Συνέχεια από Παρασκευή 30. Ιανουαρίου 2026
Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 8
ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§20
Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)...... Κάθε ενέργεια είναι κατά την εμφάνισή της μια μεταβολή και, επειδή δεν εμφανίστηκε πιο πριν, δίνει αλάθευτη ένδειξη για μια άλλη μεταβολή που προηγήθηκε, η οποία σε σχέση με αυτήν ονομάζεται αίτιο, σε σχέση όμως με μια τρίτη μεταβολή που αναγκαστικά είχε προηγηθεί και αυτής, ονομάζεται ενέργεια. Αυτή είναι η αλυσίδα της αιτιότητας: αναγκαστικά δεν έχει αρχή. Επομένως κάθε νέα εμφανιζόμενη κατάσταση θα πρέπει να είναι επακόλουθο μιας άλλης που είχε προηγηθεί.....
......Αντίθετα, από πιο κοντινή παρατήρηση βλέπουμε ότι η όλη κατάσταση είναι το αίτιο της επόμενης, και στην ουσία είναι αδιάφορο με ποια χρονική σειρά συγκεντρώνονται οι παράγοντες της κατάστασης. Επομένως, σε σχέση με μια δεδομένη μεμονωμένη περίπτωση, τον παράγοντα που εμφανίζεται τελευταίος, επειδή ολοκληρώνει τον αριθμό των απαιτούμενων παραγόντων και προκαλεί την αποφασιστική μεταβολή, μπορούμε να τον ονομάσουμε αίτιο κατ' εξοχήν αλλά για τη γενική θεώρηση σαν αίτιο της επόμενης κατάστασης ισχύει ολόκληρη η κατάσταση που είχε προηγηθεί.......
....... Εντελώς λαθεμένο θα ήταν, αντίθετα, αν κανείς ονομάσει αίτιο όχι την κατάσταση αλλά το αντικείμενο, π.χ. στο παράδειγμά μας μερικοί θα ονόμαζαν αίτιο του καψίματος τον καθρέφτη, άλλοι το σύννεφο, άλλοι τον ήλιο, άλλοι το οξυγόνο κ.λπ. Δεν έχει όμως νόημα να πει κανείς ότι ένα αντικείμενο είναι αίτιο ενός άλλου; κατ' αρχήν γιατί τα αντικείμενα δεν περιέχουν μόνο μορφή και ποιότητα, παρά επίσης την ύλη, η οποία όμως ούτε δημιουργείται ούτε παρέρχεται. Και γιατί ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται αποκλειστικά με μεταβολές, δηλαδή με την είσοδο και την έξοδο των καταστάσεων στον χρόνο, που ρυθμίζει εκείνη τη σχέση κατά την οποία η προηγηθείσα κατάσταση ονομάζεται αίτιο, η επόμενη ενέργεια, και η αναγκαστική τους συνάφεια επακολούθηση.....
Όσο απλός επομένως είναι ο νόμος της αιτιότητας, τόσο εντελώς διαφορετικά, δηλαδή αφηρημένα και αόριστα, εμφανίζεται κατά κανόνα στα φιλοσοφικά εγχειρίδια από τις παλιότερες μέχρι και τις νεότερες εποχές. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, ότι αίτιο είναι αυτό μέσα από το οποίο κάτι άλλο λαμβάνει ύπαρξη, ή ότι το φανερώνει, το κάνει αληθινό κ.λπ. Όπως ο Βολφ που λέει (Οντολογία §881): «Το αίτιο είναι η αρχή από την οποία εξαρτάται η ύπαρξη ή η πραγματικότητα ενός άλλου υπάρχοντος», ενώ η αιτιότητα σχετίζεται ολοφάνερα με μεταβολές της μορφής της ύλης, η οποία ύλη δεν δημιουργείται και δεν καταστρέφεται. Για αυτές τις αόριστες, γενικές και λαθεμένες απόψεις σχετικά με τις σχέσεις της αιτιότητας, μπορεί να φταίει στο μεγαλύτερο μέρος η ασάφεια της σκέψης· σίγουρα όμως πίσω από αυτές κρύβεται επίσης και πρόθεση, δηλαδή θεολογική, η οποία ερωτοτροπεί από μακριά με την κοσμολογική απόδειξη και είναι ικανή χάριν αυτής να παραποιήσει ακόμα και υπερβατικές αλήθειες a priori (αυτό το μητρικό γάλα του ανθρώπινου νου). Με περισσότερη σαφήνεια το βλέπει κανείς αυτό στο βιβλίο του Τόμας Μπράουν (Thomas Browne) On the relation of cause and effect, το οποίο αριθμεί 460 σελίδες και εκδόθηκε για τέταρτη φορά το 1835, και από τότε πολλές φορές ακόμα. Ανεξάρτητα από την κουραστική, καθεδρική πολυλογία, μεταχειρίζεται το αντικείμενό του σχετικά καλά. Αυτός ο Άγγλος αναγνώρισε εντελώς σωστά ότι σε κάθε περίπτωση ο νόμος της αιτιότητας αφορά μεταβολές, ότι δηλαδή κάθε ενέργεια είναι μια μεταβολή αλλά το ότι και το αίτιο είναι μια μεταβολή, κάτι από το οποίο συνάγεται ότι η όλη υπόθεση είναι μια αδιάκοπη συνοχή μεταβολών συνδεδεμένων στο χρόνο αυτό δεν θέλει να το πει, παρόλο που είναι αδύνατον να του είχε ξεφύγει, παρά κάθε φορά ονομάζει το αίτιο εντελώς αδέξια ένα προηγούμενο της μεταβολής αντικείμενο, ή επίσης ουσία, και με αυτή την εντελώς λαθεμένη έκφραση που του αλλοιώνει παντού την αντιμετώπιση του θέματος, παιδεύεται και γυροφέρνει σε όλο το μάκρος του βιβλίου του, ενάντια στη γνώση του και τη συνείδησή του, μόνο και μόνο για να μη βρεθεί εμπόδιο στο δρόμο της παρουσίασης της κοσμολογικής απόδειξης αλλού και από άλλους. Τι είδους αλήθεια θα πρέπει να είναι αυτή, για την οποία κανείς ήδη από μακριά ανοίγει τον δρόμο με τέτοιους ελιγμούς;
Τι έκαναν όμως και οι δικοί μας έντιμοι Γερμανοί καθηγητές της φιλοσοφίας, που εκτιμούν πάνω απ' όλα πνεύμα και αλήθεια, για την τόσο ακριβή κοσμολογική απόδειξη, αφότου δηλαδή ο Καντ στην Κριτική του καθαρού λόγου τής είχε δώσει το θανατηφόρο χτύπημα; Αλλά για αυτούς (το ξέρουν οι εντιμότατοι, αν και δεν το λένε) η causa prima (πρώτη αιτία) είναι εξίσου καλή όπως η causa sui (αιτία του εαυτού της), μια αντίφαση στο επίθετο, contradictio in adiecto, παρόλο που την πρώτη έκφραση τη χρησιμοποιούν πιο συχνά από τη δεύτερη, και επίσης με εντελώς σοβαρή, και μάλιστα πανηγυρική πόζα, όπου μερικοί, κυρίως Άγγλοι αξιοσέβαστοι, γουρλώνουν και τα μάτια τους εξυψωτικά, όταν με έμφαση και συγκίνηση λένε the first cause, αυτή την contradictio in adiecto. To ξέρουν: ένα πρώτο αίτιο είναι τόσο αδύνατο, όσο η θέση όπου ο χώρος έχει ένα τέλος, ή η στιγμή όπου ο χρόνος είχε μια αρχή. Γιατί κάθε αίτιο είναι μια μεταβολή κατά την οποία αναγκαστικά κανείς ρωτάει για εκείνη που είχε προηγηθεί και προκάλεσε αυτήν, και έτσι στο διηνεκές, στο διηνεκές! Ούτε καν μια πρώτη κατάσταση της ίδιας της ύλης είναι δυνατή, από την οποία προήλθαν όλες οι επόμενες. Γιατί αν αυτή η πρώτη κατάσταση ήταν το αίτιο των επόμενων, τότε θα έπρεπε να υπήρχαν και αυτές από πάντα, δηλαδή η τωρινή όχι μόνο τώρα. Αν όμως η κατάσταση είχε αρχίσει σε έναν δεδομένο χρόνο να γίνεται αιτιώδης, τότε θα πρέπει σε αυτό τον χρόνο κάτι να τη μετέβαλε: θα πρέπει να συνέβη κάτι, να προηγήθηκε μια μεταβολή, για το αίτιο της οποίας, δηλαδή για τη μεταβολή που είχε προηγηθεί και από αυτή, θα πρέπει να ρωτήσουμε πάλι, και έτσι βρισκόμαστε ξανά στη σκάλα των αιτίων και σπρωχνόμαστε όλο και πιο ψηλά από τον αμείλικτο νόμο της αιτιότητας διηνεκές, στο διηνεκές. (Οι κύριοι δεν θα αποτολμήσουν βέβαια να μου μιλήσουν για τη δημιουργία της ίδιας της ύλης από το τίποτα; Πιο κάτω τους περιμένουν συμπληρωματικές επισημάνσεις.) Ο νόμος της αιτιότητας δεν κάνει το χατίρι να αφήνεται να τον μεταχειρίζονται σαν έναν αραμπά που, όταν φτάσει κανείς στον προορισμό του, τον στέλνει πίσω στο σπίτι. Πιο πολύ μοιάζει με τη σκούπα στην οποία έδωσε ζωή ο μαθητευόμενος μάγος του Γκαίτε, και η οποία, παίρνοντας μια φορά ζωή, δεν σταμάτησε να γυροφέρνει και να δουλεύει, έτσι που μόνο ο γέρος μάγος ο ίδιος μπορεί να τη σταματήσει. Αλλά οι κύριοι, όλοι τους δεν είναι μάγοι. Τι έχουν κάνει λοιπόν οι εκλεκτοί και έντιμοι φίλοι της αλήθειας, αυτοί που όλο τον καιρό περιμένουν μια αναγνώριση στον τομέα τους, και όταν έλθει το διαλαλούν σε όλο τον κόσμο, και εκείνοι που, όταν εμφανιστεί κάποιος που πραγματικά είναι ό,τι αυτοί παριστάνουν, με ύπουλη σιωπή και δειλή αγνόηση θέλουν να καταπνίξουν τα έργα του, και πιο πολύ να γίνουν οι ήρωες των επιτευγμάτων εκείνου όπως είναι γνωστό, η ανοησία αγαπάει πάνω από όλα τη νόηση, τι έχουν κάνει λοιπόν αυτοί για τη φίλη τους, τη στριμωγμένη στον τοίχο κοσμολογική απόδειξη; Ω, έχουν σκαρφιστεί ένα ωραίο κόλπο: «Φίλη μας», της είπαν, «έχεις μπελάδες, μεγάλους μπελάδες, από τότε που συγκρούστηκες με το αγύριστο κεφάλι του γέρου από την Καινιξβέργης, τέτοιους μπελάδες όπως και οι αδερφές σου, η οντολογική και η φυσικοθεολογική. Αλλά παρηγορήσου, εμείς δεν σε εγκαταλείπουμε (το ξέρεις, γι' αυτό και πληρωνόμαστε). Κι όμως – δεν γίνεται διαφορετικά – πρέπει να αλλάξεις όνομα και ενδυμασία. Γιατί, αν σε ονομάζουμε με το όνομά σου, τα χάνουμε όλα. Ινκόγκνιτο όμως σε παίρνουμε από το μπράτσο και σε φέρνουμε πάλι ανάμεσα στους ανθρώπους, μόνο, όπως είπαμε, ινκόγκνιτο· έτσι είναι δυνατόν! Πρώτα-πρώτα λοιπόν: το αντικείμενό σου φέρει από τώρα το όνομα “το απόλυτο”. Ακούγεται παράξενο, αξιοπρεπές και εκλεκτό και τι μπορεί να πετύχει κανείς στους Γερμανούς με την επίκληση του εκλεκτού, το ξέρουμε από πρώτο χέρι: τι εννοείται με το όνομα το καταλαβαίνει ο καθένας, και σκέφτεται και πόσο σοφός είναι που το καταλαβαίνει. Εσύ η ίδια όμως εμφανίζεσαι μεταμφιεσμένη στη μορφή ενός ενθυμήματος, συλλογιστικού υπαινιγμού. Όλους τους συλλογισμούς και τις αρχές με τα οποία συνηθίζεις να ανεβαίνεις τη μεγάλη σκάλα, άφησέ τα ωραία στο σπίτι: το ξέρουν βέβαια πως όλα αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Αλλά εμφανιζόμενη ό-πως ένας λιγόλογος, υπερήφανος, επηρμένος και εκλεκτός άνθρωπος, φτάνεις με ένα πήδημα στον σκοπό: “Το απόλυτο”, κραυγάζεις (και εμείς με εσένα), “πρέπει, που να πάρει ο διάολος, να υπάρχει, διαφορετικά δεν θα υπήρχε τίποτα!" (κι αυτή τη στιγμή χτυπάς το χέρι σου στο τραπέζι). Από πού προήλθε; “Χαζή ερώτηση! Δεν είπα ότι πρόκειται για το απόλυτο;" Τέτοια πιάνουν! Οι Γερμανοί είναι συνηθισμένοι να αποδέχονται λέξεις αντί για έννοιες: για τον σκοπό αυτό γυμνάζονται από μικροί – κοίταξε μόνο τι γράφει ο Χέγκελ, τι άλλο είναι αυτά από άδειο, κούφιο κι ακόμα αηδιαστικό λεκτικό κουβάριασμα; Και όμως πόσο λαμπρή ήταν η καριέρα αυτού του φιλοσοφίσκου με την υπουργική εμφάνιση! Για τον σκοπό αυτό δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από μερικούς πουλημένους συντρόφους που ανέβασαν τη φήμη του και η φωνή τους βρήκε στο κούφιο κεφάλι χιλιάδων ανόητων αναπαραγόμενη αντήχηση· δες, έτσι σε λίγο, από ένα συνηθισμένο κεφάλι, από έναν κοινό τσαρλατάνο μάλιστα, έγινε ένας μεγάλος φιλόσοφος. Λοιπόν, θάρρος! Εξάλλου, φίλη μας, θα σου παρασταθούμε και αλλού, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς εσένα! Στάθη κε ο γερο-γκρινιάρης από την Καινιξβέργη κριτικά απέναντι στον καθαρό λόγο και του έκοψε τα φτερά του; Εντάξει, εμείς θα εφεύρουμε έναν νέο λόγο, για τον οποίο μέχρι τώρα δεν έχει ακούσει κανένας άνθρω-πος κάτι, έναν λόγο ο οποίος δεν σκέφτεται, αλλά παρατηρεί άμεσα, παρατηρεί ιδέες (μια εκλεκτή λέξη κατάλληλη για μυστικοπάθεια) πραγματικά, ή επίσης διαβλέπει, άμεσα διαβλέπει, ό,τι εσύ και οι άλλοι θέλα-τε να αποδείξετε. Ή – σε αυτούς που επιτρέπουν λίγα, αλλά και αρκούνται σε λίγα – τιμωρεί. Εμφυτευμένες από μικρή ηλικία λαϊκές έννοιες τις θεωρού-με έτσι σαν άμεσες αντιλήψεις του νέου μας νου, δηλαδή σαν κατεβασμένες από πάνω. Τον παλιό νου όμως τον υποβιβάζουμε, τον λέμε διάνοια και τον στέλ-νουμε περίπατο. Και την πραγματική, κύρια διάνοια; Τι στο καλό μας νοιάζει η πραγματική, κύρια διάνοια; Χαμογελάς δύσπιστα, όμως εμείς το ξέρουμε το κοινό μας κι όλους αυτούς που κάθονται μπροστά μας στους πάγκους. Ήδη ο Βάκων του Βέρουλαμ έχει πει: “Στα πανεπιστήμια οι νέοι μαθαίνουν να πιστεύουν". Εκεί μπορούν από εμάς να μάθουν κάτι σωστό! Έχουμε ένα καλό απόθεμα από προϊόντα πίστεως. Αν πάει να σε πιάσει λιγοψυχιά, σκέψου μόνο ότι βρισκόμαστε στη Γερμανία, όπου κανείς έχει καταφέρει ό,τι δεν θα ήταν δυνατό πουθενά αλλού, δηλαδή να θεωρήσει σαν μεγάλο πνεύμα και βαθυστόχαστο διανοητή έναν ανί-δεο, χωρίς πνεύμα φιλοσοφίσκο, που σκορπάει γύρω του χαζομάρες, και με ένα δίχως προηγούμενο κενό λεκτικό μαγείρεμα αποδιοργανώνει για πάντα τα μυα-λά. Εννοώ τον ακριβό μας Χέγκελ. Και όχι μόνο τα κατάφεραν ατιμώρητα και χωρίς να περιπαιχτούν, πα-ρά πραγματικά τα πιστεύουν, τα πιστεύουν εδώ και τριάντα χρόνια, μέχρι τη σημερινή μέρα! Με τη βοήθειά σου λοιπόν, και παρά την “Κριτική” του Καντ, έχουμε εδώ τώρα το απόλυτο, και έτσι είμαστε σωσμένοι. Μετά φιλοσοφούμε από πάνω προς τα κάτω, αφήνουμε μέσα από τις πιο διαφορετικές, και όμοιες μόνο στη βασανιστική τους πλήξη, επαγωγές να προ-κύψει ο κόσμος, τον ονομάζουμε πεπερασμένο, και εκείνο απόλυτο, άπειρο - κάτι που δίνει πάλι μια ωραία παραλλαγή της λεκτικής σαλάτας – και πλέον μιλάμε γενικά πάντα για τον Θεό. Εξηγούμε πώς, γιατί, προς τι, μέσα από ποια θελημένη ή αθέλητη διαδικασία έφτιαξε ή γέννησε τον κόσμο, αν βρίσκεται μέσα σε αυτόν ή έξω κ.λπ., σαν να ήταν η φιλοσοφία θεολογία, και σαν να μην ήταν δουλειά της η εξήγηση του κόσμου παρά του Θεού».
Η κοσμολογική απόδειξη λοιπόν, για την οποία έγινε αυτή η αποστροφή και με την οποία ασχολούμαστε εδώ, βασίζεται κυρίως στον ισχυρισμό ότι η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι, ή ο νόμος της αιτιότητας, αναγκαστικά οδηγεί σε μια σκέψη από την οποία η ίδια η αιτιότητα καταργείται. Όμως ο νόμος της αιτιότητας δεν οδηγεί στην causa prima (απόλυτο), γιατί ισχύει στο διηνεκές, και τον ακυρώνει μόνο η οποιαδήποτε διακοπή του.
Μετά λοιπόν τη σύντομη και σαφή παρουσίαση της μηδαμινότητας της κοσμολογικής απόδειξης, κάτι που είχα κάνει και στο δεύτερο κεφάλαιο σε σχέση με την οντολογική, ο αναγνώστης που συμμετέχει θα ήθελε ίσως να πω και τα αναγκαία για την, πολύ πιο φαινομενική, φυσικοθεολογική απόδειξη. Μόνο που δεν είναι εδώ ο σωστός τόπος, γιατί η ύλη της ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό τμήμα της φιλοσοφίας. Τον παραπέμπω λοιπόν κατ' αρχήν στην Κριτική του καθαρού λόγου Καντ, στην Κριτική της κριτικής ικανότητας, και σαν συμπλήρωμα στη δική του αρνητική θεώρηση, τον παραπέμπω επίσης στη δική μου θετική στο έργο μου Η βούληση στη φύση, αυτό το μικρό αλλά πλούσιο σε περιεχόμενο κείμενο. Ο αναγνώστης, αντίθετα, που δεν συμμετέχει, μπορεί να αφήσει αυτό και όλα τα άλλα έργα μου απείραχτα για τα εγγόνια του. Εμένα με ενδιαφέρει ελάχιστα, γιατί δεν είμαι εδώ για μια γενιά, παρά για πολλές.
Αφού, όπως θα δείξουμε στην επόμενη παράγραφο, ο νόμος της αιτιότητας μας είναι a priori συνειδητός και επομένως υπερβατικός, και ισχύει για όλες τις δυνατές εμπειρίες χωρίς εξαίρεση, αφού επίσης ο ίδιος νόμος καθορίζει ότι μια δεδομένη, σχετικά πρώτη κατάσταση πρέπει να ακολουθήσει μια δεύτερη, και αυτό μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή, έτσι συνάγεται ότι η σχέση του αιτίου προς την ενέργεια είναι μια αναγκαία σχέση· επομένως, ο νόμος της αιτιότητας δίνει το δικαίωμα για υποθετικές κρίσεις και εμφανίζεται σαν μια μορφή της αρχής του αποχρώντος λόγου, στην οποία θα πρέπει να βασίζονται όλες οι υποθετικές κρίσεις και στην οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στηρίζεται κάθε αναγκαιότητα.
Αυτή τη μορφή της αρχής μας την ονομάζω αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι. Γιατί η χρήση της προϋποθέτει παντού μια μεταβολή, την είσοδο μιας νέας κατάστασης, δηλαδή ένα γίγνεσθαι. Στον κύριο χαρακτήρα της ανήκει επίσης το ότι το αίτιο προηγείται στο χρόνο της ενέργειας (βλ. §47), και μόνο σύμφωνα με αυτό το κριτήριο μπορεί να αναγνωρίσει κανείς ποια από δυο συνδεδεμένες αιτιατά μεταξύ τους καταστάσεις είναι το αίτιο και ποια η ενέργεια. Αντίστροφα, υπάρχουν περιπτώσεις που από προηγού-μενη εμπειρία της αιτιατής σύνδεσης μας είναι μεν γνωστό ποια είναι το αίτιο και ποια η ενέργεια, η αλληλουχία όμως των καταστάσεων γίνεται τόσο γρήγορα που διαφεύγει της παρατήρησής μας· τότε συμπεραίνουμε με απόλυτη βεβαιότητα την αλληλουχία με τη βοήθεια της αιτιότητας, π.χ. το άναμμα της πυρίτιδας προηγείται της έκρηξης. Παραπέμπω σχετικά στο έργο μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση. Από αυτή την ουσιαστική σχέση της αιτιότητας με την αλληλουχία, έπεται πάλι ότι η έννοια της αλληλεπίδρασης, αυστηρά ιδωμένη, είναι ανύπαρκτη. Γιατί προϋποθέτει ότι η ενέργεια είναι πάλι το αίτιο του αιτίου της, δηλαδή ότι το ακόλουθο ήταν συγχρόνως προηγούμενο. Το ότι δεν ευσταθεί αυτή η έννοια το έχω εξηγήσει αναλυτικά στο συμπλήρωμα του έργου μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, «Κριτική της φιλοσοφίας του Καντ», στο οποίο και παραπέμπω. Θα δει κανείς ότι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν εκείνη την έννοια κατά κανόνα όταν η αντιληψή τους αρχίζει να γίνεται ασαφής. Γι' αυτό και η χρησιμοποί-ησή της είναι τόσο συχνή. Όταν σε έναν συγγραφέα λείπουν οι έννοιες, δεν υπάρχει πιο πρόθυμη λέξη να τον βγάλει από την αμηχανία όσο η «αλληλεπίδρα-ση». Γι' αυτό ο αναγνώστης μπορεί να το δει σαν σημάδι συναγερμού ότι έχει βρεθεί σε σημείο που χά-νεται το έδαφος κάτω από τα πόδια. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη «αλληλεπίδραση» (Wechselwirkung) συναντιέται μόνο στα γερμανικά, και καμία άλ-λη γλώσσα δεν έχει μια αντίστοιχη χρησιμοποιούμενη.
Από τον νόμο της αιτιότητας προκύπτουν δύο ση μαντικά συμπληρώματα, τα οποία έτσι λαμβάνουν την επικύρωσή τους σαν a priori αντιλήψεις, επομένως σαν υπεράνω κάθε αμφιβολίας και μη επιδεχόμενα καμία εξαίρεση: δηλαδή ο νόμος της αδράνειας της ύλης και αυτός της σταθερότητας της ουσίας. Ο πρώτος ση μαίνει ότι κάθε κατάσταση, δηλαδή τόσο η ηρεμία όσο και η κίνηση κάθε είδους, θα πρέπει να παραμένει αμετάβλητη, να μη μειώνεται ή να ενισχύεται, μέσα στον ατέλειωτο χρόνο, αν δεν μεσολαβήσει ένα αίτιο το οποίο τη μεταβάλλει ή την καταργεί. Ο άλλος όμως, ο οποίος εκφράζει τη διάρκεια της ύλης, προκύπτει από το γεγονός ότι ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται μόνο με τις καταστάσεις των σωμάτων, δηλαδή με την ηρεμία, την κίνηση, τη μορφή και την ποιότητά τους, και προηγείται της χρονικής εμφάνισης και παρέλευσης αυτών. Δεν σχετίζεται όμως ο νόμος της αιτιότητας καθόλου με την ύπαρξη του φορέα αυτών των καταστάσεων, στον οποίο για να εκφράσει κανείς την ανεξαρτησία του από κάθε δη-μιουργία ή παρέλευση, έχει δώσει το όνομα ουσία. Η ουσία παραμένει σταθερή: αυτό σημαίνει πως δεν μπο-ρεί να προκύψει ούτε να παρέλθει, συνεπώς η ποσότη-τα που από αυτή βρίσκεται στον κόσμο δεν μπορεί ποτέ να αυξηθεί ούτε να λιγοστέψει. Το ότι αυτό το γνωρίζουμε a priori το μαρτυρεί η ατράνταχτη βεβαιότητα με την οποία καθένας που βλέπει ένα σώμα να εξαφανίζεται, μέσα από τα τεχνάσματα ενός θαυματοποιού, ή κάψιμο, ή εξάτμιση, ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, προϋποθέτει χωρίς αμφιβολία ότι, άσχετα με το τι συνέβη με τη μορφή του σώματος, η ουσία, δηλαδή η ύλη του, υπάρχει αμείωτη και κάπου θα μπορούσε κανείς να τη συναντήσει. Το ίδιο, αν ένα σώμα βρεθεί κάπου, ή γιατί το έχουν τοποθετήσει εκεί, ή γιατί προήλθε από χημικές διαδικασίες, ποτέ όμως δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί όσον αφορά την ουσία του (την ύλη), κάτι που θα ήταν εντελώς αδύνατον και γενικά αδιανόητο. Η βεβαιότητα με την οποία το διαπιστώνουμε αυτό εκ των προτέρων (a priori) πηγάζει από το γεγονός ότι στη νόησή μας, κατά κάποιο τρόπο, λείπει η δυνατότητα της σκέψης της δημιουργίας ή παρέλευσης της ύλης, και ο νόμος της αιτιότητας, ο οποίος είναι η μοναδική μορφή με την οποία μπορούμε να σκεφτούμε γενικά μεταβολές, αφορά πάντα μόνο τις καταστάσεις των σωμάτων, σε καμία περίπτωση την ύπαρξη του φορέα όλων των καταστάσεων, την ύλη. Γι' αυτό θεωρώ την αρχή της σταθερότητας της ουσίας σαν ένα συμπλήρωμα του νόμου της αιτιότητας. Επίσης την πεποίθηση για τη σταθερότητα της ουσίας δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να την αποκτήσουμε εκ των υστέρων, εν μέρει επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εμπειρικά, και εν μέρει γιατί κάθε εμπειρική, μέσα από επαγωγή κερδισμένη αντίληψη έχει πάντα μια κατά προσέγγιση, αμφίβολη, ποτέ απόλυτη βεβαιότητα. Γι' αυτό επίσης και η βεβαιότητα της πεποίθησής μας για τη σταθερότητα της ύλης είναι εντελώς άλλου είδους και φύσης από αυτή για την ορθότητα οποιουδήποτε εμπειρικά διαπιστωμένου φυσικού νόμου, γιατί εκείνη η πεποίθησή μας έχει μια εντελώς διαφορετική, αταλάντευτη, ποτέ αμφίβολη βεβαιότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνη η αρχή εκφράζει μια υπερβατική αντίληψη, δηλαδή μια τέτοια η οποία, οτιδήποτε μπορεί να αναγνωριστεί με κάθε εμπειρία, το καθορίζει και το διαπιστώνει πριν από κάθε εμπειρία, αλλά έτσι όλος ο κόσμος της εμπειρίας γενικά υποβιβάζεται σε ένα απλό φαινόμενο του εγκεφάλου. Και μάλιστα ο γενικότερος από όλους τους φυσικούς νόμους, ο λιγότερο επιδεχόμενος εξαίρεση, αυτός της βαρύτητας, είναι ήδη εμπειρικής προέλευσης, επομένως χωρίς εγγύηση για τη γενική του ισχύ. Γι' αυτό επίσης καμιά φορά αμφισβητείται, γεννιούνται αμφιβολίες αν ισχύει και έξω από το δικό μας ηλιακό σύστημα, ενώ οι αστρονόμοι δεν παραλείπουν να τονίζουν τις ενδείξεις και τις επιβεβαιώσεις που βρίσκουν με κάθε ευκαιρία για το αντίθετο, φανερώνοντας έτσι ότι παρατηρούν το φαινόμενο απλά εμπειρικά. Μπορεί πάντως να θέσει κανείς την ερώτηση αν επίσης και μεταξύ σωμάτων που χωρίζονται μέσα από ένα απόλυτο κενό, υπάρχει βαρύτητα. Ή αν αυτή μέσα σε ένα ηλιακό σύστημα προκαλείται, ας πούμε, από αιθερικά σωματίδια και δεν μπορεί να ασκήσει καμία επίδραση ανάμεσα σε απλανή αστέρια, κάτι που μόνο εμπειρικά είναι δυνατόν να διαπιστωθεί. Βλέπου-με ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια a priori αντίληψη. Αν όμως αντίθετα, με βάση την αρχή των πιθανοτήτων, υποθέσουμε ότι τα ηλιακά συστήματα έχουν δημιουργηθεί μέσα από τη βαθμιαία συμπύκνωση μιας προϋπάρχουσας ομίχλης, σύμφωνα με την υπόθεση του Καντ και του Λαπλάς, πάντως δεν μπορούμε ούτε στιγμή να σκεφτούμε ότι εκείνη η πρώτη ύλη προέκυψε από το τίποτα, παρά είμαστε αναγκασμένοι να προϋποθέσουμε ότι τα μόριά της κάπου θα πρέπει να υπήρχαν προηγουμένως και μόνο απλά συντέθηκαν. Γιατί η αρχή της σταθερότητας της ύλης είναι υπερβατική. Το ότι εξάλλου η ουσία είναι ένα απλό συνώνυμο της ύλης, γιατί η έννοιά της πηγάζει από την ύλη, το έχω παραθέσει λεπτομερειακά, όπως επίσης, στην «Κριτική της φιλοσοφίας του Καντ», εξετάζω και τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε η έννοια. Αυτή η a priori διάρκεια της ύλης (που σημαί νει σταθερότητα), όπως και πολλές άλλες βέβαιες α-λήθειες, είναι για τους καθηγητές της φιλοσοφίας απαγορευμένος καρπός. Γι' αυτό και την προσπερνούν ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα. Από αυτή τη δίχως τέλος αλυσίδα των αιτίων και των ενεργειών, από την οποία προκύπτουν όλες οι μεταβολές, αλλά ποτέ δεν προχωράει πιο πέρα από αυτές, μένουν λοιπόν ανέγγιχτες δυο οντότητες: από τη μια μεριά, όπως έχουμε δείξει, η ύλη, και από την άλλη οι αρχέγονες φυσικές δυνάμεις. Η πρώτη, γιατί είναι ο φορέας όλων των μεταβολών ή είναι αυτό επάνω στο οποίο συμβαίνουν οι μεταβολές, και οι νόμοι της φύσης, γιατί είναι αυτοί δυνάμει των οποίων είναι δυνατές οι μεταβολές ή γε νικά οι ενέργειες, αυτοί που δίνουν στα αίτια την αιτιότητα, δηλαδή την ικανότητα να ενεργούν. Αίτιο και ενέργεια είναι οι συνδεδεμένες μεταξύ τους μεταβολές που δημιουργούν την αναγκαία αλληλουχία μέσα στον χρόνο· οι φυσικές δυνάμεις αντίθετα, δυνάμει των οποίων ενεργούν όλα τα αίτια, είναι έξω από κάθε αλλαγή, επομένως, με αυτή την έννοια, έξω από τον χρόνο, όμως γι' αυτό πάντα και παντού παρούσες, παρούσες και ακατάλυτες, πάντα έτοιμες να φανερωθούν, μόλις στην πορεία της αιτιότητας προκύψει η κατάλληλη ευκαιρία. Το αίτιο, όπως και η ενέργειά του, είναι πάντα κάτι μεμονωμένο, μια μεμονωμένη μεταβολή η δύναμη της φύσης, αντίθετα, είναι κάτι το γενικό, αμετάβλητο, παρόν κάθε στιγμή και παντού. Για παράδειγμα, το ότι το κεχριμπάρι τώρα ελκύει ένα κομματάκι μαλλιού, είναι η ενέργεια· το αίτιο είναι η τριβή και το πλησίασμα του κεχριμπαριού που προηγήθηκαν, και η ενεργή σε αυτή τη διαδικασία δύναμη της φύσης είναι ο ηλεκτρισμός. Την εξέταση του θέματος μέσα από ένα λεπτομερειακό παράδειγμα τη βρίσκει κανείς στο Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, όπου σε μια μακρά αλυσίδα από αίτια και ενέργειες έχω δείξει πώς εμφανίζονται και παίρνουν μέρος σε αλληλουχία οι πιο διαφορετικές φυσικές δυνάμεις. Έτσι γίνεται αντιληπτή η διαφορά ανάμεσα στο αίτιο και τη δύναμη της φύσης, το παροδικό φαινόμενο και την αιώνια ενεργή μορφή και επειδή εκεί είναι αφιερωμένη στο θέμα η μεγάλη §26, θεώρησα ότι εδώ αρκεί μια σύντομη αναφορά. Ο κανόνας τον οποίο ακολουθεί μια φυσική δύναμη σε σχέση με την εμφάνισή της στην αλυσίδα των αιτίων και ενεργειών, δηλαδή η συνδετική ταινία, είναι ο νόμος της φύσης. Η σύγχυση της φυσικής δύναμης με το αίτιο είναι συχνή και επιζήμια. Φαίνεται μάλιστα πως πριν από εμένα αυτές οι έννοιες δεν έχουν διαχωριστεί με σαφήνεια, όσο αναγκαίο και αν είναι αυτό. Όχι μόνο οι φυσικές δυνάμεις θεωρούνται σαν αίτια, με το που λένε ότι αίτιο είναι ο ηλεκτρισμός, η βαρύτητα κ.λπ., παρά μερικοί τις βλέπουν μάλιστα και σαν ενέργειες, με το που ρωτούν για το αίτιο του ηλεκτρισμού, της βαρύτητας κ.λπ. Κάτι που είναι παράλογο. Εντελώς διαφορετικό είναι όμως όταν κανείς μειώνει τον αριθμό των φυσικών δυνάμεων μέσα από την αναγωγή κάποιας σε μια άλλη, όπως στις μέρες μας του μαγνη τισμού στον ηλεκτρισμό. Κάθε γνήσια, δηλαδή πραγματικά αρχέγονη φυσική δύναμη, στις οποίες ανήκει και κάθε χημική βασική ιδιότητα, είναι κατά κύριο λόγο qualitas occulta, απόκρυφη ιδιότητα, κάτι που σημαίνει ότι δεν επιδέχεται καμιά παραπέρα φυσική εξήγηση, παρά μόνο μια μεταφυσική, δηλαδή αυτή που πάει πιο πέρα από την εμφάνιση. Εκείνη τη σύγ-χυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.
Η αιτιότητα λοιπόν,…
ΣΕ ΛΙΓΟ ΑΝ ΟΧΙ ΗΔΗ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΩ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΤΟΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟ ΑΡΕΙΟ.