Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (3)

 Συνέχεια από:Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 

LUIGI SCARAVELLI.

Η αντίληψη…είναι ο μοναδικός χαρακτήρας τής πραγματικότητος.

          Το συνεχές τής αιτιότητος είναι τόσο θεμελιώδες που ο Jordan (παρότι στενεύει πολύ το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να εφαρμοσθεί) το θεωρεί ισχύον ακόμη και σήμερα: “η σύλληψη τού Κάντ ότι η αιτιότης χωρίς κενά, των φυσικών δραστηριοτήτων είναι εξ’αρχής μία απαραίτητη προϋπόθεση κάθε φυσικής σκέψης, είναι ισχύουσα πάντοτε: ακόμη και τα πειράματα στο πεδίο τής φυσικής τών κβάντων (όπου το συνεχές δεν έχει θέση) πραγματοποιούνται με μακροσκοπικά όργανα φυσικής (Στα οποία κυριαρχεί η αρχή τής συνέχειας). Έχουμε ανάγκη οργάνων τα οποία θα λειτουργούν σύμφωνα με την πιο αυστηρή αιτιότητα [ας σημειώσουμε αυτόν τον στενό σύνδεσμο ανάμεσα στην συνέχεια και στην αιτιότητα], για να μπορέσουμε να κάνουμε παρατηρήσεις στον ατομικό κόσμο και να εδραιώσουμε κάποιους νόμους (οι οποίοι είναι νόμοι της στατιστικής ή του μέσου όρου). Παραμένει λοιπόν η κλασσική φυσική η απαραίτητη κορνίζα (πλαίσιο), από την οποία, και μόνον, είναι δυνατόν να διεισδύσουμε στον κόσμο τών κβάντων και τών ατόμων”. Και επειδή η ουσία τών στατιστικών νόμων βρίσκεται στην δυνατότητα, η οποία είναι εν τέλει προβλέψιμη, στον χώρο και στον χρόνο και σύμμορφος στις κλασσικές έννοιες τής αιτίας και τού συνεχούς, το συνολικό αποτέλεσμα πολλών διαδικασιών ξεχωριστών ή στοιχειακών “παρότι αυτές καθαυτές, είναι απρόβλεπτες, δεν υπάρχει δυσκολία να εννοήσουμε την συνέχεια χωρίς κενά των μακροφυσικών διαδικασιών σαν συνέπεια νόμων αποκλειστικά στατιστικών τών στοιχειωδών διαδικασιών”.

          Παρουσιάζεται εδώ καθαρά εκείνη που ονομάσθηκε “αρχή τής αντιστοιχίας ή τής αναλογίας” (του Bohr). Δηλαδή η σχέση την οποία πρέπει να ιδρύσουμε ανάμεσα στους κλασσικούς νόμους (πρακτικά: μακροσκοπικά σώματα) και τους νόμους της στατιστικής (πρακτικά: την συμπεριφορά τών ατόμων και τών συστατικών τους η οποία δεν ακολουθεί κλασσικούς νόμους). Όπως ένα μακροσκοπικό σώμα είναι το όλον μυριάδων ατόμων, έτσι και ο κλασσικός νόμος είναι ο μέσος όρος, σταθεροποιημένος, τών νόμων της στατιστικής. Έτσι λοιπόνα φού μόνον χρησιμοποιώντας μακροσκοπικά όργανα μπορούμε να εντοπίσουμε τον ατομικό κόσμο, προκύπτει ότι μόνον επαναφέροντας σε μεγάλους μέσους όρους (κλασσικούς νόμους) τα ατομικά συμβάντα (στατιστικοί νόμοι) δύνανται να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες μας και μπορούν νά δώσουν ένα νόημα στις επιστημονικές μας γνώσεις.

          Όμως αποδεχόμενοι αυτή την θέση τής σχολής τού Χάιζενμπεργκ, η κλασσική φυσική, αντί να κάνει μάλλον τήν κορνίζα ή την οριακή περίπτωση, όπως μας λένε ο Bohr, o Jordan κ.τ.λ. αποτελεί το γενικό σημείο εκκίνησης για το όραμα αυτών που συμβαίνουν σ’έναν μη-κλασσικό κόσμο.

          Με την παρουσίαση τής κλασσικής φυσικής, μέ τα ουσιώδη της στοιχεία, συνέχεια, αιτιότητα, χώρο και χρόνο, μόνον σαν πλαίσιο, κορνίζα, για να συγκεντρώσει τα μακροσκοπικά φαινόμενα, ομολογείται ότι τα μικροσκοπικά, εσωτερικά στο άτομο (που είναι όμως τα θεμελιώδη, εκείνα που σχηματίζουν τον εσωτερικό ιστό τού σύμπαντος) είναι φαινόμενα τα οποία εκτυλίσσονται όχι μόνον ανεξαρτήτως τής συνέχειας και τής αιτιότητος αλλά και έξω τού χώρου-και ίσως και τού χρόνου. Και έτσι ο Χάιζενμπεργκ μπορεί ακριβώς γι’αυτό να ολοκληρώσει το κεφάλαιο στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, τών φυσικών αρχών της θεωρίας τών κβάντων, επαναλαμβάνοντας το συνθετικό σχήμα τού Bohr. Στην κλασσική θεωρία έχουμε αιτιότητα και περιγραφή τών φαινομένων στον χώρο και στον χρόνο. Στην κβαντική θεωρία έχουμε ή την περιγραφή τών φαινομένων στον χώρο και στον χρόνο αλλά αφαιρώντας την αιτιότητα στην βάση τής αρχής τής απροσδιοριστίας, ή έχουμε ένα μαθηματικό σχήμα (μόνον από μαθηματικά διανοητικά όντα) το οποίο όμως δεν αντιστοιχεί ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο (δηλαδή “ένα σχήμα το οποίο δεν μπορεί να σχηματοποιηθεί με τις έννοιες τού χώρου-χρόνου)Σ’αυτή τήν περίπτωση διατηρείται κατά κάποιο τρόπο η αιτιώδης συνέχεια! Αυτές οι δύο εναλλαγές τής θεωρίας τών κβάντων δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν μαζί: μπαίνουν σε σχέση μέσω στατιστικών σχέσεων. Ο αιτιατός καθορισμός λοιπόν, με την συνέχειά του και την αναπαράσταση τών συμβάντων τού κόσμου στον χρόνο και στον χώρο, είναι δύο πράγματα τα οποία αποκλείονται αμοιβαίως. [Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε ούτε την ουσία της φύσεως, όπως και του Θεού, λέει η ορθοδοξία, οι Λατίνοι, ισχυρίσθηκαν το αντίθετο και ακόμη προσπαθούν με την αναλογία τής στατιστικής να γνωρίσουν και να εκμεταλλευθούν την ουσία τής φύσης].

          Μοιάζει λοιπόν ακάλυπτη η απόσταση τών εννοιολογήσεων τού Κάντ από τις σύγχρονες θεωρίες τής φυσικής. Και οπωσδήποτε εάν σταθούμε στην πρώτη εντύπωση- λίγο γενική- τών δηλώσεων του Κάντ γύρω από την Επιστήμη, εάν μείνουμε στο πλαίσιο τών ιδεών που περιέχονται στην Υπερβατική αισθητική, αντλώντας μόνον εξ ’αυτής όλα τα συμπεράσματα για την επιστημονική του σκέψη, και πάνω απ’όλα εάν στηριχθούμε στις ιδέες που εκθέτει ο Κάντ στις πρώτες μεταφυσικές αρχές τής επιστήμης τής φύσεως, στις οποίες έδωσε και θέλησε να δώσει μία “μεταφυσική” πορεία στην φυσική του σύλληψη, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε σαν σωστές τις αντιρρήσεις που παρουσιάσαμε πιο πάνω!

          Αλλά το πράγμα αλλάζει εάν κοιτάξουμε στον Κάντ τής Κριτικής, τον πραγματικά κριτικό!

Συνεχίζεται

EΔΩ ΛΟΠΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΣΚΕΦΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΡΑΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΟΥΜΕ. ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ, Η ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ, ΤΑ ΔΥΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ. 

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ. ΑΣ ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΛΟΙΠΟΝ, ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΜΕΣΑ Σ' ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΘΕΣΕΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ.

Αμέθυστος.

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (11)

 Συνέχεια από: Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση

Ο William Ockham γεννήθηκε στην Αγγλία μεταξύ 1280 και 1285. Έγινε μέλος του φραγκισκανικού τάγματος σε μικρή ηλικία και άρχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη γύρω στα 1309. Ίσως ήταν μαθητής του Duns Scotus, αλλά, εάν όχι, ήταν σίγουρα εξοικειωμένος με το έργο του φραγκισκανού συνοδοιπόρου του. Τα περισσότερα μη πολιτικά έργα του ολοκληρώθηκαν μεταξύ 1317 και 1324. Το 1324 ο Ockham κλητεύθηκε στο παπικό δικαστήριο της Αβινιόν προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι του κατηγορητηρίου που υπέβαλε ο οξφορδιανός θωμιστής John Lutteral, σύμφωνα με το οποίο πενήντα έξι από τις προτάσεις του ήσαν αιρετικές. Ενόσω ήταν εκεί ήλθε προφανώς σε επαφή με τον μέγα Γερμανό μυστικό Μάγιστρο Eckhart καθώς και με τον Michael Caesna, τον επικεφαλής του τάγματός του, ο οποίος είχε εμπλακεί σε διαμάχη με τον πάπα Ιωάννη XXII όσον αφορά το ζήτημα της φραγκισκανικής πενίας. Το 1326 πενήντα μία προτάσεις του Ockham αποδοκιμάστηκαν δημοσίως, αν και τελικά καμία δεν θεωρήθηκε καταδικαστέα. Ωστόσο ήδη κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αβινιόν είχαν αρχίσει να τον απασχολούν σημαντικότερα ζητήματα. Ο Ockham συντάχθηκε με τον Michael ενάντια στον πάπα όσον αφορά το ζήτημα της πενίας, και στην πορεία  της έρευνας γύρω από τη διαφωνία τους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πάπας αντέφασκε προς τα ευαγγέλια, και άρα δεν ήταν γνήσιος πάπας.

Η Διαμάχη για την Πενία αφορούσε μια κρίσιμη θεολογική διάκριση. Τα μέλη του φραγκισκανικού τάγματος πίστευαν ότι ο Χριστός είχε απαρνηθεί το βασίλειό του και την εγκόσμια κυριαρχία και ότι τα ίδια θα έπρεπε να τον μιμηθούν δίνοντας τον όρκο της πενίας. Επιπλέον, πίστευαν ότι αυτός ο ασκητισμός αντιπροσώπευε μια ανώτερη ηθική τοποθέτηση από εκείνη της υπόλοιπης Εκκλησίας. Ο πάπας Ιωάννης XXII υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν μπορούσε να αποκηρύξει το βασίλειό του διότι αυτό θα αντέφασκε προς ό,τι ήταν διευθετημένο από τον Θεό. Οι φραγκισκανοί ανταπάντησαν ότι, αν και ο Θεός δεν μπορούσε να το κάνει αυτό με τη διευθετημένη εξουσία του, μπορούσε να το κάνει με την απόλυτη εξουσία του, δηλαδή ο Θεός δεν δεσμευόταν από προγενέστερες πράξεις ή σχέδιά του. Μόνο εάν ο Θεός αναγνωριζόταν ως παντοδύναμος με έναν τρόπο που δεν ήταν αποδεκτός από το κυρίαρχο ρεύμα του σχολαστικισμού, θα ήταν δυνατόν να υποστηριχθεί η φραγκισκανική τοποθέτηση. Η Διαμάχη για την Πενία υπ’ αυτή την έννοια ήταν η συγκεκριμένη μορφή της αντιμαχίας γύρω από τη σχέση ανάμεσα στη θεϊκή βούληση και στον Λόγο. Στις προσπάθειες του να ανασκευάσει αυτή την τοποθέτηση, ο πάπας απέρριψε τη διάκριση ανάμεσα στη διευθετημένη και στην απόλυτη εξουσία του ΘεούΟ Ockham και οι συνοδοιπόροι του φραγκισκανοί θεώρησαν αυτή την απόρριψη ως αναβίωση της αιρετικής τοποθέτησης του Αβελάρδου ότι ο Θεός δεσμεύεται να σώσει ορισμένους από όλη την αιωνιότητα με δίκη του προηγούμενη βούλησηΑποκήρυξαν σθεναρά αυτό το συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ότι, εάν ο Θεός είναι ελεύθερος και κυρίαρχος, μπορεί να προκαθορίζει τη σωτηρία ή την καταδίκη οποιουδήποτε επιλέγει. Επομένως ο πάπας ήταν αιρετικός.


Ο Ockham εγκατέλειψε την Αβινιόν μαζί με τον Michael το 1328 και αφορίστηκε. Στην Πίζα συντάχθηκε με τη μερίδα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, του οποίου την εκλογή ως αυτοκράτορα δεν αναγνώριζε ο πάπας. Εκεί προφανώς γνώρισε τον Marsilius της Padua. Αφιέρωσε τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια για να προασπιστεί την υπόθεση του αυτοκράτορα, αλλά τελικά συμφιλιώθηκε με τον νέο πάπα Βενέδικτο XII. Λίγο αργότερα, μεταξύ των ετών 1346 και 1349 πέθανε, πιθανώς από πανούκλα.

Ο Ockham απορρίπτει κατηγορηματικά το σχολαστικό εγχείρημα να συμφιλιωθούν η θεολογία και η φιλοσοφία. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η θεολογία δεν είχε μεγάλη σημασία για τον Ockham, όπως πίστευαν για μεγάλο διάστημα πολλοί Αγγλοαμερικανοί μελετητές. Η πρόσφατη έρευνα απέδειξε ότι η σκέψη του Ockham είναι έντονα θεολογική, αφού απορρέει από το ζήτημα της παντοδύναμης ελευθερίας του Θεού και επιστρέφει σε αυτό. Παντοδυναμία σημαίνει την ανωτερότητα της potentia absoluta έναντι της potentia ordinata του Θεού και της θεολογίας έναντι της φιλοσοφίας. Συνεπώς ο Ockham δεν αποβλέπει κυρίως στο να προάγει κάποια μη θεολογική έρευνα για τη φύση ή τη γλώσσα, αλλά στην απελευθέρωση της θεολογίας από τον ζυγό της παγανιστικής φιλοσοφίας. Η θεολογία του επομένως παρέχει στη μεταφυσική του την κατεύθυνση και το νόημά της.

Η πίστη και μόνο, σύμφωνα με την άποψη του Ockham, μας διδάσκει ότι ο Θεός είναι πανίσχυρος. Όταν αποφαινόμαστε πως ο Θεός είναι πανίσχυρος, αποφαινόμαστε πως μπορεί να κάνει οτιδήποτε είναι πιθανό, και τούτο συμπεριλαμβάνει ό,τι δεν είναι αντιφατικό. Παντοδυναμία επίσης σημαίνει πως καθετί υπάρχει ή συμβαίνει μόνο ως αποτέλεσμα της προαίρεσης του Θεού και πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για δημιουργία εκτός από τη βούλησή του. Ό,τι υπάρχει υπάρχει μόνο επειδή το θέλει. Η δημιουργία είναι, λοιπόν, πράξη καθαρής χάριτος, που γίνεται κατανοητή μόνο μέσω της αποκάλυψης.

Επιπλέον, ο Θεός, σύμφωνα με την έποψη του Ockham, δεν χρειάζεσαι να ενεργεί μέσω δευτερευουσών αιτιών, αλλά μπορεί να ενεργεί άμεσα. Στο σημείο αυτό ακολουθεί τον Duns Scotus, σε αντίθεση με το αβερροϊκό δόγμα ότι ο Θεός δεσμεύεται από τη φυσική αιτιότητα. Επομένως ο Θεός δεν έθεσε απλώς τον κόσμο σε κίνηση με τη δημιουργία και τον παρακολουθεί ως ανίσχυρος θεατής όταν το δράμα το οποίο συνέθεσε εκτυλίσσεται, αλλά επίσης επεμβαίνει στην τάξη της φύσης οποτεδήποτε επιθυμεί. Τέτοιου είδους θαύματα, ωστόσο, δεν είναι στην πραγματικότητα αφύσικα, αφού η φύση δεν είναι τίποτε άλλο από έκφραση της θεϊκής βούλησης. Τα θαύματα απλώς συντομεύουν τον δρόμο της δημιουργίας. Ωστόσο θέτουν υπό αμφισβήτηση το ενδεχόμενο μιας καθαρά ανθρώπινης γνώσης που να είναι σίγουρη και βέβαιη.

Η παντοδυναμία του Θεού επίσης σημαίνει ότι δεν δημιουργεί τον κόσμο για τον άνθρωπο και δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε κάνει ο άνθρωπος. Δεν είναι, όπως ο Ockham συχνά επαναλαμβάνει, κανενός ανθρώπου οφειλέτης. Επομένως προκαθορίζει τη σωτηρία ή την καταδίκη όποιου θέλει. Ο Ockham απορρίπτει την ιδέα ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε προς όφελος του ανθρώπου. Ενώ ο σχολαστικισμός βαθμηδόν έτεινε προς αυτό το συμπέρασμα, ο Ockham προσπαθεί να αποφύγει ακόμη και το πρόσχημα ότι ο Θεός αντιδρά απέναντι στον άνθρωπο. Παντοδυναμία σημαίνει εντελώς ανεξάρτητη βούληση. Μάλιστα, ενώ δεν αρνείται ότι ο Θεός είναι Θεός της αγάπης, υποστηρίζει ότι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο είναι μονάχα ένα πέρασμα προς την αγάπη του για τον εαυτό του, ότι σε τελική ανάλυση η αγάπη του Θεού είναι μόνο φιλαυτία.

Εάν ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο για τον άνθρωπο και δεν δεσμεύεται από τη δική του δημιουργία, τότε δεν ενεργεί σύμφωνα με ανθρώπινα κριτήρια και δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί με τον ανθρώπινο Λόγο. Δεν υπάρχει αμετάβλητος νόμος ή Λόγος. Η εκάστοτε τάξη είναι απλώς το αποτέλεσμα της απόλυτης βούλησης του Θεού και μπορεί να διακοπεί ή να ανασυγκροτηθεί ανά πάσα στιγμή. Μάλιστα, ο Ockham υποστηρίζει επίσης ότι ο Θεός μπορεί να αλλάξει το παρελθόν εάν έτσι επιθυμεί. Επομένως όχι μόνο απορρίπτει τις απόπειρες των διαφόρων σχολαστικών, που ακολουθούσαν τον Αβικέννα και τον Αβερρόη, να καθυποτάξουν τον Θεό στους νόμους της φύσης, αλλά απορρίπτει όλους τους περιορισμούς στη θεϊκή δράση εκτός από τον νόμο της μη αντίφασης. Αυτή η απόρριψη του θεολογικού ορθολογισμού ήταν η αρχή του τέλους για τον σχολαστικισμό. Προκειμένου να κατανοήσουμε στο ακέραιο την επανάσταση του Ockham θα πρέπει να εξετάσουμε συστηματικά τον μετασχηματισμό που επέφερε στη μεταφυσική.

Συνεχίζεται

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (3)

 Συνέχεια από: Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (συνέχεια)

Το τρίτο κεφάλαιο είναι μια μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο οι λανθάνουσες δυνατότητες της καρτεσιανής ιδέας περί απεριόριστης ανθρώπινης βούλησης πραγματώνονται στην επανεπεξεργασία της καντιανής ιδέας του πρακτικού Λόγου από τον Fichte (Φίχτε). Για τον Kant το θεμελιώδες φιλοσοφικό πρόβλημα είναι η αντινομία ελευθερίας και φυσικής αιτιότητας. Υποστηρίζει ότι η ιδέα της φυσικής αιτιότητας είναι ανεπαρκής χωρίς την ελευθερία, αλλά η ιδέα της ελευθερίας φαίνεται να διαψεύδει την ιδέα της φυσικής αιτιότητας. Ελευθερία και φύση φαίνεται πως είναι αμοιβαία αναγκαίες και αμοιβαία αντιφατικές. Η απάντηση του Kant (Καντ) σε αυτό το πρόβλημα είναι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός. Σύμφωνα με τον Kant, η αντινομία δεν εμφανίζεται επειδή ο κόσμος είναι αντινομικός αυτός καθ’ εαυτόν, αλλά επειδή ο περιορισμένος ανθρώπινος Λόγος προσπαθεί να υπερβεί τα όριά του και να γνωρίσει το άπειρο. Η λύση στην αντινομία είναι, λοιπόν, να αναγνωριστούν οι εγγενείς περιορισμοί της ανθρώπινης κατανόησης και συνάμα να αναγνωριστούν δύο διαφορετικές αλλά ενδεχομένως ισόμορφες σφαίρες του Λόγου· μία φαινομενική σφαίρα που καθορίζεται από τους νόμους της φύσης και μία νοούμενη σφαίρα που καθορίζει τον ηθικό νόμο της ελευθερίας, δηλαδή μία σφαίρα του καθαρού Λόγου και μία σφαίρα του πρακτικού Λόγου. Σύμφωνα με τον Kant, αυτές οι δύο σφαίρες αντανακλούν δύο διαφορετικές πλευρές της συνείδησης και συνδέονται με την υπερβατολογική ενότητα της ίδιας της συνείδησης. Ωστόσο ο ακριβής χαρακτήρας αυτής της ενότητας στη σκέψη του Kant παραμένει σκοτεινός.

Ένας από τους πρώτους που προσπάθησαν να ανακαλύψουν τον δρόμο τους μέσα σε αυτό το σκοτάδι ήταν ο Fichte. Σε αντιδιαστολή με τον Kant, ο οποίος πάσχισε να εξισορροπήσει τις αξιώσεις φύσης και ελευθερίας, ο Fichte πίστευε ότι μπορούσε να δημιουργήσει κάποιο κατανοητό σύστημα στη βάση του πρακτικού Λόγου ή της ελευθερίας και μόνο. Αυτός ήταν ο στόχος του συγγράμματος του Επιστήμη της γνώσης. Για τον Fichte το εγώ είναι το άπαν. Ωστόσο το εγώ του δεν είναι το εμπειρικό εγώ των μεμονωμένων ανθρώπινων όντων αλλά το απόλυτο εγώ της γενικής βούλησης ή του πρακτικού Λόγου. Αυτό το εγώ είναι τελείως αυτόνομο, καθώς θέτει τον εαυτό του ως κάποιο εμπειρικό εγώ, ως τη σφαίρα της υποκειμενικότητας, και περιορίζει ή αρνείται τον εαυτό του καθιδρύοντας το ουκ εγώ, την αντικειμενική ή φαινομενική σφαίρα της φύσης.

Το εγώ επομένως είναι αποξενωμένο από τον εαυτό του. Το εμπειρικό εγώ γνωρίζει ότι είναι απόλυτο, αλλά εξ αιτίας όσων περιορισμών δημιουργούνται από το ουκ εγώ (δηλαδή από τον φαινομενικό κόσμο) αδυνατεί να πραγματώσει την ουσία του. Το εγώ επομένως επιζητεί τη συμφιλίωση κατά πρώτον με την παρεμβολή μιας τάξης εννοιών ανάμεσα στο πεπερασμένο και στο άπειρο. Αυτή η κατεύθυνση του θεωρητικού Λόγου αποτυγχάνει επειδή αυτές οι έννοιες είναι πεπερασμένες και κατ’ ουσίαν έρχονται σε αντίθεση με την άπειρη ουσία του εγώ.

Η προοπτική του πρακτικού Λόγου ευστοχεί περισσότερο. Εάν το ουκ εγώ δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με το εγώ, τότε το ουκ εγώ πρέπει να καταργηθεί και να καθιδρυθεί η απόλυτη ελευθερίαΓια να το επιτύχει αυτό, ο Fichte προσπαθεί να αποδείξει ότι ο φαινομενικός κόσμος είναι απλώς και μόνο έκφραση της βούλησης του απόλυτου εγώ, το οποίο φανερώνει τον εαυτό του διαμέσου των αισθημάτων, των ενστίκτων και των ορμών μας. Η απόλυτη βούληση εμφανίζεται σ’ εμάς ως αγώνας για το άπειρο. Το εμπειρικό εγώ, ωστόσο, καθώς αγωνίζεται για το άπειρο βαθμηδόν φθάνει στα όρια των δυνάμεων του. Σε αυτό το σημείο φαίνεται να γνωρίζει ένα εξωτερικό αντικείμενο, αλλά στην πραγματικότητα ανακαλύπτει μόνο τη δική του αδυναμία. Το ίδιο το εγώ είναι, λοιπόν, η πηγή του αντικειμενικού κόσμου. Η παραδοχή, ωστόσο, ότι το ουκ εγώ είναι απλώς μία στιγμή του εγώ δεν παράγει τη συμφιλίωση και την τέλεια ελευθερία. Ως πεπερασμένο, το εγώ ποτέ δεν θα κατορθώσει να φθάσει το άπειρο και να είναι απολύτως ελεύθερο. Η ανώτερη κατάσταση στην οποία μπορεί να φθάσει είναι επομένως ποθητή, πράγμα που αποτελεί τη βάση για την ατέρμονη πρόοδο προς τον σκοπό του.

Στην πολιτική σφαίρα αυτή η έννοια της βούλησης οδηγεί τον Fichte να υποστηρίξει έναν ολοκληρωτισμό της ελευθερίας. Τα περισσότερα άτομα είναι υποχείρια των φυσικών επιθυμιών και πρέπει να δεχθούν πίεση για να απελευθερωθούν. Στην πρώιμη σκέψη του υποστηρίζει ότι αυτό θα επιτευχθεί με την ηγεμονία των λογιών. Αργότερα, ο λαός γίνεται το κοίτασμα της εσωτερικής βούλησης για ελευθερία. Η πολιτική επιταγή του Fichte είναι στην πραγματικότητα προέκταση της κατηγορικής επιταγής στην πολιτική ζωή. Το άτομο δεν είναι ποτέ δυνατόν να γίνει τελείως ελεύθερο και άπειρα ισχυρό, αλλά μπορεί να συμμετέχει και στα δύο ως στιγμή του απόλυτου εγώ, πράγμα που εκδηλώνεται στα αισθήματα και στα συναισθήματα του λαού.

Ο νομιναλισμός τόνιζε την ανωτερότητα της θεϊκής βούλησης. Η νεοτερικότητα με διάφορους τρόπους προσπάθησε να κατασκευάσει έναν πολιορκητικό κριό απέναντι στο χάος που συνεπαγόταν αυτή η βούληση. Η θεωρία του Descartes (Καρτέσιου) για την αυτοπεποίθηση της συνείδησης και η αντίληψη του εμπειρισμού για την άπειρη φυσική αιτιότητα βοήθησαν να κατασκευαστούν η ισχύς και το εύρος της θεϊκής ιδιοτροπίας. Το απόλυτο εγώ του Fichte, όμως, της δίνει σάρκα και οστά. Όπως ο νομιναλιστικός Θεός, έτσι και αυτό το εγώ έχει δημιουργικές ικανότητες που υπερβαίνουν τον φυσικό Λόγο. Πράγματι, αντικαθιστά τον Θεό ως υπερορθολογική πηγή της φύσης και του φυσικού δικαίου. Ο παραδοσιακός Θεός του χριστιανισμού υπ’ αυτή την έννοια γίνεται περιττός.

Εξ αιτίας αυτού ο Jacobi χαρακτήρισε τη φιλοσοφία του Fichte και τον ιδεαλισμό εν γένει ως μηδενισμό. Για τον Jacobi ο ιδεαλισμός δεν αναγνώριζε άλλη αλήθεια πέραν της συνείδησης, και ως εκ τούτου δεν διέθετε κάποιο αντικειμενικό κριτήριο το οποίο να αποτελεί το μέτρο του. Έτσι διέλυσε το καθετί μέσα στην υποκειμενικότητα. Ο Jacobi επομένως δεν εντοπίζει την πηγή του μηδενισμού στον περιορισμό της βούλησης αλλά στη μεγέθυνσή της, στο δόγμα της απόλυτης ανθρώπινης βούλησης και ελευθερίας.

Συνεχίζεται

Αγιος Μάξιμος, πρός Μαρίνον επιστολή.

Βούλησις είναι όρεξις ωρισμένης παραστάσεως πραγμάτων πού εξαρτώνται από εμάς ή όχι, δηλ. όρεξις πού παίρνει μορφή μέ τήν διάνοια μόνο. Η μόρφωσις τής παραστάσεως είναι όρεξις μόνης τής διανοητικής δυνάμεως άνευ τού κρίνοντος καί αποφασίζοντος δικού μας λόγου καί μοιάζει κάπως μέ τήν φυσική θέληση. Η προαίρεσις όμως είναι όρεξις πού σκέπτεται γιά όσα εξαρτάται από εμάς νά πράττωμε. Η βούλησις δέν αρμόζει μέ όλα όσα αρμόζει η προαίρεσις. Λέμε ότι βουλόμεθα νά υγιαίνωμε καί νά πλουτούμε (πλουτείν) καί αθανατισθείναι, αλλά δέν λέμε ότι προαιρούμεθα γι αυτά. Γιατί η βούληση ισχύει καί γιά τά αδύνατα καί γιά τά δυνατά, η προαίρεσις όμως μόνο γιά τά δυνατά καί όσα μπορούμε εμείς νά κάνωμε. Η βούλησις είναι βούλησις τού τέλους, η προαίρεσις όμως αυτών πού άγουν πρός τό τέλος. Προαιρούμεθα μόνο αυτά πού νομίζουμε ότι μπορεί νά γίνουν από μάς, βουλόμεθα όμως καί όσα υπερβαίνουν τήν δυνατότητά μας.

ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ 6 Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Συνέχεια από Τετάρτη 22. Απριλίου 2026


ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ 6

Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Δοκίμιο για την Χριστιανική Φιλοσοφία

ΦΥΣΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΟΒΕΡΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΩΣ ΣΗΜΑΔΙΑ

1. Στην πρώτη σελίδα της Αγίας Γραφής γράφεται πως ο Δημιουργός έπλασε τα φωτεινά σώματα στο στερέωμα του ουρανού για να είναι σημεία. Ο εξωτερικός σκοπός αυτού είναι να είναι σημάδια για τους χρόνους, τις ημέρες και τα έτη, όπως και γράφεται. Ο εσωτερικός όμως σκοπός είναι να είναι πνευματικά και ηθικά σημεία για τους λογικούς ανθρώπους. Με άλλα λόγια, να είναι σημεία για τους ανθρώπους του Θεού, σημεία της θείας εύνοιας ή οργής, προειδοποίησης ή προφητείας.

2. Όταν ο Χριστός πέθαινε επάνω στον σταυρό, έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη έως την ένατη ώρα και σκοτείνιασε ο ήλιος. Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε από επάνω έως κάτω· και η γη σειόταν, και οι πέτρες σχίστηκαν, και οι τάφοι άνοιξαν (Ματθ. 27, 51· Λουκ. 23, 44). Αληθινά, σαφή σημάδια της δικαιοσύνης του Χριστού και της ουράνιας οργής.

3. Με την προσευχή του δικαίου Ιησού του Ναυή, ο Ύψιστος σταμάτησε την πορεία του ήλιου και της σελήνης: «και στάθηκε ο ήλιος και σταμάτησε η σελήνη» (Ιησ. Ναυή 10, 13). Σημάδι ότι ο Θεός ακούει τον δίκαιο. Τι δεν θα κάνει ο πανεύσπλαχνος για εκείνους που Τον αγαπούν! Και τον ήλιο Του θα σταματήσει, και στον σταυρό θα ανεβεί — από αγάπη προς τους αγαπημένους.

4. Στον άρρωστο βασιλιά Εζεκία είπε ο μεγάλος Ησαΐας λόγο από τον Θεό, ότι θα γίνει καλά και δεν θα πεθάνει. «Ποιο θα είναι το σημείο ότι ο Κύριος θα με θεραπεύσει;» ρώτησε ο βασιλιάς. Τότε ο προφήτης προσευχήθηκε με κραυγή στον Κύριο, ώστε στο ηλιακό ρολόι που βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ να επιστρέψει η σκιά του δείκτη πίσω κατά δέκα βαθμούς, για να είναι αυτό σημείο για τον άρρωστο βασιλιά. Και πράγματι, ο Κύριος επέστρεψε τη σκιά κατά δέκα βαθμούς (Δ΄ Βασ. 20, 11).

5. Είπαμε σε άλλο σημείο ότι το ανατολικό άστρο, που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ, ήταν σημάδι της γέννησης του Μεγάλου Βασιλιά. Βεβαίως, εκείνο το άστρο ήταν σε όλα εξαιρετικό. Αλλά αν εμβαθύνουμε, θα δούμε πως και τα συνηθισμένα άστρα χρησίμευαν ως σημάδια ή σημείοτα του Θεού σε διάφορες εποχές και περιστάσεις. Ο Δημιουργός μέσω αυτών φανέρωνε τον εαυτό Του και το θέλημά Του.

6. Οι βροντές και η βροχή ως σημείοτα του Θεού. Ο παλαιός προφήτης Σαμουήλ είπε στον λαό του Ισραήλ ότι δεν είναι ευάρεστο στον Θεό που ζητούν βασιλιά αντί για κριτές να τους κυβερνά. Για απόδειξη, ανήγγειλε ότι ο Θεός θα το επιβεβαιώσει αμέσως με βροντές και βροχή. Τότε ο Σαμουήλ επικαλέστηκε τον Κύριο και ο Κύριος έστειλε βροντές και βροχή εκείνη την ημέρα, και όλος ο λαός φοβήθηκε πολύ τον Κύριο και τον Σαμουήλ (Α΄ Βασ. 12, 18).

7. Οι βροντές ως σημεία της οργής του Θεού εμφανίστηκαν και κατά τη διάρκεια πολέμου μεταξύ Ισραηλιτών και Φιλισταίων. Στην περίπτωση αυτή η οργή του Θεού στρεφόταν κατά των Φιλισταίων. «Και εβρόντησε ο Κύριος με μεγάλη βροντή εκείνη την ημέρα κατά των Φιλισταίων και τους κατέστρεψε» (Α΄ Βασ. 7, 10).

8. Ο παγκόσμιος Κατακλυσμός ήταν σημείο της οργής του Θεού προς το ανθρώπινο γένος λόγω της γενικής ανομίας, διότι όλες οι σκέψεις της καρδιάς τους ήταν πάντοτε μόνο κακές (Γεν. 6). Όταν τελείωσε ο Κατακλυσμός, είπε ο Θεός στον δίκαιο Νώε ότι έθεσε το ουράνιο τόξο στο σύννεφο ως σημείο ότι δεν θα επιτρέψει ξανά καθολικό κατακλυσμό: «Έθεσα το τόξο μου στα σύννεφα για σημείο διαθήκης μεταξύ εμού και της γης» (Γεν. 9, 13). Όχι ότι το τόξο δεν υπήρχε πριν, αλλά τότε έγινε ιδιαίτερο σημείο από τον Θεό. Αν όμως δεν επαναλαμβάνεται ο παγκόσμιος κατακλυσμός, δεν επαναλαμβάνονται οι πλημμύρες; Και τι είναι οι φοβερές πλημμύρες ακόμη και στις ημέρες μας, αν όχι φανέρωση της οργής του Θεού για τις ανθρώπινες αμαρτίες; Όποιος έχει πνευματική κατανόηση, ας καταλάβει.

9. Η ξηρασία ως σημείο. Εξαιτίας των ασεβών έργων του βασιλιά Αχαάβ, έκλεισε ο ουρανός πάνω από τον Ισραήλ και δεν έπεσε βροχή για τρία χρόνια και έξι μήνες. Αλλά και όλες οι άλλες ξηρασίες που στερούν τον άρτο από τους ανθρώπους είναι τιμωρία και σημείο. Εξαιτίας της αποστασίας από τον Θεό φωνάζει ο προφήτης: «Γι’ αυτό σταμάτησαν οι βροχές και δεν ήρθε η όψιμη βροχή». Και λέει ο Ιερεμίας: «Θα σπείρουν σιτάρι και θα θερίσουν αγκάθια· θα κοπιάσουν χωρίς όφελος και θα ντραπούν για τη σοδειά τους εξαιτίας της οργής του Κυρίου». Και πάλι: «Η γη ράγισε, γιατί δεν υπήρχε βροχή» (Ιερ. 12, 13· 14, 4).

10. Και ότι ο Κύριος μοιράζει τη βροχή, δίνοντάς την σε έναν τόπο και στερώντας την από άλλον ως σημείο, λόγω των αδικιών προς τους φτωχούς, δεν το μαρτυρεί καθαρά ο προφήτης Αμώς; «Σας στέρησα τη βροχή... έβρεξα σε μία πόλη και όχι σε άλλη» λέει ο Κύριος. Αυτά είναι σημείοτα του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός φανερώνει στους ανθρώπους τι σκέφτεται (Αμώς 4, 13).

11. Εξαιτίας της ασεβείας και της σκληρότητας του ανθρώπου προς τον άνθρωπο έρχονται και οι σεισμοί. «Δεν θα σειστεί η γη γι’ αυτό;» λέει ο Αμώς (Αμώς 8, 8). Και ο Ησαΐας φωνάζει: «Ο Κύριος των δυνάμεων θα τον επισκεφθεί με βροντή, σεισμό, θόρυβο μεγάλο, θύελλα και φλόγα πυρός» (Ησ. 29, 6).

12. Όμως ο σεισμός μπορεί μερικές φορές να είναι σημάδι της εύνοιας του Θεού και όχι πάντα της οργής. Έτσι κατά την Ανάσταση του Κυρίου «έγινε μεγάλος σεισμός» (Ματθ. 28, 2). Και όταν οι απόστολοι προσεύχονταν στην Ιερουσαλήμ, «σειόταν ο τόπος» (Πράξ. 4, 31). Το ίδιο συνέβη όταν ο Παύλος και ο Σίλας ήταν στη φυλακή στους Φιλίππους: έγινε ισχυρός σεισμός και τα θεμέλια της φυλακής κλονίστηκαν (Πράξ. 16, 26).


13. Σημεία είναι επίσης το χαλάζι, η πτώση των άστρων, η πτώση σκόνης από τον ουρανό, οι επιδρομές ακρίδων, φιδιών, ποντικιών και άλλων εντόμων, όπως παλιά στην Αίγυπτο. Και μέσω αυτών ο Ύψιστος φανερώνει στον άνθρωπο τι σκέφτεται. Ο προφήτης Αγγαίος λέει: «Σας χτύπησα με ξηρασία και χαλάζι, αλλά δεν επιστρέψατε σε μένα» (Αγγ. 2, 17).

14. Μερικές φορές ασυνήθιστα ουράνια φαινόμενα χρησίμευαν ως προμηνύματα. Στη σερβική ιστορία έχει καταγραφεί το «πέταγμα των άστρων» πριν από τον σερβοβουλγαρικό πόλεμο. Και όσα φαινόμενα εμφανίστηκαν πριν από την πρώτη σερβική εξέγερση κατά των Τούρκων, τα περιέγραψε ο Φίλιπ Βίσνιτς σε ποίημα:

...Από τον Τρύφωνα έως τον Γεώργιο κάθε νύχτα το φεγγάρι σκοτείνιαζε...
Από τον Γεώργιο έως τον Δημήτριο εμφανίζονταν αιματηρά λάβαρα στον ουρανό...
Βρόντηξε κεραυνός στη γιορτή του Αγίου Σάββα, μέσα στον χειμώνα...
Σειόταν η γη...
Ο ήλιος σκοτείνιασε την άνοιξη...


Σε τι χρησίμευαν όλα αυτά ως σημάδια;
Στο ότι στη Σερβία η γη θα ανατραπεί και θα εγκαθιδρυθεί νέα εξουσία.


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ


1. Ο Δημιουργός των ανθρώπων κάνει τα πάντα για να σώσει τους ανθρώπους· να συνετίσει τους άφρονες, να φωτίσει τους σκοτισμένους, να οδηγήσει τους πλανεμένους στον ορθό δρόμο, να ξυπνήσει τους κοιμισμένους. Το άγιο θέλημά Του και τη διάθεσή Του τα σημαίνει στους ανθρώπους και μέσω των άστρων, και μέσω των πραγμάτων, και μέσω των γεγονότων και των καταστάσεων, και μέσω των ονείρων, και μέσω των καταστροφών, και μέσω των ζώων. Εκτός από όλα αυτά, κάνει ακόμη τον άνθρωπο σημείο για τον άνθρωπο ή έναν λαό σημείο για τους λαούς. Ο πνευματικός άνθρωπος το παρατηρεί αυτό κάθε ημέρα και κάθε ώρα και βεβαιώνεται για την αλήθειά του. Και η Αγία Γραφή, ως βιβλίο καταγραφής του θελήματος του Θεού στις τύχες των ανθρώπων και των λαών, επιβεβαιώνει αυτή την καθημερινή βεβαίωση. Το μέγιστο σημείο που φανερώθηκε από τον κόσμο των πνευματικών πραγματικοτήτων σε αυτόν τον κόσμο των συμβόλων, φανερωμένο σε όλους τους ανθρώπους και τα έθνη, είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ήδη όταν Τον κρατούσε η Μητέρα Του στην αγκαλιά της, ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος προφήτευσε γι’ Αυτόν ότι θα είναι σημείο αντιλεγόμενο (Λουκ. 2, 34).

2. Και η αγία Παρθένος Μαρία χρησίμευσε ως σημείο της δύναμης και της σοφίας του Θεού στο σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Όπως προφήτευσε ο άγιος Ησαΐας, λέγοντας γι’ αυτήν σε όραμα: γι’ αυτό ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει σημείο· ιδού, η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό, και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ.

3. Ο απόστολος Ανδρέας πρώτος ακολούθησε τον Ιησού. Έπειτα βρήκε τον αδελφό του Σίμωνα και του διηγήθηκε ποιον είχε βρει, λέγοντας: βρήκαμε τον Μεσσία, που σημαίνει Χριστός. Με αυτό το σημείο ο Σίμων Πέτρος αμέσως ακολούθησε και έγινε μαθητής του Χριστού. Έτσι και ο Ναθαναήλ, μέσω του Φιλίππου, αισθάνθηκε παρακινημένος να παρουσιαστεί μπροστά στον Μεσσία (Ιω. 1, 40). Έτσι και ο άγιος Σάββας ο Σέρβος, ακούγοντας από έναν μοναχό τη διήγηση για το Άγιον Όρος, άφησε τα πάντα και αποσύρθηκε σε αυτή την πολιτεία των μοναχών και ερημιτών.

4. Οι προφήτες και οι δίκαιοι ήταν σημείο του Θεού για τους ανθρώπους. Διότι «σε έδωσα να είσαι σημείο στον οίκο Ισραήλ», είπε ο Κύριος στον προφήτη Ιεζεκιήλ. Και πάλι: «και ο Ιεζεκιήλ θα είναι για σας σημείο· θα κάνετε όλα όσα εκείνος κάνει». Και ο ίδιος αυτός προφήτης βεβαιώνει ενώπιον του λαού: «σημείο» (Ιεζ. 12, 6· 24, 24· 12, 11). Ο Ησαΐας λέει το ίδιο για τον εαυτό του: «Ιδού», λέει, «εγώ και τα παιδιά που μου έδωσε ο Κύριος είμαστε σημείο και θαύμα στον Ισραήλ από τον Κύριο των δυνάμεων» (Ησ. 8, 18). Πρέπει ιδιαίτερα να προσέξει κανείς πώς ο Ησαΐας λέει από ποιον έρχεται αυτό το σημείο: σημείο — από τον Κύριο.

5. Στον σοφό Ζοροβάβελ είπε ο Κύριος ότι θα σείσει τον ουρανό και τη γη και θα επιφέρει μεγάλες αλλαγές στον κόσμο, αλλά ότι αυτόν, τον Ζοροβάβελ, θα τον πάρει και θα τον θέσει ως σφραγίδα, «διότι σε εξέλεξα», λέει ο Κύριος των δυνάμεων (Αγγ. 2, 23). Δηλαδή ως σφραγίδα ή σημείο δικαιοσύνης ενώπιον του Θεού, ώστε οι άλλοι να βλέπουν και να μιμούνται.

6. Αλλά ο πάνσοφος Θεός δεν προβάλλει μόνο τους δικαίους ως σημείο στους ανθρώπους, αλλά και τους άνομους. Έτσι λέει ο Κύριος για εκείνον που αποστατεί από Αυτόν και παραδίδεται στα ψεύδη και στις ανομίες: «θα στρέψω το πρόσωπό μου εναντίον εκείνου του ανθρώπου, και θα τον κάνω σημείο και παροιμία, και θα τον εξολοθρεύσω από τον λαό μου, και θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος» (Ιεζ. 14, 8). Θα τον τιμωρήσει με κάτι φοβερό και θα τον εξολοθρεύσει ανάμεσα στους ζωντανούς, όχι τόσο για να τον εκδικηθεί όσο για να δουν οι άλλοι τι συνέβη σε αυτόν, να φοβηθούν, να αποτραβηχτούν από παρόμοια κακά έργα και να γνωρίσουν τον Δημιουργό τους.

7. Όπως ο άνθρωπος γίνεται σημείο για τον άνθρωπο, έτσι και ένας λαός γίνεται σημείο για άλλους λαούς. Για τον θεομάχο ιουδαϊκό λαό είπε ο Κύριος: «θα τους κάνω να περιπλανώνται σε όλα τα βασίλεια της γης προς συμφορά, να είναι όνειδος και παροιμία και χλευασμός και κατάρα». Και πάλι επαναλαμβάνει το ίδιο με άλλα λόγια: «θα τους κάνω θαύμα και χλευασμό και αιώνια ερήμωση». Λέγοντας αυτά, ο άγιος Ιερεμίας επαναλαμβάνει όσα ειπώθηκαν από τον Θεό μέσω του Μωυσή: «και θα είσαι θαύμα και παροιμία και χλευασμός σε όλους τους λαούς στους οποίους θα σε οδηγήσει ο Κύριος» (Ιερ. 24, 9· 25, 9· Δευτ. 28, 37). Όπως είπε ο Κύριος, έτσι και έκανε. Διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, οι Ιουδαίοι έγιναν σημείο και παροιμία για όλους τους λαούς.

ΠΟΛΕΜΟΣ, ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΛΟΙΜΟΣ ΩΣ ΣΗΜΕΙΑ

1. Αυτά τα τρία μαστίγια μπορούν πρώτα να εκληφθούν ως σύμβολα, διότι με εξωτερικό γεγονός εκφράζουν την εσωτερική κατάσταση των ψυχών και των πνευμάτων των ανθρώπων. Όπως λέει ο απόστολος Ιάκωβος: από πού προέρχονται οι πόλεμοι και οι διαμάχες ανάμεσά σας; Όχι από τις ηδονές σας, που μάχονται μέσα στα μέλη σας; (Ιακ. 4, 1). Η εσωτερική θεομαχία καταλήγει σε εξωτερική ανθρωπομαχία· ο εσωτερικός πόλεμος σε εξωτερικό πόλεμο. Αυτός είναι ο μυστικός και διαρκής συμβολισμός όλων των πολέμων. Αλλά ο πόλεμος, ως στιγμιαίο γεγονός σε έναν χρόνο και σε μια γενεά, είναι σημείο του Θεού προς εκείνον τον χρόνο και εκείνη τη γενεά.

2. «Θα στείλω επάνω τους μάχαιρα, πείνα και λοιμό», λέει ο Κύριος· επάνω στους σκληροτράχηλους και ανυπάκουους, στους σαπισμένους από διεφθαρμένες σκέψεις και διεφθαρμένες επιθυμίες σαν καλάθι σάπιων σύκων. «Και θα τους καταδιώξω με μάχαιρα, πείνα και λοιμό», λέει πάλι ο Κύριος μέσω του Ιερεμία. «Ιδού ο ανεμοστρόβιλος του Κυρίου, ανεμοστρόβιλος που δεν σταματά, θα πέσει στο κεφάλι των ασεβών». Αυτό θα είναι σημείο του Θεού, ώστε οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι ο Θεός είναι Θεός. «Στο τέλος θα το καταλάβετε», λέει ο Κύριος (Ιερ. 24, 10· 29, 18· 30, 23).

3. Η πείνα ως σημείο. Την εποχή του βασιλιά Δαβίδ υπήρχε πείνα στον λαό επί τρία συνεχόμενα έτη. Και ο Δαβίδ αναζήτησε το πρόσωπο του Κυρίου, για να μάθει γιατί ήρθε αυτή η συμφορά. Και έμαθε ο βασιλιάς, και του ειπώθηκε ότι αυτό συνέβη εξαιτίας του πατημένου όρκου που ο βασιλιάς Σαούλ είχε δώσει στους Γαβαωνίτες· τον έδωσε και τον καταπάτησε, τους προσέλκυσε με υπόσχεση πίστης και τους σκότωσε (Β΄ Βασ. 21, 1). Δεν υπάρχει, λοιπόν, πείνα σε μια χώρα επειδή τα σύννεφα τυχαία ξέχασαν να ρίξουν βροχή ή επειδή η γη τυχαία ξέχασε να δώσει καρπό ή επειδή τα ζιζάνια τυχαία έπνιξαν το σιτάρι ή επειδή οι ακρίδες τυχαία ήρθαν και έφαγαν την τροφή των ανθρώπων, όπως το εξηγούν άλογα μερικοί άλογοι. Αλλά η πείνα είναι τιμωρητικό σημείο της ζωντανής Πρόνοιας, ώστε οι άνθρωποι να θυμηθούν, να συνέλθουν και να διορθωθούν.

4. Ο λοιμός ως σημείο. Μια φορά υπερηφανεύτηκε ο βασιλιάς Δαβίδ και μέσα στην υπερηφάνεια του διέταξε να απογραφεί ο λαός. Και αυτό δεν ήταν ευάρεστο στον Θεό. Διότι στον Θεό μας τίποτε δεν είναι ευάρεστο όταν γίνεται από υπερηφάνεια. Και είπε ο Θεός στον Δαβίδ μέσω του προφήτη να επιλέξει ως τιμωρία ένα από τρία κακά: ή πείνα ή πόλεμο ή λοιμό. Μέσα στη μεγάλη του στενοχώρια ο βασιλιάς επέλεξε τον λοιμό. Και βαριά ασθένεια έπληξε τον λαό. Και έστειλε ο Θεός άγγελο στην Ιερουσαλήμ για να τη θανατώσει. Και όταν εκείνος θανάτωνε, κοίταξε ο Κύριος και σπλαχνίστηκε και είπε: «Αρκετά, κατέβασε το χέρι σου» (Α΄ Παραλ. 21). Δεν είναι, λοιπόν, ούτε ο λοιμός μεταξύ των ανθρώπων κάτι τυχαίο, αλλά έρχεται για σοβαρή αιτία, και μάλιστα ηθική. Με τον λοιμό ο Ύψιστος δίνει σημείο στους ανθρώπους ότι έχουν κατεβεί από τον ορθό δρόμο και έχουν πλανηθεί. Εκείνος που βλέπει τα πάντα και επιβλέπει τα πάντα σημαίνει στους επίγειους οδοιπόρους, ώστε να συνέλθουν από την πλάνη και να κατευθυνθούν στον ορθό δρόμο.

5. Την ασθένεια μεμονωμένων ανθρώπων ο χριστιανικός λαός την κατανοούσε πάντοτε ως κάποιο σημείο του Θεού. Αυτή η κατανόηση είναι σωστή σύμφωνα με την Αγία Γραφή. Όταν ο βασιλιάς Ιωράμ καταπάτησε την πίστη των πατέρων του, ο προφήτης Ηλίας του προφήτευσε: «ιδού, θα αρρωστήσεις βαριά από ασθένεια στα έντερα, ώστε τα έντερά σου θα βγουν έξω από την ασθένεια που θα διαρκέσει δύο χρόνια» (Β΄ Παραλ. 21, 15). Και η ασθένεια του δικαίου Ιώβ χρησίμευσε ως σημείο και στον σατανά και στους ανθρώπους: στον σατανά, για να βεβαιωθεί πόσο ανίσχυρος είναι απέναντι στον δίκαιο· στους ανθρώπους, για να δουν και να γνωρίσουν όλοι ότι ο Θεός δεν επιτρέπει να υποφέρει ο δίκαιος έως το τέλος.

Και η ασθένεια του Λαζάρου έπρεπε να χρησιμεύσει στους ανθρώπους ως σημείο της δύναμης του Θεού. Όταν πληροφόρησαν τον Κύριο Ιησού ότι ο Λάζαρος από τη Βηθανία, ο φίλος Του, ήταν άρρωστος, Εκείνος είπε: «αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον, αλλά προς δόξαν Θεού». Εν τω μεταξύ ο Λάζαρος πέθανε. Αλλά δεν πέθανε για να πεθάνει, αλλά για να αναστηθεί από τον παντοδύναμο Κύριο. Και έτσι πράγματι η ασθένειά του δεν ήταν προς θάνατον, αλλά για να δοξαστεί ο Υιός του Θεού μέσω αυτής (Ιω. 11). Τέτοια είναι και η περίπτωση του ανθρώπου που ήταν τυφλός εκ γενετής (Ιω. 9).

Συνεχίζεται

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 3

Συνέχεια από Tετάρτη  22. Απριλίου 2026

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 3

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


…ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ· ΘΕΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟΝ ΕΚ ΘΕΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ· ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ, ΟΥ ΠΟΙΗΘΕΝΤΑ,
ΟΜΟΟΥΣΙΟΝ ΤΩ ΠΑΤΡΙ· ΔΙ’ ΟΥ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΓΕΝΕΤΟ.

Και ο προφήτης και ο οραματιστής, στρέφοντας το βλέμμα τους προς την αιωνιότητα, είδαν αυτό — χωρίς ήλιο και σελήνη και άστρα, αλλά με ένα φως άρρητο, που διαπερνά τα πάντα και φωτίζει τα πάντα (Ησ. 60, 19· Αποκ. 21, 23). Γνωρίζετε, μορφωμένοι, ποιο είναι αυτό το φως; Μαντεύετε: είναι το αιώνιο Φως από το πρόσωπο του Υψίστου. Είναι το φως του αιώνιου Πατέρα, και το Φως του αιώνιου Υιού, και το Φως του αιώνιου Αγίου Πνεύματος — ένα Φως, μία Θεότητα, μία Ωραιότητα.

Οι άγιοι Πατέρες της Νίκαιας, φωτισμένοι από εκείνο το Φως του άλλου κόσμου, εξέφρασαν τη σχέση του Κυρίου Χριστού προς τον ουράνιο Πατέρα και τη σχέση Του προς τα δημιουργήματα με τις εξής έξι λέξεις. Με τέσσερις λέξεις εξέφρασαν την πρώτη σχέση και με δύο τη δεύτερη.

Πρώτη λέξη: Φως εκ Φωτός.
Ειπώθηκε από τον μεγάλο μύστη: «Ο Θεός είναι Φως και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α΄ Ιω. 1, 5). Αν ο Πατέρας είναι Φως, τι μπορεί να είναι ο Υιός παρά Φως; Εφόσον ο αιώνιος Πατέρας είναι Φως, και ο Υιός Του είναι Φως. Η μαρτυρία του Υιού για τον εαυτό Του λέει: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιω. 8, 12). Μακάριοι εσείς αν μπορείτε να ονομάσετε τον εαυτό σας έστω φωτισμένο από αυτό το Φως!

Δεύτερη λέξη: Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.
Κάποτε τόλμησε ο απόστολος Φίλιππος να πει στον Κύριο: «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα και αρκεί ημίν». Και ο αγαθός Κύριος του απάντησε: «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και πρόσθεσε: «Πιστεύετε μοι ότι εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» (Ιω. 14, 8–11· πρβλ. 12, 45). Και πάλι είπε: «Πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστιν» (16, 15). Και πάλι: «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (10, 30).

Αυτό συνέβη τότε που οι Ιουδαίοι σήκωσαν πέτρες για να Τον λιθοβολήσουν, διότι — όπως οι ίδιοι είπαν — «σύ, άνθρωπος ων, ποιείς σεαυτόν Θεόν» (10, 33). Τόσο μπορούσαν να δουν, τυφλωμένοι από την αμαρτία, και έτσι μιλούσαν. Στον Χριστό — ή καλύτερα επάνω στον Χριστό — έβλεπαν μόνο το ανθρώπινο σώμα· αλλά αυτό που βρισκόταν πίσω από το πέπλο της σάρκας, πίσω από την πορφύρα του αίματος και της σάρκας, ήταν κρυμμένο από τα μάτια τους.

Ιδού: ένα απλό χάλκινο σύρμα στη γη και ένα σύρμα που μεταφέρει ηλεκτρισμό, σκέψη και φωνή φαίνονται ίδια σε μάτια χωρίς γνώση και εμπειρία. Ένα κάλυμμα βρισκόταν επάνω στην πνευματική τους όραση, ώστε βλέποντας να μη μπορούν να διακρίνουν τη θεία ουσία μέσα στην ανθρώπινη ουσία.

Αυτά μπορούσαν να τα δουν οι βαπτισμένοι, οι καθαρμένοι και οι αγιασμένοι. Τα είδαν οι άγιοι απόστολοι και όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι μέσα στους πολλούς αιώνες, καθώς και οι Άγιοι Πατέρες της Νίκαιας. «Ο Θεός ήτο εν Χριστώ», μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος (Β΄ Κορ. 5, 19). Αυτό είναι αποκάλυψη του Θεού. Αλλά ότι ο Γεννημένος από τον Θεό είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού», δεν είναι άραγε φανερό και από την έννοια του γεννήτορα και του γεννημένου σε όλα τα βασίλεια της ζωής; Ο αληθινός Θεός μπορούσε να γεννήσει μόνο αληθινό Θεό.

Τρίτη λέξη: Γεννηθέντα.
Δηλαδή: ο Υιός του Θεού γεννημένος από τον Θεό. Φως γεννημένο από Φως, Αλήθεια από Αλήθεια, Ζωή από Ζωή, δόξα από Δόξα, Θεός αληθινός από Θεό αληθινό. Ο ανθρώπινος νους κατανοεί κάπως τη γέννηση σώματος από σώμα, αλλά δύσκολα κατανοεί τη γέννηση πνεύματος από πνεύμα. Και ο Θεός είναι Πνεύμα. Η σωματική γέννηση, μορφωμένοι, είναι μόνο σκιά ή σύμβολο της πνευματικής γέννησης. Αρκεί σε εσάς, χριστοφόροι, ότι γνωρίζετε πως ο Μεσσίας και Σωτήρας σας δεν είναι θάνατος από θάνατο, ούτε σκοτάδι από σκοτάδι, ούτε φθορά από φθορά, ούτε αδυναμία από αδυναμία, αλλά Φως από Φως, Θεός αληθινός γεννημένος από Θεό αληθινό. Και το πώς γεννήθηκε στην αιωνιότητα θα σας αποκαλυφθεί — αν χρειαστεί — στην αιωνιότητα. Ναι, θα σας αποκαλυφθεί όταν εξέλθετε από αυτόν τον κόσμο και η πύλη κλείσει πίσω σας.

Σας έχει ήδη ειπωθεί ότι ο Μεσσίας σας είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο μόνος γεννημένος από τον Θεό· και είναι χαρά να το ακούτε ξανά: ότι είναι γεννημένος. Διότι η γέννηση σημαίνει αγάπη. Σας έχει ειπωθεί ότι είναι ο μόνος εκ φύσεως γεννημένος από τον Θεό, ο Ύψιστος από τον Ύψιστο, γεννημένος προ πάντων των αιώνων από τον Πανύψιστο. Και τώρα η γέννησή Του διακρίνεται και ξεχωρίζει από τη δημιουργία. Είναι γεννημένος, αλλά δεν είναι δημιουργημένος. Μπορεί να μοιάζει με τα δημιουργήματα, αλλά δεν είναι δημιούργημα.

Τέταρτη λέξη: Ομοούσιον τω Πατρί, δηλαδή: της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα. Δεν γίνεται αυτό κατανοητό από μόνο του μετά από όλα όσα ειπώθηκαν; Διότι όταν λέγεται ότι είναι Υιός του Πατέρα, δηλώνεται ήδη ότι είναι της ίδιας ουσίας και φύσεως με τον Πατέρα. Και όταν λέγεται «Φως εκ Φωτός», δηλώνεται ότι το γεννημένο Φως είναι ίσο κατά ουσία με το γεννών Φως. Και όταν λέγεται «Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού», επιβεβαιώνεται ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα Του. Και τέλος, όταν λέγεται «γεννηθέντα, ου ποιηθέντα», αυτό τονίζεται ακόμη πιο έντονα. Διότι ό,τι γεννιέται είναι της ίδιας ουσίας με τον γεννήτορα, ενώ ό,τι δημιουργείται είναι διαφορετικής ουσίας από τον δημιουργό του. Δείτε και κατανοήστε: το παιδί που γεννιέται είναι της ίδιας φύσεως με τον πατέρα του, ενώ το τσεκούρι είναι διαφορετικής φύσεως από τον σιδηρουργό που το έφτιαξε.

Αυτές είναι οι τέσσερις λέξεις με τις οποίες οι Άγιοι Πατέρες της Νίκαιας θέλησαν να καθορίσουν τη σχέση του Υιού του Θεού, του Χριστού, προς τον Πατέρα Του στην αιωνιότητα.

Και αυτές είναι οι δύο λέξεις με τις οποίες θέλησαν να καθορίσουν τη σχέση του Υιού του Θεού προς τα δημιουργήματα.

Πρώτη λέξη: Ἀγέννητον/ἀκτίστον (Μη δημιουργηθέντα).
Ο ουρανός και η γη και όλα όσα είναι ορατά και αόρατα, όλα όσα βρίσκονται έξω από την ύπαρξη του Θεού, του Ενός και Ζώντος — όλα αυτά είναι δημιουργημένα. Μόνο ο Δημιουργός είναι αδημιούργητος. Και όπως ο Πατέρας είναι αδημιούργητος, έτσι και ο Υιός είναι αδημιούργητος. Είναι γεννημένος, αλλά δεν είναι δημιουργημένος. Από την αρχή είναι ενεργών, όχι έργο· αίτιος της δημιουργίας, όχι κτίσμα. Συναιώνιος με τον Πατέρα, της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα. Με τον Άλφα και το Ωμέγα, είναι και Αυτός Άλφα και Ωμέγα. Με τον Άναρχο — άναρχος. Εκτός χρόνου, εκτός χώρου, αιώνιος, αθάνατος. Η ύπαρξή Του είναι αχώριστη από την ύπαρξη του Πατέρα: το φως και η δόξα Του αχώριστα από το Φως και τη δόξα του Πατέρα. Η δύναμη του Πατέρα είναι και δική Του δύναμη. Δεν είναι λοιπόν φανερό ότι ο Υιός του Υψίστου δεν είναι δημιουργημένος; Διότι πώς θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος Αυτός που υπάρχει αιώνια; Και από ποιον θα δημιουργούνταν Αυτός που είναι συναιώνιος με τον Πατέρα;

Όπως, χριστοφόροι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον ήλιο χωρίς φως ούτε για την πηγή χωρίς νερό, έτσι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον Πατέρα χωρίς τον Υιό ούτε για τον Υιό χωρίς τον Πατέρα. Γι’ αυτό λέγεται ότι ο Σωτήρας σας δεν είναι δημιουργημένος. Διότι αν ήταν δημιουργημένος, και Αυτός — όπως πολλοί από τα δημιουργήματα — θα χρειαζόταν Σωτήρα. Αν ήταν δημιουργημένος, δεν θα ήταν Υιός αλλά ένας από τους υιοθετημένους. Αληθινά, είναι Υιός και όχι υιοθετημένος. Αν και Αυτός ήταν μόνο υιοθετημένος, τότε ο Ύψιστος δεν θα είχε Υιό γεννημένο. Τότε ο Ύψιστος δεν θα μπορούσε να ονομάζεται Πατέρας. Τότε δεν θα υπήρχε αιώνια πατρότητα. Δεν θα υπήρχε ούτε αιώνια αγάπη. Δεν θα υπήρχε ούτε αιώνια πατρότητα ούτε αιώνια υιότητα — οι δύο στύλοι της αιώνιας αγάπης. Αλλά ας χαίρονται οι καρδιές σας, παιδιά του Θεού, γιατί υπάρχει και πατρότητα και υιότητα και — αγάπη. Ας σας φωτίσουν οι ακτίνες της αιώνιας αγάπης.

Δεύτερη λέξη: Δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.
Όλα τα δημιουργημένα ήρθαν στην ύπαρξη μέσω Αυτού. Όπως είναι γραμμένο για τον Λόγο του Θεού: «Πάντα δι’ Αυτού εγένετο, και χωρίς Αυτόν δεν έγινε τίποτε από όσα έγιναν» (Ιω. 1, 3). Ο Μονογενής Υιός του Θεού, λοιπόν, όχι μόνο δεν είναι δημιουργημένος, αλλά είναι ο Δημιουργός. Δι’ Αυτού έγιναν τα πάντα και χωρίς Αυτόν δεν έγινε τίποτε από όσα έγιναν. Ό,τι δημιουργήθηκε στον ουρανό και στη γη είναι έργο του Υιού όσο και του Πατέρα· και ό,τι υπάρχει βρίσκεται υπό την εξουσία του Υιού όπως και του Πατέρα.

Έτσι οι Άγιοι Πατέρες μας εξέφρασαν το Ανεκλάλητο. Έτσι έθεσαν σε λόγια την πίστη τους και τη δική σας, στηριζόμενοι τόσο στην γραπτή αποκάλυψη του Κυρίου Ιησού Χριστού όσο και στην άγραφη αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Να γνωρίζετε όμως ότι Εκείνος που δεν χωρά σε ολόκληρο το σύμπαν, δεν μπορεί να χωρέσει ούτε σε ανθρώπινα λόγια.

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα για Αυτόν, χριστοφόροι, αφορούν τον Θεό τον Ύψιστο στην αιωνιότητα, μέσα στον εαυτό Του, έξω από τη δημιουργία και πέρα από τα δημιουργήματα. Μιλήσαμε για τον αιώνια μυστικό Πατέρα και τον μη φανερωμένο Υιό· για το αιώνιο Είναι, που είναι Πατέρας και Υιός για τον εαυτό Του και δεν έχει ανάγκη τίποτε έξω από Αυτό. Μιλήσαμε για το θαύμα της Ύπαρξης, χωρίς μεταβολή, χωρίς γήρανση και χωρίς θάνατο· για την άσβεστη θεία Φλόγα, από την οποία εξαρτάται κάθε άλλο φως, ορατό και αόρατο.

Και όσα τώρα ακολουθούν είναι περιγραφή του Θεού Δημιουργού, που κατέρχεται στον χρόνο, στον χώρο, στους περιορισμούς, ανάμεσα στα δημιουργήματά Του. Όπως μια μητέρα σκύβει και γέρνει πάνω από το παιδί που κλαίει στην κούνια, έτσι μοιάζει η κάθοδος του Δημιουργού ανάμεσα στους ανθρώπους, σε αυτή την κοιλάδα των δακρύων.

Αυτή είναι η πίστη των στοχαστικών και προσευχητικών ψυχών. Αυτή δύσκολα την δέχονται οι αισθησιακοί και όσοι είναι σκεπασμένοι με τη σκόνη. Οι στοχαστικοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα όρια του ανθρώπινου νου, μπροστά σε ολοένα νέες και υψηλότερες «οροσειρές» μυστηρίων που αναδύονται η μία μετά την άλλη. Μόλις με κόπο ανέβουν σε μία από αυτές τις κορυφές και μόλις προλάβουν να ανασάνουν και να χαρούν, μπροστά στα μάτια τους εμφανίζεται άλλη, υψηλότερη κορυφή. Και έτσι συνεχίζεται, από γενιά σε γενιά.

Βλέπουν και κατανοούν ότι κανένα μυστήριο που αποκαλύφθηκε δεν είναι ο Μεσσίας, αλλά πρόδρομος — πρόδρομος νέων μυστηρίων. Ό,τι νέο αποκαλύπτεται και γνωρίζεται δεν είναι η ίδια η αποκάλυψη, αλλά ένα πέπλο που κρύβει ακόμη περισσότερα θαύματα, χωρίς όνομα, χωρίς αριθμό, χωρίς τέλος. Γι’ αυτό υψώνουν με προσευχή τον νου τους προς τον Ύψιστο και δέχονται με όλη τους την καρδιά την αποκάλυψη που Εκείνος, από αγάπη και σοφία, ευδόκησε να φανερώσει στο ανθρώπινο γένος σχετικά με τα έσχατα και ύψιστα μυστήρια. Τη δέχονται με χαρά και τη διακηρύσσουν με τόλμη.

Τι μπορούν να περιμένουν από τον άνθρωπο; Και τι μπορούν να τους πουν οι υιοί των ανθρώπων, που μαζί τους πορεύονται, για τα θεία μυστήρια, τα άυλα, τα αόρατα, τα απρόσιτα, που βρίσκονται πέρα από αναρίθμητες «οροσειρές» φυσικών μυστηρίων; Τι μπορούν να ακούσουν από τους αισθησιακούς και τους σκεπασμένους με τη σκόνη; Τίποτε που δεν έχουν ήδη ακούσει — και απορρίψει. Γι’ αυτό είναι τόσο πολύτιμος γι’ αυτούς ο Μεσσίας, ο Ένας, ο Αληθινός, που ως προσωπικός μάρτυρας ήλθε από το βασίλειο των έσχατων μυστηρίων και τους φανέρωσε όσα μπορεί να δεχθεί και να βαστάξει η ανθρώπινη ψυχή πάνω στη γη.

Αυτή είναι η πίστη σας, χριστοφόροι, η πίστη των προγόνων σας, των στοχαστικών και προσευχητικών. Είθε να είναι και η πίστη των παιδιών σας, από γενιά σε γενιά, μέχρι το τέλος του δρόμου. Πράγματι, αυτή είναι η πίστη των αληθινά μορφωμένων ανθρώπων, εκείνων που φέρουν μέσα τους την εικόνα του Θεού. Κατά την Ημέρα της Κρίσεως του Θεού θα σταθούν και θα δικαιωθούν με την πίστη, την καθαρότητα και τα καλά τους έργα. Και θα ονομαστούν μακάριοι.

ΦΩΣ. ΑΛΗΘΕΙΑ. ΛΟΓΟΣ.

~ Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

~ Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης_"Μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή; Σε κάθε θλίψη σου, σε κάθε αποτυχία σου να συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου και να λες σιγά-σιγά το τροπάριο: “Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν…”. Θα βλέ­πεις ότι το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή σου -και στη ζωή του κόσμου όλου- έγινε. Η Ανάσταση του Χρι­στού, η σωτηρία μας! Και θα συνειδητοποιήσεις ότι η αναποδιά που σου συμβαίνει είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη διάθεσή σου."

Κυριακή των Μυροφόρων (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Οι Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης

Το ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων αναφέρεται στη φροντίδα που έδειξαν για το θάνατο του Αθάνατου οι γυναίκες εκείνες που η διδασκαλία του Χριστού τους έδωσε ζωή.
Τότε «ελθών Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής, ως και αυτός ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού, τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μάρκ. ιε΄ 43). Υπήρχε κι άλλος ένας μεγάλος άνδρας που είχε έρθει από την Αριμαθαία στο όρος Εφραίμ. Αυτός ήταν ο προφήτης Σαμουήλ. Ο Ιωσήφ αναφέρεται κι από τους τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως σε όσα σχετίζονται με την ταφή του Κυρίου Ιησού. Ο Ιωάννης τον αποκαλεί κρυφό μαθητή του Ιησού (ιθ’ 38). Ο Λουκάς τον ονομάζει άνδρα «αγαθό και δίκαιο» (κγ’ 50), ο Ματθαίος πλούσιο (κζ’ 57). Ο ευαγγελιστής δεν ονομάζει πλούσιο τον Ιωσήφ από ματαιότητα, για να δείξει πως ο Κύριος ανάμεσα στους μαθητές Του είχε και πλούσιους, αλλά για να καταλάβουμε πως μπορούσε εκείνος να πάρει το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο. Ένας φτωχός και άσημος άνθρωπος δε θα ήταν δυνατό να πλησιάσει τον Πιλάτο, εκπρόσωπο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.


Ο Ιωσήφ ήταν πλούσιος ψυχικά. Είχε φόβο Θεού κι ανέμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Εκτός όμως από τα ιδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ο Ιωσήφ ήταν και πλούσιος, άνθρωπος επιρροής. Ο Μάρκος κι ο Λουκάς τον ονομάζουν βουλευτή. Ήταν κι αυτός, όπως κι ο Νικόδημος, ένας από τους πρεσβύτερους του λαού. Όπως κι ο Νικόδημος επίσης, ήταν κι αυτός θαυμαστής και κρυφός μαθητής του Χριστού. Μπορεί οι δύο αυτοί άνδρες να ήταν κρυφοί οπαδοί της διδασκαλίας του Χριστού, ήταν έτοιμοι όμως να εκτεθούν στον κίνδυνο και να σταθούν κοντά Του. Ο Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατά πρόσωπο τους πικρόχολους Ιουδαίους άρχοντες, όταν αναζητούσαν να σκοτώσουν τον Χριστό: «Μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τί ποιεί;» (Iωάν. ζ’ 51).

Ο από Αριμαθαίας Ιωσήφ μπήκε σε μεγαλύτερο κίνδυνο όταν αποφάσισε να πάρει το σώμα του Κυρίου, την ώρα που οι στενοί μαθητές Του είχαν διασκορπιστεί, γιατί οι Ιουδαίοι λύκοι που δολοφόνησαν τον ποιμένα, ήταν έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να επιπέσουν και στο ποίμνιο. Το ότι αυτό που έκανε ο Ιωσήφ ήταν επικίνδυνο, το επισημαίνει ο ευαγγελιστής με τη λέξη «τολμήσας». Ήθελε τότε κάτι παραπάνω από θάρρος. Ήθελε τόλμη το να παρουσιαστεί στον αντιπρόσωπο του Καίσαρα και να ζητήσει το σώμα του σταυρωμένου «κακούργου». Ο Ιωσήφ όμως, με τη μεγαλοσύνη της ψυχής του, απέβαλε το φόβο του κι απόδειξε πως ήταν πραγματικός μαθητής του Ιησού Χριστού.

«Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν ει ήδη τέθνηκε, και προσκαλεσάμενος τον κεντυρίωνα επηρώτησεν αυτόν ει πάλαι απέθανε· και γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ» (Μάρκ. ιε’ 44-45). Ο Πιλάτος ήταν καχύποπτος και επιφυλακτικός. Ήταν από τους κυβερνήτες που ασκούν την εξουσία τους με βία, όπως με βία την είχε αποσπάσει από άλλους. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε λέξη ακόμα κι από ευγενείς ανθρώπους, όπως ο Ιωσήφ. Ίσως δυσκολευόταν πραγματικά να πιστέψει πως Εκείνος, που μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε καταδικάσει σε σταυρικό θάνατο, είχε ήδη παραδώσει την τελευταία του πνοή στο σταυρό. Ο Πιλάτος αποδείχτηκε πως ήταν ένας γνήσιος αντιπρόσωπος της ρωμαϊκής τυπολατρείας. Ήταν πολύ πιο πρόθυμος να πιστέψει τον κεντυρίωνα, που τον είχε επιφορτίσει με το καθήκον να φρουρήσει το Γολγοθά, παρά έναν εξέχοντα πρεσβύτερο του λαού. Μόνο όταν ο κεντυρίων επιβεβαίωσε «επίσημα» την αναφορά του Ιωσήφ, θέλησε ο Πιλάτος να ικανοποιήσει το αίτημά του.

«Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ενείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ο ην λελατομημένον εκ πέτρας, και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου» (Μάρκ. ιε’ 46-47). Άλλος ευαγγελιστής λέει πως αυτός ο τάφος ήταν του Ιωσήφ· «και εθηκεν αυτόν εν τω καινώ αυτού μνημείω» (Ματθ. κζ’ 60) – «εν ω ουδείς ανθρώπων ετέθη» (Ιωάν. ιθ’ 41). Όταν σταυρώνουμε το νου μας για τον κόσμο και τον ενταφιάζουμε σε μια αναγεννημένη καρδιά, σαν σε τάφο, τότε ο νους μας θα αναζωογονηθεί και θ’ αναγεννηθεί ολόκληρος ο εσωτερικός μας άνθρωπος.

Ένας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του τάφου κι ένας φύλακας να φρουρεί μπροστά στον τάφο. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά; Όλα τους ήταν προληπτικά μέτρα, παρμένα με τη σοφία της πρόνοιας του Θεού. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα σφραγίζονταν κι όλα τα στόματα εκείνων που θα τολμούσαν να ισχυριστούν πως ο Χριστός είτε δεν πέθανε είτε δεν αναστήθηκε είτε ότι έκλεψαν το σώμα Του. Αν ο Ιωσήφ δεν είχε ζητήσει το σώμα Του από τον Πιλάτο· αν ο κεντυρίων δεν είχε δώσει επίσημη διαβεβαίωση για το θάνατο του Χριστού· αν το σώμα δεν είχε ενταφιαστεί και σφραγιστεί με την παρουσία φίλων και εχθρών του Χριστού, ίσως να ισχυρίζονταν πολλοί πως ο Χριστός δεν είχε πεθάνει πραγματικά, αλλά είχε πέσει σε κώμα και μετά ανέκτησε τις αισθήσεις του. Κάτι τέτοιο υποστήριξαν τελευταία ο Σλαϊερμάχερ και κάποιοι προτεστάντες. Αν ο τάφος δεν είχε σφραγιστεί μ’ έναν ογκόλιθο κι αν δεν τον φύλαγαν φρουροί, ίσως παραδέχονταν πως ο Χριστός πέθανε κι ενταφιάστηκε, αλλά οι μαθητές του έκλεψαν το σώμα του από τον τάφο. Αν δεν ήταν καινούργιος ο τάφος, ίσως να υποστήριζαν πως δεν ήταν ο Χριστός αυτός που αναστήθηκε αλλά κάποιος άλλος νεκρός, που είχε ταφεί εκεί παλιότερα. Έτσι όλα τα προληπτικά μέτρα που πήραν οι Ιουδαίοι για να πνίξουν την αλήθεια, με την πρόνοια του Θεού βοήθησαν για να την καταδείξουν.

Ο Ιωσήφ πήρε το σώμα του Ιησού, «ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά» (Ματθ. κζ’ 59) και το απόθεσε στον τάφο. Αν θέλουμε ν’ αναστηθεί μέσα μας ο Κύριος, πρέπει να τον διατηρούμε μέσα στο καθαρό και αγνό σώμα μας. Το καθαρό σεντόνι υποδηλώνει το καθαρό σώμα. Το σώμα που έχουν μολύνει οι κακίες και τα πάθη δεν είναι κατάλληλος τόπος για ν’ αναστηθεί εκ νεκρών και να ζήσει ο Κύριος.

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνει την εικόνα που δίνουν οι άλλοι ευαγγελιστές, λέγοντας πως στην ταφή του Χριστού ήρθε και ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν. ιθ’ 39-40).

Ευλογημένοι άνθρωποι! Πήραν το πανάγιο σώμα του Ιησού με τόλμη, στοργή και αγάπη και το απέθεσαν στο μνημείο. Τί υπέροχο παράδειγμα είναι αυτό σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Κύριο! Και τί φοβερό κατηγορητήριο για τους ιερείς και τους λαϊκούς που ντρέπονται τον κόσμο και πλησιάζουν το άγιο ποτήριο απρόσεκτα, αδιάφορα και χωρίς αγάπη, για να κοινωνήσουν τα ζωοποιά τίμια δώρα, το πάντιμο σώμα και το αίμα του αναστημένου Κυρίου!

Ο Ιωσήφ κι ο Νικόδημος δεν ήταν μόνο φίλοι του Χριστού, που διαπίστωσαν με τα μάτια τους πως ο Ιησούς πέθανε κι ενταφιάστηκε. Η μέριμνα για το νεκρό Κύριο ήταν πράξη αγάπης για τον αγαπημένο τους Φίλο και Διδάσκαλο, αλλά και ανθρωπιστικό καθήκον προς Εκείνον που είχε υποφέρει για χάρη της δικαιοσύνης.

Με θέα τον τάφο όμως βρίσκονταν και δύο ακόμα ψυχές που αγαπούσαν τον Κύριο και παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις ενέργειες του Ιωσήφ και του Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αυτές από την πλευρά τους για μια πράξη αγάπης προς τον Κύριο. Ήταν οι δύο μυροφόρες γυναίκες: η Μαρία η Μαγδαληνή κι η Μαρία, η μητέρα του Ιωσή.

«Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιωσή εθεώρουν που τίθεται. Και διαγενομένου του σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν» (Μάρκ. ιε’47, ιστ’ 1).

Πρώτα αναφέρονται δύο γυναίκες κι έπειτα τρεις. Δύο ήταν οι, μάρτυρες για όλα όσα έγιναν στο Γολγοθά, που είδαν τους κρυφούς μαθητές του Χριστού να κατεβάζουν το νεκρό σώμα Του από το σταυρό. Μετά είδαν όλα όσα έκαναν στο νεκρό σώμα και, αυτό που τις ενδιέφερε περισσότερο, είδαν τον τάφο όπου τον τοποθέτησαν. Αλήθεια, πόση χαρά θα ένιωθαν αν μπορούσαν να τρέξουν και να βοηθήσουν τον Ιωσήφ και το Νικόδημο για να ξεπλύνουν το άγιο σώμα Του από τα αίματα, να καθαρίσουν τις πληγές Του, να ισιώσουν τα μαλλιά Του, να σταυρώσουν τα χέρια Του, να δέσουν το μαντήλι γύρω από το κεφάλι Του και να τυλίξουν όλο το σώμα Του με το σεντόνι! Όμως ούτε το έθιμο ούτε κι ο νόμος επέτρεπε να το κάνουν αυτό μαζί με άνδρες. Γι’ αυτό και θα πήγαιναν αργότερα να τα κάνουν όλα μόνες τους, και κυρίως για ν’ αλείψουν τον Κύριο με αρώματα. Μαζί τους αργότερα θα πήγαινε κι η τρίτη μυροφόρα, η φίλη τους. Το Πνεύμα του Χριστού τις έδεσε όλες με φιλία.

Ποιές ήταν οι γυναίκες αυτές; Τη Μαρία τη Μαγδαληνή την ξέρουμε. Ήταν η Μαρία εκείνη που ο Κύριος τη θεράπευσε, της έβγαλε επτά δαιμόνια από μέσα της. Η Μαρία του Ιωσή κι η Μαρία του Ιακώβου, όπως λένε οι πατέρες, ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Σαλώμη ήταν σύζυγος του Ζεβεδαίου, η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη.

Τί μεγάλη διαφορά υπάρχει ανάμεσα στις γυναίκες αυτές και στην Εύα! Αυτές έτρεξαν από αγάπη για να υπακούσουν το νεκρό Κύριο, ενώ η Εύα δεν έκανε υπακοή στον Ζώντα Κύριο! Εκείνες φάνηκαν υπάκουες στο Γολγοθά, στον τόπο του εγκλήματος, της κακίας και της αιματοχυσίας, ενώ η Εύα έκανε παρακοή μέσα στον παράδεισο!


«Και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον, ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. ιστ’ 2). Σ’ αυτό, ότι δηλαδή ήταν η πρώτη μέρα τής εβδομάδας όταν αναστήθηκε ο Κύριος, η επόμενη μέρα του σαββάτου, συμφωνούν όλοι οι ευαγγελιστές. Ο Μάρκος το ξεκαθαρίζει καλύτερα: «και διαγενομένου του σαββάτου…» (Μάρκ. ιστ’ 1), αφού είχε περάσει το σάββατο. Όλοι οι ευαγγελιστές συμφωνούν πως ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πρωί την Κυριακή. Συμφωνούν επίσης πως οι γυναίκες πήγαν στον τάφο του Κυρίου πολύ νωρίς το πρωί. Ο Μάρκος στο ευαγγέλιό του φαίνεται πως το γεγονός αυτό το μεταφέρει λίγο αργότερα, γιατί λέει ανατείλαντος του ηλίου.

Είναι πολύ πιθανό οι γυναίκες να πήγαν στον τάφο αρκετές φορές, τόσο από αγάπη για το νεκρό Κύριο, όσο κι από φόβο, μήπως οι εχθροί Του έρθουν και βεβηλώσουν τον τάφο και το ίδιο Του το σώμα. Όπως λέει ο Ιερώνυμος στο σχόλιό του στο κατά Ματθαίον, «πηγαινοέρχονταν με ανυπομονησία, δεν ήθελαν ν’ απομακρυνθούν για πολύ από τον τάφο του Κυρίου». Ίσως εδώ ο Μάρκος να μη μιλάει για τον αισθητό ήλιο αλλά για τον ίδιο τον Κύριο, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη, «και ανατελεί υμίν… ήλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ΄ 2), αναφερόμενος στο Μεσσία. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης είχε ήδη αναστηθεί εκ νεκρών την πρωινή ώρα που οι μυροφόρες πήγαν στον τάφο. Όπως ο Ήλιος αυτός έλαμψε πολύ προτού δημιουργηθεί ο αισθητός ήλιος, έτσι και τώρα, στη δεύτερη δημιουργία, στην αναγέννηση του κόσμου, έλαμψε στην ανθρώπινη ιστορία προτού ανατείλει στη γη ο αισθητός ήλιος.

«Και έλεγον πρός εαυτάς· τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;» (Μάρκ. ιστ’ 3). Καθώς οι μυροφόρες γυναίκες ανέβαιναν προς το Γολγοθά, συζητούσαν μεταξύ τους το πρόβλημα αυτό. Ποιός θα κυλίσει τη βαριά πέτρα από τη θύρα του μνημείου; Όλα έδειχναν πως δεν περίμεναν κάτι αναπάντεχο. Τα γυναικεία χέρια δεν ήταν δυνατά για να σπρώξουν τη βαριά πέτρα και να ελευθερώσουν την είσοδο του μνημείου. Κι ο λίθος ήταν μέγας σφόδρα.

Καημένες γυναίκες! Δεν θυμήθηκαν πως το έργο που πήγαιναν με τόσο ζήλο και σπουδή να κάνουν στον τάφο, είχε ήδη συντελεστεί όσο ζούσε ο Κύριος. Στο δείπνο που παρέθεσε στον Κύριο στη Βηθανία ο Σίμων ο λεπρός, κάποια γυναίκα έχυσε στο κεφάλι του Χριστού ένα πολύτιμο μύρο. Ο παντογνώστης Κύριος είπε τότε για τη γυναίκα αυτή: «Βαλούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου, προς το ενταφιάσαι με εποίησεν» (Ματθ. κστ’ 12). Προγνώριζε με ακρίβεια ότι το σώμα Του δε θα δεχόταν κανένα άλλο άρωμα στο θάνατό Του. Ίσως διερωτηθείς: Γιατί τότε η πρόνοια του Θεού άφησε τις αφοσιωμένες αυτές γυναίκες ν’ απογοητευτούν τόσο πολύ; Πήγαν ν’ αγοράσουν το πολύτιμο μύρο, ήρθαν φοβισμένες μέσα στη νύχτα στο μνημείο και στο τέλος να μην εκτελέσουν το καθήκον αυτό, που με τόση αγάπη και θυσία είχαν προετοιμάσει; Μήπως όμως η θεία αυτή πρόνοια δεν αποζημίωσε τις προσπάθειές τους μ’ έναν ασύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι αντί να δουν νεκρό τον Κύριο τον είδαν ζωντανό;

«Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος· ην γαρ μέγας σφόδρα, και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, και εξεθαμβήθησαν» (Μάρκ. ιστ’ 4-5). Όταν ο Μωυσής έφτασε με το λαό του στην Ερυθρά Θάλασσα, αντιμετώπισε μια δυσκολία, ένα μεγάλο πρόβλημα. Πώς θα άνοιγε δρόμο στη θάλασσα, εκεί που δεν υπήρχε; Μόλις όμως κραύγασε για βοήθεια στο Θεό η θάλασσα χώρισε στα δύο κι ο δρόμος άνοιξε. Το ίδιο έγινε τώρα με τις Μυροφόρες. Προβληματισμένες πολύ έντονα για το ποιός θα κυλίσει τη μεγάλη πέτρα, κοίταξαν και είδαν «ότι αποκεκύλισται ο λίθος». Η πέτρα είχε μετακινηθεί κι εκείνες μπήκαν αμέσως μέσα στο μνημείο. Μα πού πήγαν οι στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο; Αυτοί δεν αποτελούσαν μεγαλύτερο εμπόδιο για να μπουν στο μνημείο, από τη βαριά πέτρα; Εκείνη την ώρα οι φρουροί είτε κείτονταν στη γη μισοπεθαμένοι από το φόβο, είτε είχαν δραπετεύσει προς την πόλη για να διηγηθούν με τρεμάμενη φωνή στους ανθρώπους αυτά που από την εποχή του Αδάμ ως τότε δεν είχαν ακούσει ανθρώπινα αυτιά. Δεν υπήρχε κανένας στο μνημείο για να τις εμποδίσει, κανένας και τίποτα στην είσοδο. Υπήρχε κάποιος όμως μέσα στο μνημείο. Κάποιος που το πρόσωπό του ήταν «ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών» (Ματθ. κη’ 3). Ήταν ένας νέος άνδρας. Ήταν πραγματικά άγγελος του Θεού. Οι γυναίκες φοβήθηκαν κι έπεσαν με το πρόσωπο στη γη. Είναι φοβερό να βλέπει κανείς τη μορφή ενός ουράνιου αγγελιαφόρου του Θεού, εκείνου που έφερε τις πιο υπερφυσικές και χαρμόσυνες ειδήσεις στη γη, από τότε που ο πεσμένος άνθρωπος άρχισε να περιπλανιέται μακριά από τον παράδεισο. Ο Ματθαίος λέει πως ο άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε κυλίσει από τη θύρα του μνημείου, ενώ ο Μάρκος πως ο άγγελος ήταν μέσα στο μνημείο. Το γεγονός αυτό όμως δεν έχει καμιά αντίθεση. Ίσως οι γυναίκες είδαν πρώτα τον άγγελο πάνω στην πέτρα κι έπειτα άκουσαν τη φωνή του μέσα στο μνημείο. Ο άγγελος δεν είναι κάτι υλικό και ακίνητο. Μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή και οπουδήποτε. Το γεγονός ότι ο Λουκάς αναφέρει δύο αγγέλους, ενώ ο Ματθαίος κι ο Μάρκος έναν, δεν πρέπει να φέρει σε σύγχυση τους πιστούς. Όταν γεννήθηκε ο Κύριος στη Βηθλεέμ, ένας άγγελος εμφανίστηκε ξαφνικά στους ποιμένες κι εκείνοι «εφοβήθησαν φόβον μέγαν» (Λουκ. β’ 9), Πολύ σύντομα μετά, «εξαίφνης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων τον Θεόν» (Λουκ. β’ 13). Στην ανάσταση του Κυρίου στο Γολγοθά ίσως παρευρίσκονταν λεγεώνες αγγέλων του Θεού. Γιατί πρέπει να εκπλαγούμε αν οι Μυροφόρες είδαν τη μια φορά έναν άγγελο και την άλλη δύο;

«Ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν, αλλ’ υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν εκεί αυτόν όφεσθε, καθώς είπεν υμίν» (Μάρκ. ιστ’ 6-8).

Ο αστραπόμορφος άγγελος του Θεού φροντίζει πρώτα να ηρεμήσει τις γυναίκες από το φόβο και τον τρόμο τους. Ήθελε να τις προετοιμάσει για τα καταπληκτικά νέα της Ανάστασης του Κυρίου. Η πρώτη έκπληξη για τις γυναίκες ήταν όταν είδαν το μνημείο ανοιχτό. Μετά η έκπληξή τους μεταβλήθηκε σε τρόμο όταν, αντί για Εκείνον που γύρευαν, είδαν αυτόν που δεν περίμεναν.

Ο άγγελος είπε στις γυναίκες με σιγουριά: Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον. Γιατί μίλησε έτσι; Για να τις στερήσει από κάθε αμφιβολία και σύγχυση για Εκείνον που είχε αναστηθεί. Ο άγγελος μιλάει πολύ συγκεκριμένα τόσο για τις ίδιες τις γυναίκες όσο και για τις μελλούμενες γενιές. Με την ίδια πρόθεση ο άγγελός τους δείχνει το καινό μνημείο. «Ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν». Αυτό που είπε ο άγγελος ήταν πλεονασμός. Οι γυναίκες είχαν δει οι ίδιες με τα μάτια τους αυτό που τους είπε ο άγγελος. Δε γινόταν το ίδιο όμως με τους λοιπούς ανθρώπους, γι’ αυτούς που επίσης ο Κύριος πέθανε κι αναστήθηκε. «Ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε». Ο ουράνιος αγγελιαφόρος πρόφερε με τον πιό απλό τρόπο την συγκλονιστικότερη είδηση που ακούστηκε ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. «Ηγέρθη, ουκ εστίν ώδε». Για τις αθάνατες χορείες των αγγέλων η συγκλονιστικότερη είδηση ήταν ο θάνατος του Κυρίου, όχι η ανάστασή Του. Για τους ανθρώπους τα πράγματα ήταν αντίθετα.


Μετά απ’ αυτό ο άγγελος είπε στις γυναίκες να μεταφέρουν τη χαρμόσυνη είδηση «στους αποστόλους και τω Πέτρω». Γιατί και τω Πέτρω; Σίγουρα επειδή ο Πέτρος ένιωθε περισσότερο ταραγμένος από τους άλλους μαθητές. Η συνείδησή του πρέπει να τον ενοχλούσε επειδή πρόδωσε τρεις φορές τον Κύριο και στο τέλος έφυγε μακριά Του. Η αφοσίωση του ευαγγελιστή Ιωάννη, που μαζί με τον Πέτρο ήταν οι πιό στενοί μαθητές του Κυρίου, θα πρέπει να έκανε πιό ευαίσθητη τη συνείδηση του Πέτρου. Ο Ιωάννης δεν είχε φύγει. Παρέμεινε κάτω από το σταυρό του σταυρωμένου Κυρίου του. Κοντολογίς, ο Πέτρος πρέπει να ένιωθε προδότης του Κυρίου και θα αισθανόταν άβολα στη συντροφιά των αποστόλων, κυρίως μπροστά στην Παναγία Μητέρα Του. Η πίστη του Πέτρου δεν φάνηκε σταθερή σαν πέτρα. Η διστακτικότητα κι η δειλία του τον έκαναν να νιώθει περιφρονημένος στα ίδια του τα μάτια. Είχε ανάγκη να σταθεί ξανά στα πόδια του, ν’ ανακτήσει την υπόληψή του ως άνθρωπος και ως απόστολος. Ο Κύριος, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ακριβώς αυτό έκανε τώρα. Αυτός είναι ο λόγος που ο άγγελος έκανε ειδική αναφορά στον Πέτρο.

Γιατί ο άγγελος μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία κι όχι για τις άλλες εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ και στα περίχωρα, που θα γίνονταν νωρίτερα; «Εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν». Γιατί η Γαλιλαία ήταν περισσότερο ειδωλολατρική κι όχι ισραηλιτική περιοχή. Η θέληση του Κυρίου λοιπόν ήταν να εμφανιστεί εκεί για να δείξει στους μαθητές το δρόμο του ευαγγελίου Του, το βασικό χώρο όπου έπρεπε να δραστηριοποιηθούν για να ιδρύσουν την Εκκλησία του Θεού. Κι άλλος ένας λόγος ήταν επειδή στη Γαλιλαία θα ένιωθαν ελεύθεροι, όχι όπως στην Ιερουσαλήμ που ζούσαν με φόβο. Όχι στο σκοτάδι ή στο μεσόφωτο, αλλά στο φως της ημέρας, για να μην πει κανείς πως ο φόβος έχει μεγάλα μάτια, πως οι μαθητές είδαν ζωντανό τον Κύριό τους στην Ιερουσαλήμ πάνω στον πανικό τους και με την πίεση του φόβου τους. Και τελικά ο άγγελος του Θεού μίλησε για την εμφάνιση του Κυρίου στη Γαλιλαία χωρίς ν’ αναφέρει τίποτα για τις εμφανίσεις Του στην Ιερουσαλήμ, για ν’ αφαιρέσει τα όπλα από τα χέρια των απίστων, που διαφορετικά θα ισχυρίζονταν πως οι απόστολοι είχαν δει κάποιο φάντασμα, επειδή περίμεναν με μεγάλη ψυχική αγωνία να τον δουν. Λέει ο Νικηφόρος: «Γιατί ο άγγελος μιλάει ειδικά για την εμφάνισή Του στη Γαλιλαία; Επειδή η εμφάνιση αυτή ήταν η πιο σπουδαία. Εκεί ο Κύριος δεν εμφανίστηκε σε κάποιο σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, άλλα σ’ ένα βουνό, ορατός από όλους. Οι μαθητές με το που τον είδαν εκεί τον προσκύνησαν. Εκεί παρουσιάστηκε δυναμικά μπροστά τους και τους αποκάλυψε για την εξουσία που του έδωσε ο Πατέρας Του. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη’ 18). «Μετά το εγερθήναι με προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (Μάρκ. ιδ’ 28), είχε πει ο Κύριος. Ως νικητής, δηλαδή, θα προπορευτώ στον ειδωλολατρικό κόσμο και σεις θα με ακολουθήσετε. Οπουδήποτε κι αν σας οδηγήσει το Πνεύμα για να κηρύξετε, κοιτάξτε Με, θα βρίσκομαι μπροστά σας. Θα προπορεύομαι για να σας ανοίγω το δρόμο.

«Και εξελθούσαι έφυγον από του μνημείου· είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και ουδενί ουδέν είπον εκφοβούντο γαρ» (Μάρκ. ιστ’ 8). Οι Μυροφόρες τα είχαν χάσει. Πού βρίσκονταν, στον ουρανό ή στη γη; Με ποιόν μιλούσαν; Τί άκουσαν; Τέτοια πράγματα ούτε στον ύπνο τους δεν τα βλέπουν οι άνθρωποι. Μα αυτό που βλέπουν και ακούν τώρα δεν είναι όνειρο, είναι αληθινό. Απ’ όλα όσα έγιναν, προκύπτει πως ζούσαν μια πραγματικότητα.

Τί ευλογημένος είναι ο φόβος κι ο τρόμος που νιώθει ο άνθρωπος όταν βλέπει ανοιγμένους τους ουρανούς, όταν ακούει μια χαρούμενη φωνή από την αληθινή, αθάνατη και ποθεινή πατρίδα του! Δεν είναι μικρό πράγμα να δεις έναν αθάνατο άγγελο του Θεού, ούτε ν’ ακούσεις μια φωνή που βγαίνει από αθάνατα χείλη. Πιό εύκολα αντέχεις να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τον ορυμαγδό ολόκληρου του φθαρτού σύμπαντος, παρά να δεις το πρόσωπο και ν’ ακούσεις τη φωνή κάποιου αθάνατου όντος που δημιουργήθηκε πριν από το σύμπαν, που το κάλλος του είναι ασύγκριτα ανώτερο από την ανοιξιάτικη αυγή. Όταν ο προφήτης Δανιήλ, ο άνθρωπος του Θεού, άκουσε τη φωνή του αγγέλου, μονολόγησε: «Ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουχ εκράτησα ισχύος… ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην» (Δανιήλ, ι’ 8,9).

Πώς λοιπόν να μην τις πιάσει φόβος και τρόμος τις αδύναμες γυναίκες; Πώς να μη φύγουν γρήγορα από το μνημείο; Πώς θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και να μιλήσουν; Με τί λόγια να πουν αυτά που είδαν; Κύριε, η δόξα Σου είναι ανέκφραστη! Εμείς οι θνητοί άνθρωποι ευκολότερα μπορούμε να την εκφράσουμε με τη σιωπή και τα δάκρυά μας παρά με λόγια.

«Και ουδενί ουδέν είπον εφοβούντο γαρ». Δεν είπαν τίποτα στο δρόμο, σε κανέναν. Δε μίλησαν σε κανέναν από τους εχθρούς του Χριστού, σ’ εκείνους που έχυσαν το αίμα Του, ούτε σ’ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ που συμφώνησε μαζί τους. Μίλησαν όμως στους αποστόλους, ούτε τόλμησαν μα ούτε και μπορούσαν να μην τους πουν τα νέα, αφού έτσι τις πρόσταξε ο αθάνατος άγγελος. Πώς μπορούσαν να μην εκτελέσουν την εντολή του Θεού; Είναι σαφές λοιπόν, πως οι γυναίκες μίλησαν σ’ εκείνους που έπρεπε (βλ. Λουκ. κδ’ 10)· και πως δεν είπαν τίποτα σ’ αυτούς που δεν έπρεπε, τους οποίους φοβούνταν.

Έτσι τέλειωσε η επίσκεψη που έκαναν οι Μυροφόρες γυναίκες στο μνημείο του Χριστού το πρωί της Ανάστασης. Τα φτωχά τους μύρα, που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για να συντηρήσουν από τη φθορά Εκείνον που τηρεί τους ουρανούς από τον αφανισμό, να μυρώσουν Αυτόν που χαρίζει στους ουρανούς το άρωμά Του, έμειναν στα χέρια τους.

Κύριε, είσαι το μόνο άρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης στην ιστορία του. Πόσο πλούσια και θαυμαστά αποζημιώνεις τις αφοσιωμένες ψυχές που δεν σε ξέχασαν νεκρό μέσα στο μνήμα Σου!

Έκανες τις Μυροφόρες γυναίκες φορείς του αγγέλματος της Ανάστασης και της δόξας Σου. Δεν έχρισαν το νεκρό Σου σώμα· Εσύ έχρισες τις ζωντανές ψυχές τους με το μύρο της χαράς. Εκείνες που θρηνούσαν το νεκρό Κύριο, έγιναν χελιδόνια της καινούργιας άνοιξης, άγιοι στην ουράνια βασιλεία Σου.

Αναστημένε Κύριε, με τις προσευχές τους ελέησέ μας, σώσε μας, ώστε να σε δοξάζουμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα», ομιλίες Γ΄, Αθήνα 2011, σ. 64-82)

(Πηγή ηλ. κειμένου: pemptousia.gr)

https://alopsis.gr