Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Η ήττα της Δύσης 11 Emmanuel Todd, με τη συνεργασία του Baptiste Touverey

Συνέχεια από Τετάρτη 1η  Ιουλίου 2026

Η ήττα της Δύσης 11

Emmanuel Todd, με τη συνεργασία του Baptiste Touverey

Εκδόσεις Gallimard, 2024


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Στην Ανατολική Ευρώπη, μια μεταμοντέρνα ρωσοφοβία

Τα δύο προηγούμενα κεφάλαια άρχιζαν το καθένα με μια έκπληξη. Εκπλήξεις που προκλήθηκαν από την αντίσταση της ρωσικής οικονομίας, ώστε να στοχαστούμε πάνω στη Ρωσία· κατόπιν από τη στρατιωτική αντίσταση της Ουκρανίας, ώστε να στοχαστούμε πάνω σε αυτή τη χώρα. Το παρόν κεφάλαιο, αφιερωμένο στην Ανατολική Ευρώπη, δηλαδή στις πρώην λαϊκές δημοκρατίες, στις οποίες προσθέτω και τις βαλτικές δημοκρατίες, θα αρχίσει με μια απουσία έκπληξης. Τίποτε, στις σχέσεις αυτής της Ανατολικής Ευρώπης με τη Δυτική Ευρώπη και με τη Ρωσία, δεν αποπροσανατόλισε κανέναν, ενώ θα υπήρχε πράγματι λόγος να αποπροσανατολίσει. Όλα συνέβησαν σαν να ήταν, από το τέλος του κομμουνισμού και, ακόμη περισσότερο, από την αρχή αυτού του πολέμου, η ρωσοφοβία της Ανατολικής Ευρώπης και η ένταξή της στο δυτικό στρατόπεδο το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σαν να εγγράφονταν σε μια οικεία ιστορία από τα βάθη των αιώνων και σαν να μην υπήρχε καμία ανάγκη να εξηγηθούν. Όμως τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν αυτονόητο.

Διαδοχικές απορίες


Ας υπενθυμίσουμε ότι, παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όλες αυτές οι χώρες κυβερνώνταν, αν όχι από δικτατορίες, τουλάχιστον από αυταρχικά καθεστώτα, σε μια περιοχή ρημαγμένη από τον αντισημιτισμό. Μία εξαίρεση: η Τσεχοσλοβακία, η οποία ήταν φιλελεύθερη δημοκρατία, συγγενής της Γαλλίας, μάλιστα πιο ανεπτυγμένη από αυτήν στο βιομηχανικό και το εκπαιδευτικό επίπεδο. Η μεταπολεμική σοβιετοποίηση, λοιπόν, δεν έλαβε χώρα σε έναν κόσμο που θα ήταν, εξ αρχής, δημοκρατικός και φιλελεύθερος. Και, όταν η Ανατολική Ευρώπη άρχισε να προσχωρεί στο ΝΑΤΟ και κατόπιν στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1999 και μετά, δεν επανερχόταν σε μια πορεία που είχε παρεκτραπεί ατυχώς από τον Στάλιν. Η μεταστροφή της στον φιλελευθερισμό θα έπρεπε να προκαλέσει έκπληξη.

Άλλο θέμα απορίας: οι δύο περιοχές ή χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που δεν μπορούν να περιγραφούν ως απλώς ρωσοφοβικές είναι η Ανατολική Γερμανία και η Ουγγαρία. Στην Ανατολική Γερμανία, μια κάποια νοσταλγία του κομμουνισμού είναι ακόμη αισθητή σε μια μειονότητα ανθρώπων, και η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι ακόμη ασθενέστερη απ’ ό,τι αλλού στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Όσο για την Ουγγαρία, υπό την ηγεσία του Βίκτορ Όρμπαν, είναι, τρόπον τινά, επισήμως εχθρική προς τη φιλοουκρανική θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προτίθεται σαφώς να συνεχίσει να συνεργάζεται με τη Ρωσία. Όμως πρόκειται ακριβώς για τις δύο χώρες που, περισσότερο από τις άλλες, πολέμησαν εναντίον της Ρωσίας την εποχή της σοβιετικής κυριαρχίας: το 1953 στην Ανατολική Γερμανία με μαζικές απεργίες· το 1956 στην Ουγγαρία με μια επανάσταση που ο Κόκκινος Στρατός έπνιξε στο αίμα. Πιο πρόσφατα, και με αποφασιστικό τρόπο, η Ανατολική Γερμανία, τότε ΛΔΓ, κατέρριπτε το σιδηρούν παραπέτασμα με τη συνεργασία της Ουγγαρίας· πάντα αυτές: από τη στιγμή που οι Ανατολικογερμανοί μπόρεσαν να διαφύγουν μέσω της Ουγγαρίας, η οποία είχε ανοίξει τα σύνορά της με την Αυστρία, η ρωσική κυριαρχία στη σφαίρα είχε τελειώσει. Το ότι αυτές οι δύο περιοχές ή χώρες είναι σήμερα οι λιγότερο εχθρικές προς τη Ρωσία προκαλεί αμηχανία.

Σε ορισμένες από τις χώρες της Ανατολής υπάρχει μια ρωσοφοβία εκ πρώτης όψεως κατανοητή. Στην Πολωνία, πρώτα απ’ όλα, ένα έθνος του οποίου η παράδοση ήταν να διαμελίζεται, ανά τακτά διαστήματα, από τους γείτονές του, τον Πρώσο, τον Αυστριακό και κυρίως τον Ρώσο. Ας προσθέσουμε, στην περίπτωσή της, τη σφαγή του Κατίν — 4.400 Πολωνοί αξιωματικοί δολοφονημένοι άγρια από τη Ρωσία του Στάλιν το 1940. Αυτά τα γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας δεν πρέπει, ωστόσο, να μας κάνουν να λησμονούμε ότι ο κομμουνισμός σκότωσε κυρίως Ρώσους και ότι οι ίδιοι οι Ρώσοι ήταν εκείνοι που τον ανέτρεψαν.

Όσον αφορά τις βαλτικές δημοκρατίες, ιδίως τις βορειότερες, την Εσθονία και τη Λετονία, μπορεί επίσης να καταλάβει κανείς ότι επιμένει εκεί μια ορισμένη ανησυχία. Τη στιγμή της διάλυσης της ΕΣΣΔ, διέθεταν σημαντικές ρωσικές μειονότητες, συγκεντρωμένες στις πόλεις και στις βιομηχανικές ζώνες, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν: 25% του συνολικού πληθυσμού στην Εσθονία και στη Λετονία, 5% στη Λιθουανία.

Γι’ αυτές, η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ, με την προοπτική να αναγεννηθεί μια ρωσική δύναμη, φαινόταν λογική και αναγκαία. Άλλωστε, εάν, όπως πιστεύω, ο εν εξελίξει πόλεμος καταλήξει σε ήττα της Δύσης και σε μια de facto αποσύνθεση του ΝΑΤΟ, η Λιθουανία, η Λετονία και η Εσθονία μπορούν πράγματι να αναμένουν ότι θα είναι τρεις από τους κυριότερους χαμένους στη νέα γεωπολιτική διάταξη της Ευρώπης.

Παρ’ όλα αυτά, το ότι η Λετονία παρουσιάζεται ή θεωρείται ως ένα είδος δημοκρατικής παρθένου, και άρα ρωσοφοβικής, δεν παύει να προκαλεί αμηχανία. Είναι ακριβές ότι ένας εγγενής εθνικισμός επέτρεψε στις βαλτικές δημοκρατίες να αποσπαστούν από τη ρωσική κυριαρχία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά η Εσθονία και η Λετονία —η τελευταία αντιστοιχούσε περίπου, κατά την τσαρική εποχή, στη Λιβονία, η οποία περιλάμβανε επίσης ένα τμήμα της σημερινής Εσθονίας— είχαν διακριθεί για την υποστήριξή τους προς τον μπολσεβικισμό, πολύ ανώτερη από τον ρωσικό μέσο όρο. Στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση του 1917, το μέσο ποσοστό των μπολσεβίκων στο σύνολο της πρώην αυτοκρατορίας των τσάρων ήταν 24% των ψήφων. 1

Στην Εσθονία έπαιρναν 40%, στη Λιβονία 72%! Ας θυμηθούμε επίσης τη λετονική Φρουρά, την οποία ο Λένιν περιέβαλλε με ιδιαίτερη φροντίδα και η οποία έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο κατά τη ρωσική επανάσταση ως δύναμη διατήρησης της τάξης. Μια έρευνα του 1918 για τα πρώτα μέλη της Τσεκά, της μπολσεβικικής πολιτικής αστυνομίας, προγόνου της KGB και κατόπιν της FSB, αποκαλύπτει τη συνάφεια των Λετονών με τον κομμουνισμό. Σε ένα δείγμα 894 ατόμων, τα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας, μόνο 361 ήταν Ρώσοι, αλλά 124 Λετονοί, 18 Λιθουανοί, 12 Εσθονοί, 21 Ουκρανοί, 102 Πολωνοί, 116 Εβραίοι. Η υπερεκπροσώπηση μειονοτήτων σε έναν επαναστατικό θεσμό είναι αυτή καθαυτή φυσιολογική, αλλά η αναλογία του 13,8% Λετονών, ενώ αντιπροσώπευαν το πολύ μόνο 2% του πληθυσμού μέσα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, αποτελεί πάντως μια πολύ ωραία επίδοση. Από ανθρωπολογική άποψη, 2 καμία έκπληξη: η παραδοσιακή οικογενειακή δομή στις βαλτικές χώρες, ιδιαίτερα στην Εσθονία και τη Λετονία, ήταν κοινοτική ρωσικού τύπου, αυθόρμητα παραγωγός αυταρχισμού και εξισωτισμού, άρα κομμουνισμού. Αυτό το βαλτικό ανθρωπολογικό υπόβαθρο ενσωματώθηκε στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004.

Ας επιστρέψουμε στις πρώην λαϊκές δημοκρατίες, εξαιρουμένης της Ουγγαρίας. Η αντίθεση είναι εντυπωσιακή ανάμεσα, αφενός, στη μνησικακία τους εναντίον της Ρωσίας και, αφετέρου, στον τρόπο με τον οποίο συγχώρησαν τη Γερμανία, μολονότι εκείνη είχε φέρει τον σίδηρο και τη φωτιά στο σύνολο της περιοχής κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η Wehrmacht είχε συμπεριφερθεί πιο σκληρά από τον Κόκκινο Στρατό. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο οι Τσέχοι πούλησαν τη Skoda στη Volkswagen και όχι στη Renault είχε πράγματι κάτι το σαστιστικό. Δεδομένης της σημασίας της αυτοκινητοβιομηχανίας, αυτό σήμαινε ότι επέλεγαν να εισέλθουν σε εκείνη τη γερμανική σφαίρα από την οποία η Βοημία είχε δυσκολευτεί τόσο πολύ να αποσπαστεί. Στην πραγματικότητα, το ότι χώρες που υπήρξαν συχνά μάρτυρες του ναζισμού αποφάσισαν έτσι θέτει στον ιστορικό ένα αληθινό ερώτημα. Σε στιγμές κατάπτωσης και κακής διάθεσης, μου συμβαίνει να αναρωτιέμαι μήπως σε ορισμένες χώρες της Ανατολής αισθάνονται, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, ευγνωμοσύνη προς τη Γερμανία επειδή τις απάλλαξε από το «εβραϊκό πρόβλημά» τους.

Τελευταία παραδοξότητα: η αμοιβαία αγάπη την οποία έτρεφαν προσωρινά, στην αρχή του πολέμου, η Πολωνία και η Ουκρανία. Η Πολωνία, ωστόσο, κυριάρχησε για μεγάλο διάστημα σε ένα περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο τμήμα της δυτικής Ουκρανίας· οι Πολωνοί ήταν εκεί ευγενείς και οι Ουκρανοί όχι μόνο χωρικοί αλλά και δουλοπάροικοι.

Οι Ουκρανοί μπαντεριστές εθνικιστές είχαν, βέβαια, όπως είδαμε, σκοτώσει πολλούς Εβραίους, αλλά και πλήθος Πολωνών. Το πνεύμα τού «Ας αγκαλιαστούμε, Φολβίλ!» που κυριάρχησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023 στις σχέσεις ανάμεσα στην Πολωνία και την Ουκρανία θα φανεί φυσικό μόνο σε όσους στερούνται κάθε ιστορικής συνείδησης. 3

Για να μετρήσουμε την παραδοξότητα της κατάστασης και να κατανοήσουμε το νόημα της σημερινής ρωσοφοβίας, πρέπει να στοχαστούμε πάνω στη βαθιά ιστορία αυτών των περιοχών και να εξετάσουμε τη γενική κοινωνική δυναμική τους.

Ο πρώτος μας τρίτος κόσμος


Ο πρώτος παραλογισμός που συναντά ο ιστορικός της μακράς διάρκειας είναι η ιδέα ότι η Ανατολική Ευρώπη θα αποτελούσε φυσικά «μέρος» της Δυτικής Ευρώπης, ότι θα επρόκειτο για ένα κομμάτι του ίδιου κόσμου, που για κάποιο διάστημα διασπάστηκε από τον σοβιετικό ιμπεριαλισμό. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε διαδρομές που υπήρξαν πάντοτε διακριτές, συμπληρωματικές αλλά αντίθετες.

Η οικονομική, και γενικότερα ιστορική, απογείωση της Δυτικής Ευρώπης έλαβε χώρα ήδη από τον ώριμο Μεσαίωνα, κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, μια διαδικασία που επιταχύνθηκε από τον 16ο αιώνα και έπειτα. Επηρέασε σε βάθος την εξέλιξη της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά για να την καταστήσει μια ζώνη εξαρτημένη και κυριαρχούμενη. Λιγότερο ανεπτυγμένη, εξήγε απλά προϊόντα, εν προκειμένω σιτηρά και ξυλεία, τα οποία αντάλλασσε με βιομηχανικά αγαθά προερχόμενα από τη Δυτική Ευρώπη. Ακολούθησε και κάλυψε ένα μέρος της καθυστέρησής της, και τίποτε εκ των προτέρων δεν θα απαγόρευε, κατά το παράδειγμα της Σκανδιναβίας, να καταλήξει να ενταχθεί στην ανεπτυγμένη δυτική σφαίρα. Αλλά ο Μαύρος Θάνατος του 1348 και οι συνέπειές του τόνισαν, αντιθέτως, την απόσταση ανάμεσα στις δύο Ευρώπες. Στη Δύση, η δημογραφική κατάρρευση έθεσε την αγροτιά σε θέση ισχύος και επέφερε την εκκαθάριση της δουλοπαροικίας. Στην Ανατολή, η οποία ήταν υποαστικοποιημένη και, εξαιτίας αυτού, λιγότερο πληγείσα από την πανδημία, η επιρροή των γαιοκτημόνων ενισχύθηκε και αναδύθηκε αυτό που ο Ένγκελς βάπτισε «δεύτερη δουλοπαροικία». 4

Ο Μαξ Βέμπερ επέμεινε στον ρόλο των πόλεων στην κοινωνική ανάπτυξη της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτικών περιοχών, με την εμφάνιση βορείως των Άλπεων της παροιμίας «Ο αέρας της πόλης ελευθερώνει». Σημείωσε ότι το δομικό δημογραφικό έλλειμμα των πόλεων συνεπαγόταν μια συνεχή εισροή μεταναστών, ουσιαστικά αγροτών. Στην πόλη, η δουλοπαροικία καταργούνταν de facto, αλλά μια νέα οικονομική διαφοροποίηση επικάλυπτε εκεί απλούς εργάτες, ειδικευμένους τεχνίτες, διοικητικούς υπαλλήλους και, στην κορυφή της ιεραρχίας, το αστικό πατρικιάτο. Αυτό βρισκόταν σε ανταγωνισμό με την αγροτική αριστοκρατία στη σχέση του με το μοναρχικό κράτος, και μπορούμε επομένως να συλλάβουμε ότι η αστική ανάπτυξη άσκησε αρνητική πίεση στον θεσμό της δουλοπαροικίας μέσα στις ίδιες τις αγροτικές περιοχές.

Κατά τρόπο παράλληλο, η αστική υπανάπτυξη της Ανατολικής Ευρώπης κατέστησε την αριστοκρατία των γαιοκτημόνων πανίσχυρη, χωρίς αντίπαλο, και ικανή να προσδέσει στο έδαφος μια αγροτιά που προηγουμένως ήταν ελεύθερη. Αυτή η «δεύτερη δουλοπαροικία», σχεδιασμένη για να εξασφαλίσει την παραγωγή και την εξαγωγή σιτηρών προς την ανεπτυγμένη Ευρώπη, εμφανίστηκε την ίδια στιγμή που η πρώτη εξαφανιζόταν στη Δύση. Αποτέλεσμα: στη Δύση, μια ελεύθερη εργατική δύναμη, εκμεταλλευόμενη σε μια αγορά· στην Ανατολή, μια εργατική δύναμη προσδεδεμένη στο έδαφος, και η αγγαρεία αντί της αμειβόμενης εργασίας, με μια άμεση πολιτική κυριαρχία του ιδιοκτήτη της γης πάνω στον εργαζόμενο. Ας σημειώσουμε ότι η ελευθερία και η δουλεία είναι γενικά οι δύο πόλοι μιας συνολικής ιστορικής εξέλιξης. Η αρχαία δουλεία και το δουλεμπόριο των Μαύρων τον 18ο αιώνα συνδύασαν την οικονομική ελευθερία και τη δουλεία των σωμάτων, καθιστώντας τον άνθρωπο εμπόρευμα.


Αυτό που δείχνει η ιστορία δεν είναι λοιπόν η κοινή ένταξη των Ανατολικών και των Δυτικών Ευρωπών σε μία και την αυτή διαδικασία χειραφέτησης, αλλά μια συμπληρωματικότητα στην ανταγωνιστική ανάπτυξη της ελευθερίας στη Δύση και της δουλοπαροικίας στην Ανατολή, με μακρινή συνέπεια τη φιλελεύθερη δημοκρατία στη Δύση και τη δικτατορία στην Ανατολή.

Κατά βάθος, η Ανατολική Ευρώπη υπήρξε ο πρώτος μας τρίτος κόσμος. Δεν προλάβαμε να τυποποιήσουμε αυτή την προφανή αλήθεια, επειδή η έκφραση αυτή του Αλφρέντ Σοβύ έφθασε πολύ αργά, το 1952, όταν η ζώνη είχε ήδη σοβιετοποιηθεί. Αλλά υπήρξε η πρώτη από τις περιφέρειες που υποτάχθηκαν σε μια Δυτική Ευρώπη σε ταχεία άνοδο.


Μεσαίες τάξεις, πράξη Ι: από την αδυναμία στην καταστροφή

Τα αγροτικά έθνη της Ανατολής γνώρισαν κρατικές δομές. Υπήρξε, για παράδειγμα, ένα βασίλειο της Πολωνίας, και αυτό συνδέθηκε με τη Λιθουανία, πρώτα από το 1385 και την ένωση του Κρέβο, έπειτα από το 1569 έως το 1795, σε αυτό που ονομάστηκε Δημοκρατία των Δύο Εθνών. Αλλά, εξαιτίας της αδυναμίας του αστικού δικτύου και των μεσαίων τάξεων, επρόκειτο για εύθραυστα κράτη, κυριαρχούμενα από μια αναρχική αριστοκρατία, και επομένως εύκολα θηράματα για καλύτερα οργανωμένους γείτονες. Η αυτοκαταστροφή της Πολωνίας μέσω του liberum veto —δηλαδή της δυνατότητας ενός και μόνο μέλους της Δίαιτας, τότε μιας αριστοκρατικής συνέλευσης της οποίας όλα τα διατάγματα έπρεπε να λαμβάνονται ομόφωνα, να αναστείλει μια απόφαση— είναι εμβληματική αυτού του γενικού κοινωνικού μηχανισμού. Από αυτό προέκυψαν οι διαμελισμοί της Πολωνίας ανάμεσα στην Πρωσία, την Αυστρία και τη Ρωσία το 1772, το 1793 και το 1795.

Κατά παράδοξο τρόπο, η ενσωμάτωση στις αυτοκρατορίες της Αυστρίας και της Ρωσίας υπήρξε παράγοντας βιομηχανικής κάλυψης της υστέρησης για αυτές τις περιφερειακές περιοχές της Δυτικής Ευρώπης. Η Βοημία, η σημερινή Τσεχική Δημοκρατία, εξασφάλισε για τον εαυτό της μια θέση στην αυτοκρατορία των Αψβούργων που της επέτρεψε να αναπτυχθεί. Η πρώτη βιομηχανική άνοδος της Ουγγαρίας προήλθε από την προστασία της οικονομίας της από την ίδια αυτοκρατορία, απέναντι στη Δυτική Ευρώπη. Η απογείωση της πολωνικής βιομηχανίας συνέβη στα τελευταία χρόνια του τσαρισμού. Ενταγμένη στη Δύση, η Πολωνία περιοριζόταν εκεί στο να παίζει έναν δευτερεύοντα ρόλο μέσω της αγροτικής της εξειδίκευσης. Στο εσωτερικό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αποτέλεσε, μαζί με τις βαλτικές χώρες, χάρη στη διάδοση του αλφαβητισμού και των νέων τεχνικών, το πιο προχωρημένο τμήμα της αυτοκρατορίας, και επωφελήθηκε από τον προστατευτισμό που εκείνη προσέφερε. Στο οικονομικό επίπεδο, το τέλος της τσαρικής εποχής υπήρξε λοιπόν γι’ αυτήν μάλλον μια καλή υπόθεση.

Τη στιγμή που οι αυτοκρατορίες της Ρωσίας, της Πρωσίας και της Αυστροουγγαρίας διαλύθηκαν, στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το θεμελιώδες κοινωνικό χαρακτηριστικό αυτής της Ανατολικής Ευρώπης, όπου γεννιούνταν, και μερικές φορές ξαναγεννιούνταν, «εθνότητες», παρέμενε ωστόσο η υπανάπτυξη των μεσαίων τάξεων. Αυτό εξηγεί την αποτυχία, ανάμεσα στους δύο πολέμους, της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η Τσεχοσλοβακία είναι εδώ η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, αφού, αν κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει μια δημοκρατία, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή ήταν η πιο προχωρημένη κοινωνία και επειδή, έχοντας διαφύγει από την εκφυλιστική διαδικασία που είχε τεθεί σε κίνηση από τη δεύτερη δουλοπαροικία, είχε σχηματίσει μεσαίες τάξεις.

Το μεγάλο βιβλίο για την περίοδο είναι το Decades of Crisis. Central and Eastern Europe before World War II, του Ιβάν Τ. Μπέρεντ, ενός Εβραίου της Βουδαπέστης ο οποίος, ύστερα από μια πανεπιστημιακή σταδιοδρομία στην Ουγγαρία, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες — ένα είδος Ούγγρου Σλαπεντόκ. Όπως το δείχνει πολύ καλά, η αδυναμία των μεσαίων τάξεων συνδεόταν όχι μόνο με τις περιστάσεις που περιγράψαμε —την υποταγή στη Δύση, τη δουλοπαροικία, την αδυναμία των πόλεων— αλλά επίσης με μια γενική εκπαιδευτική και πολιτιστική καθυστέρηση, μικρότερη πάντως από εκείνη της Ρωσίας. Κλασικό σύμπτωμα της εκπαιδευτικής υπανάπτυξης: η υπερεκπροσώπηση των Εβραίων μέσα σε περιορισμένες μεσαίες τάξεις. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που δείχνει η θρησκεία τους για την εκπαίδευση δίνει πράγματι στους Εβραίους ένα οικονομικό και κοινωνικό πλεονέκτημα όταν ο υπόλοιπος πληθυσμός είναι ελάχιστα μορφωμένος. Μερικοί αριθμοί αρκούν για να δώσουν μια ιδέα του βάρους τους στον αστικό πληθυσμό της Ανατολικής Ευρώπης, και επομένως στις μορφωμένες μεσαίες τάξεις πριν από τη Σοά. Γύρω στο 1930, αποτελούσαν το 9,5% του συνολικού πληθυσμού της Πολωνίας και το 30% εκείνου της Βαρσοβίας· το 5% του ουγγρικού πληθυσμού και το 35% εκείνου της Βουδαπέστης· στην Τσεχοσλοβακία, πιο προχωρημένη, αντιπροσώπευαν παρ’ όλα αυτά το 2,5% του πληθυσμού και το 4% εκείνου της Πράγας· στην Αυστρία, το 2% του πληθυσμού, αλλά το 8 ή 9% εκείνου της Βιέννης. Το μερίδιο των Εβραίων ήταν σημαντικό επίσης στη Λετονία, 4,9%, και στη Λιθουανία, 7,6%, πολύ μικρότερο στην Εσθονία, μόνο 0,4%, ή ακόμη και στο ευρωπαϊκό τμήμα της ΕΣΣΔ, 3,5%. Η Γερμανία, η εστία του εξοντωτικού αντισημιτισμού, είχε στην πραγματικότητα ένα πολύ χαμηλό ποσοστό Εβραίων: 0,75%.

Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί την επίδραση που είχε η Σοά σε αυτές τις ολιγάριθμες μεσαίες τάξεις, όπου οι Εβραίοι υπερεκπροσωπούνταν. Ήδη εύθραυστες, ίσως καταστράφηκαν επειδή αρκετές από αυτές τις χώρες έχασαν επίσης τις ελίτ γερμανικής προέλευσης. Ενώ οι Γερμανοί αποικιστές αγρότες του Μεσαίωνα είχαν λίγο πολύ συγχωνευθεί με τις ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες, μια αριστοκρατία και αστοί κληρονόμοι της εκκοσμικευμένης Τευτονικής Τάξης είχαν διατηρηθεί, στις βαλτικές πόλεις για παράδειγμα, ιδιαίτερα στην Εσθονία και στη Λιθουανία. Όμως, κατά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο του 1939, ο Χίτλερ, μέσω μιας συμφωνίας με τον Στάλιν, ανέκτησε αυτούς τους Γερμανούς των βαλτικών χωρών. Πήρε, βέβαια, μόνο τους καθαρούς Γερμανούς· οι Mischlinge, ή μιγάδες, στάλθηκαν πίσω στη σοβιετική Ρωσία, όπου πέθαναν υπό φρικτές συνθήκες. Ας συνοψίσουμε: ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε, κατ’ ελάχιστον, αποδυναμώσει λίγο ακόμη περισσότερο μεσαίες τάξεις που ήταν ήδη αδύναμες. Ήταν αδιανόητο, από το 1945 και έπειτα, να αναδυθεί αυθόρμητα η δημοκρατία σε αυτές τις χώρες, ακόμη και χωρίς τη σοβιετική κατοχή.


Μεσαίες τάξεις, πράξη ΙΙ: η ανάσταση υπό σοβιετική κηδεμονία


Την επομένη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η ΕΣΣΔ οικοδόμησε το προστατευτικό της προπέτασμα και κατασκεύασε τις λαϊκές δημοκρατίες, κατήργησε λοιπόν μια δημοκρατία η οποία, εκτός από την Τσεχοσλοβακία, δεν είχε υπάρξει ποτέ. Ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε μόνο το πραξικόπημα της Πράγας το 1948. Η πειθάρχηση χωρών όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία ή η Βουλγαρία έκανε λιγότερο θόρυβο, χωρίς να μιλήσουμε για την Ανατολική Γερμανία, όπου ο κομμουνισμός διαδέχθηκε άμεσα τον ναζισμό…

Δεν υπάρχουν σχόλια: