Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Jonas - Η έννοια του Θεού μετά το Αουσβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Jonas - Η έννοια του Θεού μετά το Αουσβιτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 2

Συνέχεια από Πέμπτη 22. Ιανουαρίου 2026

ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 2

Μία ἀπὸ Ἰουδαίων φωνή


Μετάφραση Κυριακῆς Μαντέλλου καὶ Ντίνας Σαμοθράκη
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη


ΜΟΥΣΕΣ, Εκδόσεις Αρμός

........Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.......

Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.

Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὑπερβατικὸ ἀφυπνίσθηκε, ἀναγνώρισε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκτοτε παρακολουθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὶς πράξεις του μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα· ἐλπίζει καὶ ἀναζητεῖ, χαίρεται ἢ λυπᾶται, εὐχαριστεῖται ἡ ἀπογοητεύεται, καὶ κάνει –ὅπως θα 'θελα νὰ πιστεύω - αἰσθητὴ τὴν παρουσία του χωρὶς νὰ παρεμβαίνη στὰ δρώμενα τοῦ παγκοσμίου θεάτρου. Εἶναι ἀπίθανο ἄραγε τὸ ὑπερβατικὸ νὰ φωτίζη καὶ νὰ σκιάζη τὸ τοπίο τοῦ ἀνθρώπου 3 κατ' ἀντανάκλασιν τῆς συνθήκης του καθὼς ἡ λάμψη του τρεμοσβήνει μὲ τὶς ταλαντεύσεις τοῦ ζυγοῦ τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων;

Ἰδοὺ ἡ μυθεικασία ποὺ κάποτε συνέθεσα γιὰ νὰ συζητήσω ἄλλα πράγματα. Ἔχει προεκτάσεις θεολογικὲς τὶς ὁποῖες ἄργησα νὰ συν ειδητοποιήσω. Ἐδῶ θέλω νὰ ἀναπτύξω μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ ἀκραιφνεῖς προεκτάσεις της, ἐλπίζοντας ὅτι ἂν μεταγράψω τὶς εἰκόνες σὲ νοήματα θὰ συνδέσω αὐτὸ ποὺ μοιάζει μὲ πα-ράδοξη καὶ αὐθαίρετη προσωπική μου φαντα σία μὲ τὴν ἐπίσημη παράδοση τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκευτικῆς σκέψεως. Ἐπιδιώκω ἔτσι νὰ πλησιάσω κάπως περισσότερο στὴν ἀλήθεια τὴν θεωρία μου ἐρευνώντας ἀπὸ κοντὰ τὰ ση-μεῖα ποὺ διατυπώθηκαν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ.

Κατ' ἀρχὴν ἔκανα σαφῆ λόγο γιὰ ἕνα Θεὸ πάσχοντα ποὺ φαίνεται νὰ ἔρχεται σὲ ἄμεση ἀντίθεση μὲ τὴν βιβλικὴ θεϊκὴ μεγαλειότητα. Βεβαίως ὑπάρχει ἡ χριστιανικὴ ἑρμηνεία τῆς ἐκφράσεως «Θεὸς πάσχων», ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὴν συγχέωμε μὲ τὸν μῦθο μου. Ὁ μῦθος μου δὲν μιλᾶ, ὅπως ὁ Χριστιανισμός, γιὰ ἕνα μοναδικό συμβάν, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ θεότης σὲ ὡρισμένο χρόνο καὶ μὲ σκοπὸ νὰ λυτρώση τὸν ἄνθρωπο ἔστειλε μέρος τοῦ ἑαυτοῦ της νὰ πά-θη (ἐνανθρώπηση καὶ σταύρωση). Ἐὰν κάτι ἀπ' ὅσα εἶπα ἔχη νόημα, αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο ἀπὸ τότε ποὺ δημι ουργήθηκε, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνει ἕνα πάθος τοῦ Θεοῦ. Φυσικά περιλαμβάνει ἐπίσης πάθος ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ δημιουργήματος, αὐτὸ ὅμως εἶναι αὐτονόητο καὶ δεκτὸ ἀπὸ ὅλες τὶς θεολογίες. Ὄχι ὅμως καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς πάσχει μαζὶ μὲ τὴν δημιουργία· αὐτή, ὅπως εἶπα, ἐκ πρώτης όψεως συγκρούεται μὲ τὴν βιβλικὴ παρουσία τῆς θείας μεγαλειότητος. Συγκρούε ται ὅμως πράγματι τόσο ριζικὰ ὅσο φαίνεται μὲ τὴν πρώτη ματιά; Δὲν βρίσκουμε στὴν ἐβραϊκὴ Βίβλο ἕνα Θεὸ ποὺ περιφρονεῖται καὶ ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀγανακτεῖ γι' αὐτό; Δὲν τὸν βλέπομε ἀκόμη καὶ νὰ μετανοῆ ποὺ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, συχνὰ δὲ νὰ ὑποφέρη ἀπὸ τὴν ἀπογοήτευση ποὺ δοκιμάζει ἐξ αἰτίας του – καὶ ἰδιαιτέρως ἐξ αἰτίας τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τους "Ας θυμηθοῦμε τὸν προφή τη Ὡσηὲ καὶ τὸν σπαρακτικὸ θρῆνο τῆς ἀγά-πης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἄπιστη σύζυγο, τὸν λαό του Ισραήλ!

Δεύτερο σημεῖο: Ὁ μῦθος ἀποδίδει τὴν εἰκόνα ἑνὸς Θεοῦ ἐν τῷ γίγνεσθαι, Θεοῦ ὁ ὁποῖος προβαίνει στὸν χρόνο ἀντὶ νὰ κατέχη πληρότη τα ὑπάρξεως ταυτισμένη αἰωνίως μαζί του. Μιὰ τέτοια ἰδέα θεϊκοῦ γίγνεσθαι βρίσκεται σίγουρα σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἑλληνική, πλατω-νικὴ καὶ ἀριστοτελική παράδοση φιλοσοφικῆς θεολογίας, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν χριστιανικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ θεολογική παράδοση σφετερίσθηκε κατὰ κάποιον τρόπο ἕνα κῦρος τὸ ὁποῖο δὲν τῆς ἀνῆκε σύμφωνα μὲ τὰ αὐθεντικὰ ἰουδαϊκὰ κριτήρια (καὶ τὰ χριστιανικὰ ἐπίσης). ᾿Αιδιότης, ἀπάθεια, ἀκινησία, θεω-ρήθηκαν ἀναγκαῖα κατηγορήματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ γίγνεσθαι, ἀντίθεση κλασικὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ γίγνεσθαι ὑστερεῖ καὶ χαρα-κτηρίζει τὸν κατώτερο, ὑλικὸ κόσμο, ἀπέκλει σε κάθε σκιασμὸ τοῦ γίγνεσθαι στὸ καθαρό, ἀπόλυτο εἶναι τῆς θεότητος. Τούτη ἡ ἑλληνικὴ ἀντίληψη δὲν ταίριαξε ποτὲ καλὰ μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν γλῶσσα τῆς Βίβλου· ἀντιθέτως, ἡ ἔννοια ἑνὸς θεϊκοῦ γίγνεσθαι μπορεῖ νὰ ἐναρμονισθῆ καλύτερα μαζί της.

Τι σημαίνει ὅμως ἕνας Θεὸς ἐν τῷ γίγνε σθαι; ᾿Ακόμη κι ἂν δὲν πᾶμε τόσο μακριὰ ὅσο προτείνει ὁ μύθος μας, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς «γίγνεται», τουλάχι στον στὸν βαθμὸ ποὺ ἐπηρεάζεται ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο, κι ἐδῶ «ἐπηρεάζεται» σημαίνει μεταβάλλεται, μεταμορφώνεται. Ακόμη κι ἂν παραβλέψουμε ὅτι ἡ Δημιουργία ὡς δημιουργία, ὡς πρᾶξις καὶ ὡς ὕπαρξις παράγωγη τῆς πράξεως, ἀποτελεῖ ἐν τέλει ἀποφασιστικὴν μεταβολὴ τῆς θείας καταστάσεως, καθ' ὅσον ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πλέον μόνος, ἀκόμη καὶ τότε ἡ ἐς ἀεὶ σχέση του μὲ τὸ δημιούργημα (ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς αὐτὸ ὑπάρξη καὶ εἰσέλθη στὴν ροὴ τοῦ γίγνεσθαι) σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς προσλαμβάνει τὴν ἐμπειρία τοῦ κόσμου καὶ ἐπηρεά ζεται ἀπὸ ὅ,τι συμβαίνει στὸν κόσμο. Πρόκει ται λοιπὸν γιὰ ἀπλῆ σχέση ἐκτεινόμενη σὲ γνώση, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐνδιαφέρον. Ἐὰν λοι πὸν ὁ Θεὸς ἔχῃ τὴν ὁποιανδήποτε σχέση μὲ τὸν κόσμο – ὅπως κατ' ἐξοχὴν δέχεται ἡ θρησκεία ἀπὸ αὐτὴν καὶ μόνο τὸ Αἰώνιο «ἐγχρονίζει ται» καὶ μεταλλάσσεται προοδευτικὰ κατὰ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς κοσμικῆς διαδικασίας.

Ἀπὸ τὰ συνακόλουθα τῆς ἐννοίας τοῦ «γιγνομένου» Θεοῦ εἶναι ὅτι ἀναιρεῖ τὴν ἰδέα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἰδίου. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Νίτσε στὴν χριστιανική μεταφυσική, ἡ ὁποία ἐδῶ συμπίπτει μὲ τὴν ἰουδαϊκή. Ἡ ἰδέα τοῦ Νίτσε ἀποτελεῖ πράγματι τὸν ἀκραῖο συμβολισμὸ μιᾶς στροφῆς πρὸς τὴν ἀπόλυτο ἐγχρονικότητα καὶ ἐμμένεια, μακριὰ ἀπὸ κάθε ὑπέρβαση, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ διασώζη αἰωνία ἀνάμνηση τῶν συμβάντων στὸν χρόνο. Εἶναι δηλαδὴ ἡ ἰδέα ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἐξαντληθοῦν οἱ δυνατὲς ἀντιμεταθέσεις στὴν κατανομὴ τῶν ὑλικῶν στοιχείων, μπορεῖ νὰ προκύψη ἐκ νέου μιὰ διάπλαση τοῦ κόσμου, ὅπου τὰ πάντα ξεκινοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὴν ἀρχή μιὰ φορά, ἀμέτρητες φορές – ὁ τροχὸς τῶν τροχῶν, ὁ τροχὸς τῆς αἰωνίου ἐπιστροφῆς τοῦ Νίτσε. "Αν ὅμως δεχθοῦμε πὼς ἡ αἰωνιότης δὲν μένει ἄθικτη ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει μέσα στὸν χρόνο, τότε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἡ ἐ πιστροφὴ τοῦ ἰδίου, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι πιὰ ὁ ἴδιος, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἔχη διαβῆ τὴν ἐμπειρία μιᾶς κοσμικῆς διεργασίας. Δηλαδή κάθε καινὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ προκύψη μετὰ τὸ τέλος ἑνὸς προϋπάρξαντος, θὰ φέρη μαζί του, κληρονομιά του, τὴν ἀνάμνηση τοῦ προη γουμένου του. Μ' ἄλλα λόγια: ἡ αἰωνιότης δὲν θὰ εἶναι πιὰ ἀδιάφορη καὶ νεκρή, ἀλλὰ θὰ αὐξάνεται μὲ τὴν συσσώρευση τῆς συγκομιδῆς τοῦ Χρόνου.

Στενά συνδεδεμένη μὲ τὴν ἰδέα τοῦ πά-σχοντος ἐν τῷ γίγνεσθαι Θεοῦ εἶναι ἡ ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ ποὺ νοιάζεται ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δὲν εἶναι ἀ-πομακρυσμένος, ξεκομμένος, κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μετέχει σ' αὐτὸ πρὸς τὸ ὁποῖο κατευθύνει τὴν φροντίδα του. "Όποια κι ἂν ἡ ταν ἡ «ἀρχέγονη» κατάσταση τοῦ Θεοῦ, ἔπαψε νὰ παραμένη κλειστὸς στὸν ἑαυτό του ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καταπιάστηκε μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ κόσμου, εἴτε δημιουργώντας τον, εἴτε ἐπιτρέποντας νὰ γεννηθή. Ὅτι ὁ Θεὸς μεριμνᾶ νὰ ὑπάρξουν καὶ νὰ ζήσουν τὰ πλάσματά του, ἀνήκει στὶς πιὸ προσφιλεῖς ἀρχὲς τῆς ἰουδαϊκῆς πίστεως. Ὅμως ὁ μύθος μας τονίζει μιὰν ἄποψη ποὺ κάπως ξενίζει: "Ὅτι αὐτὸς ὁ φροντιστής Θεὸς δὲν εἶναι μάγος, ὁ ὁποῖος μεριμνώντας ἐμπράκτως ἐκπληρώνει αὐτομάτως καὶ τὸν στόχο του. Αντιθέτως: ἀφήνει περιθώριο ἐνεργείας γιὰ τὰ ἄλλα δρῶντα πρόσωπα καὶ συν-δυάζει ἔτσι τὴν μέριμνά του μὲ αὐτά. Εἶναι λοιπὸν ἕνας ἐκτεθειμένος Θεός, ἕνας Θεὸς σὲ διακινδύνευση. Καὶ ἔτσι πρέπει να 'ναι, ἀλλιῶς ὁ κόσμος θὰ βρισκόταν σὲ κατάσταση ἀιδίου τελειότητος. Ὅτι ὅμως δὲν βρίσκεται, μπορεῖ νὰ σημαίνη ἕνα ἀπὸ τὰ ἑξῆς δύο πράγματα: Εἴτε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ Ἕνας Θεός (μολονότι ἀποκλειομένου τοῦ ἑνὸς ἀποκλείονται ἴσως καὶ οἱ περισσότεροι), εἴτε πὼς αὐτὸς ὁ Ἕνας παρεχώρησε σὲ κάποιον ἀλλότριο, δικό του δημιούρ-γημα, ἐλευθερία κινήσεων καὶ ἀποφάσεων ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἀντικείμενα τοῦ ἐνδιαφέροντός του. Γι' αὐτό, ἔλεγα, ὁ μεριμνῶν Θεὸς δὲν εἶναι μάγος. Μ' ἕνα ὡρισμένο τρόπο, μὲ μιὰ σοφία ἀνεξερεύνητη, ἢ μὲ ἀγάπη, ἢ μὲ ὅποιο τέλος πάντων εἶναι τὸ αἰώνιο θεϊκὸ κίνητρο, ὅταν ἐδημιούργησε, παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἱκανοποίη ση ποὺ θὰ τοῦ παρεῖχε ἡ πρᾶξις του, ἐφ' ὅσον παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσι. Κι ἔτσι φθάνουμε στὸ πιὸ κρίσιμο ἴσως ση μεῖο τοῦ θεωρητικοῦ θεολογικοῦ μας τολμήματος: Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι παντοδύναμος! Υποστηρίζουμε λοιπὸν ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ διατηρήσουμε τὸ παραδεδομένο μεσαιωνικό δόγμα γιὰ μιὰν ἀπόλυτη, ἀπεριόριστη θεϊκὴ δύναμη, ὅσον ἀφορᾶ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὅλη μας σχέση μαζί του. Ἐπιτρέψτε μου τοῦτο νὰ τὸ τεκμηριώσω πρῶτα σὲ καθαρὰ λογικὸ ἐπίπεδο, ἀρθρώνοντας τὸ παράδοξο, τὸ ὁ-ποῖο ἐνέχεται στὴν ἔννοια τῆς ἀπολύτου δυνάμεως. Κατὰ τὴν λογική τάξη πραγμάτων ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία δὲν εἶναι αὐτονόητο δόγμα καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρουσιάζε ται μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ δὲ περιορισμός της δὲν συνιστᾶ πλάνη χρήζουσα ὑποστηρίξεως. ᾿Αντιθέτως. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς δυνάμεως προκύπτει ὅτι ἡ παντοδυναμία εἶναι ἔννοια ἀντιφατική, αὐτοαναιρούμενη, στερουμένη ἐν τέλει νοήματος. Εἶναι ὅπως ἡ ἐλευθερία τῶν ἀνθρωπίνων. Ἡ ἐλευθερία κάθε ἄλλο πα ρὰ ἀρχίζει ἐκεῖ ὅπου τελειώνει ἡ ἀνάγκη· ἀντι-θέτως ὑπάρχει καὶ ζῆ συνυφασμένη μαζί της. Ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν ἀνάγκη στερεῖ τὴν ἐλευ θερία ἀπὸ τὸ ἀντικείμενό της, χωρὶς αὐτὸ ἐκ μηδενίζεται, ὅπως μιὰ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση. Ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία θὰ ἦταν ἐλευθερία κενή, αὐτοαναιρούμενη. Κενὴ δύναμις ἐπίσης θὰ ἦταν ἡ παντοδυναμία τοῦ Ἑνός. ᾿Απόλυτη, ὁλοκληρωτική δύναμη σημαίνει δύναμη ποὺ δὲν περιορίζεται ἀπὸ τίποτε, οὔτε ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διαφορετικοῦ της ἄλλου. Καὶ μόνη ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου θὰ ἀπο-τελοῦσε περιορισμό, καὶ ἡ Μία δύναμις θὰ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἐκμηδενίση αὐτὸ τὸ ἄλλο γιὰ νὰ διασώση τὸ δικό της ἀπόλυτο. "Ο-μως ἡ μοναχικὴ ἀπόλυτη δύναμη στερεῖται ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιδροῦσε. ᾿Αλλ' ὡς δύναμις ἄνευ ἀντικειμένου εἶναι καὶ δύναμις ἀνίσχυρη, αὐτοκαθαιρούμενη. Τὸ «πᾶν» τοῦ «παντοδύναμος» σημαίνει ἐδῶ τὸ τίποτε. Γιὰ νὰ δράση πρέπει νὰ ὑπάρχη καὶ κάτι ἄλλο, καὶ μόλις αὐτὸ ὑπάρξη, ἡ ἴδια παύει νὰ εἶναι πλέον παντοδύναμη, ὅσο κι ἂν σὲ κάθε σύγκρι ση κατὰ πολὺ ὑπερέχη. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον κατ' ἀνάγκην ἀνέχεται, περιορίζει, ὡς ὅρος τῆς πράξεως, τὴν ἰσχὺ τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως, ἐνῶ συγχρόνως τῆς ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἐνεργὸς δύναμις. Συν επῶς ἡ «δύναμις» εἶναι ἔννοια σχετικὴ καὶ ἀ-παιτεῖ ἀναφορὰ σὲ περισσότερους τοῦ ἑνὸς πόλλους. ῎Αρα ἡ δύναμη ἡ ὁποία δὲν συναντᾶ καμμία ἀντίσταση ἐκ μέρους τοῦ ἀναφορικοῦ της πόλου ἰσοδυναμεῖ καθ' ἑαυτὴν μὲ μή-δύναμη. Ἡ δύναμις ἀσκεῖται μόνο ἐν σχέσει πρὸς κάτι ἄλλο ἐπίσης αὐτοδύναμο. Γιὰ νὰ μὴν ἀργῆ ἡ δύναμη, ὀφείλει νὰ ὑπερνικᾶ κάτι ἄλλο, ἡ δὲ συνύπαρξη ἑνὸς ἄλλου, καὶ μόνο ὡς συνύπαρξη, συνιστᾶ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση. Ἔτσι ὕπαρξη σημαίνει ἀντίσταση, συνεπῶς ἀντίρροπο δύναμη. "Όπως στὴν Φυσικὴ ἡ δύναμη χωρὶς ἀντίσταση, ἤτοι χωρὶς ἀντίθετη δύναμη, εἶναι κενὴ νοήματος, τὸ ἴδιο καὶ στὴν μεταφυ σικὴ στερεῖται νοήματος ἡ δύναμη χωρὶς ἀν-τίρροπο δύναμη, ὅσο ἄνιση κι ἂν εἶναι ἡ τελευ ταία. Αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δρᾶ ἡ δύναμη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκ προοιμίου ἰδία δύναμη, ἀκόμη κι ἂν τούτη προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ καὶ ἐκχωρή θηκε στὸν κάτοχό της μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρξή του δι' αὐτοπαραιτήσεως τῆς ἀπεριορίστου δυνάμε ως κατὰ τὴν πράξη τῆς δημιουργίας. Συνοψίζομε λοιπόν: Δὲν γίνεται ὅλη ἡ δύναμη νὰ βρί σκεται πρὸς τὴν πλευρὰ ἑνὸς καὶ μόνου δρῶντος ὑποκειμένου. Ἡ δύναμη πρέπει νὰ μοιρά ζεται γιὰ νὰ εἶναι δύναμη.

Ὅμως πλάι στὴν λογικὴ καὶ ὀντολογική ἔνσταση κατατίθεται καὶ μιὰ ἄλλη, περισσότε-ρο θεολογικὴ καὶ γνήσια θρησκευτική, εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἰδέας μιᾶς ἀπόλυτης καὶ ἀπεριό-ριστης θεϊκῆς παντοδυναμίας. Ἡ θεϊκὴ παντοδυναμία μπορεῖ νὰ συνυπάρξη μὲ τὴν θεϊκὴ ἀγαθότητα μόνο ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἐντελῶς ἀνεξερεύνητος, δηλαδὴ αἰνιγματικός. Δεδομένης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Πονηροῦ ἤ, ἔστω, τοῦ κακοῦ μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔπρεπε νὰ θυσιά-σωμε τὴν δυνατότητά μας νὰ κατανοήσωμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴν παναγαθότητα καὶ τὴν παντοδυναμία του. Μόνο ὅταν πρόκει ται γιὰ ἕνα Θεὸ ἐντελῶς ἀκατάληπτο μποροῦ-με νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀγαθὸς καὶ ἀ-πολύτως παντοδύναμος καὶ ὅτι ἀνέχεται τὸν κόσμο ὅπως εἶναι. Γενικώτερα, οἱ τρεῖς ὑπὸ συ-ζήτησιν ἰδιότητες – ἀπόλυτη ἀγαθότης, ἀπόλυ τη δύναμη καὶ καταληπτὸ τοῦ Θεοῦ ἔχουν μιὰ τέτοια σχέση, ὥστε κάθε ἕνωση τῶν δύο ἀποκλείει τὴν τρίτη. Τίθεται ὅμως τὸ ἑξῆς ἐρώ-τημα: Ποιές ἀπ' αὐτὲς ἀποτελοῦν ἀνέκπτωτα θεῖα ἰδιώματα, καὶ ποιά εἶναι ἡ τρίτη ἐκείνη ποὺ πρέπει, ὡς πιὸ ἀδύναμη, νὰ ὑποχωρήση στὶς ἐπικρατέστερες ἀξιώσεις τῶν ἄλλων; Ὁπωσδήποτε ἡ ἀγαθότης, δηλαδὴ ἡ θέληση τοῦ ᾿Αγαθοῦ, εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθῆ καθόλου. Τὸ καταληπτὸ πάλι ἡ «γνώσι-μο» τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο προϋποθέσεις: τὴν θεία οὐσία καὶ τὰ ἀνθρώπινα ὅρια· ἔτσι σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἐπιδέχεται μὲν περιορισμό, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μιλοῦμε γιὰ Θεὸ ἐντελῶς ἄγνωστο. Ὁ deus absconditus, ὁ κεκρυμ μένος Θεός (γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ἕνας Θεὸς παράλογος), εἶναι βαθύτατα μή-Ιουδαϊκὴ ἀντίλη ψη. Ἡ διδασκαλία μας, ἡ Τορά, βασίζεται καὶ ἐπιμένει στὸ γνώσιμο τοῦ Θεοῦ, στὴν δυνατό τητά μας νὰ τὸν κατανοήσωμε, ὄχι ὡλοκληρωμένα βεβαίως, ἀλλὰ ἐν μέρει, νὰ γνωρίσωμε κάτι ἀπὸ τὴν θέλησή του, τοὺς σκοπούς του, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ εἶναι του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μᾶς τὸ φανέρωσε. Ἡ ᾿Αποκάλυψη ἔγινε, κατέχουμε τὶς Ἐντολές του καὶ τὸν Νόμο του, τὸν γνώρι-σαν ἀμέσως κάποιοι ἄνθρωποι – οἱ Προφῆτες-ποὺ ἔγιναν τὸ στόμα του καὶ λάλησαν γιὰ κά-θε τι στὴν γλῶσσα τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐκεῖνος διαθλώμενος στὰ περιωρι-σμένα τοῦτα μέσα βγῆκε ἀπὸ τὸν σκοτεινό του γνόφο. Ἕνας Θεὸς ὁλότελα κρυμμένος, ἀκατάληπτος, εἶναι ἀπαράδεκτος γιὰ τὴν ἰουδαϊκὴ σκέψη.

Ἔτσι ἀκριβῶς θά 'πρεπε νὰ εἶναι, ἂν τοῦ ἀποδίδαμε μαζί παναγαθότητα καὶ παντοδυνα-μία. Μετὰ τὸ ῎Αουσβιτς μποροῦμε νὰ βεβαιώ σουμε πιὸ ἀποφασιστικὰ παρὰ ποτὲ ὅτι μία θε-ότης παντοδύναμη ἢ δὲν θὰ ἦταν πανάγαθη (μέσα στὸ ἐγκόσμιό της βασίλειο, ὅπου καὶ μόνο μποροῦμε νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὴν συλλά βωμε), ἢ θὰ ἦταν τελείως ἀκατάληπτη. Ἐὰν ὅμως ὁ Θεὸς πρέπη κατὰ κάποιον τρόπο καὶ σὲ κάποιον βαθμὸ νὰ εἶναι καταληπτός (καὶ ἐδῶ χρειάζεται νὰ ἐπιμείνωμε), τότε ἡ ἀγαθότης του θὰ εἶναι κατ' ἀνάγκην συμβατὴ μὲ τὴν ὕ παρξη τοῦ κακοῦ, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ μόνο ὅταν δὲν εἶναι παντοδύναμος. Τότε μόνο μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι εἶναι καὶ και τανοητὸς καὶ καλός, μολονότι τὸ κακὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Καὶ καθὼς βρήκαμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς παντοδυναμίας εἶναι καθ' ἑαυτὴν ἀμφίβο λη, αὐτὴ ὀφείλει ἀκριβῶς νὰ ὑποχωρήση.

Μέχρις ἐδῶ ἡ ἐπιχειρηματολογία μας περὶ παντοδυναμίας περιορίσθηκε νὰ θέση ὡς ἀρχὴ κάθε θεολογίας, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν ἰου-δαϊκὴ παράδοση, ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ περιο ρίζεται ἀπὸ κάτι, τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς ἀναγνωρί ζει τὴν αὐθυπαρξία καὶ τὴν δυνατότητα αὐτε-νέργειας4. Τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθῆ ἀπλῶς καὶ μόνο ὡς παραχώρηση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος μπορεῖ νὰ ἀνακαλέση ὅταν ἐπιθυμῆ, δηλαδὴ ὡς συγκράτηση μιᾶς δυ-νάμεως τὴν ὁποία διαθέτει στὸ ἀκέραιο, τὴν χρησιμοποιεῖ ἐντούτοις μερικῶς, ὥστε ἡ Δημι ουργία νὰ δικαιώση τὴν ὕπαρξή της. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ: ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς συμβαίνουν οἱ τερατωδίες –κυριολεκτικῶς– τὶς ὁποῖες δια-πράττουν τὰ κατ' εἰκόνα του πλάσματα συ στηματικὰ ἐναντίον ἀθώων ὑπάρξεων, θὰ μπο-ροῦσε νὰ περιμένη κανεὶς ὅτι ὁ καλὸς Θεὸς πα-ραβαίνει ποῦ καὶ ποῦ τοὺς δικούς του κανόνες, τὴν ἄκρα αὐτοσυγκράτηση, καὶ παρεμβαίνει μὲ ἕνα σωτήριο θαῦμα5. "Όμως δὲν ἔγινε κανέ να σωτήριο θαῦμα: Τὰ χρόνια τῆς παράνοιας τοῦ ᾿Αουσβιτς ὁ Θεὸς σιωποῦσε. Ὅσα θαύμα τα ἔγιναν, ἔγιναν μόνο ἀπὸ ἀνθρώπους. Ήταν οἱ πράξεις κάποιων μεμονωμένων, συχνά άνωνύμων δικαίων, οἱ ὁποῖοι δὲν δείλιασαν μπρο στὰ στὴν ἐσχάτη θυσία, γιὰ νὰ σώσουν, νὰ και ταπραΰνουν, νὰ μοιραστοῦν ἔτσι τὸν κλῆρο τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ δὲν γινόταν μὲ ἄλλον τρόπο. Σ' αὐτοὺς θὰ ἐπανέλθω. "Όμως ὁ Θεὸς ἐσιώπησε. Καὶ λέω ὅτι δὲν ἐπενέβη ὄχι γιατὶ δὲν ἤθελε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μποροῦσε. Γιὰ λόγους τοὺς ὁ ποίους μοῦ ὑποβάλλει ἀποφασιστικὰ ἡ σύγχρονη ἐμπειρία, προτείνω τὴν ἰδέα ἑνὸς Θεοῦ, ὁ ὁ ποῖος γιὰ ὡρισμένο χρονικό διάστημα –ὅσο δι αρκεῖ ἡ ἐξελικτικὴ πορεία τοῦ κόσμου- στέρη σε ἑαυτὸν ἀπὸ κάθε δυνατότητα ἀναμίξεως στὴν φυσικὴ ροὴ τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου· ἑνὸς Θεοῦ ὁ ὁποῖος, ὅταν τὰ κοσμικά γεγονότα προσκρούουν στὴν ἴδια του τὴν ϋπαρξη, δὲν ἀπαντᾶ «ὲν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ», ὅπως κάθε χρόνο ἐπαναλαμβάνομε οἱ Ἑβραῖοι εἰς μνήμην τῆς Ἐξόδου ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ μὲ τὴν διαπεραστικὰ βουβή ἐμμονὴ στὸν ἀνεκπλήρωτο ἀκόμη σκοπό του.

Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ σκέψη μου ἀπομακρύ νεται πολὺ ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἰουδαϊκὸ δόγμα. Πε-ρισσότεροι ἀπὸ δεκατρεῖς κανόνες τοῦ Μαϊμονίδη ποὺ ψάλλονται στὴν θεία λατρεία ἀναφέρονται εἰς τὰ περὶ «κραταιᾶς χειρός». Οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος κατὰ τὴν Δημιουργία, ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ τιμωρία τῶν πονηρῶν, ἀκόμη καὶ τὰ περὶ ἐλεύσεως τοῦ ἐπονομαζόμενου Μεσσία. Ὄχι ὅμως τὰ περὶ κλήσεως τῶν ψυχῶν6, περὶ ἐμπνεύσεως τῶν προφητῶν καὶ τῆς Τορά, καὶ ὄχι ἐπίσης ἡ ἰδέα τῆς ἐκλογῆς, γιατὶ ἡ ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ ἀφορᾶ μόνο τὸ φυσικό πεδίο. Καὶ μένει πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ δόγμα τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ καὶ τὸ «῎Ακουσον, Ἰσραήλ!». Δὲν θὰ καταφύγωμε σὲ κάποιον μανιχαϊσμὸ γιὰ νὰ ἐξηγήσωμε τὴν ὕπαρξη τοῦ κακοῦ· αὐτὸ προβάλλει μόνο μέσα ἀπὸ τὶς ἀν-θρώπινες καρδιὲς καὶ δυναμώνει στὸν κόσμο.

Ἡ παραίτηση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν δύναμή του ἔγκειται ἀποκλειστικὰ στὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀν θρώπινης ἐλευθερίας. Ἤδη ἀπὸ τὴν γενική συ ζήτηση περὶ δυνάμεως προέκυψε ἡ ἄρνηση τῆς θεϊκῆς παντοδυναμίας. Αὐτὸ θεωρητικὰ ἀφή νει ἀνοικτὴ τὴν ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σ' ἕναν ἀρχι κό, θεολογικὸ ἢ ἄντολογικὸ δυϊσμὸ καὶ στὸν αὐτοπεριορισμὸ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ μέσῳ τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς Δημιουργίας. Ὁ δυϊσμὸς πάλι μπορεῖ νὰ λάβη τὴν μανιχαϊκὴ μορφὴ δυναμικῆς ἐνεργείας τοῦ κακοῦ, ἡ ὁποία ἐξ ἀρχῆς ἀντιτίθεται στὸν θεϊκὸ σκοπὸ μέσα σ' ὅλα τὰ πράγματα· εἶναι ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ ἐπί-σης νὰ λάβη τὴν πλατωνικὴ μορφὴ ἑνὸς παθητικοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον -μολονότι καθολικῆς ἰσχύος – ἐπιτρέπει ἀτελῶς μόνον τὴν ἐνσάρκω ση τοῦ ἰδεατοῦ στὸν κόσμο: μία ὀντολογία μορ φῆς καὶ ὕλης. Ἡ πρώτη ἐπιλογή –ἡ θεολογία τοῦ διπλοῦ Θεοῦ εἶναι προφανῶς ἀπαράδεκτη γιὰ τὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πλατωνικὴ ἐπιλογὴ ἀ-παντᾶ πολὺ καλύτερα στὸ πρόβλημα τῆς ἀτε-λείας καὶ τῆς φυσικῆς ἀναγκαιότητος, ὄχι ὅ-μως στὸ πρόβλημα τοῦ θετικοῦ Κακοῦ, ἐνέ-χοντος μιὰν ἐλευθερία μὲ τόσην ἐξουσία, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ στραφῆ ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ της· σήμερα ἡ ἱουδαϊκὴ θεολογία πρέπει νὰ ἀναμετρηθῆ μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν εὐόδωση τοῦ ἑκούσιου κακοῦ πολὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι μὲ τὰ δεινὰ ποὺ προκαλεῖ ἡ τυφλή φυσικὴ αἰτιότης, μὲ τὸ ῎Αουσβιτς καὶ ὄχι μὲ τοὺς σεισμοὺς τῆς Λισσαβώνας. Μόνο ἡ ἐκ τοῦ μη δενὸς Δημιουργία ἐπιτρέπει τὴν ἑνότητα τῆς θεϊκῆς ἀρχῆς καὶ μαζὶ τὸν αὐτοπεριορισμό της, ὁ ὁποῖος κάνει τόπο στὴν ὕπαρξη καὶ αὐτονο μία ἑνὸς κόσμου. Μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτο βούλως ἡ ὕπαρξη – προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεϊκῆς ἀπογυμνώσεως.

Ἐν προκειμένῳ μὴν λησμονοῦμε πὼς ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοση δὲν εἶναι τόσο ἄκαμπτη στο ζήτημα τῆς θεϊκῆς ἐξουσίας, ὅπως τὸ ἐπίσημο δόγμα ἀφήνει νὰ φανῆ. Τὸ ἰσχυρὸ ὑπόγειο ρεῦμα τῆς Καββάλα, τὸ ὁποῖο ἀνεδείχθη ἐκ νέου στὶς ἡμέρες μας ἀπὸ τὸν Γκέρσομ Σόλεμ, άναγνωρίζει στὸν Θεὸ ἕνα πεπρωμένο εἰς τὸ ὁποῖο ὑποτάσσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ μέλλον τοῦ κόσμου. Ἐδῶ ὑπάρχουν σκέψεις ἐξαιρετι κὰ πρωτότυπες καὶ πολὺ ἀνορθόδοξες, καὶ ἀνάμεσά τους οἱ σκέψεις μου δὲν φαίνονται πιὰ τόσο μοναχικές. Ἐπὶ παραδείγματι ὁ μῦθος μου κατὰ βάθος δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ριζοσπα στικὴ ἐκδοχὴ τῆς ἰδέας τοῦ Ζιμζούμ, τῆς κεντρικῆς κοσμογονικῆς ἰδέας τῆς Λουριανικῆς Καββάλας. Ζιμζούμ σημαίνει συστολή, ἀπο τράβηγμα, αὐτοπεριορισμός. Γιὰ νὰ κάνη τόπο στὸν κόσμο ὁ Ἔν-Σόφ τῆς ἀρχῆς, ὁ ᾿Απειρος, χρειάσθηκε νὰ συσταλῆ καὶ ἐπέτρεψε ἐκτός του τὸ κενό, τὸ μηδέν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ἐκεῖνος δημιούργησε τὸν κόσμο. "Αν δὲν ἀποσυρόταν τότε μέσα του, δὲν θὰ μποροῦ σε νὰ ὑπάρξη τίποτε ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μόνο ἡ ὑποχώρησή του ἐφεξῆς διασώζει τὴν μοναδικότητα τῶν πεπερασμένων ὄντων στὸ θεϊκὸ «τὰ πάντα ἐν πᾶσι».

Ὁ μῦθος μου προχωρεῖ ἀκόμη περισσότερο. Ἡ συστολὴ εἶναι πλήρης, καθὼς σύνολο τὸ ἄπειρο ἔχει τὴν δύναμη ν' ἀφήνη τὸν ἑαυτό του στὸ περατὸ καὶ νὰ τοῦ παραδίδεται. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει τί περιθώριο μένει γιὰ τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό; Ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀπαντήσω μὲ ἕνα τελευταῖο παράθεμα ἀπὸ προηγούμενο κείμενό μου.

Παραιτούμενη ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν ἀπά-θεια, ἡ αἰωνία αἰτία ἐπέτρεψε στὸν κόσμο νὰ ὑ-πάρξη. Ὅλα τὰ πλάσματα ὀφείλουν τὴν ὕπαρ-ξη στὴν αὐτοάρνησή της καὶ μαζὶ μὲ τὴν ὕπαρ-ξη ἔλαβαν ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ λάβη ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα. ᾿Αφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς8 δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώση. Τώρα μένει ὁ ἄν θρωπος νὰ δώση σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνη ἂν στὴν ζωή του ἐπαγρυπνῇ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνη, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνη ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνη καὶ νὰ γίνεται. Ἴσως τοῦτο νὰ εἶναι τὸ μυστικὸ τῶν «τριανταέξι» ἀγνώστων «δικαίων», οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ διδασκαλία δὲν πρέπει νὰ λείψουν ἀπὸ τὸν κόσμο9 γιὰ νὰ τὸν κρα τήσουν, καὶ μὲ τοὺς ὁποίους συναριθμοῦνται τὴν ἐποχή μας πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μνημονευθέντες «δικαίους ἐκ τῶν ἐθνῶν»: ὅτι λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ καλοῦ ἐπὶ τοῦ κακοῦ τὴν ὁποία ἐμπιστευόμαστε στὴν ἀπροσδιόριστη ἐλευθερία τῶν πραγμάτων τοῦ Ἐπέκεινα, ἡ ἐν κρυπτῷ ἁ γιότης των δύναται νὰ ἀντισταθμίζη τὴν ἀναρί θμητη ἐνοχή, νὰ ξεπληρώνη τὸ χρέος μιᾶς γε νιᾶς καὶ νὰ διασώζη τὴν γαλήνη τοῦ ἀοράτου Βασιλείου 10.

Κυρίες καὶ κύριοι! "Ὅλα τοῦτα εἶναι ψέλλι σμα. Τὰ ἴδια τὰ λόγια τῶν μεγάλων Θεωρῶν, Δεομένων, Προφητῶν καὶ Ψαλμωδῶν, λόγια ἀσύγκριτα, εἶναι ψέλλισμα ἐμπρὸς στὸ αἰώνιο μυστήριο. Καὶ κάθε ἀπόκριση στὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰὼβ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ψέλλισμα.

Ἡ δική μου ἀπάντηση εἶναι ἀντίθετη ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ δίνει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Εκείνη ἐπικαλεῖται τὸ πλήρωμα τῆς δυνάμεως τοῦ δη μιουργοῦ Θεοῦ ἡ δική μου τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν δύναμη. Κι ὅμως τί παράξενο! ἰσχύουν καὶ οἱ δύο ἀπαντήσεις, γιατὶ ἡ παραίτηση ἔγινε ὥστε νὰ ὑπάρξουμε. Κι ἀκόμη μια πιθανή α πάντηση: Στὸν πόνο τοῦ Ἰὼβ πάσχει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οὐδεὶς μπορεῖ νὰ βεβαιώση ἂν αὐτὴ ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀληθινή. Ελπίζω ἁπλῶς ὅτι ὁ φτωχός μου λόγος δὲν παρεκκλίνει ἐντελῶς ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Γκαῖτε στὴν Διαθήκη τῆς ἀρχαι ας περσικῆς πίστεως:

Κύκλο μὲ κύκλο συναθροίζεται ἐκεῖ κάθε ψέλλισμα ποὺ τὸν Ὕψιστο ὑμνεῖ11.

Σημειώσεις:


3. Hans Jonas, Immortality and the Modern Temper. Ἡ ὁμιλία «Ingersoll» τοῦ 1961 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ δημοσιεύθηκε πρῶτα στὸ Harvard Theolo-gical Review 55 (1962), σσ. 1-20, καὶ εὑρίσκεται σήμε ρα στὸ Η. Jonas, The Phenomenon of Life (Chicago and London: University of Chicago Press, 1982), σσ. 262-281.
4. Ἡ ἴδια ἀρχὴ προβάλλεται μὲ ἐλαφρῶς διαφορε-τικὴ συλλογιστικὴ ἀπὸ τὸν ραββίνο Tack Bemporad, <<<Toward a New Jewish Theology», American Judaism (Χειμώνας 1964-1965), σ. 9 κ.ε.
5. Ἕνα τυχαῖο θαῦμα, δηλαδὴ μιὰ ἐπέμβαση ἔξω-θεν στὴν κλειστὴ αἰτιότητα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν γενικὴ ἰσχὺ τῶν νόμων τῆς φύσεως· οἱ σπάνιες ἐξαιρέσεις δὲν καταργοῦν τοὺς ἐμ-πειρικοὺς κανόνες καὶ μποροῦν ἀκόμη καὶ νὰ συμμορ-φώνωνται μαζί τους τέλεια, σὲ πεῖσμα ὅσων ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται. Ἐπὶ τοῦ θέματος βλ. Η. Jonas, Philo-sophical Essays (Chicago, University of Chicago Press, 1980) σσ. 66, 67. Έκτενέστερα βλέπε τὸ κείμενό μου στὸ Rudolf Bultmann Memorial Address τοῦ 1976 στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Marburg, «Is Faith still Possible? Me-mories of Rudolf Bultmann and Reflections of the Phi-losophical Aspects of his Work» (Harvard Theological Review 75, No 1, Ιανουάριος 1982, σσ. 9-15) βλέπε ἐπί-σης σσ. 17-18 τοῦ ἀνωτέρω κειμένου γιὰ τὴν θεμελίωση τῶν θεολογικῶν ἀντιρρήσεων ἐναντίον μιᾶς ἐννοίας τοῦ Θεοῦ ὡς «κυρίου τῆς ἱστορίας».
6. Γι' αὐτὸ τὸ ἀναπαλλοτρίωτο αἴτημα τῆς ἀποκεκα-λυμμένης θρησκείας, δηλαδὴ τὴν δυνατότητα τῆς ἴδιας τῆς ἀποκαλύψεως, ἑνὸς Θεοῦ ὁμιλοῦντος στὰ πνεύματα τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη κι ἂν ἀπέχη ἀπὸ κάθε ἐπέμβαση στὰ φυσικά πράγματα, βλέπε Η. Jonas, <<Is Faith still Possible?», σσ. 18-20.
7. Ἰσαὰκ Λούρια, 1534-1572.
8. Γένεσις 6, 6-7.
9. Σανχεντρίν 976 Σούκκα 456.
10. Ξανασυνάντησα ἔκτοτε τὴν ἰδέα ὅτι ἐμεῖς μποροῦμε νὰ βοηθήσωμε τὸν Θεὸ ἀντὶ νὰ μᾶς βοηθήση ἐκεῖνος· τὴν ἐκφράζει μὲ τρόπο συγκινητικὸ ἀκριβῶς ἕνα θῦμα τοῦ “Λουσβιτς, μία νεαρὰ Ἑβραία ἀπὸ τὴν Ολλανδία, ἡ ὁποία τῆς προσέδωσε ἐγκυρότητα κάνον τὰς την ἐδραίωμα τῶν πράξεών της μέχρι νὰ πεθάνη. Βρίσκεται στὸ An interrupted Life. The Diaries of Etty Hillesum 1941-1943, New York, Pantheon Books, 1984 (Γαλλικὴ ἔκδοση: Etty Hillesum, Une vie bouleversée, Journal 1941-1943, μετ. Ph. Noble, Éd. du Seuil, Paris 1985). Ὅταν ἄρχισαν οἱ ἐκτοπίσεις στὴν Ολλανδία, τὸ 1942, ἡ Ἔττυ Χίλλεσουμ παρουσιάσθηκε ἐθελοντικά στὸ στρατόπεδο μεταγωγῶν τοῦ Βέστερμπορκ γιὰ νὰ βοηθήση στὸ νοσοκομεῖο καὶ νὰ μοιρασθῆ τὴν τύχη τοῦ λαοῦ της. Τὸν Σεπτέμβριο, σὲ μία ἀπὸ τὶς συνήθεις μα-ζικὲς ἀποστολές, τὴν ἔστειλαν στὸ ῎Αουσβιτς, ὅπου «ἀπέθανε» στὶς 30 Νοεμβρίου τοῦ 1943. Τὸ ἡμερολόγιό της διασώθηκε καὶ δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα. Παραθέτω ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν Neal Anderson («In Hell», New York Review of Book 31, No 13, 19 Ιουλίου 1984, εἰδικὰ σσ. 8-12).
«Δὲν βρίσκει ἀκριβῶς τὸν Θεὸ ἀλλὰ μᾶλλον δημιουργεῖ ἕνα Θεὸ δικό της. Τὰ γραπτὰ τοῦ ἡμερολογίου της πλησιάζουν ὅλο καὶ περισσότερο τὴν θρησκεία καὶ πολλὲς φορὲς ἀρχίζει μὲ προσευχή. Ὁ Θεός της εἶναι κάποιος στὸν ὁποῖο αὐτὴ ὑπόσχεται, ὅμως δὲν ἀκούει καθόλου τὴν φωνή του, καὶ δὲν τοῦ ζητάει τίποτε. “Θὰ προσπαθήσω νὰ Σὲ βοηθήσω, Θεέ μου, νὰ μὴν ἀφήσης νὰ χάσω τὶς δυνάμεις μου, παρ' ὅλο ποὺ ἐκ τῶν προτέρων δὲν ξέρω ἂν θὰ μπορέσω ν' ἀνταποκριθῶ. ᾿Αλλὰ ἕνα πρᾶγμα ξεκαθαρίζει ὅλο καὶ περισσότερο στὰ μάτια μου: ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ὅτι πρέπει ἐμεῖς νὰ Σὲ βοηθήσουμε γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσης. ᾿Αλλοίμονο, στὶς παροῦσες συνθῆκες δὲν φαίνεται καθόλου πιθανό νὰ μπορέσης νὰ κάνης κάτι γιὰ τὶς ζωές μας. Τώρα πιὰ δὲν σὲ θεωρῶ ὑπεύθυνο. Δὲν μπορεῖς νὰ μᾶς βοηθήσης, ἐμεῖς ὅμως πρέπει νὰ Σὲ βοηθήσουμε, πρέπει νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὴν Βασιλεία Σου μέσα μας μέχρι τὸ τέλος."» Ἡ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν γραμμῶν ὑπῆρξε συν ταρακτικὴ ἐπιβεβαίωση, μέσῳ μιᾶς αὐθεντικῆς μαρτυρίας, σκέψεων δικῶν μου, τὶς ὁποῖες ἔκανα ἀργότερα καὶ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς· ἐξ ἄλλου μὲ παρηγόρησε γιατὶ διορθώνει τὶς ὑπερβολικά γενικευμένες ἀποφάνσεις μου ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχαν μάρτυρες ἐκεῖ πέρα.
11. Und was nur am Lob das Höchsten stammelt Ist in Kreis un Kreise dort versammelt. (Goethe, «Vermächtnis alt persischen Glaubens)

Οπισθόφυλλο:
Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του σ' ἕνα κόσμο ἐν τῷ γίγνεσθαι, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ δώσῃ. Τώρα μένει ὁ ἄνθρωπος νὰ δώσῃ σ' Ἐκεῖνον. Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ ἂν στὴν ζωή του έπαγρυπνῆ ὥστε νὰ μὴν συμβαίνῃ, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ πολύ συχνά, ἢ νὰ μὴν συμβαίνῃ ἐξ αἰτίας του νὰ μετανοιώνη ὁ Θεὸς ποὺ ἄφησε τὸν κόσμο νὰ γίνῃ καὶ νὰ γίνεται.

ΑΣ ΜΗΝ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΛΕΟΝ ΤΗΝ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΙΟΥΔΑΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠ’ ΑΥΤΟ…


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Η θεία χάρη ενεργεί μέσα στην καρδιά που διψά την αλήθεια, την καρδιά που έχει αγαπήσει τον Χριστό.
Αυτή η χάρη γεννά μέσα μας τις αρετές και μας οδηγεί στην πνευματική τελείωση, η οποία τελείωση γίνεται η Βασιλεία του Θεού μέσα μας.


Δεν γνωρίζουμε πώς λειτουργεί η θεία χάρη μέσα στην καρδιά μας, πολλές φορές οι ενέργειές της είναι εντελώς απαρατήρητες και όμως η χάρη λειτουργεί, λειτουργεί ασταμάτητα.
Ο Θεός αδιαλείπτως οικοδομεί στην ψυχή μας τη μεγάλη και ένδοξη Βασιλεία του.

Δεν υπάρχει μυστήριο μεγαλύτερο απ’ αυτό.
Δεν γνωρίζουμε τις οδούς της θείας χάρης, όπως δεν γνωρίζει ο γεωργός με ποιο τρόπο ο σπόρος γίνεται στάχυ.

Κοιμάται το βράδυ και ξυπνάει το πρωί, κάνει τη δουλειά του και ο σπόρος βλασταίνει και αυξάνει.
Αυτός μόνο περιμένει να έλθει ο καιρός του θερισμού.
Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή.

ΠΗΓΗ

https://simeiakairwn.gr

Πατερικός: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠ’ ΑΥΤΟ…


Το θαύμα της Αγίας Μαρίνας και το ψευδοβάπτισμα των παπικών

«… Ἡ Ἁγία Μαρίνα τήν θεράπευσε, ὅπως τῆς ὑπεσχέθη καί τῆς ὑπέδειξε ὅτι τό μυστήριον τοῦ “Βαπτίσματός” της, ὡς Ρωμαιοκαθολική, εἶναι ἄκυρον-ἀνυπόστατον… »

«Ἦταν ἡμέρα Σάββατον, τήν 15ην Αὐγούστου τοῦ 2020, ἡμέρα τοῦ Πανορθοδόξου ἑορτασμοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Εὑρισκόμεθα εἰς τήν νῆσον Κυρά Παναγία, Μετόχι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπό τό ἔτος 993, στίς Βόρειες Σποράδες, βορείως τῆς νήσου Ἁλοννήσου, 3 ὧρες διαδρομή μέ τό ψαροκάϊκο, ἀπό τό Πατητήρι ‒πρωτεύουσα τῆς Ἁλοννήσου‒ ἕως τήν Ἱεράν Μονήν Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, στά ἀνατολικά τῆς νήσου Κυρά Παναγιά.
Τό νησί Κυρά Παναγιά εἶναι ἀκατοίκητον ἀπό λαϊκούς, εἶναι ἕνα ἀμιγές «Καλογερονήσι» ἐδῶ καί 1030 ἔτη! Ὅμως τήν ἡμέρα αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, προσέρχονται ἀρκετοί προσκυνηταί μέ τά ἰδιωτικά των σκάφη, ἱστιοφόρα καί ταχύπλοα, καί ἄλλα καΐκια, διά νά προσκυνήσουν στήν Ἱερά Μονή τήν «Κυρά Παναγιά», τήν ἐφέστιον εἰκόνα της καί νά προσευχηθοῦν.
Αὐτή δέ τή χρονιά, στό μικρό προαύλιο τῆς Μονῆς εἶχαν συγκεντρωθῆ περίπου 110 προσκυνηταί. Μετά τήν ὑπαίθριο ψαλμωδία τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος, τήν παράθεσιν τοῦ παραδοσιακοῦ κεράσματος τῆς Μονῆς καί τήν σύντομον ξενάγησιν, ἕνα ζευγάρι μοῦ ζήτησε νά μέ ἀπασχολήση, εἰ δυνατόν, ἰδιαιτέρως. Ἔτσι ἀπομακρυνθήκαμε καί οἱ τρεῖς ὀλίγον ἀπό τό ὑπόλοιπον πλῆθος, διά νά τούς ἀκούσω. Ἐκεῖ, λοιπόν, μοῦ λέγει ἡ Ἰωάννα:
‒«Πάτερ, ἐγώ καί ὁ Ἰωάννης εἴμεθα μαζί ‒ζευγάρι‒ καί θέλουμε νά παν­τρευθοῦμε, ἀλλά ὁ Ἰωάννης εἶναι ἀβάπτιστος. Θέλουμε νά βαπτισθῇ ἐδῶ στήν Ἱ. Μονή, διά νά κάνουμε μετά τόν γάμο μας. Μπορεῖτε, εἶναι δυνατόν;»
Ἐγώ, βλέποντας τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν ψηλός καί εὔσωμος, ἐσχημάτησα τήν ἐντύπωσιν περί τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας του, τόν «ἔκοψα» διά «45άρη», κατόπιν, εἶδα στήν ταυτότητα, ὅτι ἦτο 46 ἐτῶν, καί μέ ἔκπληξη τόν ἐρώτησα:
‒Καλά, Ἰωάννη, σ’ αὐτήν τήν ἡλικία εἶσαι ἀκόμη ἀβάπτιστος;
Μοῦ ἀπαντᾶ:
‒Ὄχι πάτερ, εἶμαι βαπτισμένος, ἀλλά Καθολικός.
Καί ἐγώ μέ ἀπορία καί ἐνδιαφέρον τόν ἐρωτῶ:
‒Καί πῶς τώρα, διά ποιόν λόγο θέλης νά γίνῃς Ὀρθόδοξος;
‒Συνέβη ἕνα πολύ σημαντικό γεγονός στήν οἰκογένειά μας καί εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν Χάρι καί τήν ἀλήθεια καί διά τοῦτο ἀπεφάσισα νά βαπτισθῶ.
‒Ποιό γεγονός Ἰωάννη;
Τόν ἐρώτησα μέ ἐνδιαφέρον καί περιέργεια, καί μοῦ διηγήθη τά ἑξῆς θαυμαστά καί πρωτάκουστα!
‒Ἐμεῖς, Πάτερ, καταγόμεθα ἀπό τήν νῆσο Τῆνο, ἀλλά μετακομίσαμε στήν Ἡλιούπολι Ἀθηνῶν ἀπό μικρή ἡλικία καί ἐκεῖ μεγαλώσαμε. Ἔχω δέ μία ἀδελφή, τήν ὁποία λένε Χριστίνα, παντρεμένη μέ δύο παιδιά. Προσεβλήθη ἀπό τόν καρκῖνον τοῦ μαστοῦ. Ἐάν ὑπάρχουν 100 διαβαθμίσεις σ’ αὐτήν τήν ἀρρώστια, αὐτή εἶχε τήν 99η, μέ συνεχεῖς χημιοθεραπεῖες, μεταστάσεις κ.λπ. Ἔφθασε πλέον σ’ ὁριακά σημεῖα, ἦτο πολύ ἀδύναμη καί ἐξηντηλημμένη. Ὁ Ὀγκολόγος θεραπευτής της ἐδήλωνε, ὅτι δέν μποροῦμε νά κάνουμε κάτι ἄλλο καί νά ἑτοιμαζώμεθα νά ἀντιμετωπίσωμε τόν θάνατόν της!
Ὅμως, ἕνα βράδυ, ἐκεῖ πού κοιμόταν στό σπίτι της, τῆς παρουσιάζεται μία νεαρή κοπέλλα καί τῆς λέγει:
‒Χριστίνα, μή φοβᾶσαι, ἐγώ θά σέ κάνω καλά! Ὅμως θά πᾶς πρῶτα στήν Ἄνδρο, στό σπίτι μου, νά βαπτισθῇς.
Ἡ Χριστίνα, ὡς Καθολική, τῆς ἀπαντᾶ:
‒Μά, εἶμαι βαπτισμένη!
Τῆς λέγει ἡ νεαρή κοπέλλα, τείνοντας μέ ἔμφασι τό δάκτυλο.
‒Ὄχι, δέν εἶσαι βαπτισμένη. Πήγαινε στό σπίτι μου, στήν Ἄνδρο, νά βαπτισθῇς καί ’γώ θά σέ κάνω καλά!
Ἐρωτᾶ ἡ Χριστίνα:
‒Πῶς σᾶς λένε;
Τῆς ἀπαντᾶ:
‒Μαρίνα!
Καί ἐξηφανίσθη, ἔγινε ἄφαντος!
Ἡ Χριστίνα ξύπνησε ἔντρομος καί ταραγμένη! Μοῦ τηλεφωνεῖ καί μοῦ ἀφηγεῖται ὅλα ὅσα τῆς συνέβησαν, λεπτομερῶς. Ἔχουμε πολύ στενή καί ἐγκάρδια σχέσι μεταξύ μας. Τήν μητέρα μας τήν ἔχουμε χάσει ἐδῶ καί 12-13 χρόνια. Μοῦ λέγει ἡ Χριστίνα:
‒Γιάννη, ἐγώ δέν ἔχω πάει ποτέ στή Ἄνδρο, δέν γνωρίζω κανέναν ἀπ’ ἐκεῖ, οὔτε ἄνδρα, οὔτε γυναίκα, ποιά νά ’ναι αὐτή πού μοῦ λέγει νά πάω στό σπίτι της νά βαπτισθῶ;
Καί ἐγώ τῆς λέγω:
‒Χριστίνα, μήν εἶσαι ἀφελής. Ποιά γυναῖκα θά σοῦ ’λεγε νά πᾶς στό σπίτι της νά βαπτισθῆς; Σίγουρα, πρέπει νά πρόκειται διά ἱερό πρόσωπο. Ἄφησε, θά ψάξω νά ’δῶ περί τίνος πρόκειται.
Ὁπότε, διαδικτυακά βρῆκα, ὅτι στήν Ἄνδρο ὑπάρχει παλαιά Ἀνδρῶα Ἱ. Μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνης. Ἐπικοινωνῶ μέ τούς Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τούς ἀφηγοῦμε τά συμβάντα καί ἀπεφασίσαμε νά πᾶμε στήν Ἄνδρο, στήν Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνης διά νά βαπτισθῇ ἡ καρκινοπαθής ἀδελφή μου Χριστίνα.
Πήγαμε ἡμέρα Κυριακή. Μόλις φθάσαμε στό νησί, τήν Χριστίνα τήν κατέλαβε πυρετός καί ρῖγος, ἔτρεμε ὁλόκληρη. Ἐπικοινωνήσαμε μέ τόν Ὀγκολόγο ἰατρό της καί μᾶς εἶπε ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἐπιστρέψῃ ἀμέσως στήν Ἀθήνα, διότι κινδυνεύει νά πεθάνη! Ὅμως ἡ Χριστίνα μέ ἀποφασιστικότητα μοῦ λέγει:
‒Ἐγώ ἀπ’ ἐδῶ δέν φεύγω πρίν νά βαπτισθῶ, καί ἄς κινδυνεύω νά πεθάνω!
Ὁπότε, οἱ Πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἑτοίμασαν ὡς κολυμβήθρα ἕνα ψυγεῖον-μπαοῦλο καί ἡ βάπτισίς της ἔγινε τήν Τετάρτη. Σημειωθήτω δέ, ὅτι τήν Κυριακή πού ἐφθάσαμε στήν Ἱερά Μονή μέχρι τήν Τετάρτη, ὁ πυρετός καί τό ρῖγος δέν ὑπεχώρησαν. Μέ πυρετό καί ρῖγος εἰσῆλθε στό νερό τῆς κολυμβήθρας! Καί ἔτσι, ἀφοῦ ἔγινε ἡ βάπτισις, ἄρχισε νά πέφτη ὁ πυρετός. Τήν ἀφήσαμε νά κοιμηθῇ, νά ξεκουρασθῇ καί τήν ἑπομένη ἐπιστρέψαμε στήν Ἀθήνα.
Ἔκτοτε, πέρασαν τέσσαρα ἔτη, καί ἡ Χριστίνα δέν χρειάσθηκε φάρμακα, χημειοθεραπεῖες καί ὅτι ἄλλο σχετικό. Ὁ Ὀγκολόγος ἰατρός της μᾶς εἶπε:
‒Καί ἐγώ πιστεύω στόν Θεό, ἀλλά τέτοιο περιστατικό πρώτη φορά συναντῶ!
Μετά τήν παρέλευσιν 4-5 ἐτῶν, ἡ Χριστίνα θά εἶναι θωρακισμένη ἀπό τόν καρκῖνο τοῦ μαστοῦ καί δέν θά κινδυνεύῃ ἀπ’ αὐτόν. Ἀπό κάτι ἄλλο μπορεῖ νά πεθάνῃ, πάντως ἀπ’ αὐτό ὄχι!
Πέρασαν τά 4-5 χρόνια καί ἡ ἑτοιμοθάνατη καρκινοπαθὴς ἀδελφή μου εἶναι ὑγιαίστατη. Ἡ Ἁγία Μαρίνα τήν θεράπευσε, ὅπως τῆς ὑπεσχέθη καί τῆς ὑπέδειξε ὅτι τό μυστήριον τοῦ «Βαπτίσματός» της, ὡς Ρωμαιοκαθολική, εἶναι ἄκυρον-ἀνυπόστατον.

Ἡ ἁγία Μαρίνα μαρτύρησε τό 270 μ.Χ., ἐπί αὐτοκράτορος Δεκίου, εἶναι κοινή ἁγία ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, πρό τοῦ Σχίσματος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν τό 1054 μ.Χ. Τό ὅτι εἶναι ἀβάπτιστοι οἱ Καθολικοί, τώρα σ’ αὐτήν τήν περίπτωσιν, δέν τό λέγουν οἱ Ὀρθόδοξοι Θεολόγοι, καί Ἀρχιερεῖς, ἀλλά τό λέγει μία ἁγία, ἡ ἁγία Μαρίνα, καί τό ἐπιβεβαιώνει μέ τό θαῦμα τῆς θεραπείας πού ἐπετέλεσε. Εἶναι λοιπόν ἀδιαμφησβήτητον αὐτό πού τῆς εἶπε, ὅτι δέν εἶναι βαπτισμένη καί νά πάη στό «σπίτι» της, τήν Ὀρθόδοξη Ἱερά Μονή νά βαπτισθῇ καί ἀφοῦ τό κάνει αὐτό, θά τήν θεραπεύση!

Ὁ κ. Ἰωάννης Ἁρμός, αὐτό εἶναι τό ἐπώνυμό του, μοῦ λέγει:
‒Ὅλα αὐτά, Πάτερ, μέ πληροφόρησαν ἐσωτερικά καί μέ ἔπεισαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τήν χάρι καί τήν ἀλήθεια καί διά τοῦτο ἦλθα, νά σᾶς ζητήσω νά μέ βαπτίσετε ἐδῶ στήν Κυρά Παναγιά. Μπορεῖτε; ἔχω ἐπαγγελματικές ὑποχρεώσεις καί θά παραμείνω στήν Ἁλόννησο μέχρι τήν Τετάρτη.
Ἐγώ, ἀκούοντας ὅλα αὐτά τά θαυμαστά καί ἐξαίσια, τοῦ λέγω:
‒Σιγά, Ἰωάννη, σιγά, μ’ ἔχουν συνεπάρει, μ’ ἔχουν ζαλίσει αὐτά πού ἄκουσα! Σήμερα, τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἶναι Σάββατον. Αὔριο, Κυριακή, μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, θά σοῦ τηλεφωνήσω.
Ἀνταλλάξαμε καί τά νούμερα τηλεφώνου μας. Κάθησα καί τό σκέφθηκα ἀπό διάφορες πλευρές τό θέμα καί τήν ἑπομένη, κατά τίς 11.00 π.μ. τοῦ τηλεφώνησα:
‒Ἰωάννη, μπορεῖς σήμερα τό ἀπόγευμα, κατά τίς 7.00 μ.μ. νά ἔλθῃς στήν Κυρά Παναγιά, νά γίνῃ ἡ βάπτισίς σου στήν θάλασσα ‒ἦταν ψηλός καί εὔσωμος‒ στήν προβλῆτα τοῦ ὅρμου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς;
‒Μπορῶ, πάτερ. (Εἶχε δικό του ταχύπλοον σκάφος).
‒Ὡραῖα, Ἰωάννη. Ἀνάδοχο ἔχεις;
‒Ὄχι, πάτερ.
Τότε ἀπευθύνομαι σ’ ἕνα ἀπό τούς προσκυνητάς τῆς Μονῆς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐδω ἀρκετό χρονικό διάστημα καί μᾶς βοηθοῦσαν σέ διάφορες ἐργασίες.
‒Κύριε Ἀθανάσιε, (ὁ κ. Ἀθανάσιος Λιόλιος ἀπό τό Τρίλοφο Χαλκιδικῆς), δέχεσαι νά γίνῃς ἀνάδοχος τοῦ κ. Ἰωάννη;
‒Καί βεβαίως, εὐχαρίστως, μοῦ ἀπαντᾶ.
‒Ἰωάννη, ἐντάξει, σοῦ βρῆκα ἀνάδοχο. Πές στήν κοπελλιά σου νά βρῆτε ἄσπρο ὕφασμα, νά φτιάξουμε, ἔτσι πρόχειρα, τόν χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος.
‒Πάτερ μου, ἐδῶ στήν Ἁλόννησο, πολύ δύσκολα θά ’βρῶ καί σήμερα Κυριακή, ἄσπρο ὕφασμα.
‒Μισό λεπτό, Ἰωάννη.
‒Πάτερ Χαρίτων, ὁ κ. Παναγιώτης Δακτυλίδης, ὁ Ξενοδόχος, μᾶς χάρισε 100 λευκά σενδόνια μονά, διά τήν πανήγυρι τῆς Μονῆς. Δές, σέ παρακαλῶ, ἐάν ὑπάρχη ἀκόμη κανένα ἀχρησιμοποίητο, (σφραγισμένο μέσα στό νάϋλον).
Πῆγε ὁ π. Χαρίτων Μοναχός καί κοίταξε καί μοῦ εἶπε ὅτι ἔχουμε.
‒Ἰωάννη, ἔχουμε σινδόνι, ἀλλά πές στήν κοπελλιά σου νά φέρῃ μαζί σας βελόνη καί κλωστή καί κορδέλλα, λεπτή, κόκκινη, ὥστε νά ράψουμε δύο σταυρούς, μπροστά στό στῆθος καί πίσω στήν πλάτη, στόν χιτῶνα τοῦ βαπτίσματος.
‒Ἐντάξει, πάτερ.
‒Καί μήν ξεχάσης, Ἰωάννη, τοῦ εἶπα πειρακτικά, τά κεράσματα, καί γέλασε!
Ἐμεῖς, μετά τόν ἑσπερινό, κατεβήκαμε στήν προβλῆτα μ’ ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐκκλησιαστικά σκεύη καί στίς 7.00 μ.μ. ἄρχισε ἡ τέλεσις τοῦ βαπτίσματος, ἡ ὁποία διήρκησε περισσότερον τῆς μίας ὥρας. Εἴπαμε πρός τόν νεοφώτιστο καί δύο λόγια παραινετικά, μᾶς κέρασαν καί ἀνεχώρησαν πανευτυχεῖς διά τήν Ἁλόννησον
Τήν ἑπομένην ἡμέραν ἦλθε εἰς τήν Ἱερά Μονήν, ὁ μόνιμος ἐργάτης-φύλακας τοῦ Κάμπου τῆς νήσου Κυρᾶς Παναγιᾶς, ὁ κ. Λούης Μέντη, ἀπό τό Ντακάρ, (πρωτεύουσα τῆς Σενεγάλης), Χριστιανός Ρωμαιοκαθολικός στό Θρήσκευμα, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται στήν νῆσο ἀπό τό 2009. Τοῦ διηγήθηκα τό περιστατικό τῆς βαπτίσεως τοῦ ὁμοδόξου του κ. Ἰωάννου Ἁρμοῦ καί τοῦ τόνισα ὅτι ἡ ἁγία Μαρίνα ἡ μάρτυς ἀμφισβήτησε-ἀρνήθηκε τήν ἐγκυρότητα τοῦ βαπτίσματος τῶν ρωμαιοκαθολικῶν. Ὁπότε μοῦ λέγει αὐθόρμητα καί μέ ἔμφασι:

‒Ὤου! Ἔχουμε πρόβλημα, ἔχουμε πρόβλημα!…»

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης καί ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἀμφισβήτηση τοῦ Βαπτίσματος τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν», εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2024, σελ. 1-5.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ

ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ 1

ΧΑΝΣ ΓΙΩΝΑΣ
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΑΟΥΣΒΙΤΣ 
1

Μία ἀπὸ Ἰουδαίων φωνή

Μετάφραση Κυριακῆς Μαντέλλου καὶ Ντίνας Σαμοθράκη
Επιμέλεια Ντίνας Σαμοθράκη


ΜΟΥΣΕΣ

Εκδόσεις Αρμός

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τὸ μικρὸ αὐτὸ βιβλίο (Γιὰ τὴν μετάφραση τοῦ παρόντος βιβλίου χρησιμο ποιήθηκε ἡ γερμανικὴ ἔκδοση: Der Gottesbegriff nach Auschwitz, Eine judische Stimme, Suhrkamp 1987. Οἱ σημειώσεις προσετέθησαν ἀπὸ τὸν συγγραφέα σὲ μετα-γενέστερη ἔκδοση. Τὶς μεταφράζομε ἀπὸ τὴν γαλλική ἔκδοση Rivages Poche, Petite Bibliothèque, Éd. Payot & Rivages, 1994.) εἶναι μιὰ ὁμιλία ποὺ ἐξεφώνησε ὁ Χὰνς Γιώνας τὸ 1984 στο Πανε-πιστήμιο τῆς Τυβίγγης, ὅταν τοῦ ἀπενεμήθη τὸ βραβεῖο Λεοπόλδου Λούκας. Ἡ ὁμιλία αὐτὴ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας της ἔχει μετα-φρασθῆ σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἔχει προκαλέσει ποικίλα σχόλια. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λείπη καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνική.

Ὁ Χὰνς Γιώνας εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικώτερα φιλοσοφικά πνεύματα τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Γεννήθηκε τὸ 1903 στὴν Γερμανία, ὑπῆρξε μα-θητὴς τῶν Χοῦσσερλ, Χάιντεγκερ καὶ Μπούλ-τμαν· μὲ τὸν τελευταῖο μάλιστα ἔκανε τὴν δι-δακτορική του διατριβὴ γιὰ τὸν ἀρχαῖο Γνωστικισμό, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας ἔγινε ἀπὸ τότε διάσημος. Ὑπῆρξε ἐπίσης συμμαθητὴς καὶ ἐφ᾽ ὅρου ζωῆς φίλος πιστὸς τῆς ῎Ἄννας ῎Αρεντ. Λόγῳ τῆς ἑβραϊκῆς του καταγωγῆς ἐγκατέλειψε τὴν Γερμανία ἤδη ἀπὸ τὸ 1933. Ἔγκαταστάθηκε στὴν Παλαιστίνη καὶ ὑπηρέτησε στὸν βρεττανικό στρατό. Στὴν πατρίδα του ἐπέστρεψε μὲ τὶς συμμαχικές δυνάμεις. Τὸ 1949 ἔφυγε γιὰ τὸν Καναδὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγκαταστάθηκε στὴν Νέα Υόρκη ὅπου κατέλαβε τὴν ἔδρα τῆς φιλοσοφίας στὸ New School of Social Research. Πέθανε τὸ 1993 στὴν Νέα Υόρκη.

Κεντρικὴ θέση στὸ ἔργο τοῦ Γιώνας κατέ-λαβε κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες τῆς ζωῆς του ἡ σπουδὴ τῆς ἐλευθερίας στὸν ἴδιο τὸν βιο-λογικὸ ὀργανισμὸ ὡς καὶ τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τὴν ἐποχὴ τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Στὸ κλασικό του πλέον βιβλίο Ἡ ἀρχὴ τῆς εὐθύνης ὁ Γιώνας ἀναλύει τὶς χαρακτηριστικὲς ὄψεις αὐτοῦ τοῦ προβλήματος. Αφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ τεχνικὴ δύναμη κάνει τὴν φύση ὑποχείρια τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση μένει ἀνυπεράσπιστη ἔναντι τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεών μας· ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ἡ ἀξία της κινδυνεύουν σὲ ἐπίπεδο ὑπαρξιακὸ καὶ ὄχι μόνον κοσμικό. Τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρωπότητος διασπᾶται καὶ ἀπειλεῖται, ὁπότε καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖο νὰ σκεφθοῦμε τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης. Στὴν εὐθύνη ἀναγνωρίζει ὁ Γιώνας τὴν ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ τεχνολογικοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ συνείδηση τῆς εὐ-θύνης θὰ μπορῆ νὰ ἀξιολογῆ μακροσκοπικὰ τὶς ἀποφάσεις μας μὲ κριτήρια ἠθικὰ καὶ μεταφυσι-κά, ὄχι γιὰ νὰ συσκοτισθῆ ἡ ὕπαρξη, ἀλλὰ γιὰ νὰ προφυλάξη ἑαυτὴν ἀπὸ τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει καὶ νὰ ἐξασφαλίση τὴν μεγίστη δυνατὴ διάρκεια καὶ ποιότητά της.

Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ἀξία δὲν ἐπροφύλαξε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ ῎Αουσβιτς. Μπορεῖ ἄραγε νὰ τὴν προφυλάξη στο μέλλον ἀπὸ ἀνάλογα ὁλοκαυτώματα; Μὲ λο γικὴ αὐστηρότητα ἀλλὰ καὶ μεγάλη εὐρύτητα σκέψεως ὁ Γιώνας συνθέτει ἐδῶ ἕνα θεολογικό μῦθο ποὺ ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ ὑπόθεση έπιστημονικῆς ἐργασίας, γιὰ νὰ ἀναθέση τὴν ὑπερβατικότητα στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ «ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας» συνεπάγεται «τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὴν δύναμη». Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Γιώνας «μὲ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας ἡ ἀπόλυτη Κυριότης συνήνεσε νὰ μὴν εἶναι ἐφεξῆς ἀπόλυτη, ὥστε νὰ τελειωθῆ αὐτοβούλως ἡ ὕ παρξη –προέβη δηλαδὴ σὲ μιὰν ἐνέργεια θεῖκῆς ἀπογυμνώσεως». Αὐτὴ τὴν ἐπιλογὴ ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μεγαλώση ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀναλάβη ἑπομένως τὴν ἀπόλυτη εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τοῦ κόσμου, μᾶς καλεῖ νὰ σκε φθοῦμε ἐπίκαιρα ὅσο ποτὲ ὁ Χὰνς Γιώνας, καὶ μαζὶ νὰ σκεφθοῦμε τοὺς ὅρους τῆς θρησκευτικῆς πίστεως σήμερα.

Ν.Σ.

ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ JONAS; ΚΟΥΚΙΑ ΣΠΕΡΝΩ. ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑ ΤΡΩΩ.

[Ὁμιλία τὴν ὁποία ἐξεφώνησα στὴν Γερμανία, όταν μοῦ ἀπενεμήθη τὸ 1984 τὸ βραβείο Λεοπόλδου Λού κας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Τυβίγγης. Ἡ ὁμιλία δημοσι εύθηκε στο Reflexionen Finsterer Zeit τῶν Fritz Sten καὶ Hans Jonas (Tübingen: J.C.B. Mohr 1984)- ἀνέπτυσσε καὶ ἀνέπλαθε ἕνα κείμενο τὸ ὁποῖο προϋπῆρξε ὑπὸ τὸν ἴδιο τίτλο «The Concept of God after Ausch-witz» στο Out of Whirlwind, ἔxb. A.H. Friedlander, New York: Union of American Hebrew Congregations, 1968, σσ. 465-476). Τὸ κείμενο ἐκεῖνο μὲ τὴν σειρά του περιε λάμβανε τμήματα τῆς διαλέξεώς μου «Ingersoll» τοῦ 1961, «Immortality and the Modern Temper». Θεώρησα θεμιτὸ νὰ κάνω στὴν ὁμιλία μου μερική χρήση τοῦ προ-δημοσιευθέντος ὑλικοῦ.]

Ὅταν μαζὶ μὲ τὴν τιμητικὴ ἀπόφαση νὰ λάβω αὐτὸ τὸ βραβεῖο μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ κά νω τὴν «ἐπίσημη εἰσήγηση», διάβασα δὲ στὴν βιογραφία τοῦ Ραββίνου Λεοπόλδου Δούκας, εἰς μνήμην τοῦ ὁποίου γίνεται τούτη ἡ τελετή, ὅτι ἀπεβίωσε στὸ Τερεζίενστατ, καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του Δωροθέα, ἡ μητέρα τοῦ ἱδρυτῆ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἕως τότε ἐκρατεῖτο μετεφέρθη στο "Αουσβιτς, ὅπου εἶχε τὴν ἴδια μοῖρα μὲ τὴν μητέρα μου, στάθηκε ἀδύνατον ν᾿ ἀντισταθῶ στὸ ὑπὸ ἀνάπτυξιν θέμα. Ἔλαβα τὴν ἀπόφαση μὲ τρόμο καὶ ρίγος. Πίστευα πὼς ἤμουν ὑπόλογος στὶς σκιὲς ἐκείνων, πὼς ὄφειλα νὰ δώσω κάποιαν ἀπάντηση στὴν σβησμένη χρόνια τώρα κραυγή τους πρὸς ἕνα βουβό Θεό.[ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ.. ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ. ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ; ΤΙΠΟΤΕ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΙΧΑΝ ΩΤΑ  ΑΚΟΥΕΙΝ ΑΚΟΥΕΤΩ. ΣΗΜΕΡΑ ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΟΥΒΟΣ]

Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνα δείγμα καταφανῶς θεωρητικῆς θεολογίας. "Αν ἁρμόζη ἤ ὄχι σὲ φιλόσοφο δὲν μὲ ἀπασχολεῖ καθόλου. Ὁ Ἐμμανουήλ Κάντ ἐξόρισε κάθε παρόμοιο εἶδος ἀπὸ τὸ πεδίο τοῦ θεωρητικοῦ Λόγου καὶ συνεπῶς ἀπὸ τὴν φιλοσοφία· καὶ ὁ λογικός θετικισμός τοῦ αἰῶνος μας, σύνολη ἡ κρατοῦσα ἀναλυτική φιλοσοφία, ἀμφισβήτησε ἀκόμη καὶ ὅτι οἱ γλωσσικοὶ τύποι ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ θεολογία γιὰ τὰ ζητήματα τοῦ χώρου της σημαίνουν ἀντικειμενικά κάτι, ὅτι δηλαδὴ ἔχουν ὁποιοδήποτε νόημα· ἐδήλωσε λοιπὸν ὅτι εἶναι καθαρός παραλογισμὸς καὶ μόνο νὰ μιλοῦμε γι' αὐτά (γιὰ νὰ μὴ φθάσωμε σὲ ζητήματα ἀληθείας καὶ ἐπαληθεύσεως). Τὸ πρᾶγμα θὰ προκαλοῦσε μεγάλη ἔκπληξη στὸν γερο-Κάντ. Γιατὶ αὐτὰ τὰ ὑποθετικῶς ἀνυπόστατα ἀντικείμενα ἐκεῖνος τὰ θεωροῦσε ὑψίστης σημασίας, σημασίας τὴν ὁποία ὁ Λόγος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ, ἀφοῦ ἀδυνατεῖ νὰ τὰ γνωρίση, ὁπότε, ἂν ἐπι-διώξη νὰ τὰ γνωρίση λογικῶς, εἶναι καταδικα-σμένος νὰ ἀποτύχη. Τὸ βέβαιον τῆς ἀποτυχίας ὑποχρεώνει σὲ παραίτηση. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ παραίτηση μᾶς ἀνοίγεται ἕνας ἄλλος δρόμος. Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ τὸ παίρνει ἀπόφαση ὅτι θὰ ἀποτύχη στὸ πεδίο τῆς γνώσεως, ποὺ παραιτεῖται τοῦ στόχου ἐντελῶς, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐκεῖνος ὀφείλει νὰ σκέπτεται τὸ νόημα καὶ τὴν σημασία τέτοιων πραγμάτων. Ἔτσι ἡ ἄποψη ὅτι δὲν ὑφίσταται ἐδῶ σημασία καὶ νόημα ἀπορρίπτεται εὔκολα ὡς ταυτολογικὸς φαῦλος κύκλος, ἐφ᾽ ὅσον ὁρίζει ἐκ προοιμίου τὸ νόημα ὡς νοηματικῶς ἐπαληθεύσιμο, ταυτίζει δηλαδὴ τὸ «πλῆρες νοήματος» μὲ τὸ «γνώσιμο». Αὐτὴ ἡ ἐκβιαστικὴ πιρουέττα δεσμεύει ἐξ ὁρισμοῦ μόνον ὅποιους τὴν δέχονται. Μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε τὴν ἔννοια «Θεός», ἀκόμη κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ ἀποδείξουμε τὴν ὕπαρξή του· μιὰ τέτοια έργασία εἶναι φιλοσοφική, ἂν ἐπιμένη στὴν ἐννοιολογικὴ ἀκρίβεια, δηλαδὴ στὴν στενὴ ἐξάρτηση μιᾶς ἐννοίας ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἐννοιῶν. Αὐτὰ ὅλα ὅμως εἶναι πολὺ γενικὰ καὶ πολὺ ἀπρόσωπα. Ὅπως ὁ Κάντ ἐξεχώρησε στὸν πρακτικό Λόγο ὅ,τι ἀρνήθηκε στὸν θεωρητικό, ἔτσι κι ἐμεῖς ἔχομε δικαίωμα νὰ προσθέσουμε τὸ βάρος μιᾶς μοναδικῆς καὶ ὑπέρογκης ἐμπειρίας στὰ περὶ τοῦ Θεοῦ ἐρωτήματα. ᾿Αμέσως λοιπὸν ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Τί παραπάνω πρόσθεσε τὸ ῎Αουσβιτς σὲ ὅ,τι γνωρίζαμε ἀνέκαθεν γιὰ τὸν τρόμο καὶ τὴν φρίκη ποὺ μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ προξενήσουν στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ποὺ ἀνέκαθεν προξενοῦν; Καὶ δὴ τί πρόσθεσε ἕνα τόσο οὐσιῶδες μέρος τῆς συλλογικῆς μας μνήμης σὲ ὅσα γνωρίζουμε ἐ-μεῖς, οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ τὴν πολυχιλιόχρονη βασανισμένη ἱστορία μας; Ἡ ἱστορία τοῦ Ἰὼβ ἔθετε ἀνέκαθεν τὸ κύριο ἐρώτημα τῆς θεοδικίας· τῆς θεοδικίας γενικῶς λόγῳ τῆς ἁπανταχοῦ ὑπάρξεως τοῦ Κακοῦ, καὶ ἐκείνης τῆς θεοδικίας εἰδικῶς ἡ ὁποία κάνει ὀξύτερο τὸ αἴνιγμα τῆς ἐκλογῆς, τοῦ περίφημου δεσμοῦ μεταξὺ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τοῦ Θεοῦ του. Τὸ ἐρώτημά μας ἔχει νὰ κάνη μ' αὐτὴ τὴν παρόξυνση.

Πρῶτα οἱ Ἰουδαῖοι μποροῦσαν νὰ ἐπικαλοῦν-ται τὸν δεσμὸ ὡς ἑρμηνευτικό κλειδί ὅσων συν-έβαιναν, ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς βιβλικοὺς προφῆτες: ὁ λαὸς τῆς Διαθήκης ἀπίστησε σ' αὐτήν. Στοὺς μακροὺς χρόνους τῆς πίστεως ποὺ ἀκο-λούθησαν, ἔπαψαν νὰ ἑρμηνεύουν τὰ κακὰ ὡς τίμημα τῆς ἁμαρτίας καὶ δέχθηκαν ὡς ἐξήγηση τοῦ κακοῦ τὴν ἰδέα τῆς μαρτυρίας, δημιούργημα τῆς ἐποχῆς τῶν Μακκαβαίων, ποὺ κληροδότησε στὶς ἐπερχόμενες γενεὲς τὴν ἔννοια τοῦ μάρτυρος. Σύμφωνα μ' αὐτὴ τὴν ἰδέα τὰ χειρότερα ἐπιφυλάσσονται στοὺς ἁγνοὺς καὶ τοὺς δίκαιους. Ἔτσι κατὰ τὸν Μεσαίωνα ὁλόκληρες κοινότητες ἔφθασαν μὲ τὸ Sch'ma Israel στὰ χείλη νὰ ὁμολογήσουν τὸν Ἕνα Θεὸ καὶ νὰ σφαγοῦν, εἴτε νὰ καοῦν στὴν πυρά. Ἡ ἑβραϊκὴ ὀνομασία γι' αὐτὸν τὸν θάνατο εἶναι Kiddnsch - haschem, «ἁγιασμός τοῦ ὀνόματος», καὶ τὰ θύματα ὀνομάστηκαν «῞Αγιοι».

Ἡ θυσία τους λάμπρυνε τὴν ὑπόσχεση τῆς τελικῆς λυτρώσεως διὰ τοῦ ἐρχομένου Μεσσία.

Τίποτε ἀπ' ὅλα αὐτὰ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ γεγονὸς ποὺ φέρει τὸ ὄνομα «῎Αουσβιτς». Οὔτε ἡ ἀφοσίωση εἴτε ἡ ἀποστασία, οὔτε ἡ πίστη εἴτε ἡ ἀπιστία, οὔτε ἡ ἁμαρτία εἴτε ἡ τιμωρία, οὔτε ἡ δοκιμασία, οὔτε ἡ μαρτυρία, οὔτε ἡ ἐλπίδα τῆς λυτρώσεως, οὔτε καὶ ἡ δύναμη εἴτε ἡ ἀδυναμία, ὁ ἡρωϊσμὸς εἴτε ἡ δειλία, τὸ πεῖσμα εἴτε ἡ παραίτηση εἶχαν ἐκεῖ θέση. Τὰ ἀγνοοῦσε παντελῶς τὸ ῎Αουσβιτς ποὺ κατεβρόχθιζε ἀκόμη καὶ τ᾽ ἀνήλικα παιδιὰ καὶ δὲν πρόσφερε εὐκαιρία γιὰ ὅλα τοῦτα. Δὲν θανατώθηκαν ἐκεῖ ἄνθρωποι χάριν τῆς πίστεως (ὅπως οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), οὔτε δολοφονήθηκαν ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς των ἢ ὁποιασδήποτε προσωπικῆς ροπῆς. Τοῦ θανάτου προηγήθηκε ἀπανθρωπισμὸς διὰ τῆς ἐσχάτης ταπεινώσεως καὶ στερήσεως, κανένα ἴχνος ἀνθρωπιᾶς δὲν ἀξιώθηκαν ὅσοι ὁδηγοῦνταν στὸν ἀφανισμό, κανέ-να ἀνθρώπινο γνώρισμα δὲν μποροῦσε νὰ δια-κρίνη κανεὶς στὰ ἀποσκελετωμένα φαντάσμα-τα τῶν ἐπιζησάντων. Καὶ ὅμως – παράδοξο τοῦ παραδόξου – αὐτὸς ἦταν ὁ λαὸς τῆς Διαθή κης, στὴν ὁποία δὲν πίστευε πλέον κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄλλοτε ἀποδέκτες της, οὔτε οἱ φονεῖς, οὔτε τὰ θύματα τὰ ἴδια, ἦταν ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οὐδεὶς ἄλλος ὁ προωρισμένος ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς φυλετικῆς καθάρσεως σ᾽ αὐτὸν τὸν ὁλοκληρωτικὸ ἀφανισμό: στὴν πιὸ ἀποτρόπαιη μετατροπὴ τῆς ἐκλογῆς σὲ κατάρα, ἡ ὁ-ποία ἐχλεύασε κάθε ἔννοια τοῦ περιουσίου λαοῦ. Ὑπάρχει λοιπὸν μιὰ διάστροφη σχέση ἐκεί-νων ποὺ ἀναζητοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ τῶν παλαιῶν προφητῶν ἀφ᾽ ἑνὸς καὶ τῶν ἀπογόνων τους ἀφ' ἑτέρου, οἱ ὁποῖοι ἐπελέγησαν καὶ συγ-κεντρώθηκαν ἀπὸ τὴν διασπορὰ μὲ σκοπὸ τὴν συνένωσή των στὸν γενικό θάνατο. Καὶ ὁ Θεὸς τὸ ἄφησε νὰ συμβῆ. Τί εἴδους Θεὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψη κάτι τέτοιο;

Ἐν προκειμένῳ ἀξίζει νὰ παρατηρήσωμε ὅ-τι τὸ συγκεκριμένο ἐρώτημα φέρνει σὲ δυσκο-λώτερη θέση τὸν Ἰουδαῖο ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ θεολόγο. Διότι γιὰ τὸν Χριστιανό, ὁ ὁποῖος προσδοκᾶ τὴν ἀληθινὴ λύτρωση στὸ ἐπέκεινα, αὐτὸς ἐδῶ ὁ κόσμος εἶναι ἀναμφιβόλως ὕποπτη προέκταση τοῦ διαβόλου, ἰδιαιτέρως μάλιστα ὁ κόσμος τοῦ ἀνθρώπου λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Γιὰ τὸν Ἰουδαῖο ὅμως, ὁ ὁποῖος βλέπει σ᾽ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο τὸν τόπο τῆς θείας δημιουργίας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς λυτρώσεως, ὁ Θεὸς εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας. Τὸ ῎Αουσβιτς λοιπὸν θέτει ἀπὸ μόνο του στὸν πιστὸ τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ὀρθό-τητος τοῦ παραδεδομένου ὁρισμοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀκριβῶς προσπάθησα ἤδη νὰ δείξω, στὴν ἐμπειρία τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας προστίθεται ἕνα στοιχεῖο ὁλότελα νέο, τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦν νὰ χειραγωγήσουν οἱ παλαιές θεολογικές κατηγορίες. Αν κάποιος ὅμως δὲν θέλη ἁπλῶς νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει μόνο ὁ φιλόσοφος, τότε πρέπει γιὰ νὰ μὴ τὸν ἐγκαταλείψη, νὰ τὸν σκεφθῆ καὶ νὰ ἀναζητήση μία νέα ἀ-πάντηση στὸ παλαιὸ ἐρώτημα τοῦ Ἰώβ. ᾿Αφοῦ τὴν βρῆ, ἴσως νὰ ἀπαλλάξη τὸν «Κύριο τῆς Ἱστορίας». Λοιπόν: Τί εἴδους Θεὸς ἐπέτρεψε τὸ * Αουσβιτς;

Ἐδῶ ξαναγυρνῶ σὲ παλαιότερη ἀπόπειρα τὴν ὁποία κάποτε ἀπετόλμησα, ὅταν ἀντιμετώπισα τὸ πολὺ εὐρύτερο ἐρώτημα περὶ ᾿Αθα-νασίας, ἀπόπειρα στὴν ὁποία εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ ρίχνη τὴν σκιά του τὸ ῎Αουσβιτς (Βλ. Hans Jonas, Zwischen Nichts und Ewigkeit (Μεταξύ Μηδενὸς καὶ Αἰωνιότητος), Kleine Vandenhoeck-Reihe 165, Göttingen 1963, σελ. 55 κ.έ). Τότε μὲ βοήθησε ἕνας μῦθος ποὺ ἐπινόησα: Ὁ μῦθος εἶναι μέσον ἀλληγορικῆς, πιθανῆς ὅμως, εἶκασίας, μέσον εἰς τὸ ὁποῖο ἀνέθετε ὁ Πλάτων τὴν εὐθύνη νὰ μιλήση γιὰ τὰ ἐπέκεινα τῆς Γνώσεως. Ἐπιτρέψτε μου νὰ τὸν ἐπαναλάβω ἐδῶ.

Ἐν ἀρχῇ τὸ θεϊκὸ θεμέλιο τῆς ὑπάρξεως ἀπεφάσισε γιὰ κάποιον ἄγνωστο λόγο νὰ ἀφεθῆ στὴν Τύχη, στὴν Διακινδύνευση καὶ στὴν ἀνεξάντλητη ποικιλία τοῦ Γίγνεσθαι· καὶ μάλιστα ὁλοκληρωτικά: Ἡ θεότης ἀνέλαβε τὴν περιπέτεια τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, δὲν κράτησε τίποτε δικό της. Κανένα μέρος της δὲν ἔμεινε ἐκτὸς τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ μπορέση νὰ ὁδηγήση, νὰ διαμορφώση καὶ τέλος νὰ ἐγγυηθῆ τὴν μοῖρα της, στὴν τελική μορφὴ ποὺ θὰ ἔπαιρνε μετὰ τὸ λοξοδρόμισμα ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα στὴν κτίση. Τὸ πνεῦμα τῶν νεώτερων χρόνων ἐκφράζει τὴν ἀπόλυτη τούτη ἐμμένεια. Ἔχει τὸ θάρρος ἢ τὴν ἀπελπισία, ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια του, νὰ παίρνη στὰ σοβαρὰ τὴν δική μας ἐγκόσμια ὕπαρξη: νὰ βλέπη τὸν κόσμο ἀφημένο στὸν ἑαυ-τό του, τοὺς νόμους του μὴ ἀνεχόμενους καμμία παρέμβαση· κι ἔτσι νὰ τοῦ ἀνήκουμε σὲ τέ-τοιο βαθμὸ ποὺ νὰ μὴν μετριάζεται ἀπὸ καμ-μιὰ ἔξωθεν πρόνοια. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ καὶ ὁ δικός μας μῦθος ἀπὸ τὴν θεία ἐμμένεια, ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἔννοια τῆς πανθεϊστικῆς της ἐκδοχῆς: "Αν Θεὸς καὶ Κόσμος εἶναι ἁπλῶς ταυτόσημα, τότε σὲ κάθε στιγμὴ καὶ κάθε περίσταση ὁ κό-σμος παρουσιάζεται ἐν πληρότητι, καὶ ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ πλέον νὰ χάση οὔτε νὰ κερδίση. ᾿Αντίθετα, γιὰ νὰ ὑπάρχη κόσμος καὶ γιὰ νὰ εἶναι αὐθύπαρκτος, ὁ Θεὸς ἀρνήθηκε τὸ ἴδιο του τὸ εἶναι· ἐξεδύθη τὴν θεότητά του γιὰ νὰ τὴν ἐπανεύρη στὴν ὀδύσσεια τοῦ χρόνου, φορτωμένος τὶς ἀπρόβλεπτες τυχαιότητες τῆς ἐμπειρίας τοῦ χρόνου, καὶ μεταμορφώθηκε ἢ ἴσως καὶ παραμορφώθηκε μέσα ἀπ' αὐτήν. Ἡ θεϊκὴ ἀκεραιότης ἀφέθηκε στὸ καθαρό γίγνεσθαι τό-σο ὁλοκληρωτικά, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν' ἀποκτήση ἐκ τῶν προτέρων καμμία ἄλλη γνώση ἀπὸ τὴν γνώση τῶν δυνατοτήτων τὶς ὁποῖες παρέχουν οἱ ὅροι τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ὑπάρξεως. Στοὺς ὅρους αὐτοὺς ἀκριβῶς ἐναπέθεσε ὁ Θεὸς τὸ ἔργο του, παραιτούμενος ὑπὲρ τοῦ κόσμου.

Ἐπὶ αἰῶνες λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ βρί σκεται στὰ χέρια τῆς ἀργόρρυθμης κοσμικῆς τύχης καὶ τῶν πιθανοτήτων τοῦ πληθωρικοῦ της παιγνιδιοῦ. Μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὸ ἔργο τοῦτο συσσωρεύεται ἀδιάκοπα καὶ ὑπομονετικὰ ἡ ἀνάμνηση τοῦ ὑλικοῦ πεδίου, αὐξάνεται δὲ ὡς προαίσθημα μιᾶς ἀναμονῆς, μὲ τὴν ὁποία τὸ Αἰώνιο, ὅλο καὶ πιὸ πολύ, συνοδεύει τὰ ἔργα τοῦ χρόνου, δίκην διστακτικῆς ἀναδύσεως τοῦ ὑπερβατικοῦ ἀπὸ τὴν ἀδιαφάνεια τῆς ἐμμενείας.

Κατόπιν γιὰ πρώτη φορά σκιρτᾶ ἡ ζωή, ὁ κόσμος μιλᾶ μιὰ καινούργια γλῶσσα. Τὴν ζωὴ ἀκολουθεῖ ἔκρηξη τοῦ ἐνδιαφέροντος στὴν σφαῖρα τοῦ αἰωνίου, ποὺ ἐκτινάσσεται καὶ ἀπλώνεται γιὰ νὰ ξανακερδίση τὴν πληρότητά του, γιὰ νὰ μὴν βρίσκεται ἐκτὸς τῆς ζωῆς.

Πρόκειται γιὰ τὴν κοσμική συγκυρία ποὺ ἀνέμενε ἡ ἐν τῷ γίγνεσθαι θεότης καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία δίνει μὲ σπάταλη διάθεση τὰ πρῶτα δείγματα τῆς τελικῆς πληρώσεως. Σὰν κῦμα ποὺ φουσκώνει ἀκατάπαυστα, αἰσθήματα, παρατηρήσεις, προσπάθειες καὶ πραγματώσεις ὅλο καὶ πιὸ διαφορετικές, ὁλοένα καὶ πιὸ ἔντονες, ὑψώνονται πάνω ἀπὸ τὸ βουβὸ στροβίλισμα τῆς ὕλης, ἡ αἰωνιότης δυναμώνει, πληροῦται ἀπὸ διαδοχικά περιεχόμενα κατα-φάσκοντας ἑαυτὴν καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Θεὸς ξυπνᾶ ἕνα πρωὶ καὶ μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι ἡ κτίσις «καλὴ ἐστί».

Θὰ παρατηρήση ὅμως κάποιος ὅτι μαζὶ μὲ τὴν ζωὴ ἦλθε ὁ θάνατος καὶ ὅτι ἡ θνητότης εἶναι τὸ τίμημα ποὺ ἔπρεπε νὰ καταβάλη ἡ νέα δυνατότητα τοῦ εἶναι γιὰ νὰ ὑπάρξη. Ἐὰν στόχος της ἦταν ἡ ἀέναη διάρκεια, ἡ ζωὴ δὲν θὰ 'πρεπε νὰ εἶχε ξεκινήσει, γιατὶ ὅποια μορφή κι ἂν λάβη δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὰ ἀνόργα να σώματα ὡς πρὸς τὴν διάρκεια. Ἔχει ἕνα κατ᾿ οὐσίαν ἀνακλητὸ καὶ φθαρτὸ εἶναι, μετέχει σὲ μιὰ περιπέτεια πρὸς θάνατον καθὼς δανείζεται ἀπὸ ἕνα μακρόβιο ὑλικὸ μὲ τὶς δικές του προϋποθέσεις ἑνὸς συνεχῶς μεταβαλλόμενου ὀργανισμοῦ τὶς ληξιπρόθεσμες τροχιὲς τῆς ζωῆς τῶν ἐπὶ μέρους Εγώ. Αλλὰ ἴσα-ἴσα στὴν βραχύβια τούτη αὐτοσυνείδηση, στὴν πράξη καὶ τὴν ὀδύνη τῶν πεπερασμένων ἀτόμων, στὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν πίεση τοῦ ἐπικειμένου τέλους χαρίζεται ἡ σπουδὴ καὶ μαζὶ ἡ φρεσκάδα τῶν αἰσθημάτων, τὸ θεϊκὸ τοπίο ἀνοίγει τὸ οὐράνιο τόξο του καὶ ἡ θεότης ἀποκτᾶ ἐμπειρία τοῦ ἑαυτοῦ της.

Θὰ παρατηρήση ἐπίσης ὅτι ὅσο ἡ ζωὴ παραμένει ἀμίαντη, τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ παρεκκλίνη τοῦ στόχου του πρὶν ἐμφανισθῆ ἡ γνώση. Κάθε εἰδοποιὸς διαφορὰ τὴν ὁποία δημιουργεῖ ἡ ἐξέλιξη, προσθέτει τὴν δική της ἰδιομορφία στὶς δυνατότητες τοῦ αἰσθάνεσθαι καὶ τοῦ πράττειν, ὁπότε πλουτίζει τὴν αὐτεπίγνωση τοῦ θεϊκοῦ θεμελιώματος. Κάθε καινούργια διάσταση ποὺ παρουσιάζει ὁ κόσμος κατὰ τὴν πορεία του, σημαίνει γιὰ τὸν Θεὸ νέο τρόπο νὰ δοκιμάση τὸ κρυμμένο του εἶναι καὶ μέσῳ τῶν ἐκπλήξεων τῆς κοσμικῆς περιπέτειας νὰ ἀνα-καλύψη τὸν ἑαυτό του. Ἡ συγκομιδὴ αὐτοῦ τοῦ κοπιώδους καὶ ὀδυνηροῦ γίγνεσθαι, εἴτε φωτεινή, εἴτε σκοτεινή, αὐξάνει τὸν θησαυρὸ τοῦ ἀκτίστου κόσμου μὲ μιὰν αἰωνιότητα βιωμένη στὸν χρόνο. Αν τοῦτο ἰσχύη γιὰ τὸν ἐξ ἰδίων πολλαπλασιασμὸ τῶν ποικιλιῶν, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὴν αὐξανόμενη ἐγρήγορση καὶ τὸ πάθος τῆς ζωῆς, ποὺ κερδίζουν ἔδαφος στὸ βασίλειο τῶν ζώων μὲ τὴν δίδυμη ἀνάπτυξη τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς κινήσεως. Τὸ ἔνστικτο καὶ ἡ ἀγωνία, ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη, ὁ θρίαμβος καὶ ἡ στέρηση, ἡ ἀγάπη, ἀκόμη καὶ ἡ σκληρότης ὀξύνονται συνεχῶς, ἡ ἴδια τους ἡ ἔνταση καὶ γενικὰ ἡ ἔνταση κάθε ἐμπειρίας ἀνοίγει νέους δρόμους πρὸς ὄφελος τοῦ θείου ὑποκειμένου· καὶ ἡ ἀμείωτη διάρκεια τῆς ἐπ᾿ ἄπειρον ἐπαναλαμβανόμενης ζωῆς τους (ἐξ ἧς καὶ ἡ ἀναγκαιότης τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἐκ νέου γεννήσεως) προμηθεύει τὴν ἐξαγιασμένη ἐ-κείνη οὐσία ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναδημιουργεῖται ἡ θεότης. Αὐτὰ ὅλα τὰ προσφέρει ἡ ἐξέλιξη μὲ μόνη τὴν παμποικιλία τοῦ παιχνιδιοῦ της καὶ τὴν δύναμη τοῦ κεντρίσματός της. Τὰ πλά-σματά της πραγματώνονται σύμφωνα μὲ τὸ ἔνστικτό τους, δικαιώνοντας τὸ θεῖο τόλμημα. ᾿Ἀκόμη καὶ ἡ ὀδύνη τους βαθαίνει περαιτέρω τὴν ἀφθονία τῆς μουσικῆς συμφωνίας. Κι ἔτσι, ἐντεῦθεν τοῦ Καλοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ, ὁ Θεὸς δὲν γίνεται νὰ χάση στὸ μέγα τυχερὸ παιχνίδι τῆς ἐξελίξεως.

᾿Αλλὰ πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ κερδίση καλυπτόμενος πίσω ἀπὸ τὴν ἀρχέγονη ά-γνότητα τῆς ζωῆς καὶ μία νέα προσμονή βλασταίνει μέσα του γιὰ ν' ἀποκριθῆ στὴν κατεύθυνση ποὺ παίρνει λίγο-λίγο ἡ ἀσύνειδη κίνηση τῆς ἐμμένειας.

Καὶ τότε ὁ Θεὸς ἀρχίζει νὰ τρέμη, γιατὶ ἡ φορὰ τῆς ἐξελίξεως ὀφειλομένη στὴν ἴδια τὴν ὁρμητική της κίνηση διαβαίνει τὸ ὅριο τῆς ἀθωότητος γιὰ νὰ φθάση ἐκεῖ ὅπου μὲ τὴν θεία παρεμβολὴ ἐπιβάλλεται ἕνα ἐντελῶς νέο κριτήριο ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας. Ἡ ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου σημαίνει ἄνοδο τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας· μ᾿ αὐτὴ τὴν κατ' ἐξοχὴν δίκοπη δωρεὰ ἡ ἀθωότης τοῦ ἁπλοῦ ὑποκειμένου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ εὕρισκε τὴν πλήρωση ἀφ' ἑαυτῆς, δίνει τὴν θέση της στὸ χρέος τῆς εὐθύνης ὑπὸ μορφὴν διακρίσεως καλοῦ καὶ κακοῦ.

Τὸ θεῖο ἔργο φανερώνεται τώρα γιὰ πρώτη φορά, ἀφήνεται στὶς εὐκαιρίες καὶ τοὺς κινδύνους τοῦ μεγάλου ἐγχειρήματος καὶ ἡ ἔκβασή του ταλαντεύεται στὴν πλάστιγγα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἄρχιζε νὰ ξεχωρίζη ἀπὸ τὸ φυσικό σύμπαν στὸν βαθμὸ ποὺ μετεῖχε –ἀκόμη ἀόριστη- στὴν διεσταλμένη καὶ βαθμιαῖα συστελλόμενη σπειροειδῆ ἀνέλιξη τῆς προανθρώπινης ζωῆς· τώρα μὲ δραματική ταχύτητα περιέρχεται εἰς χεῖρας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἀναλαμ-βάνει μὲ τὸν προβληματικό του τρόπο νὰ τὴν φυλᾶ, γιὰ νὰ πληρωθῆ καὶ νὰ σωθῆ, ἢ νὰ χαθῆ ἀναλόγως τοῦ τί θὰ κάνη ἐκεῖνος τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Σ' αὐτὴν τὴν τρομακτική σύγκρουση τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεϊκὴ μοῖρα καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴν σύνολη κατάσταση τοῦ αἰωνίου ὄντος ἑδράζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀθανασία.

Συνεχίζεται