Μια μητέρα γράφει ότι ο γιος της έχει χάσει 14 κιλά, και μια άλλη παραπονιέται όχι μόνο για την έλλειψη, αλλά και για την απαίσια ποιότητα των τροφίμων. Έτσι, η μεγάλη πολεμική μηχανή των ΗΠΑ που κάνει τον κόσμο να τρέμει δεν αντιμετωπίζει έλλειψη πυραύλων -τώρα ακόμη και drones, αφού η Κίνα έχει απαγορεύσει την εξαγωγή αυτών των όπλων, καθώς και των σπάνιων γαιών που χρειάζονται για την κατασκευή τους- αλλά ακόμη και τροφίμων για τα στρατεύματά της. Έτσι, όχι μόνο μια χάρτινη τίγρη, όπως είπε ο Μάο το 1956, αλλά μια τίγρη από χαρτομάντιλο. Σε όλους τους πολέμους τους, οι Αμερικανοί πάντα παρενοχλούσαν, ακόμα κι αν δεν είχαν κερδίσει, χάρη στην εξαιρετική αφθονία όπλων τους, αλλά και στην εφοδιαστική τους: χάμπουργκερ που στάζουν σάλτσα αντί για μια χούφτα ρύζι. Αλλά τώρα λίγο καντονέζικο ρύζι δεν θα δυσαρεστούσε τους πολεμιστές που δεν πρέπει ποτέ να ζητήσουν.
amethystos
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026
Το πιάτο κλαίει πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό
Μια μητέρα γράφει ότι ο γιος της έχει χάσει 14 κιλά, και μια άλλη παραπονιέται όχι μόνο για την έλλειψη, αλλά και για την απαίσια ποιότητα των τροφίμων. Έτσι, η μεγάλη πολεμική μηχανή των ΗΠΑ που κάνει τον κόσμο να τρέμει δεν αντιμετωπίζει έλλειψη πυραύλων -τώρα ακόμη και drones, αφού η Κίνα έχει απαγορεύσει την εξαγωγή αυτών των όπλων, καθώς και των σπάνιων γαιών που χρειάζονται για την κατασκευή τους- αλλά ακόμη και τροφίμων για τα στρατεύματά της. Έτσι, όχι μόνο μια χάρτινη τίγρη, όπως είπε ο Μάο το 1956, αλλά μια τίγρη από χαρτομάντιλο. Σε όλους τους πολέμους τους, οι Αμερικανοί πάντα παρενοχλούσαν, ακόμα κι αν δεν είχαν κερδίσει, χάρη στην εξαιρετική αφθονία όπλων τους, αλλά και στην εφοδιαστική τους: χάμπουργκερ που στάζουν σάλτσα αντί για μια χούφτα ρύζι. Αλλά τώρα λίγο καντονέζικο ρύζι δεν θα δυσαρεστούσε τους πολεμιστές που δεν πρέπει ποτέ να ζητήσουν.
6 Αυγούστου, η συγκλονιστική γιορτή της Μεταμόρφωσης, η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς: - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
η οποία ρίχνει φως σε δύο θρησκευτικούς πειρασμούς:
1) Πειρασμός πρώτος: Οι πιστοί να αποσυρθούν από τη λάσπη και τα ζόρικα της ιστορίας, και να αγκυροβολήσουν (να «αναπαυτούν») σε κάποια υπέροχη θεοτική εμπειρία.
2) Πειρασμός δεύτερος: Οι πιστοί να εισέλθουν στην ιστορία και στον δημόσιο βίο, αλλά ως κατακτητές που ονειρεύονται να καθυποτάξουν τον κόσμο.
Στην ευαγγελική αφήγηση της Μεταμόρφωσης, ο Χριστός πήρε μαζί του τρεις μαθητές, ανέβηκαν σε μια βουνοκορφή κι εκεί τους φανέρωσε τον πλήρη εαυτό του – την θεανθρωπότητά του. Μέσα στο αποκαλυπτικό φως ένας από τους μαθητές –ο Πέτρος– εκστασιασμένος, ζήτησε από τον Χριστό να μείνουν εκεί για πάντα...
Πολλοί κήρυκες λοιπόν επαινούν τον Πέτρο ως παράδειγμα προς μίμηση και παροτρύνουν τους εκκλησιαζόμενους να τον μιμηθούν – να επιθυμήσουν δηλαδή να μείνουν «εκεί» για πάντα.
Έλα όμως που άλλα πράγματα μας λέει το ευαγγέλιο και η υμνολογία! Τον Πέτρο τον παρουσιάζουν ως παράδειγμα προς αποφυγή, ως υποκύπτοντα στον πειρασμό της δικής του τακτοποίησης, ερήμην του κόσμου! Ο Χριστός λοιπόν απάντησε στο αίτημα του Πέτρου (απέρριψε το αίτημα του Πέτρου) με σιωπή και με π ρ ά ξ η: Κατέβηκε από το βουνό της θεοτικής εμπειρίας για να συνεχίσει την πορεία του με τους τεθραυσμένους της ιστορίας. Μόλις κατέβηκε συνάντησε –λέει το ευαγγέλιο– και συνέδραμε δυστυχισμένους που ζητούσαν γλυτωμό.
Η πορεία του Χριστού κοντολογίς δεν είναι περαντζάδα λαμέ celebrity, ούτε επέλαση ενός σταυροφόρου θρησκευόμενου. Είναι η πορεία συν-οδοιπόρου σ υ μ- π ά σ χ ο ν τ ο ς και ε λ ε υ θ ε ρ ω τ ή : έχει μέσα την σταύρωσή του και θα φτάσει στην ανάστασή του, η οποία δηλώνει το ακόμα παραπέρα: την μελλοντική Ανάσταση, την μεταμόρφωση όλου του κόσμου, την τελική νίκη της Ζωής, την τελική θανάτωση όλων των θανάτων. Με τη Μεταμόρφωση / με την φανέρωσή του ο Χριστός φανέρωσε το μέλλον.
Την Ανάσταση θα την δεξιωθεί η βιωμένη, η ιστορική οδύνη. Και θα την δεξιωθεί όχι με αδρανή αναμονή, αλλά με ενεργητική περπατησιά στη λάσπη της ιστορίας, με καθημερινή αναμέτρηση με το κακό και με την υποδούλωση. Αυτό λέει η πίστη – κι ας την πει, όποιος νιώθει ά-θεος, παράλογη. Μου φαίνεται απείρως πιο παράλογο να δεχτείς ως τέρμα των πάντων τη λάσπη... και μάλιστα αν αγανακτείς με το κακό και με την υποδούλωση!
Θ.Ν.Π. / 6-8-2026 [5-8-2025]
ΥΓ. Έχω γράψει για αυτή την οπτική της Μεταμόρφωσης στο βιβλίο μου "Με την ψυχή στα πόδια. Από το μνήμα το κενό στους δρόμους του κόσμου", εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2007.
Η γνώμη μου είναι ότι αξίζει να διαβάσουμε καθαυτά τα κείμενα της υμνολογίας και των Πατέρων σχολιαστών. Δείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο ένα αφιέρωμα (ιδίως το άρθρο του Κωνσταντίνου Μποζίνη και -επιτρέψτε μου- της αφεντιάς μου):https://drive.google.com/.../1XsI1ETVfIVMPjSzv53JDJ0.../view
H εικόνα είναι έργο του Alexander Ivanov, https://hermeneutrix.com/.../alexandr_ivanov.../...
ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΤΕΝΟΗΣΕ ΕΚΛΑΨΕ ΠΙΚΡΑ ΕΠΕΙΔΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΚΟΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ.
ΕΣΕΝΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ Η ΑΥΤΟΥ ΕΤΕΡΟΤΗΣ;
ΠΟΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.
ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ.
ΤΟΥΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ ΤΟΝ ΠΛΗΡΗ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΝ; ΕΙΠΕΣ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΜΑΣ ΤΟΝ ΦΑΡΕΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΣΟΥ. ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΑ.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ: «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;»¹ ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ
ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ: «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;»¹
Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» παραμένει ερώτημα. Το ακόλουθο επίμετρο είναι, για εκείνον που εμμένει στο ερώτημα, ένας ακόμη πιο αρχέγονος πρόλογος. Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» ερωτά πέρα από τη μεταφυσική. Πηγάζει από μια σκέψη που έχει ήδη εισέλθει στην υπέρβαση της μεταφυσικής. Στην ουσία τέτοιων μεταβάσεων ανήκει το ότι, εντός ορισμένων ορίων, πρέπει ακόμη να μιλούν τη γλώσσα εκείνου που συμβάλλουν να υπερβεί.
Η ιδιαίτερη περίσταση κατά την οποία εξετάζεται το ερώτημα για την ουσία της μεταφυσικής δεν πρέπει να οδηγήσει στην άποψη ότι αυτό το ερωτάν είναι δεσμευμένο να εκκινεί από τις επιστήμες. Η νεότερη έρευνα, μαζί με άλλους τρόπους παράστασης και άλλους τρόπους παραγωγής του όντος, έχει ενταχθεί στο θεμελιώδες γνώρισμα εκείνης της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία κάθε ον φέρει τη σφραγίδα της βούλησης για βούληση, της οποίας η «βούληση για δύναμη» άρχισε να εμφανίζεται ως προμορφή.
Η «βούληση», νοούμενη ως θεμελιώδες γνώρισμα της οντικότητας του όντος, είναι η εξομοίωση του όντος με το πραγματικό κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η πραγματικότητα του πραγματικού να εξουσιοδοτείται ως η άνευ όρων δυνατότητα κατασκευής, μέσω της καθολικής αντικειμενοποίησης.
Η νεότερη επιστήμη ούτε υπηρετεί έναν σκοπό που της επιβλήθηκε εκ των υστέρων ούτε αναζητεί μια «αλήθεια καθ’ εαυτήν». Ως τρόπος της υπολογιστικής αντικειμενοποίησης του όντος, αποτελεί έναν όρο που τίθεται από την ίδια τη βούληση για βούληση και μέσω του οποίου αυτή εξασφαλίζει την κυριαρχία της ουσίας της.[ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΡΩΕΙ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ]
Επειδή, ωστόσο, κάθε αντικειμενοποίηση του όντος εξαντλείται στην προμήθεια και στην εξασφάλιση του όντος και αντλεί από αυτό τις δυνατότητες της περαιτέρω πορείας της, η αντικειμενοποίηση εμμένει στο ον και το θεωρεί ήδη ως το Είναι. Κάθε συμπεριφορά προς το ον μαρτυρεί έτσι μια γνώση του Είναι, συγχρόνως όμως και την αδυναμία να σταθεί αφ’ εαυτής μέσα στον νόμο³ της αλήθειας αυτής της γνώσης.
Αυτή η αλήθεια είναι η αλήθεια περί του όντος. Η μεταφυσική είναι η ιστορία αυτής της αλήθειας. Λέγει τι είναι το ον, συλλαμβάνοντας εννοιολογικά την οντικότητα του όντος. Μέσα στην οντικότητα του όντος η μεταφυσική σκέπτεται το Είναι, χωρίς όμως να μπορεί, με τον τρόπο της σκέψης της, να στοχαστεί την αλήθεια του Είναι.
Η μεταφυσική κινείται παντού στην περιοχή της αλήθειας του Είναι, η οποία παραμένει γι’ αυτήν —μιλώντας μεταφυσικά— το άγνωστο και αθεμελίωτο θεμέλιο. Αν όμως υποθέσουμε ότι όχι μόνο το ον προέρχεται από το Είναι, αλλά ότι, ακόμη αρχικότερα, το ίδιο το Είναι αναπαύεται μέσα στην αλήθεια του και ότι η αλήθεια του Είναι ουσιώνεται ως το Είναι της αλήθειας, τότε καθίσταται αναγκαίο το ερώτημα τι είναι η μεταφυσική κατά το θεμέλιό της.[ΦΙΛΑΥΤΙΑ]
Αυτό το ερωτάν πρέπει να σκέπτεται μεταφυσικά και συγχρόνως να σκέπτεται από το θεμέλιο της μεταφυσικής, δηλαδή όχι πλέον μεταφυσικά. Ένα τέτοιο ερωτάν παραμένει, με μια ουσιώδη έννοια, διφορούμενο.[ΦΤΑΙΕΙ Ο ΑΥΤΟΕΡΩΤΑΣ,Η ΒΟΥΛΗΣΗ]
Κάθε προσπάθεια να ακολουθήσει κανείς την πορεία της σκέψης της διάλεξης θα προσκρούσει, επομένως, σε εμπόδια. Αυτό είναι καλό. Έτσι το ερωτάν γίνεται γνησιότερο. Κάθε ερώτημα που ανταποκρίνεται στο ίδιο το πράγμα είναι ήδη η γέφυρα προς την απάντηση. Οι ουσιώδεις απαντήσεις είναι πάντοτε μόνο το τελευταίο βήμα των ερωτημάτων. Αυτό όμως παραμένει αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς τη μακρά σειρά των πρώτων και των αμέσως επόμενων βημάτων. Η ουσιώδης απάντηση αντλεί τη φέρουσα δύναμή της από την επίμονη ενστάση του ερωτάν. Η ουσιώδης απάντηση είναι μόνο η αρχή μιας ευθύνης. Μέσα σε αυτήν αφυπνίζεται αρχικότερα το ερωτάν. Γι’ αυτό και το γνήσιο ερώτημα δεν καταργείται από την απάντηση που βρέθηκε.[Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.ΤΉΝ ΒΟΎΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ]
Τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την παρακολούθηση της σκέψης της διάλεξης είναι δύο ειδών. Τα πρώτα αναδύονται από τα αινίγματα που κρύβονται στην περιοχή εκείνου που στοχάζεται εδώ. Τα άλλα πηγάζουν από την ανικανότητα, συχνά επίσης και από την απροθυμία για σκέψη. Στην περιοχή του σκεπτόμενου ερωτάν μπορούν ενίοτε να βοηθήσουν ακόμη και φευγαλέες αντιρρήσεις, πολύ περισσότερο δε οι προσεκτικά μελετημένες. Ακόμη και χονδροειδείς πλάνες αποφέρουν κάποιον καρπό, έστω και αν εκστομίζονται μέσα στην οργή μιας τυφλωμένης πολεμικής. Ο αναστοχασμός οφείλει μόνο να επαναφέρει τα πάντα στη γαλήνη του μακρόθυμου στοχασμού.
Οι κυριότερες αντιρρήσεις και πλάνες σχετικά με αυτή τη διάλεξη μπορούν να συνοψισθούν σε τρεις κατευθυντήριες προτάσεις. Λέγεται:
Η διάλεξη καθιστά «το μηδέν» το μοναδικό αντικείμενο της μεταφυσικής. Επειδή όμως το μηδέν είναι το απολύτως μηδαμινό, αυτή η σκέψη οδηγεί στην άποψη ότι τα πάντα είναι μηδέν, ώστε να μην αξίζει ούτε να ζει κανείς ούτε να πεθαίνει. Μια «φιλοσοφία του μηδενός» είναι ο ολοκληρωμένος «μηδενισμός».
Η διάλεξη αναγορεύει μια μεμονωμένη και, επιπλέον, καταθλιπτική διάθεση, την αγωνία, σε μοναδική θεμελιώδη διάθεση. Επειδή όμως η αγωνία είναι η ψυχική κατάσταση των «φοβισμένων» και των δειλών, αυτή η σκέψη απαρνείται το υψηλόφρονο φρόνημα της ανδρείας. Μια «φιλοσοφία της αγωνίας» παραλύει τη βούληση για πράξη.
Η διάλεξη τάσσεται εναντίον της «λογικής». Επειδή όμως ο νους περιέχει τα μέτρα κάθε υπολογισμού και κάθε τάξης, αυτή η σκέψη παραδίδει την κρίση για την αλήθεια στην τυχαία διάθεση. Μια «φιλοσοφία του απλού συναισθήματος» θέτει σε κίνδυνο την «ακριβή» σκέψη και την ασφάλεια της πράξης.
Η ορθή τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις προτάσεις πηγάζει από μια εκ νέου διεξοδική σκέψη της διάλεξης. Αυτή μπορεί να εξετάσει αν το μηδέν, το οποίο συντονίζει την αγωνία προς την ουσία της, εξαντλείται σε μια κενή άρνηση κάθε όντος ή αν εκείνο που ποτέ και πουθενά δεν είναι ένα ον αποκαλύπτεται ως αυτό που διακρίνεται από κάθε ον και το οποίο ονομάζουμε Είναι.[Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ Ο ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ. Ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΤΟΥ PUER ETERNUS]
Όπου και όσο εκτεταμένα κι αν διερευνά η έρευνα το ον, πουθενά δεν βρίσκει το Είναι. Συναντά πάντοτε μόνο το ον, επειδή εκ των προτέρων, μέσα στην πρόθεση της εξήγησής της, εμμένει στο ον. Το Είναι, όμως, δεν είναι κάποια οντική ιδιότητα επάνω σε ένα ον. Το Είναι δεν μπορεί, όπως το ον, να παρασταθεί και να παραχθεί ως αντικείμενο. Αυτό το απολύτως Άλλο³ από κάθε ον είναι το μη ον. Αλλά αυτό το μηδένᵇ ουσιώνεται ως το Είναι.[ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ ΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ]
Αποκηρύσσουμε τη σκέψη υπερβολικά βιαστικά, όταν, με μια εύκολη εξήγηση, παρουσιάζουμε το μηδέν ως το απλώς μηδαμινό και το εξισώνουμε με το άνευ ουσίας. Αντί να ενδώσουμε σε μια τέτοια βιασύνη κενής οξύνοιας και να εγκαταλείψουμε την αινιγματική πολυσημία του μηδενός, πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μοναδική ετοιμότητα να βιώσουμε μέσα στο μηδέν την ευρυχωρία εκείνου που παρέχει σε κάθε ον την εγγύησηᶜ ότι είναι. Αυτό είναι το ίδιο το Είναι.[Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ.
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Δεν είναι λοιπόν η θέληση προαίρεση, εφόσον η θέληση είναι απλή όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση είναι συνεργασία όρεξης και σκέψης και κρίσης. Όταν δηλαδή επιθυμούμε, πρώτα σκεπτόμαστε, και αφού σκεφτούμε κρίνομε, κι αφού κρίνομε προτιμούμε από το χειρότερο αυτό που η κρίση μας έδειξε καλύτερο. Και η όρεξη εξαρτάται μόνο από τα φυσικά, ενώ η προαίρεση αναφέρεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορεί να γίνουν από μας. Δεν είναι λοιπόν η προαίρεση θέληση.
2. Περί Βουλήσεως
Αλλά η προαίρεση δεν είναι ούτε βούληση. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
Έφτανε λοιπόν και η περιγραφή μόνο, δείχνοντας τη διαφορά τους, να κάνει εκείνους που φιλολογούν περισσά να σταματήσουν τη φιλονεικία τους, και είναι σαφώς αντίθετοι στις ορθές αποφάσεις (δεν γνωρίζω πως να το πω ευγενικά). Επειδή όμως οι φιλοπερίεργοι ποθούν κατά κάποιο τρόπο να τους δοθούν περισσότερες εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά, θα μιλήσομε κι αλλιώς.
Λένε όσοι έχουν ασχοληθεί και μιλήσει γι' αυτά, ότι σε όσους αρμόζει να προαιρώνται δεν αρμόζει οπωσδήποτε σε όλους και το να βούλονται. Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Τέλος λοιπόν λένε πως είναι αυτό που θέλομε, όπως η υγεία· ενώ οδηγεί στο τέλος αυτό για το οποίο διασκεπτόμαστε, όπως ο τρόπος της υγείας. Την ίδια λοιπόν αναλογία που έχει το αντικείμενο της βούλησης προς το αντικείμενο της διάσκεψης λένε πως έχει η βούληση προς την προαίρεση, εφόσον προαιρούμαστε αυτά μονάχα, όσα νομίζομε ότι μπορούν να γίνουν από μας. Θέλομε όμως και όσα δεν μπορούν να γίνουν από μας. Αποδείξαμε λοιπόν ότι δεν είναι ούτε βούληση η προαίρεση, και θ’ αποδειχθεί πάλι ότι δεν είναι ούτε διάσκεψη, δηλαδή σκέψη.]
Χωρίς το Είναι, του οποίου την αβυσσαλέα, αλλά ακόμη μη ανεπτυγμένη ουσία μάς αποστέλλει το μηδέν μέσα στην ουσιώδη αγωνία, κάθε ον θα παρέμενε στερημένο από το Είναι. Εντούτοις, ακόμη και αυτή η στέρηση του Είναι, ως εγκατάλειψη από το Είναι, δεν είναι και πάλι ένα μηδαμινό μηδέν, εφόσον στην αλήθεια του Είναι ανήκει το ότι το Είναι ποτέ² δεν ουσιώνεται χωρίς το ον και ότι ποτέ³ δεν υπάρχει ον χωρίς το Είναι.[ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ. ΚΑΘΟΤΙ ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ]
Μια εμπειρία του Είναι ως του Άλλου σε σχέση με κάθε ον μάς τη χαρίζει η αγωνία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποφεύγουμε, από «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, δηλαδή μέσα στην απλή φοβικότητα του φόβου, την άηχηᶠ φωνή που μας διαθέτει προς τον τρόμο της αβύσσου. Αν, βέβαια, κατά την υπόδειξη αυτής της ουσιώδους αγωνίας, εγκαταλείψουμε αυθαίρετα την πορεία της σκέψης αυτής της διάλεξης και αποσπάσουμε την αγωνία, ως τη διάθεση που διατίθεται από εκείνη τη φωνή, από τη σχέση της προς το μηδέν, τότε μας απομένει η αγωνία ως ένα μεμονωμένο «συναίσθημα», το οποίο μπορούμε, μέσα στη γνωστή ποικιλία των ψυχικών καταστάσεων που περιεργάζεται η ψυχολογία, να το διακρίνουμε από άλλα συναισθήματα και να το αναλύσουμε.
Με οδηγό τη φθηνή διάκριση μεταξύ του «επάνω» και του «κάτω», μπορούν τότε οι «διαθέσεις» να καταταχθούν αριθμητικά στις κατηγορίες εκείνων που ανυψώνουν και εκείνων που καταβάλλουν. Το ανυπόμονο κυνήγι «τύπων» και «αντίτυπων» των «συναισθημάτων», παραλλαγών και υποκατηγοριών αυτών των «τύπων», δεν θα στερηθεί ποτέ τη λεία του. Εντούτοις, αυτή η ανθρωπολογική διερεύνηση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε έξω από τη δυνατότητα να βαδίσει μέσα στην πορεία της σκέψης της διάλεξης· διότι αυτή σκέπτεται, ξεκινώντας από την προσοχή προς τη φωνή του Είναι, προς εκείνο το διαθέτειν που προέρχεται από αυτή τη φωνή και το οποίο θέτει τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του, υπό την αξίωσή του, ώστε να μάθει να βιώνει το Είναι μέσα στο μηδέν.
Η ετοιμότητα για την αγωνία είναι το Ναι στην ενστατικότητα, προκειμένου να εκπληρωθεί η ύψιστη αξίωση, από την οποία και μόνο θίγεται η ουσία του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλα τα όντα, βιώνει, καλούμενος από τη φωνή του Είναι, το θαύμα όλων των θαυμάτων: ότι υπάρχει ον. Εκείνος, λοιπόν, που ως προς την ουσία του καλείται μέσα στην αλήθεια του Είναι, είναι γι’ αυτό πάντοτε διατεθειμένος κατά έναν ουσιώδη τρόπο.
Το διαυγές θάρρος για την ουσιώδη αγωνία εγγυάται τη μυστηριώδη δυνατότητα της εμπειρίας του Είναι. Διότι κοντά στην ουσιώδη αγωνία, ως τον τρόμο της αβύσσου, κατοικεί η αιδημονία. Αυτή φωτίζει και περιφρουρεί εκείνον τον τόπο της ουσίας του ανθρώπου, μέσα στον οποίο αυτός παραμένει οικείος με το διαμένον.
Η «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, αντιθέτως, μπορεί να πλανηθεί τόσο πολύ, ώστε να παραγνωρίζει τις απλές σχέσεις που ανήκουν στην ουσία της αγωνίας. Τι θα ήταν κάθε ανδρεία, αν δεν έβρισκε στην εμπειρία της ουσιώδους αγωνίας το σταθερό της αντίβαρο;
Στον βαθμό που υποβιβάζουμε την ουσιώδη αγωνία και τη σχέση του Είναι προς τον άνθρωπο, η οποία διανοίγεται μέσα σε αυτήν, υποτιμούμε την ουσία της ανδρείας. Αυτή, όμως, είναι ικανή να αντέξει το μηδέν. Η ανδρεία αναγνωρίζει μέσα στην άβυσσο του τρόμου τον μόλις και μετά βίας πατημένο χώρο του Είναι, από το ξέφωτο του οποίου και μόνο κάθε ον επιστρέφει σε εκείνο που είναι και που μπορεί να είναι.
Η διάλεξη αυτή ούτε καλλιεργεί μια «φιλοσοφία της αγωνίας» ούτε επιδιώκει να υφαρπάξει την εντύπωση μιας «ηρωικής φιλοσοφίας». Σκέπτεται μόνο εκείνο που, από την απαρχή της δυτικής σκέψης, ανέτειλε ως αυτό που πρέπει να στοχαστούμε και, εντούτοις, παρέμεινε λησμονημένο: το Είναι. Αλλά το Είναι δεν είναι προϊόν της σκέψης. Αντιθέτως, η ουσιώδης σκέψη είναι ένα συμβάν του Είναι.
Γι’ αυτό καθίσταται τώρα αναγκαίο και το ελάχιστα ακόμη διατυπωμένο ερώτημα: άραγε αυτή η σκέψη στέκεται ήδη μέσα στον νόμο της αλήθειας της, όταν ακολουθεί μόνο εκείνη τη σκέψη την οποία η «λογική» περικλείει στις μορφές και στους κανόνες της; Γιατί η διάλεξη θέτει αυτόν τον τίτλο μέσα σε εισαγωγικά; Για να υποδηλώσει ότι η «λογική» είναι μόνο μία ερμηνεία της ουσίας της σκέψης, και συγκεκριμένα εκείνη η οποία, ήδη σύμφωνα με το όνομά της, βασίζεται στην εμπειρία του Είναι που αποκτήθηκε μέσα στην ελληνική σκέψη.
Η δυσπιστία απέναντι στη «λογική», της οποίας συνεπής εκφυλισμός μπορεί να θεωρηθεί η λογιστική, πηγάζει από τη γνώση εκείνης της σκέψης που βρίσκει την πηγή της στην εμπειρία της αλήθειας του Είναι και όχι στη θεώρηση της αντικειμενικότητας του όντος. Η ακριβής σκέψη δεν είναι ποτέ η αυστηρότερη σκέψη, εφόσον η αυστηρότητα λαμβάνει την ουσία της από το είδος της προσπάθειας με την οποία η γνώση διατηρεί κάθε φορά τη σχέση προς το ουσιώδες του όντος. Η ακριβής σκέψη δεσμεύεται απλώς στον υπολογισμό του όντος και υπηρετεί αποκλειστικά αυτόν.
Κάθε υπολογισμός εξαντλεί το μετρήσιμο μέσα σε ό,τι έχει μετρηθεί, για να το χρησιμοποιήσει στην επόμενη μέτρηση. Ο υπολογισμός δεν επιτρέπει να εμφανιστεί τίποτε άλλο εκτός από το μετρήσιμο. Καθετί είναι μόνο αυτό που μετρά. Εκείνο που κάθε φορά έχει μετρηθεί εξασφαλίζει την περαιτέρω πορεία της μέτρησης. Αυτή καταναλώνει προοδευτικά τους αριθμούς και είναι η ίδια μια αδιάκοπη αυτοκατανάλωση.
Η απόδοση λογαριασμού για το ον θεωρείται ως η εξήγηση του Είναι του. Ο υπολογισμός χρησιμοποιεί εκ των προτέρων κάθε ον ως μετρήσιμο και καταναλώνει το μετρημένο για χάρη της μέτρησης. Αυτή η καταναλωτική χρήση του όντος φανερώνει τον αναλωτικό χαρακτήρα του υπολογισμού. Μόνο επειδή ο αριθμός μπορεί να αυξάνεται επ’ άπειρον, και μάλιστα αδιακρίτως τόσο προς την κατεύθυνση του μεγάλου όσο και προς την κατεύθυνση του μικρού, μπορεί η αναλωτική ουσία του υπολογισμού να κρύβεται πίσω από τα προϊόντα της και να προσδίδει στην υπολογιστική σκέψη την επίφαση της παραγωγικότητας, ενώ αυτή, ήδη εκ των προτέρων και όχι μόνο μέσα στα μεταγενέστερα αποτελέσματά της, καθιστά κάθε ον έγκυρο μόνο με τη μορφή εκείνου που μπορεί να παρατεθεί προς διάθεση και να καταναλωθεί.
Η υπολογιστική σκέψη εξαναγκάζει τον ίδιο της τον εαυτό στον καταναγκασμό να κυριαρχεί επάνω στα πάντα μέσω της συνεπούς ακολουθίας της πορείας της. Δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι καθετί υπολογίσιμο, πριν από τα αθροίσματα και τα γινόμενα που κάθε φορά υπολογίζει ο υπολογισμός, είναι ήδη ένα όλον, του οποίου όμως η ενότητα ανήκει στο ανυπολόγιστο, το οποίο διαφεύγει, μαζί με την ανοίκεια φύση του, από τις λαβές του υπολογισμού.
Εκείνο, όμως, που παντού και πάντοτε έχει εκ των προτέρων αποκλειστεί από την απαίτηση του υπολογισμού και, παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται ήδη κάθε στιγμή πλησιέστερα στον άνθρωπο, μέσα σε μια αινιγματική αγνωρισία, από κάθε ον εντός του οποίου αυτός εγκαθιστά τον εαυτό του και το εγχείρημά του, μπορεί ενίοτε να διαθέσει την ουσία του ανθρώπου προς μια σκέψη, της οποίας την αλήθεια καμία «λογική» δεν είναι σε θέση να συλλάβει.
Η σκέψη, της οποίας οι στοχασμοί όχι μόνο δεν υπολογίζουν, αλλά καθορίζονται εν γένει από το Άλλο του όντος, ας ονομαστεί ουσιώδης σκέψη®. Αντί να υπολογίζει, με αφετηρία το ον, το ον, αυτή σπαταλά τον εαυτό της μέσα στο Είναι για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Η σκέψη αυτή ανταποκρίνεται στην αξίωση του Είναι, καθώς ο άνθρωπος παραδίδει την ιστορική του ουσία στην απλότητα της μοναδικής αναγκαιότητας, η οποία δεν εξαναγκάζει επιβάλλοντας καταναγκασμό, αλλά δημιουργεί την ανάγκη που εκπληρώνεται μέσα στην ελευθερία της θυσίας. Η ανάγκη είναι να διαφυλαχθεί η αλήθεια του Είναι, οτιδήποτε κι αν μέλλει να συμβεί στον άνθρωπο και σε κάθε ον.
Η θυσία είναι η απαλλαγμένη από κάθε καταναγκασμό σπατάλη της ουσίας του ανθρώπου —επειδή αναδύεται από την άβυσσο της ελευθερίας— στη διαφύλαξη της αλήθειας του Είναι για το ον. Μέσα στη θυσία συντελείται η κρυμμένη ευχαριστία, η οποία και μόνη αναγνωρίζει την εύνοια με την οποία το Είναι παραχώρησε τον εαυτό του στην ουσία του ανθρώπου μέσα στη σκέψη, ώστε αυτός, μέσα στη σχέση προς το Είναι, να αναλάβει τη φύλαξη του Είναι.
Η αρχέγονη σκέψη⁴ είναι η αντήχηση της εύνοιας του Είναι, μέσα στην οποία διανοίγεται και αφήνεται να συμβείᵃ⁵ το μοναδικό: ότι υπάρχει ον. Αυτή η αντήχηση είναι η ανθρώπινη απάντηση στον λόγο της άηχης φωνής του Είναι. Η απάντηση της σκέψης⁶ είναι η προέλευση του ανθρώπινου λόγου, ο οποίος και μόνο αφήνει κατόπιν να αναδυθεί η γλώσσα ως η εκφώνηση του λόγου μέσα στις λέξεις.
Αν δεν υπήρχε κατά καιρούς μια κρυμμένη σκέψη⁷ στο ουσιώδες θεμέλιο του ιστορικού ανθρώπου, αυτός δεν θα ήταν ποτέ ικανός για την ευχαριστία⁸, υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε κάθε περίσκεψη και σε κάθε έκφραση ευχαριστίας⁹ πρέπει να υπάρχει μια σκέψη που στοχάζεται αρχέγονα την αλήθεια του Είναι.
Με ποιον άλλον τρόπο, όμως, θα μπορούσε ποτέ μια ανθρωπότητα να εισέλθει στην αρχέγονη ευχαριστία, παρά μόνο αν η εύνοια του Είναι, μέσω της ανοικτής σχέσης προς την ίδια, παραχωρήσει στον άνθρωπο την ευγένεια της πενίας, μέσα στην οποία η ελευθερία της θυσίας κρύβει τον θησαυρό της ουσίας της;
Η θυσία είναι ο αποχαιρετισμός του όντος κατά την πορεία προς τη διαφύλαξη της εύνοιας του Είναι. Η θυσία μπορεί βέβαια να προετοιμαστεί και να υπηρετηθεί μέσω της δημιουργίας και της επίτευξης μέσα στο ον, ποτέ όμως δεν μπορεί να εκπληρωθεί μέσω αυτών. Η επιτέλεσή της πηγάζει από την ενστατικότητα, με αφετηρία την οποία κάθε ιστορικός άνθρωπος, ενεργώντας —και η ουσιώδης σκέψη είναι επίσης ένα ενεργείν—, διαφυλάσσει το Dasein που του δόθηκε, για χάρη της διαφύλαξης της αξιοπρέπειας του Είναι.
Αυτή η ενστατικότητα είναι η αταραξία, η οποία δεν επιτρέπει να κλονιστεί η κρυμμένη ετοιμότητά της για την αποχωριστική ουσία κάθε θυσίας. Η θυσία είναι οικεία μέσα στην ουσία του συμβάντος, ως το οποίο το Είναι θέτει τον άνθρωπο υπό την αξίωσή του³ για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Γι’ αυτό η θυσία δεν ανέχεται κανέναν υπολογισμό, μέσω του οποίου κάθε φορά αποτιμάται απλώς ως προς κάποια χρησιμότητα ή αχρηστία, είτε οι σκοποί τίθενται χαμηλά είτε τοποθετούνται ψηλά. Μια τέτοια αποτίμηση παραμορφώνει την ουσία της θυσίας. Η μανία για σκοπούς συγχέει τη διαύγεια της έτοιμης για την αγωνία αιδημοσύνης του θάρρους της θυσίας, το οποίο έχει αναλάβει την τόλμη της γειτνίασης με το άφθαρτο.
Η σκέψη του Είναι δεν αναζητεί κανένα στήριγμα μέσα στο ον. Η ουσιώδης σκέψη προσέχει τα αργά σημεία του ανυπολόγιστου και αναγνωρίζει μέσα σε αυτό την αρχαιότερη από κάθε μνήμη έλευση του αναπότρεπτου. Αυτή η σκέψη είναι προσηλωμένη στην αλήθεια του Είναι και βοηθεί έτσι το Είναι της αλήθειας να βρει τον τόπο του μέσα στην ιστορική ανθρωπότητα. Αυτή η βοήθεια δεν επιφέρει αποτελέσματα, επειδή δεν έχει ανάγκη από επίδραση. Η ουσιώδης σκέψη βοηθεί ως απλή ενστατικότητα μέσα στο Dasein, εφόσον από αυτήν ανάβει κάτι όμοιό της, χωρίς εκείνη να μπορεί να το εξουσιάσει ή έστω να γνωρίζει κάτι γι’ αυτό.
Η σκέψη, υπακούοντας στη φωνή του Είναι, αναζητεί γι’ αυτό τον λόγο από τον οποίο η αλήθεια του Είναι έρχεται στη γλώσσα. Μόνον όταν η γλώσσα του ιστορικού ανθρώπου πηγάζει από τον λόγο, βρίσκεται στην ορθή της στάθμη. Όταν όμως βρίσκεται στην ορθή της στάθμη, τότε της νεύει η εγγύηση της άηχης φωνής κρυμμένων πηγών. Η σκέψη του Είναι φυλάσσει τον λόγο και, μέσα σε μια τέτοια προσεκτική φύλαξη, εκπληρώνει τον προορισμό της. Είναι η μέριμνα για τη χρήση της γλώσσας. Από τη μακρόχρονα διαφυλαγμένη αφωνία και από την προσεκτική διαύγαση της περιοχής που ξέφωτίζεται μέσα σε αυτήν προέρχεται το λέγειν του στοχαστή. Από την ίδια προέλευση προέρχεται και η κατονομασία του ποιητή.
Επειδή, όμως, το όμοιο είναι όμοιο μόνο ως διαφορετικό, ενώ η ποίηση και η σκέψη ομοιάζουν μεταξύ τους κατά τον καθαρότερο τρόπο ως προς τη μέριμνα για τον λόγο, είναι συγχρόνως και κατά την ουσία τους στον μεγαλύτερο βαθμό χωρισμένες. Ο στοχαστής λέγει το Είναι. Ο ποιητής κατονομάζει το Ιερό. Το πώς, βέβαια, όταν στοχαστούμε από την ουσία του Είναι, η ποίηση, η ευχαριστία και η σκέψη παραπέμπουν η μία στην άλλη και συγχρόνως διαχωρίζονται, πρέπει εδώ να παραμείνει ανοικτό. Πιθανώς η ευχαριστία και η ποίηση πηγάζουν, με διαφορετικό τρόπο, από την αρχέγονη σκέψη, την οποία χρειάζονται, χωρίς όμως να μπορούν οι ίδιες να είναι σκέψη.
Γνωρίζουμε ασφαλώς πολλά για τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης. Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε για τον διάλογο των ποιητών και των στοχαστών, οι οποίοι «κατοικούν κοντά, επάνω στα πιο απομακρυσμένα μεταξύ τους βουνά».
Ένας από τους ουσιώδεις τόπους της αφωνίας είναι η αγωνία, με την έννοια του τρόμου στον οποίο η άβυσσος του μηδενός διαθέτει τον άνθρωπο. Το μηδέν, ως το Άλλο σε σχέση με το ον, είναι το πέπλο του Είναι³. Μέσα στο Είναι έχει ήδη αρχέγονα ολοκληρωθεί κάθε πεπρωμένο του όντος.
Το τελευταίο ποίημα του τελευταίου ποιητή της αρχέγονης ελληνικής εποχής, ο Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ του Σοφοκλή, κλείνει με τον λόγο που στρέφεται, πέρα από κάθε δυνατότητα αναστοχασμού, προς την κρυμμένη ιστορία αυτού του λαού και διαφυλάσσει την είσοδό του στην άγνωστη αλήθεια του Είναι:
Ἀλλ᾽ ἀποπαύετε μηδ᾽ ἐπὶ πλείω
θρῆνον ἐγείρετε·
πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος.
Αλλά πάψτε τώρα, και ποτέ πια στο εξής
μην ξυπνήσετε τον θρήνο·
διότι παντού το συμβεβηκός διαφυλάσσει μέσα του
την απόφαση της ολοκλήρωσης. (μετάφραση του Heidegger)
ENRICO BERTI-ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1)
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ
ΕισαγωγήΗ μεταφυσική του Αριστοτέλη είναι ίσως το πιο μελετημένο, το πιο συζητημένο και αυτό που σίγουρα εξάσκησε την μεγαλύτερη επιρροή πάνω σε ολόκληρη την ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας. Μιλούμε για αυτό για πάνω από είκοσι αιώνες, διότι η πρώτη νύξη της μεταφυσικής βρίσκεται σε έναν αρχαίο συγγραφέα του πρώτου αιώνος μετά Χριστόν, στον Νικόλαο της Δαμασκού, και υποθέτουμε πώς η μεταφυσική εξεδόθη για πρώτη φορά τον πρώτο αιώνα π.Χ, ίσως στη Ρώμη, διότι η πρώτη έκδοση των έργων του Αριστοτέλη, σύμφωνα με έναν διάσημο μελετητή αυτών των θεμάτων, τον Paul Moraux, έγινε από τον Ανδρόνικο της Ρόδου, στη Ρώμη, στην εποχή του Κικέρωνος. Η πρώτη αναφορά σε αυτή βρίσκεται μερικά χρόνια μετά, όπως ξαναείπαμε, στον Νικόλαο της Δαμασκού και από εκείνη την στιγμή αρχίζει να σχολιάζεται, να συζητείται και να εξασκεί μια βαθιά επίδραση πάνω στη φιλοσοφία. Πρίν αναφέραμε Δυτική Φιλοσοφία, αλλά δέν είναι σωστό να πούμε Δυτική, γιατί πρέπει να λάβουμε υπ’οψιν και όλον τον Αραβικό κόσμο, τον Ισλαμικό πολιτισμό - Ένα απο τα κέντρα στα οποία μεταφράστηκε η μεταφυσική στα Αραβικά είναι η Βαγδάτη τον ένατο αιώνα - έτσι ώστε να κατέχει μια κεντρική θέση στην ιστορία της σκέψης και στη Δύση και στην Ανατολή.
Παρόλα αυτά όμως, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, η μεταφυσική του Αριστοτέλη δέν είναι ένα βιβλίο, ή καλύτερα, δέν γεννήθηκε, δέν δημιουργήθηκε από τον δημιουργό της σαν ένα βιβλίο. Ο Αριστοτέλης δέν διέθετε αυτό το βιβλίο και δέν γνώριζε καν την λέξη Μεταφυσική. Αυτή η λέξη η οποία είναι δεμένη για πάντα με το όνομα του, δέν είναι ο τίτλος ενός έργου του διότι το έργο συνετέθη έτσι όπως το γνωρίζουμε μέσα απο την παράδοση των χειρογράφων, για τις ανάγκες τής διδασκαλίας στη σχολή του.
Είχαν ήδη εκδοθεί άλλα έργα του Αριστοτέλη, οι διάλογοι, έργα γραμμένα σε μορφή διαλόγου κατά μίμησιν του Πλάτωνος, πρίν απο την έκδοση του συνόλου των έργων από τον Ανδρόνικο. Ο αρχαίος κόσμος γνώριζε μόνο τους διαλόγους του Αριστοτέλη. Όταν όμως εκδόθηκαν όλες οι μεγάλες του πραγματείες, που εχρησιμοποιούνταν στη σχολή του, δηλαδή τα έργα της λογικής -το όργανον-, τα έργα της φυσικής, η Μεταφυσική, τα Ηθικά Νικομάχεια, η πολιτική, η ρητορική, η ποιητική, δηλαδή όλες οι μεγάλες πραγματείες που δημιούργησαν την ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, τότε οι διάλογοι, που ήταν γνωστοί πρίν, έπαψαν να έλκουν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων, διότι δέν μπορούσαν να ανταγωνιστούν σε σπουδαιότητα, σε μέγεθος και σε βάθος με αυτές τις μεγάλες πραγματείες.
Δέν έχουμε καμία σιγουριά για τον αριθμό των βιβλίων που περιέχονται στην Μεταφυσική, όπως ακριβώς δέν έχουμε καμία σιγουριά και όσον αφορά τον τίτλο το όνομα του έργου. Διότι στα Ελληνικά τα μετά τα Φυσικά, που σημαίνει τα πράγματα που έρχονται μετά από αυτά της φυσικής, αυτός ο τίτλος, είχε σαν σκοπό να δείξει την θέση που είχε πάρει το βιβλίο από τον Ανδρόνικο, δηλ. μετά τα βιβλία της Φυσικής. Λόγω αυτού του γεγονότος πολλοί είπαν : Το όνομα Μεταφυσική σημαίνει απλώς αυτό που έρχεται μετά την φυσική. Επομένως δέν έχει καμιά φιλοσοφική σημασία, αφορά απλώς την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης, την θέση που πρέπει να τοποθετηθεί στις βιβλιοθήκες.
Όμως και σε αυτό το σημείο, ο ίδιος ο Moraux, μας αποκάλυψε ότι σε έναν από τους πλέον αρχαίους σχολιασμούς, εκείνον του Αλεξάνδρου της Αφροδισίας, λέγεται ότι κατά την μέθοδο του Αριστοτέλη, πρέπει να ξεκινούμε απο αυτό που είναι πιό γνωστό σε εμάς, δηλαδή από αυτό που συλλαμβάνεται με τα αισθητήρια μας, από την εμπειρία μας και από τα πράγματα που είναι τα πιό γνωστά σε εμάς, κατόπιν πρέπει να ανέλθουμε σε εκείνα, όπως λέει ο Αριστοτέλης, που είναι πιό γνωστά καθεαυτά, ή κατα φύσιν, καθώς είναι η αιτία που γίνονται κατανοητά όλα τα άλλα, και έτσι με αυτό το επιχείρημα μπορούμε να σκεφτούμε επίσης πώς η Μεταφυσική δέν ονομάστηκε έτσι μόνον επειδή έρχεται μετά την φυσική αλλά και λόγω της φιλοσοφικής μεθόδου του Αριστοτέλη. Και πράγματι η πρόθεση μετά δέν σημαίνει μόνον «μετά» αλλά σημαίνει και «πέρα» και συμπίπτει με το λατινικό Trans, δείχνει δηλ. αυτό που υπερβαίνει την Φυσική, αυτό που υπερβαίνει την εμπειρία. Επομένως ο τίτλος μπορεί να έχει και ένα Φιλοσοφικό νόημα και όχι μόνον όνομα τάξεως.
Εκείνο που είναι σίγουρο όμως είναι ότι η λέξη Μεταφυσική δέν υπάρχει στον Αριστοτέλη. Η επιστήμη που αναπτύσσεται σε αυτό το βιβλίο ονομάζεται απο τον Αριστοτέλη «Πρώτη Φιλοσοφία» ή «Πρώτη Επιστήμη». Στον Αριστοτέλη οι όροι φιλοσοφία και επιστήμη εξισώνονται. Αυτό που εκτίθεται λοιπόν σε αυτό το βιβλίο είναι η πρώτη ανάμεσα σε όλες τις επιστήμες. Θα δούμε στη συνέχεια το Γιατί.
Δέν πρέπει να ξεχνούμε επίσης πώς όλες οι μελέτες που εκδόθηκαν απο τον Ανδρόνικο, εκδόθηκαν τρείς αιώνες μετά τον θάνατο του Αριστοτέλη, διότι ο ίδιος δέν είχε εκδόσει τίποτα. Ήταν όλες μελέτες γραμμένες για να δωσει τα μαθήματα του και το όνομα με το οποίο ήταν γνωστοί ήταν «Λόγοι».
Λόγοι στα Ελληνικά σημαίνει ομιλίες. Οι λόγοι αυτοί λοιπόν, λόγω ενός κοινού θέματος συγκεντρώθηκαν και αποτέλεσαν μέρος ενός βιβλίου, ενός τόμου. Επειδή όμως ήταν μαθήματα, ακόμη και αν ήταν γραμμένα απο τον ίδιο τον Αριστοτέλη, πιθανως θα περιειχαν και συμπληρώματα απο τον ίδιο, πιθανως δέ θα έχουν προστεθεί και λέξεις απο τους μαθητές του. Ίσως δέν είναι δικές του όλες οι λέξεις των λόγων που διαθέτουμε. Η ρητορική π.χ διδάχθηκε μέσα στη σχολή του Πλάτωνος, διότι ο Αριστοτέλης δίδασκε ήδη μέσα στην Ακαδημία, επομένως αφού δίδασκε για πάρα πολλά χρόνια, ενδεχομένως τα κείμενα εμπλουτίζονταν με νέα περιεχόμενα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Μεταφυσική.
Έτσι λοιπόν με όλα αυτά τα προβλήματα, προκύπτει ένα βιβλίο δύσκολο στην κατανόηση του, το οποίο παρουσιάζει άπειρα προβλήματα, αλλά ταυτοχρόνως είναι και ένα βιβλίο μεγαλειώδους ομορφιάς, ενός βάθους απροσμέτρητου, που το καθιστούν το πιο πολύτιμο βιβλίο ολοκλήρου της ιστορίας της Φιλοσοφίας.
Συνεχίζεται
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1 ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ
ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Α΄ ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΕΡΓΑ 1914–1970
ΤΟΜΟΣ 9, ΟΔΟΣΗΜΑΤΑ
«Τι είναι Μεταφυσική;» — Το ερώτημα γεννά την προσδοκία ότι θα γίνει λόγος περί της μεταφυσικής. Παραιτούμαστε από αυτό. Αντί γι’ αυτό, εξετάζουμε ένα ορισμένο μεταφυσικό ερώτημα. Με τον τρόπο αυτόν, όπως φαίνεται, μεταφερόμαστε άμεσα μέσα στη μεταφυσική. Μόνον έτσι της παρέχουμε την ορθή δυνατότητα να παρουσιάσει η ίδια τον εαυτό της.
Το εγχείρημά μας αρχίζει με την ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν, επιχειρεί κατόπιν την επεξεργασία του ερωτήματος και ολοκληρώνεται με την απάντησή του.
Η ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν
Η φιλοσοφία είναι —ιδωμένη από τη σκοπιά του κοινού ανθρώπινου νου—, κατά τον Χέγκελ, ο «ανεστραμμένος κόσμος». Γι’ αυτό η ιδιοτυπία του ξεκινήματός μας χρειάζεται έναν προκαταρκτικό χαρακτηρισμό. Αυτός προκύπτει από έναν διπλό χαρακτηρισμό του μεταφυσικού ερωτάν.
Πρώτον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα περιλαμβάνει πάντοτε το σύνολο της προβληματικής της μεταφυσικής. Είναι κάθε φορά το ίδιο το όλον. Δεύτερον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα μπορεί να τεθεί μόνον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ερωτών —ως τέτοιος— να είναι και ο ίδιος παρών μέσα στο ερώτημα, δηλαδή να τίθεται μέσα στο ερώτημα.
Από αυτό αντλούμε την ακόλουθη υπόδειξη: το μεταφυσικό ερωτάν πρέπει να τίθεται ως προς το όλον και με αφετηρία την ουσιώδη κατάσταση του ερωτώντος Dasein. Ερωτούμε εδώ και τώρα, για εμάς. Το Dasein μας —μέσα στην κοινότητα των ερευνητών, των διδασκόντων και των φοιτητών— καθορίζεται από την επιστήμη. Τι ουσιώδες συμβαίνει με εμάς στο βάθος του Dasein, εφόσον η επιστήμη έχει γίνει το πάθος μας;
Τα πεδία των επιστημών απέχουν πολύ μεταξύ τους. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύονται τα αντικείμενά τους είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Αυτή η κατακερματισμένη πολλαπλότητα των επιστημονικών κλάδων συγκρατείται σήμερα σε ενότητα μόνο μέσω της τεχνικής οργάνωσης των πανεπιστημίων και των σχολών και διατηρείται σε κάποια σημασία μέσω του πρακτικού καθορισμού των σκοπών των επιμέρους κλάδων. Αντιθέτως, η ρίζωση των επιστημών στο ουσιώδες θεμέλιό τους έχει νεκρωθεί.
Και όμως — σε όλες τις επιστήμες, ακολουθώντας την πιο ιδιαίτερη πρόθεσή τους, σχετιζόμαστε με το ίδιο το ον. Ακριβώς από τη σκοπιά των επιστημών, κανένα πεδίο δεν έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου, ούτε η φύση έναντι της ιστορίας ούτε το αντίστροφο. Κανένας τρόπος πραγμάτευσης των αντικειμένων δεν υπερέχει του άλλου. Η μαθηματική γνώση δεν είναι αυστηρότερη από τη φιλολογικοϊστορική. Έχει μόνο τον χαρακτήρα της «ακρίβειας», η οποία δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα. Το να απαιτούμε ακρίβεια από την ιστορική επιστήμη θα σήμαινε ότι παραβιάζουμε την ιδέα της ιδιαίτερης αυστηρότητας των επιστημών του πνεύματος. Η σχέση προς τον κόσμο, η οποία κυριαρχεί σε όλες τις επιστήμες ως τέτοιες, τις οδηγεί να αναζητούν το ίδιο το ον, ώστε να το καταστήσουν, ανάλογα με το περιεχόμενο του τι-είναι του και με τον τρόπο του Είναι του, αντικείμενο διερεύνησης και θεμελιωτικού καθορισμού. Στις επιστήμες συντελείται —κατά την ιδέα τους— μια προσέγγιση προς το ουσιώδες όλων των πραγμάτων.
Αυτή η διακεκριμένη σχέση προς τον κόσμο, δηλαδή προς το ίδιο το ον, φέρεται και καθοδηγείται από μια ελεύθερα επιλεγμένη στάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το ον σχετίζεται βέβαια και κάθε πράξη και παράλειψη του ανθρώπου πριν και έξω από την επιστήμη. Η επιστήμη, όμως, διακρίνεται κατά το ότι, με έναν δικό της τρόπο, δίνει ρητά και αποκλειστικά στο ίδιο το πράγμα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Μέσα σε μια τέτοια προσήλωση στο ίδιο το πράγμα κατά το ερωτάν, το καθορίζειν και το θεμελιώνειν, συντελείται μια ιδιόμορφα περιορισμένη υποταγή στο ίδιο το ον, ώστε να εναπόκειται σε αυτό να αποκαλυφθεί. Αυτή η υπηρετική θέση της έρευνας και της διδασκαλίας αναπτύσσεται και γίνεται το θεμέλιο της δυνατότητας μιας ιδιαίτερης, αν και περιορισμένης, ηγεσίας μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.
3
Η ιδιαίτερη σχέση της επιστήμης προς τον κόσμο και η στάση του ανθρώπου που την καθοδηγεί συλλαμβάνονται, βέβαια, πλήρως μόνον όταν δούμε και κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στη σχέση προς τον κόσμο που συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο άνθρωπος —ένα ον μεταξύ άλλων— «ασκεί επιστήμη». Μέσα σε αυτή την «άσκηση» δεν συμβαίνει τίποτε λιγότερο από την εισβολή ενός όντος, που ονομάζεται άνθρωπος, μέσα στο σύνολο του όντος, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε μέσα από αυτή την εισβολή και μέσω αυτής να διανοίγεται το ον ως προς το τι είναι και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι. Η διανοικτική εισβολή βοηθεί, με τον δικό της τρόπο, το ον να έλθει για πρώτη φορά στον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτή η τριάδα —σχέση προς τον κόσμο, στάση, εισβολή— εισάγει, μέσα στη ριζική της ενότητα, μια φλογερή απλότητα και οξύτητα του Da-sein στην επιστημονική ύπαρξη. Όταν ιδιοποιηθούμε ρητά για τον εαυτό μας το επιστημονικό Da-sein που διαυγάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε πρέπει να πούμε:
Εκείνο προς το οποίο κατευθύνεται η σχέση προς τον κόσμο είναι το ίδιο το ον — και τίποτε άλλο³.
Εκείνο από το οποίο κάθε στάση λαμβάνει την καθοδήγησή της είναι το ίδιο το ον — και τίποτε περαιτέρω.
Εκείνο με το οποίο συντελείται, μέσα στην εισβολή, η ερευνητική αναμέτρηση είναι το ίδιο το ον — και πέρα από αυτό τίποτε.
Αλλά, κατά παράξενο τρόπο, ακριβώς καθώς ο επιστημονικός άνθρωπος βεβαιώνεται για ό,τι του είναι πλέον ιδιάζον, μιλά, είτε ρητά είτε όχι, για κάτι Άλλο. Πρέπει να ερευνηθεί μόνο το ον και, κατά τα άλλα — τίποτε· μόνο το ον και περαιτέρω — τίποτε· αποκλειστικά το ον και πέρα από αυτό — τίποτε.
Τι συμβαίνει με αυτό το μηδέν; Είναι τυχαίο το ότι μιλούμε εντελώς αυθόρμητα με αυτόν τον τρόπο; Είναι απλώς ένας τρόπος του λέγειν — και τίποτε άλλο;
Αλλά γιατί να μας απασχολεί αυτό το μηδέν; Το μηδέν απορρίπτεται ακριβώς από την επιστήμη και εγκαταλείπεται ως το μηδαμινό. Όμως, όταν εγκαταλείπουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το μηδέν, δεν το παραδεχόμαστε άραγε ακριβώς τότε; Μπορούμε όμως να μιλούμε για παραδοχή, όταν δεν παραδεχόμαστε τίποτε; Ίσως, βέβαια, αυτή η παλινδρόμηση του λόγου κινείται ήδη μέσα σε μια κενή λογομαχία. Απέναντι σε αυτό, η επιστήμη πρέπει τώρα να υποστηρίξει εκ νέου τη σοβαρότητα και τη νηφαλιότητά της: ότι αυτή ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το ον. Το μηδέν — τι άλλο θα μπορούσε να είναι για την επιστήμη παρά ένα αποτρόπαιο πράγμα και ένα αποκύημα της φαντασίας; Αν η επιστήμη έχει δίκιο, τότε ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Αυτή είναι, τελικά, η επιστημονικά αυστηρή σύλληψη του μηδενός. Το γνωρίζουμε, καθόσον δεν θέλουμε να γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτό, το μηδέν.
Η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Εξίσου βέβαιο, όμως, παραμένει και το εξής: εκεί όπου επιχειρεί να εκφράσει την ίδια της την ουσίαᵃ, επικαλείται το μηδέν ως βοήθεια. Εκείνο που απορρίπτει, το διεκδικεί. Ποια διχασμένη¹⁵ ουσία αποκαλύπτεται εδώ;
Κατά τον αναστοχασμό πάνω στην παρούσα ύπαρξή μας —ως ύπαρξη καθορισμένη από την επιστήμη— βρεθήκαμε στο μέσον μιας αντιπαράθεσης. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ερωτάν. Το ερώτημα απαιτεί μόνο να διατυπωθεί ρητά: Τι συμβαίνει με το μηδέν;
Η επεξεργασία του ερωτήματος
Η επεξεργασία του ερωτήματος περί του μηδενός πρέπει να μας φέρει στην κατάσταση από την οποία καθίσταται δυνατή η απάντηση ή, αντιθέτως, γίνεται κατανοητή η αδυνατότητα της απάντησης. Το μηδέν έχει παραδεχθεί. Η επιστήμη, με μια υπερέχουσα αδιαφορία απέναντί του, το εγκαταλείπει ως εκείνο που «δεν υπάρχει».
Παρ’ όλα αυτά, επιχειρούμε να ρωτήσουμε για το μηδέν. Τι είναι το μηδέν; Ήδη η πρώτη απόπειρα προσέγγισης αυτού του ερωτήματος φανερώνει κάτι ασυνήθιστο. Μέσα σε αυτό το ερωτάν θέτουμε εκ των προτέρων το μηδέν ως κάτι που «είναι» κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο — ως ένα ον. Από αυτό, όμως, διακρίνεται ακριβώς απολύτωςᵃ. Το ερώτημα περί του μηδενός —τι και πώς είναι αυτό, το μηδέν— μεταστρέφει το ερωτώμενο στο αντίθετό του. Το ερώτημα στερεί τον ίδιο του τον εαυτό από το αντικείμενό του.
Αντιστοίχως, κάθε απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εξαρχής αδύνατη. Διότι κινείται αναγκαστικά μέσα στη μορφή: το μηδέν «είναι» τούτο ή εκείνο. Ερώτημα και απάντηση είναι, ως προς το μηδέν, εξίσου αντιφατικά μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.
Έτσι, δεν χρειάζεται καν να προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους της επιστήμης. Ο γενικά επικαλούμενος θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης, η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική», καταρρίπτει αυτό το ερώτημα. Διότι η σκέψη, η οποία κατά την ουσία της είναι πάντοτε σκέψη κάποιου πράγματος, θα έπρεπε, ως σκέψη του μηδενός, να ενεργήσει ενάντια στην ίδια της την ουσία.
Επειδή, λοιπόν, μας απαγορεύεται να καταστήσουμε εν γένει το μηδέν αντικείμενο, έχουμε ήδη φθάσει στο τέλος του ερωτήματός μας περί του μηδενός — υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε αυτό το ερώτημα η «λογική»ᵇ είναι η ύψιστη αρχή, ότι ο νους είναι το μέσο και η σκέψη η οδός, προκειμένου να συλλάβουμε αρχέγονα το μηδέν και να αποφασίσουμε σχετικά με την ενδεχόμενη αποκάλυψή του.
Μπορεί όμως να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της «λογικής»; Δεν είναι πράγματι ο νους κυρίαρχος σε αυτό το ερώτημα περί του μηδενός; Μόνο με τη βοήθειά του μπορούμε, άλλωστε, να καθορίσουμε εν γένει το μηδέν και να το θέσουμε ως πρόβλημα, έστω και ως πρόβλημα που αναλώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι το μηδέν είναι η άρνηση της ολότητας του όντος, το απολύτως μη-ον. Με αυτόν τον τρόπο υπάγουμε το μηδέν στον ανώτερο καθορισμό του μη-χαρακτήρα και, επομένως, όπως φαίνεται, του αρνημένου. Η άρνηση, όμως, σύμφωνα με την κυρίαρχη και ουδέποτε αμφισβητημένη διδασκαλία της «λογικής», είναι μια ιδιαίτερη ενέργεια του νου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να θέλουμε να αποπέμψουμε τον νου κατά το ερώτημα περί του μηδενός και, ακόμη περισσότερο, κατά το ερώτημα αν αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ερώτησης;
Είναι όμως τόσο βέβαιο εκείνο που προϋποθέτουμε εδώ; Αποτελούν άραγε το μη, το είναι-αρνημένο και, μαζί με αυτά, η άρνηση τον ανώτερο καθορισμό, στον οποίο υπάγεται το μηδέν ως ένα ιδιαίτερο είδος του αρνημένου; Υπάρχει το μηδέν μόνο επειδή υπάρχει το μη, δηλαδή η άρνηση; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; Υπάρχουν η άρνηση και το μη μόνο επειδή υπάρχει το μηδέν; Αυτό δεν έχει αποφασιστεί ούτε καν έχει ακόμη αναχθεί σε ρητό ερώτημα. Ισχυριζόμαστε: το μηδέν είναι αρχικότεροᵃ από το μη και την άρνηση.
Αν αυτή η θέση ευσταθεί, τότε η δυνατότητα της άρνησης ως ενέργειας του νου και, επομένως, ο ίδιος ο νους εξαρτώνται κατά κάποιον τρόπο από το μηδέν. Πώς μπορεί τότε ο νους να θέλει να αποφανθεί γι’ αυτό; Μήπως, τελικά, η φαινομενική αντιφατικότητα του ερωτήματος και της απάντησης σχετικά με το μηδέν στηρίζεται αποκλειστικά σε μια τυφλή ιδιογνωμοσύνηᵇ του περιπλανώμενου νου;
Αν όμως δεν επιτρέψουμε να μας παραπλανήσει η τυπική αδυνατότητα του ερωτήματος περί του μηδενός και, παρά την αδυνατότητα αυτή, θέσουμε εντούτοις το ερώτημα, τότε πρέπει τουλάχιστον να ανταποκριθούμε σε εκείνο που εξακολουθεί να ισχύει ως θεμελιώδης απαίτηση για τη δυνατή διεξαγωγή κάθε ερωτήματος. Αν πρόκειται να ερωτηθεί το μηδέν —με οποιονδήποτε τρόπο—, και μάλιστα το ίδιο, τότε πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένο. Πρέπει να μπορούμε να το συναντήσουμε.
Πού αναζητούμε το μηδέν; Πώς βρίσκουμε το μηδέν; Για να βρούμε κάτι, δεν πρέπει άραγε να γνωρίζουμε ήδη κατά κάποιον τρόπο ότι αυτό υπάρχει; Πράγματι! Καταρχάς και ως επί το πλείστον, ο άνθρωπος μπορεί να αναζητεί μόνο όταν έχει ήδη προϋποθέσει την ύπαρξη εκείνου που αναζητεί. Τώρα, όμως, εκείνο που αναζητείται είναι το μηδέν. Μήπως, τελικά, υπάρχει μια αναζήτηση χωρίς αυτή την προϋπόθεση, μια αναζήτηση στην οποία ανήκει μια καθαρή εύρεση;
Όπως κι αν έχει το πράγμα, γνωρίζουμε το μηδέν, έστω και μόνο ως εκείνο για το οποίο μιλούμε καθημερινά εδώ κι εκεί. Αυτό το κοινό μηδέν, που έχει ξεθωριάσει μέσα σε όλη την ωχρότητα του αυτονόητου και περιφέρεται τόσο απαρατήρητα μέσα στην αερολογία μας, μπορούμε μάλιστα να το διευθετήσουμε πρόχειρα σε έναν «ορισμό»:
Το μηδέν είναι η πλήρης άρνηση της ολότητας του όντος.
Μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός του μηδενός μάς παρέχει τελικά μια υπόδειξη προς την κατεύθυνση από την οποία και μόνο μπορεί αυτό να μας συναντήσει;
Η ολότητα του όντος πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένη, ώστε να μπορεί, ως τέτοια, να υποβληθεί απολύτως στην άρνηση, μέσα στην οποία θα έπρεπε τότε να φανερωθεί το ίδιο το μηδέν.
Αλλά, ακόμη και αν παραβλέψουμε τον αμφισβητήσιμο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ της άρνησης και του μηδενός, πώς μπορούμε εμείς —ως πεπερασμένα όντα— να καταστήσουμε προσιτό σε εμάς το σύνολο του όντος μέσα στην ολότητά του, καθ’ εαυτό και μάλιστα ως τέτοιο; Το πολύ-πολύ μπορούμε να σκεφτούμε το σύνολο του όντος μέσα στην «ιδέα», να αρνηθούμε νοητικά αυτό που παραστάθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο και να το «σκεφτούμε» ως αρνημένο. Μέσω αυτής της οδού αποκτούμε, βέβαια, την τυπική έννοια ενός νοερά παρασταθέντος μηδενός, ποτέ όμως το ίδιο το μηδέν.
Αλλά το μηδέν είναι τίποτε, και μεταξύ του νοερά παρασταθέντος και του «καθαυτό» μηδενός δεν μπορεί να υφίσταται κάποια διαφορά, εφόσον το μηδέν παριστά την πλήρη απουσία κάθε διαφοράς. Το ίδιο όμως το «καθαυτό» μηδέν — δεν είναι άραγε και πάλι εκείνη η κρυμμένη, αλλά αντιφατική έννοια ενός όντος μηδενός;
Για τελευταία φορά πρέπει τώρα οι αντιρρήσεις της διάνοιας (Verstand) να έχουν ανακόψει την αναζήτησή μας, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να αποδειχθεί μόνο μέσω μιας θεμελιώδους εμπειρίας του μηδενός.
Συνεχίζεται
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Σε ποιο πράγμα αναφέρεται αυτή η γιορτή, ποια είναι η ουσία και η πηγή της χαράς και του φωτός της; Κατ’ αρχάς ας ακούσουμε τι λέει το Ευαγγέλιο γι’ αυτό το γεγονός. Ο Ιησούς, σύμφωνα με την αφήγηση του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὕψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωυσῆς καὶ Ἠλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἶ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς… ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον. Καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. (Ματθ. 17, 1-9).
Τι σημαίνει αύτη η ευαγγελική ιστορία; Τι θέση έχει αυτή η αινιγματική αποκάλυψη της δόξας στην επίγεια ζωή και στο έργο του Χριστού;
Λίγοι θα διαφωνήσουν πως η εικόνα του Χριστού στα ευαγγέλια είναι κατεξοχήν μια εικόνα ταπείνωσης. Ήδη κατά τη γέννησή Του δεν βρέθηκε χώρος σε κανένα από τα σπίτια της πόλης, κι έτσι γεννήθηκε έξω, σε μια σπηλιά. Μέχρι τέλους δεν είχε σπίτι, «οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8, 20), σύμφωνα με τα δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αυτούς που θεραπεύει και βοηθά να μη μιλήσουν σε κανένα για τη βοήθεια που δέχθηκαν. Αποφεύγει κάθε τιμή και κάθε ευκαιρία που του δίνεται για να αποκτήσει φήμη. Εκουσίως μάλιστα άφησε την ασφάλεια της Γαλιλαίας, όπου δεν υπήρχε καμιά απειλή, και διάλεξε να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ, όπου τον περίμενε ο πόνος, η ταπείνωση της δίκης και της καταδίκης, και μια οδυνηρή και επαίσχυντη εκτέλεση. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ …» (Ματθ. 11, 29).
Σ’ αυτή τη ζωή ταπεινοφροσύνης και αυταπάρνησης, λίγες ήταν οι περιπτώσεις που οι κρυμμένες ακτίνες της θείας ενέργειας και δόξας φάνηκαν εξωτερικά. Δίχως εξαίρεση, μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι έγιναν ζωντανοί μάρτυρες των περιπτώσεων εκείνων που «περιεβλήθη τὴν δόξαν», και αυτοί συνήθως δεν κατανοούσαν τη σημασία αυτών που έβλεπαν. Αυτό ακριβώς συνέβη τη νύχτα της γέννησής Του, όταν οι απλοί ποιμένες άκουσαν τον αγγελικό ύμνο, και τα νέα της μεγάλης χαράς, όπως μας λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,10). Το ίδιο συνέβη πολλά χρόνια αργότερα, την ημέρα που ο Ιησούς ήλθε στον Ιορδάνη για να δεχθεί το βάπτισμα, όταν ακούστηκε η ίδια φωνή από τον ουρανό, ενώ τα ίδια λόγια ακούστηκαν και κατά τη Μεταμόρφωση: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα …» (Ματθ. 3,17). Τελικά δοξάζεται εδώ στο όρος παρουσία των τριών μαθητών. Κάθε φορά δε που αποκαλύπτεται αυτή η μυστηριώδης ουράνια δόξα, δεν προέρχεται από ανθρώπους, αλλά από πάνω, από τον ουρανό. Η Εκκλησία στο ερώτημα για τη σημασία που έχουν οι επίγειες φανερώσεις της δόξας του Χριστού απαντά όχι με εξηγήσεις αλλά με πανηγυρισμούς, εορτάζοντας αυτή τη μοναδική χαρά που σημαδεύει την ετήσια μνήμη της Μεταμορφώσεως.
Μία λέξη κυριαρχεί σ’ όλες τις ευχές, τους ύμνους και τα αναγνώσματα αυτής της εορτής. Είναι η λέξη φως. «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον». Ο κόσμος είναι ένα σκοτεινό, ψυχρό και τρομακτικό μέρος. Αυτό το σκοτάδι δεν διαλύεται από το φυσικό φως του ήλιου. Αντίθετα, το φως του ήλιου ίσως κάνει την ανθρώπινη ζωή να φαίνεται ακόμη τρομερότερη και απελπιστικότερη, καθώς η ζωή ξεχύνεται αμείλικτα και αδυσώπητα προς το θάνατο και τον αφανισμό περικυκλωμένη από πόνο και μοναξιά. Όλα είναι καταδικασμένα, όλα υποφέρουν, όλα υπόκεινται στον ακατανόητο και ανελέητο νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Τότε όμως εμφανίζεται πάνω στη γη, εισέρχεται στον κόσμο ένας άνθρωπος ταπεινός και άστεγος, που δεν εξασκεί καμιά εξουσία πάνω σε κανένα, και δεν διαθέτει καμιά επίγεια εξουσία. Λέει δε στους ανθρώπους πως αυτό το βασίλειο του σκότους, του κακού και του θανάτου δεν είναι η αληθινή τους ζωή· πως δεν είναι ο κόσμος που δημιούργησε ο Θεός· πως μπορεί και πρέπει να νικηθεί το κακό, ο πόνος και τελικά ο ίδιος ο θάνατος· και πως έχει σταλεί από τον Θεό, τον Πατέρα Του, για να σώσει τον άνθρωπο από την τρομακτική δουλεία στην αμαρτία και στο θάνατο.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την αληθινή τους φύση και κλήση, τις έχουν απαρνηθεί. Πρέπει να επιστρέψουν για να δουν πως έχουν χάσει την ικανότητα να βλέπουν, και να ακούν αυτά που είναι ανίκανοι ήδη να ακούσουν. Πρέπει να ξαναπιστέψουν πως το καλό είναι ισχυρότερο από το κακό, η αγάπη ισχυρότερη από το μίσος, η ζωή ισχυρότερη από τον θάνατο. Ο Χριστός θεραπεύει, βοηθά και δίνεται σε όλους. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, δεν ακούν, δεν πιστεύουν. Θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει την ουράνια δόξα και δύναμή Του, και να τους υποχρεώσει να πιστέψουν. Θέλει όμως απ’ αυτούς την πίστη, την αγάπη και την αποδοχή που δίνονται ελεύθερα. Γνωρίζει πως την ώρα της έσχατης θυσίας Του, της έσχατης αυτοπροσφοράς Του, οι πάντες θα φύγουν από φόβο και θα Τον εγκαταλείψουν. Όμως ακριβώς τότε, όπως και μετά. όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο κόσμος θα διαθέτει ακόμη κάποια ένδειξη για την κατεύθυνση που είχε καλέσει τους ανθρώπους να πάρουν, για το τι μας προσέφερε ως δώρο, ως ζωή, ως πληρότητα νοήματος και χαράς· τώρα λοιπόν, κρυμμένος από τον κόσμο και τους ανθρώπους, αποκαλύπτει σε τρεις από τους μαθητές Του αυτή τη δόξα, αυτό το φως, αυτόν το νικητήριο εορτασμό, στον οποίο ο άνθρωπος έχει κληθεί προ αιώνων να μετάσχει.
Το θείο φως που διαπερνά όλον τον κόσμο. Το θείο φως που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Το θείο φως στο οποίο τα πάντα αποκτούν το έσχατο και αιώνιο νόημά τους. «Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», φώναξε ο απόστολος Πέτρος όταν είδε αυτό το φως και αυτή τη δόξα. Και από την ώρα εκείνη ο Χριστιανισμός, η Εκκλησία, η πίστη είναι μια συνεχής, χαρούμενη επανάληψη αυτών των λόγων, «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Η πίστη όμως είναι και μια έκκληση για το αΐδιο φως, μια δίψα γι’ αυτόν το φωτισμό και γι’ αυτή τη μεταμόρφωση. Αυτό το φως συνεχίζει να λάμπει, μέσα στο σκοτάδι και στο κακό, μέσα στη μουντή γκριζάδα και στη θολή ρουτίνα αυτού του κόσμου, σαν ηλιαχτίδα που διασχίζει τα σύννεφα. Το αναγνωρίζει η ψυχή, παρηγορεί την καρδιά, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί, και μας μεταμορφώνει εκ των έσω.
«Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι»! Ας γίνονταν δικά μας αυτά τα λόγια, ας γίνονταν απάντηση της ψυχής μας στο δώρο του θείου φωτός, ας γινόταν η προσευχή μας προσευχή για τη μεταμόρφωση, για τη νίκη του φωτός! «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον».
Ἡ δόξα με δαγκώνει (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος) ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. ΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΣΕ.
Η ΔΟΞΑ μὲ δαγκώνει, κενή, μάταιη τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, τὸ πλῆθος τὰ θηρία,μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι καὶ μὲ κατασπαράξαν.
Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου διέσπασαν, τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.Ὅσα μοῦ ἀφαίρεσαν, ἀλίμονο, πῶς νὰ τὰ γράψω ὅλα;
Ἀντὶ γι’ αὐτὰ μοῦ ‘βαλαν νἄχω ληστὲς τὴν οἴηση καὶ τὸν ὄκνο, τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ μέριμνα πῶς ν’ ἀρέσω στοὺς ἄλλους, στ’ ἀντίθετα μ’ ἔσυραν καὶ μὲ διαμέλισαν.
Ἄλλοι τὴ σωφροσύνη παινεύοντας, τὴ νηφαλιότητά μου,ἄλλοι τὰ ἔργα μου, νεκρὸ μὲ κατάφεραν, οἴηση, τὸ παράδοξο πρᾶγμα, τὴ μεγάλη ἀπορία, σὲ μένα ἔσπειραν, τὸν καταβρωμισμένο.
Γιατὶ πῶς, ἐξήγησε, πῶς δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανείς,πῶς δὲν εἶναι ἀξιολύπητο τελείως,
τόσα πάθη ξαφνικὰ μοῦ ἐπιτέθηκαν,μὲ κατάφεραν νεκρό, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς γυμνό,
πάλι ἔχασα τὸν ἑαυτό μου, τὸν λησμόνησα, ἀπ’ ὅσα ἔγιναν δὲν κατάλαβα τίποτα, ἀλλὰ ἔχω οἴηση, πὼς εἶμαι ὁ μεγαλύτερος ὅλων ἀπαθής, ἅγιος, σοφὸς θεολόγος, δίκαιο εἶναι κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὲ τιμοῦν,ἀλλὰ καὶ νὰ μ’ ἐπαινοῦν, γιατὶ ἀξίζω ἐπαίνους προσκαλῶ κάθε ἄνθρωπο καὶ νομίζω πὼς τιμὴ συγκεντρώνω, ὅσο ἔρχονται καὶ μαζεύονται, τόσο καμαρώνω κι ὅλο κοιτάζω δεξιὰ ἀριστερά, μήπως ἔγινε κάποιος καὶ λείπει, δὲν ἦρθε, δὲ μὲ θαύμασε, κι ἂν τυχὸν βρεθεῖ κανεὶς νὰ μὲ ξέχασε,ἔχω κακία, τὸν κατηγορῶ, τὸν διασύρω, νὰ τὸ μάθει κι ὁ ἴδιος, νὰ τὸν πτοήσει ὁ ψόγος καὶ νὰ ‘ρθεῖ, νὰ προσφωνήσει, νὰ δείξει ὑποταγή, ὅτι κι αὐτὸς ἀνάγκη ἔχει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ φιλία μου. …
Μή μ’ ἀφήσεις, Χριστέ, νὰ πλανιέμαι στὸ μέσο τοῦ κόσμου,Ἐσένα μόνο ἀγαπάω χωρὶς ποτὲ νὰ Σ’ ἀγάπησα καὶ μόνη ἐλπίδα ἔχω τὶς δικές Σου ἐντολὲς νὰ φυλάω, ἂν κι ὁλόκληρος στὰ πάθη βρίσκομαι καὶ δὲν Σ’ ἔχω γνωρίσει καλά.
Γιατὶ ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, ἔχει ἀνάγκη τὴ δόξα τοῦ κόσμου;
Ποιός, ἂν Σ’ ἀγάπησε, θέλει κάτι ἄλλο ἀπὸ Σένα τὸν ἴδιο;
Θὰ προσκαλέσει αὐτὸς τοὺς πάντες ἢ μερικοὺς θὰ κολακέψει,ἢ θὰ φροντίσει νὰ γίνει φίλος καθενός;
Ὅσοι εἶναι δοῦλοι Σου πραγματικοὶ δὲν ἔκαναν τέτοια, οὔτε ἕνας.
Γι’ αὐτὸ ἔχω θλίψη καὶ λύπη, Θεέ μου,ὅτι βλέπω σ’ αὐτά δουλωμένο τὸν ἑαυτό μου,
καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ νοιώσω καλά, οὔτε νὰ ταπεινωθῶ,τὴ δική Σου δόξα τὴ μόνη ἀληθινὴ δὲν θέλω.
Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (58)
Συνέχεια από: Σάββατο 1 Αυγούστου 2026
Τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς κατηγορίας ποὺ ἀπηγγέλθη κατὰ τοῦ Σωκράτους ἀφοροῦσε ἀκριβῶς στὴ στάση τὴν ὁποία ἐτήρησε ὁ φιλόσοφος μὲ πλήρη σταθερότητα καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἀπέναντι στὴν κρατοῦσα πίστη πρὸς τοὺς θεούς:
Λέει ὅτι ὁ Σωκράτης εἶναι ἔνοχος ἐπειδὴ διαφθείρει τοὺς νέους καὶ δὲν πιστεύει στοὺς θεοὺς τῆς πόλης, ἀλλὰ σὲ ἄλλους καινούριους δαίμονες11.
᾿Από μία αὐστηρῶς τυπικὴ ἄποψη δὲν πρόκειται – εἶναι προφανές – γιὰ κατηγορία ἀθεϊσμοῦ (ἂν καί, τελικῶς, στὸ δικαστήριο ὁ Μέλητος, ὁ ὁποῖος εἶχε προβεῖ στὴν κατηγορία, ἀντιφάσκοντας, ὑποστηρίζει ἀκριβῶς αὐτό)12, δεδομένου ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ «ἄθεος» ὅποιος εἶναι ἔνοχος γιὰ «εἰσαγωγὴ νέων θεοτήτων». Μὲ σύγχρονη ὁρολογία, θὰ λέγαμε ὅτι πρόκειται γιὰ μία κατηγορία ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς αἱρέσεως (αἵρεση ἐναντίον τῆς ἐπίσημης θρησκείας τῆς Πολιτείας).
Ἡ θέση τοῦ Σωκράτους ἀπέναντι στὸν θεὸ καὶ στὸ θεῖο δὲν εἶχε, λοιπόν, τίποτε κοινὸ μὲ τὴν ἀνάλογη θέση τῶν Σοφιστῶν, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, κατέληγαν στὸν ἀθεϊσμὸ ἢ στὸν ἀγνωστικισμό.
Γιὰ ποιό λόγο, ὅμως, ὁ Σωκράτης ἀπέρριπτε τὴν ἐπίσημη θρησκεία;
Διότι αἰσθανόταν βαθιὰ ἀπέχθεια πρὸς τὸν ἔντονο ἀνθρωπομορφισμό, φυσικό ἢ ἠθικό, τῆς θρησκείας ἐκείνης.
Στὸν Εὐθύφρονα, ὁ Σωκράτης ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἱερέα ποὺ τοῦ διηγεῖτο τὶς ἀντιπαλότητες, τὶς διενέξεις καὶ τὴν ὀργὴ τῶν θεῶν ἐναντίον ἄλλων θεῶν τὸ ἀκόλουθο ἐρώτημα:
ΣΩΚΡ. Μήπως, Εὐθύφρων, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ μὲ κατήγγειλαν, διότι ὅταν κανεὶς λέγῃ περὶ τῶν θεῶν τέτοια πράγματα δυσκολεύομαι πολὺ νὰ τὰ παραδεχθῶ (διὰ τὴν ἀμφιβολίαν μου αὐτήν, ὡς φαίνεται, ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπέπεσα εἰς σοβαρὸν παράπτωμα)13.
Ὁ Σωκράτης θεωρούσε παράδοξη τὴν ἠθική τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ καὶ ἀρνεῖτο κατηγορηματικῶς νὰ ἀποδώσει στοὺς θεούς πάθη, συναισθήματα καὶ ἤθη τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὴν ἠθική.
Μέχρι του σημείου αὐτοῦ, ὅμως, ὁ Σωκράτης δὲν πρωτοτυπεί. Ήδη ὁ Ξενοφάνης εἶχε καταγγείλει με παραδειγματικό τρόπο, ὡς σφάλμα, τὸν παραδοσιακό ἀνθρωπομορφισμό τῶν θεῶν σὲ ὅλες του τὶς ἐκδοχές:
Πάντα θεοῖσ᾿ ἀνέθηκαν Ομηρός θ' Ησίοδός τε, ὅσσα παρ᾿ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καὶ ψόγος ἐστίν, κλέπτειν μοιχεύειν τε καὶ ἀλλήλους ἀπατεύειν14. [Μετάφραση: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα στους ανθρώπους αποτελούν ντροπή και καταδίκη: το να κλέβουν, να μοιχεύουν και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον.»]
Ἐξ ἄλλου, βάσει διαφόρων πηγών, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης, ἀντιδρώντας γιὰ ἀκόμη μια φορὰ κατὰ τοῦ πολυθεϊσμοῦ τῆς λαϊκῆς θρησκείας, κατέτεινε πρὸς τὴ διαμόρφωση μιᾶς -κατὰ κάποιον τρόπο- ἑνιαίας ἀντιλήψεως περὶ τοῦ θείου, μόλο ποὺ δὲν ἀπέκλειε τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών του. Σχετικῶς μὲ τὸ τελευταῖο ζήτημα ὁ Maier γράφει: «Εἶναι βέβαιο ὅτι κατέληξε νὰ θεωρεῖ ἑνιαία τὴ δύναμη ποὺ κυβερνᾶ τὸ σύμπαν [...]. Τὸ ὅτι ἐνίοτε ἀντιπαρέθεσε τὴν ἑνιαία θεότητα στοὺς πολλαπλούς θεοὺς τῆς λαϊκῆς πίστεως εἶναι ἀληθοφανές [...]. Ἐν πάση περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθεῖ στὸν Σωκράτη ἕνας μονοθεϊσμός παρόμοιος με ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι οἰκεῖος μέσῳ τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ –διὰ μέσου αὐτῆς– τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας. Γιὰ τοὺς ἐγγράμματους, σὲ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο, δὲν ὑφίστατο ἐναντιότητα μεταξὺ τῆς μονάδος καὶ τῆς πολλαπλότητος. Πίσω ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θεοὺς ὑπῆρχε ἡ διαίσθηση τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι τὸ ἑνιαῖο τῆς θεότητος ἦταν αἰσθητὸ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ζωηρῆς ποικιλίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν πολλαπλότητα. Ἡ φιλοσοφία δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιβεβαιώνει αὐτὸν τὸν τρόπο θεωρήσεως. Ἀκόμη καὶ οἱ μονιστές (καὶ ἑνιστές φιλόσοφοι) παραδέχονται τὴν πολλαπλότητα τῶν φυσικῶν δυνάμεων· θεωροῦν τὶς δυνάμεις αὐτὲς ἰσάξιες καί, κυρίως, τὶς συσχετίζουν μὲ τοὺς θεοὺς τῆς λαϊκῆς παραδόσεως. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀπολύτως μονοθεϊστική δύναται νὰ ὑπάρχει μόνον ὅταν ὁ Θεὸς τίθεται ποιοτικῶς καὶ δυναμικῶς ἐπάνω ἀπὸ τὸν κόσμο, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν συνέβη ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ὁ δυϊσμός μεταξύ Θεοῦ καὶ κόσμου παρέμεινε ξένος πρὸς τὴ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων καθὼς καὶ πρὸς τὴ φιλοσοφία τους. Μιὰ προσωποποίηση καὶ θεοποίηση τόσον τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὅσον καὶ τῆς πραγματικότητος καὶ τῶν ἠθικῶν πολιτισμικῶν ἰδανικῶν ἦταν πολύ πιθανότερη ἐν σχέσει πρὸς τὸν δυϊσμό, καθ' ὅτι στὸν Ἕλληνα ἀπουσίαζε καθ' όλοκληρίαν ἡ ἐξατομικευμένη ἀντίληψη τῆς προσωπικότητος ἔτσι ὅπως τὴ θεωροῦμε ἐμεῖς. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἕναν παρόμοιο πολυθεϊσμὸ δὲν ἀπέρριπτε οὔτε ὁ Σωκράτης»15.
Ἀκόμη ὅμως καὶ αὐτὴν τὴν τάση ἑνοποιήσεως τοῦ θείου, τὴν τάση ἡ ὁποία συνυπάρχει μὲ τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών της, εἶχε προλάβει νὰ τὴν διατυπώσει κάποιος ποὺ προηγήθηκε τοῦ Σωκράτους, ὁ Ξενοφάνης:
Εἷς θεός, ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα16. [Μετάφραση: «Ένας είναι ο Θεός, ο ύψιστος μεταξύ θεών και ανθρώπων, και σε τίποτε δεν είναι όμοιος με τους θνητούς, ούτε ως προς το σώμα (τη μορφή) ούτε ως προς τον νου.»]
Ἡ διαφορά μεταξὺ τῶν δύο ἔγκειται μόνον στὸ γεγονός ὅτι ὁ Ξενοφάνης ἀντιλαμβάνεται τὸν θεὸ ἀπὸ κοσμολογικῆς, ἐνῶ ὁ Σωκράτης ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως.
Ὁ Πλάτων θὰ προχωρήσει πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, διακρίνοντας στοὺς τελευταίους διαλόγους του, καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Τίμαιο, τὸν θεὸ ὡς δημιουργό ἄλλων θεῶν. Στὸ πλαίσιο μιᾶς θεωρίας περὶ ἡμι-δημιουργίας, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω, ὁ Πλάτων θεωρεῖ τοὺς θεούς «δημιουργημένους». Κατὰ συνέπεια, κατὰ τρόπο χαρακτηριστικά έλληνικό, τείνει πρὸς μία ἑνοποίηση τῆς σφαίρας τῶν θεῶν, οἱ ὁποῖοι, καθ' ὅτι δημιουργημένοι, ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπὸ τὸν Δημιουργό17.
Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν διαθέτει τὶς κατηγορίες ἐκεῖνες βάσει τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε νὰ θεμελιώσει θεωρητικῶς μία ἀντίληψη περὶ τοῦ θεοῦ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ προσδιορίσει ὀντολογικῶς τὴ φύση του. Οἱ φυσικοί φιλόσοφοι ἐταύτισαν τὸ θεῖο μὲ τὴν κοσμογονικὴ ἀρχὴ καὶ, ἐν πάση περιπτώσει, τὸ ἑρμήνευσαν σὲ συνάρτηση μὲ τὶς κοσμογονικές κατηγορίες τους. Ὁ Σωκράτης, ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπορρίψει καθ' ὁλοκληρίαν τὴ φιλοσοφία τῆς φύσεως, δὲν μποροῦσε νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ καμμία κατηγορία τῆς φιλοσοφίας αὐτῆς. Ἐξ ἄλλου, ἀδυνατώντας νὰ χρησιμοποιήσει περαιτέρω μεταφυσικές κατηγορίες, οἱ ὁποῖες μόνον μὲ τὸν Πλάτωνα θὰ ἀποκτηθοῦν, ἦταν ἀναπόφευκτο νὰ μιλά γιὰ τὸν θεὸ σὲ ἐνορατικὸ ἐπίπεδο. ᾿Απέναντι στὸ πρόβλημα τοῦ θεοῦ, ὁ Σωκράτης συναντά, τελικῶς, τὴν ἴδια δυσκολία ποὺ ἐσυνάντησε μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ψυχῆς: Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ὁρίσει ἀπὸ ὀντολογικῆς ἀπόψεως, τὴν ἐχαρακτήρισε σὲ συνάρτηση μὲ τὶς πράξεις της. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ σχετικῶς μὲ τὸν θεὸ καὶ τὸ θεῖο ἐν γένει. Ἄντλησε ἀπὸ τὸν ᾿Αναξαγόρα καὶ τὸν Διογένη τῆς ᾿Απολλωνίας (ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχέλαο)18 τὴν ἰδέα τοῦ θεοῦ ὡς ρυθμιστικῆς νοήσεως, ἀποποιούμενος ὅμως τὶς φυσικές προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὴ στηρίζεται. Ἐπικέντρωσε τὸν λόγο του στὰ ἔργα τοῦ θεοῦ καὶ, ἀντὶ νὰ τὴν αἰτιολογήσει μὲ φυσικό-ὀντολογικό τρόπο, προέβη σχετικῶς σὲ αἰτιολογήσεις ἠθικῆς κυρίως φύσεως (ἢ καθαρῶς ἠθικῆς προελεύσεως), παραμένοντας βέβαια πάντοτε στὸ ἐπίπεδο τοῦ καθαρού λόγου.
Μιὰ τόσο καινοτόμος καὶ ριζικὴ ἑρμηνεία τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ θείου, ἐπὶ τῇ βάσει ἠθικῶν ἐννοιῶν, ἀποτελοῦσε καθ' ἑαυτὴ μιὰ ἀνατροπή τῆς πίστεως τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ συνεπάγετο τὴν πλήρη σχεδόν κατάργηση τῶν θεῶν τοῦ Ὁλύμπου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καὶ ἄλλοι εἶχαν ἤδη προβάλει παρόμοιες ἰδέες· ἡ κοινωνία, ὅμως, ὑπῆρξε ἀνεκτικὴ ἀπέναντί τους, καθ' ὅσον αὐτοί, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Σωκράτη, δὲν διατυμπάνισαν τὶς ἰδέες τους (ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αναξαγόρας ἐκινδύνεψε ἐπίσης νὰ καταδικαστεῖ λόγῳ τῶν στενῶν σχέσεών του μὲ πολιτικοὺς καὶ τῆς διαδόσεως ποὺ ἐγνώρισε ἡ διανόησή του μεταξύ αὐτῶν). Πράγματι, ὁ Σωκράτης κατηγορήθηκε ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέδιδε τὶς ἰδέες του:
ΣΩΚΡ. Φίλε μου, Εὐθύφρων, τὸ νὰ περιγελάσουν κανένα ἴσως δὲν εἶναι καὶ σπουδαῖο. Γιατί καθὼς μοῦ φαίνεται οἱ ᾿Αθηναῖοι δὲν πολυσκοτίζονται ἂν καταλάβουν πὼς κάποιος ἔχει (ὡρισμένας) ἱκανότητας, ἂν ἐννοεῖται οὗτος δὲν προπαγανδίζῃ τὴν σοφίαν του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ὅμως ἀντιληφθούν πὼς οὗτος θέλει νὰ κάμῃ καὶ ἄλλους ὀπαδούς του, τότε θυμώνουν εἴτε, καθὼς λέγεις, ἀπὸ φθόνον, εἴτε δι' ἄλλην αἰτίαν19.
11. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 24 c.
12. Αὐτόθι, 26 b-28 a.
13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 6 a.
14. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, D.-Κ. 16, ἀπ. Β 11, I, 132, 2-4.
15. H. MAIER, Socrates, II, σ. 152.
16. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, ἀπ. Β 23, 135, 4-5.
17. G. REALE, Per una nuova interpretazione di Platone, σ. 707.
18. Γιὰ μία πιὸ διεξοδικὴ ἀνάλυση τοῦ προβλήματος, πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, 1, σ. 194.
19. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 3 c-d.
Η Νέμεσις φτάνει στην πίστα IA
Αυτό που λείπει είναι χρήσιμες μαζικές εφαρμογές για τις οποίες δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν. Αυτό λείπει στις ΗΠΑ, ωστόσο, επειδή υπάρχουν παντού αλλού: η Goldman Sachs κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ότι τα Κινεζικά Μοντέλα Μεγάλης Γλώσσας (LLM) κυριαρχούν πλέον στη χρήση tokens στα δυτικά μοντέλα, χωρίς η παντογνώστης και παντοδύναμη αγορά να το συνειδητοποιεί. Αυτό δεν είναι ακριβώς έξυπνο, αλλά στη Δύση, ακόμη και η νοημοσύνη είναι συχνά μια περιττή μεταβλητή. Οι New York Times γράφουν : «Η ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης ήταν τόσο μια οικονομική όσο και μια τεχνολογική ιστορία, ένα ζήτημα για το πώς να δομηθούν οι συγκλονιστικές επενδύσεις που απαιτούνται για την εκπαίδευση και τη διαχείριση μοντέλων. Λίγοι αμφιβάλλουν ότι αυτή η τεχνολογία θα αλλάξει τα πάντα. Αυτό που είναι λιγότερο σαφές είναι πότε θα αρχίσουν να φτάνουν τα κέρδη και πόσο μεγάλα θα είναι. «Για μένα, είναι ένα μαθηματικό πρόβλημα», λέει ο Asad Ramzanali, διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Τεχνητής Νοημοσύνης στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt. « Επενδύουμε τρισεκατομμύρια δολάρια έναντι δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε έσοδα ».
Λίγοι φαίνεται να συνειδητοποιούν ότι τα κινεζικά μοντέλα κοστίζουν το ένα δέκατο λιγότερο, είναι εξίσου αποτελεσματικά, αν όχι πιο αποτελεσματικά, και σαφώς εξαπλώνονται παγκοσμίως, ενώ οι δυτικές μεγάλες εταιρείες, που ήδη έχουν χρέος άνω των 1,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, απλά δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στην τιμή. Πού είναι τα προϊόντα και οι πελάτες που θα ανακτήσουν όλα τα δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανήθηκαν με αδιαφανή τρόπο σε κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης; Επιπλέον, οι κινεζικές εταιρείες έχουν δημοσιεύσει τον πηγαίο κώδικα των μοντέλων τους, επιτρέποντας σε οποιονδήποτε διαθέτει το κατάλληλο υλικό να τα εκτελέσει στις εγκαταστάσεις τους.
Η πραγματική διαφορά μεταξύ των αμερικανικών και των κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης έγκειται στα μαθηματικά που χρησιμοποιούν . Τα αμερικανικά μοντέλα βασίζονται σε αλγόριθμους που απαιτούν υψηλή υπολογιστική ισχύ, ενώ τα κινεζικά μοντέλα χρησιμοποιούν πιο αποτελεσματικές μεθόδους που απαιτούν λιγότερους υπολογιστικούς πόρους για να επιτύχουν παρόμοια ποιότητα. Η αμερικανική τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται στο μοντέλο Transformer, που κάποτε αναπτύχθηκε από την Google, το οποίο χρησιμοποιεί τσιπ που δημιουργήθηκαν για επεξεργασία γραφικών και επιτρέπει παράλληλους υπολογισμούς. Αλλά αυτό έχει ένα μειονέκτημα: για να επεξεργαστεί μια πρόταση εισόδου, το μοντέλο πρέπει να συγκρίνει κάθε στοιχείο σε αυτήν με όλα τα άλλα στοιχεία που υπάρχουν στο ίδιο πλαίσιο. Αυτή είναι μια εκθετική πράξη. Για ένα πλαίσιο 500.000 λέξεων εισόδου (για παράδειγμα, για να συνοψίσει ένα βιβλίο αυτού του μήκους), το μοντέλο θα απαιτήσει 250 δισεκατομμύρια πράξεις.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εισαγωγή δεδομένων από τα μοντέλα Current Transformer είναι περιορισμένη και γι' αυτό τα μοντέλα αυτά απαιτούν τεράστια κέντρα δεδομένων με εκατομμύρια GPU για να απαντήσουν στα ερωτήματα των χρηστών. Οι Κινέζοι προγραμματιστές μοντέλων έχουν ακολουθήσει μια διαφορετική προσέγγιση. Χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενα νευρωνικά δίκτυα και τους λεγόμενους αλγόριθμους Long Short-Term Memory (LSTM). Αυτοί οι αλγόριθμοι είναι γνωστοί από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και αποτελούν τη βάση των περισσότερων μηχανικών μεταφράσεων. Η Siri της Apple χρησιμοποιεί επίσης ένα μοντέλο LSTM και παρέχει γραμμικές, μη εκθετικές απαντήσεις. Πρόσφατα, οι Κινέζοι κατάφεραν επίσης να παραλληλίσουν την επεξεργασία, και χωρίς να επεκταθούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες, αυτό επιτρέπει την ίδια απόδοση, αλλά με πολύ μικρότερο αριθμό GPU και πολύ λιγότερη κατανάλωση ενέργειας. Αυτό επιτρέπει, για παράδειγμα, σε ένα ρομπότ να εξοπλιστεί με μια τοπική GPU επειδή οι εργασίες του είναι περιορισμένες και δεν υπάρχει ανάγκη για τεράστια υπολογιστική ισχύ. Με απλά λόγια, οι Κινέζοι επικεντρώνονται σε πρακτικές εφαρμογές που μπορούν να λύσουν προβλήματα του πραγματικού κόσμου.
Συμπέρασμα: αργά ή γρήγορα, η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες θα σκάσει. Θα υπάρξουν πολλές παράπλευρες απώλειες, πολλοί άνθρωποι θα χάσουν τα χρήματά τους και θα υπάρχουν πολλά άδεια και άχρηστα κέντρα δεδομένων διαθέσιμα προς ενοικίαση. Αυτό δεν θα συμβεί καθόλου στην Κίνα, η οποία τελικά θα μονοπωλήσει την αγορά.



