Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (5)

Συνέχεια από  Παρασκευή 8 Μαίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 5
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Η ΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Ι. ΚΛΑΣΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΥΣΙΚΗ

«Μπορεί κανείς... να υποστηρίξει, παρά τον τόσο νέο και σχεδόν επαναστατικό χαρακτήρα των συλλήψεων του Einstein, ότι η θεωρία της σχετικότητας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η κορύφωση της κλασικής φυσικής».

Οι βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτή η διατύπωση —η οποία ίσως μπορεί ακόμη να προκαλεί κάποια έκπληξη— μπορούν, αν το σκεφτούμε καλά, να αναχθούν σε δύο θεμελιώδεις. Η πρώτη είναι ότι ο χρόνος και ο χώρος είναι πλήρως επαρκείς για να πλαισιώσουν ολόκληρο τον φυσικό κόσμο με όλα τα γεγονότα του. Η δεύτερη είναι ότι τα πάντα μέσα στον φυσικό κόσμο συμβαίνουν με αυστηρή συνέχεια.

Πάνω σε αυτές τις δύο βάσεις είναι οικοδομημένη κάθε επιμέρους πτυχή της κλασικο-αϊνσταϊνικής φυσικής, μέχρι και εκείνη που αφορά τη δυνατότητα να μετρηθεί ταυτόχρονα η ταχύτητα ενός σώματος και να καθοριστεί η θέση του στον χώρο και στον χρόνο.
Για την κλασική φυσική υπάρχει η πιο αυστηρή «δυνατότητα να παρασταθεί η κατάσταση του φυσικού σύμπαντος μέσω στοιχείων κατανεμημένων στο σχήμα του τρισδιάστατου χώρου, τα οποία εξελίσσονται με συνέχεια κατά την πορεία του χρόνου· η κίνηση των φυσικών στοιχείων ορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται η θέση τους μέσα στον χρόνο.

Βέβαια, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη σχετικιστική σύλληψη και στις προηγούμενες συλλήψεις. Στην προ-σχετικιστική φυσική, ο χώρος είναι ένα άκαμπτο σχήμα μέσα στο οποίο εντοπίζονται τα παρατηρούμενα φυσικά φαινόμενα, ενώ ένας ενιαίος, καθολικός και απόλυτος χρόνος επιβάλλει τον ρυθμό του σε όλους τους δυνατούς παρατηρητές. Για τον σχετικιστή, αντίθετα, ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος έχουν απόλυτο χαρακτήρα· αυτόν τον χαρακτήρα τον έχει μόνο το τετραδιάστατο συνεχές, το οποίο συγκροτείται από την ένωση του χώρου και του χρόνου, ένα συνεχές μέσα στο οποίο οι διάφοροι παρατηρητές διαιρούν τον δικό τους χώρο και τον δικό τους χρόνο, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.
Παρά αυτή την ουσιώδη τροποποίηση των εννοιών του χώρου και του χρόνου, ο σχετικιστής συμφωνεί με τους προκατόχους του όταν υποστηρίζει ότι κάθε παρατηρητής μπορεί να αναπαραστήσει το σύνολο των φυσικών φαινομένων μέσα σε ένα καλά καθορισμένο σχήμα χώρου και χρόνου, εντελώς ανεξάρτητο από τη φύση των οντοτήτων που εισάγονται σε αυτό. Έτσι, ένας συγκεκριμένος παρατηρητής θα μπορεί πάντοτε να αναπαραστήσει την ύπαρξη ενός σωματιδίου μέσω μιας καλά καθορισμένης διαδοχής θέσεων στον χώρο, τις οποίες αυτό κατέλαβε κατά την πορεία του χρόνου, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη φυσική φύση αυτού του σωματιδίου, για παράδειγμα για τη μάζα του...
Με τη διαβεβαίωσή της για τη δυνατότητα κάθε παρατηρητή να εντοπίζει με ακρίβεια τα συμβάντα στον χώρο και στον χρόνο,
με τη χωροποίηση της διάρκειας και την άρνηση κάθε πραγματικού γίγνεσθαι που συνεπάγεται η ίδια η σύλληψη του χωροχρόνου, η θεωρία της σχετικότητας διατηρεί, οδηγώντας τες στις έσχατες συνέπειές τους, τις κατευθυντήριες ιδέες της παλαιάς φυσικής» 2.

Πάνω σε αυτές τις δύο βασικές αρχές της παραδοσιακής φυσικής θεμελιώνεται εκείνο που συνήθως ονομάζεται λαπλασιανή νοοτροπία: δηλαδή η δυνατότητα που έχει ένας νους να επεκτείνει σε ολόκληρο τον φυσικό κόσμο εκείνο που ισχύει για την αστρονομία:
«Η αστρονομία, θεωρούμενη με τον γενικότερο τρόπο, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα μηχανικής, στο οποίο τα στοιχεία των ουράνιων κινήσεων είναι οι αυθαίρετες ποσότητες¹· η λύση της εξαρτάται από την ακρίβεια των παρατηρήσεων και συγχρόνως από την τελειότητα της ανάλυσης [ή του μαθηματικού υπολογισμού], και είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποβληθεί από αυτήν κάθε εμπειρισμός και να οδηγηθεί στο να μη λαμβάνει από την παρατήρηση τίποτε άλλο παρά μόνο τα απαραίτητα δεδομένα»4.
«Η αστρονομία είναι, από όλες τις φυσικές επιστήμες, εκείνη που παρουσιάζει τη μακρότερη αλυσίδα ανακαλύψεων. Υπάρχει μια μακρότατη πορεία, από το πρώτο βλέμμα προς τον ουρανό έως τη γενική θεώρηση με την οποία αγκαλιάζονται σήμερα οι παρελθούσες και οι μελλοντικές καταστάσεις του συστήματος του κόσμου» 5.
Το να αγκαλιάζει κανείς τις παρελθούσες και τις μελλοντικές καταστάσεις του κόσμου, να αποβάλλει κάθε εμπειρισμό και να μην απαιτεί από την εμπειρία ή από την παρατήρηση τίποτε άλλο «παρά μόνο τα απαραίτητα δεδομένα» —υπάρχει σχεδόν ένας τόνος λύπης σε αυτή την παραχώρηση προς την εμπειρία—, για να τα ανυψώσει αμέσως στην αξιοπρέπεια των νοητικών υπολογισμών —«ένα μεγάλο πρόβλημα μηχανικής»—, αυτή είναι η λαπλασιανή νοοτροπία.


Στην κλασική φυσική, η ταυτόχρονη γνώση των θέσεων των σημείων ενός συστήματος και των μεγεθών των ταχυτήτων αυτών των σημείων επιτρέπει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, τον αυστηρό υπολογισμό της κατάστασης του συστήματος σε μια επόμενη στιγμή.
Αυτό προκύπτει από τον τύπο των εξισώσεων που τίθενται στη βάση των μηχανικών και φυσικών θεωριών και από τις μαθηματικές τους ιδιότητες. Και όπως για τον κλασικό φυσικό, έτσι και για τον σχετικιστή, ολόκληρη η εξέλιξη των φαινομένων διέπεται από ένα αυστηρό σύστημα διαφορικών εξισώσεων, το οποίο καθορίζει ολόκληρο το μέλλον. Και για τον έναν και για τον άλλον, όταν δοθεί ο χωροχρόνος, έχει δοθεί και το σύνολο των συμβάντων για ολόκληρη την πορεία του χρόνου.

Είναι σκόπιμο να το επαναλάβουμε: αυτό απαιτεί δύο προϋποθέσεις, και οι δύο ανεξάλειπτες:
η μεταβολή όλων των φαινομένων να γίνεται με τρόπο αυστηρά συνεχή·
όλα τα φαινόμενα όχι μόνο να εκτυλίσσονται μέσα στον χωροχρόνο, αλλά και να μην υπάρχει πέρα από τον χωροχρόνο τίποτε που να μην είναι πλήρως αναγώγιμο σε μετρήσεις χωροχρόνου.

Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση την είδαμε παραπάνω να υπονοείται από τον de Broglie στα λόγια: «κάθε παρατηρητής μπορεί να αναπαραστήσει το σύνολο των φυσικών φαινομένων μέσα σε ένα καλά καθορισμένο σχήμα χώρου και χρόνου, εντελώς ανεξάρτητο από τη φύση των οντοτήτων που εισάγονται σε αυτό»· και λίγο αργότερα: ένας παρατηρητής «θα μπορεί πάντοτε να αναπαραστήσει την ύπαρξη ενός σωματιδίου μέσω μιας καλά καθορισμένης διαδοχής θέσεων στον χώρο, τις οποίες αυτό κατέλαβε κατά την πορεία του χρόνου, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη φυσική φύση αυτού του σωματιδίου».
Αν το εξετάσει κανείς προσεκτικά, η πρώτη προϋπόθεση, εκείνη της συνέχειας, είναι συνέπεια της δεύτερης προϋπόθεσης, δηλαδή της δυνατότητας να παραμεριστεί η φυσική φύση του σωματιδίου και, επομένως, να αναχθούν τα πάντα σε απλή μεταβολή χωροχρόνου. Διότι, εφόσον τα πάντα αναλύονται σε χωροχρόνο και τα όντα αυτά είναι συνεχή όντα, έπεται ότι οι χωροχρονικές μεταβολές είναι, ή μάλλον πρέπει να είναι, «συνεχείς» μεταβολές και χωρίς «άλματα».
Η κλασική φυσική και η αϊνσταϊνική σύλληψη, με λίγα λόγια, αναπαριστούν κατά καρτεσιανό τρόπο το σύμπαν ως έναν γιγαντιαίο μηχανισμό, του οποίου, αν κατέχουμε τα δεδομένα της αρχικής του κατάστασης, μπορούμε να περιγράψουμε με αυστηρότητα ολόκληρη την εξέλιξη, εντοπίζοντας τα μέρη του στον χώρο και τις τροποποιήσεις του στον χρόνο.
Τα αποτελέσματα πολυάριθμων πειραμάτων, που διεξήχθησαν με τέτοια αυστηρότητα και λεπτότητα ώστε να τα καθιστούν απολύτως αναμφισβήτητα, μας αποκάλυψαν φαινόμενα τα οποία με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να ενταχθούν στα πλαίσια και στις αρχές της κλασικής φυσικής. Αυτά τα πειράματα και τα αποτελέσματα είναι τόσο σημαντικά ώστε δεν μπορούν να παραμεριστούν ως quantité négligeable, επειδή η αξία τους —θα έλεγα η quantité που αποκαλύπτουν— είναι απλούστατα τεράστια· τόσο τεράστια ώστε τα φέρνει στο απολύτως πρώτο πλάνο.

Έτσι, δεν υπάρχει τρόπος να τα απωθήσουμε στο βάθος του πίνακα της κλασικής φυσικής, σαν να ήταν καρπός ανακριβειών οφειλόμενων στη χονδροειδή φύση των επιστημονικών οργάνων ή σαν να οφείλονταν σε τυχαίες και παροδικές επιδράσεις. Αν φαινόμενα αυτού του είδους δεν είχαν παρουσιαστεί με τόσο μεγάλη δύναμη και τόσο μεγάλη επίδειξη, σε κανέναν δεν θα ερχόταν στον νου να απομακρυνθεί από το κλασικό ικρίωμα του φυσικού κόσμου και να αρχίσει να αναζητεί κάτι άλλο.
Αυτά τα «ανυπότακτα» φαινόμενα —δεν εννοώ τη σχετικότητα, η οποία, όπως ειπώθηκε παραπάνω, δεν προκάλεσε τελικά εκείνη την απομάκρυνση από τον κλασικό κόσμο που αρχικά υποτιμήθηκε ή θεωρήθηκε ότι θα προκαλούσε, αλλά την «ασυνέχεια» της ενέργειας, που είναι η ανακάλυψη του Planck— προκάλεσαν, σε πρώτη φάση, μια κατάσταση κρίσης.
Φαινόταν αδύνατο να εγκαταλειφθεί το πλαίσιο της κλασικής σύλληψης, της οποίας οι αρχές σχηματίζουν το στέρεο έδαφος της παράδοσης· χωρίς αυτήν φαίνεται πως δεν μπορεί κανείς ούτε να κινηθεί με ασφάλεια, ούτε να έχει νήμα με το οποίο να συνδέσει μεταξύ τους σε ενότητα τις διάφορες εμπειρίες, ούτε καν να έχει έννοιες με τις οποίες να σκέφτεται. Από την άλλη πλευρά, ήταν ακόμη πιο αδύνατο να απορριφθούν αυτά τα φαινόμενα, τα οποία όμως δεν άφηναν να συνδεθούν ξανά με εκείνες τις αρχές.
Αλλά επειδή στη φυσική —τουλάχιστον σήμερα— όταν γεγονότα προσεκτικά ελεγμένα και αυστηρά διαπιστωμένα δεν αντιστοιχούν σε ήδη γνωστούς νόμους, τίθεται υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα αυτών των νόμων, ή τουλάχιστον η έκτασή τους, ήταν έτσι αναγκαίο να υποβληθούν οι νόμοι και τα πλαίσια της κλασικής φυσικής, το ένα μετά το άλλο, σε κριτική αναθεώρηση —και αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί η δεύτερη στιγμή.
Από αυτή την κριτική αναθεώρηση, η οποία είχε ως γενεσιουργό κίνητρο την ανακάλυψη του Planck περί της ασυνέχειας της ενέργειας, η έννοια της αιτίας, η έννοια της ταυτόχρονης σύμπτωσης στον χώρο και στον χρόνο, καθώς και η έννοια σχετικά με τη δυνατότητα διάκρισης του κόσμου σε υποκείμενο και αντικείμενο, βγήκαν εντελώς διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν στην κλασική φυσική —όπως οι έννοιες του χώρου, δηλαδή του απόλυτου νευτώνειου χώρου, του χρόνου, δηλαδή του απόλυτου νευτώνειου χρόνου, και της άπειρης ταχύτητας είχαν τροποποιηθεί από τη θεωρία της σχετικότητας.
Η ύπαρξη του αδιαίρετου «κβάντου ενέργειας» —ή καλύτερα «κβάντου δράσης»— και η παρουσία αυτού του αδιαίρετου «κβάντου» στην εσωτερική σύσταση και ύφανση κάθε συμβάντος ή φυσικού φαινομένου, πέρα από το ότι μας αναγκάζει να δεχθούμε την «ασυνέχεια» της ενέργειας και, επομένως, την ασυνέχεια σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, έφερε ως άμεση συνέπεια ένα γεγονός θεμελιώδους σημασίας: είναι αδύνατο να έχουμε με απόλυτη αυστηρότητα τη θέση μέσα στον χωροχρόνο ενός κινούμενου quid, και την ταχύτητα που έχει αυτό το quid σε εκείνο το σημείο του χώρου.
Αν έχουμε την ακριβή θέση, δεν μπορούμε να έχουμε το μέγεθος της ταχύτητας· αν έχουμε την ταχύτητα, δεν μπορούμε να έχουμε τη θέση. Αυτή η αδυναμία έγινε η «αρχή της απροσδιοριστίας» ή «αρχή του Heisenberg».

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie

   Συνέχεια από: Τρίτη 5 Μαίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ

Η οφειλή του Nietzsche στον θεωρησιακό ιδεαλισμό

Το ζήτημα της οφειλής του Nietzsche στον θεωρησιακό ιδεαλισμό έχει στο μεγαλύτερο μέρος του αναχθεί στο ζήτημα της οφειλής του στον Hegel. Αυτό δεν είναι κάτι που εκπλήσσει, αφού η έρευνα στον εικοστό αιώνα έχει κατ' επανάληψη παρουσιάσει τον Hegel ως το αποκορύφωμα και την ολοκλήρωση του μετακαντιανού ιδεαλισμού. Όπως είδαμε στο τρίτο και στο τέταρτο κεφάλαιο, μια τέτοια ερμηνεία είναι υπεραπλούστευση που αποκρύπτει τις έντονες διαφορές ανάμεσα στους μετακαντιανούς ιδεαλιστές, και ιδίως ανάμεσα στον Fichte και στον Hegel. Ήταν ο Fichte, και όχι ο Hegel, που έδωσε νέα κατεύθυνση στην καντιανή επανάσταση, στρέφοντάς την προς μια ριζοσπαστική φιλοσοφία της βούλησης. Ο Hegel, αντιθέτως, προσπάθησε να περιορίσει την επαναστατική βουλησιαρχία του Fichte, καθιδρύοντας μια νέα σύνθεση του Λόγου και της βούλησης. Όπως είδαμε από το τέταρτο έως το έκτο κεφάλαιο, αυτό το εγχείρημα απέτυχε επειδή η θεωρησιακή σύνθεση του Hegel δεν έπεισε τους διαδόχους του ότι το ορθολογικό ήταν πραγματικό και ότι το πραγματικό ήταν ορθολογικό. Η γενική τάση να αναχθεί το σύνολο του θεωρησιακού ιδεαλισμού στον Hegel αποσιώπησε έτσι την οφειλή πολλών από τους αντιεγελιανούς στοχαστές του δέκατου ένατου αιώνα σε προγενέστερους ιδεαλιστές, και στον Fichte ειδικότερα. Είδαμε πώς οι πρώτοι Γερμανοί ρομαντικοί, οι αριστεροί εγελιανοί, οι Ρώσοι μηδενιστές και ο Schopenhauer έδρασαν στο πλαίσιο του ασύλληπτου ορίζοντα της φιχτιανής φιλοσοφίας της βούλησης. Το ίδιο ισχύει και για τον Nietzsche.

Ο Nietzsche όφειλε πολλά στη σκέψη του γερμανικού ιδεαλισμού εν γένει, και στον Fichte ιδιαίτερα. Ο Nietzsche, ωστόσο, ουδέποτε αναγνώρισε αυτή την οφειλή, και ίσως να μην το γνώριζε καν. Ούτε ο Hegel ούτε ο Fichte διαβάζονταν ευρέως τις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Ο Windelband επισήμανε το 1878, για παράδειγμα, ότι η γενιά η οποία διάβασε τη Φαινομενολογία του Hegel σιγά σιγά έσβηνε. Ο ίδιος ο Nietzsche στην πραγματικότητα γνώριζε ελάχιστα τη φιλοσοφική παράδοση. Διάβασε μια σειρά έργων της αρχαίας φιλοσοφίας και στην πορεία των φιλολογικών σπουδών του μελέτησε εμπεριστατωμένα την επιτομή των φιλοσοφικών βιογραφιών του Διογένη Λαέρτιου, αλλά οι γνώσεις του για τη μεσαιωνική και σύγχρονη φιλοσοφία ήσαν περιορισμένες. Γνώριζε τον Schopenhauer και είχε διαβάσει αποσπάσματα της "Κριτικής της κρίσης" του Kant, λίγο Montaigne, Spinoza, Voltaire, Rousseau και Emerson, και επιφάνειακά τους Hegel, Strauss και Feuerbach. Οι λοιπές γνώσεις του γι' αυτή την παράδοση προέρχονταν κυρίως από τον Schopenhauer, τον νεοκαντιανό Kuno Fischer και τον υλιστη Friedrich Lange. Διάβαζε Hegel λίγες εβδομάδες πριν ανακαλύψει τον Schopenhauer, αλλά προφανώς δεν επανέκαμψε ποτέ στη μελέτη της σκέψης του. Οι περαιτέρω γνώσεις του για τον Hegel και τους υπόλοιπους Γερμανούς ιδεαλιστές προέρχονταν κυρίως από τους αριστερούς εγελιανούς και τον Schopenhauer, και γενικά αποδέχεται τις διαστρεβλώσεις τους. Ο Nietzsche επομένως είναι πιθανό να μην κατανοούσε ότι η κριτική του και ο μετασχηματισμός του Schopenhauer τον οδηγούσαν πίσω σε μια φιχτιανή φιλοσοφία της βούλησης. Κατά πόσο ο Nietzsche κατανοούσε την οφειλή του σε αυτή την παράδοση δεν είναι, ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα. Ό,τι πραγματικά ενδιαφέρει είναι πως όφειλε πολλά σε αυτή την παράδοση, διότι, όπως είδαμε, στον πυρήνα του μηδενισμού βρίσκεται αυτό το ρεύμα της σύγχρονης σκέψης.

Το πρόβλημα το οποίο θέτει ο Nietzsche στο επίκεντρο της σκέψης του είναι ο θάνατος του Θεού. Οπωσδήποτε δεν ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε αυτό το πρόβλημα. Ο Jacobi και ο Hegel, μεταξύ άλλων, το γνώριζαν ήδη. Στο νου τους συνδεόταν άμεσα με τις αντιφάσεις της σύγχρονης σκέψης που εκφράστηκαν κατά βάση στις καντιανές αντινομίες. Στην πραγματικότητα, για μια ολόκληρη γενιά στοχαστών αυτές οι αντινομίες έδειχναν να ανοίγουν ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Εάν ο Θεός δεν ήταν προσιτός στον ανθρώπινο Λόγο και η θεϊκή βούληση δεν επιδρούσε στον φαινομενικό κόσμο, τότε ο Θεός ήταν περιττός και, ανεξαρτήτως προθέσεων και σκοπών, νεκρός.

Ο Kant πίστευε ότι έλυσε το πρόβλημα των αντινομιών με τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό. Για πολλούς από τους άμεσους διαδόχους του, ωστόσο, απλώς δίχασε τη συνείδηση και την κατέστησε αντιφατική. Οι αντινομίες και η προτεινόμενη λύση τους από τον Kant φαίνονταν να διασπούν τον κόσμο στα δύο. Ο θεωρησιακός ιδεαλισμός επιδίωξε να λύσει αυτό το πρόβλημα επανενώνοντας τον κόσμο. Ο Fichte πίστευε ότι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί εάν αποδεικνυόταν ότι ο φαινομενικός κόσμος δεν ήταν ανεξάρτητος, όπως ισχυριζόταν ο Kant, αλλά ότι στην πραγματικότητα είναι το προϊόν μιας απόλυτης βούλησης. Για τον Hegel η συμφιλίωση επιτυγχάνεται εφ' όσον κατανοήσουμε τη διαλεκτική ορθολογικότητα η οποία απορρέει από την αναγκαιότητα της αντίφασης στον πυρήνα των αντινομιών.

Ο Nietzsche, επίσης, θεωρεί τις αντινομίες ως την αποφασιστική καμπή της ευρωπαϊκής σκέψης, όμως δεν τις αντιμετωπίζει ως τρομακτικό πρόβλημα αλλά ως μια μεγάλη ευκαιρία – η μακροχρόνια τυραννία του Λόγου πλησιάζει στο τέλος της και σύντομα θα γίνει δυνατή μια ριζικά νέα δημιουργία. Δεν επιθυμεί επομένως να αποκαταστήσει και να τελειοποιήσει τη χαμένη ενότητα του Λόγου, αλλά να εξυψώσει εκ νέου την ανθρωπότητα με τα φτερά της μουσικής φιλοσοφίας του. Σε συμφωνία με τον Schopenhauer, αντιμετωπίζει τον ιδεαλισμό ως επιστροφή στις ψευδαισθήσεις ενός πλατωνικού χριστιανισμού: «Fichte, Schelling, Hegel, Feuerbach, Strauss – όλη η δυσωδία των θεολόγων και των πατέρων της Εκκλησίας». Μολονότι και αυτός επιδιώκει τη συμφιλίωση, πρόκειται για αισθητική συμφιλίωση που δεν στοχεύει στην εξάλειψη των αντιφάσεων αλλά στην εναρμόνιση και στον εξευγενισμό τους.

Απορρίπτει το εγελιανό συμπέρασμα πως ό,τι είναι ορθολογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό: «Σε αντίθεση με το εγχείρημα του Hegel να εισαγάγει τον Λόγο στην έννοια της ανάπτυξης, θεωρώ την ίδια τη λογική ως ένα είδος άλογου και επουσιώδους χαρακτηριστικού». Κατά την άποψή του, δεν υπάρχει συμφιλίωση. Το διονυσιακό είναι μια αντιφατική ενότητα που συνεχώς ανασυγκροτείται και συνεχώς διαμελίζεται. Είναι η βούληση για δύναμη η οποία επιδιώκει ακατάπαυστα να υπερνικήσει τον εαυτό της, να τον υπερβεί, να συμπεριλάβει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης, αλλά η ίδια η επιτυχία της στρέφεται ενάντια στον εαυτό της και αυτοκαταστρέφεται. Η διονυσιακή ενότητα της βούλησης για δύναμη είναι κατά συνέπεια μια εύθραυστη ενότητα και παρέχει τα θεμέλια για μια τραγική, και όχι ορθολογική, εποχή. Η αισιόδοξη λογική του Hegel, σύμφωνα με τον Nietzsche, είναι ασυμβίβαστη με αυτή την τραγική σοφία, και άρα δεν μπορεί να παρέχει τα θεμέλια για την κουλτούρα που ο Nietzsche ελπίζει να καθιδρύσει. Η απόρριψη του Hegel από τον Nietzsche είναι παρόμοια με εκείνη των αριστερών εγελιανών, και γι' αυτό επιστρέφει στον Fichte, με έναν τρόπο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν τον κατανοεί.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στον Nietzsche και στον Fichte. Η περισσότερο εμφανής ίσως είναι ότι αμφότεροι τοποθετούν τη βούληση στο επίκεντρο της ερμηνείας τους για τον κόσμο. Αυτό το γεγονός όμως συχνά παραγνωρίζεται εξ αιτίας της ευρέως διαδεδομένης υπόθεσης ότι ο Nietzsche και ο Fichte ενεργούν σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια. Η σκέψη του Fichte, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι μια φιλοσοφία της συνείδησης, ενώ η σκέψη του Nietzsche αρχίζει και τελειώνει με τον προσυνειδητό ή υποσυνείδητο κόσμο των παθών, των ενστίκτων και των συναισθημάτων. Επομένως το νόημα και η λειτουργία της βούλησης στο πλαίσιο των αντίστοιχων φιλοσοφιών τους συγκροτούνται σε εντελώς διαφορετική βάση. Αυτή η θεώρηση, ωστόσο, είναι εσφαλμένη. Στην πραγματικότητα, έχουν πολύ περισσότερα κοινά σημεία απ' ό,τι συνήθως εικάζεται. 

Στην πρώιμη σκέψη του ο Nietzsche συχνά χρησιμοποιεί το εννοιολογικό πλαίσιο του γερμανικού ιδεαλισμού. Η περιγραφή του Διονύσου ως απόλυτου υποκειμένου στη Γένεση είναι τυπική και ενδεικτική της οφειλής του στον Fichte. Ο Διόνυσος για τον Nietzsche είναι η «παγκόσμια μεγαλοφυΐα», ο «αρχέγονος καλλιτέχνης του κόσμου», ο οποίος στο πιο θεμελιώδες επίπεδο θέτει τον εαυτό του ως ένα απόλυτο εγώ μέσω του διονυσιακού ποιητή. Σε εννοιολογική γλώσσα που μοιάζει με εκείνη των Fichte και Hegel, ο Nietzsche τον χαρακτηρίζει ως το «μόνο πραγματικά υπαρκτό υποκείμενο», το οποίο είναι «συνάμα υποκείμενο και αντικείμενο». Η πρωιμότερη πραγμάτευση του Διονύσου διαμορφώνεται επομένως σύμφωνα με τις κατηγορίες του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Διόνυσος είναι το απόλυτο υποκείμενο ή το απόλυτο εγώ του οποίου η ουσία είναι βούληση, η οποία είναι η πηγή της διάκρισης ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο καθώς και η βάση για τη συμφιλίωσή τους, και είναι συνάμα η ολότητα και τα καθ' έκαστον όντα. Ενδεχομένως εδώ ο Nietzsche βασίζεται περισσότερο στον Creuzer και στους ρομαντικούς παρά στον Hegel ή στον Fichte, αλλά, όπως είδαμε, αυτή η ρομαντική αντίληψη του διονυσιακού οφείλει πολλά στους Fichte, Schelling και Hegel. Ο γερμανικός ιδεαλισμός υπ' αυτή την έννοια παρέχει το πλαίσιο για το πρόταγμα του Nietzsche.

Είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της μέσης περιόδου ο Nietzsche απομακρύνεται από το υποκειμενιστικό πλαίσιο αυτής της μεταφυσικής του καλλιτέχνη και στρέφεται στη διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους αυτή η υποκειμενικότητα καθοδηγείται και εξαπατάται από ασυνείδητα πάθη και ορμές. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η ψυχολογική έρευνα παραμένει μέσα στη φιχτιανή τροχιά. Όπως διαπιστώσαμε στο τρίτο κεφάλαιο, ο Fichte δεν είναι απλώς ένας φιλόσοφος της συνείδησης. Η ανάλυσή του για τον αποφασιστικό ρόλο του πρακτικού Λόγου είναι στην πραγματικότητα μία ανάλυση για ό,τι συμβαίνει πίσω από τη συνείδηση. Κατά την άποψή του, αρχίζουμε να κατανοούμε την απόλυτη βούληση στην κυριολεξία της έννοιας όχι ως γνωρίζοντα όντα αλλά ως αισθαντικά όντα. Η έρευνα του Nietzsche για τα συναισθήματα ή τα πάθη είναι αναμφίβολα πιο συγκεκριμένη και υλιστική απ' ό,τι του Fichte, αλλά ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση. Ο Fichte ήταν ένας από τους πρώτους που έστρεψαν την προσοχή τους σε αυτό το προσυνειδητό επίπεδο και το συνταύτισαν με τη βούληση. Η σκέψη του επομένως είναι μία από τις σημαντικότερες, αν και παραγνωρισμένες, πηγές της ψυχολογικής προσέγγισης που μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Nietzsche, χρησιμοποίησαν περισσότερο καθαρά και αποτελεσματικά. Ο Nietzsche αναγνώρισε ότι η δική του έννοια της βούλησης οφειλόταν στον Schopenhauer, αλλά δικαίως αισθανόταν ότι αντέστρεψε την έννοια της βούλησης του Schopenhauer. Στα χέρια του η σοπενχαουερική παραίτηση έγινε απόλυτη κατάφαση. Είναι φανερό όμως ότι δεν κατανοούσε τον τρόπο με τον οποίο η δική του αντιστροφή του Schopenhauer ήταν η αντιστροφή της σοπενχάουερικής αντιστροφής του Fichte, πράγμα που τον ανάγκαζε να διαγράψει έναν πλήρη κύκλο και να επιστρέψει στον Fichte. Ο Nietzsche από αυτή την άποψη απλώς αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του Schopenhauer ότι είχε επινοήσει αυτή τη φιλοσοφία της βούλησης.

Η οφειλή του Nietzsche στον Fichte γίνεται καταφανέστερη στην όψιμη σκέψη του. Η στροφή του προς μια περισσότερο μεταφυσική ερμηνεία της βούλησης ύστερα από τη "Χαρούμενη επιστήμη" καθιστά ακόμη πιο πρόδηλη τη συνάφεια με τον Fichte. Για τον Fichte και τον Nietzsche η βούληση είναι ένα περίπλοκο φαινόμενο. Όπως το απόλυτο εγώ, η φιχτιανή βούληση διασκορπίζεται μέσα στην πολλαπλότητα των ανθρώπινων όντων (το εμπειρικό εγώ) και στις μεμονωμένες φυσικές οντότητες (το ουκ εγώ) και επιχειρεί συνεχώς να ανασυγκροτήσει τη χαμένη ενότητά της. Επιδιώκει αυτό τον σκοπό μέσω των μεμονωμένων ανθρώπινων όντων, τα οποία βιώνουν αυτή την ενόρμηση ως πόθο για συμφιλίωση που τα ωθεί να ανατρέψουν κάθε εμπόδιο για τη συνένωση με το απόλυτο, να εξαλείψουν κάθε ετερότητα και να κατασκευάσουν ακόμη πιο επιβλητικές έννοιες, εικόνες και μορφές προκειμένου να αφομοιώσουν το άπειρο. Για τον Fichte η βούληση υπ' αυτή την έννοια είναι θετική, δηλαδή καθιδρύει ή θέτει τον εαυτό της σε αντίθεση με το έτερο, με άλλα λόγια ως την αντίθεση του εμπειρικού εγώ και του ουκ εγώ. Επομένως η σύγκρουση και ο αγώνας για κυριαρχία είναι ουσιώδη, και μέσω αυτού του αγώνα η βούληση είναι σε θέση να εξαλείψει την ετερότητα της φύσης και να την αφομοιώσει μέσα στην επεκτεινόμενη σφαίρα του εαυτού. Για τον Nietzsche η διονυσιακή βούληση για δύναμη διασκορπίζεται συνεχώς μέσα στα κέντρα ισχύος τα οποία αγωνίζονται να κυριαρχήσουν και να καθυποτάξουν τον αντίπαλό τους. Αυτός ο αγώνας, ωστόσο, είναι επίσης ο υποσυνείδητος αγώνας της βούλησης για να ανασυγκροτήσει τη χαμένη ενότητά της, για να ανασυγκροτήσει τον Διόνυσο. Όμοια με τη βούληση του Fichte, η βούληση για δύναμη είναι θετική, ή, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Nietzsche, ποιητική: «Ο κόσμος» διατείνεται ο Nietzsche «είναι ένα αυτοδημιούργητο έργο τέχνης». Και αυτή επίσης θέτει ή καθιδρύει τον εαυτό της ή τις μορφές της ύπαρξής της σε αντίθεση με άλλες. Όπως η βούληση για δύναμη, έτσι και ο Διόνυσος ενεργεί μέσω όλων των πραγμάτων προκειμένου να ανασυγκροτήσει τον εαυτό του, κατακτώντας και καθυποτάσσοντας το σύνολο των όντων μέσα σε μια όλο και περιεκτικότερη δομή δύναμης.

Στην οψιμότερη σκέψη του δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο το εγώ ή το υποκείμενο, αλλά η φύση κατανοημένη ως η βούληση για δύναμη. Σε αυτή την προοπτική ο Nietzsche μετατοπίζεται από την υποκειμενιστική φιχτιανή αφετηρία του προς την κατεύθυνση της φιλοσοφίας της φύσης του Schelling, που ταυτίζει τη βούληση με το αρχέγονο είναι. Με τη μετατόπιση του απόλυτου στη φύση όμως ο Schelling δεν επιδίωκε να καταργήσει την υποκειμενικότητα. Ο στόχος του ήταν να συλλάβει το απόλυτο εγώ μέσω του ουκ εγώ μάλλον παρά μέσω του εμπειρικού εγώ, δηλαδή μέσω του φυσικού κόσμου. και όχι μέσω του εαυτού. Ήταν μία ακόμη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν όλα τα όντα ως η έκφραση της απόλυτης βούλησης. Έτσι, για τον Schelling η φύση ως όλον έλαβε τον χαρακτήρα ενός εαυτού ή θεού. Παρά τις διαφορές του με τον Fichte, η σκέψη του παραμένει στην τροχιά της απόλυτης υποκειμενικότητας.

Ο Nietzsche, όπως ο Fichte, ο Schelling και ο Hegel, συλλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπινων και φυσικών όντων ως προβολές ή απορροές της απόλυτης βούλησης. Όπως και εκείνοι, εικάζει ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα όντα καθορίζονται από τις αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτής της βούλησης και από την αρχέγονη ενόρμηση της βούλησης προς την αυτοσυμφιλίωση, παρ' ότι κατανοεί αυτή τη συμφιλίωση περισσότερο ως αυτοκατάκτηση παρά ως χαρούμενη επανένωση. Στη διάρκεια της μέσης περιόδου του δίνει μεγαλύτερο βάρος στις ατομικές βουλήσεις και στις προσπάθειές τους να προτάξουν μία ολότητα, παρά στις προσπάθειες της βούλησης να ανασυγκροτηθεί μέσω των ατομικών βουλήσεων όμως, αφότου διαμόρφωσε την έννοια της βούλησης για δύναμη και της αιώνιας επανάληψης, επανήλθε σε μια περισσότερο ενιαία αντίληψη. Η επιστροφή του Nietzsche στον Διόνυσο τα τελευταία χρόνια της δημιουργικής ζωής του είναι τουλάχιστον μια ένδειξη ότι και αυτός επίσης συνεχίζει να αντιλαμβάνεται τη βούληση όχι απλώς ως καθολική ουσία αλλά και ως ένα είδος εαυτού ή υποκειμένου. Πράγματι, στην οψιμότερη σκέψη του Nietzsche αυτή η ιδεαλιστική θεώρηση του απόλυτου συνδυάζεται με τη ρομαντική έννοια του Διονύσου εν είδει θεού των θεών ο οποίος δημιουργεί τον κόσμο από τον εαυτό του και συνεχώς τον επανενώνει στον εαυτό του. Όπως είδαμε, ωστόσο, αυτή ακριβώς η ρομαντική θεώρηση του Διονύσου οφειλόταν κυρίως στον Fichte.

Μολονότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στον Fichte και στον Nietzsche, καθώς και ανάμεσα στον Nietzsche και στον γερμανικό ιδεαλισμό εν γένει, η βουλησιαρχία του Nietzsche είναι σε τελική ανάλυση πολύ πιο ριζοσπαστική απ' ό,τι στους ιδεαλιστές προκατόχους του, συμπεριλαμβανομένου του Fichte. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις αντίθετες απόψεις τους για την τελολογία. Ο Fichte, για παράδειγμα, θέτει ως ειδοποιό σκοπό του ανθρώπινου αγώνα την πλήρη συμφιλίωση του εμπειρικού εγώ και του απόλυτου εγώ, η οποία θα επιτευχθεί με την εξάλειψη του ουκ εγώ ή του φυσικού κόσμου. Μολονότι ο Fichte παραδέχεται ότι αυτός ό σκοπός δεν επιτυγχάνεται ποτέ, πιστεύει ότι θα πρέπει να κατευθύνει τον ανθρώπινο αγώνα. Άρα η σκέψη του είναι τουλάχιστον στο πνεύμα τελολογική. Ο Nietzsche, αντιθέτως, είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε κάποιον τέτοιο τελικό σκοπό επειδή δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός. Για τον Fichte το απόλυτο καθιδρύει τον εαυτό του άπαξ διά παντός για τον Nietzsche αυτό το «απόλυτο», ως Διόνυσος ή βούληση για δύναμη ή αρχέγονη μουσική, πρέπει συνεχώς να επανακαθιδρύεται, και το κάνει με διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφές.

Ο Nietzsche κατανοούσε ότι ένα τέτοιο αδιάλλακτα αντιτελολογικό δόγμα ανάγει τα πάντα στο ανταγωνιστικό χάος του καθαρού γίγνεσθαι. Έτσι, εισήγαγε ένα ισχνό τελολογικό στοιχείο με το δόγμα του για την αιώνια επανάληψη. Καθόσον η αιώνια επανάληψη προσδιορίζει μια οντολογία, ο Nietzsche υπαναχωρεί από την πλήρη απόρριψη της ουσιώδους σχέσης ανάμεσα στην ενότητα και στο είναι. Η αιώνια επανάληψη, ακόμη κι αν την κατανοήσουμε με την πιο ορθόδοξη μεταφυσική έννοια, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεγάλο κύκλο γύρω από το γίγνεσθαι. Ίσως προϋποθέτει μια ολότητα, αλλά δεν προσδιορίζει κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο ή κάποια ιδιαίτερη τάξη στο εσωτερικό της ολότητας. Επομένως, σε αντίθεση με το απόλυτο εγώ του Fichte, η αιώνια επανάληψη δεν προσδιορίζει κάποια ειδοποιό τάξη ή κάποιον ειδοποιό στόχο, και κατά συνέπεια δεν επιβάλλει κάποιο ηθικό καθήκον ή κάποια ηθική υποχρέωση. Ό,τι συμβαίνει συμβαίνει και συμβαίνει ξανά και ξανά, αέναα. Η προσήκουσα στάση προς την ύπαρξη είναι επομένως είτε παραίτηση είτε κατάφαση, η απόρριψη της ύπαρξης ή amor fati. Ο Schopenhauer επέλεξε την πρώτη ο Nietzsche, για λόγους που πραγματευτήκαμε, τη δεύτερη. Πίστευε ότι αυτή είναι η υπέρτατη διονυσιακή στάση προς τη ζωή.

Η αντιτελολογική στάση του Nietzsche είναι επακόλουθο του ισχυρισμού του για τον αισθητικό χαρακτήρα της ύπαρξης. Η θεμελιώδης αρχή του είναι ένας κοσμικός καλλιτέχνης. Για τον Nietzsche το είναι σημαίνει δύναμη ή ενέργεια, επειδή είναι το προϊόν της ποίησης. Ως ένα αυτογεννώμενο έργο τέχνης, η φύση είναι καλλιτεχνική βούληση η οποία συνεχώς αλλά ανεπιτυχώς επιχειρεί να αναπαραστήσει την απειρότητά της με πεπερασμένες μορφές. Μολονότι αυτή η σύλληψη της απόλυτης βούλησης ως κατασκευαστή μάλλον παρά ως ειδήμονα, ως ποιητή παρά ως φιλοσόφου, θυμίζει έντονα τον γερμανικό ιδεαλισμό, στην πραγματικότητα απέχει παρασάγγας ακόμη και από τις ριζοσπαστικότερες μορφές του ιδεαλισμού που επιβεβαιώνουν τη δύναμη και το εύρος της βούλησης. Εδώ ο Nietzsche προσεγγίζει τον Schopenhauer και τους ρομαντικούς. Για τον Nietzsche, όπως και για τον Schopenhauer, η βούληση μπορεί να κάνει τα πάντα. Αντιθέτως, ακόμη και ο Fichte, ο οποίος παραχώρησε στο απόλυτο ένα ευρύ πεδίο δράσης σε σχέση με τους συγχρόνους του, πίστευε ότι η αυτοπαραγωγή του απόλυτου σε μεγάλο βαθμό περιοριζόταν από τους δικούς του προηγούμενους προσδιορισμούς. Δημιούργησε τον κόσμο από τον εαυτό του μέσω μιας αυτοάρνησης και περιοριζόταν στην περαιτέρω δημιουργική δραστηριότητά του από τη δομή του κόσμου τον οποίο δημιούργησε. Η δραστηριότητά του δεν αποβλέπει στην καταστροφή του κόσμου και στη δημιουργία του εξ υπαρχής, αλλά στην τροποποίηση του κόσμου που ήδη εγκαθίδρυσε. Κάθε μεταβολή, σύμφωνα με τον ιδεαλισμό, είναι το αποτέλεσμα μιας προσδιορισμένης μάλλον παρά μιας απόλυτης άρνησης, και κατά συνέπεια ακολουθεί μια διαλεκτική πορεία. Ο Nietzsche, αντιθέτως, φαντάζεται ότι η διονυσιακή βούληση είναι απολύτως ελεύθερη και δεν δεσμεύεται από προγενέστερες ενέργειές της. Η μεταβολή δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας προσδιορισμένης άρνησης αλλά της απόλυτης άρνησης. Η βούληση ισοπεδώνει το έδαφος προκειμένου να ανοιχτεί χώρος για την αυθόρμητη γένεση μιας ριζικά νέας δυνατότητας. Για τον Nietzsche ο μηδενισμός είναι τέτοιου είδους μια ισοπέδωση, και άρα αναγγέλλει μια νέα αυγή. Η κατεύθυνση του Nietzsche σε αυτή την προοπτική αντιστοιχεί με εκείνη των Μπαζάροφ, Bakunin και Nechaev.

Ο Nietzsche, ωστόσο, είναι ακόμη πιο ριζοσπάστης από ό,τι οι Ρώσοι προκάτοχοί του. Η μεταστροφή του από τη λογική και τη διαλεκτική στη μουσική τον ωθεί να τους ξεπεράσει. Μολονότι υιοθετεί τον γενικό στόχο της συμφιλίωσης που χαρακτήριζε τον γερμανικό ιδεαλισμό και τους απογόνους του τον δέκατο ένατο αιώνα, δεν μπορεί να αποφανθεί πως κάποια συγκεκριμένη μορφή συμφιλίωσης είναι ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη. Δεν υπάρχει ένας σκοπός ή μια πορεία προς αυτό τον σκοπό, επειδή ο σκοπός δεν είναι η αλήθεια αλλά το ωραίο, και υπάρχουν πολλές μορφές ωραίου και πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να κατασκευαστεί το ωραίο. Με τα λόγια του Ζαρατούστρα: «Υπάρχουν ακόμη πολλά σπίτια για να οικοδομηθούν». Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μελωδίες που εναρμονίζουν τις αντιφάσεις. Μολονότι η βούληση δεν παύει να αγωνίζεται για μια μουσική συμφιλίωση, αγωνίζεται προς πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Μολονότι καθοδηγείται από την ενύπαρκτη τάξη της μουσικής, επιδιώκει μόνο στιγμιαίες φαντασιώσεις και όχι τελικούς σκοπούς. Επειδή δεν έχει πραγματικό σκοπό, δεν έχει επίσης πραγματικό έργο. Στην κοσμική της δραστηριότητα είναι παιχνίδι, ένα «παγκόσμιο παιχνίδι». Μέσω της τέχνης και της καλλιτεχνικής μεγαλοφυΐας ο άνθρωπος είναι δυνατόν να συμμετέχει σε αυτό το παιχνίδι, όχι απλώς ως πιόνι στη σκακιέρα, αλλά ως παίκτης, και μπορεί να απολαμβάνει το παιχνίδι ακόμη και όταν ο ίδιος και τα πιόνια του εκμηδενίζονται.

Αυτό το στοιχείο της σκέψης του Nietzsche έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο μεταμοντέρνο εγχείρημα. Για τον Deleuze και άλλους αυτό ακριβώς το στοιχείο διαχωρίζει τον Nietzsche από το σύνολο της φιλοσοφικής παράδοσης που έχει για τελευταίο καταφύγιό της την εγελιανή διαλεκτική. Είναι επίσης βασικό στοιχείο στις προσπάθειές τους να κατασκευάσουν ένα μεταμοντέρνο τρόπο σκέψης που θα είναι απαλλαγμένος από το περιοριστικό εννοιολογικό πλέγμα της παραδοσιακής φιλοσοφικής σκέψης. Παρ' ότι η έννοια της βούλησης ως ιδιότροπης δραστηριότητας βρίσκεται σε αντίθεση με την τελολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για μια ριζικά νέα ιδέα. Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδιότροπη υπερορθολογική βούληση, όπως είδαμε, ενυπήρχε στη νομιναλιστική αντίληψη περί Θεού. Ο Θεός ήταν ο υπερορθολογικός δημιουργός του κόσμου, πέραν κάθε τελολογίας και πέραν του καλού και του κακού. Το δημιούργημά του, επίσης, ήταν κάποιο είδος θεϊκού παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού αδιαφορίας. Η απόρριψη της τελολογίας από τον Nietzsche τον απομακρύνει από τη μοντέρνα φιλοσοφία, αλλά μόνο επειδή αυτή η απόρριψη εδράζεται σε προμοντέρνες προκείμενες. Ακόμη και στην πιο ριζοσπαστική του ενσάρκωση ως το παγκόσμιο παιχνίδι ή η καθαρή μουσική, ο Διόνυσος παραμένει στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της βούλησης που έχει τις καταβολές της στον παντοδύναμο Θεό του νομιναλισμού.

Η φιλοσοφική διαμάχη που μαίνεται στις μέρες μας σχετικά με το έργο του Nietzsche περιστρέφεται γύρω από τη συνάφεια της σκέψης του με τη νεοτερικότητα και με το κύριο στοιχείο της μοντέρνας σκέψης, την υποκειμενικότητα. Ο Heidegger, όπως είδαμε, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι ο Nietzsche παραμένει προσδεδεμένος στη μεταφυσική, ενώ οι μεταμοντέρνοι στοχαστές στηρίχθηκαν στον Nietzsche για να εξαλείψουν το υποκείμενο. Ο Διόνυσος του Nietzsche, εν τούτοις, είναι συνάμα μοντέρνος και μεταμοντέρνος, καρτεσιανός και μετακαρτεσιανός. Ο Διόνυσος έχει ως αφετηρία τη σφαίρα της υποκειμενικότητας που ο Descartes καθίδρυσε ως εστία του μοντέρνου ανθρώπου, αλλά συγχρόνως την ξεπερνά. Το μεταμοντέρνο στοιχείο στη σκέψη του Nietzsche είναι από πολλές απόψεις ακούσια προμοντέρνο, εφ' όσον απορρέει από τη νομιναλιστική έννοια της βούλησης. Ο Διόνυσος υπ' αυτή την έννοια δεν είναι ένας νέος Θεός ο οποίος εμφανίζεται για να αντικαταστήσει τον παλαιό Θεό που πέθανε, αλλά ο παλαιός Θεός ο οποίος παρουσιάζεται με νέο προσωπείο. Για τον Nietzsche ο Διόνυσος ήταν η απάντηση στον μηδενισμό, τον οποίο θεωρούσε ως την τελευταία μορφή του χριστιανισμού. Είδαμε ότι ο Nietzsche έσφαλλε όσον αφορά την προέλευση του μηδενισμού και εδώ διαπιστώνουμε ότι έσφαλλε εξ ίσου όσον αφορά τη λύση που έδωσε, διότι ο Διόνυσός του δεν είναι ο μέγας ανταγωνιστής του χριστιανικού Θεού αλλά μόνο η πιο πρόσφατη ενσάρκωσή του.

Μηδενισμός 21

Συνέχεια από Κυριακή 26. Απριλίου 2026

Μηδενισμός 21

Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996

Κεφάλαιο δωδέκατο (α)

Μηδενισμός, υπαρξισμός, γνώση

Ο Θεός είναι ο υπερβατολογικός όρος του παραλόγου του σύμπαντος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το έργο του Heidegger προσφέρει μια θεμελιώδη συμβολή στην ανάλυση του ευρωπαϊκού μηδενισμού. Ωστόσο, στις έσχατες απολήξεις του, αναδεικνύει ένα παράδοξο, που είναι συγχρόνως και το παράδοξο ενός σημαντικού μέρους της σύγχρονης σκέψης. Πρόκειται για το γεγονός ότι μέσα σε αυτό φαίνεται να αγγίζονται και να συνυπάρχουν δύο ασύμβατα άκρα: από τη μία, ένας ριζικός μηδενισμός· από την άλλη, η εγκατάλειψη στην εμπνευσμένη όραση, αν όχι στον μυστικισμό.

Γι’ αυτό, όσο περισσότερο, κατά την πρόσληψη της χαϊντεγκεριανής διδασκαλίας, μένει κανείς στη μία προοπτική, τόσο περισσότερο βρίσκεται αντιμέτωπος με τα προβλήματα που ανοίγει η άλλη. Η ριζοσπαστικοποίηση του φιλοσοφικού ερωτάν, που επενδύει τα πάντα και καταναλώνει τα πάντα, παράγει αφενός μια επιτάχυνση της διάλυσης, μια ενίσχυση του μηδενισμού. Αφετέρου, μέσα στην ολοκλήρωση αυτής της διάλυσης, η σκέψη ανοίγεται στην προσδοκία του απολύτως άλλου, εκείνου που βρίσκεται ριζικά πέρα από ό,τι έχει διαλυθεί.

Η αποδόμηση των εννοιών και των θεωρημάτων της παραδοσιακής φιλοσοφίας έχει ως αποτέλεσμα το άνοιγμα στην προβληματική του ιερού και του θείου. Το ερωτάν που ο Heidegger θεωρεί «την ευσέβεια της σκέψης» συνεπάγεται την αμφισβήτηση και τη διάλυση, αλλά συγχρόνως και την αναζήτηση και την αναμονή. Οδηγεί σε εκείνο το Μηδέν που είναι η έσχατη κάθαρση της περατότητας και την απογυμνώνει από τα πάντα, ώστε να της επιτρέψει να προσέλθει στο θείο· οδηγεί σε εκείνο το έσχατο σημείο που ο Meister Eckhart ονόμαζε, με τις σχεδόν βλάσφημες λέξεις που θυμίσαμε στην αρχή, το σημείο «όπου ο άγγελος, η μύγα και η ψυχή είναι το ίδιο πράγμα». Είναι ένα ερωτάν που ισοπεδώνει τη μεταφυσική, για να προετοιμάσει την έλευση της «νέας αρχής».

Το ερμηνευτικό κλειδί που, καλύτερα από κάθε άλλο, έφερε στο φως αυτή τη δυνατότητα συνύπαρξης ανάμεσα στον μηδενισμό και τον μυστικισμό είναι εκείνο που συσχετίζει τη χαϊντεγκεριανή σκέψη με τη γνώση. Αυτή η σύγκριση αποτελεί παραλλαγή της γενικότερης επαναφοράς του γνωστικού παραδείγματος, αποσπασμένου από την ιστορική του θέση στην ύστερη αρχαιότητα, ως παλίμψηστου για μια ερμηνεία της νεωτερικότητας.

Ήταν ένας δρόμος που είχε ήδη ακολουθηθεί τον δέκατο ένατο αιώνα από τον Ferdinand Christian Baur. Στον περασμένο αιώνα, η αξία της εκ νέου ανακάλυψης της γνώσης πρέπει να αποδοθεί στον Carl Gustav Jung και στις συναντήσεις που ο ίδιος προώθησε από τη δεκαετία του 1930 στην Ascona, για τις οποίες το Eranos Jahrbuch παρέχει την τεκμηρίωση. Αλλά κυρίως στη δεκαετία του 1950 ήρθε στο φως και συζητήθηκε σε ευρύτερη κλίμακα η ερμηνευτική γονιμότητα του γνωστικού παραδείγματος. Η συζήτηση άναψε γύρω από τις θέσεις που υποστήριξαν, αντιστοίχως, ο Eric Voegelin και ο Hans Blumenberg.

Ο πρώτος επιτέθηκε μετωπικά στη νομιμότητα της νεότερης εποχής, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξή της έπρεπε να ερμηνευθεί ως θρίαμβος της γνώσης. Φιλόσοφοι αποφασιστικής σημασίας για τη νεωτερικότητα, όπως ο Hegel, ο Marx και ο Nietzsche, θα έπρεπε να θεωρηθούν «γνωστικοί», επειδή μέσα στη σκέψη τους θα ήταν ενεργό ένα θεωρησιακό σχήμα γνωστικής προέλευσης.

Στον Hegel, η διαδικασία κατά την οποία, από μια κατάσταση αλλοτρίωσης, το πνεύμα φτάνει να ξαναβρεί τον εαυτό του είναι, για τον Voegelin, ανάλογη προς την περιπλάνηση μέσω της οποίας η αλλοτριωμένη σπίθα —το πνεύμα— των γνωστικών επιστρέφει από την εξορία της μέσα στον κόσμο έως την αρχέγονη πληρότητα, το πλήρωμα.
Στον Marx, η διαλεκτική διαδικασία της ιστορίας, την οποία επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ο ιστορικο-διαλεκτικός υλισμός, απελευθερώνει τον άνθρωπο από την αλλοτρίωση και τον μεταφέρει στην πληρότητα μιας ολοκληρωμένης ανθρώπινης ύπαρξης.
Στον Nietzsche, η φυσική αρχή της βούλησης για δύναμη μεταμορφώνει τον άνθρωπο, που είναι πνιγμένος από αξίες εχθρικές προς τη ζωή και πλέον εξαντλημένος, στον υπεράνθρωπο.
Και στις τρεις περιπτώσεις ενεργεί η ιδέα μιας αυτοσωτηρίας του ανθρώπου μέσω της «γνώσης» της ίδιας του της κατάστασης αιχμαλωσίας και αλλοτρίωσης· γνώσης η οποία γίνεται το όργανο της λύτρωσης. Δυνάμει αυτής της «γνώσης», άρα με τη δική του δύναμη, το υποβαθμισμένο ον αποκαθιστά την αρχέγονη πληρότητά του.

Ο νεωτερικός θρίαμβος της γνώσης σημαίνει, για τον Voegelin, την ενδοκοσμίκευση της χριστιανικής εσχατολογίας, η οποία στο τέλος εκβάλλει στον μηδενισμό: ο Θεός και η πνευματική ζωή του ανθρώπου θυσιάζονται στον πολιτισμό, με την αφιέρωση όλων των ανθρώπινων ενεργειών στο εγχείρημα της σωτηρίας μέσω της ενδοκοσμικής δράσης μέσα στον κόσμο.

Σε αυτές τις θέσεις αντιτάχθηκε σθεναρά ο Blumenberg. Εκείνος υπερασπίστηκε τη νεωτερικότητα, υποστηρίζοντας ότι αυτή δεν είναι τόσο η εκκοσμίκευση του χριστιανισμού, όσο η διαδικασία της αυτόνομης αυτοκατάφασης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.

Με την απολυτοποίηση της γήινης διάστασης, η νεωτερικότητα αρνείται τον γνωστικό δυϊσμό, ο οποίος ήταν ακόμη παρών στην ύστερη μεσαιωνική θεολογική θεωρία, που χωρίζει ριζικά τον Θεό από τον κόσμο. Επομένως, η νεωτερικότητα δεν είναι ο θρίαμβος, αλλά η δεύτερη, οριστική ήττα της γνώσης· βλ. Faber, 1984· Taubes, 1984.
Εκείνο που ενδιαφέρει εδώ —πέρα από τις νεότερες μεταμορφώσεις της γνώσης— είναι ότι το γνωστικό δυϊστικό παράδειγμα επιτρέπει να δούμε τον σύγχρονο μηδενισμό από μια διαφορετική, ευρύτερη και πιο διαφωτιστική προοπτική.
Αν η γνώση, θεωρούμενη όχι ως ιστορικό φαινόμενο αλλά ως μοντέλο σκέψης, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένας υπαρξιακός μηδενισμός ante litteram, ο οποίος, μέσω της annihilatio mundi, πραγματοποιεί μια ριζική απομόνωση της ψυχής με σκοπό τη σωτηρία της και την επανένωσή της με τον Θεό, τότε ο σύγχρονος μηδενισμός μπορεί με τη σειρά του να διαβαστεί ως ένας νεότερος άθεος γνωστικισμός: τυφλός απέναντι σε κάθε υπερβατικότητα, συγκεντρώνεται σε μια τραγική περιγραφή του ξεριζωμού και της απώλειας οικείου τόπου της θνητής ύπαρξης.

Μέσα στην κοσμική της μοναξιά, η ύπαρξη επαναλαμβάνει το γνωστικό ερώτημα, γνωρίζοντας ότι θα μείνει χωρίς απάντηση: ποιοι είμαστε; από πού ερχόμαστε; πού πηγαίνουμε;

Υπήρξε κυρίως η αξία του Hans Jonas, μαθητή του Heidegger και του Bultmann στο Marburg, ότι έφερε στο φως τις δομικές συνδέσεις ανάμεσα στην αρχαία γνώση και στον σύγχρονο υπαρξισμό και μηδενισμό, και ότι χρησιμοποίησε το γνωστικό μοντέλο σκέψης ως ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της υπαρξιακής και μηδενιστικής κρίσης του σημερινού ανθρώπου. Από τη βαθιά ιστορική ανασυγκρότηση της αρχαίας γνώσης, ο Jonas άντλησε ένα τυπολογικό προφίλ, για να δείξει πώς η σύγκριση με το γνωστικό παράδειγμα απελευθερώνει τα ζητήματα που θέτουν ο μηδενισμός και ο υπαρξισμός από το κλουβί του παραλόγου και τα φωτίζει με ένα ευρύτερο νόημα (Jonas, 1992: 23-47).

Αλλά και ο Jaspers και ο Émile Bréhier είχαν επισημάνει τη σημαντική αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στον υπαρξισμό και τον μηδενισμό, από τη μία πλευρά, και στον γνωστικισμό, από την άλλη. Ιδίως ο Bréhier έκανε πολύ διεισδυτικές παρατηρήσεις σχετικά με την αντιστοιχία που υφίσταται ανάμεσα στην υπαρξιακή αναλυτική του Είναι και χρόνος και στη δομή του γνωστικού μυθιστορήματος.

Στον Heidegger θα αφηγούνταν κανείς την πτώση της ατομικής ύπαρξης μέσα στην περατότητα, όπως ακριβώς στη γνώση αφηγείται κανείς την πτώση της ψυχής στην άβυσσο του κόσμου. Μόνο που στο Είναι και χρόνος η αφήγηση στερείται αρχής και τέλους· και ακριβώς αυτή η άγνοια ως προς την προέλευση και τον προορισμό της είναι εκείνη που προσδίδει στη μυθιστορηματοποιημένη ζωή τη δραματική της ένταση, σαν σε τραγωδία της οποίας δεν γνωρίζουμε ούτε την αφετηρία ούτε τη λύση.
Απλουστεύοντας, η εξέλιξη του γνωστικού μυθιστορήματος αρθρώνεται στα ακόλουθα επεισόδια:
υπάρχει πρώτα η αρχική Ενότητα·
από αυτήν αποσπώνται ορισμένες υποστάσεις που θέλουν να γίνουν ανεξάρτητες —εδώ βρίσκονται η αμαρτία και η ενοχή— και πέφτουν στον κόσμο, μέσα στον οποίο, λησμονώντας την καταγωγή τους και έχοντας κλίση προς την curiositas, χάνονται· αυτό, κατά τον Bréhier, αντιστοιχεί στη χαϊντεγγεριανή «μέριμνα»·
μέσω της γνώσης —της γνώσης, gnosis— ορισμένες υπάρξεις κατορθώνουν να υπερβούν τη λήθη και να ανακτήσουν την ανάμνηση της καταγωγής τους, επιστρέφοντας σε αυτήν.


Αν λοιπόν σκοτεινιάσουν η αρχή και το τέλος της αφήγησης, προκύπτει ακριβώς η χρονική ακολουθία της περατής ύπαρξης μέσα στη δυναμική της αναυθεντικότητας και της αυθεντικότητας, όπως την περιγράφει ο Heidegger. Η υπαρξιακή αναλυτική θα ήταν επομένως η έκφραση μιας γνωστικής και μηδενιστικής στάσης, η οποία δεν γνωρίζει πλέον την αρχική θεία ενότητα ούτε πιστεύει σε κάποια επιστροφή, αλλά καταναλώνεται ολόκληρη μέσα στον κενό και δραματικό ορίζοντα της περατότητας.
Αυτό το ερμηνευτικό παράδειγμα φωτίζει από μια νέα γωνία όχι μόνο το έργο του Heidegger, αλλά και δύο αντίθετες εξελίξεις της σύγχρονης σκέψης που εμπνεύστηκαν από αυτό: εκείνη που κατευθύνεται προς τη θεολογία και τη φιλοσοφία της θρησκείας, και εκείνη που κατευθύνεται προς τον άθεο και μηδενιστικό υπαρξισμό.

Στην πρώτη περίπτωση δοκιμάστηκε η δυνατότητα να σκεφτούμε το ιερό και το θείο στην εποχή της απομάγευσης, μιας εποχής εχθρικής προς τις υπερβατικότητες, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις φιλοσοφικές κατηγορίες που χρησιμοποιούν οι παραδοσιακές θεολογίες και εκλεπτύνοντας τα εννοιολογικά τους εργαλεία. Αυτό οδήγησε στην επανεκτίμηση εκείνων των τρόπων σκέψης του θείου, όπως η αποφατική θεολογία, στους οποίους πραγματοποιείται ante litteram, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, μια κριτική επαγρύπνηση απέναντι στους θετικούς προσδιορισμούς του Θεού· βλ. Weischedel, 1972· Garaventa, 1989.
Υπό αυτή την έννοια μπόρεσε μάλιστα να υποστηριχθεί, συγκρίνοντας τον εβραϊκό, τον χριστιανικό και τον ισλαμικό μονοθεϊσμό, ότι η αιτία του πολιτισμικού μηδενισμού της Δύσης είναι συνέπεια του προσδιορισμού του Θεού ως προσώπου και του ανθρώπου ως ατόμου. Θα έπρεπε λοιπόν να τεθούν υπό αμφισβήτηση το μεταφυσικό πρωτείο που η Δύση αποδίδει στην αρχή της ατομικότητας και ο κοσμοθεολογικός δυϊσμός που απορρέει από αυτό· βλ. Corbin, 1986: 136 κ.ε.· Guénon, 1972: 83-99.

Στην άλλη κατεύθυνση, εκείνη του άθεου και μηδενιστικού υπαρξισμού, επιχειρήθηκε να νοηθεί η γεγονότητα και η περατότητα της ύπαρξης, και μάλιστα μέσα στην παραλογότητα που της προκύπτει από την έλλειψη αρχών που να την εξηγούν και να της δίνουν νόημα. Από αυτή την προοπτική, η συγχώνευση υπαρξισμού και μηδενισμού, για παράδειγμα στο έργο στοχαστών όπως ο Jean-Paul Sartre και ο Albert Camus, προσέφερε αποφασιστική συμβολή στη θεματοποίηση και στη διασάφηση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στα γραπτά του Sartre, για παράδειγμα, χωρίς η έννοια του μηδενισμού να χρησιμοποιείται ως τέτοια, αισθάνεται κανείς παντού την παρουσία μιας ρητής μηδενιστικής στάσης, μερικές φορές σχεδόν επιδεικτικής. Αυτό ισχύει κυρίως για τα γραπτά της υπαρξιστικής περιόδου. Στο L’être et le néant —Το Είναι και το Μηδέν— του 1943, του οποίου οι διαισθήσεις προετοιμάζονται και συνοδεύονται από πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, όπου ξεχωρίζει, για τη μηδενιστική ατμόσφαιρα που προκαλεί, το φιλοσοφικό μυθιστόρημα La nausée —Η ναυτία— του 1938, το μηδέν και η αρνητικότητα δεσπόζουν στο κέντρο της πραγμάτευσης και έχουν καθοριστική λειτουργία στην προσπάθεια να οριστεί ο ριζικά ελεύθερος χαρακτήρας της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η ανθρώπινη ύπαρξη, εφόσον είναι ελευθερία, δεν μπορεί να καθορίζεται από κανέναν προσδιορισμό, καμία έννοια, κανέναν ορισμό· είναι κατ’ ουσίαν εκείνο που θα επιλέξει να είναι και εκείνο που θα γίνει με την επιλογή της. Ο άνθρωπος είναι το ον στο οποίο η ύπαρξη προηγείται της ουσίας και την καθορίζει. Η ύπαρξη και η ελευθερία, όταν νοηθούν συνεπώς μαζί, επιβάλλουν αφενός την άρνηση του Θεού, διότι, αν τον δεχόταν κανείς, θα είχε eo ipso μια αρχή που θα καθόριζε την ουσία του ανθρώπου πριν από την ύπαρξή του· αφετέρου αναγκάζουν τον άνθρωπο, εγκαταλελειμμένο στον εαυτό του, να επινοεί κάθε στιγμή την ύπαρξή του, αποφασίζοντας τι θα την κάνει.
Ωστόσο, η συνειδητή ελευθερία, το «δι’ εαυτό» —pour-soi—, που εκθέτει τον άνθρωπο στην αναπόφευκτη υποχρέωση ενός συνεχούς αυτοσχεδιασμού και αυτοσχεδιαζόμενου προγραμματισμού, δεν είναι μια αφηρημένη ελευθερία, αλλά είναι πάντοτε βυθισμένη σε μια κατάσταση, ριγμένη σε μια συνθήκη, ενταγμένη στον κόσμο των πραγμάτων, του «καθ’ εαυτό» —en-soi. Η ύπαρξη είναι συνείδηση και ελευθερία που υπερβαίνει τον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να τον υπερβεί παρά μόνο αναφερόμενη συνεχώς σε αυτόν.
Και εφόσον η ύπαρξη είναι σώμα, γίνεται πράγμα ανάμεσα σε πράγματα, παράλογη ενδεχομενικότητα ανάμεσα σε ενδεχομενικότητες. Το σώμα «είναι η ενδεχομενική μορφή που έλαβε η αναγκαιότητα της ενδεχομενικότητάς μου» (Sartre, 1965: 385). Η ελευθερία του δι’ εαυτό έχει στην ενδεχομενικότητα του καθ’ εαυτό το σημείο αναφοράς της: η ύπαρξη, ως συνείδηση και ελευθερία, δεν ανάγεται στη σκοτεινή δωρεάν ύπαρξη του σώματος ή των πραγμάτων, αλλά συνεχώς την αρνείται και την υπερβαίνει.
Εκδηλώνεται ολόκληρη μέσα στην ελευθερία που τη συγκροτεί ως δι’ εαυτό και με την οποία, αρνούμενη κάθε προηγούμενο καθορισμό και κάθε γεγονότητα, προβάλλεται από το μηδέν στο μηδέν. Η ελευθερία της ανθρώπινης ύπαρξης, για να καταφαθεί στη ριζικότητα των συνεπειών της, συνεπάγεται μια «μηδενοποίηση» —néantisation— η οποία στερεί από τον άνθρωπο κάθε εξωτερικό σημείο αναφοράς στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί και τον αναγκάζει να αναδιπλωθεί στον εαυτό του, να είναι η ίδια του η ελευθερία και το ίδιο του το μηδέν.
Η ελευθερία είναι εκείνος ο ιδιάζων τρόπος του είναι που γίνεται έλλειψη είναι, δηλαδή μηδέν. Το συμπέρασμα του Sartre είναι συνεπές: ο άνθρωπος είναι ένα άχρηστο πάθος. Εδώ επανεμφανίζεται, αν και όχι ρητά διατυπωμένο, το μοτίβο του γνωστικού μηδενισμού.

Εκείνος, αντίθετα, που έχει πλήρη επίγνωση της γνωστικής δομής που υποβαστάζει τον δικό του υπαρξιστικό και μηδενιστικό στοχασμό είναι ο Camus. Αυτή η επίγνωση δεν εκπλήσσει, αν λάβει κανείς υπόψη ότι στη διπλωματική του εργασία Métaphysique chrétienne et néoplatonisme —Χριστιανική μεταφυσική και νεοπλατωνισμός— του 1936, όπου στο κέντρο της πραγμάτευσης βρίσκονται οι μορφές του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου, ο Camus είχε ασχοληθεί με τη γνώση και της είχε αφιερώσει ολόκληρο το δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας (Camus, 1965: 1250-69).

Αν και εδώ δεν φτάνει ακόμη ούτε στην προοπτική ούτε στην πρωτοτυπία των γραπτών που τον έκαναν διάσημο, και επομένως δεν είναι δυνατό να καθοριστούν ακριβείς συνδέσεις, μπορεί ωστόσο να επισημανθεί ότι η πραγμάτευσή του περί γνώσης προχωρεί μέσω «θεμάτων» και «λύσεων» και ακολουθεί μια προβληματική προσέγγιση που ενδιαφέρεται να συλλάβει τη δομή αυτής της σκέψης. Αυτό μαρτυρεί ένα ενδιαφέρον όχι απλώς ιστορικό αλλά τυπολογικό· υπό το φως του, δεν μπορεί να απορριφθεί ως απλή σύμπτωση το γεγονός ότι ο Camus επιλέγει ως τίτλους ορισμένων έργων του ισάριθμες γνωστικές μεταφορές: L’étranger —Ο ξένος—, La chute —Η πτώση—, L’exil et le royaume —Η εξορία και το βασίλειο.

Από αυτή την προοπτική γίνεται επίσης πολύ σαφέστερος ο μεταφυσικός ορίζοντας του μηδενισμού που ο Camus πραγματεύεται και αναπτύσσει ακολουθώντας το νήμα των δύο μοτίβων που τον βασανίζουν: το παράλογο και την εξέγερση της περατότητας. Το πρώτο μοτίβο βρίσκεται στο κέντρο του Le mythe de Sisyphe —Ο μύθος του Σισύφου— του 1942, όπου η δωρεάν ύπαρξη, από τη στιγμή που οι θεοί έχουν σιωπήσει ή πεθάνει, διεκδικείται ως ανθρώπινη υπόθεση που πρέπει να βιωθεί χωρίς λόγους και χωρίς εξηγήσεις.
Το δεύτερο μοτίβο αποτελεί την ουσία εκείνου που πρέπει να θεωρηθεί μία από τις πιο διαφωτιστικές και βαθιές μελέτες πάνω στο πρόβλημα του μηδενισμού, του L’homme révolté —Ο εξεγερμένος άνθρωπος— του 1951. Με τη δύναμη του αξιοζήλευτου λογοτεχνικού του ταλέντου, ο Camus ανασυγκροτεί, σε μια υποβλητική επισκόπηση, την ιστορία του μηδενισμού και στο τέλος παρουσιάζει τη στάση της εξέγερσης ως τη μόνη εφαρμόσιμη αρετή για να αποσπάσει κανείς ένα νόημα από την παραλογότητα της ανθρώπινης κατάστασης.


Αλλά η θεματική του μηδενισμού βρήκε πρόσφορο κλίμα για να ριζώσει και να διαδοθεί όχι μόνο στην εποχή και στους κύκλους του υπαρξισμού...

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ και το τίποτα που πραγματικά φαίνεται να βρίσκεται παντού

από τον Francesco Petrone

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ και το τίποτα που πραγματικά φαίνεται να βρίσκεται παντού

Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Κάποιος πιστεύει ότι ο Ρίχαρντ Βάγκνερ έζησε στο Τρίτο Ράιχ και φορούσε το Καφέ Πουκάμισο ως πεπεισμένος Χιτλερικός. Είπε μάλιστα στην τηλεόραση ότι χρηματοδοτήθηκε από τον Χίτλερ, υπονοώντας ότι έγινε διάσημος μόνο επειδή ήταν μέλος του NSDAP. Αυτή η κυρία ανήκει στην ιταλική πολιτιστική ελίτ και δεν είναι άγνωστη σε αυτήν, επειδή η καθηγήτρια που έκανε αυτή την εξωφρενική δήλωση είναι η Μιρέλα Σέρι, η οποία δίδαξε σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο La Sapienza στη Ρώμη. Έχει συνεργαστεί με τα κανάλια La Stampa, Tuttolibri, Sette-Corriere della Sera, La Repubblica και τα κανάλια Rai Cultura και Rai Storia. Είναι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου που διαχειρίζεται το Διεθνές Βραβείο Capalbio. Υπηρέτησε στην κριτική επιτροπή του Βραβείου Rapallo. Αυτή είναι η κατηγορία των διανοουμένων που λιντσάρισαν τον Μπουταφουόκο, τη ρωσική κουλτούρα, και που προσπαθούν αδέξια να λιντσάρουν και τη μεγάλη κεντροευρωπαϊκή κουλτούρα - στο όνομα τι; Της ανυπαρξίας που πραγματικά φαίνεται να βρίσκεται παντού. Δεν υπάρχει λόγος να γελάμε, μόνο να φοβόμαστε.

Γίνε αυτό που είσαι

Francesco Petrone

Γίνε αυτό που είσαι


Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Το απόφθεγμα του Πινδάρου, «Γίνε αυτό που είσαι», είναι παγκοσμίως γνωστό. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να επιβεβαιώνει την ίδια ιδέα όταν υπενθυμίζει ότι η βελανιδιά υπάρχει ήδη μέσα στο βελανίδι. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, το βελανίδι δεν είναι απλώς ένας σπόρος, αλλά περιέχει μέσα του τη δομή, τη μορφή, τον σκοπό και την τελική υλοποίηση της δυνατότητάς του να γίνει βελανιδιά. Το βελανίδι θα ήταν μια βελανιδιά «εν δυνάμει». Η βελανιδιά δεν θα ήταν τίποτα άλλο από την υλοποίηση, την πράξη, αυτής της αρχικής δυνατότητας. Το βελανίδι, στην πραγματικότητα, δεν θα γίνει ποτέ έλατο. Μια πλήρης αλλαγή παραδείγματος συμβαίνει με τον Ζαν Πολ Σαρτρ, ο οποίος αντίθετα δηλώνει: «Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», που σημαίνει ότι ο άνθρωπος γεννιέται πρώτα και στη συνέχεια αποφασίζει ποιος θέλει να είναι. Στην πράξη, η φύση αναιρείται εντελώς. ο άνθρωπος είναι απλώς η πράξη του. Ο Σαρτρ, με τη σειρά του, φαίνεται να εμπνέεται από τον Λοκ, τον πατέρα του κλασικού φιλελευθερισμού, ο οποίος υποστήριξε ότι το ανθρώπινο μυαλό γεννιέται ως «tabula rasa» και όλα εξαρτώνται αποκλειστικά από την αισθητηριακή εμπειρία. Κατά τη γέννηση, οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα λευκό φύλλο χαρτιού απαλλαγμένο από οποιονδήποτε έμφυτο παράγοντα ή προϋπάρχουσα γνώση, μια θεωρία που αντικρούεται πλήρως από τη σύγχρονη επιστήμη. Ακόμα και ο Ζακ Ντεριντά ασπάζεται αυτή τη μορφή υπαρξιακού μηδενισμού: «Δεν υπάρχει φύση, μόνο ερμηνεία». 
Αυτό το όραμα μεταφράζεται σε «Γίνε αυτό που θέλεις», μια επιταγή που βασίζεται αποκλειστικά στο εγώ, τη φιλοδοξία και τη μίμηση, κατάλληλη για τη σημερινή ατομικιστική κοινωνία του καταναλωτισμού και του φιλελευθερισμού. Είναι ένα υποτιθέμενο αξίωμα που μας οδηγεί να επιθυμούμε πράγματα που δεν είναι έμφυτα σε εμάς. Η ιδέα είναι απλή: «Δεν είσαι τίποτα, εφεύρε τον εαυτό σου».

Αυτή η στάση βρίσκεται επίσης στις ταυτότητες φύλου εντός της LGBTQ κουλτούρας. Η Τζούντιθ Μπάτλερ, μια μεταδομική φιλόσοφος που μελετά την ηθική φιλοσοφία, τον φεμινισμό και την queer θεωρία, υποστηρίζει ότι το φύλο δεν είναι επιτελεστικό. Δεν είσαι άνδρας ή γυναίκα, αλλά γίνεσαι άνδρας ή γυναίκα επαναλαμβάνοντας πράξεις. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ένας άνδρας ή μια γυναίκα παίζει ρόλο επειδή κανείς δεν είναι τίποτα από μόνος του. Το 2006, ακόμη και ο ΟΗΕ είχε προσαρμοστεί στην κατάσταση σε σημείο να μιλάει για αυτοδιάθεση. Κανείς δεν είναι, αλλά όλοι ενεργούν, ενεργούν.

Ο Πίνδαρος, από την άλλη πλευρά, μας προέτρεψε να αναγνωρίσουμε τη δική μας φύση, να αναγνωρίσουμε τόσο τις δυνατότητές μας όσο και τους περιορισμούς μας, για την πλήρη υλοποίηση του εαυτού μας, χωρίς να μιμούμαστε τα πρότυπα των άλλων ή να παίζουμε έναν ρόλο που δεν είναι δικός μας, όπως συμβαίνει πολύ συχνά με τις μάσκες του Πιραντέλο, οι οποίες αντιπροσωπεύουν τον κατακερματισμό της ανθρώπινης ταυτότητας. Οι μάσκες του Πιραντέλο είναι οι κοινωνικοί ρόλοι και οι συμβάσεις που φοράει ο άνθρωπος, χάνοντας τη δική του φύση και γίνοντας «κανένας». Με τον Γιουνγκ, επιστρέφουμε στις απαρχές με τη διαδικασία της εξατομίκευσης, στην οποία ακόμη και η σκιά πρέπει να ενσωματωθεί για να ανασυνθέσει το σύνολο. Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, μέσα από ένα ψυχολογικό ταξίδι, μας προσκαλεί επίσης, μετά από 2.500 χρόνια, να γίνουμε ο εαυτός μας.ενσωματώνοντας συνειδητά και ασυνείδητα στοιχεία για να συνειδητοποιήσει κανείς την ουσία του. Ο Γιουνγκ μιλάει για το «γίνοντας ο εαυτός του», δηλαδή, για το πώς να βυθιστεί στον βαθύτερο πυρήνα της προσωπικότητάς του. Από αυτή την άποψη, αξίζει να θυμηθούμε ότι στον Ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ήταν γραμμένο: «Γνώθι σαυτόν», και ο Άγιος Αυγουστίνος φαίνεται να θέλει να εμβαθύνει την ίδια έννοια όταν λέει «Νοβερίμ με, νοβερίμ Τε», ή «άσε με να γνωρίσω τον εαυτό μου, άσε με να γνωρίσω Εσένα». Αυτή η φράση τονίζει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας καθρέφτης του Δημιουργού. Ο Αυγουστίνος μας συμβουλεύει να μην αναζητούμε τον Θεό έξω από εμάς, αλλά μέσα μας. «Μην βγαίνεις έξω, γύρνα στον εαυτό σου: η αλήθεια κατοικεί στον εσωτερικό άνθρωπο». Ο θεολόγος και μυστικιστής φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι ο Θεός είναι πιο οικείος σε εμάς από ό,τι εμείς στον εαυτό μας. Αν και με διαφορετικό τρόπο, ο Φρίντριχ Νίτσε αρνείται επίσης την έννοια που μας προσκαλεί να γίνουμε αυτό που επιθυμούμε, υποτιτλίζοντας το έργο του «Ecce Homo» με το ρητό ερώτημα «Πώς γίνεται κανείς αυτό που είναι». Ακόμα και η υπερβολικά χρησιμοποιούμενη έννοια στην ανθρωπιστική ψυχολογία και την αναπτυξιακή φιλοσοφία που μας ενθαρρύνει να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας μέσω της αυτοπραγμάτωσης δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πρόσκληση να εκφράσουμε πλήρως τις δυνατότητες και τις φιλοδοξίες μας, εκπληρώνοντας την αληθινή μας φύση. Είναι μια διαδικασία ανάπτυξης που θα πρέπει να μας οδηγήσει στην ολοκλήρωση.

Συμπόσιο

από τον Alberto Giovanni Biuso

Συμπόσιο


Πηγή: GRECE Ιταλίας

Πριν από μερικά χρόνια, έγραψα μερικές γραμμές για το Συμπόσιο (Symposium), ένα έργο που αξίζει μια κάπως πιο εκτενή παρουσίαση, βασισμένο επίσης σε μια πιο πρόσφατη και εξαιρετική μετάφραση του Matteo Nucci, με μια πραγματικά αξιοσημείωτη εισαγωγή του Bruno Centrone (Einaudi, 2014). Τους τελευταίους μήνες, διαβάσαμε το έργο στο σύνολό του κατά τη διάρκεια των μαθημάτων που διδάσκονταν στο πλαίσιο του τριετούς μαθήματος Θεωρητικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Κατάνια. Αυτή η ανάγνωση, επομένως, δεν ήταν απλώς προσωπική, αλλά εμπλουτίστηκε με συζήτηση και διάλογο με τους φοιτητές.

Η ανάγνωση του Συμποσίου είναι σαν να βυθίζεσαι σε ένα από τα πιο διάσημα έργα της ευρωπαϊκής και μεσογειακής φιλοσοφίας, γραμμένο γύρω στο 380, όταν ο Πλάτωνας ήταν σαραντάρης, και τοποθετημένο το 416, την παραμονή της καταστροφικής αθηναϊκής εκστρατείας εναντίον των Συρακουσών. Αυτή η εκστρατεία ανατέθηκε και ηγήθηκε από τον Αλκιβιάδη, μια βασική προσωπικότητα στον διάλογο και σε ολόκληρη την σωκρατική ιστορία. Το Συμπόσιο είναι επομένως επίσης εμβληματικό της πλατωνικής αδιαχώριστης μεταφυσικής δομής και της ανθρωπολογικής και πολιτικής έρευνας. Όλα εκτυλίσσονται σε μια άγρια ​​​​διαμάχη μεταξύ ανδρών που αντιμετωπίζουν τις εμπειρίες ο ένας του άλλου, κάνοντάς το με εκλεπτυσμένη στυλιστική, συντακτική και λεξιλογική κομψότητα. Η ποικιλία αυτών των διαστάσεων καθιστά αυτόν τον διάλογο τόσο θεωρητικό όσο και λογοτεχνικό, στον οποίο η απαράμιλλη μαεστρία του συγγραφέα εκδηλώνεται σε διαφορετικά στυλ ανάλογα με το άτομο που μιλάει, συμμετέχει στον διάλογο, αναπτύσσει τις σκέψεις του και τον εαυτό του. Ο Πλάτωνας έτσι αποδεικνύεται συγγραφέας ικανός να χρησιμοποιεί, να μιμείται και να ενσωματώνει τα πιο ποικίλα στυλ γραφής και ομιλίας σε λίγες μόνο σελίδες.

Αλλά πάνω απ' όλα, αυτό το πραγματικά αταξινόμητο κείμενο είναι ένα έργο μυητικής πρόθεσης και δομής, που στοχεύει στην αποκάλυψη μιας βαθιάς αλήθειας για την ανθρωπότητα, στην απελευθέρωσή της από τη δουλεία που συνεπάγεται και στη μετατροπή του πόνου και της υποδούλωσης σε φως. Αυτή η αλήθεια είναι το συναίσθημα της αγάπης, η δύναμή της, η διεισδυτικότητά της, η ανησυχητική, ικανοποιητική, απογοητευτική και πάντα αινιγματική φύση της. Ο Έρωτας ως θεός και ο έρωτας ως ανθρώπινο πάθος είναι, σε κάθε περίπτωση, η έκφραση της ενοχής και της νοσταλγίας. Η ενοχή του θεού που γεννήθηκε από την απάτη, η νοσταλγία για μια ολότητα που κάποτε ήταν και έχει χάσει η ανθρωπότητα.

Μερικοί φίλοι συγκεντρώνονται στο σπίτι του Αγάθωνα, ενός τραγικού ποιητή που μόλις κέρδισε τη νίκη στα Λήναια και γοήτευσε το αθηναϊκό κοινό. Επικεφαλής του συμποσίου, όπου μετά το φαγητό, το ποτό και τη συζήτηση, είναι ο γιατρός Ερυξίμαχος. Όταν έρθει η σειρά του, θα μιλήσει ως γιατρός, αλλά πρώτα ξεκινά αναγνωρίζοντας ότι ο Έρωτας είναι ένας αρχαίος και ισχυρός θεός. Αυτή είναι μια θέση που ο πρώτος ομιλητής, ο Φαίδρος, επιβεβαιώνει πλήρως, δηλώνοντας ότι «ο Έρωτας είναι ο αρχαιότερος και πιο έντιμος από τους θεούς, και είναι ο πιο ισχυρός στην απόκτηση αρετής και ευτυχίας για τους ανθρώπους, ζωντανούς και νεκρούς» (180b, 7-10, σελ. 43 της έκδοσης Einaudi). Μετά από αυτόν, ο Παυσανίας επισημαίνει τη μεροληψία της θέσης του Φαίδρου, αφού δεν υπάρχει μόνο ένας Έρωτας, δεν υπάρχει μόνο μία Αφροδίτη, αλλά δύο. Η μία, ακολουθώντας τον Ησίοδο, «είναι μεγαλύτερη και άμητη, κόρη του Ουρανού, του ουρανού, την ονομάζουμε Ουρανία, δηλαδή ουράνια· η άλλη» – ακολουθώντας τον Όμηρο – «είναι νεότερη, κόρη του Δία και της Διώνης και την ονομάζουμε Πανδήμια, δηλαδή λαϊκή» (180d-e, 7-12, σ. 45). Έτσι, αρχίζει να διαφαίνεται μια σαφής διαφοροποίηση επιπέδων τόσο στη δομή του Έρωτα όσο και στον τρόπο απόλαυσής του.

Σε αυτό το σημείο ο Αριστοφάνης αφηγείται έναν από τους πιο διάσημους πλατωνικούς μύθους, ο οποίος δεν αντικατοπτρίζει τη σκέψη του Πλάτωνα, αλλά έχει προκαλέσει χιλιετίες στοχασμού για τον έρωτα. Είναι ο μύθος του αρχικού ανδρόγυνου όντος, του ανθρώπου που αρχικά ήταν μια σφαίρα που αποτελούνταν από δύο κεφάλια, τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια, και επομένως πολύ ισχυρός, σε τέτοιο βαθμό που οι θεοί τιμώρησαν την αλαζονεία που δημιουργούσε μια τέτοια δύναμη χωρίζοντας αυτές τις οντότητες στα δύο. «Η αρχαία μας φύση ήταν αυτή, και ήμασταν ολόκληροι, και επομένως η επιθυμία και η αναζήτηση του όλου ονομάζεται έρωτας» (192e, 10-11 / 193a, 1-2, σ. 93). Η δύναμη του συναισθήματος της αγάπης εξηγείται επομένως από τον Αριστοφάνη ως μια σωματική ανάγκη ανασύνθεσης του συνόλου, επιστροφής στις ρίζες που προηγούνται μιας αμαρτίας, «να γίνει ένα από τα δύο (ποιῆσαι ἓν ἐκ δύοῖν) και να θεραπευθεί η ανθρώπινη φύση» (191d, 9-13, σ. 85).

Ο οικοδεσπότης, Αγάθων, μετατοπίζει τη συζήτηση προς την πλευρά της αγνής ομορφιάς, της γοητείας και της ανάγκης του Έρωτα, αφού αυτός ο θεός «είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους, αφού είναι ο πιο όμορφος και ο πιο άριστος» (195a, 5-8, σ. 101).
Αφού όλοι άκουσαν, ο Σωκράτης παρεμβαίνει στον λόγο του Αγάθωνα – ο τελευταίος που μίλησε – δείχνοντας τους περιορισμούς και την επιφανειακότητά του, που δίνονται πάνω απ' όλα από την ταύτιση της ομορφιάς με τη φυσική, σωματική της έκφραση. Αμέσως μετά, ο ίδιος ο Σωκράτης αρχίζει να μιλάει για τον έρωτα, αφηγούμενος όσα έχει μάθει για αυτό το θέμα από τη Διοτίμα από τη Μαντινεία, μια ξένη ιέρεια γεμάτη σοφία
. Η Διοτίμα του έχει δείξει ότι ο Έρωτας δεν είναι στην πραγματικότητα θεός, ούτε καν άνθρωπος. Ο Έρωτας είναι μια ενδιάμεση φύση, είναι ένας δαίμονας, «ένας μεγάλος δαίμονας· και στην πραγματικότητα όλα όσα είναι δαιμονικά είναι ενδιάμεσα μεταξύ του θείου και του θνητού» (202d-e· σελ. 137). Αυτός ο δαίμονας γεννήθηκε από μια έλλειψη, από την Πηναία, η οποία καταφέρνει να γονιμοποιηθεί από τον Πρόρο, ο οποίος αντ' αυτού είναι πόρος και πλούτος. Και έτσι ο δαίμονας που γεννήθηκε από την ένωσή τους «έχει υποστεί αυτή τη μοίρα: πρώτα απ 'όλα, είναι πάντα φτωχός και καθόλου ευαίσθητος και όμορφος, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά είναι σκληρός […] επειδή έχει τη φύση της μητέρας του: ζει αέναα με στέρηση» (203c-d· σελ. 139-141) αλλά αν και δεν είναι πλούσιος, δεν μένει ποτέ χωρίς πόρους, ζει και ενεργεί στην ενδιάμεση διάσταση της απουσίας και της πληρότητας «και επιπλέον στέκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια» (203e, 4-5· σελ. 141). Εδώ βρίσκεται η αινιγματική φύση του συναισθήματος της αγάπης, μιας πληρότητας που το ανθρώπινο ζώο πάντα επιθυμεί και όμως είναι τόσο δύσκολο να συλλάβει, να επιτύχει, να υπάρξει.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο έγκειται στην ταύτιση της πληρότητας μόνο με την κατοχή σωμάτων, στην εξίσωση του έρωτα με τη σεξουαλική επαφή. Όχι ότι αυτή η διάσταση δεν διαπερνά τον δαίμονα - τόσο πολύ που μόνο μέσω αυτού μπορεί η ανθρωπότητα να ζευγαρώσει, να δημιουργήσει και να αναπαραχθεί - αλλά δεν είναι αποκλειστική, δεν είναι πλήρης. Στην ακεραιότητα και την πληρότητά της, η αγάπη είναι αντίθετα καθαρή μορφή, η ομορφιά των σωμάτων στα οποία λάμπει μια άτοπη, άχρονη και απεριόριστη Ομορφιά.

Αυτή, αναφέρει η Διοτίμα, μόνο αυτή – η μορφή – είναι «μια ομορφιά εκ φύσεως άξια θαυμασμού, η ίδια ομορφιά, Σωκράτη, που ήταν ο στόχος των προηγούμενων άθλων: κάτι που πρώτα απ 'όλα υπάρχει πάντα και ούτε γεννιέται ούτε πεθαίνει, ούτε μεγαλώνει ούτε μικραίνει, και το οποίο, επιπλέον, δεν είναι εν μέρει όμορφο και εν μέρει άσχημο, ούτε άλλοτε όμορφο και άλλοτε όχι, ούτε όμορφο σε σχέση με ένα πράγμα και άσχημο σε σχέση με ένα άλλο, ούτε είναι εδώ όμορφο και εκεί άσχημο, σαν να μπορούσε να είναι όμορφο για μερικούς και άσχημο για άλλους» (210e-211a, σ. 169). Με αυτόν τον τρόπο ο Έρωτας είναι το έμβλημα τού Είναι , που είναι η πληρότητα του καθολικού και της μορφής σε σχέση με κάθε μερικότητα της αντίληψης και της αισθητής πραγματικότητας. Ο στόχος και το νόημα ολόκληρης της φιλοσοφίας συνίστανται επομένως στην «αντίληψη της θεϊκής ομορφιάς καθαυτής, στην ενότητα της μορφής της» (211e, 13· σ. 173).

Ενώ ο Σωκράτης ολοκληρώνει έτσι την αφήγηση των συνομιλιών που είχε με την ιέρεια της Μαντίνειας, ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης εισβάλλει στο σπίτι του Αγάθωνα. Στη θέα του Σωκράτη, τον οποίο δεν περίμενε να συναντήσει, φαίνεται σοκαρισμένος και αρχίζει να διατυπώνει έναν επικήδειο λόγο για τον άνθρωπο που αγαπούσε και φοβόταν, που είναι ίσως το πιο βαθυστόχαστο πορτρέτο που έχει αφήσει ο Πλάτωνας για τον Δάσκαλό του. Όπως και άλλοι, ο Αλκιβιάδης δίνει έμφαση στην ατοπία του Σωκράτη, την «παραδοξότητά» του, η οποία βρίσκει μια από τις εκδηλώσεις και τις εξηγήσεις της στο γεγονός ότι «ο Σωκράτης μοιάζει πολύ με εκεινους τους σειληνούς που βρίσκονται στα εργαστήρια των γλυπτών των ερμαϊκών γλυπτών, εκείνα τα μικρά αγάλματα που οι δημιουργοί, οι τεχνίτες, δουλεύουν με γκάιντες και αυλούς και τα οποία, όταν ανοίγουν στα δύο, αποκαλύπτουν ότι περιέχουν εικόνες των θεών μέσα» (215a-b· σσ. 187-189). Αυτή είναι μια υπέροχη μεταφορά που ταιριάζει με μια άλλη παρομοίωση με την οποία ο Αλκιβιάδης συγκρίνει τον Σωκράτη με τον Μαρσύα, εφευρέτη του αυλού και έναν εξαιρετικό μουσικό, ικανό να μαγεύει τους ακροατές του με την τέχνη του. Ο Σωκράτης κάνει «ακριβώς το ίδιο χωρίς όργανα αλλά με απλές λέξεις» (215c-d· σελ. 189). Και αυτό επιβεβαιώνει, όπως λέγεται στον Φαίδωνα (61a), ότι «φιλοσοφία οὐσης μεγίστης μουσικής», ότι η φιλοσοφία είναι η μεγαλύτερη τέχνη και αρμονία από όλες.

Ακόμα και αν είναι μεθυσμένος και συντετριμμένος, ο Αλκιβιάδης είναι επομένως σε θέση να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της μορφής του Σωκράτη, τα πολλά επίπεδα και στρώματα που πρέπει να διασχιστούν για να αντληθεί η σοφία του, η οποία είναι η αυτογνωσία, η γνώση της εσωτερικότητας στην οποία υπάρχουν τα ανθρώπινα δράματα και η γνώση των απόλυτων μορφών, της Ομορφιάς.

Παραμένοντας εντός του πλαισίου αυτού του διαλόγου, ο Αλκιβιάδης δείχνει επίσης ότι, σε αντίθεση με ό,τι σκέφτεται και με ό,τι λέει ο ίδιος, ο Σωκράτης δεν είναι ο εραστής που αναζητά νέους και ηλικιωμένους για να τον σοφίσει, αλλά είναι ο αγαπημένος προς τον οποίο στρέφεται η επιθυμία και η ανάγκη όσων θέλουν να μάθουν και να κατανοήσουν.

Σε αυτή την περίπτωση, εννοούμε την αγάπη, η οποία είναι επιθυμία, απουσία, έλλειψη, φιλοδοξία. Μια επιθυμία που δεν τελειώνει ποτέ. Μια απουσία που τίποτα δεν μπορεί τελικά να γεμίσει. Μια έλλειψη που μας συνοδεύει συνεχώς. Μια φιλοδοξία που πάντα μας καθοδηγεί, μας παραπλανά, μας παρηγορεί και μας θλίβει.

Και η αγάπη, επομένως, είναι μια έκφραση του άπειρου οντολογικού παιχνιδιού της Ταυτότητας και της Διαφοράς. Ενώ η ιστορία του ανδρόγυνου άνδρα έχει μηχανικά και ενοχικά απορρίψει αυτό το παιχνίδι – τοποθετώντας το αποκλειστικά στην πλευρά της χαμένης ταυτότητας και της διαφοράς ως ορίου – η Διοτίμα/Σωκράτης/Πλάτωνας αρθρώνουν αυτή τη δυναμική με τον πιο συνθετικό αλλά και τον πιο ρεαλιστικό τρόπο: «Λέγεται ότι αυτός που από την παιδική ηλικία φτάνει στα γηρατειά είναι το ίδιο άτομο – αυτό το άτομο, στην πραγματικότητα, δεν διατηρεί ποτέ τα ίδια πράγματα μέσα του, και όμως θεωρείται ίδιο, αλλά πάντα γίνεται νέο, χάνοντας άλλα πράγματα, είτε από άποψη μαλλιών, σάρκας, οστών, αίματος, είτε ολόκληρου του σώματος» (207d, 71-10· σ. 155).

«Και έτσι σώζεται κάθε τι θνητό: όχι παραμένοντας πάντα εντελώς το ίδιο, όπως το θείο, αλλά επειδή αυτό που υποχωρεί και γερνάει αφήνει πίσω του κάτι άλλο νέο, παρόμοιο με το πώς ήταν το ίδιο» (208a-b· σσ. 155-157).

Η πληθυντική, ασυνήθιστη, αγωνιστική και πολυεπίπεδη φύση αυτού του διαλόγου κατασκευάζεται σαν ρωσική κούκλα, αφού όλα όσα λέγονται είναι τα λόγια του Απολλόδωρου, ο οποίος αναφέρει όσα γνώριζε ο Αριστόδημος για εκείνο το περίφημο συμπόσιο που πραγματοποιήθηκε πολλά χρόνια νωρίτερα. Πρόκειται για ένα ισχυρό πλάγιο λόγο στον οποίο συχνά επαναλαμβάνονται τύποι όπως «φαίνεται», «φαίνεται» και «θυμάμαι», αντανακλώντας τι θα είχε πει ο ένας ή ο άλλος από τους συνομιλητές στον διάλογο σε εκείνη την περίσταση.

Επομένως, ο αναγνώστης είναι αυτός που εμπιστεύεται την ερμηνευτική του διαλόγου, την ανακάλυψη των νοημάτων του, την κατεύθυνσή του, το νόημά του. Αναζητώντας και βρίσκοντας το δικό του μονοπάτι πέρα ​​από τους δασκάλους, τους εραστές και τους αγαπημένους. Αυτή είναι επίσης η θεωρητική ελευθερία του Πλάτωνα, που απεικονίζεται και εκφράζεται καλά στην απόσταση που βιώνει και απλώνει ο Σωκράτης γύρω του. Ο Αλκιβιάδης αναφέρει ότι κάποτε «έμεινε εκεί όρθιος μέχρι που ήρθε η αυγή και ανέτειλε ο ήλιος. Έπειτα έφυγε, αφού απηύθυνε την προσευχή του στον ήλιο» (220d, 3-5· σελ. 211).

Και το έργο τελειώνει με τους φίλους που του μιλούσαν να φεύγουν σταδιακά ή να αποκοιμούνται. Και αντ' αυτού, όσο για τον Σωκράτη, «ο Αριστόδημος διηγήθηκε πώς σηκώθηκε και έφυγε, και αυτός τον ακολούθησε, όπως συνήθως. Είπε ότι πήγε στο Λύκειο και, αφού πλύθηκε, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, πέρασε το υπόλοιπο της ημέρας, μέχρι που προς το βράδυ επέστρεψε σπίτι για να ξεκουραστεί» (223d, 9-13· σελ. 227).

Ένα πιανίσσιμο που τελειώνει τη μέρα και ανοίγει τη ζωή.

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ


— Γέροντα, αν ερχόταν σήμερα ο Χριστός, θα Τον αναγνώριζαν οι άνθρωποι;

Ε, βρε παιδί, δύσκολο. Σήμερα οι άνθρωποι έμαθαν να κοιτάζουν τα φώτα και χάνουν τον ήλιο. Θέλουν πράγματα μεγάλα, εντυπωσιακά. Αν κάτι δεν κάνει θόρυβο, δεν το προσέχουν. Ο Χριστός όμως δουλεύει ήσυχα. Πάει απαλά στην καρδιά του ανθρώπου. Δεν την σπάει την πόρτα. Χτυπάει σιγά. Αλλά σήμερα, με τόση φασαρία που έχουν μέσα τους οι άνθρωποι, πού να ακούσουν;

Θα περνούσε, να πούμε, από έναν δρόμο γεμάτο κόσμο. Όλοι θα έτρεχαν. Άλλος θα μιλούσε μόνος του μ’ ένα μηχάνημα στ’ αυτί, άλλος θα κοίταζε μια οθόνη, άλλος θα είχε μέσα του θυμό, άλλος απελπισία. Και ξέρεις πώς είναι σήμερα οι άνθρωποι; Σαν τα μελίσσια που τα χτύπησαν με ξύλο. Βουίζουν συνέχεια. Δεν αναπαύονται. Και γιατί δεν αναπαύονται; Γιατί έδιωξαν τον Θεό και μετά ζητούν ειρήνη. Γίνεται αυτό; Άμα βγάλεις το καντήλι από το σπίτι, θα σκοτεινιάσει. Δεν φταίει το σπίτι.

— Γέροντα, γιατί κουράστηκε τόσο ο κόσμος;

Γιατί πήρε πολλές ευκολίες και έχασε το φιλότιμο. Παλιά ο άνθρωπος είχε δυσκολίες, αλλά είχε καρδιά. Τώρα τα έχουν όλα και δεν χορταίνουν. Ξέρεις τι είναι ο σημερινός άνθρωπος; Σαν το παιδάκι που όλο του δίνουν γλυκά και στο τέλος αρρωσταίνει. Έτσι κι αυτοί. Πολλές ανέσεις, πολλές διασκεδάσεις, πολλές πληροφορίες, και μέσα τους άδειοι. Δεν έμαθαν να στερούνται λίγο, να κάνουν υπομονή, να λένε «δόξα τω Θεώ». Γι’ αυτό με το παραμικρό πέφτουν. Ένας λόγος, μια δυσκολία, μια αρρώστια, και διαλύονται. Δεν έχουν μέσα τους αντίσταση πνευματική.

Και θα πήγαινε ο Χριστός και σε έναν ναό. Θα έβλεπε κεριά αναμμένα, πολυελαίους, ψαλμωδίες, αλλά πολλές καρδιές κλειστές. Άλλος θα σκεφτόταν τα λεφτά του, άλλος ποιος τον κοίταξε, άλλος ποιος τον αδίκησε. Ο νους αλλού. Και ο Θεός θέλει νου καθαρό. Όχι πολλά πράγματα. Καρδιά θέλει. Ένα «Χριστέ μου, βοήθησέ με» από την ψυχή. Αυτό.

— Δηλαδή, Γέροντα, δεν φτάνουν τα εξωτερικά;

— Ε, μόνο με τα εξωτερικά γίνεται δουλειά;
Και το σκιάχτρο φοράει ρούχα, αλλά άνθρωπος δεν είναι. Έτσι και ο χριστιανός. Άμα έχει μόνο εξωτερικά πράγματα και μέσα του δεν δουλεύει πνευματικά, δεν αλλάζει. Σήμερα πολλοί θέλουν χριστιανισμό χωρίς μετάνοια. Να ανάψουν ένα κεράκι, να αισθανθούν λίγο καλύτερα και ύστερα να συνεχίσουν τα ίδια. Ο Χριστός όμως δεν ήρθε να μας χαϊδέψει τα πάθη. Ήρθε να μας θεραπεύσει. Και η θεραπεία πονά λίγο.

Γέροντα, και ο μεγάλος ιεροεξεταστής σήμερα πώς θα ήταν;

— Θα ήταν πολύ τακτοποιημένος άνθρωπος. Πολύ λογικός. Πολύ οργανωμένος. Θα είχε προγράμματα, επιτροπές, λόγια πολλά. Θα μιλούσε όλη μέρα για τον άνθρωπο και δεν θα άφηνε τον Θεό να ενεργήσει. Αυτό είναι το φοβερό. Σήμερα οι άνθρωποι πιστεύουν περισσότερο στα σχέδιά τους παρά στην Χάρη του Θεού. Και ξέρεις τι θα έλεγε στον Χριστό; «Οι άνθρωποι δεν αντέχουν αυτά που λες. Θέλουν εύκολα πράγματα». Δηλαδή τι; Θέλουν έναν Θεό χωρίς Σταυρό. Χριστιανισμό χωρίς αγώνα. Αγάπη χωρίς θυσία. Μετάνοια χωρίς δάκρυ.

Κοίτα να δεις πονηριά που κάνει το κοσμικό πνεύμα. Μπαίνει σιγά σιγά. Δεν λέει στον άλλον: «Άφησε τον Θεό». Όχι. Του λέει: «Δεν πειράζει, κοίτα λίγο και τον εαυτό σου». Μετά: «Δεν πειράζει, πάρε και λίγη δόξα». Μετά: «Δεν πειράζει, κράτα και λίγη άνεση». Και σιγά σιγά παγώνει η ψυχή. Όπως το ψυγείο. Βάζεις μέσα κάτι και παγώνει. Έτσι παγώνει και η καρδιά από την πολλή κοσμικότητα. Μετά ο άνθρωπος μιλάει για αγάπη και δεν πονάει κανέναν. Μιλάει για πίστη και δεν προσεύχεται. Μιλάει για ταπείνωση και θίγεται με το παραμικρό.

— Και μέσα στην Εκκλησία γίνεται αυτό, Γέροντα;

— Αμ, πού δεν γίνεται; Άμα δεν προσέξει κανείς, παντού μπαίνει. Και στο ράσο μπαίνει. Και στο μοναστήρι μπαίνει. Γι’ αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή. Γιατί άλλο το εκκλησιαστικό και άλλο το πνευματικό. Μπορεί κάποιος να είναι μέσα στην Εκκλησία χρόνια και να μην έχει γευτεί Θεό. Να κάνει πράγματα εκκλησιαστικά, αλλά μέσα του να δουλεύει κοσμικά. Να ζητά αναγνώριση, δύναμη, ανθρώπινη παρηγοριά. Και τότε στεγνώνει. Χάνει την απλότητα.


Ο Χριστός όμως, βρε παιδί, δεν θέλει πολλά. Εμείς τα κάνουμε δύσκολα. Θέλει ταπείνωση. Να πεις: «Θεέ μου, δεν είμαι καλά. Βοήθησέ με». Αυτό. Αλλά ο εγωισμός δεν αφήνει τον άνθρωπο να το πει. Γι’ αυτό βασανίζεται. Ξέρεις τι είναι ο υπερήφανος άνθρωπος; Σαν το σφιγμένο χέρι. Δεν μπορεί να πάρει τίποτε. Ενώ ο ταπεινός είναι σαν την ανοιχτή παλάμη. Δέχεται την Χάρη.

— Και τι θα έκανε ο Χριστός μπροστά στον μεγάλο εκείνον άνθρωπο;

— Τίποτε. Θα τον κοίταζε. Αυτό θα ήταν όλο. Και αυτό το βλέμμα θα τον έκαιγε πιο πολύ από φωτιά. Γιατί ο Χριστός δεν κοιτά όπως κοιτάμε εμείς. Βλέπει μέσα στην ψυχή. Θα θυμόταν τότε εκείνος ο άνθρωπος πώς ξεκίνησε. Γιατί όλοι κάπου ξεκινήσαμε καλά. Μικροί είχαμε απλότητα. Πιστεύαμε πιο καθαρά. Μετά μπήκε ο κόσμος μέσα μας. Η φιλοδοξία, η λογική, η ξεροκεφαλιά. Και χάσαμε το παιδικό.

Ξέρεις τι λείπει σήμερα από τον κόσμο; Η απλότητα. Οι άνθρωποι έγιναν πολύπλοκοι. Και όσο πιο πολύπλοκος γίνεται ο άνθρωπος, τόσο μπερδεύεται. Ο διάβολος είναι μπερδευτής. Ο Θεός είναι απλότητα. Γι’ αυτό βλέπεις καμιά γιαγιά αγράμματη και έχει ειρήνη, και βλέπεις μορφωμένους ανθρώπους και βασανίζονται από χίλιους λογισμούς.

— Γέροντα, και τι κρατά ακόμη τον κόσμο;

— Η προσευχή λίγων ανθρώπων. Μια μάνα που ξυπνάει νύχτα και λέει ένα «Παναγία μου». Ένας άρρωστος που κάνει υπομονή χωρίς γογγυσμό. Ένας παπάς που λειτουργεί με πόνο. Ένας μοναχός που λέει κομποσχοίνι για τον κόσμο. Αυτοί κρατούν ακόμη τον κόσμο. Μη νομίζεις ότι τον κρατούν οι δυνατοί. Ο Θεός τον κόσμο τον κρατά με τους ταπεινούς.

Και να προσέχετε κάτι. Μην κοιτάτε να αλλάξετε όλον τον κόσμο. Αυτό είναι εγωισμός κρυφός καμιά φορά. Να κοιτάμε πρώτα τον εαυτό μας. Άμα διορθώσει ο καθένας λίγο τον εαυτό του, διορθώνεται και ο κόσμος. Από εμάς αρχίζει η αλλαγή. Από τον λογισμό. Από το πώς θα δούμε τον άλλον. Από το αν θα πούμε ένα «συγχώρεσέ με».

Και ο Χριστός ακόμη περνά από τον κόσμο. Δεν έφυγε. Εμείς φύγαμε μακριά και δεν Τον βλέπουμε. Εκείνος είναι κοντά. Περιμένει μόνο να ανοίξει λίγο η καρδιά. Να βρει λίγο φιλότιμο. Ένα δάκρυ μετανοίας. Ένα «ήμαρτον». Και τότε, βρε παιδί, κάνει μέσα στον άνθρωπο ολόκληρη Ανάσταση.

Άγιος Παΐσιος

Ομιλία εις την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα – Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ευαγγέλιο: Ιωάν. δ’ 5-42)

Ανθρωπε! Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως η σω­ματική τροφή και το ποτό είναι ικανά να θρέψουν και να ξεδιψάσουν την ψυχή σου, θα βρεθείς στο επίπεδο όπου βρίσκονται τα οικόσιτα ζώα και τα άγρια κτήνη. Αν κατόρθωσες να ξεπεράσεις το επίπεδο αυτό κι ελπί­ζεις πως η ψυχή σου μπορεί να τραφεί και ν’ αναζωο­γονηθεί από την ανθρώπινη σοφία και το εγκόσμιο κάλ­λος, τότε θα βρεθείς στο επίπεδο εκείνων που έχουν απο­κτήσει ημι-εμπειρία, ημι-ανάπτυξη. Η πρώτη σκέψη είναι ανόητη, η δεύτερη (η ελπίδα) είναι στείρα. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο ακούς τα βογγητά και τις κραυ­γές του διψασμένου κόσμου και νομίζεις πως είναι τρα­γούδια κι ευωχίες, μια προσπάθεια να ξεδιψάσει κανείς με τη δίψα των άλλων. Αν ξεπέρασες το επίπεδο αυτό κι ένιωσες μια ανέκφραστη δίψα, που καμιά πηγή στον κόσμο δε θα μπορούσε να τη σβήσει – που δε θα μπο­ρούσε ούτε κι ολόκληρος ωκεανός να τη σβήσει – τότε έχεις αποκτήσει πραγματική εμπειρία, είσαι άνθρωπος αληθινός. Μόνο όταν βρεθείς στο επίπεδο αυτό της ακό­ρεστης πνευματικής δίψας, της δίψας εκείνης που ένιω­σε κι ο Δαβίδ, θα κατανοήσεις με πληρότητα το σημε­ρινό ευαγγέλιο.

«Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας την λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ια­κώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού» (Ιωάν. δ’, 5). Η πε­ριοχή ολόκληρη από την Ιουδαία μέχρι τη Γαλιλαία ονομάζεται Σαμάρεια. Το όνομά της το έλαβε από το βουνό Σαμάρεια. Ο δρόμος από την Ιερουσαλήμ προς τη Γαλιλαία εξακολουθεί να περνάει από τη Συχάρ (τη σημερινή Ασκάρ). Εκεί είναι ένα κομμάτι γης που το είχε αγοράσει ο Ιακώβ από τους γιους του Εμώρ κι έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο, που το ονόμασε «Θεός του Ισραήλ» (Γεν. λγ’, 19-20). Αργότερα ο Ιακώβ δώρησε τη γη αυτή στο γιο του Ιωσήφ.

«Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ, ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη» (Ιωάν. δ’, 6). Η πηγή αυτή είχε το όνομα του Ιακώβ είτε επειδή ο προπάτοράς μας Ια­κώβ είχε κατοικήσει κοντά στο πηγάδι αυτό μαζί με τα κοπάδια του είτε επειδή το πηγάδι αυτό το έφτιαξε ο ίδιος. Κουρασμένος από τον απόκρημνο και ανηφορικό δρόμο από την Ιερουσαλήμ ως εκεί, ο Κύριος κάθησε δίπλα στο πηγάδι για να ξεκουραστεί. Η έκτη ώρα, όπως τη μετρούσαν στην Ανατολή, ήταν η μεσημβρία. Ο Κύριος έφτασε εκεί την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε κι η ζέστη ήταν μεγάλη. Ήταν κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας που έκανε για τη σωτηρία μας, όπως κεκοπιακώς ήταν κι αργότερα, όταν ανέβαινε στο σταυρό αιμό­φυρτος και πονεμένος. Γιατί δεν ταξίδεψε νύχτα, που είχε και δροσιά; Οι νύχτες για τον Κύριο ήταν αφιερω­μένες στην προσευχή. Κι αν υποθέσουμε στη συγκεκρι­μένη περίπτωση πως θα ταξίδευε νύχτα, το ευαγγέλιο θα ήταν φτωχότερο κατά ένα μοναδικό γεγονός κι από μια πολύ διδακτική και σωστική αποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, με τα πόδια, στους ανηφορικούς κι απότομους δρόμους και με μεγάλη ζέστη, κουρασμένος και διψασμένος, γιατί βιαζόταν να εκμεταλλευτεί κάθε στιγμή του επίγειου βίου Του, μέρα και νύχτα, για τη σωτηρία μας.

«Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς· δός μοι πιείν» (Ιωάν. δ’, 7). Ο ευαγγελιστής τονίζει πως η γυναίκα ήταν Σαμαρείτιδα, επειδή οι Ιουδαίοι χαρακτήριζαν τους Σαμαρείτες ως ειδωλολάτρες. Δός μοι πιείν, της είπε ο Κύριος. Ήταν κουρασμένος και διψασμένος, σημάδι πως το σώμα Του ήταν αληθινά ανθρώπινο σώμα κι όχι ομοίωμα, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι αιρετικοί. Όπως το σώμα Του δάκρυζε για τους ανθρώπους, όπως υπόφερε από τους πό­νους Του στο σταυρό, έτσι είχε και την αίσθηση της πεί­νας και της δίψας. Αν το ήθελε, θα μπορούσε βέβαια να ξεπεράσει την ανάγκη αυτή, ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν. Θα μπορούσε με τη θεϊκή Του δύναμη να την αναστεί­λει για κάποιο διάστημα ή και να την καταργήσει εντελώς. Πώς όμως έτσι θά ‘δειχνε ότι ήταν αληθινός άνθρωπος; Πώς θα μπορούσε «κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ. Β’, 17), πώς θα τους ονόμαζε αδελφούς Του; Πώς θα μπορούσε να μας διδάξει την υπομονή και την καρτερία στις θλίψεις, αν ο ίδιος δεν είχε υποφέρει και δεν είχε υπομείνει τις θλίψεις και τους πειρασμούς; Και τελευταίο, θα μπορούσε η τελική νίκη Του νά ‘χει τη λαμπρότητα που μας δυναμώνει και μας φωτίζει στις δυσκολίες της ζωής μας, αν ο ίδιος δεν τα είχε υπομείνει πρώτος όλα και μάλιστα στον ύψιστο βαθμό; Θα ρωτήσει κανείς: «Πώς γίνεται Εκείνος πο υ μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους άρτους και να περ­πατάει στο νερό, όπως σε στέρεο έδαφος, να μην μπο­ρεί μετά από ένα τόσο κοπιαστικό και μακρύ ταξίδι, μ’ ένα Του λόγο (ή και με μια Του σκέψη) ν’ ανοίξει ξαφ­νικά μια πηγή με νερό στο βράχο ή στην άμμο και να σβή­σει τη δίψα του;»

Σίγουρα αυτό ανήκει στη δύναμή Του. Το έκανε ο Μωυσής αυτό στην έρημο. Το έκαναν και πολλοί άγι­οι στό όνομά Του, από τότε που υπάρχει η Εκκλησία μας. Πώς λοιπόν δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος; Μπο­ρούσε, μα δεν ήθελε. Ποτέ Του δεν έκανε ούτε ένα μοναδικό θαύμα μόνο για το δικό Του καλό, για να ταΐσει, να ποτίσει ή να ντύσει τον εαυτό Του. Όλα τα θαύμα­τα τα έκανε για τους άλλους. Δέν υπάρχει σκιά ιδιοτέ­λειας στη ζωή Του. Ακόμα κι όταν μικρό παιδί έφυγε για ν’ αποφύγει το ξίφος του Ηρώδη, δεν το έκανε για τον εαυτό Του, αλλά για χάρη των ανθρώπων. Η ώρα Του δεν είχε φτάσει ακόμα. Όταν όμως ολοκλήρωσε το έργο Του ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν προσπάθη­σε ν’ αποφύγει το θάνατο, δεν έφυγε. Αντίθετα, πήγε να τον συναντήσει. Όλα τα λόγια του Χριστού, κάθε συμπεριφορά Του και κάθε έργο που έκανε σ’ όλη τη διάρ­κεια της επίγειας ζωής Του, τα πάντα καθοδηγούνταν από την απεριόριστη αγάπη Του για τους ανθρώπους, καθώς κι από την απεριόριστη σοφία Του.


Δός μοι πιείν. Ο Δημιουργός το ζητάει αυτό από το πλάσμα Του. Τα λόγια αυτά αντηχούν εδώ και δυό χι­λιάδες χρόνια. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε μόνο στη Σαμαρείτιδα. Απευθύνονται σ’ όλες τις γενιές των ανθρώ­πων, ως τη συντέλεια του κόσμου.
Δός μοι πιείν, λέει σήμερα ο Χριστός στον καθένα μας.
Ο Δημιουργός του νερού, Εκείνος που παρέχει τις θάλασσες και τους ωκεανούς, τα ποτάμια και τις πη­γές, δεν το λέει αυτό επειδή διψάει για νερό. Διψάει για την αγαθή μας θέληση, για την αγάπη μας. Όταν του δίνουμε κάτι, δεν είναι από το δικό μας, αλλ’ από το δι­κό Του. Κάθε ποτήρι νερό που έχουμε στη γη δικό Του είναι, Εκείνος το δημιούργησε. Για κάθε ποτήρι ψυχρού ύδατος που δίνουμε στους αδελφούς Του τους ελα­χίστους, έχει πληρώσει με το τίμιο αίμα Του. Με την ανεξάντλητη κι αμίμητη ταπείνωσή Του όμως δε ζητά­ει από τη Σαμαρείτιδα ως Δημιουργός από το πλάσμα Του, αλλ’ ώς άνθρωπος από άνθρωπο. Μας δείχνει έτσι την ταπείνωσή Του και φανερώνει την περιορισμένη και ενδεή ανθρώπινη φύση Του. Ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζητήσει κάτι από κάποιον άλλον, όπως έχει και το καθήκον να εξυπηρετήσει και να ελεήσει τον άλλον.


«Οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πό­λιν ίνα τροφάς αγοράσωσι» (Ιωάν. δ’, 8). Ο Κύριος δεν ήταν μόνο κουρασμένος και διψασμένος, αλλά πει­νούσε κιόλας, όπως κι οι μαθητές Του. Είναι κι αυτή μια ακόμα απόδειξη πως ήταν αληθινός άνθρωπος και πως δεν έκανε θαύματα στις περιπτώσεις που η θαυματουργία δε λειτουργούσε για το γενικότερο καλό, για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο ευαγγελιστής αναφέρει την απουσία των μαθητών, ώστε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο Κύριος ζήτησε νερό από τη γυναίκα. Αν οι μα­θητές ήταν εκεί θα είχαν βγάλει εκείνοι νερό, οπότε η γυναίκα δε χρειαζόταν ν’ αναφερθεί. Σε κάθε περίπτω­ση η θεία πρόνοια ήθελε να δημιουργήσει την ευκαιρία για τη δική μας διδαχή, ώστε όταν κι εμείς συναντάμε τον εχθρό μας στην ανάγκη του, να τον βοηθάμε. Κι όταν το έθνος μας βρίσκεται σε έχθρα με τους γειτονι­κούς λαούς, εμείς σαν άνθρωποι να μην τολμάμε να επε­κτείνουμε την έχθρα σε κάθε άνθρωπο του έθνους αυτού. Όταν μας δοθεί η ευκαιρία, είναι καθήκον μας να βοηθάμε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη, χωρίς να προσέχουμε αν ανήκει στο δικό μας έθνος ή όχι.

«Λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πώς συ Ιου­δαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις» (Ιωάν. δ’, 9). Η γυναίκα είχε την άποψη που είχαν όλοι στην εποχή της, πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να μι­σεί μόνο ένα εχθρικό έθνος, αλλά και κάθε άνθρωπο που ανήκει στο έθνος αυτό. Στην παραβολή του Καλού Σα­μαρείτη ο Κύριος επισήμανε την έχθρα και το μίσος που ένιωθαν οι Ιουδαίοι για τους Σαμαρείτες. Και το γε­γονός αυτό εξηγεί γιατί κι οι Σαμαρείτες ένιωθαν το ίδιο μίσος για τους Ιουδαίους. Για να σπάσει το φράγ­μα του μίσους ανάμεσα στα έθνη, πρέπει πρώτα να σπά­σει κανείς το φράγμα που δημιουργεί το μίσος ανάμε­σα στους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μοναδικός λογικός τρόπος για να θεραπεύσει κανείς το ανθρώπινο γένος από τη μεγάλη αρρώστια του αμοιβαίου μίσους.

«Απεκρίθη Iησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δω­ρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων» (Ιω­άν. δ’, 10). Η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοηθεί τό­σο με την υλική όσο και με την πνευματική έννοια. Από την υλική άποψη η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοή­σουμε πως αναφέρεται σ’ όλα όσα ο Θεός με την αγα­θότητά Του δημιούργησε και έδωσε για χρήση και βοή­θεια στον άνθρωπο. Αν εσύ, γυναίκα, γνώριζες πως το νερό αυτό δεν ανήκει ούτε στους Σαμαρείτες ούτε στους Ιουδαίους, αλλ’ είναι του Θεού· αν γνώριζες πως όταν ο Θεός δημιούργησε το νερό αυτό δεν έβαλε πινακίδες που να λένε πως «αυτό είναι για τους Σαμαρείτες» ή «για τους Ιουδαίους», αλλά «για τους ανθρώπους», τό­τε θα έβγαζες το νερό αυτό με δέος, αφού είναι δώρο Θεού, και θα το έδινες στο διψασμένο άνθρωπο να πιει με ακόμα μεγαλύτερο δέος, αφού το προσφέρεις στο πλάσμα του Θεού. Ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο· κι ο άνθρωπος είναι δώρο Θε­ού στον κόσμο.


Από πνευματική άποψη τώρα, η δωρεά του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος. Παραδίνοντας ολόκληρο τον ορα­τό κόσμο στον άνθρωπο από την αγάπη Του, ο Θεός του δίνει τον ίδιο Του τον εαυτό. Αν εσύ, γυναίκα, γνώ­ριζες τι πολύτιμο δώρο έστειλε ο Θεός στους Ιουδαίους και στους Σαμαρείτες, καθώς και σ’ όλους τους άλλους λαούς χωρίς εξαίρεση, η ψυχή σου θα έτρεμε. Θα έκλαι­γες από χαρά, θα έμενες άφωνη από θαυμασμό, δε θα τολμούσες να σκέφτεσαι καν για αμοιβαία έχθρα και για μίσος ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμα­ρείτες.

Να ξέρεις πως αν επρόκειτο να σου αποκαλυφτούν όλα τα μυστήρια Εκείνου που τώρα μιλάει μαζί σου, Αυτού που κρίνοντας από την εξωτερική Του εμφάνιση τον λογαριάζεις για κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο, που από τα ρούχα που φοράει κι από τον τρόπο που μιλάει τον θεωρείς Ιουδαίο, συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. Με το ύδωρ ζων εννοεί ο Κύριος την φω­τιστική και ζείδωρη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που υποσχέθηκε στους πιστούς. «Ο πιστεύων εις εμέ… πο­ταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβά­νειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιωάν. ζ’, 38-39). Η γυ­ναίκα όμως δεν ήξερε και δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ όλ’ αυτά και γι’ αυτό συνέχισε να ρωτάει:

«Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού;» (Ιωάν. δ’, 13, 14). Δούλους δεν έχεις, δοχείο δεν έχεις, το πηγάδι είναι βαθύ. Πώς λοι­πόν θ’ αντλήσεις το δροσερό και ζωογόνο νερό; Η γυ­ναίκα έβλεπε τον Κύριο κάτω από το κάλυμμα της ανθρώπινης σάρκας, τον λογάριαζε κάποιον συνηθισμέ­νο θνητό, έναν αβοήθητο άνθρωπο. Ύδωρ ζων, και τό­τε και τώρα, ονομάζεται το νερό που βγαίνει από πηγή, σε αντίθεση με το νερό που αντλούμε από πηγάδια και στέρνες.

Υπάρχει όμως και πηγαδίσιο νερό που ονομάζεται δροσερό, ζων ύδωρ, όταν το πηγάδι αυτό τροφοδοτείται από πηγή. Η πηγή βρίσκεται στον πυθμένα του πηγαδιού, απ’ όπου ρέει το νερό και το γεμίζει. Σε κάποια στιγμή όμως της έρχεται μια δεύτερη σκέψη και βιάζε­ται να την εξωτερικεύσει: μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ; Σα νά ‘θελε να πει: Μήπως μπορείς εσύ να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή νερού, δίπλα στην πρώτη; Ο πατέρας μας Ιακώβ δε δημιούργησε την πηγή, αλλ’ απλά την έχτισε και την περιόρισε. Αν εσύ μπορείς να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή, να φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αυτό θα ήταν ύδωρ ζων, και τότε βέβαια θα ήσουν μείζων του πατέρα μας Ιακώβ. Είσαι ανώτερος από εκείνον; Το πηγάδι αυτό του Ιακώβ έχει τόσο άφθονο νερό, ώστε απ’ αυτό ήπιε ο ίδιος, ήπιαν τα παιδιά του, τα ζωντανά του κι όλοι εμείς που ζούμε εδώ κοντά, καθώς κι οι ταξιδιώτες που περνούν απ’ εδώ, κι οι επισκέπτες. Κι αυτό γίνεται αιώνες τώρα και το νε­ρό στο πηγάδι δε στερεύει. Μήπως εσύ μπορείς να κά­νεις κάτι καλλίτερο κι ανώτερο απ’ αυτό;

Τα λόγια αυτά της Σαμαρείτιδας από τη μια φανε­ρώνουν την υπερηφάνεια της για τον πατέρα τους Ια­κώβ. Από την άλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο από αμφιβολία, κάτι σαν ειρωνεία στον Κύριο Ιησού. Δεν ήταν τόσο αγενής και δημόσια η ειρωνεία όσο εκείνη που έγινε κατά την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, όταν οι άνθρωποι που άκουσαν τον Κύριο να τους λέει πως κοιμάται το κορίτσι τον περιγελούσαν (κατεγέλων αυτού), ήταν όμως μια έμμεση και κρυφή ειρωνεία. Ο Κύριος όμως που σκοπό Του είχε να τραβήξει τους ανθρώπους από τη λάσπη της αμαρτίας, ήταν προετοι­μασμένος να δεχτεί εμπαιγμούς και ειρωνείες τόσο από ανθρώπους όσο κι από δαίμονες. Γι’ αυτό και δε μέμ­φεται τη γυναίκα γι’ αυτήν την αιχμηρή ειρωνεία, αλλά προχωρεί με στόχο τη σωτηρία της ψυχής της:
«Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήση πάλιν· ος δ’ άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδα­τος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. δ’ 13, 14). Ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα με τον τρόπο που θά ‘θελε εκείνη. Δε θα της πει πόσο ανώτερος είναι από τον Ιακώβ. Εκείνος βλέπει την αιτία της παρανόησης ανάμεσα στον ίδιο και στη γυναίκα, η γυναίκα όμως δεν τη βλέπει. Η παρανόηση προέρχεται από το γεγονός ότι Αυτός της μιλάει για το πνευματικό νερό, το ζωογόνο. Η γυναίκα όμως είναι μαθημένη να σκέφτεται με τη γήινη αντίληψη, εκείνη που νιώθουν κι οι αισθήσεις. Εκείνη κατανοεί το νερό που μπορεί να δει, που δημι­ούργησε ο Θεός για να ξεδιψάει πρόσκαιρα τη φυσική δί­ψα. Το ζων ύδωρ για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η ζωοποιός θεία χάρη που αναζωογονεί και ξεδιψάει την ψυχή, που την οδηγεί στην αιώνια ζωή, ενώ ακόμα βρί­σκεται στην παρούσα. Όταν η ζωοποιός αυτή χάρη εισέρχεται στον άνθρωπο, ανοίγει μέσα του μια ανεξάντλη­τη πηγή ζωής, χαράς και δύναμης.


«Λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δός μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψήσω μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν» (Ιωάν. δ’, 15). Η γυναίκα βρίσκεται ακόμα εγκλωβι­σμένη στη δική της αντίληψη, σκέφτεται ακόμα το επί­γειο νερό. Στην καλλίτερη περίπτωση θά ‘παιρνε τον Κύριο για κάποιον μάγο, ικανό να κάνει ένα θαύμα με απάτη. Για να εξουδετερώσει λοιπόν την ανθρώπινη αυτή αντίληψη της γυναίκας ο Κύριος, γυρίζει ξαφνικά τη συζήτηση σε άλλο θέμα.

«Λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς· καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθώς είρηκας» (Ιω­άν. δ’ 16-18). Της το είπε αυτό για να την μάθει να σκέφτεται πνευματικά, όχι σαρκικά. Ο Κύριος δεν το λογαριάζει συνετό να κάνει κάποιο θαύμα μπρο­στά της, μα να δείξει πως ο ίδιος είναι προφήτης. Ξέ­ρει πως αυτό θα έχει το ίδιο δυνατό αποτέλεσμα με τη θαυματουργία. Ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου. Ο Κύριος γνωρίζει πως δεν έχει άντρα, μα θέλει ν’ ακούσει τη δική της απάντηση. Την ταρακουνά, φα­νερώνοντας την παντογνωσία Του.
Πέντε γαρ άνδρας έσχες. Αυτή ήταν μια δυνατή έκπληξη για τη γυναίκα. Τώρα όμως ακούει κι ένα ένοχο μυστικό της, που πολύ θά ‘θελε να κρύψει, όπως: και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ. Αυτό λειτούργησε σαν κεραυνός που άστραψε στον γαλανό ουρανό.
Αλλά μην κατακρίνεις τη Σαμαρείτιδα, ανθρώπινη ψυχή. Μη την καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τον εαυ­τό σου: «Ποιός είναι ο σύζυγός μου;». Δεν είχες ήδη πέ­ντε άντρες ίσαμε τώρα; Κι ο σύντροφος που έχεις τώρα δεν είναι κάποιος άλλος κι όχι ο νόμιμος σύζυγός σου; Η ψυχή είναι εκκλησία. Κεφαλή της εκκλησίας είναι ο Χριστός. Με λίγα λόγια, σύζυγος (νυμφίος) της χρι­στιανικής ψυχής είναι ο ίδιος ο Κύριος. Αν όμως παραμένεις δεμένη σ’ αυτόν τον κόσμο, αν είσαι «συζευγμέ­νη» μ’ αυτόν κι αν οι πέντε αισθήσεις σου είναι ταιρια­σμένες μαζί του, τότε θα βρίσκεσαι στην ίδια αμαρτω­λή και δύστυχη κατάσταση όπου βρέθηκε κι η Σαμαρείτιδα. Αν είσαι δυσαρεστημένη κι απογοητευμένη από τις αισθήσεις σου, τότε τις έχεις πραγματικά απορ­ρίψει, έχεις πάρει διαζύγιο απ’ αυτές. Τότε θα είναι σαν πέντε νεκροί σύζυγοι, οπότε εσύ αποφασίζεις να ζήσεις με τον έκτο σύντροφο, που βέβαια δεν είναι νόμιμος σύ­ζυγός σου, αλλά διάδοχος των άλλων πέντε, που όλοι μαζί ολοκληρώνουν την αισθητική σου αντίληψη. Αυτό είναι το ψέμμα κι η λάσπη που έχουν μαζέψει οι αισθή­σεις μέσα σου κι έχουν σχηματίσει ένα σωρό από σκου­πίδια.


Η συνομιλία του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα είναι συζήτηση του Θεού με την άπιστη ψυχή. Η συνομιλία αυτή περιέχει ένα μήνυμα για σένα. Είναι συνομιλία ανάμεσα στον Ουράνιο Νυμφίο και τη νύμφη Του, την ψυχή του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος επικέντρωσε τη συζήτησή Του στον άντρα της Σαμαρείτιδας. Θα μπορούσε να εκτυλιχτεί διαφορετικά η συ­ζήτηση μαζί της, να της φανέρωνε με άλλον τρόπο πως ήταν προφήτης. Θά μπορούσε να της αποκαλύψει κάποιο άλλο μυστικό δικό της ή των γονιών της ή των γειτό­νων της στο Συχάρ. Κι η γνώση αυτή να είχε καταπλή­ξει εξίσου τη γυναίκα. Σκόπιμα όμως έφερε τη συζήτη­ση στο σύζυγο της γυναίκας, επειδή αυτό έχει να προ­σφέρει κάτι και σε σένα. Σε σένα καθώς και σ’ όλες τις ψυχές που δημιούργησε από την αρχή και θα συνεχίσει να δημιουργεί ως τη συντέλεια του κόσμου. Η ερώτη­ση για το σύζυγό σου, ψυχή, είναι η σπουδαιότερη κι η πιο αποφασιστική. Όποιος κι αν είναι ο σύντροφός σου, είσαι σύζυγος του προσώπου αυτού. Αν σύντροφός σου είναι ο κόσμος, θα καταστραφείς μαζί του. Αν σύντρο­φός σου είναι η αμαρτία, θα πεθάνεις μαζί της. Αν σύ­ντροφός σου είναι ο διάβολος, θα είσαι μαζί του αιώνια. Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις, θα πίνεις νερό που θα σου προκαλεί όλο και περισσότερη δίψα. Μόνο αν ομολογήσεις τον Κύριο Ιησού Χριστό ως νόμιμο Σύζυγό σου και τον συζευχθείς με πίστη κι αγά­πη, θα πίνεις το ζων ύδωρ, το δροσερό και ζωογόνο νε­ρό που θα σε ξεδιψάσει για πάντα και θα σε οδηγήσει στη βασιλεία των ουρανών και την αιώνια ζωή.

«Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. υμείς προσκυ­νείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν (Ιωάν. δ’, 19-22). Ο Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ αγγίξει μια πνευματική χορδή της Σαμαρείτιδας. Και το κατορθώνει αυτό ανα­φέροντας το παρελθόν της. Η γυναίκα, που ως τότε ένιωθε μόνο τις αισθήσεις και την κοσμική αντίληψη να κυριαρχούν μέσα της, άρχισε ξαφνικά να αισθάνεται πως ξυπνάει η πνευματική αντίληψη, που ως τότε ήταν ναρ­κωμένη. Και το πρώτο που κάνει, είναι ν’ αναγνωρίσει και να ομολογήσει το Χριστό ως προφήτη. Αυτό ήταν αρκετό σαν αρχή. Κι αμέσως μετά άρχισε ν’ αναπτύσ­σεται ραγδαία το ενδιαφέρον της για τα πνευματικά πράγματα. Έτσι θέτει στον Κύριο ένα ερώτημα που ήταν πολύ επίκαιρο στις μέρες της. Ποιό ήταν αυτό; Οι ατέλειωτες φιλονικίες που είχαν αυτήν την εποχή Ιου­δαίοι και Σαμαρείτες για τον τόπο όπου έπρεπε να λα­τρεύεται ο Θεός. Ποιός ήταν πιο θεάρεστος τόπος; Η Ιε­ρουσαλήμ ή το βουνό της Σαμάρειας; Ποιός λατρεύει καλύτερα και προσεύχεται σωστότερα στο Θεό, αυτός που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εδώ ή ο άλλος που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εκεί; Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν. Η γυναίκα δε λέει «εμείς», αλλά «οι πατέρες ημών». Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο όρος αυτό και να δικαιώσει έτσι περισσότερο τους Σαμαρείτες της εποχής της. Ήταν σα νά ‘θελε να πει: Δε διαλέξα­με εμείς το ορός τούτο για τόπο λατρείας του Θεού, αλλά οι πατέρες μας· κι εκείνοι ήταν ανώτεροι από μας και πιο κοντά στο Θεό.

Πάλι ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα μ’ ένα «ναι» ή ένα «όχι». Προχωρεί προσπαθώντας ν’ αφυπνίσει και να στηρίξει την ψυχή της. Γύναι, πίστευσόν μοι… Πίστε­ψε Εμένα, γυναίκα, όχι εκείνους που σου λένε πως πρέ­πει να λατρεύεις το Θεό στο όρος αυτό ή στην Ιερουσα­λήμ. Θα έρθει καιρός που προσκυνήσετε τω πατρί ούτε στο όρος αυτό ούτε στην Ιερουσαλήμ. Ο Κύριος σκό­πιμα χρησιμοποιεί τον όρο «πατήρ» αντί γιά «θεούς» (οι Σαμαρείτες προσκυνούσαν και «Θεό» και «θεούς»). Μ’ αυτόν τον τρόπο η γυναίκα θα κατανοήσει πως με την καινούργια αντίληψη για το Θεό θα μάθει και τη νέα λατρεία. Η λατρεία του Πατέρα δε θα εξαρτάται από συγκεκριμένο τόπο. Κι έτσι η αποκλειστικότητα που διεκδικούσαν οι Σαμαρείτες κι οι Ιουδαίοι καταργείται. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος προφητεύει κάτι που θά γίνει σύντομα και που έχει σχέση με την έλευσή Του στον κόσμο.

Μ’ όλο που ο Κύριος δίνει και στις δυο αυτές μορφές αποκλειστικότητας το ίδιο βάρος και προφητεύει το τέ­λος και των δύο, στα θέματα της γνώσης του Θεού δί­νει κάποια υπεροχή στους Ιουδαίους. υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν. Ο Κύριος γνωρίζει πως η γυναίκα τον βλέπει σαν Ιουδαίο, γι’ αυτό και μιλάει σαν Ιουδαίος. Εσείς οι Σαμαρείτες, είπε, δε γνωρίζετε ποιον προσκυνάτε, γιατί προσκυνάτε πολλούς θεούς και είδωλα. Ομολογείτε τη θεότητα του Θεού του Αβραάμ και του Ιακώβ, ταυτόχρονα όμως προσφέρετε θυσία στα πολυάριθμα είδωλα των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων. Οι Ιουδαίοι γνωρίζουν τουλάχιστον πως υπάρχει ένας Θεός, μ’ όλο που τον προ­σκυνούν και κείνοι, όπως και σεις, με πετρωμένες καρ­διές, με σκοτισμένο νου και νεκρές συνήθειες. Παρά ταύτα, η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. Δηλαδή, λέ­ει ο Κύριος, ο Μεσσίας θα γεννηθεί από Ιουδαίους. Από Εκείνον θα έρθει η σωτηρία του κόσμου. Αυτό υποσχέ­θηκε ο Θεός στους προπάτορές μας και το ίδιο προφή­τεψαν οι προφήτες. Έτσι φρόντισε η πρόνοια του Θεού κι έτσι έγιναν τα πράγματα.

«Αλλ’ έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ’, 23-24). Η λατρεία των Σαμαρειτών δεν είναι αλη­θινή, γιατί δεν ξέρουν ποιο θεό προσκυνούν. Η λατρεία στην Ιερουσαλήμ δεν είναι παρά σκιά της αληθινής λα­τρείας του Θεού, «σκιά των μελλούμενων αγαθών» (Εβρ. ι’, 1). Τόσο το ψεύτικο, το μη αληθινό, όπως και η σκιά, σύντομα θα εξαφανιστούν και στη θέση τους θα βασιλέψει η αληθινή λατρεία του Θεού.

Ο Ήλιος της καινούργιας μέρας ανέτειλε. Η αυγή της καινούργιας μέρας χαράζει καθαρά και διαλύει το σκοτάδι και τις σκιές. Περνάει πολύς καιρός κι εξα­κολουθεί να είναι χαραυγή. Όταν το φως της και­νούργιας μέρας λάμψει παντού, τότε οι άνθρωποι θα γνωρίσουν το Θεό ως Πατέρα και θα τον προσκυνή­σουν σαν γιοι Του, όχι σαν δούλοι Του. Δε θα τον λατρεύουν με λέξεις και θυσίες νεκρές, αλλ’ εν πνεύ­ματι και αληθεία, με ψυχή και σώμα, με πίστη και έργα, με σοφία κι αγάπη. Ο άνθρωπος στην πληρό­τητά του θα λατρεύσει το Θεό στη δική Του πληρό­τητα. Ο άνθρωπος που συνίσταται από ψυχή και σώμα, θα τα καθαγιάσει και τα δύο στο Θεό, και θα τον προσκυνήσει με τα δύο. Οι προσκυνητές θα υποκλιθούν όχι σε κάποιο πλάσμα, μα στον ίδιο το Δη­μιουργό, όχι σε κακούς δαίμονες που εμφανίζονται σαν θεοί, αλλά στον Ένα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα του φωτός και της αλήθειας. Τέτοιοι είναι οι προσκυνη τές που αναζητούν τον Ουράνιο Πατέρα. Πνεύμα ο Θεός. Ο Θεός είναι Πνεύμα, δεν είναι ούτε σάρκα ούτε άγαλμα ούτε νεκρός λόγος ή ένας τόπος. Γι’ αυτό και όσοι τον προσκυνούν, πρέπει να το κάνουν εν πνεύματι και αληθεία. Ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θνητό κόσμο γύρω του, γι’ αυτό και με τους θνητούς συμπεριφέρεται κι αυτός ως θνητός. Όταν όμως επικοινωνεί με τον αθάνατο Θεό, πρέπει να τον προσεγγίσει με ό,τι είναι αθάνατο. Όπως λέει ο από­στολος, «ου γαρ ζητώ τα υμών, αλλά υμάς» (Β’ Κορ. ιβ’, 14).

Ο παλιός κόσμος υπηρετούσε το Θεό με νομικές φόρ­μες. Πρόσφερε θυσία στο Θεό τράγους και κριάρια, σε­βόταν το Σάββατο κι εκτελούσε τους απαραίτητους κα­θαρισμούς, είχε λησμονήσει όμως το έλεος και την αγά­πη. Διάβαζε τα λόγια, «θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 17), μα δεν τα καταλάβαινε και γι’ αυτό δεν τα τηρούσε. Από τώρα και στο εξής όμως θα λατρεύει το Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Γι’ αυτό το λόγο ήρθε ο Κύριος στη γη, για να δώσει το παράδειγμα τέτοιας λατρείας και προσκύνη­σης. Η δυσωδία των τράγων και των κριαριών που προ­σφέρονταν θυσία από ανθρώπους με πέτρινες καρδιές και σκοτισμένες ψυχές, ήταν προσβλητική για το Θεό. Παλιότερα ίσως να μην ήταν δυσωδία αλλά ευωδία. Τότε όμως οι θυσίες προσφέρονταν από τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και το Μωυσή. Η ευωδία αυτή δεν προερχόταν από το αίμα και τις σάρκες των ζώων, αλλ’ από τις ευλαβικές ψυχές και τις φιλόθεες καρδιές των πιστών δούλων Του.
Αργότερα που οι ψυχές εκείνων που έκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οι καρδιές τους πέτρωσαν, καμιά θυ­σία δεν μπορούσε να προσφέρει ευωδία στο Θεό. Ο Θε­ός δε ζητά τη μυρουδιά που βγαίνει από τις σάρκες και το αίμα, αλλ’ εκείνο που βγαίνει από τις καρδιές και τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι όλες οι μυρουδιές που έβγαι­ναν από τα θυσιαστήρια, για τον Κύριο ήταν δυσωδία. Κι αυτό ίσχυε για όλα τα θυσιαστήρια, είτε της Ιερου­σαλήμ είτε της Σαμάρειας. Πάνω σ’ όλη την κόπρο του κόσμου, απ’ όπου αναδυόταν η μυρουδιά κι ο θάνατος, ήρθε ο Κύριος να σπείρει τα άνθη του πνεύματος και της αλήθειας, που θα κατέστρεφαν το θάνατο και θ’ αφάνιζαν τη δυσωδία. Έτσι ο νέος κόσμος παρουσιάζεται στο Θεό ως νύμφη, αγνή και καταστόλιστη.

«Λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λε­γόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμι ο λαλών σοι. Και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μεν τοι είπε, τί ζητείς ή τί λαλείς μετ’ αυτής; αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυ­νή και απήλθεν εις την πόλιν» (Ιωάν. δ’, 25-28). Τί πα­ράξενο σκηνικό! Τί περίεργη αλληλουχία σκηνών και γεγονότων! Ο Κύριος στέκεται στο κέντρο μόνος Του, ακίνητος, όπως η αιωνιότητα. Η γυναίκα προκλήθηκε από τα πνευματικά λόγια του Κυρίου Ιησού και ξαφνικά θυμήθηκε τον αναμενόμενο Μεσσία, που τον περί­μεναν κι οι Σαμαρείτες όπως ακριβώς οι Ιουδαίοι. Όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα, είπε η γυ­ναίκα. Για εκείνην, όπως και για όλους τους άλλους, η ιδέα του Μεσσία ήταν κάτι μακρινό, κάτι που βρισκό­ταν πιο μακριά κι από τη γραμμή του ορίζοντα. Κι ένιω­σε μεγάλη έκπληξη όταν ο Κύριος της αποκάλυψε πως Εκείνος ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Εγώ ειμί ο λαλών σοι. Η γυναίκα έμεινε άφωνη από θαυμασμό, δεν του απάντησε. Κι εκείνη την ώρα έφτασαν οι από­στολοι από την πόλη και θαύμασαν που είδαν τον Κύ­ριο να μιλάει με μια γυναίκα και μάλιστα άπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι έμειναν άφωνοι κι εκείνοι.
Η γυναίκα δεν ήξερε τι άλλο να ρωτήσει ή να πει. Πα­ράτησε τη στάμνα της εκεί κι έτρεξε στην πόλη. Ήθε­λε το συντομότερο ν’ αναγγείλει αυτό που ανακάλυψε. Αυτή ήταν μια πολύ εκφραστική σκηνή, πιο εύγλωττη απ’ όλα τα λόγια του κόσμου. Η γυναίκα έτρεξε, έφτα­σε στην πόλη και μίλησε σε όλους για τον παράξενο άνθρωπο που γνώρισε στο πηγάδι. «Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;». Δεν τολμάει να πει πως «Αυτός είναι ο Χρι­στός», μ’ όλο που είχε αποκτήσει εμπειρία της σπάνιας πνευματικής σοφίας Του. Έτσι, σα να διστάζει γι’ αυτό που θέλει να πει, ρωτάει: Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός; Είναι σα να ήθελε να πει: Είμαι μια ξένη γυναίκα και δεν μπορώ να είμαι σίγουρη γι’ αυτό· εσείς είστε άντρες κι οπωσδήποτε πιο προσεχτικοί και πιο λογικοί από μέ­να. Γι’ αυτό «έρχου και ίδε». Έτσι η γυναίκα, τόσο με την επιτηδειότητά της όσο και με τη μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή όλων των κατοί­κων της Συχάρ, που «εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν».
Μόλις έφυγε η γυναίκα ξεκίνησε μια συζήτηση ανά­μεσα στο Διδάσκαλο και τους μαθητές Του. «Ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε». Είχαν αγο­ράσει τρόφιμα στην πόλη και του έφεραν να φάει. Κι ο δάσκαλός τους σίγουρα πεινούσε. Αντί να φάει όμως, συνέχισε τη θεϊκή αποστολή Του, για την όποια ήρθε στον κόσμο. Δεν έδωσε προσοχή στη σωματική πείνα. Ήταν πολύ σπουδαία στιγμή και δεν ήθελε να περάσει ανεκμετάλλευτη. Δε θ’ αντάλλαζε με τίποτα την ανάγκη της ψυχής για λίγο φαγητό. Έτσι απάντησε στους μαθητές Του:

«Εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν;» (Ιωάν. δ’, 32-33). Ο Κύριος τους μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του για σωματι­κή. Η ίδια περίπου σκηνή είχε γίνει και νωρίτερα, όταν ο Κύριος μιλούσε στη γυναίκα για πνευματικό νερό και κείνη έλεγε για το νερό του πηγαδιού. Τώρα Εκείνος μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του σκέ­φτονταν τη σωματική.
«Λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμά εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον» (Ιωάν. δ’, 34). Το θέλημα του Πατέρα είναι και του Υιού θέλημα, αφού ο Πατέρας κι ο Υιός μοιράζονται την ίδια ύπαρξη. Πώς λοιπόν τώρα ο Κύριος τους έλεγε για το θέλημα του Πατέρα κι όχι για το δικό Του; Γιατί μιλούσε για το έργο του Πατέρα κι όχι για το δι­κό Του; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θέλημα του Πατέ­ρα και το δικό Του; Δεν έχουν το ίδιο θέλημα; Δεν έχουν το ίδιο έργο; Ναι, το ίδιο έχουν. Κατονομάζει όμως το θέλημα από το οποίο καθοδηγείται: του Πατέρα Του· το έργο που έχει να εκτελέσει: του Πατέρα Του. Κι αυτά για χάρη μας. Για να διδάξει σ’ έμας τους ανυπάκουους και υπερήφανους την υπακοή και την ταπείνωση.

Προσέξτε όμως πόσο ευχάριστο είναι στον Κύριο το θέλημα του Πατέρα Του! Δεν το βλέπει σαν καθήκον, αλλά σαν τροφή! Εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με, του Πατέρα μου. Τι θεϊκό παρά­δειγμα, τι ευγενικός έλεγχος σε όλους εμάς, που όλη μέρα μιλάμε για το καθήκον μας, λες και πρόκειται για βάρος. Αν πράγματι κοιτάξουμε τον Κύριο και την τή­ρηση του θελήματός Του από τη μια μεριά και το βαρύ καθήκον Του προς τους ανθρώπους από την άλλη, πρέ­πει να παραδεχτούμε λογικά πως κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να κάνει το θέλημα του Θεού, αν δεν το δέ­χεται τόσο ευχάριστα, όπως την καθημερινή τροφή Του. Αυτό είναι που λέει ο Κύριος: πως κάνει το θέλημα του Πατέρα Του, όχι το δικό Του, όπως λέει και σ’ ένα άλλο σημείο: «καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Ιωάν. στ’, 38). Αυτό δε σημαίνει πως ο Υιός είναι κα­τώτερος από τον Πατέρα. Δείχνει απλά τη μεγάλη αγά­πη που τρέφει ο Υιός προς τον Πατέρα Του.

Ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει επίσης πως ο Πατέ­ρας ακούει πάντα τον Υιό. «Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις» (Ιωάν. ια’, 42). Η τέλεια υπακοή του Πα­τέρα ανταποκρίνεται έτσι στην τέλεια υπακοή του Υιού, και η τέλεια υπακοή του Αγίου Πνεύματος ανταποκρί­νεται στην τέλεια υπακοή του Πατέρα και του Υιού. Κι η τέλεια υπακοή κυριαρχεί σε ενότητα με την τέλεια αγάπη. Γι’ αυτό και η αληθινή τροφή του Υιού είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα. Αληθινή τροφή του Πα­τέρα είναι να κάνει το θέλημα του Υιού. Κι αληθινή τρο­φή του Αγίου Πνεύματος είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα και του Υιού.

«Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θε­ρισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλ­μούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν ήδη» (Ιωάν. δ’, 35). Λίγο νωρίτερα ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές Του για πνευματική τροφή, τώ­ρα τους λέει για πνευματικό θερισμό. Ο πνευματικός θερισμός είναι κοντά, φαίνεται, όπως φαίνεται και ο επί­γειος θερισμός. Όταν τα στάχυα γίνονται κίτρινα ή λευκά, όλοι ξέρουν πως ο θερισμός πλησιάζει. Όταν πλή­θη ανθρώπων έρχονται κοντά στο Χριστό, είναι φανε­ρό πως ο πνευματικός καρπός έχει ωριμάσει.

Όταν οι Σαμαρείτες άκουσαν για το Χριστό από τη Σαμαρείτιδα, δεν είπαν πως η γυναίκα αυτή τρελλάθηκε, αλλά παράτησαν τη δουλειά τους κι έτρεξαν όλοι μαζί να τον δουν. Επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε, δείτε τα πλήθη των ανθρώπων που τρέχουν κοντά μας! Αυτός είναι ο αγρός του Θεού. Αυτή είναι η ώριμη σοδειά που περιμένει τους θεριστές. Έτσι είναι. «Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Λουκ. ι’, 2). Εσείς είστε οι θεριστές του αγρού του Θεού. Για­τί μου προσφέρετε υλική, πρόσκαιρη τροφή, όταν υπάρ­χει μπροστά μας τόσο πλούσιος κι υπέροχος θερισμός; Όταν ο νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δεν ξεχνάει να φάει από τη χαρά του; Κι όταν βρε­θεί μπροστά σε τέτοια θαυμάσια θέα, δεν τρέχει αμέ­σως να θερίσει τη σοδειά του και να την μαζέψει στις αποθήκες όσο γίνεται πιο γρήγορα, προτού την καταστρέψει η καταιγίδα; Γι’ αυτό μη φροντίζετε υπερβολικά για την τροφή σας ή για τον εαυτό σας ή για Μένα. Τρέξτε γρήγορα στο θερισμό για να μη χάσετε το μισθό σας.

«Και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. εγώ απέ­στειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτού εισεληλύθατε» (Ιωάν. δ’, 36-38).

Στον απέραντο αγρό του Θεού, πολλές φορές δεν προλαβαίνουν οι ίδιοι εργάτες και να σπείρουν και να θερίσουν, επειδή οι μέρες του ανθρώπου είναι μετρημέ­νες. Μερικοί άνθρωποι σπέρνουν και πεθαίνουν προτού προλάβουν να δουν τον καρπό του κόπου τους. Μετά γεννιούνται άλλοι, όταν ο καρπός που έσπειραν μεγά­λωσε, ωρίμασε κι έγινε κίτρινος για θερισμό. Κι έτσι αυτοί γίνονται θεριστές και μαζεύουν τον ώριμο καρπό που δεν έσπειραν.

Ο αγρός του Θεού στη γη έχει σπαρεί από την αρχή με ζωή. Σποριάδες ήταν οι προπάτορές μας, οι άνθρω­ποι του Θεού, προφήτες και δίκαιοι, κυρίως οι προφήτες. Εκείνοι έσπειραν, μα δεν είδαν τον καρπό ν’ αυξάνει και να ωριμάζει. Έζησαν όλοι με πίστη και πέθαναν με πίστη, χωρίς να δουν τους καρπούς της επαγγελίας. Τους είδαν μόνο από μακριά, με την πνευματική τους όραση (βλ. Εβρ. ια’,13).

Ο Κύριος Ιησούς είπε κάποτε στους μαθητές Του: «Πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν α βλέ­πετε, και ουκ είδον» (Ματθ. ιγ’, 17). Οι σποριάδες δε βλέπουν εκείνα που βλέπουν οι θεριστές: τον καρπό και το θερισμό. Κι οι δυό τους όμως θα λάβουν μισθό για τον κόπο τους, γιατί κι οι δυό τους είναι εργάτες στον αγρό του Θεού, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων.

Ο Κύριος επαινεί τους κόπους και τους αγώνες των προφητών και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, ταυ­τόχρονα όμως ενθαρρύνει τους αποστόλους στον αγώνα του θερισμού τους. Είναι σα νά ‘θελε να πει: Αυτοί έκα­ναν μεγαλύτερους αγώνες από σας, γιατί είναι πιο δύσκολο και πιο κουραστικό να σπέρνεις, χωρίς να βλέπεις τον καρπό στον αγρό σου, παρά να θερίζεις τον ώριμο καρπό. Εσείς μπήκατε στο δικό τους κόπο. Εκείνοι αγω­νίστηκαν και πέθαναν σαν μισθωτοί και δούλοι, χωρίς να δουν στο μεταξύ τον Κύριο του αγρού. Εσείς έχετε τον Κύριο ανάμεσά σας, εργάζεστε σαν γιοί, όχι σαν μισθω­τοί ή δούλοι. Στην ουσία ο ίδιος ο Κύριος εργάζεται, εσείς είστε οι συν-εργάτες Του. Γι’ αυτό ευφρανθείτε και σπεύσετε με χαρά να θερίσετε τον ώριμο καρπό.

«Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα» (Ιωάν. δ’, 39). Δέστε πόσο ώριμος είναι ο καρπός! Δέστε πόσο πλούσιος είναι ο θερισμός! Η διψασμένη γη ρούφηξε γρήγορα το νερό. Πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στο Χριστό ακόμα και προτού τον δουν, μόνο με τα λόγια που άκουσαν από τη γυναίκα. Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν απόστολος, ούτε κι έκανε κάποιο θαύμα. Αντίθετα μά­λιστα, ήταν μια γυναίκα αμαρτωλή. Κι έτσι όμως τα λόγια της είχαν πλούσιο θερισμό ανάμεσα σ’ αυτούς τους ειδωλολάτρες. Τί ντροπή, τί αμηχανία για τους Ιουδαί­ους, τον Εκλεκτό Λαό! Εκείνοι άκουσαν από το στό­μα Του όλα τα δυνατά λόγια, μα παράμειναν κουφοί και τυφλοί, αμετανόητοι και σκληρόκαρδοι! Η Σαμαρείτιδα δεν κράτησε για τον εαυτό της τα καλά λόγια που άκουσε από τον Κύριο. Έτρεξε αμέσως να τα μεταδώ­σει και στους άλλους, γι’ αυτό και της αξίζει κάθε έπαι­νος. Είναι σαν τη γυναίκα που βρήκε τη χαμένη δραχμή κι αμέσως φώναξε τις γειτόνισσές της λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι, ότι εύρον την δραχμήν ην απώλεσα» (Λουκ. ιε’, 9).

«Ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ’ αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού» (Ιωάν. δ’, 40-41). Οι Ναζαρηνοί ζητούσαν να τον γκρεμίσουν από το χείλος του όρους (βλ. Λουκ. δ’, 29), δια τον λόγον αυτού. Οι Γαδαρηνοί του ζήτησαν να τους αφήσει και να φύγει μακριά (Λουκ. η’, 37). Αυτοί εδώ οι Σαμαρείτες όμως του ζήτησαν να μείνει μαζί τους, ηρώτων αυτόν μείναι παρ αυτοίς. Ο Κύριος ανταποκρί­θηκε στο αίτημά τους κι έμεινε μαζί τους δυο μέρες. Κι ο θερισμός ήταν πραγματικά μεγάλος, πλούσιος, τόσο για εκείνους που τον πίστεψαν από τα λόγια που άκου­σαν από τη γυναίκα, όσο και για εκείνους που πίστεψαν άμεσα στα δικά Του λόγια.

Στη συνέχεια έλεγαν στη γυναίκα: «ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιωάν. δ’, 42). Δε μας είναι γνωστά όσα είπε ο Κύριος τις δυο αυτές μέρες στους πνευματικά πεινασμένους και διψασμένους ανθρώπους. Δε γράφτηκε τίποτα γι’ αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως πως τα λόγια Του είναι ύδωρ ζων, που όταν το πίνει ο άνθρωπος δεν ξαναδιψάει ποτέ πια. Αυτό φαίνεται πρώτο από το μεγάλο πλήθος εκείνων που πίστεψαν στον Κύριο και δεύτερο από την ορθή ομολογία της πίστης τους: ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός.

Ανάμεσα στους πολλούς θεούς που πίστευαν οι Σα­μαρείτες, μέσα τους διατηρούσαν και κάποια πίστη στο Θεό του Ισραήλ. Και κρατούσαν την πίστη αυτή όχι επειδή γνώριζαν το Θεό αυτό, αλλ’ από σεβασμό στον Ισραήλ (Ιακώβ), που κάποτε είχε ζήσει ανάμεσά τους. Γι’ αυτό κι η Σαμαρείτιδα μίλησε για τον «πατέρα μας Ιακώβ» (Ιωάν, δ’, 13). Οι Σαμαρείτες σίγουρα θα είχαν ακούσει την προφητεία για το άστρο που θ’ ανατείλει από τον Ιακώβ («ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ», Αριθ­μοί, κδ’, 17). Όταν ο βασιλιάς των Μωαβιτών Μπαλάκ ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ισραηλιτών, κάλε­σε τον προφήτη Βαλαάμ ν’ ανακοινώσει νίκη εναντίον του Ισραήλ, για να ενθαρρύνει το στρατό του. Ο Μπαλάκ υποσχέθηκε στο Βαλαάμ να του δώσει μεγάλα δώρα για τις υπηρεσίες του κι ο Βαλαάμ πήγε στο στρατόπεδο του βασιλιά. Όταν όμως προσπάθησε να κάνει τα μαγικά του και να προφητεύσει αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, ξαφνικά τον επισκέφτηκε το Πνεύμα του Θεού κι άρχισε να προφητεύει όχι αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, αλλ’ εκείνα που ήθελε ο Θεός. «Ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ, αι σκηναί σου Ισραήλ». Όταν ο Μπαλάκ άκου­σε τα λόγια αυτά επιτίμησε τον Βαλαάμ, εκείνος όμως δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «Φησί Βαλαάμ, υιός Βεώρ, φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών, φησίν ακούων λό­για ισχυρού, όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω, αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού… ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ» (Αριθ. κδ’). Και να που εμφανίστηκε Εκείνος που προείδε ο Βαλαάμ από παλιά. Το άστρο έλαμψε από τη φυλή του Ιακώβ κι ήταν λαμπρότερο από τον ήλιο, πιο όμορφο από το καλλίτερο όνειρο. Κι οι Σαμαρείτες το είδαν και χάρηκαν. Το είδαν και πίστεψαν. Ήπιαν μέχρι κορεσμού το ύδωρ το ζων κι έζησαν στον αιώνα.

Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μό­νο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε κι εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο που έχει επίγνωση της πνευματικής του δίψας στην έρη­μο αυτής της ζωής. Κάποτε ο Κύριος στάθηκε στην Ιερουσαλήμ «και έκραξε λέγων· εάν τις διψά, ερχέσθω πρός με και πινέτω» (Ιωάν. ζ’, 37). Πρόσεξε πως το αναφέρει ο ευαγγελιστής: έκραξε. Ο Καλός Ποιμήν δεν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει το ποίμνιό Του, το καλεί στο νερό. Από την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Χριστός στέκεται στη μέση της ερήμου αυτού του κόσμου και κράζει σ’ όλους τους ταξιδιώτες που είναι εξα­ντλημένοι από τη δίψα. Ευλογημένοι είναι όσοι ακούνε τη φωνή Του και τον πλησιάζουν με πίστη. Ο Χριστός δε θα τους ρωτήσει ούτε ποια γλώσσα μιλάνε ούτε σε ποιο έθνος ανήκουν. Ούτε την ηλικία τους θέλει να μά­θει ούτε αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Θα δώσει σε όλους ύδωρ ζων για να τους ενισχύσει και να τους αναζωογο­νήσει, να τους ανανεώσει και να τους αναγεννήσει, να τους υιοθετήσει, να τους βγάλει από το πύρινο καμίνι αυτού του κόσμου και να τους οδηγήσει στη γη της επαγ­γελίας.

Πόσο υπέροχο είσαι, ύδωρ ζων! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ανανεωτική πηγή, πόσο πλούσιος και ζωοποιός είσαι! Πνεύμα Αγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στον Κύριο Ιησού όλους εκείνους που οι ψυχές τους διψούν για την αιώνια ζωή και κραυγάζουν: «Η ψυχή μου διψά για το Θεό, για το Ζώντα Θεό!»

Δόξα και ύμνος σε Σένα, Κύριε Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαί­ρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή» Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Μετάφραση – Επιμέλεια ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011)
Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς: