Συνέχεια από Kυριακή 8. Μαρτίου 2026
Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 10Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
3 Ωριγένης: ή, Οι αξιώσεις της θρησκευτικής νοημοσύνης (συνέχεια)
Ο Πορφύριος αντιλήφθηκε αρκετά καθαρά ότι ο Ωριγένης είχε αντλήσει τη μέθοδό του από Στωικούς διδασκάλους (πρβλ. Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 6.19.8). Επιτίθεται σε ολόκληρη τη διαδικασία, με πικρία, ως αυθαίρετη και ανιστορική. Εκείνο όμως που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται είναι ότι ο Ωριγένης εργαζόταν όχι μόνο από μια απολύτως συνεπή θεωρητική αφετηρία, αλλά και σύμφωνα με αρχές σαφώς διαμορφωμένες και λογικά καθορισμένες.
Ο Ωριγένης εξηγεί το σύστημα της ερμηνείας του και τους λόγους του στο τέταρτο βιβλίο του έργου «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis). Η ιστορική αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, υποστηρίζει, όχι μόνο φέρει τη σφραγίδα μιας αυταπόδεικτης αυθεντίας — επιβεβαιωμένης από την πεποίθηση που ενέπνευσε σε πιστούς πολλών διαφορετικών εθνών — αλλά, μέσω της εκπλήρωσης του γενικού νοήματος της εβραϊκής προφητείας, επικυρώνει επίσης την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο οι Γραφές περιέχουν πολλά σκοτεινά σημεία.
Οι Ιουδαίοι απορρίπτουν το επιχείρημα από την προφητεία, επειδή ο Χριστός δεν εκπλήρωσε κατά τρόπο αυστηρά και κυριολεκτικά κάθε προσδοκία που συνδεόταν με τον Μεσσία. Οι αιρετικοί απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη επειδή βρίσκουν σε αυτήν στοιχεία που, αν ληφθούν κυριολεκτικά, μειώνουν την ηθική τελειότητα του Θεού. Και απλοϊκοί Χριστιανοί, από την ίδια κυριολεκτική συνήθεια, οδηγούνται να αποδίδουν στον αληθινό Θεό χαρακτηριστικά που δεν θα απέδιδαν ούτε στον πιο άγριο και άδικο από τους θνητούς ανθρώπους.
Είναι επίσης γενικά παραδεκτό ότι η Βίβλος περιέχει ένα ορισμένο ποσοστό συμβολικής γραφής, και δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς χωρία τα οποία, αν σημαίνουν κάτι, μπορούν να ερμηνευθούν μόνο ως έκφραση κάποιου τύπου ή σχήματος. Με ποια αρχή όμως πρέπει να αποκαλύπτεται το μυστήριο αυτών των τύπων; Περιέχουν τύπους — αλλά ποιας αλήθειας είναι αυτοί το αντίστοιχο;
Η λύση βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η Αγία Γραφή διαθέτει τρεις διακριτές φωνές:
την κυριολεκτική,
την ηθική,
την πνευματική.
Η πρώτη από αυτές μπορεί να γίνει αντιληπτή από κάθε ειλικρινή πιστό, όσο απλός κι αν είναι. Η δεύτερη ξεπερνά τις αβοήθητες δυνάμεις του απλού ανθρώπου· για να την κατανοήσει κανείς απαιτείται βαθύτερη ικανότητα κατανόησης από εκείνη που χρειάζεται για μια απλή δήλωση γεγονότος. Από το παράδειγμα που δίνει ο Ωριγένης — τη δήλωση του Αποστόλου Παύλου ότι ο νόμος που απαγορεύει να φιμώνεται το βόδι όταν αλωνίζει ισχύει επίσης για το δικαίωμα των χριστιανών λειτουργών να λαμβάνουν στήριξη από εκείνους στους οποίους κηρύττουν — φαίνεται ότι η «ηθική» ερμηνεία σημαίνει την εξαγωγή μιας γενικής ηθικής αρχής από μια συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι απλοί πιστοί μπορούν να κατανοήσουν τέτοιες σημασίες όταν τους υποδειχθούν. Γι’ αυτό «οι περισσότερες από τις ερμηνείες που κυκλοφορούν, οι οποίες είναι κατάλληλες για το πλήθος και οικοδομούν όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν τα ανώτερα νοήματα, έχουν κάτι από αυτόν τον χαρακτήρα». Στην πράξη, ωστόσο, ελάχιστα ακούγεται για αυτή την «ηθική» σημασία της Γραφής στα έργα του Ωριγένη. Ο λόγος είναι προφανής: συνήθως προσπαθεί να οδηγήσει τους ακροατές του σε βαθύτερα επίπεδα σκέψης. Επιπλέον, κάθε προσπάθεια απλής εξήγησης της κυριολεκτικής αφήγησης — όσο απλή κι αν ήταν — θεωρούνταν από αυτόν ότι ανήκει ήδη σε αυτή την κατηγορία χωρίς άλλη διάκριση.
Η πνευματική ή αλληγορική σημασία αγγίζει ακόμη βαθύτερα επίπεδα. Επειδή το Άγιο Πνεύμα θέλησε να κρύψει μέσα στα λόγια των Γραφών πλούσιες αλήθειες πολύτιμες για τις ψυχές που χρειάζονται φώτιση, αυτή η σημασία πρέπει να ανακαλυφθεί όχι αυθαίρετα αλλά σε αναφορά προς τις θεμελιώδεις διδασκαλίες για τον Θεό και τον Μονογενή Υιό Του, για την Ενανθρώπηση και την οικονομία της χάριτος, για τον άνθρωπο και την υπόλοιπη πνευματική δημιουργία, καθώς και για την Πτώση και το κακό γενικά.
Με άλλα λόγια, ο Ωριγένης διατυπώνει — με πιο τεχνικό και βαθύτερο τρόπο — αυτό που μια προηγούμενη γενιά χριστιανών στοχαστών είχε πάντοτε υποστηρίξει: ότι το μόνο κλειδί για να ανοίξει κανείς τις Γραφές και να απελευθερώσει το αληθινό τους νόημα είναι η παράδοση — δηλαδή το σύνολο της κεντρικής χριστιανικής αλήθειας που έχει λίγο-πολύ κρυσταλλωθεί στα σύμβολα της πίστεως και στις συναφείς δογματικές διδασκαλίες που αυτά προϋποθέτουν ή υπονοούν.
Η αρχή αυτή ισχύει για τους προφήτες, για τον Νόμο, αλλά και για τα Ευαγγέλια και τα αποστολικά συγγράμματα της Καινής Διαθήκης. Σε ολόκληρη τη Βίβλο, λέει ο Ωριγένης, κρύβονται ανεκτίμητες αλήθειες, η αξία των οποίων δεν μπορεί ποτέ να εξαντληθεί ακόμη και από την πιο επιμελή έρευνα. Όσο βαθύτερα μελετάται η Γραφή, τόσο περισσότερος πλούτος αποκαλύπτεται.
Και για να δείχνουν την ύπαρξη αυτού του κρυμμένου θησαυρού, δυσκολίες και ακόμη και αδυνατότητες εισάγονται μερικές φορές σκόπιμα στις Γραφές — χωρία από τα οποία δεν μπορεί να εξαχθεί καμία κυριολεκτική σημασία — ώστε ο πιο φωτισμένος αναγνώστης να αφιερωθεί στην αναζήτηση και να βρει έτσι «ένα νόημα άξιο του Θεού».
Γι’ αυτό, αφού ο Σωτήρας μας προέτρεψε να «ερευνώμεν τὰς γραφάς», πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά κατά πόσο η κυριολεκτική σημασία ενός χωρίου είναι αληθινή ή δυνατή, και να χρησιμοποιούμε κάθε προσπάθεια — συγκρίνοντας με συναφή χωρία σε όλη τη Βίβλο — για να ανακαλύψουμε το πραγματικό νόημα εκεί όπου η κυριολεκτική σημασία είναι αδύνατη. Έτσι θα φτάσουμε σε μια αληθινή κατανόηση ολόκληρης της αποκάλυψης, συνθέτοντας την αυθεντική ιστορία με τους πνευματικούς καρπούς της αλληγορίας.
Δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε υποτίμηση του Ωριγένη εξαιτίας της παράδοξης υπόθεσής του ότι ο Θεός έκρυψε σκόπιμα την αποκάλυψή Του κάτω από ένα πεδίο κυριολεκτικών «μυρμηγκοφωλιών», ώστε η ανθρωπότητα να ανακαλύψει τον κρυμμένο θησαυρό σκοντάφτοντας στα εμπόδια. Η ιδέα ήταν πράγματι φανταστική. Όμως τα εμπόδια ήταν πραγματικά, και οι άνθρωποι πράγματι σκόνταφταν πάνω τους.
Εμείς στον εικοστό αιώνα δεν τιμούμε τον εαυτό μας αν περιφρονούμε τον τρίτο αιώνα επειδή δεν διέθετε τα εργαλεία με τη βοήθεια των οποίων εμείς οι ίδιοι μόλις πρόσφατα κατορθώσαμε να εξομαλύνουμε το έδαφος. Αυτό που πέτυχε ο Ωριγένης είχε τεράστια σημασία. Κατέστησε δυνατό για τους ευφυείς Χριστιανούς να πιστεύουν τη Βίβλο και, συνεπώς, για τους ευφυείς ανθρώπους να παραμένουν Χριστιανοί.
Τι θα είχε συμβεί στον Χριστιανισμό χωρίς μια λογικά ερμηνευμένη Βίβλο, που να τρέφει τη διάνοιά του και να καθοδηγεί την ανάπτυξη της σκέψης του, μπορούμε μόνο να το φανταστούμε αν ανατρέξουμε στις αποδιοργανωμένες διανοητικές ιδιοτροπίες των πιο ακραίων Γνωστικών, ή στις πιο χονδροειδείς δεισιδαιμονίες που καλλιεργήθηκαν από τον βαπτισμένο παγανισμό στη μεσαιωνική Ιταλία ή στη Σκωτία της Μεταρρύθμισης.
Η αλληγορική μέθοδος «έσωσε τις Γραφές για την Εκκλησία» (Tollinton, Selections from the Commentaries and Homilies of Origen, σ. xxxiv). Κατέστησε δυνατό να θεωρηθεί η Παλαιά Διαθήκη ως χριστιανική γραμματεία απέναντι στους ιουδαίους αντιπάλους, και επέτρεψε να υπερασπιστούν και οι δύο Διαθήκες απέναντι στην καταστροφική κριτική μορφωμένων Ελληνιστών. Και σώζοντας τη Βίβλο, εξασφάλισε τη ιστορική βάση της χριστιανικής πίστης και τη μονιμότητα των ευαγγελικών αξιών.
Ο Ωριγένης ως θεμελιωτής της συστηματικής θεολογίας
Όσο σημαντικό κι αν ήταν το έργο του Ωριγένη σε σχέση με τη Βίβλο, αντιπροσωπεύει μόνο μία πλευρά του επιτεύγματός του. Ο Ωριγένης είναι επίσης ο πατέρας της συστηματικής θεολογίας.
Το μεγαλύτερο μέρος της θεολογικής παραγωγής των προηγούμενων συγγραφέων είχε είτε περιστασιακό χαρακτήρα είτε, όταν ήταν πιο εκτεταμένο, αποτελούσε κυρίως λεπτομερείς αντικρούσεις των γνωστικών θεωριών. Η θεολογική γραμματεία ήταν κυρίως: απολογητική, προσπαθώντας να άρει τις παρεξηγήσεις των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων σχετικά με τη φύση και τους σκοπούς του Χριστιανισμού και να εξασφαλίσει ανοχή και ασφάλεια· ή πολεμική, υπερασπιζόμενη τον Χριστιανισμό απέναντι στις επικρίσεις Ιουδαίων και εθνικών και στις δογματικές παρεκκλίσεις των αιρετικών.
Κατά τα άλλα, η χριστιανική γραμματεία είχε παράγει κυρίως μια σειρά από πραγματείες και μικρά φυλλάδια για επίκαιρα ζητήματα· εκτός από ορισμένα έργα που θα αναφερθούν αργότερα, και μερικές συλλογές αναμνήσεων που έχουν πλέον χαθεί, σχεδόν ολοκληρώνεται ο κατάλογος.
Σε αυτή τη γενική εικόνα πρέπει να προστεθούν δύο εξαιρέσεις.
Η πρώτη είναι ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες να διατυπωθούν θετικές εξηγήσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλά αυτές ήταν λίγες και περιορισμένες. Το περιεχόμενο και η μέθοδός τους δεν ξεπερνούσαν κατά πολύ μια εκτενέστερη παρουσίαση των βασικών αληθειών του συμβόλου της πίστεως. Ο σκοπός τους ήταν πρακτικός και γρήγορα ξεπερνιούνταν.
Έτσι, το εξαιρετικά ενδιαφέρον μικρό έργο του Ειρηναίου, Η Απόδειξη του Αποστολικού Κηρύγματος, φαίνεται ότι μετά τον τέταρτο αιώνα σχεδόν αγνοήθηκε και σώθηκε μόνο σε αρμενική μετάφραση.
Η δεύτερη εξαίρεση είναι ότι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, προκάτοχος του Ωριγένη στη κατηχητική σχολή της Αλεξάνδρειας, επιχείρησε πράγματι να συνθέσει μια σειρά πραγματειών για τη χριστιανική θρησκεία, το σχέδιο των οποίων μιμήθηκε συνειδητά ο διάδοχός του σε ένα έργο που δεν διασώθηκε. Ωστόσο ο Κλήμης ασχολήθηκε κυρίως με την πρακτική θρησκευτική ζωή, αγγίζοντας μόνο παρεμπιπτόντως δογματικά ζητήματα. Επιπλέον ήταν εξαιρετικά διάχυτος συγγραφέας, χωρίς ιδιαίτερη ικανότητα για συστηματική παρουσίαση ή σαφή θεωρητική διατύπωση.
Ο Ωριγένης ήταν ο πρώτος θεολόγος που παρουσίασε πλήρη και μεθοδική έκθεση ολόκληρου του πνευματικού πλαισίου της χριστιανικής πίστης.
Αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε στο βιβλίο «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis), ένα μνημείο χριστιανικής θεολογικής σκέψης βασισμένο στην πιστή αποδοχή της αποστολικής διδασκαλίας και στη μαρτυρία της Γραφής. Γράφτηκε κατά την πρώιμη περίοδο της λογοτεχνικής δραστηριότητας του Ωριγένη στην Αλεξάνδρεια, όταν ήταν ακόμη λαϊκός και δεν είχε ξεπεράσει πολύ την ηλικία των τριάντα ετών.
Η εξαιρετική ωριμότητα της σκέψης του φαίνεται από το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να τροποποιήσει σημαντικά τις απόψεις στις οποίες τον είχαν οδηγήσει ήδη η αρχική του παιδεία και η προσωπική του σκέψη.
Έγραφε για μορφωμένους αναγνώστες, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τον κόσμο ιδεών που ήταν οικείος στους μορφωμένους συγχρόνους του. Δεν το έκανε επειδή περιφρονούσε την απλή πίστη των αγροτών και των τεχνιτών, αλλά επειδή αντιλαμβανόταν ότι, αν ο Χριστιανισμός επρόκειτο να κατακτήσει τον κόσμο και να διαμορφώσει τον πολιτισμό του, έπρεπε να δικαιωθεί όχι μόνο στην καρδιά αλλά και στη διάνοια των ανθρώπων.
Επιπλέον, η θρησκεία απορροφούσε τόσο ολοκληρωτικά όλες τις δυνάμεις της ύπαρξής του, ώστε η ίδια η προσπάθεια κατανόησης μεταμορφωνόταν από πράξη θεωρητικής αποστασιοποίησης σε ενέργεια πνευματικού πάθους που ένωνε τον στοχαστή με το αντικείμενο της σκέψης του.
Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Ωριγένης ήταν μυστικιστής με την αυστηρή έννοια του όρου. Ωστόσο επιδίωκε να διεισδύσει στα μυστήρια του Θεού τον οποίο λάτρευε, χρησιμοποιώντας όλες τις ανώτερες δυνάμεις του νου — εκείνες που δίνουν στον άνθρωπο τη μόνη έγκυρη αξίωση ότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Και πίστευε, αλλά και βίωνε, ότι με αυτόν τον τρόπο ερχόταν σε ολοένα στενότερη σχέση με το θείο ον στο οποίο όφειλε τη λογική, τη λύτρωση και την πνευματική πρόοδο.
Έτσι ο Ωριγένης ανέλαβε να παρουσιάσει μια συστηματική έκθεση της θρησκευτικής αλήθειας, όσο του ήταν δυνατό να την κατανοήσει, χρησιμοποιώντας ως μέσα τόσο τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής όσο και τις δυνάμεις της ανθρώπινης λογικής. Σκοπός του ήταν να παρουσιάσει μεθοδικά τον Χριστιανισμό ως κλειδί για κάθε ανθρώπινη γνώση και εμπειρία.
Όποια στοιχεία πρωτότυπης σκέψης εισήγαγε — τολμηρά μερικές φορές ως προς το περιεχόμενο, αλλά πάντοτε μετριοπαθή και διστακτικά ως προς τον τρόπο διατύπωσης — είχαν ως αφετηρία την απλή πίστη του συμβόλου και ως θεμέλιο την αυθεντική αποκάλυψη. Η φιλοσοφία του επομένως δεν ήταν ποτέ αφηρημένη. Πάντοτε μιλούσε για γεγονότα και πρόσωπα τα οποία, για τον ίδιο όπως και για κάθε ειλικρινή Χριστιανό, ήταν εξαιρετικά ζωντανά και αντικειμενικά.
Στο πρώτο μέρος του έργου του εξετάζει τη φύση του Θεού, όπως δηλώνεται τόσο στις γενικές αρχές της θεϊστικής φιλοσοφίας όσο και στην ιστορική αποκάλυψη της χριστιανικής θρησκείας, καθώς και τον τελικό σκοπό του δημιουργημένου ανθρώπου. Αυτός ο σκοπός είναι, μέσω της αδιάκοπης ενέργειας της θείας χάριτος — η οποία ανανεώνει τον άνθρωπο σε κάθε στάδιο του πνευματικού του αγώνα και προόδου — να φτάσει τελικά στη θέα της «αγίας και μακαρίας ζωής».
Ωστόσο η δυνατότητα προόδου συνεπάγεται επίσης και τη δυνατότητα πτώσης. Η παρούσα κατάσταση όλων των λογικών όντων, είτε ανθρώπινων είτε ασώματων, εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο συνεργάστηκαν ελεύθερα με τις ευκαιρίες και τις χάριτες που τους προσφέρθηκαν ή, αντίθετα, υπέπεσαν σε εκούσια αμέλεια και ανταρσία.
Όπως λέει ο ίδιος:
«Εξαρτάται από εμάς και από τις πράξεις μας αν θα γίνουμε μακάριοι και άγιοι».
Στο τέλος θα έρθουν η κρίση και η τελική ολοκλήρωση, όπου ο Ωριγένης ελπίζει να δει να εγκαθίσταται μια τελική αρμονική ενότητα ανάμεσα στον Θεό και σε μια δημιουργία πλήρως λυτρωμένη και αποκατεστημένη.
Στο δεύτερο μέρος επεκτείνει την ανάλυση στη φύση του σύμπαντος και στη σχέση του με τον άνθρωπο. Ο κόσμος αποτελεί το σκηνικό της ηθικής πορείας της ανθρωπότητας και τον τόπο μιας πραγματικής ιστορικής συνέχειας, της οποίας μάρτυρας είναι τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη, αφού και οι δύο — όταν ερμηνεύονται σωστά — παρουσιάζουν τη δικαιοσύνη και την αγαθότητα του Θεού.
Μέσα σε αυτή την ιστορική σκηνή ο Μονογενής Υιός του Θεού εισήλθε με ορατό σώμα και ανθρώπινη και λογική ψυχή. Η σταθερή προσήλωση του Ωριγένη στα γεγονότα φαίνεται από την έντονη επιμονή του τόσο στη θεότητα του Χριστού όσο και στην πλήρη ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Η Ενανθρώπηση ήταν μια θεία πράξη που πραγματοποιήθηκε μέσα στο πεδίο της αντικειμενικής ιστορίας.
Με τον ίδιο τρόπο το Άγιο Πνεύμα έδωσε πραγματικό και συγκεκριμένο φωτισμό στους προφήτες και, μετά την ανάληψη του Χριστού, μετέδωσε σε αναρίθμητα πλήθη πιστών μια σταθερή αποκάλυψη της αλήθειας. Αυτοί μπορεί να μην είναι όλοι σε θέση να δώσουν σαφή και λογική εξήγηση των εμπειριών τους, όμως έχουν σταθερή κατανόηση του πραγματικού νοήματος πραγμάτων όπως:
η συμμετοχή στην Εκκλησία,
η λατρεία,
η λύτρωση,
και ο ηθικός νόμος.
Η κατανόηση αυτών και άλλων αληθειών αποδίδεται στην ιστορική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Στη συνέχεια ο Ωριγένης αναπτύσσει ιδιαίτερες πλευρές του γενικού του επιχειρήματος, που αφορούν τη ηθική βάση του σύμπαντος και την πνευματική πρόοδο των λογικών όντων τόσο σε αυτή τη ζωή όσο και στη μέλλουσα.
Στο τρίτο μέρος εξετάζει εκτενώς:
τον χαρακτήρα και τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας,
τις σοβαρές συνέπειες της ηθικής ευθύνης,
και την ελπίδα ότι όλα αυτά θα καταλήξουν τελικά σε μια αιώνια και καθολική αποκατάσταση.
Το τέταρτο και τελευταίο μέρος αυτής της συνολικής θεώρησης του σύμπαντος — το οποίο νοείται ως ενιαίο λογικό και θρησκευτικό σύνολο — δικαιολογεί τη μέθοδό του και το σύνολο της επιχειρηματολογίας του. Αυτό γίνεται μέσω μιας εξήγησης — για την οποία έγινε ήδη λόγος — των σωστών αρχών με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες της βιβλικής ερμηνείας και να αποκαλύπτεται το αληθινό νόημα των Γραφών.
Συνεχίζεται
Ο Ωριγένης εξηγεί το σύστημα της ερμηνείας του και τους λόγους του στο τέταρτο βιβλίο του έργου «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis). Η ιστορική αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, υποστηρίζει, όχι μόνο φέρει τη σφραγίδα μιας αυταπόδεικτης αυθεντίας — επιβεβαιωμένης από την πεποίθηση που ενέπνευσε σε πιστούς πολλών διαφορετικών εθνών — αλλά, μέσω της εκπλήρωσης του γενικού νοήματος της εβραϊκής προφητείας, επικυρώνει επίσης την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο οι Γραφές περιέχουν πολλά σκοτεινά σημεία.
Οι Ιουδαίοι απορρίπτουν το επιχείρημα από την προφητεία, επειδή ο Χριστός δεν εκπλήρωσε κατά τρόπο αυστηρά και κυριολεκτικά κάθε προσδοκία που συνδεόταν με τον Μεσσία. Οι αιρετικοί απορρίπτουν την Παλαιά Διαθήκη επειδή βρίσκουν σε αυτήν στοιχεία που, αν ληφθούν κυριολεκτικά, μειώνουν την ηθική τελειότητα του Θεού. Και απλοϊκοί Χριστιανοί, από την ίδια κυριολεκτική συνήθεια, οδηγούνται να αποδίδουν στον αληθινό Θεό χαρακτηριστικά που δεν θα απέδιδαν ούτε στον πιο άγριο και άδικο από τους θνητούς ανθρώπους.
Είναι επίσης γενικά παραδεκτό ότι η Βίβλος περιέχει ένα ορισμένο ποσοστό συμβολικής γραφής, και δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς χωρία τα οποία, αν σημαίνουν κάτι, μπορούν να ερμηνευθούν μόνο ως έκφραση κάποιου τύπου ή σχήματος. Με ποια αρχή όμως πρέπει να αποκαλύπτεται το μυστήριο αυτών των τύπων; Περιέχουν τύπους — αλλά ποιας αλήθειας είναι αυτοί το αντίστοιχο;
Η λύση βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η Αγία Γραφή διαθέτει τρεις διακριτές φωνές:
την κυριολεκτική,
την ηθική,
την πνευματική.
Η πρώτη από αυτές μπορεί να γίνει αντιληπτή από κάθε ειλικρινή πιστό, όσο απλός κι αν είναι. Η δεύτερη ξεπερνά τις αβοήθητες δυνάμεις του απλού ανθρώπου· για να την κατανοήσει κανείς απαιτείται βαθύτερη ικανότητα κατανόησης από εκείνη που χρειάζεται για μια απλή δήλωση γεγονότος. Από το παράδειγμα που δίνει ο Ωριγένης — τη δήλωση του Αποστόλου Παύλου ότι ο νόμος που απαγορεύει να φιμώνεται το βόδι όταν αλωνίζει ισχύει επίσης για το δικαίωμα των χριστιανών λειτουργών να λαμβάνουν στήριξη από εκείνους στους οποίους κηρύττουν — φαίνεται ότι η «ηθική» ερμηνεία σημαίνει την εξαγωγή μιας γενικής ηθικής αρχής από μια συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι απλοί πιστοί μπορούν να κατανοήσουν τέτοιες σημασίες όταν τους υποδειχθούν. Γι’ αυτό «οι περισσότερες από τις ερμηνείες που κυκλοφορούν, οι οποίες είναι κατάλληλες για το πλήθος και οικοδομούν όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν τα ανώτερα νοήματα, έχουν κάτι από αυτόν τον χαρακτήρα». Στην πράξη, ωστόσο, ελάχιστα ακούγεται για αυτή την «ηθική» σημασία της Γραφής στα έργα του Ωριγένη. Ο λόγος είναι προφανής: συνήθως προσπαθεί να οδηγήσει τους ακροατές του σε βαθύτερα επίπεδα σκέψης. Επιπλέον, κάθε προσπάθεια απλής εξήγησης της κυριολεκτικής αφήγησης — όσο απλή κι αν ήταν — θεωρούνταν από αυτόν ότι ανήκει ήδη σε αυτή την κατηγορία χωρίς άλλη διάκριση.
Η πνευματική ή αλληγορική σημασία αγγίζει ακόμη βαθύτερα επίπεδα. Επειδή το Άγιο Πνεύμα θέλησε να κρύψει μέσα στα λόγια των Γραφών πλούσιες αλήθειες πολύτιμες για τις ψυχές που χρειάζονται φώτιση, αυτή η σημασία πρέπει να ανακαλυφθεί όχι αυθαίρετα αλλά σε αναφορά προς τις θεμελιώδεις διδασκαλίες για τον Θεό και τον Μονογενή Υιό Του, για την Ενανθρώπηση και την οικονομία της χάριτος, για τον άνθρωπο και την υπόλοιπη πνευματική δημιουργία, καθώς και για την Πτώση και το κακό γενικά.
Με άλλα λόγια, ο Ωριγένης διατυπώνει — με πιο τεχνικό και βαθύτερο τρόπο — αυτό που μια προηγούμενη γενιά χριστιανών στοχαστών είχε πάντοτε υποστηρίξει: ότι το μόνο κλειδί για να ανοίξει κανείς τις Γραφές και να απελευθερώσει το αληθινό τους νόημα είναι η παράδοση — δηλαδή το σύνολο της κεντρικής χριστιανικής αλήθειας που έχει λίγο-πολύ κρυσταλλωθεί στα σύμβολα της πίστεως και στις συναφείς δογματικές διδασκαλίες που αυτά προϋποθέτουν ή υπονοούν.
Η αρχή αυτή ισχύει για τους προφήτες, για τον Νόμο, αλλά και για τα Ευαγγέλια και τα αποστολικά συγγράμματα της Καινής Διαθήκης. Σε ολόκληρη τη Βίβλο, λέει ο Ωριγένης, κρύβονται ανεκτίμητες αλήθειες, η αξία των οποίων δεν μπορεί ποτέ να εξαντληθεί ακόμη και από την πιο επιμελή έρευνα. Όσο βαθύτερα μελετάται η Γραφή, τόσο περισσότερος πλούτος αποκαλύπτεται.
Και για να δείχνουν την ύπαρξη αυτού του κρυμμένου θησαυρού, δυσκολίες και ακόμη και αδυνατότητες εισάγονται μερικές φορές σκόπιμα στις Γραφές — χωρία από τα οποία δεν μπορεί να εξαχθεί καμία κυριολεκτική σημασία — ώστε ο πιο φωτισμένος αναγνώστης να αφιερωθεί στην αναζήτηση και να βρει έτσι «ένα νόημα άξιο του Θεού».
Γι’ αυτό, αφού ο Σωτήρας μας προέτρεψε να «ερευνώμεν τὰς γραφάς», πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά κατά πόσο η κυριολεκτική σημασία ενός χωρίου είναι αληθινή ή δυνατή, και να χρησιμοποιούμε κάθε προσπάθεια — συγκρίνοντας με συναφή χωρία σε όλη τη Βίβλο — για να ανακαλύψουμε το πραγματικό νόημα εκεί όπου η κυριολεκτική σημασία είναι αδύνατη. Έτσι θα φτάσουμε σε μια αληθινή κατανόηση ολόκληρης της αποκάλυψης, συνθέτοντας την αυθεντική ιστορία με τους πνευματικούς καρπούς της αλληγορίας.
Δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε υποτίμηση του Ωριγένη εξαιτίας της παράδοξης υπόθεσής του ότι ο Θεός έκρυψε σκόπιμα την αποκάλυψή Του κάτω από ένα πεδίο κυριολεκτικών «μυρμηγκοφωλιών», ώστε η ανθρωπότητα να ανακαλύψει τον κρυμμένο θησαυρό σκοντάφτοντας στα εμπόδια. Η ιδέα ήταν πράγματι φανταστική. Όμως τα εμπόδια ήταν πραγματικά, και οι άνθρωποι πράγματι σκόνταφταν πάνω τους.
Εμείς στον εικοστό αιώνα δεν τιμούμε τον εαυτό μας αν περιφρονούμε τον τρίτο αιώνα επειδή δεν διέθετε τα εργαλεία με τη βοήθεια των οποίων εμείς οι ίδιοι μόλις πρόσφατα κατορθώσαμε να εξομαλύνουμε το έδαφος. Αυτό που πέτυχε ο Ωριγένης είχε τεράστια σημασία. Κατέστησε δυνατό για τους ευφυείς Χριστιανούς να πιστεύουν τη Βίβλο και, συνεπώς, για τους ευφυείς ανθρώπους να παραμένουν Χριστιανοί.
Τι θα είχε συμβεί στον Χριστιανισμό χωρίς μια λογικά ερμηνευμένη Βίβλο, που να τρέφει τη διάνοιά του και να καθοδηγεί την ανάπτυξη της σκέψης του, μπορούμε μόνο να το φανταστούμε αν ανατρέξουμε στις αποδιοργανωμένες διανοητικές ιδιοτροπίες των πιο ακραίων Γνωστικών, ή στις πιο χονδροειδείς δεισιδαιμονίες που καλλιεργήθηκαν από τον βαπτισμένο παγανισμό στη μεσαιωνική Ιταλία ή στη Σκωτία της Μεταρρύθμισης.
Η αλληγορική μέθοδος «έσωσε τις Γραφές για την Εκκλησία» (Tollinton, Selections from the Commentaries and Homilies of Origen, σ. xxxiv). Κατέστησε δυνατό να θεωρηθεί η Παλαιά Διαθήκη ως χριστιανική γραμματεία απέναντι στους ιουδαίους αντιπάλους, και επέτρεψε να υπερασπιστούν και οι δύο Διαθήκες απέναντι στην καταστροφική κριτική μορφωμένων Ελληνιστών. Και σώζοντας τη Βίβλο, εξασφάλισε τη ιστορική βάση της χριστιανικής πίστης και τη μονιμότητα των ευαγγελικών αξιών.
Ο Ωριγένης ως θεμελιωτής της συστηματικής θεολογίας
Όσο σημαντικό κι αν ήταν το έργο του Ωριγένη σε σχέση με τη Βίβλο, αντιπροσωπεύει μόνο μία πλευρά του επιτεύγματός του. Ο Ωριγένης είναι επίσης ο πατέρας της συστηματικής θεολογίας.
Το μεγαλύτερο μέρος της θεολογικής παραγωγής των προηγούμενων συγγραφέων είχε είτε περιστασιακό χαρακτήρα είτε, όταν ήταν πιο εκτεταμένο, αποτελούσε κυρίως λεπτομερείς αντικρούσεις των γνωστικών θεωριών. Η θεολογική γραμματεία ήταν κυρίως: απολογητική, προσπαθώντας να άρει τις παρεξηγήσεις των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων σχετικά με τη φύση και τους σκοπούς του Χριστιανισμού και να εξασφαλίσει ανοχή και ασφάλεια· ή πολεμική, υπερασπιζόμενη τον Χριστιανισμό απέναντι στις επικρίσεις Ιουδαίων και εθνικών και στις δογματικές παρεκκλίσεις των αιρετικών.
Κατά τα άλλα, η χριστιανική γραμματεία είχε παράγει κυρίως μια σειρά από πραγματείες και μικρά φυλλάδια για επίκαιρα ζητήματα· εκτός από ορισμένα έργα που θα αναφερθούν αργότερα, και μερικές συλλογές αναμνήσεων που έχουν πλέον χαθεί, σχεδόν ολοκληρώνεται ο κατάλογος.
Σε αυτή τη γενική εικόνα πρέπει να προστεθούν δύο εξαιρέσεις.
Η πρώτη είναι ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες να διατυπωθούν θετικές εξηγήσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλά αυτές ήταν λίγες και περιορισμένες. Το περιεχόμενο και η μέθοδός τους δεν ξεπερνούσαν κατά πολύ μια εκτενέστερη παρουσίαση των βασικών αληθειών του συμβόλου της πίστεως. Ο σκοπός τους ήταν πρακτικός και γρήγορα ξεπερνιούνταν.
Έτσι, το εξαιρετικά ενδιαφέρον μικρό έργο του Ειρηναίου, Η Απόδειξη του Αποστολικού Κηρύγματος, φαίνεται ότι μετά τον τέταρτο αιώνα σχεδόν αγνοήθηκε και σώθηκε μόνο σε αρμενική μετάφραση.
Η δεύτερη εξαίρεση είναι ότι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, προκάτοχος του Ωριγένη στη κατηχητική σχολή της Αλεξάνδρειας, επιχείρησε πράγματι να συνθέσει μια σειρά πραγματειών για τη χριστιανική θρησκεία, το σχέδιο των οποίων μιμήθηκε συνειδητά ο διάδοχός του σε ένα έργο που δεν διασώθηκε. Ωστόσο ο Κλήμης ασχολήθηκε κυρίως με την πρακτική θρησκευτική ζωή, αγγίζοντας μόνο παρεμπιπτόντως δογματικά ζητήματα. Επιπλέον ήταν εξαιρετικά διάχυτος συγγραφέας, χωρίς ιδιαίτερη ικανότητα για συστηματική παρουσίαση ή σαφή θεωρητική διατύπωση.
Ο Ωριγένης ήταν ο πρώτος θεολόγος που παρουσίασε πλήρη και μεθοδική έκθεση ολόκληρου του πνευματικού πλαισίου της χριστιανικής πίστης.
Αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε στο βιβλίο «Περὶ Ἀρχῶν» (De Principiis), ένα μνημείο χριστιανικής θεολογικής σκέψης βασισμένο στην πιστή αποδοχή της αποστολικής διδασκαλίας και στη μαρτυρία της Γραφής. Γράφτηκε κατά την πρώιμη περίοδο της λογοτεχνικής δραστηριότητας του Ωριγένη στην Αλεξάνδρεια, όταν ήταν ακόμη λαϊκός και δεν είχε ξεπεράσει πολύ την ηλικία των τριάντα ετών.
Η εξαιρετική ωριμότητα της σκέψης του φαίνεται από το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να τροποποιήσει σημαντικά τις απόψεις στις οποίες τον είχαν οδηγήσει ήδη η αρχική του παιδεία και η προσωπική του σκέψη.
Έγραφε για μορφωμένους αναγνώστες, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τον κόσμο ιδεών που ήταν οικείος στους μορφωμένους συγχρόνους του. Δεν το έκανε επειδή περιφρονούσε την απλή πίστη των αγροτών και των τεχνιτών, αλλά επειδή αντιλαμβανόταν ότι, αν ο Χριστιανισμός επρόκειτο να κατακτήσει τον κόσμο και να διαμορφώσει τον πολιτισμό του, έπρεπε να δικαιωθεί όχι μόνο στην καρδιά αλλά και στη διάνοια των ανθρώπων.
Επιπλέον, η θρησκεία απορροφούσε τόσο ολοκληρωτικά όλες τις δυνάμεις της ύπαρξής του, ώστε η ίδια η προσπάθεια κατανόησης μεταμορφωνόταν από πράξη θεωρητικής αποστασιοποίησης σε ενέργεια πνευματικού πάθους που ένωνε τον στοχαστή με το αντικείμενο της σκέψης του.
Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Ωριγένης ήταν μυστικιστής με την αυστηρή έννοια του όρου. Ωστόσο επιδίωκε να διεισδύσει στα μυστήρια του Θεού τον οποίο λάτρευε, χρησιμοποιώντας όλες τις ανώτερες δυνάμεις του νου — εκείνες που δίνουν στον άνθρωπο τη μόνη έγκυρη αξίωση ότι δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Και πίστευε, αλλά και βίωνε, ότι με αυτόν τον τρόπο ερχόταν σε ολοένα στενότερη σχέση με το θείο ον στο οποίο όφειλε τη λογική, τη λύτρωση και την πνευματική πρόοδο.
Έτσι ο Ωριγένης ανέλαβε να παρουσιάσει μια συστηματική έκθεση της θρησκευτικής αλήθειας, όσο του ήταν δυνατό να την κατανοήσει, χρησιμοποιώντας ως μέσα τόσο τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής όσο και τις δυνάμεις της ανθρώπινης λογικής. Σκοπός του ήταν να παρουσιάσει μεθοδικά τον Χριστιανισμό ως κλειδί για κάθε ανθρώπινη γνώση και εμπειρία.
Όποια στοιχεία πρωτότυπης σκέψης εισήγαγε — τολμηρά μερικές φορές ως προς το περιεχόμενο, αλλά πάντοτε μετριοπαθή και διστακτικά ως προς τον τρόπο διατύπωσης — είχαν ως αφετηρία την απλή πίστη του συμβόλου και ως θεμέλιο την αυθεντική αποκάλυψη. Η φιλοσοφία του επομένως δεν ήταν ποτέ αφηρημένη. Πάντοτε μιλούσε για γεγονότα και πρόσωπα τα οποία, για τον ίδιο όπως και για κάθε ειλικρινή Χριστιανό, ήταν εξαιρετικά ζωντανά και αντικειμενικά.
Στο πρώτο μέρος του έργου του εξετάζει τη φύση του Θεού, όπως δηλώνεται τόσο στις γενικές αρχές της θεϊστικής φιλοσοφίας όσο και στην ιστορική αποκάλυψη της χριστιανικής θρησκείας, καθώς και τον τελικό σκοπό του δημιουργημένου ανθρώπου. Αυτός ο σκοπός είναι, μέσω της αδιάκοπης ενέργειας της θείας χάριτος — η οποία ανανεώνει τον άνθρωπο σε κάθε στάδιο του πνευματικού του αγώνα και προόδου — να φτάσει τελικά στη θέα της «αγίας και μακαρίας ζωής».
Ωστόσο η δυνατότητα προόδου συνεπάγεται επίσης και τη δυνατότητα πτώσης. Η παρούσα κατάσταση όλων των λογικών όντων, είτε ανθρώπινων είτε ασώματων, εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο συνεργάστηκαν ελεύθερα με τις ευκαιρίες και τις χάριτες που τους προσφέρθηκαν ή, αντίθετα, υπέπεσαν σε εκούσια αμέλεια και ανταρσία.
Όπως λέει ο ίδιος:
«Εξαρτάται από εμάς και από τις πράξεις μας αν θα γίνουμε μακάριοι και άγιοι».
Στο τέλος θα έρθουν η κρίση και η τελική ολοκλήρωση, όπου ο Ωριγένης ελπίζει να δει να εγκαθίσταται μια τελική αρμονική ενότητα ανάμεσα στον Θεό και σε μια δημιουργία πλήρως λυτρωμένη και αποκατεστημένη.
Στο δεύτερο μέρος επεκτείνει την ανάλυση στη φύση του σύμπαντος και στη σχέση του με τον άνθρωπο. Ο κόσμος αποτελεί το σκηνικό της ηθικής πορείας της ανθρωπότητας και τον τόπο μιας πραγματικής ιστορικής συνέχειας, της οποίας μάρτυρας είναι τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη, αφού και οι δύο — όταν ερμηνεύονται σωστά — παρουσιάζουν τη δικαιοσύνη και την αγαθότητα του Θεού.
Μέσα σε αυτή την ιστορική σκηνή ο Μονογενής Υιός του Θεού εισήλθε με ορατό σώμα και ανθρώπινη και λογική ψυχή. Η σταθερή προσήλωση του Ωριγένη στα γεγονότα φαίνεται από την έντονη επιμονή του τόσο στη θεότητα του Χριστού όσο και στην πλήρη ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσης Του. Η Ενανθρώπηση ήταν μια θεία πράξη που πραγματοποιήθηκε μέσα στο πεδίο της αντικειμενικής ιστορίας.
Με τον ίδιο τρόπο το Άγιο Πνεύμα έδωσε πραγματικό και συγκεκριμένο φωτισμό στους προφήτες και, μετά την ανάληψη του Χριστού, μετέδωσε σε αναρίθμητα πλήθη πιστών μια σταθερή αποκάλυψη της αλήθειας. Αυτοί μπορεί να μην είναι όλοι σε θέση να δώσουν σαφή και λογική εξήγηση των εμπειριών τους, όμως έχουν σταθερή κατανόηση του πραγματικού νοήματος πραγμάτων όπως:
η συμμετοχή στην Εκκλησία,
η λατρεία,
η λύτρωση,
και ο ηθικός νόμος.
Η κατανόηση αυτών και άλλων αληθειών αποδίδεται στην ιστορική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Στη συνέχεια ο Ωριγένης αναπτύσσει ιδιαίτερες πλευρές του γενικού του επιχειρήματος, που αφορούν τη ηθική βάση του σύμπαντος και την πνευματική πρόοδο των λογικών όντων τόσο σε αυτή τη ζωή όσο και στη μέλλουσα.
Στο τρίτο μέρος εξετάζει εκτενώς:
τον χαρακτήρα και τα όρια της ανθρώπινης ελευθερίας,
τις σοβαρές συνέπειες της ηθικής ευθύνης,
και την ελπίδα ότι όλα αυτά θα καταλήξουν τελικά σε μια αιώνια και καθολική αποκατάσταση.
Το τέταρτο και τελευταίο μέρος αυτής της συνολικής θεώρησης του σύμπαντος — το οποίο νοείται ως ενιαίο λογικό και θρησκευτικό σύνολο — δικαιολογεί τη μέθοδό του και το σύνολο της επιχειρηματολογίας του. Αυτό γίνεται μέσω μιας εξήγησης — για την οποία έγινε ήδη λόγος — των σωστών αρχών με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες της βιβλικής ερμηνείας και να αποκαλύπτεται το αληθινό νόημα των Γραφών.
Συνεχίζεται
Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΩΓΜΩΝ,ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΕΩΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΟΝ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΩΓΜΩΝ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ, ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ. ΣΤΗΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ, ΠΑΡΟΤΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΕΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗ, ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

