Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος καὶ ἡ νιτσεϊκὴ διάγνωση τοῦ μηδενισμοῦ (1)

Ἀνδρέα Βιτούλα*

*Ὁ Ἀνδρέας Βιτούλας εἶναι διδάκτωρ Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ὑποψ. δρ. Φιλοσοφίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ ἐκπαιδευτικός.

Ἔχει κατατεθεῖ ἡ βαρύνουσα θέση ὅτι στὸν ἱερὸ Αυγουστῖνο ἐντοπίζονται ὅλες οἱ εὐρωπαϊκὲς δυνατότητες1. Τὸ ἔργο του συνιστᾶ τὸν πυρῆνα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐκτυλίχθηκε στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων τὸ δυτικὸ παράδειγμα, ἡ ἐνύλωση τοῦ ὁποίου φανερώνεται σὲ ἕναν σαρωτικὸ πολιτισμικὸ τρόπο, ἀναγνωρίσιμο σήμερα ὡς παγκοσμιοποίηση. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ σύγχρονη συνθήκη μορφώθηκε καὶ ἀπὸ τὴ συγκλονιστικὴ κραυγὴ τοῦ Νίτσε, ὡς μία ἰδιαίτερη καὶ ἐκρηκτικὴ καμπὴ στὴν πνευματικὴ ἱστορία τῆς Δύσεως, ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον ἡ ψηλάφηση τῶν ἰχνῶν ποὺ ὁδήγησαν στὴ νιτσεϊκὴ διάγνωση τοῦ μηδενισμοῦ.

Στὸ ἔργο του Περὶ Τριάδος ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος –μεταξὺ ἄλλων– καταθέτει πολλὲς φορὲς τὴν ἀντίληψή του γιὰ τὴ σχέση Θεοῦ-κόσμου, ποὺ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει μία ἀγεφύρωτη διαφορὰ ἀπὸ σχετικὲς θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ προγενεστέρων του Πατέρων τῆς Δύσεως (καὶ ὄχι μόνον). Ἡ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιὰ τὴ σχέση ἀκτίστου-κτιστοῦ ἀποτέλεσε ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς τὸ ριζικὸ σύστημα, ἡ θαυμαστὴ ἐξέλιξη τοῦ ὁποίου καρποφόρησε τὸν πολυώνυμο δυτικὸ τρόπο, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι δυσδιάκριτος ὁ μίτος τῆς αὐγουστίνειας ἀφετηρίας ἐντὸς τῆς μακρᾶς καὶ σύνθετης ποικιλίας του.

Θέλοντας λοιπὸν ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος νὰ ἐξηγήσει τὴν ἐπικοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀναφέρει ὅτι αὐτὴ συντελεῖται «δι’ ὑποκειμένου κτίσματος, καὶ τοῦτου σωματικοῦ»2. Κάθε Θεοφάνεια, πρὶν ἀπὸ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου, εἶναι διὰ τοῦ κτίσματος μία ὁρατὴ καὶ αἰσθητὴ προσαγωγή «πρὸς τὸ δηλῶσαι τὸν ἀόρατόν τε καὶ νοητὸν Θεόν»3. Αὐτὴ δὲ ἡ πεποίθηση κρίνεται ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο ἀπαραίτητη προκειμένου νὰ διαφυλαχθεῖ ἔναντι τῶν «φρενοβλαβῶν»4 αἱρετικῶν ἡ ἀπρόσιτη ἀτρεπτότητα τῆς οὐσίας του Θεοῦ5. Ἐπειδὴ συνεπῶς ἡ Θεία φύση «κατ’ οὐδένα δύναται τρόπον αὐτὴ καθ’ αὐτὴν ὁρατὴ εἶναι»6, γι’ αὐτὸ μεταχειρίζεται κτιστὰ μέσα, ὥστε τοιουτοτρόπως νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ Θεοῦ συνεχίζεται καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπηση, ὁδηγώντας τὸν Αὐγουστῖνο στὸ ἀναγκαῖο κατὰ τὸν ἴδιο συμπέρασμα ὅτι: «εἰ δὲ ζητεῖται μετὰ τὴν (τοῦ λόγου) σάρκωσιν πῶς γέγονεν ἢ ἡ τοῦ Πατρὸς φωνὴ ἢ τὸ σωματικὸ εἶδος, καθ’ ὃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐδείχθη, διὰ κτίσματος μὲν γεγονέναι ταῦτα οὔκ ἀμφιβάλλω […]. Πῶς μέντοι ταῦτα δίχα λογικοῦ ἢ νοεροῦ κτίσματος ἠδυνήθη γενέσθαι οὐ συνορῶ»7. Ἡ διευκρίνιση δὲ ποὺ παρέχει ὁ ἱερὸς συγγραφέας ὅτι οἱ διὰ τοῦ τρεπτοῦ κτίσματος ὁράσεις ἔγιναν «οὐ κυρίως καθάπερ ἐστίν, ἀλλὰ σημαντικῶς ὡς ἔδει κατὰ τὰς τῶν πραγμάτων αἰτίας καὶ τοὺς καιροὺς δεικνύουσαι τὸν Θεόν»8, χωρὶς νὰ διαθέτουν δηλαδὴ κυριολεκτικὸ χαρακτῆρα ἀλλὰ ὑποταγμένο ἁπλῶς στὴ χρονικὴ συγκυρία, δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ μετριάσει τὸν ἀπαραγράπτως κτιστὸ χαρακτῆρα τους.

Οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς μοναδικῆς μέχρι τότε στὴ Δύση ἀντίληψης δημιουργοῦν ἕνα πλέγμα σοβαρότατων ἀποκλίσεων ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Τὸ πλέγμα αὐτὸ ἀποτέλεσε τὸ εὔφορο ἔδαφος γιὰ τὴν ἐκβλάστηση μιᾶς ἀπολύτως διακριτῆς θεολογικῆς καὶ φιλοσοφικῆς μαρτυρίας ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη τοῦ βυζαντινοῦ τρόπου. Βασικὴ ὅμως –καὶ μάλιστα ἀνεπίγνωστη– ἀπόληξη τῆς θεώρησης ὅτι ὁ Θεὸς σχετίζεται μέσω κτισμάτων μὲ τὴ δημιουργία Του εἶναι τελικὰ ἡ παντελὴς ἀπουσία Του ἀπὸ αὐτή. Ὡς νομοτελειακὴ σχεδὸν συνέπεια ἀκολουθεῖ ὁ πειρασμὸς τοῦ πανθεϊσμοῦ, ποὺ σὲ πολλὲς καὶ διαφορετικὲς μεταξύ τους περιπτώσεις ἀπασχόλησαν τὴ δυτικὴ σκέψη· ἐνδεικτικὰ παραδείγματα ὁ Ἐριγένης, ὁ Ἔκχαρτ καὶ ὁ Σπινόζα9. Κι ἂν ὁ σκόπελος τοῦ πανθεϊσμοῦ ξεπεράστηκε, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ναῦς τῆς Δύσεως διαφυλάχθηκε ἀπὸ τὸν ἀνθεκτικώτερο, ὅπως ἀποδείχθηκε, πειρασμὸ τῆς αὐτονόμησης τῆς λογικῆς ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ ἑνότητα τῆς σωματοψυχῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ δημιουργία μιᾶς θαυμαστῆς κατὰ τὰ ἄλλα καὶ μὲ σπουδαία κατορθώματα νοησιαρχίας σὲ ποικίλες ὅσες ἐκδοχὲς καὶ πολύτιμους σταθμοὺς στὴν ἱστορία τῆς σκέψεως. Τελευταῖο, ἀλλὰ καθόλου ἀμελητέο γέννημα τῶν αὐγουστίνειων ὑποκειμένων κτισμάτων εἶναι ἡ ὑποκατάσταση τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἠθική.

Εἰδικώτερα, ἡ ἀπουσία τῆς θεμελιώδους πατερικῆς διακρίσεως μεταξὺ τῆς ἀμεθέκτου θείας οὐσίας καὶ τῶν μεθεκτῶν οὐσιωδῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο καὶ τὴ σύνολη μετέπειτα δυτικὴ παράδοση, ὑπὸ τὸ ἐπιχείρημα τῆς διαφύλαξης τῆς θείας ἑνότητος καὶ ἁπλότητος, σημαίνει ὄχι μόνο τὴν ἀναγκαία καὶ παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία κατ’ οὐσίαν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν ἀπουσία τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεώς Του μὲ αὐτόν. Οἱ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες εἶναι ἡ μοναδικὴ γέφυρα ἀκτίστου-κτιστοῦ κι αὐτὸ ἀποτέλεσε τὸ συντριπτικώτερο πλῆγμα στὰ νεοπλατωνικὰ διάμεσα, εὐδιάκριτα ψήγματα τῶν ὁποίων ἀνιχνεύονται στὸν Αὐγουστῖνο. Ἡ μέχρι τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο ὅμως κοινὴ θεολογικὴ μαρτυρία ὁμονοεῖ στὸ ὅτι τίποτε δὲν παρεμβάλλεται μεταξὺ Θεοῦ καὶ κτίσεως, παρὰ μόνον ἡ ἀμερίστως μεριζομένη ἄκτιστη δημιουργικὴ ἐνέργεια. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς διασαφηνίζει ὅτι κατὰ τὴν ἀφαίρεση τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες οἰκειώνονται στόν «μεταξὺ τοῦ ἀμεθέκτου καὶ τῶν μετεχόντων»10 «τόπο», εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀποστασιοποίηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, καθὼς δημιουργεῖ μεταξύ τους «χάσμα μέγα καὶ ἀδιάβατον»11. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος μά λιστα δὲν διστάζει νὰ διαγνώσει στὴν ἀπουσία τῶν ἀκτίστων ἐνερ γειῶν τὴν ἀνυπαρξία τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ12.

Μία τέτοια ὑπαρκτικὴ καὶ ὄχι διανοητικὴ σύλληψη γίνεται περισσότερο κατανοητὴ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει τὸν Θεὸ ὡς μία ἀκόμη παράσταση τοῦ νοῦ συλλογιστικὰ ἀποδεδειγμένη ἀλλὰ μεταλαμβάνοντας τὶς μεθεκτὲς ἐνέργειές Του. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ δὲν προϋποθέτει τὴ δυνατότητα τῆς λογικῆς ἐπεξεργασίας ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ διαρκῶς μεταποιούμενη ὕπαρξη κατὰ τὴ μετοχή της στὴ σοφοποιὸ καὶ θεοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τὸ γεγονὸς τῆς γνώσεως συνιστᾶ πνευματική «συνουσία»13 καὶ ὄχι μία αὐτόνομη στοχαστικὴ διεργασία. Στὴν ἴδια γνωσιοθεωρητικὴ καὶ κυρίως ὑπαρκτικὴ ὁδὸ οἱ ἀρεοπαγιτικὲς συγγραφὲς καταθέτουν ὅτι: «πάντα γὰρ τὰ θεῖα καὶ ὅσα ἡμῖν ἐκπέφανται, ταῖς μετοχαῖς μόναις γινώσκεται»14. Πρόκειται γιὰ τὴ γνώση ποὺ μεταλαμβάνεται κατὰ τὸν κάματο τῆς ὕπαρξης νὰ καθίσταται δεκτικὴ τῆς παρουσίας τοῦ Λόγου καὶ ὄχι γιὰ τὴ γνώση ποὺ ἁλώνει μὲ τὸν λόγο ἕνα ἀντικείμενο. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι γεγονὸς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως δύο κατὰ φύση ἀκοινώνητων ὑπάρξεων. Ἡ ἀγεφύρωτη λοιπὸν ἄβυσσος μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπερβαθεῖ μὲ κτιστὰ μέσα. Κανένας λογικὸς συμπερασμὸς τῆς εὐφυέστερης διανοίας δὲν δύναται νὰ προσπελάσει στὸ ἐλάχιστο τὸ μυστήριο μιᾶς κτιστῆς ἑτερότητας, πόσῳ μᾶλλον αὐτῆς τοῦ ἀκτίστου. Ἂν σχέση εἶναι ὁ τόπος συνάντησης δύο ἀλληλενεργουσῶν φύσεων, τότε ἡ νοητικὴ λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ μία μόνο πτυχὴ τῆς ἐνεργούσης ὑπάρξεως. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν γνωρίζει τὸν Θεό, καθ’ ὅσον ἀσκεῖ τὶς φυσικές του ἐνέργειες ὤστε νὰ συντονίζονται μὲ αὐτὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ πείρα αὐτῆς τῆς ὑπαρκτικῆς γυμνασίας, πρὸς δεξίωση τῆς ἀπόλυτης καὶ παντελῶς ἀνυπέρβατης μὲ κτιστὰ μέσα ἄκτιστης ἑτερότητας, συγκεφαλαιώνεται στὴν αἱμάσσουσα μαρτυρία: «ἱδρῶτι μᾶλλον, καὶ μὴ ψιλῷ λόγῳ, τὰ θεῖα μανθάνειν σπουδάσωμεν»15[ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ].

Ὁ «ψιλὸς λόγος» ὅμως ἔμελλε νὰ παίξει καθοριστικὸ ρόλο στὴν πορεία τῆς δυτικῆς σκέψεως. Θεμελιώδης ἀφετηρία του ὑπῆρξε ἡ αὐγουστίνεια ταύτιση νοῦ καὶ εἶναι στὸν ἄνθρωπο, ποὺ προϋποθέτει ἢ καὶ ἔχει ὡς ἄμεση συνέπεια τὸν πλήρη διαχωρισμὸ νοῦ καὶ σώματος16. Τὸ κατ’ εἰκόνα ὅμως, γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς, ἀνήκει στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου17, ὁ δὲ ἄνθρωπος εἶναι τὸ συναμφότερον ψυχῆς καὶ σώματος18. Ὁ Αὐγουστῖνος λοιπόν, θεωρώντας ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μόνον ὁ λογικὸς καὶ νοερὸς νοῦς19, ἀναγνωρίζει, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου συγκεφαλαιώνεται στὸν νοῦ· ὅτι ὁ νοῦς εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι: «ἡ ψυχὴ συνιστᾶ τὴν ἴδια στιγμὴ Εἶναι καὶ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ της, καὶ ὅτι ὡς Εἶναι καὶ γνώση ἀποτελεῖ αὐτοκατάφαση»20.Ἔτσι, ἡ πίστη γίνεται ὑπόθεση τῆς σκέψεως διὰ τῆς ὁποίας «ἀποκτᾶται» ὁ Θεός21. Γι’ αὐτὸ τὸ Περὶ Τριάδος πόνημα τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου τελειώνει ἐξομολογητικὰ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὰ λόγια: «ἐζήτησά σε καὶ ἐπεθύμησα τῇ διανοίᾳ ἰδεῖν ὅπερ ἐπίστευσα»22. Ἡ πίστη ζητεῖ νὰ κατανοήσει. Κατὰ τὸν στοχασμό της δὲ ἀνακαλύπτει ἀμετάβλητες ἀλήθειες μὲ αἰώνια καὶ καθολικὴ ἰσχύ, ποὺ ἀποτελοῦν μεταφυσικὸ ἔρεισμα καὶ ὁδοδείκτη πρὸς τὸν Θεό.[ΤΟ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ ΚΑΤΗΡΓΗΘΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ. Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ]

Ἡ ἐπιβίωση τοῦ νεοπλατωνισμοῦ εἶναι ἐπίσης φανερὴ στὴν ἀντίληψη ὅτι στὸν Θεὸ ὑπάρχουν αἰώνιες ἰδέες ὡς ἀρχέτυπα τῆς δημιουργίας τοῦ κτιστοῦ. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πλωτινικοῦ φωτισμοῦ-ἐλλάμψεως, ὁ Αὐγουστῖνος ἐξηγεῖ τὴν ἱκανότητα νὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰώνιες ἀλήθειες καὶ νὰ προβαίνει σὲ κρίσεις στὴ βάση τῶν αἰώνιων προτύπων-ἰδεῶν, οἱ ὁποῖες «μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἀπόλυτης καὶ ἀντικειμενικῆς Ἀλήθειας, καθὼς καὶ τὴν παρουσία της μέσα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο»23. Ἐφ’ ὅσον ἡ πηγὴ τῶν ἰδεῶν καὶ ἡ πηγὴ τῆς προελεύσεως τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεός, «κάθε γνώση τῶν νοητῶν, ἀποτελεῖ –κατὰ τὸ μερίδιο ποὺ τῆς ἀναλογεῖ– θέαση τοῦ Θεοῦ, θεοπτία, τρόπον τινὰ ἄγγιγμα καὶ ψηλάφισμα τῆς θείας διάνοιας στὴν αἰώνια δομή της»24. Ἔτσι ὁ Αὐγουστῖνος μπορεῖ νὰ ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ψυχή: «εἰ καὶ ταῦτα μάλιστα τρεπτὴ ὅμως μέντοι δυναμένη τῆς ἀτρέπτου σοφίας ἐκείνης μετέχειν»25. Ἐλλείψει ὅμως τῆς παρουσίας τῆς ἄκτιστης οὐσιώδους ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ἡ ἔννοια αὐτῆς τῆς μετοχῆς ἀνακαλεῖ καὶ πάλι νεοπλατωνικὰ δόγματα. Ἄλλωστε, ἡ δυνατότητα ποὺ παρέχει ἡ θεία ἔλλαμψη (στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἡ ἔλλαμψη ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια συνιστᾶ τὴν ἀκρώρεια τῆς μετοχῆς) ὥστε νὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος τὶς αἰώνιες ἀλήθειες, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζεται χωρὶς τὴν ὑπόθεση τῆς κοινῆς λογικῆς ὅτι ἡ αἰώνια ἀμεταβλησία, γιὰ παράδειγμα, τῶν μαθηματικῶν προτάσεων μπορεῖ νὰ συλληφθεῖ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἕναν ἀμέτοχο ἄπιστο26. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ γενικὲς αὐτὲς ἀλήθειες, ὡς τύπος καὶ γνώμονας κάθε πραγματικότητας, εἶναι «καθορισμοὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ […] κάθε λογικὴ γνώση εἶναι γνώση τοῦ Θεοῦ»27.


(Συνεχίζεται)

Σημειώσεις

1. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, Ἡ κλειστὴ πνευματικότητα καὶ τὸ νόημα τοῦ ἑαυτοῦ. Ὁ μυστικισμὸς τῆς ἰσχύος καὶ ἡ ἀλήθεια φύσεως καὶ προσώπου, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 1999, σ. 33.
2. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος βιβλία πεντεκαίδεκα ἅπερ ἐκ τῆς Λατίνων διαλέκτου εἰς τὴν Ἑλλάδα μετήνεγκε Μάξιμος ὁ Πλανούδης, Μ. Παπαθωμόπουλος – Ἰσαβέλλα Τσαβαρῆ – G. Rigotti (ἐπιμ.), ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1995, σ. 171.
3. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 175.
4. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π.
5. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 177: «τὸν μὲν Θεὸν ἐκεῖ φανέντα γινώσκομεν οὐ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν τὴν ἀόρατόν τε καὶ ἄτρεπτον μένουσαν ἀλλὰ δι’ ἐκείνης τῆς ἰδέας τοῦ κτίσματος».
6. Βλ. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., σ. 243.
7. Βλ. ὅ.π., σ. 339.
8. Βλ. ὅ.π., σ. 191.
9. Γιὰ τὴ συγκεκριμένη θεώρηση ἔχει διατυπωθεῖ καὶ ὁ σχετικὸς αντίλογος, τοῦ ὁποίου ἡ διεξέταση ὑπερβαίνει τὸν σκοπὸ τοῦ παρόντος ἄρθρου.
10. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων λόγος, ἐπιμ. Παν. Χρήστου, ἐκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 3, 2, 24, 28.
11. Ὅ.π., 3, 2, 24, 30.
12. Ὅ.π., 3, 3, 6, 7-9: «ἢ γὰρ οὐκ ἔχει φυσικὰς καὶ οὐσιώδεις ἐνεργείας ὁ θεὸς καὶ ἄθεός ἐστιν ὁ τοῦτο λέγων - τοῦτο γὰρ ἄντικρυς, φησίν, ὅτι οὐκ ἔστι θεός […]».
13. Βλ. ἐνδεικτικὰ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1364D: «καὶ πληθυνόμενος τοῖς πνευματικοῖς θεωρήμασι, καὶ ἀκατάσβεστον τὸν καυστικώτατον τῆς πρὸς τὴν θείαν συνουσίαν ἀπαθοῦς ἐφέσεως ἔρωτα κεκτημένος». Ἐπίσης βλ. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, SC 196, σ. 116: «ἄφατον ἐμποιοῦσαν μοι ἡδονὴν συνουσίας καὶ γάμου πόθον ἄπειρον, ἑνώσεως ἐνθέου».
14. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ θείων ὀνομάτων, PG 3, 645A.
15. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, PG 88, 1021B.
16. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 663: «μὴ κατὰ τὴν μορφὴν τοῦ σώματος τὸν ἄνθρωπον γενέσθαι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἀλλὰ κατὰ τὸν λογικὸν νοῦν».
17. Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ τῆς γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου ὁμιλία Α´, PG 44, 273Α.
18. Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG 150, 1361C.
19. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 819: «Ἔστι τοιγαροῦν φύσις ἄκτιστος ἡ κτίσασα πάσας τὰς λοιπὰς μικράς τε καὶ μείζονας φύσεις καὶ τούτων ὧν ἔκτισε ἀναντιῤῥήτως ὑπεροχικωτέρα, ἀμέλει καὶ τούτου μὲν περὶ οὗ διαλεγόμεθα τοῦ λογικοῦ καὶ νοεροῦ τοῦ ἀνθρώπου νοός, ὃς κατ’ εἰκόνα τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν γέγονεν».
20. Χ. Χάιμζετ, Τὰ ἕξι μεγάλα ἐρωτήματα τῆς δυτικῆς μεταφυσικῆς καὶ οἱ ρίζες τῆς νεότερης φιλοσοφίας, μετάφρ. Μ. Παπανικολάου, ἐκδ. Π.Ε.Κ., Ἡράκλειο 2020, σ. 171. 21. π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, Ἡ κλειστὴ πνευματικότητα…, ὅ.π., σσ. 36, 40. 22. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος…, ὅ.π., τ. Β´, σ. 993. 

Ομιλία εις την Κυριακή του Θωμά (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)

Θ’ αντιληφθής καλύτερα την υπεροχή της Κυριακής απέναντι στις άλλες εορτάσιμες ημέρες και από το εξής. Κάθε άλλη εορτάσιμη ημέρα το έτος φέρει μόνο μια φορά, ενώ την Κυριακή μας την επαναφέρει και ο κάθε μήνας μόνος του τέσσερις φορές· έτσι αυτή με την τόσο συχνή επάνοδο μάς καθιστά όλο το έτος της αληθινής αφέσεως, έτος ευπρόσδεκτο από τον Κύριο. Γι’ αυτό και ο Κύριος διδάσκοντάς μας να την εορτάζωμε εμπράκτως με το πέρασμα κάθε εβδομάδος ημερών, εμφανίσθηκε πρώτα στους μαθητάς σε οικία, ενώ απουσίαζε ο Θωμάς, και παρουσίασε τον εαυτό του ζωντανόν, τους πρόσφερε την ειρήνη και με το εμφύσημα εχάρισε τη χάρι του θείου Πνεύματος· ενέβαλε σ’ αυτούς θεία δύναμι να δένουν και να λύουν τις αμαρτίες και τους κατέστησε συμμετόχους της ουράνιας κυριαρχίας, λέγοντάς τους, «λάβετε άγιο Πνεύμα, αν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κάποιων, τους συγχωρούνται, αν τις κρατήτε, κρατούνται».[Ιω. 20,2 εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον·] [ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ. ΠΝΕΥΜΑ Ο ΘΕΟΣ. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ]

Αυτήν λοιπόν την δύναμι και χάρι παρέσχε ο Κύριος, εμφανισθείς κατά την ιδία την ημέρα της αναστάσεώς του, που πάντως ήταν Κυριακή· έπειτα παραλείποντας τις ενδιάμεσες ημέρες της εβδομάδος, κατά την ογδόη, δηλαδή την Κυριακή που έχομε σήμερα, έρχεται πάλι στην ίδια οικία, για να εγκαινιάση την πανήγυρί του και οδηγήση τον διστακτικό Θωμά προς την πίστι· διότι κατά τον αγαπημένο ευαγγελιστή και μαθητή του Σωτήρος, «έπειτα από οκτώ ημέρες οι μαθηταί ήσαν πάλι μέσα και ανάμεσά τους ο Θωμάς· έρχεται ο Ιησούς, ενώ οι θύρες ήσαν κλειστές, εστάθηκε στη μέση τους και λέγει σ’ αυτούς, ειρήνη σ’ εσάς».

Βλέπετε ότι Κυριακή συνέβηκαν και η συνάθροισις των μαθητών του Χριστού και ο ερχομός του Κυρίου προς αυτούς; Διότι Κυριακή ήταν, όταν για πρώτη φορά ήλθε σε συνάθροισί τους, και μετά οκτώ ημέρες πάλι Κυριακή έρχεται σε σύναξί τους. Εκείνες τις συνάξεις εικονίζει διαρκώς η Εκκλησία του Χριστού με το να επιτελή κυρίως κατά Κυριακή τις συνάξεις, όπου κι’ εμείς ευρισκόμαστε ανάμεσά σας και κηρύττομε δημοσία τα χρήσιμα για την σωτηρία και οδηγούμε προς την ευσέβεια και τον ευσεβή βίο.

Κανένας λοιπόν να μην απουσιάζη από αυτές τις ιερές και θεοπαράδοτες συνάξεις είτε από ραθυμία είτε από την συνεχή ασχολία με τα γήινα, ώστε να μη εγκαταλειφθή δικαίως από τον Θεό και πάθη κάτι παρόμοιο με τον Θωμά που δεν ήλθε στην ώρα του· κι’ αν πνιγμένος από τις φροντίδες απουσιάση μια φορά, να ανταποδώση την επομένη, φέροντας τον εαυτό του στην Εκκλησία του Χριστού, για να μη μείνη αμείωτος, αφού, ενώ ασθένησε κατά την ψυχή στην απιστία με έργα και λόγια, δεν προσήλθε στο ιατρείο του Χριστού και δεν εδέχθηκε την ιερά ιατρεία, όπως ο θείος Θωμάς. Υπάρχουν πραγματικά, υπάρχουν όχι μόνο λογισμοί και λόγοι, αλλά και έργα και πράξεις πίστεως (διότι, λέγει, «δείξε μου την πίστι σου από τα έργα σου»), από τα οποία αν εκπέση κανείς τελείως απομακρυνόμενος από την Εκκλησία του Χριστού και επιδιδόμενος αποκλειστικώς στα μάταια, έχει την πίστι νεκρά, δηλαδή ανύπαρκτη, γινόμενος κι’ αυτός νεκρός διά της αμαρτίας.

Αλλ’ απορούν μερικοί, πώς με κλειστές θύρες εισήλθε ο Χριστός έχοντας σώμα; Διότι, όπως φαίνεται, δεν γνωρίζουν να συγκρίνουν τα πνευματικά με τα πνευματικά και να τα κατανοούν δι’ αλλήλων, όπως λέγει ο θείος απόστολος. Διότι, αν δεν έφθειρε τη μήτρα της Παρθένου που τον εγέννησε κατά σάρκα, αφού δεν την έθιξε κατά την γέννησί του αλλά διετήρησε σώα τα σημεία της παρθενίας, μ’ όλο που τότε έφερε παθητό και θνητό σώμα, τι το παράδοξο, αν τώρα, που απαθανάτισε το ανθρώπινο πρόσλημμα και έχει αθάνατο σώμα, εισήλθε από κλειστές θύρες; Αλλά επειδή πάντως είχε αθάνατο και απαθές σώμα, πώς λοιπόν είχε τις ουλές και τα τρυπήματα στα χέρια και την πλευρά; Διότι λέγει ο ευαγγελιστής ότι ο Κύριος είπε προς τον Θωμά· «φέρε εδώ τον δάκτυλό σου και ιδέ τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου· και να μη είσαι άπιστος, αλλά πιστός». Πώς είχε λοιπόν τις ουλές; Βέβαια θνητό και παθητό σώμα δεν θα μπορούσε να επιδείξη ουλές και τρυπήματα και παρ’ όλα αυτά να μένη σώο και υγιές· το δε απαθές και αθάνατο μπορεί και ουλές να δείξη και τρυπήματα, που έπαθε πρωτύτερα, σε όσους θέλει, και παρ’ όλα αυτά να μένη απαθές και αθάνατο.

Εμένα δε τούτο μου επιτρέπει ν’ αντιληφθώ και αυτό, ότι δηλαδή τις ουλές φέρουν ως αιώνιο στολίδι όσοι έπαθαν για τον Χριστό. Όπως δηλαδή οι φωταγωγοί των παραθύρων χωρίς να μειώνουν κατά τίποτε την ασφάλεια της οικοδομής, δεν αποτελούν ασχήμια αλλά στολίδι αναγκαιότατο στις οικίες,αφού στέλλουν μέσα το φως και προσφέρουν την προς τα έξω θέα των ενοίκων, κατά τον ίδιο τρόπο τα πάθη επί του σώματος γιά τον Χριστό και τα τρυπήματα από αυτά είναι γι’ αυτούς, που τα έχουν φωταγωγοί του ανεσπέρου φωτός και κατά τον καιρό της εκφάνσεως του φωτός εκείνου αυτοί αναγνωρίζονται μάλλον από το θείο κάλλος και την λαμπρότητα, αλλ’ όχι μόνο δεν φθείρονται από την απάθεια, αλλά μάλλον είναι πρόξενοι της αθανασίας.

Το δε σώμα του Χριστού που έχει μέσα του την πηγή του φωτός, εκλάμποντας από εκεί εφώτισε νοερώς τον διστάζοντα, ώστε ο Θωμάς να φωνάξη αμέσως με τελεία θεολόγησι, «ο Κύριός μου και ο Θεός». Ο δε Κύριος είπε προς αυτόν, «επειδή με είδες επίστευσες; μακάριοι αυτοί που επίστευσαν χωρίς να ιδούν», δεικνύοντας ότι οι αυτόπτες δεν έχουν περισσότερα δικαιώματα στη δόξα από εκείνους που οδηγούνται δι’ αυτών στην προς τον Κύριο πίστι. Αν δε δεν είπε ‘πιστεύοντες’ αλλά «πιστεύσαντες», το είπε με την θεία και προγνωστική δύναμι του γνωρίζοντος τα πάντα πριν από τη γένεσί τους, ότι τα εσόμενα είναι γεγονότα.

Κάτι που μόλις τώρα μου ήλθε στο νου, θα το ειπώ προς την αγάπη σας. Πραγματικά βλέπω ότι ο Θωμάς, όταν ήταν απών, έγινε άπιστος, όταν δε ήλθε μαζί με τους πιστεύοντας, δεν αστόχησε καθόλου στην πίστι. Γι’ αυτό έβαλα στο νου μου ότι, και ο αμαρτωλός άνθρωπος, μόνο αν αποφύγη την συναναστροφή με τους φαύλους και συναναστρέφεται τους δικαίους δεν θα αστοχήση ποτέ στη δικαιοσύνη και στη γι’ αυτήν ψυχική σωτηρία. Κι’ αυτό νομίζω ότι υπαινίσσεται και ο ψαλμωδός προφήτης, όταν μακαρίζη τους παρεκκλίνοντας από την συμπαράστασι και συνοδοιπορία με τους διεφθαρμένους, και άλλος προφήτης όταν λέγη, να μη είσαι με πολλούς στην κακία, και ο παροιμιαστής, «στη συνάθροισι των αμαρτωλών θα γίνη πυρκαϊά, ενώ αυτός που συμπορεύεται με σοφούς θα είναι σοφός».

Επομένως, αδελφοί, ας συναθροιζώμαστε και ας επισκεπτόμαστε συχνά την Εκκλησία του Θεού· διότι κάθε πραγματικά ευλαβής παρευρίσκεται και παραμένει σ’ αυτήν χωρίς απουσίες. Και όταν ο καθένας σας έλθη σ’ αυτήν, ας παρατηρή τους ευλαβέστερους, που μπορεί να τους διακρίνη και μόνο με τη θέα της παραστάσεως σε σιωπή και προσοχή. Ας παρατηρή λοιπόν τους ευλαβέστερους και σεβόμενους τον Κύριο περισσότερο από τους άλλους, και πλησιάζοντας ας προσκολλάται σ’ αυτούς και ας συμπαραστέκεται στον Θεό μαζί με αυτούς. Κι αν εξέλθη από εδώ μετά την απόλαυσι, σε ημέρα Κυριακή, σχολάζοντας από τα επίγεια έργα για τον Κύριο, του οποίου επώνυμος είναι αυτή, ας αναζητή με επιμέλεια, μήπως κάποιος μιμούμενος τους Αποστόλους εκείνους μένη τον περισσότερο χρόνο κατάκλειστος, ποθώντας να επικοινωνήση προς τον Κύριο διά της προσευχής και της ψαλμωδίας σε ησυχία, καθώς και διά της άλλης διαγωγής. Ας προσέλθη λοιπόν και αυτός σ’ εκείνον, ας εισέλθη στην οικία του με πίστι, σαν σε ουράνιο χώρο που έχει μέσα την αγιαστική δύναμι του Πνεύματος· ας παρακάθεται με τον ένοικο, ας παραμένη μαζί του, όσο μπορεί, και ας συνομιλή μαζί του περί Θεού και θείων πραγμάτων, ερωτώντας, μαθαίνοντας με ταπείνωσι κι επικαλούμενος την βοήθεια δι’ ευχής. Πράττοντας έτσι θα έλθη και προς αυτόν αοράτως – το γνωρίζω καλά – ο Χριστός και θα προσφέρη την ειρήνη μέσα στο λογικό της ψυχής, θ’ αυξήση την πίστι, θα δώση μεγαλύτερη δύναμι στον στηριγμό και στον καιρό του θα τον κατατάξη μαζί με τους εκλεκτούς του στη βασιλεία των ουρανών.

Αυτήν είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, στο όνομα αυτού που τώρα απέθανε για μας και αναστήθηκε και ύστερα θα έλθη με δόξα, του βασιλέως των αιώνων Χριστού· διότι σ’ αυτόν πρέπει δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.


(Απόσπασμα λόγου εις το μυστήριον του Σαββάτου και της Κυριακής)
(Πηγή: paterikakeimena.blogspot.com)

Κυριακή του Θωμά: Η Πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς προσφέρει μιὰ μεγαλειώδη ἀπόδειξη τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ ἀπόδειξη πού πιστοποιεῖται μὲ τὴν πίστη τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ, ἀλλά καὶ μὲ τὴν πίστη χιλιάδων ἄλλων χριστιανῶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας ἴσαμε σήμερα.
«Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. (Ἰωάν. κ’19).
Ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας εἶναι ἡ ἑπόμενη τοῦ Σαββάτου. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον εὐαγγέλιο, ὅπου ἀναφέρεται: «Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου… λίαν πρωΐ τῆς μίας σαββάτων» (Μάρκ. ιστ’ 1-2). Ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἡ Κυριακή, τότε πού ἀναστήθηκε ὁ Κύριος νωρὶς τὸ πρωί. Ἀργά τὸ βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας λοιπόν, οἱ μαθητὲς εἶχαν μαζευτεῖ σ’ ἕνα σπίτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὅλοι μαζί, ἐκτός ἀπὸ τὸν Θωμά.

Ὅλα εἶχαν γίνει σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία: «πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα» (Μάρκ. ιδ’ 27). Οἱ ἀπόστολοι ὅμως δὲν ἦταν ἄλογα ζῶα, γιὰ νὰ διασκορπιστοῦν στοὺς πέντε ἀνέμους. Συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ σ’ ἕνα σπίτι γιὰ νὰ περιμένουν τὶς ἐξελίξεις καὶ νὰ στηρίξουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν κλειδώσει τὴν πόρτα. Ἀναμφίβολα ὅλοι τους εἶχαν ζωντανὴ στὴ μνήμη τὴν προφητεία τοῦ Διδασκάλου τους, ὅταν τοὺς προειδοποιοῦσε πώς θὰ τοὺς παραδώσουν σὲ συνέδρια καὶ θὰ τοὺς μαστιγώσουν στὶς συναγωγὲς (βλ. Ματθ. ι 17). Δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ξεχάσουν τὰ φοβερὰ λόγια Του: «ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῶ» (Ἰωάν. ιστ’ 2).

Ὁ φόβος τῶν ἀποστόλων αὐτὲς τὶς μέρες, ὅταν μπροστὰ στὰ μάτια τους συντελέστηκαν τόσα παράλογα ἐγκλήματα ἐναντίον τοῦ Διδασκάλου τους, ἦταν κάτι περισσότερο ἀπὸ κατανοητός. Ἀδύναμοι ἄνθρωποι ἦταν. Τί ἄλλο θὰ περίμεναν ἀπό τούς αἱμοδιψεῖς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων, ἀφοῦ γνώριζαν ἤδη πόσο ἀδίστακτοι ἦταν στὴ δίκη τοῦ ἀναμάρτητου καὶ παντοδύναμου Χριστοῦ, τοῦ θαυματουργοῦ; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν τάφο τοὺς εἶχε στὸ νοῦ Του, γιὰ νὰ μὴ πάθουν κανένα κακό. Θὰ τοὺς ἐνίσχυε νὰ μὴν προδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ νὰ μὴ σκορπιστοῦν στὶς τέσσερις γωνιὲς τῆς γῆς προτοῦ τὸν δοῦν ζωντανὸ καὶ δοξασμένο.

Καὶ νὰ πού τώρα, τὸ τέταρτο βράδυ ἀπὸ τότε πού οἱ μαθητὲς χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριό τους – ἀπὸ τότε πού τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ δίκη – καὶ τὴν πρώτη μέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανὸς καὶ δοξασμένος. Ἦρθε κοντά τους καὶ κάθησε στὴ μέση, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειδωμένες. Ὅπως ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἦταν πολὺ προσεχτικὰ ὑπολογισμένα γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν ἄνθρωπο, ἒτσι γινόταν καὶ τώρα. Ὁ Εὐαγγελιστὴς δὲν ἀφήνει κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας ὅτι ὁ Κύριος μπῆκε στὸ κλειδωμένο σπίτι θαυματουργικά. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρῶτα γιὰ νὰ μὴ τοὺς τρομάξει χτυπώντας τὴν πόρτα. Εἶχαν τρομοκρατηθεῖ ἀρκετὰ ἀπό τούς Ἰουδαίους κι ὁ Κύριος δὲν ἤθελε νὰ τοὺς τρομάξει περισσότερο, οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή. Κι ἕνας δεύτερος λόγος, πού εἶναι καὶ πιὸ σπουδαῖος, ἦταν γιὰ νὰ τοὺς δείξει πώς εἶχε ἀνακτήσει τὴν παντοδυναμία Του, ἀφοῦ φαινομενικὰ ἦταν ἀβοήθητος καὶ νικημένος τὶς τελευταῖες τρεῖς μέρες. Κι αὐτὸ τὸ διατύπωσε πολὺ γρήγορα μετά: «Ἐδόθη μοι πάσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).

Χωρὶς τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα, πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαταστήσει τὴν κλονισμένη πίστη τῶν μαθητῶν Του ὁ Χριστός; Πῶς ὁ κατακτημένος θὰ ‘δειχνε πώς εἶναι Νικητής; Πῶς θὰ μποροῦσε ὁ περιφρονημένος, ὁ ἐμπαιγμένος, ὁ βασανισμένος, ὁ σταυρωμένος καὶ θαμμένος, νὰ δείξει μὲ ἄλλον τρόπο πώς εἶναι δοξασμένος; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πείσει μὲ ἄλλον τρόπο τοὺς φίλους Του πώς τὸ πάθος κι ὁ θάνατος δὲν εἶχαν ἀφαιρέσει τίποτα ἀπὸ τὴ δύναμή Του, ἀλλ’ ἀντίθετα, ὡς ἄνθρωπος εἶχε πολὺ μεγαλύτερη δύναμη; Καὶ κάτι τελευταῖο: ποιὸ πλάσμα θὰ μποροῦσε ν’ ἀντισταθεῖ στὸ θέλημα τοῦ Πανάγιου καὶ Πάναγνου Θεοῦ;

Ἡ φύση ὁλόκληρη ὑποτάσσεται στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἁγνότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμα ντυμένος μὲ θνητὸ σῶμα, ἡ θέλησή Του μποροῦσε νὰ ὑποτάξει τὴ θάλασσα καὶ τοὺς ἀνέμους. Πῶς θὰ μποροῦσαν λοιπὸν ἡ ξύλινη πόρτα καὶ οἱ πέτρινοι τοῖχοι νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν, τώρα πού εἶχε δοξασμένο σῶμα; Ὅταν τὸ ἐπιθυμεῖ -κι αὐτὸ τὸ κάνει ὅταν πρέπει, ὅπως σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση- ἡ κτίση ὁλόκληρη εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑπάρχει. Τὸ διάστημα κι ὁ χρόνος, ἡ πυκνότητα ἢ ἡ ρευστότητα κάποιου πράγματος, τὸ ὕψος ἤ τὸ βάθος, ὅλα γίνονται ἀδύναμα, ἀνοιχτά, ὑποταγμένα καὶ ἀνίκανα νὰ προβάλουν ὁποιαδήποτε ἀντίσταση.

Εἰρήνη ὑμῖν! Ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου χαιρετᾶ τὸ μικρὸ στρατό Του μὲ τὰ λόγια αὐτά. «Κύριος εὐλογήσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ» (Ψάλμ. κὴ’ 10). Ἀπὸ τὸ βάθος τῶν αἰώνων ὁ προφήτης Δαβὶβ προεῖδε τὴ χαρμόσυνη αὐτὴ στιγμή.

Εἰρήνη ὑμῖν! Αὐτὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος χαιρετισμὸς στὴν Ἀνατολή. Στὰ χείλη τοῦ Χριστοῦ τώρα ὅμως ἀποκτοῦσε ἕνα ἰδιαίτερο περιεχόμενο κι ἕνα εἰδικὸ νόημα. Νωρίτερα, τὴν ὥρα πού ἀποχωριζόταν τοὺς μαθητές Του, ὁ Κύριος εἶχε πεῖ: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιδ’ 27). Ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα Του μέσα στὸ ἄδειο δοχεῖο τοῦ κόσμου. Στὸν κοινὸ καὶ συνηθισμένο χαιρετισμὸ ἔδωσε οὐράνια γλυκύτητα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι χάνουν τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη τους κι οἱ ἐπίγειες μέριμνες τοὺς γονατὶζουν, λένε εἰρήνη ὑμῖν, ἀλλὰ προσφέρουν κάτι πού οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν. Ὁ χαιρετισμὸς αὐτὸς οὔτε τὴ δική τους εἰρήνη μπορεῖ ν’ αὐξήσει οὔτε τὴν εἰρήνη ἐκείνων στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονται. Τὸ λένε αὐτὸ ἀπὸ συνήθεια, ἀπὸ εὐγένεια, ἀπερίσκεπτα, χωρὶς νόημα. Τὸ ἴδιο πράγμα λένε ὅταν μαζεύονται γιὰ νὰ διασκεδάσουν ἢ νὰ μηνὺσουν καὶ ν’ ἀπατήσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Ὁ χαιρετισμὸς τοῦ Χριστοῦ ὅμως εἶναι διαφορετικός. Ἐκεῖνος δίνει αὐτὸ πού πραγματικὰ ἔχει. Ἡ δικὴ Του εἰρήνη εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Νικητῆ, πού ἡ νίκη Του εἶναι πλήρης, ὁλοκληρωτική. Ἡ εἰρήνη Του ἑπομένως εἶναι χαρά, θάρρος, ὑγεία, εἰρήνη καὶ δύναμη. Δὲν δίνει τὴν εἰρήνη Του ὅπως κάνει ὁ κόσμος. Δὲν τὴ δίνει ἁπλὰ μὲ τὰ χείλη Του, ἀλλά μὲ τὴν ἴδια τὴν ψυχή Του, μὲ ὅλη Του τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ, ὅπως ἡ ἀγάπη δίνεται στὴν ἀγάπη. Χαρίζοντάς τους τὴν εἰρήνη Του, τοὺς μεταγγίζει μ’ ἕνα μυστηριώδη τρόπο τὴν ὕπαρξή Του. Αὐτὴ εἶναι «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἢ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλιπ. δ’ 7). Τέτοια εἰρήνη σηματοδοτεῖ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια εἰρήνη ἦταν τὸ μεσουράνημα, ὁ καρπὸς καὶ τὸ στεφάνι τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν.

Μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῶν μαθητῶν Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς πείσει πώς δὲν ἦταν πνεῦμα, ὅπως θὰ μποροῦσαν νὰ σκεφτοῦν κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἐκείνη τὴ στιγμὴ (Λουκ. κδ’ 37), ἀλλά πώς ἦταν ὁ ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Κύριος καὶ Διδάσκαλός Τους.

«Καὶ τοῦτο εἰπών ἔδειξε αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰωάν. κ’ 20). Γιατί ὁ Κύριος τούς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὰ εἶχαν δεχτεῖ στὸ σταυρὸ τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ καὶ τὴ λόγχη. Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξει τὶς πληγὲς Του ὁ Κύριος θὲλησε νὰ τοὺς θυμίσει τί ἔγινε στὸ σταυρὸ καὶ νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν ζωντανός. Νὰ τοὺς πείσει πώς ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ποιὸς ἄλλος θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὶς πληγὲς αὐτὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του; Νὰ τοὺς θυμίσει πώς θὰ ‘φερνε τὰ σημάδια τῶν πληγῶν ἀκόμα καὶ τώρα πού εἶχε μεταβεῖ στὴν ἀθάνατη δόξα, ὡς αἰώνια μαρτυρία τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ πάθους Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Τότε λοιπόν, ἀφοῦ οἱ μαθητὲς εἶδαν κι ἀναγνώρισαν τὸν Κύριό τους, χάρηκαν πολύ. Μὲ τὴν προνοητικότητά Του ὁ Σωτήρας μας τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τῆς χαρᾶς, ὅταν θὰ γύριζε γιὰ νὰ συναντήσει τοὺς μαθητές Του. Αὐτὸ εἶχε γίνει λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ὅταν οἱ μαθητὲς ἦταν περίλυποι. Ἐκεῖνος, πού ὡς ἄνθρωπος τὴν παραμονὴ τοῦ πάθους Του εἶχε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ παρηγοριά, ξέχασε τὸν ἑαυτό Του κι ἀγωνιζόταν νὰ παρηγορήσει τοὺς λυπημένους μαθητές Του: «Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία» (Ἰωάν. ιστ’ 22). Τώρα, μπροστά τους, ἐπαληθεύκε ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ προφητεία. Οἱ θλιμμένες καρδιὲς τους γέμισαν ξαφνικὰ μὲ χαρὰ ἀνεκλάλητη.

«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Γιατί ὁ Κύριος λέει γιὰ δεύτερη φορὰ εἰρήνη ὑμῖν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁπλίσει μὲ διπλὴ εἰρήνη γιὰ τὴ μάχη πού τοὺς περιμένει, ἐκεῖ πού τοὺς στέλνει ὁ ἴδιος. Τοὺς δίνει πρῶτα εἰρήνη ἐσωτερικὴ κι ἔπειτα εἰρήνη ἐξωτερική. Μὲ ἄλλα λόγια: εἰρήνη μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ εἰρήνη μὲ τὸν κόσμο. Ὅταν λέει εἰρήνη ὑμῖν γιά πρώτη φορά, τοὺς δείχνει πώς Ἐκεῖνος, ὁ Κύριός Τους, ἦταν μαζί τους σωματικὰ καὶ ψυχικά. Ἤθελε μ’ αὐτὸ νὰ τοὺς πεῖ: «Ὅταν ἔχετε πόλεμο ἐσωτερικὸ μὲ τὰ πάθη, τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐγκόσμιες ἐπιθυμίες σας κι ἐγώ βρίσκομαι ἀνάμεσά σας -δηλαδὴ μέσα στὶς καρδιές σας- μὴ φοβᾶστε τίποτα. Ἐγώ εἶμαι ἡ εἰρήνη, ὁ Δημιουργὸς τῆς εἰρήνης στὶς καρδιές σας». Τώρα πού τοὺς στέλνει στὸν κόσμο -σὲ πόλεμο ἐξωτερικό, μὲ τὸν κόσμο- τοὺς χαιρετᾶ ξανὰ καὶ τοὺς συνοδεύει μὲ εἰρήνη, ὥστε νὰ μὴν φοβηθοῦν τὸν κόσμο, ἀλλά νὰ εἶναι καρτερικοὶ στὴν πάλη καὶ νὰ σπέρνουν τὴν εἰρήνη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς χαρίζει εἰρήνη ὑπεράφθονη, γιατί δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὴ δική τους ἀνάγκη. Πρέπει νὰ τὴ μεταφέρουν καὶ σὲ ἄλλους, ὅπως τοὺς εἶχε προφητέψει νωρίτερα: «εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ. ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. (Ματθ. ι’ 12-13).

Ἡ διπλὴ εἰρήνη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ καὶ ὡς δόσιμο τῆς εἰρήνης στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἅγιους Πατέρες. Ὅμως ἡ εἰρήνη τοῦ σώματος καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἴδια εἰρήνη, ἀφοῦ τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος, παρὰ «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν» (Α΄ Ἰωάν. β’ 16);

Ἀφοῦ τούς ὅπλισε μὲ πλούσια τὴ διπλὴ αὐτὴ εἰρήνη, ὁ Κύριος τούς στέλνει στὸν κόσμο. Μὲ ποιὸ τρόπο τοὺς στέλνει; «Καθὼς ἀπέσταλκε μὲ ὁ πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς» (Ἰωάν. κ’ 21). Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱό Του ἀπὸ ἀγάπη πρὸς ἐκείνους πού τὸν ἔστειλε. «ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α’ Ἰωάν. δ’ 10). Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος τώρα, ὁ Κύριος Ἴησοῦς στέλνει τοὺς μαθητές Του. Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο μὲ δύναμη κι ἐξουσία. «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15), εἶπε ὁ Ἴδιος. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27).

Ὁ ἀναστημένος Κύριος δίνει στοὺς μαθητὲς Του δὺναμη κι ἐξουσία νὰ λύνουν καὶ νὰ δένουν, ὅπως ἀποδείχτηκε λίγο ἀργότερα. Εἶπε ἀκόμα ὁ Κύριος πώς τὸν ἔστειλε ὁ Πατέρας ὄχι γιὰ νὰ κάνει τὸ δικό Του θέλημα, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ Πατρός. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁΥἱὸς τώρα στέλνει τοὺς μαθητὲς Του ὄχι γιὰ νὰ κάνουν τὸ δικό τους θέλημα, ἀλλά τὸ δικό Του. Ὁ Υἱός στάλθηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὴ γῆ, ὅμως οὔτε γιὰ μιὰ στιγμή δέν χωρίστηκε ἀπὸ τὸν Πατέρα. «Ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατὴρ» (Ἰωάν. η’ 16). Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τώρα ὁ Υἱός στέλνει τοὺς μαθητές Του στὸν κόσμο ἀλλά τούς ὑπόσχεται πώς θὰ εἶναι μαζί τους «ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων» (Ματθ. κη’ 20). Καὶ γιὰ νὰ διδάξει τὴν ταπείνωση στοὺς ὑπερήφανους κι ἀπερίσκεπτους ἀνθρώπους, ὁ Υἱός ἀποδίδει ὅλα τὰ ἒργα Του (βλ. Ψ. ε’ 19) καὶ τὴ διδασκαλία Του (βλ. Ἰωάν. ζ’ 16) στὸν Πατέρα Του. Στοὺς μαθητὲς Του διδάσκει τὴν ταπείνωση, λέγοντας: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Τοὺς στέλνει ὅμως καὶ ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, ὅπως στάλθηκε κι ὁ ἴδιος. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς ἦταν μάρτυρες γιὰ τὸν τρόπο πού οἱ ἁμαρτωλοὶ οὔρλιαζαν σὰν λύκοι τὶς τελευταῖες μέρες Του, γιὰ τὴ λυσσώδη κι αἱμοδιψή ἐπιθυμία τους νὰ τὸν βασανίσουν ἕως θανάτου. Τώρα ὅμως εἶναι μπροστά τους, ζωντανὴ μαρτυρία πώς, ὅταν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴτε αὐτοχειριάζονται εἴτε σκοτώνουν κάποιον ἄλλον, πάντα τὸν ἑαυτὸ τους σκοτώνουν, ὄχι τὸν ἄλλον. Ἡ νίκη Του εἶναι βεβαίωση τῆς δικῆς τους μελλοντικῆς νίκης.

«Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ’ 22-23). Εἴδαμε πώς ὁ Κύριος πρῶτα ὅπλισε τοὺς μαθητές Του μὲ εἰρήνη καὶ μετὰ στερέωσε τὴν πίστη τους. Παραλλήλισε τὴν ἀποστολή τους μὲ τὴ δική Του καὶ τοὺς ἔστειλε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού εἶχε στείλει καὶ τὸν ἴδιο ὁ Πατέρας. Τώρα βλέπουμε πώς τοὺς ὁπλίζει μὲ δύναμη κι ἐξουσία. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μὲ τὴν πνοή Του καὶ ἐξουσία μὲ τὰ λόγια πού τοὺς εἶπε. Ἐκεῖνος πού ἀνακαίνισε τὸν κόσμο, ἦταν καὶ ὁΔημιουργός του. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔφτιαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πηλὸ τῆς γῆς, «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γέν. β’ 7). Ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ἐνεργεῖ τώρα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία τοὺς εἶχε κάνει ἀδύναμους. Μὲ τὴ ζωοποιὸ πνοὴ Του ἀναγεννᾶ, ἀνακαινίζει καὶ ἀνασταίνει ἐκ νεκρῶν τὶς ἀναὶσθητες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων πού εἶναι δεμένες στὴ γῆ. Ὁ Κύριος ἐνεφύσησε στοὺς ἀποστόλους καὶ εἶπε: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη χορηγία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.;;;[ΕΔΩ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ. Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ]

Ἡ δεύτερη θὰ γίνει τὴν πεντηκοστὴ μέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ αὐτὴ βραδυά. Ἡ πρώτη ἔγινε γιὰ νὰ ἀναζωογονήσει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἴδιους τούς μαθητές. Ἡ δεύτερη ἀφοροῦσε τὴν ἀποστολικὴ διακονία τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ μεταδώσουν στοὺς ἀνθρώπους τὴ νέα ζωή. Τοὺς ἔδωσε δύναμη μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μαζὶ μὲ ἐξουσία νὰ συγχωροῦν ἢ νὰ δεσμεύουν ἁμαρτίες.

Ἀλήθεια, πόσο ὑποφέρει ὁ κόσμος ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σφετερίζονται τὴν ἐξουσία χωρὶς νὰ ’χουν μέσα τους τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ‘χουν λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα! Ὅταν ὁ ἀδύνατος ἄνθρωπος ἁρπάζει τὴν ἐξουσία πού ἀνήκει στοὺς δικαστὲς καὶ τοὺς πρεσβύτερους, εἶναι μάστιγα γιὰ τὸν κόσμο. Εἶναι ἕνα πτῶμα δεμένο στὸ σαμάρι ἑνὸς ἀχαλίνωτου ἀλόγου. Τὸ ἴδιο γίνεται μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες, πού τὴν ἐξουσία τὴν ἁρπάζουν. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀνάμεσα σὲ χριστιανούς, ὅπου ὁ Θεὸς δίνει ἐξουσία σὲ κείνους πού πρωτύτερα δέχτηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Βλέπετε πώς ὅλα σχεδιάζονται καὶ τακτοποιοῦνται ὄμορφα στὴ βασιλεία πού ἱδρύει ὁ Χριστός.

Τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, τοῦ νὰ συγχωρεῖ κανεὶς ἁμαρτίες ἢ ὄχι, ὁ Κύριος τὴν εἶχε ὑποσχεθεῖ καὶ νωρίτερα στὸν ἀπόστολο Πέτρο (βλ. Ματθ. ιστ’ 19) κι ἀργότερα στοὺς ἄλλους ἀποστόλους (βλ. Μάρκ. ιη’ 18). Ὁ Κύριος ἐπαναβεβαιώνει τώρα τὴν ὑπόσχεσή Του, τὴν ἴδια μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ξεχωρίζει τὸν Πέτρο ἀπό τούς ἄλλους, ἀλλά δίνει δύναμη κι ἐξουσία σ’ ὅλους ἐξίσου, χωρὶς διάκριση. Ποτὲ δὲν ἒδωσε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος εἰδικὴ δύναμη κι ἐξουσία. Μόνο τὴν ὑπόσχεσή Του ἒδωσε ἰδιαίτερα στὸν Πέτρο, κι αὐτὸ τότε πού ὁ ἀπόστολος ἐμπνεύστηκε κι ἒδωσε τὴν ὁμολογία πώς ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ υἱόςτοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. ιστ’ 16). Σὰν ἔνδειξη ἐπιδοκιμασίας τῆς ὁμολογίας Του, ἀλλά καὶ γιὰ νὰ στερεώσει τοὺς ἄλλους μαθητὲς στὴν πίστη καὶ ὁμολογία αὐτή, ὁ Κύριος ἒδωσε στὸν Πέτρο τὴν ὑπόσχεση τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, πού ἀργότερα ἒδωσε σ’ ὅλους τούς μαθητές Του. Ἔτσι, τὴν ἴδια τὴ μέρα τῆς πανένδοξης Ἀνάστασής Του, ὁ Κύριος ἐξισώνει ὅλους τούς ἀποστόλους. Ἐκεῖνοι ἀργότερα μετέδωσαν τὴ δὺ-ναμη καὶ τὴν ἐξουσία αὐτὴ στοὺς διαδόχους τους, τοὺς ἐπισκόπους κι οἱ ἐπίσκοποι στοὺς ἱερεῖς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι ἐνεργὴ μέχρι σήμερα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

«Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. κ’ 24-25). Ἂν δὲν δῶ τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιὰ στὰ χέρια Του, εἶπε ὁ Θωμᾶς, ἂν δὲ βάλω ὁ ἴδιος τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια αὐτὰ κι ἂν δὲν ἀκουμπήσω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά Του, γιὰ νὰ δῶ τὸ σημάδι τῆς λόγχης, δὲν θὰ πιστέψω.

«Δίδυμος» δὲν ἦταν τὸ παρατσούκλι τοῦ Θωμᾶ. Αὐτὸ ἦταν τὸ ἑλληνικό του ὄνομα. Ἴσως τὸ ὄνομα αὐτὸ νὰ τοῦ δόθηκε ἀπὸ κάποια μυστικὴ κι ἀνεξερεύνητη πρόνοια, γιὰ νὰ δείξει τὶς δυὸ ὄψεις τῆς ψυχῆς του, τὴν ἀμφιβολία καὶ τὴν πίστη. Σ’ ὅλο τὸ διάστημα πού ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό, δὲν βλέπουμε νὰ δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση οὔτε στὴν ἀμφιβολία οὔτε στὴν πίστη του. Μόνο σὲ μιὰ περίπτωση ἀναφέρεται τὸ προσωπικό του θάρρος κι ἡ ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο, ἂν κι αὐτὸ φαίνεται νὰ προκύπτει ἀπὸ ἒλλειψη κατανόησης. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε ὅταν ἒμαθαν τὴν εἴδηση γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Λαζὰρου κι ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν». Ὁ Θωμᾶς νόμισε πώς ὁ Κύριος τούς καλοῦσε ν’ ἀποδεχτοῦν τὸ δικό τους θάνατο. Δὲν καταλάβαινε τότε πώς γιὰ τὸν Ζῶντα Κύριο δὲν ὑπάρχουν νεκροί. Δὲν μποροῦσε νὰ διαβλέψει βέβαια τὴν πρόθεση τοῦ Κυρίου ν’ ἀναστήσει τὸν Λάζαρο. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. ια’ 16).

Ἂν καὶ τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἰπώθηκαν μὲ ἐπίγνωση, ἦταν χαρακτηριστικὰ γενναίας κι ἀφοσιωμένης καρδιᾶς. Ὁ Θωμᾶς ἦταν μάρτυρας τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τοῦ γιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου δὲν ἦταν μπροστά, μέσα στὸ δωμάτιο τῆς νεκρῆς κοπέλας. Ἐκεῖ ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνο τοὺς τρεῖς κορυφαίους μαθητές Του. Δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ὅμως πώς διατύπωσε κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Κυρίου. Καὶ βέβαια ἦταν μάρτυρας σ’ ὅλα τὰ μεγάλα θαύματα πού ἔκανε ὁ Κύριος τὰ χρόνια πού ἦταν μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει τὴν προφητεία τοῦ Χριστοῦ πώς θ’ ἀναστηθεῖ τὴν τρίτη μέρα. Τώρα ἀκούει τοὺς δέκα φίλους του νὰ λένε πώς ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μπροστά τους ζωντανός, πώς τοὺς ἔδειξε τὶς πληγές Του. Εἶχε ἀκούσει πώς ὁ Πέτρος κι ὁ Ἰωάννης βρῆκαν τὸν τάφο Του ἄδειο, ἴσως νὰ τὸ ‘χε ἀκούσει αὐτὸ κι ἀπὸ τὶς μυροφόρες γυναῖκες. Εἶχε ἀκούσει πώς τὸν Κύριο τὸν εἶδε κι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ὅτι συνομίλησε μαζί Του. Εἶχε ἀκούσει ἐπίσης πώς δυὸ μαθητὲς πήγαιναν πρὸς τοὺς Ἐμμαοὺς καὶ συνταξίδευαν μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο.

Ὅλ’ αὐτὰ τὰ γνώριζε ὁ Θωμᾶς, μὰ φαίνεται πώς ἡ πίστη του δὲν ἦταν σταθερή, δυσπιστοῦσε. Δὲν τὰ πίστευε ἐπειδὴ δὲν εἶχε δεῖ ἀναστημένον τὸν Κύριο. Καὶ τὸ ξεκαθάρισε πώς δὲν τοῦ ἔφτανε νὰ δεῖ τὸν Κύριο, ἤθελε ν’ ἀκουμπήσει καὶ τὶς πληγὲς στὰ χέρια Του. Ἂν τὸ δεῖ αὐτὸ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη πλευρά, αὐτὴ εἶναι μιὰ σπάνια κι ἀκατανόητη ἐπιμονὴ κι ἰσχυρογνωμοσύνη στὴν ἀπιστία. Μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ὅμως ἂν τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἡ σταθερότητα τῆς πίστης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νὰ ἐμβαθύνει καὶ νὰ κατανοήσει τὰ δυσθεώρητα βάθη τῆς Θείας Πρόνοιας; Ποιὸς μπορεῖ νὰ βεβαιώσει πώς ὁΘεός, μὲ τὴν πρόνοιά Του, δὲν ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, γιὰ χάρη τῆς πίστης τῶν πολλῶν; Σὲ κάθε περίπτωση δύο πράγματα ἔχουν ἀποσαφηνιστεῖ ἐδῶ: ἡ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν πεισματικὴ ἀπιστία ἑνὸς ἀπό τούς ἀποστόλους (πού εἶχε ἀμέτρητους λόγους νὰ πιστεύσεῖ) , καθὼς κι ἡ ἄπειρη σοφία κι ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητά Του ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸ κακὸ γιὰ νὰ βγάλει καλὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν χρησιμοποιεῖ κακὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχει καλοὺς στόχους. Μὲ τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος διορθώνει τοὺς κακούς μας τρόπους καὶ τοὺς μεταποιεῖ σὲ καλούς.

Ὁ Θωμᾶς διαβεβαιώνει τοὺς συμμαθητές Του πώς δὲν θὰ πιστέψει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Του ἂν δὲν βάλει τὸ δάχτυλό του στὰ σημάδια τῶν χεριῶν Του, «εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων». Σίγουρα τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ οἱ φίλοι του εἶπαν πώς ὁ ἴδιος ὁ Κύριός τους ἔδειξε τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του. Ἂς δοῦμε τώρα πῶς πείθει ὁ Κύριος τὸν ἄπιστο Θωμά:

«Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάν. κ’ 26). Ὀκτώ μέρες ἀργότερα, Κυριακὴ πάλι, οἱ μαθητὲς ἦταν συναγμένοι. Μαζί τους ἦταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε, κι ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν πάλι κλεισμένες, ὁ Ἰησοῦς μπῆκε μέσα, στάθηκε ἀνάμεσά τους καὶ εἶπε: εἰρήνη ὑμῖν. Ὅλα ἔγιναν ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε μπροστά τους. Ὅλα, μόνο ποὺ τώρα ἦταν κι ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Φαίνεται πώς ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν Θωμὰ ἀκριβῶς ὅπως καὶ στοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει στὸ δύσπιστο μαθητὴ ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ διηγήθηκαν οἱ ἄλλοι δέκα.

Γιατί περίμενε ὁ Κύριος νὰ περάσουν ὀκτὼ μέρες; Γιατί δὲν ἐμφανίστηκε νωρίτερα; Πρῶτο, γιὰ νὰ εἶναι ὅλες οἱ συνθῆκες κι οἱ περιστάσεις ἀκριβῶς ἴδιες. Ὅπως τὴν πρώτη φορὰ πού ἐμφανίστηκε ἦταν Κυριακή, ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ τώρα Κυριακή. Δεύτερο, ὥστε μὲ τὴν ἀναμονὴ νὰ γίνει μεγαλύτερη ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ. Τρίτο, γιὰ νὰ μάθει στοὺς μαθητὲς Του τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὴν προσευχή, προκειμένου νὰ μεταδώσουν στὸ φίλο τους τὴ δική τους πίστη, γιατί οἱ μαθητὲς σίγουρα θὰ προσεύχονταν νὰ ἐμφανιστεῖ ξανὰ ὁ Κύριος γιὰ χάρη τοῦ Θωμᾶ. Τέταρτο, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν οἱ μαθητὲς τὴν ἀδυναμία τους νὰ πιστοποιήσουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου χωρὶς τὴ δική Του βοήθεια. Καὶ τελευταῖο, ἴσως ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς ὀκτὼ ὑποδηλώνει τὶς ἔσχατες μέρες, τὴν παραμονὴ τῆς δεύτερης ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἄνθρωποι σὰν τὸν Θωμὰ θὰ εἶναι πολὺ ἀδύναμοι καὶ χλιαροὶ στὴν πίστη, θὰ καθοδηγοῦνται μὲ βάση τὶς αἰσθήσεις τους καὶ θὰ πιστεύουν μόνο ἐκεῖνα πού ἀντιλαμβάνονται μ’ αὐτὲς (τὶς αἰσθήσεις τους). Τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ λένε, ὅπως κι ὁ Θωμᾶς : Ἂν δὲν ἰδῶ, δὲ θὰ πιστέψω. «Καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου» (Μάτθ. κδ’ 30).

«Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός» (Ἰωάν. κ’ 27). Κι ὁ Θωμᾶς τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Κύριός μου καὶ ὁΘεός μου!

Τὴ δεύτερη φορὰ πού ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους ὁ Κύριος τὸ ἔκανε μόνο γιὰ τὸ Θωμά. Γιὰ χάρη ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνος πού περιβάλλεται ἀπὸ ἀγγελικοὺς χοροὺς πού τὸν ὑμνοῦν ἀγαλλόμενοι, ὡς Νικητὴ τοῦ θανάτου, ἀφήνει τὰ οὐράνια τάγματα καὶ σπεύδει νὰ σώσει τὸ ἕνα πρόβατο, τὸ ἀπολωλός. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ ὅλοι οἱ ἔνδοξοι κι οἱ δυνατοὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού ξεχνοῦν τοὺς ἀδύνατους καὶ ταπεινοὺς φίλους τους, πού τοὺς ἀποφεύγουν μὲ ντροπὴ καὶ περιφρόνηση. Ἂς τὸ δοῦν αὐτὸ κι ἂς ντραποῦν ἀπὸ τὸ παράδειγμά Του. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος δὲν ἔνιωσε οὔτε ντροπὴ οὔτε ταπείνωση. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος Ἐκεῖνος, ὁ δοξασμένος καὶ παντοδύναμος, κατέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ σ’ ἕνα ταπεινὸ δωμάτιο στὰ Ἱεροσόλυμα. Πόσο εὐλογημένο εἶναι τὸ δωμάτιο αὐτό, ἀπ’ ὅπου προέκυψαν γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα περισσότερες εὐλογίες, ἀπ’ ὅσες θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν ἀπ’ ὅλα τὰ παλάτια τῶν αὐτοκρατόρων!

Μόλις ὁ Κύριος παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Θωμά, ἐκεῖνος ἀναφώνησε μὲ χαρά: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου!» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Θωμᾶς ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ ὡς Ἄνθρωπο καὶ ὡς Θεό, ὡς ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο. Μόνο ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἀναστημένο Κύριο ἦταν ἀρκετὴ νὰ δώσει στὸν Θωμὰ τὴν εὐλογία τοῦ Πνεύματος, τὴν ἀναγέννηση τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες, κάτι πού ὀκτὼ μέρες νωρίτερα εἶχε δώσει στοὺς ἄλλους μαθητὲς μὲ τὸ λόγο καὶ τὴν πνοή Του. Ὅταν ὁ Κύριος βρισκόταν ἀκόμα στὸ θνητὸ σῶμα Του, προτοῦ ἀναστηθεῖ, μποροῦσε νὰ θεραπεύσει τὴν αἱμορρούσα γυναίκα μόνο μὲ τὸ νὰ τῆς ἐπιτρέψει ν’ ἀγγίξει τὸ ἱμάτιό Του. Πολὺ περισσότερο τώρα, μὲ τὸ δοξασμένο κι ἀναστημένο σῶμα Του, μποροῦσε νὰ δώσει μόνο μὲ τὴν ἐπαφὴ στὸν Θωμὰ τὴν ἐξουσία πού εἶχε δώσει μὲ διαφορετικὸ τρόπο στοὺς ἄλλους ἀποστόλους. Δὲν ἦταν ἀδύνατο βέβαια νὰ δώσει ὁ Κύριος καὶ στὸ Θωμὰ δύναμη κι ἐξουσία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού τὴν ἔδωσε στοὺς ἄλλους ἀποστόλους, ἂν κι αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται στὰ εὐαγγέλια. Ἀλλά εἶναι γνωστὸ πώς δὲν καταγράφηκαν ὅλα ὅσα εἶπε κι ἔκανε ὁΚύριος μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστὴς λίγο ἀργότερα. Τὸ ἀξιοσημείωτο εἶναι πώς ὁ Θωμᾶς, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, ἔλαβε τὴν ἴδια δύναμη κι ἐξουσία, ὅπως κι οἱ ἄλλοι μαθητές. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν ἀποστολική Του διακονία, ἀπὸ τὰ θαύματά του καὶ τὸ μαρτυρικό του θάνατο. (Ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ μαθαίνουμε πώς καταδικάστηκε σὲ θάνατο ἐπειδὴ ὁμολόγησε μὲ θάρρος καὶ παρρησία πώς ὁΧριστὸς ἀναστήθηκε. Πέντε στρατιῶτες ὅρμησαν τότε ἐναντίον τοῦ γενναίου στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν σκότωσαν μὲ τὶς λόγχες τους).

Γιὰ ν’ ἀποκαταστήσει καὶ νὰ ἑδραιώσει τὴν πίστη τοῦ Θωμᾶ, ὁ Κύριος τὸν ἐπέπληξε εὐγενικά: «λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ’ 29). Ἐσύ, Θωμᾶ, τοῦ εἶπε, μὲ πίστεψες περισσότερο μὲ τὶς αἰσθήσεις σου παρὰ μὲ τὸ πνεῦμα σου. Ἤθελες μὲ τὰ αἰσθητήριά σου νὰ πειστεῖς, γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σοῦ ἔδωσα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ κάνεις αὐτό. Κι ἐσύ πείστηκες μὲ τὸ νὰ μὲ δεῖς καὶ νὰ μὲ ἀγγίξεις. Ὅμως, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Μακάριοι κι εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δὲν εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους, ἀλλά μὲ τὸ πνεῦμα τους καὶ πίστεψαν μὲ τὴν καρδιά τους. Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στὸν Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιό Του χωρὶς νὰ τὸν δοῦν μὲ τὰ σωματικά τους μάτια, δίχως νὰ τὸν ἀγγίξουν μὲ τὰ χέρια τους. Μακάριο εἶναι τὸ παιδὶ πού πιστεύει ὅλα ὅσα τοῦ λέει ἡ μητέρα του, χωρὶς νὰ τὰ ἀμφισβητήσει καὶ νὰ θελήσει νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὰ χέρια του. «Ἔστω δὲ ὁλόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. ε’ 37).

Ὁ Κύριος τὸ εἶχε πεῖ πολλὲς φορὲς νωρίτερα πώς θ’ ἀναστηθεῖ κι ἔπρεπε νὰ τὸν πιστέψουν. Γιὰ νὰ πειστοῦν οἱ ἄπιστοι ὅμως καὶ νὰ ἑδραιωθοῦν στὴν πίστη οἱ ὀλι-γόπιστοι, ὁ Κύριος δὲν περιορίστηκε μόνο σὲ ὅσα προεῖπε γιὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του, ἀλλά ἔκανε καὶ πολλὲς ἐμφανίσεις μετὰ ἀπ’ αὐτήν. Ἦταν πολὺ σπουδαῖο γιὰ Ἐκεῖνον ὥστε οἱ ἀπόστολοι κι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ πιστοί, ν’ ἀποκτήσουν δυνατὴ πίστη στὴν Ἀνάστασή Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάση τῆς πίστης κι ἡ εὐφροσύνη τοῦ χριστιανοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ὁ πάνσοφος Κύριος ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ πνεῦμα ἀλλά καὶ τὶς αἰσθήσεις τῶν ἀποστόλων, ὥστε κανενὸς ἡ πίστη νὰ μὴν κλο- νιστεῖ, νὰ μὴν ἀμφιβάλει πώς ὁ Κύριος εἶναι ἀναστημένος καὶ ζωντανός. Ἂν καὶ «τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν» (Ἰωάν. στ’ 63) καὶ μ’ ὅλο πού οἱ αἰσθήσεις μποροῦν νὰ ἐξαπατήσουν τὸν ἄνθρωπο πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, ὁ γλυκὺς Κύριος συγκατένευσε στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ἔκανε ὅ,τι ἦταν δυνατὸ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὴν αἰσθητὴ ἀντίληψη καὶ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ παραμένει ὡς σήμερα τὸ πλέον ἀναμφισβήτητο γεγονὸς στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ποιὸ ἄλλο γεγονός, ξεκινώντας ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθόν, παραμένει τόσο φανερὰ καὶ προσεχτικὰ τεκμηριωμένο ὅσο αὐτό;

«Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ’ 30-31). Εἶναι φανερὸ πώς ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστὴς πρέπει νὰ μιλάει γιὰ θαύματα πού ἔκανε ὁΧριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Αὐτὸ προκύπτει πρῶτα ἀπὸ τὴν ἀφήγηση πού προηγήθηκε, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Κυρίου. Φαίνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἀναφέρεται πώς ὁ Κύριος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. α’ 3).

Ποῦ ἔχουν καταγραφεῖ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀψευδή γεγονότα πού ἔκανε τὶς σαράντα αὐτὲς μέρες; Πουθενά. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ πώς δὲν ἔχουν γραφεῖ ὅλα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο – τὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. κα’ 25). Τέλος, τὸ ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδῶ δὲν μιλάει μόνο γιὰ τὰ θαύματα πού ἔκανε μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του καὶ γιὰ ὅσα ἔκανε στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, φαίνεται ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ εὐαγγελιστῆ, μὲ τὰ ὁποῖα κλείνει καὶ τὸ εὐαγγέλιό του: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν» (Ἰωάν. κα’ 25). Οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν θὰ χωροῦσε τὰ βιβλία πού θὰ χρειάζονταν γιὰ νὰ καταχωρηθοῦν ὅλα ὅσα εἶπε καὶ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.

Τὰ λόγια αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ ὅλα τὰ θαύματα πού ἔκανε ὁ Χριστὸς στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τόσο πρὶν ὅσο καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Τὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ὅμως δὲν πρέπει νὰ ’χουν τὸ ἴδιο νόημα μ’ αὐτὰ πού τελειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τὸ εὐαγγέλιο. Ὑπῆρχε κάποιος λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβει;

Ὅλα ὅσα γράφτηκαν στὸ εὐαγγέλιο ἔχουν ἕνα μοναδικὸ σκοπό: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Αὐτὸ σημαίνει: Μὴν περιμένετε ἄλλον Μεσσία καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸς πού ἦταν νὰ ἔρθει, ἦρθε. Αὐτὸς πού προφήτεψαν οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ κι οἱ Σίβυλλες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου, ἐμφανίστηκε στ’ ἀλήθεια. Ὅλα ὅσα γράφτηκαν, ἦταν ἐπίσης ὥστε καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἒχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Μὲ τὴν πίστη αὐτή, πού ὁ Θωμᾶς τὴν ἐπιβεβαίωσε μὲ τὶς αἰσθήσεις του, θὰ ἔχετε ζωὴ αἰώνια. Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πώς τὰ καταληκτικὰ αὐτὰ λόγια τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου συνδέονται μὲ τὸ περιστατικὸ ποὺ προηγήθηκε, μὲ τὸν Θωμὰ καὶ τὴν ἀπιστία του. Ὁ Κὺριος ἐμφανίστηκε στὸν Θωμὰ μόνο γιὰ δική του χάρη, ἀλλὰ γιὰ τὴ χάρη ὅλων ἐκείνων πού ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ζωή. Μὲ τὴν ἐμφάνισή Του στὸν Θωμὰ ὁ Κύριος βοήθησε ὅλους ἐμᾶς νὰ τὸν πιστέψουμε πιὸ εὔκολα, ἀναστημένο καὶ ζωντανό. Καὶ μὲ τὴν πίστη αὐτὴ νὰ συμμετάσχουμε στὴν αἰώνια ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνια ζωή. Ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, προσθέτει ὁ εὐαγγελιστής. Γιατί ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ; Ἐπειδὴ «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Γιατί «πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Ρωμ. ι’ 13). Μόνο ἡ ζωὴ πού ἀναζητεῖται καὶ ἀποκτᾶται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶναι ἀληθινὴ ζωή. Κάθε ἄλλη εἶναι θάνατος καὶ φθορά. Στὴν ἄνυδρη ἐρημιὰ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, ὁ ἀναστημένος Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη σίγουρη πηγὴ νεροῦ πού ξεδιψάει καὶ ἀναζωογονεῖ. Ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ φαίνεται σὰν πηγὴ νεροῦ στὸν ταλαιπωρημένο καὶ διψασμένο ταξιδιώτη, πού δὲν θὰ εἶναι πηγὴ ἀλλὰ τὸ λαμπύρισμα τῆς καυτῆς ἄμμου, μιὰ διαβολικὴ αὐταπάτη.

***
Τό βαθύτερο νόημα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ἒχει σχέση μὲ τὸ ἐσωτερικὸ δράμα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅποιος θέλει νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ ἀναστημένος Κύριος μέσα του, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ κλειδαμπαρώσει τὴν πὸρτα τῆς ψυχῆς του, νὰ τὴν προστατέψει ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Θεόληπτος στὴ Φιλοκαλία: «Ἀποκτῆστε σοφία ἀπὸ τὶς μέλισσες. Μὲ τὸ πού θὰ δοῦν σμῆνος ἀπὸ σφῆκες νὰ πετοῦν γύρω τους, μένουν μέσα στὴν κυψέλη κι ἒτσι διαφεύγουν τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τους». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ ἀπόστολοι προστατεύτηκαν ἀπὸ τοὺς αἱμοδιψεῖς καὶ ὑλιστές Ἰουδαίους.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντιπροσωπεύουν κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν αἰσθησιασμό. Σὲ ψυχὴ ὅμως πού διαφυλάσσεται μὲ ζῆλο καὶ κλειδαμπαρώνεται, ὁ Κύριος θὰ ἐμφανιστεῖ ἐν δόξῃ. Ὁ δοξασμένος Νυμφίος θ’ ἀποκαλυφτεῖ τότε στὴ συνετὴ νύμφη. Ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Κύριος, ὁ φόβος τοῦ κόσμου ἐξαφανίζεται κι ἡ ψυχὴ εἰρηνεύει. Κι ὄχι μόνο εἰρηνεύει. Ὁ Κύριος φέρνει πάντα μαζί Του πολλὰ καὶ διάφορα δῶρα, ὅπως χαρά, δύναμη καὶ θάρρος. Ἑδραιώνει τὴν πίστη, ἐνισχύει τὴ ζωή.

Ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίζεται καὶ μᾶς παρέχει ὅλ’ αὐτὰ τὰ πολύτιμα δῶρα, κάποια ἀμφιβολία ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ κρύβεται σὲ κάποια γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Ἡ γωνιὰ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ δύσπιστο Θωμά. Γιὰ νὰ φωτιστεῖ καὶ νὰ θερμανθεῖ κι ἡ γωνιὰ αὐτὴ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε στὴν προσευχὴ καὶ νὰ περιμένουμε μὲ μεγάλη ὑπομονή. Πρέπει νὰ μένουμε κλειδαμπαρωμένοι, προστατευμένοι ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο, ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἐπιθυμίες καὶ ὁρμές. Τότε ὁ Κύριος πού ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ μᾶς συμπονέσει καὶ θὰ εἰσακούσει τὶς προσευχές μας. Θὰ ἐμφανιστεῖ ξανά καὶ μὲ τὴ φιλεύσπλαχνη παρουσία Του θὰ φωτίσει καὶ τήν τελευταία σκοτεινὴ γωνιὰ τῆς ψυχῆς μας. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ποῦμε πώς εἴμαστε ζωντανὲς ψυχὲς καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάρη. Κι ὅλ’ αὐτὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἀπό το βιβλίο: «Ἀναστάσεως Ἡμέρα» Ἐκδόσεις, Πέτρου Μπότση)
(Πηγή: imaik.gr)
https://alopsis.gr/alopsis/thwma.htm

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Η απώλεια του ιερού: όσοι συμμορφώνονται με τον κόσμο ηττώνται.

Antonio Catalano - 18 Απριλίου 2026

Η απώλεια του ιερού: όσοι συμμορφώνονται με τον κόσμο ηττώνται.


Πηγή: Αντόνιο Καταλάνο


ΟΤΑΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΝΙΚΑ.

Επέστρεψα σε ένα βιβλίο που διάβασα πριν από μερικά χρόνια, το "Heresy of the Formeless: The Roman Liturgy and Its Enemy" του Martin Mosebach. Αυτό το βιβλίο προσφέρει την ευκαιρία να εξετάσουμε τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί στον χριστιανικό πολιτισμό μας της καθολικής πίστης, μέσα από το πρίσμα της λειτουργίας, η οποία, ξεκινώντας με τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο (1962-1965), έχει υποστεί αξιοσημείωτες αλλαγές, λίγο ή πολύ δημιουργικές.

Μια σύνοδος που προσπάθησε να αμφισβητήσει τον κόσμο στο δικό του έδαφος, δηλαδή, με βάση την ανάγκη αναζωογόνησης για να προσαρμοστεί στο νέο που προχωρά. Η λειτουργία - το σύνολο των λατρευτικών τελετών - υπέστη βαθιές αλλαγές: την αντικατάσταση των λατινικών με την εθνική γλώσσα, την εισαγωγή του βωμού στραμμένου προς τον λαό και όχι πλέον "ad orientem", τη "συμμετοχή" των πιστών στη Λειτουργία... Ο Mosebach δεν αρνείται ότι η ιεροτελεστία μεταμορφώνεται συνεχώς κατά τη διάρκεια των αιώνων, αλλά αυτό συμβαίνει απρόσκοπτα, χωρίς κανείς να το προσέξει και, πάνω απ' όλα, χωρίς να παρεμβαίνει κάτι αυθαίρετο. Οι μετασχηματισμοί και οι σταδιακές αλλαγές, ωστόσο, δεν είναι ποτέ «μεταρρυθμίσεις», ​​αφού δεν υποκινούνται από την πρόθεση να βελτιωθεί κάτι.

Όσον αφορά τη συμμετοχή των πιστών, ο Mosebach δεν πιστεύει ότι η παρακολούθηση της Λειτουργίας απαιτεί να είναι κανείς «ενεργός». «Έχω κάθε λόγο να μην εμπιστεύομαι τον εαυτό μου και τις πνευματικές και συναισθηματικές μου παρορμήσεις». «Πήραμε τις θέσεις μας στα στασίδια της εκκλησίας και αναρωτηθήκαμε: παρακολουθήσαμε μια Θεία Λειτουργία ή δεν ήταν Λειτουργία; Μπαίνω στην εκκλησία για να δω τον Θεό και φεύγω μεταμορφωμένος σε κριτικό θεάτρου».

Στο κεφάλαιο «Η Λειτουργία είναι Τέχνη», ο Mosebach γράφει για την πρωτοτυπία ότι στις μεγάλες δημιουργικές εποχές, οι καλλιτέχνες δεν ανησυχούσαν ποτέ για το ζήτημα της πρωτοτυπίας. Δημιούργησαν κάτι νέο, κάτι ανήκουστο και προηγουμένως απαρατήρητο, όταν πίστευαν ότι υπηρετούσαν, με ιδιαίτερη προσοχή και σεβασμό, μια μεγάλη παραδοσιακή μορφή. Το νέο, το πραγματικά νέο, δεν είναι ένα πείραμα που εκτελείται για διασκέδαση. προκύπτει ασυνείδητα από μια ατομική αναζωογόνηση του παλιού.

Ο Mosebach υποστηρίζει ότι μετά τη Σύνοδο, το κιτς επικράτησε. Γλωσσικό, μουσικό, εικονογραφικό και αρχιτεκτονικό. Ένα κιτς που κατέκλυσε εντελώς την εξωτερική εικόνα των δημόσιων πράξεων της Εκκλησίας. Οι μετασυνοδικές εκκλησίες - αυτές οι τσιμεντένιες αίθουσες, αυτά τα χαλιά, αυτά τα ακατέργαστα έπιπλα από ξύλο σημύδας, το δερμάτινο ιερό, τα ακριβή θερμαντικά σώματα, όλη αυτή η σοβαρότητα των εσωτερικών διακοσμητών μιας νέας και αναστηλωμένης εκκλησίας - αποκρύπτουν το γεγονός ότι ο ιερός χώρος - ο ιερός τόπος "terribilis" - πρέπει να είναι τρομακτικός, πρέπει να επιβάλλει σεβασμό και πρέπει επίσης να φαίνεται έτσι. Η πρώιμη θρησκευτική δραστηριότητα του ανθρώπου συνίστατο στην οριοθέτηση του ιερού χώρου, και στις αρχαίες εκκλησίες αυτό συνέβαινε όχι μόνο μέσω τοίχων που τον χωρίζουν από τον έξω κόσμο, αλλά και μέσα σε αυτόν μέσω μιας απτής απεικόνισης αυτού: σταθμοί χορωδίας, κιγκλιδώματα Κοινωνίας, ψηλές γρίλιες, χωρίσματα, εικονοστάσια, όλα δημιουργούν τον χώρο των Αγίων των Αγίων. Αυτή ήταν η πίστη, σαν οικοδόμημα, στην σωματική παρουσία του Θεού.

Σύμφωνα με τον Mosebach, στοιχεία της αισθητικής προοπτικής μετά τη Σύνοδο μπορούν να βρεθούν στην ποίηση του Gerhardt. Παρά το γεγονός ότι είναι εντελώς αποκομμένος από την Εκκλησία, καταφέρνει να μεταφέρει στους στίχους του «St. Horten in Ahaus» τη φρίκη μιας εκκλησίας που έχει χάσει την ψυχή της. Το ποίημα αφορά την εκκλησία της Santa Maria Assunta in Ahaus, η οποία αποτελείται από ένα πρώιμο γοτθικό καμπαναριό και έναν τσιμεντένιο κυρίως ναό. Οι φωτογραφίες δείχνουν πώς ήταν η εκκλησία πριν και μετά τον εκσυγχρονισμό. Αξίζει να το παραθέσουμε ολόκληρο.

Στο Ahaus υπάρχει μια εκκλησία,
την οποία οι ντόπιοι αποκαλούν St. Horten.
Μέσα και πριν από αυτό το μέρος,
ο ξένος σταματάει με δέος.

Αυτό το πράγμα στέκει και στέκεται ακίνητο.
Η βλακεία είναι απτή.
Για αυτήν την εκκλησία στο Ahaus,
μια παλαιότερη κατεδαφίστηκε.
το καμπαναριό στέκει ακόμα.
όλα τα άλλα έχουν χαθεί:

υψώνεται απειλητικά, εντελώς γκρίζα και γυμνή.
Η βλακεία είναι βάναυση.
Το θέαμα της εκκλησίας στο Ahaus
κάνει κάποιον να κλαίει και να γελάει ταυτόχρονα.
Αυτό που τολμούν να κάνουν είναι άθλιο,
αυτό που έχει γίνει εδώ είναι γελοίο:
υπερηφανεύονται για τη δική τους βρωμιά.
Η βλακεία είναι περίπλοκη.

Η εκκλησία του Αγίου Χόρτεν στο Άχαους θα λέει στους επισκέπτες, έκπληκτους από όλα αυτά, για χίλια χρόνια ακόμα, πόσο εφησυχασμένοι ήμασταν. Δεδομένης της αγωνίας της επιλογής, η βλακεία ήταν απόλυτη.

Σχετικά με το πώς η αίσθηση του ιερού έχει χαθεί στην αρχιτεκτονική των νέων εκκλησιών, ο πατέρας Maurizio Botta, στο βιβλίο του "Nati sbagliati", συζητά τη φροντίδα και την αφοσίωση με την οποία χτίστηκαν κάποτε οι εκκλησίες. «Ακόμα και όσοι δεν τους αρέσει το μπαρόκ στυλ δεν μπορούν να κάνουν τη σύγκριση μεταξύ μιας ρομανικής εκκλησίας και ενός σύγχρονου τσιμεντένιου στρατώνα που μόνο κοιτάζοντάς τους σε αγχώνει. Αυτή η εκκλησία [Santa Maria della Vallicella, Ρώμη, όπου είναι εφημέριος] έχει πολλές πτυχές που δεν είναι καθόλου λειτουργικές. Αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο για να την κάνουν όμορφη. Θα μπορούσαν να είχαν ξοδέψει λιγότερα και να την είχαν κάνει άσχημη. Δεν υπήρχαν προθεσμίες ή αυστηρές ημερομηνίες παράδοσης. Το έκαναν λίγο-λίγο, όπως γινόταν με τις εκκλησίες στο παρελθόν. Σκεφτείτε εκείνους που εργάστηκαν όλη τους τη ζωή χτίζοντας έναν καθεδρικό ναό και πέθαναν χωρίς να ολοκληρωθεί. Το γεγονός είναι ότι, στην κουλτούρα εκείνων των εποχών, ο καθεδρικός ναός ήταν καρπός ενός πολιτισμού, μιας κοινότητας, ενός λαού, και δεν είχε σημασία αν δεν είχε ολοκληρωθεί, επειδή τα παιδιά ή τα εγγόνια τους θα το απολάμβαναν. Σκεφτείτε πόσο απελευθερωτικό είναι αυτό το όραμα: Έχω περάσει χρόνια δουλεύοντας σε αυτό το κιονόκρανο, και μόνο ο Θεός θα δει τι είναι σκαλισμένο πάνω του. Είναι μια προοπτική που μας θεραπεύει από την ηγεμονία και τον ναρκισσισμό και μας επιτρέπει να γιορτάζουμε άνδρες και γυναίκες.»

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 15 Του George Prestige

Συνέχεια από Κυριακή 5. Απριλίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 15

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977

Διάλεξη 4, Ο Αθανάσιος, ή ενότητα του Θεού δ

Εδώ ήταν που η ελληνική και η ανατολική μεταφυσική ήρθαν πιο κοντά από ποτέ: η δημιουργία θεωρήθηκε ως ένα είδος γένεσης ή αναπαραγωγής, που συνεπαγόταν τόσο τον περιορισμό της ποιότητας στο προϊόν όσο και τη βεβαιότητα της φθοράς. Η ιδέα ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι ένα θεϊκό σωματίδιο, φυλακισμένο στο σώμα σαν σε τάφο, από τον οποίο η μόνη ελπίδα απελευθέρωσής της βρίσκεται στην αποδέσμευση από τη σάρκα και στην επανένωσή της με την αιθέρια πηγή της, ανάγεται στις διδασκαλίες των ορφικών αδελφοτήτων. Η περαιτέρω αντίληψη ότι το σύμπαν γεννήθηκε από την αλληλεπίδραση του καθορισμένου και του ακαθόριστου, ή, όπως λεγόταν μερικές φορές, των αρσενικών και θηλυκών αρχών, που αντιστοιχούν στον Θεό και στην Ύλη, ανάγεται τουλάχιστον στον Πυθαγόρα, ο οποίος επιχείρησε επίσης να εξηγήσει την αλληλεπίδρασή τους με την αναλογία των αριθμών.

Ο Πλάτων εμβάθυνε και ανέπτυξε αυτές τις αντιλήψεις, διατηρώντας τον βασικό τους χαρακτήρα. «Ο Θεός είναι μαθηματικός», είπε· για να δημιουργήσει τον κόσμο, αποτύπωσε μια κοσμική τάξη, αποτελούμενη από μορφές και αριθμούς, πάνω στο στοιχειώδες και άλογο χάος που αποτελούσε την ύλη του, και στη δυσυπότακτη φύση της, στο μέτρο που δεν ελέγχεται από τον λόγο, αποδίδεται το μόνιμο στοιχείο του κακού που διαπερνά την ανθρώπινη και τη φυσική φύση. Αυτό το σύμπαν είναι και το ίδιο θεϊκό κατ’ απορροήν, ένας δεύτερος Θεός, γεννημένος και αισθητός, εφόσον ενσωματώνει μια κοσμική ψυχή που προβάλλεται από τον Θεό για να λειτουργεί ως ενεργητική αρχή της φυσικής ύλης. Εδώ, λοιπόν, έχουμε τρία επίπεδα ύπαρξης, κατά φθίνουσα σειρά αξίας: τον Θεό, την κοσμική ψυχή και το φυσικό σύμπαν. Και οι ιδιότητες της θεότητας μεταδίδονται με σημαίνοντα τρόπο στα κατώτερα επίπεδα.

Η ελληνιστική θρησκευτική φιλοσοφία προσκολλήθηκε σε αυτές τις θεωρήσεις. Είδε στην απόλυτη θεότητα την μακρινή αλλά επαρκή αιτία κάθε ύπαρξης. Βρήκε στην αρχή της ανάπτυξης ή εκπόρευσης αυτό που θεωρούσε έγκυρη εξήγηση για τους περιορισμούς, τη λύπη και τη χαμηλότητα της υλικής και φυσικής ύπαρξης. Όλα πράγματι προέρχονται τελικά από τον Θεό, αλλά δεν αντανακλούν με κανέναν ουσιαστικό τρόπο τη φύση του· το κακό που ενυπάρχει σε αυτά οφείλεται στην απομάκρυνσή τους από την πηγή τους· όσο περισσότερο η πορεία της εξέλιξης προσεγγίζει τον αισθητό και ιστορικό κόσμο, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την ενότητα και την καθαρότητα του Θεού.

Φιλοσοφικά, η διδασκαλία αυτή είναι αβάσιμη. Το κακό δεν μπορεί να προέρχεται από τον Θεό, εκτός αν υπάρχει ήδη μέσα Του· και αν συμβαίνει αυτό, τότε δεν είναι απόλυτο αγαθό. Ούτε μπορεί να προκύπτει απλώς από την πράξη της δημιουργίας, εκτός αν —όπως υπαινίχθηκε ο Πλάτων— ο Θεός δεν είναι αυστηρά δημιουργός, αλλά μόνο οργανωτής μιας προϋπάρχουσας ύλης, η οποία είναι ήδη εκ φύσεως μολυσμένη. Σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι ο απόλυτος δημιουργός της ύπαρξης. Για τον λόγο αυτό, ο ελληνιστικός κόσμος ήταν γεμάτος προλήψεις, σε μεγάλο βαθμό ενισχυμένες από την αστρολογία, τόσο σχετικά με την κυρίαρχη δύναμη της ειμαρμένης, που περιόριζε την ικανότητα της θεϊκής αγαθότητας να εκφραστεί πλήρως μέσα στην ηθική τάξη του σύμπαντος, όσο και σχετικά με την αιωνιότητα και την ανεξαρτησία της ύλης, που επέβαλλαν στον δημιουργό τη χρήση ανάξιων πρώτων υλών στο έργο του. Η υπεροχή της ειμαρμένης και η δυσκαμψία της ύλης, περιορίζοντας την ικανότητα του Θεού, περιόριζαν και την ευθύνη Του.

Κάτι όχι εντελώς ανόμοιο επιτυγχάνεται από τις σύγχρονες φιλοσοφίες του διαλεκτικού υλισμού και της αναδυόμενης εξέλιξης. Η πρώτη παρουσιάζει τα γεγονότα ως δεσμευμένα να ακολουθούν μια προκαθορισμένη αλληλουχία δράσης και αντίδρασης, μέσα στην οποία κάθε έννοια απόλυτης ηθικής υπερκεράζεται από τη δύναμη της εγγενούς αναγκαιότητας· η δεύτερη απεικονίζει μια θεϊκή τάξη που αγωνίζεται να εκφραστεί, τυφλά και ασύντακτα, μέσα σε ένα σύμπαν που απέχει ακόμη πολύ από την πραγμάτωση οποιουδήποτε τελικού σκοπού.

Τέτοιες θεωρίες μπορεί να ήταν ελκυστικές για ειδωλολατρικούς νους, αλλά δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με τις εβραϊκές προϋποθέσεις του χριστιανισμού. Η ελληνική ορθολογική μέθοδος, που ήταν αναγκαία για την ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, δεν μπορούσε να επιτραπεί να αντικαταστήσει εντελώς με διαφορετικό υλικό σκέψης εκείνο που είχε κατατεθεί στην αποκάλυψη. Η Εκκλησία πήρε σαφή θέση. Σε αντίθεση με την απαισιόδοξη άποψη για την ύλη, υποστήριξε ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «λίαν καλόν» και ότι ο Υιός ή Λόγος του Θεού εισήλθε προσωπικά σε αυτόν υπό φυσικές συνθήκες, χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε μόλυνση. Απέναντι στην ειμαρμένη, διατήρησε σταθερά την πραγματικότητα της ανθρώπινης ελευθερίας και την υπερβατική αγαθότητα και παντοδυναμία του Θεού· το κακό δεν προερχόταν ούτε από τη φύση του Θεού ούτε από τη δημιουργική του ενέργεια, ούτε από κάποια θετική δύναμη που ενεργεί ανεξάρτητα από Αυτόν, αλλά αποκλειστικά από την κακή χρήση της ηθικής ελευθερίας που Αυτός είχε δώσει στα δημιουργήματά Του. Ο κόσμος είχε δημιουργηθεί εκ του μηδενός — μια θέση που, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα προϋπάρχουσας ύλης, υπογραμμίζει την απόλυτη φύση του Θεού και την εξάρτηση κάθε άλλης μορφής ύπαρξης από Αυτόν. Και κάθε άλλο παρά ένα ορφικό «νεκροταφείο» ψυχών ήταν, όπου θεϊκές ψυχές καταπνίγονταν· αντίθετα, ολόκληρη η δημιουργία ανέμενε τη λύτρωση από τη δουλεία της φθοράς· ό,τι ο Θεός δημιούργησε, μπορούσε και θα το λύτρωνε.

Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να φαίνεται ότι οι εξελικτικές αντιλήψεις των θεωριών της εκπόρευσης δεν είχαν κανένα σημείο επαφής με τον ευαγγελικό χριστιανισμό. Ωστόσο, άσκησαν βαθιά επιρροή. Στην αδρή τους μορφή, είχαν επιχειρήσει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της δημιουργίας, και από αυτή τη βάση αποκλείστηκαν. Σε πιο εκλεπτυσμένη μορφή, όμως, εφαρμόστηκαν στο πρόβλημα της ίδιας της ύπαρξης του Θεού και στη δυσκολία συμφιλίωσης της ύπαρξης μιας θείας Τριάδας με τον μονοθεϊσμό· και εδώ κυριάρχησαν σε μεγάλο μέρος της χριστιανικής σκέψης για δύο αιώνες, συνδεόμενες με τη βιβλική ιδέα του Χριστού ως Λόγου (Logos) του Θεού — δηλαδή ως αντικειμενικής έκφρασης της υπερβατικής Του ύπαρξης και της λογικής Του βούλησης — και καταλήγοντας στη διδασκαλία του υποτακτισμού (Subordinationism).

Η ουσία αυτής της διδασκαλίας μπορεί να διατυπωθεί σε δύο προτάσεις. Ο Θεός Πατέρας, ο οποίος μόνος κατέχει ύπαρξη τόσο απόλυτη όσο και μη παραγόμενη (agenetos και agennetos), είναι η μοναδική πηγή κάθε θεότητας που ανήκει στον Λόγο και στο Πνεύμα Του. Το δεύτερο και το τρίτο Πρόσωπο της Τριάδας, εφόσον η ύπαρξή τους είναι παράγωγη, είναι υποδεέστερα από Αυτόν ως προς την ύπαρξη. Οι θέσεις αυτές εκφράζουν ουσιαστικά τη θέση του Τερτυλλιανού, και μέχρι εδώ δεν υπάρχει τίποτε αιρετικό στην αποδοχή τους. Ο Τερτυλλιανός, πράγματι, έθεσε τα μόνιμα θεμέλια της λατινικής διδασκαλίας περί Τριάδας. Δίδαξε ότι η ύπαρξη του Πατέρα αναπαράγεται στην ύπαρξη του Υιού και του Πνεύματος, και ότι αυτή η λειτουργική επανάληψη, μέσω της οποίας η θεϊκή ενότητα «οργανώνει» ή «κατανέμει» τον εαυτό της για δράση, προέρχεται από μια αρχή εγγενή στη φύση του Θεού. Το ότι ο Θεός είναι ένα αντικείμενο ή ουσία (substantia) φαίνεται επαρκώς από το γεγονός ότι η ύπαρξή Του πηγάζει από το ένα και μοναδικό Πρόσωπο του Πατέρα· ο Υιός είναι ο ίδιος Θεός, εκφρασμένος «υιοειδώς», και το Πνεύμα είναι πάλι ο ίδιος Θεός, παρουσιασμένος «πνευματικώς». Πατέρας και Υιός είναι δύο εκφάνσεις ή όψεις (species) ενός αδιαίρετου όντος (substantia) (adv. Prax. 13 fin.). Πρόκειται πράγματι για μια διδασκαλία εκπόρευσης, αλλά διακρίνεται ρητά από την αντίστοιχη γνωστική διδασκαλία, στο ότι το δεύτερο και το τρίτο Πρόσωπο είναι αχώριστα από το πρώτο, σε αντίθεση με τις γνωστικές εκπορεύσεις, καθεμία από τις οποίες είναι διαδοχικά πιο απομακρυσμένη και λιγότερο τέλεια από την προηγούμενη (ό.π. 8).

Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια τι είχε κυρίως κατά νου ο Τερτυλλιανός όταν μιλούσε για το δεύτερο και το τρίτο «Πρόσωπο»· στην πραγματικότητα, κατά τη συζήτηση της θείας ενότητας, αναφέρεται συχνότερα στους «Τρεις», χωρίς να προσθέτει κάποιο ουσιαστικό, παρά σε «τρία Πρόσωπα». Πιθανότατα δανείστηκε τον όρο από το ελληνικό πρόσωπον, που σημαίνει απλώς «άτομο»· σίγουρα τον χρησιμοποιεί με τον ίδιο τρόπο όπως οι Έλληνες θεολόγοι, όταν παρουσιάζει τον ψαλμωδό να μιλά «εν προσώπῳ» του Χριστού ή του Αγίου Πνεύματος (adv. Prax. 11)· και είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι εννοούσε κάτι διαφορετικό από «άτομο» στα διάφορα χωρία όπου επιμένει ότι τα επιμέρους Πρόσωπα, αν και όχι διαχωρίσιμα, είναι «διακριτά». Μιλά για αυτά σαν να τα θεωρεί τρεις εκφράσεις της θείας συνείδησης (π.χ. ό.π. 12)· και, αν και δεν επιχειρεί να τα συσχετίσει όπως θα έκανε ο Αυγουστίνος δύο αιώνες αργότερα, με την αναλογία των τριών λειτουργιών της μνήμης, της νόησης και της βούλησης μέσα σε έναν ενιαίο ανθρώπινο νου, όσα λέει συμβάλλουν στο να τεθεί η βάση για μια τέτοια ερμηνεία της Τριάδας με όρους αυστηρά προσωπικών ιδιοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, έχει υποστηριχθεί έντονα ότι, επειδή ο Τερτυλλιανός ήταν νομικός, η γλώσσα του πρέπει να ερμηνευθεί ως καθαρά νομική μεταφορά. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η persona σημαίνει απλώς τον φορέα ενός νομικού τίτλου: τα τρία Πρόσωπα κατέχουν ξεχωριστά έναν τίτλο επί της μίας πνευματικής «ουσίας» (substantia) ή ιδιοκτησίας της θεότητας· αλλά το τι είναι καθαυτά ή ποια είναι η σχέση τους μεταξύ τους δεν καθίσταται σαφές. Σε κριτική αυτής της ερμηνείας αρκεί να ειπωθεί ότι, αν και κάποια τέτοια ιδέα μπορεί να μην ήταν εντελώς ξένη προς τον νου του Τερτυλλιανού, δεν αναπτύσσεται πουθενά· υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που να στηρίζουν την άποψη ότι αυτό εννοούσε· και η ιδέα αυτή, ακόμη κι αν υπήρξε, δεν επηρέασε τη μεταγενέστερη λατινική θεολογία.

Ο Τερτυλλιανός, σε γενικές γραμμές, προτιμά να χρησιμοποιεί τον τίτλο «Υιός» αντί για εκείνον του «Λόγου» όταν αναφέρεται στο δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδας. Όταν ο όρος «Λόγος» έγινε η συνηθέστερη έκφραση —όπως συνέβη με τον σύγχρονό του Ιππόλυτο και με τον Ωριγένη, οι οποίοι από κοινού καθόρισαν τον τόνο της ελληνικής θεολογίας— άνοιξε ο δρόμος για μια διδασκαλία θεϊκής εκπόρευσης, στην οποία η έκταση και ο χαρακτήρας της υποταγής του δεύτερου Προσώπου διογκώθηκαν. Οι όροι «Πατέρας» και «Υιός» υποδηλώνουν μια ισότητα ιδιοτήτων που απουσιάζει από τους πιο αφηρημένους όρους «Απόλυτο» και «Λόγος»· επιπλέον, το επίκεντρο της σκέψης μετατοπιζόταν από την εξέταση των πρωταρχικών γεγονότων της λύτρωσης —που απαιτούσαν μια κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι κάθε πράξη του Υιού είναι πράξη του Θεού και έδιναν αφορμή για εκφράσεις όπως «τα πάθη του Θεού» και «ο σταυρωμένος Θεός»— προς τη συζήτηση των γενικών σχέσεων του σύμπαντος με τον Θεό, είτε ως δημιουργού του είτε ως πηγής πνευματικής ζωής για τα λογικά του όντα. Σε αυτές τις συνθήκες, ο Θεός Λόγος τείνει να τοποθετείται όλο και περισσότερο στη θέση ενός μεσολαβητικού παράγοντα μεταξύ του Θεού και των δημιουργημάτων Του, τόσο στην ιστορία της λύτρωσης όσο και στην πιο θεωρητική —αλλά για το ελληνικό πνεύμα εξίσου γοητευτική— αφήγηση της δημιουργίας.

Αυτή η τάση είναι εμφανής στον Ωριγένη. Τον οδήγησε σε εμφανείς δυσκολίες στην προσπάθειά του να διατυπώσει θεολογικά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις· αν διέθετε έναν νου τόσο άκαμπτο και μια φαντασία τόσο μηχανική όσο εκείνα του Αρείου, θα μπορούσε να είχε γίνει και ο ίδιος Αρειανός. Ο Άρειος ήταν ανίκανος να διατυπώσει μια φαινομενική αντίφαση και απέρριπτε την ιδέα ότι πολύπλοκα προβλήματα μπορεί να έχουν περισσότερες από μία όψεις. Ο δισδιάστατος νους του αντιμετώπιζε το θεϊκό μυστήριο της αποκάλυψης με επίπεδο και απλουστευμένο τρόπο, χωρίς βάθος ή υπόβαθρο, σαν ένα διάγραμμα του Ευκλείδη. Ο Ωριγένης ανήκε σε εντελώς διαφορετικό τύπο. Οι προσεκτικά διατυπωμένες του θεωρίες, τόσο μετριοπαθείς όσο και διεισδυτικές, περιέστρεφαν το αντικείμενό τους, φωτίζοντάς το πότε από τη μία πλευρά, πότε από την άλλη, πλησιάζοντας και απομακρυνόμενες, εξετάζοντάς το με ακτίνες που δεν έριχναν μια ενιαία, μαύρη σκιά προς μία κατεύθυνση, αλλά δημιουργούσαν ένα πολύπλοκο και πολύ πιο ρεαλιστικό και φωτεινό πλέγμα από φως και σκιά. Ο νους του ήταν ευρύς και περιεκτικός. Γι’ αυτό απολαμβάνει την τιμή —την οποία μοιράζεται μόνο με λίγους από τους μεγαλύτερους στοχαστές— να έχει εμπνεύσει αντιδιαμετρικά αντίθετες σχολές στις επόμενες γενιές: άλλοι βυθίστηκαν στις σκιές του, άλλοι θριάμβευσαν στο φως του.

Ο Ωριγένης διατυπώνει τις πιο θετικές διαβεβαιώσεις για την απόλυτη θεότητα του Θεού Λόγου. Από την άλλη πλευρά, ενώ διατηρεί άθικτο το τείχος διαχωρισμού μεταξύ της θείας Τριάδας και κάθε άλλης ύπαρξης, εντυπωσιάζεται βαθιά από τη σημασία της προέλευσης της θεϊκής ουσίας από την πηγή της στον Πατέρα. Στην εποχή του δεν είχε ακόμη πλήρως κατανοηθεί η διαφορά μεταξύ «παραγώγου» και «κατωτερότητας». Η θεότητα δεν είναι μια κληρονομιά που μεταβιβάζεται σε διαδοχικούς κατόχους και μειώνεται προοδευτικά με κάθε μεταβίβαση. Κι όμως, ακριβώς έτσι είχαν εκπαιδευτεί να τη σκέφτονται οι φιλόσοφοι μέσω της θεωρίας της εκπόρευσης. Ο Ωριγένης ήταν πολύ μεγάλος στοχαστής για να υποπέσει σε ένα τόσο χονδροειδές σφάλμα. Στην πραγματικότητα, έθεσε τις βάσεις για τη διερεύνηση —την οποία ολοκλήρωσε ο Αθανάσιος— της κρίσιμης θεολογικής διάκρισης μεταξύ «αγέννητου Θεού», όρου που εφαρμόζεται μόνο στον Πατέρα, και «άκτιστου Θεού», που χαρακτηρίζει εξίσου και τα τρία Πρόσωπα· οι δύο αυτοί όροι  συγχέονταν σοβαρά, εν μέρει λόγω της φωνητικής τους ομοιότητας στα ελληνικά —όπως homoousios και homoiousios διαφέρουν μόνο κατά ένα γράμμα— και εν μέρει λόγω της αρχαϊκής ελληνικής και πιο εξελιγμένης γνωστικής συνήθειας να παρουσιάζεται η δημιουργία ως πράξη γέννησης. Ο Ωριγένης δεν προέβη σε τέτοια σύγχυση.

Ωστόσο, είναι πιθανό να είχε κατά νου την πιο εκλεπτυσμένη πλατωνική έννοια μιας θεϊκής κοσμικής ψυχής όταν διατύπωνε τη δική του αντίληψη για τις σχέσεις μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου Προσώπου της Τριάδας και του Πατέρα, από τον οποίο μεταδίδεται η θεϊκή τους ύπαρξη. Οι αντίθετες διατυπώσεις του είναι τόσο ισορροπημένες, και οι διαφορετικές όψεις της σκέψης του αλληλοσυμπληρώνονται τόσο πλήρως, ώστε δεν είναι εύκολο να του αποδοθεί κάποια πραγματική υποτίμηση της πλήρους θεϊκής ουσίας που ανήκει στον Λόγο και στο Πνεύμα του Θεού. Ωστόσο, οι περιορισμοί που υπονόησε ως προς την αξιοπρέπεια και τις λειτουργίες τους είναι τεράστιοι. Τους κατέταξε σε μια ιεραρχία. Υπέθεσε ότι ίσως οι δραστηριότητες του Λόγου θα έπρεπε να θεωρούνται περιορισμένες στις λογικές ψυχές και του Πνεύματος μόνο στους αγίους. Και η προέλευσή τους από τον Πατέρα, σε αντίθεση με την άμεση και ανεξάρτητη πατρική ύπαρξη, τους υποβάλλει σε μια απεριόριστη υποταγή· εκείνος που δίνει τα πάντα είναι ασύγκριτα ανώτερος από εκείνον που εξαρτάται από άλλον για όλα όσα έχει ή είναι.

Αυτή η υπερβολική έμφαση στις συνέπειες του απλού γεγονότος της μετάδοσης —που αργότερα αναγνωρίστηκε ότι δεν έχει καμία άμεση σχέση με την ποιότητα αυτού που μεταδίδεται— δεν αποσκοπούσε σε τίποτε άλλο παρά στην απολύτως αναγκαία διατήρηση της απόλυτης και υπερβατικής μοναδικότητας της θεϊκής ύπαρξης. Εντυπώθηκε τόσο βαθιά στη θεολογική συνείδηση του χριστιανικού κόσμου η ανάγκη να αναζητείται η προέλευση της θεϊκής ύπαρξης στον Πατέρα, ώστε το μάθημα αυτό δεν χρειάστηκε ποτέ να επαναληφθεί, ακόμη και όταν απορρίφθηκαν τα ακραία συμπεράσματα υποτακτισμού του Αρείου. Ωστόσο, η διδασκαλία του Ωριγένη δεν κατόρθωσε να επιτύχει μια τελική ή ικανοποιητική τριαδολογική θεωρία, όπως ήταν αναπόφευκτο για κάθε σύστημα που τόνιζε την αντικειμενική ύπαρξη τριών Προσώπων και τοποθετούσε το σημείο της ενότητάς τους μόνο στο ένα άκρο μιας γραμμής μετάδοσης. Η ενότητα, για να είναι πραγματική, πρέπει να εκτείνεται σε όλο το μήκος της γραμμής· με άλλα λόγια, δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω του γεγονότος της μετάδοσης. Με βάση τις αρχές του Ωριγένη ήταν πολύ δύσκολο να αποφευχθεί η πτώση σε ένα από δύο καταστροφικά αδιέξοδα. Είτε η προσπάθεια να διατηρηθεί η ύστατη ενότητα, με την ενίσχυση της υπερβατικότητας της πηγής από την οποία προέρχεται η μετάδοση, οδηγούσε σε υποτίμηση του βαθμού της αυθεντικής θεότητας που μεταδίδεται, και έτσι στην άρνηση ότι τα άλλα Πρόσωπα είναι με οποιαδήποτε πλήρη έννοια Θεός — σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε ο Άρειος. Είτε, αν αυτή η τάση αντιστεκόταν και διατηρούνταν σταθερά η ισότητα των τριών Προσώπων, καμία απλή διαβεβαίωση ότι η ισότητά τους μεταδίδεται δεν μπορούσε από μόνη της να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να θεωρούν τα τρία Πρόσωπα ως τρεις ξεχωριστούς Θεούς — μια άποψη κατά της οποίας ο Διονύσιος Ρώμης αναγκάστηκε να διαμαρτυρηθεί λίγο μετά τον θάνατο του Ωριγένη (παρατίθεται από τον Αθανάσιο, De decretis 26).

Η αλήθεια είναι ότι ο Θεός είναι ένας, όχι επειδή ένα θεϊκό Πρόσωπο είναι σημαντικότερο από τα άλλα, είτε ως πηγή τους είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο· ούτε επειδή η θεότητα είναι κάτι που μπορεί να μεταβιβαστεί ακέραια από χέρι σε χέρι, σαν ένα πουγκί χρυσού, ή από ιδιοκτήτη σε ιδιοκτήτη, σαν ένα κομμάτι γης — η θεότητα είναι κάτι που ο Θεός είναι, και όχι κάτι που έχει· αλλά επειδή και τα τρία Πρόσωπα είναι διακριτές εκφράσεις μιας ενιαίας θεϊκής πραγματικότητας. Ακόμη και στην προσπάθεια να διασφαλιστεί η θεϊκή ενότητα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή είχε δοθεί στους λόγους για τους οποίους ο Θεός λέγεται ότι είναι τρία παρά στους λόγους για τους οποίους λέγεται ότι είναι ένας. Η ισορροπία χρειαζόταν αποκατάσταση.

Το έργο αυτό ανέλαβε ο Αθανάσιος. Κανείς δεν έκανε περισσότερα από αυτόν για να υπερασπιστεί τον ορισμό της «Μεγάλης Συνόδου», όπως την αποκαλούσε, της Νίκαιας, η οποία είχε διακηρύξει ότι, όποια κι αν είναι η θεϊκή ουσία από την οποία αποτελείται ο Πατέρας, από την ίδια ουσία αποτελείται και ο Θεός Υιός. Υπερασπίστηκε εκείνη τη κρίσιμη λέξη homoousion, που εξέφραζε την ισότητα του Υιού με τον Πατέρα ως προς τη θεότητά Του, με όλους τους πόρους της ύπαρξής του — με τη γλώσσα και την πένα, με τον νου και το σώμα, στην πατρίδα ή στην εξορία, μπροστά σε αυτοκράτορες, επισκόπους, μοναχούς ή απλούς ανθρώπους. Κατά τον ίδιο τρόπο, μόλις το ζήτημα άρχισε να τίθεται σοβαρά, ήταν ο Αθανάσιος εκείνος που επέμεινε ότι το Άγιο Πνεύμα, αν είναι πράγματι Θεός, πρέπει να είναι Θεός με ακριβώς την ίδια έννοια όπως ο Πατέρας και ο Υιός· η λατρεία ημιθέων είναι παγανιστική, όχι χριστιανική εκτροπή.

Ο Αθανάσιος συνέγραψε, επομένως, μια διεξοδική και ώριμη πραγματεία για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και για τους λόγους που επιβάλλουν την αποδοχή της — την πρώτη του είδους της, αν εξαιρέσουμε το σχετικό σχεδίασμα του Ωριγένη στο Περὶ Ἀρχῶν — και ήταν ο πρώτος που αφιέρωσε τόση προσοχή σε αυτό το άρθρο του Συμβόλου της πίστεως μετά τους φανατικούς μοντανιστές του 2ου αιώνα, που το είχαν καταστήσει κέντρο του ενθουσιασμού τους. Παρ’ όλα αυτά, το να διακηρύξει κανείς την ισότητα των τριών Προσώπων είναι πολύ διαφορετικό πράγμα —όπως είχε δείξει η ιστορία— από το να δείξει με ποια έννοια ο χριστιανισμός μπορεί να ερμηνεύσει τη διαβεβαίωση, στην οποία είναι απολύτως δεσμευμένος, ότι τα τρία είναι ένας Θεός. Το θεολογικό μεγαλείο του Αθανασίου αποκαλύπτεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο γεγονός ότι αντιλήφθηκε την ανάγκη να βρεθεί μια άμεση και συνολική εξήγηση του χριστιανικού μονοθεϊσμού, και ότι όχι μόνο κατανόησε αυτή την αναγκαιότητα, αλλά και ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αυτή.

Συνεχίζεται

Γιατί την οδό της Θεο-γνωσίας..

«Η ανθρωπίνη επιστήμη παρέχει το μέσο για την έκφραση της εμπειρίας, αλλά είναι αδύνατο να μεταδώσει την γνώση, η οποία αληθώς σώζει, χωρίς την συνεργία της Χάριτος.

Η γνώση του Θεού είναι γνώση οντολογική και όχι αφηρημένη - θεωρητική.

Χιλιάδες και χιλιάδες επαγγελματιών θεολόγων λαμβάνουν τα ανώτατα πτυχία, ενώ στην σφαίρα του Πνεύματος παραμένουν κατ’ ουσία σε βαθειά άγνοια. Και τούτο, διότι δεν ζουν συμφώνα προς τις εντολές του Χριστού· λόγω δε τούτου στερούνται του φωτός της θεογνωσίας.
Ο Θεός είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή αποκτάται δια της οδού της μετανοίας...»

Άγιος Γεροντας Σωφρόνιος

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μία πολὺ ἐκφραστικὴ εἰκόνα .

                                               Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ἦταν, λέει, ἡ ἀνθρωπότητα μεμνηστευμένη μὲ τὸν Χριστὸ στὸν Παράδεισο. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ δεχθεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ στοὺς γάμους μὲ τὸν Χριστό, ἐγκατέλειψε τὸν Χριστό. Ἐξεπόρνευσε, κυλίστηκε στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὁ Χριστός, σὰν μανικὸς ἐραστὴς τῆς ἀνθρωπότητας, ἔψαξε νὰ τὴ βρεῖ, τὴ ζήτησε, ἔφθασε στὸ καταγώγιο ποὺ βρισκόταν καὶ ὅταν παρουσιάστηκε μπροστά της δὲν παρουσιάστηκε σὰν Θεός, δυνατός, ἀλλὰ σὰν ἁπλὸς κοινὸς ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ μὴν τρομάξει ὅταν τὸν δεῖ ἤ γιὰ νὰ μὴν ντραπεῖ. Καὶ δὲν τῆς ζήτησε τὸ λόγο, τί ἔκανες, γιατί ἔφυγες ἤ πῶς κατάντησες ἔτσι, ἀλλὰ ἁπλὰ τὴν πῆρε, τὴν καθάρισε, τὴν ξαναομόρφηνε, τὴν ξαναστόλισε καὶ γιὰ νὰ μὴ τοῦ φύγει πάλι τὴν ἔκανε σάρκα Του, σῶμα Του. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τὸ σῶμα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἕνας ἄλλος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας χρησιμοποιεῖ μία ἐξ ἴσου ἐκφραστικὴ εἰκόνα. Ὁ Θεός, λέει, δημιούργησε ὅλο αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες σύμπαν, τ’ ἀστέρια καὶ τοὺς γαλαξίες, ὅλη αὐτὴ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ φόρεσε σὰν στολίδι, ὅπως οἱ θερμοὶ τῶν ἐραστῶν στολίζονται γιὰ νὰ συγκινήσουν τοὺς ἀγαπημένους τους. Ἀλλὰ ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν συγκινήθηκαν καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη καὶ ἔφυγαν μακριά του, ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος. Τοὺς πλησίασε πιὰ σὰν ἄνθρωπος. Καὶ τοὺς γιάτρεψε ὅταν ἦταν ἄρρωστοι, τοὺς τάϊσε ὅταν ἦταν πεινασμένοι, τοὺς εὐεργέτησε μὲ κάθε τρόπο μήπως καὶ τοὺς συγκινήσει. Ἀλλὰ καὶ ὅταν πάλι δὲν συγκινήθηκαν, ὁ Χριστὸς ἀνέβηκε πάνω στὸν Σταυρό, ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατάντια ποὺ ἤτανε μὲ τὰ αἵματα νὰ τρέχουνε ἀπὸ τὰ χέρια, ἀπὸ τὸ μέτωπο, μὲ σφαγμένη τὴν καρδιά, στέκεται ἐκεῖ μήπως καὶ τὸν λυπηθοῦν καὶ τὸν ἀγαπήσουν. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Καὶ αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν τρίτη διάσταση, στὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς ἦρθε στὴ γῆ καὶ ἔζησε ὅπως ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, δούλεψε, κουράστηκε, ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τοὺς δικούς του, βρέθηκε μέσα στὴ μοναξιά, στὴν ἔσχατη ἀπελπισία, στὴν προδοσία, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτα, καμμιὰ συνθήκη δική μας, κανένας πόνος ποὺ νὰ μὴν τὸν ἔχει περάσει. Καὶ «ἐπὶ γῆς κατῆλθε ἵνα σώσῃ Ἀδὰμ καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκώς», ὅπως ψέλνουμε σήμερα στὴν Ἐκκλησία, «μέχρις Ἅδου κατελήλυθε ζητῶν». Καὶ κατέβηκε στὸν Ἅδη. Καὶ παραμένει ὡς «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἰς τοὺς αἰῶνες
.

Μακαριστός Παναγιώτης Νέλλας

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ντρέ­πο­μαι να δι­δά­σκω Χρι­στια­νούς για την Ανά­στα­ση. Διό­τι όποιος έχει ανάγ­κη να μά­θει ότι υπάρ­χει Ανά­στα­ση και δεν έχει πεί­σει πέρα για πέρα τον εαυ­τόν του γι' αυτό και νο­μί­ζει πως έτσι όλα τυ­χαί­ως άγον­ται και φέ­ρον­ται, δεν μπο­ρεί να εί­ναι Χρι­στια­νός.


Άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης: Εκείνος που δέχτηκε δωρεάν από το Πνεύμα την ανακαίνιση και τη φύλαξε, θα λάβει τότε ισότιμα μέρος στη μορφοποίηση των σωζομένων σε σώμα Χριστού!


                                 Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Σχέδιο Φώτη Κόντογλου, 1951. 
                            Από «Άγιοι του Άθω»: https://saints-of-mount-athos.blogspot.com/

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

                                           Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης

                                            137 ωφέλιμα κεφάλαια

40. «Κρίση του κόσμου τούτου», κατά τον ευαγγελικό λόγο, είναι η απιστία των ασεβών, σύμφωνα με το: «Όποιος δεν πιστεύει, έχει ήδη κριθεί». Είναι ακόμη και οι οδυνηρές δοκιμασίες που στέλνονται από τη θεία πρόνοια για τον περιορισμό του κακού ή τη μετάνοια, όπως επίσης και οι ροπές των προθέσεων των ανθρώπων προς το να ενεργήσουν το καλό ή το κακό, σύμφωνα με το ψαλμικό: «Χάθηκαν οι αμαρτωλοί προτού γεννηθούν».

Τότε δηλαδή εκδηλώνεται η δίκαιη κρίση του Θεού ανάλογα με την απιστία, την παιδαγωγία και την πράξη κάθε ανθρώπου. Και άλλους τιμωρεί, άλλους ελεεί, και σε άλλους δίνει στεφάνια ή κόλαση. Γιατί οι πρώτοι είναι εντελώς ασεβείς. Oι δεύτεροι είναι πιστοί, αλλά αμελείς, και γι’ αυτό παιδαγωγούνται με φιλανθρωπία. Οι τελευταίοι έγιναν τέλειοι είτε στις αρετές είτε στις κακίες, και θα λάβουν τις ανάλογες αμοιβές.

41. Αν η ανθρώπινη φύση δε διατηρηθεί αμόλυντη, ή αν δεν καθαρθεί από το Πνεύμα και δε γίνει όπως ήταν εξαρχής, είναι αδύνατο να γίνει ένα σώμα και ένα πνεύμα με το Χριστό, και τώρα και κατά τη μέλλουσα συνάρθρωση των σωζομένων σ’ Αυτόν. Γιατί η δύναμη του Πνεύματος που προκαλεί αυτή τη συνοχή και την ένωση, δε συνηθίζει να συμπληρώνει το νέο χιτώνα της χάρης συρράπτοντας ένα κουρέλι παλιωμένο στα πάθη.

42. Εκείνος που δέχτηκε δωρεάν από το Πνεύμα την ανακαίνιση και τη φύλαξε, θα λάβει τότε ισότιμα μέρος στη μορφοποίηση των σωζομένων σε σώμα Χριστού, απολαμβάνοντας με τρόπο ανέκφραστο τη θέωση. Γιατί δεν μπορεί τότε να είναι κανείς ένα με το Χριστό ή μέλος του Χριστού, αν δε γίνει μέτοχος της χάρης από εδώ, έχοντας διαμορφώσει το εσωτερικό του με την αλήθεια και τη γνώση, κατά τον Απόστολο.

43. Μοιάζει η βασιλεία των ουρανών με θεόφτιαχτη σκηνή, όπως εκείνη του μωσαϊκού νόμου, και θα έχει δύο χωρίσματα κατά τον μέλλοντα αιώνα. Στην πρώτη σκηνή θα μπουν όσοι είναι ιερείς της χάρης. Στη δεύτερη, που είναι νοητή, θα μπουν μόνον όσοι έφτασαν από εδώ στο γνόφο της θεολογίας και λειτούργησαν τριαδικά -με το νου, το λόγο και το πνεύμα τους- ως ιεράρχες τέλειοι, έχοντας τον Ιησού τελετάρχη και πρώτο Ιεράρχη ενώπιον της Τριάδος, στη σκηνή που έστησε ο ίδιος ο Χριστός, όπου έμπαιναν και δέχονταν πλουσιότερα τις ελλάμψεις Του.


Ο Άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης τιμάται στις 6 Απριλίου.

Από την «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», τόμος δ’, μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης, των εκδόσεων το «Περιβόλι της Παναγίας».

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 21

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 21

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN


Η Παρθένα και ο Διορθωτής των Κοριτσιών


Ξαφνικά όλη η σκηνή άλλαξε μέσα σε εκείνο το δωμάτιο του Εξορκισμού, σαν μια απόκοσμη και επιδέξια θεατρική εμπειρία όπου, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, οι πρωταγωνιστές αλλάζουν κοστούμια και ρόλους και τα σκηνικά γυρίζουν πάνω σε αόρατους τροχούς, μπρος-πίσω, ανάποδα, μέσα-έξω, παράγοντας ένα καλειδοσκόπιο αλλαγών που κάνει τους πάντες να ανοιγοκλείνουν τα μάτια με δυσπιστία.

Τη μια στιγμή, ο Father Gerald, ο εξορκιστής, ήταν σκυμμένος πάνω από τον κατεχόμενο, Richard/Rita, που είχε βυθίσει τα δόντια του στο ίδιο του το πέλμα. Την επόμενη στιγμή, η θολούρα στα μάτια του Richard/Rita έσπασε, λιώνοντας σε μια αποκρουστική λάμψη χλευασμού. Πρασινωπή. Τα δόντια χαλάρωσαν το δάγκωμα στο πέλμα. Το στόμα άνοιξε, αποκαλύπτοντας ούλα και λαιμό· η γλώσσα πετάχτηκε έξω, τρέμοντας μέσα σε μια ροή από γκριζωπές φυσαλίδες αφρού. Όλο το πρόσωπο χαράχτηκε από ακανόνιστες γραμμές, καθώς ο Richard/Rita ξέσπασε σε εκρήξεις γέλιου. Δυνατές, κλυδωνιζόμενες ριπές κοροϊδευτικού, χλευαστικού, σαδιστικά ικανοποιημένου γέλιου. Γέλιο που ξεχυνόταν από μια κοιλιά γεμάτη διασκεδαστική περιφρόνηση και περιφρονητικό μίσος.

Μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου ο Gerald κατάλαβε. Ο Girl-Fixer, αόρατος στα μάτια του, είχε πέσει πάνω του, με δύο νύχια να γραπώνουν τη μέση του. Οι βοηθοί του άκουσαν το τραχύ γέλιο. Έπιασαν τα αυτιά τους. Όμως την αγωνία του Gerald δεν μπορούσαν να τη γνωρίζουν. Το μόνο που έβλεπαν ήταν οι ξαφνικοί, βίαιοι σπασμοί του Gerald μπρος και πίσω, «σαν να ήταν η μέση του σφιγμένη σε μέγγενη»· ύστερα το σκίσιμο της ράσας και των ρούχων του, που τον άφησε γυμνό από το στήθος έως τους αστραγάλους. Μετά από αυτό, κάθε λεπτομέρεια τους διέφευγε μέσα στα βίαια τραντάγματα και τις συστροφές του σώματός του.

Ο Gerald ένιωθε πως το ένα νύχι είχε τώρα βυθιστεί ολοκληρωτικά στο ορθό του. Ένα άλλο νύχι κρατούσε τα γεννητικά του όργανα, τραβώντας το όσχεό του μακριά από το πέος, τινάζοντάς τον βάναυσα. Και τα δύο νύχια ήταν άκαμπτα, κόβοντας σαν την οδοντωτή άκρη ενός κονσερβοκουτιού, μπαίνοντας όλο και βαθύτερα, διαπερνώντας τον. Παραπάτησε μακριά από τον καναπέ όπου ο Richard/Rita κειτόταν γελώντας, γελώντας, γελώντας, κλοτσώντας τον αέρα και χτυπώντας τον καναπέ με σφιγμένες γροθιές σε εκκωφαντικά ξεσπάσματα ευθυμίας.

Ο Gerald παραπατούσε ζιγκ-ζαγκ μέσα στο δωμάτιο, διπλωμένος σαν σουγιάς, με ακούσιες κραυγές να ξεπηδούν από τον λαιμό του. Το ένα νύχι κινούνταν μπρος-πίσω μέσα του. Θραύσματα αγωνίας τρυπούσαν και διαπερνούσαν τους γλουτούς, την κοιλιά και τη βουβωνική του χώρα, καθώς σάρκα, φλέβες, βλεννογόνοι και δέρμα σχίζονταν και ξεσκίζονταν ακανόνιστα.

Μια βρομερή οσμή ανέβαινε στα ρουθούνια του και από πίσω από το κεφάλι του. Η φωνή του Girl-Fixer χτυπούσε αλύπητα τα τύμπανά του: «Είσαι η γουρούνα μου. Είμαι πάνω σου. Ο κάπρος σου. Η μουσούδα μου σου δίνει το καλύτερο στοματικό στο Βασίλειο. Ρίξε, γουρούνα! Άνοιξε τα πόδια σου, γουρούνα! Ο κάπρος σου καβαλά τη σάρκα σου, ανοίγοντας τις μικρές ανέγγιχτες τρίχες σου. Το μόριό μου σου παίρνει την παρθενιά. Δεν είσαι κορίτσι. Αλλά εγώ είμαι ακόμα ο διορθωτής κάθε κουτιού!»

Ο Gerald παραπατούσε μέσα σε σπασμούς, σκοντάφτοντας στα πόδια του, διπλωμένος, χτυπώντας μάταια τον αέρα, αφήνοντας ένα λεπτό ίχνος από σπέρμα, αίμα, περιττώματα και κραυγές, μέχρι που χτύπησε βαριά στον τοίχο και κατέρρευσε στο πάτωμα σε έναν παραμορφωμένο σωρό. Αίμα πετάχτηκε από μια λεπτή, κάθετη σχισμή που άνοιξε από το μέσο του μετώπου του προς τα μαλλιά του. Ο Richard/Rita πάγωσε ξανά σε εκείνο το φλογερό βλέμμα. Η επίθεση είχε διαρκέσει περίπου τρία δευτερόλεπτα. Τελείωσε πριν προλάβουν οι άλλοι να συνέλθουν.

Ξαφνικά, οι κραυγές του Gerald και το γέλιο του Richard/Rita σταμάτησαν· επικράτησε για μια στιγμή σιωπή στο δωμάτιο, σαν στο πιο μακρινό όριο των ψιθύρων. Η ωμή σιωπή μετά τον τραχύ, εκκωφαντικό θόρυβο.


Ύστερα, μια αναταραχή από φωνές και κινήσεις. Ο γιατρός και ο αστυνομικός διοικητής σήκωσαν τον Gerald στο φορείο που, ειρωνικά, είχε φερθεί για τον Richard/Rita. Οι τέσσερις άνδρες έδεσαν γρήγορα τον Richard/Rita σφιχτά στο σιδερένιο πλαίσιο του καναπέ. Κανείς δεν κοίταζε εκείνα τα μάτια. Όλοι ένιωθαν το φλογερό βλέμμα πάνω τους, επίμονο, θριαμβευτικό, αυτάρεσκο.

«Σαν να δένεις ένα καυτό, αχνιστό κουφάρι», θυμήθηκε αργότερα ένας από αυτούς.

Τα δύο αδέλφια του Richard/Rita, Bert και Jasper, με μάτια κατακόκκινα από τα δάκρυα και πρόσωπα κιτρινισμένα από τον πανικό, μετέφεραν το φορείο έξω. Καθώς οι βοηθοί έφευγαν από το σπίτι, ένιωθαν την έντονη αντίθεση ανάμεσα στη σκηνή που μόλις είχαν δει και στον έξω κόσμο. Στον κήπο δίπλα στη λιμνούλα, οι τσίχλες κελαηδούσαν στο πρώτο κύμα της αυγής — χορωδία που ο Richard/Rita αγαπούσε τόσο και που τον είχε κάνει να εγκατασταθεί εδώ εξαρχής. Ο ήλιος έλαμπε.
Μέσα, ο ιερέας βοηθός του Gerald, ο Father John, ακόμη φορώντας τα άψογα ράσα του, κάθισε σε μια πολυθρόνα για να παρακολουθεί και να προσεύχεται. Δεν μιλούσε. Για να είναι σίγουρος, κρατούσε στο ένα χέρι τον σταυρό και στο άλλο το φιαλίδιο με το αγιασμένο νερό.
Έναν χρόνο νωρίτερα, στη τακτοποιημένη ζωή του σεμιναρίου, δεν γνώριζε τίποτε από όλα αυτά. Δεν είχε καν υποψιαστεί την ύπαρξή τους. Το κακό ήταν ένας ορισμός σε μια λευκή σελίδα ενός εγχειριδίου θεολογίας. Και ο Διάβολος, καλά, δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε περισσότερο από ένα μυστηριώδες όνομα για έναν «κύριο» που φανταζόταν κανείς με όρους κεράτων, πράσινου προσώπου, οπλών και διχαλωτής ουράς. Τώρα ο John είχε εκείνη τη χλωμή, αποστραγγισμένη όψη που μόνο η νεότητα φέρει, όταν η ένταση και η κόπωση καλύπτουν τη φρεσκάδα της, και δεν έχει ούτε γραμμές ηλικίας για να δείξει ούτε μακιγιάζ για να χάσει, μόνο ξεθωριασμένες ψευδαισθήσεις για να την προστατεύουν. Ήταν 6:20 π.μ.

Θα μεσολαβούσε τώρα μια καθυστέρηση τεσσάρων και μισών εβδομάδων προτού ο Gerald μπορέσει να συνεχίσει και να ολοκληρώσει επιτυχώς τον εξορκισμό του Richard/Rita. Το βίαιο αποτέλεσμα του πρώτου μέρους του εξορκισμού θα προκαλούσε πολλές δυσκολίες για τον Gerald. Ο ίδιος του ο επίσκοπος είχε αμφιβολίες για την ικανότητά του. Οι ψυχίατροι που εμπλέκονταν στην υπόθεση του Richard/Rita αποφάσισαν ότι ο Gerald, ως αδαής στην ψυχολογία, παρενέβαινε επικίνδυνα στην ψυχική υγεία του Richard/Rita. Η υγεία του ίδιου του Gerald αποτελούσε συνεχή πρόβλημα. Και, όπως είχε δείξει η εμπειρία, ακόμη και μια μερική αποτυχία ολοκλήρωσης ενός εξορκισμού σήμαινε ότι η τελική ολοκλήρωσή του θα ήταν διπλά δύσκολη.
Κι όμως —αν ήταν καθόλου δυνατό— ο Gerald έπρεπε να ολοκληρώσει τον εξορκισμό του Richard/Rita. Για δύο βασικούς λόγους. Αν δεν το έκανε ο ίδιος, δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι ο ίδιος δεν θα υπέφερε τουλάχιστον από παρενόχληση —αν όχι από κάτι χειρότερο— από το πνεύμα που κατείχε τον Richard/Rita. Όπως αποδείχθηκε, ο Gerald δεν επέζησε για πολύ μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του εξορκισμού. Πέρα από αυτό, υπήρχε πλέον σαφής πιθανότητα ότι μια απόπειρα εξορκισμού από άλλον άνθρωπο θα αποτύγχανε.

Η οικονόμος του Gerald, η Hannah, με οδήγησε μέσα από το σπίτι στον κήπο και φώναξε προς τη λεπτή φιγούρα με πουκάμισο και τζιν που φρόντιζε τα παρτέρια στο βάθος. Καθώς διέσχιζα το γκαζόν, μου έκανε νόημα: «Hi! Έλα από εδώ να τα πούμε. Θέλω να τελειώσω αυτή τη δουλειά πριν τη δύση.» Ήταν περίπου 5:30 μ.μ. Ο ήλιος άρχιζε να μαλακώνει, αλλά το φως του εξακολουθούσε να επιχρυσώνει τα πάντα γύρω μου με ένα ζεστό κίτρινο.
«Εδώ έξω, ανάμεσα στις τουλίπες μου», μου είπε ο Father Gerald, κουνώντας το μικρό σκαλιστήρι στο αριστερό του χέρι, «έχω μεγάλη ομορφιά. Και ειρήνη, βέβαια.» Παραμένοντας σκυμμένος πάνω από τα λουλούδια του, καθώς χτυπούσε απαλά το χώμα: «Έχεις ασχοληθεί πολύ με την κηπουρική, Malachi, στη ζωή σου;» Είπα πως λίγο. Τον ρώτησα αν μπορούσα να κρατήσω σημειώσεις από τη συζήτησή μας. Γέλασε ελαφρά, συμφωνώντας. Από την αρχή, ο Father Gerald δημιούργησε μια ατμόσφαιρα άνεσης: με περίμενε· έπρεπε να θεωρήσω την υποδοχή δεδομένη.
Το τελευταίο πράγμα που περίμενα να βρω τον Gerald να κάνει ήταν να φροντίζει τουλίπες. Ίσως να κάθεται αδύναμος σε μια βαθιά πολυθρόνα διαβάζοντας. Ή να περπατά με δυσκολία στηριζόμενος σε μπαστούνι για να με υποδεχτεί με ένα αχνό χαμόγελο. Αλλά να απολαμβάνει τη ζωή και την ηρεμία με εμφανή σωματική ευεξία και φανερή εσωτερική χαρά — αυτό ήταν σχεδόν σοκ για μένα.
Υπήρχαν τρία παρτέρια με τουλίπες. Δούλευε στο μεσαίο. Πέρα από αυτά, μια σειρά από κίτρινες αζαλέες. Έπειτα το έδαφος κατηφόριζε προς κυματιστά λιβάδια και μακρινά βουνά. Κάπου στον ουρανό ένα μικρό αεροπλάνο βούιζε.
Η ανεπιτήδευτη στάση του ήταν μεταδοτική. Ρώτησα: «Τι ακριβώς σου αρέσει στις τουλίπες σου, Gerald;» Στεκόμουν δίπλα του.
Χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, συνέχισε να δουλεύει, απαντώντας αργά και μελετημένα. «Δεν έχουν απαιτήσεις. Βλέπεις. Δεν σε πιέζουν. Απλώς είναι εκεί. Όμορφα. Απλώς είναι.» Η ελαφριά έμφαση σε εκείνη την τελευταία λέξη είχε μια ανεπαίσθητη γαλλική χροιά. «Όπως φαίνεται ήδη ξέρεις» —αυτό με ένα νεανικό χαμόγελο, πειράζοντας περισσότερο τον εαυτό του παρά εμένα— «είχα κάποιες συναναστροφές με την ομορφιά. Και με το κτήνος. Μετά από αυτό, αναγνωρίζεις την ομορφιά όταν τη συναντάς.» Σταμάτησε για λίγο, ρίχνοντας μια ματιά προς τις δίδυμες κορυφές των βουνών στα αριστερά. Αλλά ο ήλιος ήταν στα μάτια μου και τα χαρακτηριστικά του μου φαίνονταν θολά. Και ύστερα, ολοκληρώνοντας τη σκέψη του: «Και το κτήνος.»

Μετά από ένα-δυο λεπτά, ο Gerald σηκώθηκε με ήρεμη αργοπορία, γυρίζοντας προς εμένα για πρώτη φορά, με τα χέρια στο πλάι και την πλάτη στον ήλιο. Τώρα, τέσσερις μήνες μετά την ολοκλήρωση του εξορκισμού του Richard/Rita, αποσυρμένος στην άκρη μιας πόλης της Μεσοδυτικής Αμερικής, ο Gerald, σύμφωνα με ιατρικές αναφορές, είχε ακόμη περίπου πέντε ή έξι μήνες ζωής. Σε ηλικία σαράντα οκτώ ετών είχε ανίατη καρδιοπάθεια και είχε ήδη επιζήσει από δύο εγκεφαλικά επεισόδια.

Ο άνδρας που στεκόταν μπροστά μου ήταν ελαφρώς ψηλότερος από εμένα. Με λεπτούς ώμους, ξανθός, με γκρίζα μάτια, στεκόταν κάπως λοξά, σαν το κέντρο του κορμού του να είχε στρεβλωθεί — ένα απομεινάρι όχι των εγκεφαλικών, αλλά του Girl-Fixer· μια όχι και τόσο ήπια υπενθύμιση του εξορκισμού του Richard/Rita. Μια ουλή ανέβαινε κάθετα από το μέτωπό του προς τη γραμμή των μαλλιών. Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα ήταν το πρόσωπό του που έλαμπε σαν φάρος — ένα φως απλωμένο παντού πάνω του, χωρίς ορατή πηγή. Υπήρχε επίσης ένα σκούρο, επίμηκες σημάδι στο μέτωπό του, ανάμεσα στα μάτια. Σαν σπίλος. Κοινοί φίλοι, που με είχαν στείλει σε αυτόν, μου είχαν μιλήσει γι’ αυτό. «Το σημάδι του Ιησού του Gerald», το αποκαλούσαν αστειευόμενοι αλλά με στοργή. Η νέα ουλή περνούσε μέσα από αυτό το «σημάδι».

Ο Gerald, μου είχαν πει, δεν σε κοιτά μέσα σου, μόνο σε κοιτά. Μόνο τότε κατάλαβα τι εννοούσαν. Σαν όταν κοιτάς μια πόλη στον χάρτη για να δεις πού βρίσκεται. Αυτό που είχε σημασία για τον Gerald ήταν το πλαίσιό σου, το πού βρισκόσουν. Μόνο που τότε δεν ήξερα τι ακριβώς έβλεπε ως πλαίσιο.

«Γνωρίζω πολύ λίγα για εσένα, εκτός από το ότι υποτίθεται πως πρέπει να σε εμπιστευτώ. Το όνομά σου—Malachi Martin. Πού ζεις—New York. Ήσουν κάποτε Ιησουίτης. Μερικά βιβλία στο ενεργητικό σου. Ήθελες να με δεις για τον Richard/Rita.» Ο τόνος του ήταν σταθερός και χαμηλός. Μετά από λίγες στιγμές, εξακολουθώντας να κοιτάζει τα μάτια μου: «Τίποτε πολύ περισσότερο, πέρα από το ότι φαίνεται να έχεις μέσα σου γαλήνη, αλλά» —με μια γρήγορη ματιά σε όλο μου το πρόσωπο— «μου δίνεις την εντύπωση ότι δεν έχεις πληρώσει όλα σου τα χρέη.» Πρέπει να παρατήρησε κάποια ακούσια αντίδραση μέσα μου, κάποια άφωνη διαμαρτυρία. «Όχι. Όχι αυτό. Αυτά τα χρέη σπάνια τα πληρώνουμε. Εννοώ: φαίνεται να έχεις γευτεί τη γλυκύτητα της ομορφιάς, αλλά όχι το δέος της.»
Σταμάτησε και κοίταξε κάτω τις τουλίπες. «Ασχολούμαι τακτικά με την κηπουρική. Χαλαρώνει. Οι τουλίπες—λοιπόν, αγαπώ τα χρώματά τους, υποθέτω.» Μια ακόμη παύση. Το νεανικό χαμόγελο ξανά. «Ας πάρουμε μερικές τουλίπες μέσα στη Hannah για το τραπέζι του δείπνου.»
Ξαναέσκυψε. Δεν υπήρχε ένταση ανάμεσά μας, μόνο για λίγο από τη δική μου πλευρά, όταν με εξέτασε για πρώτη φορά. Και τώρα η ένταση είχε φύγει. Είχε λύσει μέσα του κάποιο αίνιγμα που αφορούσε εμένα.

«Θέλω όντως να μιλήσω για τον Richard/Rita,» είπα καθώς ξανάρχιζε να δουλεύει. «Αλλά το κύριο ενδιαφέρον μου αφορά εσένα.» Συνέχισε να εργάζεται σιωπηλά για λίγες στιγμές. Ένα αεράκι νωρίς το βράδυ λύγιζε τις τουλίπες. Το φως του ήλιου είχε ξεθωριάσει σε ένα πολύ απαλό γαλαζογκρί.
«Καταλαβαίνεις,» είπε με φυσικότητα, σαν να ήθελε να διαλύσει κάθε ένταση που ίσως απέμενε μέσα μου, «ότι αυτή τη φορά δεν θα τη γλιτώσεις. Όχι ατιμώρητος, τουλάχιστον. Δηλαδή, αν ποτέ πλήρωσες τα χρέη σου, τώρα θα τα πληρώσεις—αν προχωρήσεις με το σχέδιό σου.»
«Το έχω σκεφτεί όλο αυτό.»
«Δεν είναι απλώς παιχνίδι, Malachi. Πατάς στο δικό τους έδαφος. Επικίνδυνα. Από τη δική τους σκοπιά. Αν μπορώ να πιστέψω τους φίλους μου.» Άρχισα να παρατηρώ τον κοφτό τρόπο που μιλούσε. «Αλλά υποθέτω. Τα έχεις υπολογίσει όλα αυτά. Ε; Παραμένεις αποφασισμένος να πάρεις το ρίσκο. Υπάρχει ρίσκο. Πάντως. Έχεις τη δική σου προστασία. Αυτό μπορώ να το δω.»
«Πέρασα δύο μέρες με τον Richard/Rita, Gerald.»
«Όλα πηγαίνουν καλά;» Και οι δυο αποφεύγαμε τις αιχμηρές αντωνυμίες, αυτός, αυτή, του, της και τα παρόμοια.


«Όσο μπορώ να κρίνω. Φυσικά…» Μετά τον εξορκισμό του, ο Richard/Rita ζούσε σε μια ενδιάμεση περιοχή του νου του. Υπήρχε μια ανησυχητική αοριστία γύρω του.
«Φυσικά. Καταλαβαίνω. Αλλά ο Richard/Rita είναι τουλάχιστον καθαρός.»
«Τι θα έλεγες ότι ήταν το κύριο όφελος για εσένα από όλη αυτή την υπόθεση;»
«Πριν συμβούν όλα αυτά, δεν ήξερα τι είναι η αγάπη. Ούτε τι σημαίνει ανδρικό και γυναικείο. Πραγματικά δεν ήξερα. Επιπλέον, ξεφορτώθηκα κάποια βαθιά υπερηφάνεια για τον εαυτό μου.»
Είχε αρχίσει να κρυώνει. Χάρηκα που περπάτησα με τον Gerald προς το σπίτι για το δείπνο. Μιλούσαμε ασταμάτητα. Και καθώς μιλούσαμε, μου έγινε ξανά σαφές ότι, ενώ οι αληθινές περιπτώσεις εξορκισμού έχουν βαρύ τίμημα, δεν είναι απλές ιστορίες τρόμου για να φοβίζουν αναγνώστες και θεατές. Εκείνο το βράδυ εμβαθύναμε όχι στον τρόμο, αλλά στο πλαίσιο της αγάπης που καθιστά δυνατή την εκδίωξη του τρόμου. Και η περίπτωση του Richard/Rita ήταν σημαντική πέρα από πολλές άλλες, ακριβώς επειδή επικεντρωνόταν στην ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε την αγάπη, και στον σοβαρό κίνδυνο να τη συγχέουμε με ό,τι μπορούμε να δούμε μόνο ως φυσικά ή ακόμη και χημικά της στοιχεία.

Έγινε σαφές ότι για τον Father Gerald η σημασία επικεντρωνόταν στο ίδιο σημείο. Ο Richard/Rita είχε φτάσει αυτή τη σύγχυση σε φρικτά άκρα. Αλλά για όσους μπορούσαν να γνωρίσουν και να κατανοήσουν την περίπτωσή του, υπήρχε ένα μάθημα προς μάθηση. Προσπαθούσα να καταλάβω, μέσα από τον Gerald και από όλη του την εμπειρία, τόσο παράξενη και βίαιη, ποιο ήταν αυτό το ήπιο μάθημα.
«Gerald, θέλω ίσως αργότερα να επιστρέψω σε αυτό που εννοούσες με το “καθαρός”—χρησιμοποίησες τον όρο όταν μιλούσες για τον Richard/Rita πριν το δείπνο. Αλλά τώρα, κάτι άλλο έχω στο μυαλό μου.» Καθόμασταν στο γραφείο του μετά το φαγητό. «Έχοντας διαβάσει το πρακτικό του εξορκισμού και έχοντας μιλήσει εκτενώς με τον Richard/Rita, οι ερωτήσεις μου προς εσένα επικεντρώνονται γύρω από τη σεξουαλικότητα και την αγάπη. Για παράδειγμα, γιατί σε αποκαλούσαν “Παρθένο” στο σεμινάριο;» Αυτό το είχα μάθει από φίλους του Gerald.
«Ήμουν ο μόνος που δεν γνώριζε το παρατσούκλι για το μισό διάστημα της φοίτησής μου. Όσο για τον λόγο τους, φαίνεται ότι έδινα την εντύπωση πως δεν ήξερα τίποτε για το σεξ.»
«Ήξερες;»
«Όχι πραγματικά. Είχα δει διαγράμματα και εικόνες, τέτοια πράγματα. Μπορούσα να ξεχωρίσω ένα παθιασμένο φιλί από ένα φιλικό ή στοργικό στις ταινίες. Αλλά το σεξ αυτό καθαυτό παρέμενε για μένα κάτι κρυφό.»
«Αλλά δεν είχες τα φυσιολογικά αισθήματα γύρω στα δώδεκα ή δεκατρία ή δεκατέσσερα;»


«Δεν ξέρω τι εννοείς με το “φυσιολογικά”. Δεν είχα ποτέ νυχτερινή εκσπερμάτιση. Ούτε έχω μέχρι σήμερα. Όταν άρχισα να φυτρώνω τρίχες σε διάφορα σημεία, ήταν σαν να μην υπήρχαν τη μια μέρα και την επόμενη να υπήρχαν.»
«Αυνανίστηκες ποτέ;»
«Ποτέ. Όχι ότι το ήθελα. Δεν το έκανα. Οι στύσεις γύρω στην εφηβεία και αργότερα απλώς τις δεχόμουν ως κάτι που μου συνέβαινε. Ακούγεται αστείο» —χαμογέλασε νεανικά— «αλλά όχι ως κάτι για το οποίο έπρεπε να κάνω κάτι. Αμήχανο. Αλλά τότε ο πατέρας μου με πήγε για περίπατο και μου έκανε την τυπική του ομιλία για το σεξ που έκανε σε όλους τους τέσσερις αδελφούς μου. Πάντα άρχιζε με τη φράση: “Κοίτα, Gerry, έχεις ένα πέος. Και χρησιμοποιείται για δύο πράγματα, κανένα από τα οποία δεν κάνει ιδιαίτερα καλά: την ούρηση και τη συνουσία.” Όλοι μας ξέραμε την ομιλία απ’ έξω. Μετά εξηγούσε με κλινικό τρόπο τι είναι η συνουσία.»
Κατεύθυνα τη συζήτηση στην περίοδο λίγο πριν μπει ο Gerald στο σεμινάριο: είχε βγει με κορίτσια ή είχε ραντεβού ή είχε κάνει κάτι πιο σύνθετο από αυτό; Φαίνεται πως συνήθιζε να παίρνει τις αδελφές των συμμαθητών του στον κινηματογράφο πού και πού, συνήθως σε παρέα. Πήγε σε μερικούς χορούς, αλλά ποτέ δεν τους ευχαριστήθηκε πραγματικά. Τους απέφευγε όσο μπορούσε. Ένιωθε αμήχανα με τα κορίτσια και με τις γυναίκες γενικά.
Σηκώθηκε όρθιος. «Ας κάνουμε μια βόλτα στον κήπο. Θα βοηθήσει να κινηθούν τα πράγματα.» Βγήκαμε έξω. Είχε ήδη νυχτώσει. Μερικά σύννεφα περνούσαν νωχελικά μπροστά από τα αστέρια. Δεν υπήρχε φεγγάρι. Ο κήπος φωτιζόταν εν μέρει από τα φώτα του σπιτιού. Καθώς κατεβαίναμε προς τα παρτέρια με τις τουλίπες, μπαίναμε σε μεγαλύτερο σκοτάδι. Μερικά φώτα διακρίνονταν να τρεμοσβήνουν στην πλαγιά των μακρινών βουνών. Υπήρχε ελάχιστος ήχος.
«Φίλησες ποτέ κορίτσι;»
«Όχι. Όχι παθιασμένα. Ποτέ.» Κοίταζε αλλού ενώ μιλούσε. Τώρα γύρισε και με κοίταξε με απορία. «Γιατί όλες αυτές οι ερωτήσεις για τη σεξουαλική μου ζωή;»
«Είναι ο τρόπος μου—ίσως έμμεσος, αλλά τέλος πάντων—είναι ο τρόπος μου να καταλάβω τι κατανοείς τώρα για την αγάπη και το ανδρικό και το γυναικείο, και τι έμαθες από τον εξορκισμό σε αυτό το θέμα.»
Σταθήκαμε για λίγο απολαμβάνοντας τη γαλήνη της νύχτας και τα μακρινά φώτα. Έπειτα άρχισα ξανά.
«Ας το θέσω έτσι, Gerald. Υποθέτω ότι μπήκες στην ενήλικη ζωή—ακόμη και στη ζωή σου ως ιερέας—με πολύ ασαφείς ιδέες για το τι είναι το σεξ, και…»
«Να το πάλι,» με διέκοψε καλοκάγαθα. Προχωρήσαμε λίγα βήματα σιωπηλοί. «Υποθέτω πως βασικά έτσι ήμουν κάποτε—χωρίς εμπειρία. Εννοώ: φυσικά, γύρω στα δεκαοκτώ ή δεκαεννιά συνειδητοποίησα ότι υπήρχε κάτι πολύ ισχυρό που λεγόταν σεξ. Αλλά» —σταμάτησε και κοίταξε πάνω από τα παρτέρια με τις τουλίπες— «ήταν πάντα κάτι που ήξερα. Στο μυαλό μου. Με έννοιες. Μέσα μου ένιωθα αυτή τη δυνατή ορμή. Ποτέ δεν της έδωσα περιθώριο. Μια φορά ένα κορίτσι προσπάθησε να με φιλήσει στα χείλη. Φοβήθηκα από το—ε, το—» Έψαχνε τη σωστή λέξη αλλά δεν την έβρισκε. «Κοίτα. Κάτι μου έλεγε ότι αν το άφηνα να μπει μέσα μου, θα με κυριαρχούσε.» Και έπειτα θριαμβευτικά, υψώνοντας τη φωνή του: «Η ωμότητα! Αυτό είναι. Το φιλί ένιωσα να είναι ωμό.»
«Και βρώμικο για σένα;»
«Όχι. Όμορφα ωμό. Αλλά υπερβολικά όμορφο. Κάπως ταραχώδες στην ομορφιά του. Μόνο που δεν μπορούσα να διαχειριστώ αυτή την ταραχή, το ήξερα.»
Γυρίσαμε για να περπατήσουμε πίσω προς το σπίτι. «Λοιπόν, τέλος πάντων, Gerald, τι διαφορά έκανε ο εξορκισμός σε όλα αυτά;»


«Υποθέτω ότι ο καλύτερος τρόπος να το πω είναι ο απλός. Ο R/R για χρόνια πίστευε ότι το φύλο και το σεξ ήταν το ίδιο πράγμα, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς. Κι εγώ το ίδιο, τώρα που το σκέφτομαι. Δεν ξέρω για σένα.» Πλησιάζαμε στο σπίτι και το φως έπεφτε στο πρόσωπό του. «Ίσως θυμάσαι από το πρακτικό. Εκεί βρισκόταν ο πυρήνας της αντίστασης του Girl-Fixer.» [«Girl-Fixer» ήταν το όνομα που είχε δοθεί στο κακό πνεύμα που εκδιώχθηκε από τον Richard/Rita.] «Και χρειάστηκε όλη εκείνη η συζήτηση και ο πόνος για να το δω.»
Στάθηκε αντικρίζοντας τα παράθυρα, με το πρόσωπο και τα μάτια του φωτεινά και καθαρά. «Με λίγα λόγια, Malachi. Όπως το καταλαβαίνω τώρα μετά τον εξορκισμό, όταν δύο άνθρωποι—ένας άνδρας και μια γυναίκα—αγαπιούνται, όταν κάνουν έρωτα, καταλαβαίνω τώρα ότι αναπαράγουν την αγάπη του Θεού και τη ζωή του Θεού. Ακούγεται κοινότοπο. Και μοιάζει τετριμμένο. Ακόμη και υπεκφυγή ή ασαφές και ανάλαφρο. Αλλά αυτό είναι. Είτε αυτό, είτε έχεις δύο λίγο-πολύ ανεπτυγμένα ζώα που συνευρίσκονται—ζευγαρώνουν, όπως θέλεις πες το—και το τέλος είναι απλώς λίγος γλυκός ιδρώτας, μερικές ίσως ψευδαισθήσεις, και ύστερα ένα “επιστροφή στην κανονική ζωή”. Όλα ή τίποτα. Τώρα ή ποτέ. Τα δίνεις όλα. Ό,τι θέλεις. Θα μπορούσες ακόμη και να μάθεις από τα καγκουρό, αν ήταν έτσι τα πράγματα.» Γύρισε το κεφάλι του με κωμικό τρόπο και είπε: «Έχεις δει ποτέ δύο καγκουρό να φλερτάρουν και να ζευγαρώνουν; Εγώ είδα. Σε ένα ντοκιμαντέρ. Εκπληκτικό. Εκπληκτικό.» Κούνησε το κεφάλι του.


Συνεχίζεται