ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Βίος του Πλωτίνου
Μετάφραση με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, εισαγωγή, σημειώσεις και βιβλιογραφία του Giuseppe Faggin.
Παρουσίαση και πλωτινική εικονογραφία του Giovanni Reale.
Τελική αναθεώρηση των κειμένων, παραρτήματα και ευρετήρια του Roberto Radice.
Το έργο αυτό επιμελήθηκε το Κέντρο Μεταφυσικών Ερευνών του Καθολικού Πανεπιστημίου της Ιεράς Καρδίας του Μιλάνου.
RUSCONI
ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ του Giovanni Reale VII
ΕΙΣΑΓΩΓΗ XVII
Σημείωμα. Χρονολογικά στοιχεία σχετικά με τη ζωή και το έργο του Πλωτίνου XXXV
Εκδοτικό σημείωμα XXXVI
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΥ 1
ΠΛΩΤΙΝΟΣ: ΕΝΝΕΑΔΕΣ 51
Εννεάδα I 53
Εννεάδα II 179
Εννεάδα III 331
Εννεάδα IV 543
Εννεάδα V 789
Εννεάδα VI 953
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1377
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ του Roberto Radice 1415
ΠΛΩΤΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ, με επιμέλεια του Giovanni Reale:
εκτός κειμένου, σε χαρτί ιλουστρασιόν.
«... ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἀφεῖναι δεῖ καὶ μὴ βλέπειν, ἀλλ᾽ οἷον μύσαντα ὄψιν ἄλλην ἀλλάξασθαι καὶ ἀνεγεῖραι, ἣν ἔχει μὲν πᾶς, χρῶνται δὲ ὀλίγοι.»
«... είναι αναγκαίο να αποσπασθεί κανείς από όλα αυτά και να μη βλέπει πλέον· αλλά, σαν να έκλεινε τα μάτια, να αλλάξει την όρασή του με μια άλλη και να ξυπνήσει εκείνη τη δύναμη την οποία όλοι μεν κατέχουν, λίγοι όμως χρησιμοποιούν.»
Εννεάδες, I 6, 8, 24-25
«Φεύγωμεν δὴ φίλην ἐς πατρίδα... Πατρὶς δὴ ἡμῖν, ὅθεν παρήλθομεν, καὶ πατήρ ἐκεῖ.»
«Ας φύγουμε λοιπόν προς την αγαπημένη πατρίδα... Πατρίδα μας είναι εκεί απ’ όπου ήλθαμε, και εκεί βρίσκεται ο Πατέρας μας.»
Εννεάδες, I 6, 8, 16 κ.ε.
Ο Giuseppe Faggin γεννήθηκε στην Isola Vicentina το 1906. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή με καθηγητή τον Erminio Troilo το 1930, στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου από το 1951 υπήρξε υφηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας. Διατήρησε όμως πάντοτε τη δραστηριότητα του καθηγητή φιλοσοφίας στα Λύκεια, παράλληλα με τις επιστημονικές του έρευνες και τις συνεργασίες του με το Πανεπιστήμιο, όπως στο παρελθόν συνέβαινε συχνά. Δίδαξε από το 1930 στο Λύκειο του Bassano del Grappa, από το 1933 στο Λύκειο M. Pagano της Campobasso —κατείχε την έδρα που είχε κατέχει ούτε λίγο ούτε πολύ ο Giovanni Gentile— και από το 1935 έως το 1974 στο Κλασικό Λύκειο A. Pigafetta της Vicenza. Είναι μέλος διαφόρων Ακαδημιών και έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις, εθνικές και διεθνείς.
Η δραστηριότητά του ως μελετητή, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να λεχθεί ότι έχει στο κέντρο της ακριβώς τον Πλωτίνο και τον Νεοπλατωνισμό, και εκτείνεται όχι μόνο σε διάφορα πεδία της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά και στην ιστορία της μυστικής, του αποκρυφισμού, της τέχνης και ακόμη και στην ποίηση.
Θέλουμε εδώ να στρέψουμε την προσοχή των αναγνωστών στα σημαντικότερα βιβλία του, τα οποία σκιαγραφούν πολύ καλά, ήδη και μόνο με τον ίδιο τον τίτλο τους, την εικόνα του μελετητή σε όλο το εύρος, την ποικιλία και τον πλούτο των πνευματικών του ενδιαφερόντων και του πολιτισμικού του υποβάθρου.
Ας αρχίσουμε από το ποιητικό του έργο, το οποίο ήταν και το πρώτο που εξέδωσε. Τιτλοφορείται I canti del mistero και δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Carabba —Lanciano, 1934. Σε αυτό το πεδίο εντάσσεται, κατά κάποιον τρόπο, και η μετάφραση του Hölderlin, La morte di Empedocle —Carabba, Lanciano, 1936—, η οποία αποδίδει καλά την ποιητική πνοή του πρωτοτύπου.
Όσον αφορά την ιστορία της τέχνης, ο Faggin ασχολήθηκε κυρίως με τρεις δημιουργούς στα ακόλουθα τρία βιβλία: Van Gogh —Cedam, Πάδοβα, 1945—, Bruegel —Mondadori, Μιλάνο, 1955—, Van Eyck —Mondadori, Μιλάνο, 1961.
Σε σχέση με την ιστορία του αποκρυφισμού, ο Faggin έγραψε τον εκτενή τόμο με τίτλο Le streghe —Longanesi, Μιλάνο, 1959· 1975—, ο οποίος μεταφράστηκε και στα ισπανικά —1963—, και, επιπλέον, το Diabolicità del rospo —Neri Pozza, Vicenza, 1973. Επιμελήθηκε επίσης την πλούσια ανθολογία, με κατάλληλο σχολιασμό: Gli occultisti dell’età rinascimentale —περιλαμβάνεται στη Grande Antologia Filosofica, τ. VI, Marzorati, Μιλάνο, 1964, σ. 339-512.
Στο πεδίο της ιστορίας της μυστικής επιβλήθηκε με τον τόμο Meister Eckhart e la mistica tedesca protestante —Bocca, Μιλάνο, 1946—, ο οποίος μεταφράστηκε επίσης στην ισπανική γλώσσα —1953.
Σημαντική διάδοση γνώρισαν, επιπλέον, οι μεταφράσεις του στα ιταλικά ορισμένων κειμένων αυτού του συγγραφέα, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα: M. Eckhart, La nascita eterna —Sansoni, Φλωρεντία, 1953· του ιδίου, Il natale dell’anima —La Locusta, Vicenza, 1976· του ιδίου, Trattati e prediche —Rusconi, Μιλάνο, 1982. Πρόσφατα επιμελήθηκε επίσης τη μετάφραση του Angelus Silesius, Il pellegrino cherubico —La Locusta, Vicenza, 1981, 1990. Συνδεδεμένη με τη μυστική πνευματικότητα μπορεί να θεωρηθεί και η μετάφρασή του των Ορφικών Ύμνων —Fussi-Sansoni, 1949· νέα αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση, Asram Vidya, Ρώμη, 1986· η τελευταία πλήρης και πολύ καλά παρουσιασμένη έκδοση, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, από τον ίδιο αυτό εκδότη, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1992.
Σε σύνδεση με αυτού του είδους τις θεματικές μπορεί να τοποθετηθεί και η πλούσια ανθολογική επιλογή, με κατάλληλα σχόλια, που δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο Lo spiritualismo nella seconda metà dell’Ottocento —στη Grande Antologia Filosofica, τ. XXVI, Marzorati, Μιλάνο, 1976, σ. 339-445.
Όσον αφορά την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης, ασχολήθηκε, εκτός από τον Πλατωνισμό, για τον οποίο θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω, και με νεότερους συγγραφείς, και ιδίως με τον Schopenhauer, με έναν τόμο αξιοσημείωτης πρωτοτυπίας: Schopenhauer, il mistico senza Dio —La Nuova Italia, Φλωρεντία, 1951—, του οποίου προηγήθηκαν και ακολούθησαν μεταφράσεις σελίδων του Schopenhauer: L’oggetto dell’arte —La Scaligera, Βερόνα, 1941—, Il significato dell’esistenza —Radar, Πάδοβα, 1968— και ιδίως της σημαντικής Etica —Boringhieri, Τορίνο, 1961.
Δημοσίευσε επίσης φιλοσοφικά έργα θεωρητικού χαρακτήρα: Idealismo classico e civiltà moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1976· Spiritualità medievale e moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1978· Perché filosofare? —Rumor, Vicenza, 1982· Alla ricerca dell’umano —Accademia Olimpica, Vicenza, 1982.
Έγραψε κατόπιν περίπου σαράντα δοκίμια σε περιοδικά, κριτικές, άρθρα σε εφημερίδες, καθώς και περίπου τριακόσια λήμματα για εγκυκλοπαίδειες και λεξικά· επιπλέον, ανθολογίες διαφόρων συγγραφέων και διδακτικά έργα, μεταξύ των οποίων πρέπει να μνημονευθεί η Storia della Filosofia per i Licei —Principato, Μιλάνο, 1963, 1983⁶.
Όμως, όπως λέγαμε παραπάνω, ως βασικοί φέροντες άξονες των φιλοσοφικών του ενδιαφερόντων τίθενται ακριβώς ο Πλωτίνος και ο Πλατωνισμός.
Φυσικά, στον Πλωτίνο δεν φθάνει κανείς παρά περνώντας μέσα από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Και ο Faggin μετέφρασε και παρουσίασε δύο σημαντικούς πλατωνικούς διαλόγους: τον Πρωταγόρα —Cedam, Πάδοβα, 1937— και τον Φαίδρο —Cedam, Πάδοβα, 1938. Ήδη το 1938 ο Faggin δημοσίευσε μια ανθολογική επιλογή από τις Εννεάδες με τίτλο Le vie del ritorno —Carabba, Lanciano, 1938.
Το 1945, στη σειρά «I Filosofi» του εκδοτικού οίκου Garzanti, έδωσε στη δημοσιότητα τον ωραίο τόμο με τίτλο Plotino —αναμφίβολα έναν από τους πιο επιτυχημένους της σειράς—, με εισαγωγική μονογραφία και επιλεγμένα αποσπάσματα από τις Εννεάδες μεταφρασμένα από τον ίδιο. Ο Faggin αργότερα επανεξέδωσε την εισαγωγική μονογραφία, με ενημερωμένη βιβλιογραφία, το 1988 —στις εκδόσεις Asram Vidya, Ρώμη.
Το πιο απαιτητικό έργο του για τον Πλωτίνο εκδόθηκε το 1947-1948 από το Istituto Editoriale Italiano: Plotino, Le Enneadi, κριτικό κείμενο, μετάφραση και σημειώσεις, σε τρεις τόμους, που περιέχει τις τρεις πρώτες Εννεάδες. Δεν ολοκληρώθηκε, επειδή ο εκδότης δεν συνέχισε την υλοποίηση του σχεδίου της σειράς.
Ο Faggin επανήλθε ακόμη στον Πλωτίνο με τις ανθολογικές επιλογές La presenza divina —D’Anna, Φλωρεντία, 1962— και Dal Bello al Divino —La Locusta, Vicenza, 1986.
Καθώς μελετούσε τον Πλωτίνο, ως λογική συνέπεια, ασχολήθηκε και με τον Πορφύριο. Εκτός από τον πορφυριανό Βίο του Πλωτίνου, που προηγείται της έκδοσης των Εννεάδων, μετέφρασε την Επιστολή προς Ανεβώ και την Επιστολή προς Μαρκέλλα —Fussi-Sansoni, 1954—, και επανεξέδωσε τη δεύτερη, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, υπό τον τίτλο: Lettera a Marcella. Il testamento morale dell’antichità —Il Basilisco, Γένοβα, 1982.
Πρέπει ακόμη να μνημονευθεί η εξαιρετικά πλούσια συλλ Basilisco, Γέογή κειμένων των πλατωνικών, με τη σχετική συστηματική παρουσίαση, που φέρει τον τίτλο: I precursori del neoplatonismo e i neoplatonici —στη Grande Antologia Filosofica, τ. I, Marzorati, Μιλάνο, 1954, σ. 655-803.
Συνήθως λέγεται ότι ο πρώτος μεταφραστής στη νεότερη ιταλική γλώσσα των Εννεάδων ήταν ο Vincenzo Cilento. Αλλά ο ισχυρισμός είναι ακριβής μόνο αν εννοεί κανείς την πρώτη πλήρη μετάφραση. Αν όμως μιλάμε για την πρώτη μετάφραση πλωτινικών κειμένων στη νεότερη ιταλική, τότε η προτεραιότητα ανήκει στον Faggin, και ιδίως στην ανθολογία του Le vie del ritorno, που αναφέρθηκε παραπάνω και είναι του 1938. Επιπλέον, η ανθολογία του Faggin που περιέχεται στον Plotino των εκδόσεων Garzanti του 1945 κυκλοφόρησε παράλληλα με την Antologia plotiniana που δημοσίευσε ο Cilento στον Laterza. Και η δημοσίευση της μετάφρασης των Εννεάδων του δικού μας μελετητή άρχισε επίσης παράλληλα με εκείνη του Cilento, το 1947.
Οι δύο τύποι μετάφρασης των Εννεάδων που προσφέρουν ο Cilento και ο Faggin αποδεικνύονται σε διάφορα σημεία πολύ διαφορετικοί και ακόμη και αντίθετοι. Η διαφορά που εντυπωσιάζει περισσότερο με την πρώτη ματιά συνίσταται στο γεγονός ότι ο Faggin μεταφράζει με τρόπο λιτό και ουσιώδη, αποβλέποντας στην έννοια· ο Cilento, αντιθέτως, μεταφράζει εξηγώντας με αφθονία όρων πολλά σημεία του κειμένου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, η μετάφραση του Cilento διπλασιάζει τις γραμμές του πρωτοτύπου, ενώ εκείνη του Faggin τείνει να εξισώνει —και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και να συμπυκνώνει— τις γραμμές του πρωτοτύπου. Αν αφαιρούνταν οι τίτλοι και οι αλλαγές παραγράφου, οι ελληνικές σελίδες θα συνέπιπταν, περίπου, με το πρωτότυπο. Προσωπικά, θα τείναμε και εμείς να διευρύνουμε το κείμενο της μετάφρασης όπως κάνει ο Cilento· πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο Πορφύριος, στον Βίο του Πλωτίνου, 14, επισημαίνει τα εξής: «Όταν έγραφε, ο Πλωτίνος ήταν σύντομος, πυκνός σε σκέψη, βραχύλογος, πλουσιότερος σε ιδέες παρά σε λέξεις...»· και επομένως φαίνεται να δικαιώνει περισσότερο το ύφος που ακολούθησε ο Faggin.
Ο Cilento προκρίνει τη διάσταση του ποιητικού και σε ορισμένες στιγμές προσλαμβάνει σχεδόν λυρικούς τόνους. Σε όχι λίγες σελίδες η μετάφρασή του είναι ωραία, ακόμη κι αν ορισμένοι δικαίως επισημαίνουν κάποιες αποχρώσεις βυζαντινής χροιάς, ορισμένες κινήσεις και χρωματισμούς αρχαΐζουσας αισθητικής. Μερικές φορές απομακρύνεται αρκετά από το κείμενο και, όχι σπάνια, ενώ εκφράζει και εξυψώνει το πλωτινικό πνεύμα, δεν σέβεται το γράμμα. Ο μελετητής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να έχει δίπλα του το ελληνικό κείμενο, αν θέλει να ανακτήσει το ακριβές νόημα του γράμματος και τους ακριβείς υφολογικούς τύπους της πλωτινικής σκέψης.
Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι η μετάφραση του Cilento —η οποία, άλλωστε, μας αρέσει— είναι η τυπική «ωραία άπιστη», ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, «η ωραία όχι πάντοτε πιστή». Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί το εξής: το πλωτινικό πνεύμα είναι πάντοτε παρόν και, σε ορισμένες στιγμές, αποδίδεται με πραγματικά εξαίρετο τρόπο.
Αντιθέτως, ο Cilento δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μια ερμηνεία του Πλωτίνου ούτε μια συστηματική ανασύνθεση της σκέψης του. Δημοσίευσε μόνο δοκίμια σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, τα οποία αργότερα συγκέντρωσε σε έναν τόμο με τίτλο Saggi su Plotino —Mursia, Μιλάνο, 1973· αλλά ο τόμος, στο σύνολό του, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ραψωδικού χαρακτήρα.
Και η Antologia plotiniana του Cilento, που δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Laterza, κατά τη γνώμη μας, απέχει πολύ από το να είναι πειστική και ικανοποιητική. Δεν αποδίδει τις κύριες γραμμές του πλωτινικού συστήματος με συνεκτικό τρόπο, αλλά παρουσιάζει μόνο, θα λέγαμε, ορισμένες σημαντικές μεταφυσικές τομές. Σε όλη του τη ζωή ο Cilento είχε θέσει ως σκοπό να γράψει μια συστηματική μονογραφία για τον Πλωτίνο, αλλά δεν το έκανε. Πράγματι, ακριβώς εκείνη η ικανότητά του να συλλαμβάνει το ποιητικό στοιχείο βρισκόταν σε αντίθεση με τις θεωρητικές και στοχαστικές απαιτήσεις και, πάντως, δεν υποστηριζόταν από μια επαρκή ικανότητα σύλληψης του συστηματικού.
Λοιπόν, μας φαίνεται ότι η μετάφραση του Faggin γνωρίζει αντιθέτως να συλλαμβάνει ακριβώς και αυτή την άλλη όψη του Πλωτίνου. Κατά κάποιον τρόπο, σε ορισμένα φιλοσοφικά λεπτότερα σημεία, βοηθά τον αναγνώστη καλύτερα από εκείνη του Cilento να παρακολουθήσει τις γραμμές της πλωτινικής σκέψης και τις αρθρώσεις της· και δεν είναι λίγες οι φορές που μένει πιο κοντά στο γράμμα, ενώ εκφράζει και το πνεύμα του.
Με λίγα λόγια, για τις δύο μεταφράσεις μπορεί να ειπωθεί ότι, κατά κάποιον τρόπο, αλληλοσυμπληρώνονται. Εκείνη του Faggin, σε ορισμένα σημεία, διευκολύνει τον μελετητή, επειδή βοηθά καλύτερα στην κατανόηση των εννοιών και της θεωρητικής πλοκής της πλωτινικής σκέψης· ενώ εκείνη του Cilento βοηθά περισσότερο στη σύλληψη και στην απόλαυση της διάστασης του ποιητικού. Ορισμένοι επισήμαναν κάποιες συγγένειες της μετάφρασης του Faggin με εκείνη του Bréhier. Αυτό όμως είναι ανακριβές, διότι, πέρα από τις εξωτερικές ομοιότητες, σε ορισμένα κρίσιμα περάσματα διαφοροποιείται καθαρά και μερικές φορές αντιτίθεται στον Bréhier. Αν μη τι άλλο, παρατηρούνται μερικές φορές μεγαλύτερες συγγένειες με τις μεταφράσεις του Harder και των Mac Kenna-Page. Φυσικά, ο Faggin έλαβε υπόψη και εκείνη του Armstrong, τουλάχιστον εν μέρει. Για τις δύο τελευταίες Εννεάδες, έπειτα, ο Faggin έλαβε δεόντως υπόψη τις συμβολές του Cilento, του οποίου τη μετάφραση εκτιμά πολύ. Η βασική όμως γραμμή που ακολουθεί έχει τη δική της πρωτοτυπία, μια ακριβή συνοχή και μια αναμφισβήτητη στερεότητα.
Στη δική μας Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας —τόμος IV, Vita e Pensiero, Μιλάνο, 1991⁸— χρησιμοποιήσαμε και παραθέσαμε τη μετάφραση του Cilento, διότι τότε ήταν η μόνη πλήρης, και ωραία για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Ωστόσο, επισημάναμε σαφώς τη χρησιμότητα εκείνης του Faggin, την οποία, άλλωστε, πολλές φορές κατά τη μελέτη των Εννεάδων αντιπαραβάλαμε με εκείνη του Cilento, δοκιμάζοντας και τις δύο πάνω στη βάση του ελληνικού κειμένου.
Όταν αποφασίστηκε να δημοσιευθεί σε αυτή τη σειρά των εκδόσεων Rusconi μια πλήρης μετάφραση των Εννεάδων και του Βίου του Πλωτίνου του Πορφυρίου, δεν είχαμε αμφιβολίες. Εκείνη τη στιγμή, στην Ιταλία, ο μόνος πραγματικά προετοιμασμένος μελετητής για να φέρει σε πέρας αυτό το εγχείρημα ήταν ο Faggin. Εκτός από τις τρεις πρώτες Εννεάδες, όπως διευκρινίσαμε παραπάνω, είχε ήδη έτοιμη τη μετάφραση της τέταρτης, η οποία είχε μείνει ανέκδοτη λόγω της διακοπής του σχεδίου του Istituto Editoriale Italiano, και είχε επίσης ήδη μεταφράσει αποσπάσματα της πέμπτης και της έκτης. Κατά την πενταετία 1986-1991 ολοκλήρωσε τη μετάφραση και την αναθεώρηση όλων των Εννεάδων, με την καινοτομία όλων των καλά αρθρωμένων τίτλων των διαφόρων παραγράφων· και κατά τους πρώτους μήνες του 1992 έκανε τις τελευταίες διορθώσεις και αναθεώρησε τα πρώτα δοκίμια.
Το εύρος και η ποικιλία της παραγωγής του Faggin αποδεικνύουν μια εξαιρετική ικανότητα εργασίας, η οποία δεν μειώθηκε με την πρόοδο της ηλικίας και η οποία του επέτρεψε να ολοκληρώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο ένα εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα, όπως είναι αυτό που παρουσιάζουμε τώρα. Στα μέρη που είχαν μεταφραστεί προηγουμένως, ο Faggin έκανε αναθεώρηση, αλλά δεν επέφερε ουσιαστικές τροποποιήσεις.
Ανάμεσα στις πολλές παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν σχετικά με αυτό, μία επιβάλλεται.
Ένας από τους τεχνικούς όρους του Πλωτίνου που είναι δυσκολότερο να μεταφραστεί είναι ο όρος Νοῦς. Ο Cilento είχε μεταφράσει το Νοῦς με Spirito. Αλλά, λόγω των δεσμών του με τον Croce, αυτή η μετάφραση δεν άρεσε σε πολλούς, επειδή ερμηνεύθηκε ως αθέμιτη διείσδυση του κροτσιανού ιδεαλισμού στον Πλωτίνο. Και, πράγματι, ορισμένα πράγματα που λέει ο Πλωτίνος για τον Νοῦ μπορούν να συσχετιστούν με το Πνεύμα του κροτσιανού ιδεαλισμού, όμως πάνω σε άλλες βάσεις και σε πολύ διαφορετικά θεμέλια. Από την άλλη πλευρά, η μετάφραση του Νοῦ με Spirito δεν αποτελεί καθόλου επινόηση του Cilento, αλλά είναι χαρακτηριστική πολλών μελετητών σε διεθνές επίπεδο: οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά Esprit, οι Γερμανοί Geist, ορισμένοι Άγγλοι Spirit και οι Ολλανδοί Geest. Ωστόσο, η μετάφραση του Νοῦ με «Πνεύμα» συνεπάγεται ορισμένες δυσκολίες, ιδίως εκείνη του ότι δεν ανακαλεί, από λεξιλογική άποψη, το αρχικό νοῦς· το «Πνεύμα» θα ανακαλούσε λεξιλογικά μάλλον τον όρο πνεῦμα.
Ενώ το Ἕν, που είναι η πρώτη υπόσταση, κατά τον Πλωτίνο είναι «η δύναμη όλων των πραγμάτων», ο Νοῦς, που είναι η δεύτερη υπόσταση, είναι «όλα τα πράγματα» σε πνευματικό επίπεδο. Ο Νοῦς είναι, επομένως, αδιάσπαστη ένωση Είναι και Σκέψης, Νοητού και Νοήσεως. Είναι, λοιπόν, η σύνθεση του Κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα και της Νοήσεως νοήσεως του Αριστοτέλη, με όλες τις συνεπαγωγές που αυτό επιφέρει. Πώς να αποδοθεί λοιπόν ο όρος Νοῦς;
Δεν είναι ακατάλληλη η μετάφραση με «Intelligenza», αρκεί όμως να εννοηθεί ως συμπεριληπτική του νοητού. Αλλά και ο όρος «Intelligenza» δεν καλύπτει παρά μόνο κατά προσέγγιση το σημασιολογικό πεδίο του Νοῦ, το οποίο αγκαλιάζει το είναι, τη σκέψη και τη ζωή με τρόπο ιδιαίτερα αρθρωμένο και σύνθετο. Παραμένει, πάντως, η φιλολογικά πιο θεμελιωμένη μετάφραση, και ο Faggin από την αρχή μετέφραζε με αυτή την έννοια.
Για αυτή την οριστική του μετάφραση στοχάστηκε πολύ ξανά πάνω στο πρόβλημα και θα είχε μπει στον πειρασμό να υιοθετήσει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito, επειδή αυτή εξαλείφει ορισμένες παρεξηγήσεις, έστω κι αν δημιουργεί άλλες, και επειδή είναι διαδεδομένη στην Ευρώπη. Ύστερα όμως από εκτενείς συζητήσεις με τους διευθυντές της σειράς, επικράτησε η άποψη του Mathieu, ο οποίος κρίνει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito φιλολογικά πολύ επικρίσιμη, αν όχι και στην πραγματικότητα αβάσιμη.
Έτσι, ο Faggin επαναπροτείνει την αρχική του επιλογή, και εγώ ο ίδιος τη θεωρώ σήμερα πιο αξιόπιστη, παρόλο που στα έργα μου για τον Πλωτίνο, εφόσον χρησιμοποιούσα τη μετάφραση του Cilento, απέδιδα το Νοῦς με Spirito. Επομένως, ο Νοῦς ως υπόσταση θα μεταφράζεται με Intelligenza· ενώ ο νοῦς ως γνωστική ικανότητα θα αποδίδεται με intelletto, έτσι ώστε οι πλωτινικές εννοιολογικές διαβαθμίσεις να αντανακλώνται καλά με αυτή τη λεξιλογική διαφοροποίηση, η οποία εξειδικεύει τη διαφοροποίηση του εννοιολογικού πεδίου που καλύπτει ο όρος Νοῦς, διατηρώντας την ίδια φιλολογική ρίζα.
Όσον αφορά την ερμηνεία του Faggin, αυτή συνοψίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα στις σελίδες που ακολουθούν. Και όποιος επιθυμεί περαιτέρω διευκρινίσεις μπορεί να συμβουλευθεί την επανέκδοση του Plotino του —1988—, που αναφέρθηκε παραπάνω.
Όσον αφορά τη δική μας ερμηνεία του Πλωτίνου, ας γίνει παραπομπή στη δική μας Storia della filosofia antica, όπου παρουσιάζουμε, στον τόμο IV —σ. 457-616—, μια πραγματική συνθετική μονογραφία για όλες τις πλευρές της σκέψης του. Μόλις χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι πολλές σελίδες των Εννεάδων τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τις ωραιότερες σελίδες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Και η ιστορία των επιδράσεων των Εννεάδων δεν είναι κατώτερη από την ιστορία των επιδράσεων της σκέψης των δύο άλλων μεγάλων Ελλήνων.
Για να καταλήξουμε, η μετάφραση του Faggin που παρουσιάζουμε έχει, στο πλαίσιο της ιταλικής παιδείας, μια αξία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική. Για τα μέρη που είχαν ήδη δημοσιευθεί, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι όχι λίγοι αναγνώστες φιλοσοφικών κειμένων μορφώθηκαν με αυτά, σε συνέργεια με τη μετάφραση του Cilento. Τα νέα μέρη, λοιπόν, συμπληρώνουν το πλαίσιο με κατάλληλο τρόπο, στη σωστή Stimmung.
Απέναντι στη μετάφραση θελήσαμε να τοποθετήσουμε και το ελληνικό κείμενο, στην ανασυγκροτημένη γραφή των P. Henry και H. R. Schwyzer, η οποία σήμερα αποτελεί το κείμενο αναφοράς.
Για την ωφέλεια του αναγνώστη αναπαράχθηκε η editio maior, διότι, αν είναι αλήθεια ότι η πιο διαδεδομένη έκδοση είναι η editio minor, την οποία επιμελήθηκαν οι ίδιοι συγγραφείς για τη γνωστή σειρά «Oxford Classical Texts», είναι επίσης αλήθεια ότι μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο να έχει κανείς στη διάθεσή του και το κείμενο της editio maior.
Όπως είπαμε παραπάνω, η μετάφραση των τριών πρώτων Εννεάδων, που δημοσιεύθηκαν από τον Faggin το 1947-1948, συνοδευόταν από μια κριτική έκδοση του κειμένου με λιτό υπόμνημα. Αυτή η έκδοση επικρίθηκε από ορισμένους και θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό επαναληπτική εκείνης του Bréhier. Αλλά η κριτική έκδοση δεν αποτελούσε τον ειδικό σκοπό του έργου του Faggin, ο οποίος στόχευε κυρίως στη μετάφραση, με αντικριστά ένα κείμενο αναθεωρημένο βάσει των πρωτοτύπων. Εξάλλου, οι ίδιοι οι Henry και Schwyzer, παρόλο που επικρίνουν αυτή την έκδοση ως επαναληπτική εκείνης του Bréhier, κατά κάποιον τρόπο αναθεωρούν τη στάση τους, και στο κριτικό υπόμνημα παραπέμπουν στον Faggin όχι λίγες φορές.
Όπως λέγαμε, παραμένει πάντως το γεγονός ότι η αξία της συμβολής του Faggin βρίσκεται στη μετάφραση, πολύ περισσότερο παρά στην έκδοση.
Ωστόσο, επειδή στις τρεις πρώτες Εννεάδες και στον Βίο του Πλωτίνου η μετάφραση του Faggin βασίζεται στη δική του κριτική έκδοση, στο παράρτημα παρατίθενται οι παραλλαγές που αυτή παρουσιάζει σε σχέση με την έκδοση Henry-Schwyzer. Επιπλέον, επειδή για τις άλλες τρεις Εννεάδες ο Faggin βασίστηκε κυρίως στην editio minor των Henry-Schwyzer, πάντοτε στο παράρτημα παρατίθενται και οι παραλλαγές που οι Henry και Schwyzer επέφεραν στην editio minor τους σε σχέση με την editio maior που αναπαράγουμε.
Οι σημειώσεις, για προφανείς λόγους χώρου, περιορίζονται στα καθαρά realia. Η βιβλιογραφία παρουσιάζει τις σημαντικές δημοσιεύσεις για τον Πλωτίνο από το 1949 έως σήμερα.
Ο αναγνώστης έχει λοιπόν στη διάθεσή του, σε αυτό το έργο που παρουσιάζουμε, το καλύτερο που, αυτή τη στιγμή, θα μπορούσε να ζητήσει κανείς για την ανάγνωση και την κατανόηση των Εννεάδων, συγκεντρωμένο σε έναν μόνο τόμο.
Ευχαριστούμε θερμά τον Faggin για το μεγάλο έργο που επιτέλεσε, το οποίο από πολλές απόψεις έχει εξαιρετική εμβέλεια.
Ευχαριστούμε επίσης τον Roberto Radice —τον οποίο οι αναγνώστες των έργων αυτής της σειράς γνωρίζουν καλά από τις εργασίες του σχετικά με τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα και ο οποίος αυτή την περίοδο εργάζεται ακριβώς πάνω στον Πλωτίνο— για τη μακρά και ουσιαστική εργασία της τελικής αναθεώρησης των κειμένων και της βιβλιογραφίας, καθώς και των γενικών ευρετηρίων και των παραρτημάτων.
Ευχαριστούμε, τέλος, τη Rusconi Libri, όχι μόνο για την τυπογραφική ομορφιά αυτής της έκδοσης, αλλά και για τις φωτογραφίες που φρόντισε να ληφθούν ειδικά για την πλωτινική εικονογραφία που επιμεληθήκαμε, καθώς και για τη γραφιστική διαμόρφωσή της. Με αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης έχει μπροστά του και όλα τα πρόσωπα και όλες τις μορφές στις οποίες θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναγνωριστεί ο Πλωτίνος· και επομένως έχει επίσης τη θέαση εκείνης της φευγαλέας μορφής που ο ίδιος θα ήθελε να κρύψει —πρβλ. Πορφύριος, Βίος του Πλωτίνου, 1—, για να εμπιστευθεί ολόκληρο το μήνυμά του μόνο στην αιώνια διάσταση του πνευματικού.
Giovanni Reale
Εννεάδες, I 6, 8, 24-25
«Φεύγωμεν δὴ φίλην ἐς πατρίδα... Πατρὶς δὴ ἡμῖν, ὅθεν παρήλθομεν, καὶ πατήρ ἐκεῖ.»
«Ας φύγουμε λοιπόν προς την αγαπημένη πατρίδα... Πατρίδα μας είναι εκεί απ’ όπου ήλθαμε, και εκεί βρίσκεται ο Πατέρας μας.»
Εννεάδες, I 6, 8, 16 κ.ε.
Ο Giuseppe Faggin γεννήθηκε στην Isola Vicentina το 1906. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή με καθηγητή τον Erminio Troilo το 1930, στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου από το 1951 υπήρξε υφηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας. Διατήρησε όμως πάντοτε τη δραστηριότητα του καθηγητή φιλοσοφίας στα Λύκεια, παράλληλα με τις επιστημονικές του έρευνες και τις συνεργασίες του με το Πανεπιστήμιο, όπως στο παρελθόν συνέβαινε συχνά. Δίδαξε από το 1930 στο Λύκειο του Bassano del Grappa, από το 1933 στο Λύκειο M. Pagano της Campobasso —κατείχε την έδρα που είχε κατέχει ούτε λίγο ούτε πολύ ο Giovanni Gentile— και από το 1935 έως το 1974 στο Κλασικό Λύκειο A. Pigafetta της Vicenza. Είναι μέλος διαφόρων Ακαδημιών και έχει λάβει πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις, εθνικές και διεθνείς.
Η δραστηριότητά του ως μελετητή, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να λεχθεί ότι έχει στο κέντρο της ακριβώς τον Πλωτίνο και τον Νεοπλατωνισμό, και εκτείνεται όχι μόνο σε διάφορα πεδία της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά και στην ιστορία της μυστικής, του αποκρυφισμού, της τέχνης και ακόμη και στην ποίηση.
Θέλουμε εδώ να στρέψουμε την προσοχή των αναγνωστών στα σημαντικότερα βιβλία του, τα οποία σκιαγραφούν πολύ καλά, ήδη και μόνο με τον ίδιο τον τίτλο τους, την εικόνα του μελετητή σε όλο το εύρος, την ποικιλία και τον πλούτο των πνευματικών του ενδιαφερόντων και του πολιτισμικού του υποβάθρου.
Ας αρχίσουμε από το ποιητικό του έργο, το οποίο ήταν και το πρώτο που εξέδωσε. Τιτλοφορείται I canti del mistero και δημοσιεύθηκε από τον εκδοτικό οίκο Carabba —Lanciano, 1934. Σε αυτό το πεδίο εντάσσεται, κατά κάποιον τρόπο, και η μετάφραση του Hölderlin, La morte di Empedocle —Carabba, Lanciano, 1936—, η οποία αποδίδει καλά την ποιητική πνοή του πρωτοτύπου.
Όσον αφορά την ιστορία της τέχνης, ο Faggin ασχολήθηκε κυρίως με τρεις δημιουργούς στα ακόλουθα τρία βιβλία: Van Gogh —Cedam, Πάδοβα, 1945—, Bruegel —Mondadori, Μιλάνο, 1955—, Van Eyck —Mondadori, Μιλάνο, 1961.
Σε σχέση με την ιστορία του αποκρυφισμού, ο Faggin έγραψε τον εκτενή τόμο με τίτλο Le streghe —Longanesi, Μιλάνο, 1959· 1975—, ο οποίος μεταφράστηκε και στα ισπανικά —1963—, και, επιπλέον, το Diabolicità del rospo —Neri Pozza, Vicenza, 1973. Επιμελήθηκε επίσης την πλούσια ανθολογία, με κατάλληλο σχολιασμό: Gli occultisti dell’età rinascimentale —περιλαμβάνεται στη Grande Antologia Filosofica, τ. VI, Marzorati, Μιλάνο, 1964, σ. 339-512.
Στο πεδίο της ιστορίας της μυστικής επιβλήθηκε με τον τόμο Meister Eckhart e la mistica tedesca protestante —Bocca, Μιλάνο, 1946—, ο οποίος μεταφράστηκε επίσης στην ισπανική γλώσσα —1953.
Σημαντική διάδοση γνώρισαν, επιπλέον, οι μεταφράσεις του στα ιταλικά ορισμένων κειμένων αυτού του συγγραφέα, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα: M. Eckhart, La nascita eterna —Sansoni, Φλωρεντία, 1953· του ιδίου, Il natale dell’anima —La Locusta, Vicenza, 1976· του ιδίου, Trattati e prediche —Rusconi, Μιλάνο, 1982. Πρόσφατα επιμελήθηκε επίσης τη μετάφραση του Angelus Silesius, Il pellegrino cherubico —La Locusta, Vicenza, 1981, 1990. Συνδεδεμένη με τη μυστική πνευματικότητα μπορεί να θεωρηθεί και η μετάφρασή του των Ορφικών Ύμνων —Fussi-Sansoni, 1949· νέα αναθεωρημένη και διορθωμένη έκδοση, Asram Vidya, Ρώμη, 1986· η τελευταία πλήρης και πολύ καλά παρουσιασμένη έκδοση, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, από τον ίδιο αυτό εκδότη, κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1992.
Σε σύνδεση με αυτού του είδους τις θεματικές μπορεί να τοποθετηθεί και η πλούσια ανθολογική επιλογή, με κατάλληλα σχόλια, που δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο Lo spiritualismo nella seconda metà dell’Ottocento —στη Grande Antologia Filosofica, τ. XXVI, Marzorati, Μιλάνο, 1976, σ. 339-445.
Όσον αφορά την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης, ασχολήθηκε, εκτός από τον Πλατωνισμό, για τον οποίο θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω, και με νεότερους συγγραφείς, και ιδίως με τον Schopenhauer, με έναν τόμο αξιοσημείωτης πρωτοτυπίας: Schopenhauer, il mistico senza Dio —La Nuova Italia, Φλωρεντία, 1951—, του οποίου προηγήθηκαν και ακολούθησαν μεταφράσεις σελίδων του Schopenhauer: L’oggetto dell’arte —La Scaligera, Βερόνα, 1941—, Il significato dell’esistenza —Radar, Πάδοβα, 1968— και ιδίως της σημαντικής Etica —Boringhieri, Τορίνο, 1961.
Δημοσίευσε επίσης φιλοσοφικά έργα θεωρητικού χαρακτήρα: Idealismo classico e civiltà moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1976· Spiritualità medievale e moderna —Accademia Olimpica, Vicenza, 1978· Perché filosofare? —Rumor, Vicenza, 1982· Alla ricerca dell’umano —Accademia Olimpica, Vicenza, 1982.
Έγραψε κατόπιν περίπου σαράντα δοκίμια σε περιοδικά, κριτικές, άρθρα σε εφημερίδες, καθώς και περίπου τριακόσια λήμματα για εγκυκλοπαίδειες και λεξικά· επιπλέον, ανθολογίες διαφόρων συγγραφέων και διδακτικά έργα, μεταξύ των οποίων πρέπει να μνημονευθεί η Storia della Filosofia per i Licei —Principato, Μιλάνο, 1963, 1983⁶.
Όμως, όπως λέγαμε παραπάνω, ως βασικοί φέροντες άξονες των φιλοσοφικών του ενδιαφερόντων τίθενται ακριβώς ο Πλωτίνος και ο Πλατωνισμός.
Φυσικά, στον Πλωτίνο δεν φθάνει κανείς παρά περνώντας μέσα από τη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Και ο Faggin μετέφρασε και παρουσίασε δύο σημαντικούς πλατωνικούς διαλόγους: τον Πρωταγόρα —Cedam, Πάδοβα, 1937— και τον Φαίδρο —Cedam, Πάδοβα, 1938. Ήδη το 1938 ο Faggin δημοσίευσε μια ανθολογική επιλογή από τις Εννεάδες με τίτλο Le vie del ritorno —Carabba, Lanciano, 1938.
Το 1945, στη σειρά «I Filosofi» του εκδοτικού οίκου Garzanti, έδωσε στη δημοσιότητα τον ωραίο τόμο με τίτλο Plotino —αναμφίβολα έναν από τους πιο επιτυχημένους της σειράς—, με εισαγωγική μονογραφία και επιλεγμένα αποσπάσματα από τις Εννεάδες μεταφρασμένα από τον ίδιο. Ο Faggin αργότερα επανεξέδωσε την εισαγωγική μονογραφία, με ενημερωμένη βιβλιογραφία, το 1988 —στις εκδόσεις Asram Vidya, Ρώμη.
Το πιο απαιτητικό έργο του για τον Πλωτίνο εκδόθηκε το 1947-1948 από το Istituto Editoriale Italiano: Plotino, Le Enneadi, κριτικό κείμενο, μετάφραση και σημειώσεις, σε τρεις τόμους, που περιέχει τις τρεις πρώτες Εννεάδες. Δεν ολοκληρώθηκε, επειδή ο εκδότης δεν συνέχισε την υλοποίηση του σχεδίου της σειράς.
Ο Faggin επανήλθε ακόμη στον Πλωτίνο με τις ανθολογικές επιλογές La presenza divina —D’Anna, Φλωρεντία, 1962— και Dal Bello al Divino —La Locusta, Vicenza, 1986.
Καθώς μελετούσε τον Πλωτίνο, ως λογική συνέπεια, ασχολήθηκε και με τον Πορφύριο. Εκτός από τον πορφυριανό Βίο του Πλωτίνου, που προηγείται της έκδοσης των Εννεάδων, μετέφρασε την Επιστολή προς Ανεβώ και την Επιστολή προς Μαρκέλλα —Fussi-Sansoni, 1954—, και επανεξέδωσε τη δεύτερη, με το ελληνικό κείμενο αντικριστά, υπό τον τίτλο: Lettera a Marcella. Il testamento morale dell’antichità —Il Basilisco, Γένοβα, 1982.
Πρέπει ακόμη να μνημονευθεί η εξαιρετικά πλούσια συλλ Basilisco, Γέογή κειμένων των πλατωνικών, με τη σχετική συστηματική παρουσίαση, που φέρει τον τίτλο: I precursori del neoplatonismo e i neoplatonici —στη Grande Antologia Filosofica, τ. I, Marzorati, Μιλάνο, 1954, σ. 655-803.
Συνήθως λέγεται ότι ο πρώτος μεταφραστής στη νεότερη ιταλική γλώσσα των Εννεάδων ήταν ο Vincenzo Cilento. Αλλά ο ισχυρισμός είναι ακριβής μόνο αν εννοεί κανείς την πρώτη πλήρη μετάφραση. Αν όμως μιλάμε για την πρώτη μετάφραση πλωτινικών κειμένων στη νεότερη ιταλική, τότε η προτεραιότητα ανήκει στον Faggin, και ιδίως στην ανθολογία του Le vie del ritorno, που αναφέρθηκε παραπάνω και είναι του 1938. Επιπλέον, η ανθολογία του Faggin που περιέχεται στον Plotino των εκδόσεων Garzanti του 1945 κυκλοφόρησε παράλληλα με την Antologia plotiniana που δημοσίευσε ο Cilento στον Laterza. Και η δημοσίευση της μετάφρασης των Εννεάδων του δικού μας μελετητή άρχισε επίσης παράλληλα με εκείνη του Cilento, το 1947.
Οι δύο τύποι μετάφρασης των Εννεάδων που προσφέρουν ο Cilento και ο Faggin αποδεικνύονται σε διάφορα σημεία πολύ διαφορετικοί και ακόμη και αντίθετοι. Η διαφορά που εντυπωσιάζει περισσότερο με την πρώτη ματιά συνίσταται στο γεγονός ότι ο Faggin μεταφράζει με τρόπο λιτό και ουσιώδη, αποβλέποντας στην έννοια· ο Cilento, αντιθέτως, μεταφράζει εξηγώντας με αφθονία όρων πολλά σημεία του κειμένου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, η μετάφραση του Cilento διπλασιάζει τις γραμμές του πρωτοτύπου, ενώ εκείνη του Faggin τείνει να εξισώνει —και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και να συμπυκνώνει— τις γραμμές του πρωτοτύπου. Αν αφαιρούνταν οι τίτλοι και οι αλλαγές παραγράφου, οι ελληνικές σελίδες θα συνέπιπταν, περίπου, με το πρωτότυπο. Προσωπικά, θα τείναμε και εμείς να διευρύνουμε το κείμενο της μετάφρασης όπως κάνει ο Cilento· πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ο Πορφύριος, στον Βίο του Πλωτίνου, 14, επισημαίνει τα εξής: «Όταν έγραφε, ο Πλωτίνος ήταν σύντομος, πυκνός σε σκέψη, βραχύλογος, πλουσιότερος σε ιδέες παρά σε λέξεις...»· και επομένως φαίνεται να δικαιώνει περισσότερο το ύφος που ακολούθησε ο Faggin.
Ο Cilento προκρίνει τη διάσταση του ποιητικού και σε ορισμένες στιγμές προσλαμβάνει σχεδόν λυρικούς τόνους. Σε όχι λίγες σελίδες η μετάφρασή του είναι ωραία, ακόμη κι αν ορισμένοι δικαίως επισημαίνουν κάποιες αποχρώσεις βυζαντινής χροιάς, ορισμένες κινήσεις και χρωματισμούς αρχαΐζουσας αισθητικής. Μερικές φορές απομακρύνεται αρκετά από το κείμενο και, όχι σπάνια, ενώ εκφράζει και εξυψώνει το πλωτινικό πνεύμα, δεν σέβεται το γράμμα. Ο μελετητής πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να έχει δίπλα του το ελληνικό κείμενο, αν θέλει να ανακτήσει το ακριβές νόημα του γράμματος και τους ακριβείς υφολογικούς τύπους της πλωτινικής σκέψης.
Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι η μετάφραση του Cilento —η οποία, άλλωστε, μας αρέσει— είναι η τυπική «ωραία άπιστη», ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, «η ωραία όχι πάντοτε πιστή». Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί το εξής: το πλωτινικό πνεύμα είναι πάντοτε παρόν και, σε ορισμένες στιγμές, αποδίδεται με πραγματικά εξαίρετο τρόπο.
Αντιθέτως, ο Cilento δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μια ερμηνεία του Πλωτίνου ούτε μια συστηματική ανασύνθεση της σκέψης του. Δημοσίευσε μόνο δοκίμια σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, τα οποία αργότερα συγκέντρωσε σε έναν τόμο με τίτλο Saggi su Plotino —Mursia, Μιλάνο, 1973· αλλά ο τόμος, στο σύνολό του, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ραψωδικού χαρακτήρα.
Και η Antologia plotiniana του Cilento, που δημοσιεύθηκε από τις εκδόσεις Laterza, κατά τη γνώμη μας, απέχει πολύ από το να είναι πειστική και ικανοποιητική. Δεν αποδίδει τις κύριες γραμμές του πλωτινικού συστήματος με συνεκτικό τρόπο, αλλά παρουσιάζει μόνο, θα λέγαμε, ορισμένες σημαντικές μεταφυσικές τομές. Σε όλη του τη ζωή ο Cilento είχε θέσει ως σκοπό να γράψει μια συστηματική μονογραφία για τον Πλωτίνο, αλλά δεν το έκανε. Πράγματι, ακριβώς εκείνη η ικανότητά του να συλλαμβάνει το ποιητικό στοιχείο βρισκόταν σε αντίθεση με τις θεωρητικές και στοχαστικές απαιτήσεις και, πάντως, δεν υποστηριζόταν από μια επαρκή ικανότητα σύλληψης του συστηματικού.
Λοιπόν, μας φαίνεται ότι η μετάφραση του Faggin γνωρίζει αντιθέτως να συλλαμβάνει ακριβώς και αυτή την άλλη όψη του Πλωτίνου. Κατά κάποιον τρόπο, σε ορισμένα φιλοσοφικά λεπτότερα σημεία, βοηθά τον αναγνώστη καλύτερα από εκείνη του Cilento να παρακολουθήσει τις γραμμές της πλωτινικής σκέψης και τις αρθρώσεις της· και δεν είναι λίγες οι φορές που μένει πιο κοντά στο γράμμα, ενώ εκφράζει και το πνεύμα του.
Με λίγα λόγια, για τις δύο μεταφράσεις μπορεί να ειπωθεί ότι, κατά κάποιον τρόπο, αλληλοσυμπληρώνονται. Εκείνη του Faggin, σε ορισμένα σημεία, διευκολύνει τον μελετητή, επειδή βοηθά καλύτερα στην κατανόηση των εννοιών και της θεωρητικής πλοκής της πλωτινικής σκέψης· ενώ εκείνη του Cilento βοηθά περισσότερο στη σύλληψη και στην απόλαυση της διάστασης του ποιητικού. Ορισμένοι επισήμαναν κάποιες συγγένειες της μετάφρασης του Faggin με εκείνη του Bréhier. Αυτό όμως είναι ανακριβές, διότι, πέρα από τις εξωτερικές ομοιότητες, σε ορισμένα κρίσιμα περάσματα διαφοροποιείται καθαρά και μερικές φορές αντιτίθεται στον Bréhier. Αν μη τι άλλο, παρατηρούνται μερικές φορές μεγαλύτερες συγγένειες με τις μεταφράσεις του Harder και των Mac Kenna-Page. Φυσικά, ο Faggin έλαβε υπόψη και εκείνη του Armstrong, τουλάχιστον εν μέρει. Για τις δύο τελευταίες Εννεάδες, έπειτα, ο Faggin έλαβε δεόντως υπόψη τις συμβολές του Cilento, του οποίου τη μετάφραση εκτιμά πολύ. Η βασική όμως γραμμή που ακολουθεί έχει τη δική της πρωτοτυπία, μια ακριβή συνοχή και μια αναμφισβήτητη στερεότητα.
Στη δική μας Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας —τόμος IV, Vita e Pensiero, Μιλάνο, 1991⁸— χρησιμοποιήσαμε και παραθέσαμε τη μετάφραση του Cilento, διότι τότε ήταν η μόνη πλήρης, και ωραία για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Ωστόσο, επισημάναμε σαφώς τη χρησιμότητα εκείνης του Faggin, την οποία, άλλωστε, πολλές φορές κατά τη μελέτη των Εννεάδων αντιπαραβάλαμε με εκείνη του Cilento, δοκιμάζοντας και τις δύο πάνω στη βάση του ελληνικού κειμένου.
Όταν αποφασίστηκε να δημοσιευθεί σε αυτή τη σειρά των εκδόσεων Rusconi μια πλήρης μετάφραση των Εννεάδων και του Βίου του Πλωτίνου του Πορφυρίου, δεν είχαμε αμφιβολίες. Εκείνη τη στιγμή, στην Ιταλία, ο μόνος πραγματικά προετοιμασμένος μελετητής για να φέρει σε πέρας αυτό το εγχείρημα ήταν ο Faggin. Εκτός από τις τρεις πρώτες Εννεάδες, όπως διευκρινίσαμε παραπάνω, είχε ήδη έτοιμη τη μετάφραση της τέταρτης, η οποία είχε μείνει ανέκδοτη λόγω της διακοπής του σχεδίου του Istituto Editoriale Italiano, και είχε επίσης ήδη μεταφράσει αποσπάσματα της πέμπτης και της έκτης. Κατά την πενταετία 1986-1991 ολοκλήρωσε τη μετάφραση και την αναθεώρηση όλων των Εννεάδων, με την καινοτομία όλων των καλά αρθρωμένων τίτλων των διαφόρων παραγράφων· και κατά τους πρώτους μήνες του 1992 έκανε τις τελευταίες διορθώσεις και αναθεώρησε τα πρώτα δοκίμια.
Το εύρος και η ποικιλία της παραγωγής του Faggin αποδεικνύουν μια εξαιρετική ικανότητα εργασίας, η οποία δεν μειώθηκε με την πρόοδο της ηλικίας και η οποία του επέτρεψε να ολοκληρώσει με αξιοθαύμαστο τρόπο ένα εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα, όπως είναι αυτό που παρουσιάζουμε τώρα. Στα μέρη που είχαν μεταφραστεί προηγουμένως, ο Faggin έκανε αναθεώρηση, αλλά δεν επέφερε ουσιαστικές τροποποιήσεις.
Ανάμεσα στις πολλές παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν σχετικά με αυτό, μία επιβάλλεται.
Ένας από τους τεχνικούς όρους του Πλωτίνου που είναι δυσκολότερο να μεταφραστεί είναι ο όρος Νοῦς. Ο Cilento είχε μεταφράσει το Νοῦς με Spirito. Αλλά, λόγω των δεσμών του με τον Croce, αυτή η μετάφραση δεν άρεσε σε πολλούς, επειδή ερμηνεύθηκε ως αθέμιτη διείσδυση του κροτσιανού ιδεαλισμού στον Πλωτίνο. Και, πράγματι, ορισμένα πράγματα που λέει ο Πλωτίνος για τον Νοῦ μπορούν να συσχετιστούν με το Πνεύμα του κροτσιανού ιδεαλισμού, όμως πάνω σε άλλες βάσεις και σε πολύ διαφορετικά θεμέλια. Από την άλλη πλευρά, η μετάφραση του Νοῦ με Spirito δεν αποτελεί καθόλου επινόηση του Cilento, αλλά είναι χαρακτηριστική πολλών μελετητών σε διεθνές επίπεδο: οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά Esprit, οι Γερμανοί Geist, ορισμένοι Άγγλοι Spirit και οι Ολλανδοί Geest. Ωστόσο, η μετάφραση του Νοῦ με «Πνεύμα» συνεπάγεται ορισμένες δυσκολίες, ιδίως εκείνη του ότι δεν ανακαλεί, από λεξιλογική άποψη, το αρχικό νοῦς· το «Πνεύμα» θα ανακαλούσε λεξιλογικά μάλλον τον όρο πνεῦμα.
Ενώ το Ἕν, που είναι η πρώτη υπόσταση, κατά τον Πλωτίνο είναι «η δύναμη όλων των πραγμάτων», ο Νοῦς, που είναι η δεύτερη υπόσταση, είναι «όλα τα πράγματα» σε πνευματικό επίπεδο. Ο Νοῦς είναι, επομένως, αδιάσπαστη ένωση Είναι και Σκέψης, Νοητού και Νοήσεως. Είναι, λοιπόν, η σύνθεση του Κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα και της Νοήσεως νοήσεως του Αριστοτέλη, με όλες τις συνεπαγωγές που αυτό επιφέρει. Πώς να αποδοθεί λοιπόν ο όρος Νοῦς;
Δεν είναι ακατάλληλη η μετάφραση με «Intelligenza», αρκεί όμως να εννοηθεί ως συμπεριληπτική του νοητού. Αλλά και ο όρος «Intelligenza» δεν καλύπτει παρά μόνο κατά προσέγγιση το σημασιολογικό πεδίο του Νοῦ, το οποίο αγκαλιάζει το είναι, τη σκέψη και τη ζωή με τρόπο ιδιαίτερα αρθρωμένο και σύνθετο. Παραμένει, πάντως, η φιλολογικά πιο θεμελιωμένη μετάφραση, και ο Faggin από την αρχή μετέφραζε με αυτή την έννοια.
Για αυτή την οριστική του μετάφραση στοχάστηκε πολύ ξανά πάνω στο πρόβλημα και θα είχε μπει στον πειρασμό να υιοθετήσει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito, επειδή αυτή εξαλείφει ορισμένες παρεξηγήσεις, έστω κι αν δημιουργεί άλλες, και επειδή είναι διαδεδομένη στην Ευρώπη. Ύστερα όμως από εκτενείς συζητήσεις με τους διευθυντές της σειράς, επικράτησε η άποψη του Mathieu, ο οποίος κρίνει τη μετάφραση του Νοῦ με Spirito φιλολογικά πολύ επικρίσιμη, αν όχι και στην πραγματικότητα αβάσιμη.
Έτσι, ο Faggin επαναπροτείνει την αρχική του επιλογή, και εγώ ο ίδιος τη θεωρώ σήμερα πιο αξιόπιστη, παρόλο που στα έργα μου για τον Πλωτίνο, εφόσον χρησιμοποιούσα τη μετάφραση του Cilento, απέδιδα το Νοῦς με Spirito. Επομένως, ο Νοῦς ως υπόσταση θα μεταφράζεται με Intelligenza· ενώ ο νοῦς ως γνωστική ικανότητα θα αποδίδεται με intelletto, έτσι ώστε οι πλωτινικές εννοιολογικές διαβαθμίσεις να αντανακλώνται καλά με αυτή τη λεξιλογική διαφοροποίηση, η οποία εξειδικεύει τη διαφοροποίηση του εννοιολογικού πεδίου που καλύπτει ο όρος Νοῦς, διατηρώντας την ίδια φιλολογική ρίζα.
Όσον αφορά την ερμηνεία του Faggin, αυτή συνοψίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα στις σελίδες που ακολουθούν. Και όποιος επιθυμεί περαιτέρω διευκρινίσεις μπορεί να συμβουλευθεί την επανέκδοση του Plotino του —1988—, που αναφέρθηκε παραπάνω.
Όσον αφορά τη δική μας ερμηνεία του Πλωτίνου, ας γίνει παραπομπή στη δική μας Storia della filosofia antica, όπου παρουσιάζουμε, στον τόμο IV —σ. 457-616—, μια πραγματική συνθετική μονογραφία για όλες τις πλευρές της σκέψης του. Μόλις χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι πολλές σελίδες των Εννεάδων τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τις ωραιότερες σελίδες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Και η ιστορία των επιδράσεων των Εννεάδων δεν είναι κατώτερη από την ιστορία των επιδράσεων της σκέψης των δύο άλλων μεγάλων Ελλήνων.
Για να καταλήξουμε, η μετάφραση του Faggin που παρουσιάζουμε έχει, στο πλαίσιο της ιταλικής παιδείας, μια αξία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιστορική. Για τα μέρη που είχαν ήδη δημοσιευθεί, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι όχι λίγοι αναγνώστες φιλοσοφικών κειμένων μορφώθηκαν με αυτά, σε συνέργεια με τη μετάφραση του Cilento. Τα νέα μέρη, λοιπόν, συμπληρώνουν το πλαίσιο με κατάλληλο τρόπο, στη σωστή Stimmung.
Απέναντι στη μετάφραση θελήσαμε να τοποθετήσουμε και το ελληνικό κείμενο, στην ανασυγκροτημένη γραφή των P. Henry και H. R. Schwyzer, η οποία σήμερα αποτελεί το κείμενο αναφοράς.
Για την ωφέλεια του αναγνώστη αναπαράχθηκε η editio maior, διότι, αν είναι αλήθεια ότι η πιο διαδεδομένη έκδοση είναι η editio minor, την οποία επιμελήθηκαν οι ίδιοι συγγραφείς για τη γνωστή σειρά «Oxford Classical Texts», είναι επίσης αλήθεια ότι μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο να έχει κανείς στη διάθεσή του και το κείμενο της editio maior.
Όπως είπαμε παραπάνω, η μετάφραση των τριών πρώτων Εννεάδων, που δημοσιεύθηκαν από τον Faggin το 1947-1948, συνοδευόταν από μια κριτική έκδοση του κειμένου με λιτό υπόμνημα. Αυτή η έκδοση επικρίθηκε από ορισμένους και θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό επαναληπτική εκείνης του Bréhier. Αλλά η κριτική έκδοση δεν αποτελούσε τον ειδικό σκοπό του έργου του Faggin, ο οποίος στόχευε κυρίως στη μετάφραση, με αντικριστά ένα κείμενο αναθεωρημένο βάσει των πρωτοτύπων. Εξάλλου, οι ίδιοι οι Henry και Schwyzer, παρόλο που επικρίνουν αυτή την έκδοση ως επαναληπτική εκείνης του Bréhier, κατά κάποιον τρόπο αναθεωρούν τη στάση τους, και στο κριτικό υπόμνημα παραπέμπουν στον Faggin όχι λίγες φορές.
Όπως λέγαμε, παραμένει πάντως το γεγονός ότι η αξία της συμβολής του Faggin βρίσκεται στη μετάφραση, πολύ περισσότερο παρά στην έκδοση.
Ωστόσο, επειδή στις τρεις πρώτες Εννεάδες και στον Βίο του Πλωτίνου η μετάφραση του Faggin βασίζεται στη δική του κριτική έκδοση, στο παράρτημα παρατίθενται οι παραλλαγές που αυτή παρουσιάζει σε σχέση με την έκδοση Henry-Schwyzer. Επιπλέον, επειδή για τις άλλες τρεις Εννεάδες ο Faggin βασίστηκε κυρίως στην editio minor των Henry-Schwyzer, πάντοτε στο παράρτημα παρατίθενται και οι παραλλαγές που οι Henry και Schwyzer επέφεραν στην editio minor τους σε σχέση με την editio maior που αναπαράγουμε.
Οι σημειώσεις, για προφανείς λόγους χώρου, περιορίζονται στα καθαρά realia. Η βιβλιογραφία παρουσιάζει τις σημαντικές δημοσιεύσεις για τον Πλωτίνο από το 1949 έως σήμερα.
Ο αναγνώστης έχει λοιπόν στη διάθεσή του, σε αυτό το έργο που παρουσιάζουμε, το καλύτερο που, αυτή τη στιγμή, θα μπορούσε να ζητήσει κανείς για την ανάγνωση και την κατανόηση των Εννεάδων, συγκεντρωμένο σε έναν μόνο τόμο.
Ευχαριστούμε θερμά τον Faggin για το μεγάλο έργο που επιτέλεσε, το οποίο από πολλές απόψεις έχει εξαιρετική εμβέλεια.
Ευχαριστούμε επίσης τον Roberto Radice —τον οποίο οι αναγνώστες των έργων αυτής της σειράς γνωρίζουν καλά από τις εργασίες του σχετικά με τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα και ο οποίος αυτή την περίοδο εργάζεται ακριβώς πάνω στον Πλωτίνο— για τη μακρά και ουσιαστική εργασία της τελικής αναθεώρησης των κειμένων και της βιβλιογραφίας, καθώς και των γενικών ευρετηρίων και των παραρτημάτων.
Ευχαριστούμε, τέλος, τη Rusconi Libri, όχι μόνο για την τυπογραφική ομορφιά αυτής της έκδοσης, αλλά και για τις φωτογραφίες που φρόντισε να ληφθούν ειδικά για την πλωτινική εικονογραφία που επιμεληθήκαμε, καθώς και για τη γραφιστική διαμόρφωσή της. Με αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης έχει μπροστά του και όλα τα πρόσωπα και όλες τις μορφές στις οποίες θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναγνωριστεί ο Πλωτίνος· και επομένως έχει επίσης τη θέαση εκείνης της φευγαλέας μορφής που ο ίδιος θα ήθελε να κρύψει —πρβλ. Πορφύριος, Βίος του Πλωτίνου, 1—, για να εμπιστευθεί ολόκληρο το μήνυμά του μόνο στην αιώνια διάσταση του πνευματικού.
Giovanni Reale
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου