Συνέχεια από Τρίτη 14. Ιουλίου 2026
ΠΛΩΤΙΝΟΣ-ΕΝΝΕΑΔΕΣ 2
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου
Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.
Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.
Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.
RUSCONI
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου
Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.
Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.
Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.
RUSCONI
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
του Giuseppe Faggin
«…μηδὲ κατ’ ἐπιστήμην ἡ σύνεσις ἐκείνου μηδὲ κατὰ νόησιν, ὥσπερ τὰ ἄλλα νοητά, ἀλλὰ κατὰ παρουσίαν ἐπιστήμης κρείττονα».
«…μηδὲ κατ’ ἐπιστήμην ἡ σύνεσις ἐκείνου μηδὲ κατὰ νόησιν, ὥσπερ τὰ ἄλλα νοητά, ἀλλὰ κατὰ παρουσίαν ἐπιστήμης κρείττονα».
«…η γνώση Εκείνου δεν αποκτάται ούτε μέσω της επιστήμης ούτε μέσω της νοήσεως, όπως συμβαίνει με τα άλλα νοητά αντικείμενα, αλλά μέσω μιας παρουσίας ανώτερης από την επιστήμη».
Ἐννεάδες, VI 9, 4, 1-3
Η παρουσία του Πλωτίνου και της σχολής του στη Ρώμη κατά τον 3ο αιώνα δεν αποτελεί μόνο μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη ζωτικότητα και τη συνέχεια της πλατωνικής σκέψεως, αλλά είναι προπάντων η έκφραση μιας μεγάλης πνευματικής ισορροπίας σε μια εποχή αποπροσανατολισμού και αγωνίας. Καμία αξίωση σχολαρχίας ή πρωτοτυπίας: ο Πλωτίνος δηλώνει ανοικτά ότι η θεωρητική του αναζήτηση επιθυμεί να παραμείνει απολύτως πιστή στη διδασκαλία του Πλάτωνος¹. Αποδέχεται τα δογματικά της θεμέλια με εκείνο το κριτικό πνεύμα και εκείνη τη συμπαθητική προσήλωση που χαρακτηρίζουν τους αυθεντικούς στοχαστές, οι οποίοι επιδιώκουν να συνεχίσουν μια μεγάλη παράδοση και οι οποίοι, έχοντας πίσω τους τη μεταγενέστερη ιστορία της σκέψεως, αισθάνονται την ανάγκη να ξαναστοχαστούν τη διδασκαλία του Διδασκάλου υπό το φως των νέων ερευνών.
Ο Πλωτίνος εμπλέκει έτσι όχι μόνο τα διάφορα πλατωνικά και πλατωνίζοντα ρεύματα —τον ερμητισμό, τη σκέψη του Φίλωνος του Αλεξανδρέως, τον μέσο πλατωνισμό, τον νεοπυθαγορισμό, τα Χαλδαϊκά Λόγια…— αλλά και τα διάφορα ρεύματα που σήμερα αποκαλούμε κλασικά: την αριστοτελική φιλοσοφία, τον στωικισμό στις ποικίλες σχολές του, τον επικουρισμό, τον σκεπτικισμό· συγχρόνως, λαμβάνει υπόψη τα πλατωνικά υπομνήματα του Κρονίου, του Σεβήρου, του Νουμηνίου, του Γαΐου και του Αττικού, καθώς και τα έργα των Περιπατητικών Ασπασίου, Αλεξάνδρου και Αδράστου². Το ενδιαφέρον του για την ανατολική σκέψη και για τη γνωστική γραμματεία³ δείχνει μέχρι πού θα ήθελε να επεκτείνει την έρευνά του.
Δεν πρέπει επίσης να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι ιστορικοί των ιδεών δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να διακρίνουν τον νεοπλατωνισμό από τον πλατωνισμό, αλλά μάλλον τείνουν να ανιχνεύουν τον νεοπλατωνισμό μέσα στον ίδιο τον πλατωνισμό. Τόσο μεγάλη είναι η στοργική φροντίδα του Πλωτίνου να λαμβάνει υπόψη, κατά την οικοδόμηση του δικού του συστήματος, ακόμη και τις λεπτότερες δογματικές αποχρώσεις του Διδασκάλου και των μεταγενέστερων επιγόνων του.
Υπάρχει όμως στον Πλωτίνο αρκετό υλικό ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αναμφισβήτητη πρωτοτυπία του: πρόκειται για τη θεωρία της «προόδου» —πρόοδος, ἀπόρροια, περίλαμψις—, η οποία στον Πλάτωνα εξαγγέλλεται, θα λέγαμε, μόλις ἐν αἰνίγματι, ενώ στον Πλωτίνο αντικαθιστά οριστικά και αναμφίβολα τη συντονιστική λειτουργία την οποία ο Πλάτων δεν είχε εκφράσει. Η θεωρία αυτή αποτελεί τον συνδετικό ιστό και τη μεσολάβηση που καθιστούν ολοένα περισσότερο κατανοητές τις σχέσεις μεταξύ των υποστάσεων και τον διαλεκτικό δυναμισμό τους, ανοίγοντας έτσι νέες και ευρύτερες προοπτικές μέσα στη συστηματική ενότητα της σκέψεώς του.
Από τους πλατωνικούς μύθους παραμένουν ακόμη ζωντανές και παρούσες στον Πλωτίνο μόνο ορισμένες υποβλητικές εικόνες και σύμβολα —το φως που εκπορεύεται από το φως, το κέντρο και οι ακτίνες, το δέντρο, η ανεξάντλητη πηγή…—· πρόκειται για ποιητικές αναλαμπές οι οποίες προσδίδουν κατά τόπους μια εντελώς ιδιαίτερη γοητεία στις παραδόσεις του, που δεν είναι πάντοτε γλωσσικά επεξεργασμένες.
Είναι βέβαιο ότι ο αληθινός συνεχιστής του Πλάτωνος, ο στοχαστής που τον συνεχίζει και τον ερμηνεύει με εξίσου βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, δεν είναι ούτε ο Ιάμβλιχος, ο οποίος παλεύει μέσα σε σκοτεινούς εσωτερισμούς, ούτε ο Πρόκλος, ο οποίος αρέσκεται να οντολογικοποιεί και να υποστασιοποιεί αφαιρέσεις και σχέσεις, αλλά ο Πλωτίνος. Οι Ἐννεάδες του, δίπλα στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη, έχουν το προνόμιο να αντιπροσωπεύουν την πολυτιμότερη κληρονομιά της αρχαίας σκέψεως.
Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Ἐννεάδες αποτελούν πιστό καθρέφτη της εποχής τους, η οποία ήταν τόσο βαθιά κλονισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Δεν γίνεται σε αυτές αισθητή η οσμή μιας κρίσεως, εκτός ίσως από την επιθυμία του Πλωτίνου, για την οποία μαρτυρεί ο Πορφύριος, να ιδρύσει στην Καμπανία την πόλη Πλατωνόπολη, η οποία θα πρόσφερε καταφύγιο και δυνατότητα φυγής σε φιλοσόφους αηδιασμένους από τις εγκόσμιες ταραχές.
Οι αναφορές σε πολιτικά ζητήματα είναι σπάνιες· ο πλωτινικός λόγος παραμένει σταθερά προσανατολισμένος προς τα προβλήματα της ηθικής και της μεταφυσικής, με την άγρυπνη μέριμνα να ελαχιστοποιεί τις αρνητικές όψεις της ζωής. Στο σύστημα του Πλωτίνου υπάρχει σαφής και ευρύς χώρος για το κακό, την αθλιότητα και τον πόνο, αυτά όμως εντάσσονται μέσα σε ένα οχύρωμα που επιδιώκει να προσφέρει εγγυήσεις, προσδοκίες και ελπίδες. Ο λόγος του δεν αποσκοπεί μόνο στο να διδάξει και να οικοδομήσει μπροστά στον νου μας ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, αλλά και να μας καθησυχάσει ως προς το ορθολογικό και σωτηριολογικό νόημα της πραγματικότητας μέσα στην οποία έχουμε ριχθεί.
Κατά την εποχή του Πλωτίνου, ο παγανισμός προχωρεί με μεγάλα βήματα προς μια θλιβερή παρακμή. Η παραδοσιακή θρησκεία έχει ήδη απολέσει την ταυτότητά της και ανοίγει τις πύλες στις ξένες θεότητες, δημιουργώντας έναν ολοένα πιο περίπλοκο συγκρητισμό, ο οποίος δείχνει πόσο αποπροσανατολισμένες είναι οι ψυχές στην αναζήτηση ενός ανώτερου σκοπού. Προπάντων όμως μετασχηματίζεται σε έναν πολυδαιμονισμό που αρέσκεται σε μαγικές και θεουργικές πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται αναρίθμητα πλήθη αγαθών και κακών δαιμόνων. Το θρησκευτικό κλίμα γίνεται δαιμονοπαθές και βαθιά ανορθολογικό.
Σε ανοικτή σύγκρουση με τον παγανισμό, η νέα χριστιανική πίστη αναζητεί μέσα στον χώρο της ελληνικής σοφίας τα πολιτισμικά στηρίγματα που χρειάζεται για την υπεράσπισή της απέναντι στις κατηγορίες των διανοουμένων ενός κόσμου που ψυχορραγεί· ταυτόχρονα εντείνει τον αγώνα της εναντίον του πολυθεϊσμού, ο οποίος στιγματίζεται ως λατρεία του Σατανά.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέτωπα, η σκέψη του Πλωτίνου επιδιώκει να αποτελέσει τη διεκδίκηση μιας ορθολογικής και πνευματικής φιλοσοφίας, η οποία μπορεί να επικαλεστεί μια ιστορία αιώνων και φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις της εποχής της, από τις μεταφυσικές και θρησκευτικές έως τις ηθικές και αισθητικές. Απορρίπτει αποφασιστικά την πολυθεϊστική παράδοση, της οποίας μετασχηματίζει τις θεότητες σε σύμβολα, και περιορίζει τους μύθους και τους θρύλους στην περιοχή του φανταστικού.
Η σιωπή που τηρεί ο Πλωτίνος απέναντι στον χριστιανισμό —στη σχολή του η αντιχριστιανική εχθρότητα εκπροσωπείται από τον Πορφύριο— μαρτυρεί αναμφίβολα την ανθρώπινη και ανεκτική ισορροπία του.
Αντιθέτως, τόσο στη διδασκαλία του όσο και στις συζητήσεις με τους μαθητές του, είναι ζωηρή η πολεμική εναντίον των Γνωστικών, στους οποίους προσάπτει τη μυθοποιητική διάρθρωση της σκέψεως, τον ανορθολογισμό της αντιλήψεως περί του κόσμου και την αυθαίρετη συμπεριφορά των ψυχών, δηλαδή τις όψεις που αντιτίθενται στη μεταφυσική του. Δεν είναι, πάντως, δυνατόν να γίνεται λόγος για συγγένειες της πλωτινικής σκέψεως με τη χριστιανική διδασκαλία, μολονότι οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα αργήσουν να αντλήσουν από τις Ἐννεάδες τα ουσιώδη μοτίβα της Υπερβατικότητας και της πνευματικής φύσεως της ψυχής, ακόμη και τα θεωρητικά θεμέλια του αιώνιου Λόγου.
Αυτές όμως οι αόριστες, αν και αναμφισβήτητες συγγένειες, χάνονται μέσα σε μια μεταφυσική η οποία αρνείται σε έναν Σωτήρα το έργο της σωτηρίας των ανθρώπινων ψυχών και αποδίδει στην ελεύθερη και έλλογη άνοδο του ανθρώπου —και όχι στην πίστη, στη χάρη και στην προσευχή— τη δυνατότητα να «επιστρέψει» στο Αγαθό· μια μεταφυσική η οποία αρνείται επίσης στα ιστορικά γεγονότα τη λειτουργία της σωτηρίας του κόσμου. Πρόκειται ακριβώς για όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία ο Αυγουστίνος, αφού δεχθεί τις πλωτινικές επιδράσεις, θα θέσει στη βάση της χριστοκεντρικής του αντιλήψεως.
Οι τρεις υποστάσεις —το Ένα, ο Νους ή Διάνοια και η Ψυχή— συγκροτούν την πλωτινική τριάδα και αντιπροσωπεύουν τα επίπεδα του Αγαθού, της Αλήθειας και της Ζωής ή, με άλλους όρους, τις πολλαπλές όψεις του πραγματικού: του Αρρήτου και του Υπερλόγου, του αιώνιου Είναι, των σπερματικών λόγων, της διανοητικής αναπτύξεως και της κινήσεως· των ηθικομυστικών αξιών και των πρακτικοβιολογικών φαινομένων. Η ιεραρχία τους συνεπάγεται διάκριση, αλλά η «πρόοδός» τους εγγυάται την τάξη και τον συντονισμό τους.
Η Ζωή, η οποία αποτελεί το κατώτερο οντολογικό επίπεδο, είναι οργανική λειτουργικότητα που εκτυλίσσεται, μέσα σε μια δυναμική μεταμορφώσεων, στον χρόνο και στον χώρο. Το γίγνεσθαί της συνεπάγεται ρυθμούς ανταλλαγών και εγγενών αντιθέσεων, οι οποίοι εγγυώνται την ισορροπία και τη συνοχή των ζωντανών μορφών. Η θέση όμως που κατέχει η ζωή μέσα στο πλωτινικό πλαίσιο διασαφηνίζει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και τα όριά της· και ακριβώς εδώ η σκέψη του Πλωτίνου προσφέρει πολύτιμες υποδείξεις.
Η ψυχή απορρέει από τον Νου, δηλαδή από τις ουσιώδεις Ιδέες που συγκροτούν τον νοητό κόσμο. Καθόσον απορρέει από αυτόν, είναι κατώτερή του, αλλά συγχρόνως αποτελεί την εικόνα και τη φανέρωσή του. Αν η κίνηση και η ζωή συγκροτούν την ουσία της ψυχής, η οργανική ενότητα των βιολογικών μορφών δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντανάκλαση της Ιδέας από την οποία προέρχεται η ζωή. Εφόσον η ζωή λειτουργεί σε αναφορά προς την ουσία από την οποία απορρέει και προς την οποία τείνει, εκδηλώνεται μέσα στις δομές της ως σκοπιμότητα.
Ο Νους και η Ψυχή αποτελούν διακριτά ψυχολογικά επίπεδα· γι’ αυτό η Αλήθεια και η Ζωή, η Ιδέα και η Μορφή, δεν μπορούν να ταυτιστούν. Και όμως, η Ιδέα φαινομενοποιείται, πολλαπλασιαζόμενη μέσα στις ζωντανές μορφές· και οι ζωντανές μορφές αποκαλύπτουν, μέσα στην τελεολογική σταθερότητα των δομών τους, την εξαγγελία μιας Ιδέας, ενός Νου, ο οποίος δεν εξαντλείται μέσα σε αυτές.
Στις βιολογικές επιστήμες δεν επιτρέπεται ούτε να εγκλωβίζονται μέσα στα όρια του φαινομένου της Ζωής, σαν αυτά να αποτελούσαν τα σύνορα ενός ανυπέρβλητου απολύτου, ούτε, πολύ περισσότερο, να συνάγουν, δυνάμει μιας υποθετικής εξελίξεως, την πραγματικότητα του πνευματικού από το χημικοβιολογικό σύμπλεγμα.
Το έργο τους είναι να διατρέξουν ολόκληρο το πλέγμα των κυττάρων και των ιστών, έως ότου ανακαλύψουν την αντανάκλαση της ενιαίας αρχής που στηρίζει την εσωτερική σκοπιμότητά τους· να μην περιορίζονται στο ανορθολογικό υπόστρωμα και στον σκοτεινό αγώνα που υποκρύπτονται στα βιολογικά γεγονότα, σαν να αποτελούσαν το έσχατο νόημα της ζωής, αλλά να μπορούν να διακρίνουν μέσα σε αυτά ένα conatus προς τον λόγο και τη νοητότητα· να θεωρούν το ασυνείδητο όχι ως γεννήτορα των αξιών μέσα στη συνείδηση, αλλά ως αποκάλυψη, αποδυναμωμένη στο χωροχρονικό επίπεδο, μιας άπειρης ορθολογικότητας.
Το επίπεδο της Διανοίας, το οποίο προαναγγέλλει η ψυχή, δεν ταυτίζεται, επομένως, με το επίπεδο της Ζωής· η Αλήθεια της Ζωής βρίσκεται πέρα από τη ζωή, βρίσκεται στον Νου, στην Ιδέα, την οποία οι ζωντανές και εφήμερες μορφές μπορούν μόνο να υποδηλώσουν. Αλλά και ο Νους, με τη σειρά του, παρουσιάζει την ίδια δυναμική συσχετίσεων.
Ο Νους, η Διάνοια, είναι ο νοητικός κόσμος των καθαρών ουσιών, αιώνιος και αμετάβλητος· είναι η αξία της ιδεατότητας, η οποία φέρει μέσα της τους λόγους της αυτονομίας της.
Αλλά και αυτή η αυτονομία, μολονότι φαίνεται αυθεντική στο λογικό επίπεδο, αμφισβητείται από τον Πλωτίνο με μια επίμονη στάση που προκαλεί έκπληξη. Και ο Νους εντάσσεται στην πορεία της προόδου, η οποία καθορίζει τις λειτουργίες, τις σημασίες και τα όριά του. Τοποθετημένος μεταξύ του Ενός και της Ζωής, ο κόσμος της νοητής Αλήθειας αποκαλύπτει έναν εσωτερικό δυναμισμό, ο οποίος, παρά τη φαινομενική ακινησία, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας αυτάρκους και συγχρόνως ανήσυχης και ανικανοποίητης από τον εαυτό της.
Ο Νους απορρέει από το Ένα, δηλαδή από το απόλυτο Αγαθό· ως τέτοιος, αποτελεί φανέρωση της ενότητας, είναι όμως κατώτερός της και «εξαρτάται» από αυτήν —ἐξήρτηται. Εφόσον «κανένα ρήγμα δεν παρεμβάλλεται μεταξύ των υποστατικών επιπέδων», η ορθολογικότητα του αληθούς δεν αντιπροσωπεύει ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με το Ένα, αλλά αποτελεί την άμεση εικόνα του Ενός· και όμως, το έσχατο νόημά της πρέπει να αναζητηθεί πέρα από αυτήν, σε ένα επίπεδο που την υπερβαίνει.
Θεωρούμενη ως κάτι άλλο από το Ένα, η Διάνοια είναι πρωτίστως ετερότητα Σκέψεως και Είναι: μια ετερότητα συστατική και αναπόβλητη, η οποία υπονομεύει εκ των έσω τη μακάρια αυτάρκεια της νοήσεως και τοποθετεί μονίμως το σκεπτόμενο υποκείμενο, ως τέτοιο, απέναντι σε μια δεδομένη αντικειμενικότητα. Και η αντικειμενικότητα αρθρώνεται, με τη σειρά της, σε μια πολλαπλότητα ιδεατών ουσιών, των οποίων η ενότητα, μολονότι προϋποτίθεται δυνάμει του Ενός από το οποίο απορρέει και στο οποίο μετέχει, παραμένει εντούτοις, για τη σκέψη μας, μια ενότητα πάντοτε εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διασποράς και στην ανάγκη μιας ενοποιητικής ανακτήσεως.
Αν η Αλήθεια, θεωρούμενη σε σχέση με τη Ζωή, εμφανίζεται ως το έλλογο νόημα της ζωής και ως ο τελεολογικός προσανατολισμός των βιολογικών γεγονότων, θεωρούμενη σε σχέση με το Ένα παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως μια άπειρη και ακίνητη, εσωτερικά αρθρωμένη ενότητα, η οποία ακινητοποιεί τη σκέψη μέσα σε μια απαθή και ανικανοποίητη θεωρία. Η ενότητά της δεν είναι αυθεντική· οι μέθοδοι που απαιτεί μας δεσμεύουν σε επαγωγικές και αποδεικτικές ενέργειες, οι οποίες ωθούν τη σκέψη σε μια αδιάκοπη υπέρβαση του εαυτού της.
Εκείνο που μας προσφέρουν οι επιστήμες, τα μαθηματικά και η διαλεκτική ως αλήθεια και ουσιώδες περιεχόμενο είτε παρουσιάζεται ως ένα σύνολο πρακτικών εργαλείων, κατάλληλων για την κατάκτηση και την αποϊεροποίηση των πραγμάτων —και, επομένως, για την απώλεια της συνειδήσεως της αλήθειάς τους— είτε διαγράφεται ενώπιον του νου μας ως μια ψυχρά καθολική αλήθεια, η οποία δεν κατευνάζει τον ἔρωτα της ψυχής. Η θεωρητικότητα, όσο και αν επιβάλλεται ως έλλογο και ακίνητο νόημα του ορατού και του συγκεκριμένου και ικανοποιεί, μέσα σε αυτή τη λειτουργία της, μια πρωταρχική και αναπόδραστη απαίτηση, αποκαλύπτει τελικά την αξία της ως «στιγμής» και, επομένως, σε τελευταία ανάλυση, την προσωρινότητά της.
Υπάρχει, επιπλέον, μέσα στον νοητό κόσμο μια διάσταση αδήριτης λογικής αναγκαιότητας, η οποία παραλύει την ορμή της ψυχής. Η μετάβαση από το επίπεδο της Ζωής στο επίπεδο της Αλήθειας, μολονότι κατορθώνει να μας αποδεσμεύσει από τη χωροχρονική ενδεχομενικότητα και από τον τρόμο του αναπόφευκτου θανάτου, μας φέρνει εντούτοις αντιμέτωπους με την υπόσχεση μιας ενότητας και μιας εσωτερικής ελευθερίας που δεν εκπληρώνεται. Έτσι, στο τέλος, η σκέψη, ακριβώς μέσα στην πληρότητα της δραστηριότητάς της, φθάνει να κατανοήσει ότι δεν αποτελεί την υψηλότερη αξία. Η σκέψη αισθάνεται την απαίτηση ενός «επέκεινα», το οποίο να την υπερβαίνει και συγχρόνως να την επανεντάσσει σε μια απόλυτη εσωτερική ελευθερία.
Αν το επίπεδο της Ζωής είναι σχετικό προς το επίπεδο της Αλήθειας και παραπέμπει αναγκαστικά σε αυτό, και αν το επίπεδο της Αλήθειας είναι σχετικό προς το Ένα και ανοίγεται προς αυτό μέσω της εσωτερικής του διαλεκτικότητας, το Ένα δεν έχει πέρα και υπεράνω του κάποιον όρο τον οποίο οφείλει να προαναγγείλει. Το Ένα δεν σχετίζεται με τίποτε άλλο και φανερώνει μόνο τον εαυτό του.
Με τη λέξη «Ένα» ο Πλωτίνος επιδιώκει να δηλώσει τόσο το ευρύ φάσμα των μυστικών αξιών όσο και την περιοχή του αρρήτου: το πρώτο προϋποθέτει ένα πνευματικό Erlebnis, ένα βίωμα· η δεύτερη απαιτεί από τη σκέψη τη δικαιολόγηση της αρρητότητάς της.
Συνεχίζεται
Ἐννεάδες, VI 9, 4, 1-3
Η παρουσία του Πλωτίνου και της σχολής του στη Ρώμη κατά τον 3ο αιώνα δεν αποτελεί μόνο μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη ζωτικότητα και τη συνέχεια της πλατωνικής σκέψεως, αλλά είναι προπάντων η έκφραση μιας μεγάλης πνευματικής ισορροπίας σε μια εποχή αποπροσανατολισμού και αγωνίας. Καμία αξίωση σχολαρχίας ή πρωτοτυπίας: ο Πλωτίνος δηλώνει ανοικτά ότι η θεωρητική του αναζήτηση επιθυμεί να παραμείνει απολύτως πιστή στη διδασκαλία του Πλάτωνος¹. Αποδέχεται τα δογματικά της θεμέλια με εκείνο το κριτικό πνεύμα και εκείνη τη συμπαθητική προσήλωση που χαρακτηρίζουν τους αυθεντικούς στοχαστές, οι οποίοι επιδιώκουν να συνεχίσουν μια μεγάλη παράδοση και οι οποίοι, έχοντας πίσω τους τη μεταγενέστερη ιστορία της σκέψεως, αισθάνονται την ανάγκη να ξαναστοχαστούν τη διδασκαλία του Διδασκάλου υπό το φως των νέων ερευνών.
Ο Πλωτίνος εμπλέκει έτσι όχι μόνο τα διάφορα πλατωνικά και πλατωνίζοντα ρεύματα —τον ερμητισμό, τη σκέψη του Φίλωνος του Αλεξανδρέως, τον μέσο πλατωνισμό, τον νεοπυθαγορισμό, τα Χαλδαϊκά Λόγια…— αλλά και τα διάφορα ρεύματα που σήμερα αποκαλούμε κλασικά: την αριστοτελική φιλοσοφία, τον στωικισμό στις ποικίλες σχολές του, τον επικουρισμό, τον σκεπτικισμό· συγχρόνως, λαμβάνει υπόψη τα πλατωνικά υπομνήματα του Κρονίου, του Σεβήρου, του Νουμηνίου, του Γαΐου και του Αττικού, καθώς και τα έργα των Περιπατητικών Ασπασίου, Αλεξάνδρου και Αδράστου². Το ενδιαφέρον του για την ανατολική σκέψη και για τη γνωστική γραμματεία³ δείχνει μέχρι πού θα ήθελε να επεκτείνει την έρευνά του.
Δεν πρέπει επίσης να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένοι ιστορικοί των ιδεών δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να διακρίνουν τον νεοπλατωνισμό από τον πλατωνισμό, αλλά μάλλον τείνουν να ανιχνεύουν τον νεοπλατωνισμό μέσα στον ίδιο τον πλατωνισμό. Τόσο μεγάλη είναι η στοργική φροντίδα του Πλωτίνου να λαμβάνει υπόψη, κατά την οικοδόμηση του δικού του συστήματος, ακόμη και τις λεπτότερες δογματικές αποχρώσεις του Διδασκάλου και των μεταγενέστερων επιγόνων του.
Υπάρχει όμως στον Πλωτίνο αρκετό υλικό ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για την αναμφισβήτητη πρωτοτυπία του: πρόκειται για τη θεωρία της «προόδου» —πρόοδος, ἀπόρροια, περίλαμψις—, η οποία στον Πλάτωνα εξαγγέλλεται, θα λέγαμε, μόλις ἐν αἰνίγματι, ενώ στον Πλωτίνο αντικαθιστά οριστικά και αναμφίβολα τη συντονιστική λειτουργία την οποία ο Πλάτων δεν είχε εκφράσει. Η θεωρία αυτή αποτελεί τον συνδετικό ιστό και τη μεσολάβηση που καθιστούν ολοένα περισσότερο κατανοητές τις σχέσεις μεταξύ των υποστάσεων και τον διαλεκτικό δυναμισμό τους, ανοίγοντας έτσι νέες και ευρύτερες προοπτικές μέσα στη συστηματική ενότητα της σκέψεώς του.
Από τους πλατωνικούς μύθους παραμένουν ακόμη ζωντανές και παρούσες στον Πλωτίνο μόνο ορισμένες υποβλητικές εικόνες και σύμβολα —το φως που εκπορεύεται από το φως, το κέντρο και οι ακτίνες, το δέντρο, η ανεξάντλητη πηγή…—· πρόκειται για ποιητικές αναλαμπές οι οποίες προσδίδουν κατά τόπους μια εντελώς ιδιαίτερη γοητεία στις παραδόσεις του, που δεν είναι πάντοτε γλωσσικά επεξεργασμένες.
Είναι βέβαιο ότι ο αληθινός συνεχιστής του Πλάτωνος, ο στοχαστής που τον συνεχίζει και τον ερμηνεύει με εξίσου βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, δεν είναι ούτε ο Ιάμβλιχος, ο οποίος παλεύει μέσα σε σκοτεινούς εσωτερισμούς, ούτε ο Πρόκλος, ο οποίος αρέσκεται να οντολογικοποιεί και να υποστασιοποιεί αφαιρέσεις και σχέσεις, αλλά ο Πλωτίνος. Οι Ἐννεάδες του, δίπλα στα Μεταφυσικά του Αριστοτέλη, έχουν το προνόμιο να αντιπροσωπεύουν την πολυτιμότερη κληρονομιά της αρχαίας σκέψεως.
Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Ἐννεάδες αποτελούν πιστό καθρέφτη της εποχής τους, η οποία ήταν τόσο βαθιά κλονισμένη πολιτικά και κοινωνικά. Δεν γίνεται σε αυτές αισθητή η οσμή μιας κρίσεως, εκτός ίσως από την επιθυμία του Πλωτίνου, για την οποία μαρτυρεί ο Πορφύριος, να ιδρύσει στην Καμπανία την πόλη Πλατωνόπολη, η οποία θα πρόσφερε καταφύγιο και δυνατότητα φυγής σε φιλοσόφους αηδιασμένους από τις εγκόσμιες ταραχές.
Οι αναφορές σε πολιτικά ζητήματα είναι σπάνιες· ο πλωτινικός λόγος παραμένει σταθερά προσανατολισμένος προς τα προβλήματα της ηθικής και της μεταφυσικής, με την άγρυπνη μέριμνα να ελαχιστοποιεί τις αρνητικές όψεις της ζωής. Στο σύστημα του Πλωτίνου υπάρχει σαφής και ευρύς χώρος για το κακό, την αθλιότητα και τον πόνο, αυτά όμως εντάσσονται μέσα σε ένα οχύρωμα που επιδιώκει να προσφέρει εγγυήσεις, προσδοκίες και ελπίδες. Ο λόγος του δεν αποσκοπεί μόνο στο να διδάξει και να οικοδομήσει μπροστά στον νου μας ένα μεγαλοπρεπές οικοδόμημα, αλλά και να μας καθησυχάσει ως προς το ορθολογικό και σωτηριολογικό νόημα της πραγματικότητας μέσα στην οποία έχουμε ριχθεί.
Κατά την εποχή του Πλωτίνου, ο παγανισμός προχωρεί με μεγάλα βήματα προς μια θλιβερή παρακμή. Η παραδοσιακή θρησκεία έχει ήδη απολέσει την ταυτότητά της και ανοίγει τις πύλες στις ξένες θεότητες, δημιουργώντας έναν ολοένα πιο περίπλοκο συγκρητισμό, ο οποίος δείχνει πόσο αποπροσανατολισμένες είναι οι ψυχές στην αναζήτηση ενός ανώτερου σκοπού. Προπάντων όμως μετασχηματίζεται σε έναν πολυδαιμονισμό που αρέσκεται σε μαγικές και θεουργικές πρακτικές, στις οποίες εμπλέκονται αναρίθμητα πλήθη αγαθών και κακών δαιμόνων. Το θρησκευτικό κλίμα γίνεται δαιμονοπαθές και βαθιά ανορθολογικό.
Σε ανοικτή σύγκρουση με τον παγανισμό, η νέα χριστιανική πίστη αναζητεί μέσα στον χώρο της ελληνικής σοφίας τα πολιτισμικά στηρίγματα που χρειάζεται για την υπεράσπισή της απέναντι στις κατηγορίες των διανοουμένων ενός κόσμου που ψυχορραγεί· ταυτόχρονα εντείνει τον αγώνα της εναντίον του πολυθεϊσμού, ο οποίος στιγματίζεται ως λατρεία του Σατανά.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μέτωπα, η σκέψη του Πλωτίνου επιδιώκει να αποτελέσει τη διεκδίκηση μιας ορθολογικής και πνευματικής φιλοσοφίας, η οποία μπορεί να επικαλεστεί μια ιστορία αιώνων και φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις της εποχής της, από τις μεταφυσικές και θρησκευτικές έως τις ηθικές και αισθητικές. Απορρίπτει αποφασιστικά την πολυθεϊστική παράδοση, της οποίας μετασχηματίζει τις θεότητες σε σύμβολα, και περιορίζει τους μύθους και τους θρύλους στην περιοχή του φανταστικού.
Η σιωπή που τηρεί ο Πλωτίνος απέναντι στον χριστιανισμό —στη σχολή του η αντιχριστιανική εχθρότητα εκπροσωπείται από τον Πορφύριο— μαρτυρεί αναμφίβολα την ανθρώπινη και ανεκτική ισορροπία του.
Αντιθέτως, τόσο στη διδασκαλία του όσο και στις συζητήσεις με τους μαθητές του, είναι ζωηρή η πολεμική εναντίον των Γνωστικών, στους οποίους προσάπτει τη μυθοποιητική διάρθρωση της σκέψεως, τον ανορθολογισμό της αντιλήψεως περί του κόσμου και την αυθαίρετη συμπεριφορά των ψυχών, δηλαδή τις όψεις που αντιτίθενται στη μεταφυσική του. Δεν είναι, πάντως, δυνατόν να γίνεται λόγος για συγγένειες της πλωτινικής σκέψεως με τη χριστιανική διδασκαλία, μολονότι οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα αργήσουν να αντλήσουν από τις Ἐννεάδες τα ουσιώδη μοτίβα της Υπερβατικότητας και της πνευματικής φύσεως της ψυχής, ακόμη και τα θεωρητικά θεμέλια του αιώνιου Λόγου.
Αυτές όμως οι αόριστες, αν και αναμφισβήτητες συγγένειες, χάνονται μέσα σε μια μεταφυσική η οποία αρνείται σε έναν Σωτήρα το έργο της σωτηρίας των ανθρώπινων ψυχών και αποδίδει στην ελεύθερη και έλλογη άνοδο του ανθρώπου —και όχι στην πίστη, στη χάρη και στην προσευχή— τη δυνατότητα να «επιστρέψει» στο Αγαθό· μια μεταφυσική η οποία αρνείται επίσης στα ιστορικά γεγονότα τη λειτουργία της σωτηρίας του κόσμου. Πρόκειται ακριβώς για όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία ο Αυγουστίνος, αφού δεχθεί τις πλωτινικές επιδράσεις, θα θέσει στη βάση της χριστοκεντρικής του αντιλήψεως.
Οι τρεις υποστάσεις —το Ένα, ο Νους ή Διάνοια και η Ψυχή— συγκροτούν την πλωτινική τριάδα και αντιπροσωπεύουν τα επίπεδα του Αγαθού, της Αλήθειας και της Ζωής ή, με άλλους όρους, τις πολλαπλές όψεις του πραγματικού: του Αρρήτου και του Υπερλόγου, του αιώνιου Είναι, των σπερματικών λόγων, της διανοητικής αναπτύξεως και της κινήσεως· των ηθικομυστικών αξιών και των πρακτικοβιολογικών φαινομένων. Η ιεραρχία τους συνεπάγεται διάκριση, αλλά η «πρόοδός» τους εγγυάται την τάξη και τον συντονισμό τους.
Η Ζωή, η οποία αποτελεί το κατώτερο οντολογικό επίπεδο, είναι οργανική λειτουργικότητα που εκτυλίσσεται, μέσα σε μια δυναμική μεταμορφώσεων, στον χρόνο και στον χώρο. Το γίγνεσθαί της συνεπάγεται ρυθμούς ανταλλαγών και εγγενών αντιθέσεων, οι οποίοι εγγυώνται την ισορροπία και τη συνοχή των ζωντανών μορφών. Η θέση όμως που κατέχει η ζωή μέσα στο πλωτινικό πλαίσιο διασαφηνίζει ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις και τα όριά της· και ακριβώς εδώ η σκέψη του Πλωτίνου προσφέρει πολύτιμες υποδείξεις.
Η ψυχή απορρέει από τον Νου, δηλαδή από τις ουσιώδεις Ιδέες που συγκροτούν τον νοητό κόσμο. Καθόσον απορρέει από αυτόν, είναι κατώτερή του, αλλά συγχρόνως αποτελεί την εικόνα και τη φανέρωσή του. Αν η κίνηση και η ζωή συγκροτούν την ουσία της ψυχής, η οργανική ενότητα των βιολογικών μορφών δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντανάκλαση της Ιδέας από την οποία προέρχεται η ζωή. Εφόσον η ζωή λειτουργεί σε αναφορά προς την ουσία από την οποία απορρέει και προς την οποία τείνει, εκδηλώνεται μέσα στις δομές της ως σκοπιμότητα.
Ο Νους και η Ψυχή αποτελούν διακριτά ψυχολογικά επίπεδα· γι’ αυτό η Αλήθεια και η Ζωή, η Ιδέα και η Μορφή, δεν μπορούν να ταυτιστούν. Και όμως, η Ιδέα φαινομενοποιείται, πολλαπλασιαζόμενη μέσα στις ζωντανές μορφές· και οι ζωντανές μορφές αποκαλύπτουν, μέσα στην τελεολογική σταθερότητα των δομών τους, την εξαγγελία μιας Ιδέας, ενός Νου, ο οποίος δεν εξαντλείται μέσα σε αυτές.
Στις βιολογικές επιστήμες δεν επιτρέπεται ούτε να εγκλωβίζονται μέσα στα όρια του φαινομένου της Ζωής, σαν αυτά να αποτελούσαν τα σύνορα ενός ανυπέρβλητου απολύτου, ούτε, πολύ περισσότερο, να συνάγουν, δυνάμει μιας υποθετικής εξελίξεως, την πραγματικότητα του πνευματικού από το χημικοβιολογικό σύμπλεγμα.
Το έργο τους είναι να διατρέξουν ολόκληρο το πλέγμα των κυττάρων και των ιστών, έως ότου ανακαλύψουν την αντανάκλαση της ενιαίας αρχής που στηρίζει την εσωτερική σκοπιμότητά τους· να μην περιορίζονται στο ανορθολογικό υπόστρωμα και στον σκοτεινό αγώνα που υποκρύπτονται στα βιολογικά γεγονότα, σαν να αποτελούσαν το έσχατο νόημα της ζωής, αλλά να μπορούν να διακρίνουν μέσα σε αυτά ένα conatus προς τον λόγο και τη νοητότητα· να θεωρούν το ασυνείδητο όχι ως γεννήτορα των αξιών μέσα στη συνείδηση, αλλά ως αποκάλυψη, αποδυναμωμένη στο χωροχρονικό επίπεδο, μιας άπειρης ορθολογικότητας.
Το επίπεδο της Διανοίας, το οποίο προαναγγέλλει η ψυχή, δεν ταυτίζεται, επομένως, με το επίπεδο της Ζωής· η Αλήθεια της Ζωής βρίσκεται πέρα από τη ζωή, βρίσκεται στον Νου, στην Ιδέα, την οποία οι ζωντανές και εφήμερες μορφές μπορούν μόνο να υποδηλώσουν. Αλλά και ο Νους, με τη σειρά του, παρουσιάζει την ίδια δυναμική συσχετίσεων.
Ο Νους, η Διάνοια, είναι ο νοητικός κόσμος των καθαρών ουσιών, αιώνιος και αμετάβλητος· είναι η αξία της ιδεατότητας, η οποία φέρει μέσα της τους λόγους της αυτονομίας της.
Αλλά και αυτή η αυτονομία, μολονότι φαίνεται αυθεντική στο λογικό επίπεδο, αμφισβητείται από τον Πλωτίνο με μια επίμονη στάση που προκαλεί έκπληξη. Και ο Νους εντάσσεται στην πορεία της προόδου, η οποία καθορίζει τις λειτουργίες, τις σημασίες και τα όριά του. Τοποθετημένος μεταξύ του Ενός και της Ζωής, ο κόσμος της νοητής Αλήθειας αποκαλύπτει έναν εσωτερικό δυναμισμό, ο οποίος, παρά τη φαινομενική ακινησία, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας αυτάρκους και συγχρόνως ανήσυχης και ανικανοποίητης από τον εαυτό της.
Ο Νους απορρέει από το Ένα, δηλαδή από το απόλυτο Αγαθό· ως τέτοιος, αποτελεί φανέρωση της ενότητας, είναι όμως κατώτερός της και «εξαρτάται» από αυτήν —ἐξήρτηται. Εφόσον «κανένα ρήγμα δεν παρεμβάλλεται μεταξύ των υποστατικών επιπέδων», η ορθολογικότητα του αληθούς δεν αντιπροσωπεύει ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με το Ένα, αλλά αποτελεί την άμεση εικόνα του Ενός· και όμως, το έσχατο νόημά της πρέπει να αναζητηθεί πέρα από αυτήν, σε ένα επίπεδο που την υπερβαίνει.
Θεωρούμενη ως κάτι άλλο από το Ένα, η Διάνοια είναι πρωτίστως ετερότητα Σκέψεως και Είναι: μια ετερότητα συστατική και αναπόβλητη, η οποία υπονομεύει εκ των έσω τη μακάρια αυτάρκεια της νοήσεως και τοποθετεί μονίμως το σκεπτόμενο υποκείμενο, ως τέτοιο, απέναντι σε μια δεδομένη αντικειμενικότητα. Και η αντικειμενικότητα αρθρώνεται, με τη σειρά της, σε μια πολλαπλότητα ιδεατών ουσιών, των οποίων η ενότητα, μολονότι προϋποτίθεται δυνάμει του Ενός από το οποίο απορρέει και στο οποίο μετέχει, παραμένει εντούτοις, για τη σκέψη μας, μια ενότητα πάντοτε εκτεθειμένη στον κίνδυνο της διασποράς και στην ανάγκη μιας ενοποιητικής ανακτήσεως.
Αν η Αλήθεια, θεωρούμενη σε σχέση με τη Ζωή, εμφανίζεται ως το έλλογο νόημα της ζωής και ως ο τελεολογικός προσανατολισμός των βιολογικών γεγονότων, θεωρούμενη σε σχέση με το Ένα παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως μια άπειρη και ακίνητη, εσωτερικά αρθρωμένη ενότητα, η οποία ακινητοποιεί τη σκέψη μέσα σε μια απαθή και ανικανοποίητη θεωρία. Η ενότητά της δεν είναι αυθεντική· οι μέθοδοι που απαιτεί μας δεσμεύουν σε επαγωγικές και αποδεικτικές ενέργειες, οι οποίες ωθούν τη σκέψη σε μια αδιάκοπη υπέρβαση του εαυτού της.
Εκείνο που μας προσφέρουν οι επιστήμες, τα μαθηματικά και η διαλεκτική ως αλήθεια και ουσιώδες περιεχόμενο είτε παρουσιάζεται ως ένα σύνολο πρακτικών εργαλείων, κατάλληλων για την κατάκτηση και την αποϊεροποίηση των πραγμάτων —και, επομένως, για την απώλεια της συνειδήσεως της αλήθειάς τους— είτε διαγράφεται ενώπιον του νου μας ως μια ψυχρά καθολική αλήθεια, η οποία δεν κατευνάζει τον ἔρωτα της ψυχής. Η θεωρητικότητα, όσο και αν επιβάλλεται ως έλλογο και ακίνητο νόημα του ορατού και του συγκεκριμένου και ικανοποιεί, μέσα σε αυτή τη λειτουργία της, μια πρωταρχική και αναπόδραστη απαίτηση, αποκαλύπτει τελικά την αξία της ως «στιγμής» και, επομένως, σε τελευταία ανάλυση, την προσωρινότητά της.
Υπάρχει, επιπλέον, μέσα στον νοητό κόσμο μια διάσταση αδήριτης λογικής αναγκαιότητας, η οποία παραλύει την ορμή της ψυχής. Η μετάβαση από το επίπεδο της Ζωής στο επίπεδο της Αλήθειας, μολονότι κατορθώνει να μας αποδεσμεύσει από τη χωροχρονική ενδεχομενικότητα και από τον τρόμο του αναπόφευκτου θανάτου, μας φέρνει εντούτοις αντιμέτωπους με την υπόσχεση μιας ενότητας και μιας εσωτερικής ελευθερίας που δεν εκπληρώνεται. Έτσι, στο τέλος, η σκέψη, ακριβώς μέσα στην πληρότητα της δραστηριότητάς της, φθάνει να κατανοήσει ότι δεν αποτελεί την υψηλότερη αξία. Η σκέψη αισθάνεται την απαίτηση ενός «επέκεινα», το οποίο να την υπερβαίνει και συγχρόνως να την επανεντάσσει σε μια απόλυτη εσωτερική ελευθερία.
Αν το επίπεδο της Ζωής είναι σχετικό προς το επίπεδο της Αλήθειας και παραπέμπει αναγκαστικά σε αυτό, και αν το επίπεδο της Αλήθειας είναι σχετικό προς το Ένα και ανοίγεται προς αυτό μέσω της εσωτερικής του διαλεκτικότητας, το Ένα δεν έχει πέρα και υπεράνω του κάποιον όρο τον οποίο οφείλει να προαναγγείλει. Το Ένα δεν σχετίζεται με τίποτε άλλο και φανερώνει μόνο τον εαυτό του.
Με τη λέξη «Ένα» ο Πλωτίνος επιδιώκει να δηλώσει τόσο το ευρύ φάσμα των μυστικών αξιών όσο και την περιοχή του αρρήτου: το πρώτο προϋποθέτει ένα πνευματικό Erlebnis, ένα βίωμα· η δεύτερη απαιτεί από τη σκέψη τη δικαιολόγηση της αρρητότητάς της.
Συνεχίζεται
Ο ΚΟΣΜΟΣ, ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. Ο ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ. Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΨΥΧΗ, Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΤΟ ΕΝΑ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΥΛΗ, ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΦΥΣΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ. ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΙΣΘΗΤΟ ΤΟ ΝΟΗΤΟ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ. ΕΝΑ ΑΛΥΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΟΝΟ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΛΥΝΕΤΑΙ. ΜΟΝΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου