Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Σάββατο  11. Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ


Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας


β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 16. Η διασάφηση της υπέρβασης του πεπερασμένου λόγου ως θεμελιώδης πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ένα πεπερασμένο γνωρίζον ον μπορεί να σχετίζεται προς το ον, το οποίο δεν είναι το ίδιο και το οποίο ούτε το ίδιο έχει δημιουργήσει, μόνο τότε, όταν αυτό το ήδη υπάρχον ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού. Για να μπορέσει όμως να συναντήσει ως το ον που είναι, πρέπει εκ των προτέρων να έχει ήδη γενικά «γνωρισθεί» ως ον, δηλαδή ως προς τη συγκρότηση του Είναι του. Σε αυτό έγκειται όμως το εξής: η οντολογική, δηλαδή εδώ πάντοτε προοντολογική, γνώση είναι η συνθήκη της δυνατότητας ώστε σε ένα πεπερασμένο ον να μπορεί γενικά να αντιπαρατίθεται κάτι όπως το ίδιο το ον. Το πεπερασμένο ον έχει ανάγκη αυτής της θεμελιώδους δύναμης μιας στραμμένης-προς... αναφοράς, η οποία αφήνει κάτι να αντι-ίσταται. Μέσα σε αυτή την πρωταρχική στροφή το πεπερασμένο ον διατηρεί για πρώτη φορά γενικά έναν χώρο παιχνιδιού, εντός του οποίου μπορεί κάτι να του «αντιστοιχεί». Το να κρατιέται κανείς εκ των προτέρων μέσα σε έναν τέτοιο χώρο παιχνιδιού, το να τον σχηματίζει πρωταρχικά, δεν είναι τίποτε άλλο από την υπέρβαση, η οποία χαρακτηρίζει κάθε πεπερασμένη συμπεριφορά προς το ον. Αν τώρα όμως η δυνατότητα της οντολογικής γνώσης θεμελιώνεται στην καθαρή σύνθεση, ενώ η οντολογική γνώση συνιστά ακριβώς το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., τότε η καθαρή σύνθεση πρέπει να φανερωθεί ως εκείνο που συναρθρώνει και φέρει το ενιαίο όλο της εσωτερικής ουσιώδους δομής της υπέρβασης. Μέσω της διασάφησης αυτής της συνάρθρωσης της καθαρής σύνθεσης αποκαλύπτεται τότε το εσώτατο Είναι της περατότητας του λόγου.

Η πεπερασμένη γνώση είναι δεκτική εποπτεία. Ως τέτοια έχει ανάγκη της καθοριστικής νόησης. Γι’ αυτό η καθαρή νόηση, στο πρόβλημα της ενότητας της οντολογικής γνώσης, διεκδικεί κεντρική σημασία, χωρίς να θίγεται —μάλλον ακριβώς εξαιτίας— της προτεραιότητας που έχει η εποπτεία σε κάθε γνώση.

Σε ποια ουσιώδη υπηρεσία καλείται η καθαρή νόηση μέσα στη θέση υπηρεσίας της; Σε τι υπηρετεί εντός της δυνατότητας της ουσιώδους δομής της υπέρβασης; Ακριβώς αυτό το φαινομενικά πάλι απομονωμένο ερώτημα για το Είναι της καθαρής νόησης πρέπει να οδηγήσει στον εσώτατο πυρήνα του προβλήματος της ουσιώδους ενότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Kant, στη «Μετάβαση στην υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών»90, δίνει μια υπόδειξη για την καθαρά ιδωμένη περατότητα της παράστασής μας, και μάλιστα της καθαρά γνωστικής· διότι για την αιτιότητά της μέσω της βούλησης δεν γίνεται εδώ καθόλου λόγος. Το ερώτημα είναι μάλλον: τι μπορεί να ενεργήσει η παράσταση αφ’ εαυτής σε σχέση με το ον προς το οποίο σχετίζεται; Ο Kant λέει ότι η «παράσταση καθ’ εαυτήν» δεν παράγει το αντικείμενό της ως προς την ύπαρξή του. Η γνώση μας δεν είναι οντικά δημιουργική· δεν μπορεί να θέσει το ον από τον εαυτό της ενώπιόν της. Ο Kant τονίζει, στο μέσον της πραγμάτευσης της υπερβατολογικής παραγωγής (transzendentale Deduktion), ότι «εκτός από τη γνώση μας δεν έχουμε τίποτε το οποίο θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε σε αυτή τη γνώση ως αντιστοιχούν»91.

Αν λοιπόν η γνώση μας, ως πεπερασμένη, πρέπει να είναι δεκτική εποπτεία, τότε δεν αρκεί απλώς να το παραδεχθούμε· τώρα μόλις αφυπνίζεται το πρόβλημα: τι ανήκει αναγκαία στη δυνατότητα αυτής της διόλου αυτονόητης δεκτικότητας του όντος;

Προφανώς όμως τούτο: ότι το ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού, δηλαδή να φανερώνεται ως αντι-κείμενο. Αν όμως δεν είμαστε κύριοι της υπάρξεως του όντος, τότε ακριβώς η εξάρτηση από τη δεκτικότητα αυτού του όντος απαιτεί να δίνεται στο ον εκ των προτέρων και κάθε φορά η δυνατότητα του αντι-ίστασθαι.

Μόνο μέσα σε μια δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., μέσα στη στροφή-προς... που πρώτη σχηματίζει μια καθαρή αντιστοιχία, μπορεί να επιτελεστεί μια δεκτική εποπτεία. Και τι είναι εκείνο που αφήνουμε εμείς από τον εαυτό μας να αντι-ίσταται; Ον δεν μπορεί να είναι. Αν όμως δεν είναι ον, τότε είναι ακριβώς ένα μηδέν. Μόνο αν το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι ένα αυτοκρατείν-μέσα-στο-μηδέν, μπορεί η παράσταση, αντί του μηδενός και εντός αυτού, να αφήσει να συναντήσει ένα μη-μηδέν, δηλαδή κάτι όπως ον, εφόσον κάτι τέτοιο φανερώνεται ακριβώς εμπειρικά. Βέβαια αυτό το μηδέν δεν είναι το nihil absolutum. Το τι συμβαίνει με αυτό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... πρέπει να εξεταστεί.

Αν, τόσο καθαρά όσο στον Kant, η περατότητα τίθεται στην αφετηρία της υπέρβασης, τότε δεν χρειάζεται, για να αποφύγουμε έναν υποτιθέμενο «υποκειμενικό ιδεαλισμό», μια «στροφή προς το αντικείμενο», που ακριβώς σήμερα πάλι διαφημίζεται με υπερβολικό θόρυβο και με υπερβολικά μικρή κατανόηση του προβλήματος. Αντιθέτως, η ουσία της περατότητας ωθεί αναπόφευκτα στο ερώτημα για τις συνθήκες της δυνατότητας ενός εκ των προτέρων στραμμένου-είναι προς το αντικείμενο, δηλαδή στο ερώτημα για την ουσία της αναγκαίας προς τούτο οντολογικής στροφής προς το αντικείμενο εν γένει. Έτσι, στην υπερβατολογική παραγωγή, δηλαδή μέσα στη συνάφεια του καθήκοντος μιας διαφώτισης της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης, ο Kant θέτει το αποφασιστικό ερώτημα, και μάλιστα ως πρώτος.

«Και εδώ είναι λοιπόν αναγκαίο να καταστήσουμε σαφές τι εννοούμε με την έκφραση ενός αντικειμένου των παραστάσεων.»92 Πρέπει να ερευνηθεί ποιον χαρακτήρα έχει εκείνο που αντι-ίσταται μέσα στο καθαρό αφήνειν-να-αντι-ίσταται. «Βρίσκουμε όμως ότι η σκέψη μας για τη σχέση κάθε γνώσης προς το αντικείμενό της φέρει μαζί της κάτι από αναγκαιότητα, καθόσον δηλαδή αυτό [το αντικείμενο] θεωρείται ως εκείνο που αντιστέκεται στο να είναι οι γνώσεις μας τυχαίες ή αυθαίρετες, αλλά είναι καθορισμένες a priori κατά ορισμένο τρόπο...»93. Στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται ως τέτοιο δηλώνεται κάτι «που αντιστέκεται».

Ο Kant, κατά την ανάδειξη αυτής της αντιστατικότητας, επικαλείται ένα άμεσο εύρημα. Δεν παραλείπει να χαρακτηρίσει εγγύτερα την ίδια τη δομή αυτής της αντιστατικότητας. Πρέπει να προσέξουμε καλά: εδώ δεν πρόκειται για έναν χαρακτήρα αντίστασης μέσα στο ον, ούτε καν για την πίεση των αισθήσεων, αλλά για την εκ των προτέρων αντιστατικότητα του Είναι. Το αντικειμενικό των αντικειμένων «φέρει μαζί του» έναν εξαναγκασμό, μια «αναγκαιότητα». Μέσω αυτής, καθετί που συναντάται εξαναγκάζεται εκ των προτέρων σε μια συμφωνία, σε σχέση προς την οποία μπορεί κατ’ αρχάς να αναδειχθεί και ως ασύμφωνο. Σε αυτή την εκ των προτέρων και σταθερή σύναξη προς την ενότητα έγκειται, συνεπώς, μια πρόταξη ενότητας. Η παράσταση όμως μιας ενότητας που ενοποιεί παραστατικά είναι η ουσία εκείνου του είδους παραστάσεων που ο Kant ονομάζει έννοια. Αυτή ονομάζεται «μία συνείδηση» με την έννοια της παράστασης της ενότητας94. Το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι επομένως η «αρχέγονη έννοια» και, εφόσον η εννοιακή παράσταση αποδίδεται στον νου, η αρχέγονη πράξη του νου. Αυτός όμως περιέχει μέσα του, ως κλειστό όλο, μια πολλαπλότητα τρόπων ενοποίησης. Επομένως ο καθαρός νους αποκαλύπτεται ως η δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... Ο νους ως όλο προθέτει εκ των προτέρων εκείνο που αντιστέκεται στην τυχαιότητα. Παριστάνοντας πρωταρχικά την ενότητα, και μάλιστα ως ενοποιητική, παριστάνει στον εαυτό του μια δεσμευτικότητα που ρυθμίζει εκ των προτέρων κάθε δυνατό μαζί. «Τώρα όμως η παράσταση μιας καθολικής συνθήκης, σύμφωνα με την οποία μπορεί να τεθεί ένα ορισμένο πολλαπλό —άρα κατά τον ίδιο τρόπο—, ονομάζεται κανόνας»95. Η έννοια, «όσο ατελής ή όσο σκοτεινή κι αν είναι», «είναι κατά τη μορφή της πάντοτε κάτι καθολικό και κάτι που χρησιμεύει ως κανόνας»96.

Τώρα όμως οι καθαρές έννοιες (conceptus reflectentes) είναι εκείνες που έχουν ως μοναδικό περιεχόμενο τέτοιες ρυθμιστικές ενότητες. Δεν χρησιμεύουν μόνο ως κανόνας, αλλά, ως καθαρή παράσταση, δίνουν κατ’ αρχάς και εκ των προτέρων κάτι κανονικό. Έτσι λοιπόν ο Kant αποκτά μόνο μέσα στη συνάφεια της διασάφησης του αφήνειν-να-αντι-ίσταται την αρχικότερη έννοια του νου. «Τώρα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τη δύναμη των κανόνων. Αυτό το γνώρισμα είναι γονιμότερο και πλησιάζει περισσότερο στην ουσία του.»97

Αν τώρα ο νους πρόκειται ακριβώς να καθιστά δυνατό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται, αν έχει τη δύναμη να ρυθμίζει εκ των προτέρων όλα όσα η «εποπτεία» θα προσκομίσει ποτέ, μήπως τότε δεν ανακηρύσσεται σε ανώτατη δύναμη; Μήπως ο υπηρέτης δεν μεταβάλλεται έτσι σε κύριο; Τι γίνεται τότε με τη θέση υπηρεσίας του, η οποία έως τώρα δηλωνόταν διαρκώς ως η ουσία του και ως ο κατεξοχήν δείκτης της περατότητάς του; Μήπως ο Kant, όταν η εξήγησή του για τον νου ως δύναμη των κανόνων πρόκειται να πλησιάσει περισσότερο στην ουσία του, λησμόνησε, μέσα στην κεντρική προβληματική της υπερβατολογικής παραγωγής, την περατότητα του νου;

Αν όμως αυτή η υπόθεση είναι αδύνατη, εφόσον η περατότητα του λόγου ενεργοποιεί, καθορίζει και φέρει ολόκληρο το πρόβλημα της δυνατότητας της μεταφυσικής εν γένει, πώς τότε μπορεί να συμφιλιωθεί η θέση κυριαρχίας του νου, η οποία τώρα φανερώνεται, με τη θέση υπηρεσίας του; Είναι άραγε η κυριαρχία και η εξουσία του, ως αφήνειν-να-αντι-ίσταται (Gegenstehenlassen, να το αφήνεις να βρίσκεται απέναντι) κανόνων της ενότητας, κατά βάθος μια υπηρεσία; Επιτελεί άραγε μια υπηρεσία μέσω της οποίας προδίδει βαθύτατα την περατότητά του, επειδή ακριβώς στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται φανερώνει την πιο αρχέγονη ένδεια του πεπερασμένου όντος;

Πράγματι, ο νους είναι η ανώτατη δύναμη μέσα στην περατότητα, δηλαδή το κατ’ εξοχήν πεπερασμένο. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ακριβώς μέσα στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται, ως αρχέγονη πράξη του καθαρού νου, πρέπει να έρθει στο φως με τον εντονότερο τρόπο η εξάρτησή του από την εποπτεία. Βέβαια, αυτή δεν μπορεί να είναι εμπειρική εποπτεία, αλλά πρέπει να είναι η καθαρή εποπτεία.

Μόνο εφόσον ο καθαρός νους, ως νους, είναι υπηρέτης της καθαρής εποπτείας, μπορεί να παραμένει κύριος της εμπειρικής εποπτείας.

Αλλά η ίδια η καθαρή εποπτεία, και ακριβώς αυτή, είναι πεπερασμένης ουσίας. Μόνο η ουσιώδης δομική της ενότητα βυθίζει την καθαρή εποπτεία και την καθαρή νόηση στην πλήρη περατότητά τους, η οποία φανερώνεται ως υπέρβαση. Αν όμως η καθαρή σύνθεση ενοποιεί πρωταρχικά τα στοιχεία της καθαρής γνώσης, τότε η αποκάλυψη της πλήρους συνθετικής δομής της καθαρής σύνθεσης πρέπει να επιβληθεί ως εκείνο το καθήκον που μόνο αυτό οδηγεί στον στόχο της υπερβατολογικής παραγωγής: στη διασάφηση της υπέρβασης.

§ 17. Οι δύο οδοί της υπερβατολογικής παραγωγής

Από τον καθορισμό της προβληματικής της οντολογικής γνώσης προέκυψε το νόημα της υπερβατολογικής παραγωγής. Αυτή είναι η αναλυτική αποκάλυψη του δομικού όλου της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η ερμηνεία της υπερβατολογικής παραγωγής ανταποκρίνεται κατ’ αρχάς ελάχιστα στην έννοια της ίδιας της λέξης. Φαίνεται μάλιστα να αντιφάσκει προς τη ρητή εξήγηση του ίδιου του Kant για το τι σημαίνει παραγωγή. Προτού όμως μπορέσει να κριθεί κάτι σχετικά με αυτό, η υπερβατολογική παραγωγή πρέπει πρώτα να παρακολουθηθεί στην εκτέλεσή της και έτσι να τεθεί συγκεκριμένα μπροστά στα μάτια. Εδώ η ερμηνεία ακολουθεί το «τρίτο τμήμα»98 της «Παραγωγής των καθαρών εννοιών του νου», στο οποίο ο Kant παρουσιάζει την παραγωγή «σε συνοχή»99.

Ο τίτλος αυτού του τμήματος εκφράζει καθαρά ότι το πρόβλημα της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης δεν είναι τίποτε άλλο από την αποκάλυψη της υπέρβασης. Σύμφωνα με αυτόν, η παραγωγή πραγματεύεται «τη σχέση του νου προς τα αντικείμενα εν γένει και τη δυνατότητα να τα γνωρίζει a priori». Για να κατανοηθεί τώρα η διπλή πορεία που ο Kant αφήνει να ακολουθήσει η παραγωγή, πρέπει να υπενθυμιστεί εκ νέου το καθήκον της.

Το ον καθίσταται προσιτό για ένα πεπερασμένο ον μόνο επί τη βάσει ενός εκ των προτέρων στραμμένου αφήνειν-να-αντι-ίσταται. Αυτό λαμβάνει εκ των προτέρων το ον που ενδέχεται να συναντηθεί στον ορίζοντα ενότητας μιας δυνατής συν-ανήκειν. Αυτή η a priori ενοποιητική ενότητα πρέπει να προτρέχει προς το συναντώμενο. Το ίδιο όμως το συναντώμενο έχει ήδη εκ των προτέρων περιληφθεί από τον ορίζοντα του χρόνου που προκρατείται στην καθαρή εποπτεία. Η προτρέχουσα ενοποιητική ενότητα του καθαρού νου πρέπει επομένως να έχει ήδη προηγουμένως ενοποιηθεί και με την καθαρή εποπτεία.

Αυτό το a priori ενιαίο όλο καθαρής εποπτείας και καθαρού νου «σχηματίζει» τον χώρο παιχνιδιού του αφήνειν-να-αντι-ίσταται, μέσα στον οποίο μπορεί να συναντηθεί κάθε ον. Με Blick προς αυτό το όλο της υπέρβασης πρέπει να δειχθεί πώς, δηλαδή εδώ συγχρόνως ότι, ο καθαρός νους και η καθαρή εποπτεία εξαρτώνται a priori ο ένας από την άλλη.

Αυτή η απόδειξη της εσωτερικής δυνατότητας της υπέρβασης μπορεί προφανώς να διεξαχθεί με δύο οδούς.

Πρώτον, έτσι ώστε η παρουσίαση να εκκινεί από τον καθαρό νου και, μέσω της διασάφησης της ουσίας του, να δείχνει την εσώτατη εξάρτησή του από τον χρόνο. Αυτή η πρώτη οδός αρχίζει, ούτως ειπείν, «πάνω», από τον νου, και οδηγεί κάτω, προς την εποπτεία (A 116-120).

Η δεύτερη οδός πηγαίνει «από κάτω προς τα πάνω»100, αρχίζοντας από την εποπτεία, προς τον καθαρό νου (A 120-128).

Στις δύο οδούς συντελείται η αποκάλυψη των «δύο άκρων, δηλαδή της αισθητικότητας και του νου», τα οποία πρέπει αναγκαία να «συνδέονται»101. Ουσιαστικό εδώ δεν είναι κάποια γραμμικά νοούμενη σύνδεση δύο δυνάμεων, αλλά η δομική διασάφηση της ουσιώδους ενότητάς τους. Αποφασιστικό γίνεται εκείνο μέσα στο οποίο μπορούν γενικά να συνδέονται. Και στις δύο οδούς πρέπει κάθε φορά να διανυθεί αυτό το ενοποιητικό μέσον και έτσι να έρθει στο φως ως τέτοιο. Μέσα σε αυτή την κίνηση πέρα-δώθε ανάμεσα στα δύο άκρα συντελείται η αποκάλυψη της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η διπλή πορεία της παραγωγής πρέπει τώρα να παρουσιαστεί, βέβαια μόνο στα βασικά της γνωρίσματα.

α) Η πρώτη οδός

ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ( Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ} Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΟΤΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΔΩΡΟ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΜΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΤΙΣΤΟ, ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ  ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ(ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ). ΤΟ ΑΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ. ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: