Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ (3)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

ΣΕΛΛΙΝΓΚ: ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ.

Τού Claudio Ciancio.

 2. Αμφιθυμία τής ατομικότητος(συνέχεια)

  Η αμφιθυμία τής ατομικότητος λύνεται στο τέλος στην μονοσήμαντη άρνηση τού Είναι της: είτε υπολογίζεται στην ιδιαιτερότητά της είτε τοποθετείται στο Απόλυτο, η πεπερασμένη ατομικότης δεν είναι, διότι στην πρώτη περίπτωση χωρίζει από το μοναδικό και αληθινό είναι, το Απόλυτο, ενώ στην δεύτερη διαλύεται σ’αυτό. Η διπλή προοπτική από την οποία μπορούμε να υπολογίσουμε το πεπερασμένο δεν αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα οντολογικά. Μάλιστα δε δεν υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα, καθότι στο επίπεδο του ιδεατού, το πεπερασμένο δεν είναι πλέον πεπερασμένο, ενώ στο επίπεδο της πραγματικότητος αυτό δεν υπάρχει πλέον. Γι’αυτό ο Σέλλινγκ μπορεί να δηλώσει ότι η “αιώνια ζωή και εκείνη η χρονική κάθε πράγματος είναι μόνον μία και η αυτή ζωή”. Η δημιουργία τού πεπερασμένου δεν είναι λοιπόν μία οντολογική αύξηση. Η σημασία του είναι τού εργαλείου τής αποκαλύψεως τού Απολύτου. “Τα πράγματα υπάρχουν μόνον καθόσον το αιώνιο υπάρχει σ’αυτά σαν η δική του αυτοαποκάλυψη”!

          Για το νόημα και για την γένεση τής πεπερασμένης πραγματικότητος ο Σέλινγκ ασχολείται κυρίως στην "Φιλοσοφία και θρησκεία". Σ’αυτό το έργο εισάγει το θέμα τής (αιωνίου) πτώσεως τού αντικειμενοποιημένου Απολύτου (Το οποίο ακριβώς επειδή απόλυτο είναι ελεύθερο) σαν αρχή τού πεπερασμένου κόσμου και ενώ υπογραμμίζει το αβάσιμο και αστήρικτο, καθότι καταγωγική πράξη, χωρίς διαμεσολάβηση, αναγνωρίζει τήν σημασία του στο γεγονός ότι γίνεται όργανο τής πλήρους αποκαλύψεως του Θεού. Σχετίζεται μ’αυτό το θέμα η επανεμφάνιση τής φιγούρας τής πνευματικής ατομικότητος, η οποία λαμβάνει χαρακτηριστικά ανάλογα εκείνων των άλλων πεπερασμένων όντων. Απ’αρχής το πέρασμα στην εμπειρική περατότητα, το οποίο στην φιλοσοφία και θρησκεία ορίζεται σαν πτώση, έχει τον φορέα του στην Εγωϊτά: “Το υπέρτατο και πιο γενικό σημείο τού περάσματος από την απόλυτη ιδεατότητα στην πραγματικότητα, είναι  η σχετική ενότης τού ιδεατού και τού πραγματικού, η σχετική εγωϊκότης. Αλλά αυτή είναι πάντοτε η πράξη της”. Αυτή η γρήγορη σημείωση βρίσκει την εξήγησή της στην φιλοσοφία και θρησκεία, όπου η αντικειμενοποίηση τού Απολύτου, η οποία τιθέμενη σαν ανεξάρτητη από αυτό παράγει έναν φαινομενικό κόσμο (ακριβώς επειδή χωρισμένος από το Είναι) ταυτίζεται (τουλάχιστον καθόσον γίνεται δημιουργός του πεπερασμένου) με την ψυχή. Η ψυχή με την σειρά της είναι ταυτισμένη με την νόηση και με την εγωϊκότητα, εννοημένες σαν την πρωτογενή ενότητα, την ιδέα, στην εμφάνισή της  σ’εκείνον τον φαινομενικό κόσμο, τον οποίο αυτή η ίδια, στον διαχωρισμό της, παράγει. Η ψυχή σαν εγωϊκότης, δηλαδή όχι μόνον σαν περατότης αλλά σαν αρχή κάθε περατότητος, αντιπροσωπεύει “το σημείο τής μέγιστης απομάκρυνσης από τον Θεό”, αλλά από το άλλο μέρος είναι με την σειρά της, η στιγμή τής επιστροφής στο Απόλυτο. Και πράγματι η ψυχή γνωρίζοντας την πτώση της, προσπαθεί να είναι σ’αυτή της την πτώση ένα άλλο απόλυτο, και επομένως να δημιουργήσει κάτι απόλυτο, και να συλλάβει κατόπιν, μέσω των επιστημών, της τέχνης και της ηθικής πράξης, τον πρωταρχικό κόσμο στον χρονικό. Τώρα λοιπόν, η κίνηση τής απομάκρυνσης από τον Θεό και η επιστροφή τής ψυχής σ’αυτό είναι αντιστοίχως μία κίνηση εξατομίκευσης και αρνήσεως τής ατομικότητος, “εάν το πλέξιμο (το σύμπλεγμα της ψυχής με το σώμα-αυτό που λένε οι θεολογούντες σήμερα σύνθεση ψυχής και σώματος, η οποία αποτελεί την ψυχολογία, την ειδικότητα που είναι εις τύπον και τόπον ψυχής, από την στιγμή που εγκατελείφθη η ψυχή διότι φορέας του Νου, του Θείου στοιχείου μέσα στον άνθρωπο), της ψυχής με το σώμα-το οποίο ονομάζεται συγκεκριμένα ατομικότης-είναι η συνέπεια μίας αρνήσεως μέσα στην ψυχή την ίδια και είναι μία τιμωρία, τότε η ψυχή αναγκαίως θα είναι αιώνια, δηλαδή αληθινώς αθάνατη, στο μέτρο στο οποίο έχει ελευθερωθεί από εκείνη τήν άρνηση”. Η ατομικότης είναι λοιπόν η απλή αρνητική στιγμή της ψυχής και η επιστροφή της στην υπερχρονική κατάσταση απαιτεί την εγκατάλειψη. Η αθανασία της ψυχής υπολογίζεται λοιπόν σαν εκμηδένιση της πεπερασμένης της ατομικότητος η οποία υπεισέρχεται σαν τιμωρία της αμαρτίας της πτώσεως.

          Με αυτό ο Σέλλινγκ δεν σκέπτεται μία απλή και καθαρή διάλυση τών ψυχών στην ταυτότητα του Απολύτου! “Ο υπέρτατος σκοπός όλων των πνευμάτων δεν είναι να παύουν απολύτως να είναι ο εαυτός τους, αλλά αυτό, να είναι στον εαυτό τους (εις εαυτόν) σημαίνει να πάψουν να είναι άρνηση και να μεταμορφωθούν στο αντίθετο”. Έτσι λοιπόν, όπως ήδη για όλα τα πράγματα, έτσι και για τις ψυχές, από την στιγμή που τους χρεώθηκε μία σημασία απολύτως αρνητική στην πεπερασμένη ατομικότητα, σ’αυτή δεν μένει τίποτε άλλο θετικό παρά να είναι τόπος της φανέρωσης του Απολύτου. Βεβαίως υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στις ψυχές και στα άλλα πράγματα, αλλά αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι, ενώ όλα τα πλάσματα τείνουν να βεβαιώσουν την ατομικότητά τους, η ψυχή είναι ακριβώς “αυτό μέσω του οποίου ο άνθρωπος υψώνεται υπεράνω της ατομικότητος του, μέσω της οποίας γίνεται ικανός να αφήσει τον εαυτό του”. Η ψυχή λοιπόν είναι ταυτοχρόνως, περισσότερο και λιγότερο ατομικίζουσα από τα άλλα πεπερασμένα πράγματα: εάν πράγματι από την μία είναι η καταγωγή τής διαδικασίας τής εξατομικεύσεως, από την άλλη αντιπροσωπεύει το σημείο στροφής και επιστροφής, κάτι που συμβαίνει μέσω τής γνώσεως, τής ηθικής και τής τέχνης, οδούς για τις οποίες αυτή απογυμνώνεται από την προσκόλλησή της στο ατομικό για να υψωθεί στο καθολικό.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: