Συνέχεια από Κυριακή 18. Οκτωβρίου 2026
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 15
ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Δ.
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Γέροντας, τις περισσότερες φορές, αποκαλούσε τον Θεό «Κύριο». Άλλοτε με αυτό το όνομα εννοούσε την Αγία Τριάδα, άλλοτε τον Θεό Πατέρα, άλλοτε τον Θεό Υιό και σπανίως το Άγιο Πνεύμα, του Οποίου όμως το Όνομα επικαλούνταν πολύ συχνά. Και εκεί όπου θα φαινόταν φυσικό να χρησιμοποιήσει μια αντωνυμία, εκείνος επαναλάμβανε ξανά και ξανά ολόκληρο το όνομα «Άγιο Πνεύμα». Το έκανε αυτό αναμφίβολα επειδή το όνομα του Αγίου Πνεύματος, όπως και το όνομα «Κύριος» και τα άλλα ονόματα του Θεού, προκαλούσε πάντοτε μέσα στην ψυχή του ζωντανή απήχηση, αίσθημα χαράς και αγάπης.
Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η χαρά και η αίσθηση φωτός και αγάπης μέσα στην καρδιά κατά την επίκληση του Θεού, έγινε αιτία μεγάλων θεολογικών ερίδων σχετικά με τη φύση του Ονόματος του Θεού. Οι έριδες αυτές, που προκλήθηκαν από το βιβλίο του Καυκάσιου ερημίτη Ιλαρίωνα, «Στα όρη του Καυκάσου», επεκτάθηκαν αργότερα και στη Ρωσία και, κατά τα έτη 1912-1916, απασχόλησαν βαθιά τη ρωσική θεολογική σκέψη και την Ιεραρχία, οδηγώντας τελικά, όσον αφορά τη δογματική πλευρά, σε όχι πλήρως επιτυχή αποτελέσματα.
Οι έριδες σχετικά με το Όνομα του Θεού συνέπεσαν με εκείνη την περίοδο της πνευματικής ζωής του Γέροντα κατά την οποία βρισκόταν σε έντονο αγώνα εναντίον κάθε εκδήλωσης μέσα του του πάθους της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας, ως των κυριότερων αιτίων των μεγάλων παθημάτων του. Φέροντας αδιάλειπτα μέσα στην καρδιά του το γλυκύτατο Όνομα του Ιησού, απομακρυνόταν εντελώς από κάθε έριδα σχετικά με τη φύση αυτού του Ονόματος. Γνώριζε ότι με την ευχή του Ιησού έρχεται στην καρδιά η χάρη του Αγίου Πνεύματος, ότι η επίκληση του Θείου Ονόματος του Ιησού αγιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο, καίγοντας μέσα του τα πάθη. Απέφευγε να προσδιορίσει δογματικά αυτό το βίωμα. Προτού βρεθεί η ορθή δογματική διατύπωση, διαπράχθηκαν πολλά τέτοια σφάλματα και από τη μία και από την άλλη πλευρά.
Οι έριδες πήραν πολύ θυελλώδη χαρακτήρα, και αυτό θλίβει την ψυχή του Γέροντα, ο οποίος περνούσε τις νύχτες του «ἐν ἀδαμιαίῳ θρήνῳ».
ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Ο μακάριος Γέροντας ήταν για εμάς δώρο άνωθεν και εξαιρετικό φαινόμενο. Ήταν ο τύπος του γνήσιου χριστιανού, που μας κατέπληττε με την τελειότητά του. Σε αυτόν βλέπαμε μια αληθινά αρμονική σύνθεση άκρων που, θα νόμιζε κανείς, ήταν ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Έτσι βλέπαμε σε αυτόν μια ευσπλαχνία για κάθε ζωντανή ύπαρξη, για κάθε κτίσμα, ασυνήθιστη για τόσο ανδρείους ανθρώπους. Και η ευσπλαχνία αυτή έφτανε σε τέτοιο βαθμό, ώστε φυσικά γεννιόταν η σκέψη μήπως επρόκειτο για παθολογική συναισθηματικότητα. Ταυτόχρονα όμως συναντούσαμε και μια άλλη έκφανση του πνεύματός του, η οποία φανέρωνε ότι το πρώτο δεν ήταν παθολογικό φαινόμενο, αλλά αληθινά υπερφυσικό μεγαλείο και κατά χάρη ευσπλαχνία.
Ο Γέροντας έδειχνε φροντίδα ακόμη και για τα φυτά. Θεωρούσε αντίθετη προς τη διδασκαλία της χάρης κάθε τραχύτητα που τους προκαλεί βλάβη. Θυμάμαι ότι μια μέρα βάδιζα μαζί του στο μονοπάτι που οδηγούσε από τη Μονή προς την καλύβα, όπου έζησα έναν χρόνο. Η καλύβα αυτή απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο από το Μοναστήρι και ο Γέροντας ερχόταν να δει την κατοικία μου.
Κρατούσαμε στα χέρια μας ραβδιά, όπως συνηθίζεται στις ορεινές περιοχές. Και στις δύο πλευρές του μονοπατιού φύτρωναν αραιά ψηλά άγρια χόρτα. Σκεπτόμενος να μην αφήσω τα χόρτα να κλείσουν το μονοπάτι, χτύπησα με το ραβδί έναν βλαστό προς την κορυφή του, ώστε να εμποδίσω την ωρίμανση των σπόρων. Η κίνησή μου φάνηκε βάναυση στον Γέροντα και, με αμηχανία, κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. Κατάλαβα τι σήμαινε αυτό και αισθάνθηκα ντροπή.
Έλεγε ο Γέροντας ότι το Πνεύμα του Θεού διδάσκει την ευσπλαχνία προς ολόκληρη την κτίση, έτσι ώστε ούτε τα φύλλα του δέντρου να μην κόβουμε «χωρίς ανάγκη».
«Να, ένα πράσινο φύλλο πάνω στο δέντρο, και δεν το έκοψες χωρίς ανάγκη. Αν και δεν είναι αμαρτία, όμως, πώς να το πω, προκαλεί οίκτο· η καρδιά που έμαθε να αγαπά λυπάται και το φύλλο και ολόκληρη την κτίση».
Αυτή όμως η ευσπλαχνία για το πράσινο φύλλο του δέντρου ή για το άνθος του αγρού κάτω από τα πόδια μας συνδυαζόταν μέσα του με την πιο ρεαλιστική αντίληψη για κάθε πράγμα στον κόσμο. Γνώριζε ως χριστιανός ότι ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο και γι’ αυτό, όταν «υπάρχει ανάγκη», ο άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί τα πάντα. Ο ίδιος θέριζε το χορτάρι, έκοβε ξύλα στο δάσος, αποθήκευε ξύλα για τον χειμώνα και έτρωγε ψάρια.
Στα γραπτά του Γέροντα είναι αξιοπαρατήρητες οι σκέψεις και τα αισθήματά του απέναντι στα ζώα. Πράγματι, ήταν καταπληκτική από τη μία η ευσπλαχνία του προς κάθε κτίσμα, για την οποία μπορούμε να συμπεράνουμε από τη διήγησή του πόσο πολύ έκλαψε για τη «σκληρότητά του προς την κτίση», όταν «χωρίς ανάγκη» σκότωσε μια μύγα ή όταν έριξε ζεστό νερό σε μια νυχτερίδα που είχε εγκατασταθεί στον εξώστη της αποθήκης του, ή ακόμη πώς «λυπήθηκε την κτίση και κάθε πλάσμα που υποφέρει», όταν είδε στον δρόμο μπροστά του ένα φίδι κομμένο στα δύο. Από την άλλη όμως ήταν αξιοθαύμαστη η αποδέσμευσή του από κάθε κτίσμα μέσα στη φλογερή ορμή του προς τον Θεό.
Για τα ζώα και τα θηρία σκεπτόταν ότι είναι «γη», στην οποία δεν πρέπει να προσκολλάται ο νους του ανθρώπου, γιατί ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά τον Θεό με όλη τη διάνοια, με όλη την καρδιά και με όλη τη δύναμή του, δηλαδή με ολόκληρο το είναι του, λησμονώντας τη γη.
Η προσκόλληση των ανθρώπων στα ζώα, την οποία συχνά παρατηρούμε και η οποία μερικές φορές παίρνει τη μορφή «φιλίας», θεωρούνταν από τον Γέροντα διαστροφή της τάξης που έθεσε ο Θεός και αντίθετη προς τη φυσική κατάσταση του πρωτοπλάστου (βλ. Γέν. β΄ 20). Το να χαϊδεύεις τη γάτα ψιθυρίζοντας «γατούλα, γατούλα», ή να παίζεις και να μιλάς με τον σκύλο παύοντας να σκέπτεσαι τον Θεό, ή, φροντίζοντας τα ζώα, να παραβλέπεις τον πόνο του πλησίον σου, ή να φιλονικείς εξαιτίας τους με ανθρώπους, όλα αυτά ήταν για τον Γέροντα παράβαση των εντολών του Θεού, η πιστή τήρηση των οποίων αναδεικνύει τον άνθρωπο τέλειο.
Σε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη δεν βρίσκουμε ούτε ένα χωρίο από το οποίο να φαίνεται ότι ο Κύριος προσήλωσε την προσοχή Του στα ζώα, και όμως Εκείνος πράγματι αγαπούσε ολόκληρη την κτίση. Η επίτευξη αυτής της τέλειας ανθρωπότητας, κατά το πρότυπο του ανθρώπου-Χριστού, είναι ο προορισμός μας, που ανταποκρίνεται στην κατ’ εικόνα Θεού φύση μας. Γι’ αυτό ο Γέροντας θεωρούσε την ψυχική προσκόλληση στα ζώα και το πάθος γι’ αυτά ως υποβιβασμό της ανθρώπινης μορφής υπάρξεως. Να τι γράφει γι’ αυτό:
«Μερικοί προσκολλώνται στα ζώα, αλλά έτσι προσβάλλουν τον Δημιουργό, γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε να ζει αιώνια με τον Κύριο, να βασιλεύει μαζί Του και να αγαπά τον Ένα Θεό. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να έχει πάθος προς τα ζώα, αλλά μόνο καρδιά που να συμπονά κάθε δημιούργημα».
Έλεγε ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν για τη χρήση του ανθρώπου και γι’ αυτό, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να χρησιμοποιεί όλα όσα υπάρχουν μέσα στην κτίση. Ταυτόχρονα όμως οφείλει να φροντίζει ολόκληρη τη δημιουργία. Γι’ αυτό κάθε βλάβη που προκαλείται στα ζώα, ακόμη και στα φυτά, αντιτίθεται στον νόμο της χάρης, όπως επίσης και κάθε εμπαθής «προσκόλληση» προς τα ζώα αντιβαίνει στις εντολές του Θεού.
Όποιος αγαπά αληθινά τον άνθρωπο και στις προσευχές του πενθεί για ολόκληρο τον κόσμο, αυτός ποτέ δεν προσκολλάται στα ζώα.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η ψυχή του Γέροντα ενθουσιαζόταν από το κάλλος του ορατού κόσμου. Αυτόν τον ενθουσιασμό δεν τον εκδήλωνε ούτε με τη στάση του σώματος ούτε με κινήσεις. Μπορούσε κανείς να τον αντιληφθεί μόνο από την έκφραση του προσώπου και από τον τόνο της φωνής του. Με αυτό το συγκρατημένο και καθόλου επιδεικτικό ύφος γινόταν ακόμη πιο αισθητό το βάθος του βιώματός του.
Έχοντας πάντοτε συγκεντρωμένο τον νου στον εσωτερικό άνθρωπο, έδινε λίγη προσοχή στον εξωτερικό κόσμο· όταν όμως το βλέμμα του στρεφόταν προς την ομορφιά του κόσμου, αυτό γινόταν νέα αφορμή θεωρίας της δόξας του Θεού και νέας στροφής της καρδιάς προς τον Θεό.
Σε αυτό έμοιαζε με τα παιδιά· τα πάντα τον εξέπλητταν. Σωστά παρατηρεί στα γραπτά του ότι εκείνος που έχασε τη χάρη δεν αισθάνεται όπως πρέπει την ομορφιά του ορατού κόσμου και δεν εκπλήσσεται από τίποτε. Ολόκληρη η ανείπωτα μεγαλειώδης δημιουργία του Θεού δεν τον συγκινεί. Αντίθετα, όταν η χάρη του Θεού είναι με τον άνθρωπο, τότε τα πάντα στον κόσμο καταπλήσσουν την καρδιά με την ασύλληπτη ομορφιά τους, και η ψυχή, από τη θεωρία του ορατού κάλλους, έρχεται στην κατάσταση της αισθήσεως του Θεού, του Ζώντος και Θαυμαστού μέσα στα πάντα.
Ο Γέροντας έβλεπε τα σύννεφα, τη θάλασσα, τα βουνά, τα δάση, τα λιβάδια, τα δέντρα και θαύμαζε την ομορφιά τους. Έλεγε ότι η δόξα του Δημιουργού είναι μεγαλοπρεπής ακόμη και μέσα σε αυτόν τον ορατό κόσμο. Αλλά το να δει κανείς εν Αγίω Πνεύματι τη δόξα του Ίδιου του Κυρίου, αυτό είναι θέα που υπερβαίνει ασυγκρίτως κάθε ανθρώπινη ιδέα.
Παρατηρώντας κάποτε την κίνηση των νεφών πάνω στον σμαραγδένιο γαλανό ελληνικό ουρανό, είπε:
– Σκέπτομαι πόσο μεγαλειώδης είναι ο Κύριός μας, τι ομορφιά δημιούργησε προς δόξαν Του και για το καλό του λαού Του, ώστε οι λαοί με χαρά να δοξάζουν τον Δημιουργό τους... Ω, Δέσποινα, αξίωσε τον λαό να δει τη δόξα του Κυρίου!
Έτσι στεκόταν για λίγο στη θεωρία του ορατού κάλλους και της δόξας του Θεού μέσα σε αυτό και έπειτα επέστρεφε πάλι στην προσευχή για τον λαό.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Ο Γέροντας αγαπούσε πολύ τις μακρές ιερές ακολουθίες στον ναό, τις απέραντα πλούσιες σε πνευματικό περιεχόμενο, και τιμούσε το έργο των ψαλτών και των αναγνωστών. Προσευχόταν πολύ γι’ αυτούς, παρακαλώντας τον Θεό να τους βοηθά, ιδιαίτερα κατά τις ολονύκτιες αγρυπνίες.
Παρά όμως την αγάπη του για τη μεγαλοπρέπεια, το κάλλος και τη μουσική των ακολουθιών, έλεγε ότι, αν και αυτές θεσπίστηκαν με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, αποτελούν ως προς τη μορφή τους ατελή προσευχή και δόθηκαν στους πιστούς επειδή είναι προσιτές και ωφέλιμες για όλους.
Έγραφε:
«Ο Κύριος μάς έδωσε τις εκκλησιαστικές ακολουθίες με ψαλμωδία σαν να ήμασταν αδύναμα παιδιά. Δεν γνωρίζουμε ακόμη να προσευχόμαστε όπως θα έπρεπε, και γι’ αυτό η ψαλμωδία είναι ωφέλιμη για όλους, όταν ψάλλουμε με ταπείνωση. Αλλά είναι καλύτερο όταν η καρδιά μας γίνεται ναός του Κυρίου και ο νους θρόνος Του».
Και πρόσθετε:
«Ο Κύριος δοξάζεται μέσα στους ναούς, ενώ οι μοναχοί-ερημίτες δοξάζουν τον Θεό μέσα στις καρδιές τους. Η καρδιά του ερημίτη γίνεται ναός και ο νους του θυσιαστήριο, γιατί ο Κύριος αγαπά να κατοικεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου».
Έλεγε ακόμη ότι, όταν η αδιάλειπτη προσευχή εγκατασταθεί στα βάθη της καρδιάς, ολόκληρος ο κόσμος μεταβάλλεται σε ναό του Θεού.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΙΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ