Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης της σκέψης (3)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Ο Beierwaltes και η υπερβατικότης τής σκέψης.

Mancini Sandro.

Δικαίως λοιπόν ο Beierwaltes υπενθυμίζει ότι ο νεοπλατωνισμός, συλλαμβάνοντας την πραγματικότητα σαν Θεοφάνεια τής Αρχής, όχι μόνον σκέφθηκε αναφορικά το Ένα στην τελειότητά του, αλλά σκέφτηκε μ’αυτό και την Διαφορά, σαν απόλυτη επίσης! [διαφοροποιούμενος από τον Endre von Ivanka ο οποίος κατηγορεί τον αρχαίο Πλατωνισμό ότι χαρακτηρίζεται από έναν πανθεϊστικό μονισμό, τον οποίο υπερέβη ο Χριστιανικός Πλατωνισμός. Ούτε ο Πλωτίνος, ούτε ο Πορφύριος, ούτε ο Πρόκλος εγγράφονται στην απορροή τής πρώτης αρχής, διότι και στους τρείς είναι παρούσα η διαίσθηση μιας πτώσεως  η οποία συμπίπτει με την καταγωγή τού κόσμου]. Διότι τιθέμενο σαν όλον στο όλον, δηλαδή σαν καθαρή μη-Διαφορά, το Ένα προτείνεται στην σκέψη σαν απόλυτη διαφορά σε σχέση με όλο αυτό που παρουσιάζεται σαν άλλο από αυτό, και από αυτό θεμελιωμένο.

          Στο φως τής ερμηνείας μου, η προσφορά τής ανάγνωσής τού νεοπλατωνισμού τού Beierwaltes  σε μία υπερβατική φαινομενολογία, η οποία συντάσσεται με μία διαλεκτική και την ερμηνευτική οντολογία και δεν αποκλείεται από την μεταφυσική, μπορεί να συγκεντρωθεί στην ιδέα τής αναζήτησης τής αλήθειας σαν μία ερώτηση νοήματος απευθυνόμενη στα πρωτογενή φαινόμενα τής εμπειρίας, τα οποία συλλαμβάνονται με μία κίνηση διαισθητική τής αμέσου προφάνειας. Τώρα η κατανόηση αυτής τής τελευταίας απαιτεί να είναι διαμεσολαβημένη στοχαστικά με τον εαυτό της, με το απροϋπόθετό της (apriori) και αυτή η πρώτη υπερβατική μεσολάβηση παράγει μία αποκέντρωση τής αμέσου φαινομενικής φιγούρας, η οποία φανερώνει τα φαινόμενα σαν τα όντα τα οποία τοποθετούνται στο βάθος τού Είναι. Αυτή η πρώτη οντολογική μεταμόρφωση τής εμπειρίας δεν ολοκληρώνει την διαλεκτική της έκφρασης: επαναλαμβάνοντας μία τέτοια αποκέντρωση, το Είναι αποκαλύπτεται σαν φανέρωση μίας περαιτέρω ποιο έντονης ενότητος τής σημασίας (του νοήματος). Σ’αυτό τον δεύτερο υπερβατικό πλου το Είναι εξετάζεται στο φως της διαλεκτικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς, στην οποία με την σειρά της, ευθυγραμμίζεται ο ρυθμικός χτύπος του Ενός και των πολλών, και ακόμη πέραν αυτών, επέκεινα, η άσχετη και άρρητη πηγή εκείνου τού πρωταρχικού ρυθμού (καταγωγικού). Έτσι από την άποψη τής γνωσιολογίας, αυτή η αποκέντρωση έρχεται στο φως όταν το φαινόμενο επιδεικνύει στην σπείρα του, στον νου μας, τα ίχνη τής νοητικής μεσολαβήσεως στην οποία φυλάσσεται η εσωτερική του νομιμότης, η συνθήκη τής δυνατότητός του. Αλλά αυτή η πρώτη, απαραίτητη, αναφορικό-αφομοιωτική μετακίνηση από το φαινομενικό επίπεδο στο ειδητικό επίπεδο, δεν ολοκληρώνει την έρευνα τού νοήματος, διότι το πλαίσιο τών ουσιών, με την σειρά του είναι νοητό μόνον χάριν στην αξία μιας ακόμη αποκεντρώσεως : σ’αυτό το εσωτερικό τού όντος, η ουσία, υπολογίζεται σαν τέτοια μόνον εάν τήν υπολογίσουμε σαν να πηγάζει από μία επόμενη μη-αναπαριστώμενη potentia fontana (όνομα τού Ενός που επινόησε ο Μάριο Βιττορίνο) στην οποία ανεβαίνουμε διά της αποφατικής οδού, αποκλείοντας προοδευτικά από την ειδιτική πολλαπλότητα αυτό που δεν είναι Ένα. Διατρέχοντας τίς Εννεάδες ΙΙΙ και V, αυτή η υπέρτατη αποκέντρωση τής σημασίας (του νοήματος), ο Beierwaltes διαγράφει σ’αυτό το ερμηνευτικό κλειδί την προσέγγιση του Πλωτίνου και την οικειοποιείται: μία τέτοια α-διαφοροποίηση, στην οποία το Ένα διαφαίνεται σαν α-πειρον (χωρίς όριο), άνειδον (χωρίς ουσία), άμορφον (χωρίς φόρμα), είναι μία απόλυτη απλότης η οποία συμπίπτει με την πιο έντονη και υψηλή αυτοσυγκέντρωση μίας σκέψης, η οποία είναι ο εαυτός της, πριν ακόμη από την ωρίμανση τού ξεδιπλώματος, του ανοίγματος στον σκεπτόμενο και στην σκέψη.

          Η αναγωγική διαδρομή (ανάβαση) η οποία κορυφώνεται στο Ένα, η επιστροφή, έχει σαν στροφή και γύρισμα την συμμετρική διαδρομή τής κατάβασης, τής καταγωγής, την πρόοδο με την οποία η Μονή εξέρχεται από την ατάραχη στάση της και παρά το ότι παραμένει πάντοτε στραμμένη στον εαυτό της, γεννά το πρώτο αρχέτυπο τής σκέψης στραμμένο έξω από τον εαυτό του, στον αιώνιο αυτοστοχασμό που είναι η ιδιότητά τού Νου, σαν το Ένα που σκέπτεται και σαν το Ένα που είναι, (συμμορφούμενος στην δεύτερη υπόθεση του Παρμενίδη του Πλάτωνος). Επομένως ένα τέτοιο άχρονο αρχέτυπο μαζί με όλα τα αρχέτυπα που συγκεντρώνονται σ’αυτό σε νοητή ενότητα, υψώνεται σε μέτρο διάκρισης και αξιακό κριτήριο για τα όντα τα οποία ξεδιπλώνουν στον εσωτερικό χρόνο της ψυχής και ακόμη πιο κάτω, της χαοτικής αισθησιακής πολλαπλότητος. Ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα τής εικόνος, ο Beierwaltes φανερώνει πώς στον Πλωτίνο ο Νους παίζει τον ρόλο μίας ενότητος τής εικόνος η οποία συγκεντρώνεται γύρω από αυτόν σε ένα είδος περιδινούμενου χορού, σαν την εμφάνειά του και η οποία σύγκειται στην ψυχή: θεωρητικώς, κατόπιν, αυτή η Τρίτη υπόσταση προσφέρει στις συσσωρεύσεις (στις αγορές) τών αισθητών σωμάτων την ιδιαίτερή τους ενότητα, παρότι λιγότερο έντονη από εκείνη που γεννιέται στην δεύτερη υπόσταση, αλλά σφυρηλατημένη και αυτή από την τροχιά της γύρω από την ψυχή. Ακριβώς αυτή η χορευτική περιδίνηση τής ψυχής γύρω από τον Νου και εκείνη η ταυτόχρονη τού Νου γύρω από το Ένα-Αγαθό, αυτή η κυκλική κίνηση, ελευθερώνει την ενοποιό ενέργεια, έτσι ώστε στην αισθητή εικόνα όπως και στην ψυχική και στην ειδιτική, η διαλεκτική τής ταυτότητος και της διαφοράς, δεν καταλήγει σε μία στατική επανάληψη, στην κυκλική απαλλαγή των πολώσεων, αλλά δίνει την ευκαιρία τής υπεροχής τού πρώτου πόλου στον δεύτερο, τής προόδου τής αρμονίας, σε εκείνον τής διαλύσεως και υποστηρίζει την ομοιότητα στην προσπάθεια του να μην νικηθεί από την ανομοιότητα, αλλά μάλλον να υπερισχύσει σ’αυτή χωρίς να την εκμηδενίσει. Αυτή η κινητικότης ποιητικών και διαχωρισμένων εικόνων, την οποία πραγματοποίησε ο Πλωτίνος και επανεργοποίησε ο Beierwaltes, συγκλίνει στην ανθρωπολογία: ο Γερμανός στοχαστής αντλεί από τις Εννεάδες (ιδιαιτέρως VI, 7.6) συγκεντρώνοντας την λειτουργία των τριών επιπέδων στην οποία συστήνεται ξεκινώντας από την αναφορά στο υπερβατικό Ένα, στην υποχώρησή της από την εμφάνεια για να τοποθετηθεί σαν βαθμιαία αξιολόγηση. Το πρώτο επίπεδο είναι τού Νου, ο οποίος διαφυλάσσει την ενότητα και την καθολικότητα της ανθρώπινης καταστάσεως. Στο κατώτερο επίπεδο της ψυχής, στην συμπλοκή του αισθητού και του νοητού, τού χρόνου και του αιώνος, βρίσκεται η πράξη τού ανθρώπου. Η πράξη έχει το κριτήριο τής επαλήθευσης, μαζί με το μέτρο τής ενεργητικής της δύναμης, στην συμμόρφωση με τον Νου, και γι’αυτό απομακρύνεται τόσο περισσότερο από το αληθές, και αδυνατίζει στην υπερβατική της δύναμη, όσο περισσότερο αφήνεται να οδηγηθεί από τις ωθήσεις του αισθητού και στρέφεται στο ιδιαίτερο. Τέλος ακόμη πιο κάτω βρίσκεται η Τρίτη εγγραφή της εκφράσεως κατά την οποία άνθρωπος τίθεται στο επίπεδο της αισθητής αντιλήψεως, η οποία κατέχει και αυτή μία επαληθευτική ανησυχία, παρότι πιο αδύναμη.

          Ακριβώς όμως από την σωματική της συνθήκη μπορεί να ξεκινήσει η μεταστροφή, η οποία κυλώντας την κατεύθυνση τής προθέσεως από την πολλαπλότητα προς την ενότητα, σπρώχνει την διαδικασία τής επανόδου, μέχρι την κορυφή τής μυστικής σιγής, την ένωση τής υπερβαίνουσας συγχρονότητας όχι μόνον τής ανεπίστροφης χρονικότητος, αλλά και την ίδια την αρχή τής μη-αντιφάσεως. Αυτή η υπαρξιακή στροφή προϋποθέτει την ελεύθερη απόφαση τού ανθρώπου να τεθεί στα ίχνη τού Ενός : μία επιλογή η οποία υποστηρίζεται από την συνειδητοποίηση ότι μόνον στο ρεύμα τής συγκεντρώσης ενοποιήσεως ο άνθρωπος μπορεί να βρει την σωτηρία του. Ο Beierwaltes ξεδιπλώνει εδώ, ακολουθώντας τον Πλωτίνο, όλο το ηθικό βάρος και στο έμφυτο σωτηριολογικό, στην φιλοσοφία του τής πραγματοποιήσεως τής εικόνος: στην πολύπλοκη διαδρομή τής επιστροφής, η σκέψη ενεργεί σαν ένα ξύπνημα τού αληθούς, το οποίο αδρανοποιημένο, κατοικεί ήδη μέσα μας και προκαλεί την απαραίτητη ενέργεια τής αποκόλλησης από το μοιραίο. Μ’αυτόν τον τρόπο τα εξωτερικά αισθητήρια επιμηκύνονται και μεταμορφώνονται φαντασιακά στα εσωτερικά αισθητήρια, επομένως στο βλέπειν και κρίνειν που ανήκουν στην ψυχή, επιτρέποντας της να ξεπεράσει το χάσιμο των αισθήσεων αυθυπερβαίνοντάς τα στο ανώτερο επίπεδο, στην νοητή ενότητα που ανήκει στο Νου. Εδώ γίνεται μία ριζική μεταμόρφωση τής συνειδήσεως, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μίας “επεκτάσεως και μιας εντατικοποίησης της γνώσεως σαν μία συγκέντρωση σταθερά αυξανόμενη στο ίδιο το Ένα”, κάτι που εξισούται με μία αποδοχή τής apriori θεμελίωσης τής σκέψης μας. Οι σκέψεις τής ψυχής δηλαδή οι οποίες πλάθουν τον αισθητό κόσμο, έχουν το κριτήριό τους τού μέτρου και τού νοήματος και τής αξίας στον Νου, τού οποίου είναι εικόνα!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: