Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martino Mora - Διάλυση. Γιατί ο πολιτισμός μας πεθαίνει.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martino Mora - Διάλυση. Γιατί ο πολιτισμός μας πεθαίνει.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 18 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Tετάρτη 17. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 18

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Συμπεράσματα

Αυτό το βιβλίο, που είναι μια επισκόπηση των λόγων της διάλυσης η οποία αποσυνθέτει τον πολιτισμό μας, ανατρέποντάς τον σε «civilizzazione», δηλαδή σε αντι-πολιτισμό, θέλησε να αναδείξει πώς αυτή η κρίση δεν αφορά καθόλου τον υλικό χώρο, αλλά τον πνευματικό. Παρά τη συρρίκνωση των τελευταίων δεκαετιών, οι δυτικές κοινωνίες απολαμβάνουν ακόμη έναν βαθμό υλικής ανάπτυξης χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Οι λόγοι της διάλυσης που ζούμε, της οποίας το δημογραφικό χάσμα είναι μόνο μία από τις πιο αποφασιστικές και σημαντικές όψεις, είναι πνευματικής φύσεως. Ακόμη και η βουλιμία του κέρδους, της κατανάλωσης και της ηδονής είναι ζήτημα κατεξοχήν πνευματικό. Ο άνθρωπος είναι και σώμα, αλλά είναι πρωτίστως ψυχή, πνεύμα. Η κατάσταση του αυθεντικού ανθρώπου συμπίπτει με τη συνείδηση της πνευματικής του φύσης. Ήδη το γεγονός ότι υπάρχει ελάχιστη συνείδηση αυτής της στοιχειώδους διαπίστωσης αποτελεί απόδειξη της άγνοιας μέσα στην οποία είμαστε βυθισμένοι, η οποία είναι πρωτίστως πνευματική άγνοια: άγνοια των ελίτ που μας κυβερνούν, άγνοια των μαζών, πλέον άγνοια ακόμη και του ίδιου του καθολικού κλήρου. Η πνευματική άγνοια είναι η αληθινή θανάσιμη ασθένεια της Ευρώπης και της λεγόμενης Δύσης.

Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να επιβιώσει στερούμενος προσανατολισμού ως προς τις έσχατες αρχές και τα ερωτήματα της ύπαρξης, αρχίζοντας από το αναπόφευκτο του θανάτου. Καμία κοινότητα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς εκείνη την πνευματική προστασία που ονομάζεται θρησκεία — η οποία εμποδίζει την αναρχική της διάλυση μέσα στον ατομικισμό των επιμέρους θελήσεων. Γι’ αυτό ακόμη και ο νιτσεϊκός σχετικιστής Oswald Spengler, από τους πρώτους διαγνωστές της ευρωπαϊκής παρακμής στον 20ό αιώνα, στο Η Παρακμή της Δύσης (1918, έπειτα 1922), αναγνώρισε ότι «ουσία κάθε civilizzazione είναι η αθρησκία». Η civilizzazione, που είναι η έσχατη φάση του πολιτισμού, ήδη υλοποιημένη και αποπνευματοποιημένη, κυριαρχημένη από το χρήμα και την τεχνική, είναι πρωτίστως άθρησκη.

Και ο ιστορικός Arnold J. Toynbee, μολονότι αντίθετος προς τον βιολογιστικό ντετερμινισμό του Spengler, αναγνώρισε τη δυτική παρακμή και την ταύτισε με την παρακμή του χριστιανισμού μέσα σε μια ασταμάτητη διαδικασία εκκοσμίκευσης. Η Δύση, στερούμενη πλέον μιας κεντρικής πίστης, κατά τον Toynbee καταδικάζει τον εαυτό της σε μια απεριόριστη επέκταση, σαρώνοντας τους άλλους πολιτισμούς, ξεριζώνοντάς τους όχι μόνο με την τεχνική της, αλλά και με την αντιθρησκευτική και αντι-ιερή λαϊκότητά της, η οποία στερεί από τον άνθρωπο κάθε υπερβατική αρχή ικανή να δώσει νόημα στη φθαρτή του ύπαρξη. Ενώ, αντιθέτως, ακριβώς κατά τον Toynbee, «όλα τα κρίσιμα προβλήματα που βρίσκονται ενώπιον του δυτικού ανθρώπου είναι θρησκευτικής φύσεως» (Συγκριτική ιστορία των πολιτισμών, τόμ. III, σ. 199).

Πιο πρόσφατα, και ο Γερμανός ιστορικός Ernst Nolte, στην Ιστορική ύπαρξη (1998) και σε άλλα έργα, ταύτισε τη σύγχρονη civilizzazione με την επέκταση εκείνου που, στη δύσκολη ορολογία του, ορίζει ως «πρακτική υπέρβαση», δηλαδή τη παγκόσμια διάδοση της «τεχνικο-επιστημονικής ανταγωνιστικής οικονομίας», με συνακόλουθη παρακμή της «θεωρητικής υπέρβασης» — θρησκεία, ποίηση, φιλοσοφία. Το αποτέλεσμα είναι, μέσα στον «αμερικανικό πολιτισμό του σούπερ μάρκετ», ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού της αγοράς, νοούμενου από τον Nolte ως μαζικού ηδονιστικού ατομικισμού, ο οποίος θέτει σε κίνδυνο την ίδια την τεκνογονία, πρωταρχικό καθήκον του είδους και κάθε ανθρώπινης κοινότητας που σκοπεύει να διαιωνιστεί.

Ακόμη πιο πρόσφατα, όπως είδαμε, ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Emmanuel Todd, κοσμικός και αριστερός, βαπτισμένος καθολικός αλλά από εβραϊκή οικογένεια, σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, Η ήττα της Δύσης, εντοπίζει στο θρησκευτικό κενό —τον «μηδενικό χριστιανισμό»— τον κύριο λόγο τής ίσως μη αναστρέψιμης παρακμής των ΗΠΑ και της Ευρώπης: «Τα ήθη και οι αξίες που είχαν διαπιστευθεί από τη θρησκεία αρχίζουν να εξασθενούν ή να αποσυντίθενται, για να εξαφανιστούν τελικά, και τότε και μόνο τότε εμφανίζεται αυτό που ζούμε: ένα απόλυτο θρησκευτικό κενό, μέσα στο οποίο τα άτομα στερούνται οποιασδήποτε υποκατάστατης συλλογικής πίστης. Μια μηδενική κατάσταση της θρησκείας», η οποία σάρωσε το εθνικό αίσθημα, την ηθική της εργασίας, την έννοια μιας δεσμευτικής ηθικής, την ικανότητα θυσίας για την κοινότητα» (Η ήττα της Δύσης, Fazi Editore, σ. 163).

Με τρόπο όχι ανόμοιο προς τον φιλόσοφο Augusto Del Noce, ο οποίος διέκρινε ανάμεσα σε μια πρώτη ιερή φάση της εκκοσμίκευσης, χαρακτηριζόμενη από τις μεγάλες μαζικές πολιτικές ιδεολογίες, και σε μια βέβηλη φάση, που συμπίπτει με τον μηδενισμό στην καθαρή του κατάσταση, και ο Todd διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη «ζόμπι» φάση του χριστιανισμού —ο Γάλλος ιστορικός δεν διαφοροποιεί καθαρά καθολικισμό και προτεσταντισμό—, χαρακτηριζόμενη από τις υποκατάστατες λατρείες της τάξης και του έθνους, και σε μια δεύτερη φάση, τον μηδενικό χριστιανισμό, που συμπίπτει με τον ατομικιστικό και διαλυτικό μηδενισμό, με την πλήρη δημογραφική κρίση και τη δημόσια αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Όλοι οι συγγραφείς που παρέθεσα, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους, πιστοί και μη πιστοί, εντόπισαν στην αθρησκία τον κύριο παράγοντα της δυτικής διάλυσης.

Αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο, το οποίο έχει αυστηρά εκδιωχθεί από τον δημόσιο διάλογο μέσα στη γενικευμένη ασυνειδησία· και αυτή η ασυνειδησία είναι επίσης απόδειξη της διανοητικής και πνευματικής κρίσης της εποχής μας, πιθανότατα μη αναστρέψιμης. Το ότι οι μάζες την Κυριακή εγκαταλείπουν τις εκκλησίες αλλά γεμίζουν τα εμπορικά κέντρα είναι ασφαλώς σοβαρό, διότι μαρτυρεί την πλήρη αντικατάσταση του είναι από το έχειν. Αλλά το ότι ο διανοητικός διάλογος δεν σταματά ούτε κατ’ ελάχιστον —παραδόξως ούτε καν για να το απολαύσει— στο τεράστιο πνευματικό κενό των κοινωνιών μας, είναι ακόμη σοβαρότερο. Ακόμη σοβαρότερη είναι η πλήρης αδιαφορία των ανθρώπων της Εκκλησίας, των οποίων το πλήρως εκκοσμικευμένο μήνυμα, πρότυπο ΜΚΟ αλλοιωμένης διδασκαλίας, ξεκινώντας από τα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχίας, ασφαλώς ελκύει ακόμη ελάχιστους. Αντίθετα, συζητείται —και μάλιστα διστακτικά— η κρίση της παιδείας, από την οικογένεια έως το σχολείο. Αλλά η κρίση της παιδείας συνδέεται με την κρίση της αυθεντίας, και με το γεγονός επίσης ότι δεν υπάρχει πλέον η έννοια της αυθεντίας: είμαστε ακριβώς όλοι ελεύθεροι, όλοι ίσοι, όλοι αδελφοί, άρα δεν υπάρχει πλέον μια αληθινή αυθεντία. Υπάρχει η σιδηρά εξουσία των οικονομικο-χρηματοπιστωτικών ισχυρών και των πρακτόρων τους, αλλά δεν υπάρχει πλέον αυθεντία.

Η κρίση της αυθεντίας, στο βάθος, οφείλεται και αυτή στην εκκοσμίκευση. Ακριβώς όπως υπάρχει ένας Θεός που βρίσκεται στους ουρανούς και ένας πρώτος αντιπρόσωπός του στη γη, ο οποίος έχει τη νόμιμη πνευματική αυθεντία, ως pontifex, έτσι έπειτα υπάρχουν όλες οι διαδοχικές αυθεντίες, σαν καταρράκτης, μέχρι εκείνη του πατέρα και του δασκάλου. Η φεμινιστική κριτική στην πλέον φανταστική πατριαρχία —αλλά πανταχού παρούσα στα μέσα ενημέρωσης— δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κοινωνικό αντανάκλασμα, εναντίον του επίγειου πατέρα, της αποστροφής προς τον ουράνιο Πατέρα.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ]


Η εκκοσμίκευση οδήγησε αναπόφευκτα σε μια κρίση της αυθεντίας και επομένως και σε μια κρίση της παιδείας. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι από το ’68 στοχεύουν να αποδομήσουν κάθε μορφή αυθεντίας —ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη το σημαντικό προηγούμενο του πολιτικού αναρχισμού— είναι πάντοτε έκφραση ενός άγριου λαϊκισμού. Η θρησκευτική αλήθεια δεν είναι καθαρά ανθρώπινη, είναι τέκνο μιας Αποκάλυψης, είναι υπέρβαση· αλλά ο καθολικισμός, σε σχέση με άλλες θρησκείες, αξιοποίησε πάντοτε τον λόγο. Ο άνθρωπος, ο πιστός, δεν πρέπει απλώς να υπακούει και τέλος, αλλά είναι σε θέση να κατανοήσει εκείνον τον αιώνιο νόμο, θελημένο από τον Δημιουργό, τον οποίο μπορεί να ανακαλύψει νοητικά στον φυσικό νόμο, που αντανακλάται στους σκοπούς της ανθρώπινης φύσης. Ο φυσικός νόμος δεν είναι καθόλου ο σύγχρονος φυσικοδικαιισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος είναι υποκειμενικό, αφηρημένο, ατομικιστικό και εξισωτικό δίκαιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από κάθε τελεολογία. Το να ακολουθεί κανείς τον φυσικό νόμο μπορεί να είναι ο δρόμος προς την ευτυχία, αλλά είναι και ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην υποκειμενική ατομική αυθαιρεσία.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΕΙΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΛΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ]

Ο σύγχρονος κόσμος και ο σύγχρονος ανθρωπισμός, αντιθέτως, απολυτοποίησαν το υποκείμενο, που στην αρχή ήταν το άτομο, έπειτα έγινε και το συλλογικό: το έθνος, η τάξη, το κράτος· έπειτα επέστρεψε στο να είναι το άτομο. Το υποκείμενο δεν βρίσκεται πλέον σε στενή σχέση με την Αλήθεια, δεν είναι πλέον υποταγμένο στην Αλήθεια, αλλά, αντιθέτως, η αλήθεια μειώνεται σε τίποτε άλλο παρά σε θεραπαινίδα του εγώ, υποταγμένη στο υποκείμενο. Στον σύγχρονο κόσμο το υποκείμενο τίθεται ως θεμέλιο της αλήθειας, γίνεται ο κύριος της αλήθειας, και επομένως η αλήθεια στην πράξη δεν υπάρχει πια: αν ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια, τότε η αλήθεια δεν υπάρχει πια. Αυτός ο υποκειμενισμός, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε μηδενισμός. Και αυτό είναι μια ανατροπή, μια υπονόμευση: αν το ατομικό υποκείμενο —φιλελευθερισμός— ή το συλλογικό —σοσιαλισμός, εθνικισμός, κομμουνισμός, φασισμός— είναι πραγματικά το κέντρο των πάντων, τότε όχι μόνο ο Θεός, αλλά και γενικά η έννοια της αλήθειας σχετικοποιείται. Αυτή γίνεται κάτι που μπορεί να καταφάσκεται ή να μην καταφάσκεται, από επιθυμία ή από συμφέρον· μια γνώμη, μια μη-αλήθεια.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.]


Το ίδιο ισχύει για την έννοια του καλού και του κακού. Ο υποκειμενισμός οδηγεί στον σχετικισμό και έπειτα στον ηθικό μηδενισμό, διότι, αν το καλό είναι εκείνο που αρέσει στο υποκείμενο και το κακό εκείνο που δεν του αρέσει, τότε δεν υπάρχει πια ηθική. Δυστυχώς, αυτή η υποκειμενιστική σύλληψη, συνδεδεμένη με τον ανθρωπισμό και τον ανθρωποκεντρισμό, κέρδισε χώρο μέσα στην ίδια την Καθολική Εκκλησία με το seppuku της Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία υπήρξε πραγματικά η ταφόπλακα, τουλάχιστον προς το παρόν, πάνω στον πολιτισμό μας. Διότι, όταν ο υποκειμενισμός, ο σχετικισμός, ο αδιαφορισμός μεταμφιεσμένος σε οικουμενισμό, μέχρι και τον παγανιστικό πανθεϊσμό της Pachamama, εισέρχονται μέσα στην Εκκλησία, την τελευταία ακρόπολη που αντιστεκόταν στην έφοδο της ολοκληρωτικής εκκοσμίκευσης της ζωής, τότε η δυνατότητα μιας πνευματικής ανανέωσης είναι, ανθρωπίνως, χαμένη. Είναι γνωστή η φράση που ο Dostoevsky, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών, βάζει στο στόμα του χαρακτήρα του Ivan Karamazov: «Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται».

Χωρίς το θρησκευτικό θεμέλιο, οποιαδήποτε κοσμική ηθική αποδεικνύεται εύθραυστη και παροδική. Για την αλήθεια της ρήσης του Dostoevsky έχουμε σήμερα, κάθε μέρα, την εμπειρική απόδειξη: χωρίς τον δεσμό της υπέρβασης δεν υπάρχει πια κοινωνία, παρά μόνο ως άθροισμα ατόμων στερημένων από κοινωνικό δεσμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς τις ζωτικές φυσικές κοινότητες —οικογένεια, ενώσεις, δήμοι, περιφέρειες— δεν υπάρχει πια υπέρβαση: «η κλίση που τείνει τον άνθρωπο προς τον Θεό και εκείνη που τον ωθεί στη ζωή μέσα στην κοινωνία αποτελούν μία και την ίδια τάση του ανθρώπινου όντος», έγραψε ο μεγάλος θωμιστής Marcel de Corte. Τη στιγμή που χάνεται η επαφή με τον Θεό, η αρχή της ατομικότητας και της ισότητας, επαναφερόμενη στη γη, καταλήγει στον σύγχρονο ατομικισμό που τόσο έγκυρα μελέτησε ο Dumont. Η ανάδυση του εξισωτικού ατομικισμού, που ευνοήθηκε και από τη σχέση αδιαφορίας η οποία εγκαθιδρύεται ανάμεσα στα άτομα μέσω της χρήσης του χρήματος —Simmel— και της εμπορικής ανταλλαγής, καθώς και από τη διαβρωτική δράση των ενδιάμεσων σωμάτων που επιτέλεσε το σύγχρονο κράτος, καταλήγει στη διαμόρφωση εκείνων των τρελαμένων χριστιανικών ιδεών, των επαναστατικών —liberté, égalité, fraternité—, τόσο αγαπητών στη μασονία.

Επιπλέον, εκκοσμίκευση σημαίνει και μνησικακία. Και ο σημερινός μηδενισμός, κορεσμένος από μνησικακία απέναντι στην αλήθεια και τη ζωή, αποτελεί τέλεια έκφρασή της. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Rémi Brague, ο χριστιανισμός μισείται τόσο, χθες όπως και σήμερα, επειδή είμαστε χριστιανικής κληρονομιάς: όποιος μισεί τον εαυτό του, μισεί και εκείνο που τον χαρακτηρίζει βαθύτερα. Αυτό εξαρτάται, σύμφωνα με τον Brague, από την αυτοκαταστροφική διαλεκτική που φέρει μαζί του ο αθεϊσμός. Ο θάνατος του Θεού οδηγεί, ως συνέπεια, και στον θάνατο του ανθρώπου και των πολιτισμών, οι οποίοι αυτοκαταστρέφονται, ακόμη και μέσω των λόγων και των πράξεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκείνων που κρύβουν μέσα τους αυτό το πνευματικό δηλητήριο. Η οπτική του ιστορικού Emmanuel Todd δεν είναι πολύ διαφορετική: μιλά για μηδενισμό, νοούμενο ως θεοποίηση του κενού, που οδηγεί στην επιθυμία να σκοτώσουμε τα πράγματα, τους ανθρώπους και την ίδια την πραγματικότητα που δεν μας αρέσει· «το να λέμε ότι ένας άνδρας μπορεί να γίνει γυναίκα αποκαλύπτει μια επιθυμία καταστροφής της πραγματικότητας», δήλωσε.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΠΛΗΡΩΣ Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.]

Ακόμη και σήμερα, παρά την επισφαλή εργασία, την υπέρογκη φορολογία, τη διάβρωση των μισθών και των συντάξεων, οι δυτικές κοινωνίες παραμένουν εξαιρετικά εύπορες, αν συγκριθούν με εκείνες του παρελθόντος. Εύπορες επειδή είναι καπιταλιστικές, βιομηχανικές και εμπορικές. Αν αυτό σήμαινε μια αδιαμφισβήτητη βελτίωση των υλικών συνθηκών του Ευρωπαίου και δυτικού ανθρώπου, το τίμημα που καταβλήθηκε, από πνευματική άποψη, υπήρξε τεράστιο. Η διάχυτη ευημερία, και χάρη στο κοινωνικό κράτος των περασμένων δεκαετιών, συνέπεσε με μια πνευματική οπισθοδρόμηση των μαζών, που πρώτα οικονομικοποιήθηκαν μέχρι το μεδούλι και έπειτα ερωτικοποιήθηκαν μόνιμα. Όλα αυτά υπήρξαν αιτία και ταυτόχρονα συνέπεια της εκκοσμίκευσης. Το αποτέλεσμα είναι ο διάχυτος μηδενισμός και η άκριτη και άνευ όρων επιλογή να ακολουθούνται απεχθή και υποβαθμιστικά πρότυπα ζωής, τα οποία υποβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης και τις μόδες. Σήμερα είναι κοινή, μαζί με την απληστία του χρήματος και της κατανάλωσης, η ναρκισσιστική εμμονή για ένα «να είσαι καλά», νοούμενο ως ευεξία μόνο του σώματος —fitness, διατροφή, υγιεινισμός, αισθητική χειρουργική—, παραμελώντας εκείνη της ψυχής. «Γνώθι σαυτόν» και «μηδὲν ἄγαν» ήταν το δελφικό σύνθημα της απολλώνειας σοφίας, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που σήμερα νοείται ως ευεξία. Η σωκρατική «επιμέλεια της ψυχής» δεν βρίσκει σήμερα οπαδούς, παρά μόνο για να ακολουθούν τσαρλατάνους ή, ακόμη χειρότερα, επικίνδυνους αποκρυφιστές.

Τα υλικά αγαθά είναι αναγκαία για να ζει κανείς αξιοπρεπώς· μπορούν να χρησιμοποιούνται, δεν πρέπει να γίνεται κατάχρησή τους. Η χριστιανική θρησκεία δίδαξε πάντοτε, ήδη από το στόμα του ιδρυτή της, την περιφρόνηση του πλούτου. Λίγα χρήματα χρειάζονται σε όλους, μια στέγη κάτω από την οποία να ζει κανείς χρειάζεται σε όλους, το ψωμί που πρέπει να φέρει κανείς στο σπίτι χρειάζεται σε όλους, μερικά καλής κατασκευής ρούχα χρειάζονται σε όλους, αλλά τα υπόλοιπα είναι το περιττό, έστω κι αν ο καπιταλισμός συνωμοτεί κάθε μέρα για να δημιουργεί από το τίποτε νέες ανάγκες και νέες περιττές επιθυμίες, που πλασάρονται ως αναγκαίες. Η εμπορευματοποίηση του κόσμου δεν είναι συμβατή με την επιμέλεια της ψυχής. Δεν μπορούμε να κάνουμε τον πρακτικό υλισμό, και ακόμη λιγότερο τον ενστικτώδη ηδονισμό, ορίζοντα της ζωής μας, διότι είμαστε πρωτίστως όντα πνευματικά, νοητικά και επίσης κοινωνικά. Η εργασία είναι ασφαλώς αξία και καθήκον, αλλά πρέπει να αποβλέπει στην πραγμάτωσή μας ως ολοκληρωμένων όντων, όχι στην απληστία για χρήμα, εμπορεύματα, πολυτέλεια.

Ο φόβος της ασθένειας και η εμμονή με τον θάνατο —στην οποία αντιστοιχεί η απώθηση της σκέψης αυτής της αναπόφευκτης δυνατότητας— υπήρξαν η ίδια η τροφή της μιντιακής τρομοκρατίας που ξέσπασε μαζί με την επιδημία Covid του 2020-2022. Μια πραγματική επιδημία, που προκλήθηκε από τον ιό μιας βαριάς γρίπης και προκάλεσε πολλούς θανάτους, αλλά που τελικά παραμένει εκείνη μιας γρίπης, όχι του Ebola ή της βουβωνικής πανώλης. Άλλες επιδημίες γρίπης, όπως η ισπανική κατά τη διάρκεια και μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, υπήρξαν πολύ πιο θανατηφόρες ως προς τις ανθρώπινες ζωές· το να κλειστεί ο μισός κόσμος για δύο χρόνια υπήρξε δυσανάλογη αντίδραση, όπως και η επιβολή της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού. Αλλά όλα αυτά, ακόμη και περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα, θα ήταν απίθανα: είναι ο μηδενικός χριστιανισμός, δηλαδή η σχεδόν πλήρης εκκοσμίκευση του πληθυσμού, που εγγυήθηκε την επιτυχία της μιντιακής τρομοκρατίας, αξιοποιώντας τον γενικευμένο τρόμο του θανάτου μιας άθρησκης κοινωνίας.

Η αποϊεροποίηση έφερε τη «σεξουαλική ελευθερία», αλλά σε αντάλλαγμα αύξησε ισχυρά το άγχος του θανάτου, υποστηρίζει ο Sabino Acquaviva στο Eros, morte ed esperienza religiosa (1987). Κάθε βήμα προς την αποϊεροποίηση της ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης είναι ένα βήμα προς το πλήρως ελευθεριάζον και ενστικτοκρατικό πρότυπο, αλλά κάθε φορά το άγχος του θανάτου αυξάνει λίγο περισσότερο. Το μεγάλο ταμπού του θανάτου αντικατέστησε και υποκατέστησε τα σεξουαλικά ταμπού, εκτός από την αιμομιξία, προσθέτει ο Acquaviva: ο νέος συλλογικός πουριτανισμός είναι το άγχος του θανάτου. Ο σύγχρονος άνθρωπος, υποστηρίζει ο κοινωνιολόγος από το Veneto, δεν είναι πλέον σε θέση να έχει μια ισορροπημένη σχέση με την περατότητά του και επομένως με τον θάνατό του. Όχι ότι ο άνθρωπος του Μεσαίωνα, για παράδειγμα, ήταν ευτυχής να πεθάνει· κάθε άλλο· αλλά ήταν σε θέση να κρατά υπό έλεγχο το άγχος του θανάτου, διότι πίστευε στον Θεό και στην αιώνια ζωή. Η αυθεντική θρησκευτικότητα αμβλύνει το άγχος του θανάτου, το εξημερώνει, το καθιστά αποδεκτό· ο άνθρωπος χωρίς Θεό, αντιθέτως, μπορεί μόνο να το απωθήσει. Μπορεί να περιορίσει το θέαμα του θανάτου στα νοσοκομεία και στα γηροκομεία, μπορεί να προσποιηθεί ότι είναι αιώνιος. Αλλά όταν ο θάνατος επανεμφανίζεται, τότε να ο τρόμος. Για τον Acquaviva αυτό ήταν και το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν πλήρως τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα· απελευθέρωση που συνέβαλε στην κατάρρευση του θρησκευτικού αισθήματος —αλλά ίσως θα ήταν πιο σωστό να ειπωθεί ότι αυτή η «απελευθέρωση» του έδωσε μόνο το τελικό, σχεδόν οριστικό, χτύπημα, και ότι αυτή δεν θα ήταν δυνατή αν το θρησκευτικό αίσθημα δεν βρισκόταν ήδη σε κρίση. Γεγονός είναι ότι ο Acquaviva είχε δίκιο. Εφόσον, νιτσεϊκά, ο Θεός «πέθανε» —μόνο στη συνείδησή μας, προφανώς, διότι ο Αιώνιος δεν πεθαίνει—, έχουμε τον τρόμο να πεθάνουμε κι εμείς.

Πριν και μετά τον τρόμο για τον Covid, για τον θάνατο δεν γινόταν και δεν γίνεται πλέον λόγος. Οι άρρωστοι πεθαίνουν κρυμμένοι στα νοσοκομεία, και τα παιδιά απομακρύνονται από αυτό το απειλητικό θέαμα. Ακόμη και οι τάφοι μειώνονται εμφανώς στα κοιμητήρια. Η πρακτική της αποτέφρωσης —με διασπορά της τέφρας— κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος. Κάποτε ήταν φυσιολογικό οι πολύ νέοι να μένουν για πολλή ώρα στο προσκέφαλο ενός ετοιμοθάνατου, ενώ ήταν αδιανόητο οι ίδιοι πολύ νέοι να μπορούν να παρακολουθήσουν, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, μια πορνεία —πραγματική ή μιμημένη. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μας λέει ο Acquaviva: η πορνεία έγινε δημόσιο θέαμα, ενώ ο θάνατος κρύβεται στα νοσοκομεία, όπως και η ασθένεια που προηγείται. Το να κρύβει κανείς τον θάνατο σημαίνει ότι τον φοβάται τρομερά, διότι είναι ανίκανος να του δώσει νόημα.

Από την παρακμή μέσα στην οποία είμαστε πλήρως βυθισμένοι, ασφαλώς δεν θα μας σώσει η πολιτική, περιορισμένη πλέον σε μια προσποιητή και γελοία αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αριστερά ανοιχτά μηδενιστική και μια δεξιά που προσποιείται ότι αντιμάχεται τις τρέλες της, για να υποταχθεί με τον ίδιο τρόπο στην παγκόσμια εργοδοσία.

Η σημερινή αριστερά έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη φούξια σημαία του δικαιωματισμού, υποτασσόμενη στο υπερατλαντικό πρότυπο. Αντικατέστησε στην πράξη την ταξική πάλη —το κόκκινο— με τη δικαιωματιστική πάλη —το φούξια— υπέρ του φεμινισμού, του ομοφυλοφιλισμού, του μεταναστευτισμού, του αμβλωτισμού, του γεντερισμού, του μιγαδισμού, του παγκοσμισμού. Είναι ένα πρότυπο όπου στον πιο χαμηλό εγωικό ηδονισμό συνδέεται ο πιο αφηρημένος ανθρωπισμός. Κάποτε εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η σημερινή αριστερά πίνει εδώ και περίπου τριάντα χρόνια από τη δηλητηριασμένη πηγή του liberal αμερικανισμού των campus και των ανθρωπιστικών σχολών, που χρηματοδοτούνται από το μεγάλο κεφάλαιο με τα άστρα και τις ρίγες. Το πρότυπο της δικαιωματιστικής κοινωνίας συμπίπτει τέλεια με την ατομικιστικο-εξισωτική κοινωνία που προτείνουν ο George Soros και οι δισεκατομμυριούχοι της παγκοσμιοποίησης και της ανοιχτής κοινωνίας.

Η ανοιχτή κοινωνία είναι ένας πλουτοκρατικός πολιτισμός στη δύση του: παρά την τεράστια τεχνικο-οικονομική του ανάπτυξη, μόνο υλική —ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό—, είναι ένας πολιτισμός που πνέει την τελευταία του πνοή πνευματικά, πολιτιστικά, ακόμη και δημογραφικά. Αλλά πριν την εκπνεύσει θέλει να μολύνει ολόκληρο τον κόσμο με τον καταναλωτισμό, τον ριζικό ηδονισμό και ακριβώς τον δικαιωματισμό του οργιαστικο-εμπορικού του συστήματος. Με λίγα λόγια: προτείνει έναν καθολικό-ατομικισμό, με οικονομιστικό και ηδονιστικό υπόβαθρο, που αντιστοιχεί στον έσχατο βαθμό της Zivilisation και στην κορύφωση της Ανατροπής. Θέλει να μεταμορφωθεί, για να μη πεθάνει, σε μια παγκόσμια civilizzazione της οικουμένης: μόνο παγκοσμιοποιούμενη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, όπως μαρτυρούν και οι καταστροφικοί δημογραφικοί της δείκτες.[ALIEN]

Το πρόβλημα των δυτικών πολιτικών κοινωνιών είναι ότι η liberal-συντηρητική δεξιά —η οποία επιφανειακά αντιστέκεται σε αυτή την αριστερά— προσομοιώνει μια αντίθεση προς τις πιο φθαρμένες όψεις του δικαιωματιστικού προοδευτισμού, χωρίς να αμφισβητεί ούτε κατ’ ελάχιστον τις προϋποθέσεις του. Αλλά έπειτα, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, παραμένει πολιτιστικά υποτελής στην liberal ατζέντα της πολιτικής ορθότητας, αποδεχόμενη με μερικά χρόνια καθυστέρηση την ίδια γραμμή των αντιπάλων, αποδεικνύοντας έτσι μια πνευματική τύφλωση που, από ορισμένες απόψεις, δεν είναι κατώτερη από εκείνη της ίδιας της αριστεράς. Η δημοκρατική εναλλαγή γίνεται έτσι μια προσομοίωση, ένα παιχνίδι ρόλων. Ο Martin Heidegger, που δεν ήταν χριστιανός, δήλωνε ήδη το 1966: «Πλέον μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει». Ο χριστιανός γνωρίζει ότι πλέον μπορεί να τον σώσει μόνο ο Θεός που αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, και από τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος επέλεξε να απομακρυνθεί.

Κατά τα άλλα, δεν κατηγορούμε τον καπιταλισμό επειδή παράγει ανισότητες, αλλά επειδή ευνοεί την άνοδο «κατώτερων ανθρώπινων τύπων». Αυτό το ιδιοφυές απόφθεγμα του Κολομβιανού στοχαστή Nicolás Gómez Dávila, απολύτως αληθές, μας λέει πολλά για την ανθρωπολογική παρακμή των δυτικών κοινωνιών. Και κυρίως μας εξηγεί τέλεια δύο πράγματα: γιατί οι σημερινές ελίτ του «ελεύθερου κόσμου» καθοδηγούνται από μια ολιγαρχία που στοχεύει διαρκώς να υποβαθμίσει την εικόνα του ανθρώπινου, και έπειτα γιατί η ισχυρότερη από αυτές τις ανατρεπτικές ολιγαρχίες είναι εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Διάφοροι ενημερωτικοί ιστότοποι και κάποιες εφημερίδες έχουν εδώ και καιρό δημοσιεύσει καταλόγους, ίσως ελλιπείς, των μεγάλων καπιταλιστών —σχεδόν όλοι Αμερικανοί ή κάτοικοι των ΗΠΑ: από τον Soros έως τον Bezos, από τον Gates έως τον Buffett, από τον Bloomberg έως τον Singer, από τη Stryker έως τη Gill, περνώντας από το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Rockefeller—, οι οποίοι χρηματοδοτούν εδώ και πολλά χρόνια τις LGBT υποθέσεις με τεράστια κεφάλαια και μέσω ιδρυμάτων και ΜΚΟ. Πολλοί από αυτούς χρηματοδοτούν επίσης τις μεταναστευτικές ΜΚΟ, τις έγχρωμες επαναστάσεις και τις κλινικές αμβλώσεων: επομένως το μεγάλο αγγλο-ταλμουδικό κεφάλαιο —κυρίως αμερικανικό— είναι η θεμελιώδης βάση της κοινωνικής μηχανικής.

Αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε σημαντικές παρατηρήσεις. Ο καπιταλισμός, ιδίως εκεί όπου είναι πιο ακραίος και ασυγκράτητος, όπως στην Αμερική, επιτρέπει σε ανθρώπους ορισμένου τύπου να πλουτίζουν υπέρμετρα και να αποκτούν τεράστια εξουσία χωρίς να διαθέτουν ούτε τη σοφία ούτε την ισορροπία που είναι αναγκαίες: είναι ο «κατώτερος ανθρώπινος τύπος» για τον οποίο έγραφε ο Nicolás Gómez Dávila. Οι States είναι μια πλουτοκρατική ολιγαρχία, πολύ περισσότερο παρά μια δημοκρατία, ολιγαρχία που έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, μέσω των μέσων ενημέρωσης και της πολιτιστικής βιομηχανίας του παγκόσμιου χωριού, με τρόπο τόσο διεισδυτικό και βαθύ ώστε κανένα κομμουνιστικό ή ισλαμιστικό καθεστώς δεν θα μπορέσει ποτέ να το πραγματοποιήσει. Κατά τα άλλα, ποιος μπορεί να αφαιρέσει την εξουσία από αυτά τα τέρατα της πλουτοκρατίας; Κανένας άνθρωπος. Στο ατσάλινο κλουβί του καπιταλιστικού κέρδους, το οποίο ο Max Weber έβλεπε ως την οριστική φυλακή του σύγχρονου ανθρώπου, έχει εισέλθει...

Αυτή η πλουτοκρατική ολιγαρχία έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη συγχώνευση με τη σκέψη του ’68, με τον πανσεξουαλιστικό ενστικτοκρατισμό, με το «απαγορεύεται το απαγορεύειν», το «να απολαμβάνεις χωρίς εμπόδια», τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, τον καλόψυχο και μιγαδιστικό μεταναστευτισμό, την άρνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, σύμφωνα με το σχέδιο εκείνης της εξισωτικής ισοπέδωσης και εκείνου του ατομιστικού ατομισμού που είναι τόσο τυπικά της νοοτροπίας του εμπόρου, ιδίως όταν γίνεται ιδεολόγος. Η πλουτοκρατική ελίτ έγινε λοιπόν πορνοκρατική και ο Μαμωνάς έχει πλέον ενωθεί με τα Σόδομα· είναι το οργιαστικο-εμπορικό σύστημα. Ούτε μία λέξη του Ευαγγελίου δεν είναι γραμμένη τυχαία, ούτε ένα γιώτα. Εκείνος είπε: «Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους: ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προτιμήσει τον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλο· δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Μαμωνά» (Μτ 6,24). Δηλαδή, τον δαίμονα του πλούτου. Δεν μίλησε για αδιαφορία ή ξενότητα, αλλά για μίσος και περιφρόνηση. Η αρχική αδιαφορία προς τον Θεό, τροφοδοτούμενη από την απληστία, αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε περιφρόνηση και μίσος: γι’ αυτό οι πλουτοκράτες μισούν την Υπέρβαση. Και αυτό το μίσος είναι η προϋπόθεση για το επόμενο βήμα, για τον θρίαμβο του απόλυτου δυτικού υλισμού: το πέρασμα, με όλες τις έννοιες έσχατο, στη λατρεία «εκείνου του θεού που είναι το αντίθετο του Θεού» (Bataille), στη λατρεία εκείνου που πρέπει να έρθει, εν απουσία katechon, ανασχετικής δύναμης, όπως προβλέφθηκε, έστω και όχι πάντοτε με γραμμικό τρόπο, από τον Plinio Corrêa de Oliveira.

Το τελευταίο στάδιο της ανοιχτής κοινωνίας θα είναι το πέρασμα από το βασίλειο του χρήματος στο καταχθόνιο βασίλειο, από την πρωτοκαθεδρία του έχειν σε εκείνη της ανεστραμμένης πνευματικότητας, από τον φετιχισμό του εμπορεύματος στο ανεστραμμένο ιερό, από τον καταναλωτισμό στον σατανισμό· πέρασμα που δεν θα βλάψει ποτέ πραγματικά τις αναγκαίες υλιστικές του προϋποθέσεις, αφού πρόκειται για μια εντελώς ψευδή και παραχαραγμένη πνευματικότητα. Πλέον είμαστε σχεδόν εκεί· υπάρχει ακόμη και η υποστήριξη του Βατικανού της Pachamama. Είναι ζήτημα δεκαετιών, ή ίσως μόνο ετών. Έστω κι αν ο θρίαμβος εκείνου που είναι πονηρό θα είναι μόνο εφήμερος και φευγαλέος.

Motus in fine velocior. Η κίνηση είναι ταχύτερη προς το τέλος.

Sed non praevalebunt. Αλλά δεν θα υπερισχύσουν.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 17 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Τρίτη 16. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 17

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Ο επιστημονισμός


Στα σχολεία σήμερα εξακολουθεί να διαδίδεται ο θρύλος της αλάνθαστης σύγχρονης επιστήμης, αναμεμειγμένος με ορισμένες μυθολογικές κατασκευές που έχουν ελάχιστα το επιστημονικό. Η τυπικά θετικιστική αφήγηση της επιστήμης ως ανίκανης να σφάλει και ως σχεδόν μοναδικού εργαλείου για την κατανόηση της πραγματικότητας βασίζεται πρωτίστως σε μια προκείμενη, η οποία δεν οδηγεί αναγκαστικά στον επιστημονισμό, αλλά χωρίς την οποία αυτός δεν θα υπήρχε. Είναι η προκείμενη, ή μάλλον η προκατάληψη, σύμφωνα με την οποία η αισθητή πραγματικότητα, αυτή που βλέπεται, αγγίζεται, μετριέται, υπολογίζεται, είναι ολόκληρη η πραγματικότητα. Επομένως, ότι υπάρχει μόνο μια υλική πραγματικότητα, ότι δεν υπάρχει μια υπεραισθητή, υπερφυσική πραγματικότητα, ότι δεν υπάρχει η μεταφυσική πραγματικότητα, η οποία υπερβαίνει τη φυσική, ότι δεν υπάρχει ούτε Θεός ούτε αθανασία της ψυχής, μάλιστα ούτε καν ψυχή.

Ο επιστημονισμός ριζώνει επάνω σε αυτόν τον υλισμό, στην προκειμένη περίπτωση πρώτα θεωρητικό παρά πρακτικό. Πρόκειται για έναν ανεστραμμένο πλατωνισμό, ο οποίος τείνει έτσι να απολυτοποιεί, να δογματοποιεί την επιστήμη, τις μεθόδους της, ακόμη και τα προσωρινά αποτελέσματά της. Όλα αυτά απέχουν πολύ από την ορθή χρήση του λόγου και οδηγούν επίσης σε συμπεράσματα που βρίσκονται σε αντίφαση με την ίδια την επιστημονική μέθοδο, η οποία από τη μία εξυψώνεται, ενώ από την άλλη αγνοείται. Ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα είναι η αποδοχή του δαρβινισμού, ο οποίος είναι μόνο μια θεωρία, μια υπόθεση, όσο κι αν είναι υποβλητική.

Ότι η δαρβινική εξέλιξη είναι απόλυτη αλήθεια, όπως διδάσκεται στα σχολεία, δεν υπάρχουν βέβαιες αποδείξεις· αλλά χωρίς πειραματικές επαληθεύσεις, μας διδάσκει η επιστημονική μέθοδος, δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί κανένας νόμος. Πολλά άλλα πράγματα διδάσκονται ως απόλυτες αλήθειες, αλλά πρόκειται για απλές υποθέσεις στην καλύτερη των περιπτώσεων· τις περισσότερες φορές, για παγιωμένες προκαταλήψεις.
Φυσικά, αυτές οι προκαταλήψεις επηρεάζουν τους ανθρώπους, και ίσως ακόμη και η ηλίθια πεποίθηση ότι κατάγονται από πιθηκόμορφα όντα —την οποία πολλοί κουβαλούν μαζί τους σε όλη τους τη ζωή— μπορεί να έχει επιπτώσεις στην ύπαρξη.


Στην απαρχή του επιστημονισμού, δηλαδή όχι της επιστήμης αλλά της απολυτοποίησής της, βρίσκεται το υλιστικό και θετικιστικό αξίωμα ότι τίποτε πέρα από τη φυσική δεν υπάρχει πραγματικά, ότι η μεταφυσική είναι άχρηστη και απατηλή, ότι η θρησκεία είναι ένα σύνολο παραμυθιών ή, ακόμη χειρότερα, ένα εργαλείο εξουσίας, ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα από εκείνη που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Αυτός ο υλισμός, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι καρπός πνευματικού σκοταδισμού, αυτής της διαδεδομένης άγνοιας.

Σήμερα η πλειονότητα των ανθρώπων, ακόμη κι όταν δεν είναι ανοιχτά άθεη, φαίνεται ανίκανη να κοιτάξει τον ουρανό, να πιστέψει στο υπερφυσικό, να εμπιστευθεί αυτό που δεν βλέπει και δεν υπολογίζει. Η νοοτροπία του σύγχρονου ανθρώπου έχει διαμορφωθεί από αυτές τις μεγάλες υποβολές, οι οποίες τον εκτρέπουν και τον οδηγούν σε λανθασμένο δρόμο. Μέσα στον πνευματικό σκοταδισμό, που είναι μηδενισμός, δεν μπορεί να οικοδομηθεί τίποτε σταθερό, διαρκές, τακτοποιημένο. Η Δύση και η Ευρώπη —που δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα— πήραν έναν λανθασμένο δρόμο και συνεχίζουν να τον ακολουθούν.

Ο νους του σύγχρονου ανθρώπου είναι γεμάτος λάθη: το πιο παράδοξο είναι ότι η νεωτερικότητα, από τον Διαφωτισμό και εξής, αυτοεορτάστηκε ως η εποχή που ξεπέρασε τις προκαταλήψεις, ενώ αντίθετα καλλιέργησε τις χειρότερες. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τις σημερινές μαζικές υποβολές, σύμφωνα με τις οποίες οποιαδήποτε επιθυμία μπορεί να γίνει αυτομάτως δικαίωμα, ή ότι η υλική ευημερία είναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή. Όλο εκείνο που αποτέλεσε τη λαμπρότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού σήμερα φαίνεται να απορρίπτεται, να απωθείται, να παραγνωρίζεται, ακόμη και να λησμονείται. Ο πολιτισμός, πράγματι, είναι πλέον ένας αντι-πολιτισμός, διότι θεμελιώνεται αποκλειστικά σε αυτό που είναι υλικό και βέβηλο, σε αντίθεση προς αυτό που είναι πνευματικό και ιερό, και σε αυτό που είναι μαζοποιητική ομογενοποίηση, σε αντίθεση προς αυτό που είναι αυθεντικά κοινοτικό.

Η ολοκληρωτική εμπορευματοποίηση της ύπαρξης, την οποία θέλησε και πραγματοποίησε το βασίλειο του χρήματος, συμβάλλει και στα δύο φαινόμενα. Αυτό το πρότυπο είναι αντίθετο προς τους παραδοσιακούς, προνεωτερικούς πολιτισμούς, το λαμπρότερο παράδειγμα των οποίων υπήρξε ο χριστιανικός Μεσαίωνας, όχι τυχαία και ο περισσότερο δαιμονοποιημένος από τον σύγχρονο μηδενισμό. Πρόκειται για πολιτισμούς στους οποίους η οικονομία ήταν υποταγμένη σε άλλες διαστάσεις, όπως η πνευματική και η πολιτική. Προφανώς υπήρχε μια μορφή οικονομίας, διότι σε όλες τις κοινωνίες η οικονομία είναι ούτως ή άλλως θεμελιώδης, καθόσον εγγυάται την παραγωγή και επομένως τη φυσική επιβίωση. Αλλά ήταν μια διαφορετική οικονομία, κατά κύριο λόγο, αν και όχι αποκλειστικά, αγροτική, και κυρίως όχι υπερτροφική. Η πρωτοκαθεδρία του χρήματος, της κατανάλωσης και του πλούτου είναι το πέρασμα, που ιστορικά έχει πλέον συντελεστεί, από την κοινωνία του είναι στην κοινωνία του έχειν.

Δημαγωγία, μάλλον παρά δημοκρατία

Σήμερα είμαστε, σε μεγάλη κλίμακα, αυτό που προσποιούνταν ότι ήταν η μεδίκεια ηγεμονία υπό τον Cosimo il Vecchio και τον Lorenzo il Magnifico τον 15ο αιώνα: όλοι γνώριζαν ότι στη Φλωρεντία η πλουσιότερη οικογένεια, εκείνη των Medici, είχε συγκεντρώσει όλη την πολιτική εξουσία, και ότι χωρίς τη συγκατάθεσή της δεν κουνιόταν φύλλο, αλλά εξακολουθούσαν να προσποιούνται ότι η Φλωρεντία δεν ήταν μια Ηγεμονία, αλλά μια Δημοκρατία.

Ο Georges Sorel μιλούσε ήδη για δημαγωγικές πλουτοκρατίες, δηλαδή για καθεστώτα που τυπικά είναι δημοκρατικά, βασισμένα στη λαϊκή βούληση, αλλά έπειτα στην πράξη, πέρα από το επαναλαμβανόμενο τελετουργικό της ψήφου, αναθέτουν τις σημαντικότερες αποφάσεις σε μια επιτροπή συμφερόντων, η οποία συνενώνει ισχυρές δυνάμεις του μεγάλου κεφαλαίου, που ελέγχουν και τα κύρια μέσα ενημέρωσης, επηρεάζοντας ισχυρά την κοινή γνώμη. Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η νίκη της Γαλλίας και των δυτικών δυνάμεων του φάνηκε ως ολέθριος οιωνός: «Το μεγάλο πρόβλημα του 20ού αιώνα είναι να βρεθεί ένας τρόπος να μετριασθεί η εξουσία των εμπόρων» (16 Οκτωβρίου 1917, επιστολή προς τον Daniel Halévy). Και επίσης: «Εισερχόμαστε στην πιο απεχθή περίοδο της παρακμής, εκείνη της πλουτοκρατίας αμερικανικού τύπου» (6 Δεκεμβρίου 1918, Επιστολές προς τον Benedetto Croce). Μιλούν πάντοτε για τον 20ό αιώνα ως τον αιώνα του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου —Ernst Nolte— ανάμεσα σε ολοκληρωτισμούς και φιλελεύθερες δημοκρατίες. Αλλά όχι μόνο κανείς δεν βρήκε τον τρόπο να «μετριάσει την εξουσία των εμπόρων»· αυτή η εξουσία έφθασε, μέσω της τεχνικο-οικονομικής παγκοσμιοποίησης, σε παροξυσμικές κορυφές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που ακόμη και σήμερα παρουσιάζονται ως η κατεξοχήν δημοκρατία, είναι η χώρα στην οποία κανένας υποψήφιος δεν μπορεί να γίνει, δεν λέω πρόεδρος, αλλά ούτε καν βουλευτής, γερουσιαστής ή κυβερνήτης μιας Πολιτείας, ακόμη και μικρής, αν δεν απολαμβάνει σημαντικές ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις. Και ο Emmanuel Macron, πρόεδρος της Γαλλίας από το 2017, είναι προϊόν της πλουτοκρατίας, αφού υπήρξε στέλεχος της τράπεζας Rothschild και πολύ κοντά στον τεχνοκράτη Jacques Attali, ο οποίος καυχήθηκε ότι τον είχε επιλέξει. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ακριβώς η Γαλλία του Macron υπήρξε η ευρωπαϊκή χώρα που εισήγαγε τους σκληρότερους περιορισμούς κατά την επιδημία Covid, μετά από εκείνους της Ιταλίας του Mario Draghi. Πιο πρόσφατα, και η Γερμανία, από τον Μάιο του 2025, έχει ως καγκελάριο, δηλαδή ως αρχηγό της κυβέρνησης, τον Friedrich Merz, τον κυριότερο πρώην Γερμανό διευθυντή της BlackRock, της πρώτης εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μέσα σε αυτή την τόσο ασφυκτική κατάσταση γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να φανταστεί κανείς μια εναλλακτική. Τουλάχιστον στην Ιταλία, τα κυριαρχικά και λαϊκιστικά κινήματα απέδειξαν στην πράξη ότι ήταν μια μπλόφα. Θεωρητικά, η απάντηση σε αυτό το καθεστώς θα ήταν η διαφύλαξη της κυριαρχίας των κρατών: τώρα, ο γράφων δεν θεωρεί τον εαυτό του κρατιστή, και ακόμη λιγότερο κρατολάτρη· το σύγχρονο κράτος έχει μεγάλα όρια και υπήρξε δημιουργός πολλών στρεβλώσεων, αρχίζοντας από την άρνηση των μικρών πατρίδων και από τη διάλυση των ενδιάμεσων σωμάτων. Το παραδοσιακό πρότυπο της καθολικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με το εθνικό κράτος, εμφανίζεται ως μια λύση περισσότερο ικανή να αρθρώσει την πολλαπλότητα και τη διαφορά των πατρίδων, των τάξεων, των πολιτισμών, των μορφών του ανήκειν.

Αυτή τη στιγμή όμως η κρατική κυριαρχία εμφανίζεται ως το μόνο εύθραυστο ανάχωμα που είναι διαθέσιμο, τουλάχιστον στα χαρτιά, απέναντι στην υπερεξουσία των πλουτοκρατιών και των αγορών. Γι’ αυτό πρέπει να υπερασπιστούμε την κυριαρχία των κρατών, μια κυριαρχία ισχυρή, έστω και κατά προτίμηση ομοσπονδιακή, δηλαδή κατανεμημένη ανάμεσα στο κεντρικό κράτος και τις περιφερειακές επικράτειες, και αρθρωμένη σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας ή της επαρκούς αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία κανένα επίπεδο διακυβέρνησης δεν πρέπει να θίγει την αυτονομία του κατώτερου. Αλλά η ίδια η υπεράσπιση της κρατικής κυριαρχίας απέναντι στην υπερεξουσία των μεγάλων χρηματικών και παγκοσμιοποιητικών δυνάμεων, ακόμη και όπου είναι δυνατή, κινδυνεύει να είναι εντελώς ανεπαρκής χωρίς μια πνευματική αλλαγή των ευρωπαϊκών λαών. Μόνο επιστρέφοντας στην Παράδοση, δηλαδή στο ελληνικό φως και σε Εκείνον τον χριστιανικό Θεό που έγινε σάρκα, ο άνθρωπος θα επιστρέψει στο να αποδίδει τη σωστή αξία στα πράγματα, επομένως και στον υλικό πλούτο, ο οποίος δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να κατέχει την πρώτη θέση στη ζωή των ανθρώπων και μιας τακτοποιημένης κοινωνίας.

Συνεχίζεται με: Συμπεράσματα

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 16 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Σάββατο 13. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 16

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Το βασίλειο του χρήματος

Το να υποστηρίξει κανείς ότι ο σύγχρονος κόσμος οικοδομήθηκε πάνω στο χρήμα θα μπορούσε να φανεί υπερβολικό, αλλά στην πραγματικότητα πλησιάζει πολύ στην αλήθεια. Ίσως ούτε καν η τεχνο-επιστήμη δεν είχε τόσο μεγάλη σημασία στη μεταβολή της νοοτροπίας των ανθρώπων των τελευταίων αιώνων. Το χρήμα, το νόμισμα, έχει τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι αποτελεί την καθαρότερη μορφή εργαλείου, όπως υποστήριξε ο μεγάλος κοινωνιολόγος Georg Simmel στο θεμελιώδες έργο του Φιλοσοφία του χρήματος (1900), ακόμη αξεπέραστο. Είναι το κατ’ εξοχήν εργαλείο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, σε κάθε κοινωνία όπου η αγορά έχει μια ελάχιστη σημασία, για να αποκτήσει τα αγαθά που επιθυμεί. Είναι λοιπόν ένα καθαρό εργαλείο, ακόμη περισσότερο από τα ευρήματα της τεχνολογίας. Με τη γέννηση της εμπορευματικής ανταλλαγής, το νόμισμα γίνεται το κατ’ εξοχήν μέσο.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του χρήματος, του νομίσματος, είναι ότι πρόκειται επίσης για το γενικό ή καθολικό ισοδύναμο, το οποίο επιτρέπει, σε μια ανεπτυγμένη οικονομία, να ποσοτικοποιείται κάθε υλικό αγαθό —και ακόμη και ορισμένα άυλα— με έναν αριθμό. Το χρήμα είναι λοιπόν εκείνο που μετρά κάθε πράγμα, ή, αν θέλουμε, είναι εκείνο που γίνεται το μέτρο όλων των διαθέσιμων πραγμάτων. Παρότι είναι μέσο, μάλιστα το κατ’ εξοχήν μέσο, γίνεται επομένως και κάτι πολύ περισσότερο: το μέτρο όλων των πραγμάτων.

Το τρίτο χαρακτηριστικό του χρήματος είναι ότι αποτελεί το μοναδικό υλικό ή άυλο αντικείμενο —σήμερα αποϋλοποιείται σε μια πιστωτική κάρτα ή σε ένα πληροφορικό κλικ— του οποίου η μοναδική ποιότητα είναι το ότι είναι καθαρή ποσότητα. Είναι πράγματι ποσότητα στερημένη από ποιότητα. Βεβαίως, το χαρτονόμισμα είναι χάρτινο και μπορεί να έχει χρώματα, όπως το μεταλλικό νόμισμα είχε βάρος και ήταν φτιαγμένο από συγκεκριμένο υλικό· αλλά στην πραγματικότητα η σημερινή αποϋλοποίηση του χρήματος δείχνει ότι καμία ποιότητα δεν το χαρακτηρίζει αληθινά, εκτός από το ότι είναι καθαρή ποσότητα, ποσότητα μάλιστα που μπορεί συνεχώς να αυξάνεται. Αφού κατανοηθούν αυτές οι ουσιώδεις όψεις, δεν είναι δύσκολο να διαισθανθεί κανείς πώς το χρήμα βρίσκεται στην αφετηρία μεγάλου μέρους των μεταβολών του σύγχρονου κόσμου, του βασιλείου της ποσότητας, δηλαδή της ύλης.

Και στην αρχαιότητα υπήρξαν εμπορευματικοί πολιτισμοί· ας σκεφτούμε τις φοινικικές πόλεις Τύρο και Σιδώνα ή την Καρχηδόνα. Σε μεγάλο βαθμό και η δημοκρατική Αθήνα του Περικλή είχε αφιερωθεί στο εμπόριο, μεταβαλλόμενη σε μεγάλη εμπορική δύναμη. Αλλά στην πλειονότητα των παραδοσιακών κοινωνιών η αγορά δεν προσλάμβανε ρόλο πρωταρχικής σημασίας, επομένως το χρήμα δεν αποκτούσε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, με ορισμένες εξαιρέσεις, ο έμπορος και η συνεχής αναζήτηση του κέρδους αντιμετωπίζονταν με κάποια περιφρόνηση, τουλάχιστον από τις κυρίαρχες τάξεις: εκείνη των ιερέων, αφιερωμένων στην πνευματική δραστηριότητα, και εκείνη των αριστοκρατών, που ήταν πολεμιστές. Ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας επανέφερε, καθαρίζοντάς την στο φως του Ευαγγελίου, την παραδοσιακή κοινωνική τριμερή διάκριση ανάμεσα σε oratores, bellatores και laboratores.

Μετά το 1000, η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, έπειτα της βιοτεχνικής και μεταποιητικής παραγωγής, μαζί με τη δημογραφική αύξηση, επέτρεψαν μια νέα αστικοποίηση και την έναρξη ενός πιο ανθηρού εμπορίου, το οποίο από τον 13ο αιώνα προσέλαβε ολοένα πιο σημαντικές διαστάσεις. Είναι η Εμπορική Επανάσταση του Μεσαίωνα: εκτός από ορισμένες ανασχέσεις, όπως εκείνη του 14ου αιώνα, η ευρωπαϊκή οικονομική ανάπτυξη δεν θα διακοπεί πλέον, αλλά θα περιοριστεί στο να δει τη σκυτάλη να περνά, από τον 16ο αιώνα και εξής, από την κεντροβόρεια Ιταλία στη Φλάνδρα, στην Ολλανδία και έπειτα στην Αγγλία. Γεννιέται λοιπόν ο καπιταλισμός, πρώτα εμπορικός και έπειτα βιομηχανικός, ξεκινώντας από την Αγγλία του 18ου αιώνα.

Παρά το αντίθετο που συνήθως πιστεύεται, η λέξη καπιταλισμός απαντά λίγες φορές στο έργο του Karl Marx. Ήταν οι Γερμανοί κοινωνιολόγοι Werner Sombart και Max Weber που επινόησαν τον όρο, στις αρχές του 20ού αιώνα, για να δηλώσουν το μοντέλο μιας οικονομίας πλήρως εξορθολογισμένης και προσανατολισμένης στο απεριόριστο κέρδος. Όλα αυτά συμπίπτουν με τη μεγάλη διαδικασία κατά την οποία η οικονομία, προηγουμένως ενταγμένη μέσα στο κοινωνικό και ακόμη υποταγμένη, ως προς τη σημασία της, στη θρησκεία και στην πολιτική, αυτονομείται για να γίνει έπειτα ηγεμονική. Η ιδιοκτησία της γης δεν παύει να ποθείται και να επιδιώκεται, αλλά αξίζει πλέον μόνο σε σχέση με το χρήμα και με όσα καταφέρνει να παράγει για σκοπούς κέρδους. Είναι η αστικοποίηση της γαιοκτησίας, η οποία γίνεται ένα εργαλείο καπιταλιστικής παραγωγής όπως όλα τα άλλα.

Πάνω σε αυτή την κεντρικότητα του χρήματος, κανείς δεν προχώρησε βαθύτερα από τον Simmel. Το κατ’ εξοχήν μέσο πολύ συχνά γίνεται σκοπός. Αν, με την ολοένα μεγαλύτερη κεντρικότητα που απέκτησαν η αγορά και η οικονομία στη ιστορική διαδικασία της ανόδου τους, αυτό μετατρέπεται στον πιο ποθητό πλούτο, εύκολα γίνεται ο έσχατος, σημαντικότερος σκοπός για μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Θα ειπωθεί, και σωστά, ότι πολλοί επιθυμούν το χρήμα όχι γι’ αυτό που αντιπροσωπεύει καθαυτό, αλλά για όσα μπορεί να δώσει, για εμπορεύματα και υπηρεσίες.

Αλλά στην εποχή μας, η οποία εδώ και μερικές δεκαετίες είδε το πέρασμα από τον άνθρωπο-αποταμιευτή στον άνθρωπο-καταναλωτή, ενίοτε σπάταλο, η σημασία του χρήματος δεν μειώνεται καθόλου. Για να καταναλώνει κανείς, ακόμη και για να σπαταλά, χρειάζονται χρήματα: χωρίς χρήμα, καμία κατανάλωση. Ακόμη και όταν δεν επιθυμεί κανείς να καταναλώνει βουλιμικά, το χρήμα προσφέρει την ασφάλεια της ζωής. Πέρα από ορισμένα όρια, προσφέρει και την εξουσία. Μπορεί να είναι η πολυτέλεια, η κατανάλωση, η άνεση, η διασκέδαση, το σεξ, που ωθούν τον άνθρωπο προς το χρήμα, αλλά όποιο κι αν είναι το κίνητρο, πάντως αναζητείται το να βγάλει κανείς χρήμα.

Είναι τουλάχιστον τρία, όπως υποστήριξα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του χρήματος. Το πρώτο είναι ότι αποτελεί το κατ’ εξοχήν μέσο. Το δεύτερο ουσιώδες χαρακτηριστικό του χρήματος είναι ότι αποτελεί το καθολικό ισοδύναμο. Γιατί είναι το καθολικό ισοδύναμο; Επειδή είναι εκείνη η οντότητα, εκείνο το μέτρο θα μπορούσαμε να πούμε, που επιτρέπει να αξιολογούνται τα πάντα, να ποσοτικοποιούνται τα πάντα με έναν αριθμό: είναι οι τιμές. Πηγαίνουμε σε ένα κατάστημα και βλέπουμε τις τιμές. Τι τιμή έχει; Πόσο κοστίζει; Ιδού, το χρήμα επιτρέπει να αξιολογούνται τα πάντα και να ποσοτικοποιούνται τα πάντα. Αυτό όμως έχει μια συνέπεια, λόγω της οποίας το χρήμα γίνεται επομένως το μέτρο κάθε πράγματος. Λέγεται ότι ο σύγχρονος ουμανισμός έκανε δικό του το παλαιό ρητό του σοφιστή Πρωταγόρα, ότι «μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος», αλλά βαθύτερα στην πραγματικότητα είναι το χρήμα που έγινε μέτρο κάθε πράγματος. Το τρίτο μεγάλο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του χρήματος είναι ότι είναι καθαρή ποσότητα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι η ποσότητα είναι η μοναδική του ποιότητα. Επομένως το χρήμα είναι εκείνο το πράγμα που έχει μία μοναδική ποιότητα, την ποσότητα: είναι καθαρή ποσότητα σε τέτοιο βαθμό, ώστε η μοναδική του ποιότητα είναι η ίδια η ποσότητα.

Βεβαίως, όταν τα νομίσματα ήταν από χρυσό, από άργυρο ή από χαλκό, είχαν ιδιότητες αντίστοιχες προς το μέταλλο από το οποίο ήταν φτιαγμένα. Καθώς όμως η αξία του νομίσματος αποσυνδέθηκε από την αξία του μετάλλου από το οποίο ήταν φτιαγμένο, το χρήμα δεν έχασε την κεντρικότητά του, αλλά, όπως εξηγεί ο Simmel, την τόνισε ακόμη περισσότερο. Γεννιούνται τα χαρτονομίσματα, τυποποιημένα, μαζικής παραγωγής, τα οποία έχουν κάποιες ιδιότητες, έστω ελάχιστες. Σήμερα περνάμε στο ηλεκτρονικό, αποϋλοποιημένο χρήμα, το οποίο, καθώς γίνεται άυλο, πραγματοποιεί με καθαρότατο τρόπο την ουσία του: την καθαρή ποσότητα. Το ίδιο ισχύει και για την πιστωτική κάρτα. Ο Simmel γράφει το αριστούργημά του το έτος 1900· δεν μπορούσε να φανταστεί πιστωτικές κάρτες και ηλεκτρονικό χρήμα χρησιμοποιούμενο μέσω κινητού τηλεφώνου, αλλά μπόρεσε να στοχαστεί πάνω στην αποϋλοποίηση του χρήματος με το πέρασμα από το πολύτιμο νόμισμα στο τυποποιημένο νόμισμα και τέλος στο χαρτονόμισμα. Όπως γνωρίζουμε, τα υλικά όντα είναι εκείνα που μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, όχι τα πνευματικά όντα· αλλά, όντας καθαρή ποσότητα, το χρήμα είναι κάτι υλικό που, παραδόξως, αποϋλοποιείται παραμένοντας ο εαυτός του, μάλιστα πραγματοποιώντας ακόμη πληρέστερα την ουσία του.

Ποσότητα, ποσότητα, ποσότητα!

Όσα ειπώθηκαν είχαν επιπτώσεις και σε πράγματα που εμείς πιστεύουμε εντελώς ξένα προς αυτή την κυριαρχία, όπως η επιστήμη. Η σύγχρονη επιστήμη, από ορισμένες απόψεις, μπορεί να θεωρηθεί ως η αντανάκλαση, στη γνωστική μελέτη της φύσης, ακριβώς αυτής της ποσοτικής νοοτροπίας που διαμορφώθηκε από το χρήμα και η οποία στην αρχή ήταν χαρακτηριστική των εμπόρων. Όταν οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης επιστήμης, μια ανθηρή και ανεπτυγμένη εμπορευματική οικονομία υπήρχε ήδη επί τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις αιώνες· επομένως συνέβη η επέκταση, στο πεδίο της γνώσης της φύσης, της ποσοτικής αντίληψης που εμπνεόταν από την εμπορευματική υπολογιστική ορθολογικότητα. Ανακεφαλαιώνοντας: το χρήμα είναι πρώτα απ’ όλα το κατ’ εξοχήν μέσο, είναι το καθολικό ισοδύναμο και επομένως το μέτρο κάθε πράγματος, και τέλος είναι καθαρή ποσότητα· η ποσότητα είναι η μοναδική του ποιότητα.

Σε αυτό το σημείο το χρήμα είναι έτοιμο να γίνει έσχατος σκοπός, απόλυτη αξία στην πρακτική συνείδηση των ανθρώπων. Γιατί; Πρώτα απ’ όλα, το χρήμα οδηγεί, εξηγεί ο Simmel, στο να εμπιστεύεται κανείς την παντοδυναμία του. Προσλαμβάνει πραγματικά την παντοδυναμία μιας ανώτερης αρχής, σε μια κοινωνία στην οποία —όπως γράφει ο Louis de Bonald— το εμπόριο αναπτύσσεται με άμετρο τρόπο. Αποκτά την ικανότητα, κάθε στιγμή, να μας προμηθεύει κάθε μικρό πράγμα και να μεταμορφώνεται σε αυτό: αν εγώ διαθέτω ένα χρηματικό ποσό αρκετό για να αγοράσω ένα αυτοκίνητο, και θέλω να το αγοράσω, η ποσότητα του χρήματός μου μεταμορφώνεται εύκολα σε αυτό το αυτοκίνητο και η επιθυμία μου να το έχω πραγματοποιείται αμέσως. Με το χρήμα μπορώ να έχω σχεδόν τα πάντα. Το χρήμα δεν δίνει την ευτυχία, που είναι ψυχική κατάσταση, αλλά ασφαλώς επιτρέπει να έχει κανείς πολλά πράγματα και να ικανοποιεί πολλές επιθυμίες.

Η άνοδος της οικονομίας από τον ύστερο Μεσαίωνα έως τη νεότερη εποχή έπρεπε να αναμετρηθεί με έναν κόσμο ακόμη έντονα θρησκευτικό. Το χρήμα θεωρήθηκε ακόμη για πολύ καιρό, εξαιτίας της πρακτικής παντοδυναμίας του, ως εργαλείο απώλειας, ως μια δύναμη ικανή να προσλάβει, για πολλούς, ειδωλολατρικά χαρακτηριστικά: φτάνει να αμβλύνει την αναζήτηση άλλων ικανοποιήσεων στη θρησκευτική βαθμίδα, λέει ο Simmel. Με λίγα λόγια, αυτή η απολυτοποίηση του χρήματος τείνει να αμβλύνει ή να αντικαταστήσει την πίστη στο υπερβατικό Απόλυτο. Ας συνεννοηθούμε: το χρήμα, η οικονομική ανάπτυξη, η υπερτροφία του εμπορίου, ο καπιταλισμός, ο καταναλωτισμός, δεν υπήρξαν οι μόνοι παράγοντες της εκκοσμίκευσης, της αποχριστιανοποίησης, της λαϊκοποίησης, αλλά σίγουρα διαδραμάτισαν μεγάλο και αποφασιστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση, ανώτερο από εκείνον που συνήθως τους αποδίδουν οι κοινωνιολόγοι, οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι.

Στην Ιστορία του Χριστού (1921), και ο Giovanni Papini, επαναλαμβάνοντας τις περίφημες διατυπώσεις του Κυρίου μας εναντίον του Μαμωνά —του πλούτου—, δηλώνει ότι το πνεύμα, για όποιον υπηρετεί τον χρυσό, είναι μια λέξη που δεν έχει νόημα. Ο χρυσός, για όποιον υπηρετεί το πνεύμα, είναι ένα μηδέν. «Όποιος επιθυμεί τον χρυσό καταργεί το πνεύμα». Κάτι παρόμοιο είχε ήδη υποστηρίξει ο αντεπαναστάτης Louis de Bonald: «Η δύναμη της θρησκείας δεν γνωρίζει παρά τον χρυσό που μπορεί να της αμφισβητήσει την κυριαρχία μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Ο ίδιος [ο Χριστός] μας προειδοποίησε ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί δύο κυρίους: τον Θεό ή τον πλούτο. Η θρησκεία του θεμελιώθηκε στην ανιδιοτέλεια και στην αποδέσμευση από τα αγαθά της γης».

Μπορούμε να δούμε την ιστορία της νεωτερικότητας και ως τη σύγκρουση ανάμεσα σε πνευματικές αρχές και υλικές αξίες, και ανάμεσα στον Θεό που βρίσκεται στους ουρανούς και σε εκείνον τον θεό επί της γης που είναι ο πλούτος, ή τουλάχιστον η διαδεδομένη ευημερία. Αυτό παραπέμπει στον ιστορικό ανταγωνισμό ανάμεσα σε κοινωνίες όπως οι αγγλοσαξονικές, εμπορευματικές, προσανατολισμένες κυρίως στο κέρδος, στην αγορά, στο κέρδος, στον καπιταλισμό, ακόμη και με ατομικιστικά και εξισωτικά αποτελέσματα, σε σχέση με τις οργανικές, κοινοτικές, ιεραρχικές κοινωνίες, όπου η υπέρβαση και η θρησκεία εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Ο Carl Schmitt είχε εντοπίσει τη βαθιά λογική του στον δυϊσμό ανάμεσα σε Γη και Θάλασσα, ανάμεσα σε χερσαίους, παραδοσιακούς και κοινοτικούς πολιτισμούς, και σε θαλάσσιες, νεωτερικές και τεχνικο-οικονομικές κοινωνίες.

Μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, επιβλήθηκε το ωκεάνιο εμπόριο, το οποίο σύντομα μονοπωλήθηκε από την Ολλανδία και έπειτα από την Αγγλία, προτεσταντικές δυνάμεις. Τέλος, η Βιομηχανική Επανάσταση σήμανε το πέρασμα από τον εμπορικό και βιοτεχνικό καπιταλισμό στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Στον βιομηχανικό κόσμο σήμερα αντικαθίσταται ένας κόσμος πλήρως τεχνικοποιημένος και χρηματοπιστωτικοποιημένος, όπου τα εργοστάσια και το εργατικό δυναμικό, συχνά εκμεταλλευόμενο, έχουν μετακινηθεί στις εξωδυτικές χώρες.

Η ορμητική ανάπτυξη της νομισματικής και εμπορευματικής οικονομίας συνέβαλε έντονα, τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, στην απελευθέρωση των ατόμων από τους κοινοτικούς δεσμούς. Αυτό διέδωσε μια γενικευμένη σχέση αδιαφορίας απέναντι στους άλλους ανθρώπους, μια ατομοποίηση στην οποία συνεργάστηκε και η επικράτηση της μεγάλης κεντριστικής και γραφειοκρατικής μηχανής του νεωτερικού Κράτους. Ταυτόχρονα διαδόθηκε μια εξισωτική νοοτροπία, επειδή τα άτομα, υιοθετώντας ως δική τους την εργαλειακή ορθολογικότητα, έτειναν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ολοένα πιο όμοιο· έτσι έγινε δυσκολότερο, κυρίως για τα νέα ανερχόμενα αστικά στρώματα, να αποδεχθούν μια σχέση υποταγής στους ιερείς και στους αριστοκράτες, η οποία θα αναγνώριζε την ανώτερη ποιοτική τους αξία.

Η μόνη αναγνωρισμένη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους, ακόμη και από το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα που την πολέμησε, έγινε καθαρά ποσοτική, συνδεδεμένη με αυτό που κατέχει κανείς: η διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς, ή ανάμεσα στους ιδιοκτήτες και στους εργάτες ή τους αγρότες, ανάμεσα σε όποιον έχει χρήματα και σε όποιον δεν τα έχει, ή ανάμεσα σε όποιον είναι ικανός να τα αποκτήσει και σε όποιον δεν είναι ικανός, λόγω έλλειψης πρωτοβουλίας και επιχειρηματικού πνεύματος. Παρέμεινε και στο δημοκρατικό πεδίο μια ανεπίσημη ιεραρχία, καθαρά ποσοτική· μια ψεύτικη, μη αυθεντική ιεραρχία, επειδή η αληθινή ιεραρχία, όπως και η εξουσία, θα έπρεπε να θεμελιώνεται σε ποιοτικές αρχές, όχι υλικές.

Η οικονομική ανταλλαγή είναι μια πραγματικότητα μέσα στην οποία διαπραγματεύεται κανείς, πουλά, αγοράζει. Είναι μια χρήσιμη αλλά ψυχρή σχέση, ακόμη κι αν δεν λείπουν τα χαμόγελα και οι χειραψίες, πάντοτε όμως με σκοπό τις δουλειές. Επομένως το οικονομικό πεδίο, με τη χρήση του χρήματος, τείνει να εγκαθιδρύει ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα μια σχέση αμοιβαίας αδιαφορίας και μερικές φορές άγριου ανταγωνισμού —του ανταγωνισμού. Αυτή η σχέση αδιαφορίας, σύμφωνα με τον Simmel, βρίσκει το αποκορύφωμά της στο αστικό περιβάλλον, όπως γράφει στη Μητρόπολη και τη ζωή του πνεύματος (1903), το οποίο δεν είναι τυχαία το προνομιακό περιβάλλον της οικονομικής ανταλλαγής.

Η χρήση του χρήματος, εκτός από το ότι αναπτύσσει μια ποσοτική, μαθηματικοποιητική νοοτροπία, τείνει προς έναν εξορθολογισμό ή διανοητικοποίηση που βασίζεται όμως σε μια καθαρά εργαλειακή, καθαρά υπολογιστική σκέψη: το 2 συν 2 κάνει 4. Επομένως πρόκειται για μια ορθολογικότητα που δεν είναι ικανή να δίνει αξιολογήσεις στο φιλοσοφικό, θεολογικό, ηθικό, μεταφυσικό πεδίο, αλλά μόνο να εντοπίζει τι είναι χρήσιμο, να υπολογίζει, να μετρά, να ποσοτικοποιεί. Η υπολογιστική ορθολογικότητα είναι εργαλειακή, ανίκανη να διερωτηθεί για το νόημα και τον σκοπό των πραγμάτων.

Ο εξορθολογισμός ή η διανοητικοποίηση είναι επίσης ο τύπος σκέψης που υιοθετήθηκε από τους νεωτερικούς επιστήμονες, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται πλέον για τους σκοπούς και τις ουσίες των πραγμάτων που μελετώνται. Ο Max Weber υπήρξε, ανάμεσα στους πατέρες της κοινωνιολογίας, εκείνος που περισσότερο από κάθε άλλον είδε το νεωτερικό ως το πεδίο διάδοσης ενός εξορθολογισμού που διαπερνά τόσο τον καπιταλισμό —ο οποίος κατά τον Weber είναι τέτοιος ακριβώς επειδή είναι ορθολογικός— όσο και το Κράτος και την τεχνο-επιστήμη· αλλά αυτή η ορθολογικότητα είναι υπολογιστική, όχι στοχαστική, δεν θέτει προβλήματα, αλλά ενεργεί. Μιλούμε για μια επιστήμη που θέλει να είναι πάντοτε επιχειρησιακή και που επομένως υπηρετεί πάρα πολύ τη βιομηχανία, για να κυριαρχήσει στον κόσμο, να τον κατακτήσει, να υποτάξει τη φύση στις θελήσεις του ανθρώπου, σύμφωνα με τα προστάγματα του ανθρωποκεντρισμού, του σύγχρονου εκκοσμικευμένου ουμανισμού.

Πρόκειται για μια επιστήμη-τεχνική, μια τεχνο-επιστήμη, στην οποία η επιχειρησιακή διάσταση, δηλαδή η τεχνική, δεν μπορεί πλέον να αποσπαστεί από τη θεωρητική διάσταση, που είναι η επιστήμη με την κυριολεκτική έννοια. Είναι μια επιστήμη που πρέπει να υπηρετεί, να έχει πρακτικές συνέπειες, όπως ήδη επιθυμούσαν ο Bacon και ο Descartes.


Συνεχίζεται με: Ο επιστημονισμός

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 15 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Πέμπτη 11. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 15

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Το αντι-σχολείο


Και στις σχολικές αίθουσες συμβαίνει ολοένα συχνότερα ο βομβαρδισμός της πολιτικής ορθότητας και της ενιαίας σκέψης: το σχολείο έχει μεγάλη ευθύνη σε αυτή την ομογενοποίηση των πολύ νέων, η οποία συμβάλλει στην παρακμή του πολιτισμού. Με τις δέουσες εξαιρέσεις, υπάρχουν καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και πανεπιστημιακοί διδάσκοντες, που μιλούν συχνά για κριτική σκέψη, αλλά τη στερούνται απολύτως· επομένως δεν μπορούν παρά να μεταδίδουν στους μαθητές και στους φοιτητές, μερικές φορές μάλιστα χωρίς καν να το αντιλαμβάνονται, τα θεμέλια της κυρίαρχης ιδεολογίας, κυρίως σε ορισμένα μαθήματα. Στη διδασκαλία των μαθηματικών, για παράδειγμα, είναι δυσκολότερο να μεταδοθούν προκαταλήψεις απ’ ό,τι συμβαίνει με τα ανθρωπιστικά μαθήματα, αλλά και με τις επιστήμες.

Η βιολογία ειδικότερα είναι μια «θλιβερή επιστήμη», επειδή, δυστυχώς, ήταν πάντοτε στην υπηρεσία της εξουσίας: κατά την περίοδο κατά την οποία υποστηριζόταν η ανωτερότητα του λευκού ανθρώπου έναντι των έγχρωμων λαών, βρίσκονταν στο απόγειό τους οι δικαιολογήσεις ή ψευδο-δικαιολογήσεις, εκ μέρους της επίσημης βιολογίας, της βιολογικής ανωτερότητας της λευκής φυλής. Τώρα που αποφασίστηκε η αντίθετη διαταγή, ότι πρέπει να γίνουμε όλοι μιγάδες, τι κάνουν οι βιολόγοι; Ισχυρίζονται ότι οι φυλές δεν υπάρχουν.

Αν έπειτα μιλήσουμε για τα εμβόλια, τα σημερινά, έχουμε φτάσει στην τέλεια ευθυγράμμιση της επιστήμης με την εξουσία των φαρμακευτικών εταιρειών. Με λύπησε πολύ, ως εκπαιδευτικό, να διαπιστώσω πόσο λίγοι μαθητές είχαν κριτική στάση απέναντι στον μιντιακό τρόμο που επιβλήθηκε στα χρόνια του Covid: τους βρήκα παραιτημένους ή ακόμη, σε μερικές περιπτώσεις, ενθουσιώδεις υποστηρικτές του εμβολιασμού χωρίς «αν» και «αλλά», του επίσημου covidiotism. Η κριτική σκέψη είναι ελάχιστα παρούσα στις τελευταίες γενιές, με σημαντικές εξαιρέσεις, δυστυχώς σαφώς μειοψηφικές.

Άλλωστε, το σχολείο έχει πλέον γίνει τόπος διαρκούς κατήχησης σε όλες τις νέες βαρβαρότητες: οι ρευστές τουαλέτες —transgender— και οι carriere alias, ολοένα πιο παρούσες στα λύκεια και στα πανεπιστήμια, αποτελούν τέλεια έκφρασή της. Αντί να πολεμά αυτό που ο αμερικανικός καπιταλισμός της διασκέδασης, συμμαχώντας με τις νέες τεχνολογίες, διαχέει εμμονικά στις νεότερες γενιές και σε ολόκληρη την κοινωνία, το πολιτικοποιημένο και ιδεολογικοποιημένο σχολείο της φούξιας αριστεράς, η οποία το έχει καταλάβει καταχρηστικά και ολοκληρωτικά, ακολουθεί το ίδιο αντιχριστιανικό και αντιανθρώπινο ρεύμα, καταδικάζοντας τους μαθητές να γίνουν κομφορμιστικές και μηδενιστικές μαριονέτες του παγκόσμιου πλουτοκρατικού καθεστώτος.

Είναι ένα σχολείο που, αντί να διδάσκει να πηγαίνει κανείς κόντρα στο ρεύμα, προτρέπει και κατηχεί να ακολουθεί κανείς το ρεύμα· είναι ένα σχολείο που, αντί να προτείνει υψηλότερα πρότυπα για να ανυψώσει την ψυχή, συμβάλλει στο να τη σύρει προς τα κάτω· είναι ένα σχολείο που απο-εκπαιδεύει. Δεν υπάρχει σχολείο πιο ιδεολογικοποιημένο από το σημερινό σχολείο, φιλελευθεροειδές, συμπεριληπτικό, μετα-εξηκονταοκταριανό και φούξια-ουράνιο τόξο, ηγεμονευόμενο από ριζοσπάστες αριστεροειδείς, αλαζονικούς και δεσποτικούς, που δεν είναι πια ούτε καν κομμουνιστές.

Το σχολείο της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου, σε μεγάλο βαθμό gramsciano, ήταν ασφαλώς ηγεμονευόμενο από κομμουνιστές διδάσκοντες, αλλά ακόμη προετοίμαζε σοβαρά. Πριν από αυτό, το σχολείο της Εικοσαετίας, gentiliano, ήταν ασφαλώς ιδεολογικοποιημένο από τον φασισμό, αλλά προετοίμαζε σοβαρά. Ακόμη νωρίτερα, το σχολείο της μετα-ριζορτζιμενταλικής Ιταλίας ήταν ασφαλώς ηγεμονευόμενο, με δεσανκτιανό τρόπο, με μασονική και εθνικοφιλελεύθερη έννοια, αλλά προετοίμαζε σοβαρά. Το σημερινό δημόσιο σχολείο, το οποίο ως εκπαιδευτικός γνωρίζω από μέσα, είναι ποιοτικά ολοένα πιο υποβαθμισμένο, σε αιώνιο κυνήγι των πιο παρανοϊκών μόδων. Πιστεύει ότι αντισταθμίζει την απώλεια της ποιότητας με τη μαζική χρήση των νέων τεχνολογιών, οι οποίες έχουν τόση σχέση με την εκπαιδευτική ποιότητα όση τα λάχανα με το απογευματινό γλυκό.

Για να αναφέρω μόνο ένα πράγμα, ούτε το λαϊκιστικό σχολείο μετά το Risorgimento, ούτε το φασιστικό σχολείο, ούτε το gramsciano σχολείο θα έφταναν ποτέ στο σημείο να διδάσκουν ότι δεν υπάρχουν το αρσενικό και το θηλυκό, αλλά άπειρα φύλα, επιπλέον προάγοντας πλέον όλους ανεξαιρέτως μέχρι τα δεκατέσσερα χρόνια, μέσα σε εκείνη την τεράστια μαύρη τρύπα που έγινε το συμπεριληπτικό γυμνάσιο. Επομένως είναι δυστυχώς ρεαλιστικό να περιμένουμε ένα μέλλον στο οποίο ο κοινωνικός κομφορμισμός, η αποδοχή της ενιαίας σκέψης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της πολιτικής ορθότητας, θα είναι ακόμη πιο σιδερένια απ’ ό,τι είναι τώρα.

Θα χρειαζόταν ίσως μια δημιουργική μειονότητα, όπως ευχόταν ο διάσημος ιστορικός Arnold J. Toynbee; Για τον Toynbee ο πολιτισμός μπορεί να σωθεί από την πρόγνωση της παρακμής —που διατυπώθηκε στην Παρακμή της Δύσης από τον φιλόσοφο Oswald Spengler— μόνο από μια δημιουργική μειονότητα ικανή να απαντήσει στις «προκλήσεις» —στη γλώσσα του Toynbee— και να υπερβεί την παρακμή, ώστε να μην επαληθευθεί η spengleriana προφητεία, την οποία ο ίδιος ο Toynbee θεωρούσε πιθανή αλλά όχι αναπόφευκτη. Λοιπόν, αν υπήρχαν δημιουργικές μειονότητες, ασφαλώς δεν θα έβρισκαν χώρο στο σχολείο, στη δημοσιογραφία, στην πολιτική, στα πανεπιστήμια, στις εκδόσεις. Είναι ένα σύστημα εντελώς μπλοκαρισμένο: η popperiana ανοιχτή κοινωνία είναι κλειδωμένη διπλοκλειδωμένη. Ψεύτικοι αντιπολιτευόμενοι υπάρχουν πολλοί, δημιουργικές μειονότητες λίγες και χωρίς φωνή· οι μεγάλες δυνάμεις της σημερινής Δύσης είναι όλες παραταγμένες στο πλευρό του αντιχριστιανικού και αντιανθρώπινου μηδενισμού.

Ομοερωτική επανάσταση³


Όπως υπαινισσόμασταν, μια κοινωνία προηγμένου καπιταλισμού, μια εμπορευματική και αγορατιστική κοινωνία, όπως θα την ονόμαζε ο Tremonti, είναι εκείνο το αναγκαίο χούμους ώστε να μπορέσει να ριζώσει το φυτό —ας το ορίσουμε ελευθεριακό— της σεξουαλικής επανάστασης. Τα πρώτα της σύμβολα είναι η μίνι φούστα, το μπικίνι —που είχε ήδη φτάσει λίγα χρόνια νωρίτερα— αλλά και τα τζιν, τα μακριά μαλλιά και για τα αγόρια, καινοτομίες που τις ξαναβρίσκουμε καλά παρατηρώντας ορισμένες ταινίες, ορισμένα ντοκιμαντέρ. Ανάμεσα στις προσωπικές μου αναμνήσεις ως παιδιού, στη δεκαετία του 1970, υπάρχουν οι μαλλιάδες στα τραμ του Μιλάνου, ίσως με το πουκάμισο ξεκούμπωτο μέχρι τον αφαλό, και τα κορίτσια με παντελόνια καμπάνα ή τις πρώτες μίνι φούστες, ή ακόμη γραφικές ανατολίζουσες ενδυμασίες. Η σεξουαλική επανάσταση έχει διάφορες συνιστώσες, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο φεμινισμός του δεύτερου κύματος, δηλαδή το φεμινιστικό κίνημα, ταυτόχρονα ατομικιστικό και εξισωτικό.

Η σεξουαλική παρόρμηση πρέπει να απελευθερωθεί, λένε οι θεωρητικοί και πρακτικοί πανσεξουαλιστές. Οι θεωρητικοί πανσεξουαλιστές, τόσο εκείνοι της μαρξιστικής σχολής —οι οποίοι όμως διαστρέβλωναν την αρχική, ταξική προοπτική του μαρξισμού— όσο και εκείνοι του φιλελεύθερου χώρου, γενικά του αριστερού φιλελευθερισμού, αντλούσαν πάντοτε όλοι από τον Freud, από τον φροϋδισμό, άρα από την ψυχανάλυση, από την ψυχαναλυτική επανάσταση. Στη σκέψη του Sigmund Freud (1856-1939) και στον φροϋδισμό υπάρχει αναμφισβήτητα το πρωτείο της λίμπιντο. Εκείνος συλλαμβάνει το ανθρώπινο ον ως ένα ατομοποιημένο άτομο που κυριαρχείται από το ασυνείδητο, ποτέ από το συνειδητό της ορθολογικής διάστασης. Υποβαθμίζει έντονα τόσο την ορθολογική διάσταση του υποκειμένου όσο και την κοινωνική, κοινοτική του διάσταση. Το κύριο περιεχόμενο αυτού του ασυνειδήτου για τον Freud —αν και σε αυτό δεν συμφωνούν όλοι οι ψυχαναλυτές— είναι αναμφίβολα η σεξουαλική παρόρμηση, η θεμελιώδης παρόρμηση που εκφράζεται ως Εκείνο. Επομένως, στην πραγματικότητα, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στον άνθρωπο, για τον Freud και τους αυστηρά ορθόδοξους μαθητές του, είναι ο εγωιστικός ενστικτισμός. Για τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης, ο άνθρωπος στην πραγματικότητα κυριαρχείται από τα ένστικτά του, ακόμη κι αν μπορεί ακόμη να τα μετουσιώσει.

Στον Freud δεν υπάρχει ακόμη η ιδέα ότι το σεξουαλικό ένστικτο πρέπει οπωσδήποτε να απελευθερωθεί από κάθε δεσμό· αντιθέτως, θεωρεί ότι πρέπει με κάποιον τρόπο να συγκρατείται, να διοχετεύεται και να προσανατολίζεται προς άλλους στόχους. Άλλοι μαθητές του, όπως ο Wilhelm Reich (1897-1957), επανέλαβαν την ιδέα της λίμπιντο, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη της πλήρους απελευθέρωσής της. Ο Herbert Marcuse (1898-1979), ο οποίος δεν ήταν ψυχαναλυτής όπως ο Freud και ο Reich, αλλά φιλόσοφος της Σχολής της Φρανκφούρτης, κατέληξε, όπως ο Reich —αν και με πολύ ανώτερη θεωρητική εκλέπτυνση— στην πρόθεση να συμφιλιώσει τον μαρξισμό, σε μορφή κάθε άλλο παρά ορθόδοξη, με τον φροϋδισμό. Και ο Marcuse υποστήριξε ότι η απελευθέρωση της λίμπιντο θα μας έδινε μια καλύτερη κοινωνία, συμφιλιωμένη και επιτέλους δίκαιη. Ο homo eroticus, που κάποτε θεωρούνταν έρμαιο του εγώ και της επιθυμίας, εξιδανικεύεται λοιπόν, σε αυτούς τους θεωρητικούς, ως σημαιοφόρος της δικής του απελευθέρωσης και της απελευθέρωσης των άλλων.

Είναι υποβλητικό να διαπιστώσει κανείς ότι και ο πανσεξουαλισμός, η πανσεξουαλιστική αντίληψη της ζωής, είναι, όπως και η οικονομικιστική, στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της νεότερης εβραϊκής σκέψης, που ενώνει τον Freud, τον Reich και τον Marcuse. Πράγματι, βρίσκουμε πολύ σημαντικούς εκπροσώπους της εβραϊκής σκέψης και στα δύο άκρα της οικονομικιστικής αντίληψης του κόσμου και της ζωής: τόσο στον μαρξιστικό κολεκτιβισμό όσο και στον υπερφιλελευθερισμό, δηλαδή στη Σχολή του Σικάγου και, ακόμη νωρίτερα, στην αυστριακή σχολή. Το πιο ακραίο παράδειγμα είναι μια συγγραφέας όπως η Ayn Rand (1905-1982, ήδη αναφερθείσα στην αρχή του τόμου), Εβραία από την Ανατολή εγκατεστημένη στην Αμερική, της οποίας οι πεποιθήσεις φανερώνουν έναν ατομικισμό και έναν οικονομικισμό τόσο ακραίους, ώστε να είναι σχεδόν γελοιογραφικοί. Η εβραϊκή σκέψη των τελευταίων αιώνων είχε πάντοτε μια πολύ ισχυρή οικονομικιστική συνιστώσα· αλλά και ο πανσεξουαλισμός στην αρχή του επεξεργάστηκε από Εβραίους μελετητές: Freud, Reich, Marcuse, εν μέρει Adorno, είναι τα σημαντικότερα ονόματα. Προφανώς, ανάμεσα στους προφήτες του πανσεξουαλισμού υπήρξαν και πρόσωπα ξένα προς τον εβραϊσμό, όπως οι σουρεαλιστές ή ο Georges Bataille (1897-1962), ο σκοτεινός Γάλλος φιλοσοφικός σατανιστής.

Σε κάθε περίπτωση, η σεξουαλική επανάσταση δεν υπήρξε μια απλή θεωρητική επεξεργασία, αλλά μια πρακτική επανάσταση των ηθών που άλλαξε τα πάντα στον δυτικό κόσμο, και μάλιστα κυρίως μέσω της προπαγάνδας των mass media, της κινηματογραφικής παραγωγής, της μουσικής. Η γνωστή έκθεση του σεξολόγου και αποκρυφιστή Alfred Kinsey (1894-1956), της δεκαετίας του ’50, χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Rockefeller. Για πρώτη φορά ένας αναγνωρισμένος μελετητής όπως ο Kinsey —ο οποίος, σύμφωνα με τους βιογράφους, ασκούσε αποκρυφισμό και θεληματική σεξουαλική μαγεία— προσπάθησε να νομιμοποιήσει ως κανονικές τις σεξουαλικές αποκλίσεις.

Πέρα από την προπαγάνδα και την ψευδή συνείδηση των πρωταγωνιστών της, η σεξουαλική επανάσταση δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ενισχύσει τον καπιταλισμό. Το διακηρυγμένο πρωτείο του ενστίκτου επί του λόγου αποδείχθηκε πρωτείο του ενστίκτου επί του λόγου που διαλογίζεται, επί της ικανότητας του ανθρώπου, πλέον αποχριστιανοποιημένου, να κατανοεί μέσω του λόγου και επομένως και να θέτει στον εαυτό του ηθικά όρια — αλλά όχι επί του υπολογιστικού λόγου του καπιταλισμού.

Δεν ξεπέρασε καθόλου τον υπολογιστικό λόγο, τον ωφελιμισμό, μια καθαρά εργαλειακή ορθολογικότητα, αλλά αντιθέτως την ενίσχυσε. Ο καπιταλισμός ενδυναμώθηκε και μπόρεσε να επεκταθεί, χάρη στη σεξουαλική επανάσταση, σε πεδία —ας σκεφτούμε την πορνογραφία— στα οποία μέχρι τότε δεν μπορούσε να εισέλθει, επειδή υπήρχαν ακόμη ηθικοί κανόνες, υπήρχαν ακόμη ταμπού που δεν είχαν καταρριφθεί. Η κατάρριψη εκείνων των ταμπού έκανε τον καπιταλισμό πολύ ισχυρότερο, αποικίζοντας ακόμη και την οικεία ζωή των ανθρώπων.

Επιπλέον, κατά το παράδειγμα των Rockefeller, ολοένα περισσότεροι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου άρχισαν να χρηματοδοτούν τις αμερικανικές κλινικές όπου πραγματοποιούνται αμβλώσεις —τα μεγάλα αμβλωτήρια της Planned Parenthood— και στη συνέχεια και τις άλλες υποθέσεις του homo eroticus, συμπεριλαμβανομένου του ομοφυλοφιλισμού, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή αγορά της υποβοηθούμενης γονιμοποίησης και της ενοικίασης μήτρας. Ο homo oeconomicus και ο homo eroticus, άρρωστοι από εγωισμό και υλισμό, είναι απολύτως συμπληρωματικοί και αντιτίθενται ριζικά, και οι δύο, στον homo religiosus γενικά και στον χριστιανό ειδικότερα.

Το Εξήντα Οκτώ υπήρξε επομένως κάθε άλλο παρά η ανατροπή του καπιταλισμού· υπήρξε η ενίσχυσή του, επειδή του επέτρεψε να προχωρήσει ακόμη ταχύτερα και να καταλάβει χώρους, κυρίως εκείνους που συνδέονται με την αναπαραγωγή, τη σεξουαλικότητα, τη ζωή, την οικειότητα, τους οποίους μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μπορέσει να καταλάβει. Ο αγώνας των Φρανκφουρτιανών εναντίον του «αστικού» και υπολογιστικού λόγου, που κλείνει τον άνθρωπο στην κυριαρχία του κεφαλαίου, απέτυχε οικτρά. Ο μόνος τύπος λόγου που πράγματι ο ενστικτισμός υπέταξε στην κυριαρχία του είναι ο λόγος ως συνείδηση, δηλαδή η ικανότητα να μπορεί κανείς να διακρίνει το καλό από το κακό, ήδη έντονα εξασθενημένη από την παρακμή της θρησκευτικής πρακτικής. Η σεξουαλική επανάσταση όξυνε ακόμη περισσότερο την εκκοσμίκευση και την αποχριστιανοποίηση που ήδη προχωρούσαν από καιρό στον καπιταλιστικό πολιτισμό, βασισμένο στο έχειν. Δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την προηγούμενη εκκοσμίκευση, αλλά η σεξουαλική επανάσταση την έκανε ακόμη περισσότερο να εκραγεί, απομακρύνοντας ακόμη πιο πολύ τον δυτικό άνθρωπο από το αληθινό ιερό και από την αυθεντική υπέρβαση.

Στην Ιταλία, το Ριζοσπαστικό Κόμμα του Marco Pannella (1930-2016) υποστήριζε εκείνα τα χρόνια, με εξαιρετική διαύγεια, τη συγγένεια ανάμεσα στην οικογενειακή και σεξουαλική υπονόμευση και τον καπιταλισμό. Ο Pannella δεν υπήρξε ποτέ αντικαπιταλιστής, αλλά, αντιθέτως, μεγάλος υποστηρικτής του καπιταλισμού, του αμερικανισμού και του δυτικισμού: υποστήριζε εξαρχής την τέλεια συμπληρωματικότητα ανάμεσα στο καπιταλιστικό, αμερικανιστικό μοντέλο —«είμαι φιλελεύθερος, φιλελευθεριστής, ελευθεριάζων και ελευθεριακός», θα έλεγε— και τη σεξουαλική επανάσταση. Ο Pannella, από αυτή την άποψη, αποδείχθηκε πολύ πιο διαυγής από το πλήθος των εξημμένων της άκρας αριστεράς που εξυμνούσαν «σεξ, ναρκωτικά και rock and roll» για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό, τον κακό του αχαλίνωτου κέρδους, ακριβώς τον ίδιο που παρήγε τον μόνο δυνατό κοινωνικό ορίζοντα μέσα στον οποίο το σεξ, τα ναρκωτικά και το rock and roll μπορούν να βρουν χώρο!

Η rock μουσική, στην οποία αναφερθήκαμε, έπαιξε θεμελιώδη ρόλο, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, στην αλλαγή της νοοτροπίας των νέων. Προφανώς η rock μουσική είναι καπιταλιστική μουσική, είναι καθαρός αγορατισμός: υπάρχει πράγματι μια ολόκληρη οργανωμένη βιομηχανία πίσω από τη rock μουσική, όπως υπάρχει σήμερα σε σχέση με τον θόρυβο της rap και της trap. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε, κατά μία έννοια, ότι η rock αντιπροσώπευσε το πέρασμα από το απλό εμπορευματικό σύστημα στο νεοδιονυσιακό οργιαστικό-εμπορευματικό σύστημα. Το να υποστηρίζει κανείς ότι οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Led Zeppelin ή ο David Bowie ήθελαν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό είναι απλώς γελοίο, ακόμη κι αν ο παραισθητικός και μη αυθεντικός John Lennon (1940-1980) ονειρευόταν έναν κόσμο χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία. Του κόσμου του έχειν ήταν και ο ίδιος πρωταρχική έκφραση, ως δισεκατομμυριούχο προϊόν εργαστηρίου της μουσικής βιομηχανίας.

Πάνω στη σεξουαλική επανάσταση υπάρχουν επίσης εκτεταμένες σκιές εσωτερικής-αποκρυφιστικής επιρροής. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πώς πολλοί εκπρόσωποι του κόσμου της rock και έπειτα και της pop, φορείς ενός είδους παρορμητικού φυλετισμού, τόσο στους ρυθμούς όσο και στις συμπεριφορές, εξύμνησαν ένα πρόσωπο όπως ο Aleister Crowley (1875-1947), ο Άγγλος μαύρος μάγος, ανοιχτά λουσιφερικός, ο οποίος ήδη στις δεκαετίες του ’30 και του ’40 υποστήριζε την ανάγκη εξύμνησης της σοδομίας και καταστροφής της οικογένειας. Ένα πρόσωπο όπως ο Timothy Leary, που υπήρξε ο μεγάλος προφήτης του LSD αλλά και του ελεύθερου σεξ, ήταν αποκρυφιστής και υποστηρικτής της μαγείας του Χάους. Ένας τύπος μαγείας που πίσω από τη λέξη Χάος υπονοεί, ούτε καν πολύ συγκαλυμμένα, δαιμονικές καταγωγές.

Η πρώτη φάση της σεξουαλικής επανάστασης ήταν ακόμη σχεδόν εντελώς ετεροφυλόφιλη, όχι σοδομιτική, δηλαδή χαρακτηριζόταν από την απελευθέρωση του έρωτα στο πλαίσιο μιας σεξουαλικότητας ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα, έστω κι αν ήταν όσο το δυνατόν περισσότερο αποσυνδεδεμένη από την τεκνογονία. Βεβαίως, ήδη στη δεύτερη μεταπολεμική περίοδο αρχίζει να σχηματίζεται το gay κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους του, στην Καλιφόρνια, όχι τυχαία, ήταν ακριβώς ένας άλλος αποκρυφιστής, ο Harry Hay (1912-2002), και αυτός μαθητής του Aleister Crowley. Κάτι κινείται και στην Ιταλία από τις αρχές της δεκαετίας του Εβδομήντα. Το 1971 γεννιέται το FUORI, μια οργάνωση ομοφυλοφίλων κυρίως Εβραίων, Τορινέζων και Μιλανέζων, αλλά στην Ιταλία είναι ακόμη κάτι πολύ περιθωριακό, χωρίς χώρο στα mass media, μολονότι μπορεί σχεδόν αμέσως να απολαύσει τη στήριξη του Ριζοσπαστικού Κόμματος του Pannella. Αντιθέτως, εκείνες που αναδύονται είναι οι φεμινίστριες. Και στην αρχή γίνεται λόγος κυρίως για προγαμιαίες σχέσεις, που σήμερα έχουν γίνει μια κοινότατη συνήθεια, αλλά ακόμη στις δεκαετίες του Εξήντα και του Εβδομήντα αντιμετωπίζονταν αρνητικά σχεδόν από όλους τους γονείς, ενώ η παλλακεία —που ακόμη δεν είχε υποβιβαστεί σε απλή συμβίωση— ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο και απαράδεκτο για τις περισσότερες οικογένειες. Μαζί με την ελευθερία των σεξουαλικών σχέσεων ανάμεσα σε αρραβωνιασμένους, η επανάσταση περιστρέφεται γύρω από την ελευθερία να μπορεί κανείς να αλλάζει συχνά περιστασιακό σύντροφο, αρραβωνιαστικό ή ακόμη και σύζυγο.

Ακόμη και στις σεξουαλικές hippie κοινότητες των δεκαετιών του Εξήντα και του Εβδομήντα —που διαδόθηκαν και στην Ιταλία—, όπου υπήρχε ένα είδος μη σταθερής, ελεύθερης, ρευστής πολυγαμίας, ασκούνταν σχεδόν πάντοτε, αν και όχι πάντα, σεξουαλικότητα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Αν συνέβαιναν σοδομιτικές πράξεις ανάμεσα σε γυναίκες και ανάμεσα σε άνδρες, δεν διαφημίζονταν ούτε διεκδικούνταν. Η σεξουαλική επανάσταση βεβαίως επιβεβαίωνε την αταξία και το πρωτείο του ενστίκτου, αλλά σεβόταν ακόμη το όριο της αρσενικής-θηλυκής πολικότητας και της συμπληρωματικότητάς τους, έστω και με ελευθεριάζοντα τρόπο και αποσυνδεδεμένο από την τεκνογονία. Επομένως ήταν η απελευθέρωση του καθαρά παιγνιώδους σεξ, με διάδοση των αντισυλληπτικών χαπιών, της άμβλωσης —χωρίς την άμβλωση δεν θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει πλήρης σεξουαλική ελευθερία— και μιας οργιαστικής αντίληψης, με το πρωτείο του έρωτα νοούμενου ως ενστίκτου πάνω στις άλλες πλευρές της ανθρώπινης διάστασης, με την ακραία ελευθερία, νοούμενη ατομικιστικά, να διεκδικεί τον χώρο της και στην οικεία σφαίρα.

Υπήρχε όμως ακόμη ένα όριο, όσο εξαιρετικά μικρό κι αν ήταν, στην ενστικτιστική εξαπόλυση: εκείνο του αρσενικού-θηλυκού. Για την ομοφυλοφιλία, στον δημόσιο λόγο, υπήρχαν σπανιότατα ίχνη. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με τη διαγραφή της ομοφυλοφιλίας από τον επίσημο κατάλογο των σεξουαλικών διαστροφών από την Ένωση Ψυχιάτρων (1974), πολλά άρχιζαν να κινούνται, αλλά ο ομοφυλοφιλισμός φαινόταν ακόμη ένα μέτωπο δευτερεύουσας σημασίας για τους σκοπούς της κοινωνικής υπονόμευσης. Ακόμη και όταν ο ΠΟΥ αφαίρεσε την ομοφυλοφιλία από τις ψυχικές νόσους (1990), στη χώρα μας έγινε λίγος λόγος. Όλη αυτή η σχετική σιωπή συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’90 και στην Ιταλία πιθανότατα μέχρι το Ιωβηλαίο του 2000, όταν πραγματοποιήθηκε το πρώτο μεγάλο ιταλικό Gay Pride.

Βεβαίως η ιταλική αριστερά είχε ήδη υιοθετήσει, αν και πιο διστακτικά απ’ ό,τι αλλού, την gay υπόθεση από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του Ενενήντα, αλλά μέχρι το Gay Pride του 2000, στη χώρα μας το ομοερωτικό ζήτημα δεν είχε ακόμη εκραγεί. Γινόταν λόγος γι’ αυτό σπάνια και ως ζήτημα που αφορούσε μια ελάχιστη κοινωνική μειονότητα. Η αριστερά και το μεγάλο κεφάλαιο δεν είχαν ακόμη στοχεύσει εμμονικά στα Σόδομα ως πρωταρχικό εργαλείο οικογενειακής διάλυσης και κοινωνικής μηχανικής.

Πιθανότατα η σεξουαλική επανάσταση θα είχε γίνει και ομοφυλοφιλική λίγο νωρίτερα, αν δεν υπήρχε το AIDS, η επιδημία που εξαπλώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αφρική. Υπάρχουν μελετητές που θεωρούν —αλλά έτσι θα μπαίναμε στην επιστημονική συζήτηση μεταξύ βιολόγων και γιατρών, η οποία δεν μας αφορά— ότι τα δύο στελέχη, το αφρικανικό και το καλιφορνέζικο και έπειτα αμερικανικό, ήταν εντελώς διαφορετικά και δεν είχαν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Στην Αμερική και έπειτα στην Ευρώπη, το AIDS εξαπλώθηκε ξεκινώντας από τη μεγάλη εστία των σάουνων του San Francisco, όπου ακριβώς διάφοροι ομοφυλόφιλοι ασκούσαν οργιαστικές μορφές σοδομίας. Ανάμεσά τους υπήρχε και ο διάσημος Γάλλος σχετικιστής φιλόσοφος Michel Foucault (1926-1984), συστηματικός χρήστης LSD. Πράγματι, ο Foucault, ανάμεσα σε ταξίδια στο San Francisco, αρρώστησε από AIDS και υπήρξε από τους πρώτους επιφανείς νεκρούς εξαιτίας του ιού, όπως και ο ακόμη διασημότερος Rock Hudson, ηθοποιός του Hollywood.

Σε δεύτερο χρόνο το AIDS έπληξε και όσους δεν διατηρούσαν σχέσεις με πρόσωπα του ίδιου φύλου. Αυτό συνέβη και μέσω των τοξικομανών γυναικών, οι οποίες εκδίδονταν για να αγοράσουν ναρκωτικά και οι οποίες, με την κοινή χρήση συριγγών, μολύνονταν με τον ιό πριν τον μεταδώσουν στους πελάτες. Έπειτα, και μέσω των μεταγγίσεων, το AIDS είχε πλήξει πολλούς κοινούς ανθρώπους, καταλήγοντας τελικά να γίνει φόβητρο για όλους. Ο μαζικός τρόμος που προέκυψε πιθανότατα επιβράδυνε, τουλάχιστον για μια δεκαετία, τη μιντιακή και πολιτική μάχη της Υπονόμευσης για τις διεκδικήσεις του σοδομιτικού κόσμου.

Κατά βάθος, το λογικό πέρασμα από την πρώτη φάση της σεξουαλικής επανάστασης στη δεύτερη φάση —την ομοερωτική— είναι το εξής: αν υπάρχει πλέον απόλυτη σεξουαλική ελευθερία, αν ο καθένας μπορεί να κάνει σεξ με όποιον θέλει, αν όλα όσα συνιστούν όριο από ηθική άποψη, όσα προσπαθούν να διοχετεύσουν τη σεξουαλικότητα στον γάμο, στην οικογένεια, στην αναπαραγωγή, πρέπει τελικά να καταρρεύσουν στο όνομα του πρωτείου της ελευθερίας και του ενστικτισμού, τότε γιατί το ίδιο πράγμα δεν θα έπρεπε να ισχύει και για τους ομοφυλόφιλους; Αν θεωρείται δίκαιο και αυτονόητο ότι το σεξ δεν πρέπει πλέον να διοχετεύεται στην αναπαραγωγή και στην οικογένεια, τι κακό υπάρχει στο ομοφυλοφιλικό σεξ; Αν η εντολή είναι να διαχωριστεί το σεξ από την αναπαραγωγή, γιατί να περιοριστεί κανείς στην κανονικοποίηση των ελεύθερων σχέσεων ανάμεσα σε άνδρα και γυναίκα;

Η φυσική συνέπεια ήταν μια τεράστια μιντιακή εκστρατεία, που διαρκεί μέχρι σήμερα, για την κανονικοποίηση της ομοφυλοφιλικής συνουσίας, για την αλλαγή της εθνικής νομοθεσίας, παραχωρώντας πρώτα σύμφωνα συμβίωσης, έπειτα ψευδογάμους, έπειτα υιοθεσίες παιδιών, έπειτα νόμους κατά της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας και ούτω καθεξής. Ακόμη πιο καθαρά απ’ ό,τι συνέβαινε με τη σεξουαλική επανάσταση, η ομοφυλοφιλική επανάσταση εμφανίζεται ως θελημένη από την ελίτ, πρωτίστως από τις πλουτοκρατικές ελίτ, οι οποίες στον δυτικό κόσμο και κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κρατούν στα χέρια τους όλα τα media.

Άλλωστε, ήδη στον φεμινισμό των δεκαετιών του ’60 και του ’70, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γαλλία, αν αναλύσουμε το έργο ορισμένων από τις πιο διάσημες φεμινίστριες, βρίσκουμε όχι μόνο διατυπώσεις αποδοχής της ομοφυλοφιλίας, αλλά ακόμη και τον σαφή σκοπό της καταστροφής της ίδιας της έννοιας του φύλου —queer και gender studies. Μιλούσαν ελάχιστα γι’ αυτό, κι όμως αν ξαναπιάσουμε τα κείμενα των λεσβιών φεμινιστριών στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 βρίσκουμε ήδη όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμη και τη θεωρητικοποίηση του σεξ με παιδιά και της αιμομιξίας.

Χρειάζεται κάποια μικρή παράθεση; Ιδού: «Η εγκυμοσύνη είναι βαρβαρότητα» —Shulamith Firestone, Καναδή ακτιβίστρια, στο The Dialectic of Sex, 1970. «Αν υπάρχει μια λογική που υπόκειται στον φεμινισμό, αυτή συνίσταται στην πραγματοποίηση μιας κοινωνίας χωρίς φύλα» —Ti-Grace Atkinson, Αμερικανίδα φιλόσοφος και πανεπιστημιακή διδάσκουσα, στο Amazon Odyssey, 1974. «Φύλο και φυλή. Κοινωνικές κατασκευές δημιουργημένες με τον ίδιο τρόπο. Με και για την κυριαρχία» —Christine Delphy, Γαλλίδα πανεπιστημιακή κοινωνιολόγος, αρχικά στο Partisans, 1970, με ψευδώνυμο, έπειτα στο L’ennemi principal, 1998. «Η πλήρης καταστροφή του γάμου και της πυρηνικής οικογένειας είναι ο ουτοπικός επαναστατικός σκοπός του φεμινισμού» —Kate Millett, Αμερικανίδα συγγραφέας, στο Sexual Politics, 1970.

«Δεν είναι πλέον δυνατό να συνεχίσουμε να είμαστε γυναίκες ή άνδρες... Η καταπίεση είναι εκείνη που δημιουργεί το φύλο... Η κατηγορία του φύλου είναι μια πολιτική κατηγορία που θεμελιώνει την κοινωνία ως ετεροφυλοφιλική... πρόκειται να καταστραφεί το φύλο για να αποκτήσουμε το καθεστώς του καθολικού ανθρώπου» —Monique Wittig, Γαλλίδα πανεπιστημιακή διδάσκουσα, στο The Category of Sex, 1976. «Η σεξουαλική διαφορά δεν είναι ουσιώδης διαφορά» —Judith Butler, Αμερικανίδα φιλόσοφος, στο Gender Trouble, 1990. «Η πρώιμη σεξουαλική καταπίεση είναι ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου παράγονται οι χαρακτηρολογικές δομές που στηρίζουν τον πολιτικό εγωισμό... Το τέλος του ταμπού της αιμομιξίας θα μπορούσε να έχει βαθιά αποτελέσματα, μέσω της κατάργησης της οικογένειας. Ο προτεινόμενος δρόμος είναι εκείνος των στενών σχέσεων ανάμεσα σε ενηλίκους και ανηλίκους, συμπεριλαμβανομένων γονέων και παιδιών» —Shulamith Firestone, στο The Dialectic of Sex, 1970.

«Αν και για χρόνια υπέκυπτα στην κοινωνική αποδοκιμασία εναντίον της λεσβιακής και παιδικής σεξουαλικότητας, και ντρεπόμουν επειδή είχα αυτές τις εμπειρίες, κατανόησα την ανάγκη να τις επιβεβαιώσω» —Elizabeth Kelly, Αμερικανίδα πανεπιστημιακή διδάσκουσα, στο On Woman/Girl Love, or Lesbians Do “Do It”, 1979. «Ανάμεσα στα ουσιώδη δικαιώματα [των παιδιών] θα συμπεριληφθεί το να εκφράζονται σεξουαλικά, πιθανώς αρχικά μεταξύ τους, αλλά και με ενηλίκους» —Kate Millett, Αμερικανίδα συγγραφέας, σε συνέντευξη του 1980. «Υπάρχει η ιδέα ότι ο Αντίχριστος πρέπει να είναι το “κακό”. Και αν αυτό δεν ήταν καθόλου αληθινό;... Θα μπορούσε να είναι το κύμα συνείδησης, η πνευματική αφύπνιση που μπορεί να οδηγήσει πέρα από τη χριστολατρία... Το σύμβολο της Μεγάλης Θεάς —που στη συνέχεια περιορίστηκε σε μητέρα του Θεού— είναι το σύμβολο της σωτηρίας από την υποδούλωση σε δομές που εμποδίζουν την ανάπτυξη προς την πλήρη ανθρωπότητα» —Mary Daly, Ιρλανδή φιλόσοφος και πανεπιστημιακή διδάσκουσα σε αμερικανικό καθολικό πανεπιστήμιο, στο Beyond God the Father, 1985.

Εν ολίγοις: φεμινίστριες, λεσβίες και —σχεδόν όλες— πανεπιστημιακές διδάσκουσες. Κάποιες νεκρές, πολλές εν ζωή. Αυτές οι άθλιες, δυστυχώς, διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν τις νέες γενιές· τα βιβλία τους πωλούνται, παρουσιάζονται και υπάρχουν στα πανεπιστημιακά τμήματα. Και μας λένε, χωρίς προσχήματα, τι θέλουν: ακόμη και μια ανεστραμμένη πνευματικότητα. Γι’ αυτό δεν έχει ακόμη τελειώσει και πρέπει να φτάσει στο άκρο της παρέκκλισης: μετά το genderfluid, το queer, τον τρανσεξουαλισμό, θα έρθουν και η αιμομιξία και το σεξ με παιδιά, επειδή κατά βάθος πρόκειται για ένα πρόγραμμα που είχε ήδη γραφτεί τότε.

Ο Μαμωνάς, που ευαγγελικά δηλώνει τον υλικό πλούτο, και τα Σόδομα, που βιβλικά σημαίνουν σεξουαλικότητα παρά φύσιν, σήμερα εργάζονται μαζί. Διότι οι μεγάλοι οικονομικοί όμιλοι και οι μεγάλοι πλουτοκράτες —ονόματα που γνωρίζουν λίγο-πολύ όλοι: Soros, Gates, ο πρώην δήμαρχος της New York Bloomberg, Bezos, Buffett, Zuckerberg, τα ιδρύματα Ford και Rockefeller, οι επιχειρηματίες της Goldman Sachs, της BlackRock, της JP Morgan, οι εταιρείες της Silicon Valley— είναι όλοι υπέρ της ανθρωπολογικής Υπονόμευσης και της μεταναστευτικής εισβολής. Χωρίς τον Μαμωνά, τα Σόδομα θα είχαν λίγα όπλα να παίξουν. Είναι ο τεράστιος υπερκαπιταλιστικός πλούτος των κυρίων του χρήματος που όχι μόνο ευνοεί οικονομικά τα κινήματα LGBT, αλλά τα στηρίζει μιντιακά και πολιτικά, ελέγχοντας την πολιτική ατζέντα: κυρίως εκείνη της αριστεράς, αλλά όχι μόνο. Γνωρίζουμε ότι η αριστερά είναι πολύ πιο φανατικά συμπαγής στην υποστήριξη αυτής της Υπονόμευσης, αλλά διαπιστώνουμε επίσης ότι οι πολιτικοί «της δεξιάς» είναι ολοένα λιγότερο διατεθειμένοι να την αντιταχθούν.

Επομένως το πρόβλημα είναι πολύ απλό: ο Μαμωνάς δεν ενώθηκε μόνο με τα Σόδομα· ο Μαμωνάς ενώθηκε με όλα όσα είναι Υπονόμευση τις τελευταίες δεκαετίες, και δυστυχώς σε αυτό βρίσκεται η τεράστια δύναμη του κόσμου της Υπονόμευσης. Η ενιαία σκέψη, η κυρίαρχη ιδεολογία, διαδίδεται και επειδή έχει την υποστήριξη όλων των κύριων μέσων ενημέρωσης, έχει την υποστήριξη της ψυχαγωγίας, έχει την υποστήριξη των μεγάλων διεθνών οργανισμών. Άλλωστε, το ειδωλολατρικό τέρας του καπιταλισμού επέτρεψε σε λίγα πρόσωπα και σε λίγους οικονομικούς ομίλους να συσσωρεύσουν άπειρες ποσότητες χρήματος, πλούτου. Ένας ιδιώτης, όπως ο Bill Gates, είναι ο δεύτερος χρηματοδότης στον κόσμο, μετά την κυβέρνηση των ΗΠΑ, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, πάνω στον οποίο ασκεί, κατά συνέπεια, τεράστια επιρροή, τόσο σε εμβολιαστικά ζητήματα όσο και σε ζητήματα εξαιρετικά ευαίσθητα ηθικά, όπως η άμβλωση, η αντισύλληψη, η ομοφυλοφιλία. Ο Μαμωνάς και τα Σόδομα, ο Μαμωνάς και ο αμβλωτισμός, ο Μαμωνάς και η πορνογραφία, συγχωνεύθηκαν στο οργιαστικό-εμπορευματικό σύστημα του προηγμένου καπιταλισμού. Ένα εκφυλισμένο βασίλειο του χρήματος, που παράγει διάλυση και παραλήρημα παντοδυναμίας, και σπρώχνει τα άτομα και τις μάζες ολοένα πιο χαμηλά, εκεί όπου ο ουρανός κλείνει.

Για τον Augusto Del Noce (1910-1989), η πλούσια αστική τάξη είχε στην πραγματικότητα αποκτήσει, τουλάχιστον από τη δεκαετία του Εβδομήντα του 20ού αιώνα, μια ριζοσπαστική νοοτροπία, εννοώντας ως ριζοσπαστική τόσο τον ιστορικό αντικληρικαλισμό του δημοκρατικού προοδευτισμού όσο και τη συμπάθεια προς το Ριζοσπαστικό Κόμμα του Marco Pannella. Ήδη στη δεκαετία του Εβδομήντα ήταν για τον Del Noce φανερό ότι ο πλούτος, κυρίως νέας κοπής, δηλαδή η νέα αστική τάξη, είχε αρχίσει να τρέφει αυξανόμενη συμπάθεια για όλες τις ανοιχτά αντιχριστιανικές υποθέσεις στον χώρο της οικογένειας και της ζωής. Αν ο λόγος του Del Noce αφορούσε ως δεδομένο τη νεοαστική τάξη της Ιταλίας, πολύ περισσότερο η διεθνής πλουτοκρατία, το μεγάλο αγγλοσαξονικό —ή αγγλο-ταλμουδικό— κεφάλαιο, έκανε τη σεξουαλική και οικογενειακή υπονόμευση έναν από τους κύριους στόχους της γκροτέσκας φιλανθρωπίας του. Αυτό αποδεικνύει, όπως λέγαμε, την άπειρη ανοησία εκείνων των «αιρετικών» μαρξιστών που είχαν συζεύξει τον Marx με τον Freud, υποστηρίζοντας ότι η απελευθέρωση των ενστίκτων του homo eroticus θα νικούσε τον homo oeconomicus του καπιταλισμού: η απελευθέρωση των ενστίκτων δεν νίκησε καθόλου την ωφελιμιστική και κτητική νοοτροπία του καπιταλισμού, αλλά την ενίσχυσε στον ύψιστο βαθμό, υποβαθμίζοντάς την ακόμη περισσότερο.

Σε αυτό το cupio dissolvi της αμερικανοκεντρικής Δύσης, και τα παιδιά βρίσκονται φυσικά υπό επίθεση. Είναι η τεχνική του να χειραγωγούνται τα πλάσματα από την πιο τρυφερή ηλικία, για να διαμορφωθούν σύμφωνα με τα προστάγματα της κυρίαρχης ιδεολογίας· αλλά το να καταστρέφεις παιδιά, να τα υποβάλλεις σε πλύση εγκεφάλου μέχρι να γίνουν αυτό που δεν είναι, είναι παρέκκλιση. Το ότι ένα παιδί λίγων ετών, για παράδειγμα, μπορεί να αποφασίσει ότι «είναι τρανσεξουαλικό» είναι κάτι παράλογο: μπορεί να το κάνει μόνο υπό συνεχή ιδεολογική χειραγώγηση. Αυτή η σεξουαλικοποίηση των παιδιών, εγγενώς διεστραμμένη, είναι πράξη παραβίασης και ατίμωση που μερικές φορές μπορεί να ξεπεραστεί, αλλά το να εξαναγκάζεσαι να ντύνεσαι και να συμπεριφέρεσαι ως αγόρι αν είσαι κορίτσι, και ως κορίτσι αν είσαι αγόρι, για χρόνια και χρόνια, ή να εναλλάσσεις μια μέρα την εμφάνιση αγοριού και την άλλη την εμφάνιση κοριτσιού, πέρα από το ότι είναι τεράστια ψυχολογική βία, είναι κάτι που μπορεί να οδηγήσει ένα παιδί στην απόγνωση και στην τρέλα. Ο γιος της Naomi Watts, ο γιος της Megan Fox, ένα από τα παιδιά —υιοθετημένα— της Charlize Theron, η κόρη της Angelina Jolie, η κόρη της Jennifer Lopez και άλλων σταρ του Hollywood μεγάλωσαν με σεξουαλική ταυτότητα αντεστραμμένη σε σχέση με τη βιολογική της γέννησης. Η Theron υιοθέτησε δύο παιδιά και ντύνει σαν κοριτσάκι ακόμη και το αγόρι, επειδή αποφάσισε ότι κάθε αλλοπρόσαλλη παιδική ιδέα ή φευγαλέο καπρίτσιο πρέπει να ενισχύεται και να ενθαρρύνεται.

Όλα τα ελαττώματα που ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός ανήγαγε σε φετίχ, αρχίζοντας από την υπερηφάνεια, εμποδίζουν τον σημερινό άνθρωπο να εξέλθει από τη μαζική εγωλατρία του, να κατανοήσει τα σφάλματα που διέπραξε, να προσπαθήσει να αλλάξει δρόμο. Θα χρειαζόταν να γίνουμε μικροί, ταπεινοί, να αναγνωρίσουμε ότι η εκκοσμίκευση, δηλαδή η απώλεια των υπερβατικών αναφορών, είναι το πανάκριβο τίμημα που πληρώσαμε επειδή κυνηγήσαμε σπασμωδικά την υλική ευημερία και μια απατηλή χειραφέτηση.

Να κατανοήσουμε τα σφάλματα που διαπράξαμε, να περιορίσουμε το Εγώ αναγνωρίζοντας την περατότητά μας, να μετανοήσουμε και να προσπαθήσουμε να επανορθώσουμε, να επιστρέψουμε στα βήματά μας, θα ήταν και είναι η μόνη λύση. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα απ’ όλα να πολεμήσουμε την υπερηφάνεια, την απληστία, τη λαγνεία και τη ριζωμένη απατηλή πεποίθηση ότι αρκούμε στον εαυτό μας.

Το βασίλειο του χρήματος