Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Λόγος εις την Δʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. θ’ 17-32)

Από την αρχή τής δημιουργίας τού κόσμου και του χρόνου, όλοι οι λαοί τής γης πιστεύουν πως ο πνευματικός κόσμος υπάρχει και πως τα αό­ρατα πνεύματα είναι αληθινά. Πολλοί άνθρωποι όμως έχουν πλανηθεί σ’ αυτό το σημείο. Υποστηρίζουν πως τα πονηρά πνεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα αγαθά. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα προχώρη­σαν στη θεοποίηση των πονηρών πνευμάτων, τους έφτια­ξαν ναούς, πρόσφεραν θυσίες και προσευχές και πρόστρεχαν σ’ αυτά για όλα τα θέματα. Όσο περνούσε ο και­ρός πολλοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν τελείως την πίστη στα αγαθά πνεύματα και κράτησαν την πίστη τους μόνο στα πονηρά, ή στους κακούς «θεούς», όπως τους αποκαλούσαν. Έτσι αυτός ο κόσμος άρχισε να μοιάζει μ’ ένα στίβο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασά­νιζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους και τους τύ­φλωναν, με αποκλειστικό στόχο να σβήσουν από το νου τους κάθε ιδέα για τον καλό Θεό και για τη μεγάλη και θεόσδοτη δύναμη των αγαθών πνευμάτων.

Στις μέρες μας όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρ­ξη των πνευμάτων. Κι η πίστη αυτή κατ’ αρχάς είναι σωστή. Εκείνοι που αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή κοιτάζουν μόνο με τα σωματικά τους μάτια κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο κόσμος αυτός όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στη σω­ματική όραση. Κάθε άνθρωπος επομένως, που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί κι η καρδιά του δεν έχει γίνει αναίσθητη από την αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κά­θε ώρα να νιώθει με όλη του την ύπαρξη πως στον κό­σμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι, με αποκλειστική συντρο­φιά την άψυχη φύση, τους βράχους, τα φυτά, τα ζώα κι άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Και κάνουν μεγάλο λάθος όσοι κα­ταργούν τα αγαθά πνεύματα και θεοποιούν τα πονηρά και τα προσκυνούν.
Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, ουσιαστικά όλοι οι λαοί πίστευαν στη δύναμη και την υπεροχή του κακού έναντι του καλού. Οι πονηρές δυ­νάμεις επικρατούσαν στον κόσμο, γι’ αυτό κι ο Χριστός ο ίδιος αποκάλεσε τον αρχηγό τους άρχοντα του κόσμου τούτου. Ακόμα κι οι ηγέτες των Ιουδαίων απέδιδαν όλα τα θαύματα του Χριστού στους δαίμονες και στη δύναμή τους.


Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να σπάσει, να ξεριζώσει την αδύναμη πίστη των ανθρώπων στον πονηρό και να σπείρει την πίστη τού αγαθού στις ψυχές τους. Να στηρίξει την πίστη στην παντοδύναμη ισχύ τού αγαθού, στην ακατανίκητη και παντοτεινή φύση του. Ο Χριστός δεν κατάργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι, όχι όπως τον πίστευαν οι άνθρωποι κάτω από την απατηλή δια­βολική επιρροή. Ο ένας, αγαθός, σοφός και παντοδύ­ναμος Θεός είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού κόσμου, ορατού και αόρατου. Τα αγα­θά πνεύματα είναι οι άγγελοι και είναι δύσκολο να υπο­λογίσεις το πλήθος τους.

Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι ασύγκριτα πιο ισχυρά από τα πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά πνεύ­ματα στην ουσία είναι εντελώς ανίσχυρα να κάνουν οτι­δήποτε, αν δεν τους το επιτρέψει ο παντεπόπτης Θεός. Αλλά και τα πονηρά πνεύματα είναι αμέτρητα. Σ’ έναν μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερι­κές χιλιάδες πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά αυτά πνεύ­ματα απατούσαν τους ανθρώπους ή και λαούς ολόκλη­ρους εκείνη την εποχή, όπως σήμερα εξαπατούν πολ­λούς αμαρτωλούς και τους πείθουν πως είναι παντοδύ­ναμοι· πως είναι τάχα οι μόνοι θεοί, πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός απ’ αυτούς και πως αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου όμως εμφανιζόταν ο Κύριος, εκείνοι έφευγαν έντρομοι. Αναγνώριζαν σ’ Εκείνον τόσο εξου­σία όσο και δικαίωμα κρίσης, πως μπορούσε να τους εκβάλει, να τους απομακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους καταδικάσει στην άβυσσο της κόλασης. Δημι­ουργούσαν αναταραχές σ’ αυτόν τον κόσμο με την άδεια και την ανοχή τού Θεού. Έπεφταν καταπάνω στο ανθρώπινο γένος σαν μύγες πάνω σε θνησιμαίο και λο­γάριαζαν τον κόσμο αυτόν σαν καταφύγιό τους, σαν φω­λιά τους και σαν τραπέζι για το φαγητό τους.

Ξαφνικά ο φορέας τού αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Εκείνοι, γεμάτοι φό­βο και τρόμο έκραξαν: «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο τα βάσανα όσο ο βασανιστής. Τα πονηρά πνεύματα βα­σάνιζαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, έβρι­σκαν ικανοποίηση στα βάσανα αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό άρχισαν να τρέμουν από φόβο μπροστά στο μεγαλύτερο βασανιστή τους κι ήταν έτοιμα να βγουν από τους ανθρώπους, να πάνε στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, έφτανε μόνο να μην οδηγηθούν εντελώς έξω από τον κόσμο αυτόν.

Ο Χριστός δε σκεφτόταν να τους εκβάλει αμέσως απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος αυτός είναι ένας χώρος με ανάμικτες δυνάμεις. Ο κόσμος αυτός είναι πεδίο μά­χης, όπου οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, έχουν να διαλέξουν συνειδητά αν θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό ή θα προσκολληθούν στους ακάθαρτους δαίμο­νες. Ο Χριστός ήρθε επειδή αγαπά το ανθρώπινο γένος, ήρθε για να δείξει τη δύναμη του καλού πάνω στο κα­κό, να βεβαιώσει την πίστη των ανθρώπων στο καλό, μό­νο στο καλό.

***
Το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει ένα παρά­δειγμα από αμέτρητα άλλα. Μας λέει πώς ο Κύ­ριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πά­νω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.

«Και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε΄ διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου πρός σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρί­ζει… και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν» (βλ. Μάρκ. θ’ 17-29 και Λουκ. θ’ 37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγ­γελιστές. Ο καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέ­ρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μονογενής υιός τού πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα άλα­λον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συ­γκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.

Τα βέλη τού πονηρού την ίδια στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια τού ανθρώπου; Αν η σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα που απατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι που ο άνθρωπος δεν πρέ­πει να κάνει. Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης τής σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σε­λήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, ακο­λουθεί το συμπέρασμα πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.

Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ο Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη η δημιουργία τού Θεού βρίσκε­ται στην υπηρεσία τού ανθρώπου, πλάστηκε για να υπη­ρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι που ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανο­ποίηση τού ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυ­χή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοί εισιν οι ουρα­νοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12). «Πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου… λέγει Κύριος» (Ησ. ξστ’ 2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά. Η βρύση θα βγάλει μόνο αυτό που περιέχει, όχι κάτι που δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή τού αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κά­θε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακός. Υπάρχει πόνος που είναι έργο τού πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος που θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα που ενερ­γεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.

Ο πόνος κι η δυστυχία που ξέσπασε πάνω σε πολ­λούς βασιλιάδες τού Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρ­τίας τους. Ο πόνος κι η δυστυχία όμως, που ο Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο τού πονηρού αλλά φάρμακο, που αφορά τόσο τον ίδιο το δί­καιο, όσο και τούς οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαί­νουν πως τον πόνο τούς τον έστειλε ο Θεός για το καλό τους. Ο πόνος που προέρχεται από επίθεση του πονη­ρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός. Ο πόνος όμως που ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τους ανθρώπους, για να τους καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τους αποσπά από την εξουσία τού πο­νηρού και τους φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ο καθαρ­τήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.

Ο διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι η αμαρ­τία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακό. Για τα βάσανα και τους πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την απερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμε­σα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύ­ματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «εν ριπή οφθαλμού» ψυχικά και σωματικά, όπως συ­ντρίβουν οι ακρίδες τούς καρπούς στους αγρούς.

«Και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν», είπε ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού στον Κύριο. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να διώξουν το πονηρό αυτό πνεύμα, μα εκείνοι δεν μπόρεσαν.

Τρεις από τους μαθητές τού Κυρίου έλειπαν από το περιστατικό: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που βρίσκονταν μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορ­φώθηκε μπροστά τους. Έπειτα κατέβηκαν μαζί Του πάλι, για να βρουν κάτω ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους υπόλοιπους αποστόλους, καθώς και τον άρρωστο νέο. Ο δυστυχισμένος πατέρας, αφού δε βρήκε το Χριστό, έφερε το γιο του στους μαθητές Του. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν, δεν είχαν τη δύναμη να τον βοηθή­σουν. Πρώτα για τη δική τους ολιγοπιστία, δεύτερο για την ολιγοπιστία τού πατέρα και τρίτο για την καθολι­κή απιστία των γραμματέων που ήταν παρόντες. Αναφέρεται πως γύρω από τους μαθητές είχαν μαζευτεί και «γραμματείς συζητούντες αυτοίς» (Μάρκ. Θ’ 16). Η αδύναμη πίστη τού πατέρα φαίνεται από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Εκεί μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ούτε και σαν τον Ιάειρο μίλησε, όταν κάλεσε το Χριστό ν’ αναστήσει την κόρη του: «Ελθών επίθες την χείρά σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. Θ’ 18). Κι εδώ αυτός που μιλάει είναι άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε σαν τον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «Κύριε… μόνον είπε λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως που είχε τη μεγα­λύτερη πίστη απ’ όλους δεν είπε τίποτα. Πλησίασε απλά το Χριστό και άγγιξε το κράσπεδο του ιματίου Του. Κι αυτή ήταν η αιμορροούσα.

Ο πατέρας τού άρρωστου νέου δεν ενεργεί ούτε μι­λάει σαν αυτούς, αλλά λέει στο Χριστό: «Αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν». Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας.

Ταλαίπωρος άνθρωπος! Πρέπει να γνώριζε λίγα, πο­λύ λίγα για τη δύναμη του Χριστού και γι’ αυτό μίλη­σε έτσι σ’ Εκείνον που μπορεί να κάνει τα πάντα. Η αδύ­ναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύ­ναμη των αποστόλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν κι οι κακόβουλες συκοφαντίες τών γραμματέων εναντίον του Χριστού και των αποστόλων Του. Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν. Αυτό φανερώνει μια μικρή σπίθα πίστης, πολύ πολύ μικρή, έτοιμη να σβήσει.

«Ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει· ω, γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών;». Ο Κύριος έστρεψε την επίπληξη αυτή προς όλους γενικά. Προς όλους τους άπιστους ή ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους τους παρισταμένους, όπως ο αδύναμος πατέρας, οι μαθητές του κι ιδιαίτερα οι γραμμα­τείς. Ω, γενεά άπιστος! Αυτό σημαίνει: Ω γενεά που υποτάχτηκε στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί με δουλοπρέπεια τον πονηρό και αντιστέκεται στο αγαθό, που απαρνιέται τον ίδιο το Θεό. Γενεά που είναι ολιγόπιστη ή και εντελώς άπιστη στο καλό, που δραπετεύει επανα­στατικά από το αγαθό!

Εδώ ο Κύριος πρόσθεσε στη γενεά και τη λέξη διε­στραμμένη. Ήθελε έτσι να δείξει από που προέρχεται η απιστία, πως αιτία της δηλαδή είναι η διαφθορά ή, ακόμα πιο καθαρά, η αμαρτία. Αιτία είναι η διαφθορά. Η αμαρτία είναι συνέπεια. Η απιστία είναι ένωση με το διάβολο· η αμαρτία – η διαφθορά – είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση αυτή.

Διαφθορά είναι η κατάσταση της απομάκρυνσης από το Θεό· απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι η φρί­κη όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό. Δέστε με πόση προσοχή διατυπώνει τις παρατηρήσεις Του ο Κύριος. Δεν αναφέρει κανέναν ονομα­στικά, μιλάει γενικά. Δεν ενδιαφέρεται να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά να τους ξυπνήσει. Ούτε και να προ­σβάλλει ή να ταπεινώσει προσωπικά κάποιον θέλει. Επιθυμεί μόνο να διεγείρει τις συνειδήσεις τους, να τούς βοηθήσει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους.

Τι μεγάλο δίδαγμα είναι αυτό για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη να μιλάει και να προσβάλει! Αν μπορούσαν οι άνθρωποι σήμερα να περιορίζουν και να μετρούν τη χρήση τής γλώσσας τους, αν μπορούσαν να σταματήσουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα εξαφανιζόταν το μισό κακό από τη γη. Τα μισά κακά πνεύματα θ’ αποβάλλονταν, δε θα κυ­κλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Προσέξτε με πόση σοφία μιλάει ο μεγάλος απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. Εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τούς χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).

Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; Φανταστείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον βάλουν να ζήσει μαζί με πρωτόγονους και άξεστους ανθρώπους. Ή φανταστείτε ένα βασιλιά ν’ αφήνει το θρόνο του και να κατεβαίνει σ’ ένα χώρο όπου κυκλοφορούν βρώμι­κοι αγύρτες. Και σκοπός του δεν είναι μόνο να ζήσει μα­ζί τους και να τους μάθει πώς να ζούνε, αλλά και να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να νιώθουν και να λειτουργούν ως βασιλιάδες, ευγενείς και μεγαλόκαρδοι. Όποι­ος και νά ’ταν ο επίγειος αυτός βασιλιάς, μετά από τρεις μέρες δε θα έκραζε, έως πότε προς υμάς έσομαι; Θα είχε σταματήσει μέσα σε τρεις μέρες η αγυρτεία, η ανοησία, η βρωμιά κι η δυσωδία; Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο βα­σιλιάς των βασιλέων, άφησε ν’ ακουστούν τα λόγια αυτά μετά από τριάντα τρία χρόνια που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η απόσταση που χώριζε τους συγχρό­νους Του από τον ίδιο ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που χωρίζει τους επίγειους βασιλιάδες από τους αγύρτες. Προφανώς δεν μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά σε έργα και θαύματα που έκανε μπροστά σε χιλιάδες αυτόπτες μάρτυρες, τον μετρούσε με τη διδα­σκαλία Του που σκόρπισε και έσπειρε σε χιλιάδες ψυ­χές. Και μετά από τόσα έργα και θαύματα, διδαχές και γεγονότα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν το χρόνο χιλίων ετών, διαπιστώνει ξαφνικά πως οι μαθητές Του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νεαρό και να εκβάλουν το πονηρό πνεύμα από έναν άνθρωπο. Κι όλ’ αυτά αφού τους είχε διδάξει με το λόγο και το πα­ράδειγμά Του πως εκβάλλεται ολόκληρη λεγεώνα. Κι ακούει κι έναν αμαρτωλό ολιγόπιστο να του λέει: αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν.

Αφού ο Κύριος επιτίμησε τους παρευρισκόμενους για έλλειψη πίστης, έδωσε εντολή να φέρουν τον άρρω­στο νεαρό μπροστά Του. «Προσάγαγε τον υιόν σου ώδε».

Στη συνέχεια επιτίμησε το διάβολο κι αυτός αμέσως βγήκε από το παιδί, που θεραπεύτηκε την ίδια στιγμή. Αυτό το αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δυο ευαγγελιστές δίνουν περισσότερες πληροφορίες για όσα έγιναν πριν από τη θεραπεία του νεαρού. Έτσι έχουμε τρεις επιπλέον λεπτομέρειες. Πρώτη, ότι ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε υποφέρει ο γιος του· δεύτερη, ότι έδωσε έμφαση στην πίστη, σαν προϋπόθεση της θερα­πείας· και τρίτη, ότι καθώς ο νεαρός πλησίασε το Χρι­στό, ο τρομοκρατημένος διάβολος βγήκε από μέσα του κι εξαφανίστηκε.

«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;» (Μάρκ. θ’ 21), ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα τού νεα­ρού. Δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον ίδιο, αλλά για εκείνους που ήταν κοντά Του. Ο ίδιος το γνώριζε κα­λά, ήξερε πως το παιδί ήταν άρρωστο από χρόνια. Κι ο πατέρας απάντησε: «Παιδιόθεν». Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι και να μάθουν το είδος τού τρομερού πόνου που προκαλείται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο δυνατή είναι η προστασία που προσφέρει ο Θεός στον άνθρω­πο. Χωρίς την προστασία αυτή τα πονηρά πνεύματα θα είχαν από πολύ παλιά καταστρέψει κυριολεκτικά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα τού νεαρού. Και τελικά έπρεπε να μάθουν όλοι πόσο μεγάλη δύναμη και πόση επι­βολή έχει ο Υιός τού Θεού στα πονηρά πνεύματα.

Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς, είπε ο πατέρας στο Χριστό. Εφ’ ημάς, είπε, δεν αναφέρθηκε μόνο στο παιδί. Ο πόνος τού παιδιού, είναι και του πατέρα πόνος, είναι και ολόκληρης της οικογένειας πόνος. Αν ο νεαρός θεραπευόταν, το βάρος θά ’φευγε από πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Ιησούς τού είπε: «Το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).

Σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός, ο Κύριος Ιησούς ήθελε εδώ να κάνει το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Το ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία τού παιδιού. Γιατί όχι και των άλλων; Γιατί να μην επιβεβαιώσει και την πίστη τού πατέρα του; Και γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να κα­ταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή κλίση τών ανθρώπων προς το κακό, τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην κάνει κι ένα πέμπτο καλό, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, κι όλα τα κα­λά που προκαλεί μια καλή πράξη; Γιατί μια καλή πρά­ξη φέρνει πάντα πολλές άλλες στη σειρά.

Ας δούμε όμως για μια ακόμα φορά με πόση σοφία και με τί τρόπο συνδυάζει ο Κύριος την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Όταν καταγγέλει με οξύτητα την απιστία, μιλάει γενικά και αυξάνει την πίστη όλων, μα δεν ταπεινώνει κανέναν προσωπικά. Όταν όμως απευθύνεται προσωπικά σε κάποιον που τον ικετεύει, δε μι­λάει αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια. Η ευγένεια κι η διακριτικότητα από την πλευρά τού Χριστού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας αναφώνησε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τή απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).

Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να λιώνει τόσο εύκολα τον πάγο τής απιστίας, όσο τα δάκρυα. Τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο, είχε ήδη μετανιώσει για την προηγούμενη απιστία του. Μέ­σα του, ενώπιον του Θεού, η πίστη του αναδύθηκε ξαφ­νικά όπως προβάλει ένα ρυάκι από φουσκωμένο ποτά­μι. Κι υστέρα η πίστη του αυτή μεταμορφώθηκε σε φω­νή, σε λόγια, που έμειναν σαν δυναμικό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων. «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τη απιστία!»

Τα λόγια αυτά σημαίνουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην πίστη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είναι ν’ αποχτήσει κάποια μικρή, ρηχή πίστη. Να πιστέψει δηλαδή στην ύπαρξη του καλού και του κακού ή, με λίγα λόγια, ν’ αμφισβητήσει το καλό και το κακό. Η απόσταση όμως από τη μερική αυτή πίστη στην αληθινή, είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να την διανύσει κανείς αν δεν τον καθοδη­γεί το χέρι τού Θεού. Τα λόγια που είπε ο πατέρας, βοήθει μοι τη απιστία! είναι σα να λένε: «Κύριε, βοήθη­σέ με να Σε πιστέψω!.. Βοήθησέ με να μη πιστεύω στον πονηρό!.. Βοήθησέ με ν’ αποδεσμευτώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»

«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαι­μόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Την ώρα που του έφεραν κοντά το νεαρό ο δαίμονας τον έριξε κάτω με ορμή και τον συγκλόνισε με σπασμούς. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός να κάνει ο δαί­μονας, ώστε να δουν οι άνθρωποι και να φοβηθούν, να τρομοκρατηθούν γι’ αυτά που μπορεί να κάνει ο σατα­νάς στον άνθρωπο. Να πειστούν και ν’ αντιληφθούν πό­σο ανεπαρκής είναι η δύναμη του ανθρώπου, ακόμη κι η δύναμη των ικανότερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν τη ζωή έστω κι ενός ανθρώπου από τέτοιο φό­βο και τρόμο. Κι αφού δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, οι άνθρω­ποι θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη και τη θεία δύνα­μη του Κυρίου Ιησού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει εδώ τα λόγια που είπε ο Χριστός στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επι­τάσσω, έξελθε εξαυτού και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν» (θ’ 25). Σε διατάζω, λέει ο Κύριος. Αυτός είναι η πηγή τής δύναμης και της εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη να τα δανειστεί αυτά από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει ο Χριστός σε άλλη περίπτωση. Κι όπως βλέπουμε, το εφαρμόζει αυτό στην πράξη. «Εγώ σου μιλάω. Σε διατάζω με τη δική Μου εξουσία, σε βγάζω με τη δική Μου δύναμη».

Πρέπει να καταλάβει καλά ο κόσμος πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγματα με τη βοήθεια του Θεού. Ο Χρι­στός είναι ο Υιός τού Ζώντος Θεού, για τον Οποίο προφήτεψαν οι προφήτες και τον Οποίο ανέμενε ο κόσμος.

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το δεύτερο μέρος τής εντολής που έδωσε ο Χριστός στο διάβολο: και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν. Ο Κύριος τον διατάζει όχι μό­νο να φύγει από μέσα του, αλλά και να μην ξαναγυρίσει στο νεαρό που είχε υποφέρει τόσο πολύ. Αυτό ση­μαίνει πως ο άνθρωπος, ακόμα κι αφού καθαριστεί, μπορεί πάλι να δεχτεί μέσα του τον ακάθαρτο δαίμονα. Ο διάβολος που εκδιώχτηκε μέσα από τον άνθρωπο, μπορεί να ξαναγυρίσει. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, επιστρέφει στην παλιά του αμαρτία. Τότε ο διάβολος ξαναμπαίνει μέ­σα του. Γι’ αυτό ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύ­γει από το παιδί, αλλά και να μην ξαναγυρίσει κοντά του. Πρώτο, ώστε η θεϊκή δωρεά προς το παιδί να είναι πλήρης και τέλεια. Δεύτερο, για να βγάλουμε από τη δι­δασκαλία Του αυτή το συμπέρασμα και τη βεβαιότη­τα, πως από τη στιγμή που θα λάβουμε τη συχώρεση του Θεού, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας αμαρτία, «ως κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα», όπως ο σκύλος στο ξέρασμά του (Β’ Πέτρ. β’ 22). Για­τί έτσι θα εκτεθούμε πάλι στο θανατηφόρο κίνδυνο ν’ ανοίξουμε την πόρτα στο πονηρό πνεύμα, για να ξαναμπεί μέσα μας και να μας κυριεύσει.

Μετά απ’ αυτό το μέγιστο θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού» (Λουκ. θ’ 43). Η μεγαλειότητα του Θεού και η παντοδυναμία Του μακάρι νά ’μεναν διαρκείς κι ανεξάλειπτες στις ψυ­χές των ανθρώπων. Να μη διαλύονταν όπως οι φούσκες στο νερό. Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπό­ρος που θα πέσει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια χαθεί, εκείνος που θα πέσει στην καλή γη δε χάνεται, αλλά θα φέρει καρπό εκατονταπλασίονα.

Όταν ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μαθητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «δια την απι­στίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύ­ριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του συναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.

Η αιτία τής αδυναμίας τους επομένως ήταν η απι­στία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτε­ρη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση τής δύ­ναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.

Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλά­σματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια τής δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πί­στη. Ο κόκκος τού σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρω­διά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγη­τό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος τού συναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλα­στάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύ­ντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξε­περνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.

Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή τού νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γα­λήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μιά Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πί­στη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή τού ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή τού ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει με­τακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βου­νό τού κόσμου.

«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προ­σευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.

Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι τής πί­στης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύμα­τα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωμα­τικά πάθη και κυρίως η φιληδονία. Με την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη τής ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχό­μενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο τής καρδιάς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρό­νια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματα. Όλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία τού Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας τού ανθρώπου. Η προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμο­νες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.

Τα τελευταία λόγια τού Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα τής θεραπείας τού δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρω­μένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύ­ριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.

«Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται» (Ματθ. ιζ’ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέ­τοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμα­στούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυ­πήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.

Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκει­ται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος νά ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο τού σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασά­νων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάστα­ση.

Όλη τη δόξα τού κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευ­όμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρί­δα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρα­σμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαι­ος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δό­ξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλ­νει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συ­νοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώ­πους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θά ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα τής ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λά­βατε».

Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τι­μές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμα­στούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέ­πει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώ­ρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Μαρκ. 9, 14-29]

«Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: και όταν έφθασαν στο πλήθος του λαού, Τον πλησίασε κάποιος άνθρωπος που γονάτισε μπροστά Του κι έλεγε: ‘’Κύριε, λυπήσου και σπλαχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται και υποφέρει άσχημα, αλλά και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο· διότι πολλές φορές πέφτει στη φωτιά, και πολλές φορές στο νερό, και κινδυνεύει έτσι να καεί ή να πνιγεί. Και τον έφεραν στους μαθητές Σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν)» [Ματθ. 17, 14-16].

Αυτόν τον άνθρωπο η Γραφή μας τον παρουσιάζει πάρα πολύ ασθενή ως προς την πίστη· και τούτο είναι φανερό από πολλά σημεία, και από το ότι είπε ο Χριστός, «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: σε εκείνον που πιστεύει όλα είναι δυνατά)» [Μάρκ. 9, 23], και από το ότι είπε αυτός που Τον πλησίασε «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ (: Πιστεύω, Κύριε, ότι έχεις τη δύναμη να με βοηθήσεις. Βοήθησέ με να απαλλαγώ απ’ την ολιγοπιστία μου και αναπλήρωσε εσύ την έλλειψη της πίστεώς μου)» [Μάρκ. 9, 24] και από το ότι έδωσε ο Χριστός εντολή στον δαίμονα να μην εισέλθει πλέον σε αυτόν, αλλά ακόμη και από το ότι είπε ο άνθρωπος εκείνος στον Χριστό «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς)» [Μάρκ. 9, 22].

Και γιατί κατηγορεί τους μαθητές, εάν η απιστία του πατέρα αυτού υπήρξε η αιτία να μην εξέλθει ο δαίμονας;

Για να δείξει ότι πολλές φορές είναι δυνατόν σε αυτούς που έχουν πίστη, να θεραπεύσουν τους ασθενείς και χωρίς να έχουν πίστη οι ίδιοι ασθενείς αυτοί που προσέρχονται για αποκατάσταση της υγείας τους· διότι όπως ακριβώς πολλές φορές αρκούσε η πίστη εκείνου που προσερχόταν στο να εκπληρωθεί το αίτημά του και από πολύ κατώτερους ως προς το αξίωμα, έτσι πολλές φορές αποδείχτηκε αρκετή η δύναμη και η πίστη εκείνων που ενεργούσαν τις θαυματουργικές ιάσεις να θεραπεύσουν και χωρίς να πιστεύουν αυτοί που προσέρχονταν για να γιατρευτούν.

Και τα δύο αυτά επιβεβαιώνονται από τις θείες Γραφές· διότι και όσοι ζούσαν μαζί με τον Κορνήλιο έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος εξαιτίας της πίστεώς τους [βλ. Πράξ. 10, 1-48], και στην περίπτωση του Ελισσαίου πάλι αναστήθηκε ο νεκρός, μολονότι δεν υπήρξε κάποιος που να δείξει πίστη [Δ΄Βασιλειών 13, 21 «καὶ ἀπέθανεν Ἑλισαιέ, καὶ ἔθαψαν αὐτόν. καὶ μονόζωνοι Μωὰβ ἦλθον ἐν τῇ γῇ ἐλθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ· καὶ ἐγένετο αὐτῶν θαπτόντων τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονόζωνον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ (: και πέθανε ο Ελισαίος και τον έθαψαν. Κατά δε το επόμενο έτος εισέβαλαν στη χώρα των Ισραηλιτών επιδρομείς Μωαβίτες. Και καθώς οι Ισραηλίτες πήγαιναν να θάψουν ένα νεκρό, φάνηκαν από μακριά ερχόμενοι επιδρομείς Μωαβίτες. Κατελήφθησαν από τρόμο οι Ισραηλίτες και έριξαν τον νεκρό άνδρα στον ανοικτό τάφο του προφήτη Ελισαίου και ετράπησαν σε φυγή. Ο νεκρός μόλις άγγιξε τα οστά του Ελισαίου, επανήλθε στη ζωή και ανορθώθηκε στα πόδια του)»]. Διότι και αυτοί που έριξαν το νεκρό σώμα μέσα στο ανοικτό μνήμα, όπου βρισκόταν τα οστά του προφήτη Ελισαίου, το έριξαν εκεί απλώς και ως έτυχε και όχι από πίστη, αλλά από δειλία και επειδή φοβήθηκαν τις δοκιμασίες εάν τους προλάβαιναν και τους αιχμαλώτιζαν οι επιδρομές Μωαβίτες, έφυγαν, και αυτόν που είχε πεθάνει, τον έριξαν εκεί και αναστήθηκε ο νεκρός αυτός από μόνης της δύναμης του αγίου σώματος του προφήτη Ελισαίου. Επομένως είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτή του σεληνιαζόμενου νέου οι μαθητές φάνηκαν ασθενείς ως προς την πίστη, αλλά όχι όλοι· διότι οι στύλοι [: Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης] δεν ήταν παρόντες εκεί τότε [βρίσκονταν στο όρος της Μεταμορφώσεως μαζί με τον Ιησού, όταν ο πατέρας αυτός είχε αρχικά φέρει τον ασθενή υιό του για θεραπεία στους άλλους μαθητές].

Αλλά και από την άλλη πλευρά πρόσεξε την αγνωμοσύνη του ανθρώπου αυτού, πώς πλησιάζει τον Ιησού ενώπιον του λαού και ομιλεί εναντίον των μαθητών λέγοντας ότι «προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: έφερα αυτόν προς τους μαθητές Σου με την παράκληση να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν μπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπεία)» [Μάρκ. 9 ,18]. Ο Χριστός όμως απαλλάσσοντας τους μαθητές Του από τις κατηγορίες αυτές ενώπιον του λαού, επιρρίπτει σε εκείνον τη μεγαλύτερη ευθύνη. Διότι λέγει : «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; (: ω γενεά που τόσα θαύματα είδες και είσαι ακόμη άπιστη, και απ΄ την κακία σου είσαι διεστραμμένη! Έως πότε θα σας ανέχομαι;”)» [Ματθ. 17, 17]· και δεν απευθύνεται μόνο στο πρόσωπο αυτού για να μη φέρει σε δύσκολη θέση και σε αμηχανία τον πατέρα αυτό, αλλά απευθύνεται και προς όλους τους Ιουδαίους· διότι ήταν φυσικό να σκανδαλισθούν πολλοί από τους παρόντες και να σκεφθούν για τους μαθητές ανάρμοστα και ανυπόστατα πράγματα. Αλλά και όταν λέγει «ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; (: Έως πότε θα σας ανέχομαι; Μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας;)», δείχνει πάλι ότι ο θάνατος είναι για Αυτόν κάτι το ευπρόσδεκτο και επιθυμητό και ποθητή η αναχώρηση από αυτήν τη ζωή· και ότι είναι βαρύ πράγμα όχι το να σταυρωθεί, αλλά το να είναι μαζί με τους απίστους και κακοπροαίρετους αυτούς ανθρώπους.

Όμως δεν σταμάτησε στις κατηγορίες, αλλά τι λέγει; «φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε (: Φέρετέ μου αυτόν εδώ)». Και ρωτά τον πατέρα πόσα χρόνια είναι ο γιος του ασθενής, δικαιολογώντας έτσι και τους μαθητές Του και οδηγώντας ταυτόχρονα εκείνο τον πατέρα στην καλή ελπίδα και στο να πιστέψει ότι θα απαλλαγεί από το κακό. Και τον αφήνει να σπαράζει όχι προς επίδειξη (επειδή λοιπόν ο όχλος συγκεντρωνόταν, τον επιτίμησε), αλλά εξαιτίας του πατέρα του, ώστε όταν έβλεπε το δαιμόνιο να καταλαμβάνεται από ανησυχία και να ταράσσεται για το ότι και μόνο οδηγήθηκε μπροστά σ’ Αυτόν, έστω και έτσι να πιστέψει στο θαύμα που επρόκειτο να γίνει.

Επειδή λοιπόν ο πατέρας εκείνος είπε ότι το δαιμόνιο είχε καταλάβει τον γιο του «παιδιόθεν (: από την παιδική του ηλικία)» [Μάρκ. 9, 21-22: «παιδιόθεν. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: Από μικρό παιδί. Πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)»] και ότι «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς να κάνεις κάτι)» [Μάρκ. 9, 22: «ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: αλλά εάν μπορείς να κάνεις κάτι, λυπήσου μας και βοήθησέ μας)»], ο Χριστός λέγει «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)» [Μάρκ. 9, 23: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: Εσύ εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)»], επιρρίπτοντας και πάλι σε αυτόν την κατηγορία.

Και όταν μεν έλεγε ο λεπρός, «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι (: Κύριε, πιστεύω ότι, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις από τη λέπρα)», ομολογώντας με τα λόγια του αυτά τη δύναμή Του, ο Κύριος με σκοπό να τον επαινέσει και να επιβεβαιώσει τα λόγια του, έλεγε: «Θέλω, καθαρίσθητι (: θέλω, καθαρίσου από τη λέπρα)» [Λουκ. 5, 12-13]. Όταν όμως αυτός ο πατέρας δεν είπε τίποτε αντάξιο της δύναμής Του, λέγοντας «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: εάν μπορείς, να κάνεις τίποτε, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας)» [Μάρκ. 9, 22], δες πώς το διορθώνει επειδή δεν ειπώθηκε με τον πρέποντα τρόπο. Τι λέγει λοιπόν; «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις, τότε όλα είναι κατορθωτά σε όποιον έχει πίστη)» [Μάρκ. 9, 22-23]. Τα λόγια Του αυτά έχουν την εξής σημασία: «Τόσο μεγάλη αφθονία δυνάμεως υπάρχει σε Εμένα, ώστε να μπορώ και άλλους να κάνω ικανούς να θαυματουργούν. Άρα λοιπόν εάν πιστεύεις όπως πρέπει», λέγει, «και ο ίδιος μπορείς να θεραπεύσεις και αυτόν και πολλούς άλλους». Και αφού τα είπε αυτά, απάλλαξε τον ασθενή από το δαιμόνιο.

Εσύ όμως μη σκέπτεσαι μόνο από αυτό την πρόνοια και την ευεργεσία Του, αλλά και τον χρόνο εκείνο που επέτρεψε να παραμείνει μέσα στον άνθρωπο το δαιμόνιο· καθόσον εάν και τότε δεν εκδηλωνόταν στον άνθρωπο σε τόσο μεγάλο βαθμό η πρόνοιά Του, ίσως να είχε προ πολλού χαθεί· καθόσον «καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)» [Μάρκ. 9, 22], λέγει. Εκείνον όμως που αποτολμούσε τέτοια πράγματα, να πέφτει, δηλαδή, στη φωτιά και στα νερά, ασφαλώς και το δαιμόνιο θα τον εξολόθρευε, εάν ο Θεός δεν του συγκρατούσε τη μεγάλη μανία με ισχυρό χαλινάρι· όπως ακριβώς συνέβη τούτο και στην περίπτωση εκείνων των δύο γυμνών που έτρεχαν στις ερημιές και κατέσχιζαν τα σώματά τους με πέτρες [Ματθ. 8, 28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης (: και όταν ο Κύριος ήλθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, Τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έβγαιναν από τα μνήματα που υπήρχαν εκεί, στα οποία ευχαριστιούνταν να κατοικούν. Ήταν και οι δύο επιθετικοί και πολύ επικίνδυνοι· τόσο, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει απ’ τον δρόμο εκείνο)»].

Καθόλου επίσης να μην περιεργήσεις επειδή αποκαλεί τον νεαρό αυτό «σεληνιαζόμενο» [ο πατέρας του απέδιδε την αλλόκοτη αυτή συμπεριφορά του στην επενέργεια της σελήνης], διότι η ονομασία αυτή αποδόθηκε από τον πατέρα του δαιμονιζόμενου αυτού νέου. Μα πώς λοιπόν τότε ο ευαγγελιστής λέγει ότι ο Κύριος θεράπευσε πολλούς σεληνιαζόμενους;[Ματθ. 4, 24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς (: διαδόθηκε λοιπόν η φήμη του σε όλη τη Συρία. Κι έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε όλους)»].

Τους ονομάζει έτσι στηριζόμενος στην αντίληψη των πολλών [κατά τη λαϊκή αυτήν αντίληψη στην ασθένεια αυτή ασκούν επίδραση οι φάσεις της σελήνης. Κάποιες μορφές της νόσου κατά την Αγία Γραφή οφείλονται στην επενέργεια των ακαθάρτων πνευμάτων]· διότι ο διάβολος για να συκοφαντήσει το φυσικό στοιχείο, κάνει τους δαιμονιζόμενους να καταλαμβάνονται από κρίσεις και πάλι να χαλαρώνουν ανάλογα με τις περιστροφές και τις διάφορες φάσεις της σελήνης· όχι φυσικά επειδή εκείνη επενεργεί, μη γένοιτο· αλλά ο διάβολος διαπράττει την κακουργία αυτήν προς συκοφάντηση του φυσικού στοιχείου. Γι’ αυτό και επικράτησε μεταξύ των ανοήτων η εσφαλμένη αυτή αντίληψη, και εξαπατώμενοι να αποκαλούν «σεληνιαζομένους» τους δαιμονισμένους ανθρώπους· καθώς πράγματι αυτό δεν είναι αλήθεια, η σελήνη καμία επενέργεια δεν ασκεί στους ανθρώπους.

«Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; (: τότε οι μαθητές πλησίασαν ιδιαιτέρως τον Ιησού και του είπαν: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το δαιμόνιο αυτό;”(Και το είπαν αυτό, διότι σε άλλες περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια)» [Ματθ. 17, 19]. Έχω τη γνώμη πως αγωνιούν οι μαθητές και φοβούνται μήπως τυχόν έχασαν τη χάρη, την οποία τους έκρινε άξιους να τους εμπιστευτεί ο Χριστός· διότι έλαβαν εξουσία εναντίον δαιμόνων ακαθάρτων [Ματθ. 10, 8: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε (: και για να επιβεβαιώνεται το κήρυγμά σας, σας δίνω εξουσία και δύναμη να θεραπεύετε ασθενείς, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Τη χάρη αυτή της θαυματουργίας τη λάβατε δωρεάν, δωρεάν δώστε την κι εσείς, χωρίς να παίρνετε χρήματα)»]. Γι’ αυτό και Τον ρωτούν, αφού Τον πλησίασαν ιδιαιτέρως, χωρίς να ντρέπονται (διότι εφόσον συνέβη ό,τι συνέβη, και ελέγχθηκαν, ήταν περιττό να ντρέπονται στο εξής να ομολογήσουν με τα λόγια την αδυναμία τους), αλλά επειδή επρόκειτο να Τον ρωτήσουν για ένα απόρρητο και μεγάλο πράγμα.

Τι λοιπόν τους λέγει ο Χριστός; «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν (: επειδή σας λείπει η πίστη· διότι, αληθινά σας λέω, εάν έχετε πίστη θερμή και δυνατή σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί, και θα μετακινηθεί. Και τίποτε δεν θα είναι αδύνατο σε σας)» [Ματθ. 17, 20]. Εάν όμως ήθελες να φέρεις την αντίρρησή σου, ρωτώντας σε ποια περίπτωση μετακίνησαν ένα όρος, εκείνο έχω να σας πω, ότι πραγματοποίησαν πολύ μεγαλύτερα θαύματα, εφόσον ανέστησαν μυρίους νεκρούς· διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα, το να μετακινήσεις ένα όρος και να εκδιώξεις τον θάνατο από ένα νεκρό σώμα. Αναφέρονται μάλιστα μαζί με τους αποστόλους και κάποιοι άγιοι που ήταν πολύ κατώτεροι στο αξίωμα από αυτούς και οι οποίοι μετακίνησαν και όρη, όταν παρουσιάστηκε ανάγκη. Επομένως είναι φανερό ότι και οι απόστολοι θα τα μετακινούσαν εάν το απαιτούσε η περίσταση. Εάν όμως τότε δεν προέκυψε ανάγκη για κάτι παρόμοιο, μην κατηγορείς. Εξάλλου και ο Χριστός δεν είπε ότι «οπωσδήποτε θα μετακινήσετε όρη», αλλά ότι «θα μπορέσετε και αυτό να το κάνετε, αν παραστεί ανάγκη». Αν όμως δεν μετακίνησαν, συνέβη αυτό όχι επειδή δεν μπόρεσαν (πώς ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό, τη στιγμή που αυτοί μπόρεσαν να επιτελέσουν και μεγαλύτερα από αυτά;), αλλά επειδή δε θέλησαν, καθώς δεν παρέστη ανάγκη για κάτι τέτοιο. Φυσικό βέβαια και να έχει συμβεί αυτό και να μην έχει γραφεί· καθόσον δεν καταγράφηκαν από τους ευαγγελιστές όλα τα θαύματα που οι απόστολοι επιτέλεσαν.

Τότε βέβαια ήταν ακόμη πολύ ατελείς πνευματικά. Τι λοιπόν; Ούτε αυτήν την πίστη δεν είχαν τότε (σαν τον σπόρο του σιναπιού); Ασφαλώς δεν την είχαν· διότι δεν ήσαν πάντοτε οι ίδιοι· για τον λόγο αυτό και ο Πέτρος, για παράδειγμα, άλλοτε μακαρίζεται από τον Κύριο, και άλλοτε επιτιμάται· όμως και οι υπόλοιποι μαθητές ελέγχονται από τον Χριστό για πνευματική ατέλεια, όταν δεν κατανόησαν τον λόγο Του σχετικά με τη ζύμη [Ματθ. 16, 6-7: «Ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν (: ανοίξτε τα μάτια σας και προσέχετε από την κακή επίδραση της υποκριτικής διδασκαλίας των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που μοιάζει με κακό προζύμι. Αυτοί όμως άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους και να λένε: ‘’Δεν πήραμε άρτους από προζύμι καθαρό, προζύμι που δεν προέρχεται από σπίτι Φαρισαίου ή Σαδδουκαίου’’)» και Ματθ. 16, 11-12: «πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων (:«Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας είπα για τον συνηθισμένο υλικό άρτο, όταν σας σύστησα να προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;’’. Τότε κατάλαβαν ότι δεν τους είπε να φυλάγονται απ’ το προζύμι με το οποίο γίνεται ο άρτος, αλλά απ’ τη διδασκαλία και την υποκρισία των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων)»]. Συνέβη λοιπόν και τότε να φανούν πνευματικά αδύνατοι· διότι πριν από τη Σταύρωσή Του ήσαν πνευματικά πάρα πολύ ατελείς.

Στην περίπτωση επίσης αυτή, «πίστη» εννοεί εκείνη με την οποία μπορούσαν να κάνουν θαύματα και αναφέρει τον κόκκο του σιναπιού, για να φανερώσει την απερίγραπτη δύναμη της πίστεως· διότι μολονότι το σινάπι φαίνεται ως προς το μέγεθος μικρό, όμως έχει την πιο μεγάλη δύναμη από όλα. Για να δείξει λοιπόν ότι και η ελάχιστη ακόμη, αλλά γνήσια πίστη, μπορεί μεγάλα πράγματα να επιτύχει, ανέφερε το σινάπι· και δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά πρόσθεσε και όρη και προχώρησε ακόμη περισσότερο. Διότι, λέγει: «Τίποτα δεν θα σας είναι αδύνατο».

Εσύ όμως θαύμασε από όλα αυτά και τον τρόπο σκέψης τους και τη δύναμη του Πνεύματος. Τον τρόπο σκέψης τους θαύμασέ τον επειδή δεν έκρυψαν το ελάττωμά τους, ενώ τη δύναμη του Πνεύματος, διότι τόσο πολύ ανέβασε, σιγά-σιγά, εκείνους που δεν είχαν πίστη ούτε σαν τον κόκκο του σιναπιού, ώστε να αναβλύσουν από αυτούς ποταμοί και πηγές πίστεως.

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ (: αυτό όμως το είδος των δαιμόνων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή που συνοδεύεται και με νηστεία, ώστε η προσευχή να γίνεται με διάνοια όσο δυνατόν ελαφρότερη και περισσότερο προσηλωμένη στον Θεό)» [Ματθ. 17, 21], πρόσθεσε, εννοώντας όλο το γένος των δαιμόνων, όχι μόνο αυτών που κατέχουν τους σεληνιαζομένους. Βλέπεις πώς τώρα με τα λόγια Του αυτά τους προετοιμάζει για να ακούσουν τα σχετικά με τη νηστεία; Μη μου αναφέρεις βέβαια τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που ορισμένοι εκδίωξαν δαιμόνια και χωρίς νηστεία. Εάν όμως θελήσει κάποιος να το προβάλλει αυτό και για εκείνους που επιτιμούν ένα και ενδεχομένως και δύο δαιμόνια, όμως πάραυτα είναι αδύνατο κάποιος που πάσχει και κάνει τρυφηλή ζωή, να απαλλαγεί κάποτε από αυτή τη μανία· διότι αυτός που υποφέρει από αυτήν την ασθένεια, αυτός κατεξοχήν έχει ανάγκη από αυτό το πράγμα, δηλαδή την προσευχή που συνοδεύεται από νηστεία.

«Αλλά όμως», θα μπορούσε να πει κανείς, «εάν έχουμε πίστη, τι χρειάζεται η νηστεία;» Χρειάζεται επειδή και η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει πολύ μεγάλη δύναμη. Καθόσον προσφέρει πολλή ευσέβεια στον άνθρωπο και τον μεταβάλλει από άνθρωπο σε άγγελο και τον κάνει να αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων δυνάμεων. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει μόνη της, αλλά χρειάζεται και προσευχή και μάλιστα η προσευχή κατέχει την πρώτη θέση.

Πρόσεχε λοιπόν πόσα είναι τα αγαθά που προέρχονται από αυτές τις δύο αρετές· διότι αυτός που προσεύχεται και νηστεύει όπως πρέπει, δεν χρειάζεται πολλά πράγματα· επομένως, αυτός που δεν χρειάζεται πολλά πράγματα, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει ποτέ φιλοχρήματος· και αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος, είναι περισσότερο πρόθυμος για ελεημοσύνη. Επιπρόσθετα, αυτός που νηστεύει είναι απαλλαγμένος από βάρη, έχει φτερά και προσεύχεται με καθαρή καρδιά, σβήνει τις πονηρές επιθυμίες και εξευμενίζει τον Θεό και ταπεινώνει την υπερηφανευόμενη ψυχή του. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν και οι απόστολοι σχεδόν πάντοτε νήστευαν.

Επίσης, αυτός που προσεύχεται και νηστεύει έχει διπλές φτερούγες, πιο ελαφρές και από τους ίδιους τους ανέμους· διότι δεν χασμουριέται κατά την ώρα της προσευχής, ούτε τεντώνεται, ούτε βυθίζεται σε ύπνο, πράγμα που το παθαίνουν οι περισσότεροι, αλλά έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη φωτιά και είναι ανώτερος από τα γήινα πράγματα. Και για τον λόγο αυτόν ο άνθρωπος αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός και πολέμιος των δαιμόνων· καθόσον τίποτε δεν υπάρχει πιο δυνατό από τον άνθρωπο εκείνο που η προσευχή του είναι ειλικρινής· διότι εάν γυναίκα κατόρθωσε να κάμψει κάποιον άρχοντα που δε φοβόταν ούτε τον Θεό ούτε και τον άνθρωπο ντρεπόταν, πολύ πιο εύκολο θα προσελκύσει τον Θεό εκείνος που επιμένει διαρκώς στην προσευχή του προς αυτόν και εξουσιάζει την κοιλία του και αποφεύγει την τρυφηλή ζωή.

Εάν όμως το σώμα σου είναι ασθενές, ώστε να μην μπορείς να νηστεύεις συνεχώς, αλλά όμως δεν είναι ασθενές για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει την κοιλιά· διότι εάν δεν μπορείς να νηστεύεις, μπορείς όμως να μην κάνεις τρυφηλή ζωή. Δεν είναι και αυτό μικρό πράγμα. Ούτε απέχει πολύ από τη νηστεία, αλλά είναι ικανό και αυτό να καταβάλει την μανία του διαβόλου. Καθόσον τίποτε δεν είναι τόσο αγαπητό στον δαίμονα εκείνο, όσο η τρυφηλή ζωή και η μέθη, διότι αυτή η ζωή είναι η πηγή και η μητέρα όλων των κακών. […]

[…] Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτήν την ασθένεια, ώστε και τα αγαθά της παρούσης ζωής να απολαύσουμε και τα μελλοντικά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις μαζί και στον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

ΠΗΓΕΣ:http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΝΖ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 6-28.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 103-109(ή: 48-51 του PDF).
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm


(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)


Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Η ομιλία του Χόντιο (τού μίσους) Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι


Το πιο πολύτιμο αγαθό είναι η ελευθερία. Συγκεκριμένη, καθημερινή, που ασκείται στη σκέψη, στον λόγο, στην ικανότητα έκφρασης, σύγκρισης και διάδοσης ιδεών, συναισθημάτων, συμπαθειών και αντιπαθειών, προτιμήσεων και αποστροφών χωρίς φόβο ή καταστολή. Ήταν η υπερηφάνεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Ήταν, στον παρατατικό χρόνο. Η κοινή υπόθεση υποστήριζε ότι το ηθικό και νομικό όριο της ελευθερίας της έκφρασης ήταν -πέρα από την απαγόρευση της σωματικής βίας- η απόρριψη των χυδαίων προσβολών, της χυδαίας συκοφαντίας, της δυσφήμισης, ακόμη και της περιφρόνησης. Όλες οι συμπεριφορές τιμωρούνταν πάντα από το ποινικό δίκαιο. Έπειτα ήρθε η ιδιοφυΐα της ήπιας ισχύος , της ψευδώς ήπιας ισχύος που κρυβόταν σε ηθικολογικές προθέσεις: εφευρέθηκε ο «λόγος μίσους», στη σφαιρική διάλεκτο των stenterelli.

Ένα ανθρώπινο συναίσθημα -από τα χειρότερα αλλά και από τα πιο διαδεδομένα- έγινε στόχος των Καλών και των Δικαίων. Το μίσος απαγορεύεται στο ροζ σύννεφο των όμορφων ψυχών. Η ηθικολογική διαστρέβλωση είναι το αντίθετο του αρχικού φιλελευθερισμού, ο οποίος υπερηφανευόταν για την ηθική του ουδετερότητα. Έτσι, οι όροι, οι εκφράσεις, οι ιδέες και οι αρχές που δεν αρέσουν στις εξουσίες -που βασίζονται σε μια ανεστραμμένη αλλά άκαμπτη ηθική- επαναπροσδιορίζονται. Αρκετά με τις ελεύθερες, όσο και μερικές φορές δυσάρεστες, εκφράσεις που προστατεύονται από την αρχή της ελευθερίας, που κατοχυρώνεται στο Ιταλικό Σύνταγμα στο Άρθρο 21 (κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του μέσω του λόγου, της γραφής και οποιουδήποτε άλλου μέσου επικοινωνίας), οι οποίες έχουν γίνει απαράδεκτες παραβιάσεις του άγραφου κώδικα πολιτικής ορθότητας και της απαγόρευσης της κρίσης, της αξιολόγησης ή της αποδοχής οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ιδέας ή συμπεριφοράς. Σε γενικές γραμμές, κάθε γνώμη ή λέξη που αντίκειται στην ανεστραμμένη εθιμοτυπία του σύγχρονου, προοδευτικού, στοχαστικού Μονσινιόρ Ντέλα Κάζα, βουτηγμένη σε φιλάγαθη μελάσα καθώς και σε ολοκληρωτική οργή, είναι λόγος μίσους.

Οτιδήποτε δεν ευθυγραμμίζεται με το καθημερινά ενημερωμένο προοδευτικό εγχειρίδιο χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μίσος. Μόνο αυτό: οι διαδηλώσεις όπως αυτές πρόσφατα στην Ιταλία, το κάψιμο εικόνων κυβερνητικών αξιωματούχων, οι ψεύτικες απαγχονίσεις και οι αιματηρές προσβολές, δεν θεωρούνται εκφράσεις μίσους επειδή προέρχονται από το Καλό. Η δική τους είναι απλώς ιερή αγανάκτηση προς τους αντιπάλους τους - συγγνώμη , απόλυτους εχθρούς. Εναντίον των οποίων, όπως δίδαξε ο Καρλ Σμιτ στη Θεωρία του Παρτιζάνου, όλα επιτρέπονται, ακόμη και η εξόντωση. Το απόλυτο μίσος στο όνομα ενός ανώτερου, ηθικά ακαταμάχητου αγαθού, το κάψιμο των αιρετικών καθαρίζει και ανασυνθέτει την κοινωνία, όπως εξήγησε ο Ρενέ Ζιράρ στη θεωρία του αποδιοπομπαίου τράγου (Βία και Ιερό). Ο λόγος μίσους είναι επομένως ένα ανεστραμμένο ομοίωμα του ιερού, το τοτέμ στο οποίο θυσιάζονται τα ιδανικά της ελευθερίας και της ελεύθερης σκέψης.

Η σημερινή ισπανική κυβέρνηση, μια τέλεια έκφραση αυτού του οπισθοδρομικού αισθήματος που αντιτίθεται στην ελευθερία (η οποία είναι η αποδοχή της νομιμότητας κάθε γνώμης που εκφράζεται χωρίς βία), έχει συστήσει μια επιτροπή επιφορτισμένη με την παρακολούθηση, την αναφορά και την τιμωρία της διάδοσης μίσους στον τύπο και στις ψηφιακές πλατφόρμες. Ονομάζεται Hodio, με αρχικό h, αν και στα ισπανικά το odio γράφεται με τον ίδιο τρόπο όπως στα ιταλικά, ίσως για να θυμηθούμε την αγγλική λέξη hate . Είναι ένα ιδεολογικό μεγαθήριο που έχει εμπιστευτεί σε λίγους πιστούς που θα χαρακτηρίζονται ως μονόφθαλμοι και κωφοί. Το «μίσος» που θα καταστείλει θα είναι αποκλειστικά αυτό που αποδίδεται σε πολιτικούς αντιπάλους, αλλά ο πραγματικός στόχος είναι η αποίκιση των συνειδήσεων και η αυτολογοκρισία. Το (μονομερές) μέτρο μίσους παρουσιάζεται ως εργαλείο για την καταπολέμηση της «πόλωσης» (η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ύπαρξη αντίθετων αρχών και αξιών στην κοινωνία) και για να απαιτήσει περαιτέρω λογοκρισία από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, ένα τέρας που έχει σχεδιαστεί για να επιτύχει κοινωνικό έλεγχο σε ψευδο-ηθικολογικούς λόγους. Ο Έντουαρντ Μπάρνεϊς το είχε ήδη επισημάνει αυτό στο έργο του «Προπαγάνδα»: «Καθώς η κοινωνία γίνεται πιο περίπλοκη και η ανάγκη για μια αόρατη κυβέρνηση ( ήπια ισχύς , σημείωση του συντάκτη) γίνεται πιο εμφανής, τα τεχνικά μέσα που είναι απαραίτητα για την πειθαρχία της κοινής γνώμης εφευρίσκονται και αναπτύσσονται».

Μια πειθαρχία που η αμερικανική κοινωνία, βουτηγμένη σε ηθικολογία εμπνευσμένη από τους Πουριτανούς, είχε ήδη επεκτείνει στις συνειδήσεις. Ο Τοκβίλ το κατάλαβε αυτό στο βιβλίο του "Δημοκρατία στην Αμερική": "Οι τύραννοι είχαν υλοποιήσει τη βία. Αλλά οι δημοκρατικές δημοκρατίες την έχουν κάνει τόσο πνευματική όσο και η ανθρώπινη βούληση που επιδιώκουν να περιορίσουν. Ο δεσποτισμός, για να φτάσει στην ψυχή, χτύπησε το σώμα. Οι ισχυρότερες και ευγενέστερες ψυχές ανυψώθηκαν ένδοξα σε σωματική και ηθική αντίσταση. Αλλά στις δημοκρατικές κοινωνίες, η τυραννία εγκαταλείπει το σώμα και πηγαίνει κατευθείαν στην ψυχή. Δεν λέει πλέον: "Σκέψου σαν εμένα ή θα πεθάνεις", αλλά: "Είσαι ελεύθερος να μην σκέφτεσαι σαν εμένα". Τη ζωή σου, τα υπάρχοντά σου, θα τα κρατήσεις όλα, αλλά από εκείνη την ημέρα θα είσαι ξένος ανάμεσά μας. Σου αφήνω τη ζωή μου, αλλά η ζωή που σου αφήνω είναι χειρότερη από τον θάνατο". Σήμερα έχουμε εισέλθει στην ανοιχτά κατασταλτική φάση.

Η έκφραση «ρητορική μίσους», ένα προοίμιο του εγκλήματος της υποκίνησης στο μίσος, είναι γκροτέσκα. Το μίσος είναι, στην πραγματικότητα, η ψυχή των σύγχρονων ιδεολογιών. Μια δύσκολη θέση που πρέπει να εξηγήσουμε. Οι ιδεολογίες είναι χυδαιοποιημένες πολιτικές φιλοσοφίες. Στην τρέχουσα μορφή τους, είναι ρεπερτόρια συνθημάτων για τις κρετινισμένες μάζες, εκφυλιστικά νοητικά προϊόντα που προκαλούν αυτόματες αντιδράσεις στους οπαδούς τους, μια μάζα που έχει υποχωρήσει σε μια ημι-ζωώδη κατάσταση. Οι ιδεολογίες πρέπει να διεγείρουν στο κοπάδι το ένστικτο να εξοντώσει όσους είναι διαφορετικοί, το Κακό, τον Αιρετικό. Κάθε οπαδός μιας ιδεολογίας χρειάζεται κάτι -ή κάποιον, αφού ο εχθρός πρέπει να αποκτήσει ένα πρόσωπο- για να αντιταχθεί, να δυσφημίσει, να δυσφημίσει, να δυσφημίσει και τελικά να καταστρέψει. Οι σύγχρονες ιδεολογίες τροφοδοτούνται από το μίσος. Ας σκεφτούμε το ταξικό μίσος για τον κομμουνισμό, που μετασχηματίστηκε στις μεταμοντέρνες παρωδίες του σε μια αποστροφή προς τις πιο εξωφρενικές μορφές «καταπίεσης» (από την ετεροπατριαρχία έως την «κυσσοκανονικότητα», δηλαδή όλα όσα πηγάζουν από τη σεξουαλική κανονικότητα) που σήμερα κρυσταλλώνεται στην κουλτούρα της ακύρωσης, την αποθέωση ακόμη και του αναδρομικού μίσους.

Αλλά ισχύει και για αντίθετες ιδεολογίες. Μίσος για τους προοδευτικούς, τους « αφυπνισμένους », τους ξένους, τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, ακόμη και τους φτωχούς, τους οποίους ο πιο ειλικρινής φιλελευθερισμός θεωρεί ένοχους αποτυχίας. Οι δημοκρατικές κοινωνίες, θεωρητικά θεμελιωμένες σε ελεύθερη και μη βίαιη συζήτηση, γίνονται ένα άγριο θέατρο Grand Guignol σε συνεχή αναταραχή, του οποίου το φινάλε είναι ο ξυλοδαρμός που επιβάλλεται στον κακό της στιγμής (τον « κακό »), αφού οι ενωτικοί κοινοτικοί δεσμοί παραμένουν. Αυτό που απομένει είναι συμμορίες οπλισμένες η μία εναντίον της άλλης με κοινό μίσος για τα ίδια πράγματα και ανθρώπους, άθλια πρόσωπα του απανθρωποποιημένου απόλυτου εχθρού. Αυτό εξηγεί το βραστό μίσος στα νέα μέσα ενημέρωσης, χώρους με φτύσεις, εξτρεμιστικές έννοιες που ανάγονται στο δυαδικό φίλο/εχθρό, όπου ο πρώην homo sapiens οργίζεται, προσβάλλει, διαδίδει συκοφαντίες, απελευθερώνει τα πιο κατώτερα ένστικτα.

Στην πραγματικότητα, αυτό το μίσος, το αμνιακό υγρό στο οποίο κολυμπούν οι ιδεολογίες, δεν ανησυχεί καθόλου τον δημοκρατικό τύραννο. Οι συνέπειές του είναι ένα τίμημα που πληρώνει πρόθυμα, αφού τα κοινωνικά δίκτυα (στο φρικτό σύγχρονο αντι-ιταλικό πλαίσιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ) είναι το πιο εξελιγμένο όργανο ελέγχου που δημιουργήθηκε ποτέ, το δαχτυλίδι του Sauron (JRR Tolkien) που «σου επιτρέπει να τους κυριαρχείς όλους, να τους βρίσκεις όλους, να τους μαζεύεις όλους και να τους δεσμεύεις στο σκοτάδι». Προσοχή: ο ευγενικός, δημοκρατικός και προοδευτικός τύραννος δεν θέλει να καταπολεμήσει το μίσος, αλλά τον λόγο μίσους. Μια αφηρημένη έκφραση που κρύβει τα ωμά νεύρα της εξουσίας. Ο εμπνευστής της πλατφόρμας Hodio, ο Ισπανός πρόεδρος Sánchez, το ξεκαθάρισε: ο λόγος μίσους περιλαμβάνει, για παράδειγμα, το να αποκαλείς έναν «μετανάστη» εγκληματία ή να χλευάζεις ένα τρανς άτομο.

Η αλήθεια είναι ότι η ρητορική μίσους περιλαμβάνει οποιοδήποτε επιχείρημα που συνδέει την ανεξέλεγκτη μετανάστευση με την αυξημένη εγκληματικότητα, την αντίθεση στη μετανάστευση αυτή καθαυτή ή την απαίτηση να γνωρίζουμε, στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, την εθνικότητα ενός εγκληματία. Τα τρανς άτομα δεν πρέπει να προσβάλλονται, αλλά επιτρέπεται να εκφράζουν απόψεις αντίθετες με την ιδεολογία του φύλου και την queer , την ακλόνητη πεποίθηση, που υποστηρίζεται από την επιστήμη και την κοινή λογική, της βιολογικής πραγματικότητας των δύο φύλων ή ότι ένα άτομο δεν μπορεί να επιλέξει το φύλο του, επειδή η πραγματικότητα δεν εξαρτάται από την αυτοαντίληψη ή την υποκειμενική βούληση. Η ρητορική μίσους - και το φυσικό της απόγονο, η υποκίνηση στο μίσος - δεν είναι φρικτές προσβολές, αλλά η αιτιολογημένη παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν ιδέες που διαφέρουν από τη σκέψη που επιβάλλουν οι τρέχουσες άρχουσες τάξεις. Εάν υπάρχουν τέτοια επιχειρήματα, αυτό σημαίνει ότι αυτές οι ιδέες είναι αμφισβητήσιμες ή λανθασμένες ή απλώς ότι, σε ένα κλίμα ελευθερίας, αντιπαρατίθενται με τη δύναμη των ελεύθερων θέσεων, της πρώην ναυαρχίδας των φιλελεύθερων καθεστώτων.

Για να κάνουμε τον καθένα να σκέφτεται όπως θέλει ο τύραννος, δεν αρκεί να επιβάλλει ή να προκαλεί συμπεριφορά, ούτε να λογοκρίνει τις λέξεις και να διαδίδει ανεστραμμένη Νέα Ομιλία. Πρέπει να διεισδύσουμε στις πιο κρυφές εσοχές της προσωπικής υποκειμενικότητας, έτσι ώστε το δικό μας εσωτερικό φόρουμ να γίνει ο δεσμοφύλακας των σκέψεών μας. Ο Μισέλ Φουκώ το ονόμασε «μικροφυσική της εξουσίας», μια μορφή εκλεπτυσμένης κυριαρχίας, εμπιστευμένης στην τεχνολογία, την ψυχολογία και τον καταναγκασμό για επανάληψη που πειθαρχεί τις ψυχές και ομογενοποιεί τις συνειδήσεις. Η εξουσία υποβιβάζει τους ανθρώπους με αυτοσυνείδηση, προικισμένους με ελεύθερη βούληση και κρίση, σε δεσμοφύλακες ψεμάτων που επαναλαμβάνονται χίλιες φορές, ένα κοπάδι που υπακούει στην κυρίαρχη ιδεολογία και την αναπαράγει. Για να τους μετατρέψουμε σε δεσμοφύλακες των σκέψεών τους, αυτολογοκριτές, ζόμπι που κατευθύνονται εξ αποστάσεως, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το φάσμα του λόγου «hodio», με ή χωρίς το «h».

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 25

Συνέχεια από Τετάρτη 18. Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 25

Του M. Scott Peck

Μέρος ΙI: Beccah

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7


ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

«Υποθέτω πως στο τέλος όλα έχουν να κάνουν με τα χρήματα, έτσι δεν είναι;»

Η κυρία Cowper έφερε τη Beccah στο προγραμματισμένο ραντεβού της την επόμενη μέρα, ακριβώς στην ώρα της, όπως συνήθως. Μπορούσα αμέσως να δω ότι η Beccah είχε χάσει την ηρεμία και τη χαρά της μέσα στη νύχτα. Καθώς τη συνόδευα στο γραφείο μου, δεν ένιωθα ότι ήταν τόσο καταθλιπτική όσο αποκαρδιωμένη.
Κάθισε στη συνηθισμένη της καρέκλα. Σκέφτηκα να την αφήσω να αρχίσει εκείνη. Πέρασε περισσότερο από ένα λεπτό πριν μιλήσει, εκφράζοντας την απογοήτευσή της με σαρκασμό.

«Λοιπόν, φοβάμαι πως πρέπει να σας πω ότι ο όμορφος εξορκισμός σας απέτυχε».
«Πώς έτσι;» τη ρώτησα.
«Οι φωνές άρχισαν πάλι. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είναι όλες ο Εωσφόρος. Δεν έχει επιτευχθεί τίποτα».

Σηκώθηκα από την καρέκλα μου, πήγα κοντά της και, καθίζοντας στα πόδια της, πήρα τα χέρια της στα δικά μου.
«Έπρεπε να σας είχα προειδοποιήσει γι’ αυτό», είπα απολογητικά. «Αφήστε με να σας πω για μια άλλη ασθενή που είχα θεραπεύσει και ήταν δαιμονισμένη. Το πρωί μετά, κι εκείνη νόμιζε ότι ο εξορκισμός είχε αποτύχει, επειδή άκουγε πάλι φωνές. Όμως, καθώς προχωρούσε η μέρα, καταλάβαμε ότι, ενώ οι φωνές της δεν είχαν αλλάξει, είχε αλλάξει εκείνη σε σχέση με αυτές. Τις περιέγραφε ως πιο έξω από τον εαυτό της, περισσότερο υπό τον έλεγχό της. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια μπορούσε πραγματικά να τους διατάξει να σωπάσουν».

Με τη φωνή της να στάζει ακόμη σαρκασμό, η Beccah σχολίασε:
«Και αυτό ήταν δηλαδή καμιά σπουδαία αλλαγή, ε;»

«Μια πολύ μεγάλη αλλαγή», απάντησα. «Όλη η ισορροπία δυνάμεων είχε μετατοπιστεί. Πριν από τον εξορκισμό, ο Σατανάς είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω της. Μετά τον εξορκισμό, εκείνη είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στον Σατανά. Ο Σατανάς ήταν ακόμη εκεί, την ενοχλούσε, αλλά δεν αποτελούσε πια σοβαρή απειλή. Ναι, ήταν μια πολύ μεγάλη αλλαγή».

«Εγώ πάντως δεν νιώθω ότι έχω αλλάξει», επέμεινε, σχεδόν κακομαθημένα.

«Κι όμως έχεις», αντέτεινα. «Απλώς κοίτα πώς είμαστε τώρα μεταξύ μας. Πριν τον εξορκισμό δεν με άφηνες καν να σε πλησιάσω».

«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Beccah.


Πίεσα το πλεονέκτημα που είχα, λέγοντας: «Ναι, νομίζω πως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο εξορκισμός πέτυχε. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί. Βλέπεις, εκείνη τη στιγμή ήμουν ένα πλήρες ράκος και δεν μπορούσα να παρατηρήσω τι συνέβαινε. Γιατί αποφάσισες τελικά να διώξεις τον Σατανά;»

«Για δύο λόγους», απάντησε η Beccah. «Ο ένας ήταν επειδή ήσουν σε τόσο άθλια κατάσταση. Σε άλλη περίπτωση μπορεί να το είχα χαρεί — ότι σε έφερα στα γόνατα. Αλλά την ίδια στιγμή υπήρχε η φωνή του Wayne, τόσο δυνατή και καθαρή, και δεν με άφηνε σε ησυχία. Θυμάμαι να μου λέει χωρίς καμία αμφιβολία ότι εγώ ήμουν η ψεύτρα. Και κατάλαβα ότι είχε δίκιο· κι έτσι, αντί να χαίρομαι που σε είχα γονατίσει, ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου που ήμουν τόσο σκληρή μαζί σου. Που διαστρέβλωνα τα πράγματα τόσο πολύ. Ένιωθα άσχημη και βρώμικη. Ήταν ένα φρικτό συναίσθημα. Ήθελα να κάνω οτιδήποτε για να το ξεφορτωθώ. Και ο Wayne, κατά κάποιον τρόπο, μου έλεγε πώς. Μου φώναζε. Ήταν σαν να είχε δύναμη — μόνο που η δύναμή του ήταν η αλήθεια. Έτσι απλώς υποχώρησα σε αυτήν, και τότε ο Εωσφόρος εξαφανίστηκε».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Beccah είχε ήδη ανακτήσει αρκετά τη διάθεσή της. Μου είπε ότι δεν πίστευε πως χρειαζόταν πια την κυρία Cowper ως προστάτιδα και ότι, στην πραγματικότητα, ανυπομονούσε να επιστρέψει στο μικρό της σπίτι στο δάσος. Συμφώνησα, αλλά πρώτα της έδωσα μερικές οδηγίες.

Της είπα ότι δεν μπορούσα να το εξηγήσω επιστημονικά ή λογικά, αλλά δεν είχα καμία αμφιβολία πως το όνομα του Ιησού ή του Χριστού, αν χρησιμοποιείται σωστά, έχει εξαιρετική δύναμη στο να κρατά τον Σατανά σε απόσταση. Δεν μιλούσα μόνο από προσωπική εμπειρία, αλλά από την εμπειρία εκατοντάδων εξορκιστών μέσα στους αιώνες.


«Δεν εννοώ ότι αυτή η δύναμη είναι μαγική», συνέχισα. «Για παράδειγμα, υπάρχουν ενδείξεις στις Πράξεις των Αποστόλων και αλλού ότι το όνομα του Χριστού ή του Ιησού δεν έχει καμία δύναμη όταν προφέρεται από ανθρώπους που δεν έχουν καμία πίστη σε Αυτόν. Αν βρεθείς σε κίνδυνο, προσπάθησε να θυμάσαι να χρησιμοποιείς το όνομα του Ιησού· αλλά όταν το κάνεις, να το κάνεις με όλη σου τη χριστιανική πίστη».

Το κατάλαβε. Της έδωσα ραντεβού για την αμέσως επόμενη μέρα, καθώς δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να αισθανθώ βέβαιος για τη σταθερότητα του εδάφους κάτω από τα πόδια μας.

Τελικά, αγκαλιαστήκαμε — κάτι που δεν είχαμε ξανακάνει στο τέλος μιας συνεδρίας. Και ευχαρίστησα ξανά την κυρία Cowper, τώρα που το έργο της είχε ολοκληρωθεί. Της είπα ότι ο ρόλος της ήταν καθοριστικός — πραγματικά χριστοειδής — ακριβώς επειδή ήταν πρόθυμη να τον επιτελέσει χωρίς να βρίσκεται στο προσκήνιο.»

Μίλησα για το πώς ο Θεός ίσως χρησιμοποίησε τη δική μου αμαρτία για να οδηγήσει στην έκβαση του εξορκισμού. Τώρα η Beccah μού εξηγούσε τι ήταν αυτό που οδήγησε στον εξορκισμό της, γιατί επέλεξε να εγκαταλείψει την υποταγή της στον Σατανά. Οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε ένα σημείο ταυτόχρονα μυστικό και εξαιρετικά βαθύ.


Πολύ πριν από τον εξορκισμό είχα την αίσθηση ότι ο Σατανάς θα στραφεί ιδιαίτερα εναντίον μου. Αυτή η αίσθηση μπορεί να ήταν προϊόν της φαντασίας μου ή μπορεί να ήταν μια αληθινή προαίσθηση για όσα επρόκειτο να συμβούν. Στο τέλος, ο Σατανάς —ή μήπως ήταν η Beccah;— πράγματι όρμησε εναντίον μου. Εκείνος ή εκείνη πέτυχε να με καταβάλει, χρησιμοποιώντας ίσως μια υπερφυσική διορατικότητα στις αδυναμίες μου. Με είχαν γονατίσει και με είχαν καταστήσει ανίκανο να αντιδράσω.

Είχα περιγράψει την επιτυχία τους να με καταβάλουν, αλλά τώρα η Beccah μου έλεγε ότι, χάρη στον Wayne, αυτή η δαιμονική επιτυχία στράφηκε τελικά εναντίον τους. Όταν ανέλαβα τον ρόλο του εξορκιστή, είχα αλαζονικά πιστέψει ότι θα μπορούσα να αντέξω την επίθεσή τους. Έκανα λάθος. Ήξερα όμως επίσης ότι ίσως να μην τα κατάφερνα και, επομένως, αναλάμβανα έναν μεγάλο κίνδυνο. Σε κάποιο επίπεδο, παρότι δεν ήταν η πρόθεσή μου, ήμουν διατεθειμένος να ηττηθώ αν χρειαζόταν — και ο εξορκισμός πέτυχε ακριβώς μέσω της δικής μου ήττας. Ίσως ο Απόστολος Παύλος θα το θεωρούσε μια επιβεβαίωση του μεγάλου του ρητού: «ἐν ἀσθενείᾳ δύναμις».

Την επόμενη μέρα η Beccah μπήκε σχεδόν χορεύοντας στο γραφείο μου, λέγοντας ότι είχα δίκιο — ότι πράγματι είχε μια δύναμη απέναντι στον Εωσφόρο και τους δαίμονές του που δεν είχε πριν. Μου είπε επίσης ότι είχε ήδη κλείσει ραντεβού με τους δικηγόρους της για να υπογράψει τα έγγραφα που θα επιδίδονταν στον Jack από τον σερίφη.

Ύστερα όμως, κάπως ταραγμένη, μου αφηγήθηκε ότι ο Jack την είχε πάρει τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ, απαιτώντας να μάθει πού στο καλό βρισκόταν όλη την περασμένη εβδομάδα και ζητώντας επίμονα να του επιτραπεί να πάει εκείνο το ίδιο βράδυ στο μικρό της σπίτι στο δάσος για να της μιλήσει. Δικαιολογημένα ένιωθε άβολα — όχι, στην πραγματικότητα φοβισμένη — μπροστά σε αυτή την προοπτική. Αυτό που ενίσχυε τον φόβο της ήταν και η αίσθηση ότι είχε ηθική υποχρέωση να του πει κατά πρόσωπο ότι ζητούσε διαζύγιο. Πράγματι, μέχρι τότε μπορεί να του είχαν ήδη επιδοθεί τα χαρτιά. Θα ήταν έξαλλος από οργή.

Αυτό δημιουργούσε και για μένα ένα πρόβλημα, το οποίο είχα αρχίσει να συζητώ όλο και περισσότερο με τη Beccah. Ταξίδευα ολοένα και περισσότερο για διαλέξεις και δεν θα ήμουν τόσο διαθέσιμος για εκείνη όσο άξιζε. Μάλιστα, έφευγα εκείνο το απόγευμα για να πάρω αεροπλάνο για μια υποχρέωση την επόμενη μέρα στο Σικάγο.
Για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, είχαμε αποφασίσει ότι η Beccah θα χρησιμοποιούσε τον Rodger ως εναλλακτικό θεραπευτή όταν θα έλειπα. Τηλεφωνήσαμε λοιπόν στον Rodger, μόνο για να μάθουμε ότι είχε και εκείνος μια δεσμευτική υποχρέωση εκείνο το βράδυ.
Τότε τηλεφώνησα στον Wayne, μήπως και τύχαινε να είναι διαθέσιμος να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη της Beccah. Ευτυχώς ήταν, και έδωσα το τηλέφωνο στη Beccah για να κανονίσει να βρίσκονται εκείνος και η σύζυγός του στο σπίτι της τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την προγραμματισμένη άφιξη του Jack.
Όταν επέστρεψα από το Σικάγο λίγες μέρες αργότερα, τηλεφώνησα ανυπόμονα στον Wayne για να μάθω πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Μου είπε ότι η συνάντηση ήταν θυελλώδης, αλλά ότι η Beccah στάθηκε αξιοθαύμαστα. Μου είπε επίσης ότι ο Jack εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο όταν είδε ότι η Beccah δεν ήταν μόνη αλλά με φίλους που τη στήριζαν.

Τότε ρώτησα τον Wayne:
«Τι γνώμη σχημάτισες για τον Jack ως άνθρωπο, ξέρεις, ενστικτωδώς;» Ο Wayne μού απάντησε με όλη την αυθεντία της μακρόχρονης διακονίας του:
«Ο Jack Armitage», είπε, «είναι ο πιο βλάσφημος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ».

Ο Wayne χρησιμοποιούσε τη λέξη «βλάσφημος» με την κανονική της σημασία — μια σημασία που δεν ακούμε συχνά. Στα δεκαπέντε χρόνια που ταξίδευα σε όλη τη χώρα δίνοντας διαλέξεις, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών δεν κατανοούσε τι σημαίνει βλασφημία — δηλαδή η παραβίαση της τρίτης εντολής.
Η πιο συνηθισμένη απόδοση αυτής της εντολής είναι: «Δεν θα πάρεις το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω». Υπάρχουν πολλές άλλες μεταφράσεις. Κάποιες ερμηνεύουν το «επί ματαίω» ως «χωρίς σεβασμό», άλλες ως βωμολοχία, και ιδιαίτερα ως ψευδορκία. Αυτό όμως που έχει καταλήξει να σημαίνει για τους περισσότερους Αμερικανούς είναι ότι δεν πρέπει να βωμολοχείς ή να χρησιμοποιείς άσεμνη γλώσσα.
Αυτό δεν είναι το νόημα της τρίτης εντολής.
Δεν σημαίνει ότι βλασφημείς αν χτυπήσεις το δάχτυλό σου με ένα σφυρί και φωνάξεις «ανάθεμα». Ο Θεός, όπως κάθε καλός γονιός, είναι απολύτως ικανός να απορροφήσει τέτοιου είδους θυμό και θα προτιμούσε να έχεις μια θυμωμένη σχέση μαζί Του παρά καμία σχέση.

Επομένως, η τρίτη εντολή δεν αφορά την κακή γλώσσα. Αντιθέτως, αφορά τη γλυκιά, θρησκευτική γλώσσα για τον Θεό, η οποία χρησιμοποιείται για να κρύψει ή να συγκαλύψει την αθεΐα ή την κακή συμπεριφορά κάποιου.

Μερικοί από τους χειρότερους απατεώνες που γνώρισα ήταν οι πιο ευσεβείς άνθρωποι, που εμφανίζονταν τακτικά στην εκκλησία μόνο και μόνο επειδή ήλπιζαν ότι η εκκλησιαστική τους παρουσία θα έκρυβε την εγκληματικότητά τους. Το να παίρνεις το όνομα του Κυρίου επί ματαίω σημαίνει να διακηρύσσεις φωναχτά την πίστη σου για να κρύψεις την απιστία σου.

Δεν πιστεύω ότι η σειρά των Δέκα Εντολών είναι τυχαία. Η τρίτη εντολή ακολουθεί τη δεύτερη, που απαγορεύει τη λατρεία ψεύτικων ειδώλων — παράβαση που ονομάζεται ειδωλολατρία. Η ειδωλολατρία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αποτελεί τη βάση κάθε αμαρτίας.
Η βλασφημία, που έρχεται αμέσως μετά, είναι η αμαρτία των αμαρτιών. Είναι το ψέμα των ψεμάτων: η χρήση του Θεού για να κρύψεις τις αμαρτίες σου αντί να τις διορθώσεις.


Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αν ανακαλυπτόταν πετρέλαιο κάτω από την εκκλησία του Jack Armitage, θα είχε φροντίσει να κατεδαφιστεί μέσα σε μία μόνο ημέρα.»

Η Beccah φαινόταν να δυναμώνει κάθε μέρα. Φροντίζοντας να μην υπάρχει τίποτε το σεξουαλικό, συνήθως καθόμουν τώρα στα πόδια της και συχνά κρατούσα το χέρι της. Με έναν παιδικό τρόπο —όχι σεξουαλικό— έδειχνε να ανθίζει μέσα από αυτή τη νέα μας εγγύτητα και την ευχαρίστηση της επαφής.
Περίπου δέκα ημέρες μετά τον εξορκισμό, έκανε κάτι που αμφιβάλλω αν θα είχε κάνει ποτέ πριν. Ξεκίνησε αδιάφορα, σαν να ήταν κάτι ασήμαντο.
«Θυμάσαι πώς, λίγο αφού άρχισα να σε βλέπω, πήγα διακοπές με τον Jack στην Καραϊβική και γύρισα τόσο μαυρισμένη που το σχολίασες;»
Της είπα πως το θυμόμουν.
Συνέχισε:
«Είμαι μανιακή με τον ήλιο. Δεν θέλω να είμαι με κανέναν εκείνες τις φορές, ιδιαίτερα όχι με τον Jack. Το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώνω στον ήλιο, και θα το έκανα για πάντα αν μπορούσα. Χρειάζομαι τον ήλιο».
Το είπε με τέτοια ένταση που τη ρώτησα:
«Υπάρχει κάποιος λόγος που θα ήθελες να λιάζεσαι για πάντα;»
«Ναι, είναι το κρύο».
«Το κρύο;» επανέλαβα.


«Ναι, για κάποιο λόγο, όποια κι αν είναι η θερμοκρασία, νιώθω πάντα κρύο. Δεν εννοώ ότι τρέμω ή κάτι τέτοιο. Αυτό το κρύο είναι πολύ βαθιά μέσα μου, σαν να βρίσκεται στην ψυχή μου. Αν και ποτέ δεν λειτουργεί, έχω πάντα την αίσθηση ότι αν μπορούσα να αφήσω τον ήλιο να με κάψει όσο γίνεται περισσότερο, ίσως να μπορούσε κάπως να “ψήσει” αυτό το κρύο έξω από την ψυχή μου».

«Γιατί μου το λες αυτό τώρα;» τη ρώτησα.

«Επειδή σε εμπιστεύομαι αρκετά ώστε να σου δείξω κάτι που δεν έχω δείξει ποτέ σε κανέναν. Νομίζω ότι ο ήλιος μου έχει προκαλέσει βλάβη. Στην περιοχή των ώμων μου. Δεν ήθελα ποτέ να το δείξω σε κανέναν πριν. Ανησυχώ γι’ αυτό. Θα ήθελα να ρίξεις μια ματιά στους ώμους μου, παρόλο που θα πρέπει να κατεβάσω τη μπλούζα μου. Θα το κάνεις;»

«Φυσικά. Είμαι γιατρός, άλλωστε».

Έτσι, διστακτικά, ντροπαλά, η Beccah ξεκούμπωσε τα δύο επάνω κουμπιά της μπλούζας της και την κατέβασε στους ώμους της όσο πιο διακριτικά μπορούσε.

Είχε δίκιο για τη βλάβη.

Είχε τρεις αλλοιώσεις: μία στην άκρη του αριστερού ώμου, εκεί που αρχίζει το μπράτσο· μια δεύτερη στη βάση του λαιμού, πάνω από τη σπονδυλική της στήλη· και μια τρίτη, μεγαλύτερη, στο πάνω μέρος της δεξιάς ωμοπλάτης.
Και οι τρεις είχαν παρόμοια μορφή. Η καθεμία είχε στο κέντρο μια σχετικά μικρή κοιλότητα με γκριζωπό υλικό, που περιβαλλόταν από έναν σαφώς υπερυψωμένο και πολύ σκληρό κυκλικό δακτύλιο.
Έχοντας περάσει δύο μήνες κατά τη διάρκεια της πρακτικής μου σε δερματολογική κλινική, κατάλαβα αμέσως τι ήταν και οι τρεις αλλοιώσεις.

Ήταν βασικοκυτταρικά καρκινώματα.»


Τα βασικοκυτταρικά καρκινώματα είναι ο συχνότερος και ο λιγότερο κακοήθης από τους τρεις διαφορετικούς τύπους καρκίνου του δέρματος. Όπως γνωρίζω πλέον, αν και μπορούν να εμφανιστούν σε περιοχές με ελάχιστη ή καθόλου έκθεση στον ήλιο, κατά κανόνα εμφανίζονται σε μέρη του σώματος που έχουν υποστεί ηλιακό έγκαυμα, και η συχνότητά τους σχετίζεται άμεσα με την ποσότητα της ηλιακής έκθεσης. Η Beccah είχε προκαλέσει σοβαρή βλάβη στον εαυτό της μέσω της υπερβολικής ηλιοθεραπείας.
Το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα είναι ένας ασυνήθιστος τύπος καρκίνου, επειδή δεν δίνει μεταστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, είναι πράγματι καρκίνος, διότι, σε αντίθεση με τους καλοήθεις όγκους, είναι διηθητικός. Δεν διαθέτει κάψα που να τον περιορίζει. Αντιθέτως, τα καρκινικά κύτταρα επεκτείνονται ελεύθερα, σαν πλοκάμια, και έτσι καταστρέφουν κάθε φυσιολογικό ιστό που συναντούν στον δρόμο τους.
Ψηλάφησα καθένα από τους τρεις όγκους με τα δάχτυλά μου, σαν να ψηλαφούσα ένα μικρό ηφαίστειο. Όπως αναμενόταν, τα χείλη αυτών των όγκων δεν ήταν μόνο σκληρά και υπερυψωμένα αλλά και αξιοσημείωτα σκληρά στην αφή. Μπορούσα να μετακινήσω τους δύο μικρότερους όγκους με τρόπο που υποδήλωνε ότι δεν είχαν διεισδύσει σε βαθύτερες δομές πέρα από το ίδιο το δέρμα. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις καρκίνους, εκείνος στο πάνω μέρος της δεξιάς ωμοπλάτης της, δεν ήταν κινητός, γεγονός που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη διεισδύσει στο οστό.

Είπα στη Beccah ότι δεν είμαι δερματολόγος, αλλά αναγνώριζα πως είχε ένα σοβαρό πρόβλημα. Την ενθάρρυνα εξηγώντας ότι επρόκειτο για τον λιγότερο κακοήθη τύπο καρκίνου του δέρματος. Ωστόσο, την έφερα αντιμέτωπη με την πραγματικότητα ότι χρειαζόταν άμεσα τη φροντίδα δερματολόγου, ο οποίος ήμουν βέβαιος ότι θα την παρέπεμπε γρήγορα σε χειρουργό για αφαίρεση. Προσπάθησα να την προετοιμάσω για το γεγονός ότι οι εκτομές αυτές πιθανότατα θα ήταν ασυνήθιστα εκτεταμένες και εξέφρασα την πεποίθησή μου ότι ο μεγαλύτερος όγκος είχε ήδη προσβάλει την ωμοπλάτη της. Υποψιαζόμουν ότι θα απαιτούνταν ιδιαίτερα εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση.
Η Beccah έκλαψε ήσυχα και περίμενα μέχρι να στεγνώσουν τα δάκρυά της. Ένιωσα περήφανος για το θάρρος της που μου έδειξε τους όγκους και της το είπα. Συνέχισα λέγοντας ότι φανταζόμουν πως η ίδια γνώριζε ήδη εδώ και καιρό ότι ήταν καρκινικοί. Έγνεψε καταφατικά.
«Άρα, το ότι μου τους δείχνεις τώρα», είπα, «είναι μια ακόμη ένδειξη της αλλαγής σου. Δεν είναι απλώς ότι είσαι λίγο λιγότερο σεμνή· είναι ότι τώρα θέλεις πραγματικά να ζήσεις». Η Beccah συμφώνησε.
Τηλεφώνησα στον καλύτερο δερματολόγο της περιοχής και κανονίσαμε ένα ραντεβού για τη Beccah. Έφευγε σχεδόν χαμογελώντας από το γραφείο, αν και αμφιβάλλω ότι θα χαμογελούσε αν γνώριζε όσα εγώ ήξερα για τον πόνο που την περίμενε.

Δεν είχα όμως καμία ιδέα ότι το μέλλον της Beccah θα περιείχε πολύ περισσότερη οδύνη απ’ όση μπορούσα τότε να φανταστώ.»


Συνεχίζεται