Συνέχεια από Τετάρτη 10. Ιουνίου 2026
Κοσμική Λειτουργία 5
Το Σύμπαν κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή
Hans Urs von Balthasar
I
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Ο ελεύθερος νους
β. Μεταξύ αυτοκράτορα και πάπα
Οι πράξεις ενός ελεύθερου νου δεν παράγονται απλώς από τη φύση, αλλά λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο ιστορικών αποφάσεων. Αφού κανείς αναλάβει εσωτερικά, ενώπιον του Θεού, την ευθύνη γι’ αυτές, αργά ή γρήγορα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη και εξωτερικά, ενώπιον των αντίπαλων δυνάμεων, τις οποίες οι ίδιες αυτές πράξεις έχουν υπερνικήσει στο επίπεδο της συνειδήσεως.
Ο Μάξιμος κατόρθωσε να αποσπάσει ολόκληρο τον οργανισμό της ελληνικής χριστιανικής παραδόσεως από τα καταστροφικά νύχια του πολιτικού ολοκληρωτισμού. Ήταν αδύνατον οι πολιτικές εξουσίες να μην του καταλογίσουν, με τον δικό τους τρόπο, ό,τι τους είχε προξενήσει με μια τέτοια αρπαγή. Οι τελικές δίκες, οι οποίες οδήγησαν τόσο τον ίδιο όσο και τον πάπα Μαρτίνο Α΄ στο τέλος τους, ήταν πολιτικές δίκες· και ακριβώς ως τέτοιες έθεσαν την τελική σφραγίδα στην αδάμαστη ανεξαρτησία του νου απέναντι στην επίγεια εξουσία.
Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι η μεγάλη χριστολογική απόφαση [της Ανατολικής Εκκλησίας] εναντίον του μονοενεργητισμού είχε ήδη ληφθεί σε πολιτικό επίπεδο· άλλωστε, αυτός ο τρόπος κατανοήσεως του Χριστού είχε αρχικά επινοηθεί με σκοπό να προαγάγει την πολιτική ενότητα, και ολόκληρη η ιστορία της αυτοκρατορίας ήταν στενά συνδεδεμένη με αυτά τα ζητήματα.
Η πιο ατυχής όψη της διαμάχης ήταν ότι ο διάλογος που καθόρισε τη διανοητική της έκβαση, δηλαδή η αντιπαράθεση του Μαξίμου με τον έκπτωτο και εξόριστο Πατριάρχη Πύρρο το 645, έλαβε χώρα στην Καρχηδόνα —στην Αφρική, έναν τόπο που αποτελούσε από καιρό προπύργιο της αντιπολιτεύσεως εναντίον της βυζαντινής αυλής και ο οποίος είχε αναλάβει αυτόν τον ρόλο περισσότερο από ποτέ κατά τα χρόνια εκείνα, υπό την επιρροή του εξάρχου Γρηγορίου, ο οποίος ο ίδιος μηχανορραφούσε για να γίνει αυτοκράτορας. Η αντιπαράθεση διεξήχθη με προεδρεύοντα τον Γρηγόριο.
Επιπλέον, ο πάπας Θεόδωρος Α΄ (642-649), ο πρώτος πάπας ύστερα από εκατό χρόνια αυτοκρατορικών ταπεινώσεων που τόλμησε να υψώσει το κεφάλι του εναντίον του Βυζαντίου, όχι μόνο δέχθηκε εκ νέου τον Πύρρο σε κοινωνία, όταν εκείνος αποκήρυξε τον Μονοθελητισμό, αλλά και «διέταξε να στηθεί γι’ αυτόν θρόνος δίπλα στο θυσιαστήριο και τον τίμησε ως επίσκοπο της αυτοκρατορικής πόλεως». Ο Θεόδωρος τόλμησε να πράξει αυτά τα πράγματα μόνο επειδή είχε ήδη ταχθεί υπέρ του Αφρικανού σφετεριστή και εναντίον του αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄.⁹
Η βασιλεία του Γρηγορίου υπήρξε σύντομη· σκοτώθηκε το 647 σε μάχη με Άραβες εισβολείς. Σχετικά με το θέμα αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, μολονότι ο Μάξιμος ήταν υποχρεωμένος να ζει στην περιοχή του εξάρχου, κανένα έγγραφο δεν αφήνει ούτε την παραμικρή υπόνοια οποιασδήποτε μορφής πολιτικής συμπράξεως. Επομένως, δεν πρέπει να αποδίδεται υπερβολική βαρύτητα στον προεδρεύοντα ρόλο του Γρηγορίου κατά την αντιπαράθεση.
Αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης που αναγκάστηκε να υποστεί ο Μάξιμος στο Βυζάντιο, μετά τη σύλληψή του στη Ρώμη, ένας μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εννέα χρόνια νωρίτερα είχε φθάσει από τη Ρώμη κάποιος αββάς Θωμάς και του είχε πει:
«Ο πάπας Θεόδωρος με έστειλε στον πατρίκιο Γρηγόριο, για να του πω να μη φοβάται, επειδή ο δούλος του Θεού, ο αββάς Μάξιμος,¹⁰ είδε σε όνειρο χορούς αγγέλων στον ουρανό, προς την ανατολή και προς τη δύση, και εκείνοι που βρίσκονταν στη δύση άρχισαν να ψάλλουν: “Γρηγόριε Αύγουστε, θα νικήσεις”».¹¹
Αν υπάρχει έστω και κάτι αληθινό σε αυτή την ιστορία —και θα μπορούσε, άλλωστε, να έχει αναδυθεί από ένα βαθύτερο επίπεδο της ψυχής του ονειρευομένου απ’ ό,τι φαντάζονταν οι πολιτικοί—, οι συνέπειές της στρέφονταν το πολύ εναντίον του πάπα και όχι εναντίον του Μαξίμου.
Ο Μάξιμος αρνήθηκε ότι είχε δει ποτέ αυτό το όνειρο· κατόπιν, όμως, υποστήριξε ότι, ακόμη και αν η ιστορία του ονείρου ήταν αληθινή, τα όνειρα δεν υπόκεινται στην ανθρώπινη ελευθερία· και ότι, ακόμη και αν ο ίδιος είχε διηγηθεί το όνειρο στον πάπα, οι συνέπειες που ο πάπας συνήγαγε από αυτό θα αποτελούσαν δική του ευθύνη και όχι ευθύνη του υποτιθέμενου ονειρευομένου.
Όταν ο διάδοχος του Θεοδώρου, ο Μαρτίνος Α΄, καταδίκασε τον Μονοθελητισμό, με τη βοήθεια του Μαξίμου, στη Ρωμαϊκή Σύνοδο του 649 και, ως συνέπεια, συνελήφθη και σύρθηκε στο Βυζάντιο, ολόκληρο το σκηνικό επαναλήφθηκε. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ είχε προηγουμένως στείλει στην Ιταλία τον έξαρχο Ολύμπιο, προκειμένου να αναλάβει, αν ήταν δυνατόν, τον έλεγχο της ρωμαϊκής πολιτοφυλακής και κατόπιν να συλλάβει τον πάπα και να φροντίσει να δημοσιευθεί ο Τύπος —ένα διάταγμα που απαγόρευε κάθε περαιτέρω συζήτηση σχετικά με τα θελήματα του Χριστού— σε όλες τις εκκλησίες.
Ο Ολύμπιος ανέλαβε πράγματι τον έλεγχο των ιταλικών στρατευμάτων, αλλά μόνο για να προωθήσει επί τρία χρόνια τη δική του υπόθεση, μέσα από μια βίαιη εξέγερση εναντίον του αυτοκράτορα· ο ίδιος σκοτώθηκε το 652 σε μάχη με τους Άραβες στη Σικελία. Παρ’ όλα αυτά, υπό την προστασία του κατέστη δυνατόν να συγκληθεί η Σύνοδος του Λατερανού [του 649], και ο πάπας, ο οποίος αργότερα εξαναγκάστηκε να υποστεί πολιτική δίκη, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί ότι είχε έλθει σε επαφή με τον Ολύμπιο.
«Πώς θα μπορούσα να έχω τη δύναμη να αντισταθώ σε έναν τέτοιο άνθρωπο», διαμαρτυρήθηκε, «ο οποίος στηριζόταν στη σιδερένια πυγμή ολόκληρου του ιταλικού στρατού; Εγώ τον έκανα έξαρχο;»
Οι συγκεχυμένες αφηγήσεις που περιβάλλουν αυτές τις σχέσεις μπορούν να ερμηνευθούν με νόημα μόνο αν υποθέσουμε ότι ο Ολύμπιος «ενέπλεξε μαζί του τη ρωμαϊκή πολιτοφυλακή σε ένα επιτυχημένο πραξικόπημα και παρέσυρε σε αυτό και τον πάπα. Σε ποιον βαθμό ο Μαρτίνος Α΄ υπήρξε πράγματι απλώς το ατυχές θύμα, παρασυρμένο από τη φυσική ισχύ, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε αργότερα, είναι αδύνατον να προσδιοριστεί με βεβαιότητα».¹² Πράγματι, αναρωτιέται κανείς αν ο πάπας θα μπορούσε να είχε ενεργήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Από την άλλη πλευρά, δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εμπλακεί ο Μάξιμος, ο οποίος στο μεταξύ είχε επίσης συλληφθεί και προσαχθεί σε δίκη, σε οποιουδήποτε είδους πολιτική συμφωνία. Στη δίκη προήδρευε ο αυτοκρατορικός σακελλάριος, ένας οικονομικός αξιωματούχος· γεγονός που δείχνει ότι εξαρχής η πρόθεση ήταν να εξεταστούν πολιτικά και όχι δογματικά ζητήματα.
Κατηγόρησε τον Μάξιμο ότι είχε παραδώσει την Αίγυπτο, την Αλεξάνδρεια, την Πεντάπολη και την Αφρική στους Σαρακηνούς, από μίσος προς τον αυτοκράτορα. Ένας μάρτυρας είχε καταθέσει ότι, είκοσι δύο χρόνια νωρίτερα, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε διατάξει τον Πέτρο, τον έπαρχο της Νουμιδίας, να αντισταθεί στους Σαρακηνούς, ο Μάξιμος είχε συμβουλεύσει τον έπαρχο να μην το πράξει, επειδή ο Θεός δεν θα υποστήριζε ποτέ την κυβέρνηση ενός ηγεμόνα που ευνοούσε τον Μονοθελητισμό.¹³ Ο Μάξιμος απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό ως καθαρή συκοφαντία.
Μεγαλύτερη αιτία ανησυχίας γι’ αυτόν αποτέλεσε η αποκάλυψη ότι ο Ευγένιος Α΄, ο διάδοχος του μαρτυρήσαντος πάπα Μαρτίνου Α΄, έδειχνε διάθεση να συνάψει συμφωνία, μέσω του αντιπροσώπου του στην αυτοκρατορική αυλή, με τον Πύρρο, ο οποίος είχε επιστρέψει στη θέση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και είχε προ πολλού ανακαλέσει τις παραχωρήσεις που είχε κάνει στη Ρώμη από αδυναμία.
Η προτεινόμενη αυτή συμφωνία θα αντάλλασσε στην πράξη ολόκληρο το δογματικό επίτευγμα της Συνόδου του Λατερανού, προτείνοντας τώρα να γίνεται λόγος τόσο για δύο φυσικά θελήματα όσο και για ένα υποστατικό θέλημα στον Χριστό, ανάλογα με το αν Αυτός θεωρούνταν ως προς τις δύο φύσεις Του ή ως προς το ένα Του πρόσωπο.
Ο Μάξιμος απειλήθηκε με αφορισμό από τον ίδιο τον πάπα, αν αποδεικνυόταν απρόθυμος να ακολουθήσει αυτή τη νέα επίσημη πολιτική.¹⁴ Η ειρήνη φαινόταν τώρα να βρίσκεται εντός της εμβέλειας της Εκκλησίας, αλλά ήταν μια ειρήνη που στηριζόταν στους ώμους του φυλακισμένου Ομολογητή, ο οποίος φαινόταν να αποτελεί το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει η Ρωμαϊκή Κουρία.
Μέσα σε αυτή τη «σκοτεινότερη νύχτα της ψυχής» του, ο Μάξιμος παρέμεινε αμετακίνητος. Αρνήθηκε ότι μια τέτοια καιροσκοπική πορεία ενεργειών ήταν δυνατή, ακόμη και μπροστά σε σχεδόν αδιάσειστες πραγματικές ενδείξεις ότι είχε ήδη υιοθετηθεί·¹⁵ στο μεταξύ, οι εύπιστοι Ρωμαίοι λεγάτοι είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους, όπου τόσο ο κλήρος όσο και ο λαός παρείχαν στον πάπα επαρκή ηθική υποστήριξη,¹⁶ ώστε να υπαναχωρήσει από την προτεινόμενη επανένωση.
Οι Βυζαντινοί πρότειναν μια άλλη λύση: ο επίσκοπος Θεοδόσιος [Καισαρείας της Βιθυνίας, ένας από τους εκπροσώπους του αυτοκράτορα στη δίκη του Μαξίμου το 653] θα υπέγραφε τη διατύπωση περί δύο θελημάτων και δύο ενεργειών στον Χριστό, και ο Μάξιμος θα δήλωνε ότι ήταν έτοιμος να κοινωνήσει μαζί του και με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μάξιμος, όμως, αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι ο ίδιος μόνος, ως μοναχός, δεν είχε την εξουσία να προβεί σε ένα τέτοιο βήμα· το εκκλησιαστικό δίκαιο απαιτούσε μάλλον ο αυτοκράτορας, μαζί με τον πατριάρχη και ολόκληρη τη σύνοδό του, να αποκαταστήσουν την κοινωνία με την Αγία Έδρα, και τότε ο ίδιος θα συνόδευε ευχαρίστως τον πατριάρχη σε ένα ταξίδι στη Ρώμη.
Ωστόσο, ολόκληρη η πρόταση αποδείχθηκε σύντομα πολιτικό κατασκεύασμα. Κατά τους μήνες εκείνους, η μοίρα της Χριστολογίας εξαρτιόταν από την αμετακίνητη αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου· χωρίς αυτόν, η επιθυμία για επανένωση, τόσο στη Ρώμη όσο και στο Βυζάντιο, θα είχε πιθανότατα οδηγήσει σε έναν δογματικό συμβιβασμό, ο οποίος ασφαλώς θα προκαλούσε την κατάρρευση όλων όσων είχαν επιτευχθεί [στη Σύνοδο του Λατερανού].
Το γεγονός ότι η νίκη εναντίον της πολιτικής «κερδήθηκε την τελευταία στιγμή, ότι τελικά επικράτησε όχι ο καιροσκοπισμός αλλά η σοβαρή πεποίθηση της πίστεως, ότι τα “δύο θελήματα” δεν αποτελούσαν απλώς μια λεκτική διατύπωση — όλα αυτά ήταν έργο αποκλειστικά του Μαξίμου, ο οποίος δικαίως είναι γνωστός στην εκκλησιαστική ιστορία με τον τίτλο “Ομολογητής”, ως ο τελευταίος μεγάλος θεολόγος και μάρτυρας των χριστολογικών ερίδων».¹⁷
Οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι Βυζαντινοί για να μεταπείσουν αυτόν τον ανυπότακτο μοναχό, καθώς και οι κολακευτικές υποσχέσεις που του δόθηκαν ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, δείχνουν πόσο καλά αντιλαμβάνονταν τον ρόλο του ως προμαχώνα της ορθοδοξίας. Εκείνο όμως που ήταν σχεδόν ακατανόητο για την ελληνική ψυχή ήταν ότι ο Μάξιμος, ένας Ανατολικός, είχε κατορθώσει για πρώτη φορά, μέσα από την εσωτερική συνέπεια της ίδιας του της πνευματικής εξελίξεως, να εγκαταλείψει την «καισαροπαπική» συγχώνευση της ιερατικής και της αυτοκρατορικής εξουσίας και να βρει την πνευματική του πατρίδα στην παπική Ρώμη.
Ακόμη και κατά την παραμονή του στη Ρώμη, κάποιος ονόματι Γρηγόριος, ο οποίος είχε μεταφέρει τον αυτοκρατορικό Τύπο στη Δύση, τον επισκέφθηκε στο κελλί του και, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, τον ρώτησε αν θεωρούσε ότι ο αυτοκράτορας ήταν επίσης ιερέας.
«Λέω πως όχι», απάντησε ο Μάξιμος, «διότι δεν στέκεται στο θυσιαστήριο και δεν αναφωνεί το “Άγιος, Άγιος” μετά τον καθαγιασμό του άρτου, ούτε βαπτίζει ούτε τελεί το μυστήριο του χρίσματος ούτε την τελετή της επιθέσεως των χειρών· δεν χειροτονεί ανθρώπους επισκόπους, ιερείς ή διακόνους, ούτε εγκαινιάζει ναούς, ούτε φέρει τα ιερατικά διάσημα, το παλλίον και το Ευαγγέλιο, όπως φέρει το αυτοκρατορικό στέμμα και την πορφύρα.
Ρωτάς όμως: “Γιατί η Γραφή αποκαλεί τον Μελχισεδέκ και ιερέα και βασιλέα;” Απαντώ: ο Μελχισεδέκ ήταν ο μοναδικός τύπος τού ενός θείου Βασιλέως. Αν παραθέτεις τη φράση: “…ἕτερος ἀνίσταται ἱερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ” (Εβρ. 7, 11), τότε παράθεσε και τη συνέχεια: “ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων” (Εβρ. 7, 3). Και πρόσεξε το κακό που μπορεί να προκύψει από [την κακή χρήση] αυτού του χωρίου! Διότι αυτός ο “ἕτερος”, όπως διαπιστώνουμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, ο οποίος πραγματοποιεί τη λύτρωσή μας “κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ” και όχι κατά την τάξη του Ααρών».¹⁸
Αυτή η ερμηνεία της ιερατικής βασιλείας του Μελχισεδέκ, η οποία βρίσκει την πλήρη εκπλήρωσή της στην έλευση του Χριστού, μετά τον οποίο μπορούν να υπάρχουν μόνο κοσμικοί άρχοντες και πνευματικοί ιερείς, αντλεί πιθανότατα την έμπνευσή της από τον πάπα Γελάσιο Α΄ (492-496), μολονότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτό ακόμη και οι πάπες εξακολουθούσαν να απευθύνονται στους αυτοκράτορες με τον διπλό αυτό τίτλο.¹⁹
Έχοντας κατά νου αυτή τη διάκριση των εξουσιών, ο Μάξιμος διαχωρίζει διαρκώς τη φαινομενικά αδιάλυτη ενότητα των πολιτικών και εκκλησιαστικών συμφερόντων, καθώς και τη συμβιωτική άσκηση των αξιωμάτων. Στο επιχείρημα ότι η Σύνοδος του Λατερανού δεν είχε νομικό κύρος, επειδή ο πάπας που τη συγκάλεσε είχε καθαιρεθεί, απαντά:
«Δεν καθαιρέθηκε, αλλά εκδιώχθηκε! Δείξτε μου τα έγγραφα μιας συνοδικής και κανονικής διαδικασίας που να πιστοποιούν με σαφήνεια τη νόμιμη καθαίρεσή του! Και ακόμη και αν είχε καθαιρεθεί κανονικά, αυτό δεν θα προδίκαζε την κρίση μας για τις αποφάσεις αυτής της συνόδου, οι οποίες ελήφθησαν με ορθή πίστη και σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες· διότι όλα όσα είχε ήδη γράψει ο μακαρίας μνήμης πάπας Θεόδωρος συμφωνούν με αυτές».
Έναν χρόνο αργότερα προβλήθηκε η ένσταση ότι η Ρωμαϊκή Σύνοδος δεν είχε κύρος, επειδή είχε συγκληθεί χωρίς αυτοκρατορική εντολή. Απαντώντας, ο Μάξιμος παρέθεσε έναν μακρύ κατάλογο αρειανικών και άλλων αιρετικών συνόδων, οι οποίες είχαν συγκληθεί από αυτοκράτορες, αλλά καμία από τις οποίες δεν αναγνωρίστηκε ως έγκυρη από την Εκκλησία. Άλλες σύνοδοι —όπως εκείνη που καθαίρεσε τον Παύλο τον Σαμοσατέα— έγιναν δεκτές ως δεσμευτικές, μολονότι είχαν συγκληθεί χωρίς αυτοκρατορική άδεια.²⁰
Με λογική συνέπεια, αρνήθηκε ότι, απορρίπτοντας τον αυτοκρατορικό Τύπο, είχε εναντιωθεί στο πρόσωπο του αυτοκράτορα· είχε απλώς απορρίψει ένα έγγραφο που είχε συνταχθεί από τον πατριάρχη και το οποίο δεν προερχόταν καν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.²¹
Και όταν κατηγορήθηκε για αλαζονεία, επειδή ήταν ο μόνος που εναντιωνόταν στην κοινή θέση, απάντησε:
«Οι τρεις νέοι δεν καταδίκασαν κανέναν, όταν αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το άγαλμα που προσκυνούσαν όλοι οι άλλοι· […] ούτε ο Δανιήλ καταδίκασε κανέναν όταν ρίχθηκε στον λάκκο των λεόντων· απλώς προτίμησε να πεθάνει παρά να προσβάλει τον Θεό».²²
Πίσω από όλα αυτά βρισκόταν μία και μοναδική μεγάλη απόφαση: υπέρ της Ρώμης, ως καταφυγίου της ελεύθερης ευαγγελικής πίστεως· εναντίον του Βυζαντίου, ως προμαχώνα του πολιτικοθρησκευτικού ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό και ο σακελλάριος τον ρωτά ευθέως σε κάποιο σημείο [της δίκης του]:
«Γιατί αγαπάς τους Ρωμαίους και μισείς τους Έλληνες;»
Ο δούλος του Θεού απάντησε:
«Έχουμε εντολή να μη μισούμε κανέναν. Αγαπώ τους Ρωμαίους, επειδή έχω την ίδια πίστη με αυτούς· αγαπώ τους Έλληνες, επειδή μιλώ την ίδια γλώσσα».²³
Η Ρώμη, για εκείνον, ήταν αντικειμενικά η έδρα της ορθής πίστεως. Ο Χριστός θεμελίωσε επάνω στον Πέτρο τόσο την καθολική πίστη όσο και την Εκκλησία, διακηρύσσει ενώπιον των δικαστών του, «και επιθυμώ να παραμείνω προσκολλημένος σε εκείνη την ομολογία πίστεως, επάνω στην οποία θεμελιώνεται η ενότητα όλων των Εκκλησιών».²⁴
Με την ανατολική διανοητική της δύναμη, η Ελλάς [κατά τη δεκαετία του 640] προσέτρεξε προς υποστήριξη ενός παπισμού που είχε περιέλθει σε πολιτισμική παρακμή εξαιτίας των βαρβαρικών εισβολών. Ο Γρηγόριος ο Μέγας, μολονότι είχε υπηρετήσει ως παπικός αποκρισάριος στο Βυζάντιο, δεν γνώριζε ελληνικά. Ο Ονώριος Α΄ [625-638] υποχώρησε μπροστά στις μηχανορραφίες των Βυζαντινών και στις λεπτές και σκοτεινές διακρίσεις τους και χρειάστηκε να υπερασπιστεί από τους διαδόχους του μέσα από ορισμένες δύσκολες οπισθοφυλακές.
Ένας Ανατολικός πάπας, ο Θεόδωρος Α΄ [642-649] —καταγόμενος από την Ιερουσαλήμ— διόρθωσε το σφάλμα του προκατόχου του και επέφερε μια στροφή προς μια νέα ανεξαρτησία. Μολονότι παρέμεινε μετριόφρονα στο παρασκήνιο, ο Μάξιμος υπήρξε η ψυχή της Συνόδου του Λατερανού του 649. Τουλάχιστον δύο από τους κανόνες της, ο 10ος και ο 11ος, προέρχονται από τη γραφίδα του, ενώ οι Έλληνες μοναχοί, οι οποίοι διέθεταν πέντε μοναστήρια στη Ρώμη, υπήρξαν ένθερμοι εκπρόσωποι και μεταφραστές της θέσεώς του.²⁵
Και ακόμη και αν αυτή η ελληνική νίκη βρήκε για κάποιο διάστημα μικρή θετική ανταπόκριση στη Ρώμη και αγνοήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στο Βυζάντιο,²⁶ το μαρτύριο του πάπα, του Μαξίμου και των συντρόφων του προσέδωσε μακροπρόθεσμα στη σύνοδο ένα κύρος, χωρίς το οποίο δεν θα είχε ποτέ επιτευχθεί η σχεδόν αβίαστη νίκη [της δυοθελητικής Χριστολογίας] στην Γ΄ Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.
Βεβαίως, κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν, ο πολιτικός Λεβιάθαν είχε καταρρεύσει ολοκληρωτικά, ενώ η αραβική εισβολή είχε ματαιώσει κάθε πολιτική ελπίδα ενώσεως με τους Μονοφυσίτες. Αλλά τι σημασία έχουν τέτοιες μικρές αναστατώσεις, σε σύγκριση με το γεγονός ότι στην Κωνσταντινούπολη, το 681, η Χριστολογία του Ομολογητή, η οποία είχε βλαστήσει οργανικά από τη Χριστολογία της Χαλκηδόνος, ανακηρύχθηκε εκεί, με απλούς όρους, ταυτόσημη με την πίστη της Καθολικής Εκκλησίας (DS 553-59);
2. Ανατολή και Δύση
Το Σύμπαν κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή
Hans Urs von Balthasar
I
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Ο ελεύθερος νους
β. Μεταξύ αυτοκράτορα και πάπα
Οι πράξεις ενός ελεύθερου νου δεν παράγονται απλώς από τη φύση, αλλά λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο ιστορικών αποφάσεων. Αφού κανείς αναλάβει εσωτερικά, ενώπιον του Θεού, την ευθύνη γι’ αυτές, αργά ή γρήγορα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη και εξωτερικά, ενώπιον των αντίπαλων δυνάμεων, τις οποίες οι ίδιες αυτές πράξεις έχουν υπερνικήσει στο επίπεδο της συνειδήσεως.
Ο Μάξιμος κατόρθωσε να αποσπάσει ολόκληρο τον οργανισμό της ελληνικής χριστιανικής παραδόσεως από τα καταστροφικά νύχια του πολιτικού ολοκληρωτισμού. Ήταν αδύνατον οι πολιτικές εξουσίες να μην του καταλογίσουν, με τον δικό τους τρόπο, ό,τι τους είχε προξενήσει με μια τέτοια αρπαγή. Οι τελικές δίκες, οι οποίες οδήγησαν τόσο τον ίδιο όσο και τον πάπα Μαρτίνο Α΄ στο τέλος τους, ήταν πολιτικές δίκες· και ακριβώς ως τέτοιες έθεσαν την τελική σφραγίδα στην αδάμαστη ανεξαρτησία του νου απέναντι στην επίγεια εξουσία.
Βεβαίως, είναι αλήθεια ότι η μεγάλη χριστολογική απόφαση [της Ανατολικής Εκκλησίας] εναντίον του μονοενεργητισμού είχε ήδη ληφθεί σε πολιτικό επίπεδο· άλλωστε, αυτός ο τρόπος κατανοήσεως του Χριστού είχε αρχικά επινοηθεί με σκοπό να προαγάγει την πολιτική ενότητα, και ολόκληρη η ιστορία της αυτοκρατορίας ήταν στενά συνδεδεμένη με αυτά τα ζητήματα.
Η πιο ατυχής όψη της διαμάχης ήταν ότι ο διάλογος που καθόρισε τη διανοητική της έκβαση, δηλαδή η αντιπαράθεση του Μαξίμου με τον έκπτωτο και εξόριστο Πατριάρχη Πύρρο το 645, έλαβε χώρα στην Καρχηδόνα —στην Αφρική, έναν τόπο που αποτελούσε από καιρό προπύργιο της αντιπολιτεύσεως εναντίον της βυζαντινής αυλής και ο οποίος είχε αναλάβει αυτόν τον ρόλο περισσότερο από ποτέ κατά τα χρόνια εκείνα, υπό την επιρροή του εξάρχου Γρηγορίου, ο οποίος ο ίδιος μηχανορραφούσε για να γίνει αυτοκράτορας. Η αντιπαράθεση διεξήχθη με προεδρεύοντα τον Γρηγόριο.
Επιπλέον, ο πάπας Θεόδωρος Α΄ (642-649), ο πρώτος πάπας ύστερα από εκατό χρόνια αυτοκρατορικών ταπεινώσεων που τόλμησε να υψώσει το κεφάλι του εναντίον του Βυζαντίου, όχι μόνο δέχθηκε εκ νέου τον Πύρρο σε κοινωνία, όταν εκείνος αποκήρυξε τον Μονοθελητισμό, αλλά και «διέταξε να στηθεί γι’ αυτόν θρόνος δίπλα στο θυσιαστήριο και τον τίμησε ως επίσκοπο της αυτοκρατορικής πόλεως». Ο Θεόδωρος τόλμησε να πράξει αυτά τα πράγματα μόνο επειδή είχε ήδη ταχθεί υπέρ του Αφρικανού σφετεριστή και εναντίον του αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄.⁹
Η βασιλεία του Γρηγορίου υπήρξε σύντομη· σκοτώθηκε το 647 σε μάχη με Άραβες εισβολείς. Σχετικά με το θέμα αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, μολονότι ο Μάξιμος ήταν υποχρεωμένος να ζει στην περιοχή του εξάρχου, κανένα έγγραφο δεν αφήνει ούτε την παραμικρή υπόνοια οποιασδήποτε μορφής πολιτικής συμπράξεως. Επομένως, δεν πρέπει να αποδίδεται υπερβολική βαρύτητα στον προεδρεύοντα ρόλο του Γρηγορίου κατά την αντιπαράθεση.
Αργότερα, κατά τη διάρκεια της δίκης που αναγκάστηκε να υποστεί ο Μάξιμος στο Βυζάντιο, μετά τη σύλληψή του στη Ρώμη, ένας μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εννέα χρόνια νωρίτερα είχε φθάσει από τη Ρώμη κάποιος αββάς Θωμάς και του είχε πει:
«Ο πάπας Θεόδωρος με έστειλε στον πατρίκιο Γρηγόριο, για να του πω να μη φοβάται, επειδή ο δούλος του Θεού, ο αββάς Μάξιμος,¹⁰ είδε σε όνειρο χορούς αγγέλων στον ουρανό, προς την ανατολή και προς τη δύση, και εκείνοι που βρίσκονταν στη δύση άρχισαν να ψάλλουν: “Γρηγόριε Αύγουστε, θα νικήσεις”».¹¹
Αν υπάρχει έστω και κάτι αληθινό σε αυτή την ιστορία —και θα μπορούσε, άλλωστε, να έχει αναδυθεί από ένα βαθύτερο επίπεδο της ψυχής του ονειρευομένου απ’ ό,τι φαντάζονταν οι πολιτικοί—, οι συνέπειές της στρέφονταν το πολύ εναντίον του πάπα και όχι εναντίον του Μαξίμου.
Ο Μάξιμος αρνήθηκε ότι είχε δει ποτέ αυτό το όνειρο· κατόπιν, όμως, υποστήριξε ότι, ακόμη και αν η ιστορία του ονείρου ήταν αληθινή, τα όνειρα δεν υπόκεινται στην ανθρώπινη ελευθερία· και ότι, ακόμη και αν ο ίδιος είχε διηγηθεί το όνειρο στον πάπα, οι συνέπειες που ο πάπας συνήγαγε από αυτό θα αποτελούσαν δική του ευθύνη και όχι ευθύνη του υποτιθέμενου ονειρευομένου.
Όταν ο διάδοχος του Θεοδώρου, ο Μαρτίνος Α΄, καταδίκασε τον Μονοθελητισμό, με τη βοήθεια του Μαξίμου, στη Ρωμαϊκή Σύνοδο του 649 και, ως συνέπεια, συνελήφθη και σύρθηκε στο Βυζάντιο, ολόκληρο το σκηνικό επαναλήφθηκε. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β΄ είχε προηγουμένως στείλει στην Ιταλία τον έξαρχο Ολύμπιο, προκειμένου να αναλάβει, αν ήταν δυνατόν, τον έλεγχο της ρωμαϊκής πολιτοφυλακής και κατόπιν να συλλάβει τον πάπα και να φροντίσει να δημοσιευθεί ο Τύπος —ένα διάταγμα που απαγόρευε κάθε περαιτέρω συζήτηση σχετικά με τα θελήματα του Χριστού— σε όλες τις εκκλησίες.
Ο Ολύμπιος ανέλαβε πράγματι τον έλεγχο των ιταλικών στρατευμάτων, αλλά μόνο για να προωθήσει επί τρία χρόνια τη δική του υπόθεση, μέσα από μια βίαιη εξέγερση εναντίον του αυτοκράτορα· ο ίδιος σκοτώθηκε το 652 σε μάχη με τους Άραβες στη Σικελία. Παρ’ όλα αυτά, υπό την προστασία του κατέστη δυνατόν να συγκληθεί η Σύνοδος του Λατερανού [του 649], και ο πάπας, ο οποίος αργότερα εξαναγκάστηκε να υποστεί πολιτική δίκη, δεν μπορούσε φυσικά να αρνηθεί ότι είχε έλθει σε επαφή με τον Ολύμπιο.
«Πώς θα μπορούσα να έχω τη δύναμη να αντισταθώ σε έναν τέτοιο άνθρωπο», διαμαρτυρήθηκε, «ο οποίος στηριζόταν στη σιδερένια πυγμή ολόκληρου του ιταλικού στρατού; Εγώ τον έκανα έξαρχο;»
Οι συγκεχυμένες αφηγήσεις που περιβάλλουν αυτές τις σχέσεις μπορούν να ερμηνευθούν με νόημα μόνο αν υποθέσουμε ότι ο Ολύμπιος «ενέπλεξε μαζί του τη ρωμαϊκή πολιτοφυλακή σε ένα επιτυχημένο πραξικόπημα και παρέσυρε σε αυτό και τον πάπα. Σε ποιον βαθμό ο Μαρτίνος Α΄ υπήρξε πράγματι απλώς το ατυχές θύμα, παρασυρμένο από τη φυσική ισχύ, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε αργότερα, είναι αδύνατον να προσδιοριστεί με βεβαιότητα».¹² Πράγματι, αναρωτιέται κανείς αν ο πάπας θα μπορούσε να είχε ενεργήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Από την άλλη πλευρά, δεν κατέστη ποτέ δυνατόν να εμπλακεί ο Μάξιμος, ο οποίος στο μεταξύ είχε επίσης συλληφθεί και προσαχθεί σε δίκη, σε οποιουδήποτε είδους πολιτική συμφωνία. Στη δίκη προήδρευε ο αυτοκρατορικός σακελλάριος, ένας οικονομικός αξιωματούχος· γεγονός που δείχνει ότι εξαρχής η πρόθεση ήταν να εξεταστούν πολιτικά και όχι δογματικά ζητήματα.
Κατηγόρησε τον Μάξιμο ότι είχε παραδώσει την Αίγυπτο, την Αλεξάνδρεια, την Πεντάπολη και την Αφρική στους Σαρακηνούς, από μίσος προς τον αυτοκράτορα. Ένας μάρτυρας είχε καταθέσει ότι, είκοσι δύο χρόνια νωρίτερα, όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος είχε διατάξει τον Πέτρο, τον έπαρχο της Νουμιδίας, να αντισταθεί στους Σαρακηνούς, ο Μάξιμος είχε συμβουλεύσει τον έπαρχο να μην το πράξει, επειδή ο Θεός δεν θα υποστήριζε ποτέ την κυβέρνηση ενός ηγεμόνα που ευνοούσε τον Μονοθελητισμό.¹³ Ο Μάξιμος απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό ως καθαρή συκοφαντία.
Μεγαλύτερη αιτία ανησυχίας γι’ αυτόν αποτέλεσε η αποκάλυψη ότι ο Ευγένιος Α΄, ο διάδοχος του μαρτυρήσαντος πάπα Μαρτίνου Α΄, έδειχνε διάθεση να συνάψει συμφωνία, μέσω του αντιπροσώπου του στην αυτοκρατορική αυλή, με τον Πύρρο, ο οποίος είχε επιστρέψει στη θέση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και είχε προ πολλού ανακαλέσει τις παραχωρήσεις που είχε κάνει στη Ρώμη από αδυναμία.
Η προτεινόμενη αυτή συμφωνία θα αντάλλασσε στην πράξη ολόκληρο το δογματικό επίτευγμα της Συνόδου του Λατερανού, προτείνοντας τώρα να γίνεται λόγος τόσο για δύο φυσικά θελήματα όσο και για ένα υποστατικό θέλημα στον Χριστό, ανάλογα με το αν Αυτός θεωρούνταν ως προς τις δύο φύσεις Του ή ως προς το ένα Του πρόσωπο.
Ο Μάξιμος απειλήθηκε με αφορισμό από τον ίδιο τον πάπα, αν αποδεικνυόταν απρόθυμος να ακολουθήσει αυτή τη νέα επίσημη πολιτική.¹⁴ Η ειρήνη φαινόταν τώρα να βρίσκεται εντός της εμβέλειας της Εκκλησίας, αλλά ήταν μια ειρήνη που στηριζόταν στους ώμους του φυλακισμένου Ομολογητή, ο οποίος φαινόταν να αποτελεί το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει η Ρωμαϊκή Κουρία.
Μέσα σε αυτή τη «σκοτεινότερη νύχτα της ψυχής» του, ο Μάξιμος παρέμεινε αμετακίνητος. Αρνήθηκε ότι μια τέτοια καιροσκοπική πορεία ενεργειών ήταν δυνατή, ακόμη και μπροστά σε σχεδόν αδιάσειστες πραγματικές ενδείξεις ότι είχε ήδη υιοθετηθεί·¹⁵ στο μεταξύ, οι εύπιστοι Ρωμαίοι λεγάτοι είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους, όπου τόσο ο κλήρος όσο και ο λαός παρείχαν στον πάπα επαρκή ηθική υποστήριξη,¹⁶ ώστε να υπαναχωρήσει από την προτεινόμενη επανένωση.
Οι Βυζαντινοί πρότειναν μια άλλη λύση: ο επίσκοπος Θεοδόσιος [Καισαρείας της Βιθυνίας, ένας από τους εκπροσώπους του αυτοκράτορα στη δίκη του Μαξίμου το 653] θα υπέγραφε τη διατύπωση περί δύο θελημάτων και δύο ενεργειών στον Χριστό, και ο Μάξιμος θα δήλωνε ότι ήταν έτοιμος να κοινωνήσει μαζί του και με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μάξιμος, όμως, αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι ο ίδιος μόνος, ως μοναχός, δεν είχε την εξουσία να προβεί σε ένα τέτοιο βήμα· το εκκλησιαστικό δίκαιο απαιτούσε μάλλον ο αυτοκράτορας, μαζί με τον πατριάρχη και ολόκληρη τη σύνοδό του, να αποκαταστήσουν την κοινωνία με την Αγία Έδρα, και τότε ο ίδιος θα συνόδευε ευχαρίστως τον πατριάρχη σε ένα ταξίδι στη Ρώμη.
Ωστόσο, ολόκληρη η πρόταση αποδείχθηκε σύντομα πολιτικό κατασκεύασμα. Κατά τους μήνες εκείνους, η μοίρα της Χριστολογίας εξαρτιόταν από την αμετακίνητη αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου· χωρίς αυτόν, η επιθυμία για επανένωση, τόσο στη Ρώμη όσο και στο Βυζάντιο, θα είχε πιθανότατα οδηγήσει σε έναν δογματικό συμβιβασμό, ο οποίος ασφαλώς θα προκαλούσε την κατάρρευση όλων όσων είχαν επιτευχθεί [στη Σύνοδο του Λατερανού].
Το γεγονός ότι η νίκη εναντίον της πολιτικής «κερδήθηκε την τελευταία στιγμή, ότι τελικά επικράτησε όχι ο καιροσκοπισμός αλλά η σοβαρή πεποίθηση της πίστεως, ότι τα “δύο θελήματα” δεν αποτελούσαν απλώς μια λεκτική διατύπωση — όλα αυτά ήταν έργο αποκλειστικά του Μαξίμου, ο οποίος δικαίως είναι γνωστός στην εκκλησιαστική ιστορία με τον τίτλο “Ομολογητής”, ως ο τελευταίος μεγάλος θεολόγος και μάρτυρας των χριστολογικών ερίδων».¹⁷
Οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι Βυζαντινοί για να μεταπείσουν αυτόν τον ανυπότακτο μοναχό, καθώς και οι κολακευτικές υποσχέσεις που του δόθηκαν ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, δείχνουν πόσο καλά αντιλαμβάνονταν τον ρόλο του ως προμαχώνα της ορθοδοξίας. Εκείνο όμως που ήταν σχεδόν ακατανόητο για την ελληνική ψυχή ήταν ότι ο Μάξιμος, ένας Ανατολικός, είχε κατορθώσει για πρώτη φορά, μέσα από την εσωτερική συνέπεια της ίδιας του της πνευματικής εξελίξεως, να εγκαταλείψει την «καισαροπαπική» συγχώνευση της ιερατικής και της αυτοκρατορικής εξουσίας και να βρει την πνευματική του πατρίδα στην παπική Ρώμη.
Ακόμη και κατά την παραμονή του στη Ρώμη, κάποιος ονόματι Γρηγόριος, ο οποίος είχε μεταφέρει τον αυτοκρατορικό Τύπο στη Δύση, τον επισκέφθηκε στο κελλί του και, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, τον ρώτησε αν θεωρούσε ότι ο αυτοκράτορας ήταν επίσης ιερέας.
«Λέω πως όχι», απάντησε ο Μάξιμος, «διότι δεν στέκεται στο θυσιαστήριο και δεν αναφωνεί το “Άγιος, Άγιος” μετά τον καθαγιασμό του άρτου, ούτε βαπτίζει ούτε τελεί το μυστήριο του χρίσματος ούτε την τελετή της επιθέσεως των χειρών· δεν χειροτονεί ανθρώπους επισκόπους, ιερείς ή διακόνους, ούτε εγκαινιάζει ναούς, ούτε φέρει τα ιερατικά διάσημα, το παλλίον και το Ευαγγέλιο, όπως φέρει το αυτοκρατορικό στέμμα και την πορφύρα.
Ρωτάς όμως: “Γιατί η Γραφή αποκαλεί τον Μελχισεδέκ και ιερέα και βασιλέα;” Απαντώ: ο Μελχισεδέκ ήταν ο μοναδικός τύπος τού ενός θείου Βασιλέως. Αν παραθέτεις τη φράση: “…ἕτερος ἀνίσταται ἱερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ” (Εβρ. 7, 11), τότε παράθεσε και τη συνέχεια: “ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων” (Εβρ. 7, 3). Και πρόσεξε το κακό που μπορεί να προκύψει από [την κακή χρήση] αυτού του χωρίου! Διότι αυτός ο “ἕτερος”, όπως διαπιστώνουμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, ο οποίος πραγματοποιεί τη λύτρωσή μας “κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ” και όχι κατά την τάξη του Ααρών».¹⁸
Αυτή η ερμηνεία της ιερατικής βασιλείας του Μελχισεδέκ, η οποία βρίσκει την πλήρη εκπλήρωσή της στην έλευση του Χριστού, μετά τον οποίο μπορούν να υπάρχουν μόνο κοσμικοί άρχοντες και πνευματικοί ιερείς, αντλεί πιθανότατα την έμπνευσή της από τον πάπα Γελάσιο Α΄ (492-496), μολονότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτό ακόμη και οι πάπες εξακολουθούσαν να απευθύνονται στους αυτοκράτορες με τον διπλό αυτό τίτλο.¹⁹
Έχοντας κατά νου αυτή τη διάκριση των εξουσιών, ο Μάξιμος διαχωρίζει διαρκώς τη φαινομενικά αδιάλυτη ενότητα των πολιτικών και εκκλησιαστικών συμφερόντων, καθώς και τη συμβιωτική άσκηση των αξιωμάτων. Στο επιχείρημα ότι η Σύνοδος του Λατερανού δεν είχε νομικό κύρος, επειδή ο πάπας που τη συγκάλεσε είχε καθαιρεθεί, απαντά:
«Δεν καθαιρέθηκε, αλλά εκδιώχθηκε! Δείξτε μου τα έγγραφα μιας συνοδικής και κανονικής διαδικασίας που να πιστοποιούν με σαφήνεια τη νόμιμη καθαίρεσή του! Και ακόμη και αν είχε καθαιρεθεί κανονικά, αυτό δεν θα προδίκαζε την κρίση μας για τις αποφάσεις αυτής της συνόδου, οι οποίες ελήφθησαν με ορθή πίστη και σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες· διότι όλα όσα είχε ήδη γράψει ο μακαρίας μνήμης πάπας Θεόδωρος συμφωνούν με αυτές».
Έναν χρόνο αργότερα προβλήθηκε η ένσταση ότι η Ρωμαϊκή Σύνοδος δεν είχε κύρος, επειδή είχε συγκληθεί χωρίς αυτοκρατορική εντολή. Απαντώντας, ο Μάξιμος παρέθεσε έναν μακρύ κατάλογο αρειανικών και άλλων αιρετικών συνόδων, οι οποίες είχαν συγκληθεί από αυτοκράτορες, αλλά καμία από τις οποίες δεν αναγνωρίστηκε ως έγκυρη από την Εκκλησία. Άλλες σύνοδοι —όπως εκείνη που καθαίρεσε τον Παύλο τον Σαμοσατέα— έγιναν δεκτές ως δεσμευτικές, μολονότι είχαν συγκληθεί χωρίς αυτοκρατορική άδεια.²⁰
Με λογική συνέπεια, αρνήθηκε ότι, απορρίπτοντας τον αυτοκρατορικό Τύπο, είχε εναντιωθεί στο πρόσωπο του αυτοκράτορα· είχε απλώς απορρίψει ένα έγγραφο που είχε συνταχθεί από τον πατριάρχη και το οποίο δεν προερχόταν καν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.²¹
Και όταν κατηγορήθηκε για αλαζονεία, επειδή ήταν ο μόνος που εναντιωνόταν στην κοινή θέση, απάντησε:
«Οι τρεις νέοι δεν καταδίκασαν κανέναν, όταν αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το άγαλμα που προσκυνούσαν όλοι οι άλλοι· […] ούτε ο Δανιήλ καταδίκασε κανέναν όταν ρίχθηκε στον λάκκο των λεόντων· απλώς προτίμησε να πεθάνει παρά να προσβάλει τον Θεό».²²
Πίσω από όλα αυτά βρισκόταν μία και μοναδική μεγάλη απόφαση: υπέρ της Ρώμης, ως καταφυγίου της ελεύθερης ευαγγελικής πίστεως· εναντίον του Βυζαντίου, ως προμαχώνα του πολιτικοθρησκευτικού ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό και ο σακελλάριος τον ρωτά ευθέως σε κάποιο σημείο [της δίκης του]:
«Γιατί αγαπάς τους Ρωμαίους και μισείς τους Έλληνες;»
Ο δούλος του Θεού απάντησε:
«Έχουμε εντολή να μη μισούμε κανέναν. Αγαπώ τους Ρωμαίους, επειδή έχω την ίδια πίστη με αυτούς· αγαπώ τους Έλληνες, επειδή μιλώ την ίδια γλώσσα».²³
Η Ρώμη, για εκείνον, ήταν αντικειμενικά η έδρα της ορθής πίστεως. Ο Χριστός θεμελίωσε επάνω στον Πέτρο τόσο την καθολική πίστη όσο και την Εκκλησία, διακηρύσσει ενώπιον των δικαστών του, «και επιθυμώ να παραμείνω προσκολλημένος σε εκείνη την ομολογία πίστεως, επάνω στην οποία θεμελιώνεται η ενότητα όλων των Εκκλησιών».²⁴
Με την ανατολική διανοητική της δύναμη, η Ελλάς [κατά τη δεκαετία του 640] προσέτρεξε προς υποστήριξη ενός παπισμού που είχε περιέλθει σε πολιτισμική παρακμή εξαιτίας των βαρβαρικών εισβολών. Ο Γρηγόριος ο Μέγας, μολονότι είχε υπηρετήσει ως παπικός αποκρισάριος στο Βυζάντιο, δεν γνώριζε ελληνικά. Ο Ονώριος Α΄ [625-638] υποχώρησε μπροστά στις μηχανορραφίες των Βυζαντινών και στις λεπτές και σκοτεινές διακρίσεις τους και χρειάστηκε να υπερασπιστεί από τους διαδόχους του μέσα από ορισμένες δύσκολες οπισθοφυλακές.
Ένας Ανατολικός πάπας, ο Θεόδωρος Α΄ [642-649] —καταγόμενος από την Ιερουσαλήμ— διόρθωσε το σφάλμα του προκατόχου του και επέφερε μια στροφή προς μια νέα ανεξαρτησία. Μολονότι παρέμεινε μετριόφρονα στο παρασκήνιο, ο Μάξιμος υπήρξε η ψυχή της Συνόδου του Λατερανού του 649. Τουλάχιστον δύο από τους κανόνες της, ο 10ος και ο 11ος, προέρχονται από τη γραφίδα του, ενώ οι Έλληνες μοναχοί, οι οποίοι διέθεταν πέντε μοναστήρια στη Ρώμη, υπήρξαν ένθερμοι εκπρόσωποι και μεταφραστές της θέσεώς του.²⁵
Και ακόμη και αν αυτή η ελληνική νίκη βρήκε για κάποιο διάστημα μικρή θετική ανταπόκριση στη Ρώμη και αγνοήθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στο Βυζάντιο,²⁶ το μαρτύριο του πάπα, του Μαξίμου και των συντρόφων του προσέδωσε μακροπρόθεσμα στη σύνοδο ένα κύρος, χωρίς το οποίο δεν θα είχε ποτέ επιτευχθεί η σχεδόν αβίαστη νίκη [της δυοθελητικής Χριστολογίας] στην Γ΄ Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.
Βεβαίως, κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν, ο πολιτικός Λεβιάθαν είχε καταρρεύσει ολοκληρωτικά, ενώ η αραβική εισβολή είχε ματαιώσει κάθε πολιτική ελπίδα ενώσεως με τους Μονοφυσίτες. Αλλά τι σημασία έχουν τέτοιες μικρές αναστατώσεις, σε σύγκριση με το γεγονός ότι στην Κωνσταντινούπολη, το 681, η Χριστολογία του Ομολογητή, η οποία είχε βλαστήσει οργανικά από τη Χριστολογία της Χαλκηδόνος, ανακηρύχθηκε εκεί, με απλούς όρους, ταυτόσημη με την πίστη της Καθολικής Εκκλησίας (DS 553-59);
2. Ανατολή και Δύση
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου