Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (83)

Συνέχεια από Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2022

                                                HANS URS VON BALTHASAR
                                                 ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEOLOGIK)
                                                            Τρίτος Τόμος

                       ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )  Johannes Verlag, 1987
                                                      4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                                          V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ
                                                              ε) Θεολογία
                                                             ( 4η συνέχεια )


Μπορούμε λοιπόν άλλη μια φορά να πούμε, πως «αν η θεολογία δεν είναι προσευχή, δεν προκύπτει απ’ την προσευχή και δεν οδηγεί σ’ αυτήν, δεν ωφελεί σε τίποτα» (M. Barth). Η θεολογία ήταν αναμφίβολα «προσευχομένη» στους Πατέρες, στον Αυγουστίνο, τον Βέδα και τον Άνσελμο, καθώς και στην ανθούσα μοναχική θεολογία τού 12ου αιώνα μέχρι τον Μποναβεντούρα, αλλά και στους άλλους μεγάλους στοχαστές τής σύγχρονης εποχής, τον Πασκάλ, τον Κίρκεγκαρντ και τον Νιούμαν. Ήταν δε αναγκαίως και «ομολογιακή θεολογία» σε όλους αυτούς. Η «λογική» θεολογία, που δεν ξεκινά κατ’ αρχάς με τον Θωμά (Ακινάτη), αλλά έπρεπε να εξασκηθή, παράπλευρα τρόπον τινά, προς υπεράσπιση της πίστεως ενάντια στις αιρέσεις απ’ τους Πατέρες, και η οποία συνίσταται σε μια «κανονιστική» διασάφηση της εσωτερικής, ενιαίας υφής τής πίστεως (“sapientis est ordinare" – «είναι σοφό το να οργανώνεσαι»), δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα απαραίτητο προστάδιο προς την προσευχoμένη και ομολογιακή θεολογία· «αυτός ο αφηρημένος λόγος δεν μπορεί ωστόσο να προαχθή σε παράδειγμα ή σε κανόνα» για τη θεολογία (J. Macquarrie). Εφ’ όσον ο άνθρωπος είναι αυτός που ουσιαστικά αναζητεί (“fides quaerens intellectum” – «μια πίστη που ζητάμε να κατανοήσουμε») και ο Θεός που με βρίσκει πρέπει να συνεχίση να αναζητείται από εμένα (“ut inventus quaeratur immensus est” – «και η αναζήτηση αυτή δεν έχει τέλος» - Αυγουστίνος), αυτή η λογική προσπάθεια δεν μπορεί ποτέ να αποκλεισθή απ’ την προσευχομένη θεολογία (πρβλ. και όσα λέει ο Άνσελμος). Και δεν θά ’πρεπε να ξεκινά απ’ την ανθρώπινη «επιθυμία» (“desiderium”) ως το κεντρικό υπαρξιακό χαρακτηριστικό τού ανθρωπίνου πλάσματος, αλλά απ’ τη φωτιά, που ο θεϊκός λόγος έχει ανάψει εντός μας. Η θεολογία αυτή κατανοούσε γενικά τον εαυτό της ως “doctrina spiritus” («διδασκαλία τού Πνεύματος»), και ο άγιος Βερνάρδος έφτασε στο σημείο να διατυπώση επιγραμματικά, πως «δεν υπάρχει θεολογία χωρίς προσευχή», έστω κι αν γνωρίζη πως αυτή η προσευχομένη θεολογία περιλαμβάνει και τον ασκητικό κόπο, την “inquirendi difficultas” («τη δυσκολία τού να διερευνάς»). Ο κόπος όμως αυτός αφορά σε κείνο, το οποίο το Άγιο Πνεύμα έχει ήδη εκ των προτέρων παρουσιάσει στον αναζητητή. Γιατί το Πνεύμα είναι ο ζωτικός δεσμός μεταξύ Πατρός και Υιού, ανάμεσα στον Ορίζοντα και τον Λόγο, όπως αναφέραμε παραπάνω. Ο Υιός φανερώνει μέσα απ’ τον ασπασμό τής αγάπης, τον ασπασμό ο οποίος «δίνοντας αποκαλύπτει και αποκαλύπτοντας δίνει» (“dando revelat et revelando dat”), τον Πατέρα· η φανέρωση όμως μέσω τού Αγίου Πνεύματος δεν μας δίνει μόνο τη γνώση, αλλά ανάβει και τις καρδιές μας για την αγάπη… Η διδασκαλία τού Πνεύματος δεν κεντρίζει την περιέργεια, αλλά φλογίζει την αγάπη.

Η θεολογία αυτή είναι ουσιαστικά και στενώτατα συνδεδεμένη με τη (Θεία) Λειτουργία· συντάχθηκε μάλιστα κατά ένα της μέρος για να διαμορφώση ακριβώς τη Λειτουργία, ως θεολογική ποίηση των ύμνων. (Aς μη λησμονήσουμε εδώ το ότι η Λειτουργία στην Ανατολική Εκκλησία συνιστά πρακτικά το σύνολο της κατήχησης για τους πιστούς.) Όπως αυτό που είναι το πιο υψηλό και το πιο μυστικό εκφράζεται στον Πλάτωνα με τη μορφή τού μύθου, έτσι εκφράζεται στη χριστιανική θεολογία με τη μορφή τού λατρευτικού ύμνου. Ακόμα και η τελευταία και βαθύτερη διδασκαλία τού Ιησού καταλήγει στην αρχιερατική του προσευχή, όπου και ανακεφαλαιώνεται το σύνολο της «θεολογίας» του. Η δε ανθρώπινη απάντηση στη συνολική θεϊκή φανέρωση αυτής τής έσχατης αγάπης αναζητά να διευρυνθή σε έναν κατά το δυνατόν περιεκτικώτερο, πέρα από κάθε θεολογία τού λόγου, δοξασμό: η Λειτουργία προσκαλεί πράγματι σε συνεισφορά όλων τών υπολοίπων εκφραστικών δυνατοτήτων τού ανθρώπου, της μουσικής, αλλά και μιας αρχιτεκτονικής που «ενσωματώνει» κατάλληλα όλο το τελετουργούμενο (( Λείπει ως γνωστόν η αγιογραφία απ’ τους Λατίνους… )) · o Suger του St. Denis στοχάζεται και περιγράφει ως ένα «ολοκληρωμένο έργο τέχνης» την οικοδόμηση και τον εγκαινιασμό τής Εκκλησίας που εγκαθιδρύει ο ίδιος. Από το σημείο αυτό θα έπρεπε να ξεκινάμε και να σκεφτόμαστε, σοβαρώτερα απ’ ό,τι συμβαίνει ως επί το πλείστον με τους (σύγχρονους) θεολόγους, τη θεολογική εκφραστική δύναμη της τέχνης. Ενώ αναγνωρίζεται έτσι ταυτόχρονα ως αναγκαία και η πλειονότητα των (συγχρόνων) θεολογικών «αποτιμήσεων» και «προοπτικών»· κι επειδή το Πνεύμα καθιστά πάντοτε παρόντα τα θεολογικά «δεδομένα», ανοίγοντας και τον δρόμο για τη μελλοντολογική, εσχατολογική διάσταση κάθε θεολογίας, κι επειδή και κάθε παρελθούσα θεολογία ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο «οργανωμένη», δεν μπορεί και η ενασχόληση με την ιστορία τής θεολογίας να στρέφεται τελικά προς τα πίσω, αλλά μπορεί να είναι μόνον ένας διάλογος με στοχαστές και προσευχομένους υπό τη συνεχώς παρούσα κοινωνία τών αγίων, που είναι, συναθροισμένοι διαχρονικά εν Αγίω Πνεύματι, «βυθισμένοι» (( αν όχι και «βουλιαγμένοι» … )) στο παντοτινό μυστήριο του Θεού εν Ιησού Χριστώ (( Ένα απλό «αριστούργημα» μιας απελευθερωμένης διανοίας, που όλα τα μπορεί… )) . Η χριστιανική πίστη δεν είναι τελικά παρά μια εκκλησιαστικά κοινή ομολογία μπροστά στον κόσμο, που την καθιστά δυνατή το Άγιο Πνεύμα· κι επειδή η θεολογία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένας διευκρινιστικός στοχασμός και διαλογισμός (Meditation!) πάνω σ’ αυτήν την ομολογία, ώστε και εμείς να την κατανοήσουμε, και σε άλλους να την κάνουμε κατανοητή, δεν μπορεί παρά να εδράζεται, αλλά και να αναπτύσσεται κατάλληλα μόνο από το Άγιο Πνεύμα.

( Τέλος τού κεφαλαίου «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ – Πνεύμα αντικειμενικό». Συνεχίζεται με το επόμενο κεφάλαιο, «Πνεύμα υποκειμενικό» ) (( Το Πνεύμα όπου ΘΕΛΩ πνει… ))

ΟΛΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΟΦΡΟΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 2η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. ΕΔΩ ΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΣΙΔΕΣ.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπαΚαὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.

(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)

Οικουμενικός Πατριάρχης: Αγανακτούμε για την ληστρική και παράνομη επέμβαση της Εκκλησίας της Ρωσίας στο κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας

 


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην ιστορική Μονή της Παναγίας Σουμελά του Πόντου

Προεξήρχε της Θείας Λειτουργίας για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με τη συμμετοχή πιστών από πολλές χώρες

Σε έντονα συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα τελέστηκε ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου η Θεία Λειτουργία στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας Σουμελά της Τραπεζούντας, προεξάρχοντος του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, συμπαραστατούμενου από τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Aμερικής κ. Ελπιδοφόρο, και τον Θεοφιλ. Επίσκοπο Αργυρουπόλεως κ. Αμβρόσιο.

... Ηλθαμε διά να δοξάσωμεν την Παναγίαν. Ορθότερον θα λέγαμε ότι ήλθαμε διά να δοξασθούμε εμείς από την Σουμελιώτισσαν. Εκείνης η δόξα είναι μέσα Της. Έσωθεν! Η δόξα Της είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, τον οποίον εν υπακοή προς το θείον θέλημα εκυοφόρησε και εγέννησεν ως τέλειον Θεόν και τέλειον Άνθρωπον ταυτοχρόνως, καθισταμένη ούτως αληθινή Θεοτόκος! «Πάσα η δόξα της θυγατρός του Βασιλέως έσωθεν, εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. μδ´, 14). Ο Υιός Της εξ ενός, και η προσωπική της άκρα αρετή αφ᾽ ετέρου! Ιδού η μοναδική και άφθαστος εις μεγαλείον δόξα της Παναγίας, ο διάχρυσος ιματισμός της και τα μαλαματένια κροσσωτά της ενδυμασίας Της! Αλλά, τι λέγομεν; Αν η αρχαία εκείνη Κιβωτός της Διαθήκης, στην οποία εφυλάσσοντο τα τιμαλφέστερα ιερά και όσια του Ισραήλ και ενεφανίζετο ο Θεός, εκαλείτο «Δόξα του Ισραήλ», και την αρπαγήν της από τους Φιλισταίους εθρήνησαν πικρότατα με ποταμούς δακρύων οι Εβραίοι, η Παναγία, η έμψυχος Κιβωτός, εντός της οποίας κατώκησεν άπαν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς, καλείται υπό της πάντοτε ακριβολογούσης θεολογικώς Ορθοδόξου Υμνολογίας όχι απλώς «Παγκόσμιος δόξα», αλλά και «Δόξα της Θεότητος»! Η εορτή μας λοιπόν της ιεράς και ευκλεούς Θεομητορικής Κοιμήσεως είναι εξ ορισμού «πεποικιλμένη τη Θεία δόξη», και εμείς, οι ταπεινοί εορτασταί, που με πόθον και ευλάβειαν ανεβήκαμε στον άγιον οίκον Της διά να προσκυνήσωμεν την ιεράν εικόνα της Παναγίας, το ταπεινόν αντίγραφον του εν Βερμίω φυλασσομένου ιερωτάτου πρωτοτύπου, και να κοσμήσωμε με άνθη πίστεως και κηρολαμπάδες ευσεβείας και θυμίαμα ευγνωμοσύνης το ιστορικόν Σεμνείον Της, λαμβάνομεν δόξαν από την Δόξαν Της και φως από το Φως Της και χάριν από την Χάριν Της, και θα επιστρέψωμε μετ’ ολίγον εις τα ίδια οπωσδήποτε πλουσιώτεροι εις Θεομητορικάς ευλογίας και στηριγμένοι και παρηγορημένοι από την μητρικήν αγάπην Της! Τούτο αποκτά εφέτος ιδιαιτέρας διαστάσεις, λαμβανομένων υπ’ όψιν των επαλλήλων και θυελλωδών επαγωγών των λυπηρών του βίου και των πολλών θλίψεων αι οποίαι μας έχουν εύρει τελευταίως. Πέραν της προσωπικής μας αμαρτωλότητος και αβελτηρίας, εθρηνήσαμε προσφάτως την στέρησιν σπουδαίων Ιεραρχών και λαμπρών στελεχών της Εκκλησίας, εκλαύσαμε επί των ερειπίων του Γηροκομείου του Βαλουκλή, ενός εκ των αρχαιοτέρων Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων μας, ηλικίας άνω των δύο και ημίσεος αιώνων, πάσχομεν και θρηνούμεν εξ αιτίας του συνεχιζομένου επί εξάμηνον ήδη και πλέον ανθρωποκτόνου κατά της Ουκρανίας πολέμου, συμπάσχομεν με τους υπό της πανδημίας του Covid-19 και των πολυπληθών μεταλλάξεών του προσβληθέντας αναριθμήτους συνανθρώπους μας ανά τον κόσμον, συμμεριζόμεθα τον πόνον και την οδύνην του εν κλίνη ασθενείας κατακειμένου αλλά και γενναίως αγωνιζομένου Μακαριωτάτου και φιλτάτου Προκαθημένου της εν Κύπρω Αποστολικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, αγανακτούμεν διά την αφιλάδελφον και κατά πάντα αντικανονικήν, ληστρικήν και παράνομον επέμβασιν αδελφής, δυστυχώς, Εκκλησίας εις το κανονικόν έδαφος του δευτέρου τη τάξει πρεσβυγενούς Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας, πονούμεν διά την δυσκολίαν συνεννοήσεως και τας συγκρούσεις μεταξύ κρατών και λαών, διά την μαστίζουσαν τας χώρας κυρίως του λεγομένου Τρίτου Κόσμου δεινήν οικονομικήν και επισιτιστικήν κρίσιν, διά την συνεχιζομένην μόλυνσιν και ποικιλότροπον καταστροφήν του περιβάλλοντος και πλείστα άλλα!

Οικουμενικός Πατριάρχης: Αγανακτούμε για την ληστρική και παράνομη επέμβαση της Εκκλησίας της Ρωσίας στο κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας - Φως Φαναρίου (fosfanariou.gr)

ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟ ΧΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΜΑΣ. ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΕΡΞΗ. ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΧΑΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΥΠΗΚΟΟΥΣ ΤΟΥΣ.       ΠΑΣΧΟΜΕΝ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΣΤΩ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥΣ.

''Αυτό που είδαμε και βιώσαμε το εισπράξαμε ως Πάσχα και Αναστάσιμη χαρά"(Κοίμηση Οσίου Ιωσήφ Ησυχαστή)

                                          

  Ο ίδιος έτρεφε μια υπερβολική αγάπη προς την Παναγία, ενώ την επίγεια ζωή του την διακατείχε ο αγώνας και η σκληρή του άσκηση στον Άθωνα.
Έναν ολόκληρο μήνα πριν, είχε λάβει την πληροφορία από την Θεοτόκο ότι στις 15 Αυγούστου, τη μέρα της γιορτής της, θα ερχότανε η ίδια να τον πάρει μαζί της στους Ουρανούς.
  Ένας από τους υποτακτικούς του, ο μετέπειτα Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας ήταν παρών στα γεγονότα και είχε διηγηθεί τις ετοιμασίες που είχε κάνει όλο αυτό το διάστημα του ενός μηνός, ενώ ανήμερα της Κοιμήσεως, ξημέρωμα, ο ίδιος βοήθησε τον Γέροντα του Ιωσήφ να πάρει θέση στην καρέκλα, στην αυλή έξω από το κελλί του.
Ο Ήλιος ανέβαινε και η πληροφορία έλεγε πως μόλις εκείνος έφτανε σε ενα συγκεκριμένο σημείο του ουρανού, τότε θα είχε έρθει η ώρα.
Ο Ήλιος ωστόσο ανέβηκε ως εκεί κι ακόμη παραπάνω. Τίποτα δεν συνέβη και ο Άγιος Ιωσήφ ήταν που δέχτηκε τον τελευταίο του πειρασμό και άρχισε να κλαίει.
Ο νεαρός τότε π. Εφραίμ, μαζεύει όλους τους μοναχούς της Σκήτης και αρχίζουν κομποσχοίνι. Σε λίγο ή όψη του Αγίου είχε μεταβληθεί και όπως περιγραφεί για δύο λεπτά της ώρας κοιτούσε προσηλωμένος τον ουρανό.
"Όλα ετελειωσαν, φεύγω, αναχωρώ, ευλογείτε" ήταν τα τελευταία του λόγια κι ευθύς παρέδωσε την ψυχή του.
"Αυτός ήταν ο θάνατος του Γέροντα μου, όπου κανονικά θα έπρεπε να πενθήσουμε, όμως όλοι εμείς αυτό που είδαμε και βιώσαμε το εισπράξαμε ως Πάσχα και Αναστάσιμη χαρά", δήλωνε επανηλειμμενως ο Γέροντας Εφραίμ, όταν αναπολούσε εκείνη την ημέρα.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Αυγούστου.

Διήγηση Αγίου Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη:

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

-Κάποτε, ὅταν ὁ Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής, ἦταν στὸν Ἅγιο Βασίλειο, ἦρθε σὲ κάποια γειτονική συνοδεία, ἕνα λαϊκό παιδί, γιὰ νὰ γίνη μοναχός.
Τὸ παιδὶ αὐτὸ ἦταν ὀρφανὸ καὶ υἱοθετημένο.
Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ ἦρθε ὁ ψυχοπατέρας του στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ τοῦ λέγει:
– Ἐγὼ σὲ πῆρα ἀπὸ μικρὸ καὶ σὲ ἀνέθρεψα, γιὰ νὰ μὲ γηροκομήσης κιʼ ἐσὺ τώρα θὰ γίνης καλόγερος;
Καὶ τὸν πῆρε μὲ τὸ ζόρι κιʼ ἔφυγε.
Τό παιδί, ἀπὸ τὴν στενοχώρια του, ἔπαθε φυματίωσι.
Τότε ὁ πατέρας του τὸν ἔδιωξε.
– Φύγε ἀπό ʼδῶ, νὰ μὴ μολύνης κιʼ ἐμᾶς καὶ πήγαινε στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ γίνης καλόγερος ἀφοῦ τὸ θέλεις.
Σηκώθηκε λοιπόν καὶ πῆγε ξανὰ στὸν Γέροντα τοῦ κελλιοῦ στὸν Ἅγιο Βασίλειο, καὶ τοῦ λέγει:
– Γέροντα, μὲ θυμᾶσαι ποιός εἶμαι;
– Ναί, σὲ θυμᾶμαι.
– Λοιπόν, ὁ πατέρας μου μοῦ ἐπέτρεψε νὰ γίνω καλόγερος.
– Καλά.
– Γέροντα ὅμως, νὰ σᾶς εἰπῶ ὅτι ἀπὸ τὴν στενοχώρια μου ἔγινα φυματικός, γιʼ αὐτὸ μʼ ἔδιωξε ὁ πατέρας μου.
– Τί; Εἶσαι φυματικὸς καὶ ἦρθες ἐδῶ νὰ μᾶς κολλήσης κιʼ ἐμᾶς; Ἄντε, φεύγα!
Φεύγα ἀπʼ ἐδῶ!
– Δὲν θέλω τίποτε, ἔλεγε ὁ νέος. Μόνο ἕνα ξεροκόματο καὶ βάλτε με σὲ μιὰ γωνία νὰ πεθάνω! Μόνο καλόγερο κάντε με. Δὲν θέλω τίποτε
– Ὄχι, εἶπε ἐκεῖνος ὁ Γέροντας καὶ τὸν ἔδιωξε.
Ἔφυγε, λοιπὸν, καὶ καθόταν σʼ ἕνα μονοπάτι καὶ ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητα μὲ λυγμούς.
Κατὰ θεία Πρόνοια τήν στιγμὴ ἐκείνη περνοῦσε ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ἀπό ʼκεῖ.
Τὸν βλέπει καὶ τοῦ λέει:
– Τί ἔχεις, παιδί μου καὶ κλαῖς;
– Γέροντα ἦρθα στό Ἅγιον Ὄρος νὰ γίνω καλόγερος, ἀλλὰ ὁ Γέροντας μου μὲ ἔδιωξε γιατί εἶμαι φθισικός. Δυστυχῶς δὲν βρίσκεται κανένας νὰ μὲ κάνη μοναχό, κιʼ ἄς μʼ ἀφήση σέ μιά γωνιά νὰ πεθάνω. Μόνο νὰ μὲ κάνη καλόγερο καὶ δὲν θέλω τίποτε ἄλλο.
Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ σὰν ἄνθρωπος φοβήθηκε στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ἡ μεγάλη του καρδιὰ δὲν τὸν ἄφηνε νὰ παρατήση τὸ παιδί μόνο του.
– Ἔλα παιδί μου, τοῦ λέγει, καὶ τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ πῆγαν πάνω στήν καλλύβα του.
Στὴν συνοδεία του τότε ἦσαν ὁ πατήρ Ἰωάννης, ὁ πατήρ Ἐφραὶμ ὁ Βολιώτης, ὁ πατήρ Ἀθανάσιος ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφός του καὶ ὁ πατήρ Ἀρσένιος.
Ὅταν τὸ ἄκουσαν, εἶπαν ἰδιαιτέρως στὸν Γέροντα:
– Θὰ μᾶς κολλήση κιʼ ἐμᾶς.
– Μὴ μιλᾶτε, τοὺς λέει ὁ Γέροντας. Ὀ Θεὸς τὸν ἔστειλε γιὰ νὰ μὲ δοκιμάση, μήπως καὶ κάνω κάνα φταίξιμο στὸν Θεό. Ἐσεῖς μὴ μιλᾶτε καθόλου, ἐγὼ θὰ τὸν περιποιηθῶ μέχρι τὸν θάνατό του.
Τοῦ ἔκαναν μὲ σανίδια ἕνα κελλάκι καί ʼκεῖ τὸν φρόντιζε πολὺ ὁ Γέροντας. Ἔτρεχε καὶ ζητιάνευε νὰ οἰκονομήση κανένα συκάκι, παξιμάδι, σταφίδες, ἐλίτσες γιὰ τὸν νεαρὸ ὑποτακτικό του.
Ἔζησε κοντά τους περίπου ἕξι μῆνες καὶ μιὰ μέρα ὁ νεαρὸς λέει:
– Γέροντα, βλέπω κάτι γύφτισσες. Τί θέλουν γύρω ἀπὸ τὸ κρεββάτι μου;
Ὁ Γέροντας κατάλαβε καὶ λέει στὸν πατέρα Ἀρσένιο:
– Πάτερ Ἀρσένιε, ἑτοιμάσου. Εἶναι στὰ τελευταῖα του ὁ Βασίλης. Νὰ τὸν κάνω μεγαλόσχημο γιατί θὰ μᾶς φύγη.
Πᾶνε νὰ τὸν διαβάσουν μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ πατήρ Ἐφραὶμ ὁ Βολιώτης δὲν ἔμπαινε μέσα.
– Μπές μέσα!!!
– Δὲν μπαίνω μέσα, γιατὶ ὁ γιατρὸς λέει ὅτι τὸ μικρόβιο κολλάει καὶ στὴν καμπάνα!!!
Στὴν ἀκολουθία ἦταν ὁ Γέροντας, ὁ πατήρ Ἀρσένιος, ὁ πατήρ Ἀθανάσιος καὶ κάποιος ἱερέας. Τὸν διάβασαν, τὸν στολίσαν, τὸν πῆγαν στὸ κελλάκι του καὶ τὸν ἄφησαν στὸ κρεββάτι.
– Βασίλη μου, τώρα θὰ πάω νὰ κάνω τὴν προσευχή μου. Σὲ δύο-τρεῖς ὧρες θά ῥθῶ, μόνο νὰ λὲς συνεχῶς τὴν εὐχή, τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας καὶ πῆγε νὰ κάνη τὰ καλογερικά του καθήκοντα.
Κατόπιν ἔτρεξε νὰ δῆ τί κάνει ὁ Βασίλης.
Ὅταν ἔφθασε τὸν σκουντάει:
– Κοιμήθηκες, Βασίλη; ἀλλὰ καμιά ἀπάντησι.
Ἔτσι ὅπως ἦταν πέθανε. Μετὰ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα πῆγε σὰν ἀγγελούδι στὸν οὐρανό.
Χαρὰ ὁ Γέροντας, ποὺ ἔφυγε ὁ πατήρ Βασίλειος στὸν οὐρανὸ ὡς ἄγγελος. Μόνος του τὸν ξέντυσε κατόπιν, τὸν ἔπλυνε καὶ ἔλεγε:
– Ἄχ, Παναγία μου, νὰ κολλήσω καί ʼγώ! Ἄχ, Παναγία μου, νὰ κολλήσω καί ʼγώ!
Παρακαλοῦσε νὰ κολλήση φυματίωσι, μὰ ὅσο ἐκεῖνος εὐχόταν, τόσο αὐτὴ ἔφευγε μακρυά του.
Ὁ Γέροντας τὴν φυματίωσι τὴν ἔλεγε ἁγία ἀρρώστια, γιατί λιώνεις σιγά-σιγὰ καὶ προλαβαίνεις νὰ ἑτοιμασθῆς ψυχικά. Μετὰ πῆρε ὅλα τὰ πράγματα τοῦ πατρός Βασιλείου καὶ τὰ ἔκαψε ἔξω θέλοντας νὰ προφυλάξη τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν μετάδοση τῆς ἀρρώστιας.
– Ἐλᾶτε, πατέρες νὰ κεραστοῦμε, γιὰ τὸν Βασίλη ποὺ πῆγε στὸν οὐρανό. Ώ, Παναγία μου, σώθηκε μιὰ ψυχή! Φέρτε λουκούμια!
Χαρὰ ποὺ εἶχε ὁ Γέροντας! »Χριστὸς Ἀνέστη!» Ποὺ ἔφυγε τὸ καλογέρι του καὶ σώθηκε.
Τὴν τρίτη ἡμέρα ποὺ κοιμήθηκε ὁ πατήρ Βασίλειος, τὸν βλέπει ὁ Γέροντας στὸν ὕπνο του, νὰ τὸν ἄγκαλιάζη καὶ νὰ τοῦ λέγη:
– Γέροντά μου, νὰ ἰδῆς τί μέ ʼκανες! ἀξιωματικό! Στρατηγὸ μέ ʼκανες, γεμάτο παράσημα!
ΔΌΞΑ ΤΩ ΘΕΏ!

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Άγιος Πορφύριος: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής»

 

Η ψυχή του χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή.

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάς. Ν’ αγαπάς και να πονάς. Να πονάς γι’ αυτόν που αγαπάς.

Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες, δε λογαριάζει τίποτα, ούτε απειλές, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς το Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ’ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδιά προς το Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της στην αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει το αγγελούδι της; Όλ’ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: «Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στο Θεό μου, στο Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!». Να, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με την χάρι του Θεού.

Εμείς, όμως, έχουμε φλόγα για το Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγαρία και λέμε: «Ω, τώρα έχω να κάνω προσευχή και κανόνα…»; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.
Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός «χοντρές» ψυχές δε θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. 18, 22). Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λες, «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» κ.λπ., αλλά μπορείς να λες, «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δε ζούσα κοντά στο Θεό…». Και στη δική μου τη ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουνα δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού. Τόσα πολλά χρόνια!…

Ακούστε τι λέει ο Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ στο βιβλίο του Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν :
«Πάσα γαρ εργασία σωματική τε και πνευματική, μη έχουσα πόνον ή κόπον, ουδέποτε καρποφορεί τω ταύτην μετερχομένω, ότι βιαστή εστίν η Βασιλεία των Ουρανών και «βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», βίαν ειπών την την του σώματος εν πάσιν επίπονον άσκησιν».

Όταν αγαπήσεις το Χριστό, κάνεις κόπο, αλλά ευλογημένο κόπο. Υποφέρεις, αλλά με χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αυτά είναι πόθος, θείος πόθος. Και πόνος και πόθος και έρωτας και λαχτάρα και αγαλλίαση και χαρά και αγάπη. Οι μετάνοιες, η αγρυπνία, η νηστεία είναι κόπος, που γίνεται για τον Αγαπημένο. Κόπος, για να ζεις τον Χριστό. Αλλ’ αυτός ο κόπος δε γίνεται αναγκαστικά, δεν αγανακτείς. Ό,τι κάνεις αγγαρία, δημιουργεί μεγάλο κακό και στο είναι σου και στην εργασία σου. Το σφίξιμο, το σπρώξιμο φέρνει αντίδραση. Ο κόπος για το Χριστό, ο πόθος ο αληθινός είναι Χριστού αγάπη, είναι θυσία, είναι ανάλυση. Αυτό ένιωθε και ο Δαβίδ: «Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. 83, 3). Ποθεί με λαχτάρα και λιώνει η ψυχή μου απ’ την αγάπη του Θεού. Αυτό του Δαβίδ ταιριάζει με το στίχο του Βερίτη που μ’ αρέσει:

«Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω, ως να φθάσει κι η στερνή στιγμή να ξεψυχήσω».
Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια, για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξη, στη ζέση, στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν, είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια; Με την κατανόηση των τροπαρίων και κανόνων και των Γραφών έλκεσαι ευφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στην αλήθεια ευφραινόμενος. «Έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου» (Ψαλμ. 4, 8), όπως λέει ο Δαβίδ. Έτσι αυθόρμητα μπαίνεις στην κατάνυξη, αναίμακτα. Καταλάβατε;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν’ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα. Τα επιθυμώ και προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. Αρρώστησα και «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26, 41). Δεν μπορώ να κάνω μετάνοιες. Τίποτα. Επιθυμώ, έχω ζήλο και έρωτα να είμαι στο Άγιον Όρος και να κάνω μετάνοιες, να προσεύχομαι, να λειτουργώ και να είμαι μ’ έναν ακόμη ασκητή. Είναι καλύτερο να είναι δύο. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός: «Ού γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. 18, 20).

«Βίος και Λόγοι» Αγίου Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
Ιερά Μονή Χρυσοπηγής
Χανιά, 2015, σελ. 256-260

Άγιος Πορφύριος: «Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής» - Ενωμένη Ρωμηοσύνη (enromiosini.gr)

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

Τώρα δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία όλων των συμβάντων της ζωής μας, αλλά πιο αργά θα τα καταλάβουμε

 

 Ολα τα συμβάντα της ζωής μας είναι μέρος της παντελώς άγνωστης οικονομίας του Θεού 


Θυμήσου, θυμήσου αγαπημένο μου παιδί όλα τα συμβάντα της ζωής μας είναι μέρος της παντελώς άγνωστης οικονομίας του Θεού. Τώρα δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία τους, αλλά πιο αργά θα τα καταλάβουμε. Τώρα αισθανόμαστε ότι είμαστεαδικημένοι και λοιδορούμενοι. Αργότερα θα καταλάβουμε ότι από τα πάντα θα μπορούσαμε να έχουμε ένα τεράστιο όφελος : τον ταπεινό λογισμό.

Εσύ τώρα να προσπαθήσεις να πλησιάσεις το Θεό όσο πιο πολύ μπορείς με τη προσευχή και τη άσκηση. Τήρησε το κανόνα που σου έχει δώσει ο πνευματικός σου και προσπάθησε να αισθανθείς το Θεό.
Κάνε οτιδήποτε για να Τον ζήσεις να Τον βάλεις στη καρδιά σου. Να μαλακώσει η καρδούλα σου, παιδί μου, από το άγγιγμα της χάρης, κάθε στιγμή όταν σκέφτεσαι πόσο πολύ σε αγαπάει ο Θεός και πόσο σε προστάτεψε από το ψυχικό θάνατο, προστατεύοντας σε από τις βρωμιές που φέρνουν οι δαίμονες στο μυαλό των ανθρώπων…
Ο γλυκύτατος Ιησούς να είναι πάντα στις σκέψεις σου, να είναι ένα λιμάνι στο οποίο θα επανέρχεσαι ξανά και ξανά …
Επίσης μη διστάσεις να καλείς τη Παναγία σε βοήθεια όποτε έχεις ανάγκη και όχι μόνο.
Να συνεχίσεις το δρόμο σου με θάρρος με πολύ θάρρος. Χάρισε τη καρδιά σου στο Κύριο και Εκείνος θα της δώσει όλες τις βιταμίνες και όλη τη ενέργεια που χρειάζεται για να μη καταρρεύσει. Τίποτε να μη σου φαίνεται δύσκολο.

Κάποιος Άλλος αδερφέ κυβερνάει το σύμπαν και όχι οι μεγάλοι του κόσμου τούτου…
Θάρρος, θάρρος , το βλέμμα ψηλά και θα δεις τον Κύριο, όταν θα κλάψεις , όταν θα ψάξεις με λαχτάρα, όταν θα ματώσεις , ίσως θα Τον δεις πως σου απλώνει το στέφανο με το Αγαπητικό και Παρηγορητικό χέρι Του.
Μην θλίβεσαι , μη λυπάσαι πιο πολύ από όσο πρέπει, γιατί έτσι δίνεις δικαιώματα στο πονηρό να σε χτυπάει με δύναμη…

Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι. Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου … "

Ανέκδοτες επιστολές Αγίου Λουκά Κριμαίας σε πνευματικό του παιδί

https://iconandlight.wordpress.com

Νεότερη ενημέρωση: Δύσκολες ώρες για τον Μητροπολίτη Διοκλείας

Mhtr Diokleias FlegontaB

Γραφείο ρεπορτάζ: Romfea.gr


Τον γύρο του διαδικτύου κάνει τις τελευταίες ώρες, η είδηση ότι ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος (Γουέαρ) εκοιμήθη.

Την πληροφορία της κοιμήσεως έγραψαν στα social τόσο Αρχιερείς, όπως ο Πίτσμπουργκ κ. Σάββας αλλά και σελίδες Ιερών Ναών της Αγγλίας.

Η εν λόγω πληροφορία διαθόδηκε ταχύτατα, όπου ανάγκασε τις ιστοσελίδες να προβούν σε ενημέρωση του κοινού.

Νεότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Σεβασμιώτατος δίνει μάχη με την ζωή, ενώ η κατάσταση της υγείας του είναι πολύ κρίσιμη.

Να αναφερθεί ότι ο Σεβασμιώτατος χθες το βράδυ εξομολογήθηκε και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων.

Ευχόμαστε ο Θεός να κάνει τον θαύμα του, και ο 88χρονος Ιεράρχης να ξεπεράσει την δυσκολία που αντιμετωπίζει.

Νεότερη ενημέρωση: Δύσκολες ώρες για τον Μητροπολίτη Διοκλείας (romfea.gr)

Ο όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα για τη σωτηρία

Κάποιος ρώτησε τον όσιο Αμβρόσιο της Όπτινα:
– Πάτερ, είναι δυνατό να ζούμε στον κόσμο και να σωθούμε;
– Και βέβαια είναι δυνατό, απάντησε ο όσιος, αν δεν ζούμε με το τραλαλά, αλλά με ειρήνη και ταπείνωση.

Άλλες φορές σε παρόμοιες ερωτήσεις έδωσε τις ακόλουθες απαντήσεις:
– Να ζούμε με ευθύτητα, χωρίς φαρισαϊκή υποκρισία.
– Να μην απελπιζόμαστε, να μην κατακρίνουμε και να μην πικραίνουμε κανέναν. Όλους να τους αγαπούμε και όλους να τους τιμούμε.
– Να θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερον απ’ όλους.
Η πορεία της ζωής μας πρέπει να μοιάζει με την πορεία μιας ρόδας. Όταν κινείται η ρόδα, ένα μόνο σημείο της αγγίζει στη γη, ενώ το υπόλοιπο μέρος της βρίσκεται πάνω από τη γη. Έτσι ας γίνεται και στη ζωή μας· ας μη βουλιάζουμε ολοκληρωτικά στα γήινα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Υπάρχουν τρεις τρόποι για να κερδίσουμε τη σωτηρία μας: ο πρώτος, να μην αμαρτάνουμε· ο δεύτερος, αν αμαρτάνουμε, να μετανοούμε ειλικρινά· και ο τρίτος, αν δεν μετανοήσαμε ειλικρινά, να υπομείνουμε τις συμφορές που θα μας βρουν».

Ο Χριστός συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Αλλά και ο πόνος καθαρίζει την ψυχή από τις κηλίδες της αμαρτίας. Στον ληστή, που μετανόησε, ο Κύριος υποσχέθηκε τον παράδεισο (Λουκ. 23:42-43). Ύστερα, όμως, ήρθαν οι στρατιώτες και του έσπασαν τα σκέλη (Ιω. 19:32). Σ’ αυτήν την κατάσταση κρεμόταν στον σταυρό τρεις ώρες. Έτσι, υπομένοντας αγόγγυστα τον πόνο, πέτυχε την ψυχική του κάθαρση…

Κάθε άνθρωπος οφείλει να σηκώσει βαρύ σταυρό για την κάθαρσή του. Το βάρος του σταυρού αυτού δεν εξαρτάται από τον Θεό αλλά από μας τους ίδιους. Πρόκειται για ένα δένδρο που φυτρώνει στην καρδιά μας. Όσο πιο πολλά τρεχούμενα νερά, δηλαδή πάθη, έχουμε στην καρδιά μας, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ανάπτυξη του δένδρου…

Μη θλίβεσαι, γιατί το σώμα σου αρρώστησε. Σ’ ένα άρρωστο σώμα μπορούν να κατοικήσουν η χάρη και η ειρήνη του Χριστού. Απεναντίας, στη θαλερή σάρκα φωλιάζουν βατράχια και βδέλλες.

Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 348, 152, 60.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/gerontes/o-osios-amvrosios-tis-optina-gia-tin-sotiria/

Ο Θεός που μας έπλασε με σοφία προβλέπει το κάθε τι που αφορά εις τον καθένα από εμάς!

Μέγας Βασίλειος.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Μεγάλου Βασιλείου
Ομιλία εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και εις τα υπόλοιπα της ομιλίας περί Ευχαριστίας που εξεφωνήθη προηγουμένως

Συνέχεια από εδώ: http://www.pemptousia.gr/?p=348776

5. Παραδείγματος χάριν σου έλαχεν εις την κοινωνίαν του γάμου σύζυγος που σου προσφέρει κάθε ευχαρίστησιν εις την ζωήν, που είναι αιτία χαράς, πρόξενος ευφροσύνης, που αυξάνει τα καλά και κατά τας λύπας αποδιώκει το μεγαλύτερον μέρος από τα ανιαρά και αυτή ξαφνικά ανηρπάγη από τον θάνατον και εχάθη.

Μη εξαγριωθής με το πάθημα.

Μήτε να ειπής ότι είναι κάποιο τυχαίον συμβάν ωσάν να μη υπάρχη κανείς προστάτης που να κυβερνά τον κόσμον.

Μήτε να υποθέσης ότι υπάρχει κάποιος κακός δημιουργός, βάζοντας εις τον νουν σου πονηράς ιδέας εξ αιτίας της υπερβολικής λύπης.

Αλλά μήτε να ξεφύγης από τα όρια της ευσεβείας.

Επειδή βεβαίως εγίνατε «οι δύο εις σάρκα μίαν» χρειάζεται πολλή συγγνώμη αυτός που δέχεται με πόνους την διχοτόμησιν και την διαίρεσιν αυτήν.

Βεβαίως εξ αιτίας αυτού δεν είναι ωφέλιμον εις σε να διανοήσαι ή να λέγης κάτι από αυτά που δεν αρμόζουν.

Σκέψου δηλαδή ότι ο Θεός που μας έπλασε και μας εψύχωσεν, έδωσεν εις καθεμίαν ψυχήν ιδιαίτερον τρόπον ζωής και εις άλλους έθεσε διαφορετικούς όρους της εξόδου από την ζωήν.

Διότι δι’ άλλον μεν οικονόμησε να παραμείνη σωματικά επί περισσότερον χρόνον, και δι᾽ άλλον διέταξε, συμφώνως με τους απορρήτους λόγους της σοφίας και της δικαιοσύνης του, να απελευθερωθή ταχύτατα από τα δεσμά του σώματος.

Όπως λοιπόν αυτοί που ρίπτονται εις τας φυλακάς, άλλοι μεν παραμένουν έγκλειστοι επί
περισσότερον χρόνον εις την ταλαιπωρίαν των φυλακών, άλλοι δε ταχύτερα απαλλάσσονται από τας κακοπαθείας, έτσι και αι ψυχαί, άλλαι μεν κρατούνται επί πολύ εις την ζωήν αυτήν, άλλαι δε ολιγώτερον, ανάλογα με την αξίαν του καθενός, διότι ο Θεός που μας έπλασε με σοφίαν και εις βάθος και ως εκεί που δεν φθάνει ο ανθρώπινος νους, προβλέπει το κάθε τι που αφορά εις τον καθένα από ημάς.

Δεν ακούεις τον Δαβίδ που λέγει, «βγάλε από την φυλακήν την ψυχήν μου»;

Δεν άκουσες να γίνεται λόγος διά τον άγιον, ότι απελύθη η ψυχή του;

Τι δε είπεν ο Συμεών, όταν εδέχθη εις τας αγκάλας του τον Κύριόν μας; Ποίαν φωνήν έβγαλε; Δεν είπεν ότι «νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα»;

Διότι εις αυτόν ο οποίος βιάζεται διά την ουράνιον ζωήν, η παραμονή με το σώμα εδώ, είναι βαρυτέρα από κάθε κόλασιν και από κάθε φυλακήν.

Μη λοιπόν επιδιώκης σύμφωνα με τας απολαύσεις σου να ακολουθούν και οι νόμοι των ψυχών, αλλά σκέψου δι᾽ αυτά που έχουν συνενωθή κατά την ζωήν, και έπειτα διά του θανάτου χωρίζονται, ότι ομοιάζουν με οδοιπόρους που βαδίζουν έναν δρόμον και που από την συνήθειαν έχουν ενωθή εξ αιτίας της συνεχούς μεταξύ των συναναστροφής.

Αυτοί όταν αντιληφθούν ότι έχουν βαδίσει τον κοινόν δρόμον και ότι του λοιπού αυτός διαχωρίζεται, επειδή η ανάγκη τους υποχρεώνει να χωρίσουν, δεν αδιαφορούν διά τα προκείμενα με το να προσκολλώνται εις την συνήθειαν, αλλ᾽ αφού ενθυμηθούν την αρχικήν αιτίαν που τους εκίνησεν, ο καθένας τους σπεύδει προς το ιδικόν του τέρμα.

Όπως λοιπόν δι᾽ εκείνους διάφορος ήταν ο σκοπός του δρόμου, συνέβη, δε εις αυτούς η εξοικείωσις κατά την οδοιπορίαν λόγω της συνηθείας, έτσι και εις αυτούς οι οποίοι έχουν συνδεθή με τον δεσμόν του γάμου η με κάποιαν άλλην σχέσιν εις την ζωήν, ιδιαίτερον έχει ο καθένας το τέλος της ζωής.

Αφού κατ’ ανάγκην συνεδέθησαν μεταξύ των, τους εχώρισε και τους διέλυσε το προκαθωρισμένον τέλος της ζωής.

Απόσπασμα από την ομιλία του Μεγάλου Βασιλείου «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και εις τα υπόλοιπα της ομιλίας περί Ευχαριστίας που εξεφωνήθη προηγουμένως», όπως δημοσιεύεται σε μετάφραση στον τόμο Βασιλείου Καισαρείας του Μεγάλου, «Άπαντα τα έργα, τόμος ζ’, Ομιλίαι και λόγοι», των εκδόσεων «Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973. Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Βασίλειος Ψευτογκάς.

Ο Θεός που μας έπλασε με σοφία προβλέπει το κάθε τι που αφορά εις τον καθένα από εμάς! | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Αποκάλυψη Αγγέλου περί της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον.


Καθὼς ὁ ἀββᾶς Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βάδιζε μέσα στὴν ἀχανῆ ἔρημο, τὸν ἀκολούθησε ἕνας ῎Αγγελος. ῎Εστρεψε νὰ δεῖ, κ᾿ ἐκεῖνος τὸν χαιρέτησε πολὺ σεβαστικά:
– Εὐλόγησον, ἅγιε Γέροντα!

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος τὸν πέρασε γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς τῆς ἐρήμου καὶ τοῦ εἶπε, ἀνταποδίδοντας τὸν χαιρετισμό:
– ῾Ο Κύριος νὰ σ᾿ εὐλογήσει καὶ νὰ σὲ συγχωρήσει, τέκνο μου.

Περπάτησαν ἔτσι μαζὶ κάμποσο διάστημα. Καὶ ὁ ἅγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν ὅλη παρουσία, ποὺ ἄστραφτε ἀπὸ φῶς καὶ ὡραιότητα, τοῦ λέει κάποια στιγμή:
– Τέκνον μου, σὲ βλέπω καὶ ἀπορῶ, θαυμάζοντας τὴ μορφή σου ποὺ ἀστραποβολεῖ καὶ τὴν ὡραιότητά σου τὴν ἀπαρόμοιαστη. Καί ἐπειδή, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἔτυχε ποτὲ νὰ δῶ τόσην ὀμορφιά σὲ ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἀρχίζω καὶ ἀναρωτιέμαι μήπως δὲν εἶσαι ἄνθρωπος; Σε ἐξορκίζω, λοιπόν, στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μοῦ πεῖς τὴν ἀλήθεια.

Τότε ὁ ῎Αγγελος ἔβαλε μετάνοια στὸν ἅγιο Μοναχό, καὶ τοῦ λέει:
– Εὐλόγησον, ἅγιε πάτερ. ῞Οπως καλὰ τὸ διέκρινες, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶμαι ῎Αγγελος· καί ἦρθα νὰ σὲ διδάξω τά ἄγνωστα μυστήρια ποὺ δὲν ξέρεις καί ἔχεις τόσην ἐπιθυμία νὰ μάθεις. ᾿Αφοῦ, λοιπόν, γι᾿ αὐτὸ ἦρθα, ρώτησε με γιὰ ὅ,τι θέλεις νὰ μάθεις κ᾿ ἐγὼ θὰ σοῦ ἀποκριθῶ.

Καὶ ὁ ἅγιος Μοναχός, μὲ τὴ σειρά του, ἔβαλε κι αὐτὸς μετάνοια στὸν ἅγιον ῎Αγγελο, ἔστρεψε τὰ χέρια καὶ τό βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε:


– Σ᾿ εὐχαριστῶ, πανάγαθε Κύριε, ποὺ μὲ λυπήθηκες καὶ μοῦ ἔστειλες ὁδηγὸ καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ μὲ διδάξει ὅσα δὲν ξέρω κ᾿ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τ᾿ ἀπόκρυφα καὶ ἄρρητα μυστήρια τῆς πίστεως!

Καὶ μὲ μιὰ πολὺ εὐγενικὴ προθυμία ὁ ῎Αγγελος λέει στὸν ἀββᾶ Μακάριο:
– ῎Ελα, λοιπόν, ἅγιε Γέροντα καὶ πάτερ· ἄρχισε τὶς ἐρωτήσεις σου.
– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε: οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναπαύονται καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους φεύγουν ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο, ἐκεῖ στὸν ἄλλο, τὸν αἰώνιο, ἀναγνωρίζουν ἄραγε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο;
– 
῎Ακουσε, ἅγιε πάτερ,
 ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. ῞Οπως ἀκριβῶς συμβαίνει σέ αὐτό τὸν κόσμο, ὅπου κοιμοῦνται τὸ βράδυ καὶ ξυπνοῦνε τὸ πρωΐ, καὶ ὅταν σηκώνονται ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς ποὺ εἶχαν συναντήσει τὴν προηγούμενη μέρα, καὶ συνομιλοῦν μαζί τους, ἤ τρῶνε καὶ πίνουν καί εὐφραίνονται ἀντάμα, ρωτώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ διάφορα θέματά τους, ἔτσι γίνεται καὶ στὸν ἄλλον κόσμο· ὁ ἕνας βλέπει καὶ ἀναγνωρίζει τὸ συνάνθρωπό του, εὐφραίνεται μὲ τὴ συντροφιά του καὶ συνομιλεῖ μαζί του, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐδῶ κάτω, ποὺ ὅταν βγαίνει κανεὶς ἔξω ἀπ᾿ τὸ σπίτι του ἤ πάει στὴν ἀγορά, καί ἐκεῖ βλέπει φτωχοὺς ἤ ἄρχοντες καὶ ρωτάει, «ποιὸς εἶναι αὐτὸς» καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος», καὶ ρωτώντας μαθαίνει καὶ γνωρίζει καὶ κείνους ποὺ δὲν εἶχε τύχει ποτὲ νὰ συναντήσει, ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει κ᾿ ἐκεῖ ψηλὰ μὲ τοὺς δικαίους· ὑπογραμμίζω τοὺς δικαίους, γιατὶ αὐτὸ τὸ προνόμιο δὲν τό ᾿χουν οἱ ἁμαρτωλοί.

Προχωρώντας, ὁ ἀββᾶς Μακάριος ξαναρωτάει τὸν ῎Αγγελο:
– ᾿Απάντησέ μου καὶ σὲ τοῦτο, σὲ παρακαλῶ: μετὰ τὸν τόσο δύσκολο χωρισμὸ της ψυχής από το σώμα τί γίνεται; Και, αφού ο χωρισμός έχει γίνει και η ψυχή έχει πάρει το δρόμο της, γιατί κάνουμε τόσα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους;

Ο ‘Αγγελος πήρε βαθειά ανάσα και άρχισε την απόκρισή του:
– ΄Ακουσε, άγιε πάτερ μου. Μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, έρχονται οι άγιοι «Αγγελοι και την τρίτη μέρα την παίρνουν και την πηγαίνουν στον ουρανό, για να προκυνήσει τον Κύριο μας, τον Ιησού Χριστό.

Πρέπει, όμως, να σου πω εδώ πώς σε τούτο το διάστημα, δηλαδή από τη γη ώς τον ουρανό, υπάρχει μια μεγάλη Σκάλα, με πολλά σκαλιά και σε κάθε σκαλί, βλέπει κανείς ένα τάγμα δαιμόνων, που λέγονται τελώνια. Αυτά τα τελώνια και πονηρά πνεύματα, μόλις αντικρύσουν την ψυχή, κουβαλούν αμέσως τα πολλά και γεμάτα με τις αμαρτίες χειρόγραφα κι αυτά τα χειρόγραφα τα δείχνουν στους Αγγέλους λέγοντας: 
– »τήν τάδε χρονιά, τη δείνα ώρα και τις τόσες του μηνός, η ψυχή αυτή έκαμε τούτο κ’ εκείνο, δηλαδή έκλεψε, είπε ψέματα, πόρνεψε, διέπραξε το δείνα έγκλημα, έπεσε σε μοιχεία»
και ό,τι τέλος πάντων αμάρτημα έκαμε, κ’ είναι λεπτομερώς από τους δαίμονες γραμμένο
.

Τότε και οι άγιοι ΄Αγγελοι παίρνουν άλλες περγαμηνές και άλλα χειρόγραφα, όπου είναι γραμμένες όλες οι αγαθοεργίες της ψυχής εκείνης: ελεημοσύνες, προσευχές, λειτουργίες, νηστείες και ό,τι άλλο καλό είχε κάνει στην επίγεια ζωή της.

Ζυγίζουν τότε και αντισταθμίζουν οι ΄Αγγελοι και οι Δαίμονες τα έργα της ψυχής: και αν βρεθούν περισσότερα τ’ αγαθά, τότε παίρνουν την ψυχή πάλι οι ΄Αγγελοι και την ανεβάζουν στο επόμενο σκαλί, ψηλότερα.

Όταν, όμως, βλέπουν οι δαίμονες πώς ξέφυγε η ψυχή από τα χέρια τους και αρχίζει να ανεβαίνει σε ψηλότερο σκαλί, τρίζουν τα δόντια τους απ’ το θυμό σαν τα λυσσασμένα σκυλιά και ρίχνονται καταπάνω στους Αγγέλους να την αρπάξουν, έστω και την τελευταία στιγμή από τα χέρια τους.

Σ’ αυτό το μεταξύ, φοβισμένη και κατατρομαγμένη ή ψυχή απ’ όλα αυτά, πάει να κρυφτεί κάτω από τα φτερά των ‘Αγγέλων, για να γλυτώσει.

Καί εκεί γίνεται μια μεγάλη λογομαχία και πάλη ανάμεσα στους Αγγέλους και στους Δαίμονες, ώσπου να ελευθερωθεί πέρα για πέρα εκείνη ή ταλαίπωρη ψυχή από τα λυσσασμένα νύχια των Δαιμόνων.

Ανεβαίνουν τελικά οι ΄Αγγελοι με την ψυχή και προχωρούν προς το επόμενο σκαλί.

Μα κι εκεί βρίσκουν άλλο τελώνιο, πιό άγριο και πιο φοβερό. Κ’ εδώ οι Δαίμονες κάνουν μεγάλη φασαρία και ταραχή απερίγραπτη, για το ποιος θα κερδίσει την κατατρομαγμένη ψυχή. Αρχίζουν οι Δαίμονες πάλι να κραυγάζουν άγρια και να ελέγχουν την ψυχή, ρωτώντας επιδεικτικά:
– Πού πάς ν’ ανέβεις εκεί ψηλά; Δεν είσ’ εσύ που έπεσες στην πορνεία και καταμόλυνες το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος; Δεν είσ’ εσύ που βρώμισες με τις πράξεις σου το αγγελικό σχήμα; Και τώρα γιά που κίνησες να πας, αφού δεν σου αξίζει ο τόπος εκείνος; Γύρνα πίσω! Έλα πάλι κάτω! Πάρε το δρόμο και κατέβα στον σκοτεινό τον «Αδη! Πήγαινε στο πύρ το εξώτερον και στα σκουλήκια που άγρυπνα ροκανίζουν τα θύματά τους!..

Και τότε, αν ή ψυχή εκείνη με τα έργα της είναι άξια για την αιώνια καταδίκη, την παίρνουν οι πονηροί και ανάλγητοι Δαίμονες και την κατεβάζουν στα καταχθόνια της γης, σε τόπο φοβερό και κατασκότεινο. Καί, αλλοίμονο πιά στην ταλαίπωρη εκείνη ψυχή! Ούαι και αλλοίμονο στην ψυχή εκείνη, που θα καταριέται την ώρα που γεννήθηκε… Τότε είναι να σε πιάνει λύπηση να βλέπεις τις ψυχές που είναι καταδικασμένες για κείνον τον τόπο και να τις βλέπεις, άγιε πάτερ, να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη και να μην έχουν νa πιαστοῦν ἀπὸ πουθενά… Θλίψη ἀπερίγραπτη καὶ ἀβάσταχτος πόνος, ἀσήκωτος!

Αν, ὡστόσο, ἡ ψυχὴ βρεθεῖ καθαρὴ καὶ δίχως ἁμαρτίες, τότε ἀνεβαίνει συντροφιὰ μὲ τοὺς Αγγέλους στὸν οὐρανὸ κ᾿ αἰσθάνεται πολὺ μεγάλη χαρά: κάθε τόσο συναντάει καὶ ἄλλους ᾿Αγγέλουςποὺ κρατοῦν, ὅπως οἱ Διάκονοι στὴν ᾿Εκκλησία, λαμπάδες ἀναμμένες καὶ θυμιάματα μυροβόλα, καὶ τὴν κατασπάζονται μὲ ἀγάπη.

Μετὰ πᾶνε στὸ δεσποτικὸ θρόνο· ἐκεῖ προκυνάει τὸν Κύριο καὶ Θεό μας, τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Καὶ τότε ἀντικρύζει τοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων, τῶν ἁγίων Μαρτύρων, τῶν ἁγίων Πατέρων, τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αγίων ᾿Αγγέλων, μὲ τὴν ἄρρητη ἐκείνη λαμπρότητα, καὶ ἀκούει τὴν ἀγγελικὴ ἐκείνη μελωδία καί εὐφραίνεται ἀπὸ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος καὶ τὴν ἀσύλληπτη ὡραιότητα!

Ο Αββάς Μακάριος ρωτάει πάλι, σε λίγο:
– ῞Αγιε ῎Αγγελε, σὲ ρώτησα κάτι καὶ γιὰ τὰ μνημόσυνα: πῶς καὶ γιατί γίνονται; ᾿Απάντησέ μου, σὲ παρακαλῶ.
– ῎Ακουσέ με, λοιπόν, ἅγιε πάτερ μου. Τὰ μνημόσυνα ποὺ ὀνομάζονται «τρίτα», γίνονται ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ ὥσπου νὰ περάσουν οἱ τρεῖς ἡμέρες ἀπὸ τὴν κοίμηση· γιατί, βέβαια, ἴσαμε νὰ περάσουν τρεῖς μέρες, ἡ ψυχὴ δὲν ἀνεβαίνει νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. ῎Ετσι, λοιπόν, γίνονται αὐτὰ τὰ μνημόσυνα σὰν ἕνα δῶρο πρὸς τὸν Χριστὸ γιὰ κείνη τὴν ψυχὴ ποὺ πάει νὰ Τὸν προσκυνήσει.

Μετὰ τὴν προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν πάλι τὴν ψυχὴ καὶ τὴν κατεβάζουν στὴ γῆ. ᾿Εδῶ πιὰ τὴν περπατᾶνε στὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς τόπους ὅπου ἔζησε τὴν ἐπίγεια ζωή της καὶ τῆς θυμίζουν τὶς καλὲς καὶ τὶς κακὲς πράξεις της, λέγοντας:
– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκλεψες· ἐκεῖ ἔπεσες στὸ ἁμάρτημα τῆς πορνείας· ἐδῶ ἔπεσες στὴν καταλαλιά· ἐκεῖ σκότωσες· ἐδῶ ἔγινες ἐπίορκος· ἐκεῖ βλαστήμησες· ἐδῶ καταχράστηκες μὲ ὑπέρογκους τόκους· ἐκεῖ μέθυσες· ἐδῶ λογομάχησες ἁμαρτωλά· ἐκεῖ σκανδάλισες τοὺς ἀδελφούς σου – κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα, ποὺ ἡ κάθε ψυχὴ μπορεῖ νὰ διέπραξε.

῞Υστερα, πάλι, τὴν περνᾶνε ἀπὸ τοὺς ἄλλους τόπους, ὅπου ἔπραξε ἀγαθὰ ἔργα, λέγοντάς της:
– Θυμήσου πὼς ἐδῶ ἔκανες ἐλεημοσύνη· ἐκεῖ ἐνήστεψες· ἐδῶ ἔδειξες πραγματικὴ μετάνοια, μὲ δάκρυα καὶ συντριβή· ἐκεῖ ἔκανες λειτουργίες· ἐδῶ ἔκανες παρακλήσεις· ἐκεῖ ἔκανες ἀγρυπνίες· ἐδῶ προσευχές· ἐκεῖ γονάτισες καί ἔκανες μετάνοιες· ἐδῶ ἔδειξες σταθερότητα στὴν ἀρετὴ καὶ ἀντίσταση στὸν πειρασμό· ἐκεῖ ἔδειξες ἐγκράτεια – καὶ ὅλα τά ἄλλα καλὰ ἔργα ποὺ ἔκανε ἡ ψυχή.

Αὐτὸς ὁ περίπατος, σὲ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησε ἡ ψυχή, κρατάει ἐννιὰ μέρες. Τὴν ἔνατη μέρα ἡ ψυχὴ ἀνεβαίνει πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη – δηλ. ὥς ἐκείνη τὴν ἡμέρα – γίνονται καὶ τὰ «ἔνατα» ὅπως τὰ ὀνομάζουμε, μνημόσυνα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ στέλνονται σὰν δῶρο καὶ σὰν ἐνθύμηση στὸν Κύριο, γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔρχεται, νὰ τὴν ὑποδεχθεῖ μὲ ἱλαρὸ βλέμμα καί εὐμενῆ διάθεση.

Οἱ παρακλήσεις ποὺ γίνονται μὲ τὰ μνημόσυνα, εἶναι γραμμένο πὼς γίνονται «πρὸς ὠφέλειαν». Καὶ λέγονται συχνὰ πὼς ὠφελοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου οἱ ἐλεημοσύνες, οἱ λειτουργίες, τὰ μνημόσυνα. ᾿Ενίοτε βοηθοῦν τόσο πολύ, ποὺ μποροῦν ν᾿ ἀπαλλάξουν τὴν ψυχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν κόλαση!

Αὐτά, ὅμως, δὲν ὠφελοῦν τὸν πολὺ κόσμο νὰ τὰ ξέρει, γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ λεπτομέρειες σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, καθὼς συγκρούεται μὲ τὴ γνωστὴ ἀλήθεια πὼς «ἐν τῷ ῞Αδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια»…

῞Υστερ᾿ ἀπὸ τὴ δεύτερη αὐτὴ προσκύνηση στὸν δεσπότη Χριστό, οἱ ῎Αγγελοι παίρνουν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ξαναφέρνουν στὸν κόσμο.

Στὴ συνέχεια, τῆς δείχνουν τὸν Παράδεισο, τὸν ἀπέραντον ἐλαιῶνα μὲ τοὺς κόλπους τοῦ ᾿Αβραάμ, τὶς
σκηνὲς ὅπου ἀναπαύονται οἱ δίκαιοι… Κι ὅταν ἡ ψυχὴ βλέπει τὴν ἀπερίγραπτη ἐκείνη χαρὰ στὰ πρόσωπα τῶν δικαίων, αἰσθάνεται κ᾿ ἐκείνη μιὰ βαθειὰ κι ἀπέραντη χαρὰ καὶ παραμυθία, καὶ παρακαλεῖ τοὺς ᾿Αγγέλους νὰ τὴν ἀφήσουν ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους!

Μετὰ τὴν πηγαίνουν νὰ δεῖ τὴν κόλαση, μὲ τὶς ποικίλες τιμωρίες τῶν ἁμαρτωλῶν, λέγοντας:
– Αὐτὸς ἐκεῖ ποὺ βλέπεις εἶναι ὁ πύρινος ποταμός· αὐτὸς ἐκεῖ, ὁ ἀκοίμητος ἑσμὸς τῶν σκουληκιῶν· τοῦτο ἐδῶ, τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· αὐτὸ ἐκεῖ, τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον· αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων – καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα κολαστήρια τῶν ἁμαρτωλῶν…

῾Ο ἀββᾶς Μακάριος ἄκουγε προσεχτικὰ ὅτι ἔλεγε ὁ ῎Αγγελος, ὁ ὁποῖος σὲ μιὰ στιγμὴ στρέφει πρὸς τὸν ἅγιο Μοναχὸ καὶ τοῦ λέει:
– Ξέρεις, ἅγιε πάτερ, ὅτι δὲν ὑπάρχει σκληρότερη καὶ φοβερότερη τιμωρία στὴν κόλαση ἀπὸ κείνη ποὺ ζοῦν οἱ πόρνοι καὶ οἱ κλέφτες. ᾿Ιδιαίτερα, μάλιστα, ὅταν αὐτοὶ ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία τυχαίνει νὰ εἶναι Μοναχὸς ἤ Μοναχή, ῾Ιερεὺς ἤ Πρεσβυτέρα…

῞Οταν πιὰ ἡ ψυχὴ γνωρίσει ὅλ᾿ αὐτὰ ποὺ τῆς δείχνουν οἱ ῎Αγγελοι, καὶ ἀφοῦ συμπληρωθοῦν οἱ σαράντα μέρες, τὴν ἀνεβάζουν πάλι νὰ προσκυνήσει τὸ δεσπότη Χριστό· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὥς τὶς σαράντα γίνονται τὰ «τεσσαρακοστὰ» λεγόμενα μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων. Αὐτὴ ἡ μέρα εἶναι πολὺ σημαντική, γιατὶ αὐτὴ τὴ μέρα θά ἀποφασίσει ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς γιὰ τὸ ποῦ πρέπει νὰ πάει πιὰ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα καὶ τὶς πράξεις της. Καὶ ὅπου πάει τώρα ἡ ψυχή, κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ θὰ μείνει ὥς τὴν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁπότε θ᾿ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα καὶ θ᾿ ἀπολαύσει τοὺς καλοὺς ἤ κακοὺς καρποὺς τῶν ἔργων του.

᾿Ακούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἅγιος Γέροντας, στέναξε βαθιά, δάκρυσε πικρὰ καὶ εἶπε:
– Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο στὴ μαύρη μέρα ἐκείνη, ὅπου γεννήθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἁμαρτωλός…
– Ναί, τοῦ λέει ὁ ῎Αγγελος· ναί, τίμιε Γέροντα, εἶναι σωστὸ αὐτό, γιὰ τὸν κάθε ἁμαρτωλό. ᾿Αλλὰ γιὰ
τὸν ἀγαθὸ καὶ τὸν δίκαιο πρέπει νὰ πεῖς: «Εὐτυχισμένη καὶ μακάρια ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα ποὺ γεννήθηκε»!

Τότε ὁ Γέροντας ξεθαρρεύτηκε καὶ κάνει ἄλλο ἕνα σχετικὸ ἐρώτημα:
– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, νὰ μοῦ ξεδιαλύνεις καὶ τούτη τὴν ἀπορία μου: μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε ἄνεση ὁ ἁμαρτωλός, νὰ τελειώσει ἡ τιμωρία του;
– ῎Οχι, ἅγιε πάτερ μου, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος. Οὔτε ἡ οὐράνια βασιλεία τῶν δικαίων ἔχει τελειωμό, οὔτε ἡ τιμωρία καὶ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν. Αν κάποιος ἔπαιρνε κάθε χίλια χρόνια ἕνα σπυρὶ ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας καὶ τὸ ἔβαζε κάπου ἀλλοῦ, θὰ ὑπῆρχε ἐλπίδα ἴσως κάποτε νὰ τελειώσει· μὰ ἡ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν τέλος δὲν ἔχει!

῾Ο ἅγιος Γέροντας ἐπιμένει καὶ συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις:
– ῞Αγιε ῎Αγγελε, πές μου σὲ παρακαλῶ: ποιοί ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους μας εἶναι πιὸ φιλεύσπλαγχνοι γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοὺς ξέρει καὶ νὰ τοὺς ἱκετεύει ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πρεσβεύουν στὸ Θεὸ καὶ νὰ Τὸν παρακαλοῦν γι᾿ αὐτόν;

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, εἶναι φιλάνθρωποι καὶ σπλαγχνικοὶ γιὰ ὅλους σας, καὶ σᾶς βλέπουν μὲ ἀγάπη κ᾿ εὐμένεια. ῾Ωστόσο, ἡ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἀγνωμοσύνη καὶ ἀχαριστία τοὺς θυμώνει καὶ τοὺς ἐξοργίζει.

᾿Ακόμη, πρέπει νὰ σοῦ πῶ, ἅγιε Γέροντα, πὼς καὶ οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι ἔχουν πολλὴ ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία γιὰ τὸν ἄνθρωποἐπειδὴ ἐξαιτίας καὶ χάρη στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων εἶδαν κι αὐτοὶ καὶ γνώρισαν τὰ μεγάλα παράδοξα τοῦ Θεοῦ.

᾿Εκτὸς ἀπ᾿ αὐτούς, ὅμως, ἡ Κυρία καὶ Δέσποινά μας, ἡ Θεοτόκος, φροντίζει πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους τὸ ἀνθρώπινο γένος. Θὰ ἔπρεπε, ἅγιε πάτερ μου, ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ ἔχει συνεχῶς στὸ στόμα του τὸ ὄνομα τῆς Θεοτόκου, μ᾿ εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη. Μὰ ὁ διάβολος τὸν ξεγέλασε καὶ τὸν ἔριξε στὰ βάραθρα τῆς ἀχαριστίας, τόσο ποὺ νὰ ξεχνᾶ πώς, ἄν ὑπάρχει ὁ κόσμος σήμερα καὶ στέκεται ὅπως στέκεται, αὐτὸ σίγουρα ὀφείλεται στὶς πρεσβεῖες καὶ τὶς ἱκεσίες τῆς Θεοτόκου!

Δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι ἔδειξαν περιφρόνηση καὶ καταφρόνησαν τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ῾Αγίους Του, πράγμα ποὺ εἶχε σὰν συνέπεια βέβαια καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι νὰ τοὺς δείξουν, μὲ τὴ σειρά τους, καταφρόνηση…

῾Ο ῞Αγιος Γέροντας, βλέποντας τὴν πρόθυμη συγκατάβαση τοῦ ᾿Αγγέλου ν᾿ ἀπαντάει σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα, θέλησε νὰ ἐπιμείνει στὴ διάκριση ἀνάμεσα στὶς ἁμαρτίες καὶ ρώτησε:
– Σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, πές μου ἄν θέλεις: ποιά εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος;
– 
῞Αγιε Γέροντα, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ ῎Αγγελος, κάθε ἁμαρτία ποὺ θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸ Θεό· φαίνεται, ὅμως, πὼς μερικὲς ἁμαρτίες, ὅπως π.χ. ἡ μνησικακία καὶ ἡ βλασφημία, στέκονται πάνω πάνω καὶ κυριαρχοῦν· γιατί, βέβαια, καὶ μόνες τους αὐτὲς μποροῦν νὰ κατεβάσουν τὸν ἄνθρωπο στὰ βασίλεια τοῦ ῞Αδη, στὰ καταχθόνια, κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα.

῾Ο Γέροντας ἔδειξε σὰ νὰ μὴν ἱκανοποιήθηκε. Θέλησε νὰ κάμει σχεδὸν τὸ ἴδιο ἐρώτημα, μὲ ἄλλη μορφή:
– Πές μου, ἅγιε ῎Αγγελε: ποιό ἁμάρτημα μισεῖ ὁ Θεὸς πάνω ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα;
– 
Τὴν κενοδοξία
, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος. Ξέρεις πὼς μοναχή της αὐτὴ ἡ ἁμαρτία ὁδήγησε τὸν κόσμο στὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια, μιὰ κι ἐξαιτίας της ὁ πρωτόπλαστος ᾿Αδὰμ ἐξορίστηκε ἀπ᾿ τὸν Παράδεισο· ἐξαιτίας της ὁ ἀρχιδαίμονας γκρεμίστηκε ἀπ᾿ τὴν περίοπτη θέση ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Αγγέλους, κ᾿ ἐξαιτίας της ὁ Φαρισαῖος ἔχασε τοὺς κόπους ὅλων τῶν ἀρετῶν καὶ τῶν καλῶν ἔργων του. Κι αὐτό, γιατὶ ἄν πέσει ὁ ἄνθρωπος στὸ πάθος καὶ τὸ ἁμάρτημα τῆς κενοδοξίας, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ σηκωθεῖ.

Τότε ὁ Γέροντας βάζει ἄλλο ἐρώτημα, πάλι γιὰ τὴν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν:
– Ποιοί ἄνθρωποι ἁμαρτωλοὶ τιμωροῦνται περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους στὴν κόλαση;
– 
Σοῦ εἶπα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος: πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅλους κολάζονται ὁ πόρνος καὶ ὁ βλάσφημος.

῾Ωστόσο, πρέπει νὰ προσθέσω πὼς κάτω ἀπ᾿ ὅλα τὰ καταχθόνια καὶ ὅλες τὶς κολάσεις ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη φοβερὴ καὶ τρομερή, ποὺ τὴν ὀνομάζουν ἀφάνεια: ἐκεῖ τιμωροῦνται νὰ ὑποφέρουν οἱ ἁμαρτωλοὶ κληρικοί, μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους καὶ τὶς καλόγριες ποὺ ἔπεσαν στὴν πορνεία.

Γι᾿ αὐτό, ἅγιε Γέροντα, εἶναι γραμμένο πὼς τὸ τάγμα τῶν ᾿Αγγέλων ποὺ ἔπεσε κ᾿ ἔγινε δαιμονικό, αὐτὸ θά ἀνακαινιστεῖ καὶ θά ἀναπληρωθεῖ, καὶ θά ἀνέλθει σὲ μεγάλη δόξα καὶ τιμή, ἀπό τοὺς καλοὺς καὶ ἁγίους κληρικοὺς καὶ μοναχούς·

ἐνῶ, βέβαια, ὅπως σοῦ εἶπα, οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ καὶ ἁμαρτωλοὶ μοναχοὶ πέφτουν σὲ ἔσχατη ἀτιμία καὶ ἐξαποστέλλονται στὴν κόλαση, ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ κληρικοὶ ποὺ παραβαίνουν τοὺς θείους νόμους: ὅσοι δέχονται τὴν παρανομία καὶ τοὺς παρανόμους ἐπειδὴ τοὺς γεμίζουν τὶς ἱερατικὲς τσέπες μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα πολλαπλᾶ, καὶ ὅσοι καταφρονοῦν καὶ παραλείπουν τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες τους γιὰ χάρη τῶν κοσμικῶν ἤ ἄλλων κοινωνικῶν φροντίδων τοῦ βίου, γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ θὰ δώσουν κάποτε λόγο στὸ Θεό…

Καὶ τί νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς ἱερεῖς ἐκείνους ποὺ μεθᾶνε; Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονό τους, γιὰ τὸ πόσο φοβερὴ κόλαση τοὺς περιμένει!…

Πές μου, ξαναρωτάει ὁ Γέροντας,
– τί γίνεται μ᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν λογαριάζουν καὶ δὲν τιμοῦν τὴ μέρα τῆς Κυριακῆς;

Καὶ ὁ ῎Αγγελος ἀποκρίνεται:
 Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ σ᾿ αὐτούς, ἅγιε Γέροντα, γιατὶ τοὺς περιμένει φρικτὴ κόλαση καὶ τιμωρία. ῞Οποιος δὲν λογαριάζει καὶ καταφρονεῖ τὴν Κυριακή, εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν καταφρονήσει, γιατὶ ἡ μέρα τῆς Κυριακῆς εἶναι ἡ μέρα τοῦ Κυρίου: ὅποιος τὴν τιμᾶ, τὸν τιμᾶ καὶ ὁ Κύριος καὶ τὸν προστατεύει.

Κατὰ τὸν ἴδιο πάλι τρόπο: ὅποιος τιμᾶ καὶ σέβεται καὶ γιορτάζει τὶς μνῆμες τῶν ῾Αγίων, δέχεται μεγάλη βοήθεια στὸ βίο του ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, γιατὶ ἐκεῖνοι ἔχουν μεγάλη παρρησία καὶ θάρρος νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸ Θεὸ κάτι, καί ᾿Εκεῖνος τοὺς τὸ δίνει. ῎Ετσι, μέσω τῆς ἱκεσίας καὶ τῆς πρεσβείας τῶν ῾Αγίων οἱ φιλάγιοι ἄνθρωποι ἀπολαμβάνουν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ πολλὰ εὐεργετήματα καὶ χαρίσματα.

῾Ωστόσο, ἄς τὸ ὁμολογήσουμε, ἅγιε Γέροντα: οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουνε διώξει ἀπὸ μέσα τους τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι οὔτε τὸν Θεὸ ἔχουν πιὰ φίλο τους, οὔτε καὶ κάποιον ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους, παρὰ ἔχουν προσκολληθεῖ στὰ βιοτικὰ καὶ κοσμικὰ πράγματα, ποὺ φθείρονται καὶ χάνονται. ᾿Αλλοίμονό τους!

Νὰ ξέρεις, ἅγιε Γέροντα, πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ δὲν τιμᾶ καὶ δὲν σέβεται τὴν ἅγια μέρα τῆς Κυριακῆς, -εἴτε εἶναι ἱερέας, εἴτε μοναχός, εἴτε ὁποιοσδήποτε ἁπλὸς λαϊκὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου- δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, μήτε κι ἔχει κάποια ἐλπίδα σωτηρίας

Κύλησαν λίγες στιγμὲς μ᾿ ἕνα βάρος πολυσήμαντης σιωπῆς. Τὶς σκέψεις καὶ τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου διέκοψε ὁ ἅγιος ῎Αγγελος:
– ῎Αν ἔχεις καὶ κάτι ἄλλο νὰ ρωτήσεις, ἅγιε Γέροντα, ρώτησε με, γιατὶ τώρα ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀνεβῶ πάλι στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸν Κύριό μου.

Τότε, βαριαναστέναξε ὁ ἀββᾶς καὶ ψιθύρισε, χύνοντας πικρὰ δάκρυα: «ἀλλοίμονο καὶ τρισαλλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς! ῾Ο καλὸς καὶ ἅγιος δοῦλος τοῦ Κυρίου μου, ὄντας ῎Αγγελος, ἀσώματος καὶ ἀναμάρτητος, βιάζεται νὰ πάει ψηλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ δοξολογία καὶ τὸν αἶνο του στὸν Κύριο, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ σωματικοί, ὑλόφρονες καὶ ἁμαρτωλοὶ δὲν φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ καταφρονοῦμε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ φέρουν τὴ σωτηρία μας…».

Κι ὕστερα, φωναχτά, ρώτησε τὸν ῎Αγγελο:
– Πές μου, σὲ παρακαλῶ, ἅγιε ῎Αγγελε, ποιά προσευχὴ ταιριάζει πιὸ πολὺ στοὺς Μοναχούς;
– ῎Αν κάποιος ξέρει γράμματα, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ῎Αγγελος, μπορεῖ νὰ λέει τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ· ἄν, ὅμως, εἶναι ἀγράμματος, μπορεῖ νὰ προσεύχεται μὲ τὸ «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Αὐτὴ ἡ προσευχὴ θαρρῶ πὼς εἶναι ἡ πιὸ δυνατή, μὰ καὶ ἡ πιὸ εὔκολη, γι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ Μοναχοί, ἄν καὶ ξέρουν γράμματα, ἐγκατέλειψαν ὅλες τὶς ἄλλες προσευχὲς καὶ κρατώντας μόνο αὐτὴ τὴν προσευχή, δίχως σταματημό, ἔσωσαν τὴν ψυχή τους. Αὐτή, τὴν τόσο ἁπλῆ, μὰ καὶ τόσο ἀποτελεσματικὴ προσευχή, μποροῦν νὰ τὴν κρατήσουν καὶ νὰ τὴ λένε συνεχῶς καὶ οἱ νέοι καὶ οἱ γέροντες, καὶ οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ καλόγεροι καὶ οἱ καλογριές, καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἀγράμματοι, καὶ οἱ πολὺ ἔμπειροι μὰ καὶ οἱ ἄπειροι καὶ ἀμάθητοι. ῞Οποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ψυχή του, μπορεῖ νὰ τὴν κρατήσει αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὰ χείλη του καὶ στὴν καρδιά του, μέρα καὶ νύχτα, εἴτε στὸ κελλί του βρίσκεται εἴτε στὸ δρόμο, εἴτε εἶναι ὄρθιος κι ἐργάζεται, εἴτε κάθεται καὶ ἀναπαύεται. ᾿Ακόμη καὶ ἄν βρίσκεται στὸ δρόμο ἤ ταξιδεύει ἤ κάνει κάποιο ἔργο, ἄς ἔχει μὲ πόθο καὶ προθυμία στὰ χείλη καὶ στὴν καρδιὰ τούτη τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, σ᾿ ὅποιον τὴν ἐπιθυμεῖ πολὺ θερμά.

῾Ο Γέροντας ἔδειχνε πολὺ εὐχαριστημένος. ᾿Αλλὰ δὲν ἤθελε νὰ σταματήσει καὶ τὶς ἐρωτήσεις. Λέει, λοιπόν, στὸν ῎Αγγελο:
– ᾿Επειδή, ἅγιε ῎Αγγελε, ἦρθες νὰ μὲ διδάξεις, ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, πές μου σὲ παρακαλῶ καὶ τοῦτο: ἄν κάποιος ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τύχει νὰ βρεῖ κατάλληλη περίσταση καὶ νὰ διδάξει ἕναν ἄλλο ἁμαρτωλό, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο τοῦ δείξει τὸν καλὸ δρόμο καὶ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, αὐτὸ τὸ πράγμα θὰ τοῦ δώσει κάποιο πνευματικὸ κέρδος καὶ ὄφελος;

῾Ο ῎Αγγελος, τοῦ ἀπαντᾶ.
– ῞Οποιος διδάξει κάποιον ἄλλο ἁμαρτωλὸ καὶ καταφέρει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας, βάζοντάς τον στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, αὐτὸς ὄχι μόνο θὰ βγάλει τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου ἀπ᾿ τὴν Κόλαση, μὰ καὶ τὴ δική του θὰ σώσει, μιὰ ποὺ θὰ «καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν», καθὼς λέει καὶ ἡ ῾Αγία Γραφή.

῞Οπως ἀκριβῶς καί ἕνας ἄλλος, ποὺ συμβουλεύει πρὸς τὸ κακὸ κάποιον ἄνθρωπο, ὄχι μονάχα ἐκεῖνον ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, μὰ καὶ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ψυχή του παραδίνει στὸ διάβολο. ῎Ετσι, λοιπόν, μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία χειρότερη ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κάποιος ἕναν ἄνθρωπο πρὸς τὸ κακὸ καὶ τὴν ἀπώλεια·

ὅπως, ἀκριβῶς, δὲν ὑπάρχει καλύτερο ἔργο ἀπ᾿ τὸ νὰ συμβουλεύει κανεὶς πρὸς τὸ καλὸ καὶ τὴ σωτηρία ἕναν ἄνθρωπο.

Καὶ τελειώνοντας αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ῎Αγγελος, ἔκλινε σεβαστικὰ τὸ κεφάλι του πρὸς τὸν ἅγιο Γέροντα, λέγοντάς του:
– Εὐλόγησέ με καὶ συγχώρεσέ, ἅγιε πάτερ μου!

Τότε ὁ Γέροντας, προσπέφτοντας στὸν ἅγιο ῎Αγγελο, τὸν προσκύνησε καὶ τοῦ λέει:
– Πορεύου ἐν εἰρήνῃ, ἅγιε ῎Αγγελε! Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ θὰ βρίσκεσαι κοντὰ στὴν ῾Αγία Τριάδα, πρέσβευε καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου, σὲ παρακαλῶ.

῎Ετσι, ὁ ἅγιος ῎Αγγελος ἄνοιξε τὰ φτερά του καὶ πέταξε πάλι πρὸς τὸν οὐρανό· ἐνῶ ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸ Θεό, ἐπέστρεψε πάλι στὸ κελλί του. Κι ἐκεῖ ἀφηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε στὸν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ συνασκητή του, δοξάζοντας κ᾿ εὐλογώντας τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ
Θεοῦ
.

Περιοδικό Άγιος Κυπριανός. Αριθμός 330, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2006, σελ. 260-262 / Αριθμός 331, Μάρτιος – Απρίλιος 2006, σελ. 278-279 /  Αριθμός 332, Μάιος – Ιούνιος 2006, σελ. 293-295

Π. Β. Πάσχος. Ο γέροντας και άλλες αποκαλυπτικές ιστορίες, σελ. 76-89, εκδ. Ακρίτας.

https://greekdownloads.wordpress.com

Πατερικός: Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Αποκάλυψη Αγγέλου περί της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον. (paterikos.blogspot.com)

Καταντήσαμε τή ζωή μας καί τήν ομορφη κτίση τού Θεού κόλαση επί τής γής.