Συνέχεια από Σάββατο 26. Σεπτεμβρίου 2026
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 4Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Β. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
.......Ίσως δεν είναι παράτολμο να προσθέσουμε την ακόλουθη σκέψη: εάν η αξία που έχουν οι κατηγορίες, ως κάτι καθολικό και αναγκαίο, απορρέει από τη σύνδεσή τους με την τυπική λογική —αξία καθολικότητας και αναγκαιότητας, μέσω της οποίας καθιστούν με τη σειρά τους αναγκαίο ή καθολικό εκείνο που προσδιορίζεται ή ενοποιείται από αυτές—, γιατί η απόδειξη αυτής της σύνδεσης ονομάζεται «Μεταφυσική Παραγωγή» και δεν ονομάζεται «Λογική Παραγωγή»;
Δεν είναι αθέμιτο να υποθέσουμε ότι ονομάστηκε μεταφυσική επειδή ο Kant δεν συνδέει τις κατηγορίες με τη λογική καθόσον αυτή περιέχει απλώς τυπικούς νόμους, αλλά καθόσον διέπει τη δομή αυτής της αναλυτικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια κρίση.
Και επειδή αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς εκείνη την οποία, στα μάτια του Kant, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η μεταφυσική για να γνωρίσει την πραγματικότητα, της αρμόζει η ονομασία «μεταφυσική». Κατά συνέπεια, η απόδειξη —δηλαδή η «παραγωγή»— της σύνδεσης των κατηγοριών με τον σχηματισμό των κρίσεων και, ακριβέστερα, με τη «μορφή» των κρίσεων στις οποίες καταλήγει η διαδικασία της, θα ονομαστεί «Μεταφυσική Παραγωγή».......
Αφού εξετάσαμε τη σημασία, την αξία —αναγκαία και απόλυτη— και τη χρήση της τυπικής ή γενικής λογικής, περνάμε στις αναφορές που κάνει ο Kant στην υπερβατολογική λογική.
Η διάνοιά μας —ή η γνώση μας— έχει ασφαλώς κάποια σχέση με τα αντικείμενα, αφού πράγματι γνωρίζουμε αντικείμενα. Αυτή η σχέση ή αναφορά μπορεί να είναι εμπειρική, δηλαδή a posteriori. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε επιστημονική γνώση, αλλά μια απλή διαπίστωση ή καταγραφή εκείνης της ομάδας αισθητηριακών εντυπώσεων που περιέχεται στην αισθητικότητα. Πέρα όμως από την εμπειρική αναφορά, ρωτά ο Kant, μπορεί να υπάρχει και μια αναφορά που δεν είναι εμπειρική, δηλαδή δεν είναι a posteriori;
Ας δεχθούμε υποθετικά ότι η διάνοια μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα με μη εμπειρικό τρόπο, δηλαδή ότι μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα εντελώς a priori. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να υπάρξει μια πραγματική επιστήμη, οι προτάσεις της οποίας θα ίσχυαν για τα ίδια τα αντικείμενα. Θα ήμασταν, δηλαδή, βέβαιοι ότι η διατύπωση μιας αρχής δεν παραμένει απλώς ένας νοητικός τύπος, αλλά αποτελεί κάτι που ισχύει για τα αντικείμενα.
Αν υποθέσουμε ότι η διάνοια αντλεί εμπειρικά τις γνώσεις της από τα αντικείμενα, αυτές δεν μπορούν παρά να είναι εμπειρικές και, επομένως, στερημένες αυστηρής αναγκαιότητας. Εφόσον, αντίθετα, οι γνώσεις της μηχανικής είναι γνώσεις αυστηρά αναγκαίες, συνάγεται ότι η διάνοια δεν αντλεί εμπειρικά τις θεμελιώδεις αρχές της από τις αισθήσεις.
Πρέπει, επομένως, να δεχθούμε ότι η διάνοια μπορεί πράγματι να αναφέρεται a priori στα αντικείμενα.
Αν, λοιπόν, υπάρχει μια διάνοια που αναφέρεται a priori στα αντικείμενα, θα υπάρχει και μια λογική —συνεχίζει ο Kant— η οποία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η αναφορά. Η λογική αυτή θα ονομαστεί υπερβατολογική, επειδή ο Kant ορίζει ως υπερβατολογική «κάθε γνώση που ασχολείται όχι με τα αντικείμενα, αλλά με τον δικό μας τρόπο γνώσης των αντικειμένων, στον βαθμό που αυτός πρέπει να είναι δυνατός a priori».³
Η υπερβατολογική λογική, επομένως, «εκθέτει τα στοιχεία της καθαρής γνώσης της διάνοιας και τις αρχές χωρίς τις οποίες κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να νοηθεί».⁴
Γ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Αφού συνέκρινε τις δύο λογικές —την τυπική και την υπερβατολογική— ως προς την όψη που μόλις εξετάσαμε, ο Kant τις συγκρίνει και ως προς μια άλλη όψη: ως προς τη δυνατότητα και των δύο να μας οδηγήσουν σε πλάνη.
Η τυπική λογική μπορεί να το κάνει αυτό όταν, ελκυόμενοι από τη δυνατότητα που μας προσφέρει να δίνουμε σε όλες τις γνώσεις μας μια διανοητική μορφή, λησμονούμε ότι η λογική αυτή δεν έδωσε ούτε μπορεί να δώσει στον εαυτό της τα αντικείμενα πάνω στα οποία ασκεί την αναλυτική της δύναμη. Όταν το λησμονούμε αυτό, τη μετατρέπουμε από απλό κανόνα, όπως πραγματικά είναι, σε όργανο παραγωγής γνωστικού περιεχομένου· απαιτούμε, δηλαδή, από την τυπική λογική να παράγει ένα περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο, όμως, η τυπική λογική δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει.
Το περιεχόμενο που μπορεί να υποβληθεί σε ανάλυση με βάση εκείνη την αναλυτική λογική πρέπει, όπως λέει ο Kant, «να έχει συλλεχθεί έξω από τη λογική» και με γνωστικά μέσα και μορφές που δεν ενυπάρχουν στη δομή της ίδιας της λογικής.
«Επειδή όμως η απλή μορφή της γνώσης, όσο και αν συμφωνεί με τους λογικούς νόμους, απέχει πολύ από το να επαρκεί για τη θεμελίωση της υλικής —αντικειμενικής— αλήθειας της γνώσης, κανείς δεν μπορεί, με την απλή βοήθεια της λογικής, να κρίνει ή να αποφανθεί οτιδήποτε σχετικά με τα αντικείμενα, χωρίς προηγουμένως να έχει συλλέξει, έξω από τη λογική, θεμελιωμένες πληροφορίες γι’ αυτά· ώστε στη συνέχεια να επιχειρήσει τη χρησιμοποίηση ή τη σύνδεσή τους σε ένα συνεκτικό όλο σύμφωνα με τους λογικούς νόμους ή, ακόμη καλύτερα, να τις ελέγξει αποκλειστικά σύμφωνα με αυτούς τους νόμους.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι τόσο ελκυστικό στην κατοχή μιας τέχνης τόσο εντυπωσιακής όσο είναι εκείνη που προσδίδει σε όλες τις γνώσεις μας τη μορφή της διάνοιας —μολονότι ως προς το περιεχόμενό τους μπορεί κανείς να παραμένει εντελώς κενός και πάμπτωχος—, ώστε εκείνη η γενική λογική, η οποία αποτελεί απλώς έναν κανόνα αξιολόγησης, χρησιμοποιείται επίσης ως όργανο πραγματικής παραγωγής ή τουλάχιστον ως όργανο δημιουργίας της ψευδαίσθησης αντικειμενικών ισχυρισμών. Επομένως, η χρήση που της έγινε υπήρξε στην πραγματικότητα καταχρηστική.
Η γενική λογική, λοιπόν, όταν χρησιμοποιείται ως ένα τέτοιο δήθεν όργανο, ονομάζεται διαλεκτική».
Σε ανάλογη πλάνη μάς οδηγεί και η υπερβατολογική λογική. Αφού δηλώσει ότι η υπερβατολογική λογική εκθέτει τις αρχές που είναι αναγκαίες για τη γνώση ενός αντικειμένου και ονομάσει αυτό το μέρος «Αναλυτική», ο Kant συνεχίζει:
«Επειδή όμως είναι εξαιρετικά δελεαστικό και ελκυστικό να χρησιμοποιούμε αυτές και μόνο τις καθαρές γνώσεις της διάνοιας και τις καθαρές αρχές της ακόμη και πέρα από τα όρια της εμπειρίας —η οποία, εντούτοις, είναι η μόνη που μπορεί να μας προσφέρει την ύλη, δηλαδή τα αντικείμενα, και στην οποία μπορούν να εφαρμοστούν εκείνες οι καθαρές έννοιες της διάνοιας—, η διάνοια διατρέχει τον κίνδυνο να χρησιμοποιήσει, με μάταιους σοφιστικούς συλλογισμούς, ως υλικές αρχές εκείνες που είναι απλώς τυπικές αρχές της καθαρής διάνοιας και να κρίνει αδιακρίτως σχετικά με αντικείμενα τα οποία δεν μας έχουν καθόλου δοθεί και τα οποία πιθανότατα δεν μπορούν να μας δοθούν με κανέναν τρόπο».
Ο Kant ονομάζει τη χρήση της διάνοιας στην περίπτωση αυτή —ή, ακριβέστερα, την κατάχρησή της— «διαλεκτική».
Επομένως, υπερβατολογική διαλεκτική θα είναι εκείνο το μέρος της Κριτικής του καθαρού λόγου στο οποίο εξετάζονται οι περιπτώσεις όπου η διάνοια ωθείται να χρησιμοποιήσει τις κατηγορίες της ακόμη και εκεί όπου δεν δίνεται τίποτε πάνω στο οποίο αυτές οι κατηγορίες θα μπορούσαν να ασκήσουν τη συνθετική τους ενέργεια· εκεί, δηλαδή, όπου δεν μπορεί να υπάρξει καμία προσδιορισμένη γνώση.
Ο Kant δεν θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο τη συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών. Παρουσιάζει ως μία και την ίδια την αιτία των πλανών στις οποίες υποπίπτουν τόσο η τυπική όσο και η υπερβατολογική λογική.
Και οι δύο περιπίπτουν σε πλάνη όταν μετατρέπονται σε όργανα παραγωγής περιεχομένων τα οποία δεν μπορούν να παραγάγουν: η τυπική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα οποιουδήποτε είδους —διότι η τυπική λογική δεν παράγει κανενός είδους περιεχόμενο—· η υπερβατολογική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα ευρύτερα από εκείνα που προσφέρει στη διάνοια η αισθητικότητα.
Όπως υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών από την άποψη του κινδύνου στον οποίο μας εκθέτει το «περιεχόμενο», έτσι υπάρχει συμμετρία και από την άποψη της «μορφής» —και η μεταφυσική παραγωγή θα θελήσει να δείξει ότι υπάρχει ακόμη και κάτι περισσότερο από συμμετρία. Τόσο η μία όσο και η άλλη διέπουν a priori τη δυνατότητα να νοηθούν τα αντικείμενα. Η τυπική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται τα αντικείμενα εν γένει· η υπερβατολογική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται με προσδιορισμένο τρόπο —δηλαδή να γνωρίζονται— τα αντικείμενα που συγκροτούν τον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας. Τόσο η μία όσο και η άλλη προσδίδουν λογική δομή σε ό,τι μπορούν να αγγίξουν.
Πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου τους κινδύνους αυτής της συμμετρίας, διότι μέσα της κρύβεται η αβεβαιότητα της μεταξύ τους σχέσης. Μιας σχέσης η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, θα έπρεπε να συνδέει άρρηκτα τη μία λογική με την άλλη.
Συνεχίζεται με:
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
Η διάνοιά μας —ή η γνώση μας— έχει ασφαλώς κάποια σχέση με τα αντικείμενα, αφού πράγματι γνωρίζουμε αντικείμενα. Αυτή η σχέση ή αναφορά μπορεί να είναι εμπειρική, δηλαδή a posteriori. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε επιστημονική γνώση, αλλά μια απλή διαπίστωση ή καταγραφή εκείνης της ομάδας αισθητηριακών εντυπώσεων που περιέχεται στην αισθητικότητα. Πέρα όμως από την εμπειρική αναφορά, ρωτά ο Kant, μπορεί να υπάρχει και μια αναφορά που δεν είναι εμπειρική, δηλαδή δεν είναι a posteriori;
Ας δεχθούμε υποθετικά ότι η διάνοια μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα με μη εμπειρικό τρόπο, δηλαδή ότι μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα εντελώς a priori. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να υπάρξει μια πραγματική επιστήμη, οι προτάσεις της οποίας θα ίσχυαν για τα ίδια τα αντικείμενα. Θα ήμασταν, δηλαδή, βέβαιοι ότι η διατύπωση μιας αρχής δεν παραμένει απλώς ένας νοητικός τύπος, αλλά αποτελεί κάτι που ισχύει για τα αντικείμενα.
Αν υποθέσουμε ότι η διάνοια αντλεί εμπειρικά τις γνώσεις της από τα αντικείμενα, αυτές δεν μπορούν παρά να είναι εμπειρικές και, επομένως, στερημένες αυστηρής αναγκαιότητας. Εφόσον, αντίθετα, οι γνώσεις της μηχανικής είναι γνώσεις αυστηρά αναγκαίες, συνάγεται ότι η διάνοια δεν αντλεί εμπειρικά τις θεμελιώδεις αρχές της από τις αισθήσεις.
Πρέπει, επομένως, να δεχθούμε ότι η διάνοια μπορεί πράγματι να αναφέρεται a priori στα αντικείμενα.
Αν, λοιπόν, υπάρχει μια διάνοια που αναφέρεται a priori στα αντικείμενα, θα υπάρχει και μια λογική —συνεχίζει ο Kant— η οποία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η αναφορά. Η λογική αυτή θα ονομαστεί υπερβατολογική, επειδή ο Kant ορίζει ως υπερβατολογική «κάθε γνώση που ασχολείται όχι με τα αντικείμενα, αλλά με τον δικό μας τρόπο γνώσης των αντικειμένων, στον βαθμό που αυτός πρέπει να είναι δυνατός a priori».³
Η υπερβατολογική λογική, επομένως, «εκθέτει τα στοιχεία της καθαρής γνώσης της διάνοιας και τις αρχές χωρίς τις οποίες κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να νοηθεί».⁴
Γ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ
Αφού συνέκρινε τις δύο λογικές —την τυπική και την υπερβατολογική— ως προς την όψη που μόλις εξετάσαμε, ο Kant τις συγκρίνει και ως προς μια άλλη όψη: ως προς τη δυνατότητα και των δύο να μας οδηγήσουν σε πλάνη.
Η τυπική λογική μπορεί να το κάνει αυτό όταν, ελκυόμενοι από τη δυνατότητα που μας προσφέρει να δίνουμε σε όλες τις γνώσεις μας μια διανοητική μορφή, λησμονούμε ότι η λογική αυτή δεν έδωσε ούτε μπορεί να δώσει στον εαυτό της τα αντικείμενα πάνω στα οποία ασκεί την αναλυτική της δύναμη. Όταν το λησμονούμε αυτό, τη μετατρέπουμε από απλό κανόνα, όπως πραγματικά είναι, σε όργανο παραγωγής γνωστικού περιεχομένου· απαιτούμε, δηλαδή, από την τυπική λογική να παράγει ένα περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο, όμως, η τυπική λογική δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει.
Το περιεχόμενο που μπορεί να υποβληθεί σε ανάλυση με βάση εκείνη την αναλυτική λογική πρέπει, όπως λέει ο Kant, «να έχει συλλεχθεί έξω από τη λογική» και με γνωστικά μέσα και μορφές που δεν ενυπάρχουν στη δομή της ίδιας της λογικής.
«Επειδή όμως η απλή μορφή της γνώσης, όσο και αν συμφωνεί με τους λογικούς νόμους, απέχει πολύ από το να επαρκεί για τη θεμελίωση της υλικής —αντικειμενικής— αλήθειας της γνώσης, κανείς δεν μπορεί, με την απλή βοήθεια της λογικής, να κρίνει ή να αποφανθεί οτιδήποτε σχετικά με τα αντικείμενα, χωρίς προηγουμένως να έχει συλλέξει, έξω από τη λογική, θεμελιωμένες πληροφορίες γι’ αυτά· ώστε στη συνέχεια να επιχειρήσει τη χρησιμοποίηση ή τη σύνδεσή τους σε ένα συνεκτικό όλο σύμφωνα με τους λογικούς νόμους ή, ακόμη καλύτερα, να τις ελέγξει αποκλειστικά σύμφωνα με αυτούς τους νόμους.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι τόσο ελκυστικό στην κατοχή μιας τέχνης τόσο εντυπωσιακής όσο είναι εκείνη που προσδίδει σε όλες τις γνώσεις μας τη μορφή της διάνοιας —μολονότι ως προς το περιεχόμενό τους μπορεί κανείς να παραμένει εντελώς κενός και πάμπτωχος—, ώστε εκείνη η γενική λογική, η οποία αποτελεί απλώς έναν κανόνα αξιολόγησης, χρησιμοποιείται επίσης ως όργανο πραγματικής παραγωγής ή τουλάχιστον ως όργανο δημιουργίας της ψευδαίσθησης αντικειμενικών ισχυρισμών. Επομένως, η χρήση που της έγινε υπήρξε στην πραγματικότητα καταχρηστική.
Η γενική λογική, λοιπόν, όταν χρησιμοποιείται ως ένα τέτοιο δήθεν όργανο, ονομάζεται διαλεκτική».
Σε ανάλογη πλάνη μάς οδηγεί και η υπερβατολογική λογική. Αφού δηλώσει ότι η υπερβατολογική λογική εκθέτει τις αρχές που είναι αναγκαίες για τη γνώση ενός αντικειμένου και ονομάσει αυτό το μέρος «Αναλυτική», ο Kant συνεχίζει:
«Επειδή όμως είναι εξαιρετικά δελεαστικό και ελκυστικό να χρησιμοποιούμε αυτές και μόνο τις καθαρές γνώσεις της διάνοιας και τις καθαρές αρχές της ακόμη και πέρα από τα όρια της εμπειρίας —η οποία, εντούτοις, είναι η μόνη που μπορεί να μας προσφέρει την ύλη, δηλαδή τα αντικείμενα, και στην οποία μπορούν να εφαρμοστούν εκείνες οι καθαρές έννοιες της διάνοιας—, η διάνοια διατρέχει τον κίνδυνο να χρησιμοποιήσει, με μάταιους σοφιστικούς συλλογισμούς, ως υλικές αρχές εκείνες που είναι απλώς τυπικές αρχές της καθαρής διάνοιας και να κρίνει αδιακρίτως σχετικά με αντικείμενα τα οποία δεν μας έχουν καθόλου δοθεί και τα οποία πιθανότατα δεν μπορούν να μας δοθούν με κανέναν τρόπο».
Ο Kant ονομάζει τη χρήση της διάνοιας στην περίπτωση αυτή —ή, ακριβέστερα, την κατάχρησή της— «διαλεκτική».
Επομένως, υπερβατολογική διαλεκτική θα είναι εκείνο το μέρος της Κριτικής του καθαρού λόγου στο οποίο εξετάζονται οι περιπτώσεις όπου η διάνοια ωθείται να χρησιμοποιήσει τις κατηγορίες της ακόμη και εκεί όπου δεν δίνεται τίποτε πάνω στο οποίο αυτές οι κατηγορίες θα μπορούσαν να ασκήσουν τη συνθετική τους ενέργεια· εκεί, δηλαδή, όπου δεν μπορεί να υπάρξει καμία προσδιορισμένη γνώση.
Ο Kant δεν θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο τη συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών. Παρουσιάζει ως μία και την ίδια την αιτία των πλανών στις οποίες υποπίπτουν τόσο η τυπική όσο και η υπερβατολογική λογική.
Και οι δύο περιπίπτουν σε πλάνη όταν μετατρέπονται σε όργανα παραγωγής περιεχομένων τα οποία δεν μπορούν να παραγάγουν: η τυπική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα οποιουδήποτε είδους —διότι η τυπική λογική δεν παράγει κανενός είδους περιεχόμενο—· η υπερβατολογική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα ευρύτερα από εκείνα που προσφέρει στη διάνοια η αισθητικότητα.
Όπως υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών από την άποψη του κινδύνου στον οποίο μας εκθέτει το «περιεχόμενο», έτσι υπάρχει συμμετρία και από την άποψη της «μορφής» —και η μεταφυσική παραγωγή θα θελήσει να δείξει ότι υπάρχει ακόμη και κάτι περισσότερο από συμμετρία. Τόσο η μία όσο και η άλλη διέπουν a priori τη δυνατότητα να νοηθούν τα αντικείμενα. Η τυπική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται τα αντικείμενα εν γένει· η υπερβατολογική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται με προσδιορισμένο τρόπο —δηλαδή να γνωρίζονται— τα αντικείμενα που συγκροτούν τον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας. Τόσο η μία όσο και η άλλη προσδίδουν λογική δομή σε ό,τι μπορούν να αγγίξουν.
Πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου τους κινδύνους αυτής της συμμετρίας, διότι μέσα της κρύβεται η αβεβαιότητα της μεταξύ τους σχέσης. Μιας σχέσης η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, θα έπρεπε να συνδέει άρρηκτα τη μία λογική με την άλλη.
Συνεχίζεται με:
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
ΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ, ΤΗΝ ΤΥΠΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ, ΓΕΝΙΚΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ. ΓΙΑΤΙ ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΤ ΘΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ.
