Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (1)

 ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟ ΔΟΥΛΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Εισαγωγή


Αν επρόκειτο να επιβραβεύουμε με χρήματα εκείνους που διακρίνονται στην αρετή, θα ήταν μικρός, όπως λέγει ό Σολομών, όλος ο κόσμος των χρημάτων για να εξισωθεί με την άρετή σου· διότι η χρωστούμενη χάρις στη σεμνότητα σου δεν μπορεί να εκτιμηθεί με χρήματα. Το άγιο Πάσχα όμως απαιτεί τη συνηθισμένη δωροφορία της αγάπης, την οποία προσφέρουμε, ω άνθρωπε του Θεού, στη μεγαλοφροσύνη σου· είναι δώρο μικρότερο βέβαια από ό,τι αξίζει να σου προσφερθεί, άλλα όχι ενδεέστερο της δυνάμεώς μας. Και είναι το δώρο ένας λόγος σαν ένα πενιχρό ιμάτιο που υφάνθηκε με κόπο από την πτωχή μας διάνοια.

Η υπόθεσις του λόγου θα μπορούσε να φανεί στους πολλούς ότι είναι τολμηρή, ενομίσαμε όμως ότι δεν είναι έξω από το πρέπον. Διότι ο μόνος που κατενόησε αξίως την κτίσι του Θεού είναι ο Βασίλειος, που πράγματι εκτίσθηκε κατά Θεόν κι’ εμορφώθηκε ψυχικά κατά την εικόνα του κτίστη, ο κοινός μας πατήρ και διδάσκαλος που την υψηλή διακόσμησιν του σύμπαντος έκαμε διά της θεωρίας του εύληπτη στους πολλούς και τον κόσμο που συστάθηκε με την αληθινή σοφία από τον Θεόν έκαμε γνώριμο σ’ εκείνους που προσάγονται στη θεωρία δια της συνέσεώς του.

Εμείς πάντως, αν και δεν είμαστε σε θέση ούτε να τον θαυμάζουμε επαρκώς, σκεφθήκαμε να προσθέσουμε ό,τι λείπει από τις θεωρίες του μεγάλου· όχι με σκοπό να νοθεύσουμε το πόνημα εκείνου δι’ υποβολής (διότι δεν είναι θεμιτό να καθυβρίζεται το υψηλό εκείνο στόμα, εκπροσωπούμενο από δικά μας λόγια), αλλά για να μη φαίνεται ελλιπής η δόξα του διδασκάλου ανάμεσα στους μαθητές του. Πράγματι, παρατηρούμε ότι η περί ανθρώπου θεωρία λείπει από την Εξαήμερο του Βασιλείου. Αν λοιπόν κανένας μαθητής του δεν φρόντιζε ν’ αναπληρώσει την έλλειψη, ευλόγως θα είχε λαβή η κατηγορία κατά της μεγάλης δόξας του, ότι δεν θέλησε να ενσταλάξει στους ακροατές του κάποια κατανοητική έξη. Τώρα όμως εμείς τολμήσαμε να επιδοθούμε στην εξήγηση του ελλείποντος κατά τη δύναμή μας. Αν κάτι από τα λόγια μας ευρεθεί να είναι αντάξιο προς τη διδασκαλία εκείνου, πρέπει ν’ αποδοθεί οπωσδήποτε στο διδάσκαλο· αν όμως ο λόγος μας δεν φθάνει στη μεγαλοφυή του θεωρία, αυτός θα είναι έξω από κάθε κατηγορία, ότι τάχα δεν ήθελε να αποκτήσουν κάτι αξιόλογο οι μαθητές, και θα διαφύγει τη μομφή, ενώ εμείς ευλόγως θα φανούμε στους φιλοκατήγορους υπεύθυνοι που στην μικροφυή καρδιά μας δεν χωρέσαμε τη σοφία του καθηγητού.

Δεν είναι δε μικρός ο αντικειμενικός σκοπός της θεωρίας ούτε έρχεται δεύτερος απέναντι σε οποιοδήποτε από τα θαύματα του κόσμου· ίσως μάλιστα είναι μεγαλύτερος από κάθε γνωστικό αντικείμενο, διότι κανένα άλλο από τα όντα δεν έχει ομοιωθεί με τον Θεό, εκτός από την κτίση του ανθρώπου. Έτσι οι συνετοί ακροατές προθύμως θα μας συγχωρήσουν, και αν ακόμη ο λόγος μας πέσει πολύ παρακάτω από την αξία του αντικειμένου. Πρέπει, νομίζω, να μη αφήσει τίποτε ανεξέταστο από όλα τα σχετικά με τον άνθρωπο, τόσο τα πιστευόμενα ότι έγιναν πρωτύτερα, όσο και τα αναμενόμενα να συμβούν αργότερα, καθώς και τα παρατηρούμενα τώρα. Διότι πράγματι η σπουδή θα αποδεικνυόταν κατώτερη της υποσχέσεως, αν στην περίπτωση που η θεωρία αναφέρεται στον άνθρωπο παραλειφθεί κάτι από τα συμβάλλοντα στην υπόθεση. Αλλά και όσα από τα σχετικά με τον άνθρωπο φαίνονται να είναι ενάντια μεταξύ τους, για το λόγο ότι τα τώρα παρατηρούμενα γύρω από τη φύση του δεν παρουσιάζονται τα ίδια με τα γενόμενα στην αρχή, πρέπει να τα συναρτήσει σε κάποια αναγκαία λογική ακολουθία με βάση τόσο τη γραφική διήγηση όσο και τα πορίσματα που ευρίσκονται από τους συλλογισμούς· έτσι όλη η διαπραγμάτευση θα διεξαχθεί με ειρμό και τάξη, καθώς οι φαινομενικές αντιθέσεις θα οδηγούνται προς ένα και το ίδιο τέλος· έτσι η θεία δύναμις εφευρίσκει ελπίδα των πέρα από ελπίδα και διέξοδο στα αδιέξοδα.

Για χάριν σαφήνειας θεώρησα καλό να σου παρουσιάσω τον λόγο με κεφάλαια στην αρχή, ώστε να μπόρεσης να γνωρίσεις την υπόθεση όλης της διαπραγματεύσεως με τη σύντομη περίληψη των επιμέρους επιχειρημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

Μερική φυσιολογία περί του κόσμου και αβροτέρα διήγησις περί των γεγονότων που προηγήθηκαν της γενέσεως του ανθρώπου

Αυτή είναι η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης, λέγει η Γραφή. Τότε που ολοκληρώθηκαν όλα τα φαινόμενα πράγματα και κάθε όν, αφού ξεχωρίσθηκε, ανεχώρησε προς τη θέσιν του· τότε που το ουράνιο σώμα περιέβαλε τα πάντα από γύρω, ενώ τη μέση του παντός κατέλαβαν τα βαρέα και κατωφερή σώματα, η γη και το ύδωρ δηλαδή, συγκροτούμενα το ένα με το άλλο. Σαν σύνδεσμος και βεβαιότης των γενομένων αποτέθηκε στη φύση των όντων η θεία τέχνη και δύναμις, καθοδηγώντας τα πάντα με διπλές ενέργειες. Εμηχάνευσε τη γένεσιν των μη όvτων και την διατήρηση των όντων με στάση και κίνηση περιστρέφοντας την οξύτατη κυκλική κίνηση του πόλου (του ουράνιου θόλου) σαν τροχού γύρω από τον βαθύ και αμετάθετο όγκο της ακίνητης φύσεως, σαν γύρω από ένα πάγιο άξονα, και συντηρώντας με αυτά το αδιάλυτο και των δυό· δηλαδή η κυκλοφορουμένη ουσία δια της οξείας κινήσεως περισφίγγει κυκλικώς το πυκνό της γης, ενώ το στερεό και ανένδοτο δια της αμετάθετης παγιότητος επιτείνει αδιάκοπα την δίνηση των κινουμένων  γύρω απ’ αυτήν.

Στο κάθε μέρος από τα αντίθετα κατά τις ενέργειες εδόθηκε ίση ένταση, τόσο στην στάσιμη φύση όσο και στην άστατη περιφορά. Ούτε δηλαδή η γη δεν μετατίθεται από την βάση της ούτε ο ουρανός δεν χάνει ποτέ τη σφοδρότητα και δεν χαλαρώνει την κίνηση. Αυτά μάλιστα τα δύο κατασκευάσθηκαν πρώτα πριν από τα άλλα κτίσματα κατά την σοφία του ποιητού, σαν αρχή όλου του μηχανισμού. Νομίζω ότι ο μέγας Μωϋσης, λέγοντας ότι ο ουρανός και η γη έγιναν από τον θεό στην αρχή, ήθελε να δείξει ότι προϊόντα της κινήσεως και της στάσεως είναι τα φαινόμενα στην κτίση, που κατά το θειο θέλημα ήλθαν στη γένεσιν.

Αφού λοιπόν ο ουρανός και η γη είναι εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους κατά την αντίθεση της ενεργείας, η ανάμεσα στα αντίθετα ευρισκομένη κτίσις, που μερικώς μετέχει των παρακειμένων, μεσιτεύει ανάμεσα στα άκρα η ίδια, ώστε να συντελεσθεί καταλλήλως η μεταξύ των συνάφεια των εναντίων δια του μέσου. Πράγματι ο αέρας μιμείται κάπως το αεικίνητο και λεπτό της πυρώδους ουσίας, με την ελαφρά του φύσιν και την ικανότητα του προς κίνησιν· δεν είναι όμως τέτοιος ώστε ν’ αποξενώνεται της συγγενείας προς τα στερεά, διότι ούτε πάντοτε ακίνητος μένει ούτε διαπαντός ρέει και σκορπίζεται, αλλά με την οικειότητα προς το καθένα τους γίνεται σαν είδος μεθορίου της εναντιότητος των ενεργειών, αναμιγνύοντας και συγχρόνως διαιρώντας τα διεστώτα μέσα στη φύση. Κατά τον ίδιο λόγο και η υγρά ουσία προσαρμόζεται προς το καθένα από τα εναντία με διπλές ποιότητες. Διότι με το ότι είναι βαρειά και κατωφερής, έχει πολλή συγγένεια προς το γήϊνο· με το ότι μετέχει κάποιος ρευστής και πορευτικής ενεργείας, δεν είναι τελείως αποξενωμένη από την κινουμένη φύσιν αλλά υπάρχει και δι’ αυτού του μέσου κάποια μίξις και συνδρομή των εναντίων, καθώς η βαρύτης μετατέθηκε σε κίνηση και η κίνησις δεν δέθηκε από το βάρος. Έτσι τα άκρως χωρισμένα κατά τη φύση συνέρχονται μεταξύ τους δια των μεσιτευόντων.

Μάλλον για να ακριβολογήσουμε, ούτε η ίδια η φύσις των αντιτιθέμενων πραγμάτων δεν είναι εντελώς άμικτη η μία με την άλλη κατά τα ιδιώματα· έτσι νομίζω ότι όλα τα φαινόμενα στον κόσμο κλίνουν προς άλληλα και συγκλίνει προς τον εαυτό της η κτίσις ευρισκόμενη μέσα στα ιδιώματα των αντιτιθεμένων. Πράγματι,  ενώ η κίνησις δεν νοείται μόνο κατά την τοπική μετάσταση αλλά παρατηρείται και σε τροπή και αλλοίωση, καθώς επίσης ενώ η αμετάθετη φύσις δεν δέχεται κίνησιν κατά την αλλοίωση, η σοφία του Θεού αλλάσσοντας τις ιδιότητες ενέβαλε στο μεν αεικίνητο το άτρεπτο, στο δε ακίνητο την τροπή, οικονομώντας αύτη την ενέργεια με κάποια πρόνοια, ώστε η ιδιότης της φύσεως, που είναι το άτρεπτο και αμετάθετο, σ’ ένα από τα βλεπόμενα στην κτίσιν, να μην επιτρέψει να νομίζεται το κτίσμα Θεός. Διότι δεν θα μπορούσε να αποκτήσει υπόληψη θεότητος ό,τι τύχει να κινείται και να αλλοιώνεται. Γι’ αυτό η μεν γη είναι στάσιμη και όχι άτρεπτη, ο δε ουρανός αντιθέτως μη έχοντας το τρεπτό δεν έχει ούτε το στάσιμο· έτσι η θεία δύναμις, συμπλέκοντας με τη στάσιμη φύση την τροπή και με την τρεπόμενη φύση την κίνηση, δια της εναλλαγής των ιδιωμάτων θα εξοικειώσει και τις δυο μεταξύ τους και θα τις αλλοτριώσει από την υπόληψη της θεότητος· διότι κανένα από αυτά τα δυό, όπως λέγεται, δεν μπορεί να νομισθεί ότι είναι ιδιότης της θείας φύσεως, ούτε το άστατο ούτε το αλλοιούμενο.

Τώρα λοιπόν έφθασαν όλα και προς το τέλος τους. Διότι, όπως λέγει ο Μωυσής, ολοκληρώθηκε ο ουρανός και η γη και όλα τα ενδιάμεσα και τα καθέκαστον διακοσμήθηκαν με το κατάλληλο κάλλος· ο ουρανός με τις λάμψεις των φωστήρων, η θάλασσα και ο αέρας με τα κολυμβητικά και τα εναέρια ζώα, η γη με τις πολυάριθμες ποικιλίες των φυτών και των ζώων, τα οποία εγέννησε όλα μαζεμένα συγχρόνως, αφού δυναμώθηκε από το θείο βούλημα. Γεμάτη από τα ωραία ήταν η γη, αφού μαζί με τα άνθη εβλάστησε και τους καρπούς· οι λειμώνες ήσαν γεμάτοι από τα φυτά που ταιριάζουν σ’ αυτούς. Όλες οι ράχες κι οι κορυφές, οι πλαγιές και οι πεδιάδες, καθώς και οι κοιλάδες, ήσαν στεφανωμένες με τη νεοφυτρωμένη χλόη και με την ποικίλη ομορφιά των δένδρων, που μόλις είχαν φυτρώσει από τη γη κι’ ευθύς αμέσως έφθασαν προς το τέλειο κάλλος τους. Όλα τα ζώα που ζωογονήθηκαν με το πρόσταγμα του Θεού ήσαν χαρούμενα, φυσικά, και χοροπηδούσαν, τρέχοντας στις λόχμες κατά αγέλες και κατά γένη. Οι ρεματιές και τα σύσκια όλα αντηχούσαν παντού από τις μελωδίες των ωδικών πτηνών. Παρόμοια ήταν βέβαια η θέα της θάλασσας, που στις συγκεντρώσεις των εσοχών είχε ησυχία και γαλήνη, όπου με τη θεία βούληση διαμορφώθηκαν στις ακτές αυτομάτως όρμοι και λιμένες που συμφιλίωναν τη θάλασσα με την ξηρά. Οι ήρεμες κινήσεις των κυμάτων παραλληλίζονταν με την ομορφιά των λειμώνων, καθώς κυμάτιζαν στην επιφάνειά τους από τις λεπτές και ήρεμες αύρες.

Και όλος ο πλούτος της κτίσεως, στη γη και στη θάλασσα, ήταν έτοιμος, αλλά δεν υπήρχε ο μέτοχός του.

(Συνεχίζεται)

ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΝΑΥΑΓΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ ΚΑΙ Η ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΕΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΠΟΥ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (30)

 Συνέχεια από Σάββατο, 17 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
Θεωρία ιατρική περί της κατασκευής του σώματός μας σε συντομία

Βέβαια για την ακριβή κατασκευή του σώματός μας διδάσκει ο καθένας μας τον εαυτό του από όσα βλέπει και ζει και αισθάνεται, έχοντας διδάσκαλο τη φύσιν του εαυτού του. Είναι εξάλλου δυνατό μελετώντας την ιστορία που ανέπτυξαν σε βιβλία οι σοφοί σ’ αυτά τα θέματα περί τούτων, να μάθει τα πάντα με ακρίβεια. Άλλοι διδάχθηκαν από την ανατομία ποιά θέση κατέχει κάθε όργανο από όσα είναι μέσα μας· άλλοι έμαθαν και εξέθεσαν προς ποιον σκοπό έγιναν όλα τα μόρια του σώματος• έτσι για τους επιμελείς αρκεί η από αυτά γνώσις της ανθρώπινης κατασκευής. Αν δε κάποιος επιζητεί για όλα αυτά να γίνει διδάσκαλος η Εκκλησία, ώστε να μη χρειάζεται καθόλου την εξωτερική φωνή (διότι τούτος είναι ο νόμος των πνευματικών προβάτων, όπως λέγει o Κύριος, το να μην υπακούουν σε ξένη φωνή), θα πραγματευθούμε και τούτο το θέμα με συντομία.

Τρεις καταστάσεις βρήκαμε γύρω από τη φύσιν του σώματος, χάριν των οποίων έχουν κατασκευασθεί τα επί μέρους όργανά μας. Αλλά πράγματα είναι κατάλληλα για το ζην, άλλα για το καλώς ζην και άλλα για την διαδοχή των επιγόνων. Εκείνα λοιπόν από τα μέσα μας ευρισκόμενα όργανα, χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατό να συντηρηθεί η ανθρώπινη ζωή, τα παρατηρούμε σε τρία μόρια• εγκέφαλο, καρδιά, ήπαρ. Όσα αποτελούν προσθήκη αγαθών και φιλοδωρία (φιλοτιμία) της φύσεως, που με αυτά χαρίζει στον άνθρωπο το ευ ζην, είναι τα γύρω από την αίσθησιν όργανα. Διότι αυτά δεν συντηρούν τη ζωή, αφού και πολλές φορές, όταν λείψουν μερικά, παρά ταύτα ο άνθρωπος βρίσκεται στη ζωή, αλλά χωρίς τις ενέργειες τούτων είναι αδύνατο να έχει μετουσία ο άνθρωπος στα ευχάριστα της ζωής. Ο τρίτος σκοπός αποβλέπει προς το μέλλον και προς τη διαδοχή. Έκτος όμως από αυτά υπάρχουν και μερικά άλλα όργανα που είναι κοινά σε όλους για τη συντήρηση, και προσφέρουν τα κατάλληλα εφόδια, όπως είναι η κοιλιά και ο πνεύμονας, αυτός αναρριπίζοντας την εγκάρδια φωτιά, αυτή εισάγοντας την τροφή στα σπλάγχνα.

Αφού λοιπόν έτσι είναι διηρημένη μέσα μας η σωματική κατασκευή, είναι δυνατό να εννοήσουμε με ακρίβεια, ότι η λειτουργία της ζωής (η δύναμις προς το ζην) δεν διεξάγεται μονομερώς (μονοειδώς) με ένα όργανο μέσα μας, αλλά η φύσις κατένειμε τις αιτίες για την σύστασή μας (τις αιτίες για τη συντήρησή μας) σε περισσότερα όργανα και καθιστά αναγκαία τη συνεισφορά του καθενός από αυτά προς το σύνολο. Ώστε και όσα η φύσις επενόησε για την ασφάλεια της ζωής και το κάλλος, είναι και περισσότερα και μεγάλη διαφορά μεταξύ τους έχουν.

Αλλά νομίζω ότι πρότερα πρέπει να ξεχωρίσουμε σύντομα τις πρώτες αρχές εκείνων που συντελούν στη σύσταση της ζωής μας. Η ύλη λοιπόν του όλου σώματος, που υπόκειται σαν κοινή στα καθ’ έκαστον μέλη, ας αποσιωπηθεί προς το παρόν, διότι δεν πρόκειται κατά τίποτε να συντελέσει η γενική φυσιολογία προς την εξέταση (θεωρία) των επι μέρους. Αφού λοιπόν ομολογείται από όλους ότι η μοίρα όλων των στοιχειωδώς υφιστάμενων στον κόσμο είναι μέσα μας, τόσο του θερμού και του ψυχρού, όσο και της άλλης συζυγίας που συγκροτείται από το υγρό και το ξηρό, θα εξετάσουμε λεπτομερώς τα επι μέρους.

Βλέπουμε λοιπόν ότι τρεις είναι οι διοικητικές (συντηρητικές) δυνάμεις της ζωής (ψυχής). Απ’ αυτές η μια περιθάλπει το παν με την θερμότητα, η άλλη υποτονίζει το θερμαινόμενο σώμα με την υγρασία, έτσι ώστε με την ισορροπία της ποιότητος των εναντίων να συντηρείται το ζώο, χωρίς ούτε το υγρό να κατακαίεται με την υπερβολή της θερμότητας ούτε το θερμό να σβήνεται από την επικράτηση της υγρασίας. Η τρίτη δύναμις συνέχει κατά κάποια συμβολή και αρμονία τα ξεχωρισμένα άρθρα, συναρμόζοντάς τα με τους συνδέσμους της και αποστέλλοντας σε όλα την αυτοκίνητη και προαιρετική δύναμις(ικανότητα)• όταν αυτή η δύναμις λείπει, το μέλος γίνεται παράλυτο και νεκρό, εφ’ όσον στερείται του προαιρετικού πνεύματος. Μάλλον όμως, πριν από αυτά, αξίζει να εξετάσουμε την τεχνική της φύσεως μας στην ίδια τη δημιουργία του σώματος.

Πράγματι, επειδή το σκληρό και τραχύ δεν επιδέχεται τις αισθητικές ενέργειες, όπως είναι δυνατό να δει κανείς τόσο στα οστά μας όσο και στα φυτά της γης, στα οποία κάποιο είδος ζωής κατανοούμε εφόσον αυξάνονται και τρέφονται, αλλά η σκληρότης του υποκειμένου δεν αποδέχεται την αίσθησιν• γι’ αυτό θα έπρεπε στις κατ’ αίσθησιν ενέργειες να υποθέσουμε ένα είδος κηροειδούς κατασκευής. Αυτή η κατασκευή μπορεί να ενσφραγισθεί με τους αισθητικούς τύπους, εφόσον δεν διαχέεται από την υπερβολική υγρότητα, η οποία δεν επιτρέπει να παραμείνει το τυπούμενο ούτε συγκρατείται από την άμετρη τραχύτητα, διότι το σκληρό δεν επισημαίνεται με σφραγίδες• αλλά βρίσκεται ανάμεσα στη μαλακότητα και τη σκληρότητα, ώστε το ζώο να μη στερείται του αρίστου (καλλίστου) ενεργήματος από τα υπάρχοντα στη φύσιν, δηλαδή της αισθητικής κινήσεως. Επειδή λοιπόν το μαλακό και εύπλαστο, αν δεν είχε καμμιά ενέργεια από τα στερεά θα ήταν οπωσδήποτε ακίνητο και αδιάρθρωτο, όπως οι θαλασσινοί πνεύμονες (είδος μαλακίου)• γι’ αυτό η φύσις αναμιγνύει στο σώμα τη στερεότητα των οστών• και αφού τα ένωσε μεταξύ τους με την κατάλληλη αρμονία και έσφιξε τις ενώσεις τους με τους συνδέσμους δια των νεύρων, τα περιέβαλε με τη σάρκα τη δεκτική των αισθήσεων, που κατά διαστήματα γίνεται δυσπαθέστερη και ευτονώτερη στην επιφάνεια.

Επιθέτοντας λοιπόν όλο το βάρος του σώματος σ’ αυτή τη στερεά φύσιν των οστών, σαν σε αχθοφόρους στύλους, δεν φύτευσε το οστούν εντελώς αδιαίρετο (μονοκόμματο). Πράγματι θα έμενε ακίνητος και ανενέργητος, αν ήταν έτσι κατασκευασμένος ο άνθρωπος, σαν δένδρο που μένει επάνω σ’ έναν τόπο, χωρίς μήτε η διαδοχή των σκελών να προωθεί την κίνηση προς τα εμπρός μήτε η υπηρεσία των χεριών να χρησιμεύει στο βίο. Τώρα όμως με αυτήν την επινόηση η φύσις κατέστησε το όργανο μεταβατικό και πρακτικό, εμβάλλοντας μέσα στο σώμα την ορμή και τη δύναμιν προς τις κινήσεις δια του προαιρετικού πνεύματος που διαπερνά τα νεύρα.

Από αυτό προέρχεται η λειτουργία των χεριών, η ποικίλη και πολύστροφη και κατάλληλη προς κάθε επινόηση. Από αυτό προέρχονται οι περιστροφές του λαιμού, οι επικλίσεις και ανυψώσεις της κεφαλής, η ενέργεια της σιαγόνος, η διαστολή των βλεφάρων που πραγματοποιείται μαζί με το νεύμα• από αυτό ενεργούνται οι κινήσεις των άλλων άρθρων, βέβαια με κάποια νεύρα που τεντώνονται ή χαλαρώνονται, σαν από κάποια μηχανή. Η δύναμις που διεξέρχεται από αυτά έχει μια αυτόνομη ορμή, που ενεργείται μέσα στα καθέκαστον με προαιρετικό πνεύμα κατά μια οικονομία της φύσεως. Ρίζα δε των πάντων και αρχή των κινήσεων στα νεύρα είναι ο νευρώδης υμένας που περιέχει τον εγκέφαλο. Δεν νομίζουμε λοιπόν ότι χρειάζεται να πολυπραγμονούμε γύρω σε ποιο από τα ζωτικά μόρια συμβαίνει τούτο, εφ’ όσον δείχθηκε ότι σε τούτο, στον εγκέφαλο, υπάρχει η κινητική ενέργεια.

Ότι δε ο εγκέφαλος συμβάλλει μέγιστα προς τη ζωή, το δηλώνει καθαρά εκείνο που συμβαίνει από το αντίθετο. Πράγματι, αν ο γύρω από αυτόν υμένας πάθει τραυματισμό ή ρήγμα, αμέσως στο πάθημα ακολουθεί ο θάνατος, διότι η φύσις δεν αντέχει ούτε στιγμή τον τραυματισμό, όπως σε περίπτωση θεμελίου που υποχωρεί όλο το οικοδόμημα και καταρρέει μαζί με το μέρος. Αυτό λοιπόν το όργανο που, όταν πάθει, καθιστά πρόδηλη η διαφθορά όλου του ζώου, τούτο πρέπει να ομολογηθεί ότι αποτελεί κυρίως την αιτία της ζωής. Επειδή όμως, στην περίπτωση αυτών που έπαυσαν να ζουν, το νεκρωμένο καταψύχεται, διότι η ενυπάρχουσα στη φύσιν θερμότης σβήνεται, γι’ αυτό αποδίδουμε και στο θερμό τη ζωτική αιτία. Αυτό λοιπόν που, όταν εκλείψει, ακολουθεί η νέκρωσις, κατ’ ανάγκην πρέπει να ομολογηθεί ότι με την παρουσία του συγκρατεί το ζώο. Της δυνάμεως δε αυτής κατενοήσαμε πηγή και αρχή την καρδιά, από την οποία φυτρώνουν πολυσχιδώς αυλοειδείς πόροι ο ένας από τον άλλο και διαχέουν σε όλο το σώμα το πυρώδες και θερμό πνεύμα.

Επειδή δε οπωσδήποτε πρέπει να συνυπάρχει στο θερμό και κάποια τροφή από τη φύσιν (διότι δεν είναι δυνατό το πυρ να μένει μόνο του χωρίς να τρέφεται καταλλήλως), γι’ αυτό οι αρτηρίες του αίματος, σαν να ξεκινούν από κάποια πηγή, το ήπαρ, προχωρούν σε όλο το σώμα μαζί με το θερμό πνεύμα, έτσι ώστε να μην απομονωθεί το ένα μόριο από το άλλο και διαφθείρει τη φύσιν, γινόμενο πάθος. Ας δείξει τούτο στους ατακτούντες σχετικά με την ίση κατανομή, διδασκόμενους από τη φύσιν, ότι η πλεονεξία είναι φθοροποιό πάθος. Αλλά, επειδή μόνο το Θείο είναι υπεράνω ανάγκης, ενώ η ανθρώπινη πτωχεία χρειάζεται τα εξωτερικά για συντήρησή της, γι’ αυτό με τις τρεις τούτες δυνάμεις δια των οποίων οικονομείται όλο το σώμα, εισάγει απ’ έξω άφθονο υλικό, φέροντάς το καταλλήλως από διάφορες εισόδους. Στην πηγή του αίματος, που είναι το ήπαρ, ανέθεσε τη χορηγία δια της τροφής. Διότι το πάντοτε εισαγόμενο δι’ αυτής υλικό ετοιμάζει τις πηγές του αίματος να ρέουν δια του ήπατος, όπως το επάνω στο όρος χιόνι με την υγρασία του αυξάνει τις πηγές που είναι στις υπώρειες, πιέζοντας το υγρό του δια μέσου του βάθους προς τις κάτω φλέβες.

Εξάλλου το εγκάρδιο πνεύμα εισάγεται από το γειτονικό σπλάγχνο που ονομάζεται πνεύμονας και είναι δοχείο του αέρα, το οποίο διαμέσου της αρτηρίας του, που φθάνει έως το στόμα, ελκύει με τις αναπνοές το απ’ έξω πνεύμα. Η καρδιά που βρίσκεται στο μέσο του, κινούμενη και αυτή ασταμάτητα κατά μίμησιν της ενεργείας του αεικινήτου πυρός, όπως κάμουν τα φυσερά στα χαλκουργεία, ελκύει κοντά της οξυγόνο από τον γειτονικό πνεύμονα, γεμίζοντας με τη διαστολή τις κοιλότητες, και εξωθώντας το πυρώδες υλικό της το στέλνει στις κοντινές αρτηρίες. Και ποιώντας τούτο δεν παύει να έλκει στις κοιλότητές της δια της διαστολής το απ’ έξω υλικό και να στέλνει στις αρτηρίες το δικό της δια της συστολής. Τούτο νομίζω ότι γίνεται αίτιο και της αυτόματης αναπνοής. Πράγματι πολλές φορές ο νους δεν ασχολείται με άλλους ή και ηρεμεί εντελώς, καθώς το σώμα χαλαρώνεται στον ύπνο, αλλά η αναπνοή του αέρος δεν σταματά, χωρίς να συνεργεί κατά τίποτε η προαίρεσις σε τούτο.
Νομίζω ότι, επειδή η καρδιά περιβάλλεται από τον πνεύμονα και κατά το οπίσθιο μέρος της είναι σύμφυτη με αυτόν, εξασφαλίζει στον πνεύμονα την προσέλκυση και εισπνοή του αέρος, κινώντας το σπλάγχνο μαζί με τις διαστολές και συστολές της. Διότι, επειδή είναι αραιός και πολύπορος και έχει όλες τις κοιλότητες του ανοικτές προς τον πυθμένα της αρτηρίας, όταν συστέλλεται και συμπίπτει, κατ’ ανάγκην προωθεί τον αέρα που απομένει στα κοιλώματα με συμπίεση, όταν δε υποχωρεί και ανοίγεται προσελκύει με την διάσταση στο κενό τον αέρα διά της έλξεως.

Και τούτη είναι η αιτία αυτής της αθέλητης (απροαιρέτου) αναπνοής, η αδυναμία του πυρώδους να ακινητεί. Επειδή δηλαδή ιδιότης του θερμού είναι η κινητική ενέργεια, τις δε αρχές του θερμού παρατηρήσαμε στην καρδιά, το διηνεκές (ακατάπαυστο) της κινήσεως σε τούτο το μέρος απεργάζεται δια του πνεύμονος την αδιάλειπτη ορμή και εισπνοή του αέρος. Για τούτον το λόγο, αν αυξηθεί το πυρώδες, το άσθμα εκείνων που καίονται από τον πυρετό γίνεται συνεχέστερο, σαν να επείγεται η καρδιά να σβήσει τη φλεγμονή που είναι μέσα της με τον νέο αέρα. Αλλά επειδή η φύσις μας είναι πενιχρή και στερείται τελείως των αναγκαίων για τη συντήρησή της, δεν έχει έλλειψη μόνο αέρος και πνεύματος που διεγείρει το θερμό, το οποίο εισάγεται συνεχώς απ’ έξω για τη συντήρηση του ζώου, αλλά ακόμη και την τροφή που συγκρατεί τον όγκο του σώματος την έχει επίκτητη. Γι’ αυτό αναπληρώνει το ελλείπον με τρόφιμα και ποτά, αφού έλαβε μέσα στο σώμα κάποια δύναμιν και έλκει το ελλείπον και απωθεί το περιττό, καθώς το εγκάρδιο πυρ παρέχει στη φύσιν όχι μικρή συνέργεια και για τούτο.

Επειδή δηλαδή κατά την επιχειρηματολογία τούτη το κυριώτατο ζωτικό μόριο είναι η καρδιά, που με το θερμό πνεύμα ζωπυρώνει τα καθέκαστον μέρη, ο πλάστης μας την έκαμε να είναι από παντού ενεργός με τη δραστική δύναμη, ώστε να μη μείνει κανένα μέρος της άπρακτο και ανωφελές για την οικονομία του συνόλου σώματος. Γι’ αυτό στο πίσω μέρος της η καρδιά έρχεται κάτω από τον πνεύμονα δια της συνεχούς κινήσεως, σύροντας κάτω προς τον εαυτό της το σπλάγχνο, και διευρύνει τους πόρους για την πρόσληψη του αέρος, και πιέζοντας το προσληφθέν το κάμνει να εκπνευσθεί πάλι. Στο εμπρόσθιο μέρος της είναι προσκολλημένη στο χώρο της επάνω κοιλίας και την κάμνει να είναι ένθερμη και να κινείται προς τις ενέργειές της• δεν την ανεγείρει για την εισδοχή του αέρος, αλλά για την υποδοχή της κατάλληλης τροφής. Πράγματι οι δίοδοι του αέρος και της τροφής έχουν κατασκευασθεί η μία πλησίον της άλλης. Επεκτείνονται κατά μήκος η μία δίπλα στην άλλη και αποτελειώνουν προς τα άνω ισόμετρες, ώστε και να συστομώνωνται μεταξύ τους, και να καταλήγουν σ’ ένα στόμα οι πόροι, κι’ έτσι από τον ένα γίνεται η είσοδος της τροφής, από τον άλλο η είσοδος του αέρα.
Στο βάθος όμως δεν παραμένει διαπαντός το προσφυές (η συνένωση) της συζυγίας των πόρων. Διότι η καρδιά, καθώς πέφτει ανάμεσα στην έδρα του καθενός τους, εναποθέτει τις δυνάμεις στον ένα για την αναπνοή, στο άλλο για την τροφή. Πράγματι το πυρώδες είναι καμωμένο να επιζητεί την καύσιμη ύλη, κάτι που κατ’ ανάγκην συμβαίνει και με το δοχείο της τροφής. Όσο έμπυρο γίνεται δια της γειτονικής θερμασιάς, τόσο περισσότερο ελκύει τα υλικά που υποτρέφουν το θερμό• αυτήν την ορμή την ομομάζουμε όρεξιν.
Εάν το δοχείο της τροφής προσλάβει αρκετή ύλη, ούτε τότε δεν ηρεμεί η ενέργεια του πυρός. Αλλά, σαν μέσα σε χωνευτήρι προκαλεί μια σύντηξη της ύλης και, αφού διαλύσει τα συστατικά και τα αναχύσει, τελικώς τα μεταχύνει, σαν με μία χοάνη, προς τους πλησίον πόρους. Έπειτα, ξεχωρίζοντας τα παχυμερή στοιχεία από την καθαρή ουσία, το μεν λεπτό φέρει προς τις πύλες του ήπατος δια μέσου οχετών, την δε υλώδη υποστάθμη της τροφής απωθεί προς τους ευρυχωροτέρους πόρους των έντερων και αναστρέφοντας την με τους πολυτρόπους ελιγμούς τους κρατεί την τροφή για κάποιον χρόνο στα σπλάγχνα, ώστε να μην αποβάλλεται εύκολα λόγω της ευθύτητας του πόρου και το ζώο κινηθεί αμέσως πάλι σε όρεξιν κι’ έτσι ο άνθρωπος να μη σταματά ποτέ αυτή την ασχολία κατά τη φύσιν των αλόγων.

Επειδή δε και το ήπαρ χρειαζόταν τη συνεργία του θερμού για την εξαιμάτωση των υγρών, και τούτο είναι τοπικώς απομακρυσμένο από την καρδιά (διότι δεν μπορούσε, νομίζω, αφού είναι αρχή και ρίζα της ζωτικής δυνάμεως να στενοχωρείται γύρω από την άλλη αρχή), για να μη παραβλαβεί κανένα σημείο του σωματικού συστήματος από την απόσταση της θερμαντικής ουσίας, γι’ αυτό ένας νευρώδης πόρος (που ονομάζεται αρτηρία από τους σοφούς σ’ αυτά) δεχόμενος το έμπυρο πνεύμα, το φέρει κοντά στο ήπαρ, διότι κάπου αυτού είναι συστομωμένος κατά την είσοδο των υγρών• και αφού ζεστάνει με τη θερμότητα την υγρασία, εναποθέτει στο υγρό κάτι από τη συγγένεια του πυρός, κοκκινίζοντας το είδος του αίματος με το πυροειδές χρώμα.

Έπειτα από εκεί ξεκινούν δύο οχετοί δίδυμοι [τα αγγεία, φλέβες και αρτηρίες], που ο καθένας τους περιέχει σωληνοειδώς το οικείο του υλικό, πνεύμα και αίμα, ώστε να είναι ευκολοδιάβατο το υγρό, καθώς πέρνα μαζί με την κίνηση του θερμού και ελαφρυνόμενο• και διασπείρονται πολυσχιδώς σε όλο το σώμα, διασχιζόμενοι σε μύριες διακλαδώσεις προς όλα τα μέρη. Οι δύο αυτές αρχές των ζωτικών δυνάμεων, αφού αναμιχθούν μεταξύ τους, αυτή πού στέλλει προς όλα τα σημεία του σώματος το θερμό και εκείνη που στέλλει το υγρό, χορηγούν ένα είδος αναγκαίου δανείου από τα υπάρχοντά τους στην ηγεμονικότερη δύναμιν της ζωτικής συγκροτήσεως. Είναι δε αυτή εκείνη που υφίσταται στους μήνιγγες και στον εγκέφαλο. Κάθε κίνησις που προέρχεται από αυτή, κάθε συστολή μυών, κάθε προαιρετικό πνεύμα (πνοή) που εκπέμπεται στα επί μέρους μόρια, καθιστά σαν μηχανή ενεργό και κινούμενο τον γήινο ανδριάντα μας. Πράγματι το καθαρώτατο του θερμού και το λεπτότατο του υγρού από την καθεμιά δύναμιν, αφού ενωθούν με κάποια ανάμιξη και ανάκραση, τρέφουν και συντηρούν δια των ατμών τον εγκέφαλο. Έπειτα η από αυτόν προερχόμενη ανάδοσις εκλεπτυνομένη προς το διαφανέστερο αλείφει τον περιεκτικό υμένα του εγκεφάλου. Αυτός ο υμένας προχωρώντας σωληνοειδώς από επάνω προς το βάθος δια των διαδοχικών σπονδύλων, επεκτείνει εαυτόν και τον μέσα του ευρισκόμενο μυελό, και καταλήγει στη βάση της ράχεως• σαν αμαξηλάτης προσφέρει αυτός την ορμή και τη δύναμιν της κινήσεως και στάσεως του καθενός ανάμεσα από όλες τις συμβολές των οστών και των αρμών και από τις αρχές των μυών. Γι’ αυτό νομίζω ότι ο μυελός αξιώθηκε και ασφαλέστερη φρουρά, αφού στην μεν κεφαλή περιλαμβάνεται κυκλικώς σε διπλό περίφραγμα οστών, στους σπονδύλους δε φυλάσσεται απαθής με τις προβολές των άκανθων και τις πολύτροπες πλοκές• έτσι έχει ασφάλεια από την φρουρά που τον περιβάλλει.

Παρομοίως πρέπει να στοχασθεί κανείς και για την καρδιά• ότι αυτή είναι προσδεδεμένη σαν οίκος ασφαλής με στερεώτατα μέσα, οχυρομένη με τις κυκλικές περιοχές των οστών. Πίσω βέβαια είναι η ράχη, ασφαλισμένη από τα δύο μέρη με τις ωμοπλάτες. Πλάγια από τις δύο μεριές η θέση των πλευρών, περιβάλλοντας τη μέση, την καθιστά δυσπρόβλητη. Στα εμπρός προβάλλονται το στέρνο και οι διπλές κλείδες, ώστε να επιτυγχάνει από παντού την ασφάλειά της από τα εξωτερικά ενοχλήματα.

Μπορεί να δούμε ό,τι συμβαίνει στη γεωργία, όπου η βροχή από τα σύννεφα ή η ροή από τους οχετούς καταβρέχει το υποκείμενο. Ας μεταφερθούμε σ’ ένα κήπο, που έχει μεγάλη ποικιλία δέντρων και τρέφει παντοειδή είδη φυτών της γης, στα οποία παρατηρείται μεγάλη διαφορά στα επί μέρους κατά το σχήμα, την ποιότητα και την ιδιότητα του χρώματος. Αφού λοιπόν τόσο πολλά τρέφονται με το υγρό σ’ ένα χώρο, η δύναμις που διατρέφει το καθένα είναι μια κατά τη φύσιν, ενώ η ιδιότης των τρεφομένων μεταβάλλει το υγρό σε διάφορες ποιότητες. Το ίδιο πράγμα πικραίνεται με την άψινθο, με το κώνειο μεταβάλλεται σε φθοροποιό χυμό και γίνεται άλλο σε κάθε άλλο, στον κρόκο, στο βάλσαμο, στην παπαρούνα. Διότι με το ένα θερμαίνεται, με το άλλο καταψύχεται, με το τρίτο κρατεί τη μέση ποιότητα. Και στη δάφνη και στο σχοίνο και στα παρόμοια είναι εύπνοο, ενώ στη συκιά και στην απιδιά γίνεται γλυκό. Δια της αμπέλου γίνεται σταφύλι και οίνος, και ο χυλός του μήλου και το ερύθημα του ρόδου και η λαμπρότης του κρίνου και το γαλάζιο του μενεξέ και το πορφυρό της βαφής του υακίνθου και όλα όσα μπορούμε να δούμε πάνω στη γη, βλαστάνοντας από μια μόνο ικμάδα ξεχωρίζονται σε τόσο πολλές ποικιλίες κατά το σχήμα και το είδος και τις ποιότητες.

Κάποιο τέτοιο θαύμα πραγματοποιείται και στην έμψυχη γη μας από τη φύσιν, ή μάλλον από τον Δεσπότη της φύσεως. Οστά και χόνδροι, φλέβες, αρτηρίες, νεύρα, σύνδεσμοι, σάρκες, δέρμα, πάχη, τρίχες, αδένες, νύχια, οφθαλμοί, ρουθούνια, αυτιά, όλα τα παρόμοια και μυρία άλλα χωρισμένα μεταξύ τους από διάφορες ιδιότητες, τρέφονται μ’ ένα είδος τροφής κατάλληλης για τη φύση τους ώστε η τροφή, όταν προσέγγισει στο κάθε υποκείμενο που θα είναι κοντά του, σ’ αυτό αλλοιώνεται, γινόμενη οικεία και συμφυής προς την ιδιότητα του μέρους αυτού. Πράγματι όταν φθάνει στον οφθαλμό, ανακατεύεται με το ορατικό μόριο και καταμερίζεται στον καθένα από τους χιτώνες του οφθαλμού σύμφωνα με τις οικείες ιδιότητες. Αν πάλι συρρεύσει στα μέρη της ακοής αναμιγνύεται με την ακουστική φύσιν• ερχόμενο στα χείλη, γίνεται χείλος• στο κόκκαλο πήγνυται και στον μυελό απαλύνεται, με το νεύρο τονώνεται, στην επιφάνεια συνεπεκτείνεται, στα νύχια διαβαίνει• λεπτοποιείται στη γένεση των τριχών με τους καταλλήλους ατμούς, ώστε αν προχωρεί δια μέσου στρεβλών πόρων προβάλλει κατσαρώτερες και αγκυλωτές τις τρίχες, αν όμως η προχώρησις των τριχοποιών ατμών γίνεται σ’ ευθεία, τις προβάλλει τεντωμένες και ευθείες.

Αλλά ο λόγος μας ξέφυγε πολύ από το προκείμενο θέμα, εμβαθύνοντας στα έργα της φύσεως κι’ επιχειρώντας να σκιαγραφήσει, πώς και από ποιά υλικά έχουν συσταθεί τα καθέκαστα μέλη μας, τόσο τα προς το ζην όσο και τα προς το ευ ζην, και ό,τι άλλο μαζί με αυτά παρατηρήσαμε κατά την πρώτη διαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους. Το προκείμενο ήταν να δείξουμε την σπερματική αίτια της συστάσεώς μας, ότι η αιτία δεν είναι ούτε ασώματη ψυχή ούτε άψυχο σώμα, αλλά ότι από έμψυχα και ζωντανά σώματα γεννάται στην αρχή ζωντανό και έμψυχο ζώο. Να δείξουμε επίσης ότι αυτή η γενετική αιτία προλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύσιν την τρέφει σαν τροφός με τις δυνάμεις της, αυτή δε η φύσις τρέφεται κατά τα δυο μέρη της, το ψυχικό και το ζωικό, και έχει φανερή αύξηση καταλλήλως στο καθένα μέρος της. Πράγματι ευθύς αμέσως δια της τεχνικής αυτής και επιστημονικής διαπλάσεως αποδεικνύει τη δύναμη της ψυχής που είναι συμπεπλεγμένη με αυτήν, εμφανιζόμενη αμυδρότερα κατά την πρώτη περίοδο και λαμπρότερα με την τελειοποίηση του οργάνου.

Είναι δυνατό να παρατηρήσουμε τούτο και επί των λιθογλύφων. Σκοπός του τεχνίτη είναι να δείξει στο μάρμαρο τη μορφή κάποιου ζώου. Με αυτήν την πρόθεση, πρώτα αποσπά τον λίθο από τη συνδεδεμένη με αυτόν ύλη, έπειτα περικόπτοντας τα περιττά στοιχεία του, δια του πρώτου σχήματος με την προγραμματισμένη μίμηση προχωρεί, ώστε και ο άπειρος ακόμη να αντιλαμβάνεται το σκοπό της τέχνης δια των φαινομένων. Όταν τον επεξεργασθεί περισσότερο, προσεγγίζει περισσότερο στην ομοιότητα του στόχου. Έπειτα, όταν χαράξει πάνω στην ύλη το τέλειο και ακριβές είδος, αποτελειώνει την τέχνη. Τότε ο προ ολίγου άσημος λίθος είναι λέων, ή ό,τι άλλο τύχη να κατασκευάσει ο τεχνίτης• δεν μεταβάλλεται η ύλη προς το είδος, αλλά το είδος διαμορφώνεται πάνω στην ύλη.

'Όποιος κάτι τέτοιο σκεφθεί και για την ψυχή, δεν θα απομακρυνθεί από το σωστό. Ισχυριζόμαστε πράγματι ότι η φύσις πού τεχνιτεύει τα πάντα δημιουργεί ένα ανδριάντα παίρνοντας μέσα της από την ομογενή ύλη το ανθρώπινο μέρος. Όπως δε με την συνεχή επεξεργασία του λίθου επακολουθεί το είδος, αμυδρότερο στην αρχή και τελειότερο μετά τη συμπλήρωση του έργου• έτσι με την γλυφή του ανθρωπίνου οργάνου εμφανίζεται το είδος της ψυχής κατά την αναλογία της αναπτύξεως του υποκειμένου, ατελές στο ατελές και τέλειο στο τέλειο. Αλλά βέβαια θα ήταν από την αρχή τέλειο, αν δεν εκολοβωνόταν από την κακία η φύσις. Γι’ αυτό η κοινωνία προς την παθητική και ζωώδη γένεσιν δεν αφήνει να εκλάμψει αμέσως στο πλάσμα η θεία εικών, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο προς την τελειότητα με κάποια ακολουθία (προοδευτική πορεία) διά των υλικών και ζωωδεστέρων ιδιοτήτων της ψυχής. Το δόγμα τούτο διδάσκει και ο μέγας απόστολος στην προς Κορινθίους επιστολή λέγοντας, «όταν ήμουν νήπιος, ομιλούσα σαν νήπιος, ελογιζόμουν σαν νήπιος• όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα τις συνήθειες του νηπίου». Η νηπιώδης διάνοια καταργείται και δημιουργείται η ανδρική όχι με το να εισέλθει στον άνδρα ψυχή διαφορετική από την υπάρχουσα στο μειράκιο, αλλά παραμένοντας η ίδια, που εμφανίζει στο μειράκιο μεν την ατέλεια, στον άνδρα δε το τέλειο.

Όπως δηλαδή λέγουμε ότι τα φυόμενα και αυξανόμενα ζουν, όλα όσα μετέχουν ζωής και φυσικής κινήσεως δεν θα μπορούσε να τα πει κανείς άψυχα, αλλά βέβαια δεν μπορεί να πει κανείς ότι η ζωή αυτού του είδους μετέχει τελείας ψυχής. Διότι η κάποια ψυχική ενέργεια που υπάρχει στα φυτά δεν φθάνει έως τα κατ’ αίσθησιν κινήματα. Επίσης η κάποια παραπάνω ψυχική δύναμις που ενυπάρχει στα άλογα, κι’ αυτή δεν έφθασε στο τέλος, διότι δεν χωράει στον εαυτό της χάριν λόγου και διανοίας. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι η αληθινή και τελεία ψυχή είναι η ανθρώπινη, εκδηλουμένη σε κάθε ενέργεια• κάθε τι άλλο όμως που μετέχει ζωής το λέγουμε καταχρηστικώς και από συνήθεια έμψυχο, όχι διότι υπάρχει τελεία σ’ αυτά ψυχή, αλλά διότι υπάρχουν μόρια ψυχικής ενεργείας, τα οποία κατά τη μυστική ανθρωπολογία του Μωϋσέως διδαχθήκαμε ότι υφίστανται και στον άνθρωπο λόγω της οικειότητάς του προς το εμπαθές.

Γι’ αυτό ο Παύλος, συμβουλεύοντας όσους θέλουν ν’ ακούσουν να κρατούν την τελειότητα, υποδεικνύει και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτύχουν το σκοπούμενο, λέγοντας ότι πρέπει να εκδυθούν τον παλαιό άνθρωπο και να ενδυθούν τον νέο, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίστη.

Αλλά ας επανέλθουμε όλοι σ’ εκείνη τη θεοειδή χάριν με την οποία έκτισε αρχικά ο Θεός τον άνθρωπο όταν είπε ότι, «ας ποιήσουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσίν μας». Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                                    ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (29)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29
Απόδειξη ότι η αίτια της υπάρξεως είναι μια και η αυτή στην ψυχή και στο σώμα

Αλλά, εφ’ όσον ένας είναι ο άνθρωπος, συνιστάμενος από ψυχή και σώμα, πρέπει να δεχόμαστε μια και κοινή την αρχή της συστάσεώς του, ώστε να μη καθίσταται ο ίδιος προγενέστερος και νεώτερος εαυτού, έχοντας το μεν σωματικό πρότερο, το δε άλλο ύστερο. Έτσι κατά μεν την προγνωστική δύναμη του Θεού, σύμφωνα με την λόγο που παρατέθηκε λίγο παραπάνω, πρέπει να λέγουμε ότι όλο το ανθρώπινο πλήρωμα προϋφίσταται· συμμαρτυρεί μάλιστα γι’ αυτό και η προφητεία που λέγει ότι ο Θεός γνωρίζει τα πάντα πριν από τη γένεσή τους [Δανιήλ - Σωσάννα:  ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν]. Κατά τη δημιουργία όμως του κάθε ανθρώπου χωριστά δεν πρέπει να προθέτουμε το ένα στοιχείο από το άλλο, ούτε την ψυχή πριν από το σώμα ούτε το αντίστροφο, ώστε να μη στασιάζει προς τον εαυτό του ο άνθρωπος μεριζόμενος κατά τη χρονική διαφορά.

Πράγματι, εφ’ όσον η φύσις μας νοείται διπλή, κατά την αποστολική διδασκαλία, αποτελείται δηλαδή από τον φαινόμενο και τον κεκρυμμένο άνθρωπο, αν το μεν ένα προϋπάρχει, το δε άλλο είναι μεταγενέστερο, θ’ αποδειχθεί ατελής η δύναμις του δημιουργού· μη επαρκώντας σε όλα συγχρόνως η δύναμις αυτή διαιρείται κατά το έργο και ασχολείται με το κάθε ήμισυ χωριστά. Αλλ’ όπως στο σιτάρι ή σε άλλο σπαρτικό δεχόμαστε ότι σε κάθε στάχυ συμπεριλαμβάνεται κατά δύναμιν όλο το είδος, το χόρτο, η καλάμη, οι ενδιάμεσες ζώνες, ο καρπός, τα άγανα, και δεν ισχυριζόμαστε ότι προϋπάρχει ή προγίνεται κανένα από αυτά κατά φυσικό λόγο, αλλά λέγουμε ότι η εγκειμένη στο σπέρμα δύναμις φανερώνεται με κάποια τάξιν φυσική, χωρίς όμως να υπεισέρχεται άλλη φύσις· κατά τον ίδιο λόγο πιστεύουμε ότι και η ανθρωπίνη σπορά κατά το πρώτο ξεκίνημα τής συστάσεως έχει συγκεντρωμένη τη δύναμιν τής φύσεως, ότι εξαπλώνεται και φανερώνεται με μια φυσική πορεία που προχωρεί προς το τέλειο, χωρίς να προσλαμβάνει τίποτε των έξωθεν σαν αφορμή (αίτιο) της τελειώσεως, αλλά προάγοντας τον εαυτό της προς το τέλειο δι’ ακολουθίας. Κι’ έτσι δεν θεωρούμε ορθό ότι προϋπάρχει η ψυχή του σώματος ούτε ότι προϋπάρχει το σώμα χωρίς ψυχή, άλλα δεχόμαστε ότι και των δύο η αρχή είναι μία, που κατά μεν τον υψηλότερο λόγο καταβλήθηκε στο πρώτο βούλημα του Θεού, κατά τον άλλο ευρίσκεται μέσα στις αφορμές της γενέσεως.

Όπως δηλαδή δεν είναι δυνατό να δούμε την κατά μέλη διάρθρωση στο σπέρμα που εισφέρεται για τη σύλληψη του σώματος πριν από τη διάπλασή του, έτσι ούτε της ψυχής τις ιδιότητες δεν είναι δυνατό να εννοήσουμε σ’ αυτό, πριν εμφανισθούν ενεργώς. Και όπως δεν θα μπορούσε κανείς ν’ αμφιβάλει ότι εκείνο το εναποτεθειμένο σπέρμα σχηματίζεται στην ποικιλία των άρθρων και σπλάγχνων, κι’ αυτό όχι με την είσοδο κάποιας άλλης δυνάμεως αλλά με την κατά τρόπο φυσικό μετατροπή τής μέσα τοποθετημένης εγκειμένης δυνάμεως προς την ενέργεια της· παρόμοια είναι δυνατό να υποθέσουμε αναλόγως και περί της ψυχής, ότι κι αν ακόμη δεν διακρίνεται με ορισμένες ενέργειες στο φαινόμενο σπέρμα, παρά ταύτα υπάρχει σ’ αυτό.

Πράγματι και το είδος του μέλλοντος να συσταθεί ανθρώπου υπάρχει σ’ αυτό εν δυνάμει, αλλά διαφεύγει την παρατήρηση, διότι δεν είναι δυνατό να παρουσιασθεί πριν από την αναγκαία ανάπτυξη. Έτσι και η ψυχή, ευρίσκεται σ’ εκείνο το σπέρμα και χωρίς να φαίνεται, θα φανεί δε δια της οικείας φυσικής ενεργείας της, καθώς αναπτύσσεται μαζί με τη σωματική αύξηση. Επειδή δηλαδή η δύναμις προς σύλληψη δεν προέρχεται από νεκρό σώμα, αλλά από έμψυχο και ζωντανό, γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι είναι εύλογο να μην θεωρούμε νεκρό και άψυχο το προερχόμενο από ζωντανό σπέρμα για την αφορμή (το ξεκίνημα) της ζωής. Διότι το άψυχο στη σάρκα είναι οπωσδήποτε και νεκρό. Η δε νεκρότης προκαλείται από τη στέρηση της ψυχής. Δεν θα μπορούσε δε να χαρακτηρίσει κανείς επί τούτου τη στέρηση πρεσβύτερη από την κατοχή, αν βέβαια θεωρηθεί ότι το άψυχο, που είναι νεκρότης, είναι πρεσβύτερο της ψυχής.

Εάν δε ζητήσει κανείς και εναργέστερο τεκμήριο του ότι ζει εκείνο το μέρος που γίνεται αρχή του κατασκευαζόμενου ζώου, είναι δυνατό και από άλλα σημεία, δια των οποίων διακρίνεται το έμψυχο από το νεκρό, να σχηματίσουμε και για τούτο γνώμη. Πράγματι τεκμήριο ζωής επί των ανθρώπων θεωρούμε το να είναι κανείς θερμός και ενεργός και κινούμενος. Επί των σωμάτων δε το να είναι κάποιο κατεψυγμένο και ακίνητο δεν είναι τίποτε άλλο παρά νεκρότης. Επειδή λοιπόν θεωρούμε ένθερμο και ενεργό τούτο, για το όποιο ομιλούμε, το έμβρυο, με αυτά αποδεικνύουμε και ότι δεν είναι άψυχο. Αλλ’ όπως κατά το σωματικό μέρος του δεν το αποκαλούμε σάρκα και οστά και τρίχες και όσα άλλα υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα, αλλά δεχόμαστε ότι εν δυνάμει είναι καθένα από αυτά, δεν φαίνεται όμως ακόμη τούτο αισθητικώς· έτσι και κατά το ψυχικό μέρος δεν ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν σ’ αυτό το έμβρυο το λογικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές, και όσα άλλα παρατηρούνται στην ψυχή, αλλά ότι ανάλογα με την κατασκευή και τελείωσιν του σώματος συναναπτύσσονται και οι ενέργειες της ψυχής στο υποκείμενο. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος, όταν τελειωθεί, έχει την ενέργεια της ψυχής διαφαινόμενη, έτσι στην αρχή της συστάσεώς δεικνύει μέσα του (εφ’ εαυτού) την κατάλληλη και σύμμετρη προς την παρούσα ανάγκη συνέργεια της ψυχής, με το να κατασκευάζει αυτή για τον εαυτό της το ταιριαστό κατοικητήριο δια της ύλης που έχει τοποθετηθεί μέσα. Διότι λογιζόμεθα ότι δεν είναι δυνατό να προσαρμόζεται η ψυχή σε αλλότριες οικοδομές, όπως δεν είναι δυνατό η σφραγίδα επάνω στο κερί να προσαρμοσθεί προς άλλο ανάγλυφο.

Όπως δηλαδή το σώμα από ελάχιστο σ’ έκταση και δομή προχωρεί προς το τέλειο, έτσι και η ενέργεια της ψυχής, καταλλήλως φυτρώνοντας (εμφυομένη) στο υποκείμενο, προάγεται και συναύξεται μαζί με αυτό. Κατά την πρώτη κατασκευή της, σαν ρίζας κρυμμένης μέσα στη γη προηγείται μόνη η αυξητική και θρεπτική δύναμίς της. Διότι δεν χωρεί περισσότερο η βραχύτης του δεχομένου. Έπειτα, καθώς το φυτό προβαίνει στο φως και δείχνει τον βλαστό στον ήλιο, επανθεί η αισθητική χάρις. Αφού δε σκληρυνθεί και φθάσει σε σύμμετρο μήκος, αρχίζει η λογική δύναμις να διαλάμπει χωρίς να παρουσιάζεται όλη απότομα, αλλά συναυξανομένη δι’ επιμελείας με την τελείωσιν του οργάνου, και καρποφορώντας τόσο, όσο χωρεί η δύναμις του υποκειμένου.

Αν όμως ζητείς τις ψυχικές ενέργειες στην πλάσιν του σώματος, πρόσεχε τον εαυτό σου, λέγει ο Μωυσής, και θα διαβάσεις την Ιστορία των έργων της ψυχής σαν σε βιβλίο. Διότι η ίδια η φύσις σου διηγείται καθαρότερα από κάθε λόγο τις ποικίλες ασχολίες της ψυχής μέσα στο σώμα, τόσο στις γενικές όσο και στις επί μέρους ενέργειες της. Αλλά νομίζω ότι είναι περιττό να αναπτύσσουμε με το λόγο τα συμβαίνοντα μέσα μας, σαν να διηγούμαστε κάποιο απόμακρο θαύμα. Πράγματι ποιός, αφού βλέπει τον εαυτό του, έχει ανάγκη να διδάσκεται με το λόγο τη οικεία φύσιν του; Διότι, όταν κατανοήσει τον τρόπο της ζωής και αντιληφθεί πόσο κατάλληλο για κάθε ζωτική ενέργεια είναι το σώμα, είναι δυνατό να γνωρίσει με τι πράγμα ασχολήθηκε το φυσικό της ψυχής κατά την πρώτη διάπλαση του γινομένου, ώστε και μ’ αυτό να είναι φανερό στους συνετούς ότι το σπέρμα που αποσπάσθηκε από το ζωντανό σώμα για τη φύτευση του ζώου δεν έγινε νεκρό και άψυχο στο εργαστήριο της φύσεως.

Πράγματι και των καρπών την ψίχα και των ριζών τις αποσπάδες (υποφυάδες) τις παραχώνουμε μέσα στη γη, χωρίς να έχουν νεκρωθεί από την εγκειμένη ζωτική δύναμιν που ενυπάρχει στην φύση, αλλά διατηρώντας μέσα τους (στον εαυτό τους) κρυμμένη και πάντως ζωντανή την ιδιότητα του πρωτοτύπου. Την τέτοια δύναμιν δεν την εμβάλλει απ’ έξω η γύρωθε γη ενσταλάζοντάς την αφ’ εαυτής, διότι τότε και τα νεκρά ξύλα θα φέρονταν σε βλάστηση, αλλά ενυπάρχουσα την καθιστά φανερή, τρέφοντας την με την ικμάδα της και τελειοποιώντας το φυτό σε ρίζα και φλοιό και εντεριώνη (ψίχα) και εκφύσεις των κλάδων. Τούτο δεν θα ήταν δυνατό να γίνει, αν δεν είχε καταβληθεί (μέσα στο σπέρμα) κάποια φυσική δύναμις, η οποία προσελκύοντας στον εαυτό της τη συγγενή και κατάλληλη από τα παρακείμενα τροφή γίνεται θάμνος ή δένδρο ή στάχυς ή κάποιο φρυγανικό βλάστημα.

ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ

Συμεὼν τοῦ Μεταφραστῆ.

Ἐσὺ ποὺ μοῦ ἔδωσες μὲ τὴ θέλησή Σου τὴ σάρκα Σου γιὰ τροφή μου,
Ποὺ ῾σαι φωτιὰ καὶ καῖς τοὺς ἀναξίους,
μὴ μὲ κατακάψεις, Πλαστουργέ μου,
ἀλλὰ πέρνα μέσα ἀπ᾿ τὶς ἑνώσεις τῶν μελῶν μου,
στὶς κλειδώσεις, τὰ νεφρὰ καὶ τὴν καρδιά μου.

Κάψε τ᾿ ἀγκάθια ὅλων μου τῶν παραπτωμάτων.

Καθάρισέ μου τὴν ψυχή, ἁγίασε τὸ νοῦ μου,
στήριξε τὰ πόδια μου κι ὅλα τὰ κόκκαλά μου·
φώτισε καὶ τὶς πέντες αἰσθήσεις μου,
καθήλωσέ με ὁλόκληρο στὸ φόβο Σου.

Πάντα σκέπαζέ με, προστάτευε καὶ φύλασσέ με
ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο ψυχοφθόρο.

Κράτα με ἁγνὸ καὶ καθαρὸ κι ὁδήγησέ με·
ὀμόρφυνε, συνέτιζε καὶ φώτιζέ με.
Ἀνάδειξέ με κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος μόνο
κι ὄχι κατοικητήριο τῆς ἁμαρτίας·
ὥστε ὡς δικό Σου κατοικητήριο, ἀφοῦ τὴν θεία Κοινωνία θὰ ῾χω λάβει,
σὰν τὴ φωτιὰ νὰ μὲ ἀποφεύγει κάθε κακοῦργος καὶ κάθε πάθος.

Σοῦ φέρνω πρεσβευτὲς ὅλους τοὺς ἁγίους,
τὶς ταξιαρχίες τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων,
τὸν Πρόδρομό Σου, τοὺς σοφοὺς Ἀποστόλους,
καὶ μαζὶ μ᾿ ἐκείνους τὴν ἄχραντη κι ἁγνὴ Μητέρα Σου.
Ὅλων αὐτῶν τὶς μεσιτεῖες δέξου, Εὔσπλαγχνε Χριστέ μου,
καὶ ἀνάδειξέ με γιὸ τοῦ φωτός, ἐμένα ποὺ Σὲ λατρεύω.

Γιατὶ Ἐσύ ῾σαι, Ἀγαθέ, ὁ μόνος ἁγιασμός μας
καὶ τῶν ψυχῶν μας ἡ λαμπρότης,
κι ὅπως Σοῦ ἁρμόζει, ὡς Θεὸ καὶ Δεσπότη,
Σὲ δοξολογοῦμε ὅλοι κάθε ἡμέρα.


Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (28)

 Συνέχεια από: Τρίτη, 13 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Προς εκείνους που λέγουν ότι οι ψυχές προϋφίστανται των σωμάτων ή αντιστρόφως ότι τα σώματα έχουν πλασθεί πριν από τις ψυχές. Όπου ανατρέπεται και ο μύθος περί της μετεμψυχώσεως.

Ίσως δεν είναι εκτός της προκειμένης πραγματείας το να εξετάσουμε το συζητούμενο στις Εκκλησίες πρόβλημα περί ψυχής και σώματος. Άλλοι των παλαιοτέρων από εμάς, που πραγματεύθηκαν το θέμα Περί των αρχών, νομίζουν ότι οι ψυχές προϋφίστανται σαν λαός σε μια ιδιάζουσα πολιτεία και ότι υπάρχουν και εκεί τα υποδείγματα περί της κακίας και της αρετής, και ότι η ψυχή, αν παραμείνει στην κατάσταση του καλού, μένει έξω από τη συμπλοκή με το σώμα, αν όμως απομακρυνθεί της μετουσίας με το αγαθό κατολισθαίνει προς τον βίο τούτον κι’ έτσι εισέρχεται στο σώμα.

Άλλοι όμως ακολουθώντας τη Μωσαϊκή τάξη περί της κατασκευής του ανθρώπου ισχυρίζονται ότι χρονικώς η ψυχή έπεται του σώματος, εφ’ όσον ο Θεός πρώτα έπλασε τον άνθρωπο, αφού πήρε χώμα (χουν) από τη γη, κι’ έπειτα τον εψύχωσε δια του εμφυσήματος. Με αυτόν το λόγο αποδεικνύουν προτιμότερη της ψυχής τη σάρκα, προτιμότερη της εκ των ύστερων εισερχομένης την από πριν πλασμένη. Λέγουν πράγματι ότι η ψυχή έγινε για το σώμα, ώστε το πλάσμα να μην μείνει άπνοο και ακίνητο. Και παν ό,τι γίνεται για κάτι άλλο, είναι πάντως ατιμότερο εκείνου για το οποίο γίνεται, όπως λέγει το Ευαγγέλιο ότι η ψυχή είναι ανώτερη από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα, διότι εκείνα έγιναν για χάρη τούτων. Πράγματι δεν έγινε η ψυχή για την τροφή ούτε τα σώματα κατασκευάσθηκαν για χάρη του ενδύματος, αλλά, ενώ αυτά υπήρχαν, εκείνα εξευρέθηκαν για την χρεία τους.

Επειδή λοιπόν και στις δυο θεωρίες ο λόγος είναι υπό κρίσιν, τόσο εκείνων πού μυθολογούν ότι οι ψυχές προβιοτεύουν σε μια ιδιαίτερη κατάσταση, όσο και εκείνων που νομίζουν ότι οι ψυχές κατασκευάζονται έπειτα από τα σώματα, είναι αναγκαίο να μην αφήσουμε τίποτε ανεξέταστο από τα λεγόμενα στις δύο απόψεις. Αλλά η ακριβής εξέταση της καθεμιάς από τις απόψεις και η παρουσίαση όλων των ατοπιών πού περικλείουν χρειάζεται πολύ χρόνο και λόγο. Έτσι θα εξετάσουμε κατά το δυνατόν σύντομα την κάθε θεωρία κι’ έπειτα θα επαναλάβουμε τη συνέχεια του θέματος.

Οι υποστηρικτές της πρώτης θεωρίας, που δογματίζουν ότι είναι αρχαιότεροι από τη σαρκική ζωή η πολιτεία των ψυχών μου φαίνεται ότι δεν είναι απαλλαγμένη από τα ελληνικά δόγματα, που μυθολογούν περί μετενσωματώσεως. Πράγματι, αν εξετάσει κάνεις ακριβώς, θα βρει ότι κατ’ ανάγκην ο λόγος τους σύρεται προς τούτο που λέγουν ότι είπε κάποιος από τους σοφούς εκείνους, ότι το ίδιο πρόσωπο έγινε άνδρας, μεταμφιέσθηκε σώμα γυναίκας, επέταξε μαζί με όρνεα, εφύτρωσε ως θάμνος και έγινε υδρόβιος. Αυτός που λέγει τούτα για τον σοφό αυτόν δεν είναι έξω από την αλήθεια κατά την κρίσιν μου. Διότι πράγματι τα δόγματα αυτού τού είδους είναι άξια της φλυαρίας βατράχων ή κοράκων ή της σιωπής των ιχθύων ή της αναισθησίας των δένδρων, το να λέγεται δηλαδή ότι μια ψυχή έρχεται δια μέσου τόσων πραγμάτων.

Αυτής της ατοπίας αιτία είναι τούτο, το να νομίζεται ότι οι ψυχές προϋφίστανται. Πράγματι η αρχή του δόγματος τούτου προωθώντας τον λόγο με συνέπεια προς το επόμενο και το παρακείμενο φθάνει έως αυτήν την τερατώδη θέση. Αν δηλαδή η ψυχή, αφού αποσπάστηκε από την υψηλότερη πολιτεία για κάποια κακία, μετά την, όπως λέγουν, κατ’ αρχήν (άπαξ) γεύση του σωματικού βίου, πάλι γίνεται άνθρωπος (είναι πάντως εμπαθέστερος ο ένσαρκος βίος από τον αΐδιο και ασώματο, όπως ομολογείται)· κατ’ ανάγκη αυτή που ήλθε σ’ αυτόν τον βίο, όπου υπάρχουν περισσότερες αφορμές για αμαρτία, θα έλθει σέ περισσότερη κακία και θα καταστεί εμπαθέστερη από πριν. Πάθος δε τής ανθρώπινης ψυχής είναι η ομοίωση προς το άλογο· κι’ αν προσοικειωθεί με τούτο εκτρέπεται σε κτηνώδη φύση· αφού δε άπαξ βαδίσει δια της κακίας δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει την προς το κακό πρόοδό της, καθώς έφθασε στην αλογία. Διότι η στάσις του κακού είναι αρχή τής κατά την αρετή ορμής· ενώ στα άλογα δεν υπάρχει αρετή, επομένως αναγκαίως σαν αλλοιωθεί διαπαντός προς το χειρότερο, προχωρώντας πάντοτε προς το ατιμότερο και πάντοτε βρίσκοντας το χειρότερο της φύσεως στην οποία ευρίσκεται. Όπως δε το αισθητό είναι παρακάτω από το λογικό, έτσι και από τούτο γίνεται μετάπτωσις προς το αναίσθητο.

Αλλά ο λόγος τους, όταν προχωρεί έως το σημείο τούτο, έστω και αν οδηγείται εκτός της αληθείας, πάντως ανταλλάσσει το άτοπο με το άτοπο με κάποια λογική ακολουθία. Πέρα από αυτό το σημείο όμως το δόγμα τους μυθοποιείται με ασυναρτησίες. Διότι η λογική ακολουθία μαρτυρεί τελεία διαφθορά της ψυχής. Αυτή που γλίστρησε μια φορά από την υψηλή πολιτεία δεν μπορεί να σταθεί στη μέση τής κακίας, αλλά δια της ροπής προς τα πάθη θα μεταβεί από το λογικό προς το άλογο, από εκείνο θα μετατεθεί προς την αναισθησία των φυτών, με το αναίσθητο γειτονεύει κάπως το άψυχο, σ’ αυτό δε ακολουθεί το ανύπαρκτο. Ώστε γι’ αυτούς η ψυχή κατά λογική ακολουθία θα μετατοπισθεί προς το μη ον.

Επομένως κατ’ ανάγκη θα τους είναι αδύνατη η επιστροφή προς το καλύτερο. Αυτοί όμως από το θάμνο ξαναφέρουν την ψυχή στον άνθρωπο. Επομένως αποδεικνύουν με αυτά ότι η ζωή στο θάμνο είναι προτιμότερη από την ασώματη διαγωγή· πράγματι έχει δειχθεί ότι η προχώρηση της ψυχής προς το χειρότερο ευλόγως την κατεβάζει προς το κατώτερο. Είναι δε κατώτερο από την αναίσθητη φύση το άψυχο, στο οποίο λογικώς φέρει την ψυχή η αρχή του δόγματός τους. Αλλ’ επειδή δεν το θέλουν τούτο, ή κλείνουν την ψυχή μέσα στο αναίσθητο στοιχείο ή, αν από εκεί την ξαναφέρουν στον ανθρώπινο βίο, θ’ αποδείξουν, όπως έχει λεχθεί, τον φυτικό βίο προτιμότερο από την πρώτη κατάσταση, εφ’ όσον από εκεί μεν έγινε η πτώση προς την κακία, από εδώ δε γίνεται η επάνοδος προς την αρετή. Επομένως αποδεικνύεται ακέφαλη και ατελής η θεωρία αυτή που παρουσιάζει τις ψυχές να ζουν μόνες τους πριν από την μέσα στη σάρκα ζωή και να συνδέονται με τα σώματα λόγω της κακίας.

Η δε ατοπία εκείνων που λέγουν ότι η ψυχή είναι νεώτερη του σώματος έχει αποδειχθεί από τα επόμενα. Επομένως είναι εξ ίσου απόβλητες οι θεωρίες και των δύο. Νομίζω ότι η δική μας διδασκαλία πρέπει να διατυπωθεί ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο απόψεις [συγχρόνως ψυχή και σώμα έρχονται σε ύπαρξη]. Κι’ αυτό επιτυγχάνεται, εφ’ όσον αφ’ ενός μεν δεν δεχόμαστε σύμφωνα με την ελληνική απάτη ότι οι ψυχές, ενώ τριγυρίζουν στο σύμπαν βαρυνόμενες από κάποια κακία, πέφτουν κάτω στη γη από αδυναμία, επειδή δεν μπορούν να τρέχουν με τον ταχύ ρυθμό της κινήσεως τού πόλου· αφ’ ετέρου δε δεν ισχυριζόμαστε ότι αρχικά προδιαπλάσσεται με το λόγο ο άνθρωπος σαν πήλινος ανδριάντας, κι’ έπειτα για χάρη του γίνεται ή ψυχή. Διότι τότε οπωσδήποτε θ’ αποδεικνυόταν ατιμότερη από το πήλινο πλάσμα η νοερή φύσις.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (27)

Συνέχεια από: Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Ότι είναι δυνατό, αφού το ανθρώπινο σώμα διαλυθεί στα στοιχεία τού παντός, πάλι από τo κοινό να επανέλθει στον καθένα το δικό του

Αλλά ίσως, βλέποντας τα στοιχεία του παντός, να θεωρείς δύσκολο, καθώς ο αέρας που είναι μέσα μας αναχύθηκε στο συγγενές στοιχείο του, και το θερμό και το υγρό και το γεώδες επίσης αναμίχθηκαν με τα ομόφυλά τους, από το κοινό κράμα πάλι να ανατρέξει το καθένα προς το δικό του. Όμως, δεν σκέπτεσαι από τα ανθρώπινα παραδείγματα ότι ούτε τούτο δεν ξεπερνά τα όρια της θείας δυνάμεως; Οπωσδήποτε θα είδες κάπου σε ανθρωπίνους οικισμούς μια κοινή αγέλη ζώων να είναι από κοινού συγκροτημένη. Αλλά όταν αυτή διαμοιράζεται πάλι προς τους κατόχους, η συνήθεια των ζώων προς τα σπίτια τους και τα σημαδεύματα επάνω τους αποδίδουν στον καθένα το δικό του. Αν εννοήσεις κάτι τέτοιο και για τον εαυτό σου, δεν θ’ αστοχήσεις από το πρέπον. Επειδή η ψυχή διάκειται με κάποια φυσική σχέση και στοργή προς το σώμα που ήταν σύνοικό της, υπάρχει σ’ αυτήν δια της συνανακράσεως με το οικείο κάποια κρυφή σχέσις και επίγνωση, σαν σημεία που έχουν επιτεθεί από τη φύσιν, δια των οποίων η κοινότης μένει ασύγχυτη, διακρινομένη από τα ιδιάζοντα. Αφού λοιπόν η ψυχή ελκύει πάλι προς τον εαυτό της το συγγενές και δικό της, ποιά δυσκολία θα υπήρχε στη θεία δύναμιν, που να εμποδίζει τη συνδρομή των οικείων στοιχείων, καθώς τρέχουν προς το δικό τους με μια άρρητη έλξη της φύσεως; Το ότι άλλωστε και μετά τη διάλυση μένουν στην ψυχή κάποια σημεία του συγκρίματος μας, δείχνει ο διάλογος στον άδη· ενώ μεν τα σώματα παραδόθηκαν στον τάφο, παρέμεινε όμως κάποιο σωματικό γνώρισμα στις ψυχές δια του οποίου και ο Λάζαρος αναγνωριζόταν και ο πλούσιος δεν έμεινε αγνώριστός.

Επομένως δεν είναι εκτός λογικής να πιστεύουμε ότι γίνεται πάλι η ανάλυσις τών ανισταμένων σωμάτων από το κοινό προς το ιδιαίτερο, και μάλιστα για εκείνον που εξετάζει τη φύσιν μας φιλοπονώτερα. Άλλωστε δεν είναι εντελώς σε ρευστότητα και μεταβολή η ύπαρξή μας (το ημέτερον)· θα ήταν γενικά ακατανόητο το να μην έχει κάποια στάση εκ φύσεως. Για ν’ ακριβολογήσουμε, μέρος της υπάρξεως μας είναι σταθερό, μέρος προχωρεί δι’ αλλοιώσεως. Πράγματι το σώμα αλλοιώνεται δι’ αυξήσεως και μειώσεως, ενδυόμενο τις ηλικίες τη μια μετά την άλλη σαν φορέματα. Μένει δε αμετάβλητο μετά από κάθε τροπή αφ’ εαυτού το είδος· δεν ξεφεύγει από τα σημεία που έχουν διαμιάς (άπαξ) επιβληθεί σ’ αυτό από τη φύσιν, αλλά σε όλες τις μεταβολές του σώματος εμφανίζεται με τα γνωρίσματά του. Εξαιρείται βέβαια από το λόγο η αλλοίωση από πάθος που επισυμβαίνει στο είδος. Πράγματι η αμορφία κατά τη νόσο καταλαμβάνει το είδος σαν κάποιο ξένο (αλλότριο) προσωπείο. Αλλ’ όταν δια του λόγου η νόσος θεραπευθεί, όπως συνέβηκε με τον Νεεμάν τον Σύρο και με τους αναφερόμενους (δέκα λεπρούς) στο Ευαγγέλιo, πάλι το κρυμμένο από το πάθος είδος επανεμφανίζεται δια της υγείας στα ιδιαίτερα γνωρίσματά του.

Στο θεοειδές λοιπόν της ψυχής προσφύεται όχι το ρευστό που με την αλλοίωση μεταστοιχειώνεται, αλλά το μόνιμο και σταθερό στο σύγκριμά μας τούτο. Κι’ επειδή τις διαφορές στο είδος διαμορφώνουν οι παραλλαγές της κράσεως, η δε κράσις δεν είναι άλλη από τη μίξη των στοιχείων, στοιχεία δε αποκαλούμε τα συστατικά που υπόκεινται στην κατασκευή του παντός, δια των οποίων συγκροτείται και το ανθρώπινο σώμα, αναγκαίως συμβαίνει το έξης: αφού το είδος παρέμεινε στην ψυχή σαν εκμαγείο σφραγίδος, δεν αγνοούνται απ’ αυτή ούτε τα αποθέσαντα στη σφραγίδα τον τύπο, αλλά κατά τον καιρό της άναστοιχειώσεως (αναστάσεως) δέχεται πάλι στον εαυτό της όσα αρμόζουν στον τύπο του είδους· μπορεί δε πάντως να εναρμόσει εκείνα που εντυπώθηκαν από την αρχή στον τύπο του είδους. Επομένως δεν είναι έκτος λογικής το να ξαναγυρίζει κάθε συστατικό προς το δικό του από το κοινό.

Λέγεται ότι και ο υδράργυρος, όταν χυθεί από το δοχείο σ’ ένα επίπεδο και σκονισμένο μέρος σχηματίζεται σε λεπτά σφαιρίδια, καθώς σκορπίζεται στο έδαφος, χωρίς να αναμιγνύεται με κανένα από τα συναντώμενα αντικείμενα. Εάν δε κάποιος συλλέξει σ’ ένα το σκορπισμένο σε πολλά σημεία πράγμα, αυτομάτως ξαναχύνεται προς το ομόφυλο, χωρίς να εμποδίζεται από κανένα μέσο για την ανάμιξη προς το δικό του. Κάτι τέτοιο λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να σκεπτόμαστε και για το ανθρώπινο σύγκριμα, αρκεί να επιτραπεί από τον Θεό να ξανασυνδεθούν αυτομάτως τα κατάλληλα μέρη προς τα οικεία τους, οπότε καμμιά δυσκολία δεν προκαλείται με αυτά σ’ αυτόν πού αναστοιχειώνει τη φύσιν.

Πράγματι στα φυόμενα μέσα στη γη δεν βλέπουμε κανένα κόπο της φύσεως να μεταβάλλει το σιτάρι, ή το κεχρί ή άλλο δημητριακό σε καλάμη και σε άγανα και σε στάχυα. Διότι η κατάλληλη τροφή μεταβαίνει χωρίς δυσκολία αυτομάτως από το κοινό προς την ιδιότητα κάθε σπέρματος. Αν λοιπόν, ενώ είναι κοινοί οι υποκείμενοι χυμοί σε όλα τα φυτά, το καθένα από τα τρεφόμενα δι’ αυτών παίρνει το κατάλληλο στοιχείο για την αύξησή του, τί το παράδοξο, αν και στην περίπτωση της αναστάσεως η έλξις του οικείου στοιχείου γίνεται από κάθε ανιστάμενο όπως γίνεται και στα σπέρματα; Ώστε από όλα είναι δυνατό να μάθουμε ότι το κήρυγμα της αναστάσεως δεν περιέχει τίποτε έξω από τα γνωριζόμενα εκ πείρας.

Και όμως αποσιωπήσαμε το γνωριμώτερο από τα δικά μας, δηλαδή την πρώτη αφορμή της συστάσεώς μας. Πράγματι ποιος δεν γνωρίζει τη θαυματοποιία της φύσεως; Τί επήρε η μητρική κοιλιά, τί επεξεργάζεται; Ή δεν βλέπεις πόσο απλό και μονομερές κατά κάποιον τρόπο είναι το καταβαλλόμενο στα σπλάγχνα υλικό ως αφορμή της συστάσεως του σώματος; Την δε ποικιλία του κατασκευαζομένου συγκρίματος ποιος λόγος μπορεί να διηγηθεί; Και ποιος, αν δεν έχει μάθει ότι τέτοιο πράγμα συμβαίνει στην κοινή ανθρωπίνη φύσιν, θα θεωρούσε δυνατό το γινόμενο, ότι εκείνο το μικροσκοπικό και ανυπολόγιστο σπέρμα του ανδρός είναι αρχή ενός τόσο μεγάλου πράγματος; Το λέγω δε μεγάλο, αποβλέποντας όχι μόνο στην διάπλαση τού σώματος, αλλά σ’ εκείνο που αξίζει να θαυμάζεται περισσότερο από αυτό, δηλαδή στην ψυχή και στις δυνάμεις της.

ΑΣ ΞΕΣΚΟΝΙΣΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙΡΟΣ.

Το πρωτότυπο κείμενο

Ὅτι δυνατόν ἐστιν, εἰς τὰ τοῦ παντὸς στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἀναλυθέντος, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ ἑκάστῳ τὸ ἴδιον ἀποσωθῆναι. 

Ἀλλὰ τυχὸν πρὸς τὰ στοιχεῖα τοῦ παντὸς βλέπων, δύσκολον οἴει τοῦ ἐν ἡμῖν ἀέρος πρὸς τὸ συγγενὲς στοιχεῖον ἀναχεθέντος, καὶ τοῦ θερμοῦ τε καὶ ὑγροῦ, καὶ τοῦ γεώδους ὡσαύτως τοῖς ὁμοφύλοις ἐγκατα μιχθέντων, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ τὸ οἰκεῖον ἐπὶ τὸ ἴδιον ἀναδραμεῖν. Εἶτα οὐ λογίζῃ διὰ τῶν ἀνθρωπίνων ὑποδειγμάτων, τὸ μηδὲ τοῦτο τῆς θείας δυνάμεως ὑπερβαίνειν τοὺς ὅρους; Εἶδές που πάντως ἐν ταῖς ἀνθρωπίναις οἰκήσεσι κοινὴν ἀγέλην ζώων τινῶν, ἐκ κοινοῦ συνισταμένην. Ἀλλ' ὅταν πάλιν πρὸς τοὺς κεκτημένους αὐτὴ καταμερίζηται, ἤ τε πρὸς τοὺς οἴκους συνήθεια, καὶ τὰ ἐπικείμενα σημεῖα τὸ ἴδιον ἑκάστῳ ἀποκαθίστησι. Τοιοῦτόν τι καὶ περὶ σεαυτὸν ἐννοῶν, οὐχ ἁμαρτήσεις τοῦ πρέποντος. Φυσικῇ γάρ τινι σχέσει καὶ στοργῇ πρὸς τὸ συνοικῆ σαν σῶμα τῆς ψυχῆς διακειμένης, ἔστι τις κατὰ τὸ λεληθὸς αὐτῇ διὰ τῆς συνανακράσεως τοῦ οἰκείου σχέσις τε καὶ ἐπίγνωσις, οἷον σημείων τινῶν παρὰ τῆς φύσεως ἐπικειμένων, δι' ὧν ἡ κοινό της ἀσύγχυτος μένει διακρινομένη τοῖς ἰδιάζουσι. Τῆς τοίνυν ψυχῆς τὸ συγγενές τε καὶ ἴδιον ἐφ' ἑαυτὴν πάλιν ἑλκούσης, τίς πόνος, εἰπέ μοι, τῇ θείᾳ δυνάμει κωλῦσαι τῶν οἰκείων τὴν συν δρομὴν, ἀῤῥήτῳ τινὶ τῇ τῆς φύσεως ὁλκῇ πρὸς τὸ ἴδιον ἐπειγομένων;
Τὸ γὰρ ἐπιδιαμένειν τινὰ τῇ ψυχῇ, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν, σημεῖα τοῦ ἡμετέρου συγ κρίματος, δείκνυσιν ὁ κατὰ τὸν ᾅδην διάλογος, τῶν μὲν σωμάτων τῷ τάφῳ παραδοθέντων, γνωρίσματος δέ τινος σωματικοῦ ταῖς ψυχαῖς παραμείναντος, δι' οὗ καὶ ὁ Λάζαρος ἐγνωρίζετο, καὶ οὐκ ἠγνοεῖτο ὁ πλούσιος. 

Οὐκοῦν οὐδὲν ἕξω τοῦ εἰκότος ἐστὶ, πάλιν πιστεύειν ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ ἴδιον τὴν ἀνάλυσιν γίνεσθαι τῶν ἀνισταμένων σωμάτων, καὶ μάλιστά γε τῷ φιλοπονώτερον τὴν φύσιν ἡμῶν κατεξετάζοντι. Οὔτε γὰρ δι' ὅλου ἐν ῥύσει καὶ μεταβολῇ τὸ ἡμέτερον. Ἦ γὰρ ἂν ἄληπτον ἦν καθόλου τῷ μηδεμίαν στάσιν ἔχειν ἐκ φύσεως· ἀλλὰ κατὰ τὸν ἀκριβέστερον λόγον, τὸ μέν τι ἔστηκε τῶν ἐν ἡμῖν, τὸ δὲ δι' ἀλλοιώσεως πρόεισιν. Ἀλλοιοῦται μὲν γὰρ δι' αὐξήσεώς τε καὶ μειώσεως τὸ σῶμα, οἷον ἱμάτιά τινα, τὰς καθ εξῆς ἡλικίας μετενδυόμενον. Ἕστηκε δὲ διὰ πάσης τροπῆς ἀμετάβλητον ἐφ' ἑαυτοῦ τὸ εἶδος, τῶν ἅπαξ ἐπιβληθέντων αὐτῷ παρὰ τῆς φύσεως σημείων οὐκ ἐξιστάμενον, ἀλλὰ πάσαις ταῖς κατὰ τὸ σῶμα τροπαῖς μετὰ τῶν ἰδίων ἐμφαινόμενον γνωρισμάτων. Ὑπεξαιρείσθω δὲ τοῦ λόγου ἡ ἐκ πάθους ἀλλοίωσις, ἡ τῷ εἴδει ἐπισυμβαίνουσα· οἶον γάρ τι προσωπεῖον ἀλλότριον ἡ κατὰ τὴν νόσον ἀμορφία διαλαμβάνει τὸ εἶδος, ἧς τῷ λόγῳ περιαιρεθείσης. καθάπερ ἐπὶ Νεεμὰν τοῦ Σύρου, ἢ ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον ἱστορηθέντων, πάλιν τὸ κεκρυμμένον ὑπὸ τοῦ πάθους εἶδος, διὰ τῆς ὑγείας ἐν τοῖς ἰδίοις ἀνεφάνη γνωρίσμασι. 

Τῷ τοίνυν θεοειδεῖ τῆς ψυχῆς οὐ τὸ ῥέον ἐν τῇ ἀλ λοιώσει καὶ μεθιστάμενον, ἀλλὰ τὸ μόνιμόν τε καὶ ὡσαύτως ἔχον ἐν τῷ καθ' ἡμᾶς συγκρίματι, τούτῳ προσ φύεται. Καὶ ἐπειδὴ τὰς κατὰ τὸ εἶδος διαφορὰς αἱ ποιαὶ τῆς κράσεως παραλλαγαὶ μεταμορφοῦσιν, ἡ δὲ κρᾶσις οὐκ ἄλλη τις παρὰ τὴν τῶν στοιχείων μίξιν ἐστὶ, στοι χεῖα δέ φαμεν τὰ τῇ κατασκευῇ τοῦ παντὸς ὑποκείμενα, δι' ὧν καὶ τὸ ἀνθρώπινον συνέστηκε σῶμα, ἀναγ καίως τοῦ εἴδους οἷον ἐκμαγείῳ σφραγίδος τῇ ψυχῇ παραμείναντος, οὐδὲ τὰ ἐναπομαξάμενα τῇ σφραγῖδι τὸν τύπον ὑπ' αὐτῆς ἀγνοεῖται, ἀλλ' ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀναστοιχειώσεως ἐκεῖνα δέχεται πάλιν πρὸς ἑαυτὴν, ἅπερ ἂν ἐναρμόσῃ τῷ τύπῳ τοῦ εἴδους· ἐναρμόσειε δὲ πάντως ἐκεῖνα, ὅσα κατ' ἀρχὰς ἐνετυπώθη τῷ εἴ δει. Οὐκοῦν οὐδὲν ἔξω τοῦ εἰκότος ἐστὶ, πάλιν ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὸ καθέκαστον ἐπαναλύειν τὸ ἴδιον.
Λέγεται δὲ καὶ τὴν ὑδράργυρον προχεθεῖσαν τοῦ περιέχοντος, καθ' ὑπτίου τινὸς καὶ κονιορτώδους χωρίου. εἰς λεπτὰ σφαιρωθεῖσαν, κατὰ τὴν γῆν διασκίδνασθαι, πρὸς οὐδὲν τῶν ἐπιτυχόντων ἐμμιγνυμένην. Εἰ δέ τις πάλιν τὸ πολλαχῆ κατεσπαρμένον εἰς ἒν συναγείρειεν, αὐτομάτως ἀναχεῖσθαι πρὸς τὸ ὁμόφυλον, οὐδενὶ μέσῳ πρὸς τὴν οἰκείαν μίξιν διειργομένην. Τοιοῦτόν τι χρῆναι νομίζω καὶ περὶ τὸ ἀνθρώπινον σύγκριμα διανοεῖσθαι· εἰ μόνον γένοιτο παρὰ τοῦ Θεοῦ τὸ ἐν δόσιμον, αὐτομάτως τὰ κατάλληλα μέρη τοῖς οἰκείοις ἐπανακίρνασθαι, μηδεμιᾶς ἐργωδίας τῷ ἀναστοι χειοῦντι τὴν φύσιν διὰ τούτων ἐγγινομένης. 

Καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ γῇ φυομένων, οὐδένα πόνον ὁρῶμεν τῆς φύσεως ἐπὶ τὸν πυρὸν, ἢ τὴν κέγχρον, ἢ ἄλλο τι τῶν σιτηρῶν ἢ χεδροπῶν σπερμάτων, ἐν τῷ μεταβάλλειν εἰς καλάμην καὶ ἀθέρικας καὶ ἀστάχυας. Ἀπραγματεύτως γὰρ κατὰ τὸ αὐτόματον ἡ κατάλληλος τροφὴ ἐκ τοῦ κοινοῦ πρὸς τὴν ἑκάστου τῶν σπερμάτων ἰδιότητα μεταβαίνει. Εἰ οὖν κοινῆς πᾶσι τοῖς φυομένοις τῆς ἰκμάδος ὑποκειμένης, ἕκαστον τῶν δι' αὐτῆς τρεφομένων τὸ κατάλληλον ἔσπασεν εἰς τὴν τοῦ οἰκείου προσθήκην· τί καινὸν, εἰ καὶ ἐν τῷ τῆς ἀναστάσεως λόγῳ παρ' ἑκάστου τῶν ἀνισταμένων, καθὼς ἐπὶ τῶν σπερμάτων, συμβαίνει οὕτως γίνεσθαι τὴν τοῦ οἰκείου ὁλκήν; Ὥστε ἐξ ἁπάντων δυνατὸν εἶναι μαθεῖν, μηδὲν ἔξω τῶν τῇ πείρᾳ γνωριζομένων τὸ κήρυγμα περιέχειν τῆς ἀναστάσεως. 

Καί τοιγε τὸ γνωριμώτατον τῶν ἡμετέρων ἐσιωπήσαμεν, αὐτὴν λέγω τὴν πρώτην τῆς συστάσεως ἡμῶν ἀφορμήν. Τίς γὰρ οὐκ οἶδε τὴν θαυματοποιίαν τῆς φύσεως, τί λαβοῦσα ἡ μητρῴα νηδὺς, τί ἀπεργάζεται; Ἢ οὐχ ὁρᾷς ὅπως ἀπλοῦν τρόπον τινὰ, καὶ ὁμοιομερές ἐστι τὸ εἰς ἀφορμὴν τῆς συστάσεως τοῦ σώματος τοῖς σπλάγχνοις καταβαλλόμενον; τὴν δὲ ποικιλίαν τοῦ κατασκευαζομένου συγκρίματος τίς λόγος ἐκδιηγή σεται; Τίς δ' ἂν μὴ τῇ κοινῇ φύσει τὸ τοιοῦτον μα θὼν, δυνατὸν ἡγήσαιτο τὸ γινόμενον, ὅτι τὸ βραχύ τε καὶ ἀντ' οὐδενὸς ἐκεῖνο τοῦ τοσούτου πράγματός ἐστιν ἀρχή; μέγα δέ φημι, οὐ μόνον εἰς τὴν κατὰ τὸ σῶμα βλέπων διάπλασιν, ἀλλ' ὃ πρὸ τούτου θαυμάζειν ἄξιον, αὐτὴν λέγω τὴν ψυχὴν, καὶ τὰ περὶ αὐτὴν θεωρούμενα.


Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (26)

 Συνέχεια από: Κυριακή, 4 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
Ότι η ανάσταση δεν είναι έξω από τη λογική

Αλλά υπάρχουν μερικοί, που εξ αίτιας της ατονίας των ανθρωπίνων λογισμών, κρίνοντας τη θεία δύναμιν κατά τα δικά μας μέτρα, ισχυρίζονται ότι εκείνο που είναι από μας αχώρητο δεν είναι ούτε στο Θεό δυνατό. Πράγματι επικαλούνται τον αφανισμό των αρχαίων νεκρών, τα λείψανα των αποτεφρωμένων με φωτιά· αναφέρουν επίσης τα σαρκοβόρα ζώα και τον ιχθύ που επήρε στο σώμα του τη σάρκα του ναυαγού και τον ίδιο πάλι που έγινε τροφή ανθρώπων και με την πέψη αφομοιώθηκε με τον όγκο αυτού που τον έφαγε. Και αναφέρουν πολλά τέτοια μικροπρεπή και ανάξια της δυνάμεως και εξουσίας του Θεού, για την ανατροπή του δόγματος της αναστάσεως, σαν να μη δύναται τάχα ο Θεός από τους ίδιους δρόμους με ανάλυση ν’ αποκαταστήσει στον άνθρωπο τα στοιχεία του.

Αλλά εμείς ας περιορίσουμε σε λίγα τις μακρές φλυαρίες τους με τη λογική ματαιότητα, ομολογώντας ότι η μεν διάλυσις του σώματος στα εξ ων συνετέθη γίνεται, και όχι μόνο ότι η γη αναλύεται στη γη κατά τον θείο λόγο, αλλά ότι και ο αέρας και το υγρό προσχωρεί στο ομόφυλο και το κάθε στοιχείο μας μεταχωρεί προς το συγγενές του, είτε με τα σαρκοβόρα όρνεα είτε με τα ωμότατα θηρία αναμιχθεί το ανθρώπινο σώμα δια της βρώσεως, είτε κάτω από δόντια των ιχθύων έλθει είτε σε ατμούς και σκόνη μεταβληθεί με τη φωτιά. Και όπου να περιφέρει κανείς τον άνθρωπο υποθετικώς με τον λόγο, πάντως βρίσκεται μέσα στον κόσμο· κι’ αυτός, ο κόσμος, όπως διδάσκει η θεόπνευστη φωνή, παρακρατείται στο χέρι του Θεού. Αν λοιπόν εσύ τίποτε δεν αγνοείς από όσα είναι μέσα στην παλάμη σου, νομίζεις ότι η γνώσις του Θεού είναι ατονώτερη από τη δύναμή σου, ώστε να μην εξεύρει ακριβώς όσα περιέχονται στη θεία σπιθαμή του;

Το πρωτότυπο κείμενο
Ὅτι οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος ἡ ἀνάστασις. 

Ἀλλ' εἰσί τινες, οἳ διὰ τὴν τῶν ἀνθρωπίνων λογισμῶν ἀτονίαν, πρὸς τὰ ἡμέτερα μέτρα τὴν θείαν δύναμιν κρίνοντες, τὸ ἡμῖν ἀχώρητον οὐδὲ Θεῷ δυνατὸν εἶναι κατασκευάζουσι. Δεικνύουσι γὰρ τῶν τε ἀρχαίων νεκρῶν τὸν ἀφανισμὸν, τῶν τε διὰ πυρὸς ἀποτεφρωθέντων τὰ λείψανα, καὶ ἔτι πρὸς τούτοις τὰ σαρκοβόρα τῶν ζώων τῷ λόγῳ προφέρουσι, καὶ τὸν ἰχθὺν τῷ ἰδίῳ σώματι τὴν σάρκα τοῦ ναυαγή σαντος ἀναλαβόντα, καὶ τοῦτον πάλιν τροφὴν ἀνθρώπων γενόμενον, καὶ εἰς τὸν τοῦ βεβρωκότος ὄγκον μετακεχωρηκότα διὰ τῆς πέψεως. Καὶ πολλὰ τοιαῦτα μικροπρεπῆ, καὶ τῆς μεγάλης τοῦ Θεοῦ δυνάμεως καὶ ἐξουσίας ἀνάξια, ἐπ' ἀνατροπῇ τοῦ δόγματος διεξέρχονται· ὡς οὐ δυναμένου τοῦ Θεοῦ πάλιν διὰ τῶν αὐτῶν ὁδῶν, δι' ἀναλύσεως ἀποκαταστῆσαι τῷ ἀνθρώπῳ τὸ ἴδιον. 

Ἀλλ' ἡμεῖς ἐν ὀλίγῳ τὰς μακρὰς αὐτῶν τῆς λογικῆς ματαιότητος περιδρομὰς ὑποτεμνώμεθα, ὁμολογοῦντες τὴν μὲν διάλυσιν τοῦ σώματος εἰς τὰ ἐξ ὧν συνέστηκε, γίνεσθαι, καὶ οὐ μόνον τὴν γῆν κατὰ τὸν θεῖον λόγον εἰς τὴν γῆν ἀναλύεσθαι· ἀλλὰ καὶ τὸν ἀέρα, καὶ τὸ ὑγρὸν προσχωρεῖν τῷ ὁμοφύλῳ, καὶ ἑκάστου τῶν ἐν ἡμῖν πρὸς τὸ συγγενὲς τὴν μεταχώρησιν γίγνεσθαι, κἂν τοῖς σαρκοβόροις ὀρνέοις, κἂν τοῖς ὠμοτάτοις θηρίοις ἀναμιχθῇ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα διὰ τῆς βρώσεως, κἂν ὑπὸ τὸν ὀδόντα τῶν ἰχθύων ἔλθῃ, κἂν εἰς ἀτμοὺς καὶ κόνιν μεταβληθῇ τῷ πυρί. Ὅπου δ' ἄν τις καθ' ὑπόθεσιν περιενέγκῃ τῷ λόγῳ τὸν ἄνθρωπον, ἐντὸς τοῦ κόσμου πάντως ἐστί· τοῦτον δὲ τῇ χειρὶ τοῦ Θεοῦ περικρατεῖσθαι, ἡ θεόπνευστος διδάσκει φωνή. Εἰ οὖν σύ τι τῶν ἐν τῇ σῇ παλάμῃ οὐκ ἀγνοεῖς, ἆρ' οἴει τῆς σῆς δυνάμεως ἀτονωτέραν εἶναι τὴν τοῦ Θεοῦ γνῶσιν, ὡς μὴ ἂν ἐξευρεῖν τῶν ἐμπεριεχομένων ὑπὸ τῆς θείας σπιθαμῆς τὴν ἀκρίβειαν;

Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (25)

 Συνέχεια από: Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Πώς θα μπορούσε και κάποιος άπιστος να προσαχθεί να πιστεύσει τη Γραφή όταν διδάσκει περί της αναστάσεως.

Αλλά ίσως κάποιος, που βλέπει προς τα διαλυθέντα σώματα και κρίνει το Θείο κατά το μέτρο της δίκης του δυνάμεως, να πει ότι είναι αδύνατος ο λόγος (το φαινόμενο) της αναστάσεως, λέγοντας ότι δεν είναι πιθανό να σταθούν τα τώρα κινούμενα και να αναστηθούν τα τώρα μη κινούμενα∙ αυτός όμως ο άνθρωπος πρώτο και μέγιστο τεκμήριο της αληθείας της αναστάσεως ας κάμει την αξιοπιστία του κηρύγματός της, ενώ η πιστότης των λεγομένων έχει το ασφαλές (την επιβεβαίωσή της) από την έκβαση των άλλων προρρήσεων. Επειδή λοιπόν η θεία Γραφή παρέθεσε πολλούς και ποικίλους λόγους είναι δυνατό παρατηρώντας το ψεύδος ή την αλήθεια των άλλων προρρήσεων, από εκείνα να κατανοήσουμε και το δόγμα περί της αναστάσεως. Πράγματι αν στα άλλα οι λόγοι αποδεικνύονται ψευδείς και ξένοι προς την αλήθεια, ούτε το περί της αναστάσεως δόγμα είναι έκτος του ψεύδους. Αν όμως όλα τα άλλα μαρτυρούνται αληθινά από την πείρα, είναι επόμενο να θεωρήσουμε αληθινή και την πρόρρησιν περί αναστάσεως. 

Ας αναφέρουμε λοιπόν ένα ή δύο από τα προφητευθέντα και ας αντιπαραθέσουμε την έκβαση των προρρήσεων, ώστε να γνωρίσουμε από αυτά, αν ο λόγος βλέπει προς την αλήθεια.

Ποιός δεν γνωρίζει, πως άκμαζε στην αρχαιότητα ο Ισραηλίτης λαός, που αγωνιζόταν εναντίον όλων των δυναστειών της οικουμένης; Ποιά ήταν τα παλάτια στην πόλη των Ιεροσολύμων; Ποία τα τείχη; Οι πύργοι; Η μεγαλοπρέπεια του ιερού; Αυτά είναι τα πράγματα που ενομίσθηκαν αξιοθαύμαστα και από τους μαθητές του Κυρίου και αξίωσαν (ζήτησαν) από τον Κύριο να τα παρατηρήσει, αφού έδειξαν προς τα φαινόμενα θαυμαστή διάθεση, όπως δηλώνει η διήγηση του ευαγγελίου, λέγοντας προς αυτόν, «τί έργα είναι αυτά και τί μεγαλοπρεπείς οικοδομές!». Εκείνος δε υποδεικνύει προς αυτούς που θαυμάζουν το παρόν την ερήμωσιν του τόπου που θα συμβεί και τον αφανισμό του κάλλους εκείνου, λέγοντας ότι έπειτα από λίγο δεν θ’ απομείνει τίποτε από τα φαινόμενα.
["Και εκπορευομένου αυτού εκ του ιερού λέγει αυτώ είς των μαθητών αυτού διδάσκαλε, ίδε ποταποί λίθοι και ποταπαί οικοδομαί, και ο Ιησούς αποκριθείς είπεν αυτώ βλέπεις ταύτας τάς μεγάλας οικοδομάς; ού μη αφεθή ώδε λίθος επί λίθον ός ού μη καταλυθή"(Μαρκ.13.1) δηλαδή : Και καθώς έβγαιναν από την αυλή του Ναού του είπε ένας από τους μαθητές "διδάσκαλε κοίτα τι ωραίες πέτρες και πόσο μεγαλοπρεπή κτίρια είναι αυτά"! Και ο Ιησούς απάντησε και του είπε "βλέπεις αυτές τις μεγάλες οικοδομές, δεν θα μείνει εδώ πέτρα πάνω στην πέτρα που να μην γκρεμιστεί"]. 

Αλλά και τον καιρό του πάθους, οι μεν γυναίκες ακολουθούσαν θρηνώντας την άδικη εναντίον του Χριστού απόφασιν∙ διότι δεν αντιλαμβάνονταν ακόμη την οικονομία των γινομένων. Εκείνος όμως συμβουλεύει να σιωπούν σχετικά με αυτόν, διότι δεν είναι άξια δακρύων∙ να αναβάλουν δε τον οδυρμό και το θρήνο στον κατάλληλο για τα δάκρυα καιρό, όταν η πόλις θα συσφιχθεί από τους πολιορκητές και τα πάθη φθάσουν σε τέτοιο σημείο εντάσεως, ώστε να θεωρηθεί μακαριστός όποιος δεν γεννήθηκε. Ανάμεσα σ’ αυτά προεμήνυσε και την τεκνοφαγία, λέγοντας ότι κατά τις ήμερες εκείνες θα μακαρισθεί η άγονη γαστέρα. Που λοιπόν είναι εκείνα τα παλάτια; Που το ιερό; Πού τα τείχη; Πού οι προβολές των πύργων; Πού η δύναμις των Ισραηλιτών; Δεν διασπάρθηκαν σε όλη σχεδόν την οικουμένη, άλλος εδώ και άλλος εκεί; Και με την καταστροφή τούτων δεν ερειπώθηκαν και τα παλάτια;

Πράγματι αυτά και τα παρόμοια με αυτά νομίζω ότι προεμήνυσε ο Κύριος, όχι για χάριν των πραγμάτων (διότι τί κέρδος θα έφερε στους ακούοντες η πρόρρησις εκείνων που οπωσδήποτε θα συνέβαιναν; Ακόμη και αν δεν το εγνώριζαν από πριν, θα το αντιλαμβάνονταν από την πείρα), αλλά με το σκοπό δια τούτων να έλθει σ’ αυτούς και η πίστη για τα ανώτερα. Διότι η δια των έργων μαρτυρία σ’ αυτά τα θέματα είναι απόδειξη της αληθείας και σ’ εκείνα.

Ένας γεωργός που διηγείται τη δύναμη των σπερμάτων, αν συμβεί ν’ απιστήσει στα λεγόμενά του κάποιος άπειρος της γεωργίας, είναι σε θέση ν’ αποδείξει την αλήθεια με ένα σπόρο, από εκείνους που είναι στον μέδιμνο, για λογαριασμό και των άλλων. Πράγματι όποιος δει το ένα σιτάρι ή το ένα κριθάρι ή ό,τι άλλο τύχει να είναι μέσα στον μέδιμνο, μετά το παράχωμά του στο χώμα, να γίνεται στάχυς, από αυτό το ένα δεν θ’ απιστεί πλέον ούτε για τα άλλα. Έτσι νομίζω ότι μου είναι ικανή για την μαρτυρία του μυστηρίου της αναστάσεως η αποδεκτή για τα άλλα από τα λεγόμενα αλήθεια, μάλλον δε και της ιδίας της αναστάσεως η πείρα, την οποία διδαχθήκαμε όχι τόσο με τα λόγια όσο με τα ίδια τα έργα.

Επειδή δηλαδή το θαύμα της αναστάσεως ήταν μεγάλο και απίστευτο, άρχισε τη θαυματοποιία με τα κατώτερα, κι’ έτσι συνήθισε την πίστη μας προς τα ανώτερα. Είναι αυτό που κάμει η μητέρα, τρέφοντας το νήπιο. Στην αρχή βάλλει το γάλα με τη θηλή στο απαλό και υγρό στόμα. Όταν όμως αποκτήσει πλέον δόντια και μεγαλώσει, του προσφέρει τον άρτο, όχι σκληρό και ακατέργαστο, ώστε να μην τραυματιστούν από τη σκληρότητα της τροφής τα απαλά και αγύμναστα ούλα∙ αλλά τον κάμει σύμμετρο και κατάλληλο προς τη δύναμιν του λαμβάνοντος, αφού τον μασήσει με τα δικά της δόντια. Έπειτα, καθώς προχωρεί η δύναμις, φέρει το νήπιο, που έχει συνηθίσει στα απαλότερα, βαθμιαίως προς τη στερεώτερη τροφή. Έτσι ο Κύριος, τρέφοντας την ανθρώπινη μικροψυχία με τα θαύματα, σαν νήπιο ατελές, πρώτα προλογίζει τη δύναμιν της αναστάσεως σε μια απεγνωσμένη νόσο, πράγμα που ήταν μεν μεγάλο κατόρθωμα, όχι όμως τόσο ώστε λεγόμενο ν’ απιστηθεί.

Πράγματι με επιτίμηση του πυρετού που κατέκαιε δυνατά την πεθερά του Σίμωνος, τέτοια μεταβολή του κακού προξένησε, ώστε αυτή που περίμεναν να πεθάνει κιόλας, να κατορθώσει να υπηρετήσει τους παρισταμένους. 
[(Λουκ. 4,38): Ἀναστὰς δὲ ἐκ τῆς συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Σίμωνος. ἡ πενθερὰ δὲ τοῦ Σίμωνος ἦν συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν περὶ αὐτῆς. καὶ ἐπιστὰς ἐπάνω αὐτῆς ἐπετίμησε τῷ πυρετῷ, καὶ ἀφῆκεν αὐτήν· παραχρῆμα δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει αὐτοῖς.
Μετάφρ.: Έπειτα δε από την θεραπείαν του δαιμονιώντος εξεκίνησε και ανεχώρησε από την συναγωγήν και επήγε στο σπίτι του Σιμωνος. Η δε πενθερά του Σιμωνος είχε μεγάλον πυρετόν και τον παρεκάλεσαν να την θεραπεύση. Και αφού επλησίασε και εστάθη από επάνω της, διέταξε τον πυρετόν και την αφήκεν αμέσως. Αυτή δε αμέσως εσηκώθη και χωρίς να αισθάνεται καμμίαν αδυναμίαν από την ασθένειάν της, τους υπηρετούσε].

Έπειτα προσθέτει λίγη δύναμη περισσότερη· ενεργεί ώστε ο υιός του βασιλικού αξιωματούχου, που ευρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο (διότι έτσι λέγει η ιστορία, ότι επρόκειτο ν’ αποθάνει, ενώ ο πατέρας του εφώναζε, «κατέβα πριν αποθάνει το παιδί») και πιστεύονταν ότι θ’ απέθαινε, ν’ αναστηθεί∙ ενέργησε το θαύμα με μεγαλύτερη δύναμη, διότι ούτε επλησίασε στον τόπο, αλλά απέστειλε από μακριά τη ζωή με την ισχύ της προσταγής. 
[(Ιω. 4, 46): λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον μου. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου· ὁ υἱός σου ζῇ. καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄνθρωπος τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπορεύετο. 
Μετάφρ.: Λεγει προς αυτόν ο βασιλικός· “Κυριε, σε παρακαλώ, κατέβα γρήγορα εις την Καπερναούμ πριν πεθάνη το παιδί μου”. Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “πήγαινε, το παιδί σου ζη και είναι καλά”].

Στη συνέχεια αναβαίνει βαθμιαίως στα υψηλότερα θαύματα. Τρέχοντας προς την κόρη του αρχισυναγώγου, εκουσίως σταμάτησε την οδοιπορία, για να ανακοινώσει τη θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός, που είχε γίνει σιωπηρά, ώστε σ’ αυτό το διάστημα να κατανίκησει την ασθενή κόρη ο θάνατος. Μόλις λοιπόν η ψυχή της χωρίσθηκε από το σώμα και οι παρόντες έκλαιαν και εθρηνούσαν γοερά για το πάθημα, αυτός με τον προστακτικό του λόγο εσήκωσε πάλι το κοράσιο προς τη ζωή σαν από ύπνο· έτσι ανέβαζε την ανθρώπινη ασθένεια προς το ανώτερο με συνεχή πορεία. 
[(Μαρκ. 5,22): Καὶ ἔρχεται εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων, ὀνόματι Ἰάειρος, καὶ ἰδὼν αὐτὸν πίπτει πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλά, λέγων ὅτι τὸ θυγάτριόν μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ἐλθὼν ἐπιθῇς αὐτῇ τὰς χεῖρας, ὅπως σωθῇ καὶ ζήσεται. καὶ ἀπῆλθε μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ᾿ ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις τίς μου ἥψατο; καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ᾿ αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ἡ θυγάτηρ σου ἀπέθανε· τί ἔτι σκύλλεις τὸν διδάσκαλον; ὁ δὲ Ἰησοῦς εὐθέως ἀκούσας τὸν λόγον λαλούμενον λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ· μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε. καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὑτῷ οὐδένα συνακολουθῆσαι εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου. καὶ ἔρχεται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου, καὶ θεωρεῖ θόρυβον, καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά, καὶ εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει, καὶ κατεγέλων αὐτοῦ. ὁ δὲ ἐκβαλὼν πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ παιδίον ἀνακείμενον, καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ· ταλιθά, κοῦμι· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε. καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει· ἦν γὰρ ἐτῶν δώδεκα. καὶ ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ. καὶ διεστείλατο αὐτοῖς πολλὰ ἵνα μηδεὶς γνῷ τοῦτο· καὶ εἶπε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν. 
Μεταφρ.: Και έρχεται εκεί ένας από τους αρχισυναγώγους, ονόματι Ιάειρος, ο οποίος όταν τον είδεν, έπεσε γονατιστός εμπρός εις τα πόδια του και τον παρακαλούσε με πολλάς και θερμάς παρακλήσεις και έλεγε, ότι “η μικρά μου κόρη ευρίσκεται εις τα πρόθυρα του θανάτου. Σε παρακαλώ λοιπόν να έλθης στο σπίτι, να βάλης επάνω της τας χείρας, δια να σωθή και ζήση”. Και ανεχώρησε μαζή του. Λαός δε πολύς τον ακολουθούσε και οι άνθρωποι τον εστρύμωχναν. Και μια γυναίκα, η οποία έπασχεν επί δώδεκα έτη από αιμορραγίαν και είχε ταλαιπωρηθή πολύ από πολλούς ιατρούς, είχε δε εξοδεύσει όλα τα υπάρχοντά της, χωρίς να ίδη καμμίαν ωφέλειαν, αλλά μάλλον είχε έλθει στο χειρότερον, όταν ήκουσε δια τα θαύματα που έκανε ο Ιησούς, ανεμίχθη με το πλήθος, ήλθε πίσω από τον Ιησούν και ήγγισε το ένδυμά του. Διότι έλεγε μέσα της, ότι “εάν και μόνον εγγίσω τα ενδύματά του, θα σωθώ”. Και αμέσως εξηράθηκε και έκλεισεν η πηγή, από την οποίαν έτρεχε το αίμα της, και αντελήφθη από την βελτίωσίν που ήλθε στο σώμα της, ότι ιατρεύθη από το βάσανον εκείνο. Και αμέσως ο Ιησούς αντελήφθη πολύ καλά, ως παντογνώστης, την δύναμιν που εβγήκεν από αυτόν και στραφείς στο πλήθος έλεγε· ποιός ήγγισε τα ενδύματά μου; καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις τίς μου ἥψατο;  Και έλεγον εις αυτόν οι μαθηταί του· βλέπεις τον όχλον να σε σπρώχνη από όλα τα σημεία και ερωτάς ποιός σε ήγγισε; Ο Ιησούς όμως περιέφερε γύρω το βλέμμα του, δια να ίδη αυτήν, που είχε κάμει αυτό. Η δε γυναίκα φοβισμένη και τρέμουσα, επειδή είχε πλέον αντιληφθή πολύ καλά την θεραπείαν, που της είχε γίνει, ήλθε και έπεσεν εις τα γόνατα εμπρός του και του είπεν όλην την αλήθειαν. Εκείνος δε της είπε· “κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε με ειρήνην εις την ψυχήν σου και να είσαι για πάντα υγιής και απηλλαγμένη από την βασανιστικήν ασθένειάν σου”. Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχονται από το σπίτι του αρχισυναγώγου άνθρωποι λέγοντες ότι “η θυγάτηρ σου απέθανε· διατί ενοχλείς ακόμη τον διδάσκαλον;”. Ο δε Ιησούς αμέσως, μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, λέγει στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνο πίστευε”. Και δεν αφήκε κανένα να τον ακολουθήση παρά μόνον τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τον αδελφόν του Ιακώβου. Και έρχεται στο σπίτι του αρχισυναγώγου και ακούει θόρυβον και βλέπει πολλούς να κλαίουν και να ολοφύρωνται πολύ. Και εισελθών λέγει εις αυτούς· “διατί κάνετε τόσον θόρυβον με τας κραυγάς σας και διατί κλαίετε; Το παιδί δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και εκείνοι τον περιγελούσαν. Αυτός όμως, αφού έβγαλε έξω όλους, επήρε τον πατέρα του παιδιού και την μητέρα και τους τρεις μαθητάς, που ήσαν μαζή του, και εμπήκε εκεί, όπου ήτο εξηπλωμένο το παιδί. Και αφού έπιασε το χέρι του παιδιού, είπε προς αυτό· “ταλιθά κούμι”· πράγμα το οποίον ερμηνευόμενον σημαίνει· “το κοράσιον, εις σε εγώ ομιλώ, σήκω”. Και αμέσως το κοράσιον εσηκώθη και εντελώς υγιές περιπατούσε· διότι ήτο δώδεκα ετών. Και κατελήφθησαν όλοι από έκπληξιν και μεγάλον θαυμασμόν. Και τους είπε και τους ξαναείπε και τους έδωσε εντολήν με ένα τρόπον έντονον, κανείς να μη μάθη αυτό το θαύμα. Και είπε να της δώσουν να φάγη. (Δια να βεβαιωθούν έτσι ότι ήτο και πλήρως υγιής η κόρη των).]

Έπειτα υπερβαίνει κατά το θαύμα αυτά τα προηγούμενα και με υψηλότερη δύναμη ετοιμάζει στους ανθρώπους το δρόμο για την πίστη της αναστάσεως. Η Γραφή αναφέρει μια πόλη Ναΐν στην Ιουδαία. Ζούσε εκεί ένας υιός μονογενής κάποιας χήρας. Δεν ήταν υιός πού να βρίσκεται ακόμη ανάμεσα στα παιδάκια, αλλ’ είχε προχωρήσει στην εφηβική ηλικία. Ο λόγος τον ονομάζει νεανία. Η ιστορία διηγείται πολλά με λίγα λόγια· η διήγησις είναι καθ’ εαυτήν θρήνος. Χήρα ήταν, λέγει, η μητέρα του νεκρού. Βλέπεις το βάρος της συμφοράς, πώς με λίγα λόγια ο λόγος εξετραγώδησε το πάθημα; Διότι τί είναι το λεγόμενο; Ότι δεν υπήρχε γι’ αυτήν ελπίδα παιδοποιίας, που θα θεράπευε τη συμφορά για τον αποθανόντα, αφού η γυναίκα ήταν χήρα. Δεν μπορούσε επίσης να κοιτάξει προς άλλο παιδί αντί του απερχομένου, αφού το γέννημα ήταν μονογενής. Πόσο δε κακό είναι τούτο, είναι εύκολο να το δει ο καθένας, που δεν είναι αποξενωμένος από τη φύση. Μόνο από εκείνον εγνώρισε τις ώδινες, μόνο εκείνον έθρεψε με τους μαστούς της∙ μόνο αυτός της χαροποιήσου το τραπέζι της∙ μόνο αυτός ήταν η χαρά του σπιτιού της, παίζοντας, σοβαρεύοντας, ασκούμενος, χαρούμενος, σε εξόδους, σε παλαίστρες, σε νεαρές συντροφιές∙ κάθε τι πού είναι γλυκύ και πολύτιμο για τους οφθαλμούς της μητέρας, εκείνος ήταν, τώρα που ερχόταν σε ηλικία γάμου, ο βλαστός του γένους, ο κλάδος της οικογενειακής διαδοχής, η ράβδος των γηρατειών. Αλλά και το θέμα της ηλικίας, αύξανε τον θρήνο. Διότι ο Κύριος που είπε «νεανίσκε» ανέφερε το άνθος της μαραμένης νεότητος, καθώς μόλις εμφανιζόταν το χνούδι στο πρόσωπο, τα γένια δεν είχαν βαθύνει ακόμη και τα μάγουλά του έλαμπαν από την ομορφιά. Τί μπορούσε λοιπόν να πάσχει γι’ αυτόν η μητέρα; Σαν να καταφλέγεται από φωτιά μέσα στα σπλάγχνα, να θρηνεί γι’ αυτόν ακατάπαυστα αγκαλιάζοντας το προκείμενο πτώμα, ώστε να μην επισπευσθεί η κηδεία του νεκρού αλλά να πλημμυρίζει από πάθος παρατείνοντας τους οδυρμούς επάνω απ’ αυτόν για πολλή ώρα. Ούτε τούτο δεν το παράλειψε ο λόγος, που λέγει∙ «καθώς την είδε ό Ιησούς, την ευσπλαγχνίσθηκε, επλησίασε κι’ άγγιξε την σορό, ενώ αυτοί που την εβάσταζαν εσταμάτησαν. Και λέγει στον νεκρό· νεαρέ, σου λέγω, σήκω· και τον παρέδωσε ζωντανό στη μητέρα του». Έτσι λοιπόν, ενώ δεν ήταν μικρό το διάστημα αφ’ ότου πέθανε ο νέος, αλλά πάντως τόσο ώστε να μην έχει αποτεθεί στον τάφο, γίνεται από τον Κύριο το μεν θαύμα μεγαλύτερο, το δε πρόσταγμα ίσο.
[(Λουκ. 7,11): Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ. καὶ ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ.
Μετάφρ.: Έπειτα από αυτά, επήγαινε ο Ιησούς προς την πόλιν Ναΐν. Και μαζή του επήγαιναν αρκετοί μαθηταί του και λαός πολύς. Μόλις δε επλησίασε εις την πύλην της πόλεως και ιδού εγίνετο η εκφορά ενός νεκρού, ο οποίος ήτο μονογενής υιός εις μητέρα χήραν και αποστράτευτον και πολύς λαός με πολλήν συμπάθειαν προς αυτήν παρακολουθούσε μαζή της την κηδείαν. Και όταν την είδε ο Κυριος, την ευσπλαγχνίσθη και της είπε· “μη κλαίεις”. Και αφού επλησίασε, ήγγισε το φέρετρον, ενώ εκείνοι που το εκρατούσαν εσταμάτησαν, και είπε· “νεανίσκε, εις σε λέγω· Σηκω”. Και αμέσως εσηκώθη και εκάθισε ο νεκρός και ήρχισε να ομιλή. Ο δε Ιησούς έδωκε αυτόν εις την μητέρα του. Και κατέλαβε φόβος όλους και εδόξαζαν τον Θεόν λέγοντες ότι “προφήτης μέγας παρουσιάσθη μεταξύ μας και ότι ο πανάγαθος Θεός επεσκέφθηκε τον λαόν του”. Και διεδόθη το γεγονός της αναστάσεως του νεκρού εκ μέρους του Χριστού εις όλην την Ιουδαίαν και εις τας πλησίον γειτονικάς χώρας. (Οτι δηλαδή ο Ιησούς με ένα λόγον, χωρίς καμμίαν δυσκολίαν και χρονοτριβή ανέστησε τον νεκρόν)].

Έπειτα η θαυματοποιία προχωρεί σε υψηλότερο σημείο ώστε να πλησιάσει τα φαινόμενα περισσότερο προς το απιστούμενο θαύμα για την ανάσταση. Ασθενούσε κάποιος από τους στενούς φίλους του Κυρίου, που ονομαζόταν Λάζαρος. Ο Κύριος εματαίωσε την επίσκεψιν στο φίλο και επήγε μακριά, για να εύρει ο θάνατος τόπο και δύναμιν κατά την απουσία της ζωής να διενεργήσει τα δικά του με την νόσο (αρρώστια). Ανακοινώνει ο Κύριος στους μαθητές το πάθος του Λαζάρου κατά τη Γαλιλαία, αλλά και το ξεκίνημα προς αυτόν για να σηκώσει τον κατακείμενον. Εκείνοι ήσαν περίτρομοι εξ αιτίας της ωμότητος των Ιουδαίων, θεωρώντας δύσκολο και επικίνδυνο να έλθουν πάλι στην Ιουδαία ανάμεσα στους ζητούντες να τον φονεύσουν. Γι’ αυτό καθυστέρησαν και ανέβαλαν κάμποσον καιρό την επάνοδο από τη Γαλιλαία. Αλλά η εξουσία του Κυρίου υπερίσχυσε και οι μαθητές οδηγήθηκαν από αυτόν, για να μυηθούν κατά κάποιον τρόπο στα προμυστήρια της καθολικής αναστάσεως στη Βηθανία. Ήταν τέσσερις ήμερες μετά το θάνατο∙ όλα τα καθορισμένα είχαν τελεσθεί στον νεκρό, το σώμα του είχε κατεκρύβη στον τάφο∙ όπως είναι εύλογο, είχε ήδη πρησθεί, διαλυόταν από τη φθορά, διότι το σώμα αποσυντίθετο από τη μούχλα της γης και κομματιαζόταν από την πίεση. Είναι αποτρόπαιο το πράγμα, αν βιαζόταν η φύσις ν’ αποδώσει πάλι στη ζωή το διαλυθέν στη δυσωδία.

Τότε το απιστούμενο έργο της καθολικής αναστάσεως φέρεται σε απόδειξη με ένα εναργέστερο θαύμα. Διότι τώρα δεν σηκώνεται κάποιος από βαρειά νόσο ούτε επαναφέρεται στη ζωή τη στιγμή που ευρισκόταν στις τελευταίες αναπνοές του ούτε ζωοποιείται παιδί που επέθανε προ ολίγου ούτε ανασηκώνεται πάλι από τη σορό νεαρός που οδηγείται στον τάφο. Αλλά ένας άνδρας ηλικιωμένος, νεκρός, έωλος, πρησμένος, διαλυμένος, ώστε ούτε οι συγγενείς του να μη θέλουν να πλησιάσει ο Κύριος στον τάφο, εξ αιτίας της αηδίας που παρουσίαζε το αποσυντεθειμένο σώμα∙ αυτός λοιπόν (ο Λάζαρος) με μια κλήση ζωοποιείται κι’ έτσι επιβεβαιώνει το κήρυγμα της αναστάσεως, δηλαδή το προσδοκώμενο επί του κοινού, το οποίο μάθαμε με την πείρα από το επιμέρους. Όπως δηλαδή κατά την αναστοιχείωση του παντός, λέγει ο απόστολος ότι θα κατεβή ο ίδιος ο Κύριος μ’ ένα πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα θ’ αναστήσει τους νεκρούς σε αφθαρσία· έτσι και τώρα ο ευρισκόμενος μέσα στον τάφο με τη φωνή του προστάγματος απέσεισε τον θάνατο σαν να ήταν ύπνος και αποτίναξε από επάνω του τη διαφθορά που είχε προκληθεί από τη νεκρότητα, βγαίνει άρτιος και σώος από τον τάφο, χωρίς ούτε οι επίδεσμοι στα πόδια και στα χέρια να εμποδίσουν την έξοδό του.

Άραγε είναι μικρά πράγματα τούτα για την πίστη στην ανάσταση των νεκρών ή ζητείς να σου επιβεβαιωθεί και με άλλα παραδείγματα η κρίσις περί τούτου; Αλλά νομίζω ότι ο Κύριος δεν είχε πει ματαίως στους κατοίκους της Καπερναούμ, λέγοντας σαν εκ μέρους των ανθρώπων προς τον εαυτό του, «οπωσδήποτε θα μου ειπείτε τούτη την παραβολή∙ ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου». Διότι έπρεπε, αφού συνήθισε τους ανθρώπους με άλλα σώματα στο θαύμα της αναστάσεως, να βεβαιώσει τον λόγο στον καθ’ εαυτόν άνθρωπο. Είδες το κήρυγμα ενεργό σε άλλους∙ τους μέλλοντες ν’ αποθάνουν, το παιδί που μόλις είχε παύσει να ζει, τον νεαρό προς τον τάφο, τον αποσυνθεμένο νεκρό, όλους να επανέρχονται προς τη ζωή εξ ίσου μ’ ένα πρόσταγμα. Ζητείς κι’ εκείνους που επέθαναν με τραύματα και αίμα, μη τυχόν κάποια ατονία επ’ αυτών λύει τη χάριν της ζωοποιού δυνάμεως; Ίδε αυτόν που διαπεράσθηκε στην πλευρά με λόγχη. Πέρασε τα δάκτυλά σου μέσα από τους τύπους των καρφιών. Βάλε το χέρι σου μέσα στο τραύμα από τη λόγχη. Ασφαλώς αντιλαμβάνεσαι πόσο μπόρεσε να εισδύσει μέσα η αιχμή από το πλάτος του τραύματος, αναλογιζόμενος την προς τα μέσα διέλευση. Διότι η πληγή που εχώρεσε ανθρώπινο χέρι, πόσο βαθιά υποδεικνύει ότι μπήκε ο σίδηρος; Αν λοιπόν αυτός αναστήθηκε, εύκολο θα ήταν να επαναλάβουμε το αποστολικό, «πώς λοιπόν λέγουν μερικοί ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών;». 

Επειδή λοιπόν κάθε πρόρρησις του Κυρίου επιδεικνύεται αληθινή από τη μαρτυρία των γεγονότων (και δεν μάθαμε τούτο μόνο με λόγο, αλλά λάβαμε εμπράκτως την απόδειξη της επαγγελίας από εκείνους που επανήλθαν στη ζωή με την ανάσταση), τότε ποιά αιτιολογία υπολείπεται σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν; Δεν θα ειπούμε, χαίρετε, σ’ αυτούς που παραχαράσσουν την αγνή πίστη με την ψευδοφιλοσοφία και κενή απάτη, ώστε να κρατήσουμε την απλή ομολογία, αφού μάθαμε με λίγα λόγια δια του προφήτη τον τρόπο της χάριτος με όσα λέγει, «θ’ αφαιρέσεις το πνεύμα τους, και θα εκλείψουν και θα επιστρέψουν στο αρχικό τους χώμα∙ θα εξαποστείλεις το Πνεύμα σου, και θα κτισθούν και θα ανακαινίσεις το πρόσωπο της γης»; Εκεί όπου λέγει ότι ευφραίνεται ο Κύριος για τα έργα του, εφ’ όσον εκλείπουν οι αμαρτωλοί από τη γη. Πράγματι πώς θα ονομασθεί κάνεις αμαρτωλός, όταν αμαρτία δεν θα υπάρχει;

Το πρωτότυπο κείμενο