Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 4

Συνέχεια από Σάββατο  26. Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 4

Luigi Scaravelli, Scritti kantiani

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ


Β. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

.......Ίσως δεν είναι παράτολμο να προσθέσουμε την ακόλουθη σκέψη: εάν η αξία που έχουν οι κατηγορίες, ως κάτι καθολικό και αναγκαίο, απορρέει από τη σύνδεσή τους με την τυπική λογική —αξία καθολικότητας και αναγκαιότητας, μέσω της οποίας καθιστούν με τη σειρά τους αναγκαίο ή καθολικό εκείνο που προσδιορίζεται ή ενοποιείται από αυτές—, γιατί η απόδειξη αυτής της σύνδεσης ονομάζεται «Μεταφυσική Παραγωγή» και δεν ονομάζεται «Λογική Παραγωγή»;

Δεν είναι αθέμιτο να υποθέσουμε ότι ονομάστηκε μεταφυσική επειδή ο Kant δεν συνδέει τις κατηγορίες με τη λογική καθόσον αυτή περιέχει απλώς τυπικούς νόμους, αλλά καθόσον διέπει τη δομή αυτής της αναλυτικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια κρίση.

Και επειδή αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς εκείνη την οποία, στα μάτια του Kant, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η μεταφυσική για να γνωρίσει την πραγματικότητα, της αρμόζει η ονομασία «μεταφυσική». Κατά συνέπεια, η απόδειξη —δηλαδή η «παραγωγή»— της σύνδεσης των κατηγοριών με τον σχηματισμό των κρίσεων και, ακριβέστερα, με τη «μορφή» των κρίσεων στις οποίες καταλήγει η διαδικασία της, θα ονομαστεί «Μεταφυσική Παραγωγή».......


Αφού εξετάσαμε τη σημασία, την αξία —αναγκαία και απόλυτη— και τη χρήση της τυπικής ή γενικής λογικής, περνάμε στις αναφορές που κάνει ο Kant στην υπερβατολογική λογική.

Η διάνοιά μας —ή η γνώση μας— έχει ασφαλώς κάποια σχέση με τα αντικείμενα, αφού πράγματι γνωρίζουμε αντικείμενα. Αυτή η σχέση ή αναφορά μπορεί να είναι εμπειρική, δηλαδή a posteriori. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε επιστημονική γνώση, αλλά μια απλή διαπίστωση ή καταγραφή εκείνης της ομάδας αισθητηριακών εντυπώσεων που περιέχεται στην αισθητικότητα. Πέρα όμως από την εμπειρική αναφορά, ρωτά ο Kant, μπορεί να υπάρχει και μια αναφορά που δεν είναι εμπειρική, δηλαδή δεν είναι a posteriori;

Ας δεχθούμε υποθετικά ότι η διάνοια μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα με μη εμπειρικό τρόπο, δηλαδή ότι μπορεί να αναφέρεται στα αντικείμενα εντελώς a priori. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να υπάρξει μια πραγματική επιστήμη, οι προτάσεις της οποίας θα ίσχυαν για τα ίδια τα αντικείμενα. Θα ήμασταν, δηλαδή, βέβαιοι ότι η διατύπωση μιας αρχής δεν παραμένει απλώς ένας νοητικός τύπος, αλλά αποτελεί κάτι που ισχύει για τα αντικείμενα.

Αν υποθέσουμε ότι η διάνοια αντλεί εμπειρικά τις γνώσεις της από τα αντικείμενα, αυτές δεν μπορούν παρά να είναι εμπειρικές και, επομένως, στερημένες αυστηρής αναγκαιότητας. Εφόσον, αντίθετα, οι γνώσεις της μηχανικής είναι γνώσεις αυστηρά αναγκαίες, συνάγεται ότι η διάνοια δεν αντλεί εμπειρικά τις θεμελιώδεις αρχές της από τις αισθήσεις.
Πρέπει, επομένως, να δεχθούμε ότι η διάνοια μπορεί πράγματι να αναφέρεται a priori στα αντικείμενα.


Αν, λοιπόν, υπάρχει μια διάνοια που αναφέρεται a priori στα αντικείμενα, θα υπάρχει και μια λογική —συνεχίζει ο Kant— η οποία διερευνά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η αναφορά. Η λογική αυτή θα ονομαστεί υπερβατολογική, επειδή ο Kant ορίζει ως υπερβατολογική «κάθε γνώση που ασχολείται όχι με τα αντικείμενα, αλλά με τον δικό μας τρόπο γνώσης των αντικειμένων, στον βαθμό που αυτός πρέπει να είναι δυνατός a priori».³

Η υπερβατολογική λογική, επομένως, «εκθέτει τα στοιχεία της καθαρής γνώσης της διάνοιας και τις αρχές χωρίς τις οποίες κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να νοηθεί».⁴

Γ. Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


Αφού συνέκρινε τις δύο λογικές —την τυπική και την υπερβατολογική— ως προς την όψη που μόλις εξετάσαμε, ο Kant τις συγκρίνει και ως προς μια άλλη όψη: ως προς τη δυνατότητα και των δύο να μας οδηγήσουν σε πλάνη.

Η τυπική λογική μπορεί να το κάνει αυτό όταν, ελκυόμενοι από τη δυνατότητα που μας προσφέρει να δίνουμε σε όλες τις γνώσεις μας μια διανοητική μορφή, λησμονούμε ότι η λογική αυτή δεν έδωσε ούτε μπορεί να δώσει στον εαυτό της τα αντικείμενα πάνω στα οποία ασκεί την αναλυτική της δύναμη. Όταν το λησμονούμε αυτό, τη μετατρέπουμε από απλό κανόνα, όπως πραγματικά είναι, σε όργανο παραγωγής γνωστικού περιεχομένου· απαιτούμε, δηλαδή, από την τυπική λογική να παράγει ένα περιεχόμενο. Κάτι τέτοιο, όμως, η τυπική λογική δεν μπορεί να το πραγματοποιήσει.

Το περιεχόμενο που μπορεί να υποβληθεί σε ανάλυση με βάση εκείνη την αναλυτική λογική πρέπει, όπως λέει ο Kant, «να έχει συλλεχθεί έξω από τη λογική» και με γνωστικά μέσα και μορφές που δεν ενυπάρχουν στη δομή της ίδιας της λογικής.

«Επειδή όμως η απλή μορφή της γνώσης, όσο και αν συμφωνεί με τους λογικούς νόμους, απέχει πολύ από το να επαρκεί για τη θεμελίωση της υλικής —αντικειμενικής— αλήθειας της γνώσης, κανείς δεν μπορεί, με την απλή βοήθεια της λογικής, να κρίνει ή να αποφανθεί οτιδήποτε σχετικά με τα αντικείμενα, χωρίς προηγουμένως να έχει συλλέξει, έξω από τη λογική, θεμελιωμένες πληροφορίες γι’ αυτά· ώστε στη συνέχεια να επιχειρήσει τη χρησιμοποίηση ή τη σύνδεσή τους σε ένα συνεκτικό όλο σύμφωνα με τους λογικούς νόμους ή, ακόμη καλύτερα, να τις ελέγξει αποκλειστικά σύμφωνα με αυτούς τους νόμους.

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι τόσο ελκυστικό στην κατοχή μιας τέχνης τόσο εντυπωσιακής όσο είναι εκείνη που προσδίδει σε όλες τις γνώσεις μας τη μορφή της διάνοιας —μολονότι ως προς το περιεχόμενό τους μπορεί κανείς να παραμένει εντελώς κενός και πάμπτωχος—, ώστε εκείνη η γενική λογική, η οποία αποτελεί απλώς έναν κανόνα αξιολόγησης, χρησιμοποιείται επίσης ως όργανο πραγματικής παραγωγής ή τουλάχιστον ως όργανο δημιουργίας της ψευδαίσθησης αντικειμενικών ισχυρισμών. Επομένως, η χρήση που της έγινε υπήρξε στην πραγματικότητα καταχρηστική.

Η γενική λογική, λοιπόν, όταν χρησιμοποιείται ως ένα τέτοιο δήθεν όργανο, ονομάζεται διαλεκτική».

Σε ανάλογη πλάνη μάς οδηγεί και η υπερβατολογική λογική. Αφού δηλώσει ότι η υπερβατολογική λογική εκθέτει τις αρχές που είναι αναγκαίες για τη γνώση ενός αντικειμένου και ονομάσει αυτό το μέρος «Αναλυτική», ο Kant συνεχίζει:

«Επειδή όμως είναι εξαιρετικά δελεαστικό και ελκυστικό να χρησιμοποιούμε αυτές και μόνο τις καθαρές γνώσεις της διάνοιας και τις καθαρές αρχές της ακόμη και πέρα από τα όρια της εμπειρίας —η οποία, εντούτοις, είναι η μόνη που μπορεί να μας προσφέρει την ύλη, δηλαδή τα αντικείμενα, και στην οποία μπορούν να εφαρμοστούν εκείνες οι καθαρές έννοιες της διάνοιας—, η διάνοια διατρέχει τον κίνδυνο να χρησιμοποιήσει, με μάταιους σοφιστικούς συλλογισμούς, ως υλικές αρχές εκείνες που είναι απλώς τυπικές αρχές της καθαρής διάνοιας και να κρίνει αδιακρίτως σχετικά με αντικείμενα τα οποία δεν μας έχουν καθόλου δοθεί και τα οποία πιθανότατα δεν μπορούν να μας δοθούν με κανέναν τρόπο».

Ο Kant ονομάζει τη χρήση της διάνοιας στην περίπτωση αυτή —ή, ακριβέστερα, την κατάχρησή της— «διαλεκτική».

Επομένως, υπερβατολογική διαλεκτική θα είναι εκείνο το μέρος της Κριτικής του καθαρού λόγου στο οποίο εξετάζονται οι περιπτώσεις όπου η διάνοια ωθείται να χρησιμοποιήσει τις κατηγορίες της ακόμη και εκεί όπου δεν δίνεται τίποτε πάνω στο οποίο αυτές οι κατηγορίες θα μπορούσαν να ασκήσουν τη συνθετική τους ενέργεια· εκεί, δηλαδή, όπου δεν μπορεί να υπάρξει καμία προσδιορισμένη γνώση.

Ο Kant δεν θα μπορούσε να τονίσει περισσότερο τη συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών. Παρουσιάζει ως μία και την ίδια την αιτία των πλανών στις οποίες υποπίπτουν τόσο η τυπική όσο και η υπερβατολογική λογική.

Και οι δύο περιπίπτουν σε πλάνη όταν μετατρέπονται σε όργανα παραγωγής περιεχομένων τα οποία δεν μπορούν να παραγάγουν: η τυπική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα οποιουδήποτε είδους —διότι η τυπική λογική δεν παράγει κανενός είδους περιεχόμενο—· η υπερβατολογική λογική, όταν καλείται να παραγάγει περιεχόμενα ευρύτερα από εκείνα που προσφέρει στη διάνοια η αισθητικότητα.


Όπως υπάρχει συμμετρία μεταξύ των δύο λογικών από την άποψη του κινδύνου στον οποίο μας εκθέτει το «περιεχόμενο», έτσι υπάρχει συμμετρία και από την άποψη της «μορφής» —και η μεταφυσική παραγωγή θα θελήσει να δείξει ότι υπάρχει ακόμη και κάτι περισσότερο από συμμετρία. Τόσο η μία όσο και η άλλη διέπουν a priori τη δυνατότητα να νοηθούν τα αντικείμενα. Η τυπική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται τα αντικείμενα εν γένει· η υπερβατολογική λογική διέπει τη δυνατότητα να νοούνται με προσδιορισμένο τρόπο —δηλαδή να γνωρίζονται— τα αντικείμενα που συγκροτούν τον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας. Τόσο η μία όσο και η άλλη προσδίδουν λογική δομή σε ό,τι μπορούν να αγγίξουν.

Πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου τους κινδύνους αυτής της συμμετρίας, διότι μέσα της κρύβεται η αβεβαιότητα της μεταξύ τους σχέσης. Μιας σχέσης η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, θα έπρεπε να συνδέει άρρηκτα τη μία λογική με την άλλη.


Συνεχίζεται με:

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι – ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ

ΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ, ΤΗΝ ΤΥΠΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ, ΓΕΝΙΚΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ.  ΓΙΑΤΙ ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΤ ΘΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ. 

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 3

 Συνέχεια από 16. Σεπτέμβριος 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 3

Luigi Scaravelli, Scritti kantiani

Καντιανές μελέτες


Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ


ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

Ο Kant διαιρεί αυτές τις εισαγωγικές σελίδες της Υπερβατολογικής Λογικής σε τέσσερις ενότητες, προκειμένου να αναδείξει καλύτερα όσα συνδέουν και όσα διακρίνουν την παραδοσιακή τυπική λογική από τη νέα υπερβατολογική λογική του. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε το κείμενο σελίδα προς σελίδα —όπως θα κάνουμε συχνά στη συνέχεια—, αλλά θα επισημάνουμε μόνο τα κύρια σημεία της καντιανής επιχειρηματολογίας.

Α. Η ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ


Το τι εννοούσαν ως λογική στην εποχή του Kant ήταν, τουλάχιστον ως προς τις γενικές γραμμές του, κοινώς αποδεκτό. Και ως προς αυτό ο Kant θεωρεί ότι χρειάζεται να επιφέρει μόνο επιμέρους τροποποιήσεις. Μάλιστα, ως επιχείρημα υπέρ της καθολικής και αναγκαίας εγκυρότητας αυτής της λογικής προβάλλει ακριβώς το γεγονός ότι επί αιώνες δεν κατέστη δυνατόν να τροποποιηθεί:
«Το αν η επεξεργασία των γνώσεων που ανήκουν στο πεδίο του λόγου ακολουθεί ή όχι την ασφαλή οδό μιας επιστήμης μπορεί να κριθεί αμέσως από το αποτέλεσμα […]. Ότι η λογική ακολούθησε αυτή την ασφαλή πορεία ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους γίνεται φανερό από το γεγονός ότι, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη, δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα πίσω, εκτός αν θελήσουμε να θεωρήσουμε ως διορθώσεις την εγκατάλειψη ορισμένων περιττών λεπτολογιών ή τον σαφέστερο προσδιορισμό της έκθεσής της· πράγματα που αφορούν περισσότερο την κομψότητα παρά τη βεβαιότητα μιας επιστήμης.

Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι έως σήμερα η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα, κατά τα φαινόμενα, να πρέπει να θεωρηθεί κλειστή και ολοκληρωμένη. Πράγματι, εάν ορισμένοι νεότεροι ισχυρίστηκαν ότι την επέκτειναν προσθέτοντας σε αυτήν ορισμένα κεφάλαια —είτε ψυχολογικά, σχετικά με τις διάφορες γνωστικές δυνάμεις, όπως η φαντασία και η ευφυΐα· είτε μεταφυσικά, σχετικά με την προέλευση της γνώσης ή με τα διαφορετικά είδη βεβαιότητας ανάλογα με τη διαφορετικότητα των αντικειμένων, όπως ο ιδεαλισμός, ο σκεπτικισμός κ.λπ.· είτε ανθρωπολογικά, σχετικά με τις προκαταλήψεις, τις αιτίες και τα μέσα θεραπείας τους—, αυτό αποδεικνύει ότι αγνοούν την ιδιαίτερη φύση αυτής της επιστήμης.

Δεν αποτελεί διεύρυνση αλλά παραμόρφωση των επιστημών η υπέρβαση των αμοιβαίων ορίων τους. Το όριο όμως της λογικής καθορίζεται επαρκώς από το γεγονός ότι αυτή είναι μια επιστήμη η οποία εκθέτει διεξοδικά και αποδεικνύει αυστηρά μόνο τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης, είτε αυτή είναι a priori είτε εμπειρική, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση και το αντικείμενό της και είτε συναντά στον νου μας τυχαία είτε φυσικά εμπόδια.

Εάν η λογική έχει επιτύχει τόσο καλά, οφείλει αυτό το πλεονέκτημα αποκλειστικά στην οριοθέτησή της, χάρη στην οποία δικαιούται ή, καλύτερα, υποχρεούται να αφαιρεί όλα τα αντικείμενα της γνώσης και τις μεταξύ τους διαφορές. Επομένως, ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή.

Ήταν φυσικό να είναι πολύ δυσκολότερο για τον λόγο να εισέλθει στην ασφαλή οδό της επιστήμης, όταν έπρεπε να ασχολείται όχι μόνο με τον εαυτό του αλλά και με τα αντικείμενα. Γι’ αυτό η λογική, ως προπαιδευτική επιστήμη, δεν αποτελεί σχεδόν τίποτε περισσότερο από τον προθάλαμο των επιστημών· και όταν γίνεται λόγος για γνώσεις, προϋποτίθεται βέβαια μια λογική για την κρίση σχετικά με αυτές, το περιεχόμενό τους όμως πρέπει να αναζητηθεί στις καθαυτό και αντικειμενικά αποκαλούμενες επιστήμες».¹

Το σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτή τη σελίδα είναι το εξής: ότι η λογική περιέχει «τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης» και ότι «ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή».

Πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι, ακριβώς επειδή στη λογική ο νους δεν έχει να κάνει με τα αντικείμενα, η λογική από μόνη της δεν επαρκεί για να μας δώσει ό,τι είναι αναγκαίο για τη γνώση των αντικειμένων. Για να αποκτήσουμε αυτή τη γνώση, θα χρειαστεί κάτι πέρα από —όχι όμως αντίθετο προς— την τυπική λογική.

Και στην πρώτη σελίδα της Εισαγωγής στην Υπερβατολογική Λογική ο Kant επαναλαμβάνει ότι «η λογική της γενικής χρήσης […] περιλαμβάνει τους απολύτως αναγκαίους νόμους της σκέψης, χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει καμία χρήση του νου». Πρέπει να προσεχθεί το εξής: η κατάργηση της τυπικής λογικής θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου. Γι’ αυτό ο Kant, μολονότι διαπιστώνει την ανεπάρκειά της για τη γνώση, θα τη διατηρήσει ως conditio sine qua non, δηλαδή ως κάτι του οποίου η κατάργηση θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου και, επομένως, κάθε γνώσης· διότι, για τον Kant, το μοναδικό όργανο της επιστημονικής γνώσης είναι ο νους στη συνθετική σύνδεσή του με την αισθητικότητα.

Στο πεδίο αυτής της παραδοσιακής λογικής εντάσσεται και η επίσης παραδοσιακή διαδικασία μέσω της οποίας ο νους αναλύει ένα δεδομένο quid και φέρνει στο φως τα στοιχεία από τα οποία αυτό αποτελείται. Η διαδικασία αυτή είναι μια ανάλυση του δεδομένου. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό το quid δίνεται ή είναι παρόν στον νου, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να μας πει τίποτε. Αντιθέτως, αυτή η αναλυτική διαδικασία προϋποθέτει την παρουσία του quid που πρόκειται να αναλυθεί και δεν θέτει το πρόβλημα της δυνατότητας αυτής της παρουσίας.

Για τη διαδικασία αυτή ο Kant μιλά εκτενώς στην Εισαγωγή που προτάσσει στην Κριτική, όπου παρουσιάζει τη διαφορά μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών κρίσεων. Περιορίζομαι σε ένα σύντομο παράθεμα:
«Ένα μεγάλο μέρος, ίσως το μεγαλύτερο, των δραστηριοτήτων του λόγου μας συνίσταται στις αναλύσεις των εννοιών που ήδη διαθέτουμε για τα αντικείμενα. [Πρέπει να προσεχθεί: αυτές οι έννοιες των αντικειμένων είναι ήδη παρούσες μέσα μας. Η ανάλυση αρχίζει προϋποθέτοντας ότι είναι παρούσες και το πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατή η παρουσία τους δεν ανήκει στην αναλυτική διαδικασία]. Αυτό μας παρέχει πλήθος γνώσεων, οι οποίες, μολονότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από διασαφηνίσεις και επεξηγήσεις εκείνου που ήταν ήδη νοημένο —αν και ακόμη με συγκεχυμένο τρόπο— μέσα στις έννοιές μας, εκτιμώνται εντούτοις, τουλάχιστον ως προς τη μορφή τους, ως νέες γνώσεις· μολονότι, ως προς την ύλη και το περιεχόμενό τους, δεν διευρύνουν καθόλου τις έννοιες που ήδη κατέχουμε, αλλά απλώς τις αναπτύσσουν τη μία από την άλλη».²


Το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία είναι μια «αναλυτική κρίση». Ο λόγος για τον οποίο η διαδικασία αυτή, μολονότι σχετίζεται με ένα δεδομένο περιεχόμενο, υπάγεται στους νόμους της τυπικής λογικής είναι ο εξής: η αρχή που τη διέπει, δηλαδή η αρχή που κυβερνά την ανάλυση την οποία πραγματοποιεί, είναι η αρχή της ταυτότητας.

Πράγματι, αυτή η αναλυτική διαδικασία νοείται ως διαδικασία που εξάγει από ένα δεδομένο quid, για παράδειγμα από το Α, τα γνωρίσματα τα οποία, επειδή περιέχονται ήδη μέσα σε αυτό το Α, δεν αποτελούν τελικά τίποτε άλλο παρά τη σαφή επεξήγηση της φύσης του Α. Αρχικά, εμείς —εξαιτίας της έλλειψης παντοδυναμίας του νου μας— βλέπουμε αυτό το Α σε συγκεχυμένη κατάσταση. Η ανάλυση μας το καθιστά βαθμιαία σαφές και διακριτό. Έτσι, στο τέλος, όταν διαθέτουμε μια σαφή έννοια αυτού του Α, μπορούμε να διατυπώσουμε αυτή τη σαφήνεια με την ακόλουθη κρίση: Α είναι Β. Το Β όμως, δηλαδή το κατηγόρημα που ήλθε στο φως μέσω της ανάλυσης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η φύση του Α. Επομένως, η κρίση εκείνη είναι συνώνυμη —από λογική άποψη— με τον τύπο: Α είναι Α.

Με άλλα λόγια: η κρίση «Α είναι Β» εντάσσεται —στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία το Β περιεχόταν ήδη στο Α— στην τυπική λογική, διότι, αυστηρά μιλώντας, δεν είναι παρά μια ανάλυση εκείνου του προηγουμένως συγκεχυμένου quid. Γι’ αυτό, ως προς το περιεχόμενο, δεν παρουσιάζει τίποτε νέο. Η τυπική δομή της κρίσης ισοδυναμεί, σε αυτή την περίπτωση, ακριβώς με το «Α είναι Α». Αυτή είναι η ταυτότητα που βρίσκεται στη βάση της τυπικής λογικής.

Μου φαίνεται περιττό να υπενθυμίσω ότι ο Kant καθιστά τη διαφορά μεταξύ αυτής της αναλυτικής διαδικασίας και της νέας διαδικασίας που ανακάλυψε ο ίδιος —της συνθετικής a priori— άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η «κοπερνίκεια επανάστασή» του στο πεδίο της γνώσης. Είναι επίσης περιττό να υπενθυμίσω τόσο τις επικρίσεις που διατυπώνει εναντίον της στειρότητας της αναλυτικής κρίσης και της ανεπάρκειας από την οποία αυτή πάσχει εκ φύσεως —δεν διευρύνει τη γνώση και δεν δικαιολογεί την παρουσία του quid, το οποίο της είναι εντούτοις απαραίτητο για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάλυση— όσο και τον καντιανό ισχυρισμό ότι, εάν η παραδοσιακή μεταφυσική —
ο Kant έχει κατά νου ιδίως τη μεταφυσική του Wolff και του Baumgarten— ήταν πεπεισμένη ότι διεύρυνε τη γνώση της, το έκανε μέσω ενός αδικαιολόγητου άλματος από την αναλυτική διαδικασία σε μια διαδικασία εντελώς διαφορετικού είδους, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται αυτό το άλμα και χωρίς να εξετάζει κριτικά την εγκυρότητά του. Αυτό σημαίνει τελικά ότι δεν εξέταζε κριτικά την εγκυρότητα της ίδιας της μεταφυσικής, δηλαδή την αξίωσή της να αποτελεί επιστήμη.

Δεν μου φαίνεται όμως περιττό να υπογραμμίσω τη σημασία που έχει στην Κριτική η παρουσία αυτής της αναλυτικής διαδικασίας, για την οποία φαίνεται ότι ο Kant δεν μιλά πλέον στη συνέχεια του έργου. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν λείπουν εδώ κι εκεί φράσεις ή παρενθετικές παρατηρήσεις που αναφέρονται άμεσα σε αυτήν· φράσεις ή παρατηρήσεις που εμφανίζονται μαζί με επαναλήψεις ορισμών της τυπικής λογικής, όπως εκείνος σύμφωνα με τον οποίο αυτή εκθέτει τους νόμους του νου χωρίς καμία αναφορά στο αντικείμενο.


Μία από αυτές τις φράσεις βρίσκεται στην αρχή της § 10:

«Όπως έχει ήδη ειπωθεί πολλές φορές, η γενική λογική αφαιρεί όλο το περιεχόμενο της γνώσης και περιμένει, επομένως, να της δοθούν από οπουδήποτε οι παραστάσεις —οι οποίες αποτελούν ακριβώς το περιεχόμενο—, ώστε να τις μετατρέψει σε έννοιες· αυτό πραγματοποιείται αναλυτικά».

Εδώ δεν εξετάζεται η σχέση των λογικών μορφών μεταξύ τους, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας ένα δεδομένο quid —και επειδή δεν εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο μας δίνεται, ο Kant λέει ότι είναι «δεδομένο από οπουδήποτε»— μετατρέπεται σε ένα προϊόν επεξεργασμένο από τον νου, δηλαδή σε μια έννοια. Και αυτή η διαδικασία, επιμένει ο Kant, «πραγματοποιείται αναλυτικά». Υπάγεται, δηλαδή, στην αιγίδα της τυπικής λογικής. Το προϊόν στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία μπορεί, κατά τον Kant, να είναι τόσο μια έννοια όσο και μια κρίση. Διότι, όπως θα δούμε παρακάτω, μια κρίση —σε αυτό το ακόμη τυπικό πεδίο— δεν είναι για τον Kant τίποτε άλλο παρά μια έννοια που έχει καταστεί σαφής και διακριτή.

Όπως στο χωρίο που μόλις παρατέθηκε, έτσι και σε αρκετά άλλα σημεία του έργου ο Kant επανέρχεται σε αυτή τη διαδικασία, η οποία προχωρεί αναλυτικά από το συγκεχυμένο στο σαφές και καταλήγει σε μια αναλυτική κρίση. Η σημασία αυτής της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι ο Kant, στις σελίδες της Μεταφυσικής Παραγωγής, όπου δείχνει πώς οι κατηγορίες συνδέονται με τη λογική μορφή των κρίσεων, δηλαδή με την ενδότατη δομή της τυπικής λογικής, έχει κατά νου ακριβώς αυτή την αναλυτική διαδικασία, δυνάμει της οποίας ένα δεδομένο quid οδηγείται σε εννοιολογική σαφήνεια μέσω της διατύπωσης μιας κρίσης, και όχι τόσο τους συνήθεις ορισμούς που ο ίδιος έχει δώσει για τη λογική ως επιστήμη των καθαρών τυπικών σχέσεων.

Ίσως δεν είναι παράτολμο να προσθέσουμε την ακόλουθη σκέψη: εάν η αξία που έχουν οι κατηγορίες, ως κάτι καθολικό και αναγκαίο, απορρέει από τη σύνδεσή τους με την τυπική λογική —αξία καθολικότητας και αναγκαιότητας, μέσω της οποίας καθιστούν με τη σειρά τους αναγκαίο ή καθολικό εκείνο που προσδιορίζεται ή ενοποιείται από αυτές—, γιατί η απόδειξη αυτής της σύνδεσης ονομάζεται «Μεταφυσική Παραγωγή» και δεν ονομάζεται «Λογική Παραγωγή»;

Δεν είναι αθέμιτο να υποθέσουμε ότι ονομάστηκε μεταφυσική επειδή ο Kant δεν συνδέει τις κατηγορίες με τη λογική καθόσον αυτή περιέχει απλώς τυπικούς νόμους, αλλά καθόσον διέπει τη δομή αυτής της αναλυτικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια κρίση.

Και επειδή αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς εκείνη την οποία, στα μάτια του Kant, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η μεταφυσική για να γνωρίσει την πραγματικότητα, της αρμόζει η ονομασία «μεταφυσική». Κατά συνέπεια, η απόδειξη —δηλαδή η «παραγωγή»— της σύνδεσης των κατηγοριών με τον σχηματισμό των κρίσεων και, ακριβέστερα, με τη «μορφή» των κρίσεων στις οποίες καταλήγει η διαδικασία της, θα ονομαστεί «Μεταφυσική Παραγωγή».


Β. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗΛΛΛ][][

ΚΑΘΑΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 2

Συνέχεια από  Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026


ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 2

Luigi Scaravelli, Scritti kantiani

Καντιανές μελέτες

Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την κυοφορία της Κριτικής κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας· το υλικό όμως που διαθέτουμε —οι επιστολές και οι στοχασμοί ή σημειώσεις, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί αλλά δεν φέρουν χρονολογία και, γι’ αυτό, είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν για τον συγκεκριμένο σκοπό— δεν επαρκεί ώστε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα την πορεία που ακολούθησε ο Kant. Παρ’ όλα αυτά, αν βασιστούμε κυρίως σε μια ομάδα σελίδων, το λεγόμενο Nachlass του Duisburg, που περιλαμβάνει έναν πυρήνα χρονολογημένο το 1775, μπορούμε να διακρίνουμε, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, ορισμένα από τα στάδια από τα οποία πέρασε το καντιανό πρόβλημα προτού καταλήξει στη λύση που παρουσιάζεται στην Κριτική.

Εμείς, όμως, πρέπει να περιοριστούμε στην ανάλυση των σελίδων της Κριτικής. Θα αναφέρω μόνο δύο πράγματα: πρώτον, δεν φαίνεται ότι στην επιστολή προς τον Herz ο Kant είχε προχωρήσει πολύ σε σχέση με τη λύση του 1781· διότι, μιλώντας για «λίγες αρχές» και «λίγους νόμους», δείχνει ότι δεν είχε ακόμη ανακαλύψει εκείνο που αργότερα θα γινόταν ο κεντρικός πυρήνας των Παραγωγών: μία ενιαία αρχή αντικειμενικής εγκυρότητας. Δεύτερον, το κείμενο του Duisburg είναι πολύ σημαντικό. Σε αυτό ο Kant διερευνά με ποιον τρόπο κρίσεις οι οποίες, ως προς τη δομή τους, είναι υποκειμενικές ή αποτελούν έργο της διάνοιάς μας μπορούν να ισχύουν για τα ίδια τα αντικείμενα που συγκροτούν το πεδίο της εμπειρίας μας. Οι κρίσεις που εξετάζονται εκτενέστερα και επανειλημμένα είναι εκείνες που αργότερα θα αποτελέσουν τις «Αναλογίες της εμπειρίας» στην Αναλυτική των αρχών: η αρχή της μονιμότητας, η αρχή της αιτιότητας και η αρχή της αμοιβαιότητας.

Από αυτές τις σελίδες γίνεται φανερό: πρώτον, ότι ο Kant προσπαθεί να ανακαλύψει τη σύνδεση μεταξύ της διάνοιας, θεωρούμενης ως ικανότητας της κρίσης, και εκείνων των a priori μορφών της αισθητικότητας —ιδίως του χρόνου— τις οποίες, από το 1770 και μετά, δεν εγκατέλειψε πλέον· δεύτερον, ότι δεν έχει ακόμη ανακαλύψει εκείνο που αργότερα θα αποκαλέσει «τον μίτο για την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών», δηλαδή των κατηγοριών· τρίτον, ότι κατά την κυοφορία της Κριτικής ο Kant ακολούθησε μια πορεία αντίστροφη από εκείνη που θα χρησιμοποιούσε κατά τη συγγραφή του κεντρικού μέρους του έργου.

Πράγματι, η πορεία που ακολούθησε ο Kant —τουλάχιστον στον βαθμό που μπορούμε να συμπεράνουμε από τα σωζόμενα τεκμήρια— ήταν η ακόλουθη: αρχικά εξέτασε λεπτομερώς επιμέρους περιπτώσεις κρίσεων που καθορίζουν τη συγκρότηση των αντικειμένων της εμπειρίας· κατόπιν προσπάθησε να απομονώσει αυτές τις κρίσεις ή, ακριβέστερα, την ενότητα που βρίσκεται στη βάση τους —εκτός εάν αυτό είχε ήδη γίνει μεταξύ 1772 και 1775· και τέλος —αυτό το τρίτο στάδιο δεν μπορεί να χρονολογηθεί με κανέναν τρόπο, φαίνεται όμως ότι βρίσκεται πολύ κοντά στη συγγραφή της Κριτικής, δηλαδή γύρω στο 1780— διέκρινε τον «μίτο», δηλαδή τη σύνδεση μεταξύ αυτής της ενότητας, η οποία βρίσκεται στη βάση των κρίσεων, και της γενικής ή τυπικής λογικής.

Στην Κριτική, τώρα, ο Kant εκθέτει πρώτα αυτή την τελευταία ανακάλυψη υπό τον τίτλο της Μεταφυσικής παραγωγής. Έπειτα παρουσιάζει την ενοποιητική λειτουργία της διάνοιας εν γένει, χωρίς να την εξειδικεύει ή να την υποδιαιρεί στις επιμέρους λειτουργίες ή κατηγορίες της· αυτό αντιστοιχεί στο δεύτερο στάδιο που περιγράφηκε προηγουμένως, και ο Kant ονομάζει αυτή την έκθεση Υπερβατολογική παραγωγή. Τέλος, παρουσιάζει —υπό τον τίτλο της Αναλυτικής των αρχών— ακριβώς εκείνη την ομάδα επιχειρημάτων πάνω στην οποία είχε εργαστεί κατά τα χρόνια γύρω από το 1775.

Είναι φανερό ότι από αυτή την αναδιάταξη προκύπτει πως ορισμένες σελίδες δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο εάν γνωρίζει κανείς ήδη το περιεχόμενο εκείνων που ακολουθούν —και συχνά πολύ αργότερα. Ο Kant, όμως, θεώρησε ότι η θεωρία του θα παρουσιαζόταν με επιστημονικότερο και, κατά κάποιον τρόπο, καλύτερα τεκμηριωμένο τρόπο αν ακολουθούσε τη διάταξη που τελικά επέλεξε: να ξεκινήσει δηλαδή από τα πάνω —από τη σύνδεση των κατηγοριών με τη δομή της γενικής λογικής—, να κατεβεί κατόπιν στη σύνθεση και να ολοκληρώσει, τέλος, με εκείνο που του φαινόταν ως εξειδίκευση της γενικής αρχής, δηλαδή με την εξέταση της σύνθεσης που επιτελεί κάθε επιμέρους κατηγορία.


Προτού ολοκληρώσουμε αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι η διατύπωση που έδωσε ο Kant στο πρόβλημά του στην επιστολή του Φεβρουαρίου του 1772 προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη μορφή, η οποία διακρίνεται ήδη στην ίδια αυτή επιστολή, αλλά ήρθε στο προσκήνιο μόνο αργότερα.

Η γενική διατύπωση συνίσταται, όπως είδαμε παραπάνω, στη θέση του προβλήματος της σχέσης μεταξύ των παραστάσεών μας και του αντικειμένου. Η ειδικότερη και ολοένα περισσότερο τεχνική μορφή που προσλαμβάνει η έρευνα είναι, αντιθέτως, η ακόλουθη: οι κρίσεις που διατυπώνουμε πρέπει να έχουν εγκυρότητα για τα αντικείμενα· πώς πραγματοποιείται αυτή η αναφορά των κρίσεων στα αντικείμενα;

Με αυτόν τον δεύτερο τρόπο παρουσίασης, όπως έλεγα, το πρόβλημα γίνεται περισσότερο τεχνικό, επειδή αποκτά την αυστηρότητα που αρμόζει από τη φύση της στη δομή, δηλαδή στη μορφή της κρίσης.

Χάρη σε αυτή τη διατύπωση, η γενική λογική συνδέεται στενά με το αρχικό πρόβλημα της σχέσης μεταξύ παραστάσεων και αντικειμένων —εκτός εάν, από την άποψη της χρονολογικής εξέλιξης, τα πράγματα συνέβησαν ακριβώς αντίστροφα· αυτό όμως δεν θα επέφερε καμία διαφορά ως προς την αξία και την εγκυρότητα αυτής της σχέσης. Και χάρη στη σύνδεση μεταξύ της λογικής δομής της κρίσης και της σύνθεσης που επιτελεί η διάνοια πάνω στην πολλαπλότητα της εποπτείας —αυτός είναι ο λιγότερο τεχνικός και γενικότερος τρόπος με τον οποίο ο Kant πραγματεύεται συχνά το πρόβλημα— θα επιτευχθεί το εξαιρετικά σημαντικό αποτέλεσμα ότι κάθε «φαινόμενο», ή «γνωστό αντικείμενο», θα είναι συνυφασμένο από δύο αδιάσπαστα στοιχεία: ένα εποπτικό και ένα λογικό.

Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα των συνεπειών αυτής της αντίληψης, στη σύγχρονη διαμάχη για το αν τα μαθηματικά είναι λογικοί ή εποπτικοί κλάδοι, ο Kant δεν θα συντασσόταν ούτε με τους υποστηρικτές της πρώτης κατεύθυνσης ούτε με εκείνους της δεύτερης. Θα επέμενε, αντιθέτως, στον σύνθετο, «συνθετικό» χαρακτήρα αυτών των επιστημών, οι οποίες είναι συγχρόνως εποπτικές και λογικές, διότι η λογική αποτελεί τον σκελετό ή τον συνδετικό ιστό του εποπτικού στοιχείου. Αυτό, όμως, θα μπορέσει να γίνει σαφώς ορατό μόνο στο τέλος της Υπερβατολογικής παραγωγής.

Μολονότι, όπως αναφέρθηκε στην πρώτη σελίδα, θα ασχοληθούμε μόνο με την Αναλυτική των εννοιών, δεν μπορώ να αποφύγω μια, έστω και σύντομη, αναφορά στην Αναλυτική των αρχών.

Η Αναλυτική των αρχών μπορεί να θεωρηθεί ως μια εκτεταμένη και λεπτομερής έρευνα, στην οποία ο Kant εξετάζει μία προς μία τις επιμέρους κατηγορίες και δείχνει για καθεμία από αυτές τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται ή συντίθεται με τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή με εκείνες τις a priori μορφές της αισθητικότητας τις οποίες ανέδειξε εκτενώς η Υπερβατολογική Αισθητική και τις οποίες πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου, προκειμένου να κατανοήσουμε τη διαδικασία που διέπει την καντιανή σκέψη σε ολόκληρη την Κριτική του καθαρού λόγου.

Εξαιτίας αυτού του ιδιαίτερου χαρακτήρα της καντιανής έρευνας, το βιβλίο περί των αρχών αξιολογήθηκε με διαφορετικούς τρόπους από τους ερμηνευτές. Θεωρήθηκε δηλαδή:

Όχι απλώς ως αποσαφήνιση, αλλά ως αναγκαία ολοκλήρωση εκείνης της a priori σύνθεσης που στο προηγούμενο βιβλίο είχε σκιαγραφηθεί μόνο στις γενικές γραμμές της· για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο βιβλίο θα αποτελούσε μέρος του πιο ζωντανού πυρήνα της καντιανής Αναλυτικής.

Ή θεωρήθηκε ως ένα βιβλίο στο οποίο ο Kant περιόρισε την ισχύ της a priori σύνθεσης στο πεδίο της μαθηματικής φυσικής, ενώ η ισχύς της είναι πολύ ευρύτερη και εκτείνεται πολύ πέρα από το στενό πεδίο του χώρου και του χρόνου, όταν αυτό νοείται με την επιστημονική σημασία. Παραδείγματα αυτής της επέκτασης της σύνθεσης πέρα από τα χωροχρονικά όρια προσέφερε αμέσως η φιλοσοφία μετά τον Kant, αρχικά με τον Fichte —για να μη μιλήσουμε για λιγότερο γνωστούς στοχαστές— και κατόπιν με τον Schelling και τον Hegel.

Πρέπει, ωστόσο, να προσθέσουμε ότι, ακόμη και αν δεχθούμε αυτή τη δεύτερη ερμηνεία, η Αναλυτική των αρχών παραμένει ο κεντρικός εμπνευστικός πυρήνας των διαφόρων φιλοσοφιών της φύσης που διαμόρφωσαν οι ρομαντικοί στοχαστές έως τον Hegel. Μάλιστα, οι αρχές αυτές δεν αποτελούν απλώς το κέντρο έμπνευσής τους, αλλά συγκροτούν την αφανή δομή και την εσωτερική αρχιτεκτονική όλων αυτών των φιλοσοφικών κατασκευών της φύσης.

Σημειώσεις:

1 Για την ακρίβεια, όχι και οι δώδεκα κατηγορίες, διότι ο Kant αντιστοιχίζει μία μόνο αρχή στις τρεις κατηγορίες της ποσότητας και μία μόνο αρχή στις τρεις κατηγορίες της ποιότητας, ενώ αντιστοιχίζει τρεις αρχές στις τρεις κατηγορίες της σχέσης και τρεις αρχές στις τρεις κατηγορίες της τροπικότητας.

Συνεχίζεται με:

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

Ο Kant υποδιαιρεί αυτές τις εισαγωγικές σελίδες της Υπερβατολογικής Λογικής σε τέσσερις ενότητες, προκειμένου να αναδείξει σαφέστερα τόσο όσα συνδέουν όσο και όσα διακρίνουν την παραδοσιακή τυπική λογική από τη νέα υπερβατολογική λογική του. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε το κείμενο σελίδα προς σελίδα —όπως θα κάνουμε συχνά στη συνέχεια—, αλλά θα επισημάνουμε μόνο τα κυριότερα σημεία της καντιανής επιχειρηματολογίας.

Α. Η ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 1

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 1

Luigi Scaravelli, Scritti kantiani

Καντιανές μελέτες

Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Από τα τρία κύρια μέρη που συγκροτούν την Κριτική του καθαρού λόγου —την Υπερβατική Αισθητική, την Υπερβατική Αναλυτική και την Υπερβατική Διαλεκτική— εμείς, στα μαθήματα αυτά, θα εξετάσουμε μαζί μόνο την Υπερβατική Αναλυτική. Και από αυτή την Αναλυτική, η οποία υποδιαιρείται σε δύο βιβλία —την Αναλυτική των εννοιών και την Αναλυτική των αρχών— θα σταθούμε μόνο στο πρώτο.

Η Αναλυτική των εννοιών είναι αφιερωμένη στην επίλυση ενός προβλήματος, ίχνη του οποίου συναντώνται σε πολλά προκριτικά έργα του Kant. Η πρώτη όμως σαφής και ρητή διατύπωση του προβλήματος, όπως αυτό παρουσιάζεται στην Κριτική του καθαρού λόγου, βρίσκεται στην επιστολή προς τον Marcus Herz της 21ης Φεβρουαρίου 1772, δηλαδή σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη δημοσίευση της Διατριβής του 1770.

Στο έργο αυτό ο Kant είχε διακρίνει με σαφήνεια, από τη μία πλευρά, τον αισθητό κόσμο και την αισθητικότητα και, από την άλλη, τον νοητό κόσμο και τη διάνοια. Και ενώ είχε μείνει τόσο ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε την αισθητικότητα, ώστε αυτό, δέκα χρόνια αργότερα, ενσωματώθηκε στην Υπερβατική Αισθητική σχεδόν αυτούσιο ή με μεταβολές μικρής σημασίας, δεν είχε αντιθέτως μείνει ικανοποιημένος από το μέρος που αφορούσε τη διάνοια.

Ιδού το απόσπασμα της επιστολής προς τον Herz, στο οποίο διατυπώνει το νέο του πρόβλημα:
«Έχοντας αναλογιστεί το θεωρητικό μέρος [της φιλοσοφίας] σε ολόκληρη την έκτασή του και σε όλες τις αμοιβαίες σχέσεις που έχουν μεταξύ τους τα επιμέρους τμήματά του, παρατήρησα ότι μου λείπει ακόμη κάτι ουσιώδες, κάτι που στις μακροχρόνιες μεταφυσικές έρευνές μου […] είχε διαφύγει της προσοχής μου και το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί το κλειδί ολόκληρου του μυστηρίου που μέχρι σήμερα παραμένει κρυμμένο από την ίδια τη μεταφυσική. Αναρωτήθηκα, δηλαδή: σε ποια βάση θεμελιώνεται η σχέση ανάμεσα σε εκείνο που ονομάζεται παράσταση μέσα μας και στο αντικείμενο;»

Δύο πράγματα πρέπει να επισημανθούν αμέσως σε αυτά τα λόγια του Kant:
Ο Kant αποδέχεται από την παράδοση τη διάσπαση ανάμεσα στην παράσταση, η οποία βρίσκεται μέσα μας, και στο αντικείμενο, το οποίο δεν βρίσκεται μέσα μας. Και μολονότι στη συνέχεια η Κριτική του καθαρού λόγου διαβρώνει αυτή την προσέγγιση, ο Kant διατηρεί κατά τόπους στα κριτικά έργα του αυτόν τον προκριτικό τρόπο παρουσίασης του προβλήματος.

Ο Kant δεν αμφιβάλλει εδώ ότι υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στην παράσταση και στο αντικείμενο· ρωτά μόνο ποιο είναι το θεμέλιο, η βάση που προσδίδει σε αυτή τη σχέση αυστηρό κύρος.

Ας συνεχίσουμε με την επιστολή του Kant, διαιρώντας την επιχειρηματολογία σε τρεις παραγράφους.
«Αν η παράσταση περιέχει μόνο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επηρεάζεται από το αντικείμενο, είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτή συμφωνεί με το αντικείμενο, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το αποτέλεσμα συμφωνεί με την αιτία του [ας σημειωθεί αυτή η ομοιογένεια μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος]· και είναι εύκολο να κατανοήσουμε πώς αυτός ο καθορισμός της ψυχής μας μπορεί να παριστά κάτι, δηλαδή μπορεί να έχει ένα αντικείμενο. Οι παθητικές ή αισθητές παραστάσεις έχουν, επομένως, μια κατανοητή σχέση με τα αντικείμενα· και οι αρχές που αντλούνται από τη φύση της ψυχής μας έχουν κατανοητό κύρος για όλα τα πράγματα, εφόσον αυτά πρέπει να αποτελούν αντικείμενα της αίσθησης».

Αυτή είναι η ουσία της Διατριβής που είχε γραφεί δύο χρόνια νωρίτερα και η οποία πέρασε κατόπιν, σχεδόν αυτούσια, στην Υπερβατική Αισθητική. Όσον αφορά, λοιπόν, τα αισθητά αντικείμενα, το ζήτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί τακτοποιημένο. Τι συμβαίνει όμως με τα νοητά, δηλαδή γενικά με τα μη αισθητά αντικείμενα ή, ακριβέστερα, με εκείνα στα οποία υπεισέρχεται η διάνοια;

«Στη Διατριβή είχα αρκεστεί να εκφράσω με αρνητικό τρόπο τη φύση των νοητικών παραστάσεων, λέγοντας ότι αυτές δεν αποτελούν τροποποιήσεις της ψυχής μέσω του αντικειμένου».
«Είχα πει: οι αισθητές παραστάσεις παριστούν τα πράγματα όπως εμφανίζονται, ενώ οι νοητικές όπως είναι […] Αποσιώπησα όμως το πώς είναι δυνατή μια παράσταση η οποία αναφέρεται σε ένα αντικείμενο χωρίς να επηρεάζεται κατά κάποιον τρόπο από αυτό […] Με ποιον τρόπο μας δίνονται τα πράγματα, αν δεν μας δίνονται μέσω του τρόπου με τον οποίο μας επηρεάζουν; Και αν αυτές οι νοητικές παραστάσεις εξαρτώνται από την εσωτερική μας δραστηριότητα, από πού προέρχεται η συμφωνία που πρέπει να έχουν με αντικείμενα τα οποία, ωστόσο, δεν παράγονται καθόλου από αυτές τις παραστάσεις;»

Πράγματι, σχετικά με αυτό το τελευταίο σημείο, δηλαδή με την αδυναμία των παραστάσεών μας να παράγουν αντικείμενα, ο Kant είχε πει λίγο προηγουμένως:
«Αν εκείνο που μέσα μας ονομάζεται παράσταση ήταν ενεργό σε σχέση με το αντικείμενο, δηλαδή αν μέσω της παράστασης παραγόταν το ίδιο το αντικείμενο, όπως όταν αντιλαμβανόμαστε τις θεϊκές γνώσεις ως αρχέτυπα των πραγμάτων, τότε θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε και τη συμφωνία τους με τα αντικείμενα […] Ωστόσο, ούτε η διάνοιά μας με τις παραστάσεις της αποτελεί την αιτία του αντικειμένου —εκτός από την ηθική, όπου αποτελεί την αιτία των σκοπών— ούτε το αντικείμενο αποτελεί την αιτία των νοητικών παραστάσεων».

Το ότι το αντικείμενο δεν παράγει νοητικές παραστάσεις είχε ήδη λεχθεί λίγο παραπάνω, στο σημείο 2. Και το αντικείμενο δεν παράγει παραστάσεις στη διάνοια, επειδή ο Kant θεωρεί τη διάνοια μη παθητική ικανότητα, δηλαδή μια ικανότητα η οποία δεν υφίσταται από έξω τροποποιήσεις, επιδράσεις ή επηρεασμούς κανενός είδους.

Είναι αναγκαίο να σταθούμε στο επιχείρημα που περιέχεται στην ίδια αυτή παράγραφο, δηλαδή στο ότι η διάνοιά μας, με τις παραστάσεις της, δεν αποτελεί την αιτία της ύπαρξης των αντικειμένων. Με αυτή τη διατύπωση, η οποία απαντά σχεδόν απαράλλακτη σε πολλά σημεία της Κριτικής, ο Kant διακρίνει τη θεία από την ανθρώπινη διάνοια. Η θεία διάνοια νοείται, ή μπορεί να νοηθεί, ως τέτοια ώστε να μπορεί μέσω των δικών της παραστάσεων να παράγει την πραγματικότητα των αντικειμένων. Η ανθρώπινη διάνοια δεν είναι δημιουργική διάνοια.

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε από τώρα ότι η διάνοια την οποία εξετάζει η Κριτική του καθαρού λόγου, το «Εγώ σκέπτομαι», το οποίο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το κέντρο αυτής της διάνοιας, και η υπερβατική αυτοσυνείδηση (Apperzeption), η οποία αποτελεί το κέντρο αυτού του κέντρου, δεν είναι δημιουργικές δραστηριότητες: όχι μόνο δεν δημιουργούν τα φαινόμενα, αλλά δεν δημιουργούν ούτε τις κατηγορίες —ή καθαρές έννοιες—, επειδή οι κατηγορίες αυτές αποτελούν την ίδια τη σύσταση ή διάρθρωση της διάνοιας και όχι προϊόντα της δραστηριότητάς της.

Η ανθρώπινη διάνοια, για να το πούμε με ακριβέστερους όρους, περισσότερο σύμφωνους με τη λογική και γνωσιολογική ορολογία που χρησιμοποιεί ο Kant, όχι μόνο δεν είναι ταυτόσημη με τη θεία διάνοια, αλλά δεν είναι ούτε εποπτική διάνοια. Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι στη βάση της λογικής δομής μιας εποπτικής διάνοιας βρίσκεται η αρχή της ταυτότητας, η οποία είναι αναλυτική αρχή.

Πράγματι, είτε αντιληφθούμε τη νοητική εποπτεία ως επαφή, ως βύθιση του εποπτευόμενου πράγματος μέσα στην εποπτεύουσα διάνοια —η οποία στην περίπτωση αυτή θα ήταν, με τον δικό της τρόπο, δεκτική ή παθητική— είτε αντιληφθούμε τη διάνοια ως παραγωγό της πραγματικότητας εκείνου που βρίσκεται ήδη μέσα στη σύστασή της, προκύπτουν τα εξής: στην πρώτη περίπτωση έχουμε την πλήρη αντιστοιχία του αντικειμένου Α με τη διάνοια, η οποία, μέσα σε αυτή την πλήρη αντιστοιχία, γίνεται και η ίδια Α. Έχουμε, επομένως, ως σχήμα, Α = Α, το οποίο αποτελεί το σύμβολο της αναλυτικότητας.

Στη δεύτερη περίπτωση, κατά την οποία η διάνοια —την οποία μπορούμε σχηματικά να ονομάσουμε Α— παράγει άμεσα από τα σπλάχνα της ένα quid, ένα «κάτι» —εφόσον αυτή η παραγωγή δεν αποτελεί δημιουργία με την κυριολεκτική έννοια της θρησκευτικής αντίληψης, αλλά παραγωγή εκείνου που η διάνοια έχει ήδη μέσα της—, έχουμε ως προϊόν της διάνοιας ένα quid το οποίο συμπίπτει με την ίδια τη διάνοια· δηλαδή, και πάλι, το σχήμα Α = Α.

Αντιθέτως, η ανθρώπινη διάνοια είναι «διασκεπτική» (discorsiva), δηλαδή είναι μια ικανότητα της οποίας η λειτουργία συνίσταται στη σύνδεση παραστάσεων μεταξύ τους.

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η λέξη «παράσταση» έχει στον Kant την ευρύτερη δυνατή σημασία: μπορεί να σημαίνει τόσο τις αισθήσεις όσο και τις έννοιες, τις κατηγορίες ή οποιοδήποτε quid στο οποίο ο Kant επικεντρώνει την προσοχή και την εξέτασή του.

Ας επανέλθουμε στο πρόβλημα του Kant στην επιστολή του 1772. Πρόκειται να ανακαλύψουμε, όπως λέει ο Kant, «από πού προέρχεται στη διάνοια η συμφωνία με τα ίδια τα πράγματα».


Στην επιστολή αυτή ο Kant αναφέρει και απορρίπτει τρεις λύσεις που είχαν εμφανιστεί ιστορικά: εκείνη του Πλάτωνα, επειδή στερείται αποδεικτικής αυστηρότητας· εκείνη του Malebranche, για τον ίδιο λόγο· και εκείνη του Crusius. Σχετικά με την τελευταία θα πει στην Κριτική ότι δεν μπορούμε να αρκεστούμε στη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο νους μας είναι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να συμφωνεί εκ φύσεως με τα πράγματα. Στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσα να είμαι βέβαιος για τίποτε ούτε θα μπορούσα να διατυπώσω οποιαδήποτε επιστημονική αρχή που να ισχύει για τα αντικείμενα, δηλαδή να «έχει αντικειμενικό κύρος».

«Πράγματι, η έννοια, για παράδειγμα, της αιτίας, η οποία εκφράζει την αναγκαιότητα ενός αποτελέσματος, εφόσον έχει τεθεί ένας όρος, θα ήταν ψευδής, αν στηριζόταν σε μια υποκειμενική, αυθαίρετη και έμφυτη μέσα μας αναγκαιότητα να συνδέουμε ορισμένες εμπειρικές παραστάσεις σύμφωνα με έναν τέτοιο κανόνα σχέσεως [υπαινιγμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται συχνά, προς τους εμπειριστές και ιδιαίτερα τους Άγγλους]. Δεν θα μπορούσα να πω: το αποτέλεσμα συνδέεται με την αιτία μέσα στο αντικείμενο, δηλαδή αναγκαία· θα μπορούσα μόνο να πω: είμαι κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορώ να σκεφτώ αυτή την παράσταση παρά μόνο ως συνδεδεμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που επιθυμεί περισσότερο ο σκεπτικιστής· διότι τότε ολόκληρη η πεποίθησή μας, η οποία θεμελιώνεται στο υποτιθέμενο αντικειμενικό κύρος των κρίσεών μας, δεν είναι παρά μια απλή ψευδαίσθηση. Και δεν θα έλειπαν εκείνοι που δεν θα παραδέχονταν ότι αισθάνονται μέσα τους αυτή την αναγκαιότητα· τουλάχιστον, δεν θα μπορούσαμε να προβάλουμε σε κανέναν αντιρρήσεις σχετικά με κάτι που θεμελιώνεται αποκλειστικά στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το κάθε υποκείμενο».¹

Ο Kant απορρίπτει αυτές τις τρεις λύσεις, επειδή παρουσίαζαν τη συμφωνία ως μια καθορισμένη ή προκαθορισμένη «αρμονία», η οποία όμως δεν είχε αποδειχθεί, όπως λέει στην ίδια επιστολή λίγες γραμμές μετά τα χωρία που παρατέθηκαν παραπάνω. Αφού υποστηρίζει ότι το σύστημα του Πλάτωνα θα μπορούσε να ονομαστεί σύστημα του influxus hyperphysicus και εκείνο του Crusius σύστημα της harmonia praestabilita intellectualis, προσθέτει:

«Αλλά κατά τον καθορισμό της προελεύσεως και του κύρους των γνώσεών μας, ο deus ex machina είναι το πιο παράλογο πράγμα που θα μπορούσε να επιλεγεί· και, εκτός από τον απατηλό φαύλο κύκλο που δημιουργείται στη σειρά των συμπερασμάτων των γνώσεών μας, έχει επιπλέον το μειονέκτημα ότι προσφέρει στήριξη σε κάθε ιδιοτροπία μας, σε κάθε ευσεβές ή σοφιστικό αποκύημα της φαντασίας».

Στην επόμενη παράγραφο ο Kant πληροφορεί τον Herz ότι είχε κατορθώσει να αναχθεί στις πηγές της νοητικής γνώσεως και να ανακαλύψει αρχές και νόμους για την επίλυση του προβλήματός του. Περιορίζεται όμως σε μια αόριστη αναφορά στην προσπάθεια που κατέβαλε για «την αναγωγή της υπερβατικής φιλοσοφίας, δηλαδή όλων των εννοιών του καθαρού λόγου, σε έναν ορισμένο αριθμό κατηγοριών […] διαιρώντας τες σε τάξεις μέσω λίγων θεμελιωδών νόμων της διανοίας».


Δεν λέει τίποτε περισσότερο ούτε για αυτούς τους νόμους ούτε για τις κατηγορίες και, δυστυχώς, περιορίζεται να πληροφορήσει τον Herz ότι ήταν σε θέση να «προσφέρει μια κριτική του καθαρού λόγου, η οποία θα περιείχε τη φύση τόσο της θεωρητικής όσο και της πρακτικής γνώσεως», και ότι πίστευε πως το έργο θα ήταν έτοιμο για εκτύπωση μέσα σε περίπου τρεις μήνες.

Είναι γνωστό ότι οι τρεις μήνες έγιναν δέκα χρόνια, μολονότι ο Kant δεν είχε διακόψει την εργασία του επάνω σε αυτό το ζήτημα· και ότι το πρακτικό μέρος διαχωρίστηκε τελικά από το θεωρητικό και δημοσιεύθηκε αυτοτελώς το 1788.


Συνεχίζεται