Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 4

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 4

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥ ΤΗΣ ΜΑΒΒΟΥΓ († 523)

Όπως είπαμε, η ελληνική μετάφραση, σύμφωνα με την έκδοση του Mai, είναι στο σύνολό της πιστή· θα προσφύγουμε, ωστόσο, στο συριακό κείμενο, σύμφωνα με τον Vaticanus 125.
Ο μοναχός Πατρίκιος της Εδέσσης είχε θέσει στον επίσκοπο της Μαββούγ διάφορα ερωτήματα:


Αν πρέπει να τηρούνται έμπρακτα όλες οι εντολές του Κυρίου μας και αν δεν υπάρχει κανένας τρόπος να σωθεί εκείνος που δεν τις τηρεί (16).
Αν πρέπει να απομακρυνόμαστε από καθετί που διεγείρει μέσα μας τα πάθη και αν πρέπει να θεωρείται νίκη μια τέτοια μεταβολή ή κάθαρση της ψυχής το να αποφεύγει κανείς τον πόλεμο και να επιλέγει την ησυχία.
Αν, όταν πράττει κανείς κάτι για την καθαρότητα της ψυχής και με αυτό σκανδαλίζει τους άλλους, πρέπει να αποφεύγει αυτή την πράξη.
Αυτά τα δύο τελευταία ερωτήματα, μαζί με τις απαντήσεις, παραλείπονται από την ελληνική μετάφραση.

Γιατί έθετε ο Πατρίκιος αυτά τα ερωτήματα; Δεν είναι δύσκολο να το μαντέψουμε από την απάντηση του αλληλογράφου του. Μολονότι, κρίνοντας από αυτό το ερωτηματολόγιο, ο μοναχός της Εδέσσης δεν φαίνεται να είχε μιλήσει ρητώς για τη θεωρία, ο Φιλόξενος πρόκειται να την πραγματευθεί σε ολόκληρη τη μακρά του ανάπτυξη.
Από πού θα μπορούσε να προέλθει σε έναν μοναχό η παράξενη ιδέα να ονειρεύεται κάποιο μέσο για να «σωθεί» —να «απελευθερωθεί»— χωρίς να τηρεί τις εντολές; Ο Φιλόξενος τού επισημαίνει ορθώς ότι και μόνο το να θέτει κανείς το ερώτημα είναι ήδη υπερβολικό, «διότι, εφόσον πρόκειται για εντολές, πρέπει να τηρούνται· διαφορετικά δεν θα είχαν δοθεί από τον Σωτήρα μας».

Αναμφίβολα, ο Πατρίκιος είχε στον νου του μια ιδιαίτερη αντίληψη περί «σωτηρίας» ή «απελευθερώσεως». Εννοούσε με αυτήν την ἀπάθεια, «της οποίας θυγατέρα είναι η αγάπη, η οποία αποτελεί τη θύρα της φυσικής γνώσεως, την οποία ακολουθούν η θεολογία και η έσχατη μακαριότητα» (17).

Άλλωστε, εκείνος που έθετε τα ερωτήματα ομολογούσε αυτή τη μέριμνά του στον σύμβουλό του· και ολόκληρη η απάντηση την προϋποθέτει. Ο δρόμος προς την καθαρότητα μέσω της τηρήσεως όλων των εντολών είναι τόσο μακρύς και η θεωρία τόσο επιθυμητή! Δεν θα υπήρχε, λοιπόν, κάποια συντομότερη οδός;

Για παράδειγμα, ο ερημητικός βίος· και ιδού η δεύτερη ερώτηση. Δεν είναι προτιμότερο να «αποφεύγει κανείς τον πόλεμο», απομακρυνόμενος από καθετί που αποκαλύπτει ότι τα πάθη δεν έχουν νεκρωθεί μέσα μας; Δεν αρκεί να έχουν αποκοιμηθεί λόγω ελλείψεως εξωτερικού ερεθισμού; Πρέπει πράγματι να εκριζωθούν μέχρι τη ρίζα; Για ακόμη μία φορά: δεν υπάρχει κάποια σύντομη οδός;

Όποιες και αν είναι, εξάλλου, οι επιμέρους λεπτομέρειες των ερωτημάτων που τέθηκαν, ο Φιλόξενος μάς εκθέτει τελικά τη μεγάλη δυσκολία του Πατρικίου με τους ίδιους τους όρους της επιστολής που έφθασε από την Έδεσσα: «Η πρακτική τήρηση των εντολών —αυτό αποτελεί απλώς συνώνυμο της ασκήσεως— είναι για εμένα εμπόδιο στη θεωρία» (Mai, αρ. 31).

Ο Πατρίκιος θα συμφωνούσε με εκείνους που μιλούν για «ασκητισμό». Απευθύνεται όμως σε έναν θεολόγο ο οποίος γνωρίζει «την τάξη της παραδόσεως» (Mai, αρ. 17) και τους κινδύνους μέσα στους οποίους χάνονται όσοι δεν παραμένουν προσηλωμένοι σε αυτήν με απόλυτη ταπείνωση.
Θα αναλύσουμε την απάντησή του, παραπέμποντας, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, στους αριθμούς της εκδόσεως του Mai.


Ύστερα από ένα προοίμιο —την αναπόφευκτη διαμαρτυρία περί προσωπικής ανικανότητας— ο Φιλόξενος επιχειρεί να αποδείξει την αναγκαιότητα της «πρακτικής τηρήσεως των εντολών».

Ο Κύριος δεν είπε ούτε έπραξε τίποτε περιττό. Πρέπει, επομένως, να τηρούμε όλα όσα διέταξε.
Πολύ περισσότερο, επειδή ο σκοπός των θείων προσταγμάτων (18) είναι να μας επαναφέρουν στην κατάσταση της αρχικής αθωότητας. Αποτελούν τη μοναδική θεραπεία των ασθενειών της ψυχής.
Πρέπει να φθάσουμε στην αγάπη· αυτή όμως προϋποθέτει την υγεία της ψυχής, η οποία αποκτάται μόνο μέσω της ασκήσεως.

Πρέπει, πράγματι, να διακρίνουμε σαφώς την πνευματική αγάπη, η οποία αποτελεί το τέλος της πράξεως, από τα κατώτερα κίνητρα —τον φόβο ή την ελπίδα— που παρακινούν τους περισσότερους ανθρώπους.
Και πρέπει να τηρούνται όλες οι εντολές, όπως αποδεικνύουν οι ίδιοι οι λόγοι του Διδασκάλου: Ματθ. 5, 19.
Δεν υπάρχει, επομένως, κανένας τρόπος διαφυγής από την αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ασκήσεως.

ΕΝΣΤΑΣΗ — Δεν είναι όμως ελεύθερος ο Θεός να χαρίσει σε κάποιον την καθαρότητα της ψυχής —υπονοείται: τη θεωρία— χωρίς αυτή την κοπιαστική άσκηση;

Σε αυτό ο Φιλόξενος απαντά με μια πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση. Ας παραθέσουμε το κείμενό του:
«Μην πεις ότι ο Θεός μπορεί, ακόμη και χωρίς την έμπρακτη τήρηση των εντολών, να μας χαρίσει δωρεάν την κάθαρση της ψυχής. Διότι αυτά ανήκουν στις κρίσεις του Κυρίου, και η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να ζητούμε τέτοια πράγματα.
Οι Ιουδαίοι, κατά την επιστροφή τους από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ, βάδισαν την πεπατημένη οδό της φύσεως και έτσι επέστρεψαν στην αγία τους πόλη και είδαν τα θαυμάσια του Κυρίου. Αντιθέτως, ο Ιεζεκιήλ αρπάχθηκε μέσα σε μια υπερφυσική αποκάλυψη και έφθασε στην Ιερουσαλήμ· και μέσα σε αυτή τη θεία αποκάλυψη αντίκρισε την ανακαίνιση που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σε αυτήν» (19).

Με συντομότερα λόγια, απολύτως μιλώντας, ο Θεός είναι ελεύθερος να χαρίσει την υψηλότερη θεωρία σε όποιον θέλει. Μέσα στην ελευθερία Του, όμως, όρισε για την ανθρώπινη φύση μία και μοναδική οδό προς αυτήν: την πράξη. Όποιες και αν είναι, επομένως, οι δυνατότητες του Θεού, εμείς δεν πρέπει ούτε να βασιζόμαστε σε αυτές ούτε να τις επικαλούμαστε στην προσευχή, αλλά να υποτασσόμαστε στον νόμο της καταστάσεώς μας. Αυτό ακριβώς σημαίνουν τα λόγια του Κυρίου μας προς τον πλούσιο νέο: Απόφυγε το κακό· έπειτα εγκατάλειψε τα πάντα, πάρε τον σταυρό σου και ακολούθησέ με (20). Ας αφοσιωθούμε, λοιπόν, με όλο τον πόθο που έχουμε για τα πνευματικά αγαθά, στην άσκηση, όχι από φόβο ούτε από συμφέρον, αλλά από αγάπη· και αν η οδός είναι δύσκολη, το τέλος της, η αγάπη, μας κάνει να γευθούμε άρρητες γλυκύτητες, «όταν η αγάπη της δικαιοσύνης κατατρώγει την καρδιά μας» (αρ. 5).

Και αυτή η πρώτη διάκριση μεταξύ της κανονικής οδού (αρ. 4), η οποία είναι σύμφωνη με τους νόμους της φύσεώς μας, και των έκτακτων οδών, των οποίων μόνος κριτής είναι ο Θεός, οδηγεί τον θεολόγο μας σε μια δεύτερη, ακόμη σημαντικότερη διάκριση:

«Δεν λέω, ωστόσο, ότι δεν υπήρξε ποτέ κανείς, είτε μεταξύ των αρχαίων είτε μεταξύ των νεοτέρων, ο οποίος, χωρίς την τήρηση των εντολών, να έφθασε στην καθαρότητα και να αξιώθηκε της πνευματικής θεωρίας· κατά τη γνώμη μου όμως, όποιος δεν τήρησε τις εντολές και δεν βάδισε στα ίχνη των μακαρίων αποστόλων δεν πρέπει ούτε να ονομάζεται άγιος» (αρ. 5).

Η θεωρία και η αγιότητα είναι, επομένως, δύο διαφορετικά πράγματα. Διαφορετικές φαίνεται επίσης να είναι η καθαρότητα που είναι αναγκαία και επαρκής για τη θεωρία και η «υγεία της ψυχής», η οποία ανακτάται μόνο μέσω των μόχθων της ασκήσεως. Αναμφίβολα, κατά τον γενικό κανόνα και σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, συνδέονται και διαδέχονται η μία την άλλη· μπορεί όμως να υπάρχουν εξαιρέσεις από αυτούς τους νόμους. Και μόνο αυτή η δυνατότητα αρκεί, ώστε η απόδειξη της αγιότητας να πρέπει να αναζητείται αλλού και όχι στην παρουσία της θεωρίας: στις αρετές. Παρακάτω θα συναντήσουμε ακόμη έναν λόγο για τον οποίο πρέπει να διακρίνονται.

Εδώ παρεμβάλλεται η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα του Πατρικίου. Ο Φιλόξενος δεν επιμένει πολύ σε αυτά, και μπορούμε να συνοψίσουμε περαιτέρω τις σκέψεις του:

Πρέπει να απομακρυνόμαστε από όσα διεγείρουν τα πάθη; Ασφαλώς· αυτό όμως δεν αρκεί. Πρέπει να εκριζωθούν τα ίδια τα πάθη και, για να συμβεί αυτό, πρέπει κανείς να επιτηρεί διαρκώς τον εαυτό του και να αγωνίζεται ακατάπαυστα. Δεν πρέπει να αποφεύγονται μόνο τα πάθη, αλλά, αν είναι δυνατόν, ακόμη και οι ίδιες οι αισθήσεις, ώστε να παραμένει κανείς κοντά στον εσωτερικό άνθρωπο και εκεί να μένει μόνος, εργαζόμενος αδιάκοπα στον αμπελώνα της καρδιάς· έτσι ώστε να δικαιολογεί πλήρως το όνομα του μοναχού τόσο κρυφά όσο και φανερά.
Ο Ευάγριος είχε γράψει στον Πρόλογο του Μεγάλου Αντιρρητικού (21):


«Δεν πρέπει να παρουσιάσουμε ενώπιον του βήματος του Χριστού τον άνθρωπο-μοναχό, αλλά τον νου-μοναχό. Άνθρωπος-μοναχός είναι εκείνος που αποφεύγει την έμπρακτη αμαρτία· νους-μοναχός είναι εκείνος που αποφεύγει την αμαρτία των λογισμών…».
Και είχε επίσης διακρίνει δύο «ειρηνικές καταστάσεις» (22), δύο είδη «ἀπαθείας», μία τέλεια και μία ατελή (23). Τις ίδιες ιδέες αποστέλλει ο Φιλόξενος στον αλληλογράφο του.


Πρέπει να παραλείπει κανείς εκείνο που είχε αποφασίσει να πράξει, για να προοδεύσει στην καθαρότητα, όταν οι άλλοι σκανδαλίζονται από αυτό; Εδώ ο Φιλόξενος απαντά κατηγορηματικά: Όχι. Το σφάλμα ανήκει στους άλλους, εφόσον η πρόθεσή μας είναι καθαρή και το έργο καλό.
Σπεύδει όμως να επιστρέψει στο κύριο θέμα. Ο αλληλογράφος του είχε πει ότι ο ερημητικός βίος ευνοεί την καθαρότητα, εμποδίζει όμως την τήρηση ορισμένων εντολών, ιδίως εκείνων που αφορούν την αδελφική αγάπη. Τι πρέπει, επομένως, να γίνει; Ακόμη και η διδασκαλία των ίδιων των διδασκάλων με αφήνει σε αμηχανία: δεν επαινεί άραγε ο άγιος Βασίλειος άλλοτε τον κοινόβιο βίο και άλλοτε τον μοναχικό;

Ο Πατρίκιος της Εδέσσης είχε προφανώς ισχυρή κλίση προς τον αναχωρητισμό, ο οποίος είναι ευνοϊκότερος για τις μυστικές εμπειρίες. Λίγο ακόμη και θα κατηγορούσε τον άγιο Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο ότι εγκωμίασαν τον κοινοβιακό βίο, ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν τη μόνωση (αρ. 5, 6).

Ιστορική πλάνη, απαντά πρώτα ο Φιλόξενος:

«Οι άγιοι αυτοί άρχισαν ζώντας σε κατοικημένες περιοχές (24) και εφαρμόζοντας τις εντολές…, επισκεπτόμενοι τους ασθενείς κ.λπ.· και αφού τήρησαν με αυτόν τον τρόπο τις εντολές, όταν ο νους τους έφθασε στην πρώτη ακινησία (25), τότε αναχώρησαν για την ειρήνη της ερήμου… και έγιναν θεωρητικοί…».

Η μόνωση είναι, επομένως, καλή, όπως και η θεωρία την οποία διευκολύνει· και αν η θεωρία ήταν ο έσχατος σκοπός, θα έπρεπε να επιλέγεται η μόνωση άνευ όρων. Ο σκοπός όμως είναι η αγιότητα, η υγεία της ψυχής, και όχι μόνο εκείνη η απατηλή καθαρότητα την οποία ένας μεταγενέστερος συγγραφέας θα ονομάσει τῶν παθῶν ἀνενεργησία (26). Δεν πρέπει απλώς να κατευνάζονται ή να αποκοιμίζονται τα πάθη, αλλά να εκριζώνονται. Και για αυτό υπάρχει ένα μόνο μέσο: η τήρηση των εντολών. Διαφορετικά, η έρημος εκθέτει τον άνθρωπο στην πλάνη· αποκοιμίζει βέβαια τα πάθη, αλλά δεν τα καταστρέφει, όπως ακριβώς και η ασθένεια μετριάζει προσωρινά τη σφοδρότητα των επιθέσεών τους. Ακόμη περισσότερο, τα πάθη πολεμούν μεταξύ τους: η κενοδοξία μπορεί να αναστείλει τις κινήσεις της σαρκικής επιθυμίας. Τόσο η μία όσο και η άλλη, όμως, παραμένουν κακίες.

Από αυτό συνάγεται ότι η μόνωση δεν μπορεί να συνιστάται αδιακρίτως σε όλους ούτε σε κανέναν προτού πραγματοποιήσει τις προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να επωφεληθεί από αυτήν προς χάριν της θεωρίας, χωρίς βλάβη της αληθινής αγιότητας.

Είπαμε ότι η καθαρότητα της ψυχής διαφέρει από την υγεία της ψυχής, όπως διαφέρουν ο ύπνος των παθών και η ολοκληρωτική νέκρωσή τους. Ο Φιλόξενος, ωστόσο, το παραδέχθηκε αυτό μόνο προσωρινά, για να εισέλθει στον τρόπο σκέψεως του αλληλογράφου του. Τώρα πρόκειται να διορθώσει τις ιδέες του:
«Αν ο μοναχός δεν έχει νικήσει τα πάθη του, πώς μπορεί να ονειρεύεται την καθαρότητα; […] Διότι τα πάθη είναι μια κλειστή θύρα μπροστά στην καθαρότητα. Αν δεν ανοίξει κανείς τη θύρα, δεν θα εισέλθει στην αγνή και καθαρή κατοικία της καθαρότητας» (αρ. 16), της «αληθινής καθαρότητας» (αρ. 17).


Τι το παράδοξο, λοιπόν, αν δεν αισθανόμαστε κατά την προσευχή εκείνη την παρρησία (27), το αίσθημα δηλαδή εμπιστοσύνης, ασφάλειας, οικειότητας με τον Θεό και βεβαιότητας ότι θα εισακουστούμε; Αυτή η μακαρία κατάσταση βρίσκεται όχι μόνο υπεράνω των παθών, αλλά ακόμη και υπεράνω της ίδιας της καθαρότητας. Ας μην αυταπατώμαστε, λοιπόν, και ας παραμένουμε στην «τάξη της παραδόσεως» (28), η οποία είναι η εξής:
«Η υπομονή αντιμάχεται δυναμικά τα πάθη, για να φθάσει κανείς στην καθαρότητα· αν, λοιπόν, η ψυχή θριαμβεύσει επί των παθών, κατακτά την καθαρότητα· και η καθαρότητα, με τη σειρά της, εφόσον είναι αληθινή, κάνει τον νου να απολαμβάνει την παρρησία κατά την ώρα της προσευχής» (αρ. 17).


Στο σημείο αυτό ο Φιλόξενος θέτει ο ίδιος ένα ερώτημα. Τον ακούσαμε να δηλώνει ότι η Εκκλησία δεν μας διδάσκει να ζητούμε από τον Θεό να μας χαρίσει την καθαρότητα με μέσα που βρίσκονται «υπεράνω της φύσεως». Εκεί επρόκειτο για την καθαρότητα όπως την εννοούσε ο Πατρίκιος, διακριτή από την «υγεία της ψυχής», η οποία αποκτάται με τη θεραπεία των παθών. Αν όμως τα δύο αυτά πράγματα, η καθαρότητα και η υγεία της ψυχής, ταυτιστούν, όπως πράγματι πρέπει να ταυτίζονται, απαγορεύεται άραγε ακόμη να τα ζητούμε στην προσευχή;

Ασφαλώς όχι, αφού η Γραφή και οι Πατέρες μάς προτρέπουν σε αυτό. Πρέπει όμως να τα ζητούμε με κάθε ταπείνωση, δηλαδή υποτασσόμενοι στο θέλημα της πατρικής Πρόνοιας του Θεού ως προς την επιλογή των μέσων. Με άλλα λόγια, αφού τα μέσα αυτά έχουν ήδη καθοριστεί, τουλάχιστον στις γενικές τους γραμμές, πρέπει να αφοσιωνόμαστε στη μετάνοια για τα σφάλματά μας, να είμαστε πεπεισμένοι ότι είμαστε αμαρτωλοί και έχουμε μεγάλη ανάγκη από έλεος και να λέμε, ακόμη και όταν έχουμε εκτελέσει όλο το καθήκον μας, ότι είμαστε ανάξιοι δούλοι.

Είναι απαράδεκτο ένας άρρωστος να ζητεί από τον πατέρα του να τον κάνει βασιλιά· ας φροντίσει πρώτα για τη θεραπεία του! Έτσι και στην πνευματική ζωή, η βασιλική αξία της ψυχής προϋποθέτει την υγεία της. Αυτήν, λοιπόν, πρέπει να ζητούμε και να εργαζόμαστε για να την αποκτήσουμε, και όχι χαρίσματα ανεξάρτητα από αυτήν (29).

Και όταν την αποκτήσουμε, θα πρέπει και πάλι να πράξουμε όπως ο άγιος Παύλος: να μην παρασυρθούμε σε υψηλή ιδέα για τον εαυτό μας, αλλά να θυμόμαστε πάντοτε τις προηγούμενες αμαρτίες μας και να θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερο από όλους τους ανθρώπους. Αφού υψώθηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, ο Παύλος δεν σκέπτεται καν όλα τα κατορθώματά του, αλλά δηλώνει ανάξιος να ονομάζεται μαθητής· υποδουλώνει το σώμα του, για να μη βρεθεί ο ίδιος αδόκιμος. Θα ειπωθεί ίσως ότι διηγήθηκε επίσης μεγάλα πράγματα για τον εαυτό του· ομολογεί όμως ο ίδιος ότι, όταν το κάνει αυτό, ενεργεί ως άφρων και όχι σύμφωνα με τον Κύριο.

Αυτός είναι ο κανόνας που πρέπει να ακολουθούμε. Ας μη ζητούμε, λοιπόν, χαρίσματα τα οποία ούτε ο μεγάλος Απόστολος επιθύμησε, ακόμη και ύστερα από όλες τις έκτακτες δωρεές που είχε λάβει:
«Σε ικετεύω, άγιε άνθρωπε, ούτε καν να σου περάσει από τον νου κάτι τέτοιο. Απόκτησε όμως περισσότερο από καθετί άλλο υπομονή σε όλα όσα συμβαίνουν· και με μεγάλη ταπείνωση, με συντριβή καρδιάς, με τα έργα και με τους λογισμούς, ας ζητούμε από τον Θεό την άφεση των οφειλών μας και την ταπείνωση της καρδιάς» (αρ. 18).

Πρέπει να μεταφραστεί ολόκληρος ο αριθμός 19:


«Ένας άγιος έγραψε: “Όποιος δεν θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό, η προσευχή του δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό”. Αν πεις ότι ορισμένοι από τους Πατέρες έγραψαν για αυτά τα πράγματα —για το τι είναι η καθαρότητα της ψυχής, η υγεία της ψυχής, η απάθεια και η θεωρία του εαυτού (31)—, δεν έγραψαν για να τα αναζητούμε εμείς με την αγωνιώδη προσδοκία της παρατηρήσεως, προτού έλθει ο καιρός τους· διότι είναι γραμμένο ότι η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με παρατήρηση (32). Και όσοι βρέθηκαν σε αυτή τη διάθεση (33), κέρδισαν από αυτήν την υπερηφάνεια και την πτώση.

»Εμείς, αντιθέτως, ας στερεώσουμε τον τόπο της καρδιάς μας στα έργα της μετανοίας και στα ήθη που καθιστούν τον Θεό ευμενή προς εμάς· και τα πράγματα του Θεού θα έλθουν από μόνα τους, εφόσον ο τόπος της καρδιάς μας είναι καθαρός και άμεμπτος. Το να αναζητούμε όμως αυτά τα μεγάλα χαρίσματα του Θεού με αγωνιώδη παρατήρηση είναι πράγμα καταδικασμένο μέσα στην Εκκλησία του Θεού. Όσοι το επιχείρησαν, κέρδισαν από αυτό την υπερηφάνεια και έφθασαν στην πτώση (34). Αυτό δεν αποτελεί σημείο ότι αγαπά κανείς τον Θεό, αλλά ασθένεια της ψυχής.

»Και πώς θα μπορούσαμε εμείς να αναζητούμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, όταν ο θείος Παύλος καυχάται για τις θλίψεις του και θέτει ως αρχή ότι η συμμετοχή στο πάθος του Χριστού είναι τα υψηλά χαρίσματα του Θεού;»

Ο Πατρίκιος είχε γράψει ακόμη ότι «η ψυχή του αγαπούσε να αγαπά τον Θεό, αλλά δεν είχε κατορθώσει ακόμη να Τον αγαπήσει αληθινά. Γι’ αυτό του ήταν προσφιλής η μόνωση, επειδή άρχιζε να γεννά μέσα του την καθαρότητα της καρδιάς και καθιστούσε θερμότερη τη μνήμη του Θεού».

Πολύ καλά, απαντά ο Φιλόξενος, εφόσον όλα αυτά είναι αληθινά. Θα προτιμούσα όμως να μην τα είχες γράψει. Τίποτε από αυτά δεν βρίσκεται μέσα στη σωστή τάξη. Αν τα διηγήθηκες για να ζητήσεις συμβουλή, υπήρχε άλλος τρόπος να διατυπώσεις το ερώτημα. Το να ομολογείς ότι δεν έχεις ακόμη παρρησία κατά την προσευχή, επειδή τα πάθη δεν έχουν υποταχθεί, και έπειτα να λες ότι αγαπάς να αγαπάς τον Θεό, είναι παράλογο.

Σημαίνει ότι λησμονείς μία από τις σημαντικότερες αρχές της αλεξανδρινής θεολογίας, την οποία ο Ευάγριος συμπύκνωσε σε σύντομες διατυπώσεις: ότι η αγάπη βρίσκεται μόνο στο τέλος της «οδού των εντολών» (35). Από εδώ προέρχεται η αυστηρότητα του Φιλοξένου στο σημείο αυτό· δεν παραχωρεί ούτε καν στον…


…vita, scriptis et doctrina, σ. 102, χωρίο το οποίο ο Chabot μεταφράζει με ακρίβεια:

«Η πνευματική ενέργεια είναι ενέργεια χωρίς τις αισθήσεις· και αυτή είναι εκείνη που περιγράφεται από τους Πατέρες: όταν δηλαδή οι νόες των αγίων φθάσουν στη θεωρία της ίδιας τους της ουσίας, αίρεται από το μέσον η παχύτητα του σώματος και έτσι η όραση γίνεται πνευματική».

Αντιθέτως, η επιφυλακτική μετάφραση του WENSINCK (Mystic Treatises by Isaac of Niniveh, σ. 203), «προσωπική θεωρία», φαίνεται να δείχνει σαφώς ότι ο Ολλανδός ανατολιστής δεν είναι εξοικειωμένος με τις μυστικές θεωρίες του συγγραφέα του.


Σημειώσεις:

(16) Το χειρόγραφο του Βερολίνου, Sachau 200, παραλείπει εδώ την άρνηση· ο Vaticanus όμως την έχει, όπως και η ελληνική μετάφραση
(17) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Επιστολή προς Ανατόλιον, PG 40.1221
ARV. D’ARG. HT DE HYSY., XIV, Απρίλιος 1933
(18) Ο Mai σημειώνει πολύ ορθά: «Loquitur praesertim de consiliis divinis». Θα ήταν ακόμη ακριβέστερο να λεχθεί ότι η «πράξη», η «τήρηση των εντολών», οι «αρετές» κ.λπ. είναι απολύτως συνώνυμα της ασκήσεως· πρβλ. M. VILLER, Aux sources de la spiritualité de saint Maxime, σ. [8]
(19) Μολονότι ο Φιλόξενος μιλά για τη Βαβυλώνα, φαίνεται ότι υπάρχει εδώ μια ανάμνηση του ΩΡΙΓΕΝΗ, In Exod. Hom. 27, όπου περιγράφονται όλα τα στάδια αυτής της «πεπατημένης οδού της φύσεως»
(20) Αυτό αποδεικνύει σαφώς ότι η «πρακτική τήρηση των εντολών» εκτείνεται σε ολόκληρη την άσκηση
(21) FRANKENBERG, σ. 475
(22) Practicos II, 57, PG 40.1248 B
(23) Ibid. II, 60
(24) Η ελληνική μετάφραση γράφει ἐν εἰρήνῃ και ο Mai «in pace»· ο μεταφραστής δεν κατανόησε τη συριακή λέξη schajna, όπως ακριβώς και ο π. ZINGERLE (Monumenta Syriaca I, σ. 19), σχολιάζοντας ένα χωρίο του αγίου Εφραίμ για τους ερημίτες —ibid., σ. 12, στ. 475 κ.ε.—, βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία εξαιτίας της κατά λέξη μεταφράσεώς του: «Pax, in qua iniquitas est, eorum precibus servatur». «Si recte intelligo», λέει ο λόγιος Βενεδικτίνος, «locus sic interpretandus est: Etiam cum suo damno pacem servant, malunt iniquitatem pati quam pacem frangere». Ύστερα από πολλούς δισταγμούς, καταλήγει ωστόσο να βρίσκει την αληθινή σημασία: «Regio habitata, in qua iniquitas dominatur, eorum precibus recte constituitur»
(25) Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Cent. VI, 19 και συμπλ. 53
(26) ΗΣΥΧΙΟΣ, Cent. I, 76, PG 93.1504 B
(27) Αυτός ο τεχνικός όρος της ελληνικής πνευματικότητας πέρασε στη συριακή γλώσσα
(28) Η συριακή λέξη, όπως και η ελληνική διαδοχή, μπορεί επίσης να σημαίνει «διαδοχή», «αλληλουχία». Η ελληνική μετάφραση γράφει παράδοσις
(29) Βλ. τον ορισμό της βασιλείας στον ΕΥΑΓΡΙΟ, Cent. Suppl. 44
(30) Αυτό ακριβώς λέει ο ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Practicos I, 22, PG 40.1228 AB· πρβλ. Cent. V, 86
(31) Τῆς ψυχῆς γράφει η ελληνική μετάφραση. Το συριακό είναι αμφίσημο. Πρβλ. ακόμη ΙΣΑΑΚ ΤΗΣ ΝΙΝΕΥΗ, J. B. CHABOT, De Sancti Isaaci Ninivitae…· υπάρχει όμως εδώ προφανής υπαινιγμός στον Ευάγριο, για παράδειγμα Cent. II, 15· 62
(32) Λουκ. 17, 20
(33) Το κείμενο του Vaticanus γράφει «εκείνοι που βρήκαν», φαίνεται όμως ότι πρέπει να γίνει η μικρή διόρθωση την οποία προϋποθέτει η ελληνική μετάφραση
(34) Βλ. ανωτέρω, σ. 172
(35) ΕΥΑΓΡΙΟΣ, I, 56, PG 40.1233: πέρας πρακτικῆς ἀγάπη

Συνεχίζεται

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 13

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 13
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

1. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ

β) Παρά φύσιν διαιρέσεις

Ο νόμος της φιλαυτίας ασκεί παντού το καταστρεπτικό του έργο: μεταξύ των ατόμων και των εθνών, μέσα στους νόες και στις καρδιές. Γνωρίζουμε πλέον το γνώρισμά του· θα αναγνωρίζουμε την παρουσία του οπουδήποτε διαπιστώνουμε ρήγματα στη φυσική και πνευματική ενότητα της ανθρωπότητας. Μέσα στους νόες: «πολλές γνώμες θεμελιωμένες στη φαντασία»· μέσα στις καρδιές: η τυφλή προσκόλληση σε αυτές τις προκαταλήψεις ή ιδεολογίες.

Ο Μάξιμος επισημαίνει ιδιαιτέρως δύο από αυτές τις συγκρούσεις, επειδή τις θεωρεί εξαιρετικά σοβαρές. Διαιρούν, θα μπορούσε να πει κανείς, το ανθρώπινο γένος οριζοντίως, σύμφωνα με τη γεωγραφία, και καθέτως, σύμφωνα με την κοινωνική διάρθρωση. Η μία καθιστά τα έθνη εχθρικά μεταξύ τους· η άλλη δημιουργεί τυράννους και δούλους.

«Το νέο κήρυγμα της αλήθειας, ο λόγος του Χριστού: μέσα σε αυτόν δεν υπάρχει ούτε άρρεν ούτε θήλυ· εννοώ με αυτά τα στίγματα και τα πάθη μιας φύσεως υποκείμενης στη φθορά και στη γέννηση. Ούτε Έλληνας ούτε Ιουδαίος: δηλαδή οι αντίθετες διδασκαλίες περί της θεότητας. Ούτε περιτομή ούτε ακροβυστία: οι λατρείες που αντιστοιχούν σε αυτές τις διδασκαλίες· η μία δυσφημεί την ορατή δημιουργία εξαιτίας των συμβόλων του Νόμου και συκοφαντεί τον Δημιουργό ως αίτιο του κακού· η άλλη τη θεοποιεί υπό την επίδραση των παθών και εξεγείρει το δημιούργημα εναντίον του Δημιουργού του. Και οι δύο καταλήγουν εξίσου στην ίδια βδελυρή προσβολή κατά του Θεού.

»Ούτε βάρβαρος ούτε Σκύθης: δηλαδή η εκούσια διάσπαση, η οποία δεν είναι παρά εξέγερση της μίας φύσεως εναντίον του εαυτού της· αυτή η διχόνοια που εισήγαγε, σαν μόλυνση, μεταξύ των ανθρώπων τον νόμο της αλληλοσφαγής. Ούτε δούλος ούτε ελεύθερος: δηλαδή η ακούσια —από την πλευρά των δούλων— διάσπαση της ίδιας αυτής φύσεως, η οποία στερεί από κάθε τιμή ένα τμήμα της ανθρωπότητας εξίσου άξιο τιμής με το άλλο και αναγορεύει σε εγγυητικό νόμο το φρόνημα των κυρίων, το οποίο καταδυναστεύει την υψηλή αξία της εικόνας του Θεού» (16).

Ο νόμος της φιλαυτίας εξελίσσεται σε νόμο αλληλοσφαγής και σε νόμο τυραννίας. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας μάς είχε ήδη πει ότι οι παγκόσμιοι πόλεμοι είναι έργο εκείνων που αρνούνται να αναστείλουν τη φιλαυτία τους. Ή, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο, να νεκρώσουν την πλεονεξία τους, την αγάπη τους για την κενοδοξία και τα άλλα κεφαλαιώδη αμαρτήματα. Θα προκαλούσε όμως πολλά γέλια ή αποδοκιμασίες εκείνος που θα τολμούσε να μιλήσει για αυτό το θέμα στις διασκέψεις ειρήνης. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς προκύπτει από αυτές ο πόλεμος, κόκκινος, μαύρος ή λευκός.

Άλλωστε, προφανώς, δεν θα αρκούσε απλώς να μιλήσει κανείς γι’ αυτό. Ο Πλάτων είχε πει πολύ πριν από τον Μάξιμο τον Ομολογητή ότι η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να επιτύχει κανείς είναι η νίκη επί του εαυτού του· ότι η πολεμική ανδρεία έρχεται μόλις στην τέταρτη θέση, μετά τις άλλες τρεις καρδιακές αρετές· ότι οι κερδισμένες μάχες αποτελούν κακή απόδειξη ανωτερότητας (17), καθώς και πολλά άλλα ωραία πράγματα, τα οποία δεν εμπόδισαν την ανθρωπότητα να αλληλοσφάζεται.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, από την πλευρά του, ανέρχεται υψηλότερα από τον Πλάτωνα και αναζητεί την πρώτη αιτία των εθνικών και κοινωνικών συγκρούσεων στην έλλειψη γνώσεως, σεβασμού και αγάπης προς τον Θεό. «Τα αγκάθια της φιλαυτίας σκέπασαν την αγάπη» (18). Νόμος των αγκαθιών είναι να κατασπαράσσουν, όπως νόμος της φιλαυτίας είναι να διαιρεί, να αντιπαραθέτει, να τυραννεί και να φονεύει.

Εκείνο που ισχύει στη μεγάλη ανθρώπινη κοινωνία ισχύει και στις μικρές. Αν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για την ειρήνη του κόσμου, μπορούμε —και οφείλουμε, σύμφωνα με τους τρεις νόμους, της φύσεως, της Γραφής και της Χάριτος— να συμβάλλουμε στην ειρήνη αυτής της μικρής γωνιάς της γης όπου εκτυλίσσεται η ζωή μας. Και εκεί επίσης κυριαρχεί είτε η φιλαυτία είτε η αγάπη.

Καμία κοινωνία δεν μπορεί να ζήσει, αν τα μέλη της δεν συνεισφέρουν από κοινού ένα ορισμένο μέτρο αυταπαρνήσεως. Αν κάποιοι παραμελούν να καταβάλουν το μερίδιό τους σε παραίτηση και θυσία, θα πρέπει άλλοι να αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη. Διαφορετικά, θα ακολουθήσει σύγκρουση.

Ας επισημάνουμε εδώ μια μορφή φιλαυτίας ιδιαίτερα άδικη και αδικαιολόγητη, την οποία όμως έχουμε σχεδόν ολοκληρωτικά λησμονήσει, παρόλο που την εφαρμόζουμε —και ίσως ακριβώς για να μπορούμε να την εφαρμόζουμε με μεγαλύτερη άνεση. Ας πούμε, προς δικαιολόγησή μας, ότι έχει ένα πολύ περίπλοκο όνομα, ακατανόητο για τους περισσότερους ανθρώπους. Την αποκαλούμε «προσωποληψία». Πρόκειται για λατινικό έκτυπο του ελληνικού όρου prosopolepsia. Θα ήταν ακόμη προτιμότερο να μιλούσαμε αυτά τα ελληνικά παρά αυτά τα λατινικά: για τον ελληνικό όρο θα ζητούσαμε εξήγηση, ενώ τον λατινικό φανταζόμαστε ότι τον κατανοούμε.

Και όμως, δεν πρόκειται ούτε για «αποδοχή» ούτε για «πρόσωπα». Πρόκειται για το να εκλαμβάνει κανείς το φαινόμενο ως πραγματικότητα, το προσωπείο ως πρόσωπο, την παράσταση ως ζωή, τα λόγια ως το βάθος της καρδιάς· ή απλώς το δευτερεύον ως κύριο και το πρόσκαιρο ως μόνιμο. Ο Μάξιμος γνωρίζει ότι η προσωποληψία δεν υπάρχει στον Θεό —δεν υπάρχει ελάττωμα του οποίου η ύπαρξη στον Θεό να αρνείται συχνότερα η Αγία Γραφή—, ότι προκαλεί διαιρέσεις μεταξύ των ανθρώπων και ότι οι διαιρέσεις αυτές θεμελιώνονται σε αδικίες (1).

Ο διδάσκαλός του, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, είχε πει:
«Βλέπω πολλούς από τους συγχρόνους μου να πάσχουν από αυτό το κακό: θα συγχωρούσαν ευκολότερα στους υψηλά ισταμένους τα μεγαλύτερα εγκλήματα παρά στους ταπεινούς ανθρώπους τα παραμικρά παραπτώματα» (20).
Ωστόσο, ο Μάξιμος δεν κατονομάζει συχνά αυτή την κακία. Προφανώς θεωρεί ότι την έχει στιγματίσει επαρκώς μιλώντας για τη φιλαυτία
.

γ) Ας μη συγχέουμε!

Μια τελευταία παρατήρηση, για να προλάβουμε μια εσφαλμένη ερμηνεία. Όσο καταδικάζει τον χωριστικό χαρακτήρα της φιλαυτίας, άλλο τόσο επιδοκιμάζει τη σιωπή και τη μόνωση, με σκοπό την εκπλήρωση του καθήκοντος και την εύρεση του Θεού. Και γι’ αυτό το θέμα υπάρχει υπό το όνομά του μια συλλογή αποφθεγμάτων ειδωλολατρών και χριστιανών, όπως του Δημοσθένη, του Αριστοτέλη, του αγίου Βασιλείου ή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

Για τον Μάξιμο, όπως και για εκείνους, η πολυπραγμοσύνη είναι κακία· η κακία του ficcanaso, όπως λένε τόσο παραστατικά οι Ιταλοί, δηλαδή του αδιάκριτου, εκείνου που ανακατεύεται παντού, ή απλώς ο υπερβολικός ζήλος μιας Μάρθας και των μιμητών της (22).

Το αντίθετό της, το οποίο αποτελεί αρετή ή σύνολο αρετών, φέρει διάφορα ονόματα, δύο από τα οποία προέρχονται από τον άγιο Παύλο (22):

«Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί… να θεωρείτε τιμή σας να ζείτε ήσυχα, να ασχολείστε με τα δικά σας έργα και να εργάζεστε με τα χέρια σας».

Το πρώτο όνομα, ἡσυχία, όρος ασύγκριτου κύρους μεταξύ των Βυζαντινών και φορτισμένος με πλήθος σημασιών, δηλώνει κυρίως τη μόνωση για την αναζήτηση του Θεού μέσω της θεωρίας. Ο Μάξιμος δεν χρειάζεται να την εγκωμιάσει με λόγια· όπως ο διδάσκαλός του Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, θα της είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του, αν αυτό εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Το άλλο όνομα προέρχεται από το ίδιο χωρίο του αγίου Παύλου: ἰδιοπραγία, η σοβαρότητα ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στην εκπλήρωση του καθήκοντός του, προτού ακόμη σκεφθεί να βοηθήσει τους άλλους, και κυρίως χωρίς να αναμειγνύεται στα καθήκοντα των άλλων, δημιουργώντας τους δυσκολίες· διότι γνωρίζει ότι αυτή είναι η πρώτη υπηρεσία που οφείλει να προσφέρει τόσο στους άλλους όσο και στον εαυτό του.

Ακόμη και στις δικές του υποθέσεις ο σοφός θα τηρεί τάξη και ιεραρχία: πρώτα τα ζητήματα της ψυχής. Και αν κάποιος του αντιτείνει, όπως συνέβη κάποτε με τον Δημοσθένη, ότι αυτή η φροντίδα για την εσωτερική ζωή βλάπτει την καλλιέργεια των αγρών του, θα απαντήσει:
«Ναι, φροντίζω πρώτα εκείνον για τον οποίο απέκτησα αυτόν τον αγρό» (23).

Συνώνυμο της ἰδιοπραγίας είναι η αὐτοπραγία, όρος τον οποίο χρησιμοποιεί ο Πλάτων στον ορισμό της σωφροσύνης. Αυτή είναι «μια σύμφωνη προς τη φύση αυτοπραγία, μια καλή τάξη της ψυχής, μια επίμονη μελέτη της ψυχής επάνω στο ζήτημα του καλού και του κακού· μια επίκτητη έξη που καθιστά τον κάτοχό της ικανό να επιλέγει και να αποφεύγει όσα πρέπει» (24).

Έτσι ακριβώς την εννοεί και ο Μάξιμος, αλλά με χριστιανική σημασία. Πλέκει γι’ αυτή τη διάθεση ένα θαυμάσιο εγκώμιο:
«Ποιος, λοιπόν, θα είναι τόσο νωθρός και τόσο δυσκίνητος, ώστε να μην ποθήσει τη θέωση, όταν είναι τόσο εύκολο να την αγοράσει, να την αποκτήσει και να την κατέχει; Για τη διαφύλαξη αυτών των αρετών υπάρχει μια ασφαλής, απρόσβλητη και εύκολη οδός· και έξω από αυτήν, κατά τη γνώμη μου, κανένα αγαθό δεν μπορεί να διατηρηθεί άθικτο στα χέρια του κατόχου του: η αυτοπραγία, με άλλα λόγια η ιδιοπραγία, η οποία, διδάσκοντάς μας να εξετάζουμε και να ερευνούμε τις δικές μας υποθέσεις, μας απαλλάσσει από τον κίνδυνο να υποστούμε άσκοπα βλάβη εξαιτίας των άλλων». «Διότι, αν μάθουμε να βλέπουμε και να εξετάζουμε μόνο τον εαυτό μας, δεν θα αναμειχθούμε ποτέ στις υποθέσεις των άλλων, όποιες και αν είναι αυτές· επειδή θα γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας μόνο σοφός και δίκαιος Κριτής, ο Θεός, ο οποίος κρίνει σοφά και δίκαια όλες τις πράξεις σύμφωνα με την πρόθεση που τις ενέπνευσε και όχι σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκαν.

»Αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν ίσως να τον κρίνουν και οι άνθρωποι, παρατηρώντας αόριστα τα φαινόμενα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την αλήθεια ούτε με την πρόθεση. Ο Θεός, αντιθέτως, βλέποντας την κρυφή κίνηση της ψυχής, την αόρατη ροπή της, την ίδια την έννοια που έθεσε την ψυχή σε κίνηση και τον σκοπό αυτής της έννοιας, δηλαδή το τέλος που είχε προβλέψει ο νους πριν από κάθε ενέργεια, κρίνει δίκαια, όπως μόλις είπα, όλες τις ανθρώπινες πράξεις.

»Αν, λοιπόν, προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε αυτή τη διάθεση· αν περιοριστούμε στον εαυτό μας, χωρίς να επεκτεινόμαστε προς τα έξω, δεν θα επιτρέψουμε ούτε στον οφθαλμό να βλέπει ούτε στο αυτί να ακούει ούτε στη γλώσσα να λέει οτιδήποτε ανήκει στους άλλους, απολύτως τίποτε.

»Στην αντίθετη περίπτωση —δηλαδή όταν θεωρούμε ότι πρέπει να ενεργήσουμε διαφορετικά— ας επιτρέπουμε σε αυτά τα όργανα να ενεργούν από συμπόνια και όχι από πάθος, ώστε να βλέπουμε, να ακούμε και να μιλούμε προς ωφέλειά μας· και μόνο στον βαθμό που το επιτρέπει ο θείος λόγος, ο οποίος κρατεί τα ηνία. Διότι τίποτε δεν διολισθαίνει ευκολότερα προς την αμαρτία από αυτά τα όργανα, όταν δεν κυβερνώνται από τον λόγο· και, αντιστρόφως, τίποτε δεν είναι ικανότερο να συνεργήσει στη σωτηρία, όταν ο λόγος τα διατηρεί σε τάξη και τα κατευθύνει προς όσα πρέπει και προς όσα εκείνος θέλει» (25).

Αν εξεταζόταν μεμονωμένα, αυτή η παράγραφος θα κινδύνευε να παρερμηνευθεί. Σε έναν βιαστικό αναγνώστη ο Μάξιμος θα φαινόταν ίσως ότι εξυμνεί μια εγωιστική μόνωση. Είδαμε όμως επαρκώς ότι, ως προς τον εγωισμό, δεν κηρύττει παρά μόνο την εκμηδένισή του. Απλώς φρόντισε να στοχαστεί και να διακρίνει πράγματα τα οποία, παρά ορισμένες επιφανειακές ομοιότητες, διαφέρουν ολοκληρωτικά μεταξύ τους. Δεν συγχέει τον ερημίτη με τον μισάνθρωπο.

Κανείς περισσότερο από αυτόν δεν πιστεύει ότι η μόνη ανθρώπινη τελειότητα συνίσταται στην αγάπη, δηλαδή στην ένωση με τον Θεό και στην αγαθή διάθεση προς όλα τα δημιουργήματα του Θεού. Πιστεύει όμως επίσης ότι κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή την καθολικότητα όποιος προσκολλάται στην αίσθηση, η οποία αποτελεί αρχή πολλαπλότητας, διαιρέσεως και μεροληψίας.

Για τον Μάξιμο, η πρώτη μέριμνα εκείνου που ισχυρίζεται ότι αφιερώνεται στον πλησίον πρέπει να είναι η απελευθέρωση του ίδιου από την άγνοια, τη φιλαυτία και την τυραννία. Για τον σκοπό αυτό θεωρεί αναγκαία, αν όχι την πραγματική μόνωση, τουλάχιστον την απόλυτη αποδέσμευση. Θα ακούσουμε τώρα τις σχετικές διδασκαλίες του. Η ψυχολογία του θα μας φανεί ίσως αμφισβητήσιμη, όχι όμως η θεολογία ούτε η ηθική του.

«Καθένας είναι οφειλέτης προς τους άλλους των χαρισμάτων που έλαβε από τον Θεό» (26).

Το αποστολικό έργο όμως προϋποθέτει τη θεωρία· η αληθινή θεωρία προϋποθέτει την τέλεια καθαρότητα· και αυτή αποκτάται με τη νέκρωση όλων των παθών. Για τη μετάβαση από την άγνοια στη γνώση δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ούτε για τη μετάβαση από τη φιλαυτία στην αγάπη. Ούτε για τη μετάβαση από την τυραννία στην ελευθερία.

Έτσι τουλάχιστον σκέπτεται ο άγιος Μάξιμος, μαζί με όλους τους πνευματικούς διδασκάλους που προηγήθηκαν από αυτόν. Ίσως να σφάλλει ως προς τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη νέκρωση των παθών· αναμφίβολα θα προσάρμοζε και ο ίδιος την παιδαγωγική του στις συνθήκες της εποχής μας, όπως είχε ήδη πράξει για τη δική του εποχή. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι δεν θα δεχόταν να μετριάσει τις αρχές του.

Θα απορούσε με τη σύγχυση, τόσο συχνή στις ημέρες μας, μεταξύ του ενεργού βίου με την έννοια της αποστολικής δραστηριότητας και του ενεργού βίου με την έννοια του έργου της καθάρσεως. Μαζί με ολόκληρη την παράδοση, θα μας έλεγε ότι ο δεύτερος αποτελεί την προκαταρκτική και απαραίτητη προϋπόθεση του πρώτου.

2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ


Σημειώσεις:


(16) Expos. Or. Dom., PG 90.893 AB
(17) Νόμοι I
(18) Epist. II, PG 91.404 C
(19) Ad Thal. ερ. 27, PG 90.357 D
(20) Or. VI, Παρίσι, 1609, σ. 138 B
(21) Loci Comm. XX και XXI, PG 91.844 B-853 B
(22) Α΄ Θεσσ. 4, 11
(23) Loci Comm., ibid., 852 D
(24) ΠΛΑΤΩΝ, Def., σ. 411e
(25) Myst., κεφ. 24, PG 91.713 C-716 A
(26) Capp. theol. et oecon. I, 29, PG 90.1003 C

Πνευματικά Γυμνάσματα-Περιεχόμενα Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Πνευματικά Γυμνάσματα-Περιεχόμενα

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


ΠΙΝΑΞ

ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΒΙΒΛΟΥ

ΜΕΛΕΤΗ ΠΡΩΤΗ

Α΄. Συλλογισμὸς. Τί ἔκαμεν ὁ Θεὸς διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου.
Β΄. Τί ἔπαθεν ὁ Ἰησοῦς δι' αὐτήν.
Γ΄. Τί πρέπει νὰ κάμνη καὶ νὰ παθαίνῃ ὁ ἄνθρωπος δι' αὐτήν.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Α΄. Ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεόν.
Β΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ τὸν Θεόν.
Γ΄. Ὅτι ἐπλάσθη διὰ νὰ ἀπολαμβάνῃ αἰωνίως τὸν Θεόν.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΤΗ
Α΄. Περὶ τῶν μέσων ὅπου μὰς ἔδωκεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἄκρον τέλος μας
Β΄. Ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν κατάχρησιν τῶν του ατάχρησιν τον
Γ΄. Πῶς πρέπει νὰ διορθώσωμεν την κατάχρησιν.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Α΄. Πόσον εἶναι τὸ βάρος τῆς θανασίμου ἁμαρτίας ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ βλαπτομένου.
Β΄. Ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ βλάπτοντος.
Γ΄. Ἀπὸ τὴν βλάβην αὐτὴν καθ' ἑαυτήν.

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΜΠΤΗ

Α΄. Περὶ τῶν τιμωριῶν ὅπου ἐδόθησαν διὰ τὴν ἁμαρτίαν
Ἀγγέλους. Β΄. Εἰς τὸν Ἀδάμ.
Γ΄. Εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΚΤΗ
Α΄. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν ἑκάστου ἀνθρώπου.
Β΄. Περὶ τοῦ βάρους αὐτῶν.
Γ΄. Περὶ τῆς ἀχαριστίας ὅπου δείχνει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς εὐεργε σίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὰς τοιαύτας ἁμαρτίας.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΒΔΟΜΗ

Α΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου περιέχει καθ' ἑαυτὴν ἡ ἁμαρτία.
Β΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου προξενεῖ εἰς τοὺς ἄλλους ἐν τῇ παρούση ζων
Γ΄. Περὶ τοῦ κακοῦ ὅπου προξενεῖ ἐν τῇ μελλούση ζωῇ.

ΜΕΛΕΤΗ ΟΓΔΟΗ
Α΄. Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τέλος ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ.
Β΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλης τῆς ἀπάτης.
Γ΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλου τοῦ καιροῦ.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΝΝΑΤΗ
Α΄. Περὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν ἁμαρτωλῶν.
Β΄. Περὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν δικαίων.
Γ΄. Μὲ τίνος ζωὴν καὶ θάνατον ὁμοιάζει ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος ἑκάστου ἀνθρώπου.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ

Περὶ τῆς μερικῆς κολάσεως ὅπου ἤδη λαμβάνουσιν
οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ἄδην.

Α΄. Περὶ τῆς δεινότητος τῆς φυλακῆς τοῦ ἄδου.
Β΄. Περὶ τῆς λύπης ὅπου ἔχουν ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ διὰ τὸ παρόν.
Γ΄. Περὶ τοῦ φόβου ὅπου ἔχουν διὰ τὸ μέλλον.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΡΩΤΗ

Ὅτι ἡ μέλλουσα Κρίσις ἔχει νὰ εἶναι μεγάλη.
Α΄. Διὰ τὰ πρόσωπα καὶ ὑποκείμενα ὅπου ἔχουν ἐκεῖ νὰ συναχθούν.
Β΄. Διὰ τὰ πράγματα ὅπου ἔχουν νὰ ἐξετασθοῦν.
Γ΄. Δι' ἐκεῖνα ὅπου ἔχουν νὰ ἀποφασισθούν.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Α΄. Ὅτι αἱ τιμωρίαι τοῦ ἄδου εἶναι πολλαὶ εἰς τὴν ποσότητα.
Β΄. Ὅτι εἶναι δειναὶ εἰς τὴν ποιο
Γ΄. Ὅτι εἶναι αἰώνιοι.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

Ὅτι κάθε κολασμένος χριστιανὸς θέλει ἔχει τρεῖς διαθέσεις

Α΄. Μετάνοιαν τοῦ περασμένου.
Β΄. Θλίψιν τοῦ παρόντος.
Γ΄. Ἀπελπισίαν τοῦ μέλλοντος.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Α΄. Πόσον εἶναι τὸ βάρος τῶν συγγνωστῶν ἁμαρτημάτων.
Β΄. Πόσον εἶναι τὸ πλῆθος τῶν κακῶν ὅπου προξενοῦν.
Γ΄. Ποίας τιμωρίας προξενοῦν καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Α΄. Ὅτι αὐτὸς ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸν οἶκον τοῦ πατρός του.
Β΄. Ποίαν ζωὴν ἔζησε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν.
Γ΄. Ποίαν ἐπιστροφὴν ἔδειξεν.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ
Α΄. Ὅτι πρέπει κάθε χριστιανὸς νὰ διαλέγῃ μίαν ζωὴν τὴν πλέον ὠφελιμωτέραν καὶ ἁρμοδιωτέραν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ τέλος τῆς σωτηρίας του.
Β΄. Μὲ ποίους τρόπους πρέπει νὰ διαλέγῃ τὴν τοιαύτην ζωήν.
Γ΄. Ὅτι πρέπει νὰ διορθώνῃ τὴν ἐκλογὴν τῆς ζωῆς του, ἀνίσως
καὶ δὲν ἔκαμνε καθὼς ἔπρεπε.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Α΄. Ὅτι χρεωστοῦμεν νὰ ἀγαπῶμεν τὸν Θεόν, διότι μᾶς προστάζει νὰ τὸν ἀγαπῶμεν.
Β΄. Διότι αὐτὸς καθ' ἑαυτὸν εἶναι ἄξιος ἀγάπης ὑπὲρ πάντα.
Γ΄. Διατί μᾶς προσκαλεῖ εἰς τὴν ἀγάπην Του μὲ τόσας εὐεργεσίας, καὶ ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἀγάπην ὅπου μᾶς ἀγαπᾶ.

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
Α΄. Περὶ τῆς δόξης τοῦ Παραδείσου, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ μακάριοι ἔχουν νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλα ὁμοῦ τὰ ἀγαθά.
Β΄. Ὅλα τέλεια.
Γ΄. Ὅλα τέλεια αἰωνίως

ΜΕΛΕΤΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ
Πόσον εὐηργέτησεν ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν.
Α΄. Διότι αὐτὴ εὑρίσκετο μέσα εἰς ἕνα ἄπειρον βάθος.
Β΄. Διότι ἀνυψώθη εἰς ἕνα ἄπειρον ὕψος.
Γ΄. Διότι μετεχειρίσθη δι' αὐτὴν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μίαν ἄκραν ταπείνωσιν.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ
Α΄. Ὅτι γεννηθεὶς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπολέμησε καὶ ἰάτρευσε τὸν ἔρωτα τοῦ πλούτου.
Β΄. Τὸν ἔρωτα τῶν ἡδονῶν.
Γ΄. Τὸν ἔρωτα τῆς δόξης.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ
Εἰς τὴν περιτομὴν τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς περιτμηθεί κατεσκεύασε
Α΄. Ἕνα ἱατρικὸν ἰαματικὸν τῆς ἀσθενείας τῶν ἀνθρώπων
Β΄. Ἕνα ἱατρικὸν ἀναψυκτικὸν τῶν πόνων των.
Γ΄. Ἕνα ἱατρικὸν διαφυλακτικὸν τῆς ὑγείας των.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

 μάγων, τὴν ὁποίαν Εἰς τὴν προσκύνησιν καὶ ὁδοιπορίαν τῶν μάγων, τὴν ὁποίαν
Α΄. Ἄρχισαν μὲ προθυμίαν.
Β΄. Τὴν ἠκολούθησαν μὲ σταθερότητα καὶ μεγαλοψυχίαν.
Γ΄. Τὴν ἐτελείωσαν μὲ ἐλευθεριότητα προσφέροντες τῷ Χριστῷ τὰ μυστηριώδη δώρα αὐτῶν.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ
Περὶ τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γενικῶς θεωρουμένης εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος
Α΄. Ἐφύλαξεν ὑπακοὴν εἰς τοὺς γονεῖς του.
Β΄. Ἔκαμνεν ἐργόχειρον.
Γ΄. Ἐφύλαξεν τὴν πρὸς Θεὸν καὶ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπην.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Θείου Εὐαγγελίου.
Α΄. Τίς εἶναι ὁ ταύτης διδάσκαλος.
Β΄. Ποία εἶναι ἡ διδασκαλια Του.
Γ΄. Ποῖοι εἶναι οἱ μαθηταὶ ὅπου πρέπει νὰ τὴν μανθάνουν.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Α΄. Περὶ τοῦ πολέμου ὅπου ἦλθε νὰ βάλῃ ὁ Χριστὸς εἰς τὴν γῆν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀρχιστράτηγος καὶ βασιλεὺς ὁ Χριστός.
Β΄. Τριῶν τάξεων ἄνθρωποι Τὸν ἀκολουθοῦν.
Γ΄. Κατὰ τρεὶς τρόπους καὶ βαθμοὺς Τὸν ἀκολουθοῦν.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΚΤΗ
Α΄. Ὅτι εἰς τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας παρασταίνεται τὸ μεγαλεῖον τοῦ δώρου.
Β΄. Ἡ ἀγάπη ἐκείνου ὅπου τὸ χαρίζει.
Γ΄. Ἡ ὠφέλεια ἐκείνου ὅπου τὸ λαμβάνει.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Ὅτι ὁ Χριστὸς ἴδρωσεν εἰς τὸν κῆπον ὡσεὶ θρόμβους αἵματος
Α΄. Διότι ἐπρόβλεπεν ὅλα τὰ πάθη ὅπου ἔμελλε νὰ πάθῃ.
Β΄. Διότι ἐλυπεῖτο διὰ τὰς ἁμαρτίας μας.
Γ΄. Διότι προεγνώριζε τὴν ἀχαριστίαν μας.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ ΟΓΔΟΗ
Εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Πέτρου, ἡ ὁποῖα προήλθεν
Α΄. Ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν.
Β΄. Ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν.
Γ΄. Ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς προσευχῆς. προσευχῆς.

ΜΕΛΕΤΗ ΕΙΚΟΣΤΗ
Εἰς τὴν μαστίγωσιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασεν ὁ
Κύριος

Α΄. Ἕνα ἄκρον πόνον.
Β΄. Μίαν ἄκραν ἐντροπήν.
Γ΄. Μίαν ἄκραν ἀγάπην.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΑΚΟΣΤΗ
Α΄. Ὅτι ἐβάστασεν ὁ Κύριος τὸν Σταυρὸν δημοσίως.
Β΄. Γενναίως.
Γ΄. Καρτερικῶς καὶ ὑπομονητικῶς.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΑΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ

Α΄. Ὅταν ὁ Κύριος ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν ἔπαθεν ἄκρως κατὰ τὸ σῶμα.
Β΄. Ἔπαθεν ἄκρως κατὰ τὴν ψυχήν.
Γ΄. Μᾶς ἄφησε διδασκαλίαν τοὺς ἑπτὰ λόγους Του.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΑΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Α΄. Ὅτι εἰς τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου πρέπει νὰ συγχαρῶμεν μὲ
Τὸν Ἀναστάντα Χριστόν.
Β΄. Μὲ τὴν ἁγιωτάτην Μητέρα Του.
Γ΄. Μὲ τὸ σῶμα μας.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΑΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ
Α΄. Ὅτι εἰς τὴν Πεντηκοστὴν ἐνήργησεν τὸ Πνεῦμα τὸ
Αγιον εἰς τοὺς Ἀποστόλους μεταβολὴν τοῦ νοῦ.
Β΄. Μεταβολὴν τῆς καρδίας.
Γ΄. Μεταβολὴν τῆς γλώσσης.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΡΙΑΚΟΣΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Α΄. Εἰς τὴν Κυριακὴν τῶν Ἁγίων Πάντων παρασταίνονται δύο αὐθένται συνάγοντες στράτευμα, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ ἑωσφόρος.
Β΄. Ποίας πληρωμὰς δίδουν αὐτοὶ εἰς τοὺς ἀκολούθους των ἐν τῇ παρούση ζωῇ.
Γ΄. Ποίας ἀμοιβὰς τοὺς δίδουν ἐν τῇ μελλούση ζωῇ.

ΕΤΕΡΑΙ ΣΥΝΤΟΜΟΙ ΜΕΛΕΤΑΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ

Διαμοιρασμέναι εἰς πᾶσαν ἡμέραν τοῦ μηνός.

Ἡμέρα Α΄. Περὶ τῆς ἀξίας τῆς σωτηρίας
Ἡμέρα Β΄. Περὶ τοῦ ἀβεβαίου τῆς ὥρας τοῦ θανάτου
Ημέρα Γ΄. Περὶ τῆς εἰδήσεως τοῦ θανάτου
Ἡμέρα Δ΄. Περὶ ἑτοιμασίας εἰς τὸν θάνατον
Ἡμέρα Ε΄. Περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀποθνήσκοντος
Ημέρα ΣΤ.΄ Περὶ τῆς ὕστερης ὥρας τῆς ζωῆς
Ἡμέρα Ζ΄. Περὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας
Ἡμέρα Η΄. Περὶ τῆς στάσεως τῆς ψυχῆςμετὰ τὸν θάνατον
Ημέρα Θ΄. Περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ σώματος μετὰ τὸν θάνατον
Ἡμέρα Ι΄. Περὶ ζωῆς κριθησομένης
Ἡμέρα ΙΑ΄. Περὶ μετανοίας
Ἡμέρα ΙΒ΄. Περὶ τῆς τελευταίας Κρίσεως
Ἡμέρα ΙΓ΄. Περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν
Ἡμέρα ΙΔ΄. Περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ
Ἡμέρα ΙΕ΄. Περὶ τῆς φανερώσεως τῆς συνειδήσεως ἐν τῇ μελλούση Κοίσει
Ἡμέρα ΙΣΤ΄. Περὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁμαρτωλῶν
Ἡμέρα ΙΖ΄. Περὶ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως
Ἡμέρα ΙΗ΄. Περὶ τῆς τιμῆς τοῦ καιρού
Ἡμέρα ΙΘ΄. Περὶ τῆς κολάσεως
Ἡμέρα Κ΄. Περὶ τῆς συστάσεως τῶν κολασμένων
Ημέρα ΚΑ΄. Περὶ τοῦ ἀβεβαίου τῆς σωτηρίας
Ημέρα ΚΒ΄Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κολαζομένων.
Ἡμέρα ΚΓ΄. Περὶ τῆς ἐξομολογήσεως ἑνὸς κολασμένου
Ἡμέρα ΚΔ΄. Περὶ τῆς αἰωνίου κολάσεως
Ἡμέρα ΚΕ΄. Περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ καιροῦ
Ἡμέρα ΚΣΤ΄. Περὶ τοῦ Παραδείσου
Ημέρα ΚΖ΄. Περὶ τῆς στράτας τοῦ Παραδείσου
Ἡμέρα ΚΗ΄. Περὶ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Παραδείσου
Ημέρα ΚΘ΄. Περὶ τῆς μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀθανασίαν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος
Ἡμέρα Λ΄. Περὶ τῆς ἀποκρίσεως ὅπου δίδει ἡ συνείδησις τοῦ καθ'

ΑΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΚΤΩ

Ἐξέτασις Πρώτη.
Ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ὅπου ἔχεις διὰ νὰ σώσῃς τὴν ψυχήν σου.
Περὶ τῶν ἀτάκτων παθῶν
Περὶ τῶν ἀτάκτων παθῶν.
Ἐξέτασις Δεύτερη.

Ἐξέτασις Τρίτη.
Περὶ Ἐξομολογήσεως.
Ἐξέτασις Τετάρτη.
Μὲ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ φέρεταί τις εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Ἐξέτασις Πέμπτη.
Μὲ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ φέρεταί τις πρὸς τὸν πλησίον.
Ἐξέτασις Ἕκτη.
Μὲ ποῖον τρόπον πρεπει νὰ φέρεταί τις πρὸς τὸν Θεόν.
Ἐξέτασις Ἑβδόμη.
Περὶ τῶν κακῶν ἕξεων καὶ τῆς ἰατρείας αὐτῶν.
Ἐξέτασις Ὀγδόη.
Περὶ τῶν θεολογικῶν ἀρετῶν πίστεως, ἐλπίδος καὶ ἀγάπης.

ΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΟΚΤΩ Διαμοιρασμένη ἑκάστη εἰς τρία μέρη.
Ἀνάγνωσις Πρώτη. Μέρος Α΄.
Περὶ τῆς χαυνότητος καὶ ἀδυναμίας τῆς πίστεως.
Μέρος Β΄.
Ποίαν ζημίαν προξενεῖ εἰς τὴν σωτηρίαν ἡ ἀδυναμία τῆς πίστεως. 
Μέρος Γ΄
Περὶ τῆς ἰατρείας τῆς ἀδυναμίας τῆς πίστεως.

Ἀνάγνωσις Δευτέρα. Μέρος Α΄.
Περὶ ταῆς αὐθαδείτα ἐκείνων ὅπου ἁμαρτάνουν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς
ΓΕΝΟΥΣ Περὶ τῆς ἰατρείας ἐκείνων ὅπου ἁμαρτάνουν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς
ἔχουν νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐξομολογηθούν.
Μέρος Β΄.
Ποίαν ζημίαν προξενούν εἰς τὴν σωτηρίαν τους ἐκεῖνοι ὅπου ἁμαρτά
νουν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἔχουν νὰ μετανοήσουν.
Μέρος Γ΄.
ἔχουν νὰ μετανοήσουν.
Ἀνάγνωσις Τρίτη. Μέρος Α΄.
Περὶ τοῦ ἐμποδίου ὅπου φέρει εἰς τὴν σωτηρίαν ἡ ὑπερηφάνεια.
Μέρος Β΄.
Περὶ τῆς ζημίας ὅπου προξενεῖ εἰς τὴν ψυχὴν ἡ ὑπερηφάνεια.
Μέρος Γ΄.
Περὶ τῆς ἰατρείας τῆς ὑπερηφανείας.
Ἀνάγνωσις Τετάρτη. Μέρος Α΄.
Περὶ τοῦ ἐμποδίου ὅπου φέρουν εἰς τὴν σωτηρίαν ἡ ἀργία καὶ αἱ πολλαὶ δουλείαι.
Μέρος Β΄
Περὶ τῆς ζημίας ὅπου προξενοῦν εἰς τὴν ψυχὴν ἡ ἀργία καὶ αἱ πολλαὶ δουλείαι.
Μέρος Γ΄.
Ἀνάγνωσις Πέμπτη.
Μέρος Α΄.
Περὶ τῆς ἱατρείας τῆς ἀργίας καὶ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν.
Περὶ τοῦ ἀτάκτου ἔρωτος τῶν ἡδονῶν.
Μέρος Β΄.
ἡδοναί. Περὶ τῆς ζημίας ὅπου φέρουν εἰς τὴν σωτηρίαν αἱ τῶν αἰσθήσεων
Μέρος Γ΄.
Περὶ τῆς ἰατρείας τῶν ἡδονῶν τῶν αἰσθήσεων.
Ἀνάγνωσις Ἕκτη. Μέρος Α΄.
Περὶ τοῦ ἀτάκτου ἔρωτος τοῦ πλούτου καὶ τῶν ὑπαρχόντων.
Μέρος Β΄.
Περὶ τῆς ζημίας ὅπου φέρει εἰς τὴν σωτηρίαν ὁ τοιοῦτος ἔρωτας.
Μέρος Γ΄.
Περὶ τῆς ἰατρείας τοῦ ἀτάκτου ἔρωτος τοῦ πλούτου καὶ τῶν ὑπαρ-χόντων.
Ἀνάγνωσις Ἑβδόμη. Μέρος Α΄.

Περὶ τοῦ ἐμποδίου ὅπου φέρει εἰς τὴν σωτηρίαν ὁ ὀλίγος φόβος τοῦ Θεοῦ.
Μέρος Β΄.
Περὶ τῆς ζημίας ὅπου προξενεῖς εἰς τὴν ψυχὴν ὁ ὀλίγος φόβος τοῦ Θεοῦ.
Μέρος Γ΄.
Περὶ τῆς ἰατρείας τοῦ ὀλίγου φόβου τοῦ Θεοῦ.
Ἀνάγνωσις Ογδόη.
Περὶ τῶν μέσων ὅπου πρέπει νὰ μεταχειρίζεταί τις, διὰ νὰ φυλάττη τὸν καρπὸν ὅπου ἀπέκτησεν ἐκ τῶν παρόντων Πνευματικῶν Γυμ-νασμάτων.

Ο ΠΙΟ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΜΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΧΡΙΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΧΡΗΣΤΟΥΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΣ. ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙΣΤΙΚΗ ΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ. ΟΥΤΕ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΟΥΤΕ ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΛΥΨΟΥΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΚΕΝΟ. ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΘΕΟΥΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ. ΑΦΟΜΟΙΩΝΟΥΝ ΤΑΧΥΤΑΤΑ ΤΟ ΥΨΗΛΟ ΤΟΥΣ ΦΡΟΝΗΜΑ.
ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΟΛΥΦΕΡΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΖΥΜΩΝΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ. ΕΦΥΓΑΝ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ ΓΕΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ. ΟΙ ΛΑΙΚΟΙ ΜΑΣ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΑΝΔΡΩΘΗΚΑΝ. ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ.

Τα σύνορα μετρούν 4

Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026

Τα σύνορα μετρούν 4

Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να ανακαλύψει ξανά την τέχνη της χάραξης συνόρων

Frank Furedi

Πρόλογος του Andrea Zhok

1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σημασία των συνόρων

Η διαίρεση του χώρου σε διακριτές επικράτειες και η οριοθέτησή τους μέσω συμβολικών σημείων υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης εξελίξεως. Οι προσπάθειες αυτές ανάγονται πιθανότατα στην εποχή κατά την οποία οι πρώτες σουμεριακές πόλεις οχυρώθηκαν με τείχη.¹⁴ Πράγματι, ο Frye υποστηρίζει ότι υπάρχει μια «σχεδόν καθολική συσχέτιση μεταξύ πολιτισμού και τειχών»¹⁵ και ότι οι «δημιουργοί των πρώτων πολιτισμών κατάγονταν από γενεές οικοδόμων τειχών».¹⁶ Τα τείχη και τα όρια κατασκευάζονταν επειδή πιστευόταν ότι παρείχαν στους κατοίκους των αστικών πολιτισμών ασφάλεια και ειρήνη. Οριοθετούσαν έναν χώρο μέσα στον οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν η εμπορική και η πνευματική ζωή. Η ύπαρξη περιτειχισμένων και περιφραγμένων χώρων ταφής σε πολυάριθμες νομαδικές κοινότητες δείχνει ότι η ανθρώπινη παρόρμηση να χαράσσει γραμμές δεν περιορίζεται στους μόνιμους οικισμούς ή στα αστικά περιβάλλοντα.¹⁷

Ακριβώς επειδή η οριοθέτηση των φυσικών χώρων αποτελούσε ανθρώπινο επίτευγμα, είχε σημαντικό νόημα για τους ανθρώπους. Τα ορόσημα των συνόρων και τα χωρικά όρια περιβάλλονταν συχνά με μοναδική πνευματική σημασία. Σχεδόν κάθε κοινωνία διαθέτει όρια τα οποία οριοθετούν και προστατεύουν ιερούς τόπους. Αυτός ο διαχωρισμός των πνευματικών και θρησκευτικών συμβόλων, όπως ενός ιερού τόπου, διέκρινε το κοσμικό από το ιερό και προσέδιδε επίσης ηθική σημασία στις χωρικές διαιρέσεις.

Η οριοθέτηση του χώρου και η τάση χαράξεως γραμμών εκφράζουν την ανθρώπινη ανάγκη για σημεία αναφοράς και προσανατολισμό. Οι υποστηρικτές της «ανοικτότητας» ή της «απουσίας συνόρων», οι οποίοι διάκεινται αρνητικά προς τα όρια, υποστηρίζουν μερικές φορές ότι η χάραξη γραμμών αποτελεί απλώς δυτική εμμονή και ότι η γραμμική συνείδηση είναι ξένη προς πολλές μη δυτικές κοινωνίες. Όπως επισημαίνει ο Tim Gold στη μελέτη του για την ιστορία των γραμμών:

«Οι ανθρωπολόγοι συνηθίζουν να επιμένουν ότι υπάρχει κάτι κατ’ ουσίαν γραμμικό στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τη διέλευση της ιστορίας, των γενεών και του χρόνου. Είναι τόσο πεπεισμένοι γι’ αυτό, ώστε κάθε προσπάθεια να εντοπιστεί γραμμικότητα στη ζωή μη δυτικών λαών είναι πιθανό να απορριφθεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως ελαφρώς εθνοκεντρική και, στη χειρότερη, ως συνενοχή στο εγχείρημα της αποικιακής κατοχής, μέσω του οποίου η Δύση επέβαλε τις γραμμές της στον υπόλοιπο κόσμο».¹⁸

Ωστόσο, η χάραξη γραμμών μπορεί να προσλάβει ποικίλες μορφές στους διαφορετικούς πολιτισμούς, και η αποικιοκρατία δεν υπήρξε «η επιβολή της γραμμικότητας σε έναν μη γραμμικό κόσμο, αλλά η επιβολή ενός είδους γραμμής επάνω σε ένα άλλο».¹⁹ Όπως παρατηρεί ο Gold, «ασφαλώς ισχύει ότι, από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν και να χειρονομούν, άρχισαν επίσης να δημιουργούν και να ακολουθούν γραμμές».²⁰

Το γεγονός ότι τα σύνορα και η χάραξη γραμμών θεωρούνται από πολλούς αφύσικο και δυνητικά ολέθριο επίτευγμα αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τις δικές τους πολιτισμικές στάσεις παρά για την ανθρώπινη κατάσταση. Το 1909, ο Γερμανός κοινωνιολόγος Georg Simmel μάς υπενθύμισε με εύγλωττο τρόπο την ανθρώπινη επιθυμία να χαράσσει σύνορα:

«Μόνο στην ανθρωπότητα, σε αντίθεση με τη φύση, έχει δοθεί το δικαίωμα να συνδέει και να διαχωρίζει, και μάλιστα με τον ιδιαίτερο τρόπο κατά τον οποίο η μία από αυτές τις δραστηριότητες αποτελεί πάντοτε την προϋπόθεση της άλλης».²¹

Ο Simmel κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι τοποθετούσαν και διηύθυναν τη ζωή τους σύμφωνα με το νόημα που διαμορφωνόταν μέσα σε διακριτά όρια. «Η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο καθορίζεται από το γεγονός ότι, σε κάθε διάσταση του είναι και της συμπεριφοράς του, στέκεται κάθε στιγμή ανάμεσα σε δύο όρια», υποστήριζε, ισχυριζόμενος ότι «η κατάσταση αυτή συγκροτεί την τυπική δομή της υπάρξεως», καθώς οι άνθρωποι προσανατολίζονται, για να βρουν κατεύθυνση «στον άπειρο χώρο των κόσμων μας».²²
Όπως εξηγεί ο κοινωνιολόγος Keith Tester, ο Simmel «δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι χωρίς όρια η ζωή μέσα στον κόσμο —δηλαδή η ύπαρξη— θα ήταν άγονη» και «σε μεγάλο βαθμό ακατανόητη».²³

Η σημασία που απέδιδε ο Simmel στον ρόλο των ορίων βασιζόταν στην αναγνώριση ότι αυτά τα σημεία οριοθετήσεως συμβάλλουν στο να προσδίδεται νόημα στην ανθρώπινη εμπειρία. Ο Tester επαναλαμβάνει αυτή την άποψη όταν γράφει ότι «η ανάδυση και η παγίωση οριοθετημένων μορφών αναγνωρίστηκαν ως ο μόνος τρόπος με τον οποίο η ζωή μπορούσε να αποκτήσει κατεύθυνση, νόημα και θέση».²⁴ Τα φυσικά σύνορα και οι διαφορετικές μορφές εδαφικής οριοθετήσεως δημιουργούν έναν χώρο μέσα στον οποίο τα άτομα αναπτύσσουν την αίσθηση του ανήκειν και της κοινότητας, καθώς και καλλιεργούν την ταυτότητά τους. Ο Νορβηγός ανθρωπολόγος Fredrik Barth ανέπτυξε την έννοια του «εθνοτικού ορίου», για να αναφερθεί στα γνωστικά ή νοητικά όρια που καθοδηγούν τους ανθρώπους να τοποθετούν την κοινότητά τους σε σχέση με τις άλλες. Από αυτή την άποψη, τα όρια διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη συγκρότηση του εαυτού, διότι παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να καλλιεργηθεί η ταυτότητα.²⁵

Τα σύνορα δεν αποτελούν μόνο φυσικές και γεωγραφικές πραγματικότητες· διαθέτουν επίσης ισχυρή συμβολική σημασία, μέσω της οποίας οι κοινότητες αποκτούν επίγνωση του εαυτού τους και του νοήματος της υπάρξεώς τους. Όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος του πολιτισμού Robert Wuthnow, «η τάξη σχετίζεται κατά κάποιον τρόπο με τα όρια». Γιατί; Επειδή «η τάξη συνίσταται κυρίως στην ικανότητα να κάνουμε διακρίσεις —να διαθέτουμε συμβολικές οριοθετήσεις—, ώστε να γνωρίζουμε τη θέση των πραγμάτων και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους».²⁶ Η ίδια η αίσθηση της κοινωνικής πραγματικότητας των ανθρώπων συχνά διαμορφώνεται και εσωτερικεύεται μέσω της σχέσεώς τους με τα συμβολικά όρια. Αυτά τα όρια —μεταξύ του «εαυτού» και του «άλλου»— επηρεάζουν την αίσθησή τους για το «εμείς» και το «αυτοί».


Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, οι στάσεις μας απέναντι στα φυσικά και χωρικά σύνορα επηρεάζονται από τις στάσεις μας απέναντι στα συμβολικά όρια. Όταν τα συμβολικά όρια χάνουν το νόημά τους, επέρχεται πολιτισμική κρίση. Χωρίς την καθοδήγηση που παρέχουν τα συμβολικά όρια, οι νέοι δυσκολεύονται να πραγματοποιήσουν τη μετάβαση στην ενηλικίωση. Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εξελίξεως είναι εκείνο που ο ψυχολόγος Erik Erikson χαρακτήρισε ως «κρίση ταυτότητας».

Τα συμβολικά όρια έχουν αποδειχθεί ουσιώδη για την ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψεως και έχουν καταστήσει τα άτομα ικανά να αντιλαμβάνονται πού βρίσκονται σε σχέση με τους άλλους.²⁷ Τα συμβολικά όρια παρέχουν στους ανθρώπους καθοδήγηση σχετικά με τη σχέση τους προς τους άλλους και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα. Προσφέρουν στις κοινότητες κατευθυντήριες γραμμές για το πώς να διαφοροποιούν και να προβαίνουν σε χωρικές, χρονικές και γνωστικές διακρίσεις. Συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νοητικού χάρτη, ο οποίος χαράσσει τα όρια μέσα στις ομάδες και μεταξύ αυτών.

Ιστορικά, τα συμβολικά όρια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, παρέχοντας στις κοινότητες τους πολιτισμικούς πόρους που ήταν αναγκαίοι για τη διαμόρφωση ηθικών διακρίσεων μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου, του καλού και του κακού ή μεταξύ των πεδίων του ιερού και του βέβηλου. Καθορίζουν επίσης ένα όριο. Τα ηθικά όρια υπενθυμίζουν στα μέλη της κοινότητας τη διάκριση μεταξύ αποδεκτών και μη αποδεκτών μορφών συμπεριφοράς. Μολονότι τα όρια αυτά βιώνονται μερικές φορές ως περιορισμός των δραστηριοτήτων των ατόμων, οι κοινότητες στηρίζονται σε αυτά για να διατηρήσουν την ηθική τάξη.

Τα ηθικά όρια είναι πανταχού παρόντα, σε τέτοιον βαθμό ώστε οι περισσότεροι άνθρωποι να μην έχουν συνείδηση της επιδράσεώς τους στη συμπεριφορά τους. Το να διδάσκονται τα παιδιά να «γνωρίζουν τα όριά τους» διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίησή τους. Όταν τα όρια παραβιάζονται, λέγεται στους ανθρώπους ότι «ξεπέρασαν τη γραμμή». Η φράση «ξεπερνώ τη γραμμή» αποτελεί έναν καθημερινό τρόπο για να δηλωθεί ότι κάποιος παραβίασε τον ισχύοντα ηθικό κώδικα. Όποιος ξεπέρασε τη γραμμή έχει μετακινηθεί από την περιοχή της αποδεκτής συμπεριφοράς σε εκείνη της μη αποδεκτής.

Οι μεταφορές που σχετίζονται με γραμμές χρησιμοποιούνται συχνά για να εκφράσουν ηθικές αντιλήψεις σχετικά με τα όρια. Η «θόλωση των διαχωριστικών γραμμών» εφιστά την προσοχή στην απουσία ηθικής σαφήνειας. Η φράση «λεπτή διαχωριστική γραμμή» υπογραμμίζει τη δυσκολία να γίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, σαφής διάκριση μεταξύ του ορθού και του εσφαλμένου. Τα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν τον όρο «κόκκινη γραμμή» για να δηλώσουν το σημείο χωρίς επιστροφή· το σημείο πέρα από το οποίο δεν είναι διατεθειμένα να διαπραγματευθούν. Μερικές φορές χρησιμοποιούν τη φράση «γραμμή στην άμμο», για να υποδείξουν το όριο πέρα από το οποίο δεν πρόκειται να προχωρήσουν.

Στα επόμενα κεφάλαια θα υποστηριχθεί ότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τα ηθικά όρια έχει αποξενώσει τόσο τα άτομα όσο και την ευρύτερη κοινωνία από την πράξη της χαράξεως γραμμών. Οι συγχύσεις που περιβάλλουν το ερώτημα «πού πρέπει να χαραχθεί η γραμμή» συμπλέκονται με τις διαμάχες γύρω από τα φυσικά σύνορα και το καθεστώς της εθνικής κυριαρχίας. Όχι μόνο αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν σοβαρά τα σύνορα, αλλά αποδεσμεύουν επίσης τους πολιτισμικούς κανόνες από τα όριά τους.

Η απόρριψη των συνόρων με το επιχείρημα ότι είναι διακριτικά, τεχνητά ή αυθαίρετα παραβλέπει τον ρόλο τους στην παροχή νοήματος και αισθήματος του ανήκειν στις κοινότητες. Αγνοεί επίσης τη σημασία που έχουν τα σύνορα για τη δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά της δημόσιας ζωής και του πολιτισμού: οι νομικές και ηθικές υποχρεώσεις, οι κανόνες αλληλεγγύης και ιδιότητας του πολίτη, καθώς και οι κοινωνικές πρακτικές και τελετουργίες της καθημερινής ζωής. Η οριοθέτηση του χώρου και η διαφοροποίηση των τόπων αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την άσκηση της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συγκρότηση πολιτικών και κοινωνικών θεσμών.

Από τη σκοπιά της ιδεολογίας της ανοικτότητας, τα σύνορα αποτελούν διαιρετικά εμπόδια στην ανθρώπινη ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ένας ιστορικός των συνόρων, «τα σύνορα είναι κάτι περισσότερο από απλά εμπόδια· για ορισμένους εγγυώνται την κοινότητα και το ανήκειν» και «οργανώνουν τη χωρική δομή της συλλογικής μας ζωής».²⁸ Δεν είναι μόνο οι πολιτικές και εθνοτικές ταυτίσεις που έχουν εδαφικό χαρακτήρα. Οι δεσμοί που ενώνουν τους ανθρώπους και χρησιμεύουν ως θεμέλιο της δημόσιας ζωής δημιουργούνται μέσα σε έναν χώρο κοινού ανήκειν. Οι δεσμοί αυτοί χρησιμεύουν επίσης για να διακρίνουν τους ανθρώπους από τους άλλους και μπορεί να οδηγήσουν σε πράξεις αποκλεισμού και διακρίσεως· χωρίς όμως την ύπαρξή τους, κάθε μορφή αλληλεγγύης θα είχε εύθραυστο και αφηρημένο χαρακτήρα.

Οι υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων αποεδαφικοποιούν την ταυτότητα των ανθρώπων και επιδιώκουν να αποεθνικοποιήσουν το καθεστώς της ιδιότητας του πολίτη. Με αυτόν τον τρόπο, στερούν από την ιδιότητα του πολίτη το ηθικό της περιεχόμενο και υπονομεύουν την ικανότητα των ανθρώπων να σκέπτονται τον εαυτό τους και να ενεργούν ως λαός. Η πολιτική φιλόσοφος Hannah Arendt υποστήριξε με έμφαση ότι «ο πολίτης, εξ ορισμού», είναι μέλος μιας «συγκεκριμένης κοινότητας». Εξηγεί ότι τα «καθήκοντα» του πολίτη πρέπει να καθορίζονται και να περιορίζονται όχι μόνο από εκείνα των συμπολιτών του, αλλά και από τα όρια μιας επικράτειας, και καταλήγει:
«Η φιλοσοφία μπορεί να συλλάβει τη γη ως πατρίδα της ανθρωπότητας και έναν άγραφο νόμο, αιώνιο και ισχύοντα για όλους. Η πολιτική ασχολείται με ανθρώπους, υπηκόους πολλών χωρών και κληρονόμους πολλών παρελθόντων· οι νόμοι της είναι οι θετικά θεσπισμένοι φραγμοί που περιβάλλουν, προστατεύουν και περιορίζουν τον χώρο μέσα στον οποίο η ελευθερία δεν αποτελεί έννοια, αλλά ζωντανή πολιτική πραγματικότητα».²⁹

Οι πολιτικοί θεσμοί και τα έθιμα μπορούν να αποκτήσουν νόημα μόνο εφόσον είναι εδαφικά οριοθετημένα. «Ο λαός οφείλει να αγωνίζεται για τους νόμους της πόλεως σαν να επρόκειτο για τα τείχη της», δήλωνε ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος. Πράγματι, για τους Έλληνες, οι νόμοι, όπως και τα τείχη, χρησίμευαν για την προστασία της πόλεως. Γι’ αυτό οι Έλληνες και αργότερα η Arendt χρησιμοποίησαν τη μεταφορά των τειχών της πόλεως για να περιγράψουν την οριοθέτηση του δημόσιου χώρου.

Η Arendt διατύπωσε μια ευρηματική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ανάδυση των ορίων εκφράστηκε μέσω του νόμου, δηλαδή των νόμων των ελληνικών πόλεων-κρατών. Υποστήριξε ότι ο νόμος εκφράζει την ιδέα της οριοθετήσεως και της οικειοποιήσεως. Μέσω της σταθεροποιήσεως των ορίων, ο νόμος παρείχε την προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός διαρκούς δημόσιου και πολιτικού πεδίου. Η Arendt υποστήριξε ότι μια πολιτική κοινότητα μπορεί να ευημερήσει μόνο εφόσον είναι εδαφικά περιορισμένη: «η νομοθεσία δημιουργεί πρώτα απ’ όλα έναν χώρο μέσα στον οποίο ισχύει, και αυτός ο χώρος είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα».³⁰ Η πολιτική ελευθερία και η άσκησή της είναι αδιανόητες χωρίς τη χωρική θεσμοποίηση της δημόσιας ζωής.

Η Arendt δεν ήταν σε καμία περίπτωση η μόνη φιλόσοφος που τόνισε τη σημασία της εδαφικής οριοθετήσεως για την άνθηση της πολιτικής ζωής. Ο John Locke, ένας από τους θεμελιωτές της φιλελεύθερης φιλοσοφίας, μαζί με τον Jean-Jacques Rousseau και τον Immanuel Kant, εννοιολόγησε την οριοθέτηση του χώρου ως θεμέλιο της πολιτικής κυριαρχίας και ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της πολιτικής τάξεως.

Δεδομένης της στενής συνδέσεως μεταξύ της σαφούς οριοθετήσεως των συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και η τελευταία έχει καταστεί στόχος της κοσμοθεωρίας της απουσίας συνόρων. Η εθνική κυριαρχία συχνά υποτιμάται ως ξεπερασμένη προκατάληψη, η οποία έχει καταστεί άσχετη μέσα σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Επικρίνεται επίσης επειδή διαιρεί τους ανθρώπους και στρέφει το ένα έθνος εναντίον του άλλου. Η κριτική της εθνικής κυριαρχίας συμβαδίζει μερικές φορές με την υποτίμηση της ιδιότητας του πολίτη. Οι υποστηρικτές της καταργήσεως των ορίων καταδικάζουν την εθνική ιθαγένεια ως υπερβολικά αποκλειστική και την επικρίνουν επειδή δεν αποδίδει ισότιμη ηθική υπόσταση και μέριμνα στους ανθρώπους που κατοικούν σε διαφορετικό μέρος του κόσμου.

Τα επιχειρήματα εναντίον της εθνικής κυριαρχίας και της ιδιότητας του πολίτη βασίζονται στην υποτιθέμενη ανωτερότητα των οικουμενικών και ανθρωπιστικών αξιών. Ωστόσο, ο οικουμενισμός μετατρέπεται σε καρικατούρα του εαυτού του όταν καθίσταται μια μεταφυσική δύναμη που στέκεται υπεράνω των υφιστάμενων εθνικών θεσμών, μέσω των οποίων οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τον κόσμο. Η προσπάθεια αποεδαφικοποιήσεως της κυριαρχίας και των δικαιωμάτων του πολίτη ανάγει τους ανθρώπους στις πλέον αφηρημένες ατομικές τους ιδιότητες. Ως συνέπεια, οι πολίτες στερούνται τις πολιτισμικές αξίες μέσω των οποίων προσδίδουν νόημα στη ζωή τους.

Η ανθρωπότητα δεν ζει πάνω ή πέρα από τα όρια και τους θεσμούς που δημιούργησε μέσω μεγάλων αγώνων και προσπαθειών. Γι’ αυτό η Arendt υποστήριζε:
«Η εγκαθίδρυση ενός ενιαίου κυρίαρχου παγκόσμιου κράτους, κάθε άλλο παρά θα αποτελούσε προϋπόθεση της παγκόσμιας ιδιότητας του πολίτη· θα σήμαινε το τέλος κάθε ιδιότητας του πολίτη. Δεν θα αποτελούσε την κορύφωση της παγκόσμιας πολιτικής, αλλά, κυριολεκτικά, το τέλος της».³¹


Όποια και αν είναι τα κίνητρα των υποστηρικτών του, το σχέδιο αποεδαφικοποιήσεως της ιδιότητας του πολίτη και αποδυναμώσεως της εθνικής κυριαρχίας συνιστά άμεση πρόκληση για τη δημοκρατία και τη δημόσια ζωή. Όποια άποψη και αν έχει κανείς για τα εθνικά κράτη, δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική δημόσια ζωή έξω από τα όριά τους. Μόνο ως πολίτες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα σε μια γεωγραφικά οριοθετημένη οντότητα μπορεί η δημοκρατική λήψη αποφάσεων να λειτουργήσει και να επιτύχει αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

Στο δοκίμιό του Προς την αιώνια ειρήνη (1795), ο Immanuel Kant, θεμελιωτής της σύγχρονης κοσμοπολιτικής φιλοσοφίας, ανέπτυξε την ιδέα του «κοσμοπολιτικού δικαίου», σύμφωνα με την οποία οι ξένοι που εισέρχονται στην επικράτεια ενός αλλοδαπού κράτους δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται εχθρικά. Αποκάλεσε αυτή την απαίτηση «φυσικό δικαίωμα φιλοξενίας».³² Ωστόσο, η καντιανή έννοια του δικαιώματος στη φιλοξενία δεν συνεπαγόταν δικαίωμα εγκαταστάσεως και ασφαλώς δεν έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των εδαφικών συνόρων. Ο Kant αντιτασσόταν στην υποστήριξη ενός κόσμου χωρίς σύνορα και υποστήριζε ότι ένα παγκόσμιο κράτος θα οδηγούσε σε παγκόσμια τυραννία.

Αντιθέτως, ο Kant υποστήριζε μια ομοσπονδιακή ένωση ελεύθερων και ανεξάρτητων πολιτειών, την οποία θεωρούσε «προτιμότερη από τη συγχώνευση των χωριστών εθνών υπό μία και μόνη δύναμη, η οποία θα είχε επιβληθεί στις υπόλοιπες και θα είχε δημιουργήσει μια παγκόσμια μοναρχία». Είχε την άποψη ότι οι νόμοι που υπερβαίνουν το εθνικό κράτος στερούνται του ηθικού βάθους που είναι αναγκαίο για την άσκηση εξουσίας, προειδοποιώντας ότι «οι νόμοι χάνουν προοδευτικά την ισχύ τους όσο διευρύνεται η εμβέλεια της κυβερνήσεως, και ένας άψυχος δεσποτισμός, αφού συντρίψει τα σπέρματα του αγαθού, θα καταλήξει τελικά στην αναρχία».³³ Το όραμά του για τον κοσμοπολιτισμό διαφέρει ριζικά από την οπτική των σημερινών κοσμοπολιτών που αντιτίθενται στα σύνορα.

Η ταύτιση με ανθρώπους που έχουν γεννηθεί μέσα σε έναν κοινό κόσμο αποτελεί τον κύριο τρόπο με τον οποίο η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να αποκτήσει δυναμικό πολιτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι που ασκούν τα δικαιώματά τους ως πολίτες διαθέτουν συμφέροντα ιδιαίτερα για τις περιστάσεις τους, τα οποία παρέχουν το θεμέλιο της αλληλεγγύης τους. Αν στερούνταν αυτά τα συμφέροντα, θα μειωνόταν η ικανότητά τους να ενεργούν ως υπεύθυνοι πολίτες. Παραδόξως, η καλύτερη προστασία για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες είναι εκείνη που παρέχεται από τα εθνικά κράτη, στα οποία οι πολίτες αισθάνονται βέβαιοι για τον ρόλο τους και, ως αποτέλεσμα, είναι σε θέση να επεκτείνουν την αλληλεγγύη τους και προς εκείνους που βρίσκονται πέρα από τα εθνικά τους σύνορα.


Όχι απλώς όρια

Όντας στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Αλλά ποια ιστορία; Και ποιος την πιστοποιεί;

Maurizio Assalto - 17 Ιουλίου 2026

Όντας στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Αλλά ποια ιστορία; Και ποιος την πιστοποιεί;


Πηγή: Avvenire

Μία από τις πιο επαναλαμβανόμενες φράσεις σε αυτούς τους άγριους και συγκεχυμένους καιρούς είναι αυτή που επικρατεί από εκείνους που ισχυρίζονται ότι βρίσκονται στη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Η φράση «Στη σωστή πλευρά της ιστορίας», όπως λέει η αρχική εκδοχή, ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα σε προοδευτικούς κύκλους στο εξωτερικό και έγινε το κεντρικό μοτίβο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα τη δεκαετία του 1960, τελικά εδραιώνοντας τον εαυτό της ως ένα στερεότυπο που καθορίζει την ταυτότητα στη ρητορική των Δημοκρατικών ηγετών (η αδιάκοπη χρήση του από τον Μπαράκ Ομπάμα είναι γνωστή). Ένα σύνθημα με αναμφισβήτητη ηθική, συναισθηματική και κινητοποιητική επίδραση, αλλά που έχει από καιρό διαβρωθεί από την αλαζονική επανάληψη, τον κηρύγματικό τόνο και την προφητική αυτοπεποίθηση. Εκφράζει την πεποίθηση της αφοσίωσης σε έναν αντικειμενικά καλό σκοπό («Έχω αγωνιστεί τον καλό αγώνα», λέει ο Παύλος της Ταρσού) - κάτι που είναι απολύτως λογικό, αφού μόνο μια ομάδα αδούλωτων ασεβών ανθρώπων θα μπορούσε εν γνώσει του να επιδιώξει έναν κακό σκοπό χωρίς τουλάχιστον να επιδιώκει προσωπικό κέρδος - αλλά υπονοεί επίσης τη βεβαιότητα, ή την επιδεικτική βεβαιότητα, ότι σε λίγο πολύ μεγάλα χρονικά πλαίσια, αν και συντομευμένα από την ανθρώπινη πρωτοβουλία, αυτός ο καλός σκοπός είναι προορισμένος να επικρατήσει από εγγενή αναγκαιότητα.
Τώρα, πέρα ​​από την πικρή συνειδητοποίηση ότι δεν έχουν ιστορικά καθιερωθεί όλες οι δίκαιες αιτίες, κάτι που σε κάθε περίπτωση δεν μειώνει την εγκυρότητά τους, προκύπτουν δύο σημαντικά ερωτήματα. Το πρώτο αφορά τον σκοπό για τον οποίο κάποιος έχει αφοσιωθεί: ποιος πιστοποιεί την καλοσύνη του και πώς; Δεδομένου ότι, βραχυπρόθεσμα, οτιδήποτε φέρνει πόνο και καταστροφή σε αθώους πληθυσμούς είναι πάντα κακό, και αντίστοιχα καλό είναι οτιδήποτε ανακουφίζει την κατάστασή τους. Μακροπρόθεσμα, όταν έρχονται σε εφαρμογή ιδεαλιστικές επιλογές στις οποίες υποτάσσονται οι ίδιες οι ανθρώπινες ζωές, η προσφυγή σε ένα δικαστήριο του μέλλοντος που επικυρώνει ορισμένα οράματα ενώ απορρίπτει άλλα σημαίνει αγνόηση της πολυπλοκότητας και της τυχαιότητας του κόσμου και της συχνά αντικρουόμενης πολλαπλότητας αξιών. Οι πιθανές επιλογές είναι ποικίλες, καθεμία με κόστος και συνέπειες, όπως παρατήρησε ο Isaiah Berlin, αρνούμενος ότι η ιστορία διέπεται από την αναγκαιότητα.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά την τελεολογική αλυσίδα που θα πρέπει να οδηγήσει στην επιβεβαίωση της «δίκαιης πλευράς». Μου έρχεται στο μυαλό η διάσημη ρήση του Μπενεντέτο Κρότσε: «Η ιστορία δεν είναι ποτέ δικαστικό όργανο, αλλά πάντα δικαιώνει». Δηλαδή, δεν είναι δικαστήριο που επιβάλλει καταδίκες και αθωώσεις και «δικαιολογεί» όχι με την έννοια της εκ των υστέρων νομιμοποίησης σε ό,τι συνέβη, αλλά με το ότι προσδιορίζει τους λόγους, εξηγεί τις αιτίες και εξηγεί τη σημασία τους στην ιστορική εξέλιξη: δεν είναι ηθική δικαιολόγηση, αλλά γνωστική. Αξίζει επίσης να αναπαραχθεί η συνέχεια του παρατιθέμενου αποσπάσματος (βρισκόμαστε στο Κεφάλαιο V, με τίτλο «Η Θετικότητα της Ιστορίας», του Θεωρία και Ιστορία της Ιστοριογραφίας, 1921): «Η ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι δικαστικό όργανο εκτός αν γινόταν άδικη, δηλαδή συγχέοντας τη σκέψη με τη ζωή και θεωρώντας τα έλκη και τις απωθήσεις του συναισθήματος ως κρίση της σκέψης».
Αυτό ακριβώς κάνουν οι οπαδοί της «δίκαιης πλευράς της ιστορίας». Η καταδίκη όσων συμβαίνουν στο παρόν είναι σίγουρα θεμιτή, ακόμη και καθήκον σε αυτό το παρόν, αλλά το να το κάνεις αυτό με βάση αυτό που πιστεύεται ότι είναι η απαραίτητη πορεία των γεγονότων, εκτός του ότι είναι ελαττωματικό από την οπτική γωνία της ιστορικής μεθόδου, είναι ύπουλα διφορούμενο. Μπορεί να παραμείνει μια ακίνδυνη ρητορική φόρμουλα, ακίνδυνα λίγο φανατική, αλλά μπορεί επίσης να γίνει κάτι άλλο. Το
να φαντάζεσαι τον εαυτό σου «στη σωστή πλευρά της ιστορίας», δηλαδή, στην πλευρά του καλού έναντι του κακού, σημαίνει όχι μόνο να ξέρεις πώς να διακρίνεις μεταξύ καλού και κακού - κάτι που μπορεί να αναμένεται από οποιονδήποτε έχει έστω και μια ελάχιστη ηθική αίσθηση - αλλά και να ξέρεις πού οδεύει η ιστορία. Και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Πρώτον, επειδή η ιστορία επιφυλάσσει συνεχείς (ως επί το πλείστον ανεπιθύμητες) εκπλήξεις και χλευάζει όσους τολμούν να κάνουν προβλέψεις για την κατεύθυνσή της (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που, πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια, όρισαν το τέλος της): δεν έχει γραμμική εξέλιξη, κάνει ζιγκ-ζαγκ, επιταχύνει και επιβραδύνει, μερικές φορές επαναλαμβάνει τα βήματά της και, αντίθετα με τη φύση της, συχνά κάνει άλματα. Αλλά τότε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι σε αυτή την αντιφατική εξέλιξη η ιστορία πηγαίνει αναμφισβήτητα προς τη σωστή κατεύθυνση, ή τουλάχιστον προς αυτήν που γίνεται αντιληπτή ως τέτοια σε μια δεδομένη στιγμή, και πάντα υποθέτοντας ότι μπορούμε πραγματικά να μιλήσουμε για μια συνεκτική κατεύθυνση και όχι για το ασταθές χαοτικό αποτέλεσμα των συγκρούσεων, της τύχης, των ανθρώπινων επιλογών, ακόμη και των φυσικών φαινομένων.

Το γεγονός ότι η ιστορία έχει μια γραμμική, μη κυκλική εξέλιξη είναι η ριζική καινοτομία που εισήγαγε ο Χριστιανισμός, ο οποίος την ερμήνευσε ως μια «ιστορία σωτηρίας» με αρχή (δημιουργία) και ολοκλήρωση (την Τελική Κρίση). Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι αυτή η ολοκλήρωση φαντάζεται ότι ακολουθεί μια περίοδο καταστροφής και αποσύνθεσης, όπως αφηγείται η Αποκάλυψη, και ότι μεταξύ της αρχής και του τέλους, μπορεί να είναι απαραίτητες κάποιες θεϊκές παρεμβάσεις του Θεού (οι πιο σημαντικές από τις οποίες είναι μέσω του Υιού) υποδηλώνει ότι η γραμμική κατεύθυνση της ιστορίας δεν πρέπει να νοείται ως μια συνεχής βελτίωση.
Η ιδέα της αναπόφευκτης προόδου εισήχθη από την εκκοσμικευμένη εκδοχή της χριστιανικής αντίληψης: πρώτα ο Διαφωτισμός, ακολουθούμενη από την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ (ο οποίος είδε την ιστορία ως την προοδευτική ανάπτυξη της Λογικής), τον διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ και του Ένγκελς (η ιστορία ως μια ταξική πάλη που προορίζεται να κορυφωθεί στην κομμουνιστική κοινωνία) και τον θετικισμό του Κοντ (η ιστορία ως μια διαδικασία προσανατολισμένη στην αυξανόμενη επιστημονική κυριαρχία του κόσμου). Αυτές οι διαφορετικές αντιλήψεις συνέκλιναν, αλλά συνέκλιναν στην ιδέα ότι υπάρχει ένα εξελικτικό κίνημα του οποίου οι εξελίξεις μπορούν να προβλεφθούν, σύμφωνα με το οποίο ορίζονται οι αξίες και οι υποτιμήσεις.

Αυτή η ντετερμινιστική πίστη εισήλθε σε κρίση κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, ίσως όχι εντελώς συμπτωματικά, συμπίπτοντας με τις αναταραχές του Σύντομου Εικοστού Αιώνα. Ακόμη και ο Στάλιν και ο Χίτλερ ισχυρίστηκαν ότι υπηρετούσαν τους νόμους της ιστορίας. Ο πρώτος, στο ότι παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που είχε αναλάβει την κατάλυση του αναπόφευκτου αποτελέσματος της διαδικασίας που είχε προβλέψει επιστημονικά ο Μαρξ και είχε ξεκινήσει συγκεκριμένα ο Λένιν· ο δεύτερος, αναμειγνύοντας τον ιστορικό νόμο με τον φυσικό νόμο που υπαγορεύει την κυριαρχία της Άριας φυλής. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει η ιδέα ενός απρόσωπου πεπρωμένου που υπερβαίνει και απαλλάσσει τις πράξεις των ατόμων, επιτρέποντας κάθε φρικαλεότητα στο όνομα της ανάγκης. Αυτός είναι ο κίνδυνος που επισημαίνουν, για παράδειγμα, δύο φιλοσοφικά απόμακροι στοχαστές όπως ο Καρλ Πόπερ και η Χάνα Άρεντ: όσοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πού πηγαίνει η ιστορία πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιβάλουν την πορεία της και, προχωρώντας σύμφωνα με το δικό τους όραμα, ανυψωμένοι σε δόγμα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ενδεχόμενες εξελίξεις, ανοίγουν το δρόμο για τον ολοκληρωτισμό και όλα όσα αυτό συνεπάγεται.
Μπορεί να μην είναι αυτό που έχουν κατά νου οι υποστηρικτές της «σωστής πλευράς της ιστορίας», αλλά ο κίνδυνος εκτροχιασμού -τουλάχιστον θεωρητικός και ιστορικά τεκμηριωμένος- είναι υπαρκτός. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση, είναι καλύτερο, πιο μετριοπαθώς, πιο λογικά, να προσπαθήσουμε να παραμείνουμε στη σωστή πλευρά των ειδήσεων.

Ο διάβολος, η δεξιά και η αριστερά

Andrea Zhok - 17 Ιουλίου 2026

Ο διάβολος, η δεξιά και η αριστερά


Πηγή: Άντρεα Ζοκ

Στη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, η επιβολή του κυρίαρχου λόγου δεν είναι λιγότερο σημαντική από τις σαφείς θέσεις που παρουσιάζονται.
Σε αυτό το στάδιο, με τον κόσμο να φλέγεται προς τον παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η συμμαχία Ισραήλ-ΗΠΑ προσπαθεί να ανασυσταθεί ως μονοπολική αυτοκρατορία μέσω καθημερινών βομβαρδισμών, ενώ η Ευρώπη στο σύνολό της, ξεκινώντας από τη Γερμανία, βυθίζεται στην άβυσσο της αποβιομηχάνισης, χάνοντας πολίτες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και εισάγοντας ξένο εργατικό δυναμικό με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο - ενώ όλα αυτά και πολλά άλλα συμβαίνουν, αυτό το καλοκαίρι το θέμα της «ασφάλειας μόνος σου» μας επιβάλλεται ως θεμελιώδες ζήτημα.

Δεν έχει σημασία ποιες θέσεις υποστηρίζει αυτή ή εκείνη η εφημερίδα ή το τηλεοπτικό ειδησεογραφικό πρόγραμμα. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι, σε ένα τέτοιο ζήτημα, δεν μπορεί να επικαλεστεί καμία μορφή λογικής.
Παράγονται στοχευμένες αφηγήσεις και ο ηλίθιος λαός καλείται να συνεισφέρει πετώντας πέτρες στην αρένα.

Το μόνο που χρειάζεται είναι μια ανθρώπινη παρουσίαση της θέσης ενός από τα εμπλεκόμενα μέρη (X), αφηγούμενη τις προηγούμενες εμπειρίες τους, τα χτυπήματα της δυσοίωνης τύχης, αφηγούμενη την πιθανή ψυχολογική κλωστή, προκαλώντας ενσυναίσθηση και στη συνέχεια καρπούμενη τα οφέλη από την άποψη των ανθρώπων που θέλουν να καταταγούν στις τάξεις των υπερασπιστών του X.
Ακόμα και οι έξυπνοι άνθρωποι δεν βλέπουν ότι το θεμελιώδες υποκείμενο νόημα εδώ δεν έγκειται στην πραγματικότητα του σωστού και του λάθους, αλλά στη δημιουργία και διατήρηση ενός πολωτικού θυμού.

Αυτή η πόλωση σε ζητήματα που μπορεί να είναι σημαντικά αλλά είναι δομικά περιφερειακά (δηλαδή, ζητήματα που είναι αποτέλεσμα βαθύτερων υποκείμενων ζητημάτων) επιτρέπει στην εξουσία να εδραιωθεί.
Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο, αν παρακολουθήσω έναν αγώνα και ίσως δεν έχω κανένα λόγο να υποστηρίξω τη μία ομάδα έναντι της άλλης, αρχίζω να υποστηρίζω μία από τις δύο ομάδες, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο ο αγώνας γίνεται συναρπαστικός.
Συζητώντας πόσο δίκιο είχε ο Ιρακινός πρόσφυγας ή ο δεξιός ακτιβιστής, πόσο δίκιο είχε ο ληστευμένος κοσμηματοπώλης ή ο δολοφονημένος κλέφτης, ανεβάζει τη συζήτηση σε ένα επίπεδο όπου ο καθένας αισθάνεται ικανός να πει κάτι λογικό.

Το μόνο που χρειάζεται είναι να αγκαλιάσει κανείς την ενσυναισθητική αφήγηση προς τη μία πλευρά της σύγκρουσης (αυτή που ευνοείται από το δικό του υπόβαθρο) και στη συνέχεια να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό επευφημιών.
Σε αυτό το σημείο, όλα λειτουργούν φυσικά, αβίαστα, επειδή έχουν τις ρίζες τους σε αταβιστικούς, βαθιούς μηχανισμούς φυλετικής ένταξης.
Προφανώς, αυτή η πόλωση εξυπηρετεί μόνο έναν σκοπό: να αναβιώσει την τρέχουσα ψευδή αντίθεση μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, ενόψει των επερχόμενων εκλογών.
Επιβαρύνουν ψυχολογικά τις σχέσεις, όπως πάντα, όπως στο 100% των εκλογών τον τελευταίο μισό αιώνα.
Φορτώνουν τον ψυχολογικό μηχανισμό της «αηδίας για την άλλη πλευρά» σε ένα μόνο ζήτημα (συνήθως ένα κοινωνικό ζήτημα), έτσι ώστε να ενεργοποιηθεί η σκανδάλη: «Θα συμμαχούσα ακόμη και με τον διάβολο για να αποφύγω να στείλω αυτούς (τους ΑΛΛΟΥΣ) στην κυβέρνηση!»

Και αφού ο διάβολος συμμαχεί και με τις δύο πλευρές, το μόνο βέβαιο αποτέλεσμα είναι ότι στο τέλος, αυτός θα είναι αυτός που θα κυβερνήσει