Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 2

DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 2


https://www.youtube.com/watch?v=mSd3_GDK818&t=9s


Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Ήταν πραγματικά μία έκπληξη το πώς η σύνολη Χριστιανοσύνη γιόρτασε αυτό το γεγονός από το μακρινό παρελθόν σαν να ήταν κάτι ιδιαίτερα επίκαιρο. Και πραγματικά ήταν επίκαιρο.

Για ποιον λόγο ήταν επίκαιρο; Εγώ, έτσι από την αρχή, σκεπτόμουν ότι το πρώτο που ανεδείχθη σήμερα ως ιδιαίτερης σημασίας είναι το θέμα της συνοδικότητας. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ήταν μία εξέλιξη της συνοδικής — όπως λέμε εμείς — φύσεως και ταυτότητας της Εκκλησίας, αλλά και προσθήκη ενός νέου τρόπου συνοδικής εργασίας: αυτού της Οικουμενικής Συνόδου.

Ήταν κάτι που συνέβαινε για πρώτη φορά και αυτό δημιούργησε τη δική του ιστορία στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Μερικοί λένε ότι η Οικουμενική Σύνοδος είναι «ο Πάπας της Ορθοδοξίας». Αυτό δεν ισχύει. Δεν έχουμε εμείς ανάγκη ενός τέτοιου θεσμού, γιατί η Οικουμενική Σύνοδος — παρόλο που οι δυτικοί φίλοι μας μάς αποκαλούν «Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων» — δεν είναι θεσμός μόνιμος, όπως υπήρχαν και υπάρχουν οι τοπικές σύνοδοι.

Είναι κάτι έκτακτο: ένα έκτακτο γεγονός. Και εμείς, βέβαια, θα το πούμε πιο θεολογικά: ένα χαρισματικό γεγονός. Διότι η Εκκλησία, απέναντι σε μια απειλή για τη ζωή της, αποφασίζει να συνέλθουν οι επίσκοποί της — οι οποίοι εκπροσωπούν τις τοπικές Εκκλησίες — και να απαντήσουν, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ως Εκκλησία, σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση.

Συγκεκριμένα, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η μεγάλη πρόκληση που προκάλεσε αναταραχή, ανατροπές και κινδύνους ήταν αυτό που ονομάζουμε Αρειανισμό: η αίρεση του πρεσβυτέρου Αρείου, ο οποίος με τη διδασκαλία του δημιουργούσε τεράστια προβλήματα όχι μόνο στην Τριαδολογία — θεωρώντας τον Υιό, τον προαιώνιο Λόγο, κατώτερο από τον Πατέρα — αλλά και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί την ενανθρώπηση στην πληρότητά της, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στη σωτηριολογική διάσταση: δηλαδή, με τη διδασκαλία του, ουσιαστικά, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί.

Και αυτό ήταν που κινητοποίησε ιδιαίτερα τους επισκόπους. Αυτό που ο Μέγας Αθανάσιος — ο πραγματικά μέγας πρωταγωνιστής της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου — συνόψισε με την περίφημη φράση του:
«Ὁ Θεὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Η λέξη θέωση χρησιμοποιείται στη δική μας παράδοση με θεμελιώδη τρόπο. Σημαίνει ακριβώς τη σωτηρία του ανθρώπου, τη ζωή μας με τον Θεό και την αιώνια προοπτική μας. Αυτό ήταν η απάντηση της θεολογίας στην πρόκληση του Αρείου.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο αυτή. Πέρα από τους πολιτικούς λόγους, είχε έναν πολύ σημαντικό σύμβουλο: τον Όσιο Κορδούης από την Ισπανία, και φαίνεται ότι τον επηρέασε.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Σύνοδος είχε αρχικά προγραμματιστεί να γίνει στην Άγκυρα — η οποία τότε είχε χάσει κάπως την αίγλη των αρχαίων χρόνων, αλλά ήταν ένα κέντρο που μπορούσε προφανώς να φιλοξενήσει ένα τέτοιο γεγονός — και μάλιστα αρχικά προβλεπόταν να συμμετάσχουν μόνο οι επίσκοποι της Ανατολής.

Τελικά, ο Όσιος Κορδούης έπεισε τον Κωνσταντίνο και προσκλήθηκαν και επίσκοποι από τη Δύση. Τελικά, μόνο πέντε συμμετείχαν, αλλά μετατέθηκε και ο τόπος: από την Άγκυρα — πιο κεντρικά στη Μικρά Ασία — στη Νίκαια, που είναι πιο κοντά στα παράλια, για να διευκολυνθούν στην πρόσβασή τους οι επίσκοποι από τη Δύση.

Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Εκεί, λοιπόν, τέθηκε — και τίθεται μέχρι σήμερα, άρα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο — το ερώτημα για τη σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας: αν η Σύνοδος αυτή ήταν «αυτοκρατορική» ή αν ήταν εκκλησιαστική Σύνοδος.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό ερώτημα. Διότι, μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο — και αυτά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα γιατί δείχνουν πως η Εκκλησία στην ιστορία δεν πορεύεται παράλληλα «εκτός» των γεγονότων, αλλά είναι μπλεγμένη μέσα σε αυτά — συνέβη το εξής:
Μετά τη Σύνοδο, η πολιτεία ακολούθησε τη δική της πορεία, και η θεολογία αναγκάστηκε να αμυνθεί για το δόγμα της Νικαίας. Ενώ το δόγμα είχε διατυπωθεί, η πολιτική, για τους δικούς της λόγους, φάνηκε να προτιμά άλλες λύσεις.

Οι διάδοχοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου — δεν θέλω να επεκταθώ ούτε και στον ίδιο, διότι και εκείνος υπήρξε κάποια στιγμή αμφιταλαντευόμενος — συντάχθηκαν με τον Αρειανισμό. Υπάρχει και ο λεγόμενος «νεοαριανισμός», με διάφορες ομάδες (ομοιουσιανοί, ευνομιανοί κ.λπ.), που εξέφραζαν μια θεολογία όχι όμοια με τη θεολογία της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά πολιτικά βολική για τους διαδόχους.

Ο Όσιος Κορδούης πιέστηκε πάρα πολύ από τον Κωνστάντιο, σε μεγάλη ηλικία, να υπογράψει ένα αριανικό σύμβολο, και τελικά το υπέγραψε. Λίγο αργότερα πέθανε. Φαίνεται ότι μετανόησε πάντως, και η Εκκλησία μας τον έχει κατατάξει μεταξύ των Αγίων.

Έγραψε μια περίφημη επιστολή, η οποία για μένα είναι φοβερή διακήρυξη για τις σωστές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας. Εγώ ονομάζω αυτό — δεν είναι δικός μου όρος, βεβαίως — «συναλληλία». Και σήμερα μιλάμε για μια νέα συναλληλία Εκκλησίας και κοσμικού κράτους, κάτω από νέα δεδομένα.

Έγραψε, λοιπόν, περίπου το εξής: ότι σε εσάς ο Θεός έδωσε τη διοίκηση, σε εμάς έδωσε το δικαίωμα να θυμιάζουμε. Όπως είναι έγκλημα να ανακατευόμαστε εμείς στα της διοίκησης, έτσι και εσείς εγκληματείτε όταν θέλετε να κάνετε κουμάντο στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Αυτό δείχνει πόσο δύσκολο έργο είναι μία Σύνοδος να προσληφθεί από τη συνείδηση της Εκκλησίας ως Οικουμενική. Και αυτή είναι η περίφημη αρχή της συνοδικότητας: κάτι δεμένο με τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά όχι εύκολο στην πράξη.

Το ζήσαμε κι εμείς στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016. Φέτος γιορτάζουμε τα δέκα χρόνια από τη Σύνοδο. Τέσσερις Εκκλησίες δεν συμμετείχαν. Εγώ φανταζόμουν ότι θα μπορούσαν οι αποφάσεις της να προσληφθούν και από αυτές τις Εκκλησίες.

Το ένα είναι αυτό. Το άλλο είναι οι αποφάσεις να προσληφθούν και να γίνουν κομμάτι της Εκκλησίας ακόμη και από τις δέκα Εκκλησίες που συμμετείχαν και υπέγραψαν. Και αυτό συνεχίζεται· θέλει χρόνο.

Φέτος, που συμπληρώνονται δέκα χρόνια, σίγουρα θα γίνουν διάφορα πράγματα. Και εμείς στο Πατριαρχείο προγραμματίζουμε πολλά.

Το ίδιο έγινε και με τις αποφάσεις της Νικαίας. Αν δεν ήταν ο Μέγας Αθανάσιος, ο αγώνας υπέρ της Νικαίας δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα. Και μετά — θα έλεγα — ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης· και ύστερα, βέβαια, ο Μέγας Θεοδόσιος και η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έβαλε και την πολιτική «βούλα».

Αλλά τη νίκη την είχαν κερδίσει ήδη οι θεολόγοι.

— Με την αγωνιστικότητα αυτή, πραγματικά αγγίζει τα όρια του θαύματος. Δεν θαυματολογούμε· είναι μια υπέροχη ιστορία που δείχνει την αξία της θεολογίας. Και αυτό είναι το δεύτερο κομμάτι που θέλω να πω.

Νομίζω, για μένα, η Σύνοδος αυτή είναι ακριβώς απόδειξη του πόσο σημαντική είναι η θεολογία στην ιστορία της Εκκλησίας. Και σήμερα ισχύει το ίδιο.

Εμένα μου αρέσει να αποκαλώ τη θεολογία τον «χρυσό σιδηρούν βραχίονα» της Εκκλησίας. Εγώ αποκαλώ αυτό επίσης και «το πνεύμα της Νικαίας».

Η Νίκαια μας δίδαξε όχι μόνο με τη Σύνοδο — την πραγματοποίησή της και τον αγώνα που δόθηκε εκεί — διότι στην αρχή μαζεύτηκαν οι επίσκοποι και φαινόταν ότι οι Αρειανοί θα επικρατήσουν. Αλλά μέσα από τον αγώνα του Μεγάλου Αθανασίου, των άλλων Πατέρων, και κυρίως μέσα από τον αγώνα μετά τη Σύνοδο — που ήταν μεγαλύτερος από τον αγώνα κατά τη διάρκεια της Συνόδου — αποκαλύφθηκε ακριβώς η δύναμη της θεολογίας.

Και αυτό φαίνεται στο γεγονός της «χρήσης» — αυτό για μένα είναι εντυπωσιακό — και είναι εντυπωσιακό σε όλες τις θεολογικές προσεγγίσεις του θέματος.

Πώς χρησιμοποιούν οι θεολόγοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, στο Σύμβολο που ξεκινά με την ωραία λέξη «Πιστεύομεν» (σήμερα λέμε «Πιστεύω») — το λεγόμενο Νικαίο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο, στη μορφή που ολοκληρώνεται το 381 — πώς, λοιπόν, ομολογώντας πίστη στον Χριστό ως Σωτήρα μας, τον αποκαλούν «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», τον προαιώνιο Λόγο που σαρκώνεται για τη σωτηρία μας.

Χρησιμοποιούν επίσης τη φράση «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός». Δηλαδή εισάγουν στο εκκλησιαστικό Σύμβολο μία έννοια η οποία είναι «άγραφη», όπως λέμε: δεν χρησιμοποιείται, δεν συναντάται στη Βίβλο.

Και είναι, επιπλέον, μία έννοια φιλοσοφικά βεβαρημένη. Αυτό, για μένα, είναι συγκλονιστικό.

Δεν είναι μόνο η ελληνική γλώσσα που χρησιμοποιείται — και αναδεικνύεται όλη η δύναμή της· τώρα μάλιστα θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, νομίζω στις 9 Φεβρουαρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Δεν είναι μόνο η γλώσσα. Είναι ότι οι Πατέρες γνωρίζουν και τη φιλοσοφική διάσταση, το φιλοσοφικό περιεχόμενο των όρων «ουσία» και «ομοούσιος».

Και ποιο είναι το πολύ ενδιαφέρον; Ότι δεν είναι μόνο η «φιλοσοφία του όρου». Στην πλατωνική παράδοση, στον Πλωτίνο και στον Πορφύριο, ο όρος χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την έννοια της απορροής: πώς «γεννιούνται» από το «Έν» τα άλλα επίπεδα των οντοτήτων κατά ανάγκην — όχι ελεύθερα. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη σχέση των τριαδικών Προσώπων.

Από την άλλη, δύο παλαιότερες αιρετικές κατευθύνσεις, του Παύλου Σαμοσατέως και του Σαβελλίου, είχαν επίσης λανθασμένη τριαδολογία: ο μεν Παύλος Σαμοσατεύς υπέτασσε, κατά κάποιον τρόπο, τον Υιό, ενώ ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι τα τρία Πρόσωπα της Θεότητος δεν είναι Πρόσωπα, αλλά «προσωπεία», που εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους στην Παλαιά Διαθήκη, στην οικονομία και στη ζωή της Εκκλησίας.

Οι Πατέρες τα γνώριζαν όλα αυτά. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποίησαν τον όρο. Αυτό είναι αξιοθαύμαστο.

Και δείχνει κάτι που μπορεί κανείς να το δει με καχυποψία και να πει: «εδώ μπαίνει η φιλοσοφία στη θεολογία, και ό,τι θα ακολουθήσει ίσως δεν είναι τόσο θετικό».

Το είπε αυτό ένας μεγάλος ιστορικός και θεολόγος, ο Άντολφ φον Χάρνακ, ο οποίος υποστήριξε ότι επήλθε — όχι από τη Νίκαια μόνο, αλλά και στη συνέχεια, με τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων του 4ου και 5ου αιώνα — ένας «εξελληνισμός του χριστιανισμού»: ότι, δηλαδή, μπαίνει η ελληνική γλώσσα — η φιλοσοφική γλώσσα — στη θεολογία και στη ζωή της Εκκλησίας, και έτσι το βιβλικό Ευαγγέλιο χάνει την αυθεντικότητά του και μετατρέπεται σε μια ελληνιστική θεωρία. Ότι, με άλλα λόγια, ο «Θεός των φιλοσόφων» υποκαθιστά τον «Θεό των Πατέρων».

Σε αυτό, βέβαια, απάντησαν μεγάλοι θεολόγοι. Θα σας θυμίσω τον Φλωρόφσκι και τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), οι οποίοι αρνήθηκαν ότι ο Χάρνακ έχει δίκαιο με τον όρο «εξελληνισμός του χριστιανισμού», και πρότειναν — ο Φλωρόφσκι πρώτος και μετά ο Περγάμου — τον όρο «εκχριστιανισμός του ελληνισμού».

Δηλαδή: ότι η χριστιανική εμπειρία κατορθώνει να βρει έκφραση με την υπέροχη ελληνική γλώσσα, χωρίς να αλλοιωθεί το μήνυμα και η αλήθεια της εμπειρίας. Αυτό, λέει, είναι θαύμα.

— Τώρα, να πάμε στις προσκλήσεις. Ποια ήταν η λογική; Ποιοι θεσμοί, ποιες Εκκλησίες θεωρήσατε κρίσιμο να κληθούν;

— Ήταν — όπως καταλαβαίνετε — από τα ζητήματα που μας απασχόλησαν εξ αρχής: πόσο διευρυμένη θα είναι η σύνθεση αυτού του κοινού προσκυνήματος.

Αρχικά, η σκέψη ήταν να είναι μόνο ο Πάπας και ο Πατριάρχης, γιατί η αρχική πρόταση αφορούσε τους δύο: τον Πάπα Φραγκίσκο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Ωστόσο, μετά τον θάνατο του Πάπα Φραγκίσκου, ο νέος Πάπας έθεσε τη σκέψη διεύρυνσης του σχήματος, ώστε να προσλάβει οικουμενικό χαρακτήρα. Ο Παναγιώτατος το αποδέχθηκε.

Οπότε, η κοινή επιτροπή εργάστηκε έχοντας ως δεδομένη την απόφαση αυτή των δύο προκαθημένων και καταλήξαμε σε ένα σχήμα στο οποίο εκπροσωπείται η κάθε χριστιανική Εκκλησία και ομολογία: είτε από τον προκαθήμενό της (εφόσον υπάρχει — διότι κάποιες ομολογίες δεν έχουν προκαθήμενο), είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου δεν κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως, από αντιπρόσωπο.

Έτσι φτάσαμε στο σχήμα που είδατε: μετείχαν προκαθήμενοι και εκπρόσωποι, ένας από κάθε Εκκλησία ή ομολογία.

— Τώρα, αναγκαστικά, περνάμε στο δυσκολότερο κομμάτι: στις απουσίες. Υπήρξαν Εκκλησίες ή θεσμικοί εκπρόσωποι που προσκλήθηκαν αλλά δεν παρέστησαν. Και θέλω να σας ρωτήσω το εξής: όταν μια Εκκλησία απουσιάζει από μια συνάντηση τέτοιου συμβολισμού, τι σημαίνει αυτό εκκλησιαστικά — και τι σημαίνει πρακτικά;

— Φαντάζομαι ότι θα αναφέρεστε στη μη αυτοπρόσωπη συμμετοχή των Μακαριωτάτων Πατριαρχών Αντιοχείας Ιωάννου και Ιεροσολύμων Θεοφίλου.

— Πολύ σωστά.

— Να πούμε ότι προσκλήθηκαν αμφότεροι. Ο Παναγιώτατος το έθεσε αυτό εξ αρχής: ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προσκαλέσει, από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών, τους προκαθημένους των πρεσβυγενών Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Ήταν μία απόφαση την οποία σεβάστηκε απόλυτα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δεν έθεσε ούτε περιορισμούς ούτε οποιαδήποτε αντίρρηση.

Απεστάλησαν οι προσκλήσεις και, μάλιστα, η πρόθεσή μας ήταν να τις επιδώσουμε αυτοπροσώπως. Συνόδευσα τον Γέροντα Χαλκηδόνος στον Λίβανο, για να επιδώσουμε την πρόσκληση αυτοπροσώπως στον Πατριάρχη Αντιοχείας.

Στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δεν κατέστη δυνατό, διότι υπήρχε η έντονη πολεμική κατάσταση εκείνη την περίοδο και ήταν για μας αδύνατο να μεταβούμε αυτοπροσώπως.

Στον δε Πατριάρχη Αλεξανδρείας η πρόσκληση επιδόθηκε μέσω του εκπροσώπου του στην Αθήνα.

Με τα δεδομένα που είχαμε μετά την αποστολή των προσκλήσεων, υπήρξε άμεση αποδοχή από μέρους του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, θετική ανταπόκριση από μέρους του Πατριάρχου Αντιοχείας, και αναμονή, από μέρους μας, της απάντησης του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Γι’ αυτό και ο Παναγιώτατος, όταν επισκέφθηκε το Μετόχιο του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη — με αφορμή την εορτή του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που είναι προστάτης Άγιος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων — απηύθυνε εκ νέου δημόσια πρόσκληση προς τον αδελφό του Πατριάρχη Θεόφιλο να παραστεί.

Και μάλιστα είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε απόντα από αυτήν τη συνάντηση τον διάδοχο του Ιακώβου του Αδελφοθέου.

— Καταλαβαίνει κανείς τη βαρύτητα. Και ακριβώς, δυστυχώς, παραμονές της επισκέψεως πληροφορηθήκαμε ότι δεν είναι δυνατή η αυτοπρόσωπη παρουσία και συμμετοχή του Μακαριωτάτου. Πώς ερμηνεύονται τέτοιες απαντήσεις, τέτοιες στιγμές που έρχονται την τελευταία στιγμή;

— Κοιτάξτε, είναι λογικό απρόοπτα να συμβαίνουν πάντοτε, και αυτό είναι κατανοητό. Άλλωστε ούτε ο Πατριάρχης Αντιοχείας κατέστη δυνατό να παραστεί αυτοπροσώπως και έστειλε κι εκείνος αντιπρόσωπο, παρά το ότι — όπως σας είπα — αρχικά τα δεδομένα που είχαμε ήταν ότι ο ίδιος θα παρίστατο.

Από εκεί και πέρα, οι στιγμές είναι ιστορικές, και οι παρουσίες και οι απουσίες καταγράφονται, όπως καταγράφηκαν και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας το 2016.

Οι Εκκλησίες, πάντως, ήταν παρούσες: διότι, όπως σας είπα, και η Εκκλησία Αντιοχείας έστειλε εκπρόσωπο, και η Εκκλησία Ιεροσολύμων εκπροσωπήθηκε. Δεν παρέστησαν οι προκαθήμενοί τους.

Θα ήταν πραγματικά μία μοναδική στιγμή να βρεθούν στον ίδιο χώρο οι προκαθήμενοι των πέντε πρεσβυγενών θρόνων — αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζεται Πενταρχία: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Αυτή ήταν — να το πούμε έτσι — και η κεντρική ιδέα πίσω από την πρόσκληση.

— Πρόσκληση προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνθηκε; Ή το θεωρείτε «κλειστό» θέμα, λόγω της διακοπής των σχέσεων το 2018, μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο;

— Όπως εξήγησα, η απόφαση εξ αρχής ήταν να περιοριστούν οι προσκλήσεις από πλευράς Ορθοδόξων Εκκλησιών μόνο στα πρεσβυγενή Πατριαρχεία. Η Εκκλησία της Ρωσίας, το Πατριαρχείο Μόσχας, και τα υπόλοιπα Πατριαρχεία είναι νεότερα Πατριαρχεία ιστορικά και θεσμικά. Συνεπώς, εξ αρχής δεν πληρούσαν το κριτήριο που ετέθη — ανεξάρτητα από τη συγκυρία.

— Υπήρξαν, φυσικά, και επικριτές αυτής της συνάντησης από την ορθόδοξη πλευρά. Μιλούν για «ένωση χωρίς επίλυση διαφορών», για «δογματικό συμβιβασμό», για «πολιτική εργαλειοποίηση» του διαλόγου. Ποια είναι, όμως, η ουσιαστική απάντηση του Πατριαρχείου σε αυτές τις επισημάνσεις;

— Ούτε καμία ένωση συνετελέσθη ούτε καμία εργαλειοποίηση. Αντιθέτως, εδόθη κοινή μαρτυρία του χριστιανισμού σε έναν κόσμο που μαστίζεται από διαιρέσεις, εντάσεις και έριδες.

Αυτό ήταν πραγματικά ένα μήνυμα ελπίδας.

Και θέλω να τονίσω: παρά τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν — και οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν «μπήκαν κάτω από το χαλί», αν μου επιτρέπετε την έκφραση — ούτε παραθεωρήθηκαν. Ο διάλογος συνεχίζεται: και με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και με τους Λουθηρανούς, και με τους Μεθοδιστές.

Δεν σημαίνει ότι οι διαφορές μας εξαλείφθηκαν. Αλλά οι διαφορές αυτές δεν είναι «τοίχοι» που υψώνονται και μας κρατούν τον έναν απομονωμένο από τον άλλον. Αντιθέτως: όταν οι στιγμές το καλούν — και η επέτειος αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή — μπορούμε, και το αποδείξαμε, να εμφανιζόμαστε μετέχοντας σε κάτι από κοινού.

Διότι η παρακαταθήκη της Νικαίας — αν μου επιτρέπετε — είναι κοινή παρακαταθήκη: δεν είναι μόνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι και των υπολοίπων Εκκλησιών και Ομολογιών εξίσου.

— Όλα αυτά καταλήγουν στο τι σημαίνει «πλήρης κοινωνία». Στην κοινή δήλωση γίνεται λόγος για πορεία προς πλήρη κοινωνία. Για τον μέσο άνθρωπο αυτό ακούγεται πολύ ωραίο. Για την Εκκλησία, όμως, είναι βαριά λέξη, διότι μπαίνει αναπόφευκτα το θέμα της εκκλησιαστικής πρωτοκαθεδρίας. Και θέλω να ξέρω: τι θα θεωρούσε η Ορθοδοξία ως θεμιτό πλαίσιο πρωτείου, χωρίς να αλλοιώνεται η συνοδικότητα;

— Ευχαριστώ πολύ για την ερώτησή σας, η οποία βρίσκεται στην καρδιά ενός ζητήματος που επί αιώνες δίχασε τις Εκκλησίες μας και, δυστυχώς, θα έλεγα, συνεχίζει να διχάζει — με άλλη μορφή — την Ορθοδοξία και στο εσωτερικό της. Οπότε έχει πολύ μεγάλη σημασία το πώς βλέπουμε το ζήτημα.

Και για τη σχέση Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πρώτα, πριν περάσουμε στο ενδοορθόδοξο.

Φαντάζομαι αναφέρεστε στην κοινή δήλωση που υπέγραψαν ο Πάπας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Φανάρι.

Να πούμε ότι είναι παράδοση: κάθε φορά που ένας νέος Πάπας επισκέπτεται την έδρα της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Ορθοδοξίας, να υπογράφεται μια τέτοια κοινή δήλωση. Η δήλωση αυτή, πέρα από τον διακηρυκτικό χαρακτήρα της, έχει και ουσία, διότι τα θέματα που περιλαμβάνει είναι τρέχοντα ζητήματα που απασχολούν τον διάλογο των δύο Εκκλησιών. Κάθε φορά είναι διαφορετικά ή αποτελούν εξέλιξη θεμάτων των οποίων παρακολουθούμε την πορεία.

Αυτό είναι, θα έλεγα, αμφίδρομο. Δεν το βιώνει μόνο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· το βιώνουμε κι εμείς.

Ως προς το πρωτείο, αυτό που έχω καταλάβει είναι το εξής: εμείς έχουμε δυσκολία όταν φτάνουμε στο επίπεδο της παγκόσμιας κλίμακας. Βλέπουμε το πρωτείο στο τοπικό επίπεδο — στον Επίσκοπο της Επισκοπής του — το βλέπουμε στο περιφερειακό επίπεδο — στο επίπεδο μιας αυτοκεφάλου Εκκλησίας.

Όταν όμως φτάνουμε να δούμε τον Οικουμενικό Πατριάρχη σε σχέση με τους άλλους Ορθοδόξους προκαθημένους, σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει αδυναμία ή απροθυμία να το αποδεχθούν.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε ξεκάθαρα, υπάρχουν δύο–τρία σοβαρά ζητήματα — σοβαρές διαφορές — που μας κρατούν χωρισμένους όλους αυτούς τους αιώνες.

— Πόσες από αυτές τις διαφορές θεωρείτε ότι είναι διαχειρίσιμες — τις οποίες έχουμε αγγίξει τα τελευταία χρόνια και προσπαθούμε να βρούμε σημεία σύγκλισης — και πόσες είναι μη διαχειρίσιμες «εις τους αιώνας των αιώνων»; Εύχομαι όχι, αμήν…

— Σε κάθε ακολουθία στην Ορθόδοξη Εκκλησία προσευχόμαστε υπέρ της «των πάντων ενώσεως». Άρα η Εκκλησία δέεται υπέρ αυτής της ενώσεως. Αυτός είναι ο στόχος, ο προορισμός, η κατάληξη όλων αυτών των διαλόγων.

Ωστόσο, είναι λογικό, μέσα στο βάθος των αιώνων που βρεθήκαμε απομακρυσμένοι — και δυστυχώς πολλές φορές και σε αντίπαλα στρατόπεδα — να δημιουργήθηκαν θεολογικά και εκκλησιολογικά ζητήματα, τα οποία εξακολουθούν να μας κρατούν σε απόσταση.

Σαν μαλωμένα αδέλφια που έχουν χρόνια να μιλήσουν. Και στην κυριολεξία, διότι ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν αδέλφια, «κατά σάρκα», όπως λέμε εκκλησιαστικά. Αυτοί θεωρούνται ιδρυτές των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.

Άρα είναι αδελφές Εκκλησίες.


ΜΗΠΩΣ ΕΛΛΟΓΙΜΟΤΑΤΕ ΣΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Ο ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ; ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΡΗΓΜΑ ΜΕΓΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ. 

Η Ιταλία του εγγύς μέλλοντος

Lucio Caracciolo

Η Ιταλία του εγγύς μέλλοντος


Πηγή: La Repubblica


Ο κόσμος γυρίζει σελίδα. Ώρα να το κάνουμε κι εμείς. Πρέπει να σταματήσουμε να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Και να ομολογήσουμε τι είμαστε και τι θα μπορούσαμε να γίνουμε. Το ψέμα είναι η ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Χαμένο το 1943 και ποτέ πραγματικά δεν ανακτήθηκε. Ωριμασμένο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ποτέ πραγματικά δεν τελείωσε. Για εμάς, θα ήταν καλύτερο να συνυπάρχουμε στο διαμέρισμα που μας επιφύλαξε η Αμερική εντός της ευρωπαϊκής της αυτοκρατορίας παρά να διακινδυνεύσουμε ευσεβή ουδετερότητα με κίνδυνο να διολισθήσουμε προς ή υπό τη Μόσχα. Η βάση του υλικού μας συντάγματος ήταν και παραμένει γεωπολιτική. Ιδρύθηκε με τη Συνθήκη Ειρήνης του 1947, συνέπεια της άνευ όρων παράδοσης που εγκρίθηκε ως ανακωχή στις 8 Σεπτεμβρίου. Μια καταστροφή που έγινε δεκτή με κρυφή χαρά. Τέλος, θα μπορούσαμε να αναθέσουμε σε μια ανώτερη δύναμη, υποτίθεται καλοπροαίρετη -σε αντίθεση με τον Βρετανό σύμμαχό της- την εποπτεία του εαυτού μας, περήφανα ακυβέρνητη. Θα μας θυμούνται για αιώνες ως τη χώρα των εξωτερικών περιορισμών. Όχι ανεχόμενο. Επιδιωκόμενο. Μια δήλωση πρόδηλης αδυναμίας να κυβερνήσουμε τον λαό μας, αφού ισχυριστήκαμε ότι κυβερνάμε τους άλλους. Είτε δειλία, αίσθηση του γελοίου, είτε και τα δύο, ας αποφασίσει ο αναγνώστης. Ουμπι νίχιλ βαλές, νίχιλ βελιςΑν δεν αξίζεις, μην το θέλεις, υπαγόρευαν οι περιστασιακοί. Πολύ, πολύ πιο σημαντικά έχουν συμβεί από τότε. Αλλά ούτε η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ούτε η αυτοκτονία της ΕΣΣΔ έχουν αντιστρέψει το μοτίβο. Είναι η ομολογία της Αμερικής ότι δεν μπορεί πλέον, ούτε θέλει, να πληρώσει το τίμημα της παγκόσμιας ηγεμονίας που πυροδότησε την συνεχιζόμενη επανάσταση. Είμαστε επομένως αναγκασμένοι να επανεξετάσουμε τη θέση μας στο ευρωατλαντικό θερμοκήπιο σε αναταραχή, σπαρασσόμενοι από εσωτερικές συγκρούσεις που ανεβάζουν τη θερμοκρασία στα πρόθυρα της ασφυξίας. Εκτός αν ομολογήσουμε οριστικά την αδυναμία μας να αυτοκυβερνηθούμε, υπομένοντας ή ακόμα και λαχταρώντας τον θάνατο της πατρίδας μας. Η εναλλακτική λύση είναι να διεκδικήσουμε την ευθύνη μας για τον εαυτό μας. Αυτή είναι προϋπόθεση για την ανακατάκτηση της δημοκρατίας, κυρίαρχης εξ αυτοπροσδιορισμού, που ανακοινώθηκε στο Άρθρο 1 του επίσημου Συντάγματος. Το ιδρυτικό μας ψέμα. Στην πρώτη περίπτωση, μπορούμε μόνο να προσευχόμαστε για την ταχεία ανάκαμψη του ηγεμόνα. Στη δεύτερη, πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά το έθνος. Όχι να το εφεύρουμε, γιατί ενάντια στο αυτοεπιβαλλόμενο ψέμα, η Ιταλία υπάρχει. Με την ιστορία της, τους μύθους της, τις ντροπές της. Αν δεν θέλουμε να μας συντρίψει η παγκόσμια επανάσταση, πρέπει να την ερμηνεύσουμε από τη δική μας οπτική γωνία. Σε τρεις κλίμακες: παγκόσμια, περιφερειακή και εθνική. Ας ανακαλύψουμε το μυστικό όνομα της Ιταλίας: Μεσόγειος. Μια χερσόνησος που βρίσκεται κατά μήκος της γραμμής που συνδέει πιο άμεσα την Αμερική με την Κίνα, το Δυτικό Ημισφαίριο με την Άπω Ανατολή. Ονομάζουμε το τμήμα Γιβραλτάρ-Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, που απειλείται από τις εκστρατείες του Μεγάλου Πολέμου, ανάμεσα στη Μαύρη και την Ερυθρά Θάλασσα, Μεσόγειο, το οποίο μας ανοίγει στον κόσμο. Ο δεσμός μας σήμερα δεν είναι τόσο η Αμερική ή η Γερμανία ντυμένη όσο η Ευρώπη. Είναι ο κόσμος. Και αυτό συμβαίνει επειδή βρισκόμαστε εκεί που βρισκόμαστε. Στο σταυροδρόμι που συνδέει την Αμερική και την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική. Πιθανοί συν-εγγυητές ενός αποφασιστικού ωκεάνιου περάσματος, όχι απλώς φύλακες των παραλιών. Η Μεσόγειος διαμορφώνεται ως η διασταύρωση τριών Τ: του κύριου μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδο-Ειρηνικού, που συνδέει τη Βόρεια Αμερική και την Άπω Ανατολή, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, με κέντρο το Στενό της Σικελίας· του ενδιάμεσου, ή ευρω-αφρικανικού, μεταξύ των Άλπεων και της Λιβύης· εσωτερικό (t) μεταξύ της Τυρρηνικής και της Αδριατικής Θάλασσας. Υποστηριζόμενοι από τη γνώμη των γραφολόγων, για τους οποίους ένας υψηλός πήχης στο T υποδηλώνει θέληση και ένα υψηλό t εκφράζει φιλοδοξία, σκιαγραφούμε το πλαίσιο μιας ακουαρέλας που περιμένει να ζωγραφιστεί. Η ιταλική στρατηγική συνίσταται επομένως στην ανάδειξη της γεωγραφίας σε γεωπολιτική. Ένα τεράστιο αλλά όχι αδύνατο πρόγραμμα. Περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ποιοι είμαστε και, επομένως, ποιοι θέλουμε και μπορούμε να γίνουμε. Η προϋπόθεση και το συμπέρασμα του ταξιδιού: δίνοντας σώμα στην ψυχή μας. Δήλωση στην ταυτότητά μας.

Τραμπ, ο παγκόσμιος ενεργειακός θηρευτής

Maurizio Blondet


Η κυβέρνηση Τραμπ ισχυρίζεται ότι φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στον ενεργειακό τομέα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα και να ελέγξουν τις οδούς μέσω των οποίων παρέχεται ενέργεια στους παγκόσμιους καταναλωτές. Αυτή η κατηγορία διατυπώθηκε από τον Ρώσο Υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ σε συνέντευξή του στο τηλεοπτικό δίκτυο BRICS. Η συνέντευξη θίγει επίσης και άλλες πτυχές. Τα αποσπάσματα των συνεντεύξεων που δημοσιεύονται παρακάτω αφορούν μόνο ενεργειακά ζητήματα (η έμφαση προστέθηκε): Έτσι, έχουν αναδυθεί πολλαπλά κέντρα ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, ισχύος και οικονομικής και πολιτικής επιρροής. Ο κόσμος αναδιαμορφώνεται μέσω του ανταγωνισμού. Η Δύση διστάζει να εγκαταλείψει τις πρώην κυρίαρχες θέσεις της. Επιπλέον, με την έλευση της κυβέρνησης Τραμπ, αυτός ο αγώνας για τον περιορισμό των ανταγωνιστών έχει γίνει ιδιαίτερα εμφανής και σαφής.

Πράγματι, η κυβέρνηση Τραμπ διακηρύσσει ανοιχτά τη φιλοδοξία της να κυριαρχήσει στον ενεργειακό τομέα και να εκμεταλλευτεί τους ανταγωνιστές του. Χρησιμοποιεί κατάφωρα άδικες μεθόδους εναντίον μας: απαγορεύει τις δραστηριότητες ρωσικών πετρελαϊκών εταιρειών όπως η Lukoil και η Rosneft και προσπαθεί να επιβάλει και να περιορίσει το εμπόριο, την επενδυτική συνεργασία και τους στρατιωτικοτεχνικούς δεσμούς της Ρωσίας με τους βασικούς στρατηγικούς μας εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας και άλλων κρατών BRICS.

...Όλες αυτές οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, μαζί με τις προσπάθειες αλλαγής της αντικειμενικής πορείας της ιστορίας, αναπόφευκτα επηρεάζουν τις διμερείς σχέσεις. Δεν θα τις αναφέρω όλες. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι κυρώσεις, ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» που επινόησε η Δύση, οι προσπάθειες κράτησης πλοίων με στρατιωτική βία στην ανοιχτή θάλασσα, κατά σαφή παραβίαση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, και πολλά άλλα.

Οι δασμοί που επιβάλλονται στην αγορά πετρελαίου ή φυσικού αερίου από ορισμένους προμηθευτές έχουν πλέον γίνει κάτι συνηθισμένο. ... Μας λένε ότι το ουκρανικό πρόβλημα πρέπει να λυθεί. Στο Άνκορατζ, δεχτήκαμε την πρόταση των ΗΠΑ. Αν τη θεωρήσουμε «ανθρώπινη», σημαίνει ότι την πρότειναν και την δεχτήκαμε, άρα το πρόβλημα πρέπει να λυθεί. ... Μέχρι στιγμής, η πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: επιβάλλονται νέες κυρώσεις, διεξάγεται «πόλεμος» κατά των πετρελαιοφόρων στην ανοιχτή θάλασσα, κατά παράβαση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Προσπαθούν να εμποδίσουν την Ινδία και τους άλλους εταίρους μας να αγοράσουν φθηνούς και προσβάσιμους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους (η Ευρώπη έχει απαγορευτεί εδώ και καιρό) και τους αναγκάζουν να αγοράζουν αμερικανικό LNG σε εξωφρενικές τιμές. Αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί έχουν θέσει ως στόχο την επίτευξη οικονομικής κυριαρχίας. Επιπλέον, ενώ προφανώς έκαναν μια πρόταση σχετικά με την Ουκρανία, και εμείς ήμασταν έτοιμοι να την αποδεχτούμε (τώρα δεν είμαστε πλέον), δεν βλέπουμε κανένα λαμπρό μέλλον ούτε στον οικονομικό τομέα. Οι Αμερικανοί θέλουν να πάρουν τον έλεγχο όλων των οδών εφοδιασμού ενέργειας προς τις μεγάλες χώρες του κόσμου και κάθε ήπειρο.

Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, παρακολουθούν στενά τον αγωγό Nord Stream, ο οποίος ανατινάχθηκε πριν από τρία χρόνια, το ουκρανικό σύστημα μεταφοράς φυσικού αερίου και τον TurkStream. Αυτό καταδεικνύει ότι ο στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών - η κυριαρχία στην παγκόσμια οικονομία - επιτυγχάνεται μέσω ενός αρκετά μεγάλου αριθμού καταναγκαστικών μέτρων που είναι ασυμβίβαστα με τον θεμιτό ανταγωνισμό. Δασμοί, κυρώσεις, ολοκληρωτικές απαγορεύσεις και απαγορεύσεις αλληλεπίδρασης με άλλους: πρέπει να λάβουμε όλα αυτά υπόψη.


Ένα άρθρο των New York Times σχετικά με την πετρελαϊκή αρπαγή της Βενεζουέλας από τον Τραμπ εγείρει ένα παρόμοιο σημείο (αρχειοθετημένο): Στην Κίνα, μια εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι ο Τραμπ «εκφοβίζει» τη Βενεζουέλα ώστε να εγκαταλείψει το πετρέλαιό της. Η Ισπανία ενώθηκε με πέντε χώρες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένου του Μεξικού και της Βραζιλίας, καταδικάζοντας την «εξωτερική ιδιοποίηση» των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας ως παράνομη.

Ο Τραμπ προσπάθησε να αντιστρέψει την κατάσταση, κατηγορώντας τη Βενεζουέλα ότι «παίρνει το πετρέλαιό μας» και «κλέβει τα περιουσιακά μας στοιχεία» το 2007, όταν αύξησε τον κρατικό έλεγχο στην πετρελαϊκή της βιομηχανία και ανάγκασε δύο από τις τρεις αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα να εγκαταλείψουν τα έργα τους, με σημαντικό κόστος. Δεν είναι σαφές εάν αυτό είναι το πραγματικό κίνητρο του κ. Τραμπ. Έχει επικαλεστεί το δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να «παίρνουν πετρέλαιο» από άλλες χώρες, από το Ιράκ μέχρι τη Συρία και τη Λιβύη, παρόλο που δεν το έχουν κάνει ποτέ πριν. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σαφή ρήξη με δεκαετίες προηγούμενου...

Μια στρατηγική υψηλού κινδύνου για τον έλεγχο της παγκόσμιας ενέργειας δεν πέφτει από τον ουρανό: Πού είναι το έγγραφο πολιτικής που σκιαγραφεί τα σχέδια για αυτήν; Ποιος το έγραψε; Ποιος είναι ο υπεύθυνος του Λευκού Οίκου που καθοδηγεί αυτήν τη στ
ρατηγική;

ΤΟ ΔΟΛΑΡΙΟ ΝΙΚΗΣΕ ΤΗ ΡΩΣΙΑ

https://cont.ws/@supplat/ 3213689

Χθες 10:35 μ.μ. 13 514
Η Ρωσία έχει αναγνωρίσει την κρίσιμη εξάρτησή της από το δολάριο, παρά τις πολυετείς δηλώσεις του προέδρου και των αξιωματούχων σχετικά με την οικονομική κυριαρχία, αναφέρουν πηγές του Υπουργείου Οικονομικών, σχολιάζοντας τις επίμονες προσπάθειες του Κρεμλίνου να ανακτήσει την πρόσβαση στις διεθνείς πληρωμές σε αμερικανικό δολάριο. Πηγές του Bloomberg επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες του ότι, στις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ζήτημα των συναλλαγών σε δολάρια έχει τεθεί ως ξεχωριστή προτεραιότητα. Ορισμένες πηγές υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται για μερική χαλάρωση, αλλά μάλλον για μια προσπάθεια αποκατάστασης της βασικής υποδομής του εξωτερικού εμπορίου - πληρωμές για ενεργειακούς πόρους, συμβάσεις μεγάλης κλίμακας και πρόσβαση σε διεθνείς αλυσίδες εκκαθάρισης.

Οι συνομιλητές λένε ότι το Κρεμλίνο παραδέχεται: τα συστήματα πληρωμών μέσω τρίτων χωρών, οι σφραγίδες και τα υποκατάστατα νομίσματα έχουν αρχίσει να αποτυγχάνουν και να μειώνουν τα περιθώρια εξαγωγών. Τα έσοδα από το πετρέλαιο μειώνονται, ο προϋπολογισμός αγωνίζεται όλο και περισσότερο να καλύψει τα κενά και οι μεγάλες συναλλαγές επιβραδύνονται λόγω του κινδύνου δευτερογενών κυρώσεων και δυσκολιών πληρωμών.
Ορισμένες πηγές τονίζουν ότι το Κρεμλίνο θεωρεί το μνημόνιο οικονομικού αποκλεισμού ως μια έσχατη προσπάθεια να αποτραπεί η κατάρρευση των ξένων εσόδων και η διατάραξη των βασικών ροών ξένου συναλλάγματος. Γνωρίζουν ότι χωρίς επιστροφή στις πληρωμές σε δολάρια, η οικονομία θα ξεφύγει από τον έλεγχο: οι εξαγωγές θα αρχίσουν να καταρρέουν, ο προϋπολογισμός θα χάσει την υποστήριξή του και ολόκληρη η δομή της χειροκίνητης εποπτείας κινδυνεύει να καταρρεύσει, με μια αλυσιδωτή αντίδραση να επηρεάζει το τραπεζικό σύστημα, τις εισαγωγές και τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υποχρεώσεων.

πηγή: tyts

Φυσικά, δεν το πίστευα, υπήρχε τόση πολλή συζήτηση, τόση φασαρία, το ψηφιακό ρούβλι, το νόμισμα BRICS. Τι στην πραγματικότητα:
Κύρια πηγή — Άρθρο του Bloomberg από τις 12 Φεβρουαρίου 2026, με τίτλο «Το υπόμνημα της Ρωσίας προβλέπει την επιστροφή στο σύστημα του δολαρίου στην πρόταση για τον Τραμπ». Περιγράφει ένα εσωτερικό ρωσικό υπόμνημα (ένα έγγραφο υψηλού επιπέδου που διανεμήθηκε σε ανώτερους αξιωματούχους) που καταρτίστηκε το 2026. Το υπόμνημα προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες μια ευρεία οικονομική συνεργασία σε αντάλλαγμα για μια πιθανή συμφωνία για την Ουκρανία και περιλαμβάνει την επιστροφή της Ρωσίας σε ένα σύστημα που βασίζεται στο δολάριο (συμπεριλαμβανομένων πιθανών ενεργειακών συμφωνιών) ως ένα από τα επτά βασικά σημεία.
Αυτό παρουσιάζεται ως μια «αξιοσημείωτη αντιστροφή» της προηγούμενης πολιτικής του Κρεμλίνου για αποδολαριοποίηση και οικονομική κυριαρχία. Το υπόμνημα τονίζει ότι ένα τέτοιο βήμα θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του δολαρίου παγκοσμίως, να μειώσει την αστάθεια για τη Ρωσία και να ανοίξει την πρόσβαση σε ρευστότητα και υποδομές.

Άλλες λεπτομέρειες στο κείμενό σας (προβλήματα με προγράμματα μέσω τρίτων χωρών, μείωση των περιθωρίων εξαγωγών, δημοσιονομικοί κίνδυνοι, έσοδα από το πετρέλαιο και αλυσιδωτή αντίδραση στην οικονομία) δεν αναφέρονται άμεσα στις ανοιχτές δημοσιεύσεις του Bloomberg σε αυτήν τη διατύπωση, αλλά προκύπτουν λογικά από τα συμφραζόμενα: οι κυρώσεις έχουν περιορίσει σημαντικά την πρόσβαση σε υποδομές σε δολάρια, τα παράλληλα προγράμματα (μέσω Τουρκίας, Κίνας, Ινδίας κ.λπ.) έχουν γίνει πιο ακριβά και λιγότερο αξιόπιστα, και οι εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου - η κύρια πηγή συναλλάγματος - υποφέρουν από εκπτώσεις και δυσκολίες πληρωμής.
Τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης (RBC, Kommersant, Meduza, DW στα ρωσικά, RTVI, κ.λπ.) αναδημοσίευσαν και συζήτησαν ενεργά αυτό το άρθρο του Bloomberg, επιβεβαιώνοντας το γεγονός του μνημονίου και της πρότασης για το δολάριο.
Ο εκπρόσωπος του προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ σχολίασε το θέμα στις 13 Φεβρουαρίου 2026: Η Ρωσία δεν εγκατέλειψε ποτέ εντελώς το δολάριο, αλλά αναγκάστηκε να στραφεί σε εναλλακτικές λύσεις λόγω των αμερικανικών περιορισμών. Εάν το δολάριο γίνει ξανά ελκυστικό (δηλαδή, αρθούν οι περιορισμοί), θα επιστραφεί.
Οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες (συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού αποκλεισμού) αποτελούν πράγματι προτεραιότητα στο πλαίσιο μιας πιθανής συμφωνίας για την Ουκρανία, και οι πληρωμές σε δολάρια ξεχωρίζουν ως βασικό θέμα.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθούν οι ακόλουθες αποχρώσεις:

Πρόκειται για μια ρωσική πρόταση (ως μέρος μιας «πακέτου συμφωνίας» για τον Τραμπ) και όχι για μια επιβεβαιωμένη συμφωνία. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη (συμπεριλαμβανομένης της συνάντησης στη Γενεύη, που έχει προγραμματιστεί για τις 17-18 Φεβρουαρίου 2026), αλλά το αποτέλεσμα είναι ασαφές.
Δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση από «προσώπους του Υπουργείου Οικονομικών» με τόσο δραματικές διατυπώσεις περί «κατάρρευσης», «καταστολής των εξαγωγών» ή «τελευταίας προσπάθειας» — αυτό θα μπορούσε να είναι μια παρερμηνεία ή μια διαρροή μέσω ανεπίσημων καναλιών. Το Bloomberg βασίζεται στο ίδιο το έγγραφο και σε σχόλια Δυτικών αξιωματούχων που είναι εξοικειωμένοι με αυτό.
Επισήμως, το Κρεμλίνο και η κυβέρνηση συνεχίζουν να μιλάνε για αποδολαριοποίηση και ενίσχυση των συμφωνιών για τα εθνικά νομίσματα (ιδίως με τις χώρες BRICS), αλλά στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν μια ρεαλιστική επιστροφή στο δολάριο όταν αρθούν οι κυρώσεις.
Ως αποτέλεσμα: το κύριο σχέδιο (αναγνώριση προβλημάτων αποδολαριοποίησης, προτεραιότητα επιστροφής στο δολάριο στις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εσωτερικό μνημόνιο) — είναι αξιόπιστο και καλύπτεται ευρέως από τα μέσα ενημέρωσης.

Επί πλέον:

Η Ρωσία έχει ξεκινήσει συζητήσεις και προτάσεις για κοινά οικονομικά έργα με τις Ηνωμένες Πολιτείες — αυτό επιβεβαιώνεται από πρόσφατες δημοσιεύσεις (Φεβρουάριος 2026), κυρίως από ένα εσωτερικό υπόμνημα του Κρεμλίνου, το οποίο το Bloomberg χαρακτήρισε ως «πρόταση» για την κυβέρνηση Τραμπ.
Το κύριο έγγραφο είναι ένα εσωτερικό υπόμνημα υψηλού επιπέδου που συντάχθηκε το 2026 και διανεμήθηκε σε ανώτερους αξιωματούχους. Περιέχει επτά βασικούς τομείς όπου, σύμφωνα με το Κρεμλίνο, τα συμφέροντα της Ρωσίας και των ΗΠΑ θα μπορούσαν να συγκλίνουν μετά από μια πιθανή συμφωνία για την Ουκρανία. Πρόκειται για ρωσική πρωτοβουλία, όχι για αμερικανική.
Ακολουθούν τα κύρια κοινά οικονομικά έργα και κατευθύνσεις που πρότεινε η Ρωσία (βάσει διαρροής υπομνήματος που επικαλέστηκαν το Bloomberg, το Reuters, ρωσικά μέσα ενημέρωσης όπως το RBC, το Kommersant, το Gazeta.ru κ.λπ.):
Μακροπρόθεσμες αεροπορικές συμβάσεις — εκσυγχρονισμός του ρωσικού αεροπορικού στόλου (πολιτική αεροπορία) με χρήση αμερικανικών αεροσκαφών και τεχνολογίας, καθώς και πιθανή συμμετοχή των ΗΠΑ στη ρωσική παραγωγή.
Κοινές επιχειρήσεις στον τομέα του πετρελαίου και του LNG — υπεράκτια παραγωγή, δυσπρόσιτα και δυσεύρετα αποθέματα· λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενες επενδύσεις αμερικανικών εταιρειών (ExxonMobil κ.λπ.) και αποζημιώσεις για ζημίες που σχετίζονται με τις κυρώσεις.
Προνομιακοί όροι για την επιστροφή αμερικανικών εταιρειών στη ρωσική καταναλωτική αγορά (λιανικό εμπόριο, τεχνολογία κ.λπ.).
Συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας — συμπεριλαμβανομένων έργων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη (πιθανώς μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες ή καύσιμα κέντρων δεδομένων).
Κοινή παραγωγή και προμήθεια στρατηγικών πρώτων υλών — λίθιο, χαλκός, νικέλιο, πλατίνα, παλλάδιο (απαραίτητα για την αμερικανική βιομηχανία, τα ηλεκτρικά οχήματα, την ηλεκτρονική).
Μια επιστροφή στις πληρωμές σε δολάρια — συμπεριλαμβανομένης ίσως της ενέργειας (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) ως τρόπου σταθεροποίησης του εμπορίου και μείωσης της αστάθειας.
Προώθηση των ορυκτών καυσίμων — Συνεργαστείτε για να υπερασπιστείτε τον ρόλο των ορυκτών καυσίμων ενάντια στην «ιδεολογία του κλίματος» και στις πράσινες λύσεις που ωφελούν την Κίνα και την Ευρώπη.
Το Κρεμλίνο και οι Ρώσοι αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν το σύνολο των συζητήσεων:
Ντμίτρι Πεσκόφ (13 Φεβρουαρίου 2026): Η Ρωσία προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες οικονομική συνεργασία—«δεν υπάρχει κανένα μυστικό γι' αυτό», εταιρείες και από τις δύο χώρες ενδιαφέρονται· υπάρχει μια ομάδα που ειδικεύεται στο εμπόριο και την οικονομική συνεργασία. Ωστόσο, λεπτομερή σχέδια θα είναι δυνατά μόνο αφού σημειωθεί πρόοδος στην Ουκρανία· προς το παρόν, πρόκειται απλώς για «συζητήσεις».
Ορισμένες αμερικανικές εταιρείες έχουν ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για την επιστροφή τους στη ρωσική αγορά.
Η Κρατική Δούμα (αναπληρωτής Σεργκέι Αλτούχοφ) συζήτησε επίσης τις προοπτικές για τον ενεργειακό τομέα, τις σπάνιες γαίες και την Αρκτική μετά τη συμφωνία.
Δεν πρόκειται για επίσημα υπογεγραμμένες συμφωνίες, αλλά μάλλον για προτάσεις από τη Ρωσία (συχνά αποκαλούμενες «Σχέδιο Ντμίτριεφ», από τον Κιρίλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής του RDIF, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται). Ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να σιωπά ή δεν έχει προβεί σε δημόσιες δηλώσεις. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη (συμπεριλαμβανομένων και στο πλαίσιο της Ουκρανίας), αλλά το αποτέλεσμα είναι ασαφές - πολλά εξαρτώνται από τις κυρώσεις και την πολιτική βούληση.


Έχω μόνο μία ερώτηση:

Πώς θα εξηγήσουν ΟΛΑ ΑΥΤΑ ο Πούτιν και οι συνεργάτες του σε ανάπηρους Ρώσους πολίτες που έχουν χάσει συγγενείς, φίλους και περιουσία; Ή όπως στην περίπτωση του πυρηνικού υποβρυχίου Κουρσκ - «πνίγηκε»;

Σαπουνόφουσκες

Lorenzo Merlo

Σαπουνόφουσκες


Πηγή: Λορέντζο Μέρλο


Μια εκδρομή στις θρυλικές φυσαλίδες στις οποίες τοποθετούμε τις αλήθειές μας.

Στη σιωπηλή αλλά επίμονη και αποφασιστική αναζήτηση της αλήθειας, κατασκευάζουμε κάθε είδους δομές για να τη συντηρήσουμε. Αλλά ίσως είναι καλύτερο να τις ονομάσουμε ιστούς αράχνης με τους οποίους θα αιχμαλωτίσουμε το έντομό μας, τροφή για τη συντήρηση της δικής μας βιογραφίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτές είναι πάντα αυτοαναφορικές εικασίες, συμπεριλαμβανομένης της επιστήμης. Οι πιο πειστικές εξυπηρετικές-δομές είναι αυτές που είναι ορθολογικά δομημένες, λογικά συνεκτικές, περιγραφόμενες εύγλωττα και γραμμένες με κύρος.
Λίγο πολύ όλοι μας, τουλάχιστον εκ περιτροπής, προσπαθούμε να σεβαστούμε αυτό το μοντέλο, το οποίο, με την ευρεία έννοια, θα μπορούσε να οριστεί ως επιστημονικό. Πράγματι, μόλις αντιληφθούμε αντίφαση στους άλλους, δεν διστάζουμε να τους δυσφημίσουμε, ακυρώνοντας την αξία και τη λογική του λόγου τους για την αλήθεια.
Από τα στοιχεία που αναφέρονται παραπάνω - ορθολογισμός, λογική, ευγλωττία, αυθεντία - παραδόξως, το πιο ουσιαστικό για την επιβεβαίωση της αλήθειας είναι το τελευταίο: η αυθεντία.

Από αυτή την άποψη, το γνωστό "τα νέα το είπαν" είναι ουσιαστικά εξαντλητικό, σε τέτοιο βαθμό που έχει γίνει μοντέλο. Ιστορική και αθώα —αλλά ψυχολογικά καθολική— αυτοϋποστήριξη μέσω της πιστοποίησης που δίνεται στην πηγή. Σε αυτήν, όσοι μπορούν να την αντέξουν οικονομικά αναγνωρίζουν την αληθινή φύση της μαγείας. Τίποτα άλλο παρά ενεργειακά ρεύματα, των οποίων η συμπύκνωση σε κόμπους, δίνες, αντιθέσεις και ροές δημιουργεί την πραγματικότητα της ιστορίας.
Ο Μάρσαλ ΜακΛούαν ουσιαστικά το είχε ήδη πει αυτό, αλλά φαίνεται ότι δεν κατάφερε να κερδίσει έδαφος στον πολιτισμό. Η φράση του «το μέσο είναι το μήνυμα» υπαινισσόταν τη μαγική δύναμη της πηγής πάνω σε όσους εξαρτώνται από αυτήν. Με την πιστοποίηση, στην πραγματικότητα, το μαντείο είναι αποτελεσματικό και τα θαύματα είναι δυνατά. Για να κατανοήσουμε πώς συμβαίνει αυτό, δεν είναι σκόπιμο εδώ να εστιάσουμε την προσοχή στους ανάπηρους που σηκώνονται και περπατούν, ούτε στον Μίνο Νταμάτο —ή σε άλλους σαν αυτόν— που περπατούν πάνω σε κάρβουνα. Αυτό που είναι σημαντικό, ωστόσο, είναι να παρατηρήσουμε πώς συμβαίνει κάθε αλλαγή σε εμάς όταν αυτό που είχαμε απορρίψει ή δεν είχαμε συναντήσει ποτέ εισέρχεται σε εμάς, προσφέροντας προηγουμένως άγνωστες προοπτικές, τροποποιώντας τη δομή του εαυτού και δημιουργώντας φυσαλίδες αφιερωμένες στις νέες αλήθειες που καυχιούνται.
Κάθε νέα επίγνωση έχει τη φύση ενός θαύματος. Αντίθετα, χωρίς τον φόρο τιμής της διαπίστευσης, τα λόγια μιας επιβεβαίωσης, όσο εμπεριστατωμένα και επιστημονικά άψογα κι αν είναι, περνούν σαν τον άνεμο στα αυτιά.
Αλλά όλα αυτά, πέρα ​​από την αλήθεια, αφορούν την επικοινωνία. Το «Η αλήθεια βρίσκεται στον λόγο» (Φουκώ) είναι μια φόρμουλα που περιλαμβάνει το ψυχολογικό σύμπαν της συγκρότησης των ιδεών -των οποίων θεωρούμε τους εαυτούς μας κατόχους δικαιωμάτων- των οποίων η δύναμη είναι μογγολική, σε σύγκριση με τις πρώτης τάξεως ράβδους και κύκλους που διαθέτει η ορθολογικότητα, ένα θρασύ όργανο που μας έχει μαγέψει με την καυχησιολογική του φούσκα, πείθοντάς μας ότι θα μας οδηγήσει στη γνώση.
Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι, παρά την υπεροχή που συνήθως αποδίδουμε στη λογικότητα, αυτή παραπαίει και καταρρέει υπό το βάρος μιας πολύ ισχυρότερης δύναμης, πάντα έξυπνα (sic) περιφρονημένης
. Αναφέρομαι στο καταστροφικό εύρος της βιογραφίας μας. Μια οντότητα ως επί το πλείστον παραμελημένη, σχεδόν σαν να μην είχε δικαίωμα να μιλήσει, ούτε να επιβαρυνόταν με αξιώσεις. Είναι κι αυτή μια αυτοαναφορική δομή που στηρίζεται και πασσαλώνει με όλα όσα βρίσκουμε στον κόσμο, αυθαίρετα συλλεγμένα αν είναι χρήσιμα για την επιβίωσή της. Για μερικούς από εμάς, σε σημείο υπερτροφίας.
Και εδώ φτάνουμε στο θέμα. Αν η δική μας βιογραφία, αυτή η ψυχοκοσμογονία που περιέχεται μαγικά στη λέξη «εγώ», που χρησιμοποιείται τακτικά για να κατασκευάσει, για τον εαυτό μας και τους άλλους, την εικόνα του εαυτού μας με την οποία παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στον κόσμο και τον γεμίζουμε με πραγματικότητα, είναι αυτοαναφορικής φύσης, πώς είναι δυνατόν όλες οι εκφράσεις της να μην είναι;
Ουσιαστικά, από οποιοδήποτε σημείο της αρχιτεκτονικής ή του ιστού της αράχνης κι αν κοιτάξουμε τον κόσμο, είναι σαν να κινούμαστε μέσα σε σαπουνόφουσκες - φούσκες, δηλαδή σφαίρες, δηλαδή τελειότητα - βέβαιοι ότι όλο το περιεχόμενό τους έχει να κάνει με την αλήθεια. Αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν βλέπουμε τις σαπουνόφουσκες μέσα στις οποίες κατοικούν οι άλλοι, και, σε κάθε περίπτωση, όταν συμβαίνει αυτό, δεν είμαστε ανοιχτοί στην ίση αξιοπρέπεια, αλλά είμαστε εντελώς διατεθειμένοι, αν χρειαστεί, να βγάλουμε το σπαθί, την καρφίτσα με την οποία θα σκάσουμε τις φούσκες των άλλων, «σίγουρα» -λέμε στον εαυτό μας- «κατώτερες από τις δικές μας». Και ακόμη και το ψέμα, μια αντλία για να φουσκώσουμε τη φούσκα, εξυπηρετεί την αυτοσυντήρησή μας, τη δική μας ματαιοδοξία. Και όλα αυτά χωρίς την ευκαιρία να παρατηρήσουμε αυτούς στους οποίους έχουμε μπει και βγει, μόνο και μόνο για να τους θυμηθούμε ξαφνικά, αφήνοντάς μας έκπληκτους να αναρωτιόμαστε πώς θα μπορούσαμε ποτέ να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε με αυτόν τον τρόπο που τώρα έχουμε απορρίψει· χωρίς το απαραίτητο κίνητρο να αναπαράγουμε την αυτοϊκανοποίηση που έχουμε εφαρμόσει στις απαράδεκτες φυσαλίδες στις οποίες κατοικούν οι άλλοι.
Είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο μείγμα, σε ποικίλα ποσοστά, συναισθημάτων, συναισθημάτων, αναγκών, απαιτήσεων, ηθικής, διαβαθμίσεων ταλέντων, ελαττωμάτων και διαφόρων ευαισθησιών.
Μια φρουτοσαλάτα που μας κάνει διαφορετικούς και ίδιους - αλλά αυτό ισχύει και για πολιτισμούς και εποχές - σύμφωνα με τον αναμεικτήρα βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συνθηκών. Αυτό θα πρέπει να μας οδηγήσει σε μια πολιτική αμοιβαιότητας, στην οποία παύουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε κύριοι του εαυτού μας, να χρησιμοποιούμε κρίση, η οποία μας διαχωρίζει από τους άλλους και επιβάλλει μηχανικές αντιδράσεις, αναγκάζοντάς μας να παραμένουμε αιχμάλωτοι του δικού μας ιστού, να αναγνωρίζουμε ότι είμαστε όλοι δολοφόνοι και άγιοι, αναρχικοί και δικαστές, θύματα και δήμιοι, αποκλειστικά ως συνάρτηση του μείγματος που έχει συμβεί μέσα μας.
Κάθε κρίση, ή μάλλον κάθε περιγραφή του κόσμου που παρατηρούμε, απαιτεί τη φούσκα που επιτρέπει/επιβάλλει την ύπαρξή της.
Κάθε φούσκα αντιπροσωπεύει την αναγκαιότητα του παρατηρητή και την περιγραφή του παρατηρούμενου, και επομένως, και την αλήθεια ότι το παρατηρούμενο και ο παρατηρητής είναι η δυάδα ενός ενιαίου σώματος. Μια αλήθεια, επιπλέον, που δεν αρέσει στις αξιώσεις της αναλυτικής-υλιστικής επιστήμης - αυτής της αντικειμενικής παρατήρησης του κόσμου - όλες υπάρχουσες και περιέχονται με τη σειρά τους, αποκλειστικά και μόνο, μέσα στη δική τους μερική και αυτοαναφορική φούσκα.

Έξω από αυτήν, μπορεί κανείς να συναντήσει την κβαντική φυσική, ένα είδος αλληγορίας των ανθρώπινων σχέσεων ή ανοιχτών πεδίων, όπου κάθε φούσκα, δήλωση, επιλογή κ.ο.κ. μπορεί να αναπαρασταθεί από την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης, στην οποία η ενέργεια (τα κύματα) εγκαθίστανται στην υλική, συγκεκριμένη και αισθητή πραγματικότητα.
Στην πράξη, κάθε δομή ιδεών, πεποιθήσεων, συνηθειών, κριτηρίων, κυβερνήσεων, πολιτικών, φιλοσοφιών και γνώσης στηρίζεται σε ένα πλήρως αυτοαναφορικό θεμέλιο, το οποίο γίνεται μια κοινή αλήθεια κάθε φορά που κάποιος εμπίπτει στη μαγική δύναμη του λόγου που τα εκφράζει.

Πάρτε για παράδειγμα την προέλευση της ζωής ή τη Δαρβινική εξέλιξη των ειδών ή ακόμα και τη διάσταση του σύμπαντος ή την αρχή του. Όλες οι αυτοαναφορικές ανοησίες, ισχυρισμοί που βασίζονται στην ιδέα του Διαφωτισμού ότι η αλήθεια μπορεί να γίνει γνωστή μέσω της λογικο-ορθολογικής διάστασης.
Ισχυρισμοί που ικανοποιούνται, στην πραγματικότητα, σε δύο περιπτώσεις: την πρώτη, αν η μονάδα χρόνου στην οποία τους εξετάζουμε είναι όσο το δυνατόν πιο στενή, αλλά εντελώς ψευδής όταν την επεκτείνουμε πέρα ​​από τη στιγμή, πέρα ​​από την ατομική ζωή, πέρα ​​από την ιστορική εποχή, πέρα ​​από τον ανθρωποκεντρισμό. το δεύτερο, όταν η αλήθεια αφορά ένα κλειστό πεδίο, ένα περιορισμένο πλαίσιο που μοιράζονται όσοι την παρατηρούν.
Αν κάθε φούσκα αντιστοιχεί σε μια αλήθεια που μπορεί να υπάρχει μέσα σε αυτήν, πρέπει να καταλήξουμε σε μια φούσκα μέσα στην οποία το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αληθές ή όχι, αλλά με ποιους όρους είναι αληθές; Με ποιους όρους θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί αυτή η φούσκα, δήλωση, επιλογή, θέση, ιδέα, πεποίθηση, πίστη κ.λπ.; Με αυτόν τον τρόπο, η ανθρώπινη γνώση θα επεκτεινόταν, και μαζί της, ο κίνδυνος ειρηνικών σχέσεων. Όσο συνηθισμένο κι αν είναι, υπάρχει μόνο μία κατηγορία πλαισίων στα οποία μπορεί να υπάρχει το κριτήριο μιας σωστής ή/και λάθος φούσκας. Αυτές είναι οι λεγόμενες κλειστές καταστάσεις, που ορίζονται από κανόνες, γλώσσα και τις έννοιές της, γνωστές και κοινές σε όσους βρίσκονται μέσα σε αυτές. Όποιος οδηγεί ένα όχημα γνωρίζει απαραίτητα και έχει προσυπογράψει τους κανόνες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σε όποια (λάθος) φούσκα κι αν βρεθούμε, διαπράττουμε μια παράβαση, γνωρίζοντας ότι η σωστή φούσκα του κανονισμού θα οδηγήσει σε ποινή. Αριθμητική, οποιοδήποτε παιχνίδι, από το σκάκι μέχρι το πινγκ πονγκ, μέχρι την εκτόξευση ενός πυραύλου, είναι παραδείγματα κλειστών πλαισίων στα οποία η φούσκα του κριτηρίου της αλήθειας και του ψεύδους έχει λόγο ύπαρξης.

Ορθολογιστικές καταχρήσεις εξουσίας σε μια επικίνδυνη ισορροπία, καθώς αναγκάζονται να ζουν στα όρια της ανάγκης για μηχανοποίηση του ανθρώπου, του κόσμου, της πραγματικότητας, της γνώσης, των πάντων. Ένα εντυπωσιακό γεγονός, που συνήθως περνάει απαρατήρητο, με τον θετικιστικό στόχο να διατηρήσει ζωντανή την αυτοβιογραφική πεποίθηση στην αναζήτηση της γνώσης. Τίποτα άλλο παρά ένας θρύλος στον οποίο εγκαθιστούμε και παίρνουμε τη θέση μας, συναινώντας - έστω και ασυνείδητα - να σεβαστούμε τους κανόνες που ισχύουν μέσα σε αυτόν, τους οποίους πιστεύουμε ότι είναι οι μόνοι, οι μοναδικοί, το σύνολο. «Χρειάζεται μια στιγμή για να θαμπωθείς από την τελευταία εφεύρεση, μπερδεύοντας μια λεπτή φυλακή ύπαρξης με έναν ορίζοντα αιωνιότητας». (1)
Κάθε γνωστική γνώση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Για να την αποκτήσεις και να δεις την αλήθεια που επιβεβαιώνει, αρκεί να μάθεις το αλφάβητο με το οποίο γράφτηκε και αφηγήθηκε. Μια σειρά από σημεία των οποίων η σημασιολογία γίνεται σαφής μόνο αφού αποκτηθεί και κοινοποιηθεί το νόημά τους. Δεν υπάρχει πιο αυτοαναφορικό από αυτό!
Και τι; Πετάμε τους εαυτούς μας έξω από το παράθυρο; Βουτάμε στον μηδενισμό πριν μας καταβροχθίσει από μέσα; Όχι! Το αντίδοτο στην αποσταθεροποίηση που προκύπτει από την επίγνωση αυτής της αλαζονείας της ανθρώπινης γνώσης - της πηγής κάθε σύγκρουσης, κακοποίησης και αδικίας - είναι διττό.
Αφενός, συνίσταται στην επίγνωση των εύθραυστων, μεταβαλλόμενων, αναπαραγόμενων και ασταθών σαπουνόφουσκων μέσα στις οποίες δημιουργούμε και διατηρούμε την άπληστη και άθλια γνώση μας· αφετέρου, ότι μόνο μέσω διαδοχικών συνειδητοποιήσεων μπορούμε να απογυμνώσουμε τον εαυτό μας από την αρχιτεκτονική που έχουμε χτίσει γύρω μας και να συνειδητοποιήσουμε ότι η γνώση βρίσκεται ήδη μέσα μας, ότι ο εαυτός είναι μια παρασιτική αποστράγγιση ενέργειας, ότι ζούμε κάτω από έναν λογικό-ορθολογικό μανδύα μέσα στον οποίο συμπιέζουμε το άπειρο που είμαστε, ταπεινώνοντας έτσι τη δημιουργικότητά μας μέχρι να μειωθεί σε ράβδους και κύκλους.
Έτσι συμβαίνει το απροσδόκητο. Η σαφήνεια που διακρίνει το τεχνούργημα, το ιστορικό, την απάτη, από το διαχρονικό, το καθολικό, από την Αλήθεια. Έτσι μπορούμε να βρούμε το μονοπάτι προς την ευημερία, την αρμονία, την υγεία και τον εαυτό μας, και να αφήσουμε αυτό στο οποίο μας έχει σπρώξει η σχολή της εξειδικευμένης γνώσης, η αναλυτική επιστήμη, η ορθολογιστική κουλτούρα, η λογική του ανταγωνισμού, η υπερβολική δύναμη της εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμα και του εαυτού μας.
Ένα μονοπάτι με καρδιά, κατά μήκος του οποίου όλη η γνώση γίνεται απλά εργαλείο της ζωής, σαν μια τσουγκράνα, απαραίτητη για το μάζεμα σανού σε δεμάτια, που έχει το δικαίωμα να είναι αλήθεια μόνο αφού κουρευτεί το βοσκότοπο, μόνο και μόνο για να αφεθεί στην άκρη και να γίνει άχρηστο. Σε αυτό το μονοπάτι, οι φυσαλίδες και η γνώση μειώνονται και βρίσκεται όλη η γνώση, η οποία βρίσκεται σε μία μόνο λέξη. Η οποία δεν είναι επιστήμη, η οποία δεν είναι ούτε γνωστική ούτε ηθική, αλλά αισθητική. Αγάπη.


Σημειώσεις
(1) https://www.ereticamente.net/tra-archetipi-e-algoritmi-il-mito-delleterno-ritorno-rita-remagnino/

DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 1


https://www.youtube.com/watch?v=2b2ZVvahHFA&t=1003s


De profundis (Μαρία Αναγνωστίδου - Δόικου)

Feb 13, 2026

Ποιο ήταν το παρασκήνιο της συνάντησης Πάπα -Πατριάρχη στη Νίκαια της Βιθυνίας ; Ποιοι και γιατί απουσίασαν; Γιατί οι ρωσικές υπηρεσίες επιτέθηκαν στον Πατριάρχη; θα έχουμε κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους καθολικούς; θα ανοίξει το 2026 η Θεολογική σχολή της Χάλκης; Απαντήσεις σε όλα αυτά τα καυτά ερωτήματα δίνονται απο τους φιλοξενούμενος της εκπομπής με τη Μαρία Δόικου , αρχιμανδρίτη Αέτιο, Μέγα εκκλησιάρχη του οικουμενικού πατριαρχείου , Κωνσταντίνο Δεληκωσταντή Καθηγητή Φιλοσοφίας και διευθυντή του Α γραφείου του οικουμενικού πατριάρχη και τον Νικο Παπαπχρήστου διευθυντή του γραφείου τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου .

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας.

Τον Νοέμβριο του 2025, στην αρχαία Νίκαια της Βιθυνίας, πραγματοποιήθηκε μία συνάντηση που χαρακτηρίστηκε ιστορική. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ συναντήθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325 μ.Χ.
Εκεί υπέγραψαν κοινή δήλωση, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ενότητας των Χριστιανών. Σήμερα επιχειρούμε έναν απολογισμό αυτής της συνάντησης. Τι σημαίνει θεολογικά, εκκλησιαστικά και κοινωνικά, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, διχασμούς και εργαλειοποίηση της πίστης;
Ο απολογισμός αυτός χρειάζεται τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε στον πυρήνα της προετοιμασίας αλλά και της υλοποίησης της ιστορικής αυτής συνάντησης. Και ο άνθρωπος αυτός είναι σήμερα μαζί μας.
Είναι ο Μέγας Εκκλησιάρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Διευθυντής του Ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου, ο Πανοσιολογιώτατος Πατέρας Αέτιος.


Καλώς ήρθατε.

— Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση.
— Εμείς ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνατε με την παρουσία σας.

Μαζί θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τι άνοιξε αυτή η συνάντηση, πού έθεσε όρια και ποιες ευθύνες αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον του χριστιανικού κόσμου.

Αλλά πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να εξηγήσω στους τηλεθεατές και τις τηλεθεάτριες, με λίγες λέξεις, τι σημαίνει η ιδιότητά σας.

Ο Μέγας Εκκλησιάρχης, κυρίες και κύριοι, είναι ο κληρικός που έχει την ευθύνη της τάξης, του τελετουργικού και της πρακτικής οργάνωσης των μεγάλων εκκλησιαστικών στιγμών γύρω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Στην πράξη, είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από όσα συμβαίνουν «όπως πρέπει να συμβούν», ιδιαίτερα όταν το βάρος της ιστορίας και του συμβολισμού είναι πολύ μεγάλο.

Και ακριβώς γι’ αυτό, Πανοσιολογιώτατε Πατέρα Αέτιε, είστε μαζί μας.

Πριν μπούμε στις μεγάλες έννοιες και στα δύσκολα ερωτήματα, θα ήθελα να σας ρωτήσω όλα εκείνα που θα μας δώσουν τις απαντήσεις για το πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορική συνάντηση.
Είστε μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Κοινού Προσκυνήματος και θέλω να πάμε μαζί τον χρόνο πίσω, για να κατανοήσουμε πώς άρχισαν όλα.


Το πρώτο ερώτημα: Σε ποιον ανήκε η ιδέα του Κοινού Προσκυνήματος;

Απάντηση

Όπως είπατε, θα ταξιδέψουμε κάποια χρόνια πίσω — περίπου μία δεκαετία — και θα πάμε στον Μάιο του 2014, όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, μαζί με τον μακαριστό πλέον Πάπα Ρώμης Φραγκίσκο, μετέβησαν από κοινού στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να πραγματοποιήσουν ένα κοινό προσκύνημα με αφορμή μία πολύ σπουδαία επέτειο.
Ήταν η πεντηκοστή επέτειος από την πρώτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα Ιεροσόλυμα μεταξύ του τότε Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου.
Ήταν εκείνο το γεγονός που έσπασε αιώνες απομόνωσης και σιωπής μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών — της Πρεσβυτέρας Ρώμης και της Νέας Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως — και έφερε ξανά κοντά τους δύο προκαθημένους. Κοντά όχι μόνο ως φυσικά πρόσωπα στον ίδιο τόπο, αλλά και ως Εκκλησίες, ως κοινή επιθυμία προσέγγισης και αποκατάστασης της διαρραγείσας ενότητας.

Εκείνη η συνάντηση ήταν πρωτοβουλία ποιανού; Του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή του Βατικανού;

Ήταν και των δύο ταυτοχρόνως. Δύσκολο να διαχωριστεί. Είχε εκφράσει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ την επιθυμία να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακοίνωσε — λίγους μήνες νωρίτερα, τον Δεκέμβριο, ανήμερα του Αγίου Νικολάου — ότι θα μεταβεί και εκείνος για να συναντήσει τον αδελφό του.
Και έτσι ξεκίνησε αυτή η κοινή πορεία προς την ενότητα, η οποία συνεχίστηκε από τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο και τον διάδοχο του Παύλου ΣΤ΄, τον αείμνηστο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Εν συνεχεία από τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄, αργότερα με τον Πάπα Βενέδικτο, τον Πάπα Φραγκίσκο και πλέον με τον Πάπα Λέοντα.

Για να επιστρέψουμε στα γεγονότα του Μαΐου του 2014: όταν ολοκληρώθηκε η επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα, ο Παναγιώτατος, σε μία κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Πάπα Φραγκίσκο, πολύ αυθόρμητα του εξέφρασε μία σκέψη: πόσο όμορφο θα ήταν να τους αξίωνε ο Θεός να βρεθούν μαζί και στη Νίκαια το 2025, για να γιορτάσουν τα 1.700 χρόνια από τη σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ο Πάπας Φραγκίσκος χαμογέλασε — του άρεσε η ιδέα — και είπε στον Παναγιώτατο: «Μακάρι να είμαστε στη ζωή, να μας έχει ο Θεός καλά, και να πάμε μαζί».
Δεν κατέστη βεβαίως τότε δυνατόν. Όμως ήδη από το 2024 μπήκαν τα θεμέλια για τη συνέχεια — σε πολύ σύντομους χρόνους, δεδομένων των εκκλησιαστικών διαδικασιών. Δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα φτάναμε στο αποτέλεσμα.
Ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε με επιτροπές και στη συνέχεια συστάθηκε κοινή μικτή επιτροπή, στην οποία μετείχαν μέλη τόσο από την Εκκλησία της Ρώμης όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Πόσο χρόνο νωρίτερα συνέβη αυτό; Πόσος χρόνος προετοιμασίας μεσολάβησε μέχρι την κοινή προσευχή στη Νίκαια;

Ξεκινήσαμε αρχές του 2024, έχοντας φυσικά στο μυαλό μας ότι θα είναι ο Πάπας Φραγκίσκος εκείνος που θα μεταβεί. Ωστόσο, η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται καθώς μπαίναμε στο 2025, με αποτέλεσμα να τεθεί το εγχείρημα σε αναστολή — ιδίως όταν εισήχθη στο νοσοκομείο.
Όταν εξήλθε, παρότι πολύ αδύναμος, εξέφρασε την επιθυμία να πραγματοποιήσει την επίσκεψη. Αρχικά η ημερομηνία ήταν για τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου 2025. Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό, καθώς ο Πάπας απεβίωσε τον Απρίλιο.
Ωστόσο, μετά την εκλογή του νέου Πάπα Λέοντος, ο Παναγιώτατος παρέστη αυτοπροσώπως στην ενθρόνισή του και εκεί του εξέφρασε την επιθυμία να υλοποιήσουν από κοινού την υπόσχεση που είχε δοθεί. Ο Πάπας Λέων το αποδέχθηκε με χαρά και συγκίνηση.
Και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια εντατική — θα έλεγα πυρετώδης — προσπάθεια.


Ποια ήταν τα στάδια από τη στιγμή που καταλάβατε ότι θα γίνει τελικά, μέχρι την υπογραφή; Τι ήταν πιο δύσκολο; Το τελετουργικό, το πρωτόκολλο ή οι «αόρατες» ισορροπίες;

Ουσιαστικά ξεκινούμε από τον Μάιο του 2025. Ο Παναγιώτατος συναντήθηκε δύο φορές με τον Πάπα Λέοντα — η πρώτη στην ενθρόνιση, η δεύτερη λίγες εβδομάδες μετά.
Από τον Ιούνιο, όταν μετέβην στη Ρώμη ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας για τη θρονική εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου, συζητήσαμε πλέον πρακτικά το πώς θα εξελιχθεί το εγχείρημα.
Από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο — οπότε και πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη, σε συνδυασμό με τη θρονική εορτή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Ανδρέου — υπήρχε ένα εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ουσιαστικά επρόκειτο για τρία διαφορετικά γεγονότα που συνέπεσαν χρονικά.


Θα μπορούσε, δηλαδή, να μιλούμε για τρεις διαφορετικές διοργανώσεις που έγιναν ταυτόχρονα.

Ακριβώς. Είχαμε το κοινό προσκύνημα στη Νίκαια, με το οποίο ξεκίνησαν και οι εορτασμοί, στις 28 Νοεμβρίου. Στις 29 Νοεμβρίου, το πρωί, είχαμε μία συνάντηση κεκλεισμένων των θυρών: μία στρογγυλή τράπεζα όλων των ηγετών των χριστιανικών Εκκλησιών και ομολογιών — επίσης ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Και ακολούθως, από το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου μέχρι και το μεσημέρι της 30ής, είχαμε τους εορτασμούς στο Φανάρι για την εορτή του Αγίου Ανδρέου, με την παρουσία του Πάπα.
Άρα, λοιπόν, τρία γεγονότα. Και το καθένα από αυτά είχε τις ιδιαιτερότητές του, ενώ οι εκδηλώσεις έτρεχαν παράλληλα.


Σε επίπεδο κλίμακας: για να συντονιστεί μια τέτοια συνάντηση, τέτοιες εκδηλώσεις, τέτοιες συναντήσεις… μιλάμε για δεκάδες τηλεφωνήματα, για εκατοντάδες επαφές σε βάθος εβδομάδων. Πόσοι άνθρωποι και πόσες υπηρεσίες επιστρατεύτηκαν; Για το πρωτόκολλο, την ασφάλεια, τις μετακινήσεις, το λειτουργικό, τους μεταφραστές, την επικοινωνία; Δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα.

Καθόλου εύκολο. Και όσο κι αν σας εκπλήξει, μπορώ να σας πω ότι ήταν μικρός ο αριθμός των προσώπων που μετείχαν, σε σχέση με την κλίμακα αυτών των γεγονότων.

— Ναι;
Ναι. Ήταν μια μικρή ομάδα, η οποία όμως ήταν δεμένη και λειτούργησε σε στενή συνεργασία οι δύο Εκκλησίες, αλλά και σε αλληλεξάρτηση με τις εσωτερικές υπηρεσίες τους.
Με δεδομένο ότι ένα αντίστοιχο κοινό προσκύνημα στη Νίκαια δεν είχε ξανασυμβεί τα τελευταία 1.700 χρόνια, φαντάζομαι ότι δεν υπήρχαν έτοιμα «βιβλία» ή πρότυπα πρωτοκόλλων και τελετουργικών για να ανατρέξετε. Δημιουργήσατε, λοιπόν, από την αρχή ένα πρωτόκολλο, το οποίο πιθανότατα θα λειτουργήσει και ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδικασία; Τι χρειάστηκε να κάνετε για να υπερβείτε τις δυσκολίες — και να διαχειριστείτε, πρωτίστως, το βάρος της ευθύνης;

Ήταν πάρα πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, από πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτός που ηγείτο της όλης προσπάθειας ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ, ο πρώτος στην τάξη ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Έχει μακρά εμπειρία, όχι μόνο σε κορυφαία διορθόδοξα γεγονότα — όπως η διοργάνωση και η επιτυχής διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016, πριν από δέκα χρόνια — αλλά και σε σημαντικά διαχριστιανικά και διαθρησκειακά γεγονότα. Για παράδειγμα, τη συνάντηση στο Μπάρι, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και πάρα πολλές διασκέψεις που αφορούν τον διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με το Ισλάμ.
Η εμπειρία, λοιπόν, του Γέροντος Χαλκηδόνος ήταν καθοριστική, ώστε να δοθούν πρότυπα εκεί όπου πράγματι μας έλειπαν.
Αντίστοιχα, από πλευράς Βατικανού — το οποίο είναι και κράτος — υπάρχει μία ολόκληρη αρμόδια υπηρεσία στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό για τη διοργάνωση τέτοιων γεγονότων. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο τμήμα που συντονίζει και προγραμματίζει τις παπικές επισκέψεις, αλλά και στο Συμβούλιο για την Προώθηση της Ενότητος των Χριστιανών, το οποίο επίσης έχει μεγάλη εμπειρία σε ανάλογες κλίμακες.


— Υπάρχει τέτοιο Συμβούλιο;

— Υπάρχει.
Πολύ ενδιαφέρον. Δεν το γνώριζα. Με αρκετές δεκαετίες δράσης.
— Ακριβώς.

— Έχουμε εμείς κάτι αντίστοιχο;


Εμείς δεν έχουμε με αυτή τη μορφή. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχουμε ειδική Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έχουμε επίσης Συνοδική Επιτροπή αρμόδια για τα διαχριστιανικά και διαθρησκειακά ζητήματα.
Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, γιατί έπρεπε να υπάρχει πολύ καλή οργάνωση και πολύ καλός συντονισμός. Δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο να οργανώνουμε τόσο μεγάλα γεγονότα, που έχουν υψηλές απαιτήσεις.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε συνεχής συνεργασία με τους ανθρώπους και τις υπηρεσίες επικοινωνίας του Βατικανού, οι οποίοι ασφαλώς ακολουθούν μια πεπατημένη για τις επισκέψεις του Πάπα στο εξωτερικό και, θα λέγαμε, μας βοήθησαν να προετοιμαστούμε κι εμείς κατάλληλα, ώστε να ανταποκριθούμε στη μετάδοση.
Το ένα κομμάτι ήταν αυτό: το τηλεοπτικό.
Υπήρχε, όμως, ένα πιο δύσκολο: η διαχείριση του πλήθους των εκπροσώπων των μέσων ενημέρωσης στο πεδίο — δηλαδή στους χώρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είχαμε περίπου 200 δημοσιογράφους και θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτούς τους οπερατέρ, τους τεχνικούς, τους φωτογράφους: ένας πολύ μεγάλος αριθμός.
Δημιουργήσαμε ένα Κέντρο Τύπου ακριβώς δίπλα από το Πατριαρχείο, ώστε να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, να διαχειριστούμε κατά το δυνατόν τον μεγάλο αριθμό και να τους μοιράσουμε σε διάφορους χώρους, για να καλυφθεί όλο το γεγονός στις διαφορετικές — θα έλεγα — ενότητές του.
Ξεκινήσαμε περίπου τρεις μήνες πριν τα πιο εντατικά στάδια της προετοιμασίας (παρότι κάποια κομμάτια, από τη δική μας πλευρά, είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα). Εντατικά, λοιπόν, τους τελευταίους τρεις μήνες.
Ήταν δύσκολη η πρώτη μέρα, όπου υπήρξε ένα πρόβλημα στον έλεγχο όσων ήθελαν να εισέλθουν στον χώρο του Πατριαρχείου. Δημιουργήθηκε εκεί ένα θέμα. Όμως, με τη βοήθεια της Διεύθυνσης Επικοινωνίας του κράτους — η οποία επόπτευε και διευκόλυνε συνολικά την επίσκεψη του Πάπα, όχι μόνο στο Πατριαρχείο αλλά όλες τις κινήσεις του κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τουρκία — ξεπεράστηκαν τα προβλήματα.
Και οι δημοσιογράφοι βοήθησαν πάρα πολύ. Είναι εξαιρετικά συνεργάσιμοι. Σε κάθε γεγονός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είτε Τούρκοι είτε εκπρόσωποι διεθνών μέσων, είναι πάντοτε πολύ βοηθητικοί στην προσπάθειά μας να τους εξυπηρετήσουμε.


Θα ήθελα να σταθώ σε κάτι προσωπικό: αναφέρατε ότι είχατε δημοσιογραφική πορεία πριν υπηρετήσετε το Πατριαρχείο.

Ναι. Πριν εργαστώ για το Πατριαρχείο, εργαζόμουν σχεδόν είκοσι χρόνια στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδα, καλύπτοντας εκκλησιαστικές ειδήσεις.
Μεγάλωσα μέσα στην Εκκλησία. Έχω εκκλησιαστική καταγωγή: ο παππούς μου και αρκετές γενιές πίσω ήταν κληρικοί. Οπότε, για μένα, ήταν ένας χώρος πολύ οικείος — όχι να τον καλύπτω ως δημοσιογράφος, αλλά να πηγαίνω στην Εκκλησία· μου άρεσε πάρα πολύ.
Όταν, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να καλύψω το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, ήταν πρόκληση: έπρεπε να καλύψω δημοσιογραφικά κάτι, προσπαθώντας να μη αφήσω την προσωπική μου σχέση με την Εκκλησία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Δεν είναι εύκολο.
Αλλά ανακάλυψα στην πορεία πάρα πολλά που δεν τα περίμενα: είδα πόσο πλούσια παράδοση έχουμε, πόσο βαθιά ριζωμένη ιστορία, πώς η εκκλησιαστική ζωή ήταν πάντοτε ζυμωμένη με την πορεία του Γένους, πόσο σημαντικός ήταν πάντοτε ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο θυσιαστικά υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος.
Κάποια από αυτά μπορεί να τα είχα διαβάσει στο σχολείο, αλλά τα περισσότερα τα ανακάλυψα μέσα από τη δημοσιογραφική μου πορεία.
Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα και μου πρότεινε ο Παναγιώτατος να υπηρετήσω κι εγώ αυτόν τον ιστορικό θεσμό, για μένα ήταν και πρόκληση και μεγάλη ευλογία. Με έναν τρόπο επανασυνδεόμουν με τον τόπο και με την Εκκλησία που διακόνησαν οι πρόγονοί μου ως κληρικοί — εγώ, βέβαια, ως λαϊκός — και από την άλλη πλευρά με έναν πολύ σημαντικό θεσμό του Γένους, ο οποίος, με πολλές θυσίες, υπηρέτησε την Ορθοδοξία και το Γένος μας.
Κάθε μέρα υπηρετώντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι εξίσου σημαντική και μου δημιουργεί μεγάλη συγκίνηση όταν σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι ανιδιοτελώς υπηρέτησαν αυτόν τον θεσμό, πόσα έχει προσφέρει που δεν τα γνωρίζουμε, και πόσο εύκολα κάποιοι κακοποιούν με τον λόγο τους αυτόν τον αρχαίο θεσμό — τον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας.

Το Σύμβολο της Πίστεως και το «Filioque»

Νομίζω ότι σας προβλημάτισε αρκετά η γλώσσα στην οποία θα έπρεπε — ποια θα ήταν η προσφορότερη — να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως.

— Πράγματι. Η γλώσσα στην οποία συντάχθηκε ήταν η ελληνική. Με αυτό το σκεπτικό, στις συζητήσεις που είχαμε, όχι μόνο οι μετέχοντες από πλευράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ρώμης είπαν να αναγνωστεί από τον Παναγιώτατο στην ελληνική.

— Μόνο από τον Παναγιώτατο;

Υπήρχε αρχικά αυτή η σκέψη. Ωστόσο, όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το κορυφαίο κείμενο ενότητος του χριστιανισμού, αν το διάβαζε ένα μόνο πρόσωπο, θα περιόριζε πολύ — σε συμβολικό επίπεδο — τον χαρακτήρα του κοινού προσκυνήματος.
Σκεφτήκαμε να αναγνωστεί από κοινού, από τον Πάπα και τον Πατριάρχη. Αλλά και πάλι υπήρχε η δυσκολία της ελληνικής γλώσσας για την πλευρά του Πάπα.

Ο Πάπας θα μπορούσε να το υποστηρίξει στα ελληνικά;

Ο Πάπας Βενέδικτος, που γνώριζε αρχαία ελληνικά — έστω με ερασμιακή προφορά — θα μπορούσε. Αλλά εδώ μιλάμε για τον Πάπα Λέοντα. Γι’ αυτό και καταλήξαμε να αναγνωστεί στην αγγλική, ως κοινή γλώσσα για όλους. Και μάλιστα να αναγνωστεί από όλους.
Και αυτό ήταν που κατέστησε εκείνη τη στιγμή της τελετής το πιο ιερό, το πιο συγκινητικό, το πιο αντιπροσωπευτικό.

— Να προσθέσω ότι το Σύμβολο της Πίστεως αναγνώστηκε χωρίς την προσθήκη του «Filioque».

Ήμουν έτοιμη να το ρωτήσω, μόλις ολοκληρώνατε. Σας ευχαριστώ που με διευκολύνετε. Τι σημαίνει αυτό για όσους δεν γνωρίζουν;

«Filioque» στα λατινικά σημαίνει «και εκ του Υιού». Είναι μία προσθήκη στην οποία προχώρησε η Εκκλησία της Ρώμης, ειδικά ως προς τον τρόπο εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Εμείς λέμε «ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Εκείνοι προσθέτουν «ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ».
Η προσθήκη αυτή είναι μεταγενέστερη. Και αυτό μάλιστα το αναγνώρισε και ο Πάπας Λέων σε πρόσφατη εγκύκλιό του, η οποία κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν την έλευσή του στην Τουρκία.
Είναι πολύ σημαντικό: ότι και ο Πάπας υποστήριξε πως το Σύμβολο της Πίστεως, στην αρχική και αυθεντική του μορφή, δεν περιέχει αυτή την προσθήκη.
Για κάποιους μπορεί να φαίνεται σήμερα ως ένα ζήτημα πολύ «τεχνικό». Όμως είναι βαθύτατα θεολογικό. Και υπήρξε ζήτημα που οδήγησε στο σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών. Οπότε καταλαβαίνει κανείς, έχοντας αυτό ως υπόβαθρο, τη βαρύτητα της πράξεως: τόσο της αναγνώρισης από μέρους του Πάπα, όσο και της κοινής αποφάσεως όλων των παρισταμένων να αναγνωστεί το Σύμβολο της Πίστεως στην αυθεντική του μορφή.

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 6

Συνέχεια από Τετάρτη 4. Φεβρουαρίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 6

Του G. L. Prestige

Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΘΕΪΣΜΟΥ γ

Το πνεύμα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της θεότητας. Ο Ἀθηναγόρας (suppl. 16.2) περιγράφει τον Θεό ως τα πάντα για τον εαυτό Του — τέλεια τάξη, πνεῦμα, δύναμη, λόγο (ή λογικότητα)· και πάλι, ανεξάρτητα από εξωτερικές σχέσεις — φῶς ἀπρόσιτο· τονίζοντας δε την ενότητα των Προσώπων δηλώνει (10.10.2) ότι ο Υἱός είναι ἐν τῷ Πατρὶ και ο Πατὴρ ἐν τῷ Υἱῷ, μέσα σε ενότητα και δύναμη πνεύματος.
Ο Καλλίστος, θεολόγος αναμφισβήτητης ισχύος αλλά κάπως ασαφών αρχών, κατηγορείται από τον Ἱππόλυτο (ref. 9.12.16) ότι δίδασκε πως το πνεῦμα (με το οποίο προφανώς εννοούσε τη θεία αρχή) είναι ένα και αδιαίρετο — τα πάντα είναι πλήρη του θείου πνεύματος — και ότι το πνεῦμα που εσαρκώθη στην Παρθένο δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον Πατέρα.
Ο Εὐσέβιος επιχειρηματολογεί ως εξής (c. Marc. 1.1.19): «Εἰ πνεῦμα, τότε προφανώς θεῖον, ὑπερέχον παντὸς αἰσθητοῦ καὶ συνθέτου σώματος.»
Ο Βασίλειος λέει (de Sp. sanct. 22) ότι είναι αδύνατο, σε σχέση με το πνεῦμα, να νοηθεί φύση περιορισμένη ή κατά οποιονδήποτε τρόπο όμοια με την κτίση, αλλά «είναι αναγκαίο να νοηθεί μια “νοερά” (νοερός) οὐσία, άπειρη κατά δύναμη, απεριόριστη κατά μέγεθος, αμέτρητη ως προς τον χρόνο ή την ηλικία, ανεξάντλητη ως προς τα αγαθά που κατέχει».

Τέλος, κατά τα λόγια του Κυρίλλου (ad Calosyr. 364 A, Pusey τ. 5, σ. 604), ο Θεός είναι πνεῦμα, και εφόσον είναι πνεῦμα, δεν είναι ενσώματος ούτε έχει σωματική μορφή.

Είναι σύμφωνο με την αντίληψη του πνεύματος ως δηλωτικού της φύσεως ή του φορέα ή της αρχής της θεότητας ότι και ο θείος Υἱός αναφέρεται ως πνεῦμα. Ο ουράνιος Λόγος, λέει ο Τατιανός (ad Gr. 7.1), έγινε πνεῦμα ἐκ πνεύματος και λόγος ἐκ δυνάμεως λόγου. Ο Χριστός, λέει ο συγγραφέας της λεγόμενης Δευτέρας Επιστολής Κλήμεντος πρὸς Κορινθίους (9.5), ήταν πρώτα πνεῦμα και έπειτα έγινε σάρξ.

Ο Εἰρηναῖος αντικρούει τους Δοκήτες με το εξής επιχείρημα (haer. 5.1.2): αν ο Χριστός, μη όντας αληθινά άνθρωπος, απλώς φαινόταν ανθρώπινος, τότε δεν θα παρέμενε πράγματι αυτό που ήταν — πνεῦμα Θεοῦ — αφού το πνεῦμα είναι ἀόρατο. Και πάλι (ib. 3.10.3), είχε τη δύναμη της σωτηρίας επειδή ήταν πνεῦμα.

Ο Υἱός του Θεοῦ επίσης, λέει ο Εὐσέβιος (eccl. theol. 3.5.19), είναι κατ’ οὐσίαν πνεῦμα, και μάλιστα πνεῦμα ἁγιώτατον (ἁγίων ἅγιον), εφόσον είναι εἰκὼν τοῦ ἀοράτου.

Ο Ἀθανάσιος (ad Serap. 4.23) λέει ότι οι καλοί Χριστιανοί «Τον προσκυνούν καὶ κατὰ τὴν σάρκα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα», ως Υἱὸν Θεοῦ και υἱὸν ἀνθρώπου.

Ο Βασίλειος Ἀγκύρας και οι συνεργάτες του, στο έγγραφο που διασώζει ο Ἐπιφάνιος (haer. 73.16), δηλώνουν ότι ο Πατὴρ είναι πνεῦμα, ο Υἱὸς πνεῦμα, και τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πνεῦμα.

Ο Ἀπολλινάριος υποστηρίζει (de un. 6) ότι ο Χριστός είναι πνεῦμα, έστω κι αν, μέσω της ενώσεως με τη σάρκα, φανερώθηκε ως σάρκα· και (frag. 32) ότι το καθοδηγητικό στοιχείο (τὸ κύριον) στη φύση του Θεανθρώπου είναι θεῖο πνεῦμα. «Ὢν Θεὸς τῷ ἰδίῳ πνεύματι καὶ μὴ ἔχων ἐν ἑαυτῷ Θεὸν ἕτερον παρ’ ἑαυτόν», επαναλαμβάνει (frag. 38)· και (ad Jov. 1): «ὁ αὐτός, Υἱὸς Θεοῦ καὶ Θεός κατὰ τὸ πνεῦμα, καὶ υἱὸς ἀνθρώπου κατὰ τὴν σάρκα.»

Παρομοίως και ο Ἐπιφάνιος, γράφοντας για την αναληφθείσα επουράνια ζωή του Χριστού, λέει (haer. 69.67) ότι Αυτός ένωσε τη σάρκα Του «εἰς μίαν θεότητα, εἰς μίαν ἑνότητα, εἰς πνεῦμα θεῖόν τε καὶ σωματικόν» — μια παράξενη και ρητορική φράση, στην οποία το «πνεῦμα» φαίνεται να τονίζει όχι τόσο την ειδικώς θεία φύση όσο κάθε άυλο φορέα της θείας υπάρξεως. Με αυτό μπορεί να συγκριθεί η παρατήρησή του (exp. fid. 17) ότι ο Χριστός αναστήθηκε με ψυχή και σώμα και όλο το σκεῦος, και το σκεῦος έκτοτε ενώθηκε με το πνεῦμα.

Ο Ἐπιφάνιος σχεδόν φαίνεται να διδάσκει έναν μετα-Αναλήψεως μονοφυσιτισμό. Τα λόγια του όμως δείχνουν εύστοχα πόσο πλήρως το «πνεῦμα» θεωρούνταν ως η «ύλη» της θείας φύσεως, αφού και η σωματική ύλη της δοξασμένης ανθρωπότητας μπορούσε να συγχωνευθεί μέσα σε αυτό.

Ὁ Θεοδώρητος, ἀντιθέτως, διορθώνει κάθε παρεξήγηση παρατηρώντας (dem. per syll. a.ro) ότι το ἱερὸ σῶμα δεν μεταβλήθηκε σε πνεῦμα, διότι ήταν σάρκα· το σώμα παραμένει σώμα ακόμη και μετά την ἀνάσταση. Και η χρήση αυτή διατηρήθηκε· ὁ Λεόντιος Βυζαντίου λέει (c. Nest. & Eut. 2, Migne 1321 D) ότι όταν ὁ Χριστός δοξάστηκε, απλώς έλαβε, ως προς τη σάρκα, εκείνο που πάντοτε κατείχε ως προς το πνεῦμα. Ὁ Χριστός λοιπόν, στην ίδια την ουράνια φύση Του, είναι πνεῦμα, δηλαδή θεῖος. Το αποτέλεσμα της έκφρασης είναι το ίδιο με εκείνο που παρήγαγε η νικαϊκή χρήση της λέξης «ὁμοούσιος»· ὁ θείος Υἱός είναι της ίδιας «ουσίας» με τον Θεό.

Μπορούν να παρατεθούν και μερικά ακόμη χωρία, στα οποία με τον όρο «πνεῦμα» δηλώνεται μάλλον ο προσωπικώς θείος χαρακτήρας του ενανθρωπήσαντος Υἱοῦ παρά η θεία φύση Του. Σε αυτά, ο όρος «πνεῦμα» μεταφέρεται από την οὐσία στο πρόσωπο της θεότητος. Έτσι, σύμφωνα με την Ἐπιστολὴ Βαρνάβα (7.3), ὁ Χριστός επρόκειτο ο Ίδιος, για χάρη των αμαρτιών μας, να προσφέρει ως θυσία το σκεῦος τοῦ πνεύματος. Τρία αποσπάσματα τοῦ Εὐσταθίου Ἀντιοχείας, διασωζόμενα από τον Θεοδώρητο (Eranistes 3.235–236), φανερώνουν την ίδια χρήση:

«Τὸ θεῖον πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ ἀπεδείχθη ἀπαθές.»
«Ὁ ἄνθρωπος» — έκφραση καθόλου ασυνήθιστη για την ενανθρωπημένη ανθρώπινη φύση — «ζει με τη δύναμη τοῦ Θεοῦ, κατοικώντας, δηλαδή, σε κοινωνία με το θεῖο πνεῦμα.»
«Τὸ σῶμα ἐσταυρώθη ἐν ὕψει, ἀλλὰ τὸ θεῖον πνεῦμα τῆς σοφίας καὶ ἐν τῷ σώματι ᾤκησε καὶ ἐν τοῖς οὐρανίοις ἀνεπαύετο.»


Υπό το φως όλων αυτών των χωρίων καθίσταται απολύτως σαφές το νόημα της περίφημης φράσεως τοῦ Ἰγνατίου (Eph. 7.2) ότι ὁ Χριστός είναι εἷς ἰατρός, σαρκικός καὶ πνευματικός. Σημαίνει ακριβώς ό,τι υποδηλώνει η οικεία σύγχρονη διατύπωση: αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Και ρίχνεται επίσης πληρέστερο φως στην απόδοση «πνευματικότητας» στις Γραφές και στους συγγραφείς τους, στα μυστήρια ή στους αγίους και ασκητές. Σημαίνει κάτι περισσότερο από απλώς «μυστικό» και περισσότερο από απλώς «εμπνευσμένο»· τους σφραγίζει ως ανήκοντες με ιδιαίτερο τρόπο στον Θεό, επειδή ὁ Θεός είναι πνεῦμα και το πνεῦμα υποδηλώνει τον Θεό.

Ένα άλλο εξαιρετικά σημαντικό σύνολο θετικών συνδηλώσεων συνδέεται με τη λέξη «ἅγιος». «Αγιος» σημαίνει, κυριολεκτικά, κάτι αφιερωμένο για τη χρήση ή την υπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Έτσι γίνονται συχνές αναφορές στο ότι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ήταν ἅγιος ἀπὸ κοιλίας μητρός. Οι θυσίες, λέει ὁ Χρυσόστομος (εἰς τὸν Ἰωάννην 82.1), καλούνται όλες ἅγιες, και η κυριολεκτική σημασία τοῦ «ἁγίου» είναι κάτι προσφερόμενο στον Θεό.

Η ιδέα αναπτύσσεται με ενδιαφέροντα τρόπο από τον Προκόπιο Γάζης (εἰς Δευτ. κβ΄ 9). «Αγιος» χρησιμοποιείται, λέει, με δύο έννοιες. Πρώτον, για ένα αγαθό αντικείμενο, πράγμα που δεν χρειάζεται συζήτηση· αλλά «ακόμη και όταν οι άνθρωποι είναι ασεβείς, εφόσον έχουν αφιερωθεί σε κάποια συγκεκριμένη υπηρεσία, ονομάζονται ἅγιοι, όπως δείχνει ο Σοφονίας» (Σοφ. α΄ 7).

Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τη σημασία στη συγγενή λέξη «ἁγιάζω». Κυριολεκτικά σημαίνει «αφιερώνω σε ιερές χρήσεις», όπως όταν ο Βαρνάβας (15.7) ισχυρίζεται ότι θα μπορέσουμε να ἁγιάσουμε την ἑβδόμη ἡμέρα όταν πρώτα ἁγιασθούμε εμείς οι ίδιοι. Ὁ Κλήμης (strom. 5.6, 40.3) θυμίζει την πράξη τοῦ ἀρχιερέως που ενδυόταν το ἡγιασμένο ἔνδυμα. Η πραγματεία de virginitate (14), που παλαιότερα θεωρούνταν ότι συντέθηκε από τον Ἀθανάσιο, προτρέπει τις μοναχές να αποδίδουν ευχαριστίες πάνω από την τράπεζά τους, «καὶ τὸ βρῶμά σου καὶ τὸ πόμα σου ἁγιασθήσεται». Ὁ Χρυσόστομος (εἰς τὸν Ἰωάννην 8a.1) ερμηνεύει τα λόγια τοῦ Κυρίου «ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν» (Ἰω. 17.19) ως εξής: «Σε προσφέρω θυσίαν ἐμαυτόν.»

Δευτερευόντως, η λέξη έρχεται να σημαίνει το «καθαγιάζω», ή με κάποια έννοια να φορτίζω με υπερφυσική δύναμη. Έτσι, λέει ο Κλήμης (strom. 7.6, 34.4), το θυσιαστικό πυρ δεν αγιάζει το κρέας αλλά τις ψυχές των λατρευτών. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα απαντά στα Ἐκλογαὶ ἐκ τῶν Θεοδότου του Κλήμεντος (82.1): «ὁ ἄρτος καὶ τὸ ἔλαιον ἁγιάζεται διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ· κατὰ τὴν ἔξωθεν ὄψιν παραμένουν ὅπως ἦσαν ὅτε ἐλήφθησαν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν μετεβλήθησαν εἰς πνευματικὴν δύναμιν.»

Ομοίως, σε σχέση με διάφορες μυστηριακές τελετές, ο νεοφώτιστος χρίεται στο βάπτισμα με κτιστό έλαιο που έχει αγιασθεί (Δίδυμος Ἀλεξανδρείας, de Trin. 2.6.23), και ο Γρηγόριος Νύσσης (or. cat. 37) εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας «ὅτι ὁ ἄρτος ὁ ἁγιαζόμενος διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μεταβάλλεται εἰς σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου».

Επίσης, όσοι μετέχουν στην Εὐχαριστία αγιάζονται τόσο κατά το σώμα όσο και κατά την ψυχή (Κλήμης, Paed. 2.2, 20.1). Ο Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός (or. 21.27), αναφερόμενος στη δύναμη που εξέπεμπε η παρουσία του Ἁγίου Ἀθανασίου, μιλά για ανθρώπους που εμπνέονταν στο άκουσμα της φωνής του επισκόπου, ενώ άλλοι — όπως λεγόταν για τους Αποστόλους — αγιάζονταν και μόνο από τη σκιά του.

Η λέξη ἁγίασμα (αγιασμένο αντικείμενο) αναφέρεται κανονικά σε πράγματα αφιερωμένα στον Θεό. Έτσι μπορεί να σημαίνει ιερό τόπο, όπως τον Ἰουδαϊκό Ναό (Ὠριγένης, εἰς Ἱερ. 18.5), ή την Αγία Τράπεζα ή το ἱερό χριστιανικού ναού (Εὐσέβιος, h.e. 7.15.4), ή ακόμη, σε μεταγενέστερο χωρίο (Εὐστράτιος, vit. Eut. 13), την ίδια την ἐκκλησία. Στο απόκρυφο Πρωτευαγγέλιον Ἰακώβου (6.3) η λέξη, με τη σημασία του ιερού, εφαρμόζεται στον κοιτώνα της Ἄννας, όπου γεννήθηκε η Θεοτόκος.

Επιπλέον, χρησιμοποιείται διαρκώς για διάφορα καθαγιασμένα αντικείμενα που συνδέονται με τη λατρεία και φέρουν κάποια δύναμη, όπως οι θυσίες του Νόμου ή τα χριστιανικά μυστήρια· απαντά συχνά στον Βασίλειο και στον Γρηγόριο Νύσσης, καθώς και στον Γρηγόριο Θαυματουργό, με αυτή τη σημασία. Στον Θεοδώρητο (εἰς Δ΄ Βασ. 11.12) ερμηνεύεται ως αναφερόμενο στο βασιλικό χρίσμα, και σε μεταγενέστερους συγγραφείς αποτελεί επανειλημμένα τον όρο για το ἅγιον ἔλαιον τοῦ χρίσματος (π.χ. Δωρόθεος, doct. 6.8). Μία φορά, σε ύστερη πραγματεία (το Πενιτεντιαλὸν τοῦ ψευδο-Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, Migne 88, 1913A), σημαίνει το ἁγιασμένο ὕδωρ που συνηθιζόταν να καθαγιάζεται στα Θεοφάνεια.

Η δεύτερη σημασία του «ἁγίου» είναι, βεβαίως, ηθικά καθαρός. « Αγιος ἦν», λέει ο Ὠριγένης (εἰς Ἰω. 32.19, 247) για τον Ἰούδα Ἰσκαριώτη, «ἀλλ’ ἔπεσε»· και πάλι (ibid. 2.25, 162), «ὁ ἅγιος ἄνθρωπος φῶς ἐστὶ τῷ κόσμῳ». Τα παραδείγματα είναι υπερβολικά συχνά για να χρειάζονται περαιτέρω παράθεση.

Αντίστοιχη σημασία ανήκει και στο ρήμα «ἁγιάζω», αλλά και πάλι ανακαλούμαστε στη στενή σύνδεση της λέξης με τον Θεό, μέσω διατυπώσεων όπως (Ἀθανάσιος, c. Ar. 2.18) ότι τα κτίσματα «ἁγιάζονται» διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, και (Κλήμης, strom. 4.23, 148.1) ότι, καθώς θαυμάζουμε τη δημιουργία, «ἁγιάζομεν», δηλαδή αποδίδουμε ἁγιότητα, στον Δημιουργό της. Εκφράσεις αυτού του είδους είναι συνηθισμένες.

Έχοντας ειπωθεί τόσα ως προοίμιο, οι εφαρμογές της λέξης «ἅγιος» στον Θεό ή σε ό,τι ανήκει στον Θεό δεν προκαλούν καμία έκπληξη. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Γραφής, οι πρώτοι Πατέρες απηύθυναν και στα τρία Πρόσωπα της Θεότητας εξίσου τον χαρακτηρισμό «ἅγιος». Η ίδια η Τριάδα ονομάζεται Ἁγία Τριάς — προφανώς για πρώτη φορά από τον Κλήμη (strom. 5.14, 103.1) — και ο Θεός αναφέρεται απλώς ως «ὁ Αγιος» από τον Βασίλειο.

Δεύτερον, το «ἅγιος» εφαρμόζεται σε καθετί που προέρχεται ειδικά από τον Θεό: τον οὐρανό, τους ἀγγέλους, τη Ἰουδαϊκὴ Σκηνή, τη Βίβλο. Ο Ὠριγένης (εἰς Ἰω. 6.42, 217) χρησιμοποιεί εδώ το «ἅγιος» ως ισοδύναμο του «κανονικός»: «ἐάν τις βούληται τὸ βιβλίον ὡς ἅγιον παραδέξασθαι».
Κατόπιν, η λέξη εφαρμόζεται σε ό,τι ανήκει στο σώμα τοῦ Χριστοῦ, την Ἐκκλησία· στον κλήρο («οἱ ἅγιοι πρεσβύτεροι», Ἰγνάτιος, Magn. 3.1), στις συνόδους και στους συνοδικούς ορισμούς, στην εορτή τοῦ Πάσχα και, από τον τρίτο αιώνα και εξής, στα μυστήρια, ιδιαίτερα δε σε εκείνο της Εὐχαριστίας.
Επίσης, ο λαός τοῦ Θεοῦ ονομάζεται επανειλημμένα «οἱ ἅγιοι», χωρίς κατ’ ανάγκην διάκριση εξαιρετικής αγιότητας, αν και η λέξη χρησιμοποιείται ήδη από τον δεύτερο αιώνα και εξής και για ιδιαιτέρως εξέχοντες αγίους, όπως ο Δαβίδ ή οι Ἀπόστολοι, καθώς και για «τοὺς ἁγίους μάρτυρας».
Με τη νεότερη σημασία της λέξης «ἅγιος», ο Βασίλειος παρατηρεί (ep. 93) ότι ήταν σύνηθες να κοινωνούν τέσσερις φορές την εβδομάδα «καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς ἡμέραις, ἐὰν ᾖ μνήμη τινὸς ἁγίου», ενώ ο Γρηγόριος Νύσσης όχι μόνο αναφέρεται (in laud. Bas., Migne 46.797C) σε εορτές που τελούνταν προς τιμήν των αγίων, αλλά μνημονεύει (Macr. init.) πώς ο Βασίλειος, «ἡ δύναμις αὕτη ἐν τοῖς ἁγίοις», είχε μετατεθεί προς τον Θεό.
Τουλάχιστον από την εποχή τοῦ Θεοδωρήτου (hist. rel. 16) η λέξη «ἅγιος» ή «saint» εφαρμόζεται και σε ζώντες ασκητές, και αρχίζει να εμφανίζεται σε τιμητικούς τίτλους που απευθύνονται σε ἐπισκόπους (π.χ. ep. 113), οι οποίοι προσφωνούνται κανονικά «πανιερώτατοι» ή «ἁγιώτατοι». Υπάρχουν επίσης περιστασιακές αναφορές και σε «ἅγιον αὐτοκράτορα».

Σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν είναι σαφές ότι η αληθινή και ύστατη πηγή της ἁγιότητας είναι ο Θεός, και ότι όλα τα άλλα αντικείμενα στα οποία αποδίδεται αντλούν την ἁγιότητά τους διά μετοχής από αυτή την πρωταρχική πηγή. Η ιδέα τοῦ Θεοῦ που είχαν οι Πατέρες θα αποδιδόταν πολύ ελλιπώς χωρίς αναφορά σε ολόκληρο το σύνολο των συνδηλώσεων που συγκεντρώνονται γύρω από την έννοια τοῦ ἁγίου, ως κάτι που υποδηλώνει τόσο δέος μπροστά σε απόλυτη καθαρότητα όσο και — ακόμη περισσότερο — υπερφυσική δύναμη.

Ο Θεός είναι, κατά μια καθιερωμένη φράση, το mysterium tremendum.

Συνεχίζεται με το Κεφάλαιο ΙΙ: Θεϊκή υπερβατικότητα

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6 Του George Prestige

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 6

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977


Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα γ

… Όσο οι χριστιανοί κατείχαν τη θέση ηρωικών λεγεωνάριων, που αγωνίζονταν για τη ζωή τους με ανεπαρκή προστασία κάτω από καυτούς ουρανούς, απέναντι σε έναν κόσμο άγριων αντιπάλων, η αντίθεση ανάμεσα στην Εκκλησία και την κοσμική κοινωνία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μια πράξη ηθικής προδοσίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς τον έσχατο τρόμο. Το να μπορούσε ένας γνήσιος στρατιώτης του Χριστού να διαπράξει μια τέτοια πράξη προδοσίας δύο φορές ήταν απολύτως αδιανόητο.

Ωστόσο, για τρεις κατηγορίες πνευματικής προδοσίας δεν μπορούσε να απονεμηθεί ούτε μία άφεση. Το μετανοητικό σύστημα δεν επεκτάθηκε, κατά τον δεύτερο αιώνα, στη συμφιλίωση όσων θα μπορούσαν να διαπράξουν το αμάρτημα της αποστασίας από τον Χριστό, του φόνου ή της σαρκικότητας. Ούτε καν η τρομακτική αυστηρότητα της δημόσιας εκκλησιαστικής πειθαρχίας, εκούσια και ειλικρινά αποδεκτής, δεν επαρκούσε για να εξιλεώσει αυτά τα αμαρτήματα ή να εξασφαλίσει γι’ αυτά συγχωρητική χάρη.

Αλλά ως την εποχή του Καλλίστου η Εκκλησία στη Ρώμη και αλλού δεν έμοιαζε πλέον με ένα μικροσκοπικό φυλάκιο μέσα στην έρημο. Οι διωγμοί ήταν διαλείποντες, και ανάμεσά τους οι Χριστιανοί απολάμβαναν περιόδους σχετικής γαλήνης και προστασίας. Υπήρχαν ακόμη, βέβαια, στρατιώτες εφόδου και μονομάχοι της πίστεως, αλλά πλάι τους και πίσω τους υπήρχαν και άλλοι — αρκετά καλοί Χριστιανοί σε καιρούς δημόσιας ή πνευματικής ειρήνης, όχι όμως ακόμη ασκημένοι στον ηρωικό τόνο. Η Εκκλησία εξοικειώθηκε με το θέαμα μελών για τα οποία ο Χριστιανισμός σήμαινε προς το παρόν όχι τόσο τον θριαμβευτικό καταπατημό του δράκοντος της αμαρτίας, όσο την απελπισμένη πάλη μέσα στους σπειροειδείς του εναγκαλισμούς.

Κατά συνέπεια, ο Κάλλιστος, όταν έγινε επίσκοπος, τροποποίησε σε τέτοιο βαθμό το μετανοητικό σύστημα ώστε να δέχεται μοιχούς και πόρνους μία φορά — και μόνο μία — στα ευεργετήματά του. Ως αληθινός ποιμένας ενδιαφερόταν να σκεφθεί όχι μόνο την καθαρότητα των χριστιανικών ιδανικών αλλά και την πρακτική εφαρμογή του θησαυρού της χάριτος. Φαίνεται ότι τόσο αυτή η τελευταία και κορυφαία «υπερβολή» όσο και οι δικές του απογοητευμένες φιλοδοξίες θεολογικής ηγεσίας ώθησαν τον πουριτανικώς σκεπτόμενο Ιππόλυτο να ιδρύσει αντιπολιτευόμενο συναθροισμό εναντίον του νέου του επισκόπου.

Κι όμως, κανένας σύγχρονος χριστιανός στοχαστής δεν μπορεί να αμφιβάλει ούτε στιγμή ότι ο Κάλλιστος είχε δίκιο — τόσο επιμένοντας σε μια διδασκαλία περί Χριστού που καθιστούσε το κήρυγμα της σωτηρίας πραγματικότητα, όσο και μετριάζοντας ένα υπερβολικά αυστηρό σύστημα πειθαρχίας, ώστε να ενθαρρύνει και όχι να απωθεί τη μετάνοια, και έτσι να αναπτύσσει μάλλον παρά να αναστέλλει την ενέργεια της χάριτος.

Το θρησκευτικό υπόβαθρο του λατινικού Χριστιανισμού στη γενεά του Καλλίστου δεν πρέπει, ωστόσο, να εκτιμηθεί μόνο από τις θεολογικές του διαμάχες και τους απεγνωσμένους ηθικούς του αγώνες. Αυτά ήταν περιστασιακά και συμπτωματικά. Υπήρχε επίσης μια πολύ πιο ισόρροπη και στερεή πλευρά, που μπορεί κάλλιστα να εικονογραφηθεί από τη διδασκαλία του Ειρηναίου περί απολυτρώσεως. Μέσα σε ένα τέτοιο πνευματικό κλίμα — όπως εκείνο που διέδιδε — θα είχε ανατραφεί ένας Ρωμαίος Χριστιανός όπως ο Καλλίστος.
Η «Απόδειξις τοῦ Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος», που γράφτηκε από τον Ειρηναίο προς το τέλος του δευτέρου αιώνα ως δογματικό εγχειρίδιο για μορφωμένους Χριστιανούς, χάθηκε από τη δυτική θέαση επί ενάμιση χιλιετία· μόνον το 1904 ανακαλύφθηκε εκ νέου, σε αρμενική μετάφραση. Ακολουθεί σύνοψη μέρους του περιεχομένου της.


Ο Λόγος έγινε σάρκα ώστε η αμαρτία να στερηθεί την εξουσία της επάνω μας μέσω της ίδιας της σάρκας την οποία είχε εξουσιάσει και κυριαρχήσει· ο Κύριος «ενίκησε δια του Αδάμ εκείνο που δια του Αδάμ μας είχε καταβάλει» (31). Το παράπτωμα που ήλθε μέσω του δένδρου της γνώσεως στον κήπο της Εδέμ αναιρέθηκε από το δένδρο της υπακοής στον Γολγοθά, στο οποίο ο Υιός του Ανθρώπου καρφώθηκε, καταργώντας έτσι τη γνώση του κακού και θεμελιώνοντας τη γνώση του αγαθού (34). Έτσι ο Χριστός επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας.

Ο Υιός του Θεού έγινε Υιός του Δαβίδ και Υιός του Αβραάμ, τελειοποιώντας και ανακεφαλαιώνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα Του, ώστε να μας καταστήσει μετόχους της ζωής. Διότι ήμασταν φυλακισμένοι από την αμαρτία, γεννημένοι μέσα στην αμαρτωλότητα και ζώντας υπό τον θάνατο. Αλλά ο Θεός Πατήρ ήταν πλήρης ελέους. Έστειλε τον δημιουργικό Του Λόγο, ο οποίος όχι μόνο ήλθε να μας ελευθερώσει αλλά ήλθε στον ίδιο τον τόπο όπου είχαμε χάσει τη ζωή και έσπασε τα δεσμά των αλύσεών μας.

Το φως Του εμφανίστηκε και έκανε να εξαφανιστεί το σκοτάδι της φυλακής· αγίασε τη γέννησή μας και κατέστρεψε τον θάνατο, λύνοντας τα δεσμά στα οποία ήμασταν δεμένοι. Φανέρωσε την ανάσταση, ο Ίδιος γινόμενος πρωτότοκος εκ των νεκρών, και μέσα Του ανήγειρε τον πεσμένο άνθρωπο, υψώνοντάς τον πολύ πάνω από τους ουρανούς, στα δεξιά της δόξας του Πατρός. Αυτά τα εκπλήρωσε αληθινά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, όταν επέτυχε ενδόξως την απολύτρωσή μας, ώστε να μας αναστήσει αληθινά και να μας ελευθερώσει προς τον Πατέρα (37, 38).

Επέλεξε τους αποστόλους ως μάρτυρες όλων των αγαθών έργων Του, της διδασκαλίας Του, των παθημάτων, του θανάτου, της αναστάσεως και της αναλήψεώς Του· και τους απέστειλε σε όλο τον κόσμο, δείχνοντας στην ανθρωπότητα την οδό της ζωής, για να την αποστρέψουν από τα είδωλα (δεισιδαιμονία), την πορνεία (σαρκικότητα) και την πλεονεξία (εγωισμό), καθαρίζοντας ψυχές και σώματα με το βάπτισμα του ύδατος και του Αγίου Πνεύματος. Με την πίστη και την αγάπη και την ελπίδα θεμελίωσαν όσα είχαν προαναγγείλει οι προφήτες, την κλήση των εθνών σύμφωνα με το έλεος που ο Θεός τους επέκτεινε. Τους προέτρεπαν με τον λόγο της αληθείας να διατηρούν τη σάρκα τους αμόλυντη έως την ανάσταση και την ψυχή τους ακηλίδωτη. «Διότι τέτοια είναι η κατάσταση εκείνων που έχουν πιστεύσει, αφού μέσα τους κατοικεί διαρκώς το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δόθηκε από [τον Χριστό] στο βάπτισμα και διατηρείται από τον δεχόμενο, εάν βαδίζει μέσα στην αλήθεια και την αγιότητα και τη δικαιοσύνη και την υπομονετική καρτερία» (41, 42).

Ο Χριστιανισμός οδηγεί προς και ανυψώνει σε μια τελική ανάσταση στον μέλλοντα κόσμο, αλλά είναι απολύτως σαφές ότι οι καρποί της αναστάσεως αρχίζουν ήδη να παράγονται από τα δένδρα της θείας φυτείας μέσα σε αυτόν τον παρόντα κόσμο. Έτσι μπορεί να συναχθεί μια ευγενής αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο του Μωυσή και στη ζωή της χριστιανικής αγάπης. Οι Χριστιανοί δεν χρειάζονται πλέον τον Νόμο για να τους παιδαγωγεί. Στέκονται ενώπιον του Πατρός, έχοντας γίνει ισχυροί σε κάθε δικαιοσύνη και σωφροσύνη. Δεν έχουν πια καμία επιθυμία να παραβούν τις εντολές, ούτε παίρνοντας τη γυναίκα άλλου, ούτε ενδίδοντας σε οργή και έχθρα· δεν επιθυμούν τα αγαθά των άλλων, διότι δεν φροντίζουν καθόλου για τα επίγεια αλλά αποταμιεύουν ουράνιους καρπούς· δεν θεωρούν κανέναν εχθρό αλλά όλους πλησίον· δεν έχουν ανάγκη να τηρούν το σάββατο με αργία, διότι κάθε ημέρα υπηρετούν τον Θεό με τα σώματά τους, που είναι ναός Του, και σε κάθε ώρα εργάζονται τη δικαιοσύνη (96).

Αυτό ήταν το είδος της καταστάσεως σωτηρίας που κατανοούσε ο πρώιμος Χριστιανός· το ιδεώδες του ήταν γι’ αυτόν μια βαθιά πραγματικότητα, και από πολλές απόψεις ζούσε εκπληκτικά κοντά στην πραγμάτωσή του. Μπορούσε να ελπίζει να το επιτύχει μόνο με τη δύναμη της θείας χάριτος, και αυτό ο Ειρηναίος το γνώριζε πολύ καλά.

«Με την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, επέρχεται διαχωρισμός και διάκριση μεταξύ των ανθρώπων· και όπου κι αν κάποιος από εκείνους που πιστεύουν σε Αυτόν Τον επικαλεστεί και Τον προσκαλέσει και πράξει το θέλημά Του, Εκείνος είναι πλησίον και παρών, εκπληρώνοντας τα αιτήματα εκείνων που με καθαρές καρδιές Τον επικαλούνται. Έτσι, λαμβάνοντας τη σωτηρία, αποδίδουμε διαρκώς ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος με τη μεγάλη, ανεξιχνίαστη και ανερεύνητη σοφία Του μας λύτρωσε και ανήγγειλε από τον ουρανό τη σωτηρία» (97).

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτή την πρακτική και αισιόδοξη χριστιανική αντίληψη της σωτηρίας και στις ιδέες περί σωτηρίας που επικρατούσαν στους ειδωλολατρικούς ελληνιστικούς κύκλους. Η κυρίαρχη ελληνιστική σκέψη απείχε πολύ από το να είναι άθρησκη. Είχε αντλήσει έναν παθιασμένο πόθο για γνώση από τις μεγάλες ελληνικές σχολές, αλλά ο διανοητισμός της Ελλάδας είχε βαθιά μεταβληθεί, όχι μόνο μέσω των πιο λαϊκών επιδιώξεων των απλών ψυχών, αλλά και μέσω της συνεχούς διείσδυσης της ανατολικής μυστικιστικής παράδοσης.

Τα προκύψαντα ρεύματα, εν μέρει φιλοσοφικά και εν μέρει μυστικιστικά, έλαβαν ποικίλες μορφές, στις οποίες το κοινό στοιχείο ήταν η πίστη σε μια βεβαιότητα αθανασίας που αποκτάται μέσω του φωτός μιας προσωπικής ελλάμψεως — αυτό που έχει ονομαστεί «σωτηρία διά της γνώσεως» (Dr. C. H. Dodd, The Study of Theology, σ. 236). Στο ένα άκρο της κλίμακας, μια τέτοια γνώση μπορούσε να μην περιλαμβάνει τίποτε περισσότερο από εξοικείωση με τα κατάλληλα τελετουργικά και ξόρκια μιας απροκάλυπτης μαγείας.

Στο άλλο άκρο, σήμαινε προσωπική κοινωνία με τον Θεό, βιούμενη σε ορισμένο μέτρο εδώ στη γη, αλλά με τελική κατάληξη μια κατάσταση απελευθέρωσης και — ή τουλάχιστον — μια μυστική απορρόφηση μέσα στη θεία ύπαρξη. Η σωτηρία που εξασφαλιζόταν έτσι δεν ήταν, όπως στο χριστιανικό Ευαγγέλιο, μια πνευματική κατάσταση προγεύσεως ήδη από την παρούσα ζωή, αλλά μάλλον μια εκπλήρωση για την ψυχή μετά τον θάνατο, όταν θα είχε απελευθερωθεί από τις δοκιμασίες και τα βάρη της σάρκας.

Μια τέτοια αντίληψη βρισκόταν στη ρίζα της διδασκαλίας του Βαλεντίνου, καθώς και όλων των γνωστικών συστημάτων. Η δύναμή της, ωστόσο, συσκοτιζόταν σε όλα αυτά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από την ενασχόλησή τους όχι μόνο με τη σωτηρία αλλά και με το πρόβλημα της δημιουργίας. Συνολικά δεν είναι άδικο να ειπωθεί ότι όλοι οι Γνωστικοί ενδιαφέρονταν τόσο βαθιά για την κοσμολογία όσο και για τη σωτηριολογία, και για τους περισσότερους το πρώτο ενδιαφέρον ήταν μακράν το πιο απορροφητικό.

Ο Χριστιανισμός συμφωνούσε με τις υψηλότερες ειδωλολατρικές πίστεις στο ότι απαιτούσε μια θέση στη θρησκευτική πράξη όχι μόνο για τη νόηση αλλά και για το συναίσθημα, στο ότι υποστήριζε την επιθυμία του απλού ανθρώπου για μελλοντική ζωή, στο ότι του πρόσφερε σωτηρία από τα πάθη αλλά και από την αμαρτία — σημείο στο οποίο η ελληνιστική θρησκεία ήταν κάπως ελλιπής — και στο ότι τον δίδασκε, αν και με ασύγκριτα σαφέστερη έμφαση, να λατρεύει έναν Θεό, ο οποίος ήταν το έσχατο θεμέλιο κάθε υπάρξεως, τον Παντοκράτορα Πατέρα και Δημιουργό του ουρανού και της γης.

Οι διαφορές όμως ανάμεσα στις αντίπαλες πίστεις δεν ήταν λιγότερο εκτεταμένες. Το χριστιανικό συναίσθημα κατευθυνόταν προς το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού, αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου. Η έκφρασή του ελεγχόταν αυστηρά με αναφορά στις ιστορικές αφηγήσεις, συγχρόνως τρυφερές και συγκρατημένες, των τεσσάρων Ευαγγελίων. Υπερβολές, όπως εκείνες στις οποίες επιδίδονταν οι Φρύγες ιερείς και οι οπαδοί τους, αποδοκιμάζονταν αυστηρά. Ούτε καν στις χειρότερες εκτροπές τους οι χριστιανοί ασκητές δεν καταξεσχίζονταν με μαχαίρια· το μόνο αίμα για το οποίο καυχώνταν ήταν το πολύτιμο αίμα του Χριστού, που χύθηκε άπαξ διά παντός, και το αίμα του μαρτυρίου, το οποίο οι Χριστιανοί απαγορευόταν αυστηρά από την Εκκλησία να επιδιώκουν με εκούσια αυτοπροβολή· και οι τυπικές χριστιανικές αρετές δεν ήταν η έκσταση και ο πνευματικός ή σαρκικός ενθουσιασμός, αλλά οι ειρηνικοί καρποί μιας τακτοποιημένης και πειθαρχημένης ζωής.

Όσον αφορά τη μελλοντική επιβίωση, η ειδωλολατρία θεμελίωνε όλες τις προσδοκίες της για αιωνιότητα στην απαξίωση της επίγειας υπάρξεως. Ο κόσμος των αισθήσεων — και όχι το κακό μέσα σε αυτόν — ήταν ο εχθρός. Οι παγανιστές μυστικιστές, ως επί το πλείστον, είχαν ελάχιστη ιδέα περί εξυψώσεως αυτής της θνητής ζωής ή περί χαλιναγωγήσεώς της μέσα σε πνευματικό ζυγό. Προσεύχονταν να ελευθερωθούν από τη σάρκα μάλλον παρά από την αμαρτία. Το σώμα ήταν φυλακή ή τάφος, από τον οποίο η αποδέσμευση αποτελούσε τη μοναδική ελπίδα της ψυχής. Η σωτηρία, συνεπώς, σήμαινε ανακούφιση, αν ήταν δυνατόν, από τα βάσανα της παρούσας ζωής και απελευθέρωση από την ατίμωση και τον περιορισμό του σώματος στη μέλλουσα.

Οι Χριστιανοί, αντίθετα, θεωρούσαν το σώμα ως υπηρέτη και όχημα της ψυχής, ως όργανο μιας πλήρους προσωπικότητας. Η σωτηρία για αυτούς σήμαινε χαρμόσυνη υπομονή απέναντι στα αναπόφευκτα βάσανα της γης και, στο μέλλον, όχι απελευθέρωση από τη σωματική συνθήκη της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά διεύρυνση και τελείωσή της. Η αρνητική ιδέα της σωτηρίας που δεχόταν η ειδωλολατρία αντικαταστάθηκε από μια χριστιανική θετική.

Τέλος, οι αναρίθμητες εκδηλώσεις της θεότητας, τις οποίες ανεχόταν η ειδωλολατρία, υπηρετούσαν να συσκοτίζουν τουλάχιστον όσο και να αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα και τη δράση της μίας υπάρξεως, απομακρυσμένης πίσω από όλες, την οποία ακόμη και οι καλύτεροι παγανιστές ψηλαφούσαν μάλλον αμυδρά. Επιπλέον, παρήγαγαν τόσο ισχυρή αίσθηση της απομακρύνσεως του αληθινού Θεού, ώστε κατέστη αδιανόητο να φανταστεί κανείς ότι Εκείνος ενδιαφερόταν βαθιά για τη βοή και τη μοχθηρή καθημερινότητα της ανθρώπινης μυρμηγκοφωλιάς.

Υπήρξε τεράστια διάδοση μοιρολατρίας, βασισμένης στις αδιάσειστες δεισιδαιμονίες της αστρολογίας. Και αν ο φυσικός κόσμος, θεμελιωμένος στην ύλη, ήταν πράγματι δημιούργημα μιας θείας υπάρξεως και όχι το αυθυπόστατο όργανο μιας μηχανικής μοίρας, ο παγανιστικός νους δίσταζε να αποδώσει μια τόσο ατελή κατασκευή στο δημιουργικό χέρι της τελειότητας· θα πρέπει να είχε δημιουργηθεί είτε από κάποιον κατώτερο άγγελο, πολύ απομακρυσμένο από τον Παντοκράτορα Πατέρα, είτε από τον διαβολικό εχθρό· ο κόσμος ήταν είτε σφάλμα είτε προσβολή.

Σε αντίθεση με όλες αυτές τις εικασίες, το χριστιανικό Ευαγγέλιο πρόσφερε ένα μήνυμα σωτηρίας από τον έναν Θεό και Πατέρα της ανθρωπότητας, ο οποίος, παρά την άρνηση του Μαρκίωνα, ήταν ο άμεσος Δημιουργός του σύμπαντος και ο οποίος, αντί για πολυάριθμες εκφυλισμένες εκπορεύσεις ή για πολλαπλότητα ελαττωματικών τοπικών θεών και θεαινών, είχε έναν και μόνο θείο Υιό ή Εικόνα ως πλήρη έκφραση της υπάρξεώς Του μέσα στην αιωνιότητα και ως πλήρη αποκάλυψη της θεότητάς Του με όρους ανθρώπινης ζωής.

Αυτή ήταν μια εντελώς διαφορετική ιδέα περί Θεού από οτιδήποτε είχε προταθεί στις εικασίες της ανώτερης ειδωλολατρίας. Ήταν σαφής και καθορισμένη εκεί όπου εκείνες ήταν αόριστες· ήταν ριζωμένη στην ιστορία, ενώ εκείνες αιωρούνταν μέσα σε φαντασιακή αφαίρεση. Ενώ εκείνες απέρριπταν τον κόσμο, αυτή αποδεχόταν τον κόσμο και προέβλεπε την εκπλήρωση του σκοπού του ακόμη και μέσα στην πράξη της μεταμορφώσεώς του σε «καινούς ουρανούς και καινή γη».

Συνεχίζεται