Η Ορθόδοξη Θεολογία εν πορεία και η «άυλη πραγματικότητα» της ύστερης νεωτερικότητας
Από τον υλικό στον άυλο κόσμο: Πως φτάσαμε ως εδώ;
Χρυσόστομος Α. Σταμούλης
«Είχα την ευτυχία πρώτη φορά να με ξεναγήσει στις Εκκλησίες ένας επιληπτικός που έμενε στο συνοικισμό Μουταλάσκης, ένα φτωχό συνοικισμό από Καππαδόκας, ο αδελφός του ο μεγαλύτερος ήτανε καροποιός, Γελίμης Γεώργιος, επιληπτικός. Να σου πω μια ερώτηση μου, κυρ-Νίκο, λέει, πως να κάμω τον Σταυρό μου, πότε, όταν ξέρω πως ανοίγοντας την πόρτα θα δω αντίκρυ μου στην Παναγία της Βλαχέρνας τον Σταυρό, για όταν πραγματικά τον βλέπω, καταλάβατε πόσο ταραγμένος ο νέος προβληματίζεται απάνω στα πράγματα, τι πλούσιες, τι πολυπίκοιλες είναι οι καταστάσεις των πραγμάτων και ποια η των πραγμάτων αλήθεια».
Παναγιώτατε, Εξοχώτατη κ. πρόεδρε, … Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, σε αυτό το απόσπασμα από Ανέκδοτη Ομιλία του στη Βέροια, στις 25 Απριλίου του 1991, θέτει το ερώτημα του πραγματικού. «Τι εστίν» το πραγματικό και ποια η «των πραγμάτων αλήθεια». Ερώτημα, το οποίο ο ίδιος απαντά σε πολλά κείμενά του, με τρόπο δημιουργικό και οπωσδήποτε συμπεριληπτικό μιας παράδοσης, της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης, της οποίας ο παίζω-γράφος είναι μέτοχος και θιασώτης. Άλλωστε, νέτα-σκέτα δήλωνε, ότι είναι τέκνον της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τρέφεται από τα νάματά της.Και είναι αυτά τα νάματα που κυλούν στις φλέβες του, που τον οδηγούν να πει, ότι για να κατέβει -περί καθόδου πρόκειται- κανείς τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια χρειάζεται να σηκώσει βαριά, μαρμάρινη πλάκα2. «Χρειάζεται», λέγει, «η ψυχή του καθενός να γίνει παιγνίδι του ανέμου, προκειμένου να δει τη δόξα του πραγματικού». Άλλωστε, συνεχίζει, «Η ομορφιά του πραγματικού, μονάχα σε όσους το υπομένουν αποκαλύπτεται». Και το σημαντικότερο, καταπώς σημειώνει, «Ομορφιά δεν είναι ο έρωτας του προικισμένου προσώπου·είναι η εγκαρτέρηση δίπλα, κοντά σ’ αυτό που δεν είσαι»3.
Έχω την αίσθηση, πως πολλές φορές στο χώρο της Θεολογίας και σαφώς και της Εκκλησίας, νιώθουμε ότι ζούμε εντός ενός κόσμου που δεν είμαστε. Ενός κόσμου που στέκεται μακριά από τα βασικά προτάγματα του Ευαγγελίου, ενός κόσμου που κινείται με ένταση ενάντια στον βαθύτερο τρόπο της υπάρξεώς μας. Γεγονός, που αμέσως οδηγεί στη λογική του εμείς και οι άλλοι, χωρίς ούτε μια υπόνοια ότι ενίοτε εμείς είμαστε οι άλλοι και οι άλλοι είναι εμείς4.
***
Το παρόν Συνέδριο, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την έκδοση του περιοδικού Θεολογία, επέλεξε να ασχοληθεί με ένα θέμα μείζον και ουσιαστικό. Θέλησε να δει την πορεία της Θεολογίας εντός της άυλης πραγματικότητας της ύστερης νεωτερικότητας. Και τούτο διότι ο καιρός είναι αυτός που ορίζει πάντα τα πράγματα. Άλλωστε, όπως συχνά πυκνά λέγεται, η θεολογία δεν μπορεί παρά να είναι ποιμαντική. Πράγμα που σημαίνει, πως γεννιέται από την ανάγκη του εκκλησιαστικού σώματος, που βρίσκεται ή οφείλει να βρίσκεται σε διάλογο με το σύνολο του κόσμου και της ζωής. Όταν ο Νεστόριος -διά του πρεσβυτέρου Αναστάσιου-, κατηγορεί τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας επί αιρέσει και τον καλεί να εξηγήσει γιατί αποδίδει στην Παναγία το κατά τη γνώμη του αντιβιβλικό, αντισυνοδικό και αντιπαραδοσιακό όνομα Θεοτόκος, εκείνος του απαντά με τον εξής δυναμικό και αποκαλυπτικό των πραγμάτων τρόπο: «Ει και μη εμνήσθη η σύνοδος της λέξεως, καλώς εποίησεν· ούτε γαρ εκινήθη τοιούτον τι κατ’ εκείνο καιρού. Διό ούτε ην ανάγκη τα μη ζητούμενα φέρειν εις μέσον. Ει και τα μάλιστα τη δυνάμει των εννοιών, οίδε Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν»5. Τούτο νομίζω αναλογικώ τω τρόπω απαντά και στην επιλογή του συγκεκριμένου θέματος εδώ και τώρα.
Η Εκκλησία, όπως και όλος ο κόσμος ζει στην εποχή και την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας. Πράγμα που σημαίνει, πως βρισκόμαστε εντός ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται από το υψηλό ρίσκο6, την ανασφάλεια, αλλά μαζί και τη διάθεση τονισμού των ελευθεριών7. Εντός ενός κόσμου στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας ανθρωπολογίας, συνεπώς και κοσμολογίας -με τη γλώσσα της Θεολογίας κτισιολογίας8-, που φαίνεται πως δοκιμάζει την αντοχή των υλικών και συνεπώς τη στατικότητα του οικοδομήματος του σύγχρονου πολιτισμού και όλων των δομών του· ενδεικτικά των πολιτικών, θρησκευτικών, οικονομικών και πολιτισμικών. Ζούμε εντός μιας κοινωνίας, η οποία ονομάζεται «εικονιστική» και η οποία όπως πολύ σωστά έχει υπογραμμιστεί: «χαρακτηρίζεται από την ανάδυση ενός καινοφανούς τρόπου παραγωγής και διακίνησης εικόνων, μέσω της ψηφιοποίησης, ο οποίος τείνει στην εξαύλωση των αγαθών (π.χ. εξουσία, πλούτος, πληροφορία) και των σχέσεων (διαπροσωπικών, οικονομικών και πολιτικών), η αρχιτεκτονική, το περιεχόμενο και η εγγύτητα των οποίων προσδιορίζονται ολοένα περισσότερο από αλγόριθμους. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες εξεικονίζονται και η πραγματικότητα γίνεται υβριδική, δηλαδή ταυτόχρονα φυσική και ψηφιακή»9. Οι αλγόριθμοι εισάγουν έναν νέο ντετερμινισμό. Τη θέση του Θεού των παλιών ντετερμινισμών, φαίνεται πως, εδώ, λαμβάνει η μηχανή10. Η μηχανή-Θεός που διεκδικεί με τον δικό της τρόπο τη σωτηρία του ανθρώπου. Η μηχανή οδηγεί την κοινωνία, οδηγεί και τα πρόσωπα. Οδηγεί τον άνθρωπο, του οποίου τα χαρακτηριστικά σταδιακά και μεθοδικά αλλάζουν. Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας γιγαντιαίας προσπάθειας μετατόπισης της ανθρωπινότητας. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας προσπάθειας διαμόρφωσης ενός νέου ανθρωπότυπου. Βρισκόμαστε εξαιτίας της εικονιστικής πραγματικότητας, όπου η εικόνα δεν διαβαίνει επί το πρωτότυπο, εντός μιας διαδικασίας μετατόπισης του ίδιου του πραγματικού. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας διάθεσης μετάβασης από τον άνθρωπο στον υπεράνθρωπο και ακόμα πιο πέρα στον μετάνθρωπο. Ενώπιον μιας εικονιστικής κοινωνίας αντικατάστασης, η οποία διά της «ριζικής ανθρώπινης αναβάθμισης» μοιάζει να κινδυνεύει τον κίνδυνο της κατάργησης του ανθρώπου11.
Και για να γίνω πιο σαφής οφείλω να περιγράψω, εν ολίγοις, τα φαινόμενα που ευαγγελίζονται την μετάβαση αυτή. Πρόκειται ουσιαστικά για τα κινήματα, επιστημονικά και όχι μόνον, του Υπερανθρωπισμού και του Μετανθρωπισμού, τα οποία έχουν συγκροτήσει πλέον σαφή θεωρία, αλλά και αναγνωρίσιμη επαρκώς πράξη. Συγκεκριμένα, ο Υπερανθρωπισμός ομιλεί στις ήπιες μορφές του για μια κάποια βελτίωση του ανθρώπου μέσω των ευγονικών μεθόδων και των τρόπων πνευματικής εξέλιξης και φτάνει, στις πιο προωθημένες, έως και το ξεπέρασμα των βιολογικών ορίων του ανθρώπου μέσω της τεχνικής12. Ο Μετανθρωπισμός, που κινείται πέρα από τον Υπερανθρωπισμό, διαιρείται σε Τεχνικό και Κριτικό. Ο Τεχνικός Μετανθρωπισμός, κατανοώντας την τεχνική ως αυτοσκοπό και εξάπαντος όχι ως μέσον και τον άνθρωπο ως ένα μεταβατικό στάδιο εξέλιξης, μιας τεχνικής ετερότητας που θα τον διαδεχτεί, ομιλεί για την «τελική υπέρβαση του ανθρώπου καθαυτού ακόμη και σε μεταβιολογική μορφή»13. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως βρισκόμαστε ενώπιον μιας επιστημονικής εσχατολογικής θεώρησης, μιας εσχατολογίας της τεχνικής, εντός της οποίας ο άνθρωπος χάνει την αξία του, καθώς στο τέλος της πορείας αυτό που θα διασωθεί, αυτό που θα απομείνει δεν θα είναι ο όλος άνθρωπος, αλλά μόνον η νόηση14. Ο Κριτικός Μετανθρωπισμός, παρότι συμφωνεί με τους εκπροσώπους του Τεχνικού Μετανθρωπισμού στο γεγονός πως ο άνθρωπος δεν συνιστά αξία, δεν δίνει έμφαση -τούτο δεν σημαίνει πως μένει παντελώς αδιάφορος-, σε διαδικασίες βιολογικής αναβάθμισης. Ο καημός του είναι να σταθεί απέναντι στον ανθρωπισμό και κυρίως στην ανθρωποκεντρικότητα. Για τον λόγο ακριβώς αυτό αρνείται κάθε δυϊσμό και κάθε διάκριση μεταξύ ανθρώπου, ζώου και μηχανής15. Και ακόμα πιο πέρα αρνείται τη διάκριση, πολύ δε περισσότερο τη διαίρεση, σώματος και ψυχής στον άνθρωπο. Σκοπός του η κατάργηση «ταξικών και φυλετικών διακρίσεων λόγω των φενακών του ανθρωπισμού» και εν τέλει η άφιξη του ανθρώπου στον ήδη υπάρχοντα μετάνθρωπο που η δυτική ιδεολογία της προόδου εξαφάνισε16.
Βέβαια, η πάλη απέναντι στο υλικό στοιχείο, η πάλη ενάντια στο σώμα, η δυσανεξία, δεν είναι γέννημα της ύστερης νεωτερικότητας, μήτε της μετα-νεωτερικότητας και οπωσδήποτε ούτε της νεωτερικότητας. Πρόκειται για διαδικασία η οποία ξεκινάει από πολύ νωρίς στον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού. Στον δε χώρο της Χριστιανικής Εκκλησίας εμφανίζεται με ένταση στη διδασκαλία της αίρεσης του μονοφυσιτισμού, αλλά και στο αντίπαλο δέος του που υπήρξε η αίρεση του δυοφυσιτισμού. Και στις δύο περιπτώσεις η υποτίμηση και ενοχοποίηση της ύλης και εξαιρέτως του σώματος, πέρα από το γεγονός ότι απηχεί τις ιδέες του γνωστικισμού, του μανιχαϊσμού και του παραμορφωμένου Ιουδαϊσμού, αποκαλύπτει τον κοινό ηθικισμό των διαφορετικών έως και άκρως αντίθετων μορφών της αίρεσης η οποία αδυνατεί να αποδεχθεί ότι «Θεός ανθρώπω μείγνυται». Αδυνατεί, δηλαδή, να δεχτεί ότι ο «υψηλός» δημιουργός μπορεί να κοινωνήσει και κυρίως να ενωθεί με το υποδεέστερο δημιούργημα, στο οποίο η αμαρτία μοιάζει να συνιστά οντολογικό στοιχείο της «πεπτωκυίας» ανθρώπινης φύσης17. Γεγονός που δημιούργησε μια πολεμική απέναντι στο σώμα, απέναντι στην ύλη, η ηχώ της οποίας διαπέρασε ως αστραπή την ιστορία και έφτασε σε πολλές περιπτώσεις να δηλητηριάζει τα μέλη της εκκλησιαστικής κοινότητας ακόμα και σήμερα.
Σημειώσεις
1. Ανέκδοτη Ομιλία του Ν.Γ. Πεντζίκη στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βέρροιας στις 25 Απριλίου 1991 . Η Ομιλία, μαζί με Πρόλογο του Γ.Χ. Χιονίδη, περιήλθε στα χέρια μου από τον μακαριστό δάσκαλο Νίκο Τζουμάκα.
2. Βλ. Ν.Γ. Πεντζίκης, Ποιήματα (Παλαιοντολογικά), εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 21: «“Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου”, έλεγε,/ θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά./ Τι βαρειά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,/ κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια».
3. Ν.Γ. Πεντζίκη, Μητέρα Θεσσαλονίκη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987, σ. 130-131.
4. Ο Αρθούρος Ρεμπώ συχνά σημείωνε, πως «I, is an other», Alchemy of the Word. Πρβλ. Ν.Γ. Πεντζίκη, Προς Εκκλησιασμό, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66: «[…] το εγώ μου είν’ ένας άλλος […] Τόσοι άλλοι είμαι εγώ».
5. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Επιστολή 10, Προς τους Κωνσταντινουπόλει κληρικούς στασιάζοντας, PG
77, 64B.
6. Βλ. ενδεικτικά, K. Rasborg, Ulrich Beck: Theorising World Risk Society and Cosmopolitanism, εκδ. Palgrave Macmillan, New York 2021.
8. Είναι σαφές, πλέον, πως το περιβάλλον εξαιτίας της ύβρεως του ανθρώπου και της εκ μέρους του εργαλειακής χρήσης του αγγίζει τα υπαρκτικά του όρια. Τούτο, δίχως αμφιβολία συνδέεται με την αδυναμία καθαρής όρασης, η οποία θα επέτρεπε την κατανόηση της εσχατολογικής του προοπτικής. Ως εκ τούτου είναι αναγκαία μια επανασύνδεση, μια αποκατάσταση της σχέσης της ιστορίας με τη φύση. Βλ. σχετικά, Χ.Α. Σταμούλη, Από την παθολογική συναισθηματικότητα στον οικολογικό ρεαλισμό της ευθύνης, https://antidosis.wordpress.com/2013/08/27/ (ανάκτηση 26/09/2023): «Έτσι, φθάσαμε σε πολλές περιπτώσεις, στην “ολοκληρωτική διχοτόμηση ανάμεσα στη φύση και την ιστορία, στα ιερά και τα εγκόσμια, στη λογική και το μύθο, στην τέχνη και τη φιλοσοφία”, και εσχάτως στην αισθητική και τη φιλοκαλία. Πρόκειται ουσιαστικά για φοβίες, που τροφοδοτούνται από τον άκρατο ατομικισμό, την εξουσιαστική διάθεση και τη δύναμη, όλα αυτά, δηλαδή, που συνιστούν μια μη-ορθοδοξία. Στα όρια μιας τέτοιας κατανόησης, η κτίση ή μένει χωρίς νόημα, καταντά απλό υλικό διεκπεραίωσης και τοποθετείται απέναντι στον άνθρωπο ανταγωνιστικά, ή σπάνια διεκδικεί όλο το νόημα για τον εαυτό της αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη αναφορά. Συνιστά, δηλαδή, “ανάγκη” που του στερεί την ελευθερία του και ως εκ τούτου ή πρέπει να απελευθερωθεί γρήγορα από αυτήν υποτάσσοντάς την ή πρέπει να παραδοθεί σ’ αυτήν για να υπάρξει «αληθινά». Ουσιαστικά, επαναλαμβάνεται η ιστορία με το υλικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Από τη μια, ο άκρατος υλισμός και από την άλλη, η διαδικασία εκπνευμάτωσης της ύλης. Η σάρκωση του Λόγου φαίνεται για μια ακόμη φορά να λησμονιέται. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, πάντως, ανθρώπινο σώμα και κτίση αποτελούν αναλώσιμα με ημερομηνία λήξης, χωρίς εσχατολογική διάσταση, αναφορά, έκσταση, επέκταση, άνοιγμα στην πλήρωση που προσφέρει “αεί” ο σαρκωμένος Λόγος, καταδικασμένα στο μηδενισμό. Δεν χωρά αμφιβολία ότι τέτοιες θέσεις αποτελούν ηχώ, κουβαλούν τα σημάδια κοσμολογιών του παρελθόντος με τις οποίες συναντήθηκε, ή για να το πούμε σαφέστερα, εντός των οποίων εμφανίσθηκε και με τις οποίες πάλεψε ο Χριστιανισμός. Ενδεικτικά αναφέρω τον ελληνισμό, ως έκφραση ακραίας και μετριοπαθούς κοσμολογικής μεγέθυνσης, και μαζί τον γνωστικισμό, ως έκφραση μιας κάποιας κοσμολογικής σμίκρυνσης. Από τη μια, δηλαδή, η ταύτιση, η ειδωλοποίηση, η αποθέωση της κτίσεως και από την άλλη, η διαίρεση, η εγκατάλειψή της, ακόμη και ο μηδενισμός της. Βέβαια, θα λέγαμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα, στο χώρο του Χριστιανισμού, δεν είναι η ειδωλοποίηση της κτίσης, ο νατουραλισμός ο οποίος δεν είναι εντελώς απών, αλλά κυρίως και κατεξοχήν η απαξίωσή της, η περιθωριοποίησή της, η αφαίρεση του νοήματός της, που προκύπτει από το φόβο της ειδωλοποίησής της. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος Χριστιανισμός φοβούμενος τη λατρεία της κτίσης “παρά τον κτίσαντα”, φαίνεται να αρνείται στη φύση το αυτονόητο της πλάσης της, αρνείται, δηλαδή, την παραπεμπτικότητά της, τη δυνατότητά της να “αποδεικνύει” το δημιουργό Θεό. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, παρουσιάζεται το φαινόμενο ο άνθρωπος της Ορθοδοξίας για λόγους συνέπειας σε απρόσωπες επιταγές και κανόνες, που ντύνονται τον μανδύα της ορθοδοξίας, να πολεμά αυτό που βλέπει, να αρνείται την αποκάλυψη της αλήθειας, να μάχεται τη φύση στοχεύοντας το υπέρ φύσιν. Μια τέτοια φύση, όμως, κενή νοήματος και λόγου υπάρξεως δεν προκαλεί κανέναν σεβασμό και καμιά ευλάβεια. Τα πάντα χάνονται μέσα στην ανθρωπολογική αποκλειστικότητα». Πρβλ. Σ.Χ. Τσομπανίδης, Υπέρ της Οικουμένης. Μελέτες για την Οικουμενική Κίνηση και της αποστολή της Εκκλησίας στο σημερινό κόσμο, εκδ. Ostracon, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 437-461· Σ. Γιαγκάζογλου, Θεολογία και νεωτερικότητα. Δοκίμια για τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με τον σύγχρονο κόσμο, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2023, σ. 357· π. Ι. Χρυσαυγής, Η δημιουργία ως μυστήριο. Θεολογική προσέγγιση της οικολογικής πρό(σ)κλησης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2023.
9. Θ. Τάσης, Ψηφιακός ανθρωπισμός. Εικονιστικό υποκείμενο και τεχνητή νοημοσύνη, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2019, σ. 11. Πρβλ. του ίδιου, Πολιτικές του Βίου ΙΙ: Η επιμέλεια του εαυτού στην εικονιστική κοινωνία, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2017.
10. Βλ. σχετικά, M. O’Gieblyn, God, Human, Animal, Machine, εκδ. Anchor Books, New York 2022.
11. Για την «ανθρώπινη αναβάθμιση», βλ. ενδεικτικά, Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2021, σ. 14: «Με τον όρο ανθρώπινη αναβάθμιση περιγράφεται κάθε παρέμβαση με σκοπό την βελτίωση του ανθρώπου ή των λειτουργιών του σε ένα βαθμό μεγαλύτερο απ’ ότι είναι αναγκαίο για την διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας». Πρβλ. E. Juengst, What Does Enhancement Mean?, Enhancing Human Traits: Ethical and Social Implications, εκδ. Eric Parens, εκδ. Georgetown University Press, Georgetown 1998, σ. 29-47.
13. Θ. Τάσης, Φιλοσοφία της ανθρώπινης αναβάθμισης, σ. 23.
14. Βλ. σχετικά, Ι. Βογιατζής, Sci-Fi και Θεολογία. Ο διάλογος των ταινιών Επιστημονικής Φαντασίας και της Ορθόδοξης Θεολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2022, σ. 101: «Στο “2001” άνθρωπο σε κάνει η σκέψη, η νόηση […] Τονίζει ο σκηνοθέτης (Stanley Kubric) “Γίναμε άνθρωποι όταν μάθαμε να σκεφτόμαστε. Το μυαλό μάς έχει δώσει τα εργαλεία για να καταλάβουμε που ζούμε και ποιοι είμαστε. Τώρα είναι καιρός να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, να γνωρίσουμε ότι δεν ζούμε σε έναν πλανήτη αλλά ανάμεσα στα αστέρια και ότι δεν είμαστε σάρκα αλλά νοημοσύνη”».
15. Βλ. σχετικά, M. O’Gieblyn, God, Human, Animal, Machine, εκδ. Anchor Books, New York 2022.
17. Βλ. σχετικά, Χ.Α. Σταμούλη, Ανθρώπινη φύση του Χριστού και αμαρτία στους Αντιοχειανούς Θεολόγους του 5ου αιώνα, Άσκηση αυτοσυνειδησίας, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2004, σ. 262-263. Πρβλ. Γ. Μαρτζέλου, Η Χριστολογία του Βασιλείου Σελευκείας και η οικουμενική σημασία της, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 169. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, σε ένα άκρως ενδιαφέρον αλλά συνάμα και αινιγματικό κείμενό του, σημειώνει τα εξής: «Είναι ανάγκη να προσέχουμε και να μην ταυτίζουμε την ασθένεια της “πεπτωκυίας” φύσεως με την εγγενή ατέλεια κάθε δημιουργημένης φύσεως. Δεν υπάρχει τίποτα το νοσηρό ή απαίσιο στη “φυσική ατέλεια ” της δημιουργημένης φύσεωςεκτός από εκείνο που εισδύει “από πάνω” ύστερα από το γεγονός της πτώσεως. Στη φύση πριν από την πτώση, μπορεί κανείς ίσως να μιλά για έλλειψη και ελαττώματα. Αλλά στον “πεπτωκότα” κόσμο υπάρχει κάτι περισσότερο –μια διαστροφή, μια επανάσταση, μια βλασφημία που προκαλεί ίλιγγο, μια βιαιότητα (violence). Είναι ο χώρος του σφετερισμού», Δημιουργία και απολύτρωση, μετάφραση Παναγιώτου Κ. Πάλλη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 97.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. Ο ΝΟΥΣ ΕΠΕΣΕ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
ΚΟΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΟΣΜΗΜΑ. ΥΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΚΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥΧΛΑ, ΚΑΤΗΦΟΡΑ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΟΥ ΑΛΛΑ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΑΡΓΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΔΕΛΦΟΙ. ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΑ ΔΙΔΑΞΑΝ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΔΙΑΔΙΔΕΙ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.
ΕΝΑ ΚΛΟΥΒΙΟ ΑΥΓΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΘΕΙ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΥΘΥΠΟΣΤΑΤΗ. Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΨΑΧΝΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΒΡΕΙ ΠΟΤΕ. Ο ΘΕΟΣ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΑΣ ΠΕΤΑΞΕ ΕΞΩ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΑΝΕΜΕΛΑ ΣΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ. ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ.
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 9:35-38 ΚAI ο Iησούς περιερχόταν όλες τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, διδάσκοντας στις συναγωγές τους, και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας, και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια στον λαό. Kαι βλέποντας τα πλήθη, σπλαχνίστηκε γι’ αυτά, επειδή ήσαν βασανισμένα και σκορπισμένα σαν πρόβατα που δεν είχαν ποιμένα. Tότε, λέει στους μαθητές του: O μεν θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως είναι λίγοι· παρακαλέστε, λοιπόν, τον κύριο του θερισμού να βγάλει εργάτες στον θερισμό του.
Πάνδημη, διάβασα, η κηδεία του Καθηγητή Χρυσόστομου Σταμούλη, ως η του Αναστασίου Αλβανίας, από άλλη διάσταση, ως η του Καθηγητή Χρήστου Γιανναρά ! Και σφραγισμένη από Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. «Μεγάλη μορφή της Ορθοδοξίας, και εκλεκτό μέλος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης», δια στόματος του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεου, αλλά και όλων που μίλησαν των Καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.
Εξόχως αληθινή για την ουσία της η επισήμανση της κόρης του Αλεξάνδρας. «Τα ταξίδια που ξεκινούσε έδειχναν πάντα στο δρόμο το φως» ! Και πηγαίας συγκίνησης ως άξιας θυγατέρας άξιου πατέρα. «Η ζωή μαζί του ήταν θείο δώρο»! Μακάρι και όσων πολλών άλλων παιδιών !
Όσοι ξέρουν να διαβάζουν, καταλαβαίνουν από αυτό το τηλεγραφικό όλο πολλά, πάρα πολλά και καλά ! Με ελάχιστο κοινό παρονομαστή-πολλαπλασιαστή. «Έχει ο Θεός τους εκλεκτούς του, και τι εκλεκτούς, σε κάθε εποχή», και στη σημερινή δύσμοιρη και ταλαίπωρη. Και όσοι έχουν ανοιχτά μάτια ψυχής, βλέπουν, και αυτιά, ακούν !
Αλλά η ζύμωση θέλει χρόνο, και όχι λίγοι λιποτακτούν ! «Δημάς γαρ με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα…»-2Τμ.4,10 .Όχι όμως «η μικρά ζύμη που όλον το φύραμα ζυμοί»-1Κο.5,6. Όπως. «Άσπασαι Πρίσκαν και Ακύλαν, και τον Ονησιφόρου οίκον. Έραστος έμεινεν εν Κορίνθω … Ασπάζεταί σε Εύβουλος και Πούδης΄και Λίνος, και Κλαυδία και οι αδελφοί πάντες»-2Τμ.4,19.
Θυμίζουμε τι έλεγε αυτός ο τραγικός το φερέφωνο της δυστοπίας με θεολογικό μανδύα.
Την εκτίμηση ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με την ανακοίνωσή της για τους εμβολιασμούς στηρίζει τη χρήση του εμβολίου για την αντιμετώπιση της πανδημίας, εξέφρασε ο καθηγητής της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας στο ΑΠΘ, Χρυσόστομος Σταμούλης, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Απολύτως Σχετικό» με τον Ανδρέα Παπασταματίου.
Τόνισε, δε, ότι η Ιεραρχία δεν θα μπορούσε με κάποια υποχρεωτικού χαρακτήρα μέτρα, να υποκαταστήσει την Πολιτεία. Παράλληλα όμως, υποστήριξε, πως δεν βλέπει, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εξαιρεθεί η Εκκλησία, από την απόφαση της Πολιτείας για είσοδο μόνο εμβολιασμένων στους κλειστούς χώρους, άρα και στους ναούς. «Και η Εκκλησία, θα πρέπει να εφαρμόσει τις αποφάσεις της Πολιτείας, ασκώντας τον σχετικό έλεγχο», συμπλήρωσε ο καθηγητής Θεολογίας.
Όσον αφορά στην χρήση μάσκας στους ναούς, ο κ. Σταμούλης τόνισε «ότι θεολογικές απόψεις, που υποστήριζαν ότι η μάσκα αποτελεί ύβριν για το Άγιο Πνεύμα, αυτές έχουν τον χαρακτήρα της ύβρεως». Αφού, όπως υπογράμμισε, «το Άγιο Πνεύμα είναι το πνεύμα της Αγάπης κι αν η αγάπη ζητάει τη μάσκα προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι και να προχωρήσει ο Πολιτισμός και η Κοινωνία μας, δεν έχουμε άλλο τρόπο παρά να φορέσουμε τη μάσκα, όπως φοράμε μία ζακέτα τον χειμώνα όταν κρυώνουμε».
Ο 61χρονος καθηγητής βρισκόταν στη Ρόδο για ένα συνέδριο - η ανακοίνωση της Θεολογικής Σχολής
Πέθανε στη Ρόδο ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Χρυσόστομος Σταμούλης, ενώ συμμετείχε σε συνέδριο για την ανάδειξη του ρόλου της Παναγίας στο μυστήριο της Σωτηρίας, αλλά και η διαχρονική Ιστορία του Ι.Ν. Παναγίας Καθολικής.
Στην Επιστημονική, Θεολογική και Ιστορική Ημερίδα, που διοργανώνει μεθαύριο (Τετάρτη) η Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ι.Ν. Παναγίας Καθολικής, με την ευλογία του Σεβ. Μητροπολίτου Ρόδου Κυρίλλου και υπό τη Αιγίδα της Ι.Μ. Ρόδου, στο πλαίσιο της Μεγάλης Θεομητoρικής Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου κατά την οποία εορτάζει ο συγκεκριμένος Ιερός Ναός, ο Χρυσόστομος Σταμούλης επρόκειτο να κάνει εισήγηση με θέμα: «Σχόλιο στη διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας για την Παρθένο Μαρία».
«Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του, μακάρι να είναι ο τελευταίος άνθρωπος που φεύγει έτσι αδόκητα και πρόωρα από τη ζωή, γιατί είχε να προσφέρει ακόμα και γνωρίζω ότι ο ίδιος οργάνωνε και σχεδίαζε αρκετά πράγματα», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, λίγο μετά την είδηση του θανάτου του, ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ Ηλίας Γ. Ευαγγέλου, τονίζοντας ότι «αφήνει ένα μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό για τη σπουδή της ορθόδοξης θεολογίας».
Η ανακοίνωση της Θεολογικής Σχολής
«Με βαθιά θλίψη πληροφορηθήκαμε την απώλεια του αγαπητού συναδέλφου και πρώην Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Χρυσοστόμου Σταμούλη.
Η ακαδημαϊκή του πορεία, το ήθος και η αφοσίωσή του στην επιστήμη και την εκπαίδευση υπήρξαν πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η συμβολή του στη Θεολογική Σχολή και την ευρύτερη ακαδημαϊκή κοινότητα θα παραμείνει ανεξίτηλη.
Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του και τους οικείους του.
Mind the Gap Κείμενα για μια θεολογία στο ύψος της αγάπης
Για το βιβλίο μιλούν: -Μοναχή Φιλοθέη, Ηγουμένη Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Βρυούλων -π. Αντώνιος Καλλιγέρης, Συντονιστής της Πρωτοβουλίας για την Πρόληψη της Ενδοοικογενειακής Βίας του Ιδρύματος Νεότητος & Οικογένειας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, εκπαιδευτικός -Σταύρος Γιαγκάζογλου, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ και ο συγγραφέας του βιβλίου Χρυσόστομος Σταμούλης
Οδιάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: σήκωσε το χέρι αν ξέρεις τη διαφορά μεταξύ... διαφοράς και διαφορετικότητας. Υπάρχουν κάποιες αποχρώσεις, τις οποίες κατανοούν μερικοί ιδιότροποι γλωσσολόγοι. Το λεξικό Zingarelli κάτω από την επικεφαλίδα «διαφορά» δηλώνει την «διαφορετικότητα» ως πρώτη σημασία και το αντίστροφο. Αλλά όχι. Στον πόλεμο των λέξεων που διεξάγει εναντίον μας η εξουσία, απαγορεύοντας ορισμένους και εξαναγκάζοντας τη χρήση άλλων, η διαφορά και η διαφορετικότητα δεν είναι πλέον συνώνυμα. Στο ροζ σύννεφο του Newspeak ο πρώτος όρος είναι κακός, ο δεύτερος καλός. Μοιάζει με λογοπαίγνιο και εν μέρει είναι, καθόλου ουδέτερο και καθόλου αθώο. Πρώτα η πολιτική ορθότητα, μετά το Newspeak, παραμόρφωσε την έννοια και το νόημα των λέξεων, των εκφράσεων, των τρόπων λόγου, για να τις προσαρμόσει στον τρόπο που αισθάνονται, σκέφτονται, μιλούν, που επιθυμούν οι εξουσιαστές. Εδώ, λοιπόν, δύο όροι όπως η διαφορά και η διαφορετικότητα αποκλίνουν τις έννοιές τους σε σημείο να παίρνουν αντίθετες έννοιες. Ο Gabriele D'Annunzio, ευφάνταστος ταχυδακτυλουργός της γλώσσας, έγραψε στο πρώτο του Laudi (Laus Vitae): «Ω ποικιλομορφία(διαφορετικότητα) πλασμάτων, σειρήνα του κόσμου, εγώ είμαι αυτός που σε αγαπά». Ο ποιητής της Πεσκάρα σκόπευε να αναφερθεί στο υπέροχο καλειδοσκόπιο των διαφορών, στη γοητεία της εξαιρετικής ποικιλίας της δημιουργίας και των πλασμάτων.
Δεν επιβαρύνει τη σημερινή αστυνομία σκέψης γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη «διαφορετικότητα». Η «διαφορά» αποδοκιμάζεται στο νεογλωσσικό θηριοτροφείο.Στην πραγματικότητα, προκαλεί την ανισότητα, παραπέμπει στην ανισότητα, μια από τις ανυπέρβλητες απαγορεύσεις της μετανεωτερικότητας. Το θεώρημα της ισότητας γίνεται αξίωμα, δηλαδή μια αυτονόητη αλήθεια, αν και αναπόδεικτη. Το αστείο μυστήριο είναι γιατί το ταμπού σταματά στο επίπεδο του πορτοφολιού, αποδεχόμενο τήν πιο άδικη διαφορά από τις διαφορές (ή τη διαφορετικότητα...), αυτή των οικονομικών μέσων.Η ισότητα μετατρέπεται σε ισοδυναμία, δηλαδή ποιοτική αδιαφορία, απαγόρευση κρίσεων ή διαφορετικών απόψεων για έναν αυξανόμενο αριθμό θεμάτων που αφαιρούνται από την ελεύθερη σκέψη. Το να είμαστε υπέρ των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, των πολιτισμών, η παρατήρηση της άπειρης ποικιλίας του κόσμου μας εκθέτει σε μια αιματηρή κατηγορία, τη λεγόμενη «διαφοροποίηση». Ο όρος είναι πρόσφατος και ο κομματικός ορισμός του προέρχεται, δυστυχώς, από την ιστοσελίδα μιας σχολής του Πιεμόντε. «Παραλλαγή, που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, του ρατσισμού.Η θέση εκείνων που πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να υπερασπιστούμε ή/και να διαφυλάξουμε τις πολιτισμικές διαφορές από τις διαδικασίες μαζικοποίησης και ομογενοποίησης που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες και γι' αυτό πιστεύουν ότι οι κοινωνίες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι πολυπολιτισμικές. Πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορές και η ετερότητα πρέπει να υπερασπίζονται αλλά, ακριβώς για αυτόν τον λόγο... ο καθένας στο σπίτι του. Σε ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο, ο κίνδυνος του συγκαλυμμένου διαφορικού ρατσισμού είναι υπαρκτός και τείνει να υλοποιηθεί σε ένα είδος απαρτχάιντ όπου άλλοι πολιτισμοί αναγνωρίζονται αλλά «περιφράζονται» και φυλάσσονται σε ειδικά κοινωνικά δοχεία (όπως οι καταυλισμοί τών ινδιάνων) χωρίς σημαντικές δυνατότητες αλληλεπιδράσεως τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γηγενείς πολιτισμούς ενόψει της οικοδόμησης μιας κοινωνίας που νοείται ως ένα κοινό σπίτι όπου όλοι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσα καθήκοντα».
Χωρίς τον συνηθισμένο αφηρημένο ηθικισμό, το συμπέρασμα είναι απλό: αν αναγνωρίζεις, αποδέχεσαι και υπερασπίζεσαι τη «διαφορά» είσαι ρατσιστής γιατί αρνείσαι την ισότητα.Είναι τελείως διαφορετικό θέμα αν επαινείς τη «διαφορετικότητα». Ενώ η διαφορά θυμίζει την ανισότητα, η διαφορετικότητα θα ήταν η μεταμοντέρνα απόρροια της ισότητας, καθώς η βάση μιας κοινωνίας που αποτελείται από άπειρα τμήματα, ένα απεριόριστο συνονθύλευμα μειονοτήτων των οποίων οι ιδιαιτερότητες -ή παραξενιές, μέχρι αυθεντικές διαταραχές- πρέπει να γίνουν όλες αποδεκτές και να γίνουν αντικείμενο στα δικαιώματα. Η διαφορετικότητά μου (προσωπική, συμπεριφορική, σεξουαλική, ψυχολογική) γίνεται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, η ταμπέλα που με τοποθετεί σε μια κοινότητα ίσων όσον αφορά τη διαφορετικότητα. Έτσι, η κοινωνία θα ήταν το αλγεβρικό άθροισμα όλης της διαφορετικότητας, με την απαγόρευση της δημιουργίας μιας «κανονικότητας» ή ενός κοινωνικού ιστού κοινών αρχών και συμπεριφοράς, εκτός, προφανώς, από την ίδια την «διαφορετικότητα». Σύμφωνα με τον Γάλλο Καναδό κοινωνιολόγο Mathieu Bock-Cotéείναι μια αυθεντική ουτοπία διαφορετικότητας στην οποία ο ήρωας είναι ο Άλλος, το διαφορετικό σε όλες τις πιθανές έννοιές του. Η πολιτική ορθότητα είναι ο υποχρεωτικός κώδικας μιας λατρείας που οργανώνεται γύρω από δόγματα που η κατήχηση της ρητορικής και της προπαγάνδας μετατρέπουν σε κοινή λογική. Περνάμε από την πολυπολιτισμικότητα στον μη-πολιτισμισμό που αρνείται τα στοιχεία, επιβάλλοντας την ισοδυναμία μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμών. Πολιτισμός δεν υπάρχει, «πολιτισμοί» υπάρχουν, όχι η κουλτούρα, αλλά οι «κουλτούρες». Δεν επιτρέπεται καμία συγκριτική κρίση, πόσο μάλλον μια κατάταξη, αφού κάθε πολιτισμός είναι ένας κόσμος από μόνος του, του οποίου μόνο οι διαφορές ή μάλλον οι ποικιλομορφίες μπορούν να περιγραφούν. Ένας απόλυτος σχετικισμός (τα οξύμωρα είναι μια σταθερά στη σύγχρονη εποχή), η ακραία συνέπεια του οποίου είναι ένας εξίσου απόλυτος υποκειμενισμός όπου «είμαι η διαφορετικότητά μου» που κανείς δεν μπορεί να συζητήσει ή να αρνηθεί.Εξ ου και η ισοδυναμία μεταξύ επιθυμιών και δικαιωμάτων και η αντίληψη της ταυτότητας όχι ως φυσικής, ιστορικής κληρονομιάς που παράγει κοινότητα και διαφορά ταυτόχρονα, αλλά μάλλον ως μια ρευστή, αυτοκαθορισμένη επιλογή. Φαίνονται σαν αβλαβή γλωσσικά παιχνίδια, αλλά αντίθετα είναι έννοιες που έχουν βαθύ αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας το όραμά μας για τον κόσμο. Η «διαφορετικότητα» προστατεύεται από διεθνικούς οργανισμούς, ενώ η διαφορά απορρίπτεται, απαξιώνεται, υποβιβάζεται στην τάξη της ανόητης, οπισθοδρομικής πεποίθησης. Η διαφορετικότητα, με τη μορφή της αποδόμησης/αποσύνθεσης των κοινοτήτων και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άπειρα τμήματα που τείνουν να είναι εχθρικά και αυτοαναφορικά, έχει γίνει η προτιμώμενη αξία του δυτικού κατεστημένου τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο θεμελιώδης που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Οι παγκοσμιοποιημένοι διεθνείς οργανισμοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προώθησης της διαφορετικότητας. Για την UNESCO, «η διαφορετικότητα είναι η ίδια η ουσία της ταυτότητάς μας» . Το αληθινό νόημα είναι ο εορτασμός του πλουραλισμού των ταυτοτήτων και των πολιτισμικών διαφορών στο μίσος της εθνικής αρχής, της κρατικής κυριαρχίας, του δικαιώματος έκφρασης αξιοκρατικών κρίσεων, της ίδιας της έννοιας των ανθρώπων καθώς και της κανονικότητας. Οι διακρατικοί οργανισμοί παρουσιάζουν τη διαφορετικότητα ως ηθικά ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Από τη δεκαετία του 1950, έχουν ξεκινήσει συστηματικές επιχειρήσεις για την απαξίωση του ηθικού καθεστώτος των ομοιογενών κοινοτήτων και εθνών. Όσοι απορρίπτουν την ατζέντα της διαφορετικότητας –άτομα, ομάδες, κοινότητες– περιγράφονται ως ψυχολογικά αναλφάβητοι, καθυστερημένοι, φοβισμένοι για τους άλλους, ξενοφοβικοί. Η προσκόλληση στην ταυτότητα κάποιου (η αρνητική «διαφορά») άρχισε να παρουσιάζεται ως κίνητρο για πολέμους και τον πατριωτισμό που έγινε συνώνυμο του φασισμού. Το πρώτο έγγραφο «ποικιλομορφίας» ήταν Η αυταρχική προσωπικότητα του Theodor Adorno και άλλων μελών της Σχολής της Φρανκφούρτης (1) με τις ρίζες της στην Αμερική. Η διαφορετικότητα φάνηκε ως θετικό αντίδοτο στην ταύτιση με το έθνος ή με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουμε. Το κείμενο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόδοση αρνητικής χροιάς στη φιλοδοξία να ζήσουμε σε συνεκτικές κοινωνίες με κοινές αξίες. Το συμπέρασμα ήταν ότι η «ανάγκη για ομοιογένεια» αντιπροσώπευε ένα σοβαρό ψυχολογικό ελάττωμα, σύμπτωμα της «αυταρχικής προσωπικότητας». Ο Adorno σκιαγράφησε μια ηθική αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων που ελκύονται από τη διαφορετικότητα και εκείνων που την απορρίπτουν. «Ίσως πάνω απ' όλα η επιθυμία να συμπεριλάβουμε, να αποδεχθούμε, ακόμη και να αγαπήσουμε τις διαφορές και τη διαφορετικότητα, σε αντίθεση με την ανάγκη να καθιερωθούν σαφείς γραμμές οριοθέτησης και να καθοριστούν η ανωτερότητα και η κατωτερότητα, είναι το βασικό κριτήριο για τη διάκριση των δύο αντίθετων μοντέλων. Τα μέλη της εξωτερικής ομάδας που αντιπροσωπεύουν αποκλίσεις από τα πολιτισμικά πρότυπα της εσωτερικής ομάδας είναι απειλητικά για εκείνους που πρέπει να συλλάβουν τους πολιτισμικούς κανόνες ως απόλυτους για να αισθάνονται ασφαλείς». Divide et impera. Διαίρει και βασίλευε. Η απόρριψη της διαφορετικότητας χαρακτηρίστηκε ως πιο επικίνδυνη από ένα ελάττωμα του χαρακτήρα: ένα επιβλαβές και αυταρχικό χαρακτηριστικό των ατόμων. Από εκείνη τη στιγμή, η «θεραπεία» της «παράλογης» ανάγκης για ομοιογένεια και η ενθάρρυνση των ανθρώπων να αγαπήσουν τη διαφορετικότητα έχει γίνει έργο κοινωνικής μηχανικής. Για να γίνει αναμφισβήτητο, οι Φραγκφούρτες υποστήριξαν ότι η ηθική αντίθεση μεταξύ διαφορετικότητας και ομοιογένειας βασιζόταν στην επιστήμη. Στην πραγματικότητα, η ιδεολογική εχθρότητα απέναντι στα ιδεώδη της εθνικής κυριαρχίας, του πατριωτισμού, της παράδοσης -πολιτιστική, αστική, θρησκευτική- ήταν που μετέτρεψε την ομοιογένεια σε κάτι τοξικό. Οι ολιγαρχίες – έχοντας γίνει παγκοσμιοποιητές – κατάλαβαν σύντομα τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι θεωρίες της «διαφορετικότητας».
Η ομοιογένεια και η διαφορετικότητα δεν είναι ηθικές κατηγορίες, αλλά περιγραφικοί όροι. Το γεγονός ότι προτιμάμε ή όχι να είμαστε με άτομα που είναι διαφορετικά ή παρόμοια με εμάς δεν έχει καμία ηθική χροιά. Το εγχείρημα της μετατροπής της διαφορετικότητας σε αξία προκύπτει από την επιθυμία να εξαλειφθεί η αλληλεγγύη και η εσωτερικευμένη ταυτότητα που απορρέει από το να ανήκεις σε ένα έθνος ή σε έναν κοινό πολιτισμό. Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι το προτιμώμενο μέσο για την προώθηση της πολυπολιτισμικότητας, που καθορίζει την ανάπτυξη της κοινωνικής πόλωσης. Οι πολιτικές για τη διαφορετικότητα έχουν ενθαρρύνει την απολίθωση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων, συχνά ασυμβίβαστων μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται για πάντα νέα «δικαιώματα» και για την απόκτηση μεγαλύτερης αναγνώρισης από τις αντίπαλες ταυτότητες. Παραδόξως, η διαφορετικότητα έχει προωθήσει την ομογενοποίηση της ταυτότητας μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η διαφορετικότητα έχει γίνει φετίχ μέχρι την «φυσικοποίησή» της, την τάση των μελών κάθε ομάδας να αυτοπροσδιορίζονται με βάση ένα μόνο χαρακτηριστικό, κέντρο βάρους και σκοπό ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφορετικότητα και ο εορτασμός της έχουν γίνει συνένοχοι της μισαλλοδοξίας. Η στενή σχέση μεταξύ μισαλλοδοξίας και διαφορετικότητας υπογραμμίστηκε απότον Christopher Laschτη δεκαετία του 1990.«Στην πράξη, η διαφορετικότητα καταλήγει να νομιμοποιεί έναν νέο δογματισμό, στον οποίο οι αντίπαλες μειονότητες καταφεύγουν πίσω από ένα σύνολο πεποιθήσεων αδιαπέραστες από ορθολογική συζήτηση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στον φυσικό διαχωρισμό του πληθυσμού σε κλειστούς και ομοιογενείς θύλακες, που έχουν το αντίστοιχο στη βαλκανοποίηση της γνώμης».
Ο διαβρωτικός αντίκτυπος των πολιτικών για τη διαφορετικότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι το μόνο πρόβλημα που σχετίζεται με την πολυπολιτισμικότητα. Η ιεροποίηση της ταυτότητας έχει επίσης υπονομεύσει την ελευθερία της έκφρασης. Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι εις βάρος της συγκεκριμένης άσκησης της ελευθερίας.Πολλά ιδρύματα έχουν αποφασίσει ότι η αξία της διαφορετικότητας δεν μπορεί να συζητηθεί, ένα συναίσθημα που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα πανεπιστήμια. Πολλοί από αυτούς έχουν αποδείξει ότι ο ισχυρισμός της διαφορετικότητας υπερισχύει της ελευθερίας του λόγου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Εάν κάποιος – ατομικός ή ομαδικός – αντιταχθεί, πρέπει να φιμωθεί νομικά. Η ιδέα ότι η ελευθερία και η διαφορετικότητα είναι αντίθετες αξίες εξαπλώνεται. Η ελευθερία της έκφρασης συνιστά κίνδυνο «για την ευημερία νέων μη παραδοσιακών και μειονοτικών ομάδων» σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Wesleyan. Η πεποίθηση ότι η ελευθερία του λόγου και η διαφορετικότητα είναι ανταγωνιστικές έχει εσωτερικευτεί από την αγγλοσαξονική πολιτιστική ελίτ και κυριαρχεί στη συμπεριφορά. Υποστηρίζεται ότι η ελευθερία πρέπει να «ισορροπείται» ή να «αντισταθμίζεται» με τη διαφορετικότητα. Για το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια «η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση και η ελευθερία της έκφρασης συγκρούονται με την αξία μιας ποικιλόμορφης και χωρίς αποκλεισμούς κοινότητας». Το να συμπεριλάβεις σημαίνει να αποκλείσεις: ο Όργουελ στην εξουσία. Η έκκληση για «εξισορρόπηση της ελευθερίας της έκφρασης και της διαφορετικότητας» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρώτη δίνει τη θέση της στη δεύτερη. Για τον πρόεδρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα «οι πεποιθήσεις μας για τη διαφορετικότητα και την ένταξη είναι αδιαπραγμάτευτες». Η ανεστραμμένη αυταρχική προσωπικότητα εκφράζεται στον χάρτη αξιών πολλών λεγόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία καλωσορίζουν τη διαφορετικότητα αλλά όχι την ελευθερία του λόγου, που εξομοιώνονται με «πράξεις μίσους και έλλειψης σεβασμού», έναν συσχετισμό ιδεών που ανατριχιάζει . Η απολυτοποίηση της αρχής της διαφορετικότητας είναι η ατζέντα των δυτικών ελίτ, η οποία υποστηρίζεται επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να επικρατούν έναντι των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Όταν εμφανίζεται μια κρίση νομιμότητας, η δυνατότητα διαχείρισης της διαφορετικότητας γίνεται ένα τρομερό όργανο εξουσίας. Είναι πιο εύκολο να κυριαρχήσεις σε μια κοινωνία που αποτελείται από απομονωμένες ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους (διαίρει και βασίλευε) παρά σε μια κοινωνία που μοιράζεται έναν πίνακα αξιών ή πολιτισμικής, πνευματικής ή εθνικής ομοιογένειας. Ένας κατακερματισμένος και πολωμένος δημόσιος χώρος βοηθά την εξουσία να αναπαράγει την ηγεμονία της.
Γι' αυτό χώρισαν τη διαφορά και τη διαφορετικότητα, διαστρεβλώνοντας το μάθημα του σοβιετικού αντιφρονούντα Βασίλη Γκρόσμαν (2) : οι ενώσεις των ανθρώπων, οι λόγοι τους, καθορίζονται από έναν και μόνο μεγάλο σκοπό: να κατακτήσουν το δικαίωμα του διαφορετικού, το δικαίωμα να είσαι διαφορετικός (Ζωή και πεπρωμένο) .
Οδιάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: σήκωσε το χέρι αν ξέρεις τη διαφορά μεταξύ... διαφοράς και διαφορετικότητας. Υπάρχουν κάποιες αποχρώσεις, τις οποίες κατανοούν μερικοί ιδιότροποι γλωσσολόγοι. Το λεξικό Zingarelli κάτω από την επικεφαλίδα «διαφορά» δηλώνει την «διαφορετικότητα» ως πρώτη σημασία και το αντίστροφο. Αλλά όχι. Στον πόλεμο των λέξεων που διεξάγει εναντίον μας η εξουσία, απαγορεύοντας ορισμένους και εξαναγκάζοντας τη χρήση άλλων, η διαφορά και η διαφορετικότητα δεν είναι πλέον συνώνυμα. Στο ροζ σύννεφο του Newspeak ο πρώτος όρος είναι κακός, ο δεύτερος καλός.
Μοιάζει με λογοπαίγνιο και εν μέρει είναι, καθόλου ουδέτερο και καθόλου αθώο. Πρώτα η πολιτική ορθότητα, μετά το Newspeak, παραμόρφωσε την έννοια και το νόημα των λέξεων, των εκφράσεων, των τρόπων λόγου, για να τις προσαρμόσει στον τρόπο που αισθάνονται, σκέφτονται, μιλούν, που επιθυμούν οι εξουσιαστές. Εδώ, λοιπόν, δύο όροι όπως η διαφορά και η διαφορετικότητα αποκλίνουν τις έννοιές τους σε σημείο να παίρνουν αντίθετες έννοιες. Ο Gabriele D'Annunzio, ευφάνταστος ταχυδακτυλουργός της γλώσσας, έγραψε στο πρώτο του Laudi (Laus Vitae): «Ω ποικιλομορφία(διαφορετικότητα) πλασμάτων, σειρήνα του κόσμου, εγώ είμαι αυτός που σε αγαπά». Ο ποιητής της Πεσκάρα σκόπευε να αναφερθεί στο υπέροχο καλειδοσκόπιο των διαφορών, στη γοητεία της εξαιρετικής ποικιλίας της δημιουργίας και των πλασμάτων.
Δεν επιβαρύνει τη σημερινή αστυνομία σκέψης γιατί χρησιμοποίησε τη λέξη «διαφορετικότητα». Η «διαφορά» αποδοκιμάζεται στο νεογλωσσικό θηριοτροφείο.Στην πραγματικότητα, προκαλεί την ανισότητα, παραπέμπει στην ανισότητα, μια από τις ανυπέρβλητες απαγορεύσεις της μετανεωτερικότητας. Το θεώρημα της ισότητας γίνεται αξίωμα, δηλαδή μια αυτονόητη αλήθεια, αν και αναπόδεικτη. Το αστείο μυστήριο είναι γιατί το ταμπού σταματά στο επίπεδο του πορτοφολιού, αποδεχόμενο τήν πιο άδικη διαφορά από τις διαφορές (ή τη διαφορετικότητα...), αυτή των οικονομικών μέσων.Η ισότητα μετατρέπεται σε ισοδυναμία, δηλαδή ποιοτική αδιαφορία, απαγόρευση κρίσεων ή διαφορετικών απόψεων για έναν αυξανόμενο αριθμό θεμάτων που αφαιρούνται από την ελεύθερη σκέψη.
Το να είμαστε υπέρ των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, των πολιτισμών, η παρατήρηση της άπειρης ποικιλίας του κόσμου μας εκθέτει σε μια αιματηρή κατηγορία, τη λεγόμενη «διαφοροποίηση». Ο όρος είναι πρόσφατος και ο κομματικός ορισμός του προέρχεται, δυστυχώς, από την ιστοσελίδα μιας σχολής του Πιεμόντε. «Παραλλαγή, που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα, του ρατσισμού.Η θέση εκείνων που πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να υπερασπιστούμε ή/και να διαφυλάξουμε τις πολιτισμικές διαφορές από τις διαδικασίες μαζικοποίησης και ομογενοποίησης που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες και γι' αυτό πιστεύουν ότι οι κοινωνίες δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι πολυπολιτισμικές. Πράγμα που σημαίνει ότι οι διαφορές και η ετερότητα πρέπει να υπερασπίζονται αλλά, ακριβώς για αυτόν τον λόγο... ο καθένας στο σπίτι του. Σε ένα εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο, ο κίνδυνος του συγκαλυμμένου διαφορικού ρατσισμού είναι υπαρκτός και τείνει να υλοποιηθεί σε ένα είδος απαρτχάιντ όπου άλλοι πολιτισμοί αναγνωρίζονται αλλά «περιφράζονται» και φυλάσσονται σε ειδικά κοινωνικά δοχεία (όπως οι καταυλισμοί τών ινδιάνων) χωρίς σημαντικές δυνατότητες αλληλεπιδράσεως τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γηγενείς πολιτισμούς ενόψει της οικοδόμησης μιας κοινωνίας που νοείται ως ένα κοινό σπίτι όπου όλοι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσα καθήκοντα».
Χωρίς τον συνηθισμένο αφηρημένο ηθικισμό, το συμπέρασμα είναι απλό: αν αναγνωρίζεις, αποδέχεσαι και υπερασπίζεσαι τη «διαφορά» είσαι ρατσιστής γιατί αρνείσαι την ισότητα.Είναι τελείως διαφορετικό θέμα αν επαινείς τη «διαφορετικότητα». Ενώ η διαφορά θυμίζει την ανισότητα, η διαφορετικότητα θα ήταν η μεταμοντέρνα απόρροια της ισότητας, καθώς η βάση μιας κοινωνίας που αποτελείται από άπειρα τμήματα, ένα απεριόριστο συνονθύλευμα μειονοτήτων των οποίων οι ιδιαιτερότητες -ή παραξενιές, μέχρι αυθεντικές διαταραχές- πρέπει να γίνουν όλες αποδεκτές και να γίνουν αντικείμενο στα δικαιώματα. Η διαφορετικότητά μου (προσωπική, συμπεριφορική, σεξουαλική, ψυχολογική) γίνεται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, η ταμπέλα που με τοποθετεί σε μια κοινότητα ίσων όσον αφορά τη διαφορετικότητα.
Έτσι, η κοινωνία θα ήταν το αλγεβρικό άθροισμα όλης της διαφορετικότητας, με την απαγόρευση της δημιουργίας μιας «κανονικότητας» ή ενός κοινωνικού ιστού κοινών αρχών και συμπεριφοράς, εκτός, προφανώς, από την ίδια την «διαφορετικότητα». Σύμφωνα με τον Γάλλο Καναδό κοινωνιολόγο Mathieu Bock-Cotéείναι μια αυθεντική ουτοπία διαφορετικότητας στην οποία ο ήρωας είναι ο Άλλος, το διαφορετικό σε όλες τις πιθανές έννοιές του. Η πολιτική ορθότητα είναι ο υποχρεωτικός κώδικας μιας λατρείας που οργανώνεται γύρω από δόγματα που η κατήχηση της ρητορικής και της προπαγάνδας μετατρέπουν σε κοινή λογική. Περνάμε από την πολυπολιτισμικότητα στον μη-πολιτισμισμό που αρνείται τα στοιχεία, επιβάλλοντας την ισοδυναμία μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμών. Πολιτισμός δεν υπάρχει, «πολιτισμοί» υπάρχουν, όχι η κουλτούρα, αλλά οι «κουλτούρες».
Δεν επιτρέπεται καμία συγκριτική κρίση, πόσο μάλλον μια κατάταξη, αφού κάθε πολιτισμός είναι ένας κόσμος από μόνος του, του οποίου μόνο οι διαφορές ή μάλλον οι ποικιλομορφίες μπορούν να περιγραφούν. Ένας απόλυτος σχετικισμός (τα οξύμωρα είναι μια σταθερά στη σύγχρονη εποχή), η ακραία συνέπεια του οποίου είναι ένας εξίσου απόλυτος υποκειμενισμός όπου «είμαι η διαφορετικότητά μου» που κανείς δεν μπορεί να συζητήσει ή να αρνηθεί.Εξ ου και η ισοδυναμία μεταξύ επιθυμιών και δικαιωμάτων και η αντίληψη της ταυτότητας όχι ως φυσικής, ιστορικής κληρονομιάς που παράγει κοινότητα και διαφορά ταυτόχρονα, αλλά μάλλον ως μια ρευστή, αυτοκαθορισμένη επιλογή.
Φαίνονται σαν αβλαβή γλωσσικά παιχνίδια, αλλά αντίθετα είναι έννοιες που έχουν βαθύ αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας το όραμά μας για τον κόσμο. Η «διαφορετικότητα» προστατεύεται από διεθνικούς οργανισμούς, ενώ η διαφορά απορρίπτεται, απαξιώνεται, υποβιβάζεται στην τάξη της ανόητης, οπισθοδρομικής πεποίθησης. Η διαφορετικότητα, με τη μορφή της αποδόμησης/αποσύνθεσης των κοινοτήτων και του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άπειρα τμήματα που τείνουν να είναι εχθρικά και αυτοαναφορικά, έχει γίνει η προτιμώμενη αξία του δυτικού κατεστημένου τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο θεμελιώδης που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Οι παγκοσμιοποιημένοι διεθνείς οργανισμοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της προώθησης της διαφορετικότητας. Για την UNESCO, «η διαφορετικότητα είναι η ίδια η ουσία της ταυτότητάς μας» . Το αληθινό νόημα είναι ο εορτασμός του πλουραλισμού των ταυτοτήτων και των πολιτισμικών διαφορών στο μίσος της εθνικής αρχής, της κρατικής κυριαρχίας, του δικαιώματος έκφρασης αξιοκρατικών κρίσεων, της ίδιας της έννοιας των ανθρώπων καθώς και της κανονικότητας.
Οι διακρατικοί οργανισμοί παρουσιάζουν τη διαφορετικότητα ως ηθικά ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Από τη δεκαετία του 1950, έχουν ξεκινήσει συστηματικές επιχειρήσεις για την απαξίωση του ηθικού καθεστώτος των ομοιογενών κοινοτήτων και εθνών. Όσοι απορρίπτουν την ατζέντα της διαφορετικότητας –άτομα, ομάδες, κοινότητες– περιγράφονται ως ψυχολογικά αναλφάβητοι, καθυστερημένοι, φοβισμένοι για τους άλλους, ξενοφοβικοί. Η προσκόλληση στην ταυτότητα κάποιου (η αρνητική «διαφορά») άρχισε να παρουσιάζεται ως κίνητρο για πολέμους και τον πατριωτισμό που έγινε συνώνυμο του φασισμού. Το πρώτο έγγραφο «ποικιλομορφίας» ήταν Η αυταρχική προσωπικότητα του Theodor Adorno και άλλων μελών της Σχολής της Φρανκφούρτης (1) με τις ρίζες της στην Αμερική. Η διαφορετικότητα φάνηκε ως θετικό αντίδοτο στην ταύτιση με το έθνος ή με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουμε.
Το κείμενο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόδοση αρνητικής χροιάς στη φιλοδοξία να ζήσουμε σε συνεκτικές κοινωνίες με κοινές αξίες. Το συμπέρασμα ήταν ότι η «ανάγκη για ομοιογένεια» αντιπροσώπευε ένα σοβαρό ψυχολογικό ελάττωμα, σύμπτωμα της «αυταρχικής προσωπικότητας». Ο Adorno σκιαγράφησε μια ηθική αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων που ελκύονται από τη διαφορετικότητα και εκείνων που την απορρίπτουν. «Ίσως πάνω απ' όλα η επιθυμία να συμπεριλάβουμε, να αποδεχθούμε, ακόμη και να αγαπήσουμε τις διαφορές και τη διαφορετικότητα, σε αντίθεση με την ανάγκη να καθιερωθούν σαφείς γραμμές οριοθέτησης και να καθοριστούν η ανωτερότητα και η κατωτερότητα, είναι το βασικό κριτήριο για τη διάκριση των δύο αντίθετων μοντέλων. Τα μέλη της εξωτερικής ομάδας που αντιπροσωπεύουν αποκλίσεις από τα πολιτισμικά πρότυπα της εσωτερικής ομάδας είναι απειλητικά για εκείνους που πρέπει να συλλάβουν τους πολιτισμικούς κανόνες ως απόλυτους για να αισθάνονται ασφαλείς». Divide et impera. Διαίρει και βασίλευε.
Η απόρριψη της διαφορετικότητας χαρακτηρίστηκε ως πιο επικίνδυνη από ένα ελάττωμα του χαρακτήρα: ένα επιβλαβές και αυταρχικό χαρακτηριστικό των ατόμων. Από εκείνη τη στιγμή, η «θεραπεία» της «παράλογης» ανάγκης για ομοιογένεια και η ενθάρρυνση των ανθρώπων να αγαπήσουν τη διαφορετικότητα έχει γίνει έργο κοινωνικής μηχανικής. Για να γίνει αναμφισβήτητο, οι Φραγκφούρτες υποστήριξαν ότι η ηθική αντίθεση μεταξύ διαφορετικότητας και ομοιογένειας βασιζόταν στην επιστήμη. Στην πραγματικότητα, η ιδεολογική εχθρότητα απέναντι στα ιδεώδη της εθνικής κυριαρχίας, του πατριωτισμού, της παράδοσης -πολιτιστική, αστική, θρησκευτική- ήταν που μετέτρεψε την ομοιογένεια σε κάτι τοξικό. Οι ολιγαρχίες – έχοντας γίνει παγκοσμιοποιητές – κατάλαβαν σύντομα τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι θεωρίες της «διαφορετικότητας».
Η ομοιογένεια και η διαφορετικότητα δεν είναι ηθικές κατηγορίες, αλλά περιγραφικοί όροι. Το γεγονός ότι προτιμάμε ή όχι να είμαστε με άτομα που είναι διαφορετικά ή παρόμοια με εμάς δεν έχει καμία ηθική χροιά. Το εγχείρημα της μετατροπής της διαφορετικότητας σε αξία προκύπτει από την επιθυμία να εξαλειφθεί η αλληλεγγύη και η εσωτερικευμένη ταυτότητα που απορρέει από το να ανήκεις σε ένα έθνος ή σε έναν κοινό πολιτισμό.
Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι το προτιμώμενο μέσο για την προώθηση της πολυπολιτισμικότητας, που καθορίζει την ανάπτυξη της κοινωνικής πόλωσης. Οι πολιτικές για τη διαφορετικότητα έχουν ενθαρρύνει την απολίθωση ανταγωνιστικών ταυτοτήτων, συχνά ασυμβίβαστων μεταξύ τους, που ανταγωνίζονται για πάντα νέα «δικαιώματα» και για την απόκτηση μεγαλύτερης αναγνώρισης από τις αντίπαλες ταυτότητες. Παραδόξως, η διαφορετικότητα έχει προωθήσει την ομογενοποίηση της ταυτότητας μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η διαφορετικότητα έχει γίνει φετίχ μέχρι την «φυσικοποίησή» της, την τάση των μελών κάθε ομάδας να αυτοπροσδιορίζονται με βάση ένα μόνο χαρακτηριστικό, κέντρο βάρους και σκοπό ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο, η διαφορετικότητα και ο εορτασμός της έχουν γίνει συνένοχοι της μισαλλοδοξίας.
Η στενή σχέση μεταξύ μισαλλοδοξίας και διαφορετικότητας υπογραμμίστηκε απότον Christopher Laschτη δεκαετία του 1990.«Στην πράξη, η διαφορετικότητα καταλήγει να νομιμοποιεί έναν νέο δογματισμό, στον οποίο οι αντίπαλες μειονότητες καταφεύγουν πίσω από ένα σύνολο πεποιθήσεων αδιαπέραστες από ορθολογική συζήτηση. Μπορεί επίσης να οδηγήσει στον φυσικό διαχωρισμό του πληθυσμού σε κλειστούς και ομοιογενείς θύλακες, που έχουν το αντίστοιχο στη βαλκανοποίηση της γνώμης».
Ο διαβρωτικός αντίκτυπος των πολιτικών για τη διαφορετικότητα στην κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι το μόνο πρόβλημα που σχετίζεται με την πολυπολιτισμικότητα. Η ιεροποίηση της ταυτότητας έχει επίσης υπονομεύσει την ελευθερία της έκφρασης. Η προώθηση της διαφορετικότητας είναι εις βάρος της συγκεκριμένης άσκησης της ελευθερίας.Πολλά ιδρύματα έχουν αποφασίσει ότι η αξία της διαφορετικότητας δεν μπορεί να συζητηθεί, ένα συναίσθημα που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα πανεπιστήμια. Πολλοί από αυτούς έχουν αποδείξει ότι ο ισχυρισμός της διαφορετικότητας υπερισχύει της ελευθερίας του λόγου και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Εάν κάποιος – ατομικός ή ομαδικός – αντιταχθεί, πρέπει να φιμωθεί νομικά.
Η ιδέα ότι η ελευθερία και η διαφορετικότητα είναι αντίθετες αξίες εξαπλώνεται. Η ελευθερία της έκφρασης συνιστά κίνδυνο «για την ευημερία νέων μη παραδοσιακών και μειονοτικών ομάδων» σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου Wesleyan. Η πεποίθηση ότι η ελευθερία του λόγου και η διαφορετικότητα είναι ανταγωνιστικές έχει εσωτερικευτεί από την αγγλοσαξονική πολιτιστική ελίτ και κυριαρχεί στη συμπεριφορά. Υποστηρίζεται ότι η ελευθερία πρέπει να «ισορροπείται» ή να «αντισταθμίζεται» με τη διαφορετικότητα. Για το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια «η ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση και η ελευθερία της έκφρασης συγκρούονται με την αξία μιας ποικιλόμορφης και χωρίς αποκλεισμούς κοινότητας». Το να συμπεριλάβεις σημαίνει να αποκλείσεις: ο Όργουελ στην εξουσία.
Η έκκληση για «εξισορρόπηση της ελευθερίας της έκφρασης και της διαφορετικότητας» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρώτη δίνει τη θέση της στη δεύτερη. Για τον πρόεδρο του Πανεπιστημίου της Νεμπράσκα «οι πεποιθήσεις μας για τη διαφορετικότητα και την ένταξη είναι αδιαπραγμάτευτες». Η ανεστραμμένη αυταρχική προσωπικότητα εκφράζεται στον χάρτη αξιών πολλών λεγόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία καλωσορίζουν τη διαφορετικότητα αλλά όχι την ελευθερία του λόγου, που εξομοιώνονται με «πράξεις μίσους και έλλειψης σεβασμού», έναν συσχετισμό ιδεών που ανατριχιάζει .
Η απολυτοποίηση της αρχής της διαφορετικότητας είναι η ατζέντα των δυτικών ελίτ, η οποία υποστηρίζεται επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να επικρατούν έναντι των ανταγωνιστικών συμφερόντων. Όταν εμφανίζεται μια κρίση νομιμότητας, η δυνατότητα διαχείρισης της διαφορετικότητας γίνεται ένα τρομερό όργανο εξουσίας. Είναι πιο εύκολο να κυριαρχήσεις σε μια κοινωνία που αποτελείται από απομονωμένες ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους (διαίρει και βασίλευε) παρά σε μια κοινωνία που μοιράζεται έναν πίνακα αξιών ή πολιτισμικής, πνευματικής ή εθνικής ομοιογένειας. Ένας κατακερματισμένος και πολωμένος δημόσιος χώρος βοηθά την εξουσία να αναπαράγει την ηγεμονία της.
Γι' αυτό χώρισαν τη διαφορά και τη διαφορετικότητα, διαστρεβλώνοντας το μάθημα του σοβιετικού αντιφρονούντα Βασίλη Γκρόσμαν (2) : οι ενώσεις των ανθρώπων, οι λόγοι τους, καθορίζονται από έναν και μόνο μεγάλο σκοπό: να κατακτήσουν το δικαίωμα του διαφορετικού, το δικαίωμα να είσαι διαφορετικός (Ζωή και πεπρωμένο) .