Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Ν. Λουδοβίκος - Σ. Σαρογλίδου) α

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Ν. Λουδοβίκος - Σ. Σαρογλίδου) α

Ο Χριστιανικός εαυτός σε διάλογο ( π. Νικόλαος Λουδοβίκος - Σοφία. Σαρογλίδου) Caravel 8 Μαρτίου, Αντιφωνικό Εργαστήρι, 12 Έκθεση Ορθόδοξου Χριστιανικού Βιβλίου με αφορμή το νέο του βιβλίο: Αναλογικές ταυτότητες (τόμος β΄)- Η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού Διεννοημάτωση: αυτo-καθολικοποίηση, μετα-ναρκισσισμός και Χριστιανική θεολογία, εκδ. Αρμός.


Καλό μεσημέρι σε όλους. Του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Και με αφορμή το νέο βιβλίο του πατρός Νικολάου Λουδοβίκου, Αναλογικές ταυτότητες: η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού, διανοημάτωση, αυτοκαθολικοποίηση, μεταναρκισσισμός και χριστιανική θεολογία.

Το βιβλίο αποτελεί τον δεύτερο τόμο της τριλογίας του πατρός Νικολάου για την ανθρωπολογία. Η τριλογία αυτή εγκαινιάστηκε με τον τόμο Αναλογικές ταυτότητες: η δημιουργία του χριστιανικού εαυτού, πέρα από την πνευματικότητα και τον μυστικισμό στην πατερική περίοδο. Και θα ακολουθήσει ένας τρίτος τόμος της τριλογίας αυτής, που θα είναι αφιερωμένος σε μια θεολογία του ασυνειδήτου.

Βαθιά νερά, πατέρα Νικόλαε.[Βαθιά τά κάνει η σκιά, κυρία μου.Αλλά πρόσεξε τά βαθιά νερά κρύβουν καρχαρίες]

Ο εκδότης μου λέει ποτέ να μην αναγγέλλουμε τον τρίτο τόμο. Θα δούμε.

Διότι μπορεί να τρομάξει και να μην είναι σωστό όμως, ή μπορεί ο τρίτος τόμος να λέει ποτέ. Έτσι λέει αυτός. Λοιπόν, τα βιβλία αυτά βγαίνουν πρωτίστως στα αγγλικά και, όσον αφορά τον πρώτο τόμο, το τρίτο του μέρος, ο επίλογος, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την κόρη μου.

Και βγήκε από τις εκδόσεις Εν Πλω. Μόνο ο επίλογος. Μόνο το τρίτο μέρος, που είναι ο επίλογος.

Συναρπαστικά είναι η τελική σύνθεση. Πας με τόση. Ναι.

Μιλάτε για την αλήθεια του αναλογικού εαυτού ως διανοημάτωση. Ναι. Η λέξη «διανοημάτωση» στον υπότιτλο έχει μια τελεία.

Τα άλλα ακολουθούν, έτσι. Ναι. Σημαίνει, αντιπαρατίθεται και στην έννοια αυτής της πραγματικότητας, αυτής της αυτοκαθολικοποίησης και στον ναρκισσισμό ή τον μεταναρκισσισμό, όπως το λέω εγώ σήμερα.

Εντάξει. Αυτό, ναι. Πείτε μου λίγο πώς το ξέρετε, να πω μικρή.

Καταλαβαίνω ότι είναι ένα δίπολο αυτό. Είναι ένα δίπολο. Ουσιαστικά είναι ένα δίπολο, ναι.

Είναι ένα δίπολο αυτό. Το ζήτημα ουσιαστικά ξεκινάει στον προηγούμενο τόμο του βιβλίου. Δεν έχω αυτή τη στιγμή το ελληνικό μπροστά μου, γιατί δεν ξέρω, κανέναν, μου έχουν μείνει αντίτυπα από αυτά που μου έστειλαν κάποτε.

Αλλά ξεκινούσε αυτό το... Έχω το αγγλικό δηλαδή, έτσι. Καταλήγει το βιβλίο αυτό ως η ενέργεια δύο ανθρωπολογικών τύπων. Ο τύπος της αναλογίας ενέργειας, της αναλογίας συνεργίας, της αναλογίας διαλόγου.

Όλα αυτά είναι συνώνυμα. Και ο δεύτερος είναι ο τύπος της εσωτερικότητας, οι ανθρωπολογικοί τύποι, οι οποίοι δεν ταυτίζονται επακριβώς με το δίπολο Ανατολή-Δύση. Διότι έχουμε σημαντικούς γραφείς, πολύ σημαντικούς γραφείς από την Ανατολή, οι οποίοι μετέχουν και στα δύο.

Και επίσης έχουμε πάρα πολλούς σημαντικούς συγγραφείς στη Δύση, οι οποίοι μετέχουν επίσης και στα δύο. Το θέμα είναι ότι στην Ανατολή, αν το πω στους Έλληνες δηλαδή, κάθε την έρευνα υπάρχει πίσω από το βιβλίο αυτό. Για σκεφτείτε ότι αυτοί οι δύο τόμοι είναι προϊόν μιας δεκαετούς σπουδής.

Έτσι, δεν είναι έργα που γράφονται κανενός μέσα σε ένα και δύο χρόνια. Είναι μια υπερδεκαετής, μάλιστα, εργασία. Και ενώ έγραφα άλλα πράγματα, γύριζα ξανά στην έρευνα αυτή, η οποία υπήρξε σπονδυλωτή και η οποία είναι σαν κάπως ογκώδης, διότι περιλαμβάνει αρχαία και νέα φιλοσοφία, αρχαία και νέα θεολογία, ανατολική και δυτική.

Και επίσης πολλή ψυχολογία, νέα ψυχολογία. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου αυτού είναι ο διάλογος με την ψυχολογία, το πρώτο μέρος είναι με τη θεολογία, δυτική, ανατολική, το δεύτερο με τη φιλοσοφία και το τρίτο με την ψυχολογία.

Βέβαια, παρελθοντικά, προτού προχωρήσω, έχω τον πειρασμό να κάνω ένα μικρό σχόλιο εδώ, γιατί υπάρχουν πολλοί οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν γιατί χρειάζεται όλη αυτή η περιήγηση.

Είναι σημαντικό να μας εξηγήσετε γιατί σήμερα αυτό το βιβλίο, αυτές οι διερωτήσεις, αυτή η αναζήτηση.

Η Ελλάδα, η συνέχεια της παιδείας έχει διακοπεί. Και αυτό έχει ως συνέπεια το να μην θεωρείται ότι είμαστε υπόλογοι απέναντι σε όλον τον ανθρώπινο πολιτισμό, απέναντι σε όλη την ανθρώπινη σκέψη, απέναντι σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Δεν είμαστε χθεσινοί, ειδικά εμείς οι Έλληνες. Και να σκεφτούμε επίσης το εξής: ότι ο Ελληνισμός, αυτό που έκανε ιστορικά πάντως ήταν να προσλαμβάνει.

Δεν θα καταλάβετε ποτέ ένα μέρος της αρχαίας φιλοσοφίας χωρίς να δείτε τις σχέσεις με την Ανατολή. Την Ανατολή, την αιγυπτιακή Ανατολή και στη συνέχεια την ινδουιστική Ανατολή.

Υπάρχουν πράγματα συγχρονιστικά, όσον αφορά τις ανακαλύψεις που μπορεί να κάνει κανείς, για να φτάσει να δει και τις διαφοροποιήσεις που προτάθηκαν, τις συγχρονιστικές διαφοροποιήσεις από Έλληνες.

Έτσι φτιάχνοντας αυτό που ένας μεγάλος φιλόλογος, ο Ντοντς, ονομάζει διανοητικό μυστικισμό των Ελλήνων. Είναι μια επεξεργασία δεδομένων τα οποία ξεκινούν από πολύ μακριά.

Οι Έλληνες είναι παγκόσμιοι σήμερα, γιατί έκαναν μια παγκόσμια κίνηση. Έκαναν μια κίνηση να αφομοιώσουν ολόκληρο το ανθρώπινο γίγνεσθαι, διανοητικά και θρησκευτικά, και όλο το φιλοσοφικό και διανοητικό γίγνεσθαι επίσης.

Το ίδιο πράγμα έχουν και οι Έλληνες Πατέρες. Επειδή στην Ελλάδα σήμερα λειτουργούμε βασικά με συνθήματα στον θεολογικό χώρο, αυτό κάνει ο λεγόμενος συντηρητικός προτεσταντισμός.

Βασικά ο προτεσταντισμός είναι η επίσημη θρησκεία της Ελλάδας σήμερα. Είναι ο συντηρητικός προτεσταντισμός, ο οποίος λειτουργεί με συνθήματα προς μια απόλυτη ιδέα της καθαρότητας.

Μαγικής καθαρότητας. Δηλαδή, γι’ αυτό και δεν ξέρω πόσοι πρόσεξαν το βιβλίο μου αυτό, για να καταλάβουν τι ακριβώς εννοώ, ειδικά το ελληνικό.

Το τελευταίο τρίτο μέρος βγήκε στα ελληνικά. Να μελετήσουν έναν-δυο πίνακες και να δούνε. Νομίζω προσπαθώ να το αποδείξω αυτό.

Πόσο κοπιώδης υπήρξε η ανάδειξη μερικών θεμελιωδών θέσεων της ελληνικής ή της ορθόδοξης, λέγουμε, ιστορικής θεολογίας. Πόσο ελάχιστα αυτονόητη υπήρξε. Αυτή η περιήγηση σήμαινε για μερικούς ανθρώπους οι οποίοι δεν δηλώνουν πάντα τις πηγές τους, γιατί στην αρχαία εποχή, ξέρετε, όταν γράφει κανείς, δεν γράφει όπως γράφουμε σήμερα.

Σήμερα για να γράψει κανείς κάτι έγκυρο πρέπει να παραπέμψει και μάλιστα να παραπέμψει σε μεγάλη λεπτομέρεια. Τότε δεν το κάνανε αυτό. Αλλά τα διαβάσματά τους, για όλους όσοι έχουν διατρέξει παρόμοια κείμενα, είναι εμφανή.

Λέω, λοιπόν, το εξής: ότι είμαστε υπόλογοι απέναντι σε όλους και σε όλα. Και αν θέλει σήμερα η ορθόδοξη θεολογία να ξαναβρεθεί στο επίκεντρο του διανοητικού ενδιαφέροντος σε όλον τον δυτικό, ελληνοδυτικό λέγω όπως μου... χριστιανικό ελληνοδυτικό...

Ναι, βλέπετε μέσα στο βιβλίο σας «ελληνοδυτικό».

Ναι, αυτόν τον όρο χρησιμοποιώ και βάζω μέσα στον Έλληνα, βάζω επιτήδεια τη ρωσική, ας πούμε αυτή, κεντρικά βέβαια. Έχει από τον ελληνισμό και τον χριστιανισμό και τη δυτική ταυτόχρονα. Και κάποτε αυτός ο κόσμος για χίλια χρόνια αισθάνεται ενωμένος, παρά τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό.

Αλλά αισθάνεται ότι παρέχει, ότι έχει έναν τρόπο να βιώνει αυτές τις, ας πούμε, διαφορές. Και κάποια στιγμή αυτό το πράγμα βέβαια αρχίζει να διαρρηγνύεται και, λόγω της μη επικοινωνίας για πάρα πολύ καιρό, έπαψε να λειτουργεί.

Δηλαδή, το γεγονός το να επιστρέφουμε σ’ αυτή τη συζήτηση απλά θριαμβευτικά, έτσι. Δηλαδή απλώς κρατώντας τη σημαία της απόλυτης αλήθειας, επειδή εμείς θέλουμε να είναι αυτό αλήθεια, κινδυνεύει να αποτελεί αφέλεια. Πρέπει να πείσουμε. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι λέω.

Έχει αλλάξει το ιστορικό πλαίσιο. Πρέπει να πείσουμε, όπως πείσαμε κάποτε. Ακούστε, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής —τον αγαπώ, ξέρετε πώς— δεν είναι μεγάλος γιατί ακολούθησε την παράδοση, όπως λέτε συγκεκριμένα.

Για να μην πω πώς τους βλέπω έξω. Αυτό είναι γράμμα. Είναι μεγάλος γιατί μας έδειξε ποια είναι η παράδοση.

Μας εξήγησε γιατί αυτή η παράδοση είναι η παράδοση. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό που πρέπει να ξανακάνεις. Να ξαναφωτιστούν τα κείμενα με ένα λεξιλόγιο σύγχρονο.

Όχι μόνο αυτό. Να τα ερμηνεύσω με σημασία υπαρξιακά και δυνατικά και σε διάλογο.

Και σε διάλογο, ναι.

Δεν μπορεί εγώ αυτή τη στιγμή, τη μεγάλη εξαίρεση του θωμισμού, λέω για παράδειγμα, λέω ότι είμαι, δεν ξέρω τώρα, δεν θέλω να μιλάω έτσι, αλλά έκανα έναν αγώνα να διαβάσω τον Ακινάτη στην αρχαία ως το τέλος, με τον Αυγουστίνο, στην αρχαία ως το τέλος. Λοιπόν, γιατί; Διότι δεν θα καταλάβεις με ποιους μιλάς αν δεν το κάνεις αυτό.

Το να πιάσεις ένα-δυο πραγματάκια και να τα απορρίψεις, είναι αυτό το ίδιο που κάνουν και οι χειρότεροι εξ αυτών για εμάς. Το ίδιο πράγμα κάνουν.

Γι’ αυτό σήμερα υπάρχουν δυσκολίες, λέει, η κοινωνία. Διότι φονταμενταλισμός υπάρχει και από την εδώ πλευρά και από την παραπέρα, και στις άλλες πλευρές απέναντι.

Και γίνεται πάντα το ίδιο πράγμα. Και το ζήτημα είναι ότι η αλήθεια δεν φοβάται αυτού του είδους τις αναρριφήσεις και τις αναζητήσεις. Ξέρετε.

Οι αληθινοί δεν φοβήθηκαν ποτέ έναν καλύτερο εκπρόσωπό της. Δεν τις φοβήθηκαν. Ούτε ο Μάξιμος, ο Παλαμάς, ούτε ο Γρηγόριος Νύσσης, ούτε όποιον θέλετε να πούμε τώρα.

Καταλάβατε; Ή μάλιστα εργάζονταν με τον τρόπο αυτόν ακριβώς. Δηλαδή παίρνοντας, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, τα καλά από πάρα πολλά πράγματα και αναχωνεύοντάς τα με τον ελληνικό τρόπο, γιατί είναι Έλληνες αυτοί, τον οικουμενικό αυτόν τρόπο δηλαδή, ο οποίος ουσιαστικά κάνει παρόντα όλα τα ανθρώπινα ερωτήματα μέσα στον προβληματισμό μου.

Και δεν μιλάω πλέον απλά ως Έλληνας, Αθηναίος, Θεσσαλονικιός, Κωνσταντινοπολίτης. Μιλάω σαν πανάνθρωπος. Και επειδή το κάνανε αυτό, γι’ αυτό σήμερα ο κόσμος ολόκληρος επιστρέφει στον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Και έχουμε κάθε χρόνο ένα παγκόσμιο συνέδριο στον θεολογικό χώρο και έχουμε ειδικώς για τον Μάξιμο από όλο το σύμπαν. Αν μιλούσα απλά σαν, πώς το λένε, φονταμενταλιστής, ας πούμε...

Που δεν ήταν ποτέ, που δεν μπορούσε να είναι με την τεράστια διανοητική και υπαρξιακή έννοια που είχε. Δεν θα ασχολούνταν κανένας μαζί του σήμερα. Κανένας. Κανένας.

Θα είχε λύσει το προσωπικό του πρόβλημα πιθανώς γι’ αυτόν και για κάποιους άλλους ίδιους με αυτόν. Αλλά δεν θα είχε αυτή την τεράστια δυνατότητα επικοινωνίας που είχε και που έχει. Και δεν θα έκανε τα τεράστια βήματα αυτά, γιατί για να διορθώσεις τη φιλοσοφία, όπως κάνει αυτός, διορθώνει τον Αριστοτέλη, διορθώνει τον Πλάτωνα ταυτόχρονα.

Πρέπει να τους ξέρεις καλά αυτούς τους δύο. Και να ξέρεις τους σχολιαστές τους, τις εποχές, τους ανθρώπους με τους οποίους μένουν τέτοιοι, τα κείμενα, τη δουλειά που έχει γίνει προηγουμένως, έτσι.

Αυτά, αναλόγως με τα θεωρούμενα σήμερα, σημαίνουν ένα πολύ συγκεκριμένο χρέος, το οποίο οπωσδήποτε περνάει από το βίωμα του εν Χριστώ και στον διάλογο τον διασκεπτικό, στη διερώτηση. Και τα δύο.

Όσοι με ξέρουν, ξέρουν ότι και τα δύο με ενδιαφέρουν πάρα πολύ. Αλλά και τα δύο. Όχι μόνο το ένα, όχι μόνο το άλλο.

Γι’ αυτόν τον λόγο και αυτά τα βιβλία, τα οποία ξέρω κι εγώ ότι είναι ειδικά βιβλία για να διαβαστούν, έχουν ουσιαστικά ως προέλευση όλη αυτή την προσπάθεια να αναχωνευτεί ό,τι έχει γίνει μέχρι σήμερα. Και να δείχνουμε στην πράξη τι ακριβώς είναι αυτό που μας ενδιαφέρει και γιατί μας ενδιαφέρει.

Κάποτε ήμουν, θυμάμαι, στη Ρωσία, πριν... ήταν ένα συνέδριο πόσα, δέκα χρόνια πριν.

Δέκα χρόνια, ένα δεκα... χρόνια πριν. Στη Μόσχα. Οι Ρώσοι μετά τον κομμουνισμό δεν έχουν καταφέρει να αναπτύξουν σκέψη, τίποτα απολύτως.

Ξέρετε, στον θεολογικό χώρο. Πλην από έναν. Ο Σεργκέι Χορούζι, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, που κοιμήθηκε πλέον, ιδρυτής του Ινστιτούτου Συνεργητικής Ανθρωπολογίας, ένας μαθηματικός που έκανε τόσο καλά αγγλικά, ώστε να μεταφράσει James Joyce στα ρωσικά.

Joyce δεν μπορεί να διαβάσουν ούτε οι Άγγλοι, τόσο δύσκολος είναι για τη γλώσσα του. Και ταυτόχρονα φιλόσοφος, συνομιλούσε απευθείας με τον Φουκώ και λοιπά, και ήταν και φίλος μου. Εκτός από αυτόν, που είχε καταλάβει την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας και την έβαζε να κουβεντιάσει με όλα τα πράγματα, η Ρωσία είναι σε κατάσταση, να ξέρετε ακόμα σήμερα, παλιλαλίας, το λέω εγώ, μεταξύ μας.

Ένας που βρίσκεται σε κατάσταση, πώς το λένε, ειδική ψυχοπαθολογική κατάσταση και επαναλαμβάνει ό,τι του πεις. Υπάρχει, ναι βέβαια, ψυχωτικό αυτό, αλλά δεν ξέρω πώς να το πω αλλιώς. Ευσεβούς, πώς το λένε, αφασίας.

Λοιπόν, και εγώ τότε μίλησα. Αυτό που είπα τότε, το κεφάλαιο, είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο αυτό: είναι ο Λακάν και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος για τον κομματιασμένο εαυτό μου, για την επιθυμία μου. Λοιπόν, και θυμάμαι, επικράτησε κατ’ αρχήν μια τρομακτική παγωνιά.

Παγωνιά στην αίθουσα. Με κοιτάγαν έντρομοι. Έντρομοι. Διότι αυτοί δεν έχουν παράδοση πια, έχει κοπεί η παράδοση, ξέρετε.

Προσπαθούν να πιάσουν να γίνεται δεξιά-αριστερά, για να συνεχίσουν όλο αυτό το φοβερό πράγμα που έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα και, λοιπόν, σταμάτησε λόγω του κομμουνισμού. Κόπηκαν όλα. Μαύρο σκοτάδι. Τελείωσε απλώς. Θεραπεία συντήρησης, έτσι.

Λοιπόν, δεν έχουν γεφυρώσει το χάσμα. Δεν μπορούν να καταλάβουν ούτε τον Ντοστογιέφσκι ούτε τον Μπερντιάεφ ειδικά, όταν σταματήσουν. Λοιπόν, και η παγωνιά τη θυμάμαι ακόμα. Έξω έχει μείον 25, μέσα έχει επίσης μείον 25, διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν.

Πώς είναι δυνατόν; Σχολιάζω εγώ με σημερινούς όρους το γεγονός ότι ο τεθραυσμένος εαυτός και η ανάγκη ενοποίησης της επιθυμίας, που ζητά, ας πούμε, ο Λακάν, μπορεί να επιτευχθεί μέσω του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, έτσι. Δεν καταλάβαιναν τον συσχετισμό.

Και θυμάμαι σε κάποιον που με ρώτησε, τόλμησε να το ρωτήσει τελικά, λέω: κοιτάξτε κάτι, η έννοια αυτή της επιθυμίας σήμερα την καταλαβαίνετε με έναν τρόπο που έχει περιγράψει ο Λακάν. Είναι πεπτωκώς τρόπος. Είναι τρόπος ο οποίος δεν θα αφορούσε τον Άγιο Παΐσιο.

Ναι, σύμφωνοι. Αλλά δεδομένου ότι εμείς δεν είμαστε Παΐσιοι, έχουμε τη δυνατότητα, τον τρόπο, να διχαζόμαστε μέσω της επιθυμίας σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε αυτό το πράγμα να αποτελεί ένα τρομακτικό κενό εσωτερικό και μια διάσπαση εσωτερική, ακριβώς με ένα συνεχές έλλειμμα, το οποίο είναι διαθεραπευτικό. Αυτό συμβαίνει.

Η λύση είναι θεολογική. Αλλά για να έχει νόημα η θεολογική λύση για εμάς, πρέπει να περιγράψουμε με σημερινούς όρους τι μας συμβαίνει.

Χρειάζεται και ο σημερινός στοχασμός και η σημερινή φιλοσοφία και η σημερινή τέχνη και η σημερινή λογοτεχνία και η σημερινή ψυχολογία, που ούτως ή άλλως μας δείχνουν την εναισθητική κατάσταση. Και επίσης χρειάζεται να ξέρω, όπως είπα, τη συναίσθηση του τι συμβαίνει στις άλλες ομολογίες, αν θέλουμε να κάνουμε στοχασμό, για να δουλέψουμε με έναν ολοπαθή τρόπο και, ει δυνατόν, τι συμβαίνει και σε άλλες θρησκείες.

Γιατί σήμερα ο αναθεωρητισμός σε μια σειρά θρησκείες, στο Ισλάμ το ίδιο, ήταν φοβερός ερμηνευτικός αναβρασμός έξω από τις ισλαμικές χώρες, στον Ιουδαϊσμό, στον Βουδισμό. Αυτό δεν είναι το ίδιο βέβαια. Αυτό θέλω να στηρίξω, αυτό που λέω, ότι η διατύπωση της σημερινής θεολογίας στο επίπεδο του Βασιλείου, του Μαξίμου, του Παλαμά, θα συνεπαίρεται μια γνώση και μια επικοινωνία με αυτά τα πράγματα.

Τις αναταράξεις που συμβαίνουν —όχι, όχι τις αναταράξεις— που συμβαίνουν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όσον αφορά την ανθρωπολογία.

Όσον αφορά την ανθρωπολογία, βέβαια, σήμερα, όταν έχουμε την προτεραιότητα της ύπαρξης απέναντι στην ουσία, απέναντι στην ανθρώπινη φύση, αυτό το πράγμα για να κατανοηθεί πρέπει να ξέρεις τον υπαρξισμό, πώς παρήχθη. Δεν γεννήθηκε εκ του μηδενός. Τον φτιάξανε κάποιοι άνθρωποι.

Και δεν τον φτιάξανε αυτοί οι άνθρωποι... είναι μια προϊστορία όλη. Έπρεπε να τον φτιάξουν. Έχει καλά στοιχεία ότι το φτιάξανε. Και καλά και κακά.

Ακριβώς όταν ο Σαρτρ αρνούνταν την έννοια της ουσίας, για παράδειγμα, στον άνθρωπο και μιλάει για το en soi και το pour soi, το καθεαυτό, λοιπόν, έχει από πίσω μια έννοια της ουσίας πολύ συγκεκριμένη.

Η έννοια της ουσίας αυτή είναι γόνιμη; Θα θεωρούσα πως όχι. Η λύση πάλι στον Σαρτρ είναι εξ ολοκλήρου σωστή; Όχι. Μόνο προώπης από όλους ο Χάιντεγκερ, ο οποίος είπε, αν φτάσουμε στο γράμμα για τον ανθρωπισμό, ότι αν μείνουμε μόνο στον ανθρωπισμό, ουσιαστικά θα ξεχάσουμε τις αναφορές της υπερβατικής του ανθρωπισμού. Και αυτό είναι σωστό.

Αυτού του είδους η περιήγηση μας επιτρέπει να καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι η ορθόδοξη ανθρωπολογία και πόσο απολύτως —εγώ το θεωρώ πραγματικά συγκλονιστικό ως προσωπική καταρχήν ανακάλυψη— όπως ανακάλυψη προτείνω σε άλλους ανθρώπους, σε συζητητές μου, σε φίλους, σε αναγνώστες, σε αναζητητές βασικά.

Δηλαδή ακριβώς αυτό: πόσο συνδέεται η πραγματικότητα αυτή η εκκλησιαστική με τις πάρα πολύ σημερινές και κοντινές μας αναζητήσεις, αυτές με τις οποίες έχουμε, σε ένα περιβάλλον ιδεολογικό ή θεωρητικό, μέσα στη ζωή μας.

Ναι, εδώ υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι είναι επικίνδυνοι. Μπορεί να είναι κατά πάντα συμπαθείς ως άνθρωποι, η νοοτροπία τους όμως είναι επικίνδυνη. Είναι δύο ειδών — το έχω πει αυτό, αλλά αναγκάζομαι να επανέλθω. Από τη μια πλευρά, το ένα είναι το άλλο θετουάρι.

Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι φονταμενταλίζοντες, οι συντηρητικοί προτεστάντες, να το πω έτσι, οι οποίοι, όντες αποκομμένοι από την ύπαρξή τους τελείως, όντες αποκομμένοι από έναν εαυτό ο οποίος έχει απαιτήσεις και ο οποίος είναι πραγματικός εαυτός —και αυτά ίσως είναι και στοιχεία νευρωτικά κάποιες στιγμές— καταφεύγουν με έναν τρόπο, θα το πω με λακανική ορολογία, στο φανταστικό.

Με άλλα λόγια, με την αλήθεια σε έναν χώρο φανταστικό. Και στη συνέχεια —και εδώ έχει αρκετή μίμηση από πίσω— εμφανίζονται οι υπερασπιστές αυτής της φανταστικής αλήθειας, στην οποία δεν έχουν πάει ποτέ μέσα στην πραγματική ζωή του ανθρώπου και στον πραγματικό πολιτισμό.

Μιλάνε μια ξύλινη γλώσσα.

μια εμμονή αυτό. Μιλούνε μια ξύλινη γλώσσα, απεχθάνονται κάθε αναφορά σε φιλοσοφία, σε ψυχολογία, σε τέχνη, σε επιστήμη, με την έννοια ακριβώς —όπως μου λέγανε στη Ρωσία— «ο Λακάν είναι ανώτερος; Όμως ο Σιδηρόν είναι ανώτερος».

Ναι, το ξέρω εγώ, το πιστεύω πολύ ότι αυτό είναι ανώτερο, γι’ αυτό και είμαι στον χώρο των εκκλησιαστικών όρων. Αλλά αυτό πρέπει να το δείξουμε με τρόπο που να δικαιώνει τα πραγματικά ερωτήματα, τους πραγματικούς καημούς. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό.

Το να πετάω μια ξύλινη αλήθεια στα κεφάλια των ανθρώπων και να λέω «καμία σχέση δεν έχει η ψυχανάλυση»... Τώρα τελευταία τα άκουσα και αυτό: ένας που λέει ο καημένος «δεν υπάρχει ασυνείδητο, έχω ελευθερία βουλήσεως». Δεν υπάρχει ασυνείδητο και έχεις ελευθερία βουλήσεως; Η ελευθερία βουλήσεως είναι αυτή την οποία πρέπει να την αντικρίσεις από το ασυνείδητό σου.

Οι αγώνες που μας οπλίζει έχουν σκοπό ακριβώς αυτό: να φωτίσουν έτσι την πραγματικότητα. «Προαίρεσιν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου». Εδώ παραπέμπει σε ένα βάθος που είναι ακριβώς αυτό το βάθος. Είναι ο αγώνας αυτός.

Διότι ποιος κάνει άσκηση, κυρία Σαρογλίδου; Όποιος κάνει άσκηση πραγματική θα ανακαλύψει μετά από λίγο ότι με τα πάθη του δεν τα πάει καλά, γιατί τον νικούνε κάθε τόσο. Ξέρετε γιατί τον νικούνε; Γιατί έχουν βαθύ ασυνείδητο ρίζωμα.

Και όσο έχουν ασυνείδητο ρίζωμα, δεν τον διορθώνει ο Θεός και πέφτει στα ίδια και στα ίδια και στα ίδια για δέκα, για είκοσι, για τριάντα χρόνια. Και αυτό το πράγμα γίνεται μέχρι τη στιγμή που θα αποφασίσει ο Θεός. Λέει: θα έχω ένα τεράστιο βάθος μέσα μου. Το συγκεκριμένο, δηλαδή. Ξαναζήτησε από τον Θεό αυτή τη φοβερή κραυγή του Δαβίδ: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός».

Μα δεν είναι το θέμα του αυτεξουσίου μου; Το θέμα αυτό το κάνω; Πάμε που πάμε να τελειώσουμε, όπως λέει ο συγκεκριμένος και κάποιοι άλλοι. Αφέλειες. Αφέλεια και αγραμματοσύνη. Ούτε ξέρουμε θεολογία ούτε ψυχολογία, συγχωρέστε με. Αλλά αυτά τα πράγματα σήμερα στοιχειώνουν την πραγματικότητά μας.

Σημαίνει ότι θα κάνεις πραγματικό αγώνα με το ασυνείδητο για να φέρεις εις πέρας την ελευθερία της βούλησης και του αυτεξουσίου, που όντως έχεις.

Από την άλλη, υπάρχει αυτή η ιδεοληψία μιας καθαρής Ορθοδοξίας, η οποία δεν πρέπει να έρθει σε επαφή με τίποτα, μην τυχόν χαλάσει, έτσι, μη μολυνθεί.

Και από την άλλη υπάρχει το δίδυμο ακριβώς, έτσι, όλο αυτό το πνεύμα το μετά, μετά το ένα, μετά το άλλο, μετά το άλλο, όπου ουσιαστικά τα πάντα εγκαταλείπονται. Και ουσιαστικά ακόμα παραπέμπει αυτός ο στόχος μας σε μια συγχωρητικότητα που επιτρέπει τα πάντα να γίνουν.

Τα έχεις καθόλου σάλοθη; Τα έχω καθόλου σάλοθη ως πάρκινγκ, όπως λέω, όλων των ειδών των αυτοκινήτων, όπου όλη η μετανεωτερικότητα γίνεται ακρίτως αποδεκτή και ουσιαστικά δουλεύουμε, ψάχνουμε να βρούμε χωρία για να υπηρετήσουμε την απόγνωση και τα αδιέξοδα της μετανεωτερικότητας.

Δεν είναι ούτε το ένα. Χρειάζεται κάτι που να αφορά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μια στοχαστική εργασία η οποία, ει δυνατόν, να δικαιώσει κριτικά ό,τι συμβαίνει γύρω μας ή να κρίνει και να απορρίψει, πάλι με τον βιωματικό αλλά και λογικό τρόπο, και να προτείνει επίσης και διεξόδους προς μια κατεύθυνση την οποία θα την αναζωογονήσουμε από αυτό, γιατί θα τη φέρουμε ξανά δηλαδή στα πραγματικά μας προβλήματα.

Αυτή η μεγάλη παρένθεση γιατί γίνεται; Ουσιαστικά σήμερα εξαντλείται ολόκληρη η δυναμική της νεότερης θεολογίας μας σε μια άγονη μάχη μεθοδολογιών. Είναι όπως λένε: κάθε συμφωνισμός, θέωση. Μάλιστα. Αυτό σταματάει κάθε σχέση με οποιονδήποτε στοχασμό.

Είναι λάθος αυτή η ερμηνεία. Διότι ο Άγιος Μάξιμος, όταν τη χρησιμοποιεί, μετά περνώντας στη διαδικασία αυτή της καθάρσεως, δουλεύοντας με τις εντολές, τα ψυχολογικά, κάνει έναν φοβερό στοχασμό. Δεν είναι αφασία. Είναι οι προϋποθέσεις.

Όπως ακριβώς οι αγιογράφοι που κάνουν προσευχή για να κάνουν την εικόνα, αλλά θα κάνουν την εικόνα στο πλαίσιο. Είναι μια τρομακτική επέμβαση σήμερα.

Αν μιλάμε για ελευθερία βουλήσεως και ίσως το φέρουμε στον Μάξιμο, ο ανθρωπολογικός στοχασμός του Μαξίμου είναι πολύ προχωρημένος. Προσπάθησα να το δείξω πόσο και στο βιβλίο αυτό, μεταξύ άλλων. Και άλλων βέβαια, και του Παλαμά και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Από το βιβλίο αυτό βγάζαμε ολόκληρη θεωρία περί προσωπικότητας, ο διάλογος με τον Γιάνγκ και τον άλλον, τον Κόχουτ και τον Άντορνο, παίρνοντας την από την ανθρωπολογία του Αρεοπαγίτη, που είναι λίγο γνωριμένη.

Αυτό το «όση μετοχή με όσους διαμερισμούς».

Τόση μετοχή παράγεται με έναν τρόπο διάνοιξης προς τον άλλον και ταυτόχρονα μετοχής, που αυξάνει η μετοχή λόγω του μοιρασμού. Αυτά τα πράγματα είναι προχωρημένα και επίσης απευθύνονται σε κόσμο τον οποίο έχει εμπλέξει αυτό το πράγμα, που σκέφτεται έτσι. Δεν το καταλάβατε; Που τον αφορά αυτή η σκέψη, που τον αφορά είναι να το φέρει και στη ζωή του ακριβώς.

Και επιμένω σ’ αυτό, διότι το ξαφνικό είναι μια άγονη... Υπάρχει, λοιπόν, και κάθαρση και φωτισμός, αν και εμένα μου αρέσει —ο καθηγητής Μαντζαρίδης το άλλαζε πάρα πολύ— το σχήμα του πατρός Σωφρονίου: χάρις, θεοεγκατάλειψη παιδαγωγική, χάρις, θεοεγκατάλειψη. Είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Γιατί το άλλο έχει και φιλοσοφική ρίζα: κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Προέρχεται από τον Πρόκλο. Είναι πλατωνικό σχήμα, όσο και αν... πόσο θα φρίτταν οι θιασώτες αν μάθαιναν ότι το σχήμα αυτό, κάθαρση, φωτισμός, δεν είναι καθαρά... Αλλά το θέμα είναι ότι το δέχτηκε η Εκκλησία. Σε κάθε περίπτωση, είναι προετοιμασία για να γίνουμε μόνοι μας.

Ο Άγιος Μάξιμος, μάλιστα, έχει τα χειρότερα λόγια να πει για την ασκητική κολόβωση της φύσης. Έτσι τη λέει: ασκητική κολόβωση της φύσης. Κόβουμε κομμάτια του εαυτού. Η λογική είναι εχθρός, το συναίσθημα είναι εχθρός.

Τότε ο Παλαμάς, το σώμα είναι εχθρός; Αυτός ο σχολιαστής; Τότε ο Παλαμάς που κάνει όλον τον αγώνα αυτό για το είσω πέμπειν τον νουν και μιλάει για το σώμα: «ενσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις». Φοβερότερη κουβέντα που υπάρχει ποτέ για το ανθρώπινο σώμα. Δεν τα λέω. Δεν τα λέω.

Είναι φοβερά τιμητική κουβέντα. Είναι φοβερή τιμητική κουβέντα, φοβερά τιμητική κουβέντα.

Δεν μου αρέσει όπως λέτε. Δεν μιλάτε για το... Δεν βάζουμε το σώμα στην άκρη.

Ναι. Αλλά το τιμούμε ως πνευματικό μόρφωμα. Θέλει να καεί τα πάντα πνευματικά, το σώμα. Γι’ αυτό και στο προηγούμενο βιβλίο μου για το αρχαίο κεφάλαιο ξεκίνησα από ένα βίντεο: το πραγματικό σώμα και ο πραγματικός άλλος.

Υπάρχει ένα πραγματικό σώμα το οποίο υποφέρει κάτω από τις μερικεύσεις αυτές. Και το συναίσθημα και όλα αυτά. Αν αφαιρέσουμε το συναίσθημα, δεν μπορεί να έχουμε καρδιακή, γνήσια προσευχή.

Αν δεν έχει ο άνθρωπος επιθυμία και συναίσθημα. Αυτό λέει ο Παλαμάς. Και το λέει ένας άδεστος Παλαμάς.

Και όλη αυτή η ανθρωπολογία...

Είναι πολύ σημερινή, πατέρα Νικόλαε.

Είναι πολύ σημερινή. Πάρα πολύ αγωνιώδης ως πνευματική. Και εγώ ως πνευματικός το έχω αντικρίσει τόσες φορές αυτό.

Σε νέα παιδιά τα οποία είναι έτοιμα να κάνουν τα πάντα και έρχονται και μου λένε ότι κομματιάζεται ο εαυτός τους μέσα σε μια φονταμενταλίζουσα πνευματικότητα, η οποία δεν βλέπει την πραγματικότητα την ψυχοσωματική τους.

Και γιατί δεν τη βλέπει; Η παράδοση τη βλέπει όμως. Ο Μάξιμος την έβλεπε.

Ο Μάξιμος έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι το όλον αυτού. Και εννοούσε μάλιστα και τις σκηνοθεσίες του εαυτού. Κατά γράμμα.

Συνεχίζεται

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΡΧΗ ΤΟ ΠΟΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ ΤΟΥ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΑΥΡΑ ΦΙΔΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ.
ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΑΓΕ  Ο ΠΟΠΠΕΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΕΔΩΣΕ Ο ΣΟΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΛΟΓΟΣ, ΓΛΩΣΣΑ ΜΕ ΝΟΗΜΑ  ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. ΚΑΘΟΤΙ ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΤ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.

" Η ηθική του γούστου. Δηλαδή, είναι αυτό η απόρροια της μακράς κατάρρευσης των κοινών πηγών νοήματος.
Που, επιπλέον, δεν άφησαν και τίποτα πίσω τους, δηλαδή, έτσι. Και την παράλληλη εξέλιξη στη φιλοσοφία, δηλαδή. Αυτό που ο Χάιντεγκερ περιέγραψε ως θέληση για δύναμη, ως ουσία της δυτικής μεταφυσικής.

Δηλαδή, μια αντίληψη για τον εαυτό, ο οποίος αυτοϋπερβαίνεται συνέχεια. Δεν υπερβαίνει πια τίποτα έξω του, δεν υπάρχει τίποτα έξω του. Δεν βγαίνει από τον εαυτό του, με την έννοια ότι εξέρχεται για να συναντήσει ένα υπερουράνιο όλο.
Τίποτα δεν συναντάει. Συναντάει μονάχα έναν νέο εαυτό. Συναντάει συνεχώς κάτι το οποίο είναι, υποτίθεται, μεγαλύτερο και περισσότερο από αυτό που ήδη είμαι.
Και με τον τρόπο αυτό, βέβαια, θεωρείται ότι πάντα κάποιος έχει τεράστιους ορίζοντες ως προς τον εαυτό του, όμως. Καταλάβατε; Όχι ορίζοντες μετοχής, ναι, αλλά ορίζοντες αυτοπραγμάτωσης, νομίζουμε σήμερα. Αυτή είναι η μαγική λέξη."

ΣΗΜΕΡΑ ΛΟΙΠΟΝ ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΕΑΥΤΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ  ΔΗΛ. ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ. 
ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ ΤΟΝ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΜΕ ΑΛΑΝΘΑΣΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΤΙΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΓΡΗΓΟΡΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ. ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  Ο ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟ  ΣΥΝΕΙΝΑΙ, ΤΟ ΟΜΟΙΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ. ΤΟ ΓΟΥΣΤΟ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΟΥΣ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.

 Ο Κύριλλος είχε ανοίξει την πόρτα της αφαίρεσης, καθώς εννόησε το ομοούσιος με την έννοια του ομογενής. Έτσι ο Υιός είναι ομογενής του Πατρός, δηλαδή ομοούσιος. Ο Υιός, ο οποίος έρχεται από την ουσία του Θεού Πατρός δεν μπορεί να είναι έτερος, ξένος απ' Αυτόν που τον γέννησε, αλλά είναι ομοούσιος μ' Αυτόν, με καλές σχέσεις και ομοφυής. Οπωσδήποτε η ταυτότης τής ουσίας παίζει και εδώ τον ρόλο της, αλλά αυτή η αλήθεια εξαρτάται πλέον από μια αφαίρεση, έρχεται σαν συμπέρασμα και δεν δίνεται κατευθείαν από τον όρο ομοούσιος, όπως στην εποχή του Μ. Αθανασίου.

Τοιουτοτρόπως το ομοούσιος αρχίζει να χρησιμοποιείται στην Χριστολογία! «Ομοούσιος με τον Πατέρα όσον αφορά την θεότητα και ομοούσιος με μας όσον αφορά την ανθρωπότητα». Ο Κύριλλος ξανά, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ομοούσιος στον ίδιο λόγο, για να εκφράσει τόσο την ταυτότητα της ουσίας με τον Θεό, όσο και την ομοιότητα της ουσίας με τους ανθρώπους. Το ομοούσιος γίνεται ένας όρος γενικός, για κάθε χρήση.

Ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο εννοούσε την φύση δεν θα πείραζε εάν είχε κρατήσει την παραδοσιακή σημασία της, κατά την οποία η ουσία εκφράζει μια συγκεκριμένη οντότητα, μια πρώτη ουσία! Το πρόβλημα γεννήθηκε από την εξίσωση ουσίας και φύσεως, η οποία εξίσωση δεν μειώνει την ουσία σε δεύτερη ουσία, γιατί θα καταλήγαμε κατευθείαν στον τριθεϊσμό, αλλά την μειώνει σε μια αφαίρεση η οποία μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ταυτότητα και στην ομοιότητα της ουσίας.

Η συμμετοχή του Αγίου Μαξίμου στην αφηρημένη έννοια τής ουσίας, δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους άνδρες της εποχής του!

Ο Άγιος Μάξιμος εξισώνει πολύ συχνά ουσία και είδος και την διακρίνει από την υπόσταση λέγοντας πώς αυτός ο τελευταίος όρος δείχνει μια ειδική περίπτωση όπου ενσωματώνεται η ουσία ή το είδος. Αποδίδει ακόμη και στον Χριστό δύο ουσίες (οpusc., 77B).

Δέχεται εξάλλου έναν ορισμό της ουσίας, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, κατά τον οποίο η ουσία είναι ένα πράγμα που υφίσταται μ' έναν αυτόνομο τρόπο και είναι ανεξάρτητο ως προς την ύπαρξή του από άλλα αντικείμενα. Ενώ για τους πατέρες είναι η φύσις αυτή πού αποδίδεται σαν κατηγόρημα σε πολλά διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα το ένα από το άλλο ως προς την υπόσταση.

Γνωρίζει πολύ καλά τον ορισμό της ουσίας από τον Πλάτωνα, σαν ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πράγμα, αλλά προτιμά να ερμηνεύσει την ουσία με την Αριστοτελική έννοια της αφηρημένης καθολικότητος!

Όπως είδαμε στα προηγούμενα, εξισώνοντας την Χριστολογία με την “θεολογία” το τριαδικό δόγμα κατεκλύσθη από αφαιρέσεις. Σ' αυτήν ακριβώς την περίπτωση η θεολογία κυριολεκτικά σώθηκε από το έργο ενός αγνώστου, του ψευδο-Κυρίλλου ο οποίος έγραψε ένα κείμενο “Περί της Αγιοτάτου Τριάδος” το οποίο προσετέθη στο τέλος των κειμένων του Κυρίλλου!

Οι πατέρες του τετάρτου αιώνος είχαν υπογραμμίσει με δύναμη το γεγονός πως ο Πατήρ είναι μέσα στον Υιό και ο Υιός στον Πατέρα και το Πνεύμα και στα δύο μαζί![Καί τά δύο είναι μέσα στό Αγιο Πνεύμα] Η γλώσσα που χρησιμοποιείτο ήταν της Αγίας Γραφής, ώσπου ο Μ. Βασίλειος στο (περί του Αγίου Πνεύματος, 63) κάνει ένα βήμα μπρος, παρότι ανακριβές, χρησιμοποιώντας την έκφραση "συνείναι" για να περιγράψει την περιχώρηση! Αντί του παραδοσιακού "ενείναι", για να περιγράψει τις σχέσεις των θείων προσώπων.

Ο Γρηγόριος Νύσσης όμως αναπτύσσει με εκπληκτικό τρόπο αυτή την ιδέα! Εάν ο Πατήρ είναι τέλειος και καλύπτει τα πάντα, τί άλλο μπορεί να χωρέσει τον Υιό, που είναι και αυτός τέλειος; Ο Πατήρ και ο Υιός λοιπόν είναι χωρητικοί ο ένας στον άλλον και έτσι περιέχονται ο ένας στον άλλον, είναι ίσοι και ως προς την έκταση και την επέκταση.

Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!

Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;

Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο τού Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.

Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπουΔεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;

Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή τού ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!

ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

«Από τους καθεδρικούς ναούς στα σούπερ μάρκετ» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Από την τάξη του κόσμου μέχρι τη διαθεσιμότητά του

                                         «Από τους καθεδρικούς ναούς στα σούπερ μάρκετ»

                       Πώς η Ευρώπη μετέτρεψε τον κόσμο σε κάτι διαθέσιμο, περνώντας από                                                               την ανακάλυψη στη διαχείριση

                                                    Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Η μετάβαση από τους καθεδρικούς ναούς στα σούπερ μάρκετ δεν είναι απλώς ένα σημάδι πολιτιστικής παρακμής, αλλά η κορύφωση μιας μακράς ιστορικής πορείας. Από τη γέννηση του σύγχρονου ανθρώπου στην Αναγέννηση έως την πλήρη οργάνωση της σύγχρονης πραγματικότητας, η Ευρώπη έχει σταδιακά μεταμορφώσει τον κόσμο σε κάτι διαθέσιμο, μετρήσιμο και προσβάσιμο. Αλλά αυτό το επίτευγμα έχει ένα τίμημα: την απώλεια της απόστασης, και μαζί της, της επιθυμίας. Αυτό το δοκίμιο προσφέρει μια μη νοσταλγική ανάγνωση του μετασχηματισμού της Ευρώπης: όχι μια λύπη για ό,τι έχει συμβεί, αλλά μια διερεύνηση του τι έχουμε γίνει.

Υπάρχει μια εικόνα που, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, φαίνεται να συνοψίζει τη σύγχρονη δυσαρέσκεια: η μετάβαση από τους καθεδρικούς ναούς στα σούπερ μάρκετ. Είναι μια ισχυρή, άμεση, σχεδόν αναπόφευκτη εικόνα. Από τη μία πλευρά, η κατακόρυφοτητα, η σιωπή, η πέτρα που απλώνεται προς τον ουρανό· από την άλλη, το τεχνητό φως, οι εύτακτοι διάδρομοι, ο δυσδιάκριτος πολλαπλασιασμός των αντικειμένων. Ωστόσο, το να σταθούμε σε αυτή την αντίθεση διακινδυνεύει να παράγει μια επιφανειακή ανάγνωση, παρήγορη στην απλότητά της: πρώτα μεγαλείο, τώρα παρακμή.

Αλλά η ευρωπαϊκή ιστορία δεν προχωρά μέσα από τόσο έντονες ρήξεις. Δεν υπάρχει στιγμή που η Ευρώπη παύει να είναι ο εαυτός της και γίνεται κάτι άλλο. Αντίθετα, υπάρχει μια βαθιά, συχνά αόρατη, συνέχεια που συνδέει αυτό που φαίνεται ασυμβίβαστο. Το σούπερ μάρκετ δεν είναι το αντίθετο του καθεδρικού ναού. Κατά μία έννοια, είναι το μακρινό του αποτέλεσμα.

Για να κατανοήσουμε αυτό το απόσπασμα, πρέπει να επιστρέψουμε σε εκείνη την αποφασιστική στιγμή που ονομάζουμε Αναγέννηση. (1) Όχι τόσο για να την εορτάσουμε, όσο για να την αμφισβητήσουμε. Η Αναγέννηση δεν είναι μόνο μια εποχή ομορφιάς και ανακάλυψης του αρχαίου· είναι, ακόμη και πριν από αυτήν, μια ριζική αλλαγή στη σχέση μεταξύ ανθρώπου και κόσμου. Ο άνθρωπος της Αναγέννησης ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί πλέον να βλέπει την πραγματικότητα ως μια δεδομένη τάξη, αλλά ως έναν χώρο που πρέπει να κατανοηθεί, να μετρηθεί, να αναπαρασταθεί.

Η ιδανική πόλη της Αναγέννησης, η οποία εκφράζει, ερμηνεύοντας το ομώνυμο παράδειγμα, την ιδέα της τελειότητας του «σύγχρονου» κλασικισμού.

Η προοπτική δεν είναι απλώς μια τεχνική ζωγραφικής. Είναι μια νοητική κατάσταση. Σημαίνει ότι ο κόσμος μπορεί να οργανωθεί σύμφωνα με νόμους, ότι ο χώρος μπορεί να μεταφραστεί σε γεωμετρία, ότι αυτό που φαίνεται μπορεί να γίνει κατανοητό μέσω ενός συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, η χειρονομία του καλλιτέχνη της Αναγέννησης συμπίπτει με αυτή του επιστήμονα: και οι δύο κατασκευάζουν τάξη.

Εδώ γεννήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη. Όχι απλώς με την παραγωγή εξαιρετικών έργων, αλλά με την εισαγωγή μιας νέας αρχής: ο κόσμος είναι γνωστός επειδή μπορεί να ταξινομηθεί. Και ό,τι μπορεί να ταξινομηθεί, αργά ή γρήγορα, γίνεται και χρηστικό.

Αυτή η μετάβαση είναι κρίσιμη. Επειδή σηματοδοτεί τη στιγμή που η πραγματικότητα παύει να είναι απλώς μια στοχαστική προσέγγιση και αρχίζει να γίνεται διαθέσιμη. Όχι άμεσα, όχι βάναυσα, αλλά ως μια βαθιά τάση. Κατά τους επόμενους αιώνες, η Ευρώπη ανέπτυξε αυτή την αρχική διαίσθηση, μετατρέποντάς την σε μέθοδο, τεχνική, οικονομικό σύστημα. Η σύγχρονη επιστήμη, η Βιομηχανική Επανάσταση και ο καπιταλισμός δεν είναι ρήξεις, αλλά συνεκτικές εξελίξεις αυτής της αρχικής απόφασης.
Το εσωτερικό ενός σούπερ μάρκετ

Το σούπερ μάρκετ, λοιπόν, δεν είναι μια ξαφνική εκφύλιση. Είναι μια ολοκληρωμένη μορφή. Είναι ο χώρος όπου η λογική της τάξης πραγματοποιείται πλήρως. Όλα είναι τακτοποιημένα, ταξινομημένα, καθίστανται προσβάσιμα. Τίποτα δεν χρειάζεται πραγματικά να αναζητηθεί, τίποτα δεν χρειάζεται να ανακαλυφθεί. Ο κόσμος είναι ήδη εκεί, οργανωμένος για όσους περνούν από μέσα του.

Με την πρώτη ματιά, αυτό είναι ένα επίτευγμα. Και πράγματι είναι. Το σούπερ μάρκετ αντιπροσωπεύει μια μορφή αποτελεσματικότητας αδιανόητη σε άλλες εποχές. Μειώνει την αβεβαιότητα, εξαλείφει την αντιληπτή σπανιότητα και απλοποιεί την επιλογή. Είναι ο θρίαμβος της διαθεσιμότητας. Αλλά εδώ βρίσκονται και τα όριά του.

Επειδή ό,τι είναι πάντα διαθέσιμο χάνει σταδιακά την αξία του. Όχι με την οικονομική έννοια, αλλά με την βαθύτερη έννοια της λέξης. Όταν όλα είναι προσβάσιμα, τίποτα δεν απαιτεί προσπάθεια. Και ό,τι δεν απαιτεί καμία προσπάθεια σιγά σιγά παύει να έχει νόημα.

Ο καθεδρικός ναός, από την άλλη πλευρά, δεν ήταν προσβάσιμος. Ούτε σε αυτούς που τον έχτισαν, ούτε σε αυτούς που περνούσαν από μέσα του. Ήταν ένας χώρος που επέβαλε απόσταση. Η είσοδος σε αυτόν σήμαινε τροποποίηση της συμπεριφοράς κάποιου, προσαρμογή σε μια τάξη πραγμάτων που δεν μπορούσε να κυριαρχήσει πλήρως. Δεν ήταν απλώς θέμα θρησκείας. Ήταν μια εμπειρία περιορισμού.
Το εσωτερικό του καθεδρικού ναού του Μιλάνου

Και ακριβώς
το όριο φαίνεται να διαλύεται στη νέα Ευρώπη. Όχι επειδή έχει σβηστεί, αλλά επειδή έχει σταδιακά αφαιρεθεί από την καθημερινή εμπειρία. Ο σύγχρονος κόσμος τείνει να εξαλείφει κάθε εμπόδιο μεταξύ της επιθυμίας και της ικανοποίησής της. Κάθε απόσταση γίνεται αντιληπτή ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.

Αλλά ένας πολιτισμός που συνεχώς μειώνει τις αποστάσεις κινδυνεύει να χάσει κάτι ουσιώδες: την ικανότητα να επιθυμεί. Η επιθυμία προκύπτει από την έλλειψη, από την προσδοκία, από την άμεση αδυναμία. Αν όλα είναι ήδη εφικτά, η επιθυμία μετατρέπεται σε μια επιλογή μεταξύ ισοδύναμων εναλλακτικών λύσεων. Δεν επιθυμεί κανείς πλέον κάτι· επιλέγει μεταξύ επιλογών.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η βαθύτερη σημασία της μετάβασης από την Αναγέννηση στο σούπερ μάρκετ. Δεν πρόκειται για ηθική παρακμή, ούτε για απώλεια πολιτισμού με την αυστηρή έννοια. Τα βιβλία εξακολουθούν να υπάρχουν, τα έργα τέχνης συνεχίζουν να μελετώνται, η γνώση δεν έχει εξαφανιστεί. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος τοποθετείται στον κόσμο.

Ο άνθρωπος της Αναγέννησης ανακαλύπτει ότι μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σε έναν κόσμο ήδη γνωστό, ήδη οργανωμένο, ήδη διαθέσιμο. Δεν χρειάζεται πλέον να κατασκευάσει μια τάξη· πρέπει απλώς να κινηθεί μέσα σε μια δεδομένη τάξη.


Αυτό παράγει μια νέα μορφή σύγχυσης. Όχι πια αβεβαιότητα μπροστά στο άγνωστο, αλλά κορεσμός με το ήδη γνωστό. Όχι πια ο αγώνας της ανακάλυψης, αλλά η κούραση της συνεχούς επιλογής. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία δυνατοτήτων, αλλά η υπερβολή τους.

Υπό αυτή την έννοια, η νοσταλγία για το παρελθόν κινδυνεύει να είναι παραπλανητική. Δεν μπορούμε απλώς να γυρίσουμε πίσω. Δεν μπορούμε να ξαναζήσουμε τον κόσμο όπως τον έζησαν οι άνθρωποι της Αναγέννησης ή του Μεσαίωνα. Η εμπειρία τους ήταν συνδεδεμένη με ανεπανάληπτες ιστορικές συνθήκες. Το να τις εξιδανικεύουμε ισοδυναμεί με το να μην τις κατανοούμε.

Αντίθετα, το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι άλλο: είναι δυνατόν, μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα, να ανακτήσουμε μια μορφή απόστασης; Είναι δυνατόν να επανεισαγάγουμε μια μη άμεσα λειτουργική σχέση με τα πράγματα; Δεν πρόκειται για απόρριψη του σούπερ μάρκετ, αλλά για μη επιτρεπόμενη στον εαυτό μας πλήρη ορισμό της λογικής του.

Επειδή ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να ζεις σε έναν οργανωμένο κόσμο. Είναι η πίστη ότι αυτή η οργάνωση εξαντλεί το νόημα της πραγματικότητας. Όταν όλα περιορίζονται σε λειτουργία, χρήση και διαθεσιμότητα, ο κόσμος χάνει το πλεονάζον του. Δεν εκπλήσσει πλέον, δεν αντιστέκεται πλέον, δεν μας αναγκάζει πλέον να αμφισβητούμε τον εαυτό μας.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η υπερβολή είναι που έκανε δυνατό το ευρωπαϊκό μεγαλείο. Όχι η απλή συσσώρευση έργων ή ιδεών, αλλά η συνεχής ένταση μεταξύ αυτού που είναι γνωστό και αυτού που μας διαφεύγει. Η Αναγέννηση δεν ήταν μόνο τάξη. Ήταν επίσης ανησυχία, εξερεύνηση και ανοιχτότητα.

Το σούπερ μάρκετ, στην λειτουργική του τελειότητα, τείνει να κλείσει αυτή την ένταση. Προσφέρει έναν κόσμο ήδη λυμένο, ήδη προετοιμασμένο. Αλλά ένας πλήρως λυμένος κόσμος είναι επίσης ένας κόσμος στον οποίο λίγα απομένουν να κατανοηθούν.

Η σύγχρονη Ευρώπη βρίσκεται έτσι σε μια παράδοξη θέση. Έχει πετύχει έναν από τους μεγαλύτερους μετασχηματισμούς στην ιστορία: καθιστώντας τον κόσμο προσβάσιμο, διαθέσιμο και οργανωμένο. Αλλά αυτό ακριβώς το επίτευγμα κινδυνεύει να της στερήσει αυτό που τον δημιούργησε: την ανάγκη να κατανοήσει, να εξερευνήσει, να ξεπεράσει τους δικούς της περιορισμούς.

Δεν πρόκειται για πένθος σε καθεδρικούς ναούς ή δαιμονοποίηση σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι και οι δύο εικόνες ανήκουν στην ίδια ιστορία. Μια ιστορία στην οποία ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει φέρει προοδευτικά τον κόσμο πιο κοντά στον εαυτό του, σχεδόν σε σημείο εξάλειψης της απόστασης.


Αλλά χωρίς απόσταση, δεν υπάρχει βάθος. Χωρίς βάθος, δεν υπάρχει εμπειρία. Και χωρίς εμπειρία, ακόμη και η πιο πλήρης διαθεσιμότητα κινδυνεύει να μετατραπεί σε κενό.

Η Ευρώπη δεν πέρασε από το μεγαλείο στην παρακμή. Πέρασε από την ανακάλυψη στη διαχείριση. Και κάθε πολιτισμός που καταφέρνει να οργανώσει τον κόσμο τόσο αποτελεσματικά αντιμετωπίζει, αργά ή γρήγορα, ένα αναπόφευκτο ερώτημα: τι μένει να επιθυμήσουμε, όταν όλα είναι ήδη διαθέσιμα;

Ισλαμικές γιορτές όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, η πρόκληση του Ucoii

από τον Στέφανο Φοντάνα

                             Οι Μουσουλμάνοι προετοιμάζονται για την προσευχή


Η μουσουλμανική ένωση ζητά την « αναγνώριση των δύο ετήσιων θρησκευτικών αργιών και των προσευχών της Παρασκευής », εξισώνοντάς τες με χριστιανικές αργίες.
Αυτή είναι μια παγίδα για την ιταλική πολιτική, αλλά η σύγκριση δεν στέκει, επειδή το κοινό καλό δεν βασίζεται στην θρησκευτική αδιαφορία.

Ο πρόεδρος του UCOII, εκ μέρους των μουσουλμάνων που ζουν στην Ιταλία, ζήτησε δημόσια αναγνώριση του Ισλάμ στη χώρα μας. Το αίτημα δεν είναι απλώς συνδικαλιστικό, αλλά μια θρησκευτική πρόκληση στην πολιτική, ειδικά όσον αφορά την αιτούμενη «αναγνώριση των δύο ετήσιων θρησκευτικών αργιών και των προσευχών της Παρασκευής». Ορισμένες εφημερίδες έχουν ουσιαστικά απλοποιήσει τα πράγματα ως εξής: οι δύο κύριες ισλαμικές αργίες εξισώνονται με το Πάσχα και τα Χριστούγεννα.
Άλλωστε, αυτό έγραψε η ίδια η UCOII στην ανοιχτή επιστολή της για το θέμα.
Στη χθεσινή La Verità , 4 Μαΐου, ο Gianluigi Paragone ολοκλήρωσε το άρθρο του για το θέμα με τα εξής λόγια: « Ας δούμε ποιος μπορεί να αναπτύξει μια πολιτιστική απάντηση ».


Θα προσπαθήσουμε.

Μια εθνική αργία είναι μια στιγμή που ένας ολόκληρος λαός αναγνωρίζει ορισμένες θεμελιώδεις αξίες της κοινότητάς του. Αυτό ισχύει για τις κοσμικές εθνικές εορτές, όπως η επέτειος του τέλους ενός πολέμου ή η ίδρυση του κράτους, αλλά και για τις θρησκευτικές εορτές. Για παράδειγμα, από φέτος, η εθνική εορτή του Αγίου Φραγκίσκου στις 4 Οκτωβρίου έχει επαναφερθεί. Οι τοπικοί εορτασμοί την ημέρα του πολιούχου αγίου είναι επίσης αυτού του είδους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι σύνηθες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές να είναι παρούσες στην εκκλησία μπροστά στο ιερό ή σε δημόσια πομπή στους δρόμους της πόλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εορτή είναι θρησκευτική και παραμένει θρησκευτική, αλλά παράγει επίσης δημόσια αναγνωρισμένες πολιτικές επιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι η θρησκεία αναφοράς για αυτήν την εορτή - στην προκειμένη περίπτωση, η καθολική - αναγνωρίζεται ως εξαιρετικά σημαντική για την πολιτική κοινότητα, συχνά ακόμη και για την ίδρυση, όταν ο άγιος που λατρεύεται εκεί θεωρείται Ιδρυτής Πατέρας και Defensor civitatis .

Μπορεί να ειπωθεί ότι αυτοί οι εορτασμοί έχουν εκκοσμικευτεί και η διαδεδομένη αίσθηση αυτής της θεμελιώδους δημόσιας διάστασης της θρησκείας έχει μειωθεί σημαντικά ή ακόμη και εξαφανιστεί εντελώς. Ή θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι αυτά τα γεγονότα σχετίζονται με παρελθόντα γεγονότα που επηρεάζονται από την εποχή κατά την οποία καθιερώθηκαν.
Έτσι, αν υπάρχει τώρα μια σημαντική ισλαμική κοινότητα, είναι σωστό να αναγνωρίσουμε τις γιορτές τους παράλληλα με τις δικές μας και να τις ανοίξουμε σε μιναρέδες δίπλα σε καμπαναριά.
Αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό ή ψευδές, καλό ή κακό, με βάση τη συναίνεση που λαμβάνει ή το αν συμμορφώνεται με τις μόδες της εποχής.


Η πολιτική διάσταση της θρησκείας, στις εθνικές θρησκευτικές εορτές αλλά και στο χτύπημα των καμπανών, έχει πολύ βαθύτερους λόγους, όχι μόνο ιστορικούς ή κοινωνιολογικούς. Εκφράζει την πεποίθηση της πολιτικής λογικής ότι η θρησκεία προτείνει αλήθειες και μια κοινή αίσθηση χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει κοινό καλό, ότι η θρησκεία, με τις πάντα έγκυρες αρχές της, διορθώνει τις δυσλειτουργίες της ίδιας της πολιτικής, επιβεβαιώνοντας τα όριά της και ταυτόχρονα την προωθεί με θάρρος.
Υπάρχουν αξίες που η πολιτική έχει πάρει από τη θρησκεία και καταλήγει να ξεχνά αν η θρησκεία δεν της τις υπενθυμίζει: σκεφτείτε την έννοια του «προσώπου».

Ο δημόσιος ρόλος της καθολικής θρησκείας, εμφανής ακόμη και στις εθνικές εορτές, δεν προέρχεται αποκλειστικά από παρελθοντικά έθιμα ή λαογραφία, των οποίων αποτελούν πλέον υπολειμματικές εκδηλώσεις.
Η πολιτική πρέπει να αναζητά την αληθινή θρησκεία, αυτή που επιβεβαιώνει τις φυσικές της αλήθειες και τις ενισχύει καθαρίζοντάς τες. Αν υπάρχουν θρησκευτικές εορτές με εθνική σημασία στην Ιταλία, είναι επειδή οι πολιτικοί τις θεωρούν εκφράσεις μιας αληθινής θρησκείας, απαραίτητες για να βοηθήσουν στην επιδίωξη του κοινού καλού.
Δεν πρόκειται για μια χάρη που δίνεται σε μια τυχαία θρησκεία ή σε μια θρησκεία που, για ιστορικούς λόγους, βρίσκεται στην αυλή της.


Με αυτά τα λόγια, έχουμε προσδιορίσει πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, όχι πώς είναι.
Σήμερα, οι πολιτικοί φαίνονται ανίκανοι να το κάνουν αυτό, ανίκανοι, όπως φαίνεται, να διακρίνουν μεταξύ θρησκειών, οι οποίες θεωρούνται, λόγω ενός παρεξηγημένου δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, μια πράξη προσωπικής βούλησης που πρέπει να εγγυάται δημόσια σε κάθε περίπτωση από το κράτος.
Οι θρησκείες, ωστόσο, δεν είναι απλώς μια προσωπική επιλογή. Έχουν περιεχόμενο, το οποίο η πολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η ελευθερία της θρησκευτικής πίστης μπορεί να χορηγηθεί, αλλά όχι η επίσημη δημόσια νομιμότητα των πεποιθήσεων.


Πολλές θρησκείες προτείνουν τρόπους ζωής που είναι αντίθετοι με το κοινό καλό, και συχνά δεν πρόκειται μόνο για συγκεκριμένους κανόνες αλλά για τον ίδιο τον παγκόσμιο πολιτισμό που ενσαρκώνει η θρησκεία. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση με το Ισλάμ.

Ο σύγχρονος φιλελεύθερος κοσμικός χαρακτήρας είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, και η αναφορά στα δικαιώματα των ατόμων να αναγνωρίζεται δημόσια η θρησκεία τους, όποια κι αν είναι αυτή, θα το ωθήσει στην παγίδα των «διακρίσεων» (στην προκειμένη περίπτωση της ισλαμοφοβίας) που πρέπει να αποφευχθεί.

Η Ιταλική Καθολική Εκκλησία δεν θα βοηθήσει τους πολιτικούς σε αυτή την προσπάθεια να χρησιμοποιήσουν τη δική τους συλλογιστική, καθώς εδώ και καιρό εμπλέκεται σε θρησκευτική αδιαφορία, υποκινούμενη ακατάλληλα από τον διαθρησκευτικό διάλογο.
Οι αντικαθολικές πολιτικές δυνάμεις, σε συμφωνία με την CEI (Ιταλική Επισκοπική Διάσκεψη), θα εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να καταγγείλουν τον ακατάλληλο δημόσιο ρόλο που έχει ανατεθεί στην Καθολική θρησκεία.

Το ζήτημα του αιτήματος της UCOII, για αυτούς τους λόγους, θα είναι κρίσιμο: μετά την υποβολή αυτής της πολιτιστικής πρότασης, είμαστε περίεργοι να δούμε αν κάποιο πολιτικό κόμμα θα την ερμηνεύσει.
Αλλά ομολογούμε ότι είμαστε μάλλον απαισιόδοξοι.

«Κάνε το αντίθετο» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Επιλέγοντας αντί να αντιδράς: Η ξεχασμένη αξία του χρόνου στην καθημερινή ζωή

                                                               «Κάνε το αντίθετο»

Όταν η αντίθεση δεν σημαίνει αντιπαράθεση με τους άλλους, αλλά υπεράσπιση του χρόνου μας
                                                       Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Το να κάνεις το αντίθετο δεν σημαίνει ότι πρέπει να το αντιτιθέμεθα κατ' αρχήν ή να διακρίνουμε τον εαυτό μας με κάθε κόστος. Αντίθετα, σημαίνει να κάνουμε συνειδητές επιλογές σε μια εποχή που πολλές από τις καθημερινές μας πράξεις φαίνεται να καθοδηγούνται από τη συνήθεια και όχι από τον προβληματισμό. Μέσα από παραδείγματα που αντλούνται από την τηλεοπτική ψυχαγωγία, τις κοινωνικές σχέσεις και τη χρήση των κοινωνικών δικτύων, αυτό το άρθρο προσφέρει μια σκέψη για το πώς η νεωτερικότητα κατακερματίζει τον χρόνο μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Δεν είναι η ίδια η τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά η προοδευτική απώλεια της ικανότητας επιλογής, διακοπής και εξαίρεσης. Η υπεράσπιση του χρόνου κάποιου γίνεται έτσι μια αντίρροπη και απαραίτητη χειρονομία: όχι μια πράξη απόρριψης του παρόντος, αλλά μια μορφή προσωπικής και πολιτιστικής ελευθερίας που αποκαθιστά την αξία στις καθημερινές επιλογές.

«Δεν αρκεί να είσαι απασχολημένος.»
έτσι είναι και τα μυρμήγκια.
Το ερώτημα είναι: με τι ασχολούμαστε;

— Χένρι Ντέιβιντ Θόρο

Κάνε το αντίθετο.
Όχι εξ ορισμού αλλά από προσεκτική επιλογή.
Δεν αντέχουμε άλλο: το παλιό «αντισυμβατικό» έχει εξαφανιστεί - ή ίσως, δυστυχώς, είναι ακριβώς το αντίθετο, έχει πολλαπλασιαστεί πάρα πολύ, σαν να ήταν ζιζάνιο.
Κάποτε, το αντίθετο ήταν μια θέση.
Απαιτούσε προσπάθεια. Απαιτούσε σιωπή πριν μιλήσεις. Απαιτούσε ακόμη και μια ορισμένη μοναξιά.
Σήμερα, ωστόσο, το αντίθετο έχει γίνει στάση ζωής.
Δεν προκύπτει από μια παρεκκλίνουσα σκέψη, αλλά από ένα αντανακλαστικό που αντιδρά. Δεν είναι μια ελεύθερη χειρονομία: είναι αυτόματη. Λέμε όχι όχι επειδή έχουμε καταλάβει κάτι καλύτερα, αλλά επειδή κάποιος έχει ήδη πει ναι.
Και έτσι το αντίθετο έπαψε να είναι επιλογή. Έγινε επάγγελμα.
Υπάρχουν εκείνοι που αντιφάσκουν για να υπάρχουν, εκείνοι που αντιφάσκουν για να ξεχωρίζουν, εκείνοι που αντιφάσκουν για να μην μείνουν πίσω στη γενική βουή. Αλλά η αντίφαση δεν είναι σκέψη. Είναι απλώς η κατάληψη του αντίθετου χώρου.

Το αληθινό αντίθετο, το σπάνιο, το χρήσιμο, προκύπτει όταν κάποιος αποδέχεται ότι δεν ανήκει άμεσα σε μια πλευρά. Όταν κάποιος αναστέλλει την κρίση του για αρκετό χρονικό διάστημα ώστε να καταλάβει ότι η επικρατούσα άποψη δεν είναι απαραίτητα ψευδής — αλλά ούτε απαραίτητα επαρκής.
Το να κάνεις το αντίθετο, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι αντιτίθεσαι.
Σημαίνει ότι επιλέγεις.
Σημαίνει ότι δεν συμφωνείς αυτόματα. Δεν απορρίπτεις αυτόματα. Μην μιλάς πριν καταλάβεις τι λέγεται.

Επειδή το αντίθετο δεν είναι το αντίθετο της πλειοψηφίας.
Είναι το αντίθετο της συνήθειας.

Και ίσως αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ απαραίτητο. Αλλά είναι απαραίτητο στην πιο δύσκολη μορφή του: σε αυτήν που δεν είναι άμεσα ορατή, δεν διακηρύσσεται, δεν εκτίθεται.
Αυτή που δεν γεννιέται για να ξεχωρίζει από τους άλλους, αλλά για να παραμένει πιστή στον εαυτό της.

«Η κοινοποίηση έχει γίνει καθημερινότητα στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά δεν συμβάλλουν όλα όσα δημοσιεύουμε στην πραγματική επικοινωνία».

Κάνε το αντίθετο (όταν έχει πραγματικά σημασία)
Ένα άλλο παράδειγμα που πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι το ερώτημα ποιο είναι το νόημα να συνεχίζουμε να παρακολουθούμε τηλεοπτικά προγράμματα όπου η παραλογικότητα δεν είναι τυχαίο αλλά κανόνας. Δεν πρόκειται για κριτική χάριν της, ούτε για άρνηση του δικαιώματος σε λίγες στιγμές ελαφρότητας. Το πρόβλημα είναι άλλο: να κατανοήσουμε αν αυτός ο χρόνος μας αποφορτίζει πραγματικά ή μας εξαντλεί.

Κάποτε, ένας τηλεοπτικός καλεσμένος ήταν καλεσμένος επειδή έφερνε κάτι απροσδόκητο. Ερχόταν από μακριά, από μια άλλη χώρα, από μια άλλη γνώση, από μια άλλη εμπειρία. Ήταν εξαιρετικός επειδή δεν ήταν συνηθισμένος. Σήμερα, η ποικιλομορφία συχνά συνίσταται στην άφιξη από ένα άλλο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Δεν είναι πλέον μια συνάντηση: είναι εναλλαγή.
Δεν είναι πλέον περιέργεια: είναι ένα κλειστό κύκλωμα.
Ομοίως, τα τηλεοπτικά παιχνίδια δείχνουν ότι η κάποτε ανταμειβόμενη ικανότητα και προετοιμασία έχουν σταδιακά αντικατασταθεί από μηχανισμούς που κυριαρχούνται από την τύχη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν μετασχηματισμό της τηλεοπτικής γλώσσας. Είναι ένας μετασχηματισμός της ίδιας της ιδέας της αξίας. Όταν η δυσκολία εξαφανίζεται, η ελευθερία δεν μένει: η αδιαφορία παραμένει.
Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι, παράλληλα με αυτή την αυξανόμενη απλοποίηση, υπάρχει μια αυξανόμενη αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά αυθόρμητο, ότι όλα είναι προπαρασκευασμένα. Το κοινό δεν εμπλέκεται πλέον: είναι διαχειριζόμενο.

Το αποτέλεσμα δεν είναι ψυχαγωγία. Είναι εθισμός.

Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και αλλού: στις καθημερινές σχέσεις, για παράδειγμα. Η παροιμία «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» ανήκει σε μια άλλη εποχή. Σήμερα, κανείς δεν φαίνεται να έχει πραγματικά δίκιο, επειδή κανείς δεν φαίνεται πλέον πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη της κατανόησης.

Στις προσωπικές σχέσεις, η κατάσταση είναι ακόμη πιο εμφανής. Δεν χρειάζονται εξειδικευμένες δεξιότητες για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι η επανάληψη των ίδιων λαθών ξανά και ξανά δεν δημιουργεί εμπειρία, αλλά μόνο συνήθεια. Και η συνήθεια, όταν αντικαθιστά τη σκέψη, γίνεται μια μορφή σιωπηλής φτώχειας.

Η στροφή προς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνει όλα αυτά ακόμη πιο ορατά.


Εδώ, η επικοινωνία δεν προχωρά πλέον προς δύο κατευθύνσεις. Γίνεται μια συνεχής εκπομπή. Δημοσιεύουμε όχι για να κάνουμε διάλογο αλλά για να υπάρχουμε. Όχι για να πούμε κάτι, αλλά για να αφήσουμε ένα σημάδι.
Ωστόσο, το παράδοξο είναι σαφές: αυτό που μοιραζόμαστε σήμερα γίνεται άσχετο αύριο. Το διαδίκτυο δεν ξεχνά, αλλά το κοινό ξεχνά.
Δεν πρόκειται για ηθικολογία. Δεν πρόκειται καν για νοσταλγία. Πρόκειται απλώς για τον χρόνο.
Χρόνος που ξοδεύεται χωρίς να το συνειδητοποιώ. Χρόνος που χαρίζεται χωρίς επιλογή.
Το να κάνεις το αντίθετο, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν σημαίνει ότι επαναστατείς ενάντια στην τηλεόραση ή ότι εγκαταλείπεις τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σημαίνει ότι σταματάς αυτόματα τη χρήση τους. Σημαίνει ότι επιλέγεις. Μειώνεις. Διακόπτεις όταν είναι απαραίτητο.
Δεν είναι μια ασκητική χειρονομία. Είναι μια ορθολογική χειρονομία.
Και ίσως ακριβώς γι' αυτό έγινε δύσκολο.
Επειδή το πιο απαραίτητο αντίθετο σήμερα δεν είναι αυτό που αντιτίθεται στους άλλους. Είναι αυτό που αντιτίθεται στις συνήθειές μας.
Και από όλες τις σύγχρονες συνήθειες, ίσως η πιο αόρατη είναι αυτή που αφορά τη χρήση του χρόνου μας.

«Η συνεχής προσοχή στο smartphone ενέχει τον κίνδυνο να μας αποσπάσει την προσοχή από τον πραγματικό κόσμο και τις καταστάσεις που απαιτούν παρουσία και επίγνωση.»

Χρόνος χαμένος στην καθημερινή νεωτερικότητα
Το πρόβλημα, τελικά, δεν έχει να κάνει με την τηλεόραση. Δεν έχει να κάνει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν έχει να κάνει καν με τις ίδιες τις κακές συνήθειες. Έχει να κάνει με το πώς έχουμε σταματήσει να αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο ως έναν περιορισμένο πόρο.
Δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου πλέον για τον καιρό.
Μιλάμε για ταχύτητα. Μιλάμε για αποτελεσματικότητα. Μιλάμε για συνεχή συνδεσιμότητα. Αλλά σπάνια αναρωτιόμαστε αν όλα όσα γεμίζουν τις μέρες μας αξίζουν πραγματικά τον κόπο.
Ωστόσο, η νεωτερικότητα έχει εισαγάγει μια ριζοσπαστική καινοτομία: για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα τεράστιο μέρος του ατομικού χρόνου δεν καθορίζεται πλέον από την αναγκαιότητα, αλλά από τη διαθεσιμότητα.
Δεν χρειάζεται πλέον να καλλιεργούμε τα χωράφια. Δεν χρειάζεται πλέον να περπατάμε χιλιόμετρα για να λαμβάνουμε πληροφορίες. Δεν χρειάζεται πλέον να περιμένουμε εβδομάδες για νέα. Κι όμως, δεν έχουμε γίνει πιο ελεύθεροι.

Έχουμε γίνει πιο απασχολημένοι.
Είναι μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά.
Επειδή η συνεχής κατάληψη του χρόνου δεν συμπίπτει με τη χρήση του. Συχνά συμπίπτει με τη διασπορά του.

Απλώς κοιτάξτε μια οποιαδήποτε μέρα. Όχι μια ασυνήθιστη μέρα. Μια συνηθισμένη μέρα. Πόσες φορές ανοίγουμε μια οθόνη χωρίς να ξέρουμε ακριβώς γιατί; Πόσες φορές ελέγχουμε ειδήσεις που θα ξεχάσουμε μετά από λίγα λεπτά; Πόσες φορές διαβάζουμε λέξεις που δεν μας αλλάζουν καθόλου;
Ο σύγχρονος χρόνος δεν αφαιρείται με τη βία.
Κατακερματίζεται.
«Το να σταματάς και να αποσυνδέεσαι πού και πού μπορεί να γίνει μια απαραίτητη χειρονομία για να ανακτήσεις τη συγκέντρωση, τον χρόνο και τις αυθεντικές σχέσεις.»
Αυτή είναι η αληθινή μεταμόρφωση: δεν σπαταλάμε ολόκληρες ώρες, σπαταλάμε συνεχόμενα λεπτά. Μικρές διακοπές, μικρές παρακάμψεις, μικρές περισπασμούς. Κάθε μία άσχετη, αλλά όλες μαζί καθοριστικές.

Η διασπορά του χρόνου δεν κάνει θόρυβο.
Γι' αυτό είναι δύσκολο να το αναγνωρίσουμε.
Κάποτε, η σπατάλη ήταν εμφανής. Ήταν ένα ολόκληρο απόγευμα που περνούσε χωρίς να κάνεις τίποτα. Δηλώθηκε αδράνεια. Σήμερα, ωστόσο, η σπατάλη έχει πάρει τη μορφή συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Μοιάζει με κίνηση. Μοιάζει με συμμετοχή. Μοιάζει ακόμη και με πληροφορία.
Αλλά συχνά δεν είναι τίποτα από αυτά.
Είναι απλώς κατανάλωση.
Και η κατανάλωση χρόνου έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: δεν αφήνει ορατά ίχνη. Δεν παράγει αντικείμενα. Δεν δημιουργεί μνήμη. Δεν δημιουργεί εμπειρία.
Απλώς περνάει.
Υπό αυτή την έννοια, η νεωτερικότητα δεν μας κλέβει τον χρόνο: μας τον επιστρέφει χωρίς οδηγίες.
Εδώ βρίσκεται η δυσκολία.
Επειδή η επιλογή απαιτεί προσπάθεια. Απαιτεί προσοχή. Απαιτεί ακόμη και ένα ορισμένο ποσό θάρρους. Σημαίνει να εγκαταλείπεις κάτι. Σημαίνει να μην επιδιώκεις τα πάντα. Σημαίνει να αποδέχεσαι να μένεις μακριά από πολλές άσκοπες συζητήσεις.
Και ακριβώς αυτή η απάρνηση φαίνεται ύποπτη σήμερα.
Όσοι επιλέγουν φαίνονται απόμακροι. Όσοι σιωπούν φαίνονται απληροφόρητοι. Όσοι δεν συμμετέχουν φαίνονται απόντες.
Κι όμως, μπορεί να ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Η επιλογή μπορεί να είναι η ύψιστη μορφή παρουσίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι εποχές με την πλουσιότερη σκέψη δεν ήταν οι πιο θορυβώδεις, αλλά οι πιο αργές. Όχι επειδή η σιωπή επιβαλλόταν. Επειδή εφαρμοζόταν.
Σήμερα, ωστόσο, η σιωπή έχει γίνει σπάνια, όχι επειδή λείπουν οι λέξεις, αλλά επειδή λείπουν οι παύσεις ανάμεσα στη μία λέξη και στην άλλη.

Και χωρίς παύσεις δεν υπάρχει σκέψη.

Υπό αυτή την έννοια, το πρόβλημα του χαμένου χρόνου δεν είναι ποσοτικό. Είναι ποιοτικό. Δεν έχει να κάνει με το πόσο χρόνο έχουμε, αλλά με το πώς τον ξοδεύουμε.
Το να παρακολουθείς ένα σόου με φώτα δεν είναι σπατάλη. Η ξεκούραση δεν είναι σπατάλη. Η απόσπαση της προσοχής δεν είναι σπατάλη.
Η σπατάλη ξεκινά όταν σταματάμε να επιλέγουμε.

Όταν ο χρόνος δεν είναι πια δικός μας, αλλά απλώς γίνεται διαθέσιμος για ό,τι τον απαιτεί.

Τότε είναι που γεμίζει η μέρα χωρίς να έχεις χτίσει τίποτα.
Και γι' αυτό το να κάνεις το αντίθετο —το πραγματικό— σημαίνει, πρώτα και κύρια, να υπερασπίζεσαι τον δικό σου χρόνο.
Όχι με εντυπωσιακές χειρονομίες.
Με μικρές πράξεις καθημερινής επιλογής.
Απενεργοποίηση. Αναβολή. Αγνόηση. Καθυστέρηση. Σωπά.
Αυτές είναι ελάχιστες ενέργειες. Αλλά είναι αποφάσεις.
Και ίσως ακριβώς από αυτές τις ελάχιστες αποφάσεις ξεκινά η διαφορά μεταξύ μιας μέρας που διανύθηκε και μιας μέρας που βιώθηκε.
La Redazione

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 29

Συνέχεια από  Δευτέρα 4. Μαΐου 2026


Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 29

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN

Η Παρθένα και ο Διορθωτής των Κοριτσιών

«Έχετε όλοι διάφορα ονόματα;» παρενέβη ο Gerald. «Είστε όλοι ίσοι; Ποιες είναι οι ταυτότητές σας;»

Η φωνή που έβγαινε από τον Richard/Rita είχε χαμηλώσει σε σκηνικό ψίθυρο.

«Εξαιρετικό! Εξαιρετικό!» ψιθύρισε ο ψυχολόγος με θαυμασμό στον Gerald. «Ακριβώς η ερώτηση που έπρεπε να γίνει!»

«Πρέπει να συνεχίσετε σε αυτή τη γραμμή, πάτερ;» ρώτησε ο Bert τον Gerald, κοιτάζοντας με ταραχή τον αδελφό του.

«Παρακαλώ περιμένετε, αγαπητέ μου κύριε». Τα μάτια του δρος Hammond πετάχτηκαν από το ενδιαφέρον, το πρόσωπό του κοκκίνισε από θυμό για τη διακοπή. «Αυτό μπορεί να είναι μια υπόθεση-ορόσημο πολλαπλής προσωπικότητας».

Ο Gerald κοίταξε λοξά τον ψυχίατρο. Ήταν βλέμμα περισσότερο οίκτου παρά έκπληξης. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος για περισσότερα.


«… στρογγυλοί και χοντροί και κόκκινοι και μαύροι και αρσενικοί και θηλυκοί και τι κάνουν ή πώς μυρίζουν ή πώς περπατούν ή τι τους αρέσει να κάνουν, πυγμαίοι άνθρωποι… ονόματα, ποια ονόματα; … μια ανάσα μικρών πνευμόνων… αυτό που κάνουμε, αυτό είμαστε… εκατομμύρια, αν μετράς τις βουλήσεις, τους νόες· άπειροι, αν ζυγίζεις τα μίση, τα ζωντανά μίση… ο ένας πάνω από τον άλλον, κανείς δεν είναι το όλον, όλοι είναι κάτω από έναν· μερικοί τόσο κοντά στον Τολμηρό, που έχουν νοημοσύνη την οποία μόνο ο Ύψιστος Εχθρός μπορεί να συναγωνιστεί· άλλοι τόσο χαμηλά, που είναι σκατά, θραύσματα, σβώλοι κάτω από τη φτέρνα του, σκόνη ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών του… και αγαπούν όλα αυτά, όλη την ταπείνωση… οτιδήποτε για να παραμορφωθεί η ομορφιά».


Μια κρίση τριζάτου, κακαριστού γέλιου φάνηκε να αρπάζει τον Richard/Rita. Ό,τι ή όποιος κι αν διασκέδαζε, ο Richard/Rita φορούσε τώρα μια τρομακτική όψη: το στόμα τραβηγμένο προς τα πίσω, όλα τα δόντια γυμνά, τα μάγουλα χαραγμένα από το τέντωμα των χειλιών, το πηγούνι να τινάζεται πάνω κάτω, τα ρουθούνια να ανοίγουν και να διαστέλλονται —και ο άσχημος τρόμος εκείνης της διασκέδασης. Δεν ήταν γέλιο από την κοιλιά ούτε στεγνό, λεπτό αστείο, καμία αντίδραση σε εκλεπτυσμένη ευφυΐα ή βαθύ χιούμορ. Μόνο ένας θριαμβευτικός στριγκός ήχος που κυμάτιζε πάνω σε αισθητά κύματα ικανοποίησης για το μίσος, συγκατάθεσης στη δυστυχία, άρνησης να φανταστεί οποιαδήποτε ύπαρξη εκτός από το να ζει μέσα στον θάνατο, ανελεημοσύνης, αιώνιας κοινοτοπίας υψωμένης σε τρόπο ύπαρξης.

Ο Gerald μίλησε ξανά. «Τι κάνετε, εσείς του Βασιλείου; Διορθωτή-Κοριτσιών; Όλοι σας; Τι κάνετε;»

Ο Richard/Rita ήταν τώρα σκεπασμένος με ιδρώτα. Τα ρούχα του και το επάνω μέρος του καναπέ ήταν μούσκεμα. Η θερμοκρασία του δωματίου είχε γίνει αποπνικτική την τελευταία ώρα. Μια μπαγιάτικη οσμή κρεμόταν στον αέρα. Καθένας από τους παρόντες είχε έναν σφύζοντα πονοκέφαλο. Ο Bert και ο Jasper είχαν αρχίσει πάλι να στηρίζουν τον Gerald από τις δύο πλευρές. Και τα δύο αδέλφια έμοιαζαν με ανθρώπους πληγωμένους και στραγγισμένους από κάθε συναίσθημα. Είχαν μουδιάσει από συμπόνια για τον αδελφό τους και από φόβο για την ευημερία του. Ο πατέρας John έλεγε το ροζάριό του. Ο δάσκαλος και ο αστυνόμος στέκονταν στις δύο πλευρές του καναπέ. Ακούγοντας την παραληρηματική ομιλία του Richard/Rita, έμοιαζαν να έχουν συρρικνωθεί σε σκιές του προηγούμενου εαυτού τους, οι σωματώδεις μορφές τους γερμένες και άτονες.

Ο μόνος που παρέμενε ακόμη ζωηρός, ψυχρά στοχαστικός, δραστήριος, ακόμη κινούμενος γύρω και φαινομενικά κύριος του εαυτού του, ήταν ο ψυχίατρος. Παρά την εμφανή έντασή του, υπήρχε μια λάμψη στα μάτια του, που την έπιαναν τα ατσάλινα γυαλιά του, και μαρτυρούσε τον επαγγελματία που συμπεριφέρεται προβλέψιμα μπροστά σε μια ανεκτίμητη εμπειρία. Θεέ μου, προσευχήθηκε σιωπηλά ο Gerald, ας γλιτώσει το τίμημα οποιασδήποτε περαιτέρω ανοησίας μπορεί ακόμη να διαπράξει.

Ο δρ Hammond, όμως, συγκεντρώθηκε στην απάντηση του Richard/Rita, καθώς το σώμα του άκαμπτο γινόταν στον καναπέ. Ο αστυνόμος και ο δάσκαλος κρατούσαν τον Richard/Rita κάτω. Ο Jasper άφησε το πλευρό του Gerald και έβαλε τα χέρια του στους αστραγάλους του Richard/Rita. Όλοι μπορούσαν να «νιώσουν» την αντίσταση να έρχεται.

«Γιατί να απαντήσουμε; Ο Ύψιστος…»

«Επειδή ο Ιησούς σε διατάζει. Και ο σταυρός του μας προστατεύει. Και η θυσία του σε νίκησε. Και θα υπακούσεις. Απάντησε».

Ξανά ο Richard/Rita χαλάρωσε. Το βογκητό άρχισε και κράτησε ένα ή δύο λεπτά. Ο James μπορούσε να νιώσει ολόκληρο το σώμα του αδελφού του να δονείται σαν να το διαπερνούσαν ηλεκτρικά κύματα σε γρήγορες, διαδοχικές ριπές.

«Εμείς… εμείς… αφήστε μας στο Βασίλειο. Ακούτε! Η Rita είναι πια μία από εμάς. Για πάντα. Δεν μπορείτε να έχετε τη Rita».

«Η Rita είναι βαπτισμένη. Και σωσμένη. Και συγχωρημένη. Δεν έχεις πια την ελευθερία του σώματος της Rita και της ψυχής της Rita», εκτόξευσε ο Gerald με μια αγριότητα που δεν είχε νιώσει ποτέ πριν. «Θα μας πεις τι κάνεις, πώς διορθώνεις. Απάντησε. Στο όνομα του Ιησού».

Για λίγα λεπτά, ο Gerald είχε την εντύπωση ότι η μπερδεμένη Βαβέλ των φωνών άρχιζε ξανά, αλλά δεν κατέληξε σε τίποτε. Με εκείνη τη μικροσκοπική, κουτσαίνουσα, άγνωστη φωνή, ο Richard/Rita μίλησε ξανά. Ήταν η αλλόκοτη και ασυνήθιστη φωνή που τον έκανε ξένο για τα αδέλφια του.

«Ω, αρχίζει με το κουτί και τελειώνει με το κουτί. Όσο τους κάνουμε να πιστεύουν ότι το κουτί είναι το παν, τους διορθώνουμε. Μπορούμε να κάνουμε πόρνη την πιο μεγαλοπρεπή —όλα νόμιμα, όλα ασφαλή, αν κάποτε… αν κάποτε σκεφτούν ότι το κουτί είναι γυναίκα, η γυναίκα κουτί… η μεγαλύτερη προσβολή για τον Ύψιστο Εχθρό, επειδή η γυναίκα μοιάζει περισσότερο με τον Ύψιστο Εχθρό. Ο άνδρας είναι πράγμα. Η γυναίκα είναι ύπαρξη. Τους διορθώνουμε ώστε να νομίζουν… ότι δεν είναι παρά ένας μεγάλος, χοντρός πούτσος σε μια θάλασσα ορμονών, και οσμών και κραυγών, και όλο αυτό το φώναγμα και το κάρφωμα και το τράβηγμα και το τίναγμα. Δέστε τες σφιχτά στο πουλάκι μέσα στο κλουβί του. Δέστε τες σε αυτό. Μην τις αφήσετε να δουν παραπέρα. Και εκείνη θα πλάσει τον άνδρα κατ’ εικόνα της. Δέστε κι αυτόν…»

Ο Richard/Rita σταμάτησε απότομα, γυρίζοντας στον καναπέ και λαχανιάζοντας σαν να ζητούσε αέρα.

«Εσύ! Παπά! Εσένα σε διορθώσαμε για…»

«Όχι, Διορθωτή-Κοριτσιών. Ο Ιησούς σε νίκησε. Στο όνομά του θα απαντήσεις: γιατί κρατάς αυτό το πλάσμα, τη Rita, στη σκλαβιά; Γιατί;»

Ο Gerald, μέσα στην απειρία του, ακολουθούσε μια επικίνδυνη αλλά φαινομενικά στοιχειώδη γραμμή συλλογισμού. Του φαινόταν λογικό να επιμείνει να μάθει γιατί ή πώς ο Richard/Rita είχε καταληφθεί. Αλλά υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος η ίδια του η διανοητική περιέργεια να νικήσει την καλύτερη κρίση του. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να πειράξει τα εντόσθια του κακού και να τραυματιστεί ανεπανόρθωτα.

Όπως αποδείχθηκε πριν από το τέλος του εξορκισμού, δεν ήταν ο Gerald εκείνος που υπέστη τις συνέπειες ενός τέτοιου πειράγματος.

«Κάνουμε ό,τι μας προστάζει ο Τολμηρός. Η Rita ήταν η λεία μας, η ψυχή μας. Η Rita διάλεξε να είναι κουτί, να είναι κουτί, να είναι κουτί, να είναι κουτί. Ακόμη κι όταν μίλησε ο Ύψιστος, εκείνος διάλεξε να είναι κουτί, να είναι κουτί, να είναι κουτί».

Ο Gerald, με κάποια εσωτερική αίσθηση, ένιωσε ότι ένα μοναδικό, προσωπικό νήμα κακού και αντίστασης είχε σβήσει ή έσβηνε από τη σκηνή· ήταν σαν μια κατώτερη νοημοσύνη να αντιμετώπιζε τώρα τις ερωτήσεις του.

Ο Richard/Rita άρχισε πάλι να παλεύει και να λαχανιάζει. Ο Gerald συλλογίστηκε για μια στιγμή. Τι τώρα; Να μείνει σιωπηλός και να αφήσει τα πράγματα να ησυχάσουν; Να πιέσει μπροστά και να αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες; Θυμήθηκε τον γέρο Δομινικανό να λέει κουνώντας το κεφάλι: «Αν έχεις την ευκαιρία να τους στύψεις από λόγια, κάν’ το. Αν μπορείς, πίεσέ τους να πουν τι ακριβώς συνέβη. Αλλά μην μπεις σε ένα πάρε-δώσε κανονικής επιχειρηματολογίας. Πάντα θα σε νικήσουν. Και ένα τέτοιο χτύπημα μπορεί να είναι περισσότερο απ’ όσο αντέχεις».

Ο Gerald κοίταξε ξανά τον Richard/Rita· το σώμα του τιναζόταν πέρα δώθε σπασμωδικά· οι βοηθοί κοιτούσαν τον Gerald περιμένοντας κάποια οδηγία. Αποφάσισε να κάνει μία ακόμη ερώτηση.

«Κακό Πνεύμα, στο όνομα του Ιησού, ανάγγειλε την παγίδα μέσα στην οποία έπιασες τον Richard/Rita. Το ζητώ αυτό με την εξουσία της Εκκλησίας και στο όνομα του Ιησού».

Η φρικτή φωνή του Richard/Rita απάντησε:

«Αρχίζουμε με την αυτοανάπτυξη, την αυτοανακάλυψη. Τους λέμε, είπαμε στη Rita: Πρώτα πρέπει να είσαι ο εαυτός σου, να βρεις τον εαυτό σου, να μάθεις ποια είσαι. Χώνουν τη μύτη τους στον ίδιο τους τον αφαλό και λένε: Μου αρέσει η δική μου μυρωδιά! Έπειτα, ότι μόνο η γυναίκα, η γυναίκα μόνη, είναι αυτό που αξίζει να είναι κανείς. Τα έχει όλα μέσα της, ενώ ο άνδρας τα έχει όλα να κρέμονται έξω».

Οι βοηθοί είχαν απομακρυνθεί από τον καναπέ και στέκονταν κοντά στον Gerald με σχεδόν δύσπιστο τρόμο. Ο Bert δεν στήριζε πια τον Gerald, αλλά ακουμπούσε στο κομοδίνο.

«Το να είσαι γυναίκα σημαίνει να είσαι εντελώς ανεξάρτητη, τους λέμε. Καμία ενοχή. Ούτε αρσενική. Ούτε θηλυκή. Πλήρης μέσα στον εαυτό της. Αιδοίο και κλειτορίδα σε ένα. Ανδρόγυνη. Ελεύθερη από αισθήματα ενοχής, από κάθε ευθύνη απέναντι σε άνδρα. Βιολογικαααααααά!» Η φωνή του Richard/Rita τέντωσε τη λέξη, χαϊδεύοντας την τελευταία συλλαβή. Με ένα νεύμα του Gerald, οι βοηθοί επέστρεψαν και ακούμπησαν τα χέρια τους στον Richard/Rita. Παύση. Έπειτα:

«Να ελευθερωθεί από κάθε ανάγκη του άλλου. Να τις αφήσουν να νομίζουν ότι έχουν ξεπεράσει τη φιλοδοξία της έκστασης πάνω σε έναν πούτσο, αλλά είναι εντελώς αισθησιακές επειδή μπορούν να γελούν με την αγάπη και όλα της τα καμώματα· ότι αναπτύσσουν τις δικές τους αυτάρκεις δεξιότητες· ότι η δική της οικειότητα με τον εαυτό της είναι ολόκληρος ο κόσμος, χωρίς την εισβολή του αρσενικού· ότι είναι γεμάτη εσωτερικούς χώρους μέσα της, άπειρους χώρους, αρκετά άπειρους για να περιέχουν όλα όσα θα μπορούσε ποτέ να ευχηθεί να έχει ή να είναι· ότι μπορεί να είναι γαλήνια, γεμάτη προσωπικότητες, πολυπρισματική, όλος ο άνδρας χωρίς τις ανοησίες του, όλη η γυναίκα χωρίς τις γατοκαβγαδίστικες επιδείξεις».

Ο Richard/Rita σταμάτησε. Μόνο τα τέσσερα ζευγάρια χεριών τον εμπόδιζαν να σηκωθεί. Τα πόδια και τα χέρια του πάλεψαν για λίγες στιγμές, έπειτα σταμάτησαν. Βόγκηξε ξανά και άρχισε να μουρμουρίζει ακατάληπτα.

«Μίλα, Διορθωτή-Κοριτσιών! Μίλα! Άσε μας να ακούσουμε καθαρά τη φωνή σου!»

«Έπειτα… έπειτα… η ίδια παλιά παγίδα. Η ίδια παλιά παγίδα μέσα στην οποία πιάσαμε πολλούς —και ακόμη τους πιάνουμε. Ότι γαμιούνται τόσο αναγκαία όσο τραγουδούν τα πουλιά, όσο ρέει το νερό, όσο καίει η φωτιά. Απλώς για να δείξουν πόσο ανεξάρτητες είναι. Πόσο ανώτερες είναι. Ότι αν δεν αναπνέουν για το γαμήσι, αν δεν ζουν για το γαμήσι, αν δεν τραγουδούν μέσα στο γαμήσι, δεν μπορούν να αναπνεύσουν, να κλάψουν, να τραγουδήσουν, να αγαπήσουν ή να κάνουν οτιδήποτε. Να απελευθερωθούν. Αυτό αρχίζουν να λένε. Άνδρας, γυναίκα ή κατσίκα, μικρό αγόρι, ή αν φτάσει ως εκεί, μικρό κορίτσι. Και έπειτα, όταν η Rita έφτασε εκεί — Οοοοοοοοεεεεεεε!» Ήταν μια κραυγή θριάμβου όπως πριν.

Ο Gerald είχε τον έλεγχο. Δεν υπήρχε τώρα ούτε ίχνος της Προσποίησης. Αλλά ο Richard/Rita ήταν ακόμη πιασμένος στα δόντια αυτού του άγριου, κακού πράγματος και σχεδόν εκσφενδονιζόταν πάνω στον καναπέ καθώς ο Διορθωτής-Κοριτσιών κακάριζε συνεχίζοντας.

«Και μετά από αυτό… ένας πέος. Έπειτα άλλο πέος. Έπειτα τρίτο. Τέταρτο. Πεντηκοστό τέταρτο. Ένα δάσος από δαύτα. Αιχμηροί πάσσαλοι. Όλοι ίδιοι. Οοοοεεεε! Και έπειτα το μίσος που αγαπιέται έτσι. Και η αηδία που μισεί. Και το μίσος για τέτοια αγάπη. Και η αγάπη του μίσους. Και το να καραδοκεί για το πέος. Και το γέλιο για την ανοησία του. Και η σκλαβιά. Πολλοί από εμάς είμαστε τα οπίσθια του Τολμηρού. Κάθε Rita είναι ένα κομμάτι από τα σκατά του…»

Ήταν αρκετό. Ο Gerald διέκοψε απότομα. Υπήρχε μόνο μία ερώτηση ακόμη.

«Σε ποια χρονική στιγμή η Rita παρέδωσε την κατοχή σε εσένα; Πότε ολοκληρώθηκε;»

«Στο χιόνι. Στον άνεμο. Τότε ξέραμε ότι μπορούσαμε να βρούμε μια θέση μέσα του. Να τον λυγίσουμε στη θέλησή μας. Αλλά είχε προσκαλέσει χρόνια πριν…»

Ο Gerald αποφάσισε ότι είχε ειπωθεί ό,τι ήθελε να μάθει. Το κακό πνεύμα είχε αρκετά υποταχθεί και ταπεινωθεί. Τώρα μπορούσε να εκβληθεί.

«Κύριε Θεέ των Ουρανών, στο όνομα του Ιησού Χριστού, του μονογενούς σου Υιού, και στο όνομα του Αγίου σου Πνεύματος, προσευχόμαστε να μας παραχωρήσεις το αίτημά μας και να ελευθερώσεις αυτόν τον δούλο σου, τον Richard, από τα δεσμά της σκλαβιάς και τη βδελυρή κατοχή αυτού του κακού πνεύματος».

Ο Gerald κοιτούσε προς το ταβάνι κατά τη διάρκεια αυτής της προσευχής. Τώρα κοίταξε κάτω, προς τον Richard/Rita, ύψωσε τον σταυρό και ετοιμάστηκε να αρχίσει την τελική εξορκιστική προσευχή.

Ο δρ Hammond παρενέβη, ψιθυρίζοντας επειγόντως στο αυτί του:

«Πάτερ, μην το αφήσετε να σταματήσει εδώ. Αφήστε με να θέσω μερικές επαγγελματικά προσανατολισμένες ερωτήσεις».

Παρά την αντιπάθειά του για τους ψυχιάτρους και τη γενική του ενόχληση με αυτόν εδώ, ο Gerald εξακολουθούσε να φοβάται για εκείνον. Γύρισε απότομα και με πόνο, ικετεύοντας επειγόντως με ραγισμένη φωνή:

«Για την αγάπη του Ιησού, δρ Hammond, για το καλό σας, κρατήστε το στόμα σας κλειστό. Μείνετε έξω από αυτό. Δεν ξέρετε τι…»

Αλλά ήταν πολύ αργά. Ο δρ Hammond είχε πάει δίπλα στον Richard/Rita. Κάθισε στην άκρη του καναπέ και άρχισε να μιλά ήρεμα, πειστικά.

«Τώρα, Rita, σχεδόν τελειώσαμε. Αυτό πλησιάζει στο τέλος του. Θα είσαι ήρεμη. Δεν υπάρχει τίποτε να φοβάσαι. Απάντησε στις ερωτήσεις μου. Και μετά από αυτό, θα ξυπνήσεις».


Ο Richard/Rita σταμάτησε να γυρίζει και να συστρέφεται. Έμεινε εντελώς ακίνητος. Το πρόσωπό του χαλάρωσε. Η έκφραση γύρω από τα χείλη του μαλάκωσε. Ο δρ Hammond, μάλλον τεντωμένος στην αρχή, άρχισε τώρα να χαλαρώνει. Ήταν λάθος του Gerald που επέτρεψε στον ψυχίατρο να το κάνει αυτό. Κανένας έμπειρος εξορκιστής δεν θα επέτρεπε μια τόσο κραυγαλέα και επικίνδυνη παρέμβαση. Ήταν επικίνδυνη όχι μόνο επειδή ολόκληρος ο εξορκισμός θα μπορούσε να καταρρεύσει και να χαθεί εντελώς, αλλά και επειδή θα μπορούσε να αποβεί πιθανώς μοιραία για το πρόσωπο που, τόσο απερίσκεπτα, άπλωνε το χέρι του μέσα στην άγνοια και άγγιζε το συμπυκνωμένο κακό. Έτσι αποδείχθηκε, με μία έννοια, για τον δρ Hammond.

Μια ξαφνική, βαριά σιωπή έπεσε μετά τα αρχικά του λόγια προς τον Richard/Rita. Ύστερα από όλον τον πόνο, τον θόρυβο, το βογκητό και την ένταση, εκείνη η σιωπή ήταν εκπληκτικά ξένη για όλους τους. Ένα ένα, τα κεφάλια σηκώθηκαν. Η επαγγελματική παρουσία του Hammond —το μπλε επαγγελματικό του κοστούμι, τα γυαλιά του, ο τόνος του ανθρώπου που ξέρει, η ίδια η αυτοπεποίθησή του καθώς κινήθηκε προς τον καναπέ του Richard/Rita και κάθισε να μιλήσει, παραμερίζοντας με τη συμπεριφορά του τις προειδοποιήσεις του Gerald— όλα αυτά τους έκαναν να σκεφτούν, όπως θυμήθηκε ο αστυνόμος: «Τελικά, αυτό μπορεί να είναι πιο φυσιολογικό απ’ όσο νόμιζα».

Αλλά αυτό που αισθανόταν ο Gerald δεν ήταν η άρση μιας κακής παρουσίας, αλλά μια μετατόπιση. Ο δρ Hammond είχε πέσει στην ίδια παγίδα στην οποία είχε πέσει ο Gerald πριν από τεσσερισήμισι εβδομάδες, και με άμυνες απείρως φτωχότερες ακόμη κι από εκείνες που είχε τότε ο Gerald. Μόνο ο Gerald και ο δάσκαλος τεντώθηκαν από τον φόβο της κατανόησης.

Αλλά ξαφνικά, σχεδόν ταυτόχρονα και σαν το ξετύλιγμά τους να ήταν κάτι που μπορούσε κανείς να δει και να ακούσει, όλοι σταμάτησαν να ξετυλίγονται. Σχεδόν μπορούσε κανείς να δει και να ακούσει την απότομη παύση της ανακούφισης που τους κατέκλυζε. Μέσα σε εκείνη τη σιωπή άκουγαν. Μια αλλαγή λάμβανε χώρα. Όλοι τώρα αισθάνονταν αυτό που είχαν αισθανθεί ο Gerald και ο δάσκαλος. Μια αλλαγή σε κάτι ή κάπου κοντά τους ή συνδεδεμένο με αυτούς, με εκείνο το δωμάτιο, με τον Gerald και με τον Richard/Rita.

Τελικά σταμάτησε ακόμη και ο ψυχίατρος, με την επαγγελματική του ηρεμία ραγισμένη. Είχε το μισοενοχλημένο, μισοπληγωμένο βλέμμα κάποιου που τον διακόπτουν στη μέση μιας πρότασης. Κοίταξε γρήγορα τον Gerald και τους άλλους, καθώς η ανησυχία απλωνόταν στα χαρακτηριστικά του. Για πρώτη φορά στην επαγγελματική του ζωή, ο δρ Hammond βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο με κάτι που ήξερε ότι ξεπερνούσε κατά πολύ τη δυνατότητά του να το κατατάξει ως επαληθεύσιμα γνωστό ή άγνωστο. Αυτό που τότε άρχιζε να αντιλαμβάνεται, ένιωθε πως το γνώριζε πάντοτε, αλλά ποτέ δεν το είχε αναγνωρίσει, ούτε καν στις βαθύτερες στιγμές των οκτώ χρόνων ανάλυσης από τους οποίους είχε περάσει επιτυχώς.


Αλλά ο επιστημονικός του νους ήταν η μόνη άμυνα που είχε πρόχειρη, και συνέχισε μέσα στο μυαλό του τη διαμαρτυρία: Επαλήθευσε! Βρες τα δεδομένα! Δοκίμασέ τα! Αλλά ήξερε. Δεν υπήρχε επαληθεύσιμο δεδομένο. Υπήρχε μια πραγματικότητα που είχε γίνει διάφανη γι’ αυτόν. Πριν από αυτή τη στιγμή, θα την είχε χαρακτηρίσει προϊόν του ανορθολογικού. Τώρα όμως φαινόταν να είναι πραγματική πέρα από κάθε λογική. Και την ήξερε πάντοτε.

Σιγά σιγά άρχισαν όλοι να ακούν ήχο. Στην αρχή ήταν σαν ήχος πλήθους ή όχλου —πόδια που χτυπούσαν αχνά, φωνές που φώναζαν, ούρλιαζαν, κραύγαζαν, χλεύαζαν, μιλούσαν, μακρινά σφυρίγματα και γρυλίσματα. Δεν μπορούσαν να εντοπίσουν από ποια κατεύθυνση ερχόταν. Ο δάσκαλος έριξε μια ματιά από τα παράθυρα προς τη λίμνη. Τα δέντρα κινούνταν απαλά στον άνεμο· μερικές πάπιες κωπηλατούσαν στο νερό· το βράδυ ήταν ακόμη φωτεινό.

Έπειτα ο θόρυβος ακούστηκε πιο κοντά, εξίσου συγκεχυμένος όπως πριν, αλλά τώρα με μια συνολική διάθεση ή νότα: πένθος για μια αναπόφευκτη λύπη. Ακούγοντας εκείνον τον ήχο στην ηχογράφηση του εξορκισμού, καθώς δυναμώνει όλο και περισσότερο, αρχίζει κανείς να έχει την πεποίθηση ότι ακούει τα βασανισμένα μουρμουρητά και τις αβοήθητες διαμαρτυρίες ενός πλήθους σε αγωνία, να μοιρολογεί και να θρηνεί για βάθη μεταμέλειας, να ουρλιάζει και να βογκά για τον πόνο της τιμωρίας και της αδιάκοπης ποινής, να κραυγάζει ανίσχυρα σε καταδίκη, να δονείται ως ένα ολόκληρο θηρίο οδύνης, σαν κάποια πρωτεϊκή καρδιά που χτυπά μέσα στη λάσπη και την αθλιότητα που η ιστορία δεν κατέγραψε ποτέ και που το ανθρώπινο έλεος δεν διαπέρασε ποτέ.

Πάνω και πέρα από όλες τις φωνές, αλλά υφαινόμενη διαρκώς μέσα κι έξω ανάμεσά τους, υπήρχε η πλήρης κραυγή μιας γυναίκας, που ενορχήστρωνε γύρω από τον εαυτό της όλους τους άλλους θορύβους και φωνές σαν να ήταν το θέμα τους. Ερχόταν σε μεγάλες ανοδικές και καθοδικές καμπύλες, δυνατότερη και ασθενέστερη, ξανά δυνατότερη και έπειτα ασθενέστερη, κανονική, ζωηρή, τραχιά, αντηχώντας με πάθος πόνου και χαμένης ελπίδας.

Ο Gerald παρατήρησε ότι όλοι μέσα στο δωμάτιο έμοιαζαν να σκύβουν, να χαμηλώνουν το ύψος τους σαν να φοβούνταν κάτι που κινούνταν στο επάνω μέρος του δωματίου. Εκεί πάνω δεν φαινόταν τίποτε.

Ο δρ Hammond καθόταν σαν να ήταν ανίκανος να κινηθεί από την άκρη του καναπέ. Τα χείλη του Richard/Rita έγιναν μπλε, τα μάτια του ανοιχτά και καρφωμένα στο κενό. Ο παρών γιατρός κινήθηκε στο πλευρό του για να πάρει τον σφυγμό του και βρήκε το σώμα του πολύ κρύο, τον σφυγμό σταθερό αλλά αδύναμο.

«Πάτερ, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί πολύ ακόμη», κατάφερε να φωνάξει ο πατέρας John στον Gerald. «Έχει αντέξει ήδη αρκετά».

«Όχι πολύ ακόμη! Όχι για πολύ τώρα!» φώναξε πίσω ο Gerald. Αλλά το υπόλοιπο όσων ήθελε να πει έμεινε ανείπωτο. Ο ψυχίατρος ήταν εκείνος που τώρα διεκδίκησε την προσοχή του. Ο δρ Hammond είχε γλιστρήσει από τον καναπέ και στεκόταν στραβά, κοιτάζοντας μισοστραμμένος πάνω από τον ώμο του προς τον Richard/Rita, με τα μάτια στενεμένα από ανησυχία, το σημειωματάριό του πεσμένο και ξεχασμένο. Κανείς, ούτε ο ίδιος ο ψυχίατρος, δεν μπορούσε να αποσπάσει τον νου του από τον ιστό πόνου και μεταμέλειας που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα.

Ο θόρυβος και η βοή των λυγμών και του πένθους ανέβηκαν τελικά σε κυματιστή ένταση. Το πρόσωπο του Richard/Rita πλημμύρισε χρώμα· κόκκινες κηλίδες και ραβδώσεις αποχρωμάτισαν τα χέρια και τον λαιμό του. Ακόμη και τα μάτια του βάθυναν στο χρώμα. Προσπαθούσε να μιλήσει.

Ο Gerald τέθηκε σε εγρήγορση: κάτι ερχόταν, και ένιωσε ότι έπρεπε να κάνει την τελική του πρόκληση πολύ γρήγορα.

«Στο όνομα του Ιησού, διατάζεσαι να εγκαταλείψεις αυτό το πλάσμα του Θεού. Θα βγεις από τη Rita και θα την αφήσεις ολόκληρη και ακέραιη…»

Η ξαφνική κραυγή του Richard/Rita τους έσκισε τα τύμπανα.

«Φεύγουμε, παπά. Φεύγουμε». Ήταν ένα εκατομμύριο ταραγμένες φωνές ως μία, γεμάτες αιώνιο πόνο και οδύνη. «Φεύγουμε μέσα στο μίσος. Και κανείς δεν θα αλλάξει το μίσος μας. Και θα σε περιμένουμε. Όταν έρθεις να πεθάνεις, θα είμαστε εκεί. Φεύγουμε. Αλλά» —ο Gerald άκουσε την κοφτερή έγχυση μίσους να συρίζει μέσα από τη λύπη— «τον παίρνουμε».

Τα χέρια του Richard/Rita τινάχτηκαν ξαφνικά σε μια πλατιά καμπύλη προς τον δρ Hammond. Ήταν μια γρήγορη αλλά αδέξια κίνηση.

Ο Hammond πήδηξε προς τα πίσω. Και ο Richard/Rita έπεσε από τον καναπέ στο πάτωμα, καθώς οι βοηθοί όρμησαν μπροστά και τον κράτησαν κάτω.

«Έχουμε ήδη την ψυχή του. Τον διεκδικούμε. Είναι δικός μας. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε γι’ αυτό. Τον έχουμε ήδη. Είναι δικός μας. Δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε γι’ αυτόν».

Ο Richard/Rita συρίττε σαν κάποιος που ασφυκτιούσε, με τα μάτια γουρλωμένα, τους μύες του λαιμού πεταγμένους, τα μακριά του μαλλιά να πέφτουν προς τα πίσω, το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει, καθώς μισοσηκωνόταν μέσα στην προσπάθειά του.

«Δεν μπορείς να τον πάρεις πίσω. Είναι δικός μας. Κάνει τη δουλειά μας. Δεν χρειάζεται κουτί. Βάζει όλους τους άλλους μέσα σε αυτό».

Κάθε ηρεμία είχε φύγει από τον δρ Hammond· το πρόσωπό του ήταν εικόνα μαύρου φόβου.

«Εδώ… δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ άλλο». Ήταν ακόμη η φωνή από τον Richard/Rita, και ήταν γεμάτη άκαμπτο πόνο και πικρία. «Υπάρχουν πάρα πολλά να υποφέρει κανείς εδώ. Πού θα…» Η φωνή έσβησε.

Ο Richard/Rita κλοτσούσε και γρατζουνούσε τους βοηθούς που αγωνίζονταν να τον κρατήσουν. Έπειτα άρχισε να ουρλιάζει, ώσπου τελικά λιποθύμησε· και πάνω και γύρω τους οι τελευταίες συλλαβές των λέξεών του έσβησαν μέσα στη βοή των φωνών. Σπειροειδώς ανέβηκαν σε μια λεπτή, ψηλή νότα, έπειτα βυθίστηκαν σε έναν υπόκωφο συντονισμό, σαν το μουγκρητό ταύρου που έχει δεχθεί χτύπημα. Σιγά σιγά χάθηκαν στην απόσταση.

Εκείνες οι πολλές βασανιστικές φωνές, εκείνα τα μυριάδες βήματα με όλο και πιο αργό ρυθμό και όλο και πιο αχνό ήχο, άρχισαν όλα να αποσύρονται όλο και μακρύτερα από την παρουσία τους, σαν νεκρική πομπή που προχωρεί αργά, σπιθαμή προς σπιθαμή, ταλαντευόμενη και συστρεφόμενη, έξω από την πόλη του ανθρώπου, καταπομένη από τη μεγάλη, άγνωστη ερημιά της γύρω νύχτας. Εκείνη η μοναδική, παλλόμενη κραυγή της γυναίκας αντηχούσε ακόμη πένθιμα, αλλά όλο και πιο αχνά πάνω από τους σβησμένους αντίλαλους του πλήθους που αποσυρόταν, ώσπου τελικά έμεινε μόνο ένα μικρό κομμάτι ήχου που ανέβαινε και κατέβαινε, ανέβαινε και κατέβαινε, και στο τέλος δεν ξανανέβηκε ποτέ από τη σιωπή.

Καθώς ο ήχος απομακρυνόταν, η πάλη του Richard/Rita είχε σταδιακά σταματήσει. Η ένταση που τους κρατούσε όλους είχε μειωθεί και μειωθεί, ώσπου ένας ένας συνειδητοποίησαν, καθώς σήκωναν τα κεφάλια, κινούνταν ανήσυχα και έπειτα κοιτούσαν τα πρόσωπα των άλλων, ότι στέκονταν μόνοι ο ένας με τον άλλον σε ένα μικρό υπνοδωμάτιο, ότι υπήρχε μια παράξενη σιωπή και ότι ο κόσμος τους στεκόταν ακόμη όρθιος. Είχε τελειώσει. Όλα ήταν καλά.

Ο Gerald έριξε μια ματιά στον ψυχίατρο. Ήταν ακουμπισμένος στον τοίχο, με τα γυαλιά στο ένα χέρι, ενώ έκλαιγε ανεπιφύλακτα μέσα στο άλλο του χέρι.

«Bert, δες τον λίγο, θέλεις;» είπε ο Gerald απαλά.


«Αφήστε με. Αφήστε με ήσυχο», μουρμούρισε ο δρ Hammond ανάμεσα στα δάκρυά του. Έπειτα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι καλά. Αφήστε με ήσυχο».

Περπάτησε αργά προς την πόρτα, την άνοιξε, ύστερα μισογύρισε και κοίταξε πίσω τον Richard/Rita και τον Gerald. Είχε την όψη κάποιου που έχει πληγωθεί άδικα· και τα μάτια του κρατούσαν απορία και ικεσία. Έπειτα, χωρίς λέξη, γύρισε και βγήκε έξω. Θα είχε αργότερα συνομιλίες με τον Gerald. Αλλά τώρα δεν είχε λόγια. Και ήταν κουρασμένος πέρα από κάθε φαντασία.

Ύστερα από περίπου είκοσι λεπτά, σήκωσαν τον Richard/Rita στον καναπέ. Συνερχόταν. Έκανε νόημα με το χέρι στον Gerald. Ήταν φανερά πολύ αδύναμος, αλλά απολύτως κύριος του εαυτού του και συνειδητός. Ο Gerald είδε το χαμόγελο στα μάτια του και αχνά στις άκρες του στόματός του.

«Πάτερ, εδώ και δέκα χρόνια δεν έχω νιώσει τόσο γαλήνιος και τόσο ελαφρύς. Εγώ…»

«Δεν χρειάζεται να πεις πολλά τώρα, Rita», είπε ο Gerald.

«Αλλά, πάτερ Gerald, εγώ… είμαι ευτυχισμένος για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό».

«Θα μιλήσουμε γι’ αυτό αργότερα», είπε ο Gerald, χαμογελώντας μέσα από τον πόνο του· αιμορραγούσε ξανά και η λεκάνη του σχιζόταν από έναν βασανιστικό πόνο. Ίσιωσε όσο περισσότερο μπορούσε και γύρισε να φύγει.

«Πάτερ Gerald!» Ο Richard/Rita ανασηκώθηκε με κόπο και στηρίχθηκε στον έναν αγκώνα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο. «Είμαι… εγώ… σας παρακαλώ… να με λέτε Richard. Richard γεννήθηκα. Richard θα πεθάνω». Σήκωσε το βλέμμα προς τον Gerald. «Τα υπόλοιπα» —το βλέμμα του κατέβηκε πάνω στο σώμα του— «για τα υπόλοιπα, ας στηριχθούμε στον Θεό και… και στον Ιησού». Σταμάτησε και κοίταξε αλλού, σαν να θυμόταν ή να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι. Έπειτα, κοιτάζοντας ξανά τον Gerald: «Πάτερ, μου είπαν… ή τους άκουσα να λένε —δεν ξέρω ποιο από τα δύο— ότι δεν υπάρχει πολύς χρόνος… ξέρετε…» Σταμάτησε αδέξια.

«Το ξέρω, Richard», είπε ο Gerald προσπαθώντας να χαμογελάσει, αλλά νιώθοντας το μολυβένιο βάρος μέσα του. Κάπου βαθιά στην κοιλιά του ένας γκρίζος γυμνοσάλιαγκας έτρωγε τα σπλάχνα του. Και κάπου στην καρδιά του είχε εγκατασταθεί ένας όγκος ψύχους. «Το ξέρω. Το ήξερα εδώ και αρκετό καιρό. Το ξέρω. Είναι εντάξει. Ήταν δική μου επιλογή».

Έξω, στον δρόμο εισόδου, ο δρ Hammond καθόταν στη θέση του οδηγού του αυτοκινήτου του και περίμενε. Η μηχανή ήταν ήδη αναμμένη.

«Θα είναι πολύ βροχερή νύχτα, πάτερ Gerald», είπε. Παρά την ένταση, υπήρχε μια νότα εγκαρδιότητας και σεβασμού που ο Gerald δεν είχε προσέξει προηγουμένως. «Αφήστε με να σας αφήσω στον δρόμο μου προς το γραφείο. Πρέπει να περάσω την αναφορά μου σε μαγνητόφωνο απόψε, πριν ξεχάσω οτιδήποτε. Μπορούν να τη δακτυλογραφήσουν αύριο».

Ο Gerald γλίστρησε με πόνο δίπλα του και χαιρέτησε τον Jasper, που τον είχε βοηθήσει.

«Πείτε μου, δρ Hammond», είπε καθώς έβγαιναν στον κεντρικό δρόμο, «πιστεύετε στον Διάβολο;»


Συνεχίζεται με:

Ο θείος Ponto και ο Μανιταροσουπάς