Συνέχεια από Τετάρτη 1η. Απριλίου 2026
Η Ζωή του Πνεύματος-Η Κρίση 5Hannah Arendt
Το Judging («Το Κρίνειν-Η Κρίση») είναι το ανολοκλήρωτο τρίτο μέρος του έργου της The Life of the Mind της Hannah Arendt. Προοριζόταν να ολοκληρώσει την τριλογία που περιλαμβάνει τα:
Thinking (Το Σκέπτεσθαι)
Willing (Το Θέλειν)
Judging (Το Κρίνειν, ανολοκλήρωτο)
Πέμπτη ώρα
Είπα ότι θα επισημάνω τις ομοιότητες και τις διαφορές στη στάση που υιοθετεί ο Ιμμάνουελ Καντ ως φιλόσοφος απέναντι στον χώρο των ανθρώπινων υποθέσεων και στη στάση άλλων φιλοσόφων, κυρίως του Πλάτων. Προς το παρόν, ας περιοριστούμε στο εξής βασικό σημείο: στη στάση των φιλοσόφων απέναντι στη ζωή, όπως αυτή δίνεται στους ανθρώπους επάνω στη γη.
Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.
Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.
Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.
Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.
«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]
Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:
«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]
Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]
Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)
Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].
Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].
Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.
Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.
Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).
Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:
«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]
Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι ο Ιμμάνουελ Καντ είχε γράψει μια Θεοδικία, δηλαδή μια δικαίωση του Δημιουργού ενώπιον του δικαστηρίου της λογικής. Γνωρίζουμε ότι δεν το έκανε· αντίθετα, έγραψε μια πραγματεία «Περί της αποτυχίας όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη Θεοδικία» και απέδειξε στην Κριτική του Καθαρού Λόγου την αδυναμία κάθε απόδειξης για την ύπαρξη του Θεού (υιοθέτησε τη θέση του Ιώβ: οι δρόμοι του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι).
Αν, λοιπόν, είχε γράψει μια Θεοδικία, τότε σε αυτήν το γεγονός της ομορφιάς των πραγμάτων στον κόσμο θα έπαιζε σημαντικό ρόλο — τόσο σημαντικό όσο και ο περίφημος «ηθικός νόμος μέσα μου», δηλαδή το γεγονός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
(Οι Θεοδικίες στηρίζονται στο επιχείρημα ότι, αν δει κανείς το όλον, θα κατανοήσει ότι το επιμέρους, για το οποίο διαμαρτύρεται, αποτελεί μέρος αυτού του όλου και, ως τέτοιο, δικαιολογείται στην ύπαρξή του. Σε ένα παλαιότερο έργο του (1759) για την αισιοδοξία, ο Καντ είχε εκφράσει μια παρόμοια άποψη, δηλαδή ότι «το όλον είναι το καλύτερο και ότι όλα είναι καλά χάριν του όλου» [61]. Αμφιβάλλω αν αργότερα θα μπορούσε να γράψει όπως εδώ: «Καλώ κάθε δημιούργημα να πει… ευτυχείς εμείς, υπάρχουμε!»· όμως αυτή η δοξολογία είναι δοξολογία του «όλου», δηλαδή του κόσμου· στα νιάτα του ο Καντ ήταν ακόμη πρόθυμος να αποδεχθεί τη ζωή χάριν του ότι υπάρχει στον κόσμο.)
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιτίθεται με τόσο ασυνήθιστη οξύτητα στους «αλαζόνες σοφούς», οι οποίοι έχουν εξαντληθεί σε δυσάρεστες, ενίοτε αποκρουστικές παρομοιώσεις για να παρουσιάσουν τον επίγειο κόσμο μας, τον τόπο διαμονής των ανθρώπων, ως κάτι αξιοκαταφρόνητο, δηλαδή:
«Ως ένα πανδοχείο…, όπου κάθε ταξιδιώτης της ζωής πρέπει να είναι έτοιμος να εκτοπιστεί σύντομα από τον επόμενο…
Ως ένα σωφρονιστήριο…, έναν τόπο τιμωρίας και κάθαρσης πεσμένων πνευμάτων, εκδιωγμένων από τον ουρανό…
Ως ένα φρενοκομείο…
Ως έναν υπόνομο, όπου έχει εξοριστεί κάθε ακαθαρσία από άλλους κόσμους…
[ως ένα είδος] αποχωρητηρίου για ολόκληρο το σύμπαν.» [62]
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τις εξής ιδέες: Ο κόσμος είναι όμορφος και, επομένως, κατάλληλος τόπος για να ζουν οι άνθρωποι· αλλά ο επιμέρους άνθρωπος δεν θα ήθελε ποτέ να ξαναζήσει. Ο άνθρωπος, ως ηθικό ον, είναι σκοπός καθεαυτός· όμως το ανθρώπινο γένος υπόκειται σε πρόοδο, κάτι που προφανώς βρίσκεται σε κάποια ένταση με την ιδέα του ανθρώπου ως ηθικού και λογικού όντος και ως σκοπού καθεαυτό.
Αν έχω δίκιο ότι υπάρχει στον Καντ μια πολιτική φιλοσοφία, την οποία όμως —σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους— δεν έγραψε ποτέ, τότε φαίνεται εύλογο ότι θα πρέπει να μπορούμε να τη βρούμε, αν είναι δυνατόν, στο σύνολο του έργου του και όχι μόνο στα λίγα δοκίμια που συνήθως συγκεντρώνονται υπό αυτόν τον τίτλο.
Διότι, αν από τη μία τα κύρια έργα του δεν είχαν καμία πολιτική σημασία και αν από την άλλη τα περιφερειακά του κείμενα, που ασχολούνται με πολιτικά ζητήματα, περιείχαν μόνο δευτερεύουσες σκέψεις χωρίς σύνδεση με το κύριο φιλοσοφικό του έργο, τότε το ερώτημά μας δεν θα είχε σημασία· στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελούσε έκφραση ενός αρχειακού ενδιαφέροντος.
Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο ίδιο το πνεύμα του Καντ· διότι η φιλομάθεια ως απλή συσσώρευση γνώσεων δεν ήταν δικό του γνώρισμα. Έτσι σημειώνει στις Σημειώσεις του:
«Δεν θα κάνω το κεφάλι μου περγαμηνή για να αντιγράφω πάνω του παλιές, μισοσβησμένες πληροφορίες από αρχεία.» [63]
Συνεχίζεται
Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.
Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.
Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.
Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.
Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.
«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]
Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:
«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]
Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]
Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)
Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].
Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].
Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.
Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.
Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).
Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:
«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]
Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι ο Ιμμάνουελ Καντ είχε γράψει μια Θεοδικία, δηλαδή μια δικαίωση του Δημιουργού ενώπιον του δικαστηρίου της λογικής. Γνωρίζουμε ότι δεν το έκανε· αντίθετα, έγραψε μια πραγματεία «Περί της αποτυχίας όλων των φιλοσοφικών προσπαθειών στη Θεοδικία» και απέδειξε στην Κριτική του Καθαρού Λόγου την αδυναμία κάθε απόδειξης για την ύπαρξη του Θεού (υιοθέτησε τη θέση του Ιώβ: οι δρόμοι του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι).
Αν, λοιπόν, είχε γράψει μια Θεοδικία, τότε σε αυτήν το γεγονός της ομορφιάς των πραγμάτων στον κόσμο θα έπαιζε σημαντικό ρόλο — τόσο σημαντικό όσο και ο περίφημος «ηθικός νόμος μέσα μου», δηλαδή το γεγονός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
(Οι Θεοδικίες στηρίζονται στο επιχείρημα ότι, αν δει κανείς το όλον, θα κατανοήσει ότι το επιμέρους, για το οποίο διαμαρτύρεται, αποτελεί μέρος αυτού του όλου και, ως τέτοιο, δικαιολογείται στην ύπαρξή του. Σε ένα παλαιότερο έργο του (1759) για την αισιοδοξία, ο Καντ είχε εκφράσει μια παρόμοια άποψη, δηλαδή ότι «το όλον είναι το καλύτερο και ότι όλα είναι καλά χάριν του όλου» [61]. Αμφιβάλλω αν αργότερα θα μπορούσε να γράψει όπως εδώ: «Καλώ κάθε δημιούργημα να πει… ευτυχείς εμείς, υπάρχουμε!»· όμως αυτή η δοξολογία είναι δοξολογία του «όλου», δηλαδή του κόσμου· στα νιάτα του ο Καντ ήταν ακόμη πρόθυμος να αποδεχθεί τη ζωή χάριν του ότι υπάρχει στον κόσμο.)
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επιτίθεται με τόσο ασυνήθιστη οξύτητα στους «αλαζόνες σοφούς», οι οποίοι έχουν εξαντληθεί σε δυσάρεστες, ενίοτε αποκρουστικές παρομοιώσεις για να παρουσιάσουν τον επίγειο κόσμο μας, τον τόπο διαμονής των ανθρώπων, ως κάτι αξιοκαταφρόνητο, δηλαδή:
«Ως ένα πανδοχείο…, όπου κάθε ταξιδιώτης της ζωής πρέπει να είναι έτοιμος να εκτοπιστεί σύντομα από τον επόμενο…
Ως ένα σωφρονιστήριο…, έναν τόπο τιμωρίας και κάθαρσης πεσμένων πνευμάτων, εκδιωγμένων από τον ουρανό…
Ως ένα φρενοκομείο…
Ως έναν υπόνομο, όπου έχει εξοριστεί κάθε ακαθαρσία από άλλους κόσμους…
[ως ένα είδος] αποχωρητηρίου για ολόκληρο το σύμπαν.» [62]
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τις εξής ιδέες: Ο κόσμος είναι όμορφος και, επομένως, κατάλληλος τόπος για να ζουν οι άνθρωποι· αλλά ο επιμέρους άνθρωπος δεν θα ήθελε ποτέ να ξαναζήσει. Ο άνθρωπος, ως ηθικό ον, είναι σκοπός καθεαυτός· όμως το ανθρώπινο γένος υπόκειται σε πρόοδο, κάτι που προφανώς βρίσκεται σε κάποια ένταση με την ιδέα του ανθρώπου ως ηθικού και λογικού όντος και ως σκοπού καθεαυτό.
Αν έχω δίκιο ότι υπάρχει στον Καντ μια πολιτική φιλοσοφία, την οποία όμως —σε αντίθεση με άλλους φιλοσόφους— δεν έγραψε ποτέ, τότε φαίνεται εύλογο ότι θα πρέπει να μπορούμε να τη βρούμε, αν είναι δυνατόν, στο σύνολο του έργου του και όχι μόνο στα λίγα δοκίμια που συνήθως συγκεντρώνονται υπό αυτόν τον τίτλο.
Διότι, αν από τη μία τα κύρια έργα του δεν είχαν καμία πολιτική σημασία και αν από την άλλη τα περιφερειακά του κείμενα, που ασχολούνται με πολιτικά ζητήματα, περιείχαν μόνο δευτερεύουσες σκέψεις χωρίς σύνδεση με το κύριο φιλοσοφικό του έργο, τότε το ερώτημά μας δεν θα είχε σημασία· στην καλύτερη περίπτωση θα αποτελούσε έκφραση ενός αρχειακού ενδιαφέροντος.
Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο ίδιο το πνεύμα του Καντ· διότι η φιλομάθεια ως απλή συσσώρευση γνώσεων δεν ήταν δικό του γνώρισμα. Έτσι σημειώνει στις Σημειώσεις του:
«Δεν θα κάνω το κεφάλι μου περγαμηνή για να αντιγράφω πάνω του παλιές, μισοσβησμένες πληροφορίες από αρχεία.» [63]
Συνεχίζεται

