Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
-Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
(Ἡ παραβολὴ τῶν γάμων)
Ομιλίες Ε, Κυριακοδρόμιο Β

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κβ΄ 2 - 14


Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. Απάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 13

Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐλπίζει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς ζητάει ὅμως καὶ κάτι παραπάνω: θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσκολληθεῖ μὲ ἀγάπη μόνο σ' Ἐκεῖνον. Καὶ τότε, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ θ' ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μέσα του, θὰ γίνει ἕνα καὶ μὲ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ.


Αὐτὴ εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ το Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μνηστεία τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό. Κάθε ἄλλη ἕνωση εἶναι μοιχεία καὶ πορνεία. Μόνο τέτοια στενή ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό, ποῦ σ' ἐμᾶς ἀπεικονίζεται πιο καθαρὰ μὲ τὸν ἐπίγειο γάμο, μπορεῖ νὰ κάνει τὴν ψυχή πλούσια καὶ καρποφόρα. Ὅλες οἱ ἄλλες σχέσεις ποὺ μπορεῖ νὰ συνάψει ἡ ψυχὴ εἶναι ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, ποὺ εἶναι γυμνὰ καὶ ἄγονα ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ χριστιανοὶ ὅμως πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Εἶναι στὸ πνεῦμα καὶ τὴν παράδοσή μας νὰ κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Νὰ κατανοήσουμε τὴν αἰωνιότητα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, νὰ κατανοήσουμε το χρόνο πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης.

Μὲ ὅ,τι εἶναι πιὸ στενά δεμένη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, μ' αὐτὸ κι ἔχει δεσμευτεῖ, εἴτε αὐτὸ εἶναι ζωντανό εἴτε νεκρὸ πρᾶγμα, εἴτε πρόκειται γιὰ σῶμα εἴτε γιὰ κάποιο ροῦχο, γιὰ χρυσό ἢ ἄργυρο ἢ γιὰ ὁποιοδήποτε ἐπίγειο ἀγαθό, ἐγκόσμια δόξα ἢ τιμή, πάθος ἢ ὅ,τι ἄλλο στὴν κτίση, ὅπως γιὰ παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Κάθε τέτοια δέσμευση τῆς ψυχῆς εἶναι ἄνομη κι ἐπισύρει ἀτέλειωτη δυστυχία γιὰ τὴν ψυχή, τόσο σ' αὐτὸν τὸν κόσμο ὅσο καὶ στὸν ἄλλον. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν ἄνομη σχέση ἀνάμεσα στὸν ἄντρα καί τη γυναῖκα, ποὺ ἐπιφέρει στενοχώριες ὄχι μόνο σ' αὐτοὺς τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ στὰ τυχὸν παιδιὰ ποὺ θ' ἀποκτήσουν. Δὲν πρέπει νὰ κρύβουμε ἐκεῖνο ποῦ ἡ Ἁγία Γραφή λέει πεντακάθαρα: πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτής (Ἔξ. κ' 5, Δευτ. δ' 24). Ὁ ζῆλος τοῦ Θεοῦ δὲ στρέφεται ἐναντίον ἄλλου στὴ γῆ, παρὰ μόνον στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς θέλει ἀποκλειστικότητα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν θέλει πιστὴ μὲ καθαρότητα καὶ εἰλικρίνεια. Κι αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ θέλει γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει - ὅπως πρέπει καὶ μεῖς νὰ γνωρίζουμε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ - πῶς ἂν ἡ πίστη τῆς ψυχῆς στὸ Θεό, το Δημιουργό, εἶναι ἐλλιπής, πῶς ἂν ἑνωθεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη μὲ κάποιον ἄλλον ἢ κάτι ἄλλο στὸν κόσμο, τότε σιγά σιγὰ θὰ ὑποδουλωθεῖ, θὰ γίνει σκλάβα, θὰ εἶναι σὰν μιὰ σκοτεινή κι ἀπελπισμένη σκιὰ καὶ τελικά θὰ καταλήξει σὲ μιὰ ἐλεεινὴ εἰκόνα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ τρυγμός κι ὁ βρυγμός των ὀδόντων.

Ἡ θερμὴ ἀγάπη τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι ὁ μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε ἄλλη ἀγάπη, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπό το Θεὸ ἢ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰδωλολατρεία. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος μετατρέπει τὸ σῶμα σ' ἕναν ψεύτικο θεό, ἕνα εἴδωλο. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε ἐπίγειο ἀγαθὸ ἢ κόσμημα, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεί τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ ὁποιονδήποτε ἢ γιὰ ὁτιδήποτε, ὁ ἄνθρωπος είδωλοποιεί τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸ σημαίνει πῶς ὁ ἄνθρωπος καθοδηγεῖ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικά στο Θεό, σὲ κάτι μικρότερο καὶ ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸ Θεό, σὲ κάτι λιγότερο ἄξιο ν' ἀγαπηθεῖ. Σὲ ὁτιδήποτε πιστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζει ἢ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεό, παίρνει τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴδωλο, ἕνας ψεύτικος θεὸς τῆς ψεύτικης ψυχῆς. Κάθε τέτοια ειδωλολατρεία οἱ προφῆτες τὴν ὀνόμασαν μοιχεία καὶ πορνεία (Ιερ. γ 1, Ιεζεκ. κγ' 7).

Τὸ χειρότερο ἀπ' ὅλα εἶναι ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζονται μὲ τὰ εἴδωλά τους. Σὲ κάθε ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος χάνεται σταδιακά στὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του. Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο, σιγὰ σιγὰ θὰ γίνει ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῆς ὕπαρξής του, εἴτε τρόφιμο εἶναι αὐτὸ εἴτε ποτό, χρυσὸς ἢ ἀσήμι, κόσμημα ἢ ροῦχο, σπίτια ἢ κτήματα, τιμὴ ἢ δύναμη. Αὐτὸ τὸ διαβάζουμε καὶ στὴν Ἁγία Γραφή: «Επορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν» (Δβασ. ἴζ' 15).

Ἡ ἐπιθυμία ἀνάμεσα σ' ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναῖκα εἶναι κάτι φυσικό, δὲν εἶναι ἐξαίρεση. Ὁ ἄνθρωπος ταυτίζεται μὲ ὅ,τι ἀγαπᾶ. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι ὁ Θεός, γίνεται Θεός. Ἄν εἶναι ὁ πηλός, γίνεται πηλός. Ὁ ἄνθρωπος σώζεται ἢ κολάζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Μιὰ μόνο σωστικὴ ἀγάπη ὑπάρχει, ἡ ἀγάπη γιά το Θεό. Κάθε ἄλλη ἀγάπη εἶναι ἀπώλεια. Ἕνας μόνο νόμιμος καὶ σωστικὸς γάμος ὑπάρχει γιά την ψυχή: ὁ γάμος της μέ το Θεό. Κάθε ἄλλος γάμος ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ γάμο αὐτό, ὅπως οἱ ἀκτῖνες ἀπὸ τὸν ἥλιο, είναι κολάσιμος.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει τὴν πιὸ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Μᾶς λέει δηλαδὴ πῶς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στεφανώνεται μέ το Θεό, ὡς πιστή νύμφη: πῶς σὰν τυφλὸς προδότης καὶ ἄπιστος σύζυγος ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρασύρεται στὸν ὄλεθρο καὶ στὸ σκοτάδι, στὰ ζιζάνια καὶ τὴν κακία τῆς εἰδωλολατρείας.

«Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τὼ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ' 2). Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες παραβολές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ' ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοί δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ γράψουν μεγάλα καὶ πολλές φορές ἀκατανόητα βιβλία γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νὰ πετύχουν σ' αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τὴ διάρθρωση τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μιὰ σύντομη καὶ ἁπλῆ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρὰ καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ιωάν. ζ' 46).

Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ λόγια. Μόνο μὲ κάτι ποὺ εἶναι οἰκεῖο σε μᾶς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ. Ἀνάμεσα στ' ἄλλα, μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ καὶ μ' ἕνα γάμο. Ὁ γάμος εἶναι μιὰ εὐκαιρία χαρᾶς στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀπὸ μόνη της χαρά, μπορεῖ ἑπομένως νὰ περιγραφεῖ μ' ἕνα γάμο. Ὁ βασιλιᾶς τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Υἱός Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκάλυψε πῶς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Νυμφίος (Ιωάν. γ' 29). Κι αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. θ' 15). Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ξεκινῶντας μὲ τὴν ἔξωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι ἡ πορεία προετοιμασίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου γιά το γάμο της μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ πραγματική ἀρχὴ τῆς γιορτῆς τοῦ γάμου. Ὁλόκληρη ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν ἔλευσή Τοῦ ὡς το θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ, εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γαμήλιας γιορτῆς στὸν κόσμο. Ἡ χαρὰ ὅμως θὰ φτάσει στὸ ἀπογειό της μόνο στη μέλλουσα ζωή. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι τὸ πιὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος γενικὰ καὶ γιὰ κάθε ψυχή ξεχωριστά, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ νυμφίου στη νύμφη.

Ἀπ' ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὁ πιὸ χαρούμενος λαὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι, ποῦ δέχτηκαν τὸ Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ἀφοῦ τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε προπαρασκευαστεί καλύτερα ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν δεχτεῖ. Τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε την ἐπιπλέον χαρά νὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συνάντησε τὸ Χριστό, τὸ πρῶτο ποὺ τὸν γνώρισε καὶ τὸν ὑποδέχτηκε, γιὰ ν' ἀναγγείλει τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς γῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποῦ, στὸ ἀρχικό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, χρησιμοποεῖται πληθυντικός: ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ἦρθε στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Ἰουδαίων. Ὁ νυμφίος κάθε ψυχῆς ποὺ ἀναζητοῦσε σωτηρία, ζωὴ καὶ χαρά, εἶχε ἔρθει. Ὁ νυμφίος ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶχε ἔρθει γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, ὅλα τὰ ἔθνη. Ὅσο μεγάλη κι ἂν ἦταν ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλῃ τόσῃ ἦταν ἡ τυφλότητα κι ἡ κακία τῶν ἁμαρτωλῶν στὴ γῆ. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ιωάν. ἅ' 11), γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἦρθε λοιπὸν πρῶτα σ' ἐκείνους ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολύ προσεχτικά εἶχε προετοιμάσει ὡς νύμφη Τοῦ: στὸν Ἰουδαϊκό λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὅμως δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἀντίθετα, τὸν περιφρόνησε καὶ τὸν ἀπόρριψε.

Συνεχίζει ἡ παραβολή: «Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» (Ματθ. κβ' 3). Θέλοντας νὰ προετοιμάσει τη γιορτή γιὰ τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς ἔστελνε πρῶτα γιὰ πολλοὺς αἰῶνες τοὺς προφῆτες, γιὰ ν' ἀναγγείλουν τὴ γιορτή ποὺ πλησίαζε καὶ νὰ καλέσουν τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ προετοιμαστεῖ κι ἐκεῖνος, ὥστε νά ὑποδεχτεῖ τὸ Νυμφίο Χριστό. Οἱ προφῆτες ἦταν οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες ποὺ ἔστειλε γιὰ νὰ καλέσει τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, στάλθηκε ὡς ἀγγελιαφόρος ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γιὰ ν' ἀναγγείλει κι αὐτός, νὰ κραυγάσει δυνατὰ καὶ νὰ καλέσει. Ὅπως ὅμως ἕνας πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἄκουσε τοὺς ἀρχαίους προφῆτες, ἔτσι καὶ τώρα πολλοὶ λίγοι πρόσεξαν τὸν κήρυκα τῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.

«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων: εἴπατε τοῖς κεκλημένοις: ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα δεῦτε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ' 4). Οἱ ἄλλοι ὑπηρέτες ἦταν οἱ ἀπόστολοι κι οἱ συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ἦταν πάλι οἱ ἴδιοι: οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ παλιότερα: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. ἰε' 24). Στὴν ἀρχὴ ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ισραήλ» (Ματθ. ἐ' 6). Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως οἱ Ἑβραῖοι τὸν ἀπόρριψαν, ὅταν οἱ κακοί γεωργοί τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὸν θανάτωσαν, τότε, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε καινούργια ἐντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19).

Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴν ἐπαγγελία Του, οἱ Ἑβραῖοι ὅμως τὴν καταπάτησαν. Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴ νύμφη Του, στὴν ἐκλεκτή Του, στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πιστὸς ὡς τὸ τέλος. Ἡ νύμφη ὅμως δὲ στάθηκε πιστή στο Νυμφίο της, συνῆψε ἀμέτρητους ἄνομους δεσμοὺς μὲ εἴδωλα καὶ θεοὺς ψεύτικους, ποῦ δὲν τοὺς ἄφηνε γιὰ νὰ γυρίσει στὸν προδομένο Νυμφίο της.

Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα. Ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀνατροφή καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ἀποκάλυψε στην πληρότητά της μὲ τὸ πλούσιο συμπόσιο τοῦ βασιλιᾶ. Ἡ νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς μέριμνας, ἡ νίκη ενάντια στη φύση - ὅλες αὐτὲς οἱ νῖκες ποὺ τρέφουν κι ἀνανεώνουν τὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐδῶ, μπροστά μας. Γι' αὐτὸ προσέλθετε.

Ὁ οὐρανὸς ὡς τότε ἔμοιαζε κλεισμένος μὲ σιδερένιες μπάρες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔμοιαζαν μὲ ἐλεεινές νύμφες, κλεισμένες μέσα σὲ ὑγρή φυλακή. Τώρα ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶναι ὀρθάνοιχτος. Στὴ γῆ ἐμφανίστηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐμφανίστηκαν οἱ ἄγγελοι, οἱ νεκροί ἐμφανίστηκαν ζωντανοί κι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἔφτασε στὸν οὐρανό. Πόσο γλυκιά εἶναι ἡ τροφή ποὺ προσφέρει ὁ Θεός! Πόσο πλούσιο εἶναι τὸ τραπέζι Του! Προσέλθετε!

Οἱ τυφλές ψυχές ποὺ ζοῦσαν μέσα στη σκοτεινή καὶ νοτερή φυλακή, ἀντὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πρόσκληση στοὺς γάμους, ἔκαναν ἕνα πολύ φοβερὸ ἔγκλημα: θανάτωσαν τὸ Σωτῆρα, το Νυμφίο τους. Κι αὐτὸ ἀκόμα ὅμως δὲν ἐξάντλησε τὴν ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μετέτρεψε τὸ ἔγκλημά τους σὲ πηγὴ χαρᾶς καὶ ἡδονῆς. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ σταυρωμένου Κυρίου, ποὺ ἦταν ἀσύγκριτα γλυκύτερα ἀπὸ τὰ στέατα, προσφέρονται στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε! Κοινωνῆστε τη γλυκύτητα ποὺ ζηλεύουν ἀκόμα κι οἱ ἄγγελοι. Οἱ ποταμοί χαρίτων τοῦ παντοδύναμου καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐλεύθεροι. Πάντα ἕτοιμα. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νά 'ρθούν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν' ἀναστηθοῦν. Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα μὲ νερό, μὲ φωτιά, μὲ πνεῦμα. Ἐδῶ θὰ βρεῖτε τὴν ἀνάπαυση μετὰ τὴ νηστεία, τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ εἶναι τὸ λάδι, ὁ ἄρτος κι ὁ οἶνος. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ βασιλικὴ ἱερωσύνη γιὰ νὰ σᾶς καθοδηγήσει, ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀγάπης. Ὅλες αὐτὲς τίς δωρεές φέρνει ὁ Νυμφίος στη νύμφη Του καὶ τίς τοποθετεῖ στὸ τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε, λοιπόν, στοὺς γάμους.

«Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς την ἐμπορίας αὐτοῦ οἱ δὲ λοιποί κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. κβ' 5,6). Δὲν ὠφελεῖ νὰ προσφέρεις νόμιμο γάμο σὲ μιὰ ἐπαγγελματία πόρνη. Δὲ θὰ δώσει καμιά σημασία στὸ νόμιμο σύζυγό της. Ἔχει τόσο πολύ συνηθίσει στὰ εἴδωλά της, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τοὺς δεσμοὺς τῆς μαζί τους. Τὸ εἴδωλο μιᾶς ἄσωτης ψυχῆς εἶναι ὁ ἀγρός, μιᾶς ἄλλης εἶναι τὸ ἐμπόριο, μιᾶς τρίτης κάτι ἄλλο. Ὁ ἀγρὸς ὑποδηλώνει τὸ σῶμα μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη του, τὸ ἐμπόριο τὴν ἀπληστία, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ καθένας κατευθύνθηκε πρὸς τὸ εἴδωλό του, δὲν ἤθελε ν' ἀκούσει τίποτα γιὰ τὸ Νυμφίο. Ἄλλοι ἔνιωσαν προσβολὴ μὲ τὴν πρόσκληση καὶ πῆραν τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλιᾶ, τοὺς ἔβρισαν ἢ τοὺς σκότωσαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σύντομα μετά το Γολγοθά, μυκτήρισαν καὶ κακοποίησαν τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη (Πράξ. δ' 3) κι ἀργότερα θανάτωσαν τὸν ἀρχιδιάκονο Στέφανο, τὸν ἀπόστολο Ἰάκωβο καὶ πολλοὺς ἄλλους.

«Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὀργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ' 7). Βασιλιᾶς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργή Του εἶναι ἡ ἔσχατη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα ποὺ ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ρωμαϊκός στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δὲν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετά το θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νὰ κάνει νηστεία γιὰ σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργὸς τῆς ἀνθρωπότητας μετά το Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιὰ σαράντα χρόνια. Δὲ βιαζόταν νὰ τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιὰ νὰ μὴν ποῦν ἔπειτα: ≪Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός.

Ἄς ἐκδικηθοῦμε κι λοιπόν≫. Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νὰ τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἄρχοντες τοῦ ἐναντίον τῶν δούλων Του.

Ἀπ' αὐτὸ πρέπει νὰ διδαχτοῦμε πῶς δὲν πρέπει νὰ ζητᾶμε ἐκδίκηση γιὰ ἀδικίες ποὺ ἔγιναν προσωπικὰ σ' ἐμᾶς. Πρέπει νὰ προσπαθοῦμε ὅσο γίνεται περισσότερο νὰ διορθώνουμε τοὺς ἄδικους. Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει στρατεύματά Του το ρωμαϊκὸ στρατό; Ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὸ στρατὸ αὐτὸν γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸν ἀχάριστο περιούσιο λαό Του. Ὅπως παλιότερα εἶχε χρησιμοποιήσει τὰ εἰδωλολατρικὰ στρατεύματα τῆς Ἀσσυρίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βαβυλώνας γιὰ νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἔτσι καὶ τώρα χρησιμοποίησε τὰ στρατεύματα τῆς Ρώμης γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸ ἀχάριστο αὐτὸ ἔθνος. Οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες Βεσπασιανὸς καὶ Τίτος, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, κυριάρχησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν κατέκαψαν, σκότωσαν πολλοὺς Ἰουδαίους καὶ σκόρπισαν τοὺς ὑπόλοιπους στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου. Αὐτὸ ποῦ προφήτεψε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Γάμου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Βασιλιᾶ, ἐκπληρώθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἄς δοῦμε τώρα τί κάνει ὁ βασιλιᾶς μετὰ τὴν τιμωρία καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Ἰουδαίων: ≪Τότε λέγει τοὺς δούλους αὐτοῦ・ ὁ μὲν γάμος ἕτοιμὸς ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι: πορεύεσθε οὔν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους≫ (Ματθ. κβ' 8,9). Ὁ γάμος έτοιμὸς ἐστιν, εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς καινούργιους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν. Κοίταξαν μὰ δὲν εἶδαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲ χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δὲν ἄκουσαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸ μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι' αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση.
Ἠταν δεμένοι μὲ τίς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στὰ κατώτερα, στὰ ὑποδεέστερα, γι' αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τους ἐναντίον τοῦ Ὕψιστου. Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστά σας.

Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι' αὐτὸ βγεῖτε ἀπό τὸν ἀμπελῶνα αὐτόν, πηγαίνετε στὰ ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τοὺς ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ' αὐγά τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα στη θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νὰ εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στὸν ἀγρό του Θεοῦ, ἀπ' ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εύγενῆ φροῦτα στὸν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στὸν ἀνοιχτό ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.

Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ποὺ εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19). Ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν οδών, ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικό κόσμο, ἐκεῖ ποῦ οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατου. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μὲ τὴν ἴδια πατρική ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καί τον Ἰσραήλ. Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλὰ μὲ διαφορετικό τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μὲ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μὲ τὸ νὰ τοὺς χαρίζει ἐσωτερική δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες, ὅσοι ἦταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι.

Ἦταν πολλοί ὅμως καὶ ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολατρικούς λαούς - ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικό δρόμο.

«Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθοὺς καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ' 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τίς φτερούγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ' ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ' ὅλες τίς γλῶσσες καὶ τίς τάξεις ἀνθρώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούργια γενιά του δίκαιου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιός Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε το ρόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸ νέο Ἰσραήλ. Γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τη στροφή τοὺς ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκό λαὸ στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στοὺς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτούς της αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πράξ. ἴγ' 46). Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούργια ἐπιλογή μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μια νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθώς ἡ παλιὰ ἐπιλογή ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τοὺς πατριάρχες, τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δὲ σώζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλᾶ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονή Του στὴν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν παλιὰ Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στοὺς ὑπηρέτες τοῦ νὰ μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσουν νὰ ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμα γιά το θερισμό. Μέσα στὰ μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ' ἀδειάζουν στὴν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ' 21).

Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστός ἔκανε μιὰ σωστή περιγραφή ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἦταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στὴ γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸ Χριστὸ καὶ κάθησαν στὴν πλούσια τράπεζα ποὺ τοὺς παράθεσε μὲ ὅλα τ' ἀγαθὰ ποὺ χορηγοῦσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ χορηγεῖ στὸν κόσμο. Χωρίς τὸ Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοί καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πλούσιους μὲ τ' ἀληθινά πλούτη Του. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπ' ὅλες τίς ἀρρώστιες μᾶς, νὰ μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν' ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς γιὰ νὰ δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.

«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου. καὶ λέγει αὐτῷ' ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἔφιμώθη» (Ματθ. κβ'11,12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρώτ' ἀπ' ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στοὺς πιστοὺς καὶ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι το Χριστῷ» (Βκορ. ία' 2). Ἡ παρθενική ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. Στὴ συνέχεια ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιό ἔνδυμα πρέπει νὰ φορᾶνε: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν...επί πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ' 12,14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μὲ τὸν ἀθάνατο Χριστό.

Τὴ μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ' ὅλες τίς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἢ πάναγνη καὶ παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη ποὺ ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ Χριστὸ στὴν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρῆ, ἂν δὲν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικά δοσμένη στὸ Χριστό. Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μιὰ μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τίς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος εἴτε ὄχι, ποῦ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια ποὺ στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.

Ὁ ὅσιος Μακάριος γράφει στην 15η Ὁμιλία τοῦ: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ σύμμετάσχει στη γαμήλια τελετή καὶ στὸ συμπόσιο».


Ὅταν ὁ βασιλιᾶς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν ποῦ δὲ φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε. Γιατί τὸν ὀνόμασε «ἑταῖρο», φίλο Του; Πρῶτο, γιὰ νὰ δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερο, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικά φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρίς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τὴ φιλία Του. «Ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ιωάν. ἰε' 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Τοῦ τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πῶς ἐκτελοῦν τίς ἐντολές Του.

Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δὲ φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιὰ νὰ φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μὲ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλῶντας τὸν φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ ἐπειδὴ δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του. Αὐτὸς δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του μέ το Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. Ὁ δὲ ἔφιμώθη.

Τί θὰ μποροῦσε ν' ἀπαντήσει; Πῶς δὲν μποροῦσε ν' ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἢ πῶς δέν μποροῦσε ν' ἀγοράσει ὕφασμα γιὰ νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ράψει στὰ μέτρα του; Ὅλα θὰ ἦταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ' ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ή καλή θέληση τοῦ ἔλειπε, γιὰ νὰ βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ρούχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φορέσει τὸ καινούργιο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δὲν είχε τίποτα νὰ πεῖ.

«Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμός των ὀδόντων» (Ματθ. κβ' 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μὲ τίς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νὰ βαδίζει το δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπό την παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φώς, τὸν βρυγμό καὶ τὸν τρυγμό των ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπώλεια. Στὸ Θεὸ δὲν ἀπέμενε παρὰ ν' ἀπαγγείλει τὴ δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραις τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ἔ' 22), μας λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἦταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπὸ τίς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στὸν ἄλλο κόσμο. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει. Πῶς δὲν ὑπάρχει μετάνοια, πῶς δὲν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νὰ κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν οὐράνια βασιλεία.

Ὁ Κύριος τέλειωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητική παραβολή του μέ το ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοί γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ' 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ἦταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοί εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Αλίμονο σ' ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ' ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιᾶ νὰ τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Τί ντροπή, τί ἀνώφελη ντροπή! Τί ἀπώλεια, τί ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πῶς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸ Νυμφίο Χριστό. Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ἂς τεντώσουμε τ' αὐτιὰ καὶ τὴ συνείδησή μας ὅταν πλησιάζουμε τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ θ' ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμό των ὀδόντων, στὸ σκότος ποὺ θ' ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.

Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθεῖ πῶς ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς πεῖ τὰ λόγια αὐτὰ σήμερα, γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἐπίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ πῶς ἡ ψυχή του δὲ θὰ βρεθεῖ τὴν ἴδια αὐτη νύχτα στὴν πανένδοξη οὐράνια σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ βασιλικό τραπέζι, φορῶντας τὸ λερωμένο ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας; Ποιός θνητός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει πῶς ἡ σημερινή μέρα δὲν εἶναι καθοριστική γι' αὐτόν, γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ἦταν ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν τύχη τῶν δύο ληστῶν στο σταυρό. Ὁ ἕνας τοὺς στάθηκε ἀνίκανος νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα καὶ ὁδηγήθηκε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Ὁ ἄλλος χρησιμοποίησε μὲ σοφία καὶ σύνεση τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα: μετάνιωσε, ὁμολόγησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τη σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σοῦ» (Λουκ. κγ' 420. Τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ ἡ ψυχή του ἀπεκδύθηκε τὸ παλιὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας καὶ φόρεσε τὸ ὑπέροχο ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ὁ μετανιωμένος ληστής παρουσιάστηκε στο βασιλικό τραπέζι στὸν παράδεισο, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς.

Ἂς μὴν καθυστερήσουμε λοιπὸν οὔτε γιὰ μιὰ μόνο στιγμὴ τὴ μετάνοιά μας. Κάθε στιγμὴ ποὺ περνάει ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία ποὺ μᾶς συγκαταριθμεί μὲ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἄς καθαρίσουμε κι άς πλύνουμε γρήγορα την ψυχή μας, τουλάχιστο με τον ίδιο ζήλο που καθαρίζουμε το σώμα μας, που αύριο θ' αποτελέσει τροφή για τα σκουλήκια. Ἄς την καθαρίσουμε με μετάνοια και δάκρυα, ἄς την πλύνουμε με νηστεία και προσευχή. Ἂς την ντύσουμε με ένδυμα υφασμένο με αγνότητα κι αγάπη, στολισμένο με καλά έργα, με συγχωρητικότητα και συμπάθεια. Ας κάνουμε αυτό το λόγο που ζητάει από μάς ο Θεός. Εκείνος θά κάνει τα υπόλοιπα.

Όταν ένα παιδί φωνάζει στη μαμά του πώς λερώθηκε, εκείνη το καθαρίζει, το πλένει και το αλλάζει. Πόσο ποιό εύσπλαχνος όμως είναι ο ουράνιος Πατέρας μας απ' όσο είναι οποιαδήποτε μητέρα στα παιδιά της! Η αλήθεια είναι πώς η ψυχή όλων των ανθρώπων είναι τόσο λεκιασμένη, που από μόνη της δε θα μπορούσε ποτέ να καθαριστεί και να γίνει άξια γιά νά παρουσιαστεί μπροστά στο Θεό.

Άς συνειδητοποιήσει λοιπόν κάθε άνθρωπος τόν πνευματικό του ρύπο. Ἄς νιώσει απέχθεια γι' αυτόν μ' όλη του την καρδιά κι ας κάνει αυτό το λίγο πού μάς ζητά ο Θεός. Τό σπουδαιότερο που έχει να κάνει, είναι να κραυγάσει στο Θεό, να ζητήσει να τον καθαρίσει Εκείνος
εν πυρί και πνεύματι. Ο Θεός περιμένει τέτοιες κραυγές από τα μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας το καλλίτερο αγγελικό ένδυμα στα χέρια Του. Περιμένει πάντα για να καθαρίσει, να πλύνει, να φωτίσει, νὰ χρίσει μὲ μύρο καὶ νὰ ντύσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν καὶ κραυγάζουν.


Ἂς ἔχει δόξα ο πανεύσπλαχνός Θεός μας! Δόξα καὶ αἶνος στὸν οὐράνιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 2 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

 Συνέχεια από Δευτέρα 31. Αυγούστου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 2
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Εισαγωγή
Μέρος Α΄(συνέχεια)

Φαινόταν ότι είχε φτάσει η ώρα μιας ριζικής ανανέωσης του δυτικού Χριστιανισμού. Πράγματι, ο Προτεσταντισμός άρχισε να ανασκευάζει με σφοδρότητα το βασικό δόγμα της νομικής αντίληψης: τη διδασκαλία για τα έργα ως αξιομισθίες ενώπιον του Θεού. Η διδασκαλία αυτή είναι αστήρικτη και μόνο για τον λόγο ότι αντιφάσκει ριζικά προς το ίδιο το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης —τη σωτηρία αποκλειστικά διά του Ιησού Χριστού. «Όποιος ομολογεί ότι με τα έργα του αξιώθηκε τη χάρη, αυτός περιφρονεί την αξία του Χριστού και τη χάρη και αναζητεί την οδό προς τον Θεό έξω από τον Χριστό, με ανθρώπινες δυνάμεις» [8]. Αλλά, ακόμη και αν δεν υπήρχε αυτή η αντίφαση, τα έργα του ανθρώπου, εξεταζόμενα καθαυτά, δεν μπορούν από τη φύση τους να αποτελούν αξιομισθία ενώπιον του Θεού: ο άνθρωπος επιτελεί τα καλά έργα μόνο με τη βοήθεια της χάρης του Θεού [9], ενώ καθετί που πράττει μόνος του φέρει αναπόφευκτα επάνω του τη σφραγίδα της αμαρτίας [10]. Γι’ αυτό «όλοι όσοι καυχώνται για τις αξιομισθίες των έργων τους ή ελπίζουν στα έργα που υπερβαίνουν το καθήκον, καυχώνται για τη ματαιότητα και ελπίζουν σε μια ειδωλολατρία που υπόκειται σε καταδίκη» [11], διαβάζουμε στη Σκωτική Ομολογία. Με την ίδια αποφασιστικότητα και αυστηρότητα καταδικάστηκαν επίσης όλα τα συμπεράσματα που απέρρεαν αναγκαστικά από την καθολική διδασκαλία: το καθαρτήριο, τα συγχωροχάρτια κ.λπ.

Αλλά… ο Προτεσταντισμός ήταν τέκνο της εποχής και της σχολής του. Οι πρώτοι Μεταρρυθμιστές είχαν μάθει να μιλούν και να σκέφτονται με βάση τον ίδιο Αριστοτέλη και τον ίδιο Cicero όπως και οι καθολικοί αντίπαλοί τους. Γι’ αυτό, αγανακτώντας με την κατάφωρη παραμόρφωση της αλήθειας του Χριστού που έβλεπαν στον Καθολικισμό, πίστευαν ότι μπορούσαν να την εξηγήσουν μόνο με συμπτωματικά αίτια —με την κακόβουλη στάση της ιεραρχίας και άλλα παρόμοια— και δεν υποπτεύονταν ότι στη θέση αυτών των συμπερασμάτων θα εμφανίζονταν αναπόφευκτα άλλα, εξίσου εσφαλμένα· διότι το ψεύδος δεν βρισκόταν στα συμπεράσματα αλλά στο ίδιο το θεμέλιο, στην ίδια την οπτική από την οποία εξεταζόταν το ζήτημα. Αντί να απορρίψουν αυτό το θεμελιώδες ψεύδος, οι Προτεστάντες αποδείχθηκαν ικανοί να απορρίψουν μόνο ορισμένα παρακλάδια του και, με αυτόν τον τρόπο, απλώς αντικατέστησαν κάποιες παραμορφώσεις με άλλες.

Γι’ αυτό και η Μεταρρύθμιση, με την έννοια της αποκατάστασης της αλήθειας του Χριστού, κατέληξε σε πλήρη αποτυχία.

Οι Προτεστάντες, όπως είδαμε, στράφηκαν προς την ίδια τη ζωή και προσπάθησαν μέσω αυτής να ελέγξουν τα συμπεράσματά τους· τη ζωή όμως την έβλεπαν από νομική σκοπιά. Με τη διδασκαλία τους ήθελαν να προσφέρουν ειρήνη στη συνείδηση· αυτή την ειρήνη, ωστόσο, την κατανόησαν απολύτως νομικά, ως αίσθημα ασφάλειας και απαλλαγής από την τιμωρία για τις αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο άνθρωπος φοβάται την τιμωρία· και τότε του υποδεικνύεται ο θάνατος του Ιησού Χριστού ως μια τόσο μεγάλη, υπερβάλλουσα ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ώστε η δικαιοσύνη αυτή δεν μπορεί πλέον —δεν έχει το δικαίωμα— να απαιτήσει οτιδήποτε άλλο από τον άνθρωπο, οποιαδήποτε άλλη ικανοποίηση. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος πιστεύει στο Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι ήσυχος ως προς τον εαυτό του.

Βλέπουμε ότι οι Προτεστάντες δεν κατανόησαν αυτό το μέγιστο και παρηγορητικότατο μυστήριο της σωτηρίας μας σε όλο το βάθος και τη ζωτικότητά του. Βεβαίως, ο άνθρωπος είναι από τη φύση του μισθωτός· ασφαλώς, πριν απ’ όλα φοβάται για τον εαυτό του και αναζητεί τη δική του ασφάλεια· επομένως, αρχικά προσλαμβάνει το μυστήριο της σωτηρίας από αυτή την πλευρά. Η Εκκλησία μας όμως, μολονότι υποδεικνύει πάντοτε στον αμαρτωλό αυτή ακριβώς την πλευρά —επειδή είναι η πιο κατανοητή και η πλησιέστερη προς αυτόν—, δεν σκέφτεται εξαιτίας της να λησμονήσει και τις άλλες, περισσότερο ενθαρρυντικές πλευρές του μυστηρίου της σωτηρίας. Βλέπει στον Χριστό όχι ένα παθητικό όργανο εξιλασμού, αλλά τον ανακαινιστή της πεπτωκυίας φύσης μας, τον πρωτότοκο από τους νεκρούς, τους οποίους Αυτός εξήγαγε από τον θάνατο· Τον ονομάζει «δεύτερο Αδάμ», ουράνιο Κύριο των «επουρανίων» (Α΄ Κορ. 15, 20· 23· 45· 47· 48), δηλαδή κατά κάποιον τρόπο αρχηγό της ανθρωπότητας —όχι όμως ολόκληρης αδιακρίτως, αλλά της ανθρωπότητας που είναι «του Χριστού» (στ. 23), που έχει ενδυθεί τον Χριστό και ακολουθεί τον Αρχηγό της προς την πατρική δόξα, η οποία Του ανήκει από την αιωνιότητα (Κολ. 3, 1–6).

Οι Προτεστάντες, αντίθετα, νόμισαν ότι σ’ αυτό το μέγιστο μυστήριο βρήκαν μόνο εκείνο το «τρίτο στοιχείο» της νομικής σχέσης, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα μέλη της και αναγκάζει το ένα από αυτά, παρά τα πάντα, να προβεί σε παραχώρηση υπέρ του άλλου.

Από τη στιγμή που βρέθηκε αυτό το «τρίτο στοιχείο», και μάλιστα όχι απλώς επαρκές αλλά υπερβαίνον κάθε μέτρο, δεν χρειάζεται πλέον να αναζητείται καμία άλλη ικανοποίηση. Εάν ο Χριστός πλήρωσε για τις αμαρτίες μας ακόμη περισσότερο απ’ όσο άξιζαν, γιατί να εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε ότι πρέπει να κοπιάσουμε και εμείς οι ίδιοι γι’ αυτή την ικανοποίηση; Οι ανθρώπινες προσπάθειες, χωρίς καν να μιλήσουμε για την ατέλειά τους ενώπιον του Θεού και για όλα τα συναφή, είναι ευθέως περιττές και μάλιστα επικίνδυνες: μειώνουν τη σημασία της αξιομισθίας του Χριστού. Τι είναι λοιπόν, ύστερα από αυτό, η σωτηρία; Δεν είναι τίποτε περισσότερο από άφεση των αμαρτιών ή απαλλαγή από τις τιμωρίες για τις αμαρτίες [12], δηλαδή δικαίωση [13], την οποία ακολουθούν η αποδοχή στην εύνοια του Θεού και τα λοιπά.

Η δικαίωση, όμως, νοείται «όχι με τη φυσική έννοια, αλλά με την εξωτερική και δικανική» [14]. Δεν σημαίνει «να καθιστά κανείς τον ασεβή δίκαιο, αλλά να τον ανακηρύσσει δίκαιο με τη δικανική έννοια (sensu forensi)» [15], να τον θεωρεί και να τον ανακηρύσσει δίκαιο (iustum aestimare, declarare) [16], και αυτό χάριν της αξιομισθίας του Ιησού Χριστού [17], δηλαδή χάριν ενός εξωτερικού γεγονότος που δεν έχει καμία σχέση με την εσωτερική μου ύπαρξη. Η δικαίωση είναι επομένως μια εντελώς εξωτερική πράξη, «μια πράξη που δεν ενεργεί μέσα στον άνθρωπο, αλλά έξω και γύρω από τον άνθρωπο» [18]. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της πράξης μπορεί να είναι μόνο μια μεταβολή των σχέσεων μεταξύ Θεού και ανθρώπου· ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μεταβάλλεται [19]. «Εξακολουθούμε να είμαστε αμαρτωλοί, αλλά ο Θεός, χάρη στις αξιομισθίες του Ιησού Χριστού, μας μεταχειρίζεται σαν να μην είχαμε αμαρτήσει, αλλά, αντιθέτως, σαν να είχαμε εκπληρώσει τον νόμο ή σαν να ήταν δική μας η αξιομισθία του Χριστού» [20].

Με άλλα λόγια, στη θέση της προηγούμενης πελαγιανικής νομικής αντίληψης, η οποία απορρίφθηκε και καταδικάστηκε, ο Προτεσταντισμός πρόβαλε την ίδια αρχή του δικαίου, παίρνοντας απλώς μια διαφορετική πλευρά της. Αφού απέρριψαν την ανθρώπινη αξιομισθία ως ανεπαρκή για τον εξιλασμό του οργισμένου Θεού ή, για να το πούμε ακριβέστερα, ως ανεπαρκή για να υποχρεώσει τον Θεό να μου χαρίσει την αιώνια ζωή, οι Προτεστάντες εξακολούθησαν να θεωρούν την αιώνια ζωή ως μια συμφωνημένη αμοιβή, την οποία ο Θεός «οφείλει» να αποδώσει στον άνθρωπο· μόνο που για τους Προτεστάντες το δεσμευτικό «τρίτο στοιχείο» δεν είναι η προσωπική αξιομισθία του ανθρώπου αλλά η αξιομισθία του Χριστού [21]. Στον Καθολικισμό είδαμε να λησμονείται ο Χριστός στο έργο της σωτηρίας μας· εδώ λησμονείται το έργο του ίδιου του ανθρώπου: «η δικαιοσύνη μας» περιορίστηκε στον καταλογισμό μιας ξένης δικαιοσύνης (imputatio alienae iustitiae) [22].

Αυτή η αντίληψη είναι κοινή στους Προτεστάντες όλων των εποχών [23]. Και αν στα νεότερα δογματικά συστήματα των Προτεσταντών συναντούμε απόπειρες να προσδοθεί ζωτικότητα και πραγματικότητα στο εξωτερικό-δικανικό γεγονός, να μετατραπούν δηλαδή οι δογματικές θέσεις σε ψυχολογικά φαινόμενα, αυτές οι απόπειρες είτε βρίσκονται σε καταφανή ασυμφωνία με τη θεμελιώδη προτεσταντική αρχή —όπως αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι Προτεστάντες [24]— και αποτελούν απλώς αναπόφευκτες παραχωρήσεις του Προτεσταντισμού στη θρησκευτική εμπειρία, είτε αλλάζουν μόνο τις ονομασίες, χωρίς να μεταβάλλουν την ουσία του πράγματος [25].

Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των Προτεσταντών δεν διαθέτει κανένα απολύτως έρεισμα ούτε στη θρησκευτική εμπειρία. Είναι αναμφίβολο ότι μόνο καθώς προοδεύει στο αγαθό μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει όλο το βάθος της αμαρτωλότητάς του και της ηθικής του αδυναμίας. Γι’ αυτό, όσο υψηλότερα ανέρχεται ηθικά ο άνθρωπος, τόσο εντονότερη γίνεται μέσα του η συναίσθηση της αναξιότητάς του και τόσο αφθονότερα τα δάκρυα της μετάνοιάς του. Τέτοιος είναι, για παράδειγμα, ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα έργα του οποίου αποτελούν σχεδόν έναν αδιάκοπο θρήνο, μολονότι φέρουν επάνω τους τα ανεξάλειπτα ίχνη της ουράνιας χαράς που χαρακτηρίζει κάθε αληθινό δίκαιο. Και μήπως δεν εκφράζει το ίδιο πράγμα και εκείνο το καθολικό φαινόμενο ότι, όταν τελείωσε η εποχή των μαρτύρων, ο χριστιανικός ζήλος δεν βρήκε την έκφρασή του σε κάτι άλλο, αλλά ακριβώς στον μοναχισμό, στην τάξη των μετανοούντων;

Οι Προτεστάντες, επαναλαμβάνουμε, δεν έσφαλαν όταν επισήμαναν αυτό το αναμφισβήτητο φαινόμενο και προσπάθησαν να συναγάγουν από αυτό συμπεράσματα και για τη χριστιανική διδασκαλία. Όπως όμως ο χονδροειδής Καθολικισμός, μολονότι ξεκίνησε και αυτός από μια ανάγκη της θρησκευτικής συνείδησης, κατέληξε στις θεωρητικές του κατασκευές στη μισθωτική νοοτροπία και στον Πελαγιανισμό, έτσι και ο Προτεσταντισμός, βλέποντας ότι η σωτηρία μέσω της ανθρώπινης αξιομισθίας ήταν αστήρικτη και συγχρόνως μη βρίσκοντας άλλον τρόπο κατανόησης εκτός από τον νομικό, δημιούργησε στην πραγματικότητα μόνο μια πνευματική πλάνη, μια πλασματική σωτηρία χωρίς αληθινό περιεχόμενο.

Είναι αλήθεια ότι οι Προτεστάντες, παρά την επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στη διδασκαλία τους, δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν την αναγκαιότητα ορισμένων προϋποθέσεων και από την πλευρά του ανθρώπου. Ως τέτοια προϋπόθεση αναγνωρίστηκε, σαν το έσχατο «δυνατό ελάχιστο», η πίστη στον Χριστό χωρίς έργα. Υποχωρώντας στις απαιτήσεις της ζωής και της συνείδησης, οι Προτεστάντες επιχειρούν να προσδώσουν σ’ αυτή την πίστη όσο το δυνατόν περισσότερη ζωτικότητα και ενεργητικότητα. Λένε ότι δικαιώνει μόνο η ζωντανή πίστη [26], δηλαδή η ενεργός πίστη, η οποία συνοδεύεται αναγκαστικά από έργα [27] και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί σε άνθρωπο παραδομένο στην αμαρτία [28]· και ότι, επομένως, η δικαίωση θα συνοδεύεται αναγκαστικά από την ηθική αναγέννηση του ανθρώπου [29]. «Είναι αδύνατον αυτή η αγία πίστη να παραμένει αργή μέσα στον άνθρωπο» [30].

Πώς όμως συντελείται αυτή η αναγέννηση και με ποια έννοια μπορεί η πίστη να ονομαστεί «ρίζα των καλών έργων» [31]; Σε καμία περίπτωση με την έννοια ότι χρησιμεύει ως κίνητρο, ως εμψυχωτική αρχή· με μια λέξη, σε καμία περίπτωση με την έννοια κάποιας ηθικής εργασίας εκ μέρους του ίδιου του σωζομένου. Αυτή η εργασία δεν έχει τίποτε κοινό με τη δικαιώνουσα πίστη [32] και γι’ αυτό δεν ανήκει στη δικαίωση. Η πίστη αποτελεί ρίζα των καλών έργων με την έννοια ότι μέσω αυτής «δεχόμαστε τον Χριστό, ο οποίος μας υποσχέθηκε όχι μόνο την απελευθέρωση από τον θάνατο και τη συμφιλίωση με τον Θεό, αλλά συγχρόνως και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, μέσω της οποίας αναγεννιόμαστε σε ανακαίνιση ζωής» [33].

Αυτό όμως δεν είναι πλέον η δικαίωση, αλλά το επακόλουθό της. Τον Χριστό μπορεί να δεχθεί μόνο εκείνος που έχει ήδη δικαιωθεί, δηλαδή έχει ανακηρυχθεί δίκαιος και συμφιλιωμένος με τον Θεό [34]. Έχει επομένως η ζωτική αυτή πλευρά της σωτηρίας κάποια ουσιαστική σημασία για τη δικαίωση, τη σημασία μιας ενεργού προϋπόθεσης; Όχι. Για να είναι δικαιώνουσα, η πίστη πρέπει να παραμένει «αποκλειστικά δεκτική· πρέπει μόνο και αποκλειστικά να στηρίζεται σε μια θυσία ανεξάρτητη από την προσωπικότητά μας (Subjectivität), η οποία όμως ικανοποιεί πλήρως τον Θεό» [35].

Η πίστη «δικαιώνει όχι επειδή αποτελεί δικό μας έργο» —πράγμα που θα προϋπέθετε ηθική προσπάθεια και θα εκφραζόταν ακριβώς με εκείνη την εσωτερική ανατροπή που περιγράφει ο Scheele [36]— αλλά χάριν του Χριστού, της δικαιοσύνης μας, τον οποίο αυτή δέχεται [37]· και αυτό νοείται με την έννοια ότι προσλαμβάνει το υπεσχημένο έλεος [38]. Η πίστη λοιπόν σώζει εξωτερικά, χάριν της δικαιοσύνης και της αγιότητας του Χριστού, τις οποίες οικειοποιείται για τον άνθρωπο [39], χάριν της αξιομισθίας του Χριστού, η οποία καταλογίζεται στον άνθρωπο [40]. Με άλλα λόγια, η πίστη χρησιμεύει ως θεμέλιο ενός φαινομένου που είναι μόνο εξωτερικό και δικανικό, όχι ηθικό [41].


Σημειώσεις:

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή ΙΔ’ Ματθαίου: Ομιλία ΜΑ’ στην παραβολή που καλεί στους γάμους του Υιού (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς)

                                                

Δίδεται και απάντηση προς εκείνους που λένε, γιατί ο Θεός κάλεσε εκείνους
που καθόλου δεν υπάκουσαν, ή δεν υπάκουσαν με έργα, και γιατί έπλασε εκείνους που θα τιμωρηθούν.


1. Της παραβολής που αναγινώσκεται σήμερα στο Ευαγγέλιο του Κυρίου (Ματθ. κβ’, 2-14), θα πω στην αγάπη σας, το τελευταίο πρώτο, ότι δηλαδή πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Αυτό εξ άλλου ο Κύριος το δείχνει σε κάθε παραβολή, ώστε εμείς να φροντίσουμε να μην είμαστε απλώς από τους καλεσμένους, αλλά από τους εκλεκτούς. Διότι εκείνος που δεν είναι από τους εκλεκτούς, αλλά μόνο από τους καλεσμένους, όχι μόνο ξεπέφτει από το άδυτο φως, αλλά βγαίνει έξω και από το εξώτερο φως. Και θα δεθεί χειροπόδαρα, στα πόδια γιατί δεν έτρεξαν προς τον Θεό, και τα χέρια γιατί δεν εργάστηκαν τα έργα του Θεού, και παραδίδεται στον κλαυθμό και το τρίξιμο των δοντιών.

2. Ίσως θα απορούσε κανείς πρώτα, πώς ο Κύριος είπε πολλούς τους καλεσμένους και δεν είπε όλους τους ανθρώπους. Διότι αν δεν προσκλήθηκαν όλοι δεν θα είναι δίκαιο να εκπέσουν από τα αγαθά που υποσχέθηκε ο Κύριος, ούτε θα είναι δίκαιο να δοκιμάσουν τις απειλές των βασάνων. Ίσως θα υπάκουαν αν είχαν προσκληθεί. Όμως αυτό είναι εύλογο, ότι δηλαδή δεν αποδοκιμάσθηκαν δίκαια, αν δεν προσκλήθηκαν, δεν είναι όμως αληθινό εκείνο, το ότι δεν προσκλήθηκαν όλοι. Καθώς ο Κύριος υψωνόταν προς τον ουρανό μετά την Ανάσταση από τους νεκρούς, είπε στους μαθητές Του, «πηγαίνοντας σ’ ολόκληρο τον κόσμο να διακηρύξετε το Ευαγγέλιο σε όλη την κτίση» (Μάρκ. ιστ’, 15), και «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα» (Ματθ. κη’, 19 – 20). Και το ότι αυτή την παραγγελία την πραγματοποίησαν οι μαθητές, είναι αρκετό να το παρουσιάσει ο μέγας Παύλος, που είπε: «Μήπως, λέει, δεν άκουσαν το: Σ’ όλη τη γη αντήχησε η φωνή τους, και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους» (Ρωμ. ι, 18), δηλαδή των Αποστόλων. Ώστε προσκλήθηκαν όλοι και δικαίως όσοι δεν προσήλθαν στην πίστη, θα τιμωρηθούν. Πώς λοιπόν ο Κύριος δεν είπε ότι όλοι είναι καλεσμένοι, αλλά είπε πολλοί; Αυτό συνέβη διότι μιλούσε για όσους προσήλθαν, γι’ αυτό και το έθεσε ύστερα, μετά την παραβολή. Διότι, αν κάποιος που προσκλήθηκε, υπακούσει στην πρόσκληση, και βαπτιστεί και ονομασθεί με το όνομα του Χριστού, Χριστιανός, αλλά δεν ζήσει άξια προς την πρόσκληση, και δεν τηρήσει τις υποσχέσεις που έδωσε όταν βαπτιζόταν, ζώντας κατά Χριστόν, αυτός είναι καλεσμένος, όχι όμως εκλεκτός.

3. Αλλά και αυτό απορούν μερικοί, και μάλλον και κατηγορούν, αυτοί που είναι γη και πηλός, τον υπερουράνιο Θεό, οι χθεσινοί τον προαιώνιο. Λένε δηλαδή, γιατί ο Θεός κάλεσε εκείνους, αφού γνώριζε πως δεν θα υπάκουαν καθόλου, ή δεν θα υπάκουαν ούτε με έργα; Και γενικά, γιατί κατασκεύασε αυτούς που πρόκειται να τιμωρηθούν, και μάλιστα αφού το προγνώριζε; Και κατηγορούν χωρίς να ακούνε ούτε εκείνο, ότι, «όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχουν οι σκέψεις μου από τις σκέψεις σας, λέει ο Κύριος» (Ησ. νε’, 9), αλλά ζητούν τον λόγο και ελέγχουν Εκείνον που δεν είναι δυνατόν να γίνει κατανοητός. Εμείς πόσο διαφέρουμε από τα μυρμήγκια; Δεν έχουμε από τα ίδια υλικά αυτό το φύραμά μας, δηλαδή το σώμα; Δεν τρεφόμαστε από τα ίδια; Δεν ζούμε στους ίδιους τόπους; Δεν χρησιμοποιούμε σχεδόν τις ίδιες δυνάμεις; Σε μερικές μάλιστα από αυτές, υπερέχουν από εμάς τα μυρμήγκια, διότι πιο εύκολα προβλέπουν τα χρήσιμα γι’ αυτά, πιο εύκολα προγνωρίζουν τα επιτήδεια και είναι πιο πρόθυμα για τη συγκομιδή όλου του έτους. Αλλά υπερέχουμε κι’ εμείς από αυτά στο λογικό και στην ψυχή μας; Ποια είναι όμως αυτή η υπεροχή, όταν συγκρίνεται προς την υπεροχή του Θεού απέναντί μας;

4. Αν λοιπόν συγκεντρωνόταν όλα τα μυρμήγκια της οικουμένης και δεν θα μπορούσαν ποτέ να γνωρίσουν ούτε το παραμικρότερο έργο ή νόημα από τα δικά μας γιατί υπερέχουμε από αυτά σε όλα, πώς εμείς θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα έργα και τον νου τού Θεού, ο Οποίος υπερέχει από εμάς απείρως άπειρες φορές και να στοχασθούμε με ακρίβεια την ακολουθία των γεγονότων χωρίς την πίστη; Γιατί, όπως ακριβώς ο μεγάλος φωστήρας στον ουρανό, ο ήλιος, δεν θα μπορούσε να κάνει ημέρα, εάν η λαμπρότητά του δεν ξεπερνούσε την όψη μας, έτσι, ούτε ο δημιουργός της φύσεώς μας Θεός, δεν θα μπορούσε να μας χορηγήσει τη σωτηρία, αν ήταν καταληπτός από εμάς και αν δεν είχε σοφία και αγαθότητα που υπερβαίνει τη διάνοιά μας.

5. Όμως, αυτοί πού κατηγορούν τον Θεό, για το πώς κάλεσε αυτούς που δεν επρόκειτο να υπακούσουν με έργα, πώς δεν θα Τον θεωρούσαν αίτιο αυτής της απώλειάς τους, αν δεν τους καλούσε; Γι’ αυτό λοιπόν τους κάλεσε, για να μην μπορεί κανείς να πει ότι Αυτός είναι αιτία της τιμωρίας τους. Και γιατί γενικά κατασκεύασε αυτούς που επρόκειτο να τιμωρηθούν; Τους κατασκεύασε όχι για να τους τιμωρήσει, αλλά για να τους σώσει, κι’ αυτό είναι φανερό απ’ την πρόσκληση. Διότι, αν ήθελε να τιμωρήσει κάποιον, δεν θα τους καλούσε όλους για σωτηρία. Και αν Εκείνος από την αγαθότητά Του με δημιούργησε και με κάλεσε σε σωτηρία, και εγώ φάνηκα κακός, έπρεπε η κακία μου, και μάλιστα που δεν ήταν παρούσα ακόμη, να νικήσει και να εμποδίσει την αγαθότητα του Θεού που υπάρχει πάντοτε; Αυτό ποια λογική μπορεί να έχει; Και όποιος δεν λέει αυτό, αλλά απλά κατηγορεί τον Θεό, αυτό ισχυρίζεται κατ’ ευθείαν, ότι δεν έπρεπε να δημιουργηθεί κάποια λογική φύση. Διότι ανάγκη θα υπήρχε του λογικού, αν δεν ήταν προαιρετικό και αυτεξούσιο; Και πώς θα μπορούσε κάποιος να είναι αυτεξούσιος και να έχει προαίρεση, όταν, αν θα το ήθελε, θα μπορούσε να είναι και κακός; Και εάν κάποιος δεν μπορεί να είναι κακός, τότε δεν μπορεί να γίνει ούτε αγαθός.

6. Όποιος λοιπόν λέει, ότι όσοι πρόκειται να τιμωρηθούν, δεν έπρεπε να δημιουργηθούν από τον Θεό, ισχυρίζεται ότι δεν έπρεπε να δημιουργηθούν ούτε όσοι πρόκειται να σωθούν, ούτε επίσης καμμιά γενικά λογική και αυτεξούσια φύση. Και εάν όλα τα άλλα δημιουργήθηκαν για χάρη της λογικής φύσης, αυτό ισχυρίζεται, ότι δεν έπρεπε ο Θεός να είναι δημιουργός. Βλέπετε πόση είναι η ουτοπία; Αλλά αφού δημιουργήθηκε από τον Θεό το λογικό και αυτεξούσιο γένος των ανθρώπων, με τη ροπή του αυτεξουσίου και τη διαφορετική κλίση του, άλλοι επρόκειτο να γίνουν κακοί και άλλοι πάλι αγαθοί, τι έπρεπε να πράξει ο πραγματικά αγαθός Θεός; Να μη φέρει στην ύπαρξη τους αγαθούς εξ αιτίας εκείνων που επρόκειτο να είναι κακοί; Τι πιο άδικο θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί από αυτό; Διότι, εάν επρόκειτο και ένας μόνο να είναι ο αγαθός, ούτε τότε θα ήταν σωστό να παραιτηθεί ο Θεός από τη δημιουργία, διότι ο ένας που πράττει το θέλημα του Κυρίου είναι ανώτερος από μύριους παράνομους. Και τι θα πούμε και σ’ εκείνους που διαλέγουν και τον χρυσό από το χρυσοφόρο χώμα; Μήπως να συγκεντρώνουν και το άχρηστο χώμα γενικά μαζί με τα ψήγματα του χρυσού; Αλλά θα ακούσουμε ότι δεν θα μπορούσε να γίνει η εκλογή, ούτε θα υπήρχαν οι εκλεκτοί, αν δεν καλούνταν και οι μη εκλεκτοί. Και πώς θα καλούνταν, αν δεν είχαν δημιουργηθεί;

7. Μάλλον ας φέρουμε τον λόγο πιο κοντά, κι’ άς ρωτήσουμε τους ίδιους που κατηγορούν τον Θεό, ο Οποίος θέλει να σωθούν όλοι, για εκείνους που δεν θέλουν τη σωτηρία τους. Αφού είμαστε θνητοί, πρέπει αναγκαστικά να τρεφόμαστε. Επειδή λοιπόν από την τροφή ένα μέρος το συγκρατεί η φύση μας για τη συντήρησή της και το κρατά για τον εαυτό της, και το άλλο καθιστώντας το δυσώδες το αποβάλλει ως άχρηστο μέσω των σχετικών οργάνων, εσείς εξ αιτίας εκείνου που πρόκειται να μεταβληθεί σε κόπρο, θα απομακρύνετε τελείως την τροφή, ή θα δεχτείτε το σύνολο της τροφής για χάρη εκείνου που εκλέγεται και εξομοιώνεται και αφομοιώνεται με την πέψη, για συντήρηση της φύσεώς μας; Ασφαλώς δεν χρειάζεται απάντηση, διότι δίνουμε απάντηση με το έργο, καθώς τρεφόμαστε καθημερινά και προσλαμβάνουμε για χάρη της κατάλληλης σ’ εμάς τροφής, και την ακατάλληλη στη φύση μας. Κι’ αυτό για ποιο λόγο το κάνουμε; Το κάνουμε για χάρη της έμφυτης αγάπης μας για τη ζωή. Έτσι λοιπόν και ο Θεός, λόγω της φυσικής χρηστότητος και αγαθότητός Του, δεν θα παρέλειπε εξαιτίας εκείνων που επρόκειτο να είναι με τη θέλησή τους κακοί, να φέρει στην ύπαρξη τους αγαθούς, αλλά εξαιτίας των αγαθών δημιούργησε κι’ αυτούς που επρόκειτο να είναι κακοί.

8. Δεν βλέπετε τους γιατρούς, που δεν επιτρέπουν να μένουν χωρίς τροφή οι άρρωστοι που έχουν ατονία του στομαχιού τους και δεν κρατούν την τροφή αλλά την κάνουν εμετό; Γιατί, λοιπόν, τους προτρέπουν να τρέφονται; Διότι ο ανθρώπινος οργανισμός κάτι συγκρατεί από την τροφή, έστω και λίγο, αν και το μεγαλύτερο μέρος των φαγητών αχρηστεύεται από τους εμετούς. Γι’ αυτό και η ιατρική δίκαια καλείται φιλάνθρωπη. Ώστε και η φιλαγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού φανερώνεται μάλλον από αυτό. Ότι δηλαδή επειδή υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τη σωτηρία τους, λίγοι βέβαια όταν συγκριθούν με το πλήθος αυτών που δεν σώζονται, ο Θεός δημιούργησε ολόκληρο το γένος και επειδή υπάρχουν λίγοι άνθρωποι που πρόκειται να είναι εκλεκτοί, Αυτός από υπερβολική φιλανθρωπία τους κάλεσε όλους.

9. Διότι λέει «η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με έναν βασιλιά, που έκανε τον γάμο του γιου του. Έστειλε τους δούλους του να φωνάξουν τους καλεσμένους στον γάμο, εκείνοι όμως δεν ήθελαν να έλθουν» (Ματθ. κβ’, 22). Εδώ γάμο εννοεί την ένωση του Υιού του Θεού με την ανθρώπινη φύση, και μέσω αυτής της ενώσεως με την Εκκλησία. Έτσι και ο Παύλος, λέγοντας ότι το μυστήριο του γάμου είναι μέγα, πρόσθεσε, «εγώ σας λέω ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας» (Εφ. ε’, 32). Και αλλού πάλι μας λέει, «σας ένωσα με έναν άνδρα, τον Χριστό, για να σας παρουσιάσω σ’ Αυτόν σαν αγνή παρθένο» (Β’ Κορ. ια’, 2). Και γιατί δεν αναφέρει ότι ο Βασιλιάς των ουρανών, ο Ύψιστος Πατέρας, τέλεσε για τον Υιό Του ένα γάμο, αλλά λέει γάμους; Επειδή βέβαια ο Νυμφίος των καθαρών ψυχών, ο Χριστός, όταν ενώνεται μυστικά με κάθε μια ψυχή, επιτρέπει στον Πατέρα Του να παραθέτει γαμήλια χαρά γι’ αυτόν τον σκοπό. Αυτός είναι πραγματικά που λέει, ότι «γίνεται χαρά στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού» (Λουκ. ιε’, 7), διότι καρπός του Αγίου Πνεύματος, που με τη μετάνοια συνδέει και ενώνει πάλι τους ζώντες που επιστρέφουν, με τον Χριστό, είναι η χαρά, σύμφωνα με όσα λέει ο Απόστολος Παύλος (Γαλ. ε’, 22) και περιβάλλει μαζί τους ένθεους που βρίσκονται στον ουρανό και επάνω στη γη. Γι’ αυτό γίνεται χαρά στον ουρανό για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί.

10. Καθώς λοιπόν πραγματοποιείται ήδη η απερίγραπτη ένωση του Υιού του Θεού, ο Οποίος μας χάρισε τη μετάνοια, με την ανθρώπινη φύση, και εξ αιτίας αυτής της ενώσεως συγκροτείται από τον Θεό και Πατέρα μυστική χαρά στους ουρανούς, απεστάλησαν οι δούλοι του Θεού, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος του Κυρίου, ο Ζαχαρίας που τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου, ο Συμεών ο θεοδόχος, και γενικά όλοι, όσοι πριν από το σωτηριώδες Πάθος και την Ανάσταση ανάφεραν στο κήρυγμά τους ότι είχε πραγματοποιηθεί ήδη η έλευση του Κυρίου επάνω στη γη. Αυτοί, λοιπόν, απεστάλησαν για να καλέσουν τους προσκεκλημένους, δηλαδή τους Ιουδαίους (διότι αυτοί είναι οι προσκεκλημένοι, αφού προσκλήθηκαν προηγουμένως με τους προφήτες, αλλά δεν θέλησαν να έλθουν, δηλαδή να πιστέψουν και να συμμετάσχουν στην απερίγραπτη κοινωνία και χάρη, αν και πολλές φορές και προηγουμένως και τώρα προσκλήθηκαν. Λέει λοιπόν πάλι -αλήθεια, τι απερίγραπτη μακροθυμία!- απέστειλε άλλους δούλους που έλεγαν: «Έχει ετοιμασθεί το γεύμα, έχουν σφαγεί οι ταύροι και τα θρεφτάρια, και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στον γάμο» (Ματθ. κβ’, 4). Και αφού άκουσαν, άλλοι αμέλησαν και πήγαν στους αγρούς και σε εμπορικές δουλειές. Πόσο διαφέρουν από αυτούς σήμερα, όσοι προφασίζονται τρύγους και αμπέλια κι’ ανωμαλίες σε εμπόριο και απουσιάζουν από τις ιερές συνάξεις και δεν έχουν προθυμία να ακούνε την ιερή ψαλμωδία και διδασκαλία; Και άλλα, λέει, αφού έπιασαν τους δούλους τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Δεν διαφέρουν πολύ από αυτούς όσοι και τώρα δείχνουν απείθεια στους προϊσταμένους της Εκκλησίας και μερικές φορές επαναλαμβάνουν εναντίον τους αυτά που λένε οι εχθροί. Εμείς όμως ας βγάλουμε δωρεάν και γι’ αυτούς το σωτηριώδες γλεύκος από αυτήν την παραβολή.

11. Λέει «έχω ετοιμάσει το άριστο γεύμα, έχω σφάξει τους ταύρους και τα θρεφτάρια, και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στον γάμο» (Ματθ. κβ’, 4). Πραγματικά κατά την ενανθρώπηση του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε το άριστο από τα έργα του Θεού. Διότι όλα όσα έγιναν πριν από την ενανθρώπηση από τον Θεό κατ’ οικονομίαν για χάρη μας ήταν καλά και αγαθά, που απέβλεπαν προς αυτόν τον σκοπό. Όμως το άριστο από όλα, και μάλλον το μόνο πραγματικό και ασύγκριτο άριστο, είναι η ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και μάλιστα το τέλος αυτής, δηλαδή τα σωτηριώδη Πάθη και η Ανάσταση. Φαίνεται πως πραγματικά η πρόσκληση αυτή προς τους ανθρώπους να έγινε μετά την Ανάσταση του Κυρίου από τους νεκρούς, διότι τότε είχαν ετοιμασθεί τα απαραίτητα για τη σωτηρία μας: Η τέλεια οικονομία του Υιού του Θεού με τη σάρκωση, η θεόπνευστη κατ’ αυτήν διδασκαλία, τα αποτελέσματα της θεανθρώπινης ενέργειας του Κυρίου, η μετάδοση του θεανθρωπίνου Σώματος, το μεγάλο και θείο και σωτηριώδες θαύμα, η τριήμερη Ανάσταση από τους νεκρούς, η αρχή της αιώνιας ζωής και της ένθεης ευφροσύνης κατ’ αυτήν. Οι ταύροι μου, λέει, και τα σιτευμένα μου έχουν σφαγεί. Διότι τότε έχουν ενωθεί τα παλαιά με τα νέα. Τα νέα δηλώνονται με τη θυσία των σιτευμένων (διότι ο άρτος είναι που θυσιάζεται τώρα για χάρη μας στην Εκκλησία) και τα παλαιά δηλώνονται με τους ταύρους και μεταφέρονται προς το θειότερο με την καινούργια θυσία.

12. Εστάλησαν, λοιπόν, άλλοι δούλοι, οι Απόστολοι του Κυρίου, για να τα κηρύξουν αυτά και στους Ιουδαίους, ενώ ο Δεσπότης μακροθυμούσε ακόμη γι’ αυτούς. Αλλά όταν εκείνοι τους άκουσαν, άλλοι ούτε τους πρόσεξαν, γιατί ήταν προσηλωμένοι απόλυτα σε χωράφια και εμπόριο, σε γη και στα γήινα. Άλλοι πάλι έπιασαν τους κήρυκες και άλλους τους έβρισαν και άλλους τους λιθοβόλησαν, και άλλους, όσο εξαρτιόταν από αυτούς, και τους έβρισαν και τους σκότωσαν. Λέει, λοιπόν, πως «θύμωσε ο βασιλιάς, έστειλε τον στρατό του και αφάνισε εκείνους τους φονιάδες και πυρπόλησε την πόλη τους» (Ματθ. κβ’, 7). Επειδή όμως, ακόμη και μετά το Πάθος που ετοιμάσθηκε από αυτούς, μακροθυμούσε ο Κύριος, απέστειλε αυτούς που τους καλούσαν σε μετάνοια, επαγγέλλονταν αμνηστία και υπόσχονταν χορήγηση μεγάλων αγαθών, έδιναν γι’ αυτά εγγυήσεις και προκαταβολές και ασφαλείς βεβαιώσεις. Εκείνοι όμως όχι μόνο δεν μετανόησαν και δεν έδωσαν προσοχή, αλλά και ανταπέδωσαν βρισιές και αυτούς που τους έφεραν αυτές τις καλές ειδήσεις τους αντάμειψαν με φόνους. Δίκαια μετά στέλνει εκείνους που θα τους αφανίσουν και θα πυρπολήσουν την πόλη τους. Και ποιος δεν γνωρίζει ότι αυτά έγιναν φανερά στην Ιερουσαλήμ, την οποία τώρα την ονόμασε πολύ σωστά και πόλη φονιάδων.

13. Και επειδή εκείνοι οι προσκεκλημένοι πολλές φορές και προηγουμένως και τώρα απέδειξαν τους εαυτούς τους όχι μόνο ανάξιους της προσκλήσεως, αλλά και άξιους θείας οργής και πανωλεθρίας, οι ίδιοι δούλοι, δηλαδή οι Απόστολοι του Κυρίου, με εντολή του Βασιλιά, βγήκαν στους δρόμους και μάζεψαν, λέει, όσους βρήκαν στους δρόμους, κακούς και καλούς και γέμισε η αίθουσα από συνδαιτυμόνες. Αυτοί είναι όσοι προσκλήθηκαν από τα έθνη, διότι τότε μία πόλη του Θεού υπήρχε, η Ιερουσαλήμ, και ένας οίκος Του, του Ισραήλ, και όσοι ήταν έξω από αυτόν τον οίκο, που κάποτε ήταν οι εθνικοί, ήταν σαν πεταμένοι στους δρόμους που ήταν πολλοί και διάφοροι, διότι πολλά και διάφορα ήταν και τα δόγματά τους. Και ονομάζει κακούς και καλούς αυτούς που βρέθηκαν στους δρόμους και από εκεί περιμαζεύτηκαν, εξ αιτίας της διαφοράς της προαιρέσεώς τους, από την οποία άλλοι γίνονται εκλεκτοί, δείχνοντας τρόπο και βίο σύμφωνο με την πίστη, και άλλοι απομακρύνονται από τους εκλεκτούς, έχοντας ζήσει βίο αισχρό και πονηρό και αταίριαστο προς την πίστη.

14. Το δείχνει αυτό και με τη συνέχεια: «Μπήκε, λέει, μέσα κι’ ο βασιλιάς για να δει τους συνδαιτυμόνες», δηλαδή όσους από τους προσκεκλημένους ήλθαν. Η είσοδός του για να δει και ανακρίνει τους συνδαιτυμόνες είναι η παρουσία του Κυρίου κατά τον καιρό της μελλοντικής κρίσεως. Λέει «όταν μπήκε ο βασιλιάς… είδε κάποιον που δεν ήταν ντυμένος με τη γαμήλια φορεσιά» (Ματθ. κβ’, 11). Ένδυμα του πνευματικού γάμου είναι η αρετή, την οποία όποιος δεν τη φόρεσε από εδώ, όχι μόνο θα βρεθεί ανάξιος του θείου εκείνου νυφικού θαλάμου, αλλά θα δοκιμάσει και απερίγραπτα δεσμά και μαστιγώματα. Και αν για κάθε ψυχή υπάρχει ως ένδυμα το ενωμένο μ’ αυτήν σώμα, όποιος δεν το φύλαξε και δεν το καθάρισε εδώ με εγκράτεια και αγνότητα και σωφροσύνη, θα το λάβει τότε άχρηστο και ανάξιο για εκείνον τον νυφικό θάλαμο, και αίτιο να βγει έξω από αυτήν. Λέει, αφού έλεγξε και καταντρόπιασε ο βασιλιάς εκείνον τον ντυμένον ανάξια προς την πρόσκληση, είπε προς τους υπηρέτες: «δέστε του τα χέρια και τα πόδια και πάρτε τον», δηλαδή αφού τον περιβάλετε με αναπόφευκτα δεινά, απομακρύνετέ τον από την κατοικία και τη συναυλία των ευφραινομένων, «και βγάλτε τον έξω στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του» (Ματθ. κβ’, 13). Δίκαια λοιπόν, δένεται χειροπόδαρα αυτός που και από τα εδώ σκοινιά των αμαρτιών σφιγγόταν, και διώχνεται έξω στο σκοτάδι, οδηγούμενος μακρύτερα από τον Θεό, αφού εδώ δεν έπραξε έργα φωτός. Εκεί, λέει, θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του. Διότι δεν είναι μόνο σκοτάδι, αλλά και άσβηστη φωτιά εκείνο το σκοτάδι. Και επί πλέον και γεμάτο με ακοίμητα σκουλήκια.

15. Είναι, λοιπόν, εκεί κλάμα και τρίξιμο των δοντιών από τις αφόρητες οδύνες που επιβάλλονται, οι οποίες εγγίζουν και την ψυχή και το σώμα, από τις ατέλειωτες θρηνητικές κραυγές, από την ατέλειωτη και ανώφελη εκεί μεταμέλεια. Και αφού είπε αυτά ο Κύριος πρόσθεσε: «Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί» (Ματθ. κβ’, 14), δείχνοντας ότι δεν είναι ένας αυτός που θα αποκτήσει εκεί την πείρα εκείνων των δεινών, αλλά γενικά όποιος ντύνεται την όμοια από τα έργα φαυλότητα. Με αυτόν τον ένα ο Κύριος παρέστησε ποιοι είναι οι πονηροί από αυτούς που προσκλήθηκαν και προσήλθαν και βαπτίστηκαν και δεν μεταμελήθηκαν προς το καλύτερο, ούτε απέβαλαν με τη μετάνοια την ακαθαρσία από τις πονηρές ηδονές και τα πάθη.

16. Όμως εμείς, αδελφοί, ας ξεντυθούμε τον χιτώνα που είναι σκισμένος από τη μέθη και τον κορεσμό της κοιλίας και κηλιδωμένος από τη σάρκα και τη σχετική μ’ αυτήν ανεγκράτεια, κι’ ας ντυθούμε όπως λέει ο Ησαΐας ιμάτιο σωτηρίας (Ησ. ξα’, 10) και χιτώνα ευφροσύνης, που προέρχεται από την εγκράτεια και τη σωφροσύνη. Ας ξεντυθούμε τον παλαιό άνθρωπο που φθείρεται από τις απατηλές επιθυμίες και ας ντυθούμε τον νέο άνθρωπο που κτίσθηκε κατά τον Θεό με οσιότητα και δικαιοσύνη. Ας ξεντυθούμε κάθε είδους ενδυμασία του βίου, που προέρχεται από αρπαγή και πλεονεξία, ως άσχημη και αξιοκατάκριτη μπροστά στα μάτια του Θεού, και ας ντυθούμε ως εκλεκτοί του Θεού, σπλάχνα όλο έλεος, ταπείνωση, μετριοφροσύνη, πραότητα. Και ας φροντίσουμε με κάθε τρόπο, σύμφωνα με την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, να κάνουμε βεβαία την πρόσκληση και την εκλογή. Διότι κάνοντας έτσι δεν θα αστοχήσουμε να δεχτούμε τις υποσχέσεις των μελλοντικών αγαθών και να βρεθούμε μαζί με τους ευφραινομένους αιώνια.

17. Αυτή την από κοινού απόλαυση είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και φιλανθρωπία του αιώνιου και ουράνιου Νυμφίου των ψυχών μας Χριστού, μαζί με τον Οποίον αρμόζει δοξολογία στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν
.


(Πηγή: PG151, 513-524. “ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ”, ΚΑΛΥΒΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ, Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης)

Ο Οικοπαγανισμός της Συνοδικής Εκκλησίας / 1

Ανακτήθηκε και μεταφράστηκε από τη
διεύθυνση https://www.aldomariavalli.it/2026/09/04/lecopaganesimo-della-chiesa-sinodale-1/


Οι Καθολικοί, συγκλονισμένοι από το σκάνδαλο Πατσαμάμα , δεν έχουν ακόμη ανακάμψει πλήρως, και φέτος δύο υψηλόβαθμοι Περουβιανοί ιεράρχες καταγράφηκαν στην κάμερα να κάνουν μια προσφορά στη Μητέρα Γη (την ίδια την Πατσαμάμα ), και τώρα μας σερβίρουν με την βία  περισσότερο οικολογικό κομμουνισμό.

Καταρχάς, την 1η Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε η Λειτουργία για τη Φροντίδα της Δημιουργίας στη Madonnina del Borgo Laudato Si ', εντός των Παπικών Κήπων του Castel Gandolfo, για να εγκαινιαστεί μια ολόκληρη περίοδος αφιερωμένη στη λατρεία της γης - συγγνώμη, εννοούσα «φροντίδα της δημιουργίας».

Το κήρυγμα που εκφωνήθηκε σε αυτή την εκδήλωση περιείχε λιγότερη θεολογική τροφή από τα παραληρήματα ενός χίπη υπό τήν επήρρεια ναρκωτικών, και το μήνυμά του μπορεί να συνοψιστεί στην έκκληση του Λέοντα για μια « αυθεντική οικολογική μεταστροφή, στην οποία τα αποτελέσματα της συνάντησής μας με τον Ιησού Χριστό γίνονται εμφανή στη σχέση μας με τον κόσμο γύρω μας ».

Παρακαλώ ενημερώστε με πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε τον Prevost να καλεί τους Καθολικούς και ολόκληρο τον κόσμο να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους και να προσηλυτιστούν στην αιώνια καθολική πίστη. Περιμένω.

Έπειτα, υπήρξε η αμήχανη και ανησυχητική προσευχή του Πάπα Iceblock για τον μήνα Σεπτέμβριο: για τη φροντίδα του νερού.

Ναι, φίλοι, παρά το γεγονός ότι αυτός είναι ο μήνας που παραδοσιακά είναι αφιερωμένος στην Παναγία των Θλίψεων, παρά τις καταστροφικές φυσικές καταστροφές που στοιχίζουν ζωές, έναν κατακλυσμό αμαρτιών που κατακλύζει την ανθρωπότητα και αμέτρητα παραδείγματα που δείχνουν πώς η ανθρωπότητα έχει χάσει εντελώς την ηθική της πυξίδα, το καλύτερο που μπορούσε να πει ο πιο καλοντυμένος Πάπας ήταν να φροντίσει για το νερό.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί: μήπως η συνοδική ιεραρχία μας ξεγελάει; Θέλουν πραγματικά να πιστέψουμε ότι αυτή είναι η Καθολική Εκκλησία;

Ενώ είναι αναμφισβήτητο ότι το πόσιμο νερό δεν είναι μικρό πράγμα και η προσευχή για όσους δεν το έχουν είναι μια προφανής πράξη χριστιανικής φιλανθρωπίας, αυτό το είδος πρόθεσης προσευχής σίγουρα δεν ταιριάζει στον Βικάριο του Χριστού.

Σαν την ανθρωπιστική μαριονέτα των Ηνωμένων Εθνών που είναι, ο Λέων ΙΔ΄ ζήτησε το νερό να παραμείνει « πηγή γονιμότητας, φρεσκάδας και ελπίδας » και το περιέγραψε ως « δικαίωμα χωρίς σύνορα ». Θρήνησε επίσης ότι η ανθρωπότητα έχει μετατρέψει το νερό « σε εμπόρευμα » και προσευχήθηκε για όσους « περπατούν μίλια για να το βρουν » και που « αρρωσταίνουν λόγω της σπανιότητάς του ».

Αυτή είναι μια επική και ντροπιαστική αποτυχία για τον υποτιθέμενο διάδοχο του Αγίου Πέτρου, στον οποίο έχει ανατεθεί πάνω απ' όλα το έργο της ενδυνάμωσης των αδελφών του στην πίστη και της καθοδήγησης των ψυχών στην αιώνια ζωή.
Μπορεί να μας γλιτώσει από τα κηρύγματά του στο νηπιαγωγείο.


Αυτό που χρειάζονται οι άνθρωποι του πλανήτη Γη από τον Αντιπρόσωπο του Χριστού είναι να επαναλάβει το μήνυμα του Χριστού στη Σαμαρείτισσα στο πηγάδι: « Όποιος όμως πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω δεν θα διψάσει ποτέ· αλλά το νερό που εγώ θα του δώσω θα γίνει μέσα του πηγή νερού που αναβλύζει σε αιώνια ζωή » (Ιωάννης 4:14).

Αλλά φαντάζομαι ότι αυτό είναι πραγματικά υπερβολικό για να ζητήσω σε αυτό το προχωρημένο στάδιο αποστασίας.

Θα ήθελα, ωστόσο, να σταθώ για λίγο στην πρόσφατη δημοσίευση ενός άλλου εγγράφου που συμπίπτει με αυτήν την αντικαθολική και παγανιστική «εποχή»: το έγγραφο της Διεθνούς Θεολογικής Επιτροπής « Φροντίδα για το Κοινό μας Σπίτι: Μια Υπεύθυνη και Αδελφική Απάντηση στον Τριαδικό Θεό ».

Αυτό το έγγραφο, που έχει εγκριθεί από τον Λέοντα, παρουσιάζει την οικολογική κρίση ως θεολογική κρίση. Και δεν αστειεύομαι.

Ενώ όσοι θέλουν να πιστέψουν το ψέμα μπορεί να είναι σε θέση να υπερασπιστούν ορισμένα σημεία του εγγράφου, περιέχει αρκετές ανησυχητικές έννοιες και φράσεις.
Ο πρώτος ισχυρισμός είναι ότι « όλα είναι αλληλένδετα » και σχηματίζουν « μια ενιαία κοινότητα ζωής ».

Ωστόσο, ενώ η Καθολική θεολογία αναγνωρίζει την ενότητα και την τάξη της δημιουργίας, δίνει επίσης έμφαση στην ιεραρχία της. Επομένως, το να μιλάμε για όλα τα ζωντανά όντα ως μέλη μιας ενιαίας «κοινότητας ζωής» θολώνει αυτή τη σημαντική θεολογική διάκριση.

Ένα άλλο ανησυχητικό στοιχείο στο έγγραφο είναι η χρήση του όρου «μυστηριότητα» που εφαρμόζεται στη δημιουργία. Αυτό θυμίζει ξεκάθαρα την επιρροή του Teilhard de Chardin στους μοντερνιστές.

Συγγραφείς όπως ο Άγιος Βοναβεντούρα όντως δίδαξαν ότι τα δημιουργήματα μπορούν να αποκαλύψουν κάτι από τον Θεό, αλλά η περιγραφή της δημιουργίας με μυστηριακούς όρους αποτελεί μια προσπάθεια θεοποίησής της.

Η φύση μπορεί να είναι σημάδι του Θεού, αλλά δεν είναι θεϊκή. Οι υποστηρικτές αυτής της νέας οικο-θρησκείας θέλουν έξυπνα να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα της ιερότητας και της μυστηριότητας της δημιουργίας για να οδηγήσουν τα κοιμισμένα πρόβατα προς μια πνευματικότητα στην οποία η φύση θεωρείται προικισμένη με μια σχεδόν θεϊκή παρουσία.

Το έγγραφο εισέρχεται επίσης σε επικίνδυνα εδάφη περιγράφοντας την Ευχαριστία ως « οικολογική σχολή ».

Η Θεία Ευχαριστία είναι, πρώτα και κύρια, το αληθινό Σώμα και Αίμα του Χριστού, η μυστηριακή αναπαράσταση της Θυσίας του Γολγοθά και η υπέρτατη πράξη της Καθολικής λατρείας.
Επομένως, είναι ασυνήθιστο, για να μην πούμε τίποτα περισσότερο, να την περιγράψουμε μέσα από ένα οικολογικό πρίσμα.

Το έγγραφο επαναλαμβάνει επίσης ορισμένα θέματα που είναι αγαπητά σε αυτούς τους ιερείς του Τάγματος της Γαίας: τις εκφράσεις «οικολογική μεταστροφή» και «οικολογική πνευματικότητα». Αλλά η μόνη μεταστροφή που πρέπει να απασχολεί τους Καθολικούς είναι η εγκατάλειψη των αμαρτιών τους και η στροφή προς τον Θεό.

Δεδομένου ότι η συνοδική «Εκκλησία» δεν πιστεύει πλέον ούτε κηρύττει την αμαρτία, και δεδομένου ότι αποτελεί μια σατανική και παγκοσμιοποιημένη μίμηση του Καθολικισμού, αποδίδει σε αυτές τις δύο έννοιες μια ανεξάρτητη και σημαντική πνευματική υπόσταση.

Λυπάμαι, αγαπητέ Πρεβόστ και συγγραφείς αυτού του άσκοπου εγγράφου, αλλά η καθολική πνευματικότητα προσανατολίζεται στην ένωση με τον Θεό και όχι στην αρμονία με ένα οικοσύστημα.
Στενά συνδεδεμένη με αυτούς τους δύο όρους είναι η αμφισβητήσιμη έκφραση « αμαρτία κατά της Δημιουργίας και κατά του Δημιουργού ». Η «Δημιουργία» δεν είναι ένα ηθικό ον εναντίον του οποίου μπορούμε να αμαρτάνουμε, και ο συνδυασμός αυτής της έκφρασης με αναφορές στην «κραυγή της Γης» προσωποποιεί τη φύση με τρόπο που θυμίζει τη σύγχρονη οικολογική πνευματικότητα τύπου Γαίας.


Τέλος, ίσως η πιο ανησυχητική πτυχή: η αντιμετώπιση της διαθρησκευτικής συνεργασίας από το έγγραφο.
Για άλλη μια φορά, όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε με τους μετασυνοδικούς αντιπάπες, νομιμοποιεί όλες τις θρησκείες υποστηρίζοντας ότι διαφορετικές θρησκείες μοιράζονται την ίδια πίστη στην « αλληλοσύνδεση όλων όσων υπάρχουν ». Στη συνέχεια, ζητά συνεργασία στην υπηρεσία της « κοινωνίας με το Υπερβατικό ».

Έτσι, με μια απλή κίνηση της πένας, σύμφωνα με τον Πρέβοστ και τους συνεργάτες του, όλοι λατρεύουμε τον ίδιο Θεό και αντί να προσηλυτίζουμε όσους εμπλέκονται σε ψευδείς και παγανιστικές θρησκείες, πρέπει να συνεργαζόμαστε μαζί τους. Και
αυτό, αγαπητοί μου φίλοι, μας φέρνει στον πραγματικό σκοπό αυτής της νέας θρησκείας: διαδίδοντας τον φόβο της κλιματικής αλλαγής, θέλουν να πείσουν τους Καθολικούς να λατρεύουν τη Μητέρα Γη παράλληλα με τις ίδιες θρησκείες των οποίων οι θεότητες, σύμφωνα με τις Αγίες Γραφές, είναι δαίμονες ( Ψαλμός 95:5).

Λές ότι ξύπνησα, αφυπνίστηκα καί είναι αμέσως βράδυ.


Ενάμιση αιώνας έχει περάσει από τότε που, το 1884, ο Φρίντριχ Ένγκελς έκανε μια σαφή παραλληλία μεταξύ των συζύγων και του καταπιεσμένου προλεταριάτου. Το νόημα αυτής της νέας αντιπαράθεσης ήταν απλό και σαφές: η χειραφέτηση των γυναικών ήρθε μέσα από την χειραφέτηση της κοινωνίας στο σύνολό της, όχι μέσα από μια διαμάχη μεταξύ ανδρών και γυναικών - ένα μονοπάτι που, δυστυχώς, ο φεμινισμός, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στον αγγλοσαξονικό κόσμο, όπου η έννοια της κοινωνίας είναι επισφαλής και μοιάζει με ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου, ξεκίνησε σχεδόν αμέσως. Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ ένα επεισόδιο που λέει πολλά γι' αυτό: μετά το ναυάγιο του Τιτανικού, μια ομάδα γυναικών επιζώντων οργανώθηκε για να χτίσει ένα μνημείο στη μνήμη των ανδρών που θυσιάστηκαν για να σώσουν τη ζωή τους. Αλλά ορισμένες φεμινίστριες αντιτάχθηκαν πεισματικά σε αυτό το έργο, υποστηρίζοντας ότι οι άνδρες είχαν κατασκευάσει το πλοίο και επομένως θα μπορούσαν να υποστούν τις συνέπειες αν αποδεικνυόταν ελαττωματικό. Δεν πας μακριά με τις ηλιθιότητες, και στην πραγματικότητα, η χειραφέτηση των γυναικών δεν οφειλόταν σε αυτές τις ανοησίες, αλλά στους κοινωνικούς αγώνες που ξέσπασαν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Και επιπλέον, πώς θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα φεμινιστικό κίνημα σε ένα πλαίσιο —για να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη από την πνευματική μόδα των έτοιμων ενδυμάτων— που κυριαρχείται από την ανδρική πατριαρχία;

Όταν αυτοί οι αγώνες παρέλυσαν, πρώτα από τον ευρωπαϊκό φασισμό και στη συνέχεια από τον νεοφιλελευθερισμό αμερικανικού τύπου, ο φεμινισμός πλοηγήθηκε αποκλειστικά στα νερά των σεξιστικών αιτημάτων, απαιτώντας παραδόξως μια κοινωνική λύση στο γυναικείο ζήτημα - για παράδειγμα, την αντιμετώπιση της ανισότητας στον χώρο εργασίας, η οποία, τουλάχιστον όσον αφορά τις αμοιβές, παραμένει σε μεγάλο βαθμό σε ισχύ και από ορισμένες απόψεις έχει ακόμη επιδεινωθεί. Όλα αυτά, ωστόσο, εξαρτώνται από το καπιταλιστικό-χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθιστώντας τον νεοφιλελεύθερο φεμινισμό εντελώς μάταιο. Ωστόσο, όλα αυτά έχουν χρησιμεύσει ως πρότυπο για την αντικατάσταση πολιτικά δυναμικών υποκειμένων και των αναγκών των υποδεέστερων τάξεων, ενθαρρύνοντας τον πολλαπλασιασμό των αιτημάτων για αναγνώριση που δεν έχουν ταξικό ή οικονομικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου έχουν τη δυνατότητα να μεταμορφώσουν την κοινωνία, όπως τα γενεαλογικά στρώματα ή οι εθνοτικές ή σεξουαλικές μειονότητες. Αυτό έχει οδηγήσει στην εκτροπή της έννοιας της κοινωνικής ισότητας προς ατομικά ή ομαδικά αιτήματα, αφήνοντας άθικτο ένα σύστημα στο οποίο η ανισότητα είναι θεμελιώδης προϋπόθεση. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι η αριστερά έχει προσκολληθεί σε αυτό, απαλλαγμένη από μια ανταγωνιστική ιδεολογία, αλλά αναζητώντας πολιτικά ορθά θέματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να γίνουν αποδεκτά όπου είναι δυνατόν. Η μετατόπιση της εστίασης από τις ανάγκες στις επιθυμίες, από τις κοινωνικές απαιτήσεις στις ατομικές, έχει τελικά δημιουργήσει τον ξύπνιο (
woke ) κόσμο, έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του παγκοσμιοποίησης, του οποίου το χαρακτηριστικό είναι η απαίτηση για συμπερίληψη, όχι για ισότητα. Τι καλύτερο από το να δημιουργείς κοινωνικό ροχαλητό ισχυριζόμενος ότι όλα έχουν να κάνουν με το να είσαι ξύπνιος;

Αυτή είναι μια μορφή υπεράσπισης στην οποία η πεποίθηση είναι ότι ακόμη και αν υπάρχει ισότητα ενώπιον του νόμου (όπως είναι επιτακτική σε ένα συνταγματικό κράτος), πρέπει να απαιτούνται ειδικά δικαιώματα για συγκεκριμένες ομάδες για να αντισταθμιστούν οι διακρίσεις του παρελθόντος. Φυσικά, μικρές ομάδες και λόμπι κάθε είδους ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια αναζητώντας τέτοια αντιστάθμιση. Αυτό τελικά σημαίνει άρνηση της συλλογικότητας. Χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου και αυτής της νοοτροπίας είναι η εμμονική προσοχή στις λέξεις, ως εργαλείο μεταφορικής βίας κατά της ίδιας της υποκειμενικότητας. Φυσικά, αυτό επηρεάζει τα δικαιώματα των άλλων, όπως βλέπουμε καθαρά στον αθλητισμό, όπου η απλή αντίληψη του να είσαι γυναίκα δίνει το δικαίωμα σε έναν βιολογικό άνδρα να συμμετέχει σε γυναικείους αγώνες. Περιττό να πούμε ότι αυτός είναι ένας πραγματικός παράδεισος για τις άρχουσες τάξεις, οι οποίες μπορούν να κατακερματίσουν την κοινωνία κατά βούληση, χωρίς φόβο να θέσουν σε κίνδυνο τα κατεστημένα συμφέροντά τους και την ικανότητά τους για εκμετάλλευση. Συνήθως η διέξοδος από αυτά τα στοιχεία είναι ότι διαφορετικές μάχες μπορούν να συνυπάρχουν (το επιχείρημα είναι πάντα το ίδιο, σαν μια πολυγραφημένη λιτανεία), κάτι που μπορεί να ισχύει μόνο αφηρημένα: στην πραγματικότητα, αν ο κύριος αγώνας εγκαταλειφθεί, οι άλλες είναι ασυνεπείς αψιμαχίες και εξίσου ασυνεπείς νίκες, ενώ η ήττα διαφαίνεται.

Όλα αυτά είναι απολύτως προφανή, αλλά μην νομίζετε ότι μπορείτε να τα πείτε ατιμώρητα ή/και έστω να τα προσφέρετε ως θέμα συζήτησης: αυτό δεν επιτρέπεται. Ίσως μπορείτε να το πείτε στον κ. Ρόσι ή την κ. Μαρία, αλλά αλίμονό σας αν το πείτε σε κάποιον από τις, ας πούμε, υπο-κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις: καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, δικαστές, υψηλόβαθμους αξιωματούχους και ούτω καθεξής. Αυτές είναι ομάδες που ουσιαστικά ευδοκιμούν στην αφομοίωση και ως εκ τούτου αναγκάζονται σε έναν αυστηρό κομφορμισμό που γίνεται σαν δεύτερο δέρμα. Ακόμα και άθελά τους ή με κάποιο τρόπο αδιάφορα, θα σας επαναλάβουν τα ίδια πράγματα, με ακρίβεια ρολογιού και μαθημένα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, χωρίς καμία υποψία ότι έχουν παγιδευτεί σε μια γνωστική ασυμφωνία. Θα σας περάσουν για σεξιστή, ρατσιστή ή ομοφοβικό, ακόμα κι αν δεν είστε καθόλου, και ακόμα κι αν οι ίδιοι μπορεί να είναι: κάθε θετική προκατάληψη κρύβει πάντα κάτι που δεν έχει ειπωθεί και συχνά είναι απλώς μια δικαιολογία. Αυτό με φέρνει στην επικαιρότητα αυτής της ανάρτησης: τώρα, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, έρχεται το σύνθημα ότι το κίνημα της αφύπνισης είναι νεκρό, αφού επί χρόνια έλεγε ότι δεν υπήρχε. Αλλά κι αυτό είναι ψέμα. Είναι απλώς μια εκλογική προσαρμογή, επειδή η αποσύνδεση μεταξύ του λαού και του συστήματος εξουσίας έχει φτάσει σε επικίνδυνο σημείο και υπάρχει κίνδυνος να χάσει την πρωτοπορία του την πιο κρίσιμη στιγμή. Μην ανησυχείτε: η άρνηση της φύσης, της ιστορίας και της κοινότητας είναι πολύ πλεονεκτική για να αγνοηθεί και, αν μη τι άλλο, θα είναι η αποτυχία του παγκοσμιισμού, που είναι πλέον γεγονός, που θα υπονομεύσει τον μηχανισμό πειθούς και τις ιδεολογίες στις οποίες βασίζεται. Όλα ξεκίνησαν με τον οικουμενισμό του δολαρίου, αλλά τώρα, μετά από πανδημίες και πολέμους που είναι πόλεμοι οικονομικής λεηλασίας, αυτή η κυριαρχία έχει διαλυθεί, όπως και το μπροστινό μέρος που έκρυβε τον υποκείμενο μηχανισμό.

Τώρα υπάρχει ο κίνδυνος οι κατώτερες τάξεις να αρχίσουν να βλέπουν τον εχθρό ως κάτι που τους μοιάζει περισσότερο από τους αφέντες τους και το σύστημα των μέσων ενημέρωσης που κυριαρχούν πλήρως. Έτσι, μια μικρή τακτική υποχώρηση, όπως αυτή του ταταρικού ιππικού, είναι απολύτως κατάλληλη.

Προελαύνει ο λειτουργικός αναλφαβητισμός

 Ρομπέρτο Πεκιόλι — 3 Σεπτεμβρίου 2026

Η πολεμική ανάμεσα στον Στέφανο Μπονατσίνι και την Τζόρτζια Μελόνι σχετικά με την υποτιθέμενη αμάθεια του μέσου δεξιού ψηφοφόρου μού κόστισε μερικούς εύθικτους φίλους, επειδή αναγνώρισα την αλήθεια της διαπίστωσης του πολιτικού στελέχους με το κομμουνιστικό παρελθόν.

Ο ψηφοφόρος της Δεξιάς σήμερα είναι, «κατά κύριο λόγο, άνθρωπος με λίγες σπουδές, που ζει στις περιοχές της ενδοχώρας, στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεων και βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική κατάσταση».

Κάθε κοινωνιολογική ανάλυση το επιβεβαιώνει.

Ο Μπονατσίνι θα έπρεπε να είχε προσθέσει, για να ολοκληρώσει το πορτρέτο, ότι η Δεξιά υπερισχύει μεταξύ των ανδρών και μειοψηφεί μεταξύ των γυναικών.

Αντί να προκαλέσει έναν σοβαρό διάλογο γύρω από τους λόγους αυτής της ανθρωπολογικής μεταβολής —αδιανόητης πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια—, η αντίδραση στον χώρο της Δεξιάς υπήρξε οργισμένη.

Τίποτε το παράξενο: σε κανέναν δεν αρέσει να ακούει τους αντιπάλους του να απαριθμούν τις αδυναμίες του. Πολύ περισσότερο όταν η ξιπασιά, η πνευματική υπεροψία, ο σαρκασμός, η περιφρόνηση για τον άλλον και ο νέος ταξικός ελιτισμός συνθέτουν την ανυπόφορη εικόνα μιας Αριστεράς 2.0 αποξενωμένης από τον λαό.

Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι όχι μόνο δεν αποτιμάται σοβαρά το μέγεθος των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στη σύνθεση του πληθυσμού, στη διαφοροποίηση των συμφερόντων σε σχέση με το παρελθόν και στη δυναμική της συναίνεσης και της διαφωνίας, αλλά αναλωνόμαστε σε μικροκαβγάδες σαν εκείνον ανάμεσα στα καπόνια (ευνουχισμένα νεαρά κοκόρια) του Ρέντσο, τα οποία αλληλοτσιμπούνταν, μολονότι ήταν όλα προορισμένα να καταλήξουν στην κατσαρόλα του δικηγόρου Ατζεκαγκαρμπούλι (ΣτΜ: Πρόκειται για λογοτεχνική αναφορά στους Αρραβωνιασμένους του Αλεσσάντρο Μαντσόνι).

Δεν μπορούμε να φιλοδοξούμε να έχουμε έναν λαό λογίων. Η πραγματικότητα όμως —η οποία επιδεινώνεται από την τυφλή εξάρτηση από το Διαδίκτυο, την Τεχνητή Νοημοσύνη και γενικότερα την τεχνολογία, δηλαδή από τους αφέντες της— είναι ότι η εξουσία διαμορφώνει γενιές αμαθών, ανθρώπων που διολισθαίνουν ξανά στον αναλφαβητισμό, ανεξάρτητα από απολυτήρια, πτυχία και μεταπτυχιακούς τίτλους .

Βρίσκεται σε εξέλιξη ένας αγώνας για την κατάκτηση του ανθρώπινου νου, μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση που αποβλέπει στον έλεγχο της συνείδησης. Ελέγχοντας όσα σκέφτονται οι άνθρωποι, μπορεί κανείς να κυβερνά τους λαούς και να οργανώνει το μέλλον.

«Γεωπολιτική του νου»: αυτή είναι η διατύπωση του Φαμπρίτσιο Φράτους, κοινωνιολόγου και κοινοτιστή διανοουμένου.

Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός εξαπλώνεται: πρόκειται για την κατάσταση εκείνου που αδυνατεί να κατανοήσει, να αξιολογήσει και να χρησιμοποιήσει γραπτά κείμενα.

Αποτέλεσμα της κοινωνίας της εικόνας και της αμεσότητας;

Ασφαλώς, αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Ο άνθρωπος που έχει ξαναπέσει στον αναλφαβητισμό δυσκολεύεται να κατανοήσει απλά κείμενα και να εκτελέσει μαθηματικούς υπολογισμούς, αγνοεί τα ιστορικά φαινόμενα και η σκέψη του αδυνατεί να λειτουργήσει κριτικά. Και όλα αυτά, ακόμη κι αν έχει λάβει σχολική εκπαίδευση και διαθέτει τίτλο σπουδών.

Ο λειτουργικά αναλφάβητος αγνοεί ότι είναι τέτοιος.

Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά υψηλός στην Ιταλία: έρευνα του ΟΟΣΑ εκτιμά ότι πρόκειται για το 27% του ενήλικου πληθυσμού, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.

Το 5,5% κατανοεί μόνο στοιχειώδεις πληροφορίες σε πολύ σύντομα κείμενα, ενώ το 22,2% κατανοεί ψηφιακά ή έντυπα κείμενα μόνον εφόσον είναι σύντομα: περισσότεροι από δεκαπέντε εκατομμύρια άνθρωποι.

Το φαινόμενο πλήττει διάφορες δημογραφικές ομάδες· τρία εκατομμύρια από αυτούς είναι νέοι. Σχεδόν όλοι εργάζονται, συχνά σε χειρωνακτικές ή επαναλαμβανόμενες εργασίες.

Ένας στους πέντε Ιταλούς ενημερώνεται αποκλειστικά από την τηλεόραση: δεν διαβάζει βιβλία ή εφημερίδες, δεν πηγαίνει στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, δεν ακούει μουσική. Δεν έχει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και δεν δέχεται νοητικά ερεθίσματα.

Είναι, ωστόσο, ιδιαίτερα δραστήριος στα κοινωνικά δίκτυα. Κρίνει τις καταστάσεις λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τη δική του ζωή και τον δικό του μικρόκοσμο, τη μοναδική πραγματικότητα στην οποία έχει πρόσβαση. Είναι ο άνθρωπος του σύγχρονου πλατωνικού σπηλαίου.

Σύμφωνα με τον Φράτους, «περισσότερο από το εβδομήντα τοις εκατό των ανθρώπων αδυνατούν να κατανοήσουν όσα λένε και επαναλαμβάνουν σαν παπαγάλοι».

Διαβάζουν, ακούν, κοιτούν, αλλά δεν καταλαβαίνουν.

Καθημερινά μιλάμε για πολιτική, εργασία, αθλητισμό, θρησκεία και για οποιοδήποτε άλλο θέμα, επαναλαμβάνοντας όσα έχει αποθηκεύσει ο εγκέφαλός μας, χωρίς να έχουμε επεξεργαστεί τις έννοιες.

Σε μια ανταλλαγή απόψεων, συχνά αδυνατούμε να εξηγήσουμε αυτό που μόλις ακούσαμε και να ανασυνθέσουμε τον συλλογισμό που το στηρίζει.

Δεν έχουμε επίγνωση της πολυπλοκότητας της αντικειμενικής πραγματικότητας· αντιλαμβανόμαστε αποκλειστικά τις απλούστερες πλευρές της, τις οποίες επεξεργαζόμαστε χωρίς λογική, ορθολογική ή στοχαστική ικανότητα.

Από πολιτισμός του ορθού λόγου μετατραπήκαμε σε κοινωνία των συναισθημάτων και της αμεσότητας, όπως είχε θεωρητικοποιήσει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν.

Η τεχνολογική εξέλιξη, κάθε άλλο παρά ουδέτερη και καθοδηγούμενη από τους αφέντες της, έχει απλοποιήσει στον μέγιστο βαθμό τις πράξεις και τις σκέψεις, περιορίζοντας τις λογικές μας ικανότητες.

Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός δεν είναι μια κατάσταση που προκαλείται αποκλειστικά από την ελλιπή εκπαίδευση.

Ένα παράδειγμα που προτείνει ο Φράτους είναι διαφωτιστικό: εκατό άνθρωποι ανοίγουν την τηλεόραση για να παρακολουθήσουν τους Αρραβωνιασμένους. Στη διπλανή αίθουσα, άλλοι τόσοι διαβάζουν το βιβλίο. Η διαφορά είναι τεράστια. Η θέαση απαιτεί λιγότερο χρόνο, αλλά στον εγκέφαλό μας συντελούνται εντελώς διαφορετικές διεργασίες.

Όποιος παρακολούθησε την ταινία θα την αφηγηθεί λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο: χρώματα, μορφές, εντυπώσεις. Όσοι βυθίστηκαν στην ανάγνωση θα κάνουν τόσο διαφορετικά σχόλια, ώστε θα νόμιζε κανείς ότι διάβασαν διαφορετικά βιβλία.

Μπροστά στην οθόνη ο εγκέφαλος δεν εργάζεται. Κοιτάζουμε και ακούμε, αλλά παραμένουμε παθητικοί· δεν δημιουργούμε συνδέσεις, δηλαδή συνάψεις. Η ανάγνωση ενός βιβλίου μάς καθιστά ενεργούς: ο εγκέφαλος ζωντανεύει και παράγει διαφορετικές εικόνες και πρόσωπα, διαμορφωμένα με βάση τις εμπειρίες μας.

Περνάμε ώρες μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης και του κινητού τηλεφώνου. Δεν ακούμε —πόσο μάλλον δεν παρακολουθούμε— σύνθετες επιχειρηματολογίες· έτσι συνηθίζουμε σε απλούς συλλογισμούς, οι οποίοι σταδιακά σβήνουν τον εγκέφαλο.

Φθίνουν η διαίσθηση, η αναλυτική ικανότητα και η δυνατότητα σύνδεσης διαφορετικών γνώσεων, κειμένων και θεμάτων: εντέλει, φθίνει η ίδια η πνευματική καλλιέργεια.

Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η χρήση του συστήματος πλοήγησης GPS. Πώς τα καταφέρναμε χωρίς αυτό; Κι όμως, ήταν απολύτως φυσικό να συμβουλευόμαστε έναν χάρτη ή να ζητούμε οδηγίες. Για τα υπόλοιπα επιστρατεύονταν η μνήμη, η αίσθηση προσανατολισμού και η κοινή λογική.

Με το σύστημα πλοήγησης ακολουθούμε υπάκουα την ηλεκτρονική φωνή και την εικόνα, χωρίς να σκεφτόμαστε και χωρίς να καταλαβαίνουμε. Ακόμη και οι απαγορευτικές πινακίδες αγνοούνται, εάν η φωνή του τεχνοαφέντη διατάξει να συνεχίσουμε.

Ο τίτλος μιας παλιάς ταινίας σατίριζε τον οργανωμένο τουρισμό των ανυποψίαστων μαζών: Αν είναι Τρίτη, πρέπει να είναι το Βέλγιο. [Ο τίτλος σατιρίζει τα ασφυκτικά οργανωμένα ταξίδια: οι τουρίστες επισκέπτονται τόσες χώρες τόσο γρήγορα, ώστε δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται· κοιτάζουν το πρόγραμμα και σκέφτονται: «Αφού σήμερα είναι Τρίτη, πρέπει να βρισκόμαστε στο Βέλγιο»]. Και τότε δεν είχαμε ακόμη το μαγικό smartphone, την προέκταση του αφέντη που έχει παρεισφρήσει μέσα μας.

Κουβαλάμε στην τσέπη μας μια συσκευή η οποία, ακριβώς επειδή βασίζεται στην εικόνα, περιορίζει προοδευτικά τη νοητική μας ικανότητα: μια μικρή τηλεόραση που μας εξαπατά, ενώ ταυτόχρονα μας καθοδηγεί και επενεργεί μέσα στον εγκέφαλό μας, μετατρέποντάς μας σε σκλάβους των εικόνων, εθισμένους σε μια πραγματικότητα που μας χαλαρώνει, την ίδια στιγμή που μας σβήνει.

Ο εγκέφαλος διαμορφώνεται από γρήγορα εναλλασσόμενα, προκαθορισμένα αποσπάσματα· οι αλγόριθμοι μας προτείνουν το περιεχόμενο που μας αρέσει και μας κρατούν μέσα στην εφαρμογή.

Η Google υπολογίζει τη μέση διάρκεια συγκέντρωσης στα οκτώ δευτερόλεπτα. Αναπόφευκτα, εξασθενεί η ικανότητά μας να κατανοούμε τον εξωτερικό κόσμο. Νωθροί, παθητικοί και αποχαυνωμένοι, συνηθίζουμε να επαναλαμβάνουμε όσα δεχόμαστε από άλλους, χωρίς να τα επεξεργαζόμαστε και χωρίς να επιχειρηματολογούμε.

Ερίζουμε για τις εκλογικές ροές που συνδέονται με τους τίτλους σπουδών, ενώ στο μεταξύ η άγνοια προελαύνει, η σκέψη εξαφανίζεται —μια «ευτυχής αποανάπτυξη» για πολλούς— και ο κομφορμισμός εξαπλώνεται, τροφοδοτούμενος από τη διαρκή επανάληψη των ίδιων μηνυμάτων.

Γινόμαστε ανίκανοι να πραγματοποιούμε αυτόνομους συσχετισμούς. Προτιμούμε την κοινοτοπία, την εύκολη πρόσβαση. Ακόμη και γεγονότα που θεωρούνταν αδιαμφισβήτητα επί χιλιάδες χρόνια τίθενται υπό αμφισβήτηση και πετιούνται στο μπαούλο των παλιοκαιρισμένων πραγμάτων, επειδή δεν συμβαδίζουν με το σήμερα.

Και με το αύριο;

Εκείνοι που μας κατευθύνουν, κάνοντάς μας να πιστεύουμε ότι επιλέγουμε ελεύθερα, γνωρίζουν ότι ο εγκέφαλος είναι ένα εύπλαστο όργανο, το οποίο μπορεί να διαμορφωθεί. Η νευροπλαστικότητα μπορεί να επιφέρει μεταβολές στη φυσική δομή του.

Σε αυτές περιλαμβάνονται «ο σχηματισμός νέων συνάψεων, η ανάπτυξη δενδριτών —των προεκτάσεων των νευρώνων— και η δημιουργία νέων νευρώνων μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται νευρογένεση» (Φ. Φράτους).

Όλα μας οδηγούν να σκεφτούμε —μήπως και το ρήμα «σκέφτομαι» θα εγκαταλειφθεί σύντομα;— ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πολλαπλασιάσει τον λειτουργικό αναλφαβητισμό, με τεράστιες συνέπειες για όσους ήδη αδυνατούν να κατανοήσουν.

Παραδείγματα απλής Τεχνητής Νοημοσύνης είναι οι ψηφιακοί βοηθοί που απαντούν σε ερωτήσεις, παρέχουν υποδείξεις και οργανώνουν την ημέρα μας. Χάρη στην πλαστικότητα του εγκεφάλου, καθίστανται αναντικατάστατοι.

Και αυτή είναι μόνο η αρχή: οι μεγάλες δυνάμεις και ο τεχνολογικός μηχανισμός εργάζονται για τον μετασχηματισμό κάθε πτυχής της ζωής.

Τέσσερα εκατομμύρια Ιταλοί κινδυνεύουν να χάσουν την εργασία τους μέσα στα επόμενα χρόνια, με την αόριστη ελπίδα ότι θα μπορέσουν να επανεκπαιδευτούν και να στραφούν στον τομέα των υπηρεσιών. Οι μισές θέσεις εργασίας μπορούν να αυτοματοποιηθούν. Δεν είναι ζήτημα αμάθειας ή μόρφωσης.

Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η γάτα δαγκώνει την ουρά της; Ότι, δηλαδή, η αντικατάσταση των ανθρώπων θα απαιτήσει τη δραστική μείωση του πληθυσμού και, στο μεταξύ, παράγει φτώχεια;

Η Σίλβια Τσουτσοβίνο, καθηγήτρια Εργατικού Δικαίου, γράφει:

«Η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζει την άσκηση των οικονομικών ελευθεριών και τον ιεραρχικό ρόλο του επιχειρηματία. Ενδέχεται να ενισχύσει τις συνήθεις εξουσίες του εργοδότη και του εντολέα και, γενικότερα, τα διοικητικά και οργανωτικά προνόμια και, μαζί με αυτά, την ασυμμετρία πληροφόρησης που χαρακτηρίζει τη σχέση μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη. Πρόκειται για ελευθερίες, εξουσίες και προνόμια που δεν μπορούν να καταργηθούν ή να περιοριστούν υπέρμετρα, αλλά πρέπει να εξισορροπούνται δίκαια με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων».

Κανείς δεν μας τα λέει αυτά, επειδή η ενημέρωση αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία των γνωστών και μη εξαιρετέων, ενώ ακόμη και οι εκλογικές επιλογές κατευθύνονται —ή, μάλλον, καθορίζονται άμεσα— από την κορυφή της πυραμίδας.

Η χρήση αλγορίθμων Τεχνητής Νοημοσύνης αξιοποιείται για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσω της στοχευμένης διάδοσης πληροφοριών ή παραπληροφόρησης.

Η εξάρτηση από αυτοματοποιημένα συστήματα περιορίζει την ικανότητα εκτέλεσης χειρωνακτικών εργασιών και λήψης αυτόνομων αποφάσεων.

Οι ελεύθερες επιλογές δεν υπάρχουν πια· εάν προσθέσουμε και τον λειτουργικό αναλφαβητισμό, αντιλαμβανόμαστε ότι μας χειραγωγούν κάθε στιγμή.

Η εξάλειψη της ικανότητας επεξεργασίας και μνήμης, καθώς και της δυνατότητας ανάλυσης όσων συμβαίνουν γύρω μας, επιτρέπει τον έλεγχο των ανθρώπων. Σε μια ατομικιστική και υλιστική κοινωνία, η δημιουργία ανθρώπων ανίκανων να σκεφτούν και να κατανοήσουν καθιστά εξαιρετικά εύκολη την υποδούλωσή τους.

Σε πληθυσμούς που έχουν καταστεί ανίκανοι να στοχαστούν και έχουν διολισθήσει ξανά στην άγνοια, η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης προσδίδει τεράστια εξουσία σε όποιον την κατέχει, την κατευθύνει, την προγραμματίζει και την ελέγχει.

Ένας τεχνοολοκληρωτισμός μέσα στον οποίο θα είμαστε ανίκανοι να αξιολογούμε και να διακρίνουμε την πραγματικότητα, ανυποψίαστα όργανα εκείνων που κατέχουν την τεχνολογία.

Αυτά είναι όσα διακυβεύονται — όχι οι μάταιες αψιμαχίες προς τέρψιν των αντίπαλων οπαδικών στρατοπέδων της πολιτικής, η οποία είναι η ασθενέστερη από τις εξουσίες: υποκαταστάσιμη, εναλλάξιμη και ετεροκατευθυνόμενη.

Μεταφραστική σημείωση: το ιταλικό analfabeta di ritorno δεν σημαίνει απλώς «αναλφάβητος», αλλά κάποιον που απέκτησε βασικές δεξιότητες γραφής και ανάγνωσης και με την πάροδο του χρόνου τις έχασε. Γι’ αυτό αποδόθηκε περιφραστικά ως «άνθρωπος που έχει ξαναπέσει στον αναλφαβητισμό».

Πηγή: https://www.nuovogiornalenazionale.com/avanza-lanalfabetismo-funzionale/

Δείτε επίσης το κείμενο του: Ας εξεγερθούμε ενάντια στον τεχνολογικό φαταλισμό