Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ - Hans – Georg Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ - Hans – Georg Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2025

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) (1)

    27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

   Για την ερμηνευτική δεν γινόταν ποτέ λόγος πριν στον φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα θεμέλια των επιστημών του πνεύματος. Η ερμηνευτική ήταν μόνον ένας βοηθητικός κλάδος, μία τάξη κανόνων, η οποία είχε σαν αντικείμενο την πρακτική με τα κείμενα. Διαφοροποιείτο, πάντως, σύμφωνα με τον ειδικό τύπο των καθορισμένων κειμένων με τα οποία ασχολείτο, για παράδειγμα σαν Βιβλική ερμηνευτική. Και τέλος υπήρχε ένας άλλος τύπος βοηθητικού κλάδου, που ονομαζόταν ερμηνευτική, και ήταν η νομική ερμηνευτική. Περιείχε τούς κανόνες για να γεμίσει τα κενά στο κωδικοποιημένο δίκαιο και είχε επομένως κανονικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η κεντρική προβληματική τής φιλοσοφίας, κλεισμένη στο γεγονός των επιστημών του πνεύματος, την έβλεπε, σε αναλογία με τις επιστήμες της φύσης και την θεμελίωση τους, μέσω τής Καντιανής φιλοσοφίας, στην θεωρία τής γνώσεως. : Η κριτική του καθαρού λόγου του Κάντ είχε νομιμοποιήσει τα apriori στοιχεία της πειραματικής γνώσεως της επιστήμης της φύσεως. Έτσι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι όλα εξαρτώντο από την εύρεση, εκ του τρόπου γνώσεως των ιστορικών επιστημών,από μία αντίστοιχη θεωρητική νομιμοποίηση!Ο J. G. Droysen σχεδίασε στην δική του istorica μία μεθοδολογία των ιστορικών επιστημών η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία! Ο Wilhelm Dilthey, ο οποίος ανέπτυξε την πραγματική και αληθινή φιλοσοφία τής ιστορικής σχολής, ακολούθησε εξ ’αρχής με πλήρη πρόθεση, το χρέος μίας κριτικής της ιστορικής νοήσεως. Όμως ακόμη και η συνείδηση τής μεθόδου του ήταν γνωσιολογική. Αυτός όπως ήταν γνωστό έβλεπε σε μία ψυχολογία “περιγραφική και αναλυτική”, κεκαθαρμενη από κάθε ξένο στοιχείο προερχόμενο από τις επιστήμες της φύσεως, την γνωσιολογική βάση των λεγόμενων επιστημών του πνεύματος. O Dilthey όμως, στην ανάπτυξη της εργασίας του, ξεπέρασε την αρχική του γνωσιολογική τοποθέτηση και υπήρξε αυτός ο οποίος έφερε την φιλοσοφική ώρα τής ερμηνευτικής. Στ’ αλήθεια δεν εγκατέλειψε ποτέ την αρχική του γνωσιολογική βάση την οποία είχε ψάξει στην ψυχολογία. Ότι οι εμπειρίες της ζωής (Erlebnisse) χαρακτηρίζονται από την εσωτερική συνειδητοποίηση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ένα πρόβλημα της γνώσεως του άλλου, τού Μη-Εγώ, όπως είναι η Καντιανή προβληματική, η οποία παρέμεινε η βάση στην οποία προσπάθησε να υψώσει την κατασκευή τού ιστορικού κόσμου στις επιστήμες του πνεύματοςΑλλά ο ιστορικός κόσμος δεν είναι ένας δεσμός εμπειριών, όπως π.χ. στην αυτοβιογραφία η ιστορία η οποία ξεδιπλώνει για την εσωτερικότητα τής υποκειμενικότητος. Ο ιστορικός δεσμός στο τέλος πρέπει να γίνει κατανοητός σαν ένας δεσμός νοήματος, ο οποίος, εκ της ουσίας του, ξεπερνά τον ορίζοντα των εμπειριών του ατόμου! Είναι σαν ένα μεγάλο ξένο κείμενο, το οποίο πρέπει να βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση του η ερμηνευτική. Έτσι ο Dilthey, αναγκασμένος από το ίδιο το πράγμα, έψαχνε το πέρασμα από την ψυχολογία στην ερμηνευτική.

          Σ’αυτή την μεγάλη προσπάθεια ερμηνευτικής θεμελίωσης τών επιστημών τού πνεύματος, ο Dilthey βρισκόταν σε άμεση αντιπαράθεση με εκείνη την γνωσιολογική σχολή η οποία έψαχνε τότε μία θεμελίωση των επιστημών του πνεύματος από μία νεοκαντιανή οπτική γωνία, δηλαδή με την φιλοσοφία των αξιών την οποία ανέπτυξαν ο Rickert και ο Windelband. Το γνωσιολογικό υποκείμενο τού φαινόταν μία κενή αφαίρεση! Όσο και αν τον διέγειρε και αυτόν η έρευνα μίας αντικειμενικότητος στις επιστήμες του πνεύματος, δεν μπορούσε να υπερβεί το γεγονός ότι το υποκείμενο που γνωρίζει, ο ιστορικός που κατανοεί, δεν στέκεται απλώς απέναντι από το αντικείμενο που γνωρίζει, αλλά φέρεται από την ίδια ιστορική κίνηση! Στα τελευταία του χρόνια, ιδιαιτέρως ο Dilthey δικαίωσε περισσότερο την ιδεαλιστική φιλοσοφία τής ταυτότητος, καθότι μέσα στην ιδεαλιστική έννοια του πνεύματος είχε αναδυθεί η ίδια κοινωνία ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ανάμεσα σε Εγώ και Εσύ όπως την είχε σκεφτεί στην δική του έννοια της ζωής! Εκείνο που ο Georg Misch υπερασπίτηκε με τόση επιτυχία εναντίον του Χούσσερλ και εναντίον του Χάιντεγκερ, σαν τήν οπτική γωνία τής φιλοσοφίας τής ζωής, μοιραζόταν φυσικά με την φαινομενολογία τόσο την κριτική σε μία απλή ιστορική αντικειμενικότητα, όσο και εκείνη της γνωσιολογικής νομιμοποίησης εκ μέρους της φιλοσοφίας τών αξιών της νότιο-δυτικής σχολής! Η σύσταση τού ιστορικού γεγονότος μέσω τής σχέσεως με την αξία, όσο και αν είναι γοητευτική, δεν δικαιολογούσε το γεγονός ότι η γνώση ήταν πλεγμένη στο ιστορικό γεγονός.

          Εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο μνημειώδης κορμός που μάς άφησε ο Max Weber, ο οποίος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1921 με τον τίτλο οικονομία και κοινωνία, είχε υπολογισθεί από τον ίδιο σαν θεμέλιο μίας κοινωνιολογίας που περιλαμβάνει (κατανοεί). Τα μέρη τα οποία παρουσίαζαν μία εκτενέστατη επεξεργασία, αυτής της κοινωνιολογίας η οποία προετοιμάστηκε για ένα θεμέλιο της κοινωνικό-οικονομίας, αφορούν την κοινωνιολογία της θρησκείας, του δικαίου και της μουσικής, ενώ για παράδειγμα η κοινωνιολογία του κράτους αναπτύσσεται μόνον περιθωριακώς. Εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, το μέρος της εισαγωγής, του 1918-20, η οποία είχε σαν τίτλο της: Δόγμα των κοινωνικών κατηγοριών! Είναι ένας επιβλητικός εννοιολογικός κατάλογος, σε αποκλειστική ονοματολογική βάση, ο οποίος θεληματικά-διαφέροντας από το άρθρο στο “Logos” τού 1913-αποφεύγει την έννοια τής αξίας (και μ’αυτή την τελευταία γειτνίαση με τον Καντιανισμό του νότου). Ο Max Weber ονομάζει αυτή την κοινωνιολογία Verstehend (που κατανοεί και περιέχει) καθώς θέτει σαν αντικείμενο το νόημα τής κοινωνικής πράξης. Φυσικά το νόημα “υποκειμενικώς κατανοημένο” στο πλαίσιο τής ιστορικό-κοινωνικής ζωής δεν μπορεί να είναι μόνον εκείνο που εννοείται πραγματικώς από τα ξεχωριστά άτομα που δραστηριοποιούνταιΈτσι υπεισέρχεται σαν εννοιολογικό ενοποιό μεθοδολογικό-ερμηνευτικό υποκατάστατο, ο καθαρός τύπος εννοιολογικώς κατασκευασμένος (η ιδανικό-τυπική κατασκευή)! Πάνω σ’αυτή την βάση, την οποία ο Max Weber ονομάζει “ορθολογική”, βασίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα-ουδέτερο και “ελεύθερο από αξίες” σύμφωνα με την ιδέα του- ένα μνημειώδες οχυρό στο σύνορο της “αντικειμενικής” επιστήμης, το οποίο υπερασπίζεται την ιδιαίτερη ουδέτερη μεθοδική μονοσημαντότητα μέσω μίας συστηματικής κατατάξεως και στα μέρη που έχουν επεξεργαστεί περιεκτικά υπάρχει μία μεγαλειώδης συστηματική της ολότητος του κόσμου τής ιστορικής εμπειρίας! Η αυθεντική εμπλοκή στην προβληματική του ιστορικισμού αποφεύγεται εδώ μέσω της μεθοδικής αναγωγής!

          Η συνέχεια τής αναπτύξεως του ερμηνευτικού στοχασμού κυριαρχείται όμως από την προβληματική του ιστορικισμού και γι’αυτό εκκινεί από τον Dilthey, του οποίου η συλλογή των έργων του στους χρόνους τού είκοσι πολύ γρήγορα αποδυνάμωσε την επιρροή του Ernst Troeltsch.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

27. Ερμηνευτική και ιστορικισμός (1965) (2)

 Συνέχεια από: Τρίτη 29 Απριλίου 2025

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

          Η επανασύνδεση τού Dilthey στην Ρομαντική ερμηνευτική η οποία συνέπιπτε με την επανάκαμψη τής θεωρητικής φιλοσοφίας τού Χέγκελ στον αιώνα μας, κινητοποίησε μία πολλαπλή κριτική τού ιστορικού αντικειμενισμού (Graf Yorck, Heidegger, Betti κ.τ.λ.)

          Άφησε μάλιστα ίχνη και στην ιστορικό-φιλολογική έρευνα καθώς ρομαντικά θέματα, τα οποία είχαν σκεπαστεί από τον επιστημονικό θετικισμό του XIX αιώνος, βρήκαν την θέση τους και στο εσωτερικό τής επιστήμης. Ας σκεφτούμε το πρόβλημα τής αρχαίας μυθολογίας η οποία ανανεώθηκε στο πνεύμα τού Σέλλινγκ, από τον Walter Otto, τον Karl Kerenyi και άλλους! Ακόμη και ένας ερευνητής τόσο επίμονος, και εγκαταλελειμμένος τελείως στην μονομανία τών διαισθήσεων του, όπως ο J.J. Bachofen, οι ιδέες τού οποίου έδωσαν χώρο στις εναλλακτικές θρησκείες, προκάλεσε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον. Το 1925 εμφανίσθηκε με τον τίτλο “ο μύθος της Ανατολής και της Δύσης. Μία μεταφυσική τού αρχαίου κόσμου, μία συλλογή συστηματικά συνεταγμένη τών γραπτών τού Bachofen, με μία σημαντική εισαγωγή τού Alfred Baeumler.

          Ακόμη και όταν συμβουλευόμαστε την ιστορικό-επιστημονική συλλογή τής “Έρευνας τής ιστορίας τής μυθολογίας” τού de Vries, έχουμε εξίσου τήν εντύπωση τής ανανέωσης τού ενδιαφέροντος για την μυθολογία από την “κρίση τού ιστορικισμού”. Ο De Vries μάς δίνει μία υπέροχη θέαση σε έναν απέραντο ορίζοντα, με αποδείξεις κειμένων πολύ καλά επιλεγμένων, τα οποία καθιστούν προφανές το πρόβλημα τού μοντέρνου κόσμου, με τον αποκλεισμό της ιστορίας της θρησκείας και με μία σχεδόν δουλική υποταγή στην χρονολογία!

          Το παράδειγμα τής μυθολογίας είναι μόνον ένα από τα πολλά. Θα μπορούσαμε να δείξουμε στο συγκεκριμένο έργο τών επιστημών τού πνεύματος, πολλά σημεία με τα οποία απομακρύνονται από έναν απλό μεθοδολογισμό, στον οποίο αντιστοιχεί στον φιλοσοφικό στοχασμό, μία καθαρή κριτική τού αντικειμενισμού και τού ιστορικού θετικισμού. Ιδιαίτερης σπουδαιότητος υπήρξε αυτή η στροφή εκεί όπου στην επιστήμη ενώνονται απόψεις καταγωγικώς κανονιστικές. Αυτή είναι η περίπτωση τόσο τής μυθολογίας, όσο και τής νομικής. Ο θεολογικός διάλογος τών τελευταίων δεκαετιών ώθησε στην πρώτη γραμμή το πρόβλημα τής ερμηνευτικής, λόγω τής ανάγκης τής μεσολαβήσεως, με νέες θεολογικό-δογματικές εμπνεύσεις, την κληρονομιά τής ιστορικής θεολογίας. Η πρώτη επαναστατική επίθεση υπήρξε η ερμηνεία τής προς Ρωμαίους επιστολής τού Karl Barth (1919). Μία “κριτική” τής φιλελεύθερης θεολογίας, η οποία δεν είχε σαν αντικείμενο την καθαυτή ιστορία, όσο περισσότερο τον θεολογικό περιορισμό ο οποίος λάμβανε τα αποτελέσματά του σαν μία κατανόηση τής Γραφής. Πάντως η εξήγηση της επιστολής στους Ρωμαίους τού Barth, παρά την αντιπάθειά της προς τον μεθοδολογικό στοχασμό, είναι ένα είδος ερμηνευτικού μανιφέστου.

          Παρότι δεν μπορεί να εκτιμά αρκετά τον Rudolf Bultmann και την θέση του τής απομυθοποίησης τής Κ.Δ. δεν είναι όμως παρ’όλα αυτά το ενδιαφέρον για το πράγμα που τον χωρίζει από αυτόν. Είναι μάλλον, ο σύνδεσμος τής ιστορικό-κριτικής έρευνας με την θεολογική εξήγηση και το στήριγμα τού μεθοδικού αυτοστοχασμού στην φιλοσοφία τού Χάιντεγκερ εκείνο που εμποδίζει τον Barth να αναγνωρισθεί στον τρόπο ανάπτυξης τού Bultmann. Εν τώ μεταξύ κατέστη πραγματικά αναγκαίο να μην απορριφθεί απλώς η κληρονομιά τής φιλελεύθερης θεολογίας, αλλά να εμβαθύνει. Η σημερινή συζήτηση τού ερμηνευτικού προβλήματος-καθορίζεται από την ανάγκη τής αντιμετωπίσεως τής αναπόφευκτης θεολογικής προθέσεως και τής κριτικής ιστορίας. Οι μέν βρίσκουν τήν ιστορική προβληματική, σε σχέση μ’αυτή την κατάσταση, να χρειάζεται εκ νέου τήν υπεράσπισή της και οι άλλοι όπως φαίνεται στις εργασίες τού Ott, του Ebeling και του Fuchs, τοποθετούν λιγότερο σε πρώτο επίπεδο τον επιστημονικό χαρακτήρα της θεολογίας, όσο περισσότερο την ερμηνευτική της βοήθεια για την κατήχηση τού Ευαγγελίου!

          Όποιος κοσμικός θέλει να λάβει μέρος στην συζήτηση τού ερμηνευτικού προβλήματος, στο εσωτερικό τού δικαίου, δεν θα κατορθώσει να υπεισέλθει στη λεπτή δικαστική εργασία. Θα μπορέσει να παρατηρήσει στο σύνολο τον τρόπο με τον οποίο η νομική κρατιέται μακριά από τον λεγόμενο νομικό θετικισμό και θεωρεί σαν κεντρικό της θέμα τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμενοποίηση τού δικαίου αντιπροσωπεύει ένα νομικό πρόβλημα. Ένα συνολικό βλέμμα αυτού τού προβλήματος μάς δόθηκε από τον Karl Engisch (1953). Ότι αυτό το πρόβλημα έρχεται στην επιφάνεια λόγω αντιδράσεως στην ακρότητα τού νομικού θετικισμού είναι κατανοητό ακόμη και από την ιστορική οπτική, για παράδειγμα στην ιστορία τού ιδιωτικού δικαίου του Franz Wieacker ή στο Δόγμα τής μεθόδου τής Νομικής του Karl Larenz. Έτσι και στα τρία πεδία, στα οποία η ερμηνευτική παίζει έναν καθοριστικό ρόλο, στις ιστορικό-φιλολογικές επιστήμες, στην θεολογία και στην νομική, βλέπουμε πως η κριτική τού ιστορικού αντικειμενισμού, δηλαδή στον “θετικισμό”, έδωσε στο ερμηνευτικό πρόβλημα ένα νέο νόημα!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2024

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) (1)

  27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

   Για την ερμηνευτική δεν γινόταν ποτέ λόγος πριν στον φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα θεμέλια των επιστημών του πνεύματος. Η ερμηνευτική ήταν μόνον ένας βοηθητικός κλάδος, μία τάξη κανόνων, η οποία είχε σαν αντικείμενο την πρακτική με τα κείμενα. Διαφοροποιείτο, πάντως, σύμφωνα με τον ειδικό τύπο των καθορισμένων κειμένων με τα οποία ασχολείτο, για παράδειγμα σαν Βιβλική ερμηνευτική. Και τέλος υπήρχε ένας άλλος τύπος βοηθητικού κλάδου, που ονομαζόταν ερμηνευτική, και ήταν η νομική ερμηνευτική. Περιείχε τούς κανόνες για να γεμίσει τα κενά στο κωδικοποιημένο δίκαιο και είχε επομένως κανονικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η κεντρική προβληματική τής φιλοσοφίας, κλεισμένη στο γεγονός των επιστημών του πνεύματος, την έβλεπε, σε αναλογία με τις επιστήμες της φύσης και την θεμελίωση τους, μέσω τής Καντιανής φιλοσοφίας, στην θεωρία τής γνώσεως. : Η κριτική του καθαρού λόγου του Κάντ είχε νομιμοποιήσει τα apriori στοιχεία της πειραματικής γνώσεως της επιστήμης της φύσεως. Έτσι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι όλα εξαρτώντο από την εύρεση, εκ του τρόπου γνώσεως των ιστορικών επιστημών,από μία αντίστοιχη θεωρητική νομιμοποίηση!Ο J. G. Droysen σχεδίασε στην δική του istorica μία μεθοδολογία των ιστορικών επιστημών η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία! Ο Wilhelm Dilthey, ο οποίος ανέπτυξε την πραγματική και αληθινή φιλοσοφία τής ιστορικής σχολής, ακολούθησε εξ ’αρχής με πλήρη πρόθεση, το χρέος μίας κριτικής της ιστορικής νοήσεως. Όμως ακόμη και η συνείδηση τής μεθόδου του ήταν γνωσιολογική. Αυτός όπως ήταν γνωστό έβλεπε σε μία ψυχολογία “περιγραφική και αναλυτική”, κεκαθαρμενη από κάθε ξένο στοιχείο προερχόμενο από τις επιστήμες της φύσεως, την γνωσιολογική βάση των λεγόμενων επιστημών του πνεύματος. O Dilthey όμως, στην ανάπτυξη της εργασίας του, ξεπέρασε την αρχική του γνωσιολογική τοποθέτηση και υπήρξε αυτός ο οποίος έφερε την φιλοσοφική ώρα τής ερμηνευτικής. Στ’ αλήθεια δεν εγκατέλειψε ποτέ την αρχική του γνωσιολογική βάση την οποία είχε ψάξει στην ψυχολογία. Ότι οι εμπειρίες της ζωής (Erlebnisse) χαρακτηρίζονται από την εσωτερική συνειδητοποίηση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ένα πρόβλημα της γνώσεως του άλλου, τού Μη-Εγώ, όπως είναι η Καντιανή προβληματική, η οποία παρέμεινε η βάση στην οποία προσπάθησε να υψώσει την κατασκευή τού ιστορικού κόσμου στις επιστήμες του πνεύματοςΑλλά ο ιστορικός κόσμος δεν είναι ένας δεσμός εμπειριών, όπως π.χ. στην αυτοβιογραφία η ιστορία η οποία ξεδιπλώνει για την εσωτερικότητα τής υποκειμενικότητος. Ο ιστορικός δεσμός στο τέλος πρέπει να γίνει κατανοητός σαν ένας δεσμός νοήματος, ο οποίος, εκ της ουσίας του, ξεπερνά τον ορίζοντα των εμπειριών του ατόμου! Είναι σαν ένα μεγάλο ξένο κείμενο, το οποίο πρέπει να βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση του η ερμηνευτική. Έτσι ο Dilthey, αναγκασμένος από το ίδιο το πράγμα, έψαχνε το πέρασμα από την ψυχολογία στην ερμηνευτική.

          Σ’αυτή την μεγάλη προσπάθεια ερμηνευτικής θεμελίωσης τών επιστημών τού πνεύματος, ο Dilthey βρισκόταν σε άμεση αντιπαράθεση με εκείνη την γνωσιολογική σχολή η οποία έψαχνε τότε μία θεμελίωση των επιστημών του πνεύματος από μία νεοκαντιανή οπτική γωνία, δηλαδή με την φιλοσοφία των αξιών την οποία ανέπτυξαν ο Rickert και ο Windelband. Το γνωσιολογικό υποκείμενο τού φαινόταν μία κενή αφαίρεση! Όσο και αν τον διέγειρε και αυτόν η έρευνα μίας αντικειμενικότητος στις επιστήμες του πνεύματος, δεν μπορούσε να υπερβεί το γεγονός ότι το υποκείμενο που γνωρίζει, ο ιστορικός που κατανοεί, δεν στέκεται απλώς απέναντι από το αντικείμενο που γνωρίζει, αλλά φέρεται από την ίδια ιστορική κίνηση! Στα τελευταία του χρόνια, ιδιαιτέρως ο Dilthey δικαίωσε περισσότερο την ιδεαλιστική φιλοσοφία τής ταυτότητος, καθότι μέσα στην ιδεαλιστική έννοια του πνεύματος είχε αναδυθεί η ίδια κοινωνία ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ανάμεσα σε Εγώ και Εσύ όπως την είχε σκεφτεί στην δική του έννοια της ζωής! Εκείνο που ο Georg Misch υπερασπίτηκε με τόση επιτυχία εναντίον του Χούσσερλ και εναντίον του Χάιντεγκερ, σαν τήν οπτική γωνία τής φιλοσοφίας τής ζωής, μοιραζόταν φυσικά με την φαινομενολογία τόσο την κριτική σε μία απλή ιστορική αντικειμενικότητα, όσο και εκείνη της γνωσιολογικής νομιμοποίησης εκ μέρους της φιλοσοφίας τών αξιών της νότιο-δυτικής σχολής! Η σύσταση τού ιστορικού γεγονότος μέσω τής σχέσεως με την αξία, όσο και αν είναι γοητευτική, δεν δικαιολογούσε το γεγονός ότι η γνώση ήταν πλεγμένη στο ιστορικό γεγονός.

          Εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο μνημειώδης κορμός που μάς άφησε ο Max Weber, ο οποίος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1921 με τον τίτλο οικονομία και κοινωνία, είχε υπολογισθεί από τον ίδιο σαν θεμέλιο μίας κοινωνιολογίας που περιλαμβάνει (κατανοεί). Τα μέρη τα οποία παρουσίαζαν μία εκτενέστατη επεξεργασία, αυτής της κοινωνιολογίας η οποία προετοιμάστηκε για ένα θεμέλιο της κοινωνικό-οικονομίας, αφορούν την κοινωνιολογία της θρησκείας, του δικαίου και της μουσικής, ενώ για παράδειγμα η κοινωνιολογία του κράτους αναπτύσσεται μόνον περιθωριακώς. Εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, το μέρος της εισαγωγής, του 1918-20, η οποία είχε σαν τίτλο της: Δόγμα των κοινωνικών κατηγοριών! Είναι ένας επιβλητικός εννοιολογικός κατάλογος, σε αποκλειστική ονοματολογική βάση, ο οποίος θεληματικά-διαφέροντας από το άρθρο στο “Logos” τού 1913-αποφεύγει την έννοια τής αξίας (και μ’αυτή την τελευταία γειτνίαση με τον Καντιανισμό του νότου). Ο Max Weber ονομάζει αυτή την κοινωνιολογία Verstehend (που κατανοεί και περιέχει) καθώς θέτει σαν αντικείμενο το νόημα τής κοινωνικής πράξης. Φυσικά το νόημα “υποκειμενικώς κατανοημένο” στο πλαίσιο τής ιστορικό-κοινωνικής ζωής δεν μπορεί να είναι μόνον εκείνο που εννοείται πραγματικώς από τα ξεχωριστά άτομα που δραστηριοποιούνταιΈτσι υπεισέρχεται σαν εννοιολογικό ενοποιό μεθοδολογικό-ερμηνευτικό υποκατάστατο, ο καθαρός τύπος εννοιολογικώς κατασκευασμένος (η ιδανικό-τυπική κατασκευή)! Πάνω σ’αυτή την βάση, την οποία ο Max Weber ονομάζει “ορθολογική”, βασίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα-ουδέτερο και “ελεύθερο από αξίες” σύμφωνα με την ιδέα του- ένα μνημειώδες οχυρό στο σύνορο της “αντικειμενικής” επιστήμης, το οποίο υπερασπίζεται την ιδιαίτερη ουδέτερη μεθοδική μονοσημαντότητα μέσω μίας συστηματικής κατατάξεως και στα μέρη που έχουν επεξεργαστεί περιεκτικά υπάρχει μία μεγαλειώδης συστηματική της ολότητος του κόσμου τής ιστορικής εμπειρίας! Η αυθεντική εμπλοκή στην προβληματική του ιστορικισμού αποφεύγεται εδώ μέσω της μεθοδικής αναγωγής!

          Η συνέχεια τής αναπτύξεως του ερμηνευτικού στοχασμού κυριαρχείται όμως από την προβληματική του ιστορικισμού και γι’αυτό εκκινεί από τον Dilthey, του οποίου η συλλογή των έργων του στους χρόνους τού είκοσι πολύ γρήγορα αποδυνάμωσε την επιρροή του Ernst Troeltsch.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) (1)

 27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

   Για την ερμηνευτική δεν γινόταν ποτέ λόγος πριν στον φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα θεμέλια των επιστημών του πνεύματος. Η ερμηνευτική ήταν μόνον ένας βοηθητικός κλάδος, μία τάξη κανόνων, η οποία είχε σαν αντικείμενο την πρακτική με τα κείμενα. Διαφοροποιείτο, πάντως, σύμφωνα με τον ειδικό τύπο των καθορισμένων κειμένων με τα οποία ασχολείτο, για παράδειγμα σαν Βιβλική ερμηνευτική. Και τέλος υπήρχε ένας άλλος τύπος βοηθητικού κλάδου, που ονομαζόταν ερμηνευτική, και ήταν η νομική ερμηνευτική. Περιείχε τούς κανόνες για να γεμίσει τα κενά στο κωδικοποιημένο δίκαιο και είχε επομένως κανονικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η κεντρική προβληματική τής φιλοσοφίας, κλεισμένη στο γεγονός των επιστημών του πνεύματος, την έβλεπε, σε αναλογία με τις επιστήμες της φύσης και την θεμελίωση τους, μέσω τής Καντιανής φιλοσοφίας, στην θεωρία τής γνώσεως. : Η κριτική του καθαρού λόγου του Κάντ είχε νομιμοποιήσει τα apriori στοιχεία της πειραματικής γνώσεως της επιστήμης της φύσεως. Έτσι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι όλα εξαρτώντο από την εύρεση, εκ του τρόπου γνώσεως των ιστορικών επιστημών,από μία αντίστοιχη θεωρητική νομιμοποίηση!Ο J. G. Droysen σχεδίασε στην δική του istorica μία μεθοδολογία των ιστορικών επιστημών η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία! Ο Wilhelm Dilthey, ο οποίος ανέπτυξε την πραγματική και αληθινή φιλοσοφία τής ιστορικής σχολής, ακολούθησε εξ ’αρχής με πλήρη πρόθεση, το χρέος μίας κριτικής της ιστορικής νοήσεως. Όμως ακόμη και η συνείδηση τής μεθόδου του ήταν γνωσιολογική. Αυτός όπως ήταν γνωστό έβλεπε σε μία ψυχολογία “περιγραφική και αναλυτική”, κεκαθαρμενη από κάθε ξένο στοιχείο προερχόμενο από τις επιστήμες της φύσεως, την γνωσιολογική βάση των λεγόμενων επιστημών του πνεύματος. O Dilthey όμως, στην ανάπτυξη της εργασίας του, ξεπέρασε την αρχική του γνωσιολογική τοποθέτηση και υπήρξε αυτός ο οποίος έφερε την φιλοσοφική ώρα τής ερμηνευτικής. Στ’ αλήθεια δεν εγκατέλειψε ποτέ την αρχική του γνωσιολογική βάση την οποία είχε ψάξει στην ψυχολογία. Ότι οι εμπειρίες της ζωής (Erlebnisse) χαρακτηρίζονται από την εσωτερική συνειδητοποίηση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ένα πρόβλημα της γνώσεως του άλλου, τού Μη-Εγώ, όπως είναι η Καντιανή προβληματική, η οποία παρέμεινε η βάση στην οποία προσπάθησε να υψώσει την κατασκευή τού ιστορικού κόσμου στις επιστήμες του πνεύματοςΑλλά ο ιστορικός κόσμος δεν είναι ένας δεσμός εμπειριών, όπως π.χ. στην αυτοβιογραφία η ιστορία η οποία ξεδιπλώνει για την εσωτερικότητα τής υποκειμενικότητος. Ο ιστορικός δεσμός στο τέλος πρέπει να γίνει κατανοητός σαν ένας δεσμός νοήματος, ο οποίος, εκ της ουσίας του, ξεπερνά τον ορίζοντα των εμπειριών του ατόμου! Είναι σαν ένα μεγάλο ξένο κείμενο, το οποίο πρέπει να βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση του η ερμηνευτική. Έτσι ο Dilthey, αναγκασμένος από το ίδιο το πράγμα, έψαχνε το πέρασμα από την ψυχολογία στην ερμηνευτική.

          Σ’αυτή την μεγάλη προσπάθεια ερμηνευτικής θεμελίωσης τών επιστημών τού πνεύματος, ο Dilthey βρισκόταν σε άμεση αντιπαράθεση με εκείνη την γνωσιολογική σχολή η οποία έψαχνε τότε μία θεμελίωση των επιστημών του πνεύματος από μία νεοκαντιανή οπτική γωνία, δηλαδή με την φιλοσοφία των αξιών την οποία ανέπτυξαν ο Rickert και ο Windelband. Το γνωσιολογικό υποκείμενο τού φαινόταν μία κενή αφαίρεση! Όσο και αν τον διέγειρε και αυτόν η έρευνα μίας αντικειμενικότητος στις επιστήμες του πνεύματος, δεν μπορούσε να υπερβεί το γεγονός ότι το υποκείμενο που γνωρίζει, ο ιστορικός που κατανοεί, δεν στέκεται απλώς απέναντι από το αντικείμενο που γνωρίζει, αλλά φέρεται από την ίδια ιστορική κίνηση! Στα τελευταία του χρόνια, ιδιαιτέρως ο Dilthey δικαίωσε περισσότερο την ιδεαλιστική φιλοσοφία τής ταυτότητος, καθότι μέσα στην ιδεαλιστική έννοια του πνεύματος είχε αναδυθεί η ίδια κοινωνία ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ανάμεσα σε Εγώ και Εσύ όπως την είχε σκεφτεί στην δική του έννοια της ζωής! Εκείνο που ο Georg Misch υπερασπίτηκε με τόση επιτυχία εναντίον του Χούσσερλ και εναντίον του Χάιντεγκερ, σαν τήν οπτική γωνία τής φιλοσοφίας τής ζωής, μοιραζόταν φυσικά με την φαινομενολογία τόσο την κριτική σε μία απλή ιστορική αντικειμενικότητα, όσο και εκείνη της γνωσιολογικής νομιμοποίησης εκ μέρους της φιλοσοφίας τών αξιών της νότιο-δυτικής σχολής! Η σύσταση τού ιστορικού γεγονότος μέσω τής σχέσεως με την αξία, όσο και αν είναι γοητευτική, δεν δικαιολογούσε το γεγονός ότι η γνώση ήταν πλεγμένη στο ιστορικό γεγονός.

          Εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο μνημειώδης κορμός που μάς άφησε ο Max Weber, ο οποίος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1921 με τον τίτλο οικονομία και κοινωνία, είχε υπολογισθεί από τον ίδιο σαν θεμέλιο μίας κοινωνιολογίας που περιλαμβάνει (κατανοεί). Τα μέρη τα οποία παρουσίαζαν μία εκτενέστατη επεξεργασία, αυτής της κοινωνιολογίας η οποία προετοιμάστηκε για ένα θεμέλιο της κοινωνικό-οικονομίας, αφορούν την κοινωνιολογία της θρησκείας, του δικαίου και της μουσικής, ενώ για παράδειγμα η κοινωνιολογία του κράτους αναπτύσσεται μόνον περιθωριακώς. Εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, το μέρος της εισαγωγής, του 1918-20, η οποία είχε σαν τίτλο της: Δόγμα των κοινωνικών κατηγοριών! Είναι ένας επιβλητικός εννοιολογικός κατάλογος, σε αποκλειστική ονοματολογική βάση, ο οποίος θεληματικά-διαφέροντας από το άρθρο στο “Logos” τού 1913-αποφεύγει την έννοια τής αξίας (και μ’αυτή την τελευταία γειτνίαση με τον Καντιανισμό του νότου). Ο Max Weber ονομάζει αυτή την κοινωνιολογία Verstehend (που κατανοεί και περιέχει) καθώς θέτει σαν αντικείμενο το νόημα τής κοινωνικής πράξης. Φυσικά το νόημα “υποκειμενικώς κατανοημένο” στο πλαίσιο τής ιστορικό-κοινωνικής ζωής δεν μπορεί να είναι μόνον εκείνο που εννοείται πραγματικώς από τα ξεχωριστά άτομα που δραστηριοποιούνταιΈτσι υπεισέρχεται σαν εννοιολογικό ενοποιό μεθοδολογικό-ερμηνευτικό υποκατάστατο, ο καθαρός τύπος εννοιολογικώς κατασκευασμένος (η ιδανικό-τυπική κατασκευή)! Πάνω σ’αυτή την βάση, την οποία ο Max Weber ονομάζει “ορθολογική”, βασίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα-ουδέτερο και “ελεύθερο από αξίες” σύμφωνα με την ιδέα του- ένα μνημειώδες οχυρό στο σύνορο της “αντικειμενικής” επιστήμης, το οποίο υπερασπίζεται την ιδιαίτερη ουδέτερη μεθοδική μονοσημαντότητα μέσω μίας συστηματικής κατατάξεως και στα μέρη που έχουν επεξεργαστεί περιεκτικά υπάρχει μία μεγαλειώδης συστηματική της ολότητος του κόσμου τής ιστορικής εμπειρίας! Η αυθεντική εμπλοκή στην προβληματική του ιστορικισμού αποφεύγεται εδώ μέσω της μεθοδικής αναγωγής!

          Η συνέχεια τής αναπτύξεως του ερμηνευτικού στοχασμού κυριαρχείται όμως από την προβληματική του ιστορικισμού και γι’αυτό εκκινεί από τον Dilthey, του οποίου η συλλογή των έργων του στους χρόνους τού είκοσι πολύ γρήγορα αποδυνάμωσε την επιρροή του Ernst Troeltsch.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

27. Ερμηνευτική και ιστορικισμός (1965) (2)

 Συνέχεια από: Tρίτη 25 Μαίου 2021

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

          Η επανασύνδεση τού Dilthey στην Ρομαντική ερμηνευτική η οποία συνέπιπτε με την επανάκαμψη τής θεωρητικής φιλοσοφίας τού Χέγκελ στον αιώνα μας, κινητοποίησε μία πολλαπλή κριτική τού ιστορικού αντικειμενισμού (Graf Yorck, Heidegger, Betti κ.τ.λ.)

          Άφησε μάλιστα ίχνη και στην ιστορικό-φιλολογική έρευνα καθώς ρομαντικά θέματα, τα οποία είχαν σκεπαστεί από τον επιστημονικό θετικισμό του XIX αιώνος, βρήκαν την θέση τους και στο εσωτερικό τής επιστήμης. Ας σκεφτούμε το πρόβλημα τής αρχαίας μυθολογίας η οποία ανανεώθηκε στο πνεύμα τού Σέλλινγκ, από τον Walter Otto, τον Karl Kerenyi και άλλους! Ακόμη και ένας ερευνητής τόσο επίμονος, και εγκαταλελειμμένος τελείως στην μονομανία τών διαισθήσεων του, όπως ο J.J. Bachofen, οι ιδέες τού οποίου έδωσαν χώρο στις εναλλακτικές θρησκείες, προκάλεσε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον. Το 1925 εμφανίσθηκε με τον τίτλο “ο μύθος της Ανατολής και της Δύσης. Μία μεταφυσική τού αρχαίου κόσμου, μία συλλογή συστηματικά συνεταγμένη τών γραπτών τού Bachofen, με μία σημαντική εισαγωγή τού Alfred Baeumler.

          Ακόμη και όταν συμβουλευόμαστε την ιστορικό-επιστημονική συλλογή τής “Έρευνας τής ιστορίας τής μυθολογίας” τού de Vries, έχουμε εξίσου τήν εντύπωση τής ανανέωσης τού ενδιαφέροντος για την μυθολογία από την “κρίση τού ιστορικισμού”. Ο De Vries μάς δίνει μία υπέροχη θέαση σε έναν απέραντο ορίζοντα, με αποδείξεις κειμένων πολύ καλά επιλεγμένων, τα οποία καθιστούν προφανές το πρόβλημα τού μοντέρνου κόσμου, με τον αποκλεισμό της ιστορίας της θρησκείας και με μία σχεδόν δουλική υποταγή στην χρονολογία!

          Το παράδειγμα τής μυθολογίας είναι μόνον ένα από τα πολλά. Θα μπορούσαμε να δείξουμε στο συγκεκριμένο έργο τών επιστημών τού πνεύματος, πολλά σημεία με τα οποία απομακρύνονται από έναν απλό μεθοδολογισμό, στον οποίο αντιστοιχεί στον φιλοσοφικό στοχασμό, μία καθαρή κριτική τού αντικειμενισμού και τού ιστορικού θετικισμού. Ιδιαίτερης σπουδαιότητος υπήρξε αυτή η στροφή εκεί όπου στην επιστήμη ενώνονται απόψεις καταγωγικώς κανονιστικές. Αυτή είναι η περίπτωση τόσο τής μυθολογίας, όσο και τής νομικής. Ο θεολογικός διάλογος τών τελευταίων δεκαετιών ώθησε στην πρώτη γραμμή το πρόβλημα τής ερμηνευτικής, λόγω τής ανάγκης τής μεσολαβήσεως, με νέες θεολογικό-δογματικές εμπνεύσεις, την κληρονομιά τής ιστορικής θεολογίας. Η πρώτη επαναστατική επίθεση υπήρξε η ερμηνεία τής προς Ρωμαίους επιστολής τού Karl Barth (1919). Μία “κριτική” τής φιλελεύθερης θεολογίας, η οποία δεν είχε σαν αντικείμενο την καθαυτή ιστορία, όσο περισσότερο τον θεολογικό περιορισμό ο οποίος λάμβανε τα αποτελέσματά του σαν μία κατανόηση τής Γραφής. Πάντως η εξήγηση της επιστολής στους Ρωμαίους τού Barth, παρά την αντιπάθειά της προς τον μεθοδολογικό στοχασμό, είναι ένα είδος ερμηνευτικού μανιφέστου.

          Παρότι δεν μπορεί να εκτιμά αρκετά τον Rudolf Bultmann και την θέση του τής απομυθοποίησης τής Κ.Δ. δεν είναι όμως παρ’όλα αυτά το ενδιαφέρον για το πράγμα που τον χωρίζει από αυτόν. Είναι μάλλον, ο σύνδεσμος τής ιστορικό-κριτικής έρευνας με την θεολογική εξήγηση και το στήριγμα τού μεθοδικού αυτοστοχασμού στην φιλοσοφία τού Χάιντεγκερ εκείνο που εμποδίζει τον Barth να αναγνωρισθεί στον τρόπο ανάπτυξης τού Bultmann. Εν τώ μεταξύ κατέστη πραγματικά αναγκαίο να μην απορριφθεί απλώς η κληρονομιά τής φιλελεύθερης θεολογίας, αλλά να εμβαθύνει. Η σημερινή συζήτηση τού ερμηνευτικού προβλήματος-καθορίζεται από την ανάγκη τής αντιμετωπίσεως τής αναπόφευκτης θεολογικής προθέσεως και τής κριτικής ιστορίας. Οι μέν βρίσκουν τήν ιστορική προβληματική, σε σχέση μ’αυτή την κατάσταση, να χρειάζεται εκ νέου τήν υπεράσπισή της και οι άλλοι όπως φαίνεται στις εργασίες τού Ott, του Ebeling και του Fuchs, τοποθετούν λιγότερο σε πρώτο επίπεδο τον επιστημονικό χαρακτήρα της θεολογίας, όσο περισσότερο την ερμηνευτική της βοήθεια για την κατήχηση τού Ευαγγελίου!

          Όποιος κοσμικός θέλει να λάβει μέρος στην συζήτηση τού ερμηνευτικού προβλήματος, στο εσωτερικό τού δικαίου, δεν θα κατορθώσει να υπεισέλθει στη λεπτή δικαστική εργασία. Θα μπορέσει να παρατηρήσει στο σύνολο τον τρόπο με τον οποίο η νομική κρατιέται μακριά από τον λεγόμενο νομικό θετικισμό και θεωρεί σαν κεντρικό της θέμα τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμενοποίηση τού δικαίου αντιπροσωπεύει ένα νομικό πρόβλημα. Ένα συνολικό βλέμμα αυτού τού προβλήματος μάς δόθηκε από τον Karl Engisch (1953). Ότι αυτό το πρόβλημα έρχεται στην επιφάνεια λόγω αντιδράσεως στην ακρότητα τού νομικού θετικισμού είναι κατανοητό ακόμη και από την ιστορική οπτική, για παράδειγμα στην ιστορία τού ιδιωτικού δικαίου του Franz Wieacker ή στο Δόγμα τής μεθόδου τής Νομικής του Karl Larenz. Έτσι και στα τρία πεδία, στα οποία η ερμηνευτική παίζει έναν καθοριστικό ρόλο, στις ιστορικό-φιλολογικές επιστήμες, στην θεολογία και στην νομική, βλέπουμε πως η κριτική τού ιστορικού αντικειμενισμού, δηλαδή στον “θετικισμό”, έδωσε στο ερμηνευτικό πρόβλημα ένα νέο νόημα!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τρίτη 25 Μαΐου 2021

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) (1)

27. ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΣ (1965) 

Hans Georg Gadamer-ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ 2.

   Για την ερμηνευτική δεν γινόταν ποτέ λόγος πριν στον φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στα θεμέλια των επιστημών του πνεύματος. Η ερμηνευτική ήταν μόνον ένας βοηθητικός κλάδος, μία τάξη κανόνων, η οποία είχε σαν αντικείμενο την πρακτική με τα κείμενα. Διαφοροποιείτο, πάντως, σύμφωνα με τον ειδικό τύπο των καθορισμένων κειμένων με τα οποία ασχολείτο, για παράδειγμα σαν Βιβλική ερμηνευτική. Και τέλος υπήρχε ένας άλλος τύπος βοηθητικού κλάδου, που ονομαζόταν ερμηνευτική, και ήταν η νομική ερμηνευτική. Περιείχε τούς κανόνες για να γεμίσει τα κενά στο κωδικοποιημένο δίκαιο και είχε επομένως κανονικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η κεντρική προβληματική τής φιλοσοφίας, κλεισμένη στο γεγονός των επιστημών του πνεύματος, την έβλεπε, σε αναλογία με τις επιστήμες της φύσης και την θεμελίωση τους, μέσω τής Καντιανής φιλοσοφίας, στην θεωρία τής γνώσεως. : Η κριτική του καθαρού λόγου του Κάντ είχε νομιμοποιήσει τα apriori στοιχεία της πειραματικής γνώσεως της επιστήμης της φύσεως. Έτσι υπήρχε ο ισχυρισμός ότι όλα εξαρτώντο από την εύρεση, εκ του τρόπου γνώσεως των ιστορικών επιστημών,από μία αντίστοιχη θεωρητική νομιμοποίηση!Ο J. G. Droysen σχεδίασε στην δική του istorica μία μεθοδολογία των ιστορικών επιστημών η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία! Ο Wilhelm Dilthey, ο οποίος ανέπτυξε την πραγματική και αληθινή φιλοσοφία τής ιστορικής σχολής, ακολούθησε εξ ’αρχής με πλήρη πρόθεση, το χρέος μίας κριτικής της ιστορικής νοήσεως. Όμως ακόμη και η συνείδηση τής μεθόδου του ήταν γνωσιολογική. Αυτός όπως ήταν γνωστό έβλεπε σε μία ψυχολογία “περιγραφική και αναλυτική”, κεκαθαρμενη από κάθε ξένο στοιχείο προερχόμενο από τις επιστήμες της φύσεως, την γνωσιολογική βάση των λεγόμενων επιστημών του πνεύματος. O Dilthey όμως, στην ανάπτυξη της εργασίας του, ξεπέρασε την αρχική του γνωσιολογική τοποθέτηση και υπήρξε αυτός ο οποίος έφερε την φιλοσοφική ώρα τής ερμηνευτικής. Στ’ αλήθεια δεν εγκατέλειψε ποτέ την αρχική του γνωσιολογική βάση την οποία είχε ψάξει στην ψυχολογία. Ότι οι εμπειρίες της ζωής (Erlebnisse) χαρακτηρίζονται από την εσωτερική συνειδητοποίηση, έτσι ώστε να μην υπάρχει ένα πρόβλημα της γνώσεως του άλλου, τού Μη-Εγώ, όπως είναι η Καντιανή προβληματική, η οποία παρέμεινε η βάση στην οποία προσπάθησε να υψώσει την κατασκευή τού ιστορικού κόσμου στις επιστήμες του πνεύματος! Αλλά ο ιστορικός κόσμος δεν είναι ένας δεσμός εμπειριών, όπως π.χ. στην αυτοβιογραφία η ιστορία η οποία ξεδιπλώνει για την εσωτερικότητα τής υποκειμενικότητος. Ο ιστορικός δεσμός στο τέλος πρέπει να γίνει κατανοητός σαν ένας δεσμός νοήματος, ο οποίος, εκ της ουσίας του, ξεπερνά τον ορίζοντα των εμπειριών του ατόμου! Είναι σαν ένα μεγάλο ξένο κείμενο, το οποίο πρέπει να βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση του η ερμηνευτική. Έτσι ο Dilthey, αναγκασμένος από το ίδιο το πράγμα, έψαχνε το πέρασμα από την ψυχολογία στην ερμηνευτική.

          Σ’αυτή την μεγάλη προσπάθεια ερμηνευτικής θεμελίωσης τών επιστημών τού πνεύματος, ο Dilthey βρισκόταν σε άμεση αντιπαράθεση με εκείνη την γνωσιολογική σχολή η οποία έψαχνε τότε μία θεμελίωση των επιστημών του πνεύματος από μία νεοκαντιανή οπτική γωνία, δηλαδή με την φιλοσοφία των αξιών την οποία ανέπτυξαν ο Rickert και ο Windelband. Το γνωσιολογικό υποκείμενο τού φαινόταν μία κενή αφαίρεση! Όσο και αν τον διέγειρε και αυτόν η έρευνα μίας αντικειμενικότητος στις επιστήμες του πνεύματος, δεν μπορούσε να υπερβεί το γεγονός ότι το υποκείμενο που γνωρίζει, ο ιστορικός που κατανοεί, δεν στέκεται απλώς απέναντι από το αντικείμενο που γνωρίζει, αλλά φέρεται από την ίδια ιστορική κίνηση! Στα τελευταία του χρόνια, ιδιαιτέρως ο Dilthey δικαίωσε περισσότερο την ιδεαλιστική φιλοσοφία τής ταυτότητος, καθότι μέσα στην ιδεαλιστική έννοια του πνεύματος είχε αναδυθεί η ίδια κοινωνία ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο, ανάμεσα σε Εγώ και Εσύ όπως την είχε σκεφτεί στην δική του έννοια της ζωής! Εκείνο που ο Georg Misch υπερασπίτηκε με τόση επιτυχία εναντίον του Χούσσερλ και εναντίον του Χάιντεγκερ, σαν τήν οπτική γωνία τής φιλοσοφίας τής ζωής, μοιραζόταν φυσικά με την φαινομενολογία τόσο την κριτική σε μία απλή ιστορική αντικειμενικότητα, όσο και εκείνη της γνωσιολογικής νομιμοποίησης εκ μέρους της φιλοσοφίας τών αξιών της νότιο-δυτικής σχολής! Η σύσταση τού ιστορικού γεγονότος μέσω τής σχέσεως με την αξία, όσο και αν είναι γοητευτική, δεν δικαιολογούσε το γεγονός ότι η γνώση ήταν πλεγμένη στο ιστορικό γεγονός.

          Εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο μνημειώδης κορμός που μάς άφησε ο Max Weber, ο οποίος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1921 με τον τίτλο οικονομία και κοινωνία, είχε υπολογισθεί από τον ίδιο σαν θεμέλιο μίας κοινωνιολογίας που περιλαμβάνει (κατανοεί). Τα μέρη τα οποία παρουσίαζαν μία εκτενέστατη επεξεργασία, αυτής της κοινωνιολογίας η οποία προετοιμάστηκε για ένα θεμέλιο της κοινωνικό-οικονομίας, αφορούν την κοινωνιολογία της θρησκείας, του δικαίου και της μουσικής, ενώ για παράδειγμα η κοινωνιολογία του κράτους αναπτύσσεται μόνον περιθωριακώς. Εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, το μέρος της εισαγωγής, του 1918-20, η οποία είχε σαν τίτλο της: Δόγμα των κοινωνικών κατηγοριών! Είναι ένας επιβλητικός εννοιολογικός κατάλογος, σε αποκλειστική ονοματολογική βάση, ο οποίος θεληματικά-διαφέροντας από το άρθρο στο “Logos” τού 1913-αποφεύγει την έννοια τής αξίας (και μ’αυτή την τελευταία γειτνίαση με τον Καντιανισμό του νότου). Ο Max Weber ονομάζει αυτή την κοινωνιολογία Verstehend (που κατανοεί και περιέχει) καθώς θέτει σαν αντικείμενο το νόημα τής κοινωνικής πράξης. Φυσικά το νόημα “υποκειμενικώς κατανοημένο” στο πλαίσιο τής ιστορικό-κοινωνικής ζωής δεν μπορεί να είναι μόνον εκείνο που εννοείται πραγματικώς από τα ξεχωριστά άτομα που δραστηριοποιούνται. Έτσι υπεισέρχεται σαν εννοιολογικό ενοποιό μεθοδολογικό-ερμηνευτικό υποκατάστατο, ο καθαρός τύπος εννοιολογικώς κατασκευασμένος (η ιδανικό-τυπική κατασκευή)! Πάνω σ’αυτή την βάση, την οποία ο Max Weber ονομάζει “ορθολογική”, βασίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα-ουδέτερο και “ελεύθερο από αξίες” σύμφωνα με την ιδέα του- ένα μνημειώδες οχυρό στο σύνορο της “αντικειμενικής” επιστήμης, το οποίο υπερασπίζεται την ιδιαίτερη ουδέτερη μεθοδική μονοσημαντότητα μέσω μίας συστηματικής κατατάξεως και στα μέρη που έχουν επεξεργαστεί περιεκτικά υπάρχει μία μεγαλειώδης συστηματική της ολότητος του κόσμου τής ιστορικής εμπειρίας! Η αυθεντική εμπλοκή στην προβληματική του ιστορικισμού αποφεύγεται εδώ μέσω της μεθοδικής αναγωγής!

          Η συνέχεια τής αναπτύξεως του ερμηνευτικού στοχασμού κυριαρχείται όμως από την προβληματική του ιστορικισμού και γι’αυτό εκκινεί από τον Dilthey, του οποίου η συλλογή των έργων του στους χρόνους τού είκοσι πολύ γρήγορα αποδυνάμωσε την επιρροή του Ernst Troeltsch.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.