Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμούλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

«Από τον υλικό στον άυλο κόσμο: Πώς φτάσαμε ώς εδώ;» (1) - Χρυσόστομος Α. Σταμούλης

                  

Η Ορθόδοξη Θεολογία εν πορεία και η «άυλη πραγματικότητα» της ύστερης νεωτερικότητας

Από τον υλικό στον άυλο κόσμο: Πως φτάσαμε ως εδώ;

Χρυσόστομος Α. Σταμούλης

«Είχα την ευτυχία πρώτη φορά να με ξεναγήσει στις Εκκλησίες ένας επιληπτικός που έμενε στο συνοικισμό Μουταλάσκης, ένα φτωχό συνοικισμό από Καππαδόκας, ο αδελφός του ο μεγαλύτερος ήτανε καροποιός, Γελίμης Γεώργιος, επιληπτικός. Να σου πω μια ερώτηση μου, κυρ-Νίκο, λέει, πως να κάμω τον Σταυρό μου, πότε, όταν ξέρω πως ανοίγοντας την πόρτα θα δω αντίκρυ μου στην Παναγία της Βλαχέρνας τον Σταυρό, για όταν πραγματικά τον βλέπω, καταλάβατε πόσο ταραγμένος ο νέος προβληματίζεται απάνω στα πράγματα, τι πλούσιες, τι πολυπίκοιλες είναι οι καταστάσεις των πραγμάτων και ποια η των πραγμάτων αλήθεια».

Παναγιώτατε, Εξοχώτατη κ. πρόεδρε,

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, σε αυτό το απόσπασμα από Ανέκδοτη Ομιλία του στη Βέροια, στις 25 Απριλίου του 1991, θέτει το ερώτημα του πραγματικού. «Τι εστίν» το πραγματικό και ποια η «των πραγμάτων αλήθεια». Ερώτημα, το οποίο ο ίδιος απαντά σε πολλά κείμενά του, με τρόπο δημιουργικό και οπωσδήποτε συμπεριληπτικό μιας παράδοσης, της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης, της οποίας ο παίζω-γράφος είναι μέτοχος και θιασώτης. Άλλωστε, νέτα-σκέτα δήλωνε, ότι είναι τέκνον της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τρέφεται από τα νάματά της. Και είναι αυτά τα νάματα που κυλούν στις φλέβες του, που τον οδηγούν να πει, ότι για να κατέβει -περί καθόδου πρόκειται- κανείς τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια χρειάζεται να σηκώσει βαριά, μαρμάρινη πλάκα2. «Χρειάζεται», λέγει, «η ψυχή του καθενός να γίνει παιγνίδι του ανέμου, προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού». Άλλωστε, συνεχίζει, «Η ομορφιά του πραγματικού, μονάχα σε όσους το υπομένουν αποκαλύπτεται». Και το σημαντικότερο, καταπώς σημειώνει, «Ομορφιά δεν είναι ο έρωτας του προικισμένου προσώπου·είναι η εγκαρτέρηση δίπλα, κοντά σ’ αυτό που δεν είσαι»3.

Έχω την αίσθηση, πως πολλές φορές στο χώρο της Θεολογίας και σαφώς και της Εκκλησίας, νιώθουμε ότι ζούμε εντός ενός κόσμου που δεν είμαστε. Ενός κόσμου που στέκεται μακριά από τα βασικά προτάγματα του Ευαγγελίου, ενός κόσμου που κινείται με ένταση ενάντια στον βαθύτερο τρόπο της υπάρξεώς μας. Γεγονός, που αμέσως οδηγεί στη λογική του εμείς και οι άλλοι, χωρίς ούτε μια υπόνοια ότι ενίοτε εμείς είμαστε οι άλλοι και οι άλλοι είναι εμείς4.

 ***
Το παρόν Συνέδριο, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την έκδοση του περιοδικού Θεολογία, επέλεξε να ασχοληθεί με ένα θέμα μείζον και ουσιαστικό. Θέλησε να δει την πορεία της Θεολογίας εντός της άυλης πραγματικότητας της ύστερης νεωτερικότητας. Και τούτο διότι ο καιρός είναι αυτός που ορίζει πάντα τα πράγματα. Άλλωστε, όπως συχνά πυκνά λέγεται, η θεολογία δεν μπορεί παρά να είναι ποιμαντική. Πράγμα που σημαίνει, πως γεννιέται από την ανάγκη του εκκλησιαστικού σώματος, που βρίσκεται ή οφείλει να βρίσκεται σε διάλογο με το σύνολο του κόσμου και της ζωής. Όταν ο Νεστόριος -διά του πρεσβυτέρου Αναστάσιου-, κατηγορεί τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας επί αιρέσει και τον καλεί να εξηγήσει γιατί αποδίδει στην Παναγία το κατά τη γνώμη του αντιβιβλικό, αντισυνοδικό και αντιπαραδοσιακό όνομα Θεοτόκος, εκείνος του απαντά με τον εξής δυναμικό και αποκαλυπτικό των πραγμάτων τρόπο: «Ει και μη εμνήσθη η σύνοδος της λέξεως, καλώς εποίησεν· ούτε γαρ εκινήθη τοιούτον τι κατ’ εκείνο καιρού. Διό ούτε ην ανάγκη τα μη ζητούμενα φέρειν εις μέσον. Ει και τα μάλιστα τη δυνάμει των εννοιών, οίδε Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν»5. Τούτο νομίζω αναλογικώ τω τρόπω απαντά και στην επιλογή του συγκεκριμένου θέματος εδώ και τώρα.

Η Εκκλησία, όπως και όλος ο κόσμος ζει στην εποχή και την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας. Πράγμα που σημαίνει, πως βρισκόμαστε εντός ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται από το υψηλό ρίσκο6, την ανασφάλεια, αλλά μαζί και τη διάθεση τονισμού των ελευθεριών7. Εντός ενός κόσμου στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας ανθρωπολογίας, συνεπώς και κοσμολογίας -με τη γλώσσα της Θεολογίας κτισιολογίας8-, που φαίνεται πως δοκιμάζει την αντοχή των υλικών και συνεπώς τη στατικότητα του οικοδομήματος του σύγχρονου πολιτισμού και όλων των δομών του· ενδεικτικά των πολιτικών, θρησκευτικών, οικονομικών και πολιτισμικών. Ζούμε εντός μιας κοινωνίας, η οποία ονομάζεται «εικονιστική» και η οποία όπως πολύ σωστά έχει υπογραμμιστεί: «χαρακτηρίζεται από την ανάδυση ενός καινοφανούς τρόπου παραγωγής και διακίνησης εικόνων, μέσω της ψηφιοποίησης, ο οποίος τείνει στην εξαύλωση των αγαθών (π.χ. εξουσία, πλούτος, πληροφορία) και των σχέσεων (διαπροσωπικών, οικονομικών και πολιτικών), η αρχιτεκτονική, το περιεχόμενο και η εγγύτητα των οποίων προσδιορίζονται ολοένα περισσότερο από αλγόριθμους. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες εξεικονίζονται και η πραγματικότητα γίνεται υβριδική, δηλαδή ταυτόχρονα φυσική και ψηφιακή»9. Οι αλγόριθμοι εισάγουν έναν νέο ντετερμινισμό. Τη θέση του Θεού των παλιών ντετερμινισμών, φαίνεται πως, εδώ, λαμβάνει η μηχανή10. Η μηχανή-Θεός που διεκδικεί με τον δικό της τρόπο τη σωτηρία του ανθρώπου. Η μηχανή οδηγεί την κοινωνία, οδηγεί και τα πρόσωπα. Οδηγεί τον άνθρωπο, του οποίου τα χαρακτηριστικά σταδιακά και μεθοδικά αλλάζουν. Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας γιγαντιαίας προσπάθειας μετατόπισης της ανθρωπινότητας. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας προσπάθειας διαμόρφωσης ενός νέου ανθρωπότυπου. Βρισκόμαστε εξαιτίας της εικονιστικής πραγματικότητας, όπου η εικόνα δεν διαβαίνει επί το πρωτότυπο, εντός μιας διαδικασίας μετατόπισης του ίδιου του πραγματικού. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας διάθεσης μετάβασης από τον άνθρωπο στον υπεράνθρωπο και ακόμα πιο πέρα στον μετάνθρωπο. Ενώπιον μιας εικονιστικής κοινωνίας αντικατάστασης, η οποία διά της «ριζικής ανθρώπινης αναβάθμισης» μοιάζει να κινδυνεύει τον κίνδυνο της κατάργησης του ανθρώπου11.

Και για να γίνω πιο σαφής οφείλω να περιγράψω, εν ολίγοις, τα φαινόμενα που ευαγγελίζονται την μετάβαση αυτή. Πρόκειται ουσιαστικά για τα κινήματα, επιστημονικά και όχι μόνον, του Υπερανθρωπισμού και του Μετανθρωπισμού, τα οποία έχουν συγκροτήσει πλέον σαφή θεωρία, αλλά και αναγνωρίσιμη επαρκώς πράξη. Συγκεκριμένα, ο Υπερανθρωπισμός ομιλεί στις ήπιες μορφές του για μια κάποια βελτίωση του ανθρώπου μέσω των ευγονικών μεθόδων και των τρόπων πνευματικής εξέλιξης και φτάνει, στις πιο προωθημένες, έως και το ξεπέρασμα των βιολογικών ορίων του ανθρώπου μέσω της τεχνικής12. Ο Μετανθρωπισμός, που κινείται πέρα από τον Υπερανθρωπισμό, διαιρείται σε Τεχνικό και Κριτικό. Ο Τεχνικός Μετανθρωπισμός, κατανοώντας την τεχνική ως αυτοσκοπό και εξάπαντος όχι ως μέσον και τον άνθρωπο ως ένα μεταβατικό στάδιο εξέλιξης, μιας τεχνικής ετερότητας που θα τον διαδεχτεί, ομιλεί για την «τελική υπέρβαση του ανθρώπου καθαυτού ακόμη και σε μεταβιολογική μορφή»13. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον μιας επιστημονικής εσχατολογικής θεώρησης, μιας εσχατολογίας της τεχνικής, εντός της οποίας ο άνθρωπος χάνει την αξία του, καθώς στο τέλος της πορείας αυτό που θα διασωθεί, αυτό που θα απομείνει δεν θα είναι ο όλος άνθρωπος, αλλά μόνον η νόηση14. Ο Κριτικός Μετανθρωπισμός, παρότι συμφωνεί με τους εκπροσώπους του Τεχνικού Μετανθρωπισμού στο γεγονός πως ο άνθρωπος δεν συνιστά αξία, δεν δίνει έμφαση -τούτο δεν σημαίνει πως μένει παντελώς αδιάφορος-, σε διαδικασίες βιολογικής αναβάθμισης. Ο καημός του είναι να σταθεί απέναντι στον ανθρωπισμό και κυρίως στην ανθρωποκεντρικότητα. Για τον λόγο ακριβώς αυτό αρνείται κάθε δυϊσμό και κάθε διάκριση μεταξύ ανθρώπου, ζώου και μηχανής15. Και ακόμα πιο πέρα αρνείται τη διάκριση, πολύ δε περισσότερο τη διαίρεση, σώματος και ψυχής στον άνθρωπο. Σκοπός του η κατάργηση «ταξικών και φυλετικών διακρίσεων λόγω των φενακών του ανθρωπισμού» και εν τέλει η άφιξη του ανθρώπου στον ήδη υπάρχοντα μετάνθρωπο που η δυτική ιδεολογία της προόδου εξαφάνισε16.

Βέβαια, η πάλη απέναντι στο υλικό στοιχείο, η πάλη ενάντια στο σώμα, η δυσανεξία, δεν είναι γέννημα της ύστερης νεωτερικότητας, μήτε της μετα-νεωτερικότητας και οπωσδήποτε ούτε της νεωτερικότητας. Πρόκειται για διαδικασία η οποία ξεκινάει από πολύ νωρίς στον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού. Στον δε χώρο της Χριστιανικής Εκκλησίας εμφανίζεται με ένταση στη διδασκαλία της αίρεσης του μονοφυσιτισμού, αλλά και στο αντίπαλο δέος του που υπήρξε η αίρεση του δυοφυσιτισμού. Και στις δύο περιπτώσεις η υποτίμηση και ενοχοποίηση της ύλης και εξαιρέτως του σώματος, πέρα από το γεγονός ότι απηχεί τις ιδέες του γνωστικισμού, του μανιχαϊσμού και του παραμορφωμένου Ιουδαϊσμού, αποκαλύπτει τον κοινό ηθικισμό των διαφορετικών έως και άκρως αντίθετων μορφών της αίρεσης η οποία αδυνατεί να αποδεχθεί ότι «Θεός ανθρώπω μείγνυται». Αδυνατεί, δηλαδή, να δεχτεί ότι ο «υψηλός» δημιουργός μπορεί να κοινωνήσει και κυρίως να ενωθεί με το υποδεέστερο δημιούργημα, στο οποίο η αμαρτία μοιάζει να συνιστά οντολογικό στοιχείο της «πεπτωκυίας» ανθρώπινης φύσης17. Γεγονός που δημιούργησε μια πολεμική απέναντι στο σώμα, απέναντι στην ύλη, η ηχώ της οποίας διαπέρασε ως αστραπή την ιστορία και έφτασε σε πολλές περιπτώσεις να δηλητηριάζει τα μέλη της εκκλησιαστικής κοινότητας ακόμα και σήμερα.


Σημειώσεις
1. Ανέκδοτη Ομιλία του Ν.Γ. Πεντζίκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέρροιας στις 25 Απριλίου 1991 . Η Ομιλία, μαζί με Πρόλογο του Γ.Χ. Χιονίδη, περιήλθε στα χέρια μου από τον μακαριστό δάσκαλο Νίκο Τζουμάκα.
2. Βλ. Ν.Γ. Πεντζίκης, Ποιήματα (Παλαιοντολογικά), εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 21: «“Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου”, έλεγε,/ θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά./ Τι βαρειά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,/ κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια».
3. Ν.Γ. Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987, σ. 130-131.
4. Ο Αρθούρος Ρεμπώ συχνά σημείωνε, πως «I, is an other», Alchemy of the Word. Πρβλ. Ν.Γ. Πεντζίκη, Προς Εκκλησιασμό, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66: «[…] το εγώ μου είν’ ένας άλλος […] Τόσοι άλλοι είμαι εγώ».
5. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Επιστολή 10, Προς τους Κωνσταντινουπόλει κληρικούς στασιάζοντας, PG
77, 64B.
6. Βλ. ενδεικτικά, K. Rasborg, Ulrich Beck: Theorising World Risk Society and Cosmopolitanism, εκδ. Palgrave Macmillan, New York 2021.
7. Βλ. Ι. Πέτρου, Κοινωνιολογία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 186,195.
8. Είναι σαφές, πλέον, πως το περιβάλλον εξαιτίας της ύβρεως του ανθρώπου και της εκ μέρους του εργαλειακής χρήσης του αγγίζει τα υπαρκτικά του όρια. Τούτο, δίχως αμφιβολία συνδέεται με την αδυναμία καθαρής όρασης, η οποία θα επέτρεπε την κατανόηση της εσχατολογικής του προοπτικής. Ως εκ τούτου είναι αναγκαία μια επανασύνδεση, μια αποκατάσταση της σχέσης της ιστορίας με τη φύση. Βλ. σχετικά, Χ.Α. Σταμούλη, Από την παθολογική συναισθηματικότητα στον οικολογικό ρεαλισμό της ευθύνης, https://antidosis.wordpress.com/2013/08/27/ (ανάκτηση 26/09/2023): «Έτσι, φθάσαμε σε πολλές περιπτώσεις, στην “ολοκληρωτική διχοτόμηση ανάμεσα στη φύση και την ιστορία, στα ιερά και τα εγκόσμια, στη λογική και το μύθο, στην τέχνη και τη φιλοσοφία”, και εσχάτως στην αισθητική και τη φιλοκαλία. Πρόκειται ουσιαστικά για φοβίες, που τροφοδοτούνται από τον άκρατο ατομικισμό, την εξουσιαστική διάθεση και τη δύναμη, όλα αυτά, δηλαδή, που συνιστούν μια μη-ορθοδοξία. Στα όρια μιας τέτοιας κατανόησης, η κτίση ή μένει χωρίς νόημα, καταντά απλό υλικό διεκπεραίωσης και τοποθετείται απέναντι στον άνθρωπο ανταγωνιστικά, ή σπάνια διεκδικεί όλο το νόημα για τον εαυτό της αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη αναφορά. Συνιστά, δηλαδή, “ανάγκη” που του στερεί την ελευθερία του και ως εκ τούτου ή πρέπει να απελευθερωθεί γρήγορα από αυτήν υποτάσσοντάς την ή πρέπει να παραδοθεί σ’ αυτήν για να υπάρξει «αληθινά». Ουσιαστικά, επαναλαμβάνεται η ιστορία με το υλικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Από τη μια, ο άκρατος υλισμός και από την άλλη, η διαδικασία εκπνευμάτωσης της ύλης. Η σάρκωση του Λόγου φαίνεται για μια ακόμη φορά να λησμονιέται. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, πάντως, ανθρώπινο σώμα και κτίση αποτελούν αναλώσιμα με ημερομηνία λήξης, χωρίς εσχατολογική διάσταση, αναφορά, έκσταση, επέκταση, άνοιγμα στην πλήρωση που προσφέρει “αεί” ο σαρκωμένος Λόγος, καταδικασμένα στο μηδενισμό. Δεν χωρά   αμφιβολία   ότι   τέτοιες   θέσεις   αποτελούν ηχώ, κουβαλούν τα σημάδια κοσμολογιών του παρελθόντος με τις οποίες συναντήθηκε, ή για να το πούμε σαφέστερα, εντός των οποίων εμφανίσθηκε και με τις οποίες πάλεψε ο Χριστιανισμός. Ενδεικτικά αναφέρω τον ελληνισμό, ως έκφραση ακραίας και μετριοπαθούς κοσμολογικής μεγέθυνσης, και μαζί τον γνωστικισμό, ως έκφραση μιας κάποιας κοσμολογικής σμίκρυνσης. Από τη μια, δηλαδή, η ταύτιση, η ειδωλοποίηση, η αποθέωση της κτίσεως και από την άλλη, η διαίρεση, η εγκατάλειψή της, ακόμη και ο μηδενισμός της. Βέβαια, θα λέγαμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, στο χώρο του Χριστιανισμού, δεν είναι η ειδωλοποίηση της κτίσης, ο νατουραλισμός ο οποίος δεν είναι εντελώς απών, αλλά κυρίως και κατεξοχήν η απαξίωσή της, η περιθωριοποίησή της, η αφαίρεση του νοήματός της, που προκύπτει από το φόβο της ειδωλοποίησής της. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος Χριστιανισμός φοβούμενος τη λατρεία της κτίσης “παρά τον κτίσαντα”, φαίνεται να αρνείται στη φύση το αυτονόητο της πλάσης της, αρνείται, δηλαδή, την παραπεμπτικότητά της, τη δυνατότητά της να “αποδεικνύει” το δημιουργό Θεό. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παρουσιάζεται το φαινόμενο ο άνθρωπος της Ορθοδοξίας για λόγους συνέπειας σε απρόσωπες επιταγές και κανόνες, που ντύνονται τον μανδύα της ορθοδοξίας, να πολεμά αυτό που βλέπει, να αρνείται την αποκάλυψη της αλήθειας, να μάχεται τη φύση στοχεύοντας το υπέρ φύσιν. Μια τέτοια φύση, όμως, κενή νοήματος και λόγου υπάρξεως δεν προκαλεί κανέναν σεβασμό και καμιά ευλάβεια. Τα πάντα χάνονται μέσα στην ανθρωπολογική αποκλειστικότητα». Πρβλ. Σ.Χ. Τσομπανίδης, Υπέρ της Οικουμένης. Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και της αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 437-461· Σ. Γιαγκάζογλου, Θεολογία και νεωτερικότητα. Δοκίμια για τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2023, σ. 357· π. Ι. Χρυσαυγής, Η δημιουργία ως μυστήριο. Θεολογική προσέγγιση της οικολογικής πρό(σ)κλησης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2023.
9. Θ. Τάσης, Ψηφιακός ανθρωπισμός. Εικονιστικό υποκείμενο και τεχνητή νοημοσύνη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019, σ. 11. Πρβλ. του ίδιου, Πολιτικές του Βίου ΙΙ: Η επιμέλεια του εαυτού στην εικονιστική κοινωνία, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2017.
10. Βλ. σχετικά, M. O’Gieblyn, God, Human, Animal, Machine, εκδ. Anchor Books, New York 2022.
11. Για την «ανθρώπινη αναβάθμιση», βλ. ενδεικτικά, Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021, σ. 14: «Με τον όρο ανθρώπινη αναβάθμιση περιγράφεται κάθε παρέμβαση με σκοπό την βελτίωση του ανθρώπου ή των λειτουργιών του σε ένα βαθμό μεγαλύτερο απ’ ότι είναι αναγκαίο για την διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας». Πρβλ. E. Juengst, What Does Enhancement Mean?, Enhancing Human Traits: Ethical and Social Implications, εκδ. Eric Parens, εκδ. Georgetown University Press, Georgetown 1998, σ. 29-47.
12. Βλ. σχετικά, Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, σ. 22-23.
13. Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, σ. 23.
14. Βλ. σχετικά, Ι. Βογιατζής, Sci-Fi και Θεολογία. Ο διάλογος των ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας και της Ορθόδοξης Θεολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2022, σ. 101: «Στο “2001” άνθρωπο σε κάνει η σκέψη, η νόηση […] Τονίζει ο σκηνοθέτης (Stanley Kubric) “Γίναμε άνθρωποι όταν μάθαμε να σκεφτόμαστε. Το μυαλό μάς έχει δώσει τα εργαλεία για να καταλάβουμε που ζούμε και ποιοι είμαστε. Τώρα είναι καιρός να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, να γνωρίσουμε ότι δεν ζούμε σε έναν πλανήτη αλλά ανάμεσα στα αστέρια και ότι δεν είμαστε σάρκα αλλά νοημοσύνη”».
15. Βλ. σχετικά, M. O’Gieblyn, God, Human, Animal, Machine, εκδ. Anchor Books, New York 2022.
16. Βλ. σχετικά, Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, σ. 26.
17. Βλ. σχετικά, Χ.Α. Σταμούλη, Ανθρώπινη φύση του Χριστού και αμαρτία στους Αντιοχειανούς Θεολόγους του 5ου αιώνα, Άσκηση αυτοσυνειδησίας, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2004, σ. 262-263. Πρβλ. Γ. Μαρτζέλου, Η Χριστολογία του Βασιλείου Σελευκείας και η οικουμενική σημασία της, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 169. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, σε ένα άκρως ενδιαφέρον αλλά συνάμα και αινιγματικό κείμενό του, σημειώνει τα εξής: «Είναι ανάγκη να προσέχουμε και να μην ταυτίζουμε την ασθένεια της “πεπτωκυίας” φύσεως με την εγγενή ατέλεια κάθε δημιουργημένης φύσεως. Δεν υπάρχει τίποτα το νοσηρό ή απαίσιο στη “φυσική ατέλεια ” της δημιουργημένης φύσεως εκτός από εκείνο που εισδύει “από πάνω” ύστερα από το γεγονός της πτώσεως. Στη φύση πριν από την πτώση, μπορεί κανείς ίσως να μιλά για έλλειψη και ελαττώματα. Αλλά στον “πεπτωκότα” κόσμο υπάρχει κάτι περισσότερο –μια διαστροφή, μια επανάσταση, μια βλασφημία που προκαλεί ίλιγγο, μια βιαιότητα (violence). Είναι ο χώρος του σφετερισμού», Δημιουργία και απολύτρωση, μετάφραση Παναγιώτου Κ. Πάλλη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 97.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
ΚΟΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΟΣΜΗΜΑ. ΥΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΚΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥΧΛΑ, ΚΑΤΗΦΟΡΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΛΑ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΑΡΓΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ  ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Αἱρετικὲς διδασκαλίες τοῦ καθηγητῆ Δογματικῆς καὶ Συμβολικῆς Θεολογίας τοῦ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ καὶ Κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ (2021-2024), Χρυσόστομου Σταμούλη

Ἀναδημοσίευση 21/2/2022
1) Περὶ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ ἔγγαμη γυναῖκα
Ο Χ. Σταμούλης στὸ βιβλίο του Ἔρως καὶ Θάνατος, (Ἀκρίτας, Ἀθῆνα 2009) καθὼς καὶ στὴν ἀνατύπωσή του (ἐκδόσεις Ἁρμός, Ἀθήνα 2019) γράφει: «ἀποτελεῖ κλασικὴ ἔκφραση μίας νοοτροπίας, ποὺ δημιούργησε συγκεκριμένο κλίμα ἐντός της Ὀρθόδοξης πνευματικότητας, ὅπου κυριαρχεῖ πλέον σχεδὸν ὁλοκληρωτικά, καὶ ὡς ἐκ τούτου καταθλιπτικά, ἡ συνήθεια, προκειμένου νὰ...μιλήσει κανεὶς γιὰ τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ, νὰ χρησιμοποιεῖ τὸν ὄρο ‘‘Παρθένος’’ [...] πρέπει σήμερα νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τὸν ἀγῶνα ὁ ἅγιος Κύριλλος καὶ ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου, ἀπέναντι στὸν Νεστόριο, δὲν τὸν ἔδωσε γιὰ τὴν παρθενία τῆς Παναγίας, ἀλλὰ γιὰ τὴ θεομητρότητά της. Καὶ τοῦτο διότι το ὄντως μυστήριο, τὸ μέγα μυστήριο δὲν εἶναι ἡ παρθενία, ἀλλὰ ἡ θεομητρότητα. [...] Ἡ παρθενία εἶναι μία δευτερεύουσα πραγματικότητα, ποὺ ἀληθεύει ὀντολογικὰ μόνο ὅταν δείχνει τὴ θεομητρότητα καὶ συνεπῶς τὴ θεοπρέπεια τῆς σάρκωσης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποκτᾶ καὶ τὸ ὁποιοδήποτε νόημά της. Θὰ τολμοῦσα ἔτσι νὰ πῶ, ὄτι η παρθενία εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ θεολογία τῶν ὠδίνων τῆς Μαρίας, προκειμένου νὰ ἀποδειχθεῖ, ἀπέναντι στὴν κάθε δόκηση ποὺ ἀρνιόταν τὴ θεότητα τοῦ Ἰησοῦ, μὲ τὸν πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ σαρκωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Εκείνο τὸ πρόσωπο ποὺ λογώνει τόσο τὴν παρθενία ὅσο καὶ τὴ θεομητρότητα καὶ ἀποδεικνύει πὼς ἡ Μαρία εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ἐκεῖνος τὴν κάνει νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Η δική της συμβολὴ περιορίζεται στὴν ἐλεύθερη κατάφασή της, στὴν ἀποδοχή της, δηλαδή, νὰ ἐκχωρήσει τὸ σύνολο τῆς ὑπάρξεώς της, προκειμένου νὰ γίνει ὁ τόπος, ἡ χώρα τοῦ ἀχωρήτου, ἐξάπαντος ὄχι ἕνα ἁπλὸ κανάλι, ὅπου θὰ σαρκωθεῖ ὁ Θεός. Και νομίζω, ὅτι μία τέτοια ἐξήγηση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ποῦμε καὶ τὸ κατὰ τὰ ἄλλα ‘‘αἱρετικό’’, πὼς ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη ἑνὸς ἐξωτερικοῦ ‘‘σήματος’’, ‘ἑνὸς ἐξωτερικοῦ ‘‘συμβόλου’’, ποὺ θὰ ἀπεδείκνυε τὴ θεοπρέπεια τοῦ μυστηρίου –τὴν ἀνθρωποπρέπεια ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀπεδείκνυε ἡ παρουσία τῆς Μαρίας-, ὁ Χριστὸς θὰ μποροῦσε νὰ γεννηθεῖ καὶ ἀπὸ μία ἔγγαμη γυναῖκα»[1] .

ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ

Αυτά ποὺ δὲν τόλμησε νὰ πεῖ οὔτε ὁ Ἄρειος καὶ ὁ Νεστόριος γιὰ τὴν Παναγία, τὰ ὑποστηρίζει ὁ Σταμούλης. Τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἔγγαμη γυναῖκα! Δηλαδὴ ὁ Ἄφθαρτος νὰ γίνει φθαρτός!

Η φράση τοῦ Σταμούλη, ὅτι «ὁ Χριστὸς θὰ μποροῦσε νὰ γεννηθεῖ καὶ ἀπὸ μία ἔγγαμη γυναῖκα», δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν «ἀρειονεστοριανικὴ» θέση περὶ τοῦ Χριστοῦ ὡς κτίσματος, ἀφοῦ, κατὰ τὸ δόγμα ἐκείνων δὲν μπορεῖ νὰ συμβεῖ πραγματικὴ ἕνωση τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ μὲ τὸν κτιστὸ ἄνθρωπο. Κατά τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Παρθενία καὶ ἡ Θεομητρότητα δὲν διαχωρίζονται, ὑπουργώντας τὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ μυστήριο τῆς γέννησης τοῦ Θεανθρώπου. Ὅσον ἀφορᾶ, τὸ ρῆμα «περιορίζεται», καθὼς καὶ τὴν ἔκφραση «ἐξάπαντος ὄχι ἕνα ἁπλὸ κανάλι», ποὺ χρησιμοποιεῖ, ὁ Σταμούλης, σὲ σχέση μὲ τὴν κατάφαση τῆς Παρθένου στὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, αὐτὰ κινοῦνται στὴ δική του λογικὴ ἀπαξίωσης τοῦ μυστηρίου τῆς Θεοτόκειας Παρθενίας.

Σκεπτόμενος καθένας τὸν ἀριθμὸ τῶν μνημονεύσεων τῆς Ἀειπαρθένου στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδίως στὴ Θεία Λειτουργία, ὅπου σὲ κάθε μικρὴ ἢ μεγάλη συναπτὴ μνημονεύεται ἡ Παναγία «Τῆς Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου Δεσποίνης ἠμῶν, Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας», δύναται νὰ ἐννοήσει, στὸν ὕψιστο βαθμό, τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκειας Ἀειπαρθενίας. Προφανῶς, οἱ σωτηριοκεντρικὲς τοῦτες ἐπικλήσεις ἐνοχλοῦν, ὅσους πάσχουν τὴν κατάθλιψη ἄρνησης τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει ἐπὶ γὴς Μητέρα. Πῶς, λοιπόν, ὁ Σταμούλης νὰ ὀρθοτομήσει τὸν λόγο τῆς ἀληθείας, ὅταν σύμφωνα μὲ τὸν λογοτέχνη Ν.Γ.Πεντζίκη, τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ «εἶναι ἀδύνατο νὰ κατανοηθεῖ παρὰ μόνο λατρευτικὰ καὶ ἐντός του ναοῦ, πρεσβείαις τῆς Τεκούσης, τοῦ Προδρόμου, τῶν Ἀποστόλων...»[2];

Καθίσταται πασιφανὲς ὅτι «ἡ παρθενία» τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὰ «ἕνα ἐργαλεῖο», ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σταμούλης, ποὺ σημειώνει ὅτι τοῦτο «τὸν σκοπὸ» εἶναι «τῆς γνώμης» πὼς διακόνησε «καὶ ἡ δογματικὴ κατοχύρωση τοῦ ὄρου ‘‘ἀειπάρθενος’’, μόλις τὸ 533» κατὰ τὴν Ἐ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Θὰ θέλαμε νὰ σημειώσουμε γιὰ αὐτό, ὅτι ἡ λέξη «μόλις», ποὺ χρησιμοποιεῖ, «λεκτικὸ πονήρευμα», σύμφωνα μὲ τον καθηγητὴ Κουρεμπελέ, σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν φανερώνει ἀργοπορία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ ἕναν παρυπόστατο ὄρο[3] , ἀλλὰ ἀποτυπώνει τὴν παντοτινὴ καὶ βέβαιη πίστη τῆς Εὐχαριστιακῆς Κοινότητας[4] . Αὐτὴ που εκφράζεται καὶ ζωγραφικά, μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας νὰ περιστοιχίζεται ἀπὸ τρία ἀστέρια, ἕνα στὸ μέτωπό της καὶ δύο στοὺς ὤμους της, ὅπως τονίζει ὁ καθηγητὴς Boosalis [5] . Φανερώνοντας ἔτσι τὴν, πρὸ τόκου, κατὰ τὸν τόκον καὶ μετὰ τόκον, ἀειπαρθενία της. Στὴν Ἐ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, λοιπόν, «δὲν λέγεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες κάτι καινούριο, ἀλλὰ μεταφράζεται διὰ τῆς τεχνικῆς ὁρολογίας ἡ ἀντίδραση σὲ μία νέα ἐπίθεση κατὰ τῆς Θεοτοκολογίας καὶ τῆς σωτηριολογικῆς σημασίας τῆς»[6] .

Θα θέλαμε νὰ σημειώσουμε ἐδῶ, ὅτι τὸ βιβλίο Ἔρως καὶ Θάνατος του Σταμούλη ἐπανεκδόθηκε τὸ 2019, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Ἁρμός», χωρὶς οὐδεμία ἀλλαγή, ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέα, ὡς πρὸς τὰ καίρια δογματικὰ λάθη ποὺ παρουσιάζει, καὶ εἶχε ἤδη ἐπισημάνει ὁ καθηγητὴς Κουρεμπελὲς σὲ εἰδικὴ πρὸς τοῦτο μονογραφία, μὲ τίτλο Ἠδονοδοξία, Κριτικὴ στὴ μεταπατερικὴ θεώρηση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου.

2) Περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς ἰδεολογικοῦ του προπατορικοῦ ἁμαρτήματος
Γράφει ὁ Σταμούλης: «Δυστυχῶς, κάτω ἀπὸ τὶς ἐπιδράσεις ἑνὸς ὄψιμου καὶ ἰδιόμορφου γνωστικισμοῦ, ὁ χριστιανισμὸς δὲν δέχθηκε σχεδὸν ποτὲ τὸν ἄνθρωπο ὡς ἔχει. Πίστεψε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ πιστεύει πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι μεῖον τὴ φύση του, ἕνα σῶμα καὶ μία ψυχὴ φυλακισμένα στην ἰδεολογία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Γι’ αὐτὸ ἀναλώθηκε στὰ ὅρια τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ –ὑπόλογης πάντα στὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης, ὅπου ὁ Θεὸς προσλαμβάνει τὸν ἄνθρωπο στὸ σύνολο τού–, στὴ δημιουργία ἑνὸς ἀνθρώπου ἄλλου, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ σίγουρα δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔπλασε ἡ ἀγάπη καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ»[7] .

3) Περὶ τοῦ μολυσμοῦ τῶν ἀντικειμένων τῆς Λατρείας
Ο Σταμούλης σημειώνει: «Νομίζω ὅτι ἡ Ἐκκλησία στὰ πλαίσια τῆς θείας οἰκονομίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ τρόπους, προκειμένου καὶ τὸ Μυστήριο νὰ τελεῖται, ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα ἀσφαλείας νὰ παρθοῦν, διότι τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα βρίσκονται σὲ ἕνα λατρευτικὸ τόπο, σ’ ἕνα τόπο προσευχῆς μποροῦν εὔκολα νὰ ἀποτελέσουν πηγὲς μόλυνσης καὶ διάδοσης αὐτῆς τῆς μολύνσεως στοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ σὲ μέλη ἐκτός της λατρευτικῆς κοινότητας».

Εδώ, ὁ ἴδιος ξεχνᾶ ὅτι τὰ ἀντικείμενα ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴ λατρεία της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας «λαμβάνουν εἰδικὴ καθιέρωση ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο σὲ σχετική, σύντομη ἀκολουθία. Τὰ λειτουργικὰ σκεύη, ὅπως τὸ δισκάριο, τὸ ποτήριο, ἡ λαβίδα, ἡ λόγχη καὶ δευτερευόντως τὸ θυμιατό, τὰ λειτουργικὰ βιβλία, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰκόνες ὀφείλουν νὰ καθαγιασθοῦν ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα μὲ τὴ χρίση ἁγίου Μύρου, δεδομένου ὅτι δὲν συνιστοῦν κοινὰ σκεύη, ἀλλὰ ἱερὰ ἀντικείμενα, κατάλληλα γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τῆς Θείας Λατρείας». Μέχρι τὸν ΙΓ΄ αἰῶνα ὁ «καθαγιασμὸς τῶν ἱερῶν σκευῶν δὲν γινόταν μὲ εἰδικὴ ἀκολουθία», ὅποτε τότε ἐμφανίστηκαν «οἱ πρῶτες λειτουργικὲς εὐχὲς καθαγιασμοῦ Δισκαρίου καὶ Ποτηρίου». Ἀλλὰ καὶ μόνο ἡ «λειτουργικὴ χρήση» τῶν ἱερῶν σκευῶν ἀποτελοῦσε πάντοτε ἕναν ἄτυπο τρόπο καθαγιασμοῦ[8].

Και τίθεται τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ὁ καθαγιασμὸς τῶν Σκευῶν, μὲ τὸ ἅγιο Μύρο, τὰ καθιστὰ ἱερὰ ἢ καὶ μόνο ἐκ τῆς χρήσεώς τους καθίστανται μεστὰ Χάριτος Πνεύματος Ἁγίου, πῶς μποροῦν, γιὰ τὴ «θεολογία» τοῦ Σταμούλη, νὰ ἀποτελέσουν πηγὴ μολύνσεως γιὰ τοὺς πιστούς; Πέρα δηλαδὴ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἱερὰ σκεύη προσεγγίζονται μὲ ἄσκηση στὴν καθαρότητα καὶ εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς ἱερουργούς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποϊεροποιεῖται ἀπὸ ἕναν δογματολόγο, ποὺ δηλώνει καὶ ἐκκλησιαστικός, ὁ ἱερὸς καθαγιασμός τους καὶ ἡ περικύκλωσή τους ἀπὸ τὴν ἁγιοπνευματικὴ χάρη; Δυστυχῶς, ὁ Σταμούλης, ὡς σκευοφθόρος, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴ λογική της ἀποϊεροποίησης τῆς Ἐκκλησίας καὶ μίας δῆθεν ἀνάγκης νὰ προσεγγισθοῦν ρυπαρὰ Σκεύη.

4) Περὶ πορνείας
Γράφει ὁ Σταμούλης, «ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα [...] εἶναι […] κοινωνία τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος συμμετέχει σ΄ἕναν τρόπο ὑπάρξεως». «Καὶ γιὰ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία» ὁμιλεῖ καὶ λέγει «πως αυτὴ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πόρνη». «Τί σημαίνει πορνεία;», ἐρωτᾶ, γιὰ ν’ ἀπαντήσει ὁ ἴδιος, ἡ «ἄρνηση τῆς σχέσης, δηλαδή, τὸ πρόσωπο ποὺ ἀρνεῖται τὴ σχέση πορνεύει». «Μὴν πάτε σὲ ἠθικιστικὰ σχήματα», σημειώνει, καλώντας ταυτόχρονα τὴν ὁμήγυρη, νὰ κατευθυνθεῖ δῆθεν «στὸν ὀντολογικὸ χαρακτῆρα τῶν πραγμάτων». Συνεχίζοντας, λέγει ὅτι: «ἡ πορνεία στὴν Ἐκκλησία, κατὰ Χρυσόστομο, δὲν εἶναι ἡ εἴσοδος σὲ ἄλλο σῶμα, ἀλλὰ ἡ πλεονεξία».*****«Ἡ πορνεία», συμπληρώνει ὁ Σταμούλης, «θεωρεῖται ὡς τέτοια, μόνο ὅταν εἶναι στοιχεῖο πλεονεξίας». Καὶ καταλήγει: «Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπῆρχαν πολυγαμικὲς σχέσεις»[9].

Θέλοντας νὰ ἑρμηνεύσουμε τὸ κείμενο τοῦ λογοτέχνη Ν.Γ.Πεντζίκη, κατανοοῦμε τὸ λόγο του, ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν κάποιοι θεωροῦν πὼς ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀξίζει (ὅπως ἡ περιπωση τῆς κοπέλας ποὺ γνώρισε ἐκεῖνος) ἢ ἀκόμα χειρότερα ἂν νομίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τελευταία στὴν κοινωνικὴ κατάταξη, χωρὶς ὑπόληψη, ὅπως ἡ πόρνη γυναῖκα, ποὺ νυμφεύθηκε ὁ Προφήτης Ὠσηέ, αὐτὸ δὲν ἀλλοιώνει τον χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας πού, κατὰ Πεντζίκη, εἶναι «ἀπὸ Θεοῦ καὶ κατὰ συγκατάβαση [...] ἐν Χριστῷ δωρεά, ὅπως καὶ ἡ ὕπαρξή μας, ἀσχέτως ἂν ἠμεῖς διὰ τοῦ παρόντος βίου τὴν κατασπιλώνουμε».

Η Ἐκκλησία κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, δὲν φέρει «σπίλον ἢ ρυτίδα ἢ τί τῶν τοιούτων», ἀλλὰ εἶναι «ἁγία καὶ ἄμωμος»[10] . Ὅποτε, ἡ ἑρμηνευτική του Σταμούλη, περὶ «ρωγμῶν» ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν πιστῶν, δὲν ἑδράζεται στὴν ἐννοιολογία τοῦ Πεντζικικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖο διακηρύσσει γιὰ τὸν Παύλο οτι ὑπῆρξε «Διερμηνευτὴς τοῦ σχήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατεδέχθη ἐξ ἀγάπης νὰ μαρτυρήσει ὁ ἀναστηθεῖς Θεάνθρωπος»[11] . Ο Σταμούλης, μάλιστα, περιέργως, ἐμπλέκει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἰωάννη Χρυσόστομου, λέγοντας ὅτι δῆθεν, κατὰ τὸν ἅγιο, ἡ πορνεία θεωρεῖται ὡς ἁμαρτία μόνον ὅταν εἶναι στοιχεῖο πλεονεξίας. Καὶ ἐρωτοῦμε, πότε ἀλήθεια, ἡ πορνεία δὲν ἀποτελεῖ στοιχεῖο πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ, ἀφοῦ ἀκυρώνει τὴν εὐλογημένη ἕνωση τοῦ γάμου, δηλαδὴ τὸ «καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»[12]; Όσο γιὰ τὴν πολυγαμία τῆς Παλαιοδιαθηκικῆς περιόδου ἐξηγεῖται λόγω τῆς τότε στερησής της θείας χάριτος, ἡ ὁποία ἀντιθέτως παρέχεται πλουσίως στὴν Καινὴ Διαθήκη μὲ τὴν εὐλογημένη μονογαμία, δηλαδὴ τὴν ἕνωση ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς στὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ γάμου.

5) Ἀβέβαιος Θεός;
Ξένη, πρὸς τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα, εἶναι καὶ ἡ θέση τοῦ Σταμούλη περὶ δῆθεν ἐξόδου τοῦ Υἱοῦ «ἀπὸ τὴ βεβαιότητα τῆς ἀγαπητικῆς τριαδικῆς κοινωνίας», προκειμένου νὰ «πάει στὸ μηδέν». «O Υἱὸς τοῦ Θεοῦ», σημειώνει αὐτολεξεί, «βγαίνει ἀπὸ τὴ βεβαιότητα τῆς ἀγαπητικῆς τριαδικῆς κοινωνίας καὶ πάει στὸ μηδέν. Ξέρει ὅτι θὰ τὸν σταυρώσουν, ὅτι θὰ τὸν φτύσουν, θὰ τὸν ματαιώσουν καὶ τὸ ἐπιλέγει»[13].

Μπορεί ποτὲ νὰ θεωρηθεῖ ὡς μηδενικὴ ἡ δημιουργία, στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἐνῷ ἀποτελεῖ, γιὰ ἐκείνη, τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, δηλαδὴ τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ «πρὸς τὸν (κτιστὸ) ἄνθρωπο εὐθὺς ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας τοῦ»[14]; Στὸν Ἄκτιστο Θεὸ δὲν ὑπάρχει γνωμικὸ θέλημα τὸ ὁποῖο ἀντίκειται στὴ φυσικὴ θέληση, ποὺ ἐκφράζει (καὶ ὡς σαρκωμένος) ὁ Θεὸς Λόγος. Πρωτάκουστα πράγματα, λοιπόν, ἀπὸ καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἐνθυμούμαστε, τὸ λόγο ποὺ συνέγραψε ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμά: «Ἢν οὒν ἀναγκαῖον», τονίζει, «γενέσθαι ἄνθρωπον ἀναμάρτητον καὶ ἀναμαρτήτως ζῆσαι καὶ οὕτω βοηθῆσαι τῷ ἐθελουσίως ἁμαρτόντι ἀνθρώπω»[15]. Συνεπῶς, ἀπὸ ποιὰ «βεβαιότητα», γιὰ τὸν Σταμούλη, ἐξέρχεται ὁ ἀναμάρτητος καὶ ἄτρεπτος Θεός, προκειμένου νὰ ἐνσαρκωθεῖ καὶ νὰ σώσει τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο;

6)Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς θεολογικῆς ἰδιωτικότητας
Τονίζει ὁ Σταμούλης: «Ἡ Θεία Εὐχαριστία στὰ ἀλήθεια εἶναι ἕνα σημεῖο, ποὺ δείχνει συμβολικὰ τὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Χριστό, αὐτὸ εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία»[16]. Ἐδῶ, ὁ ἴδιος προχωρᾶ στὸ ἀποκορύφωμα τῆς θεολογικῆς του ἰδιωτικότητας, κάνοντας λόγο γιὰ «σημεῖο» καὶ σύμβολο, ὅσον ἀφορᾶ τὴν Εὐχαριστία, ἐρχόμενος σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ὁποία ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ Μετάληψη «τῶν ζωοποιῶν καὶ φρικτῶν δωρημάτων»[17], ποὺ γίνεται «ἐπ’ εὐεργεσία καὶ ἁγιασμῶ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἠμῶν»[18] .

Όπως σημειώνει, μάλιστα, ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος, ὁ ὁποῖος ξεπέρασε τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, γενόμενος τέλειος, παρὰ τῷ Θεῷ, ἄνθρωπος[19] καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μεταφέρει τοὺς λόγους του: «ἐγὼ δὲ καθ’ ἑκάστην ἐκ τῶν ἁγίων σου μελῶν λαμβάνω τὴν ἰατρείαν, τουτέστι τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος»[20]. Τη στιγμή, λοιπόν, ποὺ ὁ Σταμούλης ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπιβολὴ ἀποχῆς ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας[21] , λόγω κορωνοϊοῦ, ἀδυνατεῖ νὰ παρακολουθήσει ἐκφράσεις Πατέρων, ὅπως τοῦ ἁγίου Βαρσανούφιου, ποὺ ὁμιλεῖ περὶ τῆς καθ’ ἡμέραν μετοχῆς. Σὲ αὐτὴ τὴν Πατερικὴ γραμμὴ στοιχούμενος ὁ μητροπολίτης Μπίχατς καὶ Πετροβατς τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας, Σέργιος, τονίζει ὅτι ὁ κορωνοϊὸς «δὲν θὰ κλονίσει τὴν πίστη μας οὔτε θὰ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία, ἀλλὰ σίγουρα θὰ διαχωρίσει τὰ σιτηρὰ ἀπὸ τὰ ζιζάνια, πιστοὺς ἀπὸ ἄπιστους, ἐμβαθύνοντας τὸ ἤδη βαθὺ χάσμα μεταξύ του Ἀγαθοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ»[22].

Η ἀνωτέρω, λοιπόν, ἐπιλογὴ τοῦ Σταμούλη πέρα ἀπὸ παρορθόδοξη εἶναι καὶ ἔκνομη, διότι ἐκεῖνος ἐνῷ προσελήφθη ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κράτος, προκειμένου νὰ διδάσκει Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐπιλέγει τὴν ἑτεροδοξία. Δασκαλεύει, λοιπόν, ὁ ἴδιος γιὰ ἄλλη μία φορὰ[23] τὴν Ἐκκλησία ὁμιλώντας περὶ τοῦ ρόλου της στὴ δημόσια πλατεῖα[24] .

7) Ἀτομικὰ πλαστικὰ κουταλάκια γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία

«Τοῦ ἀναφέρω», λέει ἡ δημοσιογράφος «τὶς περιγραφὲς πού μου μετέφεραν φίλοι μου ἀπὸ ἕνα χωριὸ ὄπου ο ἱερέας ἔκανε τὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας χρησιμοποιώντας ἀτομικὰ πλαστικὰ κουταλάκια». Ὁ Σταμούλης «Συμφωνεῖ». Συνεχίζοντας, σημειώνει: «Θὰ μποροῦσε νὰ βγεῖ μία κεντρικὴ ἀνακοίνωση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ νὰ ἀναφέρεται σὲ αὐτὴ τὴ δυνατότητα. Ξέρετε, ἴσως δὲν ἔχει γίνει ἀντιληπτὸ τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου ποὺ ἀντιμετωπίζουμε. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ζωντανὸ σῶμα ποὺ πρέπει νὰ προσαρμόζεται λειτουργικὰ στὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς, νὰ μὴν τὴν βλέπουμε ὡς μία πραγματικότητα δομημένη μὲ τρόπο ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀλλαγῆς. Ἂν ἡ ἐκκλησία μὲ μία ἀπόφασή της ἔδειχνε αὐτὴ τὴν ἀνοιχτότητα καὶ τὴν κατάφαση, ἂν γονατίσει δίπλα στὴν ἀγωνία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, τὸ σύνολο τοῦ κόσμου θὰ τὴν ἀγκαλίαζε»[25] .

Δηλαδή, ὁ Σταμούλης δέχεται τὰ πολλαπλὰ κουταλάκια σὲ ἀντικατάσταση τῆς μίας Ἁγίας Λαβίδας, ποὺ φανερώνει τὴν Παναγία, ἡ ὁποία μόνο Ἐκείνη μᾶς μεταδίδει τὸν Χριστό.

Με αὐτὸ τὸν τρόπο, παραδέχεται φθαρτότητα στὸ Σῶμα καὶ στὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὰ Τίμια Δῶρα, σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία του, μποροῦν νὰ μεταδώσουν ἀσθένεια καὶ θάνατο!!!


8) «Οἱ κανόνες [...] ἔρχονται καὶ παρέρχονται»;
Διαβάζουμε σὲ συνέντευξη τοῦ Σταμούλη: «Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει κανόνες. Ἡ ἀντίστοιχη διαδικασία τῶν νόμων εἶναι οἱ κανόνες. Κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔβγαζε κάποιους κανόνες καὶ ἔλεγε ὅτι τὰ μέλη τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας θὰ πρέπει νὰ ζήσουν ἔτσι. Οἱ κανόνες ὅμως δὲν εἶναι τὸ κυρίαρχο στὴν ὀρθοδοξία. Τὸ κυρίαρχο στὴν ὀρθοδοξία εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο. Οι κανόνες εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔρχονται καὶ παρέρχονται»[26] .

Πῶς μπορεῖ, λοιπόν, ὁ Σταμούλης νὰ τοὺς ἀπαξιώνει, ὅταν Ἐκεῖνοι «μὲ τὶς ἑρμηνεῖες τῶν δογμάτων ποὺ περιέχουν, φανερώνουν καὶ ρυθμίζουν τὴν σάρκωση τῶν δογμάτων μεσ’ στὶς συγκεκριμένες μορφὲς τῆς ζωῆς»; Τί σημαίνουν οἱ Κανόνες, γιὰ τὸν Σταμούλη; Ἐφήμερες εἰδήσεις; Δὲν ἀποτελοῦν τὴ βίωση τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στὴν ἱστορία, σύμφωνα δηλαδὴ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη;

Οι Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ ἀνήκουν στὸν χρόνο, δὲν ὑποδουλώνονται ὅμως σὲ αὐτόν, γιατί ἐκφράζουν, κάθε φορᾶ, τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεως.

9) Τὸ Ἄκτιστο ὑπὸ τοὺς νόμους τοῦ κτιστοῦ;
Συμπεραίνει ὁ Σταμούλης: «Ἄρα λοιπόν η δογματικὴ διδασκαλία, ἡ διδασκαλία μίας Ἐκκλησίας θὰ πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ ὅτι βρίσκεται πάντα κάτω ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους μίας εὐνομούμενης πολιτείας». Πέρα ἀπὸ τὴν ἰδιωτεύουσα θεολογία ποὺ ἐκφράζει καὶ στὴν παροῦσα τοποθέτησή του, θέτοντας τὸ ἄκτιστο ὑπὸ τοὺς νόμους τοῦ κτιστοῦ, δηλαδὴ θέτοντας τὸ ἄφθαρτο ὑποκείμενο στοὺς νόμους τῆς φθορᾶς, αὐτὴ δὲν συνάδει οὔτε μὲ τὴν κοσμικὴ θεώρηση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας-Πολιτείας, ποὺ ὑφίσταται στὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, τὴ λεγόμενη συναλληλία, ἡ ὁποία προϋποθέτει τὸν ἀμοιβαῖο σεβασμὸ καὶ τὴν ἰσοτιμία τοὺς[27].*****

10) Ὁ ἁγιασμὸς τοῦ πιστοῦ ἐν ζωῇ ἀνέφικτος;

«Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποῦ κοινωνοῦν; Πεθαίνουν ἀπὸ καρκίνο; Πεθαίνουν ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες; Ναί. Ἄρα, ὅταν λέμε γιὰ ἀθανασία στὰ πλαίσια τῆς Θείας Εὐχαριστίας δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἀθανασία τὴν τώρα, γιατί ὅλοι πεθαίνουμε, ἀλλὰ τὴν ἀθανασία ψυχῆς καὶ σώματος στὰ ἔσχατα». Η ἀπάντηση στὴν, ἐκ νέου, καινοφανῆ, ὅσον ἀφορᾶ τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα, τοποθέτηση τοῦ Σταμούλη δίδεται μέσα ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε», παρακαλεῖ ὁ πιστός, «ἀξίωσον μὲ μέχρι τελευταίας μου ἀναπνοῆς ἀκατακρίτως ὑποδέχεσθαι τῶν ἀχράντων Μυστηρίων τὸν ἁγιασμόν, εἰς ἴασιν ψυχῆς τὲ καὶ σώματος»[28]. Αἰτεῖται, δηλαδή, ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς τὴν παροντικὴ ἴαση ψυχῆς καὶ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴ μέλλουσα, ὅπως φαίνεται στὴν ἄλλη εὐχή: «Τὸ Σῶμά σου τὸ ἅγιον, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἠμῶν, γένοιτο μοὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον, καὶ τὸ Αἷμά σου τὸ τίμιον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Γένοιτο δὲ μοὶ ἡ εὐχαριστία αὔτη εἰς χαράν, ὑγείαν καὶ εὐφροσύνην· καὶ ἐν τὴ φοβερὰ καὶ δευτέρα ἐλεύσει σου ἀξίωσον μὲ τὸν ἁμαρτωλὸν στῆναι ἐκ δεξιῶν της σῆς δόξης, πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου Μητρός, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἀμὴν»[29] .

Εάν ποῦμε ὅτι ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς ἀφορᾶ τὰ ἔσχατα, τότε δὲν παραδεχόμαστε τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὅτι ὁ ἄκτιστος Θεὸς εἰσέρχεται διαρκῶς ἐντός του ἱστορικοῦ χρόνου μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές του καὶ ἔτσι τὰ ἔσχατα εἰσέρχονται μέσα στὴν ἱστορία. Διαφορετικά, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιωτικὴ «θεολογία» τοῦ Σταμούλη, ἀποδεχόμαστε τὴν ἀκοινωνησία κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, τὴν ὁποία πιστεύει καὶ διακηρύσσει κάθε διαφθορικὴ θεολογία ποὺ ἰδεολογικοποιεῖται.

Αλλά καὶ ἡ εὐχὴ τῆς Ἀναφορᾶς τῆς Θείας Λειτουργίας λέγει: «Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἠμῶν γεγενημένων, τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Τάφου, τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς Ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν Καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν Παρουσίας». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία θεωρεῖται ὡς γενόμενη. Δηλαδὴ μὲ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τὰ ἔσχατα ἔχουν εἰσέλθει μέσα στὴν ἱστορία. Συνεπώς, πῶς τολμᾶ καὶ προχωρᾶ, ὁ Σταμούλης, στὸ διαχωρισμὸ τῆς ἑνότητας παρόντων καὶ ἐσχάτων, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀθανασία ψυχῆς καὶ σώματος;

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΙ. ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΑ ΔΙΔΑΞΑΝ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΔΙΑΔΙΔΕΙ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η ΝΕΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΝΕΠΙΓΝΩΣΤΑ ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ ΤΗΣ.

Ὁμιλία –σύν Θεῷ- στήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία τοῦ Καθηγητοῦ Χρυσοστόμου Σταμούλη
Καθεδρικός Ἱερός Ναός τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας

21 Αὐγούστου 2025
«Εὐτυχῶς δέν φεύγουν ὁλοσχερῶς
οἱ σπουδαῖοι καί οἱ ἀγαπημένοι.
Ὑπάρχουν, καί μπορεῖς νά τούς δεῖς…»
Οἱ στίχοι αὐτοί τῆς ἀείμνηστης ποιήτριας Κικῆς Δημουλᾶ, Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί Πατέρες, τίμιοι Ἄρχοντες, μέλη τῆς Ἀκαδημαϊκῆς Κοινότητας, φίλοι καί οἰκεῖοι καί ἀγαπητοί ἀδελφοί, περιγράφουν τήν ἐλπιδοφόρα πίκρα πού ὑπάρχει στίς καρδιές ὅλων μας, τούτη τήν ὥρα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ μας πρός τόν μακαριστό ἤδη Καθηγητή Θεολογίας στό Ἀριστοτέλειο Πᾳνεπιστήμιο τῆς Πόλης μας, συνθέτη καί μουσικό, λατρευτό σύζυγο καί πατέρα, δάσκαλο καί πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας μας, Χρυσόστομο Σταμούλη.
Ἡ Αὐτοῦ Θειοτάτη Παναγιότης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μας κ. Βαρθολομαῖος, ἀπό τήν γενέτειρά του Ἴμβρο ἀνέπεμψε δέηση ὑπέρ ἀναπαύσεως τοῦ ἀοιδίμου Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί ἀνέθεσε εἰς ἐμέ, εἰ καί ἀναξίως, νά τόν ἐκπροσωπήσω στήν Ἐξόδιο Ἀκολουθία καί νά διαβιβάσω πρός τήν οἰκογένεια τοῦ μεταστάντος πρωτίστως, ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν πενθηφόρο ὁμήγυρη, τίς θερμές Πατριαρχικές συλλυπητήριες εὐχές του.

«Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος», ἔγραφε ὁ ἀοίδιμος Ἄρχων, «εἶναι μιά συγκλονιστικά μεγάλη μορφή γιά τήν Ὀρθοδοξία. Θά μείνει στήν ἱστορία για τά τεράστια βήματα πού ἔκανε… μέ καλά θεολογικά γράμματα, ἀλλά πάνω ἀπ’ ὅλα μέ πολλή ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο ὁλάκερο».
Ἡ ἀγάπη πρός τήν Ἐκκλησία καί τούς ἀνθρώπους ἦταν τό κέντρο τῆς ζωῆς καί τῆς θεολογικῆς προ(σ)φορᾶς τοῦ Χρυσόστομου Σταμούλη. Γι᾽ αὐτό καί ὅπου τήν ἔβλεπε, δέν δίσταζε νά τήν προβάλει: «Θέλω», ἔλεγε σέ πρόσφατη συνέντευξή του, «μιά Ἐκκλησία μέ ἀνοιχτότητα. Νά παραδώσουμε τόν ἑαυτό μας στήν ἀγάπη καί νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τό φόβο… Μόνο ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά ἐξορίσει τό φόβο… Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ φόβου, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως, πού σημαίνει τῆς Ἀγάπης, τῆς ἔκρηξης τῆς ἐλπίδας, τῆς προσδοκίας: ῾῾Προσδοκῶ Ἀνάσταση νεκρῶν᾽᾽, δηλαδή, θέλω χαρούμενους καί φωτεινούς Χριστιανούς, πού νά χαμογελᾶνε. Τό εἶπε καί ὁ καλός φίλος καί σπουδαῖος ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ῾῾Ὁ Θεός ἐν ἀρχῇ ἐποίησε ἕνα χαμόγελο᾽᾽».
Αὐτός ὁ στίχος τοῦ Χαραλαμπίδη, ὁπωσδήποτε τόν ἐξέφραζε περισσότερο ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο. Πάντα γελαστός ὁ Χρυσόστομος, ἀνοιχτόκαρδος, κυριολεκτικά μιά ἀνοιχτή ἀγκαλιά, στό σπουδαστήριο, στό ἀμφιθέατρο, στήν χορωδία, στόν ἐκκλησιασμό, στή χαρά καί στόν πόνο τῶν ἄλλων, δίχως φοβία καί δισταγμό. Μέ ζωντανό τόν πόθο «νά ἐπιστρέψει ὁ Θεός στήν κοινότητα», ὅπως ἔγραψε φίλος του σέ κάποιο ἀπό τά πολλά, γεμάτα ἀγάπη, δημοσιεύματα τῶν ἡμερῶν.
Ὁ Χρυσόστομος ἀγαποῦσε αὐθεντικά τήν Ἐκκλησία. Δέν ξεχώριζε τόν ἑαυτό του ἀπό Αὐτήν. Δημόσια ἔλεγε (τόν θυμᾶμαι χαρακτηριστικά, σ’ αὐτόν τόν Ναό, νά τό ὁμολογεῖ σέ ἐκδήλωση γιά τήν Λατρευτική Ἑβδομάδα) ὅτι ἀπό μικρό παιδί ζοῦσε στήν Ἐκκλησία, ὅπως ὁ ἴδιος σάν ποιητής, στιχουργοῦσε:
Κι ἀπό τότε τά παιδιά
παίζουν καί γελᾶνε
στ’ ἁλωνάκι τοῦ Θεοῦ
ὅλοι τραγουδᾶνε.
Ζοῦσε, ὄντως, στ’ ἁλωνάκι τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία, καί σ’ Αὐτήν τά ἔδωσε ὅλα. Στό Χριστό, στήν Παναγία, στούς Ἁγίους καί στήν κοινότητα. Καί ὡς ἄνθρωπος πού ζοῦσε στήν Ἐκκλησία, μέ γνησιότητα ἔβγαζε τόν πόνο του γιά ὅσα τόν πλήγωναν, δίχως νά διεκδικεῖ κανένα ἀλάθητο, ὑπερασπιζόμενος μέ ὅλο καὶ μεγαλύτερο πάθος τήν Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, δίχως νά χωρίζεται ποτέ ἀπό αὐτό τό Σῶμα, ἀλλά συμπορευόμενος, πάντα, μέ τούς ἄλλους, συγ-χωρῶντας. Ἔγραφε: «Ἡ συγχώρηση εἶναι δημιουργία, κίνηση καί τέχνη, ἔξοδος ἀπό τόν κλειστό ἑαυτό καί εἴσοδος στόν ἀστερισμό τοῦ ἄλλου, πού ἐπιτρέπει τήν ὕπαρξη ἐπί τό αὐτό ἐν ἀμερίστῳ καρδίᾳ. Ἕνας πυρετός εἶναι ἡ συγχώρηση καί μιά ἀντρειοσύνη, πού παλεύει τά σκοτάδια τῆς ἡρωοποίησης τῆς μοναξιᾶς· τά σκοτάδια τῆς ἀδράνειας καί τῆς διαστρέβλωσης, ἀποτέλεσμα στείρων συναισθηματικῶν προσποιήσεων πού φτάνουν ἕως καί τήν κόλαση τῆς ὑποκρισίας».
Ὁ Χρυσόστομος ἦταν καλλιτεχνική φύση, γνήσια φιλόκαλος καί σέ ἕναν διαρκῆ διάλογο μέ τόν πολιτισμό: «Ἀναδεικνύετε», τοῦ ἔλεγε ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τήν ἡμέρα τῆς χειροθεσίας του, «τήν ῾῾φιλοκαλική᾽᾽ ἤ ῾῾φιλόκαλη Αἰσθητική᾽᾽ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ τήν γραφῖδα, τόν λόγον καί τήν μουσικήν σας, ἀποκαλύπτετε τό θεολογικόν βάθος, τό ἄρρητον κάλλος καί τήν ἐξανθρωπιστικήν δύναμιν καί ἐμβέλειαν τῆς προτάσεως ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ θεολογική γλῶσσα, ὡς λόγος καί ὡς τέχνη, ὡς ἀρχιτεκτονική, ζωγραφική, ποίησις, μελωδία, πρέπει νά “σημαίνῃ” ] τήν ἀλήθειαν, τήν ὁποίαν ἐφανέρωσεν ἡ σάρκωσις τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ».
Αὐτή ἡ καλλιτεχνική καί φιλόκαλη διάσταση τῆς ζωῆς του ἦταν πού τόν ἔκανε νά μπορεῖ νά διαλέγεται καί νά συνυπάρχει μέ κάθε ἑτερότητα, γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κοινωνίας, γιά χάρη μιᾶς ζωῆς μαζί, ὅπου ὁ καθένας θά πλουτίζει ἀπό τήν ἑτερότητα τοῦ ἄλλου, ὅπως ὁ ἀγαπημένος του Νῖκος Γαβριήλ Πεντζίκης ἔγραφε: «[…] τό ἐγώ μοῦ εἶν’ ἕνας ἄλλος […] Τόσοι ἄλλοι εἶμαι ἐγώ» καί γι’ αὐτό, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός κοινός μας φίλος Μητροπολίτης Νιγηρίας Ἀλέξανδρος, πρωτοστατοῦσε «στήν προσπάθεια ἀφύπνισης τῆς κατ’ αὐτάς ὑπνώττουσας χριστιανικῆς, ὀρθόδοξης, συνείδησής μας. Γιά νά μήν εἶναι οἱ χριστιανοί ἐκεῖνοι πού δέν σέβονται τήν ἀξιοπρέπεια καί τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἀλλά ἐκεῖνοι πού βλέπουν τούς ἀνθρώπους ἀναστάσιμα, δηλαδή ὡς εὐκαιρία καί ὄχι ὡς ἀπειλή, ὡς συνοδοιπόρους καί ὄχι ὡς ἀντιπάλους, ὡς συντρόφους καί ὄχι ὡς ἐχθρούς».
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ Χρυσόστομος, ὁ φίλος καί δάσκαλός μας κεκοίμηται. Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας δέν ὁμιλοῦμε γιά ἕναν θάνατο μέ τήν ἔννοια τίς ὁριστικῆς παύσης τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἀλλά γιά ἕναν ὕπνο ἀπό τόν ὁποῖο θά ξυπνήσει ὁ ἄνθρωπος ὅταν θά ἀκούσει τίς σάλπιγγες τῆς Ἀνάστασης. Ἄλλωστε, «Προδοκοῦμε Ἀνάστασιν νεκρῶν», δέν πρέπει νά τό ξεχνᾶμε. Καί ὁ Χρυσόστομος, μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, ζοῦσε διαρκῶς μέ αὐτήν τήν προσδοκία. Μέ τήν προσμονή τῆς συνάντησης καί τῆς συνέχισης τῆς γιορτῆς, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπό τήν παροῦσα ζωή.
Ἔλεγε πάλι ὁ ἴδιος, σέ πρόσφατη συνέντευξή του: «Δέν εἶναι τό πρόβλημά μας ὁ σωματικός θάνατος. Αὐτός ἔχει νικηθεῖ! ῾῾Θανάτῳ θάνατον πατήσας᾽᾽, δέν λέμε; Ἔχει νικηθεῖ ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Τόν σαρκωμένο Θεό. Τό πρόβλημα εἶναι ὁ πνευματικός θάνατος, ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά κοινωνήσει μέ τόν συνάνθρωπο καί τόν ἴδιο τόν Θεό».
Αὐτά ζοῦσε ὁ Χρυσόστομος, αὐτά ἐνέπνεε στήν οἰκογένειά του καί στούς μαθητές του: «Ναί, αὐτό πού λέω στά παιδιά μου καί σέ ὅλους τούς μαθητές μου. Ξυπνῆστε τό πρωί, κάντε τό σταυρό σας καί πέστε ῾῾δόξα τῷ Θεῷ᾽᾽, ἡ ζωή εἶναι δῶρο».
Ἀγαπητέ φίλε Χρυσόστομε,
Μέ τίς εὐχές τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμένικοῦ Πατριάρχου μας καί μαζί μέ τούς ἀδελφούς ἐπισκόπους, τούς πρεσβυτέρους, τούς διακόνους, τούς ἄρχοντές μας, τούς συναδέλφους καί μαθητές σου καί ὅλη τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα, σέ παραδίδουμε μέ ἐμπιστοσύνη στά χέρια τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, τοῦ Σταυρωθέντος καί Ἀναστάντος Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ «μεγάλου Ἐρωτικοῦ», ὅπως Τόν ὀνόμαζες θεολογῶντας Τον, ἐμπνέοντας ἔτσι πολλούς καί ἰδίως νέους καί νέες, νά Τόν ἀγαπήσουν καί νά δοῦν καλά καί νά ἀπολαύσουν τήν στοργική ἀγκαλιά Του καί τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης Του. Σέ παραδίδουμε σ’ Ἐκεῖνον, πού σοῦ ἔχει ἑτοιμάσει «τόπον ἀναπαύσεως», ὅπως ἤδη ψάλαμε, καί Τοῦ ζητοῦμε νά παραβλέψει ὅσα κι ἐσύ ὡς ἄνθρωπος ἐπλημμέλησες στήν παροῦσα βιοτή καί νά σοῦ χαρίσει τήν ζωή τῆς Βασιλείας Του.
Στεκόμαστε δίπλα στήν Ἰωσηφίνα, μὲ τὴν ὁποία ἀγαπιέστε σαράντα δύο ὁλόκληρα χρόνια καί στούς καρπούς τῆς ἀγάπης σας, τόν Θανάση καί τήν Ἀλεξάνδρα, πού ‘ναι καί δική μας οἰκογένεια καί φίλοι καί ἀδελφοί, μέλη τῆς κοινότητάς μας.
Καί μαζί μέ ὅλα τά λόγια τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, μέ τά ὁποῖα σέ ἀποχαιρετήσαμε τούτη τή μέρα, σέ χαιρετᾶμε καί μέ τούς δικούς σου στίχους, πού ‘γιναν τραγούδια:
Αὐγουστιάτική μου θλίψη,
ποιός Θεός θά μᾶς καλύψει,
ποιά ἀγάπη, ποιά ἐλπίδα καί ποιό φῶς;
Αὐγουστιάτική μου θλίψη,
ποιός ἀλήθεια θά μοῦ λείψει
στό παιχνίδι πού ξεκίνησε ὁ καιρός;
Καί λές κι ἀκοῦμε τή φωνή σου νά μᾶς ἀπαντᾶ:
Καλή σας νύχτα φίλοι μου
Κι ἀφῆστε τήν καρδιά σας
Τραγούδι νά ἐρωτευθεῖ
Καί πᾶρτε τό κοντά σας.
Ἀγαπητέ Χρυσόστομε,
Τώρα πού θά φύγεις
Πᾶρε μαζί σου καί τό Χριστό.
Καλή Ἀνάσταση! Ὁ Θεός νά σ’ ἔχει κοντά Του
ΕΝΑ ΚΛΟΥΒΙΟ ΑΥΓΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΘΕΙ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΥΘΥΠΟΣΤΑΤΗ. Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΨΑΧΝΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΒΡΕΙ ΠΟΤΕ. Ο ΘΕΟΣ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΑΣ ΠΕΤΑΞΕ ΕΞΩ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΑΝΕΜΕΛΑ ΣΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ. ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ. 
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 9:35-38 
ΚAI ο Iησούς περιερχόταν όλες τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, διδάσκοντας στις συναγωγές τους, και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας, και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια στον λαό. Kαι βλέποντας τα πλήθη, σπλαχνίστηκε γι’ αυτά, επειδή ήσαν βασανισμένα και σκορπισμένα σαν πρόβατα που δεν είχαν ποιμένα. Tότε, λέει στους μαθητές του: O μεν θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως είναι λίγοι· παρακαλέστε, λοιπόν, τον κύριο του θερισμού να βγάλει εργάτες στον θερισμό του.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΣΥΝ - ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


                          ΚΗΔΕΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΣΥΝ

                                                     ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΤΤΑΔΑΚΗΣ


Πάνδημη, διάβασα, η κηδεία του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη, ως η του Αναστασίου Αλβανίας, από άλλη διάσταση, ως η του Καθηγητή Χρήστου Γιανναρά ! Και σφραγισμένη από Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. «Μεγάλη μορφή της Ορθοδοξίας, και εκλεκτό μέλος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης», δια στόματος του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεου, αλλά και όλων που μίλησαν των Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

Εξόχως αληθινή για την ουσία της η επισήμανση της κόρης του Αλεξάνδρας. «Τα ταξίδια που ξεκινούσε έδειχναν πάντα στο δρόμο το φως» ! Και πηγαίας συγκίνησης ως άξιας θυγατέρας άξιου πατέρα. «Η ζωή μαζί του ήταν θείο δώρο»! Μακάρι και όσων πολλών άλλων παιδιών !

Όσοι ξέρουν να διαβάζουν, καταλαβαίνουν από αυτό το τηλεγραφικό όλο πολλά, πάρα πολλά και καλά ! Με ελάχιστο κοινό παρονομαστή-πολλαπλασιαστή. «Έχει ο Θεός τους εκλεκτούς του, και τι εκλεκτούς, σε κάθε εποχή», και στη σημερινή δύσμοιρη και ταλαίπωρη. Και όσοι έχουν ανοιχτά μάτια ψυχής, βλέπουν, και αυτιά, ακούν !

Αλλά η ζύμωση θέλει χρόνο, και όχι λίγοι λιποτακτούν ! «Δημάς γαρ με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα…»-2Τμ.4,10 .Όχι όμως «η μικρά ζύμη που όλον το φύραμα ζυμοί»-1Κο.5,6. Όπως. «Άσπασαι Πρίσκαν και Ακύλαν, και τον Ονησιφόρου οίκον. Έραστος έμεινεν εν Κορίνθω … Ασπάζεταί σε Εύβουλος και Πούδης΄και Λίνος, και Κλαυδία και οι αδελφοί πάντες»-2Τμ.4,19.

Και φυσικά όχι λίγους νυν !

Αθανάσιος Κοτταδάκης


ΜΕΓΑΛΗ ΚΗΔΕΙΑ

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

Χρυσόστομος Σταμούλης ο κύριος εκφραστής της δαιμονικής πλάνης (Μεταπατερικής Θεολογίας) στην Ελλάδα

Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία 61 ετών ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Χρυσόστομος Σταμούλης.

Διαβάστε το εγκώμιό του εδω

Θυμίζουμε τι έλεγε αυτός ο τραγικός το φερέφωνο της δυστοπίας με θεολογικό μανδύα.

Την εκτίμηση ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την ανακοίνωσή της για τους εμβολιασμούς στηρίζει τη χρήση του εμβολίου για την αντιμετώπιση της πανδημίας, εξέφρασε ο καθηγητής της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο ΑΠΘ, Χρυσόστομος Σταμούλης, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Απολύτως Σχετικό» με τον Ανδρέα Παπασταματίου.

Τόνισε, δε, ότι η Ιεραρχία δεν θα μπορούσε με κάποια υποχρεωτικού χαρακτήρα μέτρα, να υποκαταστήσει την Πολιτεία. Παράλληλα όμως, υποστήριξε, πως δεν βλέπει, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εξαιρεθεί η Εκκλησία, από την απόφαση της Πολιτείας για είσοδο μόνο εμβολιασμένων στους κλειστούς χώρους, άρα και στους ναούς. «Και η Εκκλησία, θα πρέπει να εφαρμόσει τις αποφάσεις της Πολιτείας, ασκώντας τον σχετικό έλεγχο», συμπλήρωσε ο καθηγητής Θεολογίας.

Όσον αφορά στην χρήση μάσκας στους ναούς, ο κ. Σταμούλης τόνισε «ότι θεολογικές απόψεις, που υποστήριζαν ότι η μάσκα αποτελεί ύβριν για το Άγιο Πνεύμα, αυτές έχουν τον χαρακτήρα της ύβρεως». Αφού, όπως υπογράμμισε, «το Άγιο Πνεύμα είναι το πνεύμα της Αγάπης κι αν η αγάπη ζητάει τη μάσκα προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι και να προχωρήσει ο Πολιτισμός και η Κοινωνία μας, δεν έχουμε άλλο τρόπο παρά να φορέσουμε τη μάσκα, όπως φοράμε μία ζακέτα τον χειμώνα όταν κρυώνουμε».

πηγή

Πέθανε ο καθηγητής του ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης


Ο 61χρονος καθηγητής βρισκόταν στη Ρόδο για ένα συνέδριο - η ανακοίνωση της Θεολογικής Σχολής

Πέθανε στη Ρόδο ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Χρυσόστομος Σταμούλης, ενώ συμμετείχε σε συνέδριο για την ανάδειξη του ρόλου της Παναγίας στο μυστήριο της Σωτηρίας, αλλά και η διαχρονική Ιστορία του Ι.Ν. Παναγίας Καθολικής.

Στην Επιστημονική, Θεολογική και Ιστορική Ημερίδα, που διοργανώνει μεθαύριο (Τετάρτη) η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ι.Ν. Παναγίας Καθολικής, με την ευλογία του Σεβ. Μητροπολίτου Ρόδου Κυρίλλου και υπό τη Αιγίδα της Ι.Μ. Ρόδου, στο πλαίσιο της Μεγάλης Θεομητoρικής Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κατά την οποία εορτάζει ο συγκεκριμένος Ιερός Ναός, ο Χρυσόστομος Σταμούλης επρόκειτο να κάνει εισήγηση με θέμα: «Σχόλιο στη διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας για την Παρθένο Μαρία».

«Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του, μακάρι να είναι ο τελευταίος άνθρωπος που φεύγει έτσι αδόκητα και πρόωρα από τη ζωή, γιατί είχε να προσφέρει ακόμα και γνωρίζω ότι ο ίδιος οργάνωνε και σχεδίαζε αρκετά πράγματα», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, λίγο μετά την είδηση του θανάτου του, ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Ηλίας Γ. Ευαγγέλου, τονίζοντας ότι «αφήνει ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό για τη σπουδή της ορθόδοξης θεολογίας».

Η ανακοίνωση της Θεολογικής Σχολής

«Με βαθιά θλίψη πληροφορηθήκαμε την απώλεια του αγαπητού συναδέλφου και πρώην Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Χρυσοστόμου Σταμούλη.

Η ακαδημαϊκή του πορεία, το ήθος και η αφοσίωσή του στην επιστήμη και την εκπαίδευση υπήρξαν πηγή έμπνευσης για όλους μας.

Η συμβολή του στη Θεολογική Σχολή και την ευρύτερη ακαδημαϊκή κοινότητα θα παραμείνει ανεξίτηλη.

Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του και τους οικείους του.

Ας είναι η μνήμη του αιωνία».

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025

"Mind the Gap" του Χρυσόστομου Σταμούλη


Mind the Gap Κείμενα για μια θεολογία στο ύψος της αγάπης
Για το βιβλίο μιλούν: -Μοναχή Φιλοθέη, Ηγουμένη Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Βρυούλων -π. Αντώνιος Καλλιγέρης, Συντονιστής της Πρωτοβουλίας για την Πρόληψη της Ενδοοικογενειακής Βίας του Ιδρύματος Νεότητος & Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, εκπαιδευτικός -Σταύρος Γιαγκάζογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ και ο συγγραφέας του βιβλίου Χρυσόστομος Σταμούλης

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» Από Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι

   « Ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες

Boris Vallejo Satan and the Guardian Angel 1979

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ...   

ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ _ _

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: σήκωσε το χέρι αν ξέρεις τη διαφορά μεταξύ... διαφοράς και διαφορετικότητας. Υπάρχουν κάποιες αποχρώσεις, τις οποίες κατανοούν μερικοί ιδιότροποι γλωσσολόγοι. Το λεξικό Zingarelli κάτω από την επικεφαλίδα «διαφορά» δηλώνει την «διαφορετικότητα» ως πρώτη σημασία και το αντίστροφο. Αλλά όχι. Στον πόλεμο των λέξεων που διεξάγει εναντίον μας η εξουσία, απαγορεύοντας ορισμένους και εξαναγκάζοντας τη χρήση άλλων, η διαφορά και η διαφορετικότητα δεν είναι πλέον συνώνυμα. Στο ροζ σύννεφο του Newspeak ο πρώτος όρος είναι κακός, ο δεύτερος καλός.
Μοιάζει με λογοπαίγνιο και εν μέρει είναι, καθόλου ουδέτερο και καθόλου αθώο. Πρώτα η πολιτική ορθότητα, μετά το Newspeak, παραμόρφωσε την έννοια και το νόημα των λέξεων, των εκφράσεων, των τρόπων λόγου, για να τις προσαρμόσει στον τρόπο που αισθάνονται, σκέφτονται, μιλούν, που επιθυμούν οι εξουσιαστές. Εδώ, λοιπόν, δύο όροι όπως η διαφορά και η διαφορετικότητα αποκλίνουν τις έννοιές τους σε σημείο να παίρνουν αντίθετες έννοιες. Ο Gabriele D'Annunzio, ευφάνταστος ταχυδακτυλουργός της γλώσσας, έγραψε στο πρώτο του Laudi (Laus Vitae): «Ω ποικιλομορφία(διαφορετικότητα) πλασμάτων, σειρήνα του κόσμου, εγώ είμαι αυτός που σε αγαπά». Ο ποιητής της Πεσκάρα σκόπευε να αναφερθεί στο υπέροχο καλειδοσκόπιο των διαφορών, στη γοητεία της εξαιρετικής ποικιλίας της δημιουργίας και των πλασμάτων.

Δεν επιβαρύνει τη σημερινή αστυνομία σκέψης γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη «διαφορετικότητα». Η «διαφορά» αποδοκιμάζεται στο νεογλωσσικό θηριοτροφείο. Στην πραγματικότητα, προκαλεί την ανισότητα, παραπέμπει στην ανισότητα, μια από τις ανυπέρβλητες απαγορεύσεις της μετανεωτερικότητας. Το θεώρημα της ισότητας γίνεται αξίωμα, δηλαδή μια αυτονόητη αλήθεια, αν και αναπόδεικτη. Το αστείο μυστήριο είναι γιατί το ταμπού σταματά στο επίπεδο του πορτοφολιού, αποδεχόμενο τήν πιο άδικη διαφορά από τις διαφορές (ή τη διαφορετικότητα...), αυτή των οικονομικών μέσων. Η ισότητα μετατρέπεται σε ισοδυναμία, δηλαδή ποιοτική αδιαφορία, απαγόρευση κρίσεων ή διαφορετικών απόψεων για έναν αυξανόμενο αριθμό θεμάτων που αφαιρούνται από την ελεύθερη σκέψη.
Το να είμαστε υπέρ των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, των πολιτισμών, η παρατήρηση της άπειρης ποικιλίας του κόσμου μας εκθέτει σε μια αιματηρή κατηγορία, τη λεγόμενη «διαφοροποίηση». Ο όρος είναι πρόσφατος και ο κομματικός ορισμός του προέρχεται, δυστυχώς, από την ιστοσελίδα μιας σχολής του Πιεμόντε. «Παραλλαγή, που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, του ρατσισμού. Η θέση εκείνων που πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να υπερασπιστούμε ή/και να διαφυλάξουμε τις πολιτισμικές διαφορές από τις διαδικασίες μαζικοποίησης και ομογενοποίησης που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες και γι' αυτό πιστεύουν ότι οι κοινωνίες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι πολυπολιτισμικές. Πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορές και η ετερότητα πρέπει να υπερασπίζονται αλλά, ακριβώς για αυτόν τον λόγο... ο καθένας στο σπίτι του. Σε ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο, ο κίνδυνος του συγκαλυμμένου διαφορικού ρατσισμού είναι υπαρκτός και τείνει να υλοποιηθεί σε ένα είδος απαρτχάιντ όπου άλλοι πολιτισμοί αναγνωρίζονται αλλά «περιφράζονται» και φυλάσσονται σε ειδικά κοινωνικά δοχεία (όπως οι καταυλισμοί τών ινδιάνων) χωρίς σημαντικές δυνατότητες αλληλεπιδράσεως τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γηγενείς πολιτισμούς ενόψει της οικοδόμησης μιας κοινωνίας που νοείται ως ένα κοινό σπίτι όπου όλοι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσα καθήκοντα».

Χωρίς τον συνηθισμένο αφηρημένο ηθικισμό, το συμπέρασμα είναι απλό: αν αναγνωρίζεις, αποδέχεσαι και υπερασπίζεσαι τη «διαφορά» είσαι ρατσιστής γιατί αρνείσαι την ισότητα. Είναι τελείως διαφορετικό θέμα αν επαινείς τη «διαφορετικότητα». Ενώ η διαφορά θυμίζει την ανισότητα, η διαφορετικότητα θα ήταν η μεταμοντέρνα απόρροια της ισότητας, καθώς η βάση μιας κοινωνίας που αποτελείται από άπειρα τμήματα, ένα απεριόριστο συνονθύλευμα μειονοτήτων των οποίων οι ιδιαιτερότητες -ή παραξενιές, μέχρι αυθεντικές διαταραχές- πρέπει να γίνουν όλες αποδεκτές και να γίνουν αντικείμενο στα δικαιώματα. Η διαφορετικότητά μου (προσωπική, συμπεριφορική, σεξουαλική, ψυχολογική) γίνεται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, η ταμπέλα που με τοποθετεί σε μια κοινότητα ίσων όσον αφορά τη διαφορετικότητα.
Έτσι, η κοινωνία θα ήταν το αλγεβρικό άθροισμα όλης της διαφορετικότητας, με την απαγόρευση της δημιουργίας μιας «κανονικότητας» ή ενός κοινωνικού ιστού κοινών αρχών και συμπεριφοράς, εκτός, προφανώς, από την ίδια την «διαφορετικότητα». Σύμφωνα με τον Γάλλο Καναδό κοινωνιολόγο Mathieu Bock-Coté είναι μια αυθεντική ουτοπία διαφορετικότητας στην οποία ο ήρωας είναι ο Άλλος, το διαφορετικό σε όλες τις πιθανές έννοιές του. Η πολιτική ορθότητα είναι ο υποχρεωτικός κώδικας μιας λατρείας που οργανώνεται γύρω από δόγματα που η κατήχηση της ρητορικής και της προπαγάνδας μετατρέπουν σε κοινή λογική. Περνάμε από την πολυπολιτισμικότητα στον μη-πολιτισμισμό που αρνείται τα στοιχεία, επιβάλλοντας την ισοδυναμία μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμών. Πολιτισμός δεν υπάρχει, «πολιτισμοί» υπάρχουν, όχι η κουλτούρα, αλλά οι «κουλτούρες».
Δεν επιτρέπεται καμία συγκριτική κρίση, πόσο μάλλον μια κατάταξη, αφού κάθε πολιτισμός είναι ένας κόσμος από μόνος του, του οποίου μόνο οι διαφορές ή μάλλον οι ποικιλομορφίες μπορούν να περιγραφούν. Ένας απόλυτος σχετικισμός (τα οξύμωρα είναι μια σταθερά στη σύγχρονη εποχή), η ακραία συνέπεια του οποίου είναι ένας εξίσου απόλυτος υποκειμενισμός όπου «είμαι η διαφορετικότητά μου» που κανείς δεν μπορεί να συζητήσει ή να αρνηθεί. Εξ ου και η ισοδυναμία μεταξύ επιθυμιών και δικαιωμάτων και η αντίληψη της ταυτότητας όχι ως φυσικής, ιστορικής κληρονομιάς που παράγει κοινότητα και διαφορά ταυτόχρονα, αλλά μάλλον ως μια ρευστή, αυτοκαθορισμένη επιλογή.
Φαίνονται σαν αβλαβή γλωσσικά παιχνίδια, αλλά αντίθετα είναι έννοιες που έχουν βαθύ αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας το όραμά μας για τον κόσμο. Η «διαφορετικότητα» προστατεύεται από διεθνικούς οργανισμούς, ενώ η διαφορά απορρίπτεται, απαξιώνεται, υποβιβάζεται στην τάξη της ανόητης, οπισθοδρομικής πεποίθησης. Η διαφορετικότητα, με τη μορφή της αποδόμησης/αποσύνθεσης των κοινοτήτων και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άπειρα τμήματα που τείνουν να είναι εχθρικά και αυτοαναφορικά, έχει γίνει η προτιμώμενη αξία του δυτικού κατεστημένου τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο θεμελιώδης που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Οι παγκοσμιοποιημένοι διεθνείς οργανισμοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προώθησης της διαφορετικότητας. Για την UNESCO, «η διαφορετικότητα είναι η ίδια η ουσία της ταυτότητάς μας» . Το αληθινό νόημα είναι ο εορτασμός του πλουραλισμού των ταυτοτήτων και των πολιτισμικών διαφορών στο μίσος της εθνικής αρχής, της κρατικής κυριαρχίας, του δικαιώματος έκφρασης αξιοκρατικών κρίσεων, της ίδιας της έννοιας των ανθρώπων καθώς και της κανονικότητας.
Οι διακρατικοί οργανισμοί παρουσιάζουν τη διαφορετικότητα ως ηθικά ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Από τη δεκαετία του 1950, έχουν ξεκινήσει συστηματικές επιχειρήσεις για την απαξίωση του ηθικού καθεστώτος των ομοιογενών κοινοτήτων και εθνών. Όσοι απορρίπτουν την ατζέντα της διαφορετικότητας –άτομα, ομάδες, κοινότητες– περιγράφονται ως ψυχολογικά αναλφάβητοι, καθυστερημένοι, φοβισμένοι για τους άλλους, ξενοφοβικοί. Η προσκόλληση στην ταυτότητα κάποιου (η αρνητική «διαφορά») άρχισε να παρουσιάζεται ως κίνητρο για πολέμους και τον πατριωτισμό που έγινε συνώνυμο του φασισμού. Το πρώτο έγγραφο «ποικιλομορφίας» ήταν Η αυταρχική προσωπικότητα του Theodor Adorno και άλλων μελών της Σχολής της Φρανκφούρτης (1) με τις ρίζες της στην Αμερική. Η διαφορετικότητα φάνηκε ως θετικό αντίδοτο στην ταύτιση με το έθνος ή με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουμε.
Το κείμενο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόδοση αρνητικής χροιάς στη φιλοδοξία να ζήσουμε σε συνεκτικές κοινωνίες με κοινές αξίες. Το συμπέρασμα ήταν ότι η «ανάγκη για ομοιογένεια» αντιπροσώπευε ένα σοβαρό ψυχολογικό ελάττωμα, σύμπτωμα της «αυταρχικής προσωπικότητας». Ο Adorno σκιαγράφησε μια ηθική αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων που ελκύονται από τη διαφορετικότητα και εκείνων που την απορρίπτουν. «Ίσως πάνω απ' όλα η επιθυμία να συμπεριλάβουμε, να αποδεχθούμε, ακόμη και να αγαπήσουμε τις διαφορές και τη διαφορετικότητα, σε αντίθεση με την ανάγκη να καθιερωθούν σαφείς γραμμές οριοθέτησης και να καθοριστούν η ανωτερότητα και η κατωτερότητα, είναι το βασικό κριτήριο για τη διάκριση των δύο αντίθετων μοντέλων. Τα μέλη της εξωτερικής ομάδας που αντιπροσωπεύουν αποκλίσεις από τα πολιτισμικά πρότυπα της εσωτερικής ομάδας είναι απειλητικά για εκείνους που πρέπει να συλλάβουν τους πολιτισμικούς κανόνες ως απόλυτους για να αισθάνονται ασφαλείς». Divide et impera. Διαίρει και βασίλευε.
Η απόρριψη της διαφορετικότητας χαρακτηρίστηκε ως πιο επικίνδυνη από ένα ελάττωμα του χαρακτήρα: ένα επιβλαβές και αυταρχικό χαρακτηριστικό των ατόμων. Από εκείνη τη στιγμή, η «θεραπεία» της «παράλογης» ανάγκης για ομοιογένεια και η ενθάρρυνση των ανθρώπων να αγαπήσουν τη διαφορετικότητα έχει γίνει έργο κοινωνικής μηχανικής. Για να γίνει αναμφισβήτητο, οι Φραγκφούρτες υποστήριξαν ότι η ηθική αντίθεση μεταξύ διαφορετικότητας και ομοιογένειας βασιζόταν στην επιστήμη. Στην πραγματικότητα, η ιδεολογική εχθρότητα απέναντι στα ιδεώδη της εθνικής κυριαρχίας, του πατριωτισμού, της παράδοσης -πολιτιστική, αστική, θρησκευτική- ήταν που μετέτρεψε την ομοιογένεια σε κάτι τοξικό. Οι ολιγαρχίες – έχοντας γίνει παγκοσμιοποιητές – κατάλαβαν σύντομα τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι θεωρίες της «διαφορετικότητας».

Η ομοιογένεια και η διαφορετικότητα δεν είναι ηθικές κατηγορίες, αλλά περιγραφικοί όροι. Το γεγονός ότι προτιμάμε ή όχι να είμαστε με άτομα που είναι διαφορετικά ή παρόμοια με εμάς δεν έχει καμία ηθική χροιά. Το εγχείρημα της μετατροπής της διαφορετικότητας σε αξία προκύπτει από την επιθυμία να εξαλειφθεί η αλληλεγγύη και η εσωτερικευμένη ταυτότητα που απορρέει από το να ανήκεις σε ένα έθνος ή σε έναν κοινό πολιτισμό.
Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι το προτιμώμενο μέσο για την προώθηση της πολυπολιτισμικότητας, που καθορίζει την ανάπτυξη της κοινωνικής πόλωσης. Οι πολιτικές για τη διαφορετικότητα έχουν ενθαρρύνει την απολίθωση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων, συχνά ασυμβίβαστων μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται για πάντα νέα «δικαιώματα» και για την απόκτηση μεγαλύτερης αναγνώρισης από τις αντίπαλες ταυτότητες. Παραδόξως, η διαφορετικότητα έχει προωθήσει την ομογενοποίηση της ταυτότητας μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η διαφορετικότητα έχει γίνει φετίχ μέχρι την «φυσικοποίησή» της, την τάση των μελών κάθε ομάδας να αυτοπροσδιορίζονται με βάση ένα μόνο χαρακτηριστικό, κέντρο βάρους και σκοπό ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφορετικότητα και ο εορτασμός της έχουν γίνει συνένοχοι της μισαλλοδοξίας.
Η στενή σχέση μεταξύ μισαλλοδοξίας και διαφορετικότητας υπογραμμίστηκε από τον Christopher Lasch τη δεκαετία του 1990. «Στην πράξη, η διαφορετικότητα καταλήγει να νομιμοποιεί έναν νέο δογματισμό, στον οποίο οι αντίπαλες μειονότητες καταφεύγουν πίσω από ένα σύνολο πεποιθήσεων αδιαπέραστες από ορθολογική συζήτηση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στον φυσικό διαχωρισμό του πληθυσμού σε κλειστούς και ομοιογενείς θύλακες, που έχουν το αντίστοιχο στη βαλκανοποίηση της γνώμης».

Ο διαβρωτικός αντίκτυπος των πολιτικών για τη διαφορετικότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι το μόνο πρόβλημα που σχετίζεται με την πολυπολιτισμικότητα. Η ιεροποίηση της ταυτότητας έχει επίσης υπονομεύσει την ελευθερία της έκφρασης. Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι εις βάρος της συγκεκριμένης άσκησης της ελευθερίας. Πολλά ιδρύματα έχουν αποφασίσει ότι η αξία της διαφορετικότητας δεν μπορεί να συζητηθεί, ένα συναίσθημα που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα πανεπιστήμια. Πολλοί από αυτούς έχουν αποδείξει ότι ο ισχυρισμός της διαφορετικότητας υπερισχύει της ελευθερίας του λόγου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Εάν κάποιος – ατομικός ή ομαδικός – αντιταχθεί, πρέπει να φιμωθεί νομικά.
Η ιδέα ότι η ελευθερία και η διαφορετικότητα είναι αντίθετες αξίες εξαπλώνεται. Η ελευθερία της έκφρασης συνιστά κίνδυνο «για την ευημερία νέων μη παραδοσιακών και μειονοτικών ομάδων» σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου WesleyanΗ πεποίθηση ότι η ελευθερία του λόγου και η διαφορετικότητα είναι ανταγωνιστικές έχει εσωτερικευτεί από την αγγλοσαξονική πολιτιστική ελίτ και κυριαρχεί στη συμπεριφορά. Υποστηρίζεται ότι η ελευθερία πρέπει να «ισορροπείται» ή να «αντισταθμίζεται» με τη διαφορετικότητα. Για το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια «η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση και η ελευθερία της έκφρασης συγκρούονται με την αξία μιας ποικιλόμορφης και χωρίς αποκλεισμούς κοινότητας». Το να συμπεριλάβεις σημαίνει να αποκλείσεις: ο Όργουελ στην εξουσία.
Η έκκληση για «εξισορρόπηση της ελευθερίας της έκφρασης και της διαφορετικότητας» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρώτη δίνει τη θέση της στη δεύτερη. Για τον πρόεδρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα «οι πεποιθήσεις μας για τη διαφορετικότητα και την ένταξη είναι αδιαπραγμάτευτες». Η ανεστραμμένη αυταρχική προσωπικότητα εκφράζεται στον χάρτη αξιών πολλών λεγόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία καλωσορίζουν τη διαφορετικότητα αλλά όχι την ελευθερία του λόγου, που εξομοιώνονται με «πράξεις μίσους και έλλειψης σεβασμού», έναν συσχετισμό ιδεών που ανατριχιάζει .
Η απολυτοποίηση της αρχής της διαφορετικότητας είναι η ατζέντα των δυτικών ελίτ, η οποία υποστηρίζεται επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να επικρατούν έναντι των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Όταν εμφανίζεται μια κρίση νομιμότητας, η δυνατότητα διαχείρισης της διαφορετικότητας γίνεται ένα τρομερό όργανο εξουσίας. Είναι πιο εύκολο να κυριαρχήσεις σε μια κοινωνία που αποτελείται από απομονωμένες ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους (διαίρει και βασίλευε)  παρά σε μια κοινωνία που μοιράζεται έναν πίνακα αξιών ή πολιτισμικής, πνευματικής ή εθνικής ομοιογένειας. Ένας κατακερματισμένος και πολωμένος δημόσιος χώρος βοηθά την εξουσία να αναπαράγει την ηγεμονία της.

Γι' αυτό χώρισαν τη διαφορά και τη διαφορετικότητα, διαστρεβλώνοντας το μάθημα του σοβιετικού αντιφρονούντα Βασίλη Γκρόσμαν (2) : οι ενώσεις των ανθρώπων, οι λόγοι τους, καθορίζονται από έναν και μόνο μεγάλο σκοπό: να κατακτήσουν το δικαίωμα του διαφορετικού, το δικαίωμα να είσαι διαφορετικός (Ζωή και πεπρωμένο) .

Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι
 
ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΟΛΕΜΑΤΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΣ, Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ. ΔΙΟΤΙ ΤΟΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ, ΤΗΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ.
 
ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΕΛΗ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΜΟΥΛΗ.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» Από Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι

  « Ο διάβολος βρίσκεται στις λεπτομέρειες

Boris Vallejo Satan and the Guardian Angel 1979

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ...   

ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ _ _

Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: σήκωσε το χέρι αν ξέρεις τη διαφορά μεταξύ... διαφοράς και διαφορετικότητας. Υπάρχουν κάποιες αποχρώσεις, τις οποίες κατανοούν μερικοί ιδιότροποι γλωσσολόγοι. Το λεξικό Zingarelli κάτω από την επικεφαλίδα «διαφορά» δηλώνει την «διαφορετικότητα» ως πρώτη σημασία και το αντίστροφο. Αλλά όχι. Στον πόλεμο των λέξεων που διεξάγει εναντίον μας η εξουσία, απαγορεύοντας ορισμένους και εξαναγκάζοντας τη χρήση άλλων, η διαφορά και η διαφορετικότητα δεν είναι πλέον συνώνυμα. Στο ροζ σύννεφο του Newspeak ο πρώτος όρος είναι κακός, ο δεύτερος καλός.

Μοιάζει με λογοπαίγνιο και εν μέρει είναι, καθόλου ουδέτερο και καθόλου αθώο. Πρώτα η πολιτική ορθότητα, μετά το Newspeak, παραμόρφωσε την έννοια και το νόημα των λέξεων, των εκφράσεων, των τρόπων λόγου, για να τις προσαρμόσει στον τρόπο που αισθάνονται, σκέφτονται, μιλούν, που επιθυμούν οι εξουσιαστές. Εδώ, λοιπόν, δύο όροι όπως η διαφορά και η διαφορετικότητα αποκλίνουν τις έννοιές τους σε σημείο να παίρνουν αντίθετες έννοιες. Ο Gabriele D'Annunzio, ευφάνταστος ταχυδακτυλουργός της γλώσσας, έγραψε στο πρώτο του Laudi (Laus Vitae): «Ω ποικιλομορφία(διαφορετικότητα) πλασμάτων, σειρήνα του κόσμου, εγώ είμαι αυτός που σε αγαπά». Ο ποιητής της Πεσκάρα σκόπευε να αναφερθεί στο υπέροχο καλειδοσκόπιο των διαφορών, στη γοητεία της εξαιρετικής ποικιλίας της δημιουργίας και των πλασμάτων.

Δεν επιβαρύνει τη σημερινή αστυνομία σκέψης γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη «διαφορετικότητα». Η «διαφορά» αποδοκιμάζεται στο νεογλωσσικό θηριοτροφείο. Στην πραγματικότητα, προκαλεί την ανισότητα, παραπέμπει στην ανισότητα, μια από τις ανυπέρβλητες απαγορεύσεις της μετανεωτερικότητας. Το θεώρημα της ισότητας γίνεται αξίωμα, δηλαδή μια αυτονόητη αλήθεια, αν και αναπόδεικτη. Το αστείο μυστήριο είναι γιατί το ταμπού σταματά στο επίπεδο του πορτοφολιού, αποδεχόμενο τήν πιο άδικη διαφορά από τις διαφορές (ή τη διαφορετικότητα...), αυτή των οικονομικών μέσων. Η ισότητα μετατρέπεται σε ισοδυναμία, δηλαδή ποιοτική αδιαφορία, απαγόρευση κρίσεων ή διαφορετικών απόψεων για έναν αυξανόμενο αριθμό θεμάτων που αφαιρούνται από την ελεύθερη σκέψη.

Το να είμαστε υπέρ των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, των πολιτισμών, η παρατήρηση της άπειρης ποικιλίας του κόσμου μας εκθέτει σε μια αιματηρή κατηγορία, τη λεγόμενη «διαφοροποίηση». Ο όρος είναι πρόσφατος και ο κομματικός ορισμός του προέρχεται, δυστυχώς, από την ιστοσελίδα μιας σχολής του Πιεμόντε. «Παραλλαγή, που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, του ρατσισμού. Η θέση εκείνων που πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να υπερασπιστούμε ή/και να διαφυλάξουμε τις πολιτισμικές διαφορές από τις διαδικασίες μαζικοποίησης και ομογενοποίησης που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες και γι' αυτό πιστεύουν ότι οι κοινωνίες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι πολυπολιτισμικές. Πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορές και η ετερότητα πρέπει να υπερασπίζονται αλλά, ακριβώς για αυτόν τον λόγο... ο καθένας στο σπίτι του. Σε ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο, ο κίνδυνος του συγκαλυμμένου διαφορικού ρατσισμού είναι υπαρκτός και τείνει να υλοποιηθεί σε ένα είδος απαρτχάιντ όπου άλλοι πολιτισμοί αναγνωρίζονται αλλά «περιφράζονται» και φυλάσσονται σε ειδικά κοινωνικά δοχεία (όπως οι καταυλισμοί τών ινδιάνων) χωρίς σημαντικές δυνατότητες αλληλεπιδράσεως τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γηγενείς πολιτισμούς ενόψει της οικοδόμησης μιας κοινωνίας που νοείται ως ένα κοινό σπίτι όπου όλοι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσα καθήκοντα».

Χωρίς τον συνηθισμένο αφηρημένο ηθικισμό, το συμπέρασμα είναι απλό: αν αναγνωρίζεις, αποδέχεσαι και υπερασπίζεσαι τη «διαφορά» είσαι ρατσιστής γιατί αρνείσαι την ισότητα. Είναι τελείως διαφορετικό θέμα αν επαινείς τη «διαφορετικότητα». Ενώ η διαφορά θυμίζει την ανισότητα, η διαφορετικότητα θα ήταν η μεταμοντέρνα απόρροια της ισότητας, καθώς η βάση μιας κοινωνίας που αποτελείται από άπειρα τμήματα, ένα απεριόριστο συνονθύλευμα μειονοτήτων των οποίων οι ιδιαιτερότητες -ή παραξενιές, μέχρι αυθεντικές διαταραχές- πρέπει να γίνουν όλες αποδεκτές και να γίνουν αντικείμενο στα δικαιώματα. Η διαφορετικότητά μου (προσωπική, συμπεριφορική, σεξουαλική, ψυχολογική) γίνεται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, η ταμπέλα που με τοποθετεί σε μια κοινότητα ίσων όσον αφορά τη διαφορετικότητα.

Έτσι, η κοινωνία θα ήταν το αλγεβρικό άθροισμα όλης της διαφορετικότητας, με την απαγόρευση της δημιουργίας μιας «κανονικότητας» ή ενός κοινωνικού ιστού κοινών αρχών και συμπεριφοράς, εκτός, προφανώς, από την ίδια την «διαφορετικότητα». Σύμφωνα με τον Γάλλο Καναδό κοινωνιολόγο Mathieu Bock-Coté είναι μια αυθεντική ουτοπία διαφορετικότητας στην οποία ο ήρωας είναι ο Άλλος, το διαφορετικό σε όλες τις πιθανές έννοιές του. Η πολιτική ορθότητα είναι ο υποχρεωτικός κώδικας μιας λατρείας που οργανώνεται γύρω από δόγματα που η κατήχηση της ρητορικής και της προπαγάνδας μετατρέπουν σε κοινή λογική. Περνάμε από την πολυπολιτισμικότητα στον μη-πολιτισμισμό που αρνείται τα στοιχεία, επιβάλλοντας την ισοδυναμία μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμών. Πολιτισμός δεν υπάρχει, «πολιτισμοί» υπάρχουν, όχι η κουλτούρα, αλλά οι «κουλτούρες».

Δεν επιτρέπεται καμία συγκριτική κρίση, πόσο μάλλον μια κατάταξη, αφού κάθε πολιτισμός είναι ένας κόσμος από μόνος του, του οποίου μόνο οι διαφορές ή μάλλον οι ποικιλομορφίες μπορούν να περιγραφούν. Ένας απόλυτος σχετικισμός (τα οξύμωρα είναι μια σταθερά στη σύγχρονη εποχή), η ακραία συνέπεια του οποίου είναι ένας εξίσου απόλυτος υποκειμενισμός όπου «είμαι η διαφορετικότητά μου» που κανείς δεν μπορεί να συζητήσει ή να αρνηθεί. Εξ ου και η ισοδυναμία μεταξύ επιθυμιών και δικαιωμάτων και η αντίληψη της ταυτότητας όχι ως φυσικής, ιστορικής κληρονομιάς που παράγει κοινότητα και διαφορά ταυτόχρονα, αλλά μάλλον ως μια ρευστή, αυτοκαθορισμένη επιλογή.

Φαίνονται σαν αβλαβή γλωσσικά παιχνίδια, αλλά αντίθετα είναι έννοιες που έχουν βαθύ αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας το όραμά μας για τον κόσμο. Η «διαφορετικότητα» προστατεύεται από διεθνικούς οργανισμούς, ενώ η διαφορά απορρίπτεται, απαξιώνεται, υποβιβάζεται στην τάξη της ανόητης, οπισθοδρομικής πεποίθησης. Η διαφορετικότητα, με τη μορφή της αποδόμησης/αποσύνθεσης των κοινοτήτων και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άπειρα τμήματα που τείνουν να είναι εχθρικά και αυτοαναφορικά, έχει γίνει η προτιμώμενη αξία του δυτικού κατεστημένου τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο θεμελιώδης που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Οι παγκοσμιοποιημένοι διεθνείς οργανισμοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προώθησης της διαφορετικότητας. Για την UNESCO, «η διαφορετικότητα είναι η ίδια η ουσία της ταυτότητάς μας» . Το αληθινό νόημα είναι ο εορτασμός του πλουραλισμού των ταυτοτήτων και των πολιτισμικών διαφορών στο μίσος της εθνικής αρχής, της κρατικής κυριαρχίας, του δικαιώματος έκφρασης αξιοκρατικών κρίσεων, της ίδιας της έννοιας των ανθρώπων καθώς και της κανονικότητας.

Οι διακρατικοί οργανισμοί παρουσιάζουν τη διαφορετικότητα ως ηθικά ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Από τη δεκαετία του 1950, έχουν ξεκινήσει συστηματικές επιχειρήσεις για την απαξίωση του ηθικού καθεστώτος των ομοιογενών κοινοτήτων και εθνών. Όσοι απορρίπτουν την ατζέντα της διαφορετικότητας –άτομα, ομάδες, κοινότητες– περιγράφονται ως ψυχολογικά αναλφάβητοι, καθυστερημένοι, φοβισμένοι για τους άλλους, ξενοφοβικοί. Η προσκόλληση στην ταυτότητα κάποιου (η αρνητική «διαφορά») άρχισε να παρουσιάζεται ως κίνητρο για πολέμους και τον πατριωτισμό που έγινε συνώνυμο του φασισμού. Το πρώτο έγγραφο «ποικιλομορφίας» ήταν Η αυταρχική προσωπικότητα του Theodor Adorno και άλλων μελών της Σχολής της Φρανκφούρτης (1) με τις ρίζες της στην Αμερική. Η διαφορετικότητα φάνηκε ως θετικό αντίδοτο στην ταύτιση με το έθνος ή με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουμε.

Το κείμενο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόδοση αρνητικής χροιάς στη φιλοδοξία να ζήσουμε σε συνεκτικές κοινωνίες με κοινές αξίες. Το συμπέρασμα ήταν ότι η «ανάγκη για ομοιογένεια» αντιπροσώπευε ένα σοβαρό ψυχολογικό ελάττωμα, σύμπτωμα της «αυταρχικής προσωπικότητας». Ο Adorno σκιαγράφησε μια ηθική αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων που ελκύονται από τη διαφορετικότητα και εκείνων που την απορρίπτουν. «Ίσως πάνω απ' όλα η επιθυμία να συμπεριλάβουμε, να αποδεχθούμε, ακόμη και να αγαπήσουμε τις διαφορές και τη διαφορετικότητα, σε αντίθεση με την ανάγκη να καθιερωθούν σαφείς γραμμές οριοθέτησης και να καθοριστούν η ανωτερότητα και η κατωτερότητα, είναι το βασικό κριτήριο για τη διάκριση των δύο αντίθετων μοντέλων. Τα μέλη της εξωτερικής ομάδας που αντιπροσωπεύουν αποκλίσεις από τα πολιτισμικά πρότυπα της εσωτερικής ομάδας είναι απειλητικά για εκείνους που πρέπει να συλλάβουν τους πολιτισμικούς κανόνες ως απόλυτους για να αισθάνονται ασφαλείς». Divide et impera. Διαίρει και βασίλευε.

Η απόρριψη της διαφορετικότητας χαρακτηρίστηκε ως πιο επικίνδυνη από ένα ελάττωμα του χαρακτήρα: ένα επιβλαβές και αυταρχικό χαρακτηριστικό των ατόμων. Από εκείνη τη στιγμή, η «θεραπεία» της «παράλογης» ανάγκης για ομοιογένεια και η ενθάρρυνση των ανθρώπων να αγαπήσουν τη διαφορετικότητα έχει γίνει έργο κοινωνικής μηχανικής. Για να γίνει αναμφισβήτητο, οι Φραγκφούρτες υποστήριξαν ότι η ηθική αντίθεση μεταξύ διαφορετικότητας και ομοιογένειας βασιζόταν στην επιστήμη. Στην πραγματικότητα, η ιδεολογική εχθρότητα απέναντι στα ιδεώδη της εθνικής κυριαρχίας, του πατριωτισμού, της παράδοσης -πολιτιστική, αστική, θρησκευτική- ήταν που μετέτρεψε την ομοιογένεια σε κάτι τοξικό. Οι ολιγαρχίες – έχοντας γίνει παγκοσμιοποιητές – κατάλαβαν σύντομα τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι θεωρίες της «διαφορετικότητας».

Η ομοιογένεια και η διαφορετικότητα δεν είναι ηθικές κατηγορίες, αλλά περιγραφικοί όροι. Το γεγονός ότι προτιμάμε ή όχι να είμαστε με άτομα που είναι διαφορετικά ή παρόμοια με εμάς δεν έχει καμία ηθική χροιά. Το εγχείρημα της μετατροπής της διαφορετικότητας σε αξία προκύπτει από την επιθυμία να εξαλειφθεί η αλληλεγγύη και η εσωτερικευμένη ταυτότητα που απορρέει από το να ανήκεις σε ένα έθνος ή σε έναν κοινό πολιτισμό.

Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι το προτιμώμενο μέσο για την προώθηση της πολυπολιτισμικότητας, που καθορίζει την ανάπτυξη της κοινωνικής πόλωσης. Οι πολιτικές για τη διαφορετικότητα έχουν ενθαρρύνει την απολίθωση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων, συχνά ασυμβίβαστων μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται για πάντα νέα «δικαιώματα» και για την απόκτηση μεγαλύτερης αναγνώρισης από τις αντίπαλες ταυτότητες. Παραδόξως, η διαφορετικότητα έχει προωθήσει την ομογενοποίηση της ταυτότητας μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η διαφορετικότητα έχει γίνει φετίχ μέχρι την «φυσικοποίησή» της, την τάση των μελών κάθε ομάδας να αυτοπροσδιορίζονται με βάση ένα μόνο χαρακτηριστικό, κέντρο βάρους και σκοπό ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφορετικότητα και ο εορτασμός της έχουν γίνει συνένοχοι της μισαλλοδοξίας.

Η στενή σχέση μεταξύ μισαλλοδοξίας και διαφορετικότητας υπογραμμίστηκε από τον Christopher Lasch τη δεκαετία του 1990. «Στην πράξη, η διαφορετικότητα καταλήγει να νομιμοποιεί έναν νέο δογματισμό, στον οποίο οι αντίπαλες μειονότητες καταφεύγουν πίσω από ένα σύνολο πεποιθήσεων αδιαπέραστες από ορθολογική συζήτηση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στον φυσικό διαχωρισμό του πληθυσμού σε κλειστούς και ομοιογενείς θύλακες, που έχουν το αντίστοιχο στη βαλκανοποίηση της γνώμης».

Ο διαβρωτικός αντίκτυπος των πολιτικών για τη διαφορετικότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι το μόνο πρόβλημα που σχετίζεται με την πολυπολιτισμικότητα. Η ιεροποίηση της ταυτότητας έχει επίσης υπονομεύσει την ελευθερία της έκφρασης. Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι εις βάρος της συγκεκριμένης άσκησης της ελευθερίας. Πολλά ιδρύματα έχουν αποφασίσει ότι η αξία της διαφορετικότητας δεν μπορεί να συζητηθεί, ένα συναίσθημα που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα πανεπιστήμια. Πολλοί από αυτούς έχουν αποδείξει ότι ο ισχυρισμός της διαφορετικότητας υπερισχύει της ελευθερίας του λόγου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Εάν κάποιος – ατομικός ή ομαδικός – αντιταχθεί, πρέπει να φιμωθεί νομικά.

Η ιδέα ότι η ελευθερία και η διαφορετικότητα είναι αντίθετες αξίες εξαπλώνεται. Η ελευθερία της έκφρασης συνιστά κίνδυνο «για την ευημερία νέων μη παραδοσιακών και μειονοτικών ομάδων» σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου WesleyanΗ πεποίθηση ότι η ελευθερία του λόγου και η διαφορετικότητα είναι ανταγωνιστικές έχει εσωτερικευτεί από την αγγλοσαξονική πολιτιστική ελίτ και κυριαρχεί στη συμπεριφορά. Υποστηρίζεται ότι η ελευθερία πρέπει να «ισορροπείται» ή να «αντισταθμίζεται» με τη διαφορετικότητα. Για το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια «η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση και η ελευθερία της έκφρασης συγκρούονται με την αξία μιας ποικιλόμορφης και χωρίς αποκλεισμούς κοινότητας». Το να συμπεριλάβεις σημαίνει να αποκλείσεις: ο Όργουελ στην εξουσία.

Η έκκληση για «εξισορρόπηση της ελευθερίας της έκφρασης και της διαφορετικότητας» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρώτη δίνει τη θέση της στη δεύτερη. Για τον πρόεδρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα «οι πεποιθήσεις μας για τη διαφορετικότητα και την ένταξη είναι αδιαπραγμάτευτες». Η ανεστραμμένη αυταρχική προσωπικότητα εκφράζεται στον χάρτη αξιών πολλών λεγόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία καλωσορίζουν τη διαφορετικότητα αλλά όχι την ελευθερία του λόγου, που εξομοιώνονται με «πράξεις μίσους και έλλειψης σεβασμού», έναν συσχετισμό ιδεών που ανατριχιάζει .

Η απολυτοποίηση της αρχής της διαφορετικότητας είναι η ατζέντα των δυτικών ελίτ, η οποία υποστηρίζεται επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να επικρατούν έναντι των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Όταν εμφανίζεται μια κρίση νομιμότητας, η δυνατότητα διαχείρισης της διαφορετικότητας γίνεται ένα τρομερό όργανο εξουσίας. Είναι πιο εύκολο να κυριαρχήσεις σε μια κοινωνία που αποτελείται από απομονωμένες ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους (διαίρει και βασίλευε)  παρά σε μια κοινωνία που μοιράζεται έναν πίνακα αξιών ή πολιτισμικής, πνευματικής ή εθνικής ομοιογένειας. Ένας κατακερματισμένος και πολωμένος δημόσιος χώρος βοηθά την εξουσία να αναπαράγει την ηγεμονία της.


Γι' αυτό χώρισαν τη διαφορά και τη διαφορετικότητα, διαστρεβλώνοντας το μάθημα του σοβιετικού αντιφρονούντα Βασίλη Γκρόσμαν (2) : οι ενώσεις των ανθρώπων, οι λόγοι τους, καθορίζονται από έναν και μόνο μεγάλο σκοπό: να κατακτήσουν το δικαίωμα του διαφορετικού, το δικαίωμα να είσαι διαφορετικός (Ζωή και πεπρωμένο) 
.

Ρομπέρτο ​​Πεκιόλι
 
ΓΙ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΟΛΕΜΑΤΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΣ, Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ. ΔΙΟΤΙ ΤΟΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ, ΤΗΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ.
 
ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΕΛΗ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΜΟΥΛΗ.