Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η ανθρωπολογική αλλαγή

από τον Francesco Petrone - 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η ανθρωπολογική αλλαγή


Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον ανθρωπολογικό μετασχηματισμό που έχει λάβει χώρα εντός της Κεντροδεξιάς, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τους λόγους που οδήγησαν στην ίδια μετατόπιση εντός της Αριστεράς.
Είναι καλύτερο να ξεκινήσουμε με τα χρόνια από το 1989 έως το 1991, όταν συνέβη μια ριζική μετατόπιση στο οικονομικό όραμα του κόμματος, τα χρόνια που συνέπεσαν με την κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ. Το Τείχος του Βερολίνου έπεσε και η Αριστερά εγκατέλειψε αμέσως τους εργάτες, τα εργοστάσια και την εθνικοποίηση. Έγινε η Αριστερά της μορφωμένης μεσαίας τάξης, των πολιτικών δικαιωμάτων και των ρυθμιζόμενων οικονομικών. Ο Τόνι Μπλερ το 1997 και ο Κλίντον το 1992 έγιναν τα σύμβολα: όχι πλέον αναδιανομή, αλλά αξιοκρατία και παγκοσμιοποίηση.
Στη συνέχεια, μεταξύ 2001 και 2008, σημειώθηκε μια άλλη μετατόπιση όσον αφορά τον πόλεμο και το κράτος. Συνέβη λόγω της 11ης Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια, μετά την οικονομική κρίση. Η Αριστερά, η οποία ήταν αντιμιλιταριστική και αντικαθεστωτική, έγινε παρεμβατική και φιλοθεσμική. Υποστηρίζει τους ανθρωπιστικούς πολέμους, όπως στη Λιβύη το 2011, και υπερασπίζεται τις κεντρικές τράπεζες, την ΕΕ και τον ΠΟΥ ως προμαχώνες ενάντια στον λαϊκισμό.
Μια άλλη δαρβινική προσαρμογή επιβίωσης σημειώθηκε μεταξύ 2013 και 2016, όσον αφορά τα σύνορα, την ελευθερία του λόγου και τις ελίτ. Αυτή η τελευταία μετατόπιση είναι η πιο ορατή. Μέχρι το 2010, η αριστερά ήταν υπέρ της απόλυτης ελευθερίας της έκφρασης, σκεπτική απέναντι στις πολυεθνικές και τις υπηρεσίες πληροφοριών και υπέρ του ελέγχου των συνόρων για την προστασία των εργαζομένων. Από το 2015 και μετά, με τον Τραμπ, το Brexit και την μεταναστευτική κρίση, έγινε σαφώς υπέρ της λογοκρισίας της παραπληροφόρησης, υπέρ των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και του μηχανισμού ασφαλείας ως συμμάχων ενάντια στη δεξιά και υπέρ των ανοιχτών συνόρων ως ηθικής αξίας. Η δεξιά έγινε αυτή που μιλούσε για την εργατική τάξη, την ελευθερία του λόγου και ήταν κατά του πολέμου.
Μεταξύ 2015 και 2016, της χρονιάς του Τραμπ, του Brexit και της συριακής κρίσης, η αμερικανική και η ευρωπαϊκή αριστερά βρέθηκαν να υπερασπίζονται ακριβώς αυτό που πολέμησαν το 1968: θεσμούς, ελεύθερο εμπόριο, μυστικές υπηρεσίες, εταιρείες. Δεν ήταν συνωμοσία. Ήταν μια αλλαγή στην εκλογική βάση. Έχασε τον εργοστασιακό εργάτη και κέρδισε τον αστικό απόφοιτο που εργάζεται για την Google. Άλλαξε τις βάσεις και άλλαξε τις αξίες.
Στην Ιταλία, είναι μια τυπική περίπτωση, πολύ πιο έντονη από αλλού. Η δεξιά ακολούθησε τον αντίθετο δρόμο της αριστεράς, αλλά για τον ίδιο λόγο: να κυβερνήσει.
Η πρώτη φάση, από το 1994 έως το 2011: Μπερλουσκονισμός. Λαϊκιστής, αντικρατικός, αντικομμουνιστής, αλλά βαθιά ατλαντικός και φιλοευρωπαϊκός από την αρχή. Ο Μπερλουσκόνι δεν ήταν ποτέ υπέρμαχος της κυριαρχίας. Ήθελε χαμηλότερους φόρους, περισσότερες επιχειρήσεις, λιγότερους δικαστές. Στο εξωτερικό, ήταν με τον Μπους και την ΕΕ, αλλά ανεξάρτητος στην εξωτερική πολιτική με τη Ρωσία και τη Λιβύη του Καντάφι. Ήθελε να κάνει την Ιταλία έναν πραγματικό ενεργειακό κόμβο με έναν συγκεκριμένο, μη προπαγανδιστικό τρόπο.
Ας αναλύσουμε τώρα την παρακμή της δεξιάς. Από το 2011 έως το 2019, γίναμε μάρτυρες της φάσης της κυριαρχίας. Ο Μπερλουσκόνι έπεσε, η κρίση του ευρώ έφτασε, ο Μόντι επέβαλε λιτότητα. Η δεξιά βάση έγινε φτωχή και θύμωσε. Η Λέγκα του Σαλβίνι και οι Αδελφοί της Ιταλίας του Μελόνι διέκοψαν αυτόν τον θυμό και διέδωσαν το μήνυμα: όχι ευρώ, όχι λιτότητα, όχι μαζική μετανάστευση, όχι παγκοσμιοποίηση, ναι στους δασμούς, ναι στην εθνική ταυτότητα. Ήταν μια εξέγερση κατά του Μακρόν, κατά της Μέρκελ, που συμπαθούσε τον Τραμπ και τον Πούτιν ως ισχυρά πρότυπα. Ήταν η δεξιά που κέρδισε στα μπαρ, αλλά όχι σε κυβερνητικά γραφεία.
Από το 2020 έως το 2022, γίναμε μάρτυρες ενός σημαντικού σταυροδρόμου. Ο Covid έφτασε, μαζί με τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η δεξιά κατάλαβε ότι αν θέλεις να κυβερνήσεις, δεν μπορείς να εμφανιστείς στις Βρυξέλλες λέγοντας ότι φεύγουμε από το ευρώ και στην Ουάσιγκτον λέγοντας ότι ο Πούτιν έχει τους λόγους του. Αυτοί που κατέχουν τους πραγματικούς μοχλούς εξουσίας δεν σε άφηναν να μπεις. Ο Ντράγκι ήταν η μαία σε αυτή την επιχείρηση. Έδειξε το δικαίωμα ότι για να νομιμοποιηθεί, πρέπει να γίνει αξιόπιστο για τις αγορές, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Από το 2022 έως σήμερα: Ατλαντικιστικός Μελονισμός. Η Μελόνι φτάνει στο Παλάτσο Κίτζι και κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που κήρυττε για τις εξωτερικές υποθέσεις: από αντι-ΕΕ σε σκληρή διαπραγματεύτρια αλλά εντός της ΕΕ, η πρώτη υποστηρίκτρια του μεταρρυθμισμένου Συμφώνου Σταθερότητας· από διφορούμενη για τη Ρωσία σε πιο ατλαντική από τον Ντράγκι, στέλνοντας όπλα και δημιουργώντας μια βάση στον Ατλαντικό· από αντι-παγκοσμιοποιητική σε φιλελεύθερη σε μεταρρυθμίσεις όπως τα παραθαλάσσια θέρετρα, ο ανταγωνισμός και οι ιδιωτικοποιήσεις· από αντι-κατεστημένη σε εγγυήτρια σταθερότητας για τις τράπεζες και την Confindustria (την ιταλική ομοσπονδία εργοδοτών).

Όλα αυτά για έναν πολύ απλό και κυνικό λόγο: στην Ιταλία, δεν μπορείς πλέον να κυβερνήσεις χωρίς την ευλογία του Κουιρινάλε, της ΕΚΤ και του Λευκού Οίκου. Το κυριαρχικό δικαίωμα του 2018-2019 ήταν εναντίον και των τριών. Έπρεπε να επιλέξει: να παραμείνει καθαρή αντιπολίτευση για πάντα ή να αλλάξει στάση για να διατηρήσει την εξουσία. Επέλεξε το δεύτερο. Διατήρησε έναν διάλογο βασισμένο στην ταυτότητα σχετικά με την οικογένεια, τη μετανάστευση και την ασφάλεια για τη βάση του, αλλά χωρίς καν να είναι σε θέση να επηρεάσει αυτές τις αξίες. Παραχώρησε πλήρως την οικονομία και τις εξωτερικές υποθέσεις στις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον για να αποκτήσει νομιμότητα.
Αυτό ακριβώς έκανε η αριστερά τη δεκαετία του 1990: παραχώρησε την οικονομία και το κράτος πρόνοιας στην παγκοσμιοποίηση για να διατηρήσει τα πολιτικά δικαιώματα. Τα οποία, άλλωστε, δεν είναι αριστερές αξίες, αλλά φιλελεύθερες.

Magnifica humanitas: Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε μια εποχή απανθρωποποίησης

από τον Lorenzo Palaia - 30 Σεπτεμβρίου 2026

Magnifica humanitas: Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε μια εποχή απανθρωποποίησης


Πηγή: The Slingshot

Η εγκύκλιος Magnifica humanitas , η πρώτη του εν ενεργεία Πάπα, ξεκινά με μια σαφή και πειστική δήλωση: η ανθρωπότητα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ της απανθρωποποίησης και της υλοποίησής της, μεταξύ ενός πιο άδικου κόσμου και ενός κόσμου δικαιοσύνης και αδελφοσύνης, «μεταξύ της ανέγερσης ενός νέου πύργου της Βαβέλ ή της οικοδόμησης της πόλης όπου ο Θεός και η ανθρωπότητα κατοικούν μαζί»[1]. Η επιλογή του δρόμου που θα ακολουθήσει εξαρτάται από την ευθύνη κάθε ατόμου: «η οικοδόμηση της Βαβέλ ή της Ιερουσαλήμ ξεκινά από τον καθένα μας»[2], μια έννοια που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο κείμενο, συμπεριλαμβανομένης μιας παραπομπής από τον Τόλκιν,[3] ίσως έμμεσα σε απάντηση στη χρήση του Άγγλου Καθολικού συγγραφέα από τον τεχνοκαπιταλιστή Πίτερ Θιλ.

Το αναπόφευκτο σταυροδρόμι σε αυτήν την ιστορική περίοδο είναι η αμφιθυμία των τεχνολογικών καινοτομιών, οι οποίες έχουν προχωρήσει ιλιγγιωδώς, ακόμη και στα νέα σύνορα της τεχνητής νοημοσύνης, ένα θέμα που οι πάπες έχουν σκεφτεί εδώ και αρκετό καιρό. Ο συγγραφέας αυτής της εγκυκλίου αποδίδει αυτόν τον προβληματισμό σε μια καλογραμμένη ιστορική επισκόπηση που ξεκινά πολύ νωρίτερα, με τον ιδρυτή του κοινωνικού δόγματος της Εκκλησίας, τον Πάπα Λέοντα ΙΓ΄, το όνομα του οποίου επέλεξε να πάρει ο νυν ποντίφικας. Αυτή η σύντομη ιστορία του καθολικού κοινωνικού δόγματος αναδεικνύει αρκετές βασικές αρχές που θεωρούνται χρήσιμες σήμερα ως κριτήρια για τον προβληματισμό σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένου του κοινού καλού, του καθολικού προορισμού των αγαθών, της επικουρικότητας, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ο στόχος είναι σαφής: να υποδειχθεί μια πορεία που μπορεί να απευθυνθεί σε όλους (Χριστιανούς και μη Χριστιανούς), χωρίς να ισχυρίζεται απόλυτη αλήθεια[4], έτσι ώστε η τεχνολογική ανάπτυξη και, γενικότερα, η πρόοδος να κινούνται πάντα στην υπηρεσία της ανθρωπότητας ή, σύμφωνα με τον ορισμό του Παύλου ΣΤ΄, «για κάθε άνθρωπο και για ολόκληρο τον άνθρωπο»[5]. Επομένως, ο Λέων – ο οποίος χρησιμοποιεί, για το θέμα αυτό, τον ίδιο σύμβουλο με τον προκάτοχό του, τον Αδελφό Πάολο Μπενάντι – ξεκινά από τον προβληματισμό που ξεκίνησε ο Πάπας Φραγκίσκος σχετικά με το τεχνοκρατικό παράδειγμα και την κουλτούρα της σπατάλης, για να εμβαθύνει στους κινδύνους που συνδέονται με το παρόν μας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για δυσπιστία ή σκεπτικισμό απέναντι στην τεχνική πρόοδο, αλλά για την επιλογή της κατεύθυνσης και του νοήματός της. Στη βάση της υπάρχει μια θετική ιδέα της δημιουργίας, η οποία φέρει αποτυπωμένη «μια πρωτότυπη καλοσύνη που το ανθρώπινο βλέμμα οφείλει να διαφυλάξει, να καλλιεργήσει και να ωριμάσει»[6], μια ιδέα που μεταφέρεται από την εικόνα της ανοικοδόμησης των τειχών της Ιερουσαλήμ με πρωτοβουλία του Νεεμία: μια συνεργατική επιχείρηση, που πραγματοποιείται προς όφελος και με τη βοήθεια όλου του λαού και με θεϊκή εύνοια, η οποία αντισταθμίζεται από την εικόνα μιας ανθρωπότητας που μοιάζει με Βαβελική και θέλει να ζήσει χωρίς τον Θεό χτίζοντας εντυπωσιακά έργα, αλλά με μοναδικό αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλου χάους.

Το κεντρικό κεφάλαιο περιγράφει λεπτομερώς τους κινδύνους μιας απανθρωποποιητικής τεχνολογικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω: την οικειοποίηση από λίγους τεχνολογιών που μπορούν να ελέγχουν τα άτομα, να τα προβάλλουν, να χειραγωγούν τις συνήθειες και τον πολιτισμό τους, να κάνουν κρίσιμες επιλογές για τη ζωή όλων μέσω αδιαφανών και μη κοινών κριτηρίων και να δημιουργούν καταστάσεις αποκλεισμού και απόρριψης προς τους πιο αδύναμους. Για το άτομο, ειδικά τους πιο ανυπεράσπιστους, οι κίνδυνοι στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης είναι «η ευκολία απόκτησης του αποτελέσματος, η εντύπωση αντικειμενικότητας και η προσομοίωση της ανθρώπινης επικοινωνίας»[7]:

«Όταν μια λέξη προσομοιώνεται, δεν αποτελεί σχέση αλλά η εμφάνισή της […] τότε ο κίνδυνος δεν είναι τόσο να πιστέψει κανείς ότι μιλάει σε κάποιον άλλον, αλλά να χάσει την ίδια την επιθυμία να αναζητήσει πραγματικά τον άλλον»[8].

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ ενός ανθρώπου και οποιασδήποτε μηχανής υπογραμμίζεται: «...οι λεγόμενες τεχνητές νοημοσύνες δεν βιώνουν μια εμπειρία, δεν έχουν σώμα, δεν βιώνουν χαρά και πόνο, δεν ωριμάζουν στις σχέσεις, δεν γνωρίζουν εκ των έσω τι σημαίνει αγάπη, εργασία, φιλία, ευθύνη. Δεν έχουν καν ηθική συνείδηση: δεν κρίνουν το καλό και το κακό, δεν αντιλαμβάνονται την απόλυτη σημασία των καταστάσεων, δεν αναλαμβάνουν το βάρος των συνεπειών»[9].

Οι άλλοι κίνδυνοι που φοβούνται αφορούν την αλήθεια της πληροφορίας και την ίδια την επιβίωση της έννοιας της αλήθειας, την ανθρώπινη ελευθερία που συνδέεται με αυτήν σε κάθε κοινωνία, τους ολοκληρωτικούς κινδύνους της συγκεντρωτικής πληροφορίας,[10] τις συνέπειες για τον άνθρωπο στο πλαίσιο της εργασίας, η οποία αποτελεί θεμελιώδες μέρος της έκφρασης της αξιοπρέπειάς του. Με αυτή την τελευταία έννοια, τονίζεται ότι η δικαιοσύνη αφορά όλες τις φάσεις της οικονομικής διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παρέμβει μόνο κατάντη, τη στιγμή της αναδιανομής. Επιπλέον, η σημασία της πολιτικής και του Κράτους επιβεβαιώνεται στην υπέρβαση της οικονομικής λογικής της αποτελεσματικότητας, επαναφέροντάς την στο πλαίσιο του ανθρωπισμού, επειδή ο στόχος κάθε οικονομικής πρωτοβουλίας είναι πάντα να υπηρετεί τους ανθρώπους και το κοινό τους καλό.

Δεν μπορούμε να καλύψουμε όλα τα θέματα που συζητούνται, τα οποία είναι πολλά και εξαιρετικά σημαντικά. Αξίζει όμως να σταθούμε έστω και λίγο στο τελευταίο κεφάλαιο, στο οποίο οι εικόνες της Ιερουσαλήμ και της Βαβέλ εκφράζονται στα δύο αντίθετα σενάρια του πολιτισμού της αγάπης και της κουλτούρας της εξουσίας. Ενάντια στην κουλτούρα της εξουσίας, η οποία γεννά πόλεμο και απανθρωποποιητική καταπίεση, ο Λέων επιστρέφει στα λόγια με τα οποία ξεκίνησε την αρχιερατεία του, υπενθυμίζοντας την ανάγκη για μια «αφοπλιστική και αφοπλιστική» ειρήνη[11], όχι μόνο όσον αφορά τα όπλα, αλλά και σε κάθε πτυχή των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων. Ο αφοπλισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης «σημαίνει επίσης τη διάρρηξη αυτής της ισοδυναμίας μεταξύ τεχνικής εξουσίας και δικαιώματος διακυβέρνησης»[12].

Στο πλαίσιο των πολεμικών αιτήσεων, ενώ διατηρεί την απόρριψη, η οποία έχει ήδη εκφραστεί επανειλημμένα από τους προκατόχους, του δόγματος του δίκαιου πολέμου (με εξαίρεση τη νόμιμη άμυνα με την αυστηρή έννοια), το έγγραφο προειδοποιεί κατά της χρήσης μιας τεχνολογίας που, αφαιρώντας την ανθρώπινη ευθύνη για αποφάσεις σχετικά με τη ζωή και τον θάνατο, μειώνει το ηθικό όριο της διαβούλευσης, καθιστώντας την ευκολότερη. Επιπλέον, υπενθυμίζοντας τη σημασία της διάκρισης μεταξύ αμάχων και μαχητών, υπάρχει μια σαφής καταδίκη της λογικής των «παράπλευρων απωλειών». Εδώ, διαβάζοντας, φαίνεται να ακούει κανείς ξανά την ηχώ των τελευταίων λόγων (που διαβάστηκαν από το άτομο που του δάνεισε τη φωνή του) του Πάπα Φραγκίσκου, ο οποίος την Κυριακή του Πάσχα προειδοποίησε: «ενώπιον της σκληρότητας των συγκρούσεων που αφορούν ανυπεράσπιστους πολίτες, επιτίθενται σε σχολεία και νοσοκομεία και σε ανθρωπιστικούς εργαζόμενους, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ξεχνά ότι δεν είναι στόχοι που χτυπιούνται, αλλά άνθρωποι με ψυχή και αξιοπρέπεια»[13].

Το δόγμα της Εκκλησίας απορρίπτει τον πόλεμο, δηλαδή απορρίπτει την ιδέα ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος και σχεδόν αναπόφευκτος από τη φύση ή τουλάχιστον από την ανθρώπινη ιστορία. Σε κάποιους, αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια αφελής ουτοπία. Ωστόσο, ο Λέων επιλέγει μια μέση λύση μεταξύ της ρεαλπολιτικής και του ανόητου ιδεαλισμού:
«Χρειαζόμαστε έναν υγιή ρεαλισμό, που να αποφεύγει τόσο τον πολιτικό ιδεαλισμό όσο και τον κυνισμό. Υπάρχει, στην πραγματικότητα, ένας ιδεαλισμός που, για να σώσει το δικό του όραμα για τον κόσμο, επιλέγει γεγονότα, τα παραμορφώνει, τα μετονομάζει και καταλήγει να κατοικεί σε μια πραγματικότητα κατασκευασμένη για να ταιριάζει στις δικές του πεποιθήσεις. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει επίσης ένας υποβαθμισμένος ρεαλισμός που μπερδεύει την παρατήρηση με την παραίτηση: αφού η βία κυριαρχεί, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να κυριαρχήσει. Ο αυθεντικός ρεαλισμός δεν παραιτείται από την αλλαγή του κόσμου: ξεκινά βλέποντας καθαρά συμφέροντα, φόβους, περιορισμούς και σχέσεις εξουσίας, για να υπολογίσει ακριβώς τι μπορεί να επιτευχθεί και με ποια βήματα. Δεν ανάγει την πολιτική σε ηθική, αλλά ούτε την παραδίδει στη βία...»[14].

Τέλος, ανάμεσα στα διάφορα θέματα που εξετάζονται, τα οποία δεν μπορούν να εξεταστούν σε βάθος εδώ, υπάρχει ένα που είναι πραγματικά κεντρικό για τον άνθρωπο της εποχής μας: το όριο και η απόρριψή του, η αφαίρεσή του, η οποία στις πιο ακραίες εκδοχές δημιουργεί μετα- και μετανθρωπιστικές ιδεολογίες, ιδεολογίες που στοχεύουν στην τεχνική παράκαμψη του σφάλματος, της ταλαιπωρίας, των ατέλειών του ανθρώπινου όντος, ακόμη και του θανάτου. Η Εκκλησία, ωστόσο, πιστεύει ότι στο όριο βρίσκουμε αυτό που είναι πιο ανθρώπινο: «ακριβώς στο ότι είμαστε περιορισμένοι υπάρχει χώρος για συμπόνια, ειλικρινή ανησυχία απέναντι στις ανάγκες των άλλων, τη γενναιοδωρία που εκπλήσσει ακόμη και εν μέσω σκότους και αποτυχίας...»[15]. Επομένως, το όριο και το ίδιο το σφάλμα πρέπει επίσης να εξεταστούν για τις δυνατότητες που ανοίγουν: «αυτό που για τη μηχανή είναι σφάλμα, για τον άνθρωπο μπορεί να είναι η αρχή μιας βαθιάς αλλαγής»[16].

Ακόμα και για τους Χριστιανούς, επομένως, υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης των ορίων, αλλά με μια εντελώς διαφορετική έννοια από αυτή των μετανθρωπιστών, σύμφωνα με τα λόγια του Πάπα Φραγκίσκου που αναφέρθηκαν παραπάνω: «γινόμαστε πλήρως άνθρωποι όταν είμαστε κάτι περισσότερο από άνθρωποι, όταν επιτρέπουμε στον Θεό να μας οδηγήσει πέρα ​​από τον εαυτό μας, ώστε να φτάσουμε στην αληθινή μας ύπαρξή» [...] αυτό που σώζει την ανθρωπότητα δεν είναι η ενισχυμένη αυτάρκεια, αλλά μια σχέση που απελευθερώνει, μια κοινωνία που μεταμορφώνει»[17]. Η εγκύκλιος λέει στους ανθρώπους της εποχής μας ότι πρέπει να «παραμένουμε άνθρωποι» και ότι ο μόνος τρόπος για να το κάνουμε αυτό είναι να διατηρήσουμε τον έλεγχο των επιλογών μας, χωρίς συντομεύσεις που αποδυναμώνουν ή αναισθητοποιούν.


Ένα κινητό τηλέφωνο στον Δούναβη αφηγείται την ουγγρική καταστροφή


Ο Δούναβης δεν είναι ακριβώς μπλε, αλλά λασπωμένος και θολός, τόσο πολύ που αν βουτήξεις το χέρι σου μέσα, εξαφανίζεται γρήγορα από το οπτικό σου πεδίο. Αλλά ακριβώς σε αυτά τα θολά νερά αναζητούν Ούγγροι δύτες ένα κινητό τηλέφωνο, μέρος μιας από τις πιο τρελές και πιο διφορούμενες ιστορίες μιας Ευρώπης που είναι η ίδια αδιαφανής και λασπωμένη, βυθισμένη στις πιο σκοτεινές γωνιές της ιστορίας της. Τα γεγονότα είναι απολύτως γελοία: στις 28 Σεπτεμβρίου, το ουγγρικό κοινοβούλιο ανακάλεσε την βουλευτική ασυλία του πρωθυπουργού Πέτερ Μαγυάρ, του ανθρώπου που αντικατέστησε τον Όρμπαν χάρη στη θέληση και τα χρήματα της ΕΕ. Ο λόγος συνδέεται με μια ασήμαντη ποινική υπόθεση: το 2024, κατά τη διάρκεια ενός καβγά σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, ο μελλοντικός πρωθυπουργός άρπαξε το κινητό τηλέφωνο από έναν θαμώνα που τον βιντεοσκοπούσε και το πέταξε στον Δούναβη. Οι δικαστικές διαδικασίες είχαν κλείσει εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα έχουν ανοίξει ξανά, ακριβώς τη στιγμή που ο Μαγυάρος είναι επικεφαλής της κυβέρνησης εδώ και αρκετούς μήνες, δηλαδή από τον Μάιο του 2026. Ακόμα πιο παράξενο, ο ίδιος ο πρωθυπουργός ζήτησε την άρση της βουλευτικής του ασυλίας. Τι κρύβεται πίσω από αυτόν τον παραλογισμό;

Ιδού το πρόβλημα. Στην Ουγγαρία, βλέπουμε μια βαθιά πολιτική αστάθεια, με πολλά προβλήματα να φτάνουν στο αποκορύφωμά τους: υπάρχει οξεία έλλειψη φυσικού αερίου μετά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου με τα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, οι τιμές είναι υψηλές και συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ η γεωργική πολιτική της ΕΕ στραγγαλίζει τους αγρότες. Η ουγγρική κοινωνία έχει προσκολληθεί σε μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση: ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ανατραπεί ο Βίκτορ Όρμπαν και δισεκατομμύρια ευρώ θα έπεφταν βροχή από τις Βρυξέλλες σαν κέρας της Αμάλθειας. Αλλά το θαύμα δεν έχει υλοποιηθεί. Παρόλο που οι Βρυξέλλες έχουν πράγματι εκταμιεύσει ορισμένες δόσεις κεφαλαίων, ο πληθυσμός δεν έχει αντιληφθεί κανένα «απροσδόκητο όφελος». Είναι επομένως πολύ πιθανό η τρέχουσα αστάθεια στην Ουγγαρία να μην σχετίζεται με τον ανταγωνισμό μεταξύ των πολιτικών ελίτ, αλλά μάλλον με την αυξανόμενη απογοήτευση και δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού που δεν έχουν λάβει την υποσχεμένη ευημερία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Μια απογοήτευση που είναι κοινή σε όλη την ήπειρο, αλλά που στην Ουγγαρία έγινε εμφανής σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς το φαινόμενο του βρασμένου βατράχου που συνέβη αλλού.

Έτσι, το ίδιο το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας ζήτησε από την κοινοβουλευτική του ομάδα να ψηφίσει για την άρση της ασυλίας του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας ενορχηστρωμένος και ρεαλιστικός ελιγμός. Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να επιχειρεί να αναλάβει την πρωτοβουλία ενόψει της αυξανόμενης δημόσιας δυσαρέσκειας: η κλασική πολιτική επιστήμη προσφέρει την έννοια της αναγκαστικής επιβεβαίωσης της νομιμότητας. Αυτή είναι μια κοινή τακτική μεταξύ των ηγετών που βρίσκονται σταθερά στην εξουσία: προτείνουν, για παράδειγμα, τη διεξαγωγή ενός ακόμη δημοψηφίσματος για να αποδείξουν την ακεραιότητά τους. Μόλις λάβουν την απαραίτητη έγκριση, προχωρούν στην εφαρμογή εκτεταμένων πολιτικών αποφάσεων που σχεδόν πάντα έρχονται σε αντίθεση με τις προσδοκίες.

Ωστόσο, η έναρξη μιας τόσο περίπλοκης διαδικασίας για την άσκηση εξουσίας μέσω ενός κινητού τηλεφώνου είναι απλώς γελοία: για να διερευνήσει ένα ασήμαντο ιδιωτικό περιστατικό, η εισαγγελία της Βουδαπέστης οργάνωσε μια ολοκληρωμένη επιχείρηση διάσωσης, στέλνοντας επαγγελματίες δύτες στον πυθμένα του Δούναβη για να αναζητήσουν μια βελόνα στα άχυρα. Η ισορροπία δυνάμεων στο κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας για την άρση της ασυλίας αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: και οι 139 παρόντες βουλευτές ψήφισαν «ναι», συμπεριλαμβανομένων των συναδέλφων του κόμματος της Ουγγαρίας, ενώ η αντιπολίτευση, με επικεφαλής το κόμμα Fidesz του Όρμπαν, μποϊκοτάρισε τη συνεδρίαση. Η Ουγγαρία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας γεωπολιτικής καταιγίδας: η Ρωσία είναι ο ανατολικός γείτονάς της και πρέπει να πλοηγηθεί στις Βρυξέλλες και στα δικά της συμφέροντα. Έτσι, η κυβέρνηση σκηνοθετεί ένα θέαμα που περιλαμβάνει ένα κινητό τηλέφωνο που ρίχνεται στον Δούναβη, ενώ, εν τω μεταξύ, σύρει πρώην υπουργούς σε υποθέσεις διαφθοράς για να προσπαθήσει να δημιουργήσει κάποιο είδος νομιμότητας γύρω από έναν πρωθυπουργό που δεν φοβάται μια έρευνα.

Αλλά μια τέτοια τεχνητή επίδειξη ορθότητας είναι απίθανο να κερδίσει συναίνεση, ειδικά υπό το φως ενός χειμώνα που υπόσχεται να είναι μάλλον σκληρός λόγω ελλείψεων φυσικού αερίου και εκθετικών αυξήσεων τιμών. Το θέμα είναι ότι η τρέχουσα πολιτική αναταραχή στη Βουδαπέστη συμπίπτει με μια σοβαρή ενεργειακή κρίση, η οποία σίγουρα προκαλείται από διεθνή γεγονότα, αλλά επιδεινώνεται από την ευθυγράμμιση με τις Βρυξέλλες και τις κυρώσεις τους κατά της Ρωσίας, τις οποίες η προηγούμενη κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να αποφύγει. Εάν η κατάρρευση του ενεργειακού εφοδιασμού φτάσει σε κρίσιμες διαστάσεις τον επόμενο χειμώνα, το σενάριο θα μπορούσε να αλλάξει και ο Όρμπαν θα μπορούσε να επιστρέψει στο προσκήνιο.

Ο πανικός των απελπισμένων


Σπείρτε πανικό! Τα δελτία τύπου και οι υπηρεσιακές εντολές που προέρχονται από τις Βρυξέλλες μιλούν μόνο για πόλεμο εναντίον της Ρωσίας και επιδιώκουν να κινητοποιήσουν τον πληθυσμό με τους πολεμοχαρείς και μελωδικούς τόνους τους, ταυτόχρονα υποκριτικούς και πομπώδεις. Αλλά στην πραγματικότητα, το πολιτικό περιβάλλον εκφράζει απλώς την απελπισία μιας αποτυχημένης ελίτ. Τι έχουν στο χέρι; Τι χαρτιά μπορούν να παίξουν, δεδομένου ότι τώρα κατέχουν μόνο αποφάγια; Σαν σε εφιάλτη, βλέπουν τα στρατηγικά τους λάθη - την άνευ όρων υποστήριξή τους στην Ουκρανία, τη θυσία του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου στο βωμό της πίεσης στη Ρωσία, την ουσιαστική αδιαφορία τους για το μαρτύριο στη Γάζα, την παράλογη υποταγή τους στις ΗΠΑ - να συγχωνεύονται με τον πόλεμο με το Ιράν και να αποβαίνουν αναπόφευκτα μπούμερανγκ. Βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται, τις θέσεις εργασίας να εξαφανίζονται και την επικείμενη κατάρρευση των αγορών, ιδίως της αγοράς ομολόγων (το επίπεδο επιτοκίων της οποίας καθορίζει την αξία όλων των άλλων επικίνδυνων περιουσιακών στοιχείων). Αντιμέτωποι με αυτή την κατάσταση, αυτοί οι πολιτικοί που βρίσκονται σε δύσκολη θέση μπορεί να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σπορά του πανικού είναι ο μόνος τρόπος για να αποσπάσουν την προσοχή από τις δικές τους αποτυχίες και ίσως να τροφοδοτήσουν την ελπίδα επιβίωσης στον εκλογικό κύκλο. Οι εκκλήσεις προς τους ηγέτες με στολές καμουφλάζ να εφοδιαστούν με τρόφιμα και να τα αποθηκεύσουν στο κελάρι, και, εν ολίγοις, όλη η απαράδεκτη λαογραφία που προέρχεται από τις Βρυξέλλες και άλλες πρωτεύουσες, είναι το πιο απίστευτα ηλίθιο επακόλουθο.

Η επιβίωση είναι ένα θεμελιώδες κίνητρο, αλλά η ψυχή της ελίτ πιθανότατα τροφοδοτείται επίσης από ψευδείς προτάσεις, οι οποίες ωστόσο φαίνονται εύλογες σε μια πολιτική τάξη που δεν είναι πλέον ικανή να εκφράσει σαφήνεια. Το πρώτο και σημαντικότερο λάθος ήταν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι η Ρωσία είχε ξεκινήσει έναν προληπτικό πόλεμο τον Φεβρουάριο του 2022 για να κατακτήσει το Κίεβο και περίπου το 60% της Ουκρανίας. Στην πραγματικότητα, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, αυτό απέχει πολύ από τις προθέσεις του Πούτιν: τον Μάρτιο του 2022, θα μπορούσε να είχε υπογραφεί μια ειρηνευτική συμφωνία που θα έκανε το Ντονμπάς απλώς μια αυτόνομη περιοχή, αλλά επειδή ήταν πεπεισμένοι ότι θα κέρδιζαν - χάρη στις αλληγορικές ιδεολογίες τους που υποθέτουν την οικονομική κατάρρευση της Ρωσίας - την απέρριψαν. Απέτυχαν εντελώς να καταλάβουν ότι χρησιμοποιούσαν το όπλο του παγκοσμιοποίησης εναντίον μιας σε μεγάλο βαθμό αυτάρκους χώρας και οικονομικού μοντέλου. Και αργότερα, διεξάγοντας τρομοκρατικές εκστρατείες σε ρωσικό έδαφος, ήταν αυτοί που έπεισαν τη Μόσχα ότι μόνο μειώνοντας την Ουκρανία στο ελάχιστο θα μπορέσει η Ρωσία να λύσει το πρόβλημά της, όχι τόσο με αυτό το συνονθύλευμα κρατών, αλλά με το ΝΑΤΟ. Αυτοί ήταν που ήθελαν την κλιμάκωση που τώρα τους σφαγιάζει.

Τώρα αρχίζει να είναι πολύ αργά για να κάνουν οποιαδήποτε σημαντική υποχώρηση, και ακριβώς τη στιγμή που το παιχνίδι τους πρόκειται να καταστραφεί κομμάτι-κομμάτι, οδεύουν προς μια σύγκρουση με τη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο: νόμιζαν ότι ήταν οι ταυρομάχοι, αλλά αντίθετα είναι οι ταύροι. Και μένουν άναυδοι όταν ο Υπουργός Εξωτερικών Λαβρόφ λέει: «Θα ήθελα να τονίσω ότι δεν έχουμε κανένα συμφέρον να συμμετάσχουμε σε επίθεση στην Ευρώπη, αλλά αν η Ευρώπη, η οποία μιλάει καθημερινά για προετοιμασία πολέμου εναντίον της Ρωσίας, επιτεθεί στη Ρωσία, θα είναι ένας εντελώς διαφορετικός πόλεμος, και πολύ σύντομος». Αυτά είναι ξεκάθαρα λόγια: Η Μόσχα δεν θα επιτρέψει στον εαυτό της να παρασυρθεί σε έναν μακρύ πόλεμο φθοράς. Θα απαντήσει με όλη της τη δύναμη. Αλλά πραγματικά, ποιος θα ήθελε να διακινδυνεύσει τη ζωή του για να αγοράσει χρυσές τουαλέτες από τον Ζελένσκι, για να υποστηρίξει ένα ουσιαστικά ρατσιστικό και ναζιστικό σχέδιο, για να υπερασπιστεί μια χώρα που το ίδιο το ΝΑΤΟ έχει μετατρέψει σε φάντασμα;

Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να πούμε: η προοπτική ενός επικείμενου πολέμου, αλλά τόσο αόριστο όσο η γάτα του Σρέντιγκερ, ακολουθεί το ίδιο θέμα με την υπερθέρμανση του πλανήτη, που τώρα παράλογα ονομάζεται κλιματική αλλαγή, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια σταθερά στην ιστορία της Γης (το ίδιο το ανθρώπινο είδος είναι προϊόν τέτοιων γεγονότων), ή αυτή της δημογραφικής βόμβας και, εν ολίγοις, μια ολόκληρη σειρά από έντεχνα κατασκευασμένες κρίσεις που δικαιολογούν τις διεφθαρμένες και λανθασμένα κατευθυνόμενες δημόσιες δαπάνες στο παρόν για την καταπολέμηση του κακού που διαφαίνεται σε έναν ασαφή και μεταβαλλόμενο ορίζοντα. Και αυτό σημαίνει τεράστια κερδοσκοπία για τους συνήθεις υπόπτους, λιγότερα χρήματα για κοινωνική πρόνοια, μισθούς φτώχειας, καμία κοινωνική προστασία - εν ολίγοις, την υλοποίηση όλων των μεγαλοπρεπών υποσχέσεων του νεοφιλελευθερισμού που μας ξεγελούν εδώ και μισό αιώνα. Εν ολίγοις, ο πόλεμος με τη Ρωσία δεν είναι μόνο ένας κίνδυνος, αλλά τελικά και ένα πολιτικό και κοινωνικό κατασκεύασμα για την επίτευξη στόχων που ούτε η πανδημία ούτε οι κλιματικές ιεραιμίες μπόρεσαν να επιτύχουν. Η μόνη ελπίδα, κατά μία έννοια, προέρχεται ακριβώς από το τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε: το Ρωσικό Συμβούλιο Ασφαλείας γνωρίζει πολύ καλά ότι αν μείνει άπραγο και παρακολουθήσει τον κοινωνικό και πολιτιστικό μαζοχισμό της Ευρώπης να οδηγεί στην καταστροφή του, θα κερδίσει αυτή τη μάχη χωρίς καν να ρίξει ούτε μια σφαίρα.

Ευάγριος ο Ποντικός: Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών (Φιλοκαλία)

Ευάγριος ο Ποντικός: Κεφάλαια περί διακρίσεως παθών και λογισμών (Φιλοκαλία)

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ (Θεόκλητου Διονυσιάτη)
Ύστερα από μια ρομαντική περιπέτεια και κατά σύσταση της αγίας Μελάνης της Ρωμαίας, ο Ευάγριος από τον Πόντο, γι’ αυτό και Ποντικός καλούμενος, αναχώρησε για την έρημο της Αιγύπτου και υποτάχθηκε στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. Πρόκειται για τον αρχιδιάκονο που χειροτόνησε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και υπηρέτησε τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο όταν πατριάρχευσε για λίγο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και από τον οποίο στοιχειώθηκε στα θεολογικά γράμματα. Άνδρας με εξαιρετική ευφυΐα, που ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον αναγνωρίζει ως «λεπτόν εις το νοήσαι και δεινόν εις το φράσαι».


1. Πρώτοι δαίμονες που αντιστέκονται και πολεμούν στην πρακτική άσκηση της αρετής είναι οι δαίμονες εκείνοι που τους έχει ανατεθεί να πειράζουν τους ανθρώπους στην γαστριμαργία και τη φιλαργυρία κι εκείνοι που παρακινούν στην φιλοδοξία. Οι άλλοι δαίμονες έρχονται πίσω τους και παραλαμβάνουν εκείνους που προσβάλλουν οι πρώτοι. Γιατί δεν μπορεί να πέσει κανείς στα χέρια του δαίμονα της πορνείας, αν δεν πέσει πρωτύτερα στη γαστριμαργία. Και δεν μπορεί να τον ταράξει ο θυμός, αν αυτός δεν πολεμά πρώτα για φαγητά, ή χρήματα, ή δόξα. Και δεν μπορεί να περιπέσει κανείς στον δαίμονα της λύπης, αν δεν υποστεί πρωτύτερα τη στέρηση όλων αυτών. Ούτε θα διαφύγει κανείς την υπερηφάνεια, που είναι το πρώτο γέννημα του διαβόλου, αν δεν εξορίσει τη ρίζα όλων των κακών, τη φιλαργυρία, αφού κατά τον Σολομώντα, «η φτώχεια κάνει τον άνθρωπο ταπεινό»(1). Και γενικά, δεν μπορεί να περιπέσει ο άνθρωπος σε δαίμονα αν δεν καταπληγωθεί από τους παραπάνω πρωτοστάτες και αρχηγούς δαίμονες, δηλ. της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας.
Γι’ αυτό και ο διάβολος με αυτούς τους τρεις λογισμούς πολέμησε τότε τον Σωτήρα στην έρημο. Πρώτα Του πρότεινε να μεταβάλει τις πέτρες σε ψωμιά. Έπειτα, Του υποσχέθηκε τον κόσμο αν έπεφτε και τον προσκυνούσε. και τρίτο, Του είπε ότι αν τον ακούσει, θα δοξαστεί επειδή δεν θα πάθει τίποτε από το πέσιμο(2).
Ο Κύριος αναδείχτηκε ανώτερος σε όλα και διέταξε το διάβολο να φύγει πίσω. διδάσκοντας με αυτά ότι δεν είναι δυνατό να αποκρούσομε το διάβολο, αν δεν καταφρονήσομε τους τρεις αυτούς λογισμούς.

2. Όλοι οι δαιμονικοί λογισμοί εισάγουν στην ψυχή ιδέες των αισθητών πραγμάτων, τις οποίες ο νους, αφού δώσει μορφή τις στριφογυρίζει μέσα του. Και από αυτό γνωρίζει το δαίμονα που τον πλησίασε. Παραδείγματος χάρη, αν έρθει στο νου μου το πρόσωπο εκείνου που με ζημίωσε ή με έβρισε, τότε είναι φανερό πως ήρθε ο λογισμός της μνησικακίας. Αν πάλι μας γίνει κάποια υπόμνηση χρημάτων ή δόξας, από αυτό γίνεται γνωστός ο δαίμονας που μας στενοχωρεί. Και στους άλλους λογισμούς επίσης από το πράγμα που σου υποβάλλει στο νου θα καταλάβεις ποιος δαίμονας βρίσκεται δίπλα σου και σου υποβάλλει το λογισμό.
Αλλά δεν λέω ότι όλες οι μνήμες των πραγμάτων αυτών προέρχονται από τους δαίμονες. Επειδή και ο ίδιος ο νους όταν μπαίνει σε κίνηση από τον άνθρωπο ξαναφέρνει τις παραστάσεις των γεγονότων.
Αλλά όσες μνήμες τραβούν μαζί τους θυμό ή επιθυμία έξω από τις φυσικές ανάγκες, εκείνες είναι οπωσδήποτε από τους δαίμονες. Γιατί από την ταραχή που προκαλούν αυτές οι δυνάμεις, ο νους αμαρτάνει με τη διάνοια και πολεμά επειδή δεν μπορεί να δεχτεί τη φαντασία του νομοθέτη Θεού. Επειδή αυτή η λαμπρότητα παρουσιάζεται στο λογικό κατά τον καιρό της προσευχής, όταν απουσιάζουν τα νοήματα των υλικων πραγμάτων.

3. Δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να απομακρύνει τις εμπαθείς ενθυμήσεις, αν δεν φροντίσει να απαλλαγεί από την επιθυμία και το θυμό. Και την επιθυμία θα την εξαντλήσεις με νηστείες, αγρυπνίες και χαμαικοιτίες. Ενώ τον θυμό θα τον εξημερώσεις με μακροθυμίες, ανεξικακίες, αμνησικακίες και ελεημοσύνες. Γιατί από αυτά τα δύο πάθη αποτελούνται όλοι σχεδόν οι δαιμονικοί λογισμοί, οι οποίοι ρίχνουν τον νου στον όλεθρο και την απώλεια. Και είναι αδύνατο να νικήσει κανείς αυτά τα πάθη, αν δε γίνει ανώτερος από φαγητά και χρήματα και δόξα και αν δεν περιφρονήσει αυτά, και δεν περιφρονήσει ακόμα και το σώμα του, μη αντιστεκόμενος σε κείνους που επιχειρούν πολλές φορές να το ραπίσουν.
Είναι πολύ αναγκαίο να μιμηθούμε εκείνους που κινδυνεύουν στη θάλασσα και πετούν τα σκεύη στο πέλαγος λόγω της βίας των ανέμων και των κυμάτων. Αλλά σ’ αυτό ας προσέξομε μήπως πετάξομε τα σκεύη για να μας δουν οι άνθρωποι (και μας επαινέσουν), επειδή έτσι στερούμαστε το μισθό μας. Και θα πάθομε άλλο ναυάγιο χειρότερο από το προηγούμενο, από το δαιμονικό άνεμο της κενοδοξίας. Γι’ αυτό το λόγο ο Κύριός μας στα Ευαγγέλια, διδάσκοντας τον κυβερνήτη νου, λέει: «Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους, με σκοπό να σας δουν. Αν την κάνετε έτσι, δεν έχετε μισθό από τον επουράνιο Πατέρα σας». Και πάλι: «Όταν προσεύχεστε, δεν θα είστε όπως οι υποκριτές. Αυτοί αγαπούν να προσεύχονται στις συναγωγές και στις πλατείες, για να φανούν στους ανθρώπους. Σας λέω, ναι, έχουν λάβει το μισθό τους. Και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε σκυθρωποί καθώς οι υποκριτές. Αφανίζουν τα πρόσωπά τους για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Σας λέω, ναι, έχουν λάβει το μισθό τους»(3). Αλλά πρέπει να προσέξομε εδώ το Γιατρό των ψυχών, πως με την ελεημοσύνη θεραπεύει το θυμό και με την προσευχή καθαρίζει το νου, ενώ με τη νηστεία καταμαραίνει την επιθυμία. Από αυτά αποκτά ύπαρξη ο νέος Αδάμ, ο Αδάμ που ξανακαινουργώνεται και γίνεται όμοιος με την εικόνα του δημιουργού του, του Χριστού, στον οποίο λόγω της απάθειας δεν υπάρχει διάκριση αρσενικού ή θηλυκού, και εξαιτίας της μιας πίστεως στο Χριστό, δεν υπάρχει ειδωλολάτρης και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος και ελεύθερος. Αλλά όλα και σε όλα ο Χριστός(4).


4. Ας εξετάσομε με ποιο τρόπο στον ύπνο μας οι δαίμονες σχηματίζουν και αποτυπώνουν στο νου μας διάφορες φαντασίες. Αυτό κανονικά συμβαίνει στο νου ή με το να βλέπει με τα μάτια, ή με το ν’ ακούει με τ’ αυτιά, ή με οιαδήποτε άλλη αίσθηση, ή δια μέσου της μνήμης η οποία αποτυπώνει στο νου ανακινώντας όσα έλαβε μέσω του σώματος. Μου φαίνεται λοιπόν ότι οι δαίμονες θέτουν σε κίνηση τη μνήμη και παρουσιάζουν μορφές στο λογικό του ανθρώπου. Γιατί βέβαια το σώμα είναι ανενέργητο στον ύπνο. Πως λοιπόν κινούν την μνήμη, θέλομε να μάθομε. Μάλλον δια μέσου των παθών. Και αυτό γίνεται φανερό από το ότι οι καθαροί και απαθείς δεν παθαίνουν τέτοιο πράγμα. Υπάρχει όμως και κάποια κίνηση της μνήμης φυσική που κινείται από εμάς, ή από τις άγιες (αγγελικές) δυνάμεις, κατά την οποία συναντιόμαστε και συναναστρεφόμαστε με αγίους. Αλλά ας προσέξομε, επειδή εκείνες τις εικόνες που δέχεται η ψυχή μαζί με το σώμα, αυτές κινεί η μνήμη χωρίς το σώμα. Και αυτό είναι φανερό από το ότι πολλές φορές το παθαίνομε αυτό στον ύπνο, όπου το σώμα είναι ήρεμο. Γιατί όπως μπορούμε να βάλομε στο νου μας νερό και με δίψα και χωρίς δίψα, έτσι μπορούμε να βάλομε στο νου μας χρυσό με πλεονεξία και χωρίς πλεονεξία. Και στα άλλα ισχύει το ίδιο. Να βρίσκομε όμως τέτοιες ή τέτοιες διαφορές φαντασιών είναι γνώρισμα της πανουργίας των δαιμόνων. Αλλά ακόμη και τούτο ας γνωρίζομε, ότι και τα εξωτερικά πράγματα χρησιμοποιούν οι δαίμονες στα όνειρα, όπως τον ήχο των κυμάτων όταν ταξιδεύει κανείς.

5. Πολύ βοηθάει στους σκοπούς των δαιμόνων ο θυμός μας όταν κινείται αντίθετα προς τη φύση, και είναι χρησιμότατος σ’ αυτούς για κάθε πανουργία και εφεύρεση κακού. Γι’ αυτό δεν παύουν οι δαίμονες να αναταράζουν τον θυμό ημέρα και νύχτα. Αλλά όταν δουν ότι δεσμεύσαμε το θυμό με την πραότητα, τότε τον εξαπολύουν με ευλογοφανείς δικαιολογίες. Έτσι τον κάνουν οξύτατο για να τον χρησιμοποιήσουν για τους θηριώδεις λογισμούς τους. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να μην τον ερεθίζομε μήτε για δίκαιες μήτε για άδικες υποθέσεις και να μη δίνομε κακό ξίφος στους δαίμονες. πράγμα που γνωρίζω ότι πολλοί κάνουν, και ανάβουν από θυμό για μικρές και μηδαμινές αφορμές. Πες μου, για ποιο πράγμα τόσο γρήγορα φιλονεικείς, αφού περιφρόνησες και φαγητά και χρήματα και δόξα; Και γιατί τρέφεις το σκύλο (θυμό), αφού υποσχέθηκες ότι δεν θα έχεις τίποτα; Αν αυτός γαυγίζει και επιτίθεται κατά των ανθρώπων, είναι φανερό ότι κάτι κατέχει και το φυλάει. Αλλά εγώ είμαι πεπεισμένος ότι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι μακριά από την καθαρή προσευχή, γιατί γνωρίζω ότι ο θυμός είναι αφανιστής του είδους αυτού της προσευχής. Εκτός από αυτό, θαυμάζω ότι ο θυμώδης λησμονεί τους αγίους που συμβουλεύουν σχετικά. Ο Δαβίδ, λόγου χάρη, λέει: «Πάψε να οργίζεσαι και άφησε το θυμό»(5). Ο Εκκλησιαστής πάλι παραγγέλει: «Απομάκρυνε το θυμό από την καρδιά σου και βγάλε την κακία από πάνω σου»(6). Και ο Απόστολος προστάζει: «Να υψώνεις σε προσευχή κάθε στιγμή και σε κάθε τόπο καθαρά χέρια, χωρίς οργή και κακές σκέψεις»(7). Γιατί δεν διδασκόμαστε από την παλιά και συμβολική συνήθεια των ανθρώπων, που διώχνουν τους σκύλους από τα σπίτια τους κατά την ώρα της προσευχής; Αυτό φανερώνει ότι δεν πρέπει όσοι προσεύχονται να έχουν στην ψυχή τους το θυμό. Και (είναι γραμμένο): «Το κρασί τους είναι σαν τον θυμό των δρακόντων»(8). Οι Ναζιραίοι όμως δεν έπιναν κρασί.
Για το θέμα του να μη μεριμνούμε για ενδύματα και φαγητά, περιττό νομίζω να γράφω, γιατί ο ίδιος ο Σωτήρας στα Ευαγγέλια το απαγορεύει λέγοντας: «Μην αφήσετε την ψυχή σας να απασχοληθεί με το τι θα φάτε ή τι θα πιείτε ή τι θα φορέσετε»(9). Γιατί αυτό είναι των εθνικών και των απίστων και εκείνων που δεν έχουν εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Κυρίου και αρνούνται το Δημιουργό. Και είναι τελείως ξένο για Χριστιανούς, αφού πιστεύουν ότι και τα δύο σπουργίτια που πουλιούνται ένα ασσάριο(10) βρίσκονται κάτω από την επιστασία των αγίων αγγέλων. Αλλά κι αυτό είναι συνήθεια των δαιμόνων: μετά τους ακάθαρτους λογισμούς να εισάγουν στο πνεύμα μας και τις σκέψεις για ανήσυχη φροντίδα, για να απομακρυνθεί ο Ιησούς, από τη συρροή του όχλου(11) των σκέψεων στον τόπο της διάνοιας, και να μείνει χωρίς καρπό ο λόγος, πνιγμένος μέσα στις σκέψεις της ανήσυχης φροντίδας. Αφού λοιπόν απορρίψομε αυτούς τους λογισμούς, όλη τη φροντίδα για την συντήρησή μας ας την αναθέσομε στον Κύριο(12), αρκούμενοι στα παρόντα. και ζώντας φτωχική ζωή και φορώντας πενιχρή ενδυμασία, ας ξεντυθούμε όλα όσα μας οδηγούν στην κενοδοξία. Κι αν κανείς νομίζει ότι είναι άσχημο το να φορά πενιχρά ρούχα, ας παρατηρεί τον Απόστολο Παύλο, πώς υποφέροντας με λιγοστά ρούχα στην παγωνιά(13), περίμενε το στεφάνι της δικαιοσύνης(14). Αλλά επειδή ο Απόστολος ονόμασε αυτόν τον κόσμο θέατρο και στάδιο(15), ας δούμε αν είναι δυνατόν, γεμάτος με λογισμούς ανήσυχης φροντίδας, να τρέξει κανείς γοργά για να πάρει το βραβείο για το οποίο μας καλεί από ψηλά ο Θεός(16), ή να παλέψει με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους του κόσμου τούτου(17). Εγώ δεν το γνωρίζω αυτό, παραδειγματιζόμενος κι από αυτή τη χειροπιαστή εικόνα. δηλαδή ο δρομέας θα εμποδιστεί αν φορά χιτώνα και θα περιτυλιχτεί, όπως ο νους από τους λογισμούς της μέριμνας, αν είναι αληθινός και ο λόγος που λέει ότι ο νους μένει κοντά στο θησαυρό του. «Όπου -λέει- είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας»(18).

6. Οι λογισμοί, άλλοι διακόπτουν και άλλοι διακόπτονται. Διακόπτουν οι πονηροί λογισμοί τους αγαθούς. Και διακόπτονται από τους αγαθούς, οι πονηροί λογισμοί. Λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα προσέχει στον λογισμό που θα κυριαρχήσει και σύμφωνα μ’ εκείνον μας κατακρίνει ή μας δέχεται. Για παράδειγμα. έχω ένα λογισμό φιλοξενίας για τον Κύριο, αλλά ο λογισμός αυτός με την επέμβαση του διαβόλου διακόπτεται, γιατί ο πονηρός μου υποβάλλει να φιλοξενήσω για χάρη της φιλοδοξίας. Αντίθετα, έχω λογισμό φιλοξενίας για να επιδειχθώ στους ανθρώπους. Αλλά έρχεται καλύτερος λογισμός και τον διακόπτει κατευθύνοντας την αρετή της φιλοξενίας στον Κύριο, χωρίς να με αναγκάζει να φιλοξενώ για χάρη των ανθρώπων.

7. Οι διαφορές μεταξύ των αγγελικών, των ανθρωπίνων και των δαιμονικών λογισμών, αφού μελετήσαμε πολύ και παρατηρήσαμε, καταλάβαμε ότι είναι οι εξής: Οι αγγελικοί εξετάζουν τις φύσεις των πραγμάτων και ερευνούν και εξιχνιάζουν τους πνευματικούς λόγους τους. Για παράδειγμα. για ποιο λόγο έγινε ο χρυσός και γιατί είναι σπαρμένος σας άμμος βαθιά μέσα στη γη και βρίσκεται με πολύ κόπο. Και πως, αφού βρεθεί πλένεται με νερό, μπαίνει στη φωτιά και τότε παραδίνεται στους τεχνίτες για να κατασκευάσουν τη λυχνία της σκηνής του μαρτυρίου και το θυμιατήριο και τα μικρά θυμιατήρια και τις κούπες(19), από τις οποίες μετά τη χάρη του Σωτήρα σ’ εμάς, δεν πίνει πλέον ο βασιλιάς της Βαβυλώνας(20). Ενώ του Κλεόπα η καρδιά καίγεται από αυτά τα μυστήρια(21).
Ο δαιμονικός λογισμός ούτε τα γνωρίζει αυτά, ούτε τα καταλαβαίνει. Φέρνει με αναίδεια στο νου μόνη την απόκτηση του χρυσού και προλέγει την τροφή και τη δόξα που θα προκύψει από αυτόν. Ο ανθρώπινος πάλι λογισμός ούτε την απόκτηση του χρυσού ζητάει, ούτε εξετάζει τίνος σύμβολο είναι ο χρυσός, αλλά απλώς φέρνει στο νου τη μορφή του, χωρίς πάθος και πλεονεξία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα πράγματα, όπου το λογικό, σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, γυμνάζεται μυστικά.


8. Υπάρχει ένας δαίμονας που λέγεται πλάνος και που έρχεται στους αδελφούς κατά την αυγή. Αυτός περιπλανά το νου από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, για να κάνει αθώες τάχα συναντήσεις. Με κάποιους γνώριμους κάνει συναπαντήματα μακρότερα και καταστρέφει την πνευματική του κατάσταση εξαιτίας αυτών που συναντά. Και λίγο λίγο ο νους απομακρύνεται από τη γνώση του Θεού και φτάνει σε λησμοσύνη της αρετής και της μοναχικής υποσχέσεως. Πρέπει λοιπόν ο αναχωρητής να παρατηρεί αυτόν τον δαίμονα από που έρχεται και που καταλήγει. Γιατί βέβαια δεν κάνει μάταια ούτε τυχαία το μεγάλο αυτό κύκλο, αλλά με σκοπό να καταστρέψει την πνευματική κατάσταση του αναχωρητή, και αφού πάρει φωτιά ο νους και μεθύσει από τις πολλές φανταστικές συναντήσεις, να πέσει κατευθείαν στον δαίμονα της πορνείας ή της οργής ή της λύπης, οι οποίοι καταστρέφουν τελείως την λαμπρότητα της πνευματικής του καταστάσεως.
Εμείς όμως, αν έχομε σκοπό να μάθομε λεπτομερώς την πανουργία αυτού του δαίμονα, ας μην του αποκριθούμε αμέσως, ούτε να του αναγγείλομε ότι γνωρίζομε τους σκοπούς του, πως κανονίζει διανοητικά τις συναντήσεις αυτές και με ποιο τρόπο οδηγεί σιγά σιγά τον νου προς τον πνευματικό θάνατο, επειδή θα φύγει από μας.
Δεν καταδέχεται να κάνει τις πανουργίες του ενώ εμείς γνωρίζομε περί τίνος πρόκειται. Και δε θα μάθομε τίποτε από εκείνα που θέλαμε να μάθομε. Αλλά να τον αφήσομε και άλλη μία ημέρα ή και δεύτερη ακόμη, για να ολοκληρώσει τη σκευωρία του, για να μάθομε καλά την πανουργία του και ύστερα αφού τον ελέγξομε με λογικά επιχειρήματα, να τον αναγκάσομε να φύγει. Επειδή όμως στον καιρό του πειρασμού συμβαίνει να είναι θολός ο νους και να μη βλέπει με ακρίβεια όσα γίνονται, ας γίνει τούτο μετά την ανάχωρηση του δαίμονα. Αφού καθίσεις, θυμήσου μόνος σου τι σου συνέβη, από που άρχισες και που πήγες, σε ποιον τόπο σε συνέλαβε το πνεύμα της πορνείας ή της λύπης ή της οργής και πάλι πως συνέβησαν αυτά. Μάθε τα καλά αυτά και παράδωσέ τα στη μνήμη σου, για να έχεις υλικό να τον ελέγχεις όταν σε πλησιάζει, και κατηγόρησε τον κρυφό σκοπό του, και δεν θα τον ακολουθήσεις του λοιπού. Αν θέλεις να τον φέρεις σε κατάσταση μανίας, έλεγξέ τον ευθύς μόλις έρθει και φανέρωσέ του με λόγια και τον πρώτο τόπο που μπήκες και το δεύτερο και τον τρίτο. Γιατί πολύ οργίζεται, μη υποφέροντας την ντροπή. Κι ας είναι απόδειξη ότι του μίλησες όπως πρέπει, το ότι έφυγε από σένα ο λογισμός. Γιατί είναι αδύνατο να σταθεί όταν ελέγχεται φανερά. Κι αφού νικηθεί αυτός ο δαίμονας, τότε έρχεται ύπνος πολύ βαρύς και νέκρωση με μεγάλη ψυχρότητα των βλεφάρων και πάρα πολλά χασμουρητά και βάρος στους ώμους, τα οποία όλα διαλύει με συνεχή και δυνατή προσευχή το Πνεύμα το Άγιο.

9. Πάρα πολύ βοηθά το μίσος κατά των δαιμόνων στη σωτηρία μας και είναι κατάλληλο για την εργασία της αρετής. Κι όμως αυτό το μίσος, δεν μπορούμε να το ανατρέφομε και να το αυξάνομε μέσα μας σαν ένα καλό γέννημα, επειδή τα φιλήδονα πονηρά πνεύματα το διασκορπίζουν και προσκαλούν πάλι τη ψυχή σε φιλία και οικειότητα μαζί τους. Αλλά αυτή τη φιλία ή μάλλον τη δυσκολοθεράπευτη γάγγραινα, ο Γιατρός των ψυχών τη θεραπεύει με την εγκατάλειψη. επιτρέπει να πάθομε κάτι φοβερό από αυτούς νύχτα και ημέρα. Και έπειτα η ψυχή ξαναγυρίζει στο αρχικό μίσος κατά των δαιμόνων, μαθαίνοντας να λέει προς τον Κύριο όπως ο Δαβίδ: «Τους μισούσα με μίσος τέλειο, έγιναν εχθροί μου»(22). Γιατί μισεί με τέλειο μίσος τους δαίμονες, εκείνος ο οποίος μήτε με πράξη μήτε με τη διάνοια αμαρτάνει, και αυτό είναι αλάνθαστο γνώρισμα της μέγιστης και πρώτου βαθμού απάθειας.

10. Όσον αφορά στο δαίμονα εκείνο που κάνει την ψυχή αναίσθητη στα πνευματικά, τι να πω; Εγώ φοβούμαι να γράφω γι’ αυτόν: Πώς η ψυχή βγαίνει έξω από την πνευματική της κατάσταση όταν έρχεται ο δαίμονας αυτός, και ξεντύνεται τον φόβο του Κυρίου και την ευλάβεια. Και την αμαρτία δεν την λογαριάζει για αμαρτία, και την παρανομία δεν τη νομίζει παρανομία, και την κόλαση και την αιώνια κρίση και καταδίκη τα θυμάται σαν απλά λόγια, και γελά περιφρονητικά όταν ακούει για το αιώνιο πυρ. Και τάχα ομολογεί το Θεό, τις εντολές Του όμως δεν τις γνωρίζει. Όταν παρακινείται η ψυχή στην αμαρτία, χτυπάς τα στήθη σου, αλλ’ αυτή δεν το αισθάνεται. Της ομιλείς από τις Άγιες Γραφές, και αυτή έχει πωρωθεί και δεν ακούει. Της παριστάνεις πόσο ντροπή είναι η αμαρτία μπροστά στους ανθρώπους και αυτή δεν το λογαριάζει, σαν το χοίρο που έκλεισε τα μάτια και έσπασε το φραγμό.
Τον δαίμονα αυτόν της αναισθησίας τον φέρνουν λογισμοί κενοδοξίας που πολυκαίρισαν στην ψυχή. Του οποίου αν δε λιγόστευε ο αριθμός των ημερών, δεν θα σωζόταν κανένας άνθρωπος(23). γιατί είναι από εκείνους που έρχονται σπάνια στους αδελφούς. Και η αιτία είναι φανερή. Γιατί στις συμφορές των άλλων και στα βάσανά τους από ασθένειες ή στις ταλαιπωρίες όσων είναι στις φυλακές ή στον αιφνίδιο θάνατο άλλων, εξορίζεται ο δαίμονας αυτός της αναισθησίας. γιατί η ψυχή συγκινείται και κατανύγεται σιγά – σιγά και έρχεται σε συμπάθεια, και διαλύεται το πέτρωμα της ψυχής που επιφέρει αυτό το δαιμόνιο. Αυτά τα πράγματα εμείς δεν τα έχομε, εξαιτίας της ερήμου και της σπανιότητας των ασθενών από ανάμεσά μας. Αυτόν τον δαίμονα θέλοντας να εξορίσει ο Κύριος, διέταξε στα Ευαγγέλια να επισκεπτόμαστε τους ασθενείς και τους φυλακισμένους: «Ήμουν άρρωστος, λέει, και ήρθατε σε μένα»(24). Όμως ας γνωρίζομε και τούτο: Όποιος αναχωρητής έπεσε σ’ αυτόν τον δαίμονα και όμως δεν δέχτηκε λογισμούς πορνείας, ούτε εγκατέλειψε το κελί του από ακηδία, αυτός δέχτηκε υπομονή και σωφροσύνη από τον ουρανό και είναι μακάριος για την απάθεια αυτή. Όσοι υποσχέθηκαν να ασκούν την θεοσέβεια, και επιθυμούν να συναναστρέφονται με κοσμικούς, ας φυλάγονται από αυτόν το δαίμονα της αναισθησίας. Γιατί εγώ ντρέπομαι και τους ανθρώπους, να λέω και να γράφω γι’ αυτόν περισσότερα.


11. Όλοι οι δαίμονες διδάσκουν στην ψυχή τη φιληδονία και μόνο ο δαίμονας της λύπης δεν καταδέχεται να το κάνει αυτό, αλλά σ’ όσους μπαίνει, διαφθείρει τους λογισμούς τους, κόβοντας κάθε ηδονή της ψυχής και ξεραίνοντάς την με την λύπη, αφού του ανθρώπου του λυπημένου ξεραίνονται τα οστά(25). Και όταν τον πολεμά μέτρια, κάνει τον αναχωρητή δόκιμο και άξιο, γιατί τον πείθει να μην πλησιάζει κανένα πράγμα του κόσμου και να αποφεύγει κάθε ηδονή. Όταν επιμείνει πολύ αυτός ο δαίμονας γεννά λογισμούς που συμβουλεύουν την αυτοκτονία ή αναγκάζουν σε φυγή μακριά από τον τόπο που βρίσκεται κανείς. Πράγμα που νομίζω έπαθε ο άγιος Ιώβ, όταν τον ενοχλούσε ο δαίμονας αυτός, γιατί λέει: «Μακάρι να μπορούσα να φονεύσω τον εαυτό μου ή να παρακαλέσω άλλον να το κάνει αυτό(26). Αυτού του δαίμονα σύμβολο είναι η οχιά, της οποίας το δηλητήριο όταν δίνεται με μέτρο γίνεται αντίδοτο στα δηλητήρια των άλλων θηρίων, όταν όμως δίνεται πολύ φονεύει και το ίδιο το ζώο. Σ’ αυτό το δαιμόνιο παρέδωσε ο Παύλος αυτόν που αμάρτησε στην Κόρινθο. Γι’ αυτό ξαναγράφει λέγοντας στους Κορίνθιους να δείξουν σ’ αυτόν αγάπη, μήπως από την υπερβολική λύπη τον καταπιεί ο διάβολος(27). Αλλά και ωφέλιμη μετάνοια προξενεί αυτό το πνεύμα με το να θλίβει τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, εκείνους που τους κεντούσε αυτό το πνεύμα και κατέφευγαν στον Θεό, τους ονόμαζε «γεννήματα εχιδνών» και έλεγε: «Ποιος σας έδειξε να ξεφύγετε από την μελλοντική οργή; Δώστε λοιπόν καρποφορία άξια της μετάνοιας και μη θαρρέψετε λέγοντας, πατέρας μας είναι ο Αβραάμ»(28). Όμως ο καθένας που μιμήθηκε τον Αβραάμ και έφυγε μακριά από την πατρίδα του και από τους συγγενείς του(29), αυτός έγινε δυνατότερος και από αυτόν τον δαίμονα της λύπης.

12. Όποιος νίκησε το θυμό, αυτός νίκησε τους δαίμονες. Όποιος είναι δούλος του θυμού, αυτός είναι ξένος από το μοναχικό βίο και από τους δρόμους του Σωτήρα μας, αφού αυτός ο Κύριος, όπως λέει η Γραφή, «διδάσκει στους πράους ανθρώπους τους δρόμους Του»(30). Γι’ αυτό και δύσκολα κυριεύεται ο νους των αναχωρητών όταν καταφεύγει στην πεδιάδα της πραότητας, επειδή καμιά αρετή σχεδόν δεν φοβούνται οι δαίμονες, όσο την πραότητα. Αυτή την αρετή την είχε ο μέγας Μωυσής και ονομάστηκε «πράος περισσότερο από όλους τους ανθρώπους»(31). Και ο άγιος Δαβίδ έκρινε ότι η πραότητα είναι άξια να την θυμάται και ο Θεός. «Θυμήσου, έλεγε, το Δαβίδ και όλη την πραότητά του»(32). Αλλά και αυτός ο Σωτήρας μας διέταξε να γίνομε μιμητές της πραότητάς Του, λέγοντας: «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός και θα βρείτε ανάπαυση στην ψυχή σας»(33). Όποιος νηστεύει από φαγητά και ποτά, ερεθίζει όμως τον θυμό με πονηρούς λογισμούς, αυτός είναι όμοιος με πλοίο που ταξιδεύει στο πέλαγος και έχει δαίμονα για πλοίαρχο. Γι’ αυτό ας προσέξομε τον σκύλο μας, δηλαδή το θυμό, και ας τον διδάξομε να σκοτώνει μόνο τους λύκους και όχι να τρώει τα πρόβατα, αλλά να δείχνει πραότητα προς όλους τους ανθρώπους.

13. Απ’ όλους τους λογισμούς, μόνο ο λογισμός της κενοδοξίας έχει αφθονία υλικού και περιλαμβάνει ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο και ανοίγει κρυφά τις πόρτες σ’ όλους τους δαίμονες, σαν πονηρός προδότης κάποιας πόλεως. Γι’ αυτό και πολύ εξευτελίζει το νου του αναχωρητή γεμίζοντάς τον με πολλά λόγια και ασχολίες και καταστρέφει τις προσευχές του με τις οποίες προσπαθεί να θεραπεύσει τα τραύματα της ψυχής του. Αυτόν τον λογισμό τον μεγαλώνουν με την ήττα τους όλοι μαζί οι δαίμονες και μέσω αυτού εισέρχονται και πάλι στις ψυχές, κι έτσι κάνουν την τελευταία κατάσταση χειρότερη από την πρώτη(34). Από αυτόν τον λογισμό γεννιέται και ο λογισμός της υπερηφάνειας, ο λογισμός που κατακρήμνισε από τον ουρανό στη γη τον σατανά που είχε πριν την σφραγίδα της ομοιώσεως με τον Θεό και το στεφάνι της ομορφιάς. Να ξεφύγεις λοιπόν από αυτόν τον λογισμό της κενοδοξίας και να μην αργοπορήσεις, για να μην παραδώσομε τη ζωή μας σε άλλους και το βίο μας σ’ αυτούς που δεν έχουν έλεος(35), δηλ. στους δαίμονες. Αυτόν τον δαίμονα τον διώχνει η επίμονη προσευχή και το να μην κάνει κανείς θεληματικά ή να λέει τίποτε από εκείνα που βοηθούν στην καταραμένη κενοδοξία.

14. Μόλις ο νους του αναχωρητή νιώσει λίγη απάθεια, τότε αποκτώντας άλογο κενοδοξίας τρέχει με αυτό στις πόλεις κουβαλώντας μέσα του καθαρή επιθυμία για δόξα και έπαινο. Τότε, κατά θεία οικονομία, αφού επιτεθεί εναντίον του το πνεύμα της πορνείας και αφού τον αποκλείσει σε μία μάντρα των χοίρων, τον μαθαίνει να μην αφήνει το κρεβάτι του πριν από την τέλεια υγεία, ούτε να μιμείται τους άτακτους αρρώστους, οι οποίοι ενώ έχουν ακόμα υπολείμματα της ασθένειάς τους, βγαίνουν στο δρόμο και πηγαίνουν παράκαιρα σε λουτρά και παθαίνουν υποτροπή της ασθένειάς τους. Γι’ αυτό ας καθόμαστε στο κελί μας και ας προσέχομε τους εαυτούς μας μάλλον, για να προκόβομε στην αρετή και να γινόμαστε δυσκίνητοι προς την κακία. Και ασχολούμενοι με τη γνώση των θείων, να δεχόμαστε πλήθος ιερών σκέψεων. Και καθώς θ’ ανυψωνόμαστε πάλι, ν’ αξιωνόμαστε να βλέπομε καθαρότερα το φως του Σωτήρα μας.

15. Δεν μπορώ να γράφω όλες τις κακουργίες των δαιμόνων. Και όσα κακά μηχανεύονται, ντρέπομαι να τα διηγηθώ λεπτομερώς, επειδή φοβούμαι να μην υποστούν βλάβη οι πιο άδολοι και άκακοι που θα τα διαβάσουν. Πλην όμως θα διηγηθώ τις πανουργίες του δαίμονα της πόρνειας και άκουσέ τις. Όταν κανείς αποκτήσει την απάθεια του επιθυμητικού μέρους της ψυχής του και οι αισχροί λογισμοί γίνουν ψυχρότεροι, τότε παρουσιάζει άνδρες και γυναίκες να παίζουν μεταξύ τους και κάνει τον αναχωρητή να γίνει θεατής αισχρών πραγμάτων και σχημάτων. Αλλ’ αυτός ο πειρασμός δεν είναι από εκείνους που πολυκαιρίζουν. Επειδή η επίμονη προσευχή και ο πολύ πειρορισμένος τρόπος ζωής με νηστεία, αγρυπνία και γύμναση σε πνευματικές θεωρίες, διώχνουν αυτόν τον πειρασμό σαν άνυδρο σύννεφο. Συμβαίνει ακόμη και αγγίζει τις σάρκες για να τις ξεσηκώσει στην παράλογη διέγερση, και άλλα πάρα πολλά επινοεί αυτός ο πονηρός, τα οποία δεν είναι ανάγκη να τα φανερώσομε και να τα γράψομε. Πολύ βοηθάει εναντίον των λογισμών αυτών ο υπερβολικός θυμός εναντίον αυτού του δαίμονα. Αυτόν το θυμό τον φοβάται πολύ όταν ξεσηκώνεται σφοδρός εναντίον των λογισμών και καταστρέφει τα σχέδιά του. Και αυτό σημαίνει το «να θυμώνετε, αλλά να μην αμαρτάνετε»(36). Αυτός ο θυμός είναι χρήσιμο φάρμακο στη ψυχή κατά των πειρασμών.
Μιμείται αυτόν το δαίμονα και ο δαίμονας της οργής, με το να δημιουργεί πλαστές φαντασίες για γονείς ή φίλους ή συγγενείς ότι βρίζονται από ανάξια πρόσωπα, και ξεσηκώνει το θυμό του αναχωρητή να πει ή να κάνει κάτι κακό εναντίον τους. Σ’ αυτά πρέπει να προσέχομε, και ν’ απομακρύνομε γρήγορα τον νου μας από τις φαντασίες αυτές, για να μην πολυκαιρίσουν και γίνουν αναμμένος δαυλός στην ώρα της προσευχής. Σ’ αυτούς τους πειρασμούς πέφτουν περισσότερο οι θυμώδεις και ευέξαπτοι, οι οποίοι είναι μακριά από την καθαρή προσευχή και την γνώση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού.

16. Τα νοήματα αυτού του αιώνα, ο Κύριος, όπως τα πρόβατα στον καλό βοσκό, τα παρέδωσε στον άνθρωπο. Και είναι γραμμένο: «Έδωσε σε κάθε άνθρωπο το νόημα μέσα στο νου του»(37), αφού ένωσε με τον άνθρωπο την επιθυμία και την οργή για βοήθειά του, για να εξορίζει με το θυμό τα νοήματα των λύκων δαιμόνων, και με την επιθυμία να αγαπά τα πρόβατα αν και πολλές φορές τον χτυπούν βροχές και άνεμοι. Του έδωσε ακόμη ο Κύριος και νομή για να βόσκει τα πρόβατα, και τόπο χλόης και νερό αναπαύσεως(38), και άρπα και κιθάρα και ραβδί και στήριγμα, για να τραφεί και να ντυθεί από αυτό το νοητό ποίμνιο και να μαζέψει χορτάρι του βουνού. Γιατί λέει: «Ποιος βόσκει ένα κοπάδι και δεν τρώει από το γάλα του;»(39).
Πρέπει λοιπόν ο αναχωρητής να φυλάγει νύχτα και ημέρα αυτό το ποίμνιο, μήπως κανένα πρόβατο το φάνε τα θηρία ή πέσει στους ληστές. Κι αν συμβεί τίποτε τέτοιο στο δασώδες φαράγγι, ευθύς να το αρπάξει από το στόμα του λιονταριού και της αρκούδας(40). Και τρώγεται από τα θηρία η σκέψη για τον αδελφό μας, αν βόσκει μέσα μας με μίσος. και η σκέψη της γυναίκας, αν γυρίζει στο μυαλό με αισχρή επιθυμία. και η σκέψη του ασημιού και του χρυσαφιού, αν κατοικεί μέσα μας ενωμένη με τη πλεονεξία. και τα νοήματα των θείων χαρισμάτων, αν βόσκουν στη διάνοιά μας ενωμένα με την κενοδοξία. Και στα υπόλοιπα νοήματα το ίδιο θα συμβεί, όταν κλέβονται από τα πάθη. Και δεν πρέπει να φυλάγομε τους λογισμούς μας μόνο την ημέρα, αλλά και τη νύχτα, αγρυπνώντας. Γιατί μπορεί με την αισχρή και πονηρή φαντασία να χάσεις το πρόβατο. Και αυτό εννοούν τα λόγια του αγίου Ιακώβ: «Δεν σου έφερα πρόβατο σκοτωμένο από θηρία. Εγώ αναπλήρωνα τα κλεμμένα της ημέρας και τα κλεμμένα της νύχτας. Και κατάντησα να με καίει ο ήλιος την ημέρα και να υποφέρω την παγωνιά της νύχτας. Κι έφευγε ο ύπνος από τα μάτια μου(41). Αν τώρα από τον πολύ κόπο έρθει ακηδία, τότε ας πάμε λίγο στην πέτρα της θείας γνώσεως, ας πάρομε την άρπα κι ας χτυπήσομε με τις αρετές τις χορδές της γνώσεως. Ας βοσκήσομε πάλι τα πρόβατα κάτω από το όρος Σινά, για να μας καλέσει κι εμάς ο Θεός των πατέρων μας από τη βάτο(42) και να μας αποκαλύψει τη γνώση των υπερφυσικών Του ενεργειών.

17. Τη λογική φύση που θανατώθηκε από την κακία, την ανασταίνει ο Χριστός με τη θεωρία της αιωνιότητας. Και ο Πατέρας Του, την ψυχή που πέθανε το θάνατο του Χριστού, την ανασταίνει δια μέσου της γνώσεώς Του. Και αυτό εννοεί ο Παύλος, λέγοντας: «Αν έχομε πεθάνει μαζί με τον Χριστό, πιστεύομε ότι και θα ζήσομε μαζί Του»(43).

18. Όταν ο νους ξεντυθεί τον παλαιό άνθρωπο και ντυθεί τον άνθρωπο της χάρης, τότε θα δει και την κατάστασή του κατά τον καιρό της προσευχής όμοια με σάπφειρο ή με ουράνιο χρώμα. Αυτή την κατάσταση την ονομάζει η Γραφή «τόπο Θεού» που τον είδαν οι πρεσβύτεροι πάνω στο όρος Σινά(44).


19. Οι ακάθαρτοι δαίμονες, άλλοι πειράζουν τον άνθρωπο ως άνθρωπο. άλλοι τον πειράζουν σαν άλογο ζώο. Οι πρώτοι έρχονται και μας βάζουν σκέψεις κενοδοξίας ή υπερηφάνειας ή φθόνου ή κατηγορίας, οι οποίες δεν ενοχλούν τα ζώα. Ενώ οι δεύτεροι μας κινούν παρά φύση το θυμό και την επιθυμία. Αυτά τα πάθη είναι κοινά σ’ εμάς και τ’ άλογα ζώα και τα καλύπτει η λογική φύση μας. Γι’ αυτό λέει το Άγιο Πνεύμα προς τους λογισμούς που συμβαίνουν στους ανθρώπους: «Εγώ είπα, είστε θεοί και όλοι σας γιοι του Υψίστου. εσείς πεθαίνετε σαν άνθρωποι και πέφτετε σαν ένας από τους άρχοντες»(45). Προς τους λογισμούς που κινούνται παράλογα τι λέει; «Μη γίνεστε σαν το άλογο και τον ημίονο, που δεν έχουν καμιά σύνεση. Με γκέμια και χαλινάρι θα σφίξεις τα σαγόνια αυτών που δε σε πλησιάζουν»(46). Αν τώρα η ψυχή που αμαρτάνει πρέπει να πεθάνει(47), φανερό είναι ότι οι άνθρωποι ως άνθρωποι πεθαίνουν και από ανθρώπους θάβονται, ενώ οι άλογοι, όταν θανατωθούν, δηλ. καταπέσουν, θα φαγωθούν από γύπες και κοράκια. Τα νεογέννητα αυτών, άλλα επικαλούνται τον Κύριο(48), άλλα ανακατώνονται μέσα στο αίμα των πτωμάτων(49). Εκείνος που έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει.

20. Όταν ο εχθρός σε πλησιάσει και σε πληγώσει και θέλεις, όπως λέει η Γραφή, να γυρίσεις το μαχαίρι στην καρδιά του(50), κάνε ως εξής. ανάλυσε μέσα σου το λογισμό που σου υπέβαλε, ποιος είναι, από τι αποτελείται και ποιο είναι εκείνο το σημείο που στενοχωρεί περισσότερο το νου. Και εξηγούμαι. Ας υποθέσομε ότι σου ήρθε λογισμός φιλαργυρίας. Διαίρεσε αυτόν τον λογισμό σε τέσερα μέρη: στο νου που δέχτηκε το λογισμό, στην έννοια του χρυσού, στον ίδιο το χρυσό και στο φιλάργυρο πάθος. Και τότε ρώτησε: Ποιο απ’ όλα αυτά είναι αμαρτία; Ο νους; Μα αυτός είναι εικόνα του Θεού. Η έννοια του χρυσού; Κανείς που έχει νου δε θα πει τέτοιο πράγμα. Ο χρυσός; Και τότε γιατί έγινε; Έπεται λοιπόν ότι αιτία της αμαρτίας είναι το φιλάργυρο πάθος, το οποίο στην ουσία του δεν υπάρχει, ούτε έννοια πράγματος είναι, αλλά είναι μια μισάνθρωπη ηδονή που γεννιέται από το αυτεξούσιο και αναγκάζει το νου να κάνει κακή χρήση των κτισμάτων του Θεού. την ηδονή αυτή ο νόμος του Θεού προστάζει να την αποκόπτομε. Και με την έρευνά σου αυτή θα καταστραφεί ο λογισμός, καθώς θα αναλύεται στη θεωρητική του βάση, αλλά θα φύγει από σένα και το δαιμόνιο, αφού θα υψωθεί η διάνοιά σου από τη γνώση αυτή.
Αν δε θέλεις να μεταχειριστείς το δικό του μαχαίρι εναντίον του και έχεις πόθο να τον καθυποτάξεις με τη δική σου σφεντόνα, τότε πάρε πέτρα μέσα από το τσομπάνικο σακούλι σου και εξέταζε τη θεωρία του λογισμού αυτού. Πώς δηλαδή άγγελοι και δαίμονες πλησιάζουν το δικό μας κόσμο, ενώ εμείς δεν πλησιάζομε στους κόσμους τους; Γιατί ούτε τους αγγέλους μπορούμε να ενώσομε με το Θεό περισσότερο από ότι είναι ενωμένοι, ούτε τους δαίμονες θέλομε να τους κάνομε πιο ακάθαρτους απ’ ότι είναι. Και πώς ξέπεσε από τον ουρανό ο εωσφόρος που ανατέλλει το πρωί και τσακίστηκε στη γη(51); Αυτός θεώρησε τη θάλασσα σα λεκάνη και τον τάρταρο της αβύσσου σαν αιχμάλωτό του. αναβράζει την άβυσσο όπως το φυσερό τη φωτιά στο χαλκουργείο(52), και ταράζει όλους από την κακία του θέλοντας να εξουσιάζει τα πάντα. Η θεωρία αυτών των πραγμάτων πληγώνει πάρα πολύ το δαίμονα και τρέπει σε φυγή το στράτευμά του. Αλλά αυτά συμβαίνουν σ’ εκείνους που έχουν ήρεμα καθαριστεί από τα πάθη τους και βλέπουν σ’ ένα βαθμό τις αιτίες και τους λόγους των γεγονότων. Οι ακάθαρτοι όμως δεν γνωρίζουν τη θεωρία αυτή, ούτε και αν τη μάθουν από άλλους και τη λένε και την ξαναλένε θ’ ακουστούν, εξαιτίας της σκόνης και του θορύβου που δημιουργείται από τα πάθη τους κατά τον πόλεμο των δαιμόνων. Γιατί πρέπει το στράτευμα των αλλοφύλων να ηρεμήσει, για να βγει μόνος ο Γολιάθ και να συμπλακεί με το Δαβίδ μας(53). Παρόμοια ας χρησιμοποιήσομε και τη διαίρεση του πολέμου και την τακτική για όλους τους ακάθαρτους λογισμούς.

21. Όταν οι ακάθαρτοι λογισμοί φυγαδευτούν γρήγορα, ας αναζητήσομε την αιτία, από που δηλαδή προέρχεται αυτό. Ποιο από τα δύο συμβαίνει. επειδή σπανίζει το αντικείμενο του ακάθαρτου λογισμού και είναι δύσκολο να προμηθευτούμε το υλικό, ή εξαιτίας της απάθειάς μας δεν υπερίσχυσε ο εχθρός; Παράδειγμα: αν κανένας αναχωρητής βάλει στο νου του να γίνει επίσκοπος, δεν φαντάζεται πολύ καιρό αυτόν το λογισμό (γιατί είναι απραγματοποίητος), και είναι φανερό ότι συμβαίνει το πρώτο. Αν όμως κάποιος γίνει επίσκοπος μιας τυχαίας πόλεως και εξακολουθεί να σκέφτεται όπως πριν, αυτός είναι μακάριος για την απάθειά του. Αν εξετάσομε και για τους άλλους λογισμούς, θα δούμε ότι ο τρόπος αυτός έχει όμοια εφαρμογή. Αυτά είναι ανάγκη να τα γνωρίζομε, για να έχομε προθυμία και δύναμη. για να ξέρομε αν διαπεράσαμε τον Ιορδάνη(54) και είμαστε κοντά στοις φοινικιές ή μήπως είμαστε ακόμα στην έρημο και μας χτυπούν οι αλλόφυλοι.
Πολύ πανούργος μου φαίνεται ο δαίμονας της φιλαργυρίας και δεινός στο να εξαπατά τους ανθρώπους. Όταν από την τέλεια απάρνηση του κόσμου (εκ μέρους του μοναχού) βρεθεί στα στενά, υποκρίνεται αμέσως τον οικονόμο και φίλο των φτωχών. υποδέχεται με τη γνησιότερη φιλοξενία τους ξένους, που ποτέ δεν τον επισκέπτονται, στέλνει βοήθεια σε άλλους που έχουν ανάγκη, επισκέπτεται τις φυλακές της πόλεως και εξαγοράζει δήθεν εκείνους που πουλήθηκαν ως δούλοι. υποδεικνύει επίσης την προσκόλληση σε πλούσιες γυναίκες. Άλλους πάλι τους συμβουλεύει να υποταχθούν σε κάποιους που έχουν γεμάτο πουγγί. Και έτσι αφού εξαπατήσει λίγο-λίγο την ψυχή, την τυλίγει με τους λογισμούς της φιλαργυρίας και την παραδίνει στον δαίμονα της κενοδοξίας. Αυτός φέρνει τότε στο νου ένα πλήθος ανθρώπων που δοξάζουν τον Κύριο για τα καλά αυτά έργα που (κατά φαντασία) έγιναν, και μετά από λίγο του παρουσιάζει και άλλους να συνομιλούν ότι πρέπει αυτός να δεχτεί την ιερωσύνη. Του προμαντεύει ότι αυτός που είναι ιερέας θα πεθάνει και δεν θα ξεφύγει τον θάνατο ό,τι και να κάνει. Κι έτσι ο ταλαίπωρος νους αφού δεθεί μέσα σε τέτοιους λογισμούς, φιλονεικεί μ’ εκείνους που δεν τον παραδέχονται. ενώ σ’ εκείνους που τον παραδέχονται, χαρίζει δώρα με προθυμία και τους δέχεται με ευγνωμοσύνη. Μερικούς άλλους που διαφωνούν, τους παραδίνει στους δικαστές και παραγγέλει να εξοριστούν από την πόλη. Όταν λοιπόν μπουν και αρχίσουν να στριφογυρίζουν στο μυαλό του όλοι αυτοί οι λογισμοί, ευθύς παρουσιάζεται ο δαίμονας της υπερηφάνειας, ο οποίος στέλνει εναντίον του αστραπές συνεχείς στον αέρα του κελιού και φτερωτά θηρία και τελευταία προξενεί στέρηση του λογικού. Εμείς όμως αφού παρακαλέσομε να λείψουν και να χαθούν αυτοί οι λογισμοί, ας ζήσομε φτωχικά με ευχαριστία. Γιατί τίποτε δε φέραμε στον κόσμο κι είναι φανερό ότι ούτε να πάρομε τίποτε μαζί μας μπορούμε. Κι όταν έχομε τροφή και σκεπάσματα, σ’ αυτά ας αρκεστούμε(55). κι ας θυμόμαστε τον Παύλο που λέει: «Ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία»(56).


22. Όλοι οι ακάθαρτοι λογισμοί όταν πολυκαιρίσουν εξαιτίας των παθών μέσα μας, ρίχνουν το νου στην καταστροφή και τον αφανισμό. Όπως η σκέψη του ψωμιού πολυκαιρίζει μέσα στο μυαλό του πεινασμένου λόγω της πείνας του και η σκέψη του νερού στον διψασμένο λόγω της δίψας του, έτσι και οι σκέψεις των χρημάτων ή των αισχρών λογισμών που γεννιούνται από τα φαγητά, χρονίζουν στο μυαλό του ανθρώπου εξαιτίας της εμπάθειάς του. Το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά στις σκέψεις της κενοδοξίας και τις διάφορες άλλες. Και δεν είναι δυνατόν όταν ο νους πνίγεται μέσα σε εμπαθείς σκέψεις, να παρασταθεί ενώπιον του Θεού και να στεφανωθεί με το στεφάνι της δικαιοσύνης. Γιατί από αυτούς τους λογισμούς παρασυρμένος ο τρισάθλιος νους, παραιτήθηκε από το δείπνο της γνώσεως του Θεού, όπως εκείνος που αναφέρεται στα Ευαγγέλια(57). Και πάλι εκείνος που δέθηκε χέρια και πόδια και ρίχτηκε στο σκότος το εξώτερο(58), από τέτοιους λογισμούς είχε υφασμένο το ένδυμά του. και γι’ αυτό εκείνος ο Βασιλιάς που τον κάλεσε, έκρινε ότι δεν ήταν άξιος να γίνει δεκτός στο γάμο. Λοιπόν, ένδυμα γάμου είναι η απάθεια της ψυχής, η οποία αρνήθηκε τις κοσμικές επιθυμίες. Ποια είναι τώρα η αιτία από την οποία τα νοήματα των αισθητών πραγμάτων, όταν πολυκαιρίσουν, διαφθείρουν την πνευματική γνώση, το έχομε πει στα κεφάλαια περί προσευχής.

23. Από τους δαίμονες που αντιστέκονται στην πρακτική άσκηση των αρετών, τρεις είναι αρχηγοί, τους οποίους ακολουθεί η στρατιά των αλλοφύλων, δηλ. των δαιμόνων. και αυτοί οι τρεις, πρώτοι κάνουν πόλεμο και με ακάθαρτους λογισμούς διεγείρουν την ψυχή στην κακία. Αυτοί είναι οι δαίμονες της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Αν λοιπόν επιθυμείς καθαρή προσευχή, κράτησε το θυμό. Και αν αγαπάς τη σωφροσύνη, κράτησε την κοιλιά σου και μην της δώσεις ψωμί μέχρι τον τέλειο χορτασμό και βασάνιζέ την με την δίψα. Αγρύπνα στην προσευχή και διώξε μακριά σου τη μνησικακία. Λόγια του Αγίου Πνεύματος να μη λείπουν από το στόμα σου, και κτύπα τις πόρτες των Γραφών με τα χέρια των αρετών. Τότε θα ανατείλει η απάθεια της καρδιάς και θα δεις το νου σου στην προσευχή σου σαν αστέρι, δηλαδή γεμάτον από θείο φως.

Πηγή: stonagona.blogspot.gr


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 7 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

 Συνέχεια από Δευτέρα 21. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 7

Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)


1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως


Πιστεύουμε ότι σωζόμαστε μόνο διά του Ιησού Χριστού, ότι μόνο «διά του Χριστού μπορούμε να γίνουμε δεκτοί από τον Θεό» [1]· αλλά πιστεύουμε επίσης —και γι’ αυτό βρίσκουμε διαρκή μαρτυρία μέσα στη συνείδησή μας— ότι ο Θεός αξιώνει τον καθένα της μερίδας που του αναλογεί σύμφωνα με τα καλά του έργα» [2]· ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών και την ελπίδα της κληρονομίας των επαγγελθέντων αγαθών, παρά μόνο, αφού γνωρίσουμε τον Χριστό μας και λουστούμε με εκείνο το βάπτισμα για την άφεση των αμαρτιών, το οποίο ανήγγειλε ο Ησαΐας, να ζούμε κατόπιν χωρίς αμαρτία» [3]· ότι «μετά τη χάρη του Θεού, η ελπίδα της σωτηρίας πρέπει να στηρίζεται μόνο στα δικά μας έργα» (οἰκείοις κατορθώμασι) [4].

«Η βασιλεία του Θεού βιάζεται» και μόνο «οι βιαστές», δηλαδή όσοι καταβάλλουν προσπάθεια και κοπιάζουν, «την αρπάζουν» (Ματθ. 11,12). Ο Χριστός ήλθε όχι για να καταλύσει τον νόμο, αλλά για να τον εκπληρώσει (Ματθ. 5,17). Ο άνθρωπος που δικαιώθηκε και αγιάστηκε δεν πράττει το καλό από αναγκαιότητα, αλλά οφείλει να το πράττει, διότι «ο καθένας θα λάβει από τον Κύριο ανάλογα με το καλό που έκανε» (Εφ. 6,8). Επομένως, το καλό δεν είναι μόνο καρπός και μαρτυρία της σωτηρίας, αλλά μία από τις άμεσες αιτίες της, μέσω της οποίας «ανοίγεται στον άνθρωπο ελεύθερη είσοδος στην αιώνια βασιλεία του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού» (Β΄ Πέτρ. 1,11).

Γι’ αυτό η ζωή του ανθρώπου μετά το βάπτισμα δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κατάσταση άπρακτης μακαριότητας και ακούσιας αγαθοεργίας —όπως θα έπρεπε να παρουσιάζεται στη Δύση— αλλά, αντιθέτως, έμπρακτη ακολουθία του Χριστού (Κολ. 3,1-14). Η επίγεια ζωή είναι σπορά, ενώ η μετά θάνατον ζωή είναι θερισμός· γι’ αυτό ο άνθρωπος οφείλει να σπέρνει το καλό, ώστε αργότερα να κληρονομήσει τη μακαριότητα (Γαλ. 6,7-10). Οφείλει, σαν το εργατικό μυρμήγκι, να συγκεντρώνει καρπούς για τη μέλλουσα ζωή [5], να συγκεντρώνει για τον εαυτό του εκείνον «τον άφθαρτο πλούτο, η συγκέντρωση του οποίου όχι μόνο δεν αποτελεί ελάττωμα, αλλά είναι μεγάλη αρετή και ανταμοιβή» [6].

Επομένως, ο δικαιωμένος άνθρωπος πράττει το καλό με τη θέλησή του και διαρκώς συνειδητοποιεί και είναι πεπεισμένος ότι το πράττει «για την τιμή στη βασιλεία των ουρανών», ώστε να «αξιωθεί του επαίνου του Θεού ως αγαθός δούλος και να τιμηθεί με κάποιες τιμές» [7]. Έτσι, εάν δεν υπήρχε αυτή η πεποίθηση, εάν ο άνθρωπος δεν ανέμενε αυτή την ανταμοιβή στους ουρανούς, τότε και η ενάρετη ζωή θα ήταν χωρίς νόημα και, επομένως, αδύνατη. «Ποιος θα ήθελε να αναλάβει τόσο πικρούς κόπους, εάν δεν είχε τη γλυκιά ελπίδα στον Χριστό;» [8]. «Θα διατηρούσαμε άραγε τον εαυτό μας σε τέτοια καθαρότητα, εάν δεν αναγνωρίζαμε ότι ο Θεός αγρυπνεί πάνω από το ανθρώπινο γένος; Ασφαλώς όχι. Επειδή όμως πιστεύουμε ότι θα δώσουμε λόγο για ολόκληρη την παρούσα ζωή μας στον Θεό, ο οποίος δημιούργησε και εμάς και τον κόσμο, επιλέγουμε ζωή εγκρατή, φιλάνθρωπη και ταπεινή, γνωρίζοντας ότι εδώ δεν μπορούμε να υποστούμε —ακόμη και αν μας αφαιρέσουν τη ζωή— κανένα κακό που να μπορεί να συγκριθεί με τα αγαθά τα οποία μας έχει ετοιμάσει ο Μέγας Κριτής ως ανταμοιβή για μια πράα, φιλάνθρωπη και μετρημένη ζωή» [9]. Επομένως, η αγαθοεργία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της σωτηρίας.

Εδώ όμως μπορεί και πάλι να τεθεί το ερώτημα με ποια έννοια αναγνωρίζεται η αγαθοεργία ως προϋπόθεση της σωτηρίας: μπορεί να αποτελεί μόνο εξωτερική βάση για την απόκτηση της σωτηρίας, μπορεί όμως να αποτελεί και προϋπόθεση με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή παράγοντα που παράγει τη σωτηρία. Οι δύο αυτές απαντήσεις, μολονότι από άποψη μορφής βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη, ως προς το περιεχόμενό τους διαφέρουν πάρα πολύ —για να μην πούμε ριζικά— μεταξύ τους: μπορούν να εκφράζουν δύο εντελώς αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες αντιλήψεις της ζωής, την κοσμική και ειδωλολατρική από τη μία πλευρά και τη χριστιανική από την άλλη.

Ο φίλαυτος άνθρωπος ζει για τον εαυτό του· τοποθετεί το «εγώ» του στο κέντρο του κόσμου και από την οπτική αυτού του «εγώ» αξιολογεί όλα όσα συμβαίνουν τόσο στη δική του ζωή όσο και στη ζωή ολόκληρου του κόσμου. Σκοπός του είναι η προσωπική του ευημερία· ύψιστο αγαθό είναι η απόλαυση, είτε με τη μορφή αισθησιακών ηδονών είτε μέσα σε κάποια νιρβάνα ή σε κάτι άλλο αυτού του είδους.

Η αμαρτία, λοιπόν —η ουσία της οποίας είναι ακριβώς η φιλαυτία—, ενώ προσφέρει στον άνθρωπο απόλαυση σε αυτή τη ζωή, του επιφέρει συγχρόνως ασύγκριτα μεγαλύτερη οδύνη στη μετά θάνατον ζωή: η τάξη του κόσμου, όπως έχει καθοριστεί από τον Θεό, αποδεικνύεται ολέθρια για τη φιλαυτία και την οδηγεί αναγκαστικά στην τιμωρία. Ο φίλαυτος άνθρωπος, ως τέτοιος, ασφαλώς δεν ενδιαφέρεται για το δίκαιο ή το άδικο αυτής της τάξης του κόσμου· ακόμη περισσότερο, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να εξεγερθεί εναντίον της, είναι έτοιμος με ολόκληρο το είναι του να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτού του περιορισμού του «εγώ» του, του οποίου η επιθυμία αποτελεί γι’ αυτόν νόμο. Ως φίλαυτος, όμως, δεν μπορεί να μη θέλει να αποφύγει την πικρή μοίρα στην οποία οδηγεί η αμετανόητη αντίθεση προς αυτή την εχθρική γι’ αυτόν τάξη του κόσμου.

Και τότε ο φίλαυτος αρχίζει, όπως λέει, «να σώζεται», δηλαδή, αποκόπτοντας με βαθύτατη λύπη τις προσφιλείς και ακόμη πολύτιμες επιθυμίες του, αρχίζει να τηρεί τον νόμο που έθεσε ο Θεός· τον τηρεί ακριβώς επειδή η παρανομία αποδεικνύεται, ως προς την τελική της έκβαση, εξαιρετικά ασύμφορη γι’ αυτόν, μολονότι δεν παύει να παραμένει επιθυμητή και ευχάριστη. Ο φίλαυτος είναι μέσα στην ψυχή του εχθρός του Θεού (Ρωμ. 8,7) και θέλει να ακούει τον πατέρα του, τον ανθρωποκτόνο (Ιω. 8,44). Είναι έτοιμος να δαγκώσει το Χέρι που τον ελεεί —ας θυμηθούμε τους Ιουδαίους, οι οποίοι «φόνευσαν τους προφήτες και λιθοβόλησαν εκείνους που στάλθηκαν προς αυτούς», ας θυμηθούμε τον σταυρωμένο Ιησού Χριστό—, αλλά τρέμει ενώπιον του Θεού, επειδή γνωρίζει ότι Αυτός είναι παντοδύναμος, ότι τα πάντα, μαζί και ο ίδιος ο φίλαυτος, βρίσκονται στα χέρια του Θεού και ότι, επομένως, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον Θεό.

Ο φίλαυτος αναγκάζεται να υποταχθεί στο θέλημα του Θεού για το δικό του προσωπικό συμφέρον. Υποτάσσεται, αλλά ως δούλος: με εσωτερική αποστροφή και γογγυσμό, παρακινούμενος από το μαστίγιο· ή ως μισθωτός, ο οποίος επιζητεί το συμφέρον, την ανταμοιβή.

Ο άνθρωπος που έχει μια τέτοια διάθεση ασφαλώς δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε την «ελευθερία των τέκνων του Θεού», την οποία έφερε ο Ιησούς Χριστός, ούτε εκείνη τη «συμφιλίωση» με τον Θεό, την οποία μας ανήγγειλαν οι Απόστολοι. Ο «ψυχικός άνθρωπος» δεν μπορεί «να λατρεύει τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία» (Ιω. 4,23)· κρίνει τα πάντα κατά τρόπο ψυχικό (Α΄ Κορ. 2,14). Προσερχόμενος στον Χριστό, δεν θέλει τόσο να μάθει από Αυτόν πώς πρέπει να ζει για να ζήσει την αληθινή ζωή, όσο να πληροφορηθεί ποιο όφελος θα του αποφέρει η ακολουθία του Χριστού.

Γι’ αυτό, όταν ακούει για τη σωτηρία του Χριστού, προσλαμβάνει από αυτή την αγαθή αγγελία κυρίως την εξωτερική της πλευρά: τη λύτρωση από τη συμφορά και από την τελική απώλεια και την απόκτηση της ύψιστης μακαριότητας. Δεν αντιλαμβάνεται την άλλη, ουσιαστικότερη πλευρά αυτής της σωτηρίας· δεν αντιλαμβάνεται ότι ως συμφορά δεν θεωρούνται εδώ τα παθήματα και τα βασανιστήρια, αλλά η αμαρτία· ότι το ύψιστο αγαθό τοποθετείται εδώ στο ίδιο εκείνο θέλημα του Θεού, εναντίον του οποίου εξεγείρεται με τόσο ζήλο η φίλαυτη φύση του. Σκέπτεται μόνο ότι θα απολαμβάνει· τι όμως θα απολαμβάνει, αυτό δεν το ρωτά.

Εάν όμως το παν συνίσταται μόνο στη μακαριότητα ως τέτοια, στο όφελος δηλαδή του ανθρώπου, τότε τίθεται φυσικά το ερώτημα: για ποιο πράγμα λαμβάνει ο άνθρωπος αυτό το όφελος; Δεν θα ήταν άδικο να του δοθεί η μακαριότητα, όταν δεν την έχει αξιωθεί με κανέναν τρόπο; Ο Χριστός δίδαξε ότι σώζονται μόνο όσοι πράττουν το καλό. Επομένως, συμπεραίνει ο άνθρωπος, το καλό αποτελεί ακριβώς εκείνο το αντίτιμο, εκείνη την παραχώρηση προς τον Θεό, για την οποία Αυτός χαρίζει στον άνθρωπο την αιώνια ζωή.

Ο φίλαυτος δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί αρέσει στον Θεό αυτή και όχι κάποια άλλη συμπεριφορά. Επειδή ο ίδιος εκπληρώνει τις επιθυμίες του «εγώ» του μόνο διότι αυτό του είναι ευχάριστο και επιθυμητό, τείνει να φαντάζεται και τον νόμο του Θεού ως μια παρόμοια, χωρίς αιτία, επιθυμία του Κυρίου. Ασφαλώς, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αγαπήσει μια τέτοια αναίτια βούληση ούτε τον ίδιο τον Κύριο: τον τελευταίο μόνο τον φοβάται, ενώ την πρώτη την εκπληρώνει μόνο παρά τη θέλησή του.

Γι’ αυτό οι κόποι που υπέστη κατά την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού δεν μπορούν να έχουν τη δύναμη και τη σημασία μιας αυταπαρνητικής θυσίας προς τον Θεό, μιας θυσίας που αγαπά και ευχαριστεί. Για τον άνθρωπο αυτοί αποτελούν βάρος, ζυγό δουλείας. Γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να τους προσφέρει ως θυσία και απαιτεί για τον εαυτό του αμοιβή, όπως κάθε μισθωτός. Τα έργα αποκτούν στα μάτια του ανθρώπου τη σημασία αξιομισθίας.

Έτσι, η νομική αντίληψη της σωτηρίας είναι απολύτως κατανοητή και πρόσφορη ακριβώς για τη φίλαυτη διάθεση. Είδαμε τις αδύναμες πλευρές αυτής της αντίληψης· είδαμε πώς αυτή ανοίγει τον δρόμο σε κάθε είδους συναλλαγές και σε απροκάλυπτες αλλοιώσεις της αλήθειας του Χριστού μέσα στον δυτικό χριστιανισμό. Τώρα οφείλουμε να εξετάσουμε ποια στάση τηρούν απέναντι σε αυτή την αντίληψη οι ιερές πηγές της πίστης μας: η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση.

Εάν προσεγγίσουμε αυτές τις πηγές με προκατειλημμένη σκέψη και εάν απομονώνουμε από αυτές μόνο μεμονωμένες λέξεις και ρήσεις, χωρίς να τις εξετάζουμε σε σχέση με τη βασική τους σκέψη, τότε ίσως μπορέσουμε να βρούμε αρκετά ερείσματα για τη νομική αντίληψη μέσα στην ίδια την Αγία Γραφή ή την Παράδοση.

Πρώτα απ’ όλα, πώς νοείται η σωτηρία; «Τι περισσότερο ζητάς», ρωτά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «εκτός από τη σωτηρία; Τη μέλλουσα δόξα και αγιότητα; Για μένα είναι πολύ σημαντικό να σωθώ και να απαλλαγώ από τα εκεί βασανιστήρια. Εσύ ακολουθείς δρόμο απάτητο και απρόσιτο, ενώ εγώ δρόμο πεπατημένο, ο οποίος έσωσε πολλούς» [10]. Στα λόγια αυτά η σωτηρία νοείται, όπως βλέπουμε, αποκλειστικά από την εξωτερική, τυπική της πλευρά· η απώλεια του ανθρώπου εκλαμβάνεται με την άμεση και γενική σημασία της, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται: τον άνθρωπο απειλεί μια συμφορά και αυτός απαλλάσσεται από αυτήν. Την ίδια σημασία μπορούμε να βρούμε και στα χωρία της Αγίας Γραφής στα οποία η αιώνια ζωή αντιπαρατίθεται προς την κρίση, την απώλεια και τα βασανιστήρια (π.χ. Ιω. 3,15· 5,24· Ματθ. 25,46 κ.ά.).

Εάν, όμως, η ουσία της σωτηρίας βρίσκεται στην ευημερία του ανθρώπου, στην απόλαυσή του, τότε για ποιο πράγμα πρέπει να ανταμειφθεί ο άνθρωπος; «Χωρίς αγώνα κανείς δεν στεφανώνεται» [11], λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος. «Σου φαίνεται άραγε δίκαιο τα επίγεια και παρερχόμενα πράγματα και η φθαρτή δόξα να απαιτούν προσπάθειες και κόπους, ενώ, για να αποκτήσεις την ελπίδα να βασιλεύσεις μαζί με τον Χριστό στους αγήραντους και ατελεύτητους αιώνες των αιώνων, να μη χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις ούτε αυτό το σύντομο διάστημα της παραμονής σου στη γη για κόπους και αγώνες, ώστε κατόπιν να βασιλεύσεις επί ολόκληρους αιώνες;» [12].

«Στρέψε την προσοχή σου», λέει ένας άλλος άγιος πατέρας, «στον ίδιο τον νόμο της δικαιοσύνης και εισχώρησε μέσα στον εαυτό σου. Έχεις στην υπηρεσία σου διάφορους υπηρέτες· άλλοι είναι καλοί και άλλοι κακοί. Τους καλούς τούς τιμάς, ενώ τους κακούς τούς τιμωρείς. Και εάν είσαι δικαστής, επαινείς τους αγαθούς και τιμωρείς τους παράνομους. Είναι δυνατόν, λοιπόν, σε εσένα, τον θνητό άνθρωπο, να τηρείται η δικαιοσύνη, ενώ στον Θεό, τον απροσωπόληπτο Βασιλέα των πάντων, να μην υπάρχει δίκαιη ανταπόδοση; Η άρνησή της είναι ασέβεια» [13].

Ποια είναι, λοιπόν, η βάση σύμφωνα με την οποία απονέμεται στον άνθρωπο η μεγάλη ανταμοιβή στους ουρανούς; Η ανταμοιβή δίνεται μόνο για τον αγώνα· επομένως, και η ουράνια ανταμοιβή αποκτάται με τον αγώνα, με «δίκαια έργα» [14]. Έτσι, τα έργα παρέχουν δικαίωμα στην αιώνια μακαριότητα και αποδεικνύονται σαν να είναι η τιμή, το αντίτιμο που καταβάλλει ο άνθρωπος γι’ αυτήν. Αυτή η παρομοίωση είναι πολύ συνηθισμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση.


Σημειώσεις:

Aνοιχτό μάθημα Δογματικής: Άγιος Μάξιμος Ομολογητής κατά "εναντιογνωμισμού" 2! (επεισόδιο 4)

 Συνέχεια από:Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026


Aνοιχτό μάθημα Δογματικής: Άγιος Μάξιμος Ομολογητής κατά "εναντιογνωμισμού" 2

Και συνεχίζουμε με το επόμενο κείμενο, το οποίο λέει πάλι για τη μακαρία ζωή στα έσχατα.

Τροφή, λέει, σε αυτή τη μακαρία ζωή που θα έρθει είναι ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς.
Και ζωή είναι, καθώς αυτός ο περιεχόμενος στην Ευαγγελία αψευδής απεφήνατο λόγος.
Θα είναι ο άρτος ο ίδιος της ζωής. Ο Χριστός θα είναι ακριβώς αυτό.[Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ]
Είναι μια υπέροχη διδασκαλία, που θα την επαναλάβει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο οποίος ευχαριστιακά ακριβώς βλέπει την πραγματοποίηση των εσχάτων.
Εδώ, προσέξτε:
«Μὴ βουληθεὶς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος...»
Επειδή δεν θέλησε ο πρώτος άνθρωπος να τραφεί με τον άρτο αυτό, με την πραγματικότητα αυτή του Θεού τη ζωντανή,
«... θείας ἑκουσίως ἀπεγένετο ζωῆς, ἄλλης δὲ θανάτου γεννήτορος ἐπελάβετο...»
Τι λέει εδώ;
Έχασε, χάθηκε η προστασία της ζωής και ανέλαβε άλλη, η οποία γεννάει τον θάνατο.
«Μὴ βουληθείς». Μη θέλοντας. Ποιος; Ο πρώτος άνθρωπος.
«Μὴ βουληθείς».
Δεν λέει: αφού έπεσε, έπαψε να βούλεται. Λέει — όπως θέλουν να παρουσιάζουν κάποιοι εδώ πέρα — ότι τον ξεγέλασε ο διάβολος και έπεσε ο καημένος χωρίς να το θέλει.
Όχι.
«Μὴ βουληθείς», λέει εδώ.

 "Προς Μαρίνον, τον οσιότατον Πρεσβύτερον"

                                               Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού

                                                       Πηγή Κειμένου: PG: 91.

Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
 Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
8. Περί Δόξης (Γνώμης)
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.
Και πάλι, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας, ενώ η προαίρεση είναι από εκείνα που είναι στην εξουσία μας. Και γνώμη βέβαια διακρίνομε αληθινή και ψευδή, προαίρεση όμως δεν λέμε αληθινή και ψευδή, άλλα καλή και κακή. Επίσης η γνώμη είναι από τα καθόλου, ενώ η προαίρεση από τα καθέκαστα. Καθόσον η προαίρεση αναφέρεται σε όσα πράττονται γιατί αυτά είναι τα καθέκαστα.

Καταλάβατε πώς αρνείται το αγαθό;
«Μὴ βουληθείς». Με το θέλημά του.[Φίδι: «Όχι, σίγουρα δεν θα πεθάνετε. Διότι ο Θεός γνωρίζει ότι την ημέρα που θα φάτε από αυτόν, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό».  επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα]
Και αυτό δεν είναι το φυσικό θέλημα, φυσικά. Είναι γνωμική επιλογή.
Γνωμική, ξεκάθαρα, επιλογή.[ Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας]
Επιλέγει ο άνθρωπος ξαφνικά, αντί να τραφεί με τον Λόγο, να τραφεί με τι; Με την πραγματικότητα της φθοράς και της ύλης γύρω του.
Και διαλέγει, επιλέγει.
Και εξαιτίας της επιλογής αυτής τι γίνεται;
Χάνει τη μεν θεία ζωή, «ἄλλης δὲ, θανάτου γεννήτορος, ἐπελάβετο...»
[...] και παρέδωσε τη φύση, ως τροφή, στον θάνατο.
Πώς;
Γιατί «μὴ βουληθείς» να τραφεί με Εκείνον.[ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΑΚΑΙΡΑ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΛΜΗΣΕ ΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ]
Είναι τόσο ξεκάθαρα αυτά τα κείμενα, που πρέπει κανείς πραγματικά να αγνοεί τι είναι το συντακτικό και η γραμματική.
Είπαμε τον Tollefsen.
Άλλος πολύ σημαντικός είναι ο Andrew Louth.
Ο Andrew Louth, πατήρ Andrew Louth, από τους πρώτους [...] του Αγίου Μαξίμου, λέει ξεκάθαρα σε ένα έργο του — το οποίο το έχω και εδώ, γιατί το διαβάζω από βιβλία —:
Maximus the Confessor είναι ο τίτλος του.
— Πείτε λίγο τον τίτλο πρώτα, να ξέρουμε, γιατί η σκηνή είναι μαύρη.
— Maximus the Confessor είναι ο τίτλος, του πατρός Andrew Louth.
Λέει ξεκάθαρα:
“... but of tropos”.
Αυτό λέει, και ελληνικά κιόλας. Το λέει ειδικότατα και εξηγεί ότι είναι αποτέλεσμα της επιλογής των ανθρώπων.
Είπαμε, και αυτή είναι η κορυφαία σήμερα βιβλιογραφία που σας λέω.
Όπως είναι κορυφαίος και ο πολύ αγαπητός μου φίλος ο Georgi Kapriev.
Το βιβλίο του, Byzantine Philosophy: A Systematic Perspective, που βγήκε πριν από λίγες μέρες, είναι το σημαντικότερο εγχειρίδιο βυζαντινής φιλοσοφίας που έχουμε σήμερα.
Το σημαντικότερο. Δεν υπάρχει άλλο σημαντικότερο από αυτό.

Έτσι, ο Georgi Kapriev, ελληνομαθής Βούλγαρος, λοιπόν, ο οποίος λέει κι αυτός ακόμα κάτι περισσότερο, κάτι που το είπε κι ένας άλλος ειδικός πριν από αυτόν, αν και δεν φαίνεται ότι το έγραψε από μένα. Εγώ το έγραψα πρώτα.
Λέει εδώ:
“Likeness”, η ομοίωση, “is related to γνώμη”.
Ακούστε τώρα.
Το λέει με το «καθ’ ομοίωσιν».
Τι είναι το καθ’ ομοίωσιν; Ομοίωση.
Το «κατ’ εικόνα» είναι ο λόγος.
Ο λόγος του όντος είναι κατ’ εικόνα. Ο λόγος της φύσης του ανθρώπου είναι κατ’ εικόνα.
“Likeness”, όμως, η ομοίωση, “is related to γνώμη, to personally qualified will”.
Στη θέληση, η οποία είναι χαρακτηρισμένη, έχει το χαρακτηριστικό του προσωπικού, δηλαδή στον προσωπικό τρόπο της υπαρξιακής χρήσης της φύσεως.
Η πρώτη, η φυσική θέληση, είναι με τη δημιουργία και εκφράζει τη φύση.
Η δεύτερη είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής.
“One is by nature, the other by hypostasis”.
Το ένα από τη φύση, το άλλο από την υπόσταση.
Τώρα, ποιος είναι ο σκοπός της φύσης κατά τον Άγιο Μάξιμο;
Το εὖ εἶναι.
Λοιπόν:
“The logos of well-being becomes proper only for those who initiate a movement on their own accord that is good.”
Δηλαδή, το εὖ εἶναι εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική διάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.
Το καθ’ ομοίωσιν, λοιπόν, εδώ εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική αυτοδιάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.

Ο καημένος ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος πρωίμως, πρωίμως, θα είχε πάρει αυτά...

Αυτά υπάρχουν και στην αγγλική έκδοση στο βιβλίο μου, αλλά εγώ έχω και την ελληνική εδώ, στο βιβλίο μου Ευχαριστιακή Οντολογία.
Βέβαια, σε ένα κεφάλαιο που λέγεται [...] υπάρχουν δύο τριάδες οι οποίες αναλογούν μεταξύ τους.
Η πρώτη τριάδα είναι: εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι.
Το «εἶναι» είναι η δημιουργία του Θεού.
Το «εὖ εἶναι» είναι η ομοίωση, που καταλήγει στο «ἀεὶ εἶναι», που είναι η Βασιλεία του Θεού.
Πού γίνεται αυτή η κίνηση;
Λέει ο Μάξιμος: διά της γνώμης γίνεται αυτή η κίνηση.
Λοιπόν, συγκεκριμένα είναι στα Κεφάλαια περὶ ἀγάπης και στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν.
Γίνεται, δηλαδή, η κίνηση της γνώμης προς το εὖ εἶναι και σταματά μέσα στο ἀεὶ εἶναι.

Επομένως, συσχετίζει ευθέως στα κείμενα αυτά εδώ την τριάδα εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι με την τριάδα φύση – γνώμη – πλήρωση.
Καταλάβατε;
Εάν δεν διαλέξει ο άνθρωπος το εὖ εἶναι, αλλά διαλέξει το φεῦ εἶναι — έτσι το λέει ο Μάξιμος ποιητικά — το αλλοίμονό του είναι.
Πώς γίνεται πάλι αυτό;
Λέει εδώ πάλι: γίνεται αυτό διά της γνώμης.
Διά της γνώμης.
Μισό λεπτό, μισό λεπτό.
Είναι τόσο πολύ σαφής, ευτυχώς, ο Άγιος Μάξιμος.
— Να ρωτήσω λίγο: στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει καθόλου αυτό το ζήτημα μεταξύ γνωμικού και... Δηλαδή, δεν υπάρχει;
— Όχι.
— Εννοώ αν είναι λυμένο αυτό.
— Λυμένο είναι. Δεν ακούσατε τι σας λέω τώρα; Είναι λυμένο το θέμα. Το λέει ο Blowers, το λέει ο Tollefsen, το λέει ο Louth, το λέει ο [...]. Δεν έχω να τον διαβάσω τώρα. Το λέει αυτός. Το λέει και ο καημένος ο πατήρ Λουδοβίκος.
Αλλά λέμε τώρα...
Λέει εδώ ότι ακριβώς υπάρχει η κατὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις και η παρὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις.
Είναι ξεκάθαρο.
Κατά τον λόγο της φύσης, γνωμική κίνηση, και παρά τον λόγο, γνωμική κίνηση.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει.
Και ένα άλλο κείμενο, το οποίο τώρα θέλω να μην το στερήσω από τους φιλομαθείς εδώ, φιλέρευνους και φιλομαθείς.
Είναι ένα κείμενο γραμματικής εντάσεως και ταυτόχρονα εκπληκτικής ενάργειας, που μιλάει για τη σχέση, για το πώς ακριβώς ο διάβολος βλέπει τον Χριστό.
Ακούστε να δείτε και τι ακριβώς συμβαίνει όταν ο διάβολος πειράζει τον Χριστό.
Ακούστε τι λέει εδώ.
— Πείτε, πάτερ, ποιανού είναι και από πού.
— Είναι το Πρὸς Θαλάσσιον. Δεν δίνω ακριβείς παραπομπές. Δεν θέλω να βγουν να μου γράψουν και άρθρα αύριο. Θα τα γράψω εγώ. Αν κανείς φιλομαθής τα θέλει, όμως, μόλις τα στείλω εγώ αυτά...
Λοιπόν, τι κάνανε, λέει, οι δαίμονες;
«Εἰκότως τὸν Σωτῆρα Θεὸν τοῦ Ἀδὰμ θεωροῦντες κατὰ φύσιν διὰ τῆς σαρκὸς παθητόν...»
Βλέποντας, επειδή φορούσε σάρκα, ότι ήταν παθητός.
Οι δαίμονες τώρα τον Χριστό, έτσι;
«Καὶ δοκοῦντες πρὸς ἀνάγκην τῶν περιστατικῶν, ὡς ψιλὸν ἄνθρωπον...»
Και νομίζοντας ότι, από την ανάγκη την ίδια, θα ήταν ένας κι αυτός άνθρωπος όπως όλοι, ψιλός άνθρωπος,
«... ἄλλοτε κατὰ θέλησιν τὴν γνώμην κινούμενον...»
Προσέξτε.
Αλλά δεν έχει θέληση άλλη που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
Το είπαμε: ο Χριστός δεν έχει γνωμικό θέλημα.
Αλλά το πρόβλημα είναι πώς τον βλέπει ο διάβολος.
Ο διάβολος βλέπει έναν άνθρωπο και δεν μπορεί να φανταστεί, επειδή είναι ανθρωπάκι σαν τα άλλα, ότι μπορεί να διαθέτει μια θέληση που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
«Προσέβαλλον οὖν, ἐλπίζοντες [...] διὰ τοῦ κατὰ φύσιν πάθους τὸ παρὰ φύσιν φαντάζεσθαι πάθος...»
Και να κάνουν αυτό που θέλουν, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα τον οδηγήσουν, με το πάθος που έχει φύσει, από μόνο του, σε μια παρά φύσιν κατάσταση.
«Οὕτω μὲν οὖν κατὰ τὴν πρώτην πείραν προσβαλόντες...»
Ο Χριστός, όμως, τα πέταξε όλα αυτά.
«Καὶ τὸ χειρόγραφον ἐν ἑαυτῷ τοῦ Ἀδὰμ τῆς πρὸς τὴν καθ’ ἡδονὴν παθῶν γνωμικῆς συγκαταθέσεως ἀπαλείψας...»
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση του ανθρώπου προς την καθ’ ηδονήν εμπάθεια.
Βλέπετε τι λέει;
Είναι η γνωμική απάλειψη της καθ’ ηδονήν εμπάθειας.
Αλλά είναι γνωμική αυτή. Δεν λέει ότι εδώ επιστρέφουμε στη φύση. Λέει ότι είναι η γνωμική απάλειψη των παθών. Διό, συνεχίζει:
«Τοῦ ἀνθρώπου ῥέπουσαν ἔχοντος πρὸς ἡδονὴν τὴν γνώμην...»
Λοιπόν, λέει ξεκάθαρα.
Μιλάει για τον Χριστό εδώ ως άνθρωπο, όπως τον βλέπει ο διάβολος.
Καταλάβατε;
Με το θείο του θέλημα, το οποίο είναι ενωμένο, γιατί είναι ένας ο Λόγος, και θέλει με φυσικό τρόπο.
Έτσι δεν είναι; Έχει παντογνωσία και δεν χρειάζεται να επιλέγει και να κάνει κάτι άλλο.
Δεν έχει γνωμικό θέλημα, δηλαδή, επειδή είναι ο Υιός του Θεού και έχει φυσικώς παρόντα τα αγαθά. Τα ξέρει όλα.
Αυτό φυσικώς. Όμως εδώ λέει ότι με τον τρόπο του τι κάνει;
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση και, επομένως, τη γνώμη πραγματικά, και την κάνει, τη δημιουργεί, την φτιάχνει να είναι πραγματικά κυρίαρχη και πάλι του ανθρώπου, αλλά σωτηριωδώς κυρίαρχη.
Να ασχοληθούμε μάλλον και με το γεγονός ότι το γνωμικό θέλημα δεν χάνεται.
Όπως είπαμε, δεν χάνεται. Γιατί πολλοί λένε ότι πρέπει να χαθεί, να βουλιάξει μέσα στο φυσικό. Δεν είναι. Είναι η κατὰ λόγον κίνηση του γνωμικού θελήματος που οδηγεί, όπως είπαμε, στο εὖ εἶναι.
Κατά τον Kapriev, ή και κατά τον πατέρα Νικόλαο Λουδοβίκο, η κίνηση είναι από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.
Κατ’ εικόνα είναι ο λόγος. Καθ’ ομοίωσιν είναι η δυνατότητα του θελήματος να οδηγήσει το εἶναι στο εὖ εἶναι.
Και αν αυτό δεν το κάνει, πάλι με γνωμικό τρόπο γίνεται αυτό το πράγμα: καθοδήγηση προς το φεῦ εἶναι, το οποίο μπορεί να οδηγήσει και στο ἀεὶ κακῶς εἶναι, στην κόλαση.
Ο πατήρ Μελχισεδέκ κάνει εδώ πέρα μια μικρή ανακεφαλαίωση και λέει...
— Πάτερ, πείτε λίγο ξανά το όνομα και τον τίτλο του βιβλίου.
— Είναι ο πατήρ Melchisedec Törönen, Union and Distinction in the Thought of St Maximus the Confessor.
Δεν τα λέω τα βιβλία, αλλά τέλος πάντων.
“In general, γνώμη is associated with free will, opinion, deliberation, inclination, individual attitude, and so on.”
Έτσι, η γνώμη συνδέεται με την ελεύθερη θέληση, την άποψη, τη διαβούλευση, την κλίση, την ατομική στάση και όλα αυτά τα πράγματα.
“In its negative role we could name it the individualistic will.”
Στην αρνητική της λειτουργία — αυτό μου αρέσει εδώ — το γνωμικό θέλημα μπορούμε να το ονομάσουμε «ατομικιστικό θέλημα».
Καταλάβατε;
Και λέει εδώ ότι αυτό το ατομικιστικό θέλημα δημιουργεί γενικώς τον χωρισμό από τον Θεό.
Αλλά:
“There is another aspect to γνώμη.”
Υπάρχει μια άλλη διάσταση στη γνώμη.
“Much of Maximus’ understanding of the Christian life as an ascetic endeavour consists in reforming the γνώμη.”
Πάρα πολύ από την κατανόηση του Μαξίμου για τη χριστιανική ζωή ως ένα ασκητικό κατόρθωμα συνίσταται στο να μεταβάλουμε τη γνώμη.
Και η γνώμη αυτή σημαίνει ότι θα προχωρήσουμε ακριβώς από το εἶναι στο εὖ εἶναι, γνωμικώς, και θα αποφύγουμε αυτό που έκανε ο πρωτόπλαστος, δηλαδή γνωμικώς να προτιμήσει — είναι όλες λέξεις του Μαξίμου — το υλικό αυτό κάλλος γύρω του και τον εαυτό του και τον ατομισμό, τον κλεισμένο στον εαυτό, τον ναρκισσικό εαυτό, θα έλεγα εγώ.
Λοιπόν, αυτός δημιουργεί όλο το πρόβλημα στον άνθρωπο.
Και υπάρχει ένα, ίσως, κείμενο του Αγίου Μαξίμου που πρέπει να διαβάσω στην κατεύθυνση αυτή.
Και ρωτά το θέμα. Η ερώτηση είναι εδώ: το γνωμικό και το φυσικό θέλημα είναι ενάντια θελήματα;
Και λέει, συζητάει με κάποιον ο οποίος εδώ πιθανώς έχει τέτοια γνώμη, και λέει:
«Ἄλλως, εἰ τὰ δύο θελήματα πάντως ἐναντία καὶ ἀντικείμενα...»
Αν θεωρήσουμε ότι τα δύο θελήματα είναι ενάντια και αντικείμενα, πώς, ερωτά, επί των κατά φύσιν και υπόστασιν διηρημένων λογικών όντων αυτό πάντοτε και πάντως συμβαίνει;
Πώς είναι δυνατόν αυτό να μη συμβαίνει στα όντα τα οποία είναι διηρημένα ως προς τη φύση και την υπόσταση;
Και λέει και «προς τη φύση» εδώ, γιατί μεταπτωτικά, είπαμε, το γνωμικό θέλημα κατέτεμε τη φύση σε πολλά κομμάτια.
Τώρα είμαστε ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως εσείς, εγώ, ο άλλος.
Αλλά, λέει, ποτέ δεν φαίνεται να είναι διηρημένα τα δύο εντελώς και να πολεμούνται μεταξύ τους.
«Συννεύομεν γὰρ ἔστιν ὅτε...»
Συννεύομεν, δηλαδή τα δύο αυτά έρχονται μαζί.
Και γνωμικώς, και προς τον Θεό και προς τους αγγέλους και προς αλλήλους.
Λέει εδώ: συννεύουν τα δύο.
Οπότε, όταν το γνωμικό θέλημα, παρόλο που είναι γνωμικό, και με τον Θεό και με τους αγγέλους και με τους ανθρώπους μεταξύ μας συνδέεται, κοινωνεί, με τον τρόπο αυτό δεν χρειάζεται να εκπέσει από το γνωμικό.
Δηλαδή, με απλά λόγια, όταν κοινωνούμε μεταξύ μας γνωμικώς, ενώνοντας τη διασπασμένη μας φύση, δεν χάνουμε το γνωμικό μας θέλημα.
«Οὐ γὰρ τούτων... τῆς συννεύσεως...
Έχουμε και τα άλλα γνωμικά θελήματα. Και με τον τρόπο αυτό δεχόμαστε, ανεχόμαστε, βαστάζουμε και τα άλλα θελήματα, τα γνωμικά.
Λοιπόν: «Ἐνταῦθα τοίνυν οὐδαμῶς ἀντίταξιν καθορᾶτε...»
Και σώζεται η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων και η φιλική μεταξύ τους διάθεση. Και με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει αντίταξη και σώζονται, παρά ταύτα, η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων, και έχουν και τη φιλική μεταξύ τους διάθεση. Έχουν μεταξύ τους φιλική διάθεση, χωρίς να χάνονται. Δεν εξαφανίζεται, δεν χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο. Δεν μπορεί, να το πω έτσι, ο πνευματικός να πει:
«Έλα εδώ, πουλάκι μου. Δεν θα έχεις γνωμικό θέλημα πλέον. Θα το έχω εγώ».
Τα γνωμικά θελήματα δεν χρειάζεται να χαθούν.
Συννεύομεν ο ένας προς τον άλλον γνωμικώς και εναγκαλιζόμαστε τον άλλον, αλλά δεν χάνεται το θέλημά μας. Δεν βουλιάζει το ένα μέσα στο άλλο.
Στο βιβλίο μου εδώ, το τελευταίο που έβγαλα, υπάρχει ένα κεφάλαιο ειδικό για την εκχώρηση του αυτεξουσίου.
— Το βιβλίο Αναλογικές Ταυτότητες;
— Ναι.
Το κεφάλαιο αυτό, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ασχολείται ακριβώς — το είχα πει και μια άλλη φορά, νομίζω — με το θέμα του πώς η εκχώρηση του αυτεξουσίου, του γνωμικού θελήματος, δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Τα έβαλα και στο προηγούμενο, νομίζω, βίντεο.
Δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Είναι τα θεληματικά εν ολίγοις.
Χωρίς γνωμικό θέλημα δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε προ της πτώσεως ούτε μετά την πτώση.
Το γνωμικό θέλημά μας, με τη χρήση που έκανε ο Αδάμ, μας έφερε πολλούς μπελάδες και έφτασε να μας τρελαίνει, όπως το είπε ο Άγιος Μάξιμος σε προηγούμενα που διαβάσαμε. Μας κατέστρεψε αυτόν τον κόσμο γύρω μας.
Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια γνωμική χρήση η οποία μας βγάζει από αυτό το αδιέξοδο.
Και επίσης είναι προπτωτικό το γνωμικό θέλημα.
Και έχω τον λόγο. Δεν το εξαφανίζουμε.
Έτσι λέει εδώ. Έτσι λέει ο Άγιος Μάξιμος.
Το θέλημα αυτό το παιδαγωγούμε. Και δεν μπορούμε και να το εγκαταλείψουμε. Τι θα πει να το εγκαταλείψουμε; Αν το εγκαταλείψουμε, εγκαταλείπουμε την υποστατική μας αρχή. Αυτό λέει ο Άγιος Μάξιμος. Εγκαταλείπουμε το γεγονός ότι είμαστε πρόσωπα.
Και δεν μπορούμε, αν δεν είμαστε πρόσωπα, να έχουμε καν φύση. Άλλη μια φοβερή συνέπεια: δεν μπορεί κάτι να έχει φύση αν δεν έχει την προσωπική της έκφραση.
Αν μου απαγορευτεί η προσωπική μου γνωμική εργασία από το εἶναι στο εὖ εἶναι, μετά από λίγο ούτε το εἶναι θα το έχω, διότι θα κυλήσει στην πλήρη αχρησία ο λόγος.
Δεν θα είναι πλέον ο λόγος — όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, τα έχω πει στην Ευχαριστιακή Οντολογία γι’ αυτά — υπαρξιακός δρόμος ταυτόχρονα.
Θα πάψει. Θα κλειστεί στον εαυτό του. Θα γίνει μία μαύρη... black hole, πώς το λένε αυτό. Αυτό θα γίνει η ανθρώπινη φύση. Λοιπόν, έχω κι άλλα εδώ να πω. Δεν ξέρω, μη βαρύνουμε υπερβολικά το βίντεο αυτό.
Και κυρίως πρέπει να γραφτούν μερικά πράγματα πλέον. Βλέπω κι εγώ ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. Είναι σοβαρό, εν πάση περιπτώσει.
Όχι γιατί ασχολούνται σοβαρά με αυτό. Θα έπρεπε να ασχολούνται σοβαρά.
Όχι. Αλλά ακριβώς διότι η μελέτη που πρέπει να γίνει λείπει. Και ο καθένας λέγει ό,τι του κατεβαίνει. Να τελειώσω λέγοντας ξανά για το περίφημο «κόψιμο του θελήματος».
Είναι μια έκφραση αυτή, το λέω ξανά, η οποία όντως υπάρχει στα ασκητικά κείμενα. Να μην ακολουθεί κανείς τον λογισμό του.
Ποιον λογισμό; Αυτό που είπε ο πατήρ Μελχισεδέκ: το ατομικιστικό γνωμικό θέλημα.
Αυτό είναι η συμφορά.
Το γνωμικό θέλημα πάει από το εἶναι στο εὖ εἶναι, όπως το είπες. Δεν είναι απαραιτήτως ατομικιστικό.
Μπορεί να είναι ανοιχτό διά της υπακοής. Εδώ μπαίνει η υπακοή. Προς τον Θεό και προς τους άλλους. Αυτό είναι το μυστικό της υπακοής. Δεν είναι η ανάγκη να εξαλειφθεί το θέλημα με έναν βουδιστικό τρόπο.
Και αυτή είναι και η διαφορά μας από τον βουδισμό. Μια μεγάλη διαφορά από τον βουδισμό. Υπάρχουν και άλλες.
Εξαφανίζεται το θέλημα όταν το θέλημα είναι συνδεδεμένο με τον κόσμο ολόκληρο αυτόν ως αυταπάτη. Σε εμάς είναι θέμα γνωμικής επιλογής η πτώση, η οποία όμως, παρά τη φασαρία τη μεγάλη που έφερε, με τη θεραπεία του γνωμικού θελήματος, με το άνοιγμα αυτό που λέει εδώ προς τον Θεό, προς τους αγγέλους, προς τους άλλους, διατηρεί το γνωμικό θέλημα.
Ταυτόχρονα, όμως, πραγματοποιεί, όπως είπα και στο προηγούμενο βίντεο, αυτό το χριστολογικό ομοούσιον, την ενότητα της κομματιασμένης φύσεως. Και αυτό είναι η Βασιλεία του Θεού. Και αυτό προεικονίζεται στη Λειτουργία. Μπορούμε να σταματήσουμε εδώ.
Δεν ξέρω πόσο συνολικό χρόνο έχουμε διανύσει, αλλά το κάνω με αγαθή διάθεση, το ξαναλέω όλο αυτό.
Και ξεπερνώντας το γεγονός ότι μερικοί έχουν μεγάλο προσωπικό πρόβλημα — αυτό είναι δικό τους ζήτημα, όπως το ξαναείπα — θέλω να παρακαλέσω όλους όσοι θέλουν τώρα σοβαρά να ασχοληθούν να ψάξουν να βρουν τα κείμενα του Μαξίμου.
Ειδικά για το γνωμικό και το φυσικό θέλημα, είναι ο Μάξιμος ο μεγάλος.
Από αυτόν το έχουν πάρει και οι άλλοι και έφτασε μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Και είναι αυτός, επίσης, ένας τρόπος — αν μου επιτρέπετε — ένας πρώιμος, πάρα πολύ πρώιμος, δεξιωτής του ανθρωπισμού.
Του αρχαίου ανθρωπισμού. Εδώ ο Άγιος Μάξιμος έχει καταπληκτικές συνδέσεις με την αρχαία φιλοσοφία.
Θα έπρεπε να κάνουμε ένα βίντεο μόνο γι’ αυτό.
Η συμπάθεια προς το φυσικό, την οποία κληρονομεί ως προϋπόθεση και ως βίωμα από την αρχαία σκέψη. Αλλά, βέβαια, αυτό υπάρχει σπερματικά.
Είναι σωστό. Δηλαδή ότι ο Θεός έκαμε τον κόσμο, τον έκαμε στα αλήθεια.
Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού, είναι πραγματική. Και προορίζεται να ζήσει. Δεν μετανοεί ο Θεός για τα κτίσματα και τη δημιουργία.
Και μπαίνει μέσα μετά το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου. Οπότε η φύση, σε αυτή, όπως το λέει ο Μάξιμος, καταρχήν καταφάσκεται με φοβερό τρόπο. Με κατάφαση της φύσεως και των αυτής φυσικών.
Και, σε μια δεύτερη φάση — το έχω πει αρκετές φορές αυτό — αν γίνει αυτό κατανοητό, θα καταλάβουμε την ορθόδοξη πατερική σωτηριολογία.
Γιατί γίνεται η σάρκωση;
Οι άνθρωποι σήμερα έχουν ανάγκη από θρησκεία, αλλά όχι από Θεό. Έχουν ανάγκη, δηλαδή, να διεκπεραιώνουν υποθέσεις μέσω του Θεού.
Αλλά αυτό το οποίο και σήμερα ακούσαμε, αυτό το «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» του Θεού, που λέει σήμερα ο Απόστολος, στον Απόστολο της σημερινής Κυριακής, είναι συγκλονιστικά παράξενο για μερικούς.
«Ναὸς Θεοῦ ζῶντός ἐστε».
«Καὶ ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω [...] καὶ ἔσεσθέ μοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες».
Τέλος η θρησκεία.
Η θρησκεία είναι ένα αλισβερίσι με τον Θεό, που προσπαθείς να πετύχεις μερικά πράγματα, να Τον εξευμενίσεις, να Τον πάρεις από εδώ, να Τον πάρεις από εκεί, να πετύχεις μερικά πράγματα.
Εδώ είναι αυτό που λέει ο Μάξιμος στο δεύτερο μέρος: είναι η φύση να γίνεται ικανή, ενεργή και [...] στα υπέρ αυτής.
Να ενεργεί και να είναι πέρα από τα όριά της.
Γίνεται θεοειδής ο άνθρωπος. Γίνεται ανθρωπόθεος.
Γίνεται θεός κατά χάριν.
Αυτός είναι ο σκοπός.
Και αυτό το πράγμα, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει παρά με την ανθρώπινη συνεργία.
Παλαιότερα έχω χρησιμοποιήσει τον όρο «αναλογία συνεργίας» και ένας από αυτούς που με επικρίνουν τώρα έγραψε ολόκληρα κατεβατά εναντίον, μη καταλαβαίνοντας τι λέω.
Νομίζει ότι εννοώ εγώ ότι υπάρχει αναλογία ουσίας μεταξύ θείας συνεργίας και ανθρώπινης συνεργίας, σε ένα βιβλίο όπου λέω ξεκάθαρα ότι αυτό δεν υπάρχει.
Γιατί δεν υπάρχει αναλογία ουσίας.
Άκτιστη ουσία, κτιστή ουσία. Άκτιστη ενέργεια, κτιστή ενέργεια.
Αφού οι ουσίες δεν έχουν μεταξύ τους αναλογικές σχέσεις. Τις έχουν οι ενέργειες.
Αλλά υπάρχει αναλογία ενεργείας, που το εξηγώ με βάση τον Αρεοπαγίτη, ως συνεργία.
Δηλαδή, ομιλεί ο Θεός, δρα ο Θεός, και ο άνθρωπος αποδέχεται, προχωρεί, αφομοιώνει και κάνει τη δική του ελεύθερη κίνηση.
Αυτό λέω «αναλογία συνεργίας».
Εντάξει;
Δεν το κατάλαβε εκεί πάλι. Θα το εξηγήσω, παρόλο που τον παρέπεμψα σε συγκεκριμένες προτάσεις του βιβλίου μου αυτή τη φορά.
Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.
Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.
«Πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», στην κυριολεξία.
Ναι.
Και ενώ σας είπα για το θέμα αυτό της προπτωτικής υπάρξεως, σήμερα έχουμε ένα ευρύ consensus στους ειδικούς.
Ευρύ consensus, μια ευρεία συμφωνία των ειδικών, στο ότι το ενεργό γνωμικό θέλημα είναι σαφώς παρόν προ της πτώσεως.
Και, από την άλλη, δεν το εξαφανίζουμε.
Και το είπε ο θείος Μάξιμος εδώ, στο τελευταίο κείμενο που διάβασα. Δεν υπάρχει λόγος να το χάσουμε.
Συμφωνία θέλουμε μεταξύ μας.
Να βγούμε από τη φιλαυτία μας θέλουμε.
Και όταν κάνεις υπακοή σε έναν γέροντα — και πολύ καλά κάνεις, έτσι; Εγώ τα έχω πει ως διδασκαλίες αυτά, προς Θεού — τα δέχομαι απολύτως.
Και πώς τα δέχομαι!
Τα θεωρώ και πάρα πολύ σημαντικά.
Και προτείνω σε πολλούς να δοκιμάσουν.
Τι να δοκιμάσουν;
Όχι γιατί ο γέροντας είναι μια διαπλανητική μεγαλοφυΐα και ξέρει τα πάντα και εσύ είσαι απολύτως κούτσουρο.
Όχι.
Η άσκηση είναι διαφορετική.
Η άσκηση είναι: βγαίνω από την κρίση μου.
Πώς το λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; «Διὰ πλοῦτον διακρίσεως».
Για να αποκτήσω πλούτο διακρίσεως, βγαίνω από την ατομική μου διάκριση, η οποία είναι δεμένη με τη φιλαυτία.
Γιατί είναι το πρόβλημα το γνωμικό θέλημα να είναι φίλαυτο.
Γιατί είναι κλεισμένο στα κριτήρια του ναρκισσισμού μου.
Γι’ αυτό και στο τελευταίο μου βιβλίο μιλώ για τον «μεταναρκισσισμό», που είναι και μια πρότασή μου στους ψυχολόγους ως όρος: μεταναρκισσισμός.
Έχουμε φτάσει πλέον στην πλήρη εξάλειψη της ετερότητας του άλλου σήμερα.
Και τους καλώ σε μια [...] για να ξαναβρούμε το νόημα ακριβώς αυτού του είδους της αγάπης, για την οποία μιλάει ο Μάξιμος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και οι άλλοι.
— Όχι, πάτερ, να το κλείσουμε, για να τελειώσει το μάθημα.
— Νομίζω δεν είναι...
— Ναι. Α, θέλετε να το πείτε. Νομίζω ότι χρόνο έχουμε.
— Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά νομίζω, για να μη γίνει τεράστιο όλο αυτό...
— Το θέμα της φιλαυτίας;
— Της υπακοής που είχατε πει.
— Της υπακοής.
— Είπατε σε κάποιο βίντεο, προφανώς, και το έχετε ξαναπεί. Εκεί είχατε μείνει.
— Το ζήτημα της υπακοής, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα το οποίο λύνεται πραγματικά με την κατάφαση στο γνωμικό θέλημα και την ανάγκη παιδαγωγήσεώς του.
Βγαίνω από τον εαυτό μου όχι γιατί είμαι ανόητος αναγκαστικά, αλλά επειδή ακριβώς θέλω να αποκτήσω αυτή την πανανθρώπινη, ομοούσια ωρίμανση της υπάρξεώς μου. Και με τον τρόπο αυτό να μπορεί η Χάρις, καθώς κάνω την κίνηση της κενώσεως, να με πληροφορήσει για πράγματα που είναι πέρα από την ατομική μου φιλαρέσκεια και τον προσωπικό μου ατομικισμό.
Λοιπόν, αυτά εν ολίγοις.
Ελπίζω να υπάρξει μια κατανόηση και όχι πλέον άλλη παρανόηση.
Ευχαριστώ για την...
— Χτύπησε το κουδούνι. Τέλος μαθήματος. Πάτερ Νικόλαε, για άλλη μια φορά σας ευχαριστούμε.
— Κι εγώ ευχαριστώ το Αντίφωνο. Και όλα τα καλά.
— Την ευχή σας, πάτερ.

Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Ο Κύριος σιχαίνεται την οίηση, και αυτή ευθύς απ’ την αρχή έχει διώξει από τον Παράδεισο τον άνθρωπο…
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Παράφραση των 50 λόγων του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου σε 150 κεφάλαια»*,
Περί αγάπης
86. Όπως ο πλεονέκτης, και αν συνάξει αναρίθμητα χρήματα, δεν χορταίνει, αλλά όσα προσθέτονται κάθε μέρα, τόσο αυξάνουν την επιθυμία του για περισσότερα, ή όπως εκείνος που απομακρύνεται από ένα ποτάμι με γλυκύτατο νερό πριν ξεδιψάσει, νιώθει μεγαλύτερη δίψα, έτσι και στον καθένα η γεύση του Θεού δεν έχει κόρο ή τέλος, αλλά όσο πλουτίζει κανείς με αυτόν τον πλούτο, τόσο νομίζει τον εαυτό του φτωχό.
Οι Χριστιανοί δεν θεωρούν πολύτιμη τη ζωή τους, αλλά αισθάνονται να είναι εντελώς τιποτένιοι μπροστά στον Θεό, και θεωρούν τους εαυτούς των δούλους όλων των ανθρώπων. Πολύ χαίρεται ο Θεός και αναπαύεται με αυτή την ψυχή, για την ταπείνωσή της.
Αν λοιπόν έχει κανείς κάποιο καλό ή και είναι πνευματικά πλούσιος, να μη νομίζει γι’ αυτό ότι είναι κάτι ή ότι έχει κάτι.
Γιατί ο Κύριος σιχαίνεται την οίηση, και αυτή ευθύς απ’ την αρχή έχει διώξει από τον Παράδεισο τον άνθρωπο που άκουσε ότι «θα είστε σαν θεοί», και πήρε θάρρος μ’ αυτή τη μάταιη ελπίδα.
Σκέψου ότι ο Θεός σου και Βασιλιάς, αλλά και Υιός του Θεού, κένωσε τον εαυτό Του παίρνοντας μορφή δούλου, ότι έγινε φτωχός και συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των ατίμων και σταυρώθηκε.
Αν έτσι έγινε με τον Θεό, εσύ ο άνθρωπος που αποτελείσαι από σάρκα και αίμα, που είσαι χώμα και στάχτη και που -αλοίμονο- δεν έχεις τίποτε το αγαθό, αλλά είσαι τελείως ακάθαρτος, πώς έχεις μεγάλη ιδέα και αλαζονεύεσαι;
Εσύ λοιπόν, αν βέβαια είσαι συνετός, ακόμη και για κάτι καλό που έλαβες από τον Θεό, να λές: «Αυτό δεν είναι δικό μου, από Άλλον το πήρα· και αν Αυτός το κρίνει σκόπιμο, θα μου το πάρει πίσω».
Έτσι κάθε καλό να το αποδίδεις στον Κύριο, κάθε κακό στον εαυτό σου.
* Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», τόμος γ’, των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας, μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης.

ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ.                           ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΚΥΡΙΕ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΩΜΑ ΤΟ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΣΤΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ, ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΥΛΙΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΤΗΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΗΣ ΣΕΚΤΑΣ ΗΤΑΝ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ, ΠΑΡΟΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΟΝΟΣ ΠΙΑ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ. ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΔΕ ΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΠΑΡΗΓΑΓΕ Η ΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΕ ΟΛΟΥΣ. ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ.