Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: O αδιανόητος Χριστός των Αποστόλων


π. Ν. Λουδοβίκος: O αδιανόητος Χριστός των Αποστόλων

Λοιπόν, να αρχίσουμε. Όλα τα μονοπάτια οδηγούν στο θέμα των Αγίων Αποστόλων αυτές τις μέρες.
Παιδιά, πατέρες, αδελφοί και αδελφές, ελάτε λίγο να αρχίσουμε.

Λοιπόν, γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, ό,τι πούμε θα βασιστεί πάνω στο Ευαγγέλιο, το αυριανό Ευαγγέλιο της Λειτουργίας των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, το οποίο έχω εδώ μπροστά μου. Και θα ξεκινήσουμε να δούμε γιατί η Εκκλησία έβαλε αυτό το Ευαγγέλιο, ακριβώς αυτό, για την ημέρα αυτή τη μεγάλη, όπου γιορτάζει τους δύο πρωτοκορυφαίους, όπως λέμε, Αποστόλους· δηλαδή αυτούς οι οποίοι με έναν κορυφαίο τρόπο αντελήφθησαν το περιεχόμενο του Χριστιανισμού.

Γι’ αυτό μας είναι πολύτιμο. Τίποτα δεν υπάρχει σήμερα πιο άγνωστο —παράξενο θα φανεί αυτό που θα πω— από τον Χριστιανισμό, ακριβώς διότι μιλούμε γι’ αυτόν, ζούμε μέσα σε αυτόν και έχει χάσει για μας τη δύναμη της έκπληξης, της πολύ μεγάλης έκπληξης, την οποία προκάλεσε η έλευση του Χριστού στον κόσμο και της μεγάλης ανατροπής. Τόσο μεγάλη η ανατροπή, που έκοψε την ανθρώπινη ιστορία, όπως ξέρουμε, στα δύο.
Δεν την έκοψε την ανθρώπινη ιστορία στα δύο επειδή το θέλησε ο Χριστός, επειδή το έκανε Αυτός. Το κάναμε εμείς. Είναι συγκλονιστικό το γεγονός, διότι αν είναι αλήθεια το γεγονός του Χριστού, έτσι όπως μας το μεταφέρουν οι Απόστολοι, έτσι όπως μας το μεταφέρει η Εκκλησία, πραγματικά έχουμε μπει σε μια τελείως νέα εποχή, όπου δεν ισχύει σχεδόν τίποτα από ό,τι προηγουμένως ίσχυε, όπως ίσχυε.

Και έχουν ανοιχτεί ορίζοντες, οι οποίοι είναι απείρως μεγαλύτεροι από ό,τι μέχρι τότε μπόρεσε να ανοίξει ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος, όπως είναι ένα θεοειδές ον και είναι εικόνα του Θεού, έχει πάνω του τυπωμένη, όπως έχουμε πει ξανά, την εικόνα του Θεού, δηλαδή τη θεοειδή ζωή. Είναι ένα ον το οποίο είναι βιολογικό πλάσμα, τελείως· και υλικό πλάσμα είναι. Ακόμα και η ψυχή, κατά τους Πατέρες, δεν είναι τελείως άυλη· μόνο σε σχέση με το σώμα λέγεται άυλη.[ΠΩΣ ΕΠΕΣΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΧΑΣΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΕ; ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΥΛΗ; ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΗ; ΥΛΙΚΗ ΘΕΟΕΙΔΗΣ ΖΩΗ; ΥΛΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ;; ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕ;]

Αλλά λέμε λοιπόν για ένα ον το οποίο μπορεί να ζήσει πραγματικά μόνο ως Θεός. Εδώ είναι το πάρα πολύ παράξενο με τον άνθρωπο: το ότι δεν βολεύεται σε καμία, μα καμία κατάσταση η οποία του εξασφαλίζει απλώς και μόνο μια επίγεια, στοιχειώδη αρμονία.[ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΟΥ. ΜΟΝΟ ΣΑΝ ΘΕΟΣ. ΤΟ ΕΙΠΕ ΚΑΙ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ]

Και που κι αυτή δεν μπορεί να την πετύχει, ειδικά σήμερα, κανένας, όποιον δρόμο και να πάρει. Γιατί οτιδήποτε και αν πετύχει, στο επόμενο δευτερόλεπτο θα έχει καταστραφεί. Κάνετε ψυχανάλυση· αν πετύχει, σε είκοσι χρόνια θα έχετε νέα προβλήματα· σε δέκα χρόνια. Αν κάνετε γιόγκα, μόλις τελειώσει η επίδραση, θα έχετε ακριβώς τα ίδια προβλήματα· δεν θα έχει λυθεί τίποτα.[Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ; ΜΙΑ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ;]

Αρρωσταίνετε σωματικά, παίρνετε φάρμακα τα οποία αντιμετωπίζουν το σύμπτωμα, αλλά η ρίζα ξαναπαράγει το σύμπτωμα. Αρρωσταίνετε ψυχικά, παίρνετε ψυχιατρικά φάρμακα, τα οποία έχουν να κάνουν πάντα με το σύμπτωμα, και όταν θα σταματήσετε επανέρχεται η κατάσταση.

Λοιπόν, κάνετε διατροφή και αποδεικνύεται ότι η διατροφή που κάνετε, για κάποιον λόγο, ήταν επιστημονικά λάθος. Και πέρυσι ήταν σωστή. Και αύριο θα είναι μια άλλη σωστή.

Μπαίνετε μέσα στις σχέσεις, ακολουθείτε τα patterns, ας πούμε, και το lifestyle· μετά από λίγο η σχέση καταρρέει, χωρίς να ξέρουμε γιατί. Ακόμα και όταν ξέρουμε γιατί, δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε.

Κάνουμε σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους· μετά από λίγο διαπιστώνουμε ότι είμαστε ιδιοτελείς. Οι ίδιοι έχουν διαπιστώσει και για εμάς ότι είμαστε ιδιοτελείς.

Προσπαθούμε να τα αποδώσουμε όλα αυτά σε μια βιολογική κατάσταση, να πούμε ότι είμαστε προγραμματισμένοι στην αποτυχία και προγραμματισμένοι στο να μην έχουμε μέσα μας καμία καθαρότητα, να είναι το κακό εγγενές. Και αυτό δεν μας αρέσει, γιατί μας αναιρεί κάθε είδους κοινωνική δράση.[Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΟΥ ΠΗΓΕ; ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΚΙ;]

Προσπαθούμε να πούμε ότι είμαστε ελεύθεροι και διαπιστώνουμε ότι σπανιότατα είμαστε ελεύθεροι. Ακόμα και σε καταστάσεις που θα θέλαμε πάρα πολύ να νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι, όπως είναι ο έρωτας, για παράδειγμα. Καταδυναστεία φοβερή· όχι μόνο από την τεστοστερόνη, ας πούμε, αλλά και από τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, που μας αναγκάζουν να ζητήσουμε τούτο εδώ, το οποίο μας καταστρέφει. Αλλά το θέλουμε αυτό.

Ο έρωτας έγινε και αυτός μια μορφή αυτοκαταστροφής σε πολλούς ανθρώπους. Λοιπόν, άσε που δεν υπάρχει πια σήμερα. Με ρώτησε ένας δημοσιογράφος στο Κρήτη TV. Μου λέει: «Δεν φαντάζομαι να θέλετε να στερήσετε τη χαρά του έρωτα από τα παιδιά». Λέω: «Μπορείτε να μου τα δείξετε αυτά τα παιδιά τα ερωτευμένα;»[ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΕΤΣΙ; ΚΑΡΔΙΟΓΝΩΣΤΗ!]

Τις προάλλες κατέβαινα από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου είμαι καθηγητής. Κατέβαινα από μια γιορτή με το αυτοκίνητο, από το τεράστιο και όμορφο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Με αυτοκίνητο μόνο κινείται κανείς μέσα. Και βλέπω ένα ζευγαράκι πιασμένο χέρι-χέρι και σταμάτησα να τους μιλήσω. Είχα χρόνια. Χρόνια. Και τους είπα πέντε πράγματα και συγκινήθηκαν. Κι εγώ μαζί.

Δεν ζευγαρώνουν τα παιδιά. Να το ξέρετε. Πάει και αυτό. Τελείωσε. Το έχω πει και αυτό δημόσια. Είχα τριακόσια παιδιά κάτω. Τους λέω: «Λοιπόν, πόσοι από εσάς θα παντρευτείτε, ρε; Πόσοι από εσάς θέλετε να παντρευτείτε;» Και σήκωσαν δεκαπέντε χέρια από τα τριακόσια. Καταλάβατε.[ΑΜΑ ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΚΑ ΠΕΝΤΕ ΚΑΛΑ ΕΙΝΑΙ!]

Κατά τα άλλα, έχουμε την καραμέλα αυτή της ελευθερίας, την οποία την καταναλώνουμε όλοι. Αλλά ελευθερία, το έχω πει άπειρες φορές, χωρίς σοφία, είναι απλά καταστροφή. Και η ελευθερία είναι να πάρω ένα αυτοκίνητο μεγάλο και να τρέξω με τριακόσια.

Και μετά από λίγο δεν θα υπάρχει τότε ούτε αυτοκίνητο. Η ελευθερία είναι μέσον, δεν είναι σκοπός.

Λοιπόν, αυτά τα λέω για να σας πω ότι η ευτυχία είναι δύσκολο πράγμα.[ΑΣ ΧΑΡΟΥΜΕ]

Και για τον λόγο αυτό, εάν όντως ο Χριστός είναι αληθινός, αν ο Θεός είναι άνθρωπος, είναι συνταρακτικό αυτό το γεγονός. Συνταρακτικό το γεγονός για έναν λόγο: γιατί μας υποδεικνύει ότι όλα τα ανθρώπινα μπορούν να συμβούν πλέον θεοπρεπώς. Με έναν τρόπο άλλον. Όπως Εκείνος προτείνει ως άνθρωπος.

Είναι το ανθρώπινον του Θεού. Είναι ο Θεός, πώς θα ήταν ως άνθρωπος δηλαδή. Είναι ο Θεός ο οποίος μας έφτιαξε και εμφανίζεται πλέον και ως πρότυπο αυτού που μας έφτιαξε. Μας δείχνει τον δρόμο για να γίνουμε αυτό για το οποίο μας έφτιαξε. Καταλάβατε; Μας δίνει τον δρόμο.[ΤΕΛΕΙΟ. ΕΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΕΙΠΕΙ ΚΑΙ ΦΥΓΑΜΕ]

Και αν διαβάζει κανείς τα Ευαγγέλια, αρχίζοντας από το κατά Ματθαίον, θα δει πώς οι διδασκαλίες του Χριστού αποσκοπούν ακριβώς στο να μας βγάλουν από την ανθρώπινη, τωρινή, πτωτική μας κατάσταση και να μας οδηγήσουν σε μια άλλη σφαίρα, άλλης ελευθερίας, άλλη ατμόσφαιρα, όπου ισχύουν άλλοι νόμοι. Όχι απλά οι βιολογικοί και οι ψυχολογικοί νόμοι.

Αυτό το ρίγος, αυτό το γεγονός, σώζει αυτό το κείμενο που θα διαβαστεί αύριο. Παρουσιάζει τον Χριστό ως ένα αληθινό γεγονός, στα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου, σε ένα μέρος, μαζί με τους μαθητές Του. Και ρωτάει τους μαθητές Του, λέγοντας: «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;» Τι λένε οι άνθρωποι για μένα; Τι λένε οι άνθρωποι για μένα; Έτσι.

Οι άνθρωποι λένε πάντοτε αυτό που καταλαβαίνουν. Κανένας δεν λέει τίποτα παραπάνω από αυτό που καταλαβαίνει. Και η κατανόηση του ανθρώπου συνήθως είναι ιδιοτελής. Όταν κάποιος δίπλα σου έρχεται και σου λέει «σ’ αγαπώ, σε εκτιμώ», εννοεί βασικά ότι σε χρειάζομαι, ότι κάτι θέλω να κάνω μαζί σου, ότι έχω κάτι επενδύσει σε σένα. Μπορεί και ο καημένος να μην ξέρει καν τι έχει επενδύσει αυτός. Αλλά κάποια στιγμή να το μάθεις. Και μπορείς να το μάθεις και όταν είναι αργά.[ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΩΜΩΔΙΑ]

Λοιπόν, τι λένε οι άνθρωποι ότι είμαι; Για να δούμε, τι λένε οι άνθρωποι. «Οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν». Μα ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι εκεί παρών; Ξέρω εγώ, πέθανε πριν λίγο· ότι ο Ιωάννης πάλι ξανά είναι. «Ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν». Λένε ότι είναι ένας μετενσαρκωμένος, ένα άβαταρ, ας πούμε, και έχει εμφανιστεί ξανά ο τάδε προφήτης ή ο δείνα προφήτης.

Κοιτάξτε, ο άνθρωπος φτάνει πάντοτε μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει. Η φαντασία του, ακόμα και η μεταφυσική φαντασία, έχει όρια. Έχει όρια, και ευτυχώς που έχει όρια. Δηλαδή, αν κάποιος μας πει ότι... Προσέξτε τώρα ένα λεπτό το σημείο. «Είμαι ο Θεός». Ε, είναι πολλοί. Είναι πάρα πολλοί. Είναι πάρα πολλοί. Δεν φτάνει η μεταφυσική μας φαντασία ως εκεί.[ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΟΥΔΙΣΜΟΥ.ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ!!]

Λοιπόν, λέγει αὐτοῖς: «Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι;» Εσείς που ξέρετε κάτι παραπάνω, εσείς τι μου λέτε; Τι λέτε ότι είμαι εγώ; Και αποκρίνεται φυσικά ποιος; Ο Πέτρος. Πάντοτε ο Πέτρος μιλάει. Αυτός που είναι ο πιο —πώς το λένε— ορμητικός από όλους. Ορμητικός, επιθετικός, δειλός, θρασύς· όλα μαζί. Όπως είναι κάποιοι άνθρωποι.

«Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος».

Λοιπόν, εδώ ο Πέτρος στην κυριολεξία το καίει το μυαλό του. Λέει κάτι που και αυτός ο ίδιος δεν καταλαβαίνει. Δεν το καταλαβαίνει. Προσέξτε. Δεν το καταλαβαίνει. Αυτό του λέει ο Χριστός αμέσως παρακάτω. Αν το καταλάβαινε, στη Γεθσημανή δεν θα Τον πρόδιδε. Προσέξτε. Γιατί, καμιά φορά, οι αποκαλύψεις είναι μεγαλύτερες από την αντοχή μας.
Λοιπόν, «καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς» είπε αυτό: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Αυτή τη στιγμή δέχτηκες μια αποκάλυψη, σου λέει. Μακάριος. Είπες κάτι που δεν κατάλαβες, αλλά κάτι που είναι αλήθεια.[ΚΑΙ Η ΥΛΗ ΠΟΥ ΠΗΓΕ;]


Προσέξτε, η ενσάρκωση είναι πέρα από την κατανόηση. Είναι πέρα από αυτό που περιμένουμε. Όσο πιο πολύ πλησιάζουν τον Χριστό ως άνθρωπο ή ως Απόστολο ή ως Προφήτη, όπως κάνουν οι Ισλαμιστές, οι Μουσουλμάνοι, για παράδειγμα, δεν μπορούν να καταλάβουν τι είναι.

Εδώ τα λόγια αυτά είναι φοβερά και δεν έχουν ειπωθεί ποτέ για κανέναν άνθρωπο. Δηλαδή: ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος. Ο Χριστός σημαίνει Αυτός ο οποίος χρίει με Άγιο Πνεύμα την ανθρώπινη φύση. Δηλαδή ο Θεός, ο ίδιος ο οποίος κοινωνεί στους ανθρώπους. Είναι Υιός ανθρώπου και Υιός Θεού μαζί.[ΕΝΑΣ ΙΕΡΕΑΣ ΔΗΛ.]

Εντάξει. Τι εντάξει; Όλοι έχουν σταματήσει εδώ. Ακόμα και εμείς. Αυτό το άλμα είναι ένα άλμα το οποίο συμβαίνει με έναν ειδικό τρόπο και δεν συμβαίνει με τις δικές μας δυνάμεις μόνον. Προσέξτε το αυτό. Μπορεί να το ελπίζεις. Μπορεί να σου φαίνεται όμορφο. Μπορεί να το προσδοκάς. Μπορεί να το φαντάζεσαι —με πολύ τρόμο μονάχα, γιατί υπάρχει και παράνοια, σχιζοφρένεια, ας πούμε. Δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε να πάμε πέρα από ένα όριο.

Αλλά το να το δεχθείς και να το δεις ως δεδομένο δεν είναι δικό μας. Είναι δοσμένο σε εμάς.

Μας δίδεται, και μας δίδεται εκ του Πατρός, δηλαδή εν Αγίω Πνεύματι. Είναι πάρα πολύ αληθινό. Είναι το πιο αληθινό από όλα τα πράγματα, αν και είναι πέρα από την ανθρώπινη φύση.

Δεν είναι κάτι το οποίο και ο ίδιος ο Χριστός περιμένει να το δεχθούν όλοι. Γι’ αυτό και λέει πολλές φορές ότι θα αμφισβητηθώ. Θα με αμφισβητήσετε. Και το επιτρέπει αυτό.

Και έρχεται ο Θωμάς και δεν του λέει: «Παλιάνθρωπε, δεν με έβλεπες; Δεν σας τα έλεγα; Δεν σας τα είπα όλα; Δεν το βλέπεις; Το είδαμε μπροστά σας τώρα. Έχουν περάσει τρεις μέρες. Από το τίποτα, κομματιασμένος και διαλυμένος...». Δεν του λέει τίποτα από όλα αυτά. Του λέει: «Έλα εδώ πια να με πιάσεις».

Καταλάβατε γιατί είναι πέρα από την ανθρώπινη φύση αυτό; Και αυτή όλη η υπομονή που κάνει ο Χριστός με όλους εμάς έχει αυτή την αιτία ακριβώς. Ξέρει ότι είμαστε πλάσματα με όρια, κτιστά, δημιουργημένα από το μηδέν, και το μέγεθος αυτής της αποκάλυψης δεν μπορούμε να το βαστάσουμε.[Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ. ΜΗΝ ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΜΕ]

Όποιος ξέρει φιλοσοφία, αρχαία φιλοσοφία, όποιος ξέρει τις θρησκείες, αμέσως το καταλαβαίνει αυτό πάρα πολύ απλά. Πάρα πολύ απλά. Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει μέχρι εκεί που έφτασε ο Πλάτων: να καταλάβει ότι υπάρχει ο Θεός, το Ένα. Και μετά καταλαβαίνει, όπως το λέει ο Πλάτων, ότι «Θεὸς ἀνθρώπῳ οὐ μίγνυται». Δεν μπορεί να γίνει αυτή η ανάμειξη.[ΤΟ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ. ΕΝΩΝΕΤΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΩΣ ΜΕ ΤΟ ΕΝΑ, ΟΧΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΑΛΛΑ ΑΝΑΛΟΓΩΝ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΤΟ ΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ! ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΦΩΣ;]

Μπορούμε να το βλέπουμε. Μπορούμε να ξέρουμε ότι υπάρχει. Να λιώνουμε από αγωνία γιατί δεν μπορούμε να το φτάσουμε και γιατί είμαστε φθαρτοί, και να ονειρευόμαστε μονάχα ότι ένα κομμάτι του εαυτού μας, ένα κομμάτι της ψυχής, ένα κομμάτι της ψυχής που είναι ο νους, κάποτε θα αγγίξει το Ένα αυτό και θα διαλυθεί εκεί μέσα. Αλλά να πούμε ότι το Ένα αυτό μπαίνει σε μια ανθρώπινη φύση, στην ιστορία, και εκεί μέσα εμφανίζεται και κάνει τα του Θεού με τρόπο ανθρώπινο, αυτό είναι, σας είπα, υπερβολικό. Δεν θα το βρείτε σε καμία θρησκεία. Δεν μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος εκεί.

Όλες είναι θρησκείες δραπετεύσεως. Ο Ινδουισμός έτσι, ο Βουδισμός πολύ περισσότερο, ο Ταοϊσμός επίσης. Είναι θρησκείες όπου αφήνεις τα πάντα πίσω για να αναχθείς, ελπίζοντας ότι ένα κομμάτι του εαυτού σου, ένα κομμάτι της ύπαρξής σου, ο νους —όχι εσύ— θα διαλυθεί μέσα στο Ένα.[ΓΙΑΤΙ ΕΛΠΙΖΟΝΤΑΣ; ΠΩΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΑΝ ΔΙΑΛΥΘΕΙΣ; ΔΩΡΟ ΑΔΩΡΟ.]

Το Ισλάμ το ίδιο. Παίρνει όλη τη Βίβλο, αλλά όταν φτάνει στο γεγονός εκείνο, δεν έγινε Ενσάρκωση. Το λέει. Δεν τον σταύρωσαν πράγματι, λέει ο Μωάμεθ. Νόμισαν ότι τον σταύρωσαν. Δεν έγινε η Ανάσταση. Προφήτης είναι. Την ίδια στιγμή που εμφανίζεται ο Χριστός ως ένας προφήτης, ο ίδιος εμφανίζεται να μιλάει με το στόμα του Θεού. Και εδώ είναι η μεγάλη αντίφαση του Ισλάμ. Δεν δέχεται την Ενσάρκωση στα λόγια, στη Γραφή, στο Κοράνι.

Δεν προσπαθώ τώρα να κάνω αυτό, αλλά σας λέω ότι δεν υπάρχει τρόπος να το διανοηθούμε αυτό. Το γεγονός του Χριστού προσεγγίζεται με μεγάλη ταπείνωση, βήμα-βήμα, και με μεγάλη εσωτερική συντριβή. Δηλαδή είναι κάτι που παίρνει χρόνο και είναι κάτι που αποδεικνύεται εμπειρικά, να το ξέρετε αυτό.

Είχα συναντήσει κάποτε έναν Ινδουιστή που έγινε χριστιανός, στο εξωτερικό, και μου λέει: «Πώς έγινες;» Είχε και αξίωμα, ήταν γκουρού, τέτοια πράγματα. Και μου λέει: «Ήμουν στο δάσος και πήγα να κάνω άσκηση, και μου επιτίθεται ένα τεράστιο φίδι, κόμπρα. Πέφτει και ορμάει κατά πάνω μου, και εκείνη τη στιγμή αρχίζω να φωνάζω τους θεούς του Ινδουισμού, και αυτό τίποτα. Και ξαφνικά μου έρχεται, επειδή είχα ακούσει, και λέω: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!” Το φίδι έφυγε. Αυτή ήταν η αρχή», λέει. Και μετά διαπίστωσε τη δύναμη της ευχής και βαπτίστηκε.

Έχω συναντήσει πολλούς τέτοιους. Και να ξέρετε ότι είναι και πιο ένθερμοι αυτοί. Τη δύναμη που έχει το όνομα του Χριστού δεν την ξέρουμε. Τη δύναμη αυτή πώς να την ξέρουμε; Γιατί, αν την ξέραμε, χρειάζεται να τη μάθουμε. Μα δεν υπάρχει τίποτα άλλο το οποίο πρέπει να μάθουμε. Γιατί αν δεν τη μάθουμε, δεν θα καταφέρουμε να περάσουμε από τη σφαίρα της κτιστότητας, του μηδενός όπου βρισκόμαστε, στη σφαίρα του Θεού. Δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε. Θα είναι απλώς για εμάς, δεν θα είναι εμπειρική πίστη.[Η ΥΛΗ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙ. ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΗΛΟΣ]

Αυτά είναι τα δύο είδη πίστης: η εξ ακοής πίστη, που μεγαλώσαμε σε αυτήν, που ακούμε να λέμε όλοι, κάπου τη χρειαζόμαστε, κάπου λέμε ένα «Κύριε, ελέησον», κάπου αυτό, κάπου και τα λοιπά· μας χρειάζεται, ζητούμε το ένα και το άλλο. Και υπάρχει και η ἄληστος γνῶσις, η αλησμόνητη γνώση, η οποία είναι η τέλεια πίστη. Είναι η πίστη όπου ο Θεός σου είναι τόσο πραγματικός όσο το ποτήρι με το νερό αυτό.

Ο Άγιος δεν έχει μεταφυσική. Δεν είναι κάτι για το οποίο κάνει σκέψεις για να το βρει. Το έχει και το κρατάει. Έτσι ακριβώς είναι η αίσθηση ότι είναι πραγματικός, όπως είστε πραγματικοί εσείς τώρα και εγώ. Και όπως δεν αμφιβάλλουμε ο ένας για την ύπαρξη του άλλου, έτσι δεν αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη του Θεού.

Το έχω ξαναπεί δημόσια. Όταν ρώτησα κάποια στιγμή τον Άγιο Παΐσιο —εγώ τον ρώτησα— «Και λοιπόν, τον Άγιο Αρσένιο τον βλέπετε;» Παιδάκι μου, φανταζόμουν κι εγώ διάφορα πράγματα. Και με πιάνει από τα χέρια και μου λέει: «Όπως κρατάω εσένα», λέει. Καταλάβατε; Όχι, δεν καταλαβαίνουμε. Για να καταλάβουμε, πρέπει να διανύσουμε έναν δρόμο, να τον καταλάβουμε υπαρξιακά.

Και κοιτάξτε πόσο σημαντικό είναι αυτό. Τι λέει αμέσως μετά ο Χριστός; Το αποκάλυψε κάποιος, λέει, αυτό. Ακόμα δεν το έχεις αφομοιώσει. Η αφομοίωση αυτού του γεγονότος είναι το περιεχόμενο όλης της ζωής μας, στην κυριολεξία.

Κοίταξε ότι εγώ σου λέω τώρα ότι «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Αυτό είναι η πέτρα πάνω στην οποία χτίζεται η Εκκλησία: η γνώση αυτή. Καταλάβατε; Η γνώση αυτή, η υπαρξιακή γνώση ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Και αν δεν φτάσουμε σαν αυτόν, τον Ντοστογιέφσκι, να πούμε: αυτό είναι η γνώση του Θεού.

Αυτό που έχετε στον Ντοστογιέφσκι: «Αν μου έλεγαν», λέει, «ότι από εδώ είναι η αλήθεια και από εδώ είναι ο Χριστός, εγώ θα πήγαινα με τον Χριστό και όχι με την αλήθεια». Την αλήθεια την ορίζει ο Θεός· δεν την ορίζουμε εμείς.

Και μιλάω σε μια εποχή όπου το ερώτημα της αλήθειας έχει καταρρεύσει. Τελείωσε το ερώτημα αυτό. Ακόμα και άνθρωποι εκτός Εκκλησίας, κομμουνιστές, διανοούμενοι, ξέρω εγώ, οτιδήποτε, διαμαρτύρονται για αυτό το ερώτημα της αλήθειας. Δηλαδή ο άνθρωπος είναι απλώς ένα υπερπροσδιοριζόμενο βιολογικά τίποτα; Άλλο δεν υπάρχει; Ένας πλήρης βιολογικός ντετερμινισμός, ο οποίος αποφασίζει μέσα μας τι κάνουμε και τι θα κάνουμε; Και ακόμα και το καλό και το κακό είναι διαγραμμένα μέσα μας και δεν υπάρχει τίποτα; Ούτε αλτρουισμός ούτε υπέρβαση; Τίποτα απολύτως;

Θέλουν να μας πείσουν για αυτά σήμερα πάρα πολλοί στον κόσμο. Καταλάβατε; Λοιπόν, το θέμα είναι ότι, αν είναι αυτό αλήθεια, τελειώνουμε με την ελευθερία.

Δεν υπάρχει ιστορική δράση στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει καν ευθύνη. Καμία ευθύνη. Ευθύνη θα υπήρχε αν εγώ ήμουν ελεύθερος. Σήμερα, αν δεν υπάρχει ελευθερία, αν δεν υπάρχει λοιπόν αυτό το πράγμα, αυτή η δυνατότητα να πάμε πέρα —προσέξτε, όχι από τη φύση μας· η φύση του ανθρώπου δεν έχει τίποτα κακό πάνω της.

Πολλοί μίλησαν για υπέρβαση της φύσεως κλπ. και να γίνουμε πρόσωπα και όλα αυτά, αλλά η φύση αυτή δεν είναι κοσμολογικά προσδιορισμένη· μάλλον μπορεί να μην είναι κοσμολογικά προσδιορισμένη, όπως είναι η φύση του σκύλου, η φύση της γάτας. Ο Άγιος Μάξιμος το εξέφρασε αυτό με μια μεγαλοφυή φράση, που δεν έγινε κατανοητή: «οὐκ ἔστιν ἠναγκασμένα τὰ τῶν νοερῶν φυσικά». Τα φυσικά χαρακτηριστικά των νοερών, που έχουν νου δηλαδή, που έχουν ελευθερία, σαν τον άνθρωπο, δεν είναι αναγκασμένα. Δεν είναι η φύση σου μια αναγκαιότητα. Καταλάβατε;

Που σημαίνει ότι η φύση μπορεί να ελευθερωθεί από την ανάγκη. Όλες τις ανάγκες και τον θάνατο. Αλλά αυτό δεν γίνεται ανθρωπίνως. Δεν γίνεται από μένα. Δεν γίνεται από σένα. Γίνεται από τον Χριστό και γίνεται μέσα στην Εκκλησία.

Αυτό λέει ο Χριστός εδώ. Αυτό δεν λέει; «Εσύ είσαι ο Πέτρος», λέει, που δέχεσαι μια υπερφυή γνώση αυτή τη στιγμή. Και αυτή η υπερφυής γνώση ότι εγώ είμαι ο Θεός είναι το έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομείται το γεγονός της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δηλαδή, της οποίας «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν», δεν θα πεθάνει ποτέ. Δεν θα πεθάνει ποτέ η Εκκλησία.

Εμείς μπορεί να πεθάνουμε. Και ως εκκλησιαστικές υπάρξεις να πεθάνουμε. Αλλά η Εκκλησία τού Άδου συνεχίζεται στη Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία δεν τελειώνει. Είναι η Βασιλεία του Θεού. Αυτό που κάναμε σήμερα. Αυτή η σύναξη. Αυτή η Θεία Κοινωνία. Έτσι αρχίζει η Βασιλεία του Θεού.[ΘΑΘΕΛΕΣ  ΟΙ ΑΕΡΟΛΟΓΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΣΤΟ ΟΝΑΜΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ. ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ!]

«Καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν». Τα κλειδιά της Βασιλείας δεν τα έχει ο Πέτρος. Τα έχω κι εγώ κι εσείς. Όλοι όσοι μετέχουμε στην ομολογία και στη γνώση αυτή έχουμε τα κλειδιά της Βασιλείας. Ξέρουμε πώς να μπούμε στη Βασιλεία του Θεού.

Πόσο απέχουν όλα αυτά που λέμε από την κοινή, χρησιμοθηρική και ιδιοτελή αντίληψη που σχηματίζουμε για τον Θεό και την Εκκλησία. Πόσα έτη φωτός απέχουν αυτά τα πράγματα. Κι όμως, κοιτάξτε ποιο είναι το κλίμα στο οποίο συμβαίνουν όλα αυτά. Ποιο είναι το επίπεδο, θέλω να πω.

«Θα σου δώσω», λέει, «τὰς κλεῖς τῆς Βασιλείας». Το κλειδί. Για να ανοίξεις μια πόρτα θέλει ένα κλειδί. Το κλειδί είναι αυτό. Είναι αυτή η γνώση, αυτή η ομολογία. Αυτή η κατάσταση. Και είναι υπαρξιακή κατάσταση. Είναι αληθινή. Δεν το λέω με τα λόγια. «Ο Χριστός Υιός του Θεού». Κολοκύθια. Αφού δεν το καταλαβαίνω, δεν το ζω. Δεν υπάρχει για μένα αυτό.

«Χριστός Υιός του Θεού» σημαίνει ότι μεταβάλλεται όλη η ύπαρξή μου εδώ και τώρα. Γίνομαι σήμερα, τώρα, εδώ, θεοειδής. Τώρα, αυτή τη στιγμή, δεν είμαι πια ίδιος. Δεν είμαι μόνος. Δεν είμαι, απλώς, κάποιος που φωνάζει από μακριά: «Ε, κανένας;» Μπες στο σπίτι. Το σπίτι έχει ανοίξει, έχω μπει μέσα. Το λέει εδώ. Τα κλειδιά. Έχεις το κλειδί.

Ποιος το έχει το κλειδί; Ο ξένος; Όχι. Ο γιος. Ή ο φίλος του γιου. Ο αδελφός του Χριστού. Εσείς κι εγώ. Έχει το κλειδί και μπαίνει μέσα. Αλλά μη θέλουμε να κάτσουμε απ’ έξω. Νομίζουμε ότι είναι καλά απ’ έξω. Είναι φοβερό το πόσο τιμωρούμαστε που μένουμε απ’ έξω. Ταλαιπωρούμαστε που μένουμε απ’ έξω. Και θέλουμε να μένουμε απ’ έξω.

Θυμάμαι μια Αγγλίδα φίλη. Μια φορά ήθελε να μου ευχηθεί για τη γιορτή μου. Οι Άγγλοι, όπως ξέρετε, έχουν ένα ιδιότυπο χιούμορ. Λοιπόν, είχε γίνει Ορθόδοξη. Και μου λέει: «Σας εύχομαι καλό Παράδεισο». Με κοιτάει, με κοιτάει και μου λέει: «Να αργήσει κάπως όμως». Ναι, να αργήσει. Να αργήσει όσο να αργήσει.

Το θέμα είναι το εξής: ότι καθώς αργοπορούμε, τι κάνουμε; Βλέπουμε YouTube. Τι δεν κάνουμε; Ακούμε διάφορα. Γι’ αυτό λέω κάποια φορά ότι ο άσωτος, η παραβολή του ασώτου, είναι ακριβώς αυτό: το σκόρπισμα. Φιλαυτία και σκόρπισμα. Σκόρπισμα.

Και το YouTube είναι φτιαγμένο να μην μπορείς να ξεκολλήσεις. Έχουν γίνει τρομακτικές μελέτες και έχει χυθεί πολύς ιδρώτας για να βρει πώς θα σε κρατήσει το YouTube μέσα. Να μη βγεις. Είναι δυνατόν ποτέ να πεθάνεις εκεί μέσα. Και σε πηγαίνει όπου θέλει αυτό. Και σε πάει σε μια τελική σύγχυση, όπου όλα συνυπάρχουν με όλα. Και αυτό το πράγμα, ότι όλα είναι όλα και έχουν ίδια αξία όλα, λέγεται μηδενισμός. Το ξέρετε αυτό. Μηδενισμός λέγεται. Ότι όλα περίπου είναι εντάξει. Έχουν... Ναι.

Λοιπόν, το θέμα είναι ποιο; Το θέμα είναι, προτού σερφάρω στο YouTube, να μπορέσω να σερφάρω και λίγο εδώ.

Και να μπορέσω αυτό το σερφάρισμα να δω πόσο σημαντικό είναι. Γιατί μου προσφέρει και κριτήρια για το πότε θα κλείσω το YouTube. Δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν μπορώ να καταλάβω. Οι φοιτητές μου μπαίνουν στο YouTube στις 2 το μεσημέρι και βγαίνουν στις 2 το βράδυ. Και πάνε κι αλλού εν τω μεταξύ.

Το θέμα είναι ότι αυτή είναι μια ψεύτικη ζωή. Ναι ή όχι; Είναι φτιαγμένη σαν μια ψευδής ζωή. Αλλά επειδή ο εγκέφαλός μας είναι ανόητος —πολύ ανόητος— πάντα ακολουθεί αυτό που του δίνεις ευκολότερα, να ξέρετε. Είναι σαν το σκυλάκι. Το σκυλάκι, αν του δώσω ένα κομμάτι κρέας, θα έρθει. Δεν υπάρχει περισσότερη ανοησία. Αν του πεις: «Κοίταξε, για να πάρεις το κρέας πρέπει να κάνεις τέσσερα χιλιόμετρα και να πας στο τάδε κρεοπωλείο, που μπορεί να έχει», δεν θα πάει. Θα πάρει αυτό που του δίνεις. Έτσι είναι ο εγκέφαλος φτιαγμένος. Καταλάβατε;

Και βγάζουν τρομερά ποσά οι άλλοι απ’ αυτό. Αλλά εσύ αλλοτριώνεσαι και μετά από λίγο είσαι χιλιομπερδεμένος και δεν έχεις κριτήρια. Καταλάβατε; Το ρωτάω αυτό συνέχεια, και να μη παρεξηγηθεί. Αλλά μου έρχεται.

Δεν είναι εύκολο να τα καταλάβουμε αυτά όμως. Παρ’ όλα αυτά. Είναι μεγάλος αγώνας. Αλλά κοιτάξτε κάτι: δεν είναι αυτό που ζητάς. Αυτό σου λέει εδώ. Αν είχαμε τον Χριστό τώρα αυτή τη στιγμή μπροστά μας, τι θα μας έλεγε; «Πρόσεξε τι είναι αυτό που θέλεις. Τι ζητάς περισσότερο. Τι είναι αυτό που θέλεις περισσότερο». Αυτό είναι το ζήτημα.

Δεν Του ζητάμε να περάσουμε τον καιρό μας. Τον καιρό μας μπορούμε να τον περάσουμε με πολλούς τρόπους. Ευχάριστους, ενώ καμιά φορά και δυσάρεστους.

«Τὰς κλεῖς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν», λοιπόν. Και προχωρεί παρακάτω, απευθυνόμενος πλέον στη δύναμη που έχει η Ιεροσύνη. Γιατί οι Απόστολοι είναι οι πρεσβύτεροι, οι πρώτοι επίσκοποι της Εκκλησίας, χειροτονημένοι από το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής.[ΘΑΘΕΛΕΣ ΠΟΛΥ]

«Καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς· καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Φοβερή εξουσία αυτή. Φοβερή εξουσία να την έχει ένας άνθρωπος στο όνομα του Χριστού. Όποιον λύσει —εννοεί την εξομολόγηση εδώ— είναι λελυμένος. Τέρμα. Άμα τον δέσει, είναι δεμένος όμως. Ή αν δέσει ο ίδιος τον εαυτό του. Όπως γίνεται συνήθως. Δένουμε τον εαυτό μας σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτή την πραγματικότητα, σε αυτή την εξωτερική απόλαυση της εμφάνειας, της επιφάνειας των πραγμάτων.

Και με τον τρόπο αυτό ζούμε την αγωνία του θανάτου συνεχώς. Μόνο όποιος ποιεί το θέλημα του Κυρίου, αυτός μένει στον αιώνα, να ξέρετε. Αν είσαι μέσα στο θέλημα του Θεού, έχεις επίγνωση της αθανασίας σου. Αν δεν είσαι μέσα στο θέλημα του Θεού, έχεις φόβο του θανάτου. Τρόμο θανάτου. Φόβο θανάτου.

Δεν είναι όμως φρικτό να έχεις φόβο θανάτου τη στιγμή που θα πεθάνεις οπωσδήποτε; Αν ο φόβος θανάτου βοηθούσε στο να μην πεθάνουμε, θα είχε ένα νόημα. Τι είναι αυτό μέσα μας που μας λέει ότι όχι, ειδικά εμείς δεν θα πεθάνουμε; Είμαστε φτιαγμένοι για τη ζωή, γι’ αυτό δεν θέλουμε να πεθάνουμε.

Παρ’ όλα αυτά όμως, η ζωή αυτή εδώ, η τωρινή αυτή ζωή, θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Έχω συναντήσει ανθρώπους 90 χρονών που μου λένε: «Εγώ θα ζήσω 30 χρόνια ακόμη». Και έζησε 30 ώρες μόνο. Καταλάβατε;

Και δεν είναι ότι τελειώνει αυτή η ζωή. Είναι ότι μεθιστάμεθα. Είναι ότι μεταβαίνουμε. Ο Θεός δεν αποφάσισε να τελειώνει η ζωή με τον θάνατο. Έτσι, ένα επεισόδιο είναι. Όταν το περάσουμε, θα καταλάβουμε πόσο σημαντικό επεισόδιο ήταν. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα και να βρίσκεσαι σε ένα άλλο δωμάτιο. Αυτό είναι όλο.

Ναι, αλλά στο άλλο δωμάτιο θα μιλάνε άλλη γλώσσα. Όχι ό,τι εδώ. Βλέπετε αυτή τη ζωή του σημερινού κόσμου, που σας είπα, μας προξενεί οδύνη, πολλή. Μεγάλη.

Αν ρωτήσετε όλους αυτούς που προβάλλουν τη ζωή: «Πώς νιώθεις;», θα σας πουν: φρίκη. Πόνος. Πόνος. Να ήταν ευτυχισμένοι, να πεις να τους το χαρίσουμε. Δεν είναι. Δεν είναι. Και το ξέρω και προσωπικά από κάποιους που κατά καιρούς μου κάνουν την τιμή. Πόνος. Γιατί λειτουργεί συνέχεια ο φόβος και ο πόνος του θανάτου, μέσα στην αίσθηση ότι φθείρομαι, τελειώνω, σβήνω και ότι δεν έχω αυτό που μου αξίζει. Αυτό που νόμιζα ότι μου άξιζε. Αυτό είναι όλο.

Και όλοι φεύγουν παραπονεμένοι στο τέλος. Ακόμα και αν πουν ότι «κάναμε, κάναμε». Το θέμα είναι ότι αυτό που έκανες, μόνο αν είναι μέσα στο θέλημα του Θεού, τότε έχεις αφοβία του θανάτου. Καταλάβατε; Τότε μόνο.

Γι’ αυτό συναντάει κανείς κάποιους αγίους, κάποιους μοναχούς, και σου λένε: «Να πεθάνω, να πεθάνω τώρα». Δεν έχει κανένα... Δεν τους κάνει τίποτα. Είναι έτοιμοι την ίδια στιγμή, με την επόμενη στιγμή. Εμείς έχουμε εκκρεμότητες.

Λοιπόν, αυτές οι εκκρεμότητες αίρονται αν βρούμε τα κλειδιά της Βασιλείας. Και για να βρούμε τα κλειδιά της Βασιλείας, η προσευχή μας πρέπει να είναι κυρίως αυτή: να μας αποκαλυφθεί η ποιότητα του Χριστού.

Υπάρχουν θεολόγοι, ακαδημαϊκοί επίσης θεολόγοι. Υπάρχουν παπάδες και υπάρχουν και επίσκοποι που δεν συνάντησαν τον Χριστό ακόμη. Αυτόν.

Και δεν Τον ξέρουν υπαρξιακά. Γιατί; Διότι είναι ελεύθερος και είναι γεμάτος αγάπη. Δεν θα αποκαλυφθεί με το ζόρι. Το ξέρουν βέβαια. Μην τους παίρνουμε όλους μαζί. Να ξέρετε, υπάρχουν όλες οι προαιρέσεις.

Μπαίνει κανείς με έναν καλό λογισμό στην Ιεροσύνη. Πέρασαν από τα χέρια μου σχεδόν τετραψήφιος αριθμός ιερέων, λόγω της καθηγητικής μου ιδιότητας. Πέρασε τεράστιος αριθμός πάντως. Είδα όλες τις προαιρέσεις. Όλες τις προθέσεις. Και καλές και λιγότερο καλές. Και μέτριες και μπερδεμένες. Έτσι.

Και με τον τρόπο αυτό βλέπω ότι δεν είναι η αποκάλυψη του Θεού ίδια σε όλους. Καταλάβατε; Κάποιοι δέχονται αποκάλυψη μεγάλη. Γιατί τη δέχονται την αποκάλυψη τη μεγάλη; Γιατί ο Πέτρος δέχεται την αποκάλυψη αυτή; Είναι ο Θεός άδικος; Όχι. Έβλεπε ότι θα την αξιοποιήσει. Αυτή είναι η απάντηση.

Εμείς δεν δεχόμαστε αυτή την αποκάλυψη τη μεγάλη. Γιατί; Βλέπει ο Θεός ότι στο YouTube θα καταλήξουμε πάλι. Καταλάβατε τι λέω; Δεν έχουμε με το YouTube τίποτα. Κύριέ μου, σαν γιος στο YouTube πριν απ’ όλους... Και λέω καμιά φορά... Τέλος πάντων. Καταλαβαίνετε τι λέμε.

Αν ο Θεός δει ότι μπορείς αυτό το πράγμα να το αξιοποιήσεις, επιτρέπει την αποκάλυψη. Αλλά την αποκάλυψη αυτή πρέπει να τη ζητήσεις. Και βλέπετε ότι όλες οι προσευχές που ξέρουμε, οι βασικές, είναι τέτοιες προσευχές.

«Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον...»

Αυτά είναι ριζικές κουβέντες. Δεν λέει: έλα να παντρέψεις τη Βασιλικούλα και μετά να βοηθήσεις να πάρω και εκείνο το επίδομα. Αυτά όλα. Μας λέει ο Χριστός —απαλλάσσοντάς μας και από την ευθύνη έτσι, από τη μέριμνα—: «Ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Δεν μπορείτε.

Ή θα δουλεύεις με τον διάβολο, που σε παρασέρνει στη μέριμνα, και τα εκατό χιλιάδες στην άκρη, τι είναι; Άμα γίνουν διακόσια; Και τα διακόσια τι είναι στην άκρη που έχω; Αν γίνουν τετρακόσια; Και άσχημα εσύ ο ίδιος πάψεις να υπάρχεις· χάνεις την οικογένειά σου, χάνεις τα πάντα σου.

Η μέριμνα. Η μέριμνα δεν τελειώνει ποτέ. Δεν τελειώνει η μέριμνα. Η μέριμνα τελειώνει μόνο με την πίστη. «Ζητεῖτε τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Αυτόματα. Καταλάβαμε;

Έτσι ακριβώς λοιπόν και το «Πάτερ ἡμῶν». «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου, γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον». Και ξέρετε, λένε οι Πατέρες ότι λέει «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον», ενώ εννοεί τη Θεία Κοινωνία, η οποία συντηρεί την ανθρώπινη μας ουσία. «Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν».

Δηλαδή, αυτό το οποίο είμαστε πράγματι: αποδεχόμαστε τη δική μας, ας πούμε, μετριότητα και δεν θεωρούμε ότι είμαστε πάρα πολύ τρομεροί πνευματικά. Αλλά «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Το θέλημα του Πατρός. Ο Χριστός, όταν μιλάει για τον εαυτό Του, λέει: «Ήρθα εδώ ίνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου». Αυτό είναι η Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι τα θελήματα ημών. Γιατί από θελήματα έχουμε γεμίσει.

Και είναι και θεολόγοι τόσο μπερδεμένοι, τόσο μπερδεμένοι, που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν μέσα στην Εκκλησία και να θέλουν ό,τι θέλουν, και όλα αυτά ο Θεός θα πει ναι. Δεν θα πει ο Θεός ναι. Ο Θεός θα πει ναι σε αυτά που ο ίδιος έχει φτιάξει, σε αυτά που ο ίδιος επιθυμεί και θέλει. Δεν θα Τον εκβιάσουμε εμείς να δεχτεί τη δικτατορία του Φράνκο, ξέρω εγώ —είπα τώρα ό,τι μου ήρθε στον νου— ως θεοπρεπή και θεοειδή, λέμε τώρα, ή του Στάλιν. Δεν το δέχεται.

«Τίς ἐστιν ἀνάγκη;» Να, αυτό επάγω ξανά, ο ίδιος Μάξιμος. Ποιος Τον αναγκάζει; Ποιος Του επιβάλλει αναγκαιότητα; Ποιος θα Του το επιβάλει; Κι όμως θέλουμε να Του το επιβάλουμε ως αναγκαιότητα. Κάνε εκείνο, φτιάξε το άλλο και μετά κάνε εκείνο. Το έχουμε πρόγραμμα κάθε μέρα τι θα κάνει μαζί μας.

Γι’ αυτόν τον λόγο το ξαναλέω: και η Θεία Λειτουργία αρχίζει έτσι: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός...». Δεν λέει: να είμαστε καλά παιδιά που βρεθήκαμε. Όχι. Δεν λέει έτσι. Λέει: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός...». Και στο όνομα της Βασιλείας του Πατρός παρουσιάζονται και οι ανάγκες μας στον Θεό. Ναι ή όχι; «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης...» Πρώτα αυτό είναι. Και μετά «ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων», «ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ...» Αλλά αυτά όλα για να οδηγηθούμε στη Βασιλεία. Αυτός είναι ο σκοπός και κανένας άλλος.

Και όλη η ζωή αυτή μάς έχει δοθεί ακριβώς για αυτόν τον σκοπό. Η ιστορία έχει αξία. Η ιστορία έχει νόημα. Τα έργα μας μέσα στην ιστορία, είτε είναι πολιτισμός είτε είναι επιστήμη είτε είναι οτιδήποτε, έχουν αξία. Αλλά αξία αποκτούν στην αναφορά αυτή. Χωρίς την αναφορά αυτή μπορούν να γίνουν μικροί Άδηδες, γκρεμοί, πράγματα στα οποία θα αφανιστούμε.

Δεν το ζούμε αυτό σήμερα; Μιλάμε για τεχνητή νοημοσύνη. Ναι ή όχι; Αν αυτό το πράγμα λειτουργήσει στην προοπτική των κλειδιών της Βασιλείας, αυτό το πράγμα θα είναι ένα ακόμη δώρο. Αν αυτονομηθεί, έτσι δεν είναι, και πάει στα χέρια κάποιων διαστραμμένων τύπων —θα πάει σίγουρα— θα τραβήξουμε όλοι τα φοβερά και τρομερά που δεν έχουμε καν φανταστεί ακόμα.

Λοιπόν, για να ανακεφαλαιώνω, γιατί το εσωτερικό καμπανάκι μου λέει ότι πέρασε η ώρα —και όντως— έχουμε μπροστά μας μια αποκάλυψη η οποία είναι υπερφυσική, όμως είναι πραγματική μέσα στην Εκκλησία. Με τα μυστήρια και την προσευχή μας, με την εξομολόγηση οπωσδήποτε, με τη Θεία Ευχαριστία και με τη χάρη του Βαπτίσματος, γνωρίζουμε ξαφνικά τον Χριστό ως Θεό.

Εντάξει. Αν μου επιτρέπετε μια προσωπική εξομολόγηση: όταν ήμουν εκτός Εκκλησίας, είχα τρομερό πρόβλημα να δεχθώ τον Χριστό, τη θεότητα του Χριστού. Έλεγα: αμάν, αν με ζορίσετε πολύ, να σας δώσω την πιθανότητα να υπάρχει ένας Θεός· να είναι κάτι, ξέρω εγώ, και την πλατωνική μεταφυσική και τα λοιπά· να είναι ένα κέντρο νοήματος έξω από τα όντα. Αλλά ο Χριστός; Ποτέ, ποτέ, ποτέ.

Και όταν πήγα στον πατέρα Πορφύριο, μου λέει: «Ο Θεός είναι παντοδύναμος». Έλεγα: ξέρω κι εγώ; Μου λέει: «Άκου να δεις, ο Θεός των φιλοσόφων είναι πολύ ανίκανος. Δεν μπορεί να μπει στα πράγματα». Και μου πήρε χρόνια να αποδεχθώ τη θεότητα του Χριστού.

Να το ξαναπώ αυτό. Διότι ακριβώς —ευτυχώς όμως μετά μπήκε η ζωή αλλού— αυτό που σας λέω είναι δωρεά. Είναι χάρις. Είναι από τα μυστήρια. Δεν έρχεται με τη δική σου σοφία. Αντίθετα, η δική σου σοφία το αποκλείει. Η δική σου σοφία το αποκλείει.

Υπάρχει ένα βιβλίο μου που είναι η ιστορία της αρχαίας μεταφυσικής, έχει τίτλο Αρχαιοελληνική Μεταφυσική, και εκεί θα δείτε —αν ενδιαφέρεται κανείς— αυτό το όριο που σας λέω. Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα. Μπορούμε να έχουμε τις ευγενέστερες ονειροπολήσεις για την αρχή του κόσμου. Άνθρωποι σαν τον Ηράκλειτο, τον Αναξαγόρα ή τον Πλάτωνα έφτασαν στην κορυφή της ανθρώπινης εμπειρίας. Αλλά να φανταστούμε ότι τούτο το εκείνο, το μακρινό, μπορεί να μπει στην ιστορία και να αρχίσει να τη μεταβάλλει από μέσα και να τη μεταμορφώνει και να την ανασταίνει, αυτό δεν είναι ανθρώπινο.

Είναι όμως η εμπειρία της Εκκλησίας και είναι ακριβώς χορηγία του Αγίου Πνεύματος. Και είναι πραγματικά προσφορά του Θεού σε εμάς, η οποία μας απευθύνεται σε όλους που είμαστε βαπτισμένοι. Και πρέπει να το ζητούμε. Να το ζητούμε στην προσευχή μας αυτό. Και θα βρει ο Θεός χίλιους ανθρώπινους τρόπους να μας το φανερώσει, να μας φανερώσει τον εαυτό Του όπως είναι: τον Χριστό ως Θεό, τον Χριστό μετά την Ανάσταση, τον Χριστό της Πεντηκοστής, αυτόν τον Χριστό του Σταυρού.

Εντάξει. Εύκολο πράγμα; Σταματάω εδώ.

ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΟΝΤΑΣ Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΤΕΡ.
ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΣΟ ΚΕΝΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ.

5) Ο Hans Küng και η ηθική των παγκόσμιων θρησκειών α

5) Ο Hans Küng και η ηθική των παγκόσμιων θρησκειών α

Του Stefano Fonatana


Καλησπέρα σε όλους, καλώς ήρθατε, χαίρομαι που σας ξαναβρίσκω. Πλησιάζουμε στο τέλος αυτής της σχολής. Βρισκόμαστε στην πέμπτη και προτελευταία συνάντηση και απόψε πρέπει να μιλήσουμε για έναν συγγραφέα μάλλον απαιτητικό.

Σκεφτείτε ότι χρειάστηκε μάλιστα να αυξήσω τον αριθμό των διαφανειών για να μπορέσω να δώσω μια αρκετά πλήρη εικόνα. Πρόκειται για έναν συγγραφέα πολύ συζητημένο και πολύ συζητήσιμο· μιλώ για τον Hans Küng, του οποίου σας δείχνω αμέσως το εξώφυλλο του αποψινού μαθήματος μέσω, φυσικά, της πάντοτε αγαπητής μας Esther. Να λοιπόν εδώ ο καθηγητής Küng σε μία από τις φωτογραφίες του, πλέον αρκετά ηλικιωμένος.

Βλέπετε από τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου ότι ο Küng έζησε πολύ· έζησε 93 χρόνια και πέθανε στην Τυβίγγη το 2021. Ήταν όμως Ελβετός, όχι Γερμανός, παρόλο που δίδασκε πάντοτε κυρίως στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης. Είδατε ότι άλλαξα τον τίτλο αυτού του εξωφύλλου σε σχέση με τον τίτλο που υπήρχε στην αφίσα.


Εκείνος ο τίτλος παρουσίαζε σωστά τον Hans Küng ως εκείνον που πρότεινε μια παγκόσμια ηθική των θρησκειών, και αυτό είναι αλήθεια. Απόψε θα αναφερθούμε και σε αυτή την πλευρά. Είχα επιλέξει εκείνον τον τίτλο επειδή ίσως είναι η πιο γνωστή πλευρά αυτού του θεολόγου στο ευρύ κοινό.

Ωστόσο, στη συνέχεια, καθώς διαμόρφωνα το αποψινό μάθημα και ετοίμαζα τις άλλες διαφάνειες, ένιωσα την ανάγκη να διευκρινίσω καλύτερα τον τίτλο, διότι οι τίτλοι, όπως ξέρετε, εκφράζουν πάντοτε κάπως την οπτική του συγγραφέα —στην προκειμένη περίπτωση τη δική μου—
και έτσι ξανατιτλοφόρησα τη βραδιά με τον εξής τρόπο: Hans Küng και οι σπόροι της Β΄ Βατικανής Συνόδου χωρίς να τη συγκαλεί.

Πράγματι, πιστεύω ότι θα μπορέσετε να το διαπιστώσετε και εσείς από την εξέταση που θα κάνουμε απόψε: ο Hans Küng, ο οποίος συμμετείχε ως εμπειρογνώμων —θα το πούμε— στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, με τη θεολογία του πήγε πολύ πέρα από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο· προσοχή όμως, στηριζόμενος επίσης στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, αλλά πήγε πέρα από αυτήν και ριζοσπαστικοποίησε όλες τις καινοτομίες της Β΄ Βατικανής, σχεδόν θέλοντας να είναι, πώς να το πούμε, ο νέος πάπας-θεολόγος, όχι ο πάπας-ποντίφικας, αλλά ένας νέος πάπας που υπαγορεύει τα θεολογικά περιεχόμενα μιας υποθετικής Γ΄ Βατικανής Συνόδου, φυσικά χωρίς να τη συγκαλεί, διότι τα έργα του θα ήταν, ας πούμε, τα κείμενα αυτής της Γ΄ Βατικανής Συνόδου.

Το λέω αυτό επειδή θα παρατηρήσουμε πως οι θεολογικές θέσεις που υιοθετήθηκαν από αυτόν τον καθολικό θεολόγο είναι τόσο προχωρημένες, τόσο σπρωγμένες στα άκρα, τόσο ριζικές, ώστε πραγματικά διαμορφώνουν ένα νέο πρόσωπο για τη χριστιανική μας πίστη, σαν να ξαναέγραφε ο Hans Küng το Ευαγγέλιο, ας πούμε έτσι, για να συνεννοηθούμε με εικόνες — και όπως όλες οι εικόνες, έχουν τα όριά τους.

Κάτω από την εικόνα του Küng βλέπετε ότι σημείωσα, έδωσα την ένδειξη ενός άρθρου μου που είχα δημοσιεύσει όταν, το 2021, πέθανε ο Küng· και με αφορμή τον θάνατό του δημοσίευσα τότε στην Quotidiana αυτό το άρθρο, το οποίο περιέχει στον τίτλο του τον τίτλο που τώρα έβαλα στη διαφάνεια και στη βραδιά· βλέπετε: Hans Küng, ο θεολόγος που έσπερνε τους σπόρους της Γ΄ Βατικανής Συνόδου. Σας το υπέδειξα διότι, αν κάποιος ήθελε να το αναζητήσει, αρκεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη διεύθυνση και μπορεί να διαβάσει όσα έλεγα ήδη τότε, δηλαδή πριν από πέντε χρόνια πλέον.

Λοιπόν, ας αρχίσουμε να μπαίνουμε σταδιακά στην εξέταση με τη διαφάνεια αριθμός δύο, κάνοντας κάτι που δεν έκανα ποτέ για τους άλλους θεολόγους, διότι σας είχα πάντοτε πει, σας έλεγα πάντοτε, ότι προτιμούσα να συγκεντρώνομαι στη σκέψη παρά να μιλώ για τη ζωή τους.
Σε αυτή την περίπτωση δεν κάνω βέβαια τη βιογραφία του Küng, αλλά, τουλάχιστον σε μεγάλη σύνοψη, σας επισημαίνω ορισμένα γεγονότα που ενδιαφέρουν και τη θεολογία του, που έχουν δηλαδή όχι μόνο προσωπική σημασία. Κατ’ αρχάς σας θυμίζω ότι υπήρξε ο νεότερος συμμετέχων στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο ως θεολόγος-εμπειρογνώμων, υποδειγμένος από τον καρδινάλιο της Βιέννης König και διορισμένος από τον Ιωάννη ΚΓ΄. Ήταν μόλις 34 ετών, αν θυμάμαι καλά· αυτός και ο Ratzinger ήταν οι νεότεροι θεολόγοι που συμμετείχαν στη Σύνοδο.

Έπειτα ήθελα να σας θυμίσω ότι, έπειτα από μια αρχική περίοδο κατά την οποία ο Ratzinger και ο Küng είχαν συνεργαστεί, ειδικά κατά τις πρώτες φάσεις της Συνόδου, σε τέτοιο σημείο ώστε ο Küng συνέστησε τον Ratzinger για την Έδρα Δογματικής Θεολογίας στην Καθολική Σχολή του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης, όπου ο Ratzinger πήγε για να αρχίσει τη διδασκαλία του. Μετά από αυτό το γεγονός, από το 1969, οι δύο χωρίζουν τους δρόμους τους. Ο Ratzinger ζητά να μετακινηθεί στο Πανεπιστήμιο του Regensburg, του Ρέγκενσμπουργκ, επειδή μέσα στις αναταραχές και στις ταραχές του ’68 το Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης ήταν λίγο ασφαλές και λίγο ήσυχο.

Αλλά, πέρα από αυτό, είναι προφανές ότι αναδύεται μια διαφορετική προσέγγιση ανάμεσα στους δύο. Για παράδειγμα, αναφέρω μόνο ότι ο Küng είχε δημοσιεύσει το 1969 ένα μάλλον σκανδαλώδες κείμενο με τίτλο Αλάθητος; Ερωτηματικό. Ήταν ένα κείμενο στο οποίο έθετε υπό έντονη αμφισβήτηση το πρωτείο του Πέτρου, το δόγμα που είχε καθοριστεί από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε καμία βάση ούτε βιβλική ούτε παραδοσιακή.

Έπειτα, το 1970, ο Küng δημοσιεύει το βιβλίο που σας δείχνω· λέγεται Να είσαι χριστιανός. Βλέπετε ότι πρόκειται για ένα απολύτως ογκώδες βιβλίο, στο οποίο ο Küng επανεξετάζει όλες τις πλευρές του χριστιανισμού, αλλά με πολλές, πάρα πολλές ανησυχητικές παραλλαγές. Πολλά παραθέματα της αποψινής βραδιάς θα αντληθούν από αυτόν τον ογκώδη τόμο, Να είσαι χριστιανός. Θέλω λοιπόν να πω ότι ήδη στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Küng βρίσκεται σε θέσεις που για ορισμένους ήταν αιρετικές.

Πράγματι, το 1979 θα του κοινοποιηθεί η ανάκληση της missio canonica, δηλαδή η Αγία Έδρα του αφαιρούσε την άδεια να διδάσκει στην καθολική θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης. Θα πω σε λίγο πώς βίωσε ο Küng αυτή την εμπειρία «εκκαθάρισης», όπως την ονόμασε ο ίδιος. Ταυτόχρονα όμως, το 1969 —μάλλον το 1968— κυκλοφορεί το περίφημο βιβλίο του Ratzinger, Εισαγωγή στον Χριστιανισμό, και από την ανάγνωση του βιβλίου του Ratzinger, το οποίο επανεκδόθηκε έπειτα από είκοσι χρόνια με ανανεωμένο πρόλογο γραμμένο από τον ίδιο τον Ratzinger, και των πολύ, πάρα πολύ εκτός ορίων κειμένων του Küng, φαινόταν μια εξαιρετικά μεγάλη διαφορά.

Αυτό για να πούμε ότι ο χωρισμός ανάμεσα στους δύο συντελείται ακριβώς στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αλλά είχε θεολογικά κίνητρα και δεν συνδεόταν απλώς με τη μετακίνηση του Ratzinger στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ. Να, αυτά είναι τα τρία πολύ προβληματικά έργα για τα οποία σας μίλησα μόλις τώρα. Έπειτα, το 1979, άλλο γεγονός της ζωής του, είναι ακριβώς η αφαίρεση της κανονικής αποστολής.

Φυσικά ο Küng τα βιώνει όλα αυτά ως επαναστάτης· δεν αποδέχεται το πράγμα, ζητά να έχει πρόσβαση στα έγγραφα, ζητά να μπορέσει να μιλήσει με τα πρόσωπα στο Βατικανό, με τους αξιωματούχους του Βατικανού που έκαναν αυτή την επιλογή, και αποφασίζει να μη φύγει από το πανεπιστήμιο. Βέβαια, πρέπει να φύγει από τη θεολογική σχολή, διότι δεν έχει πλέον την άδεια του Βατικανού· αλλά δημιουργεί ένα δικό του χωριστό ινστιτούτο μέσα στο ίδιο πανεπιστήμιο και συνεχίζει, ακριβώς ως επαναστάτης, το έργο του, κατηγορώντας την Εκκλησία για αυταρχισμό και για μη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην Τυβίγγη δημιουργεί το Ίδρυμα για μια Παγκόσμια Ηθική, στο οποίο θα αναφερθούμε έπειτα. Κατόπιν, το 2000, αμφισβητεί ανοιχτά τη Dominus Iesus, τη δήλωση της Συνόδου για την Πίστη, που θέλησε ο Ratzinger, σχετικά με τη μοναδικότητα του Χριστού ως Σωτήρα. Έπειτα, όταν πεθαίνει ο Ιωάννης Παύλος Β΄, γράφει μια επιστολή προς όλους τους καρδιναλίους ενόψει του νέου κονκλαβίου, για να τους δώσει υποδείξεις ως προς το πώς θα έπρεπε να είναι ο νέος πάπας.

Ο νέος πάπας, όπως ξέρετε, θα είναι ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄. Τέλος, το 2005, ο Küng, όντας πλέον 77 ετών, ζητά να μπορέσει να έχει μια προσωπική και φιλική συνομιλία με τον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄. Ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ ανταποκρίνεται στο αίτημά του, του ζητά όμως να διευκρινίσει: θέλει μια φιλική συνάντηση χωρίς να απαιτεί καμία τοποθέτηση ούτε από τον έναν ούτε από τον άλλον ή θέλει να μιλήσει για τις θεολογικές του θέσεις και άρα να ζητήσει, ας πούμε έτσι, μια επιβεβαίωση αυτών των θεολογικών του θέσεων;

Ο Küng λέει όχι, θέλω μόνο μια προσωπική συνομιλία. Έτσι οι δύο συναντιούνται, συζητούν φιλικά, κάνουν έναν περίπατο· συναντιούνται στο Castel Gandolfo, κάνουν έναν περίπατο, δειπνούν μαζί και έπειτα αποχαιρετιούνται, χωρίς φυσικά να έχει προστεθεί τίποτε, από θεολογική άποψη, σε όσα είχαν συμβεί στη ζωή τους και στη σχέση τους. Αυτά είναι τα κύρια γεγονότα. Ας προχωρήσουμε στη διαφάνεια αριθμός 3· αυτά τα γεγονότα θα μας βοηθήσουν έπειτα να καταλάβουμε και ορισμένα ζητήματα.

Το 2021, με τον θάνατο του Küng, να πώς τον υποδέχθηκαν ορισμένα έντυπα· αυτό χρησιμεύει επίσης για να καταλάβουμε πώς γινόταν αντιληπτός, πώς προσλαμβανόταν αυτός ο διαφωνών θεολόγος. Για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου συνοψίζει έτσι τη θεολογική του ιστορία: η πίστη να μη στραγγαλίζει την ελευθερία· αλλά εδώ για ποια ελευθερία πρόκειται; Έπειτα, η Manifesto, εφημερίδα γνωστά αριστερή, τον ονομάζει —δικαίως, πρέπει να το πούμε— τον επαναστάτη θεολόγο· πράγματι, εκείνος επαναστατούσε πάντοτε και καταδίκασε όλους τους ποντίφικες από τον Πίο ΙΒ΄ έως τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄.

Η Corriere d’Italia τον χαρακτήρισε ως πιστότατο αλλά ανήσυχο· δεν καταλαβαίνει κανείς, πιστότατο σε τι; Ίσως πιστότατο στον εαυτό του, στη δική του θεολογία. Οι Βαλδένσιοι, φυσικά, σε τι έδωσαν έμφαση; Στο Ευαγγέλιο: μεγάλος διαδότης του πάθους για το Ευαγγέλιο, φυσικά στη Βίβλο, στη Γραφή. Οι Σαβεριανοί τόνισαν τον θεολόγο του οικουμενικού και θρησκευτικού διαλόγου, και αυτό είναι αλήθεια· όμως θα δούμε έπειτα πώς εννοούσε εκείνος αυτόν τον οικουμενικό και θρησκευτικό διάλογο.

Τέλος, η Ένωση Luca Coscioni ανέδειξε το ότι ήταν υπέρ της ευθανασίας: ένας χριστιανός και μεγάλος θεολόγος υπέρ της ευθανασίας. Να λοιπόν, έχετε εδώ ορισμένες αφορμές για να καταλάβετε τη θεολογική προσωπικότητα του Küng και επίσης πώς γινόταν αντιληπτός στον κόσμο εκείνης της εποχής. Ας περάσουμε στη διαφάνεια αριθμός 4. Απόψε κάναμε λίγο την εισαγωγή· τώρα μπαίνουμε στην ουσία των θεολογικών του θέσεων.

Θα θυμάστε το μάθημα που κάναμε για τον Rudolf Bultmann και την απομυθοποίηση. Μπορούμε να πούμε ότι ο Küng, παρότι καθολικός, τοποθετείται σε εκείνες τις θέσεις και έχει υιοθετήσει αρκετά βαθιά την πρόθεση της απομυθοποίησης. Αυτό μου φαίνεται ότι προκύπτει αρκετά εμφανώς από αυτό το απόσπασμα του ογκώδους τόμου που σας έδειξα προηγουμένως, Να είσαι χριστιανός.

Ο ίδιος λέει επίσης: «Καθολικοί ερμηνευτές παραδέχονται σήμερα ότι πρόκειται για αφηγήσεις ιστορικά λίγο αξιόπιστες» —εδώ μιλά για τις αφηγήσεις του Ευαγγελίου— «μεταξύ τους αντιφατικές, έντονα θρυλικές»· η λέξη «θρύλος» λέει πολλά, με λίγα λόγια· «και σε τελική ανάλυση υποκινούμενες από θεολογικές απαιτήσεις». Το «υποκινούμενες από θεολογικές απαιτήσεις» σημαίνει αυτό που έλεγε ο Bultmann: ότι οι πρώτοι χριστιανοί διαβάζουν τα πάντα υπό το φως του Πάσχα και επομένως προσαρμόζουν, διαμορφώνουν την αναφορά στα γεγονότα σύμφωνα με αυτή τη θεολογική οπτική. Τα γεγονότα, λοιπόν, θα ήταν χωρίς ιστορικό θεμέλιο, όπως θα θυμάστε.

Στα όνειρα, για παράδειγμα, στα Ευαγγέλια, αποδίδεται λειτουργική σημασία. Υπάρχουν, ας πούμε, όταν ο Ιωσήφ λαμβάνει σε όνειρο την οδηγία από τον άγγελο να φύγει στην Αίγυπτο, και έπειτα το Ευαγγέλιο είναι γεμάτο από αποκαλύψεις που γίνονται σε όνειρο· και παρακολουθεί κανείς ένα συνεχές πήγαινε-έλα αγγέλων. Προσέξτε την έκφραση: «ένα συνεχές πήγαινε-έλα αγγέλων». Είναι μια απαξιωτική έκφραση, η οποία προφανώς αποδίδει στους αγγέλους το ότι είναι καρπός επινόησης εκείνου που έγραψε, ανταποκρινόμενοι στη νοοτροπία της εποχής, στη νοοτροπία της εποχής. Είναι η ίδια οπτική του Bultmann, ο οποίος έλεγε ότι οι ευαγγελικές αφηγήσεις εξαρτώνται από τον πολιτισμό της εποχής.[ΑΧ ΧΡΗΣΤΟ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΨΕΣ ΤΕΛΙΚΑ!]

Βλέπετε ότι, ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο, ο Küng δεν σέβεται την καθολική γραμμή, αλλά είναι πολύ ανοιχτός στη γραμμή της προτεσταντικής ερμηνείας, η οποία χωρίζει την ιστορία, τον Χριστό της ιστορίας, από τον Χριστό της πίστης.

Προχωρούμε στη διαφάνεια αριθμός 5 και αγγίζουμε ένα πραγματικά σημαντικό σημείο. Ας διαβάσουμε μαζί τι λέει ο νεαρός Küng —εδώ τον βλέπετε σε μια νεανική φωτογραφία, έτσι ήταν τότε, πάνω-κάτω, όταν έγραφε τα πράγματα που διαβάζουμε, διότι το βιβλίο από το οποίο προέρχονται, σας θυμίζω, είχε δημοσιευθεί το 1970.

Ακούστε τι λέει για την παρθενία της Μαρίας: «Το χριστιανικό μήνυμα μπορεί να αναγγελθεί ακόμη και παραβλέποντας αυτόν τον θεολογικό θρύλο που αναδύεται στα περιθώρια της Καινής Διαθήκης». Λοιπόν, η Μαρία, σύμφωνα με την καθολική διδασκαλία, ήταν παρθένος πριν από τον τόκο, έμεινε παρθένος κατά τον τόκο και έμεινε παρθένος μετά τον τόκο· είναι η Αειπάρθενος.

Εδώ, αντίθετα, ο Küng θέτει υπό αμφισβήτηση αυτό το μήνυμα και λέει ότι είναι ένας θεολογικός θρύλος, και ότι αναδύεται στα περιθώρια της Καινής Διαθήκης· δηλαδή η Καινή Διαθήκη δεν θα μιλούσε γι’ αυτό, η Καινή Διαθήκη δεν θα υποστήριζε αυτόν τον θεολογικό θρύλο στο επίπεδο των γεγονότων. Μου φαίνεται μια μάλλον βαριά διατύπωση.
[ΑΧ ΧΡΗΣΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΚΡΙΝΟΣΟΥΝ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ]

«Η θεία υιότητα δεν εξαρτάται από την παρθενική γέννηση. Ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού όχι επειδή, στην ανθρώπινη πράξη της τεκνογονίας, αντικαταστάθηκε, στη δική του περίπτωση, από τη θεία επέμβαση, αλλά επειδή προεπιλέχθηκε και προκαθορίστηκε ως Υιός από την αρχή, από την αιωνιότητα».

Τώρα, το ότι ο Χριστός είχε προοριστεί, είχε προκαθοριστεί ως Υιός από την αρχή, από την αιωνιότητα, αυτό είναι ασφαλώς αληθές.;;;; Όμως το ότι, αν η γέννησή του δεν είχε συμβεί μέσω της θείας επέμβασης αλλά σύμφωνα με φυσικούς και ανθρώπινους τρόπους, αυτό δεν θα συνεπαγόταν ότι θα ήταν άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι — αυτό δεν είναι αληθές. Δηλαδή, αν ο Ιησούς συνελήφθη όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, τότε ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος πάνω στον οποίο μπορεί να υπάρχει κάποιο είδος θείας ευμένειας, αλλά όχι η ταυτότητα: «όποιος βλέπει εμένα βλέπει τον Πατέρα».

Να λοιπόν που, όσον αφορά αυτό που πολλοί ονόμασαν «μαριανό μινιμαλισμό», δηλαδή τη μείωση της σωτηριολογικής και θεολογικής σημασίας της Μαρίας, είναι σαφές ότι τέτοιες θέσεις τον αναδεικνύουν σοβαρά, αυτόν τον μινιμαλισμό.


Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 6, σχετικά με ένα άλλο μεγάλο θεολογικό πρόβλημα, δηλαδή αν η Θεία Λειτουργία πρέπει να νοηθεί ως θυσία, δηλαδή σαν να πραγματοποιείται πραγματικά πάνω στο θυσιαστήριο ο θάνατος και η ανάσταση του Ιησού Χριστού. Γνωρίζουμε ότι οι Προτεστάντες δεν ακολουθούν αυτόν τον δρόμο· αυτή είναι η καθολική θέση. Αλλά και εδώ θα δείτε πώς η προτεσταντική ιδέα, σύμφωνα με την οποία πάνω στο θυσιαστήριο τελείται η ανάμνηση, μια μνημόνευση και όχι μια πραγματική θυσία, έχει εισχωρήσει και στη σκέψη του Küng.

«Ο ορισμός “θυσία της Θείας Λειτουργίας” θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποφεύγεται ως παραπλανητικό στοιχείο· δεν είναι επανάληψη της θυσίας του σταυρού». Να λοιπόν, πρέπει να αποφεύγεται η έκφραση «θυσία»· θα ήταν παραπλανητικό στοιχείο να συνεχίσει κανείς να χρησιμοποιεί αυτή την έκφραση. Και έπειτα λέει καθαρά: δεν είναι επανάληψη της θυσίας του σταυρού· είναι μάλλον μια τέλεση με αναμνηστική και ευχαριστήρια αξία, μια συμμετοχή με κλειδί την ευγνώμονα και πιστεύουσα ανάμνηση στα αποτελέσματα αυτής της μίας και μόνιμης θυσίας της ζωής του Ιησού· δεν θα ήταν όμως μια εκ νέου παρουσίασή της.

Καταλαβαίνετε ότι εδώ δεν υπάρχει πλέον η καθολική Θεία Λειτουργία, και δεν υπάρχει πλέον ούτε ο ιερέας με την καθολική έννοια του όρου· υπάρχει ένας πάστορας, όπως πάστορας ήταν εκείνος των προτεσταντικών κοινοτήτων.

Ας περάσουμε στη διαφάνεια αριθμός 7. Χαίρομαι, διότι παρ’ όλα αυτά καταφέρνω να προχωρώ αρκετά γρήγορα.

Τέσσερα δόγματα υπό συζήτηση. Λοιπόν, τα δόγματα που εδώ ο Hans Küng θέτει υπό αμφισβήτηση είναι τα μαριανά δόγματα και το παπικό δόγμα, τα δόγματα που αφορούν τη Μαρία και το δόγμα που καθορίστηκε από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο σχετικά με το αλάθητο του Πάπα.

Διαβάζω αυτή τη φράση και έπειτα θα μου επιτρέψετε να διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, για να αναδείξω μια άλλη πλευρά που κατά τη γνώμη μου είναι ενδιαφέρουσα, δηλαδή τη γλώσσα, τον τρόπο τοποθέτησης, τον τρόπο με τον οποίο ο Küng ονομάζει αυτά τα πράγματα· έναν τρόπο συχνά επιθετικό, συχνά προσβλητικό, ελάχιστα σεβαστικό προς τα πρόσωπα και προς τις αλήθειες με τις οποίες ασχολείται.

Λέει λοιπόν εδώ: «Από καθολικής πλευράς θα πρέπει να ακολουθηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές που υποδεικνύονται από το βιβλικό δεδομένο». Η αναφορά είναι η Βίβλος· αυτό όμως είναι αυτονόητο και για τον καθολικό, αφού η αποκάλυψη συμβαίνει μέσα στη Γραφή, αλλά όχι μόνο μέσα στη Γραφή, διότι τότε πέφτει κανείς στη λουθηρανική θέση. Και συνεχίζει: «υποβάλλοντας σε έλεγχο τα τέσσερα πιο πρόσφατα δόγματα περί Μαρίας και περί Πάπα, δόγματα τα οποία δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθούν με πειστικό τρόπο ούτε με τη Γραφή ούτε με την Παράδοση».

Τώρα επιτρέψτε μου να σας διαβάσω σύντομα ένα απόσπασμα από το βιβλίο Να είσαι χριστιανός, όπου λέει το ίδιο πράγμα αναφέροντας τα τέσσερα δόγματα· αλλά σας καλώ να προσέξετε και τον τόνο της γλώσσας. Είναι λίγο μακροσκελές, αλλά όχι υπερβολικά· κάντε λίγη υπομονή.

«Αρχίζοντας από τον Πίο Θ΄, ο οποίος, μετά τον ορισμό της Αμώμου Συλλήψεως» —να το πρώτο δόγμα, 1854— «έκανε να ορισθούν από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο, το 1870, το παπικό πρωτείο και το παπικό αλάθητο» —να το δεύτερο δόγμα— «οι πάπες έδωσαν ώθηση στη λατρεία της Μαρίας με κάθε μέσο».

Προσέξτε αυτή την έκφραση, που δεν δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό προς τους πάπες· σαν οι πάπες να είχαν σχεδιάσει μια προπαγανδιστική εκστρατεία. «Οι πάπες έδωσαν ώθηση στη λατρεία της Μαρίας με κάθε μέσο. Από τον 19ο αιώνα και μετά, ο μαριανισμός και ο παπισμός πορεύθηκαν χέρι-χέρι, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον».

Όταν χρησιμοποιείται η έκφραση, το επίθημα «-ισμός», γίνεται αναφορά σε μια εσφαλμένη ιδεολογία, σε μια παραμόρφωση μέσω υπερτονισμού κάποιας αλήθειας. Τώρα, το να μιλά κανείς για μαριανισμό και παπισμό όσον αφορά την Εκκλησία σημαίνει ότι αποδίδει στην Εκκλησία εκείνης της εποχής ένα ιδεολογικό σχέδιο, το οποίο, ας πούμε, θέλει να επιβάλει μια αλήθεια που δεν θα είχε, αντίθετα, θεμέλιο.

«Κορυφαία στιγμή αυτής της μαριανής εποχής υπήρξε το έτος 1950, με την επίσημη δογματοποίηση, που πραγματοποιήθηκε από τον Πίο ΙΒ΄ —τον τελευταίο ποντίφικα που εμπνεόταν από αυστηρά απολυταρχικά κριτήρια—, ενάντια σε όλες τις επιφυλάξεις από προτεσταντικής, ορθόδοξης και ακόμη και καθολικής πλευράς, της σωματικής αναλήψεως της Μαρίας στην ουράνια δόξα, στο τέλος της επίγειας ζωής της».

Ένα γεγονός για το οποίο σιωπά όχι μόνο η Γραφή, αλλά και η Παράδοση των πρώτων πέντε αιώνων, και για το οποίο αρχίζουν να μιλούν μόνο απόκρυφες πηγές. Αυτό είναι το τρίτο δόγμα, της αναλήψεως της Μαρίας. Είδατε κι εδώ την αρκετά δραστική κατηγορία και καταδίκη του Πίου ΙΒ΄, «τελευταίου ποντίφικα που εμπνεόταν από αυστηρά απολυταρχικά κριτήρια».

Αυτή είναι η εφαρμογή στην Εκκλησία ενός πολιτικού κριτηρίου, του πολιτικού απολυταρχισμού. Έπειτα, ακριβώς, η θεώρηση ότι αυτό το γεγονός θα ήταν ξένο προς την Παράδοση της Εκκλησίας.

«Αυτή η μαριανή εποχή, στην οποία εντάχθηκαν επίσης η αφιέρωση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους στην Άμωμη Καρδία της Μαρίας, από τον Πίο ΙΒ΄ το 1942» —σε παρένθεση γράφει: «επίδραση της Fatima», και εδώ επίσης με περιφρόνηση προς τις εμφανίσεις της Fatima— «και η ανακήρυξη του Μαριανού Έτους 1954», να λοιπόν, όλη αυτή η μαριανή εποχή, «εξαντλήθηκε γρήγορα λίγα χρόνια αργότερα με τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο».

Επομένως, το τέταρτο δόγμα θα ήταν αυτό το δόγμα —τρόπος του λέγειν—, δηλαδή η αφιέρωση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους στην Άμωμη Καρδία της Μαρίας, που έγινε από τον Πίο ΙΒ΄ το 1942.

«Στη μετασυνοδική φάση, αυτή η υπερβολική μαριανή λατρεία έχασε κατόπιν εντελώς τη δύναμη κρούσης της, ακόμη και στη θεολογία και στην εκκλησιαστική ζωή». Επομένως, θεωρεί ευεργετική αυτή τη μείωση της σημασίας της Μαρίας, η οποία, κατά τη γνώμη του, συνέβη στη Σύνοδο και έπειτα στη μετασυνοδική περίοδο.

Να λοιπόν, είδατε, ας πούμε, την πολεμική οξύτητα, την επιθετικότητα, τη λεκτική και εννοιολογική βία μιας χωρίς έφεση καταδίκης ποντιφίκων, δογματικών θέσεων θεμελιωδών για τη ζωή και την καθολική πίστη· αυτό είναι κάπως το ύφος που ο θεολόγος μας χρησιμοποιεί στα γραπτά του, σε πολλά από τα γραπτά του. Παρατηρείται, με λίγα λόγια, μια ορισμένη προσωπική αλαζονεία, η ιδέα ότι είναι ο μεγαλύτερος υπάρχων θεολόγος, η ιδέα ότι μόνο αυτός μπορεί να καταλάβει ορισμένα πράγματα και να πει ορισμένα πράγματα. Αυτή η εντύπωση, για όποιον διαβάζει οποιοδήποτε έργο του Küng, εμφανίζεται πολύ καθαρά· με λίγα λόγια, μια αξιοσημείωτη έλλειψη ταπεινώσεως.


Ας δούμε τη διαφάνεια αριθμός 8. Να, ένα από τα θέματα για τα οποία ενδιαφέρεται πολύ είναι ακριβώς εκείνο των άλλων θρησκειών. Όπως περιέγραψα προηγουμένως, ίδρυσε ένα ίδρυμα γι’ αυτόν τον σκοπό και έπειτα, όπως θα πω και σε λίγο, εργάστηκε για να δημιουργήσει το λεγόμενο Κοινοβούλιο των Παγκόσμιων Θρησκειών, ένα είδος ΟΗΕ των θρησκειών. Και το 1993 υπήρξε ένας από τους συντάκτες μιας δήλωσης για μια παγκόσμια ηθική· δηλαδή η ιδέα του ήταν ότι θα έπρεπε ολόκληρη η ανθρωπότητα, αν ήθελε την ειρήνη, να ανατρέχει σε ορισμένες θεμελιώδεις αλήθειες που υπάρχουν σε όλες τις θρησκείες.

Ο ίδιος λέει ρητά ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θέλει να φτάσει σε μια μοναδική παγκόσμια συγκρητιστική θρησκεία· θέλει οι θρησκείες να παραμείνουν αυτό που είναι, ακόμη και μέσα στη διάκρισή τους. Ωστόσο, κατά τη γνώμη του, όλες οι θρησκείες θα συνέκλιναν σε ορισμένες ηθικές αξίες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας παγκόσμιας συμβίωσης θεμελιωμένης στην ειρήνη και στη δικαιοσύνη.

Αλλά ας δούμε πιο αναλυτικά τι σκέφτεται για τις άλλες θρησκείες σε σχέση με τη χριστιανική θρησκεία ή, καλύτερα, με την καθολική θρησκεία. Είναι η καθολική θρησκεία ακόμη η μόνη θρησκεία που μπορεί να φέρει πλήρως τη σωτηρία ή μπορεί η σωτηρία να φέρεται και από τις άλλες θρησκείες;

Ανοίγω μια σύντομη παρένθεση. Εκείνη την περίοδο ο Karl Rahner είχε ήδη πει ρητά, όπως θα δούμε στο επόμενο μάθημα, ότι η Καθολική Εκκλησία δεν μπορεί να διεκδικεί κανένα μονοπώλιο της σωτηρίας και ότι και όλες οι άλλες θρησκείες μπορούν να είναι οδοί σωτηρίας.


Ο Küng σε αυτό υιοθετεί τη θέση του Rahner. Ας διαβάσουμε αυτά τα δύο αποσπάσματα· έχω χωρίσει το πρόβλημα σε δύο διαφορετικές διαφάνειες. Στην πρώτη διαβάζουμε ως εξής:

«Παλαιότερα η σωτηρία ήταν αποκλειστικό προνόμιο των βαπτισμένων και ενεργών χριστιανών. Στη συνέχεια παραχωρήθηκε σε μεμονωμένους μη χριστιανούς. Τώρα όλες οι θρησκείες μπορούν να αποτελούν ισάριθμες οδούς σωτηρίας».

«Εκκλησία» σημαίνει όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως, οι οποίοι ανήκουν όλοι, με κάποιον τρόπο, στην Εκκλησία. Υπάρχει ήδη και εδώ η ιδέα των ανώνυμων χριστιανών, ακόμη κι αν τυπικά ο Küng την επικρίνει, επειδή τη θεωρεί προσβλητική απέναντι στους βουδιστές, στους ινδουιστές κ.λπ. Στην πράξη όμως έτσι σκέφτεται· δηλαδή η αντίληψή του για την Εκκλησία καταλήγει —και αυτό γίνεται πολύ καλά κατανοητό διαβάζοντας την τελευταία φράση— να λέει ότι η Εκκλησία ταυτίζεται με ολόκληρη την ανθρωπότητα.

«Εκκλησία» σημαίνει όλους τους ανθρώπους καλής θελήσεως, οι οποίοι όλοι ανήκουν με κάποιον τρόπο στην Εκκλησία, ακόμη κι αν είναι άθεοι ή βουδιστές ή αγγλικανοί ή σιντοϊστές, μουσουλμάνοι κ.λπ. Επομένως, γνωρίζοντας τώρα αυτή την αντίληψη του Küng για τις θρησκείες, καταλαβαίνουμε γιατί το 2000 αντιτάχθηκε ριζικά και βίαια στη δήλωση Dominus Iesus, η οποία αντίθετα επαναβεβαίωνε την κεντρικότητα του Χριστού Σωτήρα και την κεντρικότητα του Χριστού Σωτήρα μέσα στην Εκκλησία του, στην Εκκλησία που ο ίδιος ίδρυσε. Να λοιπόν, υπάρχει εδώ μια αντίληψη για τις θρησκείες που ασφαλώς δεν είναι σύμφωνη με την καθολική αλήθεια.

Ας δούμε και την άλλη φράση, πάντοτε πάνω σε αυτό το θέμα:

«Χρειαζόμαστε μια οικουμενική Εκκλησία, όχι πλέον και όχι μόνο με εκκλησιαστική-ομολογιακή έννοια» —δηλαδή όχι μόνο οικουμενισμό ανάμεσα σε καθολικούς, προτεστάντες και ορθοδόξους, δηλαδή ανάμεσα στις χριστιανικές ομολογίες— «αλλά και με χριστιανική-παγκόσμια έννοια, θεμελιωμένη όχι σε μια ιεραποστολική κατάκτηση των άλλων θρησκειών, αλλά στη χριστιανική παρουσία ανάμεσα στις άλλες θρησκείες, ευαίσθητη στα αιτήματά τους, αλληλέγγυα προς τις αγωνίες τους».

Ξέρετε ότι εδώ και καιρό η Καθολική Εκκλησία έχει αλλάξει την έννοια της ιεραποστολής ακριβώς στη γραμμή αυτών των παρατηρήσεων του Küng. Η ιεραποστολή δεν πρέπει πλέον να είναι προσηλυτισμός, ευαγγελισμός, αύξηση των βαπτισμένων σε μια συγκεκριμένη περιοχή· δηλαδή δεν πρέπει πλέον να είναι, ας το πούμε έτσι, ανταγωνισμός με τις άλλες θρησκείες, αλλά απλή χριστιανική παρουσία ανάμεσα στις άλλες θρησκείες.

Συνεχίζεται

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (1)

   Προλεγόμενα σε μία φιλοσοφική Χριστολογία.

Του Xavier Tilliette.

[Ενα πανόραμα του δρόμου που διήνυσε η αίρεση, από τόν νεοθωμισμό, μέχρι την ολοκλήρωσή της στα χέρια του Ζηζιούλα].
         
 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ.      
 ΕΡΙΣΤΙΚΗ-Ο ΝΕΟΘΩΜΙΣΜΟΣ.
         
 Κεφάλαιο πρώτο! Χριστιανική φιλοσοφία.
        
Αποτέλεσμα εικόνας για tomismo  Η ιδέα μίας φιλοσοφικής Χριστολογίας, προκαλεί μία νόμιμη θα λέγαμε αμφιβολία. Μοιάζει σαν το επίθετο νά προσδιορίζει το ουσιαστικό και να το οδηγεί χωρίς κανένα εμπόδιο, μειώνοντάς το, πρός έναν συμβολισμό και μία νοησιαρχία. Η φιλοσοφική Χριστολογία θα είναι νοησιαρχική ή όχι, διαχωρίζει την θέση της απο την Θεολογική Χριστολογία; Ο Χριστός των φιλοσόφων δέν καταλήγει να είναι μία αντικειμενική γενική; Δέν αντιτίθεται στον Χριστό της πίστης όπως ο Θεός των φιλοσόφων και των σοφών αντιπαρατίθεται στον Θεό του Αβραάμ; Το ίδιο συμβαίνει και στον φιλοσοφικό χριστιανισμό. Είναι ο Χριστιανισμός της λογικής, της μνήμης του Λέσσινγκ, μία λογική χρήση των Χριστιανικών εννοιών. Η φιλοσοφία δέν μοιράζεται τίποτε, μειώνει και αφομοιώνει τα ξένα περιεχόμενα. Η νόηση υποδουλώνει τελικώς τον Χριστιανισμό!
          Αυτή η προκατάληψη είναι ριζωμένη καλά και δέν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να την ξεπεράσουμε. Είναι η κληρονομιά μίας μακράς καταγγελίας, απο την εποχή της χειραφετήσεως τής φιλοσοφίας, και επομένως απο το τέλος τής Θεολογικής προστασίας. Τρείς αιώνες συζητήσεων γύρω απο τα αντιτιθέμενα ζεύγη, Νόηση-Αποκάλυψη, φιλοσοφία-θεολογία, πίστη-γνώση, έχουν σκληρύνει τις θέσεις, και έχουν χειροτερέψει τις αντιθέσεις. Θα εξασφαλίσουμε άραγε την νομιμότητα και το μέλλον της φιλοσοφικής Χριστολογίας, εάν την επανατοποθετήσουμε στο πλαίσιο της Χριστιανικής φιλοσοφίας; Δυστυχώς όμως η Χριστιανική φιλοσοφία είναι εξασθενημένη απο τις διαρκείς διαφορές και διαμάχες. Και εδώ μοιάζει να ζημειώνει το επίθετο, το όνομα που αναβαθμίζει. Γι'αυτό θα πρέπει να επανορθώσουμε όσο μπορούμε την έννοια της Χριστιανικής φιλοσοφίας, πρίν δοκιμάσουμε να εισάγουμε σ'αυτή την φιλοσοφική Χριστολογία!
          Μερικές φορές τής δίνεται μία πολύ πλατειά σημασία, και όσο ευρύτερη γίνεται, καταλήγει και πιό πολεμική. Και πράγματι οι αντίπαλοι οι ίδιοι της Χριστιανικής φιλοσοφίας δέχονται, χωρίς να το θέλουν, ότι η μελέτη της φιλοσοφίας απο έναν Χριστιανό, δέν θα πάψει να επηρεάζεται απο την πίστη και να οδηγεί επομένως σε μία πολύ αόριστη Χριστιανική φιλοσοφία. Όταν όμως προσπαθούμε να καθορίσουμε τον Χριστιανικό χαρακτήρα αυτής τής φιλοσοφίας, καταλήγουμε στο μηδέν ή καλύτερα συγχέεται με το πολιτισμικό περιβάλλον και η φιλοσοφία είναι τόσο Χριστιανική όπως είναι ορφική, αραβική ή γερμανική. Ο Χούσσερλ για παράδειγμα δέν εμφανίζει τίποτε εκτός απο την τελεολογία, η οποία εφαρμόζεται στην φαινομενολογία της νοήσεως και στο ιδανικό τής κοινότητος.
          Αυτή η διευρυμένη σημασία μπορεί να εφαρμοστεί και στα συστήματα τών φιλοσόφων, διακρίνοντας εάν έχουν συμπεριλάβει σ'αυτά τον Χριστιανισμό με τα δόγματα του ή εάν γίνονται κατανοητά μόνον στο φώς του Χριστιανισμού που πλαισιώνει τα περιεχόμενά τους. Το Εγελιανό σύστημα είναι μία μεγαλειώδης Χριστιανική φιλοσοφία, η ολοκληρωμένη επανασύνδεση φιλοσοφίας και θρησκείας και μία απέραντη σταυρολογία. Για αντίθετους λόγους ο Καντιανισμός μπορεί να χαιρετιστεί σαν μία Χριστιανική φιλοσοφία απο την στιγμή που περιορίζει την γνώση για να δώσει χώρο στην πίστη, την ηθική και την θρησκευτική εν τέλει πράξη. Ποιός δέν ξεχωρίζει όμως ότι αυτά τα συστήματα συγκεντρώνουν απλώς τα δεδομένα τής αποκαλύψεως σαν να είναι αγαθά τους και κτήμα τους;
          Γι'αυτό και είναι πολύ επικίνδυνη η φόρμουλα του Ζιλσόν με την οποία δικαιώνει την Χριστιανική φιλοσοφία:
          "Η αποκάλυψη δημιουργός λογικής".
        
  1. Χριστιανική φιλοσοφία και αληθινή φιλοσοφία.
         
 Τα άσχημα λάθη και η ανεπάρκεια της αρχαίας φιλοσοφίας (Μεσαιωνική) είναι η απόδειξη της ταυτότητος ανάμεσα στον Χριστιανισμό και την αλήθεια. Εννοείται βεβαίως ότι η μοντέρνα φιλοσοφία, χειραφετημένη απο την αποκάλυψη, υπέκυψε και αυτή στο λάθος και στην ύβρι. Παραγέμισε με ιδεολογία και στις ακραίες περιπτώσεις στις οποίες προαναγγέλλει τον αθεϊσμό και την ανηθικότητα, αποκλείεται απο μόνη της! Αλλά εάν η αληθινή φιλοοφία είναι η Χριστιανική φιλοσοφία, όπως το επιθυμεί ο Ζιλσόν και ο Μαριταίν, γι'αυτόν τον λόγο είναι και ορθόδοξη αυτή η φιλοσοφία, δηλαδή κανονιστική για τις άλλες φιλοσοφίες και όχι μόνον απο την άποψη τής Θεολογίας [εννοείται ο σχολαστικισμός του Ακινάτη, ο Θωμισμός]. Κάτι όμως που δημιουργεί ασυμφωνίες για την φιλοσοφική έρευνα της αλήθειας, όπως ενσαρκώνεται αυτή για παράδειγμα στον Καρτέσιο, τον Σπινόζα, ή και στον Χούσσερλ. Μία Θεολογική κριτική στην αλήθεια της φιλοσοφίας εξαρτάται απο κριτήρια μή-φιλοσοφικά.
          Πρέπει να καταστεί δυνατόν λοιπόν να ελευθερώσουμε την φιλοσοφία απο το παιχνίδι τής Ορθοδοξίας χωρίς να ζημιώσουμε την Χριστιανική της ποιότητα. Οι Θωμιστές υπερασπιστές της Χριστιανικής φιλοσοφίας τοποθετήθηκαν με σεβασμό και φόβο όσον αφορά την φιλοσοφία (του Ακινάτη). Και έτσι προέκυψε και η δήλωση τού Μαριταίν, ότι η φιλοσοφία δέν πρέπει να ανησυχεί εάν είναι χριστιανική αλλά εάν είναι αληθινή, για να μήν είναι και επιπλέον χριστιανική. Κάντε μου, λέει, καλή φιλοσοφία και εγώ θα σας κάνω υγιή Θεολογία. Αντιστοίχως θα πορούσαμε να δούμε τα πράγματα σαν Θεολόγοι, όπως ο Ζιλσόν, και ο διαχωρισμός, παρότι πρόσκαιρος, ανάμεσα στην αλήθεια και την Χριστιανική πίστη θα φαινόταν παράλογος. Πώς είναι δυνατόν να χωρίσεις έστω και για μία στιγμή Χριστιανισμό και αλήθεια; Ο Μαριταίν αναγνωρίζει ότι υπάρχει μία Χριστιανική συνθήκη για την ίδια τήν φιλοσοφία, αλλά η εισβολή του Χριστιανισμού στην φιλοσοφία είναι ύποπτη πλέον, διότι δέν μετριάζεται απο την "αγιότητα της αλήθειας". Και οδηγεί στο δράμα ενός βίαιου γούστου. Μία ξετρελλαμένη Χριστιανική έμπνευση στηρίζει σήμερα περισσότερες απο μία φιλοσοφίες, απο τον Σέλλινγκ στον Νίτσε, και επι πλέον κάθε "μεγάλη" φιλοσοφία σήμερα, φιλοξενεί μία μυστικιστική έμπνευση, η οποία την οδηγεί ανεμπόδιστα έξω απο τον άξονά της. Σύμφωνα με τον Μπερντιάεφ, όλες οι μεγάλες μοντέρνες φιλοσοφίες, είναι Χριστιανικές: ο Καρτέσιος, ο Χέγγελ, ο Φώϋερμπαχ...είναι πιό Χριστιανοί ακόμη και απο τον Ακινάτη, αλλά δέν είναι γι'αυτόν τον λόγο και αληθινές!
          Ο ορισμός της φιλοσοφίας του Μπλοντέλ σαν "αγιότητα της λογικής" ή εξαγιασμός της λογικής, είναι ο μόνος κατάλληλος τελικώς.
 [Ποιάς λογικής; Του αισθητού; Κληρονομεί και μειώνει δυστυχώς τήν ολοκλήρωση της φιλοσοφίας που πέτυχε το σύστημα του Χέγγελ, διότι σε πλήρη παράνοια και ο Χέγγελ, εννοούσε ότι η παγκόσμια ιστορία της φιλοσοφίας, του πνεύματος, έφτασε επιτέλους στον Νου. Και κόλλησε στους Προσωκρατικούς, στον Αναξαγόρα, επιτρέποντας την κατάργηση της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, δηλαδή τον δεύτερο πλού του Σωκράτη, επαναφέροντας με την βοήθεια του Kant, την φιλοσοφία στην προσωκρατική της περίοδο, για να δώσει στους Γερμανούς, το προνόμιο της ανακαλύψεως του Νού! Δηλαδή της εσχατολογίας, του χρόνου, όπως τον διέδωσε ο Χάϊντεγκερ].
          Αλλά πρέπει να κατανοηθεί αυτή η ολοκλήρωση όχι σαν μία κλειστή τελειότης αλλά σαν ένας Θεολογικός προορισμός: Η λογική βρήκε την τελειότητα στο Φώς της αποκαλύψεως. [Δημιουργώντας το αληθινό Εγώ, το Εγώ-Χριστός].

Συνεχίζεται
Αμέθυστος