Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Σταύρου Γιαγκάζογλου, Θεολογία καὶ Τεχνητή Νοημοσύνη

Θεολογία

και Τεχνητή Νοημοσύνη*

Σταύρου Γιαγκάζογλου** 

Πηγή: Περιοδικό Θεολογία, Τόμος 91ος, Τεύχος 3ο, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2020.


Η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence, εν συντομία AI), άμεσο προϊόν ενός μαθηματικού κλάδου, τής Κυβερνητικής1, διασυνδέει μία σειρά επιστημονικών πεδίων όπως είναι η επιστήμη τών υπολογιστών, η ψυχολογία, η λογική, η νευροεπιστήμη, η γλωσσολογία, η κυβερνητική, η φιλοσοφία και η μηχανική και αποσκοπεί στη δημιουργία νοούντων υπολογιστικών συστημάτων.

 

Τα συστήματα αυτά επιχειρούν να προσομοιώσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη αλγοριθμικά, χρησιμοποιώντας μαθηματικά μοντέλα και λογικούς κανόνες υψηλού επιπέδου, να αναπαραγάγουν την ανθρώπινη ευφυία και συμπεριφορά ή τη βιολογική διαδικασία, να πολλαπλασιάσουν τη στατιστική ανάλυση και μεθοδολογία με τη χρήση αριθμητικών μοντέλων και δεδομένων και σταδιακά να αυτονομηθούν νοητικά. Η πορεία και εξέλιξη τής τεχνητής νοημοσύνης από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα γνωρίζει αλματώδη ανάπτυξη και πολλαπλές εφαρμογές σε όλα τα επιστημονικά πεδία, υποκαθιστώντας και σταδιακά αντικαθιστώντας τον άνθρωπο στην αγορά εργασίας, την πολιτική, τη δικαιοσύνη, την ιατρική, την οικονομία, τη βιομηχανία, την επικοινωνία, τις συγκοινωνίες, τον πόλεμο κ.λπ. Με την τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογικές εφαρμογές της δεν ασχολείται μόνον η επιστήμη και η βιομηχανία.

Ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η τηλεόραση και το διαδίκτυο προσελκύουν μαζικά το ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει πλέον με την τεχνολογία. Στις μέρες μας, η συστημική ψηφιοποίηση τών πάντων φαίνεται να σαγηνεύει πολλούς. Ποιος δεν γοητεύεται από τις «έξυπνες» τεχνολογίες; Η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, ώστε άλλοι είναι αισιόδοξοι και άλλοι απαισιόδοξοι. Συχνά, η τεχνητή νοημοσύνη εμφανίζεται ως ένα νέο και προκλητικό κυβερνοπαιχνίδι στα χέρια τού σύγχρονου ανθρώπου.

Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά ή αθώα2. Η ψηφιακή επανάσταση και οι διάφορες εκφράσεις της, όπως είναι η κοινωνία τής πληροφορίας και η «εικονική πραγματικότητα», στην οποία μεγάλο μέρος τού παγκόσμιου πληθυσμού και ειδικότερα τών νέων ανθρώπων αναλώνει μεταξύ άλλων ζωτικό χρόνο και ενέργεια, φανερώνουν ανάγλυφα ότι η τεχνολογική γνώση αποβλέπει σταθερά στη μεταβολή τού κόσμου και τού ανθρώπου σε ένα είδος τεχνοφύσης.

Το κρίσιμο ζήτημα σε σχέση με την εκτεταμένη χρήση τής τεχνητής νοημοσύνης σε όλα τα πεδία τής ανθρώπινης ζωής και δραστηριότητας είναι εάν κινδυνεύει να μεταλλαχθεί ο εσώτατος πυρήνας τής ανθρώπινης ύπαρξης και τού φυσικού κόσμου. Είναι δυνατόν ο κόσμος μας μέσω τής τεχνολογίας και κυρίως μέσω τής ψηφιακής τεχνολογίας αιχμής να μετατραπεί σε τεχνοφύση; Κατά τις ημέρες τού γενικού εγκλεισμού λόγω τής πανδημίας τού κορωνοϊού ζήσαμε κατά κάποιο τρόπο ένα είδος προσομοίωσης αυτής τής κατάστασης. Δοκιμάσαμε πώς είναι να μην έχει ο άνθρωπος φυσιολογική ζωή, να περιορίζεται στο σπίτι του, να «ζει» σε μία εικονική πραγματικότητα· να κάνει τις ποικίλες εργασίες ή επικοινωνίες του διαδικτυακά και να μην έρχεται σε πραγματική επαφή και σχέση πρόσωπο προς πρόσωπο με τους άλλους ανθρώπους. Η διαμεσολάβηση τών ανθρωπίνων σχέσεων από τη μηχανή είχε ξεκινήσει ήδη από τη βιομηχανική επανάσταση.

Εφ’ εξής, το πλέον επαναστατικό και κατακλυσμικό γεγονός στην ιστορία τού κόσμου και τού ανθρώπου είναι ακριβώς η δημιουργία τής τεχνολογικής γνώσης. Ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους, παρεμβάλλεται ένα τεχνητό περιβάλλον μηχανών. Κατά τρόπο παράδοξο, όσο ο άνθρωπος κατανοεί επιστημονικά και κυριαρχεί πάνω στη φύση με τεχνητά μέσα, τόσο αλλοτριώνεται και απομακρύνεται από αυτήν. Η βάση τού σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν είναι ούτε φυσική ούτε πνευματική· είναι μηχανική. Πρόκειται για τον θρίαμβο τής τεχνικής πάνω στο πνεύμα και πάνω στην οργανικότητα. Εν τέλει, ποια είναι η σημασία και οι επιπτώσεις τής θαυμαστής εξέλιξης τής μηχανής, η οποία εισχωρεί πλέον ακάθεκτα σε κάθε πτυχή τής καθημερινότητας, σε κάθε έκφραση τού προσωπικού και συλλογικού βίου, προσδιορίζοντας όλη τη δομή τού σύγχρονου πολιτισμού3;

Η θεολογία αποτελεί μία εντελώς διαφορετική θεώρηση για τον κόσμο και τον άνθρωπο, εκφράζοντας κυρίως ένα εσχατολογικό όραμα για το νόημα και την πληρότητα τής ζωής, όπως αυτή χαρίζεται ελεύθερα και αγαπητικά από μία εξωκτισιακή πηγή, τον προσωπικό και αποκαλυπτόμενο στον άνθρωπο Θεό. Η γλώσσα και η παράδοση τής θεολογίας σχετίζεται άμεσα με την προνεωτερικότητα και τον πολιτισμό της. Η γλώσσα τής θεολογίας, όπως και η προηγούμενη χρονικά γλώσσα τής αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, διαμόρφωσε έναν κόσμο και πολιτισμό δίχως τη διαμεσολάβηση τής μηχανής. Στην εποχή μας, το εντελώς καινούργιο είναι ακριβώς η κυρίαρχη θέση τής μηχανής. Το στοιχείο τής νεωτερικής μηχανής ή κυβερνομηχανής, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχε πάντοτε στη ζωή και την πορεία τού κόσμου και τού ανθρώπου. Η μηχανή δεν είναι φυσικό φαινόμενο, δεν προέρχεται οργανικά από τη ζωή και τη λειτουργία τής φύσεως, μολονότι παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Ο σύγχρονος άνθρωπος με την τεχνική του δεξιότητα και με την τεχνητή νοημοσύνη έχει αποσπάσει ή έχει εξαϋλώσει μέσα από την καρδιά τής φύσεως δυνάμεις τις οποίες και απομόνωσε νοερά από τη φύση. Από μία άποψη, η επιστήμη τών μαθηματικών και τής φυσικής είναι ένα είδος νοερής απόσπασης δυνάμεων και δυνατοτήτων. Σε ένα άυλο και συμβολικό πεδίο η επιστημονική γνώση είναι σε θέση να διαμορφώνει ένα τεχνητό περιβάλλον, μία τεχνητή φύση. Αυτό ακριβώς αποτελεί και τη βάση τής τεχνητής νοημοσύνης, διότι όνειρο όλων τών εμπλεκομένων είναι η αυτονόμηση τής μηχανής μέσα από την αυτοσυνειδησία της, ό,τι και αν αυτό σημαίνει ή επιφέρει για την ανθρώπινη κατάσταση και τη φύση. Και πράγματι, από την ανακάλυψη τής μηχανής ως τις σύγχρονες εφαρμογές τής βιοτεχνολογίας στη ζωή τού ανθρώπου και τού κόσμου έχουμε διαρκώς εκπλήξεις. Ο κόσμος μας μοιάζει τώρα όπως ο 19ος αιώνας, όταν τα μελλοντολογικά μυθιστορήματα τού Ιουλίου Βέρν περιέγραφαν τις πιο παράδοξες τεχνολογικές δυνατότητες τού ανθρώπου. Πολλά από τα απίθανα τεχνικά μέσα τής λογοτεχνίας τού Φανταστικού έγιναν πράξη στον 20ό αιώνα. Σήμερα επομένως γίνεται εκτεταμένη και εξ ίσου ευφάνταστη αναφορά σε διάφορες τεχνολογικές εφαρμογές και εξυπηρετήσεις που θα έχει η ζωή τού ανθρώπου από τη διευθέτηση ποικίλων πρακτικών αναγκών στην καθημερινότητά του μέχρι τη χρήση τής νέας αυτής ψηφιακής τεχνολογίας σε διάφορους τομείς όπως είναι οι επιστήμες και η ιατρική, η βιομηχανία, η οικονομία, η εργασία, οι συγκοινωνίες, οι επικοινωνίες, η αεροδιαστημική ή ακόμη και η πολεμική βιομηχανία. Και ενώ όλα φαίνονται ότι κινούνται ακόμη στη σφαίρα τής τεχνοφουτουριστικής φαντασίας, είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα αρχίσουν πλήρως να υλοποιούνται.

Με επίκεντρο την ψηφιακή τεχνολογία η ανθρωπότητα βρίσκεται πλέον μπροστά σε μία νέα κοσμική επανάσταση. Ο επιστήμονας δεν θαυμάζει τη φύση, δεν παλεύει να την αποκρυπτογραφήσει, αλλά δημιουργεί προσομοίωση τής φύσεως· κατασκευάζει ένα άλλο τεχνητό σύμπαν ψηφιακών δεδομένων και μία άλλη τεχνητή φύση και συνάμα ήδη προγραμματίζει ή απλώς θεωρεί αναπόφευκτη την εκχώρηση τής δικής του ποιητικής δημιουργικότητας στις αυτόνομες νοήμονες κυβερνομηχανές. Τα τεχνολογικά προϊόντα και ό,τι αυτά συνεπάγονται δεν είναι προϊόντα τής φύσεως αλλά τής ιστορικής προόδου. Η ζωή τού ανθρώπου μεταλλάσσεται από οργανική σε οργανωμένη4. Το πρόβλημα έγκειται ακριβώς σε αυτή τη μετάλλαξη τής ζωής τού ανθρώπου από φυσική σε τεχνητή. Στο άμεσο μέλλον η εφαρμογή τής τεχνητής νοημοσύνης θα έχει καθοριστική επίδραση στη ζωή μας. Επομένως, είναι φυσικό να τίθενται ποικίλα και ανησυχητικά ερωτήματα. Ποια θα είναι η μελλοντική ταυτότητα τού ανθρώπου; Μπορεί το ανθρώπινο πρόσωπο να εξισωθεί με τη μηχανική λειτουργία τής τεχνητής νοημοσύνης; Η ακάθεκτη ορθολογικοποίηση και η μηχανική μετάλλαξη τής φύσεως μπορεί να μεταβάλει τη ζωή τού ανθρώπου θετικά και αρνητικά. Ο άνθρωπος διακινδυνεύει να μετατραπεί από ελεύθερο πρόσωπο σε αντικείμενο-πράγμα ή ακόμη πιο εφιαλτικά σε άνθρωπο-κτήνος ή και σε άνθρωπο-μηχανή (βιολογικές χίμαιρες και υβριδικά cyborgs). Στον πολιτισμό μας –και εννοούμε τον δυτικό πολιτισμό που έχει παγκόσμιες διαστάσεις σήμερα, κάτω από τη βαθειά επίδραση τού Χριστιανισμού και τής ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας– ο άνθρωπος θεωρείται μοναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη ύπαρξη.

Ασφαλώς, ο πολιτισμός αυτός συμπεριλαμβάνει και συνθέτει πολλές και διαφορετικές παραδόσεις ή επιμέρους πολιτισμούς. Ωστόσο, όλοι συμφωνούμε γενικά στην αξία και τη σημασία τού ανθρώπου και τής ανθρωπότητας, όπως διακηρύσσεται από τον Ο.Η.Ε. στην οικουμενική διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο άνθρωπος είναι και έχει μοναδική και αναντικατάστατη αξία και αξιοπρέπεια.

Κατά συνέπεια, διακηρύσσουμε ότι σεβόμαστε, προστατεύουμε και υπηρετούμε δίχως καμμία διάκριση τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του, πέρα από οποιαδήποτε αντικειμενική έκπτωση και μετατροπή του σε πράγμα. Η διακήρυξη αυτή επισημαίνει συνάμα ότι η ζωή και η αξία τού ανθρώπου διακυβεύεται διαρκώς στην πράξη, εάν δεν προσέξουμε. Και τι ακριβώς οφείλουμε να προσέχουμε, τούτο αποτελεί θέμα ευρείας συζήτησης, το οποίο λαμβάνει έναν ιδιαίτερο προσανατολισμό με τις εφαρμογές τής τεχνολογίας στη ζωή μας. Τώρα πλέον έχουμε ένα παράδοξο δημιούργημα τής ανθρώπινης ευφυίας και γνώσεως που είναι η ψηφιακή τεχνολογία και ιδιαιτέρως η τεχνητή νοημοσύνη, το οποίο μπορεί ορθολογικά να στρέφεται και εναντίον τής ελευθερίας ή τής ζωής τού ανθρώπου, αλλά και εναντίον τού φυσικού περιβάλλοντος. Συνήθως, απέναντι στο πρόβλημα αυτό προβάλλεται ως λύση η δικανική ηθική ως ένα πλαίσιο συμπεφωνημένων τυπικών κανόνων. Για το θέμα τής ηθικής ως πλαισίου επίλυσης και διαιτησίας τών νέων αυτών βιοτεχνολογικών διλημμάτων διεξάγεται μία ατέρμονη διεπιστημονική συζήτηση. Και πράγματι, τίποτε δεν είναι καλό και τίποτε δεν είναι κακό από μόνο του. Η χρήση και η εφαρμογή τής νέας τεχνολογίας στην πράξη μπορεί να αναδείξει τι δέον γενέσθαι, πέραν οποιασδήποτε χρησιμοθηρίας. Ωστόσο, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και οι νομικές ή ηθικές προκείμενες ενδεχομένως δεν επαρκούν για να επιλύουν τα αναφυόμενα βιοηθικά διλήμματα5.

Για παράδειγμα, εάν γνωρίζουμε εκ τών προτέρων τι ασθένειες θα έχει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος στη ζωή του ή πώς μπορεί να προφυλαχθεί ιατροφαρμακευτικά από αυτές ή εάν μπορούμε να εφαρμόζουμε προκαταβολικά βιοτεχνολογικές παρεμβάσεις στη ζωή μας ώστε να προχωρούμε σε ένα είδος ευγονικής ή τεχνητής βελτίωσης κατά περίπτωση τού ανθρώπινου είδους, οι νέες αυτές δυνατότητες πρόκειται να αλλάξουν πλήρως την ίδια τη ζωή μας. Πώς θα χρησιμοποιηθούν οι δυνατότητες αυτές; Μπορεί η ηθική –και ποια ηθική;– να αποτελέσει τη μόνη ασφαλή βάση για τη διαχείριση όλων αυτών τών ζητημάτων;

Εκείνο που πρώτιστα χρειάζεται να συζητηθεί είναι το νόημα τής ζωής και τής πορείας τού ανθρώπου εν μέσω τού κόσμου και τής ιστορίας.

Μετά από τη Νεωτερικότητα ο πολιτισμός μας διαχωρίσθηκε στα δύο. Από το ένα μέρος υπάρχουν οι οπαδοί τής ατέρμονης επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου τής ανθρωπότητας, επιδιώκοντας την δήθεν επίλυση τών ποικίλων προβλημάτων, και από το άλλο οι σκεπτικιστές, οι αρνητές αυτής τής αισιοδοξίας, ακόμη και εκείνοι που διακηρύσσουν την ανάγκη ενός είδους προνεωτερικής επιστροφής στη φύση. Αρκεί μόνον η ηθική και μάλιστα η ηθική τού αυτοαναφορικού ατόμου για να αντιπαλέψει κανονιστικά τις νέες συνθήκες ή χρειάζεται να αναδιατάξουμε και να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου το πολιτισμικό μας παράδειγμα, την ίδια τη σημασία και το νόημα τής ζωής και τών ανθρωπίνων σχέσεων; Σε μία τέτοια προοπτική, ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή και το έργο τής ορθόδοξης θεολογίας; Η θεολογία οφείλει να εμπνεύσει και να νοηματοδοτήσει εκ νέου τον πολιτισμό μας. Δεν οφείλει να δείξει απλώς προς μία ηθική διαχείριση τής νέας διαμορφούμενης κατάστασης τού ανθρώπου. Η ηθική είναι μία συμβατική και επίκαιρη κατασκευή τού ανθρώπου, η οποία θέτει όρια και απαγορεύσεις. Όλα αυτά παραβιάζονται διαρκώς από τον ίδιο τον άνθρωπο. Η ύπαρξή του είναι τέτοια που τείνει να παραβιάζει διαρκώς τα όρια που ο ίδιος θέτει. Τίποτε δεν μπορεί να τού σταθεί εμπόδιο. Στην πορεία τής γνώσεως κανένας κίνδυνος δεν φαίνεται να σταματά την ορμή τού ανθρώπου να ζήσει την περιπέτεια αυτή με όλες τις συνέπειές της. Οι νέες ανακαλύψεις, οι διάφορες εφαρμογές τής γνώσεως και τής επιστήμης και τώρα η ψηφιακή τεχνολογία είναι μεγάλη πρόκληση στην ελευθερία τού ανθρώπου. Γνωρίζουμε ασφαλώς ότι οι διάφορες εφαρμογές τής τεχνολογίας δεν εξαρτώνται άμεσα ή δεν ελέγχονται απόλυτα από τα κράτη και τις κυβερνήσεις αλλά έχουν περάσει σε ιδιωτικές εταιρείες που ανταγωνίζονται η μία την άλλη σε έναν ατέρμονο οικονομικό πόλεμο επικράτησης και ισχύος.

Η επεξεργαστική δυνατότητα μιας μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας στη Silicon Valley, στην τεχνολογική αυτή πρωτεύουσα τού κόσμου, είναι πολύ ισχυρότερη από το κράτος, π.χ. τών Ηνωμένων Πολιτειών τής Αμερικής. Η δύναμη τής γνώσεως και τών δεδομένων έχει περάσει σε άλλα χέρια, τα οποία σαφώς δεν μπορούν να περιορίζονται από οποιεσδήποτε επιτροπές δεοντολογίας και ηθικής6. Ακόμη, οι επιτροπές δεοντολογίας και ηθικής μπορεί να είναι απλώς το άλλοθι όλης αυτής τής ξέφρενης πορείας και τού οικονομικού ανταγωνισμού. Μπορεί να χρειάζεται ένα είδος πρωτοκόλλου και προτυποποίησης τών νέων τεχνολογικών εφαρμογών, αλλά τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει την ιλιγγιώδη αυτή πορεία.

Όλα αυτά είναι φαινόμενα και τάσεις που δείχνουν ότι άλλαξε ριζικά ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη φύση και τον κόσμο. Με την επιστημονική και τεχνολογική γνώση έχουμε εισέλθει νοερά στην ιδιαίτερα ευαίσθητη εσωτερική δομή τής φύσεως, στα έσχατα βάθη τής ύλης και τής ζωής, προκαλώντας μία νέα κοσμογονία: την ανάδυση τής μηχανής και τής τεχνητής φύσεως ως δημιουργίας τού ανθρώπου. Είναι σαφές ότι οι νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και εφαρμογές μπορούν να επιφέρουν είτε θετικά είτε αρνητικά αποτελέσματα. Μάλιστα, εάν συνεχισθεί η εκμετάλλευση και λεηλάτηση τών πόρων τού φυσικού περιβάλλοντος με τους ίδιους ρυθμούς, τότε πιθανόν να πλησιάσουμε σε αυτό που θα ονομάζαμε κοσμική καταστροφή, μία αφύσικη περιβαλλοντική δυστοπία. Ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα είναι η κλιματική αλλαγή. Σε λίγα χρόνια θα ερημοποιηθούν αρκετές ζωτικές εκτάσεις τού πλανήτη. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το μέγεθος τής οικολογικής καταστροφής είναι τέτοιο που ο πλανήτης μας δεν έχει πλέον γυρισμό. Αν συμβεί αυτό, θα πρέπει να μετοικήσουμε σε κάποιον άλλο πλανήτη7.

Στη νουβέλα του Το όνειρο ενός γελοίου, ο Ντοστογιέφσκυ αναφέρεται στην τραγωδία τής ανθρώπινης ελευθερίας. Δεν περιγράφει μία ιδανική κοινωνία, μία ουτοπία που δεν μπορεί να καρποφορήσει στον κόσμο μας, αλλά αυτή την ίδια την κατάσταση τού κόσμου μας ως αποτέλεσμα μιας υπαρξιακής εκπτώσεως. Το φανταστικό αυτό παραμύθι είναι εν τέλει μία σπουδή στον πολιτισμό τού προπατορικού αμαρτήματος. Ο ήρωας τής νουβέλας αισθάνεται γελοίος· θέλει να αυτοκτονήσει, όχι όπως ο Κυρίλωφ στους Δαιμονισμένους για να κατακτήσει την ελευθερία του, αλλά γιατί απλώς δεν βρίσκει κανένα νόημα στη ζωή του. Πεθαίνοντας –στο όνειρό του βέβαια– μεταφέρεται μυστηριωδώς σε έναν άλλο κόσμο στο μακρινό διάστημα. Ο σύγχρονος αυτός άνθρωπος αντικρύζει μέσα σε εκτυφλωτικό φως έναν κόσμο ομορφιάς, ευτυχίας και αγάπης. «Α! τα είχε όλα καταλάβει, όλα με το πρώτο βλέμμα! Αυτή ήταν η γη προτού μολευτεί από το προπατορικό αμάρτημα: οι κάτοικοί της δεν γνώριζαν καθόλου το κακό, ζούσαν μέσα στον ίδιο τον παράδεισο, σ’ αυτόν που σύμφωνα με τις παραδόσεις ολόκληρης τής ανθρωπότητας έζησαν οι ένοχοι προπάτορές μας, με μόνη τη διαφορά ότι η γη εδώ ήταν για όλους ένας και ο ίδιος παράδεισος». Ο γελοίος ήρωας έγινε ένα με αυτούς τους ανθρώπους και συμμετείχε στην ευτυχισμένη ζωή τους. Ωστόσο, τελικά… θα τους διαστρέψει όλους! Σε έναν άλλο κόσμο, μακρινό από τον δικό μας, έχουμε επανάληψη τού προπατορικού αμαρτήματος.

Με αριστουργηματικό τρόπο ο Ντοστογιέφσκυ διεκτραγωδεί την ελεύθερη δυνατότητα επανάληψης τού προπατορικού αμαρτήματος από τον κάθε άνθρωπο και όχι για μία αναγκαστική κληρονομική εκδοχή του. Ο γελοίος ήρωάς του ονειρεύεται πως φθάνει στον υποτιθέμενο παράδεισο και προκαλεί ο ίδιος τη διαφθορά και την πτώση τών αθώων και λαμπρών πλασμάτων. Οι ρίζες τής αστοχίας αυτής προέρχονται από τα αβυσσαλέα βάθη τής ελευθερίας τού ανθρώπου και ασφαλώς όχι από την κακή φύση ή την υλικότητά του.

Ο γελοίος ήρωας είδε ζωντανά την αλήθεια, δεν την φαντάστηκε. Αλλά η αυτόματη επιστροφή στον χαμένο παράδεισο δεν είναι δυνατή.

Η νουβέλα αυτή τού Ντοστογιέφσκυ8 δείχνει ακριβώς ότι ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει αυτή τη γνώση δεν μπορεί να την αδρανοποιήσει ή να την απενεργοποιήσει αυτόματα. Η γνώση αυτή διαρκώς εξελίσσεται, διευρύνεται και έχει ποικίλες χρήσεις. Με την τεχνολογική περιπέτεια συμβαίνει και κάτι άλλο· οι εφαρμογές τής ψηφιακής γνώσης δείχνουν ακριβώς ότι ο άνθρωπος κινδυνεύει να μην είναι πλέον ούτε στη φύση αλλά ούτε και στην ιστορία. Η αυτονομημένη τεχνοφύση δεν συνιστά ένα πεδίο όπου ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με τη φύση ή ζει φυσιολογικά ως οργανικό μέλος της, αλλά ότι δεν έχει κάποιο νόημα η ίδια η πορεία τής ιστορίας του. Τα διάφορα γεγονότα, οι προσωπικές, κοινωνικές, οικονομικές ή πολιτισμικές αλλαγές στην πορεία τής ανθρωπότητας ενδέχεται να μην έχουν κανένα νόημα και σκοπό. Τώρα πλέον η ιστορία μοιάζει να είναι περισσότερο η αδιαφάνεια και η αδράνεια τών τεχνικών κατασκευών τού ανθρώπου και όχι τών ελεύθερων και δημιουργικών αποφάσεών του. Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν και να πεθαίνουν.

Στον κόσμο και την ιστορία οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται με τα προσωπικά δράματα και τις τραγικές αγωνίες τους. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν σημαίνει ότι θα εξαλείψει τη φτώχεια, την αδικία, τον ρατσισμό, τους πολέμους, τις πανδημίες ή θα αποκαταστήσει τις προσωπικές διαψεύσεις και ματαιώσεις. Ακόμη και στις πλέον σύγχρονες και αναπτυγμένες τεχνολογικά χώρες ο ρατσισμός, για παράδειγμα, συνεχίζει να εκδηλώνεται με βίαιο τρόπο. Η φερόμενη ως πρόοδος τού πολιτισμού έχει κατά τον Hegel τις λεγόμενες παράπλευρες απώλειές της. Η πανουργία τής ιστορίας, προκειμένου να κατορθώσει τον σκοπό της, μπορεί κάλλιστα να καταβροχθίζει τα παιδιά της. Η πίστη στις δυνατότητες τού ανθρώπου διαμόρφωνε την ιστορία, προκαλούσε επαναστάσεις και πολέμους, δείχνοντας ότι ο άνθρωπος είναι κύριος τής ιστορίας και όχι ένα υποχείριο τής φύσεως.

Ωστόσο, τώρα δεν πρόκειται για οποιαδήποτε κοινωνική ή άλλη επανάσταση ή για κάποια πολεμική αναμέτρηση. Τώρα η ιστορία μέσω τής τεχνολογικής επικυριαρχίας δηλητηριάζει και αφανίζει την ίδια τη φύση και ανατρέπει τον εαυτό της. Επομένως, η ιστορία μέσω τού ανθρώπου σκοτώνει τη φύση, αφού προηγουμένως διακήρυξε τον θάνατο τού Θεού. Δεν υπάρχει Θεός· θεός και κύριος τής ιστορίας είναι ο άνθρωπος9.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ο ίδιος ο Χριστιανισμός βοήθησε τον άνθρωπο τού παγανισμού να μην είναι υποχείριο τής φύσεως.

Η χριστιανική θεώρηση τού κόσμου ως δημιουργήματος τού Θεού για χάρη τού ανθρώπου έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να μην εκλαμβάνει δεισιδαιμονικά τη φύση ως θεό αλλά να τη θεωρεί ως τον οίκο και το φυσικό του περιβάλλον. Έτσι, ο άνθρωπος μπόρεσε να απελευθερωθεί και μαζί του και η διαδικασία τής έρευνας και γνώσης τής φύσεως. Το γεγονός αυτό οδήγησε ορισμένους να υποστηρίξουν τη θεωρία ότι το οικολογικό πρόβλημα προήλθε κατά κάποιο τρόπο από τον Χριστιανισμό10. Εφ’ όσον ο Χριστιανισμός απομάγευσε τον κόσμο από τις παγανιστικές δεισιδαιμονίες τής αρχαιότητας, ώθησε ακολούθως τον άνθρωπο στην επιστημονική έρευνα και την προσπέλαση τών μυστικών τού φυσικού του περιβάλλοντος. Η επιστημονική έρευνα και η τεχνική πρόοδος τού ανθρώπου όχι μόνο μετέτρεψε τη φύση σε υποχείριό του αλλά την περιθωριοποίησε και την αντικατέστησε ακόμη και με εικονικά τεχνητά περιβάλλοντα. Αν κοιτάξουμε την πόλη μας, αυτή η ίδια η πόλη είναι, μεταξύ άλλων, ένα τεχνητό περιβάλλον μέσα στη φύση. Είναι μία τεχνόπολις. Δεν είναι η φύση αλλά είναι αυτό που εμείς με τη γνώση μας και με την τεχνολογία μας κατασκευάσαμε μέσα στη φύση, προκειμένου να καλύψουμε τις πρακτικές μας ανάγκες και συνάμα να εκφράσουμε και να συγκροτήσουμε το έλλογο νόημα τού κοινού μας βίου. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως είναι κατά πόσον είμαστε μέσα στη φύση ή κατά πόσον είμαστε έξω από τη φύση, όταν υιοθετούμε άκριτα τις εφαρμογές τής τεχνητής νοημοσύνης.

Στην προσπάθειά μας να απελευθερωθούμε από την αναγκαιότητα τής φύσης ελλοχεύει ο κίνδυνος να ρημάξουμε και την πορεία τής ανθρώπινης ιστορίας. Αν για παράδειγμα οι ακραίες εφαρμογές τής τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιηθούν με αρνητικό τρόπο ή τεθούν γενικευμένα στην υπηρεσία τής αμφιβόλου ηθικής διαγενετικής επέμβασης και τής πολεμικής βιομηχανίας, όπως ήδη γίνεται κατά κάποιο τρόπο, τότε η ιστορία θα γίνει έρμαιο τής τεχνητής νοημοσύνης, ενός δηλαδή τεχνητού προϊόντος τής ανθρώπινης δημιουργίας και γνώσης. Στις πολεμικές αναμετρήσεις τού παρελθόντος οι άνθρωποι μάχονταν σώμα με σώμα ή αντιμετώπιζαν κατά πρόσωπο τον ίδιο τον αντίπαλό τους. Τώρα ένας πιλότος μπορεί να πετάξει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά με το αεριωθούμενό του πάνω από μία περιοχή, να πατήσει ένα πλήκτρο και να ρίξει τηλεκατευθυνόμενες ή αυτοκατευθυνόμενες βόμβες, ή ένας χειριστής να εκτοξεύσει από την ασφαλή βάση του έξυπνες βόμβες ή μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) στους εχθρικούς στόχους, προκαλώντας εκατόμβες αθώων θυμάτων. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήλθε ποτέ σε επαφή με τα θύματά του. Όμως, η θανατηφόρα ενέργεια στην οποία προέβη στηρίζεται ακριβώς σε εφαρμογές υψηλής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.

Με τις μεθόδους τού σύγχρονου πολέμου, όπου δεν χρειάζεται πλέον το ανθρώπινο πρόσωπο, ακόμη και αυτός ο ατομικός ηρωισμός, η πορεία τής απανθρωπίας φθάνει στο κατακόρυφο. Η υπέρτερη δύναμη που ασκείται μέσω τής σύγχρονης τεχνολογίας είναι σε θέση να πλήξει και τη φύση και την ανθρωπότητα και την ίδια την ιστορία.

Θα ήταν απλώς αυταπάτη, εάν νομίζουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε τις αρνητικές δυνατότητες τής τεχνολογίας μέσω τής ηθικής11. Ακόμη και αν το κανονιστικό σύστημα είναι απόλυτα άτεγκτο και αυστηρό, όλο και κάτι θα ξεφεύγει και κάποια πράγματα θα γίνονται ακραία.

Είναι δυνατόν να λαμβάνει αποφάσεις από μόνη της μία εφαρμογή ή ένα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης και όχι ο άνθρωπος; Υποστηρίζεται ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα εξαρτάται απόλυτα από τον προγραμματισμό και τους ηθικούς κανόνες που εμείς ρυθμίζουμε. Κανείς όμως δεν εγγυάται ότι εμείς μπορεί να προγραμματίζουμε και άλλες εφαρμογές οι οποίες είναι δυνατό να οδηγούν σε τραγικά και αβυσσαλέα αποτελέσματα. Ο άνθρωπος πέρα από τη λογική και τη συνείδησή του έχει και ασυνείδητο, το αβυσσαλέο βάθος τού οποίου δεν είναι ελέγξιμο ούτε καν λογικά. Γνωρίζουμε καλά ότι είμαστε ευάλωτοι και περιοριζόμαστε από την ψυχολογία μας, από τις σωματικές ασθένειες, συχνά υποφέρουμε από τα ψυχικά πάθη μας, ώστε η ζωή μας ολόκληρη ενίοτε να είναι ένα βάσανο και ένας καημός. Από την άλλη, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μεταβάλει τεχνητά τον αδύναμο άνθρωπο σε υπεράνθρωπο, ο οποίος, ενεργώντας αστόχαστα, μπορεί να οδηγήσει στον όλεθρο την πορεία τής ανθρωπότητας, τής φύσεως και τής ιστορίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος λησμόνησε ότι αυτός δεν είναι ο μοναδικός και αποκλειστικός κάτοικος τής γης. Μέχρι τώρα η πορεία τής Νεωτερικότητας –και μάλιστα δίχως τις απίθανες εφαρμογές τής ψηφιακής τεχνολογίας– έχει δείξει ότι έχουμε λεηλατήσει και έχουμε μολύνει ποικιλοτρόπως τη γη και τη θάλασσα, ότι με τις παρεμβάσεις μας προκαλέσαμε σημαντικές αλλαγές στο κλίμα τού πλανήτη μας κ.λπ. Όλα αυτά δεν είναι μελλοντικοί φόβοι, αλλά ήδη υπαρκτές και επικίνδυνες πραγματικότητες. Συνεπώς, η στάση μας έναντι τής τεχνολογίας επιβάλλεται να είναι κριτική και επιφυλακτική ως προς τη δεοντολογία τού σκοπού τής δημιουργίας και τής χρήσεώς της, δίχως ασφαλώς να είναι φοβική. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τέλος τής προηγούμενης χιλιετίας και στις αρχές τού 21ου αιώνα εμφανίσθηκαν στην Αμερική διάφορες θεωρίες περί τού τέλους τής ιστορίας12. Η ιστορία δεν έχει πλέον κανένα ενδιαφέρον και σκοπό, εφ’ όσον νικήθηκε ο κομμουνισμός. Ο φιλελευθερισμός νίκησε κατά κράτος, η οικονομία απελευθερωμένη καλπάζει ακάθεκτα, σηματοδοτώντας με τον τρόπο της το τέλος τής ιστορίας. Ωστόσο, δεν πρόκειται για το τέλος τής ιστορίας αλλά για την κρίση και αποδόμηση τής Νεωτερικότητας, η οποία ήδη από το τελευταίο τέταρτο τού 20ού αι. και εξής άρχισε να χάνει την αίγλη της.

Το κρίσιμο και αποφασιστικό ερώτημα στην εποχή μας είναι αν μπορεί ο άνθρωπος να ξανακερδίσει τη σχέση του με τη φύση και τη σχέση του με την ιστορία. Μπορεί να αλλάξει το παράδειγμα τού δυναμοκεντρικού μας πολιτισμού; Διότι το πολιτισμικό παράδειγμα τής ισχύος κυριαρχεί σχεδόν από την Αναγέννηση και μετά, όταν διαμορφώθηκε το ανθρωποείδωλο τού «αυτόνομου» ανθρώπου.

Δεν είναι δηλαδή υπόθεση μερικών δεκαετιών ή ένα πρόβλημα που αναδύθηκε αίφνης στον 20ό αιώνα. Η στόχευση ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει κυρίαρχος τής φύσεως υπήρξε σαφής ήδη από την Αναγέννηση.

Κατόπιν, το περίφημο cogito τού Descartes13 σηματοδότησε τη μετάβαση στη Νεωτερικότητα και την ανάπτυξη τών επιστημών με σκοπό την κατάκτηση τής φύσεως. Με τις γνωστικές του ικανότητες ο άνθρωπος μπορεί να αποκρυπτογραφεί τις δυνάμεις τής φύσεως και να τις θέτει στην υπηρεσία ικανοποίησης τών δικών του πρακτικών αναγκών.

Αντιμετωπίζει τη φύση ως κυρίαρχος και κάτοχος τού κόσμου. Άραγε ποιο μπορεί να είναι το πρότυπο τού φιλοσόφου ή τού διανοουμένου τού μέλλοντος; Με όλες αυτές τις εφαρμογές τής τεχνητής νοημοσύνης που σιγά-σιγά αναδύονται σε όλα τα πεδία, θα υπάρχουν στο μέλλον ανθρωπιστικές επιστήμες, κριτικός στοχασμός ή λογοτεχνία;

Σε ένα πλαίσιο ζωής, όπου κυριαρχεί τεχνητά η αντίληψη τού αυτοματικού χρόνου, ο χρόνος είναι πλέον απρόσωπος και σχεδόν ανιστορικός. Ο ίδιος ο πολιτισμός μας έχει γίνει ένα είδος φουτουρισμού χωρίς τέλος14. Προσβλέποντας διαρκώς σε κάτι νέο στο μέλλον, χάνουμε το παρόν, χάνουμε το νόημα τού εδώ και τώρα. Έχοντας την ψευδαίσθηση ότι ζει κανείς στο μέλλον, δεν ζει πουθενά. Το βίωμα αυτό το επιταχύνει, εάν δεν το προκαλεί ακριβώς η μηχανιστική εξέλιξη, η οποία εν τέλει εμφανίζει αυτό που ονομάζουμε έλλειψη υπαρξιακού νοήματος και σκοπού. Και βεβαίως, από θεολογική σκοπιά θα λέγαμε ότι η επείγουσα ένταση και επίσπευση τού ανθρώπου προς το μέλλον μέσω τής τεχνολογίας δεν αποτελεί διέξοδο προς το έσχατο και το αιώνιο. Η τεχνητή διαιώνιση τής μνήμης ασφαλώς δεν αποτελεί αιωνιότητα ή επιβίωση. Ορισμένοι ευελπιστούν ότι η τεχνολογία θα κατορθώσει να αποθηκεύεται η ανθρώπινη μνήμη ως νοερή λειτουργία –με ένα είδος upload– σε μία ψηφιακή τράπεζα δεδομένων. Μετά από τον βιολογικό θάνατο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, η ψηφιακή διάσωση τής νοερής μνήμης του θα συνιστά και την επιβίωσή του15.

Στην περίοδο τού ψυχρού πολέμου, η μία υπερδύναμη παρ- ακολουθούσε την άλλη, επιχειρώντας καχύποπτα να εξελίξει την τεχνολογία για την εξερεύνηση τού διαστήματος ή τη χρήση τής ατομικής ενέργειας και τών νέων οπλικών συστημάτων, προκειμένου να βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά από τους άλλους. Ο ανταγωνισμός αυτός συνέβαλε κατά πολύ στην πρόοδο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας. Άλλωστε, παλαιά και τραγικά επιβεβαιωμένη είναι και η θεωρία σύμφωνα με την οποία η επιστήμη κάνει άλματα και επιστημονικές ανακαλύψεις εξ αιτίας τής πίεσης τών πολεμικών αναμετρήσεων. Πίσω από αυτήν την τρελή και ιλιγγιώδη κούρσα τής τεχνολογίας, πίσω από τον αυτοματικό χρόνο τών μηχανών, υπάρχει το σχεδόν μεταφυσικό αίτημα τής επιβίωσης και τής αέναης ευφορίας και όχι απλώς η ανάγκη να καλύψουμε ζωτικές ή πρακτικές ανάγκες τής καθημερινότητας. Η αέναη ευφορία επισημαίνει ότι με τίποτε δεν είμαι ευχαριστημένος, τίποτε δεν ζω και δεν απολαμβάνω στην πληρότητά του, θέλω διαρκώς περισσότερες απολαύσεις, ικανοποιήσεις και κατακτήσεις. Ποτέ δεν είμαι εδώ. Πάντοτε είμαι ένα βήμα μπροστά, γιατί θέλω να προλάβω και να ζήσω το επόμενο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος μοιάζει να έχει δημιουργήσει έναν νέο ιδανικό κόσμο. Με την αυτοματική τάση επέκτασής του προς το μέλλον, εκκοσμικεύει την πραγματική εσχατολογική του φορά, διαλύοντας όμως την ενότητα και την ταυτότητα τού προσώπου του. Αν θέλαμε σήμερα να μεταφράσουμε και να ερμηνεύσουμε μία θεμελιώδη ανθρωπολογική αρχή τής ορθόδοξης θεολογίας, η οποία προέρχεται από έναν κόσμο προνεωτερικό, θα ήταν ακριβώς η αξία και το νόημα τού ανθρωπίνου προσώπου. Ωστόσο, το ανθρώπινο πρόσωπο μπορεί να υφίσταται μέσω τής τεχνολογίας; Μπορούμε να χαρούμε και να προσανατολίσουμε τα τεχνολογικά επιτεύγματα σε μία θετική και αισιόδοξη πλευρά τής ζωής; Μπορεί να υπάρξει ένας νέος ψηφιακός ανθρωπισμός16; Ο άνθρωπος ως πρόσωπο μπορεί να απολαμβάνει και να χρησιμοποιεί τα επιτεύγματα αυτά για το καλό τής ανθρωπότητας και τής φύσεως, να τα κατανέμει με δικαιοσύνη, να έχει αρχές και αξίες στον πολιτισμό του; Χρησιμοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη, θα συνεχίσει να είναι πρόσωπο;

Το πρόβλημα είναι αν η λογικοποιημένη τεχνική και η τεχνητή νοημοσύνη διακινδυνεύουν να καταστήσουν παράλογη τη θέση τού ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Ενδέχεται ο κόσμος και ο άνθρωπος να ζουν κατ’ ανάγκη μέσα σε λογικοποιημένα σκοτάδια και σε εφιαλτικές δυστοπίες. Η λύση στο δίλημμα αυτό δεν μπορεί να είναι ένα είδος θεοκεντρικού ελέγχου και ιδεολογικού προσανατολισμού τής επιστήμης. Μία θεοκεντρική οπτική τής επιστήμης, η οποία επιβάλλεται εκ τών έξω στον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, δεν μπορεί να υπάρξει. Τα ηθικά συστήματα και οι θρησκείες το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να θέτουν τυπικές απαγορεύσεις.

Το νόημα τής ζωής τού κόσμου και τού ανθρώπου δεν διασώζεται με την απαγόρευση και την επιβολή. Τίποτε δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αυτονομημένη πορεία τού ανθρώπου. Ζούμε σαφώς σε έναν πολιτισμό τών δερματίνων χιτώνων, όπως έλεγε ο αείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας17, ή τού προπατορικού αμαρτήματος. Η σχέση μας με τη φύση δεν είναι φυσιολογική ούτε ασφαλώς και με την ιστορία. Ο σύγχρονος άνθρωπος παρεμβαίνει αρνητικά και στη φύση και στην ιστορία. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι η πορεία τού ανθρώπου αφ’ ενός είναι μία αιμάτινη πορεία στην ιστορία και αφ’ ετέρου μία πορεία ατέρμονης προόδου με κάθε τίμημα. Ιδιαιτέρως η σχέση μας με τη φύση είναι μία διαρκής διαμάχη. Με τα προηγμένα εργαλεία τής τεχνολογικής γνώσεως, οι άνθρωποι τοποθετούμαστε σε θέση ισχύος έναντι τής φύσεως. Έχουμε επομένως έναν νέο ιμπεριαλισμό, που είναι η τεχνολογική γνώση. Ως λογικά και ελεύθερα όντα, οι άνθρωποι κατορθώσαμε να επιβάλουμε έναν ανθρωποκεντρικό ιμπεριαλισμό.

Εν τέλει, κατασκευάσαμε μία τεχνοφύση και στην ουσία μία νέα μαγική αυτοκρατορία. Όλα γίνονται για τη ζωή τού ανθρώπου, αλλά ο άξονας τής ζωής δεν έχει πλέον κανένα νοηματικό και οντολογικό περιεχόμενο και σκοπό, εκτός από τον ακόρεστο και μηδενιστικό ευδαιμονισμό προγραμματισμένων απολαύσεων. Τα επιτεύγματα τής τεχνητής νοημοσύνης είναι εκπληκτικά, ενώ πολλά άλλα προγράμματα με τα οποία σχεδιάζουμε τον αυριανό μας κόσμο είναι ήδη σε εξέλιξη.

Το ζήτημα είναι αν κατανοούμε τη σημασία και τις συνέπειες τής τεχνητής νοημοσύνης για τη ζωή και πορεία τού κόσμου και αν όντως έχουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Μπορούμε να έχουμε ένα τέτοιο σχέδιο; Και αυτό το σχέδιο ποιος θα το περιφρουρήσει; Οι επιτροπές δεοντολογίας, οι κρατικές εξουσίες, οι βιομηχανικές εταιρείες;

Θεωρούμε ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν έχει να προσφέρει έτοιμες λύσεις και συνταγές αλλά αξίες και υπαρξιακούς προσανατολισμούς, προκειμένου να εμπνεύσει ένα άλλο πολιτισμικό παράδειγμα. Η ορθόδοξη θεολογία, προβάλλοντας την απόλυτη αξία και σημασία τού προσώπου ή όπως αλλιώς μεταφράσουμε ή ερμηνεύσουμε στην εποχή μας το κατ’ εικόνα Θεού στοιχείο τού ανθρώπου, χρειάζεται να εμπνεύσει νέες αξίες στον πολιτισμό μας. Και μάλιστα με έναν ανοικτό τρόπο, ώστε ένας άνθρωπος, ο οποίος έρχεται από έναν άλλον πολιτισμό, από μία άλλη θρησκεία, από μία άλλη παράδοση, να μην αισθάνεται άβολα. Στους αντίποδες μιας αποικιοκρατικής αντίληψης, είναι ανάγκη πλέον να συνδιαμορφώσουμε μίαν άλλη οικουμενική και όντως πανανθρώπινη έκφραση τών αξιών τού πολιτισμού μας.

Διαφορετικά θα αναπτυχθεί ένας νέος ιμπεριαλισμός, όπως ακριβώς και ο προηγούμενος δυτικός πολιτισμός που επιβλήθηκε στους ιθαγενείς, καταστρέφοντας χώρες, λαούς και πολιτισμούς. Η ανάπτυξη τής οικονομίας τών δυτικών χωρών, η οποία οδήγησε στη βιομηχανική και τεχνολογική επανάσταση, βασίσθηκε ακριβώς στην εκμετάλλευση τού ανθρώπου από τον άνθρωπο και πρώτιστα στην απάνθρωπη εκμετάλλευση τών αποικιών τής Δύσεως. Το μεγαλύτερο τμήμα τής γης κάποτε ήταν αποικίες λίγων δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Όταν κάνουμε λόγο για τα επιτεύγματα τής γνώσεως και τής επιστήμης τού ανθρώπου, οφείλουμε να λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν τις ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις όλων αυτών.

Η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη δεν συνέβη δίχως τη βίαιη καταπίεση και εξουθένωση λαών και πολιτισμών. Έχοντας πλέον όλα αυτά πίσω της, η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται να ξαναζήσει την ίδια αιμάτινη ιστορία. Οφείλουμε να συνεργασθούμε σε οικουμενικό επίπεδο, να ανοίξουμε διαύλους επικοινωνίας σε διεπιστημονικό πλαίσιο, να αναπτύξουμε μηχανισμούς κοινωνικού και δημοσίου ελέγχου, να διαμορφώσουμε ένα νέο ήθος μεταξύ τών επιστημόνων, οι οποίοι θα μπορούν να διαβουλεύονται, να ακούν, να συνδιαμορφώνουν.

Η ορθόδοξη θεολογία, πέρα από οποιαδήποτε φονταμενταλιστική και παραδοσιαρχική ψευδομόρφωση, όταν είναι ανοικτή και διαλέγεται με την εποχή της, μπορεί να δείχνει και να φωτίζει διαρκώς την τελική προοπτική και ευθύνη τού ανθρώπου έναντι τής φύσεως και τού φυσικού περιβάλλοντος, έναντι τού συνανθρώπου και έναντι τής ιστορίας. Η ζωή τού ανθρώπου, εδώ και τώρα, μπορεί να είναι μία ζωή ελευθερίας, δικαιοσύνης και αγάπης. Η καθημερινότητα και ο πολιτισμός μπορεί να αποκτήσουν χαρούμενα χρώματα και αξίες. Η προοπτική αυτή είναι ανάγκη να γίνει αντικείμενο ευρείας συζήτησης και διαλόγου. Παρ’ όλη την ελλειπτικότητα αυτής τής θέσεως, οφείλουμε να ξεκινούμε από τέτοιες αρχές, προκειμένου να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου την ανθρώπινη ζωή και δημιουργικότητα. Η λύση τού ανθρωπολογικού δράματος δεν εξαρτάται ούτε από τα ευρήματα τού πειράματος τού CERN ούτε από τις δυνατότητες τής τεχνητής νοημοσύνης αυτής καθ’ αυτήν, όσο επιστημονικό και πρακτικό ενδιαφέρον μπορούν να έχουν οι επιστημονικές αυτές έρευνες και εφαρμογές. Όσο δεν εστιάζουμε προς τα πού πορεύεται η ζωή τού κόσμου και τού ανθρώπου, δεν μπορούμε να έχουμε ένα καθολικό όραμα ζωής και πολιτισμού, δεν μπορούμε να προσδώσουμε νόημα και σκοπό στον προσωπικό και συλλογικό μας βίο. Η χριστιανική θεολογία έχει αυτή την αίσθηση τού τέλους τής ιστορίας, τής φθοράς, τού θανάτου, τής ελευθερίας και τής ευθύνης τού ανθρώπου και συνάμα τού οράματος ενός κόσμου αναγεννημένου, ενός κόσμου, ο οποίος δεν γνωρίζει πλέον τη φθορά.

Όταν λοιπόν η θεολογία είναι ανοικτή και διαλέγεται, τότε είναι σε θέση να εμπνεύσει και τον πολιτισμό και τις επιστήμες τού ανθρώπου.

Στην εποχή τών εικονικών κοινωνικών δικτύων και τής ατέρμονης φαντασίας τού διαδικτύου, πολλοί άνθρωποι αρέσκονται να δαιμονοποιούν τις διάφορες επιστημονικές εφαρμογές, όπως εν προκειμένω την τεχνητή νοημοσύνη. Στις δυστοπίες τών κόμικς, τής λογοτεχνίας ή τις ταινίες τού φουτουριστικού κινηματογράφου, καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυκλοφορούν διάφορα ευφάνταστα σενάρια για την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, οι πραγματικές δυνατότητες τής τεχνητής νοημοσύνης είναι ήδη υπαρκτές· για παράδειγμα στο μάρκετινγκ, στη στατιστική ανάλυση, στην ιατρική έρευνα, στην τηλεϊατρική, στους ψηφιακούς βοηθούς τών κινητών κ.α. Κατά τη χρήση τού διαδικτύου υπάρχουν αλγόριθμοι που ελέγχουν και καταγράφουν τις εισόδους και τις ενέργειες τών χρηστών, κατατάσσοντάς τους σε βάσεις δεδομένων (big data) ανάλογα με τις αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντά τους. Οι εφαρμογές αυτές αντιλαμβάνονται τους χρήστες τού διαδικτύου ως μελλοντικούς πελάτες, αποθηκεύουν το ψηφιακό τους προφίλ και λανσάρουν αμέσως τι προϊόν ή υπηρεσία δυνητικά θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει κ.λπ. Από την άλλη πλευρά, στη σοβούσα ακόμη πανδημία τού κορωνοϊού, η τεχνητή νοημοσύνη με ένα σύστημα νευρωνικών δικτύων και αλγορίθμων εξετάζει τις πολύπλοκες σχέσεις τών επιδημιολογικών δεδομένων. Προβλέποντας τη μελλοντική εξέλιξη τής πανδημίας, προσανατολίζει στη λήψη τών απαραίτητων μέτρων και διευκολύνει την έρευνα για την ανακάλυψη τού εμβολίου. Αν όμως περάσουμε σε πολλαπλές και ανεξέλεγκτες εφαρμογές στον τομέα τής ιατρικής, τής γενετικής ή στον τομέα τής πολεμικής βιομηχανίας, τότε τα διλήμματα και οι κίνδυνοι θα πολλαπλασιασθούν. Συνεπώς, το ζήτημα τής τεχνητής νοημοσύνης είναι μία σοβαρή υπόθεση, την οποία χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε εφοδιασμένοι ακριβώς με τις αξίες που οφείλουμε να έχουμε ως άνθρωποι στην εποχή μας. Προκειμένου να είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τα νέα αυτά προβλήματα τής βιοτεχνολογίας, είναι ανάγκη να ισχυροποιήσουμε τον πολιτισμό, το νόημα, τα κίνητρα και τις αξίες του.

Συζητώντας το έργο και τη συμβολή τής ορθόδοξης θεολογίας, κατ’ αρχάς επισημαίνουμε ότι το έργο και η αποστολή τής θεολογίας δεν είναι να επιβάλλει φραγμούς και απαγορεύσεις στην επιστήμη. Η επιστήμη οφείλει να επιτελεί απρόσκοπτα το έργο της. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς νοηματοδοτούμε τον πολιτισμό μας και ποιές αξίες διαμορφώνουμε στη ζωή μας, ώστε εν συνεχεία να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε και να αξιολογήσουμε πώς πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα επιτεύγματα τής επιστήμης. Επομένως η θεολογία χρειάζεται να τροφοδοτεί με αξίες και να εμπνέει το ήθος και ευρύτερα τον πολιτισμό. Οι επιστήμονες θα διαμορφώνονται και θα εμπνέονται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα τού πολιτισμού, αναπτύσσοντας τα επιτεύγματά τους για το καλό τού κόσμου, τού ανθρώπου και τής ιστορίας του. Πώς θα αντιμετωπίζονται όμως οι αρνητικές πτυχές τής τεχνολογίας και τής ανθρώπινης δραστηριότητας, που ούτως ή άλλως θα εμφανίζονται; Σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να αναπτυχθεί γόνιμα και η διεπιστημονική ηθική με ισχυρά θεμέλια στη ζωή και τον πολιτισμό. Η συμβατική ηθική από μόνη της δεν επαρκεί. Χρειάζεται να έχει, καθώς τονίσαμε, οντολογικά θεμέλια. Οφείλουμε λοιπόν να αναζητήσουμε τα οντολογικά αυτά θεμέλια τής ηθικής. Εδώ ακριβώς η θεολογία, η φιλοσοφία, το δίκαιο αλλά και άλλοι φορείς τού πολιτισμού μπορούν να συνεργασθούν διεπιστημονικά και να βοηθήσουν. Πέρα από τη συμβατική ηθική δεοντολογία, η οποία αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες τής εποχής, η θεολογία οφείλει να προσανατολίσει την ηθική σε οντολογικές αξίες και σταθερές.

Είναι ανάγκη στις μέρες μας η θεολογία και η επιστήμη να εισέλθουν σε ουσιαστικό διάλογο. Κάποτε η θεολογία και η επιστήμη πορεύθηκαν στενά συνδεδεμένες18. Κατά την ιστορική εξέλιξη εμφανίσθηκαν ποικίλες υπερβολές και έντονος ανταγωνισμός ή διάθεση ισχύος, με αποτέλεσμα θεολογία και η επιστήμη να αποχωρισθούν και έκτοτε να αντιπαρατίθενται άγονα. Η έντονη αυτή αντιπαράθεση δεν βοήθησε ουσιαστικά ούτε την επιστήμη ούτε και τη θεολογία. Η μεν θεολογία εγλωβίσθηκε στο απολογητικό κέλυφος μιας προνεωτερικής πολιτι- σμικής συνθήκης, έγινε σχεδόν εχθρική ή καταγγελτική στην πρόοδο, τον πολιτισμό, τη ζωή, την ιστορία, η δε επιστήμη απελευθερώθηκε από οποιαδήποτε μεταφυσική προοπτική ή νοηματοδότηση, έγινε ανεξέλεγκτη αυταξία δίχως κριτήρια και προϋποθέσεις. Η ορθόδοξη θεολογία για τον άνθρωπο έχει ως επίκεντρο την ελευθερία. Η ελευθερία είναι το ερμηνευτικό κλειδί τής θεολογικής ανθρωπολογίας.

Αυτό σημαίνει ότι για όλα τα προβλήματα η λύση είναι ο άνθρωπος, διότι ακριβώς ο άνθρωπος είναι πρόσωπο· και είναι πρόσωπο διότι έχει ελευθερία και όχι απλώς ελεύθερο χρόνο ή πολλαπλές επιλογές, όχι μόνο λογική ή απλώς λογική. Υπάρχει εν ελευθερία. Και γι’ αυτό η πρόταση τής ορθόδοξης θεολογίας επικεντρώνεται στις αξίες και τον πολιτισμό, στην έμπρακτη δηλαδή ελευθερία τού ανθρώπου και όχι απλώς στην απαγόρευση. Στη μετανεωτερική εποχή μας η επιστημονική γνώση και η επιβολή μιας απόλυτης και αντικειμενικής αλήθειας για τον κόσμο, τον άνθρωπο και την ιστορία του όχι απλώς αμφισβητείται, αλλά θεωρείται πλέον το ίδιο σχετική με οποιαδήποτε θρησκευτική ή φιλοσοφική γνώση τού παρελθόντος. Η εκκοσμίκευση δεν θεωρείται πλέον ως μία εξέλιξη, η οποία πρόκειται να απαλείψει νομοτελειακά το θρησκευτικό φαινόμενο, το οποίο δυναμικά και ποικιλότροπα επανεμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο. Όλα τα θεμελιώδη προτάγματα τής νεωτερικότητας, όπως η παντοδυναμία τού ορθού λόγου, η υπέρβαση τής ιερότητας, η προτεραιότητα τού σκεπτόμενου υποκειμένου, η σχέση κυριαρχίας τού ανθρώπου έναντι τής φύσεως, τίθενται πλέον σε μίαν ανελέητη κριτική. Συνάμα, ένας διάχυτος μηδενισμός και μία νέα συγκεχυμένη θρησκευτικότητα υπό τη μορφή ενός νεογνωστικισμού ή φονταμενταλισμού τείνουν να υποκαταστήσουν τόσο τη χριστιανική πίστη όσο και τον ορθό λόγο τής νεωτερικότητας. Σε ένα τέτοιο τοπίο, ο χώρος τών επιστημόνων ολοένα και περισσότερο εμφανίζεται πιο ανοικτός και πιο διαλογικός.

Πολλοί επιστήμονες εκφράζουν την ανάγκη να συζητήσουν και να εμπνευσθούν από τη θεολογία, να γνωρίσουν το περιεχόμενο και το νόημα τής θεολογικής προσέγγισης τού ανθρώπου και τού κόσμου, προκειμένου να νοηματοδοτήσουν και να προσανατολίσουν εκ νέου την έρευνα και τη γνώση τους. Είναι σαφές ότι ένας νέος διάλογος μεταξύ επιστήμης και θεολογίας θα αποβεί αμοιβαία επωφελής.

Τέτοιες τακτικές συζητήσεις σε υψηλό επίπεδο μεταξύ επιστημόνων, θεολόγων, φιλοσόφων έχουν ήδη ξεκινήσει19. Το ενδιαφέρον αυτό χρειάζεται να αναζωπυρωθεί και μεταξύ τών θεολόγων.

Θα ήταν άστοχο η θεολογία άλλοτε να σιωπά και άλλοτε να υπερθεματίζει, όταν διαδίδονται διάφορες θεωρίες συνωμοσίας πίσω από κάθε επιστημονική ανακάλυψη και τεχνολογική καινοτομία.

Δυστυχώς, χρήζει μελέτης το φαινόμενο τής τεχνοφοβίας, κατά το οποίο πολλοί θρησκευόμενοι ανά τον κόσμο βλέπουν εχθρούς και δαίμονες σε κάθε νέο τεχνολογικό επίτευγμα. Πριν από μερικές δεκαετίες προκλήθηκε έντονη συζήτηση με το barcode και το περίφημο 666. Το ζήτημα αυτό εισήχθη ως πρόβλημα στην Ελλάδα κατ’ απομίμηση τών ακραίων φονταμενταλιστών προτεσταντών τής Αμερικής. Ωστόσο, και πολλοί Ορθόδοξοι πίστευαν ότι πίσω από τη γραμμή ηλεκτρονικής ταυτοποίησης στη συσκευασία τών προϊόντων κρυβόταν μία εκδήλωση σατανικής ενέργειας. Ο αείμνηστος μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος Καλαμαράς20, ο οποίος ήταν μέλος σε Επιτροπή τής Ιεράς Συνόδου για το περίφημο 666, έλεγε ότι είναι ένας αριθμός μετά το 665 και πριν το 667. Ορισμένοι είναι επιρρεπείς στο να ταυτίζουν σύμβολα τής βιβλικής προφητικής παράδοσης τού Χριστιανισμού με σύγχρονα γεγονότα και καταστάσεις και να οδηγούνται με ευκολία σε απίθανες θεωρίες συνωμοσίας. Στον καιρό τής πανδημίας που διανύουμε, υπάρχει ένα μεγάλο κίνημα αντιεμβολιασμού. Με ένα εκατομμύριο νεκρούς από τον κορωνοϊό και με πολλούς ασθενείς να νοσηλεύονται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.), υπάρχουν πολλοί συνάνθρωποί μας που δηλώνουν ότι δεν πρόκειται να εμβολιασθούν, ότι το εμβόλιο, όπως και οι μάσκες προστασίας, είναι δάκτυλος τού σατανά. Ασφαλώς είναι άλλο πράγμα ο εμβολιασμός ως προσωπική και κοινωνική ευθύνη για την αποτροπή τής διάδοσης τού κορωνοϊού και άλλο πράγμα τα ποικίλα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα για την ανακάλυψη και εκμετάλλευσή του. Είναι σαφές ότι χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια και πλήρης ενημέρωση ενάντια στις ψευδείς ειδήσεις (fake news) και στις θεωρίες συνωμοσίας, οι οποίες βρίσκουν ερείσματα στην ψευδοεπιστήμη.

Είναι στα χέρια τού σύγχρονου ανθρώπου να αλλάξει το θλιβερό αυτό τοπίο και να μην συμμετέχει στα κοινά ως εύπιστος καταναλωτής και αναμεταδότης κατασκευασμένων ειδήσεων και ανεξέλεγκτων πληροφοριών. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε ανοικτοί, σκεπτόμενοι και δραστήριοι, προκειμένου να συμβάλουμε σε μία ριζική ανατροπή παρόμοιων ανορθολογικών φαινομένων, τα οποία υπονομεύουν και τη γνήσια πίστη, ζωή και ελπίδα τής Εκκλησίας.

Σε κάθε περίπτωση, η τεχνητή νοημοσύνη, όπως και κάθε γνώση και δημιουργία τού ανθρώπου αυτή καθ’ αυτήν, δεν είναι κατ’ εικόνα Θεού. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι κατ’ εικόνα τού ανθρώπου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, επειδή προέρχεται από τη σοφία, τη γνώση και τη δημιουργική έκφραση τού ανθρώπου, έχει ανάλογη αξία και σημασία. Η θετική διάσταση τής τεχνητής νοημοσύνης έγκειται στο ότι είναι έργο και επίτευγμα τής ανθρώπινης ευφυΐας και δημιουργικότητας. Ο άνθρωπος παρέχει υπόσταση, νόημα και σκοπό στην τεχνητή νοημοσύνη. Και έχει σημασία, επειδή αυτός που το κάνει έχει ελευθερία, επειδή είναι πρόσωπο κατ’ εικόνα τού Θεού. Η ελευθερία του όμως αυτή είναι αδύνατον να αποτυπωθεί με απρόσωπα και αυτόνομα αλγοριθμικά σχήματα. Η ελευθερία τού ανθρώπου, αυτό που τον κάνει να είναι άνθρωπος, δεν είναι δυνατόν να εκχωρηθεί σε αλγορίθμους και σε συστημικά παραγόμενες ψηφιακές αλληλουχίες. Η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη από μόνη της δεν έχει ελευθερία, καθ’ όσον η ελευθερία υπερβαίνει τη λογικότητα.

Ως ελευθερία εννοούμε τη βαθύτατα υπαρξιακή και οντολογική ελευθερία, η οποία συνιστά τον προσωπικό πυρήνα τής ανθρώπινης ύπαρξης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Σε μία προωθημένη ανθρωπολογική διάσταση όλα τα έργα μας, όπως είναι τα πνευματικά και νοερά μας έργα, συνεπώς και η τεχνητή νοημοσύνη, μπορούν να έχουν θετική αξία και σημασία. Άρα λοιπόν επιστρέφουμε και πάλι στην έννοια τής ελευθερίας και τού προσώπου, η οποία αποτελεί το ερμηνευτικό κλειδί για την αξιολόγηση και τη σημασία τής ανθρώπινης ευφυίας και δημιουργικότητας. Εντελώς αυτονομημένη η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να είναι τίποτε. Δια τού ανθρώπου μπορεί να είναι τα πάντα. Δηλαδή, μπορεί να γίνει ανεκτίμητος αρωγός στην αντιμετώπιση πολλών σημαντικών προβλημάτων, τα οποία ταλανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εν τέλει, ακριβώς εδώ αναφαίνεται η μεγάλη αξία τού κατ’ εικόνα Θεού στοιχείου τού ανθρώπου ως προσώπου. Ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να μετασχηματίσει και δια τού εαυτού του να αναφέρει στον Θεό ολόκληρη τη δημιουργία, καλλιεργημένη και μεταμορφωμένη ευχαριστιακά από τη δική του θετική εργασία και παρέμβαση. Το μεγάλο όραμα τής χριστιανικής πίστεως είναι ακριβώς η ευχαριστιακή αναφορά τού κόσμου και τής ζωής στη ζωή τού Θεού. Το ήθος τής ορθόδοξης παράδοσης συγκεφαλαιώνει μίαν ιδιάζουσα θεώρηση τού κόσμου και τής δημιουργίας τού Θεού, ως τελικού νοήματος και λόγου υπάρξεώς της. Πρόκειται για μία κατ’ εξοχήν ευχαριστιακή πράξη αναφοράς τού κόσμου και τής ζωής από τον άνθρωπο στον Θεό. Είναι μία πρόσληψη τού υλικού κόσμου από τον άνθρωπο, που δεν τον χρησιμοποιεί για την ικανοποίηση τής ατομικής του αυτοτέλειας και επιβίωσης αλλά τον αναφέρει στον Δημιουργό του και τον μοιράζεται δίκαια με τους συνανθρώπους του. Η έμπρακτη αυτή σχέση τού ανθρώπου με τον Θεό αναδεικνύει την προσωπική χρήση τής δημιουργίας, το νόημα και το τέλος τής υλικής πραγματικότητας. Ο άνθρωπος μεταφέρει στην ευχαριστιακή πράξη τον ίδιο τον εαυτό του, την έμπρακτη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον, τις σχέσεις του με τους άλλους. Τα πάντα στην Ευχαριστία περνούν μέσω τής ύλης τού κόσμου, ο οποίος συνιστά τον τόπο αλλά και τον τρόπο συνάντησης Θεού και ανθρώπου. Η ίδια η Ευχαριστία προσφέρεται «υπέρ τής τού κόσμου ζωής». Είναι μία κοσμική λειτουργία. Η υλική δημιουργία εισέρχεται στην Ευχαριστία όχι απλώς για να επευλογηθεί στη φθειρόμενη κατάστασή της αλλά για να καθαγιασθεί και να αναφερθεί στον Θεό ως πηγή τής όντως ζωής. Η ευχαριστιακή πράξη τής αναφοράς τού κόσμου στον Θεό αποκαλύπτει την προσωπική σχέση τού ανθρώπου με την κτίση.

Μόνον ο άνθρωπος, ως εικόνα τού Θεού, αποτελεί το κυρίαρχο και ελεύθερο πρόσωπο πάνω στην αυτονομημένη φύση. Ως πρόσωπο αλλά και μικρόκοσμος, που συγκεφαλαιώνει στην ύπαρξή του την ολότητα τής κτίσεως, ο άνθρωπος μπορεί να απελευθερώσει την ύλη από τους περιορισμούς της, από φορέα θανάτου και φθοράς να την αθανατίσει μέσα από τη σχέση και κοινωνία με τον Θεό.

Η αναφορά αυτή στη ζωή τού Θεού αποσκοπεί στην πλήρη και τελική νοηματοδότηση τής ζωής τού κόσμου και τού ανθρώπου. Και αυτό το έργο μπορεί και οφείλει να το κάνει μονάχα ο άνθρωπος ως εκπρόσωπος τής φύσεως και όχι οι απρόσωπες υπολογιστικές μηχανές. Ένα τέτοιο έργο, ανάμεσα σε πολλά άλλα έργα, μπορεί να αποτελέσει και η τεχνητή νοημοσύνη ως έκφραση τής επιστημονικής και οικολογικής δραστηριότητας τού ανθρώπου ως προστασία, ανάπτυξη και φροντίδα τής φύσεως, τού ανθρώπου και τής ιστορίας. Άλλωστε, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος21, τα καλά έργα τού ανθρώπου γίνονται προς δόξαν Θεού, και τίποτε δεν μειώνει τη σοφία τού Θεού που έκανε τον άνθρωπο σοφό και ελεύθερο να γνωρίζει, να αναζητεί και να παρεμβαίνει μέσω τής επιστήμης και τής ευφυΐας του στον τρόπο λειτουργίας τής φύσεως, στην πρόοδο και την επέκταση τής δημιουργίας. Πρόκειται επομένως για μία θετική και υπεύθυνη στάση τού ανθρώπου έναντι τού φυσικού του περιβάλλοντος.

Χρειάζεται πάντως να επισημάνουμε ότι η χριστιανική θεολογία στις μέρες μας δεν εκδηλώνει όσο θα έπρεπε το ενδιαφέρον της για τα ζητήματα αυτά και γενικότερα μοιάζει σαν να έχει αποσυρθεί από τα σύγχρονα προβλήματα τού κόσμου. Η στάση της συχνά είναι ουδέτερη ή αδιάφορη, σαν να μην ενδιαφέρεται για την πορεία και το νόημα τής επιστημονικής εξέλιξης. Συχνά παρουσιάζει μία εγγενή εσωστρέφεια, εκλαμβάνοντας όλα αυτά ως κοσμικά και αδιάφορα γι’ αυτήν πράγματα. Ο κόσμος και η ιστορία προχωρούν ερήμην ημών τών Χριστιανών. Ας αναλογισθούμε όμως, εάν αυτό ήταν το τοπίο για την Εκκλησία στον 1ο, 2ο, 3ο ή 4ο αιώνα, η Εκκλησία και η θεολογία της θα παρέμενε αμέτοχη και αδιάφορη; Θα επέμενε να ομιλεί μονάχα τη δική της γλώσσα και θα αδιαφορούσε για τα μεγάλα προβλήματα τού κόσμου; Τότε η Εκκλησία προσέλαβε όλο το οπλοστάσιο τής επιστήμης και τής φιλοσοφίας τής εποχής, τα κοσμολογικά και ανθρωπολογικά προβλήματα, τα μεγάλα ερωτήματα για το νόημα και την πορεία τής ζωής και τής ιστορίας22. Στην εποχή μας, η θεολογία δεν ωφελεί να κλείνεται στο ιστορικό και γλωσσικό αρχείο τού παρελθόντος της και συχνά να ασχολείται με τα εσωτερικά ζητήματα διευθέτησης αυτού τού αρχείου. Ακόμη και η γλώσσα της παρέμεινε κλειστή και προνεωτερική, ενώ θα έπρεπε πρώτιστα να επικαιροποιήσει τη γλώσσα και κυρίως να ερμηνεύσει εκ νέου το νόημα τής πίστεως και τής ζωής της. Το ήθος ή η ηθική που προκύπτει από το βίωμα αυτό έχει οντολογικά και υπαρξιακά θεμέλια και παρέχει νόημα και σκοπό στην πορεία τού ανθρώπου και τού κόσμου. Διότι μία αυθεντική ηθική που προκύπτει από το εσχατολογικό όραμα και το ευχαριστιακό βίωμα τής Εκκλησίας δεν υπάρχει συμβατικά για να θέτει απαγορεύσεις και όρια. Αντίθετα, η συμβατική ηθική ως ένα είδος τεχνικής διευθέτησης υπάρχει για να παραβαίνεται και διαρκώς να τροποποιείται. Η ηθική, η οποία προκύπτει ως έκφραση ενός μεγάλου οράματος ζωής και πολιτισμού, ως βίωμα τών θεμελιωδών αξιών τού προσώπου, τής ελευθερίας και τής αγάπης, έχει σταθερά οντολογικά θεμέλια. Αυτή η ηθική οφείλει να εμπνεύσει και να προσανατολίσει τη χρήση και τις εφαρμογές τής τεχνολογίας στη ζωή τού κόσμου και τού ανθρώπου.

Εάν ο Μέγας Βασίλειος ή ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ζούσαν στην εποχή μας, είναι βέβαιο ότι θα διαλέγονταν γόνιμα και δημιουργικά με όλα αυτά τα ζητήματα τής τεχνολογίας και ασφαλώς και τής τεχνητής νοημοσύνης. Σκεπτόμαστε ότι ο άγιος Μάξιμος ενδεχομένως να ενέτασσε την τεχνητή νοημοσύνη στην περίφημη θεωρία τών λόγων τών όντων, την οποία δανείσθηκε με τόλμη η χριστιανική σκέψη τών Απολογητών, τών πρώτων αυτών χριστιανών διανοουμένων, από την αρχαία ελληνική σκέψη για να δείξουν στον κόσμο τής επιστήμης και τής ελληνικής κοσμολογίας, τον οποίο σεβάσθηκαν δεόντως, ότι όλες οι επιμέρους γνώσεις και όλες οι δυνατότητες τών κτιστών όντων αληθεύουν και οδηγούνται στην πληρότητά τους, εφ’ όσον συνδέονται με τον Λόγο τού Θεού που ενανθρώπησε και ανέλαβε εκούσια και προσωπικά τη σωτηρία τού κόσμου και τού ανθρώπου.

Κάθε επιμέρους γνώση, το νόημα τού κάθε υπαρκτού, αλλά και αυτή η νοερή δραστηριότητα τής ανθρώπινης σοφίας βρίσκει την αλήθεια και τη νοηματική πληρότητά της, όταν αναφέρεται στον Λόγο που εισήλθε στην ιστορία και προσέλαβε τη φύση τού κόσμου και τού ανθρώπου.

Οι λόγοι τών όντων ενσωματώνονται στον Λόγο τού Θεού. Επομένως ο άνθρωπος ως πρόσωπο, ως ελευθερία και αγάπη, μπορεί να είναι δημιουργός και αυτός κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Αλλά όπως ο Θεός δεν θέλει τον θάνατο και τη φθορά τού δημιουργήματός του αλλά τη ζωή του, έτσι και ο άνθρωπος οφείλει να παλεύει για να ζήσει ο κόσμος, και όχι να σκορπάει τον θάνατο και τον όλεθρο με την τεχνολογία και την επιστήμη του. Η επιστήμη μπορεί να γίνει εργαλείο δικαιοσύνης και ευημερίας, σύμφωνα με την πατερική ρήση: «Ποιήσατε δικαιοσύνης όπλον, μη θανάτου την παίδευσιν»23. Άρα η ελευθερία αποβαίνει και πάλι το κλειδί για όλα αυτά τα ζητήματα. Και εφ’ όσον η εποχή μας αναδεικνύεται σε κατ’ εξοχήν ανθρωπολογική εποχή, όλα αυτά χρειάζεται να τα προσέξουμε ιδιαίτερα. Επιβάλλεται εκ τών πραγμάτων οι άνθρωποι που προέρχονται από τους διαφορετικούς χώρους τής επιστήμης και τής θεολογίας –και ευρύτερα τού πολιτισμού– να καθίσουν σε ένα τραπέζι διαλόγου. Προς αυτή την κατεύθυνση η ορθόδοξη θεολογία θα μπορούσε να συνεισφέρει πάρα πολλά.

Η θεολογία έχει ένα καθολικό όραμα για τον κόσμο, για τον άνθρωπο και για την ιστορία, και το όραμα αυτό το έχει κάνει πραγματικότητα ο Χριστός μέσα από την πρόσληψη και μεταμόρφωση τού κόσμου με την ερχόμενη Βασιλεία Του. Τώρα χρειάζεται εμείς να παλέψουμε και να προσλάβουμε ευχαριστιακά τον κόσμο, να τον εκκλησιοποιήσουμε και να τον μεταμορφώσουμε με αγάπη και με ελευθερία. Η ιστορία έδειξε ότι όταν οι χριστιανοί θέλουν να επιβληθούν με τα δεκανίκια τής πολιτικής ή κρατικής ισχύος τίποτε δεν κατορθώνουν. Το μυστήριο τού Χριστού δρα μέσα από την αγάπη και μέσα από την ελευθερία.

Οφείλουμε να υπερβούμε το σύνδρομο τής εσωστρέφειας και να ανοίξουμε τη μεγάλη και πλούσια θεολογική μας παράδοση σε γόνιμο και απροκατάληπτο διάλογο με τον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό.

Είναι σκανδαλώδης πρόκληση να μη συζητούμε οι θεολόγοι με τους επιστήμονες για όλα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα.

 

Σημειώσεις


* Το παρόν άρθρο αποτελεί επεξεργασμένη εκτενέστερη μορφή εισήγησης στη διαδικτυακή ημερίδα με θέμα: «Τεχνητή Νοημοσύνη και Ορθόδοξη Θεολογία: Πρώτες Διερευνήσεις» τής ομάδας τού Facebook «Κοσμολογία και Θεολογία. Επιστήμη και Θρησκεία», το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020.

** Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Επίκουρος Καθηγητής Δογματικής τού Τμήματος Θεολογίας τής Θεολογικής Σχολής τού Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1. Για την Κυβερνητική ως επιστήμη βλενδεικτικά N. Wiener, Cybernetics, or Control and Communication in the Animal and the Machine, The Technology Press and John Wiley & Sons, inc., New York, 1948· N. Wiener, The Human Use of Human Beings; Cybernetics and Society, Houghton Mifflin Company, Boston 1950.

2. Για την τεχνητή νοημοσύνη βλ. ενδεικτικά Ι. Βλαχάβα, Π. Κεφαλά, Ν. Βασιλειάδη, Ι. Ρεφανίδη, Φ. Κοκκορά & Η. Σακελλαρίου, Τεχνητή Νοημοσύνη, εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 32011· Stuart Russell & Peter Norvig, Τεχνητή Νοημοσύνη, μία σύγχρονη προσέγγιση, μετάφρ. Τάκης Άλβας, Δημήτρης Καρτσακλής, Φώτης Σκουλαρίκης, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2005· Erik Brynjolfsson & Andrew McAfee, Η θαυμαστή εποχή τής νέας τεχνολογίας. Εργασία, πρόοδος και ευημερία στα χρόνια τών έξυπνων τεχνολογιών, μετάφρ. Γιώργος Ναθαναήλ, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2016· Max Tegmark, Life 3.0 Τι θα σημαίνει να είσαι άνθρωπος στην εποχή τής τεχνητής νοημοσύνης; μετάφρ. Ν. Αποστολόπουλος, εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2018· Θ. Τάσης, Ψηφιακός ανθρωπισμός, Εικονιστικό υποκείμενο και τεχνητή νοημοσύνη, εκδ. ΑρμόςΑθήνα 2019· Ray Kurzweil, The Age of Spiritual Machines: When Computers Exceed Human Intelligence, Viking Penguin, USA 1999· Alan Turing, “Computing Machinery and Intelligence” (1950), στον τόμο: The Essential Turing Seminal Writings in Computing, Logic, Philosophy, Artificial Intelligence, and Artificial Life plus The Secrets of Enigma, B. Jack Copeland (Ed.), Oxford University Press Inc., New York, 2004· Alan Turing, “Can Digital Computers Think?” (1951), στον τόμο: The Essential Turing Seminal Writings in Computing, Logic, Philosophy, Artificial Intelligence, and Artificial Life plus The Secrets of Enigma, B. Jack Copeland (Ed.), Oxford University Press Inc., New York 2004· Nick Bostrom, Superintelligence, Paths, Dangers, Strategies, Oxford University Press, Oxford 2014· Jean-Gabriel Ganascia, “Artificial intelligence: between myth and reality”, THE UNESCO Courier, July-September 2018· Y. Wilks, Artificial intelligence: Modern magic or dangerous future?, Icon Books Ltd, London 2019.

3. Hannah Fry, Hello World: Άνθρωπος στην εποχή τού αλγόριθμου, εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα 2020. Frank Webster & Kevin Robins, Η εποχή τού τεχνοπολιτισμού, Από την κοινωνία τής πληροφορίας στην εικονική ζωή, μετάφρ. Κάτια Μεταξά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002. Neil Postman, Τεχνοπώλιο, Η υποταγή τού πολιτισμού στην τεχνολογία, μετάφρ. Κάτια Μεταξά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999.

4. Βλ. Χρ. Μαλεβίτσης, Η τραγωδία τής ιστορίας, Δώδεκα δοκίμια μεταϊστορικού προβληματισμού, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 31980.

5. Βλ. ενδεικτικά το αφιέρωμα: «Βιοτεχνολογία & Βιοηθική» τού περιοδικού Ίνδικτος, τεύχος 14 (2001), με κείμενα τών Σταμάτη Αλαχιώτη, Γιώργου Κουμάντου, Αντώνη Τρακατέλη, Μητρ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, Γιώργου Τσιάκαλου, John Breck, Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Σταύρου Γιαγκάζογλου. Επίσης το αφιέρωμα «Διλήμματα Βιοηθικής» τού περιοδικού Σύναξη, τ. 68 (1998), με κείμενα τών Ιωάννη Μπρέκ, Μάρκ Αντρόνικοφ, Εμμανουήλ Παναγόπουλου, Πέτρου Γιατζάκη, Αλέξανδρου Σταυρόπουλου, Βασιλείου Φανάρα, Πάνου Νικολόπουλου, Κώστα Ζάχου, Βασίλη Αργυριάδη. Tristram Engelhardt, Τα θεμέλια τής βιοηθικής, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2007. Απ. Νικολαΐδης, Από τη Γένεση στη γενετική, Εγχειρίδιο βιοηθικής, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2006. Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Νικόλαος Χατζηνικολάου, Ελεύθεροι από το Γονιδίωμα. Προσεγγίσεις Ορθόδοξης Βιοηθικής, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 2002. Εμμ. Σαρειδάκης, Βιοηθική, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2008. Μ. Βάντσος, Το επιστημονικά εφικτό και το ηθικά ορθό. Προσεγγίσεις Ορθόδοξης Βιοηθικής, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2016. Στ. Τσινόρεμα, Κ. Λούης (επιμ.), Θέματα Βιοηθικής, Η Ζωή, η Κοινωνία και η Φύση μπροστά στις προκλήσεις τών Βιοεπιστημών, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013. Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη, Ευ. Πρωτοπαπαδάκης, Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή (επιμ.), Βιοηθικοί προβληματισμοί III, Το παιδί, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2018. Περαιτέρω ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία βλέπε σε αυτόν τον ιστότοπο τού Κέντρου Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος: 

6. Για το ζήτημα τού ηθικού ελέγχου τής τεχνητής νοημοσύνης βλ. ενδεικτικά M. Anderson & SLAnderson, “Machine EthicsCreating an Ethical Intelligent Agent”, AI Magazine, 28 (4) 2007, 15. N. Bostrom & El Yudkowsky, “The ethics of artificial intelligence'', στο: K. Frankish & W. M. Ramsey (Eds.), Cambridge Handbook of Artificial Intelligence, Cambridge University Press, London, England 2014, J. Moor, The Nature, Importance, and Difficulty of Machine Ethics, IEEE Intelligent Systems, 2006, 21. doi: 10.1109/MIS.2006.80. St. Russell, Human Compatible: Artificial Intelligence and the Problem of Control, United States: Penguin Random House, New York 2019. The Belmont Report: Ethical Principles and Guidelines for the Protection of Human Subjects of Research, The National Commission for the Protection of Human Subjects of Biomedical and Behavioral Research, April 1979. Τ. Rahwan, J. Crandall, F. Ishowo-Oloko, I. Rahwan, Ethics, efficiency, and artificial intelligence: should we allow machines to impersonate humans?, Boston 2020.

7. Erik Conway & Naomi Oreskes, Η κατάρρευση τού δυτικού πολιτισμού, Μία εικόνα από το μέλλον, μετάφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Οκτώ, Αθήνα 2016.

8. Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου, μετάφραση και επίμετρο Σ. Γουνελάς, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1996.

9. Βλ. το δίτομο έργο τού Yuval Noah Harari, Sapiens. Μία σύντομη ιστορία τού ανθρώπου, μετάφρ. Μ. Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015 και Homo Deus. Μία σύντομη ιστορία τού μέλλοντος, μετάφρ. Μ. Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017.

10. Κατά την άποψη τού Αμερικανού ιστορικού Lynn White, «για την παρούσα οικολογική κρίση ευθύνεται ιστορικά η ιουδαιοχριστιανική θεολογία, όπως αναπτύχθηκε και ερμηνεύθηκε κυρίως στη δυτική Εκκλησία, μέχρι και τους νεώτερους χρόνους». Βλ. L. White, “The Historical Roots of Our Ecologic Crisis”, Science, τόμ. 155, τεύχος 3767 (10 Μαρτίου 1967), σσ. 1203-1207. Για μία συζήτηση τών θέσεων τού Lynn White βλ. Ιω. Ζηζιούλας (Μητρ. Περγάμου), Η κτίση ως Ευχαριστία, Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα τής Οικολογίας, εκδ. ΠορφύραΑθήνα 32019.

11. Σύμφωνα με τον Turing: “... for it seems probable that once the machine thinking method had started, it would not take long to outstrip our feeble powers. [...] At some stage therefore we should have to expect the machines to take control, in the way that is mentioned in Samuel Butler’s ‘Erewhon’”· βλ. A. M. Turing, “Can Digital Computers Think? (1951)”, στον τόμο: The Essential Turing Seminal Writings in Computing, Logic, Philosophy, Artificial Intelligence, and Artificial Life plus The Secrets of Enigma, B. J. Copeland (ed.), Oxford University Press Inc., σσ. 473-475. Βλεπίσης R. Kline, “Where are the Cyborgs in Cybernetics?”, Social Studies of Science, Vol. 39, Issue 3 (2009), σσ. 331-362. M. E. Clynes – Nathan S. Kline, “Cyborgs and space”, Astronautics (September 1960), σσ. 26-27, 74-76.

12. Κατά τον Francis Fukuyama, «Εκείνο που έφτασε στο τέλος του δεν ήταν η αλληλουχία τών γεγονότων […] αλλά η Ιστορία, δηλαδή η ιστορία με την έννοια τής ενιαίας, συμπαγούς, εξελικτικής διαδικασίας, που περικλείει την εμπειρία όλων τών λαών σε όλες τις εποχές». Βλ. Fr. Fukuyama, Το τέλος τής ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, μετάφρ. Αχ. Φακατσέλης, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1992. Βλ. επίσης P. Anderson, Θεωρίες για το τέλος τής Ιστορίας, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1994.

13. Η περίφημη αναφορά για την τεχνολογία τού Rene Descartes βρίσκεται στο έργο του Discours de la Methode, Leyden 1637, 6ο μέρος, σ. 62: «Επειδή [αυτή η γνώση] με έκανε να καταλάβω ότι είναι δυνατόν να φτάσω σε μία γνώση που είναι πολύ χρήσιμη για τη ζωή, και ότι αντί αυτής τής θεωρητικής φιλοσοφίας, που διδάσκεται στα σχολεία, μπορεί κανείς να βρει μία πρακτική, με την οποία γνωρίζοντας τη δύναμη και τις ενέργειες τής φωτιάς, τού νερού, τού αέρα, τών αστεριών, τών ουρανών και όλων τών άλλων σωμάτων που μάς περιβάλλουν, τόσο ξεκάθαρα όσο γνωρίζουμε τις διάφορες συναλλαγές τών τεχνιτών μας, θα μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε με τον ίδιο τρόπο για όλες τις κατάλληλες χρήσεις και έτσι να μάς κάνουν κύριους και ιδιοκτήτες τής φύσης. Αυτό που κυρίως είναι επιθυμητό δεν είναι απλώς η εφεύρεση ενός άπειρου αριθμού τεχνικών εφαρμογών, πράγμα που θα έκανε κάποιον να απολαύσει, χωρίς κανένα πόνο, τους καρπούς τής γης και όλες τις ανέσεις που υπάρχουν, αλλά κυρίως επίσης η διατήρηση τής υγείας, που είναι αναμφίβολα το πρώτο καλό και το θεμέλιο όλων τών άλλων αγαθών αυτής τής ζωής».

14. Th. Hylland Eriksen, Η τυραννία τής στιγμής, Γρήγορος και αργός χρόνος στην εποχή τής πληροφορίας, μετάφρ. Α. Σίμογλου, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005.

15. Βλ. Mark O' Connell, Ο άνθρωπος τού μέλλοντος, Η προσπάθεια να επιμηκύνουμε τη ζωή μας και να λύσουμε το πρόβλημα τού θανάτου, μετάφρ. Γ. Στάμου, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2019. Fr. Damour, Μακάριοι οι θνητοί. Γιατί είναι ακόμη ζωντανοί, μετάφρ. Ν. Μαλλιάρης, εκδ. Μάγμα, Αθήνα 2018. Βλεπίσης τη σχετική εργογραφία τού R. Kurzweill: The Age of Intelligent Machines (1990), The 10% Solution for a Healthy Life (1993), The Age of Spiritual Machines (1999), Fantastic Voyage: Live Long Enough to Live Forever (2004 - μαζί με τον T. Grossman), The Singularity Is Near (2005), Transcend: Nine Steps to Living Well Forever (2009), How to Create a Mind (2012).

16. Βλ. Θ. Τάσης, Ψηφιακός ανθρωπισμός, Εικονιστικό υποκείμενο και τεχνητή νοημοσύνη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019.

17. Βλ. Π. Νέλλας, Ζώον θεούμενον, Προοπτικές για μία ορθόδοξη κατανόηση τού Ανθρώπου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 22000.

18. Βλ. Ιω. Ζηζιούλας, «Ευρώπη και Θρησκεία: Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον», Εισήγηση στην Ημερίδα τής Ακαδημίας Αθηνών με θέμα: «Οι πολιτιστικές ρίζες τής Ευρώπης» (7-12-2010), η οποία δημοσιεύθηκε στον τόμο τής Ακαδημίας Αθηνών, Ελληνισμός και Ευρώπη, Διαχρονική θεώρηση, Αθήνα 2011, σσ. 127-133.

19. Στις 15-18 Οκτωβρίου επιστήμονες τού CERN συμμετείχαν σε μία συνάντηση με θέμα: «Big Bang και διαφορετικές όψεις τής γνώσης: προς μία κοινή γλώσσα;», που διοργάνωσε ο οργανισμός Wilton Park σε συνεργασία με το CERN στη Γενεύη. Διακεκριμένα πρόσωπα από την επιστήμη, τη φιλοσοφία και τη θεολογία κλήθηκαν να εξετάσουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες και να προβληματισθούν σχετικά με το τι κοινό έχουν οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις. Είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μία κοινή γλώσσα που να επιτρέπει έναν εμπλουτισμένο διάλογο; Η συνάντηση επέτρεψε σε επιστήμονες από διάφορους κλάδους να συζητήσουν με φιλόσοφους και θεολόγους διαφορετικών θρησκειών σχετικά με τη φύση τής θεωρίας τού Big Bang. Βλ. ενδεικτικά: ΕΔΩ και ΕΔΩ.

Επίσης, στις 9-10 Οκτωβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Θεολογία και Σύγχρονη Φυσική: Ο άνθρωπος ανάμεσα στο μυστήριο τού Θεού και το μυστήριο τού Σύμπαντος», το οποίο διοργάνωσαν το Τμήμα Θεολογίας τού Α.Π.Θ. και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικών Ερευνών (CERN). Στόχος τού Συνεδρίου υπήρξε, σύμφωνα με τους διοργανωτές, «να συζητηθούν οι συνέπειες τών νέων ανακαλύψεων τής επιστημονικής σκαπάνης στον χώρο τής Ορθόδοξης Θεολογίας, να διερευνηθούν οι περιοχές αμοιβαίου ενδιαφέροντος μεταξύ τών δύο πεδίων και να επανεξετασθούν οι σχέσεις τους, υπό το φως τών τελευταίων πορισμάτων τής εκατέρωθεν έρευνας». Βλ. ΕΔΩ. Προς την κατεύθυνση αυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο τού Francis Collins, τού μακροβιότερου διευθυντή τού National Institutes of Health στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Η γλώσσα τού Θεού. Ένας επιστήμονας δίνει μαρτυρία για την πίστη, Πρόλογος-Εισαγωγικά Σχόλια Στ. Αντωναράκης, μετάφρ. Θρ. Κετσέας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2017.

20. Βλ. Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, Το χάραγμα τού Αντίχριστου στην ορθόδοξη παράδοση, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 1997.

21. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον Β΄ 3, PG 29,33C: «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην· πολλά απεσιώπησεν, ύδωρ, αέρα, πυρ, τα εκ τούτων απογεννώμενα πάθη· α πάντα μεν ως συμπληρωτικά τού κόσμου συνυπέστη τω παντί δηλονότι· παρέλιπε δε η ιστορία, τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα». Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον Α΄ 10, PG 29,25Α: «Τούτων δ αν σοι δοκή τι πιθανόν είναι τών ειρημένων, επί την ούτω ταύτα διαταξαμένην τού Θεού σοφίαν μετάθες το θαύμα. Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις, επειδάν ο τρόπος καθ ον γίνεταί τι τών παραδόξων εξευρεθή· ει δε μη, αλλά το γε απλούν τής πίστεως ισχυρότερον έστω τών λογικών αποδείξεων».

22. Βλ. Ιω. Ζηζιούλας, Ελευθερία και ύπαρξη, Η μετάβαση από τον αρχαίο στον χριστιανικό Ελληνισμό, Πέντε μαθήματα στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν (1983), εκδ. Δόμος, Αθήνα 2019.

23. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΙΘ΄, Εις Ιουλιανόν, PG 35, 1053D.





Δεν υπάρχουν σχόλια: