωτιέται αν η πολιτική των ΗΠΑ για «αλλαγή καθεστώτος έχει ποτέ λειτουργήσει», δεδομένου ότι «έχει επιχειρηθεί δεκάδες φορές από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»: το «τεκμηριωμένο αποτέλεσμα είναι καταστροφικό ».

Εκτός από το σχολιασμό της βρεφοκτονίας 180 κοριτσιών στο Μινάμπ (νότιο Ιράν) από το Ισραήλ και την επισήμανση της «επιρροής του Ισραήλ στην απόφαση του Τραμπ να εξαπολύσει τον πόλεμό του κατά του Ιράν», το Warcosts εκθέτει τους ωφελούμενους: 1-Ισραήλ/Νετανιάχου· 2-AIPAC και το ισραηλινό λόμπι · 3-Εργολάβους άμυνας: Lockheed Martin, RTX/Raytheon, Boeing, Northrop Grumman και General Dynamics· 4-Πολυεθνικές εταιρείες ενέργειας και κερδοσκόπους πετρελαίου· και 5-Κίνα/Ρωσία.

Μεταξύ των μεγάλων ηττημένων, κατατάσσει τους Αμερικανούς φορολογούμενους, ολόκληρη την περιοχή του Περσικού Κόλπου, την παγκόσμια οικονομία και το κίνημα MAGA. Το infographic του αναδεικνύει «τη μόνιμη πολεμική οικονομία της Αμερικής (η οποία, παρεμπιπτόντως, λογοκρίθηκε από «κάποιον»)» και πώς «η μόνιμη σύγκρουση έχει γίνει ο οικονομικός κανόνας». Παρεμπιπτόντως, αυτός ο ανίατος εθισμός στον πόλεμο, που αποτελεί μέρος του πολεμοχαρούς DNA του 91% της ιστορίας των ΗΠΑ, αμφισβητήθηκε στο πρόσφατο 10 σημείων «Μανιφέστο Μετά το MAGA» του Tucker Carlson ( https://bit.ly/3U1cSKT ), το οποίο παρουσίασε σε μια σχεδόν δίωρη ζωντανή μετάδοση ( https://bit.ly/4cuUuQW ), επικρίνοντας την ξένη επιρροή του Ισραήλ.

Ο Κάρλσον αποχώρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και συμμάχησε με εξέχουσες αντιφρονούσες προσωπικότητες όπως η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, επιχειρηματίας και πρώην βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Τόμας Μάσι, Ρεπουμπλικανός βουλευτής με σπουδές στο MIT, ο οποίος ηγήθηκε της προσπάθειας για διευκρίνιση των διαβόητων «αρχείων Έπσταϊν» και έχει επικριθεί για τις δωρεές του στην καμπάνια AIPAC, και ο Τζο Κεντ, ο οποίος παραιτήθηκε από επικεφαλής της μονάδας αντιτρομοκρατίας, οι οποίοι έχουν επαναστατήσει ενάντια στον πόλεμο Τραμπ/Νετανιάχου κατά του Ιράν.

Θα μπορέσει ο Κάρλσον και η ομάδα του να σώσουν τις «Ηνωμένες Πολιτείες» από τον ανίατο εθισμό τους στους πολέμους που χαρακτηρίζουν το 91% της ιστορίας τους;

Πηγή:
https://noticiasholisticas.com.ar/91-de-su-historia-desde-hace-249-anos-eeuu-ha-estado-en-guerra-por-alfredo-jalife-rahme/
Μετάφραση από το συντακτικό προσωπικό του ComeDonChisciotte.org

Ο «εγωκεντρικός καταναλωτισμός» μας χωρίζει από όλους: ακόμη και από τον εαυτό μας

από τον Φράνκο Αρμίνιο - 15 Αυγούστου 2026

Ο «εγωκεντρικός καταναλωτισμός» μας χωρίζει από όλους: ακόμη και από τον εαυτό μας


Πηγή: Il Fatto Quotidiano


Σήμερα, είναι δύσκολο να ορίσουμε την κατάσταση ενός μικρού τόπου, πόσο μάλλον ενός ολόκληρου έθνους. Θα τολμούσα να δώσω ένα όνομα για το κακό της Ιταλίας. Θα το ονόμαζα εγωκεντρικό καταναλωτισμό. Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι είχε πολλά να πει για τον καταναλωτισμό. Σταμάτησε, θύμα, κατά μία έννοια, της κατανάλωσης - της σεξουαλικής κατανάλωσης. Η διασπορά του κόσμου, που καθοδηγείται από τον μηχανισμό παραγωγής-κατανάλωσης, έχει συνεχιστεί και έχει γίνει διάχυτη. Πιστεύω ότι αφορά ολόκληρο τον κόσμο, αλλά γνωρίζω μόνο λίγα για την Ιταλία, και θέλω να μιλήσω για την Ιταλία.
Μου φαίνεται ότι όποιος ρίχνει το βάρος των προβλημάτων στην ισορροπία αριστεράς-δεξιάς είναι παραπλανημένος. Δεν νομίζω ότι φταίνε ή είναι υπεύθυνοι για την πορεία του έθνους μας. Η κοινωνία που βλέπουμε δεν διαμορφώνεται από τις άρχουσες τάξεις. Αντίθετα, οι άρχουσες τάξεις φαίνεται να διαμορφώνονται από μια κοινωνία που μοιάζει με μέδουσα, στην οποία κάθε άτομο ασχολείται με το να δημιουργήσει χώρο για τον εαυτό του αντί να προσπαθεί να καταλάβει τι υπάρχει σε κάθε χώρο.
Μπορεί να είναι μια πόλη ή μια κωμόπολη, μπορεί να βρίσκεται στον Βορρά ή στον Νότο, το αίσθημα ενός ανεπαρκούς μέρους που κατοικείται από άβολα ανθρώπινα όντα εκδηλώνεται πάντα. Ο εγωκεντρικός καταναλωτισμός είναι η τομή του καταναλωτισμού και της μετατόπισης από το πραγματικό στο μη πραγματικό, από τη ζωή της γης στην άψυχη γη του ψηφιακού κόσμου.
Στην εποχή του Παζολίνι, ο καταναλωτισμός εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει μια κοινωνική δομή που ήταν ακόμα ισχυρή. Πολιτικά κόμματα και κοινότητες υπήρχαν. Τα συμφέροντα ήταν σαφή, μαζί με εκείνους που τα υπερασπίζονταν και εκείνους που τα αντιτίθεντο. Από ένα σημείο και μετά, κάτι έσπασε. Ο καθένας αποσύρθηκε στις ζωές του και βρέθηκε με το δικό του φάντασμα, επειδή μια ζωή που αγωνίζεται να είναι τα πάντα δεν είναι τελικά τίποτα. Το να θέλεις έχει γίνει ένα ζήτημα του να μην ξέρεις πλέον τι θέλω, τι χρειάζομαι, με ποιον πρέπει να είμαι, ποιον πρέπει να αποφεύγω. Οι σχέσεις αγάπης και φιλίας έχουν εισέλθει σε έναν διαλυτικό πολλαπλασιασμό. Δεν ξέρω πού είσαι, δεν ξέρεις πού βρίσκομαι εγώ. Συναντιόμαστε πάντα στο ίδιο σταυροδρόμι: την πλήξη ή την αγανάκτηση. Σχέσεις που αδειάζουν τον εαυτό τους γεμίζοντας τον εαυτό τους. Από τη ρευστότητα του Μπάουμαν στην αέρια κοινωνία: ο καθένας ζει στο δικό του αερόστατο, δεν κατοικούμε πλέον στη Γη, δεν είμαστε πλέον ευθυγραμμισμένοι στους ίδιους χώρους. Ο εγωκεντρικός καταναλωτισμός μας χωρίζει από όλους, ακόμη και από τον εαυτό μας. Έχουμε γίνει αμφιλεγόμενα πλάσματα. Δεν είναι σαφές αν είμαστε αυτό που λέμε ότι είμαστε ή το αντίθετό του, αν είμαστε οι πολλαπλασιαστές του εαυτού μας ή οι ροκανιστές της ύπαρξής μας, η οποία έχει αραιώσει σε σημείο ανυπαρξίας. Τα αγαθά με τα οποία στολίζουμε τον εαυτό μας σίγουρα δεν θα μας δώσουν πραγματικότητα. Κινδυνεύουμε να γίνουμε σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο όπου το δέντρο δεν είναι πια εκεί, μόνο τα στολίδια παραμένουν.
Η επίκληση του φασισμού σε μια τέτοια κατάσταση είναι σαν να παίζεις χιονόμπαλες στην έρημο. Το κακό είναι η εμπορευματοποίηση των πάντων, ακόμα και των ψυχών, και μια τέτοια διαδικασία δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή. Είναι καπιταλισμός, που είναι ταυτόχρονα άγριος ​​και απαθής. Δεν υπάρχει σχέδιο να κατακτήσει κανείς τον κόσμο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ακόμα και η αυταρχική τάση του Τραμπ μοιάζει περισσότερο με το να γίνει αντιληπτός παρά με ένα στοχαστικό πολιτικό σχέδιο. Είναι ένας κόσμος αυτοσχεδιαστών σε κάθε τομέα, και το άθροισμα αυτών των αυτοσχεδιασμών είναι ένας κόσμος χωρίς πεπρωμένο, μια μπάλα που αναπηδά απρόβλεπτα, όπως οι ερωτικές συνομιλίες ή οι διαμάχες μεταξύ κρατών. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε και να απαλλαγούμε
από όλα τα διακοσμητικά στοιχεία. Ο εγωκεντρικός καταναλωτισμός μας μετατρέπει σε σπίθες που δεν προέρχονται από φωτιά. Δεν δίνουμε ζεστασιά σε κανέναν, και κανείς δεν παίρνει ζεστασιά σε αυτόν τον φρενιασμένα ακίνητο κόσμο. Αν υπάρχει θεραπεία, είναι απλώς να βλέπουμε το κακό και να του δίνουμε το σωστό όνομα. Προς το παρόν, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Αλλά δεν θα είναι πάντα έτσι. Ο εγωκεντρικός καταναλωτισμός έχει επίσης ακολουθήσει το μονοπάτι τού φαινομένου και επομένως μπορεί να διαλυθεί πριν καταλάβουμε πώς να τον καταπολεμήσουμε.

Κοράλλις Λάις(Κοραλλιογενή ψέματα)

Δεδομένου ότι όλοι βρίσκονται σε διακοπές ή ονειρεύονται διακοπές, η ιδανική φωτογραφία για σήμερα είναι αυτή στην κορυφή: απεικονίζει τον κοραλλιογενή ύφαλο που, σύμφωνα με τους κλιματικούς καταστροφολόγους, θα έπρεπε ήδη να έχει εξαφανιστεί, άρρωστος και ετοιμοθάνατος. Ακούμε αυτόν τον ισχυρισμό εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια με τόσο ακλόνητη βεβαιότητα που αυτό το υποτιθέμενο γεγονός έχει γίνει μέρος του νοητικού τοπίου, ένα από αυτά τα φέροντα τείχη στη συνολική αφήγηση ενός κόσμου που απλά δεν υπάρχει, μια επίπεδη σφαίρα ανοησίας για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δυστυχώς, ή μάλλον, ευτυχώς, αυτό δεν ισχύει καθόλου: οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δεν ήταν ποτέ τόσο υγιείς, και στην πραγματικότητα, το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Θαλάσσιων Επιστημών, το οποίο μελετά τον μεγαλύτερο ύφαλο στον πλανήτη, παρατήρησε στην τελευταία του έκθεση του 2025-26 ότι η κάλυψη των σκληρών κοραλλιών έχει παραμείνει σταθερή ή ακόμα και έχει αυξηθεί σε μεγάλο μέρος της τεράστιας Κοραλλιογενούς Θάλασσας μήκους 2.300 χιλιομέτρων, «αποδεικνύοντας την ικανότητα πολλών κοραλλιογενών υφάλων να αντέχουν και να ανακάμπτουν από διαταραχές όταν το στρες είναι περιορισμένο και οι συνθήκες είναι ευνοϊκές».

Το παρακάτω γράφημα το καταδεικνύει περίτρανα: για τουλάχιστον πέντε χρόνια έχει παρατηρηθεί μια εξαιρετική αύξηση στην κάλυψη, η οποία σήμερα είναι πολύ ευρύτερη από ό,τι ήταν το 1985
.

Φυσικά, καμία είδηση ​​σχετικά με αυτό δεν έχει διαρρεύσει στην mainstream δημοσιότητα. Για χρόνια, καθώς η κοραλλιογενής κάλυψη του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου έφτασε σε νέα ιστορικά υψηλά, φημολογούνταν ακριβώς το αντίθετο. Ένα προσωρινό φυσικό φαινόμενο λεύκανσης το 2024 προσέφερε μια αχτίδα αποκαλυπτικής ελπίδας, με την Guardian να αναφέρει πέρυσι ότι τα κοράλλια του Μεγάλου Κοραλλιογενούς Υφάλου θα μπορούσαν να φτάσουν σε ένα «σημείο χωρίς επιστροφή» πέρα ​​από το οποίο δεν θα μπορούσαν πλέον να ανακάμψουν αρκετά γρήγορα. Ήταν ένα από τα « μεγάλα καταστροφικά γεγονότα ». Αλλά μετά πρέπει να παραδοθείς στην πραγματικότητα, κάτι που συχνά σημαίνει είτε να συνεχίσεις να ψεύδεσαι είτε να παραμένεις σιωπηλός μέχρι να βρεθεί κάποιο είδος ερείσματος που θα επιτρέψει την αναπαραγωγή του ίδιου παλιού δίσκου στο πικάπ των μέσων ενημέρωσης.

Το γεγονός είναι ότι όλα αυτά ονομάζονται Φύση. Ποιος θα φανταζόταν ότι τα κοράλλια, που υπάρχουν εδώ και εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια, βιώνοντας κάθε είδους κλίμα και θερμοκρασία, θα μπορούσαν να επιβιώσουν από μικρές διακυμάνσεις στη θερμοκρασία του νερού, επιφανειακές καταιγίδες και επιθέσεις από άλλα θαλάσσια πλάσματα; Προφανώς, ούτε καν ο George Monbiot της Guardian το γνώριζε αυτό , δηλώνοντας τον Ιούνιο του 1999: «Η επικείμενη ολική καταστροφή των κοραλλιογενών υφάλων του κόσμου δεν είναι μια ιστορία τρόμου, αλλά ένα γεγονός». Αλλά ζούμε σε μια εποχή μετά την αλήθεια, στην οποία κάθε αντιεπιστημονική ανοησία, όσο εύκολα και αν διαψεύδεται, βασιλεύει σε συναισθηματικούς αγγελιοφόρους και την πιο παθητική ευπιστία, που κρύβουν τη φύση των πολιτικά υποκινούμενων αφηγήσεων. Ποιος νοιάζεται να κατανοήσει την λεπτομερή επιστήμη των υποβρύχιων κοραλλιών όταν τα παιδιά και οι ενήλικες πρέπει να φοβούνται την επικείμενη οικολογική κατάρρευση; Συνεχίστε: οι πολικές αρκούδες, οι μέλισσες, οι πιγκουίνοι, οι σκώροι και τα κοράλλια δεν νοιάζονται, όπως και όλα τα άλλα απειλούμενα είδη που, αν χρειαστεί, μπορούν να μεταφερθούν στο πεδίο. Καλό Φεραγκόστο (Ferragosto).

Το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου – Άγιος Νικόλαος Ζίτσης (Βελιμίροβιτς)


              Το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου – Άγιος Νικόλαος Ζίτσης (Βελιμίροβιτς)

Ιδού, η Αγία Παρθένος δεν έγραψε τίποτε σε χαρτί που θα μπορούσε να ονομαστεί Ευαγγέλιο. Ούτε κάποιος άλλος κατέγραψε τα λόγια της και τα δημοσίευσε ως δικό της Ευαγγέλιο. Το μόνο που διασώθηκε από τα λόγια της και καταγράφηκε στο Ευαγγέλιο του Λουκά είναι ο ευχαριστήριος ύμνος της προς τον Θεό: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον». Αυτός ο ύμνος ψάλλεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε ημέρα κατά την ακολουθία του Όρθρου. Ως προς την ομορφιά του, αυτός ο ύμνος της Θεοτόκου μπορεί να συγκριθεί με τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ. Και ως προς το βάθος και τη σοφία του, αποτελεί ένα μικρό Ευαγγέλιο.

Αναμφίβολα, η Θεομήτωρ πρόφερε ακόμη πολλά θαυμάσια λόγια και νουθεσίες κατά τη διάρκεια της ζωής της. Όμως, κατά τη θεία Πρόνοια, αυτά παρέμειναν κρυμμένα από εμάς. Αλλά, αδελφοί μου, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν βρίσκεται στα λόγια της, αλλά στη ζωή της. Ολόκληρη η ζωή της είναι Ευαγγέλιο, είναι μια μεγάλη Χαρμόσυνη Αγγελία προς το ανθρώπινο γένος. Διότι το Ευαγγέλιο πάντοτε και για πάντα σημαίνει Χαρμόσυνη Αγγελία.

Ας εξετάσουμε το πρώτο και εισαγωγικό φύλλο:


Οι άγιοι Ουρανοί ανήγγειλαν μέσω αγγέλου στον Ιωακείμ και στην Άννα ότι, ως απάντηση στην προσευχή τους, θα τους δοθεί μία θυγατέρα, την οποία όλες οι γενεές της γης και όλοι οι λαοί θα ονομάζουν ευλογημένη. Τι βλέπουμε εδώ; Πρώτον, βλέπουμε προσευχή με ελπίδα· δεύτερον, την εισάκουση και την αγγελική φανέρωση· τρίτον, τον τοκετό μιας υπέργηρης και στείρας γυναίκας. Τρεις χαρές μαζί, δεμένες η μία με την άλλη.

Είναι χαρά να βλέπει κανείς ανθρώπους που προσεύχονται στον Θεό με πίστη και ελπίδα και ζητούν από τον Θεό κάτι που σε ολόκληρο τον κόσμο φαίνεται αδύνατο και γελοίο. Είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Θεός ακούει ακόμη και τέτοιες προσευχές και δίνει την υπόσχεσή Του. Και είναι χαρά να βλέπει κανείς πώς ο Κύριος δεν καταισχύνει τις προσευχές, την πίστη και την ελπίδα των δικαίων, αλλά πραγματικά, κατά τρόπο θαυμαστό, εκπληρώνει την επιθυμία τους ενάντια στους νόμους της φύσεως — Εκείνος, ο Δημιουργός της φύσεως.

Αυτό είναι το πρώτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου, φύλλο πλούσια φωτισμένο από το ουράνιο φως και περίλαμπρα στολισμένο. Όποιος διαβάσει και κατανοήσει σωστά αυτό το φύλλο, θα γεμίσει με μεγάλη σοφία και θα αποκομίσει μεγάλη ωφέλεια.

Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο φύλλο.

Ως τρίχρονο κοριτσάκι, η Μαρία παραδόθηκε στον Ναό και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του Θεού — ως δούλη του Κυρίου. Και υπηρέτησε πιστά και με χαρά, χωρίς μισθό και χωρίς επίγεια ανταμοιβή, επί έντεκα ολόκληρα χρόνια. Δεν επρόκειτο για κάποια ιδιαίτερη, εκλεκτή ή εκλεπτυσμένη υπηρεσία, αλλά για μια συνηθισμένη, εντελώς συνηθισμένη διακονία. Αυτή συνίστατο στο ράψιμο, στο κέντημα και σε άλλες γυναικείες εργασίες, καθώς και στη μεταφορά νερού από μακριά, μέσα στο κρύο και στη ζέστη, στο καθάρισμα και στο πλύσιμο, στην υποδοχή των επισκεπτών και στην υπακοή προς τους ιερείς, τους Λευίτες και όλους τους προεστώτες του Ναού.

Ήταν μια υπηρεσία χωρίς γογγυσμό, καθαρή και αγία. Μια ψυχή γεμάτη βαθιά σιωπή, μέσα στην οποία αντηχούσε αδιάκοπη προσευχή προς τον Θεό. Αυτή η αγόγγυστη, προσευχητική και εντελώς ανιδιοτελής υπηρεσία, χωρίς μισθό και χωρίς καμία επίγεια ανταμοιβή — δεν είναι άραγε το δεύτερο υπέροχο φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;

Η Εύα στον Παράδεισο ήταν κυρία, την οποία υπηρετούσαν όλα τα επίγεια δημιουργήματα· κι όμως, απομακρύνθηκε από τον Θεό, άδειασε από την ευχαριστήρια προσευχή προς τον Δημιουργό της και, μέσα στην υπερηφάνειά της, προτίμησε να υπακούσει στον διάβολο παρά στον Θεό.

Η αγία Παρθένος Μαρία, αντίθετα, δεν ήταν κυρία αλλά δούλη, πιστή και αφοσιωμένη δούλη του Κυρίου μέσα σε έναν αμαρτωλό κόσμο και ανάμεσα στους πειρασμούς του κόσμου.

Ας κοιτάξουν όλοι αυτό το ευαγγελικό φύλλο, το οποίο η Θεοτόκος έγραψε με την υπηρεσία της προς τον Θεό επί έντεκα ολόκληρα χρόνια, και ας φωτίσουν την ψυχή τους με τη λευκότητα της καθαρότητας και με τη λάμψη του όλοι εκείνοι που σε ολόκληρη τη ζωή τους υπηρετούν μόνο τον εαυτό τους και σε ολόκληρη τη ζωή τους αισθάνονται ανόητοι όπως η Εύα, σκοτεινοί όπως ο σκοτεινός δαίμονας και δυστυχισμένοι όπως ο Κάιν.

Όποιος διαβάσει σωστά αυτό το δεύτερο φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, θα διώξει από την ψυχή του το αρχαίο φίδι, θα αναγεννηθεί, θα φωτιστεί και θα σωθεί.

Τρίτο φύλλο.


Στη Ναζαρέτ εμφανίζεται στην αγία Παρθένο Μαρία ο μέγας αρχάγγελος του Θεού Γαβριήλ, την αποκαλεί κεχαριτωμένη και ευλογημένη μεταξύ των γυναικών και της αποκαλύπτει το μυστήριο της αιώνιας Προνοίας: ότι θα γεννήσει τον Υιό του Θεού και Βασιλέα των βασιλέων, του οποίου η Βασιλεία δεν θα έχει τέλος.

Πόσο θα υπερηφανευόταν από μια τέτοια ανήκουστη τιμή η Εύα, η κυρία του Παραδείσου! Όμως η ταπεινή Μαρία δεν υπερηφανεύθηκε. Αισθάνθηκε τη μεγάλη χαρά που της ανήγγειλε ο αρχάγγελος του Θεού, αλλά ο φόβος του Θεού κρατούσε αυτή τη χαρά κλεισμένη βαθιά μέσα στην καρδιά της.

Χαρά μαζί με φόβο — αυτή ακριβώς είναι, αδελφοί, η αγία χαρά, η οποία ποτέ δεν άφησε τους Αγίους του Θεού να παραφρονήσουν από την έπαρση και να υπερηφανευθούν για τον εαυτό τους.


Τη μεγαλύτερη τιμή από τον Θεό τους την δέχονταν με το ερώτημα: ποια άραγε υπηρεσία συνδέεται με αυτή την τιμή; Δεχόμενοι την τιμή, δεν σκέφτονταν την τιμή, αλλά την υπηρεσία. Δεχόμενοι το δώρο, φρόντιζαν για το αντίδωρο, για το χρέος τους προς τον ελεήμονα Δημιουργό τους.

Έτσι και η Παναγία Θεοτόκος. Όταν άκουσε ολόκληρο το μήνυμα του αρχαγγέλου, απάντησε:

«Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

Αυτό είναι το τρίτο φύλλο του Ευαγγελίου της πρώτης δούλης του Κυρίου. Ένα θαυμαστό και πανέμορφο ευαγγελικό φύλλο, επάνω στο οποίο είναι γραμμένα η ταπείνωση και η αγία χαρά.


Χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο σήμερα έχουν ανάγκη από αυτό το Ευαγγέλιο όπως από τον επιούσιο άρτο — πολλές χιλιάδες από εκείνους που έλαβαν τιμές από τον Θεό, αλλά αρνήθηκαν να υπηρετήσουν τον Θεό· που υπερηφανεύθηκαν για τα δώρα του Θεού σαν να ήταν δικά τους και δεν σκέφτονται καν το αντίδωρο· που έχουν μια χυδαία ικανοποίηση, αλλά δεν έχουν αγία χαρά, επειδή δεν έχουν φόβο Θεού.

Αυτοί είναι βαριά άρρωστοι, των οποίων οι άρρωστες ψυχές κείτονται μέσα στο σώμα σαν επάνω σε νεκρική κλίνη. Αν δεν πάρουν εγκαίρως το φάρμακο που τους προσφέρει η Αγία Θεοτόκος με το Ευαγγέλιό της, δηλαδή την ταπείνωση και την αγία χαρά, θα πεθάνουν με αιώνιο θάνατο, από τον οποίο δεν θα υπάρξει Ανάσταση.

Ας γυρίσουμε παρακάτω τις σελίδες.

Όταν ο δίκαιος Ιωσήφ υποψιάστηκε την Αγία Παρθένο, όταν αμφέβαλε για την παρθενική της τιμή βλέποντάς την έγκυο, εκείνη δεν δικαιολογήθηκε. Όπως δεν φοβήθηκε όταν άκουσε από τον αρχάγγελο είδηση που ποτέ άλλοτε δεν είχε ακούσει γυναικείο αυτί, έτσι και τώρα δεν φοβήθηκε τις υποψίες και τις απειλές του Ιωσήφ.

Εκτελούσε το καθήκον της, κρατώντας την ψυχή της μέσα σε βαθιά σιωπή, από την οποία αντηχούσε μια μουσική προσευχής, ακουστή μόνο στον Θεό τον Ύψιστο. Και την υπεράσπιση του εαυτού της, της αγνότητάς της και της αθωότητάς της, την άφηνε στον Θεό.
Και ο Θεός έκανε ό,τι έπρεπε να γίνει. Μέσω του αγγέλου Του δικαίωσε ενώπιον του Ιωσήφ τη δούλη Του (Ματθ. 1,20).

Δεν είναι άραγε αυτό, αδελφοί, ακόμη ένα χρυσό φύλλο από το Ευαγγέλιο της πρώτης δούλης του Κυρίου;

Και δεν μαθαίνουμε από αυτό το φύλλο ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τους ανθρώπους όταν υπηρετούμε τον Θεό; Ούτε να φοβόμαστε για την τιμή μας όταν αγωνιζόμαστε για την τιμή του Θεού; Ούτε να ντρεπόμαστε μπροστά στους ανθρώπους όταν υπομένουμε κάτι που είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;

Ας ξεφυλλίσουμε και πολλά άλλα φύλλα από το Ευαγγέλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ας κατανοήσουμε τα χρυσά τους γράμματα και ας διδαχθούμε από τις σιωπηλές αλλά ζωντανές εικόνες τους.

Ποιμένες και βασιλείς, μαζί με αγγέλους, προσκυνούν τον Υιό της στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, κι εκείνη φυλάσσει όλα αυτά βαθιά μέσα στην καρδιά της και σιωπά· και σιωπώντας φροντίζει για το Παιδί της, πώς να το σπαργανώσει και πώς να το θρέψει.

Σε κάθε στιγμή δόξας Εκείνου, εκείνη ζητά να εκπληρώσει το δικό της χρέος. Το ίδιο και σε κάθε στιγμή φόβου και τρόμου, εκείνη πάλι ζητά μόνο να εκπληρώσει το χρέος της, αφήνοντας όλα τα υπόλοιπα στο θέλημα του Θεού.

Όταν ο Ηρώδης αναζητεί με το ξίφος τον Υιό της, εκείνη ακούει τη φωνή του Θεού, παίρνει το Παιδί στην αγκαλιά της και καταφεύγει στη σκοτεινή και μακρινή Αίγυπτο. Χωρίς φόβο για τον Ηρώδη, αλλά με τον αδιάκοπο φόβο του Παντοδύναμου Θεού.

Όταν ο Υιός της χύνει την ουράνια διδασκαλία σαν ζωοποιό βροχή επάνω στις αποξηραμένες ανθρώπινες ψυχές, εκείνη ακούει και σιωπά όπως και οι άλλοι — μάλιστα σιωπά περισσότερο από όλους τους άλλους.

Όταν Εκείνος επιτελεί θεία θαύματα, όταν πλήθη λαού συρρέουν πίσω Του σαν πίσω από τον Λυτρωτή και Σωτήρα τους, όταν Τον εξυψώνουν και Τον δοξάζουν, εκείνη ακολουθεί από μακριά μαζί με τις άλλες ευσεβείς γυναίκες και φροντίζει τι θα μπορούσε η ίδια, ως μητέρα, να κάνει για Εκείνον, τον Παντοδύναμο και Πάμπλουτο.

Όταν κάποιος μέσα από το πλήθος φωνάζει προς τον Κύριο: «Μακαρία η κοιλία που σε βάστασε και οι μαστοί που θήλασες», εκείνη δεν εμφανίζεται και δεν λέει: «Εγώ Τον βάστασα και εγώ Τον θήλασα», αλλά κρύβεται πράα μέσα στο πλήθος του λαού, σκεπτόμενη μόνο με ποιον τρόπο θα μπορούσε να Τον υπηρετήσει — εκείνη, η δούλη του Κυρίου.


Τι θαυμαστή νουθεσία για εκείνες τις μητέρες που, όταν τα παιδιά τους πάρουν έναν καλό βαθμό σε κάποιο μικρό σχολικό μάθημα, τα ανακηρύσσουν ιδιοφυΐες, εξαιρετικά παιδιά, υπερβολικά προικισμένα, πρόωρα ώριμα, και με αυτούς τους παράλογους επαίνους κάνουν τα παιδιά τους να χάσουν το μέτρο και τρέφουν μέσα τους τα σκουλήκια της φιλαυτίας και της υπερηφάνειας!

Και όταν αυτά τα «ιδιοφυή» παιδιά μεγαλώσουν, αρνηθούν τον Θεό, βυθιστούν στην ανηθικότητα και αποκαλέσουν τις μητέρες τους αγροίκες, τότε εκείνες οι ανόητες μητέρες, πνιγμένες στα δάκρυα, αντιλαμβάνονται ότι δεν ανέθρεψαν ιδιοφυΐες, αλλά δαίμονες.

Ας σταθούμε όμως σε αυτό το φύλλο, στο οποίο παρουσιάζεται η σταύρωση του Υιού του Θεού και η σταύρωση της καρδιάς της Θεομήτορος, σύμφωνα με την προφητεία του γηραιού Συμεών του Θεοδόχου (Λουκ. 2,35). Ο Ποιμένας επλήγη και το ποίμνιο διασκορπίστηκε. Αλλά πού θα μπορούσε να φύγει εκείνη, η Μητέρα; Εκείνη στέκεται σιωπηλή και πονεμένη δίπλα στον Σταυρό. Με την παρουσία της εκεί μαρτυρεί ότι Αυτός είναι ο Υιός του Ανθρώπου, ο Υιός της, και ότι εκείνη είναι η Μητέρα Του. Κάθε επώδυνος σπασμός του Εσταυρωμένου Κυρίου επαναλαμβάνεται μέσα στην ψυχή της σαν χτύπημα μαχαιριού. Κάθε οδυνηρή κραυγή Του αντηχεί στην ψυχή της όχι σαν ηχώ, αλλά σαν βροντερός κρότος. Εκείνη όμως κρατά το στόμα της κλειστό και τη γλώσσα της άφωνη, ώστε η ψυχή της να μην έχει πού να ξεχύσει τον πόνο της. Και έτσι η ψυχή της, φορτωμένη υπέρμετρα με πόνο, να αισθανθεί όλο το βάρος των σταυρικών Του βασάνων.

Ενώ οι ληστές ουρλιάζουν από τους πόνους, ενώ ο Υιός της συσπάται μέσα στις επιθανάτιες αγωνίες, ενώ οι αποσκληρυμένοι στρατιώτες στέκονται αδιάφοροι απέναντι στα βάσανα των άλλων και κοιτάζουν μόνο τι θα μπορούσαν να κλέψουν ή να αρπάξουν από τα υπάρχοντα των σταυρωμένων, και ενώ η άθεη αγέλη των Ιουδαίων αρχόντων με τα γέλια και τους εμπαιγμούς της αυξάνει τη φρίκη και τον τρόμο της μεγάλης ανομίας, τι κάνει εκείνη; Στέκεται κοντά στον Σταυρό, ολόκληρη παραδομένη στο θέλημα του Θεού, όπως πάντοτε, με το βουητό της προσευχής μέσα στην καρδιά της, διακοπτόμενο από τις πύρινες οδύνες του πόνου, και με το σιωπηλό ερώτημα: «Με τι μπορεί να Σε υπηρετήσει η δούλη του Κυρίου, Υιέ μου και Θεέ μου;»

Ω γλυκιά Μητέρα! Μητέρα πάνω από όλες τις μητέρες! Πόσο πολύ, πόσο απέραντα υπηρετείς τον Θεό και τους ανθρώπους απλώς και μόνο στεκόμενη εκεί, δίπλα στον Εσταυρωμένο Κύριο! Πρώτα απ’ όλα, πόσο πολύ υπηρετείς την Ορθόδοξη Πίστη στεκόμενη σε εκείνον τον φοβερό τόπο! Με αυτό κλείνεις για πάντα τα στόματα των αιρετικών όλων των εποχών, οι οποίοι θα διδάσκουν ψευδώς ότι ο Χριστός ήταν φαινομενικός άνθρωπος και όχι αληθινός άνθρωπος.


Αν ήταν φαινομενικός άνθρωπος, τότε τι κάνεις εσύ κάτω από τον Σταυρό, στον αιματοβαμμένο Γολγοθά; Αν Τον γέννησες ως φάντασμα και αν ως φάντασμα Τον κράτησες στην αγκαλιά σου, από πού προέρχεται τόσος πόνος μέσα στην ψυχή σου, Πανάχραντε Αμνά του Θεού; Γιατί θα θρηνούσες για ένα φάντασμα;

Αν ο Χριστός είναι φαινομενικός άνθρωπος, τότε μόνο οι ληστές υποφέρουν επάνω στους σταυρούς τους, και όχι Εκείνος που κατέβηκε για να σώσει τους ληστές. Τότε φαινομενική είναι και η ενανθρώπηση του Υιού του Θεού, φαινομενικό το σώμα Του, φαινομενικό το πάθος Του, φαινομενική η μητρότητά σου, και τέλος — ω φρίκη! — φαινομενική και η αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους.

Όλο αυτό το σύνολο των βλασφημιών εσύ το συντρίβεις σε σκόνη με την παρουσία σου κάτω από τον Σταυρό Του και με τον σταυρό μέσα στην ψυχή σου. Γι’ αυτό οι αιρετικοί δεν σε αγαπούν και δεν σε τιμούν, Θεοτόκε. Γι’ αυτό τους είναι μισητό το όνομά σου, όπως μισητοί τους είμαστε και όλοι εμείς που σε αναγνωρίζουμε και σε δοξάζουμε ως Θεομήτορα. Εμείς όμως σε επικαλούμαστε και σε δοξάζουμε ως τον πρώτο προσωπικό μάρτυρα και στύλο της Ορθόδοξης Πίστεως:
της πίστεως στην αληθινή ενανθρώπηση του Θεού Λόγου,
της πίστεως στην απέραντη αγάπη Του προς το ανθρώπινο γένος,
της πίστεως στην αληθινή θυσία Του για τη σωτηρία των αμαρτωλών,
της πίστεως στις φοβερές πληγές του σώματός Του,
της πίστεως στο πανάχραντο αίμα Του που χύθηκε και στον αληθινό θάνατό Του.

Εσύ τα μαρτύρησες όλα αυτά, Οδηγήτρια, με το δικό σου πάθος κάτω από τον Σταυρό του Πάσχοντος. Στη δική σου μαρτυρία προσφεύγει η Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, ψάλλοντας τα Σταυροθεοτοκία, μνημονεύοντας το δικό σου πάθος εξαιτίας των δικών Του παθών και τους στεναγμούς σου, Αμνά του Θεού, για τον Εσταυρωμένο Αμνό του Θεού.

Και επιπλέον — πέρα από αυτή την ανυπολόγιστη υπηρεσία προς την Ορθόδοξη Πίστη — πόσο θαυμαστά υπηρετείς και καθέναν από εμάς προσωπικά, διδάσκοντάς μας με πόση πραότητα πρέπει να σηκώνουμε τον σταυρό μας κατά τον θανάσιμο αποχωρισμό από τα παιδιά μας, τους συγγενείς και τους φίλους μας! Με ήσυχο πόνο, ο οποίος, σφιγμένος μέσα στην καρδιά, φλογίζει την ελπίδα μας στον Ζωντανό και Παντοδύναμο Θεό.

Πράα σαν πρόβατο στεκόσουν κάτω από τα ρεύματα του αίματος Εκείνου που εσύ γέννησες, χωρίς να τραβάς τα μαλλιά σου, χωρίς να σπαράζεις τα χέρια σου, χωρίς κραυγές και θρήνους. Η πίστη σου στη νίκη της δικαιοσύνης Του δεν κλονίστηκε ούτε εκείνη την ώρα, όταν όλες οι φρίκες είχαν σωρευθεί πάνω από το κεφάλι σου, όταν οι κακούργοι θριάμβευαν μανιασμένα, όταν ο ήλιος σκοτείνιασε και η γη σείστηκε, ω γενναιότερη από όλες τις γυναίκες.

Η ψυχή σου ήταν ολόκληρη ντυμένη με το ένδυμα ενός υπέρβαρου πόνου, αλλά πόνου ευπρεπούς, συγκρατημένου, παρθενικού — αγίου πόνου, που δεν ζητά τη συμπάθεια κανενός άλλου παρά μόνο του Θεού, ω αιώνια ταπεινή και αιώνια σεμνή Παρθένε, Θεόνυμφε.

Αυτό είναι, αδελφοί, το Γολγοθινό φύλλο του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, χρυσό, υπέρχρυσο. Με αυτό το φύλλο στερεώνεται η πίστη μας, απαλύνεται η θλίψη, εμφυσάται θάρρος και αποκαθίσταται η παρθενική σεμνότητα. Μακάριοι όσοι με τα πνευματικά μάτια βλέπουν τη Θεομήτορα κάτω από τον Σταυρό στον Γολγοθά και γνωρίζουν να δεχθούν ολόκληρο το Ευαγγέλιο που εκείνη, με την παρουσία της σε εκείνον τον φοβερό τόπο και εκείνη τη φοβερή ώρα, προσφέρει στον κόσμο.

Και τώρα, αδελφοί μου, σκύψτε επάνω από το υπέροχο φύλλο του Αναστάσιμου Ευαγγελίου της Θεοτόκου.

Η Υπεραγία Θεομήτωρ γνώριζε με βεβαιότητα ότι ο Υιός της θα νικούσε τον θάνατο και θα ανασταινόταν εκ νεκρών. Ιδού, είχε μάθει από την παιδική της ηλικία να πιστεύει ακλόνητα σε κάθε λόγο του Θεού. Γνώριζε ότι Εκείνος θα αναστηθεί, αλλά, όσο είναι γνωστό στους ανθρώπους, δεν ήταν η πρώτη που πληροφορήθηκε την Ανάστασή Του εκ νεκρών.

Το μεγαλειώδες αυτό γεγονός, ο άξονας της ανθρώπινης ιστορίας, το είδαν πρώτοι οι εχθροί του Χριστού και γι’ αυτό άκουσαν πρώτοι οι εχθροί Του. Πρώτοι το είδαν οι φρουροί, και από αυτούς πρώτοι το άκουσαν οι άρχοντες των Ιουδαίων, οι θεοκτόνοι. Έπειτα το έμαθε η αγαθή Μαρία από τα Μάγδαλα, έπειτα οι Μυροφόρες γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες ήταν και εκείνη, η δούλη του Κυρίου.


Στο Πάθος στον Γολγοθά εκείνη ήταν πρώτη και σχεδόν μόνη· όμως στη νίκη και στη δόξα του Υιού της εκείνη είναι πρώτος μάρτυρας, αλλά είτε μαρτυρεί μαζί με άλλους είτε πίσω από άλλους. Είναι αυτό παρθενική σεμνότητα ή θεία Πρόνοια; Και το ένα και το άλλο.

Η Ανάσταση του Χριστού δεν προκαλεί μέσα της μια αχαλίνωτη χαρά που τρέχει, κραυγάζει, διακηρύττει και προκαλεί φθόνο, αλλά αγία χαρά, δηλαδή χαρά συγκρατημένη από τον φόβο του Θεού, όπως άλλοτε στη Ναζαρέτ, κατά τη συνομιλία της με τον αρχάγγελο Γαβριήλ.


Και η πανσοφή Πρόνοια του Θεού ακριβώς αυτό θέλησε: την ένδοξη Ανάσταση του Σωτήρα να τη δουν πρώτα οι εχθροί Του και έπειτα οι φίλοι Του, αφήνοντας τη Μητέρα στο βάθος, ώστε να μην πουν οι άπιστοι: «Η Μητέρα Του το ανήγγειλε στον κόσμο».

Έτσι το αναστάσιμο φύλλο του Ευαγγελίου της Μαρίας είναι κεντημένο με το χρυσάφι της θείας σοφίας και στολισμένο με το μαργαριτάρι της παρθενικής της πραότητας.

Και τα υπόλοιπα φύλλα του Ευαγγελίου της Θεοτόκου, από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω σε εκείνη και στους Αποστόλους έως την Κοίμησή της — ποιος θα μπορούσε να τα ξεφυλλίσει και ποιος να τα περιγράψει;

Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλα αυτά τα φύλλα είναι γεμάτα πνευματική δύναμη και ηθικό κάλλος. Ιδού, η Αγία Θεοτόκος είχε γίνει η Μητέρα της Εκκλησίας επάνω στη γη μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Το σπίτι του αγίου Ιωάννη στη Σιών ήταν σαν κυψέλη, από την οποία οι μεν ιεραπόστολοι της Βασιλείας του Θεού πετούσαν σαν εργατικές μέλισσες, συνοδευόμενοι από την προσευχή και την ευλογία της Θεομήτορος, και στην οποία οι δε επέστρεφαν πάλι γεμάτοι από το μέλι της εμπειρίας, της επιτυχίας και του γλυκού παθήματος για τον Κύριό τους, για να λάβουν από τη Μητέρα έπαινο, συμβουλή, ενθάρρυνση και δύναμη για νέους αγώνες.

Μέσα σε αδιάκοπη νηστεία εκείνη προσευχόταν αδιάκοπα στον Θεό για την Εκκλησία Του επάνω στη γη. Και η ωφέλεια των προσευχών της γινόταν αισθητή κοντά και μακριά.

Ήταν τα πάντα για όλους.

Για τους Ευαγγελιστές ήταν ευαγγελίστρια,
για τους Αποστόλους συνεργάτιδα,
για τους μάρτυρες συμμάρτυρας,
για τους φοβισμένους θάρρος,
για τους γενναίους αγαλλίαση,
για ολόκληρη την Εκκλησία ψυχή, Μητέρα και Μάνα.

Για όλους τους νεοφώτιστους χριστιανούς στον κόσμο, εκείνη ήταν το πιο ελκυστικό πρόσωπο. Όλοι επιθυμούσαν να τη δουν όπως επιθυμούσαν να δουν τον Χριστό. Πήγαιναν σε εκείνη ως σε προσκύνημα. Πλούσιος και φτωχός, μορφωμένος και αμαθής, δίκαιος και αμαρτωλός, όλοι όσοι διψούσαν για το πρόσωπο του Χριστού ταξίδευαν προς εκείνη για να πιουν σαν από ζωοδόχο πηγή.

Κι εκείνη τους δεχόταν όλους με μητρική αγαθότητα και παρθενική ταπείνωση. Και ο καθένας έφευγε από κοντά της ανανεωμένος στο πνεύμα, αναγεννημένος, παρηγορημένος και καθαρμένος, και επέστρεφε στο σπίτι του με περισσότερο ζήλο για τον Χριστό και με μεγαλύτερη αγνότητα στην ψυχή.

Διότι εκείνη, ακτινοβολώντας τις παρθενικές αρετές, τις μετέδιδε σε μεγάλο βαθμό σε όλους όσοι την πλησίαζαν με πνευματική δίψα.
Έτσι, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, δημιουργούσε πολυάριθμες παρθενικές ψυχές, οι οποίες την ακολούθησαν στον Παράδεισο, σύμφωνα με την προφητεία του μεγάλου Προφήτη:
«Θα οδηγηθούν στον Βασιλέα παρθένες πίσω της... θα οδηγηθούν με ευφροσύνη και αγαλλίαση, θα εισαχθούν στο παλάτι του Βασιλέως» (Ψαλμ. 45)
.


Αυτό που η Θεομήτωρ έδειξε με τη ζωή της και με ολόκληρη την ύπαρξή της, το εξέφρασε ο Απόστολος Παύλος με λόγια, λέγοντας προς τους Κορινθίους:
«Σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σας παρουσιάσω στον Χριστό ως αγνή παρθένο» (Β΄ Κορ. 11,2).
Και μετανοημένες αμαρτωλές γίνονταν παρθένες στην ψυχή.

Και όλοι εμείς έχουμε κληθεί να αποκτήσουμε παρθενική ψυχή, να γίνουμε και πάλι παρθένοι, καθαροί και άγιοι, όμοιοι με την Υπεραγία Παρθένο Μαρία.
Αυτός είναι ο σκοπός του κόπου μας επάνω στη γη.


Και μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι και εμείς θα εισέλθουμε στον Παράδεισο, στη σειρά των άλλων παρθένων, οι οποίες αδιάκοπα οδηγούνται προς τον ουράνιο Βασιλέα πίσω από την Παρθένο Θεομήτορα.

Και έτσι, το Ευαγγέλιο της Θεοτόκου δεν διαφέρει ούτε κατά μία κεραία από το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ολόκληρη η ψυχή της είναι Χαρμόσυνη Αγγελία, ολόκληρη είναι Ευαγγέλιο. Ιδού, το Ευαγγέλιό της δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Ευαγγέλιο του Χριστού, αφομοιωμένο μέσα της και πραγματοποιημένο σε αυτήν. Και μολονότι εκείνη, ως Μητέρα, έδωσε τον Χριστό από τον εαυτό της, ως χριστιανή Τον δέχθηκε πάλι μέσα της ως πνευματική πραγματικότητα, ώστε μπορούσε να πει, όπως ο Απόστολος και πριν ακόμη από τον Απόστολο: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2,20).

Ποτέ κανείς στον κόσμο δεν έμοιασε περισσότερο με τον Χριστό τον Κύριο από τη Μαρία τη Θεομήτορα· και όχι τόσο επειδή εκείνη Τον γέννησε, όσο επειδή Τον πραγματοποίησε μέσα της και έγινε σαν ζωντανή εικόνα Του. Αυτό ακριβώς είχε δει από μακριά και προείδε ο αρχαίος Προφήτης, ο πρόγονός της, ο βασιλιάς Δαβίδ, λέγοντας: «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν· ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη» (Ψαλμ. 45).

Και ποια άλλη, μεγαλύτερη ωραιότητα θα μπορούσε να υπάρχει μέσα της εκτός από τον Ζώντα Χριστό στην ψυχή της; Το χρυσοστόλιστο ένδυμα, πάλι, είναι ο πλούτος των αρετών, των παρθενικών αρετών, με τις οποίες ήταν ενδεδυμένη η βασιλική ψυχή της.

Και τώρα, αδελφοί, ας επιστρέψουμε σε εκείνη, εκεί όπου την αφήσαμε, στη Σιών, μπροστά στη νεκρική της κλίνη. Μαζί με τους Αποστόλους ας πλησιάσουμε προς εκείνη, ας ασπαστούμε το χέρι της και ας ζητήσουμε την αγία της ευλογία.

Αλλά μάταια· εκείνη δεν βρίσκεται πια εκεί. Αργήσαμε πολλούς αιώνες για να λάβουμε από εκείνη την ευλογία πάνω στη γη. Ο Κύριος Χριστός, περιβαλλόμενος από τις ουράνιες δυνάμεις, κατέβηκε ο Ίδιος στη Σιών, παρέλαβε την αγία ψυχή της και την ανέβασε στους ουρανούς, στους ύψιστους ουρανούς, πάνω από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.

Η πρώτη δούλη του Κυρίου πάνω στη γη έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως στους ουρανούς. «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου».

Δούλη του Κυρίου πάνω στη γη, θυγατέρα του δικαίου Ιωακείμ και της Άννας, δούλη στον Ναό της Ιερουσαλήμ, δούλη στη Ναζαρέτ, στη Βηθλεέμ, δούλη στην Αίγυπτο, δούλη του Υιού της και Θεού, δούλη των αγγέλων και των ανθρώπων, δούλη και στο πάθος και στη δόξα, δούλη της Εκκλησίας του Θεού πάνω στη γη, δούλη του σωτηρίου Ευαγγελίου από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της πάνω στη γη — αυτή η δούλη είναι τώρα Βασίλισσα του Κυρίου στον ουρανό, στα δεξιά του Βασιλέως Χριστού.

Μήπως όμως δεν μπορούμε, αδελφοί, και τώρα να ζητήσουμε από εκείνη την ευλογία της; Μπορούμε, βεβαίως και μπορούμε. Ιδού, αν και έγινε η πρώτη θυγατέρα του Βασιλέως Θεού, δεν έπαψε να είναι η πρώτη δούλη του Κυρίου.

Από αγάπη προς τον Δημιουργό της και από φιλανθρωπία, εκείνη και τώρα υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού πάνω στη γη. Και τώρα σπεύδει σε βοήθεια των πιστών, όπου κι αν οι πιστοί κραυγάζουν ζητώντας τη βοήθειά της, και μάλιστα τώρα με μεγαλύτερη δύναμη, ευκολία και ταχύτητα.

Γι’ αυτό ας την επικαλεστούμε και ας ζητήσουμε την ευλογία της. Σε όποιον εκείνη χαρίσει με έλεος την ευλογία της, αν είναι αμαρτωλός, θα δικαιωθεί· αν είναι αδύναμος, θα ενδυναμωθεί· αν είναι λεπρός, θα καθαριστεί· αν έχει πέσει, θα σηκωθεί· αν είναι λυπημένος, θα χαρεί.

Μακάριος καθένας που λαμβάνει την ευλογία της Αγίας Θεομήτορος. Και θα τη λάβει καθένας που την αισθάνεται και τη δοξάζει. Κατά την παρθενική και μητρική της ευσπλαχνία, εκείνη θα σώσει όλους όσοι με προσευχή και δάκρυα κραυγάζουν προς αυτήν:

Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!

Στον Θεό μας, τον Τριαδικό, ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, και σε όλους εσάς χάρη και ειρήνη και υγεία και χαρά και αιώνια σωτηρία, με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων.


Αμήν.