Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Οι ουρανοί της Αγίας Πετρούπολης



Το Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης μας παρέχει ένα ακριβές μέτρο για το τι είμαστε και τι έχουμε εγκαταλείψει προ πολλού να είμαστε: το αλάτι της ιστορίας. Ενώ λάμβανε χώρα αυτή η οικονομική σύνοδος κορυφής, στην οποία συμμετείχαν 130 χώρες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη του ΝΑΤΟ, υπό ουκρανικό καμουφλάζ, προσπάθησαν να διαταράξουν το πάρτι: το μεταλλικό μπλε της βόρειας πρωτεύουσας ρουθούνιζε περιστασιακά γιά μερικές κατεστραμμένες ιπτάμενες μηχανές. Έτσι, αποκαλύφθηκε η οργή όσων αποκλείστηκαν, οι οποίοι νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να είναι οι μόνοι DJs στον πλανήτη, που θα αποφάσιζαν τι και πώς θα έπρεπε να χορεύουν οι άνθρωποι. Αντ' αυτού, στον χώρο του Φόρουμ, δίπλα στον Πούτιν ήταν ο πρόεδρος του Ουζμπεκιστάν Σαβκάτ Μιρζιγιόγιεφ, η πρόεδρος της Τανζανίας Σαμία Σουλούχου Χασάν, ο αντιπρόεδρος της Κίνας Χαν Ζενγκ και ο υπουργός Ενέργειας της Σαουδικής Αραβίας Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ. Ένας παγκόσμιος νότος που γίνεται ο αληθινός βορράς, και ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι Γερμανοί βιομήχανοι είναι τόσο πολυάριθμοι, κουρασμένοι από την επιθετικότητα του Βερολίνου που εκφράζεται εκ μέρους των υπολειμμάτων μιας αποτυχημένης οικονομικής ολιγαρχίας. Υπήρχε μάλιστα και μια αξιολύπητη και ταυτόχρονα γελοία στιγμή σε αυτή την κωμωδία Western που αναζητά συγγραφέα: η επιστολή του Ζελένσκι προς τον Πούτιν, στην οποία ο ηγέτης του Κιέβου ζητά συνάντηση και ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις απευθείας με τη Μόσχα, δεδομένων των σοβαρών προβλημάτων της Ρωσίας. Εν ολίγοις, μια παραχώρηση. Ο Πούτιν δεν απάντησε καν, αλλά σε μια παράλληλη συνέντευξη Τύπου, ξεκαθάρισε στον Ουκρανό Ναζί-Σιωνιστή ότι δεν έχει καμία επιθυμία να μιλήσει με κανέναν που δεν μετράει για τίποτα, την κύρια μαριονέτα στο τραγικό πολεμικό θέατρο, ούτε με τους άμεσους Ευρωπαίους χορηγούς του, αναφερόμενος στο γεγονός ότι οποιαδήποτε ειρήνη πρέπει να επιτευχθεί στο πνεύμα των συνομιλιών του Άνκορατζ.

Ο Ρώσος ηγέτης αγνοεί αυτές τις προσπάθειες να γεμίσει τη σκηνή, αλλά μπροστά στον μισό κόσμο -έναν με το μέλλον μπροστά του, όχι πίσω του- έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι η παγκοσμιοποίηση, που χτίστηκε γύρω από μερικά δυτικά οικονομικά, τεχνολογικά και πληροφοριακά κέντρα, έχει πλέον εξαντλήσει την ιστορική της λειτουργία και ότι σήμερα αυτή η δομή χρησιμοποιείται μόνο για να ασκήσει αδικαιολόγητη πίεση τόσο στον υπόλοιπο κόσμο όσο και στα ίδια τα δυτικά υποκείμενα. Η πορεία που ακολούθησαν ορισμένες χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα - η ανάπτυξη νέων μηχανισμών συναλλαγών, η δημιουργία νέων οδών και η επίτευξη τεχνολογικής ανεξαρτησίας- είναι η μόνη βιώσιμη. Και η Ευρώπη υπήρξε το παράδειγμα που χρησιμοποιήθηκε για να γίνει αυτό το όραμα συγκεκριμένο: η μυωπία των Βρυξελλών και η πολεμική ρητορική τους επιταχύνουν μόνο την παρακμή του. Έτσι, οποιοσδήποτε βιώσιμος διάλογος με την Ευρώπη μπορεί να ξεκινήσει μόνο με την ισότιμη αναγνώριση του καθεστώτος της Ρωσίας, την αναγνώριση των αμοιβαίων συμφερόντων και όχι με κατηγορίες. Το κύριο θέμα της συζήτησης είναι σαφές: η παλίρροια αλλάζει και η δυτική ηγεμονία πρόκειται να αντικατασταθεί από έναν πολυκεντρικό κόσμο, τόσο οικονομικά όσο και τεχνολογικά, στον οποίο στρέφεται τώρα η πλειονότητα των χωρών. Και το πολύ γεμάτο Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης είναι μια σαφής απόδειξη αυτού.

Από την άλλη πλευρά, η τροφοδότηση του πολέμου υπήρξε μια σημαντική επένδυση για τους συνήθεις υπόπτους τα τελευταία χρόνια, αλλά τώρα ακόμη και αυτό το εικοτολογικό έδαφος εξασθενεί: η Ουκρανία έχει απεγνωσμένα έλλειψη ανδρών, οι λιποταξίες αυξάνονται καθημερινά, ενώ οι όροι που θέτει η Ρωσία για την ειρήνη είναι σταθεροί σαν βράχος: εν ολίγοις, το Κίεβο και το ναζιστικό καθεστώς του δεν αποτελούν πλέον μια καλή επένδυση. Ούτε τα καταστροφικά δημογραφικά στοιχεία της χώρας, η συνεχής έξοδος προς τα δυτικά και προς την ίδια τη Ρωσία, και η επιρροή που θα έχει στο μέλλον, υπονομεύουν ακόμη και τις ψευδαισθήσεις μιας επικερδούς ανοικοδόμησης που θα ήταν η φάση Β του σχεδίου. Άλλωστε, η επιστολή του Ζελένσκι είναι τελικά ένα είδος παράδοσης, όσο γκροτέσκα κι αν είναι, αλλά παρ' όλα αυτά η αρχή της συνθηκολόγησης. Ο ουρανός πάνω από την Αγία Πετρούπολη είναι πάντα μπλε, και τα τελευταία πυροτεχνήματα δεν την ενοχλούν ιδιαίτερα: είναι μόνο ένα θέαμα για ηλίθιους και πληρωμένους στρατιώτες.

Αγία Γαβριηλία: «Εσύ αδελφέ μου, λίγα πήρες από τον Θεό; Τι ανταπέδωσες στον Κύριο γι’ αυτά»;


Αγία Γαβριηλία (1897-1992).

Αγίων και Γερόντων παραινέσεις
04.06.2026

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Για το Φως και το Σκότος


Γερόντισσα Γαβριηλία: Η δύναμις του Σκότους δεν έχει δύναμη παρά μόνο όταν δεν είμεθα απόλυτα ενωμένοι μεσ’ στην καρδιά μας με τον Θεό.

Τ*: Μα μπορούμε να είμαστε απόλυτα ενωμένοι με τον Θεό;


Γ.Γ: Μπορούμε. Αποδεχόμεθα ότι ο Χριστός ήρθε για να μας σώσει από την αμαρτία. Αποδεχόμεθα ότι έχυσε το Αίμα του για μας. Αποδεχόμεθα ότι μας εμφύσησε το Πνεύμα Του, που είχαμε χάσει με την πτώση, όταν αναγεννηθήκαμε…

Άρα, είμεθα αναγεννημένοι κι ο αναγεννημένος άνθρωπος, λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, δεν αμαρτάνει· Πας ο γεγεννημένος εκ του Θεού αμαρτίαν ου ποιεί… και… ου δύναται αμαρτάνειν ότι εκ Θεού γεγέννηται.

Πιο πάνω όμως λέει ότι όποιος λέει ότι δεν είναι αμαρτωλός είναι ψεύτης και πλανάται. Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν…

Με άλλα λόγια, η αμαρτία μεν υπάρχει, αλλά το να υποκύπτει κανείς σ’ αυτήν, δεν είναι ίδιον του αναγεννημένου ανθρώπου. Δηλαδή η αμαρτία θα έρθει να σε παιδεύσει, οι πειρασμοί θα έρθουν γύρω-γύρω, η Δύναμις του Σκότους θα έρθει αυτό πρέπει να το παραδεχτούμε, γιατί έρχεται…

Στους Αγίους ήρθε. Και σε μας έρχεται, κάθε μέρα. Έρχεται ή σαν μία σκέψη, η με ορισμένους ανθρώπους που καμιά φορά την αντιπροσωπεύουν. Κάποτε έτσι, κάποτε αλλιώς. Όπως λέει ο Άγιος Πέτρος, και σε Άγγελο Φωτός μεταμορφώνεται ο Δαίμων για να πιάσει τους ανθρώπους.

Αλλά με το Παράδειγμα του Χριστού, μπορούμε να υπερνικήσουμε όλα αυτά, φτάνει να έχουμε όλο τον καιρό το Αίμα και την Θυσία του Χριστού μέσα στην ψυχή μας.

Είναι τότε πολύ δύσκολο να υποκύψουμε. Πολλές φορές θαρρούμε ότι επειδή δεν βλέπουμε ορατά τον Κύριο, όπως Τον βλέπανε στα χρόνια του, ότι δεν είναι πλάι μας.

Όμως είναι πλάι μας με το Πνεύμα Του. Αν θελήσουμε να Τον φωνάξουμε και μέσα μας μπορεί να έρθει να κατοικήσει. Τότε, δεν έχει πέραση η Δύναμη αυτή.

Δηλαδή θα προσπαθήσει να δράσει (εκεί είναι και η μεγάλη δύναμή της) αλλά εμείς δεν θα την ανεχθούμε, δεν θα υποκύψουμε. Γιατί ο Χριστός είπε: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».

Ουδέποτε είπε ο Χριστός: «Κάνε υπομονή, και θα γίνεις καλά».

Ούτε είπε καμιά φορά: «Αυτή η αρρώστια σε καλό θα σου βγεί, θα σε βοηθήσει»…

Όχι! Έλεγε αμέσως: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι», και τέλειωσε!

Τ: Δηλαδή, λέτε ότι αν ο άνθρωπος είναι γεμάτος από τον Χριστό, είναι πια στην θέλησή του το Ποιον θα δεχθεί μέσα του.


Γ.Γ. Βεβαίως! Αυτήν την ελευθερία με την οποία μας έπλασε ο Θεός, δεν την έχει καταλάβει ο άνθρωπος. Καμιά φορά ακούς: «Γιατί ο Θεός δεν βλέπει αυτό ή εκείνο το κακό;» Μα διότι ο Θεός μας έκανε ελευθέρους. Αν μας είχε κάνει σκλάβους, ε, τότε

Τ: Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις που δεν ευθύνονται οι άνθρωποι γι’ αυτό που περνούν;

Γ.Γ. Αυτό το πρόβλημα κι αυτό το ερώτημα, είναι αιώνιο. Εννοώ το μη υπεύθυνο θύμα… Το μικρό παιδί…

Ο Χριστός, όταν Τον ρώτησαν για τον Τυφλό, αν αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του που γεννήθηκε τυφλός, απάντησε ότι ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του, αλλά έγινε για να δοξαστεί το όνομα του Θεού με το θαύμα που έκανε αμέσως μετά. Ο πατέρας και η μητέρα ενός ανάπηρου παιδιού, υποφέρουν και πληγώνονται πιο πολύ απ’ ό,τι το παιδί τους.

Μια φορά ήμουν στην Αμερική και μου ζήτησαν να πω μερικά λόγια παρηγορητικά σε γονείς καθυστερημένων παιδιών. Στο τέλος, ήρθαν κοντά μου και μου ομολογήσαν, άλλοι ότι ήταν χλιαροί στην πίστη τους κι άλλοι ότι ήταν έτοιμοι να πάρουν διαζύγιο πριν το παιδί κι ότι τόσο πολύ πληγώθηκαν και λυπήθηκαν, που ενώθηκαν ξανά, κι από κει που δεν ήταν Χριστιανοί, έγιναν.

Χάρη σ’ ένα καθυστερημένο παιδί!

Αλλά και στο Άσυλο Ανιάτων να πάμε, θα δούμε ανθρώπους κατάκοιτους εδώ και 18-20 χρόνια, που όταν τους ρωτήσεις, σου λένε: «Δόξα τω Θεώ, είμαι καλά»!

Τ: Κι εμείς, και τα ’χουμε όλα και καλά είμαστε και…

Γ.Γ. Ναι! Αυτή είναι η μεγάλη μας αχαριστία. Η τεράστια αχαριστία. Και γι’ αυτό όταν ακούω έναν άνθρωπο να παραπονιέται επειδή ο τάδε δεν του έδειξε ευγνωμοσύνη, παρ’ όλα τα καλά που του έκανε, λυπάμαι.

Θα ήθελα να του πω:
«Εσύ αδελφέ μου, λίγα πήρες από τον Θεό; Τι ανταπέδωσες στον Κύριο γι’ αυτά;… Ούτε τον αδελφό σου βοήθησες, ούτε τίποτε. Και με το λίγο που έκανες σε κάποιον, περιμένεις τα χίλια ευχαριστώ».

Δεν είμαστε εντάξει. Καθόλου. Ο αναγεννημένος άνθρωπος λοιπόν, αυτός που ξέρει την στιγμή που μπήκε μέσα του ο Χριστός, εκείνος είδε το σύμπαν ολόκληρο να αλλάζει.

Δεν βλέπεις πια τον παλιό σου άνθρωπο ως ζωντανό. Τον βλέπεις ως νεκρό. Κι απλό κείνη τη στιγμή πια, σε κάθε κρίσιμη κατάσταση, περιμένεις κι αναρωτιέσαι: Αν ήταν παρών και ορατός ο Κύριος, τι θα έκανες; Θα έκανες αυτό; Αν ήταν παρών, θα έκανες το άλλο; Κι αυτό σε φυλάει από κάθε αμαρτία.

Τ: Δηλαδή νοιώθετε συνέχεια την παρουσία του;


Γ.Γ: Αυτό είναι! Κι όταν είσαι μόνος σου, Τον αισθάνεσαι και μέσα σου, και τότε γίνεται η προσευχή μία κατάστασις, κι όχι μία πράξις μόνο. Τότε πια, έχεις την ηρεμία κι αυτήν την γαλήνη που θέλει ο Θεός από τα παιδιά Του. Γιατί σου λέει «ίνα τέκνα φωτός γένησθε». Όχι σκοταδιού
* Συνομιλία με την Τ. Μηναιοπούλου, Αθήνα, δεκαετία 70-80.

Απόσπασμα από το βιβλίο η «Γερόντισσα Γαβριηλία, η Ασκητική της Αγάπης» των εκδόσεων Πορφύρα.

Αγία Γαβριηλία: «Εσύ αδελφέ μου, λίγα πήρες από τον Θεό; Τι ανταπέδωσες στον Κύριο γι' αυτά»; - Pemptousia

π. Νικ. Λουδοβίκος — Η Εκκλησία ως αφομοίωση της Θείας ζωής 2


π. Νικ. Λουδοβίκος — Η Εκκλησία ως αφομοίωση της Θείας ζωής

(105) Ιερά Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης Ομιλία Π Νικολάου Λουδοβίκου - YouTube


Ομιλία π. Νικολάου Λουδοβίκου στην Ιερά Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, 29/5/2026.

ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΥΠΟΤΙΤΛΟΙ. ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΝΤΕΙΝΕΤΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ; ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΡΙΣΤΟ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΧΕΙ ΑΝΑΛΗΦΘΕΙ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΝΑΚΟΥΦΗΣΕ. 
ΕΔΩ ΚΑΤΩ ΑΦΗΣΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΑΛΛΑ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΟΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ.
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΘΟΤΙ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΙΔΕΟΥΣ. ΑΛΛΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΥΣ;;; ΕΙΝΑΙ ΚΩΜΙΚΟΣ  
Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΠΩΣ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΣΠΡΩΞΕ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΤΗΝ ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ  ΒΡΙΣΚΕΙ ΕΝΑΝ ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟ ΚΗΡΥΚΑ ΣΤΟΝ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΟ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΙΖΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥ  ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΡΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ.  
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ , ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΜΑΚΡΥΝΟΥ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΤΟΛΗ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΟΥΝ ΑΛΛΑ ΜΕΧΡΙ ΣΤΙΓΜΗΣ ΣΙΩΠΟΥΝ. ΟΠΩΣ ΤΟΝΙΖΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΠΑΠΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΑΣΑΠΗΣ , ΕΝΕΡΓΕΙ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ. ΜΟΝΟ!!!

π. Νικ. Λουδοβίκος — Η Εκκλησία ως αφομοίωση της Θείας ζωής 1


π. Νικ. Λουδοβίκος — Η Εκκλησία ως αφομοίωση της Θείας ζωής 1
Ομιλία π. Νικολάου Λουδοβίκου στην Ιερά Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, 29/5/2026.

Είναι ο π.Νικολαος Λουδοβίκος, ενας άνθρωπος, ο οποίος τόν γνωρίζουμε οι περισσότεροι από το διαδίκτυο και από το πανεπιστήμιο, ένας άνθρωπος υψηλών γνώσεων και βαθέως εκκλησιαστικού φρονήματος. Ένας άνθρωπος ο οποίος είναι σκεύος εκλογής τού Θεού και χρησιμοποιείται από την Εκκλησία ως,... να το πω, στα…κατι. ως μοχλός ανάπτυξης (?) . εμεις το λεμε ως κυψέλη που μαζεύει ανθρώπους πού έχουν ανησυχίες πνευματικές και οδηγουνται απο την ερευνα την αμφιβολια και την αναζήτηση και οδηγούνται στον αληθινο δρομο του θεου , στο φως στη σωτηρια και την Ανασταση

Εμείς το λέμε ως κυψέλη που μαζεύει ανθρώπους που έχουν ανησυχίες πνευματικές και οδηγούνται από την έρευνα, την αμφιβολία και την αναζήτηση στον αληθινό δρόμο του Θεού. Στο φως, στη σωτηρία και στην κατάνυξη. Έχει πάρα πολλές δραστηριότητες, έχει πάρα πολλές ασχολίες και ευχαριστούμε πολύ τον πατέρα Νικόλαο που ήρθε, έστω και για λίγο, μαζί μας, και ότι είστε συνεχώς από εδώ, από πανεπιστήμια σε πανεπιστήμια, από χώρα σε χώρα, με τα θεόλογα λόγια του Θεού, αντιμετωπίζει αιρετικούς συνεχώς στην καθημερινότητά του.

Δίνει φως εκεί που υπάρχει σκοτάδι και κυρίως δίνει φως εκεί που υπάρχει κρίση που νομίζουμε ότι είναι φως, αλλά είναι κρίση. Είναι αυτός ο οποίος πραγματικά είναι φάρος. Ευχαριστώ τον πατέρα Νικόλαο που ήρθε μέχρι σε εμάς εδώ σήμερα, στη μικρή ορεινή επαρχία του Βοΐου, της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, με ιερείς οι οποίοι είναι άνθρωποι του Θεού, κορυφώνουν τον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, αγωνίζονται καθημερινά τον δικό τους προσωπικό αγώνα και είναι ήρωες, διότι αγωνίζονται όχι μέσα στις μεγαλουπόλεις, που έχει άλλον ηρωισμό εκεί, αγωνίζονται μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια, στις μικρές και στις μικρότερες ενορίες, διανέμοντας όσο μπορούν περισσότερο αυτό που έχει η καρδιά τους: το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και είμαστε μαθητές σας. Σας ευχαριστώ πολύ. Και αυτό είναι ιδιαίτερη χάρη του Θεού, να το ξέρετε· δεν είναι ασήμαντο, δεν είναι καθόλου ασήμαντο.

Βέβαια, οτιδήποτε καλό υπάρχει και για μένα, και οτιδήποτε καλό λέγεται για οποιονδήποτε, υποθέτω να ξέρετε ότι είναι αντανακλάσεις της δόξας του Θεού. Δεν είμαστε αυτόφωτα όντα. Θυμάμαι τον πατέρα Παΐσιο να μας λέει: εγώ, έλεγε, είμαι ένας τενεκές, αλλά έχω μπει κάπως, λέει, σε κατάλληλη γωνία και αντανακλώ λίγο από τον ήλιο. Καταλάβατε; Δεν είναι δικά μας.

Οι σοφίες, οι αρετές που έχουμε, τα προσόντα που έχουμε, είναι όλα δοσμένα. Και είναι δωρεές. Γι’ αυτό και συνηθίζω να λέω εγώ, όταν μου λένε «ευχαριστούμε τον Θεό για κάτι που είπατε», απαντώ αυθόρμητα, και το πιστεύω, ότι είναι ένας κύκλος δανεικών. Είναι δανεικά τα οποία έχω πάρει και τα οποία μοιράζω.

Έτσι κάνουμε όλοι μαζί. Και αυτός είναι και ο ρυθμός, ξέρετε, με τις στάσεις αυτού του Θεού, τις δανεικές. Ο ιστορικός, πολύ μεγάλος, πάρα πολύ πληγωμένος, όπως λέω και εγώ, αλλά είναι και άλλοι σημαντικοί. Ο σημαντικότερος, το λέει ο πατέρας μου, Μάξιμος ο Ομολογητής.

Με αυτόν τον ρώτησαν τι είναι ταπείνωση. Έδωσε μια συγκλονιστική απάντηση. Λέει: η ταπείνωση είναι το να γνωρίζεις ότι έχεις ευεργετημένο το είναι.

Το είναι σου ζει, είναι δανεικό. Ο Θεός είναι το είναι, εμείς δεν είμαστε. Είμαστε μόνο… Τι είμαστε; Το πρόβλημα είναι: τίποτα.

Είναι συγκλονιστικό το γεγονός της Δημιουργίας. Δεν είναι αναμενόμενο, δεν το χρειαζόταν ο Θεός. Είναι ξεχείλισμα, είναι ερωτική παραφορά.

Καμιά φορά υπάρχουν οι λόγοι στους αγιορείτες. Γιατί δημιουργήθηκε ο κόσμος; Γιατί είδε ο Θεός, όπως θα λέει, την ταπείνωση του μη όντος του, του τίποτά του, και αγάπησε να το φτιάξει ον.

Έτσι, κινείται έξω Του ο Θεός, λοιπόν, και κινείται με μια αλόγιστη αγάπη. Ο Θεός είναι το πιο αντιναρκισσιστικό ον. Το πιο αφίλαυτο ον.

Όλη η δόξα Του, όλη η λαμπρότητά Του, έρχεται από το πόσο αφίλαυτος είναι. Το πόσο έξω Αυτού γίνεται, είναι εκστατικός, λένε οι Πατέρες, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.λπ. Και κινείται έξω Αυτού. Έτσι.

Και, λόγω της αγάπης, η οποία είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό Του, και το οποίο είναι μυστήριο. Μην πείτε ποτέ ότι ξέρετε τι είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι μια νεκροποιημένη λέξη, πάρα πολύ νεκροποιημένη.

Στο διαδίκτυο υπάρχει μια ομιλία που λέγεται «Η αγάπη ως βία», και παρουσιάζει δεκαπέντε μορφές αγάπης που δεν είναι αγάπη, αλλά βία. Είναι τέτοιες. Και παρουσιάζει και μια δέκατη έκτη, η οποία είναι άκρως ανεσφαλμένη.

Και παράγει αγάπη μόνο αυτή. Λοιπόν, ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο για χάρη μας. Όχι για χάρη Του.

Αυτό είναι το συγκλονιστικό. Ότι παρέχει στον καθένα από μας έναν εαυτό. Και παρέχει στον κόσμο ύπαρξη.

Όχι γιατί θέλει να τον υποδουλώσει. Αν ήθελε να τον υποδουλώσει, ο δρόμος ήταν πολύ απλός. Είμαστε και στις μέρες αυτές.

Δεν θα γινόταν ποτέ η Ανάληψη. Το σκεφτήκατε ποτέ; Δεν θα γινόταν η Ανάληψη.

Θα ήταν η Ανάσταση και θα ήταν παρών ο Χριστός συνεχώς. Παρών, και κανένας δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι είναι αιώνιος, ότι είναι αθάνατος, ότι είναι ο Θεός. Αλλά επειδή μας αγαπάει, δεν θέλει να μας υποχειριάσει, δεν θέλει να Τον αγαπήσουμε αναγκαστικά.

Η Ανάληψη έχει και κάποιους άλλους μεγάλους λόγους. Θα μπορούσε να υπάρξει η Ανάσταση χωρίς Ανάληψη. Κάποιοι φιλοσοφούντες, θεολόγοι, θεϊστές το είπαν αυτό. Έγινε η Ανάσταση και σκορπιέται μετά. Όχι.

Οι Άγιοι Πατέρες λένε: «ἀνελήφθη ἡ φύσις». Ανάληψη τι σημαίνει;

Πάμε στο ταμείο και στο ATM και κάνουμε ανάληψη. Αναλαμβάνουμε δηλαδή. Δεν είναι ότι την ανέστησε την ανθρώπινη φύση. Είναι ότι την ανέλαβε ως πρόσωπη συντροφής.

Για να υπάρχει η διφυής αιωνίως. Δεν είναι, σας είπα, Αναστάσεις εκ των νεκρών με αρχομετρία του Χριστού. Έκανε και Ανάσταση του Λαζάρου.

Και Ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν. Δεν είναι. Έκαναν αναστάσεις.

Και στις άλλες θρησκείες, εάν θεωρούσατε αναστάσεις, και στη μυθολογία. Εδώ δεν είναι απλά Ανάσταση.

Είναι και Ανάληψη. Δεν ήταν ανίσταται η Θεότητα. Και στη συνέχεια, μονίμως τη θεοποιεί.

Και μονίμως, μονίμως, η φύση ισχύεται δυνατή. Ενεργεί και ενεργεί υπέρ των αυτής θεσμών. Να ενεργεί και να ενεργεί την απεραντοσύνη της.

Αυτός ήταν ο σκοπός της αρχής μας. Η αναβάθμιση της ανθρώπινης φύσης κατά τους Έλληνες Πατέρες. Και αυτός είναι ο μεγάλος όρος.

Διότι δείχνει ότι η πρόθεση του Θεού είναι να μας κάνει θεούς, θεούς, θεούς. Τίποτα λιγότερο από ό,τι είναι ο ίδιος. Κατά χάριν όμως.

Κατά μετοχήν Του. Δεν είναι δηλαδή ο σκοπός ότι είμαστε πρώτη διάνοια. Είναι ότι σκορπάει ακριβώς τη δική Του ζωή πάνω μας.

Και τη μετέχουμε τη ζωή αυτή. Μετέχουμε στη ζωή αυτή. Και έτσι μπαίνουμε και στο θέμα το πάγκαλο σήμερα, που λέμε: «Τι είναι η Εκκλησία;»

Μετέχουμε στη ζωή αυτή γεννόμενοι μέλη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι ένα γεγονός.

Δεν είναι γεγονημά. Οι παλιοί μου φοιτητές —και εγώ πριν να έρθω εδώ— το θυμούνταν, ότι αγαπάτε να κάνουμε εκκλησιολογία.

Τι είναι η Εκκλησία; Έχει πάλι διαφορετικούς ορισμούς από τον καθένα. Η Εκκλησία είναι ένα γεγονός θείας αφομοιώσεως.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός μας κάνει αποδοχείς, υποδοχείς και φορείς της ίδιας της θείας ζωής. Σου δίνει τη ζωή και σου δίνει και τη θεία ζωή μετά, το πλήρωμα της ζωής. Σου δίνει το είναι και μετά το ευ είναι.

Και μετά το αεί ευ είναι. Μάξιμος πάλι. Λοιπόν, για τους Πατέρες, το ίδιο το δόγμα της Δημιουργίας συνδέεται με την εκκλησιολογία.

Δεν είναι δηλαδή ότι ο Θεός συνδέεται πρώτα με τη Χριστολογία και μετά με την εκκλησιολογία. Δεν είναι δηλαδή ότι ο Θεός έκανε τα όντα. Είναι ότι θέλησε να αναλάβει προαιώνως γνήσιο σώμα Του.

Δηλαδή ο σκοπός του Θεού είναι από το μηδέν να φτιάξει μια Εκκλησία. Το έχετε σκεφτεί αυτό πόσο ωραίο είναι; Δεν φτιάχνει ο Θεός απλώς τον κόσμο, τα όντα.

Θέλει να φτιάξει απλώς την Εκκλησία, το σώμα Του. Φτιάχνει το σώμα Του, επεκτείνει τον εαυτό Του, τον ίδιο τον εαυτό Του. Όχι κατά φύση, διότι δεν μπορεί να επεκταθεί ο Θεός κατά φύση.

Κατά χάριν όμως. Κατά χάριν σημαίνει ότι σου δίνει έτσι ό,τι σου δίνει κατά μετοχή. Δεν Τον κατέχεις, δεν είσαι εσύ Αυτός, ας πάψει να τον αρρωσταίνει.

Τρομακτικό· θα σου καταργούσε την ελευθερία. Γιατί ο μονοφυσιτισμός ήταν αίρεση και είναι ακόμα αίρεση; Ο μονοφυσιτισμός είναι αίρεση διότι καταργεί την ανθρώπινη φύση.

Και τα πάντα γίνονται ένας όρος. Όταν δεν έχουμε ισοτιμία, είναι κατά φύσιν. Όπως καταπίνω κάτι και δεν υπάρχει πλέον αυτό το καθεαυτό.

Είμαι εγώ που το φτιάχνω, το φτιάχνω σε μένα. Δεν είναι έτσι όμως. Ξαναλέω, η δωρεά είναι για χάρη του εαυτού της.

Δηλαδή για να έχεις τη χαρά της ζωής, τη χαρά της ύπαρξης. Και ολοκληρώνεται αυτό με την πλήρη μετοχή στη Θεία ζωή. Που θα μπορούσε, όπως θα έλεγαν οι Πατέρες, να μην υπάρχει αυτό.

Να πει ο Θεός: φτιάχνω μπροστά όντα, να περνάνε καλά δύο χρόνια και τελειώνει. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος νόμος που να επιβάλλει. Είναι έκπληξη ο Χριστιανισμός, θρησκειολογικά μιλώντας.

Και εγώ αυτή τη στιγμή είμαι καθηγητής θρησκειολογίας. Κατοικονομούμαι από 130 χρόνια καθηγητής δογματικής. Και ξαφνικά βρίσκομαι καθηγητής θρησκειολογίας, που σημαίνει τι;

Είχα τη δυνατότητα να εργαστώ όλα αυτά τα χρόνια περισσότερο σε άλλες θρησκείες. Είναι θρησκειολογικά μοναδικό αυτό το πράγμα. Δηλαδή δεν υπάρχει σε καμία απολύτως από τις λεγόμενες θρησκείες.

Είναι πολύ σοβαρό αυτό. Πάρτε το Ισλάμ, για παράδειγμα. Έτσι δεν είναι; Φωνάζει ο Θεός απέξω από την ευθεία.

Έτσι δεν είναι; Αντιγράφει την Παλαιά Διαθήκη το Ισλάμ. Έτσι καταγράφεται η Γραφή, η ιστορία της σχέσης κ.λπ. Η πτώση κανονικά, ο διάβολος, το δαιμόνιο της πτώσης.

Αν διαβάζετε το Κοράνι, δείτε όλα. Βέβαια αυτά είναι η ώρα της αμαρτίας, της πτώσης του Αδάμ, και λέει: ο Θεός τον συγχωρεί. Για να μην μπει συγχώρηση μέσα.

Συγχωρεί και τα παραστρατήματα ξεχασμένα. Αρχίζουν οι εντολές. Πραγματική κοινωνία ανθρώπου και Θεού δεν υπάρχει.

Ούτε υπάρχει ποτέ. Και ο παράδεισος ακόμα είναι μια προέκταση μιας γήινης ευτυχίας με φαΐ, με πιοτά, γερά, με μέλια, με παρθένες, παράτα.

Αυτό είναι ο παράδεισος. Συνάντηση δεν υπάρχει. Ακριβώς δεν υπάρχει ο Θεός, ο σαρκωμένος Θεός.

Ο σκοπός της αρχής, λοιπόν, είναι η μετάδοση της πληρότητας της Θείας ζωής στη δημιουργία, δηλαδή η δημιουργία της Εκκλησίας. Όταν λέμε το δόγμα της δημιουργίας, το αναλύουμε και καταλήγουμε πάντα στο ότι ο σκοπός, ο απώτερος, του Θεού είναι η εισαγωγή του Πρωτοτόκου στην οικουμένη.

Να γίνει, δηλαδή, μέρος του σώματος του Χριστού. Να έχει σώμα Χριστού η δημιουργία. Επομένως, η Εκκλησία.

Επομένως, η Εκκλησία. Επομένως, είναι ένα οντολογικό γεγονός. Δεν είναι ίδρυμα.

Δεν είναι μια ενδεχόμενη πρόταση. Ξέρω εγώ. Είναι κάτι όπως λένε οι αδελφοί μας οι καθολικοί.

Ένα όργανο σωτηρίας στη θέση του Χριστού, ο οποίος τη δημιουργεί και στο τέλος έρχεται η αντικατάσταση. Όχι. Είναι ο ίδιος ο Χριστός επεκτεινόμενος.

Δηλαδή, ενδεχόμενος. Γι’ αυτό και η Εκκλησία είναι μια τεράστια και αναπάντεχη χαρά. Να το ξέρετε.

Και όταν έχεις καλεστεί στη χαρά αυτή, είτε θέλεις είτε όχι, μετά γίνεσαι αυτή η χαρά. Και αυτή η μετάδοση της χαράς λέγεται κήρυγμα. Γι’ αυτό λέω εγώ, έλεγα στους παλιούς μου φοιτητές, μου έλεγαν τώρα τι είναι κήρυγμα και έλεγα: το κήρυγμα είναι μετάδοση, μετάγγιση αίματος, έλεγα.

Αν έχεις αίμα, μπορείς να κάνεις μετάγγιση. Αν δεν υπάρχει αίμα; Και είναι εκπληκτικό πράγμα ότι εμείς ως ιερείς ιερουργούμε ακριβώς αυτό το πράγμα, το μυστήριο δηλαδή της μεταβολής του κόσμου σε σώμα και αίμα Χριστού, στο οποίο μετέχουν προθύμως και μετά μετέχει ολόκληρη η δημιουργία σε αυτό.

Έτσι, γιατί ακριβώς αυτό το πράγμα είναι η Θεία Λειτουργία. Η Θεία Λειτουργία είναι παρά… αν καταλάβαινες τη Θεία Λειτουργία, θα μεθούσες από τη Θεία Λειτουργία. Δεν θα ήθελες να την αφήσεις.

Γιατί; Γιατί είναι ακριβώς αυτό που έχει να απηχηθεί. Παραδόξως, αν δεν συνεχίζετε με πληκτικότητα συνέχεια με αυτό που κάνει ο Υιός με τον Πατέρα. Να ξέρουμε ότι θα το κάνουμε εμείς ως ιερείς.

Τι κάνει ο Υιός που προσφέρεται αιωνίως στον Πατέρα; Έτσι δεν είναι; Τι κάνουμε εμείς;

Απευθυνόμαστε εις τον Πατέρα. Εκείνη η ευχή της αναφοράς απευθύνεται: «Πρὶν ὅλον τὸ ζαχατάει, τὸ ζαϊώνω, σάρσι καὶ βουλευτίνζειν». Απευθυνόμαστε στον Πατέρα.

Όλο αυτό ο «καπέστης πάντα» ποιο είναι ως εμάς. Και όλο αυτό το πράγμα συνέχεια εισάγουμε με τα δικά μας δώρα.

Και λέμε: «Ποίησον τὸν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ». Να μεταβάλει το Πνεύμα το Άγιο. Και να μεταβάλλεται ο άρτος ο πυρινός στο αναστημένο και αναληφθέν αυτό σώμα.

Απευθυνόμαστε, να κάνουμε ως μεσίτες εμείς οι άγιοι. Και όπως έλεγε ο Βησσαρίων, παππάς από τους αγίους που έχω γνωρίσει, έλεγε: εσείς τι πράγμα είναι η ιερωσύνη, μωρέ, νεαρέ; Βρέχει το Πνεύμα το Άγιο.

Κατεβαίνει και κατεβαίνει. Φεύγει, φεύγει. Δεν θέλει σημαντικό, ο Χριστός, να σας φύγει.

Αυτό σημαίνει. Όχι, δεν το έχω καθαρίσει. Κατεβαίνει με τη δύναμη της ιερωσύνης.

Κατεβαίνει με τη δύναμη ακριβώς της επίκλησης και του χαρίσματος της ιερωσύνης πλέον του Χριστού. Χάρισμα. Και έτσι παίρνουμε —είπα τη λέξη— την έννοια του χαρίσματος.

Η Εκκλησία αντιλαμβάνεται από χαρίσματα, είναι από χαρισματούχους. Στην Εκκλησία δεν είμαστε παθητικά μέλη μιας οργάνωσης, ξέρω εγώ, που έχει κάποιους λιγότερο άξιους ή περισσότερο άξιους ηγέτες.

Η πραγματικότητα της Εκκλησίας είναι μια πραγματικότητα μετοχής και αυτό εκφράζεται με τη θεωρία των χαρισμάτων. Λοιπόν, η θεωρία των χαρισμάτων είναι πάρα πολύ σημαντική θεολογία την οποία έδειξαν κορυφαίοι Πατέρες, από τον Μακάριο μέχρι τον Αρεοπαγίτη, κορυφή, και τον Μάξιμο τον Ομολογητή.

Λοιπόν, τι είναι τα χαρίσματα;

Τα χαρίσματα είναι αυτό που λέμε τα μέλη του σώματος του Χριστού. Δεν είναι όμως όπως να έχεις χέρια ανθρώπου, απλώς. Έχει μάτια, έχει αυτιά, έχει πόδια, έχει ειδικά όργανα, λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής.

Καθένα από αυτά είναι ένα χάρισμα, δηλαδή μια άκτιστη ενέργεια εκ του Πατρός, δι’ Υιού, εν Αγίω Πνεύματι στον κόσμο. Αυτό είναι η Εκκλησία. Το σώμα λοιπόν αυτό ολόκληρο, τα μέλη του σώματος, είναι άκτιστες ενέργειες τις οποίες οικειοποιούμεθα ο καθένας από μία ή καμιά φορά και από δυο, ανάλογα.

Δηλαδή είναι ο Χριστός ως χέρι, ο Χριστός ως πόδι, ο Χριστός ως αφομοίωση μετοχής, ο Χριστός ως κεφαλή, ο επίσκοπος, ο Χριστός ως στόμα, η διδασκαλία, ο Χριστός ως ιερέας, ο Χριστός ως επίσκοπος, ο Χριστός ως διάκονος, ο Χριστός ως μοναχός, ο Χριστός ως κατηχητής, ο Χριστός ως, ως, ως, ως… Βαπτίζεσαι εκεί μέσα.

Αυτό που λέμε είναι βάπτιση. Τι το βάπτισμα κάνει;

Έχοντας πάρει τον Αυγουστίνο, και έχει αυτό το πράγμα επικρατήσει παντού, θεωρούμε ότι είναι συγχώρηση προπατορικού αμαρτήματος και τέτοια. Πού το βρήκαμε αυτό; Στον Αυγουστίνο.

Ο Αυγουστίνος είχε νομικές προϋποθέσεις, δικό του λάθος· είχε γνώσεις, δηλαδή ήταν καλός άγιος άνθρωπος, αλλά έκανε λάθη, σημαντικά λάθη. Δεν ήξερε ελληνικά, δεν διάβασε ποτέ Πατέρες, δεν ήξερε.

Αλλά έκανε τρομερές προσπάθειες. Άγιος άνθρωπος, τα λέμε, έκανε λάθη. Και στο θέμα του Filioque και στη θεατρολογία και λοιπά, και στο θέμα του Αυγουστίνου, του προορισμού, όλα είναι λάθη, τα οποία οι Άγιοι Πατέρες τα ξεπέρασαν.

Είχαν τον Ωριγένη, βέβαια, προβλήματα και λοιπά, είχαν συναντήσεις με τον Ωριγένη, είχαν ζητήματα, αλλά οι μεγάλοι Πατέρες, και από εκεί ο Μάξιμος και λοιπά, άνοιξαν όλους τους ορίζοντες.

Τώρα, τι ακριβώς συμβαίνει με το βάπτισμα; Το βάπτισμα είναι ένα μυστήριο υιοθεσίας.

Τι σημαίνει η υιοθεσία; Σημαίνει ότι βγαίνω στον δρόμο, στη Σιάτιστα τώρα, και συναντάω ένα παιδάκι που υποφέρει στον δρόμο και ζητάει ελεημοσύνη.

Και το πλησιάζω και του λέω: κοίταξε να δεις, για κάποιον λόγο θα σε βάλω στον οίκο, στο σπίτι, και εγώ θα είμαι ο πατέρας, είμαι πατέρας πολλών σαν κι εσένα.

Ε, τον πλησιάζω εγώ, τον πλησιάζει ο γιος μου. Είναι ο γιος μου, είναι ο γιος μου· είναι παιδί και αυτός, είναι άνθρωπος. Ο Χριστός τον πλησιάζει.

Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλάει ο Θεός στον κόσμο. Είναι ο Χριστός. Έτσι. Λοιπόν, τους καλεί και τους ονομάζει αδελφούς Του.

Πώς θα εκφραστεί αυτή η αδελφοσύνη με τον Χριστό, δηλαδή η υιοθεσία των πάντων στο όνομα του Χριστού; Γιατί ο πατέρας αγαπάει τον γιο μου· όταν ο γιος μου φέρει φίλους, λέει: παιδιά είστε αδέλφια του παιδιού μου. Έτσι, σας δέχομαι όλους.

Έτσι, στον οίκο αυτόν, τον οίκο του Πατρός, που είναι η Εκκλησία. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτογραφείται κανείς αδελφός του Χριστού, δηλαδή γιος του Πατρός κατά χάριν, είναι το βάπτισμα. Με το βάπτισμα μπαίνουμε, βαπτιζόμαστε στον τρόπο του Χριστού.

Στον θάνατο και την Ανάσταση, δηλαδή, ώστε να συσταθεί θέλημα. Από ανώνυμα όντα που είμαστε, κλεισμένα στον εαυτό μας, γινόμαστε προσφερόμενα όντα στο όνομα του Χριστού και αναλαμβάνουμε τη χάρη της αυτοπροσφοράς στον Πατέρα, όπως ακριβώς ο Υιός ως άνθρωπος.

Τι λέει ο Χριστός; Δεν είναι η θυσιαστική αυτοπροσφορά Του ως ανθρώπου στον Πατέρα; Ακριβώς αυτό γινόμαστε κι εμείς. Αναλαμβάνουμε τη χάρη του Χριστού. Αν δεν το αξιολογήσουμε, το βάπτισμα δεν επιβάλλεται με τη βία.

Έχουμε, λοιπόν, τη χάρη της υιοθεσίας. Ένα. Στις μέρες μας έχουμε και χρίσμα. Πώς θα εκφράσει ο καθένας τη χάρη αυτή της υιοθεσίας του; Διά ενός ιδιαίτερου χαρίσματος.

Και τοποθετείται από το Άγιο Πνεύμα σε ένα μέρος του σώματος του Χριστού. Άλλος στα χέρια, άλλος στα πόδια, άλλος στα γεννητικά όργανα, λέει ο Άγιος Μάξιμος. Δηλαδή, είναι πραγματικός πατήρ. Μεγάλο πράγμα.

Στα πόδια, στα χέρια, όλοι. Και έτσι έχουν μια δουλειά στον οίκο του Πατρός. Έχουμε δύο πράγματα.

Υιοθεσία, ανεβή του Χριστού. Και εργασία ιδιαίτερη. Η εργασία αυτή, λοιπόν, λέγεται χάρισμα.

Είναι η οικείωση μιας άκτιστης ενέργειας, του χαρίσματος, το οποίο είναι για τον καθένα ιδιαίτερο. Και στη συνέχεια, αφού πάρουμε χάρισμα, έχουμε την κοινή τράπεζα.

Τη Θεία Ευχαριστία. Όπου όλοι οι χαρισματούχοι, έτσι, κοινωνούν. Τι κοινωνούν;

Τον ίδιο τον Χριστό, τον Θεό. Δηλαδή, τον Πατέρα, εν Υιώ και Πνεύματι, στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι.

Και εκεί, με τον τρόπο αυτόν, συγκροτείται εν Υιώ και Πνεύματι. Δηλαδή, ο καθένας αποκτάει όλους αυτούς τους μέλη. Και όλοι είμαστε του Χριστού.

Και για τον άλλον έχει ο καθένας τα πάντα. Το δικό του χάρισμα είναι ένα. Τα χαρίσματα όμως περιχωρούν, θα μας πούνε οι Πατέρες.

Ο Άγιος Μάξιμος λέει το εξής. Κάθε χάρισμα τι κάνει; Διευκολύνει, σώζει, βοηθάει όλα τα άλλα.

Όπως το χέρι, δηλαδή, εργάζεται για όλο το σώμα. Το χέρι δεν αυτονομείται, ούτε το πόδι, ούτε το μυαλό. Κάθε χάρισμα, λέει.

Λέει μια φοβερή, μεγαλοφυή φράση. Έχουμε μεγάλους Πατέρες με τέτοια μεγαλοφυΐα. Άλλο να είσαι άγιος και άλλο να είσαι μεγαλοφυής και άγιος.

Αυτό είναι μεγάλο πράγμα, πολύ σπάνιο. Τα χαρίσματα είναι «θάτερον θατέρῳ κατ’ ἐναλλαγὴν μέλη». Όλα τα χαρίσματα, το καθένα υπάρχει μέσα στον άλλον.

Συγγνώμη. Όλα υπάρχουν μέσα στον καθένα. Δηλαδή όταν τα χαρίσματα λειτουργούν σωστά, βοηθάει όλα τα χαρίσματα, περιχωρεί να λειτουργούν σωστά.

Ας πούμε ότι σε μια ενορία ο παπάς δεν είναι καλός. Η δουλειά του διακόνου δεν είναι να τον υποκαταστήσει. Είναι να είναι σωστός ως διάκονος.

Ο άριστος διάκονος, σύμφωνα με τη χάρη του χαρίσματος που έχει, του Χριστού ως διακόνου —αυτό είναι το χάρισμά του— βοηθάει και τον πρεσβύτερο να αναπτύξει το χάρισμα το δικό του.

Όχι κατάκριση και καταγώνιασμα. Ή ο μοναχός. Ένας αληθινός μοναχός περιχωρεί όλα τα χαρίσματα και με την προσευχή και την αγάπη τα βοηθάει όλα να λειτουργούν το καθένα σωστά και να περιχωρεί το καθένα όλα τα άλλα.

Δεν υπάρχει χάρισμα ιδιωτικό στην Εκκλησία. Χάρισμα ιδιωτικό. Γι’ αυτό και λέμε πάντοτε στη χειροτονία.

Είμαστε όλοι χειροτονημένοι και ανήκουμε όλοι σε μια Μητρόπολη. Έτσι δεν είναι; Δεν χειροτονείται κανένας και να βάλει στην κάρτα του: Νικόλαος, βοηθικός παπάς, εκτελούνται αιρετικές εργασίες.

Όχι. Ούτε μπορούν οι επίσκοποι να μη μνημονεύσουν τους επισκόπους. Αυτό το θέμα του επισκόπου ήταν ένα πολύ σοβαρό θέμα.

Δεν μπορεί. Ούτε επίσκοποι λειτουργούν χωρίς να μνημονεύουν την εκκλησιαστική τους αρχή. Ούτε η εκκλησιαστική αρχή.

Ο Πατριάρχης μπορεί να λειτουργήσει, προσέξτε, χωρίς αναφορά στους άλλους; Έρχεται στα άλλα Πατριαρχεία, στα άλλα. Αυτό να το χάσουμε το μυστήριο.

Μην το χάσουμε το μυστήριο. Δεν είναι δηλαδή… Και εγώ διαφέρομαι από τους παπικούς και κάνουμε και μεγάλο αγώνα. Εγώ είμαι στον διάλογο με τους παπικούς είκοσι χρόνια, ξέρετε.

Λοιπόν, και σπούδασα και θεολογία τους στο Παρίσι κάποια στιγμή. Σας λέω, κάνουν μεγάλο μόχθο οι άνθρωποι.

Και η μεγάλη τους σήμερα ανακάλυψη είναι η συνοδικότητα. Οι μανιάτες που εμείς μεταβιβάζουμε, αυτά είναι ιστορία. Όλοι για συνοδικότητα μιλάμε.

Πάνε στους παπικούς. Λοιπόν, η συνοδικότητα, γιατί κάνουν σαν ελεημασμένοι. Πρώτη, δεύτερη Βατικανή· συνοδικότητα, ουσιαστικά, δεν υπάρχει.

Και τώρα κάνουν και κάτι τέτοιους πάπες, έτσι, λίγο εκεί, όπως είναι και ο Φραγκίσκος. Και ο Τόλινος, που είναι έτσι… παρεάτη, αγκητήριξε, εγώ. Δηλαδή διαβιούν αυτό το κλίμα.

Ποιο κλίμα; Το να υπάρχουν και άλλοι, να είναι πραγματική Εκκλησία, να έχει ένα χάρισμα ηγεμονικό, το οποίο έχει την αλήθεια εξαίρεση, όπως λέει η Δεύτερη Βατικανή, και χωρίς consensus ecclesiae, χωρίς να έχει Εκκλησία να συμφωνεί.

Ποιος πάπας είναι; Αυτός το σωστό ένιωσε. Αλλά αυτό είναι λάθος. Γιατί είναι λάθος;

Γιατί όλοι οι χαρισματούχοι μετέχουν στον Χριστό, αλλά μετέχουν στην αλήθεια. Αυτό είναι η συνοδικότητα. Ότι όλοι, όλοι, όλοι οι χαρισματούχοι, όλοι οι βαπτισμένοι και χρισμένοι, είναι γεγονότα παρουσίας του Χριστού.

Όλα τα χαρίσματα είναι εις τύπον και τόπον Χριστού. Όλα, όλα, όλα, όλα, όλα. Όταν έπαιρνα αυτό, έλαβα και οι μάρτυρες εδώ, τους έκοβα εγώ στις εξετάσεις.

Έκανα πάντα τη μόνη ερώτηση αυτή: ποιο χάρισμα είναι εις τύπον και τόπον Χριστού; Δεν το ψάχναμε.

Τι έλεγαν; Έλεγαν: ο επίσκοπος. Έλεγα: τον Σεπτέμβριο. Η επιμονή.

Ε, η επιμονή του Σεπτεμβρίου. Στην αρχή η επιμονή του Σεπτεμβρίου. Μετά το Άγιο το ψιθυρίζουν με τα χείλη.

Και στο τέλος δεν είχε ανάγκη ο επίσκοπος να τον μεταβάλεις σε συνταγματάρχη. Δεν είναι αυτό ο επίσκοπος. Τι είναι ο επίσκοπος;

Ο επίσκοπος είναι αυτός ο οποίος χαίρεται την ανάπτυξη όλων των χαρισμάτων. Αυτό είναι το δικό του χάρισμα: να διδάσκει τα χαρίσματα όλα να λειτουργούν σωστά, όμως, ή όχι.

Και στη συνέχεια να εκφράζει την ενότητα αυτήν προς τα έξω. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό έργο του επισκόπου, που είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί αποδεικνύει ακριβώς ότι είμαστε ένα σώμα.

Δηλαδή, στο γεγονός της ενότητας της Εκκλησίας μετέχουν όλοι οι από εμάς. Όλοι οι χαρισματούχοι. Δεν επιβάλλεται από πάνω με τη βία, όπως στον στρατό ο συνταγματάρχης.

Δεν είναι. Είτε τον θέλουμε είτε δεν τον θέλουμε, στρατιώτες. Επιβάλλεται από πάνω με τη βία και τέρμα.

Δεν επιβάλλει κανένα στρατό. Δεν μετέχουν σε ένα ανάδειγμα ενότητας οι στρατιώτες. Πολλοί άνθρωποι σηκώνονται και γυρνώνται.

Όταν κτίσουν ο άνθρωπος δεν είναι. Έτσι. Στο Ύψωμα 731.

Στην Ιταλική. Στον μεγάλο Ιταλικό πόλεμο. Βρεθήκαν όλοι στο ιταλικό στρατό.

Μια χούφτα Έλληνες. Και ο συνταγματάρχης ο Κασλάς. Τι έκανε;

Πήρε το όπλο και είπε: «Όποιος υποχωρήσει θα πεθάνει από μένα. Θα πεθάνουν όλοι εδώ κι εγώ».

Και κατέβηκαν από τον ιταλικό στρατό. Συγκλονιστικό γεγονός. Από τα μεγαλύτερα.

Δεν είναι; Μπορεί όμως μέσα τους να θέλουν να φύγουν. Γιατί;

Στην Εκκλησία δεν θέλουμε να φύγουν. Είμαστε ελεύθεροι. Σας είπα.

Ο Χριστός δεν εκβιάζει την αγάπη σου. Δεν θέλει τη βία. Δεν θέλει το καθήκον να πάρει.

Τι καθήκον; Αν ερωτευθήκατε ποτέ —και πολλοί από σας ερωτευθήκατε, φαντάζομαι— ήταν καθήκον ο έρως;

Άμα τη βλέπεις, την υποψήφια αγαπητικιά, για δύο-τρεις μέρες. Ναι.

Αρρώστησες. Αυτό είναι. Γι’ αυτό και οι πνευματικοί Πατέρες αυτές τις εκφράσεις χρησιμοποίησαν.

Για να μην έχουμε τη διατήρησή μας πάνω από τον Θεό. Έρως.

Φίλος. Έρως. Βλέπεις τον Άγιο Παΐσιο.

Ήτανε κάποιοι πνευματικοί εκεί πέρα, κι εγώ μαζί. Ακριβώς άρχισε ο γέροντας απευθυνόμενος σ’ έναν από μας: «Έρχονται εδώ κάποιοι που χάσανε τον Θεό. Πήγανε ντοκ».

Και πολλοί τους συμπονούν. Δεν τους συμπονώ, λέει ο γέροντας. Γιατί ο Άδης ο Λευκενός ήρθε.

Για μένα που τότε ήμουν στην εκκλησία. Ήμουν άθεος εγώ. Λοιπόν, ήταν σοκ αυτό.

Ερωτευμένος είσαι, δεν του λέω; Ναι.
 ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
Λέω: και πώς; Έτσι να μιλήσετε πάνω, αν σ’ αλυσόδεναν με δεκαπέντε μαξιλάρια για τριακόσια, είμαι ερωτευμένος.

Α, φοβερό. Δεν υπάρχει αυτή η σχέση μετά του Θεού. Έρως.

Και μάλιστα έρως ο οποίος, λέει ο Καβάσιλας, ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, που θα γιορτάσουμε σε λίγο, σε έναν μήνα είναι, λέγεται ο Χριστός, το κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων.

Είναι κορυφή. Ο μέγας έρως. Δεν υπάρχει ούτε το μεγαλύτερο.

Γι’ αυτό και μετά η Λειτουργία βάσανο, η διακονία βάσανο. Ότι βάσανο; Ο ερωτευμένος άνθρωπος ποτέ δεν κάνει αρκετά γι’ αυτό που ερωτεύθηκε. Ναι ή όχι;

Και μάλιστα να μη βλέπεις τη δική του αγάπη, τη δική Του. Γιατί όταν ξεκινήσεις από τον δρόμο, μετά αρχίζεις και βλέπεις ο Χριστός. ....


Συνεχίζεται

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΔΥΣΤΥΧΩΣ. ΣΤΙΣ ΕΚΣΤΑΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕΤ' ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΞΕΧΝΑ ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ. Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ  ΧΩΡΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΜΟΡΦΩΤΟΥΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΛΛΗΝΕΣ

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1


ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1

περὶ τοῦ τίνων σύμβολα τὰ κατὰ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τῆς συνάξεως τελούμενα καθέστηκη.

ΠΡΟΟΙΜΙON

(657 C) Πῶς σοφώτερος γίνεται λαβὼν ἀφορμὴν ὁ σοφός, καὶ δίκαιος γνοὺς προσθήσει τοῦ δέχεσθαι, κατὰ τὴν θείαν παροιμίαν, σαφῶς αὐτός, πάντων μοι τιμιώτατε, κατ᾿ αὐτὴν ἔδειξας τὴν πεῖραν, ἔργῳ διδάξας ὅπερ ὁ θεῖος σοφῶς ὑπαινίσ-σεται λόγος. "Απαξ γὰρ ἀκούσας μου κατ᾿ ἐπιδρομὴν ἐπιτόμως, ὡς οἷόν τε ἦν, ἀφηγουμένου τὰ ἄλλῳ τινὶ μεγάλῳ γέροντι, καὶ ὄντως τὰ θεῖα σοφῷ περί τε τῆς ἁγίας ᾿Εκκλησίας, καὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἐπιτελουμένης ἁγίας συνάξεως καλῶς τε καὶ μυστικῶς· θεωρηθέντα, καὶ ὡς ἐνῆν μάλιστα διδασκαλικῶς, ἀπήτεις με κατεπεί-(660 Α)-γων ἐξ αὐτῆς ἔγγραφόν σοι ποιεῖσθαι τὴν τού-των διήγησιν, λήθης φάρμακον καὶ βοήθειαν μνήμης ἔχειν τὸ γράμμα βεβουλημένος, φυσικῶς τὸν χρόνον ἐχούσης φά-σκων δαμάζοντα· καὶ ἀνεπαισθήτως διὰ λήθης τῶν ἐναποκει-μένων συλᾷν τε καὶ ἀφανίζειν παντελῶς τοὺς τύπους καὶ τὰς εἰκόνας δυνάμενον, καὶ διὰ τοῦτο πάντως δεομένης τοῦ ἀνα-καινίζοντος τρόπου, καθ' ὃν ἡ τοῦ λόγου δύναμις διὰ παντὸς ἀκμάζουσα συντηρεῖν πέφυκε τὴν μνήμην ἀπαθῆ καὶ ἀμείω-τον. Ὅσον δὲ τοῦ ἁπλῶς ἀκούειν τὸ καὶ διαμονὴν ἀκαθαίρε τον τῶν ἀκουσθέντων ἐπιζητεῖν ἐστι σοφώτερον, ἐπίσταται πάντως πᾶς ὁ καὶ μικρὸν εὐγενείας λογικῆς ἐπιμελούμενος, καὶ μὴ πάντη τῆς πρὸς τὸν λόγον οἰκειότητος ὑπάρχων ἀλλότριος.

(Β) Κἀγὼ μὲν ὤκνουν παρὰ τὴν ἀρχὴν, τοῦ λόγου εἰρήσεται γὰρ τάληθές – τὴν ὑπόθεσιν παραιτούμενος· οὐ τῷ μὴ θέλειν ὑμῖν, ἠγαπημένοι, παντὶ τρόπῳ διδόναι κατὰ δύ-ναμιν τὸ καταθύμιον, ἀλλὰ τῷ μήτε τῆς ἐναγούσης πρὸς τοῦ-το τοὺς ἀξίους μετειληφέναι χάριτος, μήτε τὴν πεῖραν ἔχειν τῆς πρὸς τὸ λέγειν δυνάμεώς τε καὶ τριβῆς, ἰδιωτείᾳ συντε-θραμμένος καὶ λόγων τεχνικῶν παντελῶς ἀμύητος ὑπάρχων τῶν ἐν μόνῃ τῇ προσφορᾷ τὴν χάριν ἐχόντων, οἷς οἱ πολ-λοὶ μάλιστα χαίρουσι τῇ ἀκοῇ τὴν ἡδονὴν περιγράφοντες, κἂν εἰ μηδὲν τῶν τιμίων διὰ βάθους πολλάκις ἔχοιεν· καὶ τῷ, <ὡς> κυριώτερον εἰπεῖν καὶ ἀληθέστερον, δεδοικέναι μὴ καθυβρίσειν τῇ εὐτελείᾳ τοῦ ἡμετέρου λόγου τὴν ἐκείνου τοῦ μακαρίου ἀνδρὸς περὶ τῶν θείων ὑψηγορίαν τε (C) καὶ νόησιν. Ὅμως δ᾽ οὖν ὕστερον τῇ βίᾳ τῆς ἀγάπης εἴξας τῆς πάντων ἰσχυροτέρας ἐδεξάμην ἑκὼν τὸ ἐπίταγμα, γελᾶσθαι μᾶλλον ἐπ᾿ αὐθαδείᾳ τε καὶ ἀπαιδευσίᾳ δι᾽ εὐπείθειαν παρὰ τῶν μεμ-ψιμοίρων ἑλόμενος ἢ ὑμῖν διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐν παντὶ καλῷ μὴ συμπροθυμεῖσθαι βούλεσθαι νομισθῆναι, τὴν περὶ τοῦ πῶς εἰπεῖν μέριμναν τῷ Θεῷ ἐπιρρίψας τῷ μόνῳ θαυ-ματουργῷ καὶ διδάσκοντι μὲν ἄνθρωπον γνῶσιν, τρανοῦντι δὲ γλῶσσαν μογιλάλων, καὶ τοῖς ἀπόροις πόρον ἐπινοοῦντι καὶ ἐγείροντι μὲν ἀπὸ γῆς πτωχόν, ἀπὸ δὲ κοπρίας ἀνυψοῦντι πένητα· τοῦ σαρκικοῦ λέγω φρονήματος καὶ τῆς δυσώδους τῶν παθῶν ἰλύος· τὸν πτωχὸν τῷ πνεύματι ἢ τὸν κακίας πτωχεύοντα, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὴν πενόμενον ἕξεως, ἢ τούναν-τίον καὶ τὸν ἔτι τῷ νόμῳ (D) τῆς σαρκὸς καὶ τοῖς πάθεσιν ἐνεχόμενον καὶ διὰ τοῦτο τῆς κατ᾿ ἀρετὴν καὶ γνῶσιν πτω-χεύοντα καὶ πενόμενον χάριτος. ᾿Αλλ᾽ ἐπειδὴ τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ ᾿Αρεοπαγίτῃ ἐν τῇ περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ῾Ιεραρχίας πραγματείᾳ καὶ τὰ κατὰ τὴν ἱερὰν (661 Α) τῆς ἁγίας συνάξεως τελετὴν ἀξίως τῆς αὐτοῦ μεγαλονοίας τεθεώρηται σύμβολα, ἰστέον ὡς οὐ τὰ αὐτὰ νῦν ὁ λόγος διεξέρχεται, οὔτε διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνῳ προέρχεται. Τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον, καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια, ἀλλ᾽ ὅσα καὶ ἄλλοις ὡς ληπτὰ παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρώπως βουλήσει Θεοῦ παρελείφθη πρὸς ἔκθεσιν καὶ γυμνασίαν τῆς αὐτῶν ἐκείνων περὶ τὰ θεῖα κατὰ τὴν ἔφεσιν ἕξεως, καὶ δι᾽ ὧν συμμέτρως αὐτοῖς ἡ παμφαὴς τῶν τελουμένων ἀκτὶς κατανοουμένη καθίσταται γνώ-ριμος καὶ πρὸς ἑαυτὴν κατέχει τοὺς πόθῳ περιληφθέντας, ἵνα μὴ παντελῶς οἱ μετ᾿ αὐτὸν ὦσιν ἀργοί, τὴν πᾶσαν τοῦ (Β) χρόνου τῆς παρούσης ζωῆς ἡμέραν, οὐκ ἔχοντες τὸν πρὸς τὴν θείαν ἐκείνην ἀμπελουργίαν μισθούμενον λόγον, τὸν ὑπὲρ τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τοῦ πνευματικοῦ ἀμπελῶνος, τὸ συλωθὲν κατ᾿ ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ πονηροῦ δι᾽ ἀπάτης κατὰ τὴν τῆς ἐντολῆς παράβασιν, πνευματικὸν τῆς θείας καὶ βασιλικωτάτης εἰκόνος δηνάριον ἀποδιδόντα.

Μετάφραση

Μυσταγωγία

Στο οποίο εξηγείται τίνος σύμβολα είναι οι τελετές που τελούνται κατά την αγία Εκκλησία, κατά τη σύναξη.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Με ποιον τρόπο ο σοφός, βρίσκοντας την ευκαιρία, γίνεται σοφότερος· και ο δίκαιος, αφού γνωρίσει, θα σπεύσει να μάθει, σύμφωνα με τη θεία παροιμία¹, το έδειξες καθαρά με την ίδια την εμπειρία εσύ ο ίδιος, σεβασμιότατε για μένα ανάμεσα σε όλους, διδάσκοντας στην πράξη εκείνο που η θεία Γραφή σοφά υποδηλώνει.

Πράγματι, κάποτε, αφού με άκουσες να εξηγώ, βιαστικά και συνοπτικά, όσο μπορούσα, τις ωραίες και μυστικές θεωρήσεις ενός άλλου μεγάλου γέροντα, πραγματικά διδαγμένου στα θεία, σχετικά με την αγία Εκκλησία και την αγία σύναξη που τελείται μέσα σε αυτήν, και όσο καλύτερα μπορούσα με σκοπό να διδάξω, έσπευσες να μου ζητήσεις να συντάξω γραπτή έκθεση αυτών των πραγμάτων, θέλοντας να έχεις το γραπτό μου ως φάρμακο της λήθης και βοήθημα της μνήμης.

Έλεγες ότι, φυσικά, ο χρόνος την νικά, και ανεπαίσθητα, μέσω της λήθης, μπορεί να φθείρει και να καταστρέψει τις μορφές και τις εικόνες των ωραίων πραγμάτων που περιέχονται εκεί· και γι’ αυτό έχει με κάθε τρόπο ανάγκη από κάτι που να την ανανεώνει, ώστε η πάντοτε ισχυρή δύναμη του λόγου να μπορεί να διατηρεί την ανάμνηση απαραβίαστη και ακέραιη.
Και πόσο σοφότερο πράγμα είναι η αναζήτηση ανεξάλειπτης μνήμης των όσων ακούστηκαν από την απλή ακρόαση, ασφαλώς δεν το αγνοεί κανείς που φροντίζει έστω και λίγο για την ευγένεια του λόγου και δεν είναι εντελώς ξένος προς την εξοικείωση με αυτόν.

Β

Και στην αρχή, αληθινά, δίσταζα —γιατί να μην το πω;— να αναλάβω ένα τέτοιο θέμα· όχι επειδή δεν ήθελα, αγαπητοί, να εκπληρώσω με κάποιον τρόπο, κατά τις δυνάμεις μου, την επιθυμία της καρδιάς σας, αλλά επειδή δεν είμαι μέτοχος της χάριτος που οδηγεί σε αυτό όσους είναι άξιοι, και είμαι άπειρος στη δύναμη και στη χρήση της γραφής, έχοντας ζήσει πάντοτε στην αφάνεια και καθόλου μυημένος στους κανόνες της σύνθεσης, οι οποίοι, μόνο μέσω της έκφρασης, βρίσκουν εύνοια —και με τους οποίους προπάντων ευχαριστείται ο κόσμος, περιορίζοντας την ευχαρίστηση στην ακοή, ακόμη κι αν συχνά δεν περιέχουν τίποτε άξιο και βαθύ—· και τέλος, πράγμα που είναι το σπουδαιότερο και αληθέστερο, επειδή φοβόμουν μήπως, με την αναξιότητα των λόγων μου, προσβάλω την υψηλή σύλληψη εκείνου του μακαρίου ανθρώπου γύρω από τα θεία πράγματα.

Ωστόσο, έπειτα, υποχωρώντας στη δύναμη της αγάπης, που είναι η μεγαλύτερη από όλες, δέχθηκα πρόθυμα την εντολή, προτιμώντας, υπακούοντάς σας, να γίνω αντικείμενο χλεύης από τους δυσαρεστημένους για την τόλμη και την άγνοιά μου, παρά, καθυστερώντας, να φανώ απρόθυμος να θέσω τις δυνάμεις μου στην υπηρεσία σας για κάθε καλό πράγμα. Και ανέθεσα τη φροντίδα της συγγραφής στον Θεό, ο οποίος μόνος ποιεί θαυμάσια², και διδάσκει τη γνώση στους ανθρώπους³, και κάνει καθαρή τη γλώσσα των τραυλών⁴, και βλέπει διέξοδο ακόμη και μέσα στις αμηχανίες, και σηκώνει από τη γη τον φτωχό και υψώνει τον πένητα από την κοπριά⁵, δηλαδή από τους σαρκικούς λογισμούς και από τον δυσώδη βούρκο των παθών· είτε πρόκειται για τον φτωχό τω πνεύματι, είτε για εκείνον που είναι φτωχός ως προς την κακία και στερημένος από τις δυνάμεις που προέρχονται από αυτήν, είτε, αντίθετα, για εκείνον που είναι ακόμη μπλεγμένος στον νόμο και στα πάθη της σάρκας, και γι’ αυτό είναι άπορος και φτωχός από τη χάρη που υπάρχει κατά την αρετή και τη γνώση.

Αλλά επειδή και τα σύμβολα στην ιερή τέλεση της αγίας σύναξης θεωρήθηκαν, με τρόπο αντάξιο του υψηλού του νου, από εκείνον τον αγιότατο και αληθινά θείο ερμηνευτή, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, στο έργο περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτό το δικό μας βιβλίο δεν θα πραγματευθεί τα ίδια πράγματα, ούτε θα προχωρήσει με τα ίδια επιχειρήματα με εκείνο. Διότι αληθινά θα ήταν πράγμα τολμηρό και αλαζονικό και κοντά στην ανοησία, για εκείνον που δεν μπορεί ούτε να τον ακολουθήσει ούτε να τον κατανοήσει, να καταπιαστεί με τα ίδια πράγματα και να οικειοποιηθεί εκείνα τα μυστήρια που μόνο σε εκείνον, με θεία χάρη, αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα.

Αλλά εκείνα τα πράγματα που από εκείνον, κατά αγαθή θεία βούληση, παραλείφθηκαν, ώστε να μπορέσουν ακόμη να αναληφθούν από άλλους, για την εξήγηση και για την άσκηση της συνήθειας αυτών των πραγμάτων σύμφωνα με τον πόθο για τα θεία· και μέσω των οποίων η λαμπρότατη ακτίνα των τελουμένων τελετών, όταν κατανοηθεί, γίνεται γι’ αυτούς καταλλήλως νοητή και οδηγεί προς τον εαυτό της όσους κυριεύονται από τον πόθο· ώστε οι μεταγενέστεροι, σε όλο τον χρόνο της παρούσας ζωής, να μη μείνουν εντελώς αργοί, χωρίς να έχουν τον λόγο που μας δίνεται ως μισθός για την καλλιέργεια του θείου αμπελώνα⁶, δηλαδή ως αντάλλαγμα για την πνευματική εργασία του πνευματικού αμπελώνα, ο οποίος αρχικά μας είχε αρπαχθεί με απάτη από τον πονηρό λόγω της παράβασης της εντολής, και ο οποίος τώρα μας αποδίδει τον πνευματικό μισθό της θείας και βασιλικής εικόνας.

Κοσμική Λειτουργία 3 Το Σύμπαν κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή

Συνέχεια από Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Κοσμική Λειτουργία 3

Το Σύμπαν κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή

Hans Urs von Balthasar


ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ (1961)

Όταν ο Herder δημοσίευσε για πρώτη φορά αυτή τη μελέτη, μέσα στη σύγχυση του πολέμου πριν από είκοσι χρόνια —το 1941— ταυτόχρονα με δύο άλλες συναφείς έρευνές μου: Die Gnostischen Centurien des Maximus Confessor (Herder, 1941) και «Das Scholienwerk des Johannes von Scythopolis», Scholastik 16 (1940): 16-38, σχετικά με τα σχόλια στον Ψευδο-Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ήταν μια κίνηση σε ουσιαστικά αχαρτογράφητο έδαφος. Εκτός από τις συμβολές των Grumel, Devreesse, Peitz και Montmasson σε επιμέρους όψεις της βιογραφίας του Μαξίμου ή της φιλολογικής γνησιότητας, η μόνη πρόσφατη μελέτη ήταν το σύντομο αλλά πολύτιμο έργο του M. Viller, που έδειχνε τη σχέση ανάμεσα στον Μάξιμο και τον Ευάγριο.¹ Ως αποτέλεσμα, το σχεδίασμά μου για την κοσμοθεωρία του Ομολογητή είχε τη σκηνή αποκλειστικά για τον εαυτό του. Ο σκοπός του βιβλίου, πάνω απ’ όλα, ήταν να θέσει μια προοπτική που θα έβαζε τις λεπτομέρειες στη θέση τους, να υποδείξει τον αστερισμό που παρουσιάζουν σε εμάς τα έργα του στους θεολογικούς ουρανούς και τις γραμμές που συνδέουν άστρο με άστρο. Οι δύο συνοδευτικές μελέτες που ανέφερα, σχετικά με δύο αποφασιστικά σημαντικά έργα [αποδιδόμενα στον Μάξιμο], είχαν σκοπό μόνο να υπηρετήσουν αυτόν τον ευρύτερο εκθετικό σκοπό: τα περισσότερα σχόλια στον Ψευδο-Διονύσιο μπορούσαν να αποκλειστούν ως μη γνήσια, ενώ οι Κεφάλαια περί γνώσεως, που κάνουν τόσο παράξενη εντύπωση στον αναγνώστη, έπρεπε να αναγνωριστούν ως γνήσια. Επιπλέον, το βιβλίο έκανε μια πρώτη απόπειρα χρονολογικής ταξινόμησης των συγγραμμάτων του Μαξίμου, κάτι που ήταν επίσης απαραίτητο, αν ήθελε κανείς να αποκτήσει μια εικόνα της υποκείμενης δομής τους.

Από εκείνη την πρώτη αναμόχλευση του εδάφους, έχει γίνει πολλή εργασία. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε το καλό βιβλίο του Josef Loosen, Logos und Pneuma im begnadeten Menschen bei Maximus Confessor,² και ακολούθησαν —ακόμη σημαντικότερα— οι προσεκτικές, ακριβείς μελέτες του Polycarp Sherwood, O.S.B.³ Αυτά τα τελευταία έργα οδήγησαν σε σαφή αποτελέσματα σε αρκετά σημεία: τα πιο σκοτεινά έργα του Ομολογητή, τα Ambigua, ήρθαν τώρα πιο κοντά στο φως· μία από τις κύριες μέριμνές του, η πολεμική εναντίον του ωριγενισμού, υπογραμμίστηκε κατάλληλα· η χρονολογία της ζωής και των έργων του εξετάστηκε και αναπτύχθηκε με τη μέγιστη φροντίδα· και το ζήτημα των σχολίων στον Ψευδο-Διονύσιο διερευνήθηκε περαιτέρω. Επιπλέον, η συγκεχυμένη ιστορία του θεολογικού υποβάθρου της χριστολογίας του Μαξίμου διασαφηνίστηκε, από πολλές απόψεις, με την έρευνα του Marcel Richard,⁴ του Charles Moeller,⁵ του Berthold Altaner⁶ και άλλων· η πνευματική πλευρά του έργου του εξηγήθηκε από τον Irénée Hausherr, S.J.,⁷ τον Irénée-Henri Dalmais, O.P.,⁸ και τον J. Pegon, S.J. —στην έκδοσή του των Κεφαλαίων περί αγάπης—,⁹ και έγιναν πολλές άλλες συμβολές, τις οποίες μπορεί κανείς να βρει καταγεγραμμένες στο έργο του Hans-Georg Beck, Kirche und theologische Literatur im Byzantinischen Reich, Byzantinisches Handbuch, 2:1 [1959], 437-42.

Ωστόσο, κανένα από αυτά τα έργα —με εξαίρεση, ίσως, τα Earlier Ambigua του Sherwood— δεν είχε τη φιλοδοξία να διεισδύσει στην καρδιά της μαξιμιανής σύνθεσης, πιθανότατα επειδή στους περισσότερους νόες εξακολουθούσε να κυριαρχεί η παλαιά κρίση των Viller και Hausherr: ότι μια τέτοια ενότητα στη σκέψη του Μαξίμου στην πραγματικότητα δεν υπήρχε —ότι παρέμενε ένας συλλέκτης, ή στην καλύτερη περίπτωση μια δεξαμενή ετερόκλητων παραδόσεων. Ακριβώς αυτή η στάση με ενθαρρύνει να επιχειρήσω αυτή τη νέα έκδοση ενός βιβλίου που επιχειρηματολογεί υπέρ της ενότητας του επιτεύγματός του και να προσπαθήσω να θεμελιώσω το σημείο αυτό με μεγαλύτερη σαφήνεια. Αυτό που παρουσιάζεται εδώ δεν είναι μια ιστορικά ουδέτερη επισκόπηση της ζωής και των έργων αυτού του ανθρώπου, αλλά μάλλον μια προσπάθεια να συλληφθεί διαισθητικά και να καταστεί ορατή η μορφή των ιδεών του. Αν έχω δει σωστά αυτή τη μορφή, τότε ο Μάξιμος αποκτά ασφαλώς μια απροσδόκητη επικαιρότητα για τη σημερινή πνευματική σκηνή. Είναι ο φιλοσοφικός και θεολογικός στοχαστής που στέκεται ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Μέσα στη γαλήνη της αυτοπαραίτησής του, αλλά και στο άφοβο θάρρος του αληθινά ελεύθερου πνεύματός του, αποκαλύπτει πώς, και από ποιες κατευθύνσεις, αυτά τα δύο συναντώνται. Και «Ανατολή» δεν σημαίνει απλώς Βυζάντιο, ούτε «Δύση» απλώς Ρώμη· «Ανατολή» σημαίνει πραγματικά Ασία, και «Δύση» ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.

Στην πρώτη έκδοση μίλησα για μια «κρίση» στη ζωή και στο έργο του Ομολογητή· αυτό προκάλεσε κριτική, ιδίως από τον Sherwood, και τώρα παραλείπω την έκφραση, για να θέσω την πραγματικότητα που εννοώ σε θετικότερο φως. Προσπάθησα να εικονογραφήσω αυτή τη λεγόμενη κρίση με ένα ιδιαίτερα δραματικό παράδειγμα από τα συγγράμματά του, τα Κεφάλαια περί γνώσεως, και προσπάθησα, υπαινικτικά, να τη συνδέσω με την παραμονή του στην Αλεξάνδρεια. Η ένταση των ιδεών στην οποία αναφερόμουν, ωστόσο, είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, παρούσα σε όλα τα έργα του και σε όλα τα στάδια της ζωής του, και ανήκει, θα έλεγε κανείς, στο ίδιο το ωροσκόπιο του ανθρώπου, στον εσωτερικό, διανοητικό του «αστερισμό». Με παρόμοια έννοια, η γη κανενός που φαίνεται να απλώνεται ανάμεσα σε Ιουδαίους και Εθνικούς φέρει το όνομα του Παύλου και γεμίζεται από την παρουσία του. Τέτοιοι τόποι, όμως, δεν κατοικούνται από ακίνδυνους συλλέκτες και βιβλιοθηκονόμους: ο ίδιος ο τόπος αναλαμβάνει τον άνθρωπο και τον διαμορφώνει, και ό,τι συμβαίνει εκεί συμβαίνει στο πλήρες φως της συνείδησής του. Θα κάνουμε αυτή τη διαίσθηση αφετηρία μας στις σελίδες που ακολουθούν.

Και αυτή τη φορά επίσης δεν σκοπεύουμε να παρουσιάσουμε μια μελέτη που θα ευχαριστήσει τους λογίους του κλασικού τύπου, διασαφηνίζοντας κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια. Ό,τι έχει ήδη εξηγηθεί από άλλους είτε θα σημειωθεί εδώ με ευγνωμοσύνη είτε θα προϋποτεθεί σιωπηρά· και υπάρχουν ακόμη πολλά που παραμένουν ανεξήγητα και περιμένουν τη δική τους έρευνα. Δεν έχει γίνει ακόμη εργασία, για παράδειγμα, σχετικά με τη σχέση του Μαξίμου προς τον Ψευδο-Διονύσιο —όπως ο Viller έχει ερευνήσει τη σχέση του προς τον Ευάγριο, και ο Sherwood κι εγώ τη σχέση του προς τον Ωριγένη—· ούτε σχετικά με τη σχέση του προς τους Καππαδόκες Πατέρες ή προς τη νεοχαλκηδόνια χριστολογία του έκτου αιώνα. Αυτό το τελευταίο έργο μπορεί να αναληφθεί γόνιμα μόνο τώρα, αφού τα παραμορφωτικά ερείπια των υποθέσεων του Loofs για το έργο του Λεοντίου [του Βυζαντίου] έχουν, με μεγάλο κόπο, σαρωθεί από το έργο του Junglas. Επίσης, δεν υπάρχει τίποτε ικανοποιητικό γραμμένο για τον Μάξιμο και τον Σωφρόνιο, τίποτε χρήσιμο για τη σχέση του με τη βυζαντινή λειτουργία της περιόδου, τίποτε για τα βιβλικά του σχόλια, που είναι θαμμένα στις κατῆνες, ούτε τίποτε για τη σχέση —μέχρι τώρα υποτιθέμενη, αλλά όχι αποδεδειγμένη— ανάμεσα στον Μάξιμο, που έζησε τόσο καιρό στην Καρχηδόνα, και τον Αυγουστίνο.

Ο Sherwood, πάνω απ’ όλους, έχει επιτύχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Η γενική του χρονολογία¹⁰ επιβεβαίωσε τις δικές μου προτάσεις,¹¹ μπορώ να πω, σε κάθε σημείο, παρόλο που τις υπερέβη κατά πολύ, προσφέροντας νέες πληροφορίες, και μου επέτρεψε να παραιτηθώ από κάθε περαιτέρω λεπτομερή έρευνα στη χρονολογία της ζωής και του έργου του Μαξίμου. Για τον λόγο αυτό, όσα δημοσίευσα παλαιότερα πάνω σε αυτό το θέμα δεν χρειάζεται να τυπωθούν ξανά. Δεν αισθάνομαι, κατά το μεγαλύτερο μέρος, ότι θίγομαι ιδιαίτερα από τις κριτικές του Sherwood στην παλαιότερη μορφή αυτού του βιβλίου, αφού οι σημαντικότερες θέσεις του —για παράδειγμα, η κριτική του Μαξίμου στον Ωριγένη— συμφωνούν μαζί μου τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τη διατύπωση: κάτι που δεν γίνεται πάντοτε σαφές στο κείμενο του Sherwood. Άλλα σημεία, όπως η έμφασή του στο imago Trinitatis στον Μάξιμο, τα θεωρώ λανθασμένα, ακόμη κι αν έχει προσφέρει διαφωτιστικά σχόλια σε μερικά επιμέρους χωρία.¹² Η σύντομη παρουσίασή του του Μαξίμου στο Ancient Christian Writers, τόμος 21, παραμορφώνει έως έναν βαθμό τη μορφή του Ομολογητή, παρά τη λογιοσύνη της, επειδή τον ζωγραφίζει απλώς ως πνευματικό συγγραφέα και παραλείπει το φιλοσοφικό στοιχείο, το οποίο είναι απολύτως θεμελιώδες. Οι περίπλοκες προσπάθειές του να αποδείξει ότι ο Μάξιμος έδειχνε κατά καιρούς πως θεωρούσε το βάπτισμα και την Ευχαριστία μέσα χάριτος, παρόλο που μιλά τόσο λίγο γι’ αυτά, φαίνονται σημεία που δύσκολα αξίζει να τα υπερτονίζει κανείς για έναν άγιο της Εκκλησίας· από την άλλη πλευρά, η αλληγορική ερμηνεία της Ευχαριστίας από τον Μάξιμο δεν θα έπρεπε να απορρίπτεται τόσο ελαφρά. Παρ’ όλα αυτά, ο Sherwood έχει αποδείξει τόσα πολλά νέα και ενδιαφέροντα πράγματα, ώστε η έρευνά του πρέπει να παραμείνει αφετηρία για κάθε μελλοντικό μελετητή. Αυτή η νέα έκδοση δεν αξιώνει να αντικαταστήσει κανένα από τα έργα του.

Παράλληλα με την επιθυμία που ήδη ανέφερα, να διασαφηνίσω περαιτέρω τη συνολική σημασία του Μαξίμου, και πέρα από πολλές μικρές διορθώσεις και προσθήκες, η παρούσα έκδοση δίνει μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι η πρώτη σε μερικά κρίσιμα σημεία. Πρώτον, το νόημα του τριαδικού δόγματος [στο έργο του Μαξίμου] έχει γίνει σαφέστερο, τόσο υπό το φως του έργου του Sherwood όσο και σε κριτική προς αυτό. Δεύτερον, συζητώντας τη χριστολογία του, έχω χαράξει σαφέστερα ορισμένες από τις γραμμές που συνδέουν τον Μάξιμο με τους Χαλκηδονίους και τους Νεοχαλκηδονίους, αλλά έχω επίσης δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη θεωρητική σύνθεση με την οποία φέρνει την αρχαία χριστολογία σε μια ολοκλήρωση. Επειδή η ορολογία του Ομολογητή είναι πιο μεταβλητή από τις βασικές του διαισθήσεις, είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε μια υπερβολικά φιλολογική προσέγγιση αυτού του θέματος· φαίνεται πιο χρήσιμο να προσπαθήσουμε να παρατηρήσουμε ποιες απλές ιδέες προορίζονται να νοηθούν και να εκφραστούν μέσα από τις πολλές περίπλοκες, συχνά φθαρμένες από τον χρόνο, σχολαστικές ή πολεμικές έννοιες που χρησιμοποιεί ο Μάξιμος. Τρίτον, έχω τονίσει περαιτέρω το νόημα και τις συνεπαγωγές της Μυσταγωγίας, μέσα στο πλαίσιο της προγενέστερης εκκλησιολογικής παράδοσης.

Η μελέτη των Σχολίων του Ιωάννη Σκυθοπόλεως στον Ψευδο-Διονύσιο [τυπωμένη εδώ ως παράρτημα] συμπεριλήφθηκε κυρίως επειδή έπρεπε να διορθωθούν αρκετά τυπογραφικά λάθη, ιδίως στην αρίθμηση των γραμμών, στην αρχική, κάπως πληρέστερη μορφή της. Το ίδιο αυτό έργο, ωστόσο, παρέμεινε στην κατάσταση στην οποία είχε φτάσει το 1940· μια πλήρης αναθεώρηση θα απαιτούσε πολύ εκτεταμένη μελέτη — υλικό για διδακτορική διατριβή! Η επιφύλαξη που διατύπωσε ο Sherwood για ορισμένες όψεις της μεθόδου μου είναι δικαιολογημένη, αλλά παραμένει μόνο αρνητική κριτική. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να δείξω σε κάποιον διάδοχο μια κατεύθυνση που θα τον οδηγήσει πιο πέρα. Υπάρχει τουλάχιστον αυτή η αξία στο παλαιό μου δοκίμιο: αποκατέστησε στη φιλοσοφία και στη θεολογία τον άνθρωπο που μπορεί κάλλιστα να είναι ο βαθύτερος στοχαστής του έκτου αιώνα. Απ’ όσο μπορώ να δω, κανείς εκτός από τον Charles Moeller δεν το έχει ακόμη αναγνωρίσει σοβαρά αυτό και δεν έχει αντλήσει από αυτό τα κατάλληλα συμπεράσματα. Είναι λοιπόν καιρός να εκπονηθεί μια συστηματική παρουσίαση της βαθιάς και πρωτότυπης κατανόησης του κόσμου που βρίσκεται ενσωματωμένη σε αυτά τα Σχόλια. Στη διαδικασία αυτή πρέπει επίσης να επιχειρηθεί η λύση του αναπάντητου ερωτήματος αν η συλλογή των Σχολίων δεν περιέχει πράγματι τίποτε απολύτως από τον Μάξιμο, όπως πιστεύει ο Sherwood, ή αν θα έπρεπε ακόμη να αποδοθεί κάποιο μέρος της σε αυτόν, όπως έκανε η παράδοση.

Τέλος, υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους πρέπει να ευχαριστήσω: τον Berthold Altaner, επειδή υποδέχθηκε τόσο θετικά, στη Theologische Revue του 1942, την πρώτη μορφή αυτής της μελέτης· τον σεβαστό φίλο και δάσκαλό μου Henri de Lubac, ο οποίος πρώτος μου κίνησε το ενδιαφέρον να αναλάβω αυτό το έργο, ο οποίος το είδε να γεννιέται σε ένα πρώτο γαλλικό προσχέδιο και έπειτα φρόντισε να μεταφραστεί ξανά το γερμανικό κείμενο [του 1941] στα γαλλικά, για να ενταχθεί στη σειρά του Théologie· και τέλος, τους ευφυείς και αφοσιωμένους Γάλλους μεταφραστές εκείνης της έκδοσης, που έκαναν θαυμάσια τη δουλειά τους.

Αναζητούμε, με τα φανάρια μας, πρότυπα προς μίμηση, αλλά δεν μας αρέσει να τα αναζητούμε στο μακρινό παρελθόν. Εδώ υπάρχει ένας που φαίνεται εξαιρετικά σύγχρονος: ένας πνευματικός κοσμοταξιδιώτης, που συνέχισε να εργάζεται ήσυχα ενώ τα κύματα των περσικών στρατευμάτων και τα ακόμη πιο απειλητικά κύματα του Ισλάμ τον οδηγούσαν όλο και μακρύτερα από την πατρίδα του, και ενώ ο εκκλησιαστικός και πολιτικός ιντεγκραλισμός τον αιχμαλώτιζε, τον παρέπεμπε σε δίκη, επιχειρούσε να τον δελεάσει, τον καταδίκαζε και τον εξόριζε, ώσπου —στο νότιο άκρο εκείνου που κάποτε θα γινόταν Αγία Ρωσία— πέθανε ως μάρτυρας.


Πεντηκοστή, 1961
Hans Urs von Balthasar

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 2

Συνέχεια από: Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού- Επισκόπηση περιεχομένων

Hans Urs von Balthasar

F. H. Kerle Verlag. Heidelberg, 1947

Επισκόπηση περιεχομένων

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Αποκάλυψη της ψυχής ως εσχατολογία. Ως διδασκαλία περί εσχάτων στάσεων. Η υποκειμενική αφετηρία. Θετική και υπαρξιακή εσχατολογία. Το υπαρξιακό ως μέτρο του μυθικού. Διονυσιακή και χριστιανική έσχατη στάση. Η μυθολογική μέθοδος. Μεταξύ φιλοσοφίας, λογοτεχνικής επιστήμης, θεολογίας. Οι βασικές κατηγορίες της εσχατολογίας. Μύθος και έννοια.

Προϊστορία


Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

I. Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ. Το εσχατολογικό σύστημα της Σχολαστικής. Ο υπερφυσικός χαρακτήρας του και η ενότητά του. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση. Χιλιασμός και Γνώση.

II. ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ. Ατομικισμός και πνευματισμός. Η επιστημονική εικόνα του κόσμου. Τελεολογία ως προσέγγιση, αξιολογία ως ουτοπία. Συγγένεια της προτεσταντικής και της επιστημονικής εικόνας του κόσμου. Στωικά στοιχεία. Αισιοδοξία.

III. ΜΠΑΡΟΚ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ. Το Μπαρόκ ως απόφαση δύο αισθημάτων του κόσμου. Εκκοσμίκευση της χριστιανικής εσχατολογίας. Ο βασικός νόμος του Διαφωτισμού. Η εικόνα του κόσμου της βεβαιότητας. Κλονισμός του Διαφωτισμού: το ερώτημα της αθανασίας, το ερώτημα της προόδου, το ερώτημα του μορφικού στοιχείου κάθε εσχατολογίας.

IV. ΧΙΛΙΑΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Coccejus και Bengel. Βαθμιαία εκκοσμίκευση του Πιετισμού. Τα μόνιμα προτερήματά του. Crusius.

1. Είσοδος

LESSING

Αναστοχασμός πάνω στην ουσία της ιστορίας. Το «πραγματικό» και το «περιεχόμενο». Δυνατές εσχατολογικές λύσεις του Lessing. Συνθηκολόγηση ως νίκη; Το υπαρξιακό. Το δοκίμιο για τον Leibniz και το εσωτερικό. Ουρανός και κόλαση.

HERDER

I. ΑΠΟ ΤΟΝ KLOPSTOCK ΣΤΟΝ HAMANN. Η μουσική ύπαρξη του Klopstock. Η μαγεία του Stilling και του Lavater. Sturm und Drang: ύπαρξη ως ιστορία. Hamann: έννοια της αλήθειας, μύθος, αναλογία, διαλογική οντολογία, δημιουργία ως εκκένωση του Θεού. Διονυσιακός χριστιανισμός.

II. Ο HERDER ΚΑΙ Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η σύνθεση του Herder ανάμεσα στον Διαφωτισμό και στο Sturm und Drang. Ανθρωπινότητα. Συνολική τελείωση και ατομική τελείωση. Υπερβατολογική ανθρωπινότητα. Ιστορική και κοσμική διάσταση γίγνεσθαι. Αποσωματοποίηση. Η ψυχή ως «εσωτερικός χώρος του κόσμου». Φωτισμός του εσωτερικού χώρου. Ιστορία ως ανάμνηση. Δημιουργική ανάμνηση. Επιστήμη του μέλλοντος. «Πίστη». Το μεταβατικό.

III. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη ως παραβολή και έκφραση της παγκόσμιας Αποκάλυψης. Το Όρος των Ελαιών ως καρδιά του κόσμου. Κόλαση και αυτοκατανάλωση του κακού. Αδυναμία και προτέρημα του νατουραλισμού του Herder.

KANT ΚΑΙ SCHILLER

I. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ KANT ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ. Το υπερβατολογικό Έσχατο του πνεύματος. Η ουσιώδης οριοθέτησή του. Σύνθεση ως προϋπόθεση της ενότητας. Το θέτον-όριο και η κλήση ως η «εορταστική μεγαλοπρέπεια».

Το τελειούμενο και το τετελεσμένο πεπερασμένο. Έσχατη Ημέρα και Κρίση ως μύθος του ηθικού. Αντινομίες της έννοιας της αιωνιότητας. «Ως εάν» και «μυστική». Η Αποκάλυψη της ψυχής ως «μυστήριο του λόγου».

Εκκεντρικότητα της σκέψης. Εξ ου και η καλυμμένη φύση όλων των ηθικών έσχατων αξιολογήσεων. Παράδοξο: το κέντρο ως όριο. Ελευθερία ως απόλυτο σημείο φυγής. Τραγικός δυϊσμός ως σύγκρουση ανάμεσα στο «ανώτατο αγαθό» και στο «ύψιστο αγαθό». Το Άγιο και ο «σπινθήρας της ψυχής». Αθανασία και Θεός ως αιτήματα. Χάρη. «Εμμένεια» των αιτημάτων. Όριο της φιλοσοφίας προς τη θεολογία. Το πρέπει-να-πράττειν και το επιτρέπεται-να-πράττειν. Υπέρβαση ως υπακοή. Το υπαρξιακό. Η ανάγκη.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ. Το μεταϊστορικό και η συγκεκριμένη θρησκεία. Το ριζικό κακό και η πραγματικότητά του.

Ενίσχυση του θεολογικού. Η «προσπάθεια του να γίνει κανείς έτοιμος». Το ασύλληπτο της χάρης.

Νέκρωση του παλαιού ανθρώπου. Άπειρη ποινή και εξιλέωση. Η ύψιστη σύνθεση «ισχύει» ενώπιον του Θεού, αλλά ποτέ δεν «είναι». Το μυστήριο παραμένει τραγικός δυϊσμός. Διαλεκτική αντί φαινομενολογίας. Κατάπτωση στο «ιδεολογικό εποικοδόμημα». Ανοιχτότητα ως ανθρωπολογική κατηγορία. Ταυτότητα ιδέας και ύπαρξης. Νόμος πάνω από το πρόσωπο. Έσχατη αιώρηση: κατάσταση επιλογής. Μεταξύ Διαφωτισμού και Ιδεαλισμού.

Εσχατολογία της ιστορίας. Νόημα της «προόδου». Ο πόλεμος ως «σοφή διάταξη». Ο δρόμος του Kant προς το εμπειρικό. Μεταξύ Herder και Hegel.

III. Ο SCHILLER ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΕΛΟΥΣ. Ο Schiller εισάγει το υπαρξιακό στη νέα κοσμοθεώρηση. Η ανάδυσή του από την πολικότητα Herder-Kant. Η διπλή παράδοση Leibniz: φύση και πνεύμα.

Αντικειμενική λύση: ομορφιά ως εμφανιζόμενη ελευθερία. Νέο μέσον ως το «διονυσιακό». Χριστιανική παράδοση και διονυσιακός ενθουσιασμός. Πέτρος και Κολόμβος.

Το υπαρξιακό: η νέα διάθεση ως διαλεκτική ανάμεσα σε δύο αισθήματα ζωής. Ψευδαίσθηση και απομυθοποίηση. Οι κατηγορίες του ώριμου Schiller. Διασταυρώσεις της περιοδολόγησης της ιστορίας του. Ο άνθρωπος-Κένταυρος. Λύση του Herder: οι πέντε βαθμίδες της ομορφιάς. Λύση του Kant: τραγική ύπαρξη και παιχνίδι. Η σύνθεση των δύο είναι το ανοιχτό ερώτημα προς το μέλλον.

2. Θεώρηση του κόσμου

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ


Ο καιρός: σύγκλιση της ύψιστης θεώρησης του κόσμου και της βαθύτερης ζωής του κόσμου. «Σύστημα» ως ολότητα ζωής. «Ωραίος σπινθήρας των θεών». «Κέντρο». Αυτό ως δυναμική διπλή μετάβαση. Ο ανθρώπινος λόγος ως διάλογος. Διάλογος και διαλεκτική. Egressus και regressus. «Πόνος της διαλεκτικής». Δημιουργική άρνηση και μυστική νύχτα.

Ο μύθος του Προμηθέα ως παραβολή. Το δράμα του Goethe για τον Προμηθέα. Το τετραπλό θείο μέσα σε αυτό. Αγάπη και θάνατος. Η υποταγή του Προμηθέα. Ο Προμηθέας του Herder. Schiller, ο ύστερος Goethe, F. Schlegel, Schelling, A. W. Schlegel, Fichte.

FICHTE

I. Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Πράξη ως πρώτη έννοια, Είναι ως παράγωγη έννοια. Ελευθερία ως κάτι περισσότερο από το Είναι. Ταυτότητα και σύνθεση. Αυτή ως αυτοεκλογή του πνεύματος. Πρωταρχική πράξη της φιλοσοφίας. Ανεστοχάστη βεβαιότητα ελευθερίας ως «πίστη». Δημιουργία πάνω από το σύστημα.

II. ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ. Γνώση πριν από την πράξη ή γνώση μετά την πράξη; Ύψιστη, ασυνείδητη ταυτότητα των δύο. Είναι αυτή «μορφή της ταυτότητας» ή «ύψιστη ζωή»; Αφετηρία της Θεωρίας της Επιστήμης. Κανένα από τα δύο, αλλά «εποπτεία» —πραγματική μορφή.

Ο Θεός τόσο απείρως πάνω από αυτή την πραγματική μορφή —επειδή η ταυτότητα είναι πάνω από τη σύνθεση— όσο και κάτω από αυτήν —επειδή η ζωή, όχι η σκέψη, αγγίζει Αυτόν. Αυτό το διπλό ως θεμελιώδες παράδοξο του Fichte. Η πρώτη όψη υπερισχύει στην πρώτη περίοδο. «Αθεϊσμός». Προηγητικότητα της ιδέας έναντι του Είναι ως προηγητικότητα του ζήλου ή του θεμελίου; Ελευθερία της φανέρωσης ή ελευθερία της έντασης;

Αμοιβαία πρόβλεψη του Απολύτου και του Σχετικού ως χαρακτηριστικό του πεπερασμένου πνεύματος. Η σχέση του Θεού προς αυτό: χριστιανισμός και ιδεαλισμός. Εξίσωση της ταυτότητας του Θεού και της ταυτότητας μέσα στο μη ταυτόσημο —το πεπερασμένο.

III. ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΠΝΕΥΜΑ.

1. Θεωρητική δομή. Η σύνθεση είναι εξαρτημένη και εξαρτά το εξαρτών. Και τα δύο είναι μόνο διπλή όψη του ίδιου: πραγματική και ιδεατή γένεση του πνεύματος. Πρόταξη της τελευταίας. Ωστόσο αντίφαση, επειδή η μορφική ταυτότητα της εγωτικότητας και η μορφική σύνθεση της σκέψης δεν είναι ταυτόσημες.

Ο κύκλος του συστήματος δεν μπορεί να κλείσει. Η αντίφασή του. Λύση μέσω της απόλυτης αυτοθέσης της ελευθερίας. Ο κόμπος που λύνεται ως κόμπος. «Μυστική δυνητικότητα». Πλωτίνος και Fichte. Ο Προμηθέας ο ήρωας.

2. Υπαρξιακή διαλεκτική. Δικόρυφος κόσμος ανάμεσα στη σκέψη και στην εποπτεία. Σύνθεση της σκέψης ως αιώρηση. Μη πραγματικότητα. «Ο ιδεαλισμός δεν μπορεί ποτέ να είναι τρόπος σκέψης». Βαρύτητα της ύπαρξης στον αντίθετο πόλο. Κατανοημένη ύπαρξη ως «αναλήθεια». «Ζειν εν υπακοή». Το παράδοξο της θεωρητικής φιλοσοφίας καθορίζει την έσχατη υπαρξιακότητα.

Έσχατη διπλή στάση: διαβλέπειν και οικειούσθαι. Σύνθεση των δύο: ονειρική ολότητα της γνώσης ως εποπτευμένο δέον. Η βούληση ως όριο —μέσον— ανάμεσα στον αισθητό και στον υπεραισθητό κόσμο. Ενότητα θεωρούσας έκστασης —visio beatifica— και πιστής πράξης. Αιωνιότητα ως άπειρη σύγκλιση χρόνου και αιωνιότητας.

Υπέρβαση της εσχατολογίας του Kant. Επιστήμη του μέλλοντος. Κοινωνική εσχατολογία.

IV. ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

1. Θεωρητική δομή. Η τριπλή ελευθερία. Η αιώρηση —μη πραγματικότητα— γίνεται η ίδια η υπαρξιακότητα του πεπερασμένου. Αιώρηση του κόσμου προς τον Θεό ως αιώρηση του Θεού πάνω από το θεμέλιό Του. Γνώση του 1801. Ο Λόγος ως σχήμα του Θεού. Αυτοεκμηδένιση της γνώσης ως θέαση του Είναι. Dasein —γνώση— ως είναι-έξω-από-το-Είναι. Η πραγματική διάκριση ως σημείο πηγής της φιλοσοφίας. Επιστροφή ως αγάπη.

Παραμένον παράδοξο: φιλοσοφία του προσώπου ως αποπροσωποποίηση. Κανένας «πανθεϊσμός». Πέντε βαθμίδες της παγκόσμιας διαδικασίας. Πέντε θεμελιώδεις στάσεις ως ανάβαση προς τον Θεό. «Εξάντληση» της ελευθερίας.

2. Υπαρξιακή έσχατη δομή. Υπέρβαση της δικορυφότητας πράξης-θέασης μέσα στη σύνθεση της αγάπης. Θάνατος της αισθητότητας —μακαριότητα. Επιστροφή ως «ελαφρύ πρόσθετο δώρο». Μετατροπή της θέασης σε πράξη, με «καταναλωμένη ελευθερία». Ομορφιά ως καθαρότητα. Η παραβολή του Siegfried. Υπέρβαση του «ήρωα» από το «παιδί». Υπερηφάνεια και συνείδηση αποστολής.

SCHELLING

I. Ο ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΟΣ ΝΟΜΟΣ. Νέα υπαρξιακότητα: απελευθέρωση του προμηθεϊκού από το χριστιανικό. Κορυφή της ιδεαλιστικής θέασης. Προφητεία και εσχατολογία. Ανάμεσα σε Böhme-Luther και Nietzsche-Barth.

II. ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Ιδεαλισμός και Σχολαστική. Leibniz. Ιερός σπινοζισμός. Πλωτίνος και Ιωάννης. Η εφαπτομενική ταυτότητα του Fichte γίνεται ακίνητη ταυτότητα. Το θρησκευτικό γίνεται αισθητική αιώρηση. Αδιαφορία. Πλήρως επιτευγμένη «μυστική δυνητικότητα». Φιλοσοφία της φύσης ως πάντοτε προηγούμενη θέση του Θεού. Δυνάμεις. Φιλοσοφία της τέχνης ως σύνθεση. Κλειστός κύκλος. «Prometheus under Jove.»

1. Σύστημα της μυστικής δυνητικότητας. Ταυτότητα υποκειμένου-αντικειμένου. Ως ταυτότητα ταυτοτήτων. Ενότητα πριν από τη σύνθεση. Η ουσία αυτής της ενότητας: να είναι. Στο πεπερασμένο μόνο ιδεατή ταυτότητα και πραγματικο-ιδεατή σύνθεση. Ο Θεός προϋποθέτει τον κόσμο —και τον εαυτό Του. Αποκάλυψη ως ενεργοποίηση.

Άρση ως το ζωντανότερο σημείο του προβλήματος. Prima essentia et prima existendi veritas. Η τέχνη ως θέαση του κόσμου που έχει αρθεί μέσα στον Θεό. Μη αναγώγιμος διπλός χαρακτήρας της άρσης.

2. Υπαρξιακότητα. Διπλό παράδοξο της διάλυσης: εκμηδένιση ως μεταμόρφωση, θεμελίωση του προηγούμενου από το μεταγενέστερο. Ανάμεσα στον Πλωτίνο και στον Feuerbach. Βαθύτερα: Πλωτίνος και Feuerbach εναντίον Αυγουστίνου, Αυγουστίνος και Feuerbach εναντίον Πλωτίνου. Η ενδιάμεση θέση του Schelling ως δαιμονικότητα. Το είναι-έξω-από-τον-Θεό ως μηδενικό είναι. Το είναι έξω από τον Θεό ως είναι-έξω-από-τον-εαυτό και έτσι ως είναι-εν-Θεώ. Έκσταση και ένσταση. Προσωπισμός. Ο μύθος της Sophia.

Ο Θεός ως «μόλις ακόμη γινόμενος». Θεωρητική διαφάνεια, υπαρξιακή αμφισημία. «Υπαρξιακή αμφιβολία». Αυτοάρση της έννοιας της πραγματικότητας.

3. Εσχατολογία. Προμηθεϊκή κατάσταση, ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή. Το αισθητικό ως έκσταση και ως δημιουργία.

Πρώτη εσχατολογία: αιωνιότητα μέσα στον χρόνο. Εντατική απειρία. Αποπροσωποποίηση. Παραίτηση. «Εμφάνιση του εκμηδενίζεσθαι» ως τέχνη. Χάρη πάνω από αξιοπρέπεια. Μελαγχολία.

Δεύτερη εσχατολογία: διαλεκτική της ελευθερίας. Πτώση αντί για εκπόρευση. Ελευθερία ως το αληθινό «μηδέν». Αιωρούμενη αδιαφορία ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Πείσμα στο ερωτικό παιχνίδι. «Η νύχτα είναι το πρώτο».

III. ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Οι Έρευνες του 1809. Σίβυλλα. Ύψιστη σύνθεση της ελευθερίας. Λόγος ως λόγος της νοσταλγίας. Γίγνεσθαι του Λόγου ως πραγματική γένεση. Ο άνθρωπος ως μέσον μέσα σε αυτήν. Άβυσσος του κακού στον Θεό, πάντοτε ήδη προ-μεταμορφωμένη. «Πρόκληση του θεμελίου». Ίλιγγος, τραγούδι του βάθους, άγχος... Το πυρ. Αποκάλυψη του κακού ως καλού.

Οι διαλέξεις της Στουτγάρδης —1810. Το θεμέλιο ως «παραφροσύνη». Η κόλαση ως βάση. Αποκατάσταση; Ο άνθρωπος ως καρδιακό μυστήριο του Θεού. Διπλό πυρ οργής και αγάπης. Σημείο του Διονύσου. Η αμαρτία ως αποκάλυψη του προκοσμικού Θεού. Ολισθηρό επίπεδο προς τον υλισμό. Οι δυνάμεις ως «δυνάμεις». Μελαγχολία ως «εσωτερική βαρύτητα της διάθεσης». Θλίψη, επειδή δεν είναι Θεός.

Το πυρ ως οριστική παραβολή. Ο Προμηθέας πυρφόρος.

3. Ζωή του κόσμου

NOVALIS

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. Υπέρβαση του συστήματος προς βιωμένη παρουσίαση. Η ολοκλήρωσή του: ηθική και αισθητική πράξη. Το βιογραφικό μέσα στο σύστημα. Οι δυνάμεις της ύπαρξης μέσα στο σύστημα. Το αποσπασματικό της ζωής.

Ο Novalis ως παιδικότητα. Βέλτιστο ανάμεσα στην ιδέα και στη ζωή ως «προ-ύπαρξη». Αυτογοήτευση. Σύνθεση ως «θαύμα». Δελεασμός προς τα μέσα. «Υπερβολικά τρυφερό για να νοηθεί».

Παιδί Προμηθέας. Μετατροπή όλου του Είναι σε Έχειν. Μαγεία. Κοσμική ανάμνηση. Ονειρεύεσθαι εκ των προτέρων —Προμηθέας. Ο ποιητής γεμίζει το άδειο σχήμα της επιστήμης του μέλλοντος. Κυριαρχεί πάνω στην παραγωγική φαντασία. Μαθηματικός ενθουσιαστής.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΕΓΩ ΚΑΙ ΕΣΥ. Το ιδεαλιστικό κοσμικό ποίημα. Αποκάλυψη. Παρουσία των εσχάτων πραγμάτων. «Πυρολάτρες». Θαύμα ως Εσύ. Αγάπη. Μυστική δυνητικότητα ως η ιδεαλιστική δομή της αγάπης. Ανάμεσα στην Τριάδα και στην κοσμική αγάπη. Ανάμεσα στον μονόλογο και στον διάλογο. Sophie και Sophia. Sophie και Χριστός. «Συνθετικό πρόσωπο». Ο Genius. Maja.

III. ΜΕΤΑΞΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΖΩΗΣ. Αμφισημία όλων των εννοιών ως προ-υπαρξιακό. Η στροφή: ο θάνατος της Sophie. Υπαρξιοποίηση στο εσωτερικό του κόσμου του παιδιού. Η κρίσιμη περίπτωση της ύπαρξης ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, διάθεση της απόστασης. Καύση της καρδιάς στο «παραμύθι». Η μεταξίωση των Ύμνων στη Νύχτα. Προανάκρουσματα στον Tristan. Το βασίλειο των νεκρών. Αγώνας του μάγου εναντίον «του τρομερού άγχους». Κάθαρση σε «ήρεμη απελπισία». Το «συνθετικό παιδί». Προμηθέας Ποιητής.

HÖLDERLIN

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΝΕΑΝΙΑ. Θέση-απάντηση μέσα στον κόσμο του Novalis. Η ύπαρξη του νεανία. Σεβασμός και σιωπή. Νέο optimum ανάμεσα στην ιδέα και στη ζωή. Ουσιώδης αντιπαράθεση ανάμεσα στο χριστιανικό και στο διονυσιακό. Αποκαλυπτική ποίηση της πρώιμης περιόδου. Η εμπειρία της ανίατης ρήξης. Ο νεανίας Προμηθέας: κριτική αποδέσμευση του διονυσιακού από το χριστιανικό. Το Όλο ως «το όλο και μισό». Καύση της καρδιάς. Στροβιλισμός προς το βάθος. Εμφάνιση του «θαμμένου χρυσού». Φύση ως εμφανιζόμενη ελευθερία. Γανυμήδης και Προμηθέας. Το μέσον των δύο ως κόσμος του Genius. Ο «θείος αιθέρας». Νατουραλιστική Τριάδα. Charis. Αποκαλυπτικός ρυθμός της διάθεσης: μέθη και απελπισία. Προσωρινότητα αυτού του δυϊσμού και ερώτημα για τη «στιγμή».

II. Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ (HYPERION). 1. Ανατολή του πνευματικού ήλιου: con-solatio. 2. Απελευθέρωση από τη φύση: αυτοεμπειρία του πνεύματος ως θετική de-solatio. 3. Ενότητα των δύο πρώτων μέσα σε μυστική δυνητικότητα: η «φλεγόμενη βάτος». 4. Αγάπη της Diotima ως συγκεκριμένη μορφή. Ο καιρός ως προβάλλον Εσύ από τον κόσμο του Genius. Η ίδια η Diotima ως «κορίτσι» και «λατινικός Genius». Αποτυχία της πράξης. Έννοια του «προσβεβλημένου». Αναστοχασμός της πράξης. Αγάπη προς τους ανθρώπους ως παγκόσμιος νόμος. Πλήρης προσδιορισμός της στιγμής: αλληλοάρση ενθουσιασμού και παραίτησης. Νόμος οικοδόμησης του Hyperion: αυξανόμενη εξέγερση ως αυξανόμενη εξισορρόπηση.

Αθανασία ως διευρυμένη στιγμή. Ο Όρκος. Έσχατη σχέση ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα. Η αντίφαση στον νόμο της αγάπης.

III. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ (EMPEDOKLES). Αποφασιστική αντιπαράθεση με το χριστιανικό. Ο Εμπεδοκλής ως Μεσσίας. Προδοσία και Όρος των Ελαιών. Αποχαιρετιστήριοι λόγοι. «Δεν είμαι αυτός που είμαι». Διονυσιακή Μεγάλη Παρασκευή.

Η «ενοχή» του Εμπεδοκλή. Οι όψεις της, φαινομενικά ασυμβίβαστες. Ωστόσο μόνο διαίρεση της προμηθεϊκής τραγικότητας. Διαλεκτική ως ενοχή. Θλίψη ως θλίψη μεταμορφωμένη. Χριστιανικός και διονυσιακός θάνατος αγάπης. Εσχατολογία του Εμπεδοκλή. Η «Έρις» των κοσμικών δυνάμεων. Το πυρ της Αίτνας.

Οι έσχατοι ύμνοι ως κορύφωση της γερμανικής αποκαλυπτικής ποίησης. Τραγικότητα του προφήτη και τραγικότητα του Προμηθέα. Το άλογο. Δισημία της παραφροσύνης του Hölderlin. Patmos. Germanien. Χριστός.

SCHILLER

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ. Ωρίμανση προς την ύπαρξη του άνδρα. Η σύνθεση της Κλασικής περιόδου ως σύνθεση της σύνθεσης και της θέσης: ολοκλήρωση της ύπαρξης. Παραίτηση ως κάθαρση. Faust και ο Χριστιανός. Υποχώρηση ως «θυσία». Θυσία της κυριαρχίας πάνω στη φύση: Schiller. Θυσία της κυριαρχίας πάνω στο Εγώ: Goethe.

Ο νόμος του γέροντα: επιστροφή του θυσιασμένου ως «σοφία του γήρατος». Ύψιστη ζωντάνια της ιδέας. Παναισθητή σοφία: Jean Paul. Εκρέουσα ιδέα: Hegel.

II. ΜΕΤΑΞΥ ΝΕΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ. Τα έξι δυνατά Έσχατα. Αναγωγή σε τρία: ομορφιά πάνω από την άβυσσο, μέσα στην ανοιχτή άβυσσο, μέσα στην άβυσσο που κλείνει. Δυνατότητα του τραγικού.

Ο «εντατικός» ήρωας: οι Ληστές ως Προμηθείδες. Το επέκεινα πάνω στη σκηνή. Το τέλος του Karl ως παραίτηση. Υποχώρηση προς τη «φαινομενολογία» του επέκεινα. Τέχνη ως ανθρωπολογική λειτουργία. «Τραγούδι των ιππέων».

Ο ώριμος Schiller: τρεις δυνατές ερμηνείες του πεπρωμένου. Ως εμμενής κατηγορία της ανασφάλειας. Ως το υπερβατικά ξένο. Ως μυστήριο της Πρόνοιας. Η ιδεαλιστική, αρχαϊκή, χριστιανική δυνατότητα.

III. Η ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Τα φιλοσοφικά κείμενα: μέθοδος της εμμενούς ανάλυσης. Πεπρωμένο και δεκτικότητα. Παραβολή: «οι Μαλτέζοι». Ο σπινθήρας της ψυχής ως σημείο ασφάλειας. Αυτή η υποχώρηση ως θάνατος. Κατηγορίες της ανασφάλειας. Μη οικειοποίηση του θανάτου. Νέο νόημα της σύνθεσης της ομορφιάς: τραγωδία πάνω από χάρη και αξιοπρέπεια. Συγχρόνως προπαίδεια και μεταμόρφωση της ύπαρξης. «Ενοφθαλμισμός του πεπρωμένου».

Επιστολές για την αισθητική αγωγή. Η ανισορροπία τους. Ιστορική και παραγωγική μέθοδος. Ο άνθρωπος ως το «αδύνατο»: γινόμενη θεότητα. Η ένταση Είναι-Έχειν ως έσχατο. Περιεχόμενη ολοκλήρωση μέσα σε μορφική ατέλεια ως το αισθητικό. Μυστική δυνητικότητα ως αποκαλυμμένος νόμος του ανθρώπου.

Το μέσον —ομορφιά— ως ουσιωδώς ολισθαίνον. Πρώτα κατανοείται ως ιστορικό ενδιάμεσο στάδιο. Βαθύτερα οντολογικά: αδιαφορία ανάμεσα στο μηδέν και στο άπειρο. Schelling και Heidegger. Ομορφιά της ηρεμίας και του κινδύνου. Απόπειρα γεφύρωσης. Υποκατάστατο μιας υπερβατικής ολοκλήρωσης. Το «χαριτωμένο απατηλό έργο της ελευθερίας».

Κλείσιμο προς το συνολικό νόημα: ομορφιά ως απομάκρυνση της ύπαρξης από τον εαυτό της, για να βρει τον εαυτό της. Εξ ου και προσωρινότητα. Τραγωδία ως πρόδρομος της ύπαρξης. Θεατής και σκηνή ως συγκεκριμένη μορφή της μυστικής δυνητικότητας. Προσωρινότητα ολόκληρης της υπαρξιακής οντολογίας.

IV. Η ΑΡΧΑΪΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Περιεχόμενο του παιχνιδιού: ύπαρξη ακόμη μία φορά. Επιστροφή του ερωτήματος. Ο παίκτης δεν έχει χρόνο να φιλοσοφήσει. Πεπρωμένο ως αντίπαλος παίκτης.

Ο Wallenstein ως κατάσταση επιλογής ανάμεσα στις τρεις ερμηνείες του πεπρωμένου. Ο Προμηθέας ως η ανθρώπινη κατάσταση: ύβρις της διαλεκτικής. Η νοητική πραγμάτωση της ύψιστης σύνθεσης από τον Wallenstein ως υπαρξιακή αδιαφορία. Η άσκηση στην πράξη είναι μαγεία. Ήδη ενοχή. Θάνατος ως αναισθησία απέναντι στο πεπρωμένο. Παραφροσύνη. Προσωρινότητα της αρχαϊκής δυνατότητας.

V. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ. Η Maria Stuart ως πρώτη θετική λύση. Το να «αισθάνεται» κανείς το πεπρωμένο ως το γυναικείο. Θάνατος, «αδικία» και «εξιλέωση». Σύνθεση ως χάρη.

Η Παρθένος της Ορλεάνης. Η παρθενικότητα ως πεπρωμένο που κάθε φορά υπερβαίνεται. Φαινομενική προΰπαρξη, βαθύτερα κρέμασμα στη χάρη. Ασφαλισμένη ως ανασφαλισμένη. Η πτώση της Ιωάννας κατά τη σκοπιά του Schelling. Felix culpa κατά τη χριστιανική σκοπιά. Εσωτερική καύση ως εγκατάλειψη από τον Θεό.

Οι Μαλτέζοι. Μεθόριο αρχαϊκού και χριστιανικού: Μάλτα. Ιππότης του τάγματος ως χριστιανικός Προμηθέας. Το χριστιανικό-ηρωικό. Παραίτηση και όρκος. Ενοφθαλμισμός του πεπρωμένου ως γίγνεσθαι πνεύματος του γράμματος. Η «τυφλή» υπακοή. Η νύφη της Μεσσήνης. Το κοινωνικο-ανθρώπινο. Το καταστασιακό της πανανθρώπινης ενοχής. Ανάμεσα στους πρόποδες της Αίτνας και στη θάλασσα. Η γυμνή καμπύλη της ύπαρξης.

Επανάληψη με οδηγό την αλυσίδα παραβολών των ποιημάτων.

GOETHE

I. Ο ΧΩΡΟΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΔΙΠΛΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Παραίτηση ως ροή μέσα στη φύση. Εν-είναι. Διάσταση ανάμεσα στην ιδέα και στην ύπαρξη. Ερώτημα για τον υπαρξιακό δείκτη. Απάντηση ορατή μόνο μέσα από τη συμπόρευση με τον θεμελιώδη ρυθμό. Ζωή σε αυξανόμενους δακτυλίους.

Συγχρόνως από εντελέχεια και περιβάλλον. «Ένταση». Νέος εσωτερικός χώρος του κόσμου: μεταϊστορικό γίγνεσθαι ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα ως «πραγματικό γίγνεσθαι», χώρος γίγνεσθαι ανάμεσα στην ιδέα και στην ύπαρξη ως «ιδεατό γίγνεσθαι». Διασταύρωση των δύο διαστάσεων. Καμία παραγωγή, αλλά «εμπειρία» των δύο διαστάσεων του γίγνεσθαι. Μορφολογία.

Θραυστότητα του χώρου: ιδεατή και υπαρξιακή αλήθεια. Η παντογνωσία του Faust πρέπει να γίνει ζωή. Κρίσιμη περίπτωση της παραίτησης. Ανολοκλήρωτος δρόμος. Παρθένο δάσος της αιωνιότητας. Ενσωμάτωση των τριών θεμελιωδών ανθρώπινων στάσεων. Ως «μόρφωση» και «μορφώνεσθαι». Μητέρα Φύση.

Πλήρης διαλεκτική των εννοιών ως «κατανάλωση» των κατηγοριών. Αυτό είναι μόνο η αντανάκλαση του γίγνεσθαι στον χώρο της σκέψης. Το οντολογικό «άνω». Το συγκριτικό. Το εκστατικό. Διπλή διάνοιξη. Το ουσιωδώς εσωτερικό. «Μελέτη κατά τον Spinoza». Ανοιχτότητα του κλασικού. Ψευδής και γνήσια παραίτηση. Σφαιρική καμπύλωση του χώρου ζωής.

II. Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Το περιοριστικό —συγκεκριμένο— ως το διανοίγον. Ταπείνωση της γνώσης. Ηθικοί όροι της γνώσης. Το δύνασθαι-πορεύεσθαι. Το αίσθημα ως διατήρηση επαφής. Αντίθεση προς τη μαγεία του Faust. «Άγιο φανερό μυστήριο». Theoria και empeiria. Goethe και Kant. Πρωτολογία, όχι εσχατολογία.

Το υποκειμενικο-αντικειμενικό Όλο είναι το αντικείμενο της γνώσης. Το αντικειμενικό άνω ως «πρωταρχικό φαινόμενο». Η γνώση του ως παραίτηση.

Πρωταρχικό ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί. Καθ’ οδόν της σκέψης και του Είναι. «Το μεταβατικό».

Αλληλοπεριχώρηση υποκειμένου και αντικειμένου: μεταφυσική. Αριστοτέλης και Πλάτων. Γίγνεσθαι ως αδιάλυτη ενότητα ενέργειας-δύναμης. Ούτε προμορφισμός ούτε επιγένεση. Αντίθεση προς τον Bergson, τον Husserl, τον Kant: καμία καθαρή ικανότητα ιδεατοποίησης. Δεκτικότητα ως αυθορμησία. Φθαρμένη χρήση των κατηγοριών ενέργειας-δύναμης. Προσφυγή σε αισθητικές και ηθικές κατηγορίες. Η λέξη «καθαρό» στον Kant και στον Goethe.

Ύλη και μορφή. Η «βιασύνη» του Αριστοτέλη. Ο Πλάτων βαθύτερος. Μέθεξη και υπαρξιακότητα. Πολικότητα και ανύψωση. Απέχθεια προς το μαθηματικό. Πολλαπλότητα και ενότητα στο άτομο. Ενότητα ως ενεργητική άνοδος. Αμφίβολη ταυτότητα του τύπου. Πρωτέας.

Ένταση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Ανύψωση ως κάθετη πολικότητα, πολικότητα ως οριζόντια ανύψωση. Οριστική υπέρβαση της μυστικής δυνητικότητας. «Θεός-Φύση» και «Θεός και Φύση». Η οριζόντια πολικότητα ως μη αναιρέσιμη αναγκαιότητα. Αναλογία. Το «υπερζών» του Euphorion. Ρυθμός αναπνοής.

Οι δύο βασικές έννοιες. Η αντικειμενική: σύμβολο. Ως σημαντική μορφή, θαύμα, μυστήριο. Πίστη και θέαση ένα. Η υποκειμενική: σεβασμός. Ως προϊόν της ολοκλήρωσης. Η έννοια της αγάπης στον Scheler. Το aperçu. Παιδαγωγική της σιωπής. Βαθύτατη σχετικότητα της αλήθειας.

III. ΤΟ ΗΜΙΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Το «μέσον» ως παραίτηση ανάμεσα στη θεωρησιακή σκέψη και στην ακριβή έρευνα. Αντικείμενα της μέσης θρησκείας. Μέσον των τριών μορφών θρησκείας στα Χρόνια περιπλάνησης. Μέσον του γίγνεσθαι. Διπλή διαφάνεια: προς άμορφη αρχέγονη βάση —«Μητέρες»— και προς απρόσιτο τέλος —«Θεός». Η ημιπραγματικότητα του μέσου, αισθητική μη πραγματικότητα. «Αιωρούμενα μορφώματα». Φυσική επιστήμη και τέχνη. Σύμβολα της ημιπραγματικότητας. Αντίστοιχα η πλευρά της ενέργειας: αμφιβολία του «καθαρού». Η αισθητική στάση απέναντι στην ύπαρξη. Η κριτική του Kierkegaard στον Goethe.

«Μόρφωση» ως εγγύτερος προσδιορισμός του μέσου. Αισθητικά ως διαμόρφωση-κατά-τι. Ενεργητικά-θρησκευτικά ως αυτοδιαμόρφωση. Η έννοια του λεπτού. Τακτ και σεβασμός.

Αντικειμενική εσχατολογία: το αξιολογικό έως την παρούσα visio. Όχι πίσω από το πρωταρχικό φαινόμενο. Χρωματιστή ανταύγεια. Χιούμορ ως κάλυψη. Ο πρόλογος του Epimenides. Το Divan. Ατομική εσχατολογία. «Αξίωση». «Ανώτερο και ύψιστο».

IV. Ο ΠΛΗΡΗΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΤΗΤΑΣ. Δυνατός μόνο μέσω ανάλυσης του ποιητικού έργου. Δυναμική θεώρηση της φόρμουλας του «δημόσιου μυστικού». Άνοδος ως κατανάλωση του αντικειμένου. Υπεροχή της ανάτασης και της πράξης έναντι της παράστασης και της θέασης. Κεκλιμένο επίπεδο και πτώση προς τα πίσω. Άγχος ως βάθος του θαυμασμού. Καταρράκτης του Ρήνου και Αίτνα. «Το αιώνια κενό». «Στο μηδέν σου ελπίζω να βρω το Όλο». Ολίσθηση του αισθητικού μέσου. Θεμελιώδης ρυθμός της Κλασικής περιόδου. Χορός και λατρευτική ευλάβεια. Χριστιανισμός. Πλωτίνος. Το «παραμύθι» ως Αποκάλυψη. Η πράξη της Helena. Το διονυσιακό ως βάση. «Φαίνεσθαι» και «εμφανίζεσθαι». Ο Πέτρος πάνω στα νερά.

V. ΑΠΟ ΤΟΝ WERTHER ΣΤΟΝ TASSO.

Werther: Οι θεμελιώδεις τάσεις αδιείσδυτες. Πρόωρη εμφάνιση της ολότητας. Φύση-ζωή. Αντί οδού, κατάσταση. Διαλεκτική —ως φθαρμένη χρήση— ανάμεσα στον Albert και τον Werther. Παρανόηση της υποκειμενικότητας. Φυγή στη φύση και στην παιδικότητα ως δήθεν ολότητα. Αποκάλυψη της «αμόρφωτης» ψυχής. Μυστήριο του Όρους των Ελαιών.

Iphigenie: Η επιτυχημένη μόρφωση. Θεμελιώδης φόρμουλα της Κλασικής περιόδου. Ο εσωτερικός χώρος του κόσμου ως χώρος του γένους. Τάνταλος και Προμηθέας. Η άνοδος ως εξιλέωση. Ορέστης: Νέκυια της υποκειμενικότητας. Χάρη μέσω της βαθύτερης δοκιμασίας της Ιφιγένειας. «Η αναπνοή πνιγμένων Τιτάνων». Μετριασμός και παροχή μέτρου. Σύνθεση της σύνθεσης και της θέσης.

Tasso: Η «μόρφωση» και το «καλλιεργημένο». Goethe και Hegel. Το αφηρημένο μέσον του Tasso: εξίσωση υποκειμένου-αντικειμένου. Η «σημαντική», παραγωγική υποκειμενικότητα. Εντατικοποιημένος Werther. Εξαναγκασμός του «εσχάτου πράγματος». Βεβιασμένη τραγικότητα. Πικρία του Tasso. Έσχατη Κρίση και προτελευταίος κριτής. Υπόλοιπο πρόβλημα.

VI. FAUST. Ως περιπλάνηση του γίγνεσθαι-είναι στον σφαιρικά καμπυλωμένο χώρο της ύπαρξης. Αφετηρία στην υποκειμενικότητα του Werther. Οι ύμνοι της νεότητας. Ο Μεφιστοφελής και ο Κύριος. Ανορθολογικότητα του συμφώνου. Ανάμεσα στη μαγεία και στη διάχυση. Το Πνεύμα της Γης ως κατώτερη δύναμη του μακρόκοσμου, ως «αλήθεια» της παρούσας υποκειμενικότητας του Faust. Προσωρινότητα και κατάρρευση. Το μαγικό στην απόπειρα θανάτου: κατάσταση Homunkulus. Το επίπεδο του πασχαλινού ύμνου. Η τριπλή νοσταλγία. Η ιδωμένη ολότητα καταληπτή πρώτα ως αντίφαση. Μετάθεση της νοσταλγίας. Πράξη ως φως της οδού.

Faust και Μεφιστοφελής. Προσκήνια της αντίθεσης. Παρασκήνιο: καθαρή και ακάθαρτη υπέρβαση. Δισημία της φλόγας. Πρόδηλο νόημα του στοιχήματος. Παρανόηση του Faust.

Το διπλά παραβολικό του διακυβεύματος. Το στοίχημα υπερβαίνει τόσο τον Faust όσο και τον Μεφιστοφελή. Το «φαουστικό» συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του Μεφιστοφελή. Αυτός πρέπει κυριολεκτικά να εμποδίσει τη «στιγμή». Διαλεκτική και αμφισημία. Διαλεκτική εξάντληση. Σύστημα και αφορισμός. Ρητό ως σημείο.

Gretchen. Η ημιπραγματικότητα του δεύτερου μέρους, ωστόσο πιο πραγματική από το πρώτο. Κρυμμένη φύση της αληθινής του υπαρξιακότητας. Η υπόθεση του χαρτονομίσματος και η οδός προς τα μέσα. Homunkulus και κλασική Βαλπούργια Νύχτα ως σύμβολα της υπαρξιοποίησης. Αναγκαία απουσία της σκηνής της Περσεφόνης. Manto και η Μέδουσα. Helena και Μεφιστοφελής. Euphorion και το όριο της αισθητικής δύναμης. Το σύννεφο: ύψιστη θετικότητα του Ωραίου. Ανώτερη πράξη και βαθύτερη μετριοφροσύνη. Πλήρης υπέρβαση της σύνθεσης. Διαχωρισμός του αντικειμενικού και του υποκειμενικού Εσχάτου. Νόμος της αστοχίας ως ύψιστη υπαρξιακότητα. Λύση του στοιχήματος. Αποκάλυψη του «Θεός-Φύση».

Έσχατη μη λύτρωση της παραίτησης. Ανυπόφορο του νόμου της παραίτησης. Δάκρυα. «Ελεγεία του Marienbad». Καύση της καρδιάς. «Ο Θεός και η Μπαγιαντέρα». «Μακάρια νοσταλγία». Διπλό Έσχατο της Pandora. Mater Gloriosa.

JEAN PAUL

I. ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΓΗΡΑΤΟΣ. Νόμος της σοφίας του γήρατος. Χιούμορ. Αποκάλυψη της ψυχής ως θεμελιώδες θέμα. Στάση προς τον Fichte. Η αλήθεια είναι το Όλο. Herder, όχι Goethe. Το αφοριστικό και το έμμεσο. Θραύση του γκαιτικού νόμου της μόρφωσης. Αλληγορία αντί συμβόλου. Ωστόσο δεξιοτεχνική συμβολική τέχνη. Τα πάντα είναι έκφραση. Νέο νόημα της «μόρφωσης». Όχι φυγή από τον κόσμο, αλλά πλατωνισμός.

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΩΣΗΣ. Οδός προς τα μέσα. Vineta. Θραυστότητα. Η εσχατολογική διάσταση δεν είναι ουσιακή προσέγγιση προς τον Θεό, αλλά μόρφωση της αγάπης. Το Εσύ. Αλληλοκαθρέφτισμα μέσα από καλύμματα. Άρωμα, όχι εικόνα. Τάφος της καρδιάς. Το optimum της αποκάλυψης δεν είναι η μέθη. Η στιγμή ως το πνεύον. Σύνθεση της ευτυχίας της ζωής ως αντίφαση. Μουσική. Ερμηνεία της νοσταλγίας. Αδυνατότητα παράστασης της δυνατής ολοκλήρωσης. Ο νόμος της νοσταλγίας ως εξαναγκασμός προς αυτοάρση.

III. ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ. Οι αποδείξεις της αθανασίας. Η τέχνη οδηγεί μπροστά στην κατάσταση της αθανασίας. Ποιητής και φιλόσοφος. Η «απόδειξη» πρέπει να είναι υπαρξιακή ανάλυση μιας κατάστασης. Παρουσίαση της «πίστης στον αφανισμό». «Λόγος του νεκρού Χριστού». Υπάρχει γνήσια αγάπη χωρίς αιωνιότητα; Ύψιστη διαμόρφωση του ερωτήματος στον «Leibgeber». Σατιρικός αποκαλυπτής και αγαπών καλυπτής. Η παραφροσύνη του ως υπαρξιακός φιχτιανισμός. Κρίση πάνω στον μύθο της Sophia. «Να αγαπάς την αγάπη». Διαλεκτική του χιούμορ. Μη άρνηση της παραφροσύνης. Υπέρβαση του Hölderlin. Ο χρόνος ως holocaustum της αιώνιας καρδιάς. «Ένστικτο» της αιωνιότητας.

Το πώς της επέκεινα ολοκλήρωσης. Προσέγγιση ή άλμα; Υποκατάστατο της χριστιανικής ανάστασης; Η ποίηση επιχειρεί μια υπαρξιακή παροντοποίηση της μετάβασης. Αγάπη-δίψα και αγάπη-πόση.

IV. Ο TITAN ΩΣ ΑΝΤΙ-TITAN. Η «συγκεκριμένη αφαίρεση» ως αρχόμενη Αποκάλυψη. Υπερβατολογικός πόνος ως σημείο στροφής της ύπαρξης. Αντίθεση προς τη μυστική δυνητικότητα. Αντιστροφή της «φλεγόμενης βάτου». Όσο βαθύτερη αποξένωση, τόσο βαθύτερη γήινη αγάπη. Πυρ της πίστης. Αοπλότητα. Παθητική Αποκάλυψη. «Αρρώστια προς ζωή».

Το κακό. Πετρωμένη καρδιά. Θεατρίζουσα καρδιά. Το υποκατάστατο της αγάπης: Roquairol. Θάνατος και ανάσταση του Siebenkäs. Το μπουρλέσκο ανάμεσα στον Διαφωτισμό και στον προμηθεϊσμό. Το χριστιανικό μέσα σε αυτό. Θάνατος της Liane. Ο έσχατος νόμος της αγάπης: να προκαλεί πόνο. Titan ως Anti-Titan. Αιώρηση πάνω από την Αίτνα. Ιδεαλισμός ή χριστιανισμός; Τα αερόστατα.

HEGEL

I. ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ. «Θέλε τη μεταβολή». Το δοκιμαστικό πυρ. Έσχατο νόημα του αποκαλυπτικού στον γερμανικό ιδεαλισμό. Αναστοχασμός της «ζωής του κόσμου» ως σοφία του γήρατος. «Η ματαιότητα λαμβάνεται πλέον στα σοβαρά». Ειρωνεία της υπομονής. Σύστημα ως καύσιμο της φλόγας.

II. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ.

1. Μορφική στάση σκέψης. Προϋποθέσεις. Αντιστοιχία των ιδεατο-πραγματικών —σελλινγκιανών— και των υπαρξιακών δυνάμεων. Οντολογική απόδειξη του Θεού. Φαινομενολογία και Faust. Το θάρρος της εγκατάλειψης. Κανένα μέτρο. Φόβος μήπως σφάλλει κανείς ως σφάλμα. Αλήθεια ως συμβολή αντιφάσεων. Μέσον ανάμεσα στη φιλοσοφία της ουσίας και στη φιλοσοφία της ύπαρξης. Συγκεκριμενότητα ως con-crevisse. Tasso. Φαντασία και μόρφωση. Ο χώρος ζωής του Goethe ως χώρος σκέψης του Hegel. Μυστήρια της ουσίας. Fichte και Hegel.

2. Περιεχομενική Αποκάλυψη. Περιεχομενική ανύψωση και εντατικοποίηση ρυθμού. Φθορά των κατηγοριών. Ανα-γνώριση ως λίθος δοκιμής του ιδεαλισμού. Πραγματική ταπείνωση. Κύριος και δούλος. Φυσιογνωμική ως αποτυχημένη Αποκάλυψη. Αυξανόμενες μορφές αυτοεκκένωσης. Αγάπη ως μυστική δυνητικότητα. Το προηγούμενο του μέσου. Κράτος. Θρησκεία. «Υπερβαίνοντας προς εμένα». Πνεύμα. Hamann. Αποκάλυψη του αποκαλύπτειν. Αγάπη ως το αποκαλυπτικό. Τριάδα. Πανθεϊσμός ως μορφή υποκειμενισμού. «Εγώ είμαι ο αγώνας».

III. Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΣΗΣ.

1. Η πλευρά του θανάτου. Η θλίψη του τελείου και η θλίψη του να μην είναι κανείς Θεός δεν είναι ο καθαυτό θάνατος. Πρωτέας του αρνητικού. Ο θεμελιώδης προσδιορισμός του προϋποθέτει τον Schiller και τον Goethe. Διαλεκτική. Θάνατος και πόνος. Θάνατος και ταφή. Σκέψη ως ανώτερος θάνατος. «Η τεράστια δύναμη του αρνητικού». Η εκάστοτε ιδιαίτερη αρνητικότητα του «Πατέρα», του «Υιού» και του «Πνεύματος».

Ο Λόγος και ο κόσμος. Ενοχή. Αλήθεια και ψεύδος στην αμαρτία. Χριστός. Σταυρός και Κράτος. Ελευθερία μέσα στο ήθος της αναχώρησης. Ο Hegel μέσα στη γερμανική παράδοση του «δαιμονικού Θεού».

2. Η πλευρά της μεταμόρφωσης. Το μορφικά-εσχατολογικό: κοσμοϊστορική κρίση εμμενής στην ιστορία. Αλλά αυτό το αξιολογικό είναι ένταση. Η κάθετη τελεολογία, η αδυνατότητα παράστασής της. Η αθανασία, η «παράστασή» της. Η «αλήθειά» της είναι η πλευρά της μεταμόρφωσης της άρσης. Στον Χριστό όλοι οι άνθρωποι έχουν θεωθεί. Υπαρξιακός προσδιορισμός αυτής της άρσης. Η Φαινομενολογία ως αποκάλυψη, όχι εξάλειψη. Μεταμόρφωση του ατομικού ως ατομικού. «Το μυστικό είναι το θεωρησιακό». Το τέλος της Φαινομενολογίας. Μεταφυσική της θυσίας.

IV. Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ο ΘΥΣΙΑΣΤΗΣ. Γνώση ως εξουσία πάνω στην αγάπη. Η «λογικότητα» της θυσίας. Προσωρινότητα της εξωτερικής αποκάλυψης και της «πίστης». Η θυσία ως «απόλυτη πανουργία». Ιριδίζουσα υπαρξιακότητα. Το αντικειμενικό Έσχατο και το παρατηρητήριο. Το «υπερβαίνειν» και η «υπέρβαση». Το Άγιο ως το κενό. Η Τριάδα του Hegel είναι imago Trinitatis. Εκκλησία και Κράτος. Η θυσία του Προμηθέα.

4. Λυκόφως των Θεών

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ

I. Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΒΟΛΗ. Η στρογγύλωση του προμηθεϊκού κύκλου και η διάρρηξή του. Εκβολή στη νύχτα. Κόσμος λυκόφωτος των θεών. Κατάσταση επιλογής ανάμεσα σε χριστιανικό ή μη χριστιανικό ανορθολογισμό.

Baader. Στάση προς τον Hegel. Η αλήθεια είναι Κάποιος. Το προσωπικό ως ο γνήσιος πυρήνας της «άπειρης προόδου» και του γκαιτικού «εσωτερισμού». Ο Θεός πάνω από ενεργητικό και παθητικό. Η προσωπική κατοίκηση.

Τριπλή «νύχτα» ως Έσχατο: ως μη σύλληψη της ίδιας της καταγωγής και ως πειρασμός. Ως «σωματοποίηση» κάθε κτίσματος και η θεμελίωσή του από το διφορούμενο θεμέλιο —Θεός και Μηδέν. Ως πραγματική πτώση. Δαιμονολογία, ουσία του κακού. Αναλογική οντολογία. «Συγκεκριμένη αιωνιότητα». Ιδέα παγκόσμιας κρίσης.

Εκβολή της μυστικής του F. Schlegel και του Novalis. Η επιβίωση του Baader στη ρωσική αποκαλυπτική.

II. Η ΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΒΟΛΗ. Σκοτεινή ανάστροφη πλευρά του ιδεαλισμού. Από τη διαλεκτική της διάθεσης. Απόπειρες να συγκρατηθεί η εισβολή της νύχτας: Kant, Fichte, Schelling, Hölderlin, Jean Paul. Goethe.

Ο Abdallah του Tieck. Wackenroder. Hoffmann. Το Donatoa του Sonnenberg. Kleist και το Dasein προς θάνατον. Η μεταφυσική του θανάτου στον Schopenhauer. Κατάρρευση της μυστικής δυνητικότητας σε χωρίς ένταση ενότητα των άκρων. Η απόλυτη παραδοξότητα αυτής της μεταφυσικής. Το δράμα του πεπρωμένου.

HEBBEL

I. Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. Πτώση στην «καθημερινότητα». Ρεαλισμός. Κατασκευή του αισθήματος του κόσμου του από την αποσύνθεση της διαλεκτικής: αντί της «προσπάθειας της έννοιας», χωρίς ένταση ενότητα των άκρων: ανάκτηση της δομής του Διαφωτισμού. Υπαρξιακή ενότητα «σπαραγμού» και αυτοϊκανοποίησης. Η αδιαμεσολάβητη αλληλοπεριχώρηση της κοινωνικής και της ατομικής εσχατολογίας, χωρίς ένταση, άρα χωρίς σχέση.

II. Η ΚΑΘΑΡΑ ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ. Η ιδέα της εξέλιξης στον Schleiermacher. Η «εσχατολογική τρύπα». Πτώση προς τον Feuerbach. Δαρβινισμός. Υλιστική εσχατολογία. Νατουραλιστική εμπειρία του επέκεινα. Πνευματισμός. Η μέθοδος της αναλογίας του G. Th. Fechner. Η σοσιαλιστική εσχατολογία. Θυσία του ατόμου. Πίστη. Ο ανώνυμος Μεσσίας. Το ουτοπικό. Herzen και Bakunin.

III. Η ΚΑΘΑΡΑ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ. Παράδοξη σχέση προς το τελεολογικό. Το «βεβιασμένο ταλέντο» ζει από την «απροσιτότητα του ιδεώδους». Ρομαντική ειρωνεία, εσχατολογική φάρσα. Το Bimini του Heine. Το Orplid του Mörike. Κοσμικός πόνος και φθινοπωρινή επιχρύσωση του κόσμου. Μύθος του ζωντανού θαμμένου: Keller, Heine, C. F. Meyer. Η στιγμή του Platen.

IV. Ο ΠΑΝ-ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ HEBBEL. Η δραματική κατάσταση του Hebbel ως έκφραση της διαλυμένης διαλεκτικής. Ενοχή ως κατάσταση του Είναι. Αμηχανία μπροστά στο έσχατο ερώτημα. Διέλευση όλων των λύσεων. Παράδειγμα: πρόβλημα της αθανασίας. Εγγύτητα προς το υλιστικό. Όραμα του Άδη.

Κλειόμενη υπαρξιακότητα της περατότητας μπροστά σε αβέβαιο υπόβαθρο. Μεταφυσική των ποιημάτων: από τον τρόμο του Θεού προς το μυστήριο και το άρωμα του Θεού στον κόσμο. Στροφή προς το δράμα.

Judith. Προμηθεϊκός παντραγισμός: δοξολογία της αναγκαίας ενοχής. Αναλυτικό δράμα και δαιμονικότητα. Η δαιμονική εικόνα του Θεού στο βάθος. Το εσχατολογικό ως έκφραση της απόλυτης σοβαρότητας.

Genoveva: μόνο φαινομενική διαύγαση. Ο Golo, όχι η Genoveva, ως φορέας του προβλήματος. Μπαρόκ αποδέσμευση. Εξευγενισμός του δαιμονικού στα κλασικά δράματα ως απόλυτη σοβαρότητα.

Herodes und Mariamne, Gyges und sein Ring, Die Nibelungen: παραλλαγή του προβλήματος της εξασφάλισης μέσω μαγείας. Φαινομενικά ριζική περατότητα της κατάστασης, αλλά διασταυρούμενη από το «μυθικό» και το «κοσμοϊστορικό». Με αυτό αυτοάρση της υπαρξιακότητας. Το χριστιανικό στους Nibelungen.

Η οξεία δυσαρμονία του Moloch. Η «Κωμωδία του μέλλοντος»: μοτίβα μιας «εμπειρικής» εσχατολογίας. Η δισημία του μεταφυσικού ερωτήματος επενεργεί εκ νέου στο ηθικό των δραμάτων. Δαιμονικότητα της διεστραμμένης παγκόσμιας κρίσης.

WAGNER

Ο μύθος του Ahasver ως παραβολή του χρόνου: κατάρα της χωρίς ένταση ενότητας τελεολογικο-κοινωνικής και αξιολογικο-ατομικής εσχατολογίας: αθανασία ως αδυναμία θανάτου. Ο Ahasver ως Προμηθέας. Μύθος του απρόσωπου. Το άγονο της ποίησης περί Ahasver.

Η μυθική του Wagner, παραχώρηση στο πνεύμα της εποχής. Η μουσική ως ίζημα. Υποκατάστατο ύπαρξης. Ο Ahasver κρυμμένος σε κάθε μουσικό δράμα. Ο ιπτάμενος Ολλανδός: τα έσχατα πράγματα ως λυρικά αμοραλιστικές έννοιες και αξίες. Η προβληματική του Δαχτυλιδιού: Wotan —Θεός— και το «άβυσσο θεμέλιο»: πνεύμα και ζωή. Δυϊσμός εντατικοποιημένος πέρα από τον Schelling. Το ίδιο το Είναι είναι ενοχή και δράμα. Η εσχατολογική συμφιλίωση, ο ελεύθερος ήρωας ως μέσο προς αυτήν. Υπερδύναμη του «θεμελίου» ως πεπρωμένο, παθητικότητα του Wotan. Ο ήρωας —Siegfried— ως νέο κέντρο του κόσμου. Αδιέξοδη διαλεκτική του Wotan, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να στέκεται υπέρ και κατά του Siegfried. Το μιδαίο πεπρωμένο του ιδεαλιστικού Θεού. Ο ήρωας ως ανόητος. Ο Wotan ως δεσμευμένος Προμηθέας και ως Ahasver. Η ανάληψη του άγχους.

Το τριπλό εσχατολογικό νόημα του τέλους της Götterdämmerung: 1. Καθαρός θετικισμός. 2. Καθαρός βουδισμός. 3. Πανκαταναλωτική φλόγα, το διονυσιακό. Αυτή η ιριδίζουσα υπαρξιακότητα στο Έσχατο ως διάλυση. Συμβολικό τέλος του ιδεαλισμού.

5. Η μονομαχία

KIERKEGAARD ΚΑΙ NIETZSCHE

I. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ. «Ο Θεός είναι νεκρός». Άνθρωπος-μαριονέτα. Φωτιά μέσα στη νύχτα. Kierkegaard και Nietzsche: το πεπρωμένο. Η ιδέα. Ο κοινός εχθρός. Αγωνιστική ύπαρξη. Το υποκειμενικό είναι η αλήθεια. Η απόφαση. Οι προφητείες.

Το βάθος της έχθρας. Το σημείο του Σωκράτη. «Αμεσότητα» και «υπάρχειν». «Υπέρβαση» και «διαλεκτική». Ιδεαλιστικές παραδόσεις. Διαλεκτική της εμμένειας. «Άγχος» και «ευτυχία».

Εντατικοποίηση της απόστασης. Kierkegaard: το υποκειμενικό είναι η αναλήθεια. Το ιστορικό της εμμενούς και της χριστιανικής θρησκείας. Nietzsche: υπερ-ιστορία ως τελική ιστορία. Η «ζωή» και ο «μεμονωμένος». «Υπεράνθρωπος» και «υπερ-φύση». Το «παράλογο» και το «ουτοπικό». Το μυθικό. Kierkegaard: πάθος του πάσχειν ως προσδιορισμός και των δύο σταδίων. Nietzsche: διαλεκτική αγάπης και δύναμης ως προσδιορισμός του μοναδικού σταδίου. Ένταση. Πέρα από το καλό και το κακό. Αγάπη που εκρέει ή αγάπη που σπαταλιέται; Θυσία του Θεού; «Ο Θεός είναι νεκρός» ή «ο Θεός πέθανε στον Σταυρό»;

II. ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ. Σώμα με σώμα των υπάρξεων. Εσωτερική σκηνή. Κοινή εκκίνηση: οδός προς τα μέσα. «Πειραστής Θεός». Αλήθεια-μυστήριο. Κάθοδος στους κύκλους της κόλασης. Αγώνας για τη μάσκα. Τεχνική της αποκάλυψης. Αποκάλυψη ως μάσκα. Το νευρωτικό. Απελπισία και πίστη. Και πάλι Σωκράτης. Αλήθεια του πέπλου. Ανταλλαγή όπλων.

Nietzsche: η απομυθοποίηση ως ψευδαίσθηση είναι αλήθεια, μονισμός της ζωής. Kierkegaard: ο διάλογος είναι η αλήθεια της διαλεκτικής αληθούς-ψευδούς. Το όριο.

Nietzsche: δύναμη ως σύνθεση αγάπης-δύναμης. Kierkegaard: αοπλότητα ως σύνθεση πίστης και πείσματος. Νέες αποκαλύψεις. Ο άλαλος Θεός. Το παιδικό. Το διαλέγεσθαι αποδεικνύει την πρωτοκαθεδρία του διαλόγου. Να «αρνείται» κανείς τον εαυτό του στον Θεό: υπόβαθρα της διατύπωσης. Το υπάρχειν δεν είναι αυτοερμηνεία της ύπαρξης. Ύπαρξη ως σημείο και ηχώ. «Χειρονομιακή ύπαρξη». Αδυναμία ερμηνείας κάθε Αποκάλυψης. Ο πειρασμός του να είναι κανείς πρότυπο. Το αφηρημένο της ύπαρξης. «Νεκρός από αθανασία». Ζωοτομία της ύπαρξης. «Μόνο τρελός, μόνο ποιητής». Η απελπισία ως σημείο. Κόλαση. Χορός των σπαθιών. Φλόγα
.

ΑΚΟΥΡΑΣΤΟΣ Ο ΜΠΑΛΤΑΣΑΡ. 

ΑΦΟΥ ΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΚΟΤΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ....