Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 9 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Συνέχεια από Δευτέρα 13. Ιουλίου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 9

Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)

3. Ο Ωριγένης και ο άγιος Παύλος


Στην αυθεντία αυτή του Αποστόλου προσφεύγει διαρκώς ο Ωριγένης. Ο Παύλος είναι ο μάρτυράς του¹⁶¹, «ένας εξαίρετος μάρτυρας, ένας έμπιστος του ουράνιου μυστηρίου»¹⁶². Είναι γνωστό ότι θαύμαζε σε αυτόν «τον μεγαλύτερο από τους Αποστόλους»¹⁶³, «τον πρώτο μιμητή του Χριστού»¹⁶⁴. Δεν θαύμαζε λιγότερο «τη μεγαλοφυΐα αυτού του ανθρώπου, ο οποίος με τόσο απλές λέξεις διατύπωσε τόσο μεγάλες αλήθειες»¹⁶⁵.

Με βαθιά πεποίθηση δηλώνει μαθητής του:

«Όποιος θέλει να ακούσει αυτή τη διήγηση και να την κατανοήσει μόνο κατά γράμμα, θα έκανε καλύτερα να καταταχθεί μεταξύ των Ιουδαίων… Εκείνος όμως που θέλει να είναι χριστιανός και μαθητής του Παύλου πρέπει να ακούσει τον Παύλο, ο οποίος λέγει ότι ο Νόμος είναι πνευματικός και ο οποίος, μιλώντας για τον Αβραάμ, τη σύζυγο και τους γιους του, δηλώνει ότι πρόκειται για αλληγορία»¹⁶⁶.

Μολονότι αναφέρεται πολλές φορές εγκωμιαστικά στον Φίλωνα¹⁶⁷, δεν επικαλείται ποτέ την αυθεντία του για να δικαιολογήσει τη μέθοδό του. Αντιθέτως, στην παρουσίαση αυτής της μεθόδου, την οποία πραγματοποιεί στο τέταρτο βιβλίο του Περὶ Ἀρχῶν, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον άγιο Παύλο¹⁶⁸. Στις ομιλίες του δεν κουράζεται να τον παραθέτει. Δεν θέλει, λέγει, παρά να ακολουθεί την οδό στην οποία προηγείται ο Παύλος¹⁶⁹.

Ακολουθώντας τον, απορρίπτει «τις διατάξεις του Νόμου και ολόκληρη τη δόξα του ιουδαϊκού θεσμού», για να βρει στον Χριστό την αληθινή δικαιοσύνη, εκείνη που προέρχεται από τον Θεό¹⁷⁰. Αν φοβάται μήπως κάποια εξήγησή του φανεί κάπως εξεζητημένη, την υποστηρίζει επικαλούμενος μια ανάλογη σκέψη του διδασκάλου του¹⁷¹. Όταν χρειάζεται, επισημαίνει: «Η ερμηνεία αυτή δεν είναι δική μου· είναι του Αποστόλου»¹⁷².

Μοιάζει να διακατέχεται από μια έμμονη προσήλωση στα κυριότερα σχετικά χωρία του —συμπεριλαμβανομένων, βεβαίως, εκείνων της Προς Εβραίους Επιστολής¹⁷³. Για να αποδείξει εναντίον του Κέλσου ότι η αλληγορία δεν αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση «λογικών» χριστιανών, παραθέτει την Α΄ Προς Κορινθίους και την Προς Εφεσίους Επιστολή¹⁷⁴. Η Προς Γαλάτας Επιστολή τού παρέχει την ίδια τη λέξη «αλληγορία»¹⁷⁵.

Όσο για την Προς Ρωμαίους Επιστολή, το κυριότερο από τα συγγράμματα του Αποστόλου, δεν είναι άραγε, λέγει, ολόκληρη αφιερωμένη στο να δείξει πώς η θρησκεία πέρασε διά του Χριστού «από την περιτομή στην πίστη, από το γράμμα στο πνεύμα, από τη σκιά στην αλήθεια, από τη σαρκική τήρηση στην πνευματική τήρηση»;¹⁷⁶

Στον άγιο Παύλο βρίσκει δύο πράγματα: την αρχή της ερμηνευτικής του και ορισμένα παραδείγματα εφαρμογής της. Το γράμμα θανατώνει, ενώ το πνεύμα ζωοποιεί· ο Νόμος είναι πνευματικός· περιέχει τη σκιά των μελλόντων αγαθών· όλα όσα συνέβαιναν στους Ισραηλίτες συνέβαιναν τυπικώς και καταγράφηκαν για τη δική μας διδασκαλία¹⁷⁷: αυτή είναι η αρχή.
Όταν ο Παύλος τη διατύπωνε, γνώριζε τι έλεγε. Δεν θα τολμούσε ποτέ, παραδείγματος χάριν, «να μιλήσει για πνευματική τροφή και πνευματικό ποτό, αν η διδασκαλία πάσης αληθείας δεν του είχε γνωστοποιήσει ότι αυτή ήταν πράγματι η σκέψη του νομοθέτη». Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν μιλούσε για τις εορτές, τις νεομηνίες και το Σάββατο, και τα αποκαλούσε «σκιές των μελλόντων», τα κατανοούσε ασφαλώς καλύτερα από «τους υποτιθέμενους σημερινούς διδασκάλους μας»¹⁷⁸.
Ή ακόμη, όταν, αφού παρέθετε τον νόμο του Μωυσή που απαγόρευε να φιμώνεται το βόδι που αλωνίζει, ρωτούσε: «Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια; Δεν θέσπισε άραγε αυτή τη διάταξη μάλλον για εμάς;», γνώριζε ότι μπορούσε να απαντήσει χωρίς δισταγμό: «Ναι, για εμάς γράφτηκε αυτό»¹⁷⁹.


Ο Παύλος δεν απομακρυνόταν ποτέ από το «φρέαρ της οράσεως», για το οποίο μιλά η Γένεση, από εκείνο το φρέαρ των Γραφών από το οποίο αντλείται η κατανόησή τους¹⁸⁰. «Εμείς», έλεγε, «νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν»· και αυτός ο νους τον καθοδηγούσε κατά την ανάγνωση της Παλαιάς Διαθήκης, τον έκανε να απορρίπτει το κάλυμμά της και να θεωρεί τα μυστήρια με εντελώς ελεύθερο βλέμμα. «Με ακάλυπτο πρόσωπο», έλεγε ακόμη, «κατοπτριζόμαστε τη δόξα του Κυρίου»¹⁸¹.
Αναμφίβολα, οι επιστολές του Παύλου περιέχουν περιορισμένο μόνο αριθμό παραδειγμάτων αυτής της πνευματικής κατανοήσεως. Μέσω όμως αυτών των παραδειγμάτων, ο Απόστολος μάς υποδεικνύει μια ολόκληρη μέθοδο¹⁸². Και ορισμένες από τις λέξεις του είναι σαν κλειδιά, «τα οποία, μέσα από ένα στενό άνοιγμα, μας ανοίγουν απέραντες προοπτικές»¹⁸³.
Δεν είπε άραγε ο ίδιος: «Δεν είναι τώρα καιρός να εισέλθουμε στις λεπτομέρειες», σαν να υπαινισσόταν ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει αργότερα; Μας «παρέδωσε έναν κανόνα κατανοήσεως»¹⁸⁴. Εναπόκειται, λοιπόν, σε εμάς να προχωρήσουμε τώρα στην οδό που μας άνοιξε· σε εμάς να «καλλιεργήσουμε τα σπέρματα» που έσπειρε ο Απόστολος¹⁸⁵· σε εμάς να εφαρμόσουμε τις αρχές που παρέδωσε· σε εμάς να αναπτύξουμε τα σύμβολα των οποίων χάραξε το περίγραμμα, όπως, παραδείγματος χάριν, το σύμβολο της Σκηνής του Μαρτυρίου στην Προς Εβραίους Επιστολή¹⁸⁶.
Το πεδίο είναι απέραντο, διότι η αρχή δεν έχει περιορισμούς. Αν πράγματι «ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν», πρέπει να αναγνωριστεί ως πνευματικός σε όλα¹⁸⁷. Αν η ιστορία του Αβραάμ και των συζύγων του αποτελεί «αλληγορία», πρέπει να είναι αλληγορικές και οι άλλες διηγήσεις που αφορούν τον πατριάρχη:
«Πρέπει, λοιπόν, αλληγορώντας όλα όσα λέγονται για τον Αβραάμ, να πράττουμε πνευματικά όλα όσα εκείνος έπραξε κάποτε σωματικά… Ερευνώντας ολόκληρη την ιστορία του και κατανοώντας ότι όλα όσα διηγούνται γι’ αυτόν είναι ἀλληγορούμενα, θα προσπαθήσουμε να τα εκπληρώσουμε πνευματικά»¹⁸⁸.
Και αν όλα όσα συνέβαιναν στους Ισραηλίτες «τύποι συνέβαινον ἐκείνοις», δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιοριστούμε στα λίγα χαρακτηριστικά που ο Απόστολος είχε την ευκαιρία να εξηγήσει στους Κορινθίους. Τα πάντα πρέπει να μεταφερθούν πνευματικά «προς νουθεσίαν ἡμῶν». Γιατί, παραδείγματος χάριν, να μην μπορεί να ερμηνευθεί η διάβαση του Ιορδάνη βάσει όσων έχουν γραφεί για τη διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης;¹⁸⁹
Αυτά τα γεγονότα, ασφαλώς, συνέβησαν κατά σάρκα· αυτό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση: quis dubitat haec secundum litteram stare debere? —«ποιος αμφιβάλλει ότι αυτά πρέπει να ισχύουν κατά το γράμμα;»¹⁹⁰. Πρέπει, επομένως, να μελετώνται πρώτα σύμφωνα με την ιστορική τους σημασία. Εφόσον όμως μας λέγεται επίσης ότι είναι «αλληγορικά», αν δεν θέλουμε «να παραδοθούμε στους εχθρούς του Χριστού», αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί και μαθητές του Παύλου, δεν πρέπει να σταματήσουμε προτού τα κατανοήσουμε σύμφωνα με το πνεύμα¹⁹¹.

Αυτή η πεποίθηση του Ωριγένη δεν είναι μόνο ειλικρινής. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι, σε μεγάλο βαθμό, βάσιμη. Η επιχειρηματολογία του, λέγει ο επίσκοπος Freppel, «είναι απολύτως πειστική. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει καλύτερα τη θέση και να τη θεμελιώσει επάνω σε στερεότερη βάση»¹⁹².

Αυτό είχε ήδη παρατηρήσει ο Tillemont: «Τον κατηγορούν», έλεγε, «επειδή σε όλα τα συγγράμματά του εξήγησε ολόκληρη τη Γραφή με αλληγορίες, χωρίς να προσκολλάται στο γράμμα. Αν υποστήριξε ότι τα γεγονότα που διηγείται η Γραφή δεν συνέβησαν, είναι ασφαλώς πολύ αξιόμεμπτος. Αν όμως, θεωρώντας αυτά τα γεγονότα αληθινά, προσπάθησε να ανακαλύψει σε αυτά πνευματικότερα και υψηλότερα νοήματα, αναφέροντάς τα στον Ιησού Χριστό και στην Εκκλησία, δεν έκανε παρά μόνο ό,τι δίδαξε ο άγιος Παύλος με τα λόγια και το παράδειγμά του και ό,τι προσπάθησαν να κάνουν ύστερα από αυτόν ο άγιος Αυγουστίνος, ο άγιος Γρηγόριος ο Μέγας και σχεδόν όλοι οι άλλοι Πατέρες»¹⁹³.

Ο άγιος Παύλος είναι εδώ όχι μόνο ο εγγυητής του, αλλά και η κύρια πηγή του. Υπό την επίδραση πολλών άλλων παραγόντων, ο αλληγορισμός του Αλεξανδρινού μας έλαβε μια μορφή και μια έκταση που ο Απόστολος προφανώς δεν μπορούσε να προβλέψει και τις οποίες ασφαλώς δεν θα ενέκρινε σε όλα τα σημεία. Η κατάσταση του Ωριγένη είναι ήδη τόσο διαφορετική από εκείνη του Παύλου! Η ιδέα ότι ο Νόμος είναι πνευματικός συστηματοποιείται με αυστηρότητα και αξιοποιείται με τέτοιο πλήθος λεπτομερειών, ώστε μεταβάλλεται κάπως ο χαρακτήρας της.

Και η ερμηνεία του στίχου «πάντα δὲ ταῦτα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις» είναι επίσης αμφισβητήσιμη. Ας παρατηρήσουμε, ωστόσο, ότι ο Ωριγένης δεν είναι ο πρώτος δημιουργός της, αφού απαντά ήδη στον Τερτυλλιανό¹⁹⁴ και στον Ιππόλυτο¹⁹⁵, και μια μακρά παράδοση κατανόησε αυτόν τον στίχο όπως εκείνος¹⁹⁶.


Αυτές όμως οι επιφυλάξεις αφήνουν άθικτο ένα ουσιώδες γεγονός. Αξιοποιώντας πλήρως τις υποδείξεις των παύλειων επιστολών, ο Ωριγένης παραμένει τις περισσότερες φορές πιστός στο πνεύμα τους¹⁹⁷. Εφαρμόζει τη διδασκαλία τους στην κατάσταση την οποία καλείται να αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό δεν είναι παράδοξο ότι, από την άλλη πλευρά, τα αποτελέσματα της ερμηνευτικής του συμφωνούν γενικά με τη διδασκαλία τους.

Ορθώς «έχει συνείδηση», γράφει ο Lietzmann¹⁹⁸, «της συμφωνίας που υπάρχει ανάμεσα στις αντιλήψεις του και στη Βίβλο· δεν έχει ανάγκη από καμία αλληγορία για να ανακαλύψει τα στοιχεία της διδασκαλίας του στον Παύλο και στα Ευαγγέλια».

Σημειώσεις:


161 Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 36, 6: «κατάλληλος μάρτυρας» (σ. 253)· ομιλ. 7, 5: «Αν κάποιος δεν προσδίδει πίστη στους λόγους του Αποστόλου, ο οποίος λέγει ότι η Ιερουσαλήμ είναι ουράνια, μπορεί επίσης να απορρίψει και αυτά τα δικά μας λόγια. Αν όμως πρέπει να δίνεται πίστη στους λόγους του Παύλου —όπως ασφαλώς πρέπει—, τότε πιστεύουμε ότι η Ιερουσαλήμ είναι ουράνια κ.λπ.» (σ. 47)

162 Εἰς Ἆσμα Ἀσμάτων, α΄ (σ. 126)

163 Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 3, 3 (σ. 17)

164 Εἰς Ματθαῖον 10, 15 (σ. 19). Εγκώμιο του Παύλου: Εἰς Κριτάς, ομιλ. 2, 3 (σ. 476)· Εἰς Ἰωάννην 20, 33: «Τίς ὑπὲρ Παῦλον, ὅσον ἐπὶ τῇ κατασκευῇ;» (σ. 371)

165 Κατὰ Κέλσου 3, 20 (σ. 217). Πρβλ. Εἰς Ρωμαίους 5, 2: «Ο Απόστολος δεν μίλησε χωρίς βαθιά ρητορική τέχνη…» (1022 A)

166 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 6, 1 (σ. 66). Πρβλ. ομιλ. 1, 17 (σ. 22)

167 Εἰς Ματθαῖον 15, 3: «Ο Φίλων, ο οποίος άξιζε να επαινεθεί από ανθρώπους μεγάλης αξίας για τους πολυάριθμους τόμους που αφιέρωσε στην ερμηνεία του νόμου του Μωυσή» (σ. 354–355). Κατὰ Κέλσου 4, 51 (σ. 324)· 6, 21 (σ. 91). Πρβλ. Εἰς Ματθαῖον 17, 18 (σ. 635)

168 Περὶ Ἀρχῶν 4, 2, 6 (σ. 315–318). Ήδη στο βιβλ. 2, 4, 2 (σ. 129) τον επικαλούνταν ως μάρτυρα της ενότητας των δύο Διαθηκών. — Σχολιάζοντας το κεφ. 25 των Αριθμών, προσφεύγει επίσης στην αυθεντία της Αποκαλύψεως 11, 14–20· Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 20, 2: «Επειδή ο Ιωάννης, στην Αποκάλυψή του, ανάγει στα θεία μυστήρια όσα είναι γραμμένα στον Νόμο κατά την ιστορική τους σημασία και διδάσκει ότι περιέχονται μέσα σε αυτά ορισμένα μυστήρια, φαίνεται αναγκαίο να ακολουθήσουμε κι εμείς, σύμφωνα με τη δική του κατανόηση, τον κανόνα ερμηνείας που μας παρέδωσε» (σ. 187)

169 Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 3, 3: «Δεν μπορώ να ανέλθω εκεί, αν δεν προηγηθεί ο Παύλος» (σ. 17). Πρβλ. Εἰς Ἆσμα Ἀσμάτων 2: «με οδηγό τον Παύλο» (σ. 157)

170 Εἰς Ἆσμα Ἀσμάτων 2 (σ. 132)

171 Εἰς Ματθαῖον 12, 2 (σ. 71)

172 Εἰς Ἱερεμίαν, ομιλ. 14, 16: «Τὰ μὲν ἄζυμα διηγήσατο ὁ Ἀπόστολος· οὐκ ἔστιν ἐμὴ ἡ ἑρμηνεία» (σ. 122)

173 Ο Ωριγένης εκθέτει τη γνώμη του για την προέλευση αυτής της επιστολής στο Εἰς Ἑβραίους (1309 A–B). Εἰς Ματθαῖον, σειρά 28: «Ας υποθέσουμε ότι κάποιος απορρίπτει την Προς Εβραίους επιστολή, θεωρώντας ότι δεν είναι του Παύλου… Αν όμως κάποιος δέχεται την Προς Εβραίους ως επιστολή του Παύλου…» (σ. 50, 52). Πρβλ. Ευσέβιο, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 6, 25, 11 (τόμ. II, σ. 226–228). Βλ. Ruwet, «Les Antilegomena dans les œuvres d’Origène», Biblica, τόμ. XXIII (1942), σ. 24–26

174 Κατὰ Κέλσου 4, 49 (σ. 322): Α΄ Κορ. 9, 9 και 10, 1–3· Εφεσ. 5, 31–32

175 Κατὰ Κέλσου 4, 44 (σ. 317). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 11, 1 (σ. 77–78). Εἰς Ἆσμα Ἀσμάτων 2 (σ. 130). Εἰς Ψαλμόν 118, 18 (1592 B). Εἰς Α΄ Κορινθίους (τόμ. IX, σ. 504) κ.λπ.

176 Εἰς Ρωμαίους 9, 1 (1202–1203)

177 Πολύ συχνές αναφορές στο Α΄ Κορ. 10, 11: Κατὰ Κέλσου 4, 43 (σ. 316). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 7, 1 (σ. 37). Εἰς Ἰησοῦν τοῦ Ναυή, ομιλ. 3, 1 (σ. 299–300)· ομιλ. 5, 1 (σ. 316)· ομιλ. 13, 1 (σ. 371)· ομιλ. 24, 2 (σ. 450). Εἰς Κριτάς, ομιλ. 2, 3 (σ. 474). Εἰς Βασιλείας, ομιλ. 1, 9 (σ. 16). Εἰς Ἰεζεκιήλ, ομιλ. 12, 2 (σ. 434). Εἰς Ἆσμα Ἀσμάτων 2 (σ. 160). Εἰς Ματθαῖον 11, 12 (σ. 53) κ.λπ. Πρβλ. Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 10, 2 (σ. 247). Εἰς Λευιτικόν, ομιλ. 15, 3 (σ. 490)· ομιλ. 16, 1 (σ. 492). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 1, 1 (σ. 4) κ.λπ.

178 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 6, 1 (σ. 66). Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 7, 1 (σ. 206). Εἰς Λευιτικόν, ομιλ. 15, 3 (σ. 491)· ομιλ. 16, 1 (σ. 492) κ.λπ. Πρβλ. Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 11, 6 (σ. 88)

179 Κατὰ Κέλσου 2, 3 (σ. 130). Πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 8· Δευτ. 25, 4

180 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 11, 3 (σ. 105–106)

181 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 1, 17 (σ. 22). Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 12, 1 (σ. 262–263). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 4, 2 (σ. 21)

182 Το ίδιο θα πει και ο άγιος Αυγουστίνος, Contra Adimantum, κεφ. 12, αρ. 5: «Οι Απόστολοι, κατανοώντας τα πάντα, εξήγησαν λίγα, ώστε να αφήσουν στους μεταγενεστέρους τα υπόλοιπα να κατανοηθούν σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες» (PL 43, 146)

183 Περὶ Ἀρχῶν 4, κεφ. 2, αρ. 3 (σ. 311). Πρβλ. Εἰς Ψαλμόν 8, στ. 2: «Με τις λέξεις του ψαλμού τις οποίες αλληγορεί, ο Ματθαίος μάς διδάσκει να αλληγορούμε ολόκληρο τον ψαλμό» (1184 C)

184 Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 5, 1: «Παρουσιάζουμε ποιον κανόνα κατανοήσεως μας παρέδωσε σχετικά με αυτά ο Απόστολος Παύλος» (σ. 184). Πρβλ. Εβρ. 9, 5

185 Εἰς Λευιτικόν, ομιλ. 8, 5 (σ. 401). Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 1, 3 (σ. 7)· ομιλ. 3, 3: «Δεν μπορώ να ανέλθω εκεί, αν δεν με καθαρίσει ο Παύλος και αν ο ίδιος δεν μου δείξει την οδό αυτού του νέου και δύσκολου ταξιδιού» (σ. 17)

186 Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 5, 1: «Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε εμείς, οι οποίοι λάβαμε τέτοιες αρχές κατανοήσεως από τον Παύλο, τον διδάσκαλο της Εκκλησίας; Δεν φαίνεται άραγε δίκαιο να διατηρήσουμε και στα υπόλοιπα, κατά παρόμοιο τρόπο, τον κανόνα που μας παραδόθηκε;» (σ. 184). Ομιλ. 9, 1: «Ο Απόστολος Παύλος μάς παραδίδει ορισμένες ενδείξεις υψηλότερης γνώσεως σχετικά με την κατανόηση της Σκηνής…» (σ. 235) κ.λπ. Ο Γρηγόριος Νύσσης θα πει στον Βίο Μωυσέως: «Εφόσον ο μέγας Απόστολος λέγει ότι το καταπέτασμα της κατώτερης Σκηνής είναι η σάρκα του Χριστού, θα ήταν ίσως καλή μέθοδος να ξεκινήσουμε από αυτή την πνευματική ερμηνεία και να την επεκτείνουμε από το μέρος στο σύνολο της Σκηνής» (PG 44, 384 A)

187 Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 11, 1: «Ο άγιος Απόστολος μάς παρέχει πάντοτε αφορμές πνευματικής κατανοήσεως και, μολονότι είναι λίγες, δείχνει στους επιμελείς τις αναγκαίες ενδείξεις, μέσω των οποίων αναγνωρίζεται σε όλα ότι ο Νόμος είναι πνευματικός» (σ. 100)

188 Εἰς Ἰωάννην XX, 10: «Δεῖ, πᾶσαν τὴν κατὰ τὸν Ἀβραὰμ ἀλληγοροῦντα ἱστορίαν, ἕκαστον πνευματικὸν ποιῆσαι τῶν πεπραγμένων ὑπ’ αὐτοῦ». Και λίγο παρακάτω: «Καὶ ἁπαξαπλῶς γε πᾶσαν τὴν κατὰ τὸν Ἀβραὰμ ἱστορίαν βασανίζοντες καὶ ὅλα τὰ περὶ αὐτοῦ γεγραμμένα, ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα, ὡς πνευματικοὶ πνευματικῶς ποιεῖν πειρασόμεθα» (σ. 337 και 339)

189 Πρβλ. 36 (σ. 376)

190 Εἰς Ἀριθμούς, ομιλ. 11, 1 (σ. 77–78), σχετικά με Γαλ. 4, 24. Βλέπουμε ότι ο Ωριγένης δεν πλήττεται από την πολεμική του Θεοδώρου Μοψουεστίας εναντίον των αλληγοριστών, οι οποίοι καταχρώνται το κείμενο της Προς Γαλάτας Επιστολής, για να «θανατώσουν την ιστορία» και να την αντικαταστήσουν με «νυκτερινά όνειρα». Theodori… in Epistolas B. Pauli commentarii, τόμ. I, έκδ. Sweete, σ. 73–74

191 Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 10, 2 (σ. 247). Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 7, 2 (σ. 72). Κατὰ Κέλσου 4, 49 (σ. 322) κ.λπ. Πρβλ. Εἰς Γένεσιν, ομιλ. 3, 5: «τις αλληγορίες μας, τις οποίες δίδαξε ο Παύλος» (σ. 45)

192 Ό.π., σ. 143. Πρβλ. Zoellig, Die Inspirationslehre des Origenes, σ. 122

193 Mémoires…, τόμ. III, 2η έκδ., σ. 555

194 Τερτυλλιανός, De carnis resurrectione, αρ. 38, Kroymann, σ. 119

195 Ιππόλυτος, Ὑπόμνημα εἰς Δανιήλ, βιβλ. 1, κεφ. 16, Lefèvre–Bardy, σ. 100

196 Έτσι ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Θεοδώρητος, ο Ιλάριος, ο Αυγουστίνος, ο Φαύστος της Riez, ο Γρηγόριος της Elvira, ο Βαχιάριος, ο καρδινάλιος Ουμβέρτος, ο Ρούπερτος του Deutz, ο Ονώριος του Autun, ο Ψευδο-Βερνάρδος (Instructio sacerdotis), ο Gerhoh του Reichersberg, ο άγιος Θωμάς κ.ά. Ο Dorsch, De inspiratione Sacrae Scripturae, σ. 253, υιοθετεί αυτή την ερμηνεία. Πρβλ. Pascal, αρ. 679: «Όλα τούς συνέβαιναν τυπικώς»· αρ. 683: «Το γράμμα θανατώνει. Όλα συνέβαιναν τυπικώς. Ιδού ο κώδικας που μας παρέχει ο άγιος Παύλος»

197 Βλ., παραδείγματος χάριν, Εἰς Ἔξοδον, ομιλ. 5, 5 (σ. 189–191), πώς αναπτύσσει την υπόδειξη του Α΄ Κορ. 10, 2

198 Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, γαλλ. μτφρ., τόμ. II, σ. 323. Πρβλ. A. Salmeron, Commentarii in evangelicam historiam, τόμ. I (1603), σ. 345: «Ο Ωριγένης, ο οποίος προσέφερε εξαιρετική υπηρεσία με την εφαρμογή των μυστικών νοημάτων της Πεντατεύχου στον Χριστό και στην Εκκλησία, επιχειρεί πάντοτε να εξηγήσει αυτά τα νοήματα με οδηγό την αποστολική διδασκαλία, σαν φως που προηγείται…»

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: