Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Κυριακή του Πάσχα: Ευαγγέλιο της νίκης κατά του θανάτου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Όσοι παγώνουν από τ’ αγιάζι μαζεύονται γύρω από τη φωτιά, για να νιώσουν τη θαλπωρή της. Όσοι λιμοκτονούν πλησιάζουν στο τραπέζι, για να κορέσουν την πείνα τους. Εκείνοι που τράβηξαν πολλά όσο κρατούσε η μακρά νύχτα, χαίρονται με την ανατολή του ήλιου, με το φως. Αυτοί που εξαντλήθηκαν σε μάχες σκληρές και φονικές, χαίρονται πολύ όταν απολαμβάνουν μιαν ανέλπιστη νίκη.
Εσύ, Κύριε, με την Ανάστασή Σου, έγινες τα πάντα σε όλους τους ανθρώπους! Ένδοξε Κύριε! Μ’ ένα Σου δώρο, γέμισες τ’ άδεια χέρια που απλώνονταν προς τον ουρανό! Χαίρετε ουρανοί, χαίρε η γη! Χαίρετε ουρανοί, όπως χαίρεται η μάνα που ταΐζει τα πεινασμένα παιδιά της. Χαίρε γη, όπως χαίρονται τα παιδιά όταν δέχονται το τάισμα από τα χέρια της μάνας τους!


Η ανάσταση του Χριστού είναι η μοναδική νίκη που κάνει όλη την ανθρωπότητα να χαίρεται, από τον πρωτόπλαστο ως τον τελευταίο άνθρωπο που ζει στη γη. Κάθε άλλη νίκη στη γη έχει χωρίσει κι εξακολουθεί να χωρίζει τους ανθρώπους, τον ένα από τον άλλο. Όταν ένας επίγειος βασιλιάς βγαίνει νικητής από έναν πόλεμο ενάντια σε άλλο βασιλιά, ο ένας χαίρεται κι ο άλλος θρηνεί. Όταν ένας άνθρωπος νικάει το γείτονά του, στο ένα σπίτι ακούγονται τραγούδια και στο άλλο θρήνοι. Δεν υπάρχει στη γη χαρούμενη νίκη που να μη την δηλητηριάζει η κακία. Εκείνος που νικάει στη γη χαίρεται και με τη δική του χαρά και με τα δάκρυα του νικημένου εχθρού του. Ούτε που μπορεί να καταλάβει πώς το κακό καταστρέφει τη χαρά.

Όταν ο Ταμερλάνος νίκησε το σουλτάνο Μπαγιατζίτ, τον έβαλε σ’ ένα σιδερένιο κλουβί κι έστησε γύρω του χορό, τα νικητήρια. Η χαρά του ολοκληρώθηκε με την κακία του. Η κακεντρέχειά του έτρεφε και δυνάμωνε την πανδαισία του.

Αχ, αδελφοί μου! Πόσο σύντομη είναι η χαρά της κακίας! Πόσο φαρμακερή τροφή είναι για την ευωχία η κακία! Όταν ο βασιλιάς Στέφανος του Ντέκανι νίκησε το Βούλγαρο βασιλιά, δεν προχώρησε στο βουλγαρικό έδαφος, δεν πήρε αιχμαλώτους από το βουλγαρικό λαό, αλλά αποσύρθηκε λυπημένος σ’ ένα ησυχαστήριο για να νηστέψει και να προσευχηθεί. Ο νικητής αυτός ήταν πιο ευγενής από τον προηγούμενο. Ακόμα κι αυτή η νίκη όμως, όπως κάθε νίκη, δεν μπορούσε παρά ν’ αφήσει τα θλιβερά σημάδια της στο νικημένο. Ακόμα κι η πιο ένδοξη και πιο πολιτισμένη ιστορία είναι σαν τον ήλιο εκείνο, που οι μισές ακτίνες του είναι φωτεινές κι οι άλλες μισές σκοτεινές.

Μόνο η νίκη του Χριστού είναι σαν τον ήλιο που στέλνει φωτεινές και λαμπερές ακτίνες σ’ όλους όσοι βρίσκονται κάτω στη γη. Η νίκη του Χριστού γεμίζει όλες τις ψυχές των ανθρώπων με χαρά ανεκλάλητη κι ατέρμονη. Μόνο η νίκη του Χριστού είναι καθαρή από μίσος και κακία.
Θα πεις πως είναι μια νίκη μυστήρια; Ναι, είναι. Ταυτόχρονα όμως η νίκη αυτή αποκαλύφτηκε σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, σε ζωντανούς και νεκρούς.
Θα πεις πως είναι μια μεγαλειώδης νίκη; Ναι, είναι. Και μάλιστα περισσότερο από μεγαλειώδης. Δεν είναι περισσότερο από γενναία μια μητέρα όταν δεν αρκείται να γλιτώσει τα παιδιά της από το φίδι, μα τρέχει με γενναιότητα στη φωλιά των φιδιών και τα καίει όλα;
Θα πεις πως είναι μια θεραπευτική νίκη; Ναι, είναι, γιατί θεραπεύει και σώζει στους αιώνες των αιώνων. Η σπουδαία αυτή νίκη σώζει τους ανθρώπους από κάθε κακό, τους κάνει αναμάρτητους και αθάνατους. Η αθανασία χωρίς την αναμαρτησία θα σήμαινε μόνο την επέκταση της βασιλείας του πονηρού και της κακίας. Η αθανασία σε συνδυασμό με αναμαρτησία όμως προξενεί χαρά ανεκλάλητη, απεριόριστη· μετατρέπει τον άνθρωπο σε αδελφό των αγγέλων του Θεού.

Ποιος δε θα χαιρόταν και δε θα ευφραινόταν με τη νίκη του Κυρίου Ιησού Χριστού; Δεν έγινε νικητής για τον εαυτό Του, για δική Του χάρη, αλλά για μας. Η νίκη Του δεν έκανε τον ίδιο μεγαλύτερο, ανώτερο, πιο ζωντανό ή πιο πλούσιο, αλλά εμάς. Τη νίκη Του δεν την χαρακτηρίζει ιδιοτέλεια αλλά αγάπη, δεν ήθελε να πάρει, αλλά να δώσει. Οι εγκόσμιοι κατακτητές νέμονται τη νίκη. Ο Χριστός είναι ο μόνος κατακτητής που την παραδίδει. Ένας εγκόσμιος κατακτητής, είτε αυτός είναι βασιλιάς είτε στρατηγός, δε δέχεται ποτέ να του πάρουν τη νίκη και να τη δώσουν σε κάποιον άλλον. Μόνο ο αναστημένος Χριστός προσφέρει με τα δύο Του χέρια τη νίκη Του σε μας, στον καθένα μας. Όχι μόνο δεν οργίζεται, αλλ’ αντίθετα χαίρεται όταν εμείς γινόμαστε νικητές με τη δική Του νίκη, όταν δηλαδή γινόμαστε ανώτεροι, ζωτικότεροι και πλουσιότεροι από πριν.

Οι εγκόσμιες νίκες φαίνονται καλύτερα όταν τις κοιτάζει κανείς από απόσταση. Όταν τις κοιτάζεις από κοντά δείχνουν άσχημες, αποκρουστικές. Για τη νίκη του Χριστού όμως δεν μπορεί να πει κανείς αν φαίνονται καλύτερα από μακριά ή από κοντά. Βλέποντας από μα­κριά τη νίκη Του τη θαυμάζουμε, γιατί είναι μοναδική στη λαμπρότητά της, στην αγνή και σωστική χάρη της. Όταν τη βλέπουμε από κοντά, θαυμάζουμε για τους φοβερούς εχθρούς που κατατροπώνει, για το μεγάλο πλήθος των σκλάβων που ελευθερώνει.
Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα, η μοναδική, που γιορτάζουμε τη νίκη του Χριστού. Γι’ αυτό και σήμερα αρμόζει να κοιτάξουμε τη νίκη Του από πολύ κοντά, τόσο για να βελτιώσουμε τις γνώσεις μας όσο και για να ευφρανθούμε περισσότερο.

Ας προσεγγίσουμε λοιπόν τον αναστημένο Χριστό κι ας αναρωτηθούμε:

Πρώτο: Ποιόν νίκησε με την Ανάστασή Του;
Δεύτερο: Ποιούς ελευθέρωσε με τη νίκη Του;

***
Με την Ανάστασή Του ο Κύριος κατατρόπωσε τους δύο πιο μανιασμένους εχθρούς της ανθρώπινης ζωής και αξίας: το θάνατο και την αμαρτία. Οι δύο αυτοί εχθροί του ανθρώπινου γένους γεννήθηκαν όταν ο πρώτος άνθρωπος χωρίστηκε από το Θεό, με το να ποδοπατήσει την εντολή της υπακοής στο Δημιουργό του. Στον παράδεισο ο άνθρωπος δε γνώριζε ούτε αμαρτία ούτε θάνατο, ούτε φόβο ούτε ντροπή. Ο άνθρωπος ήταν προσκολλημένος στο Θεό και δεν ήξερε τι σημαίνει θάνατος, ζούσε με απόλυτη υπακοή στο Θεό και δεν ήξερε τι σημαίνει αμαρτία. Εκεί που δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχει και φόβος. Εκεί που είναι άγνωστη η αμαρτία, δεν υπάρχει και ντροπή, που γεννιέται από την αμαρτία.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αμάρτησε, επειδή παραβίασε τη σωστική εντολή της υπακοής, μαζί με την αμαρτία ήρθε κι ο φόβος, ήρθε κι η ντροπή. Ο άνθρωπος ένιωσε πως βρίσκεται μακριά πολύ από το Θεό, το δρεπάνι του θανάτου τού ’δωσε το πρώτο προμήνυμα. Γι’ αυτό κι όταν ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ και τον ρώτησε, «Αδάμ, πού ει;», εκείνος απάντησε: «Της φωνής σου ηχούσα περιπατούντος εν τω παραδείσιο και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην» (Γέν. γ’ 9-10). Άκουσα τη φωνή σου την ώρα που περπατούσες στον παράδεισο και φοβήθηκα, γιατί ήμουν γυμνός. Έτσι κρύφτηκα.
Ως τότε η φωνή του Θεού ενίσχυε τον Αδάμ, τον χαροποιούσε, τον ζωογονούσε. Μετά τη διάπραξη της αμαρτίας όμως η ίδια αυτή φωνή τον φόβιζε, τον νέκρωνε. Ως τότε ο Αδάμ γνώριζε πως ήταν ντυμένος με την αθάνατη αμφίεση των αγγέλων. Μετά όμως κατάλαβε πως η αμαρτία τον γύμνωσε, τον λεηλάτησε, τον υποβίβασε στο επίπεδο των ζώων, τον κόντυνε στις διαστάσεις των πυγμαίων.


Βλέπετε, αδελφοί μου, πόσο φοβερή είναι ακόμα κι η παραμικρότερη αμαρτία της παρακοής στο Θεό! Μετά την αμαρτία του ο Αδάμ φοβήθηκε το Θεό και κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα του παραδείσου, «εν μέσω του ξύλου του παραδείσου». Λειτούργησε όπως η σπιτίσια γάτα που όταν γίνεται άγρια φεύγει στα βουνά, αρχίζει να κρύβεται από το νοικοκύρη της και ν’ αποφεύγει το χέρι που ως τότε την τάιζε. Ο Αδάμ, που ως τότε είχε απόλυτη εξουσία, άρχισε ν’ αναζητά προστασία από τα άλογα ζώα, μακριά από το Δημιουργό του. Από τη μια αμαρτία άρχισε με ταχύτητα αστραπής να προκύπτει η δεύτερη, η τρίτη, η εκατοστή, η χιλιοστή… Τελικά ο άνθρωπος έγινε κτηνώδης, σαν τα ζώα, γήινος, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το αμαρτωλό μονοπάτι που βάδισε ο Αδάμ τον οδήγησε στη γη, μέσα στη γη. Γι’ αυτό κι ο Θεός του είπε: «γη ει και εις γην απελεύση» (Γέν. γ’ 19). Αυτό δεν εξέφραζε μόνο την κρίση του Θεού, αλλά και την μετέπειτα γήινη πορεία του ανθρώπου που μόλις ξεκίνησε, μα η εξέλιξή της ήταν πολύ γρήγορη.
Οι απόγονοι του Αδάμ, η μια γενιά μετά την άλλη, γίνονταν όλο και πιο υλικοί, πιο προσκολλημένοι στα γήινα. Ντρέπονταν που αμάρταναν και πέθαιναν με φόβο και τρόμο. Οι άνθρωποι κρύβονταν από το Θεό στα δέντρα και στους βράχους, στο χρυσό και τη σκόνη. Όσο περισσότερο εκείνοι κρύβονταν όμως, τόσο απομακρύνονταν από τον αληθινό Θεό, τόσο περισσότερο τον ξεχνούσαν. Η φύση που κάποτε έστεκε κάτω από τα πόδια του ανθρώπου, τώρα σιγά σιγά υψωνόταν, έφτασε πάνω από το κεφάλι του, και στο τέλος έκρυψε το πρόσωπο του Θεού, πήρε αυτή τη θέση Του. Ο άνθρωπος άρχισε να φτιάχνει θεό από τη φύση. Άκουγε τη φύση, συμπεριφερόταν όπως εκείνη όριζε, προσευχόταν σ’ αυτήν και της πρόσφερε θυσίες.
Η θεοποίηση της φύσης όμως δεν ήταν ικανή ούτε την ίδια να σώσει, μα ούτε και τον άνθρωπο να γλιτώσει από το θάνατο και τη φθορά. Το δύσβατο μονοπάτι που βάδιζε η ανθρωπότητα ήταν ο δρόμος της αμαρτίας. Και το καταστροφικό αυτό μονοπάτι οδηγούσε σίγουρα σε μια σκοτεινή πολιτεία, μόνο σ’ αυτήν: στην πολιτεία των νεκρών. Οι βασιλιάδες της γης εξουσίαζαν τους ανθρώπους. Η αμαρτία κι ο θάνατος τους εξουσίαζαν όλους, βασιλιάδες κι απλούς ανθρώπους. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλεόναζε η αμαρτία, όπως η χιονόμπαλα μεγαλώνει καθώς κατηφορίζει από το λόφο. Η ανθρωπότητα είχε φτάσει σε έσχατη απελπισία όταν εμφανίστηκε ο ουράνιος Ήρωας για να τη σώσει.


Ο Ήρωας αυτός ήταν ο Κύριος Ιησούς. Αιώνια αναμάρτητος και αιώνια αθάνατος, πέρασε από το νεκροταφείο της ανθρωπότητας και σκόρπισε παντού τα άνθη της αθανασίας. Η ανάσα Του σκόρπιζε ζωή κι έδιωχνε μακριά τη βρωμιά της αμαρτίας, ο λόγος Του ανάσταινε τους νεκρούς. Με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος φορτώθηκε το πλήθος των αμαρτιών του. Με την ίδια αυτή αγάπη Του φόρεσε τη θνητή ανθρώπινη σάρκα. Ήταν τόσο βαριά όμως η ανθρώπινη αμαρτία, τόσο φοβερή, που από το βάρος της ο Υιός του Θεού κατέβηκε στον τάφο.
Ευλογημένος και τρισευλογημένος ο τάφος απ’ όπου ξεπήδησε ο ποταμός της αθανασίας για όλους τους ανθρώπους! Ο Ήρωας κατέβηκε στον Άδη, όπου γκρέμισε το θρόνο του σατανά και κατέστρεψε όλες τις σκευωρίες και τις συνωμοσίες του εναντίον του ανθρώπινου γένους. Από τον τάφο Του ο Ήρωας αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς κι άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο στην πολιτεία των ζωντανών. Αφάνισε με τη δύναμή Του την κόλαση και δόξασε το σώμα Του, ανασταίνοντάς το «εκ νεκρών». Κι όλ’ αυτά με την ανυπέρβλητη δύναμή Του, που είναι αδιαίρετη από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Απλός και ταπεινός σαν αρνί ο Κύριος βάδισε προς το πάθος και το θάνατο. Δυνατός ως Θεός υπόμεινε το πάθος και νίκησε το θάνατο. Η Ανάστασή Του είναι πραγματικό γεγονός. Και ταυτόχρονα είναι η προφητεία κι η προτύπωση της δικής μας ανάστασης. «Σαλ­πίσει γαρ, και οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι, και ημείς αλλαγησόμεθα» (Α’ Κορ. ιε’ 52).


Ίσως ρωτήσουν μερικοί: Πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ο Χριστός νίκησε το θάνατο, αφού οι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν;

Εκείνοι που έρχονται στον κόσμο από την κοιλιά της μητέρας τους, θ’ αναχωρήσουν απ’ αυτόν με το θάνατο, θα μπουν στον τάφο. Ο κανόνας αυτός είναι. Για μας όμως που πεθαίνουμε εν Χριστώ ο θάνατος δεν είναι σκοτεινή άβυσσος, αλλά γέννηση σε μια καινούργια ζωή, είναι επιστροφή στην πατρίδα μας. Ο τάφος για μας δεν είναι πια σκοτάδι αιώνιο αλλά πύλη, όπου μας αναμένουν οι πανένδοξοι άγγελοι του Θεού. Για όλους εκείνους που η ψυχή τους είναι γεμάτη από αγάπη για τον ωραίο και στοργικό Κύριο, ο τάφος δεν είναι παρά το τελευταίο εμπόδιο προς την παρουσία Του. Και το εμπόδιο αυτό είναι τόσο αδύναμο, όσο ο ιστός μιας αράχνης. Γι’ αυτό κι ο απόστολος Παύλος αναφωνεί: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. α’ 21).

Πώς μπορούμε να πούμε πως ο Χριστός δε νίκησε το θάνατο, όταν ο θάνατος δεν αντέχει την παρουσία Του; Ο τάφος δεν είναι πια βαθιά άβυσσος, γιατί γέμισε με την παρουσία Του. Δεν είναι πια σκοτεινός ο τάφος, γιατί ο Χριστός τον φώτισε. Δεν φοβίζει πια ο τάφος, δεν τρομάζει, γιατί δε σηματοδοτεί το τέρμα, μα την αρχή. Δε συνιστά την αιώνια πατρίδα μας, αλλά μόνο την πύλη προς την πατρίδα αυτή. Η διαφορά ανάμεσα στο θάνατο πριν από την Ανάσταση του Χριστού και μετά απ’ αυτήν, είναι όπως η διαφορά ανάμεσα σε μια καταστροφική πυρκαγιά και στη φλόγα του καντηλιού. Η νίκη του Χριστού είναι θεμελιώδης. Με την Ανάστασή Του, «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορ. ιε’ 54).

Υπάρχουν κι άλλοι που θα ρωτήσουν: Πώς μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αναστημένος Χριστός νίκησε την αμαρτία, αφού οι άνθρωποι εξακολουθούν ν’ αμαρτάνουν;

Ο Κύριος νίκησε πραγματικά την αμαρτία. Τη νίκησε με την άσπορο σύλληψη και γέννησή Του. Στη συνέχεια με την αγνή και αναμάρτητη ζωή Του στη γη. Μετά με το πάθος Του στο σταυρό, μ’ όλο που ήταν δίκαιος. Και στο τέλος τη νίκη Του τη σφράγισε με την ένδο­ξη Ανάστασή Του.
Ο Κύριος έγινε το φάρμακο, το πιο κατάλληλο κι αλάθευτο φάρμακο ενάντια στην αμαρτία. Εκείνος που δηλητηριάστηκε από την αμαρτία, μόνο από το Χριστό μπορεί να θεραπευτεί. Εκείνος που δε θέλει ν’ αμαρτάνει, μόνο με τη βοήθεια του Χριστού μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Όταν οι άνθρωποι βρήκαν το φάρμακο για την ευλογιά είπαν: Τη νικήσαμε την αρρώστια αυτή. Το ίδιο είπαν όταν βρήκαν το φάρμακο για την αμυγδαλίτιδα, για τον πονόδοντο, για την ουρική αρθρίτιδα και γι’ άλλες παρόμοιες αρρώστιες. Τις νικήσαμε, θριαμβολογούσαν. Αυτό σημαίνει πως η εύρεση φαρμάκου για κάποια αρρώστια, είναι νίκη κατά της αρρώστιας.


Ο Χριστός είναι μακράν ο μέγιστος Ιατρός στην ανθρώπινη ιστορία, γιατί μας έδωσε το φάρμακο για τη μεγαλύτερη αμαρτία. Κι η αμαρτία είναι εκείνη από την οποία γεννιούνται όλα τ’ άλλα πάθη του ανθρώπου, τόσο τα σωματικά όσο και τα ψυχικά. Το φάρμακο είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο αναστημένος και ζωντανός Κύριος. Είναι το μοναδικό κι αποτελεσματικό φάρμακο εναντίον της αμαρτίας. Αν ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι αμαρτάνουν κι η αμαρτία τους οδηγεί στην καταστροφή, αυτό δε σημαίνει πως ο Χριστός δε νίκησε την αμαρτία, αλλ’ ότι οι άνθρωποι δεν πήραν το μοναδικό φάρμακο κατά της αρρώστιας αυτής. Σημαίνει πως αυτοί δε γνωρίζουν αρκετά το Χριστό ως φάρμακο ή κι αν ακόμα τον γνωρίζουν, δεν τον χρησιμοποιούν για τον άλφα ή τον βήτα λόγο.

Η ιστορία μαρτυρεί με χιλιάδες και μυριάδες φωνές, πως εκείνοι που χρησιμοποιούν το φάρμακο αυτό για την ψυχή τους θεραπεύονται, γίνονται υγιείς. Γνωρίζοντας την αδυναμία της ύπαρξής μας ο Κύριος πρότεινε το φάρμακο αυτό στους πιστούς. Πρόσφερε τον εαυτό Του σ’ αυτούς, για να τον λάβουν με την υλική μορφή του άρτου και του οίνου. Και τό ’κανε αυτό Εκείνος που αγαπά κάθε άνθρωπο με την αμέτρητη αγάπη Του, μόνο και μόνο για να διευκολύνει την προσέγγισή του στο ζωοποιό φάρμακο κατά της αμαρτίας και κάθε φθοράς που προέρχεται απ’ αυτήν. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μέ­νει καγώ εν αυτώ» (Ιωάν. στ’ 56).

Εκείνοι που τρέφουν την αμαρτία με την αμαρτία, χάνουν σταδιακά τη ζωή τους. Την φθείρει η αμαρτία. Εκείνοι όμως που τρέφονται από το σώμα του ζώντος Κυρίου, δρέπουν ζωή. Κι η ζωή μέσα τους αυξάνει συνέχεια, ενώ ο θάνατος απομακρύνεται. Κι όσο αυξάνει η ζωή, τόσο μαραίνεται η αμαρτία. Την ανούσια και σκοτεινή γλυκύτητα της αμαρτίας σ’ αυτούς αντικαθιστά η χαροποιός και ζωοποιός γλυκύτητα του Νικητή Χριστού.

Ευλογημένοι είναι εκείνοι που δοκίμασαν και γεύτηκαν το μυστήριο αυτό στη ζωή τους. Αυτοί θα κληθούν υιοί φωτός και τέκνα της χάριτος. Όταν αναχωρήσουν από τη ζωή αυτή θα είναι σα να φεύγουν από νοσοκομείο, γιατί δε θα είναι πια άρρωστοι.


***
Ας αναρωτηθούμε τώρα: Ποιόν ελευθέρωσε με τη νίκη Του από την αμαρτία και το θάνατο ο αναστημένος Κύριος; Μήπως το λαό ενός έθνους ή μιας φυλής; Μήπως τους ανθρώπους κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης; Όχι, σε καμιά περίπτωση. Τέτοια ελευθερία θα ήταν βασικά αποτέλεσμα της φονικής νίκης εγκόσμιων κατακτητών. Ο Κύριος δεν ονομάστηκε «Φιλοεβραίος», «Φιλέλληνας», «Φιλόπτω­χος» ή «Φιλοαριστοκράτης». Ήταν ο φίλος του ανθρώπινου γένους. Τη νίκη Του την ήθελε για όλους τους ανθρώπους, χωρίς καμιά διάκριση στις διαφορές και τις ιδιαιτερότητες, όπως κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Τη νίκη Του την κέρδισε για το καλό και τη βοήθεια όλων των πλασμάτων του Θεού, όλων των ανθρώπων. Και την πρόσφερε σ’ όλους αυτούς.

Σ’ όλους εκείνους που δέχονται τη νίκη αυτή και την κάνουν δική τους, υποσχέθηκε αιώνια ζωή, τους έκανε συγκληρονόμους της ουράνιας βασιλείας Του. Δεν επιβάλλει σε κανέναν τη νίκη Του, μ’ όλο που κόστισε τόσο πολύ. Αφήνει ελεύθερους τους ανθρώπους να την κάνουν δική τους ή να την αρνηθούν. Όπως ο πρώτος άνθρωπος στον παράδεισο διάλεξε την πτώση, το θάνατο και την αμαρτία στα χέρια του σατανά, έτσι και τώρα είναι ελεύθερος να διαλέξει ζωή και σωτηρία στα χέρια του Νικητή Θεού. Η νίκη του Χριστού είναι βάλσαμο, ζωοποιό βάλσαμο για όλους τους ανθρώπους, όλους εκείνους που έχουν προσβληθεί από τη λέπρα της αμαρτίας και του θανάτου.

Το βάλσαμο αυτό κάνει τους άρρωστους υγιείς, τους υγιείς ακόμα υγιέστερους.
Το βάλσαμο αυτό ανασταίνει τους νεκρούς και δίνει πληρέστερη ζωή στους ζωντανούς.


Το βάλσαμο αυτό κάνει τον άνθρωπο σοφό, τον εξευγενίζει, τον θεοποιεί. Αυξάνει τη δύναμή του και την κάνει εκατονταπλάσια, αναβιβάζει την αξία του πάνω απ’ όλη τη φύση, τον φτάνει ίσαμε τη λαμπρότητα και το κάλλος των αγγέλων και των αρχαγγέλων του Θεού.

Αγαπημένο και ζωοποιό βάλσαμο! Ποιο χέρι δε θ’ απλωνόταν να σε πάρει; Ποια καρδιά δε θα σε έβαζε στις πληγές της; Ποιος λάρυγγας δε θα υμνούσε τα μεγαλεία σου; Ποια πένα δε θα κατέγραφε τα θαυμάσια κατορθώματά σου; Ποιό αβάκιο δε θ’ απαριθμούσε όλες τις θεραπείες άρρωστων ανθρώπων και τις νεκραναστάσεις που έχεις κάνει ως σήμερα; Πόσα δάκρυα ευγνωμοσύνης δε θα χύνονταν για σένα;


Ελάτε λοιπόν, αδελφοί μου, όλοι εσείς που φοβάστε το θάνατο. Ελάτε πιο κοντά, προσεγγίστε το Νικητή Χριστό, τον αναστημένο. Εκείνος θα σας ελευθερώσει από το θάνατο κι από το φόβο του θανάτου.
Ελάτε όλοι εσείς που ζείτε με τη ντροπή των κρυφών και φανερών αμαρτιών σας. Πλησιάστε στη ζωντανή πηγή που ξεπλένει και καθαρίζει, εκείνη που μπορεί να κάνει και το πιο μαύρο δοχείο λευκότερο από το χιόνι.
Ελάτε όλοι εσείς που αναζητάτε υγεία, δύναμη, ομορφιά και χαρά. Ο αναστημένος Χριστός είναι η πλούσια πηγή όλων αυτών. Σας αναμένει με αγάπη και προσμονή, δε θέλει να χαθεί κανένας.
Προσκυνήστε τον Κύριο σωματικά και ψυχικά. Ενωθείτε μαζί Του «κατά νουν και κατά διάνοιαν». Αγκαλιάστε τον με όλη σας την καρδιά. Μη προσκυνάτε τον κατακτητή, αλλά τον Ελευθερωτή. Μη συνδέεστε με τον καταστροφέα, αλλά με το Σωτήρα. Μην αγκαλιάζετε τον ξένο, αλλά το στενό συγγενή σας, τον αγαπημένο σας φίλο.
Ο αναστημένος Κύριος είναι το θαύμα των θαυμάτων! Ο Κύριος όμως έχει την ίδια φύση με σένα, την ίδια πρωταρχική φύση που είχε κι ο Αδάμ στον παράδεισο.
Η ανθρώπινη φύση δε δημιουργήθηκε για να δουλωθεί στην άλογη φύση που την περιβάλλει, αλλά να κυβερνήσει τη φύση με τη δύναμή της. Η αληθινή φύση του ανθρώπου δεν είναι ανάξια και τιποτένια, άρρωστη, θνητή κι αμαρτωλή. Είναι υγιής, ένδοξη, αθάνατη κι αναμάρτητη.

Ο αναστημένος Κύριος διέρρηξε το παραπέτασμα που χώριζε τον αληθινό Θεό από τον αληθινό άνθρωπο. Μας αποκάλυψε στον Εαυτό Του τη μεγαλοσύνη και το κάλλος και του Ενός και του άλλου. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, παρά μόνο μέσω του αναστημένου Κυρίου Ιησού. Αλλά και κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό άνθρωπο, παρά μόνο μέσω του αναστημένου Ιησού.

Ο Χριστός Ανέστη, αδελφοί μου!
Με την Ανάστασή Του ο Χριστός κυριάρχησε στην αμαρτία και το θάνατο, κατέστρεψε το σκοτεινό βασίλειο του σατανά, ελευθέρωσε τη δουλωμένη ανθρώπινη φύση και φανέρωσε τα μεγαλύτερα μυστήρια σχετικά με το Θεό και τον άνθρωπο. Σ’ Εκείνον πρέπει ο ύμνος κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα», ομιλίες Γ΄, Εκδόσεις Πέτρου Μπότση)

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 18

Συνέχεια από 9. Απριλίου 2026


Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 18

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN

Father Bones και Mister Natch

«Πατέρα Ντέιβιντ, δεν είστε μαζί μου. Σας παρακαλώ, να είστε μαζί μου!» Ήταν επίμονη. Ο Ντέιβιντ έριξε πάλι μια ματιά στα χαριτωμένα χέρια που κάλυπταν το πρόσωπο και μπλέκονταν με τα χρυσά μαλλιά. Ο Τζόναθαν έμοιαζε με άγγελο του Θεού ντυμένο με φως, που έκανε μετάνοια γονατιστός για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Ντέιβιντ ήθελε να του πει: «Ναι! Τζόναθαν, μη φοβάσαι! Είμαι μαζί σου! Ναι!» Τα λόγια ανέβαιναν στα χείλη του σαν ποτό που του προσφερόταν. Αλλά ένα γρήγορο κύμα ανησυχίας τον χτύπησε ξανά· και πάλι εκείνο το ερώτημα επέστρεψε σαν μπούμερανγκ: Για ποιο πράγμα τον είχε προειδοποιήσει ο πατήρ Γ.; Τι είχε πει; Τι ήταν; Η φωνή του Τζόναθαν τον διέκοψε και πάλι.

«Ο πατήρ Γ. ανήκει στο παρελθόν.» Ο Ντέιβιντ συγκλονίστηκε από το γεγονός ότι ο Τζόναθαν διάβαζε τις πιο κρυφές του σκέψεις. «Επέστρεψε στη μήτρα όλων μας. Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς, πατέρα Ντέιβιντ. Εσύ κι εγώ. Ζούμε. Ας περπατήσουμε στο φως, όσο το έχουμε.»

Ο Τζόναθαν συνέχιζε τώρα να μιλά, αναμειγνύοντας τη Γραφή με τα λόγια του. Ο Ντέιβιντ γύρισε αλλού, σαν να προσπαθούσε να αποκρούσει κάποια επιρροή που ερχόταν προς αυτόν από τον Τζόναθαν· και το μυαλό του ζαλιζόταν καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει το χαμένο του έδαφος. Κοίταξε προς το ταβάνι. Ένιωθε περικυκλωμένος: υπήρχαν μόνο ο Τζόναθαν και ο ίδιος, και ανάμεσά τους ένας παράξενος αιθέρας, ένας αόρατος διάδρομος επικοινωνίας. Και όλο αυτό το διάστημα, η μνήμη του συνέχιζε να ψάχνει απεγνωσμένα, να δουλεύει υπερωρίες, αναζητώντας ένα σταθερό στήριγμα για τον νου και τη θέλησή του. Α! Επιτέλους! Αυτό ήταν που είχε πει ο πατήρ Γ.: «Ο Άγγελος του Φωτός». Αυτό ήθελε να θυμηθεί. «Ο Άγγελος του Φωτός». Και ο πατήρ Γ. τον είχε επίσης προειδοποιήσει: «Ο μεγάλος σου κίνδυνος, Ντέιβιντ, είναι ότι σκέφτεσαι πάρα πολύ. Πάρα πολύ από τον παλιό εγκέφαλο μέσα σου. Άκου την καρδιά σου. Ο Κύριος μιλά στην καρδιά σου.»

Ένα έντονο αίσθημα ανακούφισης πέρασε από τον Ντέιβιντ. Ένας χώρος άνοιγε μέσα του — ελεύθερος, ανεμπόδιστος, άνετος, ευρύχωρος, καθαρός, ιδιωτικός — ανέγγιχτος από εκείνο το συστρεφόμενο σκοτεινό μονοπάτι επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Τζόναθαν.
Τότε μια κοφτή λέξη — το ίδιο του το όνομα, προφερόμενο σαν το σφύριγμα μαστιγίου — χτύπησε τα αυτιά του.
«Ντέιβιντ! Ντέιβιντ!» Ήταν ο Τζόναθαν. Αυτή τη φορά η φωνή είχε έναν επιτιμητικό τόνο, σαν εκείνον που χρησιμοποιεί ένας δάσκαλος ή ανώτερος. Οι ρόλοι είχαν περίεργα αντιστραφεί.
Ο Ντέιβιντ άκουσε τον νεαρό βοηθό ιερέα να του ψιθυρίζει στο αυτί: «Ντέιβιντ, τρέμει. Νομίζεις ότι είναι καλά; Ο γιατρός φοβάται…» Ο Ντέιβιντ του έκανε νόημα και κοίταξε πάλι προσεκτικά τον Τζόναθαν. Το πρόσωπό του ήταν ακόμη κρυμμένο στα χέρια του, αλλά φαινόταν στον Ντέιβιντ και στους βοηθούς σαν να σπαρασσόταν από λυγμούς και λύπη.


Ο Ντέιβιντ αποφάσισε να δοκιμάσει μια άλλη προσέγγιση. Έπρεπε να βρει ένα σημείο επαφής. Κάπως έπρεπε να κάνει τον Τζόναθαν να αντισταθεί στο κακό πνεύμα που τον κατείχε· έπρεπε να το αναγκάσει να βγει στο φως. Και έπρεπε να διατηρήσει τον έλεγχο του εαυτού του για να το πετύχει.
Εκ των υστέρων, δεδομένης της φύσης του Ντέιβιντ, η ενέργειά του ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Και, δεδομένης της πραγματικότητας της δικής του κατάστασης σε αντίθεση με εκείνη του Τζόναθαν, ό,τι ακολούθησε ήταν και αναπόφευκτο και αναγκαίο.
Πλησίασε τον Τζόναθαν. Συμπόνια και κατανόηση κυριαρχούσαν στο μυαλό του. Ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του Τζόναθαν και μίλησε.
«Τζόναθαν, φίλε μου. Μην υποκύπτεις στη λύπη. Δεν θα σταματήσω ποτέ, ούτε θα εγκαταλείψω τις προσπάθειές μου. Δεν θα σε αφήσω τώρα μέχρι…»
«Ξέρω ότι δεν θα το κάνεις…» Η φωνή του Τζόναθαν έμοιαζε να εξαναγκάζεται μέσα από μια βίαιη σύσπαση του στήθους και του λαιμού του. «Ξέρω ότι δεν θα το κάνεις γιατί» — ο Τζόναθαν σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα — «αδελφέ μου, δεν μπορείς. Δεν μπορείς.» Ήταν ένας φρικτός συριγμός, ένα παράξενο σφύριγμα που έφτανε σαν χέρι μέσα στο μυαλό του Ντέιβιντ. Ο Ντέιβιντ άρχισε να αποσύρει το χέρι του· και καθώς το έκανε, ένιωσε παράξενες παρορμήσεις στο μυαλό του: μια έντονη πεποίθηση τον χτυπούσε ότι εκείνος και ο Τζόναθαν ήταν οι μόνοι λογικοί άνθρωποι μέσα στο δωμάτιο. Οι άλλοι — ο νεαρός συνάδελφός του, ο γιατρός, ο ψυχίατρος — ήταν μαριονέτες, πλαστικά ομοιώματα της πραγματικότητας, πικαρέσκοι ήρωες σε ένα κοσμικό αστείο. Μόνο ο Τζόναθαν και ο ίδιος. Μόνο ο Τζόναθαν και ο Ντέιβιντ.

«Το κατάλαβες, Ντέιβιντ!» ψιθύρισε ο Τζόναθαν. Ένας συριγμός. Ένα σφύριγμα.

Ποιος είχε τον έλεγχο;

«Τι κατάλαβα;» Ο Ντέιβιντ μόλις πρόλαβε να βγάλει τις λέξεις από το στόμα του, όταν ένιωσε μια κατανόηση πέρα από τις λέξεις, ένα κοινό ρεύμα σκέψης, σαν να μοιράζονταν ο ίδιος και ο Τζόναθαν έναν κοινό εγκέφαλο ή κάποια ανώτερη διαισθητική ικανότητα που καταργούσε την ανάγκη της λεκτικής επικοινωνίας. «Τι κατάλαβα;» το επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Ήταν μια κραυγή, μια διαμαρτυρία ενάντια στην εξαπάτηση. Γιατί εκείνες τις στιγμές όλα έγιναν ξεκάθαρα. Κατάλαβε για πρώτη φορά: και ο ίδιος διαπερνιόταν σιγά-σιγά από το ίδιο πνεύμα κακού που κρατούσε τον Τζόναθαν· και συνειδητοποίησε ότι και ο Τζόναθαν το γνώριζε.
Ο Τζόναθαν σήκωσε ξαφνικά το πρόσωπό του και κοίταξε τον Ντέιβιντ. Το δεξί του χέρι, με τον στραβό δείκτη, έπεσε σφιχτά πάνω στο χέρι του Ντέιβιντ, που ακουμπούσε στον ώμο του. Ο Ντέιβιντ έμοιαζε με άνθρωπο που έβλεπε φάντασμα: ξαφνικά χλωμός, συρρικνωμένος, με μάτια ορθάνοιχτα, σφιγμένα χείλη, λαχανιασμένος, ιδρωμένος. Γιατί το πρόσωπο που αντίκρισε στον Τζόναθαν ήταν παραμορφωμένο και συστρεφόμενο, όχι από λύπη ή πόνο, αλλά από χαμόγελα και ευθυμία. Δεν σπαρασσόταν από λυγμούς, αλλά από συγκρατημένο γέλιο. Και αυτό το γέλιο τώρα ξέσπασε από τα χείλη του σαν ριπή ανακούφισης. Φώναξε κατάμουτρα στον Ντέιβιντ:
«Είσαι ίδιος μ’ εμένα, David! Πατέρα David!» Ο νεαρός βοηθός του David, ο Thomas, πλησίασε. Ο γιατρός και ο ψυχίατρος υποχώρησαν, καταβεβλημένοι από έκπληξη, κοιτάζοντας με δυσπιστία πότε τον David και πότε τον Jonathan. Ο David απώθησε την προσφορά βοήθειας του Father Thomas.
«Έχεις υιοθετήσει τον Κύριο του Φωτός, όπως κι εγώ, γέρο ανόητε!» ούρλιαξε ο Jonathan μέσα από το κακαριστό του γέλιο. Άφησε το χέρι του David και σηκώθηκε όρθιος. «Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου!»
Ο Jonathan ξέσπασε σε βροντερό γέλιο. Το γέλιο του γέμισε το μικρό δωμάτιο· διπλώθηκε από τα γέλια, χτυπώντας το γόνατό του, με δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του. «Χα-χα! David, είσαι αστείος. Είσαι ψυχικός σύντροφός μου. Δεν πιστεύεις ούτε μία καταραμένη λέξη από εκείνες τις παιδικές μαγγανείες.» Κάθε λέξη χτυπούσε τον David σαν σωματικό πλήγμα. «Hoc est corpus meum! Είσαι το ίδιο απελευθερωμένος όπως κι εγώ, άνθρωπε. Ανήκεις στο Νέο Είναι και στον Νέο Χρόνο.»
Ξαφνικά ο Jonathan ησύχασε. «Και εσύ προσπαθούσες να με εξορκίσεις;» Η περιφρόνηση που αντικατέστησε το γέλιο ήταν τεράστια. Έσκυψε μπροστά, φέρνοντας το πρόσωπό του πολύ κοντά στο πρόσωπο του David. Με αργό, σκόπιμο τόνο, τονίζοντας κάθε λέξη: «Φύγε από εδώ, εσύ ασήμαντο, αδύναμο πλάσμα! Φύγε από εδώ με αυτά τα σκιάχτρα που έφερες μαζί σου. Πήγαινε να δέσεις τις πληγές σου. Πήγαινε να δεις αν ο γλυκανάλατος Ιησούς σου θα σε θεραπεύσει. Φ-ύ-γ-ε!» Οι τελευταίες δύο λέξεις ειπώθηκαν αργά, βαριά φορτισμένες με περιφρόνηση και απόρριψη.

Ο David ήταν τώρα σαν άνθρωπος που προσπαθεί να σταθεί όρθιος ύστερα από δυνατό χτύπημα. «Έλα, Father David», είπε ήρεμα αλλά με επείγοντα τόνο ο νεαρός ιερέας, βλέποντας την έκφραση υπεροχής και εξουσίας στο πρόσωπο του Jonathan. «Πάμε, David», είπε ο γιατρός.
Ο David γύρισε για μια στιγμή και κοίταξε τον Jonathan. Οι άλλοι δεν είδαν φόβο στο πρόσωπό του, μόνο απορία και πόνο. Το βλέμμα τους ακολούθησε του David. Εκεί στεκόταν ο Jonathan παρακολουθώντας την αποχώρησή τους. Όλη του η εμφάνιση είχε αλλάξει. Το κεφάλι του ήταν υψωμένο. Στεκόταν ψηλός και ευθυτενής. Τα χρυσά του μαλλιά έπεφταν στους ώμους του σαν φωτοστέφανο που αντανακλούσε το τρεμόπαιγμα των κεριών. Τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν με θολό φως. Το δεξί του χέρι ήταν υψωμένο έτσι ώστε ο άκαμπτος δείκτης του να ακουμπά στον λαιμό του. Το αριστερό του χέρι κρεμόταν στο πλάι.
«Πηγαίνετε στο σκοτάδι, ανόητοι!» ούρλιαξε ο Jonathan με οξεία φαλτσέτο φωνή. Το δεξί του χέρι κατέβηκε απότομα και πέταξε τα κηροπήγια από το τραπέζι στο πάτωμα. Τα κεριά έσβησαν και το δωμάτιο βυθίστηκε στο ημίφως. Ο νεαρός ιερέας είχε ήδη ανοίξει την πόρτα. Και οι τέσσερις άντρες βγήκαν γρήγορα. «Στο σκοτάδι! Ανόητοι!» Η φωνή του Jonathan τους καταδίωκε. Καθώς βγήκαν, συνειδητοποίησαν ξαφνικά ότι η μέρα ήταν ήδη ζεστή· μέσα στο δωμάτιο είχαν παγώσει.

Ο David κυριολεκτικά παραπάτησε βγαίνοντας στον φωτισμένο διάδρομο και ακούμπησε στον τοίχο. Δίπλα στην κρεμάστρα, η μητέρα του Jonathan καθόταν σε μια καρέκλα με ίσια πλάτη. Τα χέρια της κρατούσαν ένα κομποσκοίνι στην ποδιά της. Το κεφάλι της ήταν σκυμμένο, τα μάτια κλειστά. Μετά από λίγα λεπτά σήκωσε το κεφάλι και, χωρίς να κοιτάξει τον David, μίλησε με ήρεμη φωνή γεμάτη παραιτημένη θλίψη.
«Έχει δίκιο. Ο γιος μου. Σκλάβος του διαβόλου. Έχει δίκιο, Father David. Χρειάζεστε κάθαρση. Ο Θεός να σας βοηθήσει.» Έπειτα, σαν να διαισθάνθηκε κάποια ανησυχία των άλλων για τη λογική ή την πίστη της, πρόσθεσε: «Είμαι η μητέρα του. Κανένα κακό δεν μπορεί να μου συμβεί.» Ήταν κάτι που το είπε ενστικτωδώς, αλλά ο David ήταν βέβαιος ότι είχε δίκιο.
Ο David πέρασε δίπλα της παραπατώντας. Κανείς δεν την κοίταξε. Οι σύντροφοί του τον βοήθησαν να μπει στο αυτοκίνητο και τον οδήγησαν στο σεμινάριο. Μόλις έφτασε στο δωμάτιό του, κάθισε κουρασμένος μαζί με τον νεαρό ιερέα για περίπου μισή ώρα.
«Τι θα κάνουμε, Father David;» ρώτησε τελικά ο Thomas. Ο David δεν απάντησε. Ήταν τώρα ολοκληρωτικά απορροφημένος από τον εαυτό του και από τη σκοτεινή πραγματικότητα που είχε ανακαλύψει μέσα του. Κοίταξε τον νεαρό ιερέα και ένιωσε παράξενα ξένος. Τι κοινό είχε με εκείνο το φρέσκο πρόσωπο, το μαύρο ράσο, το λευκό στρογγυλό κολάρο και — πάνω απ’ όλα — εκείνη την έκφραση στα μάτια του; Τι ήταν εκείνη η έκφραση; Στένεψε τα μάτια του κοιτάζοντας τον Thomas. Τι ήταν αυτό το βλέμμα; Το είχε άραγε κι ο ίδιος κάποτε; Ήταν όλα ένα αστείο; Μια απλή προσποίηση ή επιβεβλημένη παιδικότητα; Οι νέοι ιερείς πρέπει να πιστεύουν — όπως τα παιδιά. Ύστερα μεγαλώνουν — όπως τα παιδιά. Και τότε σταματούν να έχουν αυτό το βλέμμα. Σταματούν να «πιστεύουν»;
«Είσαι περικυκλωμένος από εισαγωγικά, Thomas», είπε ανόητα στον νεαρό ιερέα. Έπειτα βυθίστηκε ξανά στη σιωπή, κοιτάζοντάς τον επίμονα. Τι στο καλό ήταν τελικά η πίστη; Εκείνο το ανόητο βλέμμα! Τι ήταν αυτό το βλέμμα! Σαν να ήταν όλα ζάχαρη και γλύκα και καλοσύνη και ουτοπίες και παιδική εμπιστοσύνη. Γιατί ήταν τόσο ανοιχτό και αθώο;
«Σταμάτα να κοιτάς σαν ανόητος!» πέταξε ο David στον Thomas. Έπειτα κατάλαβε τι είχε κάνει. «Συγγνώμη, Thomas», μουρμούρισε αδύναμα, βλέποντας το νεαρό πρόσωπο να χλομιάζει. Ο David άρχισε να κλαίει σιωπηλά.
«Father David», είπε ο Thomas παίρνοντας ανάσα, «δεν έχω εμπειρία. Αλλά χρειάζεστε ξεκούραση. Αφήστε με να τηλεφωνήσω στην οικογένειά σας.» Ο David έγνεψε αβοήθητα.
Το ίδιο απόγευμα τον οδήγησαν στην κομητεία Coos, πίσω στο πατρικό του στο αγρόκτημα. Οι γονείς του χάρηκαν πολύ που τον είδαν. Ζούσαν πλέον μόνοι, εκτός από μια οικιακή βοηθό και έναν κηπουρό.


Εκείνο το βράδυ ο David πήγε για ύπνο στο δωμάτιο όπου είχε ζήσει ως παιδί και νέος. Αλλά λίγο μετά τα μεσάνυχτα ξύπνησε ιδρωμένος και τρέμοντας σαν φύλλο. Δεν ήξερε γιατί, αλλά μια βαθιά αίσθηση προαισθήματος τον κατέκλυζε. Σηκώθηκε, κατέβηκε στην κουζίνα και ζέστανε λίγο γάλα. Καθώς επέστρεφε, στάθηκε στην πόρτα του δωματίου του Old Edward. Έμεινε εκεί για λίγο, πίνοντας γάλα και σκεπτόμενος αόριστα. Όπως περιγράφει, το μυαλό του καθάριζε σιγά-σιγά, σαν θολή εικόνα τηλεόρασης που αποκτά εστίαση. Ύστερα, χωρίς συγκεκριμένη σκέψη, από κάποιο τυφλό ένστικτο, άνοιξε την πόρτα, άναψε το φως και μπήκε μέσα.
Το δωμάτιο ήταν σχεδόν ίδιο όπως τη μέρα του θανάτου του Edward, εκτός από μια αλλαγή: μια μεγάλη φωτογραφία του Edward κρεμόταν πάνω από το τζάκι. Έμεινε εκεί περίπου μία ώρα. Έπειτα, πάλι με το ίδιο ένστικτο, πήγε στο δωμάτιό του, μετέφερε τα πράγματά του στο δωμάτιο του Edward και κοιμήθηκε εκεί.
Ο David έμεινε σχεδόν τέσσερις εβδομάδες στο αγρόκτημα. Στην αρχή έκανε καθημερινά μεγάλους περιπάτους και χειρωνακτικές εργασίες. Περνούσε από το μικρό δάσος στο δυτικό άκρο, αλλά δεν έμπαινε ποτέ. Στεκόταν λίγο και έφευγε. Συναντούσε παλιούς φίλους και περνούσε τα βράδια με τους γονείς του.
Προς το τέλος της πρώτης εβδομάδας, αυτό άλλαξε. Άρχισε να περνά σχεδόν όλο τον χρόνο στο δωμάτιό του, βγαίνοντας μόνο για φαγητό. Την τρίτη εβδομάδα δεν έβγαινε καθόλου, εκτός από το μπάνιο.
Δεν άνοιγε τα παντζούρια. Έτρωγε ελάχιστα, και προς το τέλος ζούσε με γάλα, μπισκότα και λίγα αποξηραμένα φρούτα που του άφηνε η μητέρα του έξω από την πόρτα.
Από την αρχή είχε προειδοποιήσει τους γονείς του να μην ανησυχούν. Την πρώτη μέρα είχε επισκεφθεί τον Father Joseph, τον τοπικό ιερέα. Τις τελευταίες δέκα ημέρες, εκείνος ήταν ο μόνος άνθρωπος που τον επισκεπτόταν.
Ο David κρατούσε λεπτομερές ημερολόγιο καθ’ όλη αυτή την περίοδο· και, εκτός από κάποιες στιγμές που έχανε τον έλεγχο, υπάρχει σχεδόν συνεχής καταγραφή των γεγονότων — της εσωτερικής του εμπειρίας και των εξωτερικών φαινομένων που σημάδεψαν αυτή την κρίσιμη περίοδο.
Όλο αυτό το διάστημα, κάτω στο Manchester, ο Jonathan ζούσε στο σπίτι με τη μητέρα του.
Η σύγκριση του τρόπου με τον οποίο ο David και ο Jonathan περνούσαν συγκεκριμένες ημέρες και ώρες κατά τη διάρκεια εκείνων των εβδομάδων στάθηκε δύσκολο να επιτευχθεί, αλλά υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ορισμένες καταστάσεις από τις οποίες περνούσε ο David συνέπιπταν — μερικές φορές μέχρι και στην ίδια ώρα — με παράξενες στιγμές και συμπεριφορές στη ζωή του Jonathan. Ο κύριος σκοπός μας, ωστόσο, είναι να παρακολουθήσουμε την εμπειρία του David, διότι, στην τεχνική γλώσσα της θεολογίας, ο πατήρ David M. είχε στερηθεί κάθε συνειδητή πίστη. Η θρησκευτική του πίστη δοκιμάστηκε σε μια επίθεση που λίγο έλειψε να του την αφαιρέσει ολόκληρη. Νοητικά και συναισθηματικά, βρέθηκε στην κατάσταση ενός ανθρώπου χωρίς καμία απολύτως θρησκευτική πίστη. Ως προς αυτό, ο David, που εξακολουθούσε να αισθάνεται ότι η κλήση του ως ιερέα παρέμενε έγκυρη, είχε παραδώσει τον νου και τα συναισθήματά του σε κάποια μορφή κατοχής.
Δεν θα υπήρχε αγώνας, πολύ λιγότερο αγωνία, αν η θέληση του David δεν έμενε πεισματικά προσκολλημένη στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Σπιθαμή προς σπιθαμή, μεταφορικά μιλώντας, έπρεπε να παλέψει για την επιβίωση της πίστης του ενάντια σε ένα πνεύμα στο οποίο ο ίδιος είχε επιτρέψει την είσοδο και το οποίο τώρα επιχειρούσε να τον κυριεύσει ολοκληρωτικά. Συνειδητά δεχόταν επί μακρόν ιδέες και πειθούς. Δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τώρα ότι όλες αυτές οι ιδέες και οι πειθοί που τον παρακινούσαν, όσο κι αν φορούσαν το προσωπείο της «αντικειμενικότητας», είχαν ηθική διάσταση και σχέση με το πνεύμα — με το καλό και το κακό. Είχε αποτύχει επί μακρόν να συνειδητοποιήσει ότι τίποτε δεν είναι ηθικά ουδέτερο. Μαζί με αυτές τις ιδέες, τις πειθούς και τις ελλείψεις, ως κατάλληλοτατο όχημα, είχε εισέλθει μέσα του κάποιο πνεύμα, ξένο προς τον ίδιο, αλλά τώρα διεκδικώντας πλήρη έλεγχο επάνω του.
Κατά τη διάρκεια εκείνων των τεσσάρων εβδομάδων στη φάρμα των Coos, ολόκληρη η ζωή του David ως πιστού περνούσε αδιάκοπα και όλο πιο έντονα από μπροστά του σαν φωτογραφίες που τις ξεφυλλίζει κανείς με τον αντίχειρα — παιδική ηλικία, σχολικά χρόνια, εκπαίδευση στο σεμινάριο, χειροτονία, διδακτορικές σπουδές, ανθρωπολογικά ταξίδια, διαλέξεις, όσα είχε γράψει σε άρθρα και βιβλία, οι συζητήσεις που είχε κάνει, πάντοτε μεταβαλλόμενα κάδρα. Όταν έφτανε στο τέλος, άρχιζαν πάλι από την αρχή.
Μικρές σκηνές. Μικρά επεισόδια. Πρόσωπα λησμονημένα από καιρό. Λέξεις και φράσεις που αντηχούσαν πίσω μισοτελειωμένες. Ζωντανές αναμνήσεις. Η καθεμιά με το δικό της ξεχωριστό συμπέρασμα. Η μέρα που είπε στην αδελφή Antonio, στο σχολείο του μοναστηριού, ότι ο Ιησούς δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να χωρέσει μέσα στην όστια της θείας κοινωνίας. Ο David ήταν οκτώ ετών. Η αδελφή του χάιδεψε το κεφάλι: «David, να είσαι καλό παιδί. Εμείς ξέρουμε τι είναι σωστό.» Δεν του είχαν δώσει ούτε επιλογή ούτε απάντηση. Καμία επιλογή. Καμία επιλογή, ηχούσε η σιωπηλή ηχώ.
Η συνέντευξή του με τον επίσκοπο για την αποδοχή του στο σεμινάριο: «Αν γίνεις ιερέας, καλείσαι σε μια τελειότητα πνεύματος που δεν παραχωρείται στην πλειονότητα των χριστιανών.» Το πνεύμα δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο. Δεν είναι ελιτίστικο, συνέχιζε η ηχώ.
Οι ηχώ αντηχούσαν στην αίθουσα των χρόνων μέσα στον εγκέφαλο του David, καθώς οι «φωτογραφίες» συνέχιζαν να περνούν αστραπιαία μπροστά του.
Θυμήθηκε τη στιγμή που πείστηκε ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστες καταγραφές για τον Ιησού γραμμένες κατά τη διάρκεια της ίδιας της ζωής του. Στα τέσσερα Ευαγγέλια, στις Πράξεις των Αποστόλων και στις επιστολές του Παύλου, υπήρχε μόνο αυτό που οι άνθρωποι πίστευαν και νόμιζαν ότι γνώριζαν τριάντα, σαράντα, εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού. Ακόμη κι αν πίστευαν ότι ήξεραν, πώς μπορούσε ο David να είναι βέβαιος ότι ήξεραν; Σκεφτόταν και πίστευε μόνο ό,τι εκείνοι νόμιζαν και πίστευαν. «Δεν έχω καταγραφές. Μοιάζει με παραλήρημα.» Παραλήρημα. Παραλήρημα. Παραλήρημα. Η λέξη ήταν σφυροκόπημα μέσα στη δίνη των αναμνήσεων του David.

Ύστερα άλλη μια αστραπή μνήμης, άλλη μια αλλαγή, άλλο ένα κομμάτι κακού. Έντεκα χρόνια νωρίτερα, ο David είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στους τόπους όπου είχε ζήσει και πεθάνει ο Ιησούς. Αμέσως μετά είχε επισκεφθεί τη Ρώμη και είχε περάσει πολλές ημέρες παρατηρώντας τα μνημεία, τις βασιλικές και τους θησαυρούς της. Παρακολούθησε τις τελετές στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Καθώς επέστρεφε στην Αμερική, ένα ερώτημα κυριαρχούσε πάνω σε όλα μέσα του: Ποια δυνατή σχέση θα μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα στην άσημη ζωή του Ιησού σε εκείνη τη σκληρή, φτωχή, άγονη γη και στη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα της παπικής Ρώμης; Ίσως μόνον τώρα το καταλάβαινε, αλλά είχε καταλήξει τότε, κρυφά, σε ένα συμπέρασμα κατά το ταξίδι της επιστροφής: δεν υπήρχε πραγματική σχέση. Τώρα η μνήμη του συνέχιζε να επαναλαμβάνει με μικρές εξάρσεις πόνου: καμία σχέση, καμία σχέση, καμία σχέση.
Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, είχε ανοίξει έναν αρχαίο τάφο στη βορειοανατολική Τουρκία. Εκείνος και οι άλλοι αρχαιολόγοι είχαν βρει μέσα έναν θαμμένο φύλαρχο, περιβαλλόμενο από τα οστά ανθρώπων και ζώων που είχαν σφαγιαστεί για την κηδεία του. Τα οστά, τα όπλα, τα σκεύη, η σκόνη και το πάθος όλης αυτής της εικόνας τον είχαν συνεπάρει. Αυτοί ήταν άνθρωποι σαν τον ίδιο. Δεν είχαν καμία γνώση του Ιησού. Πώς θα μπορούσαν να κριθούν επειδή δεν γνώριζαν τίποτε για τον Ιησού και τον Χριστιανισμό; Ασφαλώς ό,τι σκεφτόταν ο David για τον Ιησού ήταν μια πολύ μικρή σύλληψη; Ασφαλώς η αλήθεια ήταν μεγαλύτερη από κάθε δόγμα; Μεγαλύτερη από κάθε αντίληψη του Ιησού ως ανθρώπου ή ως Θεού, ή από κάθε μορφή που έλαβε ο Ιησούς; Έπρεπε να είναι έτσι. Αλλιώς τίποτε δεν είχε νόημα. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μεγαλύτερη από τον Ιησού. Μια ακόμη τραχιά ηχώ που αντηχούσε στη μνήμη του.

Σιγά-σιγά αναδύθηκε ένα μοιραίο νήμα που έραβε μαζί όλες τις αντηχούσες δυσαρέσκειες, όλα τα παράπονα της λογικής, όλη την αλαζονεία της λογικής γυμνωμένη ως τον ίδιο της τον μυελό. Και το ύφασμα της πίστης γλίστρησε απαρατήρητα μακριά, καθώς αυτό το νέο ύφασμα σκέπαζε τον νου και την ψυχή του. Το νήμα ήταν η αποδοχή από τον David των θεωριών του Teilhard de Chardin. Αποδεχόμενός τες, δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί το χάσμα ανάμεσα στην υλική φύση του κόσμου, από τη μία πλευρά, και στον Ιησού ως σωτήρα, από την άλλη. Η υλικότητα και η θεότητα ήταν ένα· ο υλικός κόσμος μαζί με τη συνείδηση και τη βούληση του ανθρώπου, και τα δύο να αναδύονται από την καθαρή υλικότητα τόσο αυτόματα όσο μια κότα από το αυγό· και η θεότητα του Ιησού να αναδύεται από την ανθρώπινη ύπαρξή του τόσο φυσικά όσο μια βελανιδιά από το βελανίδι, τόσο αναπόφευκτα όσο το νερό που ρέει προς τα κάτω.

Ο Ιησούς — τόσο ξαφνικά αναπόσπαστο μέρος του σύμπαντος, τόσο οικείος με το είναι του, τόσο απόλυτα φυσικός — ήταν διαφορετικός από εκείνον που έλεγε γι’ αυτόν το θρησκευτικό δόγμα, μεγαλύτερος απ’ όσο είχε ποτέ κατανοήσει η χριστιανική πίστη. Ο Ιησούς, κάθε άνδρας, κάθε γυναίκα, όλοι ήταν αδελφοί με τους βράχους, αδελφές των άστρων, «συν-όντα» με όλα τα ζώα και τα φυτά. Κάθε κατανόηση γινόταν εύκολη. Όλα κατέληγαν στο άτομο· και όλα επίσης ανέρχονταν από το άτομο. Τα πάντα έμπαιναν στη θέση τους.


Ως εδώ ο Teilhard, σκέφτηκε πικρά ο David.

Με μια αγωνία που δεν μπορούσε να καταπραΰνει, ο David συνειδητοποίησε τις συνέπειες όλων αυτών μόνο τώρα, μέσα στον μοναχικό αγώνα και την επώδυνη αγρύπνια για την ψυχή του. Κάθε αληθινός σεβασμός και δέος είχαν εξατμιστεί από τη θρησκευτική του νοοτροπία. Για τον κόσμο γύρω του είχε μόνο ένα αίσθημα χαρούμενης συγγένειας — αναμεμειγμένο με κάποια προαίσθηση φόβου. Για τον Ιησού, μόνο ένα ικανοποιημένο αίσθημα θριάμβου, όπως για κάθε αρχαίο και αγαπημένο ήρωα. Για τη Λειτουργία, ένα επιεικές συναίσθημα παρόμοιο με εκείνο που ένιωθε παρατηρώντας επετειακές τελετές σε κάποια εθνική εορτή. Η Σταύρωση και ο θάνατος του Ιησού ήταν ένδοξα γεγονότα του παρελθόντος, αρχαίες αποδείξεις ηρωικής αγάπης, όχι μια πάντοτε παρούσα πηγή προσωπικής συγχώρησης και όχι μια ακλόνητη ελπίδα για οποιοδήποτε μέλλον.
Απομονωμένος με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του, το ερώτημα του David προς τον εαυτό του δεν ήταν το πού ή το πώς είχαν πάει στραβά τα πράγματα, αλλά το πώς θα ξανάβρισκε τη δύναμή του στην πίστη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν αδιάκοπα μπροστά από το βλέμμα του σαν διαδοχικά πάνελ από τα δεξιά προς τα αριστερά, ο David έμοιαζε να βρίσκεται πολύ κοντά τους, εξετάζοντας κάθε λεπτομέρεια.

Καθώς περνούσαν οι μέρες, εκείνα τα πάνελ στο πανόραμα κινούνταν όλο και πιο γρήγορα, ξανά και ξανά, ασταμάτητα. Μπορούσε ακόμη να διαβάζει τις λεπτομέρειες. Κάθε φράση αντηχούσε και ύστερα απομακρυνόταν καθώς το αντίστοιχο πάνελ ερχόταν και έφευγε. Καμία επιλογή. Όχι ελιτίστικο. Παραλήρημα. Καμία σχέση. Μεγαλύτερο από τον Ιησού. Αδέλφια με τους βράχους.

Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα, στην αρχή της τρίτης εβδομάδας στη φάρμα των Coos, ο David έμοιαζε ξαφνικά να απομακρύνεται από εκείνη τη λεπτομερή παρατήρηση των μεταβαλλόμενων πάνελ — ή εκείνα να απομακρύνονται από αυτόν, υποχωρώντας σε κάποιο σκοτεινό βάθος που δεν είχε προσέξει προηγουμένως. Συνειδητοποίησε ότι δεν κοιτούσε πάνελ που περνούσαν οριζόντια μπροστά του από τα δεξιά προς τα αριστερά. Βρισκόταν κοντά σε μια περιστρεφόμενη σφαίρα, που τώρα απομακρυνόταν από αυτόν. Απομακρυνόμενη και συνεχίζοντας να περιστρέφεται, απεικόνιζε όλες τις φάσεις της ζωής του αδιάκοπα και χωρίς διακοπή πάνω στη λεία κυρτή επιφάνεια εκείνης της φωτεινής μπάλας.
Από τα ονειρικά της βάθη έρχονταν οι ήχοι όλων των περασμένων του χρόνων — λέξεις, φωνές, γλώσσες, μουσική, κλάμα, γέλιο. Η σφαίρα είχε τη μαγευτική ποιότητα ενός καρουζέλ που εξέπεμπε ένα γαλακτώδες φως. Ο David έμοιαζε να κοιτάζει εκεί έξω τον ίδιο του τον εαυτό.
Κι όμως, μια μικροσκοπική φωνή συνέχιζε να ψιθυρίζει μέσα του: Γιατί εγώ; Γιατί δέχομαι επίθεση; Γιατί εγώ; Πού είναι ο Ιησούς; Τι είναι ο Ιησούς; Και γύρω από εκείνη την περιστρεφόμενη σφαίρα απλωνόταν το ανεξερεύνητο βελούδο μιας νύχτας που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Κοιτάζοντας τη σφαίρα, ήξερε ότι με κάποιον μυστηριώδη τρόπο κοιτούσε τον εαυτό που είχε γίνει. Από το δωμάτιο γύρω του, από την αίσθηση της καρέκλας στην οποία καθόταν, από το τρίψιμο των ρούχων πάνω στο δέρμα του, από τέτοια πράγματα, τελικά δεν είχε ούτε έμμεση συνείδηση.
Τώρα, χωρίς ούτε παύση ούτε απότομη αλλαγή, το φως από εκείνη την περιστρεφόμενη σφαίρα άρχισε να εξασθενεί. Όλο και περισσότερο το σκοτάδι γύρω της άρχισε να καλύπτει τα πάνελ της με σκιές, με ρυτίδες αοριστίας, με μικρές γραμμές αορατότητας που έτρεχαν. Ο εαυτός που υπήρξε και γνώριζε εξατμιζόταν μέσα στο μαύρο. Ο David ένιωσε πανικό, αλλά έμοιαζε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε για ό,τι του συνέβαινε.
Έπειτα είχε την αίσθηση ότι δεν κοιτούσε πια προς τα έξω ή προς τα πάνω ή προς οτιδήποτε, αλλά ότι τώρα βρισκόταν ο ίδιος εκεί έξω, κρεμασμένος μέσα σε εκείνο το σκοτάδι. Τροφοδοτώντας την αβοηθησία και τον πανικό του ήταν η πεποίθηση ότι ο ίδιος ήταν η αιτία αυτού του μαύρου κενού και ότι το χρειαζόταν. Αλλιώς, του φαινόταν, θα έπεφτε στο τίποτα.


Τελικά, όλα όσα είχε υπάρξει ή είχε γνωρίσει για τον εαυτό του είχαν εξαφανιστεί. Ο εαυτός στον οποίο είχε τώρα περιοριστεί κρεμόταν από ένα αόρατο νήμα — αλλά μόνο όσο μπορούσε να διατηρεί εκείνο το σκοτάδι. Ο πανικός του David ήταν εμποτισμένος με ένα κύμα πικρίας που ανέβαινε μέσα του, πικρίας επειδή είχε στερηθεί το φως, τη σωτηρία, τη χάρη, την ομορφιά, τα κίνητρα για αγιότητα, τη γνώση για τη φυσική αρμονία, και κάθε αίσθηση της αιωνιότητας του Θεού. Η αντίδρασή του σε αυτή την πικρία: Γιατί εγώ; Περίμενε, προσδοκούσε, σχεδόν αφουγκραζόταν. Ώρες. Μέρες. Η αναμονή του έγινε τόσο έντονη, τόσο πιεστική, ώστε σταδιακά συνειδητοποίησε ότι δεν περίμενε από δική του θέληση. Η αναμονή ξεσπούσε από μέσα του επειδή την προκαλούσε κάποιος ή κάτι έξω από αυτόν. Κι όμως, κάθε φορά που προσπαθούσε να καταλάβει ή να φανταστεί ποιος ή τι προκαλούσε αυτή την αναμονή, η ίδια του η προσπάθεια να το φανταστεί θόλωνε τα πάντα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει, να εξαναγκάζεται να περιμένει, να προσδοκά.

Και τότε τον κυρίευσε μια λύπη που δεν μπορούσε να αποδιώξει. Δεν ένιωθε πλέον καμία εμπιστοσύνη ούτε στον εαυτό του ούτε σε οτιδήποτε γνώριζε. Όλα έμοιαζαν να έχουν μειωθεί σε μια κατάσταση χωρίς περιστάσεις, σε ένα σχήμα χωρίς φόντο, σε έναν σκελετό μουσκεμένο από κενότητα, μέσα από τον οποίο περνούσαν ριπές μιας ξένης επιρροής που δεν μπορούσε ούτε να απωθήσει ούτε να ελέγξει. Ήταν αβοήθητος. Και τελικά αποκοιμιόταν, ξυπνώντας μόνο όταν το φως της μέρας έμπαινε από το προεξέχον παράθυρο.

Το πρωί ήξερε ότι όλα αυτά ήταν αληθινά: ήταν αποκομμένος από όλα όσα είχε κάνει κάποτε δικά του και από όλα όσα είχε υπάρξει. Και έπρεπε να περιμένει. Αλλά, αμυδρά και με earnestness, συνειδητοποιούσε ότι, ό,τι κι αν ήταν αυτό που περίμενε, μπορούσε να έρθει σε αυτόν μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες.

Μια συζήτηση που είχε ο David με τον πατέρα Joseph στο τέλος της τρίτης εβδομάδας αποκαλύπτει τον πυρήνα της πάλης του David και την κατάσταση του νου του προς την τελευταία φάση της τετράβδομης δοκιμασίας του. Ήταν η τρίτη επίσκεψη του πατέρα Joseph. Κάθε φορά τον ρωτούσε για την εμπειρία που περνούσε, και κάθε φορά ο ίδιος έφευγε από το σπίτι καταβεβλημένος από μια θλίψη και έναν εσωτερικό πόνο που έβρισκε ανυπόφορα. Και ο David τον είχε προειδοποιήσει: «Μην εμβαθύνετε πολύ, πάτερ. Μπορεί μόνο να πληγωθείτε. Και να έρχεστε να με βλέπετε το πρωί. Το απόγευμα νυστάζω λίγο. Τα βράδια και οι νύχτες είναι πάρα πολλά για οποιονδήποτε άλλο εκτός από μένα.»

Αυτή τη φορά, μπαίνοντας στο δωμάτιο του David από τον φωτεινό διάδρομο απ’ έξω, ο πατήρ Joseph στάθηκε για μια στιγμή ώστε να συνηθίσει το μισοσκόταδο. Μικρές γραμμές ηλιακού φωτός έτρεχαν γύρω από τις άκρες των παντζουριών. Στη μακρινή γωνία, δίπλα στο τζάκι, είδε τον David να κάθεται σε ένα μικρό τραπέζι, σκυμμένο πάνω από μια σελίδα γραψίματος. Ένα μόνο κερί στεκόταν πάνω στο τραπέζι· ήταν όλο το φως που επέτρεπε στον εαυτό του ο David.

Ο David σηκώθηκε και έδειξε στον Joseph μια πολυθρόνα όταν ο ιερέας μπήκε μέσα. «Καθίστε, πάτερ.» Τα μάτια τους δεν συναντήθηκαν όσο μιλούσε.


Συνεχίζεται

Οι άνθρωποι του ψεύδους 14

Συνέχεια από Παρασκευή 3. Απριλίου 2026

Οι άνθρωποι του ψεύδους 14

Του M. Scott Peck

Προς μια Ψυχολογία του Κακού

Για τα μοντέλα και το μυστήριο

Ο κόσμος διαιρέθηκε μάλλον αυθαίρετα στο «φυσικό» και στο «υπερφυσικό».

Κεφάλαιο 3

Η συνάντηση με το κακό στην καθημερινή ζωή

Όταν η οικογένεια ήρθε για το ραντεβού, είδα ξανά πρώτα τον Roger. Όπως και πριν, φαινόταν καταθλιπτικός. Αυτό που ήταν διαφορετικό, ωστόσο, ήταν μια αχνή ένδειξη σκληρότητας. Υπήρχε ένας τόνος πικρίας και ψεύτικου θράσους στη στάση του.
Δεν ήξερε γιατί είχε διαρρήξει το δωμάτιο του ηλικιωμένου ιερέα.
«Πες μου για τον Father Jerome», του είπα.
Ο Roger φάνηκε λίγο έκπληκτος.
«Δεν υπάρχει τίποτα να πω», είπε.
«Είναι καλός άνθρωπος ή όχι;» επέμεινα. «Σου αρέσει ή δεν σου αρέσει;»
«Είναι εντάξει, νομίζω», απάντησε ο Roger, σαν να μην είχε σκεφτεί ποτέ πριν την ερώτηση. «Μας καλούσε καμιά φορά στο δωμάτιό του για μπισκότα και τσάι. Υποθέτω ότι τον συμπαθώ.»
«Αναρωτιέμαι γιατί να κλέψεις από έναν άνθρωπο που σου αρέσει;»
«Δεν ξέρω γιατί το έκανα, σου το είπα.»
«Ίσως έψαχνες για μερικά ακόμα μπισκότα», πρότεινα.
«Ε;» Ο Roger φάνηκε αμήχανος.
«Ίσως έψαχνες για λίγη περισσότερη καλοσύνη. Ίσως χρειάζεσαι όσο το δυνατόν περισσότερη καλοσύνη.»
«Μπα», απάντησε απότομα ο Roger. «Απλώς ψάχναμε κάτι να κλέψουμε.»


Άλλαξα θέμα. «Την τελευταία φορά που σε είδα, Roger, σου πρότεινα να πας σε έναν ψυχολόγο, τον Dr Levenson. Τον είδες τελικά;»
«Όχι.»
«Γιατί όχι;»
«Δεν ξέρω.»
«Οι γονείς σου σου μίλησαν ποτέ γι’ αυτό;»
«Όχι.»
«Πώς σου φαίνεται αυτό; Δεν σου φαίνεται παράξενο που το πρότεινα και μετά ούτε εσύ ούτε οι γονείς σου το ξανααναφέρατε;»
«Δεν ξέρω.»
«Την τελευταία φορά είχαμε μιλήσει και για το ενδεχόμενο να πας σε οικοτροφείο», είπα. «Συζητήσατε ποτέ περισσότερο γι’ αυτό με τους γονείς σου;»
«Όχι. Μου είπαν απλώς ότι θα πάω στο St Thomas.»
«Και πώς σε έκανε αυτό να νιώσεις;»
«Ήταν εντάξει.»
«Θα ήθελες ακόμη να πας σε οικοτροφείο αν είχες την ευκαιρία;»
«Όχι. Θέλω να μείνω στο St Thomas. Σε παρακαλώ, Dr Peck, βοήθησέ με να μείνω στο St Thomas.»
Έμεινα έκπληκτος και συγκινημένος από τον ξαφνικό αυθορμητισμό του Roger. Ήταν φανερό ότι το σχολείο είχε γίνει σημαντικό για εκείνον. «Γιατί θέλεις να μείνεις;» τον ρώτησα.
Ο Roger φάνηκε για μια στιγμή μπερδεμένος, ύστερα σκεπτικός. «Δεν ξέρω», είπε μετά από μια παύση. «Με συμπαθούν. Νιώθω ότι με συμπαθούν εκεί.»

«Νομίζω πως ναι, Roger», απάντησα. «Η Sister Mary Rose μού έγραψε και είπε πολύ ξεκάθαρα ότι σε συμπαθούν και θέλουν να μείνεις. Και αφού θέλεις κι εσύ να μείνεις, αυτό μάλλον θα της προτείνω και σ’ εκείνη και στους γονείς σου. Παρεμπιπτόντως, η Sister Mary Rose είπε ότι κάνεις πολύ καλή δουλειά με παιδιά με νοητική υστέρηση. Πώς ήταν το ταξίδι σου στη Νέα Υόρκη;»
Ο Roger φάνηκε απορημένος. «Ποιο ταξίδι;»
«Μα, το ταξίδι για το συνέδριο σχετικά με τη νοητική υστέρηση. Η Sister Mary Rose μού είπε ότι σου είχαν χρηματοδοτήσει τη συμμετοχή. Μου φάνηκε μεγάλη τιμή για κάποιον που δεν έχει κλείσει ακόμη τα δεκαέξι. Πώς ήταν το συνέδριο;»
«Δεν πήγα.»
«Δεν πήγες;» επανέλαβα ανόητα. Ύστερα άρχισα να νιώθω μια αίσθηση φόβου.
Διαισθητικά είχα μια ιδέα για το τι ερχόταν. «Γιατί δεν πήγες;»
«Οι γονείς μου δεν με άφησαν.»
«Και γιατί αυτό;»
«Είπαν ότι δεν κρατούσα το δωμάτιό μου καθαρό στο σπίτι.»
«Πώς σε έκανε αυτό να νιώσεις;»
Ο Roger φάνηκε μουδιασμένος. «Εντάξει», είπε.
Άφησα μια νότα αγανάκτησης να φανεί στη φωνή μου. «Εντάξει; Σου απονέμεται ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Νέα Υόρκη, αποκλειστικά με τη δική σου αξία, και μετά δεν σου επιτρέπεται να πας, κι εσύ μου λες ότι είναι εντάξει; Αυτό είναι σκέτη ανοησία.»
Ο Roger φάνηκε πολύ δυστυχισμένος. «Το δωμάτιό μου δεν ήταν καθαρό», είπε.
«Πιστεύεις ότι η τιμωρία ταίριαζε με το παράπτωμα; Νομίζεις ότι το γεγονός πως δεν τακτοποίησες το δωμάτιό σου ήταν επαρκής λόγος για να σου στερήσουν ένα τόσο συναρπαστικό ταξίδι — ένα ταξίδι που είχες κερδίσει, ένα ταξίδι που θα ήταν εκπαιδευτικό για σένα;»
«Δεν ξέρω.» Ο Roger απλώς καθόταν εκεί άβουλος.
«Απογοητεύτηκες; Θύμωσες;»
«Δεν ξέρω.»
«Νομίζεις ότι ίσως ήσουν πολύ απογοητευμένος και πολύ θυμωμένος και ότι ίσως αυτό να είχε κάποια σχέση με το ότι μπήκες στο δωμάτιο του Father Jerome;»
«Δεν ξέρω.»

Φυσικά και δεν ήξερε. Πώς θα μπορούσε; Ήταν όλα ασυνείδητα. «Θυμώνεις ποτέ με τους γονείς σου, Roger;» ρώτησα απαλά.

Κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο στο πάτωμα. «Είναι εντάξει», είπε.
Αν η κατάθλιψη του Roger δεν είχε αλλάξει, το ίδιο ίσχυε και για την εκλεπτυσμένη αυτοσυγκράτηση των γονιών του.

«Λυπούμαστε που πρέπει να σας ενοχλήσουμε ξανά, γιατρέ», ανακοίνωσε η κυρία R. καθώς τους οδηγούσα στο γραφείο μου, αφού είχα δει τον Roger.
Κάθισε και έβγαλε τα γάντια της.
«Δεν μας ενοχλεί να είμαστε εδώ», χαμογέλασε, «αλλά φυσικά ελπίζαμε, για χάρη του Roger, ότι κάτι τέτοιο δεν θα χρειαζόταν ξανά. Έχετε λάβει, πιστεύω, αλληλογραφία από τον διευθυντή;»
Αναγνώρισα ότι είχα λάβει.
«Η σύζυγός μου κι εγώ ανησυχούμε πολύ ότι το παιδί βαδίζει κατευθείαν προς το να γίνει ένας κοινός εγκληματίας», είπε ο κύριος R. «Ίσως θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει τη συμβουλή σας και να τον στείλουμε σε εκείνον τον γιατρό που προτείνατε. Πώς τον έλεγαν; Ήταν ένα ξενικό όνομα.»
«Dr Levenson.»
«Ναι. Όπως είπα, ίσως θα έπρεπε να τον είχαμε στείλει στον Dr Levenson που προτείνατε.»
«Γιατί δεν το κάνατε;» Περίμενα ότι η απάντηση θα ήταν καλά προετοιμασμένη. Ερχόμενοι ξανά να με δουν, θα ήξεραν ότι το ζήτημα ήταν αναπόφευκτο. Πράγματι, δεν έχασαν χρόνο να το θέσουν οι ίδιοι. Ωστόσο, ήμουν περίεργος να ακούσω την απάντησή τους.
«Λοιπόν, μας αφήσατε με την εντύπωση ότι εξαρτιόταν από τον Roger», απάντησε ο κύριος R. με ευκολία. «Θυμάμαι ότι είπατε πως ήταν η ζωή του ή κάτι τέτοιο. Και μετά ξέρω ότι μιλήσατε μαζί του γι’ αυτό. Όταν δεν έδειξε κανέναν ενθουσιασμό, υποθέσαμε ότι δεν ήθελε να πάει στον Dr Levenson σας και αποφασίσαμε ότι θα ήταν καλύτερα να μην πιέσουμε το θέμα.»
«Έπειτα ανησυχούσαμε και για την αυτοεκτίμηση του Roger», πρόσθεσε η κυρία R.
«Εφόσον ήδη δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο, φοβόμασταν τι επίδραση θα είχε στην αυτοπεποίθησή του το να δει έναν ψυχολόγο. Η αυτοεκτίμηση είναι τόσο σημαντική για τους νέους, δεν νομίζετε, γιατρέ; Αλλά ίσως να κάναμε λάθος», πρόσθεσε με ένα γοητευτικό μικρό χαμόγελο. …
Ήταν έξυπνο. Με λίγες λέξεις, το ζήτημα του ότι δεν ακολούθησαν τη σύστασή μου είχε μετατραπεί σε έναν συνδυασμό δικού μου λάθους και του Roger.
Δεν φαινόταν να έχει νόημα να διαφωνήσω μαζί τους πάνω σ’ αυτό το θέμα. «Έχετε καμιά ιδέα γιατί ο Roger μπορεί να ενεπλάκη σε αυτό το περιστατικό κλοπής;» ρώτησα.
«Καμία απολύτως, γιατρέ», απάντησε ο κύριος R. «Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε μαζί του, φυσικά, αλλά δεν μας έδωσε τίποτα συγκεκριμένο. Όχι, είμαστε εντελώς στο σκοτάδι.»
«Η κλοπή είναι συχνά μια πράξη θυμού», είπα. «Έχετε καμιά ιδέα γιατί ο Roger μπορεί να ήταν θυμωμένος ή δυσαρεστημένος τελευταία; Θυμωμένος με τον κόσμο ή με το σχολείο ή μαζί σας;»
«Κανέναν λόγο που να γνωρίζουμε, γιατρέ», απάντησε η κυρία R.
«Υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση που μπορείτε να σκεφτείτε, που είχατε με τον Roger τον μήνα πριν από την κλοπή, που θα μπορούσε να τον έχει κάνει θυμωμένο ή δυσαρεστημένο;»
«Όχι, γιατρέ», απάντησε πάλι η κυρία R. «Όπως σας είπαμε, δεν έχουμε καμία ιδέα.»
«Καταλαβαίνω ότι δεν επιτρέψατε στον Roger να πάει σε ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη για ένα συνέδριο σχετικά με τη νοητική υστέρηση κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών», είπα.
«Ω, είναι ο Roger αναστατωμένος γι’ αυτό;» αναφώνησε η κυρία R. «Δεν φάνηκε αναστατωμένος όταν του είπαμε ότι δεν μπορούσε να πάει.»
«Ο Roger έχει μεγάλη δυσκολία να εκφράσει τον θυμό του», είπα. «Είναι ένα μεγάλο μέρος του προβλήματός του. Αλλά πείτε μου, νομίζατε ότι θα αναστατωνόταν όταν δεν τον αφήσατε να πάει;»
«Πώς να το ξέρουμε; Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τέτοια πράγματα», απάντησε η κυρία R. με μια ελαφρά επιθετικότητα. «Δεν είμαστε ψυχολόγοι, ξέρετε. Απλώς κάναμε αυτό που νομίζαμε σωστό.»
Μια εικόνα πέρασε αστραπιαία από το μυαλό μου: οι ατελείωτες συνεδριάσεις στρατηγικής στις οποίες παρευρισκόταν ο κύριος R., στα κέντρα εξουσίας, όπου οι πολιτικοί έκαναν και συζητούσαν ακριβώς τέτοιου είδους προβλέψεις.
Αλλά και πάλι δεν θα είχε κανένα νόημα να επιμείνω στη διαμάχη. «Γιατί θεωρήσατε σωστό να μην αφήσετε τον Roger να πάει στο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη;» ρώτησα.
«Επειδή δεν τακτοποιεί το δωμάτιό του», απάντησε ο κύριος R. «Ξανά και ξανά του έχουμε πει να το κρατά καθαρό, και απλώς δεν το κάνει. Έτσι του είπαμε ότι δεν είναι κατάλληλος να είναι “πρέσβης στο εξωτερικό” όταν δεν μπορεί να βάλει σε τάξη το ίδιο του το σπίτι.»
«Δεν είμαι σίγουρος τι σχέση έχει το να είναι κανείς “πρέσβης στο εξωτερικό” με ένα σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη», είπα, αρχίζοντας να εκνευρίζομαι. «Επίσης θεωρώ ότι οι προσδοκίες σας σε αυτό το θέμα είναι μη ρεαλιστικές. Πολύ λίγα αγόρια δεκαπέντε ετών κρατούν τα δωμάτιά τους τακτοποιημένα. Στην πραγματικότητα, θα ανησυχούσα αν το έκαναν. Δεν μου φαίνεται επαρκής λόγος για να στερήσετε από έναν νέο ένα συναρπαστικό και εκπαιδευτικό ταξίδι, που το έχει κερδίσει με τις δικές του προσπάθειες σε έναν αξιόλογο τομέα δραστηριότητας.»

«Έχουμε, πάντως, κάποιες επιφυλάξεις γι’ αυτό, γιατρέ», είπε η κυρία R. απαλά, σχεδόν γλυκά. «Δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι είναι σωστό για τον Roger να εργάζεται με εκείνα τα παιδιά με νοητική υστέρηση. Εξάλλου, μερικά από αυτά τα παιδιά είναι και ψυχικά ασθενή.»
Ένιωσα αβοήθητος.
«Όλη αυτή η συζήτηση είναι πολύ ευχάριστη», δήλωσε ο κύριος R., «αλλά πρέπει να προχωρήσουμε. Κάτι πρέπει να γίνει, αλλιώς το παιδί θα καταλήξει κοινός εγκληματίας. Το καλοκαίρι μιλούσαμε για το ενδεχόμενο να τον στείλουμε σε οικοτροφείο. Θα το προτείνατε ακόμη αυτό, γιατρέ;»
«Όχι», απάντησα. «Τον Ιούνιο ήμουν ήδη αρκετά ανήσυχος ώστε να προτείνω να δει πρώτα τον Dr Levenson πριν ληφθεί οριστική απόφαση. Δεν θέλω να αποκλείσω εντελώς το οικοτροφείο, αλλά τώρα είμαι ακόμη πιο επιφυλακτικός. Ο Roger συμπαθεί το νέο του σχολείο. Νιώθει ότι τον φροντίζουν εκεί, και νομίζω ότι θα ήταν αρκετά τραυματικό για εκείνον αν απομακρυνόταν ξαφνικά. Δεν βλέπω λόγο να γίνουν βεβιασμένες κινήσεις, οπότε και πάλι θα πρότεινα να δει τον Dr Levenson.»
«Αυτό μας γυρίζει πάλι στο μηδέν», αναφώνησε ο κύριος R., εμφανώς ενοχλημένος.
«Δεν έχετε κάτι πιο συγκεκριμένο να προτείνετε, γιατρέ;»
«Έχω μία ακόμη σύσταση», είπα.
«Ποια;»
«Σας συνιστώ έντονα να ξεκινήσετε και οι δύο θεραπεία. Νομίζω ότι ο Roger χρειάζεται βοήθεια πολύ επειγόντως. Νομίζω ότι και οι δύο σας τη χρειάζεστε επίσης.»

Συνεχίζεται

Λόγος στη Μεγάλη Παρασκευή Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Λόγος στη Μεγάλη Παρασκευή

Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

«Ιδού η ημέρα που είναι όλη νύχτα»

Ιδού η ημέρα που είναι όλη νύχτα. Η απουσία του ήλιου στον ουρανό και η απουσία του νου και της καρδιάς επάνω στη γη έκαναν από αυτήν την ημέρα την πιο μαύρη και την πιο φοβερή νύχτα στον τροχό του χρόνου.

Με το τρομακτικό της σκοτάδι και τη φρίκη της, ακόμη και σήμερα φοβίζει τους ανθρώπους. Και σήμερα, ύστερα από δεκαεννέα αιώνες, προκαλεί ταραχή και τρόμο σε εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές. Από μόνη της αυτή η ημέρα είναι αρκετή μαρτυρία ότι Εκείνος στον οποίο είναι αφιερωμένη δεν είναι απλός άνθρωπος αλλά Θεός. Διότι μια τόσο φοβερή ημέρα δεν ταιριάζει σε άνθρωπο αλλά σε Θεό.

Ας μη συγκρίνει κανείς τον θάνατο του διάσημου Βαλκάνιου Σωκράτη με τον θάνατο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Μια τέτοια σύγκριση είναι τελείως αταίριαστη και δυσανάλογη. Είναι αλήθεια ότι και τον Σωκράτη ο βίαιος θάνατος τον έκανε περίφημο άνθρωπο. Όμως ο θάνατος του Χριστού διαφέρει απείρως από τον θάνατο του Σωκράτη. Πρώτα απ’ όλα, εναντίον του Σωκράτη ξεσηκώθηκαν μόνο οι Έλληνες, και μάλιστα όχι όλοι οι Έλληνες αλλά μόνο οι Αθηναίοι. Ενώ εναντίον του Χριστού ξεσηκώθηκε όλος ο κόσμος, και συγκεκριμένα: η σημιτική φυλή μέσω των Ιουδαίων, η χαμιτική μέσω του Ηρώδη, η ιαφετική μέσω του Πιλάτου. Και μαζί με τους ανθρώπους ύψωσε την ασπιδώδη κακία του εναντίον του Κυρίου και εκείνος ο πατέρας του ψεύδους που εξαπάτησε την Εύα στον Παράδεισο. Όλος λοιπόν ο επίγειος και ο υποχθόνιος κόσμος σηκώθηκε εναντίον του Χριστού.
Έπειτα, για τον Σωκράτη έμεινε μέχρι σήμερα κάποια αμφιβολία, ότι ίσως διέπραξε κάποιο σφάλμα εναντίον του κράτους και της δημόσιας ηθικής, και ότι δεν καταδικάστηκε εντελώς χωρίς ενοχή. 

Τον Χριστό όμως Τον δικαίωσαν όλοι — ακριβώς όλοι — όσοι Τον κατηγόρησαν και Τον δίκαζαν και Τον ύψωσαν επάνω στον Σταυρό.
Τον δικαίωσε ο Πιλάτος, ο κύριος δικαστής, ο οποίος είπε δημόσια: «ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ», και ο οποίος ενώπιον των Ιουδαίων έπλυνε τα χέρια του από το αίμα του Χριστού.
Τον δικαίωσε ο βασιλιάς Ηρώδης, πρώτα με το ότι Τον επέστρεψε ήρεμα στον Πιλάτο, χωρίς να βρει καμία ενοχή σ’ Αυτόν· και ακόμη με το ότι Τον έντυσε με λευκό ένδυμα, ένδυμα αθωότητας.
Τον δικαίωσε και η γυναίκα του Πιλάτου, στην οποία φανερώθηκε σε όνειρο η δικαιοσύνη του πάσχοντος Κυρίου. Φοβισμένη από αυτό το όνειρο, έστειλε μήνυμα στον άνδρα της όταν εκείνος καθόταν στο δικαστήριο: «μὴδὲν σοί καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ᾿ ὄναρ δι᾿ αὐτόν» (Ματθ. 27, 19).
Τον δικαίωσε και ο λογικός ληστής επάνω στον σταυρό, όταν, υπερασπιζόμενος Αυτόν από την άδικη χλεύη του συντρόφου του, είπε: «οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν; ἡμεῖς μὲν δικαίως… ἄξια ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Και οι ίδιοι οι δαίμονες γνώρισαν τον Ιησού και Τον αναγνώρισαν ως Υιό του Θεού. Ως Υιό του Θεού Τον παρακαλούσαν να μη τους εκβάλει από τους ανθρώπους. Και αν είναι Υιός του Θεού — πώς θα μπορούσε να κάνει κάποια αδικία και να αξίζει θάνατο;
Τέλος, και οι Ιουδαίοι, ως το κύριο όργανο κατά του Χριστού, Τον δικαίωσαν με τη δική τους ομολογία και μαρτυρία. Άθελά τους και παρά τη θέλησή τους Τον δικαίωσαν με δύο λόγια που είπαν κάτω από τον Σταυρό Του. Το πρώτο: «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι». Δηλαδή: άλλους έσωσε — αυτό είναι σημαντικό. Το δεύτερο: «πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν· ῥυσάσθω νῦν αὐτόν». Δηλαδή: εμπιστευόταν τον Θεό — αυτό είναι σημαντικό.
Έτσι οι άφρονες Ιουδαίοι, που δεν ήξεραν ούτε τι έκαναν ούτε τι έλεγαν, μαρτύρησαν και επιβεβαίωσαν δύο μεγάλες αλήθειες για τον Χριστό: πρώτον, ότι Αυτός βοήθησε τους άλλους· και δεύτερον, ότι Αυτός είχε εμπιστοσύνη στον Θεό.


Άλλωστε, ποιος σήμερα στα Βαλκάνια και στον κόσμο γνωρίζει την ημέρα και την ημερομηνία του θανάτου του Σωκράτη; Και ποιος ενδιαφέρεται να τη θυμάται; Κοιτάξτε όμως αυτήν την ημέρα του θανάτου του Χριστού· δείτε πόσα έθνη εορτάζουν αυτήν την ημέρα! Εκείνη την πρώτη Μεγάλη Παρασκευή κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου στεκόταν μόνο η πανάχραντη Μητέρα Του με τον απόστολο Ιωάννη· ενώ στη σημερινή Μεγάλη Παρασκευή — ιδιαίτερα φέτος, όταν και ο μη ορθόδοξος κόσμος την εορτάζει μαζί με τους ορθόδοξους χριστιανούς — εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπινα όντα σε όλη τη γη στέκονται κάτω από τον Σταυρό Του και με πνευματικά μάτια Τον βλέπουν, τον Κύριό τους και Σωτήρα τους, να κρέμεται σταυρωμένος.

Όχι, αδελφοί μου, δεν μπορεί ο θάνατος του Χριστού να μετρηθεί ούτε να συγκριθεί με τον θάνατο οποιουδήποτε ανθρώπου στην ανθρώπινη ιστορία. Οι φρικαλεότητες της καταδίκης του Χριστού, οι φρικαλεότητες των παθών Του, οι φρικαλεότητες αυτής της φοβερής ημέρας ξεπερνούν κάθε ανθρώπινο μέτρο και αναλογία. Αυτή η ημέρα ταιριάζει μόνο στον Θεό, καθόλου στον άνθρωπο.

Ω, πόσο φοβερή είναι αυτή η ημέρα, αν είναι πράγματι ημέρα και όχι νύχτα χωρίς φως, ούτε από τον ουρανό ούτε από τη γη! Οι λαοί βασανίστηκαν μέσα στους αιώνες για να δώσουν όνομα σε αυτήν την ημέρα. Σκεφθείτε μόνο πόσο κοπίασαν για το όνομά της. Ο λαός μας την ονόμασε: Μεγάλη Παρασκευή. Στον Νότο ονομάζεται: Φοβερή Παρασκευή. Οι Γερμανοί τη λένε: Πένθιμη Παρασκευή. Οι Γάλλοι την ονομάζουν: Αγία Παρασκευή. Οι Άγγλοι την ονόμασαν: Καλή Παρασκευή. Και όλα αυτά τα ονόματα, χωριστά και μαζί, ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο αυτής της ημέρας.
Ακόμη και το όνομα «Καλή Παρασκευή» της ταιριάζει. Διότι όσο κι αν αυτή η ημέρα είναι γεμάτη αμαρτία, σκοτάδι και φόβο, είναι σωτήρια ημέρα για το ανθρώπινο γένος. Η ανθρώπινη ανοησία θέλησε να καταστρέψει τον μοναδικό Σωτήρα και να κλείσει τη μοναδική πύλη της σωτηρίας του ανθρώπου, αλλά ο παντοδύναμος Θεός μετέτρεψε τον θάνατο σε ζωή, την καταστροφή σε ανάσταση, την ντροπή σε δόξα, και αντί για μία κλειστή θύρα άνοιξε άλλη. Για αυτήν όμως τη θεία μεταστροφή θα μιλήσουμε μεθαύριο, τη λαμπρή ημέρα της Αναστάσεως. Εμείς ας σταθούμε ακόμη μέσα στο σκοτάδι αυτής της ημέρας κάτω από τον Σταυρό του αγαπημένου μας Σωτήρα και Κυρίου. Ας μείνουμε κοντά στη Μητέρα Του που θρηνεί σιωπηλά και κοντά στον μαθητή που θρηνεί συντετριμμένος. Ας παρατηρήσουμε ακόμη τι συμβαίνει εκεί.

Ένας από τους στρατιώτες Τού τρύπησε την πλευρά με λόγχη και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. Δεν τρύπησε ο στρατιώτης κανέναν από τους ληστές, αλλά μόνο τον Ιησού. Διότι στο αμαρτωλό ανθρώπινο γένος δεν ήταν αναγκαίο το αίμα ληστών — από τέτοιο αίμα η γη ήταν ήδη γεμάτη — αλλά ήταν αναγκαίο αίμα υγιές και αναμάρτητο, αίμα που διορθώνει το διεφθαρμένο αίμα και το διεφθαρμένο πνεύμα. Γιατί λέγεται: αίμα και νερό; Διότι και τα δύο ήταν αναγκαία για το ανθρώπινο γένος.

Πράγματι, δύο πράγματα ήταν απολύτως απαραίτητα για τη ζωή του: η καθαρότητα και η τροφή. Γι’ αυτό ο Κύριος στην αρχή της αποστολής Του μπήκε πρώτα στο νερό του Ιορδάνη και βαπτίστηκε, και στο τέλος της αποστολής Του, την προηγούμενη ημέρα, έθεσε τράπεζα με το αίμα Του για τροφή των ανθρώπων. Νερό και αίμα — καθαρότητα και τροφή. Τι άλλο κάνει η αγάπη παρά να καθαρίζει και να τρέφει; Με τι ασχολείται η μητέρα, σε τι κοπιάζει και σε τι αφιερώνει όλο τον χρόνο της, όλες τις ημέρες και όλες τις νύχτες της; Μόνο στην καθαρότητα και στην τροφή του παιδιού της.
Και οι δικαστές του Χριστού, ο Ηρώδης και ο Πιλάτος, εξέφρασαν άθελά τους αυτή τη διπλή αποστολή του Υιού του Θεού — να καθαρίσει και να θρέψει. Το εξέφρασαν συμβολικά, αν και όχι από δική τους πρόθεση, το πρωί αυτής της Παρασκευής, όταν έντυσαν τον Κύριο Ιησού πρώτα με λευκό ένδυμα και έπειτα με κόκκινο. Να λευκάνει και να θρέψει· να καθαρίσει τους ανθρώπους από την αμαρτία και έπειτα να τους θρέψει με το θείο αίμα — αυτό ήταν το πρόγραμμα του Χριστού, που φανερώθηκε και στο ζωντανό και στο νεκρό σώμα Του. Και στον θάνατό Του, μέσω του νεκρού σώματός Του, ο Κύριος φανέρωσε στον κόσμο για ποιον λόγο ήρθε στον κόσμο: ήρθε να καθαρίσει και να θρέψει, και μέσω αυτών να χαροποιήσει, να διώξει τη λύπη και να φέρει χαρά.
Γι’ αυτό βγήκε αίμα και νερό. Διότι οι άνθρωποι ήταν ακάθαρτοι και πεινασμένοι! Ήταν ακάθαρτοι και πεινασμένοι ήδη από την αμαρτία του Αδάμ. Η αμαρτία έφερε στον άνθρωπο ακαθαρσία και πείνα. Από τότε που ο άνθρωπος χωρίστηκε από τον ουράνιο Πατέρα του, περιπλανήθηκε και απομακρύνθηκε σε μακρινή χώρα, έπεσε σε συντροφιά με τους χοίρους του Άδη και έγινε όμοιός τους στην ακαθαρσία και στην πείνα. Όπως ο πρώτος άνθρωπος, έτσι και οι απόγονοί του. Καθαρή ακαθαρσία και πείνα!

Ποιος μπορούσε να επιστρέψει τους ανθρώπους από εκείνη τη μακρινή χώρα προς τον Πατέρα; Ποιος μπορούσε να τους πλύνει και να τους ντύσει με αξιοπρεπές ένδυμα; Ποιος μπορούσε να τους θρέψει και να τους στολίσει; Κανείς από αυτούς τους ίδιους. Κανείς από τους θνητούς ανθρώπους, όπως με συλλογισμό παραδεχόταν και ο μεγαλύτερος φιλόσοφος των Βαλκανίων, ο Πλάτων. Κανείς, παρά μόνο ο ίδιος ο Θεός. Κανείς, παρά μόνο Εκείνος τον οποίο το εξαγριωμένο ανθρώπινο πλήθος την ημέρα αυτή κατασπάραξε, έφτυσε, πλήγωσε και κάρφωσε επάνω στο ξύλο.


Αλλά Εκείνος δεν οργίστηκε, όπως δεν οργίζεται ο γιατρός με τους τρελούς στο φρενοκομείο. Η αγάπη, που Τον ώθησε να κατέβει στο λάκκο των παραφρόνων από τη βρωμιά και την πείνα, δεν Τον εγκατέλειψε ούτε επάνω στον Σταυρό. Πεθαίνοντας επάνω στον Σταυρό, άκουγε τα ουρλιαχτά και τα γρυλίσματα του όχλου κάτω από τον Σταυρό, αλλά δεν οργίστηκε. Οργίστηκε ο ήλιος και έκρυψε το φως του· οργίστηκε η γη και σείστηκε· οργίστηκαν οι πέτρες και σχίστηκαν — αλλά Εκείνος δεν οργίστηκε. Πέθαινε για τους ακάθαρτους και τους πεινασμένους, και καθώς πέθαινε προσευχόταν στον Πατέρα τον ουράνιο: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν».

Αλλά εμείς, αδελφοί, γνωρίζουμε όλοι τι κάνουμε; Όλοι εκείνοι που βαπτίστηκαν και κοινώνησαν το αίμα του Χριστού γνωρίζουν σήμερα τι κάνουν; Δεν υπάρχουν ανάμεσα στους συγγενείς και στους γείτονές σας και τέτοιοι, που έφτασαν ως το κατώφλι των ουρανών, και πάλι επέστρεψαν πίσω στη μακρινή χώρα, στο κοπάδι των μανιασμένων χοίρων, όπου πεθαίνουν χωρίς πίστη και ελπίδα· όπου κατοικούν μέσα σε κάθε ακαθαρσία, όπου οι πεινασμένοι μάχονται για τις ρίζες των χοίρων· στη μακρινή χώρα όπου βασιλεύει η λέπρα της ζήλειας, η λέπρα της υπερηφάνειας, η λέπρα της ακολασίας και κάθε είδους λέπρα. Αν έχετε τέτοιους συγγενείς και γείτονες και τους γνωρίζετε, ελεήστε τους για χάρη του Χριστού και επιστρέψτε τους στον Σωτήρα, που και γι’ αυτούς πέθανε μέσα σε βασάνους.

Δείξτε έλεος προς αυτούς και διδάξτε τους να ελεήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και να επιστρέψουν από την παραφροσύνη. Διδάξτε τους με τον λόγο, δείξτε τους παράδειγμα με τα έργα και τη ζωή, και προσευχηθείτε γι’ αυτούς στον ουράνιο Πατέρα με στεναγμούς και δάκρυα: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσιν». Μακάριοι είστε αν επαναφέρετε στον δρόμο της αλήθειας έναν από εκείνους για τους οποίους ο Χριστός πέθανε. Αληθινά, θα λάβετε μισθό δικαίων στη βασιλεία του Χριστού. Αλλά φροντίζοντας για τους άλλους, μην πάψετε να αγρυπνείτε για τον εαυτό σας. Αγρυπνείτε και ζητείτε αδιάκοπα την υγιή και θεραπευτική τροφή που προέρχεται από τον Χριστό. Και αυτή η τροφή αποτελείται από τους λόγους Του, από την αγάπη Του και από το αίμα Του. Διότι σύντομη είναι η ζωή μας επάνω στη γη — σαν ένα μεροκάματο! Αλλά αυτό το μεροκάματο θα το πληρώσει με αιώνιο μισθό Εκείνος που σήμερα ενώπιον των πνευματικών μας οφθαλμών κρέμεται επάνω στον Σταυρό. Δική Του είναι η βασιλεία, δική Του η δύναμη, δική Του η δόξα, δική Του η εξουσία, δική Του η κρίση, στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν.

https://mitropolija.com/2026/04/09/vladika-nikolaj-na-veliki-petak-evo-dana-koji-je-sav-noc/

Λόγος στο Πάσχα Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Η σωτηρία της ψυχής

 

Ποιός είναι ο σκοπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Ποιος είναι ό καρπός της πίστεως; Η σωτηρία της ψυχής. Επομένως, δεν προσκολλώμεθα στην πίστη για την πίστη, αλλά για τη σωτηρία των ψυχών μας. Κανείς δεν ταξιδεύει χάριν του δρόμου, αλλά επειδή κάποιος ή κάτι τον περιμένει στην άλλη άκρη του δρόμου. Κανείς δεν πετάει ένα σχοινί στο νερό, μέσα στο οποίο κάποιος πνίγεται, χάριν του σχοινιού αλλά χάριν εκείνου ο οποίος πνίγεται. Ο Θεός μας έδωσε την πίστη σαν ένα δρόμο, στο τέλος του οποίου οι ταξιδιώτες θα λάβουν τη σωτηρία των ψυχών τους. Ο Θεός εξέτεινε την πίστη σαν ένα σχοινί σ’ εμάς, οι οποίοι πνιγόμαστε στα μαύρα νερά της αμαρτίας, της άγνοιας και των παθών, ώστε με τη βοήθεια της πίστεως να σώσουμε τις ζωές μας.

Αυτός είναι ο σκοπός της πίστεως. Όποιος γνωρίζει την αξία της ανθρώπινης ψυχής, πρέπει να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει στον κόσμο τίποτε πιο απαραίτητο ή πιο ωφέλιμο από την πίστη. Ένας έμπορος που μεταφέρει πολύτιμους λίθους σ’ ένα πήλινο σκεύος, συντηρεί επιμελώς το σκεύος και το διαφυλάσσει, το κρύβει και το επιτηρεί. Μήπως ο έμπορος μεριμνά και επιβλέπει με τόση φροντίδα το σκεύος, χάριν του σκεύους; Όχι, φροντίζει για τους πολύτιμους λίθους που αυτό περιέχει.

Όλος ο επίγειος βίος μας είναι σαν ένα πήλινο σκεύος στο οποίο κρύβεται ένας ανεκτίμητος θησαυρός. Αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός είναι η ψυχή μας! Ένα σκεύος είναι κάτι ευτελές, αλλά ένας θησαυρός είναι πολύτιμος. Πρέπει να έχει κανείς πίστη, πρώτον στην ανθρώπινη ψυχή· δεύτερον, στη μέλλουσα λάμψη και ένδοξη ζωή της ψυχής στη Βασι­λεία του Θεού· τρίτον στον Ζωντανό Θεό που προσκαρτερεί την επιστροφή της ψυχής, την οποία Εκείνος μάς έδωσε· τέταρτον, στην πιθανότητα μία ψυχή να χαθεί στη δίνη αυτού του κόσμου. Όποιος έχει πίστη στα τέσσερα αυτά στοιχεία θα γνωρίζει πώς να προστατεύσει την ψυχή του κι επιπλέον θα γνωρίζει ότι η σωτηρία της ψυχής του είναι το τέλος του δρόμου του – ο σκοπός της πίστεώς του, ο καρπός της ζωής του, ο σκοπός της υπάρξεώς του επάνω στη γη, και η δικαί­ωση όλων των βασάνων του.

Πιστεύουμε χάριν της σωτηρίας των ψυχών ημών. Όποιος έχει αληθινή πίστη πρέπει να γνωρίζει πως η πίστη υπάρχει χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Όποιος νομίζει πως η πίστη εξυπηρετεί άλλον σκοπό, διαφορετικό από τη σωτηρία, αυτός δεν έχει αληθινή, πίστη – ούτε γνωρίζει την αξία της ψυχής του.

Ω Πανθαύμαστε Κύριε Ιησού, Συ ο Οποίος μας έδωσες τη φωτοφόρο και νικηφόρο Πίστη: δυνάμωσε και διατήρησέ την μέσα μας, ώστε να αξιωθούμε ανεπαισχύντως να στα­θούμε προ της Κρίσεώς σου, με τις ψυχές μας αγνές και λαμπροφόρες.

Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 44-46)

Λόγος στο Πάσχα

Άγιος Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Το Ευαγγέλιο για τον Νικητή του θανάτου

Οι παγωμένοι μαζεύονται γύρω από τη φωτιά· οι πεινασμένοι συγκεντρώνονται γύρω από το τραπέζι· όσοι βασανίστηκαν μέσα στη μακρά νυχτερινή σκοτεινιά χαίρονται με την ανατολή του ήλιου· όσοι εξαντλήθηκαν από υπερβολικά βαρύ αγώνα αναφωνούν για την απρόσμενη νίκη. Ω, αναστάντα Κύριε, πώς με την ανάστασή Σου έγινες τα πάντα για όλους! Ω, πανεύπορε Βασιλιά, πώς με ένα μόνο δώρο Σου γέμισες όλα τα άδεια χέρια που υψώνονταν προς τον ουρανό! Χαίρεται ο ουρανός, χαίρεται και η γη. Χαίρεται ο ουρανός όπως χαίρεται η μητέρα όταν τρέφει τα πεινασμένα παιδιά της· χαίρεται η γη όπως χαίρονται τα παιδιά όταν δέχονται την τροφή από τα χέρια της μητέρας τους.

Η νίκη του Χριστού είναι η μόνη νίκη για την οποία μπορούν να χαίρονται όλα τα ανθρώπινα όντα, από τον πρώτο δημιουργημένο έως τον τελευταίο. Κάθε άλλη νίκη πάνω στη γη χώριζε και χωρίζει τους ανθρώπους. Όταν ένας επίγειος βασιλιάς αποκτήσει νίκη εναντίον άλλου βασιλιά, ο ένας χαίρεται και ο άλλος λυπάται. Όταν ένας άνθρωπος νικά τον γείτονά του, τότε κάτω από τη μία στέγη υπάρχει τραγούδι και κάτω από την άλλη κλάμα. Μα δεν υπάρχει νικητήρια χαρά πάνω στη γη που να μην είναι δηλητηριασμένη από χαιρεκακία: ο συνηθισμένος επίγειος νικητής χαίρεται τόσο για το δικό του γέλιο όσο και για τα δάκρυα του νικημένου αντιπάλου. Ο ίδιος ούτε καν προσέχει πώς η κακία του καθιστά τη χαρά του μίσος.

Όταν ο Ταμερλάνος νίκησε τον σουλτάνο Βαγιαζήτ, τον έβαλε μέσα σε σιδερένιο κλουβί και μπροστά στο κλουβί έκανε συμπόσιο και γλέντι. Η χαιρεκακία του ήταν όλη του η χαρά· η κακία του έδινε τροφή στην ευθυμία του. Ω, αδελφοί, πόσο σύντομη χαρά είναι η χαιρεκακία! Ω, πόσο δηλητηριώδης τροφή για τη διασκέδαση είναι η κακία! Όταν ο βασιλιάς Στέφανος Ντετσάνσκι νίκησε τον βούλγαρο βασιλιά, δεν θέλησε να εισέλθει στη βουλγαρική γη ούτε να λεηλατήσει τον βουλγαρικό λαό, αλλά από το πεδίο της μάχης κατευθύνθηκε στο ασκητήριό του, για να νηστέψει και να προσευχηθεί στον Θεό. Αυτός ο νικητής είναι ευγενέστερος από εκείνον. Αλλά και αυτή η νίκη, όπως καμία ανθρώπινη νίκη, δεν είναι νίκη χωρίς το κεντρί της για τους νικημένους. Και η ευγενέστερη ανθρώπινη νίκη μοιάζει με έναν ήλιο που από τη μία του μισή πλευρά θα έριχνε φωτεινές και από την άλλη σκοτεινές ακτίνες.

Μόνο η νίκη του Χριστού είναι σαν ήλιος που χύνει φωτεινές ακτίνες επάνω σε όλους εκείνους που στέκονται κάτω από αυτόν. Μόνο η νίκη του Χριστού γεμίζει όλες τις ανθρώπινες καρδιές με αδιαίρετη χαρά. Μόνο αυτή είναι χωρίς χαιρεκακία και χωρίς κακία.
Μυστική νίκη, θα πείτε; Ναι, αλλά συγχρόνως και φανερωμένη σε όλο το ανθρώπινο γένος, ζωντανούς και νεκρούς.

Μεγαλόψυχη νίκη, θα πείτε; Ναι, και κάτι περισσότερο από αυτό. Δεν είναι η μητέρα περισσότερο από μεγαλόψυχη όταν όχι μόνο μία ή δύο φορές υπερασπίζεται τα παιδιά της από τα φίδια, αλλά, για να σώσει τα παιδιά της για πάντα, πηγαίνει θαρραλέα μέσα στην ίδια τη φωλιά των φιδιών και την κατακαίει με φωτιά;

Θεραπευτική νίκη, θα πείτε; Ναι, θεραπευτική και σωτήρια στους αιώνες των αιώνων. Αυτή η άκακη νίκη σώζει τους ανθρώπους από όλα τα κακά και τους κάνει αθάνατους — και τους κάνει αθάνατους και αναμάρτητους. Διότι η αθανασία χωρίς αναμαρτησία θα σήμαινε μόνο παρατεταμένη ζωή για το κακό, παρατεταμένη ζωή για την χαιρεκακία και την κακία. Ενώ η αθανασία μαζί με την αναμαρτησία γεννά ατάραχη χαρά και κάνει τους ανθρώπους αδελφούς των πανάγιων φωτεινών αγγέλων του Θεού.

Ποιος να μη χαρεί για τη νίκη του Κυρίου Χριστού; Ιδού, Αυτός δεν νίκησε για τον εαυτό Του, αλλά για χάρη μας. Η νίκη Του δεν έκανε ούτε μεγαλύτερο, ούτε ζωηρότερο, ούτε πλουσιότερο Εκείνον, αλλά εμάς. Η νίκη Του δεν είναι εγωισμός αλλά αγάπη, δεν είναι αρπαγή αλλά δώρο. Οι επίγειοι νικητές παίρνουν τη νίκη, ενώ ο Χριστός είναι ο μόνος που φέρνει τη νίκη. Κανένας επίγειος νικητής, βασιλιάς ή στρατηγός, δεν θέλει η νίκη του να αποχωριστεί από αυτόν και να αποδοθεί σε άλλον· μόνο ο αναστημένος Κύριος προσφέρει τη νίκη Του με τα δυο Του χέρια στον καθένα από εμάς, και δεν οργίζεται αλλά χαίρεται, όταν εμείς με τη δική Του νίκη γινόμαστε νικητές, δηλαδή μεγαλύτεροι, ζωηρότεροι και πλουσιότεροι απ’ όσο ήμασταν.

Οι επίγειες νίκες είναι ωραιότερες όταν τις βλέπει κανείς από μακριά και ασχημότερες και πιο αποκρουστικές όταν τις παρατηρεί από κοντά, ενώ για τη νίκη του Χριστού δεν μπορεί να ειπωθεί πότε είναι ωραιότερη: είτε όταν τη βλέπει κανείς από μακριά είτε από κοντά. Βλέποντας αυτή τη νίκη από μακριά, τη θαυμάζουμε ως μοναδική στη λαμπρότητα, στην ομορφιά, στην καθαρότητα και στη σωτηριώδη δύναμή της. Βλέποντάς την όμως από κοντά, τη θαυμάζουμε εξαιτίας της φρίκης των εχθρών που συντρίφθηκαν από αυτήν, καθώς και εξαιτίας του πλήθους των δούλων που ελευθερώθηκαν από αυτήν. Η σημερινή ημέρα, περισσότερο από όλες τις άλλες ημέρες του έτους, είναι αφιερωμένη στη δοξολογία και στον εορτασμό αυτής της νίκης του Χριστού, και γι’ αυτό ταιριάζει να παρατηρήσουμε αυτή τη νίκη από κοντά, τόσο για να τη γνωρίσουμε καλύτερα όσο και για να χαρούμε περισσότερο.

Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, πιο κοντά στον αναστημένο και νικηφόρο Κύριό μας και ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας: πρώτον, ποιον νίκησε με την ανάστασή Του; και δεύτερον, ποιον ελευθέρωσε με τη νίκη Του;

Με την Ανάστασή Του ο Κύριος νίκησε τους δύο φοβερότερους εχθρούς της ανθρώπινης ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: τον θάνατο και την αμαρτία. Αυτοί οι δύο εχθροί του ανθρώπινου γένους γεννήθηκαν ήδη τότε, όταν ο πρώτος άνθρωπος αποξενώθηκε από τον Θεό, παραβαίνοντας την εντολή της υπακοής προς τον Δημιουργό του. Στον Παράδεισο ο άνθρωπος δεν γνώριζε ούτε τον θάνατο ούτε την αμαρτία, ούτε τον φόβο ούτε την ντροπή. Διότι, προσκολλημένος στον Ζωντανό Θεό, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να γνωρίζει τον θάνατο, και ζώντας μέσα σε τέλεια υπακοή προς τον Θεό δεν μπορούσε να γνωρίζει την αμαρτία. Και όπου δεν είναι γνωστός ο θάνατος, δεν είναι γνωστός ούτε ο φόβος· και όπου δεν είναι γνωστή η αμαρτία, δεν είναι γνωστή ούτε η ντροπή για την αμαρτία. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αμάρτησε κατά της πανσωτήριας υπακοής προς τον Θεό, ο φόβος και η ντροπή μπήκαν μέσα του· ένιωσε τον εαυτό του άπειρα απομακρυσμένο από τον Θεό και διαισθάνθηκε το δρεπάνι του θανάτου επάνω του. Γι’ αυτό, όταν ο Θεός φώναξε τον Αδάμ και του είπε: «πού είσαι;», εκείνος απάντησε: «άκουσα τη φωνή Σου στον κήπο και φοβήθηκα, γιατί είμαι γυμνός, και κρύφτηκα» (Γεν. 3, 7-10). Ως τότε η φωνή του Θεού δυνάμωνε, εύφραινε και ζωογονούσε τον Αδάμ, ενώ τότε, μετά την αμαρτία που διέπραξε, αυτή η ίδια φωνή του Θεού τον αποδυνάμωνε, τον τρόμαζε και τον θανάτωνε. Ως τότε ο Αδάμ έβλεπε τον εαυτό του ντυμένο με την αγγελική ενδυμασία της αθανασίας, ενώ τότε είδε τον εαυτό του γυμνωμένο από την αμαρτία, λεηλατημένο, ταπεινωμένο μέχρι το επίπεδο του κτήνους και μικραμένο σαν νάνο. Έτσι, αδελφοί, υπερβολικά φοβερή είναι και η πιο μικρή αμαρτία ανυπακοής προς τον Θεό. Αφού φοβήθηκε τον Θεό, ο Αδάμ κρύφτηκε ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Σαν ήμερη γάτα που αγριεύει και φεύγει στο βουνό και αρχίζει να κρύβεται από τον κύριό της και τον τροφέα της! Από τα άλογα κτίσματα, πάνω στα οποία έως τότε ο Αδάμ κυριαρχούσε πανίσχυρα, άρχισε να ζητεί προστασία παραμερίζοντας τον Προστάτη του. Μία αμαρτία με αστραπιαία ταχύτητα τραβούσε πίσω της άλλη, τρίτη, εκατοστή, χιλιοστή, έως ότου τελικά ο άνθρωπος κτηνώθηκε και γειώθηκε, κατά σώμα και κατά πνεύμα. Ο αμαρτωλός δρόμος στον οποίο μπήκε ο Αδάμ οδηγούσε προς τη γη και μέσα στη γη.

Γι’ αυτό και τα λόγια του Θεού: «διότι γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις» (Γεν. 3, 19) δεν εκφράζουν μόνο τη θεία κρίση, αλλά και μία ήδη αρχισμένη και ταχύτατα εξελισσόμενη διαδικασία γήινης φθοράς και αποσύνθεσης του ανθρώπου.

Οι απόγονοι του Αδάμ, γενιά μετά από γενιά, γίνονταν όλο και πιο γήινοι και διαλύονταν, αμαρτάνοντας με ντροπή και πεθαίνοντας με φόβο και τρόμο. Οι άνθρωποι κρύβονταν από τον Θεό πίσω από δέντρα, πίσω από πέτρες, πίσω από χρυσό και σκόνη· όσο περισσότερο κρύβονταν, τόσο περισσότερο απομακρύνονταν από τον αληθινό Θεό και Τον λησμονούσαν. Η φύση, που άλλοτε βρισκόταν στα πόδια του ανθρώπου, υψώθηκε λίγο λίγο πάνω από το κεφάλι του, ώστε στο τέλος του έκρυψε εντελώς το πρόσωπο του Θεού και έγινε γι’ αυτόν τόπος του Θεού. Και ο άνθρωπος άρχισε να θεοποιεί τη φύση, δηλαδή να την υπακούει, να ρυθμίζει τη ζωή του σύμφωνα με αυτήν, να την προσκυνεί και να της προσφέρει θυσίες. Αλλά η λατρευόμενη φύση δεν μπορούσε να σώσει ούτε τον εαυτό της ούτε τον άνθρωπο από τον θάνατο και τη φθορά. Ο φοβερός δρόμος στον οποίο βάδιζε η ανθρωπότητα ήταν δρόμος αμαρτίας· και αυτός ο δυσοίωνος δρόμος οδηγούσε αλάνθαστα μόνο σε μία υπερβολικά θλιβερή πόλη — στην πόλη των νεκρών. Οι βασιλείς των ανθρώπων βασίλευαν πάνω στους ανθρώπους, αλλά η αμαρτία και ο θάνατος βασίλευαν πάνω στους ανθρώπους και στους βασιλείς. Όσο πιο πολύ προχωρούσε κανείς, τόσο περισσότερο μεγάλωνε το βάρος της αμαρτίας, σαν χιονόμπαλα που κυλάει από τον λόφο. Το ανθρώπινο γένος βρισκόταν στην έσχατη απόγνωση, όταν φανερώθηκε ο ουράνιος Ήρωας για να το σώσει.

Αυτός ο Ήρωας ήταν ο Κύριος Ιησούς. Αιώνια αναμάρτητος και αιώνια αθάνατος, επισκέφθηκε το φθαρτό νεκροταφείο του ανθρώπινου γένους σκορπίζοντας παντού άνθη αθανασίας. Από την πνοή Του έφευγε η δυσωδία της αμαρτίας, και από τον λόγο Του οι νεκροί ζωντάνευαν. Αλλά από φιλανθρωπία πήρε επάνω Του το βουνό της ανθρώπινης αμαρτίας, όπως από φιλανθρωπία ντύθηκε και το θνητό ανθρώπινο σώμα. Όμως η ανθρώπινη αμαρτία ήταν τόσο βαριά και τόσο φοβερή, ώστε κάτω από το βάρος της έπεσε στον τάφο και ο ίδιος ο Υιός του Θεού. Μακάριος εκατοντάκις αυτός ο τάφος, από τον οποίο ανέβλυσε ποταμός αθάνατης ζωής για το ανθρώπινο γένος! Κατεβαίνοντας μέσα σε αυτόν τον τάφο, ο Ήρωας κατέβηκε ως τον Άδη, όπου γκρέμισε τον θρόνο του Σατανά και κατέστρεψε το άντρο όλων των κακόβουλων επιβουλών κατά του ανθρώπινου γένους· και ανεβαίνοντας από αυτόν τον τάφο, ο Ήρωας ανέβηκε έως τους ύψιστους ουρανούς, ανοίγοντας νέο δρόμο — προς την πόλη των ζωντανών. Με τη δική Του δύναμη κατέλυσε τον Άδη, με τη δική Του δύναμη δόξασε το σώμα Του και αναστήθηκε από τον τάφο — με τη δική Του δύναμη, που είναι αχώριστη από τη δύναμη του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Ταπεινά σαν αρνί ο άκακος Κύριος προχώρησε προς το πάθος και τον θάνατο, και ισχυρά σαν Θεός υπέμεινε το πάθος και νίκησε τον θάνατο. Η Ανάστασή Του είναι αληθινό γεγονός και συγχρόνως προφητεία και εικόνα της δικής μας ανάστασης — «διότι θα σημάνει η σάλπιγγα, και οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι» (Α΄ Κορ. 15, 52).

Θα ρωτήσει κάποιος: πώς λέγεται ότι ο αναστημένος Κύριος νίκησε τον θάνατο, ενώ οι άνθρωποι εξακολουθούν ακόμη να πεθαίνουν; Όσοι εισέρχονται σε αυτή τη ζωή μέσα από τη μήτρα της μητέρας, εξέρχονται από αυτή τη ζωή διά του θανάτου και του τάφου. Αυτός είναι ο κανόνας. Μόνο που ο θάνατος για εμάς, που πεθαίνουμε εν Χριστώ, δεν είναι πια σκοτεινή άβυσσος, αλλά γέννηση σε νέα ζωή και επιστροφή στην πατρίδα μας. Ο τάφος για εμάς δεν είναι πια αιώνιο σκοτάδι, αλλά μόνο μία πύλη, στην οποία μας περιμένουν οι φωτεινοί άγγελοι του Θεού. Για όλους εκείνους που είναι γεμάτοι αγάπη προς τον πανώριο και φιλάνθρωπο Κύριο, ο τάφος έγινε μόνο το τελευταίο εμπόδιο για να εισέλθουν στην παρουσία Του — και μάλιστα εμπόδιο αδύναμο σαν ιστός αράχνης. Γι’ αυτό ο ένδοξος απόστολος Παύλος αναφωνεί: «για μένα η ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος κέρδος» (Φιλ. 1, 21). Πώς να μην έχει νικήσει ο Κύριος τον θάνατο, αφού ο θάνατος πλέον ούτε καν φαίνεται μπροστά Του; Ο τάφος δεν είναι πια βαθιά άβυσσος, γιατί Εκείνος τον γέμισε με τον εαυτό Του· ούτε είναι πια σκοτεινός, γιατί Εκείνος τον φώτισε· ούτε είναι πια φόβητρο και τρόμος, γιατί δεν σημαίνει το τέλος της ζωής αλλά την αρχή· ούτε είναι ο αιώνιος τόπος κατοικίας μας, αλλά μόνο η πύλη αυτής της κατοικίας. Η διαφορά ανάμεσα στον θάνατο πριν από την Ανάσταση του Χριστού και μετά από αυτήν είναι όπως η διαφορά ανάμεσα σε μία φοβερή πυρκαγιά και στη φλόγα ενός κεριού. Τόσο θεμελιώδης υπήρξε η νίκη του Χριστού, και τόσο πολύ η νίκη Του «κατέπιε» τον θάνατο (Α΄ Κορ. 15, 54).

Θα ρωτήσει ακόμη κάποιος: πώς λέγεται ότι ο αναστημένος Κύριος νίκησε την αμαρτία, ενώ οι άνθρωποι εξακολουθούν ακόμη να αμαρτάνουν; Πράγματι, ο Κύριος νίκησε την αμαρτία. Την νίκησε με την αναμάρτητη σύλληψη και γέννησή Του· έπειτα την νίκησε με τον καθαρό και αναμάρτητο βίο Του επάνω στη γη· έπειτα την νίκησε με το δίκαιο πάθος Του επάνω στον Σταυρό· και τέλος στεφάνωσε όλες αυτές τις νίκες με την πανένδοξη Ανάστασή Του. Έγινε φάρμακο, βέβαιο και αλάθητο φάρμακο κατά της αμαρτίας. Όποιος έχει μολυνθεί από την αμαρτία, μόνο με τον Χριστό μπορεί να θεραπευθεί. Όποιος δεν θέλει να αμαρτάνει, μόνο με τη βοήθεια του Χριστού μπορεί να πραγματοποιήσει αυτήν την επιθυμία του. Όταν οι άνθρωποι βρήκαν φάρμακο κατά της ευλογιάς, έλεγαν: νικήσαμε αυτή την ασθένεια! Το ίδιο έλεγαν και όταν βρήκαν φάρμακο κατά της βρογχοκήλης, του πονόδοντου, των πόνων των οστών και άλλων ασθενειών. Νικήσαμε αυτές τις ασθένειες! Βρήκαμε το πάνω χέρι εναντίον τους! Το να βρει λοιπόν κανείς φάρμακο κατά μιας ασθένειας σημαίνει ότι νίκησε αυτήν την ασθένεια. Ο Χριστός είναι ασύγκριτα ο μέγιστος Ιατρός στην ανθρώπινη ιστορία, διότι έφερε στους ανθρώπους το φάρμακο κατά της ασθένειας που είναι πάνω από όλες τις ασθένειες, δηλαδή κατά της αμαρτίας, από την οποία γεννιούνται όλες οι άλλες ασθένειες και όλα τα άλλα ανθρώπινα βάσανα, ψυχικά και σωματικά. Αυτό το φάρμακο — είναι ο ίδιος, ο αναστημένος και ζωντανός Κύριος. Αυτός είναι το μόνο και μοναδικά βέβαιο φάρμακο κατά της αμαρτίας. Εάν οι άνθρωποι και σήμερα ακόμη αμαρτάνουν και χάνονται από την αμαρτία, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός δεν νίκησε την αμαρτία, αλλά μόνο ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν παίρνουν το μοναδικό φάρμακο κατά της θανατηφόρας νόσου τους· σημαίνει είτε ότι ακόμη δεν γνωρίζουν αρκετά τον Χριστό ως φάρμακο είτε, αν Τον γνωρίζουν, ότι παρ’ όλα αυτά δεν Τον χρησιμοποιούν για διάφορους λόγους. Όμως η ιστορία μαρτυρεί με χιλιάδες χιλιάδων φωνές ότι όσοι εφάρμοσαν αυτό το φάρμακο στην ψυχή τους και το έλαβαν μέσα στο σώμα τους, θεραπεύτηκαν και υγίαναν. Γνωρίζοντας την αδυναμία της φύσεώς μας, ο Κύριος Χριστός διέταξε τους πιστούς να Τον λαμβάνουν ως τροφή και ποτό υπό τη φανερή μορφή άρτου και οίνου. Αυτό το έκανε ο Φιλάνθρωπος από άμετρη αγάπη προς τους ανθρώπους, μόνο και μόνο για να τους διευκολύνει την πρόσβαση στο ζωοποιό φάρμακο κατά της αμαρτίας και της φθοράς της αμαρτίας. «Όποιος τρώει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα σ’ αυτόν» — «και αυτός θα ζήσει εξαιτίας μου» (Ιω. 6, 56-57). Εκείνοι που αμαρτάνουν τρέφονται με την αμαρτία, και η ζωή μέσα τους χάνεται λίγο λίγο από την αμαρτία. Εκείνοι όμως που τρέφονται με τον ζωντανό Κύριο τρέφονται ακριβώς με τη ζωή, και η ζωή μέσα τους ολοένα πληθαίνει, ενώ ο θάνατος λιγοστεύει. Και όσο πληθαίνει η ζωή, τόσο πιο αποκρουστική γίνεται η αμαρτία. Η χλιαρή και θλιβερή γλυκύτητα της αμαρτίας αντικαθίσταται σε αυτούς από τη ζωοποιό και χαρμόσυνη γλυκύτητα του Χριστού του Νικητή.

Μακάριοι όσοι εξέτασαν και γεύθηκαν αυτό το μυστήριο στη ζωή τους. Αυτοί μπορούν να ονομαστούν υιοί του φωτός και τέκνα της χάριτος. Όταν αναχωρήσουν από αυτή τη ζωή, θα φύγουν σαν από νοσοκομείο, αλλά όχι πλέον ως άρρωστοι.

Ας ρωτήσουμε τώρα: ποιον ελευθέρωσε ο αναστημένος Κύριος με τη νίκη Του επάνω στην αμαρτία και στον θάνατο; Μήπως μόνο τους ανθρώπους μιας εθνότητας; ή μιας φυλής; ή μιας τάξης; ή μιας κοινωνικής θέσης; Όχι, καθόλου. Μια τέτοια απελευθέρωση είναι γνώρισμα των χαιρέκακων και κακόβουλων νικών των επίγειων νικητών. Ο Κύριος δεν ονομάστηκε Ιουδαιόφιλος, ούτε Ελληνόφιλος, ούτε φτωχόφιλος, ούτε αριστοκρατόφιλος, αλλά ονομάστηκε Φιλάνθρωπος. Τη νίκη Του, λοιπόν, την προόρισε για τον άνθρωπο, χωρίς να υπολογίζει όλες τις διαφορές που οι άνθρωποι κάνουν μεταξύ τους. Κατέκτησε τη νίκη για το καλό και την ωφέλεια όλων των δημιουργημένων ανθρώπων και την πρόσφερε σε όλους τους δημιουργημένους ανθρώπους. Σε εκείνους που θα δεχθούν και θα οικειωθούν αυτή τη νίκη υποσχέθηκε ζωή αιώνια και συγκληρονομία στη βασιλεία των ουρανών. Δεν επιβάλλει τη νίκη Του σε κανέναν, αν και είναι τόσο πολύτιμη, αλλά αφήνει στους ανθρώπους την ελευθερία να την δεχθούν ή να μην την δεχθούν. Όπως ο άνθρωπος στον Παράδεισο ελεύθερα αποφάσισε να δεχθεί την απώλεια, τον θάνατο και την αμαρτία από τα χέρια του Σατανά, έτσι τώρα έχει ελεύθερα να αποφασίσει να δεχθεί τη ζωή και τη σωτηρία από τα χέρια του νικηφόρου Θεού. Η νίκη του Χριστού είναι βάλσαμο, βάλσαμο ζωοποιό, για όλους τους ανθρώπους, διότι όλοι έγιναν λεπροί από την αμαρτία και τον θάνατο.

Αυτό το βάλσαμο κάνει τους ασθενείς υγιείς και τους υγιείς υγιέστερους.
Αυτό το βάλσαμο ανασταίνει τους νεκρούς και στους ζωντανούς πολλαπλασιάζει τη ζωή.


Αυτό το βάλσαμο σοφίζει, εξευγενίζει, θεώνει τον άνθρωπο, αυξάνει τη δύναμή του εκατονταπλάσια και χιλιαπλάσια, και ανεβάζει την αξία του πολύ πιο πάνω από όλη την κτιστή φύση, έως και στο ύψος και στην ομορφιά των αγγέλων και των αρχαγγέλων του Θεού.

Ω, πανώριο και ζωοποιό βάλσαμο! Ποιο χέρι να μη σε δεχθεί! Ποια καρδιά να μη σε φέρει επάνω στις πληγές της! Ποιος λαιμός να μη σε υμνήσει! Ποια πένα να περιγράψει τη θαυματουργική σου δύναμη! Ποιος λογαριασμός να απαριθμήσει έως τώρα τις θεραπείες των πονεμένων και τις αναστάσεις των νεκρών που έχεις επιτελέσει! Ποιο δάκρυ να σε ευχαριστήσει!

Ελάτε, λοιπόν, όλοι εσείς, αδελφοί, που φοβάστε τον θάνατο. Πλησιάστε τον αναστημένο Χριστό, Αυτόν που ανιστά, και Αυτός θα σας ελευθερώσει από τον θάνατο και από τον φόβο του θανάτου.

Ελάτε και όλοι εσείς που ζείτε κάτω από την ντροπή των φανερών και κρυφών αμαρτιών σας, ελάτε πιο κοντά στη Ζωντανή Πηγή, που πλένει και καθαρίζει, και που μπορεί το πιο μαύρο σκεύος να το κάνει λευκότερο από το χιόνι.

Ελάτε όλοι εσείς, που ζητάτε υγεία, δύναμη, ομορφιά και χαρά. Ιδού, ο αναστημένος Χριστός είναι η υπέρπλουτη πηγή όλων αυτών. Σας περιμένει όλους με πόνο και με πόθο, θέλοντας να μη λείψει κανείς.

Προσκυνήστε Τον με σώμα και ψυχή. Ενωθείτε μαζί Του με όλο σας τον νου και με όλους τους λογισμούς σας. Αγκαλιάστε Τον με όλη σας την καρδιά. Δεν προσκυνάτε δυνάστη, αλλά Ελευθερωτή· δεν ενώνεστε με αφανιστή, αλλά με Σωτήρα· δεν αγκαλιάζετε ξένο, αλλά τον πιο κοντινό συγγενή και τον πιο τρυφερό φίλο.

Ο αναστημένος Κύριος είναι θαύμα υπεράνω όλων των θαυμάτων, αλλά ως θαύμα υπεράνω όλων των θαυμάτων είναι ακριβώς η αληθινή φύση σας, η αληθινή ανθρώπινη φύση, η αρχική, η παραδείσια φύση του Αδάμ. Η αληθινή φύση του ανθρώπου δεν είναι να δουλεύει σαν δούλος στην άλογη φύση που τον περιβάλλει, αλλά να κυριαρχεί επάνω της δυνατά, παντοδύναμα. Ούτε είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου η μηδαμινότητα, η ασθένεια, η θνητότητα και η αμαρτωλότητα, αλλά η δόξα και η υγεία, η αθανασία και η αναμαρτησία.

Ο αναστημένος Κύριος τράβηξε το παραπέτασμα από τον αληθινό Θεό και από τον αληθινό άνθρωπο, και μας έδειξε στο πρόσωπό Του το μεγαλείο και την ομορφιά και του ενός και του άλλου. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον αληθινό Θεό παρά μόνο διά του αναστημένου Κυρίου Ιησού, ούτε μπορεί κανείς να γνωρίσει τον αληθινό άνθρωπο παρά δι’ Αυτού και μόνον.

Χριστός Ανέστη, αδελφοί!

Με την Ανάστασή Του ο Χριστός νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, συνέτριψε το σκοτεινό βασίλειο του σατανά, ελευθέρωσε το αιχμάλωτο ανθρώπινο γένος και έσπασε τη σφραγίδα των μεγίστων μυστηρίων του Θεού και του ανθρώπου. Σ’ Αυτόν ας είναι η δόξα και η ευχαριστία, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα — στην Τριάδα την ομοούσια και αδιαίρετη, τώρα και πάντοτε, σε όλους τους χρόνους και σε όλη την αιωνιότητα. Αμήν.