Τρίτη 26 Μαΐου 2026

«Πρόσωπο» έναντι «ατόμου» και άλλες νεωτερικές παρερμηνευτικές αναγνώσεις του Γρηγορίου Νύσσης 1

ΟΜΟΡΦΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΝΝΟΙΑ
 ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΕΣ

«Πρόσωπο» έναντι «ατόμου» και άλλες νεωτερικές παρερμηνευτικές αναγνώσεις του Γρηγορίου Νύσσης 1


LUCIAN TURCESCU

Ο Lucian Turcescu είναι Ρουμάνος στην καταγωγή και Καναδός καθηγητής θεολογίας στο Concordia University στο Μόντρεαλ, καθηγητής στο Department of Theological Studies, με ερευνητικά πεδία την πρώιμη χριστιανοσύνη, τη θρησκεία και πολιτική, και τον οικουμενισμό.

Στο πατερικό πεδίο είναι γνωστός κυρίως για το βιβλίο του Gregory of Nyssa and the Concept of Divine Persons —Oxford University Press, 2005— και για το άρθρο “‘Person’ versus ‘Individual’, and Other Modern Misreadings of Gregory of Nyssa”, όπου ασκεί κριτική στον Ιωάννη Ζηζιούλα. Η βασική του θέση εκεί είναι ότι ο Zizioulas προβάλλει νεωτερικές, προσωποκρατικές και σχεσιακές έννοιες πάνω στους Καππαδόκες Πατέρες, ενώ ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Βασίλειος συχνά χρησιμοποιούν το «πρόσωπο», την «υπόσταση» και το «άτομο» με τρόπους που δεν υποστηρίζουν τη σύγχρονη αντίθεση πρόσωπο/άτομο.

Εκτός από την πατερική θεολογία, έχει γράψει πολύ και για τη θρησκεία στη μετακομμουνιστική Ρουμανία, συχνά μαζί με τη Lavinia Stan. Στα έργα του συνδυάζει ιστορία της θεολογίας, πολιτική θεωρία και ανάλυση της σχέσης Εκκλησίας-κράτους.

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, ο Έλληνας ορθόδοξος θεολόγος Ιωάννης Ζηζιούλας —Μητροπολίτης Περγάμου— έχει ασχοληθεί με τον ορισμό μιας χριστιανικής έννοιας του προσώπου, η οποία θα επέτρεπε μια καλύτερη ενσωμάτωση μιας οντολογίας της προσωπικότητας στην εκκλησιολογία. Ένα πρόσωπο, μας λέει, δεν πρέπει να νοείται ως άτομο, διότι στις μέρες μας ο ατομικισμός έχει αποκτήσει ορισμένες αρνητικές συνδηλώσεις: πρώτον, ο ατομικισμός οδηγεί στην απομόνωση των ανθρώπων από άλλους ανθρώπους και, δεύτερον, οδηγεί στην απομόνωση των ανθρώπων από την υπόλοιπη δημιουργία, και έτσι σε οικολογικές καταστροφές. Αντιθέτως, ένα πρόσωπο πρέπει να είναι γενναιόδωρο, φιλικό και ανοιχτό προς τους άλλους. Ένα πρόσωπο πρέπει να είναι κοινοτικό και σχεσιακό. Σε αντίθεση με αυτό, η «δυτική» άποψη για το πρόσωπο, που αντιπροσωπεύεται κατά τον Ζηζιούλα από συγγραφείς του εικοστού αιώνα όπως οι Webb, Walgrave και Strawson,¹ τονίζει υπερβολικά ότι το πρόσωπο είναι άτομο και κέντρο συνείδησης.

Ωστόσο, ο Ζηζιούλα προτείνει μια εναλλακτική στην κατανόηση του προσώπου που ο ίδιος ονομάζει «δυτική». Αν χρησιμοποιούσε κανείς τις απόψεις των Καππαδοκών Πατέρων —του Βασιλείου Καισαρείας, του Γρηγορίου Νύσσης και του Γρηγορίου Ναζιανζηνού— και άλλων Ελλήνων ορθόδοξων θεολόγων, θα αποκτούσε τη σχεσιακή, κοινοτική έννοια του προσώπου, η οποία είναι τόσο πολύ πιο σημαντική σήμερα. Η σχεσιακή άποψη του προσώπου έχει περισσότερο νόημα στον σημερινό εκκοσμικευμένο κόσμο, καθώς φαίνεται ότι ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το να παραμένουμε σε επαφή, για τον σεβασμό του ενός προς τον άλλο, γενικά για το να σχετιζόμαστε καλύτερα μεταξύ μας, καθώς και για την παγκοσμιοποίηση και την προστασία του περιβάλλοντος. Αλλά αυτή η άποψη έχει νόημα και μέσα στην Εκκλησία, αφού οι χριστιανοί μετέχουν ή αγωνίζονται να μετέχουν στο ίδιο ποτήριο και, κάνοντάς το αυτό, θέλουν να εκφράσουν την κοινωνία τους τόσο με τον Χριστό όσο και με τους άλλους χριστιανούς.

Η έννοια του προσώπου στον Ζηζιούλα είναι μια σημαντική και φαινομενικά συνεκτική έννοια, η οποία δείχνει το ενδιαφέρον του για τα σύγχρονα ζητήματα και τις προσπάθειές του να χρησιμοποιήσει αρχαίες ιδέες για να τα αντιμετωπίσει.

Ο Ζηζιούλας προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ιδέες από τους Έλληνες Πατέρες για να διαμορφώσει μια έννοια καταλληλότερη για τους σκοπούς του· και ας πω ότι δεν είναι μόνος στις προσπάθειές του.² Η νεοδιαμορφωμένη έννοια του προσώπου στηρίζεται σε μια κατανόηση της χριστιανικής Τριάδας κυρίως ως προτύπου προσώπων-σε-σχέση. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ισχυρίζονται ότι η δική τους έννοια του ανθρώπινου προσώπου έχει το προηγούμενό της σε μια θεολογική συζήτηση για τα θεία πρόσωπα, διατυπωμένη αρκετά καθαρά από μια ομάδα Ελλήνων θεολόγων του τέταρτου αιώνα, γνωστών ως «Καππαδοκών Πατέρων».³ Για τη συμβολή τους στη διευκρίνιση της έννοιας του προσώπου, ο Ζηζιούλα αποδίδει στους Καππαδόκες Πατέρες την εισαγωγή μιας προσωποκρατικής επανάστασης στην ελληνική οντολογία. Κατά την άποψή του, «το πρόσωπο είναι τώρα η ύστατη οντολογική κατηγορία που μπορούμε να εφαρμόσουμε στον Θεό»,⁴ και σε πολλά άρθρα του τονίζει ότι το πρόσωπο ως κατηγορία είναι οντολογικά προγενέστερο της ουσίας στους Καππαδόκες Πατέρες.⁵

Σε αυτό το δοκίμιο προτίθεμαι να ερευνήσω αν η έννοια του προσώπου στους Έλληνες Πατέρες παρέχει στήριξη στη δική του έννοια του προσώπου. Αφού παρουσιάσω ορισμένες από τις απόψεις του Ζηζιούλα για το πρόσωπο, θα τις αντιπαραβάλω με αρκετές σημαντικές περιπτώσεις στον Γρηγόριο Νύσσης, προκειμένου να δείξω ότι η απάντηση στο προτεινόμενο ερώτημα είναι «Όχι». Το επόμενο βήμα θα είναι να προταθούν ορισμένοι πιθανοί νεωτερικοί συγγραφείς που επηρέασαν την άποψη του Ζηζιούλα για το πρόσωπο. Κάνοντάς το αυτό, θα δείξω ότι, αν και είναι πολύ δημιουργικός στη δική του προσωποκρατική οντολογία, όταν προσπαθεί να ενσωματώσει την ελληνική πατερική παράδοση με σύγχρονες μέριμνες γύρω από το πρόσωπο, ο Ζηζιούλα καταλήγει να χρησιμοποιεί νεωτερικές ιδέες περί προσώπου, τις οποίες έπειτα προσπαθεί να επιβάλει στους Καππαδόκες Πατέρες.⁶

Παρουσίαση των απόψεων του Ζηζιούλα


Να τα τρία σημεία που ο Ζηζιούλας αποκηρύσσει σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως τη σύγχρονη, «δυτική» κατανόηση του προσώπου:

Πρώτον, λέει ότι η προσωπικότητα δεν πρέπει να κατανοείται ως «ένα σύμπλεγμα φυσικών, ψυχολογικών ή ηθικών ιδιοτήτων, οι οποίες κατά κάποια έννοια “κατέχονται” από ή “περιέχονται” στο ανθρώπινο individuum».⁷ Έπειτα, όταν μιλά για τη μοναδικότητα του προσώπου στο Being as Communion, το βιβλίο που τον καθιέρωσε, ο Ζηζιούλα λέει ότι η επιβίωση της μοναδικότητας δεν μπορεί να διασφαλιστεί από καμία ιδιότητα της ουσίας ή της φύσης.⁸ Στα μεταγενέστερα γραπτά του επαναλαμβάνει, αλλά και διευρύνει λίγο, προηγούμενες διατυπώσεις, δείχνοντας έτσι ότι οι απόψεις του για το θέμα μπορεί να εξελίχθηκαν ελαφρώς, αλλά δεν άλλαξαν δραματικά:
Η προσωπικότητα δεν αφορά ιδιότητες ή ικανότητες οποιουδήποτε είδους: βιολογικές, κοινωνικές ή ηθικές. Η προσωπικότητα αφορά την υπόσταση, δηλαδή την αξίωση της μοναδικότητας με την απόλυτη έννοια του όρου, και αυτό δεν μπορεί να διασφαλιστεί με αναφορά στο φύλο ή στη λειτουργία ή στον ρόλο, ή ακόμη και στην καλλιεργημένη συνείδηση του «εαυτού» και των ψυχολογικών του εμπειριών, αφού όλα αυτά μπορούν να ταξινομηθούν, αντιπροσωπεύοντας έτσι ιδιότητες που μοιράζονται περισσότερα από ένα όντα και δεν δείχνουν την απόλυτη μοναδικότητα.⁹

Για να συνοψίσουμε αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι, αφού καμία βιολογική, κοινωνική ή ηθική ιδιότητα δεν είναι μοναδική, ούτε και το άθροισμα αυτών των ιδιοτήτων μπορεί να είναι κάτι μοναδικό. Εφόσον ένα πρόσωπο είναι κάτι μοναδικό, το άθροισμα των παραπάνω ιδιοτήτων δεν μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλος ορισμός της προσωπικότητας. Ίσως όμως να είναι ακριβώς αυτή η συνένωση ιδιοτήτων που δεν είναι οι ίδιες μοναδικές εκείνη που δημιουργεί έναν μοναδικό συνδυασμό. Θα δούμε σύντομα τι έχει να πει ο Γρηγόριος Νύσσης πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Δεύτερον, το άτομο είναι μερικό, σύμφωνα με τον Ζηζιούλα, επειδή υπόκειται σε πρόσθεση και συνδυασμό, ενώ το πρόσωπο είναι ελεύθερο από τέτοια όρια του «εαυτού» όπως η εξατομίκευση, η κατανόηση, ο συνδυασμός, ο ορισμός, η περιγραφή και η χρήση.¹⁰ Στο Being as Communion διατυπώνει μια παρόμοια θέση, λέγοντας ότι: «Το πρόσωπο είναι τόσο απόλυτο μέσα στη μοναδικότητά του, ώστε δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ως αριθμητική έννοια, να τοποθετηθεί δίπλα σε άλλα όντα, να συνδυαστεί με άλλα αντικείμενα ή να χρησιμοποιηθεί ως μέσο, ακόμη και για τον πιο ιερό σκοπό. Ο σκοπός είναι το ίδιο το πρόσωπο· η προσωπικότητα είναι η πλήρης εκπλήρωση του είναι».¹¹ Αυτό που πιθανώς ενοχλεί τον Ζηζιούλα εδώ είναι ότι το άτομο, επειδή μπορεί να μετρηθεί, μπορεί να αποτελέσει μέρος στατιστικών, ενώ το πρόσωπο είναι τόσο μοναδικό κατά την άποψή του, ώστε κάθε προσπάθεια να καταστεί μέρος στατιστικών πρέπει να αποφεύγεται ως ύβρις απέναντι στις βαθύτερες και ιερότερες πτυχές του ίδιου του είναι.[ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΑΙΜΠΝΙΤΣ]

Τρίτον, ο Ζηζιούλα υποστηρίζει ότι, με βάση μια διασταύρωση ανάμεσα στη Βοηθιανή και την Αυγουστίνεια ανθρωπολογία, η δυτική φιλοσοφία και ο δυτικός πολιτισμός κατέληξαν σε μια κατανόηση του προσώπου ως ατόμου και προσωπικότητας, δηλαδή ως «μιας μονάδας προικισμένης με διανοητικές, ψυχολογικές και ηθικές ιδιότητες, επικεντρωμένες στον άξονα της συνείδησης».¹² Ο Ζηζιούλα καταλήγει ένα από τα πρώιμα άρθρα του για το πρόσωπο γράφοντας: «[Η] εξατομίκευση είναι ακριβώς το γεγονός που εξηγεί την μη δυνατότητα της πραγματικής κοινωνίας, επειδή συνεπάγεται απόσταση και άρα διαίρεση αντί για διαφορά».¹³ Ένα πρόσωπο, ωστόσο, θέλει «να υπάρχει ως συγκεκριμένη, μοναδική και ανεπανάληπτη οντότητα».¹⁴[ΜΟΝΟ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ. ΑΓΙΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ]

Αλλά ο ίδιος ο Ζηζιούλα αντιλαμβάνεται μια ορισμένη αδυναμία στο επιχείρημά του, καθώς η λέξη «οντότητα» και η αναζήτηση της μοναδικότητας στην πραγματικότητα οδηγούν πίσω στο άτομο, δηλαδή στην ακριβώς ίδια έννοια από την οποία θέλει να απελευθερώσει την έννοια του προσώπου. Σχολιάζοντας την τάση του προσώπου να θεωρεί τον εαυτό του ως δικό του σκοπό, γράφει: «Διότι, όταν εφαρμόζεται στον άνθρωπο, [αυτή η τάση] οδηγεί στην άρνηση των άλλων, στον εγωκεντρισμό, στην πλήρη καταστροφή της κοινωνικής ζωής… [Επομένως,] μια σχετικοποίηση εμφανίζεται ως απαραίτητη, αν πρόκειται να αποφευχθεί το χάος. Έτσι, η μοναδικότητα σχετικοποιείται στην κοινωνική ζωή, και ο άνθρωπος γίνεται… ένα χρήσιμο “αντικείμενο”, ένας “συνδυασμός”, μια persona».¹⁵

Κατανοεί σωστά ο Ζηζιούλας την έννοια του προσώπου στον Γρηγόριο Νύσσης;

Σε αυτή την ενότητα προτίθεμαι να εξετάσω πώς ο Γρηγόριος Νύσσης κατανοεί ορισμένες από τις έννοιες που απορρίπτει ο Ζηζιούλας όταν μιλά για το πρόσωπο. Κάνοντάς το αυτό, θα επιχειρήσω να δείξω ότι, παρά τους ισχυρισμούς του πως βασίζεται στους Καππαδόκες και σε άλλους Έλληνες θεολόγους κατά την επεξεργασία της δικής του έννοιας του προσώπου, ο Ζηζιούλας παρουσιάζει παραμορφωμένα την καππαδοκική θεολογία. Τα θέματα που θα εξεταστούν εδώ είναι εκείνα που μόλις παρουσιάστηκαν, δηλαδή το πρόσωπο ως σύμπλεγμα ιδιοτήτων που κατέχονται από το άτομο, η έννοια της απαρίθμησης των ατόμων και το ζήτημα του προσώπου έναντι του ατόμου.

Το πρόσωπο ως σύμπλεγμα ιδιοτήτων που κατέχονται από το άτομο

Ο Ζηζιούλας ισχυρίζεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να περιγραφεί ως σύμπλεγμα ιδιοτήτων που κατέχονται από το άτομο, επειδή το πρόσωπο είναι κάτι μοναδικό, ενώ καμία βιολογική, ηθική ή κοινωνική ιδιότητα δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι μοναδική. Παρ’ όλα αυτά, η κατανόηση ενός προσώπου ως συλλογής, συνάθροισης ή συμπλέγματος ιδιοτήτων βρίσκεται στα καππαδοκικά κείμενα, όταν οι Πατέρες προσπαθούν να εξηγήσουν τι είναι ένα πρόσωπο.

Η έννοια ενός ατομικού ανθρώπινου όντος ως συλλογής ιδιοτήτων μπορεί να ανιχνευθεί αρκετά καθαρά στον Πορφύριο, αν και υπάρχουν επίσης παλαιότερες νύξεις γι’ αυτήν στον Πλάτωνα και στον Πλωτίνο.¹⁶ Ο Πορφύριος πραγματεύεται αυτό το ζήτημα στην Εισαγωγή, ένα εισαγωγικό εγχειρίδιο λογικής που έγραψε κατόπιν αιτήματος του Χρυσαορίου, Ρωμαίου συγκλητικού, ο οποίος είχε μελετήσει τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη με μικρή επιτυχία και ζητούσε βοήθεια.

Σε αυτό το έργο ο Πορφύριος περιγράφει ένα ατομικό ανθρώπινο ον, τον Σωκράτη, ως μια μοναδική συλλογή ιδιοτήτων, οι οποίες καθαυτές δεν είναι μοναδικές. Γράφει:

Ο Σωκράτης, αυτό το λευκό, και αυτός ο πλησιάζων γιος του Σωφρονίσκου, εάν ο Σωκράτης είναι ο μόνος γιος του, ονομάζεται άτομο (atomon). Τέτοια πράγματα ονομάζονται άτομα, επειδή κάθε πράγμα αποτελείται από μια συλλογή ιδιοτήτων οι οποίες δεν μπορούν ποτέ να είναι οι ίδιες για κάποιο άλλο· διότι οι ιδιότητες του Σωκράτη δεν θα μπορούσαν να είναι οι ίδιες για κανέναν άλλο επιμέρους άνθρωπο. Οι ιδιότητες του ανθρώπου, όμως —εννοώ του ανθρώπου γενικά— θα είναι οι ίδιες για πάρα πολλούς, ακόμη περισσότερο, για όλους τους επιμέρους ανθρώπους ως ανθρώπους.¹⁷

Περιγράφοντας τον Σωκράτη ως συλλογή ιδιοτήτων, ο Πορφύριος χρησιμοποιεί ατομικές ποιότητες —«αυτό το λευκό»—, ατομικές σχέσεις —«αυτός ο πλησιάζων γιος του Σωφρονίσκου»— και ατομικές ουσίες —«Σωκράτης»— για να περιγράψει ένα άτομο. Αν χρησιμοποιούσε κανείς αριστοτελική γλώσσα, θα έπρεπε να πει ότι ο Πορφύριος χρησιμοποιεί ατομικές κατηγορίες, τόσο ουσίες όσο και συμβεβηκότα, για να περιγράψει ένα άτομο.

Είναι πολύ πιθανό ότι οι Καππαδόκες ήταν εξοικειωμένοι με τον ορισμό ενός ατόμου ως συλλογής ιδιοτήτων, αφού στο Κατά Ευνομίου 2,4 του Βασιλείου Καισαρείας και στο Diff. ous. hyp. 3 του Γρηγορίου Νύσσης βλέπουμε το παράδειγμα του Σωκράτη να αντικαθίσταται από εκείνο του Αποστόλου Πέτρου και του Ιώβ, αντίστοιχα, οι οποίοι περιγράφονται και οι δύο ως μοναδικές συλλογές ιδιοτήτων.

Και στα δύο χωρία οι συγγραφείς προσπαθούν να διακρίνουν την ουσία από τα άτομα. Έτσι, ο Βασίλειος περιγράφει τον Πέτρο ως γιο του Ιωνά, γεννημένο στη Βηθσαϊδά, αδελφό του Ανδρέα και πρώτο κληθέντα στην αποστολική διακονία· προσθέτει ότι καμία από αυτές τις ιδιότητες δεν είναι η ουσία του. Αν η τελευταία αυτή διατύπωση τεθεί θετικά και διατηρηθεί η αριστοτελική ορολογία, αυτές οι ιδιότητες λέγονται συμβεβηκότα.

Ο Γρηγόριος εξηγεί ότι η Βίβλος περιγράφει τον Ιώβ ως «αυτόν τον άνθρωπο» —δηλαδή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο— και έπειτα προσθέτει τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του, δηλώνοντας τον τόπο όπου ζει —τη χώρα Αυσίτιδα—, τα σημεία που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του —αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, φοβούμενος τον Θεό και αποφεύγων το κακό— και όλα αυτά τα εξωτερικά προσθήματα που τον διαφοροποιούν και τον ξεχωρίζουν από την κοινή έννοια του ανθρώπου —ότι είχε δέκα παιδιά, επτά χιλιάδες πρόβατα κ.λπ.

Η περιγραφή του προσώπου που ονομάζεται Ιώβ υποδηλώνει ότι αυτό το πρόσωπο εξατομικεύεται με τη σύνθεση ορισμένων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του· συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Γρηγόριο, όταν γράφει: «πρόσωπο (hypostasis) είναι επίσης η συνδρομή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών».¹⁸

Ακόμη κι αν, όπως έχει δείξει πειστικά ο John Rist,¹⁹ ο Βασίλειος γνώριζε πολύ λίγο τον Πλωτίνο, πρέπει να δεχθούμε ότι ίσως διάβασε την Εισαγωγή του Πορφυρίου ή ένα εγχειρίδιο που αναπαρήγαγε τα επιχειρήματα του Πορφυρίου. Και το ίδιο πιθανότατα έκανε και ο Γρηγόριος Νύσσης, αφού ίσως χρησιμοποίησε τη βιβλιοθήκη του αδελφού του.²⁰


Η Εισαγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για αρχάριους στις Κατηγορίες του Αριστοτέλη και, δεδομένου του εισαγωγικού της σκοπού, τα επιχειρήματα της Εισαγωγής είναι λιγότερο περίπλοκα από τα επιχειρήματα που παρέχει ο Πορφύριος στα άλλα αριστοτελικά του σχόλια. Εκείνο που είναι ίσως πιο σημαντικό είναι ότι η συγκεκριμένη διδασκαλία του ατόμου ως συλλογής ιδιοτήτων δεν εμφανίζεται με τόσο καθαρή διατύπωση σε κανένα σωζόμενο ειδωλολατρικό κείμενο —και ακόμη λιγότερο σε χριστιανικά κείμενα— πριν από την Εισαγωγή. Επομένως, οι Καππαδόκες και οι μεταγενέστεροι Νεοπλατωνικοί μπορεί να γοητεύτηκαν από αυτήν και να την υιοθέτησαν στα γραπτά τους.

Έτσι γίνεται σαφές ότι μια νεοπλατωνική επιρροή σε δύο Καππαδόκες Πατέρες τους κάνει να κατανοούν το πρόσωπο ως συλλογή ιδιοτήτων· δυνατότητα την οποία ο Ζηζιούλα δεν φαίνεται να γνωρίζει, πόσο μάλλον να εξετάζει με προσοχή.


Η έννοια της απαρίθμησης των ατόμων

Ένα άλλο ζήτημα που αποκηρύσσει ο Ζηζιούλα είναι εκείνο του ατόμου ως μερικού, επειδή υπόκειται σε πρόσθεση και συνδυασμό, ενώ το πρόσωπο είναι ελεύθερο από τέτοια όρια του «εαυτού» όπως η εξατομίκευση, η περιγραφή, ο συνδυασμός, ο ορισμός, η περιγραφή και η χρήση. Εδώ ασχολούμαι με το ζήτημα του ατόμου ως υποκείμενου σε πρόσθεση και συνδυασμό στον Γρηγόριο Νύσσης.

Για τους Καππαδόκες Πατέρες, η έννοια της απαρίθμησης των ατόμων —δηλαδή το ότι τα άτομα υπόκεινται σε πρόσθεση και συνδυασμό— ήταν ένα σημαντικό γνώρισμα της έννοιας του προσώπου. Τους απασχολούσε το πώς να διακρίνουν ανάμεσα στα τρία θεία πρόσωπα και τη θεία ουσία. Για να το κάνει αυτό, ο Γρηγόριος Νύσσης, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με την ουσία, η οποία δεν μπορεί να απαριθμηθεί, τα άτομα που μετέχουν στην ίδια ουσία —ή φύση— μπορούν να μετρηθούν. Το Ad Ablabium είναι ένα από τα έργα όπου ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί αυτό το επιχείρημα.

Σε αυτή τη σύντομη πραγματεία —η οποία έχει ήδη εξεταστεί λεπτομερώς σε αυτό το τεύχος από τον Lewis Ayres— ο Αβλάβιος, ένας φίλος που δεν γνωρίζει πώς να κατανοήσει τη διατύπωση «μία ουσία, τρεις υποστάσεις», φέρνει τον Γρηγόριο αντιμέτωπο με δύο εξίσου ακραίες εναλλακτικές: είτε να πει «τρεις θεοί» είτε να μιλήσει για έναν Θεό, αποκλείοντας τον Υιό και το Πνεύμα από τη θεότητα. Η πρώτη εναλλακτική είναι τριθεϊσμός, ενώ η δεύτερη είναι ακραίος αρειανισμός και μακεδονιανισμός. Ο Αβλάβιος ρωτά: Αν μπορούμε να μιλάμε για τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη ως τρεις ανθρώπους, παρόλο που είναι ένα κατά τη φύση, γιατί να μη μιλάμε και για τρεις θεούς; Με άλλα λόγια, αν είναι λογικό να αναφερόμαστε στους ανθρώπους, που είναι περισσότεροι από ένας, με τον πληθυντικό αριθμό του ονόματος που προέρχεται από τη φύση τους, γιατί τότε αυτό είναι παράλογο στην περίπτωση του θείου;

Ο Γρηγόριος επιδίδεται σε ένα επιχείρημα σχετικά με τη σημασία των λέξεων «άνθρωπος» και «Θεός», εξηγώντας ότι αυτές οι λέξεις αναφέρονται πράγματι στην ανθρώπινη και στη θεία φύση αντίστοιχα, οι οποίες καθαυτές είναι μία. Επομένως, είναι εσφαλμένο, ή κατάχρηση της γλώσσας, να μιλά κανείς για πολλούς ανθρώπους ή πολλούς θεούς. Παρ’ όλα αυτά, ο Γρηγόριος πρέπει να αναγνωρίσει ότι η κοινή γλώσσα χρησιμοποιεί τη φράση «πολλοί άνθρωποι», όπως κάνει και η Γραφή. Γι’ αυτό αναγκάζεται να πει ότι μπορούμε πράγματι να ανεχθούμε αυτή την κακή συνήθεια στην περίπτωση της κατώτερης φύσης, «αφού δεν προκύπτει καμία βλάβη από την εσφαλμένη χρήση του ονόματος».²¹ Ωστόσο, η ίδια παραλλαγή στη χρήση του όρου δεν είναι αποδεκτή στην περίπτωση της θείας φύσης.²² Πρώτα απ’ όλα, η συνήθεια να αποκαλείται «πολλό» αυτό που είναι ένα είναι επικίνδυνη όταν αναφέρεται στο θείο, διότι αντιβαίνει στη Γραφή: «Ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεός σου Κύριος εἷς ἐστιν» —Δευτ. 6:4.

Επιπλέον, εκμεταλλεύεται αυτή την ευκαιρία για να καταστήσει ακόμη σαφέστερη τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στα πρόσωπα. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιεί την έννοια της απαρίθμησης των ατόμων. Στο Ad Ablabium 40, 24 κ.ε., ο Γρηγόριος γράφει: «η έννοια των προσώπων δέχεται εκείνον τον διαχωρισμό που γίνεται μέσω των ιδιαίτερων γνωρισμάτων που παρατηρούνται σε καθένα χωριστά, και όταν αυτά συνδυάζονται, μας παρουσιάζεται μέσω του αριθμού».

Για να κάνει αυτή τη θεωρητική εξήγηση πιο προσιτή στον Αβλάβιο, ο Γρηγόριος παραθέτει αρκετά συγκεκριμένα παραδείγματα. Λέει ότι δεν μιλάμε για «πολλά χρυσά», αλλά για «πολύ χρυσό». Ωστόσο, μιλάμε για «πολλά χρυσά κομμάτια» ή «χρυσά νομίσματα» ή «στατήρες», χωρίς να βρίσκουμε κάποια πολλαπλασιασμό της φύσης του χρυσού μέσω του αριθμού των στατήρων·²³ αλλά αφού κάνει αυτή τη δήλωση, τη διορθώνει λέγοντας ότι «κυριολεκτικά, δεν θα έπρεπε να τα αποκαλούμε “χρυσό”, αλλά “χρυσά”».²⁴ Παρομοίως, συνεχίζει ο Γρηγόριος, μπορεί κανείς να σκεφτεί τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη ως πολλούς, «ωστόσο η ανθρώπινη φύση μέσα τους είναι μία».²⁵

Αλλού ο Γρηγόριος γράφει ότι «η αριθμητική τάξη δεν επιφέρει διαφορά των φύσεων, αλλά τα αριθμούμενα πράγματα, όποια κι αν είναι η φύση τους, παραμένουν αυτό που είναι, είτε αριθμούνται είτε όχι. Ο αριθμός είναι ένα σημείο για να γίνει γνωστό πόσα πράγματα υπάρχουν».²⁶ Ο Βασίλειος Καισαρείας χρησιμοποιεί επίσης την έννοια της απαρίθμησης των υποστάσεων —με την υπόσταση εδώ εννοεί το πρόσωπο—,²⁷ αλλά επιμένει ότι οι θείες υποστάσεις πρέπει να «απαριθμούνται ευσεβώς» (eusebōs arithmein) και όχι υλικά, και προσθέτει ότι η θεότητα είναι υπεράνω αριθμού.²⁸ Η έννοια της απαρίθμησης των ατόμων είναι άλλο ένα γνώρισμα της καππαδοκικής έννοιας του προσώπου, το οποίο ο Ζηζιούλας αγνοεί.


Συνεχίζεται

Σημειώσεις:

Η λατρεία του Ανθρώπου είναι το αληθινό «πρόβλημα της σημερινής εποχής» από τον Ιλαρίωνα

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 9, έτος LII – του δεκαπενθήμερου περιοδικού ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΟΧΙ



Με τη θεολογία της Β' Βατικανού ( Dignitatis humanae personae ) η αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου εξυψώνεται ως απόλυτη και απαραβίαστη αρχή, στα δικαιώματα της οποίας υποτάσσονται η αλήθεια και η καλοσύνη.

Αυτή η αντίληψη εγκαινιάζει την ανθρωποκεντρική θρησκεία του ανθρώπου, τη λατρεία της ψευδούς ελευθερίας και όχι της αλήθειας (1 ); και μας κάνει να ξεχνάμε τη χριστιανική αυστηρότητα και την ουράνια ευδαιμονία (2 ). 

Το καθολικό δόγμα ήτανπάντα αυτό της υποταγής του Κράτους στην Εκκλησία, όπως του σώματος στην ψυχή. Γνώριζε τυχαίες αποχρώσεις: άμεση εξουσία in spiritualibus και έμμεση in temporalibus ratione peccati ή άμεση εξουσία επίσης in temporalibus , αλλά δεν ασκείται και δεν δίνεται στον εγκόσμιο Πρίγκιπα από τον Ρωμαίο Ποντίφικα. Ποτέ από το 313 δεν δίδαξε κανένας Πάπας, εκκλησιαστικός Πατέρας, Διδάσκαλος της Εκκλησίας, θεολόγος ή κανονιστής εγκεκριμένος από την Εκκλησία τον διαχωρισμό μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος πάντα καταδικαζόταν. Η Dignitatis humanae , εφεξής DH , διδάσκει ποιμαντικά ότι ο άνθρωπος έχει «το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία […], ιδιωτικά και δημόσια, είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με άλλους. […]. Είναι απαραίτητο όλοι οι πολίτες και όλες οι θρησκευτικές κοινότητες να αναγνωρίζονται ως έχοντες το δικαίωμα στην ελευθερία σε θρησκευτικά ζητήματα. […]. Η θρησκευτική ελευθερία πρέπει να αναγνωρίζεται ως δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους και όλες τις κοινότητες και πρέπει να επικυρώνεται στο νομικό σύστημα » (DH, αρ. 2, 3, 6 και 13). Στην αντίρρηση ότι ο DH προσπάθησε να επικαλεστεί το αλάθητο δηλώνοντας ότι «το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία βασίζεται πραγματικά στην ίδια την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, όπως είναι γνωστό τόσο μέσω του αποκαλυπτόμενου λόγου του Θεού όσο και μέσω της λογικής» (σημ. 2), η απάντηση είναι ότι το διάταγμα του DH δεν είχε σκοπό να ορίσει τη θρησκευτική ελευθερία που βασίζεται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου ως αποκαλυπτόμενη αλήθεια, ούτε σκόπευε να επιβάλει την πίστη σε αυτήν ως προϋπόθεση για τη σωτηρία. Αντίθετα, απλώς διακήρυξε ποιμαντικά ένα «δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία στο εξωτερικό και δημόσιο φόρουμ» - το οποίο, επιπλέον, δεν υπάρχει σύμφωνα με τη θεία/αποστολική Παράδοση, η οποία μιλάει μόνο για ένα εσωτερικό και ιδιωτικό φόρουμ - «το οποίο βασίζεται σε μια προσωπική αξιοπρέπεια». Αυτή είναι μια φιλοσοφικά ανακριβής έκφραση, αφού δεν είναι το υποκείμενο που είναι άξιο ή πολύτιμο, αλλά μάλλον η φύση στην οποία υπάρχει το υποκείμενο που του προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπρέπεια. Επομένως, ο DH θα έπρεπε να μιλήσει για την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης φύσης και όχι του ατόμου. Η Διδασκαλία του Θεού διφορείται μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού φόρουμ, μεταξύ φύσης και προσώπου, και ως ποιμαντική και δογματική διδασκαλία έχει απαρνηθεί το λεξιλόγιο της σχολαστικής και ιδιαίτερα της Θωμιστικής φιλοσοφίας και θεολογίας και έχει χρησιμοποιήσει ανακριβείς και «ποιητικές» εκφράσεις αντί για θεολογικές/φιλοσοφικές.

Ο PIUS IX στο Quanta cura (8 Δεκεμβρίου 1864) όρισε ότι η θρησκευτική ελευθερία στο εξωτερικό πεδίο «είναι αντίθετη με το δόγμα της Αγίας Γραφής, της Εκκλησίας και των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας» και ότι «το Κράτος έχει το καθήκον να καταστέλλει τους παραβάτες της Καθολικής θρησκείας με συγκεκριμένες κυρώσεις».

Στη δημόσια ζωή, η θρησκεία του ανθρώπου δεν περιλαμβάνει ιεραρχία και υποστηρίζει τον ισότιμο χαρακτήρα που είναι χαρακτηριστικό της μαρξιστικής ιδεολογίας, ο οποίος είναι αντίθετος με τη φυσική και αποκαλυπτόμενη διδασκαλία, η οποία βεβαιώνει την ύπαρξη μιας κοινωνικής τάξης που απαιτείται από την ίδια τη φύση.

Στη θρησκευτική ζωή, η ίδια αρχή υποστηρίζει έναν οικουμενισμό που, προς όφελος του ανθρώπου, φέρνει όλες τις θρησκείες σε συμφωνία (3 ); υποστηρίζει μια Εκκλησία που μετασχηματίζεται σε ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας. Από αυτό προέρχεται η υπερβολική μέριμνα για την κοινωνική πρόοδο, σαν η Εκκλησία να ήταν απλώς ένας πιο εκτεταμένος οργανισμός κοινωνικής πρόνοιας. Από αυτό, και με τον ίδιο τρόπο, προέρχεται η εκκοσμίκευση του κλήρου, του οποίου η αγαμία θεωρείται κάτι το παράλογο, όπως ακριβώς ο τρόπος ζωής και το ράσο του ιερέα θεωρούνται παράξενα, στενά συνδεδεμένα με τον χαρακτήρα του ως ατόμου αφιερωμένου, αποκλειστικά, στην υπηρεσία του βωμού.

Στη λειτουργία, ο ιερέας υποβιβάζεται σε έναν απλό εκπρόσωπο του λαού ή «πρόεδρο της συνέλευσης» (4 ). Προφανώς, η ηθική χαλαρότητα και η λειτουργική διάλυση δεν μπορούν να συνυπάρχουν με την αμετάβλητη φύση του δόγματος.

Σχετικισμός και Μοντερνισμός των «Νέων Θεολόγων»


Οι μετασυνοδικοί «νέοι θεολόγοι» συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Δεν δίνουν προσοχή στην πραγματικότητα, της οποίας ο τρόπος έκφρασης μπορεί να ποικίλλει, αρκεί να την αναπαριστά όπως είναι. Αντίθετα, επιθυμούν να ικανοποιήσουν τη σύγχρονη νοοτροπία. Για αυτούς, η ενημέρωση της Εκκλησίας συνίσταται στην προσαρμογή του δόγματος της σε αυτήν την υποκειμενιστική, σχετικιστική και εμμενεντιστική νοοτροπία.

Τώρα, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαμορφώσει τη σκέψη του σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον που είναι εξ ολοκλήρου προσανατολισμένο στις εμφανίσεις, στον υποκειμενισμό και τα φαινόμενα και, επιπλέον, αντίθετο στη μεταφυσική, η Εκκλησία - λένε οι «νέοι θεολόγοι» - για να μην «βυθιστεί» πρέπει να εναρμονίσει το δόγμα της με αυτόν τον τρόπο σκέψης, όπου το δόγμα εξελίσσεται ετερογενώς από τη μία έννοια στην άλλη (δηλαδή, αλλάζει ουσιαστικά σε νόημα, περνώντας από τη μία αλήθεια σε μια εντελώς διαφορετική), σύμφωνα με τις πολιτισμικές ανάγκες της εποχής στην οποία διατυπώνεται.


Αμετάβλητο και ομοιογενής ανάπτυξη της αποκαλυφθείσας αλήθειας.


Η αποκαλυφθείσα αλήθεια μεταδίδεται στον κόσμο σε μια ανθρώπινη γλώσσα. Αυτή η γλώσσα, όσο ανεπαρκής κι αν είναι, δεν είναι απλός συμβολισμός (5 ) ή αναπαράσταση· πρέπει να εκφράζει, αντικειμενικά, ποιο είναι το μυστήριο του Θεού, ακόμη και αν δεν το εκδηλώνει στον ανεξάντλητο πλούτο του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δογματικοί τύποι δεν μπορούν να εξελιχθούν εγγενώς ή ουσιαστικά αλλάζοντας εντελώς το νόημά τους.

Η πίστη, άπαξ και μεταδοθεί, λέει ο Άγιος Ιούδας Θαδδαίος, μεταδίδεται «μία για πάντα» (6 ). Είναι αμετάβλητη και αμετάτρεπτη. Δεν υφίσταται προσθήκες, αφαιρέσεις ή εγγενείς και ετερογενείς αλλοιώσεις. Μπορεί να φωτιστεί και μπορεί να μεταμορφωθεί μόνο ομοιογενώς και εξωτερικά, σαν ένα ζωντανό ον, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται, διατηρώντας παράλληλα την ίδια φύση, η οποία διασφαλίζει ότι το άτομο είναι πάντα το ίδιο.


Σημασία των «δογματικών τύπων»


Επομένως, είναι ύψιστης σημασίας να διατηρηθούν οι τύποι που, θεσπίστηκαν στην Εκκλησία με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, της Παράδοσης και των δογματικών Συνόδων, για να εκφράσουν με ακρίβεια την αποκαλυπτόμενη έννοια. Αυτή η δογματική γλώσσα μπορεί να υποστεί μόνο τυχαίες αλλοιώσεις « eodem sensu eademque sententiam », αλλά δεν μπορεί να τροποποιηθεί από πάνω προς τα κάτω ή ουσιαστικά και εγγενώς με ετερογενή τρόπο.

Τώρα, αυτό που βλέπουμε, υπό το σύμβολο του «aggiornamento», μετά τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο, είναι η περιφρόνηση τόσο για την Ηθική (7 ) ως καί γιά τίς παραδοσιακές δογματικές φόρμουλες (8 ).

Ας πάρουμε μερικά παραδείγματα: η Σύνοδος του Τρίντεντ, ενάντια στον προτεσταντικό «συμβολισμό» που υιοθετεί ο μοντερνισμός, καθαγίασε τον όρο «μετουσίωση» για να υποδείξει την πλήρη μετατροπή της ουσίας του ψωμιού και της ουσίας του κρασιού σε Σώμα και Αίμα του Ιησού Χριστού. Αυτή η λέξη μας δίνει την ιδέα για το τι συμβαίνει, αντικειμενικά και πραγματικά, στην Αγία Τράπεζα, τη στιγμή της καθαγίασης στη Θεία Λειτουργία, και μας διαβεβαιώνει για την πραγματική, φυσική και ουσιαστική παρουσία του Ιησού Χριστού στο Αγιώτατο Μυστήριο, ακόμη και μετά το τέλος της τέλεσης της Αγίας Θυσίας.

Τώρα, για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ως αριστοτελικός όρος, που δεν συμφωνεί με τα τρέχοντα φιλοσοφικά ρεύματα, η λέξη «μετουσίωση» όχι μόνο δεν αναφέρεται στο Institutio generalis του Missal που αναμορφώθηκε το 1969 από τον Παύλο ΣΤ΄, αλλά και στη δεύτερη έκδοση του 1970 (9 ), αλλά απορρίπτεται από θεολόγους της νέας θεολογίας. Αυτοί, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο Schillebeeckx, την αντικαθιστούν με μια άλλη - ««trans/significazione››,(μετασημασιοδότηση) «trans/finalizzazione››
», «μετά/τελειοποίηση» - αμφισβητώντας το μυστήριο της Ευχαριστίας και την πραγματική παρουσία.

Στην πράξη, τα σημάδια λατρείας και σεβασμού για το Άγιο Μυστήριο εξαλείφονται, όπως η κοινωνία στα γόνατα, στη γλώσσα, με ένα πιάτο, με το πέπλο, ο καθαρισμός των δακτύλων του λειτουργού και του εδάφους όπου θα πέσει κατά λάθος ένα καθαγιασμένο πλήθος, η ευλογία με το Άγιο Μυστήριο, η επίσκεψη στη Σκηνή του Μαρτυρίου, κ.λπ.

Δογματική Ανατροπή

Εάν η λέξη αλλάξει και δεν χρησιμοποιηθεί συνώνυμο, η έννοια ή η ιδέα και το δόγμα τροποποιούνται φυσικά επίσης. Σε αυτήν την περίπτωση, περιλαμβάνονται οι νέοι όροι των «ενημερωμένων» θεολόγων, η συνέπεια των οποίων είναι η ταλάντωση της ίδιας της Πίστης. Εδώ η νέα ορολογία , στην πραγματικότητα, εισάγει μια νέα ποιμαντική και ετερόδοξη διδασκαλία . Δεν βρισκόμαστε πλέον στον αυθεντικό Χριστιανισμό, αλλά σε ρήξη με τη θεία/αποστολική Παράδοση (10 ).

Επιπλέον, οι καινοτομίες δεν συνίστανται μόνο σε αλλαγή λόγων. Πηγαίνουν παραπέρα. Στην πραγματικότητα, υποκινούν μια ολοκληρωτική ανατροπή στην Εκκλησία.


Δεδομένου ότι η σύγχρονη φιλοσοφία υπερεκτιμά τον άνθρωπο, τον οποίο καθιστά κριτή των πάντων, η νέα ποιμαντική διδασκαλία θεσπίζει τη θρησκεία του ανθρώπου. Εξαλείφει οτιδήποτε θα μπορούσε να σημαίνει επιβολή στην ελευθερία ή καταστολή του ανθρώπινου αυθορμητισμού. Έτσι, αγνοεί την αρχική πτώση και μετριάζει την έννοια της αμαρτίας. Δεν κατανοεί την έννοια της ευαγγελικής αποκήρυξης και υποστηρίζει μια φυσική θρησκεία που βασίζεται σε ψυχολογικά και κοινωνιολογικά δεδομένα.

Η θεραπεία για ένα τέτοιο κακό: η πίστη στη θεία/αποστολική Παράδοση

. Ο Άγιος Παύλος συνοψίζει τον κανόνα του εκκλησιαστικού Ματζιστερίου γράφοντας: « Ακόμα κι αν εμείς, ή άγγελος από τον ουρανό, ερχόμασταν και σας κηρύτταμε ένα ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα » (11 ). Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε εμείς οι κριτές του λόγου του Θεού: είναι ο λόγος που μας κρίνει και που αναδεικνύει τον κομφορμισμό μας, κατά τον τρόπο του κόσμου.

Σημασία της θείας/αποστολικής Παράδοσης

Η αξία της Παράδοσης είναι τέτοια που ακόμη και οι εγκύκλιοι και άλλα έγγραφα του συνηθισμένου παγκόσμιου Ματζιστερίου ή του Υπέρτατου Ποντιφίκιου είναι αλάθητα μόνο εάν θέλουν να ορίσουν μια αλήθεια ως θεϊκά αποκαλυφθείσα και να μας υποχρεώσουν να την πιστέψουμε, καθώς και στις διδασκαλίες που επιβεβαιώνονται από την Παράδοση, δηλαδή από μια συνεχή διδασκαλία του δόγματος , που εφαρμόζεται από διαφορετικούς Πάπες και για μεγάλο χρονικό διάστημα (« quod semper, ubique et ab omnibus creditum est »). Συνεπώς, η πράξη του συνηθισμένου παγκόσμιου ποιμαντικού Ματζιστερίου ή ενός Πάπα που έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία που εγγυάται η ματζιστρική Παράδοση διαφορετικών Πάπες και για σημαντικό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή (12 ).

Ο Κανόνας για την Κρίση των Ετερόδοξων Καινοτομιών

Το κριτήριο για την αξιολόγηση των καινοτομιών που προέκυψαν κατά τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο και την περίοδο μετά τη σύνοδο είναι το εξής: Είναι σύμφωνες με την Παράδοση; Είναι καρπός ενός κακού νόμου; Δεν συμμορφώνονται, αλλά αντιτίθενται στην Παράδοση ή την υποβαθμίζουν; Τότε δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.

Η παράδοση, φυσικά, δεν είναι ακινησία. Είναι ανάπτυξη, αλλά στην ίδια γραμμή, στην ίδια κατεύθυνση, με την ίδια έννοια, η ανάπτυξη των ζωντανών όντων, που παραμένουν πάντα τα ίδια, ενώ αναπτύσσονται (13 ).
Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει παραδοσιακές μορφές και έθιμα που η Εκκλησία έχει αφήσει σε αχρηστία και δεν έχει ενσωματώσει στην παρουσίαση του δόγματός της ή στην πειθαρχία της. Η τάση προς αυτή την κατεύθυνση ορίστηκε από τον Πίο ΙΒ΄ ως «τρελή αρχαιολογία» (14 ).
Έχοντας πει αυτό, ας λάβουμε ως κανόνα την ακόλουθη αρχή: όταν είναι προφανές ότι μια καινοτομία αποκλίνει από την παραδοσιακή διδασκαλία, είναι βέβαιο ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή.

Οι Διάφοροι Τρόποι Διαφθοράς της Θείας/Αποστολικής Παράδοσης


Κάποιος μπορεί να συνεργαστεί με διάφορους τρόπους στην καταστροφή της Παράδοσης. Μεταξύ αυτών, υπάρχει επίσης μια κλίμακα που κυμαίνεται από την ανοιχτή αντίθεση έως την σχεδόν ανεπαίσθητη απόκλιση , και η τελευταία είναι η πιο επικίνδυνη επειδή είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστεί.
Έχουμε ένα παράδειγμα σαφούς αντίθεσης στις διάφορες θέσεις που υιοθετούν οι θεολόγοι, ακόμη και οι εκκλησιαστικές αρχές (οι Γερμανικές, Βελγικές, Γαλλικές και Ολλανδικές Επισκοπικές Συνδιασκέψεις), ρητής απόρριψης της απόφασης της εγκυκλίου Humanae vitae .
Στην πραγματικότητα, το δικαστικό έγγραφο του Παύλου ΣΤ΄, το οποίο κήρυξε τη χρήση αντισυλληπτικών παράνομη, αποτελεί μέρος μιας αδιάλειπτης παράδοσης του εκκλησιαστικού Μαγιστερίου μέχρι τις Casti connubii του Πίου ΙΑ΄ το 1931, η οποία θεωρείται από τους θεολόγους ότι έχει διαπράξει αλάθητο. Η μη αποδοχή της, η διδασκαλία του αντιθέτου από αυτό που ορίζει ή η σύσταση πρακτικών που καταδικάζονται από αυτήν, αποτελεί τυπικό παράδειγμα άρνησης μιας παραδοσιακής και μάλιστα αλάθητης διδασκαλίας και, επομένως, της Πίστης.
Η πλάνη είναι πιο ανεπαίσθητη όταν η Παράδοση δέχεται επίθεση μέσω δογματικών διευκρινίσεων οι οποίες ( χωρίς να αρνούνται de jure τους παραδοσιακούς όρους), είναι στην πραγματικότητα ασύμβατες με τα αποκαλυπτόμενα δεδομένα. Για παράδειγμα, η συνέχιση της ομολογίας της Πίστης στο μυστήριο της Αγίας Τριάδας, αλλά η συστηματική αντικατάσταση του όρου «ομοούσιος» με έναν άλλο που δεν έχει την ίδια σημασία, όπως η έκφραση «της ίδιας φύσης» (15 ).
Υπάρχουν επίσης αποκλίσεις προς την αίρεση σε συμπεράσματα που ενισχύουν το περιεχόμενο των προϋποθέσεων. Έτσι, το να βεβαιώνουμε ότι ο Πάπας, δυνάμει της «επισκοπικής συλλογικότητας», δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς να έχει ακούσει το επισκοπικό κολέγιο, το οποίο είναι μια «σταθερή και μόνιμη τάξη», σημαίνει να πέφτουμε έμμεσα και έμμεσα στον συνοδισμό, ο οποίος ανατρέπει τη φύση της Εκκλησίας του Χριστού (βλ. Lumen gentium ).
Πιο διακριτικά είναι τα νέα έθιμα, ειδικά στον λειτουργικό τομέα, τα οποία αντικαθιστούν τα παλιά (για παράδειγμα: κοινωνία στο χέρι, ο Κανόνας της Λειτουργίας που απαγγέλλεται υποχρεωτικά δυνατά, κ.λπ.), τα οποία υπονοούν άλλες θρησκευτικές έννοιες. Προφανώς, η προσωπική ευθύνη όσων υφίστανται τη μεταρρύθμιση και όσων την προώθησαν, με αυτούς τους διαφορετικούς τρόπους αμφισβήτησης της Παράδοσης, δεν είναι η ίδια. Ωστόσο, υπό τις παρούσες συνθήκες, όλες αυτές οι αλλαγές αποτελούν κίνδυνο για την Πίστη.
Συνεπώς, απαιτείται προσεκτική επαγρύπνηση από την πλευρά μας, για να μην αφομοιώσουμε ασυνείδητα το δηλητήριο του Λουθηρανισμού. Αν υπάρχουν άνθρωποι καλή τη πίστει που, λόγω άγνοιας ή αφέλειας, στις καινοτομίες που αποδέχονται, έχουν μόνο την πρόθεση να επιτύχουν μια νέα λειτουργική έκφραση της αληθινής Εκκλησίας, υπάρχει επίσης, και πάνω απ' όλα, η πανουργία του διαβόλου που χρησιμοποιεί αυτές τις ίδιες προθέσεις για να απομακρύνει τους πιστούς από την καθολική ορθοδοξία.


ΣΗΜΕΙΩΜΑ


1 - A. OTTAVIANI, Καθήκοντα του Καθολικού Κράτους απέναντι στη θρησκεία, Ρώμη, Lateranense, 1953.
2 - Το Διάταγμα περί ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ( Dignitatis humanae , 7 Δεκεμβρίου 1965) έρχεται σε αντίθεση με τη θεία/αποστολική Παράδοση και το διαρκές Μαγιστέριο της Εκκλησίας που συνοψίζεται στο Εκκλησιαστικό Δημόσιο Δίκαιο.
Βλέπε ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΙΟΥ (+ 390) Άρθρο XVII · ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (+ 407) Άρθρο XV υπέρ IIam Cor .· ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ (+ 397) Sermo contra Auxentium · ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ (+ 430) De civitate Dei (V, IX, t. XLI, col. 151ff.)· ΑΓΙΟΣ ΓΕΛΑΣΙΑΝΟΣ I (+ 496) Epist. ad Imperat. Anastasium I · ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝ Ο ΜΕΓΑΣ (+ 461) Epist. CLVI , 3· ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (+ 604) Regesta , αρ. 1819· S. ISIDORO OF SEVILLE (+ 636) Sent., III , 51; S. NICHOLAS I, Epistul . Proposueramus quidam (865); S. GREGORY VII (+ 1085) Dictatus Papae (1075), I επιστολή προς Hermann Επίσκοπο Metz (25 Αυγούστου 1076), II επιστολή προς Hermann (15 Μαρτίου 1081). URBAN II (+ 1099) Επιστ. στο Alphonsum VI regem ; ST. BERNARD OF CHIARAVALLE (+ 1173) Επιστολή προς τον Πάπα Ευγένιο Γ' στα δύο ξίφη . INNOCENT III (+ 1216) Sicut universitatis conditor (1198), Venerabilem fratrem (1202), Novit ille (1204); ΑΘΑΝΟΣ IV (+ 1254) Aeger cui levia (1245); ST. THOMAS AQUINES (+ 1274) Σε IVum Sent. , διαστ. XXXVII, διαφήμιση 4; Αυτό. quodlib ., XII, a. 19; S. Th., II-II , q. 40, α. 6, διαφήμιση 3; Quodlib. XII , q. XII, α. 19, διαφήμιση 2; BONIFACE VIII (+ 1303) στο Bull Unam sanctam (1302). CAJETANUS (+ 1534) De comparata auctoritate Papae et Concilii , πραγματεία. II, παρ. II, κεφ. XIII; S. ROBERTO BELLARMINO (+ 1621) Decontroversiis ; F. SUAREZ (+ 1617), Defensio Fidei catholicae ;.GREGORIO XVI, Mirari vos (1832); PIUS IX, Quanta cura e Syllabus (1864); LEO XIII, Immortale Dei (1885), Libertas (1888); S. PIUS X, Vehementer (1906); PIUS
3 - Πρβλ. «Ολλανδική Κατήχηση», 1967 και «Κατήχηση της Βελγικής Επισκοπής», 1984.
4 -Βλέπε Ασίζη Ι, Οκτώβριος 1986 με τον Ιωάννη Παύλο Β΄ και Ασίζη Γ΄, Οκτώβριος 2011 με τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄.
5 - Βλ. Institutio generalis Novus Ordo Missae § 7, 1970.
6 - Βλ. P. PARENTE, λήμμα Symbolism , in “Dizionario di theologia dommatica”, Rome, Studium, IV ed., 1957; υπόλοιπο. Proceno, Effedieffe, 2015.
7 - Ιούδας , Γ΄.
8 - Για την αντίκρουση της Ηθικής της κατάστασης βλ. C. FABRO, Η περιπέτεια της προοδευτικής θεολογίας, Μιλάνο, Ρουσκόνι, 1974 .
9 - Βλ. A. VIDIGAL XAVIER DA SILVEIRA, La Nouvelle Messe de Paul VI. Τι είναι μια σκέψη; Chiré, DPF, 1978; tr. το. στο Inter πολλαπλασιάζει το Una Vox .
10 - Πρβλ. B. GHERADINI, Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος του Βατικανού. Μια ομιλία που πρέπει να δοθεί , Frigento, 2009· ID., Tradidi quod et accepi. Παράδοση, Ζωή και Νεότητα της Εκκλησίας , Frigento, 2010· ID., Quaecumque dixero vobis. Ο Λόγος του Θεού και η Παράδοση σε σύγκριση με την Ιστορία και τη Θεολογία , Τορίνο, Λιντάου, 2011· ID., Δεύτερη Βατικανή Σύνοδος. Η Αποτυχημένη Ομιλία , Τορίνο, Λιντάου, 2011.
11 - Γαλ . Α΄, 8.
12 - Βλ. G. MATTIUSSI, The immutability of dogma , στο “La Scuola Cattolica”, Μάρτιος 1903; M. CANO, De locis theologis lib XII, Venice, 1799; JB FRANZELIN, De divina Traditione et Scriptura , Ρώμη, 1870; L. BILLOT, De immutabilitate Traditionis , Ρώμη, 1904; SG VAN NOORT, Tractatus de fontibus Revelationis necnon de fide divina , 3rd ed., Bussum, 1920; S. CIPRIANI, The sources of Revelation , Φλωρεντία, 1953; A. MICHEL, λήμμα « Παράδοση », στο DThC, XV, συντ., 1252-1350; G. FILOGRASSI, Divine/Apostolic Tradition and the Ecclesiastical Magisterium , στο “La Civiltà Cattolica”, 1951, III, σσ. 137-501; G. PROULX, Tradition and Protestantism , Παρίσι, 1924; ST. THOMAS AQUINAS, S. Th., III , q. 64, α. 2, διαφήμιση 2; B. GHERARDINI, Divinitas 1, 2, 3/ 2010, Vatican City, S. CARTECHINI, From Opinion to Dogma , Rome, Civiltà Cattolica, 1953, J. SALAVERRI, De Ecclesia Christi , Madrid, BAC, 1958, 1958, n.
13 - Βλ. F. MARIN SOLA, L'évolution homogène du dogme catholique , Fribourg, 1924; R. GARRIGOU-LAGRANGE, Le sens commun. La philosophie de l'etre et les formulas dogmatiques , Παρίσι, 3η έκδ., 1922.
14 - PIUS XII, Encyclical Mediator Dei , 20 Νοεμβρίου 1947.
15 - Η Γαλλική Επισκοπική Διάσκεψη μετέφρασε το «ομοούσιο» του Συμβόλου της μεταρρυθμισμένης Λειτουργίας του 1970 ως «της ίδιας φύσης». Τώρα, εγώ που γράφω και εσείς που διαβάζετε έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, αλλά δεν είμαστε ομοούσιοι.


Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.(ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ)

ΔΙΑΛΥΣΗ 5 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Δευτέρα 25. Μαΐου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 5

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025

Πλουτοκρατία χθες και σήμερα

Αυτό που εμείς ονομάζουμε δημοκρατία είναι, με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο λανθάνοντα και συγκαλυμμένο, μια πλουτοκρατία —από το plutos, πλούτος, και kratos, εξουσία. Η εξουσία του πλούτου, η εξουσία του χρήματος, κυριαρχεί, μέσω των χρηματοπιστωτικών αγορών, πάνω στις κυβερνήσεις όλων των δυτικών χωρών, ιδίως εκείνων που είναι περισσότερο χρεωμένες. Ο όρος πλουτοκρατία επινοήθηκε στη σύγχρονη εποχή από τον Ιταλό κοινωνιολόγο Vilfredo Pareto (1848-1923) και από τον θεωρητικό του επαναστατικού συνδικαλισμού Georges Sorel (1847-1922).

Γιατί αυτή η απέχθεια προς τη Ρωσία του Πούτιν, πολύ προγενέστερη της εισβολής στην Ουκρανία; Επειδή ο Πούτιν, που αποκαλείται αυταρχικός ηγέτης, είναι στην πράξη ένας ισχυρός κυβερνήτης, ένας νέος Καίσαρας, ο οποίος, μετά την εποχή Γέλτσιν, υπέταξε ουσιαστικά τους λεγόμενους ολιγάρχες, δηλαδή τη στενή ομάδα των πανίσχυρων νεόπλουτων της δεκαετίας του 1990, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και πρώην στελέχη του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, σε περισσότερες περιπτώσεις ανήκοντα στην ίδια εθνοτική μειονότητα —την εβραϊκή—, οι οποίοι σε κάποια στιγμή, με τις ιδιωτικοποιήσεις που θέλησε ο Γέλτσιν, είχαν ιδιοποιηθεί μόνοι τους το 50% του πλούτου της Ρωσίας. Ο Πούτιν δεν τους απαλλοτρίωσε, επειδή δεν είναι κομμουνιστής, αλλά τους υπήγαγε στην πράξη στην εξουσία του, δηλαδή στην πολιτική εξουσία του ρωσικού κράτους.

Η ισχυρή πολιτική εξουσία του Πούτιν αποτελεί ανάχωμα στον θρίαμβο της διεθνούς δημοκρατίας του χρήματος, όπως την αποκαλεί εκείνος ο εσωτερικός «αντάρτης» μέσα στην παγκόσμια εξουσία, ο Giulio Tremonti. Αυτή η δημοκρατία είναι άπατρις, έστω κι αν ασφαλώς διαθέτει τους σημαντικότερους μοχλούς της στον αγγλοσαξονικό κόσμο· αυτή η διεθνής —ή ακόμη καλύτερα, υπερεθνική— δημοκρατία του χρήματος θέλει να ελέγξει τον κόσμο, κινούμενη από μια άμετρη θέληση για δύναμη. Αλλά στη Ρωσία βρήκε τον Vladimir Putin, ο οποίος λέει στους εκπροσώπους της ότι ναι, είναι εντάξει να διεξάγουν τις επιχειρήσεις τους, αλλά ότι τελικά αυτός διατάζει. Το λέει σε ανθρώπους οι οποίοι στη Δύση είναι συνηθισμένοι να έχουν πολιτικούς-μαριονέτες: δεν το πήραν καλά.

Ο Πούτιν, με τον σύγχρονο καισαρισμό του, βάζει ένα «φρένο» στην απόλυτη εξουσία του πλούτου, του χρήματος, των μεγάλων οικονομικών δυναστών, των αγορών· γι’ αυτό τον απεχθάνονται και θα ήθελαν να τον εξαλείψουν. Προφανώς το πρόσχημα είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία έχει πλέον περιοριστεί σε μια δημο-πλουτοκρατία ή σε μια δικαιωματιστική και δημαγωγική πλουτοκρατία, αλλά η οποία για την προπαγάνδα φαίνεται να είναι η μόνη νόμιμη μορφή διακυβέρνησης πάνω στη γη.

Συνοπτικά, οι όροι του προβλήματος είναι οι εξής: από τη μία πλευρά υπάρχει ο χρυσός, δηλαδή ο απροκάλυπτος πλούτος αυτών των τεράστιων οικονομικών δυναστών —τράπεζες, ταμεία, μεγάλες πολυεθνικές— της Διεθνούς Δημοκρατίας του Χρήματος, δηλαδή η πλουτοκρατία. Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο Καίσαρας —άλλωστε, ο τσάρος είναι σύμπτυξη του Caesar. Προφανώς πρόκειται για μεταφορά: ο Πούτιν είναι πρόεδρος, όχι αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών, αλλά εκπροσωπεί μια πολύ ισχυρή πολιτική εξουσία χαρισματικής ηγεσίας, η οποία υπέταξε τις εξουσίες των κύριων εκπροσώπων του ρωσικού νεοκαπιταλισμού.

Ο Oswald Spengler, στη Δύση της Δύσεως, που κυκλοφόρησε αμέσως μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, είχε προβλέψει ότι η τελική φάση του πολιτισμού μας θα έβλεπε να αντιπαρατίθενται οι Καίσαρες και ο χρυσός, οι αυταρχικοί ηγέτες και το βασίλειο του χρήματος, εμπλεκόμενοι σε μια τελική μάχη. Δεν είχε δει άσχημα· αναφερόταν πιθανώς στις ολοκληρωτικές δικτατορίες της εποχής του, αλλά στην πραγματικότητα σήμερα στην μετακομμουνιστική Ανατολή αναδύονται ισχυροί άνδρες, όχι καταστροφικοί όπως ο Χίτλερ ή ο Στάλιν. Το γεγονός ότι υπάρχει μια ισχυρή εξουσία του κράτους δεν είναι αποδεκτό από αυτούς τους τεράστιους δυνάστες του χρήματος.

Με τη σειρά της, αυτή η εξουσία του κράτους μπορεί να γίνει καταπιεστική και ομογενοποιητική, αν δεν βρίσκει στα ενδιάμεσα σώματα και στα εδαφικά, περιφερειακά σώματα ένα όριο στην παντοδυναμία της, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και του φεντεραλισμού. Όσοι μιλούν για εγκαθίδρυση ενός «δημοκρατικού καθεστώτος» στη Ρωσία είτε είναι αφελείς ονειροπόλοι είτε εννοούν μια πλουτοκρατία, με αδύναμη πολιτική εξουσία και τεράστια οικονομική εξουσία σε παγκόσμια κλίμακα.

Είναι η υπερβολική σημασία που έδωσε ο σύγχρονος άνθρωπος στην οικονομική διάσταση, θέτοντας ταυτόχρονα υπό αμφισβήτηση όλες τις μορφές αυθεντίας, που οδήγησε τελικά στον θρίαμβο εκείνης της εξουσίας χωρίς αυθεντία, εκείνης της απρόσωπης, καθαρής και απόλυτης εξουσίας που είναι η εξουσία του χρήματος. Η Ανατροπή, θέτοντας σε αμφιβολία όλες τις μορφές αυθεντίας —από την Εκκλησία μέχρι τη μοναρχία, από την οικογένεια μέχρι το σχολείο—, προετοίμασε στην πράξη τον δρόμο για εκείνη τη μοναδική «καθαρή» εξουσία, στερημένη από αυθεντία, ακόμη και από εκείνη τη χαρισματική, που είναι η εξουσία του πλούτου. Ανάμεσα στον Καίσαρα και στον χρυσό, το μικρότερο κακό δεν είναι ο χρυσός: ο Καίσαρας είναι πράγματι άνθρωπος, καλός ή κακός, έχει αναγνωρίσιμο πρόσωπο, η εξουσία του είναι προορισμένη να τελειώσει, αργά ή γρήγορα. Ο χρυσός, αντιθέτως, είναι μια απρόσωπη, απεριόριστη και πανταχού παρούσα εξουσία, και σήμερα, μέσω της ηγεμονίας της ενιαίας σκέψης, σχεδόν ανίκητη με ανθρώπινους όρους.

Η τέταρτη κυβέρνηση Berlusconi ανατράπηκε, το 2011, από τους οίκους αξιολόγησης και τους χρηματοοικονομικούς παράγοντες —από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, όπως αποκαλούνται απρόσωπα— μέσω της αύξησης του spread, ενός μηχανισμού συνδεδεμένου με τη σχέση ανάμεσα στα γερμανικά και τα ιταλικά κρατικά ομόλογα, του οποίου μέχρι το 2011 οι μη ειδικοί δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη. Με αυτόν τον χρηματοοικονομικό μηχανισμό έπεσε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση: παρόλο που ο Berlusconi είχε συμπεριφερθεί με ατιμωτικό τρόπο γυρίζοντας την πλάτη στον Gaddafi και συμμετέχοντας στους βομβαρδισμούς της Λιβύης —κατά παράβαση του Ιταλο-λιβυκού Συμφώνου Φιλίας, που είχε συναφθεί μόλις δύο χρόνια πριν—, αυτό δεν τον έσωσε από τον χρηματοοικονομικό ελιγμό που έριξε την κυβέρνησή του.

Από τότε υπάρχει πάντοτε η συγκαλυμμένη απειλή να αυξηθεί το spread, αν η εκλεγμένη κυβέρνηση δεν συμπεριφερθεί καλά, δηλαδή όπως επιθυμούν οι παγκόσμιες αγορές. Είναι ο αφόρητος εκβιασμός του κεφαλαίου εναντίον της πολιτικής.

Άλλωστε, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που θεωρούνται η χώρα-οδηγός της δημοκρατίας, είναι εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα η κατεξοχήν πλουτοκρατία. Παρόλο που το αμερικανικό μοντέλο δεν είναι στο σύνολό του απορριπτέο —ο φεντεραλισμός είναι μια θετική του πλευρά—, η εκλογή σε οποιοδήποτε πολιτικό αξίωμα εξαρτάται από την ικανότητα του υποψηφίου να προσελκύει εκλογική χρηματοδότηση, αν δεν είναι ήδη πλούσιος ο ίδιος.

Αλλά το να εξαρτάται κανείς από την ιδιωτική οικονομική στήριξη σημαίνει ότι υπόκειται στην εκβιαστική δύναμη των χρηματοδοτών: πρώτα, προσαρμόζοντας το εκλογικό πρόγραμμα ώστε να εξασφαλίσει τη στήριξή τους· έπειτα, αφού εκλεγεί, δείχνοντας τουλάχιστον εύνοια προς εκείνους που πλήρωσαν την εκλογική εκστρατεία. Από εδώ προκύπτει η ολοκληρωτική υποταγή της αμερικανικής πολιτικής εξουσίας στην αγοραία εξουσία των δισεκατομμυριούχων φιλανθρώπων και των μεγάλων οικονομικών ομίλων.

Μόνο ο Donald Trump, στην πρώτη προεδρική του εκστρατεία το 2016, έδειξε ότι είχε κάπως μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών, εφόσον ήταν ήδη πολύ πλούσιος ο ίδιος. Πλήρωσε μόνος του μεγάλο μέρος της εκλογικής του εκστρατείας. Στις προηγούμενες εκλογές του 2012, τις οποίες κέρδισε ξανά ο Barack Obama, στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο ο πολιτικός Rick Santorum, που προηγούνταν στις προκριματικές εκλογές, αναγκάστηκε να αποσυρθεί εσπευσμένα επειδή είχε ξεμείνει από χρήματα, παρόλο που είχε κερδίσει τις σημαντικότερες αναμετρήσεις με τους αντιπάλους του.

Η παντοδυναμία της πλουτοκρατίας είναι και δική μας ευθύνη, επειδή εμείς δώσαμε σε όλη τη νεωτερική εποχή στην οικονομική διάσταση έναν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο· και θερίζει κανείς ό,τι έσπειρε. Η οικονομιστική νοοτροπία, που συνέβαλε στη διάδοση καλύτερων υλικών συνθηκών ζωής, σήμερα αποκαλύπτει πλήρως όλη τη σκοτεινή της πλευρά: τη διάδοση της μηδενιστικής εκκοσμίκευσης, την πρωτοκαθεδρία των κυρίων του χρήματος, την εκκένωση της δημοκρατίας.

Δεν είμαι ασφαλώς απολογητής της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά όπως κι αν την κρίνει κανείς, σήμερα στην πραγματικότητα είναι μια φάρσα, επειδή έχει εκκενωθεί εσωτερικά από τις οικονομικές εξουσίες. Άλλωστε, τόσο η δημοκρατία όσο και η πλουτοκρατία που την αντικαθιστά θέτουν στο κέντρο τον αριθμό, την ποσότητα: η πρώτη την ποσότητα των συναινέσεων, η δεύτερη την ποσότητα του πλούτου. Ο σημερινός δυτικός, ευρωατλαντικός πολιτισμός απολαμβάνει ακόμη έναν βαθμό υλικής ευημερίας υψηλότερο από όλες τις προηγούμενες κοινωνίες που υπήρξαν, αλλά είναι επίσης ο πνευματικά φτωχότερος σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας· αρκεί να σκεφτεί κανείς την κρίση της Εκκλησίας και όχι μόνο.

Σύμφωνα με έναν μεγάλο Γάλλο ανθρωπολόγο, τον Louis Dumont (1911-1998), συγγραφέα του Homo Aequalis (1976), η νεωτερική ιδεολογία, δηλαδή η κοσμοαντίληψη που κυριαρχεί στη νεωτερικότητα, είναι μια ατομικιστική ιδεολογία, η οποία συνεπάγεται και προϋποθέτει τον εξισωτισμό και τον οικονομισμό. Ο Dumont διαπιστώνει ότι η ανάπτυξη της οικονομικής σφαίρας συμβαδίζει με την ανάπτυξη του ατομικισμού, δηλαδή με το γεγονός ότι στο κέντρο δεν βρίσκεται πλέον η κοινότητα, αλλά τα άτομα που τη συνθέτουν, μέχρι του σημείου να γίνεται δύσκολο να κατανοηθεί οποιαδήποτε κοινότητα, παρά μόνο ως απλή πρόσθεση ατόμων, κοινωνικών ατόμων-ατόμων.

Αυτά τα τρία φαινόμενα, ο οικονομισμός, ο ατομικισμός, ο εξισωτισμός, είναι ενωμένα και στην ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το άτομο που συλλαμβάνεται από την ιδεολογία των δικαιωμάτων είναι ακριβώς το προϊόν εκείνου του υπολογιστικού λόγου που είναι τυπικός του homo oeconomicus: άνθρωποι ως αφηρημένα άτομα, που διαφοροποιούνται ως προς το εισόδημα, την ικανότητα εργασίας, τη δυνατότητα κατανάλωσης και τίποτε άλλο· γι’ αυτό οι θρησκευτικές ανήκειες, οι οικογενειακές ανήκειες, οι εθνοτικές ανήκειες, οι πολιτισμικές ανήκειες και, τέλος, σήμερα ακόμη και οι ίδιες οι σεξουαλικές διαφορές —ακόμη και εκείνη ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό— φαίνονται σε αυτή την υπολογιστική σκέψη επουσιώδεις και μάλιστα αντιπαθητικές. Αυτός ο υπολογιστικός λόγος εξηγεί γιατί, σε κάποιο σημείο της νεωτερικής εποχής, οι άνθρωποι αρχίζουν να συλλαμβάνουν τον εαυτό τους όχι πλέον πρωταρχικά ως μέλη μιας κοινότητας, αλλά ακριβώς ως άτομα, δηλαδή ως άτομα-άτομα.

Το πλουτοκρατικό μας καθεστώς, η παγκοσμιοποιητική και δημαγωγική μας πλουτοκρατία, είναι επίσης ο ολοκληρωμένος καρπός εκείνου που κάποτε οριζόταν ως αστικός υλισμός. Δηλαδή εκείνου του βασιλείου του χρήματος, της αγοράς, της τεχνο-επιστήμης, της κατανάλωσης και του κεφαλαίου, που ισοδυναμεί με το βασίλειο της ποσότητας, με τον υπολογιστικό λόγο, με την ατομικιστική ανθρωπολογία. Αχώριστος από την άνοδο της εμπορικής και νομισματικής οικονομίας —Simmel—, καθώς και από εκείνη του νεωτερικού εθνικού κράτους που ισοπεδώνει εθνοτικά, ο ατομικισμός του αστικού υλισμού είναι ο κινητήρας της Ανατροπής.

Οι καιροί, λοιπόν, είναι πλέον ώριμοι όχι μόνο για τη ριζική απόρριψη, ξεκινώντας από τον ίδιο τον κλήρο, της αυθεντικής χριστιανικής θρησκευτικότητας, αλλά και για την άνοδο μιας παρωδιακής, άρρωστης, γκροτέσκας θρησκευτικότητας, της οποίας ο τρελός οικουμενισμός, η Pachamama και τα συναφή είναι η έκφραση μέσα στη μοντερνιστική, πρώην καθολική Εκκλησία. Και για έναν λουσιφερικό, queer και βλάσφημο παγανισμό —βλ. τους Ολυμπιακούς του Παρισιού— έξω από αυτήν.

Η διάδοση της μαζικής υλικής αφθονίας υπήρξε επίσης η προϋπόθεση για την ανάπτυξη, ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, ενός νέου παρεκκλίνοντος μυστικισμού, εντελώς ψευδούς, όπως ψευδής είναι και ο πολιτικώς ορθός κώδικας στο ηθικό και νομικό επίπεδο. Η εξάπλωση, από τη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα, των ναρκωτικών, της ελεύθερης πορνογραφίας, των μαζικών αμβλώσεων, της περιφρόνησης της οικογένειας, του μαζικού ροκάδικου —και τώρα χειρότερα, τραπερικού— φυλετισμού, του ομοερωτισμού, του εθνο-μαζοχισμού και της περιφρόνησης κάθε συλλογικής ταυτότητας αντιστοιχεί στη σκοτεινή νύχτα του κόσμου. Στην ανεστραμμένη εξουσία της πλουτοκρατίας αντιστοιχεί λοιπόν η ανεστραμμένη ηθική του πολιτικώς ορθού δικαιωματισμού, και τελικά μια μορφή θρησκευτικότητας εντελώς τρελής και απατηλής. Μόνο έτσι ο μηδενισμός φτάνει στον βυθό του και αποκαλύπτει την προφυσική του ουσία: είναι η μεγάλη παρωδία, η πιθηκώδης παραμόρφωση του αληθινού, του ωραίου και του καλού.


Συνεχίζεται 

Η ώρα των αμετάκλητων επιλογών πλησιάζει


Η σφαγή των φοιτητών στο Σταρόμπελσκ ήταν η κλασική σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, επειδή η σκόπιμη δολοφονία φοιτητών και στη συνέχεια διασωστών, δανειζόμενη έναν τρόπο λειτουργίας που αναπτύχθηκε στη Γάζα, αντιπροσωπεύει ένα σημείο χωρίς επιστροφή για την τρομοκρατία του ΝΑΤΟ. Η ιδέα ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα ευρωπαϊκά τσιμπούρια και την αποφασιστικότητά τους να καταστρέψουν τη Ρωσία κερδίζει έδαφος στη Ρωσία, ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα ευρωπαϊκά τσιμπούρια και την αποφασιστικότητά τους να καταστρέψουν τη Ρωσία, εκτός αν δεχτούμε άμεση επίθεση. Προς το παρόν, πρέπει να σημειώσουμε την κατεδάφιση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Κίεβο, με συστηματικές επιθέσεις που θα συνεχιστούν τις επόμενες ημέρες. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ τηλεφώνησε στον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο για να του πει ότι αυτές οι επιθέσεις σε στρατιωτικά και κέντρα εξουσίας θα συνεχιστούν και ότι το διπλωματικό προσωπικό στην ουκρανική πρωτεύουσα θα ήταν καλό να εγκαταλείψει τις κατοικίες του. Το κρίσιμο σημείο όλων αυτών είναι ότι ο Λαβρόφ κατηγόρησε το Κίεβο και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι προδίδουν το πνεύμα του Άνκορατζ, το οποίο έτρεφε την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία που θα καθόριζε τους τομείς εξουσίας.

Ταυτόχρονα, κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι μόνο ο φόβος θα πείσει τους Ευρωπαίους και την ΕΕ - τον de facto αυταρχικό της ηγέτη - να εγκαταλείψουν το πλέον δίαιτο όνειρο του κατακερματισμού της Ρωσίας. Αυτό το όνειρο έχει γίνει σχεδόν εμμονή για τον αγγλοσαξονικό κόσμο, ο οποίος βυθίζεται εδώ και καιρό σε μια δοκιμασία μιας κουλτούρας τύπου Disney, αλλά με κάποιο τρόπο κατάφερε να μεταδώσει αυτή την παρακμή και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ο καθηγητής Σεργκέι Καραγκάνοφ, ένας εξέχων Ρώσος διανοούμενος, έγραψε ένα δοκίμιο με σημαντικό τίτλο « Πώς να κερδίσετε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο», στο οποίο υποστηρίζει ότι μια περιορισμένη πυρηνική επίθεση από τη Ρωσία εναντίον ενός μη αναγώγιμου αντιπάλου είναι το μέσο για την αποτροπή ενός πλήρους παγκόσμιου πολέμου που θα περιλαμβάνει όλα τα πυρηνικά οπλοστάσια. Αυτό μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, αν και με πιο προσεκτική εξέταση, και mutatis mutandis, αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο η οπτική γωνία με την οποία οι Αμερικανοί δικαιολόγησαν τη χρήση της ατομικής βόμβας εναντίον της Ιαπωνίας. Πολλοί Δυτικοί σχολιαστές αντέδρασαν παρουσιάζοντας τον καθηγητή Καραγκάνοφ ως μια πολιτική ανωμαλία, εντελώς απομονωμένη. Ωστόσο, όχι μόνο οι θέσεις που παρουσιάζει είναι βάσιμες, αλλά το δοκίμιό του, και οι πολυάριθμες συνεντεύξεις που προέκυψαν από αυτό, έχουν επιφέρει μια σημαντική μετατόπιση στη ρωσική πολιτική και ασφαλιστική σκέψη. Οι πρώτες εκδηλώσεις αυτής της μετατόπισης ήταν εμφανείς με τη Νύχτα της Βαλπούργης που έπεσε στο Κίεβο.

Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται μια αδιάσειστη παρατήρηση: αφού δέχτηκε επίθεση από τη Γερμανία και σχεδόν όλη την Ευρώπη, η Ρωσία δημιούργησε ένα πυρηνικό όπλο στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο «για να εγγυηθεί την κυριαρχία και την ασφάλειά της, επιτυγχάνοντας έτσι πυρηνική ισοτιμία... Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε τότε, διαλύσαμε την ευρωπαϊκή/δυτική στρατιωτική υπεροχή, το θεμέλιο του αποικιοκρατίας και της ιδεολογικής της κυριαρχίας». Πράγματι, γνωρίζουμε τώρα από ιστορική τεκμηρίωση ότι η Ουάσινγκτον, υποκινούμενη προς τον σκοπό αυτό από τον Τσόρτσιλ, είχε επίσης εξετάσει μια πυρηνική εκστρατεία για την καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης, και μόνο η δημιουργία πυρηνικού όπλου από την τελευταία κατάφερε να ματαιώσει αυτό το σχέδιο. Αλλά η διάλυση της ΕΣΣΔ και η προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό καθεστώς υπονόμευσαν την αξιοπιστία της ρωσικής αποτροπής: ενώ προηγουμένως υπήρχε φόβος, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1990 θεωρήθηκε μπλόφα, και η πεποίθηση ήταν ότι η Μόσχα δεν θα αποκάλυπτε ποτέ τα χαρτιά της επειδή ουσιαστικά δεν είχε κανένα πλεονέκτημα. Όλες οι βλακείες και οι ανοησίες που έχουν ειπωθεί από την έναρξη της ειδικής επιχείρησης στην Ουκρανία προήλθαν από αυτό το υπόβαθρο: η Ρωσία είναι αδύναμη, είναι απλώς ένα βενζινάδικο, και στο τέλος δεν θα αντιδράσει πραγματικά. Και είναι μια τόσο βαθιά ριζωμένη πεποίθηση που ακόμη και σήμερα, όταν ο πόλεμος είναι σαφώς χαμένος, εξακολουθεί να κυριαρχεί: Τα Τσιουάουα εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι λύκοι. Ο Καραγκάνοφ πιστεύει ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία είναι μόνο η κορυφή ενός παγόβουνου, το μεγαλύτερο, κρυφό μέρος του οποίου περιλαμβάνει την εμμονή της Ευρώπης με τον κατακερματισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τον περιορισμό της Κίνας και την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ να κυριαρχήσουν στη Μέση Ανατολή.

Έτσι, μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων με τη Δύση -όσο δελεαστική κι αν φαίνεται- θα ήταν μια απλή ψευδαίσθηση, εφόσον η δυτική αλαζονεία παραμένει άθικτη: η αποτροπή απαιτεί ένα στοιχείο πραγματικού φόβου. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε οι άνθρωποι ότι η Ρωσία θα μπορούσε πράγματι να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα, αν και σε περιορισμένο βαθμό, αν θέλουμε να σπάσουμε την πεποίθηση ότι « η Ρωσία δεν θα τολμούσε ποτέ...» . Πράγματι, η ανάπτυξη του Oreshnik, το οποίο, παρά το γεγονός ότι είναι συμβατικό όπλο, έχει αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά μιας μικρής πυρηνικής βόμβας και από ορισμένες απόψεις ακόμη μεγαλύτερα, ακολουθεί αυτή τη λογική. Πράγματι, ο Karaganov προτείνει ότι οι ευρωπαϊκοί στόχοι θα πρέπει να χτυπηθούν πρώτα με συμβατικά όπλα και μόνο εάν αυτό αποτύχει θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, υπό το φως των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος. Μια δυναμική αντίδραση σήμερα θα μπορούσε να αποτρέψει μια παγκόσμια καταστροφή αύριο. «Πρέπει να εκμεταλλευτούμε », λέει ο Καραγκάνοφ, « την εμπειρία του Ιράν στην άμυνα από την επιθετικότητα. Η Τεχεράνη έχει χτυπήσει τα αδύνατα σημεία του εχθρού. Ένιωσαν τον πόνο και υποχώρησαν... Οι Ευρωπαίοι πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να κάθονται άπραγοι, κλεισμένοι σε καταφύγια ή σε κάποιο νησί. Το Υπουργείο Άμυνας δημοσίευσε πρόσφατα έναν κατάλογο ευρωπαϊκών εταιρειών που παράγουν όπλα για το καθεστώς του Κιέβου. Αυτό είναι απλώς ένα μικρό βήμα, αλλά είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Είναι, επομένως, η κατάλληλη στιγμή για μια οριστική εποχική μετάβαση, και μας αφορά όλους όχι τόσο πολύ και όχι μόνο ως θυσιαστήρια θύματα των κυρίαρχων ολιγαρχιών, αλλά ως μια ευκαιρία να απελευθερωθούμε από την κατάσταση των υπηκόων και να γίνουμε ξανά πολίτες.

«Ευνούχοι: Κοινωνιολογία μιας Δύναμης Χωρίς Καταγωγή – Μέρος Ι» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Ανάμεσα στον ακρωτηριασμό, την αφοσίωση και την απόλυτη εξουσία: η ιστορία των ανδρών που οι αυτοκρατορίες έκαναν απαραίτητους ακριβώς στερώντας τους την κανονικότητα.

                «Ευνούχοι: Κοινωνιολογία μιας Δύναμης Χωρίς Καταγωγή – Μέρος Ι»

Από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, από την Αυτοκρατορική Κίνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία: γιατί οι μεγάλοι πολιτισμοί εμπιστεύονταν τα μυστικά τους σε ακρωτηριασμένους άνδρες, χλευασμένους αλλά πολύ κοντά στο θρόνο.

                                           Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Συντακτικό σημείωμα

Στην ιστορία της εξουσίας, υπάρχουν μορφές που φαίνονται περισσότερο συμβολικές παρά πραγματικές. Ο ευνούχος είναι μια τέτοια μορφή. Συχνά υποβιβασμένος σε μια ανατολίτικη καρικατούρα ή ένα αξιοπερίεργο της αυλής, ήταν αντίθετα μια συνεχής παρουσία στις μεγάλες αυτοκρατορικές δομές του παρελθόντος. Φύλακας των ιδιωτικών θαλάμων του μονάρχη, διαχειριστής, σύμβουλος, ενδιάμεσος, μερικές φορές ακόμη και σιωπηλός κριτής της πολιτικής, ο ευνούχος αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο ανησυχητικά παράδοξα της ιστορίας: άνδρες που στερούνται βιολογικής συνέχειας μετατρέπονται σε όργανα εξουσίας. Αυτό το δοκίμιο διερευνά όχι μόνο την ιστορική τους λειτουργία, αλλά και το βαθύ νόημα μιας μορφής που αποκαλύπτει τη διφορούμενη σχέση μεταξύ του σώματος, της εμπιστοσύνης και της κυριαρχίας στους ανθρώπινους πολιτισμούς.

1.Κεφάλαια:Αφηγηματική Έναρξη — Ο Άνθρωπος που Φυλάσσει τον Ηγεμόνα
2.Η Γέννηση του Ευνούχου — Όταν το Σώμα Γίνεται Κρατική Ιδιοκτησία
3.Η στειρότητα ως πολιτική εγγύηση
4.Εξουσίες και εξουσία — Η αληθινή δύναμη γεννιέται κοντά στην πόρτα
5.Ρώμη και Βυζάντιο — Η Γέννηση του Τέλειου Δούλου

Ο άνθρωπος που φυλάει τον κυρίαρχο

Ο διάδρομος του παλατιού λούζεται από ένα ακίνητο φως. Τα ψηφιδωτά αντανακλούν το χρυσό των λυχναριών λαδιού, ενώ η σιωπή βαραίνει περισσότερο από την πανοπλία. Ένας στρατηγός περιμένει με χαμηλωμένο το βλέμμα. Όχι πολύ μακριά, ένας Βυζαντινός αριστοκράτης κρατάει σφιχτά μια σφραγισμένη αίτηση. Ξένοι πρεσβευτές κοιτάζουν τις αυτοκρατορικές πύλες σαν να αποφασίζεται η μοίρα του κόσμου πίσω από αυτές τις κουρτίνες. Και πράγματι, έτσι είναι.

Αλλά κανείς δεν μπορεί να μπει.
Όχι χωρίς τη συγκατάθεση του ανθρώπου που φυλάει το πέρασμα.

Δεν είναι στρατιωτικός διοικητής. Δεν ανήκει σε κάποιο μεγάλο οίκο. Δεν έχει παιδιά που θα μπορούσαν να κληρονομήσουν το όνομά του. Η εξουσία του δεν πηγάζει από τον πόλεμο ή τη γενεαλογία. Ωστόσο, μια απλή χειρονομία του είναι αρκετή για να ανοίξει ή να κλείσει την πρόσβαση στον ηγεμόνα. Είναι ευνούχος.

Εδώ ξεδιπλώνεται ένα από τα πιο ανησυχητικά παράδοξα της πολιτικής ιστορίας: ο άνθρωπος, στερημένος από βιολογική συνέχεια, γίνεται ο εγγυητής της αυτοκρατορικής συνέχειας. Αυτός που αποκλείστηκε από τη φυσική τάξη της γενεαλογίας μεταμορφώνεται σε φύλακα της δυναστικής τάξης. Το ακρωτηριασμένο σώμα του αντιπροσωπεύει όχι μόνο μια βία που έχει υποστεί, αλλά και μια συγκεκριμένη λειτουργία. Η αυτοκρατορία τον εμπιστεύεται ακριβώς επειδή δεν μπορεί να βρει μια εναλλακτική γενεαλογία.

«Ο κυρίαρχος φοβάται πάνω απ' όλους εκείνους που έχουν ένα αυτόνομο μέλλον.»


Η λογική των αυτοκρατοριών, από το Βυζάντιο μέχρι την αυτοκρατορική Κίνα, φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από αυτή τη σκληρή διαίσθηση.

Και τότε ακριβώς αναδύεται το κεντρικό ερώτημα αυτού του δοκιμίου: γιατί οι εξελιγμένοι και εξαιρετικά ισχυροί πολιτισμοί εμπιστεύτηκαν τα πιο ευαίσθητα μυστικά τους σε ανθρώπους τους οποίους η κοινωνία χλεύαζε ανοιχτά;


Η Γέννηση του Ευνούχου — Όταν το Σώμα Γίνεται Κρατική Ιδιοκτησία

Η μορφή του ευνούχου διατρέχει την ιστορία των μεγάλων αυτοκρατορικών πολιτισμών σαν μια συνεχής και σιωπηλή παρουσία. Στην αρχαία Μεσοποταμία, οι ευνουχισμένοι άνδρες απασχολούνταν μέσα σε βασιλικά ανάκτορα. Η Αχαιμενιδική Περσία τους κατέστησε απαραίτητα όργανα της αυλικής διοίκησης. Η Αίγυπτος τους απασχολούσε για να φυλάνε δυναστικά κτίρια. Ο ελληνιστικός κόσμος εδραίωσε τον πολιτικό τους ρόλο. Η Ρώμη, αρχικά εχθρική προς την πρακτική, η οποία θεωρούνταν ένδειξη ανατολίτικης θηλυπρέπειας, τελικά την απορρόφησε, ειδικά στα τέλη της αυτοκρατορικής εποχής και αργότερα στο Βυζάντιο, όπου οι ευνούχοι έγιναν αναπόσπαστο μέρος της κρατικής δομής.

Πίσω από αυτή την ιστορική συνέχεια, ωστόσο, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα. Ο ευνούχος δεν γεννήθηκε: δημιουργήθηκε.

Πολλοί προέρχονταν από το δουλεμπόριο που εκτεινόταν στην Αφρική, την Ανατολία, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Άλλοι ήταν παιδιά εξαιρετικά φτωχών οικογενειών που έβλεπαν τον ευνουχισμό των βρεφών ως μέσο κοινωνικής επιβίωσης. Η παράδοση ενός παιδιού στην αυλή συχνά σήμαινε τη σωτηρία του από την πείνα, εξασφαλίζοντάς του μια ζωή μέσα στο αυτοκρατορικό παλάτι. Το τίμημα ήταν τα σώματά τους.

Η μεταμόρφωση σχεδόν πάντα συνέβαινε πριν από την εφηβεία. Οι επεμβάσεις ήταν πρωτόγονες, επώδυνες και συχνά θανατηφόρες. Όσοι επιβίωναν οδηγούνταν σε μια νέα ανθρώπινη κατάσταση: δεν ήταν πλέον πλήρως ενσωματωμένοι στη φυσική τάξη της γενεαλογίας, αλλά ούτε και αποκλεισμένοι από τον κόσμο της εξουσίας. Πράγματι, αυτός ακριβώς ο ακρωτηριασμός τους έκανε πολύτιμους.

Ο ευνούχος, στην πραγματικότητα, δεν στερήθηκε απλώς τη γονιμότητά του. Ανακωδικοποιήθηκε πολιτικά. Απομακρυνόμενος από την οικογενειακή συνέχεια, ανίκανος να ιδρύσει μια δυναστεία, έγινε ένας διοικητικά «ασφαλής» άνθρωπος. Το σώμα του έπαψε να ανήκει αποκλειστικά στην ιδιωτική σφαίρα και μετατράπηκε σε κρατική λειτουργία.

«Η αυτοκρατορία τροποποιεί βιολογικά το άτομο για να το καταστήσει συμβατό με την εξουσία.»

Αυτή η λογική, έμμεση αλλά σταθερή στις μεγάλες αυτοκρατορικές μοναρχίες, αποκαλύπτει μια από τις πιο ψυχρές διαισθήσεις στην πολιτική ιστορία: η απόλυτη εξουσία δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση των ανθρώπων, αλλά τείνει να τους αναδιαμορφώνει έτσι ώστε κανένα μέρος της ύπαρξής τους να μην μπορεί να γίνει αυτόνομο σε σχέση με το Κράτος.

Η στειρότητα ως πολιτική εγγύηση


Η πραγματική δύναμη του ευνούχου δεν προέκυπτε από τη βία, αλλά από την απουσία μέλλοντος. Αυτός είναι ο βαθύτερος πυρήνας της πολιτικής του λειτουργίας. Οι αυτοκράτορες εμπιστεύονταν τους ευνούχους επειδή ήταν άνδρες που στερούνταν δυναστικής συνέχειας: δεν είχαν παιδιά, δεν ίδρυσαν οικογένειες, δεν μεταβίβασαν κληρονομιές, δεν μπορούσαν να μετατρέψουν την προσωπική επιρροή σε οικογενειακή δύναμη.
Σε όλες τις αυτοκρατορικές κοινωνίες, η κεντρική μέριμνα του ηγεμόνα ήταν πάντα η ίδια: να αποτρέψει τους στενότερους συνεργάτες του από το να γίνουν αντίπαλοι. Ένας νικηφόρος στρατηγός μπορούσε να επιχειρήσει πραξικόπημα. Ένας αριστοκράτης μπορούσε να δημιουργήσει μια φατρία. Ένας επαρχιακός κυβερνήτης μπορούσε να ιδρύσει μια αυτόνομη δυναστεία. Ο ευνούχος, τουλάχιστον θεωρητικά, δεν μπορούσε.

Και εδώ αναδύεται η μεγάλη κοινωνιολογική διαίσθηση των απόλυτων μοναρχιών: ο φόβος της εξουσίας πάνω απ' όλα είναι εκείνος που κατέχει ένα μέλλον ανεξάρτητο από την ίδια την εξουσία.
Ο ευνούχος εξαρτάται αποκλειστικά από τον ηγεμόνα. Η θέση του, ο πλούτος του, το κύρος του, ακόμη και η επιβίωσή του εξαρτώνται αποκλειστικά από την αυλή. Δεν έχει κανένα ανεξάρτητο οικογενειακό δίκτυο ικανό να τον προστατεύσει ή να επεκτείνει την επιρροή του πέρα ​​από τη ζωή του. Αυτή ακριβώς η ευθραυστότητα τον καθιστά αξιόπιστο.

Ο Κιθ Χόπκινς
, μελετώντας τις αυτοκρατορικές αυλές, παρατήρησε πώς οι ευνούχοι αποτελούσαν ένα είδος «ελίτ χωρίς γραμμές», ανίκανοι να μετατρέψουν τα προσωπικά προνόμια σε κληρονομική διαδοχή. Υπό αυτή την έννοια, η στειρότητα δεν ήταν απλώς μια βιολογική κατάσταση: έγινε μια πολιτική τεχνολογία εμπιστοσύνης.

«Ο πρίγκιπας προτιμά υπηρέτες που δεν μπορούν να γίνουν πατέρες μιας άλλης δύναμης.»

Είναι μια σκληρή αλλά συνεκτική λογική, η οποία διατρέχει τη Ρώμη, το Βυζάντιο, την Περσία και την αυτοκρατορική Κίνα.
Ο ευνούχος εμφανίζεται έτσι ως το τέλειο πλάσμα του απόλυτου κράτους: ένας άνθρωπος αποκομμένος από τη γενεαλογία και ενταγμένος εξ ολοκλήρου στην τροχιά του ηγεμόνα. Δεν ανήκει πλέον σε μια γενεαλογική γραμμή. Ανήκει στο παλάτι.
Η στειρότητα ως θεσμική προστασία αποτελεί έναν από τους πιο ψυχρούς και ορθολογικούς μηχανισμούς που ανέπτυξαν οι αρχαίες αυτοκρατορίες. Ο ευνούχος δεν ήταν απλώς ένας υπηρέτης: ήταν ένας άνθρωπος που καθίστατο πολιτικά αβλαβής μέσω της καταστολής της βιολογικής συνέχειας. Στερούμενος της ικανότητας να παράγει κληρονόμους, απομακρύνθηκε από αυτό που για αιώνες ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη του αγώνα για την εξουσία: την οικοδόμηση μιας δυναστείας.


Σε όλες σχεδόν τις αρχαίες μοναρχίες, το θεμελιώδες πρόβλημα του ηγεμόνα ήταν πάντα το ίδιο: οποιοσδήποτε ήταν αρκετά κοντά στον θρόνο μπορούσε να επιχειρήσει να τον καταλάβει. Στρατηγοί, αριστοκράτες, επαρχιακοί κυβερνήτες, ακόμη και αυτοκρατορικοί συγγενείς αποτελούσαν μόνιμη απειλή επειδή κατείχαν κάτι που δεν είχε ο ευνούχος: ένα κληρονομικό μέλλον. Είχαν παιδιά να μεγαλώσουν, γενεαλογικές γραμμές να ενισχύσουν, περιουσίες να μεταβιβάσουν, συζυγικές συμμαχίες να χτίσουν. Η εξουσία τους δεν τελείωνε με τον θάνατό τους, αλλά φυσικά έτεινε να διαιωνίζεται.

Ο ευνούχος σπάει αυτή την αλυσίδα.


Μη μπορώντας να δημιουργήσει μια γενεαλογία, δεν μπορούσε να μετατρέψει την προσωπική επιρροή σε οικογενειακή συνέχεια. Η άνοδός του παρέμεινε ατομική, μεμονωμένη, χωρίς νόμιμους κληρονόμους ικανούς να την εδραιώσουν με την πάροδο του χρόνου. Ακριβώς αυτή η έλλειψη αυτόνομου μέλλοντος κατέστησε δυνατή την αυτοκρατορική εμπιστοσύνη.

Ο Κιθ Χόπκινς κατανοούσε αυτή την πτυχή με μεγάλη σαφήνεια όταν περιέγραφε τους ευνούχους ως ένα είδος πολιτικά αποστειρωμένης ελίτ. Μπορούσαν να συσσωρεύσουν πλούτο, κύρος και πρόσβαση στον ηγεμόνα, αλλά δεν είχαν κανέναν τρόπο να μετατρέψουν αυτή τη θέση σε σταθερή δυναστική εξουσία. Παρέμειναν εξαρτημένοι από την εύνοια του παλατιού μέχρι τις τελευταίες μέρες τους.

«Η απόλυτη εξουσία προτιμά τους υπηρέτες χωρίς απογόνους.»

Είναι μια βάναυση λογική, αλλά απόλυτα συνεπής με την ψυχολογία των αυτοκρατοριών.
Έτσι, η στειρότητα γίνεται μια θεσμική τεχνολογία ασφάλειας. Ο ευνούχος όχι μόνο δεν είναι ικανός να τεκνοποιήσει: είναι ανίκανος να δημιουργήσει μια εναλλακτική τάξη πραγμάτων σε σχέση με τον κυρίαρχο. Και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, μπορεί να γίνει δεκτός στους πιο ευαίσθητους χώρους της αυλής - τα ιδιωτικά διαμερίσματα, το θησαυροφυλάκιο, την μυστική αλληλογραφία, την εκπαίδευση των αυτοκρατορικών κληρονόμων - χωρίς να προκαλεί το ίδιο επίπεδο φόβου που θα προκαλούσε ένας φιλόδοξος αριστοκράτης.
Υπό αυτή την έννοια, ο ευνουχισμός αποκτά ένα νόημα που υπερβαίνει κατά πολύ το φυσικό. Γίνεται μια ακραία μορφή πολιτικού ελέγχου του μέλλοντος. Το Κράτος διακόπτει βιολογικά μια γενεαλογική γραμμή για να αποτρέψει την εμφάνιση μιας πιθανής γραμμής εξουσίας. Ο ευνούχος εμφανίζεται έτσι ως μια παράδοξη φιγούρα: στερημένος από τη φυσική συνέχεια για να διασφαλίσει την τεχνητή συνέχεια της Αυτοκρατορίας.


Εξουσίες και εξουσία — Η αληθινή δύναμη γεννιέται κοντά στην πόρτα

Οι Ρωμαίοι διέθεταν εξαιρετική γλωσσική ακρίβεια στην περιγραφή της εξουσίας. Η διάκριση μεταξύ potestas και auctoritas σήμαινε την κατανόηση ότι δεν ισοδυναμούσε 
 κάθε εξουσία με πραγματική επιρροή. Η potestas ήταν η επίσημη εξουσία: η δικαστική εξουσία, το αξίωμα, η νομικά αναγνωρισμένη εξουσία. Η auctoritas , από την άλλη πλευρά, ήταν κάτι πιο λεπτό και βαθύ: κύρος, ηθικό βάρος, η συγκεκριμένη ικανότητα καθοδήγησης αποφάσεων και συμπεριφοράς.

Ακριβώς μέσα σε αυτή τη διαφορά κατανοούμε τον ιστορικό ρόλο των ευνούχων.

Σπάνια κυβερνούσαν επίσημα. Δεν ήταν αυτοκράτορες, ούτε μεγάλοι ηγέτες, ούτε δυναστικοί ηγέτες. Ωστόσο, έλεγχαν αυτό που συχνά έχει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την εξουσία: την πρόσβαση στην εξουσία. Αποφάσιζαν ποιος μπορούσε να εισέλθει στα αυτοκρατορικά διαμερίσματα, ποιος μπορούσε να έχει ακρόαση, ποιες επιστολές έφταναν στον μονάρχη, ποιες πληροφορίες φιλτράρονταν ή καθυστερούσαν. Φύλαγαν μυστικά, διαχειρίζονταν εμπιστευτικές πληροφορίες και τηρούσαν σιωπή.

«Όποιος ελέγχει την πόρτα ελέγχει το κτίριο».

Είναι μια αλήθεια τόσο παλιά όσο και οι αυτοκρατορίες.

Ο Κιθ Χόπκινς έχει δείξει με σαφήνεια πώς οι ευνούχοι των αυτοκρατορικών αυλών αποτελούσαν μια μορφή απόλυτης διαμεσολάβησης μεταξύ του κυρίαρχου και του κόσμου. Όσο πιο απομονωμένη γινόταν η εξουσία, τόσο μεγαλύτερη ήταν η σημασία εκείνων που ρύθμιζαν την απόστασή της. Έτσι, ο ευνούχος έγινε ένα ανθρώπινο φίλτρο: δεν κυβερνούσε άμεσα, αλλά καθόριζε ποιοι άνδρες, λόγια ή φόβοι μπορούσαν να φτάσουν στο κέντρο λήψης αποφάσεων της Αυτοκρατορίας.
Εδώ αναδύεται ένα από τα μεγάλα παράδοξα της πολιτικής:
η αυθεντική εξουσία σπάνια συμπίπτει με την ορατή εξουσία. Πολλές φαινομενικά υποδεέστερες προσωπικότητες ασκούν τεράστια επιρροή ακριβώς επειδή λειτουργούν στον αόρατο χώρο της εγγύτητας. Ο ευνούχος σχεδόν ποτέ δεν κατέχει επίσημη εξουσία , αλλά συσσωρεύει τεράστια πρακτική εξουσία .
Γι' αυτό οι αριστοκρατίες τους περιφρονούσαν τόσο βαθιά. Αντιπροσώπευαν μια σιωπηλή απειλή για την παραδοσιακή τάξη της ανδρικής ιεραρχίας: άνδρες χωρίς στρατούς, χωρίς γενεαλογία και χωρίς στρατιωτική δόξα, οι οποίοι παρ' όλα αυτά μπορούσαν να διαμορφώσουν τη μοίρα μιας αυτοκρατορίας με ένα απλό νεύμα του χεριού μπροστά σε μια κλειστή πόρτα.

Ρώμη και Βυζάντιο — Η Γέννηση του Τέλειου Δούλου

Για τους πρώτους Ρωμαίους, ο ευνούχος αντιπροσώπευε όλα όσα φαινόταν ξένα προς το ανδρικό ιδανικό της Δημοκρατίας. Θεωρούνταν σύμβολο της παρακμιακής Ανατολής: απαλότητα, πολυτέλεια, ασάφεια και διαφθορά της αυλής. Η ρωμαϊκή κουλτούρα συνέδεε την εξουσία με τη στρατιωτική δύναμη, την ικανότητα τεκνοποίησης και τη συνέχεια του γένους . Ένας ακρωτηριασμένος άνδρας φαινόταν να αναιρεί καθεμία από αυτές τις αρχές.

Ο Μαρσιάλ τους χλεύασε. Ο Ιουβενάλ τους αντιμετώπισε με καχυποψία. Ο Τάκιτος διαισθάνθηκε τους κινδύνους των αυλών που κυριαρχούνταν από πρόσωπα χωρίς δημόσιο πρόσωπο αλλά πλούσια σε ιδιωτική επιρροή. Ο ευνούχος φάνηκε στους Ρωμαίους ως ο απόλυτος αντιανδρισμός.

Ωστόσο, οι αυτοκρατορίες συχνά καταλήγουν να υιοθετούν ακριβώς αυτό που αρχικά απεχθάνονται.

Με τον μοναρχικό μετασχηματισμό της ρωμαϊκής εξουσίας, και ιδιαίτερα με το Βυζάντιο, ο ρόλος του ευνούχου άλλαξε ριζικά. Δεν ήταν πλέον απλώς ένας οικιακός φύλακας, αλλά έγινε αναπόσπαστο μέρος της αυτοκρατορικής αρχιτεκτονικής. Οι Βυζαντινοί ευνούχοι διαχειρίζονταν τα θησαυροφυλάκια, ηγούνταν διπλωματικών αποστολών, εκπαίδευαν πρίγκιπες, οργάνωναν τελετές, φύλαγαν εμπιστευτικά έγγραφα και μερικές φορές διοικούσαν ακόμη και στρατούς. Μερικοί πέτυχαν τεράστια επίπεδα επιρροής, σε σημείο που έγιναν απαραίτητοι σύμβουλοι του αυτοκράτορα.

Αλλά το Βυζάντιο πρόσθεσε κάτι ακόμα: μια σχεδόν θεολογία του ακρωτηριασμένου σώματος.

Σε έναν πολιτισμό βαθιά διαποτισμένο με θρησκευτικό συμβολισμό, ο ευνούχος κατέληξε να αντιπροσωπεύει μια φιγούρα αποκομμένη από τη βιολογική κανονικότητα και ως εκ τούτου, παραδόξως, πιο προσιτή στην ιερή λειτουργία του Κράτους. Στερούμενος γενεαλογικής συνέχειας, φαινόταν ελεύθερος από τα κληρονομικά πάθη που κινούσαν την αριστοκρατία και τις οικογένειες. Το σώμα του φαινόταν να ανήκει εξ ολοκλήρου στην Αυτοκρατορία.

«Όσο περισσότερο το σώμα απομακρύνεται από την καθημερινή ζωή, τόσο περισσότερο γίνεται διαθέσιμο για την αυτοκρατορική λειτουργία.»


Αυτή η διαίσθηση διατρέχει σιωπηλά ολόκληρο τον βυζαντινό πολιτισμό.

Ο ευνούχος δεν θεωρούνταν πλέον απλώς ένας ακρωτηριασμένος άνθρωπος, αλλά ένα ενδιάμεσο πλάσμα: όχι εντελώς ιδιωτικό, όχι εντελώς δημόσιο· όχι πλήρως εντός της φυσικής τάξης, αλλά ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο πολύ κοντά στην ιεροποιημένη τάξη της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Το Συντακτικό Προσωπικό
Σημείωση του συγγραφέα

Η μορφή του ευνούχου συχνά υποβιβάζεται στο περιθώριο της ιστορίας, ως ένα εξωτικό αξιοπερίεργο ή μια γραφική λεπτομέρεια των ανατολικών αυλών. Στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύει μια από τις πιο αποκαλυπτικές γνώσεις για τη σχέση μεταξύ εξουσίας και ανθρώπινης φύσης. Η μελέτη των ευνούχων σημαίνει παρατήρηση της στιγμής που η πολιτική εξουσία έπαψε να κυβερνά απλώς τους ανθρώπους και άρχισε να τους τροποποιεί έτσι ώστε να γίνουν συμβατοί με το σύστημα. Η ιστορία τους καταδεικνύει πώς οι αυτοκρατορίες συχνά προτιμούσαν την εξάρτηση από την ελευθερία, την απόλυτη αφοσίωση στην αυτονομία, μετατρέποντας το ίδιο το σώμα σε όργανο πολιτικής σταθερότητας.

Προς το Μέρος II

Αλλά η ιστορία των ευνούχων δεν σταμάτησε στους διαδρόμους του Βυζαντίου ή στους τελικούς μετασχηματισμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήταν ιδιαίτερα στις μεγάλες αυλές της Ανατολής -ανάμεσα στην Απαγορευμένη Πόλη της Κίνας και τα σεράλια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- που αυτή η μορφή έγινε κάτι ακόμη πιο περίπλοκο: όχι πλέον ένας απλός υπηρέτης του κυρίαρχου, αλλά μια αόρατη δύναμη ικανή να υπάρχει δίπλα στον θρόνο, μέσα στο μυστικό, τον φόβο και τον έλεγχο της διαδοχής. Γιατί κάθε φορά που μια απόλυτη εξουσία προσπαθεί να οικοδομήσει τέλεια πίστη, αναπόφευκτα καταλήγει να δημιουργεί άνδρες που κυβερνούν στις σκιές.