Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

 

Ἀπό τό βιβλίο: «Ὁ Βίος τῆς ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας», Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου «Μπουραζέρη», Ἅγιον Ὄρος, 2010


Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ...ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν.

Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου.
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου (Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13).


Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».

Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν».
Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38).

Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον.

Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς.Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών.

Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι’ υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν.
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν.

Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ’ ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν.

Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας».

Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της.

Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς.

Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της. Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅ «οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν.

Παρ’ ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην ( Ἰωάν., ι΄16), καθ’ ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά».

Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μήτηρ τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως ὡμιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἠκούσθη αἴφνης δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐνεφανίσθη μία νεφέλη φερομένη ἀπὸ γαλήνιαν αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν νεφέλην, ἤρχισαν νὰ πίπτουν εἰς τὴν γῆν ὡς σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑπεδέχθη καὶ ἤρεμα τοὺς ἐχαιρέτισε, τοὺς ὡδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου.

Δὲν ἦλθαν μόνον οἱ δώδεκα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητάς των οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγῆ καὶ ἀξιωθῆ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του.
Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεον, τὸν Ἱερόθεον καὶ ἄλλους ὁμοψύχους των ἔφθασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς Βασιλίσσης. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσεκύνησαν μετὰ δέους καὶ ἄκρας εὐλαβείας. Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν.

Τοὺς διηγήθη ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιον σύμβολον τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδον δηλαδὴ τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἐπαρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύουσα καὶ στηρίζουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.

Ἀπεχαιρέτισε τὸν Πέτρον καὶ τὸν Παῦλον καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶσθε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθῆ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθηταὶ τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διακονίαν τοιούτων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν αὐτοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξης καὶ Βασιλείας του ὅπως σᾶς τὸ ὑπεσχέθη καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ ἴδιος, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης».

Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μίαν τοιαύτην εὐλογημένην διδασκαλίαν ἀνάλογον τοῦ ὕψους τῆς δόξης της καὶ ἀφοῦ ὥρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδείαν καὶ τὴν ταφήν της, ὕψωσε τὰ χέρια εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Κύριον ὡς ἑξῆς:
»Εὐλογῶ σε, τὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸν τοῦ ἀνάρχου Πατρός, τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶν τὸν Πατέρα δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν νὰ σαρκωθῆς ἀπὸ ἐμὲ τὴν δούλην σου μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

»Εὐλογῶ σε, τὸν χορηγὸν κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχον, τὸν αἴτιον παντὸς ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχην, ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἐπίγνωσίν σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος.
»Εὐλογῶ σε, γιὰ τὸ ὅτι εὐηρεστήθης νὰ κατοικήσης εἰς τὴν κοιλίαν μου ἀνεκλαλήτως.
»Εὐλογῶ σε, διότι ἠγάπησες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνης πρὸς χάριν μας τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασίν σου νὰ ἀναστήσης τὴν φύ- σιν μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσης εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ τὴν δοξάσης μὲ δόξαν ἀσύλληπτον.

»Εὐλογῶ σε καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπαγγελιῶν σου».
Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος ἐτελείωσε τὸν αἶνον καὶ τὴν προσευχήν της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθεὶς ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ.

Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητον γενναιοδωρίαν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴν θεολογίαν τους εὔφραναν τὴν καρδίαν τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμιν τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος [Εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων: «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβεί- ας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D].

Συγκεκριμένα, εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεον, ἀναφέρει περὶ τῆς συναθροίσεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ καθείς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε διὰ λόγων αἰνέσεως τὴν δόξαν τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθη εἰς τὴν γῆν χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους καὶ νὰ σαρκωθῆ ἀπὸ τὴν πανάμωμον Παρθένον.

Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, ἐπειδὴ ηὗρε τὴν Παναγίαν καὶ ὑπερένδοξον Μαριὰμ ὑπήκοον καὶ ὑψηλοτέραν πάσης τῆς κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήση ἐντός της, ἐνεδύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἠλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινον γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστον Οἰκονομίαν του καὶ τὸ ἐδόξασε, πλουτίζων αὐτὸ μὲ τὴν Χάριν του ἕνεκα τῆς ἀνυπερβλήτου εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας του.

Μετὰ ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ ἡ καρδία της ἐπλήσθη θείας παρηγορίας. Καὶ ἰδού, ἔλαβε χώραν ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξις Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ αὐτῆς, συνοδευομένου ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ ὅλοι οἱ ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μετὰ φόβου, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται».

Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγνώριζε ὅλα αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντον ἐλπίδα· γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ πρὸς ἐμὲ ὑποσχέσεις σου θὰ πραγματοποιηθοῦν».
Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν θεϊκήν του δόξαν, ὁ καθεὶς βέβαια ἀναλόγως τῆς δυνατότητος αὐτοῦ. Ἡ παροῦσα ἔλευσις τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπεστέρα καὶ φοβερωτέρα τῆς πρώτης, καθ’ ὅτι τώρα ἐνεφανίσθη λαμπρότερος τῆς ἀστραπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ Μεταμορφώσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσικήν του δόξαν, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψιν ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος.

Ἐνώπιον τοιούτου μυστηρίου «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ. ιε΄, 6). Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ( Ἰωάν. κ΄, 21, 19) εἰς τὸν ἴδιον αὐτὸν οἶκον τοῦ Ἰωάννου.
Κάτι παρόμοιον συνέβη καὶ τώρα, εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς μητρὸς τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἤκουσαν τὴν γλυκυτάτην καὶ παμπόθητον φωνὴν αὐτοῦ, ἀνεζωογονήθησαν καὶ ἐνισχύθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρον κάλλος καὶ τὴν Θείαν αἴγλην τοῦ Προσώπου του.

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ παναγία καὶ ἄμωμος καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς κατηυγάσθη μὲ θείαν φωτοφάνειαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέπουσα μετ’ εὐλάβειας καὶ φόβου τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ υἱὸς καὶ Βασιλεύς της Ἰησοῦς Χριστός, ἐμεγάλυνε ἀκόμη περισσότερον τὴν θεότητά του καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν παρόντων.
Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς ἐμεσίτευσε ὑπὲρ τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων πιστῶν, παρεκάλεσε ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς ἐπικαλουμένης τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία.

Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία κοιτάζοντας καὶ πάλιν πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν ἀντίκρυσε μὲ δόξαν τοιαύτην ὥστε οὐδεμία γλώσσα ἀνθρωπίνη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκφράση. Καὶ εἶπεν: «Εὐλόγησόν με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιάν σου καὶ εὐλόγησον ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰν ποὺ προσφέρουν εἰς σὲ τὴν προσευχὴν καὶ δέησίν των».
Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιάν του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε: «Μακαρία σύ, ἀγαλλιάσθω ἡ καρδία σου Μαρία, εὐλογημένη ἐν γυναιξί, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον· καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μετ’ εὐλαβείας δὲν θὰ παραβλεφθῆ ἀλλὰ θὰ εὕρη ἔλεος καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα.


Σὺ δέ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ χαρᾷ εἰς τὰ αἰώνια σκηνώματα, εἰς τοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατρός μου, γιὰ νὰ θεωρῆς τὴν δόξαν μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀμέσως δέ, δι’ ἐντολῆς τοῦ Κυρίου οἱ ἄγγελοι ἤρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατον ὕμνον μὲ φωνὴν ζωηρὰν καὶ θελκτικωτάτην, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τὶς κεφαλές των ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειράν τους εἰς τὴν Παρθένον μίαν ὑμνωδίαν ἀγγελομίμητον.

Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μήτηρ τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρίαν καὶ ἀμόλυντον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα καὶ υἱόν της καὶ ἐκοιμήθη ὕπνον γλυκὺν καὶ ἐράσμιον. Ὅπως εἰς τὸν ἀπόρρητον τοκετόν της ἐγέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τοιουτοτρόπως ἔμεινε ἀνέπαφος ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν κοίμησίν της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους.
Οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸν τὰ ἀόρατα χέρια τους καθὼς διήρχετο ἡ παναγία αὐτῆς ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, ἐπλήσθη ἀπὸ μίαν ἄρρητον εὐωδίαν.

Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντον σῶμα της ἐπλανᾶτο μία φωτεινὴ ὕπαρξις ἀόρατος ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Τοιουτοτρόπως ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθηταί, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνώδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγίαν Παρθένον.
Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγίαν ψυχὴν τῆς παναχράντου αὐτοῦ μητρὸς εἰς τοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλον σῶμα της εἰς τὴν γῆν, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταστῆ εἰς τὸν Παράδεισον ἢ ὁπουδήποτε ἠθέλησε ὁ υἱὸς καὶ Θεός της.

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ερμηνευτικὴ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὑμνολογίας


Α) Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Δεκαπενταύγουστος! Τὸ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ γιορτὴ τοῦ Αὐγούστου, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, συγκλονίζει κάθε πιστὴ ψυχή. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη του μηνὸς στὶς ἐκκλησίες ψάλλονται καθημερινὰ οἱ Παρακλήσεις - ἐναλλὰξ ἡ Μικρὴ καὶ ἡ Μεγάλη. Οἱ πιστοὶ προετοιμάζονται -νηστεύουν, ἐξομολογοῦνται, κοινωνοῦν- γιὰ νὰ γιορτάσουν ἀληθινὰ τὸ μεγάλο πανηγύρι.

Μητέρα τῆς Ζωῆς ἡ Παναγία μεθίσταται πρὸς τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στὴν Μετάστασή Της. Χάρη σ᾿ αὐτὴν τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς Νέας Εὔας, τῆς γυναίκας ποὺ γέννησε τὸν φθορέα τῆς φθορᾶς, δὲ γεύεται τῆς φθορᾶς τὴ δύναμη. «Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται», ὅμως «κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται».

Σὲ ἄλλο ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ μας, πέρυσι, ἀναφερθήκαμε στὰ γεγονότα τῆς παράδοσης γύρω ἀπὸ τὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας. Σήμερα θὰ δοῦμε τὴν περιγραφὴ-ἑρμηνεία τῆς Βυζαντινῆς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεώς της καὶ κάποια κείμενα σχετικά.

Ἡ ἁγία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπη. Δυὸ ὅμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στὴν ὅλη παράσταση: Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Ὁ Χριστός μας μὲ τὸ ἡγεμονικό Του παράστημα ποὺ κρατεῖ τὴν ψυχὴ τῆς Παναγίας Μητέρας Του, βρέφος φασκιωμένο, καὶ τὸ λιπόσαρκο σκήνωμα τῆς Παναγίας.

«Στὴν εἰκόνα δεσπόζει τὸ νεκρικὸ κρεβάτι, στολισμένο μὲ πλούσια ποδέα, ὅπου ἀναπαύεται ἡ Παναγία μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Μπροστὰ στερεωμένο σὲ ἕνα ἁπλὸ κηροπήγιο καίει ἕνα χοντρὸ κερί. Πίσω ἀπὸ τὸ νεκρικὸ κρεβάτι καὶ στὴ μέση ἀκριβῶς στέκει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σῶμα σὲ περίεργη στροφὴ πρὸς τὰ δεξιά, πρὸς τὴν κεφαλὴ τῆς Μητέρας Του. Στὰ χέρια Του ἁπλωμένα στὴν ἴδια κατεύθυνση, κρατεῖ τὴν ψυχή της, ποὺ ἔχει τὴ μορφὴ φασκιωμένου μωροῦ μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα. Τὸν τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ᾿ αὐτὴν εἶναι ζωγραφισμένοι στὴν κορυφὴ ἕνα ἑξαπτέρυγο καὶ σὲ μονοχρωμία τέσσερεις ἄγγελοι ποὺ πλαισιώνουν τὸ Χριστὸ μὲ χειρονομίες καὶ ἔκφραση λύπης στὰ πρόσωπά τους... Πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ Χριστὸ στὴν κορυφὴ τοῦ τόξου τῆς εἰκόνας ἔχουν ἀνοίξει οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ καὶ φαίνονται δυὸ ἄγγελοι, πάλι σὲ μονοχρωμία, νὰ σκύβουν μὲ σκεπασμένα χέρια γιὰ νὰ πάρουν μὲ τὴ σειρὰ τοὺς τὴν ψυχή της. Στὴν κεφαλὴ καὶ στὰ πόδια τοῦ νεκρικοῦ κρεβατιοῦ εἶναι μαζεμένοι οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μὲ ἐκφράσεις, στάσεις καὶ χειρονομίες ποὺ δείχνουν βαθειὰ λύπη. Ὁ Πέτρος θυμιατίζει στὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης σκύβουν στὰ πόδια της καὶ τὴν ἀσπάζονται. Πιὸ πίσω εἶναι τρεῖς ἱεράρχες μὲ ἀνοιχτὰ βιβλία καὶ στὰ ἀριστερά, στὸ βάθος, θρηνοῦν τρεῖς γυναῖκες. Τὴ σύνθεση κλείνουν στὸ βάθος, πίσω ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν μαθητῶν, δυὸ συμβατικὰ ἀρχαιόπρεπα κτήρια. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ διαβάζεται ἡ ἐπιγραφὴ Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Ἀ. Καρακατσάνη). Οἱ τέσσερεις (εἰκονίζονται οἱ τρεῖς) Ἱεράρχες ποὺ παραβρέθηκαν στὴν Κοίμηση, ἦταν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἰερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ ὁ Τιμόθεος. Ὁ Ἰερόθεος δὲν εἰκονίζεται.

Σὲ κάποιες εἰκόνες βλέπουμε στὴ δεξιὰ ἄκρη τοῦ σπιτιοῦ τὸν Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνὸ ποὺ βαστᾶ χαρτί (πάπυρο) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια Πάναγνε θεῖα σκηνώματα καὶ παρέστηκας...» Καὶ στὰ ἀριστερὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν ποιητὴ κρατώντας ἄλλο χαρτὶ ποὺ λέει: «Γυναίκα σε θνητήν, ἄλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε…»

Σ᾿ ὅλα τὰ πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλίψη, ἀνάμικτη ὅμως μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπην», τὸ «χαροποιὸν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν ποὺ ζοῦν μὲ τὴν προσμονὴ τῆς ἀνάστασης. Τοῦτο βλέπουμε καὶ στὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ποὺ ἄλλοτε τονίζουν τὸν τρόμο καὶ τὸ δέος τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ὁποίους παρουσιάζουν νὰ δακρύζουν καὶ ἄλλοτε τονίζουν τὴ χαρά τους, ποὺ τὴν ἐκδηλώνουν μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους. Παραθέτουμε δυὸ ἀποσπάσματα «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμω ἐώρων σε» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο ὄρθρου). «...Καὶ τὸ ζωαρχικὸν καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικὸ ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ).

Σὲ μερικὲς εἰκόνες εἰκονίζονται στὸν οὐρανὸ σύννεφα, ποὺ μετέφεραν τοὺς ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ πολλὲς εἰκόνες τῆς Κοίμησης ζωγραφίζεται καὶ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀγγέλου καὶ κόβει μὲ τὸ ξίφος του τὰ χέρια τοῦ Ἰεφονία. (Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνο τὸν Ἑβραῖο ποὺ ἀποπειράθηκε νὰ ρίξει στὸ ἔδαφος τὸ λείψανο τῆς Θεοτόκου).

Β) ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ

Στὴν Ἐκκλησία ὁ θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δὲν λέγεται θάνατος ἢ τελευτή. Ἀποκαλεῖται «Κοίμηση». Δὲν ἐξαντλοῦνται τὰ πάντα στὸ ἐδῶ καὶ τώρα. Ὑπάρχει τὸ ἐπέκεινα τοῦ τάφου: ἡ αἰώνια ζωή. Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι κοιμᾶται προσώρας, γιὰ νὰ ξυπνήσει στὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος, μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἕνας μεγάλος ὕπνος. Αὐτὸ τὸ πανηγύρι,τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας βασιλείας,τὴν ἀγάπη μας στὴν Παναγία Μητέρα ὅλων μας, θὰ δοῦμε καὶ μέσα ἀπὸ κάποια κείμενα.

Ἡ ὑμνολογία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ τρόπο ποιητικὸ τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Οἱ ὕμνοι τῆς μεγάλης γιορτῆς, ἀποδοσμένοι στὴ Νεοελληνικὴ ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου, ψέλνουν τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, ὡς ἑξῆς:

«Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο». (ἀπολυτίκιο Κοιμήσεως)

«Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατί σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου». (καταβασία θ´ ᾠδῆς)

Τὴν Παναγία Μητέρα μας ἂς ἑτοιμασθοῦμε κι ἐφέτος νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ δοξολογήσουμε στὴν πάσνσεπτη κοίμησή της μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, τὶς Οὐράνιες δυνάμεις, τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ κάθε πιστὴ ψυχὴ δεόμενοι ἐκτενῶς μαζὶ μὲ τὸ μελῳδὸ Θεοφάνη:

«…μὴ ἐπιλάθου (μὴ ξεχάσεις), Δέσποινα, τῶν πιστῶς ἑορταζόντων, τὴν παναγίαν σου Κοίμησιν». Ἀμήν.(Δοξαστικὸ τῆς Λιτῆς της Κοιμήσεως)

πηγή 

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η Πολιτική Θεωρία του Ορυκτού Πετρελαίου


Καθώς πλησιάζουμε στις διακοπές των μέσων Αυγούστου εν μέσω ενός κλίματος τρέλας, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα πρόβλημα που υποβόσκει εδώ και σχεδόν ενάμιση αιώνα εν μέσω ψευδών βεβαιοτήτων και είναι πιο επίκαιρο από ποτέ, τόσο λόγω της κατάστασης στο Ορμούζ, η οποία δημιουργεί έλλειψη, όσο και λόγω των μεθόδων επιστημονικής διαστρέβλωσης που μπορεί να ήταν εξαιρετικές στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά τώρα είναι συνηθισμένες. Αναφέρομαι στην κλασική θεωρία, που διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια, η οποία υποστηρίζει ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο προέρχονται από νεκρούς θαλάσσιους οργανισμούς (πλαγκτόν, φύκια) που μετατράπηκαν σε υδρογονάνθρακες για εκατομμύρια χρόνια υπό πίεση και θερμότητα σε ιζηματογενή πετρώματα. Ορυκτά καύσιμα : το όνομα τα λέει όλα. Πεπερασμένα, μη ανανεώσιμα, περιορισμένα. Η νίκη αυτής της υπόθεσης οφειλόταν εν μέρει στις σημαντικές συνεισφορές των Αμερικανών πετρελαιοπαραγωγών, με επικεφαλής την οικογένεια Ροκφέλερ, για πολύ προφανείς σκοπούς: να καταστήσουν τον μαύρο χρυσό έναν πολύ περιορισμένο πόρο και, ως εκ τούτου, ευάλωτο σε υψηλότερες τιμές. Άλλωστε, δεν ήταν δύσκολο: αρκούσε να κάνουμε έναν παραλληλισμό με τον άνθρακα, που προερχόταν από φυτικούς οργανισμούς, πάντα υπό συνθήκες τεράστιας πίεσης και θερμότητας, και το παιχνίδι τελείωσε, απλώς και μόνο επειδή ήταν διανοητικά απλούστερο. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η θεωρία αντιτάχθηκε κυρίως από επιστήμονες εκτός του δυτικού κώνου σκιάς και ιδιαίτερα από Ρώσους, αν και με κάποιες εξαιρέσεις, για παράδειγμα τον Thomas Gold του Πανεπιστημίου Cornell.

Ωστόσο, όλα τα στοιχεία που έχουμε φαίνεται να αντικρούουν τη βιολογική υπόθεση: καταρχάς, το γεγονός ότι πολλοί δορυφόροι των εξωτερικών αερίων πλανητών είναι γεμάτοι μεθάνιο και υδρογονάνθρακες χωρίς ποτέ να έχουν φιλοξενήσει φυτικούς οργανισμούς. Αλλά έπειτα, οι βαθιές γεωτρήσεις στο κρυσταλλικό υπόγειο πέτρωμα, όπως στη Σουηδία (Siljan Ring) ή στο Βιετνάμ (White Tiger field), επέτρεψαν την εξόρυξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμου πετρελαίου από βάθη όπου δεν υπήρχαν ποτέ ιζηματογενή πετρώματα με οργανικό υλικό. Επιπλέον, υπάρχουν φαινόμενα αναγέννησης κοιτασμάτων που πιστεύεται ότι έχουν εξαντληθεί (όπως το Eugene Island 330 στον Κόλπο του Μεξικού), σε χρόνους πολύ σύντομους για να εξηγηθούν με βιογενείς διεργασίες. Κάτι που συμβαίνει και σε πολλά άλλα μέρη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στη Μέση Ανατολή: υδρογονάνθρακες μη βιολογικής προέλευσης μεταναστεύουν προς τα πάνω μέσω βαθιών ρηγμάτων και ρωγμών, συσσωρεύονται σε κοιτάσματα και το κάνουν αυτό συνεχώς . Σε αυτό πρέπει να προστεθεί ότι η θερμοδυναμική σταθερότητα του μεθανίου (CH₄) στις θερμοκρασίες και τις πιέσεις του μανδύα είναι γνωστή εδώ και αρκετό καιρό. Οι υδρογονάνθρακες δεν είναι μια εξωτική σύμπτωση στις συνθήκες του άνω μανδύα, αλλά μάλλον αυτό που προβλέπει η φυσική.

Έτσι, υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για να κερδίσει η λεγόμενη αβιογενής θεωρία μια θέση που διαφορετικά δεν θα είχε, δεδομένου ότι δεν συζητείται, αλλά απλώς αποσιωπάται: το γεγονός είναι ότι στο πλαίσιο της Δυτικής αυτοκρατορίας, η βιολογική υπόθεση σήμερα παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα που υπερβαίνουν την οικονομική υπόθεση της σπανιότητας. Πράγματι, εάν η αβιογενής θεωρία επικρατούσε - όπως έχει δείξει η ρωσική και βιετναμέζικη παραγωγή πετρελαίου εδώ και δεκαετίες - τότε αρκετές γνωστικές δομές θα έχαναν ταυτόχρονα τη νομιμότητά τους:

Οι κλιματικοί συναγερμοί δεν μπορούσαν πλέον να αποκαλούν το CO2 «απολιθωμένο αμάρτημα»
Η ενεργειακή μετάβαση δεν θα είναι πλέον αναγκαιότητα, αλλά πολιτική επιλογή


Ο ΟΠΕΚ και οι δυτικές πολυεθνικές πετρελαίου θα έχαναν τα ενοίκια τους λόγω μελλοντικών ελλείψεων

Εν ολίγοις, η βιογενετική θεωρία δημιουργεί μια αφήγηση βαθιάς κρίσης που κάνει την κοινωνική μηχανική που εφαρμόζουν οι ολιγαρχίες να φαίνεται αναπόφευκτη, μονοπωλεί την εξουσία ερμηνείας των γεγονότων και εγγυάται τα προνόμια όσων επωφελούνται από το status quo. Η αβιογενής υπόθεση δεν έχει διαψευσθεί, αλλά έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για την καταστολή της. Και αυτές οι προσπάθειες έχουν κίνητρα που δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη, αλλά έχουν να κάνουν με την εξουσία.

«Ο Νετανιάχου θέλει πόλεμο με κάθε κόστος. Και οι Δυτικοί υπηρέτες τον δικαιολογούν». Από Συντακτικό Προσωπικό της Electo

Μέση Ανατολή, η ειρήνη ολοένα και πιο απομακρυσμένη


                «Ο Νετανιάχου θέλει πόλεμο με κάθε κόστος. Και οι Δυτικοί υπηρέτες τον                                        δικαιολογούν».

           Ο Νετανιάχου απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις καθώς η Δύση συνεχίζει να                        υποστηρίζει τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές του.

                                              Συντακτικό Προσωπικό της Electo

Μια σκληρή δήλωση κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του τμήματος της δυτικής πολιτικής που κατηγορείται ότι δικαιολογεί τις επιλογές του. Στο επίκεντρο βρίσκονται η απόρριψη των διαπραγματεύσεων για τη Γάζα, το βάρος της εσωτερικής πολιτικής ισορροπίας του Ισραήλ και ένα ερώτημα που προορίζεται να γίνει ολοένα και πιο πιεστικό: μπορεί να υπάρξει πραγματική προοπτική ειρήνης στη Μέση Ανατολή εφόσον η συνέχιση του πολέμου παραμένει λειτουργική για την πολιτική επιβίωση όσων κυβερνούν; (NR)


Αλλά έχουν άραγε οι Ταγιάνι, Φασίνο, Πιτσιέρνο και οι διάφοροι φίλοι τους αμφιβολίες ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή δεν θα επιτευχθεί ποτέ όσο άνθρωποι σαν τον Νετανιάχου είναι ελεύθεροι; Τώρα, ο εγκληματίας του Τελ Αβίβ απέρριψε και τα ειρηνευτικά σχέδια για τη Γάζα. Προτιμά να συνεχίσει να σφαγιάζει γυναίκες και παιδιά. Και ο φύλακάς του στην Ουάσινγκτον τον δικαιώνει: πρέπει να κατανοήσουμε τον δολοφόνο· βρίσκεται σε προεκλογική εκστρατεία.

Αυτό σημαίνει ότι τα ψέματα των ανόητων υπηρετών του Ισραήλ, που είναι πάντα έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι η ισραηλινή κοινωνία των πολιτών καταδικάζει την εξόντωση των Παλαιστινίων αμάχων, είναι όλα ψέματα. Ψεύδη, προφανώς. Γιατί αν οι Ισραηλινοί ήταν αντίθετοι, ο Νετανιάχου θα ήταν αναγκασμένος τουλάχιστον να προσποιηθεί ότι θέλει ειρήνη, πολιτισμένη συνύπαρξη.

Αλλά όχι. Για να κερδίσει τις ψήφους που απαιτούνται για να παραμείνει στην κυβέρνηση και να αποφύγει δίκες, ο Νετανιάχου υπόσχεται περισσότερους θανάτους, περισσότερες κατοχές.

Από την άλλη πλευρά, η Μοσάντ συνεργάστηκε καλά με τον Έπσταϊν και τώρα μπορεί να εκβιάζει έναν άπειρο αριθμό πολιτικών και οικονομικών προσωπικοτήτων.

Αντιμέτωπη με νέες απειλές, η ιταλική πολιτική παραμένει σιωπηλή. Έχει ήδη μιλήσει αρκετά για τη δραματική βουλγαρική υπόθεση: επτά νεομετόχοι (ναι, επτά) τρόμαξαν 300 νεαρούς Εβραίους από όλη την Ευρώπη. Μια τραγωδία, μια επίδειξη αντισημιτισμού. Γενική αγανάκτηση. Ωστόσο, οι 70.000 νεκροί στη Γάζα δεν έχουν δικαίωμα να είναι αγανακτισμένοι. Ούτε τα παιδιά της Δυτικής Όχθης, που δέχτηκαν επίθεση, εκδιώχθηκαν και δολοφονήθηκαν από ηρωικούς Ισραηλινούς εποίκους.

Συντακτικό Προσωπικό της ElectoΣυντακτικό Προσωπικό της Electo

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 1

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ** 1

ABRAHAM P. BOS*

Rivista di Filosofia Neo-Scolastica, Vol. 85, No. 2/4 (aprile-dicembre 1993), pp. 425-454 Vita e Pensiero

A. P. Bos, „La Metafisica di Aristotele alla luce del trattato De mundo“, in: A. Bausola – G. Reale (Hg.), Aristotele. Perché la metafisica, Vita e Pensiero, Milano 1994, S. 289–318

I. Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙ ΚΟΣΜΟΥ

Η πατρότητα της πραγματείας Περὶ κόσμου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαμάχης. Ωστόσο, το υπόμνημα του καθηγητή Reale, που δημοσιεύθηκε το 1974, λειτούργησε ως καταλύτης για τη δημιουργία σημαντικών μεταβολών στις απόψεις των μελετητών. Και το αποτέλεσμα ήταν μια έντονη αύξηση του αριθμού των δημοσιεύσεων σχετικά με αυτό το έργο³.

Ορισμένοι μελετητές εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να τοποθετούν τη χρονολόγηση του Περὶ κόσμου γύρω στον 1ο αιώνα π.Χ.⁴. Ωστόσο, ο αριθμός εκείνων που τοποθετούν το έργο σε πολύ προγενέστερη περίοδο, ακόμη και αν δεν αποδέχονται την απόδοσή του στον Αριστοτέλη, αυξάνεται αναμφίβολα.

1. Για μια χρονολόγηση πριν από το 200 π.Χ.

Ισχυρή υποστήριξη σε μια πρώιμη χρονολόγηση παρέχει η έρευνα σχετικά με τη γλώσσα και το ύφος του Περὶ κόσμου, την οποία πραγματοποίησε ο Ολλανδός συνάδελφός μου D.M. Schenkeveld⁵. Τα συμπεράσματά του ήταν τα εξής:

«… λαμβάνοντας υπόψη τις μάλλον περιορισμένες γνώσεις που διαθέτουμε για την πεζογραφία του πρώιμου ελληνιστικού κόσμου, δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα. Ωστόσο, θεωρώ αρκετά βέβαιο ότι, αν λάβουμε υπόψη τη γλώσσα και το ύφος, δεν θα βρισκόμασταν μακριά από την αλήθεια αν θεωρούσαμε το Περὶ κόσμου ως σύγγραμμα της περιόδου μεταξύ 350 και 200 π.Χ., και όχι της δεύτερης περιόδου της ελληνιστικής εποχής ή ακόμη μεταγενέστερα».

Ο Schenkeveld έρχεται έτσι να επιβεβαιώσει τη θέση του J. Barnes, ο οποίος υποστήριζε ότι δεν υπήρχαν δεσμευτικοί φιλοσοφικοί λόγοι για να αρνηθούμε την αριστοτελική πατρότητα του Περὶ κόσμου και ότι, αντιθέτως, ήταν βέβαιο πως ο Χρύσιππος είχε αντλήσει τον ορισμό του «κόσμου» από το Περὶ κόσμου και όχι το αντίστροφο⁷.

Επιπλέον, κατά τον D.J. Furley, ο συγγραφέας του Περὶ κόσμου αποσκοπούσε συνειδητά να μιμηθεί τον Αριστοτέλη. Και ο Furley προσθέτει:

«Αν πράγματι ο συγγραφέας μιμείται τον Αριστοτέλη, πρόκειται ασφαλώς για τον Αριστοτέλη του Προτρεπτικοῦ και του Περὶ φιλοσοφίας —τον Αριστοτέλη του οποίου ο Κικέρων θαύμαζε το flumen orationis aureum— και όχι για εκείνον των σχολικών πραγματειών που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα»⁸.

Όπως και να έχει, πρόκειται για μια προσέγγιση του έργου διαμετρικά αντίθετη προς εκείνη του A.J. Festugière, ο οποίος υποβάθμισε το Περὶ κόσμου ως ένα επιφανειακό κείμενο ενός άγνωστου συγγραφέα της ύστερης ελληνιστικής περιόδου.

Εάν οι Barnes, Schenkeveld και Furley έχουν δίκιο όσον αφορά το Περὶ κόσμου, τότε θα βρισκόμασταν ενώπιον ενός συγγράμματος το οποίο, με τον δικό του τρόπο, φανερώνει τη φιλοσοφική αντίληψη του Αριστοτέλη όπως αυτή ήταν γνωστή κατά τους πρώτους αιώνες μετά τον θάνατό του, πριν οι αντιλήψεις για τη φιλοσοφία του επηρεαστούν καθοριστικά από τα συγγράμματα του αριστοτελικού Corpus, ύστερα από την έκδοση του Ανδρόνικου του Ρόδιου.

Τώρα, δεδομένου ότι από τον Στράβωνα διαθέτουμε λεπτομερείς πληροφορίες για την άθλια κατάσταση στην οποία οι κληρονόμοι του Θεοφράστου διατήρησαν τα χειρόγραφα του κειμένου του αριστοτελικού Corpus, για την πρόχειρη έκδοση που πραγματοποίησε ο Απελλικών, καθώς και για την κατά προσέγγιση αντιγραφή των κειμένων που έκαναν οι γραφείς στην υπηρεσία του Τυραννίωνος¹⁰, μια τέτοια μαρτυρία πρέπει να αξιολογηθεί όπως της αρμόζει.


2. Μια νέα θεώρηση του «Περὶ κόσμου» σε σχέση με τη «Μεταφυσική»


Στο μέρος που ακολουθεί, προκειμένου να πραγματοποιήσω μια σύγκριση με τη Μεταφυσική του Αριστοτέλη όπως την έχουμε σήμερα, σκοπεύω να εξετάσω έναν ορισμένο αριθμό θεμάτων που πραγματεύεται το Περὶ κόσμου, χωρίς να αναφερθώ ιδιαίτερα στη συζήτηση σχετικά με τη γνησιότητα αυτού του συγγράμματος. Τα θέματα είναι: α) η έννοια της φιλοσοφίας ως απελευθερώσεως· β) η έννοια της θείας δυνάμεως· και γ) η εξάρτηση της φύσεως από τον Θεό. Ένας σημαντικός λόγος για την πραγματοποίηση αυτής της συγκρίσεως έγκειται στην πεποίθηση ότι το παράδειγμα του Jaeger —το οποίο θέτει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στις θέσεις των χαμένων έργων του Αριστοτέλη και στις πραγματείες του αριστοτελικού Corpus— φαίνεται να στηρίζεται ολοένα και λιγότερο επαρκώς11.

Ως αφετηρία λαμβάνω τη θέση του O. Gigon, σύμφωνα με την οποία το έργο του Αριστοτέλη συγκροτεί, σε τελική ανάλυση, μια ενότητα, και μάλιστα με διπλή έννοια: «Ακόμη και αν όλοι οι διάλογοι έπρεπε να θεωρηθούν “νεανικά έργα” —πράγμα που ούτε μπορεί να αποδειχθεί ούτε είναι καν πιθανό—, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ο Αριστοτέλης, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία και μάλιστα λίγο πριν από τον θάνατό του, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει αξία στους διαλόγους του και θεωρούσε το περιεχόμενό τους ως επαρκή έκφραση του φιλοσοφείν του»12.

Σε αυτή την περίπτωση, οι πραγματείες του Corpus δεν γράφτηκαν για να πάρουν τη θέση των διαλόγων που είχε δημοσιεύσει ο Αριστοτέλης κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά ως συμπλήρωμα και περαιτέρω επεξεργασία τους.

II. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» ΩΣ «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ»

1. Το encomium philosophiae στο κεφάλαιο I του «Περὶ κόσμου»

Η εισαγωγή στο Περὶ κόσμου αποτελείται από το πρώτο κεφάλαιο, το οποίο περιέχει ένα αξιοσημείωτο encomium philosophiae. Σε αυτό η φιλοσοφία χαρακτηρίζεται ως «πράγμα αληθινά θεῖον και ὑπεράνθρωπον» και ως η μόνη επιστήμη που γνωρίζει να ανυψώνεται μέχρι τη θεωρία του συνόλου της πραγματικότητας, με σκοπό την κατάκτηση της Αλήθειας13. Μέσω της φιλοσοφίας, η ψυχή, καθοδηγούμενη από τον νου, κατορθώνει να υπερβεί τα όρια της θνητής της καταστάσεως και να αφήσει πίσω της τον οικείο της κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται ικανή να συλλάβει τη θεία πραγματικότητα με το θείο μάτι της ψυχής —τον νου— και να την αποκαλύψει στους άλλους ανθρώπους14. Τέλος, ο αποδέκτης του έργου, ο Αλέξανδρος, προτρέπεται θερμά να μην περιφρονεί τη φιλοσοφία15.

Τώρα, αυτό το πρώτο κεφάλαιο συχνά υποβαθμίζεται ως ένα ακατάστατο συνονθύλευμα —ένα pastiche— ιδεών δανεισμένων από τον Πλάτωνα, χωρίς στενή σύνδεση με το υπόλοιπο έργο16.

Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίες γραμμές αυτού του κεφαλαίου εκφράζουν το πρόγραμμα του υπόλοιπου έργου, δηλαδή μια ανάπτυξη των δύο όψεων της φιλοσοφικής δραστηριότητας: ο συγγραφέας σκοπεύει «να μιλήσει και, όσο είναι δυνατόν, να μιλήσει από θεία προοπτική» για τον κόσμο και για όσα μέσα σε αυτόν έχουν ιδιαίτερη σημασία17.

Ο λόγος αυτός αναπτύσσεται με γραμμικό τρόπο από το δεύτερο έως το πέμπτο κεφάλαιο, σε ένα είδος φαινομενολογίας του κόσμου. Αντίθετα, ο λόγος «από θεία προοπτική» βρίσκεται στα κεφάλαια VI και VII. Ο διπλός ορισμός του κόσμου στην αρχή του κεφαλαίου II αποτελεί έκφραση αυτής της θεμελιώδους διαφοράς προοπτικής, δεδομένου ότι ο πρώτος ορισμός ονομάζει τον κόσμο «σύνολο που αποτελείται από τον ουρανό και τη γη και από όλες τις πραγματικότητες που περιέχονται σε αυτά», ενώ ο δεύτερος ορισμός προϋποθέτει σαφώς μια θεολογική προοπτική: «ο κόσμος —λέγεται εκεί— είναι η διάταξη και η τάξη του συνόλου των συστατικών της πραγματικότητας, η οποία διατηρείται από τον Θεό και διά του Θεού»18.

2. Το βιβλίο Α της «Μεταφυσικής» σχετικά με την έλλειψη ελευθερίας της ανθρώπινης φύσεως

Μπορεί πράγματι να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο του εισαγωγικού κεφαλαίου του Περὶ κόσμου δεν είναι αριστοτελικό; Κατά την κρίση μου, το μέρος αυτό αποδεικνύεται προβληματικό μόνο για εκείνους τους σύγχρονους ερμηνευτές οι οποίοι συνηθίζουν να ερμηνεύουν —κατά τρόπο, άλλωστε, αναχρονιστικό— το έργο του Αριστοτέλη με θετικιστική και εμπειριστική έννοια.

Χωρίς να θέλω εδώ να επιμείνω στα κείμενα που συνδέονται με τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη και τα οποία συχνά μιλούν για την ψυχή ως «φυλακισμένη», «υπόδουλη», «ποθούσα την απελευθέρωση»19, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι και στη Μεταφυσική η κατάκτηση της σοφίας λέγεται ότι υπερβαίνει τις πραγματικές ανθρώπινες δυνατότητες20. Ίσως μόνο ο Θεός —ή οι θεοί—, όπως είχε ρητώς υποστηρίξει ο Πλάτων, θα ήταν ικανός να την κατέχει21.

Στο ίδιο συμφραζόμενο της Μεταφυσικής Α 2, και πάντοτε σε αντιδιαστολή προς τους θεούς —ή προς τον Θεό—, ο άνθρωπος περιγράφεται ως ον που διαθέτει μια φύση «κατά πολλούς τρόπους δούλη»22. Και αν πράγματι η απόκτηση της σοφίας πρέπει να θεωρηθεί δυνατή, τότε ο άνθρωπος που διψά για γνώση πρέπει προφανώς να υποστεί σημαντικές μεταβολές.

3. Η παρομοίωση με τις νυχτερίδες


Το ίδιο θέμα επανέρχεται με πραγματικά εντυπωσιακό τρόπο στο περίφημο χωρίο από τη Μεταφυσική α 1, όπου λέγεται ότι «για να συλλάβει ό,τι από τη φύση του είναι απολύτως σαφές, ο νοῦς της ψυχής μας είναι, ως προς την ικανότητά του, όμοιος με τα μάτια των νυχτερίδων όταν εκτίθενται στο φως της ημέρας»23. Το χωρίο αυτό έχει συχνά συσχετισθεί με την πλατωνική παρομοίωση της επίγειας καταστάσεως του ανθρώπου με τη ζωή «μέσα στο σπήλαιο»24.

Κατά τη γνώμη μου, το χωρίο για τις νυχτερίδες μπορεί να συνδεθεί γόνιμα με το περίφημο κείμενο της Οδύσσειας25, στο οποίο οι ψυχές των μνηστήρων της Πηνελόπης παρομοιάζονται με ένα σύμπλεγμα από νυχτερίδες που κρέμονται η μία από την άλλη πάνω στον τοίχο ενός μεγάλου βράχου και τσιρίζουν και πετούν άτακτα όταν μία από αυτές αποκολληθεί. Οι νυχτερίδες, που συμβολίζουν τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων, ενδέχεται να ενέπνευσαν τον Αριστοτέλη να συλλάβει την εικόνα του ανθρώπου που στερείται της αληθινής γνώσεως ως μιας «νεκρής ψυχής», μιας «κοιμώμενης ψυχής» που χρειάζεται να επανέλθει στη ζωή. Αυτό μπορεί επίσης να υποδηλώνεται από το γεγονός ότι το ομηρικό αυτό χωρίο έγινε κείμενο αναφοράς για μια γνωστική παράδοση26.

Αν εκείνος που δεν κατορθώνει να φθάσει στη φιλοσοφία κατηγορείται στο Περὶ κόσμου για μικροψυχία27, το ίδιο αυτό χαρακτηριστικό δηλώνει και τον άνθρωπο που δεν κατόρθωσε να κατανοήσει την αλήθεια σχετικά με την πραγματικότητα, ακριβώς όπως μια «νεκρή ψυχή».

4. Η φυγή από την άγνοια


Σημειώσεις:


Πνευματικά Γυμνάσματα 5 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από Τετάρτη 5. Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 5

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.

ΜΕΛΕΤΗ Ε΄.

Α΄. Περὶ τῶν τιμωριῶν ὅπου ἐδόθησαν διὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς τοὺς Ἀγγέλους.
Β΄. Εἰς τὸν Ἀδάμ.
Γ΄. Εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
α.

Καθὼς ἀπὸ τὸν ἴσκιον ἠμπορεὶ τινὰς νὰ μετρήσῃ τὰ σώματα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὴν τιμωρίαν ὅπου ἐδόθη διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἠμπορεῖ κατὰ κάποιον τρόπον νὰ μετρήσῃ τινὰς τὴν κακίαν της, ἐπειδὴ καὶ ἡ τιμωρία εἶναι ὡσὰν ἕνας ἴσκιος τῆς ἁμαρτίας, ὅπου ἀπὸ αὐτὴν καταλαμβάνει ὁ καθεὶς τὸ πταίσιμον, ἢ μεγάλον εἶναι ἢ μικρόν. Τώρα μέτρησε τὴν πρώτην τιμωρίαν τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐδόθη εἰς τὸν ἀποστάτην ἑωσφόρον καὶ εἰς τοὺς συντρόφους του δαίμονας καὶ ἐδῶ ἐξέτασε μὲ ἀκρίβειαν ποίαν κατάστασιν εἶχον οἱ δαίμονες πρὶν νὰ ἁμαρτήσουν, καὶ ποίαν κατάστασιν ἔλαβον, ἀφοῦ ἥμαρτον. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν αὐτοὺς εἰς τὸν οὐρανόν, ὡσὰν τόσας ἀπαρχὰς τῶν θείων του ἔργων, γεμάτους ἀπὸ σοφίαν· προικισμένους ἀπὸ ὅλα τὰ χαρίσματα τῆς ἀΰλου φύσεως· ἐπιτηδείους εἰς τὸ νὰ δεχθοῦν κατὰ γνώμην τὰ ὑπερφυσικὰ δῶρα τῆς θείας Του χάριτος· πνεύματα καθαρὰ· πλουτισμένους μὲ ἄκραν ἀγχίνοιαν· τετελειωμένους μὲ ἄκραν δύναμιν λαμπροὺς μὲ μίαν ὑπερβολικὴν ὡραιότητα· ἐστολισμένους μὲ τὰς ἀγγελοπρεπεῖς ἀρετὰς καὶ μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ διὰ νὰ ἦναι παντοτεινὰ εὐδαίμονες καὶ μακάριοι· καθὼς περὶ τούτων λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ, ὑποκάτω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἄρχοντος Τύρου, ὡς ἑρμηνεύει ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος «σὺ ἀποσφράγισμα ὁμοιώσεως καὶ στέφανος κάλλους· ἐν τρυφῇ τοῦ παραδείσου τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθης· πάντα λίθον χρηστὸν ἐνδέδυσαι... ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐκτίσθης μετὰ τοῦ Χερουβ ἔθηκά σε ἐν ὄρει ἁγίῳ Θεοῦ· ἐγεννήθης ἐν μέσῳ λίθων πυρίνων ἐγεννήθης σὺ ἄμωμος ἐν ταῖς ἡμέραις σου, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας σὺ ἐκτίσθης, ἕως εὑρέθη τὰ ἀδικήματα ἐν σοί». (κη'. 12.) Ἀλλὰ ποίαν ἀμοιβὴν οἱ τόσον εὐεργετηθέντες ἄγγελοι ἀνταπέδωκαν εἰς τὸν Κτίστην τους; Ἕνα πλῆθος ἐξ αὐτῶν, μὴ θέλοντες νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸν Θεὸν ἀπεστάτησαν, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ αὐτεξουσίου ὅπου τοὺς ἔδωκεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ νὰ τὸν δουλεύουν μὲ ἀξιομισθίαν, τὴν ἐμεταχειρίσθησαν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος.

Τώρα στοχάσου πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι τὸ νὰ εὔγῃ τινὰς ἀπὸ τὴν στράταν τοῦ ἄκρου τοῦ τέλους καὶ νὰ ἁμαρτήσῃ βαρέως εἰς τὸν Θεὸν· διότι ὁ Θεὸς μὴ ὑποφέροντας τὴν ἀχαριστίαν ταύτην καὶ τὴν ἀνυποταξίαν τῶν δαιμόνων, τοὺς ἐγκρέμισεν ὅλους ὁμοῦ εἰς τὴν ἄβυσσον. «Ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ' ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον, εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν». (Ἰούδ. ἐπιστολ. στίχ. 6) Καὶ αὐτὴ ἡ τιμωρία ὅπου τοὺς ἔκαμνεν, ἔχει τρία περιστατικὰ φορερὰ καὶ τρομερά· α'.) διότι ἔγινεν ὀγρήγορη· β΄) διότι ἔγινε καθολική· καὶ γ') διότι ἔγινεν ἄκρα. Ἔγινεν ὀγρήγορη, διότι εὐθὺς ὅπου ἔβαλαν εἰς τὸν νοῦν τους ἕνα μόνον ὑπερήφανον καὶ ἀποφασιστικὸν λογισμόν, χωρὶς νὰ τοὺς δώση καιρόν, ἢ βοήθειαν νὰ μετανοήσουν, τοὺς ἄφησε νὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ περισσοτέραν βίαν καὶ ὀγρηγορότητα ἀπὸ ὅσην πίπτουν τὰ ἀστραποπελέκια, ὡς λέγει ὁ Κύριος «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα». (Λουκ. ι'. 18) Ἔγινε καθολική· διότι ἀπὸ τόσον ἀναρίθμητον πλῆθος, ὅπου ἦσαν, δὲν ἐσυμπάθησεν οὐδὲ ἕνα· ἂν καθ' ὑπόθεσιν ἤθελε τιμωρήσει μόνον τὸν ἑωσφόρον, ἢ ἂν ἤθελε παιδεύσει τὸ δέκατον μέρος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πολὺ στράτευμα τῶν οὕτως ὑψηλῶν πνευμάτων, καθὼς εἶναι συνήθεια νὰ γίνεται εἰς τοὺς ἀποστάτας στρατιώτας, βέβαια ἡ παιδεία αὐτῶν τῶν ὀλίγων ἤθελεν ἦναι μία ἀπόδειξις δικαιοσύνης, ἀρκετὴ διὰ νὰ δώσῃ φόβον εἰς ὅλους τους ἀνθρώπους ὅπου ἁμαρτάνουν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος. Τώρα συλλογίσου ἀγαπητέ, τί λογῆς ἀπόδειξις δικαιοσύνης εἶναι ἡ καταδίκη αὐτὴ ὅπου ἔκαμνεν ὁ Θεὸς εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους χωρὶς νὰ στοχασθῇ οὔτε τὴν εὐγένειάν τους οὔτε τὴν σοφίαν τοὺς οὔτε τὸν ἄπειρον σχεδὸν ἀριθμὸν τους οὔτε τὰ καλὰ καὶ τὰς δοξολογίας ὅπου ἠμποροῦσαν νὰ Τοῦ κάμνουν, ἐὰν ἐμετανοούσαν, οὔτε τὰ ἄπειρα κακὰ ὅπου ἔμελλον νὰ προξενήσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους μένοντες ἀποστάται. Τέλος πάντων αὐτὴ ἡ τιμωρία τῶν δαιμόνων ἔγινεν ἄκρα διότι ἔχασαν ὅλα τὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα τῆς χάριτος ὅπου ἠδύναντο νὰ λάβουν, καὶ εὖρον μίαν ἄπειρον ταλαιπωρίαν εἰς τὴν καταδίκην τους χωρὶς ἐλπίδα νὰ ἐλευθερωθοῦν ποτέ ποτὲ15.

Στοχάσου λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ πόσον μεγάλο μίσος ἔχει ὁ Θεὸς εἰς τὴν ἁμαρτίαν· διότι εὐθὺς ὅπου εἶδε μεμολυσμένα ἀπὸ τὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας τὰ καλλίτερα ἔργα τῶν χειρῶν του, ἀντὶ νὰ τὰ καθαρίσῃ τὰ ἔρριψεν ὅλα εἰς μίαν φλόγα αἰώνιον χωρὶς ἐλπίδα ἰατρείας. Καὶ ποῖος δύναται νὰ μὴ φοβηθῇ τοιοῦτον φοβερὸν κριτήν; ποῖος νὰ θελήσῃ νὰ τὸν ἔχῃ ἐχθρόν του; τίς νὰ μεταστραφῇ πλέον νὰ τὸν παροργίση; καθὼς λέγει καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας «τὶς οὐ φοβηθήσεταί σε βασιλεῦ τῶν ἐθνῶν; ὅτι σοὶ (τοῦτο) προσήκει». (10 7.)16. Σύγκρινε τώρα τὰς ἁμαρτίας σου μὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν τῶν δυστυχισμένων δαιμόνων καὶ θαύμασε εἰς τὸν διαφορετικὸν τρόπον ὅπου ἐμεταχειρίσθη ὁ Θεὸς μὲ ἐσένα. Οἱ δαίμονες ἥμαρτον μίαν καὶ μόνην φοράν, καὶ σὺ ἥμαρτες τόσας καὶ τόσας φοράς· ἐκεῖνοι ἥμαρτον μόνον μὲ τὸν λογισμόν· καὶ σὺ καὶ μὲ τὸν λογισμὸν καὶ μὲ τὸν λόγον καὶ μὲ τὰ ἔργα· ἐκεῖνοι ἁμαρτάνοντες δὲν ὑπετάχθησαν εἰς κτίσματα εὐτελέστερα ἀπὸ λόγου τους, καὶ σὺ ἁμαρτάνοντας ἐξευτελίσθης περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα. Ἐκεῖνοι δὲν ἔλαβον ποτὲ τὴν χάριν νὰ σηκωθοῦν καὶ ἐσὺ ἀφοῦ ἔλαβες αὐτὴν τὴν χάριν τόσες καὶ τόσες φορές, τὴν ἐκακομεταχειρίσθης τοιουτοτρόπως. Ἐκεῖνοι δὲν ἐκαταφρόνησαν τὸ πολύτιμον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἐχύθη διὰ λόγου τους· καὶ σὺ τὸ ἐκαταπάτησες τόσες φορές καὶ μὲ ὅλα ταῦτα, εἰς ἐκείνους μὲν δὲν ἐδόθη οὐδεμία στιγμὴ καιροῦ διὰ νὰ μετανοήσουν· εἰς ἐσένα δὲ ἐδόθησαν τόσοι καὶ τόσοι χρόνοι, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος δεσπότης ὅπου δι' αὐτοὺς ἐστάθη ἀδυσώπητος, διὰ ἐσένα ὄχι μόνον ἀπέθανεν, ἀλλ' ἀκόμη εἶναι καὶ ὁ πρῶτος ὅπου σὲ προσκαλεῖ νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ ποθήσῃς τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου· καὶ ὁ πρῶτος ὅπου σοῦ ζητεῖ τὴν εἰρήνην, φωνάζωντάς σου μὲ τὴν ἱερὰν ἀποκάλυψιν νὰ τοῦ ἀνοίξῃς τὴν πόρταν τῆς καρδίας σου νὰ ἔμβη μέσα διὰ νὰ σὲ πλουτίσῃ ἀπὸ τὰ χαρίσματά Του, καὶ νὰ σὲ κάμῃ υἱὸν καὶ κληρονόμον τῆς βασιλείας Του. «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω, ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν, καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ» (γ' 20). Ὦ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἀνείκαστος! καὶ ἐσὺ ἔχεις πλέον καρδίαν, ἀδελφέ, νὰ μεταγυρίσῃς πάλιν καὶ νὰ μὴ πιάσῃς τὰ ἅρματα κατ' ἐπάνω Τοιούτου γλυκυτάτου σου Πατρός; Τοιούτου σου Εὐεργέτου; καὶ Τοιούτου σου ἄκρου Φίλου; Ὦ ἀχάριστον, ἀχάριστον γένος τῶν ἀνθρώπων Καταράσου λοιπὸν χίλιες φορές, ἀγαπητέ, τὰς ἁμαρτίας σου· ἀποφάσισε νὰ ἐκδικήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου μὲ κάθε εἶδος μετανοίας, τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμνες. Ὁμολόγησε πώς δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σηκώσῃς τὰ μάτια σου νὰ κοιτάξῃς εἰς τὸν οὐρανόν, ὡς ὁ τελώνης καὶ νὰ ἐνατενίσῃς τὸ πρόσωπον Τοῦ οὐρανίου Πατρός σου φρίξον ὄχι μόνον τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα καὶ αὐτὴν μοναχὴν τὴν ψιλὴν ἐνθύμησιν τῆς ἁμαρτίας, καὶ λέγε καὶ σὺ μὲ τὸν Ἰὼβ «φρίκη μοι συνήντησε καὶ τρόμος καί μεγάλως μου τὰ ὀστᾶ διέσεισεν». (δ'. 14) διότι καὶ μόνος ὁ λογισμὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι μισητὸς καὶ συγχαμερὸς κοντὰ εἰς τὸν Θεὸν κατὰ τὸν παροιμιαστὴν «βδέλυγμα Κυρίῳ λογισμὸς ἄδικος». (ιε' 27.). Παρακάλεσε θερμῶς τὸν Δεσπότην, ἐπειδὴ καὶ ἐφάνη εἰς ἐσὲ Θεὸς ἐλέους, καὶ ὄχι Θεὸς ἐκδικήσεων νὰ σοῦ δώση δύναμιν νὰ ἀνταποκριθῇς εἰς τὰ προσκαλέσματά Του μὲ πράξεις μιᾶς ἀληθινῆς μετανοίας, καὶ νά στερεώσῃ εἰς τὴν καρδίαν σου ἀμετάθετον τὴν ἀπόφασιν ὅπου ἔκαμνες νὰ μὴ τὸν παροργίσῃς πλέον μὲ καμμίαν ἁμαρτίαν, λέγοντας μὲ τὸν Δαβὶδ·

«δυνάμωσον ὁ Θεὸς τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν». (ψάλ. ξζ'. 28).


β.

Συλλογίσου τὴν ἄπειρον κακίαν τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἐξέτασε καὶ ἐδῶ μὲ ἀκρίβειαν τρία πράγματα. α΄) Τὰ ἀγαθὰ ὅπου ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ Ἀδάμ. β΄) Τὸ κακὸν ὅπου τοῦ ἀνταπέδωκε, καὶ γ΄) Την τιμωρίαν ὅπου ἔπαθεν. α΄) Αὐτὸς ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν κατ' εἰκόνα Του καὶ ὁμοίωσιν, καὶ ἐβάλθη μέσα εἰς τὸν ἐπίγειον Παράδεισον πλουτισμένος ἀπὸ ὅλα τὰ χαρίσματα, στολισμένος ἀπὸ ὅλας τὰς ἀρετάς· ἀνώτερος ἀπὸ κάθε πάθος· Δεσπότης ὅλων τῶν ἐπιγείων κτισμάτων· ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν θάνατον ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ταλαιπωρίαν, βαλμένος ἀνάμεσα εἰς τόσας τρυφὰς ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔμελλε μετὰ ταῦτα νὰ περάσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ εἶναι αἰωνίως καὶ πληρεστάτως μακάριος" β΄) Ἀλλὰ αὐτὸς τί εὐχαριστίαν ἔκαμνεν εἰς τόσας χάριτας; Ἔδειξεν ἀπιστίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐπίστευσε καλλίτερα τὰ λόγια τοῦ διαβόλου, παρὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· ἤκουσεν περισσότερον τὴν γυναῖκα του Εὔαν ἀπὸ τὸν ἴδιόν του Ποιητήν· ὑπερηφανεύθη κατὰ τοῦ Θεοῦ· παρήκουσεν τὴν ἐντολὴν Του· ἔφαγεν ἀπὸ τὸ ἀπηγορευμένον καρπόν τῆς γνώσεως, καὶ διὰ τόσην ὀλίγην ἡδονήν, ἔχασεν ὁ ἄθλιος τὴν φιλίαν τοῦ Θεοῦ καὶ πλάστου Του. γ') Εὐθὺς ὅπου ἐμβῆκεν ἡ ἁμαρτία αὐτὴ εἰς τὸν κόσμον, ἔσυρεν ὀπίσω της ὅλον τὸ πλῆθος τῶν κακῶν· ἐπειδὴ ὅλα τὰ κακὰ καὶ ἡ στέρησις τῆς καθόλου δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς, καὶ ἡ διαφθορὰ τῆς φύσεως, καὶ ἡ ἀντίστασις εἰς ὅλας τὰς ἀρετάς, καὶ ἡ κλίσις εἰς ὅλας τὰς κακίας καὶ τὰ πάθη, καὶ οἱ πόλεμοι, καὶ οἱ λοιμοί, καὶ οἱ σεισμοί, καὶ αἱ φθοραί, καὶ οἱ κατακλυσμοί, καὶ τελευταῖος ὁ θάνατος, καὶ ἡ μετὰ τὸν θάνατον ἐν τῷ ᾅδῃ φυλακὴ τόσων ἀπταίστων βρεφών, καὶ ἡ κόλασις καὶ τιμωρία τόσων καὶ τόσων ἁμαρτωλῶν ψυχῶν, ὅλα αὐτὰ ἠκολούθησαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν παρακοὴν τοῦ Ἀδάμ, καὶ ὡσὰν τόσοι κλάδοι ἐβλάστησαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν πικρὰν καὶ φαρμακερὰν ῥίζαν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ μολονότι ὁ Ἀδὰμ εἰς διάστημα χρόνων ἐννεακοσίων τριάκοντα ἔκαμνε μίαν αὐστηρὰν μετάνοιαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσυγχώρησεν ὁ Θεὸς τὸ ἁμάρτημά του ὡς λέγει ἡ Σοφία «αὕτη πρωτόπλαστον πατέρα κόσμου μὸνὸν κτισθέντα διεφύλαξεν καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ παραπτώματος ἰδίου» (Σοφία Σόλ. ι'. 1) 18(α) μὲ ὅλον τοῦτο τὸ φαρμάκι ἐκείνης τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐφαρμάκωσε τὴν ῥίζαν, ἤτοι τὸν Ἀδάμ· φαρμακώνει ἀκολούθως καὶ ὅλους τους κλάδους, ἤτοι τοὺς ἀπογόνους του καὶ ἂν ἤθελε διαμένη αἰωνίως οὗτος ὁ κόσμος, βέβαια ἤθελε τὸν φαρμακεύῃ καὶ αὐτὸν αἰωνίως. Τώρα ὅλα αὐτὰ ὅπου εἶπα, δὲν εἶναι ἀρκετὰ νὰ σὲ κάμουν ἀδελφέ, νὰ ἐγγίσῃς ὡσὰν μὲ τὸ χέρι καὶ νὰ αἰσθανθῇς πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ εἰς τὸν Θεὸν παρακοή; Ὅθεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύης ὅλα αὐτὰ διὰ μέσου τῆς πίστεως, καὶ ἔπειτα νὰ μὴ φρίξης, ἀλλὰ πάλιν νὰ θελήσῃς νὰ μεταστραφῆς εἰς τὴν ἁμαρτίαν;

Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοῦτο ἠμπορεῖς ἀγαπητέ μου ἁμαρτωλὲ, νὰ γνωρίσης τὴν κακίαν σου· ἀνίσως δηλ. καὶ τὴν συγκρίνῃς μὲ τὸ πταίσιμον καὶ μὲ τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἀδάμ διότι ἡ παράβασις τοῦ προπάτορος ἐστάθη εἰς ὑπόθεσιν ὅπου εἶναι καθ' ἑαυτὴν ἐλαφρή· ἐπειδὴ τὸν ἐφθόνησεν ὁ διάβολος «φθόνῳ δὲ διαβόλου ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον». (Σοφία Σολ. β'. 24.). διότι ἡ παράβασις ἐκείνου, ἦτο γενικῶς μία· διότι ἔπταισε καὶ παρήκουσε τοῦ Θεοῦ προτοῦ νὰ ἰδῇ ἄλλον τινὰ νὰ τιμωρηθῇ διὰ τὴν παρακοὴν καὶ προτοῦ νὰ ἰδῇ ἕνα Θεὸν νὰ ἀποθάνῃ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἁμαρτίαν. Τώρα στοχάσου, ἀδελφέ, πόσον εἶναι δίκαιοι νὰ τιμωρηθῆς ἐσὺ περισσότερον ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, διότι τὸν ὑπερβαίνεις καὶ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἁμαρτίας καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν πταισμάτων καὶ κατὰ τὸν καιρόν, ἐπειδὴ ἐσὺ ἀφ᾽ οὐ ἔλαβες χιλίας φοράς συγχώρησιν εἰς τὰς ἁμαρτίας σου, πάλιν μετεστράφης εἰς αὐτὰς καὶ βλέποντας τὰς παιδείας ὅπου ἔλαβεν ὁ Ἀδὰμ καὶ οἱ ἐξ Ἀδὰμ πάντες διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν, ἐσὺ δὲν ἐσωφρονίσθης ὡς ἔπρεπε καθὼς λέγει ὁ Σολομών· «λοιμού μαστιγουμένου, ἄφρων πανουργότερος γίνεται» (Παροιμ. ἶθ'. 25)· ἀλλὰ πάλιν ἐπαρώργισες τὸν Πλάστην σου χωρὶς νὰ ἔλθης εἰς αἴσθησιν μετὰ ταῦτα, διὰ νὰ κάμης μίαν ἀληθινὴν μετάνοιαν οὐδὲ ἐφρόντισες διὰ τὰς ἁμαρτίας σου, ὡς ὁ Δαβὶδ ἔλεγε «καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου» (Ψαλμ. λζ'. 19.), ἀλλὰ ἐστάθης ἀμέριμνος δι' αὐτάς, ὡσὰν νὰ μὴν ἦσαν ἰδικαί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἀλλὰ ἄλλου τινός.

Ἀλλὰ πότε; Πότε ἔχεις νὰ ἀνοίξῃς τὰ μάτια σου ἀδελφέ, καὶ νὰ ἰδῇς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου; Πότε προσμένεις νὰ ἔλθῃς εἰς αἶσθησιν; Τοῦτο λοιπὸν ἂς γίνῃ ταύτην τὴν ὥραν, τοῦτο ἂς γίνῃ ταύτην την στιγμήν, καὶ ἔλα εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἀγαπητέ, δι' ὅτι εἶναι γεγραμμένον· «μὴ ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον, καὶ μὴ ὑπερβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας». (Σειράχ ε'. 7). Καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγει «πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι, τὸ αὔριον οὐ κατέλαβον». Καὶ πάλιν «ὁ ἔχων ἐν ἐξουσίᾳ τὴν τοῦ κακοῦ θεραπείαν, ἑκὼν δὲ ὑπερτιθέμενος, εἰκότως ἂν ἐν τῷ ἴσῳ τῶν αὐτοχείρων καταδικάζοιτο»· βδελύξου κἄν τώρα τὰς ἁμαρτίας σου περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο κακόν, καὶ κάμνε ὑπόσχεσιν νὰ πληρώσῃς εἰς τὸν Θεὸν τὸ χρέος ποῦ ἔχεις δι' αὐτὰς μὲ καλήν σου ὄρεξιν ἀποφάσισε, ὅσην προθυμίαν καὶ ἐπιμέλειαν ἔδειξας εἰς τὰς ἁμαρτίας, ἄλλην τόσην νὰ δείξῃς εἰς τὰς ἀρετὰς καὶ εἰς δούλευσιν τοῦ Θεοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τοὺς πόδας προσπίπτωντας ὡσὰν ἕνας πταίστης καὶ κατάδικος, εὐχαρίστησε τὴν ἄπειρόν Του ἀγαθότητα καὶ μακροθυμίαν ποὺ σοῦ ὑπέφερε τόσον καιρόν, καὶ μὲ θερμὴν παράκλησιν ζήτησέ του νὰ σὲ δυναμώσῃ, διὰ νὰ στερεώσῃς εἰς Αὐτὸν μίαν φιλίαν, ποὺ νὰ μὴ χαλάσῃ ποτὲ εἰς τὸν αἰώνα, καθὼς εἶναι

γεγραμμένον «πρὸς Θεὸν ἐστείλαντο φιλίαν». (Σοφ. ζ'. 15).

ΙΒΛΙΟΘΗ Συλλογίσου τὴν τιμωρίαν ποῦ ἔπαθεν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ τὴν θείαν
δικαιοσύνην διὰ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν ὁποίαν συγκρινομένη κάθε ἄλλη τιμωρία ποῦ ἔγινε κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἢ εἰς τὸν οὐρανόν, ἢ εἰς τὴν γῆν, ἢ εἰς τὸν ἄδην, εἶναι σχεδὸν τὸ οὐδὲν· καὶ διὰ νὰ τὸ καταλάβης καλά, στοχάσου μὲ ἀκρίβειαν τρία πράγματα. Το πρόσωπον ποὺ πάσχει, τὰ βάσανα ποὺ πάσχει καὶ τὸ πταίσιμον διὰ τὸ ὁποῖον πάσχει. Τὸ πταίσιμον διὰ τὸ ὁποῖον πάσχει, δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἰδικόν του, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ αὐτοαθωότης «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ»· (Ἠσαΐου νγ'. 9) ἀλλ' εἶναι ἰδικόν μας, καὶ δι' αὐτὸ γενόμενος ἐγγυητής, πάσχει καὶ βασανίζεται διὰ λόγου μας «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει, καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ησ. νγ'.4) τὰ βάσανα ποὺ πάσχει, εἶναι ἕνα πέλαγος πόνων καὶ παθῶν, ὄχι μόνον ἐξωτερικῶν ἀπό τοὺς ἐχθρούς Του, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὴν ἀγάπην Του καὶ ὄχι μόνον τιμωριῶν ἀνήκουστων, ἀλλὰ καὶ ὀνειδισμῶν καὶ ὕβρεων, ποὺ δὲν ἐστάθησαν εἰς ἄλλον ἄνθρωπον, οὐδὲ ἐφάνησαν ποτὲ ἄλλην φορὰν εἰς τὴν γῆν. «Πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν, ἐπιστρέψατε καὶ ἴδετε, εἰ ἔστιν ἄλγος κατὰ τὸ ἄλγος μου», (Θρην. α΄. 13). Τὸ πρόσωπον που πάσχει, εἶναι μιᾶς ἀπείρου ἀξίας, (Θεὸς ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος δηλ.) ὅθεν μία μόνη ἐλαφρὰ πληγὴ τοῦ παναγίου Του σώματος, πρέπει νὰ στοχαζώμεθα πὼς εἶναι περισσοτέρα τιμωρία, ἀπὸ ὅλας ὁμοῦ τὰς τιμωρίας τῶν κολασμένων, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ τῶν κτισμάτων· καὶ μολονότι Αὐτὸς ὁ Δεσπότης πάντων ταπεινώνεται διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προσευχόμενος εἰς τὸν οὐράνιόν Του Πατέρα, φανερώνει τὴν φυσικὴν ἀσθένειαν ποὺ ἔχει τὸ σῶμα Του εἰς τὸ νὰ ὑπομείνῃ ἕνα τόσον σκληρὸν καὶ ἄτιμον θάνατον, λέγων «παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. κλ. 39) μὲ ὅλον τοῦτο γίνεται ἀπόφασις νὰ ἀποθάνῃ· καὶ μολονότι μία μόνη ῥανὶς τοῦ ἀχράντου Του αἵματος ἦτο πλουσιόδωρος καὶ ὑπεραρκετὴ πληρωμὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ὅμως ἔγινεν ἀπόφασις νὰ τὸ χύσῃ ὅλον, εἰς πληροφορίαν καὶ εὐχαρίστησιν τῆς Θείας Δικαιοσύνης καὶ ἐκεῖνο ποῦ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ μὲ ἕνα μόνον του δάκρυον, ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ μὲ ἕνα κατακλυσμὸν βασάνων.


Ὅθεν ἀνίσως αὐτὸ τὸ μίσος ὅπου δείχνει ὁ Θεὸς εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ αὐτὴ ἡ αὐστηρότης, μὲ τὴν ὁποίαν τὴν τιμωρεῖ εἰς τὴν Παναγίαν ἀνθρωπότητα τοῦ Υἱοῦ Του δὲν εἶναι ἀρκετὰ νὰ μᾶς κάμνουν νὰ γνωρίσωμεν τὴν ἄπειρον κακίαν τῆς ἁμαρτίας πρέπει νὰ εἰποῦμεν πὼς μᾶς λείπει ἢ τὸ λογικὸν ἢ ἡ πίστις. Καὶ λοιπόν, βλέποντας ἐσὺ ἀδελφὲ τὴν ἄπειρον σοφίαν τοῦ Θεοῦ πῶς ἔχει τὴν ἁμαρτίαν μεγαλείτερον κακὸν παρὰ ὅπου εἶχε τὸ νὰ χάσῃ μίαν θείαν ζωὴν μὲ μίαν ἄβυσσον παθῶν καὶ ὀνειδισμῶν, εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ στοχασθῇς, πῶς ἡ ἁμαρτία εἶναι καλὸν πράγμα καὶ νὰ θελήσης ἄλλην μίαν φορὰν διὰ νὰ τὴν πράξης. Φρίξον ἀγαπητέ, φρίξον εἰς τὴν τυφλότητα ποῦ εἶχες ἕως τώρα, καὶ δὲν ἐστοχάσθης παντελῶς πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἰατρευθῇ, ἐστάθη ἀνάγκη νὰ χυθῇ ὅλον, ὅλον τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου σου· καὶ ἀπὸ τοῦτο γνώρισε μὲ πόσον ζῆλον καὶ θερμότητα πρέπει νὰ ἐκδικήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου τὰς ὕβρεις ποῦ ἐπρόσφερες εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰς ἁμαρτίας σου. Ἐντράπου πῶς ἐθεράπευσες τόσον ἕνα ἐπίβουλόν της Θείας Μεγαλειότητος,

καθὼς εἶναι τὸ σῶμά σου. Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀφιέρωσε τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Παναγίαν μητέρα Του, καὶ παρακάλεσε καὶ τοὺς δύο θερμῶς διὰ νὰ μὴ παραχωρήσουν ποτὲ νὰ σὲ μετασαλεύσῃ καὶ νὰ ἐμβῇ πλέον εἰς ἐσὲ αὐτὸ τὸ τέρας, ἤγουν ἡ ἁμαρτία· «μὴ ἐλθέτω μοι ποῦς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσει με», (ψαλμ. λε'. 12). Εἰ δὲ καὶ καμμίαν φορὰν ὁ διάβολος καὶ τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς σὲ παρακινοῦν διὰ νὰ τελειώσῃς καμμίαν σαρκικήν σου ὄρεξιν, ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ ἀντιστάσου εἰς αὐτοὺς καὶ εἰπέ τους· ἐγὼ εἶμαι ἐξαγορασμένος μὲ τὸ πολύτιμον αἷμα τοῦ Θεοῦ μου· ἐγὼ εἶμαι σκλάβος καὶ δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε μάτια ὁρίζω, οὔτε χέρια, οὔτε πόδια, οὔτε τὰς ἄλλας αἰσθήσεις καὶ μέλη τοῦ σώματός μου· οὔτε αὐτὸ τὸ σῶμά μου, διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῶ εἰς καμμίαν ἁμαρτίαν, ἀλλ' εἶναι ὅλα Ἐκείνου ποὺ τὰ ἐξηγόρασε, καὶ ὄχι ἰδικά μου «οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς». (α΄. Κορ ς'. 19).


ΜΕΛΕΤΗ ΣΤ΄.
Α΄. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν ἑκάστου ἀνθρώπου.
Β΄. Περὶ τοῦ βάρους αὐτῶν.
Γ΄. Περὶ τῆς ἀχαριστίας ὅπου δείχνει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὰς ἁμαρτίας.


Σημειώσεις:


15 Λέγει γὰρ ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὅτι οἱ δαίμονες, καθὼς ἔπεσαν, ἀπεγνώσθησαν πλέον, καὶ ἀπηλπίσθησαν· καὶ ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁρίζει, ὅτι ἐκεῖνο ὅπου εἶναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ θάνατος, τοῦτο εἶναι εἰς τοὺς ἀγγέλους ἡ πτῶσις· «μετὰ γὰρ τὴν ἔκπτωσιν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς μετάνοια, ὥσπερ οὐδὲ τοῖς ἀνθρώποις μετὰ τὸν θάνατον». (βιβλ. β'. κεφ. ιθ'.)· τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ μέγας Βασίλειος μάλιστα δὲ τόπος μετανοίας οὐκ ἐδόθη τοῖς δαίμοσιν, ἀφ᾿ οὖ ἔκαμναν τὸν ἄνθρωπον καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ (Ἑρμηνείᾳ εἰς τὸν Ησαΐαν).

16 Σημείωσε ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο λείπει εἰς τοὺς ἐβδομήκοντα, σώζεται ὅμως ἐν τῇ τοῦ Μιλλίου ἐκδόσει, ἐν τῇ Ἀμστελοδὰμ γενομένῇ 1725).

17 Λέγουσι γὰρ οἱ θεολογοῦντες ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν μακαρίαν διαγωγὴν καὶ ἀθωότητα εὐρισκομένου τοῦ Ἀδάμ, ἢ μὲν ψυχή του, ἦτο πάντει ὑποτεταγμένη μὲ ὅλας της τὰς δυνάμεις εἰς τὸν Θεόν· τὸ δὲ σῶμά του ἦτο ὑποτεταγμένον μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις εἰς τὴν ψυχήν· ὅλα δὲ πάλιν τὰ κτίσματα καὶ τὰ τέσσαρα στοιχεῖα, ἤσαν ὑποτεταγμένα εἰς τὸ σῶμά του· καμμία ἐναντιότης καὶ προσβολὴ δὲν ἔγινετο εἰς αὐτόν.

18 Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος· ἐσυγχωρήθη ὅμως το ἴδιον τοῦ ἁμάρτημα διὰ τῆς πίστεως τῆς εἰς τὸν ἐλευσόμενον Μεσσίαν. Διττῶς δὲ θεωρουμένου τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ· ἢ καθ' ὅ, εἰς ἐν πρόσωπον ἀναφερομένου τοῦ Ἀδάμ, καὶ διὰ τοῦτο καλουμένου προσωπικοῦ καὶ ἰδίου, ἤγουν προαιρετικοῦ· ἢ καθ' ὅ, εἰς ὅλην τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, καὶ διὰ τοῦτο καλουμένου φυσικοῦ καὶ κοινοῦ, ἤγουν προπατορικοῦ μόνον τὸ εἰς τὸ πρόσωπον ἀναφερόμενον τοῦ Ἀδὰμ ἁμάρτημα ἴδιον καὶ προαιρετικὸν ἐσυγχώρησεν ὁ Θεός, ἀλλ᾽ οὐχὶ καὶ τὸ φυσικὸν καὶ κοινὸν καὶ προπατορικόν· διότι τοῦτο μὲν ἐλύθη διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος, ἡ δὲ ποινὴ τούτου, εἰσέτι μένουσα, κυρίως μέλλει νὰ λυθῇ διὰ τῆς ἐσομένης ἀναστάσεως. Εἶπον δὲ ὅτι ἐσυγχωρήθη τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ διὰ τῆς εἰς τὸν Χριστὸν πίστεως τὸ γὰρ μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ἀπεκαλύφθη παρευθὺς μετὰ τὴν παράβασιν εἰς τοὺς προπάτορας διὰ τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅν εἶπε πρὸς τὸν ὅφιν ὁ Θεός, «έχθραν θήσω ἀναμέσον σοῦ καὶ ἀναμέσον τοῦ σπέρματος τῆς γυναικός, αὐτὸς σοῦ τηρήσει κεφαλὴν»· ἤτοι αὐτὸς καὶ οὐδεὶς ἕτερος, εἰμὴ ὁ Χριστός, ὁ μὴ ἐκ σπέρματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς ἀειπαρθένου τεχθείς, τηρήσει, ἤτοι συντρίψει τὴν κεφαλήν σου ὦ ὄφι'οὕτως ἡρμήνευσαν τὸ ρητὸν τοῦτο ὁ Εἰρηναῖος, ὁ Κυπριανός, ὁ Ἱερώνυμος καὶ ἄλλοι πολλοὶ πατέρες. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέγει «ἅμα μυστικός τις καὶ ἀπόῤῥητος οὗτος ὁ λόγος, σφόδρα πιθανὸς ἐμοὶ γοῦν, καὶ πᾶσι τοῖς φιλοθέοις μηδένα τῶν πρὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας τελειωθέντων, δίχα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως τούτου τυχεῖν· ὁ γὰρ λόγος ἐπαῤῥησιάσθη μὲν ὕστερον καιροῖς ἰδίοις· ἐγνωρίσθη δὲ καὶ πρότερον τοῖς καθαροῖς τὴν διάνοιαν». (Λόγ. εἰς τοὺς Μακκαβαίους) Τὰ αὐτὰ λέγει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὁμιλία η'. εἰς τὸν Ἰωάννην, καὶ ὁμιλία ι'. εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους.

19 Δία τοῦτο καὶ ὁ μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει. «Τάχα πολλοὶ τὸν Ἀδὰμ αἰτιῶνται πῶς εὐκόλως τῷ πονηρῷ συμβούλῳ πεισθεὶς τὴν θείαν ἠθέτησεν ἐντολήν· καὶ διὰ ταύτης τῆς ἀθετήσεως ἡμῖν τὸν θάνατον ἐπροξένησεν ἀλλ' οὐκ ἔστιν ἴσον πρὸ τῆς πείρας ἐθελῆσαι γεύσασθαι θανασίμου τινὸς βοτάνης καὶ μετὰ τὸ μαθεῖν, διὰ πείρας θανάσιμον οὖσαν, ἀπὸ ταύτης ποθεῖν ἐσθίειν... Δι' ὅ καὶ περισσότερον ἡμῶν ἕκαστος, ἢ ὁ Ἀδὰμ ἐκεῖνος μεμπτέος ἐστὶ καὶ κατακριτος» (ὅμιλ. λεχθείση κατὰ τὴν α' τοῦ Αὐγούστου.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 1 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938) 1
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφραση από τα ρωσικά από τον ίδιο τον συγγραφέα και τον Ιερομόναχο Ζαχαρία

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999

ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη

Ο Σιλουανός αυτός, πολίτης της επουράνιας Ιερουσαλήμ, γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, που κατάγονταν από τη Ρωσία, από ένα χωριό της Μητρόπολης Ταμπώβ, που ονομαζόταν Σόβσκ. Γεννήθηκε το έτος 1866 από τη κατά σάρκα Γέννηση του Θεού Λόγου και από τα νεανικά του χρόνια κλήθηκε σε μετάνοια από την ίδια την πανύμνητη Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία.

Όταν λοιπόν έφτασε στο εικοστό έβδομο έτος της ηλικίας του, αποχωρίστηκε τα βιοτικά και, έχοντας ως εφόδιο τις ευχές του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, αναχώρησε για το περίφημο Άγιον Όρος του Άθω, στην Ελλάδα, και ανέλαβε τον μοναχικό ζυγό στη Μονή του αγίου μεγαλομάρτυρα και ιαματικού Παντελεήμονα.

Αφού λοιπόν παρέδωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον Θεό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα όχι μόνο έλαβε ως δωρεά από την Υπεραγία Θεοτόκο την αδιάλειπτη προσευχή, αλλά αξιώθηκε και μιας ανέκφραστης θεοφάνειας στον σεβάσμιο ναό του αγίου Προφήτη Ηλία, που βρίσκεται κοντά στον μύλο της προαναφερθείσας Μονής.

Όταν όμως αποσύρθηκε η πρώτη Χάρη, ο πανόσιος κυριεύτηκε από μεγάλο πένθος και, με παραχώρηση του Θεού, παραδόθηκε σε πολλούς πειρασμούς από τους νοητούς εχθρούς. Για δεκαπέντε χρόνια, ακολουθώντας τα ίχνη του Χριστού, «πρόσφερε δεήσεις και ικεσίες σ’ Εκείνον που μπορούσε να τον σώσει από τον θάνατο, με δυνατή κραυγή και δάκρυα» (Εβρ. 5,7).

Και αφού έγινε διδακτός από τον Θεό (πρβλ. Ιωάν. 6,45), άκουσε από ψηλά τη φωνή του Νομοθέτη να του λέει:

«Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι».

Αυτή τη φράση την τήρησε ως ασφαλή και αλάνθαστο κανόνα και έτσι βάδισε τον δρόμο του Αντωνίου, του Μακαρίου, του Σισώη, του Ποιμένα και των άλλων ένδοξων διδασκάλων της Ερήμου. Έφτασε στα πνευματικά τους μέτρα και στα χαρίσματά τους και αναδείχθηκε αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος, τόσο όσο ζούσε όσο και μετά τον θάνατό του
.

Άφησε, πράγματι, γραπτά γεμάτα Χάρη και Άγιο Πνεύμα, τα οποία εξέδωσε ο μαθητής και ακόλουθός του, ο Γέροντας Σωφρόνιος, ιδρυτής και Αρχιμανδρίτης της Μονής των ευσεβών Ορθοδόξων στη Βρετανία.

Και ποια ανάγκη υπάρχει εδώ να ειπωθούν περισσότερα για τον πανόσιο Σιλουανό; Ο ίδιος αυτός αββάς, ο Σωφρόνιος, έχει ήδη παρουσιάσει και καταγράψει με ακρίβεια και λεπτομέρεια τη ζωή και τη διδασκαλία του στην αρχή του βιβλίου που περιέχει αυτά τα θεία και μελίρρυτα γραπτά του.

Και αυτό το βιβλίο διδάσκει, όπως μπορεί να διαπιστώσει και να κατανοήσει όποιος το διαβάζει, πόσο μεγάλος υπήρξε αυτός ο αγωνιστής του Κυρίου και πώς, με την ακριβή τήρηση των εντολών, αφού νεκρώθηκε εντελώς ως προς τον κοσμικό βίο, κατόρθωσε, σύμφωνα με τον Παύλο, να ζει μέσα του ο Χριστός (Γαλ. 2,20). Έγινε έτσι για τους άλλους ένα θεόπνευστο βιβλίο, γραμμένο με την πένα του Πνεύματος.

Την αλήθεια αυτών των λόγων επιβεβαιώνουν οι πολλοί άνθρωποι που, μέσω αυτού, από «κάθε έθνος κάτω από τον ουρανό» (Πράξ. 2,5) έφτασαν «στην επίγνωση της αλήθειας» (Α΄ Τιμ. 2,4), και οι οποίοι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να φτάνουν σ’ αυτήν.

Γιατί ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος ήταν «πράος και ταπεινός στην καρδιά» (Ματθ. 11,29), θερμός ικέτης προς τον Θεό για όλους τους ανθρώπους και ασύγκριτος κήρυκας της αγάπης προς τους εχθρούς. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερο γνώρισμα της αληθινής παρουσίας του θείου Πνεύματος από αυτή την αγάπη.

Ο μακάριος αυτός Όσιος Σιλουανός πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, πλήρης ημερών του Πνεύματος, στις 24 Σεπτεμβρίου του έτους 1938, ενώ βασιλεύει ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ
ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
Ποίημα Παύλου Μοναχοῦ
Ἦχος δ΄ Κανόνα πίστεως
Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὁδῷ ταπεινώσεως προσευξάμε-νος ἔλαβες, μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος ἐν σῇ καρδίᾳ τὴν λύτρωσιν· διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνεδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτός θείου ἔμπλεως, "Ὅσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χρι-στῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον

Ἦχος γ' Θείας πίστεως
Κήρυξ δέδοσαι τῇ οἰκουμένῃ, σὺ γλυκύτατος ἐν θεολό-γοις, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης τρισόλβιε· τὸν ταπεινὸν γὰρ καὶ πρᾶον ἑώρακας, καὶ τὴν ἐκείνου καρδίαν κατέμαθες. Ο-θεν ἅπαντες, Σιλουανέ, ἐλλαμπόμενοι τοῖς σοῖς θεογλώσσοις ῥήμασι, δοξάζομεν τὸ Πνεῦμα τὸ δοξάσαν σε.

KONTAKION

Ἦχος πλ. δ' "Οτε καταβάς
Ὅτε ἐπὶ γῆς Χριστὸν διηκόνησας, πορευόμενος τούτου τοῖς ἴχνεσι· νῦν ἐν οὐρανοῖς ὁρᾷς ὃν ἐπόθησας, καὶ συμμέ-νεις αὐτῷ, ὡς ὑπέσχετο· διό, πάτερ, μὲ δίδαξον ἣν σὺ ὥδευ-σας τρίβον.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Α΄ ΜΕΡΟΣ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
Α΄ ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Η φωνή της Θεομήτορος
Ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας
Μετάβαση στην Κρονστάνδη, στον πατέρα Ιωάννη
Άφιξη στο Άγιον Όρος και είσοδος στη Μονή
Η αρχή των πειρασμών
Η εμφάνιση του Κυρίου στον νεαρό υποτακτικό, τον αδελφό Συμεών
Τρεις τύποι ασκητών της πνευματικής ζωής εν Χριστώ
Η αίσθηση της αμαρτίας και της μετάνοιας στον αδελφό Συμεών
Τι είναι η αμαρτία;

Β΄ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

Η απώλεια της χάριτος
Η συμβουλή του Γέροντα Ανατολίου
Δεύτερος μεγάλος πειρασμός και νέα θαυμαστή νουθεσία από τον Θεό: «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι»
Νέο στάδιο πνευματικής ζωής
Η επιστροφή της χάριτος και η προσευχή για τον κόσμο

Γ΄ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Περιγραφή της μορφής και του χαρακτήρα του Γέροντα
Συνομιλίες του Γέροντα:
Με τον π. Στρατόνικο
Με τον π. Βενιαμίν
Στην τράπεζα των οικονόμων
Με τον Αρχιμανδρίτη-ιεραπόστολο
Με τον νεαρό φοιτητή για την ελευθερία
Με έναν μοναχό για τον πνευματικό αγώνα
Στο ξυλουργείο
Με τον π. Β.
Στον π. Διάδοχο

Δ΄ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Για τη γνώση του θελήματος του Θεού
Για την υπακοή
Για την Ιερά Παράδοση και την Αγία Γραφή
Για το Όνομα του Θεού
Σκέψεις του Γέροντα για τα φυτά και τα ζώα
Για την ομορφιά του κόσμου
Για τις εκκλησιαστικές ακολουθίες
Για την εξομοίωση του ανθρώπου με τον Χριστό
Για την αναζήτηση του Θεού
Για τη στάση απέναντι στον πλησίον
Για την ενότητα του πνευματικού κόσμου και το μεγαλείο των Αγίων
Για την πνευματική θεώρηση του κόσμου
Για τους δύο τρόπους γνώσης του κόσμου
Για τα σημεία της χάριτος και της πλάνης
Σκέψεις για την ελευθερία
Για την προσωπική σχέση του ανθρώπου με τον προσωπικό Θεό
Για την αγάπη προς τους εχθρούς
Η διάκριση του καλού και του κακού
Η οδός της Εκκλησίας
Η διαφορά ανάμεσα στη χριστιανική αγάπη και τη δικαιοσύνη των ανθρώπων
Η αδιάλειπτη προσευχή του Γέροντα

Ε΄ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΕΡΑ ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Για τα τρία είδη της προσευχής
Για την εξέλιξη του λογισμού
Η εντολή του Χριστού «θα αγαπήσεις τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου και με όλη τη δύναμή σου», ως θεμέλιο της ιερής ησυχίας
Το ανθρωπολογικό θεμέλιο της νοεράς προσευχής
Εμπειρία της αιωνιότητας
Η αρχή της πνευματικής πάλης – ο αγώνας εναντίον των παθών

ΣΤ΄ ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ

Τέσσερα είδη φαντασίας

Ζ΄ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ
Η΄ ΓΙΑ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ

Για τη θεόμορφη απάθεια
Για τον Θείο Γνόφο
Για τον γνόφο της απέκδυσης

Θ΄ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ
Ι΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

Δεν είναι πάντοτε χωρίς πόνο για τον άνθρωπο να πορεύεται προς τον Θεό
Παρόμοια, και η ζωή μαζί με τους αγίους δεν είναι πάντοτε εύκολη
Αν δεν υπάρχει χάρη και στο σώμα, ο άνθρωπος μπορεί να μην αντέξει τα βασανιστήρια για τον Χριστό
Μια αξιοσημείωτη επίσκεψη
Η «σκληρότητα» των δοκιμασιών

ΙΑ΄ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ
«ΚΡΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ»
ΙΒ΄ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΥΝΑΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ ΟΝ
ΙΓ΄ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Η σκέψη για την «αδυναμία» του Χριστιανισμού είναι βαθιά λανθασμένη
Για τη δύναμη των Αγίων και την «αντίθετη» πορεία τους
Η χριστιανική πάλη εναντίον του κακού
Ο «Νόμος» της αιώνιας ζωής στις δύο εντολές
Η ψυχολογική αντίφαση αυτών των εντολών ως συνέπεια της διαστροφής της οδού του Θεού
Ο τελευταίος λόγος
Το κριτήριο της αλήθειας
Το παράδοξο της χριστιανικής ζωής

ΙΔ΄ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΙΕ΄ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
ΤΩ ΕΚ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ ΟΡΜΗΘΕΝΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ ΟΙΚΗΣΑΝΤΙ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΧΟΡΩ ΤΟ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΙ ΤΟ ΔΕ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΔΙΑΣΩΣΑΝΤΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΥΠΕΡ ΦΥΣΙΝ ΑΝΕΛΗΛΥΘΟΤΙ


Η αποκάλυψη του Θεού λέει: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 8, α΄ 5).

Πόσο δύσκολο είναι για εμάς τους ανθρώπους να το δεχτούμε αυτό! Είναι δύσκολο, γιατί τόσο η προσωπική μας ζωή όσο και η ζωή του κόσμου που μας περιβάλλει φαίνεται μάλλον να μαρτυρούν το αντίθετο.

Πράγματι! Πού βρίσκεται αυτό το ΦΩΣ της ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, όταν σχεδόν όλοι, καθώς πλησιάζουν προς το τέλος της ζωής τους, αναφωνούν με πικρία καρδιάς μαζί με τον Ιώβ: «Αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν βρόμῳ, ἐρράγη δὲ τὰ ἄρθρα τῆς καρδίας μου... ᾅδης μου ὁ οἶκος... Ποῦ οὖν μου ἔτι ἐστὶν ἡ ἐλπίς;» και εκείνο που μυστικά, αλλά με δύναμη, ζητούσε από τα νεανικά μου χρόνια η καρδιά μου, «τίς ὄψεται;» (Ἰώβ ιζ΄ 11-15).

Ο ίδιος ο Χριστός μαρτυρεί ότι ο Θεός προνοεί με στοργή για ολόκληρη την κτίση, ότι ούτε ένα μικρό πουλί του ουρανού δεν είναι ξεχασμένο από Αυτόν, ότι Εκείνος φροντίζει ακόμη και για τον στολισμό των κρίνων του αγρού· για τους ανθρώπους όμως η πρόνοιά Του είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη, τόσο ώστε «καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ἡμῶν πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (πρβλ. Ματθ. ι΄ 30).

Πού λοιπόν βρίσκεται αυτή η πρόνοια, που φτάνει ακόμη και στα πιο ταπεινά πράγματα και φροντίζει για τα ελάχιστα; Όλοι ασφυκτιούμε μπροστά στο θέαμα της ανεξέλεγκτης έξαρσης του κακού μέσα στον κόσμο. Συχνά μυριάδες υπάρξεις, μόλις εμφανιστούν στη ζωή, πολλές φορές πριν ακόμη φτάσουν στην αυτοσυνειδησία, αρπάζονται από αυτήν με απίστευτη σκληρότητα.

Γιατί λοιπόν μας δόθηκε αυτή η παράλογη ζωή; Και να, η ψυχή διψά να συναντήσει τον Θεό, για να Του πει: Γιατί μου έδωσες τη ζωή;... Χόρτασα από βάσανα. Με σκέπασε το σκοτάδι... Γιατί κρύβεσαι από εμένα;... Γνωρίζω ότι είσαι αγαθός, αλλά πώς είσαι τόσο αδιάφορος απέναντι στην τραγωδία μου;

Γιατί είσαι τόσο σκληρός και ανελέητος απέναντί μου; Δεν μπορώ να Σε καταλάβω!

Έζησε πάνω στη γη ένας άνθρωπος, ένας άνδρας με φλογερή πνευματική δίψα. Το όνομά του ήταν Συμεών. Για πολύ καιρό προσευχόταν με ακατάπαυστο θρήνο: «Ελέησόν με!» Αλλά ο Θεός δεν τον άκουγε.

Πέρασαν μήνες τέτοιας προσευχής και οι δυνάμεις της ψυχής του εξαντλήθηκαν. Έφτασε μέχρι την απόγνωση και φώναξε: «Είσαι αδυσώπητος!» Και όταν, με αυτά τα λόγια, κάτι μέσα στην ψυχή του, που ήταν συντριμμένη από την απόγνωση, έσπασε, είδε ξαφνικά τον ζωντανό Χριστό.

Φωτιά γέμισε την καρδιά και ολόκληρο το σώμα του με τέτοια δύναμη, ώστε, αν η όραση διαρκούσε ακόμη μία στιγμή, θα πέθαινε. Ποτέ πια δεν μπόρεσε να ξεχάσει το ανέκφραστα πράο, γεμάτο αγάπη μέχρι τέλους, γλυκύ και πλήρες από υπερνοητή ειρήνη βλέμμα του Χριστού. Και στα επόμενα μακρά χρόνια της ζωής του μαρτυρούσε ακούραστα ότι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», αγάπη άπειρη, που ξεπερνά κάθε νου.

Γι’ αυτόν τον μάρτυρα της Θείας αγάπης πρόκειται να μιλήσουμε.

Από την εποχή του Ιωάννη του Θεολόγου, κατά τους δεκαεννέα αιώνες που πέρασαν, εμφανίστηκαν ολόκληρες χορείες τέτοιων μαρτύρων. Ο τελευταίος όμως αυτός είναι για εμάς ιδιαίτερα πολύτιμος, γιατί υπήρξε σύγχρονός μας.

Πολλές φορές εμφανίζεται ανάμεσα στους χριστιανούς ο εντελώς φυσικός πόθος να δουν ορατά σημεία της πίστης μας. Διαφορετικά εξασθενούν στην ελπίδα τους και οι διηγήσεις για θαύματα παλαιότερων εποχών καταλήγουν στη συνείδησή τους να μοιάζουν με μύθο. Γι’ αυτό είναι τόσο ωφέλιμη η επανάληψη τέτοιων μαρτυριών. Γι’ αυτό είναι τόσο ανεκτίμητος για εμάς και ο νέος αυτός μάρτυρας, στο πρόσωπο του οποίου μπορούσε κανείς να δει τις πολυτιμότερες εκδηλώσεις της πίστης μας.

Γνωρίζουμε ότι και σε αυτόν λίγοι μόνο θα πιστέψουν, όπως λίγοι πίστεψαν και στη μαρτυρία των προηγούμενων Πατέρων. Και αυτό όχι επειδή η μαρτυρία είναι ψευδής, αλλά επειδή η πίστη απαιτεί αυταπάρνηση και αγώνα.

Λέμε ότι μέσα στους δεκαεννέα αιώνες της χριστιανικής ιστορίας εμφανίστηκαν «νέφη» μαρτύρων της αγάπης του Χριστού, αλλά μέσα στον απέραντο ωκεανό της ανθρωπότητας η αναλογία τους είναι ελάχιστη.

Σπάνιοι είναι τέτοιοι μάρτυρες, γιατί δεν υπάρχει άθλος δυσκολότερος και πιο οδυνηρός από τον αγώνα για την αγάπη· δεν υπάρχει μαρτυρία φοβερότερη από τη μαρτυρία για την αγάπη ούτε κήρυγμα πιο προκλητικό από το κήρυγμα γι’ αυτήν.

Ρίξτε μια ματιά στη ζωή του Χριστού. Ήρθε στον κόσμο για να δώσει στους ανθρώπους το Ευαγγέλιο της αιώνιας θείας ζωής. Το παρέδωσε με απλά ανθρώπινα λόγια και με δύο σύντομες εντολές: την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον.

Από την ευαγγελική διήγηση βλέπουμε ποιους πειρασμούς υπέστη από τον διάβολο, ο οποίος έκανε ό,τι μπορούσε για να αναγκάσει τον Χριστό «να καταλύσει» αυτές τις εντολές, έστω και στο ελάχιστο, και έτσι να Του αφαιρέσει το «δικαίωμα» να τις δώσει στον άνθρωπο.

Γνωρίζετε τι συνέβη στην έρημο (βλ. Ματθ. δ΄ και Λουκ. δ΄). Από τις απαντήσεις του Χριστού βλέπουμε ότι επρόκειτο για αγώνα σχετικά με την πρώτη εντολή, δηλαδή για την αγάπη προς τον Θεό.

Και όταν ο Χριστός, νικητής σε αυτόν τον αγώνα, βγαίνει στο κήρυγμα, ο διάβολος Τον περιβάλλει με μια ατμόσφαιρα άσπονδου και φονικού μίσους. Τον ακολουθεί σε όλους τους δρόμους Του, αλλά και πάλι δεν κατορθώνει να πετύχει τον σκοπό του.

Τα τελευταία πλήγματά του εναντίον του Χριστού ήταν η προδοσία του μαθητή και Αποστόλου, η γενική αποστασία και οι παράφορες κραυγές του πλήθους που είχε ευεργετηθεί: «Σταύρωσον, σταύρωσον Αὐτόν».

Και πάλι όμως νικά η αγάπη του Χριστού, όπως και ο ίδιος μαρτυρεί κατηγορηματικά: «Θαρσεῖτε, Ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». Και πάλι: «Ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν Ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν».

Ο διάβολος δεν μπόρεσε να Του αφαιρέσει το δικαίωμα να δώσει στον κόσμο την καινή εντολή. Ο Κύριος νίκησε και η νίκη Του μένει στους αιώνες, ώστε κανείς ποτέ δεν μπορεί να μειώσει αυτή τη νίκη.

Ο Ιησούς Χριστός αγάπησε απεριόριστα τον κόσμο. Στον Γέροντα Σιλουανό δόθηκε να βιώσει ενεργά αυτή την αγάπη. Και εκείνος, ως απάντηση, αγάπησε τον Χριστό και πέρασε πολλά χρόνια σκληρού αγώνα, ώστε κανείς και τίποτε να μην μπορέσει να του αρπάξει αυτό το δώρο.

Προς το τέλος της ζωής του θα μπορούσε και αυτός, όπως ο μεγάλος Παύλος, να πει: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα... Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η΄ 35-39).

Εμβαθύνοντας στα λόγια του Αποστόλου Παύλου, καταλαβαίνουμε ότι μπορούσε να μιλά έτσι, επειδή και ο ίδιος είχε περάσει μέσα από όλους αυτούς τους αγώνες. Και κάθε άνθρωπος που ακολουθεί τον Χριστό, όπως έδειξε η πείρα των αιώνων, περνά μέσα από πλήθος δοκιμασιών. Μέσα από αυτές πέρασε και ο Γέροντας Σιλουανός.

Ο μακάριος αυτός Γέροντας ασκήθηκε επί σαράντα έξι χρόνια στο Άγιον Όρος, στη ρωσική Μονή του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Παντελεήμονα. Στη Μονή αυτή έτυχε να ζήσουμε και εμείς περίπου δεκατέσσερα χρόνια.

Προς το τέλος της ζωής του Γέροντα, από το 1931 έως την ημέρα της κοίμησής του, στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1938, συνέβη ώστε να είμαστε ο πιο κοντινός του άνθρωπος. Πώς έγινε αυτό, δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε.

Τη σχέση μας με τον Γέροντα τη γνώριζαν ορισμένοι άνθρωποι που τον εκτιμούσαν βαθιά. Οι επίμονες παρακλήσεις τους μας οδήγησαν στη συγγραφή του Βίου του.

Το εγχείρημα αυτό δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο που δεν έχει ούτε το χάρισμα ούτε την πείρα του «γράφειν». Παρ’ όλα αυτά το αποφασίζουμε, γιατί έχουμε βαθιά και ειλικρινά πειστεί ότι σε εμάς ανήκει το χρέος να διηγηθούμε στους ανθρώπους για αυτόν τον αληθινά μεγάλο και εξαιρετικό άνδρα.

Το παρόν βιβλίο, ως προς το περιεχόμενό του, προορίζεται για έναν σχετικά περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, των οποίων τα ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη χριστιανική άσκηση. Γι’ αυτό και η κύρια μέριμνά μας είναι να δώσουμε, όσο είναι δυνατόν, την ακριβέστερη «πνευματική σκιαγράφηση» του Γέροντα.

Κατά την επικοινωνία μας μαζί του, η προσοχή μας, καθώς αποβλέπαμε στο προσωπικό μας «όφελος», ήταν απορροφημένη από την πνευματική του μορφή. Ποτέ δεν είχαμε την ιδέα να γράψουμε τη βιογραφία του και γι’ αυτό πολλά στοιχεία, που θα ήταν ενδιαφέροντα για έναν βιογράφο, μας έμειναν άγνωστα.

Για πολλά πράγματα είμαστε επίσης υποχρεωμένοι να σιωπήσουμε, επειδή συνδέονται με ανθρώπους που βρίσκονται ακόμη στη ζωή.

Εδώ αναφέρουμε μόνο λίγα γεγονότα από τη ζωή του Γέροντα, τα οποία είτε μας τα διηγήθηκε ο ίδιος σε διάφορες περιστάσεις, κατά τις συχνές συνομιλίες μας, είτε τα πληροφορηθήκαμε από άλλους ασκητές του Αγίου Όρους, φίλους του Γέροντα.

Υποθέτουμε ότι η περιορισμένη έκταση των πληροφοριών για την εξωτερική ζωή του δεν αποτελεί ουσιαστική έλλειψη του έργου μας. Θα ήμασταν απόλυτα ικανοποιημένοι, αν κατορθώναμε, έστω και κατά ένα μέρος, να εκπληρώσουμε τον σημαντικότερο σκοπό μας: να παρουσιάσουμε την πνευματική πορεία του Γέροντα σε εκείνους που δεν είχαν την ευτυχία της άμεσης και ζωντανής επικοινωνίας μαζί του.

Από όσο μπορούμε να κρίνουμε από τις επαφές μας με τους ανθρώπους, ήταν ο μόνος απαθής άνθρωπος που έτυχε να συναντήσουμε στον δρόμο της επίγειας ζωής μας. Και τώρα, που δεν βρίσκεται πια μαζί μας, παρουσιάζεται στα μάτια μας σαν ένας εξαιρετικός γίγαντας του πνεύματος.

Όταν ο Κύριος ζούσε πάνω στη γη, η ταπεινή παρουσία Του μέσα στη σάρκα έκρυβε από τα ανθρώπινα μάτια το αληθινό μεγαλείο Του, και μόνο μετά την Ανάληψη του Κυρίου και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος αποκαλύφθηκε στο νοερό βλέμμα των μαθητών και των Αποστόλων η Θεότητα του Χριστού.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε εμάς σε σχέση με τον Γέροντα Σιλουανό. Όσο βρισκόταν στη ζωή, ήταν τόσο απλός και προσιτός, ώστε, παρά την ευλάβειά μας προς αυτόν και παρά τη συνείδηση της υψηλής αγιότητας αυτού του ανθρώπου, δεν μπορούσαμε να αισθανθούμε πλήρως το μεγαλείο του.

Μόνο τώρα, που επί ολόκληρη σειρά ετών δεν συναντούμε στον δρόμο μας κανέναν όμοιό του, αρχίζουμε, με καθυστέρηση, να καταλαβαίνουμε το αληθινό μεγαλείο εκείνου, τον οποίο, κατά την ανεξιχνίαστη πρόνοια του Θεού, οδηγηθήκαμε να γνωρίσουμε τόσο από κοντά.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ

Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 1 Βασίλειος Κριβοσέιν



Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά 1

Βασίλειος Κριβοσέιν

Ο Βασίλειος Κριβοσέιν (ρωσ. Василий Кривошеин, κατά κόσμον Всеволод Александрович Кривошеин / Βσεβολόντ Αλεξάντροβιτς Κριβοσέιν, 1900–1985) ήταν Ρώσος ορθόδοξος μοναχός, θεολόγος και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Βρυξελλών και Βελγίου του Πατριαρχείου Μόσχας.

Έζησε για πολλά χρόνια στο Άγιον Όρος, στη ρωσική μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου ασχολήθηκε εντατικά με την πατερική θεολογία και ιδιαίτερα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Η μελέτη «Аскетическое и богословское учение св. Григория Паламы» (Η ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά), που δημοσιεύθηκε το 1936, υπήρξε η πρώτη μεγάλη επιστημονική του εργασία και μία από τις σημαντικές πρώιμες συμβολές στη σύγχρονη αναβίωση των παλαμικών σπουδών.

Η «Ασκητική και θεολογική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά» είναι μία από τις σημαντικές πρώιμες μελέτες του Βασιλείου Κριβοσέιν για τον παλαμισμό. Δημοσιεύθηκε αρχικά στα ρωσικά στο Seminarium Kondakovianum, τ. VIII, Πράγα 1936, και συνέβαλε ουσιαστικά στη νεότερη ανανέωση του ενδιαφέροντος για τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

Περιεχόμενα

Κεφάλαιο I. Η ασκητικο-γνωσιολογική βάση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Κεφάλαιο II. «Ουσία και Ενέργεια». Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον Τριαδικό Θεό στην «κρυμμένη υπερουσιότητά» Του και στις «άκτιστες ενέργειές» Του
Κεφάλαιο III. Το άκτιστο Θείο Φως
Κεφάλαιο IV. Συμπέρασμα. Η σημασία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά στην ορθόδοξη θεολογία
Κεφάλαιο I. Η ασκητικο-γνωσιολογική βάση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά


Η θρησκευτική ζωή, είτε την εννοούμε ως κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό είτε ως γνώση του Θεού από τον άνθρωπο, μπορεί πάντοτε να ορισθεί ως μια αμοιβαία και αμφίδρομη σχέση και ενέργεια του Θεού και του ανθρώπου, του Δημιουργού και του κτίσματος. Γι’ αυτό, προκειμένου να κατανοήσουμε ορθά τη διδασκαλία οποιουδήποτε πνευματικού συγγραφέα —στην προκειμένη περίπτωση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά (1296–14 Νοεμβρίου 1359)— είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε προηγουμένως με ποιον τρόπο νοεί τη δυνατότητα της αμοιβαίας κοινωνίας Θεού και ανθρώπου και τι πιστεύει για τις οδούς της θεογνωσίας και για τη δική μας ικανότητα να φθάσουμε σε αυτήν. Αυτό θα αποτελέσει, αν επιτρέπεται η έκφραση, την ασκητικο-γνωσιολογική βάση του θεολογικού συστήματος που μας ενδιαφέρει. Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να παρουσιάσουμε στα ουσιωδέστερα σημεία της αυτή την πλευρά της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, προτού περάσουμε στις καθαυτό θεολογικές του ιδέες.

Το ζήτημα της δυνατότητας της θεογνωσίας και των οδών που οδηγούν σε αυτήν κατέχει σχετικά σημαντική θέση στα έργα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί εξαρχής ότι αφετηρία ολόκληρης της διδασκαλίας του αποτελεί η κατηγορηματική διαβεβαίωσή του περί της πλήρους ακαταληψίας του Θεού από τον λόγο και της αδυναμίας εκφράσεώς Του με τον λόγο. Η σκέψη αυτή περί της ακαταληψίας του Θεού από τον λόγο συνδέεται στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με ολόκληρη τη διδασκαλία του περί της φύσεως της Θεότητος· εδώ όμως θα περιοριστούμε μόνο στη γνωσιολογική πλευρά του ζητήματος.

Δεν υπάρχει, πάντως, τίποτε το νέο σε αυτή τη διακήρυξη της ορθολογικής ακαταληψίας της Θεότητος. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς βρίσκεται εδώ στο έδαφος της αποφατικής θεολογίας, τόσο χαρακτηριστικής της ανατολικής Ορθοδοξίας, συνεχίζοντας τη θεολογική παράδοση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Μαζί με αυτούς αγαπά να υπογραμμίζει την πλήρη αδυναμία εκφράσεως του Θεού με οποιοδήποτε όνομα και την απόλυτη αδυναμία ορισμού Του.

Έτσι, αφού ονομάσει τον Θεό «άβυσσο αγαθότητος», αμέσως διορθώνει τον εαυτό του και λέει: «Ή μάλλον, Εκείνον που περιλαμβάνει και αυτή την άβυσσο, ως υπερβαίνοντα κάθε όνομα που μπορεί να ονομασθεί και κάθε πράγμα που μπορεί να νοηθεί».

Γι’ αυτό η αληθινή γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε μέσω της μελέτης του ορατού κτιστού κόσμου ούτε μέσω της διανοητικής δραστηριότητας του ανθρωπίνου νου. Ακόμη και η λεπτότερη και περισσότερο αφηρημένη από κάθε υλικό στοιχείο θεολογική και φιλοσοφική σκέψη δεν μπορεί να προσφέρει αληθινή θέα του Θεού και κοινωνία μαζί Του.

«Ακόμη κι αν θεολογούμε», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «και φιλοσοφούμε για τα τέλεια πράγματα, τα χωρισμένα από την ύλη, αυτό μπορεί βέβαια να πλησιάζει την αλήθεια, απέχει όμως πολύ από τη θέα του Θεού και διαφέρει τόσο πολύ από την κοινωνία μαζί Του όσο διαφέρει η κατοχή από τη γνώση. Το να μιλά κανείς για τον Θεό και το να κοινωνεί με Αυτόν δεν είναι το ίδιο πράγμα».

Σε συνάφεια με αυτό γίνεται κατανοητή η στάση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά απέναντι στους επιμέρους επιστημονικούς κλάδους, λογικούς ή εμπειρικούς· αναγνωρίζει τη σχετική χρησιμότητά τους στη μελέτη του κτιστού κόσμου και δικαιολογεί, μέσα σε αυτό το πεδίο, τις μεθόδους γνώσεως που τους προσιδιάζουν —τους συλλογισμούς, τις λογικές αποδείξεις, τα παραδείγματα από τον ορατό κόσμο. Στο έργο όμως της γνώσεως του Θεού διακηρύσσει την ανεπάρκειά τους και φθάνει ακόμη και να μιλά για το ανάρμοστο της χρησιμοποιήσεώς τους.

Η αδυναμία του λόγου να γνωρίσει τον Θεό δεν οδηγεί, ωστόσο, τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά στο συμπέρασμα ότι ο Θεός είναι ολοκληρωτικά ακατάληπτος και απρόσιτος στον άνθρωπο. Τη δυνατότητα της θείας κοινωνίας τη θεμελιώνει στις ιδιότητες της ανθρώπινης φύσεως και στη θέση του ανθρώπου μέσα στη δημιουργία.

Ας σταθούμε, λοιπόν, κάπως περισσότερο στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τον άνθρωπο.


Η θεμελιώδης σκέψη του, την οποία εκφράζει επανειλημμένα σε διάφορα σημεία των έργων του, είναι η δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του και η κεντρική θέση του ανθρώπου μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν.

Ο άνθρωπος, δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού και συνενώνοντας μέσα του, ως αποτελούμενος από ψυχή και σώμα, τον υλικό και τον άυλο κόσμο, αποτελεί, κατά τη σκέψη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, έναν μικρό κόσμο, έναν μικρόκοσμο, ο οποίος αντανακλά μέσα του ολόκληρη τη δημιουργία και την συνενώνει διά του εαυτού του σε ένα ενιαίο όλον.

«Ο άνθρωπος», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «αυτός ο μεγαλύτερος κόσμος που περικλείεται μέσα στον μικρό, είναι η εις εν συγκέντρωση όλων των όντων, η ανακεφαλαίωση των δημιουργημάτων του Θεού· γι’ αυτό και δημιουργήθηκε ύστερα από όλα, όπως ακριβώς εμείς καταλήγουμε σε συμπέρασμα ύστερα από τα λόγια μας· διότι θα μπορούσε κανείς να ονομάσει ολόκληρο αυτό το σύμπαν συγγραφή του Αυθυπόστατου Λόγου».

Η διδασκαλία αυτή για τον άνθρωπο, η οποία ως προς τη βάση της συναντάται ήδη στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, αναπτύσσεται με ιδιαίτερο τρόπο από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά σε σχέση με το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ του αγγελικού και του ανθρωπίνου κόσμου και με τη σημασία του ανθρωπίνου σώματος.

Σε αντίθεση προς αρκετά διαδεδομένες αντιλήψεις περί υπεροχής του αγγέλου, ως καθαρού πνεύματος, έναντι του ανθρώπου, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διδάσκει σαφώς ότι ο άνθρωπος είναι σε μεγαλύτερο βαθμό από τον άγγελο προικισμένος με την εικόνα του Θεού.

«Μολονότι [οι άγγελοι]», γράφει, «μας υπερβαίνουν σε πολλά, κατά μία όμως άποψη είναι κατώτεροι από εμάς [...] [για παράδειγμα] ως προς την ύπαρξη κατ’ εικόνα Εκείνου που τους δημιούργησε· υπό αυτή την έννοια εμείς, περισσότερο από αυτούς, δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα Θεού».

Η μεγαλύτερη αυτή μετοχή του ανθρώπου στην εικόνα του Θεού φανερώνεται πρωτίστως στο ότι, ενώ οι άγγελοι είναι απλοί εκτελεστές των προσταγών του Θεού, ο άνθρωπος, ακριβώς ως γήινο ψυχοσωματικό ον, δημιουργήθηκε για να κυριαρχεί και να εξουσιάζει ολόκληρη την κτίση.

«Ενώ οι άγγελοι», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «έχουν ορισθεί να υπηρετούν τον Δημιουργό και έχουν ως μοναδικό τους κλήρο να βρίσκονται υπό εξουσία, χωρίς να τους έχει δοθεί να κυριαρχούν πάνω στα κατώτερα από αυτούς δημιουργήματα, εκτός αν αποσταλούν προς τούτο από Εκείνον που συνέχει τα πάντα [...] ο άνθρωπος προορίσθηκε όχι μόνο να βρίσκεται υπό εξουσία, αλλά και να εξουσιάζει όλα όσα βρίσκονται επάνω στη γη».

Η σκέψη αυτή περί της κατεξοχήν κατοχής της εικόνας του Θεού από τον άνθρωπο αναπτύσσεται περαιτέρω στη διδασκαλία για το ανθρώπινο σώμα και τη σημασία του στην πνευματική ζωή του ανθρώπου.


Πρέπει να σημειωθεί ότι ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς υπήρξε αποφασιστικός αντίπαλος της απόψεως ότι το σώμα, ως τέτοιο, αποτελεί κακή αρχή και πηγή της αμαρτίας στον άνθρωπο. Μια τέτοια αντίληψη του φαινόταν ως συκοφαντία εναντίον του Θεού —του Δημιουργού του σώματος— και ως μανιχαϊκή-δυαλιστική απόρριψη της ύλης.

Στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ανήκει μάλιστα ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων και λαμπρός ως προς τη γλώσσα διάλογος, αφιερωμένος στην αναίρεση του μονομερούς μανιχαϊκού πνευματισμού, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή παρασύρεται στην αμαρτία από το σώμα και η σύνδεσή της με αυτό αποτελεί την αιτία της αμαρτωλότητάς της.

Με μεγάλη δύναμη διακηρύσσεται εκεί ότι το σώμα, όπως και η ψυχή, είναι δημιούργημα του Θεού και ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή αλλά ένωση ψυχής και σώματος.

«Δεν ονομάζεται άνθρωπος μόνον η ψυχή ούτε μόνον το σώμα», διαβάζουμε σε αυτόν τον διάλογο, «αλλά και τα δύο μαζί, δημιουργημένα κατ’ εικόνα Θεού».

Η σκέψη αυτή, ότι η εικόνα του Θεού εκφράζεται όχι μόνο στην ψυχική αλλά και στη σωματική σύσταση του ανθρώπου, συναντάται αρκετά συχνά στα έργα του αγίου Γρηγορίου Παλαμά και συνδέεται από αυτόν με τη διαβεβαίωση ότι ο άνθρωπος, ακριβώς χάρη στη σωματικότητά του, είναι περισσότερο σφραγισμένος με την εικόνα του Θεού από ό,τι τα καθαρά πνεύματα, οι άγγελοι, και ότι βρίσκεται πλησιέστερα από αυτούς προς τον Θεό —ως δημιούργημα, ως θεία σύλληψη—, μολονότι μετά την πτώση απώλεσε την ομοίωσή του προς Αυτόν και, υπό αυτή την έννοια, κατέστη κατώτερος από τους αγγέλους.

Και αυτή ακόμη η κατοχή σώματος προσφέρει συχνά στον άνθρωπο τη δυνατότητα μιας τέτοιας κοινωνίας με τον Θεό η οποία είναι απρόσιτη στους αγγέλους.

«Ποιος από τους αγγέλους», ερωτά ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «θα μπορούσε να μιμηθεί το πάθος του Θεού και τον θάνατό Του, όπως μπόρεσε ο άνθρωπος;»


«Η νοερή και λογική φύση των αγγέλων», γράφει σε άλλο σημείο, «κατέχει και νου και λόγο που προέρχεται από τον νου [...] και θα μπορούσε να ονομασθεί πνεύμα [...]· αλλά αυτό το πνεύμα δεν είναι ζωοποιό, διότι δεν έλαβε από τον Θεό σώμα από τη γη συνδεδεμένο μαζί του, ώστε να αποκτήσει χάρη σε αυτό και ζωοποιό και συνεκτική δύναμη. Η νοερή και λογική φύση της ψυχής όμως, επειδή δημιουργήθηκε μαζί με το γήινο σώμα, έλαβε από τον Θεό και ζωοποιό πνεύμα [...]· μόνον αυτή κατέχει και νου και λόγο και ζωοποιό πνεύμα· μόνον αυτή, και μάλιστα περισσότερο από τους αγγέλους, δημιουργήθηκε από τον Θεό κατ’ εικόνα Του».

Βεβαίως, η εικόνα του Θεού δεν εντοπίζεται εδώ στην ίδια τη σωματικότητα, αλλά στο ζωοποιό πνεύμα που προσιδιάζει στον άνθρωπο· η σωματικότητα όμως όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο για αυτό, αλλά, αντιθέτως, γίνεται αφορμή για την εκδήλωσή του· ενώ οι άγγελοι, ως ασώματοι, στερούνται του ζωοποιού πνεύματος.

Και αυτή η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο δεν χάθηκε ούτε μετά την πτώση:
«Μετά το προπατορικό αμάρτημα [...] αφού χάσαμε τη ζωή κατά τη θεία ομοίωση, δεν χάσαμε τη ζωή κατ’ εικόνα Του».

Γενικότερα, «στους αιρετικούς αρμόζει» να βλέπουν στο σώμα μια κακή αρχή —στους αιρετικούς «οι οποίοι ονομάζουν το σώμα κακό και δημιούργημα του κακού»—· για τους Ορθοδόξους όμως το σώμα είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος» και «κατοικητήριο του Θεού».

Από εδώ γίνεται κατανοητό ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, το σώμα είναι ικανό, υπό την επίδραση της ψυχής, να βιώνει ορισμένες «πνευματικές διαθέσεις», ενώ η ίδια η απάθεια δεν είναι απλώς νέκρωση των παθών του σώματος, αλλά μια νέα και ανώτερη ενέργειά του· και γενικότερα, το σώμα μπορεί όχι μόνο στον μέλλοντα αιώνα αλλά ήδη από τώρα να συμμετέχει στη χαριτωμένη ζωή του πνεύματος.

«Διότι», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, «εάν τότε το σώμα θα συμμετάσχει μαζί με την ψυχή στα ανέκφραστα αγαθά, είναι αναμφίβολο ότι και τώρα θα συμμετέχει σε αυτά κατά το δυνατόν [...] και αυτό θα γευθεί τα θεία, αφού η παθητική δύναμη της ψυχής μεταβληθεί σύμφωνα με αυτό και αγιασθεί, χωρίς όμως να νεκρωθεί».

Συνεχίζεται

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΟΓΗΣ ΕΠΙΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.