Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 1

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Μελέτες για την ιστορία του γερμανικού ιδεαλισμού 1

Hans Urs von Balthasar

F. H. Kerle Verlag. Heidelberg, 1947

Προκαταρκτική σημείωση στη δεύτερη έκδοση

Το ότι στο εκτενές πρωτόλειό μου παραχωρείται σήμερα η δυνατότητα να εκδοθεί εκ νέου στη Γερμανία, μου φαίνεται ως μια ιδιαίτερη εύνοια της μοίρας, προς την οποία, εφόσον ενσαρκώνεται σε ανθρώπινους βοηθούς και υποστηρικτές, εκφράζω εδώ, στην ορατά πρώτη θέση, τη βαθιά μου ευγνωμοσύνη. Αν η κατάσταση της εποχής υπαγόρευσε μια αλλαγή του τίτλου και έτσι, ενώ ο πρώτος τόμος αποδίδεται αμετάβλητος, προέκυψε μια ορισμένη ασυμφωνία ανάμεσα στο μοτίβο-οδηγό της αποκαλυπτικής και σε εκείνο του μύθου του Προμηθέα, που έγινε τώρα το κύριο, ζητώ γι’ αυτό επιείκεια. Το να φέρω και τα δύο σε πλήρη αντιστοιχία θα απαιτούσε μια τέτοια μεταβολή του συνόλου, ώστε δεν μου φαινόταν ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή. Αν μπορούσα να βελτιώσω κάτι στον πρώτο τόμο, θα είχα, εκτός από μικροπράγματα, προσθέσει κυρίως δύο μελέτες, για τον Stifter και για τον Marx.

Ο δεύτερος τόμος, που φέρει τον τίτλο «Διόνυσος», θα ενώσει τα κύρια μέρη του παλαιότερου δεύτερου και τρίτου τόμου, με την αφαίρεση όσων στο μεταξύ έχουν γίνει ασήμαντα.


Ο υπότιτλος του συνολικού έργου ήταν: Μελέτες για μια διδασκαλία περί έσχατων στάσεων. Παραμένει σε ισχύ και αν ακόμη δεν εκφράζεται ρητά, και αφήνει να φανεί ότι η πρόθεση αυτών των μελετών, ακόμη κι όταν δεν εγκαταλείπουν τον όρο μιας αντικειμενικής, σχεδόν αμέτοχης παρουσίασης, στοχεύει ωστόσο ευθέως στην απαίτηση και στη δυνατότητα μιας άνευ όρων απόφασης.

Βασιλεία, 1947
Hans Urs von Balthasar


Εισαγωγή

Apo-kalypsis σημαίνει αποκάλυψη, σημαίνει δηλαδή περίπου ό,τι και φανέρωση: revelatio. Φανερό όμως κείται το έξω, καλυμμένο το μέσα. Ψυχή είναι αυτό το μέσα.

«Ορμά εμπρός από τον πιο σκοτεινό θάλαμο η ψυχή και αναταράσσεται και
 μέ λυγμούς τραντάζει τα κάγκελα της γλυκιάς φυλακής...»

Η γλώσσα της είναι τώρα μόνο ένα νεύμα και μια σημειοδότηση. Και όμως είναι το νόημα και ο πυρήνας του όλου. Ό,τι είναι ζωντανό στη φιλοσοφία, στην ποίηση και στη θεολογία παίρνει τον δρόμο προς τα μέσα, τον οποίο ο Novalis ονόμασε μυστικό. Το επίπεδο της καθημερινότητας μένει πίσω όλο και πιο διστακτικά, η αυξανόμενη φωτεινότητα του πραγματικού θαμπώνει τις έννοιες, ξεσπούν ακτίνες που τα όργανα της αντικειμενικότητας δεν μπορούν πλέον να συλλάβουν: μέσα σε αυτή τη μυστικότητα ο κόσμος γίνεται ανοίκειος, μέσα σε αυτή την αποκάλυψη αποκαλυπτικός. Δεν υπάρχει ζωντανή πνευματικοεπιστημονική δραστηριότητα που να μην πέφτει κάτω από το πιο πλάγιο ή το πιο απότομο φως αυτής της εσωτερικής εμφάνισης. Διότι εν μέρει η ψυχή είναι πάντοτε ήδη αποκαλυμμένη στον εαυτό της: στο αλληλοκοίταγμα ανθρώπου και περιβάλλοντος αναλάμπει φως από μέσα, ένας σπινθήρας από την πιο κεντρική εστία. Αλλά το ημίφως που απλώνεται για μια στιγμή αρκεί ακριβώς για να δείξει τη σκοτεινή είσοδο προς το καθαυτό φως.

«Αλλά το κατέβαλες; Δεν ήσουν πάντοτε ακόμη διασκορπισμένος από την προσδοκία, σαν όλα να σου ανήγγελλαν μια αγαπημένη;»¹

«Αποκάλυψη της ψυχής» είναι γι’ αυτό μόνο μια πιο συγκεκριμένη λέξη για την εσχατολογία. Αυτή είναι η διδασκαλία περί του «Εσχάτου», περί του τελευταίου, του ακρότατου. Κάθε γνωστικό πεδίο έχει κατ’ αρχάς ένα τέτοιο έσχατο, και το να μην το υπερβαίνει το επιτηρεί η μεθοδολογία των επιστημών. Αλλά αυτά είναι πάντως σχετικά έσχατα, που παραπέμπουν σε ένα τελευταίο και απόλυτο, όπως κάθε εσχατολογία παραπέμπει σε έναν Λόγο περί του αιώνιου Εσχάτου. Μπορεί κατ’ αρχάς να φαίνεται ότι η φιλοσοφία, της οποίας το αντικείμενο είναι το «είναι καθόσον είναι» και επομένως το όριο του είναι και το όριο γενικώς, ταυτίζεται με αυτόν τον Λόγο. Αλλά αν κατανοούμε την εσχατολογία ως «Αποκάλυψη της ψυχής», δηλαδή ως την οδήγηση διά μέσου προς την πιο συγκεκριμένη απ’ όλες τις πραγματικότητες, και αν από την άλλη πλευρά επιβάλλεται στη φιλοσοφία, από το ίδιο της το αντικείμενο —ακόμη και εκεί όπου είναι υπαρξιακή οντολογία—, μια αδιάρρηκτη τήρηση απόστασης, τότε τα δύο πεδία δεν μπορούν να συμπίπτουν.

Αντίθετα, μια τέτοια εσχατολογία θα χρησιμοποιήσει τη φιλοσοφία ως μέσο, χωρίς γι’ αυτό να εγκαταλείψει τους δύο άλλους χώρους που στοχεύουν κατεξοχήν στην αποκάλυψη του συγκεκριμένου: τη θεολογία ως λόγο περί του εντελώς μοναδικού Θεού, ο οποίος μιλά μόνο σε αυτόν τον άνθρωπο, όχι σε «ουσίες» ή σε «ύπαρξη», και την τέχνη, καθόσον και το δικό της μοναδικό θέμα είναι αυτό: να δείξει το πιο καθολικό μέσα στη μη επαναλήψιμη στιγμή. Καθώς λοιπόν φιλοσοφία, θεολογία και τέχνη περιτρέχουν το Έσχατο και, σαν σε μια αποκαλυπτική σπείρα, προχωρούν από έξω προς τα μέσα, από την καθημερινότητα στο θαύμα, από το πράγμα στο πνεύμα, είναι πνευματικές επιστήμες, δηλαδή εργαλεία της αυτοαποκάλυψης της ψυχής. Εδώ λέμε «ψυχή» —και όχι «πνεύμα»— όχι με την έννοια μιας απλώς «ψυχολογικής» ή και «φιλοσοφικής» πραγματικότητας, αλλά για να συναντήσουμε εκείνο το συγκεκριμένο-τελευταίο που εκφράζεται, λόγου χάριν, στη φράση «να σωθούν ψυχές» —αντί «άνθρωποι» ή «πνεύματα».

Η εσχατολογία μπορεί τότε να οριστεί ως η διδασκαλία περί της σχέσης της ψυχής προς το αιώνιο πεπρωμένο της, η επίτευξη του οποίου —εκπλήρωση, ανομοίωση— είναι η αποκάλυψή της. Το «apo» υπογραμμίζει ότι πρόκειται για μια κίνηση, μια διεργασία· το «-λογία» όμως ότι αυτή η διεργασία κινείται πραγματικά προς ένα έσχατο νόημα. Αλλά ακριβώς ως συγκεκριμένη διεργασία, αυτή η εσχατολογία δεν πρέπει καθόλου να κινείται στον αφηρημένο χώρο των ιδεών, αλλά στον ιστορικό χώρο της ύπαρξης: τελικά υπάρχει μόνο η κατάσταση αυτού του μεμονωμένου, χρονικού ανθρώπου μπροστά στο μυστήριο του πεπρωμένου του.

Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να συνδεθούμε με τέτοιες διεργασίες που έχουν συντελεστεί ιστορικά, όπου όμως το «ιστορικό» ως τέτοιο είναι εξίσου λίγο αυτοσκοπός όσο ήταν και το «φιλολογικό» κ.ο.κ. Ερμηνεύοντας συγκεκριμένους ανθρώπους προς τον έσχατο ορίζοντά τους, δεν μας ενδιαφέρουν ωστόσο «αυτοί οι άνθρωποι» ως τέτοιοι, αλλά ο ορίζοντας του ανθρώπου γενικώς· και αυτό το «γενικώς» μάς οδηγεί πάλι έξω από τον χώρο της ιστορίας και πίσω στον χώρο των ιδεών.

Αν λοιπόν χαρακτηρίζουμε συγχρόνως αυτή την εσχατολογία ως μια «διδασκαλία περί εσχάτων στάσεων», τότε βρίσκεται κοντά η κατηγορία ότι περιορίζουμε αυθαίρετα την παραδοσιακή έννοια της εσχατολογίας στο καθαρά υποκειμενικό. Σε αυτό πρέπει κατ’ αρχάς να απαντηθεί ότι στη διαδικασία της Αποκάλυψης, περί της οποίας πρόκειται, οι συναντήσεις της ψυχής, μέσα στις οποίες και μόνο αυτή αποκαλύπτεται —περιβάλλον, πράγματα, άνθρωποι, ιστορία, Θεός— δεν σημαίνουν καθόλου «μέσα» τής αυτοπραγμάτωσής της, αλλά πεπρωμένα, μέσα στα οποία αυτή είναι πάντοτε ήδη τοποθετημένη και τα οποία μπορούν να γίνουν δικά της.

Όχι μόνο η φιλοσοφία του Goethe, του Schelling, του Hegel, του Husserl και του Heidegger έχει αυτόν τον αρχέγονο φυσικό νόμο της αποκάλυψης ως το καθαυτό θεμέλιό της· όχι μόνο η αντιστοίχιση εμφανιζόμενης εσωτερικότητας στον καθρέφτη του εξωτερικού είναι το πιο τυπικό στοιχείο κάθε τέχνης· αλλά ακριβώς και η θεολογία υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη της ψυχής είναι δυνατή μόνο μέσα σε μια προηγούμενη, περιβάλλουσα, «εσωτερική» και «εξωτερική» Αποκάλυψη του Θεού.

Έτσι, παρά την υποκειμενική μας αφετηρία, ανακτούμε και πάλι τη θεολογική έννοια της εσχατολογίας: η αποκάλυψη της ψυχής και η Αποκάλυψη του Θεού, μέσα στην αυστηρή τους αντιστοίχιση, είναι μία μόνο ιστορία, ως το άλμα του σπινθήρα από κέντρο του είναι σε κέντρο του είναι και, μέσα σε αυτό, διαφώτιση των κέντρων. Μάλιστα, αυτή η διάκριση ανάμεσα σε μέσο και πεπρωμένο είναι τόσο αποφασιστική, ώστε γίνεται ακριβώς και ως προς το περιεχόμενο το καρδιακό πρόβλημα κάθε πραγματικής εσχατολογίας.

Μπορούμε επομένως να απαντήσουμε περαιτέρω στην προαναφερθείσα κατηγορία ότι πράγματι κάθε «αντικειμενική» εσχατολογία είναι μόνο ένα μερικό στιγμιότυπο μέσα στην ευρύτερη αποκάλυψη της ψυχής. Κάθε αποκαλυπτικό στοιχείο στη φύση και στην παγκόσμια ιστορία, κάθε σάλπισμα σαλπίγγων, κάθε έκχυση φιαλών οργής και άνοιγμα της αβύσσου, μάλιστα όλες οι παγκόσμιες πυρκαγιές, όλες οι καταρρεύσεις και οι νέοι παράδεισοι είναι μόνο η ανοιγμένη σκηνή, η ενορχήστρωση και οι παραβολές της πραγματικής Αποκάλυψης, εκείνης του ανθρώπου. Και υπό αυτή την έννοια η αφετηρία από το υποκειμενικό, όσο κι αν πρέπει να επεκταθεί στο αντικειμενικό, είναι πάντως η αποφασιστική· η εκκίνηση μιας εσχατολογίας από τη «στάση» της ψυχής απέναντι στο έσχατο πεπρωμένο της, απέναντι στη δυνατή ολοκλήρωσή της, είναι ορθότερη και βαθύτερη από την εκκίνηση από «αντικειμενικές» τελικές δυνατότητες.

Έτσι, από τους δύο δυνατούς τρόπους να ασκείται εσχατολογία, έχουμε ήδη επιλέξει τον έναν: αντί της «θετικής», «αφηγηματικής», τη «μυθική», «υπαρξιακή». Η πρώτη ασκείται ως επιστήμη ανάμεσα στις επιστήμες, ζει μέσα στο μέσο της ιστορίας, ερευνά και συλλέγει τις πηγές στις οποίες οι λαοί στοχάστηκαν περί θανάτου και μεταμόρφωσης, κρίσης, εξιλέωσης και ουρανού, τα προφητικά και άλλα έγγραφα που περιέχουν υποδείξεις για μια μελλοντική εξέλιξη τόσο της ατομικής όσο και της κοινωνικής εσχατολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο θα συναντήσει γρήγορα την κυρίαρχη σε όλα μορφή του μύθου, θα συλλέξει τις εικόνες, θα τις ταξινομήσει και θα αναζητήσει να αποκρυπτογραφήσει το νόημά τους.

Ένα απέραντο πεδίο τέτοιων μύθων: από τις Vedas και τον κινεζικό κανόνα στη Γένεση και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, από τον Zarathustra στον ορφισμό και στη Γνώση, ρέει περαιτέρω μέσα από τον Μεσαίωνα και τις πνευματικές του αποκαλύψεις προς τον εσχατολογικό αιώνα του Luther, του Münzer και του Böhme, μέσα στα χιλιοκλάδωτα κανάλια νεότερων αιρέσεων, αντβεντιστικών, θεοσοφικών και αποκρυφιστικών συναθροίσεων κάθε χρώματος, μέσα στις εθνολογικές συλλογές μύθων, μέσα στο πλήθος των σχολίων της Αποκάλυψης, μέσα στις εκκοσμικευμένες μορφές φιλοσοφικο-εξελικτικο-τεχνικής προσδοκίας της Βασιλείας του Θεού. Το να ταξινομηθεί ό,τι η ανθρωπότητα σκέφτηκε για το Έσχατό της, αυτό θα ήταν θετική, αναφορική εσχατολογία.

Μπορεί όμως και η μεμονωμένη ψυχή, κλείνοντας τα μάτια μπροστά σε αυτή την τεράστια πίεση εικόνων, να συγκεντρωθεί μέσα στον εαυτό της πάνω στο συγκεκριμένο Έσχατό της. Πάνω στους δυνατούς δρόμους της αυτοαποκάλυψής της και, από εκεί, πάνω στους δρόμους της αποκάλυψης κάθε ψυχής. Από τα «έσχατα πράγματα», για τα οποία τώρα γνωρίζει και τα οποία τώρα την αφορούν ως παραπέμποντα στο εσώτατό της, θα ανοίξει τον δρόμο της προς το έσχατο πεπρωμένο της. Αλλά επειδή η Αποκάλυψή της ακριβώς δεν έχει ακόμη συντελεστεί, επειδή λοιπόν στέκεται ακόμη μπροστά στον εαυτό της σαν μπροστά σε μια κλειστή θύρα, μπορεί να συλλάβει και τον Λόγο του Εσχάτου της μόνο καλυμμένα. Είτε τον διατυπώνει η ίδια —στη φιλοσοφία ή στην τέχνη— είτε της λέγεται από τον Θεό ως logos Theou —στη θεολογία—, η ίδια θα μπορέσει να τον κατανοήσει μόνο μέσω εικόνων.

Αυτή η δεύτερη, υπαρξιακή εσχατολογία θα είναι λοιπόν εξίσου μυθική όσο και η ιστορική. Κάθε άμεσα ορθολογική διατύπωση περί του «Εσχάτου» είναι αδύνατη για ένα ουσιωδώς κρυμμένο συγκεκριμένο. Αγγίζει μόνο μια γενική και αφηρημένη αλήθεια, μια πραγματικότητα πραγμάτων, η οποία στην καλύτερη περίπτωση μπορεί και η ίδια να είναι πάλι «μύθος» για εκείνο που πρόκειται συγκεκριμένα να συμβεί. Αλλά εμφανίζεται ωστόσο μια θεμελιώδης διαφορά: οι μύθοι της ιστορικής εσχατολογίας, μέσα στην απεραντοσύνη τους, έχουν εκβραστεί, σαν νεκρά όστρακα, στην ακτή της ιστορίας. Και ποιος δεν γνωρίζει τον παράξενο κορεσμό, μάλιστα την κρυφή αηδία που κανείς απρόθυμα ομολογεί ακόμη και στον εαυτό του, ύστερα από μακρύτερη ενασχόληση με αυτές ακριβώς τις γοητευτικές μυθικές εσχατολογίες: με τον Ωριγένη, τον Eriugena ή τον Joachim von Floris, τον Böhme ή τον Rudolf Steiner, ακόμη και τον Πλωτίνο, τον Schelling ή τους νεότερους Ρώσους Γνωστικούς, για να μη μιλήσουμε καθόλου για τους αρχαίους;

Η δυσφορία μας είναι η συνείδηση της υπαρξιακότητας, η οποία δίνει ακριβώς το μέτρο για τη ζωντάνια της εσχατολογικής μυθικής: όσο είναι αναγκαία ως ένδυμα και έκφραση ζωντανού Dasein, τόσο επιτρέπεται η μυθική. Τα υπόλοιπα είναι «βλέμματα περιέργειας σε καλυμμένους ουρανούς». Η υπαρξιακή εσχατολογία θα λάβει ως προειδοποίηση την απάντηση του Χριστού: «Δεν είναι δική σας υπόθεση να γνωρίζετε..., την ημέρα και την ώρα τις γνωρίζει μόνο ο Πατέρας». Θα διασαφηνίσει λοιπόν τα πάντα μόνο στον βαθμό που αυτό διασαφηνίζει την κατάσταση μέσα στην οποία η ψυχή πορεύεται προς την Αποκάλυψή της.

Δεν θα βρουν πρωτίστως την προσοχή της οι δυνατές αντικειμενικές καταστάσεις ενός άλλου κόσμου —η φύση του βασανιστικού πυρός, η χρονική διάρκεια και τα είδη του καθαρμού, οι ψυχολογικοί όροι μιας άμεσης θέασης του Θεού· ή: το πότε και το πώς του τέλους του κόσμου, του ιστορικού έσχατου χρόνου, της Παρουσίας—, αλλά μέσα σε όλα αυτά και διά μέσου όλων αυτών η εκφραστική αξία για εκείνο που πραγματικά εννοείται μέσα τους: η συγκεκριμένη τοποθέτησή της μέσα στο Έσχατό της. Το νήμα που οδηγεί από την εικόνα στο εικονιζόμενο δεν πρέπει ποτέ να κοπεί εντελώς.

Γι’ αυτό ισχύει ότι η φιλοσοφία, η θεολογία και η τέχνη, όταν μιλούν για το Έσχατο, δεν μιλούν μια άμεση γλώσσα, αλλά δείχνουν και «εννοούν». Μόνο για ένα τέτοιο εννοείν πρόκειται εδώ για εμάς, όταν χρησιμοποιούμε αυτές τις τρεις μορφές πνευματικής πράξης. Θα θέλαμε επομένως να μη παρουσιάσουμε ούτε το δικό μας εγχείρημα ως φιλοσοφικό, θεολογικό ή φιλολογικό με την κυριολεκτική έννοια.

Ως ιδιαίτερα κατάλληλη για τον σκοπό μας, και επειδή από τη μεταξύ τους σχέση προκύπτουν τα έσχατα ερωτήματα του παρόντος μας, εκτείνουμε τώρα μπροστά μας τη νεότερη γερμανική πνευματική ιστορία από τον Διαφωτισμό έως σήμερα —στην οποία προς το τέλος θα εντάξουμε μερικές μελέτες για ξένους στοχαστές ή ποιητές—· αυτή καταλαμβάνει τους δύο πρώτους τόμους. Η αυτοκατανόηση του ανθρώπου σε αυτήν καθορίζεται εμφανώς από το φιλοσοφικό και το αισθητικό, δηλαδή από τα πεδία που οικοδομούν αυτή την αυτοκατανόηση τονισμένα από τον άνθρωπο και προς τον άνθρωπο. Ωστόσο το αποφασιστικό ερώτημα αυτής της «ανθρώπινης» εσχατολογίας θα κινηθεί προς τον τρίτο, θρησκευτικό πόλο και από αυτόν —και μάλιστα αναγκαστικά μέσα στην αντιπαράθεση με τη συγκεκριμένη του εμφάνιση ως χριστιανισμού— θα λάβει και την αποφασιστική απάντηση και την αυτοκατανόηση: ως έσχατη συμφωνία ή έσχατη αντίθεση.

Αν θέλαμε έναν αντιθετικό τύπο για αυτές τις δύο εσχατολογίες, προσφέρεται ως ο συντομότερος και συγχρόνως ο πιο φορτισμένος με σημασία εκείνος του Nietzsche: «Διόνυσος και ο Εσταυρωμένος». «Διονυσιακή» είναι η έσχατη στάση όχι μόνο του Nietzsche, αλλά ολόκληρης της αλυσίδας από τον Hamann μέσω του Schelling και των Ρομαντικών έως τον George και τον Karl Barth. Είναι το οργανικό βάσιμο της γερμανικής ψυχής που γίνεται ακουστό σε αυτή τη λέξη. Εφόσον όμως παντού, στα όρια προς το θρησκευτικό, αντιπαρατίθεται με το χριστιανικό —αγώνας, ενσωμάτωση ή αναγνώριση—, η ουσιώδης αντιπαράθεση του «Διονύσου» και του «Εσταυρωμένου» δεν θα αρχίσει μόνον στον τρίτο, αλλά απολύτως ήδη στον πρώτο τόμο.

Το πρώτο μας καθήκον θα είναι λοιπόν να αναζητήσουμε την έσχατη στάση του γερμανικού πνεύματος με οδηγό την εσχατολογική μυθική, την οποία αυτό το πνεύμα δημιούργησε ως καθρέφτη και έκφραση της αυτοκατανόησής του. Γύρω από τον εσχατολογικό μύθο μιας χρονικής περιόδου πρέπει να αποκαλυφθεί ο καθαυτό ουσιαστικός λόγος αυτής της περιόδου· μέσα στην εικόνα, πιο καθαρά απ’ ό,τι σε κάθε αφηρημένη θεωρία, πρέπει να καθρεφτιστεί η ψυχή της εποχής. Αυτό δικαιολογεί άμεσα το ότι θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα η μετατροπή σε εικόνα μέσα στο ποιητικό-εσχατολογικό σύμβολο. Αλλά μέσα από τα λογοτεχνικά-πνευματικοεπιστημονικά ερωτήματα —συλλογή των μορφώσεων ενός μύθου, πνευματική κατανόηση της μορφής και της διαμόρφωσης του περιεχομένου— διεισδύουμε αμέσως στο βαθύτερο ερώτημα: Τι παρακινεί μια εποχή να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτόν τον μύθο —για παράδειγμα τον Προμηθέα, τον Faust, τον Don Juan, και ειδικότερα εσχατολογικά: τον Ahasver, το Λυκόφως των Θεών, τον Αντίχριστο, τον επανερχόμενο Χριστό, την παγκόσμια πυρκαγιά κ.ο.κ.— ως αυτοέκφρασή της;

Εδώ πρέπει τότε να προκύψει ένας αναπόφευκτος και γόνιμος μεθοδολογικός κύκλος: η εσωτερική κατανόηση μιας έσχατης χρονικής κατάστασης δεν θα ρίξει φως μόνο στο γεγονός ότι αυτός ο μύθος μπόρεσε να γίνει το ένδυμά της, αλλά και στο ότι στο συγκεκριμένο αυτό σημείο της βιογραφίας του έπρεπε να λάβει αυτή την —βαθύτερη— ερμηνεία. Ότι εδώ έφθασε στην αλήθειά του. Αντίστροφα όμως, αυτή η εσωτερική νικηφόρα διαφώτιση της αλήθειάς του θα υποδείξει ότι εδώ συντελέστηκε απόφαση, αποκάλυψη, Αποκάλυψη. Αυτό υπερβαίνει το πεδίο της λογοτεχνικοϊστορικής μονογραφίας και φθάνει μέσα στο φιλοσοφικό-θρησκευτικό. Στην Ιστορία του γερμανικού Shakespeare του Gundolf και στον Καίσαρα του δίνονται παραδείγματα μιας τέτοιας ιστοριογραφίας. Για εμάς όμως ο μύθος και οι μεταβολές του δεν είναι, όπως για τον Gundolf, αντικείμενο, αλλά σύμπτωμα, υπόδειξη προς μια εσωτερική κατάσταση της ψυχής. (Αυτός ο κύκλος θα έχει για την παρουσίαση το μειονέκτημα ότι η Αποκάλυψη της ψυχής δεν θα μπορεί πάντοτε να καταδειχθεί άμεσα στον μύθο· ότι επομένως μπορεί να είναι αναγκαίες εκτενέστερες αναπτύξεις, οι οποίες φαινομενικά δεν έχουν τίποτε «εσχατολογικό» καθαυτές, αλλά είναι αναγκαίες για να καταστεί πρώτα ορατό το μοναδικό αυτής της Αποκάλυψης αυτής της ψυχής μέσα σε αυτόν τον εσχατολογικό μύθο.)

Ακριβώς έτσι όμως θα γίνει για εμάς μυθικό και το πεδίο της φιλοσοφίας και των «συστημάτων» της. Η φιλοσοφία είναι προοδευτική περικύκλωση της πληρότητας του είναι μέσω ουσιωδών εικόνων, και έτσι, ως αφορισμός, συλλογισμός ή σύστημα, είναι πάντοτε μόνο υποκατάστατο του κοινού. Κάθε σκέψη έχει τόσο πολύ αξία παραβολής, ώστε τη διατηρεί και εκεί όπου, πέρα από μορφοποιημένες κατασκευές σκέψης, προεκτείνει πια μόνο ανοιχτά ερωτήματα και απορίες μέσα στο σκοτάδι. Το πώς και το γιατί ενός τέτοιου ερωτάν έχει τη δική του, ανεπανάληπτη μορφή, που σφραγίζεται από τον υπαρξιακά ερωτώντα, έναν ρυθμό σκέψης που παραμένει αποσπάσιμος από κάθε «τι» του νοημένου και μπορεί από μόνος του να παρουσιάζει μια ιδιαίτερη εικόνα, έναν μύθο. Όπως λοιπόν η λογοτεχνική επιστήμη υπερβαίνει για εμάς προς τη φιλοσοφία, έτσι και αυτή με τη σειρά της προς την τέχνη· και οι δύο όμως —όπως και η θεολογία— προς την ιστορικά συγκεκριμένη ύπαρξη.

Ακριβώς αυτό το σημείο υπέρβασης και των τριών πρέπει να είναι ο γεωμετρικός τόπος αυτών των μελετών. Μπορούν λοιπόν ρητά να αποχωριστούν και από την καθαυτό «θεολογία», εφόσον δεν θέλουν να είναι θεωρητική περαιτέρω ανάπτυξη του Λόγου του Θεού σε ανθρώπινη συστηματική, αλλά απλή περιγραφή της στάσης της ψυχής μέσα σε αυτόν τον Λόγο (Εφόσον και η «θεολογία» είναι λόγος, ο τελευταίος μας τόμος θα είναι πρωταρχικά θεολογικός, χωρίς γι’ αυτό να μπορεί να εγκαταλείψει τις σχέσεις προς τη φιλοσοφία και την τέχνη που απαιτεί η μέθοδος).

Αποχωρίζονται από την καθαυτό «φιλοσοφία» μέσω της μυθικής τους «εποχής» των φιλοσοφικών μορφωμάτων και μέσω της αναφοράς τους σε μια ανθρώπινη κατάσταση· (Αυτό χρειάζεται ακόμη μια διευκρίνιση. Πριν απ’ όλα δεν θα πρέπει να αναζητήσει κανείς εδώ μια «συστηματική» φιλοσοφία με την έννοια μιας δικής της «οντολογικής» ή «μεταφυσικής» θεμελίωσης, αλλά ούτε και μια «συστηματική» εσχατολογία, όπως μπορεί να ονομαστεί συστηματική εκείνη του Heidegger. Το ιδιάζον των παρόντων μελετών είναι μάλλον ότι οικοδομούν, από ιστορικές δομές κοσμοθεωρίας σαν από μεμονωμένες πέτρες, ένα οικοδόμημα που έχει ένα εξωιστορικό νόημα.

Έτσι στέκονται ανάμεσα στην ιστορία και στο σύστημα, σε ένα μέσον που διαφέρει από τον Hegel μόνο επειδή σε αυτές αυτό το μέσον ανάμεσα στο «αντικειμενικό» και στο «υποκειμενικό» εμφανίζεται ως εξαιρετικά ασταθές, ακριβώς κτιστό, ως μέσον του μυθικού, όχι του απόλυτου πνεύματος. Έτσι, παρά την έκταση αυτών των μελετών, δεν προκύπτει εδώ ούτε μια «κλειστή» υπαρξιακή εσχατολογία —μόνο το τελευταίο μέρος θα μπορέσει κατά κάποιον τρόπο να ολοκληρώσει κάτι θεωρητικό—, πολύ λιγότερο με την έννοια του Heidegger, αλλά μόνο μια ευρεία επαγωγή προς μια τέτοια εσχατολογία, πάνω στη βάση εκείνου που, πριν από τον Heidegger, ο Scheler είχε χαρακτηρίσει ως «εμμενές αρχή» μιας εσχατολογίας —«Θάνατος και επιβίωση», τόμος καταλοίπων Ι, 402—: να κριθεί το ερώτημα περί του Εσχάτου του ανθρώπου αποκλειστικά από το περιεχόμενο «που δίνεται μέσα στην πληρότητα της γήινης εμπειρίας της ζωής μας».

Υπομονετική ακρόαση των «πνευματικών εμπειριών» —ό.π., σ. 33—, μέσα στις οποίες το εσχατολογικό έρχεται σε δεδομενικότητα, άρα κατά βάθος η πλέον αναπαλλοτρίωτη φαινομενολογική μέθοδος, δοκιμασμένη στους ίδιους τους οδηγούς της γερμανικής πνευματικής ζωής, θα πρέπει πρώτα να φέρει στο φως αυτό το λεπτό και πολύτιμο υλικό, από το οποίο η φιλοσοφική σιδηρουργική τέχνη σφυρηλατεί πάντοτε υπερβολικά βιαστικά αυτήν ή εκείνη τη μορφή απόδειξης — μια ακρόαση η οποία, όπως ειπώθηκε, είναι παθητικά-αντικειμενική ακριβώς τότε, όταν συγχρόνως είναι δημιουργικά-θεωρούσα.

Όποιος, τέλος, θα ήθελε να επικρίνει την αοριστία στη χρήση ορισμένων φιλοσοφικών εκφράσεων, κυρίως τη χρήση της «λέξης της μόδας» existential, ας παραπεμφθεί στη δικαιολόγηση αυτής της διαδικασίας, προπάντων στο κεφάλαιο για τον Goethe.) από τη «φιλολογία» μέσω της επιλογής του υλικού και της ομαδοποίησής του σύμφωνα με υπερ-φιλοσοφικά κριτήρια. Ωστόσο, ιδίως σε αυτόν τον τόμο, θα αναδειχθεί μια σημαντική συγγένεια της ψυχικής Αποκάλυψης με το εικονικό ένδυμα της τέχνης.

Όχι μόνο εδώ έχει γίνει πάντοτε ιδιαίτερα διεισδυτικά γεγονός η επιστροφή της ψυχής από το καλυπτικά καθημερινό προς την εορταστικότητα της δυνατής ολοκλήρωσης, η ποθητή, καλυμμένη Αποκάλυψη έχει προληφθεί στον ενθουσιασμό του Ωραίου, αλλά στο διονυσιακό αυτή η πρόσβαση γίνεται η προτιμητέα. Πόσο πολύ η προβληματική του αισθητικού ανθρώπου είναι η ουσιώδης προβληματική της χρονικής περιόδου που εννοούμε, το έδειξε πρόσφατα ο Karl Justus Obenauer. Αυτό δεν εμποδίζει το γεγονός αυτής της διονυσιακής συγγένειας προς την τέχνη να είναι για εμάς τους ίδιους μια παραβολή της ύπαρξης, και έτσι κάτι περισσότερο από αισθητικής αξίας. Άλλωστε είναι και αντιστρόφως σαφές ότι ακριβώς το αισθητικό ως τέτοιο και η ιδεατότητά του πρέπει να έχουν ιδιαίτερα διεισδυτική εικονική αξία για την υπαρξιακή κατάσταση. Ο Kierkegaard το τόνισε αυτό επαρκώς.

Πλάι στα πεδία που αναφέρθηκαν, μπορούν και άλλα πεδία των πνευματικών και φυσικών επιστημών, εφόσον έχουν οποιαδήποτε όρια προς το εσχατολογικό, να γίνουν μύθος της ύπαρξης. Η φυσική, ως διδασκαλία περί τέλους του κόσμου και εντροπίας, η τεχνική, η ψυχολογία του τέλους και της καταστροφής, η παθολογία κ.ά., μπορούν σε ένα σημείο της «πραγματολογικά-αντικειμενικής» τους εξέλιξης να γίνουν ξαφνικά σαν φωτεινές και διαφανείς προς μια βαθύτερη, «υποκειμενική» κατάσταση της εποχής, πράγμα που μπορεί τότε να χαρακτηριστεί ως η «εσχατολογικοποίηση» του πεδίου.

«Confessiones»: Ο Ανθρώπινος Εαυτός ως Δώρο

Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Τι είναι στην πραγματικότητα ο «εαυτός»; Μπορούμε να μιλήσουμε για τον «μεταφυσικό» εαυτό (self) του Καρτέσιου, του θεμελιωτή της νεότερης φιλοσοφίας, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό ως ένα είδος αντικειμενικής, αυτογεννώμενης πραγματικότητας και επίσης αυτοθεμελιωνόμενης, που μπορεί να «αφίσταται» του κόσμου και του Θεού. Για παράδειγμα, ο Ντεκάρτ γράφει ότι, τρόπον τινά, ευρισκόμενος έξω από τον κόσμο, μπορεί να διερωτάται «υπάρχει κόσμος» στ’ αλήθεια; Περαιτέρω, το ίδιο έλεγε σχετικά και με τον Θεό: ευρισκόμενος «έξω» από τον Θεό, με ριζικό τρόπο, μπορεί να διερωτάται: «υπάρχει ο Θεός;».

Ο Ντεκάρτ κάνει το ίδιο όσον αφορά και τον εαυτό του. Διερωτάται «υπάρχω εγώ» πράγματι; Ως γνωστόν, η απάντηση που έδωσε είναι ότι, αφού δοκίμασε διάφορες ιδέες που δεν τον ικανοποιούσαν, τελικά σκέφθηκε ότι «εφόσον σκέπτομαι, είναι βέβαιο ότι υπάρχω» (cogito ergo sum). Έτσι λοιπόν, βάσισε την βεβαιότητά του για την ύπαρξή του στην «σκέψη», η οποία και πρέπει να θεωρηθεί ως η πεμπτουσία της ύπαρξης. Υπάρχω θα πει «σκέπτομαι». Για τον Ντεκάρτ λοιπόν ο εαυτός, που ταυτίζεται με την «σκέψη», είναι μια μυστηριώδης -δηλαδή μεταφυσική- πραγματικότητα, που αυτογεννάται, είναι αυθύπαρκτη, και δεν έχει ουσιωδώς παρά αυτοαναφερόμενη παρουσία.

Ο δεύτερος μεγάλος φιλόσοφος, υποστηρικτής του μεταφυσικού «ego», είναι ο Καντ. Αυτός ισχυρίστηκε ότι ο «εαυτός» είναι ακριβώς το καρτεσιανό «ego», το οποίο γνωρίζει μάλιστα διά της εμπειρίας αλλά και του ορθού λόγου. Για παράδειγμα, οι εποπτείες του χώρου και του χρόνου δεν είναι εμπειρικές έννοιες, αλλά χρειάζεται όμως η εμπειρία για να τις διαμορφώσει ο εαυτός ακριβώς ως εποπτείες.

Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα του εαυτού για την πατερική θεολογία; Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν μιλούσαν για «εγώ», αυτό εννοούσαν; Αυτό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε στις σελίδες που ακολουθούν. Λοιπόν, όπως γνωρίζουμε από την Βίβλο, ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εικόνα» Θεού. Τι θα πει αυτό το «κατ’ εικόνα»; Λοιπόν, κατάλαβα την σημασία αυτής της φράσης, όταν διάβασα, αρκετά μετά την νεότητά μου, το βιβλίο του Αγίου Αυγουστίνου: «Confessioness» («Εξομολογήσεις»). Πρώτη φορά είδα το γραπτό ενός αγίου της Εκκλησίας που μιλά για τον εαυτό του, με κάθε λεπτομέρεια, στον Θεό. Ο Άγιος Αυγουστίνος γράφει την ζωή του, μιλώντας για αυτήν στον Θεό, ως και την παραμικρή λεπτομέρεια. Θα λέγαμε ότι στο έργο του κυριαρχεί ο «διαλογικός» χαρακτήρας του Εαυτού.

Την παρατήρηση αυτή είδα με έκπληξη ότι κάνει και ο γάλλος φαινομενολόγος φιλόσοφος Marion, ο οποίος σχολιάζει τον Αυγουστίνο. Ο ιδρυτής της Σχολής, ο Husserl, είναι ο μόνος που στην αυγή του 20ου αιώνα μιλούσε ρεαλιστικά για εαυτό. Ο Νίτσε, ως γνωστόν, δεν πίστευε ότι υπάρχει εαυτός, αλλά το λεγόμενο «εγώ» είναι στην πραγματικότητα ένα σύμφυρμα από ένστικτα, ορμές, επιθυμίες, εμμονές, σκέψεις κ.λπ., όπου συμβαίνει να ξεχωρίζει, να «διακρίνεται» παροδικά κάποιο από αυτά, και ονομάζεται «εαυτός». Ο Εαυτός είναι μια ψευδαίσθηση. Αλλά στον Χούσερλ, αντιθέτως, η αίσθηση του «εαυτού» είναι πολύ έντονη. Πρέπει να πούμε ότι δεν είναι όλοι οι φαινομενολογοι υπέρμαχοι του «εαυτού», παράδειγμα ο Χάιντεγκερ. Αλλά δεν θα σχολιάσουμε αυτό το σημείο.

Θα επιμείνουμε στον Marion, ο οποίος θεωρεί, βασιζόμενος πάντα στον άγιο Αυγουστίνο, τον εαυτό ως ένα «Δώρο». Όπως είπαμε, ο άγιος, με τρόπο ολοκάθαρο, φανερώνει στις «Εξομολογήσεις» ότι ο εαυτός είναι το αποτέλεσμα μιας «κλήσης»: προηγείται η φωνή του Θεού, η οποία καλεί στην ύπαρξη το πρόσωπο, και αυτό απαντά στο κάλεσμα του Κυρίου. Άρα, πολύ καλά οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι «μέρος» του ορισμού του Εαυτού μας είναι ο ίδιος ο Θεός, Ο Θεός, κατ’ αυτούς, είναι πιο κοντά στον εαυτό μας από ό,τι εμείς. Είναι περίεργο, αλλά αυτό θα πρέπει να εξερευνήσουμε τώρα: πώς γίνεται να είναι ο Χριστός εγγύτερος στο Είναι μας από ό,τι εμείς;

************

Αλλά ας γυρίσουμε πρώτα στις «Confessioness»: Δεν θα μπορούσε να απαντήσει κανείς στις «Εξομολογήσεις» του αγίου Αυγουστίνου παρά με εξομολογήσεις. Είναι μικρός κανείς, πολύ μικρός, τριγύρω λίγοι γείτονες, και δέντρα πολλά, δέντρα ψηλά, δέντρα θεριεμένα. Και μέσα σε αυτά τριγυρίζει ώρες και ώρες ο μικρός, μιλώντας στον Θεό. Ποιος του το δίδαξε; Κανείς. Στο σχολείο έλεγαν ένα μικρό και ταπεινό «Πάτερ ημών», μερικές φορές, είναι αλήθεια, ο πατέρας τον έπαιρνε μαζί την Κυριακή στον εκκλησιασμό, όπου δεν καταλάβαινε τίποτα από τις αρχαίες λέξεις, και όμως, από νήπιο, αναπτύχτηκε ανάμεσα στο παιδί και τον Θεό μια ειδική σχέση. Ήταν η ακατάπαυστη προσευχή- έτσι έμαθε μετά. Όχι υπό τον γνωστό τύπο της νοεράς ευχής του Ιησού, αλλά ένας ατέρμονος διάλογος, προπαντός με την Παναγία, για τα πάντα. Παναγία μου, τώρα παίζω, Παναγία μου, τώρα τρώγω, Παναγία μου, τώρα κλαίω.

Όπου κι αν πήγαινε, στην θάλασσα, στην άσφαλτο, βαθιά μέσα στο δάσος, με κόσμο ή χωρίς κόσμο, μιλούσε με τον Θεό. Δεν θεωρούσε ότι αυτό ήταν προσευχή, ήταν κάτι άλλο, μια ατέλειωτη συνδιάλεξη με τον Θεό- εκ των υστέρων όμως τον πληροφόρησαν ότι ήταν προσευχή. Ήταν φανερό ότι κάποιος τον είχε καλέσει. Ήταν φανερό ότι απαντούσε σε μια κλήση. Και όσο φαινομενικά δεν άκουγε αυτή την κλήση, τόσο και την ένιωθε πιο πολύ, και όσο πιο πολύ ο Θεός δεν απαντούσε σε τίποτα από αυτά, τόσο κι εκείνος άκουγε τις απαντήσεις. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να προσεύχεται για να ξεθυμάνει, να θέλει να ανακουφιστεί, να θέλει να παρηγορηθεί για κάποιο βάσανο. Δεν είχε ποτέ τέτοιο χαρακτήρα η προσευχή. Δεν πρόεκυπτε από καμιά ανάγκη. Ήταν η απάντηση σε μια κλήση.

Όταν έβλεπε τους μεγάλους να λένε τα δικά τους και να μην μιλούν για τον Θεό, παραξενευόταν. Πίστευε ότι οι μεγάλοι υποκρίνονται, ότι στην πραγματικότητα από μέσα τους το μόνο που τους απασχολούσε ήταν ο Θεός, αλλά απλώς το έκρυβαν. Δεν μπορεί… Όλοι έβλεπαν τον καλογερόπαπα, τον τρανό λεβεντόπαπα που το καλοκαίρι ερχόταν στο χωριό και έβγαζε κηρύγματα. Ήταν περίεργο που ένας άνθρωπος έμεινε άγαμος για τον Θεό, και αυτό δεν μπορούσε να το εξηγήσει κανείς. Ήταν όμως η μεγάλη απόδειξη ότι όντως, αυτός δεν ντρεπόταν να φανερώσει την κλήση που θέριευε μέσα του, και απαντούσε σε αυτή. Όταν πρωτοήρθε στο χωριό έγινε σεισμός. Όλοι θαύμασαν την αγαμία του. Και την σιωπή του. Μιλούσε μόνο όταν κήρυττε. Πέραν αυτού, σιωπή.

Και ήρθε η ώρα που αυτή η ακατάπαυστη συνδιάλεξη με τον Θεό, που αποζητούσε τον δοξασμό, άρχισε βαθμιαία να φανερώνεται. Ο εαυτός ήταν ένα δώρο, ήταν μια απάντηση σε μια κλήση, που εξυπαρχής ταυτιζόταν με την Δόξα και την Επιθυμία. Η λατρεία άρχισε να μεταφράζει την ατελεύτητη συνδιάλεξη σε ομορφιά, ευρυθμία, τάξη, λαμπρότητα. Οι εικόνες μιλούσαν στον μικρό πια διαφορετικά, τα θλιμμένα, αλλά και ολόλαμπρα πρόσωπά τους, φανέρωναν μια απόκοσμη αίγλη, ο ήλιος έδυε και ερχόταν να βάψει πορφυρά το πρόσωπο της Παναγίας, οι κορδέλες της Ανάστασης και τα υφάσματα των εικόνων κινούνταν επίσημα, μεγαλόπρεπα, αλλά και με μια μοναδική άνεση. Τα κεριά υψώνονταν προς τον ουρανό, όπως κι εκείνες οι εξαίσιες κινήσεις του ιερέως μες στο ιερό, που ποτέ δεν ακουμπούσε την Αγία Τράπεζα, που δεν κάθονταν ποτέ του, που εκφωνούσε τις ευχές σαν να κάρφωνε στον τοίχο καρφιά, που εξηγούσε στον κόσμο ώρες ατέλειωτες πώς πρέπει να κοινωνήσει. Αυτός ήταν ο εαυτός. Ένα δώρο.

***************

Όποιος διαβάσει τις «Εξομολογήσεις» του αγίου Αυγουστίνου θα δει τον συγγραφέα να «αναφέρει» τα πάντα στον Θεό. Αλλά η λέξη «αναφέρει» μάλλον δεν είναι η κατάλληλη, γιατί εξαρχής τα πάντα είναι του Θεού, και εμείς μιλάμε με την δική Του φωνή.

Είναι αυτό που λέγαμε για τους Έλληνες Πατέρες. Αν διαβάσει κανείς για παράδειγμα τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο θα αισθανθεί αυτό που λέγει η Γραφή: ότι είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα που προσεύχεται μέσα μας «στεναγμοίς αλαλήτοις». Πως είναι δυνατόν μέσα από μας να ενεργεί ο ίδιος ο Χριστός; «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», έλεγε ο Απόστολος Παύλος. Η παλαμική θεολογία προπαντός έδωσε έμφαση σε αυτήν την πραγματικότητα: ότι ο Θεός εργάζεται μέσα μας τις εντολές, ότι Αυτός είναι που ενεργεί μέσα από μας, ότι ακόμη Αυτός είναι που προσεύχεται μέσα από μας.

*************

Τελειώνοντας, θα πρέπει να πούμε ότι η Φαινομενολογία στον 20ο αιώνα ήταν αυτή που έδωσε έμφαση, όπως είπαμε, στην έννοια του «Εαυτού». Ο Χούσερλ μίλησε αρχικά για το «εμπειρικό Εγώ», το «Εγώ» δηλαδή ως αντικείμενο στον κόσμο, ο συγκεκριμένος άνθρωπος με το συγκεκριμένο σώμα, την ιστορία, τον χαρακτήρα και την κοινωνική θέση. Αυτό το «Εγώ» στον Χούσερλ τίθεται σε παρένθεση («εποχή»), γιατί θεωρείται μέρος του φυσικού κόσμου που πρέπει να διερευνηθεί, όχι η πηγή της συνείδησης. Εν συνεχεία ο φιλόσοφος μιλά για το λεγόμενο «Υπερβατικό Εγώ», το οποίο «γεννάται» όταν εφαρμόζουμε την φαινομενολογική «αναγωγή», όταν δηλαδή αφαιρούμε τα πάντα από τον κόσμο. Αυτό που απομένει είναι το «καθαρό « Εγώ», ο υποκειμενικός πόλος κάθε εμπειρίας. Δεν είναι ένα πράγμα, αλλά το κέντρο στο οποίο εμφανίζονται όλα τα φαινόμενα. Χωρίς αυτό οι εμπειρίες μας θα ήταν απλώς ασύνδετα θραύσματα.

Ωστόσο, γρήγορα ο Χούσερλ συνειδητοποίησε ότι το Εγώ δεν είναι ένα απλό σημείο θέασης, αλλά έχει βάθος. Είναι το σημείο από όπου εκπορεύονται όλες οι πράξεις (σκέψη, βούληση, συναίσθημα). Ο Χούσερλ στο σημείο αυτό ανέπτυξε και την έννοια της «διυποκειμενικότητας». Ο επόμενος μεγάλος φαινομενολόγος, ο Χάιντεγκερ, θεώρησε, ως γνωστόν, σε εργασίες που έχουμε αναπτύξει ήδη, το «Εγώ» ως παραπροϊόν του «Ενθάδε-Είναι», ως κάτι δευτερεύον. Και παραλείποντας τους άλλους φαινομενολόγους, θα περάσουμε στον προαναφερθέντα Jean-Luc Marion, ο οποίος είναι ο πρώτος φιλόσοφος που μίλησε για τον Εαυτό αντίθετα από τον Ντεκάρτ (ότι δηλαδή δεν αυτοθεμελιώνεται μέσω της νόησης) και θεώρησε τον άνθρωπο ως αποδέκτη της θείας δωρεάς. Δεν είμαι δηλαδή εγώ που συγκροτώ τον κόσμο με την συνείδησή μου, ο κόσμος και τα φαινόμενα «εισβάλλουν» μέσα μου, και εγώ συγκροτούμαι ως εαυτός ανταποκρινόμενος σε αυτή τη δωρεά. Και προπαντός, ο εαυτός συγκροτείται όταν νιώθει κανείς ότι τον αγαπούν- και είναι ακριβώς η θεία Αγάπη που προηγείται του εαυτού και τον θεμελιώνει.

Τελειώνοντας, θα πρέπει να πούμε και λίγα λόγια για την Αναλυτική Φιλοσοφία, που στον 20ο αιώνα άσκησε τεράστια επίδραση. Θα διαλέξουμε μόνο ενδεικτικά την περίπτωση του Gilbert Ryle, ο οποίος έγραψε το γνωστό έργο του «The Concept of Mind» («Η έννοια του Πνεύματος»). Δεν συνιστά βέβαια την μοναδική άποψη εντός της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, αλλά δείχνει αρκετά καλά το πόσο δύσκολα αυτή η Σχολή Σκέψης μπορεί να ενσωματώσει τον εαυτό. Ο Ράιλ λέγει λοιπόν ότι ο εαυτός στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, ούτε και τα διάφορα χαρακτηριστικά που τον προσδιορίζουν. Για παράδειγμα, όταν λέμε για κάποιον ότι είναι «οργίλος», εννοούμε ότι τείνει να θυμώνει, όταν λέμε για έναν άλλο ότι είναι φιλάνθρωπος, εννοούμε ότι τείνει να κάνει καλές πράξεις, όταν λέμε για κάποιον τρίτο ότι είναι φιλάργυρος, εννοούμε ότι τείνει να μαζεύει χρήματα κ.λπ. Πρόκειται για την «συμπεριφοριστική» ερμηνεία του εαυτού, που ναι μεν έχει ξεπεραστεί, αλλά στην πραγματικότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζει ακόμη αυτή την φιλοσοφία, η οποία άλλωστε έχει βρεθεί εδώ και καιρό σε αδιέξοδο.

******************

Τελειώνοντας, και μετά από όλη αυτή την έκθεση για τον εαυτό, θα πρότεινα στον αναγνώστη να διαβάσει με προσοχή το έργο του αγίου Αυγουστίνου «Εξομολογήσεις», και να απαλλαγεί από διάφορες προκαταλήψεις που κυκλοφορούν εναντίον του ιερού Πατρός. Τουλάχιστον το βιβλίο αυτό είναι ένα αριστούργημα.


ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΛΟΙΠΟΝ , ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕ; ΘΕΜΕΛΙΩΣΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;

Εχθρικοί

 Filippo Bovo 

Εχθρικός


Πηγή: Φιλίππο Μπόβο


Δεδομένων των όσων εκτυλίσσονται αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή, με την αναστολή των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης με ρητή απόφαση της τελευταίας, δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σε αυτό: αντιπροσωπεύει, πολύ απλά, μια ακόμη σχεδόν έκρηξη μιας ολόκληρης σειράς αντιφάσεων που φαινόταν ήδη έτοιμη να εκραγεί όλες αυτές τις εβδομάδες. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι οι εχθροπραξίες θα έπρεπε να είχαν ξαναρχίσει πολύ νωρίτερα, για παράδειγμα το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου: ακόμη και τότε, όπως θυμόμαστε, υπήρχαν αρκετές Κασσάνδρες που μιλούσαν για επικείμενες επιθέσεις.
Μάλιστα, μακάρι να μην υπήρχε ένα όχι και τόσο μικρό πρόβλημα: ότι ακριβώς εκείνες τις ημέρες, από τις 24/25 έως τις 29/30 Μαΐου, γιορταζόταν στη Σαουδική Αραβία το Χατζ, το προσκύνημα στη Μέκκα και τους Ιερούς Τόπους του Ισλάμ. Σκεφτείτε: φέτος, πάνω από 1,7 εκατομμύρια προσκυνητές από όλο τον κόσμο συνέρρευσαν στο Χατζ, ξεπερνώντας σημαντικά τον ήδη εντυπωσιακό αριθμό του προηγούμενου έτους. Δεν προκαλεί έκπληξη επίσης το γεγονός ότι, ακριβώς σε μια από τις πιο έντονες και οδυνηρές στιγμές για την παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα, όπως η τρέχουσα, η πίστη και η προσευχή γίνονται επίσης πολύ πιο βαθιά αισθητές και συμμετέχουν. Ο Τραμπ, ο οποίος είχε προβλέψει μια επανάληψη των επιθέσεων κατά το προτελευταίο Σαββατοκύριακο του Μαΐου (Σάββατο 23 και Κυριακή 24), σταμάτησε αμέσως από τους περιφερειακούς ηγέτες (χώρες του GCC και του Αραβικού Συνδέσμου, καθώς και την Τουρκία), οι οποίοι του υπενθύμισαν αυτό το «μικρό» πρόβλημα, καθώς και τις θανατηφόρες συνέπειες που ένας πόλεμος κατά τη διάρκεια του Χατζ θα είχε προβλέψιμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.
Τώρα, ωστόσο, το Χατζ έχει γιορταστεί και οι περισσότεροι από τους προσκυνητές έχουν ήδη αναχωρήσει από τα σπίτια τους: οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ξαναρχίσουν τα όπλα χωρίς φόβο σοβαρών πολιτικών και επιπτώσεων στη φήμη. Επιπλέον, το Ισραήλ, από την πλευρά του, πιέζει όλο και περισσότερο για την επιτέλους επανέναρξη μιας πλήρους σύγκρουσης. Τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Τελ Αβίβ χρειάζονται απεγνωσμένα να ξεφύγουν από μια κατάσταση που, για αυτούς, εδώ και καιρό και ολοένα και περισσότερο φαίνεται να είναι αδιέξοδο. Για να ξεφύγει κανείς από αυτό, ή μάλλον, για να επιδιώξει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ξεφύγει από αυτό, χρειάζεται μια νέα και σημαντική εκτροπή, η οποία θα περιλαμβάνει πόλεμο και όχι διπλωματία ή πολιτική.
Το Ισραήλ, όπως είναι γνωστό, προσπάθησε να παρουσιάσει την άφιξη σε σημεία του ποταμού Λιτάνι, και ιδιαίτερα την κατάληψη του φρουρίου Μπωφόρ, που τώρα είναι ερείπια, ως μια σημαντική τακτική νίκη για να κρύψει τα πολύ πιο σοβαρά προβλήματά του σε όλο τον νότιο Λίβανο. Χρειάστηκαν στα ισραηλινά στρατεύματα τρεις ολόκληρους μήνες για να επιτύχουν τόσο μετριοπαθείς στόχους, προχωρώντας κατά μήκος μιας διαδρομής που είναι ταυτόχρονα στενή και πλησιέστερη στα σύνορα. Επιπλέον, προχώρησαν μέσα από άδεια χωριά και απέφυγαν προσεκτικά την άμεση αντιπαράθεση με τον εχθρό, δηλαδή τη Χεζμπολάχ, η οποία αποδείχθηκε πολύ πιο τρομακτική από το αναμενόμενο. Αυτό αποδεικνύεται από τα πολυάριθμα ισραηλινά οχήματα και προσωπικό που έχουν πληγεί μέχρι στιγμής, ακόμη και στα μετόπισθεν, καθώς οι Λιβανέζοι Σιίτες, παρά την διαφημιστική εκστρατεία των μέσων ενημέρωσης του Ισραήλ να κρύψουν τα πολλά προβλήματά τους, συνεχίζουν απτόητοι να βομβαρδίζουν τη Γαλιλαία. Τελικά, το Τελ Αβίβ δεν είναι σε θέση να προστατεύσει τις βόρειες περιοχές του, παρά το γεγονός ότι η επέμβαση στον Λίβανο είχε ως στόχο να εξασφαλίσει ακριβώς αυτόν τον στόχο δημιουργώντας μια ζώνη ασφαλείας στον νότιο Λίβανο. Η συνέπεια αυτού του στρατηγικού αδιεξόδου είναι η αυξανόμενη τρέλα της ηγεσίας, ολοένα και πιο εκτός ελέγχου, σε σημείο που να θεωρεί τον βομβαρδισμό της Βηρυτού ως έναν τρόπο να εξασφαλίσει ένα άλλοθι νίκης και τελικά να φιμώσει το σκάνδαλο των απογοητευτικών χερσαίων επιχειρήσεων. Είναι αυτονόητο ότι η συνέχιση της σύγκρουσης στον Λίβανο από το Ισραήλ αντιπροσωπεύει για το Ιράν μία από τις κόκκινες γραμμές που ακυρώνουν την εκεχειρία που έχει συμφωνηθεί: μέχρι στιγμής, παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης στην προθυμία της Αμερικής να διαπραγματευτεί, η Τεχεράνη έχει επιδείξει πολύ μεγαλύτερη υπομονή και δικαιοσύνη από την Ουάσινγκτον.
Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, έχει άλλη μια αποτυχία να διορθώσει: ο αποκλεισμός του Ορμούζ, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις που έχουν παρατηρηθεί μέχρι στιγμής, καθώς και από τις ολοένα και πιο σαφείς και ανυπόμονες θέσεις του Ομάν απέναντι στον αμερικανικό αυταρχισμό, έχει πλέον καταρρεύσει. Η ίδια ολοένα και πιο αυξανόμενη αρμονία μεταξύ Ομάν και Ιράν, που συνεργάζονται αμοιβαία στη διαχείριση της κυριαρχίας επί των Στενών, αντιπροσωπεύει μια αποτυχία τεράστιων διαστάσεων για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να μην αναφέρουμε το εξίσου τεράστιο κίνητρο που είχε η απόπειρα αποκλεισμού στις χερσαίες οδούς, ξεκινώντας από τους έξι διαδρόμους εφοδιαστικής που είναι πλέον ενεργοί μεταξύ Τεχεράνης και Ισλαμαμπάντ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν έναν πόλεμο για να επαναβεβαιώσουν την κυριότητά τους στη Μέση Ανατολή και την περιοχή του Κόλπου, και αποκλείστηκαν ακόμη πιο αποτελεσματικά: μια στρατηγική σφαγή συγκρίσιμη με την αδυναμία του Ισραήλ να ασφαλίσει το βόρειο έδαφός του ενώ επιχειρούσε να επιτεθεί στο νότιο Λίβανο.
Τελικά, δεν είναι τόσο απίθανο να χρησιμοποιηθούν ξανά όπλα. Άλλωστε, κάθε ένα από τα εμπλεκόμενα μέρη προετοιμάζεται για αυτό το όχι και τόσο νέο ενδεχόμενο, όπως έχει επίσης δηλωθεί: Αμερικανοί, Ισραηλινοί, Ιρανοί και ολόκληρος ο Άξονας της Αντίστασης. Δεν είναι επιθυμητό, ​​φυσικά, αλλά ούτε αποκλείεται. Η ισραηλινο-αμερικανική πλευρά δεν έχει ακόμη φτάσει στην πλήρη ωριμότητα για να ξεπεράσει ορισμένες αντιφάσεις αποδεχόμενη και υπερβαίνοντάς τες με πολιτικά μέσα.

Δύσκολες στιγμές για τις ύαινες


Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στη γη και στον ουρανό από ό,τι στη φιλοσοφία μας. Έτσι, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη και αντιφατική από ό,τι φανταζόμαστε, και επομένως και από ό,τι κάποιοι προσπαθούν να την αλλάξουν και να την οδηγήσουν σε ορισμένα αποτελέσματα. Έτσι, η Δύση σήμερα βρίσκεται στο σημείο μηδέν: από ό,τι γνωρίζουμε, ο Τραμπ είναι πλέον πεπεισμένος, βάσει μιας έκθεσης των μυστικών υπηρεσιών και των ιρανικών θέσεων που την αναφέρουν άμεσα, ότι η Τεχεράνη πράγματι κατέχει τη βόμβα και, αν πιεστεί, θα μπορούσε να την επιδείξει. Αυτό έχει προκαλέσει μια ξαφνική μετατόπιση στις προεδρικές αφηγήσεις, οι οποίες έχουν φτάσει ακόμη και στο σημείο να υποβαθμίσουν την αντίδραση της Τεχεράνης σε σποραδικές επιθέσεις αμερικανικών αεροσκαφών: Οι πύραυλοι Patriot που εκτοξεύτηκαν για να προσπαθήσουν να σταματήσουν μια πυραυλική επίθεση απέτυχαν να χτυπήσουν τους στόχους τους και έπεσαν στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Κουβέιτ, προκαλώντας πυρκαγιά. Αυτό δεν θα ήταν είδηση, επειδή, παρεμπιπτόντως, το 80% των θυμάτων μεταξύ των αμάχων στην Ουκρανία οφείλεται ακριβώς στις ρίψεις από αντιαεροπορικά πυρομαχικά. Το σιωνιστικό λόμπι προφανώς εστιάζει στην πιθανότητα μιας ιρανικής βόμβας επειδή θα μπορούσε να πείσει τον Ντόναλντ να εγκαταλείψει τον πόλεμο, αλλά στην πραγματικότητα οι πυρηνικές τεχνολογίες δεν είναι τόσο δύσκολες, τουλάχιστον σε βασικό επίπεδο, οπότε είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι μόλις περάσει ο χρόνος που η Τεχεράνη θα μπορούσε να σκεφτεί να καταλήξει σε μια πραγματική και συνολική συμφωνία, θα έχει αποφασίσει να αλλάξει τη θεμελιώδη θέση της.

Ωστόσο, το Ισραήλ διαθέτει ένα αλάνθαστο σύστημα για την αποτροπή μιας πιθανής επίλυσης της σύγκρουσης, και αυτό είναι ο Λίβανος, μια χώρα που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις που συνεχίζουν να διεξάγονται μέσω του Πακιστάν. Θα καταφέρει ο Τραμπ να αναγκάσει το Ισραήλ να αποσυρθεί από τον Λίβανο; Αν και ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε χθες με μεγάλη φανφάρα ότι ο Λίβανος και το Ισραήλ κατέληξαν σε ειρηνευτική συμφωνία, οι λεπτομέρειες που αποκαλύφθηκαν είναι απαράδεκτες για τη Χεζμπολάχ, η οποία δεν θα σταματήσει να πυροβολεί το βόρειο Ισραήλ μέχρι να αποσυρθούν οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις από τον νότιο Λίβανο. Η λιβανοϊσραηλινή συμφωνία προφανώς ορίζει ότι η Χεζμπολάχ δεν μπορεί να έχει δυνάμεις νότια του ποταμού Λιτάνι. Αυτό είναι επίσης απαράδεκτο για την φιλοϊρανική ομάδα. Το ίδιο συμβαίνει στην Ευρώπη με την Ουκρανία: η ανάπτυξη drones σε ρωσικές υποδομές και πολίτες από βάσεις του ΝΑΤΟ αντιμετωπίζεται από τους συνεχείς και εκτεταμένους ρωσικούς βομβαρδισμούς πυραύλων στους οποίους το καθεστώς του Κιέβου δεν έχει πλέον κανένα μέσο να απαντήσει. Το αρχικό σχέδιο ήταν να αναληφθούν απαράδεκτες τρομοκρατικές ενέργειες και στη συνέχεια να καταδικαστεί η αντίδραση της Ρωσίας, πιστεύοντας με τον ηλίθιο τρόπο που είναι δημοφιλής στις Βρυξέλλες ότι η Μόσχα είχε πραγματικά έλλειψη πυραύλων και drones. Αλλά δεδομένης της αμείλικτης καταιγίδας που πλήττει τα κέντρα και τις δομές λήψης αποφάσεων της Ουκρανίας, τώρα σιωπούν, αναρωτώμενοι αν δεν ήταν λάθος κίνηση. Φυσικά και ήταν, ακόμη και ένα παιδί θα το καταλάβαινε αυτό, αλλά όχι η Κάγια Κάλλας, η λεγόμενη υπουργός του αιθέρα της ΕΕ, ένα είδος κόρης των χειρότερων πολιτικών και ένα άτομο σχεδόν πρωτόγονης κουλτούρας.

Η κατάσταση είναι πιο σοβαρή από ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί: η Επιτροπή των Βρυξελλών σχεδιάστηκε για πόλεμο κατά της Ρωσίας, παρέχοντας δυσανάλογη εξουσία σε προσωπικότητες από τα κράτη της Βαλτικής, τα οποία είναι πιο πιθανό να ενεργήσουν ως προβοκάτορες: εκτός από τήνν διαβόητη Εσθονό Κάλλας, υπάρχει ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Λετονός Βάλντις Ντομπρόβσκις, και ο Επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος, Λιθουανός Άντριους Κουμπίλιους. Τώρα, και τα τρία αυτά κράτη της Βαλτικής αντιπροσωπεύουν συνολικά λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ της ΕΕ και έναν συνολικό πληθυσμό πολύ μικρότερο από το Παρίσι μόνο του, συμπεριλαμβανομένης μιας σημαντικής ρωσικής μειονότητας, τα δικαιώματα της οποίας καταπατούνται με απαράδεκτο τρόπο που είναι ξένος προς τις αξίες που ισχυρίζεται ότι υποστηρίζει η ΕΕ. Αυτός ο κραυγαλέος παραλογισμός αρχίζει να φαίνεται επικίνδυνος τώρα που τα ζάρια ρίχνονται: από τότε που η Ρωσία ξεκίνησε συστηματικούς βομβαρδισμούς που δεν αντιμετωπίζουν πλέον αποτελεσματική άμυνα, τα μέσα ενημέρωσης έχουν αρχίσει να σιωπούν. Ίσως τώρα αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά είναι ένα τρομερό λάθος, και το Bloomberg υπονοεί ότι ο Friedrich Merz, ο Emmanuel Macron και ο Keir Starmer ετοιμάζονται να μιλήσουν με τη Μόσχα, παρακάμπτοντας τα άχρηστα ξωτικά του πολέμου που οι ίδιοι είχαν εκλέξει στο όνομα μιας πολεμοχαρούς Ευρώπης. Αυτές είναι δύσκολες εποχές και για τις ύαινες... και η αρχική εικόνα, που τραβήχτηκε από μια ρωσική ιστοσελίδα, το καταδεικνύει αποτελεσματικά.

«Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΥΔΗ: ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα: γιατί η αντιπαλότητα μεταξύ δυνάμεων μπορεί να οδηγήσει σε πόλεμο.

                 Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ

                                       ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

                                         Όταν μια νέα δύναμη αμφισβητεί την παγκόσμια τάξη

                                                     Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» πήρε το όνομά της από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μια σύγκρουση μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας που περιγράφεται από τον Αθηναίο ιστορικό Θουκυδίδη τον 5ο αιώνα π.Χ. Αυτός εντόπισε τη βασική αιτία του πολέμου στον φόβο της Σπάρτης για την άνοδο της Αθήνας, η οποία απειλούσε την καθιερωμένη ισορροπία δυνάμεων. Ο πολιτικός επιστήμονας Γκράχαμ Άλισον αναβίωσε αυτήν την ιστορική έννοια, καταδεικνύοντας πώς η ένταση μεταξύ αναδυόμενων και κυρίαρχων δυνάμεων έχει προκαλέσει επανειλημμένα πολέμους σε όλη την ιστορία, συμπεριλαμβανομένου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, η έννοια εφαρμόζεται στην αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Ωστόσο, η κατανόηση αυτής της δυναμικής μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη μελλοντικών συγκρούσεων μέσω της διπλωματίας, της συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Η μελέτη και η αναγνώριση της Παγίδας του Θουκυδίδη σημαίνει μάθηση από την ιστορία, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.

Εισαγωγή
Προτομή του Θουκυδίδη


«Αυτό που έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο ήταν η αύξηση της αθηναϊκής δύναμης και ο φόβος που αυτή προκάλεσε στη Σπάρτη.»
(Θουκυδίδης, Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος)


Είναι δυνατόν να αποφευχθεί ο πόλεμος όταν μια νέα δύναμη αμφισβητεί ανοιχτά την κατεστημένη; Η ιστορία μας φέρνει συχνά αντιμέτωπους με αυτό το ερώτημα, και είναι πιο επίκαιρο σήμερα από ποτέ.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος: Η Προέλευση μιας Βασικής Έννοιας

Τον 5ο αιώνα π.Χ., η αρχαία Ελλάδα κυριαρχούνταν από δύο μεγάλες αντίπαλες δυνάμεις: την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η Αθήνα, μόλις είχε νικήσει τους Πέρσες, είχε γίνει ένα κορυφαίο πολιτιστικό, οικονομικό και ναυτικό κέντρο, προωθώντας τη λεγόμενη Δηλιακή Συμμαχία. Η επιρροή της εκτεινόταν σε πολλά νησιά και παράκτιες πόλεις και αυξανόταν όχι μόνο σε πλούτο αλλά και σε πολιτικές και πολιτιστικές φιλοδοξίες.
Η Σπάρτη, από την άλλη πλευρά, ενσάρκωσε την παράδοση και τη σταθερότητα. Οργανωμένη γύρω από ένα άκαμπτο στρατιωτικό μοντέλο, διατηρούσε για καιρό την κυριαρχία στη γη και ηγούνταν της Πελοποννησιακής Συμμαχίας. Η κοινωνική της δομή ήταν ριζικά διαφορετική από αυτήν της Αθήνας: πιο κλειστή, αυστηρή, βασισμένη στη στρατιωτική εκπαίδευση και πειθαρχία.
Αυτή η σύγκρουση κοσμοθεωριών - δημοκρατική και ναυτική Αθήνα, ολιγαρχική και χερσαία Σπάρτη - δημιούργησε αυξανόμενη ένταση. Η Σπάρτη άρχισε να αντιλαμβάνεται την αυξανόμενη αθηναϊκή επιρροή ως υπαρξιακή απειλή για τον ηγεμονικό της ρόλο στην περιοχή. Η αντιπαλότητα τελικά ξέσπασε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431–404 π.Χ.), μια μακρά και παρατεταμένη σύγκρουση που κατέκλυσε μεγάλο μέρος του ελληνικού κόσμου και επηρέασε βαθιά το μέλλον των δύο πόλεων-κρατών.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Θουκυδίδη, ο οποίος ήταν επίσης μάρτυρας αυτών των γεγονότων από πρώτο χέρι, η πραγματική αιτία του πολέμου δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά «η αύξηση της αθηναϊκής ισχύος και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη». Ο Θουκυδίδης ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την ιδέα ότι μια κυρίαρχη δύναμη, αισθάνεται απειλούμενη από μια ανερχόμενη δύναμη, μπορεί να αντιδράσει αμυντικά και επιθετικά, πυροδοτώντας μια σπείρα εχθρότητας που αναπόφευκτα οδηγεί σε σύγκρουση. «Αυτό που έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο ήταν η αύξηση της αθηναϊκής ισχύος και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη».


Ποια είναι λοιπόν η παγίδα του Θουκυδίδη;

Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» είναι ένας όρος που επινοήθηκε από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Γκράχαμ Άλισον για να περιγράψει αυτό ακριβώς το γεωπολιτικό φαινόμενο: όταν μια νέα δύναμη αναδύεται ραγδαία, η κυρίαρχη δύναμη αντιλαμβάνεται αυτήν την ανάπτυξη ως απειλή για το κύρος της. Η συχνά αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η κλιμάκωση των εντάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε ανοιχτή σύγκρουση, ακόμη και όταν καμία πλευρά δεν το επιθυμεί πραγματικά.

Σε όλη την ιστορία, πολλές συγκρούσεις αντανακλούν αυτή τη δυναμική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σύγκρουση μεταξύ της Γερμανίας (μιας ανερχόμενης δύναμης) και του Ηνωμένου Βασιλείου (μιας καθιερωμένης δύναμης) στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία συνέβαλε στο ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.


Η παγίδα του Θουκυδίδη σήμερα: Ηνωμένο Βασίλειο εναντίον Γερμανίας

Στην αυγή του εικοστού αιώνα, η Ευρώπη βρισκόταν σε δύσκολη θέση λόγω ευαίσθητων πολιτικών ισορροπιών. Το Ηνωμένο Βασίλειο, μια επί μακρόν κυρίαρχη ναυτική, οικονομική και αποικιακή δύναμη, είδε την παγκόσμια κυριαρχία του να απειλείται από την ταχεία άνοδο της Γερμανίας του Γουλιέλμου. Η Γερμανία, με επικεφαλής τον φιλόδοξο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β', εκσυγχρόνιζε γρήγορα την οικονομία της, αναπτύσσοντας έναν τεράστιο ναυτικό στόλο και αμφισβητώντας ανοιχτά τη βρετανική ναυτική κυριαρχία.
Αυτή η αυξανόμενη αντιπαλότητα πυροδότησε έναν σκληρό ανταγωνισμό για την ναυτική υπεροχή, γνωστό ως «κούρσα ναυτικών εξοπλισμών», ο οποίος αύξησε σημαντικά τις εντάσεις μεταξύ των δύο εθνών. Οι Βρετανοί, θορυβημένοι από την αποφασιστικότητα της Γερμανίας να αμφισβητήσει τη ναυτική και αποικιακή τους δύναμη, άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη Γερμανία ως άμεση απειλή για το δικό τους καθεστώς και την ασφάλεια της αυτοκρατορίας τους. Ταυτόχρονα, η Γερμανία ένιωθε απογοητευμένη και περιορισμένη στις φιλοδοξίες της, βλέποντας το Ηνωμένο Βασίλειο ως μια δύναμη που προσπαθούσε να τήν εμποδίσει να καταλάβει τη θέση που τής αξίζει στην παγκόσμια πολιτική.
Σύμφωνα με τον Γκράχαμ Άλισον, αυτή ακριβώς η δυναμική - ο βρετανικός φόβος για τη γερμανική άνοδο και η απογοητευμένη γερμανική φιλοδοξία - δημιούργησε μια κλασική «Παγίδα του Θουκυδίδη». Η εντατικοποίηση της αμοιβαίας δυσπιστίας, ο στρατηγικός ανταγωνισμός και οι αντίπαλες στρατιωτικές συμμαχίες συνέβαλαν, μαζί με άλλους παράγοντες, στο να σύρουν τα δύο έθνη (και μαζί τους ολόκληρη την Ευρώπη) στην τραγική σπείρα γεγονότων που κορυφώθηκαν με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυτή η ανάλυση μας δείχνει ξεκάθαρα πώς, ακόμη και ελλείψει μιας πραγματικής αρχικής βούλησης για σύγκρουση, οι αντιλήψεις για απειλή και ο αγώνας για κυριαρχία μπορούν να οδηγήσουν τα έθνη σε πόλεμο, όπως ακριβώς συνέβη στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης.


Η παγίδα του Θουκυδίδη σήμερα: Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον Κίνας

Στον 21ο αιώνα, η γεωπολιτική αντιπαλότητα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας αποτελεί το πιο εμβληματικό σύγχρονο παράδειγμα της Παγίδας του Θουκυδίδη. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, μετά από δεκαετίες πρωτοφανούς οικονομικής ανάπτυξης, έχει καθιερωθεί ως παγκόσμια δύναμη ικανή να επηρεάσει την εμπορική, τεχνολογική, στρατιωτική και πολιτιστική δυναμική παγκοσμίως. Αυτή η εξαιρετική εξέλιξη έχει αρχίσει να αμφισβητεί την ηγεμονία των ΗΠΑ, η οποία εδραιώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ενισχύθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνηθισμένες να ασκούν κυρίαρχο οικονομικό και στρατιωτικό ρόλο, παρακολουθούν με αυξανόμενη ανησυχία την επέκταση της κινεζικής επιρροής σε βασικές περιοχές όπως η Ασία-Ειρηνικός, η Αφρική, ακόμη και η Ευρώπη. Συγκεκριμένα, η Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI) της Κίνας, η επέκταση του κινεζικού ναυτικού, η τεχνολογική της κυριαρχία σε στρατηγικούς τομείς (όπως η τεχνητή νοημοσύνη και το 5G) και οι εντάσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα είναι όλα σημάδια που εντείνουν την αντίληψη της Αμερικής για μια συστημική πρόκληση.

Σχετικά με αυτό, ο Θουκυδίδης έγραψε:
«μια φράση που σήμερα φαίνεται να αντηχεί με νέα δύναμη στις αναλύσεις των διεθνών σχέσεων».


Από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο αντιλαμβάνεται πολλές κινήσεις των ΗΠΑ -όπως η συμμαχία AUKUS, οι πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, οι τεχνολογικές κυρώσεις ή οι περιορισμοί στις επενδύσεις- ως προσπάθειες περιορισμού, αν όχι σαμποτάζ, της ανόδου του. Το διεθνές κλίμα έχει γίνει έτσι πιο τεταμένο: η συνεργασία συχνά δίνει τη θέση της στην έλλειψη εμπιστοσύνης και κάθε περιφερειακή κρίση (από το ζήτημα της Ταϊβάν έως τις συγκρούσεις στον Ειρηνικό) κινδυνεύει να γίνει ο πυροκροτητής μιας παγκόσμιας κρίσης.
Η δυναμική μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων ακολουθεί με εκπληκτική ακρίβεια το μοντέλο που περιγράφει ο Θουκυδίδης: μια ανερχόμενη δύναμη που απαιτεί μεγαλύτερο χώρο και μια κυρίαρχη δύναμη που φοβάται την απώλειά της. Σύμφωνα με τον Γκράχαμ Άλισον:
«καλώντας τους παγκόσμιους ηγέτες για σύνεση και υπευθυνότητα. Η ιστορία μας διδάσκει ότι σε δώδεκα από τις δεκαέξι παρόμοιες περιπτώσεις τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, το αποτέλεσμα ήταν πόλεμος».

Αλλά είναι όντως αναπόφευκτο;

Σε αντίθεση με την εποχή της Αθήνας και της Σπάρτης, σήμερα ο κόσμος είναι πολύ πιο διασυνδεδεμένος. Το κόστος μιας πλήρους σύγκρουσης μεταξύ δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων θα ήταν καταστροφικό για ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτή η επίγνωση θα μπορούσε να αποτελέσει φυσικό τροχοπέδη στην στρατιωτική κλιμάκωση, αλλά από μόνη της δεν επαρκεί.

Ο Γκράχαμ Άλισον επισημαίνει επίσης ότι:

«Κάλεσμα για σύνεση και υπευθυνότητα από τους παγκόσμιους ηγέτες»

Για να αποφύγουμε να πέσουμε στην παγίδα του Θουκυδίδη, είναι απαραίτητο να οικοδομήσουμε ισχυρούς μηχανισμούς συνεργασίας, να ενισχύσουμε τον πολυμερή διάλογο και να καλλιεργήσουμε μια κουλτούρα εμπιστοσύνης, παρά τον ανταγωνισμό. Η διπλωματία, η σύνεση και η ιστορική διορατικότητα θα είναι κρίσιμα εργαλεία.
Τα διακυβεύματα είναι εξαιρετικά υψηλά: δεν πρόκειται μόνο για τα εθνικά συμφέροντα δύο δυνάμεων, αλλά για τη σταθερότητα ολόκληρης της παγκόσμιας τάξης. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα καταφέρουν να διαχειριστούν ειρηνικά την αντιπαλότητά τους, θα προσφέρουν στον κόσμο ένα νέο παράδειγμα. Διαφορετικά, η ιστορία θα μπορούσε να επαναληφθεί.

Πώς να αποφύγετε την παγίδα;

Ευτυχώς , η Παγίδα του Θουκυδίδη δεν είναι μια αναπόφευκτη μοίρα. Όπως επισημαίνει ο Γκράχαμ Άλισον, η ιστορία προσφέρει επίσης παραδείγματα δυνάμεων που έχουν διαχειριστεί μεταβάσεις εξουσίας χωρίς να κλιμακωθούν σε ένοπλη σύγκρουση.

«Ο πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτος », γράφει ο Άλισον, « αλλά η ιστορία μας λέει ότι η αποφυγή του πολέμου απαιτεί εξαιρετική προσπάθεια » .

Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να αποφευχθεί η παγίδα, αλλά απαιτείται στρατηγική επίγνωση, διπλωματικό θάρρος και μακροπρόθεσμο όραμα.

Ο Άλισον προσδιορίζει τρία βασικά στοιχεία για να ξεφύγει κανείς από τον καταστροφικό κύκλο του τυφλού ανταγωνισμού:
Ανοιχτός και συνεχής διπλωματικός διάλογος

Η διαφανής επικοινωνία μεταξύ των δυνάμεων είναι απαραίτητη για την αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να εκφυλιστούν σε ακούσιες κλιμακώσεις. Η ιστορία είναι γεμάτη με περιπτώσεις όπου οι παρεξηγήσεις έχουν οδηγήσει σε καταστροφικούς πολέμους. Αντίθετα, η λεγόμενη «διπλωματία της κόκκινης γραμμής» μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου - όπως η περίφημη τηλεφωνική γραμμή Ουάσινγκτον-Μόσχας που ιδρύθηκε το 1963 - είναι ένα παράδειγμα του πόσο ζωτικής σημασίας μπορεί να είναι η διατήρηση άμεσων διαύλων επικοινωνίας ακόμη και (και ιδιαίτερα) στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Οικονομική και πολιτιστική συνεργασία

Η δημιουργία δεσμών αλληλεξάρτησης καθιστά τον πόλεμο μια ολοένα και λιγότερο ελκυστική προοπτική. Η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτιστική ανταλλαγή μπορούν να μετατρέψουν τον ανταγωνισμό σε μια μορφή θετικής άμιλλας. Αυτό συνέβη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (νυν ΕΕ), όπου πρώην εχθροί όπως η Γαλλία και η Γερμανία επέλεξαν να δημιουργήσουν οικονομικούς δεσμούς για να αποφύγουν νέες συγκρούσεις. Όπως γράφει η Άλισον:

«Οι δυνάμεις που εμπορεύονται και επενδύουν μαζί έχουν περισσότερα να χάσουν παρά να κερδίσουν από τον πόλεμο».

Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, παρά τις εντάσεις, ο όγκος του εμπορίου και τα αλληλεπικαλυπτόμενα συμφέροντα εξακολουθούν να αποτελούν μια πιθανή βάση για εποικοδομητικό διάλογο.

Αμοιβαία εμπιστοσύνη και οικοδόμηση κοινών έργων

Πέρα από την τεχνική και οικονομική συνεργασία, είναι ζωτικής σημασίας να προωθηθούν κοινές πρωτοβουλίες που οικοδομούν εμπιστοσύνη και μειώνουν την αντίληψη της απειλής. Η συνεργασία σε παγκόσμια ζητήματα - όπως η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, η διαχείριση πανδημιών και η πυρηνική ασφάλεια - μπορεί να χρησιμεύσει ως ουδέτερο έδαφος για μια λειτουργική συμμαχία. Υπό αυτή την έννοια, η έννοια τής «συνεργασίας στον ανταγωνισμό» θα μπορούσε να γίνει ένα νέο μοντέλο για τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Ο Graham Allison προσφέρει επίσης μια ενδιαφέρουσα αναλογία:

«Η αντιπαλότητα μεταξύ των δυνάμεων είναι σαν ένα παιχνίδι σκακιού, όπου κάθε κίνηση μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τον κίνδυνο πολέμου. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ποιος κινείται πρώτος, αλλά ποιος έχει την ευφυΐα να αποφύγει το αμοιβαίο ματ.»

Τα μαθήματα του Ψυχρού Πολέμου

Η διαχείριση του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της ΕΣΣΔ παραμένει ένα από τα πιο διδακτικά παραδείγματα. Για δεκαετίες, οι δύο υπερδυνάμεις αντιμετώπιζαν η μία την άλλη με αντίθετες ιδεολογίες, πυρηνικά όπλα στραμμένα η μία εναντίον της άλλης και κρίσεις παγκόσμιων διαστάσεων (όπως αυτή της Κούβας το 1962). Ωστόσο, παρά τα πάντα, δεν έφτασαν ποτέ σε άμεση αντιπαράθεση. Αυτό οφειλόταν επίσης στην επίγνωση του καταστροφικού κόστους της σύγκρουσης και στην επίπονη προσπάθεια οικοδόμησης μιας κουλτούρας αποτροπής και διαλόγου.

Σήμερα, αν και το πλαίσιο είναι ριζικά διαφορετικό, αυτό το μάθημα παραμένει έγκυρο: η αναγνώριση της παγίδας είναι το πρώτο βήμα για την αποφυγή της .

Σύναψη

Η παγίδα του Θουκυδίδη δεν είναι μια αναπόφευκτη μοίρα, αλλά ένα πολύτιμο μάθημα που προσφέρει η ιστορία σε όσους έχουν την ταπεινότητα να ακούσουν. Όπως μας δείχνει ο ίδιος ο Θουκυδίδης, η πραγματική κινητήρια δύναμη των μεγάλων συγκρούσεων δεν είναι πάντα η απροκάλυπτη επιθετικότητα, αλλά ο φόβος : ο φόβος της απώλειας δύναμης, επιρροής, κύρους. Όταν ο φόβος αντικαθιστά την εμπιστοσύνη και η δυσπιστία τον διάλογο, τα έθνη κινδυνεύουν να ακολουθήσουν ένα μονοπάτι από το οποίο είναι δύσκολο να αντιστραφούν.

Η αναγνώριση αυτών των ιστορικών δυναμικών είναι το πρώτο βήμα για την αποφυγή τους. Γνωρίζοντας ότι η αντιπαλότητα μεταξύ των δυνάμεων μπορεί να διαχειριστεί, να μετασχηματιστεί και να διοχετευτεί σε συνεργασία, σημαίνει ότι πρέπει να ξεφύγουμε από αυτό που φαίνεται να είναι ένας αδυσώπητος νόμος της ιστορίας. Σε μια εποχή όπου οι παγκόσμιες διασυνδέσεις καθιστούν τις τοπικές κρίσεις άμεσα διεθνείς, ο πόλεμος μεταξύ υπερδυνάμεων δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή απειλή, αλλά έναν κίνδυνο για την ανθρωπότητα στο σύνολό της .
Όπως επισημαίνει ο Graham Allison, η αποφυγή των συγκρούσεων απαιτεί ενεργή προσπάθεια: στρατηγικό όραμα, πολιτική ενσυναίσθηση, υπεύθυνη ηγεσία. Το μέλλον είναι άγραφο, αλλά μπορούμε να μάθουμε να διαβάζουμε τα σημάδια πριν να είναι πολύ αργά.

«Όταν δύο τρένα κινούνται σε συγκλίνουσες γραμμές, η αποφυγή σύγκρουσης απαιτεί τουλάχιστον ένα από αυτά να αλλάξει κατεύθυνση.»
(Γκράχαμ Άλισον)

Η ιστορία δεν είναι προφητεία, αλλά ένας καθρέφτης: μας δείχνει τους κινδύνους των επιλογών μας, αλλά και τις ευκαιρίες να τους αποφύγουμε. Εναπόκειται σε εμάς, σήμερα, να επιλέξουμε ποια σκέψη θα ακολουθήσουμε.

«Γυναικεία Εκπαίδευση στη Σπάρτη: Μοναδική στον Αρχαίο Κόσμο» Από Ανναλίζα Μποκούτσι

 « Το σπαρτιατικό εκπαιδευτικό μοντέλο είχε πολύ ακριβή και σαφώς καθορισμένα χαρακτηριστικά»

Ζ. Μπουσιέρ, «Έλενα»


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ:

ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ

Στο άκαμπτο και δομημένο σύστημα της πολιτικής ζωής στις πόλεις της κλασικής Ελλάδας, η εκπαίδευση, νοούμενη με την έννοια των παιδαγωγικών επιστημών ως μια προσπάθεια μετάδοσης παραδοσιακών πολιτιστικών αξιών στις νέες γενιές, παίζει πρωταρχικό ρόλο. Το κράτος είναι επιφορτισμένο με τη διασφάλιση ότι τα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως πολίτες λαμβάνουν ένα εκπαιδευτικό πακέτο που είναι λειτουργικό για την πόλη και απαραίτητο για την επιβίωσή της. Ωστόσο, αξίζει να αναλογιστούμε τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών πολιτών, οι οποίοι, για παράδειγμα, στο αθηναϊκό πλαίσιο, παρουσίαζαν σημαντικές ανισότητες στη μεταχείριση. Τι συνέβη στις άλλες πόλεις αναφοράς; Βρήκε άραγε τη θέση του το ευγονικό ιδανικό της Σπάρτης, η εξύψωση της σωματικής και στρατιωτικής δύναμης -κυρίως ανδρικά προνόμια και, ως εκ τούτου, κεντρικά στην εκπαίδευση των ανδρών- και στο γυναικείο σύμπαν;
Νέοι Σπαρτιάτες Γυμνάζονται (ή «Η Εκπαίδευση των Σπαρτιατών»), του Έντγκαρ Ντεγκά. Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη.

Το σπαρτιατικό εκπαιδευτικό μοντέλο, που ταυτίζεται με τον όρο «αγωγή» , διέθετε πολύ ακριβή και σαφώς καθορισμένα χαρακτηριστικά, λειτουργικά για τη διατήρηση του στρατιωτικού προσανατολισμού μιας πόλης χωρίς σύνορα, που βρισκόταν στην πελοποννησιακή ενδοχώρα και ήταν συνεχώς αναγκασμένη να χρησιμοποιεί τον εξαιρετικά ισχυρό στρατό της για να αμυνθεί από επιθέσεις γειτονικών πληθυσμών. Ο στρατός της Σπάρτης ήταν ο πιο δομημένος και στρατιωτικά προετοιμασμένος του αρχαίου κόσμου. Η στρατιωτική στρατηγική και η τεχνική του αντισταθμίζονταν από μια σωματική προετοιμασία στην οποία το ίδιο το κράτος αποφάσιζε να επικεντρωθεί. Οι νεαροί Σπαρτιάτες, τα παιδιά εκείνων που κατείχαν τα υψηλότερα σκαλοπάτια της κοινωνικής κλίμακας, αφού εξετάστηκαν κατά τη γέννηση για να αποκλειστεί οποιοδήποτε είδος σωματικού ελαττώματος, στην ηλικία των επτά ετών αποσπάστηκαν από τις μητέρες τους και ξεκίνησαν μια σειρά στρατιωτικών εκπαιδεύσεων που κορυφώθηκε με την κρυπτεία . Μια τελετή μύησης που είναι πολύ περίπλοκη στην ανακατασκευή λόγω των περιορισμένων διαθέσιμων στοιχείων, αλλά είναι εμποτισμένη με ανθρωπολογικό συμβολισμό, στην οποία ο νεαρός άνδρας, έτοιμος να εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων, αφήνεται στο δάσος στο έλεος της πείνας, του κρύου και των επιθέσεων από άγρια ​​ζώα. Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτής της τελετουργίας καθόριζε την μόνιμη είσοδο στον στρατό, σηματοδοτώντας το τέλος μιας πολύ αυστηρής εκπαιδευτικής διαδικασίας, που χαρακτηριζόταν από σωματικές εξετάσεις, γυμναστικές ασκήσεις, έναν λιτό τρόπο ζωής και προσαρμογή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αγωγή παρουσιάζεται ως μια εκπαιδευτική πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν οι υγιείς Σπαρτιάτες άνδρες για να ολοκληρωθούν, να νιώσουν μέρος της πόλης και να γίνουν πλήρεις πολίτες. Ωστόσο, κατά την εξέταση εκπαιδευτικών μοντέλων από τον αρχαίο κόσμο, η εστίαση γίνεται αποκλειστικά στην ανδρική διάσταση, καθώς, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν υπήρχε καμία πραγματικά θεσμοθετημένη πορεία για τις γυναίκες: οι μητέρες τους ήταν αυτές που έπρεπε να τις εισάγουν στην οικιακή σφαίρα, καθοδηγώντας τες να εκπληρώσουν τα συγκεκριμένα καθήκοντά τους. Στη Σπάρτη, ωστόσο, η γυναικεία εκπαίδευση δεν ήταν αποκλειστικά δομημένη γύρω από τον στενό κύκλο του « ικού» , αλλά είχε σχεδιαστεί σε συνάρτηση με τη διατήρηση ενός ευγονικού ιδεώδους που αναγνώριζε τις γυναίκες ως υπεύθυνες για τη γέννηση μελλοντικών εύρωστων και υγιών πολιτών της Σπάρτης.

Η «πολιτική» προσοχή στη γυναικεία διάσταση αντιπροσωπεύει, στη Σπάρτη, μια πραγματική μοναδικότητα στον αρχαίο κόσμο και, όπως αναφέρει η Maria Luisa Napolitano στο δοκίμιό της Spartan Women and Teknopoìa, «η αξιολόγηση της δραστηριότητας της γυναίκας-μητέρας ακολουθεί ανώμαλες συντεταγμένες, αλλά ενδεικτική μιας ιδιαίτερης σημασίας στη Σπάρτη, του πρωταρχικού γυναικείου πολιτικού ρόλου, ευγονικού περισσότερο από απλώς γενετικού (όπως και αλλού στην Ελλάδα), σε μεγάλο βαθμό χειραφετημένου από την ανδρική αναπαραγωγική δραστηριότητα, πανταχού παρών και συχνά συντριπτικού στις ιωνικές παραδόσεις» (ML Napolitano, Spartan Women and Teknopoìa ).

Το θάρρος των γυναικών της Σπάρτης , του Ζαν-Ζακ-Φρανσουά Λε Μπαρμπιέ.

Αυτό το πλαίσιο προσδιορίζει ένα γνήσιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα σχεδιασμένο για τη διατήρηση και την εκγύμναση της σωματικής διάπλασης των Σπαρτιατών γυναικών, το οποίο έπρεπε να είναι κατάλληλο για να διασφαλίσει την ευρωστία και το σφρίγος των απογόνων τους και, πάνω απ' όλα, προετοιμασμένο να υπομείνει τους πόνους του τοκετού. Ο Ναπολιτάνο, στο προαναφερθέν δοκίμιο, προσδιορίζει περιγραφές γυμναστικών ασκήσεων ανδρών και γυναικών που σχεδιάστηκαν για έναν αυστηρά ευγονικό σκοπό σε αποσπάσματα του Κρυτία και του Ξενοφώντα, στα οποία ο τελευταίος εστιάζει ακριβώς στην ανάγκη για σωματική ευρωστία και στους δύο γονείς. Ακόμα πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι η παρουσία αυτού του τύπου παιδείας, όπως επιβεβαιώνει και ο Πλούταρχος, που συνιστάται τόσο για τις παρθενούς , τις ακόμη ανύπαντρες γυναίκες που έπρεπε να εκτελούν μια σειρά υποχρεωτικών γυμναστικών ασκήσεων καθημερινά, όσο και για τις γυναίκες , τις ήδη παντρεμένες γυναίκες που, λόγω της επίγνωσής τους ότι είναι πιθανές μητέρες, ήταν επίσης υποχρεωμένες να αφιερώνονται με συνέπεια στην εκγύμναση και τη σωματική φροντίδα.
Johann Heinrich Wilhelm Tischbein «Η Ελένη και ο Μενέλαος»
Η παρουσία μιας τόσο σημαντικής ανωμαλίας στον σπαρτιατικό κόσμο μπορεί να αναλυθεί περαιτέρω και να συγκριθεί, συγκρίνοντας πηγές, με μοντέλα από μια άλλη σημαντική τοποθεσία στον δωρικό κόσμο: όπως υποστηρίζει ο Ναπολιτάνο, ένα συγκρίσιμο παράδειγμα στη Σπάρτη προσφέρουν τα κορίτσια της Ήλιδας, τα οποία επίσης συμμετείχαν τακτικά σε γυμναστικούς αγώνες κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών προς τιμήν της Ήρας. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτών των αγώνων, αναδύεται μια ουσιαστική διαφορά. Αυτό το είδος αγωνίας λάμβανε χώρα μόνο κατά τη διάρκεια των εορτών και επιδίωκε έναν αυστηρά θρησκευτικό σκοπό, μη συστηματοποιημένο από την πόλη και, πάνω απ' όλα, προσβάσιμο μόνο στις Παρθενώσες και σίγουρα όχι στις παντρεμένες γυναίκες.

Η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα του γυναικείου εκπαιδευτικού μοντέλου που αναλύεται στην πραγματικότητα της σπαρτιατικής πόλης βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης κριτικής και έντονης διαμάχης, ακόμη και μεταξύ διανοουμένων που, στον αρχαίο κόσμο, συνήθιζαν να αντιπαραβάλλουν τον ιωνικό και τον δωρικό πολιτισμό. Στοιχεία της ομορφιάς και της φροντίδας του σώματος στην οποία οι Σπαρτιάτισσες αφιέρωναν πολύ χρόνο, ενέργεια και προσοχή, ακριβώς ως συνάρτηση της αυτοπροσδιορισμού τους ως ενεργών μελών και πολιτών της πόλης, υπάρχουν σε λογοτεχνικές πηγές όπως αυτή από τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη, η οποία περιγράφει μια Σπαρτιάτισσα, επίσης παντρεμένη, που ήταν επικεντρωμένη σε συνεχή προπόνηση που συνίστατο σε μάλλον σκληρές και έντονες γυμναστικές ασκήσεις, και στο Βιβλίο IX των Πολιτικών του Αριστοτέλη .

Η βαθιά κριτική και πολεμική ανάγνωση του Σταγειρανού φιλοσόφου αποτελεί ένα εξαιρετικό ντοκουμέντο που μαρτυρά την τεράστια πολιτισμική απόσταση μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης: περιγράφει την «ανωμαλία σχετικά με τις γυναίκες» στη Σπάρτη ως βαθιά «επιζήμια για την ευτυχία της πόλης». Στο Ιωνικό μοντέλο, στο οποίο οι γυναίκες είχαν έναν καθαρά γενετικό και διαφυλακτικό ρόλο, και στο οποίο το σπίτι ήταν ο μόνος τομέας του θηλυκού, η κίνηση, η μυϊκή ανάπτυξη και η υπερβολική σωματική τροφή θεωρούνταν στοιχεία που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη γονιμότητα και ως εκ τούτου ήταν απαγορευμένα για τις γυναίκες. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι η γυναικεία σωματική διάπλαση πρέπει να χαρακτηρίζεται από απαλότητα, όχι από ευρωστία, και απαιτεί μικρή κίνηση και λίγη τροφή για να διατηρήσει όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν κατάλληλη για αναπαραγωγή.
Η Αθηνά με τη σύντροφό της Παλλάδα

Μια τέτοια ριζική απόσταση μεταξύ των δωρικών και ιωνικών μοντέλων μπορεί να αναζητηθεί και να εντοπιστεί σε ορισμένα ανθρωπολογικά σχετικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν τους ιδρυτικούς μύθους των δύο πόλων αναφοράς στον ελληνικό κόσμο: Η Αθήνα είναι η πόλη που ίδρυσε η θεά Αθηνά, μια θεά πολεμίστρια που απεικονίζεται πάντα με κράνος, σπαθί και ανδρική ενδυμασία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη γυναικεία διάσταση, καθώς γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Η προέλευση της Σπάρτης, ωστόσο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις μορφές της Λήδας και της Ελένης, σύμβολα λαγνείας, θηλυκότητας και ομορφιάς, μια ομορφιά που γεννήθηκε από τη δέσμευση και τη συνεχή συμμετοχή στην πολιτική δυναμική, όπως αποδεικνύεται από τη μορφή μιας άλλης θρυλικής βασίλισσας, της Γοργούς, συζύγου του Λεωνίδα, μιας γυναίκας ικανής να συνδέσει το όνομά της με μια γοητεία και αισθησιασμό που έγιναν υποδειγματικά στον αρχαίο κόσμο.
Ανναλίζα Μποκούτσι

«Γυναικεία Εκπαίδευση στη Σπάρτη: Μοναδική στον Αρχαίο Κόσμο» - Inchiostronero