Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ - Henri de Lybac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ - Henri de Lybac. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (1)

 

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 

Πώς θα συμπεριφερθεί ο Χριστιανός απέναντι σε όλες τις ελπίδες και στην σύγχρονη έρευνα ενός «νέου ανθρώπου»; Τι στάση θα υιοθετήσει σ’αυτή την μεγάλη κίνηση η οποία φαίνεται να παρασύρει τα πάντα λόγω των ανακαλύψεων και των αλλαγών κάθε τύπου, που έχουν συσσωρευθεί στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων; Τι λύση θα δώση σ’αυτή την καινούργια φάση του προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στο Χρονικό και στο αιώνιο; Με χίλιους τρόπους τίθεται σήμερα το ερώτημα που προκαλεί δύο αντιφατικές μεταξύ τους απαντήσεις: Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία, κοινωνική πράξη ή εσχατολογική αναμονή, την ασφάλεια του πνεύματος και αποκλειστική προσοχή για το Εν ού έστιν χρεία ή θέληση «ενσαρκώσεως» και καθολικής εγρηγόρσεως; Δύο πόλοι εξίσου γοητευτικοί, ανάμεσα στους οποίους κινούνται οι διάφορες τάσεις. Για το μεγαλύτερο μέρος των μελετών που έχουν γίνει για το θέμα θα μπορούσαμε να πούμε, όπως το όριζε ο Λάιμπνιτς σχετικά με τα φιλοσοφικά συστήματα, πώς είναι αληθινά σ’αυτό που δηλώνουν, αλλά δεν είναι πλήρη, και επομένως είναι συμπληρωματικά.

Ο αθεϊσμός του Μαρξ, όπως και του Νίτσε, πάλεψαν με πάθος την πίστη στον Θεό και είχαν πειστεί πώς είχαν εξαφανίσει ολοκληρωτικώς το πρόβλημα που γεννούσε τον Θεό στην συνείδηση. Τα συστήματα τους κυριάρχησαν σε όλα τα επίπεδα. Αλλά σήμερα πλέον γνωρίζουμε με σιγουριά δύο πράγματα: πώς δεν είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, όπως λέγεται μερικές φορές, δεν μπορεί να οργανώσει τον γήινο κόσμο χωρίς τον Θεό. Και πώς είναι αλήθεια όμως επίσης, πώς χωρίς τον Θεό, δεν μπορεί τελικώς παρά να τον οργανώσει εναντίον του ανθρώπου.

Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ.


Τίθεται λοιπόν το πρόβλημα εάν υπάρχει ένας Χριστιανικός ανθρωπισμός. Μερικοί Χριστιανοί το αμφισβητούν, για αρκετά σοβαρούς λόγους: τόσο επειδή αυτή η έκφραση περιέχει τον κίνδυνο να αφήσει να εννοηθεί πώς ο Χριστιανός θα καταλήξει τελικά να στεφανώσει έναν ανθρωπισμό που έχει ήδη ολοκληρωθεί χωρίς αυτόν, όσο και διότι πρέπει να μην ξεχαστεί ότι η αποκάλυψη δεν έχει σαν ουσιώδες αντικείμενο τον άνθρωπο, αλλά τον Θεό και διότι ο Χριστιανός πρέπει να ψάξει τον Θεό και όχι τον εαυτό του. «Αυτή είναι η αιώνια ζωή: ότι γνωρίζουμε εσένα, τον μοναδικό αληθινό Θεό». Όπως επίσης «Μένουμε πιστοί στην Χριστιανική εμπειρία όταν αρχίζουμε ομιλώντας για τον Θεό, για να κατέβουμε στην συνέχεια στον άνθρωπο».

Ακόμη και μερικοί άπιστοι το αρνούνται, με μία πιο ριζική σημασία. Ένας εξ’αυτών προσφάτως, αφού αντιπαρέθεσε τον πιστό Πασκάλ, που στοχεύει στον Θεό, με τον άπιστο Προυντόν, ο οποίος στοχεύει στον άνθρωπο, έγραφε: «Ο Εχθρός του Πασκάλ και του Προυντόν είναι ο συμφιλιωτής, ο συμβιβαστής, που προσπαθεί να θέσει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. [Όπως η Ρώσικη Θεολογία της καταλλαγής και η διαλεκτική κτιστού και ακτίστου, του Ζηζιούλα]. Ο Χριστιανικός ανθρωπισμός είναι πλήρης πνεύματος ανθρωπισμού».

Στην πραγματικότητα όμως ο Χριστιανισμός δεν πρότεινε ποτέ του ένα τέτοιο επιχείρημα. Το Ευαγγέλιο, η χαρούμενη αγγελία, παραμένει το Ευαγγέλιο. Ο Χριστιανισμός δεν αρνείται τον άνθρωπο για να επιβεβαιώσει τον Θεό. Και δεν ενδιαφέρεται για έναν συμβιβασμό ανάμεσα στους δύο. Εξάλλου το ιστορικό δεδομένο είναι πώς η αποκάλυψη του Θεού, προώθησε τον άνθρωπο. Και με χίλιους τρόπους επαναλαμβάνει με τον Άγιο Ειρηναίο, σαν την πιο βαθειά του σκέψη : «Η δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος». Και όπως έχει γραφεί τελευταίως, με μία υπέροχα συμβολική φράση: «ο άνθρωπος-Θεός δεν διάλεξε ανάμεσα στις δύο του Φύσεις»!

Ο Χριστιανισμός λοιπόν έχει μία δική του σύλληψη του ανθρώπου, υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του και θέλει να εξασφαλίσει την σωτηρία του. Αυτή η Χριστιανική εννοιολόγηση του ανθρώπου δεν έχει περιοριστεί, έτοιμη και ωραία, σε μία διατύπωση που θα αρκούσε να την αναλύσουμε. Είναι παρούσα παντού, στην πραγματικότητα, στις πηγές της αποκαλύψεως, στην ζωή της Εκκλησίας, στις διδασκαλίες των Πατέρων της ή στις αυθόρμητες αντιδράσεις των Αγίων της και δεν είναι δυνατόν να συλληφθεί και να γίνει κατανοητή καθεαυτή πλήρως. Γι’αυτή θα μπορούσαμε να πούμε κάτι που έχει ειπωθεί στους άπιστους και το οποίο κάθε πιστός πρέπει να απευθύνει στον εαυτό του. «Είναι πράγματι κάτι άλλο, αγαπητέ μου, πίστεψέ με, είναι πολύ περισσότερο, πάρα πολύ περισσότερο από όσο σου δόθηκε να κατανοήσεις μέχρι τώρα».

Χωρίς να απαιτούμε λοιπόν να αγκαλιάσουμε αυτή την Χριστιανική σύλληψη, και χωρίς να προσπαθήσουμε καν να συγκεντρώσουμε σ’αυτή το καλύτερο από την πλούσια συγκομιδή που θα απαιτούσαμε εάν ερωτούσαμε τους δέκα εννέα αιώνες Χριστιανικής παραδόσεως, θα προσπαθήσουμε μόνον να φέρουμε στο φώς μερικές όψεις που φαίνονται πιο σύγχρονες, είτε επειδή ο αιώνας μας τις προτείνει με μεγαλύτερη δύναμη στην προσοχή μας, είτε διότι αντιθέτως, μας χρειάζονται για να τις αντιτάξουμε στους πιο επικίνδυνους πειρασμούς του. Επίκαιρη, ανεπίκαιρη: η Χριστιανική αλήθεια δεν παρουσιάζεται πάντοτε μ’αυτόν τον διπλό τρόπο; Πρέπει λοιπόν να προχωρήσουμε σε μία αντιπαράθεση παρά στον διαλογισμό ενός πλαισίου.

Προετοιμασμένος, υποκινημένος ήδη μέσα από μία σειρά τεχνικών μεταμορφώσεων και κοινωνικών αλλαγών, για τις οποίες οι προηγούμενοι αιώνες δεν προσφέρουν και πολλά παραδείγματα, μέσω προόδων αλλά και καταστροφών που ο πρόγονοι μας δεν γνώρισαν ποτέ, σήμερα αναζητάται ένας νέος άνθρωπος. Τι μας λέει περί αυτού η πίστη μας; Σε τι θα τον βοηθήσει να γεννηθεί; Από ποιες ψευδαισθήσεις, από ποιους κινδύνους θα τον κρατήσει μακρυά; Ποιες προοπτικές θα του ανοίξει; Στο τέλος-τέλος πώς θα τον σώσει από την αποτυχία, προσκαλώντας τον σ’ένα καλύτερο σκοπό μέσα από καλύτερες οδούς; Σ’αυτές τις ερωτήσεις δεν μπορούμε να δώσουμε ολοκληρωμένες απαντήσεις. Εμείς θα προσπαθήσουμε να τις συγκεντρώσουμε μ’έναν πολύ γενικό τρόπο. Και γι’αυτό δεν θα απευθυνθούμε σε καμμία ανέκδοτη αρχή και δεν θα επιδιώξουμε καμμία νεωτερική γοητεία. Ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να είναι ένα δόγμα «της μόδας». Και ακριβώς αυτό είναι που τον διαφοροποιεί από τα δόγματα που έρχονται και φεύγουν. Η αιώνια πρωτοτυπία του δεν αστράφτει με την πρώτη ματιά, και για να την αναγνωρίσεις, χρειάζονται διαφορετικοί μέθοδοι από την ανάγνωση κάποιου άρθρου σε περιοδικό: χρειάζεται νοητικός αναστοχασμός, εφαρμοσμένος με μέθοδο, ή η υπομονετική εφαρμογή των «Χριστιανικών αρχών» στα σύγχρονα προβλήματα.


Συνεχίζεται. 

ΑΥΤΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΛΕΨΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ, ΤΟΝ ΝΙΚΗΣΕ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ, ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΕΡΟ.
 ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΑΝΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ.
ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΤΗΚΕ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΟΝ HOMO AECONOMICUS, ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ.

Αμέθυστος

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (1)

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Πώς θα συμπεριφερθεί ο Χριστιανός απέναντι σε όλες τις ελπίδες και στην σύγχρονη έρευνα ενός «νέου ανθρώπου»; Τι στάση θα υιοθετήσει σ’αυτή την μεγάλη κίνηση η οποία φαίνεται να παρασύρει τα πάντα λόγω των ανακαλύψεων και των αλλαγών κάθε τύπου, που έχουν συσσωρευθεί στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων; Τι λύση θα δώση σ’αυτή την καινούργια φάση του προβλήματος των σχέσεων ανάμεσα στο Χρονικό και στο αιώνιο; Με χίλιους τρόπους τίθεται σήμερα το ερώτημα που προκαλεί δύο αντιφατικές μεταξύ τους απαντήσεις: Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία, κοινωνική πράξη ή εσχατολογική αναμονή, την ασφάλεια του πνεύματος και αποκλειστική προσοχή για το Εν ού έστιν χρεία ή θέληση «ενσαρκώσεως» και καθολικής εγρηγόρσεως; Δύο πόλοι εξίσου γοητευτικοί, ανάμεσα στους οποίους κινούνται οι διάφορες τάσεις. Για το μεγαλύτερο μέρος των μελετών που έχουν γίνει για το θέμα θα μπορούσαμε να πούμε, όπως το όριζε ο Λάιμπνιτς σχετικά με τα φιλοσοφικά συστήματα, πώς είναι αληθινά σ’αυτό που δηλώνουν, αλλά δεν είναι πλήρη, και επομένως είναι συμπληρωματικά.

Ο αθεϊσμός του Μαρξ, όπως και του Νίτσε, πάλεψαν με πάθος την πίστη στον Θεό και είχαν πειστεί πώς είχαν εξαφανίσει ολοκληρωτικώς το πρόβλημα που γεννούσε τον Θεό στην συνείδηση. Τα συστήματα τους κυριάρχησαν σε όλα τα επίπεδα. Αλλά σήμερα πλέον γνωρίζουμε με σιγουριά δύο πράγματα: πώς δεν είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος, όπως λέγεται μερικές φορές, δεν μπορεί να οργανώσει τον γήινο κόσμο χωρίς τον Θεό. Και πώς είναι αλήθεια όμως επίσης, πώς χωρίς τον Θεό, δεν μπορεί τελικώς παρά να τον οργανώσει εναντίον του ανθρώπου.

Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Τίθεται λοιπόν το πρόβλημα εάν υπάρχει ένας Χριστιανικός ανθρωπισμός. Μερικοί Χριστιανοί το αμφισβητούν, για αρκετά σοβαρούς λόγους: τόσο επειδή αυτή η έκφραση περιέχει τον κίνδυνο να αφήσει να εννοηθεί πώς ο Χριστιανός θα καταλήξει τελικά να στεφανώσει έναν ανθρωπισμό που έχει ήδη ολοκληρωθεί χωρίς αυτόν, όσο και διότι πρέπει να μην ξεχαστεί ότι η αποκάλυψη δεν έχει σαν ουσιώδες αντικείμενο τον άνθρωπο, αλλά τον Θεό και διότι ο Χριστιανός πρέπει να ψάξει τον Θεό και όχι τον εαυτό του. «Αυτή είναι η αιώνια ζωή: ότι γνωρίζουμε εσένα, τον μοναδικό αληθινό Θεό». Όπως επίσης «Μένουμε πιστοί στην Χριστιανική εμπειρία όταν αρχίζουμε ομιλώντας για τον Θεό, για να κατέβουμε στην συνέχεια στον άνθρωπο».

Ακόμη και μερικοί άπιστοι το αρνούνται, με μία πιο ριζική σημασία. Ένας εξ’αυτών προσφάτως, αφού αντιπαρέθεσε τον πιστό Πασκάλ, που στοχεύει στον Θεό, με τον άπιστο Προυντόν, ο οποίος στοχεύει στον άνθρωπο, έγραφε: «Ο Εχθρός του Πασκάλ και του Προυντόν είναι ο συμφιλιωτής, ο συμβιβαστής, που προσπαθεί να θέσει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. [Όπως η Ρώσικη Θεολογία της καταλλαγής και η διαλεκτική κτιστού και ακτίστου, του Ζηζιούλα]. Ο Χριστιανικός ανθρωπισμός είναι πλήρης πνεύματος ανθρωπισμού».

Στην πραγματικότητα όμως ο Χριστιανισμός δεν πρότεινε ποτέ του ένα τέτοιο επιχείρημα. Το Ευαγγέλιο, η χαρούμενη αγγελία, παραμένει το Ευαγγέλιο. Ο Χριστιανισμός δεν αρνείται τον άνθρωπο για να επιβεβαιώσει τον Θεό. Και δεν ενδιαφέρεται για έναν συμβιβασμό ανάμεσα στους δύο. Εξάλλου το ιστορικό δεδομένο είναι πώς η αποκάλυψη του Θεού, προώθησε τον άνθρωπο. Και με χίλιους τρόπους επαναλαμβάνει με τον Άγιο Ειρηναίο, σαν την πιο βαθειά του σκέψη : «Η δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος». Και όπως έχει γραφεί τελευταίως, με μία υπέροχα συμβολική φράση: «ο άνθρωπος-Θεός δεν διάλεξε ανάμεσα στις δύο του Φύσεις»!

Ο Χριστιανισμός λοιπόν έχει μία δική του σύλληψη του ανθρώπου, υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια του και θέλει να εξασφαλίσει την σωτηρία του. Αυτή η Χριστιανική εννοιολόγηση του ανθρώπου δεν έχει περιοριστεί, έτοιμη και ωραία, σε μία διατύπωση που θα αρκούσε να την αναλύσουμε. Είναι παρούσα παντού, στην πραγματικότητα, στις πηγές της αποκαλύψεως, στην ζωή της Εκκλησίας, στις διδασκαλίες των Πατέρων της ή στις αυθόρμητες αντιδράσεις των Αγίων της και δεν είναι δυνατόν να συλληφθεί και να γίνει κατανοητή καθεαυτή πλήρως. Γι’αυτή θα μπορούσαμε να πούμε κάτι που έχει ειπωθεί στους άπιστους και το οποίο κάθε πιστός πρέπει να απευθύνει στον εαυτό του. «Είναι πράγματι κάτι άλλο, αγαπητέ μου, πίστεψέ με, είναι πολύ περισσότερο, πάρα πολύ περισσότερο από όσο σου δόθηκε να κατανοήσεις μέχρι τώρα».

Χωρίς να απαιτούμε λοιπόν να αγκαλιάσουμε αυτή την Χριστιανική σύλληψη, και χωρίς να προσπαθήσουμε καν να συγκεντρώσουμε σ’αυτή το καλύτερο από την πλούσια συγκομιδή που θα απαιτούσαμε εάν ερωτούσαμε τους δέκα εννέα αιώνες Χριστιανικής παραδόσεως, θα προσπαθήσουμε μόνον να φέρουμε στο φώς μερικές όψεις που φαίνονται πιο σύγχρονες, είτε επειδή ο αιώνας μας τις προτείνει με μεγαλύτερη δύναμη στην προσοχή μας, είτε διότι αντιθέτως, μας χρειάζονται για να τις αντιτάξουμε στους πιο επικίνδυνους πειρασμούς του. Επίκαιρη, ανεπίκαιρη: η Χριστιανική αλήθεια δεν παρουσιάζεται πάντοτε μ’αυτόν τον διπλό τρόπο; Πρέπει λοιπόν να προχωρήσουμε σε μία αντιπαράθεση παρά στον διαλογισμό ενός πλαισίου.

Προετοιμασμένος, υποκινημένος ήδη μέσα από μία σειρά τεχνικών μεταμορφώσεων και κοινωνικών αλλαγών, για τις οποίες οι προηγούμενοι αιώνες δεν προσφέρουν και πολλά παραδείγματα, μέσω προόδων αλλά και καταστροφών που ο πρόγονοι μας δεν γνώρισαν ποτέ, σήμερα αναζητάται ένας νέος άνθρωπος. Τι μας λέει περί αυτού η πίστη μας; Σε τι θα τον βοηθήσει να γεννηθεί; Από ποιες ψευδαισθήσεις, από ποιους κινδύνους θα τον κρατήσει μακρυά; Ποιες προοπτικές θα του ανοίξει; Στο τέλος-τέλος πώς θα τον σώσει από την αποτυχία, προσκαλώντας τον σ’ένα καλύτερο σκοπό μέσα από καλύτερες οδούς; Σ’αυτές τις ερωτήσεις δεν μπορούμε να δώσουμε ολοκληρωμένες απαντήσεις. Εμείς θα προσπαθήσουμε να τις συγκεντρώσουμε μ’έναν πολύ γενικό τρόπο. Και γι’αυτό δεν θα απευθυνθούμε σε καμμία ανέκδοτη αρχή και δεν θα επιδιώξουμε καμμία νεωτερική γοητεία. Ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να είναι ένα δόγμα «της μόδας». Και ακριβώς αυτό είναι που τον διαφοροποιεί από τα δόγματα που έρχονται και φεύγουν. Η αιώνια πρωτοτυπία του δεν αστράφτει με την πρώτη ματιά, και για να την αναγνωρίσεις, χρειάζονται διαφορετικοί μέθοδοι από την ανάγνωση κάποιου άρθρου σε περιοδικό: χρειάζεται νοητικός αναστοχασμός, εφαρμοσμένος με μέθοδο, ή η υπομονετική εφαρμογή των «Χριστιανικών αρχών» στα σύγχρονα προβλήματα. 

Συνεχίζεται. 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (11) – Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Πέμπτη 2 Μαίου 2019


HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Και για να ισορροπήσουμε με τις ψευδαισθήσεις, τις εξαπατήσεις και τις απομυθοποιήσεις, ας θυμηθούμε πως την ψευδαίσθηση του μυστικισμού, δεν χρειάστηκε να περιμένουμε την μοντέρνα κριτική για να την καταγγείλουμε. Από το ξεκίνημά του ο Χριστιανισμός μερίμνησε γι’ αυτό. Ο Χριστιανισμός δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ, όπως φαντάζονται μερικοί, μια «θρησκεία των Γιόγκι». Από την καταγωγή του ακόμη αντετάχθη τόσο στις παλιές εθνικές δεισιδαιμονίες, όσο και στις ακοσμικές απαιτήσεις [των Γνωστικών]. Ο άνθρωπος κατά την κρίση του, δεν είναι καθόλου εκείνο το ον που ονειρεύτηκαν πολλοί: ένα κομμάτι της θεότητος ριγμένο σ’ έναν άγριο κόσμο της αυταπάτης, όπου για να βρει την σωτηρία πρέπει να αποδράσει από τούτον τον κόσμο, καθώς δεν έχει κανένα έργο να πραγματοποιήσει πάνω σ’ αυτόν και δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο παρά να τον εγκαταλείψει στην παράλογη μοίρα του ή να ξυπνήσει στην συνείδηση του μηδενός του.
Πραγματικό έργο ενός αγαθού Θεού, ο κόσμος έχει μια πραγματική αξία, πιο πολύ και από τον χώρο στον οποίον ο άνθρωπος πρέπει να ενεργήσει και να προσπαθήσει, πιο πολύ και από το εργαλείο το οποίο πρέπει να χρησιμοποιήσει, ο κόσμος είναι το υλικό του μελλοντικού κόσμου, η ύλη της αιωνιότητός μας. Δεν πρέπει να εκμηδενιστεί, αλλά να μεταμορφωθεί. Και γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει να ελευθερωθεί μάλλον μέσω του χρόνου παρά να ελευθερωθεί από τον χρόνο, δεν πρέπει να αποδράσει από τον κόσμο αλλά να τον προσλάβει. Ένα κάποιο πρωτείο του διαλογισμού είναι ακριβώς το αντίθετο της αυθεντικής χριστιανικής πνευματικότητος και συγγραφείς σαν τον Hausherr και τον Festugiere το έχουν αποδείξει πλήρως.. Όμως για να γίνει κατανοητός ο χρόνος όπως και ο κόσμος, πρέπει να πάμε με το βλέμμα μας πέραν του χρόνου και του κόσμου: γιατί η σχέση του με την αιωνιότητα δίνει στον κόσμο την σύστασή του, και καθιστά τον χρόνο ένα αληθινό γίγνεσθαι. Τότε ο χρόνος δεν είναι, όπως εφαντάζοντο οι αρχαίοι, η απλή προβολή του αιωνίου! Η ανθρωπότης μέσα στον χρόνο δεν είναι περίκλειστη σ’ έναν κύκλο. Αλλά εάν ο χρόνος έχει μια θετική πλευρά που οικοδομεί αντί να καταστρέφει, εάν η ανθρωπότης προοδεύει στ’ αλήθεια, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι την καθοδηγεί η αιωνιότης.
Με άλλους όρους θα μπορούσαμε να πούμε πως ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Χριστιανισμό, έχει τον διπλό χαρακτήρα της ιστορικότητος και της εσωτερικότητος, χωρίς να μπορεί να χωρίσει το ένα από το άλλο. Υπάρχει το ένα επειδή υπάρχει το άλλο. Χωρίς αληθινή ιστορικότητα, προσανατολισμένη, γόνιμη, η εσωτερικότητά του δεν θα ήταν παρά μια φαντασμαγορία ή μάταιος ψυχολογισμός. Χωρίς ουσιαστική εσωτερικότητα, η ιστορικότητά του θα διαλυόταν σ’ έναν χρόνο ο οποίος θα είχε γίνει κι αυτός σκόνη. Ο άνθρωπος συγκροτείται μέσα στην ιστορία και μέσω της ιστορίας, και γι’ αυτό κάθε γενηά κατανοεί τον εαυτό της πλήρως μόνον σαν ένα κρίκο μιας ανθρωπότητος σε πορεία. Η πορεία όμως αυτή της ανθρωπότητος δεν θα είχε κανένα νόημα ή καλύτερα, η ανθρωπότης δεν θα προχωρούσε και το ίδιο το όνομα που τής αποδίδουμε θα ήταν μια απλή φωνή, εάν μέσα στην καρδιά του κόσμου μας δεν θα υπήρχε η παρουσία και δεν θα την έλκυε σαν ένα τέλος, ένα Αιώνιο, το οποίο αποτυπώνει σε καθέναν από εμάς την σφραγίδα του Προσώπου του και προσφέρει στον καθένα μας την αμείωτη και αναλλοίωτη εσωτερικότητά του.
Ο άνθρωπος τον οποίον μας αποκαλύπτει η πίστη μας δεν είναι λοιπόν το αλυσσοδεμένο ον, που βρίσκεται παγωμένο στις συνήθειες, στους φόβους, στις δουλείες, στους περιορισμούς κάθε είδους, από τους οποίους η φυσιολογική ανάπτυξη της νοήσεώς του και ιδιαιτέρως η μοντέρνα ανάπτυξη της επιστήμης τού επιτρέπουν την απελευθέρωση και θα του το επιτρέψουν ακόμη περισσότερο.
Αλλά δεν είναι ούτε εκείνος ο Θεός που κάποιοι φαντάστηκαν, εκείνο το μέρος μιας θεότητος χωρίς πρόσωπο, που προϋποθέτει ένας μυστικισμός πολύ φυσικός και από τον οποίο νόμιζε πως θα μπορούσε να ελευθερωθεί μόνον με μια ψευδαίσθηση, ικανή όμως να διατηρήσει την σκλαβιά του, αφού τον απομακρύνει από κάθε πράξη στον κόσμο και από κάθε κοινωνική υποχρέωση.
Δεν είναι όμως ούτε εκείνο το ον, το οποίο είναι πλήρως κατανοητό μέσω των ερευνών της θετικής επιστήμης χάρη στις χωρο-χρονικές του συντεταγμένες και από τις οποίες πιστεύει πως μπορεί να ελευθερωθεί, μόνον για να ξαναπέσει πάνω σ’ αυτή την ίδια τη γη, σε μιαν ακόμη πιο σκληρή δουλεία. Καθώς τα πάντα είναι μειωμένα στην κατάσταση ενός αντικειμένου, χειραγωγημένου από τις τεχνολογίες, και ενός θύματος της καταπιέσεως του κοινωνικού ολοκληρωτισμού.
Φτιαγμένος από την γη, της οποία η ιστορία αναπροσλαμβάνεται, επιμηκύνεται και μεταμορφώνεται όλη σ’ αυτόν, ζωοποιημένος από μια θεία πνοή που τον καθιστά αιώνιο, μιας σπερματικής αιωνιότητος, ο άνθρωπος πρέπει να αποδεχθεί την διπλή του καταγωγή, που συστήνει την διπλή του Φύση, και όχι σαν το σημείο μιας διπλής καταπιέσεως, αλλά αντιθέτως σαν το σημείο εκκίνησης μιας διπλής απελευθερώσεως. Πρέπει λοιπόν να μεταμορφώσει, χωρίς να τις απαρνηθεί ποτέ, τις δύο σχέσεις που προκύπτουν από αυτήν την διπλή καταγωγή: κάνοντας, από το ένα μέρος,  αυτό το σύμπαν, στο οποίο εμφανίζεται κατ’ αρχάς γυμνός από τα πάντα, χάρη στους απεριόριστους καρπούς της νοήσεώς του και χάρη στα χέρια του το μέσον για να οικοδομήσει τον εαυτό του, αναπτύσσοντας όλες τις ικανότητες του φυσικού του Είναι. Και αναγνωρίζοντας, από το άλλο μέρος, ταπεινά την εξάρτησή του και ανταποκρινόμενος και αποδεχόμενος την κλήση του σε μιαν πιο ένδοξη μοίρα, να υψωθεί δηλ. μέχρι την ένωση με τον Δημιουργό του.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (8) –Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 

Μπορεί να υπάρξει λοιπόν παραδόξως ένας Χριστιανός Προμηθέας. Σε ποιο μέτρο και σε ποιες συνθήκες, θα προσπαθήσουμε να το διευκρινίσουμε όσο είναι δυνατόν. Πριν απ’ όλα όμως πρέπει να αναρωτηθούμε: ο δικός μας μοντέρνος Προμηθέας είναι Χριστιανός; [Εδώ εμπίπτουν όλες οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του Οικουμενισμού]. Δυστυχώς - Συνολικά σκεπτόμαστε πως δεν είναι. Οι στοχασμοί που προηγήθηκαν, εάν έχουν κάποιαν αξία απέναντι σε κάποιες αδόκιμες κριτικές, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον αληθινό Χριστιανισμό του νέου αυτού Χριστιανού.

Ένας μυστηριώδης νόμος, τον οποίον τείνουμε να κατανοήσουμε σαν μοιραίο, επαληθεύεται για μιαν ακόμη φορά κάτω από τα μάτια μας. Η έρευνα ενός προβλεπόμενου αγαθού δεν έχει ανάγκη από ενθάρρυνση; Και όχι μόνον μέσω της διαπιστώσεως ελλείψεων ή πραγματικών αναγκών, αλλά και μέσω της ενέργειας, κρυμμένης ή φανερής, κάποιας αγανακτήσεως; Όπως συμβαίνει με τις θεωρίες περί φυσικού δικαίου και με τις διάφορες ειδικές επιστήμες, οι οποίες εφαρμοζόμενες στην μελέτη της οικογένειας καταλήγουν να εξαφανίσουν το αντικείμενό τους. [Διότι κάθε θεωρία ή ειδικότητα σήμερα είναι υποκείμενο που κατασκευάζει το αντικείμενό του. Παίρνει αφορμή για να πει τα δικά του. Μια σύγχρονη Βαβέλ που υψώνεται αναζητώντας τον άνθρωπο, ο οποίος χωρίς Θεό απλώς δεν υπάρχει, είναι το Μηδέν]. Η ανακάλυψη νέων αξιών δεν προϋποθέτει την απαξίωση άλλων αξιών, ίσως πιο θεμελιωδών; Δεν γεννά μια νέα έκσταση, ακόμη κι αν αυτή είναι μέτρια και αδύναμη στην αρχή; Και η προσοχή που της παρέχεται, το πάθος με το οποίο παρακολουθείται, δεν υποχρεώνει να ξεχάσουμε όλα τα υπόλοιπα, και πολύ συχνά τα ουσιώδη; [Αυτή την έκσταση δεν προκάλεσαν στην Ορθοδοξία ο Αγουρίδης και η σχολή του με τις Βιβλικές σπουδές; Σε μόνιμη έκσταση δεν βρίσκεται η Ακαδημία Βόλου και ο Ιγνάτιος και ο Ζηζιούλας; Διονυσιακή όμως έκσταση! Μεθυστική, που συνοδεύει την αίσθηση ότι είμαστε υπεράνθρωποι]. Δεν απομένει τότε παρά να απορριφθεί εκείνο ακριβώς το οποίο θά ’πρεπε να εμβαθυνθεί και να ξεκαθαρίσει;

Η νέα δύναμις την οποία αισθάνθηκε ο άνθρωπος να γεννιέται μέσα του δεν τον παρακινεί, ξυπνώντας και δυναμώνοντας την γοητεία αρχαίων επαναστάσεων, σε μια προσπάθεια ψεύτικης δημιουργίας, υποχρεώνοντάς τον να ενδιαφέρεται όχι τόσο για την συνεργασία του στο Θείο έργο όσο για την ανατροπή του και την διακωμώδησή του; Και έτσι ακριβώς ξεφυτρώνουν αμφίβολες καταστάσεις και ετοιμάζονται κρίσεις για τις οποίες δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως θα λυθούν.

Αυτή είναι η περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, για κείνο το γεγονός ενός νέου ανθρώπου, που περιγράψαμε με συντομία. Σε όλην την έκταση της δημιουργικής της προόδου, η ανθρωπότης βλέπει σήμερα μόνον την προσπάθειά της για μια γήινη οικοδόμηση της ζωής. Οι επιτυχίες και οι υποσχέσεις της τεχνολογίας την έχουν μεθύσει. Την κατέλαβε ένα είδος διονυσιακής ευφορίας. Από το άλλο μέρος και ταυτοχρόνως, στην επιθυμία του μιας απελευθερώσεως, στην οποία πρέπει οι τεχνολογίες να λειτουργήσουν ως όργανά της, ο άνθρωπος φτάνει να απαρνείται οτιδήποτε συστήνει την συνθήκη της εξαρτήσεώς του και θα ήθελε, ας πούμε, να μην είχε γεννηθεί· παρότι δηλ. υπάρχει, να μην είχε αναγκαστεί ακόμη και να γεννηθεί. Η απόρριψη της θείας πρόνοιας σκληραίνει ή παραμορφώνεται σε μιαν απόρριψη της θείας πατρότητος. Και αναποδογυρίζοντας στο τέλος την κίνηση η οποία υπήρξε για χιλιετίες η αυθόρμητη κίνηση της νοήσεώς του, αντί να δει στις ορατές και αισθητές πραγματικότητες άλλα τόσα σημεία τής αοράτου βασιλείας για την οποίαν πίστεψε πως είναι προορισμένος, δεν θέλει πια να αναγνωρίσει σε όλες αυτές τις πραγματικότητες τις σημασίες μιας πνευματικής τάξεως, παρά μόνον σύμβολα χωρίς υπόσταση, ξεπερασμένα ολοκληρωτικά σήμερα, από την μοναδική πραγματικότητα αυτού του κόσμου, που του παραδίδει επιτέλους η επιστήμη.

Ισχυρίζεται πως, ύστερα από τόσον καιρό που πρόβαλε σ’ έναν μυστικιστικό ουρανό την κοινωνική πραγματικότητα που ζούσε ή φανταζόταν, πρέπει να επιβεβαιώσει την πρόσβασή του στην ώριμη εποχή, μειώνοντας τα πάντα στο γήινο επίπεδο και εξηγώντας τα πάντα μέσω του εαυτού του.

Έτσι λοιπόν η ουσιαστική κατηγορία την οποίαν απευθύνει στο Χριστιανικό μυστήριο είναι ανάλογη με εκείνην που απηύθυνε κάποτε, στο όνομα αυτού του μυστηρίου, ο Ωριγένης στην Ιουδαϊκή θρησκεία: κατηγορούσε το σχίσμα, ότι δεν ήθελε να χαθεί μπρός στην αλήθεια που είναι η ολοκλήρωση. Κάθε θεολογία ανάγεται γι αυτόν σε μιαν ανθρωπολογία.

Επιστημολογικός ενθουσιασμός, οντολογική επανάσταση, νοητική μείωση: αυτά είναι σε σύνθεση, οι τρείς πειρασμοί οι οποίοι συνοδεύουν την πρόοδο της εποχής μας, πειρασμοί στους οποίους έπεσε ο άνθρωπος στην πλειονότητά του και στους οποίους οφείλεται η πνευματική κρίση για την οποία συζητούμε! Αυτά είναι τα τρία στοιχεία τα οποία συνδυαζόμενα μεταξύ τους για να αντηχήσουν σ’ ολόκληρη την ζωή, συνιστούν εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε: ο οργανωτικός επιστημονισμός.

Ήδη από το 1937, ο Teilhard de Chardin το σημείωνε σχετικά με τον μαρξισμό. Έγραφε: «Αυτό που συνιστά, για μιαν ελίτ, τον πειρασμό του νέο-μαρξισμού, δεν είναι τόσο το ανθρωπιστικό της ευαγγέλιο, όσο το όραμά της για έναν ολοκληρωτικό πολιτισμό, δεμένο στις κοσμικές δυνάμεις της ύλης. Το αληθινό δόγμα του μαρξισμού θά ’πρεπε να είναι ο γηισμός» (Η παρούσα κρίση, Etudes, 20 Οκτ. 1937).

Αυτή η διάγνωση είναι αληθινή και για πολλά άλλα πράγματα. Οι πλευρές τις οποίες σημειώσαμε μέχρι στιγμής ανακαλύπτονται εξίσου στα δόγματα που δέχονται την παρέμβαση σκοτεινών δυνάμεων και περικυκλώνονται από μύθους, όπως επίσης και σε εκείνα που το χαρακτηριστικό τους είναι πιο θετικιστικό και θέλουν να οδηγήσουν τα πάντα σε μια νοητική καθαρότητα. Όλα δε αυτά τα δόγματα έχουν συμπυκνωθεί στην κραυγή του Νίτσε, η οποία και υιοθετήθηκε από τους περισσότερους συγχρόνους μας: «Τίποτε πέραν της γης»! «Σας εκλιπαρώ φίλοι μου, παραμείνετε πιστοί στην γη και μην πιστεύετε εκείνους που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Είτε το γνωρίζουν είτε όχι, όλοι αυτοί μας δηλητηριάζουν» (Ζαρατούστρας, πρόλογος 3, σ. 6).

Συνεχίζεται

Αν όλοι οι άνθρωποι μετανοούσαν και τηρούσαν τις εντολές του Θεού, ο παράδεισος θα ήταν στη γη, γιατί «η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Η Βασιλεία του Θεού είναι το ´Aγιο Πνεύμα και το ´Aγιο Πνεύμα είναι το ίδιο στον ουρανό και στη γη.

Αμέθυστος

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (8) –Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019 

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 


Μπορεί να υπάρξει λοιπόν παραδόξως ένας Χριστιανός Προμηθέας. Σε ποιο μέτρο και σε ποιες συνθήκες, θα προσπαθήσουμε να το διευκρινίσουμε όσο είναι δυνατόν. Πριν απ’ όλα όμως πρέπει να αναρωτηθούμε: ο δικός μας μοντέρνος Προμηθέας είναι Χριστιανός; [Εδώ εμπίπτουν όλες οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του Οικουμενισμού]. Δυστυχώς - Συνολικά, σκεπτόμαστε πως δεν είναι. Οι στοχασμοί που προηγήθηκαν, εάν έχουν κάποιαν αξία απέναντι σε κάποιες αδόκιμες κριτικές, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον αληθινό Χριστιανισμό του νέου αυτού Χριστιανού.

Ένας μυστηριώδης νόμος, τον οποίον τείνουμε να κατανοήσουμε σαν μοιραίο, επαληθεύεται για μιαν ακόμη φορά κάτω από τα μάτια μας. Η έρευνα ενός προβλεπόμενου αγαθού δεν έχει ανάγκη από ενθάρρυνση; Και όχι μόνον μέσω της διαπιστώσεως ελλείψεων ή πραγματικών αναγκών, αλλά και μέσω της ενέργειας, κρυμμένης ή φανερής, κάποιας αγανακτήσεως; Όπως συμβαίνει με τις θεωρίες περί φυσικού δικαίου και με τις διάφορες ειδικές επιστήμες, οι οποίες εφαρμοζόμενες στην μελέτη της οικογένειας καταλήγουν να εξαφανίσουν το αντικείμενό τους. [Διότι κάθε θεωρία ή ειδικότητα σήμερα είναι υποκείμενο που κατασκευάζει το αντικείμενό του. Παίρνει αφορμή για να πει τα δικά του. Μια σύγχρονη Βαβέλ που υψώνεται αναζητώντας τον άνθρωπο, ο οποίος χωρίς Θεό απλώς δεν υπάρχει, είναι το Μηδέν]. Η ανακάλυψη νέων αξιών δεν προϋποθέτει την απαξίωση άλλων αξιών, ίσως πιο θεμελιωδών; Δεν γεννά μια νέα έκσταση, ακόμη κι αν αυτή είναι μέτρια και αδύναμη στην αρχή; Και η προσοχή που της παρέχεται, το πάθος με το οποίο παρακολουθείται, δεν υποχρεώνει να ξεχάσουμε όλα τα υπόλοιπα, και πολύ συχνά τα ουσιώδη; [Αυτή την έκσταση δεν προκάλεσαν στην Ορθοδοξία ο Αγουρίδης και η σχολή του με τις Βιβλικές σπουδές; Σε μόνιμη έκσταση δεν βρίσκεται η Ακαδημία Βόλου και ο Ιγνάτιος και ο Ζηζιούλας; Διονυσιακή όμως έκσταση! Μεθυστική, που συνοδεύει την αίσθηση ότι είμαστε υπεράνθρωποι]. Δεν απομένει τότε παρά να απορριφθεί εκείνο ακριβώς το οποίο θά ’πρεπε να εμβαθυνθεί και να ξεκαθαρίσει;

Η νέα δύναμις την οποία αισθάνθηκε ο άνθρωπος να γεννιέται μέσα του δεν τον παρακινεί, ξυπνώντας και δυναμώνοντας την γοητεία αρχαίων επαναστάσεων, σε μια προσπάθεια ψεύτικης δημιουργίας, υποχρεώνοντάς τον να ενδιαφέρεται όχι τόσο για την συνεργασία του στο Θείο έργο όσο για την ανατροπή του και την διακωμώδησή του; Και έτσι ακριβώς ξεφυτρώνουν αμφίβολες καταστάσεις και ετοιμάζονται κρίσεις για τις οποίες δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως θα λυθούν.

Αυτή είναι η περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, για κείνο το γεγονός ενός νέου ανθρώπου, που περιγράψαμε με συντομία. Σε όλην την έκταση της δημιουργικής της προόδου, η ανθρωπότης βλέπει σήμερα μόνον την προσπάθειά της για μια γήινη οικοδόμηση της ζωής. Οι επιτυχίες και οι υποσχέσεις της τεχνολογίας την έχουν μεθύσει. Την κατέλαβε ένα είδος διονυσιακής ευφορίας. Από το άλλο μέρος και ταυτοχρόνως, στην επιθυμία του μιας απελευθερώσεως, στην οποία πρέπει οι τεχνολογίες να λειτουργήσουν ως όργανά της, ο άνθρωπος φτάνει να απαρνείται οτιδήποτε συστήνει την συνθήκη της εξαρτήσεώς του και θα ήθελε, ας πούμε, να μην είχε γεννηθεί· παρότι δηλ. υπάρχει, να μην είχε αναγκαστεί ακόμη και να γεννηθεί. Η απόρριψη της θείας πρόνοιας σκληραίνει ή παραμορφώνεται σε μιαν απόρριψη της θείας πατρότητος. Και αναποδογυρίζοντας στο τέλος την κίνηση η οποία υπήρξε για χιλιετίες η αυθόρμητη κίνηση της νοήσεώς του, αντί να δει στις ορατές και αισθητές πραγματικότητες άλλα τόσα σημεία τής αοράτου βασιλείας για την οποίαν πίστεψε πως είναι προορισμένος, δεν θέλει πια να αναγνωρίσει σε όλες αυτές τις πραγματικότητες τις σημασίες μιας πνευματικής τάξεως, παρά μόνον σύμβολα χωρίς υπόσταση, ξεπερασμένα ολοκληρωτικά σήμερα, από την μοναδική πραγματικότητα αυτού του κόσμου, που του παραδίδει επιτέλους η επιστήμη.

Ισχυρίζεται πως, ύστερα από τόσον καιρό που πρόβαλε σ’ έναν μυστικιστικό ουρανό την κοινωνική πραγματικότητα που ζούσε ή φανταζόταν, πρέπει να επιβεβαιώσει την πρόσβασή του στην ώριμη εποχή, μειώνοντας τα πάντα στο γήινο επίπεδο και εξηγώντας τα πάντα μέσω του εαυτού του.

Έτσι λοιπόν η ουσιαστική κατηγορία την οποίαν απευθύνει στο Χριστιανικό μυστήριο είναι ανάλογη με εκείνην που απηύθυνε κάποτε, στο όνομα αυτού του μυστηρίου, ο Ωριγένης στην Ιουδαϊκή θρησκεία: κατηγορούσε το σχίσμα, ότι δεν ήθελε να χαθεί μπρός στην αλήθεια που είναι η ολοκλήρωση. Κάθε θεολογία ανάγεται γι αυτόν σε μιαν ανθρωπολογία.

Επιστημολογικός ενθουσιασμός, οντολογική επανάσταση, νοητική μείωση: αυτά είναι σε σύνθεση, οι τρείς πειρασμοί οι οποίοι συνοδεύουν την πρόοδο της εποχής μας, πειρασμοί στους οποίους έπεσε ο άνθρωπος στην πλειονότητά του και στους οποίους οφείλεται η πνευματική κρίση για την οποία συζητούμε! Αυτά είναι τα τρία στοιχεία τα οποία συνδυαζόμενα μεταξύ τους για να αντηχήσουν σ’ ολόκληρη την ζωή, συνιστούν εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε: ο οργανωτικός επιστημονισμός.

Ήδη από το 1937, ο Teilhard de Chardin το σημείωνε σχετικά με τον μαρξισμό. Έγραφε: «Αυτό που συνιστά, για μιαν ελίτ, τον πειρασμό του νέο-μαρξισμού, δεν είναι τόσο το ανθρωπιστικό της ευαγγέλιο, όσο το όραμά της για έναν ολοκληρωτικό πολιτισμό, δεμένο στις κοσμικές δυνάμεις της ύλης. Το αληθινό δόγμα του μαρξισμού θά ’πρεπε να είναι ο γηισμός» (Η παρούσα κρίση, Etudes, 20 Οκτ. 1937).

Αυτή η διάγνωση είναι αληθινή και για πολλά άλλα πράγματα. Οι πλευρές τις οποίες σημειώσαμε μέχρι στιγμής ανακαλύπτονται εξίσου στα δόγματα που δέχονται την παρέμβαση σκοτεινών δυνάμεων και περικυκλώνονται από μύθους, όπως επίσης και σε εκείνα που το χαρακτηριστικό τους είναι πιο θετικιστικό και θέλουν να οδηγήσουν τα πάντα σε μια νοητική καθαρότητα. Όλα δε αυτά τα δόγματα έχουν συμπυκνωθεί στην κραυγή του Νίτσε, η οποία και υιοθετήθηκε από τους περισσότερους συγχρόνους μας: «Τίποτε πέραν της γης»! «Σας εκλιπαρώ φίλοι μου, παραμείνετε πιστοί στην γη και μην πιστεύετε εκείνους που σας μιλούν για υπεργήινες ελπίδες. Είτε το γνωρίζουν είτε όχι, όλοι αυτοί μας δηλητηριάζουν» (Ζαρατούστρας, πρόλογος 3, σ. 6).

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (7) –Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019
HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Ας προχωρήσουμε όμως. Είναι πολύ πιθανόν στην συγκεκριμένη πραγματικότητα να ανακαλύψουμε ένα είδος αντιθέσεως ανάμεσα στο πνεύμα της Επιστήμης και το Χριστιανικό πνεύμα, όπως μπορούμε να την ανακαλύψουμε και ανάμεσα στον στοχασμό και την προσευχή, ανάμεσα στην κοινωνική κατεύθυνση και την αναμονή της Βασιλείας κ.τ.λ. Όμως, εάν υπολογίσουμε πως ο άνθρωπος, στην σημερινή του κατάσταση, ενός όντος σε γίγνεσθαι, έχει μέσα του όχι μόνον τις δύο ασυμβίβαστες δυνάμεις του καλού και του κακού, αλλά και ένα πλήθος άλλων ορμών που είναι αντίθετες μεταξύ τους, με τάσεις που είναι νόμιμες και ταυτοχρόνως ασυμβίβαστες μεταξύ τους στην πρωτογενή τους μορφή, τότε θα είναι φυσικό να φθάσουμε στο συμπέρασμα πως μάλλον είναι αδύνατον να θυσιάσουμε την μια για την άλλη, να καταδικάσουμε την μια στο όνομα της άλλης. Ένα παρόμοιο συμπέρασμα ίσως μας οδηγούσε να τις χάσουμε και τις δυό. Θα χαθεί ακόμη και η Ελπίδα να βρεθεί κάποια δυναμική συμφωνία μεταξύ τους, να εξασφαλιστεί μεταξύ τους σιγά – σιγά μια αρμονία της εντάσεως. Διότι με μια πρώτη ματιά, όλα στον άνθρωπο μοιάζουν ανταγωνιστικά. Ο καθολικός πόλεμος είναι η πρώτη μας συνθήκη και ο σύντροφος σε κάθε μας βήμα. Οι πιο αυθεντικές δυνάμεις, οι πιο ουσιώδεις εκκλήσεις δεν είναι σε αυθόρμητη συμφωνία, και πολύ συχνά βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι κομματιασμένοι. Αλλά είναι μάλλον αυτή η μοναδική συνθήκη που μας δίνει την ώθηση να πάμε εμπρός.
Εκείνο που είναι αλήθεια για τον Φυσικό κόσμο είναι άλλο τόσο αλήθεια και για τον κοινωνικό κόσμο. Να μεταμορφώσουμε τον πρώτο με την τεχνολογία δεν θα μας ωφελούσε σε τίποτε, αν αυτή η εργασία δεν κατόρθωνε να μεταμορφώσει προοδευτικά την ίδια την κοινωνία. Λέμε, επιπλέον, πως ακριβώς σ’ αυτό συνίσταται η πρακτική ικανότης του ανθρώπου, που αποδεικνύεται μ’ αυτόν τον τρόπο, πάντοτε όμως κατ’ εικόνα του Δημιουργού του, causa sui, αυτο-αίτιος. Και όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ευρέως, ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να ονομασθεί causa sui, αλλά από την Χρήση που κάνει της Ελευθερίας του.
Χωρίς αμφιβολία, δεν πρέπει να κρίνουμε άδικα όλους αυτούς οι οποίοι δεν αναγνώρισαν αμέσως το μεγαλείο και την αλήθεια μιας παρόμοιας ιδέας, όταν αυτή άρχισε να διεισδύει κρυφά μέσα στο ανθρώπινο γένος. Η επιφυλακτικότητά τους δεν προερχόταν πάντοτε από εγωιστικούς, παρότι ασυνείδητους λόγους, και πολύ συχνά ήταν ικανοί μεγάλης διακρίσεως, για να ελευθερώσουν αυτήν την ιδέα από την παχειά λάσπη στην οποία ήταν τυλιγμένη. Παρ’ όλα αυτά ο «προνοητισμός», έτσι όπως τον έχουν επικαλεσθεί συχνά, δεν είναι μια Χριστιανική αλήθεια. Η εργασία για την τροποποίηση μιας τάξεως πραγμάτων που εξηγούνται από μόνα τους στο μεγαλύτερό τους μέρος, μέσω της ιστορίας και μέσω της ανθρώπινης δραστηριότητος, δεν σημαίνει να ποδοπατήσουμε την πρόνοια.
Οπωσδήποτε η υποστήριξη του παρελθόντος, η επίκληση της εμπειρίας, το αίσθημα της παραδόσεως είναι πράγματα αναγκαία πάντοτε, όσο πιο ριζικά είναι μάλιστα τα προγράμματα μεταρρύθμισης ή όσο πιο τολμηρές και μεγαλειώδεις είναι οι μελλοντικές στοχεύσεις. Αλλά δεν πρέπει να παραποιούμε αυτά τα πράγματα μεταμορφώνοντάς τα σε ιερές αρχές τής συνήθειας. Είναι άλλο τόσο βλάσφημο, και ίσως ακόμη περισσότερο, να καλύπτουμε με το όνομα του Θεού πράγματα που είναι απλώς ανθρώπινα, ίσως πολύ ανθρωπινά, όσο είναι και να κραυγάσουμε δυνατά, επαναστατώντας εναντίον Αυτού που παρουσιάζεται σαν η αιώνια εγγύηση αυτών των πραγμάτων.
Ξεκινώντας από κάποια στιγμή της ιστορίας της, η ανθρωπότης αποκτά μια στοχαστική συνείδηση του δικού της γίγνεσθαι και της ενότητος που πρέπει να εξασφαλίσει, και πως από αυτή την στιγμή τής είναι αναγκαίο να οργανωθεί και να προωθήσει τον εαυτό της. Καθώς λέγεται: απομένει στον άνθρωπο να πάρει την θέση του Θεού στο κάρρο της μοίρας.
Μια κάποια κριτική των αιτήσεων στην πρόνοια είναι λοιπόν απαραίτητη για πολλούς λόγους, στο όνομα της πίστεως στον αληθινό Θεό. Πάρα πολλοί σύγχρονοι στοχαστές, βιαίως αντιτιθέμενοι εκτός των άλλων στον Χριστιανισμό – αρκεί να θυμηθούμε τον Μαρξ και τον Νίτσε –, ένοιωσαν μεγάλη ευχαρίστηση συγκρίνοντας το έργο τους με εκείνο του Προμηθέως. Ανακήρυξαν εαυτούς με υπερηφάνεια ως κληρονόμους του πνεύματος του επαναστατημένου ήρωα. Δεν θα επιτρέψουμε βεβαίως στον αντίπαλο να μας παρασύρει μέχρι του σημείου να υιοθετήσουμε στα τυφλά όλες τις αντίθετες στην δική του θέσεις, αφήνοντάς του τοιουτοτρόπως όλο το πλεονέκτημα των σωστών ιδεών, τις οποίες και ανακατεύει με την επανάστασή του. Ο μύθος του Προμηθέα, ας το θυμηθούμε, δεν είναι μια βιβλική ιστορία. Η επανάσταση εναντίον των θεών δεν είναι αναγκαίως και μια επανάσταση εναντίον του Θεού. Ο δικός μας Θεός ζηλεύει, αλλά η ζήλεια του είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των θεών της μυθολογίας. «Ο Προμηθέας επαναστάτησε στην εξουσία των κυριάρχων θεών. Εδημιούργησε την ανθρωπότητα χωρίς αυτούς. Οι Εθνικές, ειδωλολατρικές θεότητες τον αλυσοδένουν, χωρίς όμως να τον υποδουλώσουν. Στον Καύκασο προφητεύει την πτώση του, και περιμένει τον νέο Θεό ο οποίος, νικώντας τες, θα τον ελευθερώσει» (Edgar Quinet). Έναν Θεό που δεν ζηλεύει στα δημιουργήματά του την φωτιά και καμμία από τις ανακαλύψεις που ακολουθούν. Μ’ αυτές, αντιθέτως, πλαταίνει μια κυριότης, μ’ αυτές πραγματοποιείται ένα σχέδιο που συμφωνεί με το θέλημά του. Στον άνθρωπο δίνεται ο χρόνος για να τελειοποιηθεί στην χρονική τάξη και ο άνθρωπος έχει δίκαιο να θέλει να ξεφύγει από κάθε είδος κοσμικής δουλείας, ή και κοινωνικής ακόμη, για μια πιο ελεύθερη και πιο ανθρώπινη ύπαρξη.
Δεν πρέπει, με κάθε κόστος, να ανακατέψουμε τον Χριστιανισμό με μερικές πρωτοβουλίες που στέκονται σ’ ένα καθαρά φυσικό επίπεδο. Δεν πρέπει να τον ταυτίσουμε με την τάδε ή την άλλη μορφή πολιτικής εξουσίας ή κοινωνικής επαναστάσεως. Σ’ αυτά τα πράγματα ο καθένας μπορεί νάχει διαφορετική γνώμη από τους άλλους, και ακόμη και οι ίδιοι οι πολιτικοποιημένοι Καθολικοί, αυτοί που απαιτούν να είναι οι πιο πιστοί στους κοινωνικούς κανόνες της θεσμικής Εκκλησίας, δεν συμφωνούν μεταξύ τους, δεν διαθέτουν ένα κοινό πρόγραμμα. Μάλιστα δε, η πλειοψηφία ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει ή πως δεν υπήρξε ποτέ κάποια ανάγκη συστάσεως οποιουδήποτε οικονομικο-κοινωνικού καθολικού συστήματος, βασιζόμενου στις αρχές του Ευαγγελίου, όπως ατυχώς έχει λεχθεί. Ισχυρίζονται και δικαίως, πως η Εκκλησία δεν πρέπει να ανακατεύεται με τα προβλήματα και τα πάθη του κόσμου. Και ούτε επιτρέπεται να ταυτίσωμε την υπόθεσή της με θεσμούς τυχαίους και συμπτωματικούς.
Ίσως όμως θάπρεπε να αναγνωρίσουμε συχνά με περισσότερο θάρρος, και όχι μόνον με λόγια, αλλά με την ίδια μας την πράξη και με κάποιο γούστο ίσως, που θα συνοδεύει αυτή την πράξη, πως η πίστη μας συμφωνεί και ενθαρρύνει, χωρίς να επιβάλλει τους τρόπους της, αυτή την προσπάθεια απελευθερώσεως και εξανθρωπίσεως. Ίσως πρέπει να λάβουμε σοβαρότερα υπ’ όψιν τις πρωτοβουλίες που γεννήθηκαν στους ίδιους τους κόλπους τής Εκκλησίας μας, διότι η πνευματική ζωή δεν υπήρξε ποτέ μια πολυτέλεια προορισμένη στους λίγους, αλλά ο άρτος ο οποίος προσφέρεται με αφθονία σε όλους τους υιούς του Θεού.
Επί πλέον θα αποφύγουμε μ’ αυτόν τον τρόπο πολλούς πειρασμούς και πολλές απογοητεύσεις στους πιο γενναιόδωρους από τους δικούς μας. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ο Χριστιανισμός υπήρξε εξ ‘αρχής – και μάλιστα επιτυχώς, διότι ήταν κάτι πολύ παραπάνω – μια επανάσταση εναντίον τής μοίρας.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (6) – Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Συνέχεια από Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

HENRI DE LUBAC
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Το απόλυτο γεγονός είναι πως στην πραγματικότητα η πρόνοια δεν είναι η Μοίρα. Αντιθέτως είναι η δύναμη που την νίκησε. Υποταγή στην πρόνοια δεν σημαίνει εγκατάλειψη στο πεπρωμένο. Ο άνθρωπος δεν τοποθετήθηκε στο σύμπαν σαν ένα πράγμα ανάμεσα σε άλλα πράγματα. Ούτε τοποθετήθηκε για να το απολαύσει παθητικά, σαν να ‘χει συντελεσθεί το παν και να ‘χει ολοκληρωθεί, χωρίς αυτόν. Εδημιουργήθη, μας λέει η Γένεση, κατ’ εικόνα Θεού. Αυτή είναι η πρώτη διδασκαλία της Βίβλου αναφορικά με τον άνθρωπο. Και τί μπορεί να σημαίνει κατ’ εικόνα Θεού, παρά μόνον και ιδιαιτέρως κατ’ εικόνα του Δημιουργού; Θα πρέπει λοιπόν να τον μιμηθεί με τον τρόπο του για να κυριαρχήσει στην Φύση. Αυτή η πλευρά δεν είναι οπωσδήποτε η μοναδική, ούτε και η πιο σπουδαία. Αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, η πιο άμεση και είναι μια πλευρά την οποίαν οι Πατέρες της παραδόσεως της Αντιοχείας προτιμούσαν να αναπτύσσουν: «Μόνον ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα του Θεού…». Και ο Θεόδωρος Μαψουεστίας ανακαλύπτει αυτό το πλεονέκτημα στην ικανότητα του ανθρώπου να είναι και αυτός, κατά κάποιον τρόπο, δημιουργός. Ανίκανος να φέρει στην ύπαρξη τα πράγματα, μπορεί, μιμούμενος τον δημιουργό του, να τακτοποιήσει και να οργανώσει και να συνδυάσει σύμφωνα με την ευχαρίστησή του τα στοιχεία που έχουν τεθεί στην διάθεσή του, και να παράγει αντικείμενα μεγάλα ή μικρά (το σπίτι, το πλοίο, την πόλη) τα οποία πριν δεν υπήρχαν.
Πρέπει – σχολιάζει με την σειρά του ο Κλωντέλ – να αισθανθεί η Φύση μέχρι τα βάθη των σπλάχνων της αυτήν την οργάνωση που της δίνουμε στο όνομα του Δημιουργού της. Αυτήν την ιδέα, που είναι αυθεντικά βιβλική και χριστιανική, δεν είναι δυνατόν να την εκμεταλλευθεί πλήρως ο άνθρωπος, μέχρις ότου απαιτήσει το εργαλείο που του έχει προσφέρει τώρα η Επιστήμη. Αλλ’ όμως, σαν Αρχή, την γνώριζε ήδη. Με δυο λόγια: αφού έγιναν πολύ πιο σημαντικά από όσο μάθαμε και γνωρίσαμε από το μακρυνό μας παρελθόν και τους πρώτους σταθμούς της ιστορίας μας, ο Ακινάτης μάς ανοίγει σ’ αυτό το σημείο μια μεγάλη προοπτική: Habet homo rationem et manum (Θεολογική Σούμα Ι, 9. 91, α. 3, 2). Νόηση και χέρι. Νόηση και πράξη. Εάν ο Δημιουργός μάς προίκισε μ’ αυτό το διπλό εργαλείο, τόσο θαυμάσια συμπεπλεγμένο, το έκανε για να μπορούμε να λύνουμε απλώς με μια κίνηση τα προβλήματα που η Φύση λύνει απ’ ευθείας με το ζώο; Για να υποκαταστήσουμε, για παράδειγμα, με την προστασία του κατασκευασμένου ρούχου, την προστασία από το τριχωτό που μας λείπει; Το έκανε έτσι απλά για να προικίσει ένα ανώτερο ζώο, εμάς, με μερικές ευκολίες; Με μερικές βεβαιότητες, με μερικές παραπάνω ηδονές, κρατώντας μας παρ’ όλα αυτά κλεισμένους στον ίδιο στενό κύκλο της υπάρξεως; Οπωσδήποτε όχι.
Μ’ αυτήν την απεριορίστως γόνιμη ενότητα, της διάνοιας ή του εγκεφάλου και της χειρός, καλείται να συνεχίσει ο άνθρωπος το έργο αυτού που τον δημιούργησε. Δεν είμαστε απλώς συνδεδεμένοι και πανευτυχείς ή δυστυχείς, αναλόγως, σ’ έναν έτοιμον κόσμο: ο άνθρωπος συνεργάζεται στη γέννησή του. Όταν ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο, «την εβδόμη ημέρα αναπαύθηκε» λέει η Γραφή, διότι είχε κάποιον που μπορούσε να αναλάβει πλέον τα υπόλοιπα.
Εδώ ομιλούμε βεβαίως για τις μεταλλάξεις που έχουν γίνει στην πρακτική μας συμπεριφορά απέναντι στο σύμπαν. Ανάλογες παρατηρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν και για τις μεταλλάξεις (αλλαγές νοοτροπίας) στην αναπαράστασή του, μετά τις ανακαλύψεις του χώρου και του χρόνου. Δεν έχει καμμία χρησιμότητα να προσκολλώμεθα σε όσα μπορούν ακόμη να υφίστανται (αυτό σημαίνει νοοτροπία) στην φαντασία μας ή στις συναισθηματικές μας αντιδράσεις, από τότε που το σύμπαν φάνταζε σαν μια τέλεια σφαίρα, με αρμονικές διαστάσεις, με ιεραρχημένους κύκλους, σε μιαν αιώνια τάξη, όπου κάθε ον είχε την θέση του και το σκαλί του σε έναν ιεραρχημένο κόσμο με αναβαθμούς, και είχε το αξεπέραστο όριό του, του οποίου ο ουρανός σχημάτιζε την περιφέρεια και στην οποία ο άνθρωπος κατείχε το κέντρο. Μια διαφορετική κίνηση από την κυκλική εισήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο και τον αποκέντρωσε, τον γκρέμισε, κατέστρεψε την αρμονία του που από πολύ καιρό μάς νανούριζε. Μια παράξενη κίνηση, της οποίας μάς διαφεύγει ο νόμος ακόμη: μια κίνηση που είναι ικανή να προκαλέσει τον ίλιγγο, αλλά την οποία δεν μπορούμε να αρνηθούμε πλέον, όπως τον ήλιο. Οπωσδήποτε όλα αυτά δεν συνεπιφέρουν, όπως πίστεψαν πολλοί, και μια μετάλλαξη των νόμων του πνεύματος ή την ριζική καταστροφή των αρχαίων δογματικών κατασκευών. Παρ’ όλα αυτά θα μας έλειπε παντελώς η διορατικότης εάν δεν μπορέσουμε τελικώς να κατανοήσουμε τις βαθειές μεταμορφώσεις που προέρχονται από την οικονομία της Επιστήμης μας: θα μας έλειπε η ζωτικότης εάν καθυστερούσαμε, νοσταλγώντας με θλίψη και πικρία τις χαμένες εικόνες σαν να επρόκειτο για τον χαμένο παράδεισο, θα μας έλειπε το σθένος εάν περιοριζόμαστε να κατηγορούμε παθητικά τις αλλαγές αυτές, σχεδόν με βαρειά απογοητευμένη και νικημένη καρδιά, χωρίς να δώσουμε την συνεργασία μας, και τέλος θα μας έλειπε η πίστη εάν αφήναμε να μας κυριεύσει ο φόβος λόγω των νέων συνθηκών που απορρέουν από τις μεταλλάξεις αυτές, για την συνείδηση των σχέσεών μας με τον Θεό.
Επί πλέον είναι σίγουρο πως θα υφίσταται πάντοτε ένας φυσικός συμβολισμός, στηριγμένος στην αισθητή γνώση και την οποία καμμιά Επιστήμη δεν μπορεί να αλλάξει. Όμως δεν θα μπορέσουμε ποτέ μας να θρέψουμε και να αυξήσουμε την πίστη μας στο επίπεδο της Επιστήμης, προσπαθώντας να πετύχουμε την επιβίωση ενός παρελθόντος το οποίο δεν μπορεί να αναγεννηθεί πλέον και το οποίο, εκτός των άλλων, δεν ήταν δεμένο με κανέναν τρόπο, από την καταγωγή του, με την χριστιανική αποκάλυψη. Και αυτό είναι δυνατόν μόνο εάν προσλάβουμε τις νέες καταστάσεις. Εάν πλησιάσουμε τις νέες συνθέσεις. Ακόμη και στο Φυσικό πεδίο εφαρμόζεται η φράση του Παύλου: « λησμονώ τα παλαιά και προχωρώντας προς εκείνα που είναι εμπρός, τρέχω προς το τέρμα, προς το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού» (Φιλιπ. 3, 13).
 Μιλάμε για μια παράβαση των νόμων της φύσεως, για μια διεστραμμένη Βούληση που θέλει να χωρίσει τον άνθρωπο από τον ρυθμό της Φύσεως, για μιαν «αποφυσιοκρατία», που είναι το κατεξοχήν κακό. Αυτές οι κριτικές μάς πάνε πολύ μακριά. Για να είμαστε επαρκείς σε εκείνο που σωστά λένε, αυτές θα έπρεπε να ξεκινήσουν αποδεχόμενες το γεγονός πως δεν πρέπει να υποτιμούμε συστηματικά οτιδήποτε είναι τεχνητό, διότι αυτό δεν είναι απαραιτήτως μια βεβήλωση του έργου του Δημιουργού, εκ μέρους τού δημιουργήματος. Με την ίδιαν έννοια που έχει γραφεί, πως «η Φύση του ανθρώπου είναι η τέχνη, η τεχνολογία». Και αν η υλική πρόοδος οδηγεί πολύ συχνά στο κακό, εάν φτάνουμε και στο κακό, εάν πολλές φορές προωθείται αυτή η πρόοδος με ένα πνεύμα που δεν είναι το πνεύμα του καλού, είναι απαραιτήτως και μόνον γι’ αυτό κακή; Ο στοχασμός δεν μας έχει δοθεί για να αποσυνδέσουμε ορισμένες συνθέσεις, ορισμένες συμμαχίες, οι οποίες δεν στηρίζονται στο δίκαιο; Και θα καταδικάσουμε, για παράδειγμα, την προσπάθεια της νοήσεως της πίστεως, διότι οδήγησε πραγματικά και σχεδόν πάντοτε, κατ’ αρχάς στην αίρεση; Καταδικάζει με τον ίδιον τρόπο η κακή χρήση της Επιστήμης την Επιστημονική προσπάθεια; Ακόμη και στην κοινωνική της εφαρμογή; Και οι δύο αυτές προσπάθειες είναι εξάλλου μοιραίες. Καθοδηγούμαστε περισσότερο από έναν νόμο της φύσεως και από την ανάγκη να βγούμε από καινούρια προβλήματα, παρά από την δική μας ελεύθερη πρωτοβουλία. Ο άνθρωπος, «ο οποίος δεν είναι δυνατόν να μην σκέπτεται», δεν μπορεί, ακόμη περισσότερο, να διακόψει την πρόοδο της τεχνολογίας του από δική του ευχαρίστηση.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ (5) – Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

HENRI DE LUBAC

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Έτσι λοιπόν ο άνθρωπος δεν ψάχνει παρά μόνον την άνεσή του και την ευτυχία του. Εξάλλου, a priori, τίποτε δεν τον εμποδίζει να έχει εμπιστοσύνη στο χρόνο. Είναι εντελώς φυσικό ένα μεγάλο πείραμα να μην δίνει αμέσως τα αποτελέσματά του. Είναι φυσικό να προκαλεί πολλές ανατροπές και κάποιες απογοητεύσεις, αλλά αυτές οι δυσκολίες δεν μπορούν να αποτελέσουν το αποφασιστικό αντίθετο επιχείρημα που απαιτείται. Το γεγονός πως αυτή η σκληρή μιζέρια δεν αποσπά τον άνθρωπο από τον δρόμο του, πως δεν είναι ικανή να τον αποσπάσει ή αν προτιμάμε καλύτερα, πως αυτό το εκπληκτικό ταρακούνημα δεν τον ξυπνά από το όνειρό του, δεν είναι ήδη μια απόδειξη υπέρ του βαθυτάτου ενστίκτου που τον ωθεί; Οι δύο πόλεμοι των οποίων φέρουμε τις συνέπειες, ήταν σαν δύο θανατηφόρα βέλη εναντίον του ονειρικού μας οικοδομήματος: αλλά το υποχρέωσαν να παραπατήσει, δεν το κατέστρεψαν, και η κρίση που προκλήθηκε σε πολλές συνειδήσεις πολύ συχνά αύξησε την ώθηση. Και ποιος θα λάβει στα σοβαρά, μπροστά σε τέτοιους στόχους, την αντίρρηση του απαισιόδοξου. Θεμελιωμένη πάνω σ’ ένα σκοτεινό παρόν και σε προβλέψεις ακόμη πιο απειλητικές, η απαισιοδοξία γρήγορα εκτοπίστηκε, στους περισσότερους, από την ελπίδα, και παρ’ όλους τους σαρκασμούς που προκαλεί, αυτή η ελπίδα μένει ανέπαφη. Αυτό λοιπόν και μόνο το γεγονός είναι αρκετό νομίζουμε για να πάρουμε στα σοβαρά και να εξετάσουμε την στερεότητα των ιδεών στις οποίες βασίζεται αυτή η ελπίδα.
Αλλά ακριβώς, αφού χαμογελάσαμε σαν σκεπτικιστές, δεν θα ήταν αναγκαίο να αγανακτήσουμε; Δεν πρόκειται στ’ αλήθεια για ένα απαγορευμένο όνειρο; Για μια δαιμονική φιλοδοξία; Εάν πρέπει να προβλέψουμε την καταστροφή του, δεν είναι ο λόγος ότι ο άνθρωπος ετοιμάζεται να «δαγκώσει τον απαγορευμένο καρπό», ότι ετοιμάζεται να κλέψει έναν ρόλο που δεν μπορεί να είναι δικός του; Ότι ετοιμάζεται να ταράξει την τάξη του κόσμου, ότι ετοιμάζεται να παραβεί τα δικαιώματα τού Θεού; Πάρα πολλοί το αναρωτήθηκαν. Σε μερικούς είναι σχεδόν μια μορφή συστολής ή η νοσταλγία μορφών ζωής και κουλτούρας των οποίων η αναντίρρητη γοητεία χάνεται για πάντα κάτω από τη ματιά μας. Λόγω μιας οπισθοδρομικής ψευδαισθήσεως, και πολύ συχνά ξεχνώντας πόσο ακριβά πληρώθηκαν και εκείνες οι μορφές ζωής. Σε άλλους, ένας απελπισμένος ρομαντισμός αναπτύσσει μιαν αντίδραση αρχής σε κάθε τεχνικό πολιτισμό και αντικαθιστά το παλιό είδωλο της προόδου με το «νέο είδωλο της καταραμένης προόδου». Μερικοί δείχνουν να μην γνωρίζουν καθόλου την επιστημονική κίνηση, για να αξίζει τον κόπο να συζητήσει κάποιος μαζί τους. Όμως, μερικοί άλλοι, που συλλαμβάνουν το εύρος, διακρίνουν μόνον μια εγωιστική μανία. Αυτοί, χωρίς να καταδικάζουν την επιστήμη και την τεχνολογία, καταδικάζουν το κατασκευαστικό όνειρο που εμπνέουν. Θωρούν αυτή την βούληση της μεταμορφώσεως του κόσμου, της κοινωνίας, ακόμη και του ανθρώπου του ίδιου, σαν μια ομαδική επανάληψη, αλλά πιο τερατώδη, του εγκλήματος του Προμηθέως. Υπενθυμίζουν τότε λοιπόν με επιμονή στον άνθρωπο πως είναι δημιούργημα, πως είναι μέρος του σύμπαντος το οποίο διαθέτει νόμους που είναι ανεξάρτητοι από το πνεύμα του και από την βούλησή του, πως η πρώτη του υποχρέωσή είναι να υποταχθεί παντελώς στο πραγματικό, στο αντικείμενο, και να σεβαστεί την τάξη που εδραιώθηκε από την πρόνοια. Αυτή η παραδοσιακή νοοτροπία, η οποία δεν γεννήθηκε χθες, δεν πέθανε ούτε και σήμερα. Από αυτήν απορρέουν μερικοί λίβελλοι που καταγγέλλουν άλλα τόσα σημεία εκφυλισμού σε όλα όσα χαρακτηρίζουν την εποχή μας και σε όλα όσα αναζητούνται σήμερα.
Αυτή εκφράζεται, για παράδειγμα, με αυτούς του όρους: «Δεν φτιάξαμε εμείς την πραγματικότητα, την δημιούργησε ο Θεός, και εμείς μπορούμε μόνον να πλουτίσουμε την νόησή μας, η οποία δεν δημιούργησε τίποτε, γνωρίζοντας αυτήν την πραγματικότητα όπως είναι, δηλ. όπως την δημιούργησε ο Θεός. Η υποταγή στο πραγματικό είναι εντέλει η υποταγή της δημιουργημένης νοήσεως στον Θεό, δημιουργό αυτής της πραγματικότητος. Είναι οπωσδήποτε μια λαμπρή αρχή! Αλλά εδώ είναι μάλλον εφαρμοσμένη πολύ άσχημα. Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει από το να εξακριβώνει και να διαπιστώνει; Η σταθερότης των φυσικών νόμων εμποδίζει κάθε παρέμβαση στην πραγματικότητα; Και το κοινωνικό σύμπαν, έτσι όπως παρουσιάζεται σήμερα στα μάτια μας, είναι στ’ αλήθεια το έργο του Θεού δημιουργού με την ίδια έννοια που είναι και το φυσικό σύμπαν; Αλλά ακόμη και σ’ αυτό δεν έχουμε στ’ αλήθεια καμμιά δικαιοδοσία;
Από τον περασμένο αιώνα ήδη, όλοι εκείνοι που λόγω ελλείψεως φαντασίας, ή λόγω ελλείψεως εμπιστοσύνης στην ανθρώπινη προσπάθεια, ή ακόμη μερικές φορές, λόγω ελλείψεως γενναιοδωρίας, επιθυμούσαν να διατηρήσουν μιαν ιστορική κατάσταση στην οποία ήθελαν να βλέπουν μιαν αιώνια τάξη, απευθύνθηκαν στην ΠΡΟΝΟΙΑ και στους Ιερούς της νόμους. Και στο όνομα των «νόμων της πρόνοιας», της «τάξεως της πρόνοιας», ξεσηκώθηκαν χωρίς καμμία διάκριση ενάντια σε όλες τις προσπάθειες που προσπαθούσαν να γίνουν για την καλυτέρευση της οργανώσεως της κοινωνίας. Κάθε επέμβαση των λαϊκών δυνάμεων για να καταπνίξουν τις πιο χονδροειδείς παραβάσεις δηλωνόταν αμέσως σαν ουτοπική ή ανίερη. Κάθε ελπίδα για μια μεγαλύτερη δικαιοσύνη πνιγόταν. Στο όνομα αυτών των νόμων, αυτής της τάξεως, έγινε κανόνας ο οικονομικός φιλελευθερισμός, μια από τις βασικές αμαρτίες του μοντέρνου μας κόσμου. Σήμερα ακόμη, μια τέτοια νοοτροπία δεν προάγει αυτή την πικρή κριτική, την μονοδιάστατη, όλων των τρόπων και των δρόμων στους οποίους αγωνίζεται ο πολιτισμός μας;
Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να κρύψουμε πως υπάρχουν τρομερά εμπόδια. Οι απαιτήσεις μιας κάποιας ψυχοτεχνολογίας μπορεί να ζημιώσουν σοβαρά και τα δύο παραδείγματα στα οποία αναφερθήκαμε, της Ευγονικής και της προπαγάνδας, και μας γεμίζουν υποψίες για την σοβαρότητα των ανθρωπίνων προβλημάτων που βρίσκονται επί τάπητος. Διότι είναι μια χονδρή ψευδαίσθηση αυτή που μεταφέρει με ακρίβεια την έννοια της τεχνολογίας από την υλική τάξη στην κοινωνική τάξη.
Δεν πρέπει να συγχέουμε πλέον με μια τέτοια νοοτροπία, ακόμη και αν εκφράζεται με υπερβολικές διατυπώσεις, την αντίδραση μερικών πνευματικών ανθρώπων οι οποίοι αγωνιούν για την λήθη του μόνου πράγματος του οποίου Εστίν Χρεία. Όπως έγραψε ο Monnier, «για να διατηρήσουμε την γραμμή των προθέσεων του Χριστιανισμού, πρέπει κατά περιόδους να ακούγονται οι φωνές εκείνων των προφητών, οι οποίοι είναι ευαίσθητοι πάνω απ’ όλα στην ακρίβεια του δόγματος, στην στενή οδό, στο μυστήριο της αλήθειας, στην απολυτότητα της κλήσεως, και στον δραματικό χαρακτήρα και την σπουδαιότητα που αντιπροσωπεύουν για την ζωή μας, σε κάθε στιγμή της ζωής μας, ο Λόγος του Θεού, ο θάνατος, η αμαρτία, η κρίση».
Μ’ αυτό το ταρακούνημα και μόνον μπορούν να προφυλαχθούν οι Χριστιανοί από την συμμόρφωσή τους με τον κόσμο, όπως λέει και ο Απόστολος, και την απώλεια της αλήθειας, πως η ζωή εκείνου που θέλει να παραμείνει πιστός θα είναι μέχρι το τέλος των χρόνων «αντίφαση και διαμάχη». Και πάλι: δεν υπάρχει πολύ συχνά η ανάγκη αντίδρασης ακόμη και εναντίον μιας «τερατώδους οικονομίας», την οποίαν οι στοχαστές είχαν ήδη ξεχωρίσει από τον ουρανό, και στην οποίαν «ο άνθρωπος ξεριζώνεται εξίσου από την γη»; Πρέπει όμως να αντιθέτουμε πάντοτε «ένα είδος κακής προφητικής διαθέσεως, στην πρόοδο της υλικής ζωής και της κοινωνικής οργάνωσης;» Εάν δεν επιστρέψουμε στο επίπεδο της διανοητικής αναλύσεως, είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε πως η παραδοσιακή απόρριψη, στην απόλυτη μορφή που εκδηλώνεται, εμπνέεται από μια έννοια του κόσμου και από ένα ιδανικό της σοφίας που είναι μια κληρονομιά περισσότερο του αρχαίου κόσμου, σε ό,τι πιο σκοτεινό διέθετε, παρά από τη Χριστιανική πίστη.
Παρομοίως, ο υπερβολικός φόβος με τον οποίο βλέπουμε την οργανωτική προσπάθεια του ανθρώπου, σαν κάτι που τον απομακρύνει από την φύση, στον κόλπο της οποία θα έπρεπε να συνεχίσει να ζει, αυτός ο φόβος είναι περισσότερο η αντανάκλαση μιας Ανατολίτικης προκαταλήψεως, παρά μια Χριστιανική ανησυχία. Ο άνθρωπος έχει τα όριά του, παρόντα κατ’ αρχάς στο σώμα του. Εάν αγνοηθούν, ξαναεμφανίζονται με βία στην προσοχή του. Ας χρησιμοποιήσουμε όμως μια παράδοξη έκφραση εδώ: αυτά τα όρια δεν είναι καθόλου επαρκή για να τον καθορίσουν.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος