Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16

Συνέχεια από Δευτέρα 20. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 16
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

IV. ΣΗΜΕΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕΩΣ

........Αυτά για την ψευδή άσκηση. Και ιδού τι ισχύει για την αληθινή: συνίσταται στο «να πραγματοποιείται η περιτομή της εμπαθούς διαθέσεως της ψυχής. Η περιτομή αυτή κάνει την ελεύθερη προαίρεση να συνεργεί στην εναρμόνιση της φύσεως, διορθώνοντας τον νόμο των παθών, ο οποίος έχει επίκτητη προέλευση. Η περιτομή, κατά τη μυστική —ή αλληγορική— έννοια, είναι η πλήρης αφαίρεση της εμπαθούς προσκολλήσεως του νου σε ό,τι προέρχεται από αυτή την παρείσακτη προσθήκη. Το Σάββατο είναι η τέλεια αδράνεια των παθών, η καθολική παύση της κινήσεως που κατευθύνει τον νου προς τα δημιουργήματα, η τέλεια μετάβασή του προς τον Θεό» (79).

Ας το πούμε ακόμη μία φορά με τους όρους του αγίου Μαξίμου:
«Είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να επιτύχει τη σωτηρία του· για τον Θεό όμως όλα είναι δυνατά». Πρέπει, επομένως, πρώτα να εμπιστευθεί κανείς τον Θεό και κατόπιν να ασκεί την αδελφική αγάπη, τη μετάνοια και τη ριζική νέκρωση των παθών (80). Με αυτό δηλώνεται αρκετά καθαρά ότι η άσκηση δεν είναι παρά ένας αναγκαίος όρος, conditio sine qua non, διότι «χωρίς την άσκηση και χωρίς αυστηρή εγκράτεια είναι αδύνατον για εκείνον που ομολογεί την ευσέβεια να υποτάξει τα πάθη της σάρκας» (81)..................

Σοβαρό ερώτημα. Πρέπει να ανέλθουμε στη φυσική θεωρία, διότι αυτή αποτελεί αναγκαίο στάδιο της πορείας προς τον Θεό: «Δεν είναι δυνατόν ο νους να περάσει στα νοητά, παρά τη συγγένειά του με αυτά, χωρίς τη θεωρία των ενδιαμέσων, που είναι τα αισθητά» (¹). Η μετάβαση αυτή όμως είναι γεμάτη κινδύνους. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να υποστούμε τη μοίρα του Άβελ, ο οποίος δεν θα είχε φονευθεί από τον Κάιν, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί του στους αγρούς, δηλαδή στον ωκεανό της φυσικής θεωρίας, προτού αποκτήσει την απάθεια» (2)· ή την περιπέτεια της Δείνας, της θυγατέρας του Ιακώβ, η οποία δεν θα είχε ατιμαστεί, «αν δεν είχε εξέλθει μαζί με τις θυγατέρες της χώρας, δηλαδή μαζί με τα φαντάσματα των αισθήσεων» (3).

«Είναι, επομένως, συνετό να μην καταπιάνεται κανείς με τη φυσική θεωρία προτού αποκτήσει την τέλεια κατάσταση, από φόβο μήπως, αναζητώντας τους πνευματικούς λόγους, συλλέξει εν αγνοία του πάθη. Διότι στους ατελείς οι φαινόμενες μορφές των αισθητών πραγμάτων ασκούν μεγαλύτερη δύναμη πάνω στην αίσθηση απ’ όση ασκούν στην ψυχή οι λόγοι που κρύβονται κάτω από αυτές τις μορφές» (4).

Έχουμε ήδη δει ότι είναι εύκολο να πλανηθεί κανείς ως προς αυτό· πρέπει όμως να επιμείνουμε. Η απελευθέρωση από τα πάθη δεν πραγματοποιείται μονομιάς. Περιλαμβάνει βαθμίδες, τις οποίες δεν πρέπει να συγχέουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε πλάνη. Ο Μάξιμος τις διακρίνει με σαφήνεια:

«Οι τέσσερις μυριάδες —στο Νεεμίας 7, 66— σημαίνουν τις τέσσερις γενικές μορφές απάθειας. Η πρώτη απάθεια είναι η πλήρης αποχή από το κακό κατά την πράξη· αυτή προϋποτίθεται στους αρχαρίους. Η δεύτερη είναι η πλήρης απόρριψη από τον νου κάθε συγκατάθεσης στους κακούς λογισμούς· αυτή πραγματοποιείται σε όσους ασκούνται στην αρετή με σύνεση. Η τρίτη είναι η πλήρης ακινησία της ψυχής, την οποία καμία επιθυμία δεν ωθεί πλέον προς τα πάθη· αυτή απαντά σε όσους, μέσω των μορφών, θεωρούν νοερώς τους λόγους των ορατών πραγμάτων. Η τέταρτη απάθεια είναι η πλήρης κάθαρση ακόμη και από την απλή φαντασία των παθών· αυτή πραγματοποιείται σε όσους, μέσω της γνώσεως και της θεωρίας, κατέστησαν το ηγεμονικό τους καθαρό και διαυγή καθρέφτη του Θεού» (5).

Η τέταρτη δεν μας ενδιαφέρει προς το παρόν· βρίσκεται πέρα από τη φυσική θεωρία.


1 ΑΠΛΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ


Οι τρεις πρώτες απαιτούν σοβαρή εξέταση της συνειδήσεως, όχι μέσα σε μια απομόνωση που λησμονεί τη ζωή, αλλά ενώπιον των πραγμάτων και των ανθρώπων. Ο Θαλάσσιος συνοψίζει με τη συνηθισμένη του σαφήνεια τη διδασκαλία του φίλου του πάνω σε αυτό το σημείο: «Ο νους παραμένει κατά διαστήματα ατάραχος, και αυτό είναι μερική απάθεια· δεν αποδεικνύει όμως τίποτε, εξαιτίας της απουσίας των αντικειμένων» (6). Όχι επειδή ο χονδροειδής πειρασμός είναι δυσκολότερο να νικηθεί. Αντιθέτως, ο αόρατος πόλεμος, που διεξάγεται εναντίον των παραστάσεων και μόνο, είναι πολύ σκληρότερος (7)· αλλά επειδή αυτός ο εντελώς εσωτερικός πόλεμος έχει στιγμές απατηλής αναπαύσεως. Κατά την απουσία των αντικειμένων, δύο αιτίες προκαλούν τους εμπαθείς λογισμούς: πρώτον, η σωματική κράση (krâsis), όταν, εξαιτίας άτακτης διατροφής ή της ενέργειας των δαιμόνων ή ακόμη κάποιας ασθένειας, προκαλείται μια σωματική αλλοίωση, η οποία διεγείρει μέσα στον νου εμπαθείς επιθυμίες ή λογισμούς εναντίον της Πρόνοιας (8). Δεύτερον, η μνήμη, όταν επαναφέρει την ανάμνηση αντικειμένων που μας είχαν επηρεάσει και αναζωπυρώνει τους εμπαθείς λογισμούς, όπως ακριβώς κάνουν και τα ίδια τα αντικείμενα (9).

Επομένως, σε έναν άνθρωπο υγιή, ο οποίος δεν διαπράττει υπερβολές, απομένουν μόνον οι δαίμονες και η μνήμη για να προκαλέσουν τον πόλεμο κατά την απουσία των πραγμάτων. Η μνήμη όμως δεν βρίσκεται πάντοτε σε ενέργεια, και οι δαίμονες ενίοτε αποσύρονται με δόλο. Τότε ανακύπτει ο κίνδυνος της πλάνης. Δεν έχουμε άραγε απλούς λογισμούς, καθαρούς από κάθε εμπαθές στοιχείο; Αναμφίβολα, αλλά μόνο προσωρινά. Σύντομα όμως οι δαίμονες επανέρχονται στην επίθεση, κυρίως με τον πειρασμό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Η μνήμη ενεργοποιείται εκ νέου· παρουσιάζει αρχικά έναν απλό λογισμό· αυτός, όταν παρατείνεται, θέτει και πάλι σε κίνηση το πάθος και ωθεί προς τη συγκατάθεση (10).

Ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαια του Περὶ ἀγάπης (11) διδάσκει ορθώς πώς πρέπει να αναλύονται οι σύνθετοι λογισμοί, ώστε να διακρίνεται μέσα τους το απλό από το εμπαθές στοιχείο. Πρώτα όμως πρέπει κανείς να υποβληθεί στον κόπο αυτής της εξετάσεως· και πόσο εύκολα πιστεύουμε ότι βλέπουμε καθαρά μέσα μας, όταν η φιλαυτία βρίσκει εκεί το συμφέρον της! Έπειτα, αυτοί οι κανόνες διακρίσεως ισχύουν περισσότερο στο αφηρημένο επίπεδο των εννοιών παρά στη συγκεκριμένη ψυχολογική πραγματικότητα. Υπάρχουν πάθη κρυμμένα μέσα στην ψυχή (12). «Πολλές πράξεις, καλές καθαυτές, μπορούν να παύσουν να είναι καλές εξαιτίας του κινήτρου τους» (13). Διότι «σε όλες τις πράξεις μας, όπως έχω πει πολλές φορές, εκείνο που εξετάζει ο Θεός είναι η πρόθεση» (14).

«Υπάρχουν στον κόσμο πολλοί πτωχοί τῷ πνεύματι, όχι όμως όπως θα έπρεπε· πολλοί πενθούντες… πολλοί πραείς… πολλοί πεινώντες και διψώντες… πολλοί ελεήμονες, ειρηνοποιοί και διωκόμενοι… Μακάριοι όμως είναι μόνον εκείνοι που πράττουν ή υποφέρουν όλα αυτά για τον Χριστό και σύμφωνα με τον Χριστό» (20).

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να βλέπουμε καθαρά μέσα μας;

2 ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η ΦΙΛΑΔΕΛΦΙΑ


Η ενδοσκόπηση κινδυνεύει να μας εξαπατήσει, αν αφορά αποκλειστικά τη στάση μας απέναντι στα αντικείμενα και στις εικόνες τους μέσα μας. Η εξέταση της συνειδήσεως ως προς καθένα από τα κεφαλαιώδη αμαρτήματα δεν θα μας δώσει ποτέ τη βεβαιότητα της απελευθερώσεώς μας, διότι τα πάθη διαφεύγουν από το βλέμμα μας και επειδή η ίδια η νίκη μας εναντίον ορισμένων από αυτά μάς κάνει πολύ συχνά να υποκύπτουμε σε άλλα.

Είναι η στιγμή να θυμηθούμε την κοινή τους μητέρα, τη φιλαυτία: «Όποιος απαλλαγεί από αυτήν θα αποβάλει εύκολα, με τη βοήθεια του Θεού, και τις άλλες κακίες» (16). Αν, λοιπόν, αντί για πολλαπλές και απατηλές ψυχολογικές αναλύσεις, προχωρούσαμε με συνθετικό τρόπο; Το αντίθετο της φιλαυτίας είναι η αγάπη. Ένα πράγμα, λοιπόν, είναι βέβαιο: «Με κανέναν από τους τρόπους που αναφέρθηκαν δεν θα κατορθώσουν οι δαίμονες να διεγείρουν οποιοδήποτε πάθος, όσο είναι παρούσες μέσα στην ψυχή η αγάπη και η εγκράτεια, ούτε κατά την εγρήγορση ούτε κατά τον ύπνο» (17).

Για να γνωρίσουμε αν η φιλαυτία έχει εξαλειφθεί από την καρδιά μας, ας εξετάσουμε αν έχουμε την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον, τη φιλοθεΐα και τη φιλαδελφία. Και πρώτα τη δεύτερη, η οποία αποδεικνύει την πρώτη. Αν όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους μαθητές του Χριστού από το ότι έχουν αγάπη μεταξύ τους (18), δεν θα μπορέσουμε άραγε και εμείς να κρίνουμε τον εαυτό μας με βάση αυτό το ουσιώδες και επαρκές σημείο; Ο «νόμος της φιλαυτίας» καταργείται με την τήρηση της μεγάλης εντολής του Χριστού: «να ενώνουμε τόσο στενά τον πλησίον με τον εαυτό μας, ώστε να μην τον θεωρούμε πλέον ως άλλον» (19).[AYΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ; ΨΕΜΑ;]

Βεβαίως, υπάρχουν απομιμήσεις της αγάπης και, επομένως, ακόμη και εδώ παραμένει δυνατή η πλάνη (20). Αυτό όμως συμβαίνει μόνο σε εκείνον που δεν προσέχει τα μεγάλα χαρακτηριστικά —την καθολικότητα, την ισότητα και τη διάρκεια— τα οποία διακρίνουν την αγάπη από όλες τις άλλες μορφές αγάπης.

α) Καθολικότητα


Η μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη. Ο Μάξιμος παραθέτει το χωρίο του αγίου Ιωάννη (21) σχεδόν στην αρχή των Κεφαλαίων περὶ ἀγάπης (22) και στην τελευταία γραμμή του τελευταίου κεφαλαίου (23), καθώς και αλλού (24). Η τελείωσή μας, λοιπόν, δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην ομοίωση ή στη μετοχή στον Θεό· στη μίμηση του Θεανθρώπου. «Μέσω του Νόμου και των Προφητών, ο Θεός, μέσα στην αγαθότητά Του, θέσπισε παλαιότερα με πολλούς τρόπους για τους ανθρώπους τον νόμο της αμοιβαίας αγάπης· και στα έσχατα των χρόνων τον ολοκλήρωσε, από φιλανθρωπία, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος» (26).

Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους· ο Χριστός πέθανε για όλους. Η αγάπη μας, ως μετοχή στην αγάπη του Θεού, θα είναι επομένως καθολική ή δεν θα είναι αγάπη. Διότι, όπως η φιλαυτία είναι διαιρετική, έτσι η αγάπη είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Ο Μάξιμος επαναλαμβάνει τόσο συχνά αυτή την ιδέα, ώστε πρέπει να παραιτηθούμε από την παράθεση κειμένων. Άλλωστε, κανένας χριστιανός συγγραφέας δεν την αντέκρουσε ποτέ.

Αυτή η υποχρέωση της καθολικότητας θεμελιώνει το καθήκον να περιλαμβάνουμε στην εύνοιά μας ακόμη και εκείνους τους οποίους θα είχαμε τη μεγαλύτερη τάση να αποκλείσουμε: τους εχθρούς ή απλώς τα πρόσωπα που δεν μας είναι συμπαθή. «Όποιος αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του, όσο κι αν σκανδαλίζεται από τα πάθη εκείνων που δεν έχουν ακόμη καθαρθεί» (20). Και όποιος διακρίνει μέσα στην καρδιά του ίχνος έχθρας εναντίον οποιουδήποτε ανθρώπου, για οποιοδήποτε σφάλμα, είναι εντελώς ξένος προς την αγάπη του Θεού. Διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν συμβιβάζεται απολύτως με καμία έχθρα προς άνθρωπο (27).

Ακολουθεί μια σειρά σύντομων κηρυγμάτων επάνω σε ιερές ρήσεις:


«Η αγάπη δεν κάνει κακό στον πλησίον» (28). Επομένως, το να φθονεί κανείς τον αδελφό του, να λυπάται για την καλή του φήμη, να πλήττει με πνευματώδη σχόλια την ευνοϊκή γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν ή να του στήνει παγίδα από κακία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη και περιπίπτει στην αιώνια κρίση;

«Πλήρωμα του Νόμου είναι η αγάπη» (29). Επομένως, το να μνησικακεί κανείς εναντίον του αδελφού του, να επιζητεί να τον συλλάβει σε κάποιο σφάλμα, να του εύχεται κακό και να χαίρεται για την πτώση του, δεν σημαίνει προφανώς ότι διαπράττει ανομία και καθίσταται άξιος αιώνιας τιμωρίας;

«Εκείνος που κακολογεί τον αδελφό του και τον κρίνει, κακολογεί και κρίνει τον Νόμο» (30). Ο Νόμος όμως του Χριστού είναι η αγάπη. Δεν είναι, επομένως, αναπόφευκτο ο κακολόγος να αποκλείει τον εαυτό του από την αγάπη του Χριστού και να προετοιμάζει για τον εαυτό του την αιώνια τιμωρία;» (31).

Και υπάρχουν πολλά άλλα θέματα εξετάσεως σχετικά με τις διαθέσεις μας απέναντι στον πλησίον.

Ιδού σημεία που διαπιστώνονται εύκολα. Η οξυδέρκεια του Μαξίμου, ωστόσο, διαβλέπει μια διέξοδο και μια δυνατότητα πλάνης. Λέμε πρόθυμα, για να καθησυχάσουμε τον εαυτό μας: «Δεν του κρατώ κακία». Η αγάπη όμως δεν μπορεί να αρκεστεί σε αυτή τη στάση ουδετερότητας:
«Το να μη διατηρεί κανείς ούτε φθόνο ούτε οργή ούτε μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε δεν σημαίνει ακόμη ότι έχει αγάπη προς αυτόν. Μπορεί κανείς, χωρίς να έχει καθόλου αγάπη, να αποφεύγει να ανταποδίδει κακό αντί κακού, επειδή αυτό επιβάλλει ο νόμος· και όμως να μην κατορθώνει καθόλου να ανταποδίδει καλό αντί κακού, παρά μόνο με μεγάλη προσπάθεια. Διότι την τάση να ευεργετεί εκείνους που τον μισούν την κατέχει μόνο η τέλεια πνευματική αγάπη».

«Το να μην αγαπάς κάποιον δεν σημαίνει ότι τον μισείς· όπως και το να μην τον μισείς δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς. Μπορείς να βρίσκεσαι απέναντί του σε μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε να τον αγαπάς ούτε να τον μισείς» (32).

«Μη λες: “Δεν μισώ τον αδελφό μου”, αν η μνήμη σου απωθεί την ανάμνησή του» (33).

Επομένως, «εξέτασε τη συνείδησή σου με τη μεγαλύτερη προσοχή: μήπως ήταν δικό σου το σφάλμα, εξαιτίας του οποίου ο αδελφός σου αρνήθηκε να συμφιλιωθεί; Μην προσπαθήσεις να την καθησυχάσεις με σοφίσματα· γνωρίζει το κρυφό σου βάθος, θα σε κατηγορήσει κατά την ώρα του θανάτου και, κατά την ώρα της προσευχής, θα γίνει για εσένα λίθος προσκόμματος» (34).

Ο Χριστός δεν είπε μόνο: «Μη μισείτε ο ένας τον άλλον»· ούτε μόνο: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον»· αλλά: «Αγαπάτε ο ένας τον άλλον όπως εγώ σας αγάπησα». Διότι «όποιος αγαπά τον Χριστό δεν θα παραλείψει να Τον μιμηθεί σύμφωνα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους· απέναντι στην αχαριστία και στη βλασφημία έδειξε μακροθυμία· όταν μαστιγώθηκε και θανατώθηκε, παρέμεινε υπομονετικός, χωρίς ποτέ να επιρρίψει το κακό σε κανέναν. Αυτές είναι οι τρεις πράξεις της αγάπης προς τον πλησίον, χωρίς τις οποίες εκείνος που ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Χριστό ή ότι κατέχει τη Βασιλεία Του πλανάται» (38).


Για να αποφύγουμε κάθε πλάνη και για να γνωρίζουμε αν τα πάθη έχουν νικηθεί και η φιλαυτία έχει αντικατασταθεί από την αγάπη, πρέπει, επομένως, να εξετάζουμε αν δεν αποκλείουμε κανέναν από την εύνοιά μας και όχι απλώς αν δεν τρέφουμε κακία εναντίον κανενός.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής όμως προχωρεί ακόμη περισσότερο και απαιτεί:

β) Ισότητα


Σημειώσεις:

(1) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 58, PG 90, 596 D κ.ε.
(2) Στο ίδιο, ερώτ. 49, στ. 457 C
(3) Στο ίδιο                               (4) Στο ίδιο, στ. 460 A

(5) Πρὸς Θαλάσσιον, ερώτ. 55, PG 90, 544 C. Πρβλ. Θεολογικὰ κεφάλαια I, 36–43
(6) Κεφάλαια III, 31, PG 91, 1452 A. Πρβλ. Περὶ ἀγάπης III, 78· IV, 52–54
(7) Περὶ ἀγάπης I, 91· II, 72
(8) Αυτή μου φαίνεται ότι είναι η σημασία: κατά λέξη, «εμπαθείς λογισμοί ή λογισμοί εναντίον της Πρόνοιας»· δηλαδή αφυπνίζεται η ροπή προς την ηδονή ή η ανυπομονησία απέναντι στην οδύνη. Η Φιλοκαλία, για να καταστήσει το κείμενο ευκολότερα κατανοητό, αντικατέστησε το κατὰ προνοίας με το «κατὰ πορνείας», «εναντίον της πορνείας»· είναι σαφέστερο, αλλά με τίμημα μια παρανόηση

(9) Περὶ ἀγάπης II, 74                (10) I, 84
(11) II, 84                                    (12) II, 31
(13) II, 35                                    (14) III, 48
(15) III, 47
(16) II, 8                                     (17) II, 85
(18) Ιω. 13, 35
(19) Ἐπιστολή 27, PG 91, 620 B
(20) Βλ. ανωτέρω, σ. 113
(21) Α΄ Ιω. 4, 8 και 16
(22) I, 38                                     (23) IV, 100
(24) Παραδείγματος χάριν, Ἐπιστολή 27, PG 91, 617 C
(25) Ἐπιστολή 44, PG 90, 641 D κ.ε.
(26) Περὶ ἀγάπης I, 13
(27) I, 15                                   (28) Ρωμ. 13, 10
(29) Στο ίδιο                               (30) Ιακ. 4, 11
(31) Περὶ ἀγάπης I, 55–57
(32) II, 49 και 50
(33) IV, 29                                  (34) IV, 33
(35) IV, 55


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
 

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ DE TRINITATE του Αυγουστίνου (3) Η υποκειμενική επανάσταση τού Πορφύριου.

Συνέχεια από:Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

"Πορφύριος και Βιττορίνο" του Pierre Hadot



Έτσι φτάνουμε στο βιβλίο του E. Benz «Ο Μάριο Βιττορίνο και η εξέλιξη της μεταφυσικής της θελήσεως στην Δύση». Ο Benz δεν υπολογίζει τις αντιρρήσεις για μιαν εμφανή συνέχεια ανάμεσα στα έργα του Πλωτίνου, του Βιττορίνο και του Αυγουστίνου και συγκεντρώνεται στην φανέρωση αυτής ακριβώς της συνέχειας.
Ξεκινά από μία πολύ σωστή διαίσθηση. Μια έμπνευση. «Με τον Αυγουστίνο ένας νέος άνθρωπος κάνει την εμφάνισή του στην Ιστορία της συνειδήσεως». Αυτή η ανθρωπολογική επανάσταση συνδέεται με την καινούρια έννοια του προσώπου, η οποία εδημιουργήθη από τον διαλογισμό του Αυγουστίνου στο Τριαδικό μυστήριο.
Κατανοώντας λοιπόν την Τριάδα σαν την εσωτερική ζωή του απολύτου πνεύματος που αγαπά τον εαυτό του και αυτοστοχάζεται, ο Αυγουστίνος ανακαλύπτει στο ανθρώπινο πρόσωπο σαν εικόνα της Τριάδος, την ενότητα ενός πνεύματος το οποίο παραμένει ταυτόσημο (ταυτόν) μέσα στην ολότητά του, στις τρεις σχέσεις του Είναι, του θέλειν και του σκέπτεσθαι. «Εγώ είμαι, εγώ με σκέπτομαι, εγώ με αγαπώ». Το Εγώ εισέρχεται θριαμβευτικά στην Ιστορία της συνειδήσεως. Η θρησκευτική αναφορά λαμβάνει την μορφή του διαλόγου ανάμεσα στο Εσύ και το Εγώ.


Στα δεκατρία βιβλία των Εξομολογήσεων, παίρνει μορφή για πρώτη φορά αυτή η νέα αντίληψη για τον άνθρωπο. «Στον Αυγουστίνο, η συνείδηση του γεγονότος πως η πνευματική ζωή του ατόμου είναι απολύτως μοναδική, πως η δική του Ιστορία δεν λαμβάνει χώρα παρά μόνον μία και μοναδική φορά, είναι τόσο δυνατή, η ταυτότης ανάμεσα στην ευσπλαχνία του και την ιστορία του πνεύματός του είναι τόσο βαθειά, ώστε μπορούμε να τολμήσουμε να παρουσιάσουμε την Ιστορία της εξελίξεώς του σαν μία “Εξομολόγηση”, σαν έναν ύμνο του θεού».

Για να επιτευχθεί και να γίνει δυνατή μια τέτοια ανθρωπολογική επανάσταση, έλειπε μόνον μια μεταμόρφωση της μεταφυσικής σκέψης. Και ο Benz συμπυκνώνει αυτή την μεταμόρφωση στην διατύπωση «Το πνεύμα είναι βούληση».


Αυτό σημαίνει πως μέχρι τότε η βούληση εθεωρείτο σαν μία ιδιότητα της ανθρώπινης ψυχής, σαν μία λειτουργία, και πως τότε ανακαλύπτεται πως η βούληση είναι η ίδια η ουσία του απολύτου πνεύματος, πως το πνεύμα διαθέτει ουσιωδώς την δυνατότητα να θέτει τον εαυτό του σε μια ολοκληρωτική ελευθερία.

Ποια μεταφυσική εξέλιξη επέτρεψε την εισαγωγή αυτών των νέων εννοιών; Πώς περάσαμε από την Ελληνική νοησιαρχία στην μοντέρνα βουλησιαρχία; Αυτές είναι οι ερωτήσεις στις οποίες θέλει να απαντήσει το βιβλίο του Benz. Η θεολογία του Βιττορίνο φαίνεται να έχει δώσει το κλειδί της λύσεως. Φανερώνεται ήδη σ’ αυτή η Αυγουστινιανή βουλησιαρχία. Για τον E. Benz ο θεός του Βιττορίνο είναι η απόλυτη ελευθερία, απόλυτη ελευθερία να θέσει το Είναι (και κατ’ αρχάς το ίδιο το δικό του Είναι) και να υποστασιοποιηθεί σαν Ον, με μια πράξη της θελήσεως. Το θεμέλιο επομένως του θείου Είναι, προκύπτει να είναι η θέληση και η Ελευθερία, η δύναμις του αυτοκαθορισμού. Η γέννηση του Υιού του θεού δεν είναι άλλο από μια κάποια αυτό-τοποθέτηση του θείου Είναι: ο Υιός είναι ο θεός καθορισμένος, περιορισμένος από τον εαυτό του, ο θεός που έδωσε στον εαυτό του μια μορφή. Αυτή η αυτοτοποθέτηση του θεού πραγματοποιείται σε τρεις στιγμές: σαν ύπαρξη, ζωή, σκέψη όπου οι τρεις τριαδικές υποστάσεις, ο πατήρ, ο Υιός και το Άγιο πνεύμα, αντιστοιχούν σε αυτές τις στιγμές. Το ομοούσιο ανάμεσα σε αυτές τις τρεις υποστάσεις –ουσιώδες σημείο όλης της Ορθοδόξου θεολογίας – εξασφαλίζεται από τον ορισμό της Ουσίας σαν θελήσεως. Ο δυναμισμός της θελήσεως που καθορίζει τον εαυτό της εξασφαλίζει το ομοούσιο ανάμεσα στον θέλοντα και το θελητό, ανάμεσα στην θέληση που είναι ακόμη ακαθόριστη και την θέληση που έχει καθορισθεί. Αυτή είναι η έννοια της ομοουσίου γεννήσεως. «Ο θεός δεν μπορεί να ενεργήσει στο εξωτερικό, όσο δεν έχει γίνει ουσία και πρόσωπο, όσο δεν έχει δώσει στον εαυτό του μια μορφή στον Υιό του, και δεν βρήκε, καθαυτή ορισμένη, σαν θέληση και σαν πνεύμα, την ασύλληπτη και άμορφη απειρία του».

Έτσι λοιπόν βρίσκονται ήδη στον Βιττορίνο τα μεταφυσικά θεμέλια που θα επιτρέψουν το δόγμα του Αυγουστίνου. Η βούληση δεν είναι πλέον λειτουργία, αλλά ουσία, το ομοούσιο εξασφαλίζεται από τον δυναμισμό του πνεύματος που σκέπτεται τον εαυτό του και τον αγαπά και η γέννηση του Υιού του θεού γίνεται γνωστή χάρη στην αναλογία της γεννήσεως των σκέψεων και της θελήσεως στο εσωτερικό της ψυχής. Για να κατανοήσουμε τον Αυγουστίνο, δεν πρέπει να σταματήσουμε όμως στον Βιττορίνο. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ένας νεοπλατωνικός, μεταφραστής του Πλωτίνου, ο οποίος έθεσε τον νεοπλατωνισμό στην υπηρεσία του δόγματος. Μας αποκαλύπτει επιτέλους τις βαθειές προθέσεις του στοχασμού του Πλωτίνου. Και ο Benz συγκεντρώνει την προσοχή του σχεδόν αποκλειστικά στην 8η πραγματεία της VI εννεάδος (Περί ελευθερίας και η θέληση του Ενός). 

«Περὶ τοῦ ἑκουσίου καὶ θελήματος τοῦ ἑνός». Η πραγματεία αυτή εξετάζει την ελευθερία, το εκούσιο και τη βούληση του υπέρτατου Ενός
«Ἅρ᾽ ἐστὶ περὶ θεῶν εἴ τι ἔστιν ἐπ' αὐτοῖς ζητεῖν» (δηλαδή, αν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από τους θεούς και αν μπορούμε να το ερευνούμε).
Βασική έννοια: Ο Πλωτίνος αναλύει το «τὸ ἐφ' ἡμῖν» (αυτό που είναι στο χέρι μας) και πώς αυτό συνδέεται με τον νου και τη βούληση.
Η ελευθερία του Ενός: Υποστηρίζει ότι το Ένα είναι απόλυτα ελεύθερο και αυτοδύναμο, πέρα από κάθε ανάγκη

Σε αυτή την πραματεία ο Πλωτίνος μοιάζει να δίνει στο Ένα μερικούς θετικούς καθορισμούς: το Ένα δημιουργεί τον εαυτό του, επιλέγει τον εαυτό του, αγαπά τον εαυτό του. Σε αυτή την πραγματεία το Ένα δεν αναγνωρίζεται πλέον σαν η απόλυτη απλότης, η οποία υπερβαίνει κάθε πολλαπλότητα, αλλά είναι θέληση του εαυτού. Η ουσία του συνίσταται στο ότι θέλει τον εαυτό του. Αυτό το ίδιο. Αυτό είναι αυτός που θέλησε να είναι. Η απόλυτη ελευθερία του Ενός είναι ελευθερία να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου, να καθορίσω τον εαυτό μου, να γίνω ο εαυτός μου και να γνωρίσω τον εαυτό μου. Και εδώ αναγνωρίζεται εύκολα ο αυτοκαθορισμός του θεού του Βιττορίνο.
Είναι αναγκαίο λοιπόν να ερευνηθούν στον ίδιο τον Πλωτίνο τα πραγματικά θεμέλια της Βουλησιαρχίας του Αυγουστίνου. Και πράγματι ήδη στον Πλωτίνο φανερώνεται ο δεσμός ανάμεσα στην βουλησιαρχία και την ομοουσιότητα. Συλλαμβάνοντας στην πραγματεία, περί Ελευθερίας του Ενός, την πρώτη υπόσταση, το Ένα, σαν μία ελευθερία και μία θέληση να αποκτήσει το Είναι, ο Πλωτίνος μειώνει την απόσταση που φαινόταν να διατηρεί το σύστημά του ανάμεσα στο Ένα και την νόηση. Σ’ αυτή λοιπόν την προοπτική, η νόηση αντιπροσωπεύει μια στιγμή της εσωτερικής ζωής του Ενός. Το Ένα θέτει τον εαυτό του σαν Ουσία, σαν μορφή, σαν αυτογνωσία, με άλλα λόγια σαν νόηση.

Η διαδικασία της «ουσιοποιήσεως» είναι ταυτόσημη με την διαδικασία της γεννήσεως του Υιού του θεού, την οποία αναγνωρίσαμε ήδη στον Βιττορίνο. Η νόηση, η οποία είναι ταυτοχρόνως θέληση, συστήνει την υπόσταση στην οποία το Ένα ουσιοποιείται και φανερώνεται. Το Ένα και η νόηση αποτελούν λοιπόν μέρος μιας μοναδικής διαδικασίας ουσιοποιήσεως και είναι επομένως ομοούσια. Έτσι λοιπόν ο Benz δεν διστάζει να ονομάσει «πνεύμα» το ίδιο το ΕΝΑ, στηριζόμενος σε αυτή την δυναμική ταύτιση. Γι’ αυτόν Ένα και νόηση είναι ένα μόνον πνεύμα, δεδομένου ότι η ουσία είναι «θέληση», καθότι αυτός επιλέγεται, αγαπιέται, τοποθετείται και δημιουργείται. «Το Ένα στηρίζεται κατά κάποιο τρόπο στον εαυτό του, Αυτός θεωρεί κατά κάποιο τρόπο προς τον εαυτό του και αυτό το βλέπειν προς τον εαυτό του είναι κατά κάποιο τρόπο το Είναι του, σαν να παρήγαγε τον εαυτό του». (και εν τω τοιούτω αιρείται εαυτώ έκαστον το είναι καθόσον αν παρά του αγαθού ίσχη, ως της του αγαθού φύσεως εαυτώ δηλονότι πολύ πρότερον αιρετής ούσης, είπερ το όση μοίρα αγαθού παρ’ άλλω αιρετωτάτη, και ουσία εκούσιος και παραγενομένη θελήσει και εν και ταυτόν ούσα θελήσει και δια θελήσεως υποστάσα) Ενν. VI, 8, 16, 14…!

Το πνεύμα λοιπόν υποστατικοποιεί τον εαυτό του αυτοδιαλογιζόμενο. Και ο Benz βλέπει τελικώς σε όλα τα χωρία όπου ο Πλωτίνος επικαλείται μια “νεύση” του Ενός προς τον εαυτό του και μία αγάπη του Ενός προς τον εαυτό του και μια αγάπη του Ενός προς τον εαυτό του, μια προτύπωση της εννοιολογήσεως της αγάπης από τον Αυγουστίνο, σαν δεσμού της Αγίας Τριάδος.


(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 4

 Συνέχεια από Σάββατο 2. Μαΐου 2026


Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας
Τόμος VII

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 4

Giovanni Reale


Εκδόσεις Bompiani

ΤΜΗΜΑ I
ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΙΣ, ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
ΤΜΗΜΑ II
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

I. Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ «ΑΣΩΜΑΤΟΥ» ΣΤΟΝ ΜΕΣΟ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ


1. Το ασώματο είναι, ο Θεός και η υπερβατικότητά του σε ορισμένα σημαντικά κείμενα του Πλουτάρχου — Έχουμε ήδη κάνει λόγο πολλές φορές για την επανανακάλυψη του «ασώματου» και της «υπερβατικότητας» και για τη συνακόλουθη νέα σύλληψη της πραγματικότητας που προέκυψε από αυτήν, και τώρα πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε αυτή η επανανακάλυψη.

Είναι φανερό ότι η ανάκτηση του ασώματου έπρεπε να συνεπάγεται, πρώτα απ’ όλα, μια νέα σύλληψη του Θεού και του Θείου, και ότι αυτή η σύλληψη έπρεπε να συγκρουστεί κυρίως με τις αντιλήψεις των Στωικών, οι οποίες ήταν μακράν οι πιο εκλεπτυσμένες, οι πιο σοφιστικές και, συνεπώς, οι πιο επικίνδυνες.¹

Ήδη στον Πλούταρχο αυτή η αντιστωική τοποθέτηση εμφανίζεται απολύτως σαφής:
Φλυαρούν για απορροές του Θεού και για τέτοιες μεταμορφώσεις, ώστε ο Θεός θα διαλυόταν σε φωτιά μαζί με ολόκληρο το σύμπαν και έπειτα, εκ νέου, θα συστελλόταν εδώ κάτω και θα εκτεινόταν βαθμιαία σε γη και θάλασσα και άνεμο και ζώα και θα εισερχόταν στις φοβερές μορφές των ζώντων όντων και των φυτών: όλα αυτά, ακόμη και να τα ακούει κανείς, είναι ασέβεια!²

Και ακόμη:

Δεν είναι πιθανό ούτε πρέπον, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι φιλόσοφοι, ο Θεός να βρίσκεται αναμεμειγμένος με μια ύλη υποκείμενη σε όλα τα πάθη και με πράγματα που υφίστανται αναρίθμητες μορφές αναγκαιότητας, τυχαιότητας και μεταβολής.³
Ο Θεός —επαναλαμβάνει ο Πλούταρχος— είναι υπερβατικός με την έννοια ότι Αυτός είναι η άυλη και αμετάβλητη πραγματικότητα, πάντοτε ταυτόσημη με τον εαυτό της.


Αλλά ο Θεός, καθαυτόν, είναι πάρα πολύ μακριά από τη γη, αμόλυντος, άφθαρτος, καθαρός από κάθε ύλη που υπόκειται στη φθορά και στον θάνατο.⁴

2. Μια εμβληματική σελίδα του Πλουτάρχου που απηχεί ένα βιβλικό κείμενο — Το σημαντικότερο κείμενο του Πλουτάρχου αποτελείται από το τέλος της πραγματείας Περί του Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς, όπου ο φιλόσοφός μας ορίζει τον Θεό ως το «Είναι», το «αληθινό Είναι», αντιπαρατιθέμενο προς το είναι που προσιδιάζει στον άνθρωπο και σε όλα τα πράγματα του φυσικού κόσμου, το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν είναι «είναι», αλλά μάλλον «γίγνεσθαι», δηλαδή «είναι εν μεταβολή», και, επομένως, σχεδόν «μη-είναι».

Ο Θεός είναι το «άχρονο Είναι», που δεν προσβάλλεται από τις περιπέτειες του «ήταν» και του «θα είναι»: είναι το ακίνητο Είναι στη διάσταση του αιωνίου. Το «Ε» του ναού των Δελφών, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σημαίνει «ΕΙ» —που είναι το δεύτερο πρόσωπο της οριστικής του ελληνικού ρήματος «είμαι»— και σημαίνει: «Εσύ είσαι».
Γι’ αυτό ο Θεός υποδέχεται στον ναό Του τον άνθρωπο με το ρητό «Γνώθι σαυτόν», για να πει: «Άνθρωπε, να θυμάσαι ότι είσαι θνητός»· και ο άνθρωπος απαντά στον Θεό με το ρητό «Εσύ είσαι», που σημαίνει «Εσύ είσαι το Είναι».


Ας διαβάσουμε τη σελίδα, πραγματικά σημαντική, στην οποία φαίνεται μάλιστα πως μπορεί κανείς να συλλάβει την ηχώ του βιβλικού «Ego sum qui sum» —το οποίο, όπως είδαμε, βρισκόταν στο προσκήνιο στις φιλώνειες πραγματείες— πέρα από την ηχώ του παρμενίδειου και του πλατωνικού ρήματος:
Πρόκειται, αντιθέτως, για έναν τρόπο, ή μάλλον για τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο, καθαυτόν και δι’ εαυτόν, να απευθύνεται κανείς στον θεό και να τον χαιρετά: το να προφέρει κανείς αυτή τη συλλαβή σημαίνει ήδη ότι εγκαθίσταται στη νόηση του θεϊκού είναι. Εξηγούμαι: ο θεός, σαν να υποδέχεται τον καθένα από εμάς κατά την πράξη της προσέγγισής μας σε αυτόν τον τόπο, μας απευθύνει εκείνη την προτροπή του, «Γνώθι σαυτόν», η οποία αξίζει αναμφίβολα πολύ περισσότερο από το συνηθισμένο «Χαίρε». Και εμείς, ως ανταπόδοση, ομολογούμε στον θεό: «Εσύ είσαι —Εἶ», και έτσι προφέρουμε την ακριβή, αληθή ονομασία, και τη μόνη που αρμόζει σε Αυτόν μόνο. Στην πραγματικότητα, σε εμάς τους ανθρώπους, αυστηρά μιλώντας, δεν αρμόζει το είναι. Ολόκληρη η φύση είναι, πράγματι, θνητή, τοποθετημένη καθώς είναι ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο· προσφέρει μόνο ένα φάντασμα και ένα φαινόμενο, αδύναμο και νωθρό, του εαυτού της. Όσο κι αν προσηλώσεις τον νου θέλοντας να τη συλλάβεις, είναι σαν να σφίγγεις με το χέρι νερό. Όσο περισσότερο το πιέζεις και προσπαθείς να το συγκεντρώσεις μαζί, τόσο περισσότερο τα ίδια τα δάχτυλα, που το κλείνουν ολόγυρα, το κάνουν να κυλά και να χάνεται. Παρομοίως, ας καταδιώκει ο λόγος, όσο θέλει, την πλήρη σαφήνεια κάθε πράγματος που υπόκειται στις διάφορες επιδράσεις και στη μεταβολή: παραμένει απογοητευμένος, είτε στραφεί προς τη γέννησή του είτε προς τη φθορά του, διότι δεν θα κατορθώσει ποτέ να συλλάβει τίποτε σταθερό, τίποτε που να υπάρχει πραγματικά. «Βέβαια, δεν είναι δυνατόν να βυθιστεί κανείς δύο φορές στον ίδιο ποταμό», κατά τον λόγο του Ηρακλείτου, ούτε λοιπόν είναι δυνατόν να αγγίξει κανείς δύο φορές, στην ίδια κατάσταση, μια θνητή ουσία. Αντίθετα, γρήγορες και ταχείες μεταβολές «τη διασκορπίζουν και πάλι τη συνάγουν» ή, καλύτερα, όχι «πάλι», «όχι αργότερα», αλλά «ταυτόχρονα» αυτή συγκροτείται και εκλείπει, «εισέρχεται και εξέρχεται». Γι’ αυτό αυτή η θνητή ουσία δεν οδηγεί μέχρι τέλους προς την οδό της ύπαρξης όλα όσα μέσα της εισέρχονται στο γίγνεσθαι, για τον απλό λόγο ότι ακριβώς αυτό το γίγνεσθαι δεν γνωρίζει παύση ή ανάπαυση, ποτέ. Έτσι, από το σπέρμα, μέσα σε μια αδιάκοπη μεταμόρφωση, παράγει το έμβρυο και έπειτα το βρέφος και έπειτα το παιδί, στη συνέχεια τον έφηβο, τον νέο, και έπειτα τον άνδρα, τον ηλικιωμένο, τον γέροντα, καταστρέφοντας κάθε φορά τα προηγούμενα στάδια της ανάπτυξης και τις διάφορες ηλικίες, για να κάνει χώρο σε εκείνες που επέρχονται. Και όμως εμείς —ω, τι γελοίο πράγμα!— δεν φοβόμαστε παρά έναν μόνο θάνατο, ενώ, στην πραγματικότητα, έχουμε υποστεί και θα υποστούμε άπειρους θανάτους! Διότι όχι μόνο «ο θάνατος της φωτιάς —κατά τον λόγο του Ηρακλείτου— είναι γέννηση για τον αέρα, και ο θάνατος του αέρα είναι γέννηση για το νερό», αλλά το πράγμα είναι πολύ σαφέστερο στη δική μας περίπτωση: ο ώριμος άνδρας πεθαίνει, όταν γεννιέται ο γέροντας· και ο νέος πέθανε για να δώσει θέση στον ώριμο άνδρα· και έτσι το παιδί για τον νέο· και το βρέφος για το παιδί. Ο χθεσινός άνθρωπος πέθανε για τον σημερινό άνθρωπο· και ο σημερινός άνθρωπος πεθαίνει για τον αυριανό άνθρωπο. Κανείς δεν παραμένει, κανείς δεν είναι ένας· αλλά εμείς γινόμαστε ένα πλήθος: γύρω από δεν ξέρω ποιο φάντασμα, γύρω από ένα κοινό πήλινο υπόστρωμα, η ύλη κυκλοφορεί και γλιστρά μακριά. Άλλωστε, πώς, υποθέτοντας ότι παραμένουμε σε μια ταυτότητα, χαιρόμαστε τώρα για πράγματα διαφορετικά από εκείνα που μας χαροποιούσαν πριν; Πώς αντικείμενα αντίθετα προκαλούν άλλοτε αγάπη, άλλοτε μίσος, άλλοτε θαυμασμό, άλλοτε μομφή; Γιατί χρησιμοποιούμε πάντοτε διαφορετικές λέξεις και υποκείμεθα σε διαφορετικό αίσθημα; Γιατί δεν είναι ποτέ ίδια μέσα μας ούτε η όψη ούτε η μορφή ούτε η σκέψη; Χωρίς μεταβολή, βέβαια, δεν εξηγούνται αυτές οι κάθε φορά διαφορετικές καταστάσεις· και όποιος αλλάζει, επομένως, δεν είναι πια ο ίδιος. Αλλά αν κάποιος δεν είναι ο ίδιος, δεν είναι απλώς, αλλά γίνεται πάντοτε νέος και διαφορετικός από τον προηγουμένως διαφορετικό, ακριβώς στο ότι αλλάζει. Σφάλλουν οι αισθήσεις μας, από άγνοια του πραγματικού είναι, όταν αποδίδουν είναι σε αυτό που μόνο φαίνεται. Αλλά τότε τι είναι το πραγματικό είναι; Το αιώνιο. Εκείνο που δεν γεννιέται. Εκείνο που δεν πεθαίνει. Εκείνο στο οποίο ούτε μια στιγμή χρόνου δεν μπορεί να εισαγάγει μεταβολή. Κάτι που κινείται και που εμφανίζεται ταυτόχρονα με την κινούμενη ύλη· κάτι που ρέει αιώνια και ακατανίκητα, σαν δοχείο γέννησης και θανάτου: να τι είναι ο χρόνος! Ακόμη και οι συνηθισμένες λέξεις, το «έπειτα», το «πριν», το «θα είναι», το «συνέβη», είναι η αυθόρμητη ομολογία του μη-είναι του. Πράγματι, είναι αφελές και παράλογο να λέμε «είναι» για κάτι που δεν έχει ακόμη εισέλθει στο είναι, ή για κάτι που έχει ήδη παύσει να είναι. Οι συνηθισμένες μας εκφράσεις, πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε ως επί το πλείστον την έννοιά μας για τον χρόνο, δηλαδή «υπάρχει», «είναι παρόν», «τώρα», όλες μας ξεφεύγουν, όταν ο συλλογισμός τις προσβάλλει όλο και πιο από κοντά. Το παρόν, πράγματι, απομακρυσμένο καθώς είναι αναγκαστικά από το μέλλον και από το παρελθόν, χάνεται σαν αστραπή για εκείνους που θέλουν να συλλάβουν την αναλαμπή του. Αλλά, αν η μετρούμενη φύση βρίσκεται στην ίδια σχέση με τον χρόνο όπως το μέτρο, δεν υπάρχει τίποτε μέσα της που να είναι σταθερό, τίποτε που να είναι υπάρχον· αντιθέτως, όλα υπόκεινται στην εναλλαγή της γέννησης και του θανάτου, στον κοινό ρυθμό του χρόνου. Γι’ αυτό το να λέμε για το αληθινό Είναι «Αυτό υπήρξε» ή «Αυτό θα υπάρξει» είναι σχεδόν ιεροσυλία. Πράγματι, αυτοί οι προσδιορισμοί είναι κλίσεις και αλλοιώσεις εκείνου που δεν γεννήθηκε για να διαρκέσει μέσα στο είναι. Αλλά ο θεός —πρέπει να το πούμε;— «είναι»· είναι, λέγω, όχι σύμφωνα με τον ρυθμό του χρόνου, αλλά μέσα στο αιώνιο, που είναι χωρίς κίνηση, χωρίς χρόνο, χωρίς εναλλαγή· και δεν δέχεται ούτε πριν ούτε μετά, ούτε μέλλον ούτε παρελθόν, ούτε ηλικία γήρατος ή νεότητας. Όχι, Αυτός είναι ένας και μέσα στην ενότητα του παρόντος γεμίζει το «πάντοτε»: εκείνο που με αυτή την έννοια υπάρχει πραγματικά, εκείνο και μόνο «είναι»: δεν συνέβη, δεν θα υπάρξει, δεν άρχισε, δεν θα τελειώσει.⁵

3. Απόδειξη της ασωματότητας και της υπερβατικότητας του Θεού στο «Διδασκαλικόν» και στον Απουλήιο — Ανάλογη τάξη εννοιών βρίσκουμε στο Διδασκαλικόν και στον λεγόμενο «κύκλο του Γαΐου». Ο συγγραφέας του Διδασκαλικού πολεμά ρητά εναντίον της «πανσωματιστικής» σύλληψης της Στοάς, σύμφωνα με την οποία μόνο εκείνο που είναι σώμα μπορεί να ενεργεί, και προβάλλει την ακριβώς αντίθετη αρχή.

Γράφει, μεταξύ άλλων:


Επιπλέον, τα ποιητικά αίτια δεν μπορούν να είναι άλλα παρά τα ασώματα, εφόσον τα σώματα είναι παθητικά και μεταβλητά, και δεν είναι πάντοτε ταυτόσημα με τον εαυτό τους και στις ίδιες συνθήκες, ούτε είναι σταθερά και αμετάβλητα· ακόμη και εκείνα στα οποία αρχικά μας φαίνεται ότι υπάρχει κάποια δραστηριότητα, στη συνέχεια ανακαλύπτεται ότι την υφίστανται. Επομένως, όπως υπάρχει κάτι καθαρά παθητικό, έτσι πρέπει κατ’ ανάγκην να υπάρχει κάτι που να είναι κατεξοχήν ενεργητικό· τώρα, αυτό δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά το ασώματο.⁶

Ειδικότερα, σχετικά με την ασωματότητα του Θεού, ο συγγραφέας του Διδασκαλικού παρέχει την ακόλουθη απόδειξη:

Ο Θεός δεν έχει μέρη, διότι δεν υπάρχει τίποτε πριν από αυτόν· άλλωστε, το μέρος και το συστατικό στοιχείο υπάρχουν πριν από εκείνο του οποίου είναι μέρος: πράγματι, η επιφάνεια υπάρχει πριν από το στερεό σώμα, και η γραμμή πριν από την επιφάνεια. Τώρα, δεδομένου ότι δεν έχει μέρη, θα πρέπει να είναι ακίνητος τόσο από την άποψη του τόπου όσο και ως προς την ποιοτική αλλοίωση. Πράγματι, αν αλλοιωνόταν ποιοτικά, αυτό θα εξαρτιόταν είτε από παρέμβαση δική του είτε από παρέμβαση κάποιου άλλου. Αν υφίστατο αλλοίωση από κάτι άλλο, αυτό θα ήταν ισχυρότερο από αυτόν· αν, αντίθετα, αλλοιωνόταν με δική του παρέμβαση, θα μεταβαλλόταν είτε προς το χειρότερο είτε προς το καλύτερο· αλλά και οι δύο περιπτώσεις είναι άτοπες. Από όλες αυτές τις σκέψεις φαίνεται επίσης καθαρά ότι ο Θεός είναι ασώματος, όπως θα δείξουν και τα ακόλουθα επιχειρήματα: πράγματι, αν ο Θεός ήταν σώμα, θα αποτελούνταν από ύλη και μορφή, διότι κάθε σώμα είναι συνδυασμός ύλης και της μορφής που είναι συνδεδεμένη με αυτήν· αυτός ο συνδυασμός αναπαράγει πιστά τις Ιδέες και μετέχει σε αυτές, έστω και με τρόπο δύσκολο να εκφραστεί. Αλλά είναι άτοπο ο Θεός να είναι σύνθετος από ύλη και μορφή, διότι δεν θα ήταν απλός και δεν θα είχε τη λειτουργία αρχής. Κατά συνέπεια, ο Θεός πρέπει να είναι ασώματος.

Αυτό προκύπτει και από το εξής: αν ο Θεός ήταν σώμα, θα αποτελούνταν από ύλη, και τότε θα ήταν ή φωτιά ή νερό ή γη ή αέρας ή κάποιο παράγωγό τους. Αλλά κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν έχει λειτουργία αρχής. Τέλος, αν αποτελούνταν από ύλη, ο Θεός θα ήταν μεταγενέστερος της ύλης. Αλλά, επειδή όλα αυτά είναι άτοπα, πρέπει να τον θεωρούμε ασώματο. Πράγματι, αν είναι σώμα, θα είναι επίσης φθαρτός, γεννημένος και μεταβλητός· αλλά, στην περίπτωση του Θεού, καθένα από αυτά τα κατηγορήματα είναι άτοπο.⁷

Ανάλογες έννοιες επαναλαμβάνει και ο Απουλήιος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, συνοψίζει έτσι την πλατωνική «δεύτερη πλεύση»:

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα υπάρχουν δύο πραγματικότητες —τις οποίες εμείς ονομάζουμε ουσίες [= υποστάσεις]— από τις οποίες προέρχονται όλα τα πράγματα και ο ίδιος ο κόσμος: η πρώτη συλλαμβάνεται μόνο με τη σκέψη, η δεύτερη μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις. Αλλά η πρώτη, η οποία συλλαμβάνεται με τα μάτια του νου, βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση, ίση και όμοια με τον εαυτό της, ως εκείνη που αληθινά είναι· η δεύτερη, αντίθετα, η οποία, όπως βεβαιώνει ο Πλάτων, γεννιέται και πεθαίνει, συλλαμβάνεται από την αισθητή και άλογη γνώμη. Και όπως η πρώτη θεωρείται ως το αληθινό είναι, έτσι η δεύτερη δεν είναι αληθινό είναι. Η πρώτη υπόσταση ή ουσία είναι ο πρώτος Θεός και ο νους και οι μορφές των πραγμάτων και η ψυχή· η δεύτερη υπόσταση είναι όλα όσα δέχονται μια μορφή και γεννιούνται και έχουν την αρχή τους από το πρότυπο της ανώτερης υπόστασης, η οποία μπορεί να αλλάζει και να μεταμορφώνεται, φεύγοντας και διαλυόμενη όπως το νερό των ποταμών.⁸
⁷ Διδασκαλικόν, X, 7-8.


4. Το ακατάληπτο της ουσίας του Θεού, εννοημένου ως υπέρτατης Νοημοσύνης — Η έντονη υπογράμμιση της υπερβατικότητας του Θεού έπρεπε να συνεπάγεται, ως συνέπεια, την άρνηση της δυνατότητας του ανθρώπου να συλλάβει και να προσδιορίσει την ουσία του ίδιου του Θεού, και, συνεπώς, την άρνηση της δυνατότητας να την εκφράσει με λόγια.

Αυτή η διδασκαλία περί του «ακατάληπτου» και του «ανέκφραστου» του Θεού —την οποία συναντήσαμε στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα⁹— διατυπώνεται από ορισμένους Μέσους Πλατωνικούς, και κυρίως από τον συγγραφέα του Διδασκαλικού με πολύ σαφή τρόπο:
Ο Θεός είναι ανέκφραστος και μπορεί να συλληφθεί μόνο με τον νου —όπως ειπώθηκε—, διότι δεν είναι ούτε γένος ούτε είδος ούτε διαφορά, αλλά, αντίθετα, δεν του αρμόζει κανένας προσδιορισμός, ούτε κακός, διότι το να το πει κανείς θα ήταν ασέβεια, ούτε καλός, διότι θα ήταν τέτοιος μέσω συμμετοχής σε κάτι, κυρίως στην αγαθότητα· ο Θεός δεν είναι μια αδιάφορη πραγματικότητα, διότι αυτό δεν αντιστοιχεί στην έννοια που έχουμε γι’ αυτόν· δεν διαθέτει ποιότητα, διότι είναι ξένος προς κάθε ποιοτικό προσδιορισμό και διότι η τελειότητά του δεν εξαρτάται από μια ποιότητα· δεν είναι ούτε στερημένος από ποιότητα, διότι δεν στερείται κάτι που να του ανήκει ποιοτικά· δεν είναι μέρος κάποιου πράγματος και δεν είναι σαν ένα όλον που διαθέτει μέρη, ούτε είναι τέτοιος ώστε να είναι ταυτόσημος ή διαφορετικός από κάτι: πράγματι, δεν του αρμόζει κανένας προσδιορισμός σύμφωνα με τον οποίο μπορεί να χωριστεί από τα άλλα πράγματα· δεν κινεί και δεν κινείται.¹⁰

Παρά τις διατυπώσεις αυτές, οι Μέσοι Πλατωνικοί δεν έφθασαν —όπως έκαναν, αντίθετα, ορισμένοι Νεοπυθαγόρειοι— μέχρι το σημείο να θέσουν τον Θεό και «πάνω από τη Νοημοσύνη». Οι περισσότεροι από αυτούς, μάλιστα, θεώρησαν ότι ο Θεός συμπίπτει ακριβώς με την υπέρτατη Νοημοσύνη.¹¹

Συνεπώς, η πλατωνική μεταφυσική επαναλήφθηκε μαζί με τα κεκτημένα που της προσέφερε ο Αριστοτέλης, ο οποίος —όπως εξηγήσαμε στον οικείο τόπο— είχε αντικαταστήσει το Απόλυτο εννοημένο ως «νοητή Ιδέα» με το Απόλυτο εννοημένο ακριβώς ως «υπέρτατη Νοημοσύνη».
Μάλιστα, αυτά τα κεκτημένα εμπλουτίστηκαν περαιτέρω από τους Μέσους Πλατωνικούς με μια αληθινή προσπάθεια μεσολάβησης και υπέρβασης των υφιστάμενων αντιθέσεων, στο πεδίο της οντολογίας και της θεολογίας, ανάμεσα στην πλατωνική θέση και την αριστοτελική, για τις οποίες επίσης θα πραγματευθούμε.


Σημειώσεις:

1 Βλ. βιβλίο V, σσ. 1336 κ.ε.
2 Πλούταρχος, De E ap. Delph., 393 e.
3 Πλούταρχος, Ad princ. iner., 781 e.
4 Πλούταρχος, De Is. et Osir., 382 f. Για τις σχέσεις ανάμεσα στον Πλούταρχο και τον Στωικισμό θεμελιώδη συμβολή προσέφερε ο D. Babut, Plutarque et le Stoïcisme, Paris 1969 —για το ειδικό θέμα που πραγματευόμαστε εδώ βλ. σσ. 453 κ.ε.—· ιταλική έκδοση: Plutarco e lo Stoicismo, επιμέλεια A. Bellanti, παρουσίαση R. Radice, Vita e Pensiero, Milano 2003.
5 Πλούταρχος, De E ap. Delph., 392 a-393 b.
6 Διδασκαλικόν, XI, 2· η μετάφραση είναι του E. Vimercati, έκδ. Bompiani, ό.π., κεφ. XII.
7 Διδασκαλικόν, X, 7-8.
8 Απουλήιος, De Platone, 1, 193. Πρέπει να σημειωθεί ότι, έστω και παρεμπιπτόντως, ο Απουλήιος, λίγο πριν (190), ορίζει τον Θεό ως «incorporeus, unus» και ajperivmetro", δηλαδή «άπειρο», χρησιμοποιώντας έναν ασυνήθιστο ελληνικό όρο, ο οποίος έχει ένα παρόμοιο —αν και όχι ταυτόσημο— παράλληλο, για παράδειγμα στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα· βλ., για παράδειγμα, Sacrif., 59, όπου χρησιμοποιείται ο όρος ajperivgrafo".
9 Βλ. παραπάνω, σσ. 1768 κ.ε.
10 Διδασκαλικόν, X, 4.
11 Βλ. παρακάτω, κεφ. III, σσ. 1837 κ.ε.

Συνεχίζεται με:

II. Επανενεργοποίηση και επανεξέταση της πλατωνικής θεωρίας των Ιδεών
1. Οι Ιδέες ως «σκέψεις του Θεού»

Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός (19)

 Συνέχεια από Τετάρτη 6. Μαΐου 2026

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 19
Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ

Ἡ Ψυχή ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὴν νόηση,
ἀλλὰ ἡ πρόοδός της πραγματοποιεῖται
μὲ τὴν ἐννόηση τῆς νόησης,
ἐπειδὴ ἐκεῖ στρέφει τὸ βλέμμα της,
ἀλλὰ ὡς κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἡ ἴδια.
Εννεάδες, V, 1, 3.


ΤΜΗΜΑ V
Η ΤΡΙΤΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ: Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ


VII. Η θετικότητα και η ομορφιά του σωματικού κόσμου

1. Ο κόσμος γεννήθηκε υπό το σημείο του Αγαθού
Αυτή η αντίληψη για τη γένεση και τη δομή του φυσικού κόσμου θα μπορούσε, από μόνη της, να οδηγήσει σε δύο αντίθετες αξιολογήσεις του.
α) Στον βαθμό που πρόκειται για έναν κόσμο που, κατά κάποιον τρόπο, συνδέεται με την ύλη —η οποία είναι στέρηση του Αγαθού, δηλαδή κακό— θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι γεννήθηκε υπό το σημείο του κακού.
β) Αντίθετα, στον βαθμό που τονίζεται η όψη της ύλης ως «σκιάς της μορφής» και η προέλευση του κόσμου γενικά από την Ψυχή —και συνεπώς από τον Νου και, τελικά, από το ίδιο το Ένα— πρέπει να συναχθεί ότι γεννήθηκε υπό το σημείο του Αγαθού.

Αυτή η δεύτερη είναι η θέση —έστω και όχι απαλλαγμένη από ορισμένες απορίες— στην οποία καταλήγει ο Πλωτίνος από τις αρχές του και την οποία υπερασπίζεται σθεναρά απέναντι στην αντίθετη γνωστική θέση.¹


Πρέπει κατ’ αρχάς να παρατηρηθεί ότι η αρχαία πλατωνική διαίσθηση, σύμφωνα με την οποία δεν βρίσκεται η Ψυχή μέσα στον κόσμο, αλλά ο κόσμος μέσα στην Ψυχή, οδηγείται από τον Πλωτίνο στις έσχατες συνέπειές της: η Ψυχή όχι μόνο παράγει τον κόσμο, αλλά τον περιβάλλει, τον περιζώνει, τον περικλείει μέσα στον ίδιο της τον κόλπο:

Ο κόσμος, λοιπόν, αναπαύεται μέσα στην Ψυχή, η οποία τον στηρίζει και δεν αφήνει κανένα μέρος του χωρίς την παρουσία της: σε αυτό μοιάζει με ένα δίχτυ ψαρέματος βυθισμένο στο νερό για να διατηρείται «ζωντανό», το οποίο δεν μπορεί να καταστήσει δικό του το στοιχείο μέσα στο οποίο είναι βυθισμένο· ωστόσο, αν η θάλασσα εκτείνεται, το δίχτυ εκτείνεται μαζί της όσο του επιτρέπεται, διότι κάθε μάτι του δεν μπορεί να καταλάβει διαφορετική θέση από εκείνη που του ανήκει. Η Ψυχή, αντίθετα, είναι από τη φύση της τόσο εκτεταμένη, επειδή δεν είναι καθορισμένο μέγεθος· για τον λόγο αυτό μπορεί να περιβάλλει ολόκληρο το σώμα του κόσμου με τον ίδιο τρόπο και να είναι παρούσα παντού όπου αυτό εκτείνεται. Άλλωστε, αν δεν υπήρχε το σώμα, τι θα έκανε η Ψυχή με το μέγεθός της; Διότι αυτή είναι ήδη αυτό που είναι. Το σύμπαν, λοιπόν, εκτείνεται όσο υπάρχει η Ψυχή και βρίσκει το όριό του εκεί όπου, προχωρώντας, μπορεί ακόμη να στηριχθεί σε αυτήν.²

Είναι φανερό ότι —ενταγμένες σε αυτό το πλαίσιο— οι στωικές διδασκαλίες περί «καθολικής συμπάθειας» και «πρόνοιας» αποκτούν ένα νέο πνευματικό νόημα, με πρωτόγνωρες διευρύνσεις.

2. Η νέα πλατωνική-πλωτινική αντίληψη του Δημιουργού

Η ίδια η διδασκαλία περί Δημιουργού (Δημιουργού-Δημιουργού) και τα πολλά ζητήματα που είχαν τεθεί από τους Πλατωνικούς σχετικά με αυτόν μεταβάλλουν ουσιαστικά το νόημά τους.

Ο Δημιουργός είναι, κατά κάποιον τρόπο, η Ψυχή, διότι αυτή είναι η αληθινή παραγωγική αιτία του κόσμου. Αλλά η Ψυχή δημιουργεί όχι μόνο ως ζωή και γεννήτρια ζωής (που είναι το ιδιαίτερο γνώρισμά της), αλλά κυρίως επειδή φέρει μέσα της τις μορφές που προέρχονται από τις Ιδέες του Νου.

Με αυτή την έννοια, ο Πλωτίνος μπορεί να υποστηρίξει ότι Δημιουργός είναι και ο Νους.³

Στο έσχατο όριο τίθεται ακόμη και το ίδιο το Ένα, εφόσον ο φυσικός κόσμος έπρεπε να προκύψει ώστε να πραγματοποιηθεί πλήρως όλη η δύναμη του Ενός.
Αλλά, γενικότερα, όπως θα δούμε, η έννοια της «δημιουργικής θεωρίας» μετασχηματίζει ριζικά όλο το πρόβλημα του Δημιουργού και θέτει στο περιθώριο την πλατωνική μορφή του Δημιουργού.
Η ίδια η θεωρία καθίσταται η αληθινή δημιουργική δύναμη και, επομένως, η κατεξοχήν δημιουργική (δημιουργική) ισχύς.⁴


3. Η πνευματοποίηση του φυσικού κόσμου έως σχεδόν τα όρια του «ακοσμισμού»

Η αντιγνωστική πολεμική δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ενισχύσει την πεποίθηση του Πλωτίνου σχετικά με τη θετικότητα του φυσικού κόσμου.

Για τον φιλόσοφό μας, όποιος κρίνει τον κόσμο ως κακώς γεννημένο διαπράττει ένα θεμελιώδες σφάλμα αξιολόγησης, επειδή τον εξετάζει από λανθασμένη οπτική: ο κόσμος δεν πρέπει να θεωρείται και να κρίνεται ως «πρότυπο», δηλαδή ως Νους, αλλά ως «αντίγραφο» που μιμείται το «πρότυπο».
Αν κριθεί ως «αντίγραφο», δηλαδή ως «εικόνα», τότε πρέπει να συναχθεί ότι είναι η ωραιότερη εικόνα του πρωτοτύπου.⁵
Άλλωστε, ο Πλωτίνος φθάνει στο σημείο να λέει ότι ο αισθητός κόσμος «υπάρχει για Εκείνον και βλέπει προς τα άνω».⁶
Μάλιστα, υποστηρίζει όχι μόνο ότι ο κόσμος βλέπει τον Θεό, αλλά και ότι, κατά κάποιον τρόπο, ο ίδιος ο κόσμος βρίσκεται μέσα στον Θεό, αφού ο κόσμος είναι μέσα στην Ψυχή, η Ψυχή μέσα στον Νου, ο Νους μέσα στο Ένα, και το Ένα δεν βρίσκεται μέσα σε κάτι άλλο, αλλά περικλείει τα πάντα ως Αρχή των πάντων.⁷
Η πνευματοποίηση του κόσμου προωθείται από τον Πλωτίνο σχεδόν μέχρι τα όρια του «ακοσμισμού»: η ύλη ανάγεται σε εξασθενημένη δραστηριότητα της Ψυχής, το σώμα στη μορφή, ο κόσμος σε ένα κινητό παιχνίδι μορφών που κινούνται όπως σε καθρέφτη, η μορφή συνδέεται με τον Νου και ο Νους με το Ένα.

4. Η πλωτινική δαιμονολογία

Λιγότερο ενδιαφέρουσες είναι οι αντιλήψεις του Πλωτίνου σχετικά με τη δομή του κόσμου. Εδώ περιοριζόμαστε να επισημάνουμε ορισμένες σχέσεις μεταξύ κοσμογονίας και δαιμονολογίας.
Ο ουρανός, που είναι το καλύτερο μέρος του ορατού κόσμου και το όριο προς τα κατώτερα επίπεδα του κόσμου του Νου, αποτελείται από φως (διαφορετικό από το γήινο πυρ).
Και ο ουρανός είναι η πρώτη περιοχή στην οποία εισέρχονται οι ψυχές.⁸
Τα άστρα και τα ουράνια σώματα είναι έμψυχα και αποτελούν δευτερεύοντες ή ορατούς θεούς, οι οποίοι είναι σαν εικόνες ή αντίγραφα των πνευματικών και νοητών θεών.
Πέρα από την αντίληψη των ορατών θεών, ο Πλωτίνος επαναφέρει επίσης τη διδασκαλία των Δαιμόνων, οι οποίοι νοούνται ως ενδιάμεσοι και μεσολαβητές μεταξύ των θεών και του ανθρώπινου γένους.
Οι Δαίμονες δεν ανήκουν στον κόσμο του Νου (σε αυτόν ανήκει μόνο το αιώνιο και πνευματικό τους πρότυπο, το οποίο ως τέτοιο είναι θεός)· διαθέτουν όμως μια νοητή ύλη, η οποία τους επιτρέπει να λαμβάνουν αέρινα και πύρινα σώματα.⁹

Οι Δαίμονες μπορούν ακόμη και να έχουν φωνή στον αέρα.¹⁰
Επιπλέον, οι Δαίμονες γεννώνται από την Ψυχή του σύμπαντος σύμφωνα με τις διάφορες ανάγκες του σύμπαντος.¹¹


Μια ιδιαίτερη κατηγορία Δαιμόνων είναι οι «Έρωτες» (Erotes), οι οποίοι παράγονται από την Ψυχή στην έφεσή της προς το ωραίο, ενώ οι άλλοι Δαίμονες γεννώνται από άλλες δυνάμεις της Ψυχής και όχι από τη δύναμη της αγάπης της.¹²


Σημειώσεις:


¹ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 9, passim.
² Εννεάδες, IV, 3, 9.
³ Ο Δημιουργός συλλαμβάνεται, λοιπόν, από τον Πλωτίνο σε δύο ή ακόμη και σε τρία επίπεδα.
⁴ Πρβλ. Εννεάδες, III, 8, passim.
⁵ Πρβλ. Εννεάδες, II, 9, 4.
⁶ Εννεάδες, II, 9, 9.
⁷ Πρβλ. Εννεάδες, V, 5, 9.
⁸ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 17.
⁹ Πρβλ. Εννεάδες, III, 5, 6.
¹⁰ Πρβλ. Εννεάδες, IV, 3, 18.
¹¹ Πρβλ. Εννεάδες, III, 5, 6.
¹² Πρβλ. Εννεάδες, III, 5, passim.
Συνεχίζεται με: ΤΜΗΜΑ VI., Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 2

Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026

ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 2

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου


Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.

Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.

Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.


RUSCONI

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


του Giuseppe Faggin

«…μηδὲ κατ’ ἐπιστήμην ἡ σύνεσις ἐκείνου μηδὲ κατὰ νόησιν, ὥσπερ τὰ ἄλλα νοητά, ἀλλὰ κατὰ παρουσίαν ἐπιστήμης κρείττονα».

«…η γνώση Εκείνου δεν αποκτάται ούτε μέσω της επιστήμης ούτε μέσω της νοήσεως, όπως συμβαίνει με τα άλλα νοητά αντικείμενα, αλλά μέσω μιας παρουσίας ανώτερης από την επιστήμη».

Ἐννεάδες, VI 9, 4, 1-3


Η παρουσία του Πλωτίνου και της σχολής του στη Ρώμη κατά τον 3ο αιώνα δεν αποτελεί μόνο μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη ζωτικότητα και τη συνέχεια της πλατωνικής σκέψεως, αλλά είναι προπάντων η έκφραση μιας μεγάλης πνευματικής ισορροπίας σε μια εποχή αποπροσανατολισμού και αγωνίας. Καμία αξίωση σχολαρχίας ή πρωτοτυπίας: ο Πλωτίνος δηλώνει ανοικτά ότι η θεωρητική του αναζήτηση επιθυμεί να παραμείνει απολύτως πιστή στη διδασκαλία του Πλάτωνος¹. Αποδέχεται τα δογματικά της θεμέλια με εκείνο το κριτικό πνεύμα και εκείνη τη συμπαθητική προσήλωση που χαρακτηρίζουν τους αυθεντικούς στοχαστές, οι οποίοι επιδιώκουν να συνεχίσουν μια μεγάλη παράδοση και οι οποίοι, έχοντας πίσω τους τη μεταγενέστερη ιστορία της σκέψεως, αισθάνονται την ανάγκη να ξαναστοχαστούν τη διδασκαλία του Διδασκάλου υπό το φως των νέων ερευνών.

Ο Πλωτίνος εμπλέκει έτσι όχι μόνο τα διάφορα πλατωνικά και πλατωνίζοντα ρεύματα —τον ερμητισμό, τη σκέψη του Φίλωνος του Αλεξανδρέως, τον μέσο πλατωνισμό, τον νεοπυθαγορισμό, τα Χαλδαϊκά Λόγια…— αλλά και τα διάφορα ρεύματα που σήμερα αποκαλούμε κλασικά: την αριστοτελική φιλοσοφία, τον στωικισμό στις ποικίλες σχολές του, τον επικουρισμό, τον σκεπτικισμό· συγχρόνως, λαμβάνει υπόψη τα πλατωνικά υπομνήματα του Κρονίου, του Σεβήρου, του Νουμηνίου, του Γαΐου και του Αττικού, καθώς και τα έργα των Περιπατητικών Ασπασίου, Αλεξάνδρου και Αδράστου². Το ενδιαφέρον του για την ανατολική σκέψη και για τη γνωστική γραμματεία³ δείχνει μέχρι πού θα ήθελε να επεκτείνει την έρευνά του.

Δεν πρέπει επίσης να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι ιστορικοί των ιδεών δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να διακρίνουν τον νεοπλατωνισμό από τον πλατωνισμό, αλλά μάλλον τείνουν να ανιχνεύουν τον νεοπλατωνισμό μέσα στον ίδιο τον πλατωνισμό. Τόσο μεγάλη είναι η στοργική φροντίδα του Πλωτίνου να λαμβάνει υπόψη, κατά την οικοδόμηση του δικού του συστήματος, ακόμη και τις λεπτότερες δογματικές αποχρώσεις του Διδασκάλου και των μεταγενέστερων επιγόνων του.

Υπάρχει όμως στον Πλωτίνο αρκετό υλικό ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αναμφισβήτητη πρωτοτυπία του: πρόκειται για τη θεωρία της «προόδου» —πρόοδος, ἀπόρροια, περίλαμψις—, η οποία στον Πλάτωνα εξαγγέλλεται, θα λέγαμε, μόλις ἐν αἰνίγματι, ενώ στον Πλωτίνο αντικαθιστά οριστικά και αναμφίβολα τη συντονιστική λειτουργία την οποία ο Πλάτων δεν είχε εκφράσει. Η θεωρία αυτή αποτελεί τον συνδετικό ιστό και τη μεσολάβηση που καθιστούν ολοένα περισσότερο κατανοητές τις σχέσεις μεταξύ των υποστάσεων και τον διαλεκτικό δυναμισμό τους, ανοίγοντας έτσι νέες και ευρύτερες προοπτικές μέσα στη συστηματική ενότητα της σκέψεώς του.

Από τους πλατωνικούς μύθους παραμένουν ακόμη ζωντανές και παρούσες στον Πλωτίνο μόνο ορισμένες υποβλητικές εικόνες και σύμβολα —το φως που εκπορεύεται από το φως, το κέντρο και οι ακτίνες, το δέντρο, η ανεξάντλητη πηγή…—· πρόκειται για ποιητικές αναλαμπές οι οποίες προσδίδουν κατά τόπους μια εντελώς ιδιαίτερη γοητεία στις παραδόσεις του, που δεν είναι πάντοτε γλωσσικά επεξεργασμένες.

Είναι βέβαιο ότι ο αληθινός συνεχιστής του Πλάτωνος, ο στοχαστής που τον συνεχίζει και τον ερμηνεύει με εξίσου βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, δεν είναι ούτε ο Ιάμβλιχος, ο οποίος παλεύει μέσα σε σκοτεινούς εσωτερισμούς, ούτε ο Πρόκλος, ο οποίος αρέσκεται να οντολογικοποιεί και να υποστασιοποιεί αφαιρέσεις και σχέσεις, αλλά ο Πλωτίνος. Οι Ἐννεάδες του, δίπλα στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη, έχουν το προνόμιο να αντιπροσωπεύουν την πολυτιμότερη κληρονομιά της αρχαίας σκέψεως.

Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Ἐννεάδες αποτελούν πιστό καθρέφτη της εποχής τους, η οποία ήταν τόσο βαθιά κλονισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Δεν γίνεται σε αυτές αισθητή η οσμή μιας κρίσεως, εκτός ίσως από την επιθυμία του Πλωτίνου, για την οποία μαρτυρεί ο Πορφύριος, να ιδρύσει στην Καμπανία την πόλη Πλατωνόπολη, η οποία θα πρόσφερε καταφύγιο και δυνατότητα φυγής σε φιλοσόφους αηδιασμένους από τις εγκόσμιες ταραχές.

Οι αναφορές σε πολιτικά ζητήματα είναι σπάνιες· ο πλωτινικός λόγος παραμένει σταθερά προσανατολισμένος προς τα προβλήματα της ηθικής και της μεταφυσικής, με την άγρυπνη μέριμνα να ελαχιστοποιεί τις αρνητικές όψεις της ζωής. Στο σύστημα του Πλωτίνου υπάρχει σαφής και ευρύς χώρος για το κακό, την αθλιότητα και τον πόνο, αυτά όμως εντάσσονται μέσα σε ένα οχύρωμα που επιδιώκει να προσφέρει εγγυήσεις, προσδοκίες και ελπίδες. Ο λόγος του δεν αποσκοπεί μόνο στο να διδάξει και να οικοδομήσει μπροστά στον νου μας ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, αλλά και να μας καθησυχάσει ως προς το ορθολογικό και σωτηριολογικό νόημα της πραγματικότητας μέσα στην οποία έχουμε ριχθεί.

Κατά την εποχή του Πλωτίνου, ο παγανισμός προχωρεί με μεγάλα βήματα προς μια θλιβερή παρακμή. Η παραδοσιακή θρησκεία έχει ήδη απολέσει την ταυτότητά της και ανοίγει τις πύλες στις ξένες θεότητες, δημιουργώντας έναν ολοένα πιο περίπλοκο συγκρητισμό, ο οποίος δείχνει πόσο αποπροσανατολισμένες είναι οι ψυχές στην αναζήτηση ενός ανώτερου σκοπού. Προπάντων όμως μετασχηματίζεται σε έναν πολυδαιμονισμό που αρέσκεται σε μαγικές και θεουργικές πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται αναρίθμητα πλήθη αγαθών και κακών δαιμόνων. Το θρησκευτικό κλίμα γίνεται δαιμονοπαθές και βαθιά ανορθολογικό.

Σε ανοικτή σύγκρουση με τον παγανισμό, η νέα χριστιανική πίστη αναζητεί μέσα στον χώρο της ελληνικής σοφίας τα πολιτισμικά στηρίγματα που χρειάζεται για την υπεράσπισή της απέναντι στις κατηγορίες των διανοουμένων ενός κόσμου που ψυχορραγεί· ταυτόχρονα εντείνει τον αγώνα της εναντίον του πολυθεϊσμού, ο οποίος στιγματίζεται ως λατρεία του Σατανά.

Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέτωπα, η σκέψη του Πλωτίνου επιδιώκει να αποτελέσει τη διεκδίκηση μιας ορθολογικής και πνευματικής φιλοσοφίας, η οποία μπορεί να επικαλεστεί μια ιστορία αιώνων και φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις της εποχής της, από τις μεταφυσικές και θρησκευτικές έως τις ηθικές και αισθητικές. Απορρίπτει αποφασιστικά την πολυθεϊστική παράδοση, της οποίας μετασχηματίζει τις θεότητες σε σύμβολα, και περιορίζει τους μύθους και τους θρύλους στην περιοχή του φανταστικού.

Η σιωπή που τηρεί ο Πλωτίνος απέναντι στον χριστιανισμό —στη σχολή του η αντιχριστιανική εχθρότητα εκπροσωπείται από τον Πορφύριο— μαρτυρεί αναμφίβολα την ανθρώπινη και ανεκτική ισορροπία του.

Αντιθέτως, τόσο στη διδασκαλία του όσο και στις συζητήσεις με τους μαθητές του, είναι ζωηρή η πολεμική εναντίον των Γνωστικών, στους οποίους προσάπτει τη μυθοποιητική διάρθρωση της σκέψεως, τον ανορθολογισμό της αντιλήψεως περί του κόσμου και την αυθαίρετη συμπεριφορά των ψυχών, δηλαδή τις όψεις που αντιτίθενται στη μεταφυσική του. Δεν είναι, πάντως, δυνατόν να γίνεται λόγος για συγγένειες της πλωτινικής σκέψεως με τη χριστιανική διδασκαλία, μολονότι οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα αργήσουν να αντλήσουν από τις Ἐννεάδες τα ουσιώδη μοτίβα της Υπερβατικότητας και της πνευματικής φύσεως της ψυχής, ακόμη και τα θεωρητικά θεμέλια του αιώνιου Λόγου.

Αυτές όμως οι αόριστες, αν και αναμφισβήτητες συγγένειες, χάνονται μέσα σε μια μεταφυσική η οποία αρνείται σε έναν Σωτήρα το έργο της σωτηρίας των ανθρώπινων ψυχών και αποδίδει στην ελεύθερη και έλλογη άνοδο του ανθρώπου —και όχι στην πίστη, στη χάρη και στην προσευχή— τη δυνατότητα να «επιστρέψει» στο Αγαθό· μια μεταφυσική η οποία αρνείται επίσης στα ιστορικά γεγονότα τη λειτουργία της σωτηρίας του κόσμου. Πρόκειται ακριβώς για όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία ο Αυγουστίνος, αφού δεχθεί τις πλωτινικές επιδράσεις, θα θέσει στη βάση της χριστοκεντρικής του αντιλήψεως.

Οι τρεις υποστάσεις —το Ένα, ο Νους ή Διάνοια και η Ψυχή— συγκροτούν την πλωτινική τριάδα και αντιπροσωπεύουν τα επίπεδα του Αγαθού, της Αλήθειας και της Ζωής ή, με άλλους όρους, τις πολλαπλές όψεις του πραγματικού: του Αρρήτου και του Υπερλόγου, του αιώνιου Είναι, των σπερματικών λόγων, της διανοητικής αναπτύξεως και της κινήσεως· των ηθικομυστικών αξιών και των πρακτικοβιολογικών φαινομένων. Η ιεραρχία τους συνεπάγεται διάκριση, αλλά η «πρόοδός» τους εγγυάται την τάξη και τον συντονισμό τους.

Η Ζωή, η οποία αποτελεί το κατώτερο οντολογικό επίπεδο, είναι οργανική λειτουργικότητα που εκτυλίσσεται, μέσα σε μια δυναμική μεταμορφώσεων, στον χρόνο και στον χώρο. Το γίγνεσθαί της συνεπάγεται ρυθμούς ανταλλαγών και εγγενών αντιθέσεων, οι οποίοι εγγυώνται την ισορροπία και τη συνοχή των ζωντανών μορφών. Η θέση όμως που κατέχει η ζωή μέσα στο πλωτινικό πλαίσιο διασαφηνίζει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και τα όριά της· και ακριβώς εδώ η σκέψη του Πλωτίνου προσφέρει πολύτιμες υποδείξεις.


Η ψυχή απορρέει από τον Νου, δηλαδή από τις ουσιώδεις Ιδέες που συγκροτούν τον νοητό κόσμο. Καθόσον απορρέει από αυτόν, είναι κατώτερή του, αλλά συγχρόνως αποτελεί την εικόνα και τη φανέρωσή του. Αν η κίνηση και η ζωή συγκροτούν την ουσία της ψυχής, η οργανική ενότητα των βιολογικών μορφών δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντανάκλαση της Ιδέας από την οποία προέρχεται η ζωή. Εφόσον η ζωή λειτουργεί σε αναφορά προς την ουσία από την οποία απορρέει και προς την οποία τείνει, εκδηλώνεται μέσα στις δομές της ως σκοπιμότητα.

Ο Νους και η Ψυχή αποτελούν διακριτά ψυχολογικά επίπεδα· γι’ αυτό η Αλήθεια και η Ζωή, η Ιδέα και η Μορφή, δεν μπορούν να ταυτιστούν. Και όμως, η Ιδέα φαινομενοποιείται, πολλαπλασιαζόμενη μέσα στις ζωντανές μορφές· και οι ζωντανές μορφές αποκαλύπτουν, μέσα στην τελεολογική σταθερότητα των δομών τους, την εξαγγελία μιας Ιδέας, ενός Νου, ο οποίος δεν εξαντλείται μέσα σε αυτές.

Στις βιολογικές επιστήμες δεν επιτρέπεται ούτε να εγκλωβίζονται μέσα στα όρια του φαινομένου της Ζωής, σαν αυτά να αποτελούσαν τα σύνορα ενός ανυπέρβλητου απολύτου, ούτε, πολύ περισσότερο, να συνάγουν, δυνάμει μιας υποθετικής εξελίξεως, την πραγματικότητα του πνευματικού από το χημικοβιολογικό σύμπλεγμα.

Το έργο τους είναι να διατρέξουν ολόκληρο το πλέγμα των κυττάρων και των ιστών, έως ότου ανακαλύψουν την αντανάκλαση της ενιαίας αρχής που στηρίζει την εσωτερική σκοπιμότητά τους· να μην περιορίζονται στο ανορθολογικό υπόστρωμα και στον σκοτεινό αγώνα που υποκρύπτονται στα βιολογικά γεγονότα, σαν να αποτελούσαν το έσχατο νόημα της ζωής, αλλά να μπορούν να διακρίνουν μέσα σε αυτά ένα conatus προς τον λόγο και τη νοητότητα· να θεωρούν το ασυνείδητο όχι ως γεννήτορα των αξιών μέσα στη συνείδηση, αλλά ως αποκάλυψη, αποδυναμωμένη στο χωροχρονικό επίπεδο, μιας άπειρης ορθολογικότητας.

Το επίπεδο της Διανοίας, το οποίο προαναγγέλλει η ψυχή, δεν ταυτίζεται, επομένως, με το επίπεδο της Ζωής· η Αλήθεια της Ζωής βρίσκεται πέρα από τη ζωή, βρίσκεται στον Νου, στην Ιδέα, την οποία οι ζωντανές και εφήμερες μορφές μπορούν μόνο να υποδηλώσουν. Αλλά και ο Νους, με τη σειρά του, παρουσιάζει την ίδια δυναμική συσχετίσεων.

Ο Νους, η Διάνοια, είναι ο νοητικός κόσμος των καθαρών ουσιών, αιώνιος και αμετάβλητος· είναι η αξία της ιδεατότητας, η οποία φέρει μέσα της τους λόγους της αυτονομίας της.

Αλλά και αυτή η αυτονομία, μολονότι φαίνεται αυθεντική στο λογικό επίπεδο, αμφισβητείται από τον Πλωτίνο με μια επίμονη στάση που προκαλεί έκπληξη. Και ο Νους εντάσσεται στην πορεία της προόδου, η οποία καθορίζει τις λειτουργίες, τις σημασίες και τα όριά του. Τοποθετημένος μεταξύ του Ενός και της Ζωής, ο κόσμος της νοητής Αλήθειας αποκαλύπτει έναν εσωτερικό δυναμισμό, ο οποίος, παρά τη φαινομενική ακινησία, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας αυτάρκους και συγχρόνως ανήσυχης και ανικανοποίητης από τον εαυτό της.


Ο Νους απορρέει από το Ένα, δηλαδή από το απόλυτο Αγαθό· ως τέτοιος, αποτελεί φανέρωση της ενότητας, είναι όμως κατώτερός της και «εξαρτάται» από αυτήν —ἐξήρτηται. Εφόσον «κανένα ρήγμα δεν παρεμβάλλεται μεταξύ των υποστατικών επιπέδων», η ορθολογικότητα του αληθούς δεν αντιπροσωπεύει ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με το Ένα, αλλά αποτελεί την άμεση εικόνα του Ενός· και όμως, το έσχατο νόημά της πρέπει να αναζητηθεί πέρα από αυτήν, σε ένα επίπεδο που την υπερβαίνει.

Θεωρούμενη ως κάτι άλλο από το Ένα, η Διάνοια είναι πρωτίστως ετερότητα Σκέψεως και Είναι: μια ετερότητα συστατική και αναπόβλητη, η οποία υπονομεύει εκ των έσω τη μακάρια αυτάρκεια της νοήσεως και τοποθετεί μονίμως το σκεπτόμενο υποκείμενο, ως τέτοιο, απέναντι σε μια δεδομένη αντικειμενικότητα. Και η αντικειμενικότητα αρθρώνεται, με τη σειρά της, σε μια πολλαπλότητα ιδεατών ουσιών, των οποίων η ενότητα, μολονότι προϋποτίθεται δυνάμει του Ενός από το οποίο απορρέει και στο οποίο μετέχει, παραμένει εντούτοις, για τη σκέψη μας, μια ενότητα πάντοτε εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διασποράς και στην ανάγκη μιας ενοποιητικής ανακτήσεως.

Αν η Αλήθεια, θεωρούμενη σε σχέση με τη Ζωή, εμφανίζεται ως το έλλογο νόημα της ζωής και ως ο τελεολογικός προσανατολισμός των βιολογικών γεγονότων, θεωρούμενη σε σχέση με το Ένα παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως μια άπειρη και ακίνητη, εσωτερικά αρθρωμένη ενότητα, η οποία ακινητοποιεί τη σκέψη μέσα σε μια απαθή και ανικανοποίητη θεωρία. Η ενότητά της δεν είναι αυθεντική· οι μέθοδοι που απαιτεί μας δεσμεύουν σε επαγωγικές και αποδεικτικές ενέργειες, οι οποίες ωθούν τη σκέψη σε μια αδιάκοπη υπέρβαση του εαυτού της.

Εκείνο που μας προσφέρουν οι επιστήμες, τα μαθηματικά και η διαλεκτική ως αλήθεια και ουσιώδες περιεχόμενο είτε παρουσιάζεται ως ένα σύνολο πρακτικών εργαλείων, κατάλληλων για την κατάκτηση και την αποϊεροποίηση των πραγμάτων —και, επομένως, για την απώλεια της συνειδήσεως της αλήθειάς τους— είτε διαγράφεται ενώπιον του νου μας ως μια ψυχρά καθολική αλήθεια, η οποία δεν κατευνάζει τον ἔρωτα της ψυχής. Η θεωρητικότητα, όσο και αν επιβάλλεται ως έλλογο και ακίνητο νόημα του ορατού και του συγκεκριμένου και ικανοποιεί, μέσα σε αυτή τη λειτουργία της, μια πρωταρχική και αναπόδραστη απαίτηση, αποκαλύπτει τελικά την αξία της ως «στιγμής» και, επομένως, σε τελευταία ανάλυση, την προσωρινότητά της.

Υπάρχει, επιπλέον, μέσα στον νοητό κόσμο μια διάσταση αδήριτης λογικής αναγκαιότητας, η οποία παραλύει την ορμή της ψυχής. Η μετάβαση από το επίπεδο της Ζωής στο επίπεδο της Αλήθειας, μολονότι κατορθώνει να μας αποδεσμεύσει από τη χωροχρονική ενδεχομενικότητα και από τον τρόμο του αναπόφευκτου θανάτου, μας φέρνει εντούτοις αντιμέτωπους με την υπόσχεση μιας ενότητας και μιας εσωτερικής ελευθερίας που δεν εκπληρώνεται. Έτσι, στο τέλος, η σκέψη, ακριβώς μέσα στην πληρότητα της δραστηριότητάς της, φθάνει να κατανοήσει ότι δεν αποτελεί την υψηλότερη αξία. Η σκέψη αισθάνεται την απαίτηση ενός «επέκεινα», το οποίο να την υπερβαίνει και συγχρόνως να την επανεντάσσει σε μια απόλυτη εσωτερική ελευθερία.

Αν το επίπεδο της Ζωής είναι σχετικό προς το επίπεδο της Αλήθειας και παραπέμπει αναγκαστικά σε αυτό, και αν το επίπεδο της Αλήθειας είναι σχετικό προς το Ένα και ανοίγεται προς αυτό μέσω της εσωτερικής του διαλεκτικότητας, το Ένα δεν έχει πέρα και υπεράνω του κάποιον όρο τον οποίο οφείλει να προαναγγείλει. Το Ένα δεν σχετίζεται με τίποτε άλλο και φανερώνει μόνο τον εαυτό του.

Με τη λέξη «Ένα» ο Πλωτίνος επιδιώκει να δηλώσει τόσο το ευρύ φάσμα των μυστικών αξιών όσο και την περιοχή του αρρήτου: το πρώτο προϋποθέτει ένα πνευματικό Erlebnis, ένα βίωμα· η δεύτερη απαιτεί από τη σκέψη τη δικαιολόγηση της αρρητότητάς της.


Συνεχίζεται

Ο ΚΟΣΜΟΣ, ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. Ο ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ. Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΨΥΧΗ, Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΤΟ ΕΝΑ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΥΛΗ, ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ. ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΟ ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ. ΕΝΑ ΑΛΥΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΟΝΟ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΛΥΝΕΤΑΙ. ΜΟΝΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.

«Ο πολιτισμός των ανήσυχων» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Φιλοσοφία, τέχνη και ιστορία των μεγάλων ιδεών

                                            «Ο πολιτισμός των ανήσυχων»

Από τον Μιχαήλ Άγγελο μέχρι τον Αϊνστάιν, η πρόοδος γεννιέται από τη δημιουργική ανησυχία και όχι από την φαινομενική γαλήνη.

                                    Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο


Μια δήλωση του Paolo Crepet προσφέρει την ευκαιρία να αμφισβητηθεί μια διάκριση τόσο υποβλητική όσο και αμφιλεγόμενη: είναι ο κόσμος πραγματικά χτισμένος από τους «μειονεκτούντες», ενώ οι «χαλαροί» απλώς τον κατοικούν; Μέσα από ένα ταξίδι που συνυφαίνει τη φιλοσοφία, την ιστορία της τέχνης και τον πολιτισμό, το δοκίμιο προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία. Δεν είναι η ίδια η αγωνία που δημιουργεί πρόοδο, αλλά αυτή η δημιουργική ανησυχία που ωθεί ορισμένους άνδρες και γυναίκες να αμφισβητούν συνεχώς αυτό που φαίνεται οριστικό. Από τα εργαστήρια της Αναγέννησης μέχρι τα επιστημονικά εργαστήρια, από τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα μέχρι τις επαναστάσεις στη σκέψη, ο πολιτισμός φαίνεται να προοδεύει χάρη σε εκείνους που δεν παύουν ποτέ να αμφισβητούν την πραγματικότητα.Εισαγωγή

Η πρόκληση του Κρέπε

Σε μια τηλεοπτική εκπομπή, ο Paolo Crepet πρότεινε μια διάκριση τόσο απλή όσο και ενοχλητική. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι «άβολοι », άνδρες και γυναίκες που δεν μπορούν να προσαρμοστούν πλήρως στον κόσμο, βασανισμένοι από μια αναταραχή που δεν τους επιτρέπει να ξεκουραστούν. Από την άλλη, οι «χαλαροί », όσοι περιμένουν, παρατηρούν, αξιοποιούν ό,τι έχουν εφεύρει άλλοι και καταλήγουν να επωφελούνται από έργα, ιδέες και επιτεύγματα που γεννήθηκαν αλλού. Οι πρώτοι θα έχτιζαν πολιτισμό· οι δεύτεροι θα εγκαταστάθηκαν σε αυτόν.

Ο Κρεπέ θυμίζει τον Μιχαήλ Άγγελο. Και αυτός, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ήταν ένας προβληματικός άνθρωπος: εξαρτημένος από παραγγελίες της Εκκλησίας, αναγκασμένος να αντιμετωπίζει πάπες, καθυστερήσεις, απαιτήσεις, πιέσεις και ταπεινώσεις, αλλά ικανός να μεταμορφώσει αυτή την κατάσταση σε κάτι που εξακολουθεί να ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα σήμερα. Οι προσωπικές του ανησυχίες θα γίνονταν τοιχογραφίες, γλυπτά και αρχιτεκτονική. Το βάσανό του, μόλις αφηνόταν στην ύλη, θα έπαυε να είναι μόνο δικό του.

Η φόρμουλα είναι αποτελεσματική ακριβώς επειδή διαιρεί έντονα. Από τη μία πλευρά, αυτοί που δημιουργούν· από την άλλη, αυτοί που λαμβάνουν. Από τη μία πλευρά, αυτοί που δεν βρίσκουν γαλήνη· από την άλλη, αυτοί που ζουν στην άνεση αυτού που έχει ήδη σκεφτεί. Είναι μια σχεδόν σκληρή εικόνα, αλλά άμεσα αναγνωρίσιμη. Κάθε εποχή φαίνεται να γνώρισε ανθρώπους ανίκανους να παραμείνουν εντός των καθορισμένων ορίων, άτομα που πλήρωσαν με απομόνωση, παρεξήγηση ή κόπωση για την ανάγκη να δουν πέρα. Και κάθε εποχή γνώρισε επίσης πλήθη που έζησαν αυτές τις αλλαγές χωρίς να τις έχουν επιθυμεί, προβλέψει ή δημιουργήσει.

Μπορεί όμως πραγματικά να αφηγηθεί ο πολιτισμός μέσα από αυτή την αντίθεση; Είναι σωστό να αποδίδουμε μια δημιουργική δύναμη στην δυσφορία και μια μορφή παθητικότητας στη χαλάρωση; Ή μήπως η γοητεία της θέσης πηγάζει ακριβώς από την υπερβολική απλότητά της;

Πριν το διορθώσουμε, πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη. Όχι επειδή κάθε πόνος παράγει μεγαλείο, ούτε επειδή η ηρεμία είναι απαραίτητα στείρα, αλλά επειδή πίσω από τη διάκριση μεταξύ του αναξιοπαθούντος και του χαλαρού κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος πραγματικά μεταμορφώνει τον κόσμο; Αυτοί που νιώθουν άνετα μέσα σε αυτόν ή αυτοί που αισθάνονται συνεχώς ότι αυτό που υπάρχει δεν είναι αρκετό;

Ίσως η ιστορία του πολιτισμού ξεκινάει ακριβώς εκεί, στο σημείο που κάποιος σταματά να προσαρμόζεται.

Η δυσφορία δεν είναι αρκετή


Ενώ η πρόκληση του Crepet αποτυπώνει μια πτυχή της πραγματικότητας, το νόημά της πρέπει να διευκρινιστεί. Η δυσφορία, από μόνη της, δεν δημιουργεί τίποτα. Η ταλαιπωρία, η δυσαρέσκεια ή η αδιαθεσία δεν αποτελούν, από μόνες τους, δημιουργική δύναμη. Μπορούν να παραλύσουν, να απομονώσουν, ακόμη και να καταστρέψουν. Η ιστορία είναι γεμάτη ζωές που έχουν διαλυθεί από τον πόνο, χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος εκτός από το δικό τους πόνο.

Η περίπτωση της ανησυχίας είναι διαφορετική. Η ανησυχία δεν είναι το ίδιο με τη δυσφορία, αλλά αντιπροσωπεύει μια πιθανή μεταμόρφωσή της. Είναι μια ένταση που μας εμποδίζει να συμβιβαστούμε με τις απαντήσεις που λαμβάνουμε, μια διάθεση του νου που συνεχίζει να αμφισβητεί την πραγματικότητα ενώ άλλοι πιστεύουν ότι έχουν ήδη καταλάβει τα πάντα. Δεν είναι ασθένεια του πνεύματος, αλλά μάλλον η κίνησή του. Όσοι είναι ανήσυχοι δεν απορρίπτουν τον κόσμο: απορρίπτουν την ιδέα ότι ο κόσμος έχει εξηγηθεί οριστικά.

Υπό αυτή την έννοια, η ανησυχία γίνεται μια δημιουργική δύναμη. Είναι αυτό που ωθεί έναν επιστήμονα να δοκιμάσει μια θεωρία, έναν φιλόσοφο να αμφισβητήσει μια βεβαιότητα, έναν καλλιτέχνη να ξαναρχίσει ένα έργο που όλοι θα θεωρούσαν ολοκληρωμένο. Η επιθυμία για γνώση σχεδόν πάντα προκύπτει από μια έλλειψη. Αν τίποτα δεν μας ενοχλούσε, πιθανώς τίποτα δεν θα μας ωθούσε να αναζητήσουμε.

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ
παρατήρησε: «Το ταλέντο πετυχαίνει έναν στόχο που κανείς άλλος δεν μπορεί να πετύχει. Η ιδιοφυΐα πετυχαίνει έναν στόχο που κανείς άλλος δεν μπορεί να δει». Η διαφορά δεν έγκειται μόνο στην ευφυΐα, αλλά και στην ικανότητα να βλέπει κανείς αυτό που παραμένει αόρατο στους άλλους. Ακόμα και πριν βρει μια απάντηση, η ιδιοφυΐα έχει εντοπίσει ένα ερώτημα.

Ακόμα και ο Φρίντριχ Νίτσε αναγνώρισε την ανησυχία ως προϋπόθεση εσωτερικής ανάπτυξης όταν έγραψε: «Πρέπει κανείς να έχει χάος μέσα του για να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι». Το χάος δεν γιορτάζεται ως πόνος καθαυτός, αλλά ως ενέργεια που, όταν πειθαρχηθεί, μπορεί να μετατραπεί σε δημιουργία.

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ, τέλος, έδειξε πώς οι βαθύτερες ορμές του ανθρώπου δεν είναι απαραίτητα καταδικασμένες σε καταστροφή. Μέσω αυτού που ονόμασε εξιδανίκευση, μπορούν να βρουν έκφραση στην τέχνη, την επιστημονική έρευνα και τον πολιτισμό. Η αρχική παρόρμηση δεν εξαφανίζεται. αλλάζει μορφή και γίνεται έργο τέχνης.

Αυτό είναι ίσως το σημείο που αξίζει περαιτέρω διερεύνηση. Ο πολιτισμός δεν γεννήθηκε από ανησυχία, αλλά από την ικανότητα ορισμένων ανδρών και γυναικών να του αντισταθούν. Η ανησυχία, όταν συναντά το ταλέντο, την πειθαρχία και την επιμονή, παύει να είναι μια ιδιωτική πληγή και γίνεται μια δύναμη ικανή να αφήσει το στίγμα της στην ιστορία.

Ο Μιχαήλ Άγγελος και οι άλλοι ανήσυχοι


Αν υπήρχε κάποια μορφή ικανή να ενσαρκώσει αυτή τη δημιουργική ανησυχία, αυτή ήταν ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι. Η παράδοση μας έχει κληροδοτήσει την ιδιοφυΐα της Καπέλα Σιξτίνα, του Δαβίδ και της Πιετά . Ο άνθρωπος, ωστόσο, είναι λιγότερο γνωστός. Οι επιστολές του αφηγούνται μια ζωή γεμάτη συνεχείς οικονομικές ανησυχίες, συχνά δύσκολες σχέσεις με τους προστάτες, ατελείωτες διαπραγματεύσεις με τους πάπες και μια δυσαρέσκεια που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ακόμα και όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τα αριστουργήματα που θαυμάζουμε σήμερα, ο Μιχαήλ Άγγελος έβλεπε πάνω απ' όλα τους περιορισμούς, τι θα μπορούσε να είχε κάνει καλύτερα, τι παρέμενε ημιτελές.

Μια φράση που του αποδίδεται είναι εμβληματική, καθώς συνοψίζει την προσέγγισή του στην τέχνη: «Ακόμα μαθαίνω». Δύο μόνο λέξεις, κι όμως αρκούν για να περιγράψουν έναν άνθρωπο που, πλέον ηλικιωμένος και παγκοσμίως αναγνωρισμένος, συνέχιζε να θεωρεί τον εαυτό του μαθητευόμενο. Η ανησυχία του δεν πήγαζε από ανασφάλεια, αλλά από την πεποίθηση ότι κάθε επίτευγμα ήταν απλώς ένα νέο σημείο εκκίνησης.

Η ίδια στάση συναντάται και στον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ζωγράφος, μηχανικός, ανατόμος, εφευρέτης, δεν σταμάτησε ποτέ να παρατηρεί τον κόσμο σαν να μην ήταν τίποτα οριστικά γνωστό. Τα σημειωματάριά του είναι το ημερολόγιο μιας ανεξάντλητης περιέργειας. Κάθε απάντηση γεννούσε ένα νέο ερώτημα, κάθε ανακάλυψη άνοιγε ένα περαιτέρω πρόβλημα. Για τον Λεονάρντο, γνώση σήμαινε να μην σταματάς ποτέ να ψάχνεις.

Ο Γαλιλαίος Γαλιλέι ανήκε επίσης σε αυτή την οικογένεια των ανήσυχων ανθρώπων. Δεν αποδεχόταν απλώς την αυθεντία της παράδοσης, αλλά απαιτούσε να μιλήσει η ίδια η φύση. Έστρεφε το τηλεσκόπιό του προς τον ουρανό όχι για να επιβεβαιώσει αυτό που πίστευαν όλοι, αλλά για να επαληθεύσει την αλήθεια του. Η ανησυχία του δεν ήταν επανάσταση καθαυτή: ήταν πιστότητα στα γεγονότα.

Ο Ισαάκ Νεύτωνας επέδειξε ένα διαφορετικό είδος ανησυχίας. Φαινομενικά συγκρατημένος και μεθοδικός, πέρασε χρόνια κυνηγώντας μια κρυφή τάξη στην πραγματικότητα. Η διάσημη εικόνα του μήλου έχει γίνει συμβολική ακριβώς επειδή διέκρινε έναν παγκόσμιο νόμο πίσω από μια καθημερινή χειρονομία. Εκεί που άλλοι έβλεπαν ένα κοινό φαινόμενο, ο Νεύτωνας είδε ένα ερώτημα που προοριζόταν να αλλάξει τη φυσική.

Το ίδιο συνέβη και στον Άλμπερτ Αϊνστάιν. Το σημείο εκκίνησής του δεν ήταν μια νέα τεχνολογία, αλλά μια αμφιβολία. Τι θα έβλεπε ένας άνθρωπος αν μπορούσε να ταξιδέψει παράλληλα με μια ακτίνα φωτός; Από αυτό το απλό ερώτημα γεννήθηκε μια από τις πιο βαθιές επιστημονικές επαναστάσεις της νεωτερικότητας. Για άλλη μια φορά, όλα προήλθαν από την αδυναμία να εξεταστεί ο κόσμος που έχει ήδη εξηγηθεί.

Καλλιτέχνης, επιστήμονας, φιλόσοφος ή εφευρέτης: οι εποχές αλλάζουν, οι γλώσσες αλλάζουν, αλλά η διάθεση του πνεύματος παραμένει σταθερή. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δεν ήταν ικανοποιημένος με τις διαθέσιμες απαντήσεις. Το μεγαλείο τους δεν έγκειται μόνο στην εύρεση λύσεων, αλλά και στον εντοπισμό προβλημάτων που άλλοι δεν έβλεπαν καν. Σε αυτή την πνευματική ανησυχία, περισσότερο από το απλό ταλέντο, αναγνωρίζουμε το κοινό χαρακτηριστικό των κατασκευαστών του πολιτισμού.

Οι τεντωμένοι


Αν οι ανήσυχοι αντιπροσωπεύουν τη δύναμη που ωθεί τον πολιτισμό πέρα ​​από τα όριά του, ποιοι είναι τότε οι «χαλαροί» που επικαλείται ο Πάολο Κρέπε; Ο πειρασμός είναι να τους θεωρήσουμε μια δευτερεύουσα, σχεδόν παρασιτική κατηγορία. Ωστόσο, αυτό θα ήταν ένα άδικο και, πάνω απ' όλα, ιστορικά λανθασμένο συμπέρασμα.

Κάθε πολιτισμός ευδοκιμεί σε ισορροπία. Υπάρχουν εκείνοι που ανοίγουν ένα μονοπάτι και εκείνοι που το ακολουθούν. Υπάρχουν εκείνοι που εφευρίσκουν ένα εργαλείο και εκείνοι που το χρησιμοποιούν. Υπάρχουν εκείνοι που διατυπώνουν μια θεωρία και εκείνοι που τη μετατρέπουν σε καθημερινή πρακτική. Οι μεγάλες καινοτομίες θα ήταν άχρηστες αν δεν υπήρχε καμία κοινότητα ικανή να τις αγκαλιάσει, να τις διαδώσει και να τις καταστήσει κοινή κληρονομιά.

Όταν χρησιμοποιούμε ένα smartphone, οδηγούμε αυτοκίνητο, συμβουλευόμαστε έναν χάρτη ή ανάβουμε μια λάμπα, σπάνια σκεφτόμαστε τους ανθρώπους που έχουν αφιερώσει χρόνια, μερικές φορές ολόκληρες ζωές, στην επίλυση προβλημάτων που σήμερα φαίνονται ασήμαντα. Ζούμε σε έναν προκατασκευασμένο κόσμο. Επωφελούμαστε από αυτόν σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Με αυτή την έννοια, είμαστε όλοι, τουλάχιστον εν μέρει, κληρονόμοι του έργου των άλλων.

Το να είσαι «χαλαρός», λοιπόν, δεν σημαίνει ότι είσαι τεμπέλης ή αδαής. Απλώς σημαίνει ότι ζεις μέσα σε μια τάξη πραγμάτων στην οποία άλλοι έχουν βοηθήσει να χτιστεί. Είναι η φυσιολογική κατάσταση των περισσότερων ανθρώπων. Δεν μπορούν όλοι να είναι πρωτοπόροι, όπως ακριβώς δεν μπορούν όλοι να είναι καλλιτέχνες, επιστήμονες ή φιλόσοφοι. Μια κοινωνία που αποτελείται αποκλειστικά από καινοτόμους πιθανότατα θα ήταν τόσο χαοτική όσο μια που αποτελείται αποκλειστικά από συντηρητικούς.

Ωστόσο, μια διαφορά παραμένει. Οι ανήσυχοι δεν κατοικούν απλώς στον κόσμο: επιδιώκουν συνεχώς να τον αλλάξουν. Όπου άλλοι βλέπουν μια συνήθεια, βλέπουν ένα πρόβλημα. Όπου άλλοι βρίσκουν μια ισορροπία, αισθάνονται ένα όριο που δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί. Αυτή η ένταση, περισσότερο από μια ανώτερη νοημοσύνη, είναι που τους καθιστά πρωταγωνιστές μεγάλων ιστορικών μετασχηματισμών.

Ίσως, λοιπόν, η διάκριση του Crepet να μπορεί να επανερμηνευθεί λιγότερο ριζοσπαστικά. Οι χαλαροί είναι απαραίτητοι επειδή διατηρούν, μεταδίδουν και διαιωνίζουν τα επιτεύγματα του πολιτισμού. Οι ανήσυχοι, από την άλλη πλευρά, αντιπροσωπεύουν τη δυναμική του αρχή, αυτή τη μειονότητα που, σε κάθε εποχή, αμφισβητεί αυτό που φαίνεται οριστικό και ανοίγει νέες δυνατότητες. «Η ιστορία χρειάζεται και τα δύο. Αλλά χωρίς τους ανήσυχους, απλώς θα συνέχιζε να επαναλαμβάνεται».

Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαους – Χαλαρή νύχτα (1880) [Βικιπαίδεια]

Η ανησυχία ως κινητήρια δύναμη του πολιτισμού


Στο τέλος αυτού του ταξιδιού, η πρόκληση του Paolo Crepet διατηρεί τη δύναμή της, αλλά ίσως απαιτεί αναδιατύπωση. Όχι επειδή είναι ψευδής, αλλά επειδή χρησιμοποιεί μια λέξη που κινδυνεύει να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Η δυσφορία, στην πραγματικότητα, δεν είναι από μόνη της μια δημιουργική δύναμη. Μπορεί να γίνει μία, αλλά μπορεί επίσης να καταπνίξει κάθε ορμή, εγκλωβίζοντας το άτομο στο δικό του πόνο και εμποδίζοντάς το να το μετατρέψει σε κάτι γόνιμο.

Η ιστορία του πολιτισμού φαίνεται να αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Τα μεγάλα έργα τέχνης, η φιλοσοφία και η επιστήμη γεννιούνται όχι απλώς από τον πόνο, αλλά από μια ανησυχία που δεν δίνει ανάπαυλα στο νου. Είναι αυτή η εσωτερική φωνή που απορρίπτει τις εύκολες απαντήσεις, που θεωρεί κάθε προσωρινό επίτευγμα και κάθε βεβαιότητα την αρχή μιας νέας αναζήτησης. Οι ανήσυχοι δεν είναι απαραίτητα δυστυχισμένοι. Τις περισσότερες φορές, είναι ανίκανοι να σταματήσουν να αμφισβητούν.

Ο Μιχαήλ Άγγελος
δεν δημιουργούσε επειδή υπέφερε. Ο Λεονάρντο δεν μελέτησε την πτήση των πουλιών επειδή βασανιζόταν. Ο Γαλιλαίος δεν έστρεψε το τηλεσκόπιό του προς τον ουρανό για χάρη της επανάστασης. Ο Αϊνστάιν δεν άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το σύμπαν επειδή ζούσε σε δυσφορία. Αντίθετα, όλοι μοιράζονταν την ίδια πνευματική ανησυχία: την αδυναμία να αποδεχτούν τον κόσμο όπως έχει εξηγηθεί οριστικά.

Ίσως αυτός να είναι ο αληθινός πλούτος της ανθρωπότητας. Κάθε εποχή είχε τα ανήσυχα μυαλά της. Άνδρες και γυναίκες που φαντάστηκαν αυτό που δεν υπήρχε ακόμα, που διόρθωσαν λάθη που κάποτε θεωρούνταν ανέγγιχτα, που άνοιξαν μονοπάτια εκεί που άλλοι έβλεπαν μόνο τοίχους. Πολλές από τις ανέσεις, τη γνώση και τις ελευθερίες που τώρα θεωρούμε φυσικές γεννήθηκαν από την πεισματική τους αναζήτηση μιας διαφορετικής απάντησης.

Για αυτόν τον λόγο, αντί για έναν πολιτισμό που χτίστηκε από τους «μειονεκτούντες», θα ήταν ίσως πιο σωστό να μιλήσουμε για έναν πολιτισμό των ανήσυχων . Όχι εκείνων που υποφέρουν περισσότερο, αλλά εκείνων που συμβιβάζονται με τα λιγότερα. Αυτή η δημιουργική δυσαρέσκεια, που τρέφεται από τη μελέτη, την πειθαρχία και την επιμονή, είναι που έχει αφήσει τα βαθύτερα ίχνη στην ιστορία.

«Ο πολιτισμός, τελικά, δεν προοδεύει επειδή όλοι μοιράζονται τις ίδιες βεβαιότητες. Προοδεύει επειδή, σε κάθε γενιά, κάποιος βρίσκει το θάρρος να αμφισβητήσει ακόμη και τις βεβαιότητες όλων.»


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ. Ο ΚΟΣΜΟΣ.
ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΓΑΘΟ. ΤΟ ΚΑΛΟΣ.