Σάββατο, 8 Μαΐου 2021

Πρόλαβαν τον Καρδινάλιον Koch οι πρωτειακές παρερμηνίες Ορθοδόξων - Του θεολόγου κ. Β. Χαραλάμπους

                               

Πρόλαβαν τον Καρδινάλιον Koch οι πρωτειακές παρερμηνίες Ορθοδόξων

Του θεολόγου κ. Β. Χαραλάμπους

Πρόσφατα ο Καρδινάλιος Κοch επανέφερε το θέμα του παπικού ‘’πρωτείου’’.  Είναι γνωστή η εμμονή των Παπικών στο εξουσιαστικό πρωτείο.  Ακριβώς όπως το είχε πει ο Άγιος Πορφύριος, πως «είναι φως φανάρι ότι τον ενδιαφέρει να αναγνωρίσουν οι Ορθόδοξοι κεφαλήν τον Πάπα και τίποτε περισσότερο». 
 
Το εξουσιαστικό πρωτείο υπήρξε  η αιτία της κακόδοξης παρανόησης του παπικού ‘’αλάθητου’’, καθώς και των άλλων παπικών κακοδοξιών.  Οι  προσπάθειες να γίνει αποδεκτό το παπικό εξουσιαστικό πρωτείο, οδήγησαν στην ωραιοποίησή του ως ‘’πρωτείου στην αγάπη’’ ή ακόμα και  ‘’πρωτείου φιλανθρωπίας’’.  Υποβαθμίζεται  λεκτικά το εξουσιαστικό πρωτείο για να γίνει αποδεκτό.   Στο τέλος όμως αναγκάζονται να ομιλήσουν για πρωτείο εξουσίας.
 
Όμως αυτή τη φορά εξ αφορμής του ‘’Ουκρανικού’’, Ορθόδοξοι Ιερωμένοι και λαϊκοί θεολόγοι, ως μη ώφειλαν πλούτισαν την παπική φαρέτρα με ‘’πρωτειακά’’ επιχειρήματα.  Με λύπη παρατηρήσαμε να αξιολογούνται πρωτειακές παρερμηνείες ως αποτελέσματα εμπεριστατωμένων μελετών, εμπεριέχουσες παρερμηνείες και ανυπόστατες αγιογραφικές παραπομπές
 
Προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός διαμαρτυριών και κάποιων εξ αυτών, για τις πρόσφατες αναφορές του Καρδινάλιου Κοch για το θέμα του παπικού ‘’πρωτείου’’.  Λησμόνησαν ότι και αυτοί πρόβαλαν πρωτάκουστες πρωτειακές παρερμηνείες για τα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου;  Τι περισσότερο είπε ο Καρδινάλιος Κοch από αυτούς;  Είναι γεγονός ότι η επιχειρηματολογία αρκετών από αυτούς που προσπάθησαν να στηρίξουν τη μονομερή εκχώρηση Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία, είχε περιστραφεί  γύρω από τη θέση ότι αυτό είναι ‘’έργο ενός Πατριάρχου’’ και ότι δεν υπήρχε χρεία συναίνεσης των υπολοίπων Εκκλησιών.  Προς τούτο επένδυσαν με εξουσιαστικές παρερμηνείες τα πρεσβεία τιμής του Οικουμενικού Θρόνου, εκτός φυσικά του μεγάλου δώρου της μονομερούς εκχώρησης Αυτοκεφαλίας στον Πάπα. Ο Καρδινάλιος Κοch θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το προνόμιο τούτο της μονομερούς εκχώρησης Αυτοκεφαλίας, καθότι αυτό αποτελούσε Συνοδικό προνόμιο.
 
Την παρερμηνευτική εμμονή των Παπικών να ταυτίζουν την πέτρα της αληθείας με τον Απόστολο Πέτρο, για τον λόγο ότι η παρερμηνεία αυτή εξυπηρετεί το παπικό εξουσιαστικό πρωτείο, ήλθε διαφοροτρόπως να ισχυροποιήσει η αναληθής παραπομπή στην Αγία Γραφή εκ μέρους Ορθοδόξων, ότι δήθεν την Αρχιερωσύνη o Απόστολος Παύλος την είχε από τον Απόστολο Πέτρο.  Θεώρησαν ότι τώρα που δεν έχουμε Πάπα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι εύκολο να προβάλλεις τέτοια επιχειρήματα.
 
Που το βρήκαν αυτό;  ‘’Και ευθέως εν ταις συναγωγαίς εκήρυσσε τον Ιησούν (ο Απόστολος Πάυλος) ότι ούτος εστίν ο υιός του Θεού’’, (Πραξ. 9,20), αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων, με το  ‘’ευθέως’’ να επεξηγεί το γεγονός ότι, ευθύς αμέσως άρχισε η αποστολική δράση του Αποστόλου Παύλου, χωρίς να συναντηθεί με τον Απόστολο Πέτρο.  ‘’Ουδέ ανήλθον εις Ιεροσόλυμα προς τους προ εμού αποστόλους, αλλά απήλθον εις Αραβίαν, και πάλιν υπέστρεψα εις Δαμασκόν’’ (Γαλ. 1,17) τονίζει ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος.  Πότε συναντήθηκε με τον Απόστολο Πέτρο;  ‘’Μετά έτη τρία’’ (Γαλ. 1,18), όπως αναφέρει ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος. 
 
‘’Α δε γράφω υμίν, ιδού ενώπιον του Θεού ότι ου ψεύδομαι’’ (Γαλ. 1,20), λέγει κατόπιν  ο Απόστολος Παύλος.  Αυτοί τον διαψεύδουν;  Είναι  φοβερό ατόπημα να διαστρέφεις τα γεγονότα της Αγίας Γραφής.  Αυτή είναι η εμπεριστατωμένη μελέτη;  Δεν πιστεύουμε όμως, ότι σ’ αυτό ο Καρδινάλιος Κοch θα είναι ικανοποιημένος, καθότι είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για ανυπόστατη αγιογραφική παραπομπή.  Για τη σκοπιμότητα όμως της γραφής αυτού του ανυπόστατου, σίγουρα θα πρέπει να είναι ικανοποιημένος.  Μια συγνώμη συνοδευόμενη από ανασκευή του ανυπόστατου αυτού επιχειρήματος, σίγουρα θα διόρθωνε τα πράγματα. 
 
Αξιολογήθηκε επίσης ως εμπεριστατωμένη άλλη μελέτη, η οποία εξ αφορμής του ‘’Ουκρανικού’’ τόνιζε, ότι ο Πάπας είχε το δικαίωμα επέμβασης σε άλλες  κατά τόπους Εκκλησίες όταν του το ζητούσαν.  Ως εκ τούτου με βάση το επιχείρημα αυτό, θα έχει το δικαίωμα επέμβασης σε άλλες  κατά τόπους Εκκλησίες όταν του το ζητούν.  Δεν ικανοποιείται με αυτό ο Καρδινάλιος Κοch;  Τόνιζε επίσης η κληθείσα εμπεριστατωμένη μελέτη, ότι πάντοτε ο Πάπας συμμετείχε στις αποφάσεις όλων των ζητημάτων της Εκκλησίας και ρύθμιζε όλα τα θέματα της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου συμπεραίνεται, ότι ο Πάπας θα συμμετέχει στις αποφάσεις όλων των ζητημάτων και θα ρυθμίζει όλα τα θέματα της Εκκλησίας.  Δεν ικανοποιείται με αυτό ο Καρδινάλιος Κοch; Και ποια αιτιολογία είχε προβληθεί στην εν λόγω κληθείσα εμπεριστατωμένη μελέτη;  Επειδή πάντοτε έπρεπε να  υπάρχει κάποια ανώτερη αρχή.  Δεν ικανοποιείται με τέτοια διαπίστωση ο Καρδινάλιος Κοch;
 
Παλαιότερα ο Καρδινάλιος Κοch στη Lastampa.it (Vatican insider) τόνισε ότι «το πρωτείον του Πάπα μπορεί να βοηθήσει την κοινότητα».   Αν προσθέσουμε και την αναφορά  στη Παπική Σύνοδο για το Δόγμα της Πίστης, η οποία τόνιζε, ότι «το ζήτημα της υπεροχής του Πέτρου και των διαδόχων του, έχει ιδιαίτερη σημασία ακόμα και οικουμενική», σίγουρα οι πρωτειακές ‘’επενδύσεις’’ Ορθοδόξων, οι οποίες αξιολογούνται μάλιστα και ως αποτελέσματα εμπεριστατωμένων μελετών, έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Παπικούς.  Συνεπώς  ο Καρδινάλιος Κοch,  θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος με τέτοιες ‘’διαπιστώσεις’’.


ΙΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΛΕΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟΙ. ΙΣΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΤΗΝ ΠΑΠΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. 
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ:

                                      HANS URS VON BALTHASAR

                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)

                                                 Τρίτος Τόμος

             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)

                               V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

                  4.  ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

                     β) Η διπλή ενότητα της Eκκλησίας (3η συνέχεια)

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021


Αυτή όμως η διπλή ενότητα που επενεργεί το Πνεύμα στην Εκκλησία, φανερώνεται και από μιαν άλλη πλευρά: ως η διπλή επίδραση του ενός Πνεύματος, που γεννά αξιώματα και χαρίσματα. Τα οποία είναι εξαρχής – στον Παύλο, ακόμα και στα Ευαγγέλια – μέχρι «συγχύσεως» ένα: τα διαρκή αξιώματα (ή: «υπουργήματα») παρατίθενται στην αρχή τού καταλόγου τών χαρισμάτων (Α’ Κορ. 12, 29), ενώ η ιερατική χειροτονία τού Τιμόθεου με την επίθεση των χεριών χαρακτηρίζεται ως «χάρισμα του Θεού» (Β’ Τιμ. 1, 6)· τα δε χαρίσματα προσδίδουν μιαν «αξιωματική» λειτουργία στους κατόχους τους μέσα στην κοινότητα – παρ’ όλ’ αυτά, αξιώματα και χαρίσματα διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους: η αποστολικότητα του Παύλου δεν ανήκει π.χ. κατά κανέναν τρόπο στα χαρίσματα (έστω κι αν άλλοι, που δεν συγκαταλέγονται στην ομάδα τών πρώτων Αποστόλων, ονομάζονται ίσως χαρισματικά «Απόστολοι»: ο Βαρνάβας – Πράξ. 14, 4, ο Ανδρόνικος και ο Ιουνίας – Ρωμ. 16, 7, καθώς κι εκείνοι στους οποίους αναθέτει να τον αντιπροσωπεύσουν ή να τον βοηθήσουν [ως «χειροτονημένοι» τρόπον τινά «επίσκοποι»] ο Παύλος). Η τοποθέτηση του Τιμόθεου και του Τίτου στο ιερατικό αξίωμα το δείχνει αυτό καθαρά. Ενώ όμως τα μη ιεραρχικά χαρίσματα διακρίνονται απ’ τα αξιωματικά, τα αξιωματικά πρέπει να έχουν εντελώς χαρισματικά χαρακτηριστικά: πρέπει οι κάτοχοί τους να είναι προφήτες, διδάσκαλοι, κάτοχοι σοφίας και επιστήμης, να μπορούν να διακρίνουν τα πνεύματα κ.ο.κ.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (84)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 27 Απριλίου 2021

                                         Jacob Burckhard

                                               ΤΟΜΟΣ 2ος

 Ι. ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥΣ – 28

  Αλλά περισσότερο ακόμη και από την απρέπεια των λόγων, η θυσία μπορούσε να διαταραχθεί από την παρουσία ακάθαρτων ή ασεβών ανθρώπων, στους οποίους απέδιδαν, χωρίς κανέναν δισταγμό, την αποτυχία της, την εμφάνιση δηλαδή ανησυχητικών οιωνών στα σφάγια. Σε έναν δικανικό λόγο αττικού ρήτορα εμφανίζεται με μεγάλη ευκρίνεια η λαϊκή αντίληψη για την παρουσία ασεβών ανθρώπων:  η παρουσία τους για όποιον ταξιδεύει στη θάλασσα ενέχει κίνδυνο, όσο ευσεβής κι αν είναι ο ίδιος, ενώ μπορεί να παρεμποδίσουν ακόμα και την εκτέλεση μιας θυσίας. Ο ίδιος ο ρήτορας προσθέτει για τον εαυτό του, ότι όλα τα θαλασσινά ταξίδια του ήταν ασφαλή και οι θυσίες που παρευρέθηκε είχαν καλήν έκβαση. Ακόμη κι ένας ολιγόπιστος Έλληνας ήταν δυνατόν να αισθάνεται (ή να παριστάνει ότι αισθάνεται) ανησυχία στην παρουσία ύποπτων ή μισητών σ’ αυτόν ανθρώπων, ανεξάρτητα από την τέλεση θυσιών, κι αν κάποιος εμφανιζόταν ως αρνητής τών θεών και των μυστηρίων, αποκτούσε αμέσως μια τελείως αρνητική φήμη. Δεν είχαν ασφαλώς όλοι την αμυντική ετοιμότητα του Διαγόρα, που απέδειξε σε μια θαλασσοταραχή στους εξοργισμένους συνταξιδιώτες του, ότι και τα άλλα πλοία δεν είχαν καλύτερη τύχη από το δικό τους. Αυτή η αρνητική πλευρά τής πίστεως, ο πατροπαράδοτος φόβος τής οργής τών θεών κατά τών αθέων, με τον οποίο συνδέονταν και όλες οι καταγραφές ασεβείας, αποτέλεσε μέχρι μια πολύ μεταγενέστερη εποχή ένα από τα ισχυρότερα προστατευτικά τείχη τής αρχαίας θρησκείας και έναν από τούς λόγους, που συχνά κατέστησαν αναπόφευκτους τους διωγμούς τών χριστιανών.

     Δεν είναι ωστόσο δυνατόν να δεχτούμε, για την καθαυτό τουλάχιστον ελληνική εποχή, την προσπάθεια εξαναγκασμού τών θεών μέσω τής θυσίας· κάτι που το αποδεικνύει η τόσο συχνή απόρριψη των επικλήσεων, αλλά και ο φόβος τού λαού, μήπως παρόμοιες απαιτήσεις εξοργίσουν τούς θεούς. Θα πρέπει όμως να λάβουμε εδώ υπ’ όψιν κάποιες αξιοσημείωτες διακρίσεις. Οι στοιχειακοί θεοί αντιμετωπίζονταν κατ’ αρχάς με κάποια μεγαλύτερη ελαστικότητα, η λατρεία δε των ανέμων ως Τιτάνων, που αναφέρει ο Παυσανίας, αποτελούσε έναν πραγματικό καταναγκασμό τών θεών, εφ’ όσον στη θέση τού τελετουργικού εμφανιζόταν η επωδή, της οποίας το περιεχόμενο πίστευαν ότι ανάγεται στη μεγάλη μάγισσα Μήδεια. Η ανθρωποποίηση της μορφής τών μεγάλων θεοτήτων συνδέθηκε, επιπλέον, με την αντίληψη μιας δυνατότητας επηρεασμού τους, και οι ευχές και επικλήσεις μπορούσαν να λάβουν, σε αποφασιστικές στιγμές μεγάλου κινδύνου, ακόμη και μια μορφή, που δεν απείχε από τη διάθεση εξαναγκασμού. Η ταυρική θυσία τών επτά ηρώων προ τών Θηβών, όπου επικαλούνται, έχοντας βαπτίσει τα χέρια τους στο αίμα τού θύματος, τους θεούς τού πολέμου, και ορκίζονται να καταστρέψουν την πόλη ή να χαθούν, προϋποθέτει το ότι οι φοβεροί αυτοί θεοί θα πρέπει, το λιγότερο, να τους ακούσουν, με ή παρά τη θέλησή τους. Οι σπάνιες αποκαλύψεις τών τελετουργικών μυστηρίων με την τέλεση ταυρικής θυσίας στον «προαύλιο Δία» αποτελούν επίσης μια μορφή ανθρώπινου καταναγκασμού, προϋποθέτοντας ωστόσο και τη μαγική δύναμη ενός συγκεκριμένου τελετουργικού. Η συμβολική, που  εμπεριέχουν πιθανότατα τέτοιου τύπου περιπτώσεις, παραμένει ωστόσο δυσδιάκριτη. Στις Συρακούσες δινόταν ένας «μέγας όρκος» στο χθόνιο ιερό τής Δήμητρας και της Περσεφόνης, και ο ορκιζόμενος φορούσε την πορφυρή εσθήτα τής Δήμητρας και έπαιρνε στα χέρια του την ιερή δάδα ! Σε ανθρώπους με ιδιαίτερα χαρίσματα, ιερείς τών καθαρμών, όπως ο Επιμενίδης, απέδιδαν δυνάμεις, που θα μπορούσαν να ασκήσουν έντονη επίδραση στους θεούς που εκείνοι επικαλούνταν· μόνο που τα πρόσωπα αυτά, καθώς και τα έργα τους, βυθίζονται στο πέλαγος των θρύλων. Ο άνθρωπος όμως τού λαού αγνοούσε συνήθως παντελώς, παρότι εξοικειωμένος με πολλές μορφές μαγείας, σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως απεγνωσμένου έρωτα, τα περί καταναγκασμού τών θεών. Η εξαναγκαστική άσκηση πίεσης στους θεούς ήταν δυνατή μόνο στα πλαίσια ενός ιδιαίτερου, περίπλοκου και σχεδόν τρομακτικού τελετουργικού, το οποίο ο Έλληνας γνώριζε ότι δεν κατέχει· αλλά και ο ιερέας δεν θα τολμούσε ποτέ να επιχειρήσει από την πλευρά του κάτι τέτοιο.

     Η αλήθεια είναι, ότι παρόμοιες αντιλήψεις υποβόσκουν και στην καθαρά ελληνική εποχή, κάποτε μάλιστα υψώθηκε, στη σκηνή τής τραγωδίας, μια φωνή ισχυριζόμενη, ότι θα ήταν δυνατόν να υποχρεωθεί ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας των Δελφών να ομολογήσει, μέσα από ένα συγκεκριμένο τελετουργικό, τα κρίματά του, κάτι που θα ήταν ωστόσο εντελώς ανώφελο. Σε ολόκληρο το έργο τού Ομήρου μόνον ένας, ευτυχώς, θεός, ο Πρωτέας, υποκύπτει σε καταναγκασμό, όπως συνάγεται από μια γοητευτική περιγραφή τού Μενέλαου. Ο θαυμασμός μας μάλιστα για τους επικούς ύμνους, αλλά και για το ακροατήριό τους, θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος, αν ήμασταν σε θέση να εκτιμήσουμε πόση υπερβολή, τραχύτητα και φρίκη, εν σχέσει μ’ αυτές που κυριαρχούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους, αποφεύχθηκε ή παραμερίστηκε από τούς ίδιους τους αοιδούς· η σιωπηρή δε συμφωνία μεταξύ αοιδών και ακροατηρίου σ’ αυτό το σημείο, μπορεί να συμπεριληφθεί στα κορυφαία επιτεύγματα των πρώιμων ελληνικών χρόνων. Εμείς διαβάζουμε στα κείμενα τα όσα καταλογίζει ο Όμηρος στους θεούς. Αγνοούμε όμως το τί στοίχιζε στους αοιδούς η προσπάθεια να απαλλάξουν τούς θεούς από το φοβερό όνειδος της υποχρέωσης να εμφανίζονται ως εξορκιστές ανάμεσα στους ανθρώπους.

     Την εποχή που η Ελλάδα καταρρέει, μαθαίνουμε μεταξύ άλλων και από τον Πλάτωνα, για την ύπαρξη εξορκιστών, οι οποίοι δεν επικαλούνται ασφαλώς τούς Ολύμπιους θεούς, αλλά απόκρυφες θεότητες και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους όχι, προφανώς, στον λαό, αλλά σε τρομαγμένους ευγενείς ή και σε κρατικούς ακόμα λειτουργούς· πρόκειται για τους πλέον διεφθαρμένους συγκεκριμένα ανάμεσα στους πλανόδιους ιερείς τού ορφισμού (ορφεοτελεσταί), κακέκτυπα των άλλοτε αρχιερέων τών καθαρτικών μυστηρίων. Όταν όμως οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να θεωρούν πιο αποτελεσματικές τις απόκρυφες μυήσεις από τα Ελευσίνια, ήταν πλέον δύσκολο να απαλλαγούν από την επίκληση των χθόνιων θεοτήτων· τα ίχνη μιας τέτοιας πάντως πρακτικής παραμένουν σπάνια στην κυρίως Ελλάδα, και η εφαρμογή της άγνωστη στον λαό της.

     Η αποκαλούμενη θεουργία, η οποία ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί και με τους μεγάλους θεούς, τους οποίους τολμά μάλιστα να επικαλείται, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εποχή τών αυτοκρατοριών. Στην αρχή αυτής τής περιόδου, την εποχή τού Αδριανού, κυκλοφορεί το έργο Ερμηνεία ονείρων τού Αρτεμίδωρου, που μας αποκαλύπτει τις αντιλήψεις και επιθυμίες τών τότε ανθρώπων. Ο συγγραφέας ομολογεί μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσε κανείς να απαιτήσει, με θυμιάματα και μυστικές λέξεις, αποκαλύψεις τών θεών μέσα από όνειρα για καθημερινά ζητήματα, αλλά αποτρέπει από τη χρήση τέτοιων τελετών και συνιστά την απλή προσευχή: «Είναι τουλάχιστον γελοίο να πιστεύει κανείς, ότι οι θεοί μπορεί να εξαναγκαστούν να εκπληρώσουν επιθυμίες, τη στιγμή που δίκαιοι άνθρωποι, από τούς οποίους προσπαθεί να αποσπάσει κανείς κάτι με την επιμονή ή τη βία, ανταποκρίνονται μόνο σ’ αυτούς που τους απευθύνονται φιλικά. Όταν όμως σού δοθεί η δυνατότητα να δεις (δηλαδή να οραματιστείς, όχι τούς θεούς, αλλά τη λύση τών προβλημάτων), πρόσφερε μιαν ευχαριστήρια θυσία και αδιαφόρησε γι αυτούς που θέλουν να ορίσουν νόμους στους θεούς».

     Είναι πάντως σχεδόν αδύνατον να προσδιοριστεί με ακρίβεια, πότε εμφανίστηκε και πότε εξαφανίστηκε η απόκρυφη ή υπόγεια επιθυμία καταναγκασμού τών θεών, με τις άλλοτε αξιοθαύμαστες και άλλοτε φρικιαστικές θυσίες της. Η κατάδυση ευγενών αλόγων στα κύματα της θάλασσας ή τών ποταμών αποτελεί δείγμα αυτής τής πρακτικής, κυρίως όμως η ανθρωποθυσία, που προβάλλει στον μύθο τον τρόμο της, και η οποία συναντάται κάποτε, όπως γνωρίζουμε, ακόμα και στους ιστορικούς χρόνους. Πρόκειται για μια συναλλαγή (do ut des), που προτείνεται στη θεότητα με ένα είδος δέσμευσης. Η καταστροφή με την οποία απειλείται ένα σύνολο ανθρώπων, ή ακόμη και ολόκληρος πληθυσμός, διοχετεύεται σε ένα μόνο πρόσωπο· η οργή τής θεότητας, που εκφράστηκε προκαλώντας συλλογική κατά κάποιον τρόπο δυστυχία, πρέπει να εξαγοραστεί με τη θυσία μιας πολύτιμης ζωής· κατά την ίδρυση της πόλης υπήρχε η εντύπωση ότι εξορκίζεται προσωρινά ο φθόνος τών θεών. Κάποιες άλλες θυσίες έγιναν για να τιμήσουν νεκρούς: στην πυρά τού Πατρόκλου θυσιάστηκαν δώδεκα νεαροί Τρώες αιχμάλωτοι, ως συνοδοί του στον άλλο κόσμο· θυμίζουμε επίσης τον εκούσιο θάνατο γυναικών. που δεν θέλησαν να αποχωριστούν τούς νεκρούς συζύγους τους, και ολόκληρη την ακολουθία νεκρών ηγετών σε άλλους αρχαίους λαούς. Αλλά η καθαυτό ανθρωποθυσία γίνεται για να τιμηθεί μια ορισμένη θεότητα, και θα πρέπει να ήταν, δεδομένης τής τρομακτικής φυσιογνωμίας τών αρχαιοτέρων θεών, μια αρκετά συχνή πρακτική. Μια πρακτική τόσο οδυνηρή, όσο ενίοτε και μάταιη ! Ο μάντης αποκάλυψε εκ των υστέρων στον Αριστόδημο, ότι δεν θυσίασε την κόρη του αλλά την σκότωσε. Τα περιστατικά ξεπερνούν, όπως μάς τα αφηγείται εδώ ο Παυσανίας, τα όρια της αγριότητας· η ελληνική πόλη θυσίασε όμως δυστυχώς και αργότερα, ακόμη και σε εποχή υψηλού πολιτισμού,  πολλούς από τούς λαμπρότερους πολίτες της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, ενώ δεν δίσταζε να εξοντώσει όλους τούς εχθρούς της προκειμένου να κατακτήσει μιαν άλλη ελληνική πόλη. Οι μεταγενέστεροι Έλληνες αναφέρθηκαν υποκριτικά στις ανθρωποθυσίες τών ταυρικών ακτών τής Κολχίδας και των ακτών τής Αιγύπτου, αποκαλώντας τες πρακτικές Βαρβάρων.

   Όταν επανεμφανίζεται όμως αργότερα στη Ρώμη, την εποχή τής έκλυσης των ηθών, περί το τέλος τής Δημοκρατίας, η ανθρωποθυσία στην πλέον φρικιαστική εκδοχή της, όταν πρόφεραν τούς όρκους μπροστά στα εντόσθια σφαγμένων παιδιών επί Κατιλίνα και Βατινίου, όλα αυτά δεν αφορούν ευτυχώς πλέον στην ελληνική θρησκεία, ούτε καν στον υποτιθέμενο πυθαγορισμό τού Βατίνιου. Όσον αφορά στις μονομαχίες στη ρωμαϊκή αρένα, τις οποίες η Ελλάδα αντιμετώπισε πάντοτε με αποστροφή, η προέλευσή τους τοποθετείται στην Ετρουρία, και τελούνταν αρχικά ως νεκρώσιμη ακολουθία στις κηδείες επιφανών προσώπων. Το γεγονός ότι διαδόθηκαν στη συνέχεια και επεκράτησαν ως η σημαντικότερη ψυχαγωγία τού λαού, αυτό αποτελεί μια ντροπιαστική σελίδα στην ιστορία τού ρωμαϊκού πολιτισμού.

(συνεχίζεται) 

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ (3)

 Συνέχεια  από Παρασκευή 7 Μαίου 2021

Henri de Lubac

Ο ΝΙΤΣΕ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΗΣ (ΜΥΣΤΙΚΟΣ)

Υπάρχει όμως καί ένας άλλος λόγος πού εξηγεί τήν σιωπή του : τού λείπει τό θάρρος. Στήν χαρούμενη επιστήμη, μιά απλή συνέχεια τής ροδαυγής, τήν οποία ολοκληρώνει στήν Γενεύη καί στήν Μεσσήνη, ανάμεσα στόν Οκτώβριο τού 1881 καί τόν Απρίλιο τού 1882, πρός τό τέλος, εισάγει μιά πονηρή υπόνοια μέ μιά φανταστική έκφραση, σάν νά μήν μπορούσε νά πεί περισσότερα. Ο αναγνώστης ούτως ή άλλως δέν θά αντιλαμβανόταν τό μέγεθός της. Τόν αύγουστο τού 1882 λοιπόν, έναν χρόνο μετά από τό συμβάν, θά εξομολογηθεί στήν Λού Σαλομέ, χωρίς νά λείπει ξανά ο πόνος καί τό μυστήριο : «Μού τό εμπιστεύτηκε σάν ένα μυστικό, σάν κάτι μπροστά στό οποίο η επιβεβαίωσή του καί η επαλήθευσή του πάγωνε τόν λόγο. Μιλούσε μέ χαμηλή φωνή, καί μέ όλα τά σημάδια τού πιό βαθειού τρόμου». Τό γιατί τού πράγματος θά τό καταλάβουμε σέ λίγο. Η σκέψη πού ορθώθηκε μπροστά του, «σάν ένα άστρο», δέν είναι απλή. Αντικείμενο πανικού, εκτός από χαράς ή καλύτερα καί τά δύο. Άστραψε γιά νά φωτίσει ή γιά νά κεραυνοβολήσει; Τώρα κλαίει καί τήν ίδια στιγμή τρέμει. Αυτή η αποκάλυψη, τρομακτική καί υπέροχη, αυτή η διφορούμενη σκέψη, κλείνεται σέ δύο λέξεις : Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.
Αρχές τού αυγούστου 1881 στο Sils Maria, σέ 6.500 πόδια πάνω από τήν θάλασσα καί πολύ πιό ψηλά πάνω από όλα τά ανθρώπινα πράγματα. Ο ήλιος τής γνώσεως λάμπει εκ νέου τό μεσημέρι : καί τό φίδι τής αιωνιότητος βοστρυχώνει (σπειροειδώς κινήται) στό φώς του ... (ιδού ο άνθρωπος).
Τό φθινόπωρο τού 1882, γεμάτος δυστυχία ύστερα από τήν συναισθηματική του περιπέτεια μέ τήν Λού Σαλομέ, ο Νίτσε επιστρέφει στήν Λειψία. Πολλοί φίλοι του είχαν παρατηρήσει τότε πώς «φαινόταν σάν φάντασμα, πού είχε έλθει από κάποια ακατοίκητη περιοχή, όπου δέν ήταν πλέον δυνατόν νά τόν συναντήσει κάποιος». Τόν Νοέμβριο ξαναπαίρνει τόν δρόμο τού Νότου. Μετά τήν επίσκεψή του στούς Οβερμπεκ, στήν Βασιλεία, φτάνει στό Rapallo, γιά νά ξεχειμωνιάσει. Ο μοναχικός ζούσε μέ τά τετράδιά του στά οποία έπερνε ήδη μορφή από τίς πρώτες γραμμές τό δόγμα τής αιωνίου επιστροφής. Περπατούσε πολύ κατά μήκος τής παραλίας τού Rapallo, μέχρι τίς άκρες τού Πορτοφίνο. Κάποιες φορές καθόταν απέναντι στήν θάλασσα. Σ’αυτό τό πλαίσιο συμβαίνει ένα καινούριο μυστηριώδες γεγονός.
   
Στεκόμουν εδώ καί περίμενα - τίποτα, περίμενα,
πέραν τού καλού καί τού κακού, ή τού φωτός,
χαιρόμενος, ή τής σκιάς, όλος ένα απλό παιχνίδι,
καί θάλασσα καί καταμεσήμερο, χρόνος χωρίς σκοπό,
καί ξαφνικά, φίλη! Νά καί τό ΕΝΑ έγινε ΔΥΟ -
καί ο Ζαρατούστρα περνά δίπλα μου.....
(ποίημα πού στάλθηκε στήν Λού Σαλομέ).
Εντελώς διαφορετικά από ότι συνέβη στό Sils Maria, εδώ έχουμε ένα όραμα. Ένα όραμα, χωρίς αμφιβολία, ξαφνικό καί συγκεκριμένο : «Θά μπορούσα νά πώ τήν ημέρα καί τήν ώρα». Ο Ζαρατούστρα έπεσε πάνω μου, μού επιτέθηκε, θά πεί επίσης. Καί όμως υπάρχει κάτι λιγότερο από τήν εμπειρία τού Sils Maria. Κάτι λιγότερα εκπληκτικό, κάτι πιό προετοιμασμένο. Ο Νίτσε λοιπόν, δέν διαπερνάται μέχρι τά βάθη του από αντιθετικές εντυπώσεις. Πλήρης χαράς δέν νοιώθει κανέναν φόβο. Μάλιστα πρέπει αναμφίβολα νά πούμε πώς αυτό τό όραμα, η ακτινοβολούσα εικόνα τού Ζαρατούστρα, απομακρύνει κάθε ίχνος τρόμου καί τόν στερεώνει στήν χαρά. Τόν υψώνει κάι τόν καθησυχάζει ταυτόχρονα. Νάτος λοιπόν τρέμοντας ολόκληρος από πολύχρωμη χαρά. Ο Ζαρατούστρα είναι τό φωτεινό του διπλό, είναι αυτός ο ίδιος. «Τό ένα έγινε δύο» καί οι δύο κάνουν ένα όλον. Είχε συλλάβει ήδη τήν προσωπικότητα, τό πρόσωπό του, αλλά μόνον μέ ένδυμα λογοτεχνικό καί αυτός ο ίδιος, σέ περιόδους απογοήτευσης, ανάμεσα στούς δύο αισθανόταν περισσότερο τήν αντίθεση παρά τήν αδελφότητα. Αναρωτιόταν μήπως τό κήρυγμα τού ήρωά του, μήπως θά σήμαινε ταυτόχρονα καί τόν εκμηδενισμό του.
Δέν αμφέβαλλε γιά τήν ιδέα πού δέχθηκε αλλά κατά καιρούς αμφέβαλλε ακόμη γιά τόν εαυτό του. Τότε, στό μέτρο τό ίδιο αυτής τής αμφιβολίας, η ιδέα, χωρίς νά πάψει νά επιβάλλεται, γινόταν αβάσταχτη γι αυτόν : έπρεπε άραγε νά υμνήσει τόν Θεό πού τόν είχε εισακούσει ή νά καταραστεί τρίζοντάς του τά δόντια, τό δαιμόνιο πού τόν βασάνιζε; Τώρα αρχίζουν νά εξαφανίζονται οι τελευταίες του αναστολές εξ’ ίσου μέ τίς κρίσεις αγωνίας. Ο Ζαρατούστρα, χωρίς νά τού μεταφέρει ένα ανέκδοτο μήνυμα, επιβεβαιώνει τό μήνυμα πού είχε ήδη λάβει. Γνωρίζει πλέον μέ σιγουριά, μέ ποιόν τρόπο μπορεί νά ερμηνεύσει γιά τόν εαυτό του, τήν αποκάλυψη τού Sils Maria.
Από εδώ προέρχονται η ξαφνική γονιμότης καί ο απροσδόκητος ρυθμός: ξεκινώντας από αυτόν τόν ίδιο μήνα τού Ιανουαρίου, στόν Νίτσε θά φθάσουν δέκα ημέρες γιά νά καταγράψει όλο τό πρώτο μέρος τής προφητείας του. Δέν πρόκειται πλέον γιά ανάλυση ή γιά κριτικές παρατηρήσεις όπως στά προηγούμενα βιβλία του. Καί η μορφή δέν είναι πλέον ίδια, όπως στήν χαρούμενη επιστήμη, η μορφή τών αφορισμών. Πρόκειται γιά μιά λυρική έκρηξη. Η έμπνευση ξεχειλίζει σάν ένας ποταμός. «Είναι ένα ποίημα και ένα πέμπτο ευαγγέλιο», γράφει στόν εκδότη του. «Ένα πράγμα γιά το οποίο δέν υπάρχει ένα όνομα». Καί στόν Πήτερ Γκάστ «είναι μόνον ένα βιβλιαράκι, αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχω κάνει. Αισθάνομαι τήν ψυχή μου απαλλαγμένη από ένα βάρος. Δέν έκανα τίποτε πιό σοβαρό καί τίποτε πιό χαρούμενο». Εκείνες οι σελίδες τού φαίνονται σάν τή διαθήκη του. Τόν Απρίλιο θά γράψει από τήν Γενεύη στόν Όβερμπεκ «μερικές φορές έχω τήν εντύπωση πώς έζησα, εργάστηκα καί υπέφερα αποκλειστικά γιά νά μπορέσω νά γράψω αυτό τό βιβλιαράκι, τών επτά φύλλων καί μάλιστα πώς όλη μου η ζωή είναι μ’αυτόν τόν τρόπο δικαιωμένη εκ τών υστέρων».
Υπάρχει η τάση νά αποδίδεται στήν κατάσταση τού νοσηρού ενθουσιασμού πού προηγήθηκε από τήν κατάρρευσή του, η κρίση πού κάνει γιά τόν Ζαρατούστρα : «Αυτό τό έργο είναι παντελώς ξεχωριστό... ένας Γκαίτε, ένας Σαίξπηρ δέν θά μπορούσαν νά αναπνεύσουν ούτε στιγμή μέσα σ’αυτό τό απέραντο πάθος, σ’αυτό τό ύψος ...ένας Δάντης σέ σύγκριση μέ τον Ζαρατούστρα, είναι μόνον ένας πιστός, καί όχι κάποιος πού δημιουργεί γιά πρώτη φορά τήν αλήθεια, ένα πνεύμα πού κρατάει τόν κόσμο, μιά μοίρα-.... οι ποιητές πού έγραψαν τίς Βέδες είναι ιερείς, δέν είναι κάν άξιοι νά βγάλουν τά παπούτσια σέ έναν Ζαρατούστρα, καί όλο αυτό είναι τό λιγώτερο πού μπορούμε νά πούμε καί δέν αποδίδει καθόλου τήν από στάση τής γαλάζιας μοναξιάς στήν οποία ζεί αυτό τό έργο».
Χωρίς αμφιβολία οπωσδήποτε, στόν τόνο υπάρχει αυτή η απέραντη κενοδοξία, πού ανακοινώνει καί προαναγγέλλει τό βάραθρο. Κατά βάθος όμως, είναι ακριβώς η ίδια σιγουριά τού εαυτού πού αισθάνθηκε ο Νίτσε από τήν αρχή, εκείνη η σιγουριά μέ τήν οποια έγραφε σέ έναν άλλον συνομιλητή του, τόν M.de Seydlitz, πώς έπρεπε μιά μέρα νά πάει γιά προσκύνημα στό Rapallo, στό «ιερό μέρος πού γεννήθηκε τό βιβλίο τών βιβλίων, ο Ζαρατούστρα».
Πρέπει νά λάβουμε σοβαρά υπόψιν εκείνο πού έγραψε στόν εκδότη του «ένα πέμπτο ευαγγέλιο». Και χωρίς αμφιβολία πρέπει νά εννοήσουμε, πώς στήν σκέψη τού Νίτσε, αυτό τό πέμπτο ευαγγέλιο εκμηδενίζει τά προηγούμενα, τά τέσσερα Χριστιανικά Ευαγγέλια. Έχουμε μιά επικύρωση σέ ένα γράμμα τού Απριλίου τού 1883 πρός τήν Malvida von Maysenburg «είναι μιά ιστορία απαράμιλλης ομορφιάς. Αμφισβήτησα όλες τίς θρησκείες καί έφτιαξα ένα καινούριο ιερό βιβλίο».
Ξεκινώντας από αυτή τήν ημερομηνία, ο Νίτσε, εμπνευσμένος προφήτης καί κάτι παραπάνω, δέν ορθώνεται μόνον σέ κριτικό κάι εχθρό τού χριστιανισμού, αλλά κάι σέ αντίπαλο καί διάδοχο τού Ιησού. Έχει συνείδηση πώς είναι «ο μυστηριώδης καί αποφασιστικός δεσμός, ο οποίος συνδέει τόν έναν χρόνο μέ τόν άλλον, δύο χιλιάδες χρόνια». Γνωρίζει ήδη πώς είναι αυτός πού μπορεί νά πεί γιά τόν εαυτό του, μέ ξεκάθαρη πρόθεση : ΙΔΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Μέσω τού οράματος τού Rapallo, ο Νίτσε, πεπεισμένος γιά το μυστικό τού είναι του, είχε οικειοποιηθεί οριστικά τήν ιδέα τής αιωνίου επιστροφής.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Ο ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ - Hans – Georg Gadamer (ebook)



Κατεβάστε δωρεάν το κείμενο (σε μορφή pdf) από εδώ

Ο ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ - Hans – Georg Gadamer 


Αμέθυστος

JEAN PEPIN: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

 Συνέχεια από  Παρασκευή 7 Μαίου 2021

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

JEAN PEPIN

2. Ηθικά ΕυδήμειαVII – VIII
    
Τα Ηθικά Ευδήμεια θεωρείται η αρχαιότερη από τις ηθικές πραγματείες του Αριστοτέλη, τοποθετούμενη χρονολογικά κοντά στον Προτρεπτικό, από τον οποίο τρία βιβλία (IV έως VI) ο συγγραφέας τά μετέφερε στα Ηθικά Νικομάχεια (V έως VII) που συνέγραψε αργότερα.
      Το βιβλίο VII των πρώτων Ηθικών, όπως και τα βιβλία VIII έως IX των δεύτερων, είναι αφιερωμένο στο περίφημο ζήτημα της φιλίας. Η φιλία συνδέεται με την θεολογία στο βαθμό που εξετάζει την δυνατότητα μιας φιλίας ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. Ορισμένα κείμενα την βλέπουν αρνητικά: όσο περισσότερο ο άνθρωπος αρκείται στον εαυτό του, τόσο λιγότερο χρειάζεται τους φίλους· κατά μείζονα λόγο ο Θεός, που δεν χρειάζεται τίποτε (οὐδενός προσδεόμενος), δεν θα χρειάζεται φίλους και δεν θα είναι φίλος κανενός (VII 12, 1244b 7-10). Ένα είδος φιλίας όμως είναι δυνατόν να υπάρξει, όπως αυτή του πατέρα με τον γιό, του ευεργέτη με τον ευεργετούμενο, του κατά φύση αρχηγού προς τον κατά φύση υπήκοο (10, 1242a 32-35)· διότι σε κάθε μία απ’ αυτές τις σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Θεού προς τον άνθρωπο, υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ κέρδους και τιμής, που θα πρέπει να υφίστανται σε ίση ποσότητα (1242b 19-21). Αλλά η ισορροπία αυτή, δεν καθιστά ακριβώς αμοιβαία την φιλία ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο: θα ήταν γελοίο να εγκαλέσουμε τον Θεό διότι δεν αγαπά με τον ίδιο τρόπο που αγαπάται (Γελοῖον γάρ, εἴ τις ἐγκαλοίη τῷ θεῷ, ὃτι οὐχ ὁμοίως ἀντιφιλεῖ ὡς φιλεῖται, 3, 1238b 27-28). Εκείνο το οποίο αποκλείουν, τόσο τα Ηθικά Ευδήμεια, και με λιγότερο επιμονή τα Ηθικά Νικομάχεια, δεν είναι η φιλία (φιλεῖν) ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, ούτε η αμοιβαία φιλία (αντιφιλεῖν), αλλά η απόλυτη ισότητα της αμοιβαιότητας (ὁμοίως ἀντιφιλεῖν). Έτσι αίρεται η υποθήκη που θα καθιστούσε αδύνατη εκ των προτέρων κάθε επικοινωνία ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο.
     To τέλος του βιβλίου VII εισάγει μια σύντομη αλλά εξαιρετικά σημαντική μετάβαση στο ζήτημα τής μίμησης του Θεού. Αφού λοιπόν ο Θεός, λέει, δεν έχει ανάγκη φίλων, το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για όποιον είναι ὃμοιος προς τον Θεό· αλλά στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε και ο αγαθός άνθρωπος ομοίως να μην στρέφει το ενδιαφέρον του προς ένα διαφορετικό απ’ αυτόν αντικείμενο, αφού η ευδαιμονία του Θεού συνίσταται στην απουσία οποιουδήποτε ενδιαφέροντος για ένα άλλο αντικείμενο από τον εαυτό του (βέλτιον ἢ ὣστε ἂλλο ται νοεῖν παρ’ αὐτός αὐτόν)· η αλήθεια είναι ότι η ευδαιμονία του ανθρώπου δεν είναι η ίδια με του Θεού: η δική μας ευδαιμονία εξαρτάται από άλλα πράγματα, ενώ ο Θεός είναι ο ίδιος η ευδαιμονία του, (ἡμιν μέν τό εὖ καθ’ ἔτερον, ἐκείνῳ δε αὐτός αὐτοῦ τό εὖ ἐστίν) (2, 1245b 14-19). Το κείμενο αυτό είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Πρώτα για τον ορισμό που δίνει στην θεία ευδαιμονία· ένας παρόμοιος ορισμός υπάρχει στην αρχή του 7ου βιβλίου των Πολιτικών, έργο που κατατάσσεται επίσης στα αρχαιότερα: ο Θεός είναι ευτυχής χωρίς την συνδρομή κανενός από τα εξωτερικά αγαθά, αλλά αυτός ο ίδιος δια του εαυτού του (δι’ οὐθέν δε τῶν ἐξωτερικῶν ἀγαθῶν ἀλλά δι’ αὐτόν αὐτός), και ως συνέπεια της φυσικής του ιδιότητας (VII I, 1323b 23-26). Αφ’ ετέρου, διακρίνοντας σαφώς την ανθρώπινη συνθήκη από την φύση το Θεού, τα Ηθικά Ευδήμεια κατονομάζουν τα όρια που θα αποτελέσουν φραγμό τόσο στην ύπαρξη μιας ηθικής βασιζόμενης στην μίμηση του Θεού, όσο και σε μια θεολογία ανθρωπομορφικού χαρακτήρα. Ο συγγραφέας των Ηθικών Μεγάλων θα εμπνευστεί από αυτή την επισήμανση για να δυσφημίσει, δι’ ενός ρητορικού διαλόγου, τα επιχειρήματα που βασίζονται στην ὁμοιότητα του ανθρώπου με τον Θεό, και δεν ανταποκρίνονται ούτε στο επίπεδο του Θεού ούτε και σ’ αυτό του ανθρώπου: το ότι ο Θεός είναι αυτάρκης και ανενδεής (ὁ Θεός ἐστιν αὐτάρκης καί μηδενός δεῖται), δεν σημαίνει ότι το ίδιο είμαστε και εμείς· αντιθέτως, την ύψιστη ενέργεια του ανθρώπου που είναι ο στοχασμός (θεωρία), την αποδίδουμε στον Θεό που ουδέποτε καθεύδει· ποιο θα είναι όμως το αντικείμενο του θείου στοχασμού; Όχι φυσικά ένα άλλο όν, διαφορετικό από τον Θεό, και επομένως ανώτερο, κάτι που θα ήταν παράλογο· ούτε όμως ο ίδιος ο Θεός, διότι ο άνθρωπος που αφιερώνεται στην παρατήρηση του εαυτού του χαρακτηρίζεται αναίσθητος· ένας Θεός που θεωρεί τον εαυτό του είναι χωρίς νόημα (Ἂτοπος … ο θεός ἔσται αὐτός ἑαυτόν θεώμενος), και επομένως θα ήταν καλύτερα να παραιτηθούμε από τον προσδιορισμό του αντικείμενου του θείου στοχασμού (ΙΙ 15, 1212b 33 – 1213a 7). Τέλος ας σημειώσουμε, ότι στο εν λόγω απόσπασμα των Ηθικών Ευδημείων, όπως και στο αντίστοιχο σκαρίφημα των Ηθικών Μεγάλων, στην έννοια ενός Θεού που στοχάζεται τον εαυτό του, διακρίνουμε αναδρομικά την διάσημη θεωρία του βιβλίου Λ των Μεταφυσικών· ενδείξεις σαν κι’ αυτήν προέτρεψαν τον Jaeger στην κοινή χρονολόγηση αυτού του βιβλίου με τα πρώτα Ευδήμεια.
     Αλλά η σύγκριση με τα Μεταφυσικά γίνεται δυσχερής όταν προσεγγίζουμε το βιβλίο VIII των Ηθικών Ευδημείων. Όπως γνωρίζουμε, εδώ τίθεται το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι που επιτυγχάνουν σε όλους του τομείς δεν είναι οι πλέον νοήμονες: διότι η επιτυχία δεν είναι υπόθεση της λογικής αλλά της φύσεως (Οἱ δε γε τοιοῦτοι εὐτυχεῖς,όσοι ἂνευ λόγου κατορθοῦσιν ὡς ἐπί τό πολύ. Φύσει ἂρα οἱ εὐτυχεῖς εἶεν ἂν, VIII 2, 1247Β 26-28), εξαρτάται δηλαδή από μια υπερβατική αρχή (ἀρχή ἧς οὐκ ἔστιν ἂλλη ἔξω, 1248a 23). Ακολουθεί ένα απόσπασμα μεγίστης σημασίας για την θεία φύση και τον τρόπο επικοινωνίας της με τους ανθρώπους: ο Θεός, αρχή της κινήσεως στο σύμπαν, είναι αρχή της κινήσεως και στην ψυχή (τίς ἡ τῆς κινήσεως ἀρχή ἐν τῇ ψυχῇ. Δῆλον δή ὣσπερ ἐν τῷ ὃλῳθρός. κἀν ἐκείνῃ)· ασφαλώς το θείο στοιχείο σε εμάς (λογική, γνώση, νόηση) είναι κατά κάποιο τρόπο αυτό που μας κινεί (Κινεῖ γάρ πως πάντα τό ἐν ἡμιν θεῖον μόνο που η αρχή της λογικής δεν είναι λογική αλλά κάτι ανώτερο (λόγου δ’ ἀρχή οὐ λόγος ἀλλά τι κρεῖττον)· τί άλλο είναι όμως ανώτερο τόσο της γνώσης όσο και της νόησης, από τον Θεό; (τί οὖν ἂν κρεῖττον καί ἐπιστήμης εἲη και νοῦ πλήν θεός; είναι κατανοητό επομένως πώς η θεότητα με αυτή την μορφή μπορεί να ενεργεί στους εὐτυχεῖς χωρίς την μεσολάβηση της λογικής, της νόησης, της διαβούλευσης (κατορθοῦσιν ἂλογοι ὂντες, και βουλεύεσθαι οὐ συμφέρει αὐτοῖς. Ἒχουσιν γάρ ἀρχήν τοιαύτην ἣ κρείττων τοῦ νοῦ καί τῆς βουλεύσεως), αλλά συναρπάζοντάς τους άμεσα, αποκαλύπτοντάς τους, δια της θείας εμπνεύσεως και των αληθών οραμάτων, αυτό που εκείνη διακρίνει απολύτως στο μέλλον και στο παρόν· γι’ αυτό και ο άνθρωπος που προοδεύει, οφείλει την επιτυχία του στον Θεό (διό καί δοκεῖ ὁ εὐτυχής διά θεόν κατορθοῦν): πρόκειται για την θεία εὐτυχία (1248a 24 – β7).
     Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πώς αυτή η ομολογία ανορθολογικής θεολογίας, σύμφωνα με την οποία ο Θεός παρακάμπτει τον νοῦ (που δεν είναι παρά το θείο στοιχείο μέσα μας), και προσεγγίζει κάτι που στον άνθρωπο είναι κατώτερο από τον νοῦ, ταυτίστηκε με την νοητική θεολογία του βιβλίου Λ των ΜεταφυσικώνΑξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το περιεχόμενο σε αυτό το απόσπασμα των πρώτων Ηθκών μπόρει να χαρακτηριστεί πλατωνικής εμπνεύσεως· διότι ήδη στον πλατωνικό διάλογο Μένων, εκτίθεται η άποψη ότι στους ανθρώπους της Εξουσίας παραχωρείται η θεία μοῖρα, η οποία τους καθιστά θεία πρόσωπα, τους προσφέρει την απόλυτη επιτυχία χωρίς καμιά νοητική παρέμβαση (99 cτούτους θείους καλεῖν τους ἂνδρας, οἳτινες νοῦν μή ἔχοντες πολλά και μεγάλα κατορθοῦσιν· 99 e: ἀρετή ἂν εἲη οὒτε φύσει οὒτε διδακτόν, ἀλλά θείᾳ μοίρᾳ παραγιγνομένη ἂνευ νοῦ)· κατά τον ίδιο τρόπο η νόηση παραμερίζεται κατά τη διαδικασία που οδηγεί στην ποιητική έμπνευση, σύμφωνα με τον επίσης πλατωνικό διάλογο Ίων (534 cὁ θεός ἐξαιρούμενος τούτων τόν νοῦν· 534 dοἷς νοῦς μή πάρεστιν, ἀλλ’ ὁ θεός αὐτός ἐστιν ὁ λέγων )· οι εντυπωσιακές ομοιότητες στην σύλληψη και την έκφραση αποδεικνύουν ότι ο Αριστοτέλης είχε κατά νου τα κείμενα του Πλάτωνα. Σχετικά δε με την άποψη κατά την οποία ο Θεός θα ήταν κρεῖττόν τι τοῦ νοῦμπορούμε να την συγκρίνουμε με το έργο Περί Ευχής, στο οποίο ο Αριστοτέλης κατά την μαρτυρία του Σιμπλίκιου, βεβαιώνει ότι ο Θεός είναι είτε νοῦς, είτε επίσης ἐπέκεινά τι τοῦ νοῦ.
    Η τελευταία σελίδα του βιβλίου VIII, που είναι και η τελευταία των Ηθικών Ευδημείων, αναφέρεται στις διευκρινίσεις περί της φύσεως του Θεού, και περί της σχέσεώς του με την ψυχή. Μας πληροφορεί ότι η σχέση που διαμορφώνεται στο λογιστικό μέρος της ψυχής, ανάμεσα  στον Θεό και την ηθική έμπνευση, είναι η ίδια με αυτήν που συνδέει την ιατρική με την υγεία: ο Θεός, επειδή ο ίδιος είναι ανενδεής, δεν επιβάλει την κυριαρχία του δια των  εντολών, αλλά αποτελεί τον σκοπό (τέλος) προς στην κατεύθυνση του οποίου προσανατολίζονται οι εντολές της φρόνησις (Οὐ γάρ ἐπιτακτικῶς ἂρχων ὁ θεός, ἀλλ’ οὗ ἔνεκα ἡ φρόνησις ἐπιτάττει… ἐπεί κεῖνός γε οὐθενός δεῖται)· επομένως η ορθή επιλογή είναι κυρίως αυτή που ευνοεί την τοῦ Θεοῦ θεωρίαν, ενώ η κακή επιλογή εμποδίζει τόν Θεόν θεραπεύειν και θεωρεῖν (VIII 3, 1249b 9-21). Να σημειώσουμε ότι οι πιο πρόσφατοι ιστορικοί, σε αντίθεση με τον Jaeger, αποδίδουν στον όρο θεός, όπως παρουσιάζεται εδώ, το περιεχόμενο αυτού που το προηγούμενο κείμενο απεκάλεσε τό ἐν ἡμῖν θεῖον, δηλαδή την ανθρώπινη νόηση· αυτή τη σημαντική διαπίστωση θα την εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, Το πρόσωπό του άστραφτε όπως ο ήλιος!

 

Γέροντας, Ιερομόναχος, π. Φιλόθεος Ζερβάκος (1884 – 1980).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Λέγομαι Αντώνιος και είμαι μοναχός της Ι. Μονής Λογγοβάρδας [της Πάρου]. Έχω καθηγούμενο τον άγιον Γέροντα Φιλόθεον.

Την παραμονή του Αγίου Βασιλείου με έστειλε μία αδελφή μου μία κούτα γλυκά και επήγα να ερωτήσω τον Γέροντα σχετικά.

Μόλις άνοιξα την πόρταν είδα τον Γέροντα να είναι εις το μέσον του κελλιού του και το πρόσωπό του άστραφτε όπως ο ήλιος, και δεν μπόρεσα να δω το πρόσωπο του για δεύτερη φορά και έχασα τις αισθήσεις μου.

Εκείνος με ερώτησε, εάν εσήμανε διά εσπερινόν και αμέσως έκλεισα την πόρτα και έφυγα.

Η μαρτυρία δημοσιεύεται στο βιβλίο, ο «Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, (Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος), 1884-1980», τόμος Α’, των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη.

Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, Το πρόσωπό του άστραφτε όπως ο ήλιος! | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (12)

Συνέχεια από: Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12o


Εξέτασις, περί τού πού βρίσκεται το ηγεμονικό· όπου υπάρχει φυσιολογία και περί δακρύων και περί γέλωτος και φυσικό θεώρημα περί της κοινωνίας στην ύλη, την φύσιν και τον νου.

Ας σιωπήσει λοιπόν κάθε μάταιος στοχασμός εκείνων που περικλείουν τη νοητή ενέργεια σε σωματικά μόρια· από αυτούς άλλοι θεωρούν ότι το ηγεμονικό είναι μέσα στην καρδιά, άλλοι ισχυρίζονται ότι ο νους διαμένει στον εγκέφαλο, κατοχυρώνοντας αυτές τις θεωρίες με επιπόλαιες πιθανολογίες.

Εκείνος που τοποθετεί την ηγεμονία στην καρδιά θεωρεί ως τεκμήριο του ισχυρισμού του την τοπική της εγκαθίδρυση, επειδή αυτή φαίνεται σαν να κατέχει τη μεσαία θέση όλου του σώματος, αφού η προαιρετική κίνησις εύκολα διαμερίζεται προς όλο το σώμα από τη μέση, κι’ έτσι προχωρεί προς ενέργεια. Και για επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού φέρει τη λυπηρή και τη θυμώδη διάθεση του ανθρώπου, διότι τα πάθη του είδους αυτού συγκινούν το μέρος τούτο προς τη συμπάθεια. Εκείνοι πάλι που αφιερώνουν τον εγκέφαλο στο λογισμό, λέγουν ότι η κεφαλή έχει δομηθεί από τη φύσιν σαν είδος ακροπόλεως ολοκλήρου του σώματος· ότι ενοικεί δε σ’ αυτήν ο νους σαν βασιλεύς, δορυφορούμενος γύρω από τα αισθητήρια σαν αγγελιοφόρους ή υπασπιστές. Ως σημείο αυτής της υποθέσεώς τους προβάλλουν και αυτό το γεγονός, ότι ο λογισμός εκείνων που έπαθαν βλάβη στις μήνιγγες διαταράσσεται και το γεγονός ότι οι μεθυσμένοι περιέρχονται σε άγνοια του σωστού.

Προσθέτει δε η κάθε παράταξη και μερικά άλλα φυσικότερα επιχειρήματα για την υπόθεσή τους αυτή σχετικά με το ηγεμονικό. Ο ένας λέγει ότι η κίνησις που προέρχεται από τη διάνοια είναι συγγενής με το πυρώδες στοιχείο, διότι και το πυρ και η διάνοια είναι αεικίνητα. Κι’ επειδή ομολογείται ότι η θερμότης πηγάζει στο όργανο της καρδιάς, γι’ αυτό, λέγοντας ότι η κίνησις του νου αναμιγνύεται με την ευκινησία της θερμότητος, ισχυρίζεται ότι η καρδιά είναι δοχείο της νοεράς φύσεως, στην οποία περιλαμβάνεται η θερμότης. Ο άλλος λέγει ότι η μήνιγγα (διότι έτσι ονομάζουν τον υμένα που περιέχει τον εγκέφαλο) είναι υποβάθρα και ρίζα σε όλα τα αισθητήρια. Και στηρίζουν τον λόγο τους με τούτο, ότι η νοητική ενέργεια δεν είναι αλλού καθιδρυμένη, παρά σ’ εκείνο το μέρος, όπου και το αυτί είναι εφαρμοσμένο, κι’ έτσι δέχεται τις φωνές πού πέφτουν σ’ αυτό· και η όψις σαν σύμφυτη στον πυθμένα της έδρας των οφθαλμών δημιουργεί την τύπωση προς τα μέσα δια των ειδώλων που εμπίπτουν στις κόρες· και οι ποιότητες των ατμών διακρίνονται σ’ αυτόν με την έλξη της οσφρήσεως· και η αίσθηση της γεύσεως δοκιμάζεται με την κρίσιν της μήνιγγος που αναμιγνύει από τον εαυτό της από κοντά μερικές νευρώδεις εκφύσεις αισθητικές διά μέσου των αυχενικών σπονδύλων προς τον ηθμοειδή πόρο στους μυς που βρίσκονται γύρω.

Εγώ όμως δέχομαι σαν αληθινό ότι το διανοητικό τής ψυχής πολλές φορές διαταράσσεται από την επίδραση των παθημάτων και ότι ο λογισμός τής κατά φύσιν ενεργείας αμβλύνεται από κάποια σωματική περίσταση, και ότι η καρδιά είναι πηγή του πυρώδους του σώματος, που συγκινείται με τις θυμώδεις ορμές. Επίσης, έκτος αυτών ακούοντας από τους ασχολουμένους με τις ανατομικές θεωρίες ότι, η μήνιγγα υποβάλλεται στα αισθητήρια, σύμφωνα με τον λόγο εκείνων που φυσιολογούν μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς αγκαλιάζει μέσα της στον εγκέφαλο και υπαλείφεται με τους από εκεί προσερχομένους ατμούς, δεν αναιρώ τον λόγο.

Όμως δεν θεωρώ τούτα ως απόδειξη ότι η ασώματη φύσις του νου περιορίζεται σε τοπικά όρια. Διότι έχουμε βεβαιωθεί ότι οι παραφορές δεν γίνονται μόνο από τη μέθη· οι γνώστες της ιατρικής βεβαιώνουν ότι το διανοητικό αρρωσταίνει παρομοίως και όταν οι υμένες που υποζώνουν τις πλευρές είναι προσβεβλημένοι, καλώντας το πάθος τούτο φρενίτιδα, επειδή οι υμένες τούτοι ονομάζονται φρένες. Επίσης και το συναίσθημα πού προκαλείται στην καρδιά από τη λύπη εκλαμβάνεται εσφαλμένως. Διότι από απειρία ανάγουν το πάθος τούτο στην καρδιά, ενώ δεν υποφέρει η καρδιά αλλά το στόμα της κοιλίας. Αυτοί όμως πού εξετάζουν επισταμένως τα πάθη ισχυρίζονται ότι όταν γίνεται συμπίεση και κλείσιμο των πόρων φυσικώς κατά τις λυπηρές διαθέσεις σε ολόκληρο το σώμα, όλο εκείνο που εμποδίζεται προς τη διαπνοή απωθείται προς τις κοιλότητες του βάθους. Γι’ αυτό όταν τα αναπνευστικά σπλάγχνα στενοχωρούνται από εκείνα που τα περικλείουν, πολλές φορές η έλξις του αέρα γίνεται βιαιότερη από τη φύσιν, η οποία διευρύνει το στενωμένο μέρος ώστε να διασταλούν τα πεπιεσμένα.

Το άσθμα του είδους τούτου το θεωρούμε σύμπτωμα λύπης, ονομάζοντάς το στεναγμό και επίκληση. Αλλά και εκείνο που φαίνεται ότι πιέζει το περικάρδιο μέρος, δεν είναι προσβολή της καρδιάς, αλλά του στόματος της κοιλίας, που από την ίδια αιτία, δηλαδή την προκαλουμένη από τη σύμπτωση των πόρων, το χοληδόχο αγγείο χύνει από τη στενοχώρια τον πικρό εκείνο και δακνώδη χυμό προς το στόμα της κοιλιάς. Απόδειξη τούτου είναι ότι η επιφάνεια εκείνων που λυπούνται γίνεται ύπωχρος και κίτρινη από τη μεγάλη πίεση που διασπείρει στις φλέβες τον χυμό της χολής· αλλά και το από το αντίστροφο γινόμενο πάθος, δηλαδή η ευφροσύνη και το γελοίο, επιβεβαιώνει καλύτερα τον λόγο. Διότι από την ηδονή διαχέονται κάπως και διαλύονται οι πόροι του σώματος εκείνων πού επηρεάζονται από κάποιο γλυκύ άκουσμα.

Εκεί δηλαδή από τη λύπη κλείνονται οι λεπτές και άδηλες διαπνοές των πόρων και σφίγγοντας την εσωτερική διάθεση των σπλάγχνων πιέζουν τον νοτερό ατμό προς την κεφαλή και τα μηνίγγια· αυτός ο ατμός, που εμπεριέχεται άφθονος στις κοιλότητες του εγκεφάλου, εξωθείται διά των πόρων που βρίσκονται κατά τη βάσιν προς τους οφθαλμούς, οπότε το κλείσιμο των βλεφάρων τραβά προς τα έξω κατά σταγόνες την υγρασία· και σταγόνα είναι το δάκρυο. Έτσι να εννοήσεις επίσης ότι, όταν από την αντίθετη διάθεση διανοίγουν περισσότερο από το συνηθισμένο οι πόροι, εισέρχεται διά μέσου αυτών κάποιος αέρας προς το βάθος, και πάλι εξωθείται από εκεί παρά της φύσεως διά μέσου του πόρου του στόματος· τον εξωθούν αυτόν τον αέρα με μια κίνηση τρομώδη και ταραχώδη όλα μαζί τα σπλάγχνα, και μάλιστα το ήπαρ, όπως λέγουν. Έτσι η φύσις βρίσκοντας κάποια ευκολία για τη διέξοδο του αέρα, διανοίγει τον πόρο γύρω από το στόμα, διαστέλλοντας τα μάγουλα γύρω από την αναπνοή· το αποτέλεσμα ονομάζεται γέλιο.

Επομένως δεν πρέπει γι’ αυτά να υποθέσουμε ούτε ότι το ηγεμονικό είναι στο ήπαρ, ούτε λόγω της περικάρδιας θέρμης του αίματος κατά τις θυμικές διαθέσεις πρέπει να νομίσουμε ότι έδρα του νου είναι η καρδιά. Αυτά τα φαινόμενα θα τα αποδώσουμε στις ιδιότητες της κατασκευής των σωμάτων· για τον νου όμως πρέπει να θεωρήσουμε ότι εφάπτεται ομοτίμως το καθένα από τα μόρια του σώματος κατά τον άφραστο λόγο της ανακράσεώς τους. Κι αν μερικοί μας επιδεικνύουν γι’ αυτό τη Γραφή, που αποδίδει το ηγεμονικό στην καρδιά, δεν θα δεχθούμε χωρίς εξέτασιν τον ισχυρισμό τους. Διότι εκείνος που ανέφερε καρδιά μνημόνευσε και τους νεφρούς, λέγοντας· «ο Θεός που εξερευνά καρδιά και νεφρούς»· ώστε πρέπει να περικλείσουν το νοερό μέρος ή και στα δυο ή σέ κανένα. Επειδή όμως εγώ διδάχθηκα ότι οι νοητικές ενέργειες αμβλύνονται ή και απρακτούν εντελώς ανάλογα με τη διάθεση του σώματος, δεν θεωρώ τούτο ισχυρό τεκμήριο περί του ότι η δύναμις του νου περιορίζεται σ’ ένα τόπο, ώστε με τις φλεγμονές που προκαλούνται στα μέρη να αποκλείεται η άνεση λειτουργίας της. Διότι αυτού του είδους η δοξασία είναι σωματική, ότι δηλαδή, όταν ένα αγγείο είναι προκατειλημμένο από κάποιο αντικείμενο, δεν είναι δυνατό να χωρέσει σ’ αυτό κάτι άλλο.

Πράγματι η νοητή φύσις ούτε στις κενώσεις των σωμάτων εμφιλοχωρεί ούτε από τις πληθωρικές σάρκες εξωθείται. Αλλά το σώμα έχει δημιουργηθεί ολόκληρο σαν μουσικό όργανο. Όπως λοιπόν πολλές φορές συμβαίνει μ’ εκείνους που γνωρίζουν να μελωδούν, αδυνατούν όμως να δείξουν την επιστήμη, επειδή η αχρήστευση των οργάνων δεν παραδέχεται την τέχνη (διότι το φθαρμένο από τον χρόνο ή θραυσμένο από πτώση ή αχρηστευμένο από σκουριά και μούχλα όργανο, μένει άφωνο και ανενέργητο, έστω κι’ αν παίζεται από κάποιον που διακρίνεται στην αυλητική τέχνη)· έτσι κι’ ο νους, καθώς διήκει διά μέσου όλου του σωματικού οργάνου και προσεγγίζει κάθε μέρος καταλλήλως δια των νοητικών ενεργειών, σύμφωνα με τη φύσιν του, σ’ εκείνα μεν που λειτουργούν κατά φύσιν ενεργεί τα αρμόδια, σ’ εκείνα όμως που αδυνατούν να δεχθούν την τεχνική του κίνηση, μένει άπρακτος και ανενέργητος. Πράγματι ο νους είναι καμωμένος προς εκείνο μεν που λειτουργεί κατά φύσιν να είναι οικείος, προς εκείνο όμως που έχει ξεφύγει από τη φύσιν να αλλοτριώνεται.

Νομίζω πάντως ότι φυσικότερο είναι ως προς το σημείο τούτο κάποιο θεώρημα, δια του οποίου θα είναι δυνατό να μάθουμε ένα από τα ευγενέστερα δόγματα. Επειδή δηλαδή το καλύτερο και εξοχότερο από όλα τα αγαθά είναι το θείο, προς το όποιο στρέφονται όλα όσα ποθούν το καλό, γι’ αυτό λέγουμε ότι και ο νους, αφού έγινε κατ’ εικόνα του καλλίστου, έως ότου μετέχει της ομοιότητας προς το αρχέτυπο, όσο είναι δυνατό, κι’ αυτός παραμένει μέσα στο καλό, αν όμως ξεφύγει κάπως απ’ αυτό, γυμνώνεται κι’ αυτός από το κάλλος στο όποιο ήταν. Όπως είπαμε ότι ο νους στολίζεται με την ομοίωση του πρωτοτύπου κάλλους, σαν κατοπτρισμός που μορφώνεται κατά τον χαρακτήρα τού εμφανιζομένου, κατά την ίδια αναλογία σκεπτόμαστε ότι σχετίζεται με τον νου και η διοικουμένη από αυτόν φύσις και ότι στηρίζεται και αυτή με το παρακείμενο κάλλος, γινομένη σαν ένα είδος κάτοπτρο του κατόπτρου. Σκεπτόμαστε επίσης ότι το υλικό της υποστάσεως, στην οποία ανήκει η φύσις, κρατείται και συνέχεται από αυτήν.

Έως ότου λοιπόν το ένα στοιχείο είναι σ’ επαφή με το άλλο, η κοινωνία του αληθινού κάλλους προχωρεί διαμέσου όλων, καλλωπίζοντας με το υπερκείμενο το επόμενο. Όταν όμως γίνει κάποια διάσπαση αυτής της αγαθής συμφυΐας, τότε από την ύλη αυτή, όταν απομονωθεί από τη φύσιν, ξεχωρίζεται το ασχημάτιστο (διότι η ύλη καθ’ εαυτήν είναι κάτι άμορφο και ακατάσκευο) και μαζί με την αμορφία της καταστρέφεται και το κάλλος της φύσεως, η οποία ομορφαίνει δια του νου. Κι’ έτσι πραγματοποιείται η διάδοση του υλικού αίσχους δια της φύσεως προς τον νου τον ίδιο, εφ’ όσον δεν διακρίνεται πλέον η εικών του Θεού στον χαρακτήρα του πλάσματος. Διότι ο νους καθιστώντας την ιδέα των αγαθών σαν καθρέπτη από πίσω του, εκβάλλει μεν τις εμφάσεις της εκλάμψεως του αγαθού, αλλά εξαφανίζει μέσα του την αμορφία της ύλης.

Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η γένεσις του κακού, προκαλουμένη με την αφαίρεση του καλού. Καλό είναι ό,τι έχει οικειότητα προς το πρώτο αγαθό, ό,τι όμως βρίσκεται έκτος σχέσεως και ομοιώσεως με αυτό, είναι οπωσδήποτε άμοιρο του καλού. Αν λοιπόν το όντως αγαθό είναι ένα, σύμφωνα με αυτήν την έκθεση, ενώ ο νους είναι και αυτός καλός, αφού έχει γίνει κατ’ εικόνα του καλού, και η φύσις που συνέχεται από το νου είναι σαν μια εικών εικόνος· από αυτά αποδεικνύεται ότι το υλικό μας συνέχεται και περικρατείται, όταν διοικείται από τη φύσιν, λύεται δε και καταρρέει πάλι, όταν χωρισθεί από αυτό που το περικρατεί και το συνέχει και διασπασθεί από τη συμφυΐα με το καλό. Κι’ αυτό δεν γίνεται αλλιώς, παρά μόνο όταν η φύσις επιστρέψει προς το αντίστροφο, όποτε η επιθυμία δεν στρέφεται προς το καλό, αλλά προς εκείνο που χρειάζεται καλλωπισμό. Διότι κατ’ απόλυτη ανάγκη το ομοιούμενο συμμεταμορφούται κατά την ασχήμια και την ακαλία προς την ύλη η οποία στερείται της μορφής της.

Αυτά όμως τα εξετάσαμε παρεμπιπτόντως, διότι παρενεβλήθηκαν στο προκείμενο θέμα κατά τη θεώρησί του. Το ζητούμενο πράγματι ήταν, αν η νοερά δύναμις είναι καθιδρυμένη σε κάποιο μέρος του οργανισμού μας ή βρίσκεται σε όλα τα μέρη του ισομερώς. Απέναντι σ’ εκείνους που περιορίζουν τον νου σε τοπικά μόρια και για απόδειξη της απόψεώς τους έφεραν το φαινόμενο κατά το όποιο δεν λειτουργεί καλά η διάνοια τους σ’ εκείνους που έχουν ασθενείς τις μήνιγγές τους, ο λόγος απέδειξε ότι σε κάθε μέρος του ανθρωπίνου οργανισμού, κατά το όποιο ενεργεί φυσιολογικά ο καθένας, εξ ίσου μένει ανενέργητη η δύναμις τής ψυχής, όταν το μέρος δεν είναι σέ φυσική κατάσταση. Γι’ αυτό, στην ακολουθία της σειράς της σκέψεώς μας παρενέπεσε το παραπάνω θεώρημα στη διαπραγμάτευση, δια του οποίου μαθαίνουμε ότι στον ανθρώπινο οργανισμό ο νους διοικείται από τον Θεό, ενώ η υλική μας ζωή διοικείται από το νου, όταν μένει στη φυσική της κατάσταση, αν όμως παρεκτραπεί από τη φύση, αποξενώνεται και από την ενέργεια του νου.

Αλλά ας επανέλθουμε πάλι εκεί από όπου ξεφύγαμε· ότι στην περίπτωση εκείνων που δεν παρατράπηκαν από τη φυσική τους κατάσταση εξ αιτίας πάθους ο νους ενεργεί τη δύναμίν του· είναι δυνατός στους υγιείς αλλά αδυνατεί να λειτουργήσει σ’ εκείνους που δεν χωρούν την ενέργειά του. Είναι δυνατό να επιβεβαιώσουμε και με άλλα επιχειρήματα τη γνώμη γι’ αυτά. Αν δεν είναι βαρύ για το άκουσμα απ’ αυτούς πού έχουν κουρασθεί ήδη από το λόγο, θα διαλάβουμε και γι’ αυτά σύντομα, όσο μπορούμε.

Το πρωτότυπο κείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒʹ.

Ἐξέτασις, ἐν τίνι τὸ ἡγεμονικὸν νομιστέον, ἐν ᾧ καὶ περὶ δακρύων καὶ περὶ γέλωτος φυσιολογία, καὶ θεώρημά τι φυσικὸν περὶ τῆς κατὰ τὴν ὕλην, καὶ τὴν φύσιν, καὶ τὸν νοῦν κοινωνίας. 

Όταν ακούσεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη - Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος

                                      

 Όταν ακούσεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη και ελευθέρωσε όλες τις ψυχές που ήταν εκεί, μη νομίζεις ότι αυτό είναι μακριά και από όσα γίνονται σήμερα. Να θεωρείς δηλαδή ότι η καρδιά είναι τάφος και εκεί είναι θαμμένοι οι λογισμοί και ο νους, μέσα σε βαθύ σκοτάδι. 
 
Έρχεται λοιπόν ο Κύριος στις ψυχές που τον επικαλούνται από τον Άδη, δηλαδή στο βάθος της καρδιάς, και εκεί διατάζει το θάνατο· «άφησε, του λέει, ελεύθερες τις φυλακισμένες ψυχές, οι οποίες ζητούν Εμένα που μπορώ να τις σώσω».
Κατόπιν, αφού σηκώσει τη βαριά πέτρα που σκεπάζει την ψυχή, ανοίγει τον τάφο και ανασταίνει τον πράγματι νεκρό και ελευθερώνει τη φυλακισμένη ψυχή από τη σκοτεινή φυλακή.


 Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΥΣΕΙΣ, ΣΧΕΔΙΟ, ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΑΜΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας της ανάπτυξης είναι το δημογραφικό – αφού όταν μειώνεται ο πληθυσμός περιορίζεται αυτόματα το ΑΕΠ. Στο παράδειγμα της Ελλάδας, τα 650.000 άτομα σε παραγωγική ηλικία που εγκατέλειψαν τη χώρα από το ξεκίνημα της κρίσης, έχουν μειώσει το ΑΕΠ κατά περίπου 32,5 δις € ετήσια, με τη μέση παραγωγικότητα τους στα 50.000 € το έτος. Πρόκειται για ένα τεράστιο ποσόν που είναι αδύνατον να ανακτηθεί, εάν δεν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες επιστροφής τους. Γενικότερα τώρα ο πρωτογενής μας τομέας με τη μεταποίηση του, η σωστή εκμετάλλευση του τουρισμού, η διαχείριση του ελληνικού στόλου (25 δις € στο Ντουμπάι ή 15% του ελληνικού ΑΕΠ του 2020), η ιδιωτική εκπαίδευση (5% του ΑΕΠ στην Κύπρο), καθώς επίσης η επαναλειτουργία των ναυπηγείων (τζίρος περί τα 18 δις € ή σχεδόν 11% του ΑΕΠ), θα μπορούσαν να εκτινάξουν το ΑΕΠ μας – ενώ το γεγονός ότι, τα δημόσια χρέη υπολογίζονται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, θα καθιστούσε αυτόματα φερέγγυα την Ελλάδα, επιλύοντας πολλά προβλήματα χρηματοδότησης της. Για παράδειγμα, εάν το ΑΕΠ μας έφτανε στα 300 δις €, τότε το καθαρό δημόσιο χρέος (περί τα 343 δις €) θα μειωνόταν στο 114% του ΑΕΠ – οπότε, με μέσο κόστος χρηματοδότησης στο 1,68% σήμερα, θα ήταν κάτι παραπάνω από βιώσιμο. Εκτός αυτού, τα επί πλέον 135 δις € θα σήμαιναν επί πλέον έσοδα 38 δις € για το δημόσιο – οπότε θα λυνόταν εύκολα τα προβλήματα μας. Όλα αυτά μοιάζουν βέβαια με παραμύθι, αλλά το ΑΕΠ της Ελβετίας, με τον ίδιο περίπου πληθυσμό και με κατά πολύ λιγότερους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, είναι της τάξης των 600 δις € – οπότε διπλάσιο από αυτό που «ονειρευόμαστε» και επομένως απόλυτα εφικτό. Με ένα άλλο παράδειγμα, το ΑΕΠ του Ισραήλ είναι περί τα 400 δις $ σήμερα, έναντι 200 δις $ της Ελλάδας – όταν το 1995 ήταν περί τα 110 δις $ και της Ελλάδας περί τα 150 δις $. Ντροπή μας!

Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Η πολιτική κατεύθυνση που επιλέγει ένα κράτος είναι πολύ απλή: (α) υψηλοί φόροι με ισχυρό κοινωνικό κράτος και με αρκετές επιχειρήσεις στην ιδιοκτησία του, έτσι ώστε να παράγουν κέρδη για να προσφέρουν κοινωφελείς υπηρεσίες στους Πολίτες ή/και να στηρίζουν τα δημόσια έσοδα του – κάτι που είναι προς το συμφέρον των εισοδηματικά αδυνάμων (β) χαμηλοί φόροι με μικρό κοινωνικό κράτος και με τις επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα – κάτι που εξυπηρετεί κυρίως τα ισχυρά εισοδηματικά στρώματα και (γ) μία ενδιάμεση κατάσταση, μέσω της οποίας ισορροπούν οι κοινωνικές ομάδες.

Η πρώτη κατεύθυνση απαιτεί αποτελεσματικό δημόσιο και υψηλά επίπεδα παιδείας της κοινωνίας – ενώ όσον αφορά τη δεύτερη, έχει διαψευσθεί ο πατέρας του φιλελευθερισμού, ο Adam Smith, κατά τον οποίο οι πλούσιοι θα στήριζαν κατά κάποιον τρόπο με ένα μέρος των υπερβαλλόντων περιουσιακών τους στοιχείων τους φτωχούς (trickle down effect). Ως εκ τούτου θεωρείται πιο ρεαλιστική η τρίτη κατεύθυνση – αν και η επίτευξη ισορροπίας είναι μία πολύ δύσκολη άσκηση.

Στα πλαίσια αυτά συμπεραίνει κανείς πολύ εύκολα πως η Ελλάδα δεν ακολουθεί καμία πολιτική – αφού έχει υψηλούς φόρους χωρίς να είναι ανταποδοτικοί (οπότε δίνεται κίνητρο στους Πολίτες να φοροδιαφεύγουν, αμυνόμενοι απέναντι στις ληστρικές φοροεισπρακτικές επιδρομές), συρρικνώνει το κοινωνικό κράτος, ξεπουλάει τις μονοπωλιακές ή κερδοφόρες επιχειρήσεις της και στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετεί μόνο τις ξένες δυνάμεις κατοχής – οι οποίες έχουν στόχο την υφαρπαγή των περιουσιακών της στοιχείων, οπότε την αλλαγή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος.

Εξέλιξη του ΑΕΠ της Ελλάδας (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) σε σχέση με το χρέος ως προς το ΑΕΠ (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος)

Όσον αφορά την οικονομία της, φυσικά βαδίζει από το κακό στο χειρότερο – γεγονός που φαίνεται καθαρά από την εξέλιξη του ΑΕΠ της, από την ανάπτυξη δηλαδή, σε σχέση με το δημόσιο χρέος της, παρά τη διαγραφή του PSI (γράφημα). Εάν δε συμπεριλάβει κανείς το κόκκινο ιδιωτικό χρέος που εκτοξεύθηκε στα ύψη μετά το 2010, την κατακόρυφη πτώση των τιμών της δημόσιας και ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας με απώλειες της τάξης των 800 δις €, τις χιλιάδες χρεοκοπίες, την κατάρρευση του παραγωγικού της ιστού, τον σκανδαλώδη αφελληνισμό των τραπεζών της κλπ., η εικόνα θα γίνει πολύ σκοτεινή – χωρίς καμία διάθεση υπερβολής.