Συνέχεια από Παρασκευή 3. Ιουλίου 2026
Ιστορία και Πνεύμα 8
Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη
Του Henri de Lubac
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)
2. Ευσέβεια και ορθοδοξία
Σε αυτά τα πολεμικά κεφάλαια του Adversus Marcionem επρόκειτο για «δύο Χριστούς», δηλαδή για δύο αντιμαχόμενες αντιλήψεις περί Χριστού. Αν ο Τερτυλλιανός χρησιμοποιούσε αυτόν τον ενικό και αυτό το πρώτο πρόσωπο —meus, mihi—, το έκανε λόγω του προσωπικού χαρακτήρα που έδινε στην πάλη του με τον αντίπαλό του. Ήταν δύο άνθρωποι που μονομαχούσαν: «ο Χριστός σου», λέει ακόμη, απευθυνόμενος στον Μαρκίωνα. Δύο άνθρωποι, αλλά στο όνομα δύο Εκκλησιών: της αιρετικής Εκκλησίας του Μαρκίωνος και της μεγάλης καθολικής Εκκλησίας⁹⁷. Όταν λοιπόν ο Τερτυλλιανός έλεγε «ο Χριστός μου», αυτό ισοδυναμούσε απλώς και μόνο με: «ο Χριστός της Εκκλησίας, της καθολικής παραδόσεως, της ορθόδοξης πίστεως», και αυτή η κτητική αντωνυμία δήλωνε απλώς την προσωπική προσήλωση του σθεναρού αγωνιστή σε αυτή την πίστη⁹⁸. Ο Ωριγένης είναι άλλης στόφας. Όπως ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, «έγειρε στο στήθος του Ιησού»⁹⁹. Εκείνος για τον οποίο, πολύ νέος ακόμη, θα ήθελε να αντιμετωπίσει το μαρτύριο¹⁰⁰, είχε αρπάξει για πάντα τα βάθη της ψυχής του¹⁰¹.
Η ευσέβειά του συνοδεύεται από μια πολύ ζωηρή μέριμνα για την ορθοδοξία. Όταν λέει, για παράδειγμα, στη διάρκεια μιας από τις ομιλίες του στον άγιο Λουκά: «Όσο για μένα, η ευχή μου είναι να είμαι αληθινά εκκλησιαστικός, να ονομάζομαι με το όνομα του Χριστού και όχι με το όνομα κάποιου αιρεσιάρχη, να έχω αυτό το ευλογημένο όνομα σε όλη τη γη! Η επιθυμία μου είναι να είμαι και να λέγομαι χριστιανός, τόσο στα έργα όσο και στα φρονήματα»¹⁰², η αγάπη και η πίστη αναμειγνύονται σε αυτή την κραυγή, και είναι η δύναμη της αγάπης που απαιτεί την ορθότητα της πίστεως.
Συχνά προειδοποιεί για τον κίνδυνο των ψευδών διδασκαλιών, «από τις οποίες η ανθρώπινη φύση», παρατηρεί, «δυσκολεύεται να καθαρθεί». Αυτές είναι γι’ αυτόν, με την κυριολεκτική έννοια, θα λέγαμε, «το βδέλυγμα της ερημώσεως»¹⁰³. Απαιτεί να προφυλάσσεται κανείς από αυτές με την εγρήγορση και την προσευχή¹⁰⁴. Δεν αρκείται να επικαλείται «τον κανόνα των Γραφών» ή «τον ευαγγελικό και αποστολικό κανόνα»¹⁰⁵· προσφεύγει διαρκώς στον «κανόνα της Εκκλησίας»¹⁰⁶, στην «πίστη της Εκκλησίας»¹⁰⁷, στον «λόγο της Εκκλησίας»¹⁰⁸, στο «κήρυγμα της Εκκλησίας»¹⁰⁹, στην «παράδοση της Εκκλησίας»¹¹⁰, στη «διδασκαλία της Εκκλησίας»¹¹¹, στη «σκέψη και στη διδασκαλία της Εκκλησίας»¹¹².
Βλέπει στα οστά του πασχαλίου Αμνού ένα σύμβολο των «αγίων δογμάτων της Εκκλησίας», από τα οποία κανένα δεν πρέπει να συντριβεί. Δεν θέλει «να υπάρχει μεταξύ των Εκκλησιών διαφορά στη διδασκαλία»¹¹³. Είναι ο Αδαμάντιος, «ο σιδερένιος άνθρωπος»: η «δογματική σταθερότητα» είναι μία από τις αρετές που έχει περισσότερο στην καρδιά του¹¹⁴. Εξυμνεί τη σταθερότητα στην πίστη και τη δογματική αμετακίνητη προσήλωση¹¹⁵. Πριν από τον άγιο Αυγουστίνο, μιλά για την «αγνότητα της καρδιάς», δηλαδή της διάνοιας, και οι διδασκαλίες που απομακρύνονται από τον κανόνα της πίστεως του φαίνονται χειρότερες από τα κακά ήθη¹¹⁶.
Πρέπει, λέει ακόμη, «να φυλάγεται κανείς από το να διαπράξει σφάλμα της κεφαλής»¹¹⁷ και από το να τρώει τα ιερά κρέατα έξω από τον ναό, δηλαδή «να έχει σκέψεις διαφορετικές από την πίστη της Εκκλησίας σχετικά με τα θεία δόγματα»· πρέπει να δεχόμαστε την πίστη του Θεού με το πνεύμα που μας διδάσκει η Εκκλησία και να μην κάνουμε όπως οι αιρετικοί, οι οποίοι ερευνούν τις Γραφές μόνο για να βρουν σε αυτές κάτι με το οποίο να επιβεβαιώσουν τις δικές τους διδασκαλίες¹¹⁸. Η υπερηφάνειά τους τους υψώνει «πάνω από τους κέδρους του Λιβάνου»¹¹⁹ και οι σοφιστείες τους είναι γεμάτες πανουργία¹²⁰. Όσο κι αν ισχυρίζονται ότι έχουν με το μέρος τους μια παράδοση προερχόμενη από τους αποστόλους, είναι δάσκαλοι πλάνης¹²¹.
Ενώ ο πιστός χριστιανός δεν απομακρύνεται σε τίποτε από τη μεγάλη παράδοση, αυτοί επικαλούνται, για να επιβεβαιώσουν τα ψεύδη τους, Γραφές ή μυστικές παραδόσεις¹²². Θέλουν έτσι να μας κάνουν να λατρεύσουμε έναν Χριστό επινοημένο από αυτούς «στην ερημιά», ενώ ο μόνος αυθεντικός Χριστός αποκαλύπτεται «μέσα στο σπίτι»¹²³. Παραμορφώνουν τα χρυσά και αργυρά σκεύη, που είναι τα ιερά κείμενα, για να κατασκευάσουν από αυτά αντικείμενα σύμφωνα με τη φαντασία τους¹²⁴. Είναι κλέφτες και μοιχοί, οι οποίοι αρπάζουν τους θείους λόγους για να τους παραμορφώσουν με τις διεστραμμένες ερμηνείες τους¹²⁵. Είναι παραχαράκτες, διότι σφυρηλάτησαν τη διδασκαλία τους έξω από την Εκκλησία¹²⁶. Ψευδοδιδάσκαλοι, ψευδοπροφήτες, αντλώντας από τον εαυτό τους όσα αναγγέλλουν, είναι οι ψεύτες για τους οποίους μιλούσε ο Ιεζεκιήλ¹²⁷.
Συχνά, με διεστραμμένη πανουργία, ντύνουν τα είδωλά τους —δηλαδή τα μάταια δόγματά τους— με πραότητα και αγνότητα, ώστε οι λόγοι τους να εισχωρούν ευκολότερα στο αυτί των ακροατών τους και να τους παραπλανούν ασφαλέστερα¹²⁸. Όλοι τους αποκαλούν τον Ιησού δάσκαλό τους και τον ασπάζονται· αλλά το φίλημά τους είναι το φίλημα του Ιούδα¹²⁹.
Είναι άραγε αυτός πραγματικά ο ίδιος άνθρωπος με τον «αλληγοριστή» που μας περιέγραφαν; Και αν οι δύο εικόνες είναι ασυμβίβαστες, ποια θα πρέπει να επιλέξουμε; Ο Tillemont έβλεπε σωστά όταν έγραφε ότι ο Ωριγένης «φαίνεται πως είχε πνεύμα πολύ ταπεινό, πολύ υποταγμένο στην Εκκλησία, πολύ σεβαστικό προς τις διδασκαλίες και τις αποφάσεις της, πολύ προσκολλημένο στην ενότητά της 130». Η αίσθησή του για την Εκκλησία ήταν πράγματι τόσο εγκάρδια όσο και η αίσθησή του για τον Χριστό. Συνήθιζε να την αποκαλεί «Μητέρα 131», και στους χριστιανούς έβλεπε τα «τέκνα 132» της. Η φωνή της διδασκαλίας της ήταν γι’ αυτόν γλυκιά, και ήταν πεπεισμένος ότι όσο περισσότερο γίνεται κανείς πνευματικός, τόσο περισσότερο αναγνωρίζει την ομορφιά του προσώπου της 133. Θεωρούσε ότι η μεγαλύτερη συμφορά είναι να είναι κανείς «αποκομμένος από το Μυστήριο της Εκκλησίας 134», όπως το φυτό της Ιερουσαλήμ που, μεταφυτευμένο στη Χαναάν, ξεραίνεται την ίδια στιγμή, επειδή δεν καλλιεργείται πλέον από το χέρι του Θεού 135.
Όλα αυτά, βεβαίως, συμφωνούν άσχημα με το είδος της αλληγορίας που πολλοί του απέδωσαν. Αντιθέτως όμως, όλα αυτά συμφωνούν πολύ καλά με την αλληγορία που ήταν πραγματικά δική του. Πρέπει να πούμε ακόμη περισσότερα. Η μέριμνα για την ορθοδοξία και η προσήλωση στην πίστη της Εκκλησίας, η αγάπη για τα «δόγματα της αλήθειας», είναι ένας από τους λόγους της αλληγορίας του Ωριγένη. Ένας από τους σκοπούς της είναι να «κλείσει το στόμα του Φαραώ» με μια εξήγηση της Γραφής «σύμφωνη προς την υγιή διδασκαλία 136». Όταν συναντά, για παράδειγμα, τους ανθρωπομορφισμούς της Βίβλου, δεν αισθάνεται πρώτα την ανάγκη να τους ερμηνεύσει στο όνομα του λόγου 137, αλλά στο όνομα της πίστεως της Εκκλησίας: Alienum hoc est ab Ecclesiae fide — «αυτό είναι ξένο προς την πίστη της Εκκλησίας 138». Παρομοίως, σκέφτεται: «Ποιος λοιπόν θα τολμήσει να πει ότι ο Λόγος του Θεού δεν έχει τίποτε ωφέλιμο και δεν προσφέρει τίποτε στη σωτηρία, αλλά αρκείται να διηγείται πράγματα που συνέβησαν κάποτε και δεν έχουν σχέση με εμάς; Impia haec, et aliena a catholica fide sententia est — αυτή είναι γνώμη ασεβής και ξένη προς την καθολική πίστη 139».
Για να υποστηρίξει κανείς μια τέτοια άποψη, πρέπει να αρνηθεί την ενότητα του Νόμου και του Ευαγγελίου, την ενότητα του Θεού του Μωυσή και του Θεού Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αντιθέτως, το να αναζητά κανείς το «πνευματικό νόημα» της Γραφής, για να τραφεί από αυτό, σημαίνει να τη μεταχειρίζεται καθολικά, verbum Dei catholice tractari. Σημαίνει να τη δέχεται από τα χέρια του Ιησού και να την αφήνει να του τη διαβάζει Εκείνος. Σημαίνει να ενεργεί ως «υιός της Εκκλησίας 140». Αν υπάρχει μια θεμελιώδης υποχρέωση για τον χριστιανό, είναι να «προσκολλάται στον κανόνα της ουράνιας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με τη διαδοχή των Αποστόλων»· συγκεκριμένα όμως, ποιος είναι αυτός ο κανόνας; Ο άγιος Ειρηναίος το είχε ήδη πει: είναι η πνευματική ερμηνεία της Γραφής 141.
Αναμφίβολα, αν πάρει κανείς αυτόν τον κανόνα στα σοβαρά, δεν μπορεί παρά να προσελκύσει στον εαυτό του στενοχώριες. «Όσοι κατανοούν πνευματικά τον Νόμο» υφίστανται μερικές φορές «αληθινό διωγμό» από εκείνους «που τον κατανοούν σαρκικά 142». Μακάρι αυτοί να ήταν πάντοτε μόνο οι δηλωμένοι αιρετικοί, οι άπιστοι ή οι Ιουδαίοι! Υπάρχουν όμως οι Εβιωνίτες, ελάχιστα διαφορετικοί από τους τελευταίους 143: πραγματικά «πτωχοί», στην προσκόλλησή τους μόνο στο γράμμα 144. Υπάρχουν ακόμη και μερικοί ασυνεπείς καθολικοί, «οι οποίοι δέχονται τον Λόγο του Θεού με τρόπο χαμηλό και ανάξιο και, θα λέγαμε, με ιουδαϊκό φρόνημα 145».
Ο Ωριγένης μετρά περισσότερους από έναν ακόμη και ανάμεσα στους ακροατές του. Αυτοί οι «φίλοι του γράμματος» «αρνούνται ότι μπορεί να υπάρχει άλλη αλήθεια εκτός από τη γήινη 146». Συχνά χλευάζουν τις ερμηνείες του. Ή πάλι αγανακτούν. Του στήνουν επίσης παγίδες. Αν χρειαστεί, χρησιμοποιούν εναντίον του τη συκοφαντία. Τον κατηγορούν ότι παίρνει τα πράγματα όπως τον βολεύουν και ότι «βιάζει» τον Νόμο του Θεού 147, ότι διαφθείρει το νόημά του με ανθρώπινα τεχνάσματα. Τον κατηγορούν ότι «μαντεύει μάλλον παρά εξηγεί 148», ότι καταχράται τις μεθόδους της ρητορικής, ότι «νοθεύει τις λέξεις» για να επιδοθεί σε σκοτεινές αλληγορίες... «Τι θέλει από εμάς, ρωτούν, αυτός ο ερευνητής αινιγμάτων; 149» «Τι έρχεται να μας διηγηθεί αυτός ο σοφιστής; Οι εξηγήσεις του είναι ανόητες και μάταιες· πάντοτε αναζητεί κάποιο μέσο για να ξεφύγει από το νόημα της αναγνώσεως και να μας σερβίρει τα όνειρά του 150». Όμοιοι με εκείνους τους παλαιούς Φιλισταίους, οι οποίοι πάντοτε ζητούσαν αφορμή για φιλονικία με τους Πατριάρχες και δεν έπαυαν να ρίχνουν πέτρες και λάσπη στα πηγάδια που εκείνοι μόλις είχαν σκάψει 151.
Δεν στερείται απέναντί τους κατάλληλων απαντήσεων. Γνωρίζει ότι «αγωνίζεται για την πίστη της Εκκλησίας εναντίον εκείνου ο οποίος, πιστεύοντας στον Χριστό, αποδέχεται τις Γραφές, αλλά δεν θέλει να δεχθεί το νόημά τους 152». Παρ’ όλα αυτά, ομολογεί την αμηχανία του. Δανειζόμενος τα λόγια της αγνής Σωσάννας, λέγει στους επικριτές του: «Κίνδυνοι με περικυκλώνουν από κάθε πλευρά· αν μαζί σας συγκατατεθώ να μείνω στο γράμμα, αυτό είναι για μένα θάνατος· αν δεν συγκατατεθώ, δεν θα ξεφύγω από εσάς». Ωστόσο, προσθέτει, «είναι προτιμότερο να πέσω στα χέρια σας χωρίς να έχω πράξει το κακό, παρά να αμαρτήσω ενώπιον του Κυρίου 153». Αν άκουγε αυτούς τους «φίλους του γράμματος», θα είχε συνείδηση ότι αμαρτάνει, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν μιμούνταν εκείνους που «στρεβλώνουν» το νόημα της Γραφής για να το κάνουν να υπηρετεί τη δική τους γνώμη 154. Διότι υπάρχει η διδασκαλία που πρέπει να σωθεί και οι αιρετικοί που πρέπει να αντικρουσθούν: «Είναι καθήκον, νομίζω, όταν μπορεί κανείς να ασκεί τη διδασκαλική εξουσία της Εκκλησίας, της οποίας φέρει τον αυθεντικό χαρακτήρα, και όταν είναι ικανός να αντικρούει τους οπαδούς της λεγόμενης γνώσεως, να πολεμά τις μυθοπλασίες των αιρετικών· πρέπει να τους αντιτάσσει το μήνυμα της χριστιανικής πίστεως, σαν ένα υψηλό οχύρωμα, κατεχόμενο από την αρμονία της κοινής διδασκαλίας εκείνου που ονομάζεται Παλαιά και Καινή Διαθήκη 155». Υπάρχει επίσης το πλήθος των χριστιανών που πρέπει να διδαχθεί και να οδηγηθεί. Ο Ωριγένης δεν θέλει να ανήκει σε εκείνους που αρκούνται να τους αφηγούνται «τις σωματικές ιστορίες των Γραφών» χωρίς να αναδεικνύουν από αυτές «το πνευματικό νόημα». Σε εκείνους οι οποίοι, ενώ κατέχουν τα κλειδιά της γνώσεως, δεν εισέρχονται στο εσωτερικό των Γραφών και, όσο εξαρτάται από αυτούς, εμποδίζουν και τους άλλους να εισέλθουν 156.
Άλλωστε, ακόμη και αν ο τρόπος της ερμηνείας του δεν του φαινόταν ως επιτακτικός όρος της ορθοδοξίας, θα τον κρατούσε και πάλι ως τον τρόπο που έχει παραδοσιακά παραληφθεί μέσα στην Εκκλησία. Πράγματι, όλη η Εκκλησία έχει μία μόνο φωνή για να το διακηρύξει: πέρα από το φανερό τους νόημα, οι Γραφές περικλείουν και ένα άλλο, πιο κρυφό 157. Γνωρίζει ότι μιμείται ολόκληρη σειρά «Διδασκάλων που είδαν στις θείες Γραφές τύπους και εικόνες των μελλόντων πραγμάτων 158». Ακόμη περισσότερο, υπακούει στις εντολές του ίδιου του Θεού. Πράγματι, δεν είναι χωρίς λόγο που εκείνοι οι οποίοι είναι προσκολλημένοι στο γράμμα αντιμετωπίζουν τον Απόστολο με καχυποψία 159. Πώς θα ήταν δυνατό να δεχθεί κανείς τις Επιστολές του ως εμπνευσμένες, αν ισχυρίζεται ότι μένει, παρά τις τόσο σαφείς διδασκαλίες τους, στο γράμμα της Γραφής; Μια τέτοια πλάνη δεν θα είναι δική του υπόθεση: «Ως χριστιανός, λέγει, απευθύνομαι σε χριστιανούς, στους οποίους πρέπει να είναι αγαπητή η αυθεντία του Αποστόλου· αν κάποιος, φουσκωμένος από αλαζονεία, περιφρονεί ή καταφρονεί τους λόγους του Αποστόλου, αυτό είναι δική του υπόθεση. Εγώ, από την πλευρά μου, προσκολλώμαι πιστά στους αποστόλους· αγωνίζομαι να δεχθώ και να κατανοήσω τις θείες Γραφές όπως μας διδάσκει να το κάνουμε η Παράδοση 160».
Σημειώσεις:
97 Ό.π., βιβλ. 3, κεφ. 21 (σ. 413)· βιβλ. 4, κεφ. 9: «Αυτό διδάσκω ότι ταιριάζει περισσότερο στον δικό μου Χριστό, ενώ αποδεικνύω ότι δεν ταιριάζει στον δικό σου» (σ. 441)· κεφ. 13: «Αυτός λοιπόν θα είναι ο Χριστός και όχι ο Χριστός των προφητών; Και ποιος θα είναι ο Χριστός των Μαρκιωνιτών;» (σ. 458)· κεφ. 21 (σ. 491).
98 Εδώ ή εκεί, ωστόσο, κάτω από αυτή τη θεμελιώδη σημασία, διακρίνεται μια ελαφρά απόχρωση που προαναγγέλλει το αίσθημα προσωπικής ευσέβειας το οποίο αργότερα θα εμφανισθεί. Έτσι βιβλ. 4, κεφ. 11: «Κρατώ τον Χριστό μου ακόμη και με το όνομα του νυμφίου...» (σ. 450). «Να παρατηρηθεί», γράφει ο σεβ. π. Mersch, Le Corps mystique du Christ, τ. II, σ. 12, σημ. 3, «ο τόνος με τον οποίο λέγει “ο Χριστός μου”, μέσα σε ένα μείγμα ειλικρινούς αγάπης και φιλονικίας». — Η φράση του Τερτυλλιανού επαναλαμβάνεται από τον επίσκοπο Plantier ως συμπέρασμα των πολεμικών του μελετών εναντίον του Renan και του Havet: Lettres pastorales, τ. II, σ. 604.
99 Ιω., 1, πρόλ. 4 (σ. 8). Ας σημειώσουμε, ωστόσο, ότι η ιδέα του Ιωάννη που πίνει το Ευαγγέλιο από το στήθος του Σωτήρος ανάγεται στον 2ο αιώνα· Hugo Rahner, De dominico pectoris fonte potavit, στο Zeitschrift für kath. Theologie, 1931, σσ. 103-108.
100 Πρβλ. Αριθμ., ομιλ. 10, 2 (σ. 72)· ομιλ. 9, 2 (σ. 56). Κριτ., ομιλ. 7, 2 (σ. 507)· ομιλ. 9, 1 (σσ. 517-519). Ιερ., ομιλ. 4, 3 (σ. 25). Ιεζ., ομιλ. 4, 8 (σσ. 368-369)· ομιλ. 6, 1 (σσ. 377-378). Ιω., 6, 54 (σ. 163). Κατά Κέλσου, 8, 44 (σσ. 258-259). Και, βέβαια, ολόκληρη την Προτροπή στο μαρτύριο. Ο Ιησούς Χριστός, «ἴν’ οὕτως ὀνομάσω», είναι «ἀρχιμάρτυς»..., είναι «ὁ ἄρχων τῶν μαρτύρων»: Α΄ Κορ. (τ. IX, σ. 233). Για την ωριγένεια διδασκαλία περί μαρτυρίου, βλ. Bettencourt, ό.π., σσ. 112-119.
101 Πρβλ. Κριτ., ομιλ. 2, 3, ερμηνεύοντας Ρωμ. 8, 38-39 (σσ. 476-477). Ή το συγκινημένο σχόλιο στο Φιλ. 1, 23, στο Dialektos (Schérer, σσ. 164-166). Μερικές φορές αντιπαρέβαλαν τη θεωρητική και διανοησιαρχική πνευματικότητα ενός Ωριγένη προς την πρακτική, ευαγγελική πνευματικότητα των Πατέρων της ερήμου. Ύστερα από τις εργασίες του Bornemann (1885) και του Lucius (1908), συγγράμματα όπως εκείνα του Dom Mayer για τον Κλήμη και του Dom Bettencourt για τον Ωριγένη ολοκλήρωσαν την αναίρεση αυτής της αφηρημένης θέσης. Ο σεβ. π. Hausherr έδειξε στον Ωριγένη «τον πρώτο μεγάλο κήρυκα της κατανύξεως»: Penthos, la doctrine de la componction dans l’Orient chrétien (1944), σ. 19.
102 Λουκ., ομιλ. 16 (σ. 109). Dialektos (Schérer, σσ. 140 και 142). Πρβλ. άγιο Βερνάρδο, In Cantica, ομιλ. 44, αρ. 2.
103 Ματθ. σειρά, 43 (σ. 88). Πρβλ. 45: «Κανείς, πράγματι, σε έναν τέτοιο κίνδυνο ψευδούς δόγματος δεν νικιέται και δεν εξαπατάται εύκολα, παρά μόνο επειδή είναι γυμνός από καλά έργα» (σ. 90).
104 Ματθ. σειρά, 93: «Προστάζει λοιπόν να αγρυπνούμε, ώστε αγρυπνώντας να προσευχόμαστε. Αγρυπνεί όμως εκείνος που πράττει καλά έργα· αγρυπνεί εκείνος που φροντίζει με επιμέλεια για την αλήθεια της πίστεως, μήπως πέσει σε κάποιο σκοτεινό δόγμα» (σ. 211). Αριθμ., ομιλ. 25, 4 (σ. 239). Ιησ. Ναυή, ομιλ. 16, 5 (σ. 400). Άσμα, 3 (σ. 193).
105 «Κανόνας των Γραφών», «κανόνας του Ευαγγελίου», «ευαγγελικοί και αποστολικοί κανόνες», «αποστολικός κανόνας της αλήθειας»: «σε όλες αυτές τις διατυπώσεις δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης»: Bardy, La règle de foi d’Origène, στο Recherches, τ. IX (1919), σ. 175.
106 Ιω., 13, 16: «τὸν δὲ κανόνα... τῆς ἐκκλησίας» (σ. 240). Ιερ., ομιλ. 5, 14 (σσ. 43-44). Ματθ. σειρά, 46 (σ. 94). Peri Archon, 4, 2, α (σ. 308). Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6, 2, 14: «Φύλαξε από την παιδική του ηλικία τον κανόνα της Εκκλησίας» (τ. II, σ. 158). Με βάση αυτόν τον κανόνα θα διακρίνει κανείς στα λόγια των αιρετικών εκείνο που προέρχεται πραγματικά από τη Γραφή και εκείνο που είναι πλάνη: Αριθμ., ομιλ. 9, 1 (σ. 54).
107 Peri Archon, 1, 6 (σ. 78)· 2, 10, 1 (σ. 173). Αριθμ., ομιλ. 9, 1 (σ. 55). Α΄ Κορ., «τὴν ἐκκλησιαστικὴν πίστιν» (τ. X, σ. 45).
108 Ιω., 5, 8: «ὑπὲρ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου» (σ. 105).
109 Peri Archon, 3, 1, 1: «ἐν τῷ κηρύγματι τῷ ἐκκλησιαστικῷ» (σ. 195)· 2, 10, 1 (σ. 173)· Πρόλ. 2, 5, 6, 7, 10 (σσ. 8-16). Κατά Κέλσου, 1, 7: «κήρυγμα» (σ. 59).
110 Peri Archon, 4, 2, 2: «ἐχομένοις τοῦ κανόνος τῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ διαδοχὴν τῶν ἀποστόλων οὐρανίου ἐκκλησίας» (σ. 308)· Πρόλ. 2: «Η εκκλησιαστική διακήρυξη, παραδομένη από τους αποστόλους σύμφωνα με την τάξη της διαδοχής και παραμένουσα μέχρι σήμερα στις Εκκλησίες» (σ. 8). Πρβλ. Ματθ. σειρά, 39: «να παραμένει κανείς στον αρχικό σκοπό της αποστολικής παραδόσεως και της εκκλησιαστικής εισαγωγής» (σ. 77). Η «ουράνια Εκκλησία» για την οποία μιλά ο Ωριγένης είναι εξίσου και η δική μας Εκκλησία, όπως το «ουράνιο βάπτισμα» για το οποίο μιλά ο Γαυδέντιος της Βρέσκιας, Tract. 1 (Glueck, σ. 22), είναι το δικό μας βάπτισμα. Πρβλ. Αυγουστίνο, Epist. 185, αρ. 11 (P.L., 33, 797).
111 Α΄ Κορ.: «Ὁ ἐν ἄπασι τῷ ὀρθῷ λόγῳ καὶ τῷ ἐκκλησιαστικῷ δόγματι... καὶ τοῖς κανόσι δὲ τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἐπόμενος, οὐκ ἔστιν ἐν σχίσματι» (τ. IX, σ. 234). Άσμα, 3: «τα εκκλησιαστικά δόγματα, τα οποία κηρύσσονται στην Εκκλησία του Χριστού» (σ. 181). Αριθμ., ομιλ. 9, 1: «εκκλησιαστική διδασκαλία», «καθολική διδασκαλία» (σ. 65).
112 Ψαλμ. 5, 9: «τὴν ἐκκλησιαστικὴν γνώμην καὶ διδασκαλίαν» (1169 D)· πρβλ. Ψαλμ. 26, 4 (1280 A). Ιερ., ομιλ. 5, 14 (σ. 44). Ματθ., 10, 14 (σ. 17).
113 Ψαλμ. 21, 15 (1257 A). Dialektos (Schérer, σ. 120).
114 Ιω., 20, 27: «ὁ ὑγιῆ βεβαίως ἔχων δόγματα» (σ. 363). Ιησ. Ναυή, ομιλ. 5, α (σ. 315).
115 Άσμα, 3: «Λέγεται επίσης ότι οι ώμοι του είναι σαν χρυσός· εκεί δηλώνεται η σταθερότητα της πίστεως και η σταθερότητα των δογμάτων των τελείων» (σ. 173)· «τη στερεότητα των δογμάτων» (σ. 219)· «τα σταθερά και στερεά δόγματα του Χριστού» (σ. 230). — Για τη μέριμνα περί του κανόνα της πίστεως στον Ωριγένη, βλ. ακόμη P. Batiffol, L’Église naissante et le catholicisme, 5η έκδ., σσ. 371-377· Damien van den Eynde, Les normes de l’enseignement chrétien dans la littérature patristique des trois premiers siècles, σσ. 229-230 και 304-311· Bardy, La théologie de l’Église de saint Irénée au concile de Nicée, σσ. 128-130.
116 Ματθ. σειρά, 33: «Καθαρό λοιπόν στην καρδιά και αγνό στην καρδιά δεν νομίζω ότι είναι άλλος παρά εκείνος που έχει την καρδιά του καθαρή και αγνή από κάθε ψευδές δόγμα κ.λπ.»· «είναι κακό, βέβαια, να βρει κανείς κάποιον να πλανάται ως προς τους τρόπους του βίου· θεωρώ όμως πολύ χειρότερο το να πλανάται στα δόγματα και να μη φρονεί σύμφωνα με τον αληθέστατο κανόνα των Γραφών κ.λπ.»· «αγνός από ψευδή δόγματα» (σσ. 61 και 62). Λευϊτ., ομιλ. 6, 5 (σ. 367). Πρβλ. άγιο Αυγουστίνο, Contra Faustum manichaeum, βιβλ. 15, κεφ. 11 (P.L., 42, σσ. 314-316).
117 Λευϊτ., ομιλ. 8, 11: «Είναι πράγματι αμάρτημα της κεφαλής το να φρονεί κανείς περί των θείων δογμάτων διαφορετικά από ό,τι περιέχει η πίστη της Εκκλησίας» (σ. 414)· ήδη ομιλ. 8, 9: να μη αφήνει κανείς την κεφαλή του να καταληφθεί από τη λέπρα (σσ. 406-407). Πρβλ. Ιεζ., ομιλ. 2, 3, για τους ψευδοπροφήτες: «Επειδή δεν είναι τέτοιοι ώστε να έχουν σταθεί θεμελιωμένοι με ισχυρή ρίζα, γι’ αυτό δεν στάθηκαν στο στερέωμα, αλλά αγάπησαν να κινούν τα πόδια τους. Και αυτό όμως είναι μεγάλο αμάρτημα, έστω και λίγο να κινεί κανείς τα πόδια του» (σ. 346).
118 Λευϊτ., ομιλ. 4, 5 (σ. 321) και 8 (σ. 328)· ομιλ. 7, 5 (σ. 387). Πρβλ. Ιερ., ομιλ. 5, 14 (σσ. 43-44). Η ίδια μομφή στον Ειρηναίο, Adv. Haer., 1, 1, 3 (452 A)· 1, 19, 1 (653 A), κ.λπ.
119 Ψαλμ. 37, ομιλ. 5, 5 (1364 C).
120 Άσμα, 3: «τα δόλια σοφίσματα των αιρετικών» (σ. 237· πρβλ. σ. 235).
121 Ιεζ., ομιλ. 2, 5 (σ. 347). Ματθ. σειρά, 28: «πολλά από τα μυστικά είναι επινοημένα από τους ασεβείς και από όσους μιλούν ανομία εναντίον του Υψίστου» (σ. 51), κ.λπ.
122 Α΄ Κορ. (τ. IX, σ. 357· πρβλ. τ. X, σ. 45).
123 Ματθ. σειρά, 46 (σ. 94). Πρβλ. Ψαλμ. 63, 4 (1492 B). Dialektos (Schérer, σ. 154).
124 Ιεζ., ομιλ. 7, 2 (σ. 393).
125 Ρωμ., 2, 11 (897-898), σχολιάζοντας Ρωμ. 11, 21-22.
126 Ψαλμ. 36, ομιλ. 3, 11 (1347 CD). Τίτ.: «Πρέπει εμείς... να αποφεύγουμε ακόμη και το όνομα της αιρέσεως, και να μη αναμειγνυόμαστε με τέτοιους ανθρώπους στην κοινωνία της προσευχής» (1303 C)· είναι γνωστό ότι είχε εφαρμόσει πολύ νωρίς αυτή την εντολή. Επιμένει στην «καθαρότητα της εκκλησιαστικής τηρήσεως» (ό.π., 1306 A). Προειδοποιεί ιδιαίτερα εναντίον των αιρετικών με καλό βίο, των οποίων τα ήθη δημιούργησε περισσότερο ο διάβολος παρά ο Θεός: Ιεζ., ομιλ. 7, 3 (σσ. 392-393).
127 Ιεζ., ομιλ. 2, 3-4 (σσ. 344-346).
128 Ιεζ., ομιλ. 7, 3 (σ. 392).
129 Ματθ. σειρά, 100: «Όλοι οι αιρετικοί, όπως ο Ιούδας, έτσι λέγουν: Ραββί· και τον ασπάζονται όπως και ο Ιούδας» (σ. 220). Ο Ωριγένης, από την άλλη πλευρά, δεν παραλείπει να παρατηρήσει, πριν από τον άγιο Αυγουστίνο, την προνοιακή χρησιμότητα των αιρέσεων: Αριθμ., ομιλ. 9, 1 (σ. 55). Για ανάλογα γνωρίσματα της εκκλησιολογίας του Κλήμεντος, βλ. Van den Eynde, Les normes..., σσ. 282-304, και Mondésert, Clément d’Alexandrie, σσ. 115-122.
130 Mémoires..., τ. III, σ. 495. «Είναι δύσκολο», προσθέτει ο Tillemont, «να έχει διαβάσει κανείς κάτι από τα συγγράμματα του Ωριγένη χωρίς να δει ότι αυτά τα αισθήματα ήταν χαραγμένα στην καρδιά του». Πρβλ. Denis, ό.π., σ. 558: «Πάντοτε ταπεινός και μετριόφρων μέσα στις μεγαλύτερες τόλμες του».
131 Στις μεταφράσεις του Ρουφίνου διαβάζουμε: «Μητέρα Εκκλησία». Φαίνεται ότι ο Ρουφίνος πρόσθεσε το «Εκκλησία»: πρβλ. Joseph C. Plumpe, Mater Ecclesia (1943), σσ. 69-80.
132 Αριθμ., ομιλ. 13, 2 (σσ. 109 και 110).
133 Άσμα, 3: «Και ποιος δεν θα ομολογούσε ότι είναι γλυκιά η φωνή της καθολικής Εκκλησίας, η οποία ομολογεί την αληθινή πίστη, ενώ άχαρη και δυσάρεστη είναι η φωνή των αιρετικών, οι οποίοι δεν λέγουν δόγματα αληθείας, αλλά βλασφημίες εναντίον του Θεού και ανομία εναντίον του Υψίστου; Έτσι και το πρόσωπο της Εκκλησίας είναι ωραίο, ενώ των αιρετικών άσχημο και αισχρό· εάν όμως υπάρχει κάποιος που γνωρίζει καλά να διακρίνει την ομορφιά του προσώπου, δηλαδή εάν κάποιος είναι πνευματικός, που γνωρίζει να εξετάζει τα πάντα κ.λπ.» (σ. 234).
134 Επιλ. Ιω., 20, 15 (1036 A). Για την αίσθηση της Εκκλησίας στον Ωριγένη, βλ. ακόμη Ιησ. Ναυή, ομιλ. 7, 6 (σ. 333)· ομιλ. 3, 5: «Έξω από αυτόν τον οίκο, δηλαδή έξω από την Εκκλησία, κανείς δεν σώζεται· αν κάποιος εξέλθει έξω, ο ίδιος γίνεται αίτιος του θανάτου του» (σ. 307). Γεν., ομιλ. 2, 3 (σ. 30), κ.λπ.
135 Ιεζ., ομιλ. 11, α (σ. 426).
136 Ματθ. σειρά, 1 (σ. 1).
137 Αυτό το κίνητρο υπάρχει, ωστόσο, επίσης. Πρβλ. Γεν., ομιλ. 3, 1: «Σε πολλά χωρία της θείας Γραφής διαβάζουμε ότι ο Θεός μιλά στους ανθρώπους. Ως προς αυτό, οι Ιουδαίοι, και ακόμη και μερικοί από τους δικούς μας, θεώρησαν ότι πρέπει να εννοούμε τον Θεό ως άνθρωπο, δηλαδή αποτελούμενο από ανθρώπινα μέλη και προικισμένο με ανθρώπινη μορφή. Οι φιλόσοφοι όμως περιφρονούν αυτά τα πράγματα ως μυθικά και ως διαμορφωμένα κατά την ομοιότητα ποιητικών επινοήσεων» (σ. 39). Πρβλ. τις κριτικές του Κέλσου στο Κατά Κέλσου, 1, 9 και 17· 3, 18, 44, 55, 61 (σσ. 61, 69, 216, 239-246, 250, 255).
138 Γεν., ομιλ. 3, 2 (σ. 40). Ιερ., ομιλ. 20, 1 (σσ. 176-177). Περί προσευχής, 23 (σσ. 349-353), σχετικά με το «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». — Η κριτική των ανθρωπομορφισμών ήταν κλασική από τον Πλάτωνα —ή ακόμη και από τον Ξενοφάνη— και εξής. Πρβλ. Φίλωνα, De confus. ling., 27 (τ. II, σσ. 244-246)· De somniis, 1, 31 (τ. III, σ. 226), κ.λπ. Είναι σαφές ότι στο σημείο αυτό η πλατωνική επίδραση συνέπιπτε, τουλάχιστον εν μέρει, με τις υποδείξεις της πίστεως. Πρβλ. κατωτέρω, κεφ. V, 4.
139 Αριθμ., ομιλ. 27, 2 (σ. 258). Γεν., ομιλ. 6, 1: «Αν κάποιος θέλει να ακούει και να κατανοεί μόνο κατά το γράμμα, πρέπει να έχει ακροατήριο μάλλον μαζί με τους Ιουδαίους παρά μαζί με τους χριστιανούς» (σ. 66). Λευϊτ., ομιλ. 14, 2 (σ. 480).
140 Αριθμ., ομιλ. 13, 2 (σ. 109). Ιησ. Ναυή, ομιλ. 9, 8 (σσ. 353-354), κ.λπ. Πρβλ. άγιο Αυγουστίνο, στην αρχή ακριβώς του έργου όπου προτίθεται να αντιδράσει εναντίον του υπερβολικού αλληγορισμού των πρώτων σχολίων του: «Στις διηγήσεις της Βίβλου μπορεί κανείς να ρωτήσει αν όλα πρέπει να κατανοούνται μόνο τυπικά, ή αν πρέπει επίσης να βεβαιώνεται η πραγματικότητα των γεγονότων. Διότι κανένας χριστιανός δεν θα τολμήσει να υποστηρίξει ότι δεν πρέπει να τα κατανοούμε τυπικά». De Genesi ad Litteram, βιβλ. 1, κεφ. 1 (P.L., 34, 347).
141 Peri Archon, 4, 3, 2 (σσ. 308-309). Για τον άγιο Ειρηναίο, πρβλ. H. Holstein, La Tradition des Apôtres chez saint Irénée, στο Recherches, τ. XXXVI (1949), σσ. 229-270.
142 Γεν., ομιλ. 7, α (σ. 72).
143 Ματθ., 11, 12 (σσ. 52-53). Γεν., ομιλ. 3, 5 (σ. 44). Οι ιουδαιοχριστιανοί ήταν ακόμη δραστήριοι στην Παλαιστίνη την εποχή που κήρυττε ο Ωριγένης.
144 Κατά Κέλσου, 2, 1: «Οι Ιουδαίοι που πιστεύουν στον Ιησού δεν εγκατέλειψαν τον νόμο των πατέρων τους· τον τηρούν ακόμη, πράγμα που τους έκανε να λάβουν ένα όνομα προερχόμενο από τη φτώχεια του κατά γράμμα νοήματος του Νόμου. Διότι Εβιών στα εβραϊκά σημαίνει φτωχός, και όσοι από τους Ιουδαίους δέχονται τον Ιησού ως Χριστό ονομάζονται Εβιωνίτες» (σσ. 126-127).
145 Κριτ., ομιλ. 8, α (σ. 510). Πρβλ. Ματθ. σειρά: «Ίσως κάποιος από τους αμαθείς θα ζητήσει εξήγηση, πέφτοντας στον εβιωνιτισμό...»
146 Γεν., ομιλ. 13, 3: «Και αμέσως θα μου κινήσουν κατηγορίες οι φίλοι του γράμματος και θα στήσουν ενέδρες, θα μου ετοιμάσουν αμέσως έχθρες και διωγμούς, αρνούμενοι ότι η αλήθεια μπορεί να στέκεται παρά μόνο πάνω στη γη» (σ. 116). Πρβλ. Ρωμ., 8, 8 (1181).
147 Ιω., 19, 3: «Αν λοιπόν νομίζεται ότι εμείς ασκούμε βία —ἡμᾶς βιάζεσθαι—...» (σ. 301). Ψαλμ. 50 (1453 B).
148 Έξ., ομιλ. 13, 2: «αυτό είναι μάλλον μαντεία παρά εξήγηση» (σ. 271).
149 Λευϊτ., ομιλ. 16, 2 και 4 (σσ. 494 και 497).
150 Λευϊτ., ομιλ. 7, 4 (σ. 382)· ομιλ. 9, 2 (σ. 419)· ομιλ. 10, 1 (σ. 441). Αριθμ., ομιλ. 14, 2 (σ. 100). Ιεζ., ομιλ. 6, 8 (σ. 386). Λουκ., ομιλ. 25: «...Πράγμα που πράγματι και εμείς υφιστάμεθα στην Εκκλησία· διότι οι περισσότεροι, καθώς μας αγαπούν περισσότερο από όσο αξίζουμε, διαδίδουν και λέγουν αυτά τα πράγματα, επαινώντας τους λόγους μας και τη διδασκαλία μας, πράγματα που η συνείδησή μας δεν δέχεται. Άλλοι πάλι, συκοφαντώντας τις πραγματείες μας, μας κατηγορούν ότι φρονούμε εκείνα που γνωρίζουμε ότι ποτέ δεν φρονήσαμε. Αλλά ούτε εκείνοι που αγαπούν περισσότερο, ούτε εκείνοι που μισούν, κρατούν τον κανόνα της αλήθειας· και άλλοι ψεύδονται από αγάπη, άλλοι από μίσος» (σ. 162).
151 Γεν., ομιλ. 12, 4 (σ. 110).
152 Λευϊτ., ομιλ. 14, 2 (σ. 480).
153 Λευϊτ., ομιλ. 1, 1 (σ. 281).
154 Ιεζ., ομιλ. 7, 2 (σ. 392).
155 Ιω., 5, 8 (σ. 105).
156 Ματθ. σειρά, 15: «Εκείνοι πράγματι που κατηγορούν την αλληγορική εξήγηση και θέλουν να διδάσκουν ότι η θεία Γραφή είναι φανερή και δεν έχει τίποτε περισσότερο από ό,τι δείχνει το κείμενο, ούτε κάποιο θειότερο νόημα περί της περιτομής ή περί του Πάσχα..., και δεν δέχονται ότι οι Ιουδαίοι τότε υπηρετούσαν σε υπόδειξη και σκιά των μελλοντικών, είναι μεν νομικοί, ωστόσο αφαίρεσαν το κλειδί της γνώσεως ως προς τον λόγο τους, δηλαδή αφαιρώντας όλη την οδό του νόμου για την κατανόηση των νομίμων...» (σ. 28).
157 Peri Archon, πρόλ. 8 (σ. 14).
158 Λευϊτ., ομιλ. 15, 3 (σ. 490).
159 Έξ., ομιλ. 9, 1 (σ. 235).
160 Λευϊτ., ομιλ. 7, 4 (σ. 383). Υπάρχει άραγε κάποια παρατηρήσιμη εξέλιξη στην προσήλωση του Ωριγένη στην ορθοδοξία, στην παράδοση, στον εκκλησιαστικό κανόνα; Όλα όσα μπορεί να πει κανείς, φαίνεται, είναι ότι οι παλαιστινιακές τάσεις είχαν κάτι αυστηρότερο σε ορισμένα σημεία από εκείνες του αλεξανδρινού περιβάλλοντος· από αυτό, για παράδειγμα, προέρχεται η μεγαλύτερη επιφύλαξή του, στην Καισάρεια, απέναντι στα μη κανονικά βιβλία. Πρβλ. J. Ruwet, Les apocryphes dans les œuvres d’Origène, στο Biblica, τ. XXV (1944), σσ. 158 και 316-317.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου