Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Ο Μπουλγκάκοφ περί ανθρωποθεότητας — ή, ο Σατανάς μετά τον Σέλλινγκ 2

Συνέχεια από Πέμπτη 22. Ιανουαρίου 2026

Ο Μπουλγκάκοφ περί ανθρωποθεότητας — ή, ο Σατανάς μετά τον Σέλλινγκ 2

Justin Shaun Coyle

Οικοδομώντας τον Οίκο της Σοφίας 
Σελ. 137-150
DOI: 10.17438/978-3-402-12520-5


Στο δεύτερο σημείο, ο Bulgakov προβαίνει σε ακόμη βαρύτερες αναθεωρήσεις. Κατ’ αρχάς, ο Bulgakov αρνείται να υποβάλει το Απόλυτο σε μια διαδικασία προσωποποίησης, όπως είχε πράξει ο μέσος Schelling. «Η αίρεση του Schelling», αναφέρει ο Bulgakov, «έγκειται στο ότι θέτει τη φύση της υπόστασης πριν από την υπόσταση […] καθιστώντας την ανυπόστατη (anhypostatic)».[57] Για τον Bulgakov δεν υπάρχει καμία φύση —δημιουργημένη ή μη— που να μην είναι ενυπόστατη (enhypostatized), ακόμη κι αν αυτό φαίνεται διαφορετικά στο κτιστό, εμπειρικό Εγώ. Όπως ακριβώς το υποκείμενο θεμελιώνει το κατηγόρημα και ο Πατήρ τον Υιό,[58] έτσι και η υπόσταση θεμελιώνει τη φύση.[ΛΟΓΙΚΟ ΦΑΙΝΕΤΑΙ. Ο ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΣ ΘΑ ΕΙΧΕ ΠΡΟΣΘΕΣΕΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΛΛΑ ΕΔΩ ΤΙΣ ΤΡΩΕΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ]

Στο τελευταίο σημείο, ο Bulgakov συμφωνεί ότι ο Σατανάς παρωδεί τη λογική της Δεύτερης Δυνατότητας μέσω αντιστροφής. Ο Σατανάς είναι ποικιλοτρόπως «θεανθρωπότητα του ανθρώπου» (mangodhood) και «αντίχριστος». Ο Bulgakov παραχωρεί επίσης στον Schelling ότι η ασυμφωνία ανάμεσα στη συνείδηση του Σατανά περί της παραγόμενης ύπαρξής του και στην ορμή του να εκτοπίσει τον Θεό εξηγεί την παραφροσύνη του ή την «πείνα» του.[59] Ωστόσο, ο Bulgakov διερωτάται μήπως η σχηλλινγκιανή προσωποποίηση εμπεριέχει ήδη την ίδια της την αναίρεση. Αν η προσωποποίηση υπόσχεται μόνο αυτοϋπέρβαση του εαυτού για τον εαυτό και όχι ενσωμάτωση στη κτιστή Σοφία, τότε η σχηλλινγκιανή προσωποποίηση κινδυνεύει να σκιάσει προς τη σατανοποίηση.[ΘΕΛΕΙ ΠΡΟΣΟΧΗ. ΙΔΙΩΣ ΕΑΝ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΚΑΥΜΟΣ. ΤΕΤΟΙΑ ΝΤΕΡΤΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ]

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, παρεμπιπτόντως, ο Bulgakov αποδίδει τόσο συχνά στον Fichte τον ρόλο ενός άθελά του θεωρητικού του Σατανά.[60][ΑΘΕΛΑ; ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΛΑΚΑΝ; Ο ΦΙΧΤΕ ΤΟ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΕΠΟΥΣ ΠΟΥ ΓΚΡΕΜΙΣΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΞΕ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΟΠΩΣ Ο ΠΑΡΙΣ, ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΟΠΩΣ Ο ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ. ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΗΡΑ ΕΙΧΕ ΗΡΩΙΚΗ ΦΥΣΗ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΚΑΙ ΓΚΡΕΜΙΣΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΟΥΜΠΟ ΣΤΗΝ ΜΥΘΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ]

Στον Fichte εκλείπουν οι θεολογικές διακρίσεις ανάμεσα στο χρονικό, εμπειρικό Εγώ (ομοίωση), στο υπερχρονικό Εγώ (εικόνα) και στο Απόλυτο Εγώ (Αρχέτυπο).[61] Ο Fichte όχι μόνο ταυτίζει εσφαλμένα και αδύνατα το πρώτο με το τελευταίο,[62] αλλά καθιστά και κάθε άλλο Εγώ ένα Μη-Εγώ (Nicht-Ich). Αυτό με τη σειρά του ευνοεί μια εργαλειακή θέσμιση του Εγώ, η οποία λιώνει τα αδιαίρετα κατάλοιπα της πραγματικότητας μέσα σε έναν «καθρέφτη» που αντανακλά μόνο τον ίδιο τον εαυτό του.[63] Είναι αλήθεια ότι ο Schelling αποφεύγει το πρώτο σφάλμα οριζοντιώνοντας την Tathandlung του Fichte σε μια διαδικασία της οποίας η αρχή είναι δεδομένη. Όμως ο Bulgakov υποψιάζεται ότι το αποτέλεσμα της σελλινγκιανής διαδικασίας —το πρόσωπο ως άτομο, ως αυτοκαθοριζόμενη βούληση— παρουσιάζει εντυπωσιακή ομοιότητα με το Ich του Fichte.

Η σοφιοποίηση (Sophianization) μεσολαβεί τριπλά την κτιστή υπόσταση: αυτή δίδεται στον εαυτό της από τον Θεό, από τις άλλες κτιστές υποστάσεις και από το υπερχρονικό της Εγώ. Χωρίς μια τέτοια μεσολάβηση, τι διακρίνει την προσωπότητα στον Schelling από την απλή εαυτότητα; Την προσωποποίηση από τη σατανοποίηση; Τη θεανθρωπότητα (Godmanhood) από τη θεανθρωπότητα του ανθρώπου (mangodhood);[ΕΥΤΥΧΩΣ ΤΗΝ ΒΑΠΤΙΖΕΙ ΑΓΕΝΝΗΤΗ]

III.

Το τελευταίο σημείο της σαταντολογίας του Schelling που αναπτύσσει ο Bulgakov αφορά την παράδοξη θετικότητα του κακού. Στο The Bride of the Lamb, διδάσκει περί του κακού αφενός ότι «πρέπει επίσης να αναγνωρίσει κανείς τη μοιραία, καταστροφική του δύναμη μέσα στη δημιουργία […] ως μια θετική και ιδιότυπα δημιουργική δύναμη»[64] και αφετέρου ότι αυτό «ανακύπτει μέσα στον χρόνο […] δημιουργείται από τα κτίσματα […] και, καθώς ενεργοποιείται, το μηδέν καθίσταται πραγματικότητα».[65] Επιφανειακά, τα χωρία αυτά φαίνεται να αντιβαίνουν σε δύο βαθιά εδραιωμένα δόγματα της χριστιανικής θεολογίας: πρώτον, ότι το κακό είναι καθαρή στέρηση (privatio), και δεύτερον, ότι το κακό δεν είναι κτίσμα. Το πώς ακριβώς ο Bulgakov αποφεύγει τον κατά τα άλλα μανιχαϊσμό καθίσταται σαφές, ωστόσο, όταν τον διαβάσουμε υπό το φως του Schelling.[ΟΙ ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ;]

Και ο Schelling θεωρούσε ανεπαρκή την ερμηνεία του κακού ως στέρησης. Αυτό που κινητοποιεί την κριτική του είναι, όπως πάντα, η διπλή του μέριμνα για την ελευθερία και την προσωπικότητα. Για τον Schelling, η θεωρία της στέρησης, στην καλύτερη περίπτωση, αδυνατεί να εξηγήσει γιατί ή πώς ένα πρόσωπο θα μπορούσε να απορρίψει το αγαθό καθαυτό, εφόσον αυτό εκλαμβάνεται ως έλλειψη. Στη χειρότερη περίπτωση, ταυτίζει υπερβολικά το κακό με την ύλη και έτσι στερεί από τους ενσώματους δρώντες την ελευθερία.[66] Στη θέση της, ο Schelling προτείνει τη δική του θεωρία. Η θεωρία αυτή αρχίζει με μια διάκριση ανάμεσα στο γενικό και στο ειδικό κακό.[67] Το γενικό κακό υπάρχει, επομένως, μόνο ως καθαρή δυνατότητα. Για να υπάρξει ενεργεία, πρέπει να «εγερθεί στην πραγματικότητα» από τον άνθρωπο. Αλλά πρώτα, από πού προέρχεται το γενικό κακό ως καθαρή δυνατότητα; Από έναν παρωδικό «αυτοδιπλασιασμό» προκύπτει «ένα άλλο πνεύμα» —όχι η κενωτική Δεύτερη Δυνατότητα, αλλά «ο ανεστραμμένος θεός». Καθώς το θεμέλιο καθίσταται «άσεμνα ενεργό», αυτός ο ανεστραμμένος θεός ζει ως πείνα για ένα είναι που ποτέ δεν θα υπάρξει. Η ίδια του η προσπάθεια να αποκρύψει τη δοτότητα του θεμελίου του αποκαλύπτει την αποτυχία του. Η κατάληψη της εαυτότητας εμποδίζει τη διαδικασία της προσωποποίησής του: οντολογικά, ο ανεστραμμένος θεός δεν είναι παρά μια καθαρή ταλάντωση ανάμεσα στο είναι και το μηδέν.[ΕΙΧΕ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΥΜΟ]

Ο Schelling δεν ονομάζει ακόμη αυτό το άλλο πνεύμα «Σατανά» μέχρι την ύστερη Urfassung der Philosophie der Offenbarung (1831/32), όπου εμπλουτίζει τη λανθάνουσα σαταντολογία της Freiheitsschrift με βιβλική ερμηνεία.[68] Ακόμη κι αν παραδέχεται ότι το γενικό κακό ως ανεστραμμένος θεός είναι αυτό που η παράδοση αποκαλεί Σατανά, ο Schelling διστάζει να του αποδώσει υποστατική ύπαρξη. Οι λόγοι της επιφύλαξής του είναι δύο. Πρώτον, το είναι του Σατανά αρνείται ακριβώς τη διαδικασία της προσωποποίησης, καθώς καταλαμβάνει (αντί να παραδίδει) την εαυτότητα. Δεύτερον, ο Schelling αρνείται ότι η Γραφή διδάσκει οπουδήποτε άμεσα τη δημιουργία του Σατανά. Ούτε κτίσμα ούτε Δημιουργός, ούτε πρόσωπο ούτε πλήρως υπαρκτός, ο Σατανάς ζει ως μια «αρχή του κακού», ως μια «αιώνια πείνα και δίψα, μια αιώνια αναζήτηση […] της πραγματικότητας».[69]

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που καθιστά το γενικό κακό ειδικό; Για τον Schelling, μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει την καθαρή δυνατότητα του κακού σε «πράξη», κατά κάποιον τρόπο. Όταν το πράττει —όταν καταλαμβάνει αντί να παραδίδει την εαυτότητα— «ανοίγει τον εαυτό του στο πνεύμα του ψεύδους».[70] Ο Schelling ονομάζει αυτή την πράξη «αμαρτία». Τι ακριβώς εκπορεύεται από αυτή την αντι-προσωπική πράξη της αμαρτίας μπορεί να γίνει γνωστό, όπως λέει ο Πλάτων για τη χώρα, μόνο μέσω «νόθων συλλογισμών (λογισμῷ τινι νόθῳ) […] εφόσον δεν έχει για τον εαυτό της […] αλλά πλανάται πάντοτε ως φάντασμα κάποιου άλλου (ἑτέρου φάντασμα)».[71][ΚΑΛΗ ΕΞΗΓΗΣΗ]

Η ανακάλυψη από τον Schelling της παράδοξης θετικότητας του κακού μέσω της αμαρτίας εξηγεί επίσης τη μεταγενέστερη αναστροφή του μύθου της Γενέσεως 3. Εκεί, ο Σατανάς δεν είναι ούτε αγγελική υπερκαινοφανής οντότητα ούτε φίδι, εξηγεί ο Schelling. Είναι μάλλον το θείο θεμέλιο που έχει παρανόμως και διεστραμμένα «καταστεί ενεργό» από τους πρωτοπλάστους. Εφόσον είναι απρόσωπος, το «δεν-θα-έπρεπε-να-είναι-αλλά-όμως-είναι» του Σατανά, που προέρχεται από το Seinkönnen της Πρώτης Δυνατότητας, μπορεί να αναδυθεί μόνο μέσα από τα κτίσματα και δι’ αυτών, ως ένα είδος «ψευδούς ζωής» (falsches Leben).[72] Έτσι, για τον Schelling, ο μύθος της δημιουργίας απεικονίζει εξωτερικά αυτό που απειλεί πάντοτε εσωτερικά τα πρόσωπα: τη λανθάνουσα διάσπαση της συνείδησης που εκτρέπεται, την επιδίωξη μιας ελευθερίας που τελικά μόνο υποδουλώνει. Αν ο Σατανάς είναι κτίσμα, δεν είναι του Θεού αλλά δικό μας.[73][ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΘΑ ΛΕΓΑΜΕ]

Όλα αυτά, και πάλι, ο Bulgakov τα διαβάζει και τα εκλεπτύνει περαιτέρω.[74] Από τον Schelling μαθαίνει, πρώτα απ’ όλα, να προβληματίζεται απέναντι στην καθιερωμένη ερμηνεία του κακού ως privatio. Αν και ο Bulgakov δύσκολα απορρίπτει αυτή την ερμηνεία ευθέως, ζητεί κάτι περισσότερο.[75] Η θεωρία της privatio λαμβάνει υπόψη μόνο το τι του κακού —και μάλιστα μέσω μιας αφηρημένης άρνησης. Ο Bulgakov, αντιθέτως, ρωτά συχνότερα για το πώς του κακού, ή για την παράδοξη θετικότητά του. Όταν το πράττει, μιμείται τον Schelling αρνούμενος στον Σατανά προσωπικότητα —αλλά για διαφορετικούς λόγους. Αν ο Schelling αρνείται στον Σατανά προσωπικότητα με το σκεπτικό ότι δεν είναι κτίσμα, ο Bulgakov αρνείται στον Σατανά υποστατικότητα ακριβώς επειδή δεν είναι κτίσμα.[76] Όχι· η υποστατική ταυτότητα του Σατανά ανήκει κατ’ ακρίβειαν στον Εωσφόρο (Lucifer). Το γεγονός ότι ο Bulgakov διακρίνει μεταξύ Σατανά και Εωσφόρου δεν σημαίνει, όπως προτείνει ο Balthasar, την εγκατάλειψη της θεολογικής ερμηνείας και την απλή αποδοχή των βιβλικών στιγμιοτύπων. Αντιθέτως, αναθεωρώντας την «νοητή πράξη» (intelligible deed) του Schelling, ο Bulgakov ανοίγει νέες ερμηνευτικές δυνατότητες.[77]

Για τον Bulgakov, ο «Σατανάς» λειτουργεί ως το χρονικό εγώ σε σχέση με το υπερχρονικό εγώ του Εωσφόρου. Ακόμη χειρότερα: ο «Σατανάς» —«μέσα στην παραφροσύνη της επιθυμίας του να γίνει ίσος με τον Θεό», φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να επιθυμεί «την πλήρη ενσάρκωσή του στην ανθρωπότητα»[78]— έχει προβάλλει το «μικρό του εγώ» σε ένα «κοσμικό εγώ» και έχει θεωρήσει ολόκληρο τον κόσμο ως τον θρόνο του.[79] Όμως αυτό το εγώ δεν είναι δικό του, ακριβώς επειδή το «Σατανάς» δεν είναι το όνομα που φέρει από αιώνες. Ο «Σατανάς» είναι μάλλον η «υποστατική μάσκα» (ипостасная личина) την οποία ο Εωσφόρος εσφαλμένα θεωρεί ως τον εαυτό του.[80] Έτσι νοούμενος, ο «Σατανάς» υπάρχει θετικά μόνο ως «στάση, γκριμάτσα, η μάσκα του πεπτωκότος αγγέλου […] μιας προσποιητής ιδιοφυΐας και αυτοθέωσης».[81][ΧΡΥΣΟ ΚΛΕΙΔΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ]

Όπως με τον Σατανά, έτσι και με εμάς. Αν ο Σατανάς είναι κτίσμα και όχι αρχή, τότε ο Bulgakov δεν υιοθετεί την έννοια του «γενικού κακού» του Schelling. Το κακό γνωρίζει μόνο «εκπορεύσεις» από συγκεκριμένα κτίσματα. Και όταν οι άνθρωποι ανάγουν το κακό σε πράξη και έτσι του αποδίδουν «δημιουργική δύναμη», τότε «δημιουργείται μια φανταστική, “κακή” απειρότητα κενού, όπου […] κυριαρχεί ένα πλήθος απατηλών μορφών».[82] Οντολογικά, η διάλυση του χρονικού εγώ σε αυτό που ο Bulgakov αποκαλεί «μικρό εγώ» παρωδεί το δεύτερο πρόσωπο της Τριάδας ακόμη πιο ριζικά απ’ όσο είχε φανταστεί ο Schelling.[83] Δεν πρόκειται απλώς για το ότι το κακό καταλαμβάνει τον εαυτό του μέσω αυτοδιπλασιασμού αντί να παραδοθεί στον Πατέρα. Για τον Bulgakov, το κακό επιδιώκει θετικά μια «πλήρη ενσάρκωση στην ανθρωπότητα», μια ανεστραμμένη σοφιοποίηση —ακόμη και έναν ψευδή κόσμο.

Μέσα σε αυτό το «βασίλειο των σκιών»[84] του οποίου άρχοντας είναι ο Σατανάς, το εγώ δεν διακρίνει πλέον τις εκπορεύσεις του (το μικρό εγώ) από τον εαυτό του (το χρονικό εγώ), πόσο μάλλον από το υπερχρονικό του εγώ.[85] Εδώ ο Bulgakov υπενθυμίζει στους αναγνώστες του την απογευματινή επίσκεψη του διαβόλου στον Ivan Karamazov, ο οποίος δεν γνωρίζει πλέον αν τελικά μιλά στον εαυτό του.[86] Το εγώ μπορεί να αποσπασθεί από τα «έργα» του ή από τα «πέπλα του ψεύδους» μόνο μέσω της καταναλίσκουσας φωτιάς της κρίσεως (Α΄ Κορ. 3:13). Αυτή η κρίση ανήκει πρωτίστως στον Χριστό. Ανήκει όμως και, κατ’ επέκταση, στο υπερχρονικό εγώ, το οποίο είναι πάντοτε ήδη σοφιοποιημένο εν Χριστώ.[87] Εξ ου και το εντυπωσιακό (και αμφιλεγόμενο) συμπέρασμα του Bulgakov: ο Εωσφόρος μπορεί να σωθεί και να πραγματοποιήσει τη δική του υπερχρονική ελευθερία μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η «υποστατική μάσκα» που κατασκεύασε για τον εαυτό του θα καίγεται εις τους αιώνες, μετά την «τελική διάκριση φωτός και σκότους, την έσχατη απογύμνωση αυτής της σκιώδους υπάρξεως».[88]

IV.

Το πώς και το κατά πόσον ο Bulgakov υιοθετεί και προσαρμόζει τη σατανολογία του Schelling για να διαμορφώσει τη δική του υπήρξε το επιχείρημα του παρόντος δοκιμίου. Τι σημαίνει όμως για τον Bulgakov να ανακαλεί τη χριστιανική παράδοση μέσα από τον Schelling;

Ας υποθέσουμε ότι απομονώνουμε ένα μόνο σημείο της σατανολογίας στο οποίο ο Bulgakov τελειοποιεί τον Schelling. Ας υποθέσουμε επίσης ότι εξετάζουμε το πιο τολμηρά υψηλό από άποψη μεταφυσικής εικασίας και το λιγότερο συνδεδεμένο άμεσα με τους Πατέρες της Εκκλησίας: ότι δηλαδή η παράδοξη θετικότητα του κακού επιτρέπει στα κτίσματα (συμπεριλαμβανομένου του Lucifer) να «εκπορεύουν» έναν σκιώδη εαυτό ή έναν ψευδή κόσμο. Πού βρίσκεται αυτό στη μνήμη της χριστιανικής παράδοσης; Ανάμεσα στους Πατέρες, στο σημείο αυτό, ο Bulgakov παραπέμπει μόνο στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.[89] Θα μπορούσε όμως να είχε παραθέσει ακόμη περισσότερα από τη διδασκαλία του Μαξίμου απ’ όσα πράγματι παραθέτει. Για παράδειγμα, τον ισχυρισμό του Μαξίμου ότι με την πτώση του ο Αδάμ έθεσε «μια άλλη αρχή».[90] Ή ότι οι αμαρτίες συγκροτούν έργα «που δεν έχουν γεννηθεί από τον Θεό».[91] Αλλά πέρα και πριν από τον Μάξιμο, αυτή η πρακτική της ανάγνωσης των βιβλικών εικόνων περί εναλλακτικών εαυτών έχει μακρά ιστορία ανάμεσα στους ασκητές. Αρκεί να θυμηθούμε τον Ευάγριο για τη φαντασμαγορία της φαντασίας, τον Κασσιανό για την ενσάρκωση του «σώματος της αμαρτίας», τον Ησύχιο του Σινά για την «ανάμιξη» με τη δαιμονική φαντασία που γεννά την αμαρτία, τον Νικήτα Στηθάτο για την αμαρτία ως διάσπαση της ψυχής. Καθώς τα παραδείγματα πληθαίνουν, οι εικαστικές πτήσεις του Bulgakov υπό τη σκέπη του Schelling αρχίζουν να μοιάζουν λιγότερο με αυθαίρετη νεωτερική κατασκευή και περισσότερο με μνήμες της παράδοσης που είχαν από καιρό λησμονηθεί. Το να διαπιστωθεί σε ποια άλλα σημεία της σκέψης του Bulgakov μπορεί να ισχύει κάτι ανάλογο θα αποτελέσει βαρύ φορτίο —αλλά ένα φορτίο άξιο να το αναλάβει κανείς.[92]


Σημειώσεις:

Η Γνώση μπαίνει στην Εκκλησία με τον Χάιντεγκερ και τον Rahner

 

του Φραντσέσκο Λαμεντόλα

Τι άλλο είναι η γνώση,
 -όχι αυτό ή εκείνο το γνωστικό σύστημα, αλλά η αιώνια γνώση-, αν όχι η ανθρώπινη προσπάθεια να κατακτήσει μια απόλυτη αλήθεια με έναν μυστικό, μυητικό τρόπο, με τρόπο που δεν επιτρέπεται στους κοινούς θνητούς, αλλά μόνο σε εξαιρετικά άτομα, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε στη συνέχεια ότι, τελικά, ο Θεός δεν είναι αυτός που είναι, αλλά Αυτός που γίνεται, επειδή είμαστε μέρος του, και καθώς το συνειδητοποιούμε σταδιακά, ανάβουμε, ας πούμε, τη θεϊκή μας φύση και σηκωνόμαστε στα πιο υπέροχα μυστήρια της ύπαρξης;

Και ο μηδενισμός, από την άλλη, τι είναι αν όχι η ριζική άρνηση οποιουδήποτε λόγου, οποιουδήποτε τέλους, οποιουδήποτε σκοπού ή νοήματος της εκδηλωμένης πραγματικότητας; Με άλλα λόγια: η άρνηση να αναζητήσει κανείς στον Λόγο, και στη ζωή μας, έναν επαρκή λόγο ύπαρξης και να στεφανώσει την ύπαρξη του με νόημα; Δεν είναι ίσως η ιδέα ότι τα πάντα προέρχονται από το τίποτα, τυχαία, και ότι τυχαία ολισθαίνουν πίσω στο τίποτα, χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος πίσω τους, όπως η άμμος στην ακρογιαλιά αφού την έχει σκεπάσει η υψηλή παλίρροια, σβήνοντας τα ονόματα που γράφτηκαν με το δάχτυλο πάνω της, σαν να μην είχαν πάει ποτέ εκεί, σαν να μην υπήρχαν ποτέ;

Φαίνεται, επομένως, ότι η γνώση και ο μηδενισμός βρίσκονται στον αντίποδα η μιά του άλλου. Ότι τίποτα δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πιο μακρινό, πιο ξένο, πιο ανθεκτικό σε φιλοσοφικό επίπεδο. Κι όμως δεν είναι έτσι, αφού και το ένα και το άλλο είναι οι αιώνιοι πειρασμοί της ανθρώπινης σκέψης όταν χάνει την αίσθηση της αναλογίας και το δικό της οντολογικό όριο και αποτελούν, ας πούμε, τα δύο άκρα μιας ανάκαμψης που περνά συνεχώς, από εποχή σε εποχή, από μια υπερβολή της αυτοπεποίθησης σε μια εξίσου αδικαιολόγητη υπερβολή αυτοκαταστροφής και απαισιοδοξίας. Αυτό, τουλάχιστον, σύμφωνα με τα φαινόμενα.

Είναι όμως όντως έτσι; Η Γνώση εκφράζει τη σταθερή ανθρώπινη θέληση να γνωρίσει, να ξεπεράσει τα όρια, να υπερβεί τους εσωτερικούς Στύλους του Ηρακλή και να αρπάξει τη φωτιά των θεών, όπως ο Προμηθέας: είναι ο άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει, να γνωρίσει τα πάντα, χωρίς υπολείμματα. Ακόμα και αυτό που δεν φαίνεται, ακόμα και αυτό που κρύβεται από το κοινό βλέμμα των θνητών. Θέλει να μάθει για να αντλήσει τη σωτηρία που έρχεται από τη γνώση. Με άλλα λόγια, μέσω της μυστικής γνώσης, που είναι ακριβώς η γνώση, ο άνθρωπος φιλοδοξεί να αυτοφωτιστεί και να λυτρωθεί: δεν περιμένει τη σωτηρία από κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό του. Πιστεύει ότι είναι ικανός να στοχεύει τόσο ψηλά, γιατί είναι πεπεισμένος ότι έχει όλα τα απαραίτητα εργαλεία μέσα του, μόνο που ξέρει να τα χρησιμοποιεί κατάλληλα. Υπάρχει επομένως μια μυστικιστική, ή τουλάχιστον πνευματική, έμπνευση στην ένταση του προς την αληθινή γνώση: περισσότερο από μια προσπάθεια διανοητικής και κερδοσκοπικής φύσης, είναι μια γενική ώθηση για πρόσβαση στην ολότητα του είναι, με έμμεσο και άμεσο τρόπο.

Από την άλλη πλευρά, είναι ένας μυστικισμός, αν μπορούμε να το πούμε, που είναι ριζικά ενυπάρχον: δεν είναι το ζήτημα, για την ψυχή, να ανοίξει το δρόμο της προς το Είναι, το οποίο κατοικεί στις ανώτερες διαστάσεις, αλλά να γίνει θεϊκή η ίδια, χάρη ακριβώς στην ακριβή γνώση της μυητικής οδού και την ευλαβική τήρησή της. Υπάρχουν διάφορες αποκρυφιστικές αναμνήσεις εδώ, από το Θιβετιανό Βιβλίο των Νεκρών μέχρι τους αιγυπτιακούς πάπυρους της απαγορευμένης επιστήμης. Υπάρχει η πεποίθηση ότι η ψυχή, εκπαιδευμένη στη ζωή σχετικά με το τι πρέπει να κάνει αφού περάσει το κατώφλι του θανάτου, μπορεί να διατηρήσει τις ικανότητες λήψης αποφάσεων και να κατευθυνθεί ελεύθερα προς μια κατεύθυνση αντί για άλλη, ασκώντας ακόμη και μεταθανάτια μια αληθινή και σωστή κυριαρχία πάνω στο πεπρωμένο της. Από την άλλη πλευρά, η σύλληψη της διαδικασίας σωτηρίας της ψυχής ως συνειδητής και ενδόμυχης λειτουργίας, αποκλείει από μόνη της την ύπαρξη ενός υπερβατικού, στοργικού και προνοητικού Θεού, δημιουργού και συντηρητή των πάντων. Υπό αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να μιλήσει για μηδενισμό ή τουλάχιστον για αθεϊστικό μυστικισμό: η μυστικιστική κατάνυξη δεν στρέφεται στην πραγματικότητα προς ένα ον που στέκεται πάνω από τη φύση, αλλά προς τη φυσική διάσταση, και πιο συγκεκριμένα προς κάποια μυστική γνώση της, άγνωστη στους περισσότερους ανθρώπους: η οποία μοιάζει πολύ με το μαγικό σύμπαν του μάγου ή του σαμάνου.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αναλογίας, για να μην πούμε αυτής της γειτνίασης, μεταξύ γνώσης και μαγείας, είναι η πίστη στη δυνατότητα του μυημένου να πραγματοποιεί αστρικές πτήσεις, μια πεποίθηση που είναι πράγματι κοινή στους σαμανικούς και γνωστικούς πολιτισμούς. Είναι γνωστό ότι, σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, ο Σίμων ο Μάγος, που θεωρείται ο πρώτος από τους Γνωστικούς δασκάλους κατά σειρά χρόνου, ήθελε να επιδείξει δημόσια τις δυνάμεις του πετώντας στη Ρωμαϊκή Αγορά, παρουσία του αυτοκράτορα Νέρωνα, αλλά στη συνέχεια, ακολουθώντας τις προσευχές των Αποστόλων, έπεσε στο έδαφος, στα πόδια του Αγίου Πέτρου, με σπασμένα τα πόδια του και στη συνέχεια κατέληξε λιθοβολημένος από το πλήθος. Φυσικά, η μυητική «φυγή» γίνεται κατανοητή από όλες σχεδόν τις παραδόσεις με εσωτερική έννοια, ως η ικανότητα να μεταβούμε από τη διάσταση της ακαθάριστης ύλης σε αυτή της λεπτής ύλης. Θα ήταν επομένως μια αστρική πτήση στην οποία αυτό που έχει σημασία δεν είναι να σηκωθείς από το έδαφος, αλλά να βγεις από τη φυλακή του σώματος και να κυριαρχήσεις στα αιθερικά στοιχεία και στα ενδοδιάστατα κατώφλια της πραγματικότητας.

Λοιπόν, αν υπάρχει μια σύγχρονη φιλοσοφία που προσφέρεται για την εκτέλεση αυτής της λειτουργίας της σύνδεσης δύο στάσεων που φαίνονται αντίθετες, αλλά δεν είναι, η μία υπερήφανης εμπιστοσύνης στην ικανότητα αυτολύτρωσης, η άλλη ριζικής άρνησης σε έναν υπερβατικό Θεό, και ως εκ τούτου ενωμένοι με την ιδέα ότι τα πράγματα προέρχονται από το τίποτα και πάνε προς το τίποτα, αυτή είναι η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ, με το είναι-ρίχνεται-στον-κόσμο και το είναι-για-τον-θάνατο, η μόνη απόλυτη βεβαιότητα που παρέχεται στους ανθρώπους· και με τις διφορούμενες σκέψεις του μεταξύ της υπαρξιακής οντολογίας του Είναι και του Χρόνου και της θέλησης για εξουσία, του amor fati, του ποιμένα του είναι και της αρνητικής θεολογίας των τελευταίων έργων τουΕφόσον τα πάντα ή σχεδόν όλα βρίσκονται στη σκέψη του Χάιντεγκερ, συμπεριλαμβανομένου και του αντιθέτου της, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι σε αυτήν ο κύκλος μεταξύ γνώσης και μηδενισμού κλείνει και αφήνει τους μελετητές του με το επίπονο έργο της αναζήτησης, αν όχι της συνάφειας, τουλάχιστον ενός κατανοητού νοήματος...

Ο Franco Volpi γράφει στο κλασικό πλέον δοκίμιό του Il nihilismo (Bari, Laterza, 2005, σσ.121-12):


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Χάιντεγκερ παρέχει μια θεμελιώδη συμβολή στην ανάλυση του ευρωπαϊκού μηδενισμού. Ωστόσο, στα τελικά του αποτελέσματα, αναδεικνύει ένα μοναδικό παράδοξο, που είναι ταυτόχρονα και το παράδοξο ενός σημαντικού μέρους της σύγχρονης σκέψης. Πρόκειται για το γεγονός ότι σε αυτό φαίνονται να αγγίζουν και να συνυπάρχουν δύο ασυμβίβαστα άκρα: ένας ριζοσπαστικός μηδενισμός, από τη μια, και ένας εμπνευσμένος από το όραμα, αν όχι από τον μυστικισμό, από την άλλη. Για το λόγο αυτό, όσο περισσότερο εμμένουμε στη μία οπτική στη μεταφορά της διδασκαλίας του Χάιντεγκερ, τόσο περισσότερο βλέπουμε τον εαυτό μας αντιμέτωπο με τα προβλήματα που ανοίγει η άλλη. Η ριζοσπαστικοποίηση της φιλοσοφικής αμφισβήτησης, που επενδύει τα πάντα και καταναλώνει τα πάντα, παράγει αφενός μια επιτάχυνση διάλυσης, μια ενίσχυση του μηδενισμού. Από την άλλη πλευρά, στην εκπλήρωση αυτής της διάλυσης, η σκέψη ανοίγεται στην προοπτική του εντελώς άλλου, σε αυτό που βρίσκεται ριζικά πέρα ​​από αυτό που έχει διαλυθεί. Η αποδόμηση των εννοιών και των θεωρημάτων της παραδοσιακής φιλοσοφίας έχει ως αποτέλεσμα ένα άνοιγμα στην προβληματική του ιερού και του θείου. Η αμφισβήτηση που ο Χάιντεγκερ θεωρεί «το κρίμα της σκέψης» συνεπάγεται αμφισβήτηση και διάλυση, αλλά ταυτόχρονα και έρευνα και αναμονή (προσδοκία): οδηγεί σε αυτό το Τίποτα που είναι η ακραία κάθαρση του πεπερασμένου και το απογυμνώνει από τα πάντα για να του επιτρέψει να έχει πρόσβαση στο θείο. Οδηγεί σε εκείνο το ακραίο σημείο που ο Μάιστερ Έκχαρτ αποκάλεσε με σχεδόν βλάσφημα λόγια (...) το σημείο «όπου ο άγγελος, η μύγα και η ψυχή είναι το ίδιο πράγμα». Είναι ένα ερώτημα που ισοπεδώνει τη μεταφυσική για να προετοιμαστεί για την έλευση της «νέας αρχής».

Το κλειδί που έφερε καλύτερα από κάθε άλλο στο φως αυτή τη δυνατότητα συνύπαρξης μηδενισμού και μυστικισμού είναι αυτό της αντιπαράθεσης της Χαϊντεγκεριανής σκέψης με τη γνώση. Αυτή η σύγκριση είναι μια παραλλαγή της γενικότερης αναβίωσης του Γνωστικού παραδείγματος - χωρισμένο από την ιστορική του θέση στην ύστερη αρχαιότητα - ως παλίμψηστο για μια ερμηνεία της νεωτερικότητας. Ένα μονοπάτι που είχε ήδη πατήσει τον δέκατο ένατο αιώνα ο Ferdinand Christian Baur. Τον περασμένο αιώνα, τα εύσημα για την εκ νέου ανακάλυψη της γνώσης πρέπει να αποδοθούν στον Carl Gustav Jung και στις συναντήσεις που προώθησε ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1930 στην Ascona, για τις οποίες το "Eranos Jahrbuch" παρέχει τεκμηρίωση. Αλλά ήταν ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1950 που η καρποφορία του Γνωστικού παραδείγματος ήρθε στο φως και συζητήθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η συζήτηση θερμάνθηκε γύρω από τις θέσεις που υποστήριξαν αντίστοιχα οι Eric Voegelin και Hans Blumenberg.

Ο πρώτος επιτέθηκε μετωπικά στη νομιμότητα της σύγχρονης εποχής, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξή της πρέπει να ερμηνευθεί ως θρίαμβος της γνώσης. Φιλόσοφοι που ήταν καθοριστικοί για τη νεωτερικότητα όπως ο Χέγκελ, ο Μαρξ και ο Νίτσε θα θεωρούνταν «Γνωστικοί», καθώς ένα θεωρητικό σύστημα Γνωστικής προέλευσης θα λειτουργούσε στη σκέψη τους. Στον Χέγκελ, η διαδικασία κατά την οποία το πνεύμα έρχεται να βρεθεί από μια κατάσταση αλλοτρίωσης είναι για τον Voegelin ανάλογη με το προσκύνημα μέσω του οποίου η αλλοτριωμένη σπίθα ("πνεύμα") των Γνωστικών επιστρέφει από την εξορία του στον κόσμο στην πληρότητα μιάς αναπόσπαστης ανθρώπινης ύπαρξης. Στον Νίτσε η φυσική αρχή της θέλησης για εξουσία μεταμορφώνει τον άνθρωπο, ασφυκτιώντας από εχθρικές προς τη ζωή αξίες και τώρα αναίμακτα, σε υπεράνθρωπο. Και στις τρεις περιπτώσεις λειτουργεί η ιδέα της αυτοσωτηρίας του ανθρώπου μέσω της «γνώσης» της δικής του κατάστασης αιχμαλωσίας και αποξένωσης, η οποία γίνεται το όργανο της λύτρωσης. Δυνάμει αυτής της «γνώσεως», άρα χάρη στον εαυτό του, το υποβαθμισμένο ον αποκαθιστά την αρχική του πληρότητα. Ο σύγχρονος θρίαμβος της γνώσης σημαίνει για τον Voegelin την εμμενοποίηση της χριστιανικής εσχατολογίας, η οποία τελικά οδηγεί στον μηδενισμό: ο Θεός και η πνευματική ζωή του ανθρώπου θυσιάζονται στον πολιτισμό με την αφιέρωση όλων των ανθρώπινων ενεργειών στην ανάληψη της σωτηρίας μέσω της εμμενούς δράσης που υπάρχει στον κόσμο.

Ο Blumenberg
 αντιτάχθηκε σθεναρά σε αυτές τις θέσεις. Υπερασπίστηκε τη νεωτερικότητα, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι τόσο η εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού, αλλά μάλλον η διαδικασία της αυτόνομης επιβεβαίωσης του ανθρώπου στον κόσμο. Με την απολυτοποίηση της γήινης διάστασης, η νεωτερικότητα αρνείται τον Γνωστικό δυϊσμό, που εξακολουθεί να υπάρχει στην ύστερη μεσαιωνική θεολογική εικασία που χωρίζει ριζικά τον Θεό και τον κόσμο. Η νεωτερικότητα, λοιπόν, δεν είναι ο θρίαμβος, αλλά η δεύτερη, οριστική ήττα της γνώσης. (…)

Εάν η γνώση, που θεωρείται όχι ως ιστορικό φαινόμενο αλλά ως πρότυπο σκέψης, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας «ante litteram» υπαρξιστικός μηδενισμός, ο οποίος μέσω του «annihilatio mundi» επιφέρει μια ριζική απομόνωση της ψυχής για να αποκτήσει τη σωτηρία της και τήν επανένωση με τον Θεό, τότε ο σύγχρονος μηδενισμός μπορεί με τη σειρά του να διαβαστεί ως ένας σύγχρονος αθεϊστικός Γνωστικισμός: τυφλός σε κάθε υπερβατικότητα, συγκεντρώνεται σε μια τραγική περιγραφή του ξεριζωμού και του αποπροσανατολισμού της θνητής ύπαρξης. Στην κοσμική της μοναξιά, η ύπαρξη επαναλαμβάνει το Γνωστικό ερώτημα, γνωρίζοντας ότι θα μείνει αναπάντητο: ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Πού πάμε;

Στο τέλος αυτής της έρευνας, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις αμφιβολίες και τις αμηχανίες-απορίες που είχαμε από την αρχή. Εάν η γνώση, λέει ο Φράνκο Βόλπι, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας υπαρξιστικός μηδενισμός «ante litteram», ο οποίος μέσω του «annihilatio mundi» επιφέρει μια ριζική απομόνωση της ψυχής για να επιτευχθεί σωτηρία και επανένωση με τον Θεό, τότε ο σύγχρονος μηδενισμός μπορεί με τη σειρά του να διαβαστεί ως ένας σύγχρονος αθεϊστικός Γνωστικισμός. Ωστόσο, μας φαίνεται ότι αυτή η ερμηνεία παρουσιάζει περισσότερες δυσκολίες από αυτές που ισχυρίζεται ότι επιλύει. Η Γνώση είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τον υπαρξιστικό μηδενισμό: προβάλλεται μάλλον προς την αναζήτηση μιας ανώτερης αλήθειας και, ενώ ουσιαστικά αρνείται την οντολογική διαφορά μεταξύ πλασμάτων και δημιουργού (εμανατισμός), δεν αρνείται καθόλου την ύπαρξη μιας πρώτης αρχής. ούτε μιας τελικής αιτίας, για την οποία ο μηδενισμός φαίνεται ξένος και ασυμβίβαστος με αυτόν. Εάν η ύπαρξη του κόσμου και των οντοτήτων δεν είχε σκοπό, γιατί να αγωνίζεται ο Γνωστικός στην αναζήτησή του για μια ανώτερη γνώση που θα του αποκάλυπτε το μυστήριο της ύπαρξης; Θα ήταν μια αντίφαση από άποψη όρων. Από την άλλη, αν ο μηδενισμός ήταν η εκδοχή, ας πούμε έτσι, του αθεϊστικού γνωστικισμού, θα μπορούσαμε να μιλάμε για γνώση γι' αυτόν; Η γνώση δεν συνεπάγεται απαραίτητα, εξ ορισμού, μια μυητική πορεία προς το θείο; Τώρα, ανεξάρτητα από τον ορισμό του θείου στη Γνωστική σύλληψη, είναι βιώσιμη η θέση ότι η σύγχρονη γνώση μπορεί να βασίζεται στον αθεϊσμό, στο όραμα μιας ολοκληρωτικά έμφυτης πραγματικότητας, χωρίς να πέφτει, αν μη τι άλλο, σε μια περισσότερο ή λιγότερο ρητή μορφή πανθεϊσμού; Ωστόσο, από τόσο αβέβαιες και αντιφατικές βάσεις, δεν έλειψαν οι ερμηνευτές και οι οπαδοί του Χάιντεγκερ που ήθελαν να κάνουν τη φιλοσοφία του τη σύγχρονη εκδοχή της αιώνιας γνώσης. Το πιο θανατηφόρο είναι ότι ανάμεσα σε αυτούς τους θαυμαστές και οπαδούς υπάρχει ο Ιησουίτης θεολόγος Karl Rahner, ο οποίος άσκησε αποφασιστική επιρροή στη λεγόμενη ανθρωπολογική καμπή-στροφή της Δεύτερης Συνόδου του Βατικανού.

Σέ ποιο σκοπό πρέπει να τείνει η βούληση;

 

από Francesco Lamendola

Ο Αριστοτέλης έδειξε ότι κάθε υπάρχον πράγμα είτε κινείται, είτε μετακινείται. Τώρα το να κινείσαι είναι το ίδιο με το να ενεργείς: επομένως μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι κάθε πράγμα ενεργεί ή ενεργείται. Τα ζωντανά πλάσματα δρουν, με αυξανόμενο βαθμό ελευθερίας, από το φυτό, στο ζώο, στον άνθρωπο. Τα αδρανή πράγματα επενεργούν από κάτι άλλο εκτός από τον εαυτό τους, για παράδειγμα, η πέτρα γυαλίζεται από το νερό και το ξύλο διαμορφώνεται από τον γλύπτη. Συνεχίζοντας σε αυτή τη σειρά συλλογιστικής, μπορούμε επίσης να πούμε ότι εάν η ύπαρξη είναι η δράση και εάν τα ζωντανά όντα διακρίνονται από το γεγονός ότι μπορούν να ενεργήσουν από μόνα τους, όπως το φυτό που εξάγει νερό και μεταλλικά άλατα από τη γη, διοξείδιο του άνθρακα από τον αέρα και θερμότητα και φως από τον Ήλιο, για να τα συνθέσει και να παράγει ζωντανή ουσία, Τότε όλα όσα υπάρχουν τείνουν προς ένα τέλος, επειδή η δράση είναι κίνηση και η κίνηση κινείται προς ένα τέλος. Και ότι ο σκοπός του ανθρώπου, ως ζωντανού και λογικού πλάσματος, επομένως ενός λογικού πλάσματος, πρέπει αναγκαστικά να κατευθύνει τον εαυτό του προς το τέλος που του αρμόζει και που δεν μπορεί να είναι το ίδιο με εκείνο του φυτού, του ζώου ή, ακόμη περισσότερο, των μη ζωντανών πραγμάτων.

Τώρα, στον άνθρωπο, δεν είναι μόνο η λογική αλλά και η θέληση που είναι χαρακτηριστική, η οποία είναι το όργανο με το οποίο κατευθύνει τη δράση με μια συγκεκριμένη ορθολογική έννοια, όπως αρμόζει στη φύση του ως άνθρωπος. Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ακόμη και τα ανώτερα ζώα είναι προικισμένα με θέληση, αλλά με μια πιο προσεκτική εξέταση είναι μάλλον ένα ένστικτο: η θέληση, στην πραγματικότητα, δείχνει όχι μόνο την ικανότητα που επιτρέπει σε κάποιον να μεταφράσει σε δράση αυτό που επιθυμεί, αλλά επίσης, και πάνω απ 'όλα, την ικανότητα να διακρίνει μεταξύ των επιθυμητών αντικειμένων εκείνα που είναι κατάλληλα για τον άνθρωπο.Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λέγεται για έναν άνθρωπο που επιτρέπει στον εαυτό του να παρασυρθεί από τα χαμηλότερα ένστικτα, ότι έχει γίνει βάναυσος: επειδή έχει κάνει τον εαυτό του σαν τα κτήνη, περιφρονώντας αυτό που είναι ειδικά ανθρώπινο, την κυριαρχία της λογικής πάνω στις ορέξεις και την ικανότητα να διακρίνει εκείνες που του ανήκουν, ως λογικό ον, και εκείνες που είναι κατάλληλες μόνο για την ενστικτώδη σφαίρα, όπως στα ζώα.

Επομένως, ο άνθρωπος είναι εκείνο το λογικό ον, προικισμένο με θέληση, που δεν επιθυμεί κανένα καλό αδιακρίτως, αλλά που επιθυμεί πάνω απ' όλα το καλό που αρμόζει στη φύση του, δηλαδή το καλό της λογικής ευτυχίας. Κάθε ον είναι ευτυχισμένο όταν επιτυγχάνει το καλό που επιθυμεί, και είναι εξαιρετικά ευτυχισμένο όταν επιτυγχάνει σταθερά εκείνο το καλό που είναι πάνω από όλα τα άλλα στη συγκεκριμένη φύση του. Και δεδομένου ότι δεν υπάρχει τίποτα πάνω από την αναγνώριση της αλήθειας, δεδομένου ότι η λογική είναι το όργανο για το σκοπό αυτό, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η μεγαλύτερη ευτυχία και το υψηλότερο καλό για τον άνθρωπο είναι να βρει την αλήθεια, διαχωρίζοντάς την από τόσα άλλα πράγματα που έχουν μια ορισμένη εμφάνιση αλήθειας. αλλά τα οποία δεν είναι, στην πραγματικότητα, αληθινά, ή δεν είναι εντελώς αληθινά, αλλά είναι ένα μείγμα αληθινού και ψεύτικου, και επομένως καλού και κακού. Αυτός είναι ο σκοπός του ανθρώπου: να ενεργεί, δηλαδή να κινείται ελεύθερα και αυτόνομα, δηλαδή να μην περιορίζεται από άλλους, ούτε να υποκύπτει στη βούληση των άλλων, στη σφαίρα της λογικής, αναζητώντας και βρίσκοντας την αλήθεια, η απόλαυση της οποίας τον κάνει κατάλληλα ευτυχισμένο.

Φυσικά, ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος με έναν άλλο τρόπο, για παράδειγμα, βυθισμένος στη λάσπη και τρεφόμενος με βελανίδια, όπως ένας χοίρος: αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για μια πραγματικά ανθρώπινη απόλαυση, αλλά για υποβάθμιση σε μια κατώτερη οντολογική κατάσταση. Για να είναι αληθινά και απόλυτα ευτυχισμένο, κάθε ον πρέπει να απολαμβάνει, στον υψηλότερο βαθμό, εκείνο το καλό που είναι συγκεκριμένο για τη φύση του, και όχι οποιοδήποτε καλό, ή κάτι που έχει μια ορισμένη εμφάνιση καλού. Για τον διαβητικό, η κατανάλωση μιας ποσότητας τροφών υψηλής θερμιδικής αξίας μπορεί να είναι μια ευχαρίστηση, αλλά δεν είναι καλή, στην πραγματικότητα είναι κακή. Αντίθετα, για τον άρρωστο που θέλει να θεραπευτεί, η λήψη πικρού φαρμάκου είναι αναμφίβολα μια δυσάρεστη πράξη, αλλά το κάνει πρόθυμα, γνωρίζοντας, χάρη στον ορθολογισμό του, ότι είναι καλό γι 'αυτόν και τον φέρνει πιο κοντά στο καλό της υγείας. Η ικανότητα απόρριψης ενός ψεύτικου καλού ενόψει του αληθινού καλού, καθώς και η ικανότητα υποταγής σε ένα φαινομενικό και παροδικό κακό ενόψει ενός πραγματικού και οριστικού, είναι κατάλληλη για τον άνθρωπο και όχι για το παράλογο ζώο, το οποίο καθοδηγείται αποκλειστικά από ένστικτο.

Ένας μεγάλος θωμιστής φιλόσοφος, ο Ιησουίτης Luigi Taparelli D'Azeglio (Τορίνο, 1793-Ρώμη, 1862), έγραψε γι 'αυτό στο Θεωρητικό Δοκίμιο για το Φυσικό Δίκαιο, Νάπολη, La Civiltà Cattolica, 1850, τόμος 1, σελ. 4-12. Επιτρέψαμε στον εαυτό μας κάποιες μικρές ορθογραφικές αλλαγές σε σαφώς παρωχημένες λέξεις):

Τώρα τι είναι καλό; Έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι αυτό που χυδαία ονομάζεται ΚΑΛΟ είναι αυτό που αποτελεί τη φυσική ικανοποίηση μιας ικανότητας, οποιασδήποτε τάσης: και επομένως όσες τάσεις και κλίσεις είναι ένα ον, τόσα πολλά είναι τα αγαθά για τα οποία είναι ικανό. Από αυτή την πολύ γενική άποψη, είναι απαραίτητο να καταλάβουμε με ποια έννοια πρέπει να γίνει κατανοητή η διάκριση μεταξύ ΑΛΗΘΩΝ και ΨΕΥΔΩΝ αγαθών , για τα οποία απαιτείται τόσο συχνή αναφορά σε οικεία γλώσσα. δεδομένου ότι οι διάφορες κλίσεις ενός όντος μπορούν να έρθουν σε αντίθεση και να τον οδηγήσουν σε διαφορετικά και αντίθετα αντικείμενα, είναι σαφές ότι αν ένα από αυτά είναι ένα αληθινό καλό, Το αντίθετο θα είναι καλά ΛΑΘΟΣ· αφού ψευδές λέμε το αντίθετο της αλήθειας.

Αλλά ποια είναι η αρχή με την οποία διακρίνεται το αληθινό από το ψεύτικο καλό; Εάν κάθε ον ήταν πολύ απλό και επομένως προικισμένο από τη φύση μόνο με μια τάση, είναι σαφές ότι δεν μπορούσε παρά να τρέξει στο καλό που του πρότεινε η φύση και επομένως θα έτεινε πάντα στο αληθινό καλό του. Αλλά στην πολλαπλότητα των διαφόρων τάσεων, με τις οποίες πολλά όντα είναι φυσικά προικισμένα, ποια από αυτές τις τάσεις πρέπει να ονομαστεί καλή; Δηλαδή, κλίνει προς το αληθινό ΚΑΛΟ; (...)

Η φύση είναι επομένως εκείνη η αρχή της τάσης που οδηγεί ένα ον στο σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε από τον Δημιουργό του. Αλλά για το σκοπό αυτό όλοι οι άλλοι πρέπει να υποταχθούν. Επομένως, όλες οι τάσεις προς αυτή την πρώτη ριζοσπαστική τάση κάθε όντος. (…)

Ένας πράττων, ένας δρών, που εργάζεται σύμφωνα με αυτόν τον σκοπό αποκτά τη δική του φυσική τελειότητα, επειδή η τελειότητα είναι η εκπλήρωση ενός όντος, τότε ένα ον θα είναι ΦΥΣΙΚΑ ΤΕΛΕΙΟ όταν οδηγεί στο τέλος που του έχει το πρόθεμα η ίδια η φύση· τέλειο στην ΥΠΑΡΞΗ, όταν μπορεί να κινηθεί προς αυτόν τον σκοπό· τέλειο στην ΤΑΣΗ· όταν κινείται προς αυτήν χωρίς παραλλαγές. τέλειο στο TERM, δηλαδή, εντελώς τέλειο, όταν τελικά το φτάσει.

Αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι στην τάξη του σύμπαντος, αν τα άκρα συγκεκριμένων πλασμάτων ποικίλλουν, ένα είναι το τέλος όλου του τεράστιου έργου. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο το σύμπαν φαίνεται έτσι διατεταγμένο, επειδή τακτοποιεί την τεράστια ποικιλία των δημιουργημένων πραγμάτων σύμφωνα με την αρχή της ενότητας στην οποία υποτάσσονται τα πάντα. Η τελειότητα του πλάσματος που θεωρείται από μόνη της είναι επομένως ένα πράγμα και άλλο αν εξεταστεί σε ολόκληρο το σύμπαν, αφού κάθε πλάσμα αποτελεί ένα σύνολο του εαυτού του και αποτελεί μέρος των άλλων, όλα δευτερεύοντα υποδεέστερα σε διάφορους βαθμούς στο πρωταρχικό σύνολο. σε εκείνο το άπειρο Ον που είναι το ον κάθε όντος και στο οποίο αναφέρονται όλα τα πλάσματα. (…)

Αυτές οι έννοιες μας δίνουν κάποια ιδέα για το αληθινό καλό. Δείχνουν ότι το αληθινό καλό κάθε όντος δεν είναι οποιοδήποτε αντικείμενο στο οποίο τείνει κάποια απομονωμένη ικανότητα της τάσης του, αλλά αυτό στο οποίο τείνει η φύση του. και ότι η τελειότητα του υποκειμένου του εξαρτάται από την επίτευξη αυτού του αντικειμένου. Ότι, συνεπώς, η ιδέα του καλού περιλαμβάνει ουσιαστικά την ιδέα του τέλους ή του τέλους κάποιας τάσης. Αλλά όπως οι όροι στους οποίους τείνουμε μπορεί να είναι διάφοροι, έτσι και τα είδη του καλού μπορεί να ποικίλουν. (…)

Κάθε ον είναι ένα, και επομένως κάθε φύση είναι μία· το τέλος κάθε φύσης διαμορφώνει την τελειότητά της, η τελειότητα της φύσης είναι αναγκαστικά μία· όταν η φύση τείνει σε διάφορα υλικά διακριτά αντικείμενα, τα θεωρεί κάτω από αυτή τη μία όψη του συμπληρώματος ή της τελειότητάς της· επομένως τείνει σε ένα αντικείμενο.

Και αυτό μας κάνει να καταλάβουμε πώς, όλοι οι άνθρωποι τείνουν σε ένα μόνο τέλος, αλλά διαφωνούν τόσο πολύ για την ευτυχία. Δεν αμφισβητείται αν η ευτυχία πρέπει να επιδιώκεται, αλλά παραδεχόμενοι αυτό ως αρχή, τίθεται το ερώτημα πού βρίσκεται: αναζητά κανείς το υλικό αντικείμενο, όχι το δικό του. Αντίθετα, αυτό είναι προφανές σε όλους και χρησιμεύει ως η πρώτη αρχή κάθε ηθικής αμφισβήτησης, η οποία μπορεί πάντα να αναχθεί σε αυτό το πρώτο πρακτικό αξίωμα: «Επιθυμώ να είμαι ευτυχισμένος».

Επομένως, για να συνοψίσουμε: το αληθινό καλό ενός όντος είναι αυτό για το οποίο έχει προοριστεί από τον Δημιουργό και το οποίο του υποδεικνύεται από την ίδια του τη φύση. Και συμπίπτει με το καλό που είναι βολικό από μόνο του, ενώ το χρήσιμο είναι το μέσο για την επίτευξή του, και η ευχαρίστηση είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτό. Όποιος βάζει το χρήσιμο πάνω από το καλό ή την ευχαρίστηση πάνω από το χρήσιμο και το καλό, αντιστρέφει την τάξη των πραγμάτων και αδικεί την ίδια του τη φύση.

Για τον ίδιο λόγο, ένα ανθρώπινο ον δεν πρέπει να θέτει την ευχαρίστηση ως τον υπέρτατο σκοπό της ζωής του. Η ευχαρίστηση είναι η συνέπεια, ή το αποτέλεσμα, του αληθινού καλού, αλλά δεν το αντικαθιστά. Ο άνθρωπος αναζητά την αλήθεια για να είναι ευτυχισμένος, και έτσι συμβαίνει όταν φτάνει στην ανιδιοτελή ενατένισή της, όπως θαυμάσια περιγράφει ο Δάντης στο τελευταίο canto της Θείας Κωμωδίας. Αν ο άνθρωπος αναζητούσε την ευχαρίστηση ως αντικείμενο της ευτυχίας, θα αντέστρεφε τη σωστή ιεραρχική σχέση που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στο αληθινό, που είναι το τέλος, και την ευχαρίστηση που προέρχεται από αυτό. Ή, ακόμα χειρότερα, θα το περιφρονούσε εντελώς. Το να εγκαταλείπει κανείς τον εαυτό του με ζωώδη τρόπο στην αναζήτηση σαρκικών απολαύσεων σημαίνει να χάνει εντελώς τον προσανατολισμό του προς το καλό, κάνοντας το τελευταίο να συνίσταται σε μια ευχαρίστηση που είναι εξευτελιστική για τη φύση του ανθρώπου και που δεν μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο, επειδή δεν του επιτρέπει να φέρει στην τελειότητα, δηλαδή, στον υψηλότερο βαθμό, τις ιδιότητες που αρμόζουν στη φύση του. Δεν φτιάχτηκες για να ζεις σαν κτήνη, λέει ο Δάντης, αλλά για να ακολουθείς την αρετή και τη γνώση. Και ο Οδυσσέας του δεν διστάζει να δεθεί στο κατάρτι του πλοίου, γνωρίζοντας ότι είναι πρακτικά αδύνατο να αντισταθεί στο κάλεσμα της ηδονής μόνο με τη δύναμη της λογικής και της θέλησης.

Και εδώ ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, το οποίο η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, δεδομένης της εμμενούς προκείμενης της, δεν υποψιάζεται καν ότι υπάρχει, αλλά το οποίο έχει αντιμετωπιστεί θαυμάσια από την ιδιοφυΐα του Αγίου Παύλου, του Αγίου Αυγουστίνου, και πάνω απ 'όλα των άλλων από τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη. Ο άνθρωπος μπορεί ίσως να είναι σε θέση να δει το καλό σχεδόν τέλεια, αλλά δεν είναι σε θέση να το μεταφράσει σε δράση. Η αλήθεια δεν αρκεί για να είναι κανείς ενάρετος: αυτή ήταν η μεγάλη γκάφα του Σωκράτη. Χρειάζεται κάτι άλλο, κάτι που δεν διαθέτει η ανθρώπινη φύση: χάρη. Αλλά ο άνθρωπος, ο οποίος είναι προικισμένος με λογική και θέληση, μπορεί να το καταλάβει αυτό και στη συνέχεια να το ζητήσει με εμπιστοσύνη από Εκείνον που μπορεί να του το δώσει. Χωρίς χάρη, η ανθρώπινη λογική είναι σαν μια θαυμάσια μηχανή, αλλά αδρανής. Μόνο με χάρη ζωντανεύει τον εαυτό του, εξανθρωπίζει τον εαυτό του και ξέρει πώς να επιτύχει αυτό το καλό που έχει δει αλλά που παραμένει μακρινό.
 Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμαίους 7:15): Δεν μπορώ καν να καταλάβω τι κάνω, γιατί δεν κάνω αυτό που θέλω, αλλά αυτό που απεχθάνομαι.

π. Ν. Λουδοβίκος: Ο Άγιος Μάξιμος και η θεολογική μας πτωχεία

 

π. Ν. Λουδοβίκος: Ο Άγιος Μάξιμος και η θεολογική μας πτωχεία

Απομαγνητοφώνηση

https://www.youtube.com/watch?v=eRIEqGpMPfU


Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος εξηγεί την ελληνική πατερική θεολογία, δίνοντας έμφαση στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, του οποίου η σκέψη θεωρείται κλειδί για την κατανόηση αυτής της παράδοσης. Αναφέρει τον Μάξιμο ως μέλος μιας τριάδας, μαζί με τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο και τον Γρηγόριο Παλαμά, που εισάγουν μια νέα ανθρωπολογία την οποία ονομάζει αναλογική ταυτότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην υπαρξιακή διάσταση της θεολογίας του, στην έννοια της ηθικής ως κοινωνίας των όντων, στην γνωσιολογία ως υπαρξιακή μετοχή στην ενέργεια του Θεού, και στην έννοια του φυσικού θελήματος του ανθρώπου. Τέλος, θίγεται η έννοια της αγάπης και ο ρόλος της ευγνωμοσύνης στον δωρεοδότη. ΔΕΒΘ, Περίπτερο Εκδόσεις Εν πλώ, Παρασκευή 9 ΜΑΪΟΥ, Οργάνωση: Ι. Μ. Μονή Βατοπαιδίου ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ του Αγίου Μαξίμου Ομολογητού π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος, Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Χρήστος Αραμπατζής, Καθηγητής Πατρολογίας στο Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Να πω το εξής ότι αυτή η εισαγωγή που έχω εδώ στον Άγιο Μάξιμο είναι καρπός 40 χρόνων αναστροφής με τον Άγιο, έτσι Μάξιμο, τη σκέψη του δηλαδή και με άλλα έργα που έχουν προηγηθεί και πράγματι θεωρώ τη σκέψη του Άγιου Μαξίμου σαν ένα κλειδί για να καταλάβουμε την ουσία της λεγόμενης ελληνικής πατερικής θεολογίας.[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ.ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΟΤΗΡΙΟ.Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ] Δεν είναι ο μόνος αλλά είναι η εισαγωγική μορφή ενός άξονα που σαν άλλο βιβλίο μου που δεν υπάρχει προς το παρόν αυτή τη στιγμή στα ελληνικά, θεωρώ ότι είναι μέλος μιας τριάδας. Ο δεύτερος είναι ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο τρίτος ο Γρηγόριος Παλαμάς, που εισάγουν μια νέα ανθρωπολογία η οποία στην κυριολεξία είναι φιλοσοφικά καινούργια και το ονομάζω αυτό εγώ αναλογική ταυτότητα, αναλογικές ταυτότητες.[ΝΑ ΣΟΥ ΖΗΣΟΥΝ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΤΗΡΙΑ ΜΕΓΑΛΕ]

Θεωρώ ότι είναι η ανάδυση του χριστιανικού εαυτού, πέρα από και μετά τον πλατωνισμό, μετά τον αριστοτελισμό κλπ. με νέες προοπτικές οι οποίες έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Να πω το εξής, ότι είναι δύσκολο πράγμα να καταλάβει κανείς τον Άγιο Μάξιμο.[ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ. ΓΙΑΤΙ ΕΒΑΛΕ ΤΟ ΧΕΡΑΚΙ ΤΟΥ Ο ΛΑΚΑΝ, ΟΧΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ]

Δεν είναι καθόλου εύκολος γιατί είναι ιδιοφυής, και Άγιος μαζί, αλλά και ιδιοφυής[ΣΑΝ ΕΜΕΝΑ.ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ]Λίγοι είναι αυτοί οι οποίοι, επιτρέψτε μου να το πω, έχουν καταφέρει να μπούνε στη σκέψη του Αγίου Μαξίμου αλλά αυτό σημαίνει και τη μεγάλη γονιμότητά του.[Ο ΑΓΙΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΛΑΣΤΕΛΙΝΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΩΡΟΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΣΥΜΒΑΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΥΜΒΑΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ. ΜΕ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ] Πριν από λίγες μέρες επιστρέψαμε μαζί με τον Πέτρο τον Τούλη κάτω, από το έκτο παγκόσμιο συνέδριο για τον Άγιο Μάξιμο, το οποίο έγινε στο Βελιγράδι φέτος. [ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟΥ ΟΠΩΣ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ, ΟΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ, ΔΕΝ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, ΤΑ ΤΑΙΡΙΑΞΑΝ]

Είναι ο πιο συνεχώς μελετώμενος σήμερα πατήρ της εκκλησίας ξέρετε. Με συνεχείς συνεδριακές συνάξεις, φανταστείτε ότι καμιά σαρανταριά ειδικοί σε αυτό το. Από όλες τις χώρες.

Από την Κορέα, από την Κίνα, από την Αμερική. Αυτό το πράγμα σημαίνει ότι υπάρχει γονιμότητα στο έργο αυτό. Δεν γίνεται επειδή κάποιος τους μάζεψε όλους αυτούς τεχνητά, αλλά επειδή όντως υπάρχει δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό το πράγμα εί μη μόνο οικειοθελώς.[ΕΛΕΥΘΕΡΑ. ΙΔΙΩΣ ΟΙ ΚΙΝΕΖΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΛΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ]

Καταλάβατε. Τώρα όποιοι δοκιμάσουν να το διαβάσουν αυτό το βιβλίο, σημειωτέον ότι την εισαγωγή την έγραψα στα αγγλικά αυτή. Την μετέφρασε η κόρη μου στα ελληνικά.[ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ]

Λοιπόν και ακολουθείται από το κείμενο και έχω και περίπου κάποια εκατοστή σχόλια. Θεολογικά σχόλια στο κείμενο. Έτσι. Λοιπόν θέλω να (τονίσω;) ότι αυτό που είναι μαγευτικό είναι ότι στον Άγιο Μάξιμο που δεν υπάρχει τίποτε μόνο του. Λες τη λέξη ηθική. Σε μπερδεύει με ένα σύμπαν ολόκληρο πραγμάτων.

Λες τη λέξη γνωσιολογία. Ολόκληρο το σύμπαν εξελίσσεται μπροστά σου. Λες τη λέξη είναι, και αμέσως έχει υπαρξιακή σημασία το είναι.

Υπαρξιακή σημασία το είναι. Οι λόγοι των όντων. Οι λόγοι των όντων, τι σημαίνει;

Όταν ο Θεός λέγει τα όντα, τι σημαίνει; Ότι διαλέγεται ήδη. Ότι δημιουργεί αντικείμενα τα οποία είναι υποκείμενα διαλόγου.[ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΕ ΑΠΟΨΗ]

Ότι ουσιαστικά όταν δημιουργεί κάνει το αδιανόητο. Δημιουργεί μια ελευθερία ίδια με τη δική του.[ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΟΠΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΓΚΙΑ ΤΟΥ] Δεν δημιουργεί ποτήρια. Δε δημιουργεί ευφυή…
Δεν φτιάχνει ρομπότ. Αλλά φτιάχνει όντα τα οποία μπορούν να τού πούνε όχι. Ή μπορούν να τού πούνε ναι.

Και να αρχίσει ένας συναρπαστικός διάλογος. Ο οποίος έχει οντολογική σημασία. Δηλαδή, αφορά τον ίδιο το μετασχηματισμό των τρόπων της υπάρξεως των όντων.[Η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. ΑΝ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟΝ ΤΙΓΡΗ ΤΟΥ ΜΠΛΕΙΚ ΚΡΑΥΓΑΣΤΕ. ΣΥΝΕΡΓΑΣΟΥ, ΑΣ ΤΟ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ]

Το που θα πάει η δημιουργία. Το πως θα γίνει τελικά. Το πως θα φτάσει να είναι.[ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ. ΦΤΙΑΞΕ ΕΝΑ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ] 

Είναι αποτέλεσμα διαλόγου ημών και του Θεού. Και η κορύφωση του διαλόγου αυτού είναι ο Χριστός. Ο Χριστός είναι η πραγματοποίηση από πλευρά του Θεού της πρότασης. Η τελειοποίηση της πρότασης αυτής. Έτσι πρέπει να είναι τα όντα.[ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ. ΟΠΟΙΟΣ ΒΙΩΝΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ...ΕΦΗΒΕΙΑ]

Λοιπόν και έτσι πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Όπως έλεγα σε ένα καθολικό τις προάλλες, είχαμε έρθει σε ένα συνέδριο στο Κέμπριτς.

Και περάσαμε ένα βράδυ ολόκληρο. Κουβεντιάζουμε για αυτό. Εάν (;) είναι κτιστή ή άκτιστη η ενέργεια.

Ξέρετε το πρόβλημα. Την άλλη ημέρα το πρωί λοιπόν, συναντώμεθα στο Ινστιτούτο του Ορθόδοξου εκεί. Στο Κέμπριτς. Και γίνεται. Και μόλις με βλέπει.

Πήγα να πιώ καφέ με τον κοσμήτορα εκεί. Μόλις με βλέπει μου λέει. Μη συνεχίσουμε λέει και σήμερα.

Λέω δεν θα συνεχίσουμε. Μία ερώτηση θα σου κάνω μόνο. Η ενσάρκωση έγινε συν τοις άλλοις και για να περπατήσω ο άνθρωπος, η ανθρώπινη φύση πάνω στο νερό ή όχι. Μου λέει ναι. Έ, λεω αυτό, τίποτα άλλο. Αυτό είναι. Αν θα το πεις υπερφυσικό. Αν θα το πεις άκτιστο, η ανθρώπινη φύση θέλει διακαώς να περπατήσει πάνω στο νερό. Θέλει να διασχίσει το σύμπαν με μιας. Από την μία άκρη ως την άλλη. Και δεν μπορεί. Και ο Θεός του λέει: Έλα να το κάνουμε εγώ αυτό μαζί. Να ανασταίνει το γιο της χήρας. Τον Λάζαρο, να τον βγάλεις έξω. Γι’ αυτό γίνεται ενσάρκωση λέει ο Μάξιμος. [ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΕΡΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΤΙΣΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΑΘΑΝΑΤΑ ΟΝΤΑ]
Για δύο λόγους λέει. Το πρώτο είναι η κατάφαση της φύσεως και των αυτοίς φυσικών. Αυτό που είπε ο κύριος Αραμπαντζής προηγουμένως.

Δηλαδή, λέει ναι στη δημιουργία που την έφτιαξε αυτός. Και δεύτερον λέει, ακούστε το φοβερό αυτό. Γιατί λέει. Για να ενεργεί και να ενεργείται η φύσης υπέρ των αυτοίς θεσμών. Να ενεργεί η φύσις και να δέχεται ενέργειας. Και να ενεργεί πέρα από το όριά της. Να περπατάει πάνω στο νερό. Καταλάβατε. [Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΔΩΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ. ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ]

Αυτό είναι το όραμα του Μαξίμου. Δεν είναι ούτε ηθικολογίες, ούτε νομικισμοί, ούτε atonements, ούτε expiations, ούτε δικαιώσεις. Και με δικαίωση, είδαμε δικαίωση άραγε η θυσία του Χριστού. Καημένος Χριστός. Λοιπόν που ήρθε για τόσο μεγάλο λόγο στον κόσμο. Και το περιορίζουμε σε μια αξιολογική πράξη. Πολύ μεγάλα προβλήματα αυτά σήμερα. Τα οποία έχουν γεννήσει εν πολλοίς και την αθεΐα. Όχι την αθεΐα των ανθρώπων.

Την δική μου αθεΐα. Όταν ήμουν άθεος, ήμουν άθεος γιατί είχα την εντύπωση που έχει ο μέσος Προτεστάντης για το έργο του Χριστού. Εντάξει.

Και σήμερα η αθεΐα γεννιέται απ' αυτόν τον λόγο και με αυτόν τον τρόπο. Λοιπόν. Και όπως σας είπα, τα πράγματα είναι σοβαρά. Γιατί; Δεν θέλω να ασχοληθώ με το κείμενο τώρα.

Αλλά δύο πραγματάκια, επειδή είπα ηθική και γνωσιολογία. Τι είναι ηθική στον Μάξιμο; Ηθική. Νομίζουμε όλοι ότι έχουμε ηθικές αρχές. Και νομίζουμε ότι ηθική αφορά την απόφαση μιας πράξης ανεξάρτητης από τους άλλους. Έτσι. Ίσως και από την κοινότητα. Πάνω στον κόσμο. Πάνω στα όντα.

Λέει ο Μάξιμος. Ηθική είναι η γνωμική πραγματοποίηση, μεταφράζω, της κοινωνίας των όντων μέσω των λόγων τους. Με τη γνώμη μου πραγματοποιώ την εν κοινωνία είναι όλων των όντων. Τα κάνω να υπάρχουν όμορφα, αρμονικά και υπέροχα.

Και να νιώθουν υπέροχα. Και να νιώθω και εγώ υπέροχα. Βάζω τον Θεό μες στη δημιουργία. Και γίνομαι ο ίδιος ένθεος μες στη δημιουργία.[ΣΑΝ ΘΕΟΣ] Αυτό είναι ηθική. Καταλαβαίνετε πόσο μακριά είναι αυτό. Από οποιαδήποτε μορφή ηθικισμού. Ή από τα αδιέξοδα της ηθικής σήμερα. Η οποία κατέρρευσε.
Και γιατί κατέρρευσε. Γιατί δεν υπάρχουν πλέον πηγές νοήματος έξω μας. Και έγινε ηθική του γούστου που λέω εγώ.
Και ακούστε για τη γνωσιολογία. Δεν είναι έννοιες. Δεν είναι λέξεις.
Τι είναι. Δεν είναι. Είναι μεθέξει κατ’ ενέργεια γνώσεις.
Ακούστε. Η οποία απορρέει από την καθ’ υπόσταση προεγνωσμένη ένωση του κτιστού με τον άκτιστο Χριστό. Δηλαδή είναι εκστατική μετοχή στον τρόπο υπάρξεως του Χριστού.

Καταλάβατε. Έχει ένα χαρακτήρα όπως το λέω εγώ εδώ. Από τα κεφάλαια του βιβλίου.
Είναι η κατ’ ενέργεια γνωσιολογία. Δηλαδή γνώση σημαίνει να έχω υπαρξιακή γνώση της ενέργειας του Θεού. Και να ενεργώ σύμφωνα με αυτή την ενέργεια.

Καταλάβατε. Και όλο αυτό βέβαια ολοκληρώνονται μέσα στη Θεία Ευχαριστία που είναι για τον Άγιο Μάξιμο το κατεξοχήν όραμα της λογικότητας. Δηλαδή, είναι ο διάλογος όπου ο Θεός μας λέει πως θέλει τα όντα και εμείς μετέχουμε στο διάλογο αυτό.
Και στη συνέχεια είναι ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τον Θεό ως εκείνον ο οποίος αποκαλύπτει την εσωτερική δυναμική και την αλήθεια των πραγμάτων. Καταλάβατε. Όλο αυτό το πράγμα, το τελευταίο πράγμα που είναι, είναι απλώς ψυχολογία ή απλώς φυσική.

Ή απλώς οντολογία. Αν είναι οντολογία, είναι ενεργούμενη οντολογία. Είναι κάτι στο οποίο μετέχω εγώ στην ανάδυσή του.
Γίνομαι εγώ ο ίδιος το ον. Αυτό είναι όλο. Γίνομαι ο ίδιος.
Μπαίνω ακριβώς στη διαδικασία με την οποία λειτουργεί ο κόσμος. Αυτό είναι το μυστικό, ας πούμε. Και μπαίνω, μάλιστα, ψυχοσωματικά. Προσέξτε. Ο άνθρωπος, ο Μάξιμος έχει αυτή την φοβερή κουβέντα ότι ο άνθρωπος είναι, λέει, το όλον αυτού. Αυτό το πράγμα είναι πολύ προχωρημένο. Λέει, δεν είναι μόνο ψυχή και σώμα. Δεν είναι το άθροισμα των δύο. Είναι και κάτι άλλο.


Και μάλιστα είναι τόσο άλλο, ούτως ώστε, όλα αυτά τα οποία τον αποτελούν κατ’ ουσίαν, έτσι, να μην αρκούν να τον περιγράψουν. Ουσιαστικά τι κάνει, δηλαδή, εισάγει το φυσικό θέλημα με τον τρόπο αυτό. Δηλαδή, ο άνθρωπος είναι αυτό το οποίο σκηνοθετεί.
Είναι αυτό το οποίο θα γίνει διαλογικά με τον κόσμο και τον Θεό. Καταλάβατε. Δεν είναι δεδομένος.
Δεν είναι το τόσο εδώ, το τόσο εκεί. Τίποτα από όλα αυτά. Είναι κάτι το οποίο έρχεται.
Είναι κάτι το οποίο θα μάθουμε τι είναι. Είναι τόπος θεοφανίας. Καταλάβατε.
Είναι τόπος μέσα στον οποίο ενεργείται η παρουσία του Θεού δι' αυτού μέσα στον κόσμο. Έξω από τη χάρη δεν μπορεί να είναι. Όπως έγινε στη Δύση όλη η ιστορία με τη Δύση, είναι ο διαχωρισμός φύσης και χάρης.


Και σήμερα προσπαθούν να τά μαζέψουν με τον Lubac, και λοιπά, να πούνε δηλαδή ότι δεν είναι τελείως ξεχωρισμένα αυτά τα δύο, και ότι το ένα φτιαγμένο για το άλλο. Έτσι, προσπαθούν οι καθολικοί. Θα μας φτάσουν οι καθολικοί και θα μας προσπεράσουν.
Αυτό είναι σίγουρο. Γιατί εμείς παρά το ότι έχουμε αυτούς τους θησαυρούς στα χέρια μας, δεν μπορούμε να τους βάλουμε στην καθημερινότητα, τη θεολογική μας. Είναι μόνο κατά εξαίρεση.
Καταλάβατε. Είναι πραγματικά και βέβαια, εδώ αυτό ολόκληρο διαλέγεται με οτιδήποτε υπάρχει πιο προχωρημένο σήμερα και στη φιλοσοφία και στη ψυχολογία να ξέρετε. Έτσι.

Να σας πω ένα παράδειγμα. Το πρόβλημα του ναρκισσισμού. Εγώ σε ένα νέο μου βιβλίο που υπάρχει στα αγγλικά αλλά θα βγει και στα ελληνικά, μιλάω για μεταναρκισσισμό.
Σήμερα έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ που ο ναρκισσισμός πλέον δεν είναι αρκετός για να περιγράψουμε το φαινόμενο. Είναι μπανάλ. Είναι μεταναρκισσισμός που σημαίνει από-επένδυση.
Αλλάζουν οι σχέσεις αντικειμένων. Έχουμε και ψυχολόγους εδώ. Το αντικείμενο δεν είναι έξω, είναι μέσα μου πια.

Καταλάβατε. Και αυτό το πράγμα ο Μάξιμος το προέβλεψε. Δεν το προέβλεψε, αλλά όταν μιλάει για την έννοια της φιλαυτίας, ουσιαστικά υπονοεί ότι και μάλιστα λέει, ότι προσέξτε τη φιλαυτία συνδέεται με την ηδονή.
Είναι σαν να σου λέει ότι πρόσεξε να δεις, η ηδονή και η πληρότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Καταλάβατε. Σήμερα ταυτίζουμε τα δύο.

Θεωρούμε ότι η απόλαυση είναι πληρότητα και χαρά. Έτσι δεν είναι; Ενώ μπορεί να είναι η άσκηση πληρότητα και χαρά για την κατάκτηση αυτού του όλου. Καταλάβατε; Του όλου του εαυτού που μπαίνει μέσα όπως είπα η θέληση. Έτσι, δηλαδή γίνομαι αυτό που είμαι και όταν μπει μέσα η θέληση, μπαίνει ολόκληρη η φύσις μέσα. Δεν είναι μόνο του νου δηλαδή το θέλειν. Μπαίνει και το σώμα, και το ασυνείδητο και όλα αυτά ζητούν την κατά Θεό πληρότητά τους. Καταλάβατε.
[ΙΔΟΥ ΚΑΙΝΑ ΠΟΙΩ ΠΑΝΤΑ]
Είναι τολμηρός ο Μάξιμος και γι' αυτό το λόγο δεν είναι εύκολος, θα μας πάει μακριά άμα τον ακολουθήσουμε. Όμως ταυτόχρονα αυτό μας δείχνει και τη δυναμική που έχει η χριστιανική θεολογία. Αλλιώς μπορεί να γίνει η ψυχολογία από την οποία προέρχομαι και εγώ και φιλοσοφία.
Απλά και μόνο δηλαδή μια διατύπωση διαφόρων γνωμών, έτσι για ξέρω εγώ συμπεριφορά έτσι. Αλλά, λέει ο Μάξιμος ότι ακόμα και αυτό για να γίνει χρειάζεται μετοχή Θεού. Δηλαδή ακόμα και για να μάθεις την καθημερινότητα της συμπεριφοράς αν είναι σωστή, πρέπει όλα τα όντα να συμφωνούν με αυτό.

Πρέπει  να ΕΊΝΑΙ  αγαθό για όλο τον κόσμο αυτό το πράγμα. Καταλάβατε. Δηλαδή δεν αρκεί εγώ να νιώθω όμορφα ή εγώ να πράττω σωστά.

Πρέπει να πράττω σωστά με έναν τρόπο τέτοιο ούτως ώστε να επαληθεύεται η ολόκληρη δημιουργία σε μένα. Καταλάβατε. Κάτι το οποίο το έχασε η νεότερη φιλοσοφία και ο Καντ το ίδιος το έχασε.

Έτσι όταν λέει ο Καντ ότι πρέπει να μάθεις να πράττεις με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε όλοι οι άνθρωποι να μπορούν να το κάνουν κανόνα ζωής, θα μπορούσε να πει ο Χίμλερ ότι αυτό ακριβώς εννοώ και εγώ. Όλοι πρέπει να σκοτώνουν Εβραίους. Έτσι είναι.

Καλά. Έχει δίκιο ο Καντ. Έρχεται ο Μάξιμος και σου λέει Λοιπόν όχι.

Η ηθική είναι μετοχή στον τρόπο υπάρξεως των όντων στη διαδικασία με τα οποία τα όντα είναι και αυτό το ξέρει ο Θεός. Δηλαδή εν Θεώ έχω μετοχή στην αλήθεια των όντων και πράττω ανάλογα. Πράττω ανάλογα, πράττω σωστά, μόνο και μόνο επειδή έχω αυτό το είδος τον ορίζοντα ή προσπαθώ να τον έχω.

Εντάξει. Διαφορετικά αυτό το οποίο συμβαίνει ότι βιάζω τη φύση των όντων μερικεύω τον εαυτό μου και τον κάνω μικρόν έτσι σήμερα ο άνθρωπος ορίζεται εκ των κάτω. Με μεγάλη, με ξεκίνημα τον αγαπημένο μας Φρόιντ έτσι, σωστό ήταν αυτό σε σχέση με έναν άυλο, υπερεξηρμένο ιδεαλισμό της εποχής που έβλεπε το εγώ, τον ανθρώπου ανεξάρτητα από το σώμα και τα συναισθήματα, όπως είχε υπάρξει στο γερμανικό αλλά και στον αγγλικό ιδεαλισμό από τον Ντεκάρτ κιόλας, τον Τζον Λοκ και λοιπά. Το ότι έρχεται κάποιος ξαφνικά και σου λέει ότι η αλήθεια είναι στα συναισθήματα και στο σώμα και στο ασυνείδητο, είναι σωστό, όμως αν περιορίσουμε τον ορισμό του ανθρώπου μόνο σε αυτά τώρα, δεν υπάρχει κανένας πλέον ορίζοντας και οτιδήποτε κάνω αυτή τη στιγμή εγώ, οτιδήποτε λέω, γίνεται γιατί είχα κακές υποθέσεις με σχέση με τον πατέρα μου και τον εξευμενίζω ακόμα και με τα θάνατον και ζητώ την αναγνώρισή του και στο υπερπέραν που είναι, καταλάβατε; μου έλεγε ένας Αμερικανός φίλος το εξής φοβερό: ήμουνα λέει ένας καθηγητής και εργαζόμενος για την αμερικανική εξωτερική πολιτική σε χώρες ως ακόλουθος πρεσβειών όπου προέγειε την αμερικανική εξωτερική πολιτική μου έλεγε λοιπόν ότι έπαθα λέει κάτι φοβερό, δεν αντέχω πια την αμερικανική εξωτερική πολιτική τόσο πολύ που δεν αντέχω τη δουλειά μου, και σκέφτηκα να ανοίξω ένα φασφουτάδικο να φύγω εντελώς αλλά προηγουμένως λέει οι αρχές με ανάγκασαν να πάω στο ψυχαναλυτή. μου λέει λοιπόν ο ψυχαναλυτής δεν εξομάλυνες ποτέ τις σχέσεις σου με τον πατέρα σου για αυτό έχεις πρόβλημα με την εξουσία. που να πάρει ευχή όμως εγώ ξέρω δεν έχουμε με τον πατέρα μου κανένα πρόβλημα. δεν αντέχω απλώς την αμερικανική εξωτερική πολιτική γίνεται να κάνω το φασφουτάδικο να τελειώνουμε; αυτό με ρώτησε. καταλάβατε εδώ είναι το θέμα είναι ακριβώς δηλαδή το που στην πραγματικότητα και τελειώνω έτσι αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα που θέτει ο Μάξιμος, ειδικά στους ψυχολόγους και τους φιλοσόφους, ποια είναι τώρα της επιθυμίας; τι πράγμα, τι θέλεις; Η φοβερή έννοια του φυσικού θελήματος λέει αυτό το πράγμα που σας είπα, ότι τα όρια του θελήματος δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχουν. Η ανάληψη του ανθρώπινου θελήματος από τον Χριστό σημαίνει ότι, για αυτό και βάζει τη λέξη θέλημα, πάμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη βούληση, η λέξη βούληση είναι φιλοσοφική έννοια έχει να κάνει με την λογική, με την κρίση στον Αριστοτέλη υπάρχει βούληση. αν πεις στον Αριστοτέλη, θέλω να πετάω με δύο φτερά, θα σου πει, είσαι τρελός. Δεν μπορείς να το θέλεις. Ο Μάξιμος όμως βάζει τη λέξη θέλημα, που είναι ποιητική λέξη, που λέμε εμείς καημός σήμερα. Εγώ το μεταφράζω τη λέξη θέλημα με τη λέξη καημός. θέλω κάτι πάνω πέρα από τη θέληση, πέρα από τη λογική μου. Τι θέλω; Όπως είπα πριν, να περπατήσω πάνω στο νερό και να φτάσω στην άκρη του σύμπαντος και να διασχίσω τη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή ενέργεια, και ακόμα παραπέρα.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΑΣ ΤΟ ΔΙΔΑΞΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΣΕ, ΑΛΛΑ ΡΥΣΑΙ ΗΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ. ΔΕΝ ΤΟ ΠΡΟΣΕΞΕ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ]  Και ακόμα παραπέρα το άπειρο του Θεού και εδώ είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο λέει ο Μάξιμος, στην απειρία του φυσικού θελήματος και λέει κάτι αινιγματικές κουβέντες, που μπερδεύουν τους φιλοσόφους και τα μικρά μυαλά που είμαστε, και λέει η φύσις ζητάει πάντοτε την πληρότητά της και η πληρότητά της αυτή δεν έχει τέλος.[ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ] Αεικίνητος στάσις στο τέλος. Και ο άνθρωπος είναι άναρχος και ατελεύτητος. Άναρχος. Στη σκέψη του Θεού δεν έχει αρχή. Ατελεύτητος, δεν τελειώνει ποτέ. Ο ορισμός του ανθρώπου είναι η απειρία κατά χάριν απειρία.

Και αυτό στην παθολογική αυτή τη στιγμή κατάσταση του ανθρώπου είναι σαν το θέλημα που δεν προσπαθεί. Και αυτό το πολύ σωστά που το λέτε, μπράβο, έχετε και το μικρόφωνο. Αυτή η παθολογική κατάσταση των ανθρώπων σήμερα είναι μια απειρία που δεν ξέρουμε πού να την πάμε.

Και γι' αυτό μπορεί να οδηγήσει αυτοκαταστροφή. Και οδηγεί και σε αυτοκαταστροφή. Ο Θεός την ποδηγετεί αυτή να είναι για το καλό του κόσμου, των όντων και της δημιουργίας.

Σας είπα. Είναι μεγαλειώδες. Και εδώ είναι το ζήτημα ότι μιλώντας για την αγάπη, και τελειώνω εδώ.

Ναι. Μιλώντας για την αγάπη, ο Μάξιμος μιλάει για την είσοδο αυτού του τρόπου μέσα στη δημιουργία. Γι' αυτό και το πρώτο πράγμα να το πιάσουμε για αυτό που θα σας πει είναι ότι δεν αγαπάτε.

Δεν αγαπάτε. Αυτός που λέει μέσα του βλέπει το παραμικρό μίσος για οποιοδήποτε ον, δεν ξέρει τίποτα για την αγάπη. Η αγάπη είναι η χειρονομία με την οποία ο Θεός παραδίδεται σε αυτό το τρελό όνειρο του ανθρώπου.

Παραδίδεται ο Θεός ο ίδιος έτσι, κατ' ενέργεια στο τρελό αυτό όνειρο του ανθρώπου. Και γι' αυτό και εμείς με την αγάπη παραδινόμαστε ο ένας τον άλλον με την ίδια τρέλα και με την ίδια αποτελεσματικότητα.

Αυτά. Θέλετε να φύγουμε ή θέλετε να πείτε κάτι. Έχουμε 5-10 λεπτά.

Τώρα θα έρθει ο Μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης οπότε... Θα φύγουμε όλοι. Ναι, ναι. Ναι.

Την ευχή σας μία ερώτηση. Στον Χριστό έχουμε το θείο θέλημα και το ανθρώπινο θέλημα να ταυτίζουν στην ουσία. Να θέλει ο άνθρωπος ό,τι θέλει ο Θεός.

Σωστά το λέω ή όχι;

Δεν ταυτίζονται. Αλλά συναινούν.

Ο Μάξιμος το λέει συμβαίνουν. Συμβαίνουν. Ωραία.

Βαίνουν μαζί. Ταιριάζουν. Ταιριάζουν.

Όταν λοιπόν στη Γεσθημανή ο Χριστός λέει εν τέλει γεννηθήτω το θέλημά σου αλλά στην αρχή λέει το απελθέτω από εμού το ποτήριο τούτο. Αν γίνεται.
Τι ακριβώς συμβαίνει με τα δύο θέληματα. Νομίζω είναι λυμένο το πρόβλημα. Το απελθέτω από εμού σημαίνει την φυσική... την φυσική απέχθεια απέναντι στο θάνατο.
Είναι ένας δισταγμός της ανθρώπινης φύσης. Είναι το ότι η ανθρώπινη φύση δεν πλάστηκε για να πεθάνει οπωσδήποτε. Δεν θέλει να πεθάνει.
Θέλει κανένας να πεθάνει εδώ μέσα. Κανένας ποτέ. Άρα είναι μία φυσική απέχθεια.
Και το άλλο το μη το εμόν, αλλά το σον γινέσθω, λένε οι πατέρες ότι είναι μιλάει ως άνθρωπος στην στιγμή γενικά. Ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο. Είναι ένα ον, Αλλά έχει δύο φύσεις.
Δηλαδή στη Γεσθημανή κάνει τα του Θεού ως άνθρωπος. Και παντού αλλού. Τα του Θεού ως άνθρωπος όμως.
Δεν είναι δύο πρόσωπα. Ναι.
Εμένα με ενδιαφέρει το σκέλος που είπα ότι είναι μία φυσική απέχθεια απέναντι στο θάνατο.
Ακριβώς. Όπως θα έχει οποιοσδήποτε άνθρωπος.
Το φως στο μάτι σας.
Το φως στο μάτι σας. Τι είναι? Φανταστείτε. Αυτή είναι μία πολύ ωραία εικόνα για να καταλάβουμε τις δύο ενέργειες.
Και τη Θεία. Το φως στο μάτι σας είναι παραγωγικό ή παθητικό; Ενεργεί το μάτι μας καθώς βλέπουμε.
Δεν ενεργεί; Τι ενέργεια είναι αυτή; Έτσι φανταστείτε τη Θεία ενέργεια στην ανθρώπινη φύση.
Και αυτό είναι κάτι ατελεύτητο.
Μπορούμε να πούμε ότι η ευγνωμοσύνη είναι το πρώτο σκαλοπάτι της αγάπης.
Ναι, η ευγνωμοσύνη με την έννοια του ότι ένας φιλόσοφος ρωμακαθολικός ο Jean Luc Marion, έχει πιάσει το θέμα αυτό πάρα πολύ καλά.
Σε ένα από τα έλεγα τα οποία δυστυχώς δεν υπάρχουν στα ελληνικά. Αντικαθιστά τη λέξη υποκείμενο με τη λέξη δωρεολήπτης. To Ετάντονέ.
Δωρεολήπτης. Είμαι ο δωρεολήπτης. Δεν είμαι απλά και μόνο ένα ον που διεκδικεί κατά κάποιο τρόπο μια ;; στον χάος των όντων.
Είμαι δοσμένος στον εαυτό μου και αυτή η δωρεά με κατατάσσει ήδη σε μια προοπτική κοινωνία στον δωρεολήπτη ο οποίος μου φανερώνει τον εαυτό του έτσι. Δηλαδή είμαι η φανέρωση του Θεού στον εαυτό μου. Είμαι η φανέρωση του Θεού στον εαυτό μου.
Βέβαια να διαβάσεις. Εκείνοι που από τη θεία πρόνοια στον παρόντα βίο ασκούνται στην ευσέβεια δοκιμάζονται δια των τριών τούτων πειρασμών είτε δια της δωρεάς των αγαθών όπως η υγεία, το κάλος, η ευτεκνία, τα χρήματα, η δόξα και τα όμοια. Είτε δια της προσβολής λυπηρών γεγονότων όπως η στέρηση των τέκνων, των χρημάτων και της δόξας.
Είτε δι όσων προκαλούν οδύνες στο σώμα όπως οι ασθένειες, τα βάσανα και τα εξής. Και προς τους μεν πρώτους λέγει ο Κύριος «Οποίος δεν απαρνείται πάντα τα υπάρχοντά του δε δύναται να είναι μαθητής μου». Αυτή είναι η πρόκληση στο πρώτο.
Προς δεύτερους και τους τρίτους λέγει «Με την υπομονή σας θα κερδίσετε τις ψυχές σας». Αυτή είναι η έννοια της ευγνωμοσύνης. Σε αυτή την έννοια δεν αντιστέκεται η φιλαυτία όμως.
Ένας άλλος ορισμός φιλαυτίας είναι ένα αισθάνομαι ότι δεν έχω λάβει τίποτα ως δώρο. Γι' αυτό βλέπει κανείς τους ανθρώπους όταν αρρωσταίνουν, παθαίνουν κάτι βαρύ γενικά να αντιλαμβάνονται τα δώρα που είχαν λάβει εκ των υστέρων. Όπως είχα πει σε μια άλλη μου δημόσια ομιλία σε μια ομιλία που περί γάμου είχα κάνει, με πλησιάζει στο τέλος κάποιος και μου λέει «Πάτερ μου, μου λέει έλαβα μεγάλη δωρεά εγώ.
Πολύ μεγάλη δωρεά. Η γυναίκα μου ήταν ένας άγγελος. Ένα υπέροχο πλάσμα.
Ήτανε. Εγώ νόμιζα ότι πέθανε. Και του λέω να σε συλυπηθώ.
Όχι μου λέει ζει. Λέω και πώς τα κατάλαβες αυτά; Μου τα έμαθε η επόμενη.
Η φιλαυτία εμποδίζει να δούμε το δώρο. Τη δωρεά. Τη μεγαλοσύνη της δωρεάς.
Και επομένως είμαστε συνεχώς παραπονεμένοι και συνεχώς εγκλωβισμένοι σε ένα αίτημα συνεχώς αναβαλλόμενο και καινούριο. Η λακανική ψυχανάλυση το έχει αναλύσει αυτό πάρα πολύ καλά. Το πως δηλαδή αναβάλλονται τα αιτήματα από αίτημα σε αίτημα χωρίς να βρίσκουν απόκριση.


Τέλος

ΣΑΛΤΑΡΕ ΟΠΩΣ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ
ΜΙΑ ΙΝΔΟΥΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ

Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, περί αποριών


Ερώτηση 1
Τα πάθη είναι κακά καθεαυτά ή ανάλογα με τη χρήση τους; Εννοώ την ηδονή και τη λύπη, την επιθυμία και το φόβο και όσα ακολουθούν.


Απόκριση
Αυτά τα πάθη, όπως και τα λοιπά, δεν συνδημιουργήθηκαν μαζί με την φύση των ανθρώπων, γιατί θα συντελούσαν και στον ορισμό της φύσης του ανθρώπου.

Υποστηρίζω αντίθετα, αυτό που έμαθα από το μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήλθαν μετά την έκπτωση από την τελειότητα και προσκολλήθηκαν στο αλογότερο μέρος του ανθρώπου, με τα οποία, αντί της θείας και μακάριας εικόνας, ευθύς αμέσως μετά την παράβαση έγινε φανερή κι ευδιάκριτη στον άνθρωπο η ομοίωσή του με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού κατακαλύφθηκε η αξία του λόγου από τα γνωρίσματα της αλογίας που με τη γνώμη του τράβηξε στον εαυτό του, δίκαια να τιμωρείται η ανθρώπινη φύση, οικονομώντας σοφά έτσι ο Θεός να συναισθανθεί ο άνθρωπος το λογικό μεγαλείο του νου του.
Ωστόσο γίνονται καλά και τα πάθη στους σπουδαίους ανθρώπους, όταν, αποχωρίζοντάς τα σοφά από το σώμα, τα μεταχειρίζονται προς απόκτηση του ουρανού.
Για παράδειγμα: την επιθυμία θα τη μετατρέψουν σε κίνηση που ορέγεται τη νοερή έφεση των θείων, ενώ την ηδονή θα την κάνουν αγαθή ευφροσύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεϊκά χαρίσματα.

Επίσης το φόβο θα τον κάνουν φροντίδα που προφυλάγει από τη μελλοντική τιμωρία εξαιτίας πλημμελημάτων, ενώ τη λύπη, μεταμέλεια που διορθώνει ένα υπάρχον κακό, και μ’ ένα λόγο, σύμφωνα με τους σοφούς γιατρούς που αφαιρούν με το δηλητηριώδες σώμα του ερπετού της έχιδνας τη λέπρα που πράγματι υπάρχει ή υποθέτουν, χρησιμοποιούν αυτά τα πάθη για την αναίρεση μιας παρούσας ή αναμενόμενης κακίας για την απόκτηση και τη φύλαξη της αρετής και της γνώσης.
Είναι λοιπόν αυτά τα πάθη καλά, όπως είπα, σύμφωνα με τη χρήση τους σε εκείνους “που αιχμαλωτίζουν κάθε σκέψη και την κάνουν να υπακούει στο Χριστό” (Β΄ Κορ. 10, 5).
Αν κάτι από αυτά λέγεται και για το Θεό από τη Γραφή ή για τους αγίους, για το Θεό για χάρη μας, επειδή κατάλληλα με τα δικά μας πάθη αποκαλύπτει τις σωτήριες για μας κι αγαθοποιές εκδηλώσεις της πρόνοιας, και για τους άλλους, επειδή δεν μπορούν μ’ άλλο τρόπο να προσφέρουν τις νοερές σχέσεις τους και διαθέσεις προς το Θεό με σωματική ζωή, χωρίς τα γνωστά πάθη της φύσης μας.


https://trelogiannis.blogspot.com

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(2)

Συνέχεια από: Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις A2
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Α’ Θέματα ιδιοσυγκρασίας

Ἡ μελαγχολική ιδιοσυγκρασία

Νὰ ἀρχίσουμε ἀπό τή μελαγχολική ιδιοσυγκρασία. Ἡ λέξη μελαγχολικός προέρχεται ἀπό τή λέξη μέλας και τη λέξη χολή δηλαδή μελαγχολικός ἐθεωρεῖτο αὐτός πού ἔχει μαύρη (μέλαινα) χολή.


Τότε ὁ Γαληνός ὡς γιατρός ἔλεγε ἀλλά καί σήμερα ἀκόμη ύποστηρίζεται ὅτι, τρόπον τινά, ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἄμεση σχέση με το σώμα του, με τις ὁρμόνες, με τίς ἐκκρίσεις τῶν ἀδένων κτλ. Τότε βέβαια αὐτὰ δὲν τὰ πολυήξερε ὁ Γαληνός, ωστόσο ὅμως ήξερε κατ' ἀρχὴν τὴ μαύρη χολή.
Μαύρη χολή ὑπετίθετο ὅτι ὑπάρχει ἐν ἀφθονίᾳ εἰς μερικά ἄτομα, δημιουργούσα οὕτω την μελαγχο λικήν ἰδιοσυγκρασίαν.
Ὅσοι δηλαδή εἶχαν πολλή μαύρη χολή, αὐτοί, κατά τον Γαληνό, ήταν μελαγχολικοί τύποι.

Ἡ μελαγχολική ιδιοσυγκρασία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μέγα βάθος αἰσθήματος, ὄχι ὅμως καὶ ἀπὸ εὐχέρειαν ἐκφράσεως τῶν συναισθημάτων.
Ὁ μελαγχολικός τύπος ἔχει βάθος αἰσθήματος· ζεῖ πολύ βαθιά συναισθηματικά. Μερικές φορές θά ἔλεγε κανείς ὅτι εἶναι ἕνα ἡφαίστειο ἀπὸ αἰσθήματα, ὅμως δέν ἔχει ποτέ τὴν εὐχέρεια νὰ τὰ ἐκφράσει αὐτά οὔτε στὸν ἑαυτό του. Μόνο στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του τα ζεῖ -κατά τον Γαληνό- αὐτά τά συναισθήματα, ἀλλά δέν μπορεῖ νὰ τὰ ἐκδηλώσει. Γι αὐτὸ καὶ εἶναι στραμμένος στον ἑαυτό του, εἶναι κλειστός, ἀπορροφημένος στις σκέψεις του, εἶναι σκυθρωπός, κατσούφης, σιωπηλός. Καί μολονότι φαίνεται ἤσυχος ἄνθρωπος, δειλός, ἀπομονωμένος, ἔχει κάτι ἐκρήξεις ώρες-ὧρες! Είναι πολύ εύθικτος.
Καμιά φορά παραπονούνται μερικοί: «Θυμώνω, λένε, καὶ ξεσπῶ. Ἔχω ἐκρήξεις θυμοῦ, ἔχω ξε σπάσματα». Καὶ ὁ καημένος ὁ χριστιανός τα βάζει με τις ἐκρήξεις καὶ μὲ τὸν θυμό, ἐνῶ αὐτά εἶναι ἁπλῶς ἐκδηλώσεις. Ὅλο το θέμα εἶναι νὰ βρεῖ κανεἰς τὴν αἰτία· ἀπὸ που προέρχεται, ποῦ ὀφείλεται ὁ θυμός, αὐτό τό ξέσπασμα, αὐτή ἡ εὐθιξία. Οπωσδήποτε ὑπάρχει κάτι βαθύτερο. Μήπως στο βάθος εἶναι κανείς πολύ εὐαίσθητος, θα λέγαμε. Εἶναι δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος πολύ μελαγχολικός, καί, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει, ἐπειδή θίγεται αὐτό τὸ ἀδύνατο σημεῖο, ὁρμᾶ πρός τὰ ἔξω ὁ θυμός καὶ ἀκολουθεῖ τὸ ξέσπασμα. Το φταίξιμο δέν εἶναι τοῦ θυμοῦ· ὁ θυμός εἶναι μιά ἐκδήλωση. Γι' αὐτό καί ὅταν κανείς θέλει νά ἐξομολογηθεῖ, δέν φθάνει να πεῖ «θυμώνω». Ἤ, δέν φθάνει νά ἀγωνίζεται να μή θυμώνει. Σκοπός εἶναι νὰ ἀνακαλύψει ποιά εἶναι ἡ βαθύτερη αἰτία πού τόν κάνει να θυμώνει: ἐγωισμός, μελαγχολία, ὑπερευαισθησία, φιλαυτία κτλ.
Ὁ μελαγχολικός εἶναι συνήθως πολύ ἀπαισιόδοξος, καί, ὁ καημένος, οὔτε στόν ἑαυτό του ἔχει ἐμπιστοσύνη οὔτε στούς ἄλλους. Εἶναι, ὅπως εἶπαμε, δειλός, σκυθρωπός, σιωπηλός, ἀπομονωμένος στόν ἑαυτό του καί ζεῖ συνήθως με μια κατάθλιψη. Αὐτός περίπου εἶναι ὁ μελαγχολικός τύπος.

Ἡ χολερική ἰδιοσυγκρασία


Ἄλλος τύπος ἀνθρώπου ἀπό πλευρᾶς ἰδιοσυγκρασίας, κατά τόν Γαληνό, εἶναι ὁ χολερικός.
Το όνομα «χολερικός» προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνικήν λέξιν «χολή». Ἐδῶ ὅμως πρόκειται περί τῆς «κιτρίνης χολῆς», ἡ ὁποία ὑπετίθετο ὅτι ὑπερισχύει καὶ δίδει τὴν γένεσιν εἰς ἕνα τύπον ἀνθρώπου πλήρη ἐνεργείας καί ἐνθουσιασμοῦ.
Ὁ χολερικός εἶναι πολύ δραστήριος, ἔχει πλήρη ἐμπιστοσύνη στον ἑαυτό του καί ἀναλαμβάνει μέ ὅλη του την καρδιά ὁποιαδήποτε ἐργασία τοῦ ἀναθέσουν. Δέν φοβάται, ἂν καὶ πολλές φορές ἀντιμετωπίζει δυσκολίες πού προέρχονται ἀπό τήν ὁρμητική του αυτοπεποίθηση.
Αὐτά πού λέμε, φυσικά, δεν σημαίνουν ὅτι ὁ μελαγχολικός εἶναι κακός ἄνθρωπος, οὔτε ὅτι ὁ χο-λερικός εἶναι ὁ ἰδεώδης ἄνθρωπος διότι αὐτός κάνει γκάφες. Πόσες φορές «σπάει τὰ μοῦτρα του», καθώς ἔχει πολλή αὐτοπεποίθηση, εἶναι πολύ όρμητικός καί, χωρίς πολύ-πολύ να το σκεφθεῖ, ἀναλαμβάνει κάτι.

Ἡ αἰσιόδοξη ἰδιοσυγκρασία

Ἄλλος τύπος ἀνθρώπου ἀπό πλευρᾶς ἰδιοσυγ-κρασίας, κατά τον Γαληνό, εἶναι ὁ αἰσιόδοξος (sanguine) (Ὁ ὅρος πού χρησιμοποίησε ὁ Γαληνός γι' αὐτὸν τὸν τύπο ήταν «αίματώδης», ἐξ οὐ καὶ ὁ ἀγγλικός ὅρος sanguine. Ὁ ὅρος «αἰσιόδοξος» εἶναι μεταγενέστερος.).
Ὁ ὅρος sanguine προέρχεται ἀπό τήν λατινικήν λέξιν sanguis πού σημαίνει «αίμα».
Ὅπως πίστευαν τότε, αἰσιόδοξος εἶναι αὐτός ποὺ ἔχει πολύ αἷμα.
Αὐτὸ τὸ στοιχεῖον, κατά τούς ἀρχαίους, γεννᾷ μίαν θερμήν καί εὔθυμον ἰδιοσυγκρασίαν· οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν τύπον αὐτόν γεννῶνται αἰσιόδοξοι.


Ἔχουν μεγάλη σημασία αὐτά.


Ὁ μελαγχολικός λοιπόν γεννιέται μελαγχολικός, ὁ χολερικός γεννιέται χολερικός, ὁ αἰσιόδοξος γεννιέται αἰσιόδοξος, καί ἀλίμονο ἄν δὲν τὸ ξέρουν αὐτό τόσο ἐκεῖνοι, ὅσο κι ἐμεῖς. Μπορεῖ νὰ ἔχουμε μπροστά μας ἕναν μελαγχολικό τύπο καί νά ἀποροῦμε γιατί φέρεται ὅπως φέρεται. Ἄν ὅμως τό ξέρουμε αὐτό, δέν θά ἀποροῦμε, καί θά τοῦ ἀναθέ-σουμε μιά ἐργασία σύμφωνα μέ τόν τύπο του ἤ θά τον βοηθήσουμε να βγεῖ ἀπό τίς ἀδυναμίες πού ἔχει ὁ τύπος του. Οὔτε ἐπίσης σε ἕναν πού γεννήθηκε αἰσιόδοξος τοῦ ἀνήκουν «μπράβο» ἐπειδή εἶναι αἰσιόδοξος. Δέν ἔφτιαξε αὐτός τόν ἑαυτό του αἰσιόδοξο, ὥστε νὰ τοῦ ἀνήκουν τα «μπράβο» κάθε τόσο, ἐνῶ στόν ἄλλο, πού δέν εἶναι αἰσιόδο-ξος, νὰ μὴν τοῦ ἀνήκει κανένα «μπράβο».
Οἱ αἰσιόδοξοι εἶναι τὸ ἀντίθετο τῶν μελαγχο-λικῶν. Στή μιὰ ἄκρη ὁ μελαγχολικός, καί στο ἐν-τελῶς ἀντίθετο μέρος ὁ αἰσιόδοξος. Οἱ αἰσιόδοξοι εἶναι ρηχοί. Ὁ μελαγχολικός ἔχει βάθος. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπομονωμένος στόν ἑαυτό του, μπορεῖ νὰ εἶναι σιωπηλός, ἔχει βάθος ὅμως.
Οἱ αἰσιόδοξοι εἶναι ρηχοί, ἐλαφροί καί πολύ κοινωνικοί. Εἶναι ἐξαιρετικῶς δημοφιλεῖς, συνήθως κατά πολλούς τρόπους γοητευτικοί, ἄνθρωποι ὅμως εἰς τοὺς ὁποίους δέν δύναται νά στηριχθῇ κανείς.
Συμβαίνει, για παράδειγμα, καμιά φορά νά κάνει ἕνας ἱεροκήρυκας ἕνα κήρυγμα κάπου, καί ἄν μάλιστα εἶναι ἐνθουσιώδης καί προκαλεῖ αἰσιοδοξία καί ἐνθουσιασμό στό ἀκροατήριο, θὰ δεῖτε με ρικούς να συναρπάζονται κυριολεκτικά. Καὶ ἂν ὁ ἱεροκήρυκας δέν ξέρει ἀπό αὐτά τά πράγματα, γιά τὰ ὁποῖα τώρα κάνουμε λόγο, καθώς αὐτοί θά τόν πλησιάσουν καί θά ἐκδηλωθοῦν, θα νομίσει ὅτι κέρδισε καμιά πενηνταριά ἀπό αὐτούς πού τόν παρακολουθοῦσαν καί μπορεῖ τώρα να κάψει ὅλο το κακό πού ὑπάρχει στην κοινωνία. Ἀλλά αὐτοί τὴν ἄλλη ὥρα θά εἶναι «πεσμένοι». Θὰ ἔχει περάσει ἡ αἰσιοδοξία τους καί θά ἔχουν «πέσει»· θὰ ἔχουν βρεθεῖ σὲ μιὰ ἄλλη κατάσταση.
Δέν μπορεῖ νὰ ἔχει κανείς ἐμπιστοσύνη στούς ὑπεραισιόδοξους. Κάμνουν εὔκολα φίλους, ἀλλ᾽ ἐξ ἴσου εὔκολα τούς χάνουν· στεροῦνται δυνάμεως πεποιθήσεων· δέν κυριαρχοῦνται ἀπό ὡρισμένα ἰδανικά ἤ πεποιθήσεις πού εἶναι ἱκανά να φέρουν εἰς τὴν ζωήν των σταθερότητα καί δύναμιν χαρακτήρος.

Αὐτός περίπου εἶναι ὁ αἰσιόδοξος.

Ἡ φλεγματική ἰδιοσυγκρασία

Καί ἐρχόμαστε στόν φλεγματικό.
Ὁ ὅρος «φλεγματικός» προέρχεται ἐκ τῆς ἑλληνικῆς λέξεως «φλέγμα».
Τί ἀκριβῶς σημαίνει αὐτό; Μερικοί λένε ὅτι εἶναι ἀπό τὸ ρῆμα «φλέγω», δηλαδή ἀπό τή φωτιά. Ἀλλά ὁ φλεγματικός δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή φωτιά.
Ἡ συσχέτισις τοῦ φλεγματικοῦ μὲ τὴν φωτιάν δέν εἶναι καθόλου ἐπιτυχής, διότι οὗτος δέν διακρίνεται διά τὴν θερμότητα τῆς ἰδιοσυγκρασίας του (Αναζητήσαμε μια ἀπάντηση στο ἐρώτημα πού θέτει ὁ ὁμιλητής για τη σημασία τῆς λέξεως φλέγμα, για να διευκρινίσουμε τὴν ἀντίφαση πού ὑπάρχει στο σημεῖο αὐτό.

Στα λεξικά τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας στὰ ὁποῖα ἀνατρέξαμε, βρήκαμε ὅτι ἡ λέξη φλέγμα σημαίνει πῦρ, θερμό-τητα, φλόγα. Στο Μέγα Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης τῶν Liddell-Scott ὑπάρχει ἐπιπλέον καί μια φράση τοῦ Ἀριστοτέ-λη, στὴν ὁποία ή λέξη φλέγμα ἔχει ἔννοια ἀντίθετη ἀπό αὐτές που σημειώσαμε, χωρίς ὅμως να δίνεται κάποια ἐξήγηση. Ἀριστοτέλους, Προβλήματα: «Τῶν κατά τὸν ἄνθρωπον ἡ χολή μὲν ἐστι θερμόν, τὸ δὲ φλέγμα ψυχρόν». Μὲ τὴν ἴδια σημασία (=ψυχρό) βρήκαμε τη λέξη στὰ ἔργα τοῦ Ἱπποκράτη: «Αὔξεται δὲ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ μέν φλέγμα τοῦ χειμῶνος· τοῦτο γὰρ τῷ χειμῶνι κατά φύσιν ἐστί μάλιστα τῶν ἐν τῷ σώματι ἐνεόντων, ψυχρότατον γάρ ἐστιν. Τεκμήριον δε τούτου, ὅτι τὸ μὲν φλέγμα ψυχρότατον, εἰ θέλοις ψαῦσαι φλέγματος καί χολῆς καὶ αἵματος, το φλέγμα εὑρήσεις ψυχρότατον ἐόν» (Ιπποκράτους, Περί φύσιος ἀνθρώπου).
Στο παράδοξο πού φαίνεται νὰ ὑπάρχει ὡς πρός τή σημα-σία τῆς λέξεως αὐτῆς, τελικά βρήκαμε ἀπάντηση στο παρακάτω σχόλιο: «Ο J. Jouanna ἀναφέρεται στην περίεργη σημασιολογική ἐξέλιξη πού ἀκολούθησε ὁ ὅρος φλέγμα. Αὐτή ἡ λέξη, που παράγεται ἀπὸ τὸ φλέγω, σήμαινε ἀρχικά φωτιά και θερμότητα, ὅπως λ.χ. στὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου (Φ 337: φλέγμα κακόν φέρουσα).
Στὴν ἰατρική εἶχε τη σημασία φλεγμονή, ἀλλά ἀργότερα χρησιμοποιήθηκε ὡς ὀνομασία ἑνὸς ἀπὸ τοὺς χυμούς τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Το παράδοξο ὅμως εἶναι ὅτι αὐτός ὁ χυμός, που πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴ φωτιά, σιγά-σιγά ἔχασε ἐντελῶς αὐτή τη σημασία καὶ ἔφτασε να σημαίνει μέσα στα βιολογικά ἔργα ἕναν χυμό που συνδεόταν ὄχι πια με το θερ-μὸ ἀλλὰ μὲ τὸ κρύο. Ἔτσι στα τέλη του 5ου αἰώνα ὁ συγγραφέας τοῦ Περί φύσιος ἀνθρώπου (κεφ. 7) λέει ρητά ὅτι το φλέγμα εἶναι ὁ πιο κρύος χυμός τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος.
Οἱ ἀρχαῖοι γραμματικοί ἐξηγοῦν αὐτὴ τὴν ἐξέλιξη τῆς ση μασίας αὐτοῦ τοῦ ὅρου με το φαινόμενο πού ὀνομάζεται ἀντίφρασις. Ἔτσι ὁ Σωρανός στο λήμμα φλέγμα γράφει: παρά τὸ φλέγω, φλέξω κατ' ἀντίφρασιν ψυχρότατον γάρ έστι». (Βλ. Ιπποκράτους. Περί φύσιος ἀνθρώπου, μετάφραση, σχόλια Δα-μιανού Τσεκουράκη, έκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1996, σα. 95-96).).
Γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι ἔχει σχέση μέ τή φωτιά, θά ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος αὐτός νὰ εἶναι θερμός, ὅπως περίπου εἴπαμε πιό πάνω γιά τόν χολερικό καί τόν αἰσιόδοξο. Ὁ φλεγματικός ὅμως δέν διακρίνεται για τη θερμότητα τῆς ἰδιοσυγκρασίας του. Γιά τούς Ἄγγλους λέγεται ὅτι εἶναι φλεγματικοί ἀναπο-δογυρίζει ἡ κατσαρόλα, καί αὐτοί γελᾶνε. Δέν τούς «καίγεται καρφί».


Ὡς φλεγματικοί θεωροῦνται συνήθως οἱ ψυχροί καί ἀνεξάρτητοι τύποι. Θὰ δεῖτε τὸν φλεγματικό νά μήν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἄλφα ἤ τή βῆτα ἐκδήλωση, ἀπό τό ἄλφα ἢ τὸ βῆτα γεγονός. Δέν θά τόν δεῖτε νὰ ἐνθουσιά-ζεται καί νά μπαίνει καί αὐτός μέσα στήν προσπάθεια κάτι να κάνει. Ὄχι. Ἄς κάνουν οἱ ἄλλοι. Αὐτός θα μείνει μέ τή φλεγματικότητά του. Εἶναι λοιπόν ψυχρός καί ἀνεξάρτητος τύπος.
Τούς φλεγματικούς τίποτε δέν τούς παρορμᾷ εἰς μεγάλους ἐνθουσιασμούς· τίποτε δέν εἶναι ἱκανόν να διεγείρῃ τήν φαντασίαν των δέν τούς συγκι-νεῖ οὔτε ἡ καλή τύχη οὔτε ἡ καταστροφή.
Ἁπλῶς ζοῦν. Ζοῦν ἀπομονωμένοι, ἀνεξάρτητοι, ἔχουν πάντοτε εἰρήνη, γαλήνη· δέν αἰσθάνον-ται ἀναστατώσεις ἐσωτερικές.


***

Αὐτὲς εἶναι οἱ τέσσερις κατηγορίες τῶν τύπων τῶν ἀνθρώπων. Καί, ὅπως εἴπαμε, οἱ νεώτεροι ἐπιστήμονες δὲν ἀπομακρύνονται ἀπό τήν ταξινόμηση ποὺ κάνει ὁ Γαληνός. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνήκουν σε κάποιον ἀπό αὐτούς τούς τέσσερις τύπους. Ἄλλο τί θέλει νὰ εἶναι κανείς το θέμα εἶναι τί εἶναι.
Ἂν καὶ αὐτή ἡ ταξινόμησις τῶν ἰδιοσυγκρασιῶν χρησιμοποιῆται ἀκόμη εὐρέως, πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νὰ εἶναι ἱκανοποιητική. Οὐδεμία ὅμως γνωστή ταξινόμησις εἶναι ἀπηλλαγμένη μειονεκτημάτων. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη προσωπικότης εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκος, διά να περιληφθῇ ἐντός ἀκριβῶς ὁρισθεισῶν κατηγοριῶν. Ὑπάρχουν νευρωτικοί πού ἐμφανίζουν ἀνάμικτα συμπτώματα. Αὐτό συμβαίνει, διότι ἡ ἰδιοσυγκρασία των εἶναι πολύπλοκος. Εἶναι ἀκόμη δυνατή ἡ συνεύρεσις τοῦ μελαγχολικοῦ καί τοῦ αἰσιοδόξου τύπου εἰς ἕνα καί τό αὐτό πρόσωπον. Ἕνα καί τὸ αὐτό πρόσωπον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μελαγχολικόν διά μίαν κατηγορίαν πραγμάτων, αἰσιόδοξον δὲ δι᾽ ἄλλην.
Ναί, ποτέ δέν μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς κάποιος εἶναι μελαγχολικός καί τίποτε ἄλλο, ἤ χολερικός καὶ τίποτε ἄλλο κτλ. Μπορεῖ ἕνας μελαγχολικός τύπος νὰ εἶναι καί λίγο φλεγματικός, νὰ εἶναι καί λίγο αἰσιόδοξος, νά εἶναι καί λίγο χολερικός. Ὅπως ἐπίσης ἕνας φλεγματικός τύπος μπορεῖ νὰ ἔχει καί κάτι από τοὺς ἄλλους τύπους. Αλλά το φλεγματικό στοιχεῖο θὰ κυριαρχεί μέσα στην ὕπαρξή του. Η συμβαίνει καί τό ἑξῆς: ἄλλη φορά νά εἶναι κανείς μελαγχολικός καί ἄλλη φορά αἰσιόδοξος.

16-3-1969

Εφόσον κάθε ἄνθρωπος κληρονομεί, τρόπον τινά, τὴν ἰδιοσυγκρασία του, καὶ συγχρόνως ἐπηρεάζεται -ἀνάλογα πάλι μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία πού ἔχει-ἀπό τό περιβάλλον, ἔχει μεγάλη σημασία το τί ἐπιδράσεις δέχεται.

Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ KAREN HORNEY ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 5

 Συνέχεια από: Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ KAREN HORNEY ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 5

Συγκριτική μελέτη

Γεώργιος Βαρβατσούλιας

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Κεφάλαιο Α΄

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ

Στο κεφάλαιο αὐτό θὰ διαπραγματευθοῦμε τις θεωρήσεις στα ζητήματα πληρότητας, ἀπό πλευρᾶς Κaren Horney, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ τις ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος συζητά στην ἀνθρωπολογία του θέματα ψυχοπνευματικῆς ὁλοκλήρωσης τῆς προσωπικότητας βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος ὑφίσταται οντολογικά.

Στο μέρος τῆς Karen Horney θά ἐξετάσουμε την τάση της νὰ μᾶς δώσει ἐπακριβεῖς καὶ σαφεῖς ἀναλύσεις που να σχετίζονται με την ψυχοσωματι κή σύνθεση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν αὐτή λειτουργεί σωστά. Το κεφάλαιο αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἁπλὰ μιὰ εἰσαγωγική μελέτη ὅσον ἀφορᾶ τὰ στά-δια που θεωρεῖ ἡ Karen Horney ὡς ὁλοκληρωμένα γιὰ μιὰ ὑγιῆ ἐξέλιξη τοῦ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ θὰ εἶναι ταυτόχρονα και μια ἐμβριθής διερεύνηση τῶν σημείων που ἡ ἴδια προσεγγίζει ὡς ὑγιῆ. Στο κεφάλαιο αὐτό ἡ προσπάθειά μας θὰ ἑστιασθεῖ στο να επεξηγήσουμε κάθε ψυχολογική ἔννοια ποὺ ἡ ἴδια ἀνακρίνει, σύμφωνα πάντοτε με το ψυχαναλυτικό πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀ-νήκουν.

Στο δεύτερο μέρος τοῦ κεφαλαίου θα συζητήσουμε τίς ἀνθρωπολογικές ἔννοιες τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Στο μέρος αὐτό θ' ἀσχολη θοῦμε μὲ θεμελιώδη θέματα τῆς Μαξιμιανῆς ἀνθρωπολογίας, τὰ ὁποῖα ἐπισημαίνονται ἄκρως ἐνδιαφέροντα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ψυχοσωματική ισορρο πία τοῦ ἀνθρώπου. Θα διερευνήσουμε τα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς που ὁδηγοῦν σὲ αὐτοαποκατάσταση και κοινωνία με τον Θεό. Τα στάδια τῆς πνευ-ματικῆς ζωῆς ἀναφέρονται στη δομή τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὀντολογικό γεγο νός. Ἡ δομή αὐτή ἐπιβεβαιώνει κάθε μέρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὡς φυσικά-τιθέμενο συστατικό στοιχεῖο τοῦ ψυχοπνευματικοῦ ἀνθρώπου. Στο μέ ρος αὐτὸ πρόκειται επίσης νὰ κατανοήσουμε τον προβληματισμό κατά πό σο ὁ ἄνθρωπος μπορεί να βιώνει ολοκληρωμένη στην οντότητά του την ένό τητα ψυχῆς καὶ σώματος, καθώς καὶ πῶς ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου «δένει» με τις χριστιανικές μεταφυσικές προοπτικές.

Το πρώτο κεφάλαιο θα κλείσει με συγκριτική μελέτη, στην οποία θα συγκρίνουμε τις ψυχαναλυτικές ἔννοιες τῆς Karen Horney μὲ τις ἀνθρωπολογικές ερμηνείες τοῦ ἁγίου Μαξίμου.

1.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ KAREN HORNEY

Η ολοκλήρωση συνιστά γιὰ τὴν Karen Horney τὸν ἐσωτερικό δυναμισμό καὶ ὑγιῆ προσανατολισμό του νευρωτικοῦ ἀτόμου. Μελετὰ τίς ἀπόψεις αὐ τές σε βάθος, φθάνοντας σε συμπεράσματα που μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καὶ το σο ευρέως ἀποδεκτά στις ἄλλες ψυχολογικές θεωρίες. Οἱ ψυχολογικές της ἐρμηνεῖες ἐμπεριέχουν θρησκευτικό προβληματισμό ἔντονου ἀνθρωπιστι κοῦ χαρακτήρα. Κεντρικό μέλημα τῆς Horney ἦταν να παρουσιάζει τα ζη τήματα πληρότητας τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἐρείσματα, ἢ καλύτερα ὡς ἐσωτερι κές ποιότητες ἱκανές να καθοδηγούν σε ὑγιεῖς «ἐμπλοκές» το χαρακτήρα τῆς ζωῆς.

Ξεκινούμε τη συζήτησή μας στὴν ἔννοια τῆς πληρότητας ἀπὸ τὴν ψυχοδυναμική ερμηνεία τοῦ ὅρου «αγάπη» καὶ κλείνουμε μ' ἐκεῖνον τοῦ αγνώ στου ἑαυτοῦ». Ἡ Karen Horney έξετάζει τὴν ἀγάπη ὡς τὸν ἐσώτερο ψυχο λογικό παράγοντα που καλείται να λειτουργεῖ ἐποικοδομητικά «ἐπιβάλλο ντας» τις θετικές δραστηριότητές του στην ατομικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀγάπη συνιστᾶ για τη Horney το βίωμα που οἰκοδομεῖ τὴν ὑγιὴ βάση στην πληρότητα καὶ τὸν προσανατολισμό κάθε ψυχολογικής συμπεριφοράς.

Ἡ ἰδέα της στον γνήσιο ἑαυτό ἀναφέρεται στην ολοκληρωματική πραγ-ματικότητα ενός χαρακτήρα ὀρθά ἰσορροπημένου για την πρόοδο τῆς ἀτο-μικότητας. Ο γνήσιος ἑαυτός συναρμόζει την προοπτική που ἐμπνέει το νευ ρωτικό άτομο στὴν ἀναζήτηση τῆς ψυχολογικῆς ὑγείας ἀπὸ τὴν προβλημα-τική τῶν νευρώσεων. Ο γνήσιος ἑαυτός πρόκειται να διερευνηθεῖ ἐπίσης ὡς ὁ ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου που συνιστᾶ τὴν ἔλλειψη ἐσωτερικῶν ἀντινομιῶν, καὶ ὑποστηρίζει τη δημιουργία ὑγιῶν διαδρομῶν, ὅπου ὀρθές ἐπιλογές ἀποκαλύπτουν τις τάσεις για μια γνήσια ψυχολογική ἀνάπτυξη. Ὁ γνήσιος ἑαυτός οἰκοδομεῖ τὸ σημαντικότερο ψυχοδυναμικό στοιχείο πληρότητας γιὰ τὴ Horney, καθόσον υπογραμμίζει προσωπικές και κοινων νικές θεραπευτικές προτάσεις.

Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ γνήσιος ἑαυτός πρόκειται νὰ ἐξετασθοῦν ὡς οἱ πόλοι που ἐλέγχουν την ψυχοσωματική ισορροπία ἑνός ατόμου, παρέχοντας τα χαρα κτηριστικά που χρειάζονται για μια λεπτομερή ἀνάκριση τῶν στοιχείων ποὺ ἐξελίσσουν καὶ προοδεύουν τὴν ἀνθρώπινη ολοκλήρωση. Οἱ δύο αὐτοί πόλοι βρίσκονται σε στενή σχέση μεταξύ τους, διότι συνδέονται μὲ ἐπιπλέον θεωρήσεις τῆς ἀνθρώπινης πληρότητας, ποὺ εἴτε διαφαίνεται να έμπε ριέχονται εἴτε ἐξαρτώνται ἀπό αὐτούς. Ενδεικτικά ἐπισημαίνουμε την ἐλευθερία, τη συνείδηση, τὴν ἐσωτερική ἀνεξαρτησία καὶ τὴν ἀλήθεια. Οι ἔννοιες αὐτὲς ἐκφράζουν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ γνήσιο έαυτό διευκρινίζοντάς τους διεξοδικότερα.

Ἡ βασική σκέψη τῆς Horney, που θα διερευνηθεί στο κεφάλαιο αὐτό, ἀ ντανακλά την προσπάθειά της το νευρωτικό άτομο να συνειδητοποιεῖ καὶ ν᾿ ἀντιλαμβάνεται πώς πέρα ἀπό τή συγκρουσιακή ανισορροπία του, εἶναι πρὸς ὄφελός του ν' ἀνακαλύπτει τὰ ὑγιῆ ψυχικά χαρακτηριστικά, ὥστε να καταπολεμά ἀποτελεσματικά κάθε νευρωτικό σύμπτωμα καὶ φαινόμενο.

1.1 Ἡ Ἀγάπη

Ήταν δύσκολο για τη Horney νὰ ὁρίζει τὴν ἔννοια τῆς ἀγάπης. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν, ἀγάπη εἶναι ἡ ἱκανότητα ἑνὸς ἀτόμου να προσφέρει τὸν ἑαυτό του στοὺς ἄλλους, ἢ σε κάποιο σκοπό καὶ ἰδέα μὲ αὐθορμητισμό, χωρίς να κρατᾶ ὁτιδήποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του κατά τρόπο έγωκεντρικό (Feminine psychology, New York 1967.σ. 249).

Ἡ ἀγάπη πληρώνει τὴν ἀνθρώπινη ζωή μὲ ἀρκετά δημιουργικά περιεχόμενα (Selfanalysis, New York 1942, 0. 36.) καὶ καθοδηγεῖ πρὸς ἐποικοδομητική ταπείνωση τα χαρίσματα τοῦ ἑαυτοῦ. Ἡ ταπείνωση, ὅπως καί ἡ ἐλπίδα, εἶναι ἀναγκαίες σε κάθε συζήτηση που σχετίζεται με τις δυνατότητες τῆς ψυχαναλυτικῆς αὐτοεξέτασης". Τὰ δύο αυτά χαρακτηριστικά οἰκοδομούν τὰ πρῶτα βήματα στὴν ἐπίλυση τῶν συγκρούσεων. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀναγκαία σε κάθε ἄνθρωπο, ὅπως εἶναι τό όξυγόνο (Neurosis and human growth, New York 1950, σ. 228. Πρβλ. το πολύ χαρακτηριστικό τραγούδι τῶν Sweet ἀπό τὸ δίσκο τους Level Headed τοῦ 1978: Love is like Oxygen.) για κάθε ζωντανό ὀργανισμό. Ἡ ἀγάπη καταπραΰνει τὸ ἄγχος καὶ ρυθμίζει κάθε ἐπισφαλή δραστηριότητα (The neurotic personality of our time, New York 1937, σ. 153.). Δὲν ἀποτελεῖ ψευδαίσθηση, ἀρκεῖ τὸ ἄτομο που τὴν υἱοθετεῖ, να παραδίδεται χωρίς αμφιβολία στις αρχές της,

Ὅσο ἕνα ἄτομο ὑποδαυλίζει τή νευρωτική ἐνδοβολή, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ καὶ δείχνει εἰλικρινές ἐνδιαφέρον γιά τούς ἄλλους. Το νευρωτικό ἄτομο ἀποκτᾶ μεγαλύτερη ηρεμία ἔχοντας στενή επαφή μὲ τοὺς ἄλλους καὶ ἀναζητώντας τὴν ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος, βιώνοντας τὴν ἀγάπη, παύει νὰ εἶ ναι ἀπομονωμένος· ἀπορρίπτει κάθε ἀπειλή πού προέρχεται ἀπό τήν ἐχθρι κότητα τῶν ἄλλων καί δέν αἰσθάνεται ἀνασφαλής μέ τόν ἑαυτό του».

Παράλληλα μάχεται γιά φυσιολογικές και πραγματικές σχέσεις· σέβεται κάθε ἀτομικότητα ἢ ἰδιορρυθμία (Λέγοντας ὅτι σέβεται κάθε ἰδιορρυθμία, ἐννοοῦμε ὅτι συμπεριφέρεται μέ πνεῦμα ἀποδοχῆς πρὸς ὅσους έχουν διαφορετική νοοτροπία καὶ ἀνάγκες. Ἡ ἀποδοχή του πρός αὐτοὺς περιλαμβάνει σεβασμό στις δυσκολίες κι ἐκκεντρικότητές τους, θεω-ρώντας τους όλοκληρώματα τῆς διαδικασίας τῆς ζωῆς. Ταυτόχρονα τοὺς ἐκτιμᾶ ὡς ὁδοὺς ὅπου ἀναπτύσσεται τὸ πνεῦμα τῆς ἀμοιβαιότητας, πιστεύοντας ὅτι μέσῳ ἐκείνων μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖται πρός καθαρότερη καί βαθύτερη βιωματικότητα τῶν προσωπικών του αἰσθημάτων, ἐπιθυμιῶν καί πεποιθήσεων.) το τῶν ἄλλων καὶ δὲν τοὺς ἐκμεταλλεύεται (Neurosis and human growth, New York 1950, σσ. 364 καί 162.). Τοὺς συμπαθεῖ καί καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη, διότι τὴν ἀποδέχεται ὡς τὸ ἀδιαφιλονίκητο δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά ψυχοπνευματική ἀναμόρφωση καὶ ὑγιὴ διαπροσωπική σχέση.

1.2 Εσωτερική δύναμη καί Ἐλευθερία

Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία ἀποδεικνύεται πνευματική ὑγεία ὅταν ὅλες οἱ ψυχολογικές ικανότητες ἐξασκοῦνται στη μέγιστή τους ἀπόδοση (New ways in psychoanalysis, New York 1939, σ. 182. Πρβλ. σ' αὐτό: Trotter, Insticts of the Herd in Peace and War, 1915. Σημειώνει ὅτι οἱ ἱκανότητες σε πληρότητα παρέχο νται ἕτοιμες πρός χρήση.). Ἡ Hormey τονίζει ὅτι ἡ ὑφιστάμενη νευρωτική δομή πρέπει ν' ἀνατρέπεται, ὥστε νὰ ἐπανακτᾶται ἡ ἐσωτερική δύναμη καί ἐλευθερία (Selfanalysis, New York 1942, σ. 243.). Ὅσο ἕνα ἄτομο άντιμετωπίζει τίς συγκρούσεις του, ἐμβαθύνοντας στις λύσεις τους, τόσο κερδίζει σε ἐσωτερική ὁλοκλήρωση. Ἡ ἐσωτερική ἐλευθερία κερδίζεται μέ βαθμι αία διαλεύκανση τῶν ποικίλων νευρωτικών συμπτωμάτων, έφοδιάζοντας τὸν νευρωτικό με καινούργια κίνητρα ἐξέλιξης 15.

Ἡ πηγή τῆς εὐτυχίας ἐντοπίζεται στην ἐσωτερική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώ που 16. Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἱκανός, ὅταν δοκιμάζει τὴν ἀληθινή χαρά μέὑπομονή καί σταθερότητα χαρακτήρα". Το άτομο μπορεῖ νὰ διατηρεῖ καὶ να βελτιώνει τὸν ἑαυτό του, ὅταν ἐγκαταλείπει τὴν ἐγωπάθεια καί χρησιμ ποιεῖ μεθόδους που συμβάλλουν στο ξεπέρασμα τῶν ἀμφιβολιῶν χωρίς να στηρίζεται στὴν ἀρχή τοῦ ἀτομικοῦ ἀνταγωνισμοῦς. Οἱ μέθοδοι αὐτές ἀνα-φέρονται στις ὀρθές διαπροσωπικές σχέσεις καί τούς ἐλεύθερους συνειρμούς (Final Lectures, New York 1991, σ. 42. Ὁ ἐλεύθερος συνειρμός ἀντανακλά, κατά τή Horney, στα γνήσια ἀνθρώπινα συναισθήματα καί βοηθά στην ἀπόκτηση πλήρους εἰλικρίνειας σε σκέψεις και βιώματα. Πρβλ. Dorsch, Psychologisches Wörterbuch, Hans Huber Verlag, Kempten Bundesrepublik Deutschland 1992, σ. 55).

Το συναίσθημα πειθαναγκάζει το νευρωτικό ἄτομο να βελτιώνεται συ νιστᾶ σπουδαία μέθοδο γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ ἐσωτερικοῦ δυναμισμοῦ καί τῆς ἐλευθερίας, ἐνῶ ἡ ἔντασή του ἐξαρτᾶται ἀπό τό βαθμό καί τήν κλίμακα τῶν ἐμποδίων για ἔλεγχο τῆς ἐξιδανικευμένης εἰκόνας. Πρόκειται για έμπειρία ὀδυνηρή πού δέν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μέ ἄλλη ἐξωγενή νευρωτική ἐπιρροή, ἐπιτρέποντας στο ἄτομο να δημιουργεῖ τή βάση για ἐξέλιξη καί ἀνάπτυξη τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ δυναμική αὐτή συνειδητοποιεῖται στο συναίσθημα τῆς ἀνακούφισης που βιώνει κάποιος ὅταν ἀπεγκλωβίζεται ἀπό τή νεύρωσή του, καθώς καί στήν ἐσωτερική δυναμοποίηση τοῦ γνήσιου ἑαυτοῦ μέἐξαγνισμένες δραστηριότητες πού ὁδηγοῦν στὴν ἐσωτερική ἐλευθερία.

Τα μεγαλύτερα ἐμπόδια γιά τήν οἰκοδόμηση ἑνός ὁλοκληρωμένου έαυτοῦ λανθάνουν πάντοτε μέσα στη νευρωτική ἀτομικότητα. Το κυριώτερο ἀναφέρεται στην ἄρνηση ἀνάληψης ὑπευθυνότητας. Το νευρωτικό ἄτομο τὴν ἀγνοεῖ καί τήν ἀπεχθάνεται. Δέν ὑπολογίζει κατά πόσο οἱ πράξεις του εἶναι ὀρθές ἤ λανθασμένες καί ἀρνεῖται να καθίσταται ὑπεύθυνος, πράγμα πού εἶναι καί ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ ἐσωτερική ἐλευθερία (Our inner conflicts, New York 1945, σσ. 174-175).

Ἄλλο ἐμπόδιο εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐκτίμησης τῶν παρεπόμενων τῶν πράξε ών του. Λειτουργεῖ χωρίς να «τηρεῖ τὰ προσχήματα», καὶ ὅπως ἐπιθυμεῖ, ἐνῶ δέν λαμβάνει ὑπόψη τίς «παρενέργειες». Ἡ συνειδητή ἀντίληψη τῶν παρεπόμενων αὐτῶν «ἀμέριμνων πράξεων» ἀπό τό νευρωτικό ἄτομο, έγ καινιάζει ἕναν ἰσχυρό θεραπευτικό παράγοντα γιά την ψυχανάλυση, όμολογεῖ ἡ Horney, ἐπειδή το νευρωτικό ἄτομο ἐπιβεβαιώνει την πεποίθηση πώς. μέ τό ν' ἀλλάζει νοοτροπία, ἐπαναφέρει τὴν ἐλευθερία του σε ὀρθό προσανατολισμό 23.

Ἡ ὕπαρξη θετικῶν δυναμικών κινήτρων ἀντιπαρατίθεται ἀπέναντι στις ἐμπειρίες τοῦ νευρωτικοῦ ἀτόμου πού ἀπωθήθηκαν καί εἶναι ἀρνητικές. Ὁ πόθος γιὰ ἐσωτερική δύναμη κι ἐλευθερία, ἐπιτυχία καί πρόοδο, άπομο-νώνει τίς νευρωτικές ἕξεις καί καλλιεργεῖ τή θεραπευτική πρόοδο.
Ὅσο ἕνας ἄνθρωπος αὐτοαποξενώνεται, τόσο ἡ ἐλευθερία του ἀποδει-κνύεται χωρίς νόημα. Ἀπόσυρση από ζωή δραστήρια, συγκρουσιακή αύτο-απομόνωση καί ἀπώλεια ἐνδιαφέροντος γιά ἀναβάθμιση τῆς ἀτομικότητας, προτρέπουν τον νευρωτικό νά μή βιώνει τα βαθύτερα συναισθήματά του 25.
Ὁ ἄνθρωπος φράσσεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ἐλευθερίας, ἂν δὲν ενσκήπτει στόν ἑαυτό του, ἄν δέν ἀνακαλύπτει τήν ἀντιπαλότητα που τον διατα-ράσσει καί ἄν θεωρεῖ τὴν ἀνοχή τῶν ἄλλων στίς ἀδυναμίες του προσωπική τους προβληματική.

1.3 Ἡ Συνείδηση

Συνείδηση κατά τή Horney εἶναι ἡ ἐποικοδομητική ἀνυποχωρητικότητα ἑνὸς ἀτόμου ἀπέναντι στον συγκρουσιακό ἑαυτό του (Neurosis and human growth, New York 1950, σ. 132). Συμβάλλει στη γνωστοποίηση ὅτι τάσεις καί νευρωτικές συμπεριφορές ἀποδεικνύονται ὑπέρμαχοι τῆς ψυχαναγκαστικότητας τοῦ ἐγώ· τῶν ἐπηρειῶν τῶν ἀσυνείδητων συναισθημάτων καί ὅλων τῶν ἄλλων διαδικασιῶν τῶν νευρωτικῶν φαινομένων, ὅπως εἶναι οἱ φόβοι, ἡ ἔλλειψη αὐτοσυνειδησίας καί οἱ καταστροφικές τάσεις. Χωρίς τή συνείδηση, οἱ συμπεριφορικές τάσεις παραμένουν στο ἀσυνείδητο, ἀκόμη κι ἄν θεωρηθεῖ ὅτι οἱ λύσεις τους ὁδήγησαν σε θετικά ἀποτελέσματα (New ways in psychoanalysis, New York 1939, σ. 20).

Συνεχίζεται