ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
(Ἡ παραβολὴ τῶν γάμων)
Ομιλίες Ε, Κυριακοδρόμιο Β
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον κβ΄ 2 - 14
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. Απάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. 11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί. 13
Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐλπίζει σ' Ἐκεῖνον, περισσότερο ἀπ' όποιονδήποτε ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο στὸν κόσμο.
Ὁ Θεὸς ζητάει ὅμως καὶ κάτι παραπάνω: θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ προσκολληθεῖ μὲ ἀγάπη μόνο σ' Ἐκεῖνον. Καὶ τότε, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ θ' ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ μέσα του, θὰ γίνει ἕνα καὶ μὲ τὴν κτίση τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ το Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ μνηστεία τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό. Κάθε ἄλλη ἕνωση εἶναι μοιχεία καὶ πορνεία. Μόνο τέτοια στενή ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸ Χριστό, ποῦ σ' ἐμᾶς ἀπεικονίζεται πιο καθαρὰ μὲ τὸν ἐπίγειο γάμο, μπορεῖ νὰ κάνει τὴν ψυχή πλούσια καὶ καρποφόρα. Ὅλες οἱ ἄλλες σχέσεις ποὺ μπορεῖ νὰ συνάψει ἡ ψυχὴ εἶναι ἀγκάθια καὶ ζιζάνια, ποὺ εἶναι γυμνὰ καὶ ἄγονα ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἂν αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, οἱ χριστιανοὶ ὅμως πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν, ἰδιαίτερα οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Εἶναι στὸ πνεῦμα καὶ τὴν παράδοσή μας νὰ κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Νὰ κατανοήσουμε τὴν αἰωνιότητα πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, νὰ κατανοήσουμε το χρόνο πιὸ σωστὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Δύσης.
Μὲ ὅ,τι εἶναι πιὸ στενά δεμένη ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, μ' αὐτὸ κι ἔχει δεσμευτεῖ, εἴτε αὐτὸ εἶναι ζωντανό εἴτε νεκρὸ πρᾶγμα, εἴτε πρόκειται γιὰ σῶμα εἴτε γιὰ κάποιο ροῦχο, γιὰ χρυσό ἢ ἄργυρο ἢ γιὰ ὁποιοδήποτε ἐπίγειο ἀγαθό, ἐγκόσμια δόξα ἢ τιμή, πάθος ἢ ὅ,τι ἄλλο στὴν κτίση, ὅπως γιὰ παράδειγμα κόσμημα, τρόφιμο, ποτό, χορό, φύση ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Κάθε τέτοια δέσμευση τῆς ψυχῆς εἶναι ἄνομη κι ἐπισύρει ἀτέλειωτη δυστυχία γιὰ τὴν ψυχή, τόσο σ' αὐτὸν τὸν κόσμο ὅσο καὶ στὸν ἄλλον. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν ἄνομη σχέση ἀνάμεσα στὸν ἄντρα καί τη γυναῖκα, ποὺ ἐπιφέρει στενοχώριες ὄχι μόνο σ' αὐτοὺς τοὺς δύο, ἀλλὰ καὶ στὰ τυχὸν παιδιὰ ποὺ θ' ἀποκτήσουν. Δὲν πρέπει νὰ κρύβουμε ἐκεῖνο ποῦ ἡ Ἁγία Γραφή λέει πεντακάθαρα: πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ζηλωτής (Ἔξ. κ' 5, Δευτ. δ' 24). Ὁ ζῆλος τοῦ Θεοῦ δὲ στρέφεται ἐναντίον ἄλλου στὴ γῆ, παρὰ μόνον στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς θέλει ἀποκλειστικότητα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν θέλει πιστὴ μὲ καθαρότητα καὶ εἰλικρίνεια. Κι αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ θέλει γιὰ τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει - ὅπως πρέπει καὶ μεῖς νὰ γνωρίζουμε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ - πῶς ἂν ἡ πίστη τῆς ψυχῆς στὸ Θεό, το Δημιουργό, εἶναι ἐλλιπής, πῶς ἂν ἑνωθεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη μὲ κάποιον ἄλλον ἢ κάτι ἄλλο στὸν κόσμο, τότε σιγά σιγὰ θὰ ὑποδουλωθεῖ, θὰ γίνει σκλάβα, θὰ εἶναι σὰν μιὰ σκοτεινή κι ἀπελπισμένη σκιὰ καὶ τελικά θὰ καταλήξει σὲ μιὰ ἐλεεινὴ εἰκόνα ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὁ τρυγμός κι ὁ βρυγμός των ὀδόντων.
Ἡ θερμὴ ἀγάπη τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι ὁ μόνος νόμιμος δεσμός. Κάθε ἄλλη ἀγάπη, ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπό το Θεὸ ἢ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, εἶναι εἰδωλολατρεία. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος μετατρέπει τὸ σῶμα σ' ἕναν ψεύτικο θεό, ἕνα εἴδωλο. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ κάθε ἐπίγειο ἀγαθὸ ἢ κόσμημα, ὁ ἄνθρωπος εἰδωλοποιεί τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ ὁποιονδήποτε ἢ γιὰ ὁτιδήποτε, ὁ ἄνθρωπος είδωλοποιεί τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸ σημαίνει πῶς ὁ ἄνθρωπος καθοδηγεῖ τὴν ἀγάπη, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικά στο Θεό, σὲ κάτι μικρότερο καὶ ὑποδεέστερο ἀπὸ τὸ Θεό, σὲ κάτι λιγότερο ἄξιο ν' ἀγαπηθεῖ. Σὲ ὁτιδήποτε πιστεύει ὁ ἄνθρωπος, ἐλπίζει ἢ ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεό, παίρνει τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, καθίσταται εἴδωλο, ἕνας ψεύτικος θεὸς τῆς ψεύτικης ψυχῆς. Κάθε τέτοια ειδωλολατρεία οἱ προφῆτες τὴν ὀνόμασαν μοιχεία καὶ πορνεία (Ιερ. γ 1, Ιεζεκ. κγ' 7).
Τὸ χειρότερο ἀπ' ὅλα εἶναι ὅτι οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζονται μὲ τὰ εἴδωλά τους. Σὲ κάθε ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος χάνεται σταδιακά στὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης του. Ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται συχνότερα, ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ κι ἐπιθυμεῖ περισσότερο, σιγὰ σιγὰ θὰ γίνει ἡ ἴδια ἡ οὐσία τῆς ὕπαρξής του, εἴτε τρόφιμο εἶναι αὐτὸ εἴτε ποτό, χρυσὸς ἢ ἀσήμι, κόσμημα ἢ ροῦχο, σπίτια ἢ κτήματα, τιμὴ ἢ δύναμη. Αὐτὸ τὸ διαβάζουμε καὶ στὴν Ἁγία Γραφή: «Επορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν» (Δβασ. ἴζ' 15).
Ἡ ἐπιθυμία ἀνάμεσα σ' ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναῖκα εἶναι κάτι φυσικό, δὲν εἶναι ἐξαίρεση. Ὁ ἄνθρωπος ταυτίζεται μὲ ὅ,τι ἀγαπᾶ. Ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾶ εἶναι ὁ Θεός, γίνεται Θεός. Ἄν εἶναι ὁ πηλός, γίνεται πηλός. Ὁ ἄνθρωπος σώζεται ἢ κολάζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει σ' αὐτὴ τὴ ζωή. Μιὰ μόνο σωστικὴ ἀγάπη ὑπάρχει, ἡ ἀγάπη γιά το Θεό. Κάθε ἄλλη ἀγάπη εἶναι ἀπώλεια. Ἕνας μόνο νόμιμος καὶ σωστικὸς γάμος ὑπάρχει γιά την ψυχή: ὁ γάμος της μέ το Θεό. Κάθε ἄλλος γάμος ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ γάμο αὐτό, ὅπως οἱ ἀκτῖνες ἀπὸ τὸν ἥλιο, είναι κολάσιμος.
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει τὴν πιὸ καθαρὴ εἰκόνα τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ μυστηρίου. Μᾶς λέει δηλαδὴ πῶς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στεφανώνεται μέ το Θεό, ὡς πιστή νύμφη: πῶς σὰν τυφλὸς προδότης καὶ ἄπιστος σύζυγος ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρασύρεται στὸν ὄλεθρο καὶ στὸ σκοτάδι, στὰ ζιζάνια καὶ τὴν κακία τῆς εἰδωλολατρείας.
«Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τὼ υἱῷ αὐτοῦ» (Ματθ. κβ' 2). Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες παραβολές τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι κι ἐδῶ ἀναφέρεται σ' ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος. Ἄνθρωποι σοφοί δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ γράψουν μεγάλα καὶ πολλές φορές ἀκατανόητα βιβλία γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νὰ πετύχουν σ' αὐτὸ ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν, συχνὰ ὅμως μπλέκουν τὴ διάρθρωση τους καὶ συγχέουν τὰ νοήματα. Ὁ Χριστὸς ὅμως, μὲ μιὰ σύντομη καὶ ἁπλῆ παραβολή, τὰ λέει ὅλα καθαρὰ καὶ κατανοητά. Πράγματι, «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ιωάν. ζ' 46).
Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ μὲ λόγια. Μόνο μὲ κάτι ποὺ εἶναι οἰκεῖο σε μᾶς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ. Ἀνάμεσα στ' ἄλλα, μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ καὶ μ' ἕνα γάμο. Ὁ γάμος εἶναι μιὰ εὐκαιρία χαρᾶς στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀπὸ μόνη της χαρά, μπορεῖ ἑπομένως νὰ περιγραφεῖ μ' ἕνα γάμο. Ὁ βασιλιᾶς τῆς παραβολῆς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Υἱός Του εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκάλυψε πῶς Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Νυμφίος (Ιωάν. γ' 29). Κι αὐτὸ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Ματθ. θ' 15). Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ξεκινῶντας μὲ τὴν ἔξωση τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι ἡ πορεία προετοιμασίας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου γιά το γάμο της μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι ἡ πραγματική ἀρχὴ τῆς γιορτῆς τοῦ γάμου. Ὁλόκληρη ἡ περίοδος ἀπὸ τὴν ἔλευσή Τοῦ ὡς το θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ, εἶναι ἡ συνέχιση τῆς γαμήλιας γιορτῆς στὸν κόσμο. Ἡ χαρὰ ὅμως θὰ φτάσει στὸ ἀπογειό της μόνο στη μέλλουσα ζωή. Ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι τὸ πιὸ εὐφρόσυνο γεγονὸς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος γενικὰ καὶ γιὰ κάθε ψυχή ξεχωριστά, ὅπως ἡ ἔλευση τοῦ νυμφίου στη νύμφη.
Ἀπ' ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ὁ πιὸ χαρούμενος λαὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι, ποῦ δέχτηκαν τὸ Χριστὸ ὡς Νυμφίο, ἀφοῦ τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε προπαρασκευαστεί καλύτερα ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ Τὸν δεχτεῖ. Τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶχε την ἐπιπλέον χαρά νὰ εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ συνάντησε τὸ Χριστό, τὸ πρῶτο ποὺ τὸν γνώρισε καὶ τὸν ὑποδέχτηκε, γιὰ ν' ἀναγγείλει τὴ χαρὰ τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν τῆς γῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποῦ, στὸ ἀρχικό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, χρησιμοποεῖται πληθυντικός: ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. Ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας ἦρθε στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Ἰουδαίων. Ὁ νυμφίος κάθε ψυχῆς ποὺ ἀναζητοῦσε σωτηρία, ζωὴ καὶ χαρά, εἶχε ἔρθει. Ὁ νυμφίος ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶχε ἔρθει γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, ὅλα τὰ ἔθνη. Ὅσο μεγάλη κι ἂν ἦταν ὅμως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλῃ τόσῃ ἦταν ἡ τυφλότητα κι ἡ κακία τῶν ἁμαρτωλῶν στὴ γῆ. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ιωάν. ἅ' 11), γράφει ὁ εὐαγγελιστής. Ἦρθε λοιπὸν πρῶτα σ' ἐκείνους ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ πολύ προσεχτικά εἶχε προετοιμάσει ὡς νύμφη Τοῦ: στὸν Ἰουδαϊκό λαό. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὅμως δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἀντίθετα, τὸν περιφρόνησε καὶ τὸν ἀπόρριψε.
Συνεχίζει ἡ παραβολή: «Καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν» (Ματθ. κβ' 3). Θέλοντας νὰ προετοιμάσει τη γιορτή γιὰ τοὺς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ὁ Θεὸς ἔστελνε πρῶτα γιὰ πολλοὺς αἰῶνες τοὺς προφῆτες, γιὰ ν' ἀναγγείλουν τὴ γιορτή ποὺ πλησίαζε καὶ νὰ καλέσουν τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ νὰ προετοιμαστεῖ κι ἐκεῖνος, ὥστε νά ὑποδεχτεῖ τὸ Νυμφίο Χριστό. Οἱ προφῆτες ἦταν οἱ πρῶτοι ὑπηρέτες ποὺ ἔστειλε γιὰ νὰ καλέσει τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους. Ὅταν ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο, στάλθηκε ὡς ἀγγελιαφόρος ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, γιὰ ν' ἀναγγείλει κι αὐτός, νὰ κραυγάσει δυνατὰ καὶ νὰ καλέσει. Ὅπως ὅμως ἕνας πολὺ μικρὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων ἄκουσε τοὺς ἀρχαίους προφῆτες, ἔτσι καὶ τώρα πολλοὶ λίγοι πρόσεξαν τὸν κήρυκα τῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.
«Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων: εἴπατε τοῖς κεκλημένοις: ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα δεῦτε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ' 4). Οἱ ἄλλοι ὑπηρέτες ἦταν οἱ ἀπόστολοι κι οἱ συνεργάτες τους. Προσκεκλημένοι ἦταν πάλι οἱ ἴδιοι: οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ παλιότερα: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. ἰε' 24). Στὴν ἀρχὴ ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στοὺς ἀποστόλους: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ισραήλ» (Ματθ. ἐ' 6). Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὅταν ὅμως οἱ Ἑβραῖοι τὸν ἀπόρριψαν, ὅταν οἱ κακοί γεωργοί τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη καὶ τὸν θανάτωσαν, τότε, μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἔδωσε καινούργια ἐντολή: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19).
Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴν ἐπαγγελία Του, οἱ Ἑβραῖοι ὅμως τὴν καταπάτησαν. Ὁ Θεὸς ἔμεινε πιστὸς στὴ νύμφη Του, στὴν ἐκλεκτή Του, στὸ λαὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πιστὸς ὡς τὸ τέλος. Ἡ νύμφη ὅμως δὲ στάθηκε πιστή στο Νυμφίο της, συνῆψε ἀμέτρητους ἄνομους δεσμοὺς μὲ εἴδωλα καὶ θεοὺς ψεύτικους, ποῦ δὲν τοὺς ἄφηνε γιὰ νὰ γυρίσει στὸν προδομένο Νυμφίο της.
Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ήτοίμασα. Ἔχουν ἑτοιμαστεῖ ὅλα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀνατροφή καὶ τὴν ἀνανέωση τῆς ψυχῆς. Ἡ ψυχὴ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ἀποκάλυψε στην πληρότητά της μὲ τὸ πλούσιο συμπόσιο τοῦ βασιλιᾶ. Ἡ νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ἐναντίον τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς μέριμνας, ἡ νίκη ενάντια στη φύση - ὅλες αὐτὲς οἱ νῖκες ποὺ τρέφουν κι ἀνανεώνουν τὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐδῶ, μπροστά μας. Γι' αὐτὸ προσέλθετε.
Ὁ οὐρανὸς ὡς τότε ἔμοιαζε κλεισμένος μὲ σιδερένιες μπάρες γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἔμοιαζαν μὲ ἐλεεινές νύμφες, κλεισμένες μέσα σὲ ὑγρή φυλακή. Τώρα ὅμως ὁ οὐρανὸς εἶναι ὀρθάνοιχτος. Στὴ γῆ ἐμφανίστηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἐμφανίστηκαν οἱ ἄγγελοι, οἱ νεκροί ἐμφανίστηκαν ζωντανοί κι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἔφτασε στὸν οὐρανό. Πόσο γλυκιά εἶναι ἡ τροφή ποὺ προσφέρει ὁ Θεός! Πόσο πλούσιο εἶναι τὸ τραπέζι Του! Προσέλθετε!
Οἱ τυφλές ψυχές ποὺ ζοῦσαν μέσα στη σκοτεινή καὶ νοτερή φυλακή, ἀντὶ νὰ δεχτοῦν τὴν πρόσκληση στοὺς γάμους, ἔκαναν ἕνα πολύ φοβερὸ ἔγκλημα: θανάτωσαν τὸ Σωτῆρα, το Νυμφίο τους. Κι αὐτὸ ἀκόμα ὅμως δὲν ἐξάντλησε τὴν ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς μετέτρεψε τὸ ἔγκλημά τους σὲ πηγὴ χαρᾶς καὶ ἡδονῆς. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ σταυρωμένου Κυρίου, ποὺ ἦταν ἀσύγκριτα γλυκύτερα ἀπὸ τὰ στέατα, προσφέρονται στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε! Κοινωνῆστε τη γλυκύτητα ποὺ ζηλεύουν ἀκόμα κι οἱ ἄγγελοι. Οἱ ποταμοί χαρίτων τοῦ παντοδύναμου καὶ Ζωοποιοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἐλεύθεροι. Πάντα ἕτοιμα. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα, τὰ πάντα. Ὅλα ὅσα χρειάζεται ἡ μολυσμένη νύμφη γιὰ νὰ καθαριστεῖ, οἱ πεινασμένοι νὰ τραφοῦν, οἱ πληγωμένοι νὰ γιατρευτοῦν, οἱ γυμνοὶ νὰ ντυθοῦν, οἱ παράφρονες νά 'ρθούν στὰ λογικά τους, οἱ μέθυσοι νὰ γίνουν νηφάλιοι, οἱ νεκροὶ ν' ἀναστηθοῦν. Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ βάπτισμα μὲ νερό, μὲ φωτιά, μὲ πνεῦμα. Ἐδῶ θὰ βρεῖτε τὴν ἀνάπαυση μετὰ τὴ νηστεία, τὰ φτερὰ τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ εἶναι τὸ λάδι, ὁ ἄρτος κι ὁ οἶνος. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ βασιλικὴ ἱερωσύνη γιὰ νὰ σᾶς καθοδηγήσει, ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀγάπης. Ὅλες αὐτὲς τίς δωρεές φέρνει ὁ Νυμφίος στη νύμφη Του καὶ τίς τοποθετεῖ στὸ τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ. Προσέλθετε, λοιπόν, στοὺς γάμους.
«Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς την ἐμπορίας αὐτοῦ οἱ δὲ λοιποί κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν» (Ματθ. κβ' 5,6). Δὲν ὠφελεῖ νὰ προσφέρεις νόμιμο γάμο σὲ μιὰ ἐπαγγελματία πόρνη. Δὲ θὰ δώσει καμιά σημασία στὸ νόμιμο σύζυγό της. Ἔχει τόσο πολύ συνηθίσει στὰ εἴδωλά της, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τοὺς δεσμοὺς τῆς μαζί τους. Τὸ εἴδωλο μιᾶς ἄσωτης ψυχῆς εἶναι ὁ ἀγρός, μιᾶς ἄλλης εἶναι τὸ ἐμπόριο, μιᾶς τρίτης κάτι ἄλλο. Ὁ ἀγρὸς ὑποδηλώνει τὸ σῶμα μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη του, τὸ ἐμπόριο τὴν ἀπληστία, δηλαδὴ τὴν ἀπόκτηση ἢ τὸν ἐμπλουτισμὸ τῶν φθαρτῶν ἀγαθῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ καθένας κατευθύνθηκε πρὸς τὸ εἴδωλό του, δὲν ἤθελε ν' ἀκούσει τίποτα γιὰ τὸ Νυμφίο. Ἄλλοι ἔνιωσαν προσβολὴ μὲ τὴν πρόσκληση καὶ πῆραν τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Βασιλιᾶ, τοὺς ἔβρισαν ἢ τοὺς σκότωσαν. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σύντομα μετά το Γολγοθά, μυκτήρισαν καὶ κακοποίησαν τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη (Πράξ. δ' 3) κι ἀργότερα θανάτωσαν τὸν ἀρχιδιάκονο Στέφανο, τὸν ἀπόστολο Ἰάκωβο καὶ πολλοὺς ἄλλους.
«Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὀργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ' 7). Βασιλιᾶς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργή Του εἶναι ἡ ἔσχατη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα ποὺ ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ρωμαϊκός στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δὲν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετά το θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νὰ κάνει νηστεία γιὰ σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργὸς τῆς ἀνθρωπότητας μετά το Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιὰ σαράντα χρόνια. Δὲ βιαζόταν νὰ τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιὰ νὰ μὴν ποῦν ἔπειτα: ≪Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός.
Ἄς ἐκδικηθοῦμε κι λοιπόν≫. Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νὰ τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἄρχοντες τοῦ ἐναντίον τῶν δούλων Του.
Ἀπ' αὐτὸ πρέπει νὰ διδαχτοῦμε πῶς δὲν πρέπει νὰ ζητᾶμε ἐκδίκηση γιὰ ἀδικίες ποὺ ἔγιναν προσωπικὰ σ' ἐμᾶς. Πρέπει νὰ προσπαθοῦμε ὅσο γίνεται περισσότερο νὰ διορθώνουμε τοὺς ἄδικους. Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει στρατεύματά Του το ρωμαϊκὸ στρατό; Ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὸ στρατὸ αὐτὸν γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸν ἀχάριστο περιούσιο λαό Του. Ὅπως παλιότερα εἶχε χρησιμοποιήσει τὰ εἰδωλολατρικὰ στρατεύματα τῆς Ἀσσυρίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βαβυλώνας γιὰ νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἔτσι καὶ τώρα χρησιμοποίησε τὰ στρατεύματα τῆς Ρώμης γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸ ἀχάριστο αὐτὸ ἔθνος. Οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες Βεσπασιανὸς καὶ Τίτος, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, κυριάρχησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν κατέκαψαν, σκότωσαν πολλοὺς Ἰουδαίους καὶ σκόρπισαν τοὺς ὑπόλοιπους στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου. Αὐτὸ ποῦ προφήτεψε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Γάμου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Βασιλιᾶ, ἐκπληρώθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἄς δοῦμε τώρα τί κάνει ὁ βασιλιᾶς μετὰ τὴν τιμωρία καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Ἰουδαίων: ≪Τότε λέγει τοὺς δούλους αὐτοῦ・ ὁ μὲν γάμος ἕτοιμὸς ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι: πορεύεσθε οὔν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους≫ (Ματθ. κβ' 8,9). Ὁ γάμος έτοιμὸς ἐστιν, εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς καινούργιους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν. Κοίταξαν μὰ δὲν εἶδαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲ χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δὲν ἄκουσαν, γι' αὐτὸ καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸ μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι' αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση. Ἠταν δεμένοι μὲ τίς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στὰ κατώτερα, στὰ ὑποδεέστερα, γι' αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τους ἐναντίον τοῦ Ὕψιστου. Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστά σας.
Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι' αὐτὸ βγεῖτε ἀπό τὸν ἀμπελῶνα αὐτόν, πηγαίνετε στὰ ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τοὺς ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ' αὐγά τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα στη θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νὰ εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στὸν ἀγρό του Θεοῦ, ἀπ' ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εύγενῆ φροῦτα στὸν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στὸν ἀνοιχτό ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.
Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ποὺ εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κή' 19). Ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν οδών, ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικό κόσμο, ἐκεῖ ποῦ οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατου. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μὲ τὴν ἴδια πατρική ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καί τον Ἰσραήλ. Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλὰ μὲ διαφορετικό τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μὲ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μὲ τὸ νὰ τοὺς χαρίζει ἐσωτερική δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες, ὅσοι ἦταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι.
Ἦταν πολλοί ὅμως καὶ ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολατρικούς λαούς - ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικό δρόμο.
«Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθοὺς καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ' 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τίς φτερούγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ' ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ' ὅλες τίς γλῶσσες καὶ τίς τάξεις ἀνθρώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούργια γενιά του δίκαιου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιός Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε το ρόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸ νέο Ἰσραήλ. Γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τη στροφή τοὺς ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκό λαὸ στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στοὺς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτούς της αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πράξ. ἴγ' 46). Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούργια ἐπιλογή μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μια νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθώς ἡ παλιὰ ἐπιλογή ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τοὺς πατριάρχες, τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δὲ σώζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλᾶ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονή Του στὴν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν παλιὰ Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στοὺς ὑπηρέτες τοῦ νὰ μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσουν νὰ ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμα γιά το θερισμό. Μέσα στὰ μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ' ἀδειάζουν στὴν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ' 21).
Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστός ἔκανε μιὰ σωστή περιγραφή ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἦταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στὴ γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸ Χριστὸ καὶ κάθησαν στὴν πλούσια τράπεζα ποὺ τοὺς παράθεσε μὲ ὅλα τ' ἀγαθὰ ποὺ χορηγοῦσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ χορηγεῖ στὸν κόσμο. Χωρίς τὸ Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοί καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πλούσιους μὲ τ' ἀληθινά πλούτη Του. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπ' ὅλες τίς ἀρρώστιες μᾶς, νὰ μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν' ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς γιὰ νὰ δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.
«Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου. καὶ λέγει αὐτῷ' ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἔφιμώθη» (Ματθ. κβ'11,12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρώτ' ἀπ' ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στοὺς πιστοὺς καὶ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι το Χριστῷ» (Βκορ. ία' 2). Ἡ παρθενική ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. Στὴ συνέχεια ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιό ἔνδυμα πρέπει νὰ φορᾶνε: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν...επί πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ' 12,14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μὲ τὸν ἀθάνατο Χριστό.
Τὴ μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ' ὅλες τίς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἢ πάναγνη καὶ παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη ποὺ ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ Χριστὸ στὴν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρῆ, ἂν δὲν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικά δοσμένη στὸ Χριστό. Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μιὰ μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τίς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος εἴτε ὄχι, ποῦ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια ποὺ στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.
Ὁ ὅσιος Μακάριος γράφει στην 15η Ὁμιλία τοῦ: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ σύμμετάσχει στη γαμήλια τελετή καὶ στὸ συμπόσιο».
Ὅταν ὁ βασιλιᾶς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν ποῦ δὲ φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε. Γιατί τὸν ὀνόμασε «ἑταῖρο», φίλο Του; Πρῶτο, γιὰ νὰ δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερο, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικά φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρίς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τὴ φιλία Του. «Ὑμεῖς φίλοι μου ἔστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ιωάν. ἰε' 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Τοῦ τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πῶς ἐκτελοῦν τίς ἐντολές Του.
Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δὲ φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιὰ νὰ φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μὲ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλῶντας τὸν φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ ἐπειδὴ δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του. Αὐτὸς δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του μέ το Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. Ὁ δὲ ἔφιμώθη.
Τί θὰ μποροῦσε ν' ἀπαντήσει; Πῶς δὲν μποροῦσε ν' ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἢ πῶς δέν μποροῦσε ν' ἀγοράσει ὕφασμα γιὰ νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ράψει στὰ μέτρα του; Ὅλα θὰ ἦταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ' ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ή καλή θέληση τοῦ ἔλειπε, γιὰ νὰ βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ρούχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φορέσει τὸ καινούργιο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δὲν είχε τίποτα νὰ πεῖ.
«Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμός των ὀδόντων» (Ματθ. κβ' 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μὲ τίς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νὰ βαδίζει το δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπό την παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φώς, τὸν βρυγμό καὶ τὸν τρυγμό των ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπώλεια. Στὸ Θεὸ δὲν ἀπέμενε παρὰ ν' ἀπαγγείλει τὴ δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραις τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ἔ' 22), μας λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἦταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπὸ τίς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στὸν ἄλλο κόσμο. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει. Πῶς δὲν ὑπάρχει μετάνοια, πῶς δὲν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νὰ κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν οὐράνια βασιλεία.
Ὁ Κύριος τέλειωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητική παραβολή του μέ το ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοί γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ' 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ἦταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στο τραπέζι τοῦ Βασιλιᾶ, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοί εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Αλίμονο σ' ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ' ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιᾶ νὰ τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Τί ντροπή, τί ἀνώφελη ντροπή! Τί ἀπώλεια, τί ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πῶς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸ Νυμφίο Χριστό. Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ἂς τεντώσουμε τ' αὐτιὰ καὶ τὴ συνείδησή μας ὅταν πλησιάζουμε τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ θ' ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμό των ὀδόντων, στὸ σκότος ποὺ θ' ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.
Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθεῖ πῶς ὁ Θεὸς δὲ θὰ μᾶς πεῖ τὰ λόγια αὐτὰ σήμερα, γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἐπίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ πῶς ἡ ψυχή του δὲ θὰ βρεθεῖ τὴν ἴδια αὐτη νύχτα στὴν πανένδοξη οὐράνια σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ βασιλικό τραπέζι, φορῶντας τὸ λερωμένο ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας; Ποιός θνητός ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει πῶς ἡ σημερινή μέρα δὲν εἶναι καθοριστική γι' αὐτόν, γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ἦταν ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν τύχη τῶν δύο ληστῶν στο σταυρό. Ὁ ἕνας τοὺς στάθηκε ἀνίκανος νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα καὶ ὁδηγήθηκε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Ὁ ἄλλος χρησιμοποίησε μὲ σοφία καὶ σύνεση τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα: μετάνιωσε, ὁμολόγησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τη σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σοῦ» (Λουκ. κγ' 420. Τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ ἡ ψυχή του ἀπεκδύθηκε τὸ παλιὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας καὶ φόρεσε τὸ ὑπέροχο ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ὁ μετανιωμένος ληστής παρουσιάστηκε στο βασιλικό τραπέζι στὸν παράδεισο, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς.
Ἂς μὴν καθυστερήσουμε λοιπὸν οὔτε γιὰ μιὰ μόνο στιγμὴ τὴ μετάνοιά μας. Κάθε στιγμὴ ποὺ περνάει ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία ποὺ μᾶς συγκαταριθμεί μὲ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἄς καθαρίσουμε κι άς πλύνουμε γρήγορα την ψυχή μας, τουλάχιστο με τον ίδιο ζήλο που καθαρίζουμε το σώμα μας, που αύριο θ' αποτελέσει τροφή για τα σκουλήκια. Ἄς την καθαρίσουμε με μετάνοια και δάκρυα, ἄς την πλύνουμε με νηστεία και προσευχή. Ἂς την ντύσουμε με ένδυμα υφασμένο με αγνότητα κι αγάπη, στολισμένο με καλά έργα, με συγχωρητικότητα και συμπάθεια. Ας κάνουμε αυτό το λόγο που ζητάει από μάς ο Θεός. Εκείνος θά κάνει τα υπόλοιπα.
Όταν ένα παιδί φωνάζει στη μαμά του πώς λερώθηκε, εκείνη το καθαρίζει, το πλένει και το αλλάζει. Πόσο ποιό εύσπλαχνος όμως είναι ο ουράνιος Πατέρας μας απ' όσο είναι οποιαδήποτε μητέρα στα παιδιά της! Η αλήθεια είναι πώς η ψυχή όλων των ανθρώπων είναι τόσο λεκιασμένη, που από μόνη της δε θα μπορούσε ποτέ να καθαριστεί και να γίνει άξια γιά νά παρουσιαστεί μπροστά στο Θεό.
Άς συνειδητοποιήσει λοιπόν κάθε άνθρωπος τόν πνευματικό του ρύπο. Ἄς νιώσει απέχθεια γι' αυτόν μ' όλη του την καρδιά κι ας κάνει αυτό το λίγο πού μάς ζητά ο Θεός. Τό σπουδαιότερο που έχει να κάνει, είναι να κραυγάσει στο Θεό, να ζητήσει να τον καθαρίσει Εκείνος εν πυρί και πνεύματι. Ο Θεός περιμένει τέτοιες κραυγές από τα μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας το καλλίτερο αγγελικό ένδυμα στα χέρια Του. Περιμένει πάντα για να καθαρίσει, να πλύνει, να φωτίσει, νὰ χρίσει μὲ μύρο καὶ νὰ ντύσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν καὶ κραυγάζουν.
Ἂς ἔχει δόξα ο πανεύσπλαχνός Θεός μας! Δόξα καὶ αἶνος στὸν οὐράνιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
