Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 5

Συνέχεια από Δευτέρα 25 Μαίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 2
Ωριγένης


Επιμέλεια: Manlio Simonetti

Unione Tipografico-Editrice Torinese

I. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ


3. Τα χωρία της «Φιλοκαλίας».

Η Φιλοκαλία²³ είναι μια ανθολογία χωρίων επιλεγμένων από τα έργα του Ωριγένη, συνταγμένη από τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό και τον Βασίλειο Καισαρείας, πιθανότατα το 358 —GREG., Ep. 115. Σε αντίθεση με τα πλήρη έργα του Ωριγένη, τα οποία, εξαιτίας της καταδίκης του 553, έχουν σχεδόν όλα χαθεί στα πρωτότυπά τους, η Φιλοκαλία, λόγω του αποσπασματικού της χαρακτήρα και κυρίως λόγω του κύρους των δύο συντακτών της, συνέχισε να διαβάζεται και να αντιγράφεται κατά τη βυζαντινή εποχή, έτσι ώστε να μας έχουν απομείνει πολλά χειρόγραφά της.²⁴
Σε αυτό το έργο οφείλουμε τη γνώση αρκετών χωρίων έργων που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα χωρία που έχουν μεταγραφεί από το Περὶ ἀρχῶν, δεδομένης της ύπαρξης της μετάφρασης του Ρουφίνου· αλλά γι’ αυτό τα εν λόγω χωρία δεν είναι λιγότερο σημαντικά, καθόσον αποτελούν ένα σημαντικό, μάλιστα το σημαντικότερο, μέσο ελέγχου της λατινικής μετάφρασης που διαθέτουμε. Τα μεταγραμμένα χωρία είναι μόνο δύο —III, 1 και IV, 1-3—· σε αντιστάθμισμα όμως είναι πολύ εκτενή και καλύπτουν συνολικά σχεδόν το ένα έκτο ολόκληρου του έργου: πραγματεύονται αντιστοίχως την ελεύθερη βούληση και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Τα κίνητρα που ώθησαν στην επιλογή ακριβώς αυτών των χωρίων αντί άλλων φαίνονται αρκετά προφανή: από τη μια πλευρά βρίσκεται η εσωτερική σημασία των θεμάτων που πραγματεύονται και η αριστεία της ωριγενικής πραγμάτευσης, η οποία τα καθιστά δύο υποδειγματικές μαρτυρίες, δύσκολα αντικαταστάσιμες στο πλαίσιο ολόκληρης της αρχαίας χριστιανικής γραμματείας· από την άλλη πλευρά βρίσκεται το γεγονός ότι σε αυτά η ορθοδοξία σπάνια και μόνο περιθωριακά τίθεται σε κίνδυνο· και σε αυτό το σημείο, στα μέσα του 4ου αιώνα, είχαν ήδη γίνει πολύ απαιτητικοί.

Η σύγκριση με το ρουφίνιο κείμενο επιτρέπει να διαπιστωθεί, σε γενικές γραμμές, ο παραφραστικός χαρακτήρας της λατινικής εκδοχής, για τον οποίο έχουμε ήδη μιλήσει. Εδώ είναι πιο ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι, σε σχέση με το λατινικό κείμενο, το ελληνικό παρουσιάζει: 1) ένα μακρό χωρίο επιπλέον· 2) αρκετά χωρία λιγότερα, πολύ διαφορετικού μεγέθους· 3) ορισμένα χωρία στα οποία, παρά τη θεμελιώδη σύγκλιση, η διαφορά ανάμεσα στη λατινική εκδοχή και στο ελληνικό κείμενο υπερβαίνει τα όρια που μπορούν να παραχωρηθούν ακόμη και στην πιο ελεύθερη παράφραση. Το πρώτο σημείο —IV, 3, 7— δεν θέτει δυσκολία: ένας αποσπασματολόγος δύσκολα είναι παρεμβλητής· και η παράλειψη πρέπει σαφώς να αποδοθεί στον Ρουφίνο, ο οποίος την έκανε για συντομία. Πιο σύνθετη και δυσκολότερης λύσης παρουσιάζεται η συζήτηση για τα άλλα δύο σημεία.
Ορισμένα χωρία που το λατινικό παρουσιάζει επιπλέον σε σχέση με το ελληνικό κείμενο, στα οποία γίνεται λόγος, στο τέλος του III, 1 και στο IV, 3, για τη διδασκαλία της προΰπαρξης της ψυχής, ήδη λόγω της επικινδυνότητας του θέματος οδηγούν εύκολα στη σκέψη ότι πρόκειται για παραλείψεις που έγιναν προληπτικά από τον Έλληνα αποσπασματολόγο. Το γεγονός ότι για ορισμένα από αυτά υπάρχει και η εκδοχή του Ιερωνύμου εξαλείφει κάθε πιθανή αμφιβολία.²⁵ Αντιθέτως, είναι εύκολο να εντοπιστεί μια πλούσια σειρά ασφαλών ρουφίνειων παρεμβολών: πρόκειται, όπως υπαινισσόμασταν πριν, για εισαγωγικές, καταληκτικές, μεταβατικές εκφράσεις· άλλοτε για ρητορικές επεκτάσεις —III, 1, 10. 18—, άλλοτε για κοινότοπες διευκρινίσεις.
Δεν λείπουν όμως ορισμένες περιπτώσεις απέναντι στις οποίες μένει κανείς αμφίβολος: το γεγονός ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχο στο ελληνικό και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να μπορεί να εξηγήσει μια προληπτική εξάλειψή τους οδηγεί αμέσως στη σκέψη ότι μπορεί να πρόκειται για παρεμβολές του Ρουφίνου, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις. Τώρα όμως πρόκειται, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, για χωρία είτε τέτοια που συμπληρώνουν το συμφραζόμενο καλύτερα απ’ ό,τι το ελληνικό κείμενο είτε πάντως εκφράζουν έννοιες τόσο τεχνικές και σε μορφή τόσο ακριβή, ώστε είναι πολύ δύσκολο να σκεφθεί κανείς ότι μπορεί να προέρχονται από την πένα του Ρουφίνου, τόσο λίγο άνετου στον φιλοσοφικό συλλογισμό ακόμη και όταν πρόκειται μόνο να μεταφράσει. Σε κάποια περίπτωση δεν είμαι αντίθετος να θεωρήσω αυθεντικό το λατινικό κείμενο· σε άλλες μένει κανείς απολύτως αναποφάσιστος.²⁶
Ανάλογη κατάσταση παρουσιάζουν διάφορα χωρία στα οποία στο ελληνικό κείμενο αντιστοιχεί μια πολύ διαφορετική λατινική μετάφραση· εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά στις συνήθεις κοινοτοπίες που χαρακτηρίζουν την προσωπική συμβολή του Ρουφίνου, αλλά μπροστά σε επιχειρήματα που ταιριάζουν καλά με το συμφραζόμενο, κάποτε οξυδερκή και καλά αναπτυγμένα, σε σημείο που η λατινική μετάφραση να προκύπτει όχι μόνο πιο ρητή και σαφής από το ελληνικό κείμενο, αλλά ακόμη και πιο αυστηρά λογική και συνεπής.²
⁷ Δεν πιστεύω ότι αξιολογώ τον Ρουφίνο κάτω από τις πραγματικές του ικανότητες, αν τον θεωρώ ανίκανο να εκφραστεί σε μορφή τόσο εύστοχη και αυστηρή.
Αν δεχθούμε ότι, πέρα από τα σημεία στα οποία η Φιλοκαλία συντομεύει για λόγους προφύλαξης, υπάρχουν και άλλα στα οποία η λατινική εκδοχή παρουσιάζεται ως αυθεντική είτε προσθέτοντας σε σχέση με το ελληνικό κείμενο είτε εκφραζόμενη με διαφορετικό τρόπο, μπορούμε, βεβαίως, σε γενικές γραμμές να αποδώσουμε την ευθύνη της αλλοίωσης στον αποσπασματολόγο της Φιλοκαλίας, αλλά δεν μπορούμε όμως ούτε να παραβλέψουμε δύο άλλες δυνατότητες
: 1) ορισμένες παραλείψεις θα μπορούσαν να έχουν συμβεί μηχανικά κατά τη διάρκεια της χειρόγραφης παράδοσης·²⁸ 2) ορισμένες παραλείψεις και αλλοιώσεις θα μπορούσαν ακόμη και να ανάγονται σε περίοδο προγενέστερη της σύνταξης της ανθολογίας, έτσι ώστε ο αποσπασματολόγος να είχε εργαστεί πάνω σε ένα κείμενο ήδη εδώ κι εκεί διαφορετικό από εκείνο το οποίο λίγο αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για τη μετάφραση. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ωριγενικού έργου, τόσο εκτεθειμένου στη λογοκρισία, και οι διαμάχες που είχαν ανάψει γύρω από αυτό, εύκολα μπορούν να αποτέλεσαν κίνητρο για αυθαίρετες επεμβάσεις στο κείμενο.

4. Τα χωρία που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο και από τον Ιουστινιανό²⁹

Έχουμε ήδη υπαινιχθεί τις περιστάσεις που ώθησαν τον Ιερώνυμο να αντιπαραθέσει στη ρουφίνεια μετάφραση του Περὶ ἀρχῶν μια άλλη, αυστηρά κατά λέξη μετάφραση, ώστε να αναδείξει όλα όσα εσφαλμένα και απαράδεκτα για την πίστη περιείχε το ωριγενικό γραπτό: με αυτόν τον τρόπο η προσχώρηση στις γραμμές του αντιωριγενιστικού μετώπου και η οξύτητα της πολεμικής τον ωθούσαν να απαρνηθεί εκείνο που έως τότε υπήρξε η μέθοδός του στη μετάφραση του Ωριγένη: ελεύθερα και με τρόπο ώστε να αμβλύνονται οι πιο επικίνδυνες διατυπώσεις. Αν σταθεί κανείς σε όσα γράφει ο Ιερώνυμος στην Ep. 124 —περ. 410—, η μετάφραση θα είχε γίνει αντικείμενο παράξενων χειρισμών και επίσης αλλοιώσεων. Πάντως, πρέπει να είχε πολύ μικρότερη διάδοση από εκείνη του Ρουφίνου, όπως δείχνει το γεγονός ότι χάθηκε σχεδόν αμέσως κάθε ίχνος της: στενά συνδεδεμένη με την ωριγενική διαμάχη, δεν κατόρθωσε να επιβιώσει μετά από αυτήν.
Αλλά ευτυχώς για εμάς, στην προαναφερθείσα Ep. 124 προς τον φίλο του Αβίτο, ο οποίος του είχε ζητήσει πληροφορίες για τον Ωριγένη και για το Περὶ ἀρχῶν, ο Ιερώνυμος συνοψίζει σε αρκετά αναλυτική μορφή το περιεχόμενο του ωριγενικού γραπτού, συνοδεύοντας την έκθεση με συχνές παραθέσεις αποσπασμάτων που προέρχονται από τη μετάφρασή του.³⁰ Όλη η ιερωνυμική έκθεση αποβλέπει στο να αναδείξει ό,τι είναι περισσότερο απαράδεκτο για την πίστη μέσα στο έργο του Ωριγένη, και τα χωρία που παρατίθενται κατά λέξη έχουν όλα επιλεγεί με βάση αυτή την πρόθεση: δεν υπάρχει επομένως καμία αμφιβολία ότι η επιστολή δίνει μια μονόπλευρη και παραμορφωμένη εικόνα του περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν, έτσι ώστε η χρήση της για την ανασύσταση του αρχικού κειμένου πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή.
Από αυτή την άποψη κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα στην επιστολή θεωρούμενη στο σύνολό της και στα χωρία που δηλώνονται ρητά ότι προσάγονται ως κατά λέξη παραθέσεις. Όσον αφορά την επιστολή, το φανερό πάθος με το οποίο είναι συνταγμένη έκανε ώστε η σκέψη του Ωριγένη να εμφανίζεται συχνά, είτε καλόπιστα είτε κακόπιστα, παραμορφωμένη. Πρέπει να έχουμε υπόψη τον χαρακτήρα πρότασης με τον οποίο ορισμένες διδασκαλίες παρουσιάζονται από τον Ωριγένη σε εναλλακτική μορφή: αρκούσε να δοθεί έμφαση στη μία αντί για την άλλη, ώστε ο Ωριγένης να εμφανιστεί να εκφράζεται με αποδεικτική και όχι με επιφυλακτική μορφή πάνω σε επικίνδυνα σημεία διδασκαλίας.
Ας δει κανείς την έκθεση, συνοδευμένη από παραθέσεις, που κάνει ο Ιερώνυμος για τα κεφάλαια του Περὶ ἀρχῶν στα οποία ο Ωριγένης πραγματευόταν το ζήτημα αν τα λογικά κτίσματα είναι σωματικά ή όχι, και την ανάσταση των σωμάτων, προβάλλοντας δύο διαφορετικές πιθανές λύσεις: ενώ ο Ρουφίνος τείνει στη μετάφρασή του να παρουσιάσει τον Ωριγένη ως υποστηρικτή της διδασκαλίας περί αρχικής και τελικής σωματικότητας των νοερών κτισμάτων, ο Ιερώνυμος τον εμφανίζει ανεπιφύλακτα να υποστηρίζει τη διδασκαλία της ασώματης κατάστασης —βλ. II, 3 και III, 6.³¹ Συνεπώς, μόνο με άκρα προσοχή μπορεί κανείς να αξιοποιήσει, για την ανασύσταση της σκέψης και του γνήσιου κειμένου του Περὶ ἀρχῶν, τα χωρία στα οποία ο Ιερώνυμος την αναφέρει μόνο με ελεύθερη και συνοπτική μορφή.
Διαφορετική είναι, αντίθετα, η αποτίμηση των χωρίων στα οποία ο Ιερώνυμος παραθέτει το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν σε κατά λέξη μορφή. Και εδώ είναι σκόπιμο να γίνεται χρήση κάποιας επιφύλαξης, διότι η σύγκριση με σωζόμενα χωρία στα ελληνικά³² επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ούτε η μετάφραση του Ιερωνύμου, κατά βάθος, ήταν τόσο κατά λέξη όσο την παρουσιάζει ο συγγραφέας.³³ Κυρίως δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι μερικές φορές θα μπορούσε να αρκεί κάποια ελαφρά αλλοίωση ή μια μεροληπτική ερμηνεία, υποβαλλόμενη ακόμη και ακούσια από τη δυσμένεια, ώστε η σύνθετη και προβληματική σκέψη του Ωριγένη να εμφανιστεί παραμορφωμένη.
Αλλά γενικά είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η εκδοχή του Ιερωνύμου ήταν πιο κατά λέξη από εκείνη του Ρουφίνου, έτσι ώστε τα σωζόμενα χωρία, αποσπασμένα από το μεροληπτικό συμφραζόμενο μέσα στο οποίο έχουν ενταχθεί, επιτρέπουν πολλές φορές να διορθωθεί το ρουφίνειο κείμενο και να συμπληρωθεί εκεί όπου, κυρίως προς το τέλος του έργου, παρουσιάζεται αξιοσημείωτα ελλιπές.
Οι ίδιες αυτές σκέψεις μπορούν ουσιαστικά να ισχύσουν και σε σχέση με την επιστολή που απέστειλε το 543 ο Ιουστινιανός στον Μηνά, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, έχοντας όμως υπόψη ότι εδώ η προσοχή πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η μεροληψία που ενέπνευσε τόσο την επιστολή, στην οποία παρατίθενται και αναιρούνται οι πλάνες του Ωριγένη, όσο και τη συλλογή των 24 χωρίων που προέρχονται από το Περὶ ἀρχῶν, με την οποία συνοδεύεται η επιστολή, είναι η ίδια που είχε εμπνεύσει την Ep. 124 του Ιερωνύμου, επιβαρυμένη από το γεγονός ότι πλέον οι γνήσιες γραμμές της ωριγενικής σκέψης άρχιζαν να παραποιούνται και να αλλοιώνονται από τις εικασίες των απερίσκεπτων Παλαιστινίων μοναχών, αυξάνοντας το βάρος εις βάρος του δασκάλου.³⁴
Γι’ αυτό και σε αυτή την περίπτωση μια πραγματική συμβολή στην ανασύσταση του γνήσιου περιεχομένου του Περὶ ἀρχῶν θα μπορεί να αντληθεί μόνο από τα χωρία που παρατίθενται ρητά ως κατά λέξη παραθέσεις. Πρόκειται για ένα ανθολόγιο 24 σύντομων χωρίων, τα οποία απαριθμούνται άτακτα και μερικές φορές συνοδεύονται από λανθασμένη ένδειξη του βιβλίου του Περὶ ἀρχῶν από το οποίο αντλήθηκαν.³⁵ Δεν πρόκειται για συλλογή που προετοίμασε προσωπικά ο Ιουστινιανός, αλλά για συλλογή που του διαβιβάστηκε από τους αντιωριγενιστές Παλαιστινίους μοναχούς· και η μετάβαση από τη μία αντιγραφή στην άλλη ασφαλώς δεν ωφέλησε την ακρίβεια των παραθεμάτων. Δεν μπορεί κανείς ούτε να αποκλείσει ότι κάποιο από τα αποσπάσματα είναι ελλιπές, με την έννοια ότι από ένα ωριγενικό χωρίο θα είχαν μεταγραφεί μόνο ορισμένες εκφράσεις.³⁶
Από την άλλη πλευρά, δεν έχουμε δυνατότητα να ελέγξουμε την ακρίβεια των παραθεμάτων, επειδή τα διαφορετικά κριτήρια που καθοδήγησαν αυτόν τον αποσπασματολόγο και εκείνον της Φιλοκαλίας έχουν ως αποτέλεσμα οι περιπτώσεις αντιπαραβολής να περιορίζονται σε μία μόνο —IV, 3, 1— και μάλιστα λίγο σημαντική. Αλλά παρά αυτές τις επιφυλάξεις και τις άλλες που θα μπορούσαμε ακόμη να διατυπώσουμε,³⁷ το ιουστινιάνειο ανθολόγιο σε περισσότερες από μία περιπτώσεις επιτρέπει να αποκτήσουμε χρήσιμα στοιχεία για τους σκοπούς της έρευνάς μας.

5. Μικρότερες μαρτυρίες³⁸


Από την Απολογία που γράφτηκε υπέρ του Ωριγένη από τον μάρτυρα Πάμφιλο Καισαρείας στις αρχές του 4ου αιώνα, σε 6 βιβλία, κατέχουμε μόνο το Ι στη μετάφραση του Ρουφίνου, ελάχιστα μόνο προγενέστερη της μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν. Το κριτήριο του Παμφίλου ήταν να υπερασπιστεί τον Ωριγένη με τον Ωριγένη, παραθέτοντας τις διάφορες κατηγορίες που του απευθύνονταν και ακολουθώντας τες με χωρία από ωριγενικά γραπτά τέτοια ώστε να αποκλείουν τη βασιμότητα της κατηγορίας. Ανάμεσα στα χωρία που παραθέτει ο Πάμφιλος στο βιβλίο Ι υπάρχουν αρκετά παρμένα από το Περὶ ἀρχῶν, των οποίων επομένως μας έχει απομείνει η ρουφίνεια μετάφραση. Πρόκειται για μετάφραση που, στο μεγαλύτερο μέρος της, συμπίπτει με εκείνη του πλήρους έργου, επιπλέον επειδή προφανώς ο Ρουφίνος την είχε μπροστά του όταν μετέφραζε εκ νέου αυτά τα χωρία για δεύτερη φορά· και όμως η σύγκριση με τον Πάμφιλο είναι κάποτε χρήσιμη, όχι μόνο επειδή επιτρέπει να διορθωθεί κάποιο σφάλμα που δημιουργήθηκε στη λατινική παράδοση του Περὶ ἀρχῶν, αλλά και επειδή σε κάποιο σημείο ο Ρουφίνος, μεταφράζοντας εκ νέου, άλλαξε κάπως, και ακριβώς η πρώτη μετάφραση αποδεικνύεται πιστότερη από τη δεύτερη.³⁹

Ο Φώτιος γνώριζε και άλλες Απολογίες προς υπεράσπιση του Ωριγένη, πέρα από εκείνη του Παμφίλου —Biblioth., κώδ. 118—, και μας άφησε ορισμένες πληροφορίες για ένα ανώνυμο γραπτό ενός πιστού ωριγενιστή, πιθανότατα των αρχών του 4ου αιώνα, ο οποίος προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις πιο επίμεμπτες εκφράσεις του Ωριγένη, εξηγώντας τες είτε ως διατυπώσεις που έγιναν ως προσωπική πρόταση, για άσκηση, είτε ως παρεμβλημένες από άλλους, με βάση την επιστολή του Ωριγένη την οποία αργότερα θα χρησιμοποιούσε ο Ρουφίνος για να στηρίξει την ίδια θέση. Το ενδιαφέρον, έστω και περιορισμένο, που παρουσιάζει αυτός ο συγγραφέας για τους σκοπούς μας έγκειται στο γεγονός ότι ο Φώτιος μας παρέδωσε 15 αντιωριγενικές ενστάσεις που εκείνος είχε παραθέσει για να τις αντικρούσει· και κάποια από αυτές έχει την όψη ότι αντλήθηκε ad litteram ή σχεδόν από το κείμενο του Περὶ ἀρχῶν.⁴⁰

Ο Επιφάνιος Σαλαμίνος, όπως υπαινιχθήκαμε, ασχολήθηκε εκτενώς με τον Ωριγένη στο Πανάριον του —haer. 64—, αλλά το ειδικό του ενδιαφέρον για το Περὶ ἀρχῶν φαίνεται ότι ήταν μικρότερο από ό,τι θα μπορούσε να αναμένει κανείς. Δεν λείπουν πάντως αναφορές σε διδασκαλίες που εκτίθενται εδώ· αλλά δεν φαίνεται να πρόκειται για κατά λέξη παραθέσεις. Γι’ αυτό μπορούμε να τον χρησιμοποιούμε μόνο με άκρα επιφύλαξη και έμμεσα, όπως και τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας⁴¹ και άλλα ιερωνυμικά γραπτά, στα οποία παρατίθενται οι πλάνες του Ωριγένη,⁴² αλλά χωρίς μέριμνα για κατά λέξη παράθεση. Έχουμε ήδη διευκρινίσει ότι, δεδομένης της φανερής μεροληψίας τέτοιων πηγών, αυτές μπορούν πράγματι να μας βοηθήσουν μόνο εκεί όπου μας δίνουν κάποια γραμμή κατά λέξη μετάφρασης: αυτή είναι η περίπτωση των χωρίων που παρατίθενται στην Ep. 124 του Ιερωνύμου και στο ανθολόγιο του Ιουστινιανού. Αλλά έξω από αυτά τα έγγραφα είναι πολύ σπάνιο οι αντιωριγενικές πηγές να μας βοηθούν με αυτόν τον τρόπο.⁴³


6. Εκδόσεις. Κριτήρια για την ανασύσταση του κειμένου.

Η editio princeps της ρουφίνειας μετάφρασης του Περὶ ἀρχῶν είδε το φως με τη φροντίδα του J. Merlin στον τόμ. IV των ωριγενικών έργων που δημοσιεύθηκαν στο Παρίσι μεταξύ 1512 και 1522. Ο εκδότης έλαβε ως βάση για την έκδοσή του ένα μόνο χειρόγραφο, το Parisinus Navarranus 17348 του 14ου αιώνα. Σε αυτή την έκδοση στηρίχθηκαν ουσιαστικά οι επόμενες, ακόμη και εκείνη του Erasmus —Βασιλεία, 1536—, έως το 1733, έτος κατά το οποίο είδε το φως ο τόμ. I της έκδοσης των έργων του Ωριγένη με τη φροντίδα του μαυρίνου μοναχού C. de la Rue, στον οποίο περιλαμβάνεται το Περὶ ἀρχῶν. Αυτή η έκδοση σημείωσε μεγάλη πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες, κυρίως για δύο λόγους: 1) ο εκδότης χρησιμοποίησε αρκετά χειρόγραφα αντί για ένα μόνο· 2) χρησιμοποίησε επίσης συστηματικά τα αποσπάσματα που μας έφθασαν στα ελληνικά και εκείνα που παραδίδονται από τον Ιερώνυμο. Με αυτόν τον τρόπο μας έδωσε την πρώτη προσπάθεια ανασύστασης του ωριγενικού κειμένου, επιτρέποντας να αντιπαραβάλουμε τον Ρουφίνο με άλλους μάρτυρες.

Όσον αφορά την έκδοση του ρουφίνειου κειμένου, έβλαψε τον de la Rue το γεγονός ότι όλα τα χειρόγραφα που χρησιμοποίησε ανήκαν στην αναθεώρηση γ. Από εδώ, μεταξύ άλλων μικρότερων ελαττωμάτων, η παράλειψη του I, 4, 3-5, χωρίου που παραδίδεται μόνο από την αναθεώρηση α. Μια πιο ριζική προσπάθεια ανασύστασης έγινε από τον K. Fr. Schnitzer —Origenes über die Grundlehren der Glaubenswissenschaft, Stuttgart, 1835—, αξιοποιώντας πιο αποφασιστικά την έμμεση παράδοση εις βάρος της μετάφρασης του Ρουφίνου. Ο Schnitzer πάντως μας έδωσε μόνο την ελεύθερη γερμανική μετάφραση του κειμένου που είχε ανασυστήσει, συνοδεύοντάς την με σποραδικές σημειώσεις.

Το έργο του Schnitzer το έλαβε πολύ υπόψη ο P. Koetschau, συγγραφέας της κριτικής έκδοσης του Περὶ ἀρχῶν, που δημοσιεύθηκε στη Λειψία το 1913 ως τόμ. V των έργων του Ωριγένη που περιλαμβάνονται στη σειρά Die griechischen christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte. Πρόκειται για θεμελιώδη έκδοση λόγω της έκτασης της χειρόγραφης παράδοσης της ρουφίνειας εκδοχής που ελήφθη υπόψη, λόγω της ακρίβειας με την οποία αυτή η παράδοση εξετάστηκε και αξιοποιήθηκε,⁴⁴ και λόγω της μεγάλης ποσότητας μαρτυριών, πηγών και παράλληλων χωρίων που ο Koetschau συγκέντρωσε σε ειδικό υπόμνημα για να φωτίσει και συγχρόνως να ελέγξει βήμα προς βήμα τη ρουφίνεια εκδοχή. Αλλά σε αυτή την έκταση και σχολαστικότητα της πληροφόρησης δεν αντιστοιχούσε εξίσου μεγάλη ακρίβεια και ορθότητα μεθοδικών κριτηρίων: ο Koetschau συνέταξε το έργο του σε μια εποχή κατά την οποία κυρίαρχη ήταν η άποψη ότι ο Ρουφίνος είχε βαθιά αλλοιώσει το αρχικό κείμενο του έργου, και ότι αντίθετα η αντιωριγενική έμμεση παράδοση μας το απέδιδε με πολύ μεγαλύτερη πιστότητα.

Αυτή η πεποίθηση παρήγαγε διπλή συνέπεια: 1) ο Koetschau τείνει συστηματικά να δίνει δίκιο στην έμμεση παράδοση εναντίον του Ρουφίνου, ακόμη και όταν αυτή η παράδοση παρουσιάζεται όχι με μορφή άμεσης παράθεσης αλλά διατυπωμένη με πιο γενικό τρόπο. 2) Πεπεισμένος ότι ο Ρουφίνος είχε επιφέρει στο έργο του Ωριγένη πολυάριθμες και εκτενέστατες περικοπές, ο εκδότης, όταν του έλειπαν ο Ιερώνυμος, ο Θεόφιλος και ο Ιουστινιανός, προσπάθησε να τις αποκαταστήσει εισάγοντας απευθείας στο κείμενο, έστω και ως απλή πρόταση, τα πιο ποικίλα κείμενα, από τους αναθεματισμούς του 553 —βλ. σημ. 34— έως χωρία έργων του Γρηγορίου Νύσσης και άλλων συγγραφέων —βλ. I, 8, 2· I, 8, 4· II, 8, 3.⁴⁵

Ένα τέτοιο κριτήριο πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο λόγω της ευκολίας με την οποία ο Koetschau προτείνει να θεραπεύσει τα κενά, αλλά και λόγω της αδικαιολόγητης ευκολίας με την οποία τα διακρίνει μέσα στο κείμενο. Και η σχέση ανάμεσα στον Ρουφίνο και την αντιωριγενική παράδοση πρέπει επίσης να τεθεί με μεγαλύτερη προσοχή και χωρίς κανενός είδους προκαταλήψεις. Συμπερασματικά, η έκδοση του Koetschau θέτει στη διάθεση του μελετητή όλα τα δυνατά στοιχεία ώστε να μπορεί να προσανατολιστεί στα περίπλοκα προβλήματα που προκύπτουν από την ιδιαίτερη κατάσταση μέσα στην οποία το έργο του Ωριγένη μας παραδόθηκε άμεσα και έμμεσα, υπό τον όρο όμως να μην ακολουθείται συστηματικά και χωρίς έλεγχο ό,τι ο εκδότης προτείνει ως ανασύσταση του κειμένου, αλλά να εξετάζονται πάντοτε οι προτάσεις του με βάση την πλούσια τεκμηρίωση που παρέχεται στο υπόμνημα.⁴⁶

Πιο συγκεκριμένα, είμαι της γνώμης ότι στην ανασύσταση του κειμένου είναι μεθοδολογικά ορθό να χρησιμοποιούνται άμεσα, για τη διόρθωση και συμπλήρωση της ρουφίνειας εκδοχής, μόνο τα χωρία του Ιερωνύμου, του Ιουστινιανού κ.λπ. που παραδίδονται ως κατά λέξη παραθέσεις· όλες οι άλλες μαρτυρίες πρέπει να παρατίθενται μόνο στο υπόμνημα. Αλλά ακόμη κι αν με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διορθωθούν οι πιο εμφανείς αυθαιρεσίες του Koetschau, παραμένει πάντοτε ισχύον ό,τι παρατηρήσαμε παραπάνω σχετικά με τη σκοπιμότητα ο μελετητής, για να σχηματίσει μια ιδέα όσο το δυνατόν λιγότερο ανεπαρκή για τον αρχικό τόνο του έργου του Ωριγένη, να προσφεύγει συστηματικά σε όλες τις μαρτυρίες που έχουμε στην κατοχή μας, διότι ποτέ όσο στο δικό μας έργο κάθε εκ των προτέρων διάκριση ανάμεσα σε άμεση και έμμεση παράδοση, ανάμεσα σε κείμενο και μαρτυρία, δεν αποδεικνύεται αυθαίρετη και βλαβερή.


Σημειώσεις:

Ιστορία και Πνεύμα 4 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Συνέχεια από Δευτέρα  25. Μαΐου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 4
Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ Ωριγένη

3. Ο Ωριγένης εναντίον του Ωριγένη

...«ο Ωριγένης δεν είχε καμία ανάγκη να μάθει από τους εκπροσώπους του ελληνισμού ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι τύπος της Καινής....

Γιατί λοιπόν να δίνεται έτσι μεγαλύτερη πίστη στην κακοβουλία ενός κακώς πληροφορημένου αντιπάλου παρά στην απολογία ενός μαθητή; Αυτή η εκπληκτική προτίμηση έχει μια δικαιολογία. Ο ίδιος ο Ωριγένης φαίνεται να την έχει εκ των προτέρων εγκρίνει με μερικές από τις δηλώσεις του.
Στην πραγματεία του Κατά Κέλσου, συμβαίνει να τοποθετείται στην οπτική του αντιπάλου του, και η επιχειρηματολογία που αναλαμβάνει ad hominem τον οδηγεί να παραμορφώσει τις προοπτικές της ίδιας του της σκέψης. Ας σημειώσουμε ότι ασκεί ευχαρίστως αυτό το είδος επιχειρηματολογίας. Ο Κέλσος χλευάζει την προδοσία του Ιούδα· εκείνος απαντά ότι ο Πλάτων προδόθηκε από τον Αριστοτέλη.⁹⁸ Δεν θέλουν να πιστέψουν στην ανάσταση του Ιησού: δεν έγραψε όμως ο Πλάτων για τον Ηρ, γιο του Αρμενίου, ότι ύστερα από δώδεκα ημέρες σηκώθηκε από τη νεκρική πυρά του;⁹⁹ Αν έχουν δίκιο να λένε ότι ποτέ ένας Θεός ή Υιός Θεού δεν κατέβηκε στη γη, τι θα γίνει τότε με εκείνους τους ελληνικούς θεούς που έρχονται εδώ για να δώσουν χρησμούς; «Ο Απόλλων, ο Ασκληπιός και όλοι οι άλλοι θα είναι θεοί που ήρθαν από τον ουρανό, και ο ενσαρκωμένος Λόγος δεν θα μπορούσε να είναι παρά ένας δαίμονας;»¹⁰⁰ Άλλωστε, για να καταστήσει νόμιμη την πίστη στη θεία γέννησή του, δεν έκανε ο Ιησούς πράξεις πιο θαυμαστές από εκείνες των θεών του μύθου;¹⁰¹

Όπως βλέπουμε, με αυτόν τον τρόπο συλλογισμού, ο Ωριγένης αρκείται σε μια χονδροειδή αναλογία· περισσότερο ακόμη, δεν αναζητεί σχεδόν τίποτε άλλο παρά μια πρώτη επαφή με τον αντίπαλο, χωρίς ακόμη μέριμνα για την αλήθεια με την ακριβή της έννοια· αυτό τον κάνει να γράφει, για παράδειγμα, όχι χωρίς κάποια ελαφρότητα, σχετικά με το άστρο που οδήγησε τους Μάγους: «Αν πρέπει τώρα να εξετάσουμε όσα μας λέγονται για τους Μάγους και για την εμφάνιση αυτού του άστρου, θα συλλογιστώ πάνω σε αυτό με τους Έλληνες σύμφωνα με μία αρχή, και με τους Ιουδαίους σύμφωνα με άλλη».¹⁰²

Στην απολογία του για τις Γραφές, δεν συλλογίζεται με περισσότερη αυστηρότητα. Ο Κέλσος έχει άδικο «να φαντάζεται ότι, για να τις κατανοήσει κανείς, πρέπει να σταματήσει στο γράμμα του Νόμου και των Προφητών, χωρίς να αναζητήσει σε αυτά κάτι πιο υψηλό».¹⁰³ Θα διεκδικήσει λοιπόν εναντίον του το δικαίωμα που έχουν οι χριστιανοί να προσκολλώνται σε αυτό το υψηλότερο νόημα, χωρίς πρώτα να το προσδιορίζει περαιτέρω: θα του αρκεί να απομακρύνει την ένσταση με τις αρχές εκείνου που την προβάλλει. Ο Κέλσος είχε χλευάσει τον «μύθο» της Εύας· εκείνος του απαντά με τον μύθο της Πανδώρας: «Πρέπει να λαμβάνουμε αλληγορικά όσα αφηγείται ο Ησίοδος για τη γυναίκα, την οποία ισχυρίζεται ότι δόθηκε στους ανθρώπους από τον Δία για να τιμωρηθεί η κλοπή της φωτιάς, και αντιθέτως να μη διακρίνουμε κανένα κρυφό νόημα στην αφήγηση που μας δείχνει τη γυναίκα να βγαίνει από την πλευρά του ανθρώπου, ενώ αυτός κοιμόταν; Ποια καλή πίστη υπάρχει στο να θαυμάζεται η αφήγηση του Ησιόδου ως φιλοσοφικό μυστήριο καλυμμένο με έναν μύθο, και να χλευάζεται εκείνη του Μωυσή ως μη προσφέροντας στον νου τίποτε περισσότερο από το γράμμα της;»¹⁰⁴

Για να απομακρύνει λοιπόν τις αγανακτήσεις και τους χλευασμούς που στρέφονται κατά της Βίβλου, αναδεικνύει τις αναλογίες που υπάρχουν ανάμεσα σε ορισμένες από τις αφηγήσεις της και εκείνες της ελληνικής παράδοσης ή των άλλων ειδωλολατρικών παραδόσεων· αν σε αυτές τις τελευταίες οι διανοούμενοι ξέρουν να βρίσκουν ένα βαθύ νόημα, δεν μπορούν οι χριστιανοί να κάνουν το ίδιο για τις δικές τους; «Τι λοιπόν! Οι Έλληνες θα έχουν το προνόμιο να καλύπτουν με πέπλο τη σοφία τους, οι Αιγύπτιοι και οι άλλοι βάρβαροι λαοί… θα έχουν την ίδια ελευθερία, αλλά οι Ιουδαίοι, με τη νομοθεσία τους και με όλους τους συγγραφείς τους, θα θεωρούνται στο πνεύμα σας οι πιο χονδροειδείς από όλους τους ανθρώπους; Αυτό το έθνος θα είναι λοιπόν το μόνο πάνω στο οποίο ο Θεός δεν έριξε καμία ακτίνα του φωτός του;»¹⁰⁵

Γιατί πάντα μια δυσμενής μεταχείριση όταν πρόκειται για τη Βίβλο; «Όταν διαβάζει κανείς στους Έλληνες συγγραφείς τη μυθική γενεαλογία των θεών τους και την ιστορία των δώδεκα κυριότερων θεοτήτων τους, τα εξηγούν αυτά με την αλληγορία και τα θαυμάζουν· τα ιερά μας βιβλία, αντιθέτως, ό,τι κι αν αφηγούνται, υπάρχει μια προκατάληψη να τα γελοιοποιούν».¹⁰⁶

Ο Ωριγένης επανέρχεται σε αυτό πολλές φορές. Το επιχείρημα του βρίσκεται κοντά στην καρδιά και το αισθάνεται ακαταμάχητο. Αλλά ποτέ δεν το ωθεί μέχρι το σημείο όπου, κάτω από την αναλογία, θα διαφαινόταν η διαφορά. «Όταν οι Αιγύπτιοι διαδίδουν τους μύθους τους», λέει ακόμη, «φαντάζεται κανείς ότι αυτό συμβαίνει επειδή κρύβουν τη φιλοσοφία τους κάτω από μορφές και αινίγματα· αλλά όταν ο Μωυσής, αφού έγραψε ιστορίες για να διδάξει ολόκληρο έθνος, του δίνει επίσης νόμους για να το κυβερνήσει, θέλουν αυτά να μην είναι παρά αβάσιμα παραμύθια, που δεν μπορούν καν να δεχθούν αλληγορική σημασία».¹⁰⁷ Γι’ αυτό και είναι ευγνώμων στον Νουμήνιο, ο οποίος κατ’ εξαίρεση, αν και μη χριστιανός, «αναγνώρισε ότι οι Γραφές μας περιείχαν αλληγορίες και όχι παραλογισμούς».¹⁰⁸

Δεν χρειαζόταν τόσο πολύ για να παραπλανηθούν βιαστικοί αναγνώστες, ήδη γεμάτοι προκαταλήψεις. Ο ίδιος ο Ωριγένης, ωστόσο, τους προειδοποιούσε: «Όποιος», έλεγε, «επιχειρήσει να διαβάσει αυτή την απολογία, θα δει ότι δεν είναι γραμμένη για τους αληθινούς πιστούς, αλλά για εκείνους που δεν έχουν γευθεί καθόλου την πίστη στον Χριστό ή για εκείνους που, όπως λέει ο Απόστολος, είναι ασθενείς στην πίστη».¹⁰⁹

Και ο άγιος Ιερώνυμος θα μπορούσε να χρησιμεύσει για να τους διαψεύσει. Όταν του καταλόγιζαν ορισμένα επιχειρήματα της πολεμικής του με τον Ιοβινιανό, επικαλούνταν ορθά, προς υπεράσπισή του, τις ανάγκες της αντιπαράθεσης και δεν παρέλειπε να παραθέσει τον Ωριγένη και το Κατά Κέλσου.¹¹⁰ Αυτή τη φορά είχε δίκιο. Αυτή η απολογητική πραγματεία δεν μας παραδίδει, ως προς το θέμα μας, τη βαθιά σκέψη του Ωριγένη. «Μερικές φορές», λέει, «δανειζόμαστε εκφράσεις από τους εθνικούς για να τους οδηγήσουμε στην πίστη».¹¹¹ Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί όλες τις συγκρίσεις που είναι κατάλληλες για να δικαιώσουν μπροστά τους τη διδασκαλία του Χριστού ή τουλάχιστον να εξουδετερώσουν τις κριτικές τους.

Μια προσεκτική ανάγνωση θα επέτρεπε ήδη, ωστόσο, να μη παρασυρθεί κανείς. Αν η αναλογία βρίσκεται πάντοτε στο πρώτο πλάνο, διάφορες παρατηρήσεις αφήνουν να μαντέψουμε ότι δεν είναι πλήρης. Το ίδιο το κυριολεκτικό νόημα του Μωυσή είναι γεμάτο αξιοπρέπεια: δεν βρίσκει κανείς σε αυτό τίποτε που να πλησιάζει την τερατώδη ιστορία του Κρόνου και τόσων άλλων.¹¹² Και οι ειδωλολατρικές αφηγήσεις δεν είναι μόνο ανήθικες και απίθανες στο γράμμα τους, το μόνο προσιτό στον απλό λαό· η εξήγηση που δίνουν γι’ αυτές οι σοφοί συχνά τους ταιριάζει πολύ άσχημα, ενώ οι βιβλικές αλληγορίες είναι «δίκαιες και καλά θεμελιωμένες».¹¹³

Πρέπει κυρίως να παρατηρηθεί ότι, αμέσως αφού διεκδικήσει για τους χριστιανούς, όπως και για τους «Έλληνες», το δικαίωμα να «αλληγορούν», ο Ωριγένης φυλάγεται από το να χρησιμοποιήσει αυτό το δικαίωμα με την ελληνική έννοια: δικαιολογεί την κυριολεκτικότητα του κατακλυσμού και της κιβωτού.¹¹⁴ Το ίδιο κάνει και για τον Πύργο της Βαβέλ, για τον οποίο αναβάλλει για άλλο σημείο την εξήγηση «και της ιστορικής σημασίας και της αναλογίας που μπορεί να συναχθεί από αυτόν».¹¹⁵ Για τα φωτισμένα πνεύματα, λέει ακόμη, οι ιστορίες της Βίβλου είναι αληθινές, αλλά περιέχουν επιπλέον ένα κρυφό νόημα.¹¹⁶ Είναι λοιπόν αδύνατο, παρά την ad hominem αξία της επιχειρηματολογίας, να συγχέουμε τα βιβλία του Μωυσή με εκείνα «του Λίνου, του Μουσαίου, του Ορφέα, του Φερεκύδη…».¹¹⁷ Ο Κέλσος δεν μπόρεσε να γράψει για τα πρώτα παρά ανοησίες, διότι «δεν γνώρισε τη φύση του Πνεύματος ούτε του Λόγου που μιλά στους Προφήτες».¹¹⁸

Αυτά τα λίγα χαρακτηριστικά μάς επιτρέπουν ήδη να το προαισθανθούμε: η πραγματική διδασκαλία του Ωριγένη, εκείνη που αναδύεται από την ίδια την εξήγησή του και που τη διατυπώνει σε όλο το έργο του, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που φαίνεται να προϋποθέτει περαστικά για να απαντήσει στον Κέλσο και η οποία, άλλωστε, δεν αποτελεί παρά ένα μέρος της απάντησής του. Σε κάθε περίπτωση την υπερβαίνει και την εντάσσει σε ένα σύνολο εντελώς άλλης έμπνευσης.

Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί, μέχρι ενός σημείου, για τη θεωρητική έκθεση του Περὶ ἀρχῶν: είναι πολύ ελλιπής, πολύ σχηματική, και δεν συμφωνεί πάντοτε με τη βιωμένη εξήγηση των σχολίων ή των ομιλιών. «Λείπουν από αυτήν, σε πολύ μεγάλο αριθμό, τα παραδείγματα· και τα παραδείγματα είναι το ουσιώδες σημείο, διότι δείχνουν πώς πρέπει να κατανοείται η γενική αρχή».¹¹⁹ Θα χρειαστεί να επανέλθουμε σε αυτό. Αλλά ήδη αυτές οι ενδείξεις αρκούν για να δείξουν ότι έχει σημασία, πάνω απ’ όλα, να βλέπουμε τον Ωριγένη εν δράσει, αντί να μένουμε σε κάποια αφηρημένη μεθοδική έκθεση ή σε μερικά εξωτερικά κείμενα, αναγκαστικά μεροληπτικά.¹²⁰

Να τον βλέπουμε εν δράσει: αυτό, πρέπει να το πούμε ξανά, είναι εκείνο που έλειψε περισσότερο. Πολλοί από τους ισχυρισμούς που υπενθυμίσαμε θα κατέρρεαν από μόνοι τους ύστερα από ανάγνωση. Αλλά ο Ωριγένης σχεδόν δεν διαβάζεται. Αν παραβλέψουμε τη ζωηρότητά της, εξηγήσιμη από την πλευρά ενός μαθητή που είχε γνωρίσει τον δάσκαλο ζωντανό, η διαμαρτυρία του Παμφίλου είναι ακόμη και σήμερα επίκαιρη:

«Βλέπουμε τους αντιπάλους του να τον κατηγορούν και να τον υβρίζουν χωρίς κανέναν σεβασμό… Με αυτό γίνονται συχνά γελοίοι… Υπάρχουν πολλοί που, αν τους ζητήσει κανείς να προσδιορίσουν το βιβλίο και το χωρίο όπου βρίσκονται οι ιδέες που πολεμούν, αναγκάζονται να ομολογήσουν ότι δεν το γνωρίζουν, ότι δεν έχουν διαβάσει ποτέ τίποτε από αυτά και ότι τα γνωρίζουν μόνο εξ ακοής…».¹²¹


Ο Ωριγένης σχεδόν δεν διαβάζεται, παρά μόνο αποσπασματικά και χωρίς να καταβάλλεται επαρκής προσπάθεια για να κατανοηθεί. Ή αλλιώς, τον προσεγγίζει κανείς με προκαταλήψεις. Όπως ο Du Perron, για τον οποίο κάθε «πνευματισμός» ήταν ύποπτος, επειδή μπορούσε να υπηρετήσει την υπόθεση του Καλβίνου —αλλά ο οποίος, με την ακατανοησία του, του έδινε ένα όπλο.¹²² Όπως πολλοί από τους συγχρόνους μας, στις προηγούμενες γενιές. Πολλαπλασιάζοντας τις τεχνητές αντιθέσεις, πεπεισμένοι ότι το γράμμα και το πνεύμα, η πραγματικότητα και το σύμβολο, η επιστήμη και η μυστική δεν μπορούν παρά να αντιτίθενται,¹²³ ωθούμενοι από τις απαιτήσεις του έργου τους να αναδεικνύουν κυρίως την ιστορική πραγματικότητα και την κυριολεκτικότητα του δόγματος, συμμετέχοντας επίσης κάποτε στην ακατανοησία του αιώνα για καθετί που υπερβαίνει τα λεγόμενα «θετικά» δεδομένα, ήταν προορισμένοι να παραγνωρίσουν τη σημασία ενός τέτοιου έργου.¹²⁴ Η αντιμυστική τους τάση αγανακτούσε με τον αδιάκοπο μυστικισμό του.

Άφησαν επίσης να τους εντυπωσιάσουν ορισμένες γενικές θεωρίες που οφείλονταν σε ορθολογιστές ιστορικούς ή σε φιλελεύθερους προτεστάντες. Για τους μεν, κληρονόμους του Platonisme dévoilé του Souverain, ο χριστιανισμός δεν ήταν παρά «το αποτέλεσμα μιας εφαρμογής ελληνικών αντιλήψεων σε ανατολικούς θρύλους»· για τους δε, μια επιστημονική δογματική είχε βαθμιαία πάρει τη θέση της πρωταρχικής πίστης, δένοντας τη θρησκεία του Χριστού στις αλυσίδες του ελληνισμού, μετατρέποντάς την σε φιλοσοφία, εισάγοντας σε αυτήν έναν λεπτό ειδωλολατρισμό· και η πνευματική ερμηνεία της Βίβλου είχε υπάρξει το μεγάλο όργανο αυτής της παραμόρφωσης, ενώ ο Ωριγένης υπήρξε ο μεγάλος εργάτης της.¹²⁵ Χωρίς να προσυπογράφουν αυτές τις θέσεις, οι καθολικοί ιστορικοί δεν ήξεραν πάντοτε να απελευθερώνονται επαρκώς από τις προοπτικές που εκείνες επέβαλλαν.

Πίστεψαν επίσης, και ορισμένοι πιστεύουν ακόμη, ότι η εξηγητική μέθοδος του Ωριγένη αποτέλεσε αντικείμενο καταδίκης,¹²⁶ ή τουλάχιστον ότι σύντομα ανησύχησε «τη μεταγενέστερη ορθοδοξία»¹²⁷ και ότι αποδοκιμάστηκε από το σύνολο των Πατέρων της Εκκλησίας.¹²⁸ Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς ένα τέτοιο ιστορικό σφάλμα, αλλά και τα καλύτερα έργα των ιστορικών της θεολογίας διαβάζονται και αυτά πολύ λίγο για να το διαλύσουν.

Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι πολλοί Έλληνες και Λατίνοι ακολουθούν ακριβώς τον Ωριγένη στα σχόλια ή στα κηρύγματά τους·¹²⁹ το σχόλιο στον άγιο Ιωάννη, για παράδειγμα, «έγινε για ολόκληρη την ελληνική Εκκλησία υπόδειγμα βιβλικής εξήγησης· αντιγράφηκε, μιμήθηκε και διατήρησε την αξία του για αιώνες, ενώ η δογματική του Ωριγένη είχε από καιρό καταδικαστεί».¹³⁰ Στη Δύση, η εξήγηση των τεσσάρων μεγάλων Διδασκάλων της λατινικής Εκκλησίας, στους οποίους πρέπει να προστεθούν ο άγιος Ιλάριος και πολλοί άλλοι, εξαρτάται στενά από τη δική του.¹³¹

Οι συντάκτες της Φιλοκαλίας είχαν αναπαραγάγει σχεδόν ολόκληρο το τέταρτο βιβλίο του Περὶ ἀρχῶν: δεν ήταν από αυτή την πλευρά που είχαν θεωρήσει φρόνιμο να φιλτράρουν τη διδασκαλία του δασκάλου τους. Από την αρχή, ο ωριγενικός αλληγορισμός είχε δεχθεί βίαιες επιθέσεις, αλλά ο Πάμφιλος δεν είχε δυσκολευθεί να αποκρούσει αυτές τις κατηγορίες.¹³² Ο πρώτος μεγάλος αντίπαλος του Ωριγένη, ο Μεθόδιος Ολύμπου, είναι πρακτικά ολοκληρωτικός μαθητής του στην εξήγηση όπως και στη μυστική.¹³³ Στο κεφάλαιο του Commonitorium όπου μιλά για τον Ωριγένη ταυτόχρονα με θαυμασμό και αυστηρότητα, ο Βικέντιος Λερίνου δεν κάνει καμία αναφορά στις αρχές της εξήγησής του.¹³⁴ Ούτε επρόκειτο να γίνει λόγος γι’ αυτές στην ωριγενιστική έριδα του 6ου αιώνα, όπου άλλωστε τόσο λίγο επρόκειτο στην πραγματικότητα για τον Ωριγένη: ο αλληγορισμός δεν εμφανίζεται ούτε στα αναθέματα του 543 ούτε σε εκείνα του 553…

Στην εγκύκλιο Providentissimus, το όνομα του Ωριγένη εγκωμιάζεται χωρίς επιφύλαξη.¹³⁵ Το σφάλμα, ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει.

Τέλος, όπως ήδη όσο ζούσε, χωρίς να το ομολογούν, μερικές φορές του κράτησαν κακία για τη μεγαλοφυΐα του.¹³⁶ Καταδίωξαν στο πρόσωπό του, χωρίς άλλωστε να την κατανοούν, μια διδασκαλία και μια πρακτική της πνευματικής νοήσεως, την οποία επίσης δεν κατανοούσαν, αλλά δεν τολμούσαν να την απορρίψουν ανοιχτά καθαυτήν. Επικίνδυνη στάση, μέσα στην προκατειλημμένη της αναζήτηση ασφάλειας. Διότι, αν είναι αλήθεια ότι υπάρχει ένας «υπερβολικός πνευματισμός», ο «υπερβολικός», αποκλειστικός κυριολεκτισμός δεν φαίνεται λιγότερο ολέθριος. Αν δεν είναι πλέον τόσο ολέθριος όσο στην εποχή του Ωριγένη, αυτό συμβαίνει επειδή τα προβλήματα που τότε συγκλόνιζαν τις συνειδήσεις έχουν χάσει για εμάς πολλή από τη ζωτική τους σοβαρότητα.

Είναι επίσης αντίθετος προς την παράδοση της Εκκλησίας. Οι χριστιανοί ιστορικοί που δεν το λησμόνησαν αυτό μπόρεσαν, ακριβώς γι’ αυτό, να αποδώσουν στον Ωριγένη δικαιότερη κρίση. Τέτοιοι είναι ένας Bardenhewer,¹³⁷ ένας Lagrange,¹³⁸ ένας Durand,¹³⁹ ένας Prat.¹⁴⁰ Τέτοιοι είναι σήμερα ο R. P. Cavallera¹⁴¹ και ο κ. κανονολόγος Bardy.¹⁴² Στην Εκκλησία του 3ου αιώνα, ο κίνδυνος του κυριολεκτισμού δεν ήταν χιμαιρικός. «Ποιος ξέρει αν η εξήγηση δεν επρόκειτο να πέσει στην πεζότητα του Αιγύπτιου χιλιαστή Νέπωτος;»¹⁴³

Μέσω του Ωριγένη ο χιλιασμός τραυματίστηκε θανάσιμα — εκείνος ο χιλιασμός τον οποίο ο Τερτυλλιανός έκανε άρθρο πίστεως και τον οποίο, τον προηγούμενο αιώνα, ο καλός Ιουστίνος θεωρούσε ότι ήταν ευρύς όταν δεν τον κανονικοποιούσε με τρόπο ρητό.¹⁴⁴

Αυτή όμως η νίκη είναι μία από τις μεγαλύτερες ανάμεσα σε εκείνες που εξασφάλισαν την καθαρότητα της πίστης. Ο Moehler διέκρινε καλά τη σημασία της. «Παντού», έγραψε, «ο Ωριγένης αναπτύσσει μια βαθιά γνώση του χριστιανισμού· παντού αναδεικνύει τον πρωτότυπο χαρακτήρα του»· άλλοι τότε μετέτρεπαν τη χριστιανική αποκάλυψη σε μια «φανταστική εικοτολογία», ενώ άλλοι της έδιναν «μια χονδροειδώς υλική ερμηνεία»: εκείνος τη διέσωσε από αυτόν τον διπλό κίνδυνο· «η μυστική ερμηνεία των Γραφών, όπως την ασκεί, βρίσκεται σε στενή σχέση με τη γέννηση μιας καθαρότερης σύλληψης του χριστιανισμού… Πρόκειται εδώ για ένα από τα πιο αξιοσημείωτα φαινόμενα της πρωταρχικής Εκκλησίας, το οποίο ποτέ δεν εκτιμήθηκε όσο του αξίζει».¹⁴⁵

Σε αυτή τη μαρτυρία αντηχούσε, λίγο αργότερα, εκείνη του Newman, ο οποίος δήλωνε στο Δοκίμιο περί της αναπτύξεως ότι «η χρήση της Γραφής με το πνευματικό της νόημα είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διδασκαλίας στην Εκκλησία».¹⁴⁶


ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΣΤΟΝ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΝΑ ΤΟΥ ΓΡΑΨΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ. ΗΤΑΝ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΕΝ ΑΛΛΑ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΕ. ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ; ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΜΗ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΩΡΙΓΕΝΗ; ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ. ΟΥΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΠΑΠΙΚΟΣ, ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ! ΠΑΣ ΜΗ ΕΛΛΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΣ.

Σημειώσεις:

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (40)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ἡ ἀντίληψη περί «ψυχῆς» κατὰ τοὺς προσωκρατικούς Ἕλληνες

δ) Ἡ αντίληψη περί «ψυχῆς» στοὺς Σοφιστές.

Τέλος, ἐπιβάλλεται νὰ ἀναφερθοῦμε, ἔστω καὶ συνοπτικῶς, στὴ χρήση τοῦ ὅρου ψυχὴ ἀπὸ τοὺς λυρικοὺς καὶ τραγικοὺς ποιητὲς καὶ νὰ καταδείξουμε τὴ σύνθετη δυναμικὴ μέσῳ τῆς ὁποίας ἄλλαξε τὸ νόημά της, ἕως ὅτου, τελικῶς, ἀπορρόφησε καὶ τὴ σημασία ποὺ τῆς ἀπέδιδαν οἱ φιλόσοφοι.

Τρεῖς εἶναι κυρίως οἱ τομεῖς τοῦ ἐννοιολογικού πλαισίου που καλύπτει ὁ ὅρος ψυχή. α) Προσδιορίζει τὴν ἔννοια τῆς ζωῆς· β) Ἀναφέρεται στὴν πολύπλοκη συγκινησιακή σφαίρα· γ) Ὑποδηλώνει όρισμένες ὄψεις τῆς ὀρθολογικότητας.

α) Όπως γνωρίζουμε, ὁ Ὅμηρος «δὲν ἀποδίδει στην ψυχή καμιά λειτουργία μέσα στὸν ζωντανό παρά μονάχα ὅτι τὸν ἐγκαταλείπει 61. Αντιθέτως, μὲ τοὺς ποιητές (Τυρταῖος, Ἀρχίλοχος, Σόλων, Θέογνις, Πίνδαρος, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Εὐριπίδης) καὶ τοὺς ἱστορικούς (Ἡρόδοτος καὶ Θουκυδίδης), ὁ ὅρος ἀποκτὰ βαθμιαία τὴν ἔννοια τῆς «ζωῆς καθ' ἑαυτήν» 62.
β) Ἄλλωστε, ὁ ὅρος ψυχὴ ἔρχεται σταδιακὰ νὰ καλύψει τὸ ἐννοιολογικό ἐκεῖνο πεδίο ποὺ στὸν Ὅμηρο ἐκάλυπταν ὅσες λέξεις ἐξέφραζαν πάθη καὶ συναισθήματα, ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ λέξεις «καρδιά», «θυμός» (ἡ συγκινησιακή ψυχή), ἀκόμη καὶ ἡ λέξη «φρήν» (βούληση, συναισθήματα τὰ ὁποῖα συνυφαίνονται μὲ τὸν νοῦ). Ὁ Dodds μᾶς παρέχει τὴν ἀκόλουθη συνοπτική εἰκόνα γιὰ ὁρισμένες ἀπὸ τις πλέον σημαντικές ἑρμηνευτικές ἐκδοχές τοῦ ὅρου ψυχή:
«Ο Ἀνακρέοντας όμως μπορεῖ νὰ λέει στὸν ἀγαπημένο του "ἐσὺ 'σαι ὁ κύριος της ψυχῆς μου"· ὁ Σημωνίδης μπορεῖ καὶ λέει ότι "παρέχει στὴν ψυχή του μιὰ εὐχάριστη ώρα" κι ἕνα ἐπιτάφιο του 6ου αἰώνα ἀπὸ τὴν Ερέτρια λέει πὼς ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ναύτη “δίνει λίγες χαρές στην ψυχή". Ἐδῶ ἡ ψυχὴ εἶναι ὁ ζωντανός ἑαυτὸς καὶ, εἰδικότερα, ὁ βουλητικός ἑαυτός. Ἡ ψυχὴ ἔχει ἀναλάβει τις λειτουργίες τοῦ ὁμηρικοῦ θυμοῦ, κι ὄχι τις λειτουργίες τοῦ ὁμηρικοῦ νοῦ. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ δὲν ὑπάρχει θεμελιώδης ἀνταγωνισμός ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σώμα· ἡ ψυχὴ εἶναι ἁπλῶς τὸ ψυχικὸ ἀντίστοιχο τοῦ σώματος. Στὴν ἀττική διάλεκτο καὶ τὰ δυὸ μποροῦν νὰ σημαίνουν "ζωή" οἱ ᾿Αθηναῖοι ἔλεγαν ἀδιάκριτα ἀγωνίζεσθαι περὶ τῆς ψυχῆς ἡ περὶ τοῦ σώματος. Καὶ σὲ ὁρισμένα κείμενα μποροῦν καὶ τὰ δυὸ νὰ σημαίνουν “άτομο”: ἔτσι, ὁ Σοφοκλῆς ἔχει τη δυνατότητα να βάζει τὸν Οἰδίποδα νὰ ἀναφέρει τὸν ἑαυτό του ὡς ἄλλοτε, "ἡ ψυχή μου", κι ἄλλοτε ὡς "τὸ σώμα μου" καὶ στις δυό περιπτώσεις μποροῦσε νὰ ἔλεγε "ἐγώ"»63.
Ακόμη καὶ συγγραφεῖς ὅπως ὁ Τυρταίος, ὁ Ἱππόναξ, ὁ Πίνδαρος, ὁ Εὐριπίδης ἐπιβεβαιώνουν ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ Dodds64.
Ὁ μελετητής, ἐν τούτοις, προσθέτει: «Στοὺς ἀττικούς δηλ. συγγραφεῖς του 5ου αιώνα, όπως καὶ στους προδρόμους τους Ἴωνες, το "ἐγώ", ποὺ δηλώνεται μὲ τὴ λέξη ψυχή, εἶναι μάλλον ὁ συναισθηματικός παρὰ ὁ λογικός ἑαυτός μας. Ἡ ψυχή θεωρεῖται ὡς ἡ ἔδρα του θάρρους, τοῦ πάθους, τοῦ οἴκτου, τοῦ ἄγχους, τῆς ζωϊκῆς ὄρεξης ἀλλὰ, πρὶν ἀπ᾿ τὸν Πλάτωνα, σπάνια, ἂν ὄχι ποτέ, ὡς ἡ ἔδρα του λογικού».65
γ) Στὸ τελευταῖο αὐτὸ χωρίο, ὁ Dodds ὑποπίπτει σὲ ἕνα διπλό σφάλμα: Ὄχι μόνον παραβλέπει καθ' ολοκληρίαν τὸν Σωκράτη (διαπράττοντας ένα σφάλμα ἀνάλογο μὲ ἐκεῖνο τοῦ Rohde), ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπολογίζει οὔτε τὰ πολυάριθμα ἀποσπάσματα τῶν τραγωδιῶν τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Εὐριπίδου στὰ ὁποῖα ἡ ἔννοια τῆς ψυχῆς παρουσιάζεται άρρηκτα συνδεδεμένη μὲ πληθώρα ἐκφράσεων ποὺ ἀναφέρονται στὴ δραστηριότητα τῆς διανοήσεως. Τοῦτο ἀπέδειξαν πολλοί μελετητές (μεταξύ αὐτῶν καὶ ὁ Sarri)66.
Θὰ παραθέσουμε ορισμένα ἀποσπάσματα που παρουσιάζουν ἰδιαίτερη σπουδαιότητα. Στὴν Ἀντιγόνη του Σοφοκλέους διαβάζουμε:
«Μὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ γνωρίζει κανεὶς τοῦ κάθε ἀνθρώπου τὴν ψυχή, τὶς ἰδέες καὶ τὴ γνώμη, πρίν δοκιμαστεῖ αὐτὸς στὴν ἐξουσία πάνω καὶ στοὺς νόμους»67.
«Βασιλιά, δὲ θὰ σοῦ πῶ πὼς ἔφθασα πολὺ βιαστικά λαχανιασμένος καὶ βάζοντας στὰ πόδια μου φτερά. Γιατί πολλὲς φορὲς στὸ δρόμο κοντοστάθηκα συλλογισμένος κι ἔκαμα μεταβολὴ γιὰ νὰ γυρίσω πίσω γιατί πολλὰ ἄκουα ποὺ μοῦ 'λεγε ἡ ψυχή μου: κακόμοιρε τί πᾶς ἐκεῖ; Κι ἂν ὁ Κρέων μάθει αὐτὰ ἀπ᾿ ἄλλον δὲν θὰ σὲ βροῦνε συμφορές;»68
«Μὴν ἔχεις λοιπὸν μιὰ μόνο γνώμη μέσα σου ἀγύριστη, ὅτι αὐτὸ ποὺ λὲς ἐσὺ εἶναι σωστὸ καὶ τίποτ' ἄλλο. Γιατί ὅποιος φαντάζεται πὼς μόνος αὐτὸς σκέφτεται σωστὰ ἢ ἔχει γλῶσσα καὶ ψυχὴ ποὺ ἄλλος δὲν ἔχει, οἱ τέτοιοι ἄνθρωποι ἂν βαθύτερα ἐξεταστοῦν δείχνουν πὼς κούφιοι εἶναι»69.
Θὰ ἀναφέρουμε, ἐπίσης, δυὸ χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν Εὐριπίδη:
«Ἐπεὶ τὸ συνετὸν γ' οἶδα σῆς ψυχῆς παρόν»70. [Μετάφραση: «Επειδή γνωρίζω καλά ότι η σύνεση είναι παρούσα στην ψυχή σου». Ερμηνευτικό Σχόλιο: Το απόσπασμα αυτό συνδέει άμεσα την ψυχή με τη διάνοια και τη λογική (τὸ συνετόν). Έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παλαιότερη ομηρική ή αρχαϊκή αντίληψη, όπου η ψυχή ήταν κυρίως η έδρα των συναισθημάτων ή απλώς η ζωτική πνοή. Εδώ ο Ευριπίδης αναγνωρίζει ότι η ψυχή διαθέτει γνωστικό και λογικό υπόβαθρο, αποτελώντας το κέντρο της ηθικής και πνευματικής συνείδησης του ατόμου.]
«Ἀλλ' ἔστι δὴ τις ἄλλος ἐν βροτοῖς ἔρως ψυχῆς δικαίας σώφρονός τε κἀγαθῆς»71. [Μετάφραση: «Αλλά υπάρχει πράγματι και ένας άλλος έρωτας ανάμεσα στους θνητούς, (ο έρωτας) για μια ψυχή που είναι δίκαιη, σώφρων και αγαθή». Ερμηνευτικό Σχόλιο: Εδώ ο Ευριπίδης εισάγει μια πολύ προοδευτική για την εποχή του ιδέα, η οποία αργότερα θα αποτελέσει τη βάση της πλατωνικής φιλοσοφίας (ο γνωστός «πλατωνικός έρως»). Διαχωρίζει τον κοινό, σαρκικό έρωτα από έναν ανώτερο, πνευματικό έρωτα. Αυτός ο δεύτερος έρως δεν στρέφεται προς την εξωτερική, σωματική ομορφιά, αλλά προς την εσωτερική ομορφιά της ψυχής, η οποία ορίζεται από τρεις μεγάλες αρετές: τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και την αγαθότητα.]

Μὲ ἀφορμὴ τὰ κείμενα αὐτά ὀφείλουμε πάντως νὰ ἐπισημάνουμε ἰδιαιτέρως τὴν ἐπιρροὴ τὴν ὁποία ἄσκησε ὁ Σωκράτης στοὺς σύγχρονους τραγικούς, καὶ κυρίως στὸν Εὐριπίδη. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Sarri, «κατὰ τὸ δεύτερο μισό του 5ου αἰῶνα π.Χ., ἡ πορεία ἐντάξεως τῆς ἀντιλήψεως τῆς ψυχῆς στις νοητικές διαδικασίες εἶναι ἀκόμη στο ἀρχικό της στάδιο»72. Ἄς μὴν λησμονούμε, βέβαια, ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἡ ὁμηρική ἀντίληψη περί ψυχῆς ἐπανέρχεται ἰδιαιτέρως σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στη μετά θάνατον ζωή.

Τὰ συμπεράσματα ποὺ ἐξάγουμε ὕστερα ἀπὸ τὴν παράθεση τῶν προσωκρατικῶν ἀντιλήψεων περὶ ψυχῆς ἐπαυξάνουν καὶ ἐνισχύουν τὰ συμπεράσματα τοῦ Dodds, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα: «...Το ψυχολογικό λεξιλόγιο τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου βρισκόταν κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα σε μεγάλη σύγχυση...»73.

Ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῆς «συν-τήξης» αὐτῆς ποὺ διακρίνει τὶς ἔννοιες τῆς ψυχῆς, θὰ ἦταν περιοριστικὸ νὰ ἐπικαλεσθοῦμε τις ἐκφράσεις τῶν τραγικῶν ποὺ ἐπισημαίνουν ορισμένοι μελετητές, με τις ὁποῖες ἡ ψυχὴ φαίνεται νὰ ὁρίζει τὸ πρόσωπο. Οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴ θέση ποὺ ὑποστηρίζουμε, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης ἦταν ἐκεῖνος ποὺ διετύπωσε καὶ ἐπέβαλε τὴ θεωρία τῆς ψυχῆς ὡς νοήσεως καὶ οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου74. Ἔτσι, ἐὰν δὲν πρόκειται γιὰ ἀντανάκλαση τῆς σωκρατικῆς διανοήσης, πρόκειται μάλλον γιὰ ἀποσπασματικές καὶ περιορισμένου βεληνεκούς προβλέψεις.

᾿Αλλὰ ἂς δοῦμε μὲ ποιον τρόπο ὁ Σωκράτης παρουσίασε αὐτὴν τὴν προβληματική, ἀπαλλάσσοντάς την ὁριστικῶς ἀπὸ τὴ μεγάλη «συν-τήξη».

Σημειώσεις


61. E. DODDS, Οἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, σ. 124.
62. F. SARRI, Socrate, σσ. 143-152.
63. E. DODDS, Οἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, σ. 124.
64. Πβ. ἀνωτ., σημ. 62.
65. E. DODDS, Οἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, σ. 125.
66. IB. F. SARRI, Socrate, σσ. 146-152.
67. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αντιγόνη, στ. 175-177, (μτφρ. Γ. Μαρκαντωνάτου), Αθήνα, Gutemberg, 1985.
68. Αὐτόθι, στ. 223-230.
69. Αὐτόθι, στ. 705-709.
70. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ. Ορέστης στ. 1180 (μτφρ. Θ. Γ. Μαυρόπουλου), ᾿Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.
71. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, ἀπ. F388 Nauck, 5. 1, 436, 1-2.
72. F. SARRI, Socrate, a. 150.
73. E. R. DODDS, Oἱ Ἕλληνες καὶ τὸ παράλογο, σ. 125.
74. Το ὅτι παρόμοιες θέσεις ἀπαντοῦν καὶ σὲ προγενέστερους ἢ σύγχρονους τοῦ Σωκράτους δὲν ἐπιβαρύνει ἐπ᾿ οὐδενὶ τὴ θεωρία αὐτή, κυρίως χάρη στο γεγονός ότι στοὺς συγγραφεῖς στοὺς ὁποίους ἐντοπίζονται τέτοιες ἀναφορές ὑπάρχουν καὶ ἀναφορές ἀντιθετικού περιεχομένου, ἐφ' ὅσον οἱ θέσεις τους πάσχουν ἀπὸ ἀπόψεως συστηματικῆς μεθόδου καὶ θεμελιώσεως.

ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΩΝ ΒΙΝΤΕΟ, ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΕΩΣ, ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΨΥΧΗ , ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ. ΚΑΙ ΔΟΞΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥΣ.

ΔΙΑΛΥΣΗ 11 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Τρίτη 2. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 11

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025

Η ευφάνταστη υπερτροφία του δικαιωματισμού

Τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι σήμερα ο αδιαμφισβήτητος θεμέλιος λίθος της πολιτικής, του δικαίου και της κυρίαρχης ιδεολογίας: μολονότι στο παρελθόν είχαν επιφανείς αντιπάλους, πλέον λαμβάνονται ως απόλυτη αλήθεια, την οποία κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει, επί ποινή διανοητικού εξοστρακισμού. Ε λοιπόν, επειδή η απαγόρευση να τίθενται ερωτήματα αντιστοιχεί σε έναν ορισμένο «ολοκληρωτισμό της σκέψης», εξεγειρόμενοι εναντίον αυτής της λογικής, καθίσταται καθήκον να αναρωτηθούμε αν, όπως και οι άλλες ιδέες που κινούν την ιστορία, αυτά αντιστοιχούν σε αλήθεια ή σε ψεύδος. Πράγματι, ο βαθμός αλήθειας ή ψεύδους της είναι εκείνος που καθιστά καλή ή κακή οποιαδήποτε ιδέα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα γίνεται στρεβλή χρήση των δικαιωμάτων. Δεν υπάρχει επιχείρηση διεθνούς αστυνόμευσης, ανθρωπιστικός πόλεμος ή ιμπεριαλιστική ενέργεια με βομβαρδισμούς, που πλέον να μη δικαιολογείται με την επίκληση υποτιθέμενων παραβιασμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν υπάρχει «δημιουργική» δικαστική απόφαση που να μην επικαλείται, ακόμη και κυρίως όταν προσβάλλει την κοινή λογική, τα δικαιώματα του ατόμου. Και δεν υπάρχει πλέον επιθυμία την οποία η κακή liberal πολιτική να μην επιχειρεί να μετατρέψει σε δικαίωμα: από τις σοδομιτικές και φεμινιστικές διεκδικήσεις, έως την αλλαγή φύλου, την ενοικίαση μήτρας, την αυθαιρεσία της μαζικής μεταναστευτικής εισβολής.

Θα μπορούσε όμως να αντιτείνει κανείς ότι μια καλή ιδέα δεν ακυρώνεται από τη διαρκή κατάχρησή της· θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι το νεότερο φυσικό δίκαιο, στις επίσημες διακηρύξεις του —1776, 1789, 1945— παραμένει ένα στέρεο και ευμενές οικοδόμημα, παρά τη σημερινή μεταμοντέρνα στρέβλωσή του. Ε λοιπόν, όπως έχουμε ήδη αρχίσει να κατανοούμε, δεν είναι έτσι. Η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κακή εξαρχής, επειδή προϋποθέτει μια πλανημένη ανθρωπολογία: εκείνη του ατόμου-ατόμου, υποτιθέμενα αυτάρκους, αφηρημένου από τις συστατικές του εντάξεις· μια ανθρωπολογία ψευδή επίσης επειδή είναι ανθρωποκεντρική, συνεπαγόμενη ότι μέτρο κάθε πράγματος είναι ο άνθρωπος. Μια διάσταση ανθρωποκεντρική και όχι θεοκεντρική, την οποία επομένως ένα θρησκευτικό πνεύμα δεν μπορεί να αποδεχθεί, παρά τα σφάλματα ποντιφίκων όπως ο Παύλος ΣΤ΄ ή ο Ιωάννης Παύλος Β΄, οι οποίοι κατά διαστήματα εμφανίστηκαν πολύ πιο ανυπόμονοι να εξαγάγουν στον κόσμο την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απ’ ό,τι ήταν να εξαγάγουν το Ευαγγέλιο.

Οι άνθρωποι των δικαιωμάτων είναι αιωρούμενα άτομα, ελεύθερα και ίσα, στερημένα από κάθε βαθιά και συστατική διάσταση του είναι τους. Όπως είδαμε, το νεότερο φυσικό δίκαιο, αντίθετα από τους κλασικούς και μεσαιωνικούς φυσικοδικαιϊστές, εξυψώνει την υποκειμενική και όχι την αντικειμενική διάσταση του δικαίου, διακηρύσσοντας όχι τόσο το δίκαιο, αλλά τα δικαιώματα, στον πληθυντικό. Δικαιώματα τα οποία έπειτα, σε κάθε επίσημη διακήρυξη, αυξάνονται σε αριθμό: τα δικαιώματα του ατομικιστή και συμβολαιοκράτη φιλελεύθερου John Locke ήταν μόνο τρία —στη ζωή, στην ελευθερία, στην ιδιοκτησία—· εκείνα του Thomas Jefferson —στο Προοίμιο της Αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας— είχαν ήδη πολλαπλασιαστεί, και πολλαπλασιάζονται περαιτέρω στη Διακήρυξη του 1789, ξεχειλίζουν σε ποσότητα στη Διακήρυξη του ΟΗΕ του 1948.

Αλλά ο άνθρωπος ως άτομο συλλαμβάνεται και από μια άλλη συγγενή ανθρωπολογία, εκείνη που γεννιέται από τη λογιστική νοοτροπία του βασιλείου του χρήματος, του καπιταλισμού, της επιχειρηματικής συναλλαγής: πρόκειται για ένα εξισωτικό και ποσοτικό μοντέλο πολύ όμοιο με εκείνο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγάλο κεφάλαιο είναι σήμερα υπέρ της μαζικής μετανάστευσης όσο και η liberal-δικαιωματιστική αριστερά, καθώς και υπέρ των δικαιωμάτων των Σοδόμων και του πιο αχόρταγου φεμινισμού.

Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες —όπως δηλώνει ο Andrea Rognoni, επιφανής μελετητής των ταυτοτήτων από τη Monza— «μιας νέας εγωλατρίας, η οποία ρίζωσε στην ψυχή των ανθρώπων, εξαιτίας της οποίας όλοι πεινούν για νέα δικαιώματα, όπως η άμβλωση, η ευθανασία, το ius soli. Είναι η κύρια οδός για την ομολογοποίηση και ο νέος πειρασμός της συλλογικής αυτοκτονίας». Δεν θα μπορούσε να το πει κανείς καλύτερα.

Πρέπει να δικαιώσουμε τον Άγγλο ωφελιμιστή Jeremy Bentham (1748-1832), ο οποίος αμφισβητούσε σκληρά την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας ότι, τελικά, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μεταφυσική: σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε, ακόμη καλύτερα, μια ανεστραμμένη μεταφυσική. Διατυπώνεται ως δεδομένο ένας αποδεικτικός ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος απολαμβάνει από τη φύση του ορισμένα δικαιώματα, αλλά αυτά τα δικαιώματα δεν φαίνονται, δεν αγγίζονται, δεν υπολογίζονται· επομένως, για τη σύγχρονη αντι-μεταφυσική νοοτροπία θα έπρεπε να θεωρούνται τουλάχιστον αμφίβολα, δεδομένου ότι η επιστημονική νεωτερικότητα υποδεικνύει ότι ό,τι διαφεύγει από τις αισθήσεις μας είναι αμφισβητήσιμο, αρχίζοντας από τον Θεό και τον υπερφυσικό κόσμο.

Εδώ, αντιθέτως, ο Θεός αρνείται ή τουλάχιστον τίθεται εντός παρενθέσεως, επειδή οι πρώτοι υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν έλεγαν ότι ήταν «εναντίον» του Θεού, ήταν κυρίως προτεστάντες ή ντεϊστές, όμως στην πράξη τον έθεταν σε δεύτερο πλάνο —etsi Deus non daretur ήταν το σύνθημα του Grotius— και έθεταν στο κέντρο τον άνθρωπο, στην πράξη ιεροποιώντας τον. Ο Bentham, από αυτή την άποψη συνεπής με την αντι-μεταφυσική του θεώρηση, αρνούνταν να πιστέψει σε αυτή τη νέα μορφή νομικής και πολιτικής μεταφυσικής. Σύμφωνα με την άθρησκη νοοτροπία του γενικευμένου σκεπτικισμού, δεν θα έπρεπε να θεωρούνται βέβαια και αδιαμφισβήτητα· αντιθέτως, η ίδια νοοτροπία τα μετέτρεψε σε πράξη βέβαιης πίστης
: ο Martin Heidegger μίλησε για τη μεταφυσική της υποκειμενικότητας, δηλαδή εκείνη τη μεταφυσική στην οποία το ανθρώπινο υποκείμενο σφετερίζεται τη θέση του Είναι.

Η ανθρωπολογία πάνω στην οποία βασίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα βυθίζει τον λόγο ύπαρξής της σε μια άλλη χίμαιρα που επινοήθηκε μεταξύ 17ου και 18ου αιώνα: την κατάσταση της φύσης. Πολλοί φιλόσοφοι και νομικοί εκείνης της περιόδου, τουλάχιστον από τον Hugo Grotius (1583-1645) και έπειτα, πείστηκαν ότι υπάρχει μια προ-κοινωνική και προ-πολιτική κατάσταση της φύσης, στην οποία ο άνθρωπος δεν είναι ακόμη κοινωνικά δεμένος με τους άλλους ανθρώπους, και αποφασίζει σε δεύτερο χρόνο να δώσει ζωή στην κοινωνία. Αυτή γεννιέται τεχνητά και βουλησιαρχικά από ένα συμβόλαιο, που συνάπτεται ανάμεσα σε άτομα τα οποία αποφασίζουν, για λόγους συμφέροντος, να εξέλθουν από αυτήν.

Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον κοινωνικό και πολιτικό ζώο, όπως υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ο Αριστοτέλης και ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης· το συμβόλαιο γίνεται αναγκαίο ακριβώς επειδή ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του κοινωνικός, αλλά είναι ακριβώς ένα άτομο, δηλαδή ένα απο-κοινωνικοποιημένο, απο-πολιτικοποιημένο και απο-ιστορικοποιημένο άτομο. Η κοινωνία που γεννιέται από ένα συμβόλαιο πρέπει να θέτει στην πρώτη θέση την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων —αν και σε αυτό το σημείο ο Thomas Hobbes δεν συμφωνούσε με τους άλλους συμβολαιοκράτες. Με τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789, η επαναστατική Γαλλία αποκτά έναν επίσημο χάρτη που τα απαριθμεί και τα διακηρύσσει. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή έγινε στόχος όλων των κυριότερων στοχαστών της εποχής, εκτός από τον Kant· οι μεγάλοι αντεπαναστάτες όπως ο de Maistre και ο de Bonald, ο Burke —πατέρας της συντηρητικής σκέψης—, ο ωφελιμιστής Bentham και έπειτα ο Hegel και ο Marx επισήμαναν, έστω με διαφορετικά επιχειρήματα και από προοπτικές μεταξύ τους ακόμη και αντίθετες, την αθεμελίωτη φύση της Διακήρυξης. Όλοι αυτοί οι στοχαστές, μολονότι τόσο μακρινοί μεταξύ τους, υποστήριξαν ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν στέκουν από θεωρητική άποψη.

Οι αντεπαναστάτες είδαν στη Διακήρυξη του 1789, αλλά γενικά σε όλη τη θεώρηση του νεότερου φυσικού δικαίου, μια επικίνδυνη αφηρητικότητα. Με την τυπική του ειρωνεία, ο Joseph de Maistre βεβαιώνει ότι έχει δει στη ζωή Γάλλους, Ιταλούς, Ρώσους, ότι γνωρίζει ακόμη, χάρη στον Montesquieu, πως μπορεί κανείς να είναι Πέρσης: «αλλά όσο για τον άνθρωπο, δηλώνω ότι δεν τον συνάντησα στη ζωή μου· αν υπάρχει, είναι ακριβώς εν αγνοία μου» —στο Σκέψεις για τη Γαλλία, 1796. Η ευφυολογία του de Maistre στρέφεται καθαρά προς τη δικαιωματιστική αφαίρεση των επαναστατών, επηρεασμένων από τη διαφωτιστική και φυσικοδικαιϊκή σκέψη· ο γράφων θα μπορούσε να προσθέσει ότι έχει δει και γνωρίσει Λομβαρδούς, Βενετούς, Καλαβρούς, Λιγουριανούς, Ρομανιόλους, Σικελούς, Βαυαρούς ή Καταλανούς. Αλλά ανθρώπους-και-μόνο, ποτέ.

Εξίσου περίφημη είναι η διατύπωση του άλλου πατέρα της Αντεπανάστασης, Louis de Bonald: «Η επανάσταση άρχισε με τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου· θα τελειώσει μόνο με τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του Θεού» —στο Législation primitive, 1802. Όσο η ανθρωπότητα δεν θα διακηρύσσει ανοιχτά τα δικαιώματα του Θεού, εκείνα του Δεκαλόγου, ιδίως τα τρία πρώτα, η επανάσταση δεν θα ηττηθεί: ένα μάθημα προς στοχασμό σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Αξιοσημείωτη από άλλες απόψεις είναι και η κριτική του Karl Marx: «Κανένα από τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν υπερβαίνει λοιπόν τον εγωιστικό άνθρωπο, τον άνθρωπο καθόσον είναι μέλος της αστικής κοινωνίας, δηλαδή άτομο στραμμένο στον εαυτό του, στο ιδιωτικό του συμφέρον και στην ιδιωτική του αυθαιρεσία, και απομονωμένο από την κοινότητα. Μακριά από το να νοείται σε αυτά ο άνθρωπος ως είδος, η ίδια η ζωή του είδους, η κοινωνία, εμφανίζεται μάλλον ως ένα εξωτερικό πλαίσιο για τα άτομα, ως περιορισμός της αρχικής τους ανεξαρτησίας» —στο Το εβραϊκό ζήτημα, 1844. Τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι λοιπόν τα δικαιώματα του ανθρώπου της αστικής κοινωνίας, εννοώντας με τον όρο αστική κοινωνία, με εγελιανό τρόπο, την αστική κοινωνία, την κοινωνία των επιχειρήσεων, την κοινωνία του εμπορίου, εκείνη που ο ίδιος ο Hegel θεωρούσε προϊόν του ζωικού βασιλείου του πνεύματος. Επομένως, και για τον Marx τα δικαιώματα δεν έχουν καθόλου εκείνον τον χαρακτήρα καθολικότητας που ισχυρίζονται ότι έχουν, αλλά είναι τέκνα μιας ορισμένης κοινωνίας και μιας ορισμένης νοοτροπίας. Και ο Jeremy Bentham, όπως είδαμε, ασκεί κριτική στον αφηρημένο και «μεταφυσικό» χαρακτήρα τους.

Όπως ειπώθηκε, με εξαίρεση τον Kant και λίγους άλλους, όλοι οι στοχαστές της εποχής ήταν ανοιχτά αντίθετοι στις διακηρύξεις των δικαιωμάτων· σήμερα αντιθέτως όλοι ή σχεδόν όλοι υποστηρίζουν την ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επειδή θεωρείται ως η σημαία μιας αντιολοκληρωτικής σκέψης, την οποία στην αριστερά θα έλεγαν αντιφασιστική και αντιναζιστική, και στη δεξιά αντικομμουνιστική. Αλλά αυτή η αντιολοκληρωτική σκέψη δεν μπορεί απολύτως να μας πει τίποτε απέναντι σε εκείνη την τεράστια νέα ολοκληρωτική δύναμη, σε μαλακή μορφή, που είναι η πλουτοκρατία.

Σε σχέση με εκείνη που είναι η νέα εξουσία που μας καθοδηγεί όλους, που μας χειραγωγεί όλους και μέσω της κατοχής των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι εντελώς ανίσχυρα· μάλιστα συμβάλλουν στην ενίσχυσή της, καθόσον συμμερίζονται την απλώς αφηρημένη και ποσοτική ανθρωπολογική και κοινωνική της θεώρηση, καθώς και την τάση να αποδομεί τις οργανικά αρθρωμένες κοινότητες.

Αυτά τα δικαιώματα έγιναν δέκα, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, όπως μαρτυρεί και ο Χάρτης της Νίκαιας —2000 και έπειτα 2007— της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον υπόκεινται στο ιστορικό γίγνεσθαι και στις συνεχείς του ενημερώσεις, δεν μπορούν να είναι κάτι απόλυτο, οριστικό, αλλά πολλαπλασιάζονται διαρκώς, και είναι ακριβώς ο βουλησιαρχικός πολλαπλασιασμός τους που μαρτυρεί την κενότητά τους. Πράγματι, αυτός ο πολλαπλασιασμός καθιστά φανερό ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου υπόκεινται στον νόμο της απουσίας ορίου: θα υπάρχουν πάντοτε νέα δικαιώματα, τα οποία αντιστοιχούν στις επιθυμίες των μεμονωμένων ατόμων. Αυτό σημαίνει ότι είναι απλώς αυθαίρετα, εξαρτώνται από την αυθαιρεσία της εξουσίας που τα θεσπίζει.

Τα συλλογικά δικαιώματα, αν έτσι θέλουμε να ονομάσουμε τις ελευθερίες των κοινοτήτων, των ενδιάμεσων σωμάτων, σχεδόν αγνοούνται: αν έπρεπε να μιλήσουμε με τη μορφή της γλώσσας των δικαιωμάτων —πράγμα που δεν αγαπώ— θα μπορούσαμε να διευρύνουμε τον αριθμό τους με τα δικαιώματα της οικογένειας, τα δικαιώματα των πόλεων και των περιφερειών, των λαών, των Κρατών. Αντιθέτως, επιμένουν εμμονικά στα δικαιώματα του ατόμου· οι συλλογικές οντότητες και οι συλλογικές ταυτότητες φαίνεται να μη μετρούν πλέον τίποτε. Η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι, στη βαθύτερη ουσία της, εντελώς ασύμβατη όχι μόνο με την υπερβατική θρησκευτική νοοτροπία, αλλά και με οποιαδήποτε κοινοτική θεώρηση της πραγματικότητας —ολιστική, θα έλεγε ο Dumont. Τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι εκείνα της ανθρώπινης σκόνης, του κονιορτοποιημένου πολιτισμού. Αυτός ο ριζικός ατομισμός, πολύ μακριά από το να αντιπροσωπεύει την αυθεντικότητα και την πρωτοτυπία καθενός μεμονωμένου ανθρώπου, τον ωθεί να είναι σαν ένας εναλλάξιμος κόκκος άμμου που χάνεται στην πλήρη μαζικοποίηση ενός πνευματικά παλινδρομημένου πολιτισμού.

Το άτομο και η μάζα είναι πράγματι στενά συνδεδεμένα: θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αυθεντικός άνθρωπος σχετίζεται με τον λαό, με τον πολιτισμό του και με τις πατρίδες, μικρές ή μεγάλες, όπως το άτομο σχετίζεται με τη μάζα. Ο ατομικισμός των δικαιωμάτων δεν είναι τίποτε άλλο παρά η άλλη όψη της ομοιομορφοποιητικής μαζικοποίησης.

Υπάρχει επιπλέον ένας προφανής δεσμός με τη νοοτροπία του homo oeconomicus: είναι χαρακτηριστικό εκείνου που δεν σκέπτεται αλλά υπολογίζει, να μη λαμβάνει υπόψη την ποιότητα και να συγκεντρώνεται στην ποσότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι για την ιδεολογία των δικαιωμάτων όλα τα ποιοτικά στοιχεία του ανθρώπου, επομένως οι εντάξεις του, παραμερίζονται, γίνεται tabula rasa από αυτά, νομίζοντας έτσι ότι θα βρεθεί ο άνθρωπος. Υπάρχει μια εξαιρετική συνοχή με την οικονομιστική σκέψη και νοοτροπία.

Μπορούμε να πούμε ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι σε τελική ανάλυση τα δικαιώματα των εμπόρων. Ό,τι δεν εμπίπτει στη σφαίρα του οικονομικού γίνεται δευτερεύον, αδιάφορο ή ακόμη και παραπλανητικό, από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί κανείς. Μολονότι ο Marx είχε ξεκινήσει από τη σωστή ενόραση, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι τα δικαιώματα του εγωιστή ανθρώπου στην αστική κοινωνία, αυτό δεν του αρκεί για να εξέλθει από τη νεωτερική νοοτροπία —την οποία μάλιστα ο ίδιος διεκδικούσε με υπερηφάνεια— και από το πρωτείο της οικονομίας. Γι’ αυτό και ο Marx παραμένει φυλακισμένος σε μια καθαρά αφηρημένη σύλληψη του ανθρώπου, ο οποίος μόνο ως μεμονωμένο άτομο μπορεί να απελευθερωθεί, έστω και μέσα στο προλεταριάτο, δηλαδή σε μια τάξη ενωμένη από το οικονομικό συμφέρον. Ο μαρξισμός δεν κατορθώνει πράγματι να αντιπαραθέσει στα δικαιώματα του ανθρώπου μια ανώτερη αρχή· αντιθέτως, με την αφαίρεση κάθε ελευθερίας δημιούργησε, κάθε φορά που ανήλθε στην εξουσία, τον εφιάλτη των κομμουνιστικών καθεστώτων. Έναν εφιάλτη όμως λιγότερο διαρκή στον χρόνο σε σχέση με το φιλελευθεροκαπιταλιστικό σύστημα, και επομένως, ακόμη και από χρονική άποψη, λιγότερο αποτελεσματικό στην καταστροφή, πρώτα απ’ όλα πνευματική, του ανθρώπινου.

Το ότι πρόκειται για θανάσιμη παγίδα το αποδεικνύει και το γεγονός ότι ο ΟΗΕ ενσωμάτωσε προοδευτικά στα έγγραφά του το δικαίωμα στην άμβλωση, το δικαίωμα στους ομοφυλοφιλικούς γάμους, το δικαίωμα να αποκτήσει κανείς παιδί με οποιοδήποτε κόστος, το δικαίωμα να αφαιρέσει τη ζωή του, κ.ο.κ. Είναι τα δικαιώματα τέκνα της Ερωτικής Επανάστασης της δεκαετίας του εξήντα, η οποία συνεχίζεται ακόμη: δεν επισημοποιήθηκαν άμεσα από τον ΟΗΕ με μια νέα Διακήρυξη, αλλά υπό την επικεφαλίδα των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων προωθούνται εδώ και δεκαετίες από τις υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών. Τα προωθούν επίσης η Ευρωπαϊκή Ένωση, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, δηλαδή της κύριας παγκόσμιας δύναμης —έστω κι αν με τις προεδρίες Trump υπήρξε τουλάχιστον μερική οπισθοχώρηση—, τα ανθρωπιστικά ιδρύματα των μεγάλων Αμερικανών καπιταλιστών και τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, με αδιάκοπη προπαγάνδα.

Το να αποκτήσει κανείς παιδί με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη και μέσω τεχνητής γονιμοποίησης, το να αφαιρέσει τη ζωή του, το να παίρνει ναρκωτικά, το να ασκεί κάθε διαστροφή, είναι όλα δικαιώματα που, ακόμη και όταν δεν έχουν ακόμη περάσει στην επίσημη νομολογία —«πολίτες, ακόμη μια προσπάθεια», θα έλεγε ο De Sade—, ήδη διακηρύσσονται αποδεικτικά ως τέτοια από τη μοναδική liberal σκέψη. Πρόκειται μόνο για το να επισημοποιηθούν, και με αυτό ασχολούνται οι διεθνείς οργανισμοί και τα πλουτοκρατικά λόμπι που ελέγχουν και τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς. Τελικά, το αν ο ΟΗΕ και η ΕΕ δηλώνουν, όπως θα ήθελαν ο Γάλλος πρόεδρος Macron και άλλοι, ότι η άμβλωση είναι ένα παγκόσμιο ανθρώπινο δικαίωμα, ή αν, όπως ήδη συμβαίνει σε πολλά έγγραφα του ΟΗΕ και του ΠΟΥ, γίνεται αναφορά σε αυτήν ως αναμφισβήτητο αναπαραγωγικό δικαίωμα, αλλάζει λίγο, διότι δυστυχώς η κυρίαρχη ιδεολογία, ανατρέποντας το νόημα του καλού και του κακού, την έχει ήδη καταστήσει αξία και δικαίωμα.

Πρέπει όμως να κάνουμε μια μικρή προσθήκη, επειδή στη σημερινή παγκόσμια κατάσταση πρέπει επίσης να είμαστε ρεαλιστές: η ιδεολογία των δικαιωμάτων μπορεί σε κάποια οριακή περίπτωση να συμβάλει συμπτωματικά στην υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά στην κανονικότητα την απογυμνώνει. Από τη χρήση των δικαιωμάτων ως εργαλείου άμυνας μπορεί παρεμπιπτόντως να προκύψει κάτι καλό, αλλά η αρχή που θεμελιώνει τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν είναι καλή καθαυτήν. Έτσι, είναι σωστό να υποστηρίζει κανείς ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα προέρχονταν από έναν καλό κορμό, που ήταν εκείνος του κλασικού και χριστιανικού φυσικού δικαίου, αλλά εκφυλίστηκαν μέσω μιας λανθασμένης νοοτροπίας και ανθρωπολογίας. Το να υποστηρίξει κανείς, για παράδειγμα, ότι τα τρία δικαιώματα του ανθρώπου που θεωρητικοποιεί ο Locke —ζωή, ελευθερία και ιδιοκτησία— είναι κακά, είναι λανθασμένο· αλλά το να υποστηρίξει ότι ο άνθρωπος έχει το καθήκον να σέβεται την ιδιοκτησία, την ελευθερία και τη ζωή των άλλων ανθρώπων είναι πολύ καλύτερο.

Σήμερα βλέπουμε τις ίσως προτελευταίες συνέπειες: ο δικαιωματισμός δεν είναι μόνο μια λανθασμένη ιδεολογία, αλλά εκβάλλει στον πιο εμφανή και επίσης πιο αποκρουστικό ηδονισμό και ναρκισσισμό, σε μια κονιορτοποιημένη κοινωνία ανίκανη να αμυνθεί τόσο απέναντι στον μαζικό ηλιογαβαλισμό όσο και απέναντι στις μεταναστευτικές εισβολές. Θριαμβεύει αληθινά εκείνη η επίγεια πόλη που βασίζεται στο amor sui, στην αγάπη του εαυτού, για την οποία μιλά ο Αυγουστίνος, σε αντίθεση προς την πόλη του Θεού, που βασίζεται στην αγάπη προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο.

Ο δικαιωματισμός είναι τέλος μια κολοσσιαία απάτη. Τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων να «παντρεύονται» και να υιοθετούν παιδιά δεν θα θεωρούνταν πριν από δεκαετίες —δεκαετίες, όχι αιώνες— απλώς τρελά; Και τα δικαιώματα των γυναικών που θέλουν να κάνουν άμβλωση: ο ειδωλολάτρης Ιπποκράτης, θεμελιωτής της ιατρικής, θεωρούσε ντροπή και προδοσία για έναν γιατρό να πραγματοποιεί άμβλωση. Και το δικαίωμα του δυστυχισμένου να δώσει στον εαυτό του τον θάνατο, δεν θα θεωρούνταν εντελώς απαράδεκτο μέχρι πριν από λίγα χρόνια;

Συνεχίζεται με: Ο πόλεμος κατά του Φυσικού Νόμου

«Όταν η νοημοσύνη γίνεται συνεργός» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Η λέξη που δικαιολογεί τα πάντα είναι το πρώτο σημάδι ενός κουρασμένου πολιτισμού.

                                            «Όταν η νοημοσύνη γίνεται συνεργός»

                                Αριστοφάνης, Οι Νεφέλες και η Διαφθορά της Γλώσσας

                                              Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Στις Νεφέλες, ο Αριστοφάνης δεν χλευάζει απλώς τους σοφιστές ή τις πνευματικές τάσεις της εποχής του: σκηνοθετεί μια βαθύτερη κρίση, η οποία αφορά τη σχέση μεταξύ γλώσσας, εκπαίδευσης και ηθικής ευθύνης. Μέσα από το «Σκεπτικό» και την παραβολή του Στρεψιάδη και του Φειδιππίδη*, η κωμωδία δείχνει πώς η νοημοσύνη, όταν χωρίζεται από το μέτρο και την ηθική, μπορεί να μεταμορφωθεί σε όργανο που δικαιολογεί τη βία και την καταπίεση. Αυτό το δοκίμιο προτείνει μια συνεχή, μη διδακτική ανάγνωση του έργου, υπογραμμίζοντας την εκπληκτική του σημασία: όχι να αναζητήσουμε αναγκαστικές αναλογίες με το παρόν, αλλά να διερευνήσουμε μια δυναμική που επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η γλώσσα σταματά να αναζητά την αλήθεια και αρχίζει να προστατεύει την εξουσία. Ο Αριστοφάνης γίνεται έτσι ένας άβολος παρατηρητής της εποχής μας, ικανός να μας υπενθυμίσει ότι η πιο επικίνδυνη διαφθορά δεν είναι αυτή που παραβιάζει τους κανόνες, αλλά αυτή που μαθαίνει να τους δικαιολογεί όλους.

«Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά που ξέρει!»

(Σφήκες, τ. 1431)


Ινσίπτ (Γιά αρχή)


Η διαφθορά σχεδόν ποτέ δεν ξεκινά με μια εντυπωσιακή πράξη. Δεν προκύπτει από μια δραματική χειρονομία, μια ανοιχτή παραβίαση ή μια πρόδηλη κατάχρηση. Ξεκινά πολύ νωρίτερα, με έναν πιο διακριτικό και αξιοσέβαστο τρόπο: όταν η γλώσσα μαθαίνει να δικαιολογεί τα πάντα . Εκείνη τη στιγμή μια κοινωνία σταματά να αμφισβητεί τον εαυτό της και αρχίζει να εξηγεί τον εαυτό της, συνεχώς, μέχρι να πειστεί ότι οτιδήποτε, αν είναι καλά τεκμηριωμένο, μπορεί να είναι νόμιμο.

Αυτός είναι ο βαθύτερος στόχος των Νεφέλων, της κωμωδίας στην οποία ο Αριστοφάνης σκηνοθετεί όχι τόσο την κρίση της Αθήνας όσο μια κρίση που επηρεάζει κυκλικά κάθε πολιτισμό: ο διαχωρισμός μεταξύ νοημοσύνης και μετριοπάθειας. Στους Στοχασμούς, έναν γκροτέσκο και φαινομενικά κωμικό χώρο, η γνώση δεν είναι πλέον η αναζήτηση της αλήθειας αλλά η άσκηση της δεξιότητας, η τεχνική του λόγου, η εκπαίδευση για τη ρητορική νίκη. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είναι σωστό, αλλά τι λειτουργεί· όχι τι είναι αληθινό, αλλά τι μπορεί να υπερασπιστεί κανείς.

Ο Αριστοφάνης γελάει, αλλά το γέλιο του δεν προσφέρει καμία παρηγοριά. Αποσυναρμολογεί την ψεύτικη σοβαρότητα, εκθέτει τον μηχανισμό και δείχνει τις συνέπειες. Και το κάνει αυτό με μια ακόμη ανησυχητική διορατικότητα: η αληθινή διαφθορά δεν προκύπτει από την άγνοια, αλλά από μια νοημοσύνη που έχει πάψει να αναγνωρίζει τα όριά της . Όταν οι λέξεις δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα, αλλά μόνο στον εαυτό τους, η καταστροφή δεν είναι πλέον πιθανή. Είναι ένα λογικό συμπέρασμα.

Υπό αυτή την έννοια, η κωμωδία του Αριστοφάνη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια απλή πολεμική εναντίον των Σοφιστών, ούτε ως μια νοσταλγική υπεράσπιση μιας χαμένης ηθικής τάξης. Ο Αριστοφάνης δεν αντιπαραθέτει ένα καθαρό παρελθόν με ένα διεφθαρμένο παρόν: σκηνοθετεί μια δυναμική, ένα κίνημα μέσα στις κοινωνίες όπου η σκέψη παύει να αναγνωρίζει μια αρχή πραγματικότητας που προηγείται αυτής. Στόχος του δεν είναι η νοημοσύνη αυτή καθαυτή, αλλά η νοημοσύνη που γιορτάζει τον εαυτό της, που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως αυτάρκη, που δεν δέχεται πλέον τίποτα έξω από τις δικές της κατασκευές. Αυτή η νοημοσύνη, όχι η άγνοια, είναι που παράγει τα πιο καταστροφικά αποτελέσματα.

Το Think Tank, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένας χώρος αποκλίνουσας διδασκαλίας, αλλά μια συμβολική μορφή γνώσης που έχει διακόψει τη σύνδεσή του με την καθημερινή ζωή. Όσοι το κατοικούν παρατηρούν τον κόσμο από ψηλά, μεταφράζοντάς τον σε τύπους, ανακωδικοποιώντας τον σε εξειδικευμένες γλώσσες, μέχρι να γίνει μη αναγνωρίσιμος σε όσους υφίστανται τις συνέπειες. Αυτή η απόσταση παράγει μια αίσθηση ασυλίας: αυτό που θεωρείται σωστά φαίνεται αυτόματα δικαιολογημένο. Είναι μια λεπτή αλλά αποφασιστική μετάβαση, επειδή σηματοδοτεί τη στιγμή που η ορθολογικότητα παύει να είναι όργανο κατανόησης και γίνεται ένα μέσο ηθικής προστασίας.

Ακόμα και σήμερα, αυτός ο μετασχηματισμός δεν συμβαίνει μέσω αναταραχής, αλλά μέσω προοδευτικών μετατοπίσεων. Η δημόσια γλώσσα είναι γεμάτη με εκφράσεις που αμβλύνουν, αφαιρούν και αποπροσωποποιούν. Οι αποφάσεις παρουσιάζονται όχι ως επιλογές, αλλά ως απαραίτητα αποτελέσματα. Οι ευθύνες διαλύονται σε διαδικασίες. Οι συνέπειες γίνονται στατιστικά στοιχεία. Δεν υπάρχει ανάγκη για σαφή κυνισμό: μια γραμματική που κάνει τα πάντα εξηγήσιμα είναι αρκετή. Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκρουση δεν είναι πλέον μεταξύ αληθούς και ψευδούς, αλλά μεταξύ περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικών αφηγήσεων. Οι λέξεις δεν χρειάζεται πλέον να αντιστοιχούν στην πραγματικότητα: πρέπει να λειτουργούν.

Εδώ ακριβώς ο Αριστοφάνης φτάνει σε ένα σημείο εξαιρετικής νεωτερικότητας. Δείχνει ότι όταν η γλώσσα χάνει τη σύνδεσή της με τα όρια, παράγει όχι μόνο σύγχυση, αλλά και μια νέα μορφή τάξης: μια τάξη με επιχειρήματα, συνεκτική, ακόμη και κομψή, που όμως δεν γνωρίζει εσωτερικούς περιορισμούς. Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλα μπορούν να ειπωθούν, αλλά ότι όλα μπορούν να ειπωθούν χωρίς συνέπειες. Σε αυτόν τον χώρο, η ενοχή δεν αρνείται, αλλά καθίσταται άσχετη· το κακό δεν δικαιολογείται ωμά, αλλά γίνεται λογικά αποδεκτό.

Η μορφή του Φειδιππίδη γίνεται έτσι κεντρική όχι ως εξαίρεση, αλλά ως αποτέλεσμα.
Ενσαρκώνει το αποτέλεσμα μιας εκπαίδευσης που μας έμαθε να σκεφτόμαστε χωρίς να μας διδάσκει να σταματάμε. Δεν είναι επαναστάτης, ούτε μηδενιστής: είναι ένα πρότυπο μαθητή. Ξέρει πώς να διακρίνει, να επιχειρηματολογεί και να ανατρέπει κατηγορίες. Έχει εσωτερικεύσει την ιδέα ότι η γλώσσα μπορεί πάντα να επιλύσει ό,τι η εμπειρία προβληματίζει. Όταν ασκεί βία, δεν το κάνει από παρόρμηση, αλλά από συνέπεια. Η βία του είναι ορθολογική, δικαιολογημένη, ακόμη και παιδαγωγική. Υπό αυτή την έννοια, ο Αριστοφάνης υποστηρίζει ότι το πραγματικό γενεαλογικό χάσμα δεν συμβαίνει όταν τα παιδιά απορρίπτουν τους πατέρες τους, αλλά όταν μαθαίνουν να αποδεικνύουν ότι οι πατέρες τους κάνουν λάθος.

Η ουσία του ζητήματος, λοιπόν, δεν είναι η απουσία αξιών, αλλά η άπειρη επαναδιαπραγματευσιμότητά τους. Όταν όλα μπορούν να επαναπροσδιοριστούν, τίποτα δεν στέκει. Η οικογένεια, η εξουσία, το χρέος και η ευθύνη παύουν να είναι βιωμένες εμπειρίες και γίνονται έννοιες που μπορούν να συζητηθούν. Η σκέψη δεν μετριέται πλέον με την ικανότητα να φέρει το βάρος των συνεπειών, αλλά με την ικανότητα με την οποία καταφέρνει να αναδιατυπώσει τους όρους του προβλήματος. Είναι μια τυπική νίκη, αλλά μια νίκη που αφήνει πίσω της ένα αυξανόμενο κενό. Γιατί αυτό που εξηγείται συνεχώς, αργά ή γρήγορα, παύει να γίνεται αισθητό.

Αυτό το απόσπασμα υλοποιεί μια από τις πιο βαθιές ιδέες του Αριστοφάνη: μια κοινωνία μπορεί να γίνει εξαιρετικά έξυπνη και, ταυτόχρονα, ριζικά ανεύθυνη. Μπορεί να τελειοποιεί ασταμάτητα τα εννοιολογικά της εργαλεία και να χάνει κάθε αίσθηση αναλογίας. Μπορεί να μιλάει ασταμάτητα για την ελευθερία και να παράγει νέες μορφές κυριαρχίας, πιο ανεπαίσθητες επειδή εσωτερικεύονται. Δεν έχει νόημα να επιβάλλεις, όταν μπορείς να πείσεις· δεν έχει νόημα να απαγορεύεις, όταν μπορείς να αναδιαρθρώσεις το νόημα των λέξεων.

Το γέλιο, στην κωμωδία, παίζει ρόλο ακριβώς εδώ. Όχι ως διαφυγή, αλλά ως το απόλυτο όργανο της αλήθειας. Ο Αριστοφάνης γελάει εκεί που ο σοβαρός λόγος έχει ήδη τεθεί σε κίνδυνο. Γελοιοποιεί αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι ανέγγιχτο, αποδομώντας την αυθεντία της γλώσσας εκθέτοντας τα παράδοξα αποτελέσματά της. Το γέλιο δεν επιχειρηματολογεί: εκθέτει. Δεν καταδεικνύει: αποκαλύπτει. Με αυτή την έννοια, είναι πιο ειλικρινές από πολλές θεωρητικές κατασκευές, επειδή επαναφέρει τη σκέψη στο σώμα, στα όρια, στην υπερβολή.

Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που η εποχή μας, τόσο επιρρεπής σε μόνιμη αγανάκτηση, αγωνίζεται να κατανοήσει πλήρως το μάθημα του Αριστοφάνη. Η αγανάκτηση ηθικοποιεί, το γέλιο αποκαλύπτει. Η αγανάκτηση διχάζει, το γέλιο αναδιατυπώνει. Μια κοινωνία που δεν ξέρει πλέον πώς να γελάει με τις δικές της δικαιολογίες είναι μια κοινωνία που έχει ήδη αποδεχτεί τη ρητορική της ως πεπρωμένο. Και όταν η γλώσσα γίνεται πεπρωμένο, η ελευθερία περιορίζεται σε μια καλά εξηγημένη λέξη.

Η δύναμη των Νεφέλων, λοιπόν, έγκειται στην άρνησή τους να προσφέρουν λύσεις. Ο Αριστοφάνης δεν προτείνει μια εναλλακτική πορεία, δεν προτείνει ένα σωστό εκπαιδευτικό μοντέλο, δεν ανακατασκευάζει μια ηθική τάξη για την οποία θα πρέπει να μετανιώσουμε. Απλώς δείχνει μια πορεία. Και ακριβώς αυτή η νηφαλιότητα κάνει την κριτική του ακόμα επίκαιρη. Δεν λέει τι να κάνουμε, αλλά τι συμβαίνει όταν σταματάμε να αμφισβητούμε τη σχέση μεταξύ λόγου και πραγματικότητας, μεταξύ νοημοσύνης και ευθύνης.

Υπό αυτή την έννοια, η κωμωδία του είναι λιγότερο αισιόδοξη από ό,τι φαίνεται, αλλά και λιγότερο απελπισμένη. Δεν καταγγέλλει μια μη αναστρέψιμη παρακμή, αλλά μάλλον μια διαρκώς παρούσα πιθανότητα: αυτή τού να αναγνωρίσουμε, την ίδια στιγμή που γελάμε, ότι κάτι δεν πάει καλά. Το γέλιο τότε γίνεται μια χειρονομία διαύγειας, μια διακοπή στη ροή της επιχειρηματολογίας, μια παύση στην οποία η σκέψη αναγκάζεται να εξετάσει τον εαυτό της.

Ίσως αυτό είναι το πιο άβολο μάθημα που παραδίδει ο Αριστοφάνης στο παρόν: δεν είναι το λάθος που καταστρέφει έναν πολιτισμό, αλλά η ικανότητά του να τον δικαιολογεί χωρίς να κοκκινίζει . Όσο υπάρχει χάσμα μεταξύ αυτού που λέμε και αυτού που είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε, υπάρχει ακόμα περιθώριο για αντίσταση. Αλλά όταν η γλώσσα καταφέρνει να κάνει τα πάντα αποδεκτά, όταν η νοημοσύνη γίνεται συνένοχη στην επιτυχία της, τότε η διαφθορά δεν εμφανίζεται πλέον ως ελάττωμα. Εμφανίζεται ως λογικό συμπέρασμα.

Και ενάντια σε ένα λογικό συμπέρασμα, οι νέες εξηγήσεις δεν αρκούν. Χρειάζεται μια παλαιότερη και σπανιότερη χειρονομία: η αναγνώριση των ορίων. Ο Αριστοφάνης δεν το κηρύττει, το σκηνοθετεί. Και με αυτόν τον τρόπο, μας υπενθυμίζει ότι ένας πολιτισμός καταρρέει όχι όταν παύει να γνωρίζει, αλλά όταν σταματά να αναρωτιέται πόσο μακριά είναι διατεθειμένος να φτάσει με αυτά που γνωρίζει.

*Σημείωση προς τον αναγνώστη

Τα ονόματα του Στρεψιάδη και του Φειδιππίδη εμφανίζονται στο δοκίμιο χωρίς καμία σαφή αφηγηματική ανακατασκευή. Αξίζει να διευκρινιστεί εν συντομία η λειτουργία τους στις Νεφέλες του Αριστοφάνη .

Ο Στρεψιάδης είναι ένας χρεωμένος Αθηναίος πολίτης που αναζητά στη νέα γνώση των Σοφιστών όχι μια κατανόηση του κόσμου, αλλά ένα μέσο για να ξεφύγει από τις ευθύνες του. Μη μπορώντας να μάθει ο ίδιος την τέχνη του λόγου, εμπιστεύεται τον γιο του Φειδιππίδη στις διδασκαλίες του Στοχασμού. Ο νεαρός αφομοιώνει τέλεια τη ρητορική τεχνική και καταδεικνύει τις ακραίες συνέπειές της: μαθαίνει να δικαιολογεί τα πάντα, ακόμη και στο σημείο να νομιμοποιεί τη βία εναντίον του πατέρα του.

Αυτή η παραβολή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια απλή οικογενειακή σάτιρα, αλλά ως μια συμβολική φιγούρα. Ο Αριστοφάνης δείχνει πώς μια νοημοσύνη αποκομμένη από το μέτρο και την ηθική δεν διορθώνει τα ελαττώματα, αλλά μάλλον τα καθιστά πιο αποτελεσματικά· και πώς μια εκπαίδευση που διδάσκει κάποιον να σκέφτεται χωρίς να διδάσκει τον εαυτό του να σταματά δεν παράγει ελευθερία, αλλά μια νέα μορφή ορθολογικής κυριαρχίας. Ο Στρεψιάδης και ο Φειδιππίδης δεν είναι ηθικές εξαιρέσεις, αλλά μάλλον τα συνεκτικά αποτελέσματα μιας γλώσσας που έχει πάψει να αναγνωρίζει όρια.

Το Συντακτικό Προσωπικό

«Εξουσία: Η λέξη που έχουμε πάψει να καταλαβαίνουμε» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Η κρίση εξουσίας στη σύγχρονη Δύση.

                             «Εξουσία: Η λέξη που έχουμε σταματήσει να καταλαβαίνουμε»

Επειδή η Δύση έχει μετατρέψει την εξουσία σε καχυποψία και την αναγνώριση σε σύγκρουση.

                                                  Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Ένα ιστορικό και φιλοσοφικό ταξίδι σε μια από τις πιο παρεξηγημένες λέξεις της εποχής μας. Από τη Ρώμη έως τη νεωτερικότητα, η αρχική έννοια του auctoritas έχει σταδιακά ξεθωριάσει για να συμπέσει με την κυριαρχία και την επιβολή. Τι συμβαίνει όμως σε μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζει πλέον καμία εξουσία; Ανάμεσα σε μια εκπαιδευτική κρίση, τον ατομικισμό και την απονομιμοποίηση των θεσμών, ο κίνδυνος δεν είναι η απόλυτη απελευθέρωση, αλλά μάλλον η απώλεια κάθε κοινού εδάφους.

«Ένας πολιτισμός αρχίζει να διαλύεται όχι όταν χάνει τη δύναμή του,
αλλά όταν παύει να αναγνωρίζει τι εξουσία 
έχει».

Η λέξη που γεννά δυσπιστία

Υπάρχουν λέξεις που, με την πάροδο του χρόνου, αλλάζουν νόημα χωρίς να το προσέχουμε πραγματικά. Συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται, αλλά σιγά σιγά παύουν να υποδηλώνουν αυτό που αντιπροσώπευαν για αιώνες. Η «εξουσία» είναι μία από αυτές. Σήμερα, η απλή προφορά της φέρνει αμέσως στο νου αρνητικές εικόνες: έλεγχος, καταστολή, επιβολή, κακοποίηση. Οι σύγχρονες ευαισθησίες την αντιλαμβάνονται σχεδόν ως μια έμμεση απειλή για την ατομική ελευθερία.

Ωστόσο, αυτή η αυτόματη ταύτιση εξουσίας και καταπίεσης είναι σχετικά πρόσφατη στην ιστορία της Δύσης. Για πολλούς αιώνες, η εξουσία δεν θεωρούνταν το αντίθετο της ελευθερίας, αλλά μάλλον μια από τις προϋποθέσεις που έκαναν δυνατή την κοινωνική συνύπαρξη. Μια κοινωνία ευδοκιμεί όχι μόνο με βάση τα δικαιώματα, αλλά και με την κοινή αναγνώριση: αξιόπιστες προσωπικότητες, έγκυρα λόγια, όρια που αναγνωρίζονται ως νόμιμα.

Η σύγχρονη κρίση εξουσίας προκύπτει πάνω απ' όλα όταν κάθε μορφή καθετότητας ερμηνεύεται ως αυθαίρετη. Η φιγούρα του δασκάλου γίνεται ύποπτη, ο πατέρας υποβιβάζεται σε βιολογική λειτουργία, οι θεσμοί εμφανίζονται αυτόματα καταπιεστικοί και η παράδοση γίνεται αντιληπτή ως εμπόδιο στην ατομική αυθεντικότητα. Σε αυτό το πολιτισμικό κλίμα, η εξουσία παύει να είναι κάτι που καθοδηγεί και γίνεται κάτι που πρέπει να κατεδαφιστεί.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο εικοστός αιώνας τροφοδότησε αυτόν τον μετασχηματισμό. Οι ευρωπαϊκές δικτατορίες, οι ολοκληρωτισμοί και οι απόλυτες ιδεολογίες άφησαν μια βαθιά ουλή στη δυτική συνείδηση. Μετά το Άουσβιτς, μετά τον φασισμό και τον σοβιετικό κομμουνισμό, η καχυποψία για κάθε εξουσία φαινόταν σχεδόν αναπόφευκτη. Αλλά αυτό το ιστορικό τραύμα οδήγησε επίσης σε μια επικίνδυνη απλοποίηση: την πεποίθηση ότι κάθε εξουσία οδηγεί αναπόφευκτα στην καταπίεση.

Η Χάνα Άρεντ παρατήρησε ότι η σύγχρονη κρίση της εξουσίας δεν συμπίπτει με την εξαφάνιση της εξουσίας, αλλά με τη διάλυση της αρχής που νομιμοποιεί την εξουσία. Και όταν η εξουσία διαλύεται, η ελευθερία δεν αναδύεται αυτόματα: συχνά αναδύεται μόνο ένα κενό. Ένα κενό που γεμίζεται από τη συμμόρφωση, την κοινωνική πίεση ή την απρόσωπη δύναμη των μαζών.

«Η εξουσία αποκλείει τη χρήση εξωτερικών μέσων καταναγκασμού.»
— Χάνα Άρεντ, Μεταξύ Παρελθόντος και Μέλλοντος


Auctoritas: η αρχική ρωμαϊκή έννοια

Για να κατανοήσουμε πραγματικά τη σύγχρονη κρίση της εξουσίας, πρέπει να επιστρέψουμε στον πολιτισμό που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον καθόρισε την πολιτική και συμβολική της σημασία: τη Ρώμη. Εκεί γεννήθηκε η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ potestas και auctoritas, μια διαφορά που σήμερα φαίνεται σχεδόν να έχει εξαλειφθεί από την κοινή γλώσσα.

Η Potestas ήταν η επίσημη εξουσία: το δικαίωμα να διοικούν, να κρίνουν και να επιβάλλουν αποφάσεις. Ανήκε σε δικαστές, δημόσιους αξιωματούχους και κρατικούς θεσμούς. Η Auctoritas, από την άλλη πλευρά, ήταν κάτι λιγότερο ορατό αλλά πιο βαθύ. Δεν προερχόταν από τη βία, αλλά από τη συλλογική αναγνώριση. Ήταν ηθικό κύρος, αξιοπιστία που αποκτήθηκε μέσω της εμπειρίας και μια σύνδεση με την παράδοση και τη συνέχεια της κοινότητας.

Η Ρωμαϊκή Γερουσία ενσάρκωσε τέλεια αυτή την ιδέα. Πολλοί γερουσιαστές δεν κατείχαν απόλυτη εξουσία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά τα λόγια τους είχαν βαρύτητα επειδή ενσάρκωναν τη μνήμη της Ρώμης. Η εξουσία δεν επιβαλλόταν μέσω βίας: βασιζόταν σε συμβολική συναίνεση. Ήταν, ουσιαστικά, μια αρχή νομιμότητας.

Ακόμα και η ετυμολογία μας βοηθά να κατανοήσουμε το βάθος της έννοιας. Η λέξη Auctoritas προέρχεται από το augere , «αυξάνω». Η εξουσία, αρχικά, ούτε μείωνε ούτε καταπιέζει: αύξανε την κοινή πραγματικότητα, εδραίωνε τον κοινό κόσμο, έκανε δυνατή την ιστορική συνέχεια. Ο author ήταν αυτός που έκανε κάτι να αναπτυχθεί: μια πόλη, έναν νόμο, μια παράδοση, μια κοινότητα.

Αυτή η έννοια απέχει πολύ από τις σύγχρονες ευαισθησίες, οι οποίες τείνουν να ερμηνεύουν οποιαδήποτε μορφή συμβολικής ανωτερότητας ως κατάχρηση. Για τους Ρωμαίους, ωστόσο, η κοινωνία δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς μια αναγνωρισμένη ιεραρχία αξιών, εμπειριών και ευθυνών. Η εξουσία δεν ήταν το αντίθετο της ελευθερίας, αλλά το αόρατο δοχείο της.

Όταν αυτή η διάκριση χάνεται, όλα τείνουν να θολώνουν. Κάθε εντολή φαίνεται αυθαίρετη, κάθε όριο καταπιεστικό, κάθε παράδοση ύποπτη. Ωστόσο, μια κοινότητα που δεν αναγνωρίζει πλέον καμία εξουσία κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να μεταδίδει τον εαυτό της με την πάροδο του χρόνου.

«Οι άνθρωποι σέβονται αυτό που αναγνωρίζουν ως ανώτερο.»
— Κικέρων, Περί Δημοκρατίας


Η εξουσία ως το αόρατο θεμέλιο του πολιτισμού

Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η εξουσία δεν γινόταν αντιληπτή ως ξένη ή καταπιεστική παρουσία, αλλά ως η αόρατη αρχή που έκανε δυνατή τη συνέχεια της κοινότητας. Δεν υπήρχε μόνο στους πολιτικούς θεσμούς: διαπερνούσε την οικογένεια, το σχολείο, τη θρησκεία, τη γλώσσα, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ένας πολιτισμός μετέδιδε μνήμη και νόημα στις νέες γενιές.

Κάθε κοινωνία, στην πραγματικότητα, ευδοκιμεί σε κάτι που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Υπάρχουν αξίες, σύμβολα, παραδόσεις και μορφές που πρέπει να αναγνωριστούν πριν καν συζητηθούν. Ακριβώς αυτή η προκαταρκτική αναγνώριση αποτελεί τον πυρήνα της εξουσίας. Δεν είναι η τυφλή υπακοή, αλλά η επίγνωση ότι καμία κοινότητα δεν μπορεί να επιβιώσει αν κάθε αρχή αμφισβητείται ριζικά με κάθε γενιά.

Στον δυτικό πολιτισμό, η εξουσία ιστορικά εκπλήρωνε αυτή τη λειτουργία της συνέχειας. Ο δάσκαλος αντιπροσώπευε τη γνώση που έπρεπε να μεταδοθεί, ο πατέρας ενσάρκωνε την ευθύνη για το μέλλον, οι θεσμοί διατήρησαν μια συλλογική μνήμη που υπερέβαινε το άτομο. Η Εκκλησία, επίσης, ανεξάρτητα από την προσωπική πίστη, άσκησε για αιώνες μια συμβολική εξουσία ικανή να προσδώσει πολιτιστική συνοχή στην Ευρώπη.

Η νεωτερικότητα, ωστόσο, έχει σταδιακά διαβρώσει αυτές τις δομές. Ο σύγχρονος ατομικισμός τείνει να θεωρεί αυθεντικό μόνο αυτό που προκύπτει από τον εαυτό. Όλα όσα προηγούνται του ατόμου - παράδοση, κληρονομιά, εξουσία - βιώνονται ως περιορισμός και όχι ως θεμέλιο. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που αγωνιά ολοένα και περισσότερο να μεταδώσει σταθερές αξίες, φοβούμενη ότι οποιαδήποτε μετάδοση θα μπορούσε να μετατραπεί σε επιβολή.

Η Χάνα Άρεντ είδε καθαρά αυτή τη μετάβαση. Σύμφωνα με τη Γερμανίδα φιλόσοφο, η κρίση της εξουσίας συμπίπτει με την κρίση της μετάδοσης του κόσμου. Οι ενήλικες παύουν να αισθάνονται υπεύθυνοι για όσα πρέπει να μεταδώσουν στους νέους και η κοινωνία χάνει προοδευτικά την ιστορική της συνέχεια.

Όταν κανείς δεν θεωρείται αυταρχικός, δεν προκύπτει αυτόματα μια πιο ελεύθερη κοινότητα. Συχνά, απλώς δημιουργεί μια πιο εύθραυστη κοινότητα, ανίκανη να διακρίνει μεταξύ εμπειρίας και αυτοσχεδιασμού, μεταξύ γνώσης και γνώμης, μεταξύ καθοδήγησης και χειραγώγησης.

«Η εκπαίδευση είναι το σημείο στο οποίο αποφασίζουμε αν αγαπάμε τον κόσμο αρκετά ώστε να αναλάβουμε την ευθύνη γι' αυτόν.»

- Χάνα Άρεντ, Η Κρίση της Εκπαίδευσης

Όταν η εξουσία γίνεται απλώς δύναμη


Η σύγχρονη κρίση εξουσίας δεν προέκυψε από το πουθενά. Έχει τις ρίζες της στις τραγωδίες του εικοστού αιώνα, του αιώνα στον οποίο η πολιτική και ιδεολογική εξουσία πέτυχε μορφές ελέγχου που δεν είχαν ξαναδεί στην ευρωπαϊκή ιστορία. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο σοβιετικός κομμουνισμός μετέτρεψαν την υπακοή σε απόλυτο όργανο κυριαρχίας. Εκατομμύρια άνθρωποι έβλεπαν την εξουσία όχι ως καθοδήγηση ή νομιμότητα, αλλά ως έναν καταναγκαστικό μηχανισμό ικανό να εισβάλει σε κάθε γωνιά της ανθρώπινης ζωής.

Ήταν ένας αποφασιστικός μετασχηματισμός. Για αιώνες, η Δύση διακρίνει την εξουσία από την τυραννία. Μετά τον ολοκληρωτισμό, αυτή η διάκριση άρχισε σιγά σιγά να διαλύεται. Η εξουσία γινόταν όλο και περισσότερο αντιληπτή ως το πρώτο βήμα προς την καταπίεση. Με άλλα λόγια: αν κάποιος απαιτεί αναγνώριση ως αυταρχικός, τότε αναπόφευκτα θέλει να κυριαρχήσει.

Αυτή η ιστορική αντίδραση ήταν κατανοητή. Μετά το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ, η δυσπιστία στις κάθετες δομές φαινόταν σχεδόν ηθικό καθήκον. Αλλά παράλληλα με την απαραίτητη κριτική των καταπιεστικών συστημάτων, αναπτύχθηκε και μια πιο ριζοσπαστική διαδικασία: η απονομιμοποίηση κάθε μορφής εξουσίας. Όχι μόνο ο δικτάτορας ή το καθεστώς, αλλά και ο δάσκαλος, ο πατέρας, ο ιερέας, ο καθηγητής, ακόμη και ο ειδικός, άρχισαν να αντιμετωπίζονται με καχυποψία.

Το κίνημα του '68 αντιπροσώπευε συμβολικά αυτή την πολιτισμική μετατόπιση. Οι διαμαρτυρίες δεν στόχευαν μόνο την πολιτική εξουσία, αλλά και την ίδια την ιδέα της ιεραρχίας. Κάθε καθετότητα ερμηνεύτηκε ως συμβολική βία. Η απελευθέρωση συνέπεσε με την ανατροπή των παραδοσιακών αρχών.

Αυτός ο μετασχηματισμός τροφοδοτήθηκε επίσης από ένα μακροχρόνιο φιλοσοφικό κίνημα που αμφισβήτησε προοδευτικά τα συμβολικά θεμέλια της Δύσης. Ο Νίτσε ήταν ένας από τους πρώτους στοχαστές που αντιλήφθηκαν ότι η νεωτερικότητα θα κατέστρεφε τις παραδοσιακές αρχές που κληρονομήθηκαν από τη θρησκεία, την ηθική και τη μεταφυσική. Η περίφημη διακήρυξη του «θανάτου του Θεού» υποδήλωνε όχι μόνο μια θρησκευτική κρίση, αλλά και τη διάλυση κάθε θεμελίου που αναγνωρίζεται ως ανώτερο.

Με τον Νίτσε, η εξουσία δεν εμφανίζεται πλέον ως σταθερή αρχή, αλλά ως ιστορικό κατασκεύασμα που αποκρύπτει σχέσεις εξουσίας, συμφέροντα και τη θέληση για κυριαρχία. Μεγάλο μέρος της σύγχρονης σκέψης θα κληρονομήσει αυτή τη ριζική δυσπιστία απέναντι σε κάθε αλήθεια που μεταβιβάζεται ως νόμιμη.

Ωστόσο, η εξάλειψη της εξουσίας δεν σημαίνει εξάλειψη της εξουσίας. Αντίθετα, σημαίνει δημιουργία χώρου για νέες μορφές, συχνά πιο αόρατες και λιγότερο αναγνωρίσιμες. Οι σύγχρονες κοινωνίες, στην πραγματικότητα, συνεχίζουν να επηρεάζονται βαθιά από αυταρχικές δυναμικές: πολιτισμικές τάσεις, κομφορμισμό των μέσων ενημέρωσης, αλγόριθμους, κοινωνική πίεση, ψηφιακή συναίνεση. Η εξουσία δεν εξαφανίζεται· αλλάζει πρόσωπο.

Το σύγχρονο παράδοξο είναι το εξής: καθώς η παραδοσιακή εξουσία απορρίπτεται στο όνομα της ελευθερίας, αναδύονται νέες μορφές εξαρτημένης μάθησης, στερούμενες λογοδοσίας και συμβολικής νομιμότητας. Δεν υπάρχουν πλέον αναγνωρισμένες εξουσιαστικές φιγούρες, αλλά απρόσωποι μηχανισμοί που καθοδηγούν τις επιθυμίες, τη γλώσσα και τη συμπεριφορά χωρίς να αυτοανακηρύσσονται αυθεντίες.

«Ο χειρότερος αναλφάβητος θα είναι ο πολιτικά αναλφάβητος.»
- Μπέρτολτ Μπρεχτ


Η οριζόντια κοινωνία και η κρίση αναγνώρισης

Η σύγχρονη κοινωνία αρέσκεται να αυτοπροσδιορίζεται ως «οριζόντια». Είναι ένας όρος που υποδηλώνει χειραφέτηση, ισότητα και απόρριψη των παραδοσιακών ιεραρχιών. Όλοι μπορούν να μιλήσουν, να εκφραστούν και να συμμετέχουν σε δημόσιους χώρους. Οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν ριζοσπαστικοποιήσει αυτόν τον μετασχηματισμό: κάθε άτομο έχει φωνή, κάθε γνώμη μπορεί να αποκτήσει άμεση προβολή, κάθε εμπειρογνωμοσύνη μπορεί να αμφισβητηθεί σε πραγματικό χρόνο.

Επιφανειακά, αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική εκδημοκρατικοποίηση της γνώσης και της συμμετοχής. Στην πραγματικότητα, αυτή η οριζόντια προσέγγιση έχει επίσης οδηγήσει σε μια βαθιά κρίση αναγνώρισης. Εάν κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρος χωρίς να υποψιαστεί αμέσως ότι ασκεί εξουσία, τότε καθίσταται δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ εμπειρίας και αυτοσχεδιασμού, μεταξύ γνώσης και απλής έκθεσης στα μέσα ενημέρωσης.

Η φιγούρα του εκπαιδευτικού, που κάποτε ήταν κεντρική στη μετάδοση πολιτισμών, φαίνεται ολοένα και πιο αποδυναμωμένη. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει συνεχώς να δικαιολογούν την εξουσία τους. Οι γονείς φοβούνται την επιβολή οποιωνδήποτε ορίων. Οι ειδικοί σχετικοποιούνται από τις στιγμιαίες απόψεις των κοινωνικών δικτύων. Η συνέπεια δεν είναι απαραίτητα μεγαλύτερη κριτική ελευθερία, αλλά συχνά μια αυξανόμενη σύγχυση μεταξύ εξουσίας και δημοτικότητας.

Ο Μισέλ Φουκώ προχώρησε ακόμη περισσότερο σε αυτήν την ερμηνεία. Για τον Γάλλο φιλόσοφο, η σύγχρονη εξουσία δεν λειτουργεί πρωτίστως μέσω σαφώς αναγνωρίσιμων αυταρχικών μορφών, αλλά μέσω εκτεταμένων δικτύων ελέγχου, γλωσσών, κοινωνικών πρακτικών και πολιτισμικών μηχανισμών. Η εξουσία δεν εξαφανίζεται: αλλάζει μορφή. Γίνεται καθημερινή, αόρατη, απρόσωπη. Κυριαρχεί όχι μόνο μέσω του νόμου ή των θεσμών, αλλά διεισδύοντας σε συμπεριφορές, συνήθειες, ακόμη και τρόπους σκέψης.

Είναι ένα από τα μεγάλα σύγχρονα παράδοξα. Καθώς η παραδοσιακή εξουσία απονομιμοποιείται, αναπτύσσονται μορφές επιρροής που είναι ολοένα και πιο διαδεδομένες και δύσκολο να εντοπιστούν. Η κυριαρχία δεν καταργείται· απλώς μετασχηματίζεται.

Σε αυτό το σενάριο, αναδύεται μια νέα μορφή νομιμότητας: η άμεση συναίνεση. Η εξουσία κάποτε απαιτούσε μονιμότητα, εμπειρία, συνέχεια και δημόσια λογοδοσία. Η αξιοπιστία οικοδομούνταν αργά, με την πάροδο του χρόνου και μέσω της κρίσης γενεών. Σήμερα, ωστόσο, επικρατεί η λογική της μόνιμης έκθεσης. Η αυθεντία αντικαθίσταται από την ορατή φιγούρα.

Η ψηφιακή συναίνεση λειτουργεί σύμφωνα με μια δυναμική αντίθετη από αυτή της αρχαίας αυθεντίας : δεν χτίζει αναγνώριση με την πάροδο του χρόνου, αλλά μάλλον άμεση προσοχή. Ο αλγόριθμος ανταμείβει τον συναισθηματικό αντίκτυπο έναντι του βάθους, την ταχύτητα έναντι της αναστοχασμού. Αυτό που προκύπτει δεν είναι απαραίτητα αυτό που κατέχει μεγαλύτερη αλήθεια ή εμπειρία, αλλά μάλλον αυτό που καταφέρνει να καταλαμβάνει συνεχώς τον χώρο της συλλογικής προσοχής.

Αυτός ο μετασχηματισμός αλλάζει επίσης τη σχέση μεταξύ χρόνου και νομιμότητας. Η παραδοσιακή εξουσία αναδύθηκε αργά: απαιτούσε εμπειρία, συνέχεια, δημόσια ευθύνη και την ικανότητα πλοήγησης στις κρίσεις γενεών. Η ψηφιακή κοινωνία, από την άλλη πλευρά, ευνοεί την αμεσότητα. Ό,τι δεν δημιουργεί στιγμιαία αντίδραση τείνει να εξαφανίζεται.

Για αυτόν τον λόγο, η εμπειρογνωμοσύνη δυσκολεύεται ολοένα και περισσότερο να επιβληθεί στον δημόσιο διάλογο. Η γνώση απαιτεί χρόνο, εις βάθος ανάλυση, και συχνά ακόμη και σιωπή. Η ψηφιακή ορατότητα, από την άλλη πλευρά, ανταμείβει την ταχύτητα, την απλοποίηση και τον συναισθηματικό αντίκτυπο. Δεν είναι απαραίτητα το πιο αληθινό ή στέρεο περιεχόμενο που προκύπτει, αλλά μάλλον αυτό που είναι πιο ικανό να τραβήξει την προσοχή.

Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της εξουσίας συμπίπτει επίσης με μια κρίση μονιμότητας. Η αξιοπιστία, η οποία κάποτε χτιζόταν αργά, αντικαθίσταται από τη συνεχή παρουσία. Η έκθεση έχει μεγαλύτερη σημασία από την αναγνώρισή της. Και όταν η αναγνώριση δίνει τη θέση της στη μόνιμη έκθεση, η εξουσία αναπόφευκτα τείνει να μετατραπεί σε θέαμα.

Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες ενός παράδοξου φαινομένου: ενώ οι παραδοσιακές αρχές απονομιμοποιούνται, αναδύονται νέες προσωπικότητες, ικανές να επηρεάσουν τεράστιες μάζες χωρίς καμία πραγματική ευθύνη. Οι influencers, οι άμεσοι σχολιαστές και οι συναισθηματικοί ηγέτες γεμίζουν το κενό που άφησαν οι προηγούμενες συμβολικές δομές. Αλλά η δύναμή τους δεν προέρχεται από τη σταθερή αναγνώριση· εξαρτάται από τη συνεχή έκθεση στα μέσα ενημέρωσης.

Η κρίση εξουσίας, επομένως, δεν εξαλείφει την ανθρώπινη ανάγκη για καθοδήγηση. Απλώς την καθιστά πιο εύθραυστη και ευάλωτη σε επιφανειακές μορφές συλλογικής πειθούς
.

«Όπου όλοι είναι εξίσου πολύτιμοι, τίποτα δεν είναι πραγματικά πολύτιμο.»
— Νικολάς Γκόμεζ Ντάβιλα


Χωρίς εξουσία, απομένει μόνο η βία;


Κάθε κοινωνία χρειάζεται κοινά όρια, αναφορές και αναγνώριση. Όταν αυτά τα στοιχεία αποδυναμώνονται, δεν αναδύεται αυτόματα μια κατάσταση ελεύθερης και αυθόρμητης αρμονίας. Πιο συχνά, ανοίγει ένας χώρος αστάθειας στον οποίο η σύγκρουση τείνει να κλιμακώνεται. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα σύγχρονα παράδοξα: στην προσπάθειά της να απελευθερωθεί από κάθε εξουσία, η Δύση κινδυνεύει να βρεθεί να κυριαρχείται από ολοένα και πιο απρόσωπες μορφές εξουσίας.

Μια κοινότητα χωρίς αναγνωρισμένη εξουσία αγωνίζεται να εκπαιδεύσει, να μεταδώσει, ακόμη και να μιλήσει μια κοινή γλώσσα.
Αν κάθε κανόνας γίνεται αντιληπτός ως αυθαίρετος και κάθε όριο ως συμβολική βία, τότε η συνύπαρξη μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια συνεχή διαπραγμάτευση. Τίποτα δεν φαίνεται νόμιμο από μόνο του: όλα πρέπει να δικαιολογούνται, να συζητούνται και να σχετικοποιούνται συνεχώς.

Σε αυτό το κενό, η δύναμη της βίας αναπόφευκτα αυξάνεται, ακόμη και όταν παίρνει φαινομενικά ήπιες μορφές. Η κοινωνική πίεση, ο πολιτισμικός κομφορμισμός, ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και ο φόβος του αποκλεισμού γίνονται πιο αποτελεσματικά ρυθμιστικά εργαλεία από πολλές παραδοσιακές αρχές. Αλλά αυτές είναι δυνάμεις χωρίς πρόσωπο και χωρίς λογοδοσία.

Η αυθεντική εξουσία, ωστόσο, υπονοεί πάντα μια αναγνωρίσιμη σχέση. Ένας δάσκαλος είναι υπόλογος για τις διδασκαλίες του. Ένας πατέρας για την καθοδήγησή του. Ένας θεσμός για την ιστορική του συνέχεια. Όταν αυτές οι μορφές εξαφανίζονται ή απονομιμοποιούνται, η εξουσία δεν εξατμίζεται: εξαπλώνεται ανώνυμα.

Η σύγχρονη πολιτική γλώσσα αποκαλύπτει επίσης αυτόν τον μετασχηματισμό. Οι σύγχρονοι ηγέτες επιδιώκουν συνεχώς την άμεση συναίνεση, φοβούνται την έλλειψη δημοτικότητας και αποφεύγουν την εκπαιδευτική σύγκρουση με την κοινωνία. Αλλά ένας ηγέτης που δεν είναι σε θέση να αναλάβει το ρίσκο της έλλειψης δημοτικότητας σταδιακά παύει να είναι αυταρχικός. Απλώς γίνεται ο διαχειριστής της συναίνεσης.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η επιλογή μεταξύ εξουσίας και ελευθερίας. Είναι η κατανόηση ότι η ίδια η ελευθερία απαιτεί συμβολικές δομές που την καθιστούν βιώσιμη με την πάροδο του χρόνου. Χωρίς κοινή εξουσία, το μόνο που απομένει είναι ο κατακερματισμός των ατομικών συμφερόντων ή η σιωπηλή κυριαρχία των πιο επιθετικών συλλογικών δυναμικών.

«Όταν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στον Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πλέον σε τίποτα: πιστεύουν σε όλα.»

— Γκίλμπερτ Κ. Τσέστερτον

Ανακαλύπτοντας ξανά την αίσθηση εξουσίας

Ίσως το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι η υπερβολική εξουσία, αλλά η προοδευτική συμβολική της εξάτμιση. Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να μην εμπιστεύεται οτιδήποτε ισχυρίζεται ότι καθοδηγεί, εκπαιδεύει ή μεταδίδει μια κοινή κληρονομιά. Ωστόσο, ακόμη και όταν η εξουσία απορρίπτεται σε θεωρητικό επίπεδο, η ανάγκη για σημεία αναφοράς συνεχίζει να επανεμφανίζεται παντού: στην ξέφρενη αναζήτηση χαρισματικών ηγετών, στη συναισθηματική προσκόλληση σε ιδεολογικές τάσεις, στην εξάρτηση από τη συλλογική έγκριση.

Αυτό συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι δεν ζουν αποκλειστικά με βάση την ατομική ελευθερία. Ζουν επίσης με βάση το αίσθημα του ανήκειν, τη συνέχεια και την αναγνώριση. Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς κάτι που θεωρείται έγκυρο: μια παράδοση, έναν νόμο, μια κοινή μνήμη, γνώση που αναγνωρίζεται ως άξια μετάδοσης.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα εξαλειφθεί η εξουσία, αλλά ποια μορφή εξουσίας είναι ακόμη ικανή να αναγνωρίσει μια κοινωνία χωρίς να την μετατρέψει αμέσως σε καχυποψία ή ειδωλολατρία. Διότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο αντίθετες εκφυλίσεις. Από τη μία πλευρά, ο αυταρχισμός, που επιβάλλει απόλυτη υπακοή ενώ καταπνίγει την ελευθερία. Από την άλλη, ο ριζοσπαστικός σχετικισμός, που διαλύει κάθε κοινή αναφορά, αφήνοντας το άτομο μόνο του μπροστά στον ασαφή θόρυβο των απόψεων.

Ίσως μέρος της σύγχρονης σύγχυσης πηγάζει από την αδυναμία διάκρισης μεταξύ εξουσίας και αυθεντίας. Η πρώτη μπορεί να επιβληθεί από μια λειτουργία ή ρόλο· η δεύτερη μπορεί να υπάρξει μόνο ως αυθόρμητη αναγνώριση. Ο αυταρχισμός απαιτεί υπακοή. Η αυθεντία, από την άλλη πλευρά, δημιουργεί εμπιστοσύνη.

Όταν μια κοινωνία χάνει αυτή τη διάκριση, κάθε καθοδήγηση φαίνεται ύποπτη και κάθε όριο αυθαίρετο. Αλλά χωρίς κοινή εξουσία, ακόμη και η ελευθερία καταλήγει να μετατρέπεται σε αποπροσανατολισμό.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, ωστόσο, βρίσκεται ο απαιτητικός χώρος της εξουσίας. Η αυθεντική εξουσία δεν καταστέλλει την κριτική σκέψη, αλλά μάλλον την καθιστά δυνατή. Δεν απαιτεί τυφλή υποταγή, αλλά μάλλον αμοιβαία ευθύνη. Δεν γεννιέται από τον φόβο, αλλά από την εμπιστοσύνη που κερδίζεται με την πάροδο του χρόνου.

Ίσως ακριβώς αυτή τη διάσταση αγωνίζεται να κατανοήσει η Δύση σήμερα. Έχουμε μπερδέψει την ιδέα της χειραφέτησης με την καταστροφή κάθε συμβολικής κάθετης φύσης. Αλλά μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζει πλέον τίποτα πάνω από το άτομο κινδυνεύει να χάσει σιγά σιγά ακόμη και αυτό που κρατά τα άτομα ενωμένα.

Η ανακάλυψη της αίσθησης εξουσίας δεν σημαίνει αποκατάσταση παλιών ιεραρχιών ή νοσταλγίας για το παρελθόν. Σημαίνει κατανόηση ότι καμία ελευθερία δεν μπορεί να διαρκέσει χωρίς ένα ηθικό και πολιτιστικό πλαίσιο ικανό να τη διατηρήσει. Γιατί όταν όλα περιορίζονται στην ατομική γνώμη, δεν απομένει μια πιο ελεύθερη κοινότητα: είναι μόνο μια πιο εύθραυστη κοινότητα.

«Ελευθερία χωρίς εξουσία είναι αναρχία· εξουσία χωρίς ελευθερία είναι δεσποτισμός.»
- Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ

Το Συντακτικό Προσωπικό