Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Θανάσης Παπαθανασίου: «Έρχου και ίδε» 1


π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Θανάσης Παπαθανασίου: «Έρχου και ίδε» 1

(136) π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Θανάσης Παπαθανασίου: «Έρχου και Ίδε» - YouTube


Συμμετέχουν:
• Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης
• Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.
• Θανάσης Παπαθανασίου, τ. Καθηγητής Ιεραποστολικής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Αγαπητές φίλες και φίλοι, καλησπέρα. Μία ακόμη εκπομπή από τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις του «Ενορία εν δράσει». Έχω σήμερα την εξαιρετική τιμή να αντικαθιστώ τον πατέρα Σπυρίδωνα Τσιμούρη, ο οποίος δεν μπορούσε εκτάκτως να βρίσκεται εδώ, και να συζητήσουμε με δύο εκλεκτούς καλεσμένους: τον πατέρα Θεοδόσιο από την Πρέβεζα, γνωστό επίσης από τα κείμενά του, από τις εξαιρετικές εκδόσεις «Ιωνάς» και από το σπουδαίο site enoriako.info. Μαζί μας, επίσης, ένας ακόμη φίλος, ο αγαπητός Θανάσης Παπαθανασίου, μέχρι πρόσφατα καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Αθήνας, συγγραφέας πολλών και εξαιρετικών πονημάτων και διευθυντής του πολύ γνωστού περιοδικού «Σύναξη».
Ο τίτλος της σημερινής μας συνάντησης είναι λιτός και, πιστεύουμε, πλούσιος σε περιεχόμενο: «Έρχου και ίδε». Πατέρα Θεοδόσιε.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Καλησπέρα σας.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος:
Καλησπέρα. Σήμερα το «Έρχου και ίδε»: ποιος θα μπορούσε να το πει στην Εκκλησία και σε ποιον θα μπορούσε να απευθυνθεί;

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Όπως και περιγράφεται στο Ευαγγέλιο και στην πράξη είναι καταφανές, είναι μια πρόσκληση σε κάποιον που αγνοεί την υπόθεση να έρθει, αφού τον ενδιαφέρει, να μάθει στην πράξη αυτό το οποίο αγνοεί και να δει αν αξίζει να συμμετάσχει, να συμπαρασταθεί, να γίνει μέλος αυτού για το οποίο ψάχνει. Και το είδε, υποτίθεται, σαρκωμένο — πρέπει να το δει σαρκωμένο — σε αυτόν ο οποίος τον καλεί. Ο Χριστός είπε ότι «εσείς είστε το φως του κόσμου».

Είναι περισσότερο κάθε χριστιανός, στη διαδοχή των Αποστόλων, ένα φως παρά ένα στόμα. Είμαστε πιο εύκολοι εμείς, ειδικά οι κληρικοί, [στο να μιλάμε παρά στο] να δείχνουμε. Υπάρχει, όμως, μια μεγάλη παλαιά ιστορία στην Αλεξάνδρεια, που λέει ότι κάποτε, που πατριάρχευε ο άγιος Κύριλλος, ο μέγας αυτός θεολόγος της Παναγίας και της Εκκλησίας γενικά, ο Αυγουστάλιος, ο οποίος πήγε εκεί, προφανώς επηρεασμένος από αρειανικές επιρροές, ισχυριζόταν ότι δεν αποδέχεται εύκολα τη θεότητα του Χριστού.
Το είπαν κάποιοι στον Πατριάρχη και τον ρώτησαν: «Τι να του πούμε ή πώς να τον αντιμετωπίσουμε;». Και λέει: «Δεν χρειάζεται να του πούμε, να τον αντιμετωπίσουμε. Πείτε του, αν θέλει και το επιθυμεί, να έρθει να ζήσει μαζί μας έναν χρόνο και να έχει μια ιδιογνώμονα άποψη από τον τρόπο, τα αξιολογικά κριτήρια, την ποιότητα της ζωής, την καθημερινότητα την οποία θα δει και θα αντιμετωπίσει, και να αποφασίσει μετά ο ίδιος αν ακριβώς αυτό που είδε αξίζει ή δεν αξίζει».

Νομίζω ότι οι οφθαλμοί είναι αξιοπιστότεροι των ώτων, όπως λέγανε και οι παππούδες μας, οι αρχαίοι. Και η εμπειρία της καθημερινότητας, με την ατμόσφαιρα η οποία γεννιέται και μέσα στην οποία ο άνθρωπος ανασαίνει, είναι αυτή η οποία πείθει ή δημιουργεί απώθηση στην προοπτική ή στη σκέψη να είναι συμμέτοχος σε αυτόν τον τρόπο ζωής κάποιος, κάθε άνθρωπος.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Ωραία, ευχαριστούμε. Αγαπητέ Θανάση, ασχολείσαι συστηματικά με την ιεραποστολική θεολογία. Το «Έρχου και ίδε» είναι μία πρόσκληση που λειτουργεί κατεξοχήν στο πεδίο της ιεραποστολής.

Θανάσης Παπαθανασίου:
Οφείλει να λειτουργεί, γιατί η ιεραποστολή — εδώ χρειάζονται πολλές διευκρινίσεις κάθε φορά που μιλάμε γι’ αυτό —, αλλά η ιεραποστολή, η μαρτυρία, να το πούμε διαφορετικά, δεν είναι απλώς μία υπόθεση ρητορικής. Δηλαδή, κάτι το οποίο απλώς θα λεχθεί ή, πολύ περισσότερο, κάτι το οποίο θα διαφημιστεί. Και αν μπορέσουμε να ορίσουμε — παρένθεση ανοίγω — τις τεράστιες διαφορές που έχει η μαρτυρία της Εκκλησίας από το μάρκετινγκ, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον.
Είναι πολύ διαφορετικά πράγματα, παρόλο που σε πολλούς μοιάζουν. Το πρώτο το οποίο οφείλει να είναι μαρτυρία, ώστε να στέκει, να βρίσκει απόκριση στο «Έρχου και ίδε», είναι καθαυτός ο τρόπος ζωής και ο τρόπος ακόμα συγκρότησης και λειτουργίας της εκκλησιαστικής κοινότητας. Εδώ καταλαβαίνετε ότι πέφτει ιδιαίτερο βάρος, τελικά, όχι μόνο σε αυτόν ο οποίος λαμβάνει την πρόσκληση «Έρχου και ίδε». Είναι απαιτητικό, δεν είναι επαναπαυτικό το «Έρχου και ίδε». Τον καλεί, δηλαδή, να φορτωθεί, να αναλάβει μία διαδικασία.
Πρώτα απ’ όλα, να κινηθεί. Κανείς δεν του κάνει απαγωγή ούτε τον σαγηνεύει. «Έρχου»: πρέπει να πάρει τα ποδάρια του και να πάει θελημένα προς κάπου. Και εκεί το «ίδε» έχει μία διαδικασία εξέτασης, μία διαδικασία αυτοψίας, αυτό που είπε ο πατήρ Θεοδόσιος.
Και επειδή, αν κάτι το παπαγαλίζουμε μόνο, γίνεται πολύ αλαζονικό και παραπέμπει σε κάποιον αυτοματισμό — θα έρθει, θα δει και θα τρελαθεί, ας πούμε, θα εντυπωσιαστεί —, να θυμηθούμε ότι στο Ευαγγέλιο και στη ζωή της Εκκλησίας, κανονικά, δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός. Εδώ, δηλαδή, αν κοιτάξουμε και άλλα πράγματα που μας λέει το Ευαγγέλιο ακριβώς για τη μαρτυρία, τη μαρτυρία, την ιεραποστολική πρόσκληση, όλα αυτά, τέλος πάντων, τα οποία οφείλει να ακτινοβολεί και να προσκαλεί σε αυτά η Εκκλησία, θα δούμε ότι μας λέει και άλλα.
Δηλαδή, λέει όχι απλώς «ελάτε για να εντυπωσιαστείτε» ή «αν εντυπωσιαστείτε, καλά πάτε», γιατί μπορεί να δει πολλά φανταχτερά κ.λπ. Αλλά λέει «θα τους γνωρίσετε από τους καρπούς», για παράδειγμα. Θέλει μια υπομονή στην εξεταστική ματιά, με καλή έννοια εξεταστική ματιά.
Και είναι και κάποια άλλα πραγματάκια, νομίζω, στο Ευαγγέλιο που είναι πολύ σημαντικό, νομίζω, να τα έχουμε προ οφθαλμών σε κάθε επίπεδο μαρτυρίας περί ιεραποστολής. Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια τη ζωή της κοινότητας, εδώ ή αλλού ή παραέξω ή σε άλλον πολιτισμό κ.λπ. Δηλαδή, θυμηθείτε ποιες περιπτώσεις κακού εντυπωσιασμού φοβάται το Ευαγγέλιο και ο Χριστός.
Μιλάει για τάφους οι οποίοι είναι καταπληκτικοί. Άρα, είναι έργα πολιτισμού, υψηλού πολιτισμού, τέχνης ενδεχομένως. Αλλά τους ονόμαζε τάφους που είναι καλοασβεστωμένοι, ας το πούμε, και από κάτω έχουν οποιαδήποτε σαπίλα. Για τέτοιο πράγμα μιλάει.
Και άλλα πολλά τέτοια σημεία. Και, ξέρετε, μερικές φορές νομίζω δικαιούται κάποιος πιστός, ο οποίος λαμβάνει στα σοβαρά το Ευαγγέλιο και την πρόσκληση του Χριστού, να πει «Έρχου και ίδε» απ’ τη μια· απ’ την άλλη, μπορεί μερικές φορές να είναι «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».
Δηλαδή, πάντα υπάρχει αυτή η εξεταστική ματιά — όχι εξεταστική, έτσι, εγωπαθής, δηλαδή «εγώ είμαι το απόλυτο κριτήριο» — [αλλά με αυτό που πείθει την ύπαρξή μας να κρίνεται η πίστη]. Αυτό μας λέει: ελάτε, δείτε τι ίσταται και τι όχι. Εμπειρικά, έτσι, πραγματικά να το ζήσεις.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Εξαιρετικά. Ήδη, πατέρα Θεοδόσιε, ο Θανάσης προχώρησε το εμπειρικό, το βιωματικό στοιχείο που θέσατε κι εσείς. Στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα, τι θα σήμαινε το «Έρχου και ίδε»; Τι θα έβλεπε ο άνθρωπος της εποχής μας στην περίπτωση που είχε μια καλή προαίρεση να προχωρήσει παραμέσα και να δει τι γίνεται πίσω από την εξώπορτα της Εκκλησίας;

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Νομίζω ότι αυτό είναι το όλο θέμα: ότι ο Χριστός αυτό το οποίο μας ζητάει σε όλη την Εκκλησία είναι να μην έχουμε δύο όψεις. Μία φαινόμενη και μία εσωτερική, να είμαστε ντουμπλ φας. Αυτό θέλει να το καταργήσει. Το έχει ήδη δει στους προηγούμενους εκπροσώπους του και δεν το θέλει, γιατί είναι ένα ψέμα.

Κάθε αμαρτία είναι ένα ψέμα. Τα θέματα μέσα στην Εκκλησία χωρίζουν στη λογική όχι του καλού και του κακού, σαν γενική φιλοσοφική αξιολόγηση, αλλά σαν αλήθεια και ψέμα, σαν αρρώστια και σαν υγεία. Όταν αυτό το καταλάβουμε, από εκεί και μετά θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός θέλει αυτή τη διευκρίνιση να κάνει, την οποία [έδινε] με αυτά που είπε ο Θανάσης: τους κεκονιαμένους τάφους, την παροψίδα και το εξωτερικό περιεχόμενο του ποτηριού. Τα έλεγε ως απευκταίους κινδύνους.

Πάρα πολλές φορές, όμως, αυτοί οι κίνδυνοι διαπερνάνε το προστατευτικό κέλυφος, με την καλή έννοια, της Εκκλησίας και μπαίνουν μέσα και αλλοιώνουν τα πράγματα. Εκείνος ο μεγάλος συγγραφέας, ο Τζοβάνι Παπίνι, έκανε μια παρατήρηση: «Οι Φαρισαίοι αποδείχθηκαν αθάνατοι. Πέρασαν απ’ τη Συναγωγή στην Εκκλησία».

Ένα θέμα είναι αυτό. Και ένα δεύτερο, για τον άνθρωπο που έρχεται να πλησιάσει στην Εκκλησία, είναι ότι θα πρέπει εμείς, που είμαστε ήδη, υποτίθεται, θεωρητικά μέσα στην Εκκλησία, να του δίνουμε την εικόνα και τον αέρα να καταλαβαίνει ότι δεν είναι κακό ούτε απαράδεκτο να διαγνώσεις ότι είσαι άρρωστος. Και σαν θεσμικό πλαίσιο, όχι μόνο σαν προσωπική πνευματική κατάσταση: ότι έχεις στοιχεία τα οποία πρέπει να θεραπεύσεις ή καταστάσεις οι οποίες δεν είναι σωστές.

Ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκι, αυτός ο πελώριος, ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους που είχε η Εκκλησία σε όλη της τη ζωή, έλεγε: «Η Εκκλησία στην οποία πιστεύουμε και η Εκκλησία την οποία ζούμε πολλές φορές διαφέρουν». Έχει ένα κεφάλαιο εντυπωσιακό μέσα στο βιβλίο «Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση», που αφορά τη φύση και τον χαρακτήρα της Εκκλησίας και κάνει επισημάνσεις οι οποίες είναι καίριες στο να μας απελευθερώσουν από το να φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε τα κακώς κείμενα.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Όταν κάτι είναι κακώς κείμενο, θα πρέπει να βρει τη σωστή του βάση, να μην είναι κείμενο σε κακή βάση. Με το να λέμε «Α, έτσι αυτό γινόταν» ή «Τι να κάνεις, δεν γίνεται αλλιώτικα», αναιρούμε και καταργούμε τη μετάνοια. Άμα δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, πώς θα γυρέψω από τον άνθρωπο που έρχεται να εξομολογηθεί ή να πλησιάσει στην Εκκλησία [να καταλάβει] ότι είναι ένας τρόπος άλλης θέασης των πραγμάτων, κατά την άποψη του Χριστού και κατά το βλέμμα και την τοποθέτηση που δίνει ο Χριστός μέσα στα Ευαγγέλια στον καθέναν από εμάς;
Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε το δίλημμα. Λέει ο Απόστολος στην Προς Ρωμαίους, εκεί στο δωδέκατο κεφάλαιο: «Προσφέρετε τα σώματά σας θυσία ζωντανή, αγία, τέτοια που να είναι αρεστή στον Θεό, και έτσι πρέπει να είναι η πνευματική σας λατρεία». Πολλές φορές, όμως, εμείς, ειδικά οι κληρικοί — τώρα μιλάω ως κληρικός —, παθαίνουμε τη νίλα να μπερδεύουμε το θυσιαστήριο με το θέατρο.
Το θέατρο είναι μια υπόθεση εικόνας για τους άλλους· το θυσιαστήριο είναι μια κατάσταση αυτοπροσφοράς. Γιατί, θυμάστε, από την Παλαιά Διαθήκη υπήρχαν το θυσιαστήριο των θυμιαμάτων και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων. Και τα δύο ήταν προσφορά, αλλά το δεύτερο ήταν προσφορά όλου του σώματος. Ο σημερινός άνθρωπος δεν περιμένει πλέον να ακούσει λόγια· περιμένει να δει φωτισμένες ζωές. Τι είναι, όμως, μια φωτισμένη ζωή για έναν σημερινό άνθρωπο;
Να ζήσει κάποιος ως χριστιανός χωρίς να χάσει ούτε τη χαρά ούτε το χιούμορ ούτε την ομορφιά της καθημερινότητάς του. Να αποκτήσουν, ίσα ίσα, όλα αυτά — και η χαρά και το χιούμορ και η ομορφιά — τη μεγαλύτερη δυνατή αρτιότητα και ένταση. Άμα αυτά δεν περπατάνε, ο σημερινός άνθρωπος, όπως έχει και πάρα πολλές προτάσεις τρόπου ζωής και πάρα πολλές προκλήσεις για τον τρόπο που θα σχηματίσει τη ζωή του, κινδυνεύει να απομακρυνθεί κουρασμένος. Και το χειρότερο είναι αυτό που λένε οι Εγγλέζοι: να πετάξει μαζί με το νερό και το μωρό.
Πέτρος Παναγιωτόπουλος:
Θανάση, προεκτείνοντας τη σκέψη του πατρός Θεοδοσίου, υπάρχει κίνδυνος, πιστεύεις, να έχουμε ένα δίπολο μιας ιδεατής Εκκλησίας, η οποία θα λειτουργεί όπως θα έπρεπε να λειτουργεί, και μιας Εκκλησίας πτωτικής, με παθογένειες και αδυναμίες, και να λειτουργήσουμε σχιζοειδώς, πιστεύεις;
Θανάσης Παπαθανασίου: Ναι, υπάρχει αυτό. Δηλαδή, υπάρχει ο κίνδυνος αυτός μιας οξείας αντιδιαστολής μεταξύ της υπαρκτής, της ιστορικής Εκκλησίας και μιας αόρατης, ιδεατής κ.λπ. Αν έρθουμε στα σημερινά, στα πραγματικά, μπορούμε να ψηλαφίσουμε όντως πολλούς κινδύνους.
Μπορεί να γίνει και εντός του σώματος της Εκκλησίας. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχει, για παράδειγμα, μια κοινότητα με έναν ηγέτη ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του χαρισματικό κ.λπ. Και να μην το λέει, βέβαια, ρητά, αλλά όλα τα μέλη και ο ίδιος να αντιδιαστέλλουν κατηγορηματικά και ξεκάθαρα τους εαυτούς τους και τη μεγαλοσύνη τους, ας πούμε, ή την ακρίβειά τους, τη δογματική τους ακρίβεια κ.λπ., από την υπόλοιπη Εκκλησία κ.λπ.
Ναι, αυτές οι πολώσεις γίνονται. Και, ξέρετε, είναι ένα πολύ λεπτό θέμα, πάρα πολύ κρίσιμο στις μέρες μας, νομίζω, σημαντικό και κρίσιμο. Είναι ότι ο κριτικός λόγος μάς χρειάζεται. Η κριτική σκέψη μάς χρειάζεται.
Δηλαδή, και μόνο να σκεφτούμε ότι χριστιανός είναι αυτός ο οποίος οφείλει να είναι ασκητής πάντα και να έχει την ευθύνη να κρίνει, όσο μπορεί ο ίδιος, τι ίσταται, τι πίπτει σε σχέση με το θέλημα του Θεού κ.λπ. Αυτή η κριτική διάσταση πότε, ας το πούμε, είναι — θα το πω πολύ σχηματικά, όχι κατά κυριολεξία — κεντρομόλος; Δηλαδή, νοιάζεται για την κοινότητα, νοιάζεται να συμπεριλάβει, πονάει με τα τραύματα της κοινότητας. Δεν της αρέσουν τα τραύματα, αλλά πονάει μαζί με τα τραύματα και νοιάζεται και ασχολείται και τα καταδεικνύει κ.λπ.
Και μία κριτική που γίνεται φυγόκεντρη: «Εμείς και οι άλλοι». Ή είναι σαν κάποιον — το συναντάμε, δηλαδή, αυτό πολύ έντονα και εμφανίζεται ως θάρρος, ως μαγκιά, ως κάτι τέτοιο —, αλλά είναι σαν κάποιον που στέκει πάνω σε έναν πύργο, ώστε να εποπτεύει τους πάντες. Ο πύργος αυτός μπορεί να είναι πύργος, μπορεί να είναι γραφείο, ας το πούμε, ώστε να απονέμει καταδίκες. Αυτό δημιουργεί μία φυγόκεντρη τάση από την Εκκλησία.
Δηλαδή, πρέπει να βρεθεί αυτός ο τρόπος: να ζούμε τα οδυνηρά με πόνο, να έχουμε παρρησία, την πληγή να τη λέμε πληγή, να μην την εξωραΐζουμε, και ταυτόχρονα αυτό να μη γίνεται με έναν ναρκισσιστικό τρόπο. Δηλαδή, «κοίτα, εγώ τα λέω καθαρά» κ.λπ. Και η αναφορά στους Φαρισαίους είναι πάρα πολύ σημαντική.

Οι Φαρισαίοι, δηλαδή η παρουσία τους και ως μοντέλο πιστού και ως πραγματικότητα καθημερινή, είναι καίρια μέσα στην Εκκλησία. Δηλαδή, λέμε «φαρισαϊσμός» και «Φαρισαίοι υποκριτές». Υπάρχει και στο Ευαγγέλιο η διατύπωση κ.λπ.
Εδώ θέλει μία προσοχή. Οι Φαρισαίοι δεν ήταν υποκριτές. Δηλαδή, δεν το παίζανε, δεν ήταν ψεύτες.
Στ’ αλήθεια τα πιστεύανε αυτά που ζούσαν και κάνανε. Εδώ είναι το πρόβλημα. Δηλαδή, το φάλτσο τους, αυτό που ονομάζει το Ευαγγέλιο υποκρισία, είναι ότι είχαν μεταθέσει, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής τους και όλη την ειλικρίνεια της ύπαρξής τους — είχαν αφιερωθεί —, είχαν μεταθέσει το κέντρο βάρους κάπου αλλού, αλλά όχι στον ζωντανό Θεό.
Ποιο ήταν, όμως, αυτό το «κάπου αλλού»; Αυτό το «κάπου αλλού» μπορεί να υπήρχε σε χίλια δυο [οικεία τοπία]. Μπορεί να ήταν διατάξεις του νόμου.
Όχι, δηλαδή, οτιδήποτε άλλο, άλλη θρησκεία. Μπορεί να μην ήταν ακόμα ούτε καν δογματικά ξεστρατίσματα. Μπορεί να είχαν και δογματική ορθότητα.
Πιστεύαν στην Ανάσταση, για παράδειγμα. Όλα αυτά. Αλλά είχε μετατεθεί το κέντρο βάρους αλλού.
Και να μου επιτρέψετε να επαναλάβω κάτι το οποίο και στις συζητήσεις, όποτε έρχεται κουβέντα, και στην ιεραποστολή, για οποιαδήποτε έννοια: να προσέξουμε το εξής, πάλι στην παρουσία και σε αυτό το πανίσχυρο μοντέλο του Φαρισαίου, και χωρίς την ταμπέλα του Φαρισαίου.


Πολύ συχνά κομπάζουμε — σχετίζεται και με αυτό το «Έρχου και ίδε» — τι έχουμε εμείς εδώ, τι οργανώνουμε, για πόσες μέρες μπορεί να οργανώνουμε κάτι, πόσοι μπορούν να παρελάσουν, πόση λαμπρότητα που παραπέμπει — εγώ ισχυρίζομαι ότι η υπερβολική λαμπρότητα παραπέμπει — στη Βασιλεία κ.λπ. Και να έχουν, σε αυτές τις περιπτώσεις, και πλήθη. Θέλετε να τους πείτε πιστούς, πείτε τους· μπορεί να είναι οπαδοί. Πλήθη, όμως: αυτό είναι επαλήθευση αληθείας ντε και καλά; Πάλι πρέπει να δούμε τα κριτήρια.
Λοιπόν, ο Χριστός ένα από τα «ουαί», ένα από τα «αλίμονό σας», τα απευθύνει σε Φαρισαίους, σε ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά κόπιαζαν, όχι έλεγαν ψέματα ότι κόπιαζαν. Και τους λέει: «Αλίμονό σας, διότι τρέχετε πέρα δώθε, σε όλη τη γη, σε όλη τη θάλασσα κ.λπ.». Όντως κοπιάζετε, δεν το αρνήθηκε αυτό. Και όταν, στο τέλος, λέει «για να μεταστρέψετε έστω και έναν», έτσι, στην αληθινή πίστη, φαντάσου, δηλαδή, τι μπορεί να γράψει κανείς γι’ αυτό, τι δημοσιεύματα μπορεί να υπάρξουν, τι λιβανωτοί: «Ανάλωσα ογδόντα χρόνια της ζωής μου στο θυσιαστήριο ή στη μαρτυρία ή στην ιεραποστολή» κ.λπ. Και λέει: «Ωραία, και όταν τα καταφέρετε…». Ούτε αυτό το αρνείται.
Τα καταφέρατε, μεταστρέψατε κάποιον. Τον κάνετε…

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: Διπλότερον.

Θανάσης Παπαθανασίου: Χειρότερον απ’ ό,τι… Επιτρέψτε την έκφραση: σαν τα μούτρα σας. Το λέω αυτό γιατί η τόλμη του Ευαγγελίου είναι απείρως περισσότερες από ό,τι ψελλίζουμε εμείς. Τον κάνετε να αξίζει την κόλαση δύο φορές περισσότερο από ό,τι την αξίζετε εσείς. Δηλαδή, φανταστείτε μια τέτοια λαμπρή περίπτωση ενός ανθρώπου που έχει αναλωθεί στην κήρυξη του Ευαγγελίου κ.λπ. και όλα αυτά.

Να οργανώνει, να κάνει εράνους και να του λέει ο Κριτής όλων, άρα ο Κριτής και της Εκκλησίας, και να του πει: «Δεν σας ξέρω. Δεν σας ξέρω».

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: [Η κόλαση.]

Πέτρος Παναγιωτόπουλος:
Πατέρα Θεοδόσιε, να μείνουμε λίγο σε αυτό το πνεύμα που άνοιξε ο Θανάσης.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Προφανέστατα. Αυτό είναι το όλο θέμα.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος
: Ναι. Λοιπόν, είμαι, ας πούμε, εγώ ένας πιστός. Διαβάζω τα κείμενα. Θεωρώ ότι έχω υγιή κριτήρια. Βλέπω δίπλα μου παπάδες, δεσποτάδες, πιστούς να μην τα πηγαίνουν καλά, να μη συστοιχούνται με το πνεύμα του Ευαγγελίου. Δημιουργούνται κίνδυνοι για μένα, έτσι, σε αυτό το πνεύμα της κριτικής ή της απαισιοδοξίας απέναντι στα πράγματα;

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Κατ’ αρχάς, πριν από αυτά — θα σταθούμε εκεί —, να πάμε σε κάτι που νομίζω ότι θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε: ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις πληγές μας.
Άμα έχει ελπίδα στον Χριστό, δεν πρέπει να φοβάται την πληγή του. Γιατί μπορεί να του γίνει πολύ μεγάλο κέρδος: να τον προσγειώσει, να τον ενημερώσει για την κατάστασή του, για τις ευαισθησίες του. Αρκεί να θέλει να τη δει κατάματα, να περάσει μέσα από τη φωτιά. Και όταν καταφέρει και περάσει μέσα από τη φωτιά, θα βγει ανθεκτικότερος. Το να θέλει να μη βλέπει εσκεμμένα, κάνοντας ότι δεν βλέπει, που λέμε, από εκεί και μετά δεν γιατρεύεται τίποτα απολύτως.

Θανάσης Παπαθανασίου: Ναι. [Να κάνω μια παρέμβαση], συνηγορώντας σε αυτό. Ή όπως μπορεί να κάνει ένας κακός δικηγόρος, που μπορεί να δώσει μια γνωμάτευση κατά παραγγελία, ό,τι του ζητηθεί, εντός εισαγωγικών «τεκμηριωμένη νομικά», να είναι πρόθυμος να φτιάξει οποιαδήποτε απίστευτη θεολογική πατέντα για να δικαιολογηθούν πράγματα τα οποία απλούστατα δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν στην Εκκλησία.
Έτσι, από ό,τι έχει πει ο Χριστός, ας πούμε. Από την ίδια την άρνηση της κυριότητας του Χριστού μέχρι τη λατρεία του μαμωνά, μέχρι οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να βρεθούν, και γίνονται αδιάκοπα, απίστευτες θεολογικές πατέντες, ώστε να φανεί κάτι ότι είναι παραδοσιακό ή ότι είναι έγκυρο, μόνο και μόνο επειδή είναι παλαιό.
Αλλά τι έχουν πει οι άγιοι για την παλαιότητα; Χρονία πλάνη. Μπορεί να είναι χρονία πλάνη η παλαιότητα.
π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Την εποχή των μαρτυρίων, ας πούμε, ακόμα. Πριν να τελειώσουν τα μαρτύρια, ο άγιος Κυπριανός έλεγε ότι η επίκληση της αρχαιότητας ως τεκμηρίου αληθείας δεν είναι πάντοτε σαφής ούτε πραγματική, γιατί μπορεί να είναι απλώς χρονία πλάνη. Να είναι χρονία πλάνη.
Τώρα, εκείνο που έχει αξία και σημασία, νομίζω, σε όλα αυτά είναι ότι δεν μπορεί να κάθεται… Καθετί το οποίο κανείς δεν θέλει να δει θα γίνει μια φωλιά για να γεννηθούν καταστάσεις άρρωστες. Βασικό θέμα και αρχή της Εκκλησίας είναι ότι θα πρέπει να δει τα θέματα, τις πληγές της, κατάματα.
Αυτό που είπες πριν λίγο, Πέτρε: βλέπεις κάποιον άλλο που κάνει άλλα κ.λπ. Το πρόβλημα μπαίνει ότι αυτού του είδους οι ενέργειες δημιουργούν σύγχυση κριτηρίων, σύγχυση διδασκαλίας και, από εκεί και μετά, μπορεί να γεννηθούν άπειρα τερατογεννήματα. Άμα κανείς την αγάπη για τον άνθρωπο την κάνει αφορμή για δική του προβολή — πόσα πιάτα μοιράζω —, άμα βγαίνω στην τηλεόραση να μοιράσω τα πιάτα που παίρνουν οι άνθρωποι για να βοηθηθούν στη συνθήκη ανάγκης που έχουν, τότε δεν τους αγαπάω. Τους έχω εφαλτήριο για να πατήσω πάνω τους, να φανώ περισσότερο απ’ ό,τι μπορεί να με βλέπει ένας άνθρωπος.
Αυτό δεν μπορεί να είναι αποδεκτό τη στιγμή που ο Κύριος της Εκκλησίας λέει σε εμένα, στον Θανάση, σε όλους τους παπάδες: «Το δεξί σου χέρι να μην ξέρει τι κάνει το αριστερό σου». Η ποιότητα των πραγμάτων χάνεται όταν γίνει δημόσιο θέαμα. Οι Εβραίοι, για να δείξουν διδασκαλία και τα λοιπά στον λαό, οι διδάσκαλοι του νόμου, προσευχόντουσαν στις πλατείες, προσευχόντουσαν στη γωνία του ναού, και ο Χριστός τους κοροϊδεύει.
Λέει: υπάρχουν πράγματα τα οποία, όταν γίνουν δημόσιο θέαμα, εξαφανίζονται ή αρρωσταίνουν, ακόμα χειρότερα. Γιατί, αν επαναληφθούν και κάποιος το θεωρήσει αυτό τρόπο, από εκεί και μετά αλλοιώθηκαν τα κριτήρια. Και δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερος και φοβερότερος κίνδυνος από αυτό: να αλλοιωθούν τα κριτήρια και τα κριτήρια της Εκκλησίας να γίνουν ισχύς, όποιας μορφής — πολιτική, οικονομική, οποιαδήποτε —, άγνοια Αυτού ο οποίος ταπεινώθηκε έως εσχάτου, φόβος για μια τέτοιου είδους ταπείνωση. Και, από εκεί και μετά, όλοι αυτοί οι ψευδείς ή πραγματικοί ψυχολογικοί φόβοι να είναι κριτήρια για ενέργειες μιας Εκκλησίας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο: «Οι πύλες του Άδη δεν θα κατισχύσουν της Εκκλησίας του Χριστού». Αυτό είναι μια έκφραση την οποία την κάνουμε λάστιχο πολλές φορές.
Δεν θα κατισχύσουν οι πύλες του Άδη του μυστηρίου της Εκκλησίας του Χριστού. Όχι των τοπικών Εκκλησιών. Ένα σωρό τοπικές Εκκλησίες έχουν εξαφανιστεί. Χαθήκανε. Δεν υπάρχουν. Αλλού είναι το κριτήριο.
Είναι στο πόσο προσπαθώ να σαρκώσω ειλικρινά, με αυθεντικότητα, το «όπως Εκείνος τη θέλει», όχι όπως εγώ τη στρεβλώνω ή τη διαστρέφω. Το κακό είναι πάντοτε μια υπόθεση πολύ σκληρή και δύσκολη. Ένα μοτίβο του κακού από τα πιο επικίνδυνα είναι η μεταμφίεση.
Όταν φοράει ένα ρούχο το οποίο καλύπτει με «ευπρέπεια», εντός εισαγωγικών. Γι’ αυτό ο μοραλισμός ή η ηθική συμπεριφορά δεν ήταν ποτέ κάτι υγιές. Δεν άλλαζε τους ανθρώπους. Τους προσάρμοζε στη λογική μιας στρατιωτικής ή μιας προσκοπικής συμμόρφωσης, χωρίς η καρδιά να αλλάζει. Και το ζητούμενο μέσα στην Εκκλησία είναι να αλλάξει η καρδιά.
Λέει κάποιος μια ωραία παρατήρηση. Θα τη διαβάσω όπως τη λέει: «Ένα από τα πιθανότερα μέρη για να βρει κανείς μεταμφιεσμένους ανθρώπους είναι μέσα στην Εκκλησία. Ελκόμαστε όλοι προς την ευλάβεια για την κάλυψη και τη μεταμφίεση που μπορεί να μας προσφέρει».
Αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο θέμα. Και, ατυχώς, πολλές φορές ευχαρίστως υποχωρούμε, γιατί η αγωνία της εικόνας είναι πολύ μεγάλη και βαθιά αγωνία ανθρώπινη: [τι εικόνα] έχει ο Θανάσης από αυτό που βλέπει από μένα;
Ενώ το πρόβλημα δεν είναι να με αποδέχεται από αυτά που βλέπει, αλλά από αυτά που είμαι. Πάρα πολλοί άνθρωποι πλέον βασανιζόμαστε όλοι ανάμεσα στη διαφήμιση και στην εικόνα. Και στήνουμε έναν κόσμο πάνω σε αυτά τα δύο πόδια.
Και από πίσω είναι ένα χαοτικό κενό, το οποίο και ψυχολογικά και πνευματικά μπάζει από παντού. Κι αν η Εκκλησία μπει σε αυτό το τρυπάκι και οι χριστιανοί δεν το έχουν κατανοήσει αυτό, ότι είναι ο κίνδυνος που αφορά εμένα, τον οποιονδήποτε, από τον Πατριάρχη μέχρι αυτόν που βαφτίστηκε σήμερα, από εκεί και μετά έχουμε μπερδευτεί.
Θα ψάξουμε να βρούμε ένα θεσμικό κάλυμμα για να κρύψουμε από πίσω του τη γύμνια μας. Και το παραμύθι είναι κλασικό: ο βασιλιάς είναι γυμνός. Όποιος βλέπει, βλέπει τον γυμνό βασιλιά. Όποιοι δεν βλέπουν θα τον χειροκροτάνε τον βασιλιά.

Θανάσης Παπαθανασίου
: Ξέρετε, είναι μερικές φορές μία επικέντρωση, ας το πούμε, στη φράση «η αλήθεια του Χριστού». Δηλαδή, βρισκόμαστε σε μια φάση… Αν προσέξει κανείς και τη διαδρομή από τη δεκαετία του ’60, όπου υπήρξε μια σπουδαία θεολογική ανανέωση και αναγέννηση, στο μεσοδιάστημα [προέκυψαν] υπέροχες διατυπώσεις, γεμάτες νόημα, που παρέπεμπαν σε πράγματα, σε εμπράγματη ζωή.
Στη συνέχεια, εύκολα λεηλατήθηκαν σε επίπεδο λόγου. Δηλαδή, είναι εύκολο μια φράση που έχει νόημα να την κρατήσει κανείς ως φανταχτερή, που δεν θα παραπέμπει πουθενά. Και μπαίνει το θέμα, λοιπόν, της χρήσης των διαφόρων διακηρύξεων, εννοιών και τα λοιπά, και της ανταπόκρισής τους με περιεχόμενο.
Λοιπόν, γίνεται συχνά ένα κλίμα, ας το πούμε, πολεμικό και τα λοιπά, με τη δήλωση για την αλήθεια του Χριστού, που είναι πολύτιμο πράγμα. Έτσι; Γιατί κάθε βαπτισμένος θα αναγνωρίσει τον Χριστό ως την αλήθεια. Είναι πολύτιμο· μιλώ για τη ρητορική.
Ένας λόγος περί αληθείας, ο οποίος διατυπώνεται με τρόπο άσχετο προς τον τρόπο του Χριστού, κάνει αυτή την αλήθεια του Χριστού να μην είναι του Χριστού. Να είναι ένα πολεμικό όργανο, να είναι μια σφαίρα που την πετάς στον άλλον. Έτσι; Που, από μόνο του, αυτό λέει [μεν] για τον Χριστό, λέει σωστά πράγματα.
Ο τρόπος του Χριστού, η κένωση του Χριστού, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Χωρίς αυτήν παύει· μένει ένα κουφάρι, μια σκέτη ταμπέλα. Και εκεί μπερδευόμαστε όλοι, μπερδευόμαστε πάρα πολύ.
Εδώ, λοιπόν, πώς θα υπάρξει ένας λόγος, δηλαδή μια παρουσία με παρρησία; Δεν κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το είπαμε: την πληγή πρέπει να την πούμε πληγή.
Και να πούμε ότι όχι, δεν μας αξίζει η πληγή, δηλαδή. Θα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με αυτήν. Ούτε θα το βάλουμε στα πόδια ούτε οτιδήποτε άλλο.

Θανάσης Παπαθανασίου
: Παρουσία. Αλλά αυτή η παρουσία, όπως λέει στο Ευαγγέλιο, «ειπέ τη Εκκλησία». Την οφείλουμε αυτή την παρουσία, και όσοι ενοχλούνται από αυτή την παρουσία θα πρέπει να το ξανασκεφτούν.
Να το ξανακοιτάξουν γιατί ενοχλούνται. Εδώ αυτό έχει διαφορά από εκείνον τον λόγο, αυτό το «εγώ και οι άλλοι» και τα λοιπά που λέγαμε προηγουμένως, ο οποίος μπορεί να έχει μέσα κάτι αστείες δηλώσεις στο στιλ «Τον τάδε τον αγαπάμε, βεβαίως, αλλά…». Και από το «αλλά» και μετά αρχίζει, ας το πούμε, μία δολοφονία, στην κυριολεξία. Αυτό είναι το ένα χαρακτηριστικό. Δηλαδή, είναι κάτι το οποίο δεν αφήνει ανάσα αναμέτρησης — εγώ δεν θα έλεγα κατευθείαν συμφωνίας, αλλά αναμέτρησης αδερφικής — μεταξύ Πέτρου και Παύλου.
Δεν το αφήνει αυτό, κόβει. Ένα άλλο σύμπτωμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα άλλο σύμπτωμα είναι στη ρητορική αυτή η δημιουργία συνειρμών. Δηλαδή, βλέπεις έναν λόγο να διατυπώνεται, ο οποίος κάνει νοητικά άλματα, μιλάει με τον εαυτό του μόνο και λέει «είναι το τάδε, άρα το τάδε, άρα το τάδε, άρα το τάδε» και βγάζει, ας το πούμε, ότι αυτό το ποτήρι, για παράδειγμα, στο τέλος θα πω ότι είναι γάτα.
Κάποτε θυμάμαι στη «Σύναξη», στο περιοδικό, που θέταμε θέματα λειτουργικής ανανέωσης επί τη βάσει των κριτηρίων της Εκκλησίας, έτσι, και του Ευαγγελίου, ένας άνθρωπος αξιοπρεπής, τέλος πάντων, πνευματικός κ.λπ., θυμάμαι ότι μας είχε κατηγορήσει — πριν από χρόνια αυτό, και έχουν αλλάξει μερικά πράγματα — ότι το να ζητάμε το στοιχειώδες, για παράδειγμα το «Πάτερ ημών» να το λέμε όλοι μαζί, είναι νεοεποχίτικης έμπνευσης. Διότι αυτομάτως μαζοποιεί το ακροατήριο. Και στη συνέχεια, μετά από αυτή τη δήλωση, ακολουθούσαν άλλες πέντε σελίδες συνειρμών δικών του, για να δείξει πόσο κακό είναι η Νέα Εποχή.
Τι βοηθάει τη συζήτηση εδώ, για παράδειγμα; Ένα κλικ θέλει ο κριτικός λόγος να γίνει αυτοαναφορικός. Είπα προηγουμένως για Πέτρο και Παύλο. Αυτό το πράγμα, στις Πράξεις των Αποστόλων και σε επιστολές του Παύλου που υπάρχει, πρέπει να προσεχθεί. Ένας θησαυρός.
Αυτή η διαφωνία, η σύγκρουση, το θάρρος, ιδίως του Παύλου, να του πει: «Κάτσε μια στιγμούλα, κάτσε μια στιγμούλα. Εδώ έχουμε δει μερικά πράγματα».

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος [πιθανώς]: Κατά πρόσωπο.

Θανάσης Παπαθανασίου: Κατά πρόσωπο, ακριβώς. «Είχαμε δει μερικά πράγματα. Συμφωνείς κι εσύ σε μερικά πράγματα. Γιατί κάνεις πίσω; Ποιοι σε τρομοκράτησαν;». Και λέει: σε τρομοκράτησαν αυτοί που, στο όνομα της — με μικρό όμικρον — «ορθοδοξίας», χώνονται ανάμεσά μας και μας κατασκοπεύουν, ώστε να μας στερήσουν την ελευθερία που μας χάρισε ο Θεός.
Αυτό το πράγμα δεν είναι παλικαριά. Αυτό είναι ακριβώς αφυδάτωση της Εκκλησίας, νέκρωση της Εκκλησίας: ο τρόμος ή το μίσος απέναντι σε αυτή την παρρησία, η οποία, επαναλαμβάνω, όχι αυτοαναφορικά και ναρκισσιστικά, αλλά να παραπέμπει στην ίδια την Εκκλησία.
Αν, δηλαδή, για παράδειγμα, στο σπίτι μας μπάζουν τα κεραμίδια, μας νοιάζει να μην μπάζουν τα κεραμίδια. Έτσι; Δεν θέλω να…

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Και στο χωρίο λέει: «Οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών ην έχομεν εν Χριστώ».

Πέτρος Παναγιωτόπουλος: Πατέρα Θεοδόσιε, σε αυτά που λέει ο Θανάσης, πού θα εντοπίζατε το βασικότερο ζήτημα; Είναι αναντιστοιχία λόγου και πράξης; Είναι απροθυμία ουσιαστικής κοινωνίας; Είναι απροθυμία ανάληψης προσωπικού κόστους, προσωπικής ευθύνης για τα πράγματα; Όλα αυτά; Κάτι άλλο;

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος: Η αναντιστοιχία είναι, σε έναν βαθμό, ένα γεγονός που το βιώνουμε όλοι μας κάθε μέρα. Αυτό που και ο Απόστολος Παύλος το είπε, λέγοντας ότι «αυτό που δεν θέλω κάνω», αυτό είναι μια αναντιστοιχία. Είναι μικρότερο αυτό.
Το χειρότερο είναι η στρέβλωση της αληθείας και το γεγονός ότι… Να κάνεις το μαύρο άσπρο και τον μείζονα λόγο ελάσσονα και να μπαίνεις σε μία λογική… Δεν ξέρω αν έχετε δει την ταινία «Χαρούμενα Χριστούγεννα», που περιγράφει εκεί έναν παπά στα χαρακώματα, δίπλα από τον ποταμό Σομ εκεί και τα λοιπά, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που κατάφερε να γιορτάσουν μαζί οι αντίπαλοι τα Χριστούγεννα.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος [πιθανώς]: Οι Γερμανοί με τους Άγγλους, τους Γάλλους.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος:
Ναι, να γιορτάσουν μαζί. Αυτό μαθεύτηκε και πήγε ο δεσπότης. Ο δεσπότης τον επιτίμησε και τον έδιωξε από εκεί και τα λοιπά, λέγοντάς του το φρικαλέο: «Δεν είπε ο Χριστός “Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη αλλά μάχαιρα”;». Δηλαδή, καθιέρωνε τον πόλεμο, διαστρέφοντας τελείως τον Χριστό.
Μετά μπαίνουμε στη λογική που έλεγε ο δικός μας, [λόγω Πρεβέζης] — τριάντα μέρες εκεί στην Πρέβεζα ο άνθρωπος —, ο Καρυωτάκης, που λέει: «“Υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “Δεν υπάρχεις!”».
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος εξαφανίζεται, γιατί δεν έχει την ποιότητα που απαιτεί η θέση. Ο χριστιανός, όμως, από κάτω το βλέπει. Είπα αυτό και πριν: ο βασιλιάς είναι γυμνός.
Εκεί θα πρέπει να ξεκαθαρίσει κανείς ότι το «ειπέ τη Εκκλησία» είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο, γιατί το «ειπέ τη Εκκλησία» είναι η παρουσίαση των κριτηρίων. Σε αυτόν τον άνθρωπο δεν έχουμε επί προσωπικού αντίρρηση. Επί της αλλοιώσεως έχουμε αντίρρηση.
Όταν αλλοιώνει την πίστη, την αλήθεια — γιατί η πίστη και η αλήθεια ταυτίζονται —, από εκεί και μετά κάνει τη δουλειά του αντιπάλου, όχι του Χριστού. Κάνει του εχθρού του Χριστού τη δουλειά. Και έστω κι αν είναι καθωσπρέπει και είναι όλα σχηματικά εν τάξει, που λέγανε οι παλιότεροι.

Πέτρος Παναγιωτόπουλος:
Θανάση, εσύ πού θα έβλεπες την παθογένεια αυτής της διφορούμενης, της διπλοειδούς στάσης;

Θανάσης Παπαθανασίου
: Είναι πολλά, αλλά νομίζω ότι παίζει ιδιαίτερο ρόλο η περί παλαιότητας, που λέγαμε προηγουμένως, αντίληψη. Καθετί παλαιό, ας το πούμε, είναι [θεϊκό] κ.λπ.

Συνεχίζεται
ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΛΟΙΠΟΝ:
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Η σωτηρία της ψυχής

  


Ποιός είναι ο σκοπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Ποιος είναι ό καρπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Επομένως, δεν προσκολλώμεθα στην πίστη για την πίστη, αλλά για τη σωτηρία των ψυχών μας. Κανείς δεν ταξιδεύει χάριν του δρόμου, αλλά επειδή κάποιος ή κάτι τον περιμένει στην άλλη άκρη του δρόμου. Κανείς δεν πετάει ένα σχοινί στο νερό, μέσα στο οποίο κάποιος πνίγεται, χάριν του σχοινιού αλλά χάριν εκείνου ο οποίος πνίγεται. Ο Θεός μας έδωσε την πίστη σαν ένα δρόμο, στο τέλος του οποίου οι ταξιδιώτες θα λάβουν τη σωτηρία των ψυχών τους. Ο Θεός εξέτεινε την πίστη σαν ένα σχοινί σ’ εμάς, οι οποίοι πνιγόμαστε στα μαύρα νερά της αμαρτίας, της άγνοιας και των παθών, ώστε με τη βοήθεια της πίστεως να σώσουμε τις ζωές μας.

Αυτός είναι ο σκοπός της πίστεως. Όποιος γνωρίζει την αξία της ανθρώπινης ψυχής, πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε πιο απαραίτητο ή πιο ωφέλιμο από την πίστη. Ένας έμπορος που μεταφέρει πολύτιμους λίθους σ’ ένα πήλινο σκεύος, συντηρεί επιμελώς το σκεύος και το διαφυλάσσει, το κρύβει και το επιτηρεί. Μήπως ο έμπορος μεριμνά και επιβλέπει με τόση φροντίδα το σκεύος, χάριν του σκεύους; Όχι, φροντίζει για τους πολύτιμους λίθους που αυτό περιέχει.
Όλος ο επίγειος βίος μας είναι σαν ένα πήλινο σκεύος στο οποίο κρύβεται ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός είναι η ψυχή μας! Ένα σκεύος είναι κάτι ευτελές, αλλά ένας θησαυρός είναι πολύτιμος. Πρέπει να έχει κανείς πίστη, πρώτον στην ανθρώπινη ψυχή· δεύτερον, στη μέλλουσα λάμψη και ένδοξη ζωή της ψυχής στη Βασι­λεία του Θεού· τρίτον στον Ζωντανό Θεό που προσκαρτερεί την επιστροφή της ψυχής, την οποία Εκείνος μάς έδωσε· τέταρτον, στην πιθανότητα μία ψυχή να χαθεί στη δίνη αυτού του κόσμου. Όποιος έχει πίστη στα τέσσερα αυτά στοιχεία θα γνωρίζει πώς να προστατεύσει την ψυχή του κι επιπλέον θα γνωρίζει ότι η σωτηρία της ψυχής του είναι το τέλος του δρόμου του – ο σκοπός της πίστεώς του, ο καρπός της ζωής του, ο σκοπός της υπάρξεώς του επάνω στη γη, και η δικαί­ωση όλων των βασάνων του.

Πιστεύουμε χάριν της σωτηρίας των ψυχών ημών. Όποιος έχει αληθινή πίστη πρέπει να γνωρίζει πως η πίστη υπάρχει χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Όποιος νομίζει πως η πίστη εξυπηρετεί άλλον σκοπό, διαφορετικό από τη σωτηρία, αυτός δεν έχει αληθινή, πίστη – ούτε γνωρίζει την αξία της ψυχής του.

Ω Πανθαύμαστε Κύριε Ιησού, Συ ο Οποίος μας έδωσες τη φωτοφόρο και νικηφόρο Πίστη: δυνάμωσε και διατήρησέ την μέσα μας, ώστε να αξιωθούμε ανεπαισχύντως να στα­θούμε προ της Κρίσεώς σου, με τις ψυχές μας αγνές και λαμπροφόρες.

Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 44-46)

ΠΕΡΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ

Όσιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς

                                                           

Στη δημιουργία του κόσμου ο Θεός είπε: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν.1, 26). Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο εκδηλώνεται στις νοητικές του ικανότητες, στην εξουσία του πάνω στη φύση, στην ισχύ του, στην δυνατότητά του να δημιουργεί. Η ομοίωση του Θεού εκφράζεται με τις ηθικές του τελειότητες, τις πνευματικές του αναζητήσεις, τη δυνατότητα να φτάσει στην αγιότητα.

Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.


Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.

Για να επιστραφεί στον άνθρωπο η πρωτόπλαστη εγγύτητα στον Θεό, κατέβηκε στη γη και ενσαρκώθηκε ο Υιός του Θεού. Έλαβε πάνω Του όλη την ανθρώπινη φύση, έγινε σε όλα άνθρωπος, εκτός της αμαρτίας. Ήρθε για να ανακτήσει το δημιουργηθέν κατ΄ εικόνα του Θεού κάλλος μας. Ναι μεν, ο Θεός δημιούργησε κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσή Του τον άνθρωπο, που μέχρι τότε δεν υπήρχε, και ναι μεν, ο άνθρωπος δεν συμμετείχε με κανένα τρόπο στη δημιουργία του, όμως, για την ανάκτηση της πρώτης εικόνας απαιτείται η συμμετοχή και του ίδιου του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να τείνει προς την τελειότητα, έτσι ώστε με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού να την αποκτήσει. Ο Κύριος έδειξε, με τη διδασκαλία Του, το δρόμο προς την τελειότητα. Με το παράδειγμά Του το έδειξε. Αυτός είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης, της αυταπάρνησης, της ετοιμότητας για να αποβάλει κάποιος κάθε τι το αμαρτωλό. Η αμαρτία μπήκε πολύ βαθιά στην ανθρώπινη φύση, σαν να έγινε ένα με αυτήν. Ο άνθρωπος γεννιέται με τους βλαστούς της αμαρτίας και η απελευθέρωσή του από αυτήν είναι κάτι σαν πάλη με τον εαυτό του. Γι΄ αυτό, αυτή η πάλη είναι βασανιστική. Όμως, είναι αναγκαία για να πλησιάσουμε στον Θεό. Ο Χριστός εἶπε: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μτ 16, 24). Ο Σταυρός που πρέπει να πάρει κανείς είναι ακριβώς αυτή η πάλη με τις αδυναμίες, τα κακά και την αμαρτία μας.

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

“Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."


Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980
Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.
Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.
Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

ΣΤΗΝ ΖΩΗ Ή ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΞΕΚΙΝΗΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ.ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ. 
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΙΑ ΑΙΩΝΕΣ ΚΡΑΤΗΣΑΝ ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΕΚΛΕΙΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΓΝΩΡΙΣΑΝ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
ΝΙΚΗΘΗΚΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ;
 ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΝ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ. ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ.

Για να το πούμε απλά

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 

 500εκ. Ευρωπαίοι περιμένουν 300εκ. Αμερικανούς να τους προστατεύσουν από 120εκ. Ρώσους που δεν μπορούν να νικήσουν 40εκ. Ουκρανούς ενώ δεν αντιλαμβάνονται ότι κατακτώνται από 2 δις Μουσουλμάνους που ισχυρίζονται ότι διώκονται απο 9εκ. Ισραηλινούς

Τι συμβαίνει στην Ευρώπη;

Antonio Catalano - 01/11/2026

Τι συμβαίνει στην Ευρώπη;


Πηγή: Αντόνιο Καταλάνο

Διαβάστε προσεκτικά αυτά τα λόγια, που αναφέρονται στο τελευταίο βιβλίο του Bruno Vespa, «Ιστορία της Δεύτερης Δημοκρατίας». Είναι από τον πρώην Υπουργό Άμυνας του Δημοκρατικού Κόμματος, νυν πρόεδρο του COPASIR καθώς και μέλος του Κοινοβουλίου, που εκπροσωπεί επίσης το Δημοκρατικό Κόμμα. Είναι από τον Lorenzo Guerini. «Αν κληθούμε στην κυβέρνηση, θα πρέπει να συμβάλουμε πιο σημαντικά στην στρατιωτική βοήθεια της Ουκρανίας από ό,τι η κυβέρνηση Meloni, η οποία για ένα χρόνο, ξεκινώντας από τον Νοέμβριο του 2025, δεν έστειλε τίποτα στον Volodymyr Zelensky. Θα ήθελα να επισημάνω ότι η δεύτερη κυβέρνηση Conte, στην οποία ήμουν Υπουργός Άμυνας, κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στις στρατιωτικές δαπάνες τα τελευταία χρόνια».
Απλώς για να σας δώσω μια ιδέα για το μέγεθος της δημαγωγίας που χρησιμοποιεί το ευρύ στρατόπεδο για να πουλήσει μια αυτοεικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ένα ευρύ στρατόπεδο που παρουσιάζεται στους δρόμους ως αντίπαλος του πολέμου, αλλά που στην πραγματικότητα πάντα εργαζόταν για την αύξηση της ευρωπαϊκής υποστήριξης προς την Ουκρανία του Zelensky.
Μια πολιτική υποκρισία που επιχειρεί να κρύψει την πραγματική της φύση στολιζόμενη με παλαιστινιακές σημαίες και κασκόλ, όπως έκανε πρόσφατα ο νέος γραμματέας του συνδικάτου Fiom-Cgil, Samuele Lodi. Με τον πρώην πρωθυπουργό Giuseppe Conte, ο οποίος ξεδιάντροπα αυτοαποκαλείται υπέρμαχος της ειρήνης, υποστηριζόμενος από τους φίλους του Bonelli και Fratoianni.
Καταλαβαίνω ότι πολλοί έλκονται συναισθηματικά από το κίνημα που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή στους δρόμους, βλέποντάς το ως μια αναζωπύρωση και αναζωογόνηση ενός μαζικού κινήματος, αλλά το να μην βλέπουν ότι αυτό το κίνημα είναι βαθιά ριζωμένο στην πολιτική συνιστώσα που, ουσιαστικά, υποστηρίζει την ΕΕ, με όλη την λιτότητα και την αυστηρότητά της, αλλά πάνω απ' όλα, τις πολεμοχαρείς πολιτικές της, δεν είναι μόνο αφελές, αλλά και αμαρτία.
Ας το κρατήσουμε απλό. Η δεξιά, ενώ είναι οργανικά αφοσιωμένη σε φιλοευρωπαϊκές πολιτικές (που υπαγορεύονται, ας μην ξεχνάμε ποτέ, από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, το οποίο έχει το κύριο προπύργιό του στην Ευρώπη) και ως εκ τούτου ανίκανη να απελευθερωθεί από τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς, αν μη τι άλλο προσπαθώντας να διαπραγματευτεί περιθώρια υπέρβασης, δεν είναι τόσο αφοσιωμένη όσο η αριστερά. Η αριστερά, ωστόσο, είναι φιλοευρωπαϊκή στον πυρήνα της. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν θα ακούσετε ποτέ πολιτικούς από το ευρύ φάσμα, από τον Μπονέλι μέχρι τον Σλάιν, να μιλούν κατά της ΕΕ και των αντιλαϊκών πολιτικών της. Πράγματι, για αυτούς, η ΕΕ αντιπροσωπεύει έναν φάρο. Εν τω μεταξύ, όσο καθοριστική κι αν είναι, τα δεξιά κόμματα (εκτός από τη Φόρτσα Ιτάλια) υποφέρουν από σοβαρούς πόνους στο στομάχι. (Για τους ηλίθιους εκεί έξω: Δεν υποστηρίζω τη δεξιά, απλώς περιγράφω την κατάσταση.)
Σκεφτείτε πώς κανείς στο ευρύτερο πολιτικό φάσμα δεν εγείρει δημοκρατικό συναγερμό για όσα συνέβησαν χθες στην Πολωνία, όπου υπήρξε μια ολοκληρωτική απόπειρα πραξικοπήματος με εντολή των Βρυξελλών. Ο Ντόναλντ Τουσκ (πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΕ και νυν Πρωθυπουργός της Πολωνίας) περικύκλωσε το Συνταγματικό Δικαστήριο από την αστυνομία επειδή υποστηρίζει την υπεροχή του πολωνικού Συντάγματος έναντι του δικαίου της ΕΕ. Παραμένουν σιωπηλοί ή τουλάχιστον προσπαθούν να υποβαθμίσουν το περιστατικό ισχυριζόμενοι ότι ήταν απλώς μια παρέμβαση που στόχευε στην επιβεβαίωση της νομιμότητας που επιθυμεί η ΕΕ.

Έτσι, επιστρέφοντας στο προηγούμενο σημείο, η ΕΕ ευνοεί τις πολιτικές ομάδες που ευθυγραμμίζονται καλύτερα με τις οδηγίες της, και φυσικά. Αυτές οι ομάδες, περιττό να πούμε, αποτελούν μέρος και συνδέονται με το ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτικό φάσμα, που γενικά θεωρείται αριστερό. Και για να το κάνουν αυτό, δεν διστάζουν να υποστηρίξουν και να τροφοδοτήσουν τη (νόμιμη) δυσαρέσκεια που εξαπλώνεται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, προκειμένου να ενισχύσουν τη συναίνεση (λάβετε υπόψη ότι το επόμενο έτος θα δούμε αποφασιστικές πολιτικές εκλογές) προς πιο σταθερά φιλοευρωπαϊκούς συνασπισμούς.
Επομένως, το να μην κατανοεί κανείς τι διακυβεύεται και να εντυπωσιάζεται από τις διαδηλώσεις στις οποίες η αριστερά, στα διάφορα παρακλάδια της, προσπαθεί να διοχετεύσει τη δυσαρέσκεια «εναντίον της Μελόνι και της απαίσιας δεξιάς κυβέρνησής της», δεν είναι μόνο αφελές αλλά και συνένοχο σε αυτή τη μεγάλη επιχείρηση που διαδραματίζεται σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο κυρίαρχος τύπος δείχνει συμπάθεια και κατανόηση, ακόμη και για τις πιο «έντονες» διαδηλώσεις στους δρόμους.
Όταν έγραψα ότι το χέρι της Ανοιχτής Κοινωνίας του Σόρος ήταν πίσω από τις γαλλικές διαδηλώσεις, κάποιοι με μια κάποια ακαδημαϊκή συγκατάβαση το απέρριψαν με χλευασμό, ισχυριζόμενοι μάλιστα ότι οργανώθηκαν από τον Σόρος. Κατά τη γνώμη μου, απλώς είπα ότι υπάρχουν «ανθρωπιστικές» οργανώσεις που, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, υποστηρίζουν οικονομικά αυτά τα κινήματα.

Η πολιτική ουσία έγκειται σε μια συγκεκριμένη αφέλεια (θυμηθείτε, στην πολιτική, η αφέλεια είναι αμαρτία) που επιτρέπει στον εαυτό της να θαμπώνεται από τον θόρυβο των διαδηλώσεων στους δρόμους... που φέρνουν αναμνήσεις από την «ένδοξη» νεότητά κάποιου. Τα κινήματα είναι πάντα αυθόρμητα και μόνο μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την (πλειοψηφική, αλλά μη αντιληπτή) εξωτερική επιρροή σε αυτές τις διαμαρτυρίες στους δρόμους. Και είναι μια επιρροή που έχει τις ρίζες της σε αυτόν τον παγκοσμιοποιημένο ευρωπαϊσμό, του οποίου οι αριστερές ομάδες αποτελούν την καλύτερη ενσάρκωση.
Υπάρχει ένα δίκτυο «ενεργούς» δημοσιογραφίας που «δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε θέματα όπως κοινωνικά ζητήματα, η κλιματική κρίση, η αναζήτηση ταυτότητας και οι ιστορίες εξορίας, το μέλλον των δημοκρατιών μας. Αυτά τα ζητήματα ζωντανεύουν την ήπειρό μας και μας αφορούν όλους». Αυτά τα λόγια είναι γραμμένα στον ιστότοπο του «Sphera Network», ενός ευρωπαϊκού δικτύου «ανεξάρτητων» μέσων ενημέρωσης που προωθούν «διασυνοριακή, ανθρώπινη και κοινωνικά ενεργή δημοσιογραφία μέσω βιντεοσκοπημένων ρεπορτάζ, ενημερωτικών δελτίων, podcast και περιεχομένου κοινωνικών μέσων».
Η πτυχή που με ενδιαφέρει να επισημάνω εδώ είναι ότι αυτό το δίκτυο λαμβάνει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ο ίδιος ο ιστότοπος της Sphera το δηλώνει αυτό ειλικρινά στην ενότητα που είναι αφιερωμένη στη «Διαφανή Χρηματοδότηση». Διαβάζουμε ότι η Sphera υπάρχει κυρίως χάρη στη Γενική Διεύθυνση Connect της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη και εφαρμογή πολιτικών που σχετίζονται με την ψηφιακή ενιαία αγορά, την κυβερνοασφάλεια και την τεχνολογική καινοτομία. Η Sphera το λέει ευθέως. «Η Γενική Διεύθυνση Connect μας προσφέρει μια υπέροχη ευκαιρία να δοκιμάσουμε και να πειραματιστούμε με το δίκτυο Sphera ξεκινώντας από το 2021».
Η Margrethe Vestager, τότε Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το εξήγησε αυτό στα τέλη του 2024. «Το δίκτυο Sphera συγκεντρώνει δέκα εταίρους από όλη την Ευρώπη... Μια νέα διαδικτυακή προσφορά μέσων ενημέρωσης για νέους Ευρωπαίους που στοχεύει να φέρει την ΕΕ πιο κοντά στους νέους... Από την έναρξη του έργου το 2021, το συνολικό ποσό της συγχρηματοδότησης της ΕΕ έχει ανέλθει σε 3,9 εκατομμύρια ευρώ». Στη συνέχεια φτάσαμε τα 5,5 εκατομμύρια ευρώ.
Το να αγνοούμε το τεράστιο έργο που κάνει η ΕΕ (και διάφορες «ανθρωπιστικές» ΜΚΟ, που εξακολουθούν να είναι δεμένες με τον ζυγό της ΕΕ) μεταξύ των νέων για την επιβεβαίωση και την εδραίωση φιλοευρωπαϊκών και φιλοπαγκοσμιοποιητικών πεποιθήσεων δεν είναι μόνο εξαιρετικά αφελές, αλλά γίνεται και αμαρτία όταν αυτή η αφέλεια μεταμφιέζεται σε πολιτική δέσμευση.

Η εμμονική χρήση της παλαιστινιακής σημαίας δεν πρέπει να παραπλανά. Δεν πρόκειται για το να φέρουμε τις νεότερες γενιές πιο κοντά στον δίκαιο «κυρίαρχο» σκοπό της αυτοδιάθεσης, ενός λαού που θυσιάστηκε από μια γεωπολιτική διχοτόμηση που έχει τις ρίζες της στο αποτέλεσμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η παλαιστινιακή σημαία (δυστυχώς) έχει γίνει πρόσχημα για την άρνηση κάθε ευκαιρίας για εθνική ταυτότητα, συνδεδεμένη τεχνηέντως με την εθνικιστική και φασιστική δεξιά. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να πούμε ότι η παλαιστινιακή σημαία γίνεται συμβολικό όργανο φιλοευρωπαϊκού παγκοσμιοποίησης.

Το μέλλον στο παγκάκι


Ζούμε σε δύσκολους καιρούς, αλλά πάνω απ' όλα, σε καιρούς που προκαλούν σύγχυση, όπου το νήμα της Αριάδνης -για να ξεφύγει από τον Μινώταυρο που βρυχάται με το σώμα του Έπσταϊν και το κεφάλι της Γουόλ Στριτ- έχει χαθεί από κάθε ανοιχτή τηλεόραση, από κάθε τυπογραφείο, από κάθε πράξη κυβερνήσεων που υπόκεινται σε οικονομικό και μερικές φορές ακόμη και προσωπικό εκβιασμό. Τα παραδείγματα είναι καθημερινά, κι όμως ο λαβύρινθος των ψευδών εννοιών, των διαστρεβλωμένων ιδεολογιών και των αναληθών λέξεων χρησιμεύει ακριβώς για να μας μπερδεύει και να μας εμποδίζει να δούμε το τέρας στον πάτο της σπηλιάς των καιρών που προσποιούνται ότι είναι σύγχρονοι, αλλά μας βυθίζουν όλο και πιο βαθιά στη βαρβαρότητα μιας τεχνοκρατίας ως αυτοσκοπό. Και μερικές φορές είναι ακριβώς τα φροϋδικά ολισθήματα της κοινωνίας που αποκαλύπτουν τον παραλογισμό πιο καθαρά από τα μεγάλα γεγονότα. Τι, για παράδειγμα, είναι απλούστερο από ένα παγκάκι; Υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια, αποτελούσαν πάντα μέρος αστικών τοπίων σε διάφορες μορφές και λειτουργίες, ζωγραφισμένα από τους Μανέ, Βαν Γκογκ και Ρενουάρ, και υπήρξαν το φιλόξενο καταφύγιο των ερωτευμένων ζευγαριών του του Πεϊνέ και και το απαραίτητο σκηνικό αντικείμενο όσων περίμεναν τον Γκοντό. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο, μπήκαν στην κρεατομηχανή ενός αυτοσχέδιου, μάταιου και συχνά παιδαριώδους σύγχρονου κόσμου που δεν προσπαθεί καν να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, αλλά αντίθετα τα παρακάμπτει με τεχνάσματα.

Ένα από αυτά είναι τα «εχθρικά παγκάκια», σχεδιασμένα για να είναι ακριβώς το αντίθετο από τον αρχικό τους σκοπό: ο σκοπός τους (
η mission τους), για να χρησιμοποιήσουμε τη διχαλωτή αγγλική γλώσσα, είναι να είναι άβολα, να χωρίζουν τους ανθρώπους, να τους εμποδίζουν να ξαπλώνουν ή να κάθονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και μερικές φορές, όπως φαίνεται στη φωτογραφία στην αρχή του άρθρου, τα καθίσματα είναι εξοπλισμένα με καρφιά, παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούνται για να εμποδίζουν τα περιστέρια να κάθονται στα περβάζια. Υπήρχε ακόμη και ένα βραβείο στη Μεγάλη Βρετανία για το άτομο που θα μπορούσε να τα σχεδιάσει όσο το δυνατόν πιο άβολα και αφιλόξενα. Ο στόχος ήταν να αποτραπεί η παραμονή των αστέγων ή των μεταναστών σε αυτά, αλλά φυσικά αυτό επηρέαζε τους πάντες: τους ηλικιωμένους, τις έγκυες γυναίκες, τα παιδιά, τα άτομα με αναπηρία - εν ολίγοις, όλους εκείνους για τους οποίους το παγκάκι αποτελούσε ένα χρήσιμο στήριγμα κατά τη μετακίνησή τους. Προφανώς, μια αξιοπρεπής κοινωνία θα έπρεπε να είχε βρει μια λύση στο πρόβλημα των αστέγων και των μεταναστών, αλλά στην πραγματικότητα, κανείς δεν διανοήθηκε να φτάσει στη ρίζα και την ουσία των πραγμάτων: έχει αναληφθεί δράση αποκλειστικά για το τελευταίο κρίκο, όπως συμβαίνει τώρα σε όλους τους τομείς. Μπορείτε να βρείτε εχθρικά παγκάκια παντού, ακόμη και στην Ιταλία, μια χώρα που δεν ξεφεύγει ποτέ από καμία τάση, στη Ρώμη, το Μιλάνο, το Τορίνο, τη Μπολόνια, τη Νάπολη, τη Φλωρεντία, το Τρεβίζο. Αλλά τα τελευταία χρόνια, η μελωδία, το τροπάρι, έχει αλλάξει: το σύνθημα πάνω στο οποίο γεννήθηκε η εχθρική αρχιτεκτονική (η οποία περιλαμβάνει και άλλες κατασκευές) έχει ανατραπεί επειδή δεν είναι «συμπεριληπτική», μια μαγική λέξη με αόριστη σημασία, το αμπρακατάμπρα της πολιτικής και διοικητικής ηλιθιότητας. Ίσως να έχετε συναντήσει, στις λίγες ελεύθερες παραλίες που έχουν γλιτώσεια πό το ασφυκτικό εμπόριο της ακτογραμμής, την πινακίδα «ελεύθερη και περιεκτική παραλία». Αλλά αν κάτι είναι ελεύθερο, πρέπει απαραίτητα να είναι περιεκτικό, και όμως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το παράλογο φαύλο κύκλο της πολιτικής ορθότητας, ή ίσως δεν καταλαβαίνουμε πλέον την έννοια της ελευθερίας. 

Το ουσιώδες γεγονός είναι ότι τα παγκάκια -είτε εχθρικά είτε συμπεριληπτικά- μοιράζονται την ίδια ουσία, δηλαδή, την σχεδόν πνευματική απουσία ιδεών για το πώς να λύσουμε κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια ή η ανεξέλεγκτη μετανάστευση. Πράγματι, αυτές οι μάστιγες χρησιμοποιούνται ακριβώς για να διαλύσουν την κοινωνία και να την εξατομικεύσουν οριστικά: στην πραγματικότητα, δεν είναι πλέον προβλήματα· έχουν γίνει στρατηγικές κυριαρχίας. Έτσι, ολόκληρος ο λόγος αποκτά αυτή την εξαφάνιση που είναι χαρακτηριστική του παγκοσμιισμού, του οποίου οι τελετουργίες και οι τύποι μπορούν μόνο να εξαπατήσουν τους λωτοφάγους, αυτούς που υπνωτίζονται από τη μηχανή της συναίνεσης και της συμμόρφωσης. Με λίγα λόγια, έχουμε τοποθετήσει το μέλλον, μάλιστα την ίδια την ιδέα του μέλλοντος, στο παγκάκι, ενώ το εκθαμβωτικό καρουζέλ της τεχνολογίας δημιουργεί την εντύπωση κίνησης, παρόμοια με τις πρώτες συσκευές που εφευρέθηκαν για να δώσουν την ψευδαίσθηση της κίνησης: μια σειρά από σχέδια με κάποιες μικρές διαφορές που διαδέχονταν το ένα το άλλο γρήγορα. Το άλογο καλπάζει, αλλά παρέμεινε ακίνητο. Αυτό που πραγματικά κινείται είναι πίσω από την πλάτη μας, πίσω από την πλάτη του παγκακιού όπου έχουμε σταματήσει για να περιμένουμε έναν Γκοντό που δεν θα έρθει ποτέ από μόνος του. Θα πρέπει να σηκωθούμε και να πάμε να τον πάρουμε.

«Έρχου και Ίδε»: Συζήτηση με τον π. Θεοδόσιο Μουρτζούχο και τον Θανάση Παπαθανασίου στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

Η Εκκλησία καλείται να προσκαλεί τον κόσμο με την ίδια της τη ζωή. Το «Έρχου και Ίδε» δεν είναι σύνθημα ούτε επικοινωνιακή στρατηγική. Είναι πρόσκληση αυθεντικότητας, αυτοκριτικής, ελευθερίας, μετάνοιας και αγάπης.

Στο «Ενοριακό Αρχονταρίκι» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, διοργανώθηκε συζήτηση με θέμα: «Έρχου και Ίδε». Συμμετείχαν ο Αρχιμανδρίτης π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος, κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης, ο κ. Πέτρος Παναγιωτόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. και ο κ. Θανάσης Παπαθανασίου, τ. Καθηγητής Ιεραποστολικής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας.
Η συζήτηση πραγματεύτηκε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής: κατά πόσο η Εκκλησία αποτελεί έμπρακτη μαρτυρία του Χριστού και όχι απλώς έναν θεσμό που διακηρύσσει την αλήθεια χωρίς πάντοτε να την εφαρμόζει στην καθημερινότητά του, με κεντρικό προβληματισμό τη σχέση μεταξύ λόγων και έργων, πίστης και ζωής, παράδοσης και ανανέωσης, εξουσίας και αγάπης.
Η φράση «Έρχου και Ίδε» αποτελεί πρόσκληση προς κάθε άνθρωπο που δεν γνωρίζει την Εκκλησία ή αμφιβάλλει για το μήνυμά της να την πλησιάσει, να γνωρίσει τη ζωή της και να σχηματίσει προσωπική άποψη. Ο π. Θεοδόσιος επεσήμανε ότι ο χριστιανός οφείλει να αποτελεί περισσότερο φως παρά στόμα. Δεν αρκεί, δηλαδή, να μιλά για τον Χριστό· πρέπει να τον φανερώνει μέσα από τη συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής του.
Η πίστη δεν αποδεικνύεται με επιχειρήματα και διακηρύξεις, αλλά κυρίως με την ποιότητα της καθημερινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρεται σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: σε κάποιον που αμφισβητούσε τη θεότητα του Χριστού προτάθηκε να ζήσει για ένα διάστημα μαζί με τη χριστιανική κοινότητα, ώστε να αξιολογήσει βιωματικά την ποιότητα της ζωής της.
Ο Θανάσης Παπαθανασίου διευκρίνισε ότι η ιεραποστολή δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαφήμιση ή το μάρκετινγκ. Η Εκκλησία δεν καλεί τους ανθρώπους να εντυπωσιαστούν από την εξωτερική της εικόνα, αλλά να εξετάσουν τους καρπούς της ζωής της. Η πρόσκληση απαιτεί ελεύθερη προσωπική ανταπόκριση και κριτική παρατήρηση. Δεν υπάρχει αυτόματος μηχανισμός που εξασφαλίζει ότι όποιος πλησιάζει την Εκκλησία θα πειστεί.
Ένα βασικό θέμα της συζήτησης ήταν η αντίφαση ανάμεσα στην Εκκλησία όπως παρουσιάζεται στο Ευαγγέλιο και στην Εκκλησία όπως λειτουργεί ιστορικά. Ο π. Θεοδόσιος υπογράμμισε ότι ο Χριστός απορρίπτει τη διπλή όψη, δηλαδή την εξωτερική ευσέβεια που αποκρύπτει μια διαφορετική εσωτερική πραγματικότητα.
Η αμαρτία παρουσιάστηκε όχι ως παράβαση ενός κανόνα, αλλά ως ψέμα και ασθένεια που αλλοιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι' αυτό η Εκκλησία δεν πρέπει να φοβάται να αναγνωρίζει τις αδυναμίες της. Η παραδοχή των προβλημάτων δεν αποτελεί άρνηση της πίστης, αλλά προϋπόθεση θεραπείας και μετάνοιας.
Επισημάνθηκε επίσης η διάκριση ανάμεσα στην Εκκλησία στην οποία πιστεύουμε και στην Εκκλησία που πραγματικά βιώνουμε. Οι δύο πραγματικότητες δεν ταυτίζονται πάντοτε. Η επίκληση της παράδοσης ή της ιστορικής συνήθειας δεν μπορεί να δικαιολογεί κάθε προβληματική πρακτική. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν χρειάζεται απλώς να ακούει ωραία κηρύγματα· χρειάζεται να συναντά ανθρώπους που ζουν με χαρά, ελευθερία, χιούμορ και αυθεντικότητα.
Ο κ. Παπαθανασίου αναφέρθηκε στον κίνδυνο να μετατραπεί η θρησκευτική συνέπεια σε φαρισαϊσμό. Οι Φαρισαίοι δεν ήταν αναγκαστικά άνθρωποι που προσποιούνταν την ευσέβεια. Πίστευαν ειλικρινά σε όσα έκαναν, αλλά είχαν μετατοπίσει το κέντρο της πίστης από τον ζωντανό Θεό σε διατάξεις, τύπους και εξωτερικές βεβαιότητες. Αυτός ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει στην Εκκλησία. Κάποιος μπορεί να διαθέτει δογματική ακρίβεια, να εργάζεται ακούραστα και να οργανώνει πολλές δραστηριότητες, αλλά να χάνει το ουσιαστικό περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάκριση μεταξύ δύο μορφών κριτικής. Η πρώτη είναι εκείνη που ενδιαφέρεται για την κοινότητα, πονά για τις πληγές της και επιδιώκει τη θεραπεία τους. Η δεύτερη είναι η υπεροπτική κριτική, η οποία διαχωρίζει το «εμείς» από τους «άλλους» και καταλήγει στην καταδίκη τους. Επομένως, ο χριστιανός οφείλει να αναγνωρίζει τα προβλήματα χωρίς να μετατρέπεται σε αυτάρεσκο δικαστή.
Οι συνομιλητές αναφέρθηκαν στην επίκληση της αρχαιότητας ως αυτόματης απόδειξης ορθότητας. Κάτι δεν είναι απαραίτητα αληθινό επειδή είναι παλαιό. Μπορεί να αποτελεί, όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, «χρόνια πλάνη».
Ιδιαίτερα επικίνδυνη θεωρείται η διαστρέβλωση της χριστιανικής αλήθειας, όταν το λάθος παρουσιάζεται ως σωστό προκειμένου να προστατευθούν πρόσωπα, θέσεις ή θεσμοί. Κανένας εκκλησιαστικός αξιωματούχος δεν διαθέτει απεριόριστη εξουσιοδότηση από τον Θεό. Ο Χριστός παραμένει ο τελικός κριτής όλων.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης ήταν η αναγκαιότητα της έμπρακτης αγάπης. Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι πραγματικά προφητική όταν ενδιαφέρεται μόνο για τα μέλη της, τα συμφέροντά της ή την προστασία της εξουσίας της. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, κάθε άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού. Ο Χριστός ταυτίζει τον εαυτό του με τον πεινασμένο, τον ξένο, τον αδύναμο και τον περιφρονημένο. Επομένως, η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι μια δευτερεύουσα κοινωνική δραστηριότητα, αλλά ουσιαστικό κριτήριο της χριστιανικής ταυτότητας.
Ο κ. Παπαθανασίου αναφέρθηκε επίσης στους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι δεν κατήγγελλαν μόνο την ειδωλολατρία, αλλά και την αδικία, τη δωροδοκία των δικαστών, την καταπίεση των εργαζομένων και την εκμετάλλευση των αδύναμων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Το «ως» σημαίνει «όπως» και όχι απλώς «όσο». Ο άλλος πρέπει να αγαπιέται χωρίς προϋποθέσεις, όπως αγαπά κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη περιλαμβάνει ακόμη και εκείνους που μας αδικούν ή μας εχθρεύονται. Συνεπώς, η δογματική ακρίβεια δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για προσβολές, μίσος και απόρριψη ανθρώπων.
Οι συνομιλητές εξέτασαν τον πειρασμό της εξουσίας και της εξωτερικής προβολής. Η Εκκλησία κινδυνεύει να αντικαταστήσει το πνεύμα με τη μορφή και την αγάπη με το τυπικό. Οι λειτουργικές παραδόσεις και οι εξωτερικοί τύποι έχουν τη θέση τους, αλλά δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Η λατρεία μπορεί να εκφράζεται με διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον πολιτισμό και την ιστορική περίοδο. Το ουσιαστικό είναι η ανάμνηση του Χριστού και η κοινωνία μαζί του.
Αντίστοιχα, η πολυτέλεια και η εντυπωσιακή εκκλησιαστική παρουσία δεν αποτελούν αναγκαστικά απόδειξη πνευματικότητας. Η υπερβολική λάμψη μπορεί να παραπέμπει περισσότερο στην κοσμική εξουσία και στον πλούτο παρά στη Βασιλεία του Θεού.
Προς το τέλος, η συζήτηση αναδείχθηκε η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ θεολόγων και ανθρώπων που αγωνίζονται στις ενορίες. Η ακαδημαϊκή θεολογία δεν πρέπει να απομακρύνεται από την πραγματική ζωή, ενώ οι εκκλησιαστικές κοινότητες δεν πρέπει να λειτουργούν χωρίς θεολογική καθοδήγηση. Χρειάζεται αμοιβαία τροφοδότηση, διάλογος και κοινή προσπάθεια. Η θεολογία πρέπει να περπατά στο πεζοδρόμιο και να απευθύνεται στους πραγματικούς ανθρώπους.
Η Εκκλησία καλείται να προσκαλεί τον κόσμο με την ίδια της τη ζωή. Το «Έρχου και Ίδε» δεν είναι σύνθημα ούτε επικοινωνιακή στρατηγική. Είναι πρόσκληση αυθεντικότητας, αυτοκριτικής, ελευθερίας, μετάνοιας και αγάπης. Η αληθινή εκκλησιαστική μαρτυρία δεν κρίνεται από τη μεγαλοπρέπεια, τις θέσεις, τις διακηρύξεις ή την εξωτερική ορθότητα, αλλά από το κατά πόσο ο Χριστός γίνεται ορατός μέσα από την καθημερινή στάση απέναντι σε κάθε άνθρωπο.

Τον διάλογο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ:
https://youtube.com/live/aQp48EZwA-o


ΣΕ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΛΥΝΤΗΡΙΑ ΠΛΥΣΗΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ. ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΣΠΡΟ ΜΕ ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ.

Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, κ. Volodymyr Zelenskyy στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

 

Επίσκεψη στην Έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Φανάρι, την πέμπτη από την εκλογή του, πραγματοποίησε σήμερα, Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, Εξοχ. κ.Volodymyr Zelenskyy. Η αμέσως προηγούμενη επίσκεψή του ήταν στις αρχές του περασμένου Απριλίου.

Η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, υποδέχθηκε με εγκαρδιότητα τον Εξοχ. Πρόεδρο και ακολούθως είχαν κατ’ ιδίαν συνάντηση στο Πατριαρχικό Γραφείο που διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία ο Παναγιώτατος, επανέλαβε την στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον δοκιμαζόμενο από τον πόλεμο Ουκρανικό λαό. Πρόσθεσε δε ότι η Μητέρα Εκκλησία προσεύχεται για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης στην Ουκρανία, αλλά και για την ειρηνική επίλυση όλων των συγκρούσεων, ενθαρρύνοντας κάθε πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε, επίσης, όπως σε κάθε ευκαιρία, την ευχή να επιστρέψουν σύντομα στην πατρίδα τους τα χιλιάδες απαχθέντα ουκρανόπαιδα και να ενωθούν και πάλι με τις οικογένειές τους.


Από την πλευρά του ο κ. Πρόεδρος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της Χώρας του για τη συνεχή στήριξη και τις προσευχές του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προσωπικά της Α. Θ. Παναγιότητος του Πατριάρχου, τον οποίο συνεχάρη και ευχήθηκε θερμά για τα 35 χρόνια της πατριαρχίας του.

Παρέστησαν εκ μέρους της Μητρός Εκκλησίας οι Σεβ. Μητροπολίτες Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ και Αγκύρας κ. Γρηγόριος, και ο ουκρανικής καταγωγής Τριτεύων κ. Επιφάνιος, ενώ τον κ. Πρόεδρο συνόδευε ο Εξοχ. Υπουργός Εξωτερικών κ. Αndrii Sybiha.

Αμέσως μετά, στην Αίθουσα του Θρόνου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ευλόγησε τα υπόλοιπα μέλη της Ουκρανικής Αντιπροσωπείας, και στη συνέχεια προέπεμψε τον Εξοχ. Πρόεδρο της Ουκρανίας μέχρι τα προπύλαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου.



___________

Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου

Αναστάσιος: Ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, κ. Volodymyr Zelenskyy στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

Η ΜΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

Henri de Lubac-Το οργανικό έργο της ζωής του 1 Hans Urs von Balthasar

Hans Urs von Balthasar: Henri de Lubac. Sein organisches Lebenswerk. Einsiedeln: Johannes Verlag, 1976

Henri de Lubac-Το οργανικό έργο της ζωής του 1

Hans Urs von Balthasar

Εκδόσεις: Johannes Verlag Einsiedeln, 1976

Περιεχόμενα

Πρόλογος

1. Θέση / Τοποθέτηση
2. Catholicisme
3. Οι δύο «αθεϊσμοί»
a. Ο δυτικός αθεϊσμός
b. Ο ανατολικός αθεϊσμός
4. Η καινότητα του Χριστού
a. Surnaturel
b. Οι έννοιες της Γραφής
c. Εξέλιξη και Ωμέγα
5. Κτίσμα και παράδοξο

6. Η Εκκλησία

Πρόλογος
(1)
Αυτό το μικρό κείμενο, το οποίο ήθελα να προσφέρω στον δάσκαλο και φίλο με την ευκαιρία των ογδοηκοστών γενεθλίων του, στις 20 Φεβρουαρίου 1976, είχε ολοκληρωθεί στη μορφή με την οποία μου είχε ζητηθεί πρώτα από το αμερικανικό περιοδικό Thought και έπειτα από τη βελγική Nouvelle Revue Théologique, και με την οποία ουσιαστικά εμφανίζεται και εδώ, όταν ο π. de Lubac έδωσε σε εμένα, όπως και σε μερικούς άλλους φίλους, ένα χειρόγραφο εκατόν πενήντα μεγάλων σελίδων —και, όπως ήταν αναμενόμενο, εφοδιασμένων με πολυάριθμα παραρτήματα—, όπου εξηγεί τη γένεση, το νόημα και την τύχη των βιβλίων του και τα εντάσσει στο πλαίσιο των σταδίων της ζωής του, των σπουδών του, των συναντήσεων, των φιλιών του, καθώς και εκείνων των θρυλικών καταδικασμών και αποκλεισμών που του επιφυλάχθηκαν από το Τάγμα και από την Εκκλησία.

Οι σελίδες αυτές είναι τόσο γεμάτες ζωή, και τόσο βοηθητικές για τη σωστή κατανόηση των προθέσεών του, ώστε δεν μπόρεσα να αποφύγω να κόψω μερικά άνθη από αυτές και να τα τοποθετήσω μαζί στο δικό μου βάζο. Τα σχόλια του de Lubac για το έργο του είναι μαιανδρικά, λαμβάνουν όμως υπόψη τη χρονολογική ακολουθία· τα δικά μου —που δεν θέλουν να μεταδώσουν τίποτε περισσότερο από μια στοιχειώδη επισκόπηση των βασικών αρθρώσεων του συνολικού του έργου— παραμένουν, με χαλαρή έννοια, συστηματικά. Δεν θέλουν να βάλουν σε ζουρλομανδύα το έργο που εκτυλίσσεται ελεύθερα προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά μόνο να δείξουν ότι μέσα στην ποικιλία των θεμάτων —τα οποία πολύ συχνά επιβλήθηκαν στον συγγραφέα από έξω, μέσω διδακτικών υποχρεώσεων, ζητημένων άρθρων, διαλέξεων ή εντολών των ανωτέρων— δεσπόζει μια ολοφάνερη οργανική ενότητα.

Το λέει ο ίδιος: σχεδόν όλα όσα έγραψα προέκυψαν εξαιτίας απρόβλεπτων περιστάσεων, μέσα σε διασπορά, χωρίς τεχνική προετοιμασία. Μάταια θα αναζητούσε κανείς στο σύνολο τόσο διαφορετικών δημοσιεύσεων μια πραγματικά προσωπική φιλοσοφική ή θεολογική σύνθεση, είτε θα ήθελε να την κρίνει είτε να την εγκρίνει. Και όμως: μέσα σε αυτό το πολύχρωμο ύφασμα, που προέκυψε ανάλογα με τις συνθήκες των πιο διαφορετικών παραδόσεων, αναθέσεων, καταστάσεων και προσκλήσεων, πιστεύω παρ’ όλα αυτά ότι ανακαλύπτω ένα ορισμένο ίχνος πορείας, ένα σχέδιο που συνιστά την ενότητά του.

Μας αποκαλύπτει ακόμη περισσότερα. Πρώτον, ότι μαζί με μερικούς καλούς φίλους —όπως οι B. de Solages, π. Congar, π. Chenu, Mouroux, Chavasse και άλλοι— είχε καταστρώσει το σχέδιο μιας συνολικής παρουσίασης της θεολογίας, η οποία θα ήταν λιγότερο συστηματική από τα εγχειρίδια, αλλά περισσότερο διαποτισμένη από την παράδοση, ενσωματώνοντας τα έγκυρα στοιχεία των νεότερων αποτελεσμάτων στην εξήγηση, την πατρολογία, τη λειτουργική, την ιστορία και τον φιλοσοφικό στοχασμό. Ο κεραυνός της Humani Generis έθαψε το σχέδιο.

Έπειτα όμως —και αυτό φαίνεται σημαντικότερο— υπάρχει μια άλλη ομολογία. Ανάμεσα στα πολυάριθμα βιβλία που σχεδιάστηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν, των οποίων τα θέματα μας απαριθμούνται και για τα οποία είχαν γίνει μεγαλύτερες προεργασίες και είχε συγκεντρωθεί υλικό, βρίσκεται ένα που για δεκαετίες ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στον συγγραφέα: ένα βιβλίο για την ουσία της χριστιανικής μυστικής. «Αλλά το σχέδιο ήταν υπερβολικά φιλόδοξο· τίποτε δεν πραγματοποιήθηκε. Ποτέ δεν μπόρεσα να οριοθετήσω αρκετά καθαρά το αντικείμενο· ήδη το 1956 σημείωνα, για να τοποθετήσω το ζήτημα —και βρίσκομαι ακόμη σήμερα στο ίδιο σημείο— τα εξής: πιστεύω ότι το βιβλίο μου για τη μυστική με εμπνέει εδώ και πολύ καιρό σε όλα όσα εργάζομαι· από αυτό εκκινώντας διατυπώνω τις κρίσεις μου, κερδίζω τα κριτήρια για να ταξινομώ διαρκώς τις σκέψεις και τις εμπνεύσεις μου. Αλλά δεν θα γράψω ποτέ αυτό το βιβλίο· υπερβαίνει από κάθε άποψη τις δυνάμεις μου, τις σωματικές, τις πνευματικές και τις πνευματικο-θρησκευτικές. Οι αρθρώσεις του στέκονται καθαρά μπροστά στα μάτια μου, βλέπω την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και να αναζητηθεί η λύση τους· μόνο που είμαι ανίκανος να διατυπώσω αυτή τη λύση. Ωστόσο μου αρκεί αυτό για να αποκλείω διαρκώς τις οπτικές γωνίες που δεν ανταποκρίνονται σε εκείνο που προαισθάνομαι, σε βιβλία που διαβάζω και σε θεωρίες που συναντώ· απλώς η τελευταία μορφή διαφεύγει πάντοτε, η μία μορφή που θα επέτρεπε στο έργο να πραγματοποιηθεί».

Ο de Lubac δεν είναι ο μόνος μεγάλος συγγραφέας που κατανόησε και έζησε όλα τα πραγματοποιημένα έργα του ως προσεγγίσεις ενός κέντρου που ποτέ δεν έφτασε. Αυτό όμως δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να αφήσει φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία να συγκλίνουν προς ένα κέντρο και έτσι να τα κατανοήσει μέσα στη μυστική τους πρόθεση.

Στην περίπτωση του de Lubac θα δούμε επιπλέον, με αφορμή την παρουσίαση της μορφής του έργου του και των εσωτερικών κινητήριων δυνάμεών του, ότι στην υποκειμενική ομολογία που μόλις ακούσαμε αντιστοιχεί απολύτως μια αντικειμενική βασική γνώση: ο ρόλος ενός αναπόδραστα θετικού δυναμισμού στη γνώση όπως και στη θέληση του κτίσματος, το οποίο, πέρα από όλες τις πεπερασμένες ενδοκοσμικές πραγματοποιήσεις, αλλά και πέρα από όλες τις διαγραφές μιας «αρνητικής θεολογίας», ωθείται προς έναν σκοπό που είναι από κάτω ανέφικτος και όμως αναγκαίος. Με αυτό βρισκόμαστε ήδη στο κέντρο της κύριας προβληματικής του de Lubac, όπως θα αποδείξουν τα κεφάλαια περί Surnaturel και περί κτίσματος και παραδόξου.


(2)

Το σύνθημα «δυναμισμός» θα μας δώσει την αφορμή να πούμε λίγα πράγματα για τους εμπνευστές της σκέψης του de Lubac· δύο ονόματα έρχονται αμέσως στον νου: Blondel και Maréchal. Πράγματι, όταν εκείνος που είχε επιστρέψει από τον Παγκόσμιο Πόλεμο με ένα βαρύ τραύμα, το οποίο θα τον επηρέαζε σε όλη του τη ζωή, ολοκλήρωνε μεταξύ 1920 και 1926 τις φιλοσοφικές και θεολογικές του σπουδές, αυτοί οι δύο ανήκαν στους μεγάλους εμπνευστές —στους οποίους πρέπει ακόμη να προστεθεί και ο Rousselot, που δίδαξε να βλέπουμε εκ νέου τον Θωμά.

Αλλά σε κανέναν από τους δύο, στον βαθμό που είναι συστηματικοί στοχαστές, δεν προσδέθηκε ο de Lubac. Μόνο τη βασική τους ορμή ανέλαβε· μάλλον, την ανακάλυψε ως συγγενή προς τη δική του φύση, και από αυτήν άντλησε ίσως και το θάρρος να διαβάσει πραγματικά μέσα στα κείμενα του Ακινάτη αυτό που με προφάνεια έβλεπε να βρίσκεται εκεί: το παράδοξο του πνευματικού κτίσματος, το οποίο, από την εσώτατη ουσιακή του σύσταση, είναι προσανατολισμένο πέρα από τον εαυτό του προς έναν σκοπό απρόσιτο σε αυτό, δωρημένο μόνο από τη χάρη.

Αλλά, ενώ ο Maréchal, πιεζόμενος από λογοκριτές, έπρεπε να καταφύγει πίσω από ένα συρματόπλεγμα διακρίσεων, ενώ ο Blondel, υπό τον διαρκή τρόμο άμεσων απειλών καταχώρισής του στον Index, βρέθηκε στο ύστερο έργο του πρόθυμος για παραχωρήσεις, ο de Lubac, οπλισμένος μόνο με την ιστορική και πραγματική αλήθεια, εκτέθηκε απροστάτευτος στις επιθέσεις μιας τουτιοριστικής (υπερ-προσεκτικής σχολικής θεολογίας) σχολικής θεολογίας. Από τους τρεις μάρτυρες της αλήθειας, αυτός υπήρξε —ακόμη περισσότερο και από τα βασανιστήρια που είχε να υπομείνει ο Blondel— ο πιο ταλαιπωρημένος.

Ένας στενός φίλος που απέκτησε αργότερα, ο Étienne Gilson, τον ενίσχυσε μέσα στη δοκιμασία με ζωηρές και δυνατές επιστολές, από τις οποίες δεν μπορούμε να αποφύγουμε να παραθέσουμε μερικές φράσεις:

Κατασκευάζει κανείς έναν θωμισμό για χρήση των σχολών, ένα είδος επίπεδου ορθολογισμού, που ταιριάζει με εκείνον τον δεϊσμό, όπως κατά βάθος οι περισσότεροι επιθυμούν να διδάσκουν. Η μόνη σωτηρία απέναντι σε αυτό βρίσκεται στην επιστροφή στον ίδιο τον Θωμά, πίσω από τον Johannes a Sancto Thoma, ακόμη και πίσω από τον Cajetan, του οποίου το περίφημο σχόλιο είναι ένα επιτυχημένο corruptorium Thomae… έναν Θωμά που με αυτόν τον τρόπο τον απονεύρωσαν.

Και παρακάτω, μετά την ανάγνωση του Surnaturel: «Μπορούσα μόνο να σας δώσω δίκιο, διότι αυτό που λέτε είναι αληθινό. Δεν είναι καν δυνατόν να υπάρξει αμφιβολία γι’ αυτό… Είστε θεολόγος μεγάλου διαμετρήματος, αλλά επίσης ένας ουμανιστής της μεγάλης παράδοσης των ουμανιστών θεολόγων. Αυτοί συνήθως δεν αγαπούν ιδιαίτερα τους σχολαστικούς, και οι σχολαστικοί, με τη σειρά τους, σχεδόν πάντοτε τους μισούν. Γιατί; Εν μέρει, μου φαίνεται, επειδή αυτοί καταλαβαίνουν μόνο απλές μονοσήμαντες προτάσεις ή προτάσεις που φαίνονται να είναι τέτοιες. Εκείνοι, αντιθέτως, ενδιαφέρονται περισσότερο για την αλήθεια που η πρόταση προσπαθεί να διατυπώσει και η οποία πάντοτε εν μέρει διαφεύγει. Τότε οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν πια καλά, ανησυχούν, και επειδή δεν μπορούν να είναι βέβαιοι ότι αυτό που τους διαφεύγει δεν είναι ψευδές, καταδικάζουν καταρχήν, επειδή αυτό είναι ασφαλέστερο».

Και αργότερα: «Αισθάνομαι απολύτως σύμφωνος μαζί σας στο ουσιώδες ζήτημα. Το Le Mystère du Surnaturel, που μόλις καταβρόχθισα, είναι απλώς τέλειο. Έχω πλήρως την εντύπωση —όχι ότι το ζήτημα έχει κλείσει, διότι πάντοτε υπάρχουν άνθρωποι που τα κάνουν όλα κιμά— αλλά ότι τώρα θα έπρεπε να έχει κλείσει. Είπατε όλα όσα μπορεί να πει κανείς, κυρίως αυτό το ύψιστα σημαντικό: ότι στο τέλος πρέπει να σιωπήσει κανείς. Διότι πρόκειται πράγματι για ένα μυστήριο… Βλέπω τη σωτηρία μόνο σε μια θωμιστική φιλοσοφία όπως την κατανοείτε εσείς, μαζί με τον Αυγουστίνο και τον Bonaventura και τους μεγάλους Πατέρες της Ανατολής· όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, διότι, παρά τις αναπόφευκτες φιλοσοφικές αποκλίσεις, όλοι επιδιώκουν να μεταδώσουν τον intellectus μιας και της αυτής πίστης…»

Η ανεπιφύλακτη συγκατάθεση του Gilson στη βασική θέση του de Lubac σήμαινε πολλά όχι μόνο τότε για τον καταδιωκόμενο και βαριά πιεζόμενο· σημαίνει πολλά και σήμερα για τον αναγνώστη, διότι εδώ μιλά η μεγαλύτερη αυθεντία στο πεδίο της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Ο de Lubac αντιλήφθηκε πολύ νωρίς ότι με τη θέση του εισερχόταν σε ένα αιωρούμενο μέσο, όπου δεν μπορούσε να ασκήσει φιλοσοφία χωρίς την υπέρβασή της προς τη θεολογία, αλλά ούτε και θεολογία χωρίς την ουσιώδη, εσωτερική της υποδομή από φιλοσοφία. Αυτό το μέσο υπήρξε από την αρχή έως σήμερα το ζωτικό στοιχείο της σκέψης του· αρχικά σε αντίθεση προς τη νεότερη διχοτομία, όπως την είχε ερμηνεύσει ο Cajetan μέσα στον Θωμά, και σήμερα σε αντίθεση προς μια νέα μορφή χριστιανικής σχιζοφρένειας, η οποία υποχωρεί τόσο πολύ στον μετακαντιανό επιστημονικό ορθολογισμό και εκκοσμικευτισμό —ως «άνοιγμα προς τον κόσμο»— ώστε για τη σφαίρα της πίστης απομένει μόνο ένας αθεμελίωτος φιντεϊσμός.

Ήδη σε ένα πρώιμο άρθρο —«Sur la philosophie chrétienne», 1936— ο de Lubac συνειδητοποιεί την πολυσημία ενός τέτοιου μέσου και τη δείχνει με τρία επίκαιρα παραδείγματα: «Για τον Maritain δεν υπάρχει κυριολεκτικά χριστιανική φιλοσοφία, αλλά ο φιλοσοφών χριστιανός λαμβάνει από την πίστη του εξωτερικές ενισχύσεις στη λογική του σκέψη. Για τον Gilson, ο οποίος προσέχει πιο προσεκτικά την ιστορία, η χριστιανική Αποκάλυψη είναι σε μεγάλο βαθμό παραγωγός λογικής ενόρασης· έτσι μπορεί να υπάρξει μια φιλοσοφία που πηγάζει από το χριστιανικό, αλλά παύει να είναι χριστιανική και γίνεται καθαρά λογική όταν γίνεται κυρίως φιλοσοφία. Για τον Blondel, τέλος, ο οποίος απορρίπτει την έκφραση “χριστιανική φιλοσοφία”, η φιλοσοφία δεν είναι ακόμη χριστιανική, διότι ανοίγει εκείνο το κενό το οποίο η χριστιανική Αποκάλυψη θα προοριστεί να γεμίσει».

Πέρα από αυτό, φαινόταν στον συγγραφέα ότι υπάρχει μια σκέψη φωτισμένη από το φως της χριστιανικής πίστης, όπως την άσκησαν, λόγου χάρη, οι Πατέρες της Εκκλησίας και όπως πίστευε ότι έβρισκε σχετικές απαρχές στον Gabriel Marcel.

Πράγματι, ο νεαρός σχολαστικός είχε τραφεί —εκτός από τους δασκάλους που αναφέρθηκαν— από τον Ειρηναίο, τον Αυγουστίνο και τον Θωμά, αλλά και από τον Πλωτίνο, τον Leibniz και τον Malebranche. Μόνο όμως μετά την ολοκλήρωση της θεολογίας, όταν το 1929 στη Faculté Catholique της Lyon άρχισε να διδάσκει πρώτα Θεμελιώδη Θεολογία και λίγο αργότερα Ιστορία των Θρησκειών, άρχισε να διαβάζει ακριβέστερα τους Έλληνες Πατέρες· είκοσι χρόνια αργότερα εμφανίστηκε ως ώριμος καρπός το βιβλίο για τον Ωριγένη.

Ενώ όμως οι Πατέρες, με επικεφαλής τον Ωριγένη, πρόσφεραν περισσότερο το τυπικό παράδειγμα μιας ενσωμάτωσης πίστης και λόγου, ο Θωμάς, στο όριο ανάμεσα στην Αρχαιότητα και τη Νεωτερικότητα, παρείχε την κριτική διατύπωση της αδιάλυτης συνάφειάς τους: πάνω στις προτάσεις του, οι οποίες οφείλουν πολλά σε ολόκληρη την πατερική θεολογία, σχετικά με τη θεμελιώδη επιθυμία του ανθρώπου που μπορεί να εκπληρωθεί μόνο μέσω της χάρης, θα πρέπει να δοκιμαστεί το αιωρούμενο μέσο, όπως το Surnaturel του de Lubac το προβάλλει ασυμβίβαστα απέναντι σε όλες τις προσπάθειες οικειοποίησης τόσο των φιλοσόφων όσο και των θεολόγων· γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα. Εδώ μόνο μερικές νύξεις για τις συνέπειες για τον συγγραφέα.

Οι υποψίες είχαν αρχίσει ήδη πριν από το Surnaturel —1946—, το έργο που ήταν ήδη παιδί των συγκεχυμένων χρόνων της γερμανικής κατοχής και που είχε προωθηθεί σε δύο φυγές: πρώτα μπροστά στα στρατεύματα που εισέβαλλαν, έπειτα μπροστά στη Gestapo. Ο π. Garrigou-Lagrange εξαπολύει εναντίον του de Lubac και των φίλων του το σύνθημα της «Nouvelle théologie» —1946—· ο Πάπας το υιοθετεί διστακτικά, ο Osservatore Romano το αναπαράγει· αρχικά ο στρατηγός του Τάγματος, π. Janssens, στέκεται έντιμα στο πλευρό του de Lubac, αλλά όσο πληθαίνουν οι επιθέσεις από όλες τις χώρες, τόσο πιο διπλωματική γίνεται η στάση του. Ξεθάβουν ύποπτα στοιχεία και σε άλλα έργα —Περί της γνώσεως του Θεού, Corpus Mysticum, ακόμη και στο βιβλίο για τον Ωριγένη.

Με την Humani Generis ο κεραυνός χτυπά το σχολαστικάτο της Lyon· ο de Lubac στιγματίζεται ως ο κύριος αποδιοπομπαίος τράγος. Τα επόμενα δέκα χρόνια γίνονται για τον στερημένο από το δικαίωμα διδασκαλίας, αρχικά διωγμένο από τη Lyon και μετακινούμενο από τόπο σε τόπο, ένας δρόμος του σταυρού. Τα καταδικασμένα βιβλία του απομακρύνονται από τις βιβλιοθήκες της Εταιρείας του Ιησού και αποσύρονται από το εμπόριο.

«Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών δεν με ρώτησαν ποτέ· δεν είχα ούτε μία συζήτηση για τα ουσιώδη με κάποια ρωμαϊκή αρχή, ούτε εκκλησιαστική ούτε της Εταιρείας. Ποτέ δεν μου ανακοίνωσαν για τι κατηγορούμαι· ούτε ζήτησαν ποτέ κάτι που θα ισοδυναμούσε με ανάκληση, εξήγηση ή ειδική αποκήρυξη. Ακόμη και την άνοιξη του 1953, όταν επιτέλους είδα τον π. Γενικό, εκείνος απέφευγε διαρκώς τόσο μια συζήτηση επί των αρχών όσο και μια συζήτηση των επιμέρους γεγονότων».

Μια σιωπηλή αποφυγή, η οποία οδήγησε τον ευαίσθητο άνθρωπο σε πλήρη απομόνωση. Η στροφή έγινε πολύ αργά: ο επαρχιακός, π. A. Ravier, επέμεινε να συνεχίσει ο de Lubac να εργάζεται, μολονότι όλες οι δημοσιεύσεις του έπρεπε να περάσουν από ρωμαϊκή προληπτική λογοκρισία. Ο π. de Finance εξασφάλισε την άδεια εκτύπωσης για το Περί της γνώσεως του Θεού· ο π. Bea, εξομολόγος του Πάπα, επέμεινε να παραδώσει ορισμένα βιβλία στον Pius XII, ο οποίος ευχαρίστησε με φιλικά λόγια. Από τον αρχιεπίσκοπο Montini ήρθαν λόγια συμφωνίας και ενθάρρυνσης — εκείνος ήταν που αργότερα, ως Paul VI, επέμεινε να μιλήσει ο π. de Lubac για τον Teilhard de Chardin στη συνεδρία λήξης του συνεδρίου των Θωμιστών στη μεγάλη αίθουσα της Cancelleria.

Ωστόσο, για χρόνια ακόμη έμενε κρεμασμένη γύρω από τις κορυφές μια αδιαπέραστη νεφέλη — την οποία δεν διέλυσε ούτε η εκλογή του στο Institut de France, ώσπου επιτέλους ο διορισμός του —μαζί με τον π. Congar— από τον Johannes XXIII ως συμβούλου της προπαρασκευαστικής θεολογικής επιτροπής της Συνόδου άλλαξε την πορεία.

Τα χρόνια της Συνόδου έφεραν πολλές επαφές, αλλά και πάρα πολλή εργασία· η μετασυνοδική περίοδος έφερε αρκετές τιμές, ποικίλα ταξίδια, ακόμη και στη Βόρεια και Νότια Αμερική. Όμως η εξαιρετικά μονόπλευρη εξέλιξη της Εταιρείας του Ιησού στη Γαλλία —όπου μια ηγετική μικρή ομάδα προοδευτικών, των οποίων οι μόνοι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζονται Marx, Freud και ιδίως Nietzsche, και η οποία φτάνει μέχρι το όριο ανοιχτής ομολογίας αθεΐας— έσπρωξε ξανά τον γηρασμένο δάσκαλο στη γωνία:
«Αυτό που ήθελα να προσφέρω ως εύγευστη τροφή και ως δύναμη που ωθεί προς τα εμπρός, το απορρίπτουν τώρα ως ξερό καρπό ή άβολα βάρη. Αυτός που εκτιμάται πολύ από πολλούς λαϊκούς και ιερείς θεωρείται από όσους δίνουν τον τόνο στο Τάγμα ως απελπιστικά ξεπερασμένος».

Και επειδή είχε να επισημάνει αρκετά σχετικά με το πνεύμα και την πρακτική των μετασυνοδικών επισκοπικών διασκέψεων, συνολικά δεν είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος ούτε σε κύκλους της ιεραρχίας.


(3)

Είναι αρκετά γνωστό ότι ο δάσκαλος, παρά τη μεγάλη του ευαισθησία, δεν άφησε ποτέ τον εαυτό του να πικραθεί. Πάντοτε έβρισκε δικαιολογίες και ελαφρυντικές περιστάσεις για όσα του είχαν γίνει. Τόνισε ρητά ότι οι πραγματικοί του αντίπαλοι δεν ήταν τα ρωμαϊκά διοικητικά όργανα, αλλά μια ομάδα καθηγητών με ιντεγκραλιστική νοοτροπία, μέσα και έξω από την Εταιρεία του Ιησού. Η σαφής στάση του υπέρ της εκκλησιαστικής αυθεντίας, και κυρίως του παπισμού, δείχνει ότι δεν είχε ούτε ίχνος αντιρωμαϊκής διάθεσης.

Πολύ πιο οδυνηρό από όλα όσα είχε να υπομείνει μέσα στην αγαπημένη του Εταιρεία ήταν γι’ αυτόν να διαπιστώνει πόσο πολύ, στα χρόνια μετά τη Σύνοδο, άρχισε να χάνεται το γνήσιο πνεύμα της. Για τα δικά του βιβλία ή για την προσωπική του επιρροή δεν νοιαζόταν πολύ· νοιαζόταν όμως πάρα πολύ για την ακεραιότητα αυτού του πνεύματος, το οποίο —σήμερα περισσότερο αναγκαίο από ποτέ— θα είχε ως αποστολή να διαποτίσει τον κόσμο με το αλάτι του Ευαγγελίου.

Γι’ αυτό ο de Lubac προσπάθησε πάντοτε να επιδρά πέρα από τον εαυτό του· και για το τέλος αυτού του προλόγου ας αναφερθούν μόνο δύο παραδείγματα. Πρώτον, η καθοριστική συμμετοχή του στην ίδρυση και διεύθυνση της μεγάλης σειράς Théologie, στην οποία από το 1941 εμφανίστηκαν πάνω από ογδόντα τόμοι — ανάμεσά τους αρκετοί πνευματικά υψίστης τάξεως, για όλους τους οποίους μπορεί να πει κανείς ότι γνώριζαν πως συνδέονται και οφείλουν πολλά στη μεγαλοφυΐα του Henri de Lubac. Η τρίτομη τιμητική του έκδοση, που επίσης εμφανίστηκε στη σειρά —1963—, το απέδειξε αυτό επαρκώς.

Έπειτα, η εξίσου καθοριστική συμμετοχή του σε ένα από τα πιο εκπληκτικά φαινόμενα της σημερινής Catholica: τις Sources Chrétiennes, των οποίων εμφανίζεται ως εκδότης μαζί με τον αλησμόνητο π. Daniélou και τον ακούραστο γραμματέα π. Claude Mondésert, και οι οποίες κατόρθωσαν, από το 1940 μέχρι σήμερα, να δημοσιεύσουν πάνω από 220 τόμους, πολλούς σε δεύτερη και βελτιωμένη έκδοση: μια αληθινά ζωντανή πηγή χριστιανικής παράδοσης, από τους αποστολικούς Πατέρες έως τον ύστερο Μεσαίωνα.

Μπροστά σε αυτό το γιγάντιο επίτευγμα που παρήγαγε η Γαλλία —δίπλα στο Supplément του π. Hamman στον Migne, δίπλα στο Dictionnaire de Spiritualité και στο Corpus Christianorum, που εκδίδεται στο Βέλγιο— η κατάρρευση της γερμανόφωνης πατρολογίας πρέπει να φαίνεται ιδιαίτερα ντροπιαστική: η σειρά του Βερολίνου όπως και εκείνη της Βιέννης έχουν διακοπεί! Αν η Γερμανία θεωρεί ότι ηγείται στον τομέα της εξήγησης και ίσως και της δογματικής, θα μπορέσει να είναι και να παραμείνει τέτοια μόνο αν συνεχίσει να σκέπτεται και να δημιουργεί από την ολότητα της χριστιανικής παράδοσης, όπως ήξερε να το κάνει την εποχή της σχολής της Τυβίγγης.

Ακριβώς γι’ αυτό η μορφή του Henri de Lubac πρέπει να μας είναι κοντινή και οικεία και από αυτή την πλευρά του Ρήνου, διότι μας προβάλλει ζωντανά ένα ιδεώδες, το οποίο θα έπρεπε τουλάχιστον να επιδιώκουμε: να είναι κανείς καθοδηγητικός για το παρόν επειδή γνωρίζει τους θησαυρούς της παράδοσης και ξέρει να τους μεταπλάθει στο σήμερα, και γι’ αυτό να ασχολείται με καθετί αληθινά ζωντανό χριστιανικά, επειδή μετέχει στο πνεύμα του Ευαγγελίου, το οποίο είναι πάντοτε σημερινό και αυριανό.

Σημειώσεις:

1 Πάντως, κατόπιν επιθυμίας του π. A. Ravier, προέκυψε η πολύ σημαντική εισαγωγή σε ένα συλλογικό έργο, La Mystique et les mystiques —1965—, όπου αναπτύχθηκαν μερικές από τις σκέψεις «οι οποίες, σύμφωνα με το αρχικό μου σχέδιο, θα έπρεπε να είχαν αναπτυχθεί σε πολλούς τόμους». Μετά την ομολογία που διαβάσαμε παραπάνω, θα ξέρει κανείς να εκτιμήσει τη σημασία αυτής της σύνθεσης.
2 Στο πνεύμα της εκκλησιαστικής σύνδεσης ανάμεσα στους πολιτισμούς του κόσμου, εμφανίστηκε πριν από λίγα χρόνια το περιοδικό Communio, στο οποίο προστέθηκε ως νεότερος κρίκος μια γαλλική έκδοση, που εκδίδεται κυρίως από νέους ακαδημαϊκούς. Για ακόμη μία φορά, ο Henri de Lubac, ογδοντάχρονος, είναι ως σύμβουλος, μεσολαβητής, προειδοποιητική φωνή και βοηθός το κέντρο της, το οποίο όμως δεν θέλει να εμφανίζεται ως κέντρο. Η γαλλική ειδική λέξη γι’ αυτό, που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη στάση του, είναι: effacé.

Συνεχίζεται με: 1. Θέση / Τοποθέτηση