Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 5 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Συνέχεια από Πέμπτη 10. Σεπτεμβρίου 2026



Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 5
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)


Εισαγωγή. 
Μέρος II (συνέχεια)

Το γιατί ο Καθολικισμός επιμένει ακριβώς στα έργα, στις εξωτερικές πράξεις, και με ποια έννοια κατανοεί αυτή τη δικαίωση μέσω των έργων, θα μας γίνει σαφές, εάν θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με την καθολική διδασκαλία, δικαίωση δεν σημαίνει απλώς αναγνώριση κάποιου ως δικαίου, αλλά ακριβώς έγχυση δικαιοσύνης. Επομένως, η δικαίωση μέσω των έργων σημαίνει ότι τα έργα αξίζουν ως ανταμοιβή ένα νέο υπερφυσικό δώρο —supernaturale donum [21]—· δηλαδή ο Θεός, βλέποντας την αγαθοεργία του ανθρώπου, προσθέτει ως ανταμοιβή γι’ αυτήν στην αγιότητα και τη δικαιοσύνη που του ενέχυσε κατά τη δικαίωση [22]. Με αυτόν τον τρόπο δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να επιτελεί ακόμη περισσότερα καλά έργα, ώστε να αξιωθεί και πάλι μιας νέας αυξήσεως της αγιότητας, και ούτω καθεξής. Η αγιότητα που επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο καθίσταται, με τη σειρά της, άξια της μεταθανάτιας μακαριότητας. Οι δίκαιοι, μέσω των καλών έργων τους που επιτελούνται με τη χάρη, αποκτούν αληθινή αξιομισθία ενώπιον του Θεού [23] και, επομένως, η αιώνια ζωή αποτελεί την αναγκαία ανταπόδοση των προσπαθειών τους.

«Ο δίκαιος», γράφει ο Perrone περιγράφοντας ολόκληρη την πορεία αυτής της αυξήσεως της δικαιοσύνης, «αγιασμένος από την εσωτερική χάρη που ενυπάρχει μέσα του ως ιδιότητα, δεν είναι μόνο κληρονόμος της αιώνιας ζωής, της οποίας φέρει σταθερά μέσα του τόσο το δικαίωμα όσο και την εγγύηση· αλλά, φυτευμένος, όπως λέει ο Απόστολος, στον Χριστό Ιησού και, κατά κάποιον τρόπο, μπολιασμένος σε Αυτόν, καρποφορεί για τον Θεό με άγια έργα, τα οποία αποτελούν τους καρπούς του Πνεύματος. Ο Απόστολος απαριθμεί αυτούς τους καρπούς λέγοντας: “Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία” κ.λπ. (Γαλ. 5, 22–23). Διότι η αγιαστική χάρη είναι σαν σπέρμα ή έμβρυο της αιώνιας ζωής, το οποίο αναπτύσσεται στην καρδιά του δικαίου και εκδηλώνεται με τα άγια έργα· μέσω αυτών ο δίκαιος αυξάνει τον αγιασμό που απέκτησε, ενώ ο στέφανος της δικαιοσύνης που του έχει υποσχεθεί μεγαλώνει ολοένα περισσότερο, στολίζεται με νέα κοσμήματα και γίνεται πολυτιμότερος. Σε αυτές ακριβώς τις πράξεις, οι οποίες επιτελούνται στην κατάσταση της δικαιοσύνης, συνίσταται η αξιομισθία (ratio meriti), η οποία αρχίζει από την ίδια τη μετάδοση της χάριτος —τόσο της ενεργού όσο και της αγιαστικής— με τη δύναμη των αξιομισθιών του Χριστού και παύει μόνο κατά την αιώνια ζωή» [24].

Έτσι, μολονότι ο άνθρωπος αγιάζεται χωρίς τη θέλησή του, στη μετέπειτα ζωή εξαρτάται από τον ίδιο να διατηρήσει και να αυξήσει την αγιότητα που έλαβε, με τους προσωπικούς του κόπους. Με αυτό το τέχνασμα ο Καθολικισμός θέλει να καλύψει ένα πρόβλημα που παραμένει γι’ αυτόν άλυτο.

Εδώ όμως ανακύπτει και πάλι το προηγούμενο ερώτημα σχετικά με τη νομική ικανότητα του ανθρώπου να αξιωθεί ενώπιον του Θεού την αιώνια μακαριότητα. Merces, δηλαδή ανταμοιβή ή αμοιβή, σύμφωνα με την αντίληψη των ίδιων των Καθολικών θεολόγων,[25] ονομάζεται εκείνο με το οποίο αμείβεται ο κόπος ή το έργο κάποιου, σαν ένα είδος τιμήματος του τελευταίου. Επομένως, όπως είναι έργο δικαιοσύνης να καταβληθεί το δίκαιο τίμημα για ένα πράγμα που λάβαμε από κάποιον, έτσι είναι έργο δικαιοσύνης και η απόδοση ανταμοιβής για ένα έργο ή έναν κόπο. Για να αποτελεί η σχέση μεταξύ κόπου και ανταμοιβής υπόθεση δικαιοσύνης, προϋποθέτει πρωτίστως ισότητα· η σχέση όμως ανάμεσα στην ανθρώπινη αγαθοεργία και την αιώνια μακαριότητα δεν παρουσιάζει αυτή την ισότητα. Το κυριότερο είναι ότι, όσο επιμελής και αν είναι ο άνθρωπος στην αγαθοεργία, θα παραμένει πάντοτε αμαρτωλός ενώπιον του Θεού· πρέπει πρώτα να συγχωρηθεί και μόνο κατόπιν να σκεφτεί την ανταμοιβή. Άλλωστε και τα έργα του θα φέρουν πάντοτε επάνω τους τα ίχνη της ατέλειας και της αμαρτωλότητάς του. Συνεπώς, δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για αξιομισθία.

Ο Καθολικισμός θεωρεί ότι παρακάμπτει αυτή τη δυσκολία με τη διδασκαλία του για τη διάκριση μεταξύ της αξιομισθίας de condigno και της αξιομισθίας de congruo. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για αξιομισθία με την κυριολεκτική σημασία, ενώ στη δεύτερη μόνο με μεταφορική. Η πρώτη είναι δυνατή όταν υπάρχει πλήρης ισότητα στις σχέσεις. Μεταξύ όμως του Θεού και του ανθρώπου δεν υπάρχει ισότητα σχέσεων· γι’ αυτό μεταξύ τους υπάρχει μόνο quidam modus iustitiae —κάποιο είδος δικαιοσύνης—,[26] και επομένως η ανθρώπινη αξιομισθία μπορεί να είναι μόνο de congruo.[27] Παρ’ όλα αυτά, παραμένει αξιομισθία. Εναντίον αυτού όμως ο Προτεσταντισμός αντέτεινε με οξύτητα και απολύτως δίκαια ότι πρόκειται απλώς για ένα τέχνασμα, επινοημένο για να συγκαλύψει τον πελαγιανισμό του Καθολικισμού. Η ουσία του ζητήματος παραμένει ακριβώς η ίδια, είτε η ανθρώπινη πράξη αναγνωρίζεται ως αξιομισθία de condigno είτε ως αξιομισθία de congruo. Και στις δύο περιπτώσεις η ανταμοιβή ακολουθεί εξίσου αναγκαία τον κόπο, ενώ η νομική σημασία του έργου διατηρείται ακέραιη.[28] Επομένως, το ζήτημα της νομικής ικανότητας του ανθρώπου να αποκτήσει αξιομισθία ενώπιον του Θεού δεν παραμερίζεται καθόλου.

Οι Καθολικοί προσπαθούν να παρακάμψουν αυτό το εμπόδιο αποδίδοντας στην ανθρώπινη πράξη θείο χαρακτήρα: το έργο του ανθρώπου μετά τη δικαίωση είναι έργο της δικαιοσύνης του Χριστού που έχει εγχυθεί μέσα του και, επομένως, είναι θείο. Επιπλέον, η θεία φύση αυτής της πράξης προφυλάσσεται από κάθε πρόσμειξη, από κάθε επαφή με την ανθρώπινη ακαθαρσία, επειδή η θέληση αναγνωρίζεται μόνο ως αποδέκτης και όχι ως πραγματικός δημιουργός της πνευματικής αγιότητας. Σε αυτή την περίπτωση τα έργα του ανθρώπου μπορούν να αποκτήσουν τη σημασία αξιομισθίας, ως θεία έργα, και μπορούν να αποτελούν αξιομισθία όχι μόνο de congruo, αλλά και de condigno.[29] Με αυτή τη διατύπωση, η αναγνώριση της ανθρώπινης αξιομισθίας δεν αντιτίθεται ούτε στη σωτηρία διά μόνου του Χριστού, επειδή διατηρεί τη δύναμη και τη σημασία της αξιομισθίας του Ιησού Χριστού σε πλήρη ακεραιότητα.

«Όπως», λέει ο Perrone, «δεν αφαιρείται τίποτε από τη δόξα της αμπέλου, αν τα κλήματά της αποφέρουν άφθονο καρπό· αντιθέτως, όσο περισσότερους καρπούς αποφέρουν τα κλήματα, τόσο μεγαλύτερο έπαινο αξίζει η άμπελος, επειδή όλος ο ζωοποιός χυμός και όλη η υγρασία που υπάρχουν στα κλήματα προέρχονται από την άμπελο· έτσι ακριβώς και η δόξα της αξιομισθίας του Χριστού δεν μειώνεται καθόλου από τη δική μας αξιομισθία, επειδή η τελευταία προέρχεται από την πρώτη —την αξιομισθία του Χριστού—· αντιθέτως, η αξιομισθία του Χριστού, μέσω της δικής μας, γίνεται ολοένα και πιο φανερή (commendantur)».[30]

Εδώ όμως ανακύπτει και πάλι το ερώτημα: αν τα έργα του ανθρώπου, ως προς την ουσία τους, δεν είναι δικά του έργα, τότε πώς μπορεί να γίνεται λόγος για αξιομισθία του ανθρώπου και για δικαίωμά του στην ανταμοιβή; Για να αποφύγουν αυτή την αντίρρηση, οι Καθολικοί καταφεύγουν στην ακόλουθη συμβατική παραδοχή: αναγνωρίζουν τη θέληση ως δεύτερη αιτία της αγαθοεργίας. «Η ανθρώπινη αξιομισθία», λέει ο Klee, «αν την προσδιορίσουμε ακριβέστερα, δεν είναι καθόλου απόλυτα καθαρή αξιομισθία, επειδή η χάρη του Θεού είναι η πρώτη και κύρια αιτία του καλού που συντελείται μέσα στον άνθρωπο και μέσω αυτού· αλλά ούτε και απουσιάζει εντελώς η ανθρώπινη αξιομισθία, επειδή ο άνθρωπος παραμένει η δεύτερη αιτία του καλού που συντελείται μέσα του και μέσω αυτού».[31]

Ας εξετάσουμε αυτή τη θέση. Η θέληση μπορεί να αναγνωριστεί ως δεύτερη αιτία της πράξης, με την έννοια ότι δέχεται και περιέχει μέσα της τη δικαιοσύνη που έχει εγχυθεί σε αυτήν και πραγματοποιεί μέσω του εαυτού της τις ενέργειες αυτής της δικαιοσύνης.[32] Όταν πραγματοποιείται ένα καλό έργο, αυτό σημαίνει ότι η χάρη που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο κατευθύνεται προς την τέλεση αυτού του έργου· και επειδή αυτή η κίνηση συντελείται μέσα στον άνθρωπο, είναι φυσικό να παρουσιάζεται στη συνείδησή του ως δικό του έργο, και έτσι εκείνος φαίνεται σαν να αποφασίζει ελεύθερα να πραγματοποιήσει πράγματι τη συγκεκριμένη αγαθή πράξη. Τα πάντα προέρχονται από τη χάρη· σε αυτήν ανήκει η αρχή της κίνησης.[33] Η θέληση αποτελεί τον αγωγό εκείνου του ρεύματος της χάρης το οποίο, θα λέγαμε, κινεί τα χέρια του ανθρώπου προς το αγαθό έργο. Μόνο με αυτή την έννοια, και με καμία άλλη, μπορεί η θέληση να ονομαστεί βοηθός και υπηρέτρια της χάρης.[34]


Αυτή τη σκέψη για τον φαινομενικό χαρακτήρα της ενεργού συμμετοχής της θέλησης στην αγαθοεργία την εκφράζει θαυμάσια ο ίδιος ο Klee, όταν λέει: «Ο άνθρωπος πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί· το ότι όμως μπορεί και το πώς μπορεί, αυτό το πραγματοποιεί ο Θεός».[35] Αν μεταφράσουμε αυτή τη διατύπωση, η οποία καθεαυτή είναι ορθόδοξη, στην καθολική γλώσσα, προκύπτει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάνει εκείνο που του παρουσιάζεται ως δυνατό και θα το κάνει έχοντας τη συνείδηση ότι ο ίδιος είναι η αιτία των πράξεών του· στην πραγματικότητα όμως η ικανότητά του να εκτελέσει μια συγκεκριμένη πράξη, καθώς και ο ίδιος ο τρόπος εκδήλωσης αυτής της ικανότητας, δεν ανήκουν στον ίδιο· ανήκουν στη χάρη που ζει και ενεργεί μέσα του.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η αναγνώριση της θέλησης ως δεύτερης αιτίας των καλών έργων δεν επιλύει καθόλου το ερώτημα που τέθηκε, αλλά απλώς το παρακάμπτει· ακόμη και ύστερα από αυτή την παραδοχή, δεν μπορούμε να καταλάβουμε με ποια βάση το καλό έργο αναγνωρίζεται ως αξιομισθία του ανθρώπου, όταν η θέλησή του χρησιμεύει μόνο ως αγωγός μιας ενέργειας της χάρης που της είναι ξένη.

Είναι αλήθεια ότι οι Καθολικοί απαντούν σε αυτό πως η πλήρης άρνηση κάθε ανθρώπινης αξιομισθίας στηρίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι ο άνθρωπος στερείται ολοκληρωτικά την ελευθερία ως προς τη θεία ζωή και ότι, στο έργο του αγιασμού και της δικαίωσης, ενεργεί μόνο παθητικά. «Αντιθέτως, όταν αναγνωριστεί η αλήθεια ότι ο άνθρωπος ανταποκρίνεται ελεύθερα στη διέγερση, την καθοδήγηση και κάθε ενέργεια της χάρης, και έπειτα, μετά την ενέργειά της και μαζί με αυτήν, συμμετέχει αυτενεργώς στην πραγματοποίηση του καλού, τότε, ως λογική συνέπεια της αναγνώρισης αυτής της αλήθειας, πρέπει να γίνει δεκτή και η ανθρώπινη αξιομισθία ως δυνατή και επιτρεπτή, ως πραγματικά υφιστάμενη».[36]

Είδαμε όμως κατά πόσο είναι δίκαιο να αποκαλούνται τα έργα του ανθρώπου που δικαιώθηκε κατά τον καθολικό τρόπο «ελεύθερη συμμετοχή». Μόνο εκείνος που λησμονεί ή προσπαθεί να λησμονήσει όσα ειπώθηκαν προηγουμένως για την ουσία και τις συνέπειες της καθολικής δικαίωσης μπορεί να τα ονομάζει έτσι. Η δικαιοσύνη που εγχέεται στον άνθρωπο είναι μια ιδιότητα ή ένα προσάρτημα του πνεύματός του, που κινείται και ενεργεί αφ’ εαυτού, ανεξάρτητα από εκείνον. Ανέχεται δίπλα της την ελευθερία μόνο με την ιδιότητα της δεύτερης αιτίας που περιγράψαμε· επιτρέπει, επομένως, μόνο το φάντασμα της ελευθερίας. Μαζί με αυτό όμως αποκλείεται εντελώς η δυνατότητα αξιομισθίας από την πλευρά του ανθρώπου.

Τελικά, και οι ίδιοι οι Καθολικοί αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν την ανεπάρκεια της νομικής τους οπτικής και την αδυναμία της να εξηγήσει τη σωτηρία του ανθρώπου. Ιδού, για παράδειγμα, πώς αποδεικνύουν τη δυνατότητα της αξιομισθίας οι πατέρες της Συνόδου του Τριδέντου:

«Μολονότι ο ίδιος ο Χριστός, όπως η κεφαλή στα μέλη ή όπως η άμπελος στα κλήματα, διαχέει συνεχώς μέσα στους δικαιωμένους τη δύναμη —η οποία προηγείται, συνοδεύει και ακολουθεί τα καλά έργα των δικαίων, και χωρίς την οποία τα έργα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να είναι ευάρεστα στον Θεό και άξια ανταμοιβής—, εντούτοις πρέπει να πιστεύουμε ότι από αυτό δεν προκύπτει καμία ζημία για τους ίδιους τους δικαιωμένους· πρέπει να θεωρούμε ότι με τα έργα αυτά, τα οποία πραγματοποιήθηκαν εν Θεώ, ικανοποίησαν τον θείο νόμο ως προς την κατάσταση αυτής της ζωής και αξιώθηκαν πραγματικά την αιώνια ζωή, η οποία πρόκειται να ακολουθήσει στον ορισμένο καιρό, εφόσον όμως αναχωρήσουν από τη ζωή ενωμένοι με τη χάρη».[37]


Σημαντικό έργο, αλλά μονομερές


Ο Φλωρόφσκυ το εξετάζει στις Οδούς της ρωσικής θεολογίας, μέρος Β΄, κεφ. VII, §11. Η κρίση του είναι σαφώς διττή.
Αναγνωρίζει στον Σέργιο τρεις μεγάλες αρετές:
Απέδειξε πειστικά ότι η μακαριότητα δεν αποτελεί εξωτερική αμοιβή της αρετής· η σωτηρία είναι η ίδια η τελείωση και η ζωή εν Θεώ.
Περιέγραψε ορθά την εσωτερική μεταστροφή του ανθρώπου από την αμαρτία προς τον Θεό.
Επιχείρησε να θεολογήσει από την εμπειρία της πνευματικής ζωής και στράφηκε εκ νέου προς τους Πατέρες.
Γράφει χαρακτηριστικά ότι ο Σέργιος έδειξε πολύ πειστικά «την ταυτότητα της μακαριότητας και της αρετής, της σωτηρίας και της τελειώσεως».


Αλλά αμέσως προσθέτει:


«Η αντικειμενική πλευρά της διαδικασίας μένει υπερβολικά στη σκιά».
Με την «αντικειμενική πλευρά» εννοεί όσα έχει ήδη πραγματοποιήσει ο ίδιος ο Χριστός: Ενανθρώπηση, Σταυρό, Ανάσταση, νίκη κατά του θανάτου, ίδρυση της Εκκλησίας και μυστηριακή μετάδοση της χάριτος.

Κατά τον Φλωρόφσκυ, στον Σέργιο δημιουργείται η εντύπωση ότι:
το αποφασιστικό γεγονός στο βάπτισμα είναι η ηθική μεταστροφή του ανθρώπου·
η ελεύθερη απόφαση προηγείται και η χάρη απλώς τη στερεώνει·
η ουσία του μυστηρίου σχεδόν ταυτίζεται με την ενίσχυση της προθυμίας προς το αγαθό.
Η βαθύτερη ένστασή του είναι ότι ο Σέργιος ανάγει ολόκληρη την πατερική θεολογία σε μία ασκητική που ερμηνεύεται ψυχολογικά. Οι Πατέρες όμως, λέει ο Φλωρόφσκυ, δεν έχουν μόνο ασκητική ψυχολογία αλλά και «μεταφυσικό ρεαλισμό»: πραγματική ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσεως, αντικειμενική ενέργεια της χάριτος, Εκκλησία και μυστήρια.

Γι’ αυτό καταλήγει:
«Η δογματική δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ασκητική ούτε να διαλυθεί μέσα σ’ αυτήν».

Και ακόμη πιο αυστηρά: η ρωσική σχολή του «ηθικού μονισμού» αποτελούσε και η ίδια «αντήχηση δυτικών θεολογικών διαθέσεων», επειδή παρέμενε υπερβολικά προσηλωμένη στο δυτικό πρόβλημα της δικαιώσεως. Δηλαδή ο Σέργιος θέλησε να ξεπεράσει τη Δύση, αλλά, κατά τον Φλωρόφσκυ, εξακολούθησε να θέτει το ερώτημα μέσα στους όρους της δυτικής διαμάχης περί δικαιώσεως. Ολόκληρο το σχετικό χωρίο του Φλωρόφσκυ.
Επομένως, η θέση του Φλωρόφσκυ είναι:
Ναι στην απόρριψη του εξωτερικού νομικισμού· όχι στη μετατροπή της σωτηρίας σε υποκειμενική ηθική μεταβολή.


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

ΑΥΤΗ Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΔΕΙΞΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

Σημειώσεις:

Πνευματικά Γυμνάσματα 8β Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από Παρασκευή 11. Σεπτεμβρίου 2026


Πνευματικά Γυμνάσματα 8β

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ

Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.


ΜΕΛΕΤΗ Η΄.
Α΄. Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τέλος ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ.
Β΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλης τῆς ἀπάτης.
Γ΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλου τοῦ καιροῦ.

γ.

Συλλογίσου ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ τέλος τοῦ καιροῦ. Ὤ, καὶ τί μεγάλην εὐεργεσίαν ἔκαμνεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς! διότι μᾶς ἔδωσεν ἕνα καιρὸν τόσων καὶ τόσων χρόνων διὰ νὰ γίνωμεν ἄξιοι τῆς βασιλείας του· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Ὅπου ἡμεῖς ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν καλῶς τὸν τόσον πολύτιμον καιρόν, τὸν περνοῦμεν ματαίως ἢ τὸν μεταχειριζόμεθα διὰ ζημίαν τῆς ψυχῆς μας, αὐτὴ ὅμως ἡ ἐξαίρετος χάρις καὶ εὐεργεσία δὲν ἔχει νὰ διαμείνῃ εἰς πολύ, ἀλλ᾽ ἔχει νὰ τελειώσῃ πολὺ ὀγρήγορα· «χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. α' 6), καθὼς τὸ βλέπομεν καθ' ἡμέραν ἐμπράκτως, διότι τώρα εἰς ταύτην τὴν στιγμὴν ὅπου ἐσὺ ἀναγινώσκεις ταῦτα ἀδελφέ, ἆραγε πόσων καὶ πόσων ἀνθρώπων τελειώνει ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς των; Οἱ ὁποῖοι ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταγυρίσουν πάλιν εἰς ταύτην τὴν ζωὴν διὰ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ διορθώσουν μὲ καλλίτερον τρόπον τὴν ψυχὴν των, τί δὲν ἤθελαν κάμνει; ἢ τί δὲν ἤθελαν δώσει;

Συμπέρανε τοῦτο ὅπου λέγω καὶ ἀπὸ λόγου σου, διότι ἀνίσως εἰς ταύτην τὴν ὥραν εἶχες νὰ ἀποθάνῃς τί δὲν ἤθελες δώσει νὰ ζήσῃ ἀκόμη ὀλίγον καιρὸν διὰ νὰ κάμνῃς τὴν πρέπουσαν μετάνοιαν καὶ διὰ νὰ βάλῃς εἰς καλλιτέραν στάσιν τὴν σωτηρίαν σου; Τί λογῆς βάσανον ἤθελες δοκιμάσει ἐὰν εἶχες ταύτην τὴν ὥραν νὰ εὔγῃς ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον εὔκαιρος ἀπὸ καλὰ ἔργα; Πόσον ἤθελες ἀναστενάξει νὰ βλέπῃς μὲ τὴν ἰδικήν σου συνείδησιν φορτωμένην ἀπὸ τόσας ἁμαρτίας, εἰς δὲ τὸν ἴδιον καιρὸν νὰ βλέπης τόσους ἄλλους καλοὺς χριστιανοὺς νὰ ἔρχωνται πλουτισμένοι μὲ τόσας ἀρετὰς καὶ μὲ τόσας νίκας ὅπου ἔκαμναν κατὰ τοῦ διαβόλου, τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἰδίας των σαρκός,

Πῶς λοιπὸν εὐχαριστεῖσαι ἔτσι νὰ χάνῃς, ἀδελφέ, τὸν καιρὸν ὅπου σοῦ ἐδόθη, διὰ νὰ κάμνῃς καλὰ ἔργα; Πῶς δὲν φοβεῖσαι νὰ βάζης πάντοτε τὴν ψυχήν σου εἰς μεγαλείτερον κίνδυνον μὲ καινουργίας ἁμαρτίας; Ἄρα γε, ἐὰν ἀποθάνῃς κακῶς, ἔχεις πλέον νὰ γυρίσῃς εἰς τὴν ζωήν, διὰ νὰ διορθώσῃς τὸ σφάλμα σου; Ἐσὺ πολὺ καλὰ τὸ ἠξεύρεις, ὅτι μίαν φορὰν ἔχεις νὰ ἀποθάνης, καὶ ὄχι δύο. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν», (Ἐβο, θ'. 27) Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὁμοίως ἠξεύρεις· ὅτι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶναι ἄδηλος καὶ ἀβέβαιος, κατὰ τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον «ἀγνοεῖ δὲ ὁ ἄνθρωπος πότε καὶ ποῦ καὶ ὅπως τεθνήξεται.» (εὐχῇ β'.) καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀποθάνης τοῦτον τὸν χρόνον, τοῦτον τὸν μῆνα, ταύτην τὴν ἐβδομάδα, ταύτην τὴν ἡμέραν, ταύτην τὴν ὥραν 28 ἢ μὲ ἀσθένειαν ἢ χωρὶς ἀσθένειαν, ἢ προμελετημένα, ἢ αἰφνίδια, ἢ ἐξωμολογημένος καὶ διωρθωμένος, ἢ ἀνεξομολόγητος καὶ ἀδιόρθωτος· ὡς λέγει ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος «ἀκολουθεῖ δὲ ὁ θάνατος δυστυχής, μυρίοις τρόποις τοὺς ἀνθρώπους ἁρπάζων» (ευχῇ β'.) ἀμὴ διατὶ λοιπὸν ἀναβάλλεις τὸν καιρὸν καὶ δίδεις διορίαν εἰς τὸ ἐρχόμενον διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς; Διατὶ φαίνεσαι τόσον ὀκνηρὸς εἰς μίαν τοιαύτην μεγάλην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἔχει νὰ σοῦ προξενήσῃ ἕνα κέρδος αἰώνιον, ἢ μίαν ζημίαν αἰώνιον, καὶ τῆς ὁποίας τὸ βάρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ φανερώσουν ἀρκετὰ μήτε αἱ γλῶσσαι ὅλων τῶν ἀγγέλων; Δὲν ἀκούεις τοῦ Κυρίου ὅπου μᾶς παραγγέλλει «Γίνεσθε ἕτοιμοι ὅτι ἡ ὥρα οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται;» (Ματθ. κδ'. 44).

Δὲν εἶσαι βέβαιος, ἀγαπητέ, πὼς εἰς μίαν ὥραν θέλει τελειώσει ἡ ζωή σου; Πὼς εἰς μίαν ὥραν θέλεις ὑστερηθῇ ὅλα ταῦτα τὰ πρόσκαιρα καλὰ τοῦ κόσμου; Πώς εἰς μίαν ὥραν θέλεις ὑπάγει, ἢ εἰς τὴν σκοτεινὴν φυλακὴν τοῦ ᾅδου, διὰ νὰ λάβης μερικὴν κόλασιν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄλλους ἁμαρτωλούς, ἢ εἰς μίαν μονὴν τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰ λάβης μερικὴν ἀπόλαυσιν ὁμοῦ μὲ ὅλους τοὺς δικαίους; (ὦ ὥρα ὀλίγη εἰς τὸ διάστημα, ἀλλὰ μεγάλη εἰς τὸν φόβον!) Τώρα σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῇς, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη ὥρα πλέον βαρύτερη ἀπὸ αὐτήν εἰς ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς σου; Όχι βέβαια ἀμὴ διατὶ λοιπὸν ζῆς τόσον ἀμέριμνα, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχες ἔλθει εἰς αὐτήν την ὥραν, ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον διάστημα καιροῦ; Ἐσὺ ἐὰν ἤθελες νὰ ὑπάγῃς εἰς τὰς Ινδίας, ἔπρεπε νὰ προετοιμάσῃς μὲ μεγάλην φροντίδα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τόσην μακρὰν ὁδοιπορίαν· καὶ τώρα ὅπου ἔχεις νὰ περάσῃς μὲ ἕνα πήδημα, ἐκεῖνο τὸ ἄπειρον διάστημα ὅπου εἶναι ἀνάμεσα εἰς τὴν παροῦσαν πρόσκαιρον ζωὴν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, τὴν αἰώνιον, σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ κάμνῃς ἔξαφνα αὐτὸ τὸ μεγάλο πήδημα καὶ νὰ περάσης ἐκεῖνο τὸ ἄπειρον διάστημα ἀνέτοιμος; Σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ μὴ τραβηχθῇς τελείως ἀπὸ τὰς φροντίδας καὶ ζάλας τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἡσυχάσῃς ὀλίγον καιρόν, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς εἰς αὐτὸ τὸ μεγάλον ταξείδι ὅπου ἔχεις νὰ κάμνῃς; Σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ ἀποθάνης ὡσὰν ἕνα ζῶον, ἔτσι ἀνέτοιμος καὶ ἀδιόρθωτος, ὡσὰν νὰ μὴ εἶχες νὰ χάσῃς τίποτε ἢ ὡσὰν νὰ ἠμποροῦσες να ξαναποκτήσῃς πάλιν, ἐκεῖνο ὅπου ἤθελες χάσει μίαν φοράν; Ἄχ, ἀδελφέ, δὲν σοῦ φαίνεται ὑπερβολικὴ καὶ φοβερὰ αὐτὴ ἡ ἀναισθησία ἡ ἰδική σου, ὅπου εἰς μίαν τόσην μεγάλην ὑπόθεσιν κοιμάσαι ἀφρόντιστος;

Ἔγειρε, ἀγαπητέ, ἔγειρε, καὶ ἐξύπνισε τοὺς λογισμούς σου, «έγειρε ὁ καθεύδων, καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν», (Ἐφεσ. ε'. 14.) ἀποφάσισε νὰ ἔχῃς ὅλας μὲν τὰς ἄλλας σου υποθέσεις, ὡσὰν ἕνα ὄνειρον, αὐτήν δὲ μόνην νὰ ἔχης ἀναγκαιοτάτην ὑπόθεσιν, τὸ νὰ ἑτοιμασθῇς καθὼς πρέπει νὰ ἀποθάνῃς καλῶς· καὶ ἐπιμελήσου μὲ ὅλα σου τὰ δυνατά, διὰ νὰ βάλῃς εἰς καλλιτέραν στάσιν τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου εὐδαιμονίας σου, καθὼς παραγγέλλει καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, «σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι» (Β'. Πέτρ. α΄. 10.). Πῶς; Καὶ μὲ τίνα τρόπον; Ἐὰν φοβάσαι τὴν ἁμαρτίαν περισσότερον ἀπὸ τὸν θάνατον· λέγει γὰρ ὁ θεῖος Χρυσόστομος· «Καὶ γὰρ παιδικὸν φοβούμεθα φόβον, θάνατον δεδοικότες, ἁμαρτίαν δὲ μὴ δεδοικότες» (Λόγ. ς' Αδριάντ.)· ἐὰν ἀνάψῃς εἰς τὴν καρδίαν σου τὸν ἔρωτα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐὰν φοβάσαι τὴν γέενναν τοῦ πυρός ἐὰν καθαρίσῃς τὸ συνειδός σου ἀπὸ ἁμαρτίας, ἐὰν ζῆς μὲ τὴν πρέπουσαν εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ζωὴν καὶ σκληραγωγίαν καὶ ἀφήσῃς τὴν τρυφηλὴν ζωήν· ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάξης, θέλεις δεχθῆ τὸν θάνατον μετὰ χαρᾶς καὶ χωρὶς φόβον καὶ θέλεις τὸν προσμένει ὡσὰν μίαν μετάβασιν ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τα αἰώνια, διότι φυσικῷ τῷ τρόπῳ, ὅποιος σκληραγωγεῖται καὶ παλεύει καὶ ζῇ μὲ τραχύτητα καὶ κόπους, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον διὰ νὰ ἀναπαυθῇ κατὰ τὸν Χρυσόστομον λέγοντα «ὥσπερ γὰρ ὁ πυκτεύων ἐπείγεται τοῦ σταδίου ἐξελθεῖν, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῶν τραυμάτων, οὕτω καὶ ὁ ἐν σκληρῷ καὶ τραχυτάτῳ βίῳ ζῶν μετὰ ἀρετῆς, ἐπιθυμεῖ τῆς τελευτῆς, ἵνα καὶ τῶν πόνων ἀπαλλαγῇ τῶν παρόντων καὶ ὑπὲρ τῶν ἀποκειμένων ἔχῃ στεφάνων θαρρεῖν» (Ἀνδρ. ς') ὅθεν καὶ ἡ αἰτία ὅπου φοβούμεθα τὸν θάνατον εἶναι διότι ὑστερούμεθα τὰ ἀνωτέρω ρηθέντα καλά, ὡς πάλιν ὁ αὐτὸς χρυσορρήμων λέγει· «τὸν θάνατον δεδοίκαμεν οὐκ ἐπειδὴ φοβερὸς ἐκεῖνος, ἀλλ' ἐπειδὴ οὔτε ὁ τῆς βασιλείας ἔρως ἀνῆψεν ἡμᾶς, οὔτε ὁ τῆς γεέννης φόβος κατέσχε, καὶ πρὸς τούτοις ὅτι τὸ συνειδὸς οὐκ ἔχομεν ἀγαθὸν καὶ ὅτι οὐ ζῶμεν μετὰ τῆς προσηκούσης χριστιανοῖς σκληραγωγίας» (αὐτόθι).

Ἐντράπου λοιπὸν διὰ τὴν περασμένην σου ἀμέλειαν καὶ μάλιστα διὰ τὴν αὐθάδειαν ὅπου ἔλαβες εἰς τὸ νὰ ἁμαρτήσῃς τόσον ἀναίσχυντα καὶ νὰ βλάψης τὸν Θεὸν εἰς ἐκεῖνον τὸν ἴδιον καιρὸν ὅποθ σοῦ ἐχάρισεν μόνον διὰ νὰ τὸν δουλεύῃς καὶ διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς ἐδῶ νὰ τὸν ἀπολαύσῃς ἐκεῖ. Ἐπειδὴ ἤξευρε ἀδελφὲ, ὅτι ἡ μέλλουσα ζωὴ παρομοιάζεται μὲ τὸν γάμον «χαίρομεν καὶ ἀγαλλιώμεθα καὶ δῶμεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκάλ. ιθ' 7), ἡ δὲ παρούσα ζωή σου ἐδόθη διὰ νὰ πλύνῃς καὶ νὰ ἑτοιμάσῃς τὰ ροῦχα σου καὶ ὅλα τὰ ἐπιτήδεια διὰ τὸν γάμον ἐκεῖνον. Ὅθεν σὲ συμβουλεύει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον διὰ τοῦ Σολομῶντος, νὰ ἔχῃς εἰς κάθε καιρὸν καθαρὰ καὶ λευκασμένα τὰ ἱμάτια τῆς ψυχῆς σου, καὶ τὸ λάδι τῆς ἐλεημοσύνης νὰ μὴ σοὺ λείπῃ «ἐν παντὶ καιρῷ ἔστωσαν ἱμάτιά σου λευκά, καὶ ἔλαιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου μὴ ὑστερησάτω» (Ἐκκλ. θ'. 8.) διὰ νὰ μὴν εὑρεθῆς εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου σου μὲ λερωμένα ἐνδύματα, καὶ ἀκούσῃς «ἑταῖρε πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;» (Ματθ. κβ'. 12).


Παρακάλεσε μὲ θερμὰ δάκρυα τὸν Βασιλέα τῶν αἰώνων νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς δαίμονας, ὅπου συνηθίζουν νὰ ἔρχωνται πάντοτε εἰς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου, διὰ νὰ στήσουν φοβερὸν καὶ ἀόρατον κριτήριον καὶ νὰ ἐρευνήσουν ὅσα ἔργα κακὰ ἔπραξες, ὅσα λόγια πονηρὰ ἐλάλησες καὶ ὅσους λογισμοὺς αἰσχροὺς ἐσυλλογίσθης καὶ νὰ σὲ κατηγορήσουν ὄχι μόνον εἰς τὰ κακὰ ὅπου ἔκαμνες, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀκόμη ὅπου δὲν ἔκαμνες, καθὼς τοῦτο δηλοῦται ἀπὸ τὸν ὅσιον ἐκεῖνον καὶ ἡσυχαστὴν Στέφανον, περὶ τοῦ ὁποίου γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ τῆς Κλίμακος (Λόγ. ζ'.), καὶ ταῦτα θέλουν κάμει τότε οἱ δαίμονες, διὰ νὰ πάρουν τὴν ψυχὴν σου, ἐὰν δυνηθοῦν (καὶ μάλιστα ἂν εὔρουν ἁμαρτίας ἀνεξομολογήτους, καὶ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς τὸν ἅδην· διὰ τὸ ὁποίον, ὦ ! ποιὸν φόβον θέλει λάβει τότε ἡ ἀθλία ψυχὴ ὦ πόσην ἀγωνίαν! 31 ὦ πόσον ἱδρῶτα ψυχρὸν ἔχει νὰ χύσῃ, ἐὰν εὑρεθῇ ἀδιόρθωτος καὶ ἀνέτοιμος! διὰ τοῦτο ἂς ἦσαι πάντοτε ἕτοιμος, ἀδελφέ, ἐξομολογημένος καὶ διωρθωμένος καὶ παρακάλει τὸν Θεὸν διὰ νὰ μὴν ἰδῇ ἡ ψυχή σου εἰς τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν φοβερὰν ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ὅτι καὶ αὐτὴ μοναχὴ ἡ θεωρία των, εἶναι φοβερὰ καὶ τρομερά, καθὼς περὶ τούτου παρεκάλει τὸν Θεὸν καὶ ὁ σοφὸς Σειράχ λέγων «καὶ ὑπὲρ θανάτου ῥύσεως ἐδεήθην» (να', 9.) Καὶ ὁ ἅγιος μάρτυς Εὐστράτιος, ὡς ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ἐν τῷ τέλει αὐτοῦ ἐκφωνηθείσης εὐχῆς". Τοῦτο δὲ θέλει γίνῃ εἰς ἐσέ, ἐὰν ἔχωντας πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν σου τὸν θάνατον, ἀπέχεις ἀπὸ τὰ κακά, καὶ ἐργάζεσαι τὰ καλὰ· ἐάν, ὤντας ἀκόμη ζωντανός, νεκρωθῇς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τοῦ κόσμου τὰς ἡδονάς· καὶ ἐὰν ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον ἀκόμη ἀναστηθῇς κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὸν δεύτερον θάνατον, ὅστις εἶναι ἡ αἰώνιος κόλασις. «Μακάριος καὶ ἅγιος ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῇ πρώτῃ· ἐπὶ τούτων ὁ θάνατος ὁ δεύτερος οὐκ ἔχει ἐξουσίαν». (Αποκ. κ'. 6). Καὶ τέλος πάντων παρακάλεσε τὸν Θεὸν νὰ σοῦ δώση βοήθειαν διὰ νὰ ἐργασθῇς καὶ νὰ μεταχειρισθῇς καλῶς τὸν καιρὸν ὅπου θέλει σοῦ δώσει διὰ τὴν σωτηρίαν σου· διότι ὅταν ἀρχίσῃ νὰ γίνεται νύκτα καὶ νὰ πλησιάζη ὁ θάνατος, τότε δὲν ἠμπορεῖ πλέον τινὰς νὰ ἐργάζεται, ἀλλὰ καθὼς ἔστρωσεν ὁ καθ' ἕνας, ἔτσι ἔχει νὰ κοιμηθῆ, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, «ἔρχεται νύξ, ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι». (Ιωάν. θ'. 4).

Σημειώσεις:

26 Τοῦτο τὸ ρητὸν τοῦ Δαβὶδ εἰποῦσα ἡ ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφὴ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, εὐθὺς παρέδωκε τὸ πνεῦμα της εἰς χεῖρας Θεοῦ, ὡς τοῦτο γράφει ὁ ἀδελφὸς αὐτῆς ἄμα καὶ ἐγκωμιαστὴς θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ πρὸς αὐτὴν ἐπιταφίῳ, οὕτω πῶς λέγων «ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω· ταῦτα καὶ ἐψάλλετό σοι καλλίστη γυναικῶν καὶ συνέβαινε· καὶ ἡ ψαλμῳδία τὸ γινόμενον ἦν, καὶ μετὰ τῆς ἐκδημίας ὁ ἐπιτάφιος.
27 Ὅθεν καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέγει, «ζήτε καλά, ἂν δὲν θέλετε νὰ ἀποθνήσκετε κακὰ καὶ μὴ φοβῆσθε ἕνα κακὸν θάνατον, ἂν ἔχητε καλὴν ζωήν». Ὁμοίως καὶ ὁ θεῖος Ἰερώνυμος, (καθὼς ἀναφέρει ὁ Εὐσέβιος) ὅταν ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, εἶπε ταῦτα πρὸς τοὺς μαθητάς του «ὅτι ἀπὸ ἑκατὸν χιλιάδας ἀνθρώπους ὅπου ζοῦν κακῶς, μόλις ἕνας εὐρίσκεται νὰ ἀποθάνῃ καλῶς· καὶ ἐξ ἐναντίας, μία καλὴ ζωή, σχεδὸν πάντοτε γεννᾷ ἕνα καλὸν θάνατον». Δι' ὁ καὶ ὁ Σειράχ εἶπε «τῷ φοβουμένῳ τὸν Κύριον εὖ ἔσται, ἐπ' ἐσχάτων καὶ ἐν ἡμέρᾳ τελευτῆς αὐτοῦ εὐρήσῃ χάριν (α' 13) ὅρα καὶ εἰς τὴν ς'. Ἀνάγνωσιν ὅπου ὁ θεῖος Ἱερώνυμος οὕτω λέγει, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε ποτὲ νὰ ἀπέθανε κανένας ἐλεήμων μὲ κακὸν θάνατον.
28 Ὅθεν καὶ ὁ στιχουργός Γεώργιος ὁ Πισίδης γράφει διὰ στίχων ἰάμβων ταῦτα. «Άλλ' εὐτρεπίζου πάντοτε πρὸς τὸν τάφον. Καὶ γὰρ προτείνων τὴν ἀναπνοὴν ἔτι, οὐκ οἶδας εἰ σπάσειας ἄλλην συρμάδα». Καὶ ὁ Θεολόγος δὲ Γρηγόριος οὕτως ἰαμβικῶς γράφει. «Ἀεὶ μὲν ἐργάζοιο τὴν σωτηρίαν καιρὸς δὲ μῇ μάλιστα ἡ βίου λύσις, τὸ γῆρας ἤλθεν· ἔξοδον κήρυξ βοᾷ· πᾶς εὐτρεπίζου πλησίον γὰρ ἡ κρίσις»· ἤξευρε γὰρ καλότατα, ὅτι, ἐν ὅσῳ μὲν ἐνθυμῆσαι τὸν θάνατον, νὰ ἁμαρτήσῃς δὲν δύνασαι· εὐθὺς δὲ ὅπου τὸν λησμονήσης, πίπτεις καὶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν διότι καὶ οἱ προπάτορές μας ἐν ὅσῳ εἶχον τὴν μνήμην τοῦ θανάτου εἰς τὸν νοῦν τους, ἐφύλαττον τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ· ἀφ' οὗ δὲ ὁ διάβολος ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν νοῦν τους τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου, τότε τοὺς ἔκαμνε καὶ ἐπαρέβηκαν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξωρίσθησαν τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου. «Καί εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει... ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου... εἶπεν ὁ Θεὸς οὐ φάγητε ἀπ' αὐτοῦ... ἵνα μὴ ἀποθάνητε»· ἰδοὺ πὼς εἶχον οἱ προπάτορες τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου πρὸ ὀφθαλμῶν. «Καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. γ'. 2) ἰδοὺ πὼς ὁ διάβολος ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν νοῦν τους τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου· καὶ οὕτω τοὺς ἡπάτησεν.
29 Οὐ μόνον γὰρ εἰς τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀγίους συνηθίζει νὰ πηγαίνῃ ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου ἐν τῷ τέλει τῆς ζωῆς των, ὡς λέγει δ μέγας Βασίλειος «οἶμαι δὲ ὅτι οἱ γενναῖοι τοῦ Θεοῦ ἀθληταί, ἱκανῶς παρὰ πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον τοῖς ἀοράτοις ἐχθροῖς προσπαλαίσαντες, ἔπειδάν πάσας αὐτῶν ὑπεκφύγωσιν τὰς διώξεις, πρὸς τῷ τέλει τοῦ βίου γινόμενοι, ἐρευνῶνται ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος. Ἵνα ἂν μὲν εὑρεθῶσιν ἔχοντες τραύματα ἀπὸ τῶν παλαισμάτων, ἡ σπίλους τινάς καὶ τύπους τῆς ἁμαρτίας, κατασχεθῶσιν ἐὰν δὲ ἄτρωτοι εὑρεθῶσιν καὶ ἄσπιλοι, ὡς καθαροὶ ὄντες καὶ ἐλεύθεροι, ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀναπαύσωνται». (Ερμην. εἰς τὸν ζ'. ψάλμ.) Τί λέγω; καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Κύριον ἀπετόλμησε νὰ ὑπάγη ὁ διάβολος, καθώς τὸ λέγει δ Κύριος μόνος· ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου τούτου ἄρχων, καὶ ἓν ἐμοί οὐκ ἔχει οὑδέν» (Ἴωαν. Ἰδ'. 30.)
30 Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τὸν φόβον τῆς θεωρίας τῶν δαιμόνων, ζητοῦν νὰ ρίψουν τὴν κλίνην, καὶ ἄγρια βλέπουσιν, καὶ ἄλλα άτακτα ποιοῦσιν· οὕτω γὰρ φησίν «Οὐκ ἴστε πῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἡμέρᾳ συστρέφει τὴν ψυχὴν ἡ ἁμαρτία, καὶ πῶς κάτωθεν αὐτήν ἀνακινεῖ; Ὅθεν καὶ πολλῶν τότε ἐστίν ἀκούειν διηγουμένων ὄψεις φοβεράς, ὧν οὐδὲ τὴν θεωρίαν φέρουσιν λοιπὸν οἱ ἀπιόντες καὶ τὴν κλίνην αὐτήν μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης τινάσσουσιν, ἐν ᾗ κεῖνται· καὶ φοβερὸν ἑνορῶσι τοῖς παροῦσι, τῆς ψυχῆς ἔνδον ὑποστρεφούσης, καὶ ὁκνούσης ἀποῤῥαγῆναι τοῦ σώματος καὶ τὴν ὄψιν τῶν ἐρχομένων ἀγγέλων οὐ φέρουσιν» (Ὁμιλ. εἰς τὸ κατὰ Ματθ.)


«χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. α' 6), 

ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝ Ο ΜΕΓΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΕΡΩΝ.  ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΗΔΗ. ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. ΕΤΣΙ Ο ΜΑΛΑΧΙ ΣΥΝΑΝΤΑ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΦΡΕΣΚΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΣΤΗΝ ΤΑΔΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.
ΠΗΡΑΜΕ ΛΑΘΟΣ ΜΟΝΟΠΑΤΙ  ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΨΟΥΜΕ ΔΡΟΜΟ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΟΜΕΥΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.

Διεθνές Συνέδριον περί τοῦ πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης

 

Διεθνές Συνέδριον περί τοῦ πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης

Ν. Ρωμανός

Στὴ Βουδαπέστη ξεκίνησε στὶς 31 Αὐγούστου τὸ 27ο Διεθνὲς Συνέδριο τῆς Ἑταιρείας Δικαίου τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν (SLEC), τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στὸ Καθολικὸ Πανεπιστήμιο «Pázmány Péter» καὶ ὁλοκληρώθηκε στὶς 4 Σεπτεμβρίου. Στὸ συνέδριο συμμετέχουν κανονολόγοι, θεολόγοι καὶ εἰδικοὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἀπὸ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Κεντρικὸ θέμα τοῦ συνεδρίου εἶναι τὸ πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης καὶ ἡ σχέση του μὲ τὴ συν­οδικότητα, μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση στὶς ἱστορικὲς συγκλίσεις καὶ ἀποκλίσεις μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Στὴν εἰσαγωγική του ὁμιλία, ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου Γρηγόριος Παπαθωμᾶς, Πρόεδρος τῆς SLEC, ὑποστήριξε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πλευρὰ ἀποδέχεται τὸ πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης μόνον ὡς «συνοδικὸ πρωτεῖο» καὶ ὄχι ὡς αὐτονομημένη ἐξουσία.

Κατὰ τὴν παρουσίασή του, ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐκκλησιολογικῶν παραδόσεων ἀφορᾷ τὴ σχέση πρωτείου καὶ συνοδικότητας. Ἡ Ὀρθόδοξη προσέγγιση, σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο, θέτει προηγουμένως τὴ συν­οδικότητα καὶ μέσα σὲ αὐτὴν τοποθετεῖ τὸ πρωτεῖο, ἐνῶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ παράδοση ξεκινᾷ ἀπὸ τὸ πρωτεῖο. Παράλληλα, ἀναφέρθηκε στὴν πρώτη χιλιετία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης παρουσιαζόταν ὡς «Πρῶτος μεταξὺ τῶν Πρώτων», ἐνῶ στὴ δεύτερη διέκρινε σταδιακὴ μεταβολὴ πρὸς περισσότερο πυραμιδικὴ ἐκκλησιολογικὴ δομή.

Ἰδιαίτερη ἀναφορὰ ἔγινε ἐπίσης στὴν ἐπαναφορὰ ἀπὸ τὸν πάπα Φραγκῖσκο, τὸ 2024, τοῦ τίτλου «Πατριάρχης τῆς Ρώμης-Δύσεως», καθὼς καὶ στὴ σύγχρονη προσπάθεια ἐνίσχυσης τῆς συνοδικότητας στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία.

Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος κάλεσε τοὺς συμμετέχοντες νὰ ὑπερβοῦν τὴν ἁπλὴ καταγραφὴ τῶν διαφοροποιήσεων καὶ νὰ ἀναζητήσουν τρόπους ἐπίλυσης τοῦ ζητήματος, στὸ πλαίσιο τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν.

Στὶς ἐργασίες συμμετεῖχε καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Θεολογίας τοῦ ΕΚΠΑ, Καθηγητὴς Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος, ἐνῶ τὸ πρόγραμμα περιλάμβανε συζητήσεις γιὰ τὶς ἱστορικὲς μορφὲς τοῦ πρωτείου, τὸ μέλλον τῆς ἐκκλησιολογίας, καθὼς καὶ τὸ παπικὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο.

Ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου παραμένει ἐγκλωβισμένος στὸ δίπολο «Πρῶτος ἢ Σύνοδος». Αὐτὸ τὸ δίπολο ἔχει ἀπασχολήσει κυρίως τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς θεολόγους. Ἐνίοτε κάποιοι τόνιζαν τὸ πρωτεῖο ἔναντι τῆς Συνόδου, ἐνῶ ἄλλοι τὴ Σύνοδο ἔναντι τοῦ πρωτείου. Ἡ Ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία, ἔτσι ὅπως ἐκφράστηκε στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἐκφράζει τὸ πρωτεῖο τῶν Ἁγίων καὶ τῶν θεόπτων Πατέρων.

Τί θὰ ἦταν, ἄραγε, ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἄνευ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου; Ἡ συνοδικότητα δὲν σημαίνει, λοιπόν, δημοκρατία ὅλων τῶν «πρώτων», ἀλλὰ σύν­αξη Ἁγίων. Τί σημαίνει τὸ δοξαστικὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων «Ὁ χορός»; Οὐδέποτε ἐψάλη «τῶν Ἁγίων Πρώτων» ἢ «τῶν Ἐπισκόπων ὁ χορός».

Ἐπαναλαμβάνουμε: τὸ μόνο πρωτεῖο ποὺ δέχεται ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία εἶναι τὸ πρωτεῖο τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἄνευ αὐτῶν καὶ τοῦ πνεύματος ποὺ τοὺς χαρακτηρίζει, ἡ Ἐκκλησία εἴτε μετατρέπεται σὲ ἵδρυμα ποὺ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν Πρῶτο εἴτε ἀπὸ τὸν «συλλογικὸ Πρῶτο», δηλαδὴ μία Σύνοδο ποὺ δρᾷ ὡς ὀλιγαρχία.

Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἔπρεπε νὰ τονίσει, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, τὸ πρωτεῖο τῶν Πατέρων. Αὐτοὶ ἦταν ποὺ ἔκαναν μία Σύνοδο Οἰκουμενική, καὶ ὄχι ὁ Πρῶτος, δηλαδὴ ὁ Πάπας, ἢ ἡ Σύνοδος ὡς ἄθροισμα πολλῶν «πρώτων». Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια δὲν ἀναδεικνύεται οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξουσία ἑνὸς προσώπου οὔτε ἀπὸ μία μηχανιστικὴ ἄθροιση ἐπισκόπων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία καὶ μαρτυρία τῶν Ἁγίων Πατέρων.

orthodoxostypos

ΑΚΤΙΝΕΣ: Διεθνές Συνέδριον περί τοῦ πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης


ΘΕΣΜΙΚΑ ΑΞΙΩΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ. ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΑΝΤΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΡΩΜΗΣ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ. ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ, ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΘΑΥΤΑ. ΑΣ ΤΟΛΜΗΣΟΥΝ ΝΑ ΙΣΧΥΡΙΣΘΟΥΝ ΟΤΙ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΟ ΑΞΙΩΜΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΓΕΙΑ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥΣ.ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΙΜΩΝΑ ΤΟ ΜΑΓΟ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΤΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ.Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΘΕΣΜΙΚΟΙ, ΙΕΡΕΙΣ . ΘΕΟΛΟΓΟΙ, ΨΑΛΤΕΣ, ΟΛΟΣ Ο ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ. ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Οι δυνατοί Θεοί επιστρέφουν

από τον Marcello Veneziani - 16 Σεπτεμβρίου 2026

Οι δυνατοί Θεοί επιστρέφουν


Πηγή: Μαρτσέλο Βενετσιάνι


Αγαπητοί κύριοι της αδύναμης σκέψης, της ανοιχτής κοινωνίας, του ηθικού σχετικισμού, του πρακτικού αθεϊσμού, να ξέρετε ένα πράγμα: παρά την άρνησή σας, οι ισχυροί θεοί θα επιστρέψουν. Τους χρειαζόμαστε, δεν μπορούμε πλέον να ζήσουμε χωρίς αυτούς, και αργά ή γρήγορα, αριστερά ή δεξιά, θα ξαναδούμε τους «ισχυρούς θεούς». Ποιοι είναι αυτοί οι ισχυροί και υψηλόβαθμοι οντότητες; Είναι οι θεοί που εγκαταλείψαμε όταν νομίζαμε ότι μπορούσαμε να σχετικοποιήσουμε την αλήθεια και να αποδυναμώσουμε την ύπαρξη, προκειμένου να ζήσουμε σε μια ανοιχτή και μη αυταρχική κοινωνία, χωρίς αξιώσεις για απόλυτες αλήθειες και υποχρεωτικές βεβαιότητες. Είναι οι φύλακες του εαυτού μας, οι πράκτορες του ιερού που κάθε κοινωνία χρειάζεται για να ζήσει και να συνδεθεί. Αυτή η πρόβλεψη προέρχεται από έναν Αμερικανό θεολόγο που διδάσκει στο Γέιλ και εκδίδει το κορυφαίο χριστιανικό περιοδικό στις Ηνωμένες Πολιτείες, First Things. Το όνομά του είναι Russell R. Reno , και έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο, Η Επιστροφή των Ισχυρών Θεών, που εκδόθηκε στην Ιταλία από τον Liberilibri με πρόλογο του Michele Silenzi.
Οι Αμερικανοί το κάνουν εύκολο, απλοποιώντας την ιστορία και αγνοώντας τις περιπλοκές, τις μεταβλητές και τις πολυπλοκότητες. Έχουν την τάση να συλλογίζονται ακόμη και θεολογικά με βάση τη δύναμη και την αδυναμία. Μερικές φορές όμως ξεμπλοκάρουν καταστάσεις με πρακτική λήψη αποφάσεων και ιδεαλισμό της βούλησης. Για αυτούς, ο κόσμος δεν καταπίνεται στον βάλτο της αδράνειας, δεν παραλύεται από αντικρουόμενες δυνάμεις σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, αλλά κόβει γόρδιους δεσμούς, προωθεί και μια ορμητική ενέργεια τον ωθεί να επιλυθεί για να μην χαθεί.
Εδώ ακριβώς έρχονται στο προσκήνιο οι «θεοί» : είναι οι διαχρονικές αρχές, οι βασικές ιδέες, οι ανώτερες αναφορές που καθοδηγούν τη ζωή, τις οποίες επίσης όρισα ως θεούς πριν από μερικά χρόνια, σε ένα βιβλίο, «Νοσταλγία για τους Θεούς» (Marsilio, 2018).
Από εδώ προέρχεται η απαραίτητη κριτική μιας πιο ανοιχτής κοινωνίας, η οποία επιδιώκει να αποτινάξει τους θεούς και να αποδυναμώσει την ύπαρξη προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία. Και αυτό είναι ένα ιερό και απαραβίαστο αίτημα σε μια αυταρχική κοινωνία, αλλά όταν η εξουσία εξαφανίζεται και η ελευθερία βυθίζεται στο χάος και την ανυπαρξία, όταν, για να ξεφύγει κανείς από την απειλή του αυταρχισμού, πέφτει στον κίνδυνο του τεχνο-ολοκληρωτισμού, όταν το μη ον θριαμβεύει επί του όντος και η άρνηση υπερισχύει κάθε θετικού σημείου στήριξης, τότε είναι απαραίτητο να ανοίξουμε ξανά την αντίστροφη πορεία. Αυτό είναι το θέμα που έχει ήδη θέσει ο Εμίλ Ντυρκέμ και το οποίο ο Ρενό θυμάται σχετικά με τον ρόλο του ιερού και της ουσιαστικής λειτουργίας της θρησκείας στην κοινωνία.

Πρέπει να δώσουμε στη δημόσια ζωή έναν υπερβατικό σκοπό, λέει ο Ρένο. Χρειαζόμαστε ένα σπίτι και να ανακτήσουμε τη συλλογική μας αίσθηση του εαυτού. «Οι άνεμοι αλλάζουν», γράφει. «Όλο και περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση θέλουν την επιστροφή των ισχυρών θεών». Αυτό συμβαίνει επίσης επειδή η αντίληψη ότι ο τρέχων κίνδυνος δεν είναι μια κλειστή κοινωνία αλλά μια κοινωνία που διαλύεται γίνεται ολοένα και πιο κοινή και διαδεδομένη. Η κριτική του θεολόγου στοχεύει, αφενός, τον Καρλ Πόπερ και το αντιπλατωνικό του σχέδιο για μια ανοιχτή κοινωνία, που αντιστέκεται σε οποιαδήποτε υπερβατική βάση, και, αφετέρου, τον Τζιάνι Βαττίμο και την πρόθεσή του να αποδυναμώσει την αξίωση για αλήθεια και τη δύναμη της ύπαρξης. Αλλά ο Ρένο δεν λυπάται τη «μεταφυσική φτώχεια» των συντηρητικών που βρίσκονται στην εξουσία σήμερα· την αδυναμία τους να σκεφτούν την πολιτική σε σχέση με υπερβατικούς σκοπούς, ιδέες και θεούς· τον μικροπρεπή οπορτουνισμό τους, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, σε συνδυασμό με τον μεγάλο εγωκεντρισμό των ηγετών τους.
Αλλά είναι οι «ισχυροί θεοί» του Ρίνο προορισμένοι να συγχωνευθούν με τον αποκαλυπτικό φασισμό για τον οποίο γράφει η Ναόμι Κλάιν σε ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία (End Times Fascism); Η αναφορά γίνεται στον δυτικό υπερεθνικισμό και το συνηθισμένο τρίγωνο του Τραμπ των Έλον Μασκ, Πίτερ Θιλ και Τζέι Ντι Βανς, του πιθανού υποψηφίου για τον Λευκό Οίκο μετά τον Μεγιστάνα. Ο Αντίχριστος, ο Αρμαγεδδών και ο Κατεχόν είναι τα πολεμικά άλογα. Και ο Δούρειος Ίππος παραμένει η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ποια είναι η σχέση μεταξύ των ισχυρών θεών και του αποκαλυπτικού καλέσματος του υπερεθνικισμού (πέρα από το συνηθισμένο, παλιό επίχρισμα του φασισμού); Υπάρχει αιτιώδης σύνδεση, μια απαραίτητη σχέση αιτίας-αποτελέσματος; Μου φαίνεται ότι αυτό είναι ένα από τα πιθανά αποτελέσματα, όχι το αναπόφευκτο συμπέρασμα της επιστροφής στους ισχυρούς θεούς. Πράγματι, θα προχωρούσα παραπέρα και θα έλεγα: ο μόνος τρόπος για να αφοπλιστεί, να απογυμνωθεί από επιχειρήματα και πυρομαχικά ο υπερεθνικισμός και οι δαίμονες που προκαλεί, είναι ακριβώς η επαναφορά της δημόσιας σφαίρας, της πολιτικής και της κοινότητας σε υπερβατικούς στόχους, άσχετους με τη θέληση για εξουσία και την αλαζονεία, τον ναρκισσισμό και την ηγεσία των υπερεθνικιστών και των περιφερειακών υποκατάστατών τους (ακόμα και σε αντίθεση με το «πρωτότυπο»). Ούτε με τα τεχνολογικά, στρατιωτικά και οικονομικά τους οπλοστάσια. Γνωρίζουμε την ανώμαλη χρήση του Θεού στην αμερικανική πολιτική, τους ψευδο-μυστικιστικούς και εσχατολογικούς τόνους των θρησκευτικών αιρέσεων που περιβάλλουν τον Τραμπ (μερικές φορές ακόμη και φυσικά περιβάλλουν το γραφείο του στο Οβάλ Γραφείο). Η αναγνώριση ισχυρών θεών θα ήταν ο μόνος τρόπος για να αποτραπούν και να υπονομευτούν οι αξιώσεις του υπερεθνικισμού και των θεών του που στρατολογούνται στο πεδίο της μάχης.
Για τον Ρίνο, οι ισχυροί θεοί προέρχονται από ψηλά και ζωντανεύουν τις καλύτερες παραδόσεις μας και αποτελούν το πραγματικό εμπόδιο στην «αποτροπή της επιστροφής των σκοτεινών θεών που αναδύονται από τα βάθη του πνεύματός μας». Θεοί του υποκόσμου, θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε.
Σε διανοητικό επίπεδο, η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ του θρησκευτικού φανατισμού, ή της εκμετάλλευσης της πίστης για πολιτικούς, στρατιωτικούς και ηγεμονικούς σκοπούς, και της αναγνώρισης «ισχυρών θεών» και μιας υπερβατικής βάσης της ύπαρξης, κατά τη γνώμη μου στηρίζεται σε μια απαραίτητη προϋπόθεση: η αλήθεια υπάρχει, αλλά κανείς δεν κατέχει τα κλειδιά ή το μονοπώλιο σε αυτήν. Η «δική μας» θρησκεία, επίσης, είναι το θεμέλιο του οράματός μας, αλλά δεν μπορεί να επιβληθεί στον κόσμο ως η μόνη, απόλυτη αλήθεια για όλους τους λαούς και όλες τις εποχές. Είναι η πορεία μας, αλλά η αλήθεια είναι μεγαλύτερη από εμάς, και κανείς δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του ως τον υπέρτατο (και υπερεθνικιστή) κριτή του καλού και του κακού, της αλήθειας και του λάθους. Κάθε πολιτισμός έχει τη δική του πορεία προς την υπέρβαση, και κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει κανέναν να ακολουθήσει τη δική του. Αλλά δεν είναι αυτό μια υποχώρηση στον σχετικισμό, μπορεί να αντιταχθούν κάποιοι; Η αλήθεια, η υπέρβαση και η ύπαρξη παραμένουν πάνω από το σχετικό. Αυτό που είναι ατελές, μερικό και επομένως πληθυντικό - δηλαδή, σχετικό - είναι το όραμά μας για την αλήθεια, την υπέρβαση και την ύπαρξη. Αυτή η προϋπόθεση είναι απαραίτητη για να προσπαθήσουμε να συμφιλιώσουμε την ελευθερία και την αλήθεια, την αγάπη για την υπέρβαση και την αγάπη για την ανθρωπότητα με τις ατέλειες και τις διαφορές της, χωρίς να θυσιάζουμε τη μία για την άλλη. Και για να αποτρέψουμε τον κίνδυνο οι θεοί να είναι πολύ ισχυροί και δεσποτικοί ή, αντίστροφα, πολύ αδύναμοι για να υποκύψουν στην κυριαρχία του εγωισμού, της τεχνολογίας και των οικονομικών. Ένα δύσκολο, εξαιρετικά δύσκολο μονοπάτι, αλλά δεν γνωρίζω καλύτερο.

ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ έρχονται και στην ΓΕΡΜΑΝΙΑ - Θα ζηλέψουν οι Έλληνες, γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο για τέτοια ανατροπή

 

Περισσότερα εδώ , εδώ και εδώ

 Περισσότερα ΕΔΩ



Ο Νίτσε έκανε λάθος σε ένα πράγμα. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.

από τον Francesco Petrone - 16 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Νίτσε έκανε λάθος σε ένα πράγμα. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.


Πηγή: Φραντσέσκο Πετρόνε

Ο Νίτσε έκανε λάθος σε ένα πράγμα. Και είναι το πιο σημαντικό.
Για τον φιλόσοφο, η χριστιανική ευσέβεια ήταν η ηθική του σκλάβου. Αδυναμία που συγκρατεί και εμποδίζει τη γέννηση του υπεράνθρωπου. Για αυτόν, το άτομο πρέπει να απελευθερωθεί, να αποσπαστεί από το κοπάδι.
Είχε μια τεράστια διορατικότητα, ίσως τη μεγαλύτερη της νεωτερικότητας: ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πλέον παρηγοριά. Αλλά μπέρδεψε δύο πράγματα
.
Μπέρδεψε τη χριστιανική ευσέβεια -η οποία μπορεί συχνά να μετατραπεί σε ρητορική, ενοχή ή ψευδή φιλανθρωπία- με την ενσυναίσθηση.
Και η ενσυναίσθηση δεν είναι χριστιανική. Δεν είναι καν ανθρώπινη.


Ένας λύκος δεν αφήνει πίσω το τραυματισμένο μέλος του κοπαδιού. Ένας ελέφαντας αγρυπνεί πάνω από τους νεκρούς του. Ένα κοράκι προειδοποιεί τους άλλους για τον κίνδυνο. Ένας σκύλος αισθάνεται τη θλίψη του αφεντικού του πριν την εκφράσει.
Η ενσυναίσθηση είναι βιολογική. Είναι παλαιότερη από τον Χριστό, παλαιότερη από τον άνθρωπο. Είναι η προϋπόθεση για να επιβιώσει μια ομάδα.

Και εδώ ο Αριστοτέλης είχε ήδη απαντήσει, 2.400 χρόνια πριν από τον Νίτσε:
"Ένα χέρι χωρισμένο από το σώμα δεν είναι πλέον χέρι".

Αν το αποσυνδέσετε, έχει το σχήμα ενός χεριού, αλλά δεν λειτουργεί πλέον. Δεν είναι πλέον χέρι. Είναι απλώς νεκρή σάρκα.

Έτσι είναι και ο άνθρωπος, χωρισμένος από την ομάδα. Έχει το σχήμα ενός ανθρώπου, αλλά δεν λειτουργεί πλέον. Δεν είναι πλέον άνθρωπος.
Γι' αυτό ακόμη και οι λύκοι βάζουν την αγέλη πάνω από το άτομο. Όχι από ηθική. Από τη φύση.

Ο Νίτσε, ένας μεγάλος ατομικιστής, ξέχασε τον Αριστοτέλη: ο άνθρωπος είναι ένα πολιτικό ζώο. Ένα ομαδικό ζώο. Ακόμα και οι λύκοι το γνωρίζουν αυτό. Η αγέλη δεν είναι δουλεία. Είναι αυτό που μας επέτρεψε να φτάσουμε ως εδώ.
Παρά ταύτα, ο Νίτσε παραμένει γιγάντιος, ακόμα κι αν μερικές φορές κάνει λάθος. Επειδή μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε: πώς μπορούμε να είμαστε δυνατά άτομα, χωρίς να γινόμαστε σαν εκείνα τα θηρία που έχουν ξεχάσει ότι είναι αγέλη.

Μοναχικοί και ναρκισσιστές


Σε αυτήν την ανάρτηση, θέλω απλώς να δείξω τι σας έρχεται στο μυαλό μόλις κάποιος διασχίσει τα σύνορα της Δύσης, τα οποία δεν είναι τόσο σωματικά όσο ψυχικά, προϊόν μιας αυτομυθοποίησης που πλέον αγγίζει τα όρια της σχιζοφρένειας. Ο Kishore Mahbubani, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Σιγκαπούρης, θέση που κατείχε για πολλά χρόνια, πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και νυν κορυφαίος αναλυτής στο Ινστιτούτο Ερευνών της Ασίας του Εθνικού Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης, έγραψε ένα άρθρο με υπότιτλο « Η Δύση έχει γίνει ένας μοναχικός και ναρκισσιστικός πολιτισμός». Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, αν το καλοσκεφτείτε: ακόμη και στις προσωπικές σχέσεις, μπορούμε να παρατηρήσουμε την ανάπτυξη ενός παθολογικού σολιψισμού και ενός στιρνεριανού εγωισμού που πλέον στερούνται ηθικής, εκτός από το μοντέρνο είδος που, παρά την τρέχουσα αφήγηση στα σαλόνια νυχιών και στους ακαδημαϊκούς κύκλους, επηρεάζει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες. Έτσι, τα στίγματα αυτής της ανθρωπολογίας της παρακμής είναι ακόμη πιο εμφανή σε γεωπολιτικό επίπεδο.

Να τι λέει ο Μαχμπουμπάνι: «Ο κόσμος μας είναι γεμάτος διαιρέσεις. Ωστόσο, η μεγαλύτερη διαίρεση είναι μεταξύ του 12% του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει στη Δύση και του 88% που ζει έξω από αυτήν. Όταν η Δύση κοιτάζει στον καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της ως τον πιο ενάρετο πολιτισμό στον πλανήτη, φροντίζοντας τους πολίτες της και, με γενναιοδωρία και αλτρουισμό, κάνοντας τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος. Και όταν ο υπόλοιπος κόσμος κοιτάζει τη Δύση, βλέπει έναν βίαιο, ξέφρενο πολιτισμό που έχει σκοτώσει περισσότερους αθώους σε άσκοπους πολέμους από οποιονδήποτε άλλο πολιτισμό τις τελευταίες δεκαετίες».

Δυστυχώς, τα δεδομένα δεν λένε ψέματα. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν ο κόσμος υποτίθεται ότι θα ωφελούνταν από τα οφέλη της ειρήνης, η Δύση έχει εμπλακεί σε μια σειρά από δυσάρεστες περιπέτειες. Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Το έργο «Κόστος του Πολέμου» στη Σχολή Διεθνών και Δημοσίων Υποθέσεων Watson του Πανεπιστημίου Brown (επομένως, μια μη ύποπτη πηγή, επιμ.) εκτίμησε ότι τουλάχιστον 940.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν άμεσα από βία στους πολέμους μετά την 11η Σεπτεμβρίου μεταξύ 2001 και 2023, και άλλα 3,6-3,8 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν έμμεσα από δευτερογενείς αιτίες όπως ασθένειες, υποσιτισμό κ.ο.κ. Όλοι αυτοί οι πόλεμοι ξεκίνησαν από τη Δύση.

Στην πραγματικότητα, αυτοί οι αριθμοί είναι το ελάχιστο δυνατό και έχουν ήδη ξεπεραστεί κατά πολύ, καθώς έκτοτε έπρεπε να λάβουμε υπόψη τις συνεχιζόμενες σφαγές στη Γάζα, τη συριακή σύγκρουση, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο θανάτους στην Ουκρανία, την επιθετικότητα κατά του Ιράν και τις πολυάριθμες κυρώσεις που συχνά οδηγούν σε φτώχεια και έμμεσους θανάτους. Από την άλλη πλευρά, ο δυτικός σολιψισμός, που πλέον είναι διάχυτος μεταξύ κοινοτήτων και ατόμων, εμποδίζει την ανάπτυξη ενός πραγματικού αισθήματος ευθύνης, αλλά επιτρέπει μόνο την προσομοίωσή του, όπως ακριβώς αυτοί οι κανόνες που ισχύουν για τους άλλους αλλά όχι για εκείνους που τους θεσπίζουν και θέλουν να τους επιβάλουν. Τελικά, όλα θα καταρρεύσουν επειδή όλα αυτά δεν είναι πλέον βιώσιμα, επειδή τα ίδια τα τείχη που στηρίζουν έναν συγκεκριμένο κόσμο καταρρέουν.

Δορυφόροι, το τελευταίο (ανεπαρκές) καταφύγιο του ιμπεριαλισμού


Το Πεντάγωνο, αντιμέτωπο με την δεινή κατάσταση της ιρανικής εκστρατείας, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ανεβάσει τον πήχη σε μια απειλή που δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αποκαλύπτοντας ένα κοινό μυστικό: ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «όπλα ελέγχου του διαστήματος σε τροχιά, ικανά να υπερασπιστούν τις κοινές δυνάμεις από εχθρικές ενέργειες ενός αντιπάλου». Ο υπουργός Πολεμικής Αεροπορίας Τρόι Μέινκ έκανε αυτή την αποκάλυψη κατά τη διάρκεια συνεδρίου της Ένωσης Αεροπορικών και Διαστημικών Δυνάμεων στο Μέριλαντ, λέγοντας ότι αυτή η αποκάλυψη ήταν «σημαντική από άποψη αποτροπής». Δηλαδή, από άποψη εκβιασμού. Ποιος ξέρει γιατί αυτά τα όπλα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη, δεδομένου ότι το ίδιο το Πεντάγωνο έχει ασκήσει πραγματική λογοκρισία σχετικά με την πραγματική ζημιά που υπέστησαν οι αμερικανικές δυνάμεις λόγω της ιρανικής αντίδρασης στην επιθετικότητα του Ισραήλ. Αλλά προφανώς η ζημιά στο στρατιωτικό κύρος ήταν τέτοια που τώρα, σε μια προσπάθεια να το αποκαταστήσουν, αποκαλύπτονται τα πιο άκρως απόρρητα αρχεία, τα οποία κατά τα άλλα ήταν γνωστά.

Ένα ρεπορτάζ του CBS δημοσίευσε πρόσφατα νέες φωτογραφίες που αποκαλύπτουν για πρώτη φορά την εκτεταμένη καταστροφή και τις ζημιές σε κτίρια και οχήματα σε διάφορες αμερικανικές θέσεις στη Μέση Ανατολή. Οι φωτογραφίες φέρονται να στάλθηκαν από στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ με απόλυτη μυστικότητα και ανωνυμία, καθώς το Πεντάγωνο προσπαθούσε να αποτρέψει τους στρατιώτες από το να διαδώσουν τις πληροφορίες σε μια σύνθετη επιχείρηση συγκάλυψης και προπαγάνδας. Δεδομένου ότι η πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση του Γενικού Επιθεωρητή του Πενταγώνου έχει ήδη αναφέρει ότι «εκατοντάδες κτίρια και κατασκευές σε αμερικανικές βάσεις έχουν καταστραφεί» στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ομάν και την Ιορδανία, μπορεί να συναχθεί ότι η ζημιά είναι ακόμη πιο σοβαρή. Και ότι πολλά αεροσκάφη, αποθήκες καυσίμων και αποθήκες όπλων έχουν καταστεί ακατάλληλα για χρήση.

Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία και η Κίνα, οι οποίες έχουν από καιρό εξοπλιστεί με αντιδορυφορικούς πυραύλους, έχουν καταστήσει σαφές ότι θα ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Άλλωστε, η καταστροφή της στρατιωτικής έκδοσης του Starlink, των αμερικανικών δορυφόρων αναγνώρισης και άλλων παρόμοιων συστημάτων δεν είναι δύσκολη. Δεν είναι καν απαραίτητο να εκτοξευθούν όπλα στο διάστημα. Το μόνο που χρειάζεται είναι μερικοί πύραυλοι να εκραγούν στο σωστό υψόμετρο και τα συντρίμμια που προκύπτουν θα τυφλώσουν ή θα καταστρέψουν τους αμερικανικούς δορυφόρους. Έτσι, αφενός, η απειλή δεν έχει πραγματικά τρομάξει κανέναν, αλλά αφετέρου, έχει ανοίξει ένα κουτί της Πανδώρας που θα οδηγήσει στη στρατιωτικοποίηση του διαστήματος, ή μάλλον, εκείνου του τμήματος ακριβώς πέρα ​​από την ατμόσφαιρα, το οποίο είναι το μόνο που πραγματικά κατακτήθηκε. Έτσι, ταυτόχρονα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απειλή (ένα σκιάχτρο/φόβητρο) που μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί και που δεν αυξάνει πραγματικά την αμερικανική αποτροπή, δεδομένου ότι άλλοι θα οργανωθούν στη συνέχεια σε παρόμοιες γραμμές, υποθέτοντας ότι δεν το έχουν ήδη κάνει, κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο. Αλλά ταυτόχρονα, αντιπροσωπεύει επίσης μια αποτυχία της Δύσης και των υποτιθέμενων αξιών της.

Cornelia de Vogel -- «Εγώ ειμι ο Ων» (1a)

  

Ο Eλληνικός πολιτισμός σήμερα μοιάζει ολοκληρωτικά κατακτημένος, από τον Δυτικό. Δεν υπάρχει ούτε ένας εκπρόσωπός του για να συνεχίση την μάχη εναντίον του ψεύδους, την οποία ξεκίνησε ο Σωκράτης και ο Πλάτων εναντίον των Σοφιστών, συνέχισε με πάθος στην διάρκεια του Βυζαντίου, βρήκε πολεμιστές ακόμη και στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά οι Νεοέλληνες ανέλαβαν άλλου είδους αγώνα. Του Πλούτου δια της προδοσίας! Οι Έλληνες διανοούμενοι έδειξαν πρώτοι τον δρόμο (από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι) αφιερώνοντας τις πνευματικές τους δυνάμεις στην εισαγωγή έτοιμων ιδεών απο την Δύση! Αιώνιος υλικός και πνευματικός εχθρός των Ελλήνων, οι Φράγγοι και οι Γερμανοί απογονοί τους. Η Εκκλησία περπάτησε στον βηματισμό τής εποχής δηλαδή με το πνεύμα των πιστών της. Σήμερα στην Νεοελληνική πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε Έλληνας, ούτε Χριστιανός. Τελευταίοι αντιπρόσωποι του Δυτικού πολιτισμού, ντυμένοι Ελληνικό και Χριστιανικό ένδυμα, το μοναδικό Ιστορικό Ένδυμα Φωτός που υπάρχει και θα υπάρξει πλέον, Ζηζιούλας, Γιανναράς, Ράμφος.

ΔΙΚΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Τελευταίος μεγάλος πολεμιστής της Δύσεως εναντίον της Ελλάδος, υπήρξε ο Χάϊντεγκερ. Τελευταίος μάλλον πολεμιστής, κρυμμένος στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου που θα αφανίση ολοκληρωτικά το Ελληνικό πνεύμα και λέγεται εξέλιξη της Φιλοσοφίας ή Ιστορία των Ιδεών. Πρώτος κατασκευαστής του, ο πολυμήχανος Αυγουστίνος. Ο Αχιλλέας της εκστρατείας, ο ημίθεος Ακινάτης. Doctor Angelicus. Οι Νεοθωμιστές, δάσκαλοι των νεο-ορθοδόξων, στο πρόσωπο του Gilson, συνθέτουν τις Σούμες του Ακινάτη με τον υπαρξισμό του Χάϊντεγκερ και ανακοινώνουν την τελική νίκη.

Ο Ακινάτης ξεπέρασε Φιλοσοφικά τον Αριστοτέλη και γενικώς την Ελληνική φιλοσοφία, με την βοήθεια του Χριστιανικού Πνεύματος και συγκεκριμένα με τον Λόγο Κυρίου! «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ». Ο Χάϊντεγκερ συνέχισε και ολοκλήρωσε το ψεύδος, όπως θα δούμε, με τον Φιλοσοφικό όρο που επινόησε : οντοθεολογία! Ο όρος “οντοθεολογια” εδημιουργήθη από τον Χάϊντεγκερ για να χαρακτηρίσει την μεταφυσική του Αριστοτέλη και όλες όσες προήλθαν από αυτή, οι οποίες έπεσαν στο βαρύτατο σφάλμα να μειώσουν το Είναι στο Όν, ακόμη δε και αυτό το υπέρτατο Όν, που είναι ο θεός, ξεχνώντας μ’αυτόν τον τρόπο την «οντολογική διαφορά» ανάμεσα στο Είναι και στο Όν, η οποία είναι για τον Χάϊντεγκερ το πιο σημαντικό πράγμα που υπάρχει.

Για τον Χάϊντεγκερ ο όρος αυτός είναι καθαρά αρνητικός, δείχνει δηλαδή μια λανθασμένη φιλοσοφία, παρότι αναπόφευκτη, στην οποία αντιπροτάσσει την δική σου, σαν αυθεντική φανέρωση ή ακρόαση του Είναι. Και όμως κατά γενική πλέον ομολογία των ερευνητών δεν είναι αυτό το νόημα τής θεωρίας, που αποδίδει ο Αριστοτέλης στον Πλάτωνα, η οποία είναι ένα είδος ολοκληρώματος της θεωρίας των Ιδεών, στην οποία όλα εξαρτώνται απο μία υπέρτατη Ιδέα, την Ιδέα του Είναι και του Ενός, η ουσία του οποίου όπως και όλων των Ιδεών, είναι ακριβώς να είναι πλήρως και ολοκληρωτικώς ο εαυτός της, δηλαδή να είναι ΕΝΑ.

Ο Χάιντεγκερ, επηρεασμένος απο τους νεοσχολαστικούς δασκάλους του (π.χ Μπρεντάνο), παρότι υπήρξε ο μοναδικός καθηγητής ο οποίος διάβαζε και μετέφραζε Αριστοτέλη στα μαθήματά του, στην Γερμανία, δεν κατενόησε πως στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει ουτε θεολογία (διότι έτσι ονομάζει τους Θεογονικούς μύθους ο Αριστοτέλης) ούτε οντολογία (καθότι είναι ένας μοντέρνος όρος ο οποίος εδημιουργήθη από τους Καρτεσιανούς), οπότε δεν είναι δυνατόν να υπάρχει και οντοθεολογία.

Το ωραίο στην υπόθεση ετούτη είναι πως την θεωρία που ονομάζουν οντοθεολογία οι σύγχρονοι, ο Αριστοτέλης την γνώριζε (καθώς την απέδιδε λανθασμένα στον Πλάτωνα οπότε την γνώριζε) και την υπέβαλλε μάλιστα και σε σκληρή κριτική. Αυτό το σημείο είναι το πλέον σημαντικό για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, πως μια θεωρία, η οποία θεωρείται θρησκευτικής καταγωγής (έξοδος 3 14), ήταν ήδη γνωστή και είχε ήδη δεχθεί κριτική από τους Έλληνες Φιλοσόφους.


Τήν ερμηνεία τών Χριστιανών φιλοσόφων τού αποσπάσματος τής Εξόδου, επανέφερε στό προσκήνιο ο Ετιέν Ζιλσόν, ο οποίος μάλιστα δημιούργησε και ειδικό όρο περί αυτού: «Μεταφυσική τής Εξόδου» γιά να δείξη τό δόγμα σύμφωνα με τό οποίο ο Θεός πρέπει να είναι τό Είναι καθεαυτό (esse ipsum), Aυτός δηλ. ο οποίος απάντησε στήν ερώτηση τού Μωϋσή : «Εγώ ειμί ο ών». Οι Χριστιανοί φιλόσοφοι, σύμφωνα με τόν Ζιλσόν, ιδίως οι σχολαστικοί, με πρώτο και καλύτερο τον Ακινάτη, εκμεταλλεύθηκαν αυτή την απάντηση γιά να κατασκευάσουν μιά εντελώς καινούρια μεταφυσική σε σχέση με την Ελληνική. Δέν επρόκειτο λοιπόν γιά απλούς «αριστοτελικούς», αλλά επρόκειτο γιά εντελώς πρωτότυπους φιλοσόφους, πού ξεπέρασαν τόν Αριστοτέλη, χάρη στήν πίστη τους στήν βιβλική αποκάλυψη.

Τό κυριότερο βιβλίο τού Ζιλσόν πάνω στό θέμα μεταφράστηκε ήδη στά Ελληνικά, από τόν Θάνο Σαμαρτζή, καί κυκλοφορεί από τίς πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, μέ τόν τίτλο «ΤΟ ΟΝ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ».

Ήδη λοιπόν (γιά να συνεχίσουμε τήν ιστορία μας ) απο το 1961 (η πρώτη έκδοση τού βιβλίου τού Ζιλσόν είναι τού 1948) η Cornelia de Vogel, διάσημη Ολλανδή ερευνήτρια τού Πλάτωνος και τού Πλατωνισμού, αντικρούει τήν Ερμηνεία τού Ζιλσόν σέ ένα σημαντικό αλλά άγνωστο σχεδόν άρθρο της «Εrgo sum qui sum et sa signification pour une philosophie chretienne» δηλ. «Εγώ ειμί ο ών και η σημασία του γιά μιά χριστιανική φιλοσοφία» στό «Revue des sciences religieuses», XXXV, σελ. 337-355».

Η θέση του άρθρου είναι με συντομία η εξής: ο Θεός των Χριστιανών φιλοσόφων δέν είναι το πρώτο κινούν του Αριστοτέλη, που κινεί τον πρώτο Ουρανό (και μέχρις εδώ βρίσκεται σε συμφωνία με τον Ζιλσόν). Αλλά είναι αντιθέτως ο Θεός της πλατωνικής-Νεοπλατωνικής παραδόσεως, ΤΟ ΑΓΑΘΟ, προσωποποιημένος (Ο Θεός). Από αυτή την προσωποποίηση κατάγεται και η φιλοσοφία του προσώπου. Όλες οι έννοιες που αφαιρέθηκαν απο την Ελληνική φιλοσοφία εκ μέρους των Χριστιανών, κυριαρχούνται απο το Χριστιανικό πνεύμα, δηλ. απο την πίστη. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της συναντήσεως πίστεως και φιλοσοφίας προσφέρεται απο την ερμηνεία που έδωσαν οι Χριστιανοί φιλόσοφοι στην Έξοδο ΙΙΙ,14 : Ego sum qui sum, Εγώ ειμί ο Ών.


Σε αυτό το σημείο η de Vogel παραθέτει μια σειρά κειμένων Χριστιανών φιλοσόφων της πατερικής εποχής, του Μ.Αθανασίου, Εφραίμ του Σύρρου, Ιλαρίωνος, Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και πάνω απο όλα του Αυγουστίνου, τα οποία αποδεικνύουν καθαρά πώς όλοι αυτοί, πολύ πρίν απο τον Σχολαστικισμό,είχαν ήδη ερμηνεύσει το συγκεκριμένο σημείο της Εξόδου σαν ένδειξη πώς η ουσία του Θεού είναι αυτό το ίδιο το Είναι. Και συνεχίζει: κατα τον Ζιλσόν, οι Χριστιανοί ανακάλυψαν αυτή την ταυτότητα στην Έξοδο, ενώ οι Έλληνες την αγνοούσαν εντελώς. Αλλά το αντίθετο ακριβώς είναι η αλήθεια, δηλ. οι Έλληνες, Παρμενίδης και Πλάτων, ηταν αυτοί που σκέφτηκαν την ιδέα του απολύτου Είναι, ενώ οι Εβραίοι την αγνόησαν παντελώς. Ο Πλάτων και οι Πλατωνιστές (ο Πλούταρχος και οι Νεοπλατωνικοί) ταύτισαν τον Θεό με το αιώνιο και τέλειο Είναι. Για τους Εβραίους ο λόγος στην Έξοδο σήμαινε κάτι σαν «Εγώ είμαι αυτός που είμαι». Δηλαδή «Αυτό δέν σας αφορά, να έχετε μόνο εμπιστοσύνη και θα δείτε ποιός είμαι». Οι εβδομήκοντα, εμπνευσμένοι από την Ελληνική σκέψη μετέφρασαν εγώ ειμί ο Ών. Δηλαδή εάν οι Χριστιανοί βρήκαν την ταύτιση του Θεού με το απόλυτο Είναι στην Έξοδο, το οφείλουν στο ότι γνώριζαν ήδη απο τους Έλληνες το απόλυτο Είναι. Ο Πλούταρχος ερμηνεύει το Ε των Δελφών σαν «Εσύ είσαι». Δίνοντας του δηλ. το νόημα πώς είναι το καταλληλότερο όνομα του Θεού. Ο Φίλων ισχυρίζεται πως ο Θεός δέν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει, αλλά Είναι, επειδή είναι αιώνιος. Στον Πλατωνισμό που προηγήθηκε του Πλωτίνου υπάρχει ήδη η ταύτιση του Θεού με το υπέρτατο Είναι.

Την θέση αυτή της Cornelia de Vogel, συνέχισε ο W.Beierwaltes ο οποίος όχι μόνον απέδειξε πως και ο Φίλων ερμηνεύει την Έξοδο με το νόημα των Χριστιανών φιλοσόφων, αλλά υπενθύμισε, ακολουθώντας τις μελέτες του Hadot, πώς η κατανόηση του Θεού σαν Είναι και η ταύτιση του Ενός (το οποίο στον Πλωτίνο είναι ανώτερο του Είναι) με το Είναι έγινε απο τον Πορφύριο, τον μαθητή του Πλωτίνου και διατηρήθηκε απο όλους τους νεοπλατωνικούς, είτε εθνικούς (Ιάμβλιχο, Πρόκλο) είτε Χριστιανούς (Ψευδο-Διονύσιο), όπως επίσης και από τους Μουσουλμάνους και στη συνέχεια από τους σχολαστικούς φιλοσόφους. Το μόνο πρόβλημα της Vogel υπήρξε το ότι δέν έγραψε πού ακριβώς ο Πλάτων ισχυρίσθηκε την ανωτέρω θεωρία, δηλαδή την ύπαρξη ενός απολύτου όντος το οποίο έχει για ουσία αυτό το ίδιο το Είναι.

Η έρευνα που ακολούθησε, εντόπισε την θεωρία αυτή, όχι όμως στον Πλάτωνα, αλλά στον Αριστοτέλη και συγκεκριμένα στο βιβλίο Β της Μεταφυσικής του, όπου ο Αριστοτέλης την αποδίδει στον Πλάτωνα και την ελέγχει.


Έτσι λοιπόν αυτή η θεωρία ήταν ήδη παρούσα στην εποχή του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, ανεξαρτήτως κάθε ερμηνείας της Εξόδου. Είναι πολύ σημαντική η γνώση αυτής της αλήθειας για όσους συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να υποστηρίζουν την παραπάνω θέση, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την κριτική θέση του Αριστοτέλη εν προκειμένω. Για την θέση του Ακινάτη στο θέμα αυτό, μπορούμε να πούμε πως είναι άλλο ένα πρόβλημα στα τόσα άλλα προβλήματα που παρουσιάζει.

Συνεχίζεται

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1

1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

Πες πρώτα, για τον Θεό επάνω ή τον άνθρωπο κάτω,
τι μπορούμε να συλλογιστούμε παρά μόνο από όσα γνωρίζουμε;
Για τον άνθρωπο, τι βλέπουμε εκτός από τη θέση του εδώ,
από την οποία συλλογιζόμαστε ή στην οποία αναφερόμαστε;
Μολονότι ο Θεός γνωρίζεται μέσα από αναρίθμητους κόσμους,
δικό μας έργο είναι να Τον αναζητήσουμε μόνο στον δικό μας.


Pope, Essay on Man, επιστολή 1, στ. 17 κ.ε.
(Μότο της πρώτης έκδοσης)

Πρόλογος στην πρώτη έκδοση[1]

Αντί όλων των παρακλήσεων με τις οποίες ένας συγγραφέας μπορεί να απευθυνθεί στους αναγνώστες και στους κριτές του, εδώ διατυπώνεται μόνο μία προς τους αναγνώστες και τους κριτές αυτού του έργου: είτε να μην το διαβάσουν καθόλου είτε να το διαβάσουν μέσα στη συνολική του συνάφεια· και είτε να απόσχουν από κάθε κρίση είτε να κρίνουν τον συγγραφέα μόνο βάσει του συνόλου και όχι βάσει μεμονωμένων χωρίων που έχουν αποσπαστεί από τα συμφραζόμενά τους.

Υπάρχουν αναγνώστες που ρίχνουν μόνο μια φευγαλέα ματιά σε κάθε έργο, για να εντοπίσουν γρήγορα κάτι που θα μπορούσαν να καταλογίσουν στον συγγραφέα ως έγκλημα ή για να βρουν ένα χωρίο που είναι αδύνατον να κατανοηθεί έξω από τα συμφραζόμενά του και με το οποίο θα μπορούσαν να αποδείξουν σε όποιον δεν έχει διαβάσει ο ίδιος το έργο ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες. Αναγνώστες αυτού του είδους θα μπορούσαν, παραδείγματος χάριν, να παρατηρήσουν ότι στο παρόν έργο γίνεται πολύ συχνά λόγος για τον Spinoza όχι σαν να επρόκειτο για «ψόφιο σκυλί» —για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Lessing— και, καθώς η λογική τέτοιων ανθρώπων είναι γνωστή, να συναγάγουν αμέσως ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να επαναφέρει σε ισχύ τις προ πολλού αναιρεθείσες σπινοζικές πλάνες.

Για τέτοιους αναγνώστες —εάν επιτρέπεται πράγματι να χρησιμοποιηθεί εδώ αυτή η ονομασία— παρατηρώ, αφενός, ότι το παρόν έργο έχει ακριβώς ως σκοπό να ανατρέψει στα θεμέλιά του το σπινοζικό σύστημα, το οποίο δεν έχει ήδη αναιρεθεί προ πολλού, ή μάλλον να το καταρρίψει μέσω των ίδιων του των αρχών. Αφετέρου, όμως, το σπινοζικό σύστημα, παρ’ όλες τις πλάνες του, μου φαίνεται, χάρη στην τολμηρή του συνέπεια, απείρως πιο αξιοσέβαστο από τα προσφιλή συστήματα συνασπισμού του μορφωμένου κόσμου μας, τα οποία, συρραμμένα από κουρέλια όλων των δυνατών συστημάτων, καταλήγουν να αποτελούν τον θάνατο κάθε αληθινής φιλοσοφίας.

Συγχρόνως παραδέχομαι ευχαρίστως απέναντι σε αυτούς τους αναγνώστες ότι όσα συστήματα αιωρούνται μονίμως μεταξύ ουρανού και γης και δεν διαθέτουν αρκετό θάρρος για να διεισδύσουν έως το έσχατο σημείο κάθε γνώσης είναι πολύ ασφαλέστερα απέναντι στις πιο επικίνδυνες πλάνες από το σύστημα εκείνου του μεγάλου στοχαστή, του οποίου η θεωρητική σκέψη πετά με απόλυτη ελευθερία, διακινδυνεύει τα πάντα και θέλει είτε ολόκληρη την αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο είτε καμία αλήθεια. Τους παρακαλώ, όμως, από την πλευρά τους να αναλογιστούν ότι όποιος δεν είναι αρκετά τολμηρός ώστε να ακολουθήσει την αλήθεια έως ολόκληρο το ύψος της μπορεί βέβαια να αγγίξει εδώ κι εκεί το κράσπεδο του ενδύματός της, αλλά ποτέ δεν θα κατακτήσει την ίδια. Η δικαιότερη κρίση των μεταγενεστέρων θα τοποθετήσει εκείνον που, περιφρονώντας το προνόμιο των ανεκτών πλανών, είχε το θάρρος να πορευθεί ελεύθερα προς την αλήθεια πολύ ψηλότερα από τους δειλούς, οι οποίοι, για να μη συντριβούν πάνω σε βράχους και αμμώδεις υφάλους, θα προτιμούσαν να παραμένουν αιωνίως αγκυροβολημένοι.

Όσον αφορά το άλλο είδος αναγνωστών, οι οποίοι αποδεικνύουν μέσω αποσπασμένων χωρίων ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες, υπενθυμίζω ότι παραιτούμαι από την τιμή που απολαμβάνουν ορισμένοι συγγραφείς, στους οποίους κάθε λέξη σημαίνει ακριβώς το ίδιο είτε βρίσκεται μέσα είτε έξω από τα συμφραζόμενά της. Παρά όλη τη μετριοφροσύνη που μου αρμόζει, έχω εντούτοις επίγνωση ότι οφείλω τις ιδέες που εκτίθενται εδώ στη δική μου σκέψη· γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν διατυπώνω μια άδικη απαίτηση όταν ζητώ να κρίνομαι μόνο από αναγνώστες που σκέφτονται οι ίδιοι.

Επιπλέον, ολόκληρη η έρευνα αφορά τις αρχές και, επομένως, μόνο βάσει αρχών μπορεί να εξεταστεί. Επιχείρησα να παρουσιάσω τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας ανάγοντάς τα στις έσχατες αρχές κάθε γνώσης. Το μόνο ερώτημα, λοιπόν, στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι αναγνώστες αυτού του έργου είναι το εξής: εάν εκείνες οι αρχές είναι αληθείς ή ψευδείς και —είτε είναι αληθείς είτε ψευδείς— εάν μέσω αυτών θεμελιώνονται πράγματι τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας.

Μια τέτοια εξέταση, η οποία θα κατευθυνόταν προς τις ίδιες τις αρχές, θα ευχόμουν για το παρόν έργο. Δεν μπορώ, όμως, να την περιμένω από αναγνώστες για τους οποίους κάθε αλήθεια είναι αδιάφορη ή από εκείνους που προϋποθέτουν ότι μετά τον Kant δεν είναι πλέον δυνατή καμία νέα έρευνα των αρχών και ότι οι ύψιστες αρχές της φιλοσοφίας του έχουν ήδη διατυπωθεί από τον ίδιο. Κάθε άλλος αναγνώστης —όποιο και αν είναι το σύστημά του— πρέπει να ενδιαφέρεται για το ερώτημα των ύψιστων αρχών κάθε γνώσης, διότι ακόμη και το δικό του σύστημα, έστω και αν είναι το σύστημα του σκεπτικισμού, μπορεί να είναι αληθές μόνο μέσω των αρχών του.


Με ανθρώπους που έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον για την αλήθεια δεν μπορεί να γίνει τίποτε, επειδή μόνο μέσω της αλήθειας θα μπορούσε κανείς να τους προσεγγίσει. Αντιθέτως, απέναντι σε εκείνους τους οπαδούς του Kant οι οποίοι προϋποθέτουν ότι ο ίδιος έχει ήδη διατυπώσει τις αρχές κάθε γνώσης, πιστεύω ότι δικαιούμαι να παρατηρήσω πως έχουν συλλάβει βέβαια το γράμμα, όχι όμως και το πνεύμα του δασκάλου τους, εάν δεν έμαθαν να αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρη η πορεία της Κριτικής του καθαρού λόγου δεν μπορεί να αποτελεί την πορεία της φιλοσοφίας ως επιστήμης· ότι το πρώτο από το οποίο εκκινεί —η ύπαρξη πρωταρχικών παραστάσεων οι οποίες δεν είναι δυνατές μέσω της εμπειρίας— πρέπει και αυτό να μπορεί να εξηγηθεί μέσω ανώτερων αρχών· ότι, παραδείγματος χάριν, εκείνη η αναγκαιότητα και η καθολική εγκυρότητα που ο Kant προβάλλει ως διακριτικό γνώρισμα αυτών των παραστάσεων δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεμελιώνονται απλώς στο αίσθημά τους —πράγμα που θα έπρεπε αναγκαστικά να συμβαίνει εάν δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν μέσω ανώτερων θεμελιωδών αρχών, τις οποίες οφείλει να προϋποθέτει ακόμη και ο σκεπτικισμός, αφού δεν μπορεί να ανατραπεί από μια απλώς αισθητή αναγκαιότητα· ότι, επιπλέον, ο χώρος και ο χρόνος, οι οποίοι υποτίθεται ότι αποτελούν απλώς μορφές της εποπτείας, είναι αδύνατον να προηγούνται κάθε σύνθεσης και να μην προϋποθέτουν, επομένως, μια ανώτερη μορφή σύνθεσης· και, τέλος, ότι εξίσου αδύνατον είναι να νοηθεί η υποδεέστερη και παράγωγη σύνθεση μέσω των εννοιών της διάνοιας χωρίς μια πρωταρχική μορφή και ένα πρωταρχικό περιεχόμενο, τα οποία πρέπει να βρίσκονται στη βάση κάθε σύνθεσης, εφόσον αυτή πρόκειται πράγματι να είναι σύνθεση.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, επειδή οι ίδιες οι καντιανές Παραγωγές αποκαλύπτουν ήδη από την πρώτη ματιά ότι προϋποθέτουν ανώτερες αρχές. Έτσι, ο Kant κατονομάζει ως τις μοναδικές δυνατές μορφές της αισθητηριακής εποπτείας τον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να έχει αποδείξει την πληρότητά τους βάσει κάποιας αρχής —όπως, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει με τις κατηγορίες βάσει της αρχής των λογικών λειτουργιών της κρίσης. Οι κατηγορίες είναι βέβαια διατεταγμένες σύμφωνα με τον πίνακα των λειτουργιών της κρίσης, οι ίδιες όμως αυτές οι λειτουργίες δεν είναι διατεταγμένες σύμφωνα με καμία αρχή.

Εάν εξετάσουμε το ζήτημα ακριβέστερα, διαπιστώνουμε ότι τόσο η σύνθεση που εμπεριέχεται στην κρίση όσο και εκείνη που εκφράζεται μέσω των κατηγοριών είναι απλώς παράγωγες· και οι δύο μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω μιας πρωταρχικότερης σύνθεσης που βρίσκεται στη βάση τους —της σύνθεσης της πολλαπλότητας μέσα στην ενότητα της συνείδησης εν γένει—, ενώ η ίδια αυτή σύνθεση μπορεί με τη σειρά της να κατανοηθεί μόνο μέσω μιας ανώτερης απόλυτης ενότητας. Επομένως, η ενότητα της συνείδησης δεν μπορεί να προσδιοριστεί μέσω των μορφών των κρίσεων· αντιθέτως, οι μορφές των κρίσεων, μαζί με τις κατηγορίες, μπορούν να προσδιοριστούν μόνο μέσω της αρχής εκείνης της ενότητας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι πολλές φαινομενικές αντιφάσεις των καντιανών έργων —τις οποίες θα έπρεπε προ πολλού να είχαμε αναγνωρίσει απέναντι στους αντιπάλους της κριτικής φιλοσοφίας, ιδίως καθόσον αφορούν τα πράγματα καθ’ εαυτά— μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω ανώτερων αρχών, τις οποίες ο συγγραφέας της Κριτικής του καθαρού λόγου παντού απλώς προϋπέθετε. Τέλος, ακόμη και αν δεχθούμε ότι η θεωρητική φιλοσοφία του Kant διατηρεί παντού την αυστηρότερη συνοχή, η θεωρητική και η πρακτική φιλοσοφία του δεν συνδέονται μέσω καμίας κοινής αρχής. Η πρακτική φιλοσοφία δεν φαίνεται να αποτελεί μαζί με τη θεωρητική ένα και το αυτό οικοδόμημα, αλλά μόνο ένα παράρτημα του συνολικού οικοδομήματος της φιλοσοφίας, το οποίο μάλιστα παραμένει διαρκώς εκτεθειμένο σε επιθέσεις από το κύριο οικοδόμημα.

Αντιθέτως, εάν η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας είναι συγχρόνως και η έσχατη αρχή της· εάν εκείνο με το οποίο αρχίζει κάθε φιλοσοφία, ακόμη και η θεωρητική, είναι ταυτόχρονα το τελικό αποτέλεσμα της πρακτικής φιλοσοφίας, μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται κάθε γνώση, τότε ολόκληρη η επιστήμη καθίσταται δυνατή στην ύψιστη ολοκλήρωση και ενότητά της.

Πιστεύω ότι αρκεί να αναφερθούν όσα προηγήθηκαν, για να καταστεί κατανοητή η ανάγκη μιας παρουσίασης της καντιανής φιλοσοφίας η οποία θα καθοδηγείται από ανώτερες αρχές. Μάλιστα, πιστεύω ότι ακριβώς σε έναν συγγραφέα αυτού του είδους πρέπει να τον ερμηνεύουμε αποκλειστικά σύμφωνα με τις αρχές που αναγκαστικά προϋπέθετε και, ακόμη και ενάντια στο αρχικό νόημα των λέξεών του, να υποστηρίζουμε το ακόμη πρωταρχικότερο νόημα των σκέψεών του.

Το παρόν εγχείρημα αποσκοπεί στη διατύπωση αυτών των αρχών. Δεν θα μπορούσα να ευχηθώ μεγαλύτερη επιτυχία για αυτή την προσπάθεια από την εξέταση των αρχών που διατυπώνονται σε αυτήν. Ακόμη και την αυστηρότερη εξέταση —εφόσον πράγματι άξιζε αυτό το όνομα— θα τη δεχόμουν με ευγνωμοσύνη ανάλογη προς τη σημασία του αντικειμένου που θα όφειλε να εξετάζει.

Ο αξιότιμος κριτής της πραγματείας Über die Möglichkeit einer Form der Philosophie überhaupt, στις εδώ εκδιδόμενες Gelehrte Anzeigen του 1795 —τεύχος 12—, διατύπωσε σχετικά με την αρχή που παρουσιάζεται εκεί μια παρατήρηση η οποία αγγίζει ακριβώς το ουσιώδες κεντρικό σημείο ολόκληρης της έρευνας. Πιστεύω, ωστόσο, ότι στην πραγματεία που ακολουθεί έχω απαντήσει ικανοποιητικά στις αμφιβολίες του.

Εάν βέβαια η αρχή που διατυπώθηκε ήταν μια αντικειμενική αρχή, θα ήταν αδύνατον να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να μην εξαρτάται από κάποια ανώτερη αρχή. Το διακριτικό γνώρισμα, όμως, της νέας αρχής βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν πρέπει να αποτελεί αντικειμενική αρχή. Συμφωνώ με τον κριτή ότι μια αντικειμενική αρχή δεν μπορεί να είναι η ύψιστη, διότι μια τέτοια αρχή θα έπρεπε με τη σειρά της να ανακαλυφθεί μέσω μιας άλλης αρχής. Το μοναδικό, επομένως, αμφισβητούμενο ζήτημα μεταξύ εκείνου και εμού είναι το εξής: μπορεί να υπάρχει μια αρχή η οποία να μην είναι απολύτως αντικειμενική και, παρ’ όλα αυτά, να θεμελιώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία;

Εάν ήμασταν πράγματι υποχρεωμένοι να θεωρούμε εκείνο που είναι έσχατο μέσα στη γνώση μας απλώς ως μια άφωνη εικόνα έξω από εμάς —σύμφωνα με την παρομοίωση του Spinoza—, τότε δεν θα γνωρίζαμε ποτέ ότι γνωρίζουμε. Εάν όμως αυτό αποτελεί το ίδιο την προϋπόθεση κάθε γνώσης, και μάλιστα την προϋπόθεση της δικής του γνώσης, επομένως το μοναδικό άμεσο στοιχείο μέσα στη γνώση μας, τότε ακριβώς μέσω αυτού γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε. Έχουμε ανακαλύψει την αρχή για την οποία ο Spinoza μπορούσε να πει ότι είναι το φως που φωτίζει τόσο τον εαυτό του όσο και το σκοτάδι.[1]

Σημειώσεις:

1 Στην αρχική έκδοση ακολουθούν εδώ ορισμένες παρατηρήσεις εναντίον μιας κριτικής της πραγματείας Über die Möglichkeit κ.λπ., η οποία είχε δημοσιευθεί στα Jacob’s Philosophische Annalen —Ιανουάριος 1794, τεύχος 4. Οι παρατηρήσεις αυτές αποδεικνύουν τους υπαινιγμούς και τις διαστρεβλώσεις που είχε επιτρέψει στον εαυτό του ο κριτικός και εναντίον των οποίων ο συγγραφέας είχε ήδη δημοσιεύσει μια προκαταρκτική δήλωση στο Intelligenzblatt der Allgemeinen Literatur-Zeitung, 1795, αρ. 31. D. H.

Συνεχίζεται

Σεργίου Μπουλγκάκοφ : Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (2)

Συνέχεια από Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026

Σεργίου Μπουλγκάκοφ : Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (2)

SERGIUS BULGAKOW, DIE TRAGOEDIE DER PHILOSOPHIE - DARMSTADT 1927 - OTTO REICH VERLAG - μετάφραση απ' τα ρωσικά: Alexander Kresling.
Πρώτο κεφάλαιο
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις τρόποι αυτοπροσδιορισμού της σκέψης, μέσω των οποίων καθορίζονται η αφετηρία και η γενική της κατεύθυνση. Σύμφωνα με αυτές τις τρεις δυνατότητες προσδιορίζονται όλα τα φιλοσοφικά συστήματα και οι θεμελιώδεις αρχές τους: 1. η υπόσταση ή προσωπικότητα· 2. η ιδέα της ή η ιδεατή εικόνα της, ο Λόγος, το νόημα· 3. το υποστασιακό Είναι ως ενότητα όλων των στιγμών και των προσδιορισμών του Είναι, ως το Όλον που πραγματώνει τον εαυτό του. «Εγώ είμαι Α —δυνάμει τα πάντα—»: αυτή η διατύπωση, η οποία αποδίδει μια κρίση, περιέχει μέσα της, σε συντομευμένη μορφή, όχι μόνο ένα σχήμα του αληθινά όντος, αλλά συγχρόνως και ένα σχήμα της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Αυτή η τριμερής διατύπωση, η οποία εμπεριέχει μια λογική τριαδική ενότητα και συνδέει την τριάδα των στιγμών σε κάτι αδιαίρετο, διασπάται διαρκώς προς τις πιο διαφορετικές κατευθύνσεις από τη φιλοσοφική σκέψη, η οποία καθίσταται αιρετική μέσα στην αυθαιρεσία αυτής της διάσπασης και της επιλογής επιμέρους αρχών· και ο τρόπος αυτής της διάσπασης καθορίζει το ύφος του φιλοσοφείν. Τόσο στη συνείδηση του εαυτού όσο και σε κάθε πράξη της σκέψης μέσα στην οποία εκφράζεται αυτή η αυτοσυνείδηση βρίσκεται ως θεμέλιο μια τριάδα στιγμών, μια τριαδική ενότητα, η οποία φανερώνεται στον απλό τύπο της κρίσης: «Εγώ είμαι Α».

Εάν το γενικεύσουμε με την ορολογία των λογικογραμματικών προσδιορισμών —υποκείμενο της πρότασης¹, κατηγορούμενο και συνδετικό—, μπορούμε να πούμε ότι στη βάση της αυτοσυνείδησης βρίσκεται μια πρόταση. Το πνεύμα είναι μια ζωντανή πρόταση που πραγματώνει αδιάκοπα τον εαυτό της. Κάθε υποκείμενο πρότασης, ανεξαρτήτως του αν εμφανίζεται με τη μορφή ενός ουσιαστικού ή μιας λέξης που το αντικαθιστά, αποτελεί εικόνα της αντωνυμίας του πρώτου προσώπου, του κατεξοχήν υποκειμένου της πρότασης· διασπάται και πολλαπλασιάζεται σε αναρίθμητους και επαναλαμβανόμενους κατοπτρισμούς.¹

Η αντωνυμία του πρώτου προσώπου, αυτή η μυστική χειρονομία του λόγου, διαθέτει μια εντελώς μοναδική φύση και αποτελεί το θεμέλιο κάθε πράγματος, καθόσον αυτό είναι ουσιαστικό. Κάθε πρόταση μπορεί να αναχθεί σε έναν τύπο σύνδεσης του Εγώ με το κατηγορούμενό του. Θα μπορούσε μάλιστα να ειπωθεί ότι το αληθινό υποκείμενό της είναι το Εγώ, ενώ η ίδια αποτελεί απλώς ένα κατηγορούμενο αυτού του Εγώ· διότι σε σχέση με το Εγώ, τα πάντα, κάθε νόημα, έχουν τη σημασία ενός κατηγορουμένου, και κάθε κρίση αποτελεί, αν όχι ως προς τη μορφή της, τουλάχιστον ως προς την ουσία της, έναν διαρκώς νέο αυτοπροσδιορισμό του Εγώ.

Κάθε κρίση θεμελιώνεται οντολογικά σε μια γενική σχέση υποκειμένου και αντικειμένου, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Εγώ —μια υπόσταση— και τη φύση του, η οποία εκφράζει το περιεχόμενό του: το κατηγορούμενό του, το οποίο συνδέεται με το υποκείμενο της πρότασης μέσω του συνδετικού του Είναι. Στη μορφή της κρίσης περικλείονται το μυστήριο και η φύση της σκέψης· αυτή αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση των φιλοσοφικών συστημάτων.

Το Εγώ, κλεισμένο μέσα στον εαυτό του και ευρισκόμενο σε ένα απρόσιτο νησί, στο οποίο δεν φθάνει καμία σκέψη και κανένα Είναι, ανακαλύπτει μέσα του μια εικόνα του Είναι, την οποία εκφράζει στο κατηγορούμενο και αναγνωρίζει ως δημιούργημά του, ως αυτοαποκάλυψή του, η οποία συμβολίζεται μέσα στο συνδετικό. Με αυτή την έννοια, ολόκληρη η ζωή μας —και επομένως ολόκληρη η σκέψη μας— αποτελεί μια πρόταση που πραγματώνεται αδιάκοπα, μια πρόταση αποτελούμενη από υποκείμενο, κατηγορούμενο και συνδετικό.

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η φιλοσοφία ασχολήθηκε λιγότερο από καθετί άλλο με την πρόταση ή την κρίση ως τη γενική και αυτονόητη μορφή της σκέψης· μόνο η λογική και η γραμματική ασχολήθηκαν μαζί της με τον δικό τους τρόπο και στο πλαίσιο μιας πολύ περιορισμένης προβληματικής. Χωρίς να το αντιληφθεί, ακόμη και η κριτική του Kant παρέκαμψε την πρόταση-κρίση και την καθολική σημασία της. Η πρόταση αποδίδει την ουσία και την εικόνα του Είναι· φέρει μέσα της το μυστήριό του, διότι μέσα της περικλείεται η εικόνα της Τριαδικότητας. Η πρόταση μας διδάσκει ότι κάθε ουσιώδης σχέση αντιστέκεται σε κάθε μονισμό και σε κάθε φιλοσοφία της ταυτότητας, η οποία επιχειρεί να καταλύσει τα τρία μέλη της πρότασης ανάγοντάς τα σε ένα από αυτά: είτε στο υποκείμενο είτε στο κατηγορούμενο είτε, τέλος, στο συνδετικό.

Από αυτή την επιδίωξη καθοδηγείται κάθε φιλοσοφικό σύστημα, καθόσον στηρίζεται στο έδαφος της φιλοσοφίας της ταυτότητας: είτε το υποκείμενο είτε το κατηγορούμενο είτε το συνδετικό ανακηρύσσεται μοναδική αρχή, και κατόπιν τα πάντα παράγονται από αυτήν ή ανάγονται σε αυτήν. Μια τέτοια «παραγωγή» του υποκειμένου από το κατηγορούμενο ή, αντιστρόφως, του κατηγορουμένου από το υποκείμενο, ή και των δύο από το συνδετικό, αποτελεί πράγματι το σημαντικότερο έργο, αλλά συγχρόνως και μια ανυπέρβλητη δυσκολία για τη φιλοσοφική σκέψη που τείνει προς τον μονισμό και θέλει πάση θυσία να αναγάγει τα πάντα σε μια πρωταρχική ενότητα.

Η παραδοχή μιας αρχικής ενότητας ως αφετηρίας, μέσω της οποίας αναιρείται η τριάδα που περικλείεται στην πρόταση, αποτελεί τη ρίζα από την οποία προκύπτει κάθε φιλοσοφικό σύστημα και συγχρόνως η τραγωδία του. Η ενότητα αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα αίτημα, αλλά και το αξίωμα από το οποίο εκκινεί η σκέψη και το οποίο βρίσκεται στη βάση ολόκληρης της ιστορίας της φιλοσοφίας. Αυτό το αξίωμα, όμως, είναι εσφαλμένο· γι’ αυτό όλες οι προσπάθειες της φιλοσοφίας είναι μάταιες και συγκροτούν αναγκαστικά μια ακολουθία τραγικών αποτυχιών που φέρουν όλες την ίδια χαρακτηριστική σφραγίδα: η θερμότητα του ήλιου λιώνει αναπόφευκτα τα κέρινα φτερά του Ίκαρου, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν επιχειρήσει αυτός να πετάξει.

Διότι, όπως φανερώνει η μορφή της προτασιακής κρίσης, η οποία αντανακλά μέσα της τη δομή του αληθινά όντος, το αρχέγονο θεμέλιο του Είναι δεν είναι μοναδικό, αλλά μέσα στην ενότητά του είναι τριαδικό, τριαδικά ενιαίο. Ο ψευδής μονισμός, δηλαδή η πρόθεση της φιλοσοφίας της ταυτότητας, αποτελεί την πλάνη, το πρῶτον ψεῦδος της φιλοσοφίας. Η ουσία δεν είναι μονοειδής αλλά τριαδική, και τίποτε δεν μπορεί να υπερβεί αυτή τη σύνδεση της ενότητας και της πολλαπλότητας των στιγμών της· γι’ αυτό και τίποτε δεν πρέπει να επιδιώκει να την υπερβεί.

Η υπόσταση, το πρόσωπο, το Εγώ υπάρχει έχοντας μια ορισμένη και δική του φύση, δηλαδή μια ιδιαίτερη αποκάλυψη, η οποία πραγματοποιείται διαρκώς χωρίς ποτέ να ολοκληρώνεται πλήρως· και αυτήν ακριβώς πραγματώνει το Εγώ ως το δικό του Είναι, στις διαφορετικές αποχρώσεις ή τροπικότητές του. Η ουσία δεν είναι μόνο «καθ’ εαυτήν», ως υποκείμενο της πρότασης, αλλά και «δι’ εαυτήν», ως κατηγορούμενο, και επιπλέον «καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν», μέσα στο συνδετικό, ως ύπαρξη. Αυτές οι τρεις αρχές δεν είναι σε καμία περίπτωση απλώς διαλεκτικές στιγμές μίας από αυτές, οι οποίες αλληλοαναιρούνται μέσα στη σύνθεση· αντιθέτως, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τρεις σύγχρονες και ισότιμες ρίζες του Είναι, οι οποίες μέσα στην ολότητά τους συγκροτούν τη ζωή της ουσίας.

Το υποστατικό Εγώ είναι ουσιωδώς απροσδιόριστο. Ως Εγώ, ως υπόσταση, ο καθένας γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, μολονότι αυτό δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, αλλά μπορεί μόνο να είναι παρόν μέσα σε ό,τι λέγεται.

Ακριβώς σε αυτό συνίσταται η ουσία της υπόστασης: στο ότι είναι απροσδιόριστη και μη κατονομάσιμη, βρίσκεται πέρα από τη λέξη και την έννοια και, επομένως, δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα σε αυτές, μολονότι διαρκώς εκδιπλώνεται σε αυτές. Ενώπιον της υπόστασης επιβάλλεται σιωπή· είναι δυνατή μόνο μια άφωνη μυστική χειρονομία, η οποία, μέσω μιας παράγωγης αναστοχαστικής πράξης, δεν κατονομάζεται βέβαια με το όνομά της, αλλά δηλώνεται, αντί ονόματος —pro nomine—, μέσω της «αντωνυμίας» Εγώ.¹

Αυτή η αδυναμία προσδιορισμού, όμως, δεν είναι κενότητα ούτε λογικό μηδέν. Αντιθέτως, η υπόσταση αποτελεί την προϋπόθεση κάθε λογικού στοιχείου· είναι το υποκείμενο της σκέψης. Είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι η σκέψη στέκεται στα δικά της πόδια και διαθέτει αυτοδύναμη εξουσία. Η σκέψη γεννιέται και υπάρχει μέσα σε εκείνο που δεν είναι σκέψη, αλλά συγχρόνως δεν είναι κάτι ουσιωδώς ξένο προς τη σκέψη· γεννιέται από αυτό και διαρκώς περιελίσσεται γύρω του.

Εάν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η καντιανή διάκριση μεταξύ νοουμένου και φαινομένου είναι κατάλληλη και χρήσιμη, αυτό είναι ο χαρακτηρισμός των σχέσεων μεταξύ της υπόστασης και της φύσης της, μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, μεταξύ υποκειμένου της πρότασης και κατηγορουμένου. Διότι το Εγώ, η υπόσταση, είναι πραγματικά ένα πράγμα καθ’ εαυτό, ένα νοούμενο· και αυτό, δηλαδή το ίδιο το πνεύμα, παραμένει αιωνίως υπερβατικό για τη σκέψη ως προς τη φύση του, τη θέση του και τη σχέση του προς αυτήν.

Το υπερβατικό, όμως, συνδέεται πάντοτε και αδιάσπαστα με το εμμενές· εισέρχεται στο εμμενές: το υποκείμενο της πρότασης, η υπόσταση, εκφράζεται και εκδιπλώνεται πάντοτε μέσα στο κατηγορούμενο. Είναι αυτονόητο ότι η υπόσταση, με αυτή την έννοια, δεν είναι ένα ψυχολογικό Εγώ ούτε μια ψυχολογική υποκειμενικότητα· διότι αυτά αποτελούν ήδη έναν προσδιορισμό της υπόστασης, ένα κατηγορούμενο και όχι το υποκείμενο της πρότασης. Το πνεύμα και η υπόσταση δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ψυχικά φαινόμενα.

Η υπόσταση δεν είναι ούτε καν το γνωσιολογικό Εγώ, το οποίο ο Kant γνωρίζει ως ενότητα της υπερβατολογικής κατάληψης (Apperzeption). Και αυτό δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα περίβλημα του Εγώ, το «υπερβατολογικό» κατηγορούμενό του. Είναι εσφαλμένο να θεωρούμε ότι ολόκληρο το ανεξιχνίαστο βάθος του υποστατικού πνεύματος θα μπορούσε να περιοριστεί σε αυτή τη φωτεινή κηλίδα, σε αυτή τη δάδα της γνωρίζουσας συνείδησης.

Αυτό αποδεικνύεται ήδη από ένα γεγονός το οποίο διέφυγε τόσο από τον Kant όσο και από όλες τις κριτικές του: το υποστατικό, νοούμενο Εγώ αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα, η οποία ενεργοποιείται όχι μόνο μέσα στη γνώση, αλλά και μέσα στη βούληση, στο συναίσθημα, στην πράξη και σε ολόκληρη τη ζωή. Συνδέει μεταξύ τους τον «καθαρό», τον «πρακτικό» και τον «αισθητικοποιητικό» —δηλαδή αξιολογικό— λόγο.

Το υποστατικό Εγώ είναι ζωντανό πνεύμα —όροι που άλλωστε είναι συνώνυμοι—, του οποίου η ζωτική δύναμη δεν μπορεί να εξαντληθεί σε κανέναν ορισμό. Το πνεύμα αποκαλύπτεται μέσα στον χρόνο, αλλά το ίδιο δεν βρίσκεται μόνο πάνω από τον χρόνο· βρίσκεται επίσης πάνω από τη χρονικότητα. Για την υπόσταση δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά, ούτε αρχή ούτε τέλος. Όντας εξωχρονική, είναι συγχρόνως και υπερχρονική· της ανήκει η αιωνιότητα. Είναι αιώνια με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια έννοια όπως ο Θεός, ο οποίος, από τον ίδιο Του τον εαυτό, εμφύσησε στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία του τη δική Του πνοή.

Ο άνθρωπος είναι υιός του Θεού και δημιουργημένος θεός· η εικόνα της αιωνιότητας του ανήκει αναφαίρετα και ανεξάλειπτα. Γι’ αυτό ο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί και να επιθυμήσει την εκμηδένισή του, δηλαδή την εξάλειψη του Εγώ του. Όλες οι απόπειρες αυτοκτονίας αποτελούν ένα είδος φιλοσοφικής παρανόησης και δεν αναφέρονται στο ίδιο το Εγώ, αλλά μόνο στην εμφάνισή του μέσα στην πραγματικότητα· αναφέρονται στο κατηγορούμενο και όχι στο υποκείμενο της πρότασης.

Το υποστατικό Εγώ είναι το υποκείμενο όλων των κατηγορουμένων· η ζωή του είναι αυτό το κατηγορούμενο, άπειρο ως προς την έκταση και το βάθος του.

Συνεχίζεται

ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΑΠΛΟ ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ.
ΤΟ ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ ΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΝΟΟΥΜΕΝΟ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΤΗΝ VOGEL