Σάββατο, 24 Ιουλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (30)

 Συνέχεια από Σάββατο, 17 Ιουλίου 2021


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
Θεωρία ιατρική περί της κατασκευής του σώματός μας σε συντομία

Βέβαια για την ακριβή κατασκευή του σώματός μας διδάσκει ο καθένας μας τον εαυτό του από όσα βλέπει και ζει και αισθάνεται, έχοντας διδάσκαλο τη φύσιν του εαυτού του. Είναι εξάλλου δυνατό μελετώντας την ιστορία που ανέπτυξαν σε βιβλία οι σοφοί σ’ αυτά τα θέματα περί τούτων, να μάθει τα πάντα με ακρίβεια. Άλλοι διδάχθηκαν από την ανατομία ποιά θέση κατέχει κάθε όργανο από όσα είναι μέσα μας· άλλοι έμαθαν και εξέθεσαν προς ποιον σκοπό έγιναν όλα τα μόρια του σώματος• έτσι για τους επιμελείς αρκεί η από αυτά γνώσις της ανθρώπινης κατασκευής. Αν δε κάποιος επιζητεί για όλα αυτά να γίνει διδάσκαλος η Εκκλησία, ώστε να μη χρειάζεται καθόλου την εξωτερική φωνή (διότι τούτος είναι ο νόμος των πνευματικών προβάτων, όπως λέγει o Κύριος, το να μην υπακούουν σε ξένη φωνή), θα πραγματευθούμε και τούτο το θέμα με συντομία.

Τρεις καταστάσεις βρήκαμε γύρω από τη φύσιν του σώματος, χάριν των οποίων έχουν κατασκευασθεί τα επί μέρους όργανά μας. Αλλά πράγματα είναι κατάλληλα για το ζην, άλλα για το καλώς ζην και άλλα για την διαδοχή των επιγόνων. Εκείνα λοιπόν από τα μέσα μας ευρισκόμενα όργανα, χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατό να συντηρηθεί η ανθρώπινη ζωή, τα παρατηρούμε σε τρία μόρια• εγκέφαλο, καρδιά, ήπαρ. Όσα αποτελούν προσθήκη αγαθών και φιλοδωρία (φιλοτιμία) της φύσεως, που με αυτά χαρίζει στον άνθρωπο το ευ ζην, είναι τα γύρω από την αίσθησιν όργανα. Διότι αυτά δεν συντηρούν τη ζωή, αφού και πολλές φορές, όταν λείψουν μερικά, παρά ταύτα ο άνθρωπος βρίσκεται στη ζωή, αλλά χωρίς τις ενέργειες τούτων είναι αδύνατο να έχει μετουσία ο άνθρωπος στα ευχάριστα της ζωής. Ο τρίτος σκοπός αποβλέπει προς το μέλλον και προς τη διαδοχή. Έκτος όμως από αυτά υπάρχουν και μερικά άλλα όργανα που είναι κοινά σε όλους για τη συντήρηση, και προσφέρουν τα κατάλληλα εφόδια, όπως είναι η κοιλιά και ο πνεύμονας, αυτός αναρριπίζοντας την εγκάρδια φωτιά, αυτή εισάγοντας την τροφή στα σπλάγχνα.

Αφού λοιπόν έτσι είναι διηρημένη μέσα μας η σωματική κατασκευή, είναι δυνατό να εννοήσουμε με ακρίβεια, ότι η λειτουργία της ζωής (η δύναμις προς το ζην) δεν διεξάγεται μονομερώς (μονοειδώς) με ένα όργανο μέσα μας, αλλά η φύσις κατένειμε τις αιτίες για την σύστασή μας (τις αιτίες για τη συντήρησή μας) σε περισσότερα όργανα και καθιστά αναγκαία τη συνεισφορά του καθενός από αυτά προς το σύνολο. Ώστε και όσα η φύσις επενόησε για την ασφάλεια της ζωής και το κάλλος, είναι και περισσότερα και μεγάλη διαφορά μεταξύ τους έχουν.

Αλλά νομίζω ότι πρότερα πρέπει να ξεχωρίσουμε σύντομα τις πρώτες αρχές εκείνων που συντελούν στη σύσταση της ζωής μας. Η ύλη λοιπόν του όλου σώματος, που υπόκειται σαν κοινή στα καθ’ έκαστον μέλη, ας αποσιωπηθεί προς το παρόν, διότι δεν πρόκειται κατά τίποτε να συντελέσει η γενική φυσιολογία προς την εξέταση (θεωρία) των επι μέρους. Αφού λοιπόν ομολογείται από όλους ότι η μοίρα όλων των στοιχειωδώς υφιστάμενων στον κόσμο είναι μέσα μας, τόσο του θερμού και του ψυχρού, όσο και της άλλης συζυγίας που συγκροτείται από το υγρό και το ξηρό, θα εξετάσουμε λεπτομερώς τα επι μέρους.

Βλέπουμε λοιπόν ότι τρεις είναι οι διοικητικές (συντηρητικές) δυνάμεις της ζωής (ψυχής). Απ’ αυτές η μια περιθάλπει το παν με την θερμότητα, η άλλη υποτονίζει το θερμαινόμενο σώμα με την υγρασία, έτσι ώστε με την ισορροπία της ποιότητος των εναντίων να συντηρείται το ζώο, χωρίς ούτε το υγρό να κατακαίεται με την υπερβολή της θερμότητας ούτε το θερμό να σβήνεται από την επικράτηση της υγρασίας. Η τρίτη δύναμις συνέχει κατά κάποια συμβολή και αρμονία τα ξεχωρισμένα άρθρα, συναρμόζοντάς τα με τους συνδέσμους της και αποστέλλοντας σε όλα την αυτοκίνητη και προαιρετική δύναμις(ικανότητα)• όταν αυτή η δύναμις λείπει, το μέλος γίνεται παράλυτο και νεκρό, εφ’ όσον στερείται του προαιρετικού πνεύματος. Μάλλον όμως, πριν από αυτά, αξίζει να εξετάσουμε την τεχνική της φύσεως μας στην ίδια τη δημιουργία του σώματος.

Πράγματι, επειδή το σκληρό και τραχύ δεν επιδέχεται τις αισθητικές ενέργειες, όπως είναι δυνατό να δει κανείς τόσο στα οστά μας όσο και στα φυτά της γης, στα οποία κάποιο είδος ζωής κατανοούμε εφόσον αυξάνονται και τρέφονται, αλλά η σκληρότης του υποκειμένου δεν αποδέχεται την αίσθησιν• γι’ αυτό θα έπρεπε στις κατ’ αίσθησιν ενέργειες να υποθέσουμε ένα είδος κηροειδούς κατασκευής. Αυτή η κατασκευή μπορεί να ενσφραγισθεί με τους αισθητικούς τύπους, εφόσον δεν διαχέεται από την υπερβολική υγρότητα, η οποία δεν επιτρέπει να παραμείνει το τυπούμενο ούτε συγκρατείται από την άμετρη τραχύτητα, διότι το σκληρό δεν επισημαίνεται με σφραγίδες• αλλά βρίσκεται ανάμεσα στη μαλακότητα και τη σκληρότητα, ώστε το ζώο να μη στερείται του αρίστου (καλλίστου) ενεργήματος από τα υπάρχοντα στη φύσιν, δηλαδή της αισθητικής κινήσεως. Επειδή λοιπόν το μαλακό και εύπλαστο, αν δεν είχε καμμιά ενέργεια από τα στερεά θα ήταν οπωσδήποτε ακίνητο και αδιάρθρωτο, όπως οι θαλασσινοί πνεύμονες (είδος μαλακίου)• γι’ αυτό η φύσις αναμιγνύει στο σώμα τη στερεότητα των οστών• και αφού τα ένωσε μεταξύ τους με την κατάλληλη αρμονία και έσφιξε τις ενώσεις τους με τους συνδέσμους δια των νεύρων, τα περιέβαλε με τη σάρκα τη δεκτική των αισθήσεων, που κατά διαστήματα γίνεται δυσπαθέστερη και ευτονώτερη στην επιφάνεια.

Επιθέτοντας λοιπόν όλο το βάρος του σώματος σ’ αυτή τη στερεά φύσιν των οστών, σαν σε αχθοφόρους στύλους, δεν φύτευσε το οστούν εντελώς αδιαίρετο (μονοκόμματο). Πράγματι θα έμενε ακίνητος και ανενέργητος, αν ήταν έτσι κατασκευασμένος ο άνθρωπος, σαν δένδρο που μένει επάνω σ’ έναν τόπο, χωρίς μήτε η διαδοχή των σκελών να προωθεί την κίνηση προς τα εμπρός μήτε η υπηρεσία των χεριών να χρησιμεύει στο βίο. Τώρα όμως με αυτήν την επινόηση η φύσις κατέστησε το όργανο μεταβατικό και πρακτικό, εμβάλλοντας μέσα στο σώμα την ορμή και τη δύναμιν προς τις κινήσεις δια του προαιρετικού πνεύματος που διαπερνά τα νεύρα.

Από αυτό προέρχεται η λειτουργία των χεριών, η ποικίλη και πολύστροφη και κατάλληλη προς κάθε επινόηση. Από αυτό προέρχονται οι περιστροφές του λαιμού, οι επικλίσεις και ανυψώσεις της κεφαλής, η ενέργεια της σιαγόνος, η διαστολή των βλεφάρων που πραγματοποιείται μαζί με το νεύμα• από αυτό ενεργούνται οι κινήσεις των άλλων άρθρων, βέβαια με κάποια νεύρα που τεντώνονται ή χαλαρώνονται, σαν από κάποια μηχανή. Η δύναμις που διεξέρχεται από αυτά έχει μια αυτόνομη ορμή, που ενεργείται μέσα στα καθέκαστον με προαιρετικό πνεύμα κατά μια οικονομία της φύσεως. Ρίζα δε των πάντων και αρχή των κινήσεων στα νεύρα είναι ο νευρώδης υμένας που περιέχει τον εγκέφαλο. Δεν νομίζουμε λοιπόν ότι χρειάζεται να πολυπραγμονούμε γύρω σε ποιο από τα ζωτικά μόρια συμβαίνει τούτο, εφ’ όσον δείχθηκε ότι σε τούτο, στον εγκέφαλο, υπάρχει η κινητική ενέργεια.

Ότι δε ο εγκέφαλος συμβάλλει μέγιστα προς τη ζωή, το δηλώνει καθαρά εκείνο που συμβαίνει από το αντίθετο. Πράγματι, αν ο γύρω από αυτόν υμένας πάθει τραυματισμό ή ρήγμα, αμέσως στο πάθημα ακολουθεί ο θάνατος, διότι η φύσις δεν αντέχει ούτε στιγμή τον τραυματισμό, όπως σε περίπτωση θεμελίου που υποχωρεί όλο το οικοδόμημα και καταρρέει μαζί με το μέρος. Αυτό λοιπόν το όργανο που, όταν πάθει, καθιστά πρόδηλη η διαφθορά όλου του ζώου, τούτο πρέπει να ομολογηθεί ότι αποτελεί κυρίως την αιτία της ζωής. Επειδή όμως, στην περίπτωση αυτών που έπαυσαν να ζουν, το νεκρωμένο καταψύχεται, διότι η ενυπάρχουσα στη φύσιν θερμότης σβήνεται, γι’ αυτό αποδίδουμε και στο θερμό τη ζωτική αιτία. Αυτό λοιπόν που, όταν εκλείψει, ακολουθεί η νέκρωσις, κατ’ ανάγκην πρέπει να ομολογηθεί ότι με την παρουσία του συγκρατεί το ζώο. Της δυνάμεως δε αυτής κατενοήσαμε πηγή και αρχή την καρδιά, από την οποία φυτρώνουν πολυσχιδώς αυλοειδείς πόροι ο ένας από τον άλλο και διαχέουν σε όλο το σώμα το πυρώδες και θερμό πνεύμα.

Επειδή δε οπωσδήποτε πρέπει να συνυπάρχει στο θερμό και κάποια τροφή από τη φύσιν (διότι δεν είναι δυνατό το πυρ να μένει μόνο του χωρίς να τρέφεται καταλλήλως), γι’ αυτό οι αρτηρίες του αίματος, σαν να ξεκινούν από κάποια πηγή, το ήπαρ, προχωρούν σε όλο το σώμα μαζί με το θερμό πνεύμα, έτσι ώστε να μην απομονωθεί το ένα μόριο από το άλλο και διαφθείρει τη φύσιν, γινόμενο πάθος. Ας δείξει τούτο στους ατακτούντες σχετικά με την ίση κατανομή, διδασκόμενους από τη φύσιν, ότι η πλεονεξία είναι φθοροποιό πάθος. Αλλά, επειδή μόνο το Θείο είναι υπεράνω ανάγκης, ενώ η ανθρώπινη πτωχεία χρειάζεται τα εξωτερικά για συντήρησή της, γι’ αυτό με τις τρεις τούτες δυνάμεις δια των οποίων οικονομείται όλο το σώμα, εισάγει απ’ έξω άφθονο υλικό, φέροντάς το καταλλήλως από διάφορες εισόδους. Στην πηγή του αίματος, που είναι το ήπαρ, ανέθεσε τη χορηγία δια της τροφής. Διότι το πάντοτε εισαγόμενο δι’ αυτής υλικό ετοιμάζει τις πηγές του αίματος να ρέουν δια του ήπατος, όπως το επάνω στο όρος χιόνι με την υγρασία του αυξάνει τις πηγές που είναι στις υπώρειες, πιέζοντας το υγρό του δια μέσου του βάθους προς τις κάτω φλέβες.

Εξάλλου το εγκάρδιο πνεύμα εισάγεται από το γειτονικό σπλάγχνο που ονομάζεται πνεύμονας και είναι δοχείο του αέρα, το οποίο διαμέσου της αρτηρίας του, που φθάνει έως το στόμα, ελκύει με τις αναπνοές το απ’ έξω πνεύμα. Η καρδιά που βρίσκεται στο μέσο του, κινούμενη και αυτή ασταμάτητα κατά μίμησιν της ενεργείας του αεικινήτου πυρός, όπως κάμουν τα φυσερά στα χαλκουργεία, ελκύει κοντά της οξυγόνο από τον γειτονικό πνεύμονα, γεμίζοντας με τη διαστολή τις κοιλότητες, και εξωθώντας το πυρώδες υλικό της το στέλνει στις κοντινές αρτηρίες. Και ποιώντας τούτο δεν παύει να έλκει στις κοιλότητές της δια της διαστολής το απ’ έξω υλικό και να στέλνει στις αρτηρίες το δικό της δια της συστολής. Τούτο νομίζω ότι γίνεται αίτιο και της αυτόματης αναπνοής. Πράγματι πολλές φορές ο νους δεν ασχολείται με άλλους ή και ηρεμεί εντελώς, καθώς το σώμα χαλαρώνεται στον ύπνο, αλλά η αναπνοή του αέρος δεν σταματά, χωρίς να συνεργεί κατά τίποτε η προαίρεσις σε τούτο.
Νομίζω ότι, επειδή η καρδιά περιβάλλεται από τον πνεύμονα και κατά το οπίσθιο μέρος της είναι σύμφυτη με αυτόν, εξασφαλίζει στον πνεύμονα την προσέλκυση και εισπνοή του αέρος, κινώντας το σπλάγχνο μαζί με τις διαστολές και συστολές της. Διότι, επειδή είναι αραιός και πολύπορος και έχει όλες τις κοιλότητες του ανοικτές προς τον πυθμένα της αρτηρίας, όταν συστέλλεται και συμπίπτει, κατ’ ανάγκην προωθεί τον αέρα που απομένει στα κοιλώματα με συμπίεση, όταν δε υποχωρεί και ανοίγεται προσελκύει με την διάσταση στο κενό τον αέρα διά της έλξεως.

Και τούτη είναι η αιτία αυτής της αθέλητης (απροαιρέτου) αναπνοής, η αδυναμία του πυρώδους να ακινητεί. Επειδή δηλαδή ιδιότης του θερμού είναι η κινητική ενέργεια, τις δε αρχές του θερμού παρατηρήσαμε στην καρδιά, το διηνεκές (ακατάπαυστο) της κινήσεως σε τούτο το μέρος απεργάζεται δια του πνεύμονος την αδιάλειπτη ορμή και εισπνοή του αέρος. Για τούτον το λόγο, αν αυξηθεί το πυρώδες, το άσθμα εκείνων που καίονται από τον πυρετό γίνεται συνεχέστερο, σαν να επείγεται η καρδιά να σβήσει τη φλεγμονή που είναι μέσα της με τον νέο αέρα. Αλλά επειδή η φύσις μας είναι πενιχρή και στερείται τελείως των αναγκαίων για τη συντήρησή της, δεν έχει έλλειψη μόνο αέρος και πνεύματος που διεγείρει το θερμό, το οποίο εισάγεται συνεχώς απ’ έξω για τη συντήρηση του ζώου, αλλά ακόμη και την τροφή που συγκρατεί τον όγκο του σώματος την έχει επίκτητη. Γι’ αυτό αναπληρώνει το ελλείπον με τρόφιμα και ποτά, αφού έλαβε μέσα στο σώμα κάποια δύναμιν και έλκει το ελλείπον και απωθεί το περιττό, καθώς το εγκάρδιο πυρ παρέχει στη φύσιν όχι μικρή συνέργεια και για τούτο.

Επειδή δηλαδή κατά την επιχειρηματολογία τούτη το κυριώτατο ζωτικό μόριο είναι η καρδιά, που με το θερμό πνεύμα ζωπυρώνει τα καθέκαστον μέρη, ο πλάστης μας την έκαμε να είναι από παντού ενεργός με τη δραστική δύναμη, ώστε να μη μείνει κανένα μέρος της άπρακτο και ανωφελές για την οικονομία του συνόλου σώματος. Γι’ αυτό στο πίσω μέρος της η καρδιά έρχεται κάτω από τον πνεύμονα δια της συνεχούς κινήσεως, σύροντας κάτω προς τον εαυτό της το σπλάγχνο, και διευρύνει τους πόρους για την πρόσληψη του αέρος, και πιέζοντας το προσληφθέν το κάμνει να εκπνευσθεί πάλι. Στο εμπρόσθιο μέρος της είναι προσκολλημένη στο χώρο της επάνω κοιλίας και την κάμνει να είναι ένθερμη και να κινείται προς τις ενέργειές της• δεν την ανεγείρει για την εισδοχή του αέρος, αλλά για την υποδοχή της κατάλληλης τροφής. Πράγματι οι δίοδοι του αέρος και της τροφής έχουν κατασκευασθεί η μία πλησίον της άλλης. Επεκτείνονται κατά μήκος η μία δίπλα στην άλλη και αποτελειώνουν προς τα άνω ισόμετρες, ώστε και να συστομώνωνται μεταξύ τους, και να καταλήγουν σ’ ένα στόμα οι πόροι, κι’ έτσι από τον ένα γίνεται η είσοδος της τροφής, από τον άλλο η είσοδος του αέρα.
Στο βάθος όμως δεν παραμένει διαπαντός το προσφυές (η συνένωση) της συζυγίας των πόρων. Διότι η καρδιά, καθώς πέφτει ανάμεσα στην έδρα του καθενός τους, εναποθέτει τις δυνάμεις στον ένα για την αναπνοή, στο άλλο για την τροφή. Πράγματι το πυρώδες είναι καμωμένο να επιζητεί την καύσιμη ύλη, κάτι που κατ’ ανάγκην συμβαίνει και με το δοχείο της τροφής. Όσο έμπυρο γίνεται δια της γειτονικής θερμασιάς, τόσο περισσότερο ελκύει τα υλικά που υποτρέφουν το θερμό• αυτήν την ορμή την ομομάζουμε όρεξιν.
Εάν το δοχείο της τροφής προσλάβει αρκετή ύλη, ούτε τότε δεν ηρεμεί η ενέργεια του πυρός. Αλλά, σαν μέσα σε χωνευτήρι προκαλεί μια σύντηξη της ύλης και, αφού διαλύσει τα συστατικά και τα αναχύσει, τελικώς τα μεταχύνει, σαν με μία χοάνη, προς τους πλησίον πόρους. Έπειτα, ξεχωρίζοντας τα παχυμερή στοιχεία από την καθαρή ουσία, το μεν λεπτό φέρει προς τις πύλες του ήπατος δια μέσου οχετών, την δε υλώδη υποστάθμη της τροφής απωθεί προς τους ευρυχωροτέρους πόρους των έντερων και αναστρέφοντας την με τους πολυτρόπους ελιγμούς τους κρατεί την τροφή για κάποιον χρόνο στα σπλάγχνα, ώστε να μην αποβάλλεται εύκολα λόγω της ευθύτητας του πόρου και το ζώο κινηθεί αμέσως πάλι σε όρεξιν κι’ έτσι ο άνθρωπος να μη σταματά ποτέ αυτή την ασχολία κατά τη φύσιν των αλόγων.

Επειδή δε και το ήπαρ χρειαζόταν τη συνεργία του θερμού για την εξαιμάτωση των υγρών, και τούτο είναι τοπικώς απομακρυσμένο από την καρδιά (διότι δεν μπορούσε, νομίζω, αφού είναι αρχή και ρίζα της ζωτικής δυνάμεως να στενοχωρείται γύρω από την άλλη αρχή), για να μη παραβλαβεί κανένα σημείο του σωματικού συστήματος από την απόσταση της θερμαντικής ουσίας, γι’ αυτό ένας νευρώδης πόρος (που ονομάζεται αρτηρία από τους σοφούς σ’ αυτά) δεχόμενος το έμπυρο πνεύμα, το φέρει κοντά στο ήπαρ, διότι κάπου αυτού είναι συστομωμένος κατά την είσοδο των υγρών• και αφού ζεστάνει με τη θερμότητα την υγρασία, εναποθέτει στο υγρό κάτι από τη συγγένεια του πυρός, κοκκινίζοντας το είδος του αίματος με το πυροειδές χρώμα.

Έπειτα από εκεί ξεκινούν δύο οχετοί δίδυμοι [τα αγγεία, φλέβες και αρτηρίες], που ο καθένας τους περιέχει σωληνοειδώς το οικείο του υλικό, πνεύμα και αίμα, ώστε να είναι ευκολοδιάβατο το υγρό, καθώς πέρνα μαζί με την κίνηση του θερμού και ελαφρυνόμενο• και διασπείρονται πολυσχιδώς σε όλο το σώμα, διασχιζόμενοι σε μύριες διακλαδώσεις προς όλα τα μέρη. Οι δύο αυτές αρχές των ζωτικών δυνάμεων, αφού αναμιχθούν μεταξύ τους, αυτή πού στέλλει προς όλα τα σημεία του σώματος το θερμό και εκείνη που στέλλει το υγρό, χορηγούν ένα είδος αναγκαίου δανείου από τα υπάρχοντά τους στην ηγεμονικότερη δύναμιν της ζωτικής συγκροτήσεως. Είναι δε αυτή εκείνη που υφίσταται στους μήνιγγες και στον εγκέφαλο. Κάθε κίνησις που προέρχεται από αυτή, κάθε συστολή μυών, κάθε προαιρετικό πνεύμα (πνοή) που εκπέμπεται στα επί μέρους μόρια, καθιστά σαν μηχανή ενεργό και κινούμενο τον γήινο ανδριάντα μας. Πράγματι το καθαρώτατο του θερμού και το λεπτότατο του υγρού από την καθεμιά δύναμιν, αφού ενωθούν με κάποια ανάμιξη και ανάκραση, τρέφουν και συντηρούν δια των ατμών τον εγκέφαλο. Έπειτα η από αυτόν προερχόμενη ανάδοσις εκλεπτυνομένη προς το διαφανέστερο αλείφει τον περιεκτικό υμένα του εγκεφάλου. Αυτός ο υμένας προχωρώντας σωληνοειδώς από επάνω προς το βάθος δια των διαδοχικών σπονδύλων, επεκτείνει εαυτόν και τον μέσα του ευρισκόμενο μυελό, και καταλήγει στη βάση της ράχεως• σαν αμαξηλάτης προσφέρει αυτός την ορμή και τη δύναμιν της κινήσεως και στάσεως του καθενός ανάμεσα από όλες τις συμβολές των οστών και των αρμών και από τις αρχές των μυών. Γι’ αυτό νομίζω ότι ο μυελός αξιώθηκε και ασφαλέστερη φρουρά, αφού στην μεν κεφαλή περιλαμβάνεται κυκλικώς σε διπλό περίφραγμα οστών, στους σπονδύλους δε φυλάσσεται απαθής με τις προβολές των άκανθων και τις πολύτροπες πλοκές• έτσι έχει ασφάλεια από την φρουρά που τον περιβάλλει.

Παρομοίως πρέπει να στοχασθεί κανείς και για την καρδιά• ότι αυτή είναι προσδεδεμένη σαν οίκος ασφαλής με στερεώτατα μέσα, οχυρομένη με τις κυκλικές περιοχές των οστών. Πίσω βέβαια είναι η ράχη, ασφαλισμένη από τα δύο μέρη με τις ωμοπλάτες. Πλάγια από τις δύο μεριές η θέση των πλευρών, περιβάλλοντας τη μέση, την καθιστά δυσπρόβλητη. Στα εμπρός προβάλλονται το στέρνο και οι διπλές κλείδες, ώστε να επιτυγχάνει από παντού την ασφάλειά της από τα εξωτερικά ενοχλήματα.

Μπορεί να δούμε ό,τι συμβαίνει στη γεωργία, όπου η βροχή από τα σύννεφα ή η ροή από τους οχετούς καταβρέχει το υποκείμενο. Ας μεταφερθούμε σ’ ένα κήπο, που έχει μεγάλη ποικιλία δέντρων και τρέφει παντοειδή είδη φυτών της γης, στα οποία παρατηρείται μεγάλη διαφορά στα επί μέρους κατά το σχήμα, την ποιότητα και την ιδιότητα του χρώματος. Αφού λοιπόν τόσο πολλά τρέφονται με το υγρό σ’ ένα χώρο, η δύναμις που διατρέφει το καθένα είναι μια κατά τη φύσιν, ενώ η ιδιότης των τρεφομένων μεταβάλλει το υγρό σε διάφορες ποιότητες. Το ίδιο πράγμα πικραίνεται με την άψινθο, με το κώνειο μεταβάλλεται σε φθοροποιό χυμό και γίνεται άλλο σε κάθε άλλο, στον κρόκο, στο βάλσαμο, στην παπαρούνα. Διότι με το ένα θερμαίνεται, με το άλλο καταψύχεται, με το τρίτο κρατεί τη μέση ποιότητα. Και στη δάφνη και στο σχοίνο και στα παρόμοια είναι εύπνοο, ενώ στη συκιά και στην απιδιά γίνεται γλυκό. Δια της αμπέλου γίνεται σταφύλι και οίνος, και ο χυλός του μήλου και το ερύθημα του ρόδου και η λαμπρότης του κρίνου και το γαλάζιο του μενεξέ και το πορφυρό της βαφής του υακίνθου και όλα όσα μπορούμε να δούμε πάνω στη γη, βλαστάνοντας από μια μόνο ικμάδα ξεχωρίζονται σε τόσο πολλές ποικιλίες κατά το σχήμα και το είδος και τις ποιότητες.

Κάποιο τέτοιο θαύμα πραγματοποιείται και στην έμψυχη γη μας από τη φύσιν, ή μάλλον από τον Δεσπότη της φύσεως. Οστά και χόνδροι, φλέβες, αρτηρίες, νεύρα, σύνδεσμοι, σάρκες, δέρμα, πάχη, τρίχες, αδένες, νύχια, οφθαλμοί, ρουθούνια, αυτιά, όλα τα παρόμοια και μυρία άλλα χωρισμένα μεταξύ τους από διάφορες ιδιότητες, τρέφονται μ’ ένα είδος τροφής κατάλληλης για τη φύση τους ώστε η τροφή, όταν προσέγγισει στο κάθε υποκείμενο που θα είναι κοντά του, σ’ αυτό αλλοιώνεται, γινόμενη οικεία και συμφυής προς την ιδιότητα του μέρους αυτού. Πράγματι όταν φθάνει στον οφθαλμό, ανακατεύεται με το ορατικό μόριο και καταμερίζεται στον καθένα από τους χιτώνες του οφθαλμού σύμφωνα με τις οικείες ιδιότητες. Αν πάλι συρρεύσει στα μέρη της ακοής αναμιγνύεται με την ακουστική φύσιν• ερχόμενο στα χείλη, γίνεται χείλος• στο κόκκαλο πήγνυται και στον μυελό απαλύνεται, με το νεύρο τονώνεται, στην επιφάνεια συνεπεκτείνεται, στα νύχια διαβαίνει• λεπτοποιείται στη γένεση των τριχών με τους καταλλήλους ατμούς, ώστε αν προχωρεί δια μέσου στρεβλών πόρων προβάλλει κατσαρώτερες και αγκυλωτές τις τρίχες, αν όμως η προχώρησις των τριχοποιών ατμών γίνεται σ’ ευθεία, τις προβάλλει τεντωμένες και ευθείες.

Αλλά ο λόγος μας ξέφυγε πολύ από το προκείμενο θέμα, εμβαθύνοντας στα έργα της φύσεως κι’ επιχειρώντας να σκιαγραφήσει, πώς και από ποιά υλικά έχουν συσταθεί τα καθέκαστα μέλη μας, τόσο τα προς το ζην όσο και τα προς το ευ ζην, και ό,τι άλλο μαζί με αυτά παρατηρήσαμε κατά την πρώτη διαίρεσιν του ανθρωπίνου γένους. Το προκείμενο ήταν να δείξουμε την σπερματική αίτια της συστάσεώς μας, ότι η αιτία δεν είναι ούτε ασώματη ψυχή ούτε άψυχο σώμα, αλλά ότι από έμψυχα και ζωντανά σώματα γεννάται στην αρχή ζωντανό και έμψυχο ζώο. Να δείξουμε επίσης ότι αυτή η γενετική αιτία προλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύσιν την τρέφει σαν τροφός με τις δυνάμεις της, αυτή δε η φύσις τρέφεται κατά τα δυο μέρη της, το ψυχικό και το ζωικό, και έχει φανερή αύξηση καταλλήλως στο καθένα μέρος της. Πράγματι ευθύς αμέσως δια της τεχνικής αυτής και επιστημονικής διαπλάσεως αποδεικνύει τη δύναμη της ψυχής που είναι συμπεπλεγμένη με αυτήν, εμφανιζόμενη αμυδρότερα κατά την πρώτη περίοδο και λαμπρότερα με την τελειοποίηση του οργάνου.

Είναι δυνατό να παρατηρήσουμε τούτο και επί των λιθογλύφων. Σκοπός του τεχνίτη είναι να δείξει στο μάρμαρο τη μορφή κάποιου ζώου. Με αυτήν την πρόθεση, πρώτα αποσπά τον λίθο από τη συνδεδεμένη με αυτόν ύλη, έπειτα περικόπτοντας τα περιττά στοιχεία του, δια του πρώτου σχήματος με την προγραμματισμένη μίμηση προχωρεί, ώστε και ο άπειρος ακόμη να αντιλαμβάνεται το σκοπό της τέχνης δια των φαινομένων. Όταν τον επεξεργασθεί περισσότερο, προσεγγίζει περισσότερο στην ομοιότητα του στόχου. Έπειτα, όταν χαράξει πάνω στην ύλη το τέλειο και ακριβές είδος, αποτελειώνει την τέχνη. Τότε ο προ ολίγου άσημος λίθος είναι λέων, ή ό,τι άλλο τύχη να κατασκευάσει ο τεχνίτης• δεν μεταβάλλεται η ύλη προς το είδος, αλλά το είδος διαμορφώνεται πάνω στην ύλη.

'Όποιος κάτι τέτοιο σκεφθεί και για την ψυχή, δεν θα απομακρυνθεί από το σωστό. Ισχυριζόμαστε πράγματι ότι η φύσις πού τεχνιτεύει τα πάντα δημιουργεί ένα ανδριάντα παίρνοντας μέσα της από την ομογενή ύλη το ανθρώπινο μέρος. Όπως δε με την συνεχή επεξεργασία του λίθου επακολουθεί το είδος, αμυδρότερο στην αρχή και τελειότερο μετά τη συμπλήρωση του έργου• έτσι με την γλυφή του ανθρωπίνου οργάνου εμφανίζεται το είδος της ψυχής κατά την αναλογία της αναπτύξεως του υποκειμένου, ατελές στο ατελές και τέλειο στο τέλειο. Αλλά βέβαια θα ήταν από την αρχή τέλειο, αν δεν εκολοβωνόταν από την κακία η φύσις. Γι’ αυτό η κοινωνία προς την παθητική και ζωώδη γένεσιν δεν αφήνει να εκλάμψει αμέσως στο πλάσμα η θεία εικών, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο προς την τελειότητα με κάποια ακολουθία (προοδευτική πορεία) διά των υλικών και ζωωδεστέρων ιδιοτήτων της ψυχής. Το δόγμα τούτο διδάσκει και ο μέγας απόστολος στην προς Κορινθίους επιστολή λέγοντας, «όταν ήμουν νήπιος, ομιλούσα σαν νήπιος, ελογιζόμουν σαν νήπιος• όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα τις συνήθειες του νηπίου». Η νηπιώδης διάνοια καταργείται και δημιουργείται η ανδρική όχι με το να εισέλθει στον άνδρα ψυχή διαφορετική από την υπάρχουσα στο μειράκιο, αλλά παραμένοντας η ίδια, που εμφανίζει στο μειράκιο μεν την ατέλεια, στον άνδρα δε το τέλειο.

Όπως δηλαδή λέγουμε ότι τα φυόμενα και αυξανόμενα ζουν, όλα όσα μετέχουν ζωής και φυσικής κινήσεως δεν θα μπορούσε να τα πει κανείς άψυχα, αλλά βέβαια δεν μπορεί να πει κανείς ότι η ζωή αυτού του είδους μετέχει τελείας ψυχής. Διότι η κάποια ψυχική ενέργεια που υπάρχει στα φυτά δεν φθάνει έως τα κατ’ αίσθησιν κινήματα. Επίσης η κάποια παραπάνω ψυχική δύναμις που ενυπάρχει στα άλογα, κι’ αυτή δεν έφθασε στο τέλος, διότι δεν χωράει στον εαυτό της χάριν λόγου και διανοίας. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι η αληθινή και τελεία ψυχή είναι η ανθρώπινη, εκδηλουμένη σε κάθε ενέργεια• κάθε τι άλλο όμως που μετέχει ζωής το λέγουμε καταχρηστικώς και από συνήθεια έμψυχο, όχι διότι υπάρχει τελεία σ’ αυτά ψυχή, αλλά διότι υπάρχουν μόρια ψυχικής ενεργείας, τα οποία κατά τη μυστική ανθρωπολογία του Μωϋσέως διδαχθήκαμε ότι υφίστανται και στον άνθρωπο λόγω της οικειότητάς του προς το εμπαθές.

Γι’ αυτό ο Παύλος, συμβουλεύοντας όσους θέλουν ν’ ακούσουν να κρατούν την τελειότητα, υποδεικνύει και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτύχουν το σκοπούμενο, λέγοντας ότι πρέπει να εκδυθούν τον παλαιό άνθρωπο και να ενδυθούν τον νέο, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίστη.

Αλλά ας επανέλθουμε όλοι σ’ εκείνη τη θεοειδή χάριν με την οποία έκτισε αρχικά ο Θεός τον άνθρωπο όταν είπε ότι, «ας ποιήσουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσίν μας». Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                                    ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: