Συνέχεια από Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 5Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024
I. Η Εμφάνιση
«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden
«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden
2 (Αληθινό) Είναι και (απλή) εμφάνιση: η θεωρία των δύο κόσμων
....Η θεωρία των δύο κόσμων ανήκει στα μεταφυσικά σφάλματα, αλλά δεν θα μπορούσε να είχε διαρκέσει τόσους αιώνες, αν δεν ανταποκρινόταν τόσο πειστικά σε ορισμένες βασικές εμπειρίες.
Ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ το διατύπωσε κάποτε ως εξής: «Δεν μπορώ να διαφύγω από το Είναι παρά μόνο προς το Είναι». Και αφού για τον άνθρωπο το Είναι και το Εμφανίζεσθαι είναι το ίδιο, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να διαφύγει από την εμφάνιση παρά μόνο προς μια άλλη εμφάνιση.
Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα· διότι το πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα της σκέψης να εμφανίζεται καθόλου, και το ερώτημα είναι αν η σκέψη και οι άλλες αόρατες και άηχες πνευματικές δραστηριότητες προορίζονται να εμφανίζονται, ή αν αντίθετα δεν μπορούν ποτέ να βρουν μια πραγματική πατρίδα μέσα στον κόσμο......
....Η θεωρία των δύο κόσμων ανήκει στα μεταφυσικά σφάλματα, αλλά δεν θα μπορούσε να είχε διαρκέσει τόσους αιώνες, αν δεν ανταποκρινόταν τόσο πειστικά σε ορισμένες βασικές εμπειρίες.
Ο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ το διατύπωσε κάποτε ως εξής: «Δεν μπορώ να διαφύγω από το Είναι παρά μόνο προς το Είναι». Και αφού για τον άνθρωπο το Είναι και το Εμφανίζεσθαι είναι το ίδιο, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να διαφύγει από την εμφάνιση παρά μόνο προς μια άλλη εμφάνιση.
Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα· διότι το πρόβλημα αφορά τη δυνατότητα της σκέψης να εμφανίζεται καθόλου, και το ερώτημα είναι αν η σκέψη και οι άλλες αόρατες και άηχες πνευματικές δραστηριότητες προορίζονται να εμφανίζονται, ή αν αντίθετα δεν μπορούν ποτέ να βρουν μια πραγματική πατρίδα μέσα στον κόσμο......
Ίσως βρούμε μια πρώτη σαφή ένδειξη για το ζήτημα αυτό, αν στραφούμε στην παλαιά μεταφυσική διάκριση ανάμεσα στο (αληθινό) είναι και την (απλή) εμφάνιση· διότι και αυτή στηρίζεται ουσιαστικά στην πρωτοκαθεδρία, ή τουλάχιστον στην προτεραιότητα, της εμφάνισης. Για να γνωρίσει τι είναι πραγματικά, ο φιλόσοφος πρέπει να εγκαταλείψει τον κόσμο των φαινομένων, μέσα στον οποίο βρίσκεται φυσικά και εξαρχής «στο σπίτι του» — όπως ο Parmenides, όταν μεταφέρθηκε πέρα από τις πύλες της Νύχτας και της Ημέρας στον θεϊκό δρόμο, «μακριά από τον πατημένο δρόμο των ανθρώπων» [33], και όπως επίσης ο Platon στην αλληγορία του σπηλαίου [34].
Ο κόσμος των φαινομένων προηγείται κάθε περιοχής που ο φιλόσοφος θα μπορούσε να επιλέξει ως την «αληθινή» του πατρίδα — μια πατρίδα στην οποία όμως δεν έχει γεννηθεί. Ακριβώς ο φαινομενικός χαρακτήρας αυτού του κόσμου έχει πάντοτε υποβάλει στον φιλόσοφο, δηλαδή στο ανθρώπινο πνεύμα, την ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει κάτι μη φαινομενικό: «Αν θεωρήσουμε τον κόσμο ως εμφάνιση, αυτό αποδεικνύει άμεσα την ύπαρξη κάποιου που δεν είναι εμφάνιση», λέει ο Immanuel Kant [35]. Με άλλα λόγια, όταν ο φιλόσοφος απομακρύνεται από τον κόσμο που δίνεται στις αισθήσεις μας και κάνει μια στροφή (η πλατωνική περιαγωγή) προς τη ζωή του πνεύματος, το έναυσμα το λαμβάνει από τον αισθητό κόσμο· αναζητεί μια ανακάλυψη που θα του αποκαλύψει την αληθινή του φύση.
Αυτή η αλήθεια —ἀλήθεια, το «μη κρυμμένο» (όπως το αποδίδει ο Martin Heidegger)— μπορεί να νοηθεί μόνο ως μια ακόμη «εμφάνιση», ως ένα ακόμη φαινόμενο που αρχικά ήταν κρυμμένο, αλλά ανήκει σε ανώτερη τάξη· κάτι που δείχνει την μόνιμη υπεροχή της εμφάνισης. Τα πνευματικά μας εργαλεία μπορούν βέβαια να αποσπαστούν από τις επιμέρους εμφανίσεις, αλλά παραμένουν στραμμένα προς την εμφάνιση ως τέτοια. Όχι λιγότερο από τις αισθήσεις, και ο νους, στην αναζήτησή του —την «προσπάθεια της έννοιας» κατά τον Georg Wilhelm Friedrich Hegel— αναμένει να του «εμφανιστεί» κάτι.
Κάτι πολύ παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και για την επιστήμη, ιδίως για τη σύγχρονη επιστήμη, η οποία, όπως παρατηρεί ο πρώιμος Karl Marx, ξεκινά από τη θέση ότι το είναι και η εμφάνιση δεν συμπίπτουν· έτσι δεν απαιτείται πλέον σε κάθε περίπτωση η ιδιαίτερη προσπάθεια του φιλοσόφου για να φτάσει σε μια «αλήθεια» πίσω από τα φαινόμενα. Και ο επιστήμονας ξεκινά από τα φαινόμενα, είτε ανατέμνει το ορατό σώμα για να δει το εσωτερικό του είτε ανιχνεύει κρυμμένα αντικείμενα με κάθε είδους εξελιγμένα μέσα που τους αφαιρούν τις εξωτερικές ιδιότητες με τις οποίες εμφανίζονται στις φυσικές μας αισθήσεις. Η καθοδηγητική ιδέα αυτών των φιλοσοφικών και επιστημονικών προσπαθειών είναι πάντοτε η ίδια: οι εμφανίσεις, λέει ο Καντ, «πρέπει και αυτές να έχουν θεμέλια που δεν είναι εμφανίσεις» [36]. Αυτό αποτελεί πλέον μια προφανή γενίκευση του τρόπου με τον οποίο τα φυσικά αντικείμενα αναδύονται από ένα σκοτεινό υπόβαθρο προς το φως της ημέρας και «εμφανίζονται» — μόνο που εδώ σε αυτό το υπόβαθρο αποδίδεται ένας ανώτερος βαθμός πραγματικότητας από ό,τι σε αυτό που απλώς εμφανίζεται και ύστερα από κάποιο χρόνο εξαφανίζεται. Και όπως ακριβώς οι «θεωρητικές προσπάθειες των φιλοσόφων για κάτι που βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα κατέληγαν πάντοτε σε μάλλον έντονες εκρήξεις εναντίον των απλών εμφανίσεων», έτσι και τα κατεξοχήν πρακτικά επιτεύγματα των επιστημόνων, στην αποκάλυψη εκείνου που τα ίδια τα φαινόμενα δεν θα αποκάλυπταν ποτέ χωρίς παρέμβαση, έχουν πραγματοποιηθεί εις βάρος τους.
Η πρωτοκαθεδρία των εμφανίσεων είναι ένα γεγονός της καθημερινής ζωής, από το οποίο ούτε ο επιστήμονας ούτε ο φιλόσοφος μπορεί να διαφύγει· σε αυτό επιστρέφουν πάντοτε από το εργαστήριό τους και το γραφείο μελέτης τους, και το βάρος του φαίνεται στο ότι δεν έχει ποτέ, στο ελάχιστο, μεταβληθεί ή εκτραπεί από οτιδήποτε ανακάλυψαν, όταν απομακρύνθηκαν από τα φαινόμενα. «Έτσι οι αξιοπερίεργες έννοιες της νέας φυσικής… εκπλήσσουν τον κοινό νου… χωρίς να αλλάζουν στο παραμικρό τις κατηγορίες του» [37]. Απέναντι σε αυτή την αμετακίνητη πεποίθηση του κοινού νου στέκεται η πανάρχαια θεωρητική υπεροχή του Είναι και της αλήθειας έναντι της απλής εμφάνισης, η υπεροχή του θεμελίου που δεν εμφανίζεται έναντι της επιφάνειας που εμφανίζεται.
Αυτό το θεμέλιο φαίνεται να αποτελεί την απάντηση στο αρχαιότερο ερώτημα της φιλοσοφίας και της επιστήμης: πώς συμβαίνει κάτι ή κάποιος —ακόμη και εγώ ο ίδιος— να εμφανίζεται καθόλου, και γιατί εμφανίζεται σε αυτή τη μορφή και όχι σε κάποια άλλη; Εδώ τίθεται ζήτημα αιτίας και όχι απλώς υποστρώματος· το κρίσιμο όμως είναι ότι η φιλοσοφική μας παράδοση μετέτρεψε το υπόβαθρο από το οποίο κάτι αναδύεται σε αιτία που το παράγει, και της απέδωσε έναν ανώτερο βαθμό πραγματικότητας από εκείνον που ανήκει σε ό,τι απλώς εμφανίζεται στο μάτι. Η αντίληψη ότι η αιτία έχει ανώτερη θέση από το αποτέλεσμα (ώστε αυτό να μπορεί εύκολα να ακυρωθεί με την αναγωγή του στην αιτία του) ανήκει ίσως στα αρχαιότερα και πιο επίμονα μεταφυσικά σφάλματα. Ωστόσο, και εδώ δεν πρόκειται για ένα εντελώς αυθαίρετο λάθος· είναι πράγματι αλήθεια ότι τα φαινόμενα όχι μόνο δεν αποκαλύπτουν από μόνα τους αυτό που τα θεμελιώνει, αλλά και γενικότερα, σε κάθε αποκάλυψη, συγχρόνως αποκρύπτουν: «Κανένα αντικείμενο, καμία πλευρά ενός αντικειμένου δεν εμφανίζεται χωρίς να αποκρύπτει ενεργά τις άλλες» [38].
Οι εμφανίσεις δείχνουν, αλλά ταυτόχρονα προστατεύουν από το να αποκαλυφθεί αυτό που δείχνουν — και αυτό μπορεί να είναι, όσον αφορά το βαθύτερο επίπεδο, η σημαντικότερη λειτουργία τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό ισχύει για τα έμβια όντα, των οποίων η επιφάνεια αποκρύπτει και προστατεύει τα εσωτερικά όργανα — την πηγή της ζωής τους.
Το στοιχειώδες λογικό σφάλμα όλων των θεωριών που ξεκινούν από τη διχοτομία Είναι και εμφάνισης είναι προφανές· είχε ήδη εντοπιστεί πολύ νωρίς από τον σοφιστή Gorgias και συνοψίστηκε σε ένα απόσπασμα του χαμένου έργου του «Περί του μη όντος ή περί φύσεως» — πιθανώς μια αντίκρουση της ελεατικής φιλοσοφίας: «Το είναι είναι αγνώριστο, επειδή (αν;) δεν καταφέρνει να εμφανιστεί στους ανθρώπους· και το εμφανιζόμενο είναι ανίσχυρο, επειδή (αν;) δεν καταφέρνει να είναι» [39]. Η ακούραστη αναζήτηση της σύγχρονης επιστήμης για το υπόβαθρο των απλών εμφανίσεων έχει προσδώσει νέο βάρος στο παλαιό επιχείρημα. Πράγματι, έχει σύρει στο φως το θεμέλιο των φαινομένων, έτσι ώστε ο άνθρωπος —που είναι προσανατολισμένος προς τα φαινόμενα και εξαρτάται από αυτά— να μπορεί να το συλλάβει και να το ελέγξει. Ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι μάλλον συγκεχυμένα.
Έχει φανεί ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μέσα σε «αιτίες» ούτε, με την κοινή έννοια, να συλλάβει πλήρως ένα είναι του οποίου η αλήθεια μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά στο εργαστήριο και να επαληθευτεί πρακτικά στον κόσμο μέσω της τεχνικής. Φαίνεται σχεδόν σαν, μόλις το είναι έρθει στο φως, να εκτοπίζει τις εμφανίσεις — μόνο που μέχρι τώρα κανείς δεν έχει καταφέρει να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν αποκαλύπτεται από μόνος του.
Σημειώσεις:
[33] (πρβλ. υποσημείωση 39), τόμ. 1· απόσπασμα 1.
[34] Der Staat, Ζ΄, 514a–521b.
[35] Immanuel Kant, Opus postumum, επιμ. Erich Adickes, Βερολίνο 1920, σ. 44. Η παρατήρηση αυτή πιθανότατα χρονολογείται από το 1788.
[36] Kritik der reinen Vernunft, Β 565.
[37] Maurice Merleau-Ponty, Le visible et l’invisible, Παρίσι: Gallimard, 1964, σ. 34.
[38] Maurice Merleau-Ponty, Signes, Παρίσι: Gallimard, 1960, σ. 29.
[39] Hermann Diels και Walther Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, τόμ. (I και) 2, Βερολίνο 1934/35· Β 26.
Ο κόσμος των φαινομένων προηγείται κάθε περιοχής που ο φιλόσοφος θα μπορούσε να επιλέξει ως την «αληθινή» του πατρίδα — μια πατρίδα στην οποία όμως δεν έχει γεννηθεί. Ακριβώς ο φαινομενικός χαρακτήρας αυτού του κόσμου έχει πάντοτε υποβάλει στον φιλόσοφο, δηλαδή στο ανθρώπινο πνεύμα, την ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει κάτι μη φαινομενικό: «Αν θεωρήσουμε τον κόσμο ως εμφάνιση, αυτό αποδεικνύει άμεσα την ύπαρξη κάποιου που δεν είναι εμφάνιση», λέει ο Immanuel Kant [35]. Με άλλα λόγια, όταν ο φιλόσοφος απομακρύνεται από τον κόσμο που δίνεται στις αισθήσεις μας και κάνει μια στροφή (η πλατωνική περιαγωγή) προς τη ζωή του πνεύματος, το έναυσμα το λαμβάνει από τον αισθητό κόσμο· αναζητεί μια ανακάλυψη που θα του αποκαλύψει την αληθινή του φύση.
Αυτή η αλήθεια —ἀλήθεια, το «μη κρυμμένο» (όπως το αποδίδει ο Martin Heidegger)— μπορεί να νοηθεί μόνο ως μια ακόμη «εμφάνιση», ως ένα ακόμη φαινόμενο που αρχικά ήταν κρυμμένο, αλλά ανήκει σε ανώτερη τάξη· κάτι που δείχνει την μόνιμη υπεροχή της εμφάνισης. Τα πνευματικά μας εργαλεία μπορούν βέβαια να αποσπαστούν από τις επιμέρους εμφανίσεις, αλλά παραμένουν στραμμένα προς την εμφάνιση ως τέτοια. Όχι λιγότερο από τις αισθήσεις, και ο νους, στην αναζήτησή του —την «προσπάθεια της έννοιας» κατά τον Georg Wilhelm Friedrich Hegel— αναμένει να του «εμφανιστεί» κάτι.
Κάτι πολύ παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και για την επιστήμη, ιδίως για τη σύγχρονη επιστήμη, η οποία, όπως παρατηρεί ο πρώιμος Karl Marx, ξεκινά από τη θέση ότι το είναι και η εμφάνιση δεν συμπίπτουν· έτσι δεν απαιτείται πλέον σε κάθε περίπτωση η ιδιαίτερη προσπάθεια του φιλοσόφου για να φτάσει σε μια «αλήθεια» πίσω από τα φαινόμενα. Και ο επιστήμονας ξεκινά από τα φαινόμενα, είτε ανατέμνει το ορατό σώμα για να δει το εσωτερικό του είτε ανιχνεύει κρυμμένα αντικείμενα με κάθε είδους εξελιγμένα μέσα που τους αφαιρούν τις εξωτερικές ιδιότητες με τις οποίες εμφανίζονται στις φυσικές μας αισθήσεις. Η καθοδηγητική ιδέα αυτών των φιλοσοφικών και επιστημονικών προσπαθειών είναι πάντοτε η ίδια: οι εμφανίσεις, λέει ο Καντ, «πρέπει και αυτές να έχουν θεμέλια που δεν είναι εμφανίσεις» [36]. Αυτό αποτελεί πλέον μια προφανή γενίκευση του τρόπου με τον οποίο τα φυσικά αντικείμενα αναδύονται από ένα σκοτεινό υπόβαθρο προς το φως της ημέρας και «εμφανίζονται» — μόνο που εδώ σε αυτό το υπόβαθρο αποδίδεται ένας ανώτερος βαθμός πραγματικότητας από ό,τι σε αυτό που απλώς εμφανίζεται και ύστερα από κάποιο χρόνο εξαφανίζεται. Και όπως ακριβώς οι «θεωρητικές προσπάθειες των φιλοσόφων για κάτι που βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα κατέληγαν πάντοτε σε μάλλον έντονες εκρήξεις εναντίον των απλών εμφανίσεων», έτσι και τα κατεξοχήν πρακτικά επιτεύγματα των επιστημόνων, στην αποκάλυψη εκείνου που τα ίδια τα φαινόμενα δεν θα αποκάλυπταν ποτέ χωρίς παρέμβαση, έχουν πραγματοποιηθεί εις βάρος τους.
Η πρωτοκαθεδρία των εμφανίσεων είναι ένα γεγονός της καθημερινής ζωής, από το οποίο ούτε ο επιστήμονας ούτε ο φιλόσοφος μπορεί να διαφύγει· σε αυτό επιστρέφουν πάντοτε από το εργαστήριό τους και το γραφείο μελέτης τους, και το βάρος του φαίνεται στο ότι δεν έχει ποτέ, στο ελάχιστο, μεταβληθεί ή εκτραπεί από οτιδήποτε ανακάλυψαν, όταν απομακρύνθηκαν από τα φαινόμενα. «Έτσι οι αξιοπερίεργες έννοιες της νέας φυσικής… εκπλήσσουν τον κοινό νου… χωρίς να αλλάζουν στο παραμικρό τις κατηγορίες του» [37]. Απέναντι σε αυτή την αμετακίνητη πεποίθηση του κοινού νου στέκεται η πανάρχαια θεωρητική υπεροχή του Είναι και της αλήθειας έναντι της απλής εμφάνισης, η υπεροχή του θεμελίου που δεν εμφανίζεται έναντι της επιφάνειας που εμφανίζεται.
Αυτό το θεμέλιο φαίνεται να αποτελεί την απάντηση στο αρχαιότερο ερώτημα της φιλοσοφίας και της επιστήμης: πώς συμβαίνει κάτι ή κάποιος —ακόμη και εγώ ο ίδιος— να εμφανίζεται καθόλου, και γιατί εμφανίζεται σε αυτή τη μορφή και όχι σε κάποια άλλη; Εδώ τίθεται ζήτημα αιτίας και όχι απλώς υποστρώματος· το κρίσιμο όμως είναι ότι η φιλοσοφική μας παράδοση μετέτρεψε το υπόβαθρο από το οποίο κάτι αναδύεται σε αιτία που το παράγει, και της απέδωσε έναν ανώτερο βαθμό πραγματικότητας από εκείνον που ανήκει σε ό,τι απλώς εμφανίζεται στο μάτι. Η αντίληψη ότι η αιτία έχει ανώτερη θέση από το αποτέλεσμα (ώστε αυτό να μπορεί εύκολα να ακυρωθεί με την αναγωγή του στην αιτία του) ανήκει ίσως στα αρχαιότερα και πιο επίμονα μεταφυσικά σφάλματα. Ωστόσο, και εδώ δεν πρόκειται για ένα εντελώς αυθαίρετο λάθος· είναι πράγματι αλήθεια ότι τα φαινόμενα όχι μόνο δεν αποκαλύπτουν από μόνα τους αυτό που τα θεμελιώνει, αλλά και γενικότερα, σε κάθε αποκάλυψη, συγχρόνως αποκρύπτουν: «Κανένα αντικείμενο, καμία πλευρά ενός αντικειμένου δεν εμφανίζεται χωρίς να αποκρύπτει ενεργά τις άλλες» [38].
Οι εμφανίσεις δείχνουν, αλλά ταυτόχρονα προστατεύουν από το να αποκαλυφθεί αυτό που δείχνουν — και αυτό μπορεί να είναι, όσον αφορά το βαθύτερο επίπεδο, η σημαντικότερη λειτουργία τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό ισχύει για τα έμβια όντα, των οποίων η επιφάνεια αποκρύπτει και προστατεύει τα εσωτερικά όργανα — την πηγή της ζωής τους.
Το στοιχειώδες λογικό σφάλμα όλων των θεωριών που ξεκινούν από τη διχοτομία Είναι και εμφάνισης είναι προφανές· είχε ήδη εντοπιστεί πολύ νωρίς από τον σοφιστή Gorgias και συνοψίστηκε σε ένα απόσπασμα του χαμένου έργου του «Περί του μη όντος ή περί φύσεως» — πιθανώς μια αντίκρουση της ελεατικής φιλοσοφίας: «Το είναι είναι αγνώριστο, επειδή (αν;) δεν καταφέρνει να εμφανιστεί στους ανθρώπους· και το εμφανιζόμενο είναι ανίσχυρο, επειδή (αν;) δεν καταφέρνει να είναι» [39]. Η ακούραστη αναζήτηση της σύγχρονης επιστήμης για το υπόβαθρο των απλών εμφανίσεων έχει προσδώσει νέο βάρος στο παλαιό επιχείρημα. Πράγματι, έχει σύρει στο φως το θεμέλιο των φαινομένων, έτσι ώστε ο άνθρωπος —που είναι προσανατολισμένος προς τα φαινόμενα και εξαρτάται από αυτά— να μπορεί να το συλλάβει και να το ελέγξει. Ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι μάλλον συγκεχυμένα.
Έχει φανεί ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μέσα σε «αιτίες» ούτε, με την κοινή έννοια, να συλλάβει πλήρως ένα είναι του οποίου η αλήθεια μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικά στο εργαστήριο και να επαληθευτεί πρακτικά στον κόσμο μέσω της τεχνικής. Φαίνεται σχεδόν σαν, μόλις το είναι έρθει στο φως, να εκτοπίζει τις εμφανίσεις — μόνο που μέχρι τώρα κανείς δεν έχει καταφέρει να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν αποκαλύπτεται από μόνος του.
Σημειώσεις:
[33] (πρβλ. υποσημείωση 39), τόμ. 1· απόσπασμα 1.
[34] Der Staat, Ζ΄, 514a–521b.
[35] Immanuel Kant, Opus postumum, επιμ. Erich Adickes, Βερολίνο 1920, σ. 44. Η παρατήρηση αυτή πιθανότατα χρονολογείται από το 1788.
[36] Kritik der reinen Vernunft, Β 565.
[37] Maurice Merleau-Ponty, Le visible et l’invisible, Παρίσι: Gallimard, 1964, σ. 34.
[38] Maurice Merleau-Ponty, Signes, Παρίσι: Gallimard, 1960, σ. 29.
[39] Hermann Diels και Walther Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, τόμ. (I και) 2, Βερολίνο 1934/35· Β 26.
Συνεχίζεται με:
3 Η αναστροφή της μεταφυσικής ιεραρχίας: η αξία της επιφάνειας
3 Η αναστροφή της μεταφυσικής ιεραρχίας: η αξία της επιφάνειας
.gif)
