Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 2 Το «Ελεύθερο Πνεύμα» EΝΑΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ Woke κουλτούρας.

Συνέχεια από Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ 2
Επαναστατικοί χιλιαστές και μυστικοί αναρχικοί του Μεσαίωνα


Του NORMAN COHN, Εκδόσεις PIMLICO

......Όταν ο Σελευκίδης μονάρχης Αντίοχος Δ΄ Επιφανής, παρεμβαίνοντας υπέρ του φιλελληνικού κόμματος, έφθασε στο σημείο να απαγορεύσει όλες τις εβραϊκές θρησκευτικές τηρήσεις, η απάντηση ήταν η μακκαβαϊκή εξέγερση. Στο «όνειρο» του Βιβλίου του Δανιήλ, που συντέθηκε στο αποκορύφωμα της εξέγερσης, τέσσερα θηρία συμβολίζουν τέσσερις διαδοχικές παγκόσμιες δυνάμεις: τη βαβυλωνιακή, τη μηδική —ανιστορική—, την περσική και την ελληνική· η τελευταία από αυτές «θα είναι διαφορετική από όλα τα βασίλεια, και θα καταφάει ολόκληρη τη γη, και θα την καταπατήσει και θα τη συντρίψει».
Όταν αυτή η αυτοκρατορία με τη σειρά της ανατράπηκε, ο Ισραήλ, προσωποποιημένος ως «Υιός του Ανθρώπου»,
ήρθε με τα σύννεφα του ουρανού και έφθασε έως τον Παλαιό των Ημερών. … Και του δόθηκε εξουσία και δόξα και βασιλεία, ώστε όλοι οι λαοί, τα έθνη και οι γλώσσες να τον υπηρετούν· η εξουσία του είναι αιώνια εξουσία, που δεν θα παρέλθει. … Το μεγαλείο της βασιλείας κάτω από όλον τον ουρανό [δόθηκε] στον λαό των αγίων του Υψίστου …
Αυτό πηγαίνει πολύ πιο πέρα από οποιονδήποτε από τους Προφήτες: για πρώτη φορά το ένδοξο μελλοντικό βασίλειο φαντάζεται ότι περιλαμβάνει όχι απλώς την Παλαιστίνη, αλλά ολόκληρο τον κόσμο.......


Ήδη εδώ μπορεί κανείς να αναγνωρίσει το παράδειγμα εκείνου που επρόκειτο να γίνει και να παραμείνει η κεντρική φαντασίωση της επαναστατικής εσχατολογίας. Ο κόσμος κυριαρχείται από μια κακή, τυραννική δύναμη απεριόριστης καταστροφικότητας — μια δύναμη, επιπλέον, που δεν φαντάζεται κανείς ως απλώς ανθρώπινη, αλλά ως δαιμονική. Η τυραννία αυτής της δύναμης θα γίνεται όλο και πιο εξωφρενική, τα βάσανα των θυμάτων της όλο και πιο ανυπόφορα — ώσπου ξαφνικά θα σημάνει η ώρα κατά την οποία οι Άγιοι του Θεού θα μπορέσουν να εξεγερθούν και να την ανατρέψουν. Τότε οι ίδιοι οι Άγιοι, ο εκλεκτός, άγιος λαός, που μέχρι τότε στέναζε κάτω από τη φτέρνα του καταπιεστή, θα κληρονομήσουν με τη σειρά τους την κυριαρχία πάνω σε ολόκληρη τη γη. Αυτό θα είναι το αποκορύφωμα της ιστορίας· η Βασιλεία των Αγίων όχι μόνο θα ξεπεράσει σε δόξα όλα τα προηγούμενα βασίλεια, αλλά δεν θα έχει διαδόχους.

Χάρη σε αυτή τη φαντασίωση η εβραϊκή αποκαλυπτική, μέσω των παραγώγων της, άσκησε τέτοια γοητεία στους δυσαρεστημένους και απογοητευμένους μεταγενέστερων εποχών — και συνέχισε να το κάνει πολύ αφότου οι ίδιοι οι Εβραίοι είχαν λησμονήσει ακόμη και την ύπαρξή της. Από την προσάρτηση της Παλαιστίνης από τον Πομπήιο το 63 π.Χ. έως τον πόλεμο του 66-72 μ.Χ., οι αγώνες των Εβραίων εναντίον των νέων κυρίων τους, των Ρωμαίων, συνοδεύθηκαν και ενισχύθηκαν από ένα ρεύμα μαχητικής αποκαλυπτικής. Και ακριβώς επειδή απευθυνόταν στον κοινό λαό, αυτή η προπαγάνδα αξιοποιούσε έντονα τη φαντασίωση ενός εσχατολογικού σωτήρα, του Μεσσία³.

Η φαντασίωση αυτή ήταν, βέβαια, ήδη αρχαία· αν για τους Προφήτες ο Σωτήρας που επρόκειτο να βασιλεύσει πάνω στον Εκλεκτό Λαό στο τέλος του χρόνου ήταν συνήθως ο ίδιος ο Γιαχβέ, στη λαϊκή θρησκεία, αντίθετα, ο μελλοντικός Μεσσίας φαίνεται ότι έπαιζε σημαντικό ρόλο ήδη από τότε που το έθνος εισήλθε στην πολιτική του παρακμή. Αρχικά φανταζόταν κανείς τον Μεσσία ως έναν ιδιαίτερα σοφό, δίκαιο και ισχυρό μονάρχη δαβιδικής καταγωγής, ο οποίος θα αποκαθιστούσε την εθνική τύχη· όμως ο Μεσσίας γινόταν όλο και πιο υπεράνθρωπος όσο η πολιτική κατάσταση γινόταν όλο και πιο απελπιστική.

Στο «όνειρο του Δανιήλ» ο Υιός του Ανθρώπου, που εμφανίζεται ερχόμενος πάνω στα σύννεφα, φαίνεται να προσωποποιεί το Ισραήλ ως σύνολο. Αλλά ήδη εδώ μπορεί να είχε φανταστεί ως υπεράνθρωπο άτομο· και στις Αποκαλύψεις του Βαρούχ και του Έσδρα, οι οποίες ανήκουν κατά κύριο λόγο στον 1ο αιώνα μ.Χ., το υπεράνθρωπο ον είναι αναμφισβήτητα άνθρωπος, ένας πολεμιστής-βασιλιάς προικισμένος με μοναδικές, θαυματουργικές δυνάμεις.

Στον Έσδρα ο Μεσσίας παρουσιάζεται ως ο Λέων του Ιούδα, με του οποίου τον βρυχηθμό το τελευταίο και χειρότερο θηρίο —τώρα ο ρωμαϊκός αετός— τυλίγεται στις φλόγες και κατακαίγεται· και πάλι ως ο Υιός του Ανθρώπου, ο οποίος πρώτα αφανίζει τα πλήθη των εθνικών με τη φωτιά και την καταιγίδα της πνοής του και έπειτα, συγκεντρώνοντας τις χαμένες δέκα φυλές από ξένες χώρες, εγκαθιδρύει στην Παλαιστίνη ένα βασίλειο στο οποίο το επανενωμένο Ισραήλ μπορεί να ανθήσει μέσα σε ειρήνη και δόξα.

Σύμφωνα με τον Βαρούχ, πρέπει να έρθει ένας καιρός τρομερής δυστυχίας και αδικίας, που είναι ο καιρός της τελευταίας και χειρότερης αυτοκρατορίας, της ρωμαϊκής. Τότε, ακριβώς όταν το κακό θα έχει φθάσει στο αποκορύφωμά του, θα εμφανιστεί ο Μεσσίας. Ισχυρός πολεμιστής, θα κατατροπώσει και θα καταστρέψει τα στρατεύματα του εχθρού· θα αιχμαλωτίσει τον ηγέτη των Ρωμαίων και θα τον φέρει αλυσοδεμένο στο Όρος Σιών, όπου θα τον θανατώσει· θα εγκαθιδρύσει ένα βασίλειο που θα διαρκέσει έως το τέλος του κόσμου. Όλα τα έθνη που είχαν ποτέ εξουσιάσει το Ισραήλ θα θανατωθούν με ξίφος· και ορισμένα μέλη των υπόλοιπων εθνών θα υποταχθούν στον Εκλεκτό Λαό.

Θα αρχίσει μια εποχή μακαριότητας, στην οποία ο πόνος, η ασθένεια, ο πρόωρος θάνατος, η βία και η σύγκρουση, η ανάγκη και η πείνα θα είναι άγνωστα, και στην οποία η γη θα αποδίδει τους καρπούς της δεκαχιλιάδες φορές περισσότερο. Θα διαρκούσε άραγε αυτός ο επίγειος Παράδεισος για πάντα ή μόνο για μερικούς αιώνες, μέχρι να αντικατασταθεί από μια υπερκόσμια Βασιλεία; Ως προς αυτό οι γνώμες διέφεραν, αλλά το ερώτημα ήταν σε κάθε περίπτωση ακαδημαϊκό. Προσωρινή ή αιώνια, μια τέτοια Βασιλεία άξιζε να πολεμήσει κανείς γι’ αυτήν· και αυτές οι αποκαλύψεις είχαν τουλάχιστον καθιερώσει ότι, κατά την πορεία που θα έφερνε τους Αγίους στη Βασιλεία τους, ο Μεσσίας θα φανερωνόταν ανίκητος στον πόλεμο.

Καθώς, υπό την εξουσία των επιτρόπων, η σύγκρουση με τη Ρώμη γινόταν όλο και πιο πικρή, οι μεσσιανικές φαντασιώσεις έγιναν για πολλούς Εβραίους εμμονική ενασχόληση. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο⁴, ήταν κυρίως η πίστη στην επικείμενη έλευση ενός μεσσιανικού βασιλιά που ώθησε τους Εβραίους στον αυτοκτονικό πόλεμο ο οποίος κατέληξε στην άλωση της Ιερουσαλήμ και στην καταστροφή του Ναού το 70 μ.Χ. Ακόμη και ο Simon bar-Cochba, που ηγήθηκε του τελευταίου μεγάλου αγώνα για εθνική ανεξαρτησία το 131 μ.Χ., εξακολουθούσε να χαιρετίζεται ως Μεσσίας. Αλλά η αιματηρή καταστολή εκείνης της εξέγερσης και η εκμηδένιση της πολιτικής εθνικής ύπαρξης έβαλαν τέλος τόσο στην αποκαλυπτική πίστη όσο και στη μαχητικότητα των Εβραίων.

Αν και στους επόμενους αιώνες εμφανίστηκαν διάφοροι αυτοαποκαλούμενοι μεσσίες ανάμεσα στις διασκορπισμένες κοινότητες, αυτό που πρόσφεραν ήταν απλώς μια ανασύσταση της εθνικής εστίας, όχι μια εσχατολογική παγκόσμια αυτοκρατορία. Επιπλέον, πολύ σπάνια ενέπνευσαν ένοπλες εξεγέρσεις, και ποτέ ανάμεσα στους Εβραίους της Ευρώπης. Δεν ήταν πλέον οι Εβραίοι, αλλά οι Χριστιανοί εκείνοι που διαφύλαξαν και επεξεργάστηκαν προφητείες στην παράδοση του «ονείρου του Δανιήλ» και συνέχισαν να εμπνέονται από αυτές.

Ένας Μεσσίας που υπέφερε και πέθανε, μια βασιλεία που ήταν καθαρά πνευματική — τέτοιες ιδέες, οι οποίες αργότερα θα θεωρούνταν ο ίδιος ο πυρήνας της χριστιανικής διδασκαλίας, απείχαν πολύ από το να γίνονται δεκτές από όλους τους πρώτους Χριστιανούς. Από τότε που το πρόβλημα διατυπώθηκε από τον Johannes Weiss και τον Albert Schweitzer, πριν από εξήντα περίπου χρόνια, οι ειδικοί συζητούν σε ποιον βαθμό η ίδια η διδασκαλία του Χριστού επηρεάστηκε από την εβραϊκή αποκαλυπτική. Αν αυτό το ερώτημα βρίσκεται πολύ έξω από τα όρια της παρούσας μελέτης, ορισμένα από τα λόγια που τα Ευαγγέλια αποδίδουν στον Χριστό βρίσκονται σαφώς μέσα σε αυτά.

Η περίφημη προφητεία που καταγράφεται από τον Ματθαίο έχει ασφαλώς μεγάλη σημασία, και παραμένει σημαντική είτε ο Χριστός την είπε πραγματικά είτε απλώς θεωρήθηκε ότι την είπε: «Διότι ο Υιός του Ανθρώπου θα έλθει μέσα στη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του· και τότε θα ανταποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του. Αληθινά σας λέω, υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο έως ότου δουν τον Υιό του Ανθρώπου να έρχεται στη βασιλεία του».

Δεν είναι περίεργο ότι πολλοί από τους πρώτους Χριστιανούς ερμήνευσαν αυτά τα πράγματα με τους όρους της αποκαλυπτικής εσχατολογίας με την οποία ήταν ήδη εξοικειωμένοι. Όπως τόσες γενιές Εβραίων πριν από αυτούς, έβλεπαν την ιστορία ως διαιρεμένη σε δύο εποχές, η μία πριν και η άλλη μετά τη θριαμβευτική έλευση του Μεσσία. Το ότι συχνά αναφέρονταν στη δεύτερη εποχή ως «έσχατες ημέρες» ή «κόσμο που έρχεται» δεν σημαίνει ότι προσδοκούσαν ένα γρήγορο και κατακλυσμικό τέλος όλων των πραγμάτων. Αντιθέτως, για πολύ καιρό μεγάλος αριθμός Χριστιανών ήταν πεπεισμένος όχι μόνο ότι ο Χριστός θα επέστρεφε σύντομα με δύναμη και μεγαλοπρέπεια, αλλά και ότι, όταν θα επέστρεφε, θα εγκαθίδρυε μια μεσσιανική βασιλεία πάνω στη γη. Και περίμεναν με βεβαιότητα ότι αυτή η βασιλεία θα διαρκούσε, είτε χίλια χρόνια είτε για αόριστη περίοδο.

Όπως οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί υπέφεραν καταπίεση και απάντησαν σε αυτήν βεβαιώνοντας όλο και πιο δυναμικά, προς τον κόσμο και προς τον εαυτό τους, την πίστη τους στην εγγύτητα της μεσσιανικής εποχής, κατά την οποία οι αδικίες εναντίον τους θα διορθώνονταν και οι εχθροί τους θα καταβάλλονταν. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο τρόπος με τον οποίο φαντάζονταν τη μεγάλη μεταμόρφωση όφειλε επίσης πολλά στις εβραϊκές αποκαλύψεις, μερικές από τις οποίες είχαν πράγματι ευρύτερη κυκλοφορία ανάμεσα στους Χριστιανούς παρά ανάμεσα στους Εβραίους.

Στην αποκάλυψη που είναι γνωστή ως Βιβλίο της Αποκάλυψης⁵, εβραϊκά και χριστιανικά στοιχεία συνδυάζονται σε μια εσχατολογική προφητεία μεγάλης ποιητικής δύναμης. Εδώ, όπως και στο Βιβλίο του Δανιήλ, ένα φοβερό δεκάκερο θηρίο συμβολίζει την τελευταία παγκόσμια δύναμη —τώρα το διωκτικό ρωμαϊκό κράτος—, ενώ ένα δεύτερο θηρίο συμβολίζει το ρωμαϊκό επαρχιακό ιερατείο, το οποίο απαιτούσε θεϊκές τιμές για τον Αυτοκράτορα:
Και στάθηκα πάνω στην άμμο της θάλασσας και είδα ένα θηρίο να ανεβαίνει από τη θάλασσα, έχοντας [...] δέκα κέρατα. [...] Και του δόθηκε να κάνει πόλεμο με τους αγίους και να τους νικήσει· και του δόθηκε εξουσία πάνω σε κάθε φυλή και γλώσσα και έθνος. Και όλοι όσοι κατοικούν πάνω στη γη θα το προσκυνήσουν, όσων τα ονόματα δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο της ζωής. [...] Και είδα άλλο θηρίο να ανεβαίνει από τη γη. [...] Και κάνει μεγάλα σημεία [...] και εξαπατά όσους κατοικούν στη γη μέσω των θαυμάτων που είχε τη δύναμη να κάνει [...]

Και είδα τον ουρανό ανοιγμένο, και ιδού, λευκό άλογο· και εκείνος που καθόταν πάνω του ονομαζόταν Πιστός και Αληθινός, και με δικαιοσύνη κρίνει και πολεμά. [...] Και τα στρατεύματα που ήταν στον ουρανό τον ακολουθούσαν πάνω σε λευκά άλογα, ντυμένα με λεπτό λινό, λευκό και καθαρό. Και από το στόμα του βγαίνει κοφτερό σπαθί, για να χτυπήσει με αυτό τα έθνη. [...] Και είδα το θηρίο και τους βασιλείς της γης και τα στρατεύματά τους συγκεντρωμένα για να πολεμήσουν εναντίον εκείνου που καθόταν πάνω στο άλογο και εναντίον του στρατεύματός του. Και το θηρίο συνελήφθη, και μαζί του ο ψευδοπροφήτης που έκανε θαύματα μπροστά του, με τα οποία εξαπάτησε εκείνους που είχαν λάβει το χάραγμα του θηρίου και εκείνους που προσκυνούσαν την εικόνα του. Και οι δύο ρίχθηκαν ζωντανοί στη λίμνη της φωτιάς που καίει με θειάφι. Και οι υπόλοιποι θανατώθηκαν με το σπαθί εκείνου που καθόταν πάνω στο άλογο [...] και όλα τα πουλιά χόρτασαν από τις σάρκες τους [...] Και είδα τις ψυχές εκείνων που είχαν αποκεφαλιστεί για τη μαρτυρία του Ιησού και για τον λόγο του Θεού, και που δεν είχαν προσκυνήσει το θηρίο [...] και έζησαν και βασίλευσαν μαζί με τον Χριστό χίλια χρόνια [...]


Στο τέλος αυτής της περιόδου —της Χιλιετίας με την αυστηρή έννοια της λέξης— ακολουθούν η γενική ανάσταση των νεκρών και η Έσχατη Κρίση, όταν όσοι δεν βρίσκονται γραμμένοι στο βιβλίο της ζωής ρίχνονται στη λίμνη της φωτιάς και η Νέα Ιερουσαλήμ κατεβαίνει από τον ουρανό, για να γίνει κατοικία των Αγίων για πάντα:

Και είδα νέο ουρανό και νέα γη· διότι ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη είχαν παρέλθει· και θάλασσα δεν υπήρχε πια. Και εγώ, ο Ιωάννης, είδα την αγία πόλη, τη νέα Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνει από τον Θεό, από τον ουρανό, ετοιμασμένη σαν νύφη στολισμένη για τον άνδρα της. Και άκουσα μεγάλη φωνή από τον ουρανό να λέει: Ιδού, η σκηνή του Θεού είναι μαζί με τους ανθρώπους, και θα κατοικήσει μαζί τους, και αυτοί θα είναι λαός του, και ο ίδιος ο Θεός θα είναι μαζί τους και θα είναι Θεός τους. Και ο Θεός θα σκουπίσει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους· και δεν θα υπάρχει πια θάνατος, ούτε λύπη ούτε κραυγή, ούτε θα υπάρχει πια πόνος· διότι τα πρώτα παρήλθαν. Και εκείνος που καθόταν πάνω στον θρόνο είπε: Ιδού, κάνω τα πάντα νέα. [...] Και με μετέφερε εν πνεύματι σε ένα μεγάλο και ψηλό βουνό, και μου έδειξε τη μεγάλη πόλη, την αγία Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνει από τον ουρανό, από τον Θεό, έχοντας τη δόξα του Θεού· και το φως της ήταν όμοιο με πολύτιμο λίθο, σαν λίθο ίασπη, καθαρό σαν κρύσταλλο [...]

Το πόσο κυριολεκτικά μπορούσαν οι άνθρωποι να εκλάβουν αυτή την προφητεία και με πόσο πυρετώδη ενθουσιασμό μπορούσαν να αναμένουν την εκπλήρωσή της φαίνεται από το κίνημα που είναι γνωστό ως Μοντανισμός. Το 156 μ.Χ. συνέβη στη Φρυγία ένας κάποιος Μοντανός να δηλώσει ότι ήταν η ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος, εκείνου του «Πνεύματος της Αλήθειας» που, σύμφωνα με το τέταρτο Ευαγγέλιο, επρόκειτο να αποκαλύψει τα μέλλοντα. Σύντομα συγκεντρώθηκαν γύρω του ορισμένοι εκστατικοί, πολύ επιρρεπείς σε οραματικές εμπειρίες, τις οποίες πίστευαν με βεβαιότητα ότι ήταν θείας προέλευσης και στις οποίες μάλιστα έδωσαν το όνομα «Τρίτη Διαθήκη».

Το θέμα των φωτισμών τους ήταν η επικείμενη έλευση της Βασιλείας: η Νέα Ιερουσαλήμ επρόκειτο να κατεβεί από τους ουρανούς πάνω στο φρυγικό έδαφος, όπου θα γινόταν η κατοικία των Αγίων. Οι Μοντανιστές, λοιπόν, καλούσαν όλους τους Χριστιανούς στη Φρυγία, για να περιμένουν εκεί τη Δευτέρα Παρουσία, με νηστεία και προσευχή και πικρή μετάνοια. Ήταν ένα έντονα ασκητικό κίνημα, που διψούσε για πόνο και ακόμη και για μαρτύριο· διότι δεν ήταν άραγε, πάνω απ’ όλα, οι μάρτυρες αναστημένοι εν σαρκί εκείνοι που επρόκειτο να είναι κάτοικοι της Χιλιετίας;

Τίποτε δεν ευνοούσε τόσο τη διάδοση του Μοντανισμού όσο ο διωγμός· και όταν, από το έτος 177 και εξής, οι Χριστιανοί διώκονταν ξανά σε πολλές επαρχίες της Αυτοκρατορίας, ο Μοντανισμός έπαψε ξαφνικά να είναι απλώς τοπικό κίνημα και εξαπλώθηκε πολύ μακριά, όχι μόνο στη Μικρά Ασία αλλά και στην Αφρική, στη Ρώμη και ακόμη και στη Γαλατία. Αν και οι Μοντανιστές δεν προσέβλεπαν πλέον στη Φρυγία, η βεβαιότητά τους για την επικείμενη εμφάνιση της Νέας Ιερουσαλήμ παρέμενε ακλόνητη· και αυτό ίσχυε ακόμη και για τον Τερτυλλιανό, τον πιο διάσημο θεολόγο της Δύσης εκείνη την εποχή, όταν προσχώρησε στο κίνημα.

Στα πρώτα χρόνια του τρίτου αιώνα βρίσκουμε τον Τερτυλλιανό⁶ να γράφει για ένα θαυμαστό σημείο: στην Ιουδαία είχε φανεί στον ουρανό μια τειχισμένη πόλη, κάθε πρωί για σαράντα ημέρες, η οποία χανόταν καθώς προχωρούσε η ημέρα· και αυτό ήταν βέβαιο σημάδι ότι η Ουράνια Ιερουσαλήμ επρόκειτο να κατεβεί. Ήταν το ίδιο όραμα που —όπως θα δούμε— επρόκειτο να υπνωτίσει τις μάζες των Λαϊκών Σταυροφοριών, καθώς κοπίαζαν προς την Ιερουσαλήμ, περίπου εννέα αιώνες αργότερα.

Προσδοκώντας τη Δευτέρα Παρουσία από ημέρα σε ημέρα και από εβδομάδα σε εβδομάδα, οι Μοντανιστές ακολουθούσαν τα ίχνη πολλών, ίσως των περισσότερων, από τους πρώτους Χριστιανούς· ακόμη και το Βιβλίο της Αποκάλυψης εξακολουθούσε να περιμένει ότι αυτό θα συνέβαινε «σύντομα». Στα μέσα του δεύτερου αιώνα, ωστόσο, μια τέτοια στάση άρχιζε να γίνεται κάπως ασυνήθιστη. Ο τόνος της Δευτέρας Επιστολής του Πέτρου, που γράφτηκε γύρω στο 150 μ.Χ., είναι διστακτικός: από συμπόνια, ο Χριστός μπορεί να καθυστερήσει «έως ότου όλοι έλθουν σε μετάνοια». Συγχρόνως άρχισε μια διαδικασία με την οποία χριστιανικές αποκαλύψεις που μέχρι τότε απολάμβαναν κανονική αυθεντία στερήθηκαν αυτή την αυθεντία, ώσπου επέζησε μόνο το Βιβλίο της Αποκάλυψης — και αυτό μόνο επειδή αποδιδόταν λανθασμένα στον άγιο Ιωάννη.

Και όμως, αν ένας αυξανόμενος αριθμός Χριστιανών σκεφτόταν τη Χιλιετία ως μακρινό μάλλον παρά ως επικείμενο γεγονός, πολλοί εξακολουθούσαν να είναι πεπεισμένοι ότι θα ερχόταν με το πλήρωμα του χρόνου. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, ο οποίος ασφαλώς δεν ήταν Μοντανιστής, καθιστά το σημείο αρκετά σαφές στον Διάλογο με τον Ιουδαίο Τρύφωνα. Εκεί βάζει τον Ιουδαίο συνομιλητή του να ρωτά: «Εσείς οι Χριστιανοί υποστηρίζετε πραγματικά ότι αυτός ο τόπος, η Ιερουσαλήμ, θα ανοικοδομηθεί ξανά, και πιστεύετε πραγματικά ότι ο λαός σας θα συναθροιστεί εδώ με χαρά, υπό τον Χριστό, και μαζί με τους πατριάρχες και τους προφήτες;» Στο οποίο ο Ιουστίνος απαντά ότι, ενώ δεν έχουν όλοι οι αληθινοί Χριστιανοί αυτή την πεποίθηση, ο ίδιος και πολλοί άλλοι είναι ενωμένοι στη βέβαιη πίστη ότι οι Άγιοι θα ζήσουν πράγματι χίλια χρόνια σε μια ανοικοδομημένη, στολισμένη και διευρυμένη Ιερουσαλήμ.

Μακρινή ή επικείμενη, η Βασιλεία των Αγίων μπορούσε αναμφίβολα να φανταστεί κανείς με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, από τους πιο υλικούς έως τους πιο πνευματικούς· όμως ασφαλώς οι φαντασίες πολλών, ακόμη και από τους πιο μορφωμένους Χριστιανούς, ήταν αρκετά υλικές. Ένα πρώιμο δείγμα αυτών των φαντασιώσεων παρέχεται από τον «Αποστολικό Πατέρα» Παπία, ο οποίος πιθανότατα γεννήθηκε γύρω στο 60 μ.Χ. και ίσως είχε καθίσει στα πόδια του αγίου Ιωάννη. Αυτός ο Φρύγας ήταν άνθρωπος μάθησης, ο οποίος αφιερώθηκε στη διατήρηση μαρτυριών από πρώτο χέρι για τη διδασκαλία του Χριστού. Αν και η χιλιαστική προφητεία που αποδίδει στον Χριστό είναι νόθη —αντίστοιχά της βρίσκονται σε διάφορες εβραϊκές αποκαλύψεις, όπως του Βαρούχ—, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, επειδή δείχνει τι, σε κάθε περίπτωση, περίμεναν ορισμένοι μορφωμένοι και σοβαροί Χριστιανοί της υποαποστολικής εποχής — και τι, επιπλέον, μπορούσαν να πιστεύουν ότι περίμενε ο ίδιος ο Χριστός:

Θα έρθουν ημέρες κατά τις οποίες θα εμφανιστούν άμπελοι, καθεμιά έχοντας δέκα χιλιάδες βλαστούς, και σε κάθε βλαστό δέκα χιλιάδες κληματίδες, και σε κάθε αληθινή κληματίδα δέκα χιλιάδες κλαδιά, και σε κάθε κλαδί δέκα χιλιάδες σταφύλια, και κάθε σταφύλι θα δίνει είκοσι πέντε μετρητές κρασί. Και όταν κάποιος από τους Αγίους πιάσει ένα τσαμπί, ένα άλλο τσαμπί θα φωνάξει: «Εγώ είμαι καλύτερο τσαμπί, πάρε εμένα· ευλόγησε τον Κύριο μέσω εμού». Παρομοίως, είπε ο Κύριος ότι ένας κόκκος σιταριού θα βγάζει δέκα χιλιάδες στάχυα, και κάθε στάχυ θα έχει δέκα χιλιάδες κόκκους, και κάθε κόκκος θα δίνει δέκα λίβρες από το καλύτερο αλεύρι, καθαρό και αγνό· και τα μήλα και οι σπόροι και το χορτάρι θα παράγουν σε ανάλογες αναλογίες· και όλα τα ζώα, τρεφόμενα μόνο με όσα λάμβαναν από τη γη, θα γίνουν ειρηνικά και φιλικά μεταξύ τους, και εντελώς υποταγμένα στον άνθρωπο. Αυτά λοιπόν είναι πιστευτά στους πιστούς. Και ο Ιούδας, όντας άπιστος προδότης, ρώτησε: «Πώς θα πραγματοποιηθεί τέτοια αύξηση από τον Κύριο;» Αλλά ο Κύριος απάντησε: «Θα τα δουν όσοι θα έλθουν σε εκείνους τους καιρούς».

Ο Ειρηναίος, ο οποίος ήταν επίσης γηγενής της Μικράς Ασίας, έφερε μαζί του αυτές τις προφητείες όταν ήρθε να εγκατασταθεί στη Γαλατία προς το τέλος του δεύτερου αιώνα. Ως επίσκοπος Λυών και διακεκριμένος θεολόγος, πιθανότατα έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον για να καθιερώσει τη χιλιαστική προοπτική στη Δύση. Τα καταληκτικά κεφάλαια της ογκώδους πραγματείας του Κατά των αιρέσεων αποτελούν μια συνολική ανθολογία μεσσιανικών και χιλιαστικών προφητειών, αντλημένων από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη —και περιλαμβάνουν επίσης το χωρίο από τον Παπία⁷. Κατά τη γνώμη του Ειρηναίου, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ορθοδοξίας να πιστεύει κανείς ότι αυτά τα πράγματα θα συμβούν πράγματι πάνω σε αυτή τη γη, προς όφελος τόσο των δικαίων νεκρών, που θα αναστηθούν, όσο και των δικαίων ζωντανών. Και ο λόγος που δίνει για την πεποίθησή του δείχνει ότι ο ρόλος που έπαιζαν οι αντισταθμιστικές φαντασιώσεις δεν ήταν μικρότερος απ’ ό,τι στις ημέρες του «ονείρου του Δανιήλ»:

Διότι είναι δίκαιο μέσα σε εκείνη ακριβώς τη δημιουργία όπου κοπίασαν και θλίφθηκαν και δοκιμάστηκαν με κάθε τρόπο μέσω του πάθους, μέσα σε αυτή να λάβουν την ανταμοιβή του πάθους τους· και μέσα σε εκείνη ακριβώς τη δημιουργία όπου θανατώθηκαν για την αγάπη του Θεού, μέσα σε αυτή να αναζωογονηθούν ξανά· και μέσα σε εκείνη ακριβώς τη δημιουργία όπου υπέμειναν δουλεία, μέσα σε αυτή επίσης να βασιλεύσουν. Διότι ο Θεός είναι πλούσιος σε όλα, και όλα είναι δικά του. Είναι λοιπόν πρέπον η ίδια η δημιουργία, αποκαθιστάμενη στην πρωταρχική της κατάσταση, να βρίσκεται χωρίς περιορισμό υπό την κυριαρχία των δικαίων [...]

Το πρότυπο παρέμενε ακόμη το ίδιο τον τέταρτο αιώνα. Όταν ο εύγλωττος Λακτάντιος⁸ ανέλαβε να κερδίσει προσηλύτους στον Χριστιανισμό, δεν δίστασε να ενισχύσει την ελκυστικότητα της Χιλιετίας με την ελκυστικότητα μιας αιματηρής εκδίκησης εναντίον των αδίκων:
Αλλά εκείνος ο μανιακός —ο Αντίχριστος—, φλεγόμενος από αδυσώπητη οργή, θα οδηγήσει στρατό και θα πολιορκήσει το βουνό όπου οι δίκαιοι έχουν καταφύγει. Και όταν δουν ότι πολιορκούνται, θα φωνάξουν δυνατά στον Θεό για βοήθεια, και ο Θεός θα τους ακούσει και θα τους στείλει ελευθερωτή. Τότε οι ουρανοί θα ανοιχθούν μέσα σε καταιγίδα, και ο Χριστός θα κατεβεί με μεγάλη δύναμη· και μια πύρινη λαμπρότητα θα προπορεύεται μπροστά του, και αναρίθμητο πλήθος αγγέλων· και όλο εκείνο το πλήθος των ασεβών θα αφανιστεί, και χείμαρροι αίματος θα ρεύσουν. [...] Όταν επέλθει ειρήνη και κατασταλεί κάθε κακό, εκείνος ο δίκαιος και νικηφόρος Βασιλιάς θα πραγματοποιήσει μεγάλη κρίση πάνω στη γη των ζώντων και των νεκρών, και θα παραδώσει όλους τους εθνικούς λαούς σε δουλεία υπό τους δικαίους που είναι ζωντανοί, και θα αναστήσει τους δικαίους νεκρούς σε αιώνια ζωή, και ο ίδιος θα βασιλεύσει μαζί τους πάνω στη γη, και θα θεμελιώσει την Αγία Πόλη, και αυτή η βασιλεία των δικαίων θα διαρκέσει χίλια χρόνια.

Σε όλο αυτό το διάστημα τα άστρα θα είναι λαμπρότερα, και η λαμπρότητα του ήλιου θα αυξηθεί, και η σελήνη δεν θα φθίνει. Τότε η βροχή της ευλογίας θα κατεβαίνει από τον Θεό πρωί και βράδυ, και η γη θα φέρει όλους τους καρπούς χωρίς κόπο του ανθρώπου. Μέλι άφθονο θα στάζει από τους βράχους, πηγές γάλακτος και κρασιού θα αναβλύζουν. Τα θηρία των δασών θα αποβάλουν την αγριότητά τους και θα γίνουν ήμερα [...] κανένα ζώο δεν θα ζει πλέον με αιματοχυσία. Διότι ο Θεός θα παρέχει σε όλα άφθονη και αθώα τροφή.

Στις σελίδες του Κομμοδιανού, ενός πολύ κατώτερου Λατίνου ποιητή, πιθανότατα του πέμπτου αιώνα, οι συνηθισμένες φαντασιώσεις εκδίκησης και θριάμβου ξαφνικά αποκρυσταλλώνονται σε μια παρόρμηση να πάρει κανείς τα όπλα και να πολεμήσει — μια πρώτη προαναγγελία του σταυροφορικού χιλιασμού που επρόκειτο να ξεσπάσει στην Ευρώπη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Διότι, κατά τον Κομμοδιανό, όταν ο Χριστός επιστρέψει, δεν θα είναι επικεφαλής αγγελικής στρατιάς, αλλά των απογόνων των δέκα χαμένων φυλών του Ισραήλ, οι οποίες έχουν επιβιώσει σε κρυφούς τόπους, άγνωστους στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτός ο «κρυφός, έσχατος, άγιος λαός» παρουσιάζεται ως μια εξαιρετικά ενάρετη κοινότητα, που δεν γνωρίζει τίποτε από μίσος, απάτη ή λαγνεία, και που φθάνει την αποστροφή της προς την αιματοχυσία μέχρι το σημείο της χορτοφαγίας. Είναι επίσης μια θεϊκά ευνοημένη κοινότητα, διότι είναι εντελώς απρόσβλητη από κόπωση, ασθένεια και πρόωρο θάνατο. Τώρα αυτή η στρατιά σπεύδει να ελευθερώσει την Ιερουσαλήμ, «την αιχμάλωτη μητέρα». «Έρχονται με τον Βασιλιά του Ουρανού. [...] Όλη η δημιουργία χαίρεται βλέποντας τον ουράνιο λαό». Τα βουνά ισοπεδώνονται μπροστά τους, πηγές αναβλύζουν κατά μήκος της πορείας τους, σύννεφα υποκλίνονται για να τους προστατεύσουν από τον ήλιο.

Αλλά αυτοί οι Άγιοι είναι άγριοι πολεμιστές, ακαταμάχητοι στον πόλεμο. Μαινόμενοι σαν λιοντάρια, ερημώνουν τις χώρες που διασχίζουν, ανατρέπουν τα έθνη και καταστρέφουν τις πόλεις. «Με την άδεια του Θεού» λεηλατούν χρυσό και ασήμι, ψάλλοντας ύμνους για τις χάριτες που τους παραχωρούνται τόσο πλούσια. Ο Αντίχριστος, τρομοκρατημένος, φεύγει προς τα βόρεια μέρη και επιστρέφει επικεφαλής στρατού οπαδών, οι οποίοι είναι προφανώς εκείνοι οι μυθικοί και φοβεροί λαοί που είναι γνωστοί συλλογικά ως Γωγ και Μαγώγ⁹, τους οποίους ο Μέγας Αλέξανδρος υποτίθεται ότι είχε φυλακίσει στον απώτατο Βορρά.

Αλλά ο Αντίχριστος ηττάται από τους αγγέλους του Θεού και ρίχνεται στην κόλαση· οι αρχηγοί του υποβιβάζονται σε δούλους του Αγίου Λαού και έτσι, αργότερα, και οι λίγοι επιζώντες της Έσχατης Κρίσης. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Λαό, ζει για πάντα σε μια Αγία Ιερουσαλήμ —αθάνατος και αγέραστος, παντρεύεται και γεννά, απρόσβλητος από βροχή ή κρύο, ενώ γύρω του μια γη που ανανεώνεται αδιάκοπα χύνει τους καρπούς της
.


Σημειώσεις:

1.Ύστερος Μεσαίωνας: ελλείψει καλύτερων όρων, ο όρος «Μεσαίωνας» χρησιμοποιήθηκε εδώ για την περίοδο ανάμεσα, περίπου, στην πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση και τη Μεταρρύθμιση· και ο όρος «ύστερος Μεσαίωνας» με αρκετά ευρεία έννοια, για την περίοδο από περίπου το 1100 έως τη Μεταρρύθμιση. Για γενικές επισκοπήσεις της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης της χιλιαστικής και μεσσιανικής προφητείας: Case, Döllinger (MW), Gry, Hübscher, Hundeshagen, Nigg (1)· για την ανάπτυξη της εβραϊκής θρησκείας: Oesterley και Robinson, και ειδικότερα για την εβραϊκή και ιουδαϊκή εσχατολογία: MacCulloch (1), σσ. 376-381. Η πιθανή σύνδεση ανάμεσα στην περσική —μαζδαϊκή— και την ιουδαιοχριστιανική εσχατολογία και αποκαλυπτική εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των ειδικών. Για αντίθετες απόψεις: Söderblom, σσ. 270-320, και Cumont, σσ. 64-96· ενώ πιο πρόσφατα τα επιχειρήματα του Cumont υπέρ μιας τέτοιας σύνδεσης έγιναν δεκτά από τον Eliade, σ. 126, και απορρίφθηκαν από τον Vulliaud, σ. 33.

2.«θα είναι διαφορετικό...»: Δανιήλ 7, 23. «ήρθε με τα σύννεφα...»: στο ίδιο, 13-14, 27. Ιουδαϊκή αποκαλυπτική: Φυσικά, δεν ασχολούνται όλες οι ιουδαϊκές αποκαλύψεις με φαντασιώσεις αυτού του είδους.

3.Για την ανάπτυξη των εβραϊκών και ιουδαϊκών φαντασιώσεων περί Μεσσία: Klausner· αλλά πρβλ., για τις προεξοριστικές τους απαρχές, Johnson. Ezra-Apocalypse, XI-XIII, σσ. 608-619. Baruch-Apocalypse, XXXIX-XL, σ. 501· LXXII-LXXIV, σ. 518· XXIX, σσ. 497-498.

4.Ιώσηπος, Βιβλίο VI, κεφ. V —τόμ. II, σ. 108. Για τους ιουδαίους ψευδομεσσίες: Hyamson. «Διότι ο Υιός του Ανθρώπου...»: Ματθαίος 16, 27-28 —= Λουκάς 9, 27. Πρβλ. Ματθαίος 10, 23. Για τις δύο εποχές: Vulliaud, σσ. 45 κ.ε. Για μια προφητεία της Δευτέρας Παρουσίας, αποδιδόμενη στον Χριστό, αλλά που ανήκει εξ ολοκλήρου στην παράδοση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής: Μάρκος 13 —= Ματθαίος 24, Λουκάς 21· φαίνεται να χρονολογείται από τη δεκαετία του 50. Για τη διάδοση του Βαρούχ ανάμεσα στους Χριστιανούς: Charles, τόμ. II, σ. 470.

5.Αποκάλυψη 13, 1, 7-8, 11, 13, 14· 19, 11, 14-15, 19-21· 20, 4· 21, 1-5, 10-11. «Πνεύμα της Αλήθειας»: Ιωάννης 15, 26· 16, 13.

6.Τερτυλλιανός, στήλες 355-356. «σύντομα»: Αποκάλυψη 22, 6· και πρβλ. στο ίδιο, 7, 20. «έως ότου όλοι...»: Β΄ Πέτρου 3, 9. Ιουστίνος Μάρτυρας, κεφ. lxxx, στήλες 664-668.

7.Παπίας, στήλες 1258-1259. Αυτό το απόσπασμα διασώζεται στον Ειρηναίο, στήλες 1213-1214. Πρβλ. Baruch-Apocalypse, XXIX, σ. 498. Ειρηναίος, βιβλ. V, κεφ. xxxii-xxxiv. Το παρατιθέμενο χωρίο βρίσκεται στη στήλη 1210.

8.Λακτάντιος (2), στήλες 1090-1092. Το χωρίο είναι συμπύκνωση από τον Λακτάντιο (1), Divinae Institutiones, βιβλ. VII, κεφ. XX, xxiv, xxvi· βλ. ιδίως κεφ. xxiv, στήλες 808-811. Κομμοδιανός (1), σσ. 53-61· και (2), σσ. 175-180. Ο πέμπτος αιώνας θεωρείται πλέον πιθανότερη χρονολογία για τον Κομμοδιανό από τον τρίτο· πρβλ. Oxford Classical Dictionary, 1949, σ. 222.

9.Γωγ και Μαγώγ: Αυτοί οι λαοί συνέχισαν να εμφανίζονται στην αποκαλυπτική λογοτεχνία σε όλο τον Μεσαίωνα· πρβλ. Bousset (2), σσ. 113-131, και Peuckert, σσ. 164-171. Αρχικά πιστευόταν ότι ζούσαν στον απώτατο Βορρά· αργότερα τοποθετήθηκαν πίσω από τον Καύκασο και έτσι μπορούσαν εύκολα να ταυτιστούν με τις ορδές που κατά καιρούς έβγαιναν από την κεντρική Ασία. Για την προέλευση της ιδέας βλ. Ιεζεκιήλ 38-39 και Αποκάλυψη 20, 8-9.

Η αποκαλυπτική παράδοση στη μεσαιωνική Ευρώπη

Η αμερικανική καταστροφή στον Περσικό Κόλπο

Filippo Bovo - 06/08/2026

Η αμερικανική καταστροφή στον Περσικό Κόλπο


Πηγή: Φιλίππο Μπόβο

Η σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ και του Ιράν-Άξονα Αντίστασης εισέρχεται σε μια νέα φάση, η οποία έχει ήδη επιβεβαιωθεί εν μέρει από την τελευταία σειρά επιθέσεων και αντεπιθέσεων των τελευταίων ημερών. Και για τις δύο πλευρές, οι διαπραγματεύσεις χρησίμευσαν κυρίως για να κερδίσουν χρόνο για μια πιο αποφασιστική αντιπαράθεση, με επανεξοπλισμό και ανασυγκρότηση υποδομών που, ειδικά στην ιρανική περίπτωση, φάνηκαν πιο αποτελεσματικές.
Οι στόχοι των δύο πλευρών δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Για την Τεχεράνη, πρόκειται για την προώθηση της διαδικασίας απομάκρυνσης ό,τι έχει απομείνει από την αμερικανική απειλή στην περιοχή, την ανάπτυξη μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας με τα περιφερειακά έθνη, καθώς και για την κοινή διαχείριση των Στενών με το Ομάν, καθώς και για τη συνέχιση, με υποστήριξη της Χεζμπολάχ, της επίθεσης κατά του Ισραήλ στον Λίβανο και την εξασφάλιση πιο μόνιμης προστασίας για το τελευταίο. Για την Ουάσιγκτον, ωστόσο, πρόκειται για την ήττα της Τεχεράνης, αποκεφαλίζοντας έτσι τον Άξονα Αντίστασης, κυρίως προς όφελος του Ισραήλ στον Λίβανο, και αποτρέποντας την εμφάνιση μιας «κυρίαρχης πολιτικής τάξης» στον Κόλπο, με τα τοπικά έθνη ενωμένα στη διαχείριση των τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών ισορροπιών και των διαδρομών διέλευσης μέσω του Ορμούζ.
Ουσιαστικά, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, πρόκειται για την αποκατάσταση του status quo που υπήρχε πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ενός status quo που τίθεται σε κίνδυνο από τη δική τους απόφαση να τη διεξάγουν δίπλα στο Ισραήλ: αυτό είναι το τίμημα που πληρώνεται όταν ξεκινάς έναν πόλεμο με μια περισσότερο ιδεολογική παρά ρεαλιστική βεβαιότητα νίκης, υποτιμώντας τον αντίπαλό σου. Ωστόσο, όπως μπορούμε να δούμε, για να επιτύχουν έναν τέτοιο στόχο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να εξαλείψουν την Ισλαμική Δημοκρατία, η οποία, πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, ήταν ούτως ή άλλως μέρος αυτού του status quo, ως αποκλεισμένος και περιθωριοποιημένος, αν και ολοένα και πιο αυξανόμενος, παίκτης.
Ένα ηράκλειο έργο, αλλά που θα επέτρεπε μια εξαιρετικά εύγλωττη στρατηγική επαναβεβαίωση στον Κόλπο: για παράδειγμα, μόλις το ιρανικό καθεστώς ανατραπεί ή/και καταστεί αδρανές, το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσουν όσον αφορά την κυριαρχία δεν θα ήταν τόσο ελαφρύ ούτε για τα κράτη της περιοχής. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν θα έπρεπε να επανενταχθούν σε μια πιο άκαμπτη «ισραηλινοαμερικανική ειρήνη», όπου όχι μόνο οι Συμφωνίες του Αβραάμ θα ήταν η απαραίτητη απαραίτητη προϋπόθεση, και το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για άλλους παράγοντες όπως η Τουρκία. Ακόμη και το Πακιστάν, το οποίο απέκτησε επιρροή και θέση στην περιοχή κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, θα βρεθεί και πάλι σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένο.
Ωστόσο, αν η Ουάσιγκτον δεν έχει καταφέρει να το πετύχει αυτό μέχρι στιγμής, σε μια σύγκρουση που διήρκεσε 40 ημέρες στην αρχική της φάση αντί για τις δύο που είχε αρχικά προγραμματιστεί, αποτυγχάνοντας στην κλασική στρατηγική της «σοκ και δέος» και αποκτώντας αεροπορική υπεροχή έναντι των ιρανικών ουρανών για όλη τη διάρκεια των εχθροπραξιών, ενώ παράλληλα υφίσταται όλες τις ζημιές που πλέον αναγνωρίζονται ευρέως ακόμη και από τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, τότε δύσκολα θα έχει περιθώρια επιτυχίας σε αυτή την περίπτωση. Αυτό σημαίνει, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο, ότι ο συνήθης ιδεολογικός παράγοντας, ξένος προς την πραγματικότητα, εξακολουθεί να καθοδηγεί τις αμερικανικές και ισραηλινές αποφάσεις.
Αυτό, επομένως, υπερβαίνει κατά πολύ τον παραλληλισμό με αυτό που συνέβη το 1956, με τον πόλεμο του Σουέζ, του οποίου το αποτέλεσμα σηματοδότησε την οριστική κατάρρευση του Παρισιού και του Λονδίνου στο δυοπώλιο που έλεγχε τη Διώρυγα και, γενικότερα, ως υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η κατάρρευση, στην τρέχουσα αμερικανική περίπτωση, θα είναι επομένως πολύ πιο καταστροφική και πιθανώς και πολύ πιο γκροτέσκα.

Ιράν, ένα μείγμα πυραύλων


Όταν η ειρήνη είναι απλώς μια προειδοποίηση σε ένα γεωπολιτικό φυλλάδιο, ή ακόμα χειρότερα, απλώς ένα βέλος σε μια στρατηγική εξαπάτησης, είναι δύσκολο να την ανακτήσεις ακόμα και όταν χρειάζεται. Έτσι, τώρα η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να απεμπλακεί από το τέλμα του πολέμου με το Ιράν και βρίσκεται δεμένη με το άρμα του Νετανιάχου και την τρέλα του. Χθες, αρκετές ομοβροντίες ιρανικών πυραύλων έπληξαν το Ισραήλ ως προειδοποίηση κατά των επιχειρήσεων του Τελ Αβίβ στον Λίβανο, οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης τρομοκρατικές βομβιστικές επιθέσεις σε αστικές συνοικίες της Βηρυτού, χωρίς, ωστόσο, να παραλείψουν να μαρτυρήσουν τη Γάζα με μερικές τυχαίες βόμβες. Όπως πάντα, «όλοι οι πύραυλοι έχουν καταρριφθεί», μια φόρμουλα που αποτελεί πλέον μέρος της σιωνιστικής εκδοχής της Τορά, παρόλο που κανείς δεν την πιστεύει παρά την προσεκτική λογοκρισία όλων των μαρτυριών: τα ιερά κείμενα δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης. Στην πραγματικότητα, η αεροπορική βάση Ραμάτ Νταβίντ, από την οποία αναχωρούν αεροπλάνα για επιδρομές στον Λίβανο, χτυπήθηκε, καθώς και άλλα μικρά στρατιωτικά κέντρα, και οι βολές, κρίνοντας από τα αρχικά βίντεο που εμφανίζονται, φαίνονται αρκετά ισχυρές. Αλλά είναι απλώς μια γεύση, μια προειδοποίηση. Τελικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αποτελούν την πηγή της ίδιας της ύπαρξης του Ισραήλ, στην υπερσιωνιστική τους μορφή, δεν είναι σε θέση να απεμπλακεί από αυτές τις συνεχείς προκλήσεις, που έχουν σχεδιαστεί για να πυροδοτήσουν μια νέα, εκτεταμένη επίθεση κατά της Τεχεράνης.

Εν ολίγοις, φωνάζοντας συνεχώς για ειρήνη ενώ σκέφτονται τον πόλεμο, οι ΗΠΑ βρίσκονται τώρα παγιδευμένες: νομίζουν ότι είναι ειρήνη, αφού δεν μπορούν να επιτύχουν αποφασιστικές επιτυχίες πριν ο οικονομικός χειμώνας χτυπήσει αυτές και άλλους λόγω της έλλειψης πετρελαίου, αλλά παρασύρονται με τη βία στον πόλεμο. Και παρόλο που ο Λευκός Οίκος διαρρέει αναφορές ότι οι ΗΠΑ δεν θα συμμετάσχουν σε μια πιθανή απάντηση του Τελ Αβίβ σε πυραύλους που πέφτουν στο έδαφός τους, θα ήταν πραγματικά αφελές να πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά ο Ντόναλντ θα μπορέσει να αποφύγει το καθήκον του να κάνει το Ισραήλ ξανά μεγάλο, ακόμα κι αν διαισθάνεται την περαιτέρω καταστροφή που αντιμετωπίζει.

Αυτός ο νόμος των αντιποίνων έχει ένα νέο κεφάλαιο: οι επιστολές που φτάνουν στον Λευκό Οίκο από την Τεχεράνη, μέσω Πακιστάν, αναφέρουν ότι μία από τις μη διαπραγματεύσιμες προϋποθέσεις για την παύση της σύγκρουσης είναι η επιστροφή 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ιρανικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν παγώσει στις ΗΠΑ: αυτό είναι ένα τεστ αξιοπιστίας για το αν η Ουάσιγκτον θέλει πραγματικά μια συμφωνία. Αλλά η κλίκα των ηλιθίων που περιβάλλουν τον Τραμπ επιμένει στις θέσεις της και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ ​​Μπέσεντ, θέλει να χρησιμοποιήσει αυτά τα κλεμμένα δισεκατομμύρια για να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση κατεστραμμένων εγκαταστάσεων στις χώρες του Κόλπου, χωρίς καν να συνειδητοποιεί ότι η ζημιά είναι απλώς συμβολική σε σύγκριση με αυτό που θα μπορούσε να συμβεί αν ο πόλεμος συνεχιστεί. Όπως μπορεί να φανεί, αυτό μοιάζει λίγο με την κίνηση που προσπαθούσε να κάνει η Ευρώπη με τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων: η λογική του πολέμου και των οικονομικών εγκληματιών είναι πάντα η ίδια.

Εν τω μεταξύ, έχουν προκύψει  νέα σχετικά με ένα θέμα που γρήγορα χάθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας: η διαβόητη πυρκαγιά σε πλυσταριό που υποτίθεται ότι έθεσε εκτός λειτουργίας το πιο σύγχρονο και μεγαλύτερο από τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Σύμφωνα με μαρτυρίες από πρώτο χέρι ορισμένων μελών του πληρώματος, ρούχα και σεντόνια προφανώς κάηκαν σε θερμοκρασίες μεταξύ 2 και 3.000 βαθμών Κελσίου, αρκετές για να λιώσουν τα χαλύβδινα διαφράγματα. Φαίνεται ότι η ζημιά προκλήθηκε από πύραυλο, αλλά αυτή θα ήταν προφανώς μια θεωρία από φιλοϊρανούς θεωρητικούς συνωμοσίας, ενώ η αλήθεια είναι ότι τα υφάσματα, τα οποία δεν καίγονται πάνω από 300 βαθμούς Κελσίου, ευθύνονται για την τήξη βαριών, παχιών μεταλλικών διαφραγμάτων. Αυτή η νέα φυσική σίγουρα θα ικανοποιήσει όσους γνωρίζουν και όσους διαβάζουν τα νέα στις εφημερίδες, οι οποίες προφανώς ελέγχουν όλα τα νέα.

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§21

Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης (συνέχεια)

....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......

Αυτή η τέταρτη επιχείρηση του νου συνίσταται δηλαδή στην αναγνώριση της απόστασης του αντικειμένου από εμάς· αυτή όμως σχετίζεται με την τρίτη διάσταση για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Το αίσθημα κατά την όραση μας δίνει, όπως ήδη είπαμε, την κατεύθυνση στην οποία βρίσκονται τα αντικείμενα, αλλά όχι την απόσταση, δηλαδή όχι τον τόπο τους. Η απόσταση λοιπόν πρέπει να βρεθεί μέσα από τον νου, επομένως να προκύψει μέσα από αιτιατές προϋποθέσεις. Από αυτές η σημαντικότερη είναι η οπτική γωνία κάτω από την οποία παρουσιάζεται το αντικείμενο· αλλά αυτή είναι διφορούμενη, και μόνη της δεν αρκεί. Είναι σαν μια λέξη με δυο σημασίες: πρέπει κανείς από την ολική σχέση να δει ποια σημα σία εννοείται. Γιατί με την ίδια οπτική γωνία ένα αντικείμενο μπορεί να είναι μικρό και κοντά, ή μεγάλο και μακριά. Μόνο αν το μέγεθός του μας είναι ήδη από άλλη πηγή γνωστό, μπορούμε από την οπτική γωνία να αναγνωρίσουμε την απόστασή του, όπως επίσης και αντίστροφα, αν από άλλη πηγή μας είναι γνωστή η απόσταση, να αναγνωρίσουμε το μέγεθος. Η σμίκρυνση της οπτικής γωνίας σχετίζεται με τη
γραμμική προοπτική του χώρου. Επειδή η όρασή μας φτάνει το ίδιο μακριά προς όλες τις κατευθύνσεις, τα βλέπουμε όλα σαν μια κοίλη σφαίρα, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το μάτι μας. Αυτή η σφαίρα έχει, πρώτον, ατέλειωτα πολλούς διασταυρούμενους κύκλους προς όλες τις κατευθύνσεις, και οι γωνίες, το μέτρο των οποίων μας δίνει τα διάφορα σημεία αυτών των κύκλων, είναι οι δυνατές οπτικές γωνίες. Δεύτερον, αυτή η κοίλη σφαίρα, ανάλογα πώς υπολογίζουμε τη διάμετρό της, γίνεται πιο μεγάλη ή πιο μικρή: μπορούμε επομένως να τη σκεφτούμε σαν αποτελούμενη από ατέλειωτες, διαφανείς κοίλες σφαίρες, με κοινό κέντρο. Αφού όλες οι διάμετροι συγκλίνουν, αυτές οι κοίλες σφαίρες, στο μέτρο που βρίσκονται πιο μακριά από εμάς, είναι πιο μεγάλες. Τα αντικείμενα, ανάλογα αν καλύπτουν το ίδιο μέρος, π.χ. 10 μοίρες, μιας μικρότερης ή μιας μεγαλύτερης σφαίρας, είναι μικρό-τερα ή μεγαλύτερα, ενώ η οπτική γωνία μένει και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, δηλαδή δεν διασαφηνίζεται αν το αντικείμενο καλύπτει 10 μοίρες μιας σφαίρας με διάμετρο 2 μίλια ή 10 πόδια. Αν αντίθετα είναι γνωστό το μέγεθος του αντικειμένου, τότε ο αριθμός των βαθμών που καλύπτει θα μικραίνει στο μέτρο που η κοίλη σφαίρα, στην οποία το βλέπουμε, θα βρίσκεται πιο μακριά, και επομένως θα είναι πιο μεγάλη· στο ίδιο μέτρο επομένως θα συμπιέζονται όλα τα όριά του.

Από αυτό προκύπτει ο βασικός κανόνας κάθε προοπτικής· γιατί, αφού σε σταθερή αναλογία με την απόσταση, τα αντικείμενα και οι μεταξύ τους χώροι μικραί-νουν, και έτσι τα όρια συμπιέζονται, έχουμε σαν αποτέλεσμα όλα όσα βρίσκονται πάνω από εμάς να συμπιέζονται προς τα κάτω, αυτά που βρίσκονται κάτω από εμάς προς τα πάνω, και τα πλαϊνά το ένα προς το άλλο. Εφόσον έχουμε μπροστά μας μια σειρά αντι-κειμένων που σχετίζονται μεταξύ τους, μπορούμε από τη σύγκλιση των γραμμών, από τη γραμμική προοπτική, να αναγνωρίσουμε την απόσταση. Αντίθετα, από την απλή οπτική γωνία μόνη της, δεν μπορούμε. Ο νους τότε πρέπει να βοηθηθεί από άλλα στοιχεία, τα οποία χρησιμεύουν και στην καλύτερη κατανόηση της οπτικής γωνίας, εξηγώντας καλύτερα τον ρόλο που παίζει αυτή κατά τον υπολογισμό της απόστασης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως τέσσερα, τα οποία και θα αναφέρω στη συνέχεια. Με βάση αυτά, ακόμα και εκεί που λείπει η γραμμική προοπτική, μπορούμε συνήθως να υπολογίσουμε σωστά το μέγεθος ενός ανθρώπου που βρίσκεται εκατό πόδια μακριά, και φαίνεται σε μια οπτική γωνία είκοσι τέσσερις φορές μικρότερη απ' ό,τι αν βρισκόταν σε δυο πόδια απόσταση:

κάτι που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πως η παρατήρηση είναι διανοητική και όχι απλώς αισθησιακή. Μια ενδιαφέρουσα επιβεβαίωση όσων ειπώθηκαν σχετικά με τη γραμμική προοπτική και τη διανοητικότητα γενικά της παρατήρησης δίνει το ακόλουθο πείρα-μα. Αν κοιτάξω για πολλή ώρα ένα χρωματιστό αντικείμενο, π.χ. έναν κόκκινο σταυρό, θα έχω στο μάτι μου το φυσιολογικό του φάσμα χρωμάτων, δηλαδή έναν πράσινο σταυρό. Αυτός θα μου φανεί τόσο πιο μεγάλος, όσο πιο μακριά είναι η επιφάνεια στην οποία θα τον προβάλω, και τόσο πιο μικρός, όσο πιο κοντά είναι η επιφάνεια. Γιατί το φάσμα των χρωμάτων καλύπτει ένα ορισμένο τμήμα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, τη θέση που ερεθίστηκε πρώτα από τον κόκκινο σταυρό. Η προβολή του σταυρού σε μια έξω επιφάνεια, γίνεται αντιληπτή σαν μια ενέργεια ενός εξωτερικού αντικειμένου που έχει μια οπτική γωνία, ας πούμε, 2 μοίρες. Αν τον προβάλω σε μια πιο μακρινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μακρινής, και έτσι μεγάλης σφαίρας, επομένως ο σταυρός θα είναι μεγάλος· αν αντίθετα ρίξω το φάσμα σε μια κοντινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μικρής σφαίρας, θα είναι επομένως μικρός. Και στις δυο περιπτώσεις, η παρατήρηση του ενός εξωτερικού αντικειμένου είναι εντελώς αντικειμενική και, βασιζόμενη σε μια εντελώς υποκειμενική αιτία (το φάσμα των χρωμάτων), επιβεβαιώνει τη διανοητικότητα κάθε αντικειμενικής παρατήρησης. Για το φαινόμενο αυτό (το οποίο όπως ζωηρά θυμάμαι είχα παρατηρήσει το έτος 1815) υπάρχει στο Comptes rendus της 2ας Αυγούστου 1858 ένα κείμενο του Mr. Sequin, ο οποίος ασχολείται με το θέμα σαν να πρόκειται για μια νέα ανακάλυψη, και δίνει κάθε είδους άστοχες και ανόητες εξηγήσεις. Οι κύριοι της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιστημών κάνουν με κάθε ευκαιρία πειράματα επί πειραμάτων, και όσο πιο πολύπλοκα είναι αυτά, τόσο το καλύτερο. Μόνο εμπειρία! είναι το σήμα τους, αλλά λίγο σωστό και έντιμο συλλογισμό για τα παρατηρούμενα φαινόμενα συναντάει κανείς εξαιρετικά σπάνια· πειράματα, πειράματα και αερολογίες.

Στα βοηθητικά στοιχεία που αναφέραμε ανήκουν πρώτον οι εσωτερικές μεταβολές του ματιού, δυνάμει των οποίων το μάτι, μέσα από τη διεύρυνση ή μείωση της διάθλασης, προσαρμόζει τον οπτικό του μηχανισμό της διάθλασης στις διάφορες αποστάσεις. Σε τι ακριβώς όμως συνίστανται αυτές οι μεταβολές είναι ακόμα άγνωστο. Τις έχουν αποδώσει στην επέκταση της κύρτωσης, άλλοτε του κερατοειδούς χιτώνα, άλλοτε του φακού: αλλά η νεότερη, στην ουσία όμως ήδη από τον Κέπλερ διατυπωμένη, θεωρία τις αποδίδει στο ότι ο φακός, όταν κοιτάζουμε μακριά, κινείται προς τα πίσω, όταν όμως κοιτάζουμε κοντά, πηγαίνει προς τα εμπρός, και εκεί, μέσα από την πίεση των πλευρών, γίνεται πιο κυρτός. Αυτή η εξήγηση μου φαίνεται η πιο πιθανή: γιατί θα ήταν ανάλογη με τον μηχανισμό του ματιού κατά την παρακολούθηση της όπερας. Αυτή τη θεωρία τη βρίσκει κανείς αναλυτικά διατυπωμένη στην πραγματεία του Alexander Huecks Die Bewegung der Kristalllinse, 1841. Σε κάθε περίπτωση, για αυτές τις εσωτερικές μεταβολές του μα τιού, αν και δεν έχουμε μια σαφή αντίληψη, πάντως έχουμε μια ορισμένη αίσθηση, και αυτή τη χρησιμοποιούμε άμεσα για τον υπολογισμό της απόστασης. Επειδή όμως αυτές οι μεταβολές χρησιμεύουν για την όραση μιας απόστασης μεταξύ 7 ιντσών και 16 ποδιών, γι' αυτό και το στοιχείο τούτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον νου μόνο μέσα σε αυτή την απόσταση.

Αντίθετα, το δεύτερο στοιχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πέρα από αυτήν, το στοιχείο δηλαδή που έχουμε ήδη αναφέρει, η οπτική γωνία που δημιουργεί-ται από τους δυο οπτικούς άξονες. Είναι φανερό ότι αυτή γίνεται μικρότερη, όσο πιο μακριά είναι το αντι-κείμενο, και μεγαλύτερη, όσο αυτό είναι πιο κοντά. Αυτή η διαφορετική κατεύθυνση των ματιών κατά τον σχηματισμό της οπτικής γωνίας γίνεται μεν ελαφρά αισθητή, συνειδητή όμως γίνεται μόνο εφόσον ο νους τη χρησιμοποιήσει σαν στοιχείο κατά τον διαισθητικό υπολογισμό της απόστασης. Αυτό το στοιχείο δεν βοηθάει μόνο στην αναγνώριση της απόστασης, αλλά και του τόπου του αντικειμένου. Επειδή κάθε μάτι βλέπει το αντικείμενο σε μια κάπως διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο φαίνεται σαν να μετακινείται ελαφρά, αν κλείσει κανείς το ένα μάτι. Επειδή όμως, αν το αντικείμενο βρίσκεται σε απόσταση 200 ποδών ή και περισσότερο, τα μάτια κατευθύνονται παράλληλα, δηλαδή η οπτική γωνία χάνεται εντελώς, γι' αυτό πόσταση τούτο το στοιχείο ισχύει μόνο μέσα στην απόσ που αναφέραμε.

η. Πέρα από αυτήν έρχεται σε βοήθεια του νου προοπτική του βάθους, κατά την οποία η εντύπωση του βάθους δημιουργείται με την ελάττωση των αντι-θέσεων από μπρος προς τα πίσω και την ταυτόχρονη αύξηση της φωτεινότητας από μπρος προς τα πίσω. Η μείωση σε ένταση των χρωμάτων, η εμφάνιση του φυσικού μπλε μπροστά από όλα τα σκοτεινά αντικείμενα (σύμφωνα με τη σωστή θεωρία των χρωμάτων του Γκαίτε) και το θάμπωμα των γωνιών υποδηλώ-νουν μια μεγάλη απόσταση. Αυτό το στοιχείο, στην Ιταλία, εξαιτίας της μεγάλης διαφάνειας του αέρα,
είναι εξαιρετικά αδύναμο. Γι' αυτό και μας εξαπατά: π.χ. από το Φρασκάτι ιδωμένο το Τίβολι φαίνεται πολύ κοντά. Αντίθετα, στην ομίχλη μάς φαίνονται όλα τα αντικείμενα μεγαλύτερα, γιατί ο νους υποθέτει πως βρίσκονται πιο μακριά.


Τέλος μας μένει ακόμα ο υπολογισμός της απόστασης μέσα από τα διαισθητικά γνωστά μεγέθη των πραγμάτων που βρίσκονται ανάμεσα σε εμάς και το αντικείμενο, όπως χωράφια, ποτάμια, δάση κ.λπ. Αυτός ο υπολογισμός, βέβαια, ισχύει για μια ενιαία περιοχή, για γήινα, όχι για ουράνια σώματα. Γενικά έχουμε συνηθίσει να κάνουμε χρήση αυτού του στοιχείου σε οριζόντια κατεύθυνση, όχι σε κάθετη. Γι' αυτό η σφαίρα σε έναν πύργο ύψους 200 ποδών μάς φαίνεται πολύ πιο μικρή απ' ό,τι αν βρίσκεται 200 πόδια μπροστά μας στο έδαφος, γιατί οριζόντια υπολογίζουμε πιο σωστά την απόσταση. Κάποιος που βρίσκεται σε ένα σημείο, ανάμεσα στο οποίο και σε εμάς τα αντικείμενα είναι αδιευκρίνιστα και θαμπά, θα μας φανεί εντυπωσιακά μικρός.

Εν μέρει σε αυτόν τον τελευταίο τρόπο υπολογισμού και εν μέρει στην προοπτική του βάθους οφείλεται το γεγονός, ότι ο νους μας που παρατηρεί, υποθέτει ότι τα αντικείμενα που βρίσκονται προς τον ορίζοντα είναι πιο μακριά, και επομένως πιο μεγάλα, απ' ό,τι σε κάθετη κατεύθυνση. Γι' αυτό η σελήνη στον ορίζοντα μας φαίνεται πιο μεγάλη από όσο όταν βρίσκεται στην κορυφή του ουρανού, ενώ η εικόνα που ρίχνει στο μάτι είναι και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, όπως και ο θόλος του ουρανού φαίνεται να εκτείνεται πιο πολύ οριζόντια απ' ό,τι κάθετα. Και τα δυο είναι λοιπόν καθαρά διανοητικά ή εγκεφαλικά, παρά οπτικά ή αισθησιακά. Η αντίρρηση ότι η σελήνη, όταν είναι στην κορυφή του ουρανού, μερικές φορές είναι θαμπή και δεν φαίνεται πιο μεγάλη, δεν σημαίνει κάτι, γιατί, όπως είπαμε, ο τελευταίος υπολογισμός ισχύει μόνο για αντικείμενα που βρίσκονται σε οριζόντια κατεύθυνση και όχι σε κάθετη. Ο Σωσσύρ (Saussure) λέγεται ότι είδε από το Μονμπλάν τη σελήνη που μόλις είχε εμφανιστεί στον ορίζοντα τόσο μεγάλη, που δεν την αναγνώρισε και από τον τρόμο του λιποθύμησε.


Αντίθετα, στον υπολογισμό με μόνο την οπτική γωνία, του μεγέθους μέσα από την απόσταση, και της απόστασης μέσα από το μέγεθος, βασίζεται το τηλεσκόπιο και ο φακός, γιατί εδώ οι τέσσερις άλλοι συμπληρωματικοί τρόποι υπολογισμού αποκλείονται. Το τηλεσκόπιο πραγματικά μεγεθύνει, αλλά φαίνεται σαν να φέρνει τα πράγματα απλώς πιο κοντά. Επειδή το μέγεθος των πραγμάτων μάς είναι εμπειρικά γνωστό, εξηγούμε και τη μεγέθυνση από την πιο μικρή απόσταση· γι' αυτό ένα σπίτι μέσα από το τηλεσκόπιο δεν φαίνεται δέκα φορές πιο μεγάλο, παρά δέκα φορές πιο κοντά. Ο φακός αντίθετα δεν μεγεθύνει πραγματικά, παρά καθιστά μόνο δυνατό να φέρουμε το αντικείμενο τόσο κοντά στο μάτι, όσο δεν θα μπορούσαμε χωρίς αυτόν, και το αντικείμενο φαίνεται μόνο τόσο μεγάλο, όσο θα φαινόταν από την ίδια κοντινή απόσταση και χωρίς τον φακό. Η μικρή κύρτωση δηλαδή του κερατοειδούς χιτώνα δεν μας επιτρέπει την καθαρή όραση σε σημείο πιο κοντινό από οκτώ μέχρι δέκα ίντσες από το μάτι· όταν όμως η κύρτωση του φακού μεγαλώσει τη διάθλαση, έχουμε μια καθαρή εικόνα και σε απόσταση μισής ίντσας από το μάτι. Το αντικείμενο που βλέπουμε σε τόσο κοντινή απόσταση και σε μέγεθος που αντιστοιχεί προς αυτήν, προβάλλει ο νους μας στη φυσική απόσταση της καθαρής όρασης, δηλαδή οχτώ μέχρι δέκα ίντσες, και υπολογίζει λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την απόσταση και τη δεδομένη οπτική γωνία, το μέγεθός του.

Όλα αυτά που σχετίζονται με την όραση τα περιέγραψα τόσο λεπτομερειακά, για να καταστήσω σαφές ότι σε όλα αυτά τον κύριο λόγο έχει ο νους, ο οποίος μέσα από το γεγονός ότι αντιλαμβάνεται κάθε μεταβολή σαν ενέργεια και τη σχετίζει με το αίτιό της, πάνω στο υπόστρωμα των a priori θεμελιωδών αντιλήψεων του χώρου και του χρόνου, δημιουργεί το εγκεφαλικό φαινόμενο του κόσμου των πραγμάτων, για τη δημιουργία του οποίου τα αισθήματα των αισθήσεων του παρέχουν απλώς μερικά στοιχεία. Και μάλιστα ο νους ενεργεί μόνο μέσα από τη δική του μορφή, η οποία είναι ο νόμος της αιτιότητας, και επομένως εντελώς άμεσα και διαισθητικά, χωρίς τη βοήθεια του συλλογισμού, της αφηρημένης αντίληψης, μέσα από έννοιες και λέξεις, οι οποίες είναι το υλικό της δευτερεύουσας αντίληψης, που θα πει της σκέψης, δηλαδή της λογικής.

Αυτή η ανεξαρτησία της αντίληψης του νου από τη λογική και τα βοηθητικά της στοιχεία, γίνεται φανερή από το γεγονός ότι, αν κάποτε ο νους αποδίδει μια δεδομένη ενέργεια σε ένα μη σωστό αίτιο το οποίο παρατηρεί, και έτσι προκύπτει το λαθεμένο φαινομενικό, η λογική όμως αντιλαμβάνεται αφηρημένα τη σωστή κατάσταση, δεν μπορεί παρά ταύτα να προστρέξει σε βοήθειά του, και το φαινομενικό παραμένει απείραχτο. Ένα τέτοιο φαινομενικό είναι π.χ. η διπλή όραση και το διπλό ψηλάφισμα που έχουμε αναφέρει, όταν τα αισθητήρια όργανα μετακινούνται από τη σωστή τους θέση. Το ίδιο συμβαίνει με τη σελήνη που φαίνεται μεγαλύτερη στον ορίζοντα. Ακόμα, η εικόνα στο κέντρο ενός κυρτού καθρέφτη που φαίνεται σαν ανεξάρτητο αιωρούμενο σώμα, μια εικόνα ζωγραφικής που φαίνεται σαν τρισδιάστατη, η κίνηση της όχθης ή της γέφυρας όταν κοιτάζουμε κάτω τη στιγμή που περνά ει το καράβι, ψηλά βουνά που φαίνονται να είναι πολύ πιο κοντά εξαιτίας της καθαρής ατμόσφαιρας στην οποία βρίσκονται οι κορυφές τους, και εκατό παρόμοια πράγματα, κατά τα οποία ο νους προϋποθέτει το συνηθισμένο, το γνωστό σε αυτόν αίτιο, στο οποίο και κατευθύνει αμέσως την παρατήρησή του, παρόλο που η λογική, από άλλους δρόμους, έκρινε σωστά την κατάσταση, χωρίς όμως να μπορεί να τον επηρεάσει, γιατί η αντιληψή του προηγείται της λογικής. Έτσι το λαθεμένο φαινομενικό, δηλαδή η πλάνη του νου παραμένει αμετακίνητη, αν και το λάθος, δηλαδή η πλάνη της λογικής, αποφεύγεται. Αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά ο νους είναι η πραγματικότητα, αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά η λογική είναι η αλήθεια, μια κρίση δηλαδή που έχει μια αιτία: σε αντίθεση προς το πρώτο βρίσκεται το φαινομενικό (το λαθεμένα παρατηρημένο), σε αντίθεση προς το δεύτερο βρίσκεται το λάθος (η λαθεμένη σκέψη).

Παρόλο που το καθαρά μορφικό κομμάτι της εμπειρικής παρατήρησης, δηλαδή ο νόμος της αιτιότητας, κοντά στον χώρο και τον χρόνο, βρίσκεται α priori στον νου, όμως η χρήση του σε σχέση με εμπειρικά στοιχεία δεν είναι εξαρχής δεδομένη, παρά αποκτιέται σιγά-σιγά μέσα από την άσκηση και την πείρα. Γι' αυτό τα νεογέννητα παιδιά έχουν μεν την εντύπωση του φωτός και των χρωμάτων, όμως δεν αντιλαμβάνονται και ούτε βλέπουν ακόμα με σαφήνεια τα αντικείμενα, αλλά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων είναι πεσμένα σε κάποια απάθεια, η οποία της υποχωρεί όταν ο νους αρχίσει να ασκεί τη λειτουργία του σε σχέση με τα στοιχεία που του παρέχουν οι αισθήσεις, προ πάντων αυτή της ψηλάφησης και όρασης, μέσα από τις οποίες σιγά-σιγά ο αντικειμενικός κόσμος εισχωρεί στη συνείδηση. Αυτή η συνειδητοποίηση γίνεται φανερή από το έξυπνο βλέμμα και κάποια σημεία πρόθεσης στις κινήσεις τους, ιδιαίτερα όταν για πρώτη φορά, μέσα από ένα φιλικό χαμόγελο, δίνουν την εντύπωση ότι αναγνωρίζουν τα κοντινά τους πρόσωπα. Μπορεί κανείς ακόμα να παρατηρήσει πως πειραματίζονται για ώρα με την όραση και το ψηλάφισμα, για να τελειοποιήσουν την αντίληψή τους των αντικειμένων, σε διαφορετικό φωτισμό, κατεύθυνση και απόσταση, και έτσι να επιδίδονται σε μια σιωπηλή αλλά σοβαρή σπουδή, μέχρι να μάθουν όλες τις επιχειρήσεις του νου, τις σχετικές με την όραση, που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Πολύ πιο καθαρά μπορεί να διαπιστώσει κανείς αυτό το σχολείο σε τυφλά νεογέννητα, που εγχειρίστηκαν αργότερα, γιατί αυτά μπορούν να μιλάνε για τις παρατηρήσεις τους. Από τον φημισμένο τυφλό του Cheselden (η πρώτη περιγραφή του οποίου βρίσκεται στο Philosophical Transactions), η περίπτωση έχει επαναληφθεί πολλές φορές, και κάθε φορά έχει διαπιστωθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι που έκαναν χρήση των ματιών τους αργά, αμέσως μετά την εγχείρηση βλέπουν φως, χρώματα και περιγράμματα, αλλά ακόμα δεν έχουν καμία αντικειμενική παρατήρηση των πραγμάτων· γιατί ο νους τους πρέπει πρώτα να μάθει τη χρήση του νόμου της αιτιότητας σε σχέση με τα νέα στοιχεία και τις μεταβολές τους. Όταν ο τυφλός του Cheselden αντίκρισε για πρώτη φορά το δωμάτιο με τα διάφορα αντικείμενα μέσα, δεν μπορούσε να διακρίνει τις διαφορές, παρά είχε μια γενική εικόνα ενός ενιαίου όλου: το θεώρησε σαν μια επίπεδη επιφάνεια με διάφορα χρώματα. Δεν είχε την εντύπωση ξεχωριστών πραγμάτων, που βρίσκονταν σε διαφορετικές αποστάσεις το ένα πίσω από το άλλο. Τέτοιοι χειρουργημένοι τυφλοί πρέπει τα πράγματα που γνωρίζουν από το ψηλάφισμα, να τα παρουσιάσουν και να τα κάνουν γνωστά στην όραση. Τις αποστάσεις δεν μπορούν να τις αναγνωρίσουν στην αρχή. Ένας, όταν είδε το σπίτι του από έξω, δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα τα μεγάλα δωμάτια βρίσκονταν μέσα σε αυτό το μικρό πράγμα. Ένας άλλος ήταν εξαιρετικά χαρούμενος, όταν αρκετές εβδομάδες μετά την εγχείρηση έκανε την ανακάλυψη πως οι χαλκογραφίες στον τοίχο παρίσταναν κάθε είδους αντικείμενα. Στη Morgenblatt της 23ης Οκτωβρίου 1817 βρίσκεται η είδηση για έναν γεννημένο τυφλό ο οποίος είδε για πρώτη φορά στα δεκαεπτά του χρόνια. Τη νοητική παρατήρηση έπρεπε πρώτα να τη μάθει. Δεν αναγνώριζε κανένα αντικείμενο που του ήταν γνωστό μέσα από το ψηλάφισμα, έπαιρνε κατσίκες για ανθρώπους κ.λπ. Η αίσθηση της ψηλάφησης έπρεπε να γνωρίσει τα διάφορα αντικείμενα στην αίσθηση της όρασης.

Επίσης δεν μπορούσε να κρίνει τις αποστάσεις των αντικειμένων που έβλεπε. Ο Franz, στο βιβλίο του The eye - A treatise on the art of preserving this organ in healthy condition, and of improving the sight (London, Churchill 1839), γράφει: «Μια ορισμένη παράσταση της απόστασης, όπως επίσης της μορφής και του μεγέθους, μπορεί να προέλθει μόνο από την αίσθηση της όρασης και της ψηλάφησης, και μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των δυο αισθητηρίων οργάνων. Για τον σκοπό όμως αυτό πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του τη δυνατότητα της μυϊκής και από πρόθεση κίνησης του δεδομένου ατόμου. Ο Caspar Hauser λέει για τις εμπειρίες του σε αυτή τη σχέση ότι μετά από την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, όταν κοίταζε μέσα από το παράθυρο εξωτερικά αντικείμενα, όπως δρόμο, κήπο κ.λπ., του φαινόταν σαν να είχε μπροστά από τα μάτια του μια κουρτίνα με κάθε είδους χρωματιστούς λεκέδες, ανάμεσα στους οποίους δεν μπορούσε να αναγνωρίσει και να διακρίνει τίποτα ξεχωριστό. Λέει ακόμα ότι κατά τους περιπάτους του στο δρόμο χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να πειστεί ότι αυτά που του φαίνονταν σαν κάθε είδους χρώματα, στην πραγματικότητα ήταν διάφορα αντικείμενα, και ότι τελικά η κουρτίνα εξαφανίστηκε και έβλεπε και αναγνώριζε τα πράγματα στις σωστές τους καταστάσεις. Άνθρωποι που γεννήθηκαν τυφλοί και είδαν το φως τους μέσα από μια εγχείρηση μετά από χρόνια, φαντάζονται για ένα διάστημα πως όλα τα αντικείμενα αγγίζουν τα μάτια τους και είναι τόσο κοντά, που φοβούνται μήπως συγκρουστούν. Κάποτε προσπαθούν να πιάσουν το φεγγάρι, νομίζοντας πως είναι κοντά, άλλοτε ακολουθούν τα σύννεφα στον ουρανό για να τα πιάσουν, ή κάνουν άλλες παρόμοιες ανοησίες... Επειδή οι παραστάσεις δημιουργούνται μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των αισθήσεων, είναι σε όλες τις περιπτώσεις αναγκαίο, αν πρόκειται να προκύψει μια ακριβής παράσταση αυτού που βλέπει κανείς, οι δυνάμεις του νου να μπορούν να κάνουν ανενόχλητες τη δουλειά τους. Μια απόδειξη σχετικά με αυτό δίνει η περίπτωση που αναφέρει ο Haslan, ενός παιδιού το οποίο δεν είχε κανένα πρόβλημα στα μάτια, αλλά ήταν διανοητικά καθυστερημένο και ακόμα στα εφτά του χρόνια δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την απόσταση των αντικειμένων, και ιδιαίτερα το ύψος τους. Μπο-ρούσε να σηκώσει το χέρι του προς μια πρόκα στο ταβάνι ή προς το φεγγάρι, για να το πιάσει. Είναι λοιπόν η ικανότητα κρίσης η οποία προσδίδει στην παράσταση ή αντίληψη ορατών αντικειμένων ορθότητα και σαφήνεια».

Συνεχίζεται

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (186)

Συνέχεια από Δευτέρα, 1η Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος


Η κυκλική κίνηση ολόκληρου του κενού χώρου –


Ας επισκοπήσουμε άλλη μια φορά το όλο έργο από εκεί όπου η περιπλοκή τών δύο «αιτίων», στις οποίες και στηρίζεται η σύνθεσή του, είχε εγκαταλειφθή. Η θεωρία τών αντιλήψεων είχε οδηγήσει στο σημείο, όπου το ψυχικό (στοιχείο...) καθορίζεται απ’ το σωματικό, και η τελεολογία διασταυρώνεται με τη μηχανικήν αιτιότητα (47 Ε). Ολόκληρο το μεσαίο μέρος τού διαλόγου κυλά πάνω στις «γραμμές» αυτής τής αιτιότητας. Πρόκειται για τη διδασκαλία προπαντός τών στοιχείων ως το πεδίο της φύσεως, όπου η κυριαρχία τής ανάγκης είναι ισχυρότατη, η επίδραση του πνεύματος μόλις αντιληπτή. Εδώ περικλείεται η αιτιώδης συνισταμένη τής αντίληψης, αφού είχε ήδη πραγματευτή προηγουμένως η τελεολογική της συνισταμένη. Με μιαν αναδρομή στα δύο είδη τής «αιτίας» τελειώνει κι αυτό το μέρος (68 Ε – 69 Α), όπως είχε ξεκινήσει με την ανάλυσή τους.

Το πρώτο μέρος είχε διακοπή, όταν κατά τη σύνδεση σώματος και ψυχής αποδείχτηκε, ότι δεν μπορούσε κανείς να κατανοήση πλήρως με μια και μοναδικήν αιτία το φαινόμενο της αντίληψης (47 Ε). Το μεσαίο μέρος είχε (πράγματι...) οδηγήσει ξανά και ξανά την αιτιώδη διδασκαλία τής αντίληψης «μέχρι την ψυχή». Το τρίτο τώρα μέρος συνεχίζει από εκεί όπου είχε (ακριβώς...) διακοπή το πρώτο (69 Α). Το ανθρώπινο σώμα οικοδομείται περαιτέρω, «ούτως ώστε» να υπηρετήση ως θνητό όχημα την ψυχή. Η δε χαρακτηριστκή έκφραση «ούτως ώστε» ξανακυριαρχεί από εδώ και πέρα, με τρόπο βέβαια κατά τον οποίον να παραμένη η απαραίτητη, αν και υποτασσόμενη θέση τής υλικής αιτιότητας. Μπορούμε (ωστόσο...) να αντιληφθούμε σωστά αυτή τη φανταστική βιολογία, μόνον αν γνωρίζουμε τις θεωρητικές βάσεις, πάνω στις οποίες έχει οικοδομήσει ο Πλάτων. Είναι όμως ήδη σαφές, ποιον χώρο καταλαμβάνει το παράδοξο-ειρωνικό «παιχνίδι» σ’ αυτές τις τελεολογικές κατασκευές. Ανάμεσα στο διάφραγμα και τον ομφαλό συνάπτουν οι δημιουργοί θεοί το μέρος εκείνο τού «φιλήδονου» (ενός...) τρίτου τής ψυχής, που ζητά τροφή και ποτό, στερεωμένο στο «παχνί», κατά το δυνατόν απομακρυσμένο απ’ το όργανο της σκέψης έτσι, ώστε να του δημιουργή κατά το δυνατόν λιγότερη σύγχυση και ταραχή-φασαρία (70 Ε). Κατασκευάζουν δε το ήπαρ ως έναν καθρέφτη για ό,τι συμβαίνει στην ψυχή, και την σπλήνα σαν ένα σφουγγάρι, για να διατηρή συνεχώς καθαρόν και απαστράπτοντα τον καθρέφτη τού ήπατος (71 Β κ.ε.). Τα έντερα είναι πολλαπλώς περιτυλιγμένα έτσι, ώστε η τροφή να μένη για μεγάλο χρονικό διάστημα εντός τους και να μην καταστή, ζητώντας συνεχώς καινούργιο φαγητό και ποτό, αφιλόσοφο και άμουσο ολόκληρο το γένος τών ανθρώπων (73 Α). Ο Πλάτων λέει μάλιστα χρησιμοποιώντας αυτό το «παιχνίδι», ότι γι’ αυτό το «ούτως ώστε» θα μπορούσε μόνον ο δημιουργός θεός να μας πληροφορήση με κάθε «σοβαρότητα». Ταυτόχρονα αποκτά ωστόσο αυτό το «παιχνίδι» το νόημά του μέσα απ’ το σοβαρώτατο ηθικό αίτημα που μας θέτει. Ας θυμηθούμε κι εμείς άλλη μια φορά εδώ, πως θα ήταν λειψό το σύνολο, αν δεν παρίστατο στον διάλογο ως ακροατής και ο Σωκράτης, που εκπληρώνει με την ζωή του και τον θάνατό του αυτό (ακριβώς...) το αίτημα.

Ένας επιστημονικά διαπραγματευόμενος φυσικός φιλόσοφος θα είχε συμπεριφερθή εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Θα είχε ξεκινήσει – και μπορούμε να σκεφτούμε τη «Φυσική» τού Αριστοτέλη εδώ – με τη διδασκαλία για τις «αρχές», άρα για τις αιτίες, θα είχε προχωρήσει μετά στη διδασκαλία τών στοιχείων και θα είχε οικοδομήσει έτσι τον κόσμο. Είδαμε, γιατί δεν ξεκίνησε κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων˙ και επισκοπώντας τώρα το σύνολο, γίνεται ακόμα σαφέστερο, πώς το πεδίο τής Ανάγκης μετατοπίζεται στο κέντρο και περικλείεται απ’ το πεδίο τών Σκοπών, στο οποίο το «συναίτιο» μόνο και διαφαίνεται, χωρίς ένα παρόμοιο «δικαίωμα». Με τη Δημιουργία λοιπόν τού Κόσμου και μ’ έναν έπαινο σ’ αυτόν τελειώνει και ο διάλογος. Μέσα σ’ αυτόν τον Κόσμο φανερώνονται τα δημιουργήματα-κτίσματα, τα αιώνια και τα θνητά, ξεκινώντας άλλη μια φορά με το τελειότερο (ανάμεσά τους...), τη λογική ψυχή, και τη σωματική της (καθ)έδρα, την κεφαλή, και τελειώνοντας με την τελειότητα: την τέλεια κίνηση, η οποία και τίθεται άλλη μια φορά ως έργο και αποστολή τού ανθρωπίνου πνεύματος. Για να βυθισθή όμως ενδιάμεσα αυτή η τελειότητα μέχρις εκεί, όπου και «επιτυγχάνεται», με κείνο το απολύτως-απροσδιόριστο, το εντελώς (παρ)άλογο, άτακτο και μη θεϊκό. Το οποίο και περιβάλλεται ολόγυρα από μιαν ολοένα και μεγαλύτερη προς την περιφέρεια τελειότητα. Απεικονίζοντας έτσι ήδη στην κατασκευή του τον Κόσμο ο «Τίμαιος», τον οποίον και ερμηνευτικά αποδίδει.

( Τέλος τού κεφαλαίου «Τίμαιος» - Ακολουθεί το κεφάλαιο «Κριτίας» )

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (42)

  Συνέχεια από: Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

 Οἱ μαρτυρίες τοῦ Ξενοφώντος συγκλίνουν πρὸς ἐκεῖνες τοῦ Πλάτωνος

Στὰ δυὸ ἀποσπάσματα τοῦ Ξενοφώντος, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ δὲν εἶναι τόσο γνωστά, εἶναι ἐν τούτοις πολὺ σπουδαία, περιγράφεται ἡ συνάντηση τοῦ Σωκράτους μὲ ἕναν ζωγράφο καὶ ἕναν γλύπτη. Ἀναφέρονται, ἐπίσης, οἱ ὑποδείξεις ποὺ ἔκανε ὁ Σωκράτης σχετικῶς μὲ τὰ κριτήρια βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπεικονίζεται ὁ ἄνθρωπος: ἔτσι, δὲν θὰ ἔπρεπε κανεὶς νὰ περιορίζεται μόνον στὴ σκιαγράφηση τοῦ σώματος, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπεικονίζει τὴν ἴδια τὴν ψυχή, κατὰ τέτοιον τρόπο ὥστε νὰ ἀναδεικνύεται ἡ δυναμική τοῦ συνόλου.

Σὲ ἕναν διάλογο μὲ τὸν ζωγράφο Παράσειο – ἕναν ἀπὸ τοὺς διασημότερους ζωγράφους τῆς ἀρχαιότητας – ὁ Σωκράτης ὑποστήριζε τὰ ἀκόλουθα:

«Τί δέ;» εἶπεν· «ἀπομιμεῖσθε ἐπίσης τὸν ἑλκυστικώτατον χαρακτῆρα τῆς ψυχῆς καὶ τὸν εὐχαριστότατον καὶ τὸν ἀγαπητότατον καὶ τὸν ἐπιθυμητότατον καὶ τὸν ἐρασμιώτατον. Ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀπομιμηθῇ κανεὶς αὐτόν;» «Ὄχι· διότι πῶς», εἶπεν, «ὦ Σωκράτη, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μιμηθῇ κανεὶς αὐτό, τὸ ὁποῖον οὔτε συμμετρίαν οὔτε χρώμα ἔχει, οὔτε κανὲν ἀπ' ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπες πρὸ ὀλίγου, οὐδὲ εἶναι δυνατόν νὰ τὸ ἰδῇ κανεὶς καθόλου;» «Ἆρά γε λοιπόν», εἶπε, «συμβαίνει εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ βλέπῃ μὲ φιλικὴν διάθεσιν καὶ νὰ βλέπῃ καὶ ἐχθρικῶς μερικούς;» «Ἐγὼ τουλάχιστον τὸ παραδέχομαι», εἶπε. «Λοιπὸν αὐτὸ τῷ ὄντι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀπομιμηθῇ κανεὶς εἰς τὰ μάτια;» «Καὶ βέβαια», εἶπε. «Διὰ τὰς εὐτυχίας δὲ καὶ τὰς δυστυχίας τῶν φίλων σοῦ φαίνεται, ὅτι ἔχουν τὴν ἰδίαν ἔκφρασιν εἰς τὰ πρόσωπά των καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀγαποῦν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τοὺς ἀγαποῦν;» «Όχι, μὰ τὸν Δία», εἶπε· «διότι διὰ μὲν τὰς εὐτυχίας των χαρούμενοι, διὰ δὲ τὰς συμφοράς των σκυθρωποὶ γίνονται». «Λοιπόν», εἶπεν, «εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὰ κανεὶς νὰ τὰ ἀπεικονίζῃς» «Καὶ βέβαια», εἶπεν. «᾿Αλλὰ προσέτι καὶ ἡ ἰδιότης τῆς μεγαλοπρεπείας καὶ τῆς ἐλευθεριότητος καὶ ἡ ἰδιότης τῆς ταπεινότητος καὶ τῆς δουλικότητος καὶ ἡ ἰδιότης τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς φρονήσεως καὶ ἡ ἰδιότης τῆς αὐθαδείας καὶ ἡ ἰδιότης τῆς χωριατοσύνης καὶ διὰ τοῦ προσώπου καὶ διὰ τῶν σχημάτων τῶν ἀνθρώπων διαφαίνεται, καὶ ὅταν στέκωνται καὶ ὅταν κινοῦνται». «Ἀληθῆ λέγεις», εἶπεν. «Λοιπὸν καὶ αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομιμηθῇ κανείς;» «Καὶ βέβαια», εἶπε. «Ποῖον λοιπὸν ἀπὸ τὰ δύο νομίζεις», εἶπεν, «ὅτι εἶναι εὐχαριστότερον νὰ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι: τὰς εἰκόνας, διὰ τῶν ὁποίων φαίνονται καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ οἱ ἀγαπητοὶ χαρακτήρες, ἢ ἐκείνας, διὰ τῶν ὁποίων φαίνονται καὶ οἱ κακοὶ καὶ οἱ πονηροὶ καὶ οἱ μισητοὶ χαρακτήρες;» «Πολλὴ μὰ τὸν Δία», εἶπε, «διαφορὰ ὑπάρχει τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὦ Σωκράτη» 85.

Ανάλογες ἀντιλήψεις εἶχε καὶ ὁ γλύπτης Κλίτων 86, ὁ ὁποῖος συμπέραινε:

«Ώστε πρέπει», εἶπεν ὁ ἀνδραντοποιός, «τὰς ψυχικὰς διαθέσεις νὰ τὰς ἀπεικονίζει διὰ τῆς μορφῆς» 87.

Ὁ Ξενοφῶν ἐπισημαίνει κατ' ἐπανάληψιν ὅτι ὁ Σωκράτης ἀνήγαγε τὴ νόηση στὴν ψυχὴ ὡς σημεῖο ποὺ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ θεῖο. Ἀναφέρει σχετικώς:
Πρός τούτοις δὲ καὶ ἡ ψυχὴ βέβαια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία μετέχει τοῦ θείου περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, εἶναι μὲν φανερόν, ὅτι βασιλεύει ἐντὸς ἡμῶν, ἀλλ᾽ οὔτε αὐτὴ δὲν φαίνεται 88.
Ἀλλοῦ, παρέχοντας μία ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς θεοῦ ὑπὸ μορφὴν νοήσεως, ὁ Ξενοφῶν λέγει διά στόματος Σωκράτους:
«Σὺ δὲ νομίζεις ὅτι ἔχεις κάποιαν νοητικὴν δύναμιν;» «Ἐρώτα με λοιπὸν καὶ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ». «Ἀλλοῦ δὲ πουθενὰ δὲν νομίζεις ὅτι ὑπάρχει νοητική δύναμις; Καὶ μάλιστα ἐνῷ ἠξεύρεις, ὅτι μικρό μέρος τῆς γῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολλή, μέσα εἰς τὸ σῶμα σου ἔχεις, καὶ ὀλίγον μέρος ὑγροῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι πολύ, καὶ ἀπὸ ἕκαστον ἀπὸ τὰ ἄλλα βέβαια, τὰ ὁποῖα εἶναι μεγάλα, ἀφοῦ ἔλαβες μικρόν μέρος, συνηρμολογήθη τὸ σῶμά σου· πῶς δὲ λοιπὸν νομίζεις, ὅτι μόνος σύ, κατ' εὐτυχῆ τινα περίστασιν, ἔχεις ἁρπάσει νοῦν, ἐνῷ πουθενὰ δὲν ὑπάρχει, καὶ αὐτὰ τὰ ὑπερμεγέθη καὶ ἄπειρα κατὰ τὸ πλῆθος σώματα, νομίζεις ὅτι ἔχουν τόσην τάξιν, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν φρόνησιν;»89


Μετὰ τὴν κατάδειξη καὶ παράθεση μιᾶς σειρᾶς ἀπὸ προτερήματα ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἔναντι τῶν ζώων, ὁ Σωκράτης καταλήγει:
Δὲν ἦτο, λοιπόν, ἀρκετὸν εἰς τὸν θεὸν μόνον διὰ τὸ σῶμά μας να φροντίσῃ, ἀλλά – τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότατον – καὶ τὴν ψυχὴν ἀρίστην μέσα εἰς τὸ σῶμα τὴν ἐνεφύτευσε. Διότι τίνος ζώου ἡ ψυχή πρῶτον μὲν ἀντιλαμβάνεται περὶ τῶν θεῶν, οἱ ὁποῖοι τὰ μέγιστα καὶ κάλλιστα δημιουργήματα ἔθεσαν εἰς τάξιν, ὅτι ὑπάρχουν; Ποία δὲ ψυχὴ εἶναι ἱκανωτέρα τῆς ἀνθρώπινης νὰ προφυλάσσεται ἢ ἀπὸ τὴν πεῖναν ἢ ἀπὸ τὴν δίψαν ἢ ἀπὸ τὰ ψύχη ἢ ἀπὸ τὶς ζέστες ἢ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀσθενείας ἢ νὰ ἀσκηθῇ εἰς τὴν ῥώμην ἢ νὰ κοπιάσῃ διὰ νὰ μάθῃ ἢ ὅσα ἀκούσῃ ἢ ἴδῃ ἢ μάθῃ, ποία ψυχὴ εἶναι ἱκανωτέρα νὰ τὰ ἀπομνημονεύσῃ; Δὲν σοῦ εἶναι, λοιπόν, ὁλοφάνερον, ὅτι ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα, οἱ ἄνθρωποι ζοῦν ὡς θεοὶ ἐκ φύσεως καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχὴν ὄντες ἀνώτεροι 90;

Βάσει τῆς οὐσιώδους ταυτίσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ψυχή του, καὶ ἰδιαιτέρως τῆς ψυχῆς μὲ τὴ νόηση, ὁ Σωκράτης καταλήγει στὸ περίφημο «παράδοξο» σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἀρετὴ εἶναι «γνώση» καὶ ἡ ἀνηθικότητα «ἄγνοια». Στενώς συνδεδεμένο μὲ τὸ παράδοξο αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλο παράδοξο κατά τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος βούλεται καὶ πράττει πάντοτε καὶ μονάχα ὅ,τι αὐτὸς κρίνει καλό, ἄρα δὲν βούλεται καὶ δὲν πράττει ποτέ ὅ,τι θεωρεῖ κακό. Στὰ παράδοξα αὐτὰ θὰ ἀναφερθοῦμε ἐκτενέστερα παρακάτω.

Ὁ Ξενοφῶν ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ Σωκράτης ἔφερε ἐπανειλημμένως στὸ προσκήνιο τὴ νέα ἔννοια τῆς ψυχής 91. Τὰ κείμενα που διαβάσαμε πιστοποιοῦν τὴ θεωρία ποὺ ὑποστηρίζουμε ἐδῶ. Πέραν τούτου, διαθέτουμε καὶ μαρτυρίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλους «μείζονες Σωκρατικούς» (ὅπως τὸν Ἀντισθένη, τὸν Αἰσχίνη ἀπὸ τὴ Σφηττό, τὸν Ἀρίστιππο καὶ τὸν Φαίδωνα ἀπὸ τὴν Ἤλιδα), στοὺς ὁποίους ἐπίσης θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω.

Σημειώσεις

85. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Ἀπομνημονεύματα, ΙII 10, 1-5.
86. Αὐτόθι, ΙΙΙ 10, 6-8.
87. Αὐτόθι, ΙΙΙ 10, 8.
88. Αὐτόθι, ΙV 3, 14.
89. Αὐτόθι, Ι 4, 8.
90. Αὐτόθι, 14, 13.
91. Αὐτόθι, Ι, σποράδην.


Ανάλυση

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από φιλοσοφική-ιστορική μελέτη για τον Σωκράτη, και συγκεκριμένα για την έννοια της ψυχής στη σωκρατική σκέψη, όπως αυτή προκύπτει από τις μαρτυρίες του Ξενοφώντος.

Δομή και περιεχόμενο

Το κείμενο αναπτύσσεται σε τρεις ενότητες:

1. Σωκράτης και εικαστικές τέχνες

Ο συγγραφέας παρουσιάζει δύο διαλόγους του Σωκράτη — με τον ζωγράφο Παράσιο και τον γλύπτη Κλίτωνα — από τα Ἀπομνημονεύματα του Ξενοφώντος. Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι η τέχνη δεν πρέπει να αποτυπώνει μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή — τα ηθικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου που εκφράζονται μέσα από το πρόσωπο και τη στάση του σώματος. Ο Παράσιος αρχικά αμφιβάλλει, καθώς η ψυχή δεν έχει χρώμα ούτε συμμετρία, αλλά ο Σωκράτης τον οδηγεί διαλεκτικά στο συμπέρασμα ότι τα συναισθήματα και οι αρετές φαίνονται στο πρόσωπο και είναι άρα απεικονίσιμα. Το ίδιο συμπέρασμα εκφράζει συνοπτικά και ο Κλίτων.

2. Ψυχή, νόηση και το θείο

Ο συγγραφέας στρέφεται στη μεταφυσική διάσταση. Παραθέτει χωρία όπου ο Ξενοφών αποδίδει στον Σωκράτη την άποψη ότι η ψυχή είναι αυτό που συνδέει τον άνθρωπο με το θείο — μετέχει σε αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Στο δεύτερο χωρίο, ο Σωκράτης χρησιμοποιεί κοσμολογικό επιχείρημα: αν ο άνθρωπος έχει νοητική δύναμη, είναι παράλογο να υποθέτει ότι αυτή δεν υπάρχει και στο σύμπαν ευρύτερα. Στο τρίτο χωρίο, η ψυχή τοποθετείται ως το ανώτατο δώρο του θεού στον άνθρωπο — αυτό που τον κάνει ανώτερο από τα ζώα και σχεδόν ισόθεο.

3. Η ψυχή ως βάση της σωκρατικής ηθικής

Ο συγγραφέας συνδέει τα παραπάνω με τα γνωστά σωκρατικά «παράδοξα»: η αρετή ως γνώση και η κακία ως άγνοια, και η θέση ότι ο άνθρωπος πράττει πάντα αυτό που κρίνει καλό. Η σύνδεση γίνεται μέσα από την ταύτιση ανθρώπου–ψυχής–νόησης: αν ο άνθρωπος είναι η ψυχή του, και η ψυχή είναι νόηση, τότε η ηθική συμπεριφορά εξαρτάται από τη γνώση.

Επιχειρηματολογία

Ο Reale ακολουθεί συγκεκριμένη μεθοδολογία: παραθέτει πρωτογενείς πηγές (Ξενοφών), τις σχολιάζει και τις χρησιμοποιεί ως τεκμήρια μιας θέσης που υποστηρίζει στο ευρύτερο έργο του — ότι η νέα έννοια της ψυχής είναι σωκρατική καινοτομία, όχι πλατωνική. Το κείμενο λειτουργεί ως ενδιάμεσος κρίκος μιας μεγαλύτερης συγκριτικής ανάλυσης Ξενοφώντος–Πλάτωνος.

Φιλοσοφική σημασία

Το απόσπασμα αγγίζει τρία κεντρικά θέματα της σωκρατικής φιλοσοφίας:
την οντολογία της ψυχής (τι είναι, πώς σχετίζεται με σώμα και θείο)
την αισθητική (πώς η τέχνη μπορεί να αποτυπώσει το άυλο)
την ηθική (η ταύτιση γνώσης και αρετής)

Και τα τρία συγκλίνουν στην ίδια αρχή: ο άνθρωπος είναι κατά βάθος ψυχή, και κάθε πτυχή της ζωής του — η τέχνη, η θρησκεία, η ηθική — πρέπει να κατανοηθεί υπό αυτό το πρίσμα.

«ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ: Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΑ» ΑπόΣύνταξη Inchiostronero

Μια ιστορία επανένωσης, αλλά και ένας ύμνος στην αιώνια αγάπη

                      ΞΑΝΑΣΜΙΓΟΝΤΑΣ  ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ :

                               Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΚΑΙ                                  

                                      ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

                                 από το Συντακτικό Προσωπικό του Inchiostronero

Μετά από είκοσι χρόνια χωρισμού, ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη ξανασμίγουν στο παλάτι της Ιθάκης, ελεύθεροι επιτέλους από τις σκιές που τους βασάνιζαν. Αυτός, ο περιπλανώμενος βασιλιάς, αφηγείται τις περιπέτειές του στη θάλασσα και τις συναντήσεις του με τέρατα και θεούς, αλλά και με γυναίκες που προσπάθησαν να τον κρατήσουν μακριά από το πραγματικό του πεπρωμένο. Εκείνη, η πιστή βασίλισσα, αφηγείται τη σιωπηλή μάχη της ενάντια στους μνηστήρες, έναν αγώνα πονηριάς, υπομονής και ακλόνητης αποφασιστικότητας.

Σε έναν βαθύ και οικείο διάλογο, οι φωνές τους εναλλάσσονται, συνδυάζοντας αναμνήσεις πόνου, ελπίδας και ανθεκτικότητας. Ο Οδυσσέας ξαναζεί τις πιο δύσκολες στιγμές του ταξιδιού του - τον Πολύφημο, την Κίρκη, τις Σειρήνες, την Καλυψώ - και ομολογεί τις αδυναμίες του, ενώ η Πηνελόπη αποκαλύπτει τους φόβους της, τις στρατηγικές της για την προστασία της Ιθάκης και τη μοναξιά όσων αγαπούν χωρίς να ξέρουν αν θα ξαναδούν ποτέ τον σύντροφό τους.

Τώρα, όχι πια νέοι, αλλά διαμορφωμένοι από τον χρόνο και τις προκλήσεις, η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας κοιτάζονται στα μάτια, γνωρίζοντας ότι έχουν χτίσει μια αγάπη που αψήφησε τη μοίρα. Και όταν ατενίζουν μαζί τη θάλασσα, την ίδια θάλασσα που τους χώριζε για τόσο καιρό, βρίσκουν όχι μόνο μια αντανάκλαση του παρελθόντος τους, αλλά και μια υπόσχεση για το μέλλον.

Το «Επανένωση Μετά από Είκοσι Χρόνια» δεν είναι απλώς μια ιστορία επανένωσης, αλλά ένας ύμνος στην αιώνια αγάπη, τη δύναμη της πίστης και τη δύναμη της ελπίδας που μπορεί να νικήσει όλες τις αντιξοότητες.


Η νύχτα είχε πέσει στο παλάτι της Ιθάκης. Οι ηχώ της μάχης ενάντια στους μνηστήρες είχαν σβήσει και η σιωπή τύλιγε τις αίθουσες όπου κάποτε βασίλευαν τα συμπόσια και τα γέλια. Τώρα υπήρχαν μόνο οι δυο τους, η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας, καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, σαν δύο ναυαγοί που προσπαθούσαν να διηγηθούν τη θάλασσα που τους είχε χωρίσει.
Η Πηνελόπη τον κοίταξε επίμονα. Μπροστά της βρισκόταν ο άντρας που περίμενε είκοσι χρόνια. Δεν ήταν πια ο νεαρός βασιλιάς που είχε υποδεχτεί στις ακτές της Ιθάκης, αλλά ένας άντρας σημαδεμένος από ρυτίδες και ουλές, με το βλέμμα του να κουβαλάει το βάρος χιλιάδων μαχών. Κι όμως, ήταν αυτός. Τον είχε αναγνωρίσει όχι μόνο από τον τρόπο που είχε τεντώσει το τόξο του, αλλά και από τον τόνο της φωνής του, από τον τρόπο που το όνομά της δονούνταν στα χείλη του.

«Επέστρεψα, Πηνελόπη», είπε ο Οδυσσέας, με βραχνή φωνή, σχεδόν ραγισμένη από συγκίνηση. «Αλλά όχι χωρίς ουλές. Όχι χωρίς ενοχές.»

Η Πηνελόπη τον κοίταξε, προσπαθώντας να παραμείνει ήρεμη. «Είκοσι χρόνια», ψιθύρισε. «Και όλο αυτό το διάστημα αναρωτιόμουν πού ήμουν. Τι έκανα. Αν πάλευα να επιστρέψω στον εαυτό μου ή αν...» Σταμάτησε, αφήνοντας την αμφιβολία να αιωρείται στον αέρα.
Ο Οδυσσέας έσκυψε προς το μέρος της, πιάνοντας το χέρι της. «Πάντα, Πηνελόπη. Πάντα πάλευα να επιστρέψω σε εσένα. Αλλά το ταξίδι ήταν μακρύ, και εγώ... δεν ήμουν πάντα ο άντρας που θα ήθελες.»


Ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του

Ο Οδυσσέας χαμήλωσε το βλέμμα του, σαν η ίδια η ανάμνηση των ταξιδιών του να ήταν πολύ βαριά για να την αντέξει. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν χαμηλότερη, σχεδόν ψίθυρος.
«Μετά την Τροία, νόμιζα ότι οι θεοί θα μου επέτρεπαν να επιστρέψω γρήγορα στην πατρίδα μου. Αλλά η θάλασσα... η θάλασσα είχε άλλα σχέδια.»

Σταμάτησε για μια στιγμή, και η σκιά χιλιάδων αναμνήσεων πέρασε σαν αστραπή στα μάτια του. Για μια στιγμή, η Πηνελόπη μπόρεσε να δει τι είχε βιώσει.

Η καταιγίδα χτυπούσε το πλοίο, με κύματα ύψους ενός βουνού να χτυπούν τα πλευρά του κύτους. Οι άντρες ούρλιαζαν, κρατώντας σφιχτά τα σχοινιά σαν καταδικασμένοι ναυαγοί. Ο άνεμος βρυχόταν, ξεσκίζοντας πανιά και ελπίδες. Ο Οδυσσέας στεκόταν στο τιμόνι, με τα μουσκεμένα μαλλιά του κολλημένα στο πρόσωπό του, τα χέρια του σφιγμένα μέχρι που μάτωσαν. «Κράτα γερά!» φώναξε, παρόλο που ήξερε ότι δεν υπήρχε ακτή κοντά, ούτε καταφύγιο.
Και μετά... σιωπή. Το πλοίο χτύπησε σε μια άγνωστη ακτή και κατέρρευσαν στην άμμο σαν ανθρώπινα ναυάγια. Όταν κοίταξαν ψηλά, είδαν τη σπηλιά του Κύκλωπα.

Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι του, σαν να προσπαθούσε να διώξει την εικόνα. «Ο Πολύφημος μας υποδέχτηκε με ψεύτικη φιλοξενία, μετά αποκάλυψε ότι ήταν τέρας. Καταβρόχθισε δύο από τους άντρες μου μπροστά στα μάτια μου. Μόνο με πονηριά κατάφερα να μας σώσω. Τον τυφλώσαμε με ένα πυρωμένο ξύλο και φύγαμε, δεμένοι στις κοιλιές των κοπαδιών του. Αλλά αυτή η νίκη μου κόστισε ακριβά: ο Ποσειδώνας, ο πατέρας του, ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ την Ιθάκη».
Σταμάτησε ξανά, αφήνοντας την Πηνελόπη να χωνέψει τα λόγια του. Έπειτα συνέχισε, και η φωνή του έφερε πίσω το παρελθόν.
Το πλοίο γλίστρησε αργά προς το νησί των Σειρήνων. Ο αέρας ήταν γεμάτος με ένα γλυκό, τρομερό τραγούδι, που υπόσχονταν όλα όσα θα μπορούσε να επιθυμήσει ένας άνθρωπος. «Δέστε με στο κατάρτι», διέταξε ο Οδυσσέας, ενώ οι σύντροφοί του έβαζαν τα αυτιά τους με κερί.
Το τραγούδι των Σειρήνων ανέβηκε, ένας ήχος αδύνατο να αγνοηθεί. «Πηνελόπη!» φώναξε ο Οδυσσέας, με την καρδιά του να σπαράζει από λαχτάρα και επιθυμία. Είδε το πρόσωπό του να αντανακλάται στη θάλασσα, καθώς οι Σειρήνες υπόσχονταν αγάπη, ειρήνη και ένα τέλος σε όλα τα βάσανα. Αλλά τα σχοινιά τον κράτησαν και το πλοίο έπλευσε πέρα ​​από τον κίνδυνο.

Επιστρέφοντας στο παρόν, ο Οδυσσέας χάιδεψε το πρόσωπό του με το χέρι του. «Κάθε δοκιμασία, Πηνελόπη, κάθε τραγούδι, κάθε απάτη, ήταν ένας αγώνας ενάντια στον πειρασμό να τα παρατήσω. Κάθε φορά που νόμιζα ότι δεν μπορούσα να τα καταφέρω, έκλεινα τα μάτια μου και φανταζόμουν το πρόσωπό σου. Αυτό με κράτησε ζωντανό.»

Η Πηνελόπη δεν έστρεψε το βλέμμα της. «Και μετά ήρθες στην Καλυψώ» , είπε με αδύναμη φωνή. Ο Οδυσσέας έγνεψε καταφατικά. Το νησί της Ωγυγίας , η πατρίδα της νύμφης Καλυψώς, είναι ένα απομακρυσμένο, μαγεμένο και παραδεισένιο μέρος. Είναι πλούσιο σε πλούσια φύση, με κυπαρίσσια, ανθισμένα λιβάδια και κρυστάλλινες πηγές. Η σπηλιά της Καλυψώς, στολισμένη με αναρριχώμενα φυτά, είναι ένα φιλόξενο και αρμονικό καταφύγιο.
Παρά την ομορφιά της, η Ωγυγία χρησίμευσε ως φυλακή για τον Οδυσσέα, ο οποίος έμεινε εκεί παγιδευμένος για επτά χρόνια. Συμβολικά, το νησί ενσαρκώνει τον πειρασμό και τη στασιμότητα, σε αντίθεση με την επιθυμία του Οδυσσέα να επιστρέψει στην πατρίδα του και να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του. Η Ωγυγία είναι ένας τόπος που αιωρείται ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθικό, εξερευνώντας τη δυαδικότητα της ηδονής και της ευθύνης.

Για επτά χρόνια, ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει. Το νησί της Καλυψούς ήταν ένας παράδεισος, ένα μέρος όπου κανείς δεν θα υπέφερε από την πείνα ή τον φόβο. Με αγαπούσε και μου πρόσφερε αθανασία. Αλλά κάθε βράδυ, κοίταζα τη θάλασσα και το πρόσωπό σου μου φαινόταν σαν αντικατοπτρισμός. «Πρέπει να επιστρέψω», της είπα μια μέρα, και για πρώτη φορά είδα πόνο στο πρόσωπο μιας θεάς. Αλλά η καρδιά μου δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.

Ο Οδυσσέας αφηγείται τη συνάντησή του με τη Ναυσικά

Ο Οδυσσέας χαμήλωσε το βλέμμα του, σαν αυτή η ανάμνηση να τον βάραινε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Όταν μίλησε, η φωνή του ήταν σοβαρή αλλά γεμάτη ευγνωμοσύνη.

«Πηνελόπη, από όλες τις γυναίκες που γνώρισα στο ταξίδι μου, η Ναυσικά ήταν ίσως αυτή που με άγγιξε περισσότερο με την αγνότητα και την καλή της καρδιά. Ήταν μια νεαρή πριγκίπισσα, κι όμως για μένα ήταν σαν θεά. Μου έσωσε τη ζωή όταν δεν μου είχε μείνει τίποτα, ούτε καν η δύναμη να ελπίζω.»

Σταμάτησε, ψάχνοντας τις λέξεις, μετά έκλεισε τα μάτια του και η ανάμνηση τον κατέκλυσε.

«Ξύπνησα στην παραλία μετά από άλλη μια καταιγίδα. Η θάλασσα με είχε φτύσει έξω σαν ένα άχρηστο ναυάγιο. Ήμουν εντελώς γυμνός από τα πάντα: τα ρούχα μου είχαν σκιστεί από τα κύματα, το σώμα μου ήταν καλυμμένο με άμμο και φύκια, και κάθε μυς μου ούρλιαζε από τον πόνο. Ένιωθα σαν νεκρός. Σύρθηκα σε ένα κοντινό άλσος με δέντρα, αναζητώντας καταφύγιο από κάτω τους, και εκεί κατέρρευσα, πολύ εξαντλημένος για να σκεφτώ το μέλλον.»
Ο ύπνος μου διακόπηκε από έναν ήχο που δεν είχα ακούσει εδώ και χρόνια: γέλια. Νεαρές γυναικείες φωνές, που αναμειγνύονταν με τον ήχο του ορμητικού νερού. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, είδα μια ομάδα κοριτσιών στην ακτή, να παίζουν και να πλένουν τα ρούχα τους. Στο κέντρο στεκόταν αυτή, η Ναυσικά, με τα χρυσά μαλλιά της να λάμπουν στον ήλιο, μια φάρος ελπίδας. Ήταν λαμπερή, αλλά απλή. Δεν είχε καμία από την αλαζονεία ή την ψυχρότητα των θεών που είχα συναντήσει πριν. Ήταν άνθρωπος, και σε αυτή την ανθρώπινη φύση κρυβόταν όλη της η δύναμη.

«Όταν με είδε, δεν έφυγε τρέχοντας.» Η φωνή του Οδυσσέα έτρεμε ελαφρώς καθώς η ανάμνηση ζωντανεύει. «Ήταν απλώς ένα κορίτσι, η Πηνελόπη, αλλά είχε το θάρρος να μείνει. Ήμουν ένας πληγωμένος άντρας, ένας βρώμικος, γυμνός ναυαγός, με τα απεγνωσμένα μάτια κάποιου που δεν είχε τίποτα να χάσει. Αλλά αυτή... με κοίταξε σαν να ήμουν άξιος να σωθώ. Δεν υπήρχε φόβος στα μάτια της, μόνο συμπόνια.»
«Ποιος είσαι, ξένη;» ρώτησε, με απαλή αλλά σταθερή φωνή. Με την λίγη ανάσα που μου είχε απομείνει, της είπα για τη μακρά οδύσσειά μου, για τη θάλασσα που με είχε προδώσει και για τη λαχτάρα μου να επιστρέψω σπίτι. Άκουσε χωρίς να με διακόψει, μετά γύρισε στις υπηρέτριές της και είπε: «Αυτός ο άντρας είναι υπό την προστασία των θεών. Πηγαίνετε τον στο ποτάμι, πλύνετε τον και δώστε του καθαρά ρούχα » .

Ο Οδυσσέας σταμάτησε, τα μάτια του χάθηκαν στη μνήμη. «Πηνελόπη, εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια αξιοπρέπεια που νόμιζα ότι είχα χάσει για πάντα. Αυτά τα λόγια, που είπε μια νεαρή πριγκίπισσα, μου αποκατέστησαν την ελπίδα. Δεν ήμουν πια ένα ερείπιο. Ήμουν ακόμα άντρας.»
«Με πήγε στο παλάτι του πατέρα της, του βασιλιά Αλκίνοου. Με υποδέχτηκαν ως φιλοξενούμενο, με σεβασμό και φιλοξενία, παρόλο που δεν ήξεραν ποιος ήμουν. Αλλά η Ναυσικά... η Ναυσικά συνέχισε να μου φέρεται με εκείνη την αφοπλιστική γλυκύτητα, που ήταν φτιαγμένη από χάρη και αθωότητα. Με κοίταξε όχι ως πολεμιστή, ούτε ως συντετριμμένο άνθρωπο, αλλά ως κάποιον άξιο εμπιστοσύνης. Με έκανε να πιστέψω, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ότι θα επέστρεφα στην Ιθάκη.»

Η Πηνελόπη άκουγε σιωπηλή, με το πρόσωπό της απαθές, αλλά μια λάμψη συγκίνησης έλαμπε στα μάτια της. «Και εσύ, Οδυσσέα;» ρώτησε τελικά. «Τι ένιωθες γι' αυτήν;»

Ο Οδυσσέας χαμογέλασε, ένα αχνό χαμόγελο, γεμάτο ευγνωμοσύνη. «Όχι αγάπη, Πηνελόπη. Αλλά βαθύς θαυμασμός. Ήταν το φως μετά το σκοτάδι, ένα χέρι που απλωνόταν σε έναν πνιγμένο. Η αθωότητά της μου θύμισε όσα μου είχαν αποσπάσει η θάλασσα και τα χρόνια. Αλλά στην καρδιά μου, υπήρχες μόνο εσύ. Πάντα εσύ.»

Ένα δώρο και ένα αντίο

«Όταν έφυγα από το νησί των Φαιάκων», συνέχισε ο Οδυσσέας , «η Ναυσικά μου έκανε ένα δώρο: ένα ύφασμα κεντημένο με τα ίδια της τα χέρια. Είπε ότι θα με προστάτευε στο ταξίδι μου και ότι, όπου κι αν πήγαινα, θα θυμόμουν την πατρίδα της και την καλοσύνη της. Την πήρα μαζί μου, την Πηνελόπη, και κάθε φορά που την κοίταζα, μου θύμιζε ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος μόνο από τέρατα και απάτη. Είναι επίσης φτιαγμένος από καλοσύνη και ελπίδα».

Ο Οδυσσέας κοίταξε ξανά την Πηνελόπη, με έκφραση γεμάτη συγκίνηση. «Η Ναυσικά με έσωσε, Πηνελόπη. Όχι με όπλα ή μαγεία, αλλά με την αγνή της καρδιά. Και χάρη σε αυτήν, μπόρεσα να συνεχίσω το ταξίδι μου. Μπόρεσα να επιστρέψω σε εσένα».
Η Πηνελόπη τον κοίταξε επίμονα για αρκετή ώρα, μετά σηκώθηκε και έβαλε το χέρι της στον ώμο του. «Οδυσσέα, αν χάρη σε αυτό το κορίτσι είσαι εδώ, τότε μπορώ μόνο να την ευχαριστήσω κι εγώ. Και ελπίζω ότι, όπου κι αν βρίσκεται, ξέρει ότι βοήθησε έναν βασιλιά να βρει τη βασίλισσά του».

Έξω, ο άνεμος κουβαλούσε τον ήχο της θάλασσας, και η ανάμνηση της Ναυσικάς έμοιαζε να επιπλέει πάνω σε εκείνα τα κύματα, γλυκιά σαν το χαμόγελό της και αθάνατη σαν την καλοσύνη της.
«Και τώρα είμαι εδώ», κατέληξε ο Οδυσσέας. «Έχω αντιμετωπίσει τέρατα, καταιγίδες και θεές, αλλά η μεγαλύτερη μάχη ήταν εναντίον μου. Και κάθε φορά, Πηνελόπη, κάθε φορά νίκησες.»

Η μεγάλη αίθουσα του παλατιού της Ιθάκης ήταν άδεια, αλλά η Πηνελόπη μπορούσε ακόμα να ακούσει την ηχώ των συμποσίων που για χρόνια είχαν γεμίσει αυτούς τους τοίχους με χλευασμό και αλαζονεία. Κάθισε δίπλα στον αργαλειό, την αιώνια σύμμαχό της, και κοίταξε τον Οδυσσέα με μάτια που αποκάλυπταν μια δύναμη που κανένας πόλεμος, καμία πολιορκία δεν μπορούσε να καταστρέψει.

«Δεν ήταν τέρατα, ούτε θεοί, Οδυσσέα», άρχισε, με φωνή σταθερή αλλά με πικρία. «Αλλά άντρες. Άντρες που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ευγενείς και που αντίθετα αποδείχθηκαν αρπακτικά.»
Σταμάτησε, σαν να αναλογιζόταν νοερά τα μακρά χρόνια πολιορκίας. «Όταν έφυγες, ήξερα ότι θα έπρεπε να προστατεύσω την Ιθάκη κατά την απουσία σου. Αλλά δεν φανταζόμουν ότι ο εχθρός δεν θα ερχόταν από τη θάλασσα, ούτε με σπαθιά στο χέρι, αλλά με χαμόγελα, υποσχέσεις και μια επιμονή που σιγά σιγά καταβρόχθιζε όλα όσα είχαμε χτίσει».

Η Πηνελόπη σηκώθηκε, περπατώντας αργά στο δωμάτιο, σαν τα λόγια της να προσπαθούσαν να γεμίσουν κάθε γωνιά της σιωπής. «Κάθε μέρα, φοβόμουν ότι κάποιος από αυτούς θα με ανάγκαζε να ενδώσω. Φοβόμουν για τον Τηλέμαχο, που ήταν ακόμα πολύ μικρός για να αντιμετωπίσει τόσο αδίστακτους άντρες. Αλλά ο μεγαλύτερος φόβος μου, Οδυσσέα, ήταν ότι ήσουν πραγματικά νεκρός, ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα, ότι όλα όσα έκανα ήταν μάταια».
Σταμάτησε δίπλα στον αργαλειό, χαϊδεύοντας τα νήματα όπως θα έκανε κάποιος με έναν παλιό φίλο. «Κι όμως, κάθε βράδυ, όταν όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν, έβρισκα παρηγοριά σε αυτόν τον αργαλειό. Ξετύλιγα ό,τι είχα υφάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας, και με αυτή την κίνηση, ένιωθα σαν να αψηφούσα τον ίδιο τον χρόνο. Κάθε κλωστή που έβγαζα ήταν μια κερδισμένη μέρα, μια μικρή νίκη ενάντια σε εκείνους που ήθελαν να καταστρέψουν το σπίτι μας».

Η Πηνελόπη έγνεψε απαλά προς τον αργαλειό. «Ξέρεις, Οδυσσέα, δεν ήταν απλώς ένας καμβάς. Ήταν ένα σημάδι. Κάθε φορά που τον κοίταζα, υπενθύμιζα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να είμαι δυνατός, ότι δεν μπορούσα να ενδώσω. Ο καμβάς ήταν το όπλο μου και η πονηριά ήταν ο σύμμαχός μου. Όπως εσύ αντιμετώπισες τον Πολύφημο με την εξυπνάδα σου, έτσι κι εγώ αντιμετώπισα τους Μνηστωτές με αυτή την ατελείωτη πλεκτάνη.»

«Κάθε μέρα ύφαινα, κάθε βράδυ ξετύλιγα. Ήταν ο τρόπος μου να πω τη μοίρα: όχι ακόμα. Η Ιθάκη είναι ακόμα δική μας. Δεν θα επιτρέψω να μας την καταλάβουν.»

Η αποφασιστικότητα να απορριφθούν το Μνηστήρες

Η Πηνελόπη ξανακάθισε, με το πρόσωπό της να είναι ρυτιδωμένο αλλά απτόητο. «Οι μνηστήρες ήταν επίμονοι, ο καθένας πεπεισμένος για την αξία του. Ο Αντίνοος ήταν ο πιο αλαζόνας, ένας άνθρωπος που δεν γνώριζε ούτε όρια ούτε σεβασμό. Ο Ευρύμαχος ήταν πιο ύπουλος, προσπαθώντας να με καλοπιάσει με γλυκά λόγια, σαν τα ψέματά του να μπορούσαν να σπάσουν τη θέλησή μου. Και οι άλλοι... δεν ήταν καλύτεροι. Γελούσαν, γλεντούσαν, μοίραζαν τα ζώα σου σαν να ήταν ήδη δικά τους. Αλλά εγώ... δεν μπορούσα να ενδώσω.»
Σταμάτησε για λίγο, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Η επιμονή τους ήταν σαν σφυρί, μέρα με τη μέρα. Αλλά εγώ κρατιόμουν από κάθε δικαιολογία, από κάθε τέχνασμα, για να αναβάλω την επιλογή. Είπα ότι έπρεπε να τελειώσω τον καμβά, αλλά ήξερα ότι δεν θα επέλεγα ποτέ κανέναν από αυτούς. Ποτέ, Οδυσσέα. Γιατί στην καρδιά μου, ήξερα ότι θα επέστρεφες.»

Οι ελπίδες της Πηνελόπης


«Ξέρεις τι με κράτησε ζωντανή;» ρώτησε η Πηνελόπη, κοιτάζοντάς τον επίμονα. «Ελπίδα. Κάθε μέρα, κοίταζα τη θάλασσα, και παρόλο που οι φωνές έλεγαν ότι ήσουν νεκρός, αρνιόμουν να το πιστέψω. Υπήρχε κάτι μέσα μου, ένα μικρό φως, που μου έλεγε ότι ήσουν εκεί έξω. Ότι πάλευες να γυρίσεις πίσω.»

Πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του, σαν να ήθελε να διώξει την ανάμνηση εκείνων των ατελείωτων νυχτών . «Προσευχήθηκα στην Αθηνά. Προσευχήθηκα στους θεούς. Και προσευχήθηκα σε εσένα, παρόλο που ήσουν μακριά. Προσευχήθηκα να βρεις τη δύναμη να επιστρέψεις, να σε δώσει πίσω η θάλασσα σε μένα. Και επιτέλους... να 'σαι εδώ.»

Η Πηνελόπη κοίταξε τον Οδυσσέα, με το πρόσωπό της σοβαρό αλλά γεμάτο αγάπη. « Δεν είμαι πολεμίστρια σαν εσένα, Οδυσσέα. Δεν έχω σπαθί ούτε τόξο. Αλλά πολέμησα με ό,τι είχα: χρόνο, πονηριά και ελπίδα. Κράτησα την Ιθάκη ασφαλή, αλλά δεν το έκανα για τους μνηστήρες ούτε για τους θεούς. Το έκανα για εμάς. Για να μπορέσουμε μια μέρα να καθίσουμε εδώ, μαζί, και να διηγηθούμε ο ένας στον άλλον τις μάχες μας.»
Ο Οδυσσέας δεν μίλησε αμέσως. Την πλησίασε, έπιασε τα χέρια της και τα έσφιξε σφιχτά. «Πηνελόπη, είσαι η μεγαλύτερη πολεμίστρια. Δεν υπάρχει τέρας ή θεά που να μπορεί να συγκριθεί με τη δύναμή σου. Έσωσες την Ιθάκη και το όνομά μας όταν εγώ δεν μπορούσα. Και τώρα, είμαστε ξανά μαζί.»

Και εκείνη τη στιγμή, στο δωμάτιο που είχε βιώσει χρόνια αλαζονείας και πόνου, ο χρόνος φάνηκε επιτέλους να σταματά. Δεν υπήρχαν άλλοι μνηστήρες ή αργαλειοί να ξετυλιχτούν. Μόλις δύο ψυχές επανενώθηκαν μετά από είκοσι χρόνια.

Η αίθουσα του παλατιού φαινόταν να κρατάει την ανάσα της. Ήταν άδεια, αλλά όχι σιωπηλή: οι τοίχοι έφεραν ακόμα την ηχώ είκοσι χρόνων αναμονής, μαχών που δόθηκαν και σιωπών γεμάτων υποσχέσεις. Η Πηνελόπη και ο Οδυσσέας κάθονταν κοντά ο ένας στον άλλον, αλλά όχι σαν δύο νεαροί εραστές. Όχι, ήταν κάτι άλλο, κάτι μεγαλύτερο. Ήταν δύο ψυχές που, αφού αψήφησαν τον χρόνο και τον θάνατο, έβρισκαν ξανά η μία την άλλη.

Η Πηνελόπη κοίταξε τον Οδυσσέα. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ρυτίδες, αλλά κάθε γραμμή έλεγε μια ιστορία: τη σοφία όσων πολέμησαν, τα βάσανα όσων έχασαν και τη δύναμη όσων επέστρεψαν. Τα μάτια του, κάποτε καθαρά σαν νερό ρυακιού, ήταν τώρα βαθιά σαν θάλασσα το σούρουπο. Κι όμως, σε αυτό το πρόσωπο που είχε μεταμορφωθεί από τον χρόνο, έβλεπε ακόμα τον άντρα που είχε αγαπήσει. Δεν είχε αλλάξει με τους τρόπους που είχαν σημασία.
«Οδυσσέα», είπε, το όνομά του έπεφτε από τα χείλη της σαν προσευχή. «Δεν είμαστε πια αυτοί που ήμασταν, αλλά ίσως είμαστε κάτι καλύτερο. Δύο που έχουν μάθει να αγαπούν παρά τον χρόνο, την απόσταση και τον πόνο».

Ο Οδυσσέας χαμογέλασε, ένα απαλό χαμόγελο, σαν τον ήλιο που ανατέλλει στον ορίζοντα μετά από μια μεγάλη καταιγίδα. «Πηνελόπη, ο χρόνος δεν μας έχει πάρει τίποτα. Μας έχει δώσει τα πάντα πίσω. Κάθε βήμα, κάθε κίνδυνος, κάθε μάχη... όλα ήταν γραφτό να επιστρέψουν σε εσένα.»

Κρατούσαν τα χέρια, και αυτή η χειρονομία, απλή αλλά αιώνια, φαινόταν να περιέχει όλα όσα είχαν υπάρξει και όλα όσα θα γίνονταν.
«Η αγάπη μας», συνέχισε ο Οδυσσέας, «δεν είναι η φωτιά ενός νέου που καίει γρήγορα. Είναι η ήρεμη και σίγουρη φλόγα που φωτίζει την πιο σκοτεινή νύχτα. Είναι το ξύλο ελιάς του κρεβατιού μας, ριζωμένο, αιώνιο, αμετάβλητο».
Η Πηνελόπη έγνεψε καταφατικά, με ένα αχνό χαμόγελο στο πρόσωπό της. «Και σαν ξύλο ελιάς, η αγάπη μας διαρκεί. Ακόμα και όταν ο άνεμος φυσάει πιο δυνατά, ακόμα και όταν οι ρίζες φαίνονται έτοιμες να σπάσουν. Υπομένει, Οδυσσέα, επειδή είμαστε. Και τώρα, επιτέλους, είμαστε μαζί.»
Ο Δισέο σηκώθηκε, με το αργό βήμα κάποιου που σήκωνε στους ώμους του το βάρος των χρόνων και των περιπετειών. Έδωσε το χέρι του στην Πηνελόπη, βοηθώντας την να σηκωθεί. Εκείνη έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του, και μαζί, χωρίς να πουν λέξη, έφυγαν από το παλάτι.
Ο άνεμος τους καλωσόρισε, ελαφρύς και φρέσκος, σαν μια καινούργια ανάσα. Περπάτησαν μέχρι τον γκρεμό, όπου η θάλασσα ανοιγόταν μπροστά τους, απέραντη και ατελείωτη. Σταμάτησαν στην άκρη, ο ένας δίπλα στον άλλον, κοιτάζοντας τον ορίζοντα.
Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός ήταν μια έκρηξη χρωμάτων: χρυσό, πορτοκαλί, μοβ, που αναμειγνύονταν σαν καμβάς ζωγραφισμένος από τους θεούς. Η θάλασσα από κάτω τους αντανακλούσε αυτό το φως, ένα ατελείωτο παιχνίδισμα από λάμψεις και σκιές που χόρευαν πάνω στα κύματα. Κάθε κύμα φαινόταν να λέει μια ιστορία, και κάθε ιστορία τελείωνε εκεί, όπου ο ουρανός έσκυβε για να φιλήσει το νερό.

Η Πηνελόπη αγκάλιασε τον Οδυσσέα. «Αυτή η θάλασσα μας χωρίζει εδώ και είκοσι χρόνια» , ψιθύρισε, η φωνή της μόλις που ακουγόταν πάνω από το μουρμουρητό των κυμάτων. «Αλλά τώρα την κοιτάζω και δεν βλέπω πια την απόσταση. Βλέπω μόνο αυτό που μας έφερε εδώ».
Ο Οδυσσέας άγγιξε το πρόσωπό της με το χέρι του, τα μάτια του καρφωμένα στον ορίζοντα. «Η θάλασσα ήταν εχθρός μου, αλλά είναι επίσης η γέφυρα που με έφερε πίσω σε εσένα. Και τώρα την κοιτάζω όχι με φόβο, αλλά με ευγνωμοσύνη. Είναι άπειρη, Πηνελόπη, όπως η αγάπη μας.»
Στάθηκαν έτσι για μια πολλή στιγμή, δύο μοναχικές φιγούρες σε εκείνον τον γκρεμό, αλλά όχι πια μόνοι. Ο άνεμος κουβαλούσε μαζί του το άρωμα του αλατιού και τον ήχο των νέων υποσχέσεων. Ο ήλιος βυθίστηκε αργά στη θάλασσα, αφήνοντας τον κόσμο τυλιγμένο σε μια αγκαλιά ζεστού φωτός.
Και καθώς η νύχτα έπεφτε στην Ιθάκη, στέκονταν εκεί, ακίνητοι, κοιτάζοντας το άπειρο, γνωρίζοντας ότι, άλλωστε, δεν υπήρχαν τέρατα ή θεοί που θα μπορούσαν ποτέ ξανά να τους χωρίσουν.

Συντακτικό Προσωπικό

«RITROVARSI DOPO VENT’ANNI: IL DIALOGO TRA PENELOPE E ODISSEO» - Inchiostronero