Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (25)

 Συνέχεια από :  Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο FICHTE ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΕΓΩ

Οι θεμελιώδεις αρχές του Fichte (Φίχτε)

Ο Fichte θέτει τρεις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες από κοινού συμπεριλαμβάνουν την ουσία της λογικής και της οντολογίας εν γένει. Η απολύτως απροϋπόθετη πρώτη αρχή που αποτελεί τη βάση κάθε πραγματικότητας είναι A = A (WL, SW, 1:92-93· SK, 94). Είναι η αρχή της ταυτότητας. Ό,τι είναι πραγματικό είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του. Ενώ ο Fichte επιλέγει αυτή την αφετηρία επειδή είναι καθολικά αποδεκτή αλήθεια, δεν ικανοποιείται με το υποτιθέμενο αυταπόδεικτό της και επιχειρεί να δείξει γιατί είναι αληθής. Για να αποδειχτεί, ωστόσο, κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπερβούμε την εμπειρία. Πώς όμως είναι δυνατόν να υπερβούμε την εμπειρία;

Ο Fichte ισχυρίζεται ότι γνωρίζουμε τα θεμέλια τέτοιων αρχών μέσω αυτού που αποκαλεί διανοητική ενόραση (WL, SW, 1:471· SK, 44). Εδώ φαίνεται να αντιτίθεται στον Kant, ο οποίος ισχυριζόταν ότι τέτοιου είδους ενόραση ήταν αδύνατη. Ο Fichte, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η φαινομενική διαφωνία τους είναι απλώς ζήτημα ορολογίας, ότι η διανοητική του ενόραση είναι ταυτόσημη με την καντιανή ενόραση για την υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης (apperception) ή με ό,τι θα έπρεπε να έχει διαβλέψει ο Kant εάν ανέλυε τη συνείδηση της κατηγορικής επιταγής (WL, SW, 1:472· SK, 46). Ο Pippin υποστηρίζει ότι ο Fichte προσεγγίζει εδώ ένα πραγματικό στοιχείο της καντιανής σκέψης. Ο Kant προσδιορίζει «τη δύναμη του νου να παράγει αναπαραστάσεις από τον εαυτό της» (KrV, A51/B75) ως «την αυθορμησία της γνώσης», και αυθορμησία είναι επίσης ο όρος που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την απροϋπόθετη αιτιότητα της ελευθερίας (KrV, A533/B561). 

Ο Fichte προσπαθεί να ενισχύσει το θεμέλιο της πρώτης αρχής μέσω μιας ανάλυσης των προϋποθέσεων της αλήθειας της. Το Α=Α, υποστηρίζει ο Fichte, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει Α· ειδάλλως η αρχή είναι ψευδής. Το Α υπάρχει, ωστόσο, μόνο επειδή τίθεται ή καθιδρύεται από το εγώ μέσα στη συνείδηση και για τη συνείδηση. Με βάση την αντίληψη ότι το αντικείμενο τίθεται (gesetzt), ο Fichte απομακρύνεται αποφασιστικά από την καντιανή κατανόηση του αντικειμένου ως δεδομένου (gegeben), στην κατεύθυνση μιας φιλοσοφίας της αυτοϊδρυόμενης ελευθερίας. Το εγώ θέτοντας το Α ισχυρίζεται ότι το Α είναι πραγματικό, και άρα ότι A=A. Ωστόσο ποιες είναι οι προϋποθέσεις της δυνατότητας τού εγώ να θέτει αυτή την ταυτότητα; Σύμφωνα με τον Fichte, αυτό είναι δυνατόν μόνο εάν το ίδιο το εγώ έχει ήδη την ικανότητα να επιβάλλει την ταυτότητα. Αυτή η ικανότητα, υποστηρίζει, απορρέει από το εγώ που αναγνωρίζει την ταυτότητα του εαυτού του, ότι «εγώ είμαι», ή ότι «εγώ είμαι εγώ», ή ότι «εγώ=εγώ». Η αναγνώριση αυτή, σύμφωνα με τον Fichte, είναι η απολύτως απροϋπόθετη πρώτη αρχή. Το A=A είναι απλώς αφαίρεση από το εγώ=εγώ. Το A=A αληθεύει μόνο εάν το Α υπάρχει, ενώ το εγώ=εγώ αληθεύει οποτεδήποτε κι αν διατυπωθεί, όπως απέδειξε ο Descartes (WL, SW, 1:100· SK, 100). Επιπλέον, αφού το A=A προσδιορίζει τι είναι πραγματικό, η κατηγορία της πραγματικότητας είναι απλώς προβολή του ουσιώδους χαρακτήρα του εγώ ως κριτηρίου για την πραγματικότητα των αντικειμένων.

Αφετηρία του Fichte ήταν η διανοητική ενόραση ότι «το εγώ αρχίζει θέτοντας με απόλυτο τρόπο την ύπαρξή του» (WL, SW, 1:98· SK, 99). [Ο Fichte διεύρυνε αυτή τη διατύπωση το 1797 γράφοντας: «Το εγώ αρχίζει θέτοντας απολύτως τη δική του ύπαρξη ως αυτοτεθειμένο» (SW, 1:528. Βλ. Henrich, «Einsicht», 202-203)]. Με αυτό τον ισχυρισμό ο Fichte έφερε το πάθος για ελευθερία που ανακάλυψε στον συνδυασμό καντιανισμού και Γαλλικής Επανάστασης στην πιο ακραία του έκφραση. Το εγώ είναι ελεύθερο και απόλυτο με την κυριολεκτική σημασία των λέξεων, δηλαδή αποδεσμεύεται από όλες τις σχέσεις πλην όσων καθιδρύει το ίδιο. Ο Fichte εδώ δίνει έκφραση σε μια επαναστατική ενόρμηση που απαλείφει όλους τους ξένους προσδιορισμούς και στηρίζει το εγώ στον εαυτό του και μόνο. [Ο Karl Löwith επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με τον Kant, ο Fichte δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως απλό σύνδεσμο ανάμεσα στον Θεό και στον κόσμο, αλλά ως την απόλυτη, δημιουργική πηγή του Θεού και του κόσμου. Συμπεραίνει, λοιπόν, ότι για τον Fichte ο ίδιος ο Θεός εξαφανίζεται στην ηθική παγκόσμια τάξη του αυτοτεθειμένου εγώ. Gott, Mensch und Welt, 92, 95].

Η ενέργεια της αυτοθεμελίωσης ή της αυτοΐδρυσης αποτελεί την ουσία του εγώ, το οποίο, έτσι, δεν κατανοείται ως κάποιο πράγμα ή αντικείμενο αλλά ως αρχέγονη δραστηριότητα (WL, SW, 1:440· SK, 21). Αυτή η έννοια του υποκειμένου ως δραστηριότητας ήταν ήδη παρούσα στη θεμελιώδη αρχή του Descartes ego cogito ergo sum, αλλά επισκιαζόταν από την περιγραφή για το εγώ ως res cogitans. Ο  χαρακτηρισμός του εγώ ως δραστηριότητας ήταν σαφέστερος στον Kant, ο οποίος αναγνώριζε την αυτοσυνείδηση ως ενέργεια του εγώ, και τίποτα παραπάνω. Ο Fichte, ωστόσο, κάνει ένα βήμα παραπέρα. Ενώ η βούληση για τον Kant είναι θεμελιώδης ως η υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης και ως πρακτικός Λόγος, οι δραστηριότητές της καθορίζονται από αμετάβλητους νόμους που απορρέουν από τη νοούμενη σφαίραΟ Fichte επιχειρεί να παραγάγει καθετί από την καθαρή δραστηριότητα του απολύτως απροϋπόθετου εγώ. Όπως απέδειξε ο George Kelly, με τον Fichte εισερχόμαστε στον Φάουστ του Goethe, ο οποίος διακηρύσσει ότι «στην αρχή ήταν η πράξη»Αυτή η θεμελιώδης ενέργεια της παραγωγής είναι η βάση κάθε άλλης ενέργειας, αφού στηρίζει την ελευθερία, και άρα την ίδια τη δημιουργία. Η πραγματικότητα είναι απλώς υποπροϊόν της δημιουργικής βούλησης που αναζητά μονάχα τον εαυτό της. 

Ο Dieter Henrich υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του εγώ ως αυτοϊδρυόμενου ήταν η θεμελιώδης ενόραση του Fichte. Σύμφωνα με τον Henrich, αυτό είναι έκφραση μιας νέας αντίληψης για την ελευθερία και συγχρόνως καθιδρύει μια νέα αντίληψη για την αυτοσυνείδηση. Η σύγχρονη φιλοσοφία από τον Descartes μέχρι τον Kant κατανοούσε την αυτοσυνείδηση ως αναστοχασμό ή περιστροφή της συνείδησης με την οποία συνήθως κανείς αντιλαμβάνεται αντικείμενα που στηρίζονται στον εαυτό του. Αυτή η αναστοχαστική θεωρία, ωστόσο, κατατρύχεται από μια καταστροφική αντίφαση: εάν το εγώ είναι αυτοσυνείδηση και η αυτοσυνείδηση είναι η αναγνώριση ότι «εγώ είμαι εγώ», τι είναι το εγώ που αναστοχάζεται τον εαυτό του όταν αναγνωρίζει πως «εγώ είμαι εγώ»; Δεν μπορεί να είναι αυτοσυνείδηση, διότι αυτή επέρχεται ως αποτέλεσμα του αναστοχασμού. Ούτε μπορεί να είναι κάποιο είδος προαναστοχαστικού εγώ, αφού το εγώ γεννιέται μόνο ως αποτέλεσμα αυτού του αναστοχασμού. Σύμφωνα με τον Henrich, ο Fichte ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε αυτή την αντίφαση και επιχείρησε να τη λύσει αναλύοντας την αρχέγονη δραστηριότητα που παράγει αυτοσυνείδηση (WL, SW, 1:459 - SK, 34-35). [Wikipedia: Ο Henrich εισήγαγε τον όρο «η αρχική διορατικότητα του Φίχτε» για να περιγράψει την ιδέα του Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε ότι ο εαυτός πρέπει να έχει ήδη κάποια προηγούμενη γνωριμία με τον εαυτό του, ανεξάρτητα από την πράξη του αυτοστοχασμού. Ο Χένριχ σημείωσε ότι ο Φίχτε έβλεπε το υπερβατικό υποκείμενο ως μια αρχέγονη ιδιότητα και προσδιόρισε τη δραστηριότητά του ως προγενέστερη του αυτοστοχασμού. Εισήγαγε επίσης τον όρο «Καντιανή πλάνη» για να περιγράψει την προσπάθεια του Immanuel Kant να γειώσει τον εαυτό σε καθαρό αυτοστοχασμό, θέτοντας τη στιγμή του αυτοστοχασμού ως την αρχική πηγή της αυτοσυνείδησης].

Σε αυτό το σημείο η επιχειρηματολογία του Henrich είναι ακαταμάχητη και διασαφηνίζει ένα σημαντικό στοιχείο στο πρόταγμα του Fichte. Ωστόσο ο Henrich δεν λαμβάνει υπ' όψιν ότι κάποιο παρόμοιο επιχείρημα θα μπορούσε να διατυπωθεί για τον Descartes (Ντεκάρτ). Η θεμελιώδης αρχή του Descartes (Καρτέσιου), όπως είδαμε, είναι μια βεβαίωση της βούλησης, μια αυτοθεμελιωμένη κρίση που στηρίζει κάθε άλλη κρίση. Η άποψη του Fichte για το «θέτειν» είναι εκπληκτικά όμοια με την καρτεσιανή έννοια της βούλησης. Αμφότεροι κατανοούν την ενέργεια ως αυτοθεμελιωμένη κρίση. Για τον Fichte το θέτειν εαυτόν του εγώ στον ισχυρισμό εγώ=εγώ είναι θετική κρίση ή κρίση του θέτειν. Το εγώ=εγώ υπ' αυτή την έννοια εδράζεται στην κρίση «εγώ είμαι». Ο Kant υποστήριζε ότι τέτοιες κρίσεις ήσαν αδύνατες επειδή το είναι δεν είναι κατηγόρημα, αλλά ο Fichte υποστηρίζει ότι σχετίζεται με ό,τι ο Kant αποκαλεί άπειρη κρίση, όπως «αυτό είναι ωραίο» (WL, SW, 1:117· SK, 115). Αντίθετα με τις αναλυτικές και τις συνθετικές κρίσεις, που είτε διαχωρίζουν είτε συνδυάζουν δύο διαφορετικές έννοιες αποδίδοντας κάποιο κατηγόρημα στο υποκείμενο, οι θετικές κρίσεις δεν συσχετίζουν την έννοια ή το υποκείμενο με κάποια άλλη έννοια, και άρα την αφήνουν εντελώς απροσδιόριστη. Τέτοιες κρίσεις είναι θεμελιώδεις κρίσεις που θέτουν μια ύπαρξη. Η ύπαρξη υπ’ αυτή την έννοια συλλαμβάνεται ως το προϊόν της βούλησης ή του εγώ. Το αρχέγονο ή απόλυτο εγώ που βεβαιώνει τον εαυτό του στην κρίση «εγώ είμαι» ή «εγώ=εγώ» είναι επομένως προκατηγοριακό. Μόλις συνδεθεί με αυτό κάποιο κατηγόρημα, παύει να είναι απόλυτο. Τέτοιου είδους κρίση είναι δυνατή επειδή το εγώ τού «εγώ είμαι» δεν είναι πράγμα ή κατηγορία αλλά η αρχέγονη δραστηριότητα που παράγει όλα τα πράγματα και τις κατηγορίες.

Για τους συγχρόνους του Fichte ο τρόπος τού είναι αυτού του αρχέγονου εγώ ήταν αμφιλεγόμενος. Όπως πρότεινε ο George Kelly, θα μπορούσε να ερμηνευτεί είτε ως κοσμολογικό ή θεϊκό, είτε ως το πεπερασμένο ανθρώπινο εγώ ή κάποιο σολιψιστικό εγώ, μια αμφιλογία που κατέστησε ευάλωτο τον Fichte σε πολλές ακούσιες ή εκούσιες παρανοήσεις. Ο Fichte επιχείρησε να διευκρινίσει αυτή την έννοια του εγώ και προασπίστηκε τη σκέψη του ενάντια σε παρερμηνείες στις δύο εισαγωγές του για την έκδοση του 1797. Εκεί βεβαιώνει ότι η διδασκαλία του για το απόλυτο εγώ δεν είναι διδασκαλία για τον ατομικισμό ή τον εγωισμό (WL, SW, 1:517· SK, 84). Η «Επιστήμη της γνώσης» αρχίζει με το απόλυτο εγώ ως διορατική ενόραση και τελειώνει με το απόλυτο εγώ ως πλήρως αρθρωμένη ιδέα· ως ενόραση το απόλυτο εγώ δεν είναι ακόμη ατομικό και ως ιδέα δεν είναι πλέον ατομικό (WL, SW, 1:516· SK, 84). Αυτό διευκρινίζεται περαιτέρω με τον ισχυρισμό του σε μια επιστολή προς τον Reinhold στις 21 Μαρτίου 1797 ότι δεν ήταν ο ίδιος εκείνος που συνέλαβε την «Επιστήμη της γνώσης» αλλά ο Θεός ή η φύση που έδρασε μέσω του ίδιου. Ομοίως, στην έκδοση της «Επιστήμης της γνώσης» του 1801 δήλωνε ότι το ατομικό εγώ δεν ενεργεί ποτέ, «μα με εμένα ενεργεί το σύμπαν». [Ο Leszeck Kolakowski υποστηρίζει ότι η φιχτιανή διαλεκτική της αυτοματαιούμενης εξωτερίκευσης εδράζεται στην ιστορία της νεοπλατωνικής θεογονίας και σε όσα δόγματα παρουσιάζουν τον Θεό να αποκτά υπόσταση μέσω της δικής του δημιουργικής δραστηριότητας. Στον Fichte, ωστόσο, τα χαρακτηριστικά του θεϊκού όντος μεταβιβάζονται στον ανθρώπινο νου. Αυτή η θεολογική στιγμή της φιχτιανής σκέψης απορρίπτεται σχεδόν εντελώς από μελετητές όπως οι Neuhouser και Luc Ferry, οι οποίοι παρουσιάζουν τον Fichte ως υπέρμαχο του ατομικισμού. Το «θέτειν εαυτόν» δεν αντιμετωπίζεται ως κάποια απόλυτη δραστηριότητα κατά την οποία τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα συμμετέχουν υπό μίαν έννοια, αλλά ως πνευματική λειτουργία μέσω της οποίας τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα δημιουργούν τις αξίες τους].

Καθόσον το απόλυτο εγώ θέτει και επομένως βούλεται μόνο τον εαυτό του, δηλαδή εφ’ όσον δεν είναι παρά η δραστηριότητα τής αυτοθεμελίωσης, παραμένει καθαρή, αδιαφοροποίητη καθολικότητα, ένα άπειρο επίπεδο (για να χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία που ο Fichte δανείζεται από τον Descartes) που δεν αλλάζει διόλου. Πώς, λοιπόν, μπορεί ένα τέτοιο αδιαφοροποίητο εγώ να γεννήσει κάποιο διαφοροποιημένο κόσμο, όπως εκείνος τον οποίο βιώνουμε συνήθως; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα βρίσκεται στη δεύτερη αρχή του Fichte.

Ομοίως με την πρώτη αρχή, η δεύτερη αρχή του Fichte τίθεται απόλυτα, και κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται, ούτε παράγεται. Καθορίζεται, ωστόσο, όσον αφορά το περιεχόμενό της (όχι όμως και τη μορφή της) από την πρώτη αρχή. Αυτή η αρχή είναι ότι A≠ουκ A (WL, SW, 1:102· SK, 103). Είναι η αρχή της άρνησης, που αντιτίθεται (entgegengesetzt) στην αρχή της πραγματικότητας, δηλαδή στο A=A. Ο Fichte υποστηρίζει όμως ότι δεν παράγεται από την πρώτη αρχή, αφού συνεπάγεται αντίθεση, που απουσιάζει εντελώς στο A=A (WL, SW, 1:102· SK, 102). Εμφανίζεται μόνο επειδή και αυτή τίθεται απολύτως από το εγώ. Είναι ενέργεια της βούλησης, στιγμή της δραστηριότητας που επίσης θέτει τον εαυτό της ως εγώ. Η ικανότητα του εγώ να θέτει μια τέτοια αντίθεση, δηλαδή να αντιθέτει, πρέπει, σύμφωνα με τον Fichte, να εδράζεται στην ύπαρξη μιας τέτοιας αντίθεσης ή διαφοράς μέσα στο ίδιο το εγώΕπομένως το Α≠ουκ Α εδράζεται στην αναγνώριση από το εγώ ενός ουκ εγώ και στο γεγονός ότι εγώ≠ουκ εγώ (WL, SW, 1:104· SK, 104).

Σύμφωνα με τον Fichte, η καταγωγή ενός τέτοιου άλλου για τη συνείδηση είναι ανεξήγητη. Η αυτοσυνείδηση, ωστόσο, θα ήταν αδύνατη χωρίς αυτό. Για την άπειρη και αδιαφοροποίητη δραστηριότητα του απόλυτου εγώ που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως εγώ πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο το οποίο το παρακινεί να αναστοχάζεται τον εαυτό του ως άλλο από αυτό το άλλο, και άρα ως ίδιο και απαράλλαχτο. Οι δογματικοί ιδεαλιστές πλανώνται, λοιπόν, όταν προσπαθούν να απορρίψουν την πραγματικότητα του ουκ εγώ και να δείξουν ότι αποτελεί πράγματι μια στιγμή της πεπερασμένης συνείδησής μας (WL, SW, 1:156· SK, 147). Δεν υποτάσσονται τα πάντα στην πεπερασμένη βούλησή μας. Οφείλουμε να αποδεχθούμε την ύπαρξη αναπαραστάσεων στη συνείδηση που υπακούν σε αντίθετο νόμο, τον νόμο της φυσικής αναγκαιότητας.
Η ύπαρξη του ουκ εγώ θέτει ένα αναπότρεπτο πρόβλημα για το εγώ. Το ουκ εγώ είναι το αντίθετο του εγώ και το εκμηδενίζει ολοκληρωτικά. Εκεί όπου υπάρχει το ουκ εγώ δεν υπάρχει το εγώ. Παρά ταύτα, το ουκ εγώ τίθεται επίσης από το εγώ, και επομένως το προϋποθέτει. Η αμοιβαία αναγκαιότητα και η αμοιβαία αντίφαση του εγώ και του ουκ εγώ είναι η ουσία του προβλήματος που εκφράζεται στις καντιανές αντινομίες (WL, SW, 1:246· SK, 217). Για τον ορθολογισμό ο καθοριστικός σύνδεσμος ανάμεσα στο εγώ και στον αντικειμενικό κόσμο (το ουκ εγώ) είναι ο Θεός. Ο Kant απορρίπτει αυτή την ιδέα της θεϊκής διαμεσολάβησης και στηρίζει αυτή τη σχέση στη σκοτεινή και δυσνόητη υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης. Οικοδομώντας πάνω σε αυτό το καντιανό θεμέλιο με τρόπο που ο Kant ποτέ δεν διανοήθηκε, ο Fichte θέτει μια εμμενή συμφιλίωση ή σύνθεση του εγώ και του ουκ εγώ. Αυτή η συμφιλίωση τίθεται από την τρίτη θεμελιώδη αρχή του Fichte, την αρχή του αμοιβαίου περιορισμού (WL, SW, 1:108· SK, 108).
Αυτή η αρχή προσδιορίζεται εξ ολοκλήρου από τις άλλες δύο. Καθόσον περιορίζονται αμοιβαία, ούτε το εγώ ούτε το ουκ εγώ τίθεται ως άπειρο ή απόλυτο, και αμφότερα είναι κατά συνέπεια «κάτι», δηλαδή πεπερασμένα όντα. Το απόλυτο εγώ δεν είναι κάτι –είναι καθαρή δραστηριότητα που είναι– άπειρη, αδιαφοροποίητη και απεριόριστη. Μονάχα με τον αμοιβαίο περιορισμό του εγώ και του ουκ εγώ γεννιέται ο κόσμος όπως τον βιώνουμε καθημερινά. Το άπειρο, απόλυτο εγώ που τίθεται στο εγώ=εγώ γίνεται έτσι ατομικό, εμπειρικό εγώ, και το αδιαφοροποίητο ουκ εγώ γίνεται τα ατομικά πράγματα τα οποία συγκροτούν τον αντικειμενικό κόσμο. Ο Fichte, ομοίως με τον Spinoza, τον οποίο θαύμαζε υπερβολικά, μετατοπίζεται, λοιπόν, από το απροσδιόριστο άπειρο στην άπειρη προσδιοριστία.

Οι τρεις αυτές αρχές είναι το αποτέλεσμα θεμελιωδών κρίσεων της βούλησης. Η πρώτη αρχή του Fichte είναι θετική κρίση, η δεύτερη αντιθετική κρίση και η τελευταία συνθετική κρίση, που θέτει τη βάση για τον πλήρως αρθρωμένο φυσικό κόσμο, και άρα για την επιστήμη. Όπως αναγνώρισε ο Hegel, η τελευταία αρχή είναι η θεμελιώδης αρχή. [Για τον Fichte, όμως, αυτή η αρχή δεν αποτελεί πραγματικό έρεισμα, αφού η τελική συμφιλίωση του εγώ και του ουκ εγώ είναι αδύνατη. Επ’ αυτού βλ. Pippin, Hegel's Idealism, 57]. Τέτοια θεμελιώδης σύνθεση, ωστόσο, είναι αδύνατη χωρίς την προηγούμενη αντίθεση, και αμφότερες εδράζονται στην αρχική θέση. Και οι τρεις αρχές είναι αμοιβαία αναγκαίες και συνακόλουθες (WI, SW, 1:114· SK, 113). Αυτή είναι η βάση για τον κατ' ουσίαν διαλεκτικό χαρακτήρα της σκέψης του Fichte.

Το υπόλοιπο μέρος της Επιστήμης της γνώσης είναι έρευνα γι' αυτή τη διαλεκτική συμφιλίωση ή τον αμοιβαίο περιορισμό του εγώ και του ουκ εγώ. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο εξετάζεται η πιθανότητα να περιορίζεται το εγώ από το ουκ εγώ, δηλαδή η πιθανότητα ο αντικειμενικός κόσμος να προσδιορίζει το σύνολο των δομών της υποκειμενικότητας. Αυτό το θεωρητικό μέρος αντιστοιχεί στην καντιανή Κριτική του καθαρού Λόγου. Το δεύτερο μέρος εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το ουκ εγώ περιορίζεται και προσδιορίζεται από το εγώ, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ο αντικειμενικός κόσμος διαμορφώνεται από την υποκειμενικότητα. Αυτό το πρακτικό μέρος αντιστοιχεί στην καντιανή Κριτική του πρακτικού Λόγου.

ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ Ο ΣΟΦΟΣ ΦΙΧΤΕ ΗΘΕΛΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ. ΤΡΙΑ ΕΓΩ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΓΩ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
"Λέει ο κ. Ζηζιούλας: «Δεν μπορούμε να πούμε τί είναι κάθε πρόσωπο, μπορούμε να πούμε μόνο πώς είναι. Κάθε πρόσωπο στην Αγία Τριάδα είναι διαφορετικό, όχι λόγω διαφοράς των φυσικών ποιοτήτων αλλά λόγω του τρόπου της απλής καταφάσεως του ότι είναι αυτό που είναι! "

 «Ρομαντισμός και μηδενισμός: Ο δαιμονιακός ήρωας


Ο νομιναλισμός υπογράμμισε την ανωτερότητα της θεϊκής βούλησης και την τοποθέτησε πάνω από τον ΛόγοΟι πρώτοι μοντέρνοι στοχαστές, αντιθέτως, προσπάθησαν να κατασκευάσουν έναν πολιορκητικό κριό ενάντια στις πιθανές ιδιοτροπίες και στο χάος της θεϊκής βούλησης. Η σύλληψη του Descartes για την απόρθητη αυτοπεποίθηση της συνείδησης, η αντίληψη του εμπειρισμού για την άπειρη φυσική αιτιότητα και ο ισχυρισμός του Kant για την ορθολογικότητα του πρακτικού Λόγου συνέβαλαν από κοινού στο να περιοριστούν η ισχύς και το εύρος της θεϊκής ιδιοτροπίας και ανορθολογικότητας. Το απόλυτο εγώ που δημιούργησε ο Fichte έμοιαζε όμως να τις ενσαρκώνει και να τις ενισχύει. Όπως ο νομιναλιστικός Θεός και η κακόβουλη μεγαλοφυΐα του Descartes, έτσι και οι δημιουργικές ικανότητες του απόλυτου εγώ υπερβαίνουν τον φυσικό Λόγο. Ο παραδοσιακός Θεός του χριστιανισμού υπ' αυτή την έννοια έγινε περιττός. Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα αυτή η αντίληψη για το απόλυτο εγώ αντικαταστάθηκε από την ιδέα κάποιας δαιμονιακής δύναμης που εμψυχώνει και καθοδηγεί την ανθρώπινη ιστορία και τον φυσικό κόσμο. Ο ρομαντισμός εν γένει και ο γερμανικός ρομαντισμός ειδικά επέφεραν αυτό τον μετασχηματισμό. Ο όρος «ρομαντισμός» κατασκευάστηκε από τον μαθητή του Fichte Friedrich Schlegel για να διαχωρίσει το νέο εκφραστικό ύφος από το μιμητικό που χαρακτήριζε τον κλασικισμό του δέκατου όγδοου αιώνα

«ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΑΙ «ΨΥΧΙΚΟΥΣ ΒΑΜΠΙΡ»» Από Φραντσέσκο Λαμέντολα

« Είναι εδώ και μας λένε κάτι. Κάποιοι άνθρωποι ρουφάνε ψυχική ενέργεια και αν δεν το κάνουν συνειδητά, το κάνουν οι προσωπικοί τους δαίμονες: οι δαίμονες που έχουν δημιουργήσει μετά από χρόνια και χρόνια ζωής ως «ψυχικοί βρικόλακες».

Είναι εδώ και μας λένε κάτι.

Βρίσκονται εδώ, παντού γύρω μας, ανάμεσά μας, πίσω μας · επειδή, τελικά, βρίσκονται μέσα μας. Έχουν εξαιρετικά ποικίλες πτυχές: φωτεινές και καλοπροαίρετες, εκείνες γαλήνιων ψυχών που βρίσκονται σε ειρήνη με τον Θεό· φρικτές και χαμογελαστές, εκείνες ψυχών που έχουν επιλέξει να αποστασιοποιηθούν από Αυτόν. Μόνο λίγοι μπορούν να τις δουν: οι μεγάλοι μυστικιστές, ορισμένοι άγιοι, και μερικές φορές ακόμη και απλοί άνθρωποι, προικισμένοι, ωστόσο, με μια ιδιαίτερη ευαισθησία. Το να τις βλέπεις είναι μια πολύ δυνατή εμπειρία : όταν το κάνεις, ανακαλύπτεις, αγγίζεις με το χέρι σου, ότι η ορατή πραγματικότητα είναι μόνο ένα μέρος, ένα μικρό μέρος, της συνολικής πραγματικότητας . Σημαίνει να κατανοήσουμε ότι το υλιστικό μας όραμα για τον κόσμο είναι μια γελοία απλοποίηση, στην οποία προσκολλόμαστε όπως οι ηλικιωμένες κυρίες προσκολλώνται στις δεισιδαιμονίες τους: τη δεισιδαιμονία των επιστημόνων. Είναι παρόντες παντού, είτε τους βλέπουμε είτε όχι, είτε γνωρίζουμε την παρουσία τους είτε την αγνοούμε. Υπάρχουν, ωστόσο, μέρη όπου είναι πιο εύκολο να τις δούμε, επειδή είναι διαποτισμένες με ψυχικές και πνευματικές ενέργειες, θετικές ή αρνητικές. Ο πρώτος τύπος περιλαμβάνει ορισμένους χώρους λατρείας, ιερά, μοναστήρια και πανάρχαια μοναστήρια, όπου γενιές ανδρών και γυναικών έχουν προσευχηθεί και διαλογιστεί πάνω στα θεία μυστήρια. Ο δεύτερος τύπος περιλαμβάνει, ειδικότερα, ορισμένες σύγχρονες πόλεις όπως οι Βρυξέλλες, το Λονδίνο, το Τορίνο και το Σαν Φρανσίσκο, όπου οι σατανιστικές ομάδες είναι έντονα παρούσες και όπου υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη παράδοση αποκρυφισμού και μαγικών πρακτικών, καθώς και εκτεταμένη χρήση ναρκωτικών, τα οποία, από μόνα τους, ανοίγουν την πόρτα σε κάθε είδους επιθέσεις.

Βρίσκονται εδώ, παντού γύρω μας, ανάμεσά μας, πίσω μας· γιατί, τελικά, βρίσκονται μέσα μας! Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί, κοντά σε ορισμένους ανθρώπους, νιώθετε πάντα κουρασμένοι, αγχωμένοι, καταθλιμμένοι; Επειδή αυτοί οι άνθρωποι ρουφάνε την ψυχική σας ενέργεια! 

Μιλάμε για τις ανεπαίσθητες προβολές της εσωτερικής μας ζωής, οι οποίες για μερικούς από εμάς παίρνουν φωτεινές μορφές, για άλλους αυτές των πραγματικών δαιμόνων. Θα παραλείψουμε τις πρώτες, επίσης επειδή
Έξι Χαρακτήρες σε Αναζήτηση Συγγραφέα – σκηνοθεσία Γκαμπριέλε Λαβία (2016)
 σχετικά σπάνια, και ας επικεντρωθούμε στα τελευταία, τα οποία, για προφανείς λόγους, αντιπροσωπεύουν δυσάρεστη και δυνητικά επικίνδυνη συντροφιά. Οι δαίμονες , θα ειπωθεί, είναι πνευματικά πλάσματα που ζουν μια δική τους ζωή, όχι απλές προβολές του ασυνείδητου. και επομένως δεν πρέπει να φανταζόμαστε τις αρνητικές προβολές ως όντα καθαυτά, αλλά μόνο ως αντανακλάσεις του βαθύτερου εαυτού μας. Απαντάμε ότι το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς όπως και με τους Έξι Χαρακτήρες του διάσημου έργου του Λουίτζι Πιραντέλο : αρχικά είναι απλώς ένα προϊόν της εσωτερικής μας ζωής, αλλά στη συνέχεια τείνουν να αποκτούν δύναμη και αυτονομία, μέχρι να έρθει η στιγμή που πραγματικά αποσπώνται από εκείνους που τους δημιούργησαν και αρχίζουν να ζουν τη δική τους, ανεξάρτητη ζωή. Και επειδή γεννιούνται από κακά ένστικτα και κακές σκέψεις, καθώς και από κακές πράξεις και τα συναισθήματα που συνδέονται με αυτά, η φύση τους είναι στενά κακοήθης , και ως εκ τούτου αφιερώνονται αποκλειστικά στην πρόκληση βλάβης και στην πρόκληση πόνου, αγωνίας και φόβου. Στην αρχή στρέφονται εναντίον των άλλων, αλλά σύντομα, σαν φωτιά που καίει και όχι μόνο καταστρέφει ό,τι βρει μπροστά της, αλλά και το άτομο ή τα άτομα που την έβαλαν, αν δεν είναι αρκετά γρήγοροι για να απομακρυνθούν, καταλήγει να επιτίθεται στο άτομο που τους γέννησε και που τους τάισε.

 Η νεωτερικότητα είναι ένας πολιτισμός που κυριολεκτικά κυριεύεται από τους δικούς του εσωτερικούς δαίμονες και που κάθε μέρα ανατρέφει νέους, τροφοδοτώντας τους και θρέφοντάς τους με την αγωνία και τα βάσανα των δικών του παιδιών. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη δυναμική των σύγχρονων οικονομικών και οικονομιών, όπου μια μειοψηφία ανθρώπων τείνει να παρασιτίζει ολοένα και πιο άγρια ​​όλους τους άλλους, και αυτή η μειοψηφία γίνεται όλο και μικρότερη και όλο και πιο ακόρεστη! 

Όταν έχουν αρκετή αρνητική ενέργεια, αρχίζουν να ζουν τη δική τους ανεξάρτητη ζωή, της οποίας ο μοναδικός σκοπός είναι να προκαλέσουν βλάβη. Πρέπει να τρέφονται με αρνητικά συναισθήματα, φόβο και ταλαιπωρία, και ως εκ τούτου πρέπει συνεχώς να προκαλούν όλο και περισσότερα από αυτά. Αυτός είναι ο λόγος που φαίνονται τόσο τρομακτικοί: το να τους βλέπεις δεν είναι μια ευχάριστη εμπειρία, αλλά ακόμη και η απλή αίσθηση της παρουσίας τους προκαλεί άγχος και σύγχυση. Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί αισθάνεστε πάντα κουρασμένοι, αγχωμένοι ή καταθλιμμένοι κοντά σε ορισμένους ανθρώπους; Επειδή αυτοί οι άνθρωποι αποστραγγίζουν την ψυχική σας ενέργεια. Και αν δεν το κάνουν συνειδητά, το κάνουν οι προσωπικοί τους δαίμονες: οι δαίμονες που έχουν δημιουργήσει μετά από χρόνια και χρόνια ζωής ως ψυχικά βαμπίρ. Ένα ψυχικό βαμπίρ δεν είναι απαραίτητα κακό άτομο. Εκτός από εκείνους που επιλέγουν σκόπιμα το μονοπάτι του κακού, για παράδειγμα ασκώντας μαύρη μαγεία ή εντασσόμενοι σε μια σατανική αίρεση, στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί είναι εύθραυστοι, ανασφαλείς άνθρωποι, ανίκανοι να κοιτάξουν μέσα τους και να αντιμετωπίσουν τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, και ως εκ τούτου χρειάζονται να πάρουν την ψυχική ενέργεια που δεν μπορούν να παράγουν μόνοι τους, και που την παίρνουν με βία (συνήθως μέσω μορφών μεταμφιεσμένης βίας), η οποία την μετατρέπει αυτόματα σε αρνητική ενέργεια.

 Η νεωτερικότητα είναι ο πολιτισμός των δαιμόνων: πολυάριθμες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι αυτό δεν είναι καρπός αυθόρμητης δυναμικής, ακόμη και αν δημιουργήθηκε από παρεκκλίνουσες προϋποθέσεις, ξεκινώντας από την «εκδίωξη του Θεού», αλλά ότι είναι το αποτέλεσμα μιας συνειδητής, σχολαστικής, σχεδόν επιστημονικής δράσης από μια «παγκόσμια σατανική ελίτ» που έχει δεσμευτεί να διαδώσει όσο το δυνατόν περισσότερους τρόπους ζωής που προκαλούν την εξάπλωση αρνητικών ενεργειών και, ως εκ τούτου, παράγουν δαίμονες και να αναστείλουν την αρετή, τη γεννήτρια θετικής ενέργειας! 

Ένα υγιές, ισορροπημένο άτομο όχι μόνο δεν επιθυμεί μια τέτοια ενεργειακή πηγή, αλλά διαταράσσεται από αυτήν και προσπαθεί να την αποφύγει με κάθε κόστος. Ακριβώς όπως ένα άτομο που γνωρίζει τη σημασία της διατροφής αποφεύγει ανθυγιεινά, οιστρογόνα και γεμάτα τοξίνες τρόφιμα, γνωρίζοντας ότι θα δηλητηριάσουν το σώμα του, ακόμα κι αν είναι ευχάριστα και δελεαστικά στο μάτι και τον ουρανίσκο. Ένα διαταραγμένο άτομο, από την άλλη πλευρά, αγχωμένο, επιβαρυμένο από αισθήματα ενοχής ή κυριαρχούμενο από δυσανάλογες επιθυμίες και φιλοδοξίες που το απογοητεύουν συνεχώς, καταλήγει να βρίσκει ελκυστικές τις ψυχικές ενέργειες που θηρευτούν οι άλλοι και σύντομα φτάνει στο σημείο να μην μπορεί να τα καταφέρει χωρίς αυτές. Το παράδοξο είναι ότι η ευκολότερη και πιο προσιτή λεία είναι ακριβώς αυτοί που ζουν δίπλα μας, γι' αυτό και είναι πολύ συνηθισμένο οι ψυχικοί βρικόλακες να τρέφονται ασταμάτητα με τις ψυχικές ενέργειες των μελών της οικογένειάς τους , των συζύγων, των παιδιών, των γονέων τους, κάνοντας τη ζωή πικρή για όσους τους αγαπούν και που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν γνωρίζουν καν τις δυναμικές που παίζονται, αλλά προσφέρουν τον εαυτό τους ως ολοένα και πιο εύκολη λεία, ίσως πιστεύοντας ότι κάνουν το καλύτερο δυνατό για να προσφέρουν βοήθεια και κατανόηση στο αγαπημένο τους πρόσωπο, του οποίου την αρπακτική φύση δεν έχουν αναγνωρίσει. Επιπλέον, είναι σύνηθες για τον βρικόλακα να μην γνωρίζει, ή να μην γνωρίζει ξεκάθαρα, ότι είναι ένας: πρόκειται για υποσυνείδητες δυναμικές, τις οποίες το συνειδητό μέρος του εαυτού μπορεί να μην γνωρίζει καν, ή ίσως είναι πιο ακριβές να πούμε ότι προτιμά να μην γνωρίζει την πλήρη αλήθεια, επειδή για αυτόν είναι το πιο εύκολο πράγμα να κάνει και δεν απαιτεί την προσπάθεια να δημιουργήσει μόνος του την ενέργεια που χρειάζεται ο καθένας για τις ανάγκες της ζωής του.

 Συχνά ο βρικόλακας δεν γνωρίζει, ή δεν γνωρίζει ξεκάθαρα, ότι είναι ένας: πρόκειται για υποσυνείδητες δυναμικές, τις οποίες το συνειδητό μέρος του εαυτού μπορεί να μην γνωρίζει καν, ή ίσως είναι πιο ακριβές να πούμε ότι προτιμά να μην γνωρίζει την αλήθεια πλήρως, επειδή για αυτόν είναι το πιο εύκολο πράγμα και δεν απαιτεί την προσπάθεια να δημιουργήσει μόνος του την ενέργεια που χρειάζεται ο καθένας για τις ανάγκες της ζωής του! 

Υπάρχουν πολύ συνηθισμένες καταστάσεις ζευγαριών ή οικογενειών που ζουν κλειδωμένοι στη δική τους μικρή ιδιωτική κόλαση, αιχμάλωτοι καταστροφικών δυναμικών χωρίς διέξοδο, στις οποίες οι ίδιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Καταστάσεις που δεν μπορούν πάντα να γίνουν αντιληπτές απ' έξω, επειδή ο θηρευτής συχνά δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο μόνο στην οικειότητα της οικογένειας , ενώ με όλους τους άλλους είναι η προσωποποίηση της ευγένειας και της καλοσύνης. Μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, εν μέσω μιας θηρευτικής επίθεσης, με τον βρικόλακα να ασκεί μέγιστη βία (όχι απαραίτητα σωματική) στο θύμα του, να φτάσει μια απροσδόκητη επίσκεψη ή τηλεφώνημα από έναν συγγενή ή φίλο, και στη συνέχεια να γίνει κανείς μάρτυρας μιας ξαφνικής και ανησυχητικής μεταμόρφωσης: το πρόσωπο του θηρευτή , που προηγουμένως ήταν παραμορφωμένο σε μια γκριμάτσα θυμού ή απειλής, χαλαρώνει, ανοίγει σε ένα χαμόγελο. το βλέμμα χάνει αμέσως τις θολές, κακοήθεις ραβδώσεις του και γίνεται φυσιολογικό. η φωνή του, αρχικά σπασμένη και τεταμένη, γίνεται καθαρή και ρέουσα: με λίγα λόγια, βγάζει τα ρούχα του βρικόλακα και φοράει τη συνηθισμένη μάσκα που κρατάει για τις σχέσεις του με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, όπως είπαμε, όταν η συσσωρευμένη αρνητική ενέργεια γίνεται εμφανής και, πάνω απ' όλα, σταθερή... Όταν σχεδόν δεν υπάρχει ανάγκη να το ταΐζουμε περαιτέρω, έτσι ώστε ο θηρευτής να συνεχίζει να θηρεύει τα θύματά του μόνο από συνήθεια και όχι πλέον από «ανάγκη», τότε τα τέρατα των βυθών αρχίζουν να ζουν μια δική τους ζωή , ανεβαίνοντας στην επιφάνεια και συνοδεύοντας τον δημιουργό τους σαν σκιά, χωρίς να τον εγκαταλείπουν ποτέ. Και επειδή κι αυτά πεινάνε συνεχώς, διψούν για ενέργεια και δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να προμηθεύονται αρνητική ενέργεια - αφού η θετική ενέργεια θα τα εξαφάνιζε - απλώνουν το χέρι τους για να την αιχμαλωτίσουν όπου κι αν τη βρουν, ξεκινώντας από αυτόν που τα δημιούργησε και που ουσιαστικά έχει γίνει ο οργανισμός που θα παρασιτιστεί. Αυτό δημιουργεί έναν αρνητικό κύκλο που τείνει να περιορίζει όλο και περισσότερο το άτομο που καταλαμβάνεται από τους δαίμονές του σε έναν ορίζοντα αγωνίας και απελπισίας. Αυτό, φυσικά, το καθιστά όλο και πιο επιθετικό ή, τουλάχιστον, όλο και πιο ενοχλητικό και καταστροφικό για τους γύρω του.

 Ένας ψυχικός βρικόλακας δεν είναι απαραίτητα κακός άνθρωπος. Εκτός από εκείνους που επιλέγουν σκόπιμα το μονοπάτι του κακού, για παράδειγμα ασκώντας μαύρη μαγεία ή εντασσόμενοι σε μια σατανική αίρεση, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι εύθραυστοι, ανασφαλείς άνθρωποι, ανίκανοι να κοιτάξουν μέσα τους και να αντιμετωπίσουν τις εσωτερικές τους συγκρούσεις! 

Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ζωής είναι τέτοια που τροφοδοτούν τις εγωιστικές παρά τις αλτρουιστικές τάσεις των ανθρώπων, την αρνητική παρά τη θετική δυναμική, σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να ειπωθεί ότι η νεωτερικότητα είναι ένας πολιτισμός που κυριολεκτικά κυριεύεται από τους δικούς του εσωτερικούς δαίμονες και που κάθε μέρα ξυπνά νέους, τροφοδοτώντας τους με την αγωνία και τα βάσανα των δικών της παιδιών. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στη δυναμική των σύγχρονων οικονομικών και οικονομιών, όπου μια μειοψηφία ανθρώπων τείνει να παρασιτίζει ολοένα και πιο άγρια ​​όλους τους άλλους, και αυτή η μειοψηφία γίνεται όλο και μικρότερη και πιο ακόρεστη, και η πείνα της για θήρευση αυξάνεται εκθετικά ( και μετά το γεύμα πεινάει πιο πολύ από πριν , λέει ο Δάντης, περιγράφοντας τη λύκαινα της πλεονεξίας). Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, για να εξορκιστούν αυτά τα τέρατα , να γίνει η ατμόσφαιρα πιο αναπνεύσιμη και να αποκατασταθεί η πίστη στο παρόν και η ελπίδα για το μέλλον σε τόσους πολλούς απελπισμένους, εξαντλημένους και αποθαρρυμένους ανθρώπους που αγωνίζονται σαν τόσα πολλά τρελαμένα μυρμήγκια σε μια μυρμηγκοφωλιά που έχει καταστραφεί από μια μηχανική μπουλντόζα; Σαφώς, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να αρνηθείτε στους δαίμονες την ενέργειά τους, επειδή όσο βρίσκουν τροφή, όχι μόνο δεν θα σταματήσουν ποτέ τις κακές τους δραστηριότητες, αλλά θα τις αυξάνουν ασταμάτητα, καθιστώντας το συνολικό κοινωνικό κλίμα ολοένα και πιο αμείλικτο και μη βιώσιμο. Η άρνηση τροφής στους δαίμονες είναι σαν να στερούμε καύσιμα από μια φωτιά : ο πιο σίγουρος τρόπος για να σταματήσουμε την απειλή. Και ο πιο σίγουρος τρόπος, όπως και στην περίπτωση της ιατρικής, είναι η πρόληψη. Όπως ακριβώς η σωματική υγεία διατηρείται με μια υγιή ζωή, απαλλαγμένη από υπερβολές, έτσι και η υγεία της ψυχής διατηρείται επιδιώκοντας να αποφεύγουμε όλες τις καταστάσεις όπου οι αρνητικές δυνάμεις μπορεί να βρουν έναν τρόπο να μας επιτεθούν, και εφαρμόζοντας τις αρετές, την προσευχή και την περισυλλογή, μέσω των οποίων αποστασιοποιούμαστε από τα εγκόσμια πράγματα και ξεφεύγουμε από τη γοητεία της λαγνείας, η οποία είναι η πύλη προς τον κόσμο της κακίας. Ωστόσο, μπορεί να συμβεί η πρόληψη να μην είναι αρκετή ή όσοι μας ενδιαφέρουν να πέσουν θύματα τεράτων: σε αυτή την περίπτωση, ο εχθρός πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά μέτωπο, όπως ένας καλός γιατρός αντιμετωπίζει την ασθένεια χωρίς φόβο, αλλά με πλήρη εμπιστοσύνη ότι μπορεί να την νικήσει. Ας αντιμετωπίσουμε λοιπόν: στις περισσότερες περιπτώσεις, αν είμαστε σε θέση να το κάνουμε αυτό —αλλά δεν μπορούν όλοι να το κάνουν αυτό, αυτό πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα— θα μας περιμένουν μεγάλες εκπλήξεις.

 Τι μπορεί να γίνει για να εξορκιστούν αυτά τα τέρατα; Πρέπει να είστε απολύτως βέβαιοι ότι η φύση του δαίμονα είναι ενδογενής και ότι δεν είναι πραγματικά ένα ενσαρκωμένο κακό πνεύμα, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, η μόνη πιθανή στρατηγική είναι να ζητήσετε εξορκισμό από έναν εξουσιοδοτημένο και ειδικά εκπαιδευμένο ιερέα! 

Η πρώτη έκπληξη είναι η εξής : ακόμη και ο πιο τρομακτικός δαίμονας, σε πολλές περιπτώσεις (όχι όλες), δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα φοβισμένο κουτάβι που έχει μεγαλώσει δυσανάλογα και έχει γίνει τερατώδες μέσω μιας αδρανειακής διαδικασίας.
Τσούλτριμ Αλιόνε
Στη συνέχεια, είναι θέμα να το αναγνωρίσουμε για αυτό που είναι, μια υπερτροφία βαθιών καταστάσεων ύπαρξης και αναγκών και επιθυμιών που δεν ικανοποιήθηκαν εκείνη την εποχή, γενικά στην πρώιμη παιδική ηλικία, αλλά μερικές φορές ακόμη και αργότερα, και που δημιούργησαν μια ανισορροπία, ένα τραύμα, μια πληγή, στην οποία το φοβισμένο κουτάβι βρήκε μια πλούσια πηγή αρνητικών ενεργειών - αγωνία, ταλαιπωρία, φόβο, μοναξιά - και από τότε έχει μεγαλώσει, μεγαλώσει και ως εκ τούτου απαιτούσε όλο και μεγαλύτερη τροφή, την οποία προφανώς αποκτά θηρεύοντας τους άλλους. Τώρα, αν έχουμε τη δύναμη να το κοιτάξουμε κατάματα και να πάμε προς το μέρος του· αν είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε την εσωτερική του αδυναμία, τη δομική του ευθραυστότητα και να ηρεμήσουμε το άγχος και τον φόβο του προσφέροντάς του την τροφή που του αρνήθηκαν όταν τη χρειαζόταν - τη στοργή, για παράδειγμα, μιας μητέρας ή ενός πατέρα - τότε το τέρας θα είναι τελικά σε θέση να κατευνάσει την πείνα του με πραγματική τροφή, όχι με το φτωχό υποκατάστατο αρνητικών ενεργειών που θηρεύονται οι άλλοι. Ικανοποιημένο, τελικά θα επιστρέψει στα βάθη από τα οποία αναδύθηκε, αφήνοντας ελεύθερο τον ακούσιο ξενιστή του. Από αυτή την άποψη, σας προτείνουμε να διαβάσετε το βιβλίο μιας Αμερικανίδας βουδίστριας μοναχής, Tsultrim Allione Feed Your Demons. Resolving Inner Conflicts with the Wisdom of the Buddha (Oscar Mondadori, 2009) (LC) , διευκρινίζοντας ότι είναι ένα κατάλληλο ανάγνωσμα για όσους έχουν ήδη κάνει ένα συγκεκριμένο ταξίδι εσωτερικής επίγνωσης και, επιπλέον, για όσους μπορούν να διακρίνουν μεταξύ της αποτελεσματικότητας μιας συγκεκριμένης θεραπευτικής τεχνικής και της θεμελιώδους αλήθειας της ανθρώπινης κατάστασης, η οποία για τον Χριστιανό είναι μία και μοναδική, αυτή που διδάσκεται από το Ευαγγέλιο.

 Η νεωτερικότητα είναι, κυριολεκτικά, ο πολιτισμός των δαιμόνων: η Πόλη των Ανθρώπων για την οποία μιλάει ο Άγιος Αυγουστίνος, αντιπαραβάλλοντάς την με την Πόλη του Θεού, και η οποία, στην πράξη, είναι συνώνυμη με την Πόλη του Διαβόλου!

Επιπλέον , φυσικά, πρέπει κανείς να είναι απολύτως βέβαιος ότι η φύση του δαίμονα είναι ενδογενής και ότι δεν είναι πραγματικά ένα κακό πνεύμα ενσαρκωμένο σε αυτό το συγκεκριμένο άτομο, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, η μόνη δυνατή στρατηγική είναι να ζητήσει εξορκισμό από έναν εξουσιοδοτημένο και ειδικά εκπαιδευμένο ιερέα. Στην πραγματικότητα, μιλάμε για πολύ ευαίσθητα ζητήματα και συμβουλεύουμε να μην επιχειρηθεί η στρατηγική που μόλις υποδείξαμε σε όποιον δεν έχει επαρκή εκπαίδευση και επαρκή εσωτερική ισορροπία. Τελικά, η αναλογία με την ιατρική φαίνεται κατάλληλη και εδώ: πώς θα μπορούσε ένας γιατρός που δεν έχει θεραπεύσει τον εαυτό του να θεραπεύσει άλλους; Υπάρχει ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Έχουμε πει ότι η νεωτερικότητα είναι, κυριολεκτικά, ο πολιτισμός των δαιμόνων : η Πόλη των Ανθρώπων για την οποία μιλάει ο Άγιος Αυγουστίνος, αντιπαραβάλλοντάς την με την Πόλη του Θεού, και η οποία, στην πράξη, είναι συνώνυμη με την Πόλη του Διαβόλου. Τώρα πρέπει να προσθέσουμε ότι πολλές ενδείξεις υποδηλώνουν ότι αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αυθόρμητης δυναμικής, ακόμη και αν δημιουργείται από παρεκκλίνουσες προϋποθέσεις, ξεκινώντας από τον αποκλεισμό του Θεού. αλλά ότι είναι το αποτέλεσμα μιας συνειδητής, σχολαστικής, σχεδόν επιστημονικής δράσης μιας παγκόσμιας σατανικής ελίτ , αφοσιωμένης στη διάδοση όσο το δυνατόν περισσότερων τρόπων ζωής που επιτρέπουν την εξάπλωση των αρνητικών ενεργειών και, ως εκ τούτου, παράγουν δαίμονες και αναστέλλουν την αρετή, τη γεννήτρια θετικής ενέργειας. Αλλά ο Χριστιανός το γνωρίζει αυτό και δεν απογοητεύεται, αλλά προσεύχεται στον Θεό: Διότι ο αγώνας μας δεν είναι ενάντια σε πλάσματα φτιαγμένα από αίμα και σάρκα, αλλά ενάντια στις Αρχές, ενάντια στις Δυνάμεις, ενάντια στους κοσμοκράτορες αυτού του σκότους, ενάντια στις πνευματικές δυνάμεις της πονηρίας στους επουράνιους τόπους ( Εφεσ . 6:12)...

Φραντσέσκο Λαμέντολα

[btn btnlink=”http://www.accademianuovaitalia.it/index.php/esoterismo-e-focus/mistero-e-trascendenza/9346-loro-sono-qui” btnsize=”small” bgcolor=”#59d600″00″00color btnnewt=”1″ nofollow=”1″]Πηγή: Accademia Nuova Italia, 31 Ιουλίου 2020[/btn]


Αφαιρέστε το σκήπτρο από τον Θεό Τραμπ

από τον Marcello Veneziani - 27 Απριλίου 2026

Αφαιρέστε το σκήπτρο από τον Θεό Τραμπ


Πηγή: Μαρτσέλο Βενετσιάνι

Το θαύμα του Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι έχει φέρει τους πάντες - δεξιούς και αριστερούς, συντηρητικούς και προοδευτικούς, Καθολικούς και Προτεστάντες, Χριστιανούς και κοσμικούς - να συμφωνήσουν στην επικίνδυνη και επιβλαβή θέση του για την Αμερική και ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα και εδώ, ακολουθώντας το παράδειγμα του Πάπα, ο Ματαρέλα, ο Μελόνι και ο Σλάιν, για μια φορά, βρέθηκαν στην ίδια γραμμή κατά του Τραμπ. Η κριτική στον Τραμπ (και τον Νετανιάχου) σου κερδίζει πόντους, και ακόμη περισσότερους αν σου επιτεθεί. Η προσβολή προς τον Πάπα ήταν η τελευταία πράξη σε μια κλιμάκωση τρέλας, απειλών και επιθετικότητας που πραγματοποιήθηκε σε διάστημα λίγων μηνών. Είναι το υψηλότερο, ή μάλλον το χαμηλότερο, σημείο που επιτεύχθηκε σε συμβολικό επίπεδο. Ενώ όσον αφορά τις απειλές, η προειδοποίηση ότι σε μια μόνο νύχτα θα εξαφάνιζε για πάντα έναν χιλιόχρονο πολιτισμό παραμένει ίσως ο πιο χυδαίος καυχησιασμός. Ομοίως, η δήλωση ότι το διεθνές δίκαιο δεν σημαίνει τίποτα γι' αυτόν, επειδή αυτό που έχει σημασία είναι μόνο η ατομική του συνείδηση, ή μάλλον η προσωπική του κρίση, είναι ένα ακόμη μαργαριτάρι της κατάχρησης εξουσίας του. Αν συνδυάσουμε τις τρεις δηλώσεις και τις συνδέσουμε με τη συμπεριφορά του, τους παράλογους ισχυρισμούς του, όπως αυτόν για τη Γροιλανδία, και τις επιθέσεις του, από τη Βενεζουέλα μέχρι το Ιράν, καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα: η αρχή που εμπνέει τον Τραμπ είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα και κανείς πάνω από αυτόν, και αυτό που νομίζει είναι η σκέψη του κόσμου, αυτό που είναι αληθινό και δίκαιο. Ούτε θρησκεία, ούτε παράδοση, ούτε πολιτισμός, ούτε κανόνας ή δικαίωμα, ούτε καν σύγκριση, ούτε σχέση με τους άλλους. Μόνο εγώ υπολογίζω, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία ενός διαταραγμένου εφήβου. Αλλά δεν έχει νόημα να εμβαθύνουμε στα πεδία της ψυχοπαθολογίας: αυτό που έχει σημασία είναι τα πράγματα που λέει και κάνει.
Πώς μπορούμε να τον ορίσουμε πολιτικά; Αυτοκράτορα, με την κυριολεκτική έννοια. Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τους αυταρχικούς ως δικτάτορες, όχι ως προέδρους μιας δημοκρατίας, ελεύθερα και δημοκρατικά εκλεγμένους, όπως ήταν ο Τραμπ. Αναφερόμαστε στον Πούτιν, τον Ντενγκ, τον Ερντογάν και άλλους. Αλλά αυτοί οι «αυταρχικοί» πρέπει να αντιμετωπίσουν προϋπάρχουσες παραδόσεις και δομές εξουσίας, από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι το Κομμουνιστικό Κόμμα, από το Ισλάμ μέχρι τις αρχαίες, πληθυντικές και χιλιετίες παραδόσεις των χωρών τους. Ο Τραμπ, αντίθετα, υποτάσσει τα πάντα στον εαυτό του, όπως σε εκείνη την βλάσφημη εικόνα του ως θαυματουργού και μεσσία στο υπερφυσικό φως, όπως ο Χριστός ο Βασιλιάς, αν και στο ειρωνικό παράδοξο ενός ποπ είδωλου: είναι η πηγή των πάντων, από αυτόν κατάγεται το παν, το καλό και το κακό, η σωτηρία και η καταδίκη. Ένας προσωρινός θεός, με προγραμματισμένη ημερομηνία λήξης, με μη επαναλήψιμη διάρκεια δυόμισι ετών. Ο κόσμος υπόκειται στον Μεγάλο Εαυτό, τον Ντιόναλντ. Μια ανησυχητική εικόνα, αυτοπροσώπως, ήταν εκείνη η παραθρησκευτική τελετουργία που γιορτάστηκε στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου: όλοι περιέβαλαν τον Τραμπ, συνδεδεμένοι σαν σε μια πνευματώδη συγκέντρωση ή μια ανεστραμμένη λειτουργία, και αυτός, καθισμένος στο κέντρο, σαν ένα είδος Υπέρτατου Μέντιουμ, οικείος με τον Παντοδύναμο, αν και όχι ταυτισμένος με Αυτόν.
Για να αποφευχθούν ζοφερές και πιο δραστικές λύσεις, σε αυτό το σημείο το μόνο που απομένει είναι να υποστηρίξουμε την παραπομπή ενός τόσο εκτός ελέγχου ατόμου, που δεν λογοδοτεί σε τίποτα και σε κανέναν και κατέχει μια δύναμη μοναδική στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένου του διάσημου χαρτοφύλακα, του θρυλικού πυρηνικού κουμπιού. Ο κόσμος δεν μπορεί να αφεθεί στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου, και μάλιστα τόσο διαταραγμένου. Δεν μπορεί να αφεθεί να λαμβάνει τόσο σημαντικές αποφάσεις με παγκόσμιες επιπτώσεις. Πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να τον σταματήσουμε με συντονισμένη και συντονισμένη δράση. Και το γεγονός ότι ο μόνος αληθινός σύμμαχός του στον κόσμο, ο Βενιαμίν Νετανιάχου, τον κρατάει στα χέρια του για φαινομενικά μυστηριώδεις λόγους, επιδεινώνει περαιτέρω τη θέση του. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πιστεύει ότι η κανονική κατάσταση πραγμάτων πρέπει να είναι ο μόνιμος πόλεμος, μέχρι την πλήρη εξάλειψη του αντιπάλου και οποιουδήποτε θεωρείται απειλή για το Ισραήλ. Για να αντέξει, για να αποφύγει να υποβληθεί σε εκλογές και δίκες, για να αποφύγει να κατηγορηθεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, πρέπει να κρατά το Ισραήλ, τη Μέση Ανατολή και ολόκληρη την παγκόσμια κοινή γνώμη σε συνεχή αγωνία, μέσα από τη μόνιμη έκτακτη ανάγκη του πολέμου και στη συνέχεια, ενδιάμεσα, την διστακτική προοπτική κάποιων διαπραγματεύσεων. Χρειάζεται τον Τραμπ, όπως ακριβώς ο Τραμπ, για κάποιο άγνωστο λόγο (υπάρχουν υποψίες για εκβιασμό και πίεση), χρειάζεται την υποστήριξή του.
Το ότι ο Τραμπ έχει πλέον ξεπεράσει το όριο ανοχής του επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ακόμη και το κίνημα MAGA και τα χριστιανικά κινήματα που τον υποστήριξαν το πιστεύουν. Ο Τραμπ προκαλεί μια σειρά από ζημιές στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων πολέμων, δασμών, των οικονομικών συνεπειών των κρίσεων που έχει προκαλέσει, εκτεταμένου φόβου, χάους και στη συνέχεια δυσφημεί όλες τις συντηρητικές, εθνικολαϊκιστικές, ποικίλα κυρίαρχες και χριστιανικής έμπνευσης δυνάμεις. Με τον πρόσθετο κίνδυνο να προσφέρει μια υπηρεσία στον Χουντ και στο εξής να αποθαρρύνει κάθε ξένο που θα μπορούσε να επιχειρήσει να αποφύγει τις εξουσίες. Ο Τραμπ κινδυνεύει να αναβιώσει ακόμη και τις πιο ξεπερασμένες προοδευτικές σαλπίγγες: αυτό επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι ακόμη και η Καμάλα Χάρις, ηττημένη άδοξα στις τελευταίες εκλογές για τον Λευκό Οίκο, έχει αναδειχθεί. Και το ίδιο έχει κάνει και η οικογένεια Ομπάμα...

Πρέπει να τον σταματήσουν ή να τον εξουδετερώσουν πριν να είναι πολύ αργά, και αυτό να γίνει με τον πιο πολιτισμένο και αναίμακτο τρόπο, με διαφάνεια, σύμφωνα με το νόμο και με την αμοιβαία συμφωνία όλων των μερών, στο όνομα των γενικών συμφερόντων, του παγκόσμιου κοινού καλού και των κοινών βασικών αξιών. Ελάτε, στείλτε τον σπίτι του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κάρλο Μαρία Βιγκάνο κατηγορεί τον Κλίντον ότι προκάλεσε την παραίτηση του Βενέδικτου ΙΣΤ΄

από τον John-Henry Westen

                               

                                         Αρχιεπίσκοπος Carlo Maria Viganò

Οι τραπεζικές δραστηριότητες του Βατικανού έχουν παγώσει.

Ο Αρχιεπίσκοπος Βιγκάνο ισχυρίστηκε ότι η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζον Ποντέστα προκάλεσαν το πάγωμα των τραπεζών του Βατικανού, το οποίο θεωρήθηκε ως η αιτία της παραίτησης του Βενέδικτου ΙΣΤ΄.

Σημείωση του συντάκτη: Το ακόλουθο κείμενο ελήφθη από τον λογαριασμό X του Αρχιεπισκόπου Κάρλο Μαρία Βιγκάνο , που δημοσιεύτηκε στις 18 Απριλίου 2026, και αναδημοσιεύεται εδώ ολόκληρο.

ΚΕΙΜΕΝΟ


Είναι κατανοητό ότι πολλοί Καθολικοί αισθάνονται προσβεβλημένοι και σκανδαλισμένοι από τις δηλώσεις του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, ακόμη και αν σίγουρα δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ο Χόρχε Μπεργκόλιο, κατά τη διάρκεια της «βασιλείας» του, απέφυγε να εξαπολύσει επιθέσεις και προκλήσεις εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ.

Επιπλέον, η παρέμβαση του τελευταίου συνδέεται με τις δηλώσεις που ενορχηστρώθηκαν αυτή την εβδομάδα εναντίον του στην προπαγανδιστική εκπομπή 60 Minutes του CBS από τρεις εντελώς διεφθαρμένους καρδινάλιους , τον Κούπιτς , τον ΜακΕλρόι και τον Τόμπιν , τρεις διαβόητα υπερ-μπεργκοζιανούς και υπερπροοδευτικούς ιεράρχες, μέρος του δικτύου του κατά συρροή κακοποιού Θίοντορ ΜακΚάρικ , άρρηκτα συνδεδεμένου με την « αφυπνισμένη » ριζοσπαστική αριστερά, καθώς και βασικούς ψηφοφόρους και στενούς συνεργάτες του Ρόμπερτ Πρέβοστ. Όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους για την ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο Λεόνε απάντησε : «Δεν φοβάμαι την κυβέρνηση Τραμπ, ούτε το να διακηρύξω με τόλμη το μήνυμα του Ευαγγελίου, το οποίο πιστεύω ότι καλούμαι να κάνω και το οποίο καλείται να κάνει η Εκκλησία». Αυτά τα φαινομενικά αδιαμφισβήτητα λόγια που είπε ο Πρέβοστ, ωστόσο, μπορούν να λάβουν πολύ διαφορετικές έννοιες ανάλογα με το πώς ερμηνεύονται. Θα μπορούσαν απλώς να σημαίνουν: «Δεν φοβάμαι την πολιτική εξουσία», επιβεβαιώνοντας έτσι την ανωτερότητα της πνευματικής εξουσίας της Καθολικής Εκκλησίας έναντι οποιασδήποτε επίγειας εξουσίας. Ή, διαμετρικά αντίθετα, θα μπορούσαν να σημαίνουν: «Δεν φοβάμαι αυτή την κυβέρνηση», υπονοώντας ότι, σε άλλες περιπτώσεις, πιστεύει ότι είναι θεμιτό να νιώθει φόβο και να απέχει από το να «διακηρύσσει με τόλμη το μήνυμα του Ευαγγελίου». Και αμέσως μας έρχεται στο μυαλό πόσο συχνά έχουμε δει το Βατικανό να «φοβάται» άλλες κυβερνήσεις, τόσο στην Ουάσινγκτον - ειδικά όταν η παρέμβαση της Χίλαρι Κλίντον και του Τζον Ποντέστα έφτασε στο σημείο να μπλοκάρει τις τραπεζικές συναλλαγές του Βατικανού μέσω του δικτύου SWIFT - όσο και στο Πεκίνο, όπου η Αγία Έδρα εμπλέκεται επίσημα στην κομμουνιστική δικτατορία, μέσω μιας μυστικής συμφωνίας να μην «διακηρύσσει με βία το μήνυμα του Ευαγγελίου», επικυρώνοντας τους επισκοπικούς διορισμούς του Κινεζικού Πατριωτικού Συνδέσμου χωρίς αυτοί να θεωρούνται σχισματική πράξη, σε αντίθεση με τις χειροτονίες που τελέστηκαν στην Εκόν από την Εταιρεία του Αγίου Πίου Ι΄.

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, ο Πρέβοστ, και πριν από αυτόν ο Μπεργκόλιο, έκριναν οι ίδιοι σκόπιμο να σιωπήσουν, ίσως επειδή η συναίνεσή τους, αν όχι η ενθουσιώδης συνεργασία τους, ήταν ακριβώς αυτό που οι Δυνάμεις που Υπήρχαν ανέμεναν από τη Συνοδική και Συνοδική Εκκλησία.
Πράγματι, μόλις η κυβέρνηση Τραμπ διέκοψε τη ροή των κεφαλαίων που διοχέτευε η USAID στην USCCB και σε διάφορα όργανα της Αμερικανικής Καθολικής Εκκλησίας για τη διευκόλυνση της μετανάστευσης, ξέσπασε ένας ολοκληρωτικός πόλεμος μεταξύ όλων των καρδιναλίων και επισκόπων που οι Κλίντον, Ομπάμα και Μπάιντεν είχαν, μέχρι εκείνο το σημείο, κατακλύσει με χρήματα.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ευημερίας, ο Μπεργκόλιο και ολόκληρη η Αμερικανική Επισκοπή φρόντιζαν να μην διαταράξουν το ειδυλλιακό τους κλίμα με τον Λευκό Οίκο, χάρη, εν μέρει, στις καλές υπηρεσίες του τότε Καρδινάλιου ΜακΚάρικ, και έδωσαν ελάχιστη προσοχή στις πολιτικές υπέρ των αμβλώσεων, υπέρ των ΛΟΑΤΚΙ+ και υπέρ του φύλου που προωθούσαν οι «Καθολικοί» Δημοκρατικοί.
Η απλή πρόταση για αφορισμό πολιτικών που τάσσονται υπέρ της επιλογής θεωρήθηκε απαράδεκτη παρέμβαση από μια ιεραρχία που είχε καταστήσει σαφές κατηγορηματικά ότι δεν είχε καμία πρόθεση να κάνει ένα τέτοιο βήμα.

Επομένως, μια μόνο πρόταση, εκτός πλαισίου - «Δεν φοβάμαι την κυβέρνηση Τραμπ, ούτε το να διακηρύττω με τόλμη το μήνυμα του Ευαγγελίου» - μπορεί να φαίνεται εντελώς αδιαμφισβήτητη.
Ωστόσο, όταν εξετάζεται σε ένα ευρύτερο και πιο συνεκτικό πλαίσιο, είναι εντελώς περίπλοκη, καθώς έρχεται σε άμεση αντίθεση με τα ίδια τα λόγια που είπε ο Λέων ΙΔ΄ στην ίδια περίσταση: «Δεν είμαστε πολιτικοί. (...) Δεν πιστεύω ότι το μήνυμα του Ευαγγελίου πρέπει να αξιοποιείται, όπως κάνουν ορισμένοι αυτή τη στιγμή».
Και ενώ αναμφίβολα υπάρχουν εκείνοι που εκμεταλλεύονται «το μήνυμα του Ευαγγελίου» μέσω των ψευδο-μεσσιανικών αυταπάτων που είναι τυπικά των Αμερικανών τηλε-ευαγγελιστών, υπάρχουν εξίσου σίγουρα και εκείνοι εντός του Βατικανού που δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν το ίδιο Ευαγγέλιο για να προσδώσουν μια επίφαση νομιμότητας και ηθικής στο πρόγραμμα της εθνικής υποκατάστασης και του εξισλαμισμού της Δύσης: ένα πρόγραμμα που επιδιώκει πεισματικά η παγκοσμιοποιητική ελίτ μέσω της Ατζέντας 2030. Ένα πρόγραμμα που ο Τραμπ απεχθάνεται βαθιά, αλλά το οποίο η Αγία Έδρα, ο Λέων ΙΔ΄, η Διάσκεψη Καθολικών Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών και μια σειρά από ψευδο-καθολικές φιλανθρωπικές οργανώσεις έχουν αναδείξει σε ένα νέο τοτέμ παγκοσμιοποίησης εντός της δικής τους συνοδικής ατζέντας.


Δεν πρέπει να ξεχνάμε την δογματική επικύρωση που έδωσε ο Μπεργκόλιο στην φάρσα της πανδημίας και του μαζικού εμβολιασμού, όπως ακριβώς έκανε στην απάτη για το κλίμα και τους «στόχους βιώσιμης ανάπτυξης» με την ψευδοεγκύκλιό του Laudato Si’ , ή την ευλογία που έδωσε ο Πρέβοστ σε ένα κομμάτι πάγου που στάλθηκε ειδικά από την Ανταρκτική κατά τη διάρκεια μιας πραγματικά ντροπιαστικής τελετής στο Καστέλ Γκαντόλφο.

Παρά το γεγονός ότι επέμεινε ότι δεν είναι πολιτικός, ο Λέων ΙΔ΄ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να παραχωρήσει μια ιδιωτική ακρόαση στις 9 Απριλίου στον Ντέιβιντ Άξελροντ , τον επικεφαλής στρατηγό του Μπαράκ Ομπάμα και πρώην ανώτερο σύμβουλο στον Λευκό Οίκο.
Ένα παραπάνω από εύλογο ερώτημα είναι: μήπως ο Άξελροντ πήγε στο Βατικανό για να υπαγορεύσει μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική στον Λέοντα, όπως είχαν κάνει στο παρελθόν η Χίλαρι Κλίντον και ο Τζον Ποντέστα για να πιέσουν τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄ να παραιτηθεί και έτσι να ευνοήσει την εκλογή του Μπεργκόλιο;


Το παράδοξο γίνεται σαφές από τον ίδιο τον Τραμπ: « Ο Λέων θα πρέπει να συνέλθει ως Πάπας, να χρησιμοποιήσει την κοινή λογική, να σταματήσει να κολακεύει την ριζοσπαστική αριστερά και να επικεντρώνεται στο να είναι ένας Μέγας Πάπας, όχι ένας πολιτικός. Αυτό τον βλάπτει πολύ, και το πιο σημαντικό, βλάπτει την Καθολική Εκκλησία! » Κάτι που είναι απολύτως αληθές, πολύ περισσότερο από όσο μπορεί να φανταστεί ο Πρόεδρος Τραμπ.

Ενώ οι Δημοκρατικές κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένα και ακατάλληλα παρέμβει στη διακυβέρνηση της Εκκλησίας της Ρώμης, το Βατικανό σίγουρα δεν έλειψε από ακατάλληλες και άκαιρες παρεμβάσεις κατά της Ουάσιγκτον.
Και ενώ κανείς δεν εξεπλάγη από τις ύβρεις του Ιησουίτη του Μπουένος Άιρες, ο οποίος αποκάλεσε τον Τραμπ «αντιχριστιανό» επειδή δήλωσε την πρόθεσή του να επαναπατρίσει ορδές παράνομων μεταναστών, οι δηλώσεις του Αυγουστινιανού του Σικάγο για τη μετανάστευση, και πιο πρόσφατα για τον πόλεμο, σίγουρα άφησαν τους παρατηρητές σε αμηχανία: « Ο Θεός δεν ευλογεί καμία σύγκρουση. «Όποιος είναι μαθητής του Χριστού, του Άρχοντα της Ειρήνης, δεν παίρνει ποτέ το μέρος εκείνων που χθες κραδαίνουν το σπαθί και σήμερα ρίχνουν βόμβες »
, είπε ο Λέων ΙΔ΄ .

Θα μπορούσε σίγουρα να είχε επεξηγήσει, όπως έκανε ο Καρδινάλιος Τζόζεφ Ράτσινγκερ το 2003 : « Δεδομένων των νέων όπλων που καθιστούν δυνατή μια καταστροφή που εκτείνεται πολύ πέρα ​​από τις ομάδες των μαχητών, σήμερα πρέπει να αναρωτηθούμε αν εξακολουθεί να επιτρέπεται να παραδεχτούμε την ίδια την ύπαρξη ενός δίκαιου πολέμου ».
Ή ακόμα καλύτερα, ο Λέων ΙΔ΄ θα μπορούσε να είχε θυμηθεί τα λόγια του Πίου ΙΒ΄: «...Ένας λαός που απειλείται ή είναι ήδη θύμα μιας άδικης επιθετικότητας, αν επιθυμεί να ενεργήσει με χριστιανικό τρόπο, δεν μπορεί να παραμείνει σε κατάσταση παθητικής αδιαφορίας. Μάλιστα, η αλληλεγγύη της οικογένειας των εθνών απαγορεύει στους άλλους να συμπεριφέρονται ως απλοί θεατές, υιοθετώντας μια στάση απαθούς ουδετερότητας . (Πίος ΙΒ΄, Ραδιοφωνικό Μήνυμα για τα Χριστούγεννα, 24 Δεκεμβρίου 1948).
Αλλά ο Πρεβόστ - και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα - δεν μιλάει με τη φωνή της Εκκλησίας: τα λόγια καταδίκης του κατά οποιουδήποτε πολέμου καταλήγουν να νομιμοποιούν ακόμη και άδικους πολέμους, στερώντας έτσι από το θύμα της επιθετικότητας το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, αφού ακόμη και ένας αμυντικός πόλεμος θα θεωρούνταν άδικος. Αυτό το σφάλμα είναι παρόμοιο με την επιβεβαίωση ότι όλες οι θρησκείες είναι ισοδύναμες , ότι οι ηθικές αρχές πρέπει να προσαρμόζονται σε ενδεχόμενες περιστάσεις (βλ. Amoris Lætitia και Fiducia Supplicans ) ή ότι η θανατική ποινή είναι αντίθετη με το Ευαγγέλιο.
Διότι ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτός που θα έπρεπε να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς στη διάκριση του Καλού από το Κακό προδίδει την ίδια του την εντολή, παραχωρώντας ίσα δικαιώματα στο λάθος και την Αλήθεια, αντί να αναλαμβάνει την ηθική ευθύνη να καταδικάσει το πρώτο και να υπερασπιστεί το δεύτερο.


Φυσικά, αν ο Λέων ΙΔ΄ τολμούσε ποτέ να μιλήσει με την έγκυρη φωνή της Καθολικής Εκκλησίας, θα βρισκόταν αντιμέτωπος όχι μόνο με την ειρηνιστική αριστερά (στις τάξεις της οποίας ο Πρέβοστ δραστηριοποιείται από τη δεκαετία του 1980, εντασσόμενος στο κίνημα των Νέων Αυγουστινιανών (η ηχώ με το κίνημα των Νέων Τούρκων , σαφώς τεκτονικής έμπνευσης (αν και ίσως ακούσια), δεν θα περάσει απαρατήρητη) ή με τους Αυγουστινιανούς για την Ειρήνη , που χρηματοδοτούνται από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα), αλλά και με τη «θεοσυντηρητική» δεξιά, με την οποία πολλοί συντηρητικοί Καθολικοί είναι επικίνδυνα ευθυγραμμισμένοι.

Η ανοχή που απολαμβάνει σήμερα η ιεραρχία του Συμβουλίου εξαρτάται, στην πραγματικότητα, από την αποδοχή και την προώθηση όχι μόνο της παγκοσμιοποιητικής ατζέντας των Ηνωμένων Εθνών, του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός και του Συμβουλίου για τον Περιεκτικό Καπιταλισμό με το Βατικανό , που ίδρυσε ο Μπεργκόλιο σε συνεργασία με τη Λιν Φόστερ ντε Ρότσιλντ , αλλά και της φιλελεύθερης ατζέντας του αγγλοσιωνιστικού λόμπι.
Με άλλα λόγια, εξαρτάται από δύο υπερεθνικές δυνάμεις που λειτουργούν σε φαινομενικά αντίθετα μέτωπα αλλά επιδιώκουν έναν κοινό στόχο: την εγκαθίδρυση μιας Νέας Παγκόσμιας Τάξης., στην οποία, ανεξάρτητα από το ποια πλευρά τελικά επικρατήσει στη σύγκρουση, το μόνο θύμα διωγμού θα είναι αναπόφευκτα ο Καθολικισμός - συγκεκριμένα, αυτός ο Παραδοσιακός Καθολικισμός που η Ρώμη προσπαθεί με κάθε τρόπο να καταστρέψει ή να απορροφήσει «συμφιλιώνοντάς» τον και «συνοδοποιώντας» τον.

Σύμφωνα με την προτροπή του Τραμπ, «ο Λέων ΙΔ΄ θα πρέπει να συνέλθει ως Πάπας (...) και να επικεντρωθεί στο να είναι ένας Μέγας Πάπας, όχι πολιτικός».
Πράγματι, η εκλογή ενός Αμερικανού «Πάπα» από το Σικάγο, βουτηγμένου σε αιρετικές διδασκαλίες που απέκτησε κατά τη διάρκεια των ετών της διακονίας του στη Λατινική Αμερική, αφοσιωμένου στη λατρεία του Πατσαμάμα και ιδεολογικά ευθυγραμμισμένου - κατά την ίδια του την παραδοχή - με τον χειρότερο προοδευτισμό των διαβόητων Καρδιναλίων Μπερναρντίν και Κούπιχ , φαίνεται να έχει ενορχηστρωθεί σκόπιμα για να χρησιμεύσει ως αντίβαρο στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αν ο ρόλος του προοριζόταν να είναι -όπως άλλωστε έχει καταστεί σαφές τους τελευταίους μήνες- να συνεχίσει τήν επανάσταση τού εκκλησιαστικού συμβουλίου και τήν συνοδική επανάσταση, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Μπεργκόλιο άνοιξε σχολαστικά το δρόμο για την εκκλησιαστική του άνοδο, διασφαλίζοντας ότι θα τον διαδεχόταν και δεν θα αναιρούσε τα δώδεκα χρόνια συστηματικής αποσυναρμολόγησης του καθολικού οικοδομήματος και της πλήρους υποταγής του Αργεντινού Ιησουίτη στο παγκοσμιοποιημένο κατεστημένο.
Αντιμέτωποι με αυτές τις απτές επιδείξεις συνέχειας μεταξύ Μπεργκόλιο και Πρέβοστ, η σιωπή της μικρής, μετριοπαθώς συντηρητικής μειοψηφίας εντός του Κολλεγίου των Καρδιναλίων επιβεβαιώνει τη συνενοχή και την ανεπάρκειά τους.


Η ομόφωνη χορωδία των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης και των νεοπαπικών καταδεικνύει ότι ο Λέων δεν μιλάει ως Πάπας, αλλά μάλλον ως σημαιοφόρος του αντι-Τραμπισμού, ας πούμε. Αυτό συμβαίνει επειδή οι έπαινοι προέρχονται από προσωπικότητες -τόσο εντός όσο και εκτός του εκκλησιαστικού σώματος- που δεν κατέχουν τίποτα από το καθολικό πνεύμα και που θα ήταν οι πρώτοι που θα σταύρωναν τον Πρέβοστ αν τολμούσε να εκφράσει έστω και την παραμικρή αμφιβολία για τα ανέγγιχτα «δόγματα» της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Επιπλέον, αυτή η υπεράσπιση του Πρέβοστ υποκινείται ακριβώς από το γεγονός ότι ο «Πάπας» επέλεξε να είναι πολιτικός, καταδεικνύοντας έτσι μια κομματική στάση που δυσφημεί τόσο τον Παπισμό όσο και την Καθολική Εκκλησία στα μάτια του κόσμου.
Για αυτόν τον λόγο, ο Λέων θα έπρεπε πραγματικά να «συνέλθει ως Πάπας» - ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο, ωστόσο, για κάποιον σαν αυτόν, ο οποίος επιλέχθηκε ακριβώς επειδή η υποστήριξή του στην παγκοσμιοποιητική ατζέντα δεν θα ήταν απλώς επιβεβλημένη, αλλά αυθόρμητη και πειστική· και επειδή ο Λέων τελεί υπό στενή παρακολούθηση από τους απεσταλμένους εκείνων των Δυνάμεων που δεν έχουν καμία πρόθεση να εγκαταλείψουν τις θέσεις που έχουν εξασφαλίσει εντός της Καθολικής Εκκλησίας, τώρα που βρίσκονται τόσο δελεαστικά κοντά στη γραμμή τερματισμού.

Όταν ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός αναγνωριστεί ως Βασιλιάς των Εθνών, κανένας Αντίχριστος δεν θα τολμήσει να διεκδικήσει τον τίτλο του Μεσσία. Και όταν αναγνωριστεί ως Βασιλιάς και Αρχιερέας εντός της Εκκλησίας, κανένας Βικάριος Του δεν θα τολμήσει να ανατρέψει τη διδασκαλία Του ή να κατεδαφίσει την Εκκλησία Του.

Αν αυτό συμβαίνει σήμερα, μπροστά στα μάτια μας, είναι επειδή ζούμε σε εσχατολογικές εποχές στις οποίες ο Κύριός μας έχει εκθρονιστεί, από τα έθνη, από τη Θεία Βασιλεία Του και, από τους δικούς Του Λειτουργούς, από την Αιώνια Ιεροσύνη Του.
Επομένως, κρίνοντας τα τρέχοντα γεγονότα, ας μην ξεγελιόμαστε από αφηρημένες εικασίες, ούτε ας επιδιώκουμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα ώστε να ταιριάζει στις ψευδαισθήσεις μας. Ας παρατηρήσουμε όλα όσα εκτυλίσσονται μέσα από ένα υπερφυσικό πρίσμα, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε, εν μέσω των τρεχουσών δοκιμασιών μας, εκείνη την ηρεμία της ψυχής που ο κόσμος ούτε γνωρίζει ούτε μπορεί να δώσει ( Ιωάννης 14:27).


+ Κάρλο Μαρία Βιγκάνο, Αρχιεπίσκοπος
και πρώην Αποστολικός Νούντσιος στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Viterbo, 17 Aprile MMXXVI
S.cti Aniceti Papæ et Martyris


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 5 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

Συνέχεια από Σάββατο 25. Απριλίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 5
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 4. Περαιτέρω διευκρίνιση της έννοιας του πνεύματος: το πνεύμα ως είναι και ζωή (ιδέα και δύναμη)

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης  [Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ]

Όταν εξετάσαμε το πνευματικό είναι ως ελεύθερη, συνειδητή προσωπική ζωή, προσθέσαμε ήδη ότι αυτή είναι η «πρωταρχικότερη μορφή» του πνευματικού είναι. Μας είναι άλλωστε απολύτως οικείο να μιλούμε για «πνεύμα» και σε απρόσωπα μορφώματα. Ονομάζουμε ένα βιβλίο «πνευματώδες», και έχει καθιερωθεί να διαιρούμε τις επιστήμες σε φυσικές και ανθρωπιστικές. Και ως αντικείμενο των ανθρωπιστικών επιστημών θεωρούμε όχι μόνο τα πρόσωπα και την προσωπική ζωή, αλλά και όλα όσα έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο πνεύμα. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί με ποια έννοια και με ποιο δικαίωμα συμβαίνει αυτό. Και πρέπει να διερευνηθεί αν ό,τι ισχύει για τα ανθρώπινα έργα μπορεί να αποδοθεί και στα έργα του δημιουργικού Πνεύματος. Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι το πνευματικό, αφενός, το διακρίναμε ως ιδιαίτερη περιοχή της πραγματικότητας από το υλικό, αφετέρου όμως το γνωρίσαμε και ως μια θεμελιώδη μορφή του είναι που επανεμφανίζεται σε διάφορες περιοχές της πραγματικότητας.

Μια μελωδία, για παράδειγμα, δεν είναι για εμάς μια απλή διαδοχή ήχων που αντιλαμβανόμαστε αισθητηριακά. Μέσα από αυτήν «τραγουδά» μια ανθρώπινη ψυχή — χαρούμενη ή θλιμμένη, τρυφερή ή οργισμένη. Κατανοούμε τη «γλώσσα» της· αγγίζει την ψυχή και την θέτει σε κίνηση. Πρόκειται για μια συνάντηση με μια ζωή συγγενή προς εμάς. Δεν σημαίνει ότι στον τραγουδιστή ή στον εκτελεστή συμβαίνει αυτό που εκφράζει το τραγούδι ή η εκτέλεση. Ούτε καν ο δημιουργός καλλιτέχνης είναι απαραίτητο να εκφράζει προσωπικά βιώματα. Μπορούν να «εισέλθουν» σε κάτι που ζητεί έκφραση και να το εκφράσουν· και αυτό το «κάτι» το κατανοούμε χωρίς να χρειάζεται να προσέξουμε τον καλλιτέχνη που μας παρέχει την πρόσβαση. Όπως ακριβώς μπορούμε να κατανοήσουμε το νόημα ενός ποιήματος και να το απολαύσουμε χωρίς να δώσουμε προσοχή στο χειρόγραφο στο οποίο είναι γραμμένο ή στα προσωπικά στοιχεία που εκφράζονται μέσω αυτού.

Αυτό που εκφράζει η διάταξη των λέξεων του ποιήματος ή η διαδοχή των ήχων της μελωδίας (και που κατά την εκτέλεση υποστηρίζεται από «κατάλληλους» ήχους) είναι ένα ιδιαίτερο νοηματικό μόρφωμα: επιδιώκει να αποκτήσει ζωή μέσα σε μια ψυχή, και η ψυχή τόσο του καλλιτέχνη όσο και του ακροατή συμβάλλει σε αυτήν την «πραγμάτωση». Η σύντομη αυτή σκέψη δείχνει και πάλι κάτι που ήδη έγινε σαφές σε άλλο πλαίσιο: ότι τα νοηματικά μορφώματα δεν δημιουργούνται από τον άνθρωπο, αλλά μόνο αναπαράγονται. Διαθέτουν το δικό τους «ιδεατό» ή «ουσιαστικό» είναι, και αντιστοιχεί σε αυτά μια «ύλη» που μορφοποιείται από αυτά και μέσω της οποίας «πραγματώνονται».

Ωστόσο, η «ύλη» και η «πραγμάτωση» έχουν εδώ πολλαπλές σημασίες: το νόημα της μελωδίας είναι καταρχάς εκείνο που μορφοποιεί μια σειρά ήχων σε μια ενιαία «ηχητική μορφή». Οι απαραίτητοι ήχοι αποτελούν μια πρώτη «ύλη» που της αντιστοιχεί, αλλά όχι χωρική: καθένας είναι και ο ίδιος ένα νοηματικό μόρφωμα, που έχει τη δυνατότητα να ενταχθεί σε μια ανώτερη νοηματική ενότητα. Η διαδοχή των ήχων μπορεί, στη συνέχεια, να πραγματωθεί ως κάτι που ηχεί στον χώρο και στον χρόνο μέσω των δονήσεων της ανθρώπινης φωνής ή των μουσικών οργάνων· αυτό αποτελεί ένταξη στη φυσική πραγματικότητα και σε μια χωρική ύλη. Η κατεξοχήν όμως πραγμάτωση είναι η ένταξη ως «περιεχόμενο» σε μια «βιωματική πραγματικότητα». Και η «ύλη» που προσφέρεται για αυτό είναι η ζωή της ψυχής: η πνευματική της ζωή.

Το πνεύμα είναι νόημα και ζωή — σε πλήρη πραγματικότητα: ζωή εμποτισμένη με νόημα. Απόλυτη ενότητα αυτών των δύο υπάρχει μόνο στον Θεό. Στα δημιουργήματα πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής που διαμορφώνεται από το νόημα και στο νόημα που πραγματώνεται μέσα σε αυτή την πληρότητα της ζωής. Η «ύλη», με την έννοια της πληρότητας της ζωής, δεν είναι κάτι άπνευμα, αλλά ανήκει στο ίδιο το πνεύμα. Η αδιαμόρφωτη πληρότητα ζωής είναι δύναμη προς πνευματικό είναι (δυνατότητα), που πρέπει ακόμη να οδηγηθεί στην τελείωση του είναι. Το νόημα χωρίς πληρότητα ζωής είναι ιδέα, η οποία γίνεται πραγματική μόνο μέσα σε ένα ζωντανό ον. Ούτε το νόημα ούτε η πληρότητα ζωής που ανήκει στο πνεύμα έχουν σχέση με χωρική υλικότητα. Για αυτή τη μη χωρική «υλικότητα» θα γίνει εκτενέστερος λόγος αργότερα. Η ζωή όμως που είναι γεμάτη νόημα είναι ζωή που υπερχειλίζει και ακτινοβολεί: έχει τη μορφή του είναι που ονομάζουμε «πνευματική».


Το πώς διαμορφώνεται η σχέση μεταξύ νοήματος και δύναμης στα απρόσωπα μορφώματα που θεωρούνται πνευματικά, μπορεί να διευκρινιστεί μόνο αν εξεταστούν αυτά τα μορφώματα στη σχέση τους με τα πνευματικά πρόσωπα. Μόνο έτσι μπορεί να καταστεί κατανοητό το είναι τους, εφόσον εξαρτάται και παραπέμπει στο προσωπικό είναι ως πρωταρχικό. Ωστόσο, στον χώρο αυτού του πρωταρχικού πνευματικού είναι μας λείπει ακόμη μια σημαντική μορφή διαμόρφωσης: εκείνη των δημιουργημένων «καθαρών πνευμάτων».

§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα


1. Η δυνατότητα μιας φιλοσοφικής προσέγγισης της αγγελολογίας

Η εξέταση του πεπερασμένου είναι μάς οδήγησε στο αιώνιο Είναι ως το πρωταρχικό και θεμελιώδες, από το οποίο εξαρτάται κάθε άλλο. Γνωρίσαμε αυτό το πρωταρχικό Είναι ως προσωπικό και, ξεκινώντας από αυτό, επιστρέψαμε στο ανθρώπινο είναι ως το πιο οικείο σε εμάς, στο οποίο μπορούμε ευκολότερα να κατανοήσουμε το νόημα του προσωπικού είναι. Ποια σημασία μπορεί όμως να έχει, στην προσπάθεια κατανόησης του νοήματος του είναι, η ενασχόληση με τα λεγόμενα «καθαρά πνεύματα»;

Όποιος δεν θέλει να απομακρυνθεί από το έδαφος της εμπειρίας ως βάση κάθε φυσικής γνώσης, ίσως να είναι ακόμη πρόθυμος να δώσει χώρο σε σκέψεις για τον Θεό μέσα σε μια φιλοσοφική έρευνα, διότι οφείλει να παραδεχθεί ότι τα πράγματα της εμπειρίας, στην εξαρτημένη τους ύπαρξη, προϋποθέτουν ένα απόλυτο. Δεν θα είναι όμως διατεθειμένος να ασχοληθεί με αγγέλους και δαίμονες. Τέτοιες επιφυλάξεις ήταν άγνωστες στους μεσαιωνικούς φιλοσόφους. Όταν επεδίωκαν να κατανοήσουν το σύνολο του όντος, δεν μπορούσαν να παραλείψουν τα αγαθά και τα κακά πνεύματα, των οποίων η ύπαρξη πιστοποιούνταν ως βέβαιη πραγματικότητα από πλήθος μαρτυριών της Αγίας Γραφής, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και των οποίων τη στοργική βοήθεια και τις επικίνδυνες επιθέσεις θεωρούσαν ότι συναντούν σε κάθε τους βήμα.

Επειδή οι αποκαλυπτικές αλήθειες αποτελούν το σημείο εκκίνησης των στοχασμών τους για τους αγγέλους, υπάρχει η τάση να θεωρούνται όλες αυτές οι έρευνες καθαρά θεολογικές και χωρίς φιλοσοφική σημασία. Ακόμη και οι νεότεροι μελετητές της αγγελολογίας του αγίου Θωμά τονίζουν τον κυρίως θεολογικό χαρακτήρα αυτών των πραγματειών. Είναι πράγματι αυτονόητο ότι στη Summa Theologica η καθοδηγητική πρόθεση είναι θεολογική: οι άγγελοι εξετάζονται ως εκείνο το μέρος της δημιουργίας στο οποίο έχουμε μπροστά μας την καθαρότερη εικόνα του Θεού. Ωστόσο, ο Θωμάς δεν παύει ούτε εδώ να είναι φιλόσοφος, ο οποίος επιδιώκει να ερευνήσει το ον σε όλες τις μορφές του. Και υποδηλώνει ότι υπάρχει πρόσβαση σε αυτά τα δημιουργήματα —που διαφεύγουν της άμεσης εμπειρίας μας— και μέσω της καθαρά φυσικής γνώσης.

«Ήδη το γεγονός και μόνο ότι ο νους υπερέχει της αισθητηριακής αντίληψης καθιστά φανερό για τη λογική ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια ασώματα όντα, τα οποία είναι προσπελάσιμα μόνο από τον νου». Αυτό σημαίνει αρχικά μόνο ότι υπάρχει κάτι πνευματικό και όχι μόνο σωματικό· δεν αποδεικνύει ακόμη την ύπαρξη καθαρών πνευμάτων. Ο Θωμάς, όμως, επιχείρησε να καταστήσει και αυτή την ιδέα προσιτή στη φυσική λογική, αν όχι να την αποδείξει αυστηρά. Από την άποψη της τελειότητας του κόσμου, θα υπήρχε ένα κενό στην ιεραρχική διάταξη των δημιουργημένων όντων, αν, πέρα από τα απλώς σωματικά και τα σωματοπνευματικά όντα, δεν υπήρχαν και τα καθαρά πνευματικά. Συγκέντρωσε τα επιχειρήματα για την ύπαρξη των καθαρών πνευμάτων στη φιλοσοφική του σύνθεση και έτσι έδειξε ότι, κατά την άποψή του, το ζήτημα αυτό δεν είναι μόνο θεολογικό αλλά και φιλοσοφικό.

Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τους λόγους για την ύπαρξη των αγγέλων, διότι δεν μας απασχολεί καθόλου το ερώτημα αν πράγματι υπάρχουν άγγελοι, αλλά το τι είναι ουσιωδώς τα καθαρά πνεύματα και πώς το είναι τους σχετίζεται με το θείο. Μια τέτοια έρευνα πρέπει να διεξαχθεί ως καθαρή θεώρηση δυνατότητας. Έχουμε εμπειρία πνευματικών δημιουργημάτων, δηλαδή του δικού μας πνεύματος και του πνεύματος άλλων ανθρώπων. Στη στάση της φυσικής ζωής και της εμπειρικής επιστήμης –όπως, για παράδειγμα, της ιστορίας– επιδιώκουμε να γνωρίσουμε την πνευματική ιδιαιτερότητα αυτού ή εκείνου του ανθρώπου ή και ολόκληρων ομάδων ανθρώπων, όπως πράγματι είναι.

Στη στάση της ουσίας, που αποτελεί την κατεξοχήν φιλοσοφική διάθεση, προσανατολιζόμαστε προς το τι είναι το πνεύμα καθαυτό και ποιες μορφές πνευματικών δημιουργημάτων είναι δυνατές. Για μια τέτοια εξέταση των δυνατοτήτων και των αναγκαιοτήτων της ουσίας απαιτείται μια εμπειρική βάση. Πάνω όμως σε αυτή τη βάση είναι δυνατή, διότι κάθε εμπειρία εμπεριέχει μια γνώση της ουσίας ως αναπόσπαστο και ταυτόχρονα διακριτό στοιχείο: κρυμμένη και ασαφής, αλλά ικανή να ανασυρθεί στο φως και να διασαφηνιστεί. Καμία εμπειρία του πνευματικού δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν περιείχε ήδη μια ορισμένη κατανόηση του τι είναι γενικά το πνεύμα.

Έτσι μπορούμε να εξετάσουμε το ανθρώπινο πνεύμα ως προς ό,τι ανήκει αναγκαία στο πνεύμα ως τέτοιο. Και μπορούμε να διακρίνουμε ό,τι είναι απλώς ανθρώπινη ιδιαιτερότητα και θα μπορούσε να είναι διαφορετικό σε άλλα πνεύματα. Η δυνατότητα να διακρίνουμε, μέσα σε ό,τι μας δίνεται εμπειρικά, το αναγκαίο από το τυχαίο –τυχαίο από την άποψη της γενικής ουσίας– μας ανοίγει τον ορίζοντα για άλλες δυνατότητες ουσίας πέρα από την πραγματικά δοσμένη. Και διαθέτουμε μια πνευματική δύναμη που μας επιτρέπει να «στοχαζόμαστε ελεύθερα» τέτοιες δυνατότητες ουσίας: τη φαντασία ή τη δημιουργική δύναμη της παράστασης. Η «ελευθερία» της δεν είναι αυθαιρεσία· είναι δεσμευμένη από τους νόμους της ουσίας και έχει ως έργο να αναδεικνύει δυνατότητες ουσίας, όχι αδυνατότητες.

Διάφορα πνευματικά όντα που αποκλίνουν από την ανθρώπινη φύση μας είναι γνωστά από τα παραμύθια και τους μύθους: τα στοιχειακά πνεύματα –πνεύματα της φωτιάς, νύμφες των νερών, ξωτικά, καλικάντζαροι–, καθώς και οι καλές και κακές νεράιδες. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτά τα δημιουργήματα της ελεύθερης φαντασίας ως προς το αν συνιστούν αυθεντικές δυνατότητες ουσίας, με ποιον τρόπο διαφέρουν από το ανθρώπινο πνεύμα και αν η αντιπαραβολή τους ίσως συμβάλλει στην κατανόηση του ανθρώπινου πνεύματος. Όμως πολύ σημαντικότερα από αυτά τα μυθικά όντα είναι για εμάς εκείνα τα πνεύματα των οποίων η πραγματικότητα μαρτυρείται από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία της πίστης και τη ζωή της πίστης, και των οποίων η ενέργεια παρεμβαίνει δυναμικά στη δική μας ζωή.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθεια να ανασυνθέσουν τη μορφή αυτών των πνευματικών όντων από την πληθώρα των χωρίων της Γραφής που αναφέρονται στους αγγέλους. Το πιο ολοκληρωμένο ίσως σχήμα το βρίσκουμε στα έργα του Αρεοπαγίτη· αυτά αποτέλεσαν τη βάση για την αγγελολογία της Σχολαστικής. Ο άγιος Θωμάς αξιοποίησε σε μέγιστο βαθμό τα αρεοπαγιτικά κείμενα. Δεν είναι εδώ ο τόπος να καθοριστεί η σχέση των δύο· κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό μόνο με τη βοήθεια μιας συνολικής παρουσίασης της κοσμοεικόνας μέσα στην οποία εντάσσεται η αγγελολογία και στις δύο περιπτώσεις.

Η πρόθεση του Διονυσίου (ή Ψευδο-Διονυσίου), σύμφωνα με τη δική του δήλωση, είναι καθαρά θεολογική, ακόμη και ερμηνευτική: επιδιώκει να αναδείξει ό,τι έχει αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή για τους αγγέλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα του στερούνται φιλοσοφικών στοιχείων. Κάθε ερμηνεία της Γραφής εξαρτάται από την πνευματική ιδιοσυγκρασία εκείνου που την επιχειρεί. Και είναι φανερό ότι ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών κειμένων χειρίζεται τον εννοιολογικό κόσμο της ελληνικής φιλοσοφίας ως φυσικό όργανο του πνεύματός του. Όμως τον χρησιμοποιεί ως εργαλείο για τις θεολογικές του έρευνες· δεν ενεργεί ως φιλόσοφος.

Όπως χρησιμοποιούμε μια ταξιδιωτική περιγραφή για να ενημερωθούμε για μια άγνωστη χώρα, έτσι θέλουμε να αφήσουμε αυτή την αγγελολογία, αντλημένη από την Αγία Γραφή, να μας εισαγάγει σε μια περιοχή του πνευματικού είναι, στην οποία η εμπειρία δεν μας δίνει πρόσβαση, και κατόπιν να εξετάσουμε τι γνώση της ουσίας του πνεύματος προκύπτει από αυτή την εικόνα. (Μάλλον δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι δεν τοποθετούμε την αποκάλυψη στο ίδιο επίπεδο με τη φυσική εμπειρία, η οποία –ως εμπειρία άλλων– μας παρέχεται μέσω μιας ταξιδιωτικής περιγραφής ως πηγή γνώσης στη θέση της άμεσης εμπειρίας. Εφόσον εδώ δεν μας απασχολούν εμπειρικές-επιστημονικές διαπιστώσεις, δεν έχει σημασία από ποια πηγή προέρχεται η περιγραφόμενη εικόνα, αρκεί να εκφράζει μια γνήσια δυνατότητα ουσίας.)


2. Η αγγελολογία του Αρεοπαγίτη

Ο Αλβέρτος ο Μέγας, στον πρόλογο της «Ουράνιας Ιεραρχίας», φωτίζει με ένα σύντομο χωρίο της Γραφής τη βασική ιδέα των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων και, μαζί με αυτήν, το περίγραμμα της κοσμοθεωρίας τους: Ad locum, unde exeunt flumina, revertuntur, ut iterum fluant (Εκκλ. 1, 7). Ο Θεός είναι ο τόπος από τον οποίο εκπορεύεται κάθε ον: όλα τα φυσικά δημιουργήματα, καθώς και όλα τα χαρίσματα της χάριτος και της δόξας που εκχύνονται πάνω τους. Ό,τι υπάρχει το έχει δημιουργήσει η θεία αγαθότητα, για να του δώσει μετοχή στο θείο είναι.

Αυτό πραγματοποιείται μέσω μιας ακτίνας φωτισμού που εκπορεύεται από τον Θεό και διαπερνά όλη τη δημιουργία, ώστε να τη στρέψει προς τον Θεό και να την ενώσει μαζί Του· αλλά αυτό συντελείται βαθμιαία: τα ανώτερα δημιουργήματα, που βρίσκονται πλησιέστερα στον Θεό, δέχονται πρώτα τον φωτισμό, διαποτίζονται από αυτόν και στρέφονται προς τον Θεό· ταυτόχρονα όμως στρέφονται προς τα κατώτερα, για να μεταδώσουν από την πληρότητα που έλαβαν ό,τι εκείνα μπορούν να δεχθούν. Αυτά τα πλησιέστερα στον Θεό δημιουργήματα είναι οι άγγελοι. Και αυτοί σχηματίζουν με τη σειρά τους μια «ιεραρχία», δηλαδή μια βαθμιδωτή τάξη ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων πνευματικών όντων.

Το έργο για την Ουράνια Ιεραρχία ασχολείται κυρίως με την παρουσίαση των διαφορών των εννέα αγγελικών τάξεων και των μεταξύ τους σχέσεων. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει κυρίως τι χαρακτηρίζει τα ουράνια πνεύματα ως τέτοια. Πρέπει λοιπόν αυτό το γενικό γνώρισμα να εξαχθεί από το σύνολο.


Η Αγία Γραφή μιλά για τα καθαρά πνεύματα, όπως και για τον ίδιο τον Θεό, με εικόνες που προέρχονται από τον αισθητό κόσμο. Αυτές οι εικόνες πρέπει να κατανοούνται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι κάθε αισθητό πράγμα εκφράζει κάτι πνευματικό. Υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που καθιστά δυνατή αυτή την έκφραση, αλλά ποτέ δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ εικόνας και εικονιζόμενου, παρά μόνο ομοιότητα, η οποία συνοδεύεται πάντοτε από μια ακόμη μεγαλύτερη ανομοιότητα. Αυτό που εννοείται είναι προσληπτό μόνο μέσω εικόνων, αλλά πάντοτε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο μέσω του οποίου καθίσταται προσληπτό.

Αυτό ισχύει ακόμη και όταν το οικείο σε εμάς γήινο στοιχείο, μέσω του οποίου προσπαθούμε να κατανοήσουμε το υπερβατικό, είναι κάτι ψυχικό ή πνευματικό. Έτσι, η «οργή» στα άλογα όντα είναι μια άλογη διέγερση, ενώ στα πνευματικά όντα είναι η ανδρική δύναμη του λόγου τους, η αμετακίνητη σταθερότητά τους στις θείες, αμετάβλητες κατοικίες. Η «επιθυμία» στα άλογα όντα είναι απερίσκεπτη, στραμμένη προς κάτι υλικό και μεταβαλλόμενο, μια κατάσταση που προκαλείται χωρίς αυτοκυριαρχία από φυσική ροπή ή συνήθεια, μια άλογη κυριαρχία της σωματικής ορμής που παρασύρει ολόκληρο το ζωντανό ον προς το αισθητό αντικείμενο της επιθυμίας.

Στα καθαρά πνεύματα, όμως, με τον όρο αυτόν εννοείται η θεία αγάπη, με την οποία αγαπούν το ανώτερο πνευματικό με τρόπο κατανοητικό και λογικό, καθώς και η διαρκής επιθυμία για την καθαρή, απαλλαγμένη από πάθος θεωρία και ένωση με την ύψιστη και καθαρότερη αγάπη…

Συνεχίζεται

Η  EDITH STEIN  ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΧΩΡΙΣ ΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ. ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ. 
ΟΜΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ, ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΟ;;; ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΔΙ' ΕΥΧΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ.