Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις 1258-1282 - Κ. Γιαννάκοπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις 1258-1282 - Κ. Γιαννάκοπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (3)

  Συνέχεια από:  Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ, ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΥ (συνέχεια)

Εἶναι δυνατόν, φυσικά, νὰ ἐφαίνετο ὁ κίνδυνος ἀπειλητικώτερος εἰς τὸν Παλαιολόγον παρὰ εἴς τινας ἐκ τῶν ὑπηκόων του, οἱ ὁποῖοι ἴσως νὰ μὴ εἶχον σαφῆ ἀντίληψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ νεαροῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Δ´ Λασκάρεως, ἐνδιεφέροντο ευνοήτως ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ δι' ἐνδεχομένην ἀπώλειαν τοῦ θρόνου τοῦ τελευταίου τούτου.. ᾿Αλλὰ αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ μόνον εἰς μικρὰν μειονότητα Ελλήνων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθοῦν· ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίθεσις πρὸς τὴν ἕνωσιν, ἦτο ριζωμένη μᾶλλον εἰς ὡρισμένας βασικὰς στάσεις καὶ φόβους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

᾿Απὸ τὴν πλευρὰν τοῦ Βυζαντινοῦ κλήρου, ἡ ἀντίθεσις ἐβασίζετο κυρίως ἐπὶ τῆς συγκρούσεως μεταξύ δύο βασικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐκκλησίας. Εἰς τὰς μοναρχικὰς ἀπαιτήσεις τῆς παποσύνης ἀντετίθετο ἡ Βυζαντινὴ ἀντίληψις τῆς πενταρχίας, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ ᾿Ανατολικοὶ πατριάρχαι, ἐνῶ ἀνεγνώριζον τὸ τιμητικὸν πρωτεῖον τῆν Ρώμης, ἀπέρριπτον τὰς παπικὰς ἀξιώσεις περὶ παγκοσμίου πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον καταστήσει τοὺς ᾿Ανατολικοὺς ἐπισκόπους ἁπλοὺς δορυφόρους τῆς ῾Αγίας Έδρας. Ἐνῶ διὰ τὴν Δύσιν, συμφώνως πρὸς τὴν Λατινικήν κανονιστικὴν ἑρμηνείαν, μόνον ὁ Πάπας ἦτο περιβεβλημένος μὲ τὴν ὑπερτάτην ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν, διὰ τὰς ᾿Ανατολικὰς Ἐκκλησίας ἡ ἀνωτάτη θρησκευτικὴ ἐξουσία ἀνῆκε εἰς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν ὅλους τοὺς πατριάρχας. Ἐκεῖνο ποὺ περιέπλεκε τὴν κατάστασιν ἀπὸ βυζαντινῆς πλευρᾶς ἦτο ἡ ἐκ παραδόσεως αὐθεντία τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, δηλαδὴ ὁ οὕτω καλούμενος Καισαροπαπισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ αὐτοκράτωρ εἰς περιόδους πολιτικῆς κρίσεως (ὅπως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν) ἠδύνατο νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ προσαρμόζῃ τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Περὶ τοῦ ρόλου τοῦ Καισαροπαπισμού (ὅρου ὄχι ἀπολύτως ικανοποιητικοῦ), ὑπάρχει ἐξεῖα διαφωνία: π.χ. ὁ ρωμαιοκαθολικός M. Jugie, Le schisme byzantin, 3-9, 10, πιστεύει ὅτι ὁ Καισαροπαπισμὸς ἦτο ἡ κυρία αἰτία ποὺ προεκάλεσε τὸ σχίσμα, ἐνῶ, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἡ συνήθης ἄποψις τῶν Ἑλλήνων ἱστορικῶν (ὡς ὁ Χρ. Παπαδόπουλος, Περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, 207 κέ.) εἶναι ὅτι ἡ βασικὴ αἰτία τοῦ σχίσματος ἦτο ἡ προσπάθεια τῶν παπῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἀπορρέουσαν δικαιοδοσίαν των ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Σχετικῶς πρὸς τὸν Καισαροπαπισμὸν ἀξιοσημείωτον εἶναι καὶ τοῦτο· ὅτι οἱ πάπαι γενικῶς ἐπίστευον ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχοντο ὡς δικαιολογίας τὰς διαβεβαιώσεις του ὅτι συνήντα δυσκολίας εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν τοῦ Βυζαντίου νὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν.

Ὅσον διὰ τὴν στάσιν τοῦ Βυζαντινοῦ λαοῦ, οὗτος, ὅπως καὶ ἄλλοι λαοὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εἶχε μυστικιστικὴν ἀντίληψιν τῆς Αὐτοκρατορίας του. Ἐπίστευεν ὅτι τὰ ἐδάφη της ἦσαν συνδεδεμένα μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ λειτουργήματός του, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν προσήλωσίν του εἰς τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἦτο τὸ ζωντανὸν σύμβολον τῆς συνεχείας καὶ τῆς τύχης τῆς Αὐτοκρατορίας, καί, διὰ τὴν Ἑλληνικὴν νοοτροπίαν, μία ἐπίθεσις κατὰ τῆς πίστεως, ἦτο, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίθεσις κατὰ τῆς τύχης αὐτῆς ταύτης τῆς Αὐτοκρατορίας.

᾿Απὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς πρωτευούσης, οἱ Βυζαντινοὶ ἐπίστευον ὅτι ἡ πόλις εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Παρθένου. Πράγματι, ἡ προστασία Της είχε συχνὰ διασώσει τὴν πόλιν εἰς τὸ παρελθόν. Ἡ ΚΠολις εἶχε πέσει εἰς χεῖρας τῶν Λατίνων τὸ 1204, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως βεβαιοῦν ἐπανειλημμένως οἱ Έλληνες ἱστορικοί, ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς Θείας χάριτος λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συμφώνως μὲ τὸ αὐτό τεκμήριον, ἡ ἀνάκτησις τῆς πρωτευούσης το 1261 ὑπὸ τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς Θείας εὐνοίας. Επομένως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Αὐτοκρατορία ἀσφαλῶς θὰ κατέρρεε ἐὰν ἡ καθαρότης τῆς πίστεως ἠλλοιώνετο διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Λατινικῆς ὁμολογίας. Διὰ τὴν μεγάλην μᾶζαν τοῦ λαοῦ, ἡ οἰκονομία [σκοπιμότης] δὲν εἶχε τὴν θέσιν της ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὴν ΚΠολιν, τὴν «θεοφύλακτον πόλιν». Η θεία δύναμις θὰ ἔσωζε τὴν πόλιν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ᾿Ανδεγαυικὸν κίνδυνον. Τοῦτο, φαίνεται, εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεως ἑνὸς ἱεράρχου πρὸς τὸν Μιχαὴλ εἰς μίαν σύνοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεκαλέσθη πολιτικούς λόγους : «Ἐὰν ἐπικρέμαται κίνδυνος, μοναδικὸν καθῆκον τοῦ ἀρχιερέως εἶναι νὰ προσεύχεται· ἔργον τοῦ Αὐτοκράτορος εἶναι νὰ ἐξεύρη τρόπον πρὸς ἀπώθησιν τοῦ ἐχθροῦ».

Πιθανωτέρα έρμηνεία διὰ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἑνώσεως, ἦτο ἡ λαϊκή ἀντίληψις ὅτι αὕτη ἀπετέλει τὸ προανάκρουσμα τοῦ ἐκλατινισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. [Βλ. τὸν σπουδαῖον λόγον τοῦ Μιχαὴλ ἐν Γρηγορά, 127, στ. 1-7, διὰ τοῦ ὁποίου προειδοποιεῖ τοὺς ὑπηκόους του ὅτι κατάκτησις τῆς Κων/πόλεως ὑπὸ τοῦ Καρόλου θὰ ἐσήμαινε πλήρη ἐκλατινισμόν. Το ζήτημα τοῦτο τοῦ φόβου τῶν Ἑλλήνων μήπως ἐκλατινισθοῦν διαπραγματεύομαι ἐκτενῶς εἰς τὸ ἄρθρον μου, The Council of Florence, 10-12]. Αν καὶ ἡ ὕπαρξις ἑλληνικῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, κατ' ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἴσως νὰ μὴ ἦτο πάντοτε σαφής, εἶναι αναντίρρητον ὅτι οἱ Ἕλληνες ὡς λαός, έθεώρουν ἑαυτοὺς πολύ διαφορετικοὺς ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Γενικώς, οἱ Λατῖνοι ἐθεωροῦντο ὄχι μόνον αἱρετικοί, ἀλλὰ καὶ ὑπερφίαλοι καὶ κατώτεροι εἰς μόρφωσιν (Βλ. Dmitrievskij, Τυπικὸν μονῆς Μιχαήλ, 771, ὅπου ὁ Μιχαὴλ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Λατίνων ὡς ἡμιβαρβάρων ἀνθρώπων). Ἡ ἀντιπάθεια αὕτη ἐγένετο βαθυτέρα ἐξ αἰτίας τῶν σταυροφοριῶν καί, κυρίως, συνεπείᾳ τῆς ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὑποταγῆς εἰς τὴν Λατινικὴν ἐκκλησίαν, καὶ τῆς καταναγκαστικῆς ἑνώσεως μετ᾿ αὐτῆς, ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς τετάρτης σταυροφορίας. Δέν εἶναι περίεργον, λοιπόν, ὅτι κάθε Έλλην ὑποστηρικτής τῆς ἑνώσεως, ἐθεωρεῖτο μετὰ φρίκης ὡς προδότης. Τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀποδίδονται κατὰ παραστατικὸν τρόπον εἰς τὸν ἐκτοξευθέντα χλευασμὸν πρὸς τὸν Αὐτοκρατορικὸν ἀπεσταλμένον, τὸν ἀρχιδιάκονον Γεώργιον Μετοχίτην, ὑποστηρικτὴν τῆς ἑνώσεως : Φράγκος καθέστηκας!» (Διὰ τοὺς Ἕλληνας ὁ ὅρος «Φράγκος» ἦτο συνώνυμος τοῦ «Λατίνος». Πρβλ. τὸ νεοελληνικὸν ρήμα «φραγκεύω» = γίνομαι Φράγκος, δηλ. καθολικός). Ὑπὸ τὸ κλῆμα τοῦτο, ἔγραψεν ὁ ἑνωτικός πατριάρχης Βέκκος : «Ανδρες, γυναῖκες, γέροντες καὶ νέοι... θεωροῦν τὴν εἰρήνην πόλεμον καὶ τὴν ἕνωσιν χωρισμόν».

Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐξηγήσεως αὐτῆς, θὰ ἐφαίνετο ὅτι τὸ θέμα του filioque, τὸ ὁποῖον τόσον πικρῶς ἔθιγε τοὺς Ἕλληνας, εἰς τὴν πραγματικότητα ἐκάλυπτε τὸ ὑφιστάμενον ζωτικόν πρόβλημα τῆς ἐχθρότητος μεταξύ Ελλήνων καὶ Λατίνων. Οὕτω, διὰ τὴν ἀντι-ἑνωτικὴν Ὀρθοδοξίαν, ἡ ἕνωσις, μὲ ὑποταγὴν εἰς τὴν παπικὴν ἐξουσίαν, ἐσήμαινεν ὄχι μόνον ἐκκλησιαστικὴν ἀποστασίαν, ἀλλὰ προδοσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας.

Τὰ ἰσχυρὰ αὐτὰ ἀντιλατινικὰ αἰσθήματα διεδίδοντο μεταξὺ τοῦ λαοῦ ὑπὸ μοναχῶν, διαπύρων πάντοτε ὑποστηρικτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας - πυρὴν τῶν ὁποίων ἦσαν οἱ ᾿Αρσενιάται, οπαδοὶ τοῦ παυθέντος πατριάρχου Αρσενίου, ὅστις εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀντιταχθῆ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Μιχαὴλ σφετερισμὸν τοῦ θρόνου. Ο ᾿Αρσένιος καθηρέθη ὑπὸ Συνόδου τὸ 1267, ὅταν ὁ Μιχαὴλ ἠπείλησεν ὅτι θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν πάπαν προκειμένου νὰ ἀρθῇ ὁ ἀφορισμὸς ποὺ τοῦ εἶχεν ἐπιβληθῆ διὰ τὴν ὑπ' αὐτοῦ τύφλωσιν τοῦ νεαρού Ἰωάννου Λασκάρεως. Καὶ ὡς πρὸς τὸν λαόν, ὅστις δὲν ἔλησμόνει εὐκόλως τὰς ἡμέρας τῆς Λατινικῆς κατοχῆς, οἱ λόγοι τῶν μοναχῶν ἔπιπτον εἰς γόνιμον ἔδαφος.

Ὁ Παλαιολόγος ἀπεκαλεῖτο περιφρονητικώς «Λατινόφρων» ὑπὸ Ἑλλήνων συγγραφέων. Αἱ σχέσεις του μετὰ τῶν Λατίνων ἦσαν ἀσφαλῶς στενώτεραι ἀπὸ τὰς τῶν προκατόχων του· ἐν τούτοις, εἰς κάθε περίπτωσιν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε φανῆ εἰς ἀντιλατίνους Ἕλληνας συγχρόνους του, καὶ εἰς μεταγενεστέρους ὀρθοδόξους μελετητάς, ὡς ἐλαστικότης πρὸς τὸν μισητὸν ἐχθρόν, τώρα ἐμφανίζεται μᾶλλον ὡς μέρος μιᾶς μετὰ διορατικότητος ὑπολογισθείσης πρὸς ὄφελος τῶν Ἑλλήνων πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται ὀρθῶς, ἢ τουλάχιστον ἄνευ ἐπιφυλάξεως, νὰ ἀποκληθῆ λατινόφρων. Ακόμη καὶ ἐνώπιον τῶν αὐστηρῶν ποινῶν τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ὁ Παλαιολόγος εἰς ἀνθενωτικούς Έλληνας ἱεράρχας καὶ μοναχοὺς πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἑνώσεως, θὰ ἐφαίνετο ἀδικαιολόγητον νὰ λεχθῆ ὅτι ἐμερολήπτει περισσότερον πρὸς τὴν Λατινικὴν πίστιν παρὰ πρὸς τὴν Ἑλληνικήν. Δογματικά ζητήματα τὸν ἐνδιέφερον ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Αὐτοκρατορίας.

Φαίνεται ἀπίθανον ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὑπετίμησε τὴν λαϊκὴν Ἑλληνικὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τοὺς Λατίνους. Αὐτοκράτωρ, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὸν θρόνον κυρίως διὰ δημαγωγίας καὶ μέσῳ ἐντέχνου χειρισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τῶν εὐγενῶν, καὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κλήρου, δὲν θὰ ἔχανε τὴν ἐπαφὴν μὲ τὸ δημόσιον αἴσθημα τόσον, ὥστε νὰ ὑπολογίση κακῶς τὴν ἀντίδρασιν εἰς ἓν τόσον σημαντικὸν ζήτημα. Διαπραγματεύσεις, αἵτινες παρ᾽ ὀλίγον νὰ καταλήξουν εἰς ἕνωσιν, εἶχον διεξαχθῆ ὀλίγα ἔτη ἐνωρίτερον ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη, καὶ ὁ Μιχαὴλ εἶχε τότε ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήση τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Εἶναι πολὺ πιθανώτερον ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦτο εἰς ὑπολογισμένος κίνδυνος, τὰς δυσκολίας τοῦ ὁποίου, τόσον μὲ τὴν παποσύνην ὅσον καὶ μὲ τὸν ἰδικόν του κλῆρον καὶ λαόν, ἔκρινεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπερνικήση δι᾿ ἐπιδεξίας διπλωματίας. ᾿Απὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἑπομένως, ἴσως νὰ ἐθεώρησε τὸ ἑνωτικόν του πρόγραμμα ὡς μίαν ἐπέκτασιν, ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ πεδίου, τῆς διπλωματικῆς γραμμής του ἔναντι τῶν Λατίνων, διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ θρόνου του καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (2)

  Συνέχεια από: Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ, ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΥ

Ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἑνώσεως ἦτο, ὡς ἔχει ἤδη τονισθή, πρωτίστως ἀποτέλεσμα τῆς πεποιθήσεως τοῦ Μιχαὴλ ὅτι μόνον μέσω μιας τοιαύτης συναινέσεως ἠδύνατο νὰ ἀποσοβηθῆ εἰσβολὴ τοῦ Καρόλου τῆς ᾿Ανδεγαυίας εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν. Ο Παχυμέρης καὶ ὁ Γρηγορᾶς, λέγουν σαφῶς ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεζήτει τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν διὰ πολιτικούς λόγους, καὶ δὴ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ πάπα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀποτραπῇ ἡ ἐκστρατεία του Καρόλου κατὰ τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν ἐπεχείρησε νὰ ἀποκρύψη ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν ἀνώτερον κλῆρον τὴν ἰδέαν τῆς πολιτικής σκοπιμότητας. Πράγματι, τὴν ἐναργεστέραν ἔκφρασιν τῶν ἀπόψεών του ἀνευρίσκομεν εἰς ἕνα λόγον του προς μίαν ἐκκλησιαστικὴν συνέλευσιν, συγκληθεῖσαν εἰς τὸ αὐτοκρατορικὸν παλάτιον ὀλίγον πρὸ τῆς συνόδου τῆς Λυών. Εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Παχυμέρης, ὁ Μιχαὴλ ἐτόνισεν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς του ὅτι αἱ προσπάθειαί του διὰ τὴν ἐπίτευξιν ἑνώσεως ὠφείλοντο «μόνον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του ὅπως ἀπαλλάξη τοὺς Ελληνας τῶν τρομερῶν πολέμων καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἅτινα ήπείλουν τὴν Αὐτοκρατορίαν». Ἡ ἔνωσις, ἐδήλωσεν, «απήτει παραχωρήσεις εἰς τρία μόνον σημεία : 1) ἀναγνώρισιν τῶν Ρωμαϊκῶν πρωτείων, 2) τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἐκκλήτου, καὶ 3) μνημόνευσιν τοῦ Πάπα εἰς τὰς δημοσίας προσευχὰς (δίπτυχα). Οὐδὲν τούτων, ἐπέμεινε, εἶχε πραγματικήν τινα σημασίαν. «Επειδή», ἐσυνέχισε, «πότε θὰ ἐνεφανίζετο ὁ Πάπας ἐν Κωνσταντινουπόλει, διὰ νὰ προκαθίση τῶν Ἑλλήνων ἐπισκόπων, ἢ πότε θὰ διέσχιζε τις τὸν ἀτέρμονα πόντον ὅπως προσφύγη εἰς τὴν Ρώμην; Τί τὸ ἀντίθετον πρὸς τὴν ἁγνότητα τῆς πίστεως ὑπάρχει εἰς τὴν μνημόνευσιν τοῦ Πάπα ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου λειτουργοῦντος;». Ἐσυνέχισε διὰ νὰ καταδείξη ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε χρησιμοποιηθῆ ἡ οἰκονομία (δηλ. διὰ νὰ οἰκονομηθῆ ἡ περίστασις) ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν των.

«Μακρὰν τοῦ νὰ εἴμεθα ἄξιοι μομφῆς διὰ τὴν ἐπιτηδείαν ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου ὅστις μᾶς ἠπείλει... θέλομεν ἐπαινεθῆ, ἀντιθέτως, ὑπὸ ὅλων τῶν φρονίμων καὶ συνετῶν ἀνθρώπων. Μόνον ἓν πρᾶγμα μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπιζητῶ τὴν ἕνωσιν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀποτροπῆς τοῦ κινδύνου ὅστις μᾶς ἀπειλεῖ... Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος οὗτος, ποτὲ δὲν θὰ εἶχον ἀρχίσει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην». Όσον αφορά τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς οἰκονομίας, ὑπῆρχαν δύο ἀντιτιθέμεναι ἀπόψεις τῶν ὑπὲρ αὐστηρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ὅτι ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ κράτους, καὶ τῶν φιλελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἔκριναν ὅτι ἡ ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ ὑποχωρῇ ὅταν ὕψιστοι κρατικοί λόγοι τὸ ἐπέβαλλον. 

Αν καὶ εἶναι ἐμφανὴς ὁ σκοπός τοῦ Παλαιολόγου ὅπως σώση τὴν αὐτοκρατορίαν μέσῳ τῆς ἑνώσεως, ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυνεπής. Πράγματι, ἠκολούθησε δύο συγκεκριμένας γραμμὰς ἐνεργείας : μίαν εἰς τὰς σχέσεις του μὲ τὴν παποσύνην καὶ μίαν ἄλλην μὲ τοὺς Ιεράρχας του. Αφ᾿ ἑνὸς ἐτόνιζε τὴν σπουδαιότητα τῆς θρησκευτικῆς ἑνώσεως, ἐπιχειρῶν τιμίως νὰ ἐκπληρώση πᾶσαν ἀπαίτησιν τῶν παπικῶν πληρεξουσίων (Διὰ τούτου ἐπεζήτει ἰδίως νὰ ἀποστομώση τοὺς ἀνδεγαυικοὺς ἀντιπάλους του ἐν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρουν δι' ἀνειλικρίνειαν). Αφ' ἑτέρου επεζήτει να σμικρύνη εἰς τὸ ἐλάχιστον πρὸς τὸν κλῆρον του τὴν σημασίαν τῆς ἑνώσεως, κατευνάζων αὐτὸν διὰ τῆς ἐπιμονῆς ὅτι ἡ ἕνωσις οὐδεμίαν ἀλλαγὴν ἤθελεν ἐπιφέρει εἰς τὸ σύμβολον τῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνον ἐλάσσονας παραχωρήσεις ἀσημάντου φύσεως. Επομένως, ἐνῶ πρὸς τὴν παποσύνην ἐξῆρε θρησκευτικάς σκέψεις, εἰς τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαόν του τόνιζε πολιτικά οφέλη.

Η δίπλευρος πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ ἀπέναντι τῆς παποσύνης καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, καθίστατο δυνατὴ κατὰ μέγα μέρος ὡς ἐκ τῆς εἰλικρινούς καὶ συγκαταβατικῆς στάσεως τοῦ Πάπα Γρηγορίου, καθὼς καὶ ἐκ τῆς ἀποστάσεως καὶ τῶν δυσκόλων συγκοινωνιών μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης. Η σχετικῶς ὄχι συχνὴ ἀνταλλαγὴ ἀποστολῶν μεταξὺ τῆς ῾Αγίας Έδρας καὶ τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς (γενικῶς ἀπητοῦντο τρεῖς ἕως τέσσαρες μῆνες διὰ τὸ ταξίδιον), καὶ ὁ ἄκρος σεβασμὸς καὶ ἡ θερμὴ γλῶσσα μετὰ τῶν ὁποίων ἔγραφεν ὁ Παλαιολόγος πρὸς τὴν Κουρίαν περὶ τοῦ ζήλου δι᾿ ἕνωσιν, φαίνονται, τουλάχιστον ἐπί τι διάστημα, νὰ εἶχον περιορίσει τὴν ἀντίληψιν τοῦ Πάπα περὶ τῶν πραγματικῶν κινήτρων τοῦ Μιχαήλ. Και, ὅπως θὰ ἴδωμεν, μόνον κατὰ τὸ 1279, ἐπὶ τοῦ ποντίφηκάτου τοῦ περισσότερον ρεαλιστοῦ Πάπα Νικολάου Γ΄, ἠπειλήθη νὰ καταρρεύση ή πολιτική τοῦ Μιχαήλ.

Πρὸ τῆς συντελέσεως τῆς ἑνώσεως ἐν Λυών, ὁ Μιχαὴλ εἶχεν ἀκολουθήσει ἠπίαν πολιτικὴν ἀπέναντι τοῦ κλήρου του, προσπαθῶν ὅπως τὸν προετοιμάση βαθμηδόν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως. Διὰ νὰ προξενήση εἰς τοὺς κληρικοὺς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπῆρχεν ἐκ μιᾶς θρησκευτικῆς συμφωνίας (καὶ εἰδικῶς ὅτι θὰ διετηροῦντο τὸ Ἑλληνικὸν σύμβολον πίστεως καὶ αἱ ἱεροτελεστίαι), ἐνεθάρρυνε τὴν ἀπὸ κοινοῦ τέλεσιν τῆς θείας λειτουργίας ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ Λατίνων ἱερέων. Ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἦσαν οἱ Λατῖνοι μοναχοί, συμπεριλαμβανομένων Ελλήνων τῆς νοτίου Ἰταλίας ἀκολουθούντων τὸ Λατινικὸν δόγμα. Κατὰ τὸν Παχυμέρην, ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεζήτει :

«νὰ ἐγκαταστήση καὶ προεξασφαλίση τὴν ἕνωσιν, ἥτις ἦτο ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, δεχόμενος καὶ ἀποστέλλων εἰς τοὺς ἐπισκόπους καὶ εἰς τὸν πατριάρχην, εἰς τὴν ᾿Αγίαν Σοφίαν, πολλοὺς Λατίνους μοναχούς, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως συμμετέχουν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου εἰς τοὺς ψαλμούς, εἰς τὴν εἴσοδον ἐν τῷ ἱερῷ καὶ τὰς στάσεις, λαμβάνοντες ἀπὸ κοινοῦ τὸ ἀντίδωρον, καὶ πραγματικῶς εἰς ὅλας τὰς ἄλλας Ελληνικάς συνηθείας ἐκτὸς τῆς Αγίας Κοινωνίας (τὴν ὁποίαν δὲν ἐζήτουν)».

Μεταξὺ τοῦ ἑλληνολατινικοῦ κλήρου ὅστις ἦλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἦτο καὶ ὁ ὁμιλῶν καὶ τὰς δύο γλώσσας ἐπίσκοπος Κρότωνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Μιχαήλ, ἐδιδάχθη τὰ στοιχεῖα τῆς Λατινικῆς πίστεως. Τοῦ ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ πατριάρχου νὰ ἐνδύεται κατὰ τὸν τρόπον τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, καὶ εἶχε συμφωνηθῆ μάλιστα νὰ τοῦ παραχωρηθῆ μία ἐκκλησία. Σημαντικώτερος ἦτο ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει γεννηθείς Φραγκισκανός, Ιωάννης Παράστρων, ὅστις εἶχε σταλῆ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα ὡς παπικός λεγάτος. Ήτο ἔνθερμος συνήγορος τῆς ἑνώσεως, καὶ ὠφείλετο, οὐχὶ εἰς μικρόν βαθμόν, εἰς τὰς προσπαθείας αὐτοῦ, τὸ ὅτι ἡ ἕνωσις εκηρύχθη τελικῶς ἐν Λυών. Ο Παράστρων, εὐνοῶν τὰ Ἑλληνικὰ δόγματα, περιώρισεν εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν ἀντιγνωμίαν περὶ τῆς διπλῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εσυνήθιζε νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ἱερὸν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκκλησιῶν, καὶ ἱστάμενος παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Ελλήνων ἱερουργούντων ἐλάμβανε μέρος εἰς τὰς ἱεροτελεστίας. Ταπεινὸς τοὺς τρόπους καὶ συνδιαλλακτικὸς τὴν στάσιν, ἦτο ἀγαπητὸς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, ὅστις, ὅταν ἀπέθανεν ὀλίγον μετὰ τὴν Σύνοδον τῆς Λυών, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πάπαν τὴν κατάταξιν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ῾Αγίων. Ἡ ἀνεκτικότης του καὶ ἡ κατανόησίς του τῆς ῾Ελληνικής νοοτροπίας, ἔπαιξαν σημαντικόν ρόλον εἰς τὸ νὰ πεισθοῦν ὡρισμένοι ἐκ τοῦ ῾Ελληνικού κλήρου ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὴν Ρώμην δὲν ἦτο ἀξιοκατάκριτος, καὶ ἠδύνατο μάλιστα νὰ εἶναι εὐεργετική.

Παρὰ τὰς εἰλικρινεῖς ἐκκλήσεις τοῦ Αὐτοκράτορος, μόνον ἓν μέρος τοῦ ἀνωτέρου κλήρου ἐπείσθη ὅτι ἡ πολιτική κατάστασις ἐπέβαλλε ἕνωσιν μετὰ τῆς Ρώμης. Οἱ ὑπόλοιποι ἱεράρχαι, καὶ σχεδὸν ὅλος ὁ κατώτερος κλῆρος, οἱ μοναχοί, καὶ ἡ μεγάλη πλειονότης τοῦ λαοῦ, ἔμειναν σταθεροί εἰς τὴν ἀντίθεσίν των, πιστεύοντες ὅτι ἡ ἕνωσις, ὄχι μόνον θὰ ἐπέβαλλε τὸ μισητὸν «καὶ τοῦ υἱοῦ», ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποδοχὴν Λατινικῶν ἐθίμων.

Φαίνεται σχεδόν βέβαιον, ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὰς εἰδήσεις τῶν συγχρόνων ἱστορικῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ Πάπας εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τὸν Κάρολον τῆς ᾿Ανδεγαυίας νὰ ἐξαπολύση ἐπίθεσιν εἰς μεγάλην κλίμακα, ἡ Κωνσταντινούπολις θα ἐκυριεύετο. Πῶς ἐξηγεῖται λοιπόν ἡ ἀδιαλλαξία τοῦ ἀνθενωτικοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, τοῦ λαοῦ, ἀκόμη καὶ πολλῶν κρατικῶν ἀξιωματούχων - στάσις προδήλως ἐπιλήσμων τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος;

Συνεχίζεται 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1)

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΔΟΣΙΝ

Εισαγωγή 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

Οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι εἰς τὴν σύνοδον τῆς Λυών, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Κεράτιον Κόλπον τὸν Μάρτιον τοῦ 1274. (Σκοπὸς τῆς συνόδου δὲν ἦτο μόνον ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν. Ο πάπας Γρηγόριος ἐπρότεινε νὰ ληφθοῦν ὑπὸ τῆς συνόδου ἀποφάσεις γενικώτεραι ἀφορῶσαι εἰς τὰ ἤθη τοῦ κλήρου καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῆς σχεδιαζομένης σταυροφορίας. Άξιον σημειώσεως εἶναι ὅτι ὁ Μιχαὴλ δὲν μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς τὴν Λυών, ἂν καὶ μεταγενέστεροι συγγραφείς, του 15ου και 16ου αἰῶνος, βεβαιώνουν ὅτι προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ πάπα παρέστη εἰς τὴν σύνοδον). Ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν ἐπιλέξει ὡς ἀντιπροσώπους του δύο ἐκ τοῦ κλήρου, τον πρώην πατριάρχην Γερμανὸν καὶ τὸν μητροπολίτην Νικαίας Θεοφάνην, μετὰ τριῶν αὐτοκρατορικῶν ἀξιωματούχων, τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Ακροπολίτου (τὸ ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ σημερινὸν τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν), τοῦ Προκαθημένου τοῦ Βεστιαρίου Νικολάου Παναρέτου (ἐπὶκεφαλῆς τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν) καὶ τοῦ Μεγάλου Διερμηνευτοῦ Γεωργίου Βερροιώτη (ἐπὶκεφαλῆς τῶν διερμηνέων). Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔφερον πλούσια δώρα διὰ τὴν παρουσίασίν των εἰς τὸν Πάπαν, περιλαμβάνοντα χρυσᾶς εἰκόνας, ἐπιτραχήλια, θυμιατήρια, ἀκόμη καὶ ὑπέροχα καλύμματα τῆς ῾Αγίας Τραπέζης πεποικιλμένα μὲ χρυσὸν καὶ μαργαρίτας, ληφθέντα ἐκ τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας.

Το Βυζάντιο επί Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου ( 1261-1282)

Δυστυχῶς, τὸ ταξίδιον τῶν ἀντιπροσώπων, ἀναληφθὲν εἰς ἐποχὴν ἀκατάλληλον, κατέληξεν εἰς συμφοράν. Εἰς τὸ ἀκρωτήριον Μαλέας τῶν νοτίων παραλίων τῆς Ἑλλάδος, τὰ δύο πλοῖα συνήντησαν σφοδρὰν θύελλαν, καὶ τὸ ἕν, τὸ φέρον δύο ἐκ τῶν εὐγενῶν καὶ ὅλα τὰ δῶρα, ἀπωλέσθη. Τὸ ἕτερον, ἐν τούτοις, μετὰ τῶν ᾿Ακροπολίτου, Γερμανοῦ καὶ Θεοφάνους, τοῦ Φραγκισκανοῦ Ἰωάννου Παράστρων καὶ τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων Ἱερωνύμου τοῦ ᾿Ασκολι καὶ τοῦ Μποναγκράτια, κατώρθωσε νὰ φθάση εἰς τὸν λιμένα τῆς Μεθώνης, τῆς δυτικῆς Πελοποννήσου. Ὅταν ἔφθασαν ἀκολούθως εἰς τὴν νῆσον Λευκάδα, οἱ παπικοὶ ἀντιπρόσωποι ἀπέστειλαν γράμματα εἰς τὸν Πάπαν, πληροφοροῦντες αὐτὸν περὶ τῆς ἐπιτεύξεως τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς προσεχούς ἀφίξεως τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων. Ἐκεῖθεν, οἱ ἀπεσταλμένοι ἔπλευσαν εἰς Ἰταλίαν, διὰ τῆς ὁποίας, ἐφωδιασμένοι μὲ παπικὰ διαβατήρια και συνοδευόμενοι προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου Βερνάρδου τοῦ Μοντεκασσίνο, ἐσυνέχισαν τὸ ταξίδιον εἰς Λυών.

Ἐν τῷ μεταξύ, εἰς τὸν καθεδρικὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἐν Λυών, ἡ σύνοδος συνεδρίαζεν ἤδη. Μία λαμπρὰ καὶ μεγάλη συγκέντρωσις, περιλαμβάνουσα ἀντιπροσώπους τῶν Δυτικῶν μοναρχῶν καθὼς καὶ καρδιναλίους, τὸν τελευταῖον τιτουλάριον Λατῖνον Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως Πανταλεόνε Τζουστινιάνι, καὶ πολυαρίθμους κατωτέρους κληρικούς. Εἰς βασιλεύς, ὁ Ἰάκωβος Α΄ τῆς ᾿Αραγῶνος, μετέσχε προσωπικῶς. ᾿Αλλὰ ἔλαμπε διὰ τῆς ἀπουσίας του ὁ παπικὸς ὑποτελὴς Κάρολος τῆς ᾿Ανδεγαυίας, ἂν καὶ μόλις προσφάτως εἶχε συναντηθῆ μετὰ τοῦ Γρηγορίου ἐν Φλωρεντία, ὅπου ὁ τελευταῖος οὗτος εἶχε σταθμεύσει, ὁδεύων πρὸς Λυών.

Ιδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δευτέρα συνεδρίασις τῆς συνόδου. Τότε ἐλήφθη καὶ ἀνεγνώσθη πρὸ τῆς συνελεύσεως ἡ ἐπιστολὴ τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων ἡ ἀναγγέλουσα ὅτι ἤρχοντο οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι. Την 24ην Ἰουνίου ἐνεφανίσθησαν οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι, συνοδευόμενοι επισήμως ὑφ᾽ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν τοῦ παπικοῦ παλατίου, ὅπου ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ καρδινάλιοι ἔδωσαν εἰς αὐτοὺς τὸν ἀσπασμὸν τῆς εἰρήνης. Οἱ ἀπεσταλμένοι παρουσίασαν εἰς τὸν Πάπαν ἐπιστολὴν τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐσφραγισμένην μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴν χρυσὴν «βούλλαν», καὶ δύο ἄλλας ἐπιστολάς, τοῦ υἱοῦ του Ανδρονίκου καὶ τοῦ Βυζαντινοῦ κλήρου. Δέον να σημειωθῆ ὅτι πέντε ἡμέρας ὑστερώτερον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπισήμου συζητήσεως τῶν ἐπιμάχων δογματικῶν καὶ λειτουργικῶν σημείων, ἤρχισαν προκαταρκτικαὶ τελεταὶ διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἑνώσεως. Αὐτὸς οὗτος ὁ Γρηγόριος ἐτέλεσεν τὴν λειτουργίαν ἐνώπιον συνάξεως 1500 περίπου προσώπων, ἀνεγνώσθησαν ὁ ᾿Απόστολος καὶ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, πρῶτον Λατινιστί, κατόπιν Ἑλληνιστί ὑπὸ διακόνου ἐνδεδυμένου μὲ ἄμφια τῆς ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας. Κατόπιν, ὁ διάσημος καρδινάλιος Μποναβεντούρα, (το γόητρον καὶ ἡ μάθησις τοῦ ὁποίου ἐκράτουν αὐτόν, πιθανόν, εἰς συχνοτάτην ἐπαφὴν μετὰ τῶν ῾Ελλήνων ἀπεσταλμένων), ἐκήρυξεν ἀπὸ ἄμβωνος ἐξαίρων τὴν Ενωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. (Σημειωτέον ὅτι ὁ πάπας εἶχεν ἀναθέσει εἰς τὸν Μέγαν δομινικανὸν Θεολόγον Θωμᾶν ᾿Ακινάτον τὴν συγγραφὴν εἰδικοῦ ἔργου διαλαμβάνοντος τὰ περὶ τῶν πλανῶν τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας. Βλ. Dondaine, Contra Graecos, 387 κέ. Ο Θωμᾶς ὅμως ἀπέθανε μεταβαίνων εἰς Λυών. Ο Βοναβεντούρα ἀπέθανεν ἐπίσης κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς συνόδου). 

Η σύνοδος της Λυών (1274). Ο Καρδινάλιος Μποναβεντούρα, που υποστήριζε την αναγκαιότητα της ένωσης των δύο εκκλησιών, υποδέχεται τους απεσταλμένους του Βυζαντίου και συνομιλεί μαζί τους (ελαιογραφία, Παρίσι, Λούβρο).

Μετὰ τοῦτο ἀπηγγέλθη τὸ σύμβολον τῆς πίστεως Λατινιστί ὑπὸ τῶν δυτικῶν ἐπισκόπων, εἶτα ἐκ νέου Ἑλληνιστὶ ὑπὸ τοῦ πρώην πατριάρχου Γερμανοῦ (Ὁ Γερμανὸς εἶχεν ἐξωσθῆ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου, διότι εἶχεν ἀρνηθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἐξ αἰτίας τῆς τυφλώσεως τοῦ νεαροῦ Ἰωάννου Λασκάρεως ἐπιβληθέντα εἰς τὸν Μιχαὴλ ἀφορισμόν) ὁμοῦ μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἀρχιερέων τῆς Καλαβρίας καὶ δύο ὁμιλούντων τὰ Ἑλληνικὰ παπικῶν ἐξομολογητῶν. Οὗτοι ἦσαν ὁ Κωνσταντινουπολίτης Φραγκισκανὸς Ἰωάννης Παράστρων, προφανῶς ἀρχιδιερμηνευτής τῆς συνόδου, καὶ ὁ δομινικανός Γουλιέλμος Μέρμπεκε, ὅστις ὡς ἐπίσκοπος τῆς Κορίνθου θὰ ἐγίνετο ἀργότερον γνωστὸς διὰ τὴν ὑπ' αὐτοῦ μετάφρασιν τοῦ ᾿Αριστοτέλους. Τρὶς ἐπανελήφθη τὸ filioque (καὶ τοῦ Υἱοῦ), μετὰ τὸ ὁποῖον οἱ Βυζαντινοὶ ἀπεσταλμένοι ἔψαλαν Ἑλληνιστὶ τὸ ἐγκώμιον τοῦ Γρηγορίου, καὶ ὁ Πάπας περάτωσε τὴν λειτουργίαν. Σημειωτέον ὅτι ἡ σύνοδος τοῦ Bari (1098) εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κάτω Ιταλίας νὰ τηροῦν τὸ ὀρθόδοξον τυπικόν, ἀρκεῖ νὰ ὡμολόγουν τὸ filioque.

Μόνον κατὰ τὴν τετάρτην συνεδρίαν, δηλ. την 6ην Ἰουλίου, ἐτελέσθη ἡ ἐπίσημος πρᾶξις τῆς ἑνώσεως. Ἡ σχετική εθιμοταξία τῆς συνόδου, ἐτοποθέτει τοὺς Ἕλληνας ἀπεσταλμένους (ὅπως καὶ εἰς τὴν περίφημον σύνοδον τῆς Φλωρεντίας, μετὰ δύο αἰῶνας) εἰς τὰ δεξιά, ἀλλὰ ὄπισθεν τῶν καρδιναλίων. Μετὰ μίαν ὁμιλίαν τοῦ καρδιναλίου - ἐπισκόπου τῆς Ὄστιας (ἀργότερον Πάπα Ιννοκεντίου Ε΄), ὁ Γρηγόριος εξέφρασε τὴν χαράν του διὰ τὴν «ἐπιστροφὴν τῶν Ελλήνων εἰς τὴν ὑποταγὴν τῆς Ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας», πρᾶξιν, εἶπε, «συντελεσθεῖσαν ἐθελουσίως καὶ ἄνευ ἐγκοσμίου ἀντισταθμίσματος». Κατόπιν ἀνεγνώσθη λατινική μετάφρασις τῶν τριῶν ἐπιστολῶν τὰς ὁποίας εἶχον φέρει οἱ Ελληνες ἀπεσταλμένοι. Εἰς τὴν πρώτην, ὁ Μιχαήλ, ἀφοῦ ἐπανελάμβανε τὸ σύμβολον τῆς πίστεως, τὸ προσδιορισθέν ὑπὸ τοῦ Πάπα Κλήμεντος Δ΄(περιλαμβανομένου του filioque), διεδήλουν τὴν ἀποδοχὴν τῆς Ρωμαϊκῆς πίστεως καὶ τῶν Ρωμαϊκῶν πρωτείων. Προέτεινεν, ἐν τούτοις, ὅπως ἐπιτραπῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν νὰ διατηρήση τὸ ἰδικόν της σύμβολον πίστεως ὡς ἀπηγγέλλετο πρὸ τοῦ σχίσματος, καθὼς καὶ τοὺς ἰδικούς της ἐκκλησιαστικούς τύπους, «ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν συνεκρούοντο πρὸς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους καὶ τὰς γραφὰς τῶν πατέρων τῆς ἐκκλησίας τὰς ἀναγνωριζομένας ὑπὸ τῶν συνόδων» (Ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε συμβουλεύσει τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ προβοῦν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας δημοσία πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου).

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Ανδρονίκου, πιθανῶς συντεταγμένης κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μὲ τὴν τοῦ πατρός του, ἀνεγνώσθη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου. Οἱ Ἕλληνες ἐπίσκοποι, ἐπιμαρτυροῦντες τὰς αὐτοκρατορικὰς προσπαθείας διὰ τὸν προσεταιρισμὸν τῶν ἀντι - ἑνωτικῶν 15, διεδήλουν τὴν προσχώρησίν των εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ ἐπληροφόρουν τον Πάπαν ὅτι ἂν ἡ παροῦσα σύνοδος ἀπέβαινεν επιτυχής, ὁ νῦν κατέχων τὸν τίτλον Πατριάρχης Ιωσήφ, θὰ παρητεῖτο τοῦ ἀξιώματός του. Ἡ ἐπιστολὴ ἐτελείωνε μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι μὲ τὴν παπικὴν ἔγκρισιν τῶν δηλώσεων τῶν Ἑλλήνων ἀπεσταλμένων, οἱ ἐπίσκοποι θὰ ἐχορήγουν εἰς τὴν ῾Αγίαν Ἕδραν «ἅπαντα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸ τοῦ σχίσματος» — μία μᾶλλον ἀμφίβολος παραχώρησις, δεδομένου ὅτι αἱ παπικαὶ ἀξιώσεις εἶχον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκδηλωθῆ μόνον μετὰ τὴν σύγ κρουσιν τοῦ 1054, μεταξὺ τοῦ Πάπα Λέοντος Θ΄ καὶ τοῦ Πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου.

Τέλος, ἡ ὑπερτάτη στιγμὴ ἔφθασεν. Ὁ Γεώργιος Ακροπολίτης, ὡς αὐτοκρατορικὸς πληρεξούσιος, ὡρκίσθη ἐν ὀνόματι τοῦ Αὐτοκράτορος ὅτι ἀπαρνεῖται τὸ σχίσμα, ὁμολογεῖ τὴν ἀληθῆ, ἁγίαν καὶ ὀρθόδοξον πίστιν ὡς ἐκφράζεται ἐν τῇ αὐτοκρατορικῇ ἐπιστολῇ, καὶ τελευταῖον, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ πρωτεῖον τῆς Ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας «εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπέστρεψεν αὐτοβούλως».

᾿Αφοῦ συνετελέσθη ἡ ἐπίσημος αὕτη πρᾶξις, ὁ Πάπας ἔψαλε τὸ Te Deum, καὶ ὡμίλησεν ἐκφράζων τὴν ἀγαλλίασίν του διὰ τὸ γεγονός, καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁλόκληρος ἡ συνάθροισις ἀπήγγειλε τὸ σύμβολον τῆς πίστεως Λατινιστί. Τὸ σύμβολον ἐπανελήφθη ἀμέσως Ἑλληνιστί μετὰ τοῦ «καὶ τοῦ υἱοῦ» ὑπὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁμοῦ μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἐπισκόπων καὶ ἡγουμένων τοῦ Βασιλείου τῆς Σικελίας, οἵτινες ἂν καὶ ἀκολουθοῦντες τὸ Ἑλληνικὸν τυπικόν, εἶχον ἑνωθῆ μετὰ τῆς Ρώμης ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνόδου τοῦ Μπάρι (1098). Μὲ τὴν κανονικὴν ἀπαγγελίαν τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως ἔληξεν ἡ ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἕνωσιν συνεδρία. Ητο μία ιστορική τελετή, δεδομένου ὅτι διὰ πρώτην φοράν μετὰ δύο καὶ πλέον αἰῶνας, οἱ μεγάλοι κλάδοι τῆς Χριστιανοσύνης, Ανατολικὸς καὶ Δυτικός, ἦσαν καὶ πάλιν εἰς θρησκευτικὴν κοινωνίαν. Εν τούτοις, ἡ ἐπιτευχθεῖσα συμφωνία ἐν Λυών, ἦτο μᾶλλον φαινομενικὴ παρὰ πραγματική, ἐπειδή, ἐνῶ ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν ὑποταγῆ προσωπικῶς εἰς τὴν Ρώμην, ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός του δὲν εἶχον ὑποταγῇ, καὶ οὕτω ἡ σημασία τῆς συνόδου θὰ ἔμενεν ἐπὶ αἰῶνας ἀντικείμενον βιαίων ἀντεγκλήσεων. Οἱ Λατίνοι, θεωροῦντες τὴν σύνοδον ταύτην ὡς οἰκουμενικήν, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα ένωσις ἐδέσμευε τοὺς Ἕλληνας. Διὰ τοὺς Ἕλληνας ὅμως αὕτη ἦτο μία «ληστρική σύνοδος», διότι μόνον ἀντιπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ὄχι τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχείων ἔλαβον μέρος. Περὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς συνόδου ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων βλ. τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πάπα Βενεδίκτου ΙΒ΄ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Νεαπόλεως Ροβέρτον ἐν Raynaldus, ἔτ. 1339, παραγρ. 21, καὶ ἰδίως μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Βαρλαὰμ πρὸς τὸν πάπαν (του 1339).

Ολίγας ἡμέρας μετὰ τὴν τελετήν τῆς ἑνώσεως, οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι ἀνεχώρησαν ἐκ Λυών, λαβόντες ὡς δῶρα τιάρας, μίτρας καὶ δακτυλίους, «τὰ συνήθη στολίσματα τῶν Λατίνων ἀρχιερέων», ὡς πληροφορούμεθα μᾶλλον εἰρωνικῶς ἀπὸ τὸν Παχυμέρην. Οἱ ἀπεσταλμένοι, συμφώνως πρὸς τὸν αὐτὸν συγγραφέα, δὲν ἐπέστρεψαν ἀμέσως εἰς τὴν ᾿Ανατολήν, ἀλλὰ διῆλθον τὸ θέρος μετὰ τοῦ Πάπα, πιθανῶς ἐν Ρώμῃ, ἢ εἰς τὸ παπικὸν παλάτιον τοῦ Βιτέρβο. Μόνον κατὰ τὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1274, ὁμοῦ μετὰ τῶν παπικῶν νουντσίων, ἔφθασαν καὶ πάλιν εἰς Κωνσταντινούπολιν, μὲ νέας ἐπιστολὰς τοῦ Πάπα ἀπευθυνομένας πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν υἱόν του, καὶ τὸν Βυζαντινὸν κλῆρον. Τί ὑποδοχὴ τοὺς ἐπεφυλάσσετο, ἐν τούτοις, ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης, θὰ τὸ ἴδωμεν περαιτέρω.

Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΕΡΗ ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΟΣΜΙΟΥ ΔΟΞΗΣ.
 ΚΑΙ ΤΟΤΕ Ο ΜΑΛΕΑΣ ΔΕΝ ΕΠΕΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΙΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗΣ ΣΥΚΙΑΣ.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (3)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ, ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΥ (συνέχεια)

Εἶναι δυνατόν, φυσικά, νὰ ἐφαίνετο ὁ κίνδυνος ἀπειλητικώτερος εἰς τὸν Παλαιολόγον παρὰ εἴς τινας ἐκ τῶν ὑπηκόων του, οἱ ὁποῖοι ἴσως νὰ μὴ εἶχον σαφῆ ἀντίληψιν τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἐπὶ πλέον, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ νεαροῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Δ´ Λασκάρεως, ἐνδιεφέροντο ευνοήτως ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ δι' ἐνδεχομένην ἀπώλειαν τοῦ θρόνου τοῦ τελευταίου τούτου.. ᾿Αλλὰ αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ μόνον εἰς μικρὰν μειονότητα Ελλήνων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθοῦν· ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίθεσις πρὸς τὴν ἕνωσιν, ἦτο ριζωμένη μᾶλλον εἰς ὡρισμένας βασικὰς στάσεις καὶ φόβους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.

᾿Απὸ τὴν πλευρὰν τοῦ Βυζαντινοῦ κλήρου, ἡ ἀντίθεσις ἐβασίζετο κυρίως ἐπὶ τῆς συγκρούσεως μεταξύ δύο βασικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐκκλησίας. Εἰς τὰς μοναρχικὰς ἀπαιτήσεις τῆς παποσύνης ἀντετίθετο ἡ Βυζαντινὴ ἀντίληψις τῆς πενταρχίας, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν οἱ ᾿Ανατολικοὶ πατριάρχαι, ἐνῶ ἀνεγνώριζον τὸ τιμητικὸν πρωτεῖον τῆν Ρώμης, ἀπέρριπτον τὰς παπικὰς ἀξιώσεις περὶ παγκοσμίου πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον καταστήσει τοὺς ᾿Ανατολικοὺς ἐπισκόπους ἁπλοὺς δορυφόρους τῆς ῾Αγίας Έδρας. Ἐνῶ διὰ τὴν Δύσιν, συμφώνως πρὸς τὴν Λατινικήν κανονιστικὴν ἑρμηνείαν, μόνον ὁ Πάπας ἦτο περιβεβλημένος μὲ τὴν ὑπερτάτην ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν, διὰ τὰς ᾿Ανατολικὰς Ἐκκλησίας ἡ ἀνωτάτη θρησκευτικὴ ἐξουσία ἀνῆκε εἰς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους αἱ ὁποῖαι ἀντιπροσωπεύουν ὅλους τοὺς πατριάρχας. Ἐκεῖνο ποὺ περιέπλεκε τὴν κατάστασιν ἀπὸ βυζαντινῆς πλευρᾶς ἦτο ἡ ἐκ παραδόσεως αὐθεντία τοῦ αὐτοκράτορος ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἐκκλησίας, δηλαδὴ ὁ οὕτω καλούμενος Καισαροπαπισμός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ αὐτοκράτωρ εἰς περιόδους πολιτικῆς κρίσεως (ὅπως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν) ἠδύνατο νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ προσαρμόζῃ τὴν ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Περὶ τοῦ ρόλου τοῦ Καισαροπαπισμού (ὅρου ὄχι ἀπολύτως ικανοποιητικοῦ), ὑπάρχει ἐξεῖα διαφωνία: π.χ. ὁ ρωμαιοκαθολικός M. Jugie, Le schisme byzantin, 3-9, 10, πιστεύει ὅτι ὁ Καισαροπαπισμὸς ἦτο ἡ κυρία αἰτία ποὺ προεκάλεσε τὸ σχίσμα, ἐνῶ, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἡ συνήθης ἄποψις τῶν Ἑλλήνων ἱστορικῶν (ὡς ὁ Χρ. Παπαδόπουλος, Περὶ τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, 207 κέ.) εἶναι ὅτι ἡ βασικὴ αἰτία τοῦ σχίσματος ἦτο ἡ προσπάθεια τῶν παπῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἀπορρέουσαν δικαιοδοσίαν των ἐπὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Σχετικῶς πρὸς τὸν Καισαροπαπισμὸν ἀξιοσημείωτον εἶναι καὶ τοῦτο· ὅτι οἱ πάπαι γενικῶς ἐπίστευον ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ἐκκλησίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδέχοντο ὡς δικαιολογίας τὰς διαβεβαιώσεις του ὅτι συνήντα δυσκολίας εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν τοῦ Βυζαντίου νὰ δεχθῇ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν.

Ὅσον διὰ τὴν στάσιν τοῦ Βυζαντινοῦ λαοῦ, οὗτος, ὅπως καὶ ἄλλοι λαοὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εἶχε μυστικιστικὴν ἀντίληψιν τῆς Αὐτοκρατορίας του. Ἐπίστευεν ὅτι τὰ ἐδάφη της ἦσαν συνδεδεμένα μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Αὐτοκράτορος, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἀποτελεσματικότης τοῦ λειτουργήματός του, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν προσήλωσίν του εἰς τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἦτο τὸ ζωντανὸν σύμβολον τῆς συνεχείας καὶ τῆς τύχης τῆς Αὐτοκρατορίας, καί, διὰ τὴν Ἑλληνικὴν νοοτροπίαν, μία ἐπίθεσις κατὰ τῆς πίστεως, ἦτο, ὡς ἐκ τούτου, ἐπίθεσις κατὰ τῆς τύχης αὐτῆς ταύτης τῆς Αὐτοκρατορίας.

᾿Απὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς πρωτευούσης, οἱ Βυζαντινοὶ ἐπίστευον ὅτι ἡ πόλις εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Παρθένου. Πράγματι, ἡ προστασία Της είχε συχνὰ διασώσει τὴν πόλιν εἰς τὸ παρελθόν. Ἡ ΚΠολις εἶχε πέσει εἰς χεῖρας τῶν Λατίνων τὸ 1204, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως βεβαιοῦν ἐπανειλημμένως οἱ Έλληνες ἱστορικοί, ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς Θείας χάριτος λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Συμφώνως μὲ τὸ αὐτό τεκμήριον, ἡ ἀνάκτησις τῆς πρωτευούσης το 1261 ὑπὸ τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου ὠφείλετο εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς Θείας εὐνοίας. Επομένως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Αὐτοκρατορία ἀσφαλῶς θὰ κατέρρεε ἐὰν ἡ καθαρότης τῆς πίστεως ἠλλοιώνετο διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Λατινικῆς ὁμολογίας. Διὰ τὴν μεγάλην μᾶζαν τοῦ λαοῦ, ἡ οἰκονομία [σκοπιμότης] δὲν εἶχε τὴν θέσιν της ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὴν ΚΠολιν, τὴν «θεοφύλακτον πόλιν». Η θεία δύναμις θὰ ἔσωζε τὴν πόλιν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ᾿Ανδεγαυικὸν κίνδυνον. Τοῦτο, φαίνεται, εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀπαντήσεως ἑνὸς ἱεράρχου πρὸς τὸν Μιχαὴλ εἰς μίαν σύνοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεκαλέσθη πολιτικούς λόγους : «Ἐὰν ἐπικρέμαται κίνδυνος, μοναδικὸν καθῆκον τοῦ ἀρχιερέως εἶναι νὰ προσεύχεται· ἔργον τοῦ Αὐτοκράτορος εἶναι νὰ ἐξεύρη τρόπον πρὸς ἀπώθησιν τοῦ ἐχθροῦ».

Πιθανωτέρα έρμηνεία διὰ τὴν ἀντίστασιν κατὰ τῆς ἑνώσεως, ἦτο ἡ λαϊκή ἀντίληψις ὅτι αὕτη ἀπετέλει τὸ προανάκρουσμα τοῦ ἐκλατινισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. [Βλ. τὸν σπουδαῖον λόγον τοῦ Μιχαὴλ ἐν Γρηγορά, 127, στ. 1-7, διὰ τοῦ ὁποίου προειδοποιεῖ τοὺς ὑπηκόους του ὅτι κατάκτησις τῆς Κων/πόλεως ὑπὸ τοῦ Καρόλου θὰ ἐσήμαινε πλήρη ἐκλατινισμόν. Το ζήτημα τοῦτο τοῦ φόβου τῶν Ἑλλήνων μήπως ἐκλατινισθοῦν διαπραγματεύομαι ἐκτενῶς εἰς τὸ ἄρθρον μου, The Council of Florence, 10-12]. Αν καὶ ἡ ὕπαρξις ἑλληνικῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, κατ' ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἴσως νὰ μὴ ἦτο πάντοτε σαφής, εἶναι αναντίρρητον ὅτι οἱ Ἕλληνες ὡς λαός, έθεώρουν ἑαυτοὺς πολύ διαφορετικοὺς ἀπὸ τοὺς Δυτικούς. Γενικώς, οἱ Λατῖνοι ἐθεωροῦντο ὄχι μόνον αἱρετικοί, ἀλλὰ καὶ ὑπερφίαλοι καὶ κατώτεροι εἰς μόρφωσιν (Βλ. Dmitrievskij, Τυπικὸν μονῆς Μιχαήλ, 771, ὅπου ὁ Μιχαὴλ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Λατίνων ὡς ἡμιβαρβάρων ἀνθρώπων). Ἡ ἀντιπάθεια αὕτη ἐγένετο βαθυτέρα ἐξ αἰτίας τῶν σταυροφοριῶν καί, κυρίως, συνεπείᾳ τῆς ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὑποταγῆς εἰς τὴν Λατινικὴν ἐκκλησίαν, καὶ τῆς καταναγκαστικῆς ἑνώσεως μετ᾿ αὐτῆς, ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς τετάρτης σταυροφορίας. Δέν εἶναι περίεργον, λοιπόν, ὅτι κάθε Έλλην ὑποστηρικτής τῆς ἑνώσεως, ἐθεωρεῖτο μετὰ φρίκης ὡς προδότης. Τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀποδίδονται κατὰ παραστατικὸν τρόπον εἰς τὸν ἐκτοξευθέντα χλευασμὸν πρὸς τὸν Αὐτοκρατορικὸν ἀπεσταλμένον, τὸν ἀρχιδιάκονον Γεώργιον Μετοχίτην, ὑποστηρικτὴν τῆς ἑνώσεως : Φράγκος καθέστηκας!» (Διὰ τοὺς Ἕλληνας ὁ ὅρος «Φράγκος» ἦτο συνώνυμος τοῦ «Λατίνος». Πρβλ. τὸ νεοελληνικὸν ρήμα «φραγκεύω» = γίνομαι Φράγκος, δηλ. καθολικός). Ὑπὸ τὸ κλῆμα τοῦτο, ἔγραψεν ὁ ἑνωτικός πατριάρχης Βέκκος : «Ανδρες, γυναῖκες, γέροντες καὶ νέοι... θεωροῦν τὴν εἰρήνην πόλεμον καὶ τὴν ἕνωσιν χωρισμόν».

Ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐξηγήσεως αὐτῆς, θὰ ἐφαίνετο ὅτι τὸ θέμα του filioque, τὸ ὁποῖον τόσον πικρῶς ἔθιγε τοὺς Ἕλληνας, εἰς τὴν πραγματικότητα ἐκάλυπτε τὸ ὑφιστάμενον ζωτικόν πρόβλημα τῆς ἐχθρότητος μεταξύ Ελλήνων καὶ Λατίνων. Οὕτω, διὰ τὴν ἀντι-ἑνωτικὴν Ὀρθοδοξίαν, ἡ ἕνωσις, μὲ ὑποταγὴν εἰς τὴν παπικὴν ἐξουσίαν, ἐσήμαινεν ὄχι μόνον ἐκκλησιαστικὴν ἀποστασίαν, ἀλλὰ προδοσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας.

Τὰ ἰσχυρὰ αὐτὰ ἀντιλατινικὰ αἰσθήματα διεδίδοντο μεταξὺ τοῦ λαοῦ ὑπὸ μοναχῶν, διαπύρων πάντοτε ὑποστηρικτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας - πυρὴν τῶν ὁποίων ἦσαν οἱ ᾿Αρσενιάται, οπαδοὶ τοῦ παυθέντος πατριάρχου Αρσενίου, ὅστις εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἀντιταχθῆ εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Μιχαὴλ σφετερισμὸν τοῦ θρόνου. Ο ᾿Αρσένιος καθηρέθη ὑπὸ Συνόδου τὸ 1267, ὅταν ὁ Μιχαὴλ ἠπείλησεν ὅτι θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν πάπαν προκειμένου νὰ ἀρθῇ ὁ ἀφορισμὸς ποὺ τοῦ εἶχεν ἐπιβληθῆ διὰ τὴν ὑπ' αὐτοῦ τύφλωσιν τοῦ νεαρού Ἰωάννου Λασκάρεως. Καὶ ὡς πρὸς τὸν λαόν, ὅστις δὲν ἔλησμόνει εὐκόλως τὰς ἡμέρας τῆς Λατινικῆς κατοχῆς, οἱ λόγοι τῶν μοναχῶν ἔπιπτον εἰς γόνιμον ἔδαφος.

Ὁ Παλαιολόγος ἀπεκαλεῖτο περιφρονητικώς «Λατινόφρων» ὑπὸ Ἑλλήνων συγγραφέων. Αἱ σχέσεις του μετὰ τῶν Λατίνων ἦσαν ἀσφαλῶς στενώτεραι ἀπὸ τὰς τῶν προκατόχων του· ἐν τούτοις, εἰς κάθε περίπτωσιν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε φανῆ εἰς ἀντιλατίνους Ἕλληνας συγχρόνους του, καὶ εἰς μεταγενεστέρους ὀρθοδόξους μελετητάς, ὡς ἐλαστικότης πρὸς τὸν μισητὸν ἐχθρόν, τώρα ἐμφανίζεται μᾶλλον ὡς μέρος μιᾶς μετὰ διορατικότητος ὑπολογισθείσης πρὸς ὄφελος τῶν Ἑλλήνων πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται ὀρθῶς, ἢ τουλάχιστον ἄνευ ἐπιφυλάξεως, νὰ ἀποκληθῆ λατινόφρων. Ακόμη καὶ ἐνώπιον τῶν αὐστηρῶν ποινῶν τὰς ὁποίας ἐπέβαλεν ὁ Παλαιολόγος εἰς ἀνθενωτικούς Έλληνας ἱεράρχας καὶ μοναχοὺς πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἑνώσεως, θὰ ἐφαίνετο ἀδικαιολόγητον νὰ λεχθῆ ὅτι ἐμερολήπτει περισσότερον πρὸς τὴν Λατινικὴν πίστιν παρὰ πρὸς τὴν Ἑλληνικήν. Δογματικά ζητήματα τὸν ἐνδιέφερον ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἐπιβίωσιν τῆς Αὐτοκρατορίας.

Φαίνεται ἀπίθανον ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὑπετίμησε τὴν λαϊκὴν Ἑλληνικὴν ἀντιπάθειαν πρὸς τοὺς Λατίνους. Αὐτοκράτωρ, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὸν θρόνον κυρίως διὰ δημαγωγίας καὶ μέσῳ ἐντέχνου χειρισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τῶν εὐγενῶν, καὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κλήρου, δὲν θὰ ἔχανε τὴν ἐπαφὴν μὲ τὸ δημόσιον αἴσθημα τόσον, ὥστε νὰ ὑπολογίση κακῶς τὴν ἀντίδρασιν εἰς ἓν τόσον σημαντικὸν ζήτημα. Διαπραγματεύσεις, αἵτινες παρ᾽ ὀλίγον νὰ καταλήξουν εἰς ἕνωσιν, εἶχον διεξαχθῆ ὀλίγα ἔτη ἐνωρίτερον ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Ἰωάννου Γ΄ Βατάτζη, καὶ ὁ Μιχαὴλ εἶχε τότε ὅλην τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήση τὸ λαϊκὸν αἴσθημα. Εἶναι πολὺ πιθανώτερον ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦτο εἰς ὑπολογισμένος κίνδυνος, τὰς δυσκολίας τοῦ ὁποίου, τόσον μὲ τὴν παποσύνην ὅσον καὶ μὲ τὸν ἰδικόν του κλῆρον καὶ λαόν, ἔκρινεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπερνικήση δι᾿ ἐπιδεξίας διπλωματίας. ᾿Απὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἑπομένως, ἴσως νὰ ἐθεώρησε τὸ ἑνωτικόν του πρόγραμμα ὡς μίαν ἐπέκτασιν, ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ πεδίου, τῆς διπλωματικῆς γραμμής του ἔναντι τῶν Λατίνων, διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ θρόνου του καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας.

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (2)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ, ΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΥ

Ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἑνώσεως ἦτο, ὡς ἔχει ἤδη τονισθή, πρωτίστως ἀποτέλεσμα τῆς πεποιθήσεως τοῦ Μιχαὴλ ὅτι μόνον μέσω μιας τοιαύτης συναινέσεως ἠδύνατο νὰ ἀποσοβηθῆ εἰσβολὴ τοῦ Καρόλου τῆς ᾿Ανδεγαυίας εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν. Ο Παχυμέρης καὶ ὁ Γρηγορᾶς, λέγουν σαφῶς ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεζήτει τὴν ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν διὰ πολιτικούς λόγους, καὶ δὴ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ πάπα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀποτραπῇ ἡ ἐκστρατεία του Καρόλου κατὰ τοῦ Βυζαντίου. Ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν ἐπεχείρησε νὰ ἀποκρύψη ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν ἀνώτερον κλῆρον τὴν ἰδέαν τῆς πολιτικής σκοπιμότητας. Πράγματι, τὴν ἐναργεστέραν ἔκφρασιν τῶν ἀπόψεών του ἀνευρίσκομεν εἰς ἕνα λόγον του προς μίαν ἐκκλησιαστικὴν συνέλευσιν, συγκληθεῖσαν εἰς τὸ αὐτοκρατορικὸν παλάτιον ὀλίγον πρὸ τῆς συνόδου τῆς Λυών. Εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὁ Παχυμέρης, ὁ Μιχαὴλ ἐτόνισεν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς του ὅτι αἱ προσπάθειαί του διὰ τὴν ἐπίτευξιν ἑνώσεως ὠφείλοντο «μόνον εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του ὅπως ἀπαλλάξη τοὺς Ελληνας τῶν τρομερῶν πολέμων καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἅτινα ήπείλουν τὴν Αὐτοκρατορίαν». Ἡ ἔνωσις, ἐδήλωσεν, «απήτει παραχωρήσεις εἰς τρία μόνον σημεία : 1) ἀναγνώρισιν τῶν Ρωμαϊκῶν πρωτείων, 2) τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἐκκλήτου, καὶ 3) μνημόνευσιν τοῦ Πάπα εἰς τὰς δημοσίας προσευχὰς (δίπτυχα). Οὐδὲν τούτων, ἐπέμεινε, εἶχε πραγματικήν τινα σημασίαν. «Επειδή», ἐσυνέχισε, «πότε θὰ ἐνεφανίζετο ὁ Πάπας ἐν Κωνσταντινουπόλει, διὰ νὰ προκαθίση τῶν Ἑλλήνων ἐπισκόπων, ἢ πότε θὰ διέσχιζε τις τὸν ἀτέρμονα πόντον ὅπως προσφύγη εἰς τὴν Ρώμην; Τί τὸ ἀντίθετον πρὸς τὴν ἁγνότητα τῆς πίστεως ὑπάρχει εἰς τὴν μνημόνευσιν τοῦ Πάπα ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου λειτουργοῦντος;». Ἐσυνέχισε διὰ νὰ καταδείξη ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε χρησιμοποιηθῆ ἡ οἰκονομία (δηλ. διὰ νὰ οἰκονομηθῆ ἡ περίστασις) ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν των.

«Μακρὰν τοῦ νὰ εἴμεθα ἄξιοι μομφῆς διὰ τὴν ἐπιτηδείαν ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου ὅστις μᾶς ἠπείλει... θέλομεν ἐπαινεθῆ, ἀντιθέτως, ὑπὸ ὅλων τῶν φρονίμων καὶ συνετῶν ἀνθρώπων. Μόνον ἓν πρᾶγμα μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπιζητῶ τὴν ἕνωσιν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀποτροπῆς τοῦ κινδύνου ὅστις μᾶς ἀπειλεῖ... Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος οὗτος, ποτὲ δὲν θὰ εἶχον ἀρχίσει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην». Όσον αφορά τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς οἰκονομίας, ὑπῆρχαν δύο ἀντιτιθέμεναι ἀπόψεις τῶν ὑπὲρ αὐστηρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ὅτι ἡ ἐκκλησία πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος τοῦ κράτους, καὶ τῶν φιλελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἔκριναν ὅτι ἡ ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ ὑποχωρῇ ὅταν ὕψιστοι κρατικοί λόγοι τὸ ἐπέβαλλον. 

Αν καὶ εἶναι ἐμφανὴς ὁ σκοπός τοῦ Παλαιολόγου ὅπως σώση τὴν αὐτοκρατορίαν μέσῳ τῆς ἑνώσεως, ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυνεπής. Πράγματι, ἠκολούθησε δύο συγκεκριμένας γραμμὰς ἐνεργείας : μίαν εἰς τὰς σχέσεις του μὲ τὴν παποσύνην καὶ μίαν ἄλλην μὲ τοὺς Ιεράρχας του. Αφ᾿ ἑνὸς ἐτόνιζε τὴν σπουδαιότητα τῆς θρησκευτικῆς ἑνώσεως, ἐπιχειρῶν τιμίως νὰ ἐκπληρώση πᾶσαν ἀπαίτησιν τῶν παπικῶν πληρεξουσίων (Διὰ τούτου ἐπεζήτει ἰδίως νὰ ἀποστομώση τοὺς ἀνδεγαυικοὺς ἀντιπάλους του ἐν Ἰταλία, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρουν δι' ἀνειλικρίνειαν). Αφ' ἑτέρου επεζήτει να σμικρύνη εἰς τὸ ἐλάχιστον πρὸς τὸν κλῆρον του τὴν σημασίαν τῆς ἑνώσεως, κατευνάζων αὐτὸν διὰ τῆς ἐπιμονῆς ὅτι ἡ ἕνωσις οὐδεμίαν ἀλλαγὴν ἤθελεν ἐπιφέρει εἰς τὸ σύμβολον τῆς πίστεως, ἀλλὰ μόνον ἐλάσσονας παραχωρήσεις ἀσημάντου φύσεως. Επομένως, ἐνῶ πρὸς τὴν παποσύνην ἐξῆρε θρησκευτικάς σκέψεις, εἰς τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαόν του τόνιζε πολιτικά οφέλη.

Η δίπλευρος πολιτικὴ τοῦ Μιχαὴλ ἀπέναντι τῆς παποσύνης καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, καθίστατο δυνατὴ κατὰ μέγα μέρος ὡς ἐκ τῆς εἰλικρινούς καὶ συγκαταβατικῆς στάσεως τοῦ Πάπα Γρηγορίου, καθὼς καὶ ἐκ τῆς ἀποστάσεως καὶ τῶν δυσκόλων συγκοινωνιών μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ρώμης. Η σχετικῶς ὄχι συχνὴ ἀνταλλαγὴ ἀποστολῶν μεταξὺ τῆς ῾Αγίας Έδρας καὶ τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς (γενικῶς ἀπητοῦντο τρεῖς ἕως τέσσαρες μῆνες διὰ τὸ ταξίδιον), καὶ ὁ ἄκρος σεβασμὸς καὶ ἡ θερμὴ γλῶσσα μετὰ τῶν ὁποίων ἔγραφεν ὁ Παλαιολόγος πρὸς τὴν Κουρίαν περὶ τοῦ ζήλου δι᾿ ἕνωσιν, φαίνονται, τουλάχιστον ἐπί τι διάστημα, νὰ εἶχον περιορίσει τὴν ἀντίληψιν τοῦ Πάπα περὶ τῶν πραγματικῶν κινήτρων τοῦ Μιχαήλ. Και, ὅπως θὰ ἴδωμεν, μόνον κατὰ τὸ 1279, ἐπὶ τοῦ ποντίφηκάτου τοῦ περισσότερον ρεαλιστοῦ Πάπα Νικολάου Γ΄, ἠπειλήθη νὰ καταρρεύση ή πολιτική τοῦ Μιχαήλ.

Πρὸ τῆς συντελέσεως τῆς ἑνώσεως ἐν Λυών, ὁ Μιχαὴλ εἶχεν ἀκολουθήσει ἠπίαν πολιτικὴν ἀπέναντι τοῦ κλήρου του, προσπαθῶν ὅπως τὸν προετοιμάση βαθμηδόν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως. Διὰ νὰ προξενήση εἰς τοὺς κληρικοὺς τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπῆρχεν ἐκ μιᾶς θρησκευτικῆς συμφωνίας (καὶ εἰδικῶς ὅτι θὰ διετηροῦντο τὸ Ἑλληνικὸν σύμβολον πίστεως καὶ αἱ ἱεροτελεστίαι), ἐνεθάρρυνε τὴν ἀπὸ κοινοῦ τέλεσιν τῆς θείας λειτουργίας ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ Λατίνων ἱερέων. Ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἦσαν οἱ Λατῖνοι μοναχοί, συμπεριλαμβανομένων Ελλήνων τῆς νοτίου Ἰταλίας ἀκολουθούντων τὸ Λατινικὸν δόγμα. Κατὰ τὸν Παχυμέρην, ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπεζήτει :

«νὰ ἐγκαταστήση καὶ προεξασφαλίση τὴν ἕνωσιν, ἥτις ἦτο ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, δεχόμενος καὶ ἀποστέλλων εἰς τοὺς ἐπισκόπους καὶ εἰς τὸν πατριάρχην, εἰς τὴν ᾿Αγίαν Σοφίαν, πολλοὺς Λατίνους μοναχούς, πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως συμμετέχουν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου εἰς τοὺς ψαλμούς, εἰς τὴν εἴσοδον ἐν τῷ ἱερῷ καὶ τὰς στάσεις, λαμβάνοντες ἀπὸ κοινοῦ τὸ ἀντίδωρον, καὶ πραγματικῶς εἰς ὅλας τὰς ἄλλας Ελληνικάς συνηθείας ἐκτὸς τῆς Αγίας Κοινωνίας (τὴν ὁποίαν δὲν ἐζήτουν)».

Μεταξὺ τοῦ ἑλληνολατινικοῦ κλήρου ὅστις ἦλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἦτο καὶ ὁ ὁμιλῶν καὶ τὰς δύο γλώσσας ἐπίσκοπος Κρότωνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Μιχαήλ, ἐδιδάχθη τὰ στοιχεῖα τῆς Λατινικῆς πίστεως. Τοῦ ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ πατριάρχου νὰ ἐνδύεται κατὰ τὸν τρόπον τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, καὶ εἶχε συμφωνηθῆ μάλιστα νὰ τοῦ παραχωρηθῆ μία ἐκκλησία. Σημαντικώτερος ἦτο ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει γεννηθείς Φραγκισκανός, Ιωάννης Παράστρων, ὅστις εἶχε σταλῆ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα ὡς παπικός λεγάτος. Ήτο ἔνθερμος συνήγορος τῆς ἑνώσεως, καὶ ὠφείλετο, οὐχὶ εἰς μικρόν βαθμόν, εἰς τὰς προσπαθείας αὐτοῦ, τὸ ὅτι ἡ ἕνωσις εκηρύχθη τελικῶς ἐν Λυών. Ο Παράστρων, εὐνοῶν τὰ Ἑλληνικὰ δόγματα, περιώρισεν εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν ἀντιγνωμίαν περὶ τῆς διπλῆς ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εσυνήθιζε νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ἱερὸν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκκλησιῶν, καὶ ἱστάμενος παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Ελλήνων ἱερουργούντων ἐλάμβανε μέρος εἰς τὰς ἱεροτελεστίας. Ταπεινὸς τοὺς τρόπους καὶ συνδιαλλακτικὸς τὴν στάσιν, ἦτο ἀγαπητὸς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, ὅστις, ὅταν ἀπέθανεν ὀλίγον μετὰ τὴν Σύνοδον τῆς Λυών, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πάπαν τὴν κατάταξιν αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ῾Αγίων. Ἡ ἀνεκτικότης του καὶ ἡ κατανόησίς του τῆς ῾Ελληνικής νοοτροπίας, ἔπαιξαν σημαντικόν ρόλον εἰς τὸ νὰ πεισθοῦν ὡρισμένοι ἐκ τοῦ ῾Ελληνικού κλήρου ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὴν Ρώμην δὲν ἦτο ἀξιοκατάκριτος, καὶ ἠδύνατο μάλιστα νὰ εἶναι εὐεργετική.

Παρὰ τὰς εἰλικρινεῖς ἐκκλήσεις τοῦ Αὐτοκράτορος, μόνον ἓν μέρος τοῦ ἀνωτέρου κλήρου ἐπείσθη ὅτι ἡ πολιτική κατάστασις ἐπέβαλλε ἕνωσιν μετὰ τῆς Ρώμης. Οἱ ὑπόλοιποι ἱεράρχαι, καὶ σχεδὸν ὅλος ὁ κατώτερος κλῆρος, οἱ μοναχοί, καὶ ἡ μεγάλη πλειονότης τοῦ λαοῦ, ἔμειναν σταθεροί εἰς τὴν ἀντίθεσίν των, πιστεύοντες ὅτι ἡ ἕνωσις, ὄχι μόνον θὰ ἐπέβαλλε τὸ μισητὸν «καὶ τοῦ υἱοῦ», ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποδοχὴν Λατινικῶν ἐθίμων.

Φαίνεται σχεδόν βέβαιον, ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὰς εἰδήσεις τῶν συγχρόνων ἱστορικῶν, ὅτι, ἐὰν ὁ Πάπας εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τὸν Κάρολον τῆς ᾿Ανδεγαυίας νὰ ἐξαπολύση ἐπίθεσιν εἰς μεγάλην κλίμακα, ἡ Κωνσταντινούπολις θα ἐκυριεύετο. Πῶς ἐξηγεῖται λοιπόν ἡ ἀδιαλλαξία τοῦ ἀνθενωτικοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου, τοῦ λαοῦ, ἀκόμη καὶ πολλῶν κρατικῶν ἀξιωματούχων - στάσις προδήλως ἐπιλήσμων τῆς πολιτικῆς πραγματικότητος;

Συνεχίζεται 

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Γιαννάκοπουλος Κ. - Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1)


Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274)

Οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι εἰς τὴν σύνοδον τῆς Λυών, ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸν Κεράτιον Κόλπον τὸν Μάρτιον τοῦ 1274. (Σκοπὸς τῆς συνόδου δὲν ἦτο μόνον ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν. Ο πάπας Γρηγόριος ἐπρότεινε νὰ ληφθοῦν ὑπὸ τῆς συνόδου ἀποφάσεις γενικώτεραι ἀφορῶσαι εἰς τὰ ἤθη τοῦ κλήρου καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῆς σχεδιαζομένης σταυροφορίας. Άξιον σημειώσεως εἶναι ὅτι ὁ Μιχαὴλ δὲν μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς τὴν Λυών, ἂν καὶ μεταγενέστεροι συγγραφείς, του 15ου και 16ου αἰῶνος, βεβαιώνουν ὅτι προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ πάπα παρέστη εἰς τὴν σύνοδον). Ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν ἐπιλέξει ὡς ἀντιπροσώπους του δύο ἐκ τοῦ κλήρου, τον πρώην πατριάρχην Γερμανὸν καὶ τὸν μητροπολίτην Νικαίας Θεοφάνην, μετὰ τριῶν αὐτοκρατορικῶν ἀξιωματούχων, τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Ακροπολίτου (τὸ ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ σημερινὸν τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν), τοῦ Προκαθημένου τοῦ Βεστιαρίου Νικολάου Παναρέτου (ἐπὶκεφαλῆς τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν) καὶ τοῦ Μεγάλου Διερμηνευτοῦ Γεωργίου Βερροιώτη (ἐπὶκεφαλῆς τῶν διερμηνέων). Οἱ ἀπεσταλμένοι ἔφερον πλούσια δώρα διὰ τὴν παρουσίασίν των εἰς τὸν Πάπαν, περιλαμβάνοντα χρυσᾶς εἰκόνας, ἐπιτραχήλια, θυμιατήρια, ἀκόμη καὶ ὑπέροχα καλύμματα τῆς ῾Αγίας Τραπέζης πεποικιλμένα μὲ χρυσὸν καὶ μαργαρίτας, ληφθέντα ἐκ τοῦ ναοῦ τῆς ῾Αγίας Σοφίας.

Το Βυζάντιο επί Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου ( 1261-1282)

Δυστυχῶς, τὸ ταξίδιον τῶν ἀντιπροσώπων, ἀναληφθὲν εἰς ἐποχὴν ἀκατάλληλον, κατέληξεν εἰς συμφοράν. Εἰς τὸ ἀκρωτήριον Μαλέας τῶν νοτίων παραλίων τῆς Ἑλλάδος, τὰ δύο πλοῖα συνήντησαν σφοδρὰν θύελλαν, καὶ τὸ ἕν, τὸ φέρον δύο ἐκ τῶν εὐγενῶν καὶ ὅλα τὰ δῶρα, ἀπωλέσθη. Τὸ ἕτερον, ἐν τούτοις, μετὰ τῶν ᾿Ακροπολίτου, Γερμανοῦ καὶ Θεοφάνους, τοῦ Φραγκισκανοῦ Ἰωάννου Παράστρων καὶ τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων Ἱερωνύμου τοῦ ᾿Ασκολι καὶ τοῦ Μποναγκράτια, κατώρθωσε νὰ φθάση εἰς τὸν λιμένα τῆς Μεθώνης, τῆς δυτικῆς Πελοποννήσου. Ὅταν ἔφθασαν ἀκολούθως εἰς τὴν νῆσον Λευκάδα, οἱ παπικοὶ ἀντιπρόσωποι ἀπέστειλαν γράμματα εἰς τὸν Πάπαν, πληροφοροῦντες αὐτὸν περὶ τῆς ἐπιτεύξεως τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς προσεχούς ἀφίξεως τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων. Ἐκεῖθεν, οἱ ἀπεσταλμένοι ἔπλευσαν εἰς Ἰταλίαν, διὰ τῆς ὁποίας, ἐφωδιασμένοι μὲ παπικὰ διαβατήρια και συνοδευόμενοι προσωπικῶς ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου Βερνάρδου τοῦ Μοντεκασσίνο, ἐσυνέχισαν τὸ ταξίδιον εἰς Λυών.

Ἐν τῷ μεταξύ, εἰς τὸν καθεδρικὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ἐν Λυών, ἡ σύνοδος συνεδρίαζεν ἤδη. Μία λαμπρὰ καὶ μεγάλη συγκέντρωσις, περιλαμβάνουσα ἀντιπροσώπους τῶν Δυτικῶν μοναρχῶν καθὼς καὶ καρδιναλίους, τὸν τελευταῖον τιτουλάριον Λατῖνον Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως Πανταλεόνε Τζουστινιάνι, καὶ πολυαρίθμους κατωτέρους κληρικούς. Εἰς βασιλεύς, ὁ Ἰάκωβος Α΄ τῆς ᾿Αραγῶνος, μετέσχε προσωπικῶς. ᾿Αλλὰ ἔλαμπε διὰ τῆς ἀπουσίας του ὁ παπικὸς ὑποτελὴς Κάρολος τῆς ᾿Ανδεγαυίας, ἂν καὶ μόλις προσφάτως εἶχε συναντηθῆ μετὰ τοῦ Γρηγορίου ἐν Φλωρεντία, ὅπου ὁ τελευταῖος οὗτος εἶχε σταθμεύσει, ὁδεύων πρὸς Λυών.

Ιδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δευτέρα συνεδρίασις τῆς συνόδου. Τότε ἐλήφθη καὶ ἀνεγνώσθη πρὸ τῆς συνελεύσεως ἡ ἐπιστολὴ τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων ἡ ἀναγγέλουσα ὅτι ἤρχοντο οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι. Την 24ην Ἰουνίου ἐνεφανίσθησαν οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι, συνοδευόμενοι επισήμως ὑφ᾽ ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν τοῦ παπικοῦ παλατίου, ὅπου ὁ Γρηγόριος καὶ οἱ καρδινάλιοι ἔδωσαν εἰς αὐτοὺς τὸν ἀσπασμὸν τῆς εἰρήνης. Οἱ ἀπεσταλμένοι παρουσίασαν εἰς τὸν Πάπαν ἐπιστολὴν τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐσφραγισμένην μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴν χρυσὴν «βούλλαν», καὶ δύο ἄλλας ἐπιστολάς, τοῦ υἱοῦ του Ανδρονίκου καὶ τοῦ Βυζαντινοῦ κλήρου. Δέον να σημειωθῆ ὅτι πέντε ἡμέρας ὑστερώτερον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπισήμου συζητήσεως τῶν ἐπιμάχων δογματικῶν καὶ λειτουργικῶν σημείων, ἤρχισαν προκαταρκτικαὶ τελεταὶ διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἑνώσεως. Αὐτὸς οὗτος ὁ Γρηγόριος ἐτέλεσεν τὴν λειτουργίαν ἐνώπιον συνάξεως 1500 περίπου προσώπων, ἀνεγνώσθησαν ὁ ᾿Απόστολος καὶ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, πρῶτον Λατινιστί, κατόπιν Ἑλληνιστί ὑπὸ διακόνου ἐνδεδυμένου μὲ ἄμφια τῆς ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας. Κατόπιν, ὁ διάσημος καρδινάλιος Μποναβεντούρα, (το γόητρον καὶ ἡ μάθησις τοῦ ὁποίου ἐκράτουν αὐτόν, πιθανόν, εἰς συχνοτάτην ἐπαφὴν μετὰ τῶν ῾Ελλήνων ἀπεσταλμένων), ἐκήρυξεν ἀπὸ ἄμβωνος ἐξαίρων τὴν Ενωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. (Σημειωτέον ὅτι ὁ πάπας εἶχεν ἀναθέσει εἰς τὸν Μέγαν δομινικανὸν Θεολόγον Θωμᾶν ᾿Ακινάτον τὴν συγγραφὴν εἰδικοῦ ἔργου διαλαμβάνοντος τὰ περὶ τῶν πλανῶν τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας. Βλ. Dondaine, Contra Graecos, 387 κέ. Ο Θωμᾶς ὅμως ἀπέθανε μεταβαίνων εἰς Λυών. Ο Βοναβεντούρα ἀπέθανεν ἐπίσης κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίαν τῆς συνόδου). 

Η σύνοδος της Λυών (1274). Ο Καρδινάλιος Μποναβεντούρα, που υποστήριζε την αναγκαιότητα της ένωσης των δύο εκκλησιών, υποδέχεται τους απεσταλμένους του Βυζαντίου και συνομιλεί μαζί τους (ελαιογραφία, Παρίσι, Λούβρο).

Μετὰ τοῦτο ἀπηγγέλθη τὸ σύμβολον τῆς πίστεως Λατινιστί ὑπὸ τῶν δυτικῶν ἐπισκόπων, εἶτα ἐκ νέου Ἑλληνιστὶ ὑπὸ τοῦ πρώην πατριάρχου Γερμανοῦ (Ὁ Γερμανὸς εἶχεν ἐξωσθῆ τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου, διότι εἶχεν ἀρνηθῇ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἐξ αἰτίας τῆς τυφλώσεως τοῦ νεαροῦ Ἰωάννου Λασκάρεως ἐπιβληθέντα εἰς τὸν Μιχαὴλ ἀφορισμόν) ὁμοῦ μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἀρχιερέων τῆς Καλαβρίας καὶ δύο ὁμιλούντων τὰ Ἑλληνικὰ παπικῶν ἐξομολογητῶν. Οὗτοι ἦσαν ὁ Κωνσταντινουπολίτης Φραγκισκανὸς Ἰωάννης Παράστρων, προφανῶς ἀρχιδιερμηνευτής τῆς συνόδου, καὶ ὁ δομινικανός Γουλιέλμος Μέρμπεκε, ὅστις ὡς ἐπίσκοπος τῆς Κορίνθου θὰ ἐγίνετο ἀργότερον γνωστὸς διὰ τὴν ὑπ' αὐτοῦ μετάφρασιν τοῦ ᾿Αριστοτέλους. Τρὶς ἐπανελήφθη τὸ filioque (καὶ τοῦ Υἱοῦ), μετὰ τὸ ὁποῖον οἱ Βυζαντινοὶ ἀπεσταλμένοι ἔψαλαν Ἑλληνιστὶ τὸ ἐγκώμιον τοῦ Γρηγορίου, καὶ ὁ Πάπας περάτωσε τὴν λειτουργίαν. Σημειωτέον ὅτι ἡ σύνοδος τοῦ Bari (1098) εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κάτω Ιταλίας νὰ τηροῦν τὸ ὀρθόδοξον τυπικόν, ἀρκεῖ νὰ ὡμολόγουν τὸ filioque.

Μόνον κατὰ τὴν τετάρτην συνεδρίαν, δηλ. την 6ην Ἰουλίου, ἐτελέσθη ἡ ἐπίσημος πρᾶξις τῆς ἑνώσεως. Ἡ σχετική εθιμοταξία τῆς συνόδου, ἐτοποθέτει τοὺς Ἕλληνας ἀπεσταλμένους (ὅπως καὶ εἰς τὴν περίφημον σύνοδον τῆς Φλωρεντίας, μετὰ δύο αἰῶνας) εἰς τὰ δεξιά, ἀλλὰ ὄπισθεν τῶν καρδιναλίων. Μετὰ μίαν ὁμιλίαν τοῦ καρδιναλίου - ἐπισκόπου τῆς Ὄστιας (ἀργότερον Πάπα Ιννοκεντίου Ε΄), ὁ Γρηγόριος εξέφρασε τὴν χαράν του διὰ τὴν «ἐπιστροφὴν τῶν Ελλήνων εἰς τὴν ὑποταγὴν τῆς Ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας», πρᾶξιν, εἶπε, «συντελεσθεῖσαν ἐθελουσίως καὶ ἄνευ ἐγκοσμίου ἀντισταθμίσματος». Κατόπιν ἀνεγνώσθη λατινική μετάφρασις τῶν τριῶν ἐπιστολῶν τὰς ὁποίας εἶχον φέρει οἱ Ελληνες ἀπεσταλμένοι. Εἰς τὴν πρώτην, ὁ Μιχαήλ, ἀφοῦ ἐπανελάμβανε τὸ σύμβολον τῆς πίστεως, τὸ προσδιορισθέν ὑπὸ τοῦ Πάπα Κλήμεντος Δ΄(περιλαμβανομένου του filioque), διεδήλουν τὴν ἀποδοχὴν τῆς Ρωμαϊκῆς πίστεως καὶ τῶν Ρωμαϊκῶν πρωτείων. Προέτεινεν, ἐν τούτοις, ὅπως ἐπιτραπῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν νὰ διατηρήση τὸ ἰδικόν της σύμβολον πίστεως ὡς ἀπηγγέλλετο πρὸ τοῦ σχίσματος, καθὼς καὶ τοὺς ἰδικούς της ἐκκλησιαστικούς τύπους, «ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν συνεκρούοντο πρὸς τὰς οἰκουμενικὰς συνόδους καὶ τὰς γραφὰς τῶν πατέρων τῆς ἐκκλησίας τὰς ἀναγνωριζομένας ὑπὸ τῶν συνόδων» (Ὁ αὐτοκράτωρ εἶχε συμβουλεύσει τοὺς ἀντιπροσώπους του νὰ προβοῦν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας δημοσία πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου).

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Ανδρονίκου, πιθανῶς συντεταγμένης κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μὲ τὴν τοῦ πατρός του, ἀνεγνώσθη ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ κλήρου. Οἱ Ἕλληνες ἐπίσκοποι, ἐπιμαρτυροῦντες τὰς αὐτοκρατορικὰς προσπαθείας διὰ τὸν προσεταιρισμὸν τῶν ἀντι - ἑνωτικῶν 15, διεδήλουν τὴν προσχώρησίν των εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ ἐπληροφόρουν τον Πάπαν ὅτι ἂν ἡ παροῦσα σύνοδος ἀπέβαινεν επιτυχής, ὁ νῦν κατέχων τὸν τίτλον Πατριάρχης Ιωσήφ, θὰ παρητεῖτο τοῦ ἀξιώματός του. Ἡ ἐπιστολὴ ἐτελείωνε μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι μὲ τὴν παπικὴν ἔγκρισιν τῶν δηλώσεων τῶν Ἑλλήνων ἀπεσταλμένων, οἱ ἐπίσκοποι θὰ ἐχορήγουν εἰς τὴν ῾Αγίαν Ἕδραν «ἅπαντα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸ τοῦ σχίσματος» — μία μᾶλλον ἀμφίβολος παραχώρησις, δεδομένου ὅτι αἱ παπικαὶ ἀξιώσεις εἶχον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκδηλωθῆ μόνον μετὰ τὴν σύγ κρουσιν τοῦ 1054, μεταξὺ τοῦ Πάπα Λέοντος Θ΄ καὶ τοῦ Πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου.

Τέλος, ἡ ὑπερτάτη στιγμὴ ἔφθασεν. Ὁ Γεώργιος Ακροπολίτης, ὡς αὐτοκρατορικὸς πληρεξούσιος, ὡρκίσθη ἐν ὀνόματι τοῦ Αὐτοκράτορος ὅτι ἀπαρνεῖται τὸ σχίσμα, ὁμολογεῖ τὴν ἀληθῆ, ἁγίαν καὶ ὀρθόδοξον πίστιν ὡς ἐκφράζεται ἐν τῇ αὐτοκρατορικῇ ἐπιστολῇ, καὶ τελευταῖον, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ πρωτεῖον τῆς Ρωμαϊκῆς ἐκκλησίας «εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Αὐτοκράτωρ ἐπέστρεψεν αὐτοβούλως».

᾿Αφοῦ συνετελέσθη ἡ ἐπίσημος αὕτη πρᾶξις, ὁ Πάπας ἔψαλε τὸ Te Deum, καὶ ὡμίλησεν ἐκφράζων τὴν ἀγαλλίασίν του διὰ τὸ γεγονός, καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁλόκληρος ἡ συνάθροισις ἀπήγγειλε τὸ σύμβολον τῆς πίστεως Λατινιστί. Τὸ σύμβολον ἐπανελήφθη ἀμέσως Ἑλληνιστί μετὰ τοῦ «καὶ τοῦ υἱοῦ» ὑπὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁμοῦ μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἐπισκόπων καὶ ἡγουμένων τοῦ Βασιλείου τῆς Σικελίας, οἵτινες ἂν καὶ ἀκολουθοῦντες τὸ Ἑλληνικὸν τυπικόν, εἶχον ἑνωθῆ μετὰ τῆς Ρώμης ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνόδου τοῦ Μπάρι (1098). Μὲ τὴν κανονικὴν ἀπαγγελίαν τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως ἔληξεν ἡ ἀφιερωμένη εἰς τὴν ἕνωσιν συνεδρία. Ητο μία ιστορική τελετή, δεδομένου ὅτι διὰ πρώτην φοράν μετὰ δύο καὶ πλέον αἰῶνας, οἱ μεγάλοι κλάδοι τῆς Χριστιανοσύνης, Ανατολικὸς καὶ Δυτικός, ἦσαν καὶ πάλιν εἰς θρησκευτικὴν κοινωνίαν. Εν τούτοις, ἡ ἐπιτευχθεῖσα συμφωνία ἐν Λυών, ἦτο μᾶλλον φαινομενικὴ παρὰ πραγματική, ἐπειδή, ἐνῶ ὁ Αὐτοκράτωρ εἶχεν ὑποταγῆ προσωπικῶς εἰς τὴν Ρώμην, ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός του δὲν εἶχον ὑποταγῇ, καὶ οὕτω ἡ σημασία τῆς συνόδου θὰ ἔμενεν ἐπὶ αἰῶνας ἀντικείμενον βιαίων ἀντεγκλήσεων. Οἱ Λατίνοι, θεωροῦντες τὴν σύνοδον ταύτην ὡς οἰκουμενικήν, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ συνομολογηθεῖσα ένωσις ἐδέσμευε τοὺς Ἕλληνας. Διὰ τοὺς Ἕλληνας ὅμως αὕτη ἦτο μία «ληστρική σύνοδος», διότι μόνον ἀντιπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ὄχι τῶν ὀρθοδόξων πατριαρχείων ἔλαβον μέρος. Περὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτῆρος τῆς συνόδου ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων βλ. τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πάπα Βενεδίκτου ΙΒ΄ πρὸς τὸν βασιλέα τῆς Νεαπόλεως Ροβέρτον ἐν Raynaldus, ἔτ. 1339, παραγρ. 21, καὶ ἰδίως μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Βαρλαὰμ πρὸς τὸν πάπαν (του 1339).

Ολίγας ἡμέρας μετὰ τὴν τελετήν τῆς ἑνώσεως, οἱ Ἕλληνες ἀπεσταλμένοι ἀνεχώρησαν ἐκ Λυών, λαβόντες ὡς δῶρα τιάρας, μίτρας καὶ δακτυλίους, «τὰ συνήθη στολίσματα τῶν Λατίνων ἀρχιερέων», ὡς πληροφορούμεθα μᾶλλον εἰρωνικῶς ἀπὸ τὸν Παχυμέρην. Οἱ ἀπεσταλμένοι, συμφώνως πρὸς τὸν αὐτὸν συγγραφέα, δὲν ἐπέστρεψαν ἀμέσως εἰς τὴν ᾿Ανατολήν, ἀλλὰ διῆλθον τὸ θέρος μετὰ τοῦ Πάπα, πιθανῶς ἐν Ρώμῃ, ἢ εἰς τὸ παπικὸν παλάτιον τοῦ Βιτέρβο. Μόνον κατὰ τὸ τέλος τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1274, ὁμοῦ μετὰ τῶν παπικῶν νουντσίων, ἔφθασαν καὶ πάλιν εἰς Κωνσταντινούπολιν, μὲ νέας ἐπιστολὰς τοῦ Πάπα ἀπευθυνομένας πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν υἱόν του, καὶ τὸν Βυζαντινὸν κλῆρον. Τί ὑποδοχὴ τοὺς ἐπεφυλάσσετο, ἐν τούτοις, ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς πρωτευούσης, θὰ τὸ ἴδωμεν περαιτέρω.

Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΛΗΦΘΕΙ  ΧΩΡΙΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΜΟΝΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΕΡΗ ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΟΣΜΙΟΥ ΔΟΞΗΣ.
 ΚΑΙ ΤΟΤΕ Ο ΜΑΛΕΑΣ ΔΕΝ ΕΠΕΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΙΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗΣ ΣΥΚΙΑΣ.

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις - Γιαννάκοπουλος Κ. (2)

 Συνέχεια από: Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Εισαγωγή

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙ

Τὴν Δευτέραν τοῦ Πάσχα του 1282(1) οἱ κώδωνες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύ ματος ἐκάλουν τοὺς πιστοὺς τοῦ Παλέρμου εἰς τὸν ἑσπερινόν. Ἡ κλῆσις κατέληξεν εἰς τὴν γνωστὴν ἐπανάστασιν τῶν Σικελῶν, ἡ ὁποία ἀπέβη μοιραία διὰ τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν τοῦ Βυζαντίου. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς κυριαρχίας τῆς Δύσεως ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐματαιώθη. Τὸ Βυζάντιον διέφυγε μίαν δευτέραν λατινικὴν κατάκτησιν.

Αἱ σχέσεις Ελλήνων καὶ Λατίνων2, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ τοῦ Η΄ (1258 - 1282), ἀποτελοῦν τὸ θέμα τῆς παρούσης εργασίας. Η σταδιοδρομία τοῦ Αὐτοκράτορος τούτου ἐξετάζεται μέχρι καὶ τῶν γεγονότων τοῦ Σικελικοῦ Ἑσπερινοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ τὴν κορύφωσιν τῆς διαμάχης Βυζαντίου καὶ Δύσεως. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας ἐπὶ τῆς Βασιλίδος μετά παρέλευσιν ἡμίσεος αἰῶνος λατινικῆς κατοχῆς, δὲν ἀνέκοψε τὴν διείσδυσιν τῆς λατινικῆς ἐπιρροῆς ἐντὸς τῆς Αὐτοκρατορίας. Αντιθέτως. Ἡ ἀποκατάστασις αὕτη ἐπηύξησε τὴν ἐχθρότητα τῆς Δύσεως, ἡ ὁποία ἐξηκολούθει νὰ ἀποβλέπη εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐπὶ τοῦ Βυζαντίου κυριαρχίας της. Τὰ προβλήματα ἦσαν δυσχερέστατα καὶ ἀπήτουν ἀμέσους λύσεις. Παρὰ ταῦτα, αἱ ἐξαίρετοι ἱκανότητες τοῦ Μιχαὴλ ἐπέτρεψαν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀνταποκριθῆ εἰς τὰ προβλήματα ταῦτα, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἢ ἀποτυχία τῶν ἑλιγμῶν του δὲν θὰ ἀπέληγεν ἁπλῶς εἰς τὴν πολιτικὴν κυριαρχίαν τῆς Δύσεως ἐπὶ τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ πιθανῶς εἰς τὸν Ἐκλατινισμὸν τῶν Ἑλλήνων3. Απετέλει δὲ τοῦτο τὸν μέγιστον φόβον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αἱ ἐπιτυχίαι τοῦ Μιχαὴλ καθιστοῦν πράγματι τὴν περίοδον τῆς βασιλείας του ἀποφασιστικὴν διὰ τὴν μετέπειτα ἱστορίαν ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως.

Αξονα τῶν διπλωματικών προσπαθειῶν τοῦ Μιχαὴλ ἀπετέλεσεν ἡ ἀσκηθεῖσα ἔναντι τῆς ῾Αγίας Έδρας πολιτική κατευνασμού. Η Αγία Έδρα διετήρει εἰσέτι σχεδόν πλήρη τὴν ἰσχύν της, μόνη δὲ ἡ πολιτική αὕτη ἦτο δυνατόν νὰ σώση τὴν Ἑλληνικὴν Αὐτοκρατορίαν. Εἰς τὴν Σύνοδον τοῦ Λουγδούνου (6 Ἰουλίου 1274) υπεγράφη ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, αὕτη δὲ κατέληξεν εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς οἱονεὶ παπικοῦ προτεκτοράτου ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ Βυζάντιον προσεδέθη εἰς τὸ πολιτικὸν σύστημα τῆς Δύσεως.

Σειρὰ προβλημάτων ὀρθοῦντο ἐνώπιον τοῦ Αὐτοκράτορος: ἡ συνεχής ἀντιζηλία Γενούης καὶ Βενετίας διὰ τὴν ἐμπορικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐδαφῶν τῆς Αὐτοκρατορίας, αἱ φιλοδοξίαι τῆς ῾Αγίας Έδρας, ὅπως καθυποτάξη τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν εἰς τὴν Ρώμην καί, τῇ βοηθείᾳ τῶν Ἑλλήνων, ἀναλάβη σταυροφορίαν ὑπὲρ τῶν Αγίων Τόπων· ἡ πολιτική τέλος καὶ αἱ φιλοδοξίαι τοῦ Μαμφρέδου, τοῦ Βαλδουΐνου, τοῦ Λουδοβίκου τοῦ Θ' καὶ τῶν ἡγετῶν τῆς Καστίλλης, τῆς ᾿Αραγωνίας, τῆς Πίζης καὶ τοῦ Μονφερράτου.

Τὰ ὀξύτερα, ἐν τούτοις, τῶν προβλημάτων προκύπτουν ἐκ τῶν φιλοδοξιῶν τοῦ Καρόλου τοῦ ᾿Ανδεγαυοῦ. Οὗτος ἐπιτυγχάνει νὰ ὀργανώση συνασπισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον συμμετέχουν ὄχι μόνον οἱ Λατῖνοι τῆς Δύσεως ἀλλὰ σχεδὸν οἱ πλεῖστοι τῶν Σλαβικῶν καὶ ᾿Ανατολικῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι περιβάλλουν τὴν Κωνσταντινούπολιν. Η δραματική μονομαχία Καρόλου και Μιχαήλ, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἀναφέρεται τὸ τελευταῖον τμῆμα τοῦ βιβλίου τούτου, ἀποτελεῖ μίαν τῶν πλέον συναρπαστικῶν σελίδων ὁλοκλήρου τῆς μεσαιωνικῆς ἱστορίας. Ελπίζεται ὅτι ἡ παρουσίασις τῶν γεγονότων θὰ συντελέση εἰς τὴν πλήρωσιν ὑπάρχοντος κενοῦ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς βασιλείας τοῦ Καρόλου4.

Ἕτερον πρόβλημα ἀπετέλει ὁ τουρκικός κίνδυνος. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ἀμέσων σκοπῶν τῆς παρούσης εργασίας, ἐλήφθη ἐν τούτοις ὑπ' ὄψιν, καθ᾿ ὃ μέτρον ὁ κίνδυνος οὗτος ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς ἀσκηθείσης ἔναντι τῆς Δύσεως πολιτικῆς. Ἡ κατηγορία ὅτι ὁ Μιχαὴλ παρημέλησε τὰ ἀσιατικά σύνορα, πρέπει, ἐν μέρει τουλάχιστον, νὰ ἀναθεωρηθῆ ὑπὸ τὸ φῶς τῶν τολμηρῶν σχεδίων του. Συνίσταντο δὲ τὰ σχέδια ταῦτα εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν λατινικῶν δυνάμεων πρὸς ἀνάκτησιν τῶν ἀπολεσθέντων βυζαντινῶν ἐδαφῶν.

Τὸ περίπλοκον τῆς σταδιοδρομίας τοῦ Μιχαὴλ μὲ ὑπεχρέωσε νὰ ἀκολουθήσω μίαν σχετικώς κανονικήν χρονολογικὴν σειράν. Τὰς μετὰ τῶν Λατίνων σχέσεις ἀπέφυγον νὰ ἐκθέσω βάσει ευρυτέρων διαιρέσεων. Ἐντὸς ἑκάστου κεφαλαίου προσεπάθησα να τηρήσω ώρισμένην κατά θέματα διάταξιν (ἐκκλησιαστικαὶ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ρώμης, πολιτικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ σχέσεις μετὰ τῆς Βενετίας καὶ τῆς Γενούης, συγκρούσεις εἰς τὴν Πελοπόννησον κλπ.). Δύναται διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὁ ἀναγνώστης νὰ ἀντιληφθῆ ἀμέσως τὴν ἀλληλεξάρτησιν τῶν διαφόρων πλευρῶν τῆς διπλωματίας τοῦ Μιχαὴλ ἐντὸς τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν γεγονότων. Αποτελεῖ δὲ ὁ τρόπος οὗτος τὴν μόνην ἐνδεδειγμένην ὁδὸν διὰ νὰ κρίνη τις τὴν ἐπιτυχίαν μιᾶς πολιτικῆς προβαλλομένης ἐπὶ οἰκουμενικῆς κλίμακος.

Ἡ μακρὰ σταδιοδρομία τοῦ στρατιώτου - Αὐτοκράτορος, πιθανῶς τοῦ ἱκανωτέρου διπλωμάτου, τὸν ὁποῖον ἔχει νὰ παρουσιάση τὸ Βυζάντιον, διηρέθη εἰς τρία μεγάλα τμήματα. Τὸ πρῶτον ἀναφέρεται εἰς τὴν περίοδον τῆς ζωῆς τοῦ Μιχαὴλ εἰς τὴν Νίκαιαν. Εἰς τοῦτο ἀναλύεται ἡ πρώτη περίοδος τῆς σταδιοδρομίας τοῦ Μιχαήλ, ὁ σφετερισμὸς τοῦ θρόνου τῆς Νικαίας, ἡ νίκη εἰς Πελαγονίαν καὶ ἡ κατάληψις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ δεύτερον τμῆμα ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς πρωτευούσης καὶ τὰ πρῶτα κρίσιμα ἔτη τῆς ἀποκατασταθείσης Αυτοκρατορίας. Ἡ προσοχή μας ἐστράφη πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ὁ Αὐτοκράτωρ, ἰδιαιτέρως δὲ ἠσχολήθημεν μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ἀπειλῆς ἐπιβολῆς ἀντιποίνων ἐκ μέρους τῶν Βενετῶν. Μᾶς ἀπησχόλησεν ὡσαύτως τὸ πρόβλημα τῆς μεταχειρίσεως τῶν ἐντὸς τῆς πρωτευούσης μειονοτήτων. Εἰς τὴν μελέτην μου περιέλαβον καὶ τὴν διαμάχην ῾Αγίας Έδρας καὶ Μαμφρέδου. Αμφότεροι εὑρίσκοντο εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ ἐκπτώτου Λατίνου Αὐτοκράτορος.

Τὸ τρίτον τέλος τμῆμα τῆς παρούσης εργασίας καλύπτει τὴν πλέον συναρπαστικὴν φάσιν τῆς ἀρχῆς τοῦ Μιχαήλ. Περιλαμβάνει τοῦτο τοὺς δεκαπεν ταετεῖς ἀγῶνας τοῦ Αὐτοκράτορος κατὰ τοῦ Καρόλου τοῦ ᾿Ανδεγαυοῦ, βασιλέως τῆς Σικελίας. Αἱ φιλοδοξίαι του Καρόλου ἔναντι τοῦ Βυζαντίου καὶ ἡ ἀπεγνωσμένη ἀντίστασις τοῦ Μιχαὴλ παρασύρουν εἰς τὴν διένεξιν ἐκείνην σχεδὸν ὁλόκληρον τὴν περιοχὴν τῆς Μεσογείου. Αἱ δυνάμεις τῆς ἐποχῆς συνεμάχησαν πράγματι μὲ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην παράταξιν. Διὰ νὰ σώση τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἀπειλὴν τοῦ Καρόλου, ὁ Μιχαὴλ δὲν ἐδίστασε νὰ δεσμεύση τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν. Αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν διαφόρων Παπῶν, ἀπολήγουν εἰς τὴν συναφθεῖσαν τὸ ἔτος 1274 συμφωνίαν τοῦ Λουγδούνου καὶ συνεχίζονται μέχρι τῆς ρήξεως τῆς ἑνώσεως τὸ 1281. Αὗται ἐξετάζονται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ τόσον, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῆς ῾Αγίας Έδρας. Τὸ βιβλίον κλείει μὲ τὴν κατάρρευσιν τῶν σχεδίων του Καρόλου συνεπείᾳ τῶν γεγονότων τοῦ Σικελικοῦ Ἑσπερινοῦ, ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὁποίου παραμένει δυσχερής. Διὰ πρώτην φορὰν ἀναλύεται ἐνταῦθα ὁ ρόλος τοῦ Μιχαὴλ Παλαιολόγου εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην μὲ πλήρη στοιχεῖα. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι αἱ διπλωματικαὶ διαπραγματεύσεις καὶ αἱ στρατιωτικαὶ συγκρούσεις αποτελοῦν, κατ᾿ ἀνάγκην, τὸ ἐπίκεντρον τῶν συζητουμένων θεμάτων, ἡ προσοχή μας ἐστράφη, ἄνευ διαταράξεως τῆς ἀκολουθίας τῆς ἱστορήσεως, ὅσον τοῦτο ἦτο δυνατόν, καὶ πρὸς τὴν κοινωνικὴν πλευρὰν τῶν σχέσεων Ἑλλήνων καὶ Λατίνων6. Συζητοῦνται δὲ οἱ λόγοι τῆς ἀρνήσεως τῶν Ἑλλήνων ὅπως δεχθοῦν τὴν μετὰ τῆς Ρώμης ἐκκλησιαστικὴν ἕνωσιν, παρὰ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο νὰ ἀπειλῆ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐὰν ἡ συμφωνία αὕτη ἐματαιώνετο.

Παρὰ τὰ ἐπικρατοῦντα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῆς Δύσεως αἰσθήματα, ὁ Μιχαὴλ ἠδυνήθη να χρησιμοποιήση ἐπιτυχῶς τοὺς Λατίνους εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, ὡς διερμηνεῖς, μυστικούς πράκτορας, διοικητὰς τῶν στόλων καὶ τῶν στρατευμάτων του. Εἰς ὡρισμένους ἐκ τούτων ἀπενεμήθησαν τίτλοι εὐγενείας καὶ παρεσχέθησαν δικαιώματα ἐπὶ βυζαντινῶν ἐδαφῶν, βάσει ἐθίμων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν οἱονεὶ συνδυασμὸν τῶν κρατούντων, τόσον εἰς τὸ Βυζάντιον ὅσον καὶ εἰς τὴν Δύσιν. Παρὰ ταῦτα, ἡ ἔντασις τῆς λατινικῆς διεισδύσεως κατὰ τὴν περίοδον ταύτην δὲν ἐπηρεάζει τὴν κοινὴν συνείδησιν τῶν Ελλήνων, ὅτι οὗτοι ἦσαν βασικῶς διάφοροι τῶν Λατίνων. Τὴν αὐτήν ἄποψιν συνεμερίζετο καὶ ἡ Δύσις. Ἡ ἀνάμνησις τῆς ἑλληνικῆς ἀνειλικρινείας εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς συναφθείσης διὰ τῆς Συνόδου του Λουγδούνου ενώσεως, ἐξηγεῖ τὴν ἀποτυχίαν τὴν ὁποίαν ἐσημείωσαν αἱ προσπάθειαι παροχῆς ἀποτελεσματικῆς βοηθείας ἐκ μέρους τῆς Δύσεως πρὸς τὸ Βυζάντιον διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν Τούρκων.

Τὸ ρῆγμα Ἑλλήνων καὶ Λατίνων ἀπετέλεσε ἀληθῆ τραγωδίαν διὰ τὸν μεσαιωνικὸν χριστιανικὸν κόσμον, δὲν ἐμελετήθη δὲ μέχρι σήμερον ἐπαρκῶς καὶ ἐν συνδυασμῷ, τόσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Βυζαντίου ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς Δύσεως. Η ρήξις αὕτη ἀποτελεῖ τὸ θέμα τοῦ βιβλίου τούτου.


Σημειώσεις

1. Διὰ τὴν ἡμερομηνίαν βλ. Κεφ. 14, σημ. 101.

2. Ο όρος «Λατίνοι» ἀναφέρεται εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Δύσεως - Γάλλους, Γερμανούς, Καστιλλιάνους, "Αραγωνίους καὶ κυρίως εἰς τοὺς Ἰταλοὺς καὶ Σικελούς. Ωσαύτως εἰς πρόσωπα Δυτικής κατα γωγῆς διαμένοντα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ᾿Ανατολήν.

3. Διὰ τὸν φόβον τοῦ Ἐκλατινισμοῦ βλ. Ιδιαιτέρως Κεφ. 11, τμήμα 2. Από πολιτισμικῆς ἀπόψεως, δύναται νὰ σημειωθῆ, ὅτι ἡ λατινική κυριαρχία πιθανὸν θὰ ἀνέκοπτε, ἐὰν δὲν ἠμπόδιζε, τελείως, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς λεγομένης ᾿Αναγεννήσεως τῶν Παλαιολόγων του 18ου μέχρι καὶ τοῦ 15ου αἰῶνος, τόσον σημαντικῆς ἀπὸ ὡρισμένων πλευρῶν διὰ τὴν ἐπίδρασιν της ἐπὶ τῆς ᾿Αναγεννήσεως ἐν Ιταλία.

4. Ἡ σημαντικὴ ἐργασία τοῦ E. Jordan, Les origines de la domination Angevine en Italie (Paris, 1909), ἐπεκτείνεται μόνον μέχρι τῆς ἐνθρονίσεώς του καὶ τῆς νίκης του εἰς Tagliacozzo το 1268.

5. Βλ. Ρ. Wittek, Das Fürstentum Mentesche (Istanbul, 1934) 16 κέ., 24 κέ.∙ πρβλ. G. Arnakis, Οι Πρῶτοι Οθωμανοί (᾿Αθῆναι 1947), 37 κέ.. G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, μεταφρ. J. Hussey (Cambridge, 1956) 438∙ καὶ Λ. Vasiliev, History of the Byzantine Empire (1952), 599, 603.

6. Βλ. Κεφ. 1, κείμενον καὶ σημειώσεις 23-34α∙ Κεφ. 2, σημ. 57 και 61∙ Κεφ. 6, passim∙ Κεφ. 10, τμήμα 3∙ Κεφ. 11, τμῆμα 2.

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Ο Αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος και η Δύσις - Γιαννάκοπουλος Κ. (1)

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Η ΔΥΣΙΣ 1258-1282

ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ-ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΔΟΣΙΝ

Παρὰ τὸν αὐξανόμενον ἀριθμὸν τῶν ἐργασιῶν αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὰ τελευταία ἔτη ὑπὸ τῶν ἐρευνητῶν διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς μελέτης τῆς Βυζαντινῆς ἱστορίας, σημαντική ερευνητική εργασία ἀπομένει ακόμη να γίνη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων, τῆς περιόδου ἥτις ἐκτείνεται ἀπὸ τὸ 1261 μέχρι τοῦ 1453 καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ ἀποκορύφωμα τῆς μακρᾶς ἱστορίας τοῦ Βυζαντίου. Διὰ τοὺς συγχρόνους Ελληνας ἡ ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων εἶναι ἰδιαιτέρως μεγάλης σημασίας, διότι ἀποτελεῖ μίαν γέφυραν πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς Νεωτέρας Ελλάδος. Πράγματι, δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον πρέπει νὰ ἀναζητηθούν ὡρισμέναι ρίζαι τοῦ Νεωτέρου Ελληνικού Εθνους. Πρὸς τὸ τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου ἀνευρίσκομεν πάλιν, μετὰ ἀπὸ αἰώνων άχρηστίαν, τὸν ὅρον «Ελλην» να χρησιμοποιῆται διὰ τὸν λαὸν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία, τελικῶς, περιωρίσθη εἰς τὰς καθαρῶς ἑλληνικάς περιοχὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Πελοποννήσου καὶ εἰς μίαν ἢ δύο νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ἐπὶ πλέον, κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν τῶν δύο αἰώνων ἐπραγματοποιήθη ή περίφημος ᾿Αναγέννησις τῶν Παλαιολόγων εἰς τὴν τέχνην καὶ τὰ γράμματα, ἡ ὁποία, όπως γίνεται συνεχώς περισσότερον ἀντιληπτόν, ἔσχε μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως τόσον τοῦ νεωτέρου Ελληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅσον καὶ τοῦ Δυτικοῦ ἐν γένει1.

Καὶ μόνον δι᾿ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ βασιλεία τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Δυναστείας τῶν Παλαιολόγων, τοῦ Αὐτοκράτορος Μιχαήλ Η' τοῦ Παλαιολόγου, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι θεμελιώδους σημασίας. Διότι ὁ Μιχαὴλ ἦτο αὐτὸς ὁ ὁποῖος, τὸ 1261, μετὰ τὴν διαβόητον Τετάρτην Σταυροφορίαν καὶ πεντήκοντα ἑπτὰ ἔτη λατινικῆς κατοχῆς ἐπέτυχε τελικῶς νὰ ἐκβάλη τοὺς Λατίνους ἀπὸ τὴν ΚΠολιν καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἐκ νέου πρωτεύουσαν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἐκ τῆς παλινορθώσεως αὐτῆς, ὡς ἦτο φυσικόν, προέκυψαν πολλὰ σοβαρά προβλήματα διὰ τὸν Μιχαήλ, στρατιωτικά, πολιτικά, θρησκευτικά και κοινωνικά. Ένας τεράστιος συνασπισμός ἐχθρῶν ἐδημιουργήθη βαθμιαίως ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς, συμπεριλαμβάνων οὐχὶ μόνον, σχεδόν ὅλους, τοὺς ἐχθροὺς τῆς Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μερικούς Βαλκανίους Σλαύους καὶ ὡρισμένα κράτη της Μέσης Ανατολῆς. Μὲ τὸν λαμπρὸν δὲ χειρισμὸν μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπισε αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς, Σικελούς, Γάλλους, Παπισμόν, Βενετούς, ᾿Αλβανούς, Βουλγάρους, Σέρβους, ἀκόμη καὶ ἄλλους Ελληνας, ο Μιχαὴλ ἀπέδειξε ὅτι δὲν ἦτο μόνον ὁ ἐξοχώτερος διπλωμάτης τὸν ὁποῖον ἀνέδειξε τὸ Βυζάντιον, ἀλλ᾽ ἴσως ὁ πλέον ἱκανὸς διπλωμάτης ολοκλήρου τοῦ μεσαιωνικοῦ κόσμου. Πρὸς τὸ τέλος τῆς Βασιλείας του, ὅταν ὁ Μιχαὴλ εὑρέθη ἀντιμέτωπος μὲ τὴν κρισιμωτέραν κατάστασιν πού ποτὲ ἀντίκρυσε μεσαιωνικὸς ἦγεμῶν καὶ ἐφαίνετο ὅτι ἡ πρωτεύουσά του θὰ ἔπιπτε εἰς χεῖρας τοῦ μεγάλου του ἀντιπάλου Βασιλέως Καρόλου τῆς Σικελίας, ὁ Μιχαήλ μὲ τὸ πλέον ἐντυπωσιακόν στρατήγημά του, ἐπέτυχε (δὲν εἶχε ὡς τώρα τεκμηριωθή) να παίξη ἕνα αποτελεσματικὸν ρόλον εἰς τὴν ὑποδαύλισιν τῆς περιφήμου εξεγέρσεως του Σικελικοῦ Ἑσπερινοῦ. Διὰ τῆς ἀνακτήσεως τῆς ΚΠόλεως καὶ τῶν διπλωματικῶν προσπαθειών του διὰ τὴν ἀνάκτησιν ὅλων τῶν ἄλλοτε ἑλληνικῶν εδαφών, ὁ Μιχαήλ, ὡς «Νέος Κωνσταντίνος», όπως ἀποκαλεῖται εἰς τὰς πηγὰς, δυνατόν ἴσως νὰ θεωρηθῇ ἀκόμη καὶ ὁ πατὴρ τῆς περιφήμου Ελληνικής Μεγάλης Ιδέας. Διότι μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς ΚΠόλεως, ὁ Μιχαήλ, εκάλεσε εἰς μίαν μεγάλην συγκέντρωσιν τὸν λαόν του καὶ ἀπηυθύνθη πρὸς αὐτὸν ὡς ἀκολούθως: Εάν πρό ὀλίγου ανακατελάβομεν τὴν πόλιν παρὰ τὰς προσπαθείας τῶν Λατίνων να την ὑπερασπίσουν... τοῦτο εἶναι μόνον ἀποτέλεσμα τῆς Θείας Δυνάμεως. Ο Θεός ἠθέλησε νὰ μᾶς γνωρίση ὅτι ἡ κατοχὴ αὐτῆς τῆς πόλεως ἦτο χάρις εξαρτωμένὴ ἀπὸ τὴν καλοκαγαθίαν Του. Αὐτὸς ἐπεφύλαξε διὰ τὴν βασιλείαν μας αὐτὴν τὴν χάριν, ἥτις μᾶς ὑποχρεώνει εἰς αἰωνίαν ὀφειλὴν καὶ διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς, μᾶς ἔδωσε τὴν ἐλπίδα ν' ἀνακτήσωμεν τὰς ἐπαρχίας τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπολέσει». Όπως ὁ ἴδιος ὁ Μιχαήλ έγραφε βραδύτερον επαιρόμενος σχετικῶς μὲ τὴν ἀνάκτησιν τῆς Πρωτευούσης: «Τότε ή ΚΠολις, ή Μεγαλόπολις, ἡ Βασιλεύουσα..., ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ, θὰ ἐφαίνετο, ἔνδοξος καὶ ὑπερήφανος ὅπως ἄλλοτε... οὐχὶ πλέον ἀκούουσα τὴν συγκεχυμένην γλώσσαν ἡμιβαρβάρου λαοῦ, ἀλλὰ τὴν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, νῦν ὁμιλουμέν τὴν ὀρθῶς ὑπὸ πάντων.»

Αὐτὰ εἶναι τὰ αἰσθήματα οὐχὶ τόσον ἑνὸς Λέοντος Γ' ἢ ἑνός Ἰουστινιανοῦ, ἀλλὰ σχεδὸν ἑνὸς Ἕλληνος πατριώτου τῆς Νεωτέρας Ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος φλεγόμενος ἀπὸ ἀγάπην διὰ τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ τὸν πολιτισμόν, ἐπιθυμεῖ νὰ συνενώση ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν ἀπάσας τὰς ἀπολεσθείσας Ελληνικάς ἐπαρχίας.

Ἐνῶ ἡ βασιλεία τοῦ Μιχαὴλ ἔτεινε νὰ ἐξυψώση τὸ βυζαντινὸν γόητρον καὶ νὰ ἐνισχύση τὸν πατριωτισμὸν τῶν ῾Ελλήνων, πρέπει συνάμα να σημειωθῆ, ὅτι διὰ τῆς ἀπασχολήσεως του μὲ τὸν κίνδυνον μιας νέας Δυτικῆς εἰσβολῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφιερώση τὴν δέουσαν προσοχὴν πρὸς τὰ ἐκ Μ. Ασίας σύνορα. Ούτω, οι Οθωμανοί Τούρκοι ἠδυνήθησαν νὰ κάμουν τὴν πρώτην μοιραίαν εισβολήν των εἰς τὴν Δυτικὴν ᾿Ανατολίαν. Επί πλέον, ὀφείλομεν να τονίσωμεν ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ἀποφάσεώς του ν' ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Πάπα δι' υποστήριξιν (οἱ ἐχθροί του κατηγόρησαν αὐτόν, πιθανὸν ἀδικαιολογήτως όπως θὰ ἴδωμεν, ὡς Λατινόφρονα) ὁ Μιχαὴλ ἀκουσίως συνετέλεσε εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς βαθείας διαιρέσεως ἐντὸς τῆς Αὐτοκρατορίας του μεταξύ φιλο - Δυτικῶν καὶ ἀντι - Δυτικών. Η διαίρεσις αὕτη ἐπρόκειτο να κερματίση καὶ νὰ βασανίση τὸν ἑλληνικὸν λαόν μέχρι καὶ τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς Αὐτοκρατορίας του, καὶ νὰ φθάση ἀκόμη καὶ μέχρι τῶν νεωτέρων χρόνων. Μετὰ τὸν Μιχαήλ, ἕκαστος ἐκ τῶν διαδόχων του Παλαιολόγων Αὐτοκρατόρων θα ήκουλούθει, πράγματι, εἰς ὡρισμένην στιγμήν, τὸν τύπον τῆς διπλωματίας τὸν καθιερωθέντα ὑπ' αὐτοῦ, τῆς ἀναζητήσεως διὰ διαπραγματεύσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως μετὰ τοῦ Παπισμοῦ, μὲ τὸν σκοπόν, νὰ ἐξασφαλίση στρατιωτικὴν βοήθειαν ἐναντίον ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν ἀπειλούντων τὴν πρωτεύουσαν. Όπως θὰ ἴδωμεν, αἱ διαπραγματεύσεις τοῦ Μιχαὴλ μετὰ τοῦ Πάπα ἐκορυφώθη σαν κατά το 1274, εἰς τὴν περίφημον Σύνοδον τῆς Λυῶνος, ἡ ὁποία, ἂν καὶ ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐγκατέστησεν ἐν κεντρικών γεγονός εἰς ὁλόκληρον τὴν μετέπειτα Βυζαντινὴν ἱστορίαν. Πράγματι, ἡ ἱστορία τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Σύνοδον θὰ ἦτο μεγάλου ἐνδιαφέροντος διὰ κάποιαν σύγχρονον προσπάθειαν διαπραγματεύσεως διὰ τὴν Ένωσιν τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Δυτικής Εκκλησίας. Κατὰ τὸν ίδιον περίπου τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον οἱ Νεώτεροι Ἕλληνες εἶχον ταυτίσει τὴν θρησκείαν των μὲ τὴν ὑπόστασίν των ὡς Ελλήνων, τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ Βυζαντινού πληθυσμού της βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ ἀντετίθετο ἰσχυρώς εἰς τὴν θρησκευτικήν ένωσιν, ἐπειδὴ ἐφοβεῖτο, όχι μόνον μήπως χάση την ανεξαρτησίαν τῆς ἐκκλησίας του, ἀλλ᾽ ἀκόμη μήπως, ὡς ἐκ τούτου, ἐκλατινισθῆ καὶ χάση τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας του. Καθ' ὅσον ἡ ἀρχικὴ ἔμφασις τοῦ βιβλίου αὐτοῦ βασίζεται ἐπὶ τῶν σχέσεων τοῦ Μιχαήλ μετὰ τῆς Δύσεως, ἔχει ληφθῆ ὑπ' ὄψιν ὁ τουρκικὸς κίνδυνος μόνον ἐφ' ὅσων ἐπηρεάζει τὴν πολιτικὴν ἔναντι τῆς Δύσεως. Εἰς ἑπομένας μελέτας ἐλπίζω νὰ ἀσχοληθῶ ἐν λεπτομερεία, μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Μιχαήλ ἕναντι τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ἐπίσης μὲ τὴν σημασίαν τῆς βασιλείας του ἡ ὁποία ἔθεσε τα θεμέλια τῆς ᾿Αναγεννήσεως τῶν Παλαιολόγων, ώρισμέναι ρίζαι τῆς ὁποίας διαφαίνονται ἤδη κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν περίοδον τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νικαίας.

Ενθαρρυνθεὶς ὑπὸ τῆς εὐνοϊκῆς ὑποδοχῆς ἥτις ἐπεφυλάχθη εἰς τὸ πρῶτον βιβλίον μου τὸ μεταφρασθὲν εἰς τὴν ῾Ελληνικήν, Ελληνες Λόγιοι εἰς τὴν Βενετίας, εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν να προσφέρω εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἀναγνωστικὸν κοινὸν τὴν μετάφρασιν ἑνὸς ἄλλου βιβλίου μου. Το βιβλίον τοῦτο, ἀρχικῶς, ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἀγγλικὴν ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου Harvard ὑπὸ τὸν τίτλον Αὐτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος καὶ ἡ Δύσις, 1258 - 1282 : μία μελέτη ἐπὶ τῶν σχέσεων Βυζαντίου - Λατίνων (1959). Επιθυμῶ ἐνταῦθα νὰ εὐχαριστήσω τον κ. Γ. Βουρνᾶν διὰ τὴν θερμὴν φροντίδα του διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς προσφορᾶς αὐτῆς καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν γνωστὸν ὁμογενῆ, Mr. William Helis Jr, τοῦ ὁποίου τὸ ἐνδιαφέρον ἐπὶ πνευματικῶν θεμάτων ἔκαμε δυνατὴν τὴν παροῦσαν ἔκδοσιν.

Τέλος, ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ἐκδότην κ. ᾿Αθανάσιον Καραβίαν διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς φροντίδος διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ὡς καὶ διὰ τὴν πιστὴν συνεργασίαν του.

Σημειώσεις

1. Βλέπε π.χ., τὴν πρόσφατον ἐργασίαν μου Βυζαντινή Ανατολὴ καὶ Λατινική Δύσης Οι Δύο Κόσμοι της Χριστιανοσύνης κατὰ τὸν Μεσαίωνα καὶ τὴν ᾿Αναγέννησιν (Blackwell, Oxford, καὶ Harpers, New York, 1966).

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΚΔΟΣΙΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΗΓΑΙ

ΜΕΡΟΣ Ι. Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ (1224-1261)

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ. Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ Δ΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΝ (1204)

1. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

2. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΣΦΕΤΕΡΙΣΜΟΣ (1258)

3. Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΣ (1259)

4. ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΗΣΙΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (1260-1261)

5. Η ΑΝΑΚΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΙΣ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ (1261)

ΜΕΡΟΣ ΙΙ. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΕΤΗ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΘΕΙΣΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ (1261-1266)

6. Ο «ΝΕΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ» ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ

7. ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ (1261-1263)

8. ΑΠΟ ΣΕΤΤΕΠΟΤΣΙ ΕΙΣ ΒΕΝΕΒΕΝΤΟ (1263-1266)

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ. Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ, ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΑΝΔΕΓΑΥΟΥ (1266-1282)

9. ΚΑΡΟΛΟΣ Ο ΑΝΔΕΓΑΥΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ (1266-1270)

10. ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ (1270-1274)

11. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΤΗΣ ΛΥΩΝ

12. ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΗΣ ΛΥΩΝ (1274-1277)

13. ΠΑΠΙΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΔΕΓΑΥΙΚΑΙ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ (1277-1281)

14. ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ: Ο ΣΙΚΕΛΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ (1282)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΑΝΔΕΓΑΥΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ

ΕΙΚΟΝΕΣ

ΧΑΡΤΑΙ