Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης της Κλίμακος: Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργεια μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή την συνείδηση μας!

                                                                       Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης της Κλίμακος.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
                                                                     Όσιος Ιωάννης Σιναΐτης
                                                                                  Κλίμαξ
                                                                     Λόγος εικοστός έκτος
                                                                         Περί διακρίσεως

Α΄
(Περί διακρίσεως λογισμών και παθών και αρετών)

1. Διάκριση, στους μεν αρχάριους είναι η ορθή επίγνωση του εαυτού τους. Στους μεσαίους είναι η νοερή αίσθηση, η οποία διακρίνει αλάνθαστα το πραγματικό αγαθό, από το φυσικό αγαθό και από το αντίθετό του κακό. Στους δε τέλειους είναι η γνώση που έχουν από θεϊκή έλλαμψη και η οποία έχει την δύναμη να φωτίζει πλήρως με την λάμψη της και όσα σκοτεινά υπάρχουν μέσα στους άλλους.

Ή, ομιλώντας κατά τρόπο γενικό, τούτο αναγνωρίζεται ως διάκριση και τούτο είναι: η αλάνθαστη γνώση και αντίληψη του θείου θελήματος σε κάθε καιρό και τόπο και περίπτωση, η οποία συνήθως υπάρχει στους καθαρούς κατά την καρδιά και το σώμα και το στόμα. Διάκριση σημαίνει συνείδηση αμόλυντη και καθαρότητα των αισθήσεων.


2. Εκείνος που με την βοήθεια του Θεού νίκησε τους τρεις, αυτός νίκησε συγχρόνως και τους άλλους πέντε1. Όποιος όμως αδιαφόρησε για τους πρώτους, ούτε από τους δεύτερους θα νικήσει κανέναν.

3. Κανείς ας μη περιπέσει εξ αιτίας της αγνοίας του σε απιστία, όταν ακούσει ή δει υπερφυσικά σημεία μέσα στον χώρο της μοναχικής ζωής. Διότι όπου εγκατασταθεί ο Θεός, που είναι υπέρ την φύση, εκεί παρατηρούνται πράγματα υπερφυσικά.

4. Κάθε πόλεμος των δαιμόνων εναντίον μας, οφείλεται γενικά στις τρεις επόμενες αιτίες: ή στην αμέλεια, ή στην υπερηφάνεια, ή στον φθόνο των δαιμόνων. Ο πρώτος είναι ελεεινός, ο δεύτερος πανάθλιος και ο τρίτος μακάριος.

5. Μετά τον Θεό ας έχουμε σε κάθε ενέργεια μας ως άγρυπνο φρουρό και ως γνώμονα ασφαλή την συνείδηση μας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι από που φυσά ο άνεμος θα ανοίγουμε προς τα εκεί τα ιστία του πλοίου μας.

6. Σε όλες τις κατά Θεόν προσπάθειες μας τρεις λάκκους μάς σκάπτουν ύπουλα οι δαίμονες. Κατ’ αρχήν αγωνίζονται να μην κατορθωθεί το αγαθό. Έπειτα, αφού νικηθούν στο πρώτο σημείο, αγωνίζονται ώστε το αγαθό που κατορθώθηκε να μην είναι καθ’ όλα θεάρεστο. Όταν δε και σ’ αυτόν τον στόχο αποτύχουν οι κλέπτες, τότε πλησιάζουν αθόρυβα στην ψυχή μας και μας μακαρίζουν ότι σε όλα πολιτευόμαστε όπως θέλει ο Θεός. Αντίπαλος του πρώτου πολέμου είναι η συστηματική μέριμνα του θανάτου, του δευτέρου η υποταγή και η εξουδένωση, και του τρίτου η έντονη και συνεχής αυτομεμψία.

7. «Τούτο
κόπος ἐστίν ἐνώπιον ἡμῶν, ἕως οὗ εἰσέλθῃ εἰς το ἁγιαστήριον ἡμῶν» (Ψαλμ. οβ΄ 16-17) το πυρ του Θεού. Τότε πλέον δεν έχουμε να φοβηθούμε τις προλήψεις*, διότι «Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον» (Δευτ. δ΄ 24· Εβρ. ιβ΄ 29) κάθε σαρκική πύρωση και κίνηση, κάθε πρόληψη και πώρωση και σκοτισμό, είτε αυτά είναι εσωτερικά, είτε εξωτερικά, είτε αισθητά, είτε νοητά.

Οι δαίμονες όμως μας προξενούν τα εντελώς αντίθετα. Όταν κυριαρχήσουν στην ψυχή μας και μας σκοτίσουν τον νου, δεν υπάρχει πλέον σ΄ εμάς τους άθλιους, ούτε νήψη ούτε διάκριση ούτε αυτογνωσία ούτε ντροπή, «αλλ’ αναλγησία και αναισθησία και αδιακρισία και αβλεψία».

8. Τα γνωρίζουν αυτά πάρα πολύ καλά όσοι ανένηψαν από την πορνεία και όσοι συνεστάλησαν από την παρρησία και όσοι συνήλθαν από την αναισχυντία. Όλοι αυτοί μετά την ανάνηψη και μετά την διάλυση της πυρώσεως ή καλύτερα της πηρώσεως (=τυφλώσεως) του νου, όσα προηγουμένως έλεγαν και έπρατταν τυφλωμένοι, μόλις τα σκέπτονται ντρέπονται, θα λέγαμε, και τον ίδιο τον εαυτό τους ακόμη.

9. Αν δεν σουρουπώσει και δεν σκοτεινιάσει πρώτα η ημέρα, δηλαδή η φωτεινή ψυχή, «οὐ μὴ οἱ κλέπται κλέψωσι καὶ θύσωσι καὶ ἀπολέσωσι» (πρβλ. Ιω. ι΄ 10). Κλοπή σημαίνει απώλεια της περιουσίας. Κλοπή σημαίνει το να εργάζεσαι σαν καλό εκείνο που δεν είναι καλό. Κλοπή σημαίνει ασυναίσθητη αιχμαλωσία** της ψυχής. Θυσία της ψυχής σημαίνει το να θανατώνεται ο λογικός νους από πτώση σε παράνομες πράξεις. Και απώλεια σημαίνει απελπισία μετά την διάπραξη της παρανομίας.

10. Κανείς ας μη προβάλλει αδυναμία στην εκτέλεση των εντολών του Ευαγγελίου, διότι υπήρξαν ψυχές που έπραξαν και παραπάνω από αυτές. Ασφαλώς θα σε πείσει περί αυτού εκείνος που αγάπησε τον πλησίον παραπάνω από τον εαυτό του και θυσίασε προς χάρη του και την ζωή του ακόμη, παρ’ όλο ότι δεν έλαβε τέτοια προσταγή από τον Κύριο2.

11. Οι εμπαθείς*** που νοιώθουν ταπεινωμένοι ας αναθαρρήσουν. Διότι και αν ακόμη πέσουν σε όλους τους λάκκους, και αν συλληφθούν σε όλες τις παγίδες, και αν δοκιμάσουν όλες τις ασθένειες, όμως μετά την θεραπεία γίνονται στους άλλους «ιατροί και φωστήρες και λύχνοι και κυβερνήται». Δηλαδή από την δική τους πείρα θα είναι εις θέση να διδάξουν τον τρόπο με τον οποίο θεραπεύεται κάθε ασθένεια και να προλαμβάνουν όσους κινδυνεύουν να πέσουν.

12. Όσοι τυραννιούνται από παλαιές προλήψεις και μπορούν, έστω με τον λόγο μόνο, να διδάσκουν, ας διδάσκουν∙ αλλά ας μη αναλάβουν όμως και ευθύνη ψυχών. Ίσως διδάσκοντας να ντραπούν από τα ίδια τους τα λόγια και αρχίσουν και αυτοί να διορθώνονται. Θα συμβεί τότε σ’ αυτούς ό,τι είδα σε μερικούς που έπεσαν στον βόρβορο: Καθώς ήταν καταλασπωμένοι διηγούντο στους διαβάτες πως έπεσαν, και συνιστούσαν σ΄ αυτούς να μην ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, για να σωθούν.

Επειδή δε με τον τρόπο αυτόν έσωζαν τους άλλους, γι’ αυτό και ο παντοδύναμος Θεός τους απάλλαξε από την λάσπη. Εάν όμως οι εμπαθείς ρίχνονται με τη θέληση τους στις ηδονές, ας διδάσκουν καλύτερα με την σιωπή τους. (Θα διδάσκουν δηλαδή ότι συναισθάνονται την αναξιότητα τους για διδασκαλία), αφού η Γραφή αναφέρει: «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν» (Πράξ, α΄ 1). (Πρώτα «ποιεῖν» και έπειτα «διδάσκειν»).

* Προλήψεις, κακές συνήθειες και αναμνήσεις που οφείλονται σε αμαρτωλό παρελθόν. «Πρόληψις ἐστὶν τῶν προτέρων κακῶν μνήμη ἀκούσιος» (Μάρκος ερημίτης)

** αιχμαλωσία, ο επί κάποιο χρονικό διάστημα αιχμαλωτισμός του ψυχικού κόσμου από τα πάθη ή τους δαίμονες.

*** Εμπαθής, ο υποδουλωμένος στα πάθη (αντίθετο: απαθής).

1] Τρεις εννοεί την γαστριμαργία, φιλαργυρία και κενοδοξία, που θεωρούνται ρίζες των παθών. Στους τρεις αυτούς πειρασμούς πολεμήθηκε και ο Κύριος στην έρημο. Πέντε εννοεί την πορνεία, ακηδία, λύπη, οργή και υπερηφάνεια.

[2] Εννοεί τον αββά Λέοντα από την Καππαδοκία, ο οποίος προκειμένου να σώσει τρεις μοναχούς που συνέλαβαν αιχμαλώτους οι Μάζικες – βερβερικός λαός της Βορείου Αφρικής- δεν δίστασε να παραδοθεί υπέρ αυτών και τελικά να υποστεί μαρτυρικό θάνατος δι’ αποκεφαλισμού. Το περιστατικό αναγράφεται στο Λαυσαϊκό.
Τιμάται στις 30 Μαρτίου και την Δ’ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Από την έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου.


Η συνείδηση (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)


«Καμιὰν ἁμαρτία μὴ θεωρεῖς ἀσήμαντη. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ παράβαση τοῦ θείου νόμου, ἐναντίωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταπάτηση τῆς συνειδήσεως»

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.

Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.

Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος(1). Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλή διαγωγή.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση (2) μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καὶ ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατὲς μόνο στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθὰ τὸν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικὰ στὴ συνείδηση καὶ τὴ λειτουργία της.

Οἱ θεληματικὲς ἁμαρτίες σκοτίζουν, ἐξασθενίζουν, καταπνίγουν, ἀποκοιμίζουν τὴ συνείδηση.

Κάθε ἁμαρτία ποὺ δὲν ἐξαλείφεται μὲ τὴ μετάνοια, ἀφήνει τὴ βλαπτικὴ σφραγίδα της στὴ συνείδηση.

Ἡ ἑκούσια καὶ συνεχὴς ἁμαρτωλὴ ζωὴ σχεδὸν νεκρώνει τὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτὴ νὰ νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θὰ συνοδεύει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸ φοβερὸ Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐνοχοποιήσει, ἂν τὴν καταπατοῦσε.

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο (3), εἶναι ἡ συνείδηση. Καὶ πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σὲ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας.

Βαδίζοντας πρὸς τὸν οὐρανό, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νὰ ἔχεις εἰρηνικὲς σχέσεις μ’ αὐτὸν τὸν ἀντίδικο, γιὰ νὰ μὴ γίνει κατήγορός σου τότε ποὺ θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στὴν αἰωνιότητα.

Λέει ἡ Γραφή: «Θὰ ἀπαλλάξει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας»(4). Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση. Ἡ ἄμεμπτη αὐτὴ συνείδηση τὴν ψυχὴ ποὺ ἀκούει τὶς συμβουλές της θὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες της μέχρι τὸν θάνατο καὶ ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα μετὰ τὸν θάνατο.

Η ΑΝΤΙ-ΟΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ (3)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Η ΑΝΤΙ-ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
Ο Πλωτίνος καί η οντολογία
Τού Riccardo Chiaradonna.
        
Image result for plotino  Δέν είναι δυνατόν εδώ να εξετάσουμε λεπτομερώς τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς για να υπεραμυνθεί την ουσιαστικότητα τής μορφής! Όμως αξίζει να σταθούμε σ'ένα απο αυτά, καθώς προσπαθεί να πολεμήσει τα συμπεράσματα τού Boeto τοποθετούμενος στο δικό του έδαφος, δηλαδή το κριτήριο τής ουσιαστικότητος που διετυπώθη στις κατηγορίες. Η στρατηγική του Αλεξάνδρου στρέφεται πρός την συγχώνευση στον υλομορφισμό τον όρο τής ουσίας τών κατηγοριών. Για να το πετύχει ο Αλέξανδρος πρέπει να εξουδετερώσει, επικαλούμενος το ίδιο το κείμενο των κατηγοριών, το πιό επικίνδυνο συμπέρασμα του Boeto, δηλαδή ότι η μορφή είναι μία ιδιότητα η οποία προστίθεται στην ύλη, εννοημένη σαν ένα ουσιώδες και ανεξάρτητο υποκείμενο. Στις κατηγορίες, είναι γνωστό, ο Αριστοτέλης δέν αναφέρει διόλου τις φυσικές αρχές τών αντικειμένων τής εμπειρίας. Παρ'όλα αυτά ο Αριστοτέλης προσφέρει έναν σύντομο ορισμό περί του κατηγορήματος το οποίο είναι συμφυές σε ένα υποκείμενο. "Λέω σε ένα υποκείμενο αυτό που, ευρισκόμενο σε κάτι όχι όμως σαν ένα μέρος, δέν μπορεί να ζήσει ξεχωριστά απο αυτό στο οποίο είναι. (Κατηγορίες, 2,1 α 24-25).
          Ο Αλέξανδρος αξιοποιεί την λεπτομέρεια στον όρο "μέρος", ο οποίος παρουσιάζεται σ'αυτόν τον ορισμό, για να διεκδικήσει την ουσιαστικότητα τής μορφής. Η μορφή πράγματι δέν είναι μία εξωτερική ιδιότητα στην ουσία, αλλά είναι συστατικό μέρος τού ουσιώδους σύνθετου μαζί με την ύλη! Γι'αυτόν τον λόγο δέν είναι ένα συμβεβηκός!
          Έτσι λοιπόν δέν είναι σώμα καμμία απο τις δύο αρχές απο τις οποίες αποτελείται το απλό σώμα: διότι δέν είναι σώμα η ύλη διότι κάθε σώμα είναι απτό, χειροπιαστό, και διαθέτει μία κάποια αντίθεση, ενώ η ύλη είναι πέραν κάθε ποιότητος και χεροπιαστής αντιθέσεως. Επι πλέον το σώμα είναι κάτι το οποίο υφίσταται, ενώ η ύλη έχει την ανάγκη μίας μορφής, για να υπάρξει. Γι'αυτόν τον λόγο ούτε η μορφή είναι σώμα, δότι ούτε αυτή μπορεί να υπάρξει καθαυτή καθότι είναι αχώριστη απο την ύλη. Παρ'όλα αυτά κάθε ένα απο τα δύο είναι ουσία. Όπως ακριβώς είναι η ύλη, έτσι και η φυσική μορφή είναι ουσία! Είναι ουσίες, πράγματι, τα μέρη τής ουσίας ή καλύτερα, καθότι κάθε μία απο αυτές τις δύο είναι ουσία, ακόμη και αυτό που προκύπτει απο τις δύο είναι ουσία και είναι μόνον μία φύση. Όχι όπως τα προϊόντα της τέχνης, τα οποία ώς πρός το υπόστρωμα και την ύλη είναι ουσίες αλλά ώς πρός την ποιότητα μορφή. (Αλεξ. Αφροδ. Περί ψυχής, σ. 5, 18-6, α μετφ. Donini).
          Η θεωρία του Αφροδισιέως, τών "οντολογικών μερών" τής ουσίας είναι δύσκολη και προσφέρεται σε διαφορετικές αξιολογήσεις. Για την δική μας έρευνα αρκεί να σημειώσουμε ότι για να αντιμετωπίσει τον Boeto, πρόσφερε μία ερμηνεία τού όρου "συμφυής", ο οποίος διατυπώνεται στις κατηγορίες, τέτοια ώστε να αποκλείει την δυνατότητα τής μορφής να υπολογισθεί σαν ένα συμβεβηκός τής ύλης.
          Όλες αυτές οι συζητήσεις περιέχονται στην επιχειρηματολογία του Πλωτίνου, ο οποίος κάνει σύντομες αναφορές πολύ συχνά, χωρίς να ονομάσει ποτέ τις πηγές του και τους αντιπάλους του, σε κείμενα απρόσιτα! Παρ'όλα αυτά εάν κατορθώσουμε να ξετυλίξουμε τον ιστό τών αναφορών και των υπενθυμίσεων που περιέχονται στις πραγματείες περί των γενών του Είναι, η επιχειρηματολογία γίνεται κατανοητή και με τον τρόπο της πειστική. Ο Πλωτίνος προτίθεται να ισχυρισθεί ότι οι διάφορες δυσκολίες οι οποίες προκαλούνται απο την θεωρία τής αισθητής ουσίας είναι το σημείο μίας βαθειάς ανεπάρκειας, η οποία συνίσταται στην έλλειψη διευκρινίσεως, γύρω απο το τί πραγμα είναι στην πραγματικότητα ή "φύση" της ουσίας, την οποία ισχυρίζονται οι Αριστοτελικοί. Γι'αυτόν τον λόγο, οι διάφορες τακτοποιήσεις και διακρίσεις οι οποίες προτείνονται αποδεικνύονται μάταιες και χωρίς θεμέλιο. Στην "ουσία" τους ο Αριστοτέλης και οι Αριστοτελικοί συγκεντρώνουν χαρακτήρες και λειτουργίες απο εδώ και εκεί, χωρίς να διαθέτουν κάποιο ενοποιό κριτήριο. Η αισθητή ουσία αποδεικνύεται αδύνατον να συλληφθεί, καθότι λείπει ένα κριτήριο ικανό να ξεχωρίσει αυτό που στον φυσικό κόσμο είναι "ουσία" απο εκείνο που δέν είναι και προϋποθέτει την ουσία! "Όλως δέ τι έστιν η ουσία ειπείν ούκ έστιν, ουδέ γάρ, ει το ίδιον τις αποδοίη, ήδη έχει το τί έστι, (διότι ούτε και εάν τής αποδώσουμε τον χαρακτήρα τής  ιδιαίτερης διαφοράς  της, θα είχαμε τον ορισμό), και ίσως ουδέ το εν και ταυτόν αριθμώ δεκτικόν τών εναντίων" επί πάντων αρμόζει. (Αλλά ούτε και η διατύπωση "αυτό που είναι ένα και τό αυτό τού αριθμού είναι εις θέσιν να δεχθεί τα αντίθετα" θα μπορούσε να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση! "
          "Θα μπορούσαμε όμως να δηλώσουμε ότι αυτοί είναι ιδιαίτεροι χαρακτήρες τής ουσίας σε σχέση με τα άλλα πράγματα. Γι'αυτόν τον λόγο, θα μπορούσαμε να τους συγκεντρώσουμε όλους σε μία ενότητα και να τούς ονομάσουμε "ουσίες", αλλά δέν θα μπορούσαμε να τους δώσουμε ένα μοναδικό γένος, ούτε και να φανερώσουμε την έννοια και την φύση της ουσίας" (VI 1, 3, 19-22).
          Απο εδώ λοιπόν προέρχεται η θέση την οποία παρουσιάζει ο Πλωτίνος στο VI 3,8 : εκείνη την οποία ονομάζουν οι Αριστοτελικοί αισθητή ουσία είναι στην πραγματικότητα ένα Όλον στο οποίο δέν είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε ορισμένες πλευρές απο τις άλλες. Στην καθολικότητά του αυτό το όλον. σύνθετο με ποιότητα και ύλη, δέν είναι ουσία, αλλά εικόνα τής μοναδικής ασώματης και υπερφυσικής ουσίας: "αλλά άρα γε η αισθητή ουσία συμφόρησις τις ποιοτήτων και ύλης και ομού μέν πάντα ταύτα συμπαγέντα επί ύλης μίας ουσίας, χωρίς δέ έκαστον λαμβανόμενον το μέν ποιόν, το δέ ποσόν έσται, ή ποιά πολλά; (Τότε λοιπόν η αισθητή ουσία είναι μία κάποια συμφόρηση ποιότητος και ύλης και όλα αυτά τα πράγματα συγκεντρωμένα μαζί σε μία μοναδική ύλη είναι ουσία, ενώ υπολογιζόμενες καθεμία ξεχωριστά είναι η μία ποιότης, ή άλλη ποσότης ή επίσης πολλές ποιότητες;).... ουδέ γάρ το όλον αληθής ουσία, αλλά μιμούμενον την αληθή, ήτις άνευ των άλλων τών περί αυτήν έχει το όν και των άλλων εξ'αυτής γινομένων, ότι αληθώς ήν : (ούτε και το όλον (το σύμπαν) είναι αληθινή ουσία, αλλά μιμείται την αληθινή ουσία, η οποία έχει το Είναι χωρίς τα άλλα πράγματα που βρίσκονται γύρω της. Και τα άλλα πράγματα έρχονται στο Είναι απο αυτή-απο την αληθινή ουσία-καθότι αυτή ήταν αληθώς) ωδί δέ και το υποβεβλημένον άγονον και ούχ ικανόν είναι όν, ότι μηδέ εξ'αυτού τα άλλα, σκιά δέ και επι σκιά αυτή ούση ζωγραφιά και το φαίνεσθαι. (Εδώ όμως ακόμη και αυτό που υπόκειται είναι άγονον και δέν είναι ικανό να είναι όν, καθότι ούτε τα άλλα πράγματα προέρχονται απο αυτό. Είναι σκιά και πάνω σ'αυτή, που είναι σκιά, ακόμη και το φαίνεσθαι είναι ζωγραφιά). (VI 3,8, 19-37).

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Στη ζωή μου. Αναμνήσεις του Πλωτίνου 1

 

Στη ζωή μου. Αναμνήσεις του Πλωτίνου 1

Marcello Veneziani


Marsilio

«Η επικαιρότητα του Πλωτίνου δεν γνωρίζει δύση… Όλη η σκέψη του δεν χάνει τη δύναμή της μέσα στους αιώνες.»

Ύψιστος ερμηνευτής της πλατωνικής σκέψης, ο Πλωτίνος υπήρξε ο τελευταίος «παγανιστής» φιλόσοφος, κληρονόμος και σημείο συνάντησης τριών κόσμων: του μαγικού κόσμου των Αιγυπτίων, από τον οποίο προερχόταν· του φιλοσοφικού κόσμου των Ελλήνων, μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε· και του πολιτικού κόσμου της Ρώμης, όπου έζησε και δίδαξε, μεταφέροντας την ελληνική και ανατολική σοφία στην καρδιά της αυτοκρατορίας και κατόπιν της χριστιανοσύνης.

Με μια γραφή ευτυχώς ποιητική, ο Marcello Veneziani ανασυνθέτει την πορεία της σκέψης του Πλωτίνου, πλέκοντας μαζί λογοτεχνία και φιλοσοφία, ημερολογιακή γραφή και ιστορία, μέσα σε μια αποκρυφική αυτοβιογραφία, όπου αντηχεί η ηχώ του Zarathustra και τού Memorie di Adriano.

Από την ομορφιά στον πόλεμο, από τη σοφία στον θάνατο, κεφάλαιο με κεφάλαιο αναδύονται τα μεγάλα θέματα του Πλωτίνου, «ο οποίος κατόρθωσε να συγκεντρώσει την ψυχή του πλατωνισμού, να την επαναστοχαστεί και να τη μεταδώσει ζωντανή σε εμάς τους μεταγενέστερους», διαποτίζοντας με τη πνευματική του μεταφυσική τον εικοστό αιώνα και εμπνέοντας προσωπικότητες όπως ο Jung και ο Florenskij, ο Bergson και ο Camus.

Έτσι αναβιώνει η μνήμη ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει τη ζωή, την ίδια στιγμή που δύει η αρχαιότητα, εξυψώνοντας μέσα στη διδασκαλία του εκείνη τη μεγαλειώδη καταστροφή.

Ο MARCELLO VENEZIANI ζει ανάμεσα στη Ρώμη και το Talamone. Είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων για την ιστορία των ιδεών, την πολιτική φιλοσοφία και την πολιτισμική σκέψη, καθώς και λογοτεχνικών και θεατρικών έργων. Εκτός από το In vita mia, με τις εκδόσεις Marsilio έχει δημοσιεύσει επίσης τα:
Lettera agli italiani (2015), Alla luce del mito (2017), Imperdonabili (2017, τσέπης 2021), Nostalgia degli dei (2019, τσέπης 2022), Dispera bene (2020), La Cappa (2022, τσέπης 2024), Scontenti (2022), L'amore necessario (2023, τσέπης 2025), Senza eredi (2024), Nietzsche e Marx si davano la mano (2025) και το μυθιστόρημα La leggenda di Fiore (2021).


Περιεχόμενα

ΒΙΒΛΙΟ Ι. Ο Νείλος, ή περί των Αρχών
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ. Αλεξάνδρεια, ή περί της Σοφίας
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙΙ. Αντιόχεια, ή περί της Σύγκρουσης
ΒΙΒΛΙΟ IV. Ρόδος, ή περί της Ομορφιάς
ΒΙΒΛΙΟ V. Ρώμη, ή περί της Σχολής
ΒΙΒΛΙΟ VI. Γεμίνα, ή περί του Έρωτα
ΒΙΒΛΙΟ VII. Πλάτων, ή περί της Πόλης
ΒΙΒΛΙΟ VIII. Πορφύριος, ή περί της Αυτοκτονίας
ΒΙΒΛΙΟ IX. Μιντούρνο, ή περί της Δύσης

Επίμετρο στη νέα έκδοση
Μανιφέστο της Ομορφιάς

ΒΙΒΛΙΟ I – Ο Νείλος, ή περί των Αρχών

«Συχνά, όταν αφυπνίζομαι στον εαυτό μου από το σωματικό μου όνειρο και γίνομαι ξένος προς κάθε άλλο πράγμα, θεωρώ μέσα μου μια θαυμαστή ομορφιά και πιστεύω, τότε περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή, ότι ανήκω σε ένα υψηλότερο πεπρωμένο· πραγματοποιώντας μια καλύτερη ζωή, ενωμένος με το Θείο και θεμελιωμένος πάνω σε αυτό, φθάνω να ασκώ μια δραστηριότητα που με τοποθετεί πάνω από κάθε άλλο πνευματικό ον.
Αλλά μετά από αυτή την ανάπαυση μέσα στους κόλπους του Θείου, κατεβαίνοντας από τη Νόηση στη σκέψη, αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν τώρα αυτή η κάθοδος και με ποιον τρόπο η ψυχή μπόρεσε να εισέλθει στο σώμα.»
(IV, 8, 1)

Θεία ομορφιά των αγροτικών σιωπών, μόλις παραβιασμένων από τον ελαφρύ αυλό των ανέμων, που σφυρίζει ραψωδίες ανάμεσα στα φύλλα, σε εσάς εμπιστεύομαι τη μνήμη μιας ζωής που ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει.

Τα χρόνια βαδίζουν πάνω στο σώμα μου, η όρασή μου εξασθενεί, όπως και η φωνή μου, και είναι καιρός να συγκεντρώσω τα διάσπαρτα ίχνη των ημερών. Στη ζωή ακολούθησα την πορεία του ήλιου: γεννήθηκα στην Ανατολή και θα δύσω στη Δύση.

Μακριά από τη Ρώμη, από τους ταραγμένους της θορύβους, από τους δρόμους της που στάζουν κακολογία και δηλητήριο, εκκρίσεις μιας ακόρεστης πείνας για κατοχή και φαινομενικότητα, καλλιεργώ τη μοναξιά μου ως σημάδι υποδοχής ανάμεσα στους θεούς.

Μακριά βρίσκονται ο Πορφύριος και ο Αμέριος, πιστοί σύντροφοι της ψυχής: ο ένας στο έσχατο άκρο της Σικελίας, για να ξαναβρεί τη Ζωή στο φως του Lilibeo· ο άλλος στην αναγεννημένη Apamea, για να αναζητήσει στη Συρία τα ίχνη της σοφίας. Τους ξαναβλέπω δίπλα μου: τον νέο και ορμητικό Porfirio, τον πιο ώριμο και ήρεμο Amerio.
Ο ένας, ο Amerio, παλιός σύντροφος σε μυητικά ταξίδια· ο άλλος, ο Porfirio, πιστός γραφέας των μαθημάτων μου, τα οποία η αδύναμη όρασή μου και η ταχύτητα της γραφής μου θα καθιστούσαν δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν. Και οι δύο υπήρξαν πολύτιμες κόρες του γήινου βλέμματός μου, σκεπτόμενες στήλες της σχολής μου.

Ανεβαίνει στα στραμμένα προς τα μέσα μάτια μου, που τώρα κοιτούν στο άντρο της μνήμης, η εικόνα ενός σπιτιού γεμάτου αγαπημένες παρουσίες, η πυκνή βοή μιας αίθουσας γεμάτης αγόρια και κορίτσια, τα πρόσωπα και οι αναπνοές εκείνων που στάθηκαν κοντά μου στα χρόνια της σχολής, ο έντονος παλμός εκείνων των ατέλειωτων διαλόγων που άρχιζαν όταν ο ήλιος βασίλευε στον ουρανό και συνεχίζονταν όταν η σελήνη παρηγορούσε τη νύχτα.
Η νοσταλγία δεν αρμόζει σε όσους αγαπούν τη σοφία. Εκείνοι γνωρίζουν ότι οι αληθινές μνήμες, εκείνες που παραμένουν πέρα από τη φθορά των χρόνων, δεν ανήκουν ούτε στον χρόνο ούτε στον τόπο όπου εκδηλώθηκαν. Κατοικούν στους ουρανούς και μέσα μας και συνοδεύουν το ταξίδι της ψυχής στις πιο απομακρυσμένες περιοχές.


Είναι η δεύτερη άνοιξη που χαιρετώ στην εύφορη γη του Minturno, ανάμεσα στα χρυσαφένια φρούτα, το πράσινο των φυτών και το μακρινό κάλεσμα της θάλασσας που χαράσσει τα όρια του ουρανού στα άκρα της όρασης. Τώρα ετοιμάζονται να γιορτάσουν τη γιορτή του σιταριού, αφιερωμένη στη θεά Marica.
Η γλυκύτητα του τοπίου και η ήπια εποχή απαλύνουν τους πόνους που μερικές φορές κατακλύζουν το στήθος μου, τον λαιμό μου και το πληγωμένο σώμα μου. Είμαι ευγνώμων στον Zethos και του απευθύνω μια σκέψη ευλογίας, γιατί πριν κλείσει την επίγεια ημέρα του αποφάσισε να με φιλοξενήσει σε αυτή τη λιτή κατοικία του.
Και είμαι ευγνώμων στον Castricio, αγαπημένο μαθητή, για τους άφθονους καρπούς που μου στέλνει από τα κτήματά του, όχι μακριά από εδώ. Σε εμένα αρκούν λίγα για να ζήσω, όμως εκείνος με κατακλύζει με δώρα. Η γενναιοδωρία του υπερβαίνει τις ανάγκες μου· τα δώρα του δεν εξυπηρετούν το σώμα μου, αλλά ικανοποιούν τις ανάγκες της μεγάλης του ψυχής.


Το να προσφέρεις σημαίνει να ευαρεστείς τους θεούς· κάθε προσφορά μας κάνει ελαφρύτερους και πιο κοντά στον Θεό. Σε αυτούς οφείλω τις γαλήνιες ημέρες μου στο Minturno, όπως είμαι ευγνώμων και στη Gemina και στο φιλόξενο σπίτι της για τα μακρά χρόνια μου στη Ρώμη.
Δεν απέκτησα ποτέ δικό μου σπίτι, πεπεισμένος ότι κατοικώ σε μια Οικία που δεν έχει τοίχους ούτε γεννά την πείνα της κατοχής. Μία είναι η Οικία και βρίσκεται πάντοτε κοντά μας — ή καλύτερα, εμείς βρισκόμαστε κοντά σε αυτήν.
Αυτής της Οικίας το μοναδικό επίγειο σύμβολο είναι το σπίτι της αρχής, το σπίτι που μας είδε να γεννιόμαστε. Ποτέ δεν θέλησα να αναφερθώ, ούτε καν με τους πιο πιστούς μαθητές μου, στο σπίτι από το οποίο ξεκίνησε το επίγειο ταξίδι μου.
Ασήμαντη είναι η ζωή που πέρασε για τον άνθρωπο που αγαπά τη σοφία, και ασήμαντες είναι οι στάσεις της επίγειας πορείας μας: σημαντικά είναι τα σημάδια των ουρανών και οι φωτισμοί του νου, όχι τα σημάδια της γης και τα σπήλαια της ύπαρξής μας.

Τι προσθέτει στα άστρα το να ανασκαλεύουμε τα φτωχά βήματα ενός σώματος, τη γέννηση μιας ζωής, την ιστορία ενός πατέρα και μιας μητέρας και των αδελφών του; Λίγα που αξίζουν προσοχής, τίποτα που να αφυπνίζει τον νου· μόνο απατηλά φώτα για να τροφοδοτούν την περιέργεια εκείνου που ακούει και τη ματαιοδοξία εκείνου που αφηγείται.
Όμως, μέσα στη χρυσή μοναξιά αυτής της υπαίθρου, μου επιστρέφουν οι μνήμες εκείνης της επίγειας πορείας· και αναδύονται εικόνες μιας μακρινής ύπαρξης που πίστευα πως δεν με αφορούσε πλέον.
Οι μακρινές φωνές των παιδιών που συνοδεύουν τα κουδούνια των κατσικιών στα ρυάκια αυτής της γης, το λαμπρό κύμα των φύλλων και των υφασμάτων γύρω από την κατοικία μου, οι γενναιόδωροι καρποί του Castricio Firmo και τα σύννεφα του ουρανού που ντύνουν τα άστρα, καλούν πίσω αύρες, καρπούς και στιγμές της παιδικής μου ηλικίας που νόμιζα χαμένες στις δίνες του χρόνου.
Αυτές οι παρορμήσεις ζωής θέλουν να πουν κάτι, ίσως φέρουν κάποιο σχέδιο· η ανάμνηση είναι πηγή γνώσης.
Αυτό που προκάλεσε το ξύπνημα του χρόνου και του τόπου της καταγωγής ήταν ένα χαμηλό ρεύμα που άκουσα το άλλο πρωί, καθώς κατευθυνόμουν προς την κοιλάδα. Ένιωσα εκείνον τον απαλό ψίθυρο να δυναμώνει ανάμεσα στα φύλλα και κατέβηκα, σαν μαγεμένος, προς την πηγή του.


Οι πληγές που καθιστούν δύσκολο και επώδυνο το περπάτημά μου, αναγκάζοντάς με να μεταφέρομαι παθητικά πάνω σε ένα κάθισμα, ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί από τα χέρια και τα πόδια μου. Τα βήματά μου αποκτούσαν μια ασυνήθιστη ανυπομονησία, γίνονταν όλο και πιο ελαφρά και γρήγορα, σαν να ήταν τα βήματα ενός παιδιού.
Ώσπου ξαναβρήκα μπροστά στα μάτια μου τη γλυκιά μουσική του Lyris που γλιστρούσε, μέσα από ήχους καλαμιών, προς τη θάλασσα. Είναι το ποτάμι για το οποίο μιλούν οι βοσκοί και οι οδοιπόροι· το αγαπούν ως πηγή ζωής αλλά φοβούνται να το διασχίσουν ως απερισκεψία, εξαιτίας της ορμητικής του δίνης.
Εκείνο το τμήμα του ποταμού, κλεισμένο μέσα στη βλάστηση, έσπασε σαν από θαύμα τα δεσμά του χρόνου και μετέφερε το βλέμμα μου σε εκείνο το αλλού των αρχών που κατοικεί στην καρδιά μας.


Έτσι βρέθηκα απλωμένος στις όχθες του Νείλου, ανάμεσα στις πρώτες εικόνες του κόσμου που είχα αντικρίσει στην αρχέγονη παιδική ηλικία.
Εκείνος ο ήδη γνωστός αέρας, εκείνο το φως, εκείνες οι όχθες που αντικρίζονταν και προεκτείνονταν μέσα στις ανταύγειες του νερού, η αργή και μεγαλοπρεπής ροή, τα δέντρα που έγερναν στο πέρασμα του ποταμού και προσέφεραν τις κορυφές τους στα χάδια του ανέμου, εκείνες οι μυρωδιές νερού και γύρης, το μακρινό βλέμμα ενός ήρεμου βοδιού που ακολουθούσε την όχθη.
Ήμουν μπροστά στον Νείλο· κυλούσαν οι μακρινοί καιροί και επέπλεε η παιδική ηλικία του κόσμου.


Το να επιστρέφουμε στις απαρχές είναι ο σκοπός της πορείας μας — συχνά ανείπωτος ή προδομένος, συχνότερα εκτρεπόμενος και μεταμφιεσμένος σε ψεύτικες τελετές. Κάθε μας πορεία είναι στην πραγματικότητα μια επιθυμία επιστροφής, μια ώθηση προς την Αρχή.
Η Ιθάκη είναι πάντοτε ο προορισμός μας, ο Οδυσσέας ο οδηγός μας και ο μεγαλύτερος αδελφός μας. Και κάθε επιστροφή δεν είναι μια απλή οπισθοχώρηση, μια επιστροφή σε κάποιο άυλο ή φθαρμένο παρελθόν· αλλά είναι πορεία προς την αρχή, σκάβοντας στην ψυχή του κόσμου, εκεί όπου αναπαύεται το νόημα της ζωής μας και πάλλεται η καρδιά του άυλου σώματός μας.
Διότι ο χρόνος είναι κινούμενη εικόνα της αιωνιότητας.


Η Αφρική, μητρική μήτρα του κόσμου, μας περιμένει πέρα από τα κύματα του χρόνου. Η πατρίδα μας είναι εκεί, απ’ όπου προερχόμαστε· εκεί όπου βρίσκεται ο πατέρας.
Έτσι επέστρεψα στις όχθες του Νείλου σε μια δεύτερη γέννηση. Ξαναείδα τη Λυκόπολι, τον τόπο της γέννησής μου.
Το αδιαμφισβήτητο φως της, τις πιο έντονες μυρωδιές, τη δεξαμενή των χουρμάδων, το ήρεμο βλέμμα της καμήλας που χαράσσει κυματιστές αρμονίες με τα λεπτά της βήματα, φορτωμένη με εμπορεύματα, και σταματά μπροστά στο σπίτι μας.
Και έπειτα το μεγαλοπρεπές πέρασμα των ελεφάντων, που στην παιδική έκπληξη φαίνονταν σαν κινούμενοι βράχοι, και οι ομιλητικές φοινικιές του κήπου μας, που άπλωναν τα χέρια τους στον άνεμο του δειλινού — σε αυτές μιλούσα σαν σε γίγαντες με παιδικό νου.
Τα αρώματα του Ιουνίου, τα καλάθια με τα πορτοκάλια, τα μπαχαρικά που πλημμυρίζουν το δωμάτιό μου, η υπηρέτρια που ασχολείται με τα λινά, μαύρα και ρυτιδωμένα χέρια που κινούνται μέσα στο λευκό ύφασμα και έπειτα το δαμάζουν ύστερα από μια σκληρή μάχη με τον άνεμο.
Οι αγρότες με σώματα στριμμένα σαν γέρικοι κορμοί ελιάς, που έρχονταν στο σπίτι και έφερναν σακιά με σιτάρι, ελιές και χαρούπια, θορυβώδεις στον δρόμο αλλά σιωπηλοί σαν τα γαϊδούρια τους, με σκυμμένα κεφάλια όταν έφταναν μπροστά στον πατέρα μου.
Οι γυναίκες που κεντούσαν γύρω από τη μητέρα μου μέχρι το σούρουπο και αφηγούνταν τις ίδιες ιστορίες, πάντα γελώντας στο ίδιο σημείο και σκοτεινιάζοντας σε κάποιο άλλο, καταλήγοντας σε μια ελαφριά μελαγχολία που έσκυβε τα κεφάλια τους πάνω στον αργαλειό.
Η παρουσία μου ανάμεσά τους έκλεβε πάντα ένα χαμόγελο.


Θυμάμαι το χαρούμενο τελετουργικό του τρυπημένου αγγείου, μέσα στο οποίο οι ιερείς έχυναν νερό από τον Νείλο που ανάβλυζε από τις οπές.
Αντίθετα, με τρόμαζε η πομπή του νεκρού θεού πάνω στο ποτάμι.
Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της τελετής που αντιλήφθηκα για πρώτη φορά το αναπόφευκτο του θανάτου: κατάλαβα τότε ότι είμαστε παιδιά ατελείωτων αλυσίδων νεκρών και φέρουμε τα σημάδια τους και το ίδιο πεπρωμένο.
Βάραινε πάνω σε αυτή τη θλιβερή σκέψη η μνήμη μιας προγεννητικής ζωής, όταν στον έβδομο μήνα της εμβρυϊκής μου ύπαρξης συνέπεσε η γλυκύτητα της μητέρας μου που με κυοφορούσε με την απώλεια της δικής της μητέρας.
Αυτό το πάθος χαράχτηκε στον χαρακτήρα μου και ποτέ δεν με εγκατέλειψε.


Η φιλοσοφία, την οποία αργότερα αγκάλιασα, γεννιέται ακριβώς από αυτή τη θέαση:
το να φιλοσοφεί κανείς σημαίνει να ασκείται στο να πεθαίνει.

Συνεχίζεται

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ!

ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΕΠΕΛΕΞΑΝ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ «Έστιν οὖν τραγῳδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

Paul Friedländer - Πλάτων (2ο κεφάλαιο) - Παρουσίαση


Η παρουσίαση εστιάζει στον σύνδεσμο μεταξύ του σωκρατικού δαιμονίου και της δύναμης του Έρωτα. Αναλύεται πώς το «δαιμόνιον» του Σωκράτη λειτουργεί ως ένας διάμεσος χώρος (μεταξύ) που γεφυρώνει το ανθρώπινο επίπεδο με το θείο, μετατρέποντας την εκπαίδευση από ορθολογική διαδικασία σε μυστηριακή μύηση. Ο Έρως παρουσιάζεται ως η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την ψυχή από την αισθητή ομορφιά στην ενορατική θέαση των Ιδεών και της απόλυτης αλήθειας. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η πολιτική σημασία αυτών των εννοιών, καθώς η ευδαιμονία της πόλης εξαρτάται από την επαφή με το θείο στοιχείο. Τέλος, το κείμενο αντιπαραβάλλει την πλατωνική ζωντάνια με τον μεταγενέστερο δογματισμό των Πλατωνιστών και την αποσωματωμένη πνευματικότητα του Πλωτίνου

Η παρουσίαση στηρίχθηκε στο 2ο κεφάλαιο (που έχει τίτλο Δαίμων) του βιβλίου του Paul Friedländer για τον Πλάτων.


Όποιος γνώρισε τον Χριστό πέταξε στα σκουπίδια τον παλιόν του εαυτό !(Οσία Μαρία Αιγυπτία)


Κυκλοφορούσε σαν αγρίμι στην έρημο η Οσία Μαρία η Αιγυπτία η μεγαλύτερη ασκήτρια όλων των αιώνων.
Πριν 1.400 χρόνια μια κοπέλα, μόλις δώδεκα ετών, κάπου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μπλέκεται στα δίχτυα του αγοραίου έρωτα. Δίνεται με σώμα και ψυχή στην πτώση, στην αμαρτία, στη φθορά.
Η σαρκολατρεία, η ηδονοθηρία, η ακόρεστη λαγνεία την κατακυριεύουν πολύ νωρίς. Επί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια ζούσε αχόρταγα αυτή τη ζωή δίχως αναστολές, ντροπές, επιφυλάξεις, ενοχές και τύψεις. Θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο, ανεξάρτητο, ανεξέλεγκτο και ακατανίκητο. Θαύμαζε την ωραιότητά της, τα πλούτη της, τις κατακτήσεις της και την προκλητικότητά της.
Ένα θαυμαστό σημείο που της συνέβη στα Ιεροσόλυμα και δεν μπορούσε να εισέλθει στο ναό την έκανε να γονατίσει, να δακρύσει, να θυμηθεί την αθωότητα των παιδικών της χρόνων. Άρχισε να κλαίει. Άρχισε η μεταστροφή της. Η φιλόσαρκη γίνεται ξαφνικά φιλόθεη.
Μεταμορφώνεται, ξεμασκοφορεί, φιλοκαλεί, ανασταίνεται. Στην καρδιά της, μετά από αυτή την απρόσμενη υπαρξιακή αλλαγή, κυριαρχεί ο θεός έρωτας. Η ζωή της λαμβάνει βαθύ νόημα. Πρόκειται για μια ηρωίδα, μάρτυρα και οσία.
Αναχωρεί για την έρημο, την πέραν του Ιορδάνου, αποφασιστικά και ανυποχώρητα. Οι λογισμοί επιστροφής στην πρότερη ζωή δεν την αφήνουν να ησυχάσει ούτε για ένα λεπτό. Τυραννιέται από τους σφοδρούς κι αισχρούς λογισμούς επί δεκαεπτά χρόνια. Όσα χρόνια ζούσε στην αμαρτία. Κόντεψε ν’ απελπιστεί. Έγινε ένας σκελετός από τη νηστεία.
Κυκλοφορούσε σαν ένα αγρίμι της ερήμου. Η αφιλόξενη έρημος, η ξένη γη, πέτρες και σπηλιές υπήρξαν κατοικίες. Έζησε άλλα είκοσι τρία χρόνια δίχως τον φοβερό πόλεμο των λογισμών. Εξαϋλώθηκε. Η περίφημη πόρνη έγινε η μεγαλύτερη ασκήτρια όλων των αιώνων.
Ο αββάς Ζωσιμάς ιεραποδημώντας μια Σαρακοστή στην έρημο είδε μια σκιά περιπλανώμενη. Όταν αντελήφθη ότι ήταν μια γυναίκα, κάλυψε με το ιμάτιό του τη γύμνια της και πληροφορήθηκε με συγκίνηση τη θαυμαστή ζωή της. Επιστρέφοντας την κοινώνησε. Μετά ένα έτος τη βρήκε νεκρή. Σ’ ένα κεραμίδι είχε σημειώσει ότι ανεπαύθη μόλις κοινώνησε.
Η αμαρτία δεν είναι απλά η παράβαση του νόμου, αλλά έλλειψη αγάπης στον Θεό. Η αμαρτία φαντάζει πάντα πολύ ωραία, λίαν ελκυστική και σαγηνευτική. Συλλαμβάνεται στο νου, αποδέχεται και διαπράττεται. Η αμαρτία συνηθίζει να στερεί τη μακάρια γαλήνη της ψυχής.
Η συννεφιά που προηγείται της αμαρτίας, μετά τη διάπραξή της υποχωρεί και ο άνθρωπος βλέποντας τη γυμνότητά του στενοχωρείται, θλίβεται κι έχει τύψεις. Η ουρά του διαβόλου επεμβαίνει, ώστε ο άνθρωπος ν’ απογοητευτεί και να μη θέλει να μετανοήσει.
Ο μέγας ψυχοανατόμος, όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, όρισε με καταπληκτική σαφήνεια τα στάδια της αμαρτίας: Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεση, αιχμαλωσία, πάλη, πάθος. Το πάθος γίνεται συνήθεια αγαπητή και χρόνια που παρασύρει τον άνθρωπο δίχως αντιστάσεις. Η αμαρτία σκοτίζει τον άνθρωπο.
Σήμερα θεωρείται αδιάφορα, έχει γίνει κανόνας, ο άνθρωπος νομίζει πως κάνοντας ό,τι θέλει είναι και ελεύθερος. Όποιος νόμος και αν ψηφισθεί, η αμαρτία δεν θα παύσει να είναι αμαρτία και να ενοχλεί την ψυχή κάθε τίμιου, σοβαρού κι ευσυνείδητου ανθρώπου.
Φθάσαμε το αφύσικο να το λέμε φυσικό και το παράλογο λογικό. Αποτέλεσμα της αμαρτίας: αποξένωση, απομόνωση, κενό, μοναξιά, απόγνωση και στενοχώρια.
Η οσία Μαρία συνδράμει στοργικά στη μεταστροφή όλων. Απέτυχε ως πόρνη και νίκησε ως ασκήτρια. Πρόκειται για τρομερά γενναία γυναίκα. Εμπνέει. Συνεγείρει τους αμαρτωλούς. Μη φοβάται κανείς τις λέξεις αλλά τις ανειρήνευτες πράξεις.
Τελειώνει η Σαρακοστή και η Αλεξανδρινή Μαρία μας σκουντά να προχωρήσουμε άφοβα. Μας παρακινεί προς επαναπροσανατολισμό και να μας πει εμπιστευτικά πως και οι πόρνες μπορούν να θέλουν να γίνουν όσιες.

Όχι ηλίθιοι

Martino Mora - 30 Μαρτίου 2026

Όχι ηλίθιοι

Πηγή: Μαρτίνο Μόρα

Οι Ιταλοί αριστεροί που διαμαρτυρήθηκαν στη Ρώμη κατά του πολέμου, με το σύνθημα «Όχι Βασιλιάδες», είναι μάλλον αξιολύπητοι.
Όχι λόγω της ειρηνιστικής τους πρωτοβουλίας, η οποία είναι αξιέπαινη από μόνη της, κατά της αμερικανο-σιωνιστικής επιθετικότητας κατά της Ιρανικής Δημοκρατίας.
Αλλά επειδή επέλεξαν να το κάνουν με το ίδιο αγγλόφωνο σύνθημα που επινόησαν οι φιλελεύθεροι, αντι-Τραμπ, αριστεροί.
Για αυτούς, το πρόβλημα είναι μόνο ο Τραμπ, όχι ο αγγλόσφαιρος ιμπεριαλισμός. Κατηγορούν την κακή μαριονέτα, όχι την πλουτοκρατία που του δίνει εντολές.
Είναι απλώς η αριστερά της ιταλικής αποικίας της Αγγλόφωνης Αυτοκρατορίας.

Ή, δεν έχει σημασία, η πολιτικά ορθή αριστερά των ψυχικά αποικιοκρατούμενων.
Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αν ο ίδιος πόλεμος είχε διεξαχθεί από έναν πρόεδρο του Δημοκρατικού Κόμματος, οι περισσότεροι από τους διαδηλωτές θα είχαν μείνει σπίτι ή πιθανότατα θα είχαν χειροκροτήσει.
Όπως ακριβώς δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, σε αυτή την περίπτωση, πολλοί από τους σημερινούς άσεμνους δεξιούς πολεμοκάπηλους μας θα δήλωναν αντίθετοι στην επιθετικότητα.
Και δεν μιλάω για τις μαριονέτες της πολιτικής, οι οποίες σαφώς ενεργούν κακόπιστα. Αλλά, δυστυχώς, τους απλούς ανθρώπους.
Δεν είμαστε μόνο μια αγγλόφωνη αποικία - Γιάνκηδες, για την ακρίβεια - αλλά είμαστε και αποικισμένοι στο πνεύμα. Όχι μόνο είμαστε αποικισμένοι στο πνεύμα, αλλά είμαστε και διχασμένοι μεταξύ αποικιοκρατημένων δεξιών και αποικιοκρατημένων αριστερών.

Έτσι, θα υπάρχει πάντα μια πλευρά έτοιμη να υποστηρίξει, ό,τι και να γίνει, τον αγγλόφωνο ιμπεριαλισμό σε σιωνιστικό στυλ.
Άλλωστε, είμαστε εδώ και καιρό μια μάζα καταναλωτών.
Τις Κυριακές, οι Ιταλοί εγκαταλείπουν τις εκκλησίες και συρρέουν σε εμπορικά κέντρα. Αντικαθιστούν τον Θεό με υλικά αγαθά.
Πώς θα μπορούσαν να μην υπηρετούν με ευγνωμοσύνη, με την ουρά τους να κουνάει, την ίδια δυσοίωνη, οργιαστική, εμπορική και εντελώς αντιχριστιανική δύναμη που υποβιβάζει ολόκληρο τον κόσμο -αν χρειαστεί με βόμβες- σε ένα τεράστιο, και ολοένα και πιο βρώμικο, εμπορικό κέντρο;

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 10

 Συνέχεια από Πέμπτη 26. Μαρτίου 2026


Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 10

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN

Η πλήρης απομόνωση


......«Με την εξουσία της Εκκλησίας και στο όνομα του Ιησού, σε διατάζω να μου πεις πώς να σε ονομάσω.» «Διατάζεις!» 
«Είμαι εμείς», την άκουσε να λέει. «Είμαστε εγώ. Έτσι δεν είναι; Δεν είμαστε; Αυτό που είμαστε ονομάζεται πέρα από τον ανθρώπινο νου.»
Εμείς! Ο Peter καρφώθηκε σε αυτή τη λέξη. Μόνο εκείνοι της Βασιλείας τη χρησιμοποιούσαν. Κατάλαβε πως ήταν κοντά και δεν είχε καμία πρόθεση να επιτρέψει στην Παρουσία να ταυτιστεί ξανά με τη Marianne, γι’ αυτό παρενέβη απότομα.
«Δεν υπάρχει ασυλία για εσάς και το είδος σας στο σύμπαν της ύπαρξης.»
«Εσείς, όλοι σας, είστε…».......

«Εσύ, εσύ, δεν έχεις καμία ιδιαίτερη ανοσία, φίλε μου.» Η έμφαση της Marianne ήταν ακριβής καθώς παρενέβη. Επιμελώς υπολογισμένη. Ίσα ίσα αρκετά βαριά για να προκαλέσει μια ανησυχία. Πολύ ελαφριά για να προδώσει οποιονδήποτε κυματισμό ενόχλησης ή φόβου.

Μια αόριστη ανησυχία διαπέρασε τους βοηθούς του Peter· κινήθηκαν αυθόρμητα πιο κοντά του. Η Presence άρχιζε να τους επηρεάζει. Παρά όλες τις οδηγίες που τους είχε δώσει πριν αρχίσει ο εξορκισμός, ήξερε ότι δεν υπήρχε τρόπος να τους προετοιμάσει για το σοκ, τον φόβο, την επίθεση.

Το σώμα της Marianne ήταν εντελώς ακίνητο, το πρόσωπό της ωχρό σαν πάστα, τα χείλη της μόλις ανοιχτά. Μετά από μια παύση, η φωνή της συνέχισε με την παραμικρή αιχμή οξύτητας: «Μπορεί να γυάλισες τα επιγονατίδιά σου σε ένα Confession Box» — αυτό με έναν περιφρονητικό τόνο — «αλλά δεν ήσουν μετανοημένος, φίλε. Όχι πάντα, τουλάχιστον. Λοιπόν, πού είναι η μετάνοιά σου; Και χρειάζεται να σου πω, ιερέα, ότι χωρίς μετάνοια έχεις ακόμη αμαρτίες; Και εσύ! Εσύ διατάζεις τη Βασιλεία;»

Στη μνήμη του ο Peter άκουσε την προειδοποίηση του Conor: «Ό,τι συνέβη στο pahst histhoree, συνέβη. Το recorrd στέκει. Ferivir. Σαν μια πέτρα σε ένα χωράφι, opin και maneefist. Για να το δουν όλοι, αγόρι μου. Incloodin' τον Grate Panjandhr'm hissilf. Όχι, μην το αρνείσαι. Κυλίσου στην ταπεινότητα.»

«Πώς να σε αποκαλούμε;» επέμεινε ο Peter.

«Εμείς;» Σαρκαστικά, αλλά ήρεμα.
«Στο όνομα του …»
«Κλείσε το άθλιο στόμα σου…» — ήταν ξαφνικά ένα ζώο που γρύλιζε τις λέξεις. «Κλείσ’ το! Βούλωσέ το! Κλείδωσέ το! Γάμησέ το!»
«…του Jesus. Πες μας: πώς να σε αποκαλούμε;»


Τότε ένας χαμηλός, μακρύς κραυγαλέος ήχος βγήκε από τα χείλη της Marianne. Όλοι στο δωμάτιο κράτησαν την ανάσα τους καθώς η Φωνή γουργούριζε και με δυσκολία διέκριναν τα λόγια: «Θα πάρω το τίμημά μου. Θα πάρουμε το μερίδιό μας από σάρκα. Και τα 142 pounds του! Θα τον πάρω μαζί μου, μαζί μας, μαζί μου!» Απόλυτη σιωπή. Έπειτα η φωνή της Marianne: «Smiler. Απλώς χαμογελώ.»

Ο Peter έριξε μια ματιά στο πρόσωπό της. Το όνομα ήταν προφανές τώρα που το ήξερε. Το στραβό χαμόγελο είχε επιστρέψει στο στόμα της. Τώρα, συνειδητοποίησε, έπρεπε να αντιμετωπίσει τον αρχαιότερο από τους πειρασμούς και τους εχθρούς του ανθρώπου: εκείνον που σε εξαπατά με ένα χαμόγελο και ένα αστείο και μια υπόσχεση.


Η εξυπνάδα του πράγματος. Πώς θα μπορούσες να υποψιαστείς ή να επιτεθείς σε κάποιον που ονομάζεται Smiler; Και αν απλώς χαμογελά σε οτιδήποτε κάνεις, τι μπορείς να κάνεις εσύ; Όλο το πράγμα — Θεός, ουρανός, γη, Jesus, αγιότητα, καλό, κακό — γίνεται μια απλή φάρσα. Και με την κακή αλχημεία αυτής της φάρσας, τα πάντα γίνονται ένα άσχημο αστείο, ένα κοσμικό αστείο εις βάρος μικρών ανθρώπων που με τη σειρά τους δεν είναι παρά ασήμαντα μικρά αστεία. Και, και, και… η απόλυτη κοινοτοπία κάθε ύπαρξης, η επιθυμία για το τίποτα.
Τράβηξε βίαια το μυαλό του μακριά από αυτή τη νεκρή κουβέρτα κατάθλιψης και συγκεντρώθηκε ξανά. Αυτό ήταν το σημείο συνάντησης με τη Marianne.

«Εσύ, Smiler, θα φύγεις, πρέπει να φύγεις από αυτό το πλάσμα του Θεού…»


«Αυτή η ενοχλητική υπόθεση έχει τραβήξει αρκετά.» Τα λόγια είχαν μια αυτάρεσκη χροιά καλυμμένη με πομπώδη τόνο. Η εσωτερική αντίδραση του Peter ήταν: Είμαστε σχεδόν εκεί. Η φωνή της Marianne συνέχισε: «Καταλαβαίνεις καλύτερα από αυτούς τους ανόητους. Άλλωστε…»
«…γιατί η αγάπη είναι το μόνο που χρειάζεται…» συνέχισε ο Peter.
«…η ζωή της είναι σύντομη, όπως και η δική σου. Παίρνει ό,τι μπορεί, όπως κι εσύ…»
«Γιατί η αγάπη είναι το μόνο που χρειάζεται.» επανέλαβε ο Peter. Αλλά ο μονόλογος του Smiler συνεχιζόταν αδιάκοπα.
«…το παίρνεις με την αλαζονεία σου.»


«Και εσύ, Smiler, απέρριψες την αγάπη.» Υπήρξε ένα ξαφνικό σπάσιμο στην ανταλλαγή. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου ο Peter περίμενε. «Προερχόμαστε από την αγάπη», άρχισε ξανά. Αλλά μέχρι εκεί έφτασε.

«ΑΓΑΠΗ!!!» Η λέξη εκτοξεύτηκε προς το μέρος του σαν πυροβολισμός. Οι βοηθοί έγειραν προς τη Marianne, περιμένοντας βία μετά από εκείνη την κραυγή. Ο Peter ίσιωσε το σώμα του, όχι με αγωνία, όχι σαν να περίμενε κάτι ακόμη. Ο Conor είχε πει να μην ανταλλάσσεις ποτέ φωνές, αλλά να αφήνεις τις εκρήξεις να εξαντλούνται μόνες τους.

Αλλά δεν υπήρξε άλλο φώναγμα. Ήταν η βία του μίσους στη φωνή της Marianne που ήταν σωματικά επώδυνη για τον Peter, καθώς συνέχιζε επίμονα και ήσυχα: «Ναι…» Μια παρατεταμένη παύση, σαν να συλλογιζόταν. Έπειτα: «Α! Εξήντα εννέα. Σωστά; Μια βολική εικόνα!»


Ο Peter μορφάρισε στο άκουσμα του τόνου και της νοερής εικόνας. Η μνήμη του υπονόμευε την προσπάθειά του, και προσευχήθηκε.

Αλλά η Marianne συνέχισε με ατάραχη ανελέητη ακρίβεια, σαν να απήγγελλε από τεχνική αναφορά. «Και πρώτα η γλώσσα, η κορυφή της σαν ένα μοναδικό υγρό ροζ μάτι με λευκή ίριδα, αρχίζει να εξερευνά: γλιστρώντας το ραχιαίο της μέρος πάνω από κάθε βουβώνα, κάθε επιθηλιακό κύτταρο καταγράφοντας τους κυματισμούς του musculus gracilis, ακολουθώντας τον τεντωμένο adductor longus, καλώντας το σάλιο να γυαλίσει την πορεία του προς το σκοτεινό βουνό, το mons veneris. Η saphena majora της θροΐζει και γαργαλά με το αίμα που ορμά.»

Μια απάντηση ανέβηκε στα χείλη του Peter. Την συγκράτησε.

Η Marianne συνέχισε. «Έπειτα, στο os pubis καθυστερεί, όλες οι θηλές της πεινασμένες, τεντωμένες, υγρές. Filiform φωνάζει σε fungiform, fungiform σε circumvallatae, circumvallatae σε foliatae· “Εμπρός! Αδέλφια! Εμπρός!”»

Ο γιατρός σφύριξε μέσα από τα δόντια του και κοίταξε τον Peter. Αλλά ο Peter ήταν επικίνδυνα αποσπασμένος από τη σκηνή. Μπορούσε να ακούσει τον αναστεναγμό της Mac, εκείνη τη μακρινή μέρα στον ήλιο, μίλια και δεκαετίες μακριά από αυτή την κακή συνάντηση· μπορούσε να τη δει ξαπλωμένη στην πλαγιά των αμμόλοφων, ένιωθε το ένα της χέρι να ακουμπά ελαφρά στην κοιλιά του. Και ύστερα είχε τη φευγαλέα εικόνα της να κείτεται στο φέρετρό της λίγο πριν κλείσει για πάντα.

Ανελέητα η αφήγηση συνεχιζόταν. «Μέσα στους στεναγμούς του και το λαχάνιασμά της, το γαργάλημα στο ιερό του οστό (α! Οστό της Ανάστασης! Αυτοί οι ραββίνοι είχαν μια λέξη γι’ αυτό!), μέσα από τους μηρούς του· το corpus cavernosum γεμίζει με παχύ, κόκκινο-μαύρο αίμα. Η γλώσσα εισχωρεί μέσα, και εκείνη κλείνει γύρω της, την κρατά.»

Ο Smiler χρησιμοποιούσε τώρα τη φωνή της Marianne με έναν ήπιο, πραγματολογικό τόνο. Υπήρξε μια σύντομη παύση δευτερολέπτων. Έπειτα, με μια έκρηξη άγριας περιφρόνησης:

«Τη γαμάει. Και σαν την ύαινα με ένα νεκρό ελάφι» — η φωνή υψώθηκε σε κραυγή — «αρχίζει από τον πρωκτό της, και εκείνη σαν μητέρα φίδι καταπίνει τον γιο της. ΑΓΑΠΗ;;;;» Μια διαπεραστική, συντριπτική κραυγή. Η φωνή έπεσε σε χλευασμό: «Cunni-cunni-cunni-cunni-cunni! Peter the Eater.» Έπειτα ανέμελα, σαν να ρωτούσε την ώρα της ημέρας: «Πες μας, Peter. Μετανοείς; Σου λείπει;»


Ο πατέρας της Marianne είχε το πρόσωπό του χωμένο στα χέρια του· οι ώμοι του σείονταν από λυγμούς. Ο πρώην αστυνομικός και ο τραπεζίτης κοίταζαν τον Peter κατακόκκινοι. Ο νεαρός συνάδελφός του στηριζόταν στο κομοδίνο, το πρόσωπό του σταχτί. Η εκρηκτική αυτή επίθεση, σαν ένας τεράστιος, απλωμένος καμβάς, είχε εκτοξεύσει πάνω τους μια μάζα από ουρλιαχτά χρώματα και παράλογα μοτίβα σκέψης και συναισθημάτων.
Ο γιατρός αντέδρασε πιο γρήγορα από τους άλλους: «Peter, μπορούμε να κάνουμε μια παύση;» Ήταν ανήσυχος, βλέποντας το άχρωμο πρόσωπο του Peter και ένα αφηρημένο βλέμμα στα μάτια του. Ο Peter δεν έδωσε απάντηση.
Ο Smiler, ο κοσμικός γελωτοποιός, λερώνει και κατασπαράζει τα πάντα, σκεφτόταν ο Peter μέσα του, καθώς συλλογιζόταν και ψηλαφούσε το επόμενο βήμα του. Ο Smiler, που μετατρέπει τις μνήμες σε βρωμιά και σε πνίγει με αυτές. Αλλά δεν είναι λεπτός. Και δεν είναι έξυπνος. Ο Peter σκέφτηκε: Αυτό είναι είτε παγίδα για εμάς, είτε έχουμε παγιδεύσει τον Smiler. Ποιο από τα δύο;
Βρέθηκε να αντιδρά ενστικτωδώς: «Σιωπή! Smiler! Σιωπή στο όνομα του Jesus! Σε διατάζω να σταματήσεις, να την αφήσεις. Πες μου ότι θα υπακούσεις, ότι θα την αφήσεις. Μίλα!»

Οι άλλοι άντρες στο δωμάτιο κοίταξαν τον Peter, έκπληκτοι από τη δύναμη στη φωνή του. Η λεκτική επίθεση τους είχε αφήσει ωμούς, ντροπιασμένους για κάτι αόριστο, με την αίσθηση ότι είχαν λερωθεί. Περίμεναν ότι ο Peter θα μαραζώσει, ότι θα είχε συντριβεί. Ήταν έτοιμοι να χάσουν την ελπίδα.
Αλλά τώρα πήραν κάτι από αυτόν. Διαισθάνθηκαν αυτό που εκείνος ήξερε, το είδαν στο πρόσωπό του, και σχεδόν τον άκουσαν να τους λέει: «Μπορεί να είμαι μπλεγμένος σε αυτό προς δική μου ταπείνωση. Αλλά και ο Smiler είναι εξίσου μπλεγμένος σε αυτό και δεν υπάρχει διαφυγή για εκείνον. Απλώς κρατηθείτε.»


Ο Smiler μίλησε, αλλά σαν να μην είχε μιλήσει ποτέ ο Peter. «Λοιπόν! Εδώ έχουμε κάτι που δεν έχει ξαναδεί η Βασιλεία» — η φωνή πάλι ήρεμη — «μια μικρή σταγόνα θαλασσινού νερού τραβά γύρω της μια μικρή μεμβράνη και σαπίζει για ένα εκατομμύριο χρόνια σε μια αρχαία, ξεχασμένη ακτή, και βγάζει μικροσκοπικά νεύρα ευαίσθητα σαν σκανδάλη και ασήμαντους μικρούς γήινους μηχανισμούς, και μια μέρα στέκεται όρθια πάνω σε δύο αδύνατα άκρα και λέει: “Είμαι άνθρωπος”, και υψώνει το ρύγχος της προς τους ουρανούς από πάνω και λέει ξανά: “Είμαι τόσο όμορφη”…»
«Σιωπή! Σταμάτα!»
«Βρομερό κάθαρμα! Μικρό δύσοσμο ζώο…»
«Και άφησε την ψυχή της Marianne να γίνει όμορφη ξανά με τη χάρη του…»
«Όμορφη;» Για πρώτη φορά, η φωνή υψώθηκε σχεδόν μια οκτάβα ψηλότερα.
«Όμορφη;» Τώρα ήταν μια διαπεραστική, οξεία και επώδυνη κραυγή χλευαστικής αμφισβήτησης. «Εσύ ανήμπορο, τσιρίζον, ξερασμένο, γλείφον, σαλιαρίζον, ιδρωμένο, αποβάλλον μικρό σκυλί. Μαστιγωμένο μπάσταρδο. Δοχείο σκατών με δυσκοιλιότητα. Δικαιολογία για ύπαρξη. Μάζα από ούρα και περιττώματα και μύξα και λάσπη, γεννημένος σε ένα κρεβάτι πάνω σε ματωμένα σεντόνια, βγάζοντας το κεφάλι σου ανάμεσα στα βρομερά πόδια μιας γυναίκας και ουρλιάζοντας όταν σου χτύπησαν τον πισινό και γέλασαν με τα μικρά σου κόκκινα αρχίδια» — η κραυγή των υψηλών ντεσιμπέλ ύβρεων σταμάτησε ξαφνικά, ακολουθούμενη από τρεις συλλαβές προφερόμενες ήρεμα και με απεχθή περιφρόνηση — «Πλάσμα!»

«Και εσύ επίσης. Πλάσμα.» Ο Peter εξέπληξε τον εαυτό του με την αυτοκυριαρχία του: ο αντίπαλός του είχε κάνει ένα λάθος, και ο Peter το ήξερε. Ο Peter επίσης εξέπληξε τον εαυτό του με την περιφρόνηση που διαπίστωσε ότι έβαζε στην ανταπάντησή του.

Συνέχισε: «Κάποτε τίποτα. Έπειτα όμορφος. Ο πιο όμορφος απ’ όλα όσα δημιούργησε ο Θεός.» Ο πικρός χλευασμός στη φωνή του Peter έκανε όλα τα κεφάλια, εκτός από της Marianne, να στραφούν προς το μέρος του. Συνέχισε χτυπώντας και προκαλώντας. «Έπειτα άσχημος από την υπερηφάνεια. Έπειτα νικημένος. Έπειτα ριγμένος από τα ύψη σαν ένας δαυλός που σβήνει.»

Ένας χαμηλός βρυχηθμός βγήκε από το στόμα της Marianne.
Ο Peter συνέχισε ατρόμητος· είχε τον αντίπαλό του ακριβώς εκεί που τον ήθελε: «Και εκδιωγμένος, και ατιμασμένος, και καταδικασμένος, και στερημένος για πάντα, και ηττημένος για πάντα.»
Το σώμα της Marianne άρχισε να τρέμει.
«Κρατήστε την κάτω!» μουρμούρισε στους βοηθούς του. Ακριβώς στην ώρα. Έτρεμε βίαια. Ο βρυχηθμός ήταν τώρα το γρύλισμα ενός χοίρου με ένα μαχαίρι να ξεσκίζει τη σφαγίτιδά του μέσα σε ριπές αίματος.

Ο Peter το ενίσχυσε: «Και εσύ επίσης, πλάσμα του Θεού, αλλά όχι σωσμένος από το αίμα του Jesus.»
Ξανά το μακρύ, ουρλιαχτό θρήνου.
Καθώς ο ήχος του έσβηνε, όλο το σώμα του Peter ηλεκτρίστηκε από φόβο.

Εκείνη τη στιγμή η παρουσία εξαπέλυσε ξανά το μίσος της. Σαν κάτι υλικό, του επιτέθηκε. Έστειλε νύχια που τσούζουν μέσα στο μυαλό και τη θέλησή του, καρφώνοντας βαθιά στη ρίζα της αποφασιστικότητάς του, σε κάποιο εσωτερικό ευαίσθητο, λεπτό σημείο του όπου ζούσε όλος του ο πόνος και όλη του η ευχαρίστηση.
Αυτή ήταν η Σύγκρουση που ο Conor είχε αναλύσει τόσο καλά για τον Peter. Αυτή ήταν η κορύφωση της προσωπικής του μάχης. Ο Peter έκανε το σημείο του σταυρού. Ήξερε: τώρα ένας από τους δύο έπρεπε να υποχωρήσει· ένας θα ήταν ο νικητής. Έπρεπε να αντέξει. Έπρεπε να αρνηθεί την απελπισία. Να αρνηθεί την απιστία. Να αρνηθεί την καταδίκη. Να αρνηθεί τον φόβο. Να αρνηθεί. Να αρνηθεί. Να αρνηθεί. Να κρατηθεί. Αυτά έρχονταν σαν αυτόματες εντολές από το βάθος του εαυτού του.

Η πρώτη απελπισμένη του προσπάθεια ήταν να στρέψει το μυαλό του προς οποιαδήποτε σανίδα σωτηρίας — οποιαδήποτε ομορφιά ή αλήθεια είχε γνωρίσει και βιώσει: την κραυγή των γλάρων έξω από το Dooahcarrig στο Kerry· το ρυθμικό μοτίβο των ευκίνητων ποδιών στους χειμερινούς χορούς· το χαμόγελο της Mae· την ασφάλεια του σπιτιού του πατέρα του· τα ήρεμα καλοκαιρινά βράδια που είχε περάσει ανοιχτά της ακτής του Aran Island κοιτάζοντας τα βουνά της Connemara πίσω από την πόλη Galway, μωβ μάζες που αναδύονταν μέσα σε έναν λαμπερό χρυσό θόλο ουρανού μέσα στην ομίχλη.

Αλλά όσο γρήγορα κι αν εμφανιζόταν μια εικόνα, ξεραίνονταν σαν σταγόνα νερού μέσα σε φλόγα. Όλες οι εσωτερικές του εικόνες πίστης, εξουσίας, ελπίδας, νομιμότητας, φροντίδας, απαλότητας συρρικνώνονταν και χάνονταν. Η φαντασία του καιγόταν από μια υπερθερμασμένη απελπισία και το μυαλό του δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Μόνο η θέλησή του κρατούσε τόσο το μυαλό όσο και τη φαντασία σε μια ακινησία που τον πονούσε και τον βασάνιζε.

Αλλά τότε η Presence στράφηκε σιωπηλά πάνω στη θέλησή του με ένα χτύπημα γυμνής εχθρότητας. Για τους άλλους παρόντες υπήρχαν λίγα να καταλάβουν: κανένας ήχος εκτός από τη βαριά αναπνοή του Peter και το σύρσιμο των ποδιών τους καθώς προσπαθούσαν να κρατήσουν την ισορροπία τους και να συγκρατήσουν τη Marianne· καμία αίσθηση πέρα από την ένταση του σώματος της Marianne ενάντια στα χέρια τους. Η επίθεση στον Peter ήταν μια μανία που χτυπούσε σαν κοφτερό χαλάζι πάνω σε μια μεταλλική στέγη, γεμίζοντας όλη του τη συνείδηση με έναν αδιάκοπο θόρυβο φόβων που παρέλυαν τη θέληση και το μυαλό του. Αν μόνο μπορούσε να αναπνεύσει πιο εύκολα, σκέφτηκε. Ή αν μόνο μπορούσε να διαπεράσει εκείνη την περιφρόνηση.

Αμυδρά είδε τα κεριά να τρεμοπαίζουν πάνω στο κομοδίνο και να γυαλίζουν πάνω στο σταυρωμένο σώμα στον σταυρό.

«Rimimb'r, lad, his proide. That's his weak heel. His proide! Git him on his proide!»

Με τη φωνή του Conor στη μνήμη του, ο Peter ξέσπασε: «Έχεις νικηθεί, νικηθεί, Smiler, από κάποιον που δεν φοβήθηκε να είναι ταπεινός, να σκοτωθεί. Φύγε! Smiler! Φύγε! Έχεις νικηθεί από μια ματωμένη θέληση. Απατεώνα. Ο Jesus είναι ο κύριός σου…»

Οι άλλοι παρόντες τον άκουσαν να βραχνιάζει τις λέξεις καθώς κρατούσαν τη Marianne κάτω στο κρεβάτι. Μια βαβέλ ξέσπασε: όλοι επηρεάστηκαν. Η συρταριέρα κουνιόταν θορυβωδώς μπρος πίσω, τα χερούλια της χτυπούσαν ασύμφωνους ήχους. Η πόρτα του δωματίου άνοιγε και χτυπούσε, άνοιγε και χτυπούσε, άνοιγε και χτυπούσε. Το πουκάμισο της Marianne σκίστηκε στη μέση, αποκαλύπτοντας το στήθος και τη μέση της. Το τζιν της σκίστηκε στις ραφές. Η φωνή της ανέβαινε όλο και πιο δυνατά σε μια σειρά από αργές, κοφτές κραυγές. Μεγάλα σημάδια εμφανίστηκαν στον κορμό της, στη βουβωνική χώρα, στα πόδια και στο πρόσωπό της, σαν ένα αόρατο μαστίγιο να τη χτυπούσε ανελέητα. Πάλευε και κλωτσούσε και τρανταζόταν και έφτυνε. Τώρα ήταν ακράτεια, ούρησε και αφόδευσε σε όλο το κρεβάτι, γεμίζοντας τα ρουθούνια τους με μια καυστική οσμή.

Ο Peter συνέχιζε να μουρμουρίζει: «Σε νίκησε. Σε νίκησε. Σε νίκησε…» Αλλά ο πόνος της θέλησής του που πάλευε ενάντια σε εκείνη τη θέληση άρχισε να τον μουδιάζει· και ο λαιμός του ήταν στεγνός. Τα μάτια του θόλωσαν. Τα τύμπανά του έσπαγαν. Ένιωθε βρώμικος πέρα από κάθε ανθρώπινο καθαρμό. Γλιστρούσε, γλιστρούσε, γλιστρούσε.

«Jesus! Mary! … Conor,» ψιθύρισε καθώς τα γόνατά του λύγιζαν, «όλα χάθηκαν. Δεν μπορώ να κρατηθώ. Jesus! …»

Επτά χιλιάδες μίλια μακριά, πέρα από ωκεανό και ήπειρο, στη Rome, ο γιατρός έγνεψε στη νοσοκόμα καθώς έβγαινε από το δωμάτιο του Father Conor. Είπε στον ηγούμενο ότι δεν υπήρχε λόγος να καλέσουν ασθενοφόρο. Η βλάβη ήταν αυτή τη φορά υπερβολικά εκτεταμένη. Θα ήταν ζήτημα λίγων ωρών.

Ήταν το τρίτο εγκεφαλικό του Conor. Ήταν καλά όλο εκείνο το βράδυ. Έπειτα, τις μικρές ώρες της νύχτας, είχε καλέσει τον ανώτερό του στο τηλέφωνο του οικήματος από το δωμάτιό του: «Fatherr, I'm goin' teh cause yeh throubel agin.» Όταν έφτασαν στον Conor, τον βρήκαν σωριασμένο πάνω στο γραφείο του, με το δεξί του χέρι να σφίγγει έναν σταυρό.

«Father, είναι εντάξει. Εγώ είμαι. Όλα τελείωσαν.»

Ο νεότερος συνάδελφος του Peter τον βοήθησε να σηκωθεί. Ο Peter είχε πέσει στα γόνατα και είχε σκύψει μέχρι που το μέτωπό του άγγιξε το πάτωμα. Δίπλα στο κρεβάτι, ο Peter είδε τον γιατρό να ακούει τον χτύπο της καρδιάς της Marianne με ένα στηθοσκόπιο. Ο πατέρας της της χάιδευε το χέρι και της μιλούσε μέσα από τα δάκρυά του: «Είναι εντάξει, μωρό μου. Είναι εντάξει. Τελείωσαν όλα. Είσαι ασφαλής, μωρό μου. Είναι εντάξει.»


Ο διευθυντής της τράπεζας είχε βγει έξω για να μιλήσει με τη μητέρα και τον αδελφό της Marianne. Η Marianne ήταν τώρα ήρεμη, ανέπνεε κανονικά. Το κρεβάτι ήταν σε άθλια κατάσταση. Ο πρώην αστυνομικός άνοιξε το παράθυρο και οι ήχοι της κυκλοφορίας μπήκαν στο δωμάτιο. Ήταν περίπου 10:15 το βράδυ.
«Πρέπει να τηλεφωνήσω στον Conor νωρίς,» είπε ο Peter στον συνάδελφό του. Έπειτα: «Αναρωτιέμαι τι άλλο συνέβη σήμερα;» Κοίταξε ξανά προς τη Marianne. «Η επίσκεψη του Zio δεν μπορεί να είναι το μόνο.»
Ο Father James τον κοίταξε απορημένος, χωρίς να παρακολουθεί τη σκέψη του. Δεν θα καταλάβαινε ποτέ τους εξορκιστές, ένιωθε.
Έπειτα ο Peter συνέχισε: «Μήπως επειδή η αγάπη είναι μία σε όλο τον κόσμο, και το μίσος είναι ένα σε όλο τον κόσμο;» Ο Peter απηύθυνε την φαινομενικά αόριστη ερώτηση σε κανέναν συγκεκριμένα.
Ο νεότερος ιερέας γύρισε αλλού το βλέμμα από τον πόνο που έβλεπε στο πρόσωπο του Peter· ήταν περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει εκείνη τη στιγμή. «Θα σου φέρω καφέ,» είπε απότομα, νιώθοντας τα καυτά δάκρυα στο πίσω μέρος των ματιών του.
Αλλά ο Peter κοιτούσε έξω από το παράθυρο τον νυχτερινό ουρανό. Το μυαλό του ήταν μακριά, οι αισθήσεις του σχεδόν κοιμισμένες από την κούραση.

Κάτω από το παράθυρο της Marianne, τα πλήθη επέστρεφαν από το Yankee Stadium. Ο Zio εκείνη τη στιγμή στεκόταν σε μια σκοτεινή αίθουσα του Vatican Pavilion στην New York World's Fair, κοιτάζοντας την Pietà του Michelangelo: τον νεκρό Jesus στα χέρια της μητέρας του. Οι τηλεοπτικές κάμερες μετέφεραν τη φωνή του σε εκατομμύρια εκείνο το βράδυ: «Σας ευλογούμε όλους, επικαλούμενοι πάνω σας αφθονία ουράνιων ευλογιών και χαρίτων.»

Συνεχίζεται με:

Father Bones and Mister Natch