Συνέχεια από Παρασκευή 24. Ιουλίου 2026
Του Martin Heidegger
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση
§ 17. Οι δύο οδοί της υπερβατολογικής παραγωγής
α) Η πρώτη οδός
Η αναγκαία εξάρτηση της καθαρής διανοίας από την καθαρή εποπτεία πρέπει να αποκαλυφθεί, ώστε η μεσολαβητική ενότητα και των δύο, η καθαρή σύνθεση, να φανερωθεί ως μεσολαβήτρια. Αυτό απαιτεί να διασαφηνιστεί η καθαρή διάνοια, ως αφετηρία της πρώτης οδού, σε τέτοιο βαθμό ώστε από τη δομή της να καταστεί ορατή η εξάρτησή της από μια καθαρή σύνθεση και, συνεπώς, από μια καθαρή εποπτεία.
Η «Παραγωγή» (Deduktion), επομένως, κάθε άλλο παρά είναι ένας παραγωγικο-λογικός συμπερασμός των προαναφερθεισών σχέσεων της διανοίας προς την καθαρή σύνθεση και προς την καθαρή εποπτεία. Αντιθέτως, η Παραγωγή έχει ήδη εξαρχής στο βλέμμα της το όλον της καθαρής πεπερασμένης γνώσεως. Διατηρώντας σταθερά ενώπιόν της αυτό που έτσι έχει ιδωθεί, προχωρεί στη ρητή ανάδειξη των δομικών σχέσεων που συναρθρώνουν το όλον, από το ένα στοιχείο στο άλλο. Χωρίς τη σταθερά διατηρούμενη εκ των προτέρων θέαση της περατότητας της υπερβάσεως, κάθε πρόταση της υπερβατολογικής Παραγωγής παραμένει ακατανόητη.
Ο χαρακτήρας του «απέναντι» (Dawider), ο οποίος καθιστά δυνατό το αντί-κείσθαι (Gegenstehen), φανερώνεται σε μια εκ των προτέρων συγκράτηση της ενότητας. Μέσα σε αυτή την παράσταση της ενότητας, το ίδιο το παριστάνειν αποκαλύπτεται ως εκείνο που δεσμεύεται στην ενότητα, και μάλιστα ως το ίδιο εκείνο που διατηρείται ταυτόσημο μέσα στην πράξη της καθαρής παραστάσεως της ενότητας¹⁰². Μόνο εφόσον είναι φανερό ότι αυτό, το οποίο παριστάνει την ενότητα ως τέτοιο, είναι εκείνο απέναντι στο οποίο η ενοποιούσα ενότητα συγκρατείται ως ρυθμιστική, μπορεί κάτι να έλθει να το συναντήσει. Μόνο μέσα σε μια τέτοια αυτοστροφή μπορεί ό,τι συναντάται «να μας αφορά»¹⁰³.
Η παράσταση της ενότητας, ως καθαρή νόηση, έχει αναγκαίως τον χαρακτήρα του «εγώ σκέπτομαι». Η καθαρή έννοια, ως συνείδηση της ενότητας εν γένει, είναι αναγκαίως καθαρή αυτοσυνείδηση. Αυτή η καθαρή συνείδηση της ενότητας δεν επιτελείται απλώς περιστασιακά και πραγματολογικά, αλλά πρέπει να είναι δυνατή κάθε στιγμή. Είναι ουσιωδώς ένα «εγώ δύναμαι».
«Αυτή την καθαρή, πρωταρχική, αμετάβλητη συνείδηση θέλω τώρα να την ονομάσω υπερβατολογική κατάληψη [ή αυτοσυνειδησία](Apperzeption)»¹⁰⁴. Η παράσταση της ενότητας, η οποία αφήνει κάτι να αντίκειται, θεμελιώνεται σε αυτή την κατάληψη «ως δύναμη»¹⁰⁵. Διότι μόνο ως το διαρκώς ελεύθερο «εγώ μπορώ» δύναται το «εγώ σκέπτομαι» να αφήσει να σταθεί απέναντί του το «απέναντι» της ενότητας, εφόσον η δέσμευση παραμένει δυνατή μόνο σε αναφορά προς μια ουσιωδώς ελεύθερη συμπεριφορά. Η καθαρή διάνοια ενεργεί, μέσα στην πρωταρχική εκ των προτέρων συγκράτηση της ενότητας, ως υπερβατολογική κατάληψη.
Τι παριστάνεται, λοιπόν, μέσα στην ενότητα που συγκρατείται εκ των προτέρων από αυτήν; Μήπως το σύνολο του όντος μονομιάς, με την έννοια του totum simul (το όλον συγχρόνως), το οποίο εποπτεύει ο intuitus originarius (πρωταρχική εποπτεία);
Αλλά αυτή η καθαρή νόηση είναι πεπερασμένη, και ως τέτοια δεν μπορεί καθόλου, από μόνη της, μέσω της παραστάσεώς της να θέσει απέναντί της το ον, πόσο μάλλον όλα τα όντα μονομιάς μέσα στην ενότητά τους. Η παρασταθείσα ενότητα αναμένει ακριβώς το ον που πρόκειται να συναντηθεί· και, ως τέτοια αναμένουσα ενότητα, καθιστά δυνατή τη συνάντηση αντικειμένων που εμφανίζονται το ένα μαζί με το άλλο.
Η ενότητα αυτή, ως μη οντική, φέρει μέσα της την ουσιώδη τάση προς την ενοποίηση εκείνου που κάθε φορά δεν έχει ακόμη ενοποιηθεί. Γι’ αυτό ο Kant, μετά τη διασάφηση της υπερβατολογικής κατάληψης, λέγει για την ενότητα που παριστάνεται μέσα σε αυτήν: αυτή «προϋποθέτει όμως μια σύνθεση ή την περικλείει»¹⁰⁶.
Ο Kant ταλαντεύεται εδώ, κατά χαρακτηριστικό τρόπο, ως προς τον μονοσήμαντο προσδιορισμό της δομικής σχέσεως της ενότητας προς την ενοποιούσα σύνθεση. Σε κάθε περίπτωση, η σύνθεση ανήκει κατά ουσιώδη αναγκαιότητα στην ενότητα. Η ενότητα είναι εξαρχής ενοποιούσα. Αυτό σημαίνει: η παράσταση της ενότητας επιτελείται ως ενοποίηση, και στη δομική ολότητα αυτής της ενοποιήσεως απαιτείται η εκ των προτέρων κατοχή της ενότητας. Ο Kant δεν διστάζει να πει ότι η υπερβατολογική κατάληψη «προϋποθέτει» τη σύνθεση.
Ήδη όμως στο δεύτερο στάδιο της θεμελιώσεως προέκυψε ότι κάθε σύνθεση επιτελείται από τη φαντασία. Κατά συνέπεια, η υπερβατολογική κατάληψη σχετίζεται ουσιωδώς με την καθαρή φαντασία. Η τελευταία, ως καθαρή, δεν μπορεί να παριστάνει κάτι εμπειρικά προδεδομένο, απέναντι στο οποίο θα ήταν απλώς αναπαραγωγική· αλλά, ως καθαρή φαντασία, είναι αναγκαίως a priori μορφοποιούσα, δηλαδή καθαρά παραγωγική.
Την καθαρή παραγωγική φαντασία ο Kant την αποκαλεί επίσης «υπερβατολογική».
«Επομένως, η αρχή της αναγκαίας ενότητας της καθαρής (παραγωγικής) συνθέσεως της φαντασίας, πριν από την κατάληψη [ή αυτοσυνειδησία](Apperzeption), είναι το θεμέλιο της δυνατότητας κάθε γνώσεως, και ιδίως της εμπειρίας»¹⁰⁷.
Τι σημαίνει εδώ το «πριν από την κατάληψη»; Θέλει ο Kant να πει ότι η καθαρή σύνθεση προηγείται της υπερβατολογικής κατάληψης (Apperzeption) μέσα στην τάξη της θεμελιώσεως της δυνατότητας μιας καθαρής γνώσεως;
Αυτή η ερμηνεία θα συμφωνούσε με την παραπάνω διατύπωση, σύμφωνα με την οποία η κατάληψη (Apperzeption) «προϋποθέτει» την καθαρή σύνθεση.
Ή μήπως το «πριν» (vor) σημαίνει εδώ κάτι ακόμη διαφορετικό; Πράγματι, ο Kant χρησιμοποιεί το vor με μια σημασία η οποία μόνον αυτή προσδίδει σε ολόκληρη την πρόταση το αποφασιστικό δομικό της νόημα, κατά τέτοιον μάλιστα τρόπο ώστε μέσα σε αυτό να συμπεριλαμβάνεται συγχρόνως και η ερμηνεία που επιχειρήθηκε προηγουμένως. Ο Kant μιλά κάπου «για ένα αντικείμενο ενώπιον μιας εντελώς διαφορετικής εποπτείας»¹⁰⁸. Είναι περιττό και συγχρόνως αποδυναμώνει το νόημα να μετατρέψει κανείς εδώ το vor σε «για» (für), ιδίως αν θυμηθεί τη λατινική έκφραση coram intuitu intellectuali (ενώπιον της νοητικής εποπτείας), την οποία επίσης χρησιμοποιεί ο Kant¹⁰⁹.
Εάν αντιληφθούμε το vor στην παραπάνω πρόταση με την έννοια του coram —«ενώπιον»—, τότε μόνο έρχεται στο φως ο χαρακτήρας της δομικής ενότητας της υπερβατολογικής κατάληψης (Apperzeption) και της καθαρής φαντασίας. Σύμφωνα με αυτό, η παράσταση της ενότητας έχει ουσιωδώς ενώπιόν της, στο βλέμμα της, μια ενοποιούσα ενότητα· δηλαδή το παριστάνειν είναι καθ’ εαυτό ενοποιούν.
Η καθαρή σύνθεση, όμως, πρέπει να ενοποιεί a priori. Εκείνο το οποίο ενοποιεί πρέπει να της είναι δεδομένο a priori. Η καθολική εποπτεία, όμως, η οποία δίνει εκ των προτέρων με τρόπο καθαρά δεκτικό, είναι ο χρόνος. Επομένως, η καθαρή φαντασία πρέπει να σχετίζεται ουσιωδώς προς αυτόν. Μόνο έτσι αποκαλύπτεται ως μεσολαβήτρια μεταξύ της υπερβατολογικής κατάληψης (Apperzeption) και του χρόνου.
Γι’ αυτό ο Kant προτάσσει σε όλες τις αναλύσεις της υπερβατολογικής Παραγωγής μια «γενική παρατήρηση», «την οποία πρέπει οπωσδήποτε να θέσουμε ως βάση για όσα ακολουθούν»¹¹⁰. Αυτή λέγει ότι όλες οι «τροποποιήσεις της ψυχής […] υπόκεινται στον χρόνο», «μέσα στον οποίο πρέπει όλες μαζί να διατάσσονται, να συνδέονται και να τίθενται σε σχέσεις»¹¹¹.
Αρχικά μπορεί να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο Kant ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη οδό πραγματεύεται διεξοδικότερα και ρητώς την a priori ουσιώδη σχέση της καθαρής φαντασίας προς τον χρόνο. Αντιθέτως, ολόκληρη η ανάλυση επικεντρώνεται στο να καταστήσει ορατή την ουσιώδη σχέση της καθαρής διανοίας προς την καθαρή σύνθεση της φαντασίας. Διότι ακριβώς μέσα από αυτή τη σχέση εκφράζεται με τον σαφέστερο τρόπο η ιδιαίτερη φύση της, δηλαδή η περατότητά της. Είναι διάνοια μόνον εφόσον «προϋποθέτει ή περικλείει» την καθαρή φαντασία.
«Η ενότητα της κατάληψης (Apperzeption) σε σχέση προς τη σύνθεση της φαντασίας είναι η διάνοια, και αυτή ακριβώς η ίδια ενότητα, σε σχέση προς την υπερβατολογική σύνθεση της φαντασίας, είναι η καθαρή διάνοια»¹¹².
β) Η δεύτερη οδός
Η αναγκαία εξάρτηση της καθαρής εποπτείας από την καθαρή διάνοια, δηλαδή η μεσολαβητική ενότητα και των δύο, η καθαρή σύνθεση, πρέπει να αποκαλυφθεί ως μεσολαβήτρια. Γι’ αυτό η δεύτερη οδός αρχίζει με τα ακόλουθα λόγια:
«Τώρα θέλουμε να καταστήσουμε εποπτικά εμφανή την αναγκαία συνάφεια της διανοίας με τα φαινόμενα μέσω των κατηγοριών, αρχίζοντας από κάτω προς τα επάνω, δηλαδή από το εμπειρικό»¹¹³.
Ακόμη και εδώ, όπου θα ήταν εύλογο να αναδειχθεί ρητώς η καθαρή συνθήκη της δεκτικότητας της πεπερασμένης γνώσεως, ο Kant δεν παραμένει σε μια ανάλυση της καθαρής εποπτείας —του χρόνου— αλλά περνά αμέσως στην απόδειξη ότι «η αίσθηση» βέβαια δέχεται, ότι όμως μέσα στην ίδια δεν μπορεί να υπάρχει κάτι σαν τη συνάφεια εκείνου που συναντάται.
Μια τέτοια συνάφεια πρέπει, ωστόσο, να μπορεί να γίνει εμπειρικά προσιτή μέσα στην πεπερασμένη γνώση, επειδή το πεπερασμένο ον δεν έχει ποτέ το ον ως totum simul, αλλά, όπως λέγει ρητώς εδώ ο Kant, συναντά εκείνο που έρχεται προς αυτό «διασκορπισμένο και μεμονωμένο»¹¹⁴.
Για να μπορεί όμως αυτό που προσέρχεται να συναντάται ως κάτι που βρίσκεται μέσα σε συνάφεια, πρέπει εκ των προτέρων να έχει ήδη κατανοηθεί κάτι σαν τη «σύνδεση» (Verbindung).
Το να παριστάνει κανείς εκ των προτέρων τη σύνδεση σημαίνει: να μορφοποιεί πρωταρχικά, παριστάνοντας, κάτι όπως η σχέση εν γένει.
Η δύναμη, όμως, που πρωταρχικά «μορφοποιεί» αυτές τις σχέσεις είναι η καθαρή φαντασία.
Εκείνο μέσα στο οποίο μπορεί γενικά να πραγματοποιείται η σύνδεση και να σχηματίζεται συνάφεια είναι, σύμφωνα με τη «γενική παρατήρηση»¹¹⁵, ο χρόνος ως καθαρή καθολική εποπτεία. Το να αφήνεται το ον να συναντηθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να εμφανιστεί μέσα στη δική του αντικείμενη συνάφεια, πρέπει να θεμελιώνεται στην καθαρή φαντασία, η οποία σχετίζεται ουσιωδώς προς τον χρόνο. Μέσα στην καθαρή μορφοποίηση ορισμένων σχέσεων, η φαντασία προδιαγράφει μια ρυθμιστική ενοποίηση και, με αυτόν τον τρόπο, κάτι που στέκεται εκ των προτέρων απέναντι στην τυχαία αποδοχή όσων συναντώνται. Αυτός ο ορίζοντας της ρυθμιστικής δεσμεύσεως περιέχει την καθαρή «συγγένεια» (Affinität) των φαινομένων. «Είναι, επομένως, πράγματι παράξενο, αλλά από όσα προηγήθηκαν καθίσταται εντούτοις φανερό ότι μόνο μέσω αυτής της υπερβατολογικής λειτουργίας της φαντασίας καθίσταται δυνατή ακόμη και η συγγένεια των φαινομένων…»¹¹⁶
Κάθε σύνδεση όμως, και πολύ περισσότερο η καθαρή μορφοποίηση ενοποιήσεως εν γένει, περικλείει δομικά μέσα της μια προηγούμενη παράσταση ενότητας. Αυτή, εφόσον η καθαρή σύνθεση πρόκειται να ενεργεί a priori, πρέπει και η ίδια να είναι a priori, κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η παράσταση της ενότητας να ανήκει διαρκώς σε κάθε μορφοποίηση ενοτήτων ως ένα αμετάβλητο Ένα και Ταυτόσημο. Αυτό όμως το «σταθερό και διαμένον» Εαυτό είναι το Εγώ της υπερβατολογικής κατάληψης.
Όπως σε κάθε εμπειρική εποπτεία ανήκει ο χρόνος, έτσι και στην ίδια αυτή εποπτεία, καθόσον αποτελεί άφημα του όντος να συναντηθεί μέσα στη δική του αυτοτελή τάξη, ανήκει η προηγούμενη μορφοποίηση της συγγένειας μέσα στην υπερβατολογική φαντασία. Σε αυτήν όμως πρέπει να προστεθεί η καθαρή κατάληψη, εάν η πρόσληψη πρόκειται να μπορεί να στηρίζεται σε μια καθαρή στροφή προς…, δηλαδή σε ένα άφημα να αντίκειται¹¹⁷.
Η πρώτη οδός, ωστόσο, έδειξε ότι η υπερβατολογική κατάληψη, η οποία μέσω της ουσιώδους μεσολαβήσεως της καθαρής φαντασίας πρέπει να προσέλθει προς την καθαρή εποπτεία, δεν υπάρχει η ίδια αυτοτελώς και απομονωμένα· και επομένως ούτε απλώς προστίθεται στην καθαρή φαντασία επειδή αυτή τη χρειάζεται περιστασιακά. Αντιθέτως, αυτή ακριβώς η υπερβατολογική κατάληψη, ως παράσταση ενότητας, πρέπει από τη δική της πλευρά να έχει ενώπιόν της μια ενότητα που μορφοποιείται μέσα στην ενοποίηση.
Έτσι, και στη δεύτερη οδό, τα πάντα ωθούν προς το να αναδειχθεί η υπερβατολογική φαντασία ως μεσολαβήτρια.
«Έχουμε, λοιπόν, μια καθαρή φαντασία ως θεμελιώδη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, η οποία βρίσκεται στη βάση κάθε γνώσεως a priori. Μέσω αυτής φέρνουμε σε σύνδεση, αφενός, το πολλαπλό της εποπτείας και, αφετέρου, [αυτό το πολλαπλό] με τη συνθήκη της αναγκαίας ενότητας της καθαρής κατάληψης»¹¹⁸.
Η τριάδα της καθαρής εποπτείας, της καθαρής φαντασίας και της καθαρής κατάληψης δεν αποτελεί πλέον απλή παράθεση τριών δυνάμεων. Η υπερβατολογική Παραγωγή, αποκαλύπτοντας τη μεσολαβητική μορφοποίηση της καθαρής συνθέσεως, κατέδειξε την εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσεως.
Αυτή μορφοποιεί το καθαρό άφημα να αντίκειται κάτι ως… και, ως τέτοια μορφοποίηση, καθιστά για πρώτη φορά φανερό κάτι όπως έναν ορίζοντα αντικειμενικότητας εν γένει.
Και επειδή η καθαρή γνώση διανοίγει με αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά εκείνο το πεδίο ελευθερίας που είναι αναγκαίο για ένα πεπερασμένο ον, μέσα στο οποίο «λαμβάνει χώρα κάθε σχέση του είναι ή του μη είναι»¹¹⁹, πρέπει να ονομαστεί οντολογική.
Επειδή όμως η περατότητα χαρακτηρίζεται από τη διάνοια, αυτή διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην Παραγωγή. Ακριβώς όμως μέσα στην παλινδρομική πορεία των δύο οδών εγκαταλείπει την προτεραιότητά της και, με αυτή ακριβώς την εγκατάλειψη, φανερώνει η ίδια την ουσία της, η οποία συνίσταται στο ότι πρέπει να θεμελιώνεται στην καθαρή σύνθεση της υπερβατολογικής φαντασίας, η οποία σχετίζεται προς τον χρόνο.
§ 18. Η εξωτερική μορφή της υπερβατολογικής Παραγωγής
Σημειώσεις:






