Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 2

Συνέχεια από Παρασκευή 10. Ιουλίου 2026

Ησυχασμός και Προσευχή 2

ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA 176

IRÉNÉE HAUSHERR S.I.


Καθηγητής στο Institut Pontifical d’Études Orientales

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΑΘΟΣ

                                                  ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΡΙΟΥ


Οι υψηλότερες μυστικές θεωρήσεις στους Ανατολικούς κορυφώνονται στη θεωρία της καθαρής προσευχής: καθαρὰ προσευχή, seloutha dakjāthā, istaja molitva. Η έκφραση θα μπορούσε να έχει μια καθαρά ηθική σημασία: μια προσευχή θα ήταν καθαρή, όταν θα γινόταν με τέλεια καθαρότητα συνειδήσεως και προθέσεως. Έτσι την κατανοούν, για παράδειγμα, οι Σύροι πριν από την εισαγωγή της φιλοσοφίας στη διδασκαλία τους. Ο Αφραάτης (Demonstr. IV, PATA. STR. 1, σ. 138) δεν γνωρίζει άλλη καθαρότητα για την προσευχή, όπως και για τη νηστεία (Dém. III), παρά την απουσία αμαρτίας, και προπάντων κάθε εσωτερικής αμαρτίας εναντίον της αδελφικής αγάπης.

Αλλά η μακάρια εποχή της ευαγγελικής απλότητας, της οποίας ο Αφραάτης είναι ο πράος και γοητευτικός εκπρόσωπος, έμελλε να λάβει τέλος στη Συρία με τη μετάφραση ελληνικών έργων, και προπάντων των έργων του Ευαγρίου του Ποντικού. Ήδη πριν από την εποχή αυτή οι Σύροι είχαν παρουσιάσει ανησυχητικά σημεία διανοητικής ακρασίας. Η φιλοσοφική θεωρητικολογία, υπερβολικά μεθυστική γι’ αυτούς, είχε παρασύρει πολλούς στις μανιχαϊκές και σε άλλες πλάνες· και ο άγιος Εφραίμ χρειάστηκε όλη την ορμητική του δύναμη για να τους κηρύξει την επιστροφή στη «σιωπηλή προσκύνηση του Ακαταλήπτου».

Λιγότερο ολέθρια για τη χριστιανική πίστη, αλλά και πάλι επικίνδυνη για πολλούς, επρόκειτο να αποδειχθεί η αλεξανδρινή φιλοσοφία σε αυτή την εκλεκτή πατρίδα του μυστικισμού. «Ο Διονύσιος είναι ένας ψευδής Αθηναίος συριακής καταγωγής· Σύρος είναι επίσης και ο περίφημος Ιερόθεος, διπλά ψευδής: και ως πρόσωπο, επειδή ο ψευδο-Διονύσιος τον δημιούργησε εξ ολοκλήρου, και ως συγγραφέας, επειδή το “Βιβλίο” του γράφτηκε εκ των υστέρων από τον Στέφανο Bar Sudaili».

Ο Διονύσιος, εντός των ορίων της ορθοδοξίας, και ο Ιερόθεος, υπερβαίνοντας τα σύνορά της, οδηγούν τις μυστικές θεωρήσεις στις υψηλότερες κορυφώσεις τους· όμως το διονυσιακό σκότος —η άπειρη άγνοια— υπήρχε ήδη στον Ευάγριο· όπως επίσης και οι αναβάσεις του νοῦ, τις οποίες ο Bar Sudaili οδηγεί μέχρι την ταύτιση με τον Θεό. Ύστερα από αυτές τις δύο μεγαλοφυΐες, ήταν άραγε ακόμη δυνατόν να δημιουργηθεί ένα πρωτότυπο έργο με αφετηρία τα philosophoumena της Αλεξάνδρειας; Ο Ισαάκ της Νινευή το κατόρθωσε, πιστεύοντας ότι δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να εκφράσει την πιο σαφή σκέψη του Ευαγρίου σχετικά με την καθαρή προσευχή.

Η καθαρότητα της προσευχής, για τον Ευάγριο και τον Νείλο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απουσία αμαρτίας και ύποπτης προθέσεως. Στην ηθική σημασία προστίθεται μια μεταφυσική σημασία· και μάλιστα η προσευχή χαρακτηρίζεται καθαρή ή μη καθαρή κυρίως από διανοητική άποψη. Είναι ανάβαση του νου προς τον Θεό, συνομιλία του νοῦ με τον Θεό (ΝΕΙΛΟΣ, De Oratione, κεφ. 3 και 35, PG 79, 1168· 1174). Ο Θεός, όμως, είναι το απείρως απλό Είναι· και επομένως μάταια θα επιχειρούσε ο νους να Τον προσεγγίσει, όσο παραμένει επιβαρυμένος με εικόνες ή έννοιες, όσο πνευματοποιημένες και αν τις θελήσει κανείς, διότι η έννοια είναι πάντοτε πολλαπλότητα (ΝΕΙΛΟΣ, κεφ. 56 κ.ε.).

Με κάθε αυστηρότητα, λοιπόν, η προσευχή πρέπει να οριστεί ως ἀπόθεσις νοημάτων, δηλαδή ως εξάλειψη των σκέψεων (ΝΕΙΛΟΣ, κεφ. 71) που προέρχονται από τα δημιουργήματα· και η καθαρότητά της προοδεύει στον βαθμό που προοδεύει αυτή η εξάλειψη. Ωστόσο, τόσο για τον Νείλο όσο και για τον Ευάγριο, στο τελευταίο στάδιο αυτής της καθάρσεως, όπου τίποτε πλέον δεν αποσπά τον νου από την άμεση ένωσή του με τη θεία απλότητα, εξακολουθεί να υπάρχει προσευχή· και μάλιστα μόνο εκεί αποκτά πραγματικά η λέξη αυτή το πλήρες νόημά της, είτε συνοδεύεται είτε όχι από τον προσδιορισμό «καθαρά».

Ο Νείλος δηλώνει ρητά ότι πέρα από αυτή την απερίσπαστη προσευχή δεν υπάρχει υψηλότερη νόηση: ἀπερίσπαστος προσευχή ἐστιν ἄκρα νόησις νοός. Η απόφανση αυτή πρέπει να τοποθετηθεί μετά τον αριθμό 35 στην έκδοση του Migne· απαντά στη Φιλοκαλία του Νικοδήμου του Αγιορείτη και σε πολύ παλαιά χειρόγραφα, όπως το Coislin 109, το οποίο χρονολογείται στον δέκατο αιώνα.

Και όμως, ο Ισαάκ της Νινευή, από πιστότητα στη διδασκαλία του προτιμώμενου διδασκάλου του, του «μακαρίου Ευαγρίου», αντιτίθεται με αρκετή σφοδρότητα σε όσους εξακολουθούν να αποκαλούν προσευχή την ύψιστη μυστική εμπειρία. Για εκείνον δεν πρόκειται για διαμάχη περί λέξεων, αλλά για ζήτημα ορθοδοξίας. Δεν διακυβεύεται τίποτε λιγότερο από τη δωρεάν παροχή αυτού του υπέρτατου δώρου του Θεού. Το να διατηρεί κανείς αυτή την έκσταση μέσα στα όρια της προσευχής, το να μιλά για «πνευματική προσευχή», σημαίνει ότι περιπίπτει στην αυθάδεια των Μεσσαλιανών, «αυτών των υπερήφανων αμαθών, οι οποίοι καυχώνται ότι είναι ικανοί για πνευματική προσευχή όποτε το θελήσουν» (ΙΣΑΑΚ ΤΗΣ ΝΙΝΕΥΗ, έκδ. Bedjan, σ. 171).

Αυτό που είναι αληθινό —και είναι πράγματι αυθεντικά ευαγριανό— είναι ότι αυτή η έκσταση, με όποιο όνομα και αν την αποκαλέσει κανείς, επέρχεται μόνο κατά τη διάρκεια της προσευχής. Μοιάζει με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στον ευχαριστιακό άρτο και οίνο: πρόκειται για θαύμα το οποίο συντελείται πράγματι ενώ οι παριστάμενοι προσεύχονται, αλλά το οποίο δεν είναι το ίδιο προσευχή.

«Από εκεί και πέρα —δηλαδή από την περισυλλογή της προσευχής— το Άγιο Πνεύμα, στον βαθμό που ο άνθρωπος είναι ικανός να δεχθεί αυτή την κίνηση, θέτει σε ενέργεια μέσα του σκέψεις απολύτως ανεξιχνίαστες, λαμβάνοντας ως αφορμή το αντικείμενο της προσευχής του· έτσι, εξαιτίας αυτών των σκέψεων, η προσευχή διακόπτεται κατά την κίνησή της, ο νους απορροφάται στην έκσταση και το αντικείμενο του αιτήματος λησμονείται. Οι δυνάμεις βυθίζονται σε βαθιά μέθη και ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον σε αυτόν τον κόσμο. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει πλέον καμία διακριτή αντίληψη ούτε του σώματος ούτε της ψυχής ούτε ανάμνηση οποιουδήποτε πράγματος.

Όπως λέει ο Ευάγριος: “Η προσευχή είναι κατάσταση του νου, η οποία διακόπτεται μόνο από το φως της Αγίας Τριάδος, μέσω της εκστάσεως”. Βλέπεις πώς η προσευχή διακόπτεται από αυτές τις σκέψεις, οι οποίες γεννιούνται μέσα στον νου από την προσευχή, όπως είπα στην αρχή αυτού του λόγου και σε πολλά προηγούμενα σημεία».

Λέγεται ακόμη: «Η κατάσταση του νου είναι η κορυφή των νοητών, όμοια με το χρώμα του ουρανού, επάνω στο οποίο ανατέλλει, κατά την ώρα της προσευχής, το φως της Αγίας Τριάδος». Και πότε κρίνεται ο άνθρωπος άξιος όλης αυτής της χάριτος, ώστε κατά την ώρα της προσευχής να υψωθεί σε τέτοιο ύψος; Λέει: «Όταν ο νους αποδυθεί τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο διά της χάριτος, τότε, κατά την ώρα της προσευχής, βλέπει και τη δική του κατάσταση, όμοια με σάπφειρο ή με το χρώμα του ουρανού· είναι αυτό που οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ ονόμασαν “τόπο του Θεού”, ο οποίος τους εμφανίστηκε επάνω στο όρος».

Επομένως, όπως είπα, αυτό το δώρο δεν πρέπει να ονομαστεί πνευματική προσευχή. Αλλά πώς πρέπει να ονομαστεί; Καρπός —τέκνο— της καθαρής προσευχής, η οποία απορροφάται μέσα στο Πνεύμα. Από τη στιγμή εκείνη ο νους βρίσκεται πέρα από την προσευχή· και με τη συνάντηση ενός ανώτερου πράγματος η προσευχή σβήνει μέσα του. Από εκεί και πέρα δεν προσεύχεται πλέον με προσευχή, αλλά ατενίζει εκστατικά και κατάπληκτος ανεξιχνίαστα αντικείμενα, τα οποία δεν ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο των θνητών· βρίσκεται σε ειρήνη, μέσα στην άγνοια όλων των εδώ κάτω πραγμάτων.

Αυτή είναι η άγνοια για την οποία γίνεται τόσος λόγος: «Μακάριος εκείνος που έφθασε, μέσα στην προσευχή, στην ανυπέρβλητη άγνοια, όπως λέει ο Ευάγριος».

Βλέπουμε ότι η μόνη αυθεντία την οποία επικαλείται ο Ισαάκ προς υποστήριξη της θεωρίας του είναι ο Ευάγριος, ο οποίος παρατίθεται τέσσερις φορές. Στην πραγματικότητα, όμως, μόνο ένα από αυτά τα τέσσερα κείμενα —και μέσα σε αυτό το κείμενο μόνο μία λέξη— λέει ότι, κατά την κορυφαία αυτή στιγμή, η προσευχή διακόπτεται, αποκόπτεται. Δεν είναι παράξενο ότι η κάπως αφύσικη αυτή λέξη επανέρχεται πολλές φορές, όπως υπογράμμισα στην κατά λέξη μετάφρασή μου.

Με βάση και μόνο αυτή τη λέξη, ο Νινευίτης απορρίπτει ως απαράδεκτη την έννοια της «πνευματικής προσευχής», μολονότι γνωρίζει ότι χρησιμοποιείται από τους Πατέρες (ΝΕΙΛΟΣ, κεφ. 100). Και, όπως άλλοι θαυμαστές του Ευαγρίου, δεν αφήνει να χαθεί μια τόσο καλή ευκαιρία για να τονίσει την ορθοδοξία του διδασκάλου, παρουσιάζοντας την αντίθεσή του προς τη μεγάλη πνευματική αίρεση, τον μεσσαλιανισμό, τον οποίο η μία αυτή λέξη υποτίθεται ότι ανασκευάζει. «Αν κάποιος προέβαλλε την ανάμνηση αυτού που οι Πατέρες ονόμασαν πνευματική προσευχή, χωρίς να κατανοεί το νόημα των λόγων των Πατέρων, και έλεγε ότι και αυτό ανήκει στην περιοχή της προσευχής, έχω τη γνώμη ότι, εφόσον κατορθώσει έστω και λίγο να φθάσει στην ακρίβεια της σκέψεως, πρόκειται για βλασφημία· μολονότι βρίσκεται ανάμεσα στα δημιουργήματα κάποιος ικανός να ισχυριστεί ότι μια πνευματική προσευχή μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να προσευχηθεί. Όλα όσα, ως προσευχή, μπορούν να προσευχηθούν, βρίσκονται πριν από την πνευματικότητα. Και καθετί πνευματικό ανήκει σε μια τάξη που αποκλείει την κίνηση και την προσευχή».

Αυτή η σκοτεινή και συγκεχυμένη διατύπωση μας δείχνει τον Ισαάκ να παλεύει με μια ορθή ιδέα, την οποία δεν κατορθώνει ούτε να συλλάβει πλήρως ούτε να διατυπώσει με ακριβείς όρους. Με τις έννοιες της ενέργειας και της παθητικότητας θα την είχε αναμφίβολα εκφράσει σαφέστερα. Και πάλι, όμως, θα παρέμενε σε αντίθεση με τους «Πατέρες» και ακόμη και με τον Ευάγριο. Διότι traduttore traditore —ο μεταφραστής είναι προδότης—, ιδίως όταν συμβεί να διαβάσει λανθασμένα το κείμενό του.

Ότι ο Σύρος μεταφραστής του Ευαγρίου δεν απέδωσε ιδιαίτερα επιτυχώς το Cent. suppl. 30, μπορούσε κανείς να το υποψιαστεί και μόνο από το γεγονός ότι η συριακή του μετάφραση φάνηκε ακατανόητη στον οξυδερκέστατο εκδότη Frankenberg:

προσευχή ἐστι κατάστασις νοῦς μόνον ὑπὸ φωτός τῆς ἁγίας τριάδος δι᾽ ἐκστάσεως...

και μία τελευταία λέξη, το περίφημο «διακόπτεται», μπροστά στην οποία ο Frankenberg υποχώρησε· πράγμα που τιμά τη διορατικότητά του. Η φράση έχει όλη την όψη ορισμού. Αν δεν υπήρχε η συριακή λέξη, θα τη συμπλήρωνε κανείς ευχαρίστως με ένα ρήμα όπως ἀπεργαζομένη, καθισταμένη, ἀποφαινομένη ή ἐπιτελουμένη:

«Η προσευχή είναι μια κατάσταση του νου, η οποία πραγματοποιείται μόνο από το φως της Αγίας Τριάδος, μέσω της εκστάσεως».

Και όμως όχι· ο μεταφραστής αναγκάζει τον Ισαάκ της Νινευή να πει:
«Είναι μια κατάσταση, στην οποία μόνο το φως της Αγίας Τριάδος θέτει τέλος…».

Μήπως, λοιπόν, το φως της Αγίας Τριάδος εμποδίζει τη συνομιλία με τον Θεό, η οποία ορίζει την προσευχή; Και η ανάβαση του νου προς τον Θεό, η οποία είναι προσευχή, παύει άραγε να είναι προσευχή όταν φθάνει στον σκοπό της; Και τι απογίνεται η «θεολογία, η οποία είναι η αληθινή προσευχή» (ΝΕΙΛΟΣ, κεφ. 62); Και σφάλλει άραγε ο Νείλος όταν ονομάζει κατάσταση προσευχής εκείνη κατά την οποία «ο νους αρπάζεται από υπερβολική αγάπη στις νοητές κορυφές»; (κεφ. 53).

Διότι πρέπει να επιλέξει κανείς ανάμεσα στον Νείλο και στον Ισαάκ, όπως ο Ισαάκ πίστεψε ότι όφειλε να επιλέξει ανάμεσα στη συνήθη γλώσσα των Πατέρων και σε μία μόνο λέξη του Ευαγρίου.

Ο Νείλος είναι εκείνος που εκπροσωπεί την αληθινή σκέψη του Ευαγρίου, και δεν υπάρχει καμία αντίθεση ανάμεσα στον Ευάγριο και στους άλλους Πατέρες. Ένα απλό αναγνωστικό σφάλμα έκανε τον υπερβολικά πιστό μαθητή του να πιστέψει το αντίθετο. Το αυθεντικό κείμενο του Ευαγρίου βρέθηκε πριν από λίγο καιρό σε ένα χειρόγραφο των Παρισίων, Fonds Grec 913, το οποίο περιέχει περίπου εξήντα κεφάλαια, τα περισσότερα προερχόμενα από τις Εκατοντάδες, υπό τον τίτλο Skemmata, αποδιδόμενα στον άγιο Νείλο.

Ιδού η τριακοστή απόφανση του Συμπληρώματος των Εκατοντάδων:

Προσευχή ἐστι κατάστασις νοῦ ὑπὸ φωτὸς μόνου γινομένη τῆς ἁγίας Τριάδος.
«Η προσευχή είναι μια κατάσταση του νου, η οποία πραγματοποιείται μόνο υπό το φως της Αγίας Τριάδος».

Πρέπει να εννοήσουμε το εξής: καθετί που παραμένει κατώτερο από αυτή τη μακάρια κατάσταση είναι, κατά κάποιον τρόπο, προσευχή μόνο κατά μέθεξη, όπως περίπου τα δημιουργήματα είναι όντα μόνο κατά μέθεξη. Δεν είναι όντα απλώς και απολύτως, επειδή μέσα τους υπάρχει ανάμειξη με το μη ον. Μόνον ο Θεός είναι το καθαρό Είναι. Και κατά τον ίδιο τρόπο δεν υπάρχει άλλη Καθαρή Προσευχή παρά μόνο η ένωση του νου με τον Θεό και μόνο, χωρίς καμία ανάμειξη διανοητικής γνώσεως ή εννοιών που προέρχονται από τα δημιουργήματα.

Έτσι, λοιπόν, κατανοούν το ζήτημα ο Ευάγριος και ο Νείλος· έτσι θα το είχε κατανοήσει και ο Ισαάκ, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ατυχής απροσεξία ενός μεταφραστή, ο οποίος διάβασε τεμνομένη αντί γινομένη ή, ίσως —κάτι που θα εξηγούνταν ακόμη ευκολότερα—, τεμομένη αντί γενομένη.

Χωρίς αυτό το ατύχημα, ο Ισαάκ δεν θα είχε αποδώσει στον διδάσκαλό του μια άποψη διαφορετική από εκείνη των άλλων Πατέρων και ελάχιστα εναρμονισμένη με το ίδιο το βάθος του ευαγριανού συστήματος. Δεν θα είχε επίσης διαπράξει ο ίδιος τη «βλασφημία» να μιλήσει για «πνευματική προσευχή», παρά την καταδίκη που είχε εκφέρει εναντίον αυτής της εκφράσεως:

«Όσο για τα μυστήρια που είναι ιδιαίτερα του Πνεύματος, δηλαδή τις κινήσεις της πνευματικής προσευχής και την είσοδο του νου στο εσωτερικό του καταπετάσματος των Αγίων των Αγίων…» (έκδ. BEDJAN, σ. 519).

Ιδού, λοιπόν, η πνευματική προσευχή να αναβιώνει και να προικίζεται με εκείνες ακριβώς τις κινήσεις που αλλού της είχαν αρνηθεί. Πρόκειται για κατάφωρη αντίφαση.

Μπορεί όμως κανείς να επιχειρήσει να συμφιλιώσει τα πάντα. Στη μακρά «Πραγματεία με ερωτήσεις και απαντήσεις» (κεφ. XXXV), ο Ισαάκ βάζει τον μαθητή να του υποβάλει την εξής ερώτηση:

«Τι είναι η πνευματική προσευχή και πώς αξιωνόμαστε να την αποκτήσουμε;»

Και απαντά, σε τελική ανάλυση, ότι η πνευματική προσευχή είναι μια προσευχή που δεν προσεύχεται:
«Είναι νοερή θεωρία και όχι κίνηση και αίτημα προσευχής».


Πενιχρή λεπτολογία, η οποία μας επαναφέρει στη διάκριση ανάμεσα στη δεητική προσευχή και στις άλλες μορφές προσευχής, τις οποίες όμως ο Ωριγένης είχε ήδη συμπεριλάβει υπό την ονομασία προσευχή. Αν μόνο με αυτή την έννοια η έκσταση δεν είναι προσευχή, τότε ο Ευάγριος θα είχε πει ότι μόνο το φως της Αγίας Τριάδος θέτει τέλος στη δεητική προσευχή. Ο Ισαάκ, προσπαθώντας να ξεμπλέξει από την αντίφασή του, εμπλέκεται ακόμη περισσότερο σε ανοησίες.

Και όλα αυτά από αγάπη προς μία λέξη, την οποία θεωρεί ευαγριανή. Αυτό είναι το δίδαγμα αυτής της μικρής ιστορίας: πόσο μεγάλη θα πρέπει να ήταν η αυθεντία ενός διδασκάλου, όταν μία μόνο λέξη του ενέπνεε τέτοιο σεβασμό, ώστε να προτιμάται από την απολύτως σαφή γλώσσα των άλλων Πατέρων· και αντί να τολμήσει κανείς να τη συζητήσει —διότι, τουλάχιστον, δεν ήταν καθόλου βέβαιη—, να επιδίδεται σε τέτοιες διαλεκτικές ακροβασίες για να της παραμείνει πιστός.

Διότι ο Ευάγριος είναι «ο σοφός μεταξύ των Αγίων» ή, όπως λέει ακόμη ο Ισαάκ, «ο μέγιστος των γνωστικών».

Συνεχίζεται με:

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΥΑΓΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ.  ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΠΟΤΕ ΝΑ ΥΠΕΡΒΟΥΝ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΝ ΝΟΕΡΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΣΚΗΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ.

ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ


ΜΙΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΗ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΙΛΟΞΕΝΟ ΤΗΣ ΜΑΒΒΟΥΓ († 523)

Δεν υπάρχουν σχόλια: