Συνέχεια από Δευτέρα 1η. Ιουνίου 2026
Η ζωή του πνεύματος-Η σκέψη 7
Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024
«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden
Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024
«Μας κρίνει ο Θεός και σύμφωνα με τις εμφανίσεις;
Φοβάμαι πως ναι.»
— W H Auden
4. Σώμα και ψυχή· ψυχή και πνεύμα
....Η εκφραστική δύναμη μιας εμφάνισης, αντίθετα, βρίσκεται σε άλλο επίπεδο· αυτό που «εκφράζει» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος της ο εαυτός, δηλαδή δείχνει ή παρουσιάζει. Από τα ευρήματα του Portmann προκύπτει η ψευδότητα των συνηθισμένων κριτηρίων της κρίσης μας, τα οποία είναι τόσο βαθιά ριζωμένα σε μεταφυσικές παραδοχές και προκαταλήψεις — σύμφωνα με τις οποίες το ουσιώδες βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια και η επιφάνεια είναι κάτι «επιφανειακό». Προκύπτει επίσης η σαθρότητα της διαδεδομένης πεποίθησης ότι το εσωτερικό μας, η «εσωτερική μας ζωή», είναι πιο καθοριστική για το τι «είμαστε» από αυτό που εμφανίζεται εξωτερικά. Όμως, όταν πρόκειται να διορθώσουμε αυτές τις πλάνες, αποδεικνύεται ότι η γλώσσα μας, τουλάχιστον η θεωρητική μας γλώσσα, μας εγκαταλείπει......
....Η εκφραστική δύναμη μιας εμφάνισης, αντίθετα, βρίσκεται σε άλλο επίπεδο· αυτό που «εκφράζει» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος της ο εαυτός, δηλαδή δείχνει ή παρουσιάζει. Από τα ευρήματα του Portmann προκύπτει η ψευδότητα των συνηθισμένων κριτηρίων της κρίσης μας, τα οποία είναι τόσο βαθιά ριζωμένα σε μεταφυσικές παραδοχές και προκαταλήψεις — σύμφωνα με τις οποίες το ουσιώδες βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια και η επιφάνεια είναι κάτι «επιφανειακό». Προκύπτει επίσης η σαθρότητα της διαδεδομένης πεποίθησης ότι το εσωτερικό μας, η «εσωτερική μας ζωή», είναι πιο καθοριστική για το τι «είμαστε» από αυτό που εμφανίζεται εξωτερικά. Όμως, όταν πρόκειται να διορθώσουμε αυτές τις πλάνες, αποδεικνύεται ότι η γλώσσα μας, τουλάχιστον η θεωρητική μας γλώσσα, μας εγκαταλείπει......
Επιπλέον, οι δυσκολίες δεν είναι καθόλου μόνο ορολογικού χαρακτήρα. Συνδέονται στενά με τις προβληματικές μας αντιλήψεις σχετικά με την ψυχική μας ζωή και τη σχέση ψυχής και σώματος. Φυσικά, έχουμε την τάση να παραδεχθούμε ότι κανένα σωματικό εσωτερικό δεν εμφανίζεται ποτέ κυριολεκτικά, αφ’ εαυτού· όμως, όταν μιλούμε για μια εσωτερική ζωή που εκφράζεται στην εξωτερική εμφάνιση, εννοούμε την ψυχική ζωή. Η σχέση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η οποία ισχύει για το σώμα μας, δεν ισχύει για την ψυχή μας, ακόμη κι αν μιλούμε για την ψυχική ζωή και τη διάθεσή της «μέσα» μας — εικόνες που προφανώς προέρχονται από σωματικά δεδομένα και εμπειρίες.
Επιπλέον, η θεωρητική μας γλώσσα, η οποία υποτίθεται ότι αντανακλά τη ζωή του πνεύματος, χρησιμοποιεί ακριβώς τις ίδιες εικόνες· και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται σε καθαρά φιλοσοφικές πραγματεύσεις προέρχονται πάντοτε από εκφράσεις που αρχικά είχαν σχέση με τον κόσμο όπως αυτός δίνεται στις πέντε σωματικές μας αισθήσεις, και από εκεί, όπως τονίζει ο Locke, «μεταφέρονται σε πιο απομακρυσμένες [σημασίες] [metapherein, μεταφέρειν, μεταφέρω πέρα] και πρέπει τώρα να αντιπροσωπεύουν ιδέες που είναι απρόσιτες στην αισθητηριακή μας αντίληψη». Μόνο μέσω μιας τέτοιας μεταφοράς μπορούν οι άνθρωποι «να καταστήσουν κατανοητές αυτές τις εσωτερικές επενέργειες που βιώνουν οι ίδιοι και που δεν εμφανίζονται προς τα έξω»[50].
Ο Locke στηρίζεται εδώ στην παλαιά σιωπηρή προϋπόθεση μιας ταυτότητας ανάμεσα στην ψυχή και στο πνεύμα, τα οποία, ως αόρατα, αντιπαρατίθενται και τα δύο στο σώμα. Όμως, σε ακριβέστερη εξέταση, φαίνεται ότι για την ψυχική ζωή δεν ισχύει καθόλου αυτό που ισχύει για το πνεύμα, δηλαδή ότι η μεταφορική γλώσσα είναι γι’ αυτό η μόνη δυνατότητα να «εμφανιστεί εξωτερικά στις αισθήσεις» — ακόμη και η σιωπηλή, μη εμφανιζόμενη δραστηριότητα συνίσταται ήδη στο ομιλείν, στον άφωνο διάλογό μου με τον εαυτό μου.
Η θεωρητική μεταφορική γλώσσα είναι πράγματι κατάλληλη για τη δραστηριότητα της σκέψης, για το έργο του πνεύματός μας· όμως η ψυχική μας ζωή, με τη χαρακτηριστική της ένταση, εκφράζεται πολύ καλύτερα σε ένα βλέμμα, σε έναν ήχο, σε μια χειρονομία παρά στον προφορικό λόγο. Όταν μιλά κανείς για ψυχικά βιώματα, δεν εμφανίζεται ποτέ το ίδιο το βίωμα, αλλά πάντοτε εκείνο που σκεφτόμαστε γι’ αυτό, όταν το κάνουμε αντικείμενο στοχασμού.
Σε αντίθεση με σκέψεις και ιδέες, τα αισθήματα και τα πάθη δεν μπορούν να γίνουν συστατικά μέρη του κόσμου των φαινομένων, όπως ακριβώς ούτε τα εσωτερικά μας όργανα. Στον εξωτερικό κόσμο εμφανίζεται, πλάι στα φυσικά σημεία, μόνο εκείνο που εμείς, σκεπτόμενοι, κάνουμε από αυτά. Κάθε φανέρωση θυμού περιέχει ήδη, σε αντίθεση προς τον βιωμένο θυμό, έναν στοχασμό πάνω σε αυτόν, και αυτός δίνει στο αίσθημα την έντονα εξατομικευμένη μορφή που έχει νόημα σε όλες τις επιφανειακές εμφανίσεις.
Η φανέρωση του θυμού είναι μια μορφή αυτοπαρουσίασης: εγώ αποφασίζω τι πρέπει να εμφανιστεί. Με άλλα λόγια, τα αισθήματά μου δεν προορίζονται να φανερωθούν στην άμεση, αδιαμεσολάβητη κατάστασή τους, όπως ακριβώς δεν προορίζονται να φανερωθούν τα εσωτερικά όργανα μέσω των οποίων ζούμε. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε κανείς ποτέ να τα μετατρέψει σε εμφανίσεις, αν δεν έτειναν προς αυτό και αν δεν τα αισθανόταν όπως και άλλες αισθήσεις, οι οποίες μου φέρνουν στη συνείδηση τις ζωτικές διεργασίες μέσα μου. Όμως ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται χωρίς την παρεμβολή της σκέψης και χωρίς μεταφορά στη γλώσσα —δηλαδή μέσω βλέμματος, χειρονομίας, άναρθρου ήχου— δεν διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο τα ανώτερα ζώα κοινοποιούν εντελώς παρόμοια αισθήματα τόσο μεταξύ τους όσο και στον άνθρωπο.
Οι πνευματικές μας δραστηριότητες, αντίθετα, είναι γλωσσικά συγκροτημένες ακόμη προτού κοινοποιηθούν· όμως η γλώσσα προορίζεται να ακούγεται και οι λέξεις να κατανοούνται από άλλους, οι οποίοι επίσης κατέχουν τη γλώσσα, ακριβώς όπως ένα ον προικισμένο με την αίσθηση της όρασης προορίζεται να βλέπει και να βλέπεται. Σκέψη χωρίς γλώσσα είναι αδιανόητη· «σκέψη και γλώσσα προλαμβάνουν η μία την άλλη. Διαρκώς η μία παίρνει τη θέση της άλλης»[51]· ναι, απλώς προϋποθέτουν η μία την άλλη. Και μολονότι η ικανότητα της γλώσσας μπορεί ασφαλώς να εντοπιστεί σωματικά με μεγαλύτερη βεβαιότητα από ό,τι πολλά συναισθήματα —αγάπη ή μίσος, ντροπή ή φθόνος—, ο τόπος της όμως δεν είναι ένα «όργανο», και του λείπουν όλες οι αυστηρά λειτουργικές ιδιότητες που είναι τόσο χαρακτηριστικές για ολόκληρη τη διαδικασία της οργανικής ζωής.
Βεβαίως, όλες οι πνευματικές δραστηριότητες αποσύρονται από τον κόσμο των φαινομένων, αλλά όχι προς το εσωτερικό του εγώ ή της ψυχής. Η σκέψη και η θεωρητική γλώσσα που τη συνοδεύει συμβαίνουν σε ένα ον που είναι οικείο μέσα σε έναν κόσμο φαινομένων· και γι’ αυτό χρειάζονται εικόνες, για να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα σε έναν κόσμο αισθητηριακής εμπειρίας και σε ένα βασίλειο όπου δεν μπορεί να υπάρξει καθόλου τέτοια άμεση σύλληψη δεδομένων.
Όμως οι ψυχικές μας εμπειρίες είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένες με το σώμα, ώστε η ομιλία για μια «εσωτερική ζωή» της ψυχής δεν είναι περισσότερο μεταφορική από ό,τι η ομιλία για μια εσωτερική αίσθηση, η οποία μας μεταδίδει σαφείς αισθήσεις για τη λειτουργία ή τη μη λειτουργία των εσωτερικών μας οργάνων. Είναι φανερό ότι ένα ον χωρίς πνεύμα δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να έχει την εμπειρία προσωπικής ταυτότητας· είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στην εσωτερική ζωτική του διαδικασία, στις διαθέσεις και στα συναισθήματά του, των οποίων η συνεχής μεταβολή δεν διαφέρει καθόλου από εκείνη των σωματικών μας οργάνων.
Κάθε συγκίνηση είναι μια σωματική εμπειρία· η καρδιά μου πονά όταν είμαι θλιμμένος, θερμαίνεται από συμπόνια, ανοίγεται στις σπάνιες στιγμές κατά τις οποίες με κατακλύζει η αγάπη ή η ευφροσύνη· παρόμοιες σωματικές αισθήσεις με κυριεύουν με τον θυμό, την οργή, τον φθόνο και άλλα πάθη. Η γλώσσα της ψυχής, στα καθαρά εκφραστικά της στάδια, πριν από τη μεταμόρφωση και μετατροπή της από τη σκέψη, δεν είναι μεταφορική· δεν απομακρύνεται από τις αισθήσεις και δεν χρησιμοποιεί αναλογίες, όταν μιλά με τη μορφή σωματικών αισθήσεων.
Ο Merleau-Ponty είναι, απ’ όσο γνωρίζω, ο μόνος φιλόσοφος που όχι μόνο προσπάθησε να παρουσιάσει την οργανική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και θέλησε σοβαρά να θέσει σε έργο μια «φιλοσοφία της σάρκας»· ωστόσο κι αυτός ακόμη παραπλανήθηκε από την παλαιά ταύτιση πνεύματος και ψυχής, όταν όριζε «το πνεύμα ως την άλλη πλευρά του σώματος»: «υπάρχει ένα σώμα του πνεύματος, υπάρχει ένα πνεύμα του σώματος, και υπάρχει μια διασταύρωση ανάμεσά τους»[52]. Ακριβώς η απουσία τέτοιων διασταυρώσεων είναι το χαρακτηριστικό των πνευματικών φαινομένων, και ο ίδιος ο Merleau-Ponty έχει αναγνωρίσει πολύ καθαρά αυτή την απουσία σε άλλο συμφραζόμενο.
Η σκέψη, γράφει, είναι «θεμελιώδης» καθόσον δεν στηρίζεται σε τίποτε, αλλά δεν είναι θεμελιώδης με την έννοια ότι με αυτήν θα είχε κανείς φθάσει σε ένα θεμέλιο επάνω στο οποίο θα μπορούσε να σταθεί με ασφάλεια. Η θεμελιώδης σκέψη είναι κατ’ αρχήν άνευ θεμελίου. Είναι, αν θέλει κανείς να το πει έτσι, μια άβυσσος»[53]. Όμως αυτό που ισχύει για το πνεύμα δεν ισχύει για την ψυχή, και αντιστρόφως. Η ψυχή ίσως είναι πολύ σκοτεινότερη από όσο θα κατορθώσει ποτέ να είναι το πνεύμα, αλλά δεν είναι άνευ θεμελίου· στην πραγματικότητα «εκχύνεται» μέσα στο σώμα· «το κυριεύει, είναι κρυμμένη μέσα του και ταυτόχρονα το χρειάζεται, τελειώνει μέσα του, είναι αγκυρωμένη μέσα του»[54].
Τέτοιες γνώσεις στο πεδίο του ανέκαθεν ακανθώδους προβλήματος σώματος και ψυχής είναι, άλλωστε, ήδη πολύ παλαιές. Το Περί ψυχής του Αριστοτέλη είναι γεμάτο συναρπαστικές νύξεις για ψυχικά φαινόμενα και τη στενή τους σύνδεση με το σώμα, σε αντίθεση προς τη σχέση —ή καλύτερα τη μη σχέση— ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα. Ο Αριστοτέλης συζητεί αυτά τα ζητήματα με αρκετά χαλαρό και μη χαρακτηριστικό τρόπο και λέει: «Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι αυτή [η ψυχή] ούτε υφίσταται ενέργεια ούτε ασκεί δραστηριότητα χωρίς το σώμα, π.χ. όταν οργίζεται, όταν έχει θάρρος, όταν επιθυμεί, γενικά όταν αισθάνεται. [Δραστηριότητα χωρίς τη μεσολάβηση του σώματος] φαίνεται να είναι κατεξοχήν ίδιον της σκέψης (noein). Αν όμως κι αυτή (noein) είναι ένα είδος δραστηριότητας της φαντασίας (phantasia) ή τουλάχιστον δεν πραγματοποιείται χωρίς τέτοια, τότε ακόμη και στη σκέψη (noein) θα ήταν αδύνατη η υπόθεση ότι γίνεται χωρίς το σώμα»[55].
Και λίγο αργότερα συνοψίζει: «Για τον νου (nous) και τη δύναμη της σκέψης δεν έχει ακόμη διασαφηνιστεί τίποτε· μάλλον φαίνεται ότι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο είδος ψυχής, το μόνο που μπορεί να χωριστεί [από το σώμα], όπως το αιώνιο από το φθαρτό»[56]. Και σε μία από τις βιολογικές πραγματείες του λέει ότι η ψυχή —τόσο το φυτικό όσο και το θρεπτικό και το αισθητικό μέρος της— «δημιουργήθηκε μέσα στο έμβρυο, χωρίς να έχει υπάρξει προηγουμένως έξω από αυτό, αλλά ο nous εισήλθε στην ψυχή απ’ έξω και έτσι κατέστησε δυνατή για τον άνθρωπο μια μορφή δραστηριότητας που δεν είχε καμία σχέση με τις σωματικές διεργασίες»[57].
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν αισθήσεις που να αντιστοιχούν στις πνευματικές δραστηριότητες· και οι αισθήσεις της psyche, της ψυχής, είναι στην πραγματικότητα αισθήματα που τα αισθανόμαστε με τα σωματικά μας όργανα.
Πέρα από την ορμή προς αυτοπαρουσίαση, μέσω της οποίας τα έμβια όντα εντάσσονται σε έναν κόσμο φαινομένων, οι άνθρωποι παρουσιάζουν τον εαυτό τους επίσης με πράξη και λόγο, και δείχνουν έτσι πώς θα ήθελαν να εμφανίζονται, τι θα ήθελαν να γίνει αντιληπτό και τι όχι. Αυτή η συνειδητή απόφαση σχετικά με το τι πρέπει να φανερωθεί και τι να παραμείνει κρυφό θα πρέπει να είναι κάτι ειδικά ανθρώπινο. Ως έναν βαθμό μπορεί κανείς να αποφασίσει πώς θα ήθελε να εμφανίζεται στους άλλους, και αυτή η εμφάνιση δεν είναι καθόλου η εξωτερική εκδήλωση μιας εσωτερικής διάθεσης· αν ήταν τέτοια, τότε μάλλον όλοι θα ενεργούσαμε και θα μιλούσαμε με τον ίδιο τρόπο.
Και εδώ πάλι οφείλουμε τις σχετικές διακρίσεις στον Αριστοτέλη: «Η γλώσσα είναι σημείο και ομοίωμα των καταστάσεων της ψυχής, και η γραφή πάλι της γλώσσας. Και όπως δεν έχουν όλοι τα ίδια γραπτά σημεία, έτσι δεν παράγουν και τους ίδιους ήχους. Οι ψυχικές καταστάσεις (pathēmata), όμως, τις οποίες αυτά κυρίως πρέπει να σημαίνουν, είναι σε όλους οι ίδιες». Αυτές οι καταστάσεις εκφράζονται «φυσικά» με «άναρθρους ήχους, οι οποίοι βέβαια επίσης σημαίνουν κάτι, π.χ. οι φωνές των ζώων». Η διαφοροποίηση και η εξατομίκευση συμβαίνουν μέσω της γλώσσας, μέσω της χρήσης ρημάτων και ουσιαστικών, και αυτά δεν είναι προϊόντα ή «σύμβολα» της ψυχής, αλλά του πνεύματος: «Τα ονόματα και τα ρήματα καθεαυτά μοιάζουν (eoiken) με σκέψη (noēmasin)» —η έμφαση της H. A.—[58].
Αν το εσωτερικό ψυχικό υπόστρωμα της ατομικής μας εμφάνισης δεν ήταν πάντοτε το ίδιο, τότε δεν θα μπορούσε να υπάρξει ψυχολογία, η οποία ως επιστήμη προϋποθέτει ότι ψυχικά «μέσα μας είμαστε όλοι ίδιοι»[59], ακριβώς όπως η επιστημονική φυσιολογία και η ιατρική προϋποθέτουν ότι τα εσωτερικά όργανα είναι σε όλους τα ίδια.
Η ψυχολογία, η ψυχολογία του βάθους ή η ψυχανάλυση, δεν φέρνει στο φως τίποτε περισσότερο από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες διαθέσεις, τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα της ψυχικής μας ζωής, και τα αποτελέσματα και οι ανακαλύψεις της δεν είναι ούτε ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε καθαυτά ιδιαίτερα σημαίνοντα. Η «ατομική ψυχολογία», αντιθέτως, το προνόμιο της καλής λογοτεχνίας, του μυθιστορήματος και του δράματος, δεν μπορεί ποτέ να είναι επιστήμη· ως επιστήμη θα ήταν αντίφαση εν τοις όροις.
Όταν η νεότερη επιστήμη άρχισε τελικά να φωτίζει το βιβλικό «σκότος της ανθρώπινης καρδιάς» —για το οποίο ο Αυγουστίνος λέει: Latet cor bonum, latet cor malum, abyssus est in corde bono et in corde malo («Η καλή καρδιά είναι κρυμμένη, η κακή καρδιά είναι κρυμμένη, άβυσσος υπάρχει στην καλή καρδιά και στην κακή καρδιά»)[60]—, αυτό αποδείχθηκε μια πολύχρωμα γεμάτη και οδυνηρή αποθήκη και θησαυροφυλάκιο «κακών», όπως ήδη είχε φοβηθεί ο Δημόκριτος[61]. Ή, διατυπωμένο κάπως θετικότερα: «Το συναίσθημα είναι θαυμάσιο όταν παραμένει στο βάθος· όχι όμως όταν έρχεται στο φως, θέλει να γίνει ουσία και να κυριαρχήσει»[62].
Τα αποτελέσματα της νεότερης ψυχολογίας είναι εξαιρετικά μονότονα και καθ’ όλο το μήκος τους απωθητικά, και βρίσκονται σε φανερή αντίθεση προς την τεράστια ποικιλία και τον πλούτο της αντιληπτής ανθρώπινης συμπεριφοράς· μαρτυρούν έτσι τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ανθρώπινου σώματος. Τα πάθη και τα αισθήματα της ψυχής μας δεν είναι μόνο δεμένα με το σώμα· φαίνεται επίσης ότι έχουν τις ίδιες ζωοσυντηρητικές και προστατευτικές λειτουργίες με τα εσωτερικά μας όργανα, με τα οποία έχουν και τούτο κοινό: ότι μόνο η διαταραχή ή η ανωμαλία μπορεί να τα εξατομικεύσει.
Χωρίς τη σεξουαλική ορμή που προέρχεται από τα αναπαραγωγικά μας όργανα δεν θα υπήρχε αγάπη· η ορμή είναι πάντοτε η ίδια, αλλά πόσο μεγάλη είναι η ποικιλία των πραγματικών εμφανίσεων της αγάπης! Φυσικά, μπορεί κανείς να κατανοήσει την αγάπη ως εξιδανίκευση της σεξουαλικότητας, αρκεί να έχει κατά νου ότι χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτε από εκείνο που κατανοούμε ως σεξουαλικότητα, και ότι χωρίς τη συμμετοχή του πνεύματος, δηλαδή χωρίς συνειδητή απόφαση ανάμεσα σε ό,τι μας ελκύει και ό,τι δεν μας ελκύει, δεν θα ήταν δυνατή ούτε καν η επιλογή ενός σεξουαλικού συντρόφου.
Παρομοίως, ο φόβος είναι ένα συναίσθημα απαραίτητο για την επιβίωση· σηματοδοτεί τον κίνδυνο, και χωρίς αυτή την προειδοποιητική αίσθηση κανένα έμβιο ον δεν θα μπορούσε να υπάρξει για πολύ. Ο θαρραλέος δεν είναι εκείνος στην ψυχή του οποίου δεν υπάρχει αυτό το συναίσθημα ή εκείνος που μπορεί να το υπερνικήσει μια για πάντα, αλλά εκείνος που έχει αποφασίσει να μη δείξει φόβο. Το θάρρος μπορεί τότε να γίνει δεύτερη φύση ή συνήθεια, όχι όμως με την έννοια ότι η αφοβία παίρνει τη θέση του φόβου, σαν να μπορούσε και αυτή να γίνει συναίσθημα.
Τέτοιες αποφάσεις καθορίζονται από διάφορους παράγοντες· πολλοί είναι προσδιορισμένοι από την κουλτούρα μέσα στην οποία γεννιόμαστε —τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στους άλλους. Υπάρχουν όμως και αποφάσεις που δεν υπαγορεύονται από το περιβάλλον· τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στον εαυτό του ή να δώσει παράδειγμα, δηλαδή να κάνει τους άλλους να τους αρέσει το ίδιο πράγμα που αρέσει και σε εμάς. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα, η επιτυχία και η αποτυχία στην αυτοπαρουσίαση εξαρτώνται από το πόσο συνεκτική και διαρκής είναι η εικόνα που προσφέρεται στον κόσμο. Επειδή τα φαινόμενα εμφανίζονται πάντοτε με το ένδυμα της επίφασης, της προσποίησης και της ψευδούς παράστασης εκ μέρους εκείνου που παρουσιάζεται, το σφάλμα και η εξαπάτηση από την πλευρά του θεατή είναι αναγκαστικά πάρα πολύ εύκολα δυνατά.
Η αυτοπαρουσίαση διαφέρει από την αυτοέκθεση μέσω της ενεργητικής και συνειδητής επιλογής της εικόνας που δείχνεται· η αυτοέκθεση δεν έχει άλλη επιλογή παρά να δείξει την ιδιότητα που το έμβιο ον πράγματι κατέχει. Η αυτοπαρουσίαση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς έναν ορισμένο βαθμό συνείδησης του εαυτού· αυτή βρίσκεται στην ανακλαστικότητα των πνευματικών δραστηριοτήτων και υπερβαίνει σαφώς την απλή συνείδηση, την οποία πιθανότατα έχουν και τα ανώτερα ζώα.
Μόνο η αυτοπαρουσίαση είναι δεκτική της κυριολεκτικής υποκρισίας και προσποίησης· και η μόνη δυνατότητα να τις διακρίνουμε από την πραγματικότητα και την αλήθεια συνίσταται στο ότι δεν διαρκούν και δεν παραμένουν συνεκτικές. Έχει ειπωθεί ότι η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποδίδει η κακία στην αρετή, αλλά αυτό δεν είναι εντελώς σωστό. Κάθε αρετή αρχίζει με έναν φόρο τιμής που της αποδίδει κανείς, για να εκφράσει την ευαρέσκειά του προς αυτήν. Μέσα σε αυτόν τον φόρο τιμής βρίσκεται μια υπόσχεση προς τον κόσμο, προς εκείνους για τους οποίους εμφανίζεται κανείς, ότι θα ενεργεί σύμφωνα με αυτή την ευαρέσκεια· και ο υποκριτής χαρακτηρίζεται από το ότι παραβιάζει αυτή την άρρητη υπόσχεση.
Με άλλα λόγια, ο υποκριτής δεν είναι ένας κακοποιός που θα ευχαριστιόταν την κακία και θα την έκρυβε από το περιβάλλον του. Η λυδία λίθος με την οποία αναγνωρίζεται ο υποκριτής είναι το παλαιό σωκρατικό: «Να είσαι όπως θα ήθελες να φαίνεσαι»· και αυτό σημαίνει: να εμφανίζεσαι πάντοτε όπως θα ήθελες να εμφανίζεσαι στους άλλους, ακόμη κι όταν είσαι κάποτε μόνος και εμφανίζεσαι μόνο στον εαυτό σου.
Όταν κανείς αποφασίζει γι’ αυτό, δεν αντιδρά απλώς σε οποιεσδήποτε ιδιότητες που του έχουν δοθεί· αποφασίζει συνειδητά ανάμεσα στις διάφορες δυνατότητες συμπεριφοράς που του προσφέρει ο κόσμος. Από τέτοιες αποφάσεις προκύπτει τελικά εκείνο που ονομάζουμε χαρακτήρα ή προσωπικότητα: η συνένωση ενός αριθμού καλά καθορισμένων ιδιοτήτων σε ένα κατανοητό και αξιόπιστα αναγνωρίσιμο όλον, το οποίο, κατά κάποιον τρόπο, αποτυπώνεται πάνω σε ένα αμετάβλητο υλικό χαρισμάτων και αδυναμιών που είναι ίδιον της ψυχικής και σωματικής μας συγκρότησης.
Εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης σημασίας αυτών των αυτοεπιλεγμένων ιδιοτήτων για την εμφάνισή μας και τον ρόλο μας στον κόσμο, η νεότερη φιλοσοφία, αρχίζοντας από τον Hegel, παραδόθηκε στην παράξενη πλάνη ότι ο άνθρωπος, σε αντίθεση με άλλα πράγματα, έχει δημιουργήσει ο ίδιος τον εαυτό του. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η αυτοπαρουσίαση και το καθαρό «είναι-εδώ» της ύπαρξης δεν είναι το ίδιο.
Σημειώσεις:
[50] Of Human Understanding, βιβλίο 3, κεφ. 1, αρ. 5.
[51] Πρβλ. σημ. 38, préface, σ. 25.
[52] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[53] Πρβλ. σημ. 38, σ. 29.
[54] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[55] De anima, 403a5–10.
[56] Ό.π., 413b25 κ.ε.
[57] De generatione animalium, II, 736b5–29, κατά Lobkowicz —πρβλ. παραπάνω, σημ. 6 της Εισαγωγής—, σ. 24.
[58] Περί ερμηνείας, 16a3–13.
[59] Mary McCarthy, «Hanging by a Thread», The Writing on the Wall, Νέα Υόρκη, 1970.
[60] Enarrationes in psalmos, Patrologia latina, επιμ. J.-P. Migne, Παρίσι, 1854–66, τόμ. 37, CXXXIV, 16.
[61] Πρβλ. σημ. 39, τόμ. 1· απόσπασμα 149.
[62] Schelling, Das Wesen der menschlichen Freiheit —1809—, Sämtliche Werke, Στουτγάρδη και Άουγκσμπουργκ, 1860, 1ο τμήμα, τόμ. 7, σ. 414.
Συνεχίζεται με:
5 Φαινόμενο και επίφαση
Επιπλέον, η θεωρητική μας γλώσσα, η οποία υποτίθεται ότι αντανακλά τη ζωή του πνεύματος, χρησιμοποιεί ακριβώς τις ίδιες εικόνες· και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται σε καθαρά φιλοσοφικές πραγματεύσεις προέρχονται πάντοτε από εκφράσεις που αρχικά είχαν σχέση με τον κόσμο όπως αυτός δίνεται στις πέντε σωματικές μας αισθήσεις, και από εκεί, όπως τονίζει ο Locke, «μεταφέρονται σε πιο απομακρυσμένες [σημασίες] [metapherein, μεταφέρειν, μεταφέρω πέρα] και πρέπει τώρα να αντιπροσωπεύουν ιδέες που είναι απρόσιτες στην αισθητηριακή μας αντίληψη». Μόνο μέσω μιας τέτοιας μεταφοράς μπορούν οι άνθρωποι «να καταστήσουν κατανοητές αυτές τις εσωτερικές επενέργειες που βιώνουν οι ίδιοι και που δεν εμφανίζονται προς τα έξω»[50].
Ο Locke στηρίζεται εδώ στην παλαιά σιωπηρή προϋπόθεση μιας ταυτότητας ανάμεσα στην ψυχή και στο πνεύμα, τα οποία, ως αόρατα, αντιπαρατίθενται και τα δύο στο σώμα. Όμως, σε ακριβέστερη εξέταση, φαίνεται ότι για την ψυχική ζωή δεν ισχύει καθόλου αυτό που ισχύει για το πνεύμα, δηλαδή ότι η μεταφορική γλώσσα είναι γι’ αυτό η μόνη δυνατότητα να «εμφανιστεί εξωτερικά στις αισθήσεις» — ακόμη και η σιωπηλή, μη εμφανιζόμενη δραστηριότητα συνίσταται ήδη στο ομιλείν, στον άφωνο διάλογό μου με τον εαυτό μου.
Η θεωρητική μεταφορική γλώσσα είναι πράγματι κατάλληλη για τη δραστηριότητα της σκέψης, για το έργο του πνεύματός μας· όμως η ψυχική μας ζωή, με τη χαρακτηριστική της ένταση, εκφράζεται πολύ καλύτερα σε ένα βλέμμα, σε έναν ήχο, σε μια χειρονομία παρά στον προφορικό λόγο. Όταν μιλά κανείς για ψυχικά βιώματα, δεν εμφανίζεται ποτέ το ίδιο το βίωμα, αλλά πάντοτε εκείνο που σκεφτόμαστε γι’ αυτό, όταν το κάνουμε αντικείμενο στοχασμού.
Σε αντίθεση με σκέψεις και ιδέες, τα αισθήματα και τα πάθη δεν μπορούν να γίνουν συστατικά μέρη του κόσμου των φαινομένων, όπως ακριβώς ούτε τα εσωτερικά μας όργανα. Στον εξωτερικό κόσμο εμφανίζεται, πλάι στα φυσικά σημεία, μόνο εκείνο που εμείς, σκεπτόμενοι, κάνουμε από αυτά. Κάθε φανέρωση θυμού περιέχει ήδη, σε αντίθεση προς τον βιωμένο θυμό, έναν στοχασμό πάνω σε αυτόν, και αυτός δίνει στο αίσθημα την έντονα εξατομικευμένη μορφή που έχει νόημα σε όλες τις επιφανειακές εμφανίσεις.
Η φανέρωση του θυμού είναι μια μορφή αυτοπαρουσίασης: εγώ αποφασίζω τι πρέπει να εμφανιστεί. Με άλλα λόγια, τα αισθήματά μου δεν προορίζονται να φανερωθούν στην άμεση, αδιαμεσολάβητη κατάστασή τους, όπως ακριβώς δεν προορίζονται να φανερωθούν τα εσωτερικά όργανα μέσω των οποίων ζούμε. Βεβαίως, δεν θα μπορούσε κανείς ποτέ να τα μετατρέψει σε εμφανίσεις, αν δεν έτειναν προς αυτό και αν δεν τα αισθανόταν όπως και άλλες αισθήσεις, οι οποίες μου φέρνουν στη συνείδηση τις ζωτικές διεργασίες μέσα μου. Όμως ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνονται χωρίς την παρεμβολή της σκέψης και χωρίς μεταφορά στη γλώσσα —δηλαδή μέσω βλέμματος, χειρονομίας, άναρθρου ήχου— δεν διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο τα ανώτερα ζώα κοινοποιούν εντελώς παρόμοια αισθήματα τόσο μεταξύ τους όσο και στον άνθρωπο.
Οι πνευματικές μας δραστηριότητες, αντίθετα, είναι γλωσσικά συγκροτημένες ακόμη προτού κοινοποιηθούν· όμως η γλώσσα προορίζεται να ακούγεται και οι λέξεις να κατανοούνται από άλλους, οι οποίοι επίσης κατέχουν τη γλώσσα, ακριβώς όπως ένα ον προικισμένο με την αίσθηση της όρασης προορίζεται να βλέπει και να βλέπεται. Σκέψη χωρίς γλώσσα είναι αδιανόητη· «σκέψη και γλώσσα προλαμβάνουν η μία την άλλη. Διαρκώς η μία παίρνει τη θέση της άλλης»[51]· ναι, απλώς προϋποθέτουν η μία την άλλη. Και μολονότι η ικανότητα της γλώσσας μπορεί ασφαλώς να εντοπιστεί σωματικά με μεγαλύτερη βεβαιότητα από ό,τι πολλά συναισθήματα —αγάπη ή μίσος, ντροπή ή φθόνος—, ο τόπος της όμως δεν είναι ένα «όργανο», και του λείπουν όλες οι αυστηρά λειτουργικές ιδιότητες που είναι τόσο χαρακτηριστικές για ολόκληρη τη διαδικασία της οργανικής ζωής.
Βεβαίως, όλες οι πνευματικές δραστηριότητες αποσύρονται από τον κόσμο των φαινομένων, αλλά όχι προς το εσωτερικό του εγώ ή της ψυχής. Η σκέψη και η θεωρητική γλώσσα που τη συνοδεύει συμβαίνουν σε ένα ον που είναι οικείο μέσα σε έναν κόσμο φαινομένων· και γι’ αυτό χρειάζονται εικόνες, για να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα σε έναν κόσμο αισθητηριακής εμπειρίας και σε ένα βασίλειο όπου δεν μπορεί να υπάρξει καθόλου τέτοια άμεση σύλληψη δεδομένων.
Όμως οι ψυχικές μας εμπειρίες είναι σε τέτοιο βαθμό δεμένες με το σώμα, ώστε η ομιλία για μια «εσωτερική ζωή» της ψυχής δεν είναι περισσότερο μεταφορική από ό,τι η ομιλία για μια εσωτερική αίσθηση, η οποία μας μεταδίδει σαφείς αισθήσεις για τη λειτουργία ή τη μη λειτουργία των εσωτερικών μας οργάνων. Είναι φανερό ότι ένα ον χωρίς πνεύμα δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να έχει την εμπειρία προσωπικής ταυτότητας· είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στην εσωτερική ζωτική του διαδικασία, στις διαθέσεις και στα συναισθήματά του, των οποίων η συνεχής μεταβολή δεν διαφέρει καθόλου από εκείνη των σωματικών μας οργάνων.
Κάθε συγκίνηση είναι μια σωματική εμπειρία· η καρδιά μου πονά όταν είμαι θλιμμένος, θερμαίνεται από συμπόνια, ανοίγεται στις σπάνιες στιγμές κατά τις οποίες με κατακλύζει η αγάπη ή η ευφροσύνη· παρόμοιες σωματικές αισθήσεις με κυριεύουν με τον θυμό, την οργή, τον φθόνο και άλλα πάθη. Η γλώσσα της ψυχής, στα καθαρά εκφραστικά της στάδια, πριν από τη μεταμόρφωση και μετατροπή της από τη σκέψη, δεν είναι μεταφορική· δεν απομακρύνεται από τις αισθήσεις και δεν χρησιμοποιεί αναλογίες, όταν μιλά με τη μορφή σωματικών αισθήσεων.
Ο Merleau-Ponty είναι, απ’ όσο γνωρίζω, ο μόνος φιλόσοφος που όχι μόνο προσπάθησε να παρουσιάσει την οργανική δομή της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και θέλησε σοβαρά να θέσει σε έργο μια «φιλοσοφία της σάρκας»· ωστόσο κι αυτός ακόμη παραπλανήθηκε από την παλαιά ταύτιση πνεύματος και ψυχής, όταν όριζε «το πνεύμα ως την άλλη πλευρά του σώματος»: «υπάρχει ένα σώμα του πνεύματος, υπάρχει ένα πνεύμα του σώματος, και υπάρχει μια διασταύρωση ανάμεσά τους»[52]. Ακριβώς η απουσία τέτοιων διασταυρώσεων είναι το χαρακτηριστικό των πνευματικών φαινομένων, και ο ίδιος ο Merleau-Ponty έχει αναγνωρίσει πολύ καθαρά αυτή την απουσία σε άλλο συμφραζόμενο.
Η σκέψη, γράφει, είναι «θεμελιώδης» καθόσον δεν στηρίζεται σε τίποτε, αλλά δεν είναι θεμελιώδης με την έννοια ότι με αυτήν θα είχε κανείς φθάσει σε ένα θεμέλιο επάνω στο οποίο θα μπορούσε να σταθεί με ασφάλεια. Η θεμελιώδης σκέψη είναι κατ’ αρχήν άνευ θεμελίου. Είναι, αν θέλει κανείς να το πει έτσι, μια άβυσσος»[53]. Όμως αυτό που ισχύει για το πνεύμα δεν ισχύει για την ψυχή, και αντιστρόφως. Η ψυχή ίσως είναι πολύ σκοτεινότερη από όσο θα κατορθώσει ποτέ να είναι το πνεύμα, αλλά δεν είναι άνευ θεμελίου· στην πραγματικότητα «εκχύνεται» μέσα στο σώμα· «το κυριεύει, είναι κρυμμένη μέσα του και ταυτόχρονα το χρειάζεται, τελειώνει μέσα του, είναι αγκυρωμένη μέσα του»[54].
Τέτοιες γνώσεις στο πεδίο του ανέκαθεν ακανθώδους προβλήματος σώματος και ψυχής είναι, άλλωστε, ήδη πολύ παλαιές. Το Περί ψυχής του Αριστοτέλη είναι γεμάτο συναρπαστικές νύξεις για ψυχικά φαινόμενα και τη στενή τους σύνδεση με το σώμα, σε αντίθεση προς τη σχέση —ή καλύτερα τη μη σχέση— ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα. Ο Αριστοτέλης συζητεί αυτά τα ζητήματα με αρκετά χαλαρό και μη χαρακτηριστικό τρόπο και λέει: «Στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται ότι αυτή [η ψυχή] ούτε υφίσταται ενέργεια ούτε ασκεί δραστηριότητα χωρίς το σώμα, π.χ. όταν οργίζεται, όταν έχει θάρρος, όταν επιθυμεί, γενικά όταν αισθάνεται. [Δραστηριότητα χωρίς τη μεσολάβηση του σώματος] φαίνεται να είναι κατεξοχήν ίδιον της σκέψης (noein). Αν όμως κι αυτή (noein) είναι ένα είδος δραστηριότητας της φαντασίας (phantasia) ή τουλάχιστον δεν πραγματοποιείται χωρίς τέτοια, τότε ακόμη και στη σκέψη (noein) θα ήταν αδύνατη η υπόθεση ότι γίνεται χωρίς το σώμα»[55].
Και λίγο αργότερα συνοψίζει: «Για τον νου (nous) και τη δύναμη της σκέψης δεν έχει ακόμη διασαφηνιστεί τίποτε· μάλλον φαίνεται ότι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο είδος ψυχής, το μόνο που μπορεί να χωριστεί [από το σώμα], όπως το αιώνιο από το φθαρτό»[56]. Και σε μία από τις βιολογικές πραγματείες του λέει ότι η ψυχή —τόσο το φυτικό όσο και το θρεπτικό και το αισθητικό μέρος της— «δημιουργήθηκε μέσα στο έμβρυο, χωρίς να έχει υπάρξει προηγουμένως έξω από αυτό, αλλά ο nous εισήλθε στην ψυχή απ’ έξω και έτσι κατέστησε δυνατή για τον άνθρωπο μια μορφή δραστηριότητας που δεν είχε καμία σχέση με τις σωματικές διεργασίες»[57].
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν αισθήσεις που να αντιστοιχούν στις πνευματικές δραστηριότητες· και οι αισθήσεις της psyche, της ψυχής, είναι στην πραγματικότητα αισθήματα που τα αισθανόμαστε με τα σωματικά μας όργανα.
Πέρα από την ορμή προς αυτοπαρουσίαση, μέσω της οποίας τα έμβια όντα εντάσσονται σε έναν κόσμο φαινομένων, οι άνθρωποι παρουσιάζουν τον εαυτό τους επίσης με πράξη και λόγο, και δείχνουν έτσι πώς θα ήθελαν να εμφανίζονται, τι θα ήθελαν να γίνει αντιληπτό και τι όχι. Αυτή η συνειδητή απόφαση σχετικά με το τι πρέπει να φανερωθεί και τι να παραμείνει κρυφό θα πρέπει να είναι κάτι ειδικά ανθρώπινο. Ως έναν βαθμό μπορεί κανείς να αποφασίσει πώς θα ήθελε να εμφανίζεται στους άλλους, και αυτή η εμφάνιση δεν είναι καθόλου η εξωτερική εκδήλωση μιας εσωτερικής διάθεσης· αν ήταν τέτοια, τότε μάλλον όλοι θα ενεργούσαμε και θα μιλούσαμε με τον ίδιο τρόπο.
Και εδώ πάλι οφείλουμε τις σχετικές διακρίσεις στον Αριστοτέλη: «Η γλώσσα είναι σημείο και ομοίωμα των καταστάσεων της ψυχής, και η γραφή πάλι της γλώσσας. Και όπως δεν έχουν όλοι τα ίδια γραπτά σημεία, έτσι δεν παράγουν και τους ίδιους ήχους. Οι ψυχικές καταστάσεις (pathēmata), όμως, τις οποίες αυτά κυρίως πρέπει να σημαίνουν, είναι σε όλους οι ίδιες». Αυτές οι καταστάσεις εκφράζονται «φυσικά» με «άναρθρους ήχους, οι οποίοι βέβαια επίσης σημαίνουν κάτι, π.χ. οι φωνές των ζώων». Η διαφοροποίηση και η εξατομίκευση συμβαίνουν μέσω της γλώσσας, μέσω της χρήσης ρημάτων και ουσιαστικών, και αυτά δεν είναι προϊόντα ή «σύμβολα» της ψυχής, αλλά του πνεύματος: «Τα ονόματα και τα ρήματα καθεαυτά μοιάζουν (eoiken) με σκέψη (noēmasin)» —η έμφαση της H. A.—[58].
Αν το εσωτερικό ψυχικό υπόστρωμα της ατομικής μας εμφάνισης δεν ήταν πάντοτε το ίδιο, τότε δεν θα μπορούσε να υπάρξει ψυχολογία, η οποία ως επιστήμη προϋποθέτει ότι ψυχικά «μέσα μας είμαστε όλοι ίδιοι»[59], ακριβώς όπως η επιστημονική φυσιολογία και η ιατρική προϋποθέτουν ότι τα εσωτερικά όργανα είναι σε όλους τα ίδια.
Η ψυχολογία, η ψυχολογία του βάθους ή η ψυχανάλυση, δεν φέρνει στο φως τίποτε περισσότερο από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες διαθέσεις, τα ανεβάσματα και τα κατεβάσματα της ψυχικής μας ζωής, και τα αποτελέσματα και οι ανακαλύψεις της δεν είναι ούτε ιδιαίτερα ελκυστικά ούτε καθαυτά ιδιαίτερα σημαίνοντα. Η «ατομική ψυχολογία», αντιθέτως, το προνόμιο της καλής λογοτεχνίας, του μυθιστορήματος και του δράματος, δεν μπορεί ποτέ να είναι επιστήμη· ως επιστήμη θα ήταν αντίφαση εν τοις όροις.
Όταν η νεότερη επιστήμη άρχισε τελικά να φωτίζει το βιβλικό «σκότος της ανθρώπινης καρδιάς» —για το οποίο ο Αυγουστίνος λέει: Latet cor bonum, latet cor malum, abyssus est in corde bono et in corde malo («Η καλή καρδιά είναι κρυμμένη, η κακή καρδιά είναι κρυμμένη, άβυσσος υπάρχει στην καλή καρδιά και στην κακή καρδιά»)[60]—, αυτό αποδείχθηκε μια πολύχρωμα γεμάτη και οδυνηρή αποθήκη και θησαυροφυλάκιο «κακών», όπως ήδη είχε φοβηθεί ο Δημόκριτος[61]. Ή, διατυπωμένο κάπως θετικότερα: «Το συναίσθημα είναι θαυμάσιο όταν παραμένει στο βάθος· όχι όμως όταν έρχεται στο φως, θέλει να γίνει ουσία και να κυριαρχήσει»[62].
Τα αποτελέσματα της νεότερης ψυχολογίας είναι εξαιρετικά μονότονα και καθ’ όλο το μήκος τους απωθητικά, και βρίσκονται σε φανερή αντίθεση προς την τεράστια ποικιλία και τον πλούτο της αντιληπτής ανθρώπινης συμπεριφοράς· μαρτυρούν έτσι τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό του ανθρώπινου σώματος. Τα πάθη και τα αισθήματα της ψυχής μας δεν είναι μόνο δεμένα με το σώμα· φαίνεται επίσης ότι έχουν τις ίδιες ζωοσυντηρητικές και προστατευτικές λειτουργίες με τα εσωτερικά μας όργανα, με τα οποία έχουν και τούτο κοινό: ότι μόνο η διαταραχή ή η ανωμαλία μπορεί να τα εξατομικεύσει.
Χωρίς τη σεξουαλική ορμή που προέρχεται από τα αναπαραγωγικά μας όργανα δεν θα υπήρχε αγάπη· η ορμή είναι πάντοτε η ίδια, αλλά πόσο μεγάλη είναι η ποικιλία των πραγματικών εμφανίσεων της αγάπης! Φυσικά, μπορεί κανείς να κατανοήσει την αγάπη ως εξιδανίκευση της σεξουαλικότητας, αρκεί να έχει κατά νου ότι χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχε τίποτε από εκείνο που κατανοούμε ως σεξουαλικότητα, και ότι χωρίς τη συμμετοχή του πνεύματος, δηλαδή χωρίς συνειδητή απόφαση ανάμεσα σε ό,τι μας ελκύει και ό,τι δεν μας ελκύει, δεν θα ήταν δυνατή ούτε καν η επιλογή ενός σεξουαλικού συντρόφου.
Παρομοίως, ο φόβος είναι ένα συναίσθημα απαραίτητο για την επιβίωση· σηματοδοτεί τον κίνδυνο, και χωρίς αυτή την προειδοποιητική αίσθηση κανένα έμβιο ον δεν θα μπορούσε να υπάρξει για πολύ. Ο θαρραλέος δεν είναι εκείνος στην ψυχή του οποίου δεν υπάρχει αυτό το συναίσθημα ή εκείνος που μπορεί να το υπερνικήσει μια για πάντα, αλλά εκείνος που έχει αποφασίσει να μη δείξει φόβο. Το θάρρος μπορεί τότε να γίνει δεύτερη φύση ή συνήθεια, όχι όμως με την έννοια ότι η αφοβία παίρνει τη θέση του φόβου, σαν να μπορούσε και αυτή να γίνει συναίσθημα.
Τέτοιες αποφάσεις καθορίζονται από διάφορους παράγοντες· πολλοί είναι προσδιορισμένοι από την κουλτούρα μέσα στην οποία γεννιόμαστε —τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στους άλλους. Υπάρχουν όμως και αποφάσεις που δεν υπαγορεύονται από το περιβάλλον· τις παίρνει κανείς επειδή θέλει να αρέσει στον εαυτό του ή να δώσει παράδειγμα, δηλαδή να κάνει τους άλλους να τους αρέσει το ίδιο πράγμα που αρέσει και σε εμάς. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα, η επιτυχία και η αποτυχία στην αυτοπαρουσίαση εξαρτώνται από το πόσο συνεκτική και διαρκής είναι η εικόνα που προσφέρεται στον κόσμο. Επειδή τα φαινόμενα εμφανίζονται πάντοτε με το ένδυμα της επίφασης, της προσποίησης και της ψευδούς παράστασης εκ μέρους εκείνου που παρουσιάζεται, το σφάλμα και η εξαπάτηση από την πλευρά του θεατή είναι αναγκαστικά πάρα πολύ εύκολα δυνατά.
Η αυτοπαρουσίαση διαφέρει από την αυτοέκθεση μέσω της ενεργητικής και συνειδητής επιλογής της εικόνας που δείχνεται· η αυτοέκθεση δεν έχει άλλη επιλογή παρά να δείξει την ιδιότητα που το έμβιο ον πράγματι κατέχει. Η αυτοπαρουσίαση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς έναν ορισμένο βαθμό συνείδησης του εαυτού· αυτή βρίσκεται στην ανακλαστικότητα των πνευματικών δραστηριοτήτων και υπερβαίνει σαφώς την απλή συνείδηση, την οποία πιθανότατα έχουν και τα ανώτερα ζώα.
Μόνο η αυτοπαρουσίαση είναι δεκτική της κυριολεκτικής υποκρισίας και προσποίησης· και η μόνη δυνατότητα να τις διακρίνουμε από την πραγματικότητα και την αλήθεια συνίσταται στο ότι δεν διαρκούν και δεν παραμένουν συνεκτικές. Έχει ειπωθεί ότι η υποκρισία είναι ο φόρος τιμής που αποδίδει η κακία στην αρετή, αλλά αυτό δεν είναι εντελώς σωστό. Κάθε αρετή αρχίζει με έναν φόρο τιμής που της αποδίδει κανείς, για να εκφράσει την ευαρέσκειά του προς αυτήν. Μέσα σε αυτόν τον φόρο τιμής βρίσκεται μια υπόσχεση προς τον κόσμο, προς εκείνους για τους οποίους εμφανίζεται κανείς, ότι θα ενεργεί σύμφωνα με αυτή την ευαρέσκεια· και ο υποκριτής χαρακτηρίζεται από το ότι παραβιάζει αυτή την άρρητη υπόσχεση.
Με άλλα λόγια, ο υποκριτής δεν είναι ένας κακοποιός που θα ευχαριστιόταν την κακία και θα την έκρυβε από το περιβάλλον του. Η λυδία λίθος με την οποία αναγνωρίζεται ο υποκριτής είναι το παλαιό σωκρατικό: «Να είσαι όπως θα ήθελες να φαίνεσαι»· και αυτό σημαίνει: να εμφανίζεσαι πάντοτε όπως θα ήθελες να εμφανίζεσαι στους άλλους, ακόμη κι όταν είσαι κάποτε μόνος και εμφανίζεσαι μόνο στον εαυτό σου.
Όταν κανείς αποφασίζει γι’ αυτό, δεν αντιδρά απλώς σε οποιεσδήποτε ιδιότητες που του έχουν δοθεί· αποφασίζει συνειδητά ανάμεσα στις διάφορες δυνατότητες συμπεριφοράς που του προσφέρει ο κόσμος. Από τέτοιες αποφάσεις προκύπτει τελικά εκείνο που ονομάζουμε χαρακτήρα ή προσωπικότητα: η συνένωση ενός αριθμού καλά καθορισμένων ιδιοτήτων σε ένα κατανοητό και αξιόπιστα αναγνωρίσιμο όλον, το οποίο, κατά κάποιον τρόπο, αποτυπώνεται πάνω σε ένα αμετάβλητο υλικό χαρισμάτων και αδυναμιών που είναι ίδιον της ψυχικής και σωματικής μας συγκρότησης.
Εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης σημασίας αυτών των αυτοεπιλεγμένων ιδιοτήτων για την εμφάνισή μας και τον ρόλο μας στον κόσμο, η νεότερη φιλοσοφία, αρχίζοντας από τον Hegel, παραδόθηκε στην παράξενη πλάνη ότι ο άνθρωπος, σε αντίθεση με άλλα πράγματα, έχει δημιουργήσει ο ίδιος τον εαυτό του. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η αυτοπαρουσίαση και το καθαρό «είναι-εδώ» της ύπαρξης δεν είναι το ίδιο.
Σημειώσεις:
[50] Of Human Understanding, βιβλίο 3, κεφ. 1, αρ. 5.
[51] Πρβλ. σημ. 38, préface, σ. 25.
[52] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[53] Πρβλ. σημ. 38, σ. 29.
[54] Πρβλ. σημ. 37, σ. 313.
[55] De anima, 403a5–10.
[56] Ό.π., 413b25 κ.ε.
[57] De generatione animalium, II, 736b5–29, κατά Lobkowicz —πρβλ. παραπάνω, σημ. 6 της Εισαγωγής—, σ. 24.
[58] Περί ερμηνείας, 16a3–13.
[59] Mary McCarthy, «Hanging by a Thread», The Writing on the Wall, Νέα Υόρκη, 1970.
[60] Enarrationes in psalmos, Patrologia latina, επιμ. J.-P. Migne, Παρίσι, 1854–66, τόμ. 37, CXXXIV, 16.
[61] Πρβλ. σημ. 39, τόμ. 1· απόσπασμα 149.
[62] Schelling, Das Wesen der menschlichen Freiheit —1809—, Sämtliche Werke, Στουτγάρδη και Άουγκσμπουργκ, 1860, 1ο τμήμα, τόμ. 7, σ. 414.
Συνεχίζεται με:
5 Φαινόμενο και επίφαση


