Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 14 Του Franco Volpi

Συνέχεια από  Παρασκευή 27. Φεβρουαρίου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 14
Του Franco Volpi

Κεφάλαιο 3

Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» στ

4. Το πρόβλημα της χρονικότητας(συνέχεια)


.......Και πράγματι, ο Αριστοτέλης δεν λέει ότι ο χρόνος είναι ιδιότητα του κινούμενου σώματος, αλλά ιδιότητα της ίδιας της κίνησης.
Και είναι στρεφόμενοι προς αυτήν, ως τέτοια, που μπορεί να συλληφθεί ο χρόνος........


Ωστόσο, συνεχίζει ο Heidegger, ακόμη κι έτσι η δυσκολία δεν φαίνεται να έχει ξεπεραστεί, διότι μπορούμε να παρακολουθούμε την κίνηση του δείκτη — που είναι μια τοπική κίνηση — παρατηρώντας τη μετάβασή του από μια θέση σε μια άλλη, χωρίς όμως με αυτόν τον τρόπο να έχουμε ήδη συλλάβει τον χρόνο. Αν πάλι σταματήσουμε την κίνηση του δείκτη, λέμε ότι ο δείκτης μένει ακίνητος, αλλά ότι ο χρόνος εξακολουθεί να κυλά. Και τότε θα φαινόταν πως ο χρόνος δεν βρίσκεται σε σχέση με την κίνηση ούτε εξαρτάται από αυτήν.

Ο Αριστοτέλης, πράγματι, δεν λέει ότι ο χρόνος είναι κίνηση (kinesis), αλλά κάτι της κινήσεως (kineseos ti). Πρέπει λοιπόν να δούμε πώς και με ποιες μορφές ο χρόνος φανερώνεται μέσα στην κίνηση, της οποίας οφείλει να αποτελεί ιδιότητα. Παρατηρώντας ότι στην πορεία της ο δείκτης διέρχεται από κάθε σημείο της διαδρομής του σε έναν καθορισμένο χρόνο, μπορούμε να πούμε ότι η κίνηση συμβαίνει μέσα στον χρόνο, δηλαδή ότι είναι ενδοχρονική. Αλλά — διερωτάται ο Heidegger — αν ο χρόνος φανερώνεται στην κίνηση επειδή η κίνηση συμβαίνει μέσα στον χρόνο, τότε τι είναι ο χρόνος; Είναι άραγε ένα είδος δοχείου που περιέχει την κίνηση και που η κίνηση, τρόπον τινά, φέρει πάντοτε μαζί της; Και αν ο δείκτης σταματήσει, αν σταματήσει η κίνηση, σταματά άραγε μαζί της και ο χρόνος; Υπάρχει χρόνος στην ακινησία;

Αν κρατήσουμε σταθερή την ιδέα ότι ο χρόνος είναι ιδιότητα της κίνησης, όπως λέει ο Αριστοτέλης, θα φαινόταν ότι με την παύση της κίνησης θα έπρεπε να παύει και η ροή του χρόνου. Κι όμως, λέμε ότι ο δείκτης έμεινε ακίνητος για έναν ορισμένο χρόνο. Αλλά, και πάλι, ο Αριστοτέλης δεν λέει απλώς, με αόριστο τρόπο, ότι ο χρόνος είναι κάτι της κίνησης, αλλά προσδιορίζει με ακρίβεια τι είναι αυτό το «κάτι». Αυτό το «τι» είναι ο αριθμός.

Αλλά και αυτή η διευκρίνιση δεν φαίνεται να απομακρύνει όλες τις δυσκολίες. Είναι παράδοξο, παρατηρεί ο Heidegger, ότι ο χρόνος προσδιορίζεται με βάση τον αριθμό, ο οποίος ως τέτοιος θεωρείται κάτι που βρίσκεται πέρα από τον χρόνο, κάτι άχρονο, ανεξάρτητο από αυτόν. Είναι αλήθεια ότι ο Αριστοτέλης λέει πως ο χρόνος είναι αριθμός με την έννοια του αριθμούμενου (arithmoumenon)· όμως, επανερχόμενοι στο παράδειγμα του δείκτη, τι είναι εκείνο από την κίνησή του που αριθμείται; Εφόσον ο δείκτης κινείται με τοπική κίνηση, μπορούμε προφανώς να αριθμήσουμε τα επιμέρους σημεία, τις επιμέρους θέσεις από τις οποίες διέρχεται κατά τη μετατόπισή του.

Ωστόσο, ακόμη κι αν αριθμήσουμε όλα τα σημεία και τις θέσεις από τις οποίες περνά κατά την κίνησή του, δεν θα έχουμε ακόμη συλλάβει τον χρόνο, διότι το άθροισμα αυτών των θέσεων ή σημείων δεν δίνει ως αποτέλεσμα τον χρόνο, αλλά τη διαδρομή που διένυσε ο δείκτης· δεν δίνει δηλαδή έναν χρονικό, αλλά έναν χωρικό προσδιορισμό.

Θα μπορούσαμε τότε να υπολογίσουμε την ταχύτητα του δείκτη σύμφωνα με τον τύπο που μας διδάσκει η φυσική (c = s:t), δηλαδή διαιρώντας τη διανυθείσα απόσταση με τον χρόνο που χρειάστηκε για να διανυθεί. Με τον τρόπο αυτό, όμως, το πολύ που θα διαπιστώναμε είναι ότι και στον προσδιορισμό της ταχύτητας εμπλέκεται κατά κάποιον τρόπο ο χρόνος, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται ακριβέστερα. Μάλιστα, ο Heidegger επισημαίνει ότι ο φυσικός τύπος, αντί να διαλύει τη δυσκολία, φαίνεται μάλλον να την επιτείνει· διότι είναι παράδοξο το ότι οι κινήσεις «καταναλώνουν» χρόνο, χωρίς όμως ο χρόνος να καταναλώνεται από αυτή τη χρήση: αν σκεφτούμε ότι σε μια ορισμένη χρονική περίοδο λαμβάνει χώρα ένας ορισμένος αριθμός κινήσεων και ότι στην ίδια περίοδο λαμβάνει χώρα διπλάσιος αριθμός κινήσεων, ο χρόνος που «δαπανήθηκε» δεν θα έχει μεταβληθεί, αλλά θα παραμείνει ο ίδιος — σαν να μην εξαρτάται τελικά ο χρόνος από τον αριθμό των κινήσεων.

Δεν βρίσκουμε τι είναι ο χρόνος — υποστηρίζει ο Heidegger — ούτε αν σημειώσουμε κάθε σημείο της διαδρομής του δείκτη με έναν αριθμό και δούμε στο πέρασμά του την αρίθμηση της κίνησής του. Κι όμως — συνεχίζει — όταν βγάζουμε από την τσέπη το ρολόι, στο καντράν του οποίου η διαδρομή του δείκτη είναι ακριβώς σημειωμένη με αριθμούς, και παρακολουθούμε τη μετατόπισή του, λέμε ότι ο δείκτης μας δείχνει τον χρόνο. Λέμε ότι διαβάζουμε τον χρόνο από την κίνηση του δείκτη και από τους αριθμούς που τη συνοδεύουν. Λέμε ότι το ρολόι μετρά τον χρόνο και μας τον υποδεικνύει.

Αλλά, πέρα από την καθημερινή χρήση που κάνουμε, ούτε η μέτρηση του χρόνου μέσω του ρολογιού μάς λέει τι είναι ο χρόνος καθ’ εαυτόν, ούτε μας αποκαλύπτει πού βρίσκεται, ποια είναι η οντολογική του θέση. Προφανώς — θα πει κανείς — αυτή η θέση δεν βρίσκεται στο ρολόι, έστω κι αν στη φυσική καθημερινή μας στάση αντλούμε από αυτό την ένδειξη του χρόνου, όπως παλαιότερα, πριν υπάρξουν ρολόγια, την αντλούσαμε από τη μέτρηση της κίνησης του ήλιου. Πού βρίσκεται λοιπόν ο χρόνος; Ποιος είναι ο «τόπος» του, εφόσον εμφανίζεται και βιώνεται πάντοτε εκεί όπου παρακολουθούμε την κίνηση ενός σώματος, χωρίς όμως να βρίσκεται ποτέ εκεί όπου βρίσκεται το ίδιο το κινούμενο σώμα;

Αν, λέγοντας ότι ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης, ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει μια θεμελιώδη αλήθεια της κοινής εμπειρίας του χρόνου, η ιδιοφυΐα του ορισμού του έγκειται, κατά τον Heidegger, στο ότι καθορίζει επίσης τον ορίζοντα εντός του οποίου μπορούμε, μέσω της αρίθμησης της κίνησης, να αντλήσουμε μια ένδειξη χρονικού χαρακτήρα· ο αριστοτελικός ορισμός του χρόνου μάς υποδεικνύει δηλαδή την προ-κατανόηση μέσα στην οποία οφείλουμε να θεωρήσουμε την κίνηση (του ήλιου ή των δεικτών του ρολογιού), αν θέλουμε να εξαγάγουμε από αυτήν την ένδειξη του χρόνου. Ο αναζητούμενος αυτός ορίζοντας καθορίζεται από τις προσδιοριστικές έννοιες του πριν και του μετά: βιώνουμε τον χρόνο όταν παρακολουθούμε μια κίνηση και την αριθμούμε σε σχέση με το πριν και το μετά.

Ωστόσο — αντιτείνει και πάλι ο Heidegger — το πριν και το μετά είναι ήδη χρονικοί προσδιορισμοί. Το να λέμε λοιπόν ότι ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης κατά το πριν και το μετά ισοδυναμεί με το να λέμε ότι ο χρόνος είναι χρόνος. Και έτσι ο αριστοτελικός ορισμός φαίνεται να πάσχει από το σφάλμα μιας petitio principii, να αποτελεί μια ταυτολογία.

Εντούτοις, η ταυτολογία και η petitio principii είναι μόνο φαινομενικές· και όταν διαλυθεί αυτή η φαινομενικότητα, το βάθος του αριστοτελικού ορισμού γίνεται εκ νέου διαφανές. Η λύση της ταυτολογίας έγκειται, κατά τον Heidegger, στο ότι οι προσδιορισμοί του πριν και του μετά που χρησιμοποιούνται στον ορισμό υποδηλώνουν μια χρονική διάσταση διαφορετική από εκείνη που δηλώνεται από τον χρόνο ως υποκείμενο του ορισμού· με άλλα λόγια, η χρονικότητα στην οποία παραπέμπουν το πριν και το μετά είναι κάτι πρωταρχικότερο σε σχέση με τον χρόνο που πρέπει να οριστεί. Η φαινομενική ταυτολογία υποδηλώνει λοιπόν ότι το φαινόμενο του χρόνου (ως προς ορισμόν) μπορεί να κατανοηθεί μόνο αφετηριακά, από τον προσδιορισμό μιας πιο πρωταρχικής χρονικότητας (που δηλώνεται από το πριν και το μετά). Σύμφωνα τώρα με τον Heidegger, αυτή η πρωταρχικότερη χρονικότητα, στην οποία θεμελιώνεται η κοινή εμπειρία του χρόνου, είναι η χρονικότητα της ψυχής, είναι η πρωταρχική χρονική δομή του Dasein.

Έτσι, η φαινομενική ταυτολογία που απειλεί να καταστήσει ασυνεπή τον αριστοτελικό ορισμό του χρόνου αποκαλύπτεται στην πραγματικότητα ως ένδειξη μιας θεμελιώδους απαίτησης· υποδηλώνει δηλαδή την αναζήτηση της αρχής, το petere principium με θετική έννοια, έτσι ώστε το φαινόμενο του χρόνου, όπως βιώνεται στην καθημερινή εμπειρία, να μπορεί να θεμελιωθεί και να ερμηνευθεί επαρκώς σε αναφορά προς την αρχή που συνιστά η πρωταρχική χρονικότητα. Και γενικότερα, η φαινομενική, σημείο προς σημείο, αμφισβήτηση της αριστοτελικής θεώρησης του χρόνου που επιχειρεί ο Heidegger δεν αποσκοπεί τόσο σε μια κριτική, όσο στο να καταδείξει πώς, μέσα στην ιδιοφυΐα και το βάθος του, ο αριστοτελικός ορισμός ανταποκρίνεται σε θεμελιώδεις απορίες που ανακύπτουν από τη φυσική κατανόηση του χρόνου και οδηγεί, μέσω της επίλυσής τους, σε μια φιλοσοφική κατανόηση του φαινομένου.

Πριν περάσουμε τώρα στην ανάλυση της πρωταρχικής χρονικότητας, είναι σκόπιμο να σταθούμε σε ορισμένες όψεις της αριστοτελικής σύλληψης του χρόνου που δεν έχουν ακόμη επαρκώς αποσαφηνιστεί, δηλαδή στον προσδιορισμό του χρόνου σε σχέση με την κίνηση, τη συνέχεια και τη διαστατικότητα.

Εφόσον ο χρόνος βρίσκεται σε σχέση με την κίνηση, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η κίνηση (τόσο ως kinesis όσο και ως metabole) νοείται από τον Αριστοτέλη με ευρεία έννοια· και συγκεκριμένα όχι μόνο ως τοπική κίνηση, δηλαδή μεταφορά (phora), αλλά και ως ποιοτική μεταβολή (alloiosis) καθώς και ως αύξηση ή φθίση (auxesis ή phthisis). Το κοινό γνώρισμα όλων αυτών των ειδών κίνησης είναι ότι συνιστούν μετάβαση από κάτι σε κάτι άλλο (ek tinos eis ti). Το χαρακτηριστικό αυτό δεν πρέπει να νοηθεί με χωρική έννοια, αλλά ως δομικός προσδιορισμός της κίνησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κίνηση να διαθέτει διαστατικότητα, την οποία ο Αριστοτέλης δηλώνει με τον όρο megethos (μέγεθος, έκταση)· και στη μετάβαση (ek tinos eis ti) που λαμβάνει χώρα σύμφωνα με αυτή τη διαστατικότητα είναι συνουσιώδης η συνέχεια (synecheia).

Η κίνηση συνδέεται λοιπόν δομικά με τη διαστατικότητα (και με τη συνέχεια), και ο Αριστοτέλης εκφράζει αυτή τη σύνδεση λέγοντας ότι «η κίνηση ακολουθεί το μέγεθος» (akolouthei toi megethei he kinesis, 219 a 11). Για τον Heidegger αυτό το akolouthein εκφράζει τίποτε λιγότερο από μια «a priori θεμελιωτική συνάφεια» (apriorischer Fundierungszusammenhang), την οποία είναι ουσιώδες να κατανοήσουμε ορθά, διότι ο Αριστοτέλης τη χρησιμοποιεί και για να εκφράσει τη σχέση μεταξύ χρόνου και κίνησης, εκεί όπου λέει ότι «ο χρόνος ακολουθεί την κίνηση» (ho chronos akolouthei tei kinesei, 219 b 23). Αυτό σημαίνει ότι με τον χρόνο προϋποτίθεται πάντοτε η κίνηση ή η οριακή περίπτωση της κίνησης, δηλαδή η ακινησία· και εφόσον η κίνηση προϋποθέτει διαστατικότητα και συνέχεια, και η εμπειρία του χρόνου προϋποθέτει με τη σειρά της κίνηση, διαστατικότητα και συνέχεια.


Όσον αφορά τον προσδιορισμό της συνέχειας, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς το συνεχές βιώνεται και πώς συγκροτείται μέσω των στοιχείων του, δηλαδή των σημείων. Όπως στην εμπειρία της κίνησης συλλαμβάνουμε πάντοτε το κινούμενο σώμα και όχι την ίδια την κίνηση (tode gar ti to pheromenon, he de kinesis ou, 219 b 30), έτσι και στην περίπτωση του συνεχούς δεν συλλαμβάνουμε ποτέ τη συνέχεια ως τέτοια, αλλά πάντοτε τα επιμέρους στοιχεία που τη συγκροτούν, δηλαδή τα σημεία (βιωμένα μέσα σε έναν ορισμένο ορίζοντα και σε μια ορισμένη διαδοχή). Την κίνηση του δείκτη, για παράδειγμα, τη συλλαμβάνουμε όταν αντιλαμβανόμαστε το πέρασμά του από ένα σημείο σε ένα άλλο, από αυτό εδώ το σημείο σε εκείνο εκεί, από εδώ σε εκεί. Η μετάβαση βιώνεται δηλαδή πάντοτε ως μετάβαση που λαμβάνει χώρα μεταξύ δύο καθορισμένων σημείων· και τα δύο αυτά σημεία δεν είναι οποιαδήποτε, αλλά προσδιορίζονται από μια συγκεκριμένη διαδοχή, εκείνη του πριν και του μετά. Συλλαμβάνουμε τη μετάβαση εφόσον κρατούμε σταθερό το πρώτο σημείο ως πριν και, κρατώντας το ως τέτοιο, αναμένουμε το επόμενο σημείο που έρχεται ως μετά. Βιώνουμε δηλαδή τη μετάβαση κρατώντας σταθερό το πριν και αναμένοντας το μετά. Ακολουθώντας την κίνηση του δείκτη λέμε: τώρα εδώ, τώρα εκεί· και έτσι, μέσα στον ορίζοντα του πριν και του μετά, βιώνουμε τον χρόνο.

Είναι αλήθεια ότι, ακολουθώντας τα περάσματα του δείκτη από το ένα σημείο στο άλλο, στην πραγματικότητα παρακολουθούμε μια κίνηση και όχι ακόμη τον χρόνο· αλλά ακριβώς για να σημάνουμε τα διαφορετικά σημεία από τα οποία περνά ο δείκτης, λέμε «τώρα-εδώ» και «τώρα-εκεί», και προφέροντας αυτό το «τώρα» αποδίδουμε τον χρόνο στην κίνηση, προ-διαγράφουμε τον χρονικό προσδιορισμό και τον επιβάλλουμε σε μια συγκεκριμένη κίνηση (εκείνη των δεικτών ή του ήλιου). Έτσι, όταν κοιτάζουμε το ρολόι και λέμε «τώρα είναι εννέα», «επιβάλλουμε» στο ρολόι τον χρόνο· διαβάζουμε έναν αριθμό και τον εννοούμε ως χρονική ένδειξη. Ο χρόνος δεν βρίσκεται στο ρολόι· αλλά όταν λέμε «τώρα», αυτό μας δείχνει έναν αριθμό που, μέσα στον ορίζοντα αυτού του «τώρα», γίνεται χρόνος. Ο χρόνος αναδύεται από το γεγονός ότι διαβάζουμε τον αριθμό της κίνησης μέσα στον ορίζοντα του χρονικού προσδιορισμού του «τώρα».

Από πού όμως αντλούμε αυτό το «τώρα»; Για τον Heidegger, το αντλούμε — τρόπον τινά — από τον εαυτό μας· το αντλούμε από τη χρονική έκταση που χαρακτηρίζει το ίδιο μας το είναι ως πεπερασμένο ον. Η πρωταρχική πηγή της εμπειρίας του χρόνου είναι δηλαδή η ίδια η δομή της ψυχής, της ανθρώπινης ζωής, του Dasein, η οποία έχει ως θεμελιώδες γνώρισμα τη χρονικότητα.


Ας εξετάσουμε όμως πιο προσεκτικά τη φύση του «τώρα», της στιγμής, η οποία — όπως λέει ο Αριστοτέλης — είναι αυτό που αριθμείται ακολουθώντας την κίνηση κατά το πριν και το μετά (hei d'arithmeton to proteron kai hysteron, to nyn estin, 219 b 25). Για να κατανοήσουμε τη φύση της στιγμής, είναι αναγκαίο να έχουμε σαφή επίγνωση του χαρακτήρα του πριν και του μετά· πρέπει δηλαδή να λάβουμε υπόψη ότι, αν ο προσδιορισμός τους φαίνεται κατ’ αρχάς να είναι τοπικός, εφόσον δηλώνουν τη διαδοχή από έναν τόπο σε έναν άλλον, στην πραγματικότητα πρόκειται για χρονικό προσδιορισμό, διότι η χρονική σημασία του πριν και του μετά πρέπει να προϋποτίθεται για να κατανοηθεί η τοπική σημασία. Όπως λέει ο Αριστοτέλης, το πριν και το μετά έχουν μια apostasis pros to nyn (223 a 5-6), δηλαδή μια απόσταση σε σχέση με το «τώρα».

Η στιγμή, το «τώρα», έχει τον εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα να συγκροτεί ταυτότητα και ετερότητα του χρόνου, δηλαδή και να συγκροτεί τον χρόνο και να τον διαιρεί σε ένα τώρα-όχι-πια και σε ένα τώρα-όχι-ακόμη, σε ένα πριν και σε ένα μετά (kai syneches te de ho chronos to nyn, kai diheiretai kata to nyn, 220 a 5). Αυτό συμβαίνει διότι η στιγμή είναι κατά έναν τρόπο πάντοτε η ίδια και κατά έναν άλλον όχι η ίδια (to de nyn esti men hos to auto, esti d’hos ou to auto, 219 b 12-13), καθώς — όπως εξηγεί ο Αριστοτέλης — είναι «το αυτό ως προς το υποκείμενο, αλλά διαφορετικό ως προς το είναι του» (to gar to auto ho pot’ hen – to d’einai autoi heteron, 219 b 10-11). Σε αντίθεση με τη συνήθη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία αυτό σημαίνει ότι η στιγμή είναι πάντοτε η ίδια ως προς την ύπαρξη και κάθε φορά διαφορετική ως προς την ουσία, ο Heidegger ερμηνεύει την έκφραση με την αντίθετη έννοια: η στιγμή θα ήταν η ίδια ως προς την ουσία και πάντοτε άλλη ως προς την ύπαρξη.

Ένα ακόμη ουσιώδες γνώρισμα της στιγμής είναι ότι δεν πρέπει να νοείται ως απλή σημειακότητα, σαν να έπρεπε το χρονικό συνεχές να κατανοηθεί κατ’ αναλογία προς τη γραμμή και η στιγμή που το συγκροτεί να αντιστοιχεί στο σημείο που συγκροτεί εκείνη. Η στιγμή έχει μάλλον τον χαρακτήρα ορίζοντα, διότι της ανήκουν ως συστατικές στιγμές η αρχή και το τέλος, καθώς και ο χαρακτήρας της διαστατικότητας και της εκτατότητας. Επιπλέον, εφόσον η στιγμή έχει τον χαρακτήρα μετάβασης (ek tinos eis ti), δεν είναι ποτέ σαν σημείο δίπλα σε άλλο σημείο, δεν είναι ποτέ όριο (παρά μόνο κατά συμβεβηκός, σε αναφορά προς κάτι άλλο και όχι καθ’ εαυτήν). Ως μετάβαση και διαστατικότητα είναι ανοιχτή και εκτεταμένη προς τη διάσταση του όχι-πια και του όχι-ακόμη· με τη στιγμή μπορούν να σημειωθούν όρια, αλλά η ίδια δεν είναι ποτέ καθ’ εαυτήν όριο.

Η στιγμή δεν είναι όριο (peras), αλλά αριθμός (arithmos). Ο Αριστοτέλης διακρίνει σαφώς τις δύο αυτές έννοιες: ενώ το όριο ανήκει στο είναι αυτού που οριοθετείται, ο αριθμός μπορεί να προσδιορίζει κάτι (αριθμώντας και μετρώντας το) χωρίς να αποτελεί μέρος αυτού που αριθμείται ή μετράται και χωρίς να έχει τον τρόπο ύπαρξής του. Λέγοντας λοιπόν ότι ο χρόνος είναι αριθμός της κίνησης, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι τον βιώνουμε αριθμώντας και μετρώντας την κίνηση, χωρίς ωστόσο ο χρόνος — ακριβώς ως αριθμός — να αποτελεί μέρος της κίνησης ή του κινούμενου σώματος.

Ως αριθμός, η στιγμή — και συνεπώς και ο χρόνος που συγκροτείται από στιγμές — είναι μέτρο (metron). Και το να είναι ένα σώμα, ως κινούμενο, μετρημένο ως προς την κίνησή του, είναι το είναι-εν-χρόνω, η ενδοχρονικότητά του (to en chronoi einai, 221 a 4). Το ότι τα πράγματα είναι μέσα στον χρόνο σημαίνει ότι μετρώνται στη ροή τους με τον χρόνο σε σχέση με τον διαστατικό χαρακτήρα του τελευταίου. Δεν μετρώνται όμως ως τέτοια, αλλά μόνο κατά τον ειδικό χαρακτήρα του είναι-εν-κινήσει, δηλαδή μόνο εφόσον βρίσκονται σε κίνηση ή σε ακινησία (metresei d’ho chronos to kinoumenon kai to emeroun, hei to men kinoumenon to de emeroun, 221 b 16-18). Προφανώς, τα πράγματα είναι μέσα στον χρόνο με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι στιγμές, οι οποίες είναι μέσα στον χρόνο συγκροτώντας τον. Τα κινούμενα πράγματα περιέχονται στον χρόνο όπως ο αριθμός περιέχεται σε αυτό που αριθμεί. Για να εκφράσει τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος περιέχει τα πράγματα, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το ρήμα periechesthai, θέλοντας να δηλώσει ότι ο χρόνος περιβάλλει τα κινούμενα όντα, χωρίς ωστόσο να αποτελεί μέρος τους. Και ακριβώς λόγω αυτής της ιδιαίτερης σχέσης, παρότι ο χρόνος δεν είναι κίνηση, όπου βιώνουμε κίνηση, βιώνουμε συγχρόνως και τον χρόνο που την περιβάλλει (hama gar kineseos aisthanometha kai chronou, 219 a 3).

Από το γεγονός όμως ότι βιώνουμε τον χρόνο εκεί όπου βιώνουμε την κίνηση προκύπτει μια καθοριστική απορία, την οποία ο Heidegger αξιοποιεί για να προσδώσει στην ερμηνεία του του αριστοτελικού κειμένου μια στροφή προς την εξίσωση που θέτει μεταξύ Dasein και χρονικότητας. Η απορία προκύπτει από το ότι μπορούμε να σκεφθούμε καταστάσεις — όπως εκείνη του σκότους — όπου η εμπειρία μας της κίνησης αισθητών σωμάτων διακόπτεται. Πρέπει τότε να αναρωτηθούμε αν με τη διακοπή της εμπειρίας της κίνησης διακόπτεται και η εμπειρία του χρόνου. Προφανώς όχι, διότι, όπως εξηγεί ο Αριστοτέλης (219 a 4-6), θα βιώναμε ούτως ή άλλως την κίνηση των ψυχικών μας καταστάσεων· δηλαδή, εφόσον η ψυχή φανερώνεται ως κάτι που βρίσκεται σε κίνηση, μαζί της φανερώνεται πάντοτε και ο χρόνος. Από εδώ προκύπτει η περαιτέρω απορία: αν δεν υπήρχε η ψυχή, θα υπήρχε ή όχι ο χρόνος; (poteron de me ouses psyches eie an ho chronos he ou, 224 a 21). Προφανώς όχι· και τούτο διότι, όπως ήδη ειπώθηκε, εάν ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης, η ψυχή είναι το ον που αριθμεί (223 a 25). Ο οντολογικός τόπος του χρόνου — καταλήγει ο Heidegger στην ερμηνεία του — είναι η ψυχή.

Η απόδοση όμως του χρόνου στην ψυχή ως οντολογικού του τόπου θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο χρόνος είναι κάτι υποκειμενικό. Αυτό όμως θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα προέκυψαν από την ερμηνεία του φαινομένου της ενδοχρονικότητας, όπου είδαμε ότι ο χρόνος «περιέχει» και «περιβάλλει» τα φυσικά όντα και τα πράγματα και, ως τέτοιος, είναι αντικειμενικός — μάλιστα το πλέον αντικειμενικό από όλα τα «αντικείμενα». Έτσι, από τη μια πλευρά φαίνεται να είναι παρών αντικειμενικά παντού, στον ουρανό (en ouranoi), στη θάλασσα (en thalassei) και στη γη (en gei), δηλαδή παντού (en panti), ενώ από την άλλη φαίνεται να είναι κάτι σχετικό με την ψυχή (psyche). Παρατηρώντας αυτό (223 a 16-18), ο Αριστοτέλης συλλαμβάνει μια απορία από την οποία γεννιέται εκείνη η διχοτομία μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής κατανόησης του χρόνου που έμελλε να διατρέξει ολόκληρη την ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας.


Συνεχίζεται

SUMPHILOSOPHEIN 7

  Συνέχεια από:Τετάρτη 6 Μαίου 2026

SUMPHILOSOPHEIN 7
H ζωή στην Ακαδημία του Πλάτωνος.

Του Enrico Berti.

4. Τα πράγματα

Α.
Τι να πούμε για τον Πλάτωνα,
τον Σπεύσιππο και τον Μενέδημο;
Τι περιμένουν τώρα;
Ποιο κρασί, ποιο λόγο
ερευνούν;
Αν αυτό είναι σοφία, αν πρόκειται για κάτι, πες μου, σε παρακαλώ,
για τη γη…

Β. Ξέρω καλά τι να πω γι’ αυτούς:
τους είδα καθαρά στο Πάνθεον τη συντροφιά
εκείνων των νέων…
στα γυμναστήρια της Ακαδημίας,
έκαναν λόγους ανείπωτους, παράλογους.
Δίνοντας ορισμούς για τη φύση,
ξεχώριζαν τη φύση των ζώων
από εκείνη των φυτών και των πετρών·
ακόμα και για την κολοκύθα
εξέταζαν σε τι είδος ανήκει.

Α. Και τι ορισμό έδωσαν για το γένος
στο οποίο ανήκει το φυτό; Πες μου, αν το ξέρεις.

Β. Πρώτα όλοι, σιωπηλοί,
κάθισαν σκυφτοί και κυρτοί,
και συλλογίζονταν για πολλή ώρα.
Έπειτα ξαφνικά, ενώ ακόμα ερευνούσαν
και ερευνούσαν οι νέοι, ένας από αυτούς είπε πως είναι
ένα στρογγυλό λαχανικό,
ένας πως είναι δέντρο.
Ακούγοντας αυτό ένας γιατρός
που είχε έρθει από τη Σικελία
τους στράφηκε ενάντια, λέγοντας ότι παραληρούσαν.

Α. Θύμωσαν τότε από τη χλεύη και φώναξαν;
Να κάνει κανείς έτσι σε μια συνέλευση είναι ανεπίτρεπτο.

Β. Όχι, οι νέοι δεν το πήραν βαριά.
Ο Πλάτων, μάλιστα, που ήταν παρών, πολύ γλυκά
και χωρίς να θυμώσει, τους πρότεινε
να κάνουν πάλι (από την αρχή, με την κολοκύθα)
την εξέταση για να ορίσουν το γένος·
και προχώρησαν στη διαίρεση.

Αυτοί είναι στίχοι από ένα απόσπασμα κωμωδίας ενός Επικράτη, κωμωδιογράφου του 4ου αιώνα π.Χ., και επομένως σύγχρονου του Πλάτωνα, στην οποία δύο πρόσωπα, που τα ονομάζουμε συμβατικά Α και Β, συζητούν για τις δραστηριότητές τους, δηλαδή τα πράγματα που γίνονταν στην Ακαδημία. Πρόκειται ξεκάθαρα για ένα αστείο που κυκλοφορούσε, ένα είδος χιούμορ που συχνά χρησιμοποιούνταν με ειρωνική διάθεση απέναντι στους φιλοσόφους — ας θυμηθούμε τις Νεφέλες του Αριστοφάνη — αλλά που αντανακλά και το τι σκεφτόταν η Αθήνα για τις δραστηριότητες της Ακαδημίας. Στην κωμωδία αυτή βλέπουμε να αναπαρίστανται πρόσωπα της πρώτης γενιάς της σχολής, ο ίδιος ο Πλάτων και άλλοι της Ακαδημίας, που ήταν ακόμη ζωντανοί, δηλαδή ο ανιψιός και μελλοντικός διάδοχος του Πλάτωνα, ο Σπεύσιππος, ο Μενέδημος και ο Πύρρων, τον οποίο ο Ερασίδημος ο Πόντιος φέρνει να συμμετέχει στην εκλογή του διαδόχου του Σπεύσιππου. Ήταν όλοι τους απασχολημένοι με το να διακρίνουν το γένος σε σχέση με εκείνο των ζώων, με τα είδη των φυτών, δηλαδή με τα είδη των πραγμάτων. Το παράδειγμα της κολοκύθας είναι σαφέστατα εισαγόμενο από τον κωμωδιογράφο ως σάτιρα, αλλά η διαδικασία τού ορισμού μέσω διαίρεσης είναι σίγουρα χαρακτηριστική της Ακαδημίας, και βρίσκεται επίσης σε ορισμένους διαλόγους του Πλάτωνα (Σοφιστής, Πολιτικός κ.ά.), και σε έργο με τίτλο Διαιρέσεις, όπου έχουν διασωθεί, ίσως από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, οι διαιρέσεις σύμφωνα με τη διδασκαλία του Πλάτωνα· ο κωμικός ωστόσο σαφώς χλευάζει τις διδασκαλίες αυτού του τύπου· η σκηνή τελειώνει με την είσοδο ενός γιατρού από τη Λοκρίδα της Σικελίας, ο οποίος βλέποντας τι συνέβαινε, θεώρησε πως παραληρούσαν· αλλά ο Πλάτων παρουσιάζεται στην Ακαδημία ως δάσκαλος γλυκός και υπομονετικός.

Κάποιος έχει αντλήσει επιχείρημα από αυτό το απόσπασμα για να υποστηρίξει ότι στην Ακαδημία διεξάγονταν έρευνες φυσιοκρατικού τύπου, και έτσι την έχει παρομοιάσει με ένα είδος «μοντέρνου πανεπιστημίου»· αλλά αυτό που με μεγαλύτερη πιθανότητα μπορεί να αποδοθεί στη σχολή είναι η λογικο-εννοιολογική μέθοδος της ταξινόμησης μέσω διαίρεσης· αυτό μαρτυρείται επίσης στους διαλόγους του Πλάτωνα. Άλλοι πιστεύουν ότι το απόσπασμα αναφέρεται κυρίως στη μέθοδο ταξινόμησης που ασκούσε ο Σπεύσιππος στο έργο του Όμοια (Similí), και συνίσταται στο να κατατάσσει τα πράγματα ανά γένη και είδη, υποδεικνύοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές της κάθε ομάδας σε σχέση με όλες τις άλλες. Αυτή η μέθοδος θα ήταν εκείνη που ανέλαβε και ο Αριστοτέλης και ανέπτυξε στο έπακρο στα έργα του για τα ζώα, ενώ στον Σπεύσιππο θα είχε διατηρήσει ακόμη μια αναλογία με τη μαθηματική θεωρία των αναλογιών, που αναπτύχθηκε από τον Εύδοξο τον Κνίδιο.

Και στον τομέα των μαθηματικών, πράγματι, πιο πολύ απ’ ό,τι στην έρευνα για τη φύση, έχει εντοπιστεί η ιδιαιτερότητα της δραστηριότητας της Ακαδημίας. Ο Φιλόδημος αναφέρει σχετικά με τη σχολή:

«Αναγνωρίστηκε πως υπήρξε μια μεγάλη πρόοδος στις μαθηματικές επιστήμες της εποχής εκείνης, καθώς ο Πλάτων ασκούσε τη λειτουργία του δασκάλου και έθετε προβλήματα που οι μαθηματικοί αναλάμβαναν να λύσουν. Με αυτόν τον τρόπο η θεωρία του μέτρου και της αναλογίας έφτασε στο απόγειό της· για πρώτη φορά τέθηκαν τα προβλήματα των ορισμών, που ο Εύδοξος τα έλυσε με τη μέθοδο της αποκαλούμενης ‘αφαίρεσης’ (διαιρετικής). Αν και η γεωμετρία είχε ήδη σημειώσει πρόοδο, είναι γεγονός ότι χάρη στη μέθοδο της ανάλυσης, μέσω της επίλυσης προβλημάτων, η γεωμετρία προχώρησε πολύ· ούτε η οπτική ούτε η μηχανική (παραλείπονται τα ονόματα)…»

Εδώ δεν γίνεται μόνο νύξη για τον θεμελιώδη ρόλο του Πλάτωνα, δηλαδή το να θέτει τα προβλήματα που οι μαθηματικοί έπρεπε να επιλύσουν, αλλά και για τον ρόλο του Ευδόξου, ο οποίος ήταν ο συγγραφέας όχι μόνο της θεωρίας των αναλογιών, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους των ορισμών και των θεωρημάτων που στη συνέχεια θα συγκροτούσαν το περιεχόμενο των Στοιχείων του Ευκλείδη, και πιθανώς ήταν επίσης ο εφευρέτης των μεθόδων της μαθηματικής ανάλυσης και της «διόρισης» — μιας μεθόδου που επιτρέπει να κατανοήσουμε πότε ένα πρόβλημα είναι επιλύσιμο και πότε δεν είναι.

Αλλά από το σημείο αυτό προκύπτει επίσης ότι στην Ακαδημία καλλιεργούνταν όχι μόνο τα καθαρά μαθηματικά, δηλαδή η αριθμητική («θεωρία γενικά των μεγεθών») και η γεωμετρία, αλλά και τα εφαρμοσμένα μαθηματικά, όπως η οπτική και η μηχανική. Όλα αυτά αντιστοιχούν τέλεια στο πρόγραμμα εκπαίδευσης των φρουρών, δηλαδή των μελλοντικών ηγετών της πόλης, όπως περιγράφεται από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία. Αυτοί έπρεπε να αφιερωθούν στα μαθηματικά καθαρά και εφαρμοσμένα (συμπεριλαμβανομένης της αρμονίας, δηλαδή των μαθηματικών εφαρμοσμένων στη μουσική) για δέκα χρόνια, πριν καταπιαστούν με την άσκηση της διαλεκτικής, δηλαδή της καθαρής φιλοσοφίας. Μια μεταγενέστερη, και γι’ αυτό λιγότερο αξιόπιστη αλλά το ίδιο σημαίνουσα, παράδοση αφηγείται ότι πάνω από την είσοδο της Ακαδημίας ήταν γραμμένο: «Απαγορεύεται η είσοδος σε όποιον δεν γνωρίζει γεωμετρία» (ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω).

Μια μαρτυρία παράλληλη με εκείνη του Φιλοδήμου, μεταγενέστερη αφού διασώζεται από τον Πρόκλο, αλλά ίσως αντλημένη από αρχαιότερη πηγή (Φίλιππος ο Οπούντιος; Ευκλείδης ο Ρόδιος;), αναφέρει ότι ο Πλάτων συνέβαλε σε τεράστιες προόδους στα μαθηματικά γενικά και στη γεωμετρία ειδικότερα, χάρη στον ζήλο που ενέπνευσε υπέρ αυτών των επιστημών σε όσους ακολουθούσαν τη φιλοσοφία. Ο Πρόκλος αναφέρει μεγάλους μαθηματικούς, σύγχρονους του Πλάτωνα: τον Λεωδάμαντα από τη Θάσο, τον Αρχύτα από τον Τάραντα και τον Θεαίτητο από την Αθήνα, «χάρη στους οποίους αυξήθηκε ο αριθμός των θεωρημάτων». Μαθητές του Λεωδάμαντα ήταν ο Νεοκλείδης και ο Λέων, ο οποίος τελευταίος έγραψε τα Στοιχεία, πλούσια σε αποδείξεις και ορισμούς.

Στη συνέχεια ο Πρόκλος αναφέρει τον Εύδοξο τον Κνίδιο, «σύντροφο των μαθητών του Πλάτωνα», λέγοντας ότι «χάρη σε αυτόν αυξήθηκε ο αριθμός των θεωρημάτων γενικά», και ότι πρόσθεσε νέες αναλογίες στη γνωστή θεωρία του και ανέπτυξε τη θεωρία της τομής (της «χρυσής τομής»), εφαρμόζοντας την ανάλυση. Στη συνέχεια αναφέρει τον Αμίκα από την Ηράκλεια, τον Μέναιχμο και τον αδελφό του Διηνόστρατο, οι οποίοι τελειοποίησαν τη γεωμετρία· τον Τεύδιο από τη Μαγνησία, συγγραφέα επίσης Στοιχείων, και τον Αθηναίο από την Κύζικο, φημισμένο στη γεωμετρία.

Όλοι αυτοί, σύμφωνα με τον Πρόκλο, διέμεναν μαζί στην Ακαδημία και διεξήγαγαν εκεί τις έρευνές τους. Πιθανόν αυτή η δήλωση δεν πρέπει να ληφθεί κυριολεκτικά, αλλά σημαίνει ότι όλοι οι προαναφερθέντες μαθηματικοί βρέθηκαν κατά κάποιο τρόπο σε επαφή με τον Πλάτωνα ή επηρεάστηκαν από αυτόν.

Ο Διογένης Λαέρτιος γράφει με πολύ μεγαλύτερη ασάφεια:

Ο Πλάτων ήταν ο πρώτος που εισήγαγε μια ερώτηση ως εκκίνηση της φιλοσοφικής συζήτησης […] και ήταν ο πρώτος που δίδαξε στον Λεωδάμαντα από τη Θάσο τη μέθοδο της έρευνας σύμφωνα με την ανάλυση. Και πρώτος στη φιλοσοφία εισήγαγε τους όρους αντίποδες, στοιχείο, διαλεκτική, ποιότητα, άνισος αριθμός και τα όρια των επιπέδων επιφανειών. Και τέλος, τη θεία πρόνοια.

Ο Διογένης θυμάται λοιπόν επίσης ότι ο Πλάτων, πάνω απ’ όλα, έθετε προβλήματα. Θα δούμε παρακάτω ποια και πώς. Αλλά αναφέρει επίσης ότι ο Λεωδάμαντας, φημισμένος μαθηματικός, έμαθε από τον Πλάτωνα τη μέθοδο της ανάλυσης. Όσον αφορά τα μαθηματικά, οι όροι που αναφέρονται είναι: «αντίποδες», σημεία αντίθετα στην επιφάνεια μιας σφαίρας· «στοιχείο», τίτλος πολλών έργων σύγχρονων μαθηματικών του Πλάτωνα· «άνισος αριθμός», δηλαδή το γινόμενο δύο άνισων παραγόντων· και «επίπεδη επιφάνεια», που ορίζεται από ευθείες γραμμές. Δεν σχετίζονται με τα μαθηματικά, αντίθετα, οι όροι διαλεκτική, ποιότητα και κυρίως θεία πρόνοια.

Αλλά στην Ακαδημία δεν γίνονταν μόνο μαθηματικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με το πρόγραμμα που χάραξε ο Πλάτων στην Πολιτεία, τα μαθηματικά χρησιμεύουν ως προετοιμασία για τη διαλεκτική, δηλαδή για τη φιλοσοφία, και αυτή με τη σειρά της ως προετοιμασία για την τέχνη του να κυβερνά κανείς σωστά την πόλη, δηλαδή για εκείνη που ο Πλάτων αποκαλούσε «βασιλική επιστήμη» και που ο Αριστοτέλης θα αποκαλούσε «πολιτική επιστήμη». Για τη διαλεκτική θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Ας θυμηθούμε απλώς μία μαρτυρία του Πλούταρχου σχετικά με τη χρήση που, κατά τον Πλάτωνα, έπρεπε να γίνεται των μαθηματικών.

Ο Πλούταρχος αφηγείται στη Βιογραφία του Μάρκελλου, του Ρωμαίου υπάτου που πολιόρκησε τις Συρακούσες, την άμυνα του Αρχιμήδη με τα εργαλεία της μηχανικής:

Οι ιδρυτές της μηχανικής – επιστήμης που σήμερα μελετάται με ενδιαφέρον και που όλοι γνωρίζουν – ήταν ο Εύδοξος και ο Αρχύτας, οι οποίοι προσέδωσαν μεγάλη γοητεία στη γεωμετρία μέσω της κομψότητας των μεθόδων τους. Αυτοί προσέγγισαν προβλήματα που δεν προσέφεραν δυνατότητα λύσης με καθαρά λογική και λεκτική διαδικασία, και χρησιμοποίησαν υποστήριξη από μηχανικά και οπτικά σχήματα. Για παράδειγμα, στη λύση του προβλήματος δύο μέσων αναλογιών, απαραίτητων για τη σύνθεση πολλών σχημάτων, οι δύο αυτοί επιστήμονες προσέφυγαν σε μηχανικές μεθόδους, εξαιτίας των οποίων λάμβαναν από τους μέσους αναλογικούς γραμμές και τμήματα. Ο Πλάτων δεν ενέκρινε αυτόν τον τρόπο προσέγγισης και πολέμησε όσους μαθηματικούς παραμελούσαν τη γεωμετρία και μπέρδευαν αυτά που είναι καλά με τη γεωμετρία. Με αυτόν τον τρόπο, εγκαταλείφθηκαν οι άυλες αρχές και οι έννοιες, οι οποίες είναι κατανοητές μόνο μέσω του νου, και χρησιμοποιούνταν όργανα που απαιτούσαν ευρύτατη εμπειρία του αισθητού. Η μηχανική έτσι αποσχίστηκε και αποκόπηκε από τη γεωμετρία· για πολύ καιρό την αγνόησε η φιλοσοφία, και έγινε ένας από τους κλάδους της στρατιωτικής τέχνης.

Η αφήγηση μας κάνει να σκεφτούμε μια συζήτηση μεταξύ του Πλάτωνα, του Ευδόξου και του Αρχύτα, όπως θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα στην Ακαδημία, και ταυτόχρονα υπογραμμίζει πώς για τον Πλάτωνα, σε αντίθεση με τους δύο συναδέλφους του, τα μαθηματικά έπρεπε να ασχολούνται μόνο με άυλα και καταληπτά διανοητικά αντικείμενα, δηλαδή να λειτουργούν ως προπαιδεία για τη διαλεκτική, και όχι να χρησιμοποιούνται για την επίλυση μηχανικών προβλημάτων, ούτε να κάνουν χρήση μηχανικών μέσων. Βρισκόμαστε λοιπόν στους αντίποδες της σύλληψης του Αρχιμήδη, ο οποίος με τους καυστικούς του καθρέφτες κατάφερε να κάψει τις ρωμαϊκές τριήρεις που ήταν αγκυροβολημένες μπροστά από τις Συρακούσες.

Ας περάσουμε όμως στη διαμόρφωση των πολιτικών, που έπρεπε να αποτελέσει τον κύριο σκοπό της Ακαδημίας. Και αυτό μαρτυρείται, με όρους μεγάλου θαυμασμού, από τον Πλούταρχο, γνήσιο πλατωνιστή του 2ου αιώνα μ.Χ.:

Ο Πλάτων κατέγραψε τις ιδέες του στους διαλόγους Νόμοι και Πολιτεία, αλλά τις κατέστησε πολύ πιο ισχυρές χάρη στα αποτελέσματα που παρήγαγαν οι μαθητές του, μέσω των οποίων η Σικελία ελευθερώθηκε μέσω του Δίωνα, η Θράκη μέσω του Πύθωνα και του Ηρακλείδη, που νίκησαν τον Κότυ, και οι Καβείριοι και ο Φωκίων με στρατηγικές συμβουλές της Ακαδημίας προς τους Αθηναίους· ο Πλάτων έστειλε μαθητές του ακόμη και στους Πέρσες, για να προτείνουν ένα σύνταγμα για τους Αρταξέρξηδες. Μέσω των Ελεατών, ο Μενέδημος έγινε άρχων στην Πύρρα· ο Εύδοξος κυβερνούσε στην Κνίδο και νομοθέτησε για τους Σταγείριους· οι νόμοι του έγιναν οικογενειακή παράδοση του Πλάτωνα· ο Ξενοκράτης δέχθηκε τον Αλέξανδρο προτού γίνει βασιλιάς· και τον ίδιο τον Αλέξανδρο τον δίδαξε ο Αριστοτέλης στην Ασία, όπου τα διδάγματά του άναψαν το πνεύμα του, σε σημείο που να διακηρύξει πόλεμο κατά των βαρβάρων, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέχθηκε και ο Δήλος της Εφέσου, μαθητής του Πλάτωνα.

Παρόμοιες σκέψεις είχε διατυπώσει, με εχθρική πρόθεση όμως, ο Ηρόδικος από τη Σελεύκεια, γραμματικός του 1ου αιώνα π.Χ., σε ένα σύγγραμμά του με τίτλο Κατά των εραστών του Σωκράτη:

Η πλειονότητα των μαθητών του Πλάτωνα έγιναν τύραννοι και εγκληματίες. Ο Ευφείος, που έζησε στην αυλή του Περδίκκα, βασιλιά της Μακεδονίας, δεν τον αποχωριζόταν ποτέ, ήταν κακόγλωσσος και συκοφάντης· τόσο πολύ ζητούσε τη χάρη του βασιλιά ώστε να μη φαίνεται καθόλου ότι ήταν κάποτε μαθητής και φιλόσοφος. Ως αποτέλεσμα, όταν ο Φίλιππος πληροφορήθηκε τις προδοσίες του, τον έστειλε εξόριστο στην Όλυνθο, όπου τον σκότωσαν. Ο Επιλάμπης ο Αθηναίος, επίσης μαθητής του Πλάτωνα, έγινε τύραννος και συγκυβερνήτης με τον Δίωνα· και όταν ο Δίωνας μπήκε στις Συρακούσες για να πάρει την εξουσία, τον σκότωσε, διότι ήθελε ο ίδιος να γίνει τύραννος, και μάλιστα τον μαχαίρωσε.

Έπειτα ο χρονικογράφος συνεχίζει διηγούμενος ότι ο Ευέων από τη Λάμψακο δάνεισε ένα χρηματικό ποσό στην πόλη του, λαμβάνοντας ως ενέχυρο την ακρόπολη και, καθώς η αποπληρωμή του δανείου καθυστερούσε, απαίτησε να γίνει τύραννος· όμως οι κάτοικοι της Λαμψάκου τον έδιωξαν από την πόλη επιστρέφοντάς του όσα του όφειλαν· και ο Τιμόλαος από την Κύζικο έκανε κάτι παρόμοιο στην πόλη του, αλλά καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Γι’ αυτό ο Ηρόδικος καταλήγει:

Τέτοιοι είναι ακόμη και σήμερα ορισμένοι Ακαδημαϊκοί, ασεβείς και ντροπιαστικοί στον τρόπο ζωής τους. Ικανοί να αποκτούν πλούτη με ασεβή και αφύσικο τρόπο, επαινούνται για την προσποίηση τους, όπως επίσης και ο Χαιρέων από την Πέλλα, που είχε μαθητεύσει όχι μόνο στον Πλάτωνα αλλά και στον Σωκράτη. Αυτός, αφού έγινε τύραννος, καταπίεσε σκληρά την πατρίδα του, όχι μόνο σφάζοντας τους πολίτες της, αλλά και κάνοντάς τους δούλους του να εκπορθούν τις περιουσίες των αφεντικών τους και να κοιμούνται με τις γυναίκες τους ως σύζυγοι, αφού είχε αντλήσει τον μέγιστο πλεονέκτημα από την όμορφη Πολιτεία και τους μη νόμιμους Νόμους.

Οι δύο αυτές μαρτυρίες αντίθετης κατεύθυνσης — η μία ευνοϊκή και η άλλη εχθρική προς την Ακαδημία — συμφωνούν στην επισήμανση μιας πολιτικής εμπλοκής των μαθητών του Πλάτωνα: σύμφωνα με την πρώτη, πολλοί από αυτούς θα είχαν αφιερωθεί στην καταπολέμηση της τυραννίας, σύμφωνα με τη δεύτερη, όχι μόνο δεν θα την είχαν καταπολεμήσει, αλλά σε πολλές περιπτώσεις θα την είχαν εγκαθιδρύσει, εφόσον είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν πολιτική εξουσία. Ο Πλούταρχος αναφέρει τη δράση νομοθετών που προέρχονταν από την Ακαδημία (Αριστόνομος, Φορμίων, Μενέδημος, Ευδοξος, Αριστοτέλης), την πολιτική σταδιοδρομία στην Αθήνα (του Καβείριου και του Φωκίωνα), στους οποίους μπορούν να προστεθούν και οι δύο ρήτορες που αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, δηλαδή ο Λυκούργος και ο Υπερείδης, ο ρόλος που είχαν μερικοί από τους πρώην μαθητές της σχολής (ο Ξενοκράτης, που έκανε σφοδρή κριτική στους συμβούλους του Αλέξανδρου, και ο Δήλος από την Έφεσο). Όλα αυτά οδήγησαν πολλούς σύγχρονους μελετητές να βλέπουν στην Ακαδημία ουσιαστικά ένα σχολείο διαμόρφωσης πολιτικών ανδρών, που συμβάδιζε με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που όρισε ο Πλάτων στην Πολιτεία. Αυτό δεν αντιφάσκει με τον οργανικό συσχετισμό της ταξινομικής λογικής και των μαθηματικών με τα πολιτικά ζητήματα, αφού η πολιτική παιδεία, όπως γινόταν κατανοητή στην Ακαδημία, τεκμηριωνόταν από τη σταθερή φιλοσοφία του Πλάτωνα.


Τέλος κεφαλαίου

Η διαμάχη των καθόλου 4

 Συνέχεια από 29. Απριλίου 2026

Η διαμάχη των καθόλου 4
Από τον Πλάτωνα ως το τέλος του Μεσαίωνα


Σειρά: Des Travaux / Seuil 1996


Alain de Libera

1 Ένα κορεσμένο πρόβλημα (συνέχεια)

ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ

........〈1〉 De interpretatione, 7, 17a39-40: το καθόλου είναι «αυτό που, από τη φύση του, κατηγορείται για πολλά» ή «αυτό που κατηγορείται φυσικά για πολλά»· universale est quod est natum predicari de pluribus, λέει η λατινική μετάφραση του Boèce.........

〈2〉 Στα Δεύτερα Αναλυτικά, II, 19, ο Αριστοτέλης ορίζει το καθόλου ως «ηρεμούν μέσα στην ψυχή ως ενότητα έξω από την πολλαπλότητα», η οποία βρίσκεται «μία και ταυτόσημη μέσα σε όλα τα επιμέρους υποκείμενα». Αυτός ο ορισμός είναι και πάλι ασυνεπής, και για τον ίδιο λόγο όπως ο προηγούμενος. Είτε το καθόλου είναι όρος και μπορεί να βρίσκεται στην ψυχή ως νοητική έννοια, αλλά δεν μπορεί να «κατοικεί στα ίδια τα ενικά πράγματα»· είτε το καθόλου είναι εξωνοητική πραγματικότητα και μπορεί να βρίσκεται στα πράγματα, αλλά δεν μπορεί πλέον να «ηρεμεί μέσα στην ψυχή», αφού, όπως λέει ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο Περί ψυχής, αυτό που βρίσκεται στην ψυχή δεν είναι το πράγμα, αλλά η νοητή μορφή του πράγματος.

Η εναλλακτική είναι σκληρή και περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν σημειώνει κανείς ότι, στις Κατηγορίες, κεφάλαιο 2, ο Αριστοτέλης ορίζει τις δεύτερες ουσίες από το γεγονός ότι δεν είναι μέσα στα πράγματα, αλλά μόνο κατηγορούνται για τα πράγματα. Έτσι, αυτό που χαρακτηρίζει τα γένη και τα είδη σύμφωνα με τα Δεύτερα Αναλυτικά, II, 19, είναι ότι είναι συγχρόνως εξωτερικά προς την πολλαπλότητα και εμμενή στην πολλαπλότητα, ότι είναι συγχρόνως μέσα στην ψυχή και μέσα στα πράγματα· και αυτό που τα χαρακτηρίζει στις Κατηγορίες, 2, είναι ότι δεν είναι με κανέναν τρόπο μέσα στα πράγματα. Πώς να ξεφύγει κανείς από αυτή την αντίφαση; Και εδώ πάλι, πρέπει είτε να δεχθεί την ασυνέπεια του Αριστοτέλη είτε να τον καταστήσει συνεπή, αλλά προς την κατεύθυνση του ρεαλισμού. Αυτό κάνουν οι Reales του 12ου αιώνα για το De interpretatione, 7, 17a39-40· αυτό κάνουν οι ρεαλιστές του 13ου αιώνα για τα Δεύτερα Αναλυτικά.

Στην εποχή της σχολαστικής κυριολεκτικά —13ος-14ος αιώνας— ο ρεαλισμός φαίνεται τόσο περισσότερο να υπαγορεύεται από τις auctoritates, όσο στο σύμπλεγμα του Αριστοτέλη προστίθεται ένας ορισμός αντλημένος από τον Αβικέννα, ο οποίος ανάγει σε θετική διδασκαλία την ένταση που διατρέχει το αριστοτελικό κείμενο· πράγματι, από τη λατινική μετάφραση της Μεταφυσικής του Shifâ’ επιβάλλεται το σχολαστικό απόφθεγμα που δηλώνει ότι το καθόλου είναι «εκείνο που είναι μέσα σε πολλά και λέγεται για πολλά [άτομα] υποκείμενα στη φύση του» — universale est quod est in multis et de multis suae naturae suppositis.

Αλλά, αν υπάρχει ένας ρεαλισμός για κάθε εποχή των αυθεντιών, η πρόκληση που αναλαμβάνεται είναι πάντοτε η ίδια: η αντίφαση που υπονομεύει το στήριγμα της αυθεντίας. Πριν από τη μετάφραση των Δευτέρων Αναλυτικών και του Αβικέννα, ο ρεαλιστής πρέπει να υποστηρίξει ότι «η πρώτη ουσία και η δεύτερη ουσία είναι ουσίες και πράγματα που υπάρχουν καθαυτά» και ότι η δεύτερη ουσία είναι μια res per se existens που μπορεί να κατηγορείται για πολλές πρώτες ουσίες. Αλλά με αυτό παραβαίνει τους όρους των Κατηγοριών, 2. Για να εξουδετερώσει αυτή την παράβαση —σύμφωνα με τις Κατηγορίες, 2, μια res per se existens θα έπρεπε να είναι μόνο πρώτη ουσία—, δεν μπορεί να κάνει παρά αυτό που κάνει ο Albéric de Paris, ο μεγάλος αντίπαλος του Abélard και των Nominales: δεν μπορεί παρά να θέσει τη φαινομενικά παράδοξη θέση ότι μια πρώτη ουσία, ο Σωκράτης, είναι συγχρόνως καθολική.

Όταν εμφανίζεται ο ορισμός των Δευτέρων Αναλυτικών, αναδύεται μια άλλη αντίφαση· διότι εξακολουθεί να μη φαίνεται πώς μπορεί κανείς να συμβιβαστεί με την οντολογία των Κατηγοριών, 2. Στην προκειμένη περίπτωση: πώς θα μπορούσε μια δεύτερη ουσία, σε καλό αριστοτελισμό, «να είναι μέσα σε ένα άλλο πράγμα»¹²;

Ολόκληρη η προβληματική των καθόλου αναπτύσσεται λοιπόν, ανάλογα με τα στηρίγματα των αυθεντιών, είτε ως μόνιμη παράβαση των Κατηγοριών, 2, είτε ως προσπάθεια να σωθούν «τα φαινόμενα». Δεν είναι η Εἰσαγωγή του Πορφυρίου που καθοδηγεί την εννοιολογική ανάπτυξη, αλλά η σκοτεινότητα της διδασκαλίας περί ουσίας που εκτίθεται στις Κατηγορίες, 2. Χρειαζόταν πράγματι μια Εισαγωγή στη διδασκαλία των Κατηγοριών. Εκείνη της Εἰσαγωγῆς δεν αρκούσε για να διαλύσει τις δυσκολίες.

Οι πρώτες λύσεις που δοκιμάστηκαν στον Μεσαίωνα —να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν πράγματα που κατηγορούνται— όπως και οι πιο όψιμες —να τεθεί ότι υπάρχουν εννοιολογικές δομές, ας πούμε μια ουσιώδης τάξη, εγγενείς στα πράγματα— δεν έκαναν παρά να αναπτύξουν μέχρι τέλους την αστάθεια των θεμελιωδών εξισώσεων. Το έκαναν τόσο ευκολότερα όσο ο ίδιος ο Πορφύριος δεν συνέβαλε στη διασαφήνιση της σκέψης του Αριστοτέλη. Νεοπλατωνικός, ο μαθητής του Πλωτίνου άφησε την τρίτη θεμελιώδη θέση για όλο τον μεσαιωνικό ρεαλισμό. Αν ο πλατωνισμός ήταν λανθάνων, φασματικός, στα κείμενα του Αριστοτέλη, ξεσπά στο πλήρες φως στο έργο του Πορφυρίου. Αυτό ισχύει για τη θέση που θεωρούμε ως την τρίτη auctoritas που θεμελιώνει τη πεπρωμένη αμφισημία της έννοιας του καθόλου.


〈3〉 Isagoge, 6 (Tricot, σ. 24): «Με τη μετοχή του στο είδος, το πλήθος των ανθρώπων δεν είναι παρά ένας μόνο άνθρωπος· αντιθέτως, μέσω των επιμέρους ανθρώπων, ο ένας και κοινός άνθρωπος γίνεται πολλαπλός». Αυτή η θέση, διατυπωμένη στη πλατωνική γλώσσα της μετοχής, υποτίθεται ότι θα διασαφήνιζε τη σχέση του καθόλου προς το επιμέρους στον Αριστοτέλη! Προφανώς δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τον αριστοτελισμό. Το αποφασιστικό σημείο είναι ότι λειτούργησε ως εννοιολογική δομή από τη μία άκρη του Μεσαίωνα έως την άλλη.

Και εδώ πάλι, οι θεωρίες των Reales του 12ου αιώνα εμφανίζονται ως η δογματική επέκταση ενός εννοιολογικού προγράμματος καθορισμένου στο πορφυριανό λεξιλόγιο: η ρεαλιστική θεωρία της collectio, που συζητείται από τον Abélard, δεν είναι παρά η μετατροπή της διατύπωσης της Isagoge σε επιχείρημα. Στο άλλο άκρο του Μεσαίωνα, η θεωρία του κοινού ανθρώπου, που αντιτάσσει στον Occam ο Gauthier Burley, δεν είναι παρά μια εκλέπτυνση της πορφυριανής έννοιας του «ενός και κοινού ανθρώπου».

Στο ερώτημα από πού προέρχονται τα φιλοσοφικά προβλήματα, θα απαντήσουμε λοιπόν εδώ: από τις εννοιολογικές δομές που αρθρώνονται σε θεμελιώδεις διατυπώσεις. Το ζήτημα των καθόλου δεν γεννήθηκε από το τίποτε, σαν αρχέτυπο που θα είχε ξαφνικά εκδηλωθεί μέσα στον χρόνο. Είναι προϊόν του αριστοτελισμού —του αριστοτελικού corpus—, είναι προϊόν της ερμηνευτικής του παράδοσης, και όχι οποιασδήποτε: της νεοπλατωνικής.

Το πρόβλημα των καθόλου γεννήθηκε από τον Αριστοτέλη, από την αριστοτελική κριτική του πλατωνισμού και από τον υπολειμματικό πλατωνισμό μέσα στον αριστοτελισμό· γεννήθηκε από την αντιπαράθεση του αριστοτελικού corpus με αυτές τις Κατηγορίες που υπήρξαν πάντοτε μέσα του σαν ξένο σώμα· γεννήθηκε από τις «εξηγήσεις» του Πορφυρίου σε αυτή την Isagoge, που υποτίθεται ότι εισήγαγε στην ανάγνωση των Κατηγοριών. Το να γράψει κανείς την ιστορία του προβλήματος των καθόλου σημαίνει να λάβει υπόψη αυτά τα φαινόμενα και να επιχειρήσει να επαναφέρει την προβληματική στη βαθιά δομή που δεν έπαψε να τη στηρίζει.


Η θέση μας είναι ότι αυτή η δομή μπορεί να διαβαστεί σε μεγάλη κλίμακα στις Κατηγορίες, ειδικά στον συνδυαστικό μηχανισμό που τίθεται σε λειτουργία στις Κατηγορίες, 2 για να παρουσιαστούν οι διαφορετικοί τύποι οντολογικών πραγματικοτήτων: ουσίες —πρώτες και δεύτερες—, συμβεβηκότα —επιμέρους και καθολικά—, και, ευρύτερα, πέρα από την ασυνέπεια των διαδοχικών ορισμών της οὐσίας, στον ορισμό της συνωνύμου κατηγόρησης (συνωνύμως) και στον αρχικό ορισμό της συμβεβηκυίας ή παρωνυμικής κατηγόρησης.

Αν η προβληματική των καθόλου γεννιέται από τη μόνιμη αντιπαράθεση του αριστοτελισμού και του πλατωνισμού μέσα στην ίδια τη σκέψη του Αριστοτέλη, υπάρχουν δομικοί δείκτες που πρέπει να επιτρέψουν να παρακολουθήσουμε λεπτομερώς το πολύπλοκο παιχνίδι των μεταμφιέσεων και των μεταμορφώσεων της μιας φιλοσοφίας μέσα στην άλλη. Μέσω αυτών των δεικτών, αυτών των συμπτωμάτων, φτάνουμε στον Πλάτωνα ακριβώς εκεί όπου πρόκειται να τον αντικρούσουμε ή να τον υπερβούμε.

Σε όλα όσα ακολουθούν θα προσηλωθούμε ειδικά σε έναν από αυτούς τους δείκτες: σε αυτό που εξακολουθεί να συνδέει την οὐσία του Αριστοτέλη με το εἶδος του Πλάτωνα, αφού οι πλατωνικές Ιδέες έχουν επισήμως αποκηρυχθεί. Αυτός ο δεσμός είναι η αριστοτελική έννοια της παρωνυμίας, που εκτίθεται στις Κατηγορίες, 1, και η οποία μεταφέρει λαθραία τη θεμελιώδη πλατωνική θέση της επωνυμικής αιτιότητας των μορφών και, επιπλέον, στο πεδίο όπου, όπως είδαμε, παίζεται ολόκληρο το ζήτημα του καθόλου: τη σχέση των λέξεων, των εννοιών και των πραγμάτων.

Πριν αρχίσουμε τη μακρά εποποιία του καθόλου, η οποία αντιστοιχεί στη μακρά πορεία της φιλοσοφίας από την Ανατολή στη Δύση, πρέπει να προσδιορίσουμε ακριβέστερα τα τρία θεμελιώδη φαινόμενα που καθορίζουν ολόκληρη τη διαδικασία: 〈1〉 την παράδοξη διατύπωση του προβλήματος των καθόλου στον Πορφύριο· 〈2〉 τον εννοιολογικό δεσμό που ενώνει την προβληματική των καθόλου με τη διδασκαλία των κατηγοριών, στην οποία υποτίθεται ότι εισάγει η Isagoge· 〈3〉 τις πλατωνικές δομές που πλαισιώνουν, από τη μία άκρη του Μεσαίωνα έως την άλλη, την ανάπτυξη της αριστοτελικής σκέψης στο πεδίο των καθόλου: 〈a〉 το επιχείρημα του Μένωνα, πρωτοθεμελιωτικός λόγος όλων των ρεαλισμών, 〈b〉 τη θεωρία των επώνυμων Μορφών, η οποία παρασιτεί κρυφά μέσα στον αριστοτελισμό.

Πορφύριος, ή ο μεταφυσικός παρά τη θέλησή του


Το θεμελιώδες κείμενο της προβληματικής των καθόλου για τη δυτική μεταφυσική, εκείνο που χρησίμευσε ως σημείο εκκίνησης για όλες τις συζητήσεις από τη μία άκρη στην άλλη της περιόδου που εκτείνεται από το τέλος της Αρχαιότητας έως την αρχή της κλασικής εποχής, είναι η Isagoge. Σχεδιασμένη ως εισαγωγή στην εξήγηση των Κατηγοριών στο πλαίσιο του νεοπλατωνικού κύκλου σπουδών, όπου η φιλοσοφία του Αριστοτέλη χρησιμεύει ως προλεγόμενα στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, η Isagoge εισάγει στο κείμενο που ανοίγει ολόκληρο τον αριστοτελικό κύκλο της νεοπλατωνικής διδασκαλίας.

Η προοπτική είναι συμφιλιωτική. Πρώτο κείμενο του Organon, πρόλογος των Κατηγοριών, η Isagoge δεν έχει θεωρητική φιλοδοξία. Είναι μια εξήγηση των κύριων εννοιών που απαιτούνται για την ανάλυση της αριστοτελικής διδασκαλίας των Κατηγοριών — μια εξήγηση όπου, παιδαγωγικά, ο Πορφύριος, ο εκδότης του Πλωτίνου, υιοθετεί ουσιαστικά την οπτική των «περιπατητικών», η οποία είναι η πιο κατάλληλη για τη λογική (λογικώτερον).

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Το κείμενο, ωστόσο, ανοίγει με τη διατύπωση ενός προβλήματος, εκείνου που θα γίνει το πρόβλημα των καθόλου, συνδεδεμένου με τη φιλοσοφική πληροφόρηση και με το σύμπαν των διδασκαλιών που ήταν προσιτές σε έναν συγγραφέα του 3ου αιώνα της χριστιανικής εποχής. Αυτό το πρόβλημα, ο Πορφύριος αναγγέλλει ότι θα αποφύγει να το πραγματευθεί.

Αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό, αφού κατά τη γνώμη του υπερβαίνει τα όρια της λογικής και του Organon. Το πρόβλημα παρουσιάζεται με τη μορφή μιας σειράς ερωτημάτων που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται σχετικά συντονισμένα.

«Επειδή είναι αναγκαίο, Χρυσάορε, για να μάθει κανείς τη διδασκαλία των Κατηγοριών όπως τη βρίσκουμε στον Αριστοτέλη, να γνωρίζει τι είναι γένος, διαφορά, είδος, ίδιον και συμβεβηκός, και επειδή αυτή η γνώση είναι αναγκαία για τον καθορισμό των ορισμών και, γενικά, για όλα όσα αφορούν τη διαίρεση και την απόδειξη, των οποίων η μελέτη είναι πολύ χρήσιμη, θα σου κάνω μια σύντομη έκθεση και θα προσπαθήσω με λίγα λόγια, σαν σε ένα είδος εισαγωγής, να διατρέξω όσα είπαν γι’ αυτά οι αρχαίοι φιλόσοφοι, απέχοντας από υπερβολικά βαθιές έρευνες και θίγοντας με μέτρο ακόμη και εκείνες που είναι απλούστερες.

Και πρώτα απ’ όλα, όσον αφορά τα γένη και τα είδη, το ερώτημα αν 〈1〉 είναι πραγματικότητες που υφίστανται καθαυτές (ὑφέστηκεν) ή μόνο απλές συλλήψεις του νου (ἐν μόναις ψιλαῖς ἐπινοίαις) και, αν δεχθούμε ότι είναι ουσιακές πραγματικότητες, 〈2〉 αν είναι σωματικές ή ασώματες, 〈3〉 αν, τέλος, είναι χωριστές ή αν υφίστανται μόνο μέσα στα αισθητά πράγματα (ἐν τοῖς αἰσθητοῖς) και σύμφωνα με αυτά, θα αποφύγω να το συζητήσω· πρόκειται για ένα πολύ βαθύ πρόβλημα και απαιτεί μια εντελώς διαφορετική και εκτενέστερη έρευνα» — μτφρ. Tricot, σ. 11.

Μπορεί όμως κανείς να διαβάσει αυτή την απαρίθμηση ως ένα πλέγμα που παρουσιάζει τις θεμελιώδεις εναλλακτικές οι οποίες οργανώνουν την ερώτηση της νεοπλατωνικής σχολής¹³. Το ερώτημα 〈1〉 εγγράφεται στο πλαίσιο μιας πρώτης όψης της διαμάχης του Αριστοτέλη με τον Πλάτωνα: έχουν τα γένη και τα είδη πραγματική ύπαρξη —«υπόσταση»— ως χωριστές μορφές ή υπάρχουν μόνο μέσα στον νου του γνωρίζοντος υποκειμένου¹⁴; Ο πρώτος κλάδος της εναλλακτικής αντιστοιχεί σαφώς στην πλατωνική θεωρία των Ιδεών¹⁵, τέλειων προτύπων των αισθητών πραγμάτων, τα οποία είναι ατελής αντανάκλασή τους και πραγματοποιούν μόνο με ελλειμματικό τρόπο την αριστεία της φύσης τους· πρότυπα στα οποία η ψυχή, που τα είχε θεωρήσει σε μια προηγούμενη ζωή, πριν από την πτώση της στον κόσμο των σωμάτων, επιστρέφει μέσω της ανάμνησης ή «ανάμνησης» —Φαίδων, 74A κ.ε.

Ο δεύτερος κλάδος αντιστοιχεί εν μέρει στη συνήθη αριστοτελική θέση, η οποία καθιστά το καθόλου μια έννοια «ύστερη από τα πράγματα στην τάξη του είναι» —De an., I, 1, 402b7-8—, που εξάγεται από το αισθητό μέσω μιας διαδικασίας αφαιρετικής επαγωγής. Η παρουσίαση της «αριστοτελικής» έννοιας παραμένει, ωστόσο, κωδικοποιημένη σε νεοπλατωνικό λεξιλόγιο, όπως μαρτυρεί η έκφραση «απλές συλλήψεις του νου», ψιλαὶ ἐπινοίαι, η οποία παραπέμπει σε μια τεχνική, μη αριστοτελική διάκριση ανάμεσα σε αυθεντικές έννοιες —«έννοιες πραγματικοτήτων»— και πλασματικές έννοιες —«έννοιες χωρίς πραγματικό αντίστοιχο»¹⁶.

Το ερώτημα 〈2〉, που ξεκινά από την πραγματική ύπαρξη —υπόσταση— των καθόλου, θέτει σε στωική γλώσσα το πρόβλημα της φύσης αυτών των υπαρκτών —υφιστάμενων— όντων: πρόκειται για ασώματα όντα ή για σωματικά όντα; Εφόσον οι Στωικοί δέχονται τέσσερα είδη ασώματων —τον τόπο, τον χρόνο, το κενό και το λεκτόν, δηλαδή το «εκφραστό», εκείνο που οι μεσαιωνικοί θα ονομάσουν «εκφωνήσιμο» (enuntiabile)—, προσκρούουμε, με άλλη μορφή και σε άλλο οντο-λογικό πεδίο, σε μια αντίφαση που υπονοείται στις δύο αντίθετες θέσεις του 〈1〉.


Σημειώσεις:

1.Ορισμένοι ρεαλιστές του 14ου αιώνα θα βρουν τη λύση. Εξισορροπώντας τις auctoritates, θα αποδώσουν στον Πορφύριο μια θέση η οποία, αντιφάσκοντας τυπικά προς τη διδασκαλία του Αριστοτέλη στο κεφάλαιο 2 των Κατηγοριών, θέτει ότι «οι δεύτερες ουσίες είναι μέσα στις πρώτες ουσίες». Αυτό κάνει, για παράδειγμα, ο Guillaume Russell στο Compendium super quinque universalia. Πρβλ. A. D. Conti, «A Short Scotist Handbook on Universals: The “Compendium super quinque universalia” of William Russell, OFM», Cahiers de l’Institut du Moyen Âge grec et latin (= CIMAGL), 44 (1983), σ. 49, 4-5: Item, secundae substantiae sunt in primis, ut dicit Porphyrius; sed non per intellectum; ergo, etc.

2.Το νεοπλατωνικό πλέγμα που τίθεται σε λειτουργία στην Isagoge γνώρισε διάφορες αναδιατάξεις, αλλά διατήρησε την ίδια ευρετική λειτουργία. Έτσι, στον Μεσαίωνα, το «πρόβλημα του Πορφυρίου» λειτουργεί ως αληθινό αφηγηματικό πρόγραμμα, όπου αρθρώνονται οι εννοιολογικές δυνατότητες και οι θέσεις που πράγματι υποστηρίχθηκαν στην ιστορία. Παράδειγμα ενός τέτοιου προγράμματος παρέχει το σχόλιο του Gauthier Burley στην Isagoge· πρβλ. Super artem veterem Porphyrii et Aristotelis, έκδ. Βενετίας, 1497, φ. 3vb. Για τον Burley, το πρώτο ερώτημα αφορά το αν τα καθόλου υπάρχουν πραγματικά —utrum universalia existant in rerum natura—· έπειτα όλα ακολουθούν διαδοχικά. Ρωτάται ιδίως αν υπάρχουν χωριστά από τα άτομα ή μόνο μέσα σε αυτά —utrum habeant esse separatum a singularibus vel existant in suis singularibus—, αν ένα και το αυτό πράγμα μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα σε πολλά άτομα ή, ακριβέστερα, αν το ίδιο καθόλου μπορεί να υπάρχει ολόκληρο —secundum se totum— σε καθένα από τα επιμέρους του χωρίς να πολλαπλασιάζεται αριθμητικά σε αυτά. Αν υποτεθεί ότι τα καθόλου είναι χωριστά από τα άτομα, ρωτάται στη συνέχεια αν υπάρχουν μόνο στη σκέψη ή και έξω από αυτήν —extra intellectum—· αν γίνει δεκτό ότι υπάρχουν έξω από τη σκέψη —θέση που ονομάζεται «πλατωνική»—, το ερώτημα είναι αν υπάρχουν μόνο στον Θεό ως Ιδέες που παριστάνουν τα είδη των δημιουργημένων πραγμάτων —θέση που ονομάζεται «αυγουστίνεια»— ή αν κατέχουν καθαυτή ύπαρξη έξω από τη θεία σκέψη —θέση των νεότερων πλατωνικών, την οποία θα αναπτύξουν οι Formalizantes, όπως ο Jérôme de Prague.

3.Ας σημειωθεί —κάτι που έχει διαφύγει έως τώρα από τους ιστορικούς— ότι ο ίδιος τύπος ερωτήματος απαντά στο μικρό έργο του Πρόκλου Περί της ύπαρξης του κακού, το οποίο σώθηκε μόνο στα λατινικά με τον τίτλο De malorum subsistentia: «Αυτό που πρέπει πρώτα να εξεταστεί είναι αν το κακό υπάρχει ή όχι· και, αν υπάρχει, αν είναι στα νοητά —in intellectualibus— ή όχι· και αν είναι μόνο στα αισθητά, αν είναι σύμφωνα με κύρια αιτία ή όχι· και αν όχι, αν πρέπει να του αποδοθεί κάποια ουσία ή αν πρέπει να θεωρηθεί ότι το είναι του είναι εντελώς ανυπόστατο· και στην πρώτη περίπτωση, πώς υπάρχει, αν η αρχή είναι άλλη, από πού αντλεί την αρχή του και έως πού προχωρεί…». Πρβλ. Proclus, Trois études sur la Providence, III, De l’existence du mal, μτφρ. D. Isaac, 1982, σσ. 28-29. Ας σημειωθεί ότι, υπό τον λατινικό τίτλο subsistentia, το ερώτημα του Πρόκλου, όπως το αποκαθιστά ο Moerbeke, έχει πράγματι υπαρκτικό νόημα, όπως μαρτυρεί η αρχή: Sive igitur est sive non malum primo considerandum; et si est, utrum in intellectualibus est aut non, κτλ. Κατά τον D. Isaac, ό.π., σ. 111, σημ. 4, «αυτός ο τρόπος προσέγγισης του προβλήματος του κακού μέσω του ερωτήματος “υπάρχει ή δεν υπάρχει;” θυμίζει εκείνον με τον οποίο ο Παρμενίδης —137b— προσεγγίζει το πρόβλημα της ενότητας του ενός». Όσον αφορά το λεξιλόγιο της «υπόστασης» και της «ύπαρξης», η λατινική εκδοχή του Guillaume de Moerbeke πρέπει να συγκριθεί με την ελληνική —βυζαντινή— επιτομή του Ισαάκιου Κομνηνού του Σεβαστοκράτορα (Περὶ τῆς τῶν κακῶν ὑποστάσεως), έκδ. D. Isaac, ό.π., σσ. 127-200. Εκεί ξαναβρίσκουμε πράγματι τους βασικούς όρους της πορφυριανής εναλλακτικής, ιδίως το ὑφέστηκεν —πρβλ. επόμενη σημείωση— και το ἐν τοῖς αἰσθητοῖς, εδώ αντιτιθέμενο στο ἐν τοῖς νοητοῖς —αντί του ἐν μόναις ψιλαῖς ἐπινοίαις. Για τον Ισαάκιο Κομνηνό —ακμάζει γύρω στο 1140—, πρβλ. A. de Libera, La Philosophie médiévale, ό.π., σσ. 34-36.

4.Για τα προβλήματα μετάφρασης του ρήματος ὑφίστασθαι, πρβλ. A. de Libera, «Introduction», ό.π. Δύο λατινικές μεταφράσεις αντιτίθενται —στην Isagoge: subsistere· στα Opuscules théologiques (Contra Eutychen, 3) του Boèce: substare—, οι οποίες παραπέμπουν σε διαφορετικά εννοιολογικά σχήματα, όπου ο πλατωνισμός και ο στωικισμός αναμειγνύουν ή αντιμάχονται αξεδιάλυτα τις επιρροές τους. Εδώ δεχόμαστε ότι ὑφίστασθαι σημαίνει «υπάρχει πραγματικά», δηλαδή αληθινά, με την έννοια των πλατωνικών Ιδεών, όχι με την έννοια των ενικών πραγμάτων. Η στωική σημασία του ὑφίστασθαι, τόσο έντονα αντίθετη προς την ιδέα της πραγματικής ύπαρξης —με τη συνήθη έννοια του όρου: εκείνη της εξωνοητικής πραγματικότητας— ώστε ορισμένοι ερμηνευτές την προσεγγίζουν στο bestehen του Meinong —«υφίσταται», σε αντιδιαστολή προς το «υπάρχει», existieren—, μας φαίνεται λιγότερο πιθανή, ακόμη κι αν η αντίθεση ανάμεσα στην υπόσταση του «ασώματου» και στο κενό της καθαρά πλασματικής έννοιας δεν μπορεί να αποκλειστεί a priori από τον ορίζοντα κατανόησης του πρώτου «προβλήματος» του Πορφυρίου. Η στωική παρουσία φαίνεται, ωστόσο, πιο προφανής στο δεύτερο «πρόβλημα». Σε κάθε περίπτωση, η Isagoge βρήκε τη θέση της στην ερμηνευτική παράδοση επειδή άρθρωσε τη διαφορά Πλάτωνα-Αριστοτέλη, και μόνο αυτή η λειτουργία μάς ενδιαφέρει εδώ. Για τον Meinong και τους Στωικούς, πρβλ. F. Nef, «The Question of the Significatum. A Problem Raised and Solved», στο L. Formigari & D. Gambarara, Historical Roots of Linguistic Theories, Amsterdam-Philadelphia, J. Benjamins, 1995, σσ. 185-202.

5.Για τη διαφορά ανάμεσα σε ἐπίνοια και ψιλὴ ἐπίνοια στους νεοπλατωνικούς, πρβλ. A. de Libera, «Introduction», ό.π. Πρβλ. επιπλέον S. Ebbesen, «The Chimera’s Diary. Edited by Sten Ebbesen», στο S. Knuuttila και J. Hintikka, επιμ., The Logic of Being, Dordrecht, Reidel, 1986, σ. 119· Ph. Hoffmann, «Catégories et langage selon Simplicius. La question du “skopos” du traité aristotélicien des Catégories», στο I. Hadot, επιμ., Simplicius. Sa vie, son œuvre, sa survie. Actes du colloque international de Paris, 28 sept.-1er oct. 1985 («Peripatoi», 15), Berlin-New York, W. de Gruyter, 1987, σσ. 76-77.

Συνεχίζεται

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (20)

 Συνέχεια από: Tρίτη 5 Μαίου 2026

  Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Του Pierre Aubenque 

          Η αμεροληψία, η ισότης! (η επιείκεια).
       
Ο Αριστοτέλης αμφιβάλλει σε τέτοιο σημείο για την καθολικότητα, ώστε δέν βρίσκει ούτε στις συγκεκριμένες εκφράσεις του δικαίου, όσο και αν τις ειδικεύει, μία επαρκή εξασφάλιση για την εφαρμογή του νομικού κανόνος. Ο νομος συμπεραίνει ακολουθώντας τον Πλάτωνα (πολιτικός, 294 a b), είναι γενικός, ενώ οι πράξεις που προτείνει να υποβαστάξει, είναι ατομικές (1137 b 11). Υπάρχει σ'αυτό ένα δυσάρεστο άλμα, η υπευθυνότης του οποίου όμως δέν προσβάλλει ούτε τον νόμο, ούτε τον νομοθέτη, αλλά την "φύση του πράγματος" (1137 b 17-18). Βεβαίως στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, ο δικαστής μπορεί να δεί την ιδιαίτερη περίπτωση κάτω απο τον γενικό κανόνα. Αλλά μπορεί να συμβεί να εμπίπτει η περίπτωση "πέραν του κανόνος" και σ'αυτή την περίπτωση θα πρέπει να διορθωθεί το κενό των κανόνων και των νόμων. Αυτή η διόρθωση του νόμου (b 26) οδηγεί σε μία αρετή την οποία ο Αριστοτέλης ονομάζει επιείκεια και η οποια μεταφράζεται παραδοσιακώς με αμεροληψία, παρότι η αμεροληψία περιέχει την έννοια της ισότητος η οποία ανήκει στην δικαιοσύνη, (και δέν είναι πέραν της δικαιοσύνης).
          Ο νόμος λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί διπλά εκθρονισμένος: απο το ένα μέρος ξεγυμνωμένος απο τις βασικές του αρχές οι οποίες προέρχονται απο το φυσικό δίκαιο και απο το άλλο απο την εκτίμηση των συνθηκών τής εφαρμογής του ότι εξαρτώνται απο την ισότητα. Αλλά αυτό σημαίνει απλώς ότι ο Αριστοτέλης δέν δέχεται νά απολυτοποιήσει το βασίλειο του νόμου. Ο νόμος δέν είναι ένας σκοπός αλλά ένα μέσον. Επιμηκύνοντας τις προθέσεις της φύσεως, έχει σαν σκοπό τήν αρμονία της πολιτικής κοινωνίας,  η οποία με την σειρά της είναι απαραίτητη συνθήκη τής πραγμάτωσης του ανθρώπου. Εάν ο νόμος είναι ένας απλός κρίκος μίας αλυσσίδας η οποία ξεκινά απο τον άνθρωπο σαν φύση και υψώνεται μέχρι τον άνθρωπο στην τελειότητα του, τότε θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, απο που προέρχεται η αυθεντία την οποία αντλούσε στον Πλάτωνα απο την ομοιότητα του με τις ιδέες και στον Κάντ, αιώνες μετά, ο οποίος θα την αποδείξει (την αυθεντία) απο το γεγονός ότι απορρέει απο a'priori αρχές.
          Η απάντηση θα ήταν χωρίς αμφιβολία ότι για τον Αριστοτέλη ο νόμος είναι το εργαλείο μίας πρακτικής νοήσεως, μίας πρακτικής σοφίας -η οποία ονομάζεται φρόνησις- η οποία απο τα βάθη τής ενυπάρξεως της, της σταθερότητός της, (η φρόνησις έχει σαν σκοπό το "αγαθό του ανθρώπου"), είναι μία όρεξις για το Θείο. Για μία φιλοσοφία της συνέχειας, όπως είναι η αριστοτελική, υπάρχει μία επαρκής υπερβατικότης μόνον διά εξουσιοδοτήσεως (συμφωνίας). Η πρωτοβουλία έρχεται απο την φύση, αλλά από μία φύση η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο ελκόμενη πρός το ύψος της, απο το τέλος της [εξ'ού και το όνομα αριστο-τέλης]. "Ο Θεός δέν βασιλεύει δίνοντας αμεσα ο ίδιος τις εντολές του, αλλά είναι αυτό πρός το οποίο καθοδηγεί η φρόνησις" (Ηθ. Ευδήμεια, VIII 3, 1249 B 13-15). Αυτό που μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης για την φρόνηση θα μπορούσε να επεκταθεί και στην νομική επιστήμη! Καθότι ριζωμένη στην φύση, πραγματοποιεί, στο επίπεδο που της ανήκει, και συνεισφέρει στην πραγματοποίηση πιό υψηλών σχεδίων. Η υπερβατικότης λοιπόν δέν είναι πλέον το θεμέλιο του δικαίου, όπως στον πλάτωνα, αλλά παραμένει στον ορίζοντα της αριστοτελικής φυσιοκρατίας.
        
   Τα όρια της φυσιοκρατίας.
       
   [Οι επόμενες παρατηρήσεις οφείλονται στην πεποίθηση των νεοθωμιστών ότι ο Αριστοτέλης είναι ο φιλόσοφος της συνέχειας, μεταξύ φαινομενικού και νοητού. Κάτι που επέβαλλαν στην Δύση ο Αυγουστίνος και ο Ακινάτης. Οι κατηγορίες όμως τού Αριστοτέλη όπως θα δούμε, και αυτό το γεγονός ακόμη ότι μπορούν να υπάρξουν περιπτώσεις πέραν των κανόνων του νόμου που λύονται διά της επιείκιας, δείχνουν ότι ο Αριστοτέλης διατηρεί και "τελειοποιεί" τον δεύτερο πλού. Ο Αυγουστίνος ταύτισε τον νοητό κόσμο με τον θεϊκό και στην θέση του αγαθού, το οποίο βρίσκεται επέκεινα της ουσίας και δέν γνωρίζουμε τίποτε γι'αυτό, έθεσε την αγάπη, την οποία αποκτούμε εύκολα πλέον μετά την ενανθρώπηση του Κυρίου].
          Αυτό όμως δέν αφαιρεί, και αυτή είναι η κριτική την οποία απευθύνουμε, στον Αριστοτέλη - ότι αυτή η θεολογική προοπτική παραμένει απόμακρη και δέν επιτρέπει να ορισθούν ακριβή κριτήρια για να κριθούν η νομιμότης ενός συγκεκριμένου θεσμού ή ενός νόμου αφημένη στον εαυτό της και στην ενυπάρχουσα ανάπτυξη της. Η φύσις έχει ας πούμε πολλές δικαιοδοσίες και εν τέλει δικαιώνει όλα όσα είναι επαρκώς ριζωμένα στα ήθη, στην κοινή συγκεκριμένη ηθική. Η κατανόηση αυτού που είναι, η αντίληψη αυτού που είναι λογικό κάθε φορα, μας εκθέτει στην ανάγκη να δικαιώνουμε αυτό που διαφορετικά μία ηθική απελευθερωμένη απο τις περιστάσεις τις συγκεκριμένες δέν θα δίσταζε να καταδικάσει. Το καλύτερο παράδειγμα εκτροπών στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η αριστοτελική φυσιοκρατία είναι η δικαιολόγηση της σκλαβιάς  η οποία περιέχεται στο βιβλίο Ι (κεφάλαια 3-7) της Πολιτικής όπου ο Αριστοτέλης δέν αναρωτιέται εάν η σκλαβιά είναι αποδεκτή ή όχι, αλλά σε ποιό μέτρο αυτή είναι η όχι "φυσική". Χωρίς αμφιβολία σ'αυτή την περίπτωση η φύση είναι ένας κανόνας. Αλλά το γεγονός ότι αυτός ο κανόνας ενυπάρχει πολύ κοντά στην πραγματικότητα την οποία πρέπει να υποβαστάζει, τον εμποδίζει να είναι ένα εργαλείο κριτικής αρκετά αποτελεσματικό. Ο Αριστοτέλης δέν βρίσκει τίποτε άλλο να πεί παρά ότι η δουλεία είναι "φυσική" στο μέτρο που θέτει σε σχέση ανθρώπους εκ φύσεως φτιαγμένους για την ηγεσία και ανθρώπους εκ φύσεως ανθρώπους για την υπακοή. Αλλά ο Αριστοτέλης δέν αναρωτιέται ποτέ εάν η ανισότης ανάμεσα στους ανθρώπους, παρότι φυσική, ταιριάζει στις αξίες των οποίων είναι φορέας ο άνθρωπος και εάν εδώ η πραγματικότης ίσως πρέπει να διορθωθεί απο ένα ιδανικό το οποίο δέν πρέπει να φοβηθούμε να ονομάσουμε υπερβατικό. Υπάρχουν περιπτώσεις, ίσως οριακές, στις οποίες το δίκαιο και η ίδια η φύση -ακόμη δε περισσότερο η εμπειρική φύση- πρέπει να γονατίσουν απέναντι στην ηθική. Μ'αυτή την έννοια δέχομαι ότι οι μοντέρνες θεωρίες του φυσικού δικαίου, των "δικαιωμάτων του ανθρώπου"-ακόμη και αν αυτός ο άνθρωπος είναι άχρονος και αφηρημένος-αντιπροσωπεύουν, ότι και αν έχουμε κατορθώσει να πούμε εναντίον τους, μία πρόοδο σε σχέση με την "δικαιοφυσιοκρατία" του Αριστοτέλη, παρότι αυτή δικαιολογείται σε όλες τις περιπτώσεις, που είναι και οι περισσότερες, όπου ο νομικός κανόνας δέν αντιτίθεται με τον ηθικό νόμο.
          

Σχόλιο: Είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει ο άνθρωπος την φυσική συνείδηση της ψυχής, απο την συνείδηση της πράξεως, τον Θείο νόμο της καρδίας, τον έσω άνθρωπο, και τον έξω. Το δαιμόνιο του Σωκράτη που λέει πάντοτε όχι στο σώμα, στήν επιθυμία και το σώμα που μπορεί να πράξει ακόμη και το ψεύτικο. Να διακρίνει ανάμεσα στην αρετή και στην αξία, το ήθος απο την ηθική. Να διακρίνει γιατί άλλα θέλω και άλλα κάνω. Τον Δαυΐδ απο τον Γολιάθ. Η Δύση τους ταύτισε και μία αφηρημένη ηθική συνθέτει τους δύο ανθρώπους με ισότητα και αδελφότητα. Ο άνθρωπος ή θα υποδουλώσει τον Δαυΐδ ή τον Γολιάθ. Δέν υπάρχει εναλλακτική οδός.


Αμέθυστος!

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (183)

Συνέχεια από:  Σάββατο, 2 Μαΐου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος

Ψυχογονία. 34 Β – 37 C, 41 D – 44 D. - συνέχεια

Κάτι το ουσιαστικό λείπει ωστόσο ακόμα απ’ την περιγραφή μας για τη συνολική ανάμειξη: το πυθαγόρειο ή φαινομενικά πυθαγόρειο αριθμητικό στοιχείο. Το οποίο και προστίθεται στην ανάμειξη με τη μορφή τής «δευτέρας τετρακτύδος», την οποία και συνήθιζαν οι Αρχαίοι να διαρρυθμίζουν με τη μορφή ενός Λάμδα:

                                                                                             1

                                                    2        3

                                                 4                 9

                                                8                       27


Στα δε διαστήματα ανάμεσα σ’ αυτούς τους αριθμούς παρεμβάλλονται ανά δύο ενδιάμεσα μεγέθη, ένα «αρμονικό» και ένα «αριθμητικό» μέσον. Σύμφωνα μ’ αυτό το αριστοτεχνικά υπολογισμένο αριθμητικό σύστημα κινούνται οι ουράνιες σφαίρες. Είναι άρα τόσο αυστηρή η κανονικότητα μέσα στην κοσμική ψυχή, την κοσμική ζωή.

Ως προς το αν αυτός ο μαθηματικός συμβολισμός είναι ταυτόχρονα και μουσικός, υπάρχουν μέχρι σήμερα σοβαρές διαφωνίες. Το μουσικό στοιχείο αποτελεί για τον Αριστοτέλη και τον Πλούταρχο ό,τι πιο ουσιώδες στην πλατωνική κατασκευή. Ενώ στη δική μας εποχή οι Frank και Cornford, αρνήθηκαν κάθε μουσικό στοιχείο.Αναφερόμενος στις εργασίες τών Thimus και Hans Kayser ο Ahlvers τοποθετείται ωστόσο, σε αντίθεση προς αυτούς, υπέρ τής υπάρξεως μιας κοσμικής αρμονίας στον «Τίμαιο». Εγώ ο ίδιος βρίσκομαι πολύ μακριά απ’ το να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένα μια δική μου κρίση. Το συμπέρασμα ωστόσο το οποίο διατυπώνει ο Ahlvers, «ότι ο πλατωνικός Κόσμος κυβερνάται από μουσικούς νόμους», αντιστοιχεί τόσο απόλυτα σ’ αυτά που διδάσκει η «Πολιτεία», ώστε θα αισθανόταν κανείς την έλλειψη μιας κοσμικής αρμονίας στον «Τίμαιο» , αν αυτή η κοσμική αρμονία δεν υπήρχε εκεί. Όπως έβλεπε η πνευματική όραση του Πλάτωνα έναν σφαιρικό κόσμο, έτσι θα αντιλαμβανόταν και η πνευματική του ακοή μιαν αρμονία τών σφαιρών. «Η αστρονομία και η μουσική είναι συναδελφωμένες επιστήμες, όπως λένε οι Πυθαγόρειοι, κι εμείς συμφωνούμε μαζί τους, αγαπητέ Γλαύκων», λέει στην «Πολιτεία» ο Σωκράτης, εκεί όπου οδηγεί την παιδαγωγία τών μελλοντικών φιλοσόφων-κυβερνητών στο ανώτατό της πεδίο (Vii 530 I). Η μουσική δεν αποτελεί άρα μόνο , μαζί με τη γυμναστική, το παιδαγωγικό πεδίο για τους νεαρούς πολίτες τής ιδανικής πολιτείας, αλλά συνιστά ήδη «την πλέον δεσπόζουσα και αποτελεσματική τροφή τής ψυχής» (ΙΙΙ 401 D). Η μουσική, η οποία και συνταιριάζει στην κορυφή της με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Όπως η αστρονομία, εξερευνά κι αυτή η ύψιστη μουσική τέχνη «ποιοι αριθμοί συνηχούν και ποιοι όχι, και γιατί αυτό συμβαίνει σε αμφότερες τις περιπτώσεις» (VII 531 C). Κι αυτή η ύψιστα δύσκολη διερεύνηση χρησιμεύει και είναι χρήσιμη στην αναζήτηση του Ωραίου και Αγαθού: ανοίγεται ήδη μπροστά μας η διαλεκτική οδός (VII 532 B), με τη μουσική να αποτελή μιαν απ’ τις επιστήμες, που προετοιμάζουν την έρευνα των Ιδεών. Στον δε τελικό μύθο διακρίνεται και ακούγεται καθαρά η μουσική τών σφαιρών, καθώς σε κάθε αστρικό κύκλο μια Σειρήνα εκβάλλει από έναν τόνο, οι οποίοι και συνηχούν όλοι μαζί τη μια και μοναδική αρμονία τού κόσμου.

Αυτά τα χαρακτηριστικά τής πλατωνικής πολιτειακής δομής πρέπει λοιπόν να ξαναθυμηθούμε, καθώς ακούμε μαζί με τον Σωκράτη την ψυχογονία τού πυθαγόρειου Τίμαιου. Η οποία και υπερβαίνει σε πολλές λεπτομέρειες αυτό που εκφράζει ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα» και την «Πολιτεία». Για εκείνο όμως που ξεπερνά σε σημασία το βασίλειο των αστέρων και των μουσικών τόνων, δεν έχει τίποτα ο πυθαγόρειος να πη. Και όχι επειδή άρχισε να ωχριά, όπως κάποιοι νομίζουν, αυτό το βασίλειο των μορφών στον όψιμο Πλάτωνα: η παρουσία άλλωστε τού Σωκράτη στον «Τίμαιο» συμβολίζει ζωντανά εκείνο το βασίλειο.

Στοιχεία και στοιχειώδες πολύεδρο. – Γι’ αυτό το θέμα μιλήσαμε ήδη στον πρώτο τόμο (κεφάλαιο ΧV). Τρία τουλάχιστον ερωτήματα πρέπει να τεθούν σε μια τέτοιαν έρευνα: 1)το πώς ο Πλάτων «καθαίρει και ανυψώνει» (για να μιλήσουμε με τα λόγια του Γκαίτε) ανακεφαλαιώνοντάς τες τις παλαιότερες θεωρήσεις του ˙ 2) αν και πόσο κατανοητή καθίσταται μέσα απ’ τη σύγχρονη θεωρία η θεωρία τού Πλάτωνα˙ και 3) αν ο Πλάτων έχη επηρεάσει τις σύγχρονες θεωρίες.


Ο Πλάτων έχει τη σύνολη θεώρηση των προηγουμένων για τα
στοιχεία μπροστά του , την οποία και διαμορφώνει εκ νέου σύμφωνα με τη μαθηματική αρχή. Η φωτιά και η γη είναι τα αρχικά στοιχεία, απ’ τα οποία και κατασκευάζει σύμφωνα με τον νόμο τής αναλογίας τα υπόλοιπα (31 Β κ.ε.). Με παρόμοιο τρόπο είχε αντιπαραθέσει ο Παρμενίδης δύο βασικές ουσίες, απ’ τις οποίες ονόμασε τη μία «φωτιά», την άλλη «νύχτα (σκοτεινή), πυκνή και βαρειά μορφή», ενώ ο Αριστοτέλης θεωρεί πως είχαν ήδη εδώ καθορισθή η φωτιά και η γη ως αρχικές ουσίες, απ’ τις οποίες και προκύπτουν όλα τα άλλα, όπως π.χ. ο αέρας και το νερό, μέσω «αναμείξεως». Η αρχική θέση τού Πλάτωνα είναι βασικά η ίδια, ενώ η αντικατάσταση της φυσικής ανάμειξης με τη μαθηματική αναλογία δείχνει την ίδια του τη θέληση ή, για να το πούμε ίσως καλύτερα, το πυθαγόρειο (στοιχείο) τής σκέψης του. Την τετράδα τών στοιχείων την είχε ως γνωστόν ήδη διατυπώσει υποδειγματικά ο Εμπεδοκλής, μόνο που εκεί η τετράδα αυτή υπήρχε εξαρχής, ενώ εδώ ο Πλάτων τη συνάγει μαθηματικά κατασκευασμένη. Ο οποίος και αντιλαμβάνεται και την εμπεδόκλεια Φιλία, που εκφράζεται μάλιστα σαφέστερα, οξύτερα και βαθύτερα εδώ απ’ ό,τι στον ίδιον τον Εμπεδοκλή, ως τον μαθηματικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίον το σύμπαν «αποκτώντας μια τέλεια ενότητα, παραμένει αξεδιάλυτο για κάθε άλλον, εκτός από εκείνον που το έχει εξ ολοκλήρου συνδέσει» (32 C) (( Το βλέπει ως όλον, και μόνο μετά απ’ αυτό μπορεί να προχωρήση και στις λεπτομέρειες... )) .

Ο Πλάτων «επιτρέπει» μάλιστα, σε αντίθεση προς τον Εμπεδοκλή, να μεταβαίνουν το ένα στοιχείο στο άλλο. Το νερό στερεοποιείται εμφανώς σε γη, και η πέτρα διαλύεται σε πνοή και αέρα, καίγεται ως φωτιά, συμπυκνώνεται πάλι σε αέρα, σύννεφο και ομίχλη, κι αυτά πάλι σε νερό έτσι, ώστε ο κύκλος τού γίγνεσθαι να εμφανίζεται πλήρης. Αυτή η «ιδέα» – που τροποποιείται μόνον αργότερα, όπου το πραγματικό στοιχείο τής γης παρουσιάζεται ως αξεδιάλυτο (54 C) – έχει τους γνωστούς της προδρόμους. Μια αναφορά στον Ηράκλειτο – αναφορά που διδάσκει βέβαια προειδοποιητικά το πώς «χρωματίζει», πώς «εκτιμά» ο «Τίμαιος» τη δοξογραφία – λέει με παρόμοιες λέξεις, ότι είναι το νερό που στερεοποιείται σε γη, κι απ’ το νερό προέρχονται και όλα τα άλλα μέσω τής «εξατμίσεως». «Ο δρόμος προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι ο ίδιος», διδάσκει ο Ηράκλειτος (και έχει πιθανώς προσθέσει κατά τον δικό του τρόπο: «και όχι ο ίδιος»)˙ γνήσιο σύμβολο είναι γι’ αυτόν ο κύκλος, που πάνω στη γραμμή του «συναντώνται και γίνονται ένα η αρχή και το τέλος». Η «συμπύκνωση» ωστόσο τού αέρα σε σύννεφα, η μεταβολή τού νερού σε χαλάζι και χιόνι ήταν σημαντικά και για τον Αναξιμένη και τον Αναξαγόρα, ο κύκλος απ’ τον αέρα σε άνεμο, σύννεφα, βροχή, ψύχος και από εκεί πάλι σε άνεμο και αέρα σημαντικός για τον Επίχαρμο, και το σχήμα: «αυτό γίνεται εκείνο, αν ή όταν...» συναντάται στον Πλάτωνα παρόμοια με τις δοξογραφικές αναφορές για τους παλαιούς φυσικούς (φιλοσόφους). Παρ’ όλες ωστόσο αυτές τις «συμφωνίες», εξακολουθεί να αντιτίθεται ο Πλάτων στη σύνολη, παλαιότερη θεώρηση των στοιχείων. Για τον Ηράκλειτο παραμένει τελικά, παρ’ όλες τις μεταβολές, αρχικό στοιχείο η «φωτιά», για τον Αναξιμένη, τον Αρχέλαο και τον Διογένη ο «αέρας», ενώ για τον Εμπεδοκλή τα τέσσερα στοιχεία ήταν αυστηρά διαχωρισμένα το ένα απ’ το άλλο. Ο Πλάτων σκέπτεται κι εδώ ριζοσπαστικώτερα απ’ όλους αυτούς. Τα στοιχεία καθίστανται σ’ αυτόν από άκαμπτες ουσίες, ποιότητες μιας και μοναδικής, εμφανιζόμενης μ’ αυτούς τούς τρόπους βασικής ουσίας – ουσίας που είναι ταυτόχρονα χώρος και ενέργεια. Σ’ αυτό είναι και ισχυρώτατη η αντίθεση προς τον Εμπεδοκλή, χωρίς όμως να είναι και πολύ λιγότερη ισχυρή η αντίθεση προς τους άλλους. Μόνο στον Αναξίμανδρο θα μπορούσε ο Πλάτων να είχε αναφερθή ως προς την ενότητα και την απόλυτη απροσδιοριστία τής αρχικής του ύλης. Την «ένταση» όμως, την οποία και θεωρούσε ανάμεσα σε μια τέτοια ριζική απροσδιοριστία τής τελικής αιτίας και την επίσης αποφασιστική οργάνωσή της δεν θα μπορούσε να τη βρη πουθενά.

Ο φυσικός μύθος ως έκφραση αυτής τής αυστηρής σχηματικής σκέψης, επέτρεψε στον Πλάτωνα να επινοήση την εντελώς ιδιαίτερη σωματικο-μοριακή θεωρία του. Τοποθετούμενος έτσι στη σειρά εκείνων τών στοχαστών, που έκτιζαν από τα ελάχιστα υλικά μέρη τον Κόσμο. Κι αυτό δεν αναφερόταν κατά κανέναν τρόπο αποκλειστικά στον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο: ο αγώνας του αφορούσε εξίσου στον Αναξαγόρα και τον Εμπεδοκλή. Με τους υπό στενήν έννοια ατομιστές τον συνδέει η ουδετερότητα της βασικής ύλης (παρ’ όλο που και σ’ αυτό παραμένει εντελώς διαφορετικός ο σκοπός). Τα άτομα όμως τών ατομιστών σχηματίζονταν απείρως τυχαία, που σημαίνει παραμορφωμένα ή αδιαμόρφωτα με την πλατωνική έννοια, και η τυφλή αυτή αναγκαιότητα δεν μπορούσε παρά ελάχιστα γι’ αυτόν να αποπερατώση τη δημιουργία ενός Κόσμου μέσα από μια τέτοιαν αταξία. Ο Εμπεδοκλής τού πρόσφερε τα τέσσερα στοιχειώδη μόρια, που ο αυστηρός τους διαχωρισμός διευκόλυνε τη θέληση του Πλάτωνα για σαφήνεια. Χωρίς να διαθέτουν όμως και μια τελική ουσιαστικότητα, αλλά μόνο την υπόσταση ως ποιότητες ενός «Κάτι»
πέρα απ’ αυτά. Ο Αναξαγόρας θεωρούσε το Πνεύμα ως κινητήρια δύναμη και το κινούμενο ως ένα απείρως πολλαπλό και απείρως διαιρούμενο συνεχές. Και στον Πλάτωνα είναι το «εργαζόμενο πνεύμα» (Nούς δημιουργός) αυτό που κινεί, η δημιουργική όμως πράξη του δεν αποτελεί έναν απροσδιόριστο διαχωρισμό και επανένωση, αλλά μια διαμόρφωση σύμφωνα με τους μαθηματικούς κανόνες: ο θεός αεί γεωμετρεί. Είναι δε γνωστό ότι ο Πλάτων εντάσσει εδώ τέσσερα απ’ τα πέντε κανονικά πολύεδρα, τα «πλατωνικά σώματα», στη σωματικο-μοριακή του θεωρία, για να παραστήση τη μαθηματική κανονικότητα των στοιχειωδών σωμάτων. Πολύ μακριά λοιπόν απ’ το να συμβιβαστή με έναν οποιονδήποτε απ’ τους προδρόμους του, γνωρίζει συνολικά τις θεωρίες τους για τα στοιχεία και τα άτομα και τις «συλλογίζεται» περαιτέρω με μιαν αντίληψη, που όσο μυθική και φανταστική κι αν μπορή να φαίνεται, επενεργεί ωστόσο ως μια «προαίσθηση», αν την εξετάσουμε ακριβέστερα, της πιο σύγχρονης ατομικής θεωρίας.


2) Επιχειρήθηκε προηγουμένως (Τόμος Ι, κεφ. XV) να υποδηλωθή το πόσο απηχείται τουλάχιστον η πλατωνική κατασκευή στις σύγχρονες θεωρίες τής φυσικής, βοηθώντας μας έτσι να την κατανοήσουμε κατ’ αρχάς σωστά, όσο μάς επιτρέπεται βέβαια να αποσιωπήσουμε και να παραβλέψουμε εδώ τον κίνδυνο, του πόσο εύκολα μπορεί κανείς να διαβάση και να «ανακαλύψη», αδίκως, σύγχρονες έννοιες και σκέψεις σ’ εκείνα που βρίσκονται μακριά στο παρελθόν. Η πλατωνική θεωρία τών στοιχείων και των σωματικών μορίων κυριαρχούσε πιθανώς τον Μεσαίωνα, μέχρι και την Αναγέννηση˙ έχασε το νόημά της, όταν άρχισε, ακολουθώντας τον Gassendis και τον Νεύτωνα, να κυριαρχή ο ατομισμός τού Λεύκιππου και του Δημόκριτου, για ν’ αποκτήση πάλι το νόημά της, όταν κι αυτή η ατομική θεωρία ξεπεράστηκε μέσα απ’ τη σύγχρονη εξέλιξη της φυσικής. Στον Πλάτωνα, υφίστανται πράγματι σαφείς αναλογίες ως προς τις ακόλουθες βασικές θέσεις τής σύγχρονης φυσικής: υπάρχουν, σύμφωνα με τον Dalton, τόσες ατομικές μορφές, όσες και τα στοιχεία˙ σύμφωνα με τους Rutherforfd και Bohr, τα ατομικά πρότυπα (μοντέλλα) έχουν μαθηματική μορφή – όσο διαφορετικά κι αν είναι πάλι τα πλατωνικά πολύεδρα απ’ αυτά τα αστρονομικά πρότυπα – και τα άτομα μπορούν να διασπαστούν˙ η αρχή τής «στοιχειώδους ασάφειας» αφορά, σύμφωνα με τον Heisenberg, σε όλους τούς φυσικούς νόμους και οδηγεί σ’ ένα αδιανόητο υπόστρωμα, στο οποίο και βασίζονται όλα τα φυσικά συμβάντα.

3) Επηρέασε άραγες η πλατωνική θεωρία τών στοιχείων και των σωματικών μορίων τη σύγχρονη εξέλιξη της φυσικής; Είναι ένα ερώτημα που μπορούμε μόνο να το θέσουμε, αλλά πρέπει και να το θέσουμε. Για να το απαντήσουμε θα έπρεπε ωστόσο να συνδυαστούν η φυσική με την ιστορική έρευνα.

( συνεχίζεται )

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (36)

Συνέχεια από: Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄

ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Μερικές εἰσαγωγικές παρατηρήσεις γιὰ τὸν Σωκράτη, τὸν ἐπινοητὴν τῆς ἐννοίας τῆς «ψυχής» ὡς νοητικῆς καὶ βουλητικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνθρώπου (συνέχεια)

Ας δούμε τώρα τὸ δεύτερο σφάλμα που σχετίζεται μὲ τὴ νέα ερμηνεία τοῦ Σωκράτους.

Πολλοί στοχαστές, θύματα τῆς προκαταλήψεως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Burnet καὶ τοῦ Taylor, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης ἐπέβαλε τη νέα έννοια γιὰ τὴν ψυχή, ἐξαρτᾶται ἐξ ολοκλήρου ἀπὸ τὴ θέση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πλατωνικοί διαλόγοι, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Πολιτείας, περιέχουν ἀποκλειστικώς σωκρατικές διδασκαλίες - μία προκατάληψη τὴν ὁποία ἐμεῖς κρίνουμε ἐντελῶς ἀβάσιμη δὲν ἀντελήφθησαν (καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ μὴν ἀντιλαμβάνονται) τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θεωρία αὐτή ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές ὁδοὺς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκκινήσεως τῶν δύο Σκώτων μελετητῶν.

Φυσικά, όποιος υποστηρίζει τη θεωρία που θέλει τὸν Σωκράτη ἐπινοητὴ τῆς Δυτικῆς ἔννοιας τῆς ψυχῆς – μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο καὶ ἂν καταλήγει ἐκεῖ – δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπικαλεσθεῖ τοὺς Burnet καὶ Taylor ὡς πρωτεργάτες τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας. ᾿Ακριβῶς γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ὅποιος εἶναι προκατειλημμένος στρέφει τὴν προσοχή του στην ἐπίκληση αὐτὴ καὶ προσπερνᾶ τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θέση αὐτὴ ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές οδούς.

Ένα ἰδιαιτέρως εὔγλωττο παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ Werner Jaeger, ο ὁποῖος στὸ ἀριστούργημά του, “Παιδεία. Η μόρφωση τοῦ Ἔλληνος ἀνθρώπου”, κατέληξε στὰ ἴδια συμπεράσματα μὲ τοὺς δυὸ μελετητές ἀπὸ τη Σκωτία, μελετώντας εἰς βάθος τις ἀρχές, τις ἐξελίξεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων. Στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Σωκράτους, ὁ Jaeger τοποθετεῖ τὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς ὡς νέας ἀντιλήψεως γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου να σκέπτεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὸ ᾿Αγαθό, ἀποδίδοντάς της μιὰ ἑρμηνευτική θέση ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας.

Ο Jaeger, βεβαίως, ἀναφέρει τοὺς δυό μελετητές, διευκρινίζει ὅμως ὅτι κατέληξε στη θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης μὲ τη νέα ἀντίληψη περί ψυχῆς σηματοδοτεί μία καμπή κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν Ἑλλήνων μέσῳ μιᾶς δικῆς του πορείας, δηλαδή μέσῳ τῆς ἀναλυτικῆς καὶ τεκμηριωμένης μελέτης τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων σὲ ὅλες τις συνιστώσες της. Ο Jaeger δηλώνει ρητῶς ὅτι: «Καὶ ἐγὼ ἐνωρὶς ἔφθασα εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ἀφοῦ ἀνέλυσα τὴν μορφὴν τῶν σωκρατικῶν λόγων, ὡς ἔπραξα καὶ ὀλίγον προηγουμένως εἰς τὸ παρὸν ἔργον. Δυσκόλως δύναταί τις νὰ κατανοήσῃ τὸν τύπον τῆς σωκρατικῆς προτροπῆς, χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ καὶ τὴν περίεργον πνευματικὴν εὐαισθησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σωκράτης χρησιμοποιεῖ τὴν λέξιν “ψυχή”»8.

Ο Σωκράτης, κατὰ τὸν Jaeger, δὲν θὰ μποροῦσε με κανέναν τρόπο νὰ θέσει καὶ νὰ ὑπερασπιστεί ἐκείνες τις πνευματικές καὶ ηθικές αξίες τῆς προσωπικότητας, παρά μόνον ἐὰν στηριζόταν στη νέα αντίληψη περί ψυχῆς.

Θα παραθέσουμε εδώ ένα χωρίο τοῦ Jaeger, τὸ ὁποῖο ἐπικαλούμαστε συχνά καὶ τὸ ὁποῖο, παρ' ὅτι εἶναι ἐλάχιστα γνωστό καὶ ἀναμψίβολα δυσνόητο, ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται ὡς ὑποδειγματικό για την ἐπίλυση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος:

᾿Αλλὰ τι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ «ψυχήν». Ἐὰν ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ πρόβλημα κατὰ πρῶτον ἀπὸ τὴν φιλολογικήν του πλευράν, θὰ μᾶς ἐκπλήξῃ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πλάτωνα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους σωκρατικούς παρουσιάζεται ὁ Σωκράτης να τονίζη ἐξαιρετικῶς τὴν λέξιν «ψυχή», νὰ τὴν χρησιμοποιῇ μὲ περιπαθῆ καὶ ἱκετευτικὴν ζέσιν. Οὐδεὶς Έλλην πρὸ αὐτοῦ ὡμίλησε εἰς παρόμοιων τόνων διὰ τὸ αὐτὸ πράγμα. Εἶναι εὔκολον να καταλάβωμεν, ὅτι τώρα διὰ πρώτην φοράν παρουσιάζεται εἰς τὴν Δύσιν ὅ,τι ἀποκαλοῦμεν εἰς ὡρισμένες περιπτώσεις ψυχήν – μολονότι οἱ σύγχρονοι ψυχολόγοι δὲν τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς «πραγματικὴν οὐσίαν». Ἐξ αιτίας τοῦ πνευματικού περιβάλλοντος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξειλίχθη ἡ σημασία τῆς λέξεως αὐτῆς, ἡ «ψυχή» χρωματίζεται πάντοτε μὲ ἠθικὰς καὶ θρησκευτικάς ἀποχρώσεις. Ὡς καὶ «ἡ ὑπηρεσία τῷ θεῷ» καὶ ἡ «ψυχῆς θεραπεία» οὕτω καὶ ἡ «ψυχή» θυμίζει τὸν Χριστιανισμόν. ᾿Αλλὰ ἀπέκτησε τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν σημασίαν τὸ πρῶτον εἰς τὴν παραινετικὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωκράτους9.

Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα παρέχουν οἱ ἀναλύσεις τοῦ Havelock για τὴν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας.

Ὁ μελετητής αὐτὸς ἔθεσε ὡς ἀφετηρία τῆς ἔρευνάς του τη ριζική μεταβολὴ τῶν ὅρων καὶ τῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔλαβε χώρα τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἑλληνικός κόσμος μετέβαινε ἀπὸ τὸν πολιτισμό του προφορικού λόγου στον πολιτισμό τῆς γραφῆς. Ἐτόνισε, μάλιστα, ότι συχνὰ ὑποπίπτει κάνεις στο σφάλμα νὰ πιστεύει πώς ὁρισμένες λέξεις οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἔννοιες-κλειδιὰ τῆς νοοτροπίας μας εἶχαν πάντοτε τὸ νόημα ποὺ μᾶς εἶναι οἰκεῖο. Γιὰ νὰ δώσει ἕνα παράδειγμα, ἔστρεψε τὴν προσοχή τοῦ ἀναγνώστη στὸ ἔργο τοῦ Burnet: «[...] To ἄρθρο The Socratic Doctrine of the Soul τοῦ Burnet ἄνοιξε τον δρόμο, όταν απέδειξε ότι μία ιδέα ποὺ ἐθεωρείτο θεμελιώδης για οποιονδήποτε τύπο στοχαστικής δραστηριότητας στην πραγματικότητα εἶχε ἐπινοηθεί στο δεύτερο μισό του πέμπτου αἰώνα. Η μονογραφία του Stenzel μὲ θέμα τὸν Σωκράτη, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στο Pauly-Wissowa τὸ 1927, ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπινόηση αὐτή, προτείνοντας τη γενική θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους ήταν κατ' οὐσίαν ἕνα πείραμα ἐνίσχυσης τοῦ λόγου, ἡ ἀποκάλυψη δηλαδὴ ὅτι ὁ λόγος, ἐὰν χρησιμοποιηθεῖ ἀποτελεσματικά, ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὁρίζει καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν πράξη. Οἱ μελέτες τοῦ Snell καὶ τοῦ von Fritz ἐπανέφεραν τὴν προσοχή στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὁρολογία ἐκείνη ἡ ὁποία στον Πλάτωνα καὶ στὸν ᾿Αριστοτέλη τείνει νὰ ὀρίσει μὲ ἀκρίβεια τις διάφορες λειτουργίες τῆς συνειδήσεως, βάσει κατηγοριῶν τίς ὁποῖες ἐμεῖς συνήθως θεωρούμε δεδομένες, ἐγνώρισε μία μακρά περίοδο ἀναπτύξεως προτού κατακτήσει τέτοιο ἐπίπεδο ἀκριβείας. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, νὰ ὑποθέσουμε ότι, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἡ ἁρμόζουσα λέξη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ἡ ἰδέα καὶ ὅτι ἡ λέξη, γιὰ νὰ εἶναι ἁρμόζουσα, ἀπαιτεῖ στὸ περικείμενό της την κατάλληλη χρήση»10.

Στο κεφάλαιο-κλειδί τοῦ βιβλίου του, ὁ Havelock παρουσιάζει τη θέση του, ἂν καὶ μετριάζοντάς την, ὡς ἑξῆς: «Οἱ μελετητές ἔτειναν νὰ συσχετίσουν τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ [τῆς αὐτόνομης προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου] μὲ τὸν βίο καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Σωκράτους καὶ νὰ τὴν ταυτίσουν μὲ μία ριζικὴ ἀλλαγὴ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἐπέφερε στην ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. Ἐν ὀλίγοις, ὁ ὅρος ψυχή, ἀντὶ νὰ ὁρίζει τὴ σκιὰ ἢ τὸ φάντασμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀνάσα ἢ τὸ αἷμα του, ἕνα ἀντικείμενο δηλαδή που στερεῖται ευαισθησίας καὶ συνειδήσεως, προσέλαβε τὴν ἔννοια "τοῦ σκεπτόμενου πνεύματος", τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανό γιὰ ἠθικές ἀποφάσεις καὶ ἐπιστημονική γνώση καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ἔδρα τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, εἶναι δηλαδή κάτι τὸ ἀπεριορίστως πολύτιμο, μοναδική οὐσία στο βασίλειο τῆς φύσεως ἐν γένει. Εἶναι ἴσως ὀρθότερο νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἀποκάλυψη, παρ' ὅτι διακηρύχθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη, στην πραγματικότητα ὀφείλεται στὸ ἀθόρυβο ἔργο πολλών στοχαστών, προγενέστερων καὶ συγχρόνων αὐτοῦ. ᾿Αναφερόμαστε κυρίως στον Ἡράκλειτο καὶ στὸν Δημόκριτο. Ἐπί πλέον, ἡ ἀποκάλυψη συνεπαγόταν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. ᾿Ακόμη καὶ οἱ προσωπικὲς καὶ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίες τοποθετήθηκαν στο πλαίσιο νέων συντακτικών συμφραζομένων: ἐπὶ παραδείγματι, χρησιμοποιήθηκαν ὡς ἀντικείμενα τῶν γνωστικῶν ρημάτων καὶ ἀκόμη ὡς ἀντίθεση πρὸς τὸ "σώμα" ἢ τὸ “πτῶμα” ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο ὅτι ἐνοικοῦσε τὸ “εγώ”. Βρισκόμαστε ἐν προκειμένῳ ἐνώπιον μίας ἀλλαγῆς στην ἐλληνική γλώσσα, στη σύνταξη τῆς ἰδιωματικῆς της χρήσεως καὶ στις νοηματικές αποχρώσεις ὁρισμένων λέξεων κλειδιῶν, ἀλλαγὴ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέρος μίας εὐρύτερης πνευματικῆς ἀνατροπῆς ποὺ ἐκάλυψε ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντα τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικής κληρονομιάς. Δὲν εἶναι τώρα ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ ἐπιχειρήσουμε μία πλήρη ανάλυση. Το σπουδαιότερο γεγονός, δηλαδή ὅτι ἔλαβε χώρα ἡ ἀποκάλυψη αὐτή, ἀναγνωρίζεται, ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι νὰ συσχετίσουμε τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ μὲ τὴν κρίση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνὸς πολιτισμοῦ ποὺ εἶδε τὴν προφορική παράδοσή του, ἡ ὁποία στηριζόταν στη μνήμη, νὰ ἀντικαθίσταται ἀπὸ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό σύστημα παιδείας καὶ ἐπιμόρφωσης, εἶδε δηλαδὴ τὴν ὁμηρική νοοτροπία νὰ παραχωρεῖ τὴ θέση της στην πλατωνική»11.

Ἔχει δίκαιο ὁ μελετητής ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Σωκράτης διακηρύσσει καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ νέα αὐτὴ θέση, τὴν ὁποία ἐν τούτοις εἶχαν ἐπεξεργαστεί προηγουμένως καὶ ἄλλοι στοχαστές. Ωστόσο, ἀπὸ τὰ ὀνόματα ποὺ ἀναφέρει, μόνον ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλείτου μπορούμε να ἐπικαλεσθοῦμε – για λόγους ποὺ θὰ ἰδοῦμε παρακάτω· ὁ Δημόκριτος ἦταν νεώτερος τοῦ Σωκράτους κατὰ δέκα χρόνια λογικά, λοιπόν, αὐτὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ εἶναι ἀδιανόητο να συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ὁ Havelock, ὅμως, δὲν ἔχει ἀμφιβολίες ὅτι ὁ Σωκράτης διεδραμάτισε σπουδαῖο καὶ καθοριστικό ρόλο στὴν ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας τοῦ «σκεπτόμενου ὑποκειμένου», δηλαδὴ τῆς «ψυχῆς», ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιώνεται ἡ ὁριστική ὑπέρβαση τῆς ποιητικῆς-μιμητικής νοοτροπίας τῆς προφορικής παραδόσεως, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ ἀποσπάσματα που διαβάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια.

Καὶ ἄλλοι μελετητές, ἐξ ἄλλου, ἰδιοποιήθηκαν τη θέση αὐτή. ᾿Από τὸ ἀγγλοσαξονικό πολιτισμικό περιβάλλον ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε τὰ ὀνόματα τῶν Cornford12 καὶ Ross13.

Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴ ἰδέα στὸ ἔργο τοῦ Patočka, ὅπως καὶ σὲ αὐτὸ τοῦ Helmut Kuhn μὲ τίτλο Sokrates. Γράφει ο τελευταίος: «Τί κοινό έχουν ἄραγε οἱ ἄνθρωποι που διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπὸ καιρό σε καιρό υποβάλλονται σε διάφορες ερωτήσεις; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐρώτηση καὶ τὶ αὐτὸ ποὺ πλήττεται ἀπὸ τὸ ὄνειδος ποὺ φέρει ἡ ἄγνοια. Τί εἶναι αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ ἡ τέχνη τῆς καταρρίψεως. Ἐν προκειμένῳ, ὡς ἔνδειξη τῆς ἐσωτερικότητος ποὺ ἀναδύεται, προβάλλεται ὁ ὅρος "ψυχή", ὄρος μὲ νέο καὶ πλούσιο ἦχο. Δὲν φοβόμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ὅρο αὐτό, ὁ ὁποῖος κατά καιρούς παραγκωνίσθηκε ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαιότητος. Κανένας Έλλην μέχρι τότε δὲν εἶχε μεταχειριστεῖ τὸν ὅρο αὐτὸ μὲ τὴ σημασία ποὺ τοῦ προσέδωσε ὁ Σωκράτης. Η ψυχή τῶν σωκρατικών διαλόγων ἀφίσταται τόσον ἀπὸ τις ψυχές-σκιές του μυθικοῦ ὁμηρικοῦ κόσμου ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν κοσμολογικὴ ἀρχὴ τῆς ζωῆς τῶν ὕστερων πλατωνικών διαλόγων (κυρίως τοῦ Φαίδρου καὶ τοῦ Τιμαίου), όπου καὶ χρησιμοποιείται ὁ ὅρος ψυχή. Οὔτε ἡ ὀρφικὴ ἀντίληψη περί ψυχῆς συμπίπτει μὲ τὴ σωκρατική, ἂν καὶ ἡ συνάφειά τους δὲν μπορεῖ νὰ ἀναιρεθεί, καθώς φαίνεται πὼς ἐξηγεῖται ἀπὸ γενετικῆς ἀπόψεως»14.

Ὁ Kuhn γράφει ἐπίσης: «Γιὰ τὸν θαρραλέο, ὁ μόνος κίνδυνος εἶναι ἡ φθορὰ τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς του. Τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς του εἶναι τὸ μοναδικό καὶ ἀληθινὸ ὄφελος. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ἀκόμη καὶ οἱ σωκρατικοί διάλογοι τοῦ Πλάτωνος ἀποκαλοῦν τὴν ψυχή "τὸ ἀκριβότερο πράγμα", "τὸ μέγιστο πράγμα". Όταν μιλά κανείς γι' αὐτὸ ποὺ φθείρεται μὲ τὴν ἀδικία καὶ εὐημερεῖ μὲ τὴ δικαιοσύνη, γι' αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ ἀξιοσέβαστο ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶναι εὐνόητο ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ψυχή. Ἐὰν τὸ σῶμα εἶναι διεφθαρμένο, δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ζεῖ κανείς, πόσο μάλλον ἂν εἶναι διεφθαρμένη ἡ ψυχή. Ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. ᾿Αποτελεί τη βάση ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων οἱ ὁποῖες δὲν ἀφοροῦν στο ἐξωτερικό μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στο πλαίσιο τῆς ψευδούς παιδαγωγικής σχέσεως τοῦ σοφιστή, ὁ ὁποῖος ὁλοκλήρωσε τὸ καθῆκον του, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀμοιβή του ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Γι' αὐτὸν ὁ μαθητής δὲν εἶναι τίποτα άλλο παρὰ ὁ μεσολαβητής ποικίλων εἰδῶν γνώσεως [...]. ᾿Αντιθέτως, οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, καθ' ὅτι στηρίζονται στην ψυχικὴ ἐπένδυση, ἀναφέρονται στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο»15.


To Sokrates του Kuhn εγράφη το 1959. Ήδη, όμως, το 1947 στην Πράγα ὁ Patočka εἶχε υποστηρίξει την ίδια θέση στο δικό του έργο με τίτλο Socrates. Όπως ἤδη έχουμε τονίσει, ὁ Patočka προσέθεσε ορισμένες διορθώσεις οἱ ὁποῖες ἐδημοσιεύθησαν μετά τον θάνατό του στην έκδοση του 1991 (καὶ στὴν ἱταλική έκδοση του 1999)16, Αναφέρουμε την έκδοση αὐτὴ μετά το βιβλίο του Kuhn, διότι ὁ Patočka επικαλείται ρητῶς τὸν Kuhn σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Burnet καὶ τὸν Taylor. «Τι σημαίνει "ψυχή". Σπανίως (οἱ Kuhn, Burmet καὶ Taylor) διασαφηνίζουν ὅτι ἡ λέξη “ψυχή” στον Σωκράτη ἀποκτά ἕνα νέο νόημα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἑλληνική παράδοση ἐν γένει. Στὴν ὁμηρική θρησκεία ἡ ψυχὴ ἦταν ἡ σκιὰ ποὺ ἀπέμενε ὅταν τὸ σώμα πέθαινε. Στὸν Ὀρφισμό καὶ στὸν Πυθαγορισμό, ἀντιθέτως, ἡ ψυχή ἦταν τὸ ὑποκείμενο ἑνὸς μεγάλου μεταφυσικού πεπρωμένου, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει ἀπὸ κάθε ἄποψη αὐτὸν τὸν περιορισμένο ἐμπειρικό βίο [...]. Στον Σωκράτη, ἐπίσης, ἡ ψυχὴ εἶναι φορέας ἑνὸς πεπρωμένου, στην περίπτωσή του όμως πρόκειται γιὰ ἕνα μύχιο πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό της καί, προκειμένου να τὸ ἐπιτύχει, κατέχει μία ἐσωτερικὴ δύναμη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει μόνο τὴν ἴδια: τη γνώση τῆς ἀλήθειας, τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει μεταξύ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Συνεπῶς, γιὰ τὸν Σωκράτη, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐντός μας ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του βάσει τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ»17.

Ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε ὅτι τὸ ζήτημα ποὺ πραγματευόμαστε ἐδῶ δύναται νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐπιλυθεῖ καταλλήλως, ἐὰν ἀντιμετωπισθεῖ ἐπίσης βάσει τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἐξελίχθηκε ἡ ἑλληνική διανόηση στο σύνολό της, ἐὰν ἐντοπισθοῦν, στη σύσταση καὶ στὴν ἐξέλιξή τους, οἱ σχετικές ἔννοιες-κλειδιά. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ θεωρία αὐτὴ προβλήθηκε, στὸ μέγεθος καὶ στὴ σπουδαιότητά της, μέσα ἀπὸ τὴ σύνθετη εργασία που παρουσιάσαμε στο δικό μας Storia della filosofia antica (Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας) 18 καὶ ποὺ μᾶς ὁδήγησε στην κατανόηση τῆς ἐξέχουσας σημασίας ποὺ ἔχει ὁ Σωκράτης ὡς ὁρόσημο, πράγμα τὸ ὁποῖο στο βιβλίο αὐτὸ ἐπιχειροῦμε νὰ ἀναδείξουμε ὑπὸ τὸ σωστό πρίσμα.

Θυμίζουμε, ἐπίσης, ὅτι στὸ πλαίσιο τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς κινήθηκε καὶ ἕνας μαθητής μας, ὁ Francesco Sarri, μὲ τὸ ἔργο Socrate e la nascita del concetto occidentale di anima (Ο Σωκράτης και η γέννηση της δυτικής έννοιας της ψυχής)19. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ συγγραφεύς προσκομίζει ἄφθονα καὶ τεκμηριωμένα στοιχεία τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὸ σημασιολογικό πλαίσιο τοῦ ὅρου ψυχή πρὶν καὶ μετὰ τὸν Σωκράτη μάλιστα, ἐπικεντρώνεται ἰδιαιτέρως στη γένεση καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἔννοιας τῆς ψυχῆς ὡς νοήσεως. ᾿Απὸ ἐρμηνευτικῆς ἀπόψεως, ἀξίζει τέλος νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ Sarri, παρ ὅλο ποὺ ἐκδόθηκε τρεῖς φορὲς καὶ ἔτυχε πολυάριθμων κριτικών δημοσιεύσεων 20, δὲν ἀναφέρεται στην τελευταία έκδοση τοῦ Ueberweg, ὑπὸ τη διεύθυνση τοῦ Flashar, στο τμήμα περί Σωκράτους μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Dörrie (1998)21. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι σε γενικές γραμμές το ἐπίπεδο ενημερώσεως τοῦ Dörrie παραμένει κατώτερο ἐκείνου τῆς προηγουμένης ἐκδόσεως τὴν ὁποία εἶχε ἐπιμεληθή ὁ Karl Praechter22.

Ύστερα ἀπὸ τις λεπτομερείς αὐτές διευκρινίσεις μπορούμε να ἀσχοληθοῦμε μὲ μερικά σημεία-κλειδιά του ζητήματος, θα ξεκινήσουμε μὲ μία γενική εἰκόνα γιὰ τὸ σημασιολογικό πλαίσιο ποὺ ἐκάλυπτε τον όρο ψυχή κατά την προσωκρατική περίοδο καὶ ταυτόχρονα θα ἀναδείξουμε τις ποικίλες σημασίες που προσέλαβε ὁ ὅρος αὐτὸς μὲ τὴν παρέλευση του χρόνου, μέχρις ότου κατέληξε να αποκτήσει την ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸν προέβαλε καὶ ἐπέβαλε ὁ Σωκράτης.


Σημειώσεις

8. W. JAEGER, Παιδεία. Η μόρφωση τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου, ΙΙ, σ. 99.
9. Αὐτόθι, σ. 98.
10. E.A. Havelock, Cultura orale e civiltà della scrittura. Da Omero a Platone, σσ. 6 κ. εξ.
11. Αὐτόθι, σσ. 161 κ. εξ.
12. F.M. CORNFORD, Before and after Socrates, Cambridge, 1932 (1992), σσ. 29 κ. εξ., 50 κ. εξ.
13. W.D. Ross, The Problem of Socrates, Classical Association Proceedings. 30, 1930, σσ. 7-24, ιδιαιτέρως σ. 29.
14. H. Kuhn, Sokrates. Versuch über den Ursprung der Metaphysik (Δοκίμιο για την προέλευση της μεταφυσικής). Χρησιμοποιήσαμε την Ιταλική μετάφραση: Socrate. Indagini sull'origine della metafisica (Σωκράτης. Μελέτες για την προέλευση της μεταφυσικής), επιμ. A Rigobello, Milano, Fabbri Editori, 1969, σ. 150.
15. Αὐτόθι, σσ. 157 κ.εξ.
16. Πβ. ανωτ., σημ. 14, Εἰσαγωγή.
17. J. PATOCKA, Socrate, σ. 353.
18. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε δημοσιευθεῖ γιὰ πρώτη φορά σε δυὸ τόμους ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Abete (Roma, 1975) καὶ ὅτι ἡ νέα ἔκδοση τοῦ 1997 εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀναθεωρημένη.
19. Πρ. ανωτ., σημ. 26, κεφ. 1.
20. Η τρίτη έκδοση δὲν εἶναι παρὰ ἡ δεύτερη ἀναθεωρημένη, που κυκλοφορήθηκε ἐπίσης το 1997, μετὰ ἀπὸ λίγους μήνες. Για τις κριτικές ἐκδόσεις πβ. το βιβλίο του ίδιου του Sarri, σ. 5, σημ. 1.
21. K. DÖRING, Sokrates, die Sokratiker und die von ihnen begründeten Traditionen (Ο Σωκράτης, οι Σωκρατικοί και οι παραδόσεις που ίδρυσαν), στο Grundriss der Geschichte der Philosophie (Εισαγωγή στην Ιστορία της Φιλοσοφίας) begründet von F. Ueberweg, Die Philosophie der Antike (Η Φιλοσοφία της Αρχαιότητας), Band 2/1, σσ.324-341.
22. Το ύψος τοῦ Praechter ἦταν πιὸ φιλοσοφικό, σε ἀντίθεση μὲ τοῦ Dörrie ποὺ εἶναι πιὸ δοξαστικό.