Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Μαρκ. 9, 14-29]

«Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: και όταν έφθασαν στο πλήθος του λαού, Τον πλησίασε κάποιος άνθρωπος που γονάτισε μπροστά Του κι έλεγε: ‘’Κύριε, λυπήσου και σπλαχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται και υποφέρει άσχημα, αλλά και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο· διότι πολλές φορές πέφτει στη φωτιά, και πολλές φορές στο νερό, και κινδυνεύει έτσι να καεί ή να πνιγεί. Και τον έφεραν στους μαθητές Σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν)» [Ματθ. 17, 14-16].

Αυτόν τον άνθρωπο η Γραφή μας τον παρουσιάζει πάρα πολύ ασθενή ως προς την πίστη· και τούτο είναι φανερό από πολλά σημεία, και από το ότι είπε ο Χριστός, «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: σε εκείνον που πιστεύει όλα είναι δυνατά)» [Μάρκ. 9, 23], και από το ότι είπε αυτός που Τον πλησίασε «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ (: Πιστεύω, Κύριε, ότι έχεις τη δύναμη να με βοηθήσεις. Βοήθησέ με να απαλλαγώ απ’ την ολιγοπιστία μου και αναπλήρωσε εσύ την έλλειψη της πίστεώς μου)» [Μάρκ. 9, 24] και από το ότι έδωσε ο Χριστός εντολή στον δαίμονα να μην εισέλθει πλέον σε αυτόν, αλλά ακόμη και από το ότι είπε ο άνθρωπος εκείνος στον Χριστό «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς)» [Μάρκ. 9, 22].

Και γιατί κατηγορεί τους μαθητές, εάν η απιστία του πατέρα αυτού υπήρξε η αιτία να μην εξέλθει ο δαίμονας;

Για να δείξει ότι πολλές φορές είναι δυνατόν σε αυτούς που έχουν πίστη, να θεραπεύσουν τους ασθενείς και χωρίς να έχουν πίστη οι ίδιοι ασθενείς αυτοί που προσέρχονται για αποκατάσταση της υγείας τους· διότι όπως ακριβώς πολλές φορές αρκούσε η πίστη εκείνου που προσερχόταν στο να εκπληρωθεί το αίτημά του και από πολύ κατώτερους ως προς το αξίωμα, έτσι πολλές φορές αποδείχτηκε αρκετή η δύναμη και η πίστη εκείνων που ενεργούσαν τις θαυματουργικές ιάσεις να θεραπεύσουν και χωρίς να πιστεύουν αυτοί που προσέρχονταν για να γιατρευτούν.

Και τα δύο αυτά επιβεβαιώνονται από τις θείες Γραφές· διότι και όσοι ζούσαν μαζί με τον Κορνήλιο έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος εξαιτίας της πίστεώς τους [βλ. Πράξ. 10, 1-48], και στην περίπτωση του Ελισσαίου πάλι αναστήθηκε ο νεκρός, μολονότι δεν υπήρξε κάποιος που να δείξει πίστη [Δ΄Βασιλειών 13, 21 «καὶ ἀπέθανεν Ἑλισαιέ, καὶ ἔθαψαν αὐτόν. καὶ μονόζωνοι Μωὰβ ἦλθον ἐν τῇ γῇ ἐλθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ· καὶ ἐγένετο αὐτῶν θαπτόντων τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονόζωνον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ (: και πέθανε ο Ελισαίος και τον έθαψαν. Κατά δε το επόμενο έτος εισέβαλαν στη χώρα των Ισραηλιτών επιδρομείς Μωαβίτες. Και καθώς οι Ισραηλίτες πήγαιναν να θάψουν ένα νεκρό, φάνηκαν από μακριά ερχόμενοι επιδρομείς Μωαβίτες. Κατελήφθησαν από τρόμο οι Ισραηλίτες και έριξαν τον νεκρό άνδρα στον ανοικτό τάφο του προφήτη Ελισαίου και ετράπησαν σε φυγή. Ο νεκρός μόλις άγγιξε τα οστά του Ελισαίου, επανήλθε στη ζωή και ανορθώθηκε στα πόδια του)»]. Διότι και αυτοί που έριξαν το νεκρό σώμα μέσα στο ανοικτό μνήμα, όπου βρισκόταν τα οστά του προφήτη Ελισαίου, το έριξαν εκεί απλώς και ως έτυχε και όχι από πίστη, αλλά από δειλία και επειδή φοβήθηκαν τις δοκιμασίες εάν τους προλάβαιναν και τους αιχμαλώτιζαν οι επιδρομές Μωαβίτες, έφυγαν, και αυτόν που είχε πεθάνει, τον έριξαν εκεί και αναστήθηκε ο νεκρός αυτός από μόνης της δύναμης του αγίου σώματος του προφήτη Ελισαίου. Επομένως είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτή του σεληνιαζόμενου νέου οι μαθητές φάνηκαν ασθενείς ως προς την πίστη, αλλά όχι όλοι· διότι οι στύλοι [: Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης] δεν ήταν παρόντες εκεί τότε [βρίσκονταν στο όρος της Μεταμορφώσεως μαζί με τον Ιησού, όταν ο πατέρας αυτός είχε αρχικά φέρει τον ασθενή υιό του για θεραπεία στους άλλους μαθητές].

Αλλά και από την άλλη πλευρά πρόσεξε την αγνωμοσύνη του ανθρώπου αυτού, πώς πλησιάζει τον Ιησού ενώπιον του λαού και ομιλεί εναντίον των μαθητών λέγοντας ότι «προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: έφερα αυτόν προς τους μαθητές Σου με την παράκληση να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν μπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπεία)» [Μάρκ. 9 ,18]. Ο Χριστός όμως απαλλάσσοντας τους μαθητές Του από τις κατηγορίες αυτές ενώπιον του λαού, επιρρίπτει σε εκείνον τη μεγαλύτερη ευθύνη. Διότι λέγει : «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; (: ω γενεά που τόσα θαύματα είδες και είσαι ακόμη άπιστη, και απ΄ την κακία σου είσαι διεστραμμένη! Έως πότε θα σας ανέχομαι;”)» [Ματθ. 17, 17]· και δεν απευθύνεται μόνο στο πρόσωπο αυτού για να μη φέρει σε δύσκολη θέση και σε αμηχανία τον πατέρα αυτό, αλλά απευθύνεται και προς όλους τους Ιουδαίους· διότι ήταν φυσικό να σκανδαλισθούν πολλοί από τους παρόντες και να σκεφθούν για τους μαθητές ανάρμοστα και ανυπόστατα πράγματα. Αλλά και όταν λέγει «ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; (: Έως πότε θα σας ανέχομαι; Μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας;)», δείχνει πάλι ότι ο θάνατος είναι για Αυτόν κάτι το ευπρόσδεκτο και επιθυμητό και ποθητή η αναχώρηση από αυτήν τη ζωή· και ότι είναι βαρύ πράγμα όχι το να σταυρωθεί, αλλά το να είναι μαζί με τους απίστους και κακοπροαίρετους αυτούς ανθρώπους.

Όμως δεν σταμάτησε στις κατηγορίες, αλλά τι λέγει; «φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε (: Φέρετέ μου αυτόν εδώ)». Και ρωτά τον πατέρα πόσα χρόνια είναι ο γιος του ασθενής, δικαιολογώντας έτσι και τους μαθητές Του και οδηγώντας ταυτόχρονα εκείνο τον πατέρα στην καλή ελπίδα και στο να πιστέψει ότι θα απαλλαγεί από το κακό. Και τον αφήνει να σπαράζει όχι προς επίδειξη (επειδή λοιπόν ο όχλος συγκεντρωνόταν, τον επιτίμησε), αλλά εξαιτίας του πατέρα του, ώστε όταν έβλεπε το δαιμόνιο να καταλαμβάνεται από ανησυχία και να ταράσσεται για το ότι και μόνο οδηγήθηκε μπροστά σ’ Αυτόν, έστω και έτσι να πιστέψει στο θαύμα που επρόκειτο να γίνει.

Επειδή λοιπόν ο πατέρας εκείνος είπε ότι το δαιμόνιο είχε καταλάβει τον γιο του «παιδιόθεν (: από την παιδική του ηλικία)» [Μάρκ. 9, 21-22: «παιδιόθεν. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: Από μικρό παιδί. Πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)»] και ότι «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς να κάνεις κάτι)» [Μάρκ. 9, 22: «ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: αλλά εάν μπορείς να κάνεις κάτι, λυπήσου μας και βοήθησέ μας)»], ο Χριστός λέγει «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)» [Μάρκ. 9, 23: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: Εσύ εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)»], επιρρίπτοντας και πάλι σε αυτόν την κατηγορία.

Και όταν μεν έλεγε ο λεπρός, «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι (: Κύριε, πιστεύω ότι, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις από τη λέπρα)», ομολογώντας με τα λόγια του αυτά τη δύναμή Του, ο Κύριος με σκοπό να τον επαινέσει και να επιβεβαιώσει τα λόγια του, έλεγε: «Θέλω, καθαρίσθητι (: θέλω, καθαρίσου από τη λέπρα)» [Λουκ. 5, 12-13]. Όταν όμως αυτός ο πατέρας δεν είπε τίποτε αντάξιο της δύναμής Του, λέγοντας «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: εάν μπορείς, να κάνεις τίποτε, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας)» [Μάρκ. 9, 22], δες πώς το διορθώνει επειδή δεν ειπώθηκε με τον πρέποντα τρόπο. Τι λέγει λοιπόν; «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις, τότε όλα είναι κατορθωτά σε όποιον έχει πίστη)» [Μάρκ. 9, 22-23]. Τα λόγια Του αυτά έχουν την εξής σημασία: «Τόσο μεγάλη αφθονία δυνάμεως υπάρχει σε Εμένα, ώστε να μπορώ και άλλους να κάνω ικανούς να θαυματουργούν. Άρα λοιπόν εάν πιστεύεις όπως πρέπει», λέγει, «και ο ίδιος μπορείς να θεραπεύσεις και αυτόν και πολλούς άλλους». Και αφού τα είπε αυτά, απάλλαξε τον ασθενή από το δαιμόνιο.

Εσύ όμως μη σκέπτεσαι μόνο από αυτό την πρόνοια και την ευεργεσία Του, αλλά και τον χρόνο εκείνο που επέτρεψε να παραμείνει μέσα στον άνθρωπο το δαιμόνιο· καθόσον εάν και τότε δεν εκδηλωνόταν στον άνθρωπο σε τόσο μεγάλο βαθμό η πρόνοιά Του, ίσως να είχε προ πολλού χαθεί· καθόσον «καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)» [Μάρκ. 9, 22], λέγει. Εκείνον όμως που αποτολμούσε τέτοια πράγματα, να πέφτει, δηλαδή, στη φωτιά και στα νερά, ασφαλώς και το δαιμόνιο θα τον εξολόθρευε, εάν ο Θεός δεν του συγκρατούσε τη μεγάλη μανία με ισχυρό χαλινάρι· όπως ακριβώς συνέβη τούτο και στην περίπτωση εκείνων των δύο γυμνών που έτρεχαν στις ερημιές και κατέσχιζαν τα σώματά τους με πέτρες [Ματθ. 8, 28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης (: και όταν ο Κύριος ήλθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, Τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έβγαιναν από τα μνήματα που υπήρχαν εκεί, στα οποία ευχαριστιούνταν να κατοικούν. Ήταν και οι δύο επιθετικοί και πολύ επικίνδυνοι· τόσο, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει απ’ τον δρόμο εκείνο)»].

Καθόλου επίσης να μην περιεργήσεις επειδή αποκαλεί τον νεαρό αυτό «σεληνιαζόμενο» [ο πατέρας του απέδιδε την αλλόκοτη αυτή συμπεριφορά του στην επενέργεια της σελήνης], διότι η ονομασία αυτή αποδόθηκε από τον πατέρα του δαιμονιζόμενου αυτού νέου. Μα πώς λοιπόν τότε ο ευαγγελιστής λέγει ότι ο Κύριος θεράπευσε πολλούς σεληνιαζόμενους;[Ματθ. 4, 24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς (: διαδόθηκε λοιπόν η φήμη του σε όλη τη Συρία. Κι έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε όλους)»].

Τους ονομάζει έτσι στηριζόμενος στην αντίληψη των πολλών [κατά τη λαϊκή αυτήν αντίληψη στην ασθένεια αυτή ασκούν επίδραση οι φάσεις της σελήνης. Κάποιες μορφές της νόσου κατά την Αγία Γραφή οφείλονται στην επενέργεια των ακαθάρτων πνευμάτων]· διότι ο διάβολος για να συκοφαντήσει το φυσικό στοιχείο, κάνει τους δαιμονιζόμενους να καταλαμβάνονται από κρίσεις και πάλι να χαλαρώνουν ανάλογα με τις περιστροφές και τις διάφορες φάσεις της σελήνης· όχι φυσικά επειδή εκείνη επενεργεί, μη γένοιτο· αλλά ο διάβολος διαπράττει την κακουργία αυτήν προς συκοφάντηση του φυσικού στοιχείου. Γι’ αυτό και επικράτησε μεταξύ των ανοήτων η εσφαλμένη αυτή αντίληψη, και εξαπατώμενοι να αποκαλούν «σεληνιαζομένους» τους δαιμονισμένους ανθρώπους· καθώς πράγματι αυτό δεν είναι αλήθεια, η σελήνη καμία επενέργεια δεν ασκεί στους ανθρώπους.

«Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; (: τότε οι μαθητές πλησίασαν ιδιαιτέρως τον Ιησού και του είπαν: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το δαιμόνιο αυτό;”(Και το είπαν αυτό, διότι σε άλλες περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια)» [Ματθ. 17, 19]. Έχω τη γνώμη πως αγωνιούν οι μαθητές και φοβούνται μήπως τυχόν έχασαν τη χάρη, την οποία τους έκρινε άξιους να τους εμπιστευτεί ο Χριστός· διότι έλαβαν εξουσία εναντίον δαιμόνων ακαθάρτων [Ματθ. 10, 8: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε (: και για να επιβεβαιώνεται το κήρυγμά σας, σας δίνω εξουσία και δύναμη να θεραπεύετε ασθενείς, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Τη χάρη αυτή της θαυματουργίας τη λάβατε δωρεάν, δωρεάν δώστε την κι εσείς, χωρίς να παίρνετε χρήματα)»]. Γι’ αυτό και Τον ρωτούν, αφού Τον πλησίασαν ιδιαιτέρως, χωρίς να ντρέπονται (διότι εφόσον συνέβη ό,τι συνέβη, και ελέγχθηκαν, ήταν περιττό να ντρέπονται στο εξής να ομολογήσουν με τα λόγια την αδυναμία τους), αλλά επειδή επρόκειτο να Τον ρωτήσουν για ένα απόρρητο και μεγάλο πράγμα.

Τι λοιπόν τους λέγει ο Χριστός; «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν (: επειδή σας λείπει η πίστη· διότι, αληθινά σας λέω, εάν έχετε πίστη θερμή και δυνατή σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί, και θα μετακινηθεί. Και τίποτε δεν θα είναι αδύνατο σε σας)» [Ματθ. 17, 20]. Εάν όμως ήθελες να φέρεις την αντίρρησή σου, ρωτώντας σε ποια περίπτωση μετακίνησαν ένα όρος, εκείνο έχω να σας πω, ότι πραγματοποίησαν πολύ μεγαλύτερα θαύματα, εφόσον ανέστησαν μυρίους νεκρούς· διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα, το να μετακινήσεις ένα όρος και να εκδιώξεις τον θάνατο από ένα νεκρό σώμα. Αναφέρονται μάλιστα μαζί με τους αποστόλους και κάποιοι άγιοι που ήταν πολύ κατώτεροι στο αξίωμα από αυτούς και οι οποίοι μετακίνησαν και όρη, όταν παρουσιάστηκε ανάγκη. Επομένως είναι φανερό ότι και οι απόστολοι θα τα μετακινούσαν εάν το απαιτούσε η περίσταση. Εάν όμως τότε δεν προέκυψε ανάγκη για κάτι παρόμοιο, μην κατηγορείς. Εξάλλου και ο Χριστός δεν είπε ότι «οπωσδήποτε θα μετακινήσετε όρη», αλλά ότι «θα μπορέσετε και αυτό να το κάνετε, αν παραστεί ανάγκη». Αν όμως δεν μετακίνησαν, συνέβη αυτό όχι επειδή δεν μπόρεσαν (πώς ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό, τη στιγμή που αυτοί μπόρεσαν να επιτελέσουν και μεγαλύτερα από αυτά;), αλλά επειδή δε θέλησαν, καθώς δεν παρέστη ανάγκη για κάτι τέτοιο. Φυσικό βέβαια και να έχει συμβεί αυτό και να μην έχει γραφεί· καθόσον δεν καταγράφηκαν από τους ευαγγελιστές όλα τα θαύματα που οι απόστολοι επιτέλεσαν.

Τότε βέβαια ήταν ακόμη πολύ ατελείς πνευματικά. Τι λοιπόν; Ούτε αυτήν την πίστη δεν είχαν τότε (σαν τον σπόρο του σιναπιού); Ασφαλώς δεν την είχαν· διότι δεν ήσαν πάντοτε οι ίδιοι· για τον λόγο αυτό και ο Πέτρος, για παράδειγμα, άλλοτε μακαρίζεται από τον Κύριο, και άλλοτε επιτιμάται· όμως και οι υπόλοιποι μαθητές ελέγχονται από τον Χριστό για πνευματική ατέλεια, όταν δεν κατανόησαν τον λόγο Του σχετικά με τη ζύμη [Ματθ. 16, 6-7: «Ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν (: ανοίξτε τα μάτια σας και προσέχετε από την κακή επίδραση της υποκριτικής διδασκαλίας των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που μοιάζει με κακό προζύμι. Αυτοί όμως άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους και να λένε: ‘’Δεν πήραμε άρτους από προζύμι καθαρό, προζύμι που δεν προέρχεται από σπίτι Φαρισαίου ή Σαδδουκαίου’’)» και Ματθ. 16, 11-12: «πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων (:«Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας είπα για τον συνηθισμένο υλικό άρτο, όταν σας σύστησα να προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;’’. Τότε κατάλαβαν ότι δεν τους είπε να φυλάγονται απ’ το προζύμι με το οποίο γίνεται ο άρτος, αλλά απ’ τη διδασκαλία και την υποκρισία των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων)»]. Συνέβη λοιπόν και τότε να φανούν πνευματικά αδύνατοι· διότι πριν από τη Σταύρωσή Του ήσαν πνευματικά πάρα πολύ ατελείς.

Στην περίπτωση επίσης αυτή, «πίστη» εννοεί εκείνη με την οποία μπορούσαν να κάνουν θαύματα και αναφέρει τον κόκκο του σιναπιού, για να φανερώσει την απερίγραπτη δύναμη της πίστεως· διότι μολονότι το σινάπι φαίνεται ως προς το μέγεθος μικρό, όμως έχει την πιο μεγάλη δύναμη από όλα. Για να δείξει λοιπόν ότι και η ελάχιστη ακόμη, αλλά γνήσια πίστη, μπορεί μεγάλα πράγματα να επιτύχει, ανέφερε το σινάπι· και δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά πρόσθεσε και όρη και προχώρησε ακόμη περισσότερο. Διότι, λέγει: «Τίποτα δεν θα σας είναι αδύνατο».

Εσύ όμως θαύμασε από όλα αυτά και τον τρόπο σκέψης τους και τη δύναμη του Πνεύματος. Τον τρόπο σκέψης τους θαύμασέ τον επειδή δεν έκρυψαν το ελάττωμά τους, ενώ τη δύναμη του Πνεύματος, διότι τόσο πολύ ανέβασε, σιγά-σιγά, εκείνους που δεν είχαν πίστη ούτε σαν τον κόκκο του σιναπιού, ώστε να αναβλύσουν από αυτούς ποταμοί και πηγές πίστεως.

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ (: αυτό όμως το είδος των δαιμόνων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή που συνοδεύεται και με νηστεία, ώστε η προσευχή να γίνεται με διάνοια όσο δυνατόν ελαφρότερη και περισσότερο προσηλωμένη στον Θεό)» [Ματθ. 17, 21], πρόσθεσε, εννοώντας όλο το γένος των δαιμόνων, όχι μόνο αυτών που κατέχουν τους σεληνιαζομένους. Βλέπεις πώς τώρα με τα λόγια Του αυτά τους προετοιμάζει για να ακούσουν τα σχετικά με τη νηστεία; Μη μου αναφέρεις βέβαια τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που ορισμένοι εκδίωξαν δαιμόνια και χωρίς νηστεία. Εάν όμως θελήσει κάποιος να το προβάλλει αυτό και για εκείνους που επιτιμούν ένα και ενδεχομένως και δύο δαιμόνια, όμως πάραυτα είναι αδύνατο κάποιος που πάσχει και κάνει τρυφηλή ζωή, να απαλλαγεί κάποτε από αυτή τη μανία· διότι αυτός που υποφέρει από αυτήν την ασθένεια, αυτός κατεξοχήν έχει ανάγκη από αυτό το πράγμα, δηλαδή την προσευχή που συνοδεύεται από νηστεία.

«Αλλά όμως», θα μπορούσε να πει κανείς, «εάν έχουμε πίστη, τι χρειάζεται η νηστεία;» Χρειάζεται επειδή και η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει πολύ μεγάλη δύναμη. Καθόσον προσφέρει πολλή ευσέβεια στον άνθρωπο και τον μεταβάλλει από άνθρωπο σε άγγελο και τον κάνει να αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων δυνάμεων. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει μόνη της, αλλά χρειάζεται και προσευχή και μάλιστα η προσευχή κατέχει την πρώτη θέση.

Πρόσεχε λοιπόν πόσα είναι τα αγαθά που προέρχονται από αυτές τις δύο αρετές· διότι αυτός που προσεύχεται και νηστεύει όπως πρέπει, δεν χρειάζεται πολλά πράγματα· επομένως, αυτός που δεν χρειάζεται πολλά πράγματα, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει ποτέ φιλοχρήματος· και αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος, είναι περισσότερο πρόθυμος για ελεημοσύνη. Επιπρόσθετα, αυτός που νηστεύει είναι απαλλαγμένος από βάρη, έχει φτερά και προσεύχεται με καθαρή καρδιά, σβήνει τις πονηρές επιθυμίες και εξευμενίζει τον Θεό και ταπεινώνει την υπερηφανευόμενη ψυχή του. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν και οι απόστολοι σχεδόν πάντοτε νήστευαν.

Επίσης, αυτός που προσεύχεται και νηστεύει έχει διπλές φτερούγες, πιο ελαφρές και από τους ίδιους τους ανέμους· διότι δεν χασμουριέται κατά την ώρα της προσευχής, ούτε τεντώνεται, ούτε βυθίζεται σε ύπνο, πράγμα που το παθαίνουν οι περισσότεροι, αλλά έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη φωτιά και είναι ανώτερος από τα γήινα πράγματα. Και για τον λόγο αυτόν ο άνθρωπος αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός και πολέμιος των δαιμόνων· καθόσον τίποτε δεν υπάρχει πιο δυνατό από τον άνθρωπο εκείνο που η προσευχή του είναι ειλικρινής· διότι εάν γυναίκα κατόρθωσε να κάμψει κάποιον άρχοντα που δε φοβόταν ούτε τον Θεό ούτε και τον άνθρωπο ντρεπόταν, πολύ πιο εύκολο θα προσελκύσει τον Θεό εκείνος που επιμένει διαρκώς στην προσευχή του προς αυτόν και εξουσιάζει την κοιλία του και αποφεύγει την τρυφηλή ζωή.

Εάν όμως το σώμα σου είναι ασθενές, ώστε να μην μπορείς να νηστεύεις συνεχώς, αλλά όμως δεν είναι ασθενές για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει την κοιλιά· διότι εάν δεν μπορείς να νηστεύεις, μπορείς όμως να μην κάνεις τρυφηλή ζωή. Δεν είναι και αυτό μικρό πράγμα. Ούτε απέχει πολύ από τη νηστεία, αλλά είναι ικανό και αυτό να καταβάλει την μανία του διαβόλου. Καθόσον τίποτε δεν είναι τόσο αγαπητό στον δαίμονα εκείνο, όσο η τρυφηλή ζωή και η μέθη, διότι αυτή η ζωή είναι η πηγή και η μητέρα όλων των κακών. […]

[…] Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτήν την ασθένεια, ώστε και τα αγαθά της παρούσης ζωής να απολαύσουμε και τα μελλοντικά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις μαζί και στον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

ΠΗΓΕΣ:http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΝΖ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 6-28.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 103-109(ή: 48-51 του PDF).
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm


(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)


Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Η ομιλία του Χόντιο (τού μίσους) Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι


Το πιο πολύτιμο αγαθό είναι η ελευθερία. Συγκεκριμένη, καθημερινή, που ασκείται στη σκέψη, στον λόγο, στην ικανότητα έκφρασης, σύγκρισης και διάδοσης ιδεών, συναισθημάτων, συμπαθειών και αντιπαθειών, προτιμήσεων και αποστροφών χωρίς φόβο ή καταστολή. Ήταν η υπερηφάνεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Ήταν, στον παρατατικό χρόνο. Η κοινή υπόθεση υποστήριζε ότι το ηθικό και νομικό όριο της ελευθερίας της έκφρασης ήταν -πέρα από την απαγόρευση της σωματικής βίας- η απόρριψη των χυδαίων προσβολών, της χυδαίας συκοφαντίας, της δυσφήμισης, ακόμη και της περιφρόνησης. Όλες οι συμπεριφορές τιμωρούνταν πάντα από το ποινικό δίκαιο. Έπειτα ήρθε η ιδιοφυΐα της ήπιας ισχύος , της ψευδώς ήπιας ισχύος που κρυβόταν σε ηθικολογικές προθέσεις: εφευρέθηκε ο «λόγος μίσους», στη σφαιρική διάλεκτο των stenterelli.

Ένα ανθρώπινο συναίσθημα -από τα χειρότερα αλλά και από τα πιο διαδεδομένα- έγινε στόχος των Καλών και των Δικαίων. Το μίσος απαγορεύεται στο ροζ σύννεφο των όμορφων ψυχών. Η ηθικολογική διαστρέβλωση είναι το αντίθετο του αρχικού φιλελευθερισμού, ο οποίος υπερηφανευόταν για την ηθική του ουδετερότητα. Έτσι, οι όροι, οι εκφράσεις, οι ιδέες και οι αρχές που δεν αρέσουν στις εξουσίες -που βασίζονται σε μια ανεστραμμένη αλλά άκαμπτη ηθική- επαναπροσδιορίζονται. Αρκετά με τις ελεύθερες, όσο και μερικές φορές δυσάρεστες, εκφράσεις που προστατεύονται από την αρχή της ελευθερίας, που κατοχυρώνεται στο Ιταλικό Σύνταγμα στο Άρθρο 21 (κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του μέσω του λόγου, της γραφής και οποιουδήποτε άλλου μέσου επικοινωνίας), οι οποίες έχουν γίνει απαράδεκτες παραβιάσεις του άγραφου κώδικα πολιτικής ορθότητας και της απαγόρευσης της κρίσης, της αξιολόγησης ή της αποδοχής οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ιδέας ή συμπεριφοράς. Σε γενικές γραμμές, κάθε γνώμη ή λέξη που αντίκειται στην ανεστραμμένη εθιμοτυπία του σύγχρονου, προοδευτικού, στοχαστικού Μονσινιόρ Ντέλα Κάζα, βουτηγμένη σε φιλάγαθη μελάσα καθώς και σε ολοκληρωτική οργή, είναι λόγος μίσους.

Οτιδήποτε δεν ευθυγραμμίζεται με το καθημερινά ενημερωμένο προοδευτικό εγχειρίδιο χαρακτηρίζεται αυτόματα ως μίσος. Μόνο αυτό: οι διαδηλώσεις όπως αυτές πρόσφατα στην Ιταλία, το κάψιμο εικόνων κυβερνητικών αξιωματούχων, οι ψεύτικες απαγχονίσεις και οι αιματηρές προσβολές, δεν θεωρούνται εκφράσεις μίσους επειδή προέρχονται από το Καλό. Η δική τους είναι απλώς ιερή αγανάκτηση προς τους αντιπάλους τους - συγγνώμη , απόλυτους εχθρούς. Εναντίον των οποίων, όπως δίδαξε ο Καρλ Σμιτ στη Θεωρία του Παρτιζάνου, όλα επιτρέπονται, ακόμη και η εξόντωση. Το απόλυτο μίσος στο όνομα ενός ανώτερου, ηθικά ακαταμάχητου αγαθού, το κάψιμο των αιρετικών καθαρίζει και ανασυνθέτει την κοινωνία, όπως εξήγησε ο Ρενέ Ζιράρ στη θεωρία του αποδιοπομπαίου τράγου (Βία και Ιερό). Ο λόγος μίσους είναι επομένως ένα ανεστραμμένο ομοίωμα του ιερού, το τοτέμ στο οποίο θυσιάζονται τα ιδανικά της ελευθερίας και της ελεύθερης σκέψης.

Η σημερινή ισπανική κυβέρνηση, μια τέλεια έκφραση αυτού του οπισθοδρομικού αισθήματος που αντιτίθεται στην ελευθερία (η οποία είναι η αποδοχή της νομιμότητας κάθε γνώμης που εκφράζεται χωρίς βία), έχει συστήσει μια επιτροπή επιφορτισμένη με την παρακολούθηση, την αναφορά και την τιμωρία της διάδοσης μίσους στον τύπο και στις ψηφιακές πλατφόρμες. Ονομάζεται Hodio, με αρχικό h, αν και στα ισπανικά το odio γράφεται με τον ίδιο τρόπο όπως στα ιταλικά, ίσως για να θυμηθούμε την αγγλική λέξη hate . Είναι ένα ιδεολογικό μεγαθήριο που έχει εμπιστευτεί σε λίγους πιστούς που θα χαρακτηρίζονται ως μονόφθαλμοι και κωφοί. Το «μίσος» που θα καταστείλει θα είναι αποκλειστικά αυτό που αποδίδεται σε πολιτικούς αντιπάλους, αλλά ο πραγματικός στόχος είναι η αποίκιση των συνειδήσεων και η αυτολογοκρισία. Το (μονομερές) μέτρο μίσους παρουσιάζεται ως εργαλείο για την καταπολέμηση της «πόλωσης» (η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ύπαρξη αντίθετων αρχών και αξιών στην κοινωνία) και για να απαιτήσει περαιτέρω λογοκρισία από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, ένα τέρας που έχει σχεδιαστεί για να επιτύχει κοινωνικό έλεγχο σε ψευδο-ηθικολογικούς λόγους. Ο Έντουαρντ Μπάρνεϊς το είχε ήδη επισημάνει αυτό στο έργο του «Προπαγάνδα»: «Καθώς η κοινωνία γίνεται πιο περίπλοκη και η ανάγκη για μια αόρατη κυβέρνηση ( ήπια ισχύς , σημείωση του συντάκτη) γίνεται πιο εμφανής, τα τεχνικά μέσα που είναι απαραίτητα για την πειθαρχία της κοινής γνώμης εφευρίσκονται και αναπτύσσονται».

Μια πειθαρχία που η αμερικανική κοινωνία, βουτηγμένη σε ηθικολογία εμπνευσμένη από τους Πουριτανούς, είχε ήδη επεκτείνει στις συνειδήσεις. Ο Τοκβίλ το κατάλαβε αυτό στο βιβλίο του "Δημοκρατία στην Αμερική": "Οι τύραννοι είχαν υλοποιήσει τη βία. Αλλά οι δημοκρατικές δημοκρατίες την έχουν κάνει τόσο πνευματική όσο και η ανθρώπινη βούληση που επιδιώκουν να περιορίσουν. Ο δεσποτισμός, για να φτάσει στην ψυχή, χτύπησε το σώμα. Οι ισχυρότερες και ευγενέστερες ψυχές ανυψώθηκαν ένδοξα σε σωματική και ηθική αντίσταση. Αλλά στις δημοκρατικές κοινωνίες, η τυραννία εγκαταλείπει το σώμα και πηγαίνει κατευθείαν στην ψυχή. Δεν λέει πλέον: "Σκέψου σαν εμένα ή θα πεθάνεις", αλλά: "Είσαι ελεύθερος να μην σκέφτεσαι σαν εμένα". Τη ζωή σου, τα υπάρχοντά σου, θα τα κρατήσεις όλα, αλλά από εκείνη την ημέρα θα είσαι ξένος ανάμεσά μας. Σου αφήνω τη ζωή μου, αλλά η ζωή που σου αφήνω είναι χειρότερη από τον θάνατο". Σήμερα έχουμε εισέλθει στην ανοιχτά κατασταλτική φάση.

Η έκφραση «ρητορική μίσους», ένα προοίμιο του εγκλήματος της υποκίνησης στο μίσος, είναι γκροτέσκα. Το μίσος είναι, στην πραγματικότητα, η ψυχή των σύγχρονων ιδεολογιών. Μια δύσκολη θέση που πρέπει να εξηγήσουμε. Οι ιδεολογίες είναι χυδαιοποιημένες πολιτικές φιλοσοφίες. Στην τρέχουσα μορφή τους, είναι ρεπερτόρια συνθημάτων για τις κρετινισμένες μάζες, εκφυλιστικά νοητικά προϊόντα που προκαλούν αυτόματες αντιδράσεις στους οπαδούς τους, μια μάζα που έχει υποχωρήσει σε μια ημι-ζωώδη κατάσταση. Οι ιδεολογίες πρέπει να διεγείρουν στο κοπάδι το ένστικτο να εξοντώσει όσους είναι διαφορετικοί, το Κακό, τον Αιρετικό. Κάθε οπαδός μιας ιδεολογίας χρειάζεται κάτι -ή κάποιον, αφού ο εχθρός πρέπει να αποκτήσει ένα πρόσωπο- για να αντιταχθεί, να δυσφημίσει, να δυσφημίσει, να δυσφημίσει και τελικά να καταστρέψει. Οι σύγχρονες ιδεολογίες τροφοδοτούνται από το μίσος. Ας σκεφτούμε το ταξικό μίσος για τον κομμουνισμό, που μετασχηματίστηκε στις μεταμοντέρνες παρωδίες του σε μια αποστροφή προς τις πιο εξωφρενικές μορφές «καταπίεσης» (από την ετεροπατριαρχία έως την «κυσσοκανονικότητα», δηλαδή όλα όσα πηγάζουν από τη σεξουαλική κανονικότητα) που σήμερα κρυσταλλώνεται στην κουλτούρα της ακύρωσης, την αποθέωση ακόμη και του αναδρομικού μίσους.

Αλλά ισχύει και για αντίθετες ιδεολογίες. Μίσος για τους προοδευτικούς, τους « αφυπνισμένους », τους ξένους, τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, ακόμη και τους φτωχούς, τους οποίους ο πιο ειλικρινής φιλελευθερισμός θεωρεί ένοχους αποτυχίας. Οι δημοκρατικές κοινωνίες, θεωρητικά θεμελιωμένες σε ελεύθερη και μη βίαιη συζήτηση, γίνονται ένα άγριο θέατρο Grand Guignol σε συνεχή αναταραχή, του οποίου το φινάλε είναι ο ξυλοδαρμός που επιβάλλεται στον κακό της στιγμής (τον « κακό »), αφού οι ενωτικοί κοινοτικοί δεσμοί παραμένουν. Αυτό που απομένει είναι συμμορίες οπλισμένες η μία εναντίον της άλλης με κοινό μίσος για τα ίδια πράγματα και ανθρώπους, άθλια πρόσωπα του απανθρωποποιημένου απόλυτου εχθρού. Αυτό εξηγεί το βραστό μίσος στα νέα μέσα ενημέρωσης, χώρους με φτύσεις, εξτρεμιστικές έννοιες που ανάγονται στο δυαδικό φίλο/εχθρό, όπου ο πρώην homo sapiens οργίζεται, προσβάλλει, διαδίδει συκοφαντίες, απελευθερώνει τα πιο κατώτερα ένστικτα.

Στην πραγματικότητα, αυτό το μίσος, το αμνιακό υγρό στο οποίο κολυμπούν οι ιδεολογίες, δεν ανησυχεί καθόλου τον δημοκρατικό τύραννο. Οι συνέπειές του είναι ένα τίμημα που πληρώνει πρόθυμα, αφού τα κοινωνικά δίκτυα (στο φρικτό σύγχρονο αντι-ιταλικό πλαίσιο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ) είναι το πιο εξελιγμένο όργανο ελέγχου που δημιουργήθηκε ποτέ, το δαχτυλίδι του Sauron (JRR Tolkien) που «σου επιτρέπει να τους κυριαρχείς όλους, να τους βρίσκεις όλους, να τους μαζεύεις όλους και να τους δεσμεύεις στο σκοτάδι». Προσοχή: ο ευγενικός, δημοκρατικός και προοδευτικός τύραννος δεν θέλει να καταπολεμήσει το μίσος, αλλά τον λόγο μίσους. Μια αφηρημένη έκφραση που κρύβει τα ωμά νεύρα της εξουσίας. Ο εμπνευστής της πλατφόρμας Hodio, ο Ισπανός πρόεδρος Sánchez, το ξεκαθάρισε: ο λόγος μίσους περιλαμβάνει, για παράδειγμα, το να αποκαλείς έναν «μετανάστη» εγκληματία ή να χλευάζεις ένα τρανς άτομο.

Η αλήθεια είναι ότι η ρητορική μίσους περιλαμβάνει οποιοδήποτε επιχείρημα που συνδέει την ανεξέλεγκτη μετανάστευση με την αυξημένη εγκληματικότητα, την αντίθεση στη μετανάστευση αυτή καθαυτή ή την απαίτηση να γνωρίζουμε, στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, την εθνικότητα ενός εγκληματία. Τα τρανς άτομα δεν πρέπει να προσβάλλονται, αλλά επιτρέπεται να εκφράζουν απόψεις αντίθετες με την ιδεολογία του φύλου και την queer , την ακλόνητη πεποίθηση, που υποστηρίζεται από την επιστήμη και την κοινή λογική, της βιολογικής πραγματικότητας των δύο φύλων ή ότι ένα άτομο δεν μπορεί να επιλέξει το φύλο του, επειδή η πραγματικότητα δεν εξαρτάται από την αυτοαντίληψη ή την υποκειμενική βούληση. Η ρητορική μίσους - και το φυσικό της απόγονο, η υποκίνηση στο μίσος - δεν είναι φρικτές προσβολές, αλλά η αιτιολογημένη παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν ιδέες που διαφέρουν από τη σκέψη που επιβάλλουν οι τρέχουσες άρχουσες τάξεις. Εάν υπάρχουν τέτοια επιχειρήματα, αυτό σημαίνει ότι αυτές οι ιδέες είναι αμφισβητήσιμες ή λανθασμένες ή απλώς ότι, σε ένα κλίμα ελευθερίας, αντιπαρατίθενται με τη δύναμη των ελεύθερων θέσεων, της πρώην ναυαρχίδας των φιλελεύθερων καθεστώτων.

Για να κάνουμε τον καθένα να σκέφτεται όπως θέλει ο τύραννος, δεν αρκεί να επιβάλλει ή να προκαλεί συμπεριφορά, ούτε να λογοκρίνει τις λέξεις και να διαδίδει ανεστραμμένη Νέα Ομιλία. Πρέπει να διεισδύσουμε στις πιο κρυφές εσοχές της προσωπικής υποκειμενικότητας, έτσι ώστε το δικό μας εσωτερικό φόρουμ να γίνει ο δεσμοφύλακας των σκέψεών μας. Ο Μισέλ Φουκώ το ονόμασε «μικροφυσική της εξουσίας», μια μορφή εκλεπτυσμένης κυριαρχίας, εμπιστευμένης στην τεχνολογία, την ψυχολογία και τον καταναγκασμό για επανάληψη που πειθαρχεί τις ψυχές και ομογενοποιεί τις συνειδήσεις. Η εξουσία υποβιβάζει τους ανθρώπους με αυτοσυνείδηση, προικισμένους με ελεύθερη βούληση και κρίση, σε δεσμοφύλακες ψεμάτων που επαναλαμβάνονται χίλιες φορές, ένα κοπάδι που υπακούει στην κυρίαρχη ιδεολογία και την αναπαράγει. Για να τους μετατρέψουμε σε δεσμοφύλακες των σκέψεών τους, αυτολογοκριτές, ζόμπι που κατευθύνονται εξ αποστάσεως, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το φάσμα του λόγου «hodio», με ή χωρίς το «h».

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 25

Συνέχεια από Τετάρτη 18. Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 25

Του M. Scott Peck

Μέρος ΙI: Beccah

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7


ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

«Υποθέτω πως στο τέλος όλα έχουν να κάνουν με τα χρήματα, έτσι δεν είναι;»

Η κυρία Cowper έφερε τη Beccah στο προγραμματισμένο ραντεβού της την επόμενη μέρα, ακριβώς στην ώρα της, όπως συνήθως. Μπορούσα αμέσως να δω ότι η Beccah είχε χάσει την ηρεμία και τη χαρά της μέσα στη νύχτα. Καθώς τη συνόδευα στο γραφείο μου, δεν ένιωθα ότι ήταν τόσο καταθλιπτική όσο αποκαρδιωμένη.
Κάθισε στη συνηθισμένη της καρέκλα. Σκέφτηκα να την αφήσω να αρχίσει εκείνη. Πέρασε περισσότερο από ένα λεπτό πριν μιλήσει, εκφράζοντας την απογοήτευσή της με σαρκασμό.

«Λοιπόν, φοβάμαι πως πρέπει να σας πω ότι ο όμορφος εξορκισμός σας απέτυχε».
«Πώς έτσι;» τη ρώτησα.
«Οι φωνές άρχισαν πάλι. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είναι όλες ο Εωσφόρος. Δεν έχει επιτευχθεί τίποτα».

Σηκώθηκα από την καρέκλα μου, πήγα κοντά της και, καθίζοντας στα πόδια της, πήρα τα χέρια της στα δικά μου.
«Έπρεπε να σας είχα προειδοποιήσει γι’ αυτό», είπα απολογητικά. «Αφήστε με να σας πω για μια άλλη ασθενή που είχα θεραπεύσει και ήταν δαιμονισμένη. Το πρωί μετά, κι εκείνη νόμιζε ότι ο εξορκισμός είχε αποτύχει, επειδή άκουγε πάλι φωνές. Όμως, καθώς προχωρούσε η μέρα, καταλάβαμε ότι, ενώ οι φωνές της δεν είχαν αλλάξει, είχε αλλάξει εκείνη σε σχέση με αυτές. Τις περιέγραφε ως πιο έξω από τον εαυτό της, περισσότερο υπό τον έλεγχό της. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια μπορούσε πραγματικά να τους διατάξει να σωπάσουν».

Με τη φωνή της να στάζει ακόμη σαρκασμό, η Beccah σχολίασε:
«Και αυτό ήταν δηλαδή καμιά σπουδαία αλλαγή, ε;»

«Μια πολύ μεγάλη αλλαγή», απάντησα. «Όλη η ισορροπία δυνάμεων είχε μετατοπιστεί. Πριν από τον εξορκισμό, ο Σατανάς είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω της. Μετά τον εξορκισμό, εκείνη είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στον Σατανά. Ο Σατανάς ήταν ακόμη εκεί, την ενοχλούσε, αλλά δεν αποτελούσε πια σοβαρή απειλή. Ναι, ήταν μια πολύ μεγάλη αλλαγή».

«Εγώ πάντως δεν νιώθω ότι έχω αλλάξει», επέμεινε, σχεδόν κακομαθημένα.

«Κι όμως έχεις», αντέτεινα. «Απλώς κοίτα πώς είμαστε τώρα μεταξύ μας. Πριν τον εξορκισμό δεν με άφηνες καν να σε πλησιάσω».

«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε η Beccah.


Πίεσα το πλεονέκτημα που είχα, λέγοντας: «Ναι, νομίζω πως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο εξορκισμός πέτυχε. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί. Βλέπεις, εκείνη τη στιγμή ήμουν ένα πλήρες ράκος και δεν μπορούσα να παρατηρήσω τι συνέβαινε. Γιατί αποφάσισες τελικά να διώξεις τον Σατανά;»

«Για δύο λόγους», απάντησε η Beccah. «Ο ένας ήταν επειδή ήσουν σε τόσο άθλια κατάσταση. Σε άλλη περίπτωση μπορεί να το είχα χαρεί — ότι σε έφερα στα γόνατα. Αλλά την ίδια στιγμή υπήρχε η φωνή του Wayne, τόσο δυνατή και καθαρή, και δεν με άφηνε σε ησυχία. Θυμάμαι να μου λέει χωρίς καμία αμφιβολία ότι εγώ ήμουν η ψεύτρα. Και κατάλαβα ότι είχε δίκιο· κι έτσι, αντί να χαίρομαι που σε είχα γονατίσει, ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου που ήμουν τόσο σκληρή μαζί σου. Που διαστρέβλωνα τα πράγματα τόσο πολύ. Ένιωθα άσχημη και βρώμικη. Ήταν ένα φρικτό συναίσθημα. Ήθελα να κάνω οτιδήποτε για να το ξεφορτωθώ. Και ο Wayne, κατά κάποιον τρόπο, μου έλεγε πώς. Μου φώναζε. Ήταν σαν να είχε δύναμη — μόνο που η δύναμή του ήταν η αλήθεια. Έτσι απλώς υποχώρησα σε αυτήν, και τότε ο Εωσφόρος εξαφανίστηκε».

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Beccah είχε ήδη ανακτήσει αρκετά τη διάθεσή της. Μου είπε ότι δεν πίστευε πως χρειαζόταν πια την κυρία Cowper ως προστάτιδα και ότι, στην πραγματικότητα, ανυπομονούσε να επιστρέψει στο μικρό της σπίτι στο δάσος. Συμφώνησα, αλλά πρώτα της έδωσα μερικές οδηγίες.

Της είπα ότι δεν μπορούσα να το εξηγήσω επιστημονικά ή λογικά, αλλά δεν είχα καμία αμφιβολία πως το όνομα του Ιησού ή του Χριστού, αν χρησιμοποιείται σωστά, έχει εξαιρετική δύναμη στο να κρατά τον Σατανά σε απόσταση. Δεν μιλούσα μόνο από προσωπική εμπειρία, αλλά από την εμπειρία εκατοντάδων εξορκιστών μέσα στους αιώνες.


«Δεν εννοώ ότι αυτή η δύναμη είναι μαγική», συνέχισα. «Για παράδειγμα, υπάρχουν ενδείξεις στις Πράξεις των Αποστόλων και αλλού ότι το όνομα του Χριστού ή του Ιησού δεν έχει καμία δύναμη όταν προφέρεται από ανθρώπους που δεν έχουν καμία πίστη σε Αυτόν. Αν βρεθείς σε κίνδυνο, προσπάθησε να θυμάσαι να χρησιμοποιείς το όνομα του Ιησού· αλλά όταν το κάνεις, να το κάνεις με όλη σου τη χριστιανική πίστη».

Το κατάλαβε. Της έδωσα ραντεβού για την αμέσως επόμενη μέρα, καθώς δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να αισθανθώ βέβαιος για τη σταθερότητα του εδάφους κάτω από τα πόδια μας.

Τελικά, αγκαλιαστήκαμε — κάτι που δεν είχαμε ξανακάνει στο τέλος μιας συνεδρίας. Και ευχαρίστησα ξανά την κυρία Cowper, τώρα που το έργο της είχε ολοκληρωθεί. Της είπα ότι ο ρόλος της ήταν καθοριστικός — πραγματικά χριστοειδής — ακριβώς επειδή ήταν πρόθυμη να τον επιτελέσει χωρίς να βρίσκεται στο προσκήνιο.»

Μίλησα για το πώς ο Θεός ίσως χρησιμοποίησε τη δική μου αμαρτία για να οδηγήσει στην έκβαση του εξορκισμού. Τώρα η Beccah μού εξηγούσε τι ήταν αυτό που οδήγησε στον εξορκισμό της, γιατί επέλεξε να εγκαταλείψει την υποταγή της στον Σατανά. Οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε ένα σημείο ταυτόχρονα μυστικό και εξαιρετικά βαθύ.


Πολύ πριν από τον εξορκισμό είχα την αίσθηση ότι ο Σατανάς θα στραφεί ιδιαίτερα εναντίον μου. Αυτή η αίσθηση μπορεί να ήταν προϊόν της φαντασίας μου ή μπορεί να ήταν μια αληθινή προαίσθηση για όσα επρόκειτο να συμβούν. Στο τέλος, ο Σατανάς —ή μήπως ήταν η Beccah;— πράγματι όρμησε εναντίον μου. Εκείνος ή εκείνη πέτυχε να με καταβάλει, χρησιμοποιώντας ίσως μια υπερφυσική διορατικότητα στις αδυναμίες μου. Με είχαν γονατίσει και με είχαν καταστήσει ανίκανο να αντιδράσω.

Είχα περιγράψει την επιτυχία τους να με καταβάλουν, αλλά τώρα η Beccah μου έλεγε ότι, χάρη στον Wayne, αυτή η δαιμονική επιτυχία στράφηκε τελικά εναντίον τους. Όταν ανέλαβα τον ρόλο του εξορκιστή, είχα αλαζονικά πιστέψει ότι θα μπορούσα να αντέξω την επίθεσή τους. Έκανα λάθος. Ήξερα όμως επίσης ότι ίσως να μην τα κατάφερνα και, επομένως, αναλάμβανα έναν μεγάλο κίνδυνο. Σε κάποιο επίπεδο, παρότι δεν ήταν η πρόθεσή μου, ήμουν διατεθειμένος να ηττηθώ αν χρειαζόταν — και ο εξορκισμός πέτυχε ακριβώς μέσω της δικής μου ήττας. Ίσως ο Απόστολος Παύλος θα το θεωρούσε μια επιβεβαίωση του μεγάλου του ρητού: «ἐν ἀσθενείᾳ δύναμις».

Την επόμενη μέρα η Beccah μπήκε σχεδόν χορεύοντας στο γραφείο μου, λέγοντας ότι είχα δίκιο — ότι πράγματι είχε μια δύναμη απέναντι στον Εωσφόρο και τους δαίμονές του που δεν είχε πριν. Μου είπε επίσης ότι είχε ήδη κλείσει ραντεβού με τους δικηγόρους της για να υπογράψει τα έγγραφα που θα επιδίδονταν στον Jack από τον σερίφη.

Ύστερα όμως, κάπως ταραγμένη, μου αφηγήθηκε ότι ο Jack την είχε πάρει τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ, απαιτώντας να μάθει πού στο καλό βρισκόταν όλη την περασμένη εβδομάδα και ζητώντας επίμονα να του επιτραπεί να πάει εκείνο το ίδιο βράδυ στο μικρό της σπίτι στο δάσος για να της μιλήσει. Δικαιολογημένα ένιωθε άβολα — όχι, στην πραγματικότητα φοβισμένη — μπροστά σε αυτή την προοπτική. Αυτό που ενίσχυε τον φόβο της ήταν και η αίσθηση ότι είχε ηθική υποχρέωση να του πει κατά πρόσωπο ότι ζητούσε διαζύγιο. Πράγματι, μέχρι τότε μπορεί να του είχαν ήδη επιδοθεί τα χαρτιά. Θα ήταν έξαλλος από οργή.

Αυτό δημιουργούσε και για μένα ένα πρόβλημα, το οποίο είχα αρχίσει να συζητώ όλο και περισσότερο με τη Beccah. Ταξίδευα ολοένα και περισσότερο για διαλέξεις και δεν θα ήμουν τόσο διαθέσιμος για εκείνη όσο άξιζε. Μάλιστα, έφευγα εκείνο το απόγευμα για να πάρω αεροπλάνο για μια υποχρέωση την επόμενη μέρα στο Σικάγο.
Για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, είχαμε αποφασίσει ότι η Beccah θα χρησιμοποιούσε τον Rodger ως εναλλακτικό θεραπευτή όταν θα έλειπα. Τηλεφωνήσαμε λοιπόν στον Rodger, μόνο για να μάθουμε ότι είχε και εκείνος μια δεσμευτική υποχρέωση εκείνο το βράδυ.
Τότε τηλεφώνησα στον Wayne, μήπως και τύχαινε να είναι διαθέσιμος να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη της Beccah. Ευτυχώς ήταν, και έδωσα το τηλέφωνο στη Beccah για να κανονίσει να βρίσκονται εκείνος και η σύζυγός του στο σπίτι της τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την προγραμματισμένη άφιξη του Jack.
Όταν επέστρεψα από το Σικάγο λίγες μέρες αργότερα, τηλεφώνησα ανυπόμονα στον Wayne για να μάθω πώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα. Μου είπε ότι η συνάντηση ήταν θυελλώδης, αλλά ότι η Beccah στάθηκε αξιοθαύμαστα. Μου είπε επίσης ότι ο Jack εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο όταν είδε ότι η Beccah δεν ήταν μόνη αλλά με φίλους που τη στήριζαν.

Τότε ρώτησα τον Wayne:
«Τι γνώμη σχημάτισες για τον Jack ως άνθρωπο, ξέρεις, ενστικτωδώς;» Ο Wayne μού απάντησε με όλη την αυθεντία της μακρόχρονης διακονίας του:
«Ο Jack Armitage», είπε, «είναι ο πιο βλάσφημος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ».

Ο Wayne χρησιμοποιούσε τη λέξη «βλάσφημος» με την κανονική της σημασία — μια σημασία που δεν ακούμε συχνά. Στα δεκαπέντε χρόνια που ταξίδευα σε όλη τη χώρα δίνοντας διαλέξεις, με εντυπωσίασε το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών δεν κατανοούσε τι σημαίνει βλασφημία — δηλαδή η παραβίαση της τρίτης εντολής.
Η πιο συνηθισμένη απόδοση αυτής της εντολής είναι: «Δεν θα πάρεις το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω». Υπάρχουν πολλές άλλες μεταφράσεις. Κάποιες ερμηνεύουν το «επί ματαίω» ως «χωρίς σεβασμό», άλλες ως βωμολοχία, και ιδιαίτερα ως ψευδορκία. Αυτό όμως που έχει καταλήξει να σημαίνει για τους περισσότερους Αμερικανούς είναι ότι δεν πρέπει να βωμολοχείς ή να χρησιμοποιείς άσεμνη γλώσσα.
Αυτό δεν είναι το νόημα της τρίτης εντολής.
Δεν σημαίνει ότι βλασφημείς αν χτυπήσεις το δάχτυλό σου με ένα σφυρί και φωνάξεις «ανάθεμα». Ο Θεός, όπως κάθε καλός γονιός, είναι απολύτως ικανός να απορροφήσει τέτοιου είδους θυμό και θα προτιμούσε να έχεις μια θυμωμένη σχέση μαζί Του παρά καμία σχέση.

Επομένως, η τρίτη εντολή δεν αφορά την κακή γλώσσα. Αντιθέτως, αφορά τη γλυκιά, θρησκευτική γλώσσα για τον Θεό, η οποία χρησιμοποιείται για να κρύψει ή να συγκαλύψει την αθεΐα ή την κακή συμπεριφορά κάποιου.

Μερικοί από τους χειρότερους απατεώνες που γνώρισα ήταν οι πιο ευσεβείς άνθρωποι, που εμφανίζονταν τακτικά στην εκκλησία μόνο και μόνο επειδή ήλπιζαν ότι η εκκλησιαστική τους παρουσία θα έκρυβε την εγκληματικότητά τους. Το να παίρνεις το όνομα του Κυρίου επί ματαίω σημαίνει να διακηρύσσεις φωναχτά την πίστη σου για να κρύψεις την απιστία σου.

Δεν πιστεύω ότι η σειρά των Δέκα Εντολών είναι τυχαία. Η τρίτη εντολή ακολουθεί τη δεύτερη, που απαγορεύει τη λατρεία ψεύτικων ειδώλων — παράβαση που ονομάζεται ειδωλολατρία. Η ειδωλολατρία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αποτελεί τη βάση κάθε αμαρτίας.
Η βλασφημία, που έρχεται αμέσως μετά, είναι η αμαρτία των αμαρτιών. Είναι το ψέμα των ψεμάτων: η χρήση του Θεού για να κρύψεις τις αμαρτίες σου αντί να τις διορθώσεις.


Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αν ανακαλυπτόταν πετρέλαιο κάτω από την εκκλησία του Jack Armitage, θα είχε φροντίσει να κατεδαφιστεί μέσα σε μία μόνο ημέρα.»

Η Beccah φαινόταν να δυναμώνει κάθε μέρα. Φροντίζοντας να μην υπάρχει τίποτε το σεξουαλικό, συνήθως καθόμουν τώρα στα πόδια της και συχνά κρατούσα το χέρι της. Με έναν παιδικό τρόπο —όχι σεξουαλικό— έδειχνε να ανθίζει μέσα από αυτή τη νέα μας εγγύτητα και την ευχαρίστηση της επαφής.
Περίπου δέκα ημέρες μετά τον εξορκισμό, έκανε κάτι που αμφιβάλλω αν θα είχε κάνει ποτέ πριν. Ξεκίνησε αδιάφορα, σαν να ήταν κάτι ασήμαντο.
«Θυμάσαι πώς, λίγο αφού άρχισα να σε βλέπω, πήγα διακοπές με τον Jack στην Καραϊβική και γύρισα τόσο μαυρισμένη που το σχολίασες;»
Της είπα πως το θυμόμουν.
Συνέχισε:
«Είμαι μανιακή με τον ήλιο. Δεν θέλω να είμαι με κανέναν εκείνες τις φορές, ιδιαίτερα όχι με τον Jack. Το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώνω στον ήλιο, και θα το έκανα για πάντα αν μπορούσα. Χρειάζομαι τον ήλιο».
Το είπε με τέτοια ένταση που τη ρώτησα:
«Υπάρχει κάποιος λόγος που θα ήθελες να λιάζεσαι για πάντα;»
«Ναι, είναι το κρύο».
«Το κρύο;» επανέλαβα.


«Ναι, για κάποιο λόγο, όποια κι αν είναι η θερμοκρασία, νιώθω πάντα κρύο. Δεν εννοώ ότι τρέμω ή κάτι τέτοιο. Αυτό το κρύο είναι πολύ βαθιά μέσα μου, σαν να βρίσκεται στην ψυχή μου. Αν και ποτέ δεν λειτουργεί, έχω πάντα την αίσθηση ότι αν μπορούσα να αφήσω τον ήλιο να με κάψει όσο γίνεται περισσότερο, ίσως να μπορούσε κάπως να “ψήσει” αυτό το κρύο έξω από την ψυχή μου».

«Γιατί μου το λες αυτό τώρα;» τη ρώτησα.

«Επειδή σε εμπιστεύομαι αρκετά ώστε να σου δείξω κάτι που δεν έχω δείξει ποτέ σε κανέναν. Νομίζω ότι ο ήλιος μου έχει προκαλέσει βλάβη. Στην περιοχή των ώμων μου. Δεν ήθελα ποτέ να το δείξω σε κανέναν πριν. Ανησυχώ γι’ αυτό. Θα ήθελα να ρίξεις μια ματιά στους ώμους μου, παρόλο που θα πρέπει να κατεβάσω τη μπλούζα μου. Θα το κάνεις;»

«Φυσικά. Είμαι γιατρός, άλλωστε».

Έτσι, διστακτικά, ντροπαλά, η Beccah ξεκούμπωσε τα δύο επάνω κουμπιά της μπλούζας της και την κατέβασε στους ώμους της όσο πιο διακριτικά μπορούσε.

Είχε δίκιο για τη βλάβη.

Είχε τρεις αλλοιώσεις: μία στην άκρη του αριστερού ώμου, εκεί που αρχίζει το μπράτσο· μια δεύτερη στη βάση του λαιμού, πάνω από τη σπονδυλική της στήλη· και μια τρίτη, μεγαλύτερη, στο πάνω μέρος της δεξιάς ωμοπλάτης.
Και οι τρεις είχαν παρόμοια μορφή. Η καθεμία είχε στο κέντρο μια σχετικά μικρή κοιλότητα με γκριζωπό υλικό, που περιβαλλόταν από έναν σαφώς υπερυψωμένο και πολύ σκληρό κυκλικό δακτύλιο.
Έχοντας περάσει δύο μήνες κατά τη διάρκεια της πρακτικής μου σε δερματολογική κλινική, κατάλαβα αμέσως τι ήταν και οι τρεις αλλοιώσεις.

Ήταν βασικοκυτταρικά καρκινώματα.»


Τα βασικοκυτταρικά καρκινώματα είναι ο συχνότερος και ο λιγότερο κακοήθης από τους τρεις διαφορετικούς τύπους καρκίνου του δέρματος. Όπως γνωρίζω πλέον, αν και μπορούν να εμφανιστούν σε περιοχές με ελάχιστη ή καθόλου έκθεση στον ήλιο, κατά κανόνα εμφανίζονται σε μέρη του σώματος που έχουν υποστεί ηλιακό έγκαυμα, και η συχνότητά τους σχετίζεται άμεσα με την ποσότητα της ηλιακής έκθεσης. Η Beccah είχε προκαλέσει σοβαρή βλάβη στον εαυτό της μέσω της υπερβολικής ηλιοθεραπείας.
Το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα είναι ένας ασυνήθιστος τύπος καρκίνου, επειδή δεν δίνει μεταστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, είναι πράγματι καρκίνος, διότι, σε αντίθεση με τους καλοήθεις όγκους, είναι διηθητικός. Δεν διαθέτει κάψα που να τον περιορίζει. Αντιθέτως, τα καρκινικά κύτταρα επεκτείνονται ελεύθερα, σαν πλοκάμια, και έτσι καταστρέφουν κάθε φυσιολογικό ιστό που συναντούν στον δρόμο τους.
Ψηλάφησα καθένα από τους τρεις όγκους με τα δάχτυλά μου, σαν να ψηλαφούσα ένα μικρό ηφαίστειο. Όπως αναμενόταν, τα χείλη αυτών των όγκων δεν ήταν μόνο σκληρά και υπερυψωμένα αλλά και αξιοσημείωτα σκληρά στην αφή. Μπορούσα να μετακινήσω τους δύο μικρότερους όγκους με τρόπο που υποδήλωνε ότι δεν είχαν διεισδύσει σε βαθύτερες δομές πέρα από το ίδιο το δέρμα. Ο μεγαλύτερος από τους τρεις καρκίνους, εκείνος στο πάνω μέρος της δεξιάς ωμοπλάτης της, δεν ήταν κινητός, γεγονός που με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη διεισδύσει στο οστό.

Είπα στη Beccah ότι δεν είμαι δερματολόγος, αλλά αναγνώριζα πως είχε ένα σοβαρό πρόβλημα. Την ενθάρρυνα εξηγώντας ότι επρόκειτο για τον λιγότερο κακοήθη τύπο καρκίνου του δέρματος. Ωστόσο, την έφερα αντιμέτωπη με την πραγματικότητα ότι χρειαζόταν άμεσα τη φροντίδα δερματολόγου, ο οποίος ήμουν βέβαιος ότι θα την παρέπεμπε γρήγορα σε χειρουργό για αφαίρεση. Προσπάθησα να την προετοιμάσω για το γεγονός ότι οι εκτομές αυτές πιθανότατα θα ήταν ασυνήθιστα εκτεταμένες και εξέφρασα την πεποίθησή μου ότι ο μεγαλύτερος όγκος είχε ήδη προσβάλει την ωμοπλάτη της. Υποψιαζόμουν ότι θα απαιτούνταν ιδιαίτερα εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση.
Η Beccah έκλαψε ήσυχα και περίμενα μέχρι να στεγνώσουν τα δάκρυά της. Ένιωσα περήφανος για το θάρρος της που μου έδειξε τους όγκους και της το είπα. Συνέχισα λέγοντας ότι φανταζόμουν πως η ίδια γνώριζε ήδη εδώ και καιρό ότι ήταν καρκινικοί. Έγνεψε καταφατικά.
«Άρα, το ότι μου τους δείχνεις τώρα», είπα, «είναι μια ακόμη ένδειξη της αλλαγής σου. Δεν είναι απλώς ότι είσαι λίγο λιγότερο σεμνή· είναι ότι τώρα θέλεις πραγματικά να ζήσεις». Η Beccah συμφώνησε.
Τηλεφώνησα στον καλύτερο δερματολόγο της περιοχής και κανονίσαμε ένα ραντεβού για τη Beccah. Έφευγε σχεδόν χαμογελώντας από το γραφείο, αν και αμφιβάλλω ότι θα χαμογελούσε αν γνώριζε όσα εγώ ήξερα για τον πόνο που την περίμενε.

Δεν είχα όμως καμία ιδέα ότι το μέλλον της Beccah θα περιείχε πολύ περισσότερη οδύνη απ’ όση μπορούσα τότε να φανταστώ.»


Συνεχίζεται

Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 7

Συνέχεια από Δευτέρα 16. Μαρτίου 2026


Όμηρος του Διαβόλου (Hostage to the Devil) 7

Κατοχή και Εξορκισμός στην Αμερική της δεκαετίας του 1990

MALACHI MARTIN

Η πλήρης απομόνωση

Οι γονείς της ανησυχούσαν βαθιά, αλλά πίστευαν —ακολουθώντας τη συμβουλή του ψυχιάτρου— ότι ήταν απλώς μια προσωρινή φάση εξέγερσης. Ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την υγεία της. Μέσα σε λίγους μήνες το βάρος της έπεσε από 130 λίβρες (≈59 κιλά) σε 95 λίβρες (≈43 κιλά).

Τελικά η μητέρα της σταμάτησε να αφήνει πακέτα με φαγητό έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της. Το πρώτο πακέτο της επιστράφηκε πίσω μουσκεμένο και δύσοσμο. Η Marianne είχε ανακατέψει κόπρανα και ούρα με τα φρούτα και τα σάντουιτς.

Στη μνήμη της τώρα, το επόμενο μεγάλο βήμα στην αλλαγή του «εσωτερικού τρόπου ζωής» της —όπως τον ονομάζει— είχε να κάνει με τη θρησκεία και τη θρησκευτική πίστη. Αυτό το βήμα το έκανε συνειδητά, με τον Άντρα δίπλα της, σε δύο συγκεκριμένες περιστάσεις.


Η μία ήταν την Κυριακή των Βαΐων. Το βράδυ, καθώς περνούσε έξω από μια εκκλησία όπου γινόταν λειτουργία, κάτι στα φώτα της τράβηξε το ενδιαφέρον — «ήταν σαν πρόκληση», θυμάται. Μπήκε και στάθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους στο πίσω μέρος. Ξαφνικά ένιωσε την ίδια αποστροφή και απόρριψη που ένιωθε παλιά προς τους γονείς και τους δασκάλους της. Καθώς γύρισε να φύγει, ο Άντρας δίπλα της γύρισε κι εκείνος — ήταν εκεί, αλλά δεν τον είχε προσέξει.

«Χόρτασες, φίλη μου;» είπε ήσυχα, με έναν παιγνιώδη τόνο.

Εκείνη είδε το χαμόγελό του στο ημίφως και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Εκείνος είπε: «Το χαμόγελο της Βασιλείας είναι τώρα δικό σου». Και καθώς έφευγαν: «Αν δεν σου αρέσει, δεν χρειάζεται να το υποστείς, ξέρεις». Χαμογέλασαν και οι δύο. Αυτό ήταν όλο.


Η δεύτερη περίσταση έγινε την επόμενη εβδομάδα, το Πάσχα. Ένας φωτισμένος σταυρός είχε τοποθετηθεί σε ένα κτίριο στην Park Avenue. Τον κοιτούσε από τη γωνία της 56ης Οδού, όταν άκουσε τον Άντρα να λέει: «Φαίνεται μονόπλευρο. Δεν θα έπρεπε να τον γυρίσουν και ανάποδα; Για να υπάρχει ισορροπία; Το ίδιο πράγμα είναι, άλλωστε. Μόνο σε τέλεια ισορροπία». Ο Άντρας χαμογέλασε.

«Για μένα», σχολιάζει τώρα η Marianne, «ήταν ένα τέλειο χαμόγελο. Δεν χρειαζόταν να το ισορροπήσεις με μια γκριμάτσα. Ήταν τέλειο για μένα τότε».

Εκείνο το βράδυ, στο σπίτι, βρέθηκε να σχεδιάζει ανεστραμμένους σταυρούς δίπλα σε κανονικούς. Αλλά δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τη μορφή του Εσταυρωμένου σε κανέναν από τους δύο. Κάθε φορά που προσπαθούσε, «το μολύβι έφευγε σε σχήματα S, Z και X». Από εκείνη τη στιγμή άρχισε, όπως λέει, «ένα νέο χρώμα και μορφή στον εσωτερικό μου τρόπο ζωής».

Οι περιγραφές της είναι συγκεχυμένες και δύσκολες, αλλά το γενικό νόημα είναι ανησυχητικό. Όλη η διαδικασία ήταν μια προσέγγιση στο «γυμνό φως» και έναν «γάμο με το μηδέν» — εκφράσεις που είχε μάθει από τον Άντρα.

«Άρχισα να ζω ακριβώς σύμφωνα με την πίστη μου. Δηλαδή, μέσα μου, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι αναμνήσεις και κάθε ψυχική λειτουργία κινούνταν σύμφωνα με αυτήν. Αντιδρούσα σε όλα — ανθρώπους, πράγματα, γεγονότα — σαν να ήταν η μία πλευρά ενός πραγματικού νομίσματος. Και γρήγορα ανακάλυψα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μέσα τους μια ισχυρή δύναμη. Μας προκαλούν να αντιδράσουμε. Και ο τρόπος που αντιδρούμε δίνει στα πράγματα μια ιδιαίτερη ποιότητα. Κατά κάποιον τρόπο, τα δημιουργούμε όπως καταλήγουν να είναι για εμάς.

Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Μια μέρα, έξω από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη στη 42η Οδό, ένα καλοντυμένο ζευγάρι πέρασε μπροστά μου. Καθόμουν στα σκαλιά και η γυναίκα μου χαμογέλασε. Ανταπέδωσα το χαμόγελο και μέσα από αυτό ένιωσα να λέω: “Σου αρέσω. Μου αρέσεις. Με μισείς. Σε μισώ. Βλέπεις; Είναι το ίδιο!” Το χαμόγελό της πάγωσε, αλλά συνέχισε να χαμογελά — όπως κι εγώ.


Μια άλλη μέρα, γνώρισα έναν νεαρό στην Third Avenue. Πήγαμε στο διαμέρισμά του και κάναμε έρωτα. Ήταν τρυφερός. Αλλά όταν τελειώσαμε, είχε τρομάξει. Νομίζω ότι του έδειξα μια πλευρά του εαυτού του που δεν είχε φανταστεί. Το έβλεπα στο πρόσωπό του. Τον έβαλα να φτιάξει καφέ και, καθώς τον πίναμε γυμνοί, του είπα πόσο τον μισούσα και πόσο με μισούσε κι εκείνος, και ότι όσο περισσότερο αγαπιόμασταν τόσο περισσότερο μισούσαμε ο ένας τον άλλον. Θυμάμαι ακόμη πώς χλόμιασε και τον φόβο στα μάτια του. Ψιθύρισε κάτι για τον Hyde και τον Jekyll, κι εγώ του είπα: “Όχι έτσι! Βάλε και τους δύο σε ένα, χωρίς εναλλαγές — Jekyll-Hyde. Αυτό είναι τέλειο!”»

Από εκεί και πέρα, όπως θυμάται, η εξέλιξή της προχώρησε γρήγορα σε δύο στάδια. Το πρώτο ήταν πολύ γρήγορο και αφορούσε μια πλήρη ανεξαρτησία. Εκτός από όσα χρειαζόταν για επιβίωση ή ευχαρίστηση, δεν ασχολούνταν πια με κανέναν και τίποτα. Δεν είχε πια αποφάσεις να πάρει για το αν κάτι ήταν ηθικά καλό ή κακό· αν η ζωή άξιζε ή όχι· αν της άρεσε ή δεν της άρεσε κάτι· αν την αγαπούσαν ή όχι· αν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της ή τις απέφευγε.

Το δεύτερο στάδιο ήταν πιο δύσκολο και προχωρούσε με διακυμάνσεις. Ξεκίνησε με μια σχεδόν λατρεία προς τον εαυτό της. Κατέληξε στον «γάμο με το μηδέν» και στην πληρότητα του «γυμνού φωτός». Κατά τον εξορκισμό της, λίγα χρόνια αργότερα, έγινε σαφές ότι αυτοί οι όροι περιέγραφαν την πλήρη υποταγή της σε ένα κακό πνεύμα.

Άρχισε να παρακολουθεί τις αντιλήψεις της με μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα. Στην αρχή τις έβρισκε συναρπαστικές· είχαν μια εντυπωσιακή φρεσκάδα, σαν να προέρχονταν αποκλειστικά από την ίδια. Στα μάτια της έγινε μια ιδιοφυΐα με μία και μοναδική οπτική. Η παρουσία των άλλων την ενοχλούσε και τη διέφθειρε. Η συζήτηση με άλλους απάλυνε την αιχμηρότητα της αντίληψής της· το να κάνει κάτι μαζί τους σήμαινε ότι «φορούσε ψεύτικα ρούχα» και δεν ήταν πλήρως ο εαυτός της· το να νιώθει μαζί τους σήμαινε ότι ένιωθε μόνο σχετικά, αφού έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τους άλλους.
Πίστευε ότι ιδανικά ο άνθρωπος πρέπει να νιώθει απολύτως ό,τι νιώθει, να σκέφτεται ολοκληρωτικά ό,τι σκέφτεται, να επιθυμεί ολοκληρωτικά ό,τι επιθυμεί. Καμία συγκέντρωση στον εαυτό δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη.

Πριν φτάσει στην απόλυτη απομόνωση, κάθε φορά που επέστρεφε από μια συζήτηση ή ένα γεύμα με άλλους, ή ακόμη και από μια διάλεξη ή εργασία στο εργαστήριο, της ήταν πολύ δύσκολο να ξαναβρεί «τον εσωτερικό χώρο και τη μοναδική όραση» που είχε πριν. Έμενε με μια «διπλή όραση» — θολή, συγκεχυμένη και εσωτερικά διχασμένη.

Χρειαζόταν να περνά μέρες «κάνοντας το δικό της» — περπατώντας στο πάρκο (κάτι που έκανε πλέον σχεδόν καθημερινά), καθισμένη στο διαμέρισμά της γράφοντας σελίδες που αμέσως έσκιζε, ή μένοντας ακίνητη για ώρες — μέχρι να απορροφηθεί πλήρως από τον εαυτό που είχε κρυφτεί. Τότε, ξαφνικά, όλος ο θόρυβος εξαφανιζόταν. Μπροστά σε αυτόν τον εσωτερικό εαυτό, όλα γίνονταν ξανά γυμνά. Απόλυτα. Και ασφαλή. Δεν υπήρχε πια διακοπή ή διατάραξη από την «κακή ροή» των άλλων.

Καθώς αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο έλεγχο της απομόνωσής της, συνειδητοποίησε ότι ο εαυτός που αναζητούσε βρισκόταν «πέρα», «κάτω» και «πίσω» από τον κόσμο των ψυχοσωματικών της αντιδράσεων. Πέρα από τον αδιάκοπο ρυθμό των ερεθισμάτων, των αναμνήσεων, των ταχύρρυθμων συζητήσεων και των θορυβωδών μονολόγων των άλλων. Έγινε σταδιακά πιο ευαίσθητη και προσδοκούσε να βρει αυτόν τον εαυτό, τυλιγμένο σε ημιδιαφανείς σκιές.
Πίστευε ότι αυτός ο εαυτός ήταν ανεξάρτητος από τον εξωτερικό κόσμο και από το εσωτερικό της ψυχικό θέατρο, το οποίο ήταν πάντα εκτεθειμένο σε αυτόν τον κόσμο και εύθραυστο. Η ανησυχία των λεπτομερειών δεν είχε θέση εκεί. Πίστεψε ότι, αν μπορούσε να εμποδίσει την «κακή ροή» των άλλων να εισέλθει, θα μπορούσε να φτάσει στην «τελειότητα της προσωπικότητας».

«Μία από τις μεγάλες μου συνειδητοποιήσεις», λέει, «ήταν ότι σε κάθε επαφή με τους άλλους — σε μια συζήτηση, σε συνεργασία, ακόμη και στην απλή παρουσία — υπάρχουν δύο επίπεδα “ροής”, επικοινωνίας».

Το ένα, το «εξωτερικό», ήταν αυτό μέσω του οποίου αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις, θυμόταν, σκεφτόταν και μιλούσε. Όλες αυτές οι λειτουργίες, πίστευε, θα μπορούσαν να αναπαραχθούν από μια μηχανή, έναν υπολογιστή. Πολλά από αυτά υπάρχουν και στα ζώα.
Αλλά στους ανθρώπους υπήρχε και ένα δεύτερο επίπεδο.
Αυτό το δεύτερο επίπεδο, κατά τη Marianne, ήταν μια «ροή» ή «επίδραση» από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Και κάθε επικοινωνία γινόταν ταυτόχρονα και στα δύο επίπεδα — είτε το γνώριζαν είτε όχι.
Η ίδια είχε σαφείς απόψεις για την πηγή αυτού του δεύτερου επιπέδου. Δεν ήταν, όπως έλεγε, το υποσυνείδητο, ούτε κάποια «έκτη αίσθηση» ή τηλεπάθεια. Η πηγή ήταν ο ίδιος ο εαυτός.

«Ο εαυτός», έλεγε, «έχει έναν τρόπο επικοινωνίας που δεν χρειάζεται εικόνες, σκέψεις, λογική ή οποιαδήποτε υλική υπόσταση».

Οι ψυχολόγοι και οι φυσιολόγοι ταύτιζαν τον εαυτό με τον εγκέφαλο και τις λειτουργίες του — κάτι που, κατά τη Marianne, ήταν σαν να λέει κανείς ότι το βιολί είναι η πηγή της μουσικής του βιολονίστα. Οι θρησκευόμενοι, από την άλλη, ταύτιζαν τον εαυτό με την ψυχή ή το πνεύμα, ακόμη και με τον Θεό.

Και οι δύο πλευρές, όμως, επέμεναν στην ανάγκη επιλογής — στο «ναι» ή το «όχι». Έτσι, κατά τη Marianne, οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μια διχασμένη κατάσταση, «ασπρόμαυρη», διασπώντας τη ζωντανή ενότητα του εαυτού τους.


Σπάνια η Marianne συναντούσε κάποιον του οποίου η «ροή» περνούσε μέσα της χωρίς να προσπαθεί να διασπάσει τον εαυτό που είχε ανακαλύψει. Θυμάται ότι η «ροή» του Άντρα ήταν απόλυτα σωστή — μάλιστα τη βοηθούσε να φτάσει «στον τόπο των ημιδιαφανών σκιών». Άλλες φορές, στο μετρό, στους δρόμους ή μπροστά σε βιτρίνες, δεχόταν μια ωφέλιμη επίδραση από περαστικούς, αλλά ποτέ δεν κατάφερνε να εντοπίσει από ποιον προερχόταν.

Η καθημερινότητά της έγινε μια συνεχής προσπάθεια να αντιστέκεται στη «ροή» όλων, εκτός από εκείνων που —όπως το ιδανικό της— είχαν την «τέλεια ροή» και την «τέλεια ισορροπία», που είχαν «το μηδέν μέσα τους».

Θυμάται αμυδρά ότι ο Άντρας συνέχιζε να τη διδάσκει, ότι τον έβλεπε τακτικά, ότι άκουγε όσα της έλεγε και υπάκουε σε κάποιες εντολές του. Όμως δεν μπορεί να ανακαλέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ακόμη και σήμερα, κάθε προσπάθεια να θυμηθεί τις οδηγίες του προκαλεί πανικό και φόβο που προσωρινά παραλύουν το μυαλό της. Είναι σαν να έχουν απομείνει ίχνη της επιρροής του βαθιά μέσα της, και η ανάμνηση εκείνης της περιόδου να μοιάζει με το να ξύνει κανείς την κρούστα μιας πληγής που πάει να κλείσει.

Το τέλος της αναζήτησής της ήρθε μια μέρα στο Bryant Park. Μπήκε προσεκτικά, νιώθοντας τη «ροή» όλων γύρω της, έτοιμη να φύγει αν κάτι την ενοχλούσε. Εκείνος καθόταν χαλαρά σε ένα παγκάκι, κοιτάζοντας αφηρημένα.
Κάθισε στην άλλη άκρη και παρατηρούσε αδιάφορα το τοπίο. Το πρωινό φως, ο καθαρός ουρανός, η κίνηση των ανθρώπων, τα παιδιά, τα περιστέρια — όλα συνέθεταν μια ήρεμη σκηνή.
Και τότε, ξαφνικά, ένιωσε μια τεράστια πίεση να πέφτει πάνω της σαν δίχτυ. Ρίγησε. Έπειτα το δίχτυ άρχισε να σφίγγει, να διαπερνά όλο της το σώμα, να συμπιέζει κάθε στοιχείο του εαυτού της.
Δεν ένιωθε πια ήλιο ή αέρα. Ο κόσμος έγινε επίπεδος, σαν ζωγραφιά χωρίς βάθος ή νόημα. Μόνο μέσα της υπήρχε κίνηση. Το «δίχτυ» συνέχιζε να σφίγγει, περιορίζοντας τη συνείδησή της. Και σε κάθε στιγμή, κάτω από αυτή την πίεση, εκείνη «άνοιγε κάθε κρυφό μέρος του εαυτού της, λέγοντας: “Ναι, ναι, ναι” σε μια δύναμη που δεν δεχόταν το “όχι”».
Κανείς από τους γύρω δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η Marianne, ξαπλωμένη ακίνητη στο παγκάκι, βυθιζόταν σε μια κατάσταση κατοχής.
Ξαφνικά η πίεση σταμάτησε. Το δίχτυ είχε σφίξει πλήρως. Ήταν πλέον δεμένη, ασφαλής. Και τότε ένιωσε σαν να ξυπνά: μια ομίχλη έφευγε από τη συνείδησή της. Κατάλαβε ότι πάντα ζούσε κοντά σε ένα «λυκόφως», σε μια συνοδευτική σκοτεινιά.

Καθώς ξανάβλεπε τον κόσμο, έβλεπε παντού και αυτό το λυκόφως. Μπήκε μέσα της σαν φίδι που γλιστρά αργά στη φωλιά του, φέρνοντας μαζί του «καπνώδεις διαφάνειες», «αδιαφανές φως» και «λαμπρότερες σκιές», προκαλώντας μια ανατριχιαστική συγκίνηση.
Αυτό που μπήκε μέσα της φαινόταν «προσωπικό», με ταυτότητα, αλλά και τόσο απωθητικά ελκυστικό ώστε της προκαλούσε έναν πρωτόγνωρο συνδυασμό πόνου και ηδονής. Ένιωσε όλο της το είναι να ησυχάζει, να γίνεται συνειδητό, να διαλύεται.

Ήταν σαν να ερωτευόταν τα ανοιχτά σαγόνια ενός κροκόδειλου.

Συνέχιζε να λέει «ναι» σιωπηλά, σαν να απαντούσε σε πρόταση γάμου ή απαίτηση υποταγής. Ο χρόνος σταμάτησε. Ήχοι και αισθήσεις ενώθηκαν μέσα της — αλλά όλα είχαν τώρα μια οσμή φθοράς, διαφθοράς.
Τα χρώματα του κόσμου σκοτείνιασαν. Όλα καλύφθηκαν από μαύρα, καφέ και κόκκινα πέπλα.
Αυτό ήταν η «ισορροπία» που αναζητούσε.
«Επιτέλους μπήκα στον τόπο του εαυτού μου», σκέφτηκε. Και η ουσία αυτού ήταν ότι ο τόπος αυτός δεν υπήρχε πουθενά — ένα δωμάτιο με άδεια καρέκλα, τοίχους που χάνονταν στο τίποτα, και η ίδια διαλυόταν σε μια «ενότητα του μηδενός».
Σηκώθηκε γεμάτη χαρά. Όμως ξαφνικά ένας ήχος —μουσική από ένα ραδιόφωνο— τη χτύπησε. Κάτι μέσα της αντέδρασε βίαια. Το «φίδι» μέσα της τεντώθηκε σαν μαστίγιο, αποκρούοντας κάθε ομορφιά.
Άρχισε να πέφτει και να στροβιλίζεται. Σαν να είχε λυθεί μέσα στο κεφάλι της ένας μηχανισμός που επιτάχυνε ανεξέλεγκτα. Το έδαφος τη χτύπησε στο μέτωπο.
Αλλά ο πραγματικός πόνος ήταν μέσα της.
«Ποτέ δεν είχα νιώσει τέτοια θλίψη και πόνο», είπε.
«Όταν έφυγα με τη βοήθεια του Άντρα, εκείνος μίλησε ελάχιστα. Τα λόγια του χαράχτηκαν στη μνήμη μου: “Μη φοβάσαι. Έχεις τώρα παντρευτεί το μηδέν και ανήκεις στη Βασιλεία.” Τα κατάλαβα όλα, χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα με τη λογική ή τη σκέψη μου. Είπα: “Ναι! Ναι! Όλο μου το είναι ανήκει τώρα.”
Τίποτα δεν ήταν ποτέ ξανά το ίδιο, μέχρι που εξορκίστηκα».


Δεν ήταν τόσο αυτό που είχε μάθει η Marianne· ήταν αυτό που είχε γίνει. «Δεν ήμουν κάποια άλλη. Ήμουν η ίδια. Μόνο που πίστευα ότι είχα ελευθερωθεί, γινόμενη πλήρως ανεξάρτητη και από αυτό που είχε μπει μέσα μου και είχε εγκατασταθεί εκεί».
Για να επιβεβαιώσει την πεποίθησή της, «περίπου δώδεκα μήνες πριν από τον εξορκισμό πήγα σε έναν ψυχίατρο — για να δω πόσο είχα απομακρυνθεί από τη συνηθισμένη έννοια της “κανονικότητας”. Καθώς μιλούσε, κατάλαβα ότι όλα όσα έλεγε, η ορολογία και οι θεωρίες του, ήταν ανοησίες — ένα ενδιάμεσο στάδιο σε σχέση με εκεί που είχα φτάσει εγώ. Με αντιμετώπιζε σαν άρρωστο ζώο, εστιάζοντας στο ζωώδες μέρος μου. Δεν ήξερε τίποτα για το πνεύμα — άρα δεν μπορούσε να με καταλάβει. Με έπνιγε με λόγια και μεθόδους. Προσπάθησε ακόμη και με ύπνωση. Στο τέλος μιλούσε περισσότερο για τον εαυτό του παρά για μένα.


Ένας δεύτερος ψυχίατρος μού είπε να ταξιδέψω, να απομακρυνθώ από όλα. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, τίποτα από όσα έκανε —συζητήσεις, ύπνωση, φάρμακα— δεν έφτανε πέρα από την επιφανειακή ψυχική μου δραστηριότητα. Έβλεπα τον θεραπευτή σαν να κινείται γύρω μου, γοητευμένος από εικόνες και έννοιες. Και έβλεπα τον ψυχικό μου εαυτό να ανταποκρίνεται. Όμως ο πραγματικός εαυτός μου, που δεν έχει σχέση με εικόνες ή λέξεις, έμενε ανέγγιχτος. Κανένας ψυχίατρος δεν μπορούσε να περάσει το κατώφλι του, γιατί ήταν φορτωμένος με έννοιες και συναισθήματα. Μόνο το “γυμνό εγώ” μπορεί να μπει και να ζήσει εκεί».
Από εκεί και πέρα, για κάθε εξωτερικό παρατηρητή, η πορεία της Marianne ήταν μια συνεχής επιδείνωση. Μετά τον «γάμο με το μηδέν» στο Bryant Park, σαν να είχαν κοπεί τα τελευταία σταθερά της στηρίγματα.
Ενθάρρυνε κάθε μορφή σεξουαλικής επαφής, αλλά δεν έβρισκε κανέναν πρόθυμο να φτάσει «μέχρι το τέλος», όπως έλεγε. Κατά τη δική της αντίληψη, οι άλλοι αναζητούσαν μόνο μια εμπειρία, χωρίς να φτάνουν σε πλήρη απώλεια ορίων. Έβλεπε αυτή την άρνηση ως αδυναμία να βιώσουν την «πλήρη μεταμόρφωση».

Οι άνθρωποι της γειτονιάς άρχισαν να τη θεωρούν παράξενη. Μιλούσε σπάνια. Στα καταστήματα έδειχνε απλώς τι ήθελε ή το έδινε στον πωλητή με έναν ήχο. Δεν κοιτούσε κανέναν στα μάτια. Οι άλλοι ένιωθαν μια αόριστη απειλή κοντά της, σαν να έκρυβε μια άγνωστη ένταση.
Οι γονείς της προσπάθησαν να τη δουν, αλλά μπορούσαν να της μιλήσουν μόνο πίσω από την κλειδωμένη πόρτα. Τα λόγια της προς αυτούς ήταν γεμάτα βρισιές.
Κάποια φορά οι γείτονες άκουσαν θορύβους για ώρες και κάλεσαν την αστυνομία. Όταν άνοιξαν την πόρτα, η δυσοσμία ήταν αποπνικτική, το δωμάτιο παγωμένο, ενώ έξω επικρατούσε καλοκαιρινή ζέστη. Το δωμάτιο ήταν χαοτικό, γεμάτο σκισμένα χαρτιά με ακατανόητα σημάδια. Η Marianne ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με λίγο αίμα στο στόμα, τα μάτια ανοιχτά αλλά άδεια.
Όταν έφτασε το ασθενοφόρο, σηκώθηκε και, με απόλυτη ηρεμία, είπε ότι όλα ήταν καλά — ότι απλώς έπεσε από μια καρέκλα. Οι αστυνομικοί έφυγαν.
Σε όλη αυτή την περίοδο, μύριζε άσχημα και είχε συνεχώς τραύματα στα χέρια και τα πόδια. Δεν έδειχνε κανένα συναίσθημα — εκτός όταν έβλεπε θρησκευτικά σύμβολα ή άκουγε το όνομα του Ιησού. Τότε φαινόταν να συρρικνώνεται μέσα της, σαν να δεχόταν χτυπήματα.
Η βία προς άλλους ήταν σπάνια, αλλά μια φορά επιτέθηκε σε ένα κορίτσι που της ζήτησε δωρεά για εκκλησία. Αντίθετα, απέκρουε εύκολα επιθέσεις. Ένας ληστής που την πλησίασε έφυγε τρομαγμένος όταν εκείνη τον κοίταξε και του μίλησε.
Τον Μάιο του 1965 η κατάσταση κορυφώθηκε. Ο αδελφός της George ήρθε στη Νέα Υόρκη και έμαθε τα πάντα. Μίλησε με ανθρώπους που τη γνώριζαν· κανείς δεν είχε κάτι καλό να πει. Μερικοί τη φοβόντουσαν.
Ένας αστυνομικός του είπε: «Αν δεν ήξερα καλύτερα, θα έλεγα ότι δεν είσαι καν αδελφός της. Αυτή η κοπέλα είναι πολύ κακή υπόθεση. Και έχει κάτι σκοτεινό πάνω της».


Ο George αποφάσισε να τη δει. Πριν φύγει, η μητέρα τους τον προειδοποίησε:
«Αυτό που έχει το παιδί μας δεν είναι ούτε στο σώμα ούτε στο μυαλό. Έχει μπλέξει με κάτι κακό. Με το κακό».


Συνεχίζεται

Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 1

 Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία: Henri de Lubac και Ιωάννης Ζηζιούλας σε διάλογο 1

(T&T Clark, 1993)
Paul McPartlan


Ο Paul McPartlan είναι ιερέας της Αρχιεπισκοπής του Westminster (Ηνωμένο Βασίλειο) και Ομότιμος Καθηγητής Συστηματικής Θεολογίας και Οικουμενισμού στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής. Γεννήθηκε στο Newcastle upon Tyne και αποφοίτησε από το Cambridge το 1978 με πτυχίο στα Μαθηματικά.

Αφού σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στο Ποντιφικό Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο στη Ρώμη, χειροτονήθηκε ιερέας από τον Καρδινάλιο Basil Hume το 1984. Έλαβε το διδακτορικό του από την Οξφόρδη και στη συνέχεια υπηρέτησε για τέσσερα χρόνια σε ενορία του Λονδίνου.


Μετά από μεταδιδακτορική ερευνητική υποτροφία στο St. Edmund’s College του Cambridge (1993–1995), διορίστηκε στο Heythrop College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου δίδαξε συστηματική θεολογία για δέκα χρόνια, πριν μεταβεί στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής το 2005.

Υπηρέτησε για δύο θητείες στη Διεθνή Θεολογική Επιτροπή (2004–2009, 2009–2014). Έχει συμμετάσχει σε διεθνείς διαλόγους Αγγλικανών–Ρωμαιοκαθολικών και Ρωμαιοκαθολικών–Μεθοδιστών, και είναι μέλος της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας από το 2005.

Διετέλεσε επίσης αναπληρωτής κοσμήτορας της Σχολής Θεολογίας και Θρησκευτικών Σπουδών στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής κατά το ακαδημαϊκό έτος 2014–2015.


Περιεχόμενα
Πρόλογος
Εισαγωγή
Μέρος Πρώτο: Henri de Lubac
Κεφάλαιο 1: Το Πρόγραμμα: Catholicisme
Οι Πατέρες και ο Οικουμενισμός
Νεοπατερική Σύνθεση
Υπαρξιακή Έμφαση
Καθολικότητα και Προσωπικότητα

Κεφάλαιο 2: Φύση και Υπερφυσικό
Θωμάς Ακινάτης
Χώρος και Χρόνος

Κεφάλαιο 3: Μυστικισμός και το Ευχαριστιακό Μοτίβο
Η Χαλκηδόνια Μετατόπιση
Καθολικό Συγκεκριμένο και Συλλογική Προσωπικότητα
«Nec tu me in te mutabis, sicut cibum carnis tuae, sed tu mutaberis in me.»

Κεφάλαιο 4: Η Ευχαριστία Κάνει την Εκκλησία
Προεικόνιση
Συμμετοχή

Κεφάλαιο 5: Η Εκκλησία Κάνει την Ευχαριστία
Ο Επίσκοπος ως Αρχιερέας
Η Καθολική Εκκλησία και η Τοπική Εκκλησία
Jean Jacques von Allmen και Nicolas Afanassieff

Μέρος Δεύτερο: John Zizioulas

Κεφάλαιο 6: Το Πρόγραμμα: «La vision eucharistique du monde et l'homme contemporain»
Οι Πατέρες και ο Οικουμενισμός
Νεοπατερική Σύνθεση
Υπαρξιακή Έμφαση
Καθολικότητα και Προσωπικότητα

Κεφάλαιο 7: Ελληνική Φιλοσοφία
Το Πρώτο Ζύμωμα
Το Δεύτερο Ζύμωμα

Κεφάλαιο 8: Το Ένα και τα Πολλά
Συλλογική Προσωπικότητα στην Παλαιά Διαθήκη
Συλλογική Προσωπικότητα στην Καινή Διαθήκη και την Ευχαριστία
Συλλογική Προσωπικότητα για Βιβλική Σύνθεση

Κεφάλαιο 9: Η Ευχαριστία, η Εκκλησία
Η Τοπική Εκκλησία
Αποστολική Διαδοχή, Σύνοδοι και Πρωτείο

Κεφάλαιο 10: Ρωσική Θεολογία
Georges Florovsky
Vladimir Lossky
Nicolas Afanassieff

Μέρος Τρίτο: Διάλογος

Κεφάλαιο 11: Αρχή και Τέλος
Ο Χριστός και το Πνεύμα
Ιστορία και Εσχατολογία

Κεφάλαιο 12: Η Πάλλουσα Καρδιά της Εκκλησίας
Βάπτισμα, Μετάνοια και Ευχαριστία
Μπλοκ και Νήματα και Ιστοί Αράχνης
Λαός του Θεού και Σώμα του Χριστού

Συμπέρασμα
Η Εκκλησία και ο Κόσμος
Συμπληρωματική Κριτική
Καθολικότητα
Βιβλιογραφίες
Βιβλιογραφία de Lubac
Βιβλιογραφία Zizioulas
John D. Zizioulas: Πλήρης Βιβλιογραφία Δημοσιευμένων Έργων
Γενική Βιβλιογραφία
Ευρετήριο Ονομάτων
Σημείωση
Οι περισσότερες πατερικές παραπομπές δίνονται από τον J. P. Migne, Patrologia Latina (PL· Παρίσι, 1844–1864) και Patrologia Graeca (PG· Παρίσι, 1857–1866). Ακολουθείται η πρακτική τόσο του Henri de Lubac όσο και του John Zizioulas να αποδίδονται οι τίτλοι των ελληνικών πατερικών έργων στα λατινικά.

Εκτός εάν δηλώνεται ρητά ότι χρησιμοποιείται κάποια επίσημη μετάφραση ως πηγή ενός παραθέματος, όλες οι μεταφράσεις είναι δικές μου.


Πρόλογος

Αυτό είναι ένα βιβλίο για δύο από τις σημαντικότερες ιδέες του σύγχρονου οικουμενισμού, όπως διαμορφώθηκαν από δύο από τους σπουδαιότερους θεολόγους των νεότερων χρόνων.

Και οι δύο ιδέες αφορούν την Εκκλησία. Η πρώτη είναι ότι η Εκκλησία είναι πιο αληθινά ο εαυτός της όχι στην οργάνωσή της, ούτε στη διδασκαλία της, ούτε στην ηθική της καθοδήγηση, ούτε στα έργα ελέους της, ούτε ως υπερασπιστής των φτωχών, αλλά στην τέλεση της Ευχαριστίας. Η λειτουργία, σύμφωνα με τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, και ιδιαίτερα η Ευχαριστία, είναι «το κατεξοχήν μέσο με το οποίο οι πιστοί μπορούν να εκφράζουν στη ζωή τους και να φανερώνουν στους άλλους την αληθινή φύση της Εκκλησίας» (Διάταγμα περί της Λειτουργίας, αρ. 2).

Η δεύτερη ιδέα είναι ότι η φύση της Εκκλησίας ορίζεται πληρέστερα ως κοινωνία, ως η σύναξη εκείνων που είναι ενωμένοι μέσω όσων μοιράζονται: ένα σώμα, ένα Πνεύμα, ένας Κύριος, μία πίστη, ένα βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας (Εφ. 4,4–5). Αυτή η αντίληψη βρισκόταν στον πυρήνα της δήλωσης Church as Communion της Αγγλικανο-Ρωμαιοκαθολικής Διεθνούς Επιτροπής, και έχει εμφανιστεί σε μια σειρά άλλων συμφωνιών που περιλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα χριστιανικών παραδόσεων, μεταξύ των οποίων Ορθόδοξοι, Λουθηρανοί, Μεθοδιστές και Πεντηκοστιανοί, καθώς και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Οι δύο θεολόγοι καλύπτουν την περίοδο από την αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι σήμερα. Το 1938 ο Henri de Lubac έγραψε το σπουδαίο έργο του Catholicisme, στο οποίο ανέπτυξε μια θεολογία της Εκκλησίας βασισμένη στην Ευχαριστία: «η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία». Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το πρωτότυπο και συναρπαστικό έργο του John Zizioulas Being as Communion ανέπτυξε περαιτέρω την ευχαριστιακή εκκλησιολογία του de Lubac υπό το φως της κατανόησης της κοινωνίας ως θεμελιώδους οντολογικής κατηγορίας: «το είναι σημαίνει ζωή, και η ζωή σημαίνει κοινωνία». (Ένα αποκαλυπτικό φως στη διαφορά μεταξύ ανατολικής και δυτικής θεολογίας ρίχνεται αν συγκρίνει κανείς αυτή τη ρήση με την αρχή που ήταν θεμελιώδης στη σκέψη του J. H. Newman: «το να ζει κανείς είναι να αλλάζει, και το να είναι τέλειος σημαίνει να έχει αλλάξει πολλές φορές».)

Η βαθιά μελέτη του Paul McPartlan για τον de Lubac και τον Zizioulas, δείχνοντας όπως δείχνει πώς η σκέψη αυτών των δύο μεγάλων θεολόγων, του ενός Ρωμαιοκαθολικού και του άλλου Ελληνορθόδοξου, είναι αλληλοσυνδεόμενη και συμπληρωματική, έχει ιδιαίτερη αξία για το οικουμενικό κίνημα. Εικονογραφεί τη ρήση του Πάπα Ιωάννη Παύλου ότι, αποκομμένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Καθολική Εκκλησία αναπνέει με έναν μόνο πνεύμονα. Δείχνει επίσης τη θλιβερή ματαιότητα της σημερινής καχύποπτης αντιπαλότητας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων στις χώρες που πρόσφατα απελευθερώθηκαν από τον κομμουνισμό.

Edward Yarnold, S.J.
Campion Hall, Οξφόρδη


Εισαγωγή


Στις 10 Σεπτεμβρίου 1991, ένα προσωπικό μήνυμα του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ διαβάστηκε στην κηδεία του Henri de Lubac στον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων. Ο Πάπας είχε ανακηρύξει τον de Lubac καρδινάλιο το 1983, όταν ο μεγάλος θεολόγος πλησίαζε το ογδοηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας του, αλλά συνέχιζε ακόμη να εργάζεται και να γράφει. Στο μήνυμά του, ο Πάπας ανέφερε ότι του απένειμε αυτή την τιμή για να «αναγνωρίσει τα προσόντα ενός ακούραστου μελετητή, ενός πνευματικού διδασκάλου και ενός ιησουίτη που παρέμεινε πιστός κατά τις διάφορες δύσκολες στιγμές της ζωής του».

«Με οξυδέρκεια διερεύνησε τη διδασκαλία των Πατέρων και των μεσαιωνικών συγγραφέων και βρήκε στήριγμα σε μια διεισδυτική γνώση μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων, για να τροφοδοτήσει έναν προσωπικό στοχασμό, ο οποίος εντάχθηκε με λαμπρό τρόπο στη ζώσα Παράδοση. Όλα αυτά του επέτρεψαν να προσφέρει μια πολύτιμη και γόνιμη συμβολή στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού.»

Η επιρροή του de Lubac, ωστόσο, δεν περιορίστηκε βεβαίως στην Καθολική Εκκλησία. Ένας νεαρός άνδρας που του οφείλει πολλά, ήδη από την αρχή της δικής του θεολογικής έρευνας στη δεκαετία του 1950, ήταν ο John Zizioulas (γεν. 1931), μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και σήμερα και ο ίδιος εξέχων θεολόγος, τον οποίο ο Yves Congar περιέγραψε χαρακτηριστικά ως «έναν από τους πιο πρωτότυπους και βαθύς θεολόγους της εποχής μας». Ένα από τα ιδρυτικά μέλη, το 1979, της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Zizioulas εκλήθη από τις τάξεις των λαϊκών να γίνει επίσκοπος το 1986 και συνεχίζει να αποτελεί μία από τις κύριες μορφές του σύγχρονου οικουμενικού κινήματος.

Το βιβλίο που ο Zizioulas θυμάται ιδιαίτερα από εκείνη την περίοδο, και το οποίο εξακολουθεί να επικαλείται συχνά, είναι το έργο του de Lubac για τη σχέση μεταξύ Ευχαριστίας και Εκκλησίας, Corpus Mysticum. Το βασικό σημείο που αντλεί ο Zizioulas από αυτή τη μνημειώδη ιστορική μελέτη είναι ότι η σχέση αυτή εισήλθε στη Δύση σε μια νέα φάση τον 13ο αιώνα. Μέχρι τότε, η Ευχαριστία αποτελούσε «το μυστήριο της Εκκλησίας, εκείνο που εκφράζει την ενότητά της και καθιστά το σώμα του Χριστού και το σώμα της Εκκλησίας ταυτόσημα». Στη συνέχεια, όμως, στα χέρια των σχολαστικών θεολόγων, «η πραγματεία περί Εκκλησίας αποσπάστηκε από την πραγματεία περί μυστηρίων και… η πραγματεία περί του “Μυστικού Σώματος” αποκόπηκε από την πραγματεία περί Ευχαριστίας»⁸.

Με τον καιρό, μετά την πτώση του Βυζαντίου το 1453, και η Ανατολή ακολούθησε τη Δύση σε μια φάση σχολαστικισμού, την οποία ο Zizioulas, όπως και ο δάσκαλός του Georges Florovsky, θεωρεί περίοδο «βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας»⁹. Η έξοδος της Ορθοδοξίας από αυτήν την κατάσταση πραγματοποιήθηκε, κατά τον Zizioulas, στον αιώνα μας μέσω της επανασύνδεσης με τις «ρίζες» της. Είναι σαφής ως προς το ποιοι αξίζουν την αναγνώριση γι’ αυτό:

«Ο πρώτος σημαντικός παράγοντας που ευθύνεται για τις νέες, θετικές και δημιουργικές εξελίξεις στην ορθόδοξη θεολογία στον αιώνα μας είναι, παραδόξως, το έργο “δυτικών” θεολόγων…. Η επιστροφή στις αρχαίες πατερικές πηγές, που χαρακτήρισε τη δυτική θεολογία στον αιώνα μας, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την ορθόδοξη θεολογική αναγέννηση.»

Ο Henri de Lubac είναι ένας από τους λίγους που ο Zizioulas κατονομάζει, των οποίων τα έργα «στον τομέα της πατρολογίας και της εκκλησιολογίας… επέτρεψαν στους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους να επιστρέψουν στις ίδιες τους τις πηγές»¹⁰.

Ο de Lubac είναι αναμφίβολα ένας από τους πρωτοπόρους της πατερικής αναγέννησης στη Δύση κατά τον αιώνα αυτό, και το έργο του για την Εκκλησία και την Ευχαριστία υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστικό. Τα συμπεράσματά του, ακόμη και οι ίδιες του οι διατυπώσεις, έχουν καταστεί θεολογικό κεκτημένο, συχνά χωρίς αναφορά στην πηγή τους. Ο B. Sesboué αναφέρει ότι είδε τη γνωστή διπλή αρχή που διατύπωσε ο de Lubac —ότι «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία» και «η Ευχαριστία κάνει την Εκκλησία»— να παρατίθεται εδώ και εκεί ως πατερικός τύπος¹¹. Στην πραγματικότητα, αυτή η διπλή αρχή εμφανίστηκε για πρώτη φορά μόνο στο έργο του de Lubac Méditation sur l’Église, το 1953.

Εκεί, ενώ δηλώνει ότι η Εκκλησία και η Ευχαριστία βρίσκονται «ως αιτία η μία της άλλης», είναι σαφές ότι θεωρεί το δεύτερο σκέλος της αρχής ως περισσότερο παραμελημένο: «η Εκκλησία κάνει την Ευχαριστία, αλλά η Ευχαριστία επίσης κάνει την Εκκλησία». Πράγματι, η Εκκλησία συγκεντρώνεται για να τελέσει την Ευχαριστία.

«Αλλά αν η θυσία γίνεται δεκτή από τον Θεό και η προσευχή της Εκκλησίας εισακούεται, αυτό συμβαίνει διότι η Ευχαριστία, με τη σειρά της, κάνει την Εκκλησία, με την αυστηρότερη έννοια»¹⁵.


Σημειώσεις

¹ L’Osservatore Romano (αγγλική έκδοση), 16 Σεπτεμβρίου 1991, σ. 12. Ο de Lubac δημιουργήθηκε Καρδινάλιος-Διάκονος της S. Maria in Domnica στις 2 Φεβρουαρίου 1983. Θα αναφερθούμε αρκετές φορές στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (Vatican II), και ιδιαίτερα στο Δογματικό Σύνταγμα για την Εκκλησία, Lumen Gentium.
² Yves Congar, «Bulletin d’ecclésiologie» (1982), σ. 88.
³ Για πλήρη απολογισμό της οικουμενικής δραστηριότητας του Zizioulas μέχρι τη χειροτονία του ως Μητροπολίτη Περγάμου στις 22 Ιουνίου 1986, βλ. Gaëtan Baillargeon, Perspectives orthodoxes sur l’Eglise-Communion, L’œuvre de Jean Zizioulas, σσ. 34–58.
⁴ Αντλώ εδώ, όπως και σε πολλά σημεία της παρουσίασής μου του Zizioulas, από προσωπικές συζητήσεις μαζί του.
⁵ Πρβλ. π.χ. EPH, σσ. 336–387· TLU, σ. 165· EFEL, σ. 2· πρβλ. επίσης BC, σ. 20. Οι συντομογραφίες που χρησιμοποιούνται για τα έργα του de Lubac και του Zizioulas δίνονται παρακάτω στις αντίστοιχες βιβλιογραφίες τους, σσ. 306–309 και 310–314, μαζί με μια «Σημείωση» για το πώς μπορούν εύκολα να διακριθούν, σ. 306. Πρώτη έκδοση 1944· δεύτερη έκδοση 1949.
⁶ EPH, σσ. 356–357.
⁷ Πρβλ. TLU, σ. 165.
⁸ ORT, σ. 6· πρβλ. BC, σ. 20. Για τη σημαντική επιρροή του Florovsky στον Zizioulas, βλ. παρακάτω, Κεφάλαια Έξι και Δέκα.
⁹ Ό.π., σ. 6. Οι άλλοι που αναφέρει σε αυτό το πεδίο είναι οι Emile Mersch, Jean Daniélou, Yves Congar και «οι Βενεδικτίνοι του Chevetogne».
¹⁰ B. Sesboüé, «Eucharistie: deux générations de travaux», σ. 101.
¹¹ Splendour, σ. 92, τροποποιημένη μετάφραση (πρβλ. Méditation sur l’Église, σ. 113).
¹² Σε όλο το έργο θα αποδίδω το γαλλικό fait, όπως στις φράσεις «fait l’Eucharistie» και «fait l’Eglise», με το «κάνει» και όχι με το «παράγει».
¹³ Ό.π., σ. 106, τροποποιημένη μετάφραση, με ενσωμάτωση των αρχικών πλαγίων του de Lubac (πρβλ. Méditation sur l’Église, σ. 129).
¹⁵ Ο de Lubac διατυπώνει την αρχή με έμφαση στο CMys, σ. 104.

Συνεχίζεται

H KΕΡΚΟΠΟΡΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΛΕΗΛΑΤΗΘΗΚΕ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΧΕ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΠΛΑΝΕΜΕΝΗ ΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ. Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΛΑΒΕ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΣΤΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΤ΄ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΧΩΡΙΣ  ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ  ΜΕΣΑ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ.

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 2

Συνέχεια από Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026


Την Κυριακή 4 Iανουαρίου 2026 ο καθηγητής Θρησκειολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων π.Νικόλαος Λουδοβίκος συζητά με τον π. Απόστολο Ραυτόπουλο και όλους εσάς για τη φύση του χρόνου και την πορεία του κόσμου μέσα σ' αυτόν με αφορμή κείμενο του Φώτη Κόντογλου.π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 2

π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς 2

.......Τι κάνει ο Χριστός;
Λέει: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ὅτι ἠγάπησας πολύ».
Τον σταυρώνεις ή δεν τον σταυρώνεις μετά; Α

Είναι μια καινούργια πραγματικότητα, που δεν χωρά στις συνηθισμένες κατηγορίες

Και δεν άντεχαν να συγχωρεί τις πόρνες, τους τελώνες, τις μοιχαλίδες. Αυτό ήταν αδιανόητο. Γιατί δεν είναι ηθικολογία — είναι κάτι εντελώς άλλο.


Πού είναι το «οὐ μοιχεύσεις», «οὐ κλέψεις», όλα αυτά; Οι Φαρισαίοι έβραζαν από το κακό τους. Δεν μπορούσαν να το αντέξουν, γιατί δεν ήξεραν τι να κάνουν με αυτό που έβλεπαν.

Αδιανόητα πράγματα. Η μοιχαλίδα — έτοιμοι να τη λιθοβολήσουν. Ο Χριστός είναι εκεί και γράφει στο χώμα. Και λένε τα απόκρυφα ότι έγραφε τα ονόματα εκείνων που είχαν πέσει στα ίδια αμαρτήματα. Ένας-ένας, λέει, έφευγε. Έβλεπε το όνομά του και έφευγε.

Αλλά εκείνοι ήθελαν να τη σκοτώσουν για να τηρήσουν τον νόμο, για να καθησυχάσουν τις ενοχές τους. Και ο Χριστός τι λέει; «Σε κατέκρινε κανείς; Ούτε εγώ σε κατακρίνω».
Πώς να το εξηγήσεις αυτό; Δεν εξηγείται.

"ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΤΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. είπε ο Κύριος, γύναι πού εισίν;ουδείς σέ κατέκρινεν; Ουδείς Κύριε. είπε δέ ο Ιησούς,ουδέ εγώ σέ κατακρίνω. πορεύου καί από τού νύν μηκέτι αμάρτανε!  ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΕΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ, ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΕ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ Π.Δ. Ο ΝΟΜΟΣ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΔΟΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΟΥΤΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ  ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η Κ.Δ. ΤΟΝ ΝΟΜΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟΥ.
ΟΤΙ ΑΓΑΠΗΣΕΣ ΠΟΛΥ , ΛΕΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΗ. ΠΟΙΟΝ; ΤΟΥΣ ΠΟΡΝΟΥΣ; ΑΓΑΠΗΣΕΣ ΕΜΕΝΑ, ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ. ΟΠΩΣ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ; ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΠΟΛΙΟΡΚΕΙ ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΑΣ, ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΜΩΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΡΙΤΗΣ. ΑΥΤΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΠΩΘΟΥΝ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ."

Αν ήταν εδώ ο Αριστοτέλης, που έγραψε τα «Ηθικά Νικομάχεια», θα έσχιζε τα ρούχα του. Θα έλεγε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος. Κλείστε τον στη φυλακή». Γιατί, από ηθική άποψη, η μοιχεία είναι μοιχεία. Θα έλεγε ότι έτσι γκρεμίζεται η κοινωνία. [ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ , ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ, ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΟΘΟΥΝ, ΟΙ ΠΕΙΝΩΝΤΕΣ  ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ].

Κι όμως, ο Χριστός βλέπει κάτι άλλο: βλέπει τον πόνο της ψυχής, την πτώση της, την κατάρρευσή της. Βλέπει πράγματα που εμείς δεν βλέπουμε. Και τη σηκώνει ξανά, της δίνει δυνατότητα να σταθεί.
Το ίδιο και με τον Ζακχαίο. Ανέβηκε στο δέντρο, και αντί να τον κατηγορήσει — «πού είναι τα λεφτά που πήρες από τον κόσμο;» — του λέει: «Σήμερα θα έρθω στο σπίτι σου».
Ψάξτε σε όλα τα κείμενα της ανθρωπότητας — ινδουιστικά, αρχαία ελληνικά, ό,τι θέλετε. Δεν θα βρείτε κάτι ανάλογο.
Γιατί εδώ υπάρχει μια αγάπη που είναι αγάπη των εχθρών. Αγάπη προς εκείνον που δεν καταλαβαίνει. Αγάπη ακόμη και προς τους μαθητές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Ο Πέτρος λέει: «θα πεθάνω μαζί σου». Και ο Χριστός του απαντά: «θα με αρνηθείς τρεις φορές». Και πράγματι, λίγο μετά, μπροστά σε μια δούλη, ο Πέτρος αρνείται τον Χριστό και ορκίζεται ότι δεν τον γνωρίζει.
Τι θα μπορούσε να του πει ο Χριστός μετά; «Τώρα να δούμε τι θα κάνεις. Να πας να αποδείξεις ότι με γνωρίζεις για να σε δεχθώ πίσω».
Το κάνει αυτό; Όχι.
Τι του λέει; «Βόσκε τα πρόβατά μου». Του δίνει ευθύνη. Του δίνει εμπιστοσύνη.[ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ]
Αν χάσουμε αυτόν τον Χριστό, δεν θα βρούμε τίποτα παρόμοιο σε όλη την ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Είναι το κατεξοχήν γεγονός της απόλυτης, απροϋπόθετης προσφοράς του Θεού στον άνθρωπο.
Η αγάπη Του δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της. Δεν ζητά ανταλλάγματα.
Θυμηθείτε και τον λόγο του Παύλου: πρώτα υπάρχει ο «παροξυσμός» της αγάπης και μετά έρχεται η κατανόηση. Δεν καταλαβαίνεις πρώτα για να αγαπήσεις — αγαπάς και μετά καταλαβαίνεις.
Σήμερα πολλοί λένε: «θα δοκιμάσω τον άλλον». Τι σημαίνει αυτό; Είναι ο άλλος αντικείμενο; Ρούχο; Παπούτσι;
Η αγάπη δεν είναι δοκιμή. Είναι γνώση, είναι άθλημα, είναι σοφία.
Οι μάνες το ξέρουν αυτό — δεν «δοκιμάζουν» το παιδί τους.
Η αγάπη είναι τρόπος ύπαρξης, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος γεννιέται ξανά. Είναι αυτό που θα λέγαμε ο αυθεντικός χρόνος: χρόνος αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν είναι χρόνος αγάπης. Όταν είναι χρόνος σχέσης, όχι συμφέροντος.
Όχι «σ’ αγαπώ γιατί με συμφέρει» ή «γιατί μου αρέσεις». Αυτά σήμερα τα λέμε όλοι, αλλά δεν τα εννοούμε.
Η αγάπη δεν καταργεί τον ανθρώπινο έρωτα — τον μεταμορφώνει. Του δίνει πνευματική διάσταση. Κάνει τον άλλον πρόσωπο, μοναδικό.
Και μέσα σε αυτό έρχεται και ο γάμος, που δίνει τη δυνατότητα να επιστρέφεις στη σχέση, να τη βαθαίνεις, να την καλλιεργείς.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι εχθρός. Γίνεται η ιστορία μιας σχέσης αγάπης — μια «ιστορία αγάπης».
Και τότε δεν κυριαρχεί πια η φθορά, αλλά η νίκη πάνω στη φθορά.
Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος είναι πιστός ή άθεος. Δεν κάνω κατήχηση. Αλλά όποιος απορρίπτει αυτά τα πράγματα, καλό είναι να αναρωτηθεί: έχει δοθεί ποτέ στην ιστορία μεγαλύτερη προοπτική για τον άνθρωπο;
Με βάση δεκαετίες μελέτης μπορώ να πω: δεν θα βρείτε αλλού κάτι αντίστοιχο.
Αλλιώς, ο χρόνος θα παραμείνει φθορά, πόνος, αδιέξοδο. Και ο άνθρωπος θα φύγει από τη ζωή απογοητευμένος.
Ακόμη και η ευεργεσία — δείτε — δεν αντέχεται εύκολα. Πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να τους ευεργετήσεις.
Γιατί για να δεχτείς ευεργεσία και να ευγνωμονείς, πρέπει να είσαι ταπεινός. Να δεχτείς ότι έχεις ανάγκη.
Και αυτό δεν είναι εύκολο.
Ο αναγκασμός σου είναι μεγάλος όταν βρέθηκες σε μια δύσκολη κατάσταση και κάποιος άλλος σε έβγαλε από αυτήν. Δεν θέλεις να τον θυμάσαι. Γι’ αυτό και η αγνωμοσύνη υπάρχει.
Η αγνωμοσύνη είναι, θα λέγαμε, ο φυσικός νόμος. Αν ευεργετήσεις κάποιον, όσο περισσότερο τον ευεργετήσεις, τόσο πιο πιθανό είναι να σου δείξει αγνωμοσύνη. Διότι δεν την αντέχει.
Θέλει ωριμότητα η ευγνωμοσύνη. Και ταπείνωση. Μια αίσθηση ότι πραγματικά ήμουν σε κακή κατάσταση, ότι είχα πέσει πολύ χαμηλά και ότι αυτός ο άνθρωπος με έσωσε.
Αν όμως εγώ έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου και δεν θέλω να παραδεχθώ την πτώση μου, τότε μειώνω τη βοήθεια: «εντάξει, κάτι έκανε κι αυτός». Και αν η βοήθεια είναι μεγάλη, τότε περνάμε στον χώρο της αγνωμοσύνης.
Η αγνωμοσύνη είναι, ψυχολογικά, ένας συμβολικός φόνος.
Όπως ο άσωτος υιός: τι κάνει; Ο πατέρας του του δίνει τα πάντα, κι εκείνος φεύγει, τον «εξουδετερώνει» συμβολικά. Δεν γυρίζει να τον δει, δεν στέλνει ένα γράμμα, τίποτα.
Τι του έκανε ο πατέρας; Κι όμως, αυτή είναι μια βαθιά ανθρώπινη στάση.
Γι’ αυτό και δεν πρέπει να απορείτε: αυτοί που ευεργετήσατε, αυτοί συχνά θα σας στραφούν εναντίον σας.
Ο παραλυτικός των 38 ετών είναι ένα άλλο παράδειγμα. Είχε βολευτεί ψυχολογικά στην κατάστασή του. Θα μπορούσε να βρει έναν άνθρωπο να τον βοηθήσει — 38 χρόνια δεν βρήκε έναν. Γιατί, κατά κάποιον τρόπο, του άρεσε η κατάσταση.
Μέσα από αυτήν μπορούσε να νιώθει «καλύτερος» από τους άλλους, να τους κρίνει, να τους θεωρεί κατώτερους. Είχε βολευτεί.
Γι’ αυτό και η παράξενη ερώτηση του Χριστού: «θέλεις να γίνεις καλά;». Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν θέλει.
Η παράδοση μάλιστα λέει ότι αυτός ήταν εκείνος που αργότερα χαστούκισε τον Χριστό κατά τη σύλληψή Του. Εκείνος που ευεργετήθηκε, γίνεται τελικά επιθετικός.
Για να συνοψίσω, λοιπόν: με τον χρόνο αποκτούμε ιστορία, γιατί ο χρόνος έχει αγιαστεί — όπως και ο χώρος και η ύλη — με την πρόσληψή τους από τον Λόγο.
Αποκτούμε ιστορία: ερχόμαστε στον εαυτό μας, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, αποκτούμε απόβλεψη προς το μέλλον και δυνατότητα επέκτασης.
Και ο τρόπος αυτής της επέκτασης είναι η διαλογική αμοιβαιότητα: η σχέση ανθρώπου με τον Θεό και ανθρώπου με τους άλλους.
Έτσι, ο χρόνος παύει να είναι απλώς βάσανο και γίνεται χρόνος αγάπης. Γίνεται χρονικότητα αγάπης.
Ο χρόνος γίνεται ζωή όταν γίνεται χρόνος αγάπης. Όταν γίνεται χώρος άσκησης της αγάπης.
Η αγάπη δεν είναι απλώς συναίσθημα. Πατάει στο συναίσθημα, αλλά είναι κάτι βαθύτερο: είναι πνευματικό εγχείρημα. Είναι τρόπος να δεχόμαστε τον άλλον, να τον βοηθούμε να ανθίσει.
Τα παιδιά, για παράδειγμα, αναπτύσσονται σωστά όταν αγαπιούνται. Οι ψυχολόγοι το γνωρίζουν καλά: τα παιδιά που δεν αγαπήθηκαν παρουσιάζουν βαθύτερα προβλήματα.
Όχι γιατί δεν έμαθαν κάτι, αλλά γιατί δεν υπήρξε κανείς να τα αγαπήσει.
Σήμερα, όσο χάνεται αυτή η αγάπη — η ανιδιοτελής αγάπη — τόσο περισσότερο αρρωσταίνουν οι άνθρωποι.
Και αυτό δεν μαθαίνεται μόνο θεωρητικά. Χρειάζεται κάποιος να στο διδάξει βιωματικά. Να σου δείξει πώς γίνεται.
Χρειάζεται ο άνθρωπος να έρθει σε ζωντανή επαφή με αυτή την πραγματικότητα. Όχι απλώς να τη σκέφτεται.
Όπως το τσάι: όσο κι αν σου το περιγράφουν, αν δεν το πιεις, δεν ξέρεις τι είναι. Αν το πιεις, τότε καταλαβαίνεις.
Έτσι είναι και η αγάπη. Μπορούμε να μιλάμε ατέλειωτα γι’ αυτήν — αλλά αν δεν τη ζήσουμε, δεν τη γνωρίζουμε.
Η αγάπη σήμερα συχνά απουσιάζει, παρότι όλοι μιλούν γι’ αυτήν.
Η αληθινή αγάπη — αυτή που αγαπά ακόμη και τον εχθρό — είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η αγάπη που μεταμορφώνει τον άλλον και τον κάνει αδελφό.
Γι’ αυτό και στην Εκκλησία μιλάμε για «αδελφούς», «αδελφές», «πατέρες». Υπάρχει μια υπέρβαση των απλών βιολογικών και ψυχολογικών σχέσεων.
Σταματώ εδώ.
Αν θέλει κάποιος να ρωτήσει ή να συζητήσουμε, μπορούμε.
Όμως, ένα τελευταίο: ο χρόνος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα κυκλικός και γραμμικός με τον ίδιο τρόπο. Ή το ένα θα είναι ή το άλλο.
Κάποιος που προσπάθησε να τα συνδυάσει ήταν ο Νίτσε. Προσπάθησε να μιλήσει για έναν κυκλικό χρόνο, αλλά ταυτόχρονα για μια υπέρβαση μέσω του «υπερανθρώπου».
Αλλά αυτή η προσπάθεια έδωσε δύσκολους καρπούς — και τους ζήσαμε στον 20ό αιώνα.
Συνεχίζεται με ερωτήσεις

Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΑΜΟΙΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΤΗΡ ΑΛΛΑ Ο ΠΑΠ'ΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΕΙ.