Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Οικουμενισμός». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Οικουμενισμός». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 7 MALACHI MARTIN

Συνέχεια από Τρίτη 18. Αυγούστου 2026


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 7

MALACHI MARTIN

G.P. Putnam's Sons, New York 1981


ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΣΤΑ ΠΛΟΥΤΗ


Η κατάρα του Κωνσταντίνου

Ο Κωνσταντίνος έσπειρε μέσα στη νεοαποκτηθείσα θρησκεία του, τον Χριστιανισμό, τους σπόρους της ίδιας της αποσυνθέσεώς του. Εκείνα που είχε θεμελιώσει, στην Ανατολή και στη Δύση, ως σταθερά θεμέλια επρόκειτο να μετατραπούν στις άμεσες αιτίες προδοσίας και κατακερματισμού. Σαν μια μοιραία κληρονομιά, το κατάλοιπο που άφησε ο Κωνσταντίνος μετατράπηκε σε κατάρα, η οποία βασάνιζε κάθε επόμενη γενιά και οδηγούσε πρώτα στην αδελφοκτονία και τελικά στην αυτοκτονία.

Ο Κωνσταντίνος εγκαθίδρυσε πρώτα τον επίσκοπο Ρώμης σε πλήρη ισχύ στη Δυτική Ευρώπη. Οι πάπες έλαβαν από αυτόν σημαντική ακίνητη περιουσία, εκτεταμένη δικαστική εξουσία, μεγάλο ρευστό πλούτο, έλεγχο επί των ενόπλων δυνάμεων και πολιτική κυριαρχία. Η Εκκλησία της Ρώμης και ο Χριστιανισμός απέκτησαν έτσι ανυπολόγιστο κύρος στα μάτια του λαού και εξαιρετικά προνομιακή πρόσβαση στον ίδιο τον μεγάλο αυτοκράτορα. Με λίγα λόγια, εξαιτίας του Κωνσταντίνου, ο επίσκοπος Ρώμης έγινε μονάρχης και η Εκκλησία του μοναρχία.

Για να επιστεγάσει τις προσπάθειές του, ο Κωνσταντίνος οργάνωσε το έτος 325 στη Νίκαια —στη σημερινή Τουρκία— μια γενική οικουμενική σύνοδο Χριστιανών επισκόπων. Η σύνοδος ονομάστηκε «οικουμενική», επειδή αφορούσε ολόκληρη την οἰκουμένη — ολόκληρο δηλαδή τον κατοικημένο κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνονταν τότε οι Χριστιανοί. Εκεί οι επίσημες πεποιθήσεις των Χριστιανών διατυπώθηκαν, ύστερα από έντονες συζητήσεις, σε συγκεκριμένους τύπους, γνωστούς έκτοτε ως Σύμβολο της Νικαίας.

Επιπλέον, με ένα από τα διατάγματά της ή τους κανόνες της, η Σύνοδος αναγνώρισε τέσσερα κύρια κέντρα του Χριστιανισμού: τη Ρώμη, την Αλεξάνδρεια (στη Συρία), την Αντιόχεια (στη Συρία) και την Ιερουσαλήμ. Καθένας από αυτούς τους τόπους ονομαζόταν πατριαρχείο, ενώ ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο πατριάρχης της Δύσεως και είχε το προβάδισμα έναντι των άλλων τριών. Ο λόγος που έδινε ο Κωνσταντίνος για αυτό το προβάδισμα ήταν: «Επειδή οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος είχαν ζήσει και πεθάνει στη Ρώμη» — και ο πάπας της Ρώμης ήταν ο διάδοχος του Πέτρου.

Ήδη, ενώ συνεδρίαζε η Σύνοδος της Νικαίας, ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει μια τοποθεσία στον Βόσπορο ως νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Ήταν μια μικρή ελληνική πόλη που ονομαζόταν Βυζάντιον· η θέση της είχε μεγάλη στρατηγική σημασία. Όταν ολοκληρώθηκε το 330, θα αποτελούσε, κατά τη σκέψη του Κωνσταντίνου, τη «Νέα Ρώμη», και ο επίσκοπός της σύντομα θα ονομαζόταν πατριάρχης της Ανατολής.

Ο αυτοκράτορας όμως, παρόλο που μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε εκεί, δεν έκανε τον νέο πατριάρχη βασιλιά. Αντιθέτως, όπως ο βασιλιάς Δαβίδ του Ισραήλ περισσότερο από χίλια χρόνια νωρίτερα, στην Ανατολή ο Κωνσταντίνος διαχώρισε το «κράτος», το οποίο εκπροσωπούσε ο ίδιος, από την «Εκκλησία», την οποία εκπροσωπούσε ο πατριάρχης, αν και οι δύο σφαίρες θεωρούνταν τα δύο στοιχεία ενός ενιαίου οργανισμού. Και, όπως ο Δαβίδ, ο Κωνσταντίνος θεωρούσε τον εαυτό του θεόθεν διορισμένο να εξασφαλίζει την υλική ευημερία της Εκκλησίας και να διαφυλάσσει την καθαρότητα των δογμάτων της. Αυτή η σχέση ανάμεσα στον Βυζαντινό αυτοκράτορα και τον πατριάρχη διήρκεσε περισσότερο από χίλια εκατό χρόνια και επί ογδόντα αυτοκράτορες, έως ότου η Κωνσταντινούπολη και η αυτοκρατορία της έπαψαν να υπάρχουν το 1453.

Στην «παλαιά Ρώμη», αντίθετα, ο επίσκοπός της, ο πάπας, εξακολουθούσε να είναι πραγματικός μονάρχης, ενώ η εξουσία του πάνω στη Δυτική Ευρώπη αυξανόταν με κάθε αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις ανάμεσα στους πατριάρχες Ανατολής και Δύσεως δεν ήταν αρχικά εχθρικές ή, τουλάχιστον, ήταν ορθές. Όταν ο πάπας Μάρκος εξελέγη τον Ιανουάριο του 336 για να διαδεχθεί τον Σίλβεστρο Α΄, γνωστοποίησε με επιστολή την εκλογή του στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και στους άλλους πατριάρχες, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ενέγραψε το όνομα του Μάρκου στους επίσημους καταλόγους των πατριαρχείων, τα Δίπτυχα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν διοριζόταν νέος πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ή σε κάποιο από τα άλλα πατριαρχεία, απέστελλε επίσημη γνωστοποίηση στη Ρώμη καθώς και στους υπόλοιπους. Κατά τη σύλληψη του Κωνσταντίνου, αυτή η πενταρχία των πατριαρχείων αποτελούσε το πλέγμα πάνω στο οποίο θα στηριζόταν και θα ευημερούσε ο χριστιανικός κόσμος. Ο αυτοκράτορας θα προστάτευε και θα ενίσχυε τους πάντες. Στη συνείδηση όλων, η Ρώμη είχε το πρωτείο τιμής και, για να το πούμε απερίφραστα, την τελική αποφασιστική ψήφο σε ζητήματα πίστεως και ηθικής. Η Ρώμη διέθετε το κύρος.

Όμως όλα αυτά ήταν υπερβολικά στρατιωτικά, υπερβολικά τακτοποιημένα. Μέσα σε πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Κωνσταντίνου, μια δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381. Η σύνοδος αυτή αναδιατύπωσε το Σύμβολο της Νικαίας και, πράγμα ιδιαιτέρως σημαντικό, στον Κανόνα Γ΄ όρισε ότι «ο επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως θα έχει τα πρεσβεία τιμής μετά τον επίσκοπο Ρώμης, επειδή η Κωνσταντινούπολη είναι η Νέα Ρώμη».


Ο τότε επίσκοπος Ρώμης, Δάμασος Α΄, δεν αποδέχθηκε ποτέ τον Κανόνα Γ΄. Ούτε και κανένας από τους διαδόχους του. Αν υπήρχε μια «Νέα Ρώμη», αυτό σήμαινε το τέλος της «παλαιάς Ρώμης». Και αυτό δεν μπορούσαν ποτέ να το αποδεχθούν. (Μόνο περισσότερο από οκτακόσια χρόνια αργότερα, το 1215, θα αποδεχόταν ένας Ρωμαίος πάπας τον Κανόνα Γ΄, και αυτό μόνο επειδή ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας είχαν προσωρινά εκδιωχθεί και ο πάπας είχε εγκαταστήσει έναν Λατίνο αρχιεπίσκοπο ως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.)

Ήδη από το 381, ο πάπας της Ρώμης αναγνώριζε την αυξανόμενη απειλή της Κωνσταντινουπόλεως. Και ήδη υπήρχαν βαθιές διαφορές ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες, οι οποίες προέκυπταν από τον ρόλο του πάπα ως κοσμικού άρχοντα. Με τον καιρό, οι πάπες θα διεκδικούσαν απόλυτη, πλήρη και ύψιστη αυτοκρατορική εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους. Με τον καιρό, μια σύνοδος αυστηρών επισκόπων θα διακήρυσσε ότι ο πάπας βρισκόταν υπεράνω και πέρα από την εξουσία οποιασδήποτε απλής συνόδου επισκόπων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αντίθετα, κυβερνούσε μέσω του συλλογικού σώματος των συναδέλφων του πατριαρχών της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ. Με τον καιρό, καθένας από τους ανατολικούς πατριάρχες θα ηγείτο μιας εθνικής Εκκλησίας, καθώς ιδρύονταν επιπλέον πατριαρχεία στη Βουλγαρία, στην Κύπρο και αλλού. Και καθένας θα ταυτιζόταν με τα συμφέροντα του τοπικού ηγεμόνα και του δικού του έθνους, αναγνωρίζοντας όμως το πρωτείο «τιμής» του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Με τον καιρό, το μοναρχικό καθεστώς των παπών θα συγκρουόταν με το συλλογικό καθεστώς της Ανατολής, καθώς οι Ρωμαίοι διεκδικούσαν καθολική εξουσία θεμελιωμένη στον Απόστολο Πέτρο. Οι Ανατολικοί θα απαντούσαν προβάλλοντας τη διεκδίκηση μιας μοναδικής ορθοδοξίας της πίστεως. Η ρωμαϊκή αυθεντία και η ανατολική Ορθοδοξία θα μετατρέπονταν σε πικρούς και ασυμφιλίωτους εχθρούς· όμως μέχρι τότε τα δύο τμήματα του Χριστιανισμού θα είχαν ήδη από πολύ καιρό απομακρυνθεί το ένα από το άλλο ως προς τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τους τρόπους λατρείας, τους κανόνες συμπεριφοράς και την πολιτική αφοσίωση.

Ένα στοιχείο της κατάρας του Κωνσταντίνου προσέφερε και στις δύο πλευρές ένα υποκριτικά θρησκευτικό πρόσχημα για τη ρήξη τους, η οποία στην πραγματικότητα αποτελούσε προϊόν πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Το λεκτικό πρόσχημα για το σχίσμα ήταν η λεγόμενη ρήτρα του filioque.

Από τις απαρχές τους, οι Χριστιανοί πίστευαν σε έναν Θεό. Σε αντίθεση όμως με τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους, έλεγαν ότι σε αυτόν τον έναν Θεό υπάρχουν τρία πρόσωπα. Τα ονόμαζαν: Πατέρα, Υιό —τον Χριστό— και Άγιο Πνεύμα. Επιπλέον, έλεγαν ότι καθένα από αυτά τα πρόσωπα είναι Θεός. Αυτή είναι η χριστιανική Τριάδα: τρία πρόσωπα σε έναν Θεό.

Συζητώντας για την προέλευση του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, οι Χριστιανοί έλεγαν ότι ο Υιός προέρχεται από —αλλά δεν δημιουργήθηκε από— τον Πατέρα, και ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από, ή εκπορεύεται από, τον Πατέρα και τον Υιό ως μία αρχή;;;;;;.

Στη λατινική, ή Ρωμαϊκή, Εκκλησία, ως απάντηση σε ορισμένα συγκεκριμένα ερωτήματα που είχαν τεθεί, αυτή η πίστη διατυπώθηκε με λόγια που όριζαν το Άγιο Πνεύμα ως «εκπορευόμενο από τον Πατέρα και από τον Υιό». (Στα λατινικά, το «και από τον Υιό» εκφράζεται με μία λέξη, filioque.)

Στην Ανατολική, ή Ελληνική, Εκκλησία, προτιμούσαν ;;;να λένε ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα διά του Υιού: dia tou uiou.[ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ]

Στον σύγχρονο νου αυτό μπορεί να φαίνεται γελοία ασήμαντο ζήτημα. Δεν ήταν όμως έτσι για τους σεβαστούς κυρίους που διαφωνούσαν γύρω από αυτό. Είναι βέβαιο ότι τόσο η ρωμαϊκή όσο και η ανατολική πίστη συμφωνούσαν ότι ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα και ότι το Άγιο Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα και τον Υιό. Η μόνη διαφωνία αφορούσε τον καλύτερο τρόπο εκφράσεώς του.[ΚΑΘΟΛΟΥ ΒΕΒΑΙΟ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ MALACHI ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ. ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ]

Όμως μικρόψυχοι άνθρωποι, παρακινούμενοι από την απληστία για χρήμα και εξουσία, χρησιμοποίησαν αυτή τη θεολογική λεπτολογία κυριολεκτικά για να κόψουν τη Χριστιανική Εκκλησία στα δύο.[ΕΝΩ ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΚΟΜΕΝΗ ΟΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ]

Η πρώτη πραγματικά μεγάλη πρόκληση απέναντι στη γενικά αποδεκτή χριστιανική πίστη προήλθε από έναν επίσκοπο που ονομαζόταν Άρειος. Εκείνος υποστήριζε ότι ο Υιός ήταν δημιούργημα του Πατέρα και επομένως δεν ήταν Θεός. Όταν ο Κωνσταντίνος συγκέντρωσε τους Χριστιανούς επισκόπους στην πόλη της Νικαίας το 325, εκείνοι απέρριψαν ρητώς την άποψη του Αρείου, διακηρύσσοντας ως θεμελιώδες δόγμα της πίστεως ότι ο Υιός ήταν Θεός και προερχόταν από τον Πατέρα κατά έναν άκτιστο και μυστηριώδη τρόπο. Δεν μίλησαν για την προέλευση του Αγίου Πνεύματος, επειδή αυτό το ζήτημα δεν αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης· έτσι όλοι οι Χριστιανοί εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα προερχόταν, ή εκπορευόταν, dia tou uiou, διά του Υιού.

Επίσης, η Σύνοδος της Νικαίας διακήρυξε ότι δεν θα γινόταν στο εξής καμία περαιτέρω επέμβαση στη διατύπωση της χριστιανικής πίστεως.

Ωστόσο, η Εκκλησία της Δύσεως έκανε αργότερα μια προσθήκη. Στη σύνοδο επισκόπων στο Τολέδο της Ισπανίας, το 589, προσέθεσαν τη ρήτρα filioque, προκειμένου να αποκρούσουν τον ισχυρισμό ότι ο Υιός δεν ήταν Θεός επειδή δεν συμμετείχε στην προέλευση του Αγίου Πνεύματος. «Το Άγιο Πνεύμα», όρισαν οι επίσκοποι, «εκπορεύεται από τον Πατέρα και από τον Υιό». Filioque. Από τότε και στο εξής, η χρήση αυτής της διατυπώσεως εξαπλώθηκε στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στην Ιρλανδία και στη Βόρεια Αφρική. Η Ανατολική Εκκλησία συνέχισε να χρησιμοποιεί τη λέξη «διά», ενώ οι Λατίνοι συνέχισαν να χρησιμοποιούν τη λέξη «από». Και οι δύο πίστευαν το ίδιο πράγμα, μολονότι η έμφαση ήταν διαφορετική.[ΑΛΛΟ Η ΑΙΔΙΟΣ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΤΡΙΑΔΑ ΟΠΩΣ ΑΠΕΚΑΛΥΦΘΗ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ]

Τον 18ο αιώνα, ο Jonathan Swift γελοιοποίησε με σφοδρότητα ολόκληρη αυτή τη διαμάχη, συγκρίνοντάς την, στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, με ανθρώπους που τσακώνονται για το αν πρέπει να σπάζουν τα αυγά από τη μικρή ή από τη μεγάλη άκρη. Όμως αυτή η διαμάχη ανάμεσα στους «οπαδούς της μεγάλης άκρης» και στους «οπαδούς της μικρής άκρης» θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ αόριστον και χωρίς σοβαρές συνέπειες, αν δεν υπήρχαν η αλαζονεία, η ζηλοτυπία και η πλεονεξία που γεννούσε η πολιτική και στρατιωτική υπεροχή.

Το πρώτο βήμα της Ρώμης προς αυτή την κατεύθυνση άρχισε με αλλαγές στον τρόπο εκλογής των παπών. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια από τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου, η εκλογή ενός πάπα είχε μετατραπεί σε αφορμή για σφοδρές και ενίοτε βίαιες συγκρούσεις. Η προεκλογική διαδικασία άρχιζε συνήθως μετά τον θάνατο ενός πάπα.

Μερικές φορές, οι τελευταίες ημέρες και οι επιθανάτιες ώρες του γέμιζαν με φατριαστικές διαμάχες: οι ευγενείς και η Ρωμαϊκή Σύγκλητος εναντίον των επισκόπων και των ιερέων· οι διάκονοι, οι υποδιάκονοι και ο λαός εναντίον των επισκόπων· διάφοροι φιλόδοξοι υποψήφιοι για τον παπικό θρόνο, με τους οπαδούς τους από οικογένειες, συγγενείς και φίλους, ο ένας εναντίον του άλλου. Δημιουργούνταν σφοδρές έχθρες. Χυνόταν αίμα. Χάνονταν ζωές. Κατά την εκλογή του πάπα Δαμάσου Α΄ το 366 μ.Χ., τριάντα επτά πτώματα ήταν διασκορπισμένα γύρω από τη Λιβεριανή Βασιλική, ύστερα από μια συμπλοκή ανάμεσα στους οπαδούς του Δαμάσου και σε εκείνους του μεγάλου αντιπάλου του, Ουρσίνου.

Πλέον, ένας πάπας διοριζόταν μόνο μερικές φορές από τον προκάτοχό του. Άλλοτε ένας ετοιμοθάνατος πάπας εξαναγκαζόταν να υποδείξει τον διάδοχό του παρουσία μαρτύρων, ή ένας ήδη νεκρός πάπας εμφανιζόταν να έχει κατονομάσει, σύμφωνα με τις μαρτυρίες διαφόρων υποψηφίων, τον καθένα από αυτούς ως διάδοχό του.

Όποιος κι αν ήταν ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η διαδικασία, το προτελευταίο στάδιο στην εκλογή ενός πάπα πραγματοποιούνταν όταν ο κλήρος και οι λαϊκοί της Εκκλησίας της Ρώμης συγκεντρώνονταν και, μέσω ψηφοφορίας, επέλεγαν έναν υποψήφιο. Σπανίως επικύρωναν τον διορισμό που είχε κάνει ένας αποθανών πάπας. Κατόπιν, το όνομα του εκλεγμένου υποψηφίου αποστελλόταν στον αυτοκράτορα για επικύρωση.

Συχνά, όταν η χριστιανική κοινότητα της Ρώμης συγκεντρωνόταν για εκλογή, έβρισκε απέναντί της ήδη τον υποψήφιο που είχε ορίσει ο αυτοκράτορας. Το μόνο που της απέμενε ήταν να ανακηρύξει διά βοής αυτόν τον υποψήφιο ως πάπα της.

Σε κάθε περίπτωση, από το έτος 314 και εξής, μέχρι την καθιέρωση του συστήματος του κονκλαβίου ως επίσημης μεθόδου εκλογής, υπήρξαν 147 πάπες. Η συντριπτική πλειονότητά τους εξελέγη κατ’ εντολή ή κατ’ επιθυμία ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα, ενός Γότθου βασιλιά, ενός Φράγκου βασιλιά, μιας ρωμαϊκής οικογένειας ή φατρίας, ενός Γερμανού φυλάρχου, ενός Γερμανού αυτοκράτορα ή κάποιου τοπικού Ιταλού μικροτυράννου. Η ρωμαϊκή συνέλευση των Χριστιανών εξακολούθησε να διεξάγει εκλογές, αλλά σε κάθε περίπτωση ο υποψήφιος που επέλεγε έπρεπε να επικυρωθεί ή να επιβεβαιωθεί από κάποιον κοσμικό άρχοντα ή ηγεμόνα.

Καθώς οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες στη Δύση κατέρρεαν κάτω από την πίεση των βαρβάρων, οι αυτοκράτορες της Ανατολής κάλυψαν το κενό εξουσίας και, κατά τη διάρκεια δύο μεγάλων χρονικών περιόδων, ο πάπας που ανακηρυσσόταν στη Ρώμη έπρεπε να εγκριθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Οι δεκατέσσερις πάπες από τον Σίλβεστρο Α΄ (314–335) έως τον Σιμπλίκιο (468–483) είτε επιλέγονταν από τη ρωμαϊκή συνέλευση και επικυρώνονταν από τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως είτε επιβάλλονταν απευθείας από εκείνους τους αυτοκράτορες. Ένας από τους τελευταίους πάπες που εγκρίθηκαν από την Κωνσταντινούπολη ήταν ο πρώτος πάπας στον οποίο αποδόθηκε ο τίτλος «Μέγας».

Εκτός από τους αυτοκράτορες και τους ίδιους τους πάπες, μια ομάδα ανθρώπων κατέληξε με τον καιρό να αποτελεί τους ίδιους τους άξονες γύρω από τους οποίους περιστρεφόταν η εκλογή των παπών: οι καρδινάλιοι.

Η ονομασία «καρδινάλιος» και τα καθήκοντα του καρδιναλίου προέκυψαν από την αρχαιότερη μορφή κληρικής οργανώσεως μέσα στη Χριστιανική Εκκλησία, αρχίζοντας με τον διορισμό επτά διακόνων από τον Απόστολο Πέτρο. Ο Πέτρος;;;; διέταξε τον άμεσο διάδοχό του στη Ρώμη, τον πάπα Λίνο, να χειροτονήσει είκοσι πέντε πρεσβυτέρους, ώστε να υπηρετούν τις διάφορες εκκλησίες που υπήρχαν ήδη εκεί πριν από το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. Πριν από το έτος 100 δεν υπήρχαν ενορίες με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα, παρά μόνο στη Ρώμη και στην Αλεξάνδρεια. Αντί γι’ αυτές, γύρω από κάθε εκκλησία ή μέσα σε ένα χωριό ή μια πόλη υπήρχε αυτό που ονομαζόταν presbytery — από ελληνική λέξη που σημαίνει «πρεσβύτερος» —, μια συνέλευση πρεσβυτέρων και διακόνων. Το presbytery βοηθούσε τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας.

Στη Ρώμη, μέχρι το 107 μ.Χ., ο πάπας Ευάριστος είχε καθιερώσει επτά μεγάλες διοικητικές περιφέρειες —διακονίες— μέσα στην πόλη. Αυτές αποτελούσαν το «πρεσβυτέριό» του. Εκατό χρόνια αργότερα, ο πάπας Κάλλιστος τις περιόρισε σε έξι. Καθώς η Εκκλησία αυξανόταν αριθμητικά και γινόταν περισσότερο σύνθετη, οι περιφέρειες αυτές είχαν εξελιχθεί σε ένα είδος επισκοπών στο εσωτερικό της πόλεως: ο πάπας ήταν επίσκοπος ολόκληρης της πόλεως και είχε αυτούς τους έξι επισκόπους για να τον βοηθούν στην ποιμαντική φροντίδα όλου του λαού.

Στο μεταξύ, είχε πλέον διαμορφωθεί μια σαφής διάκριση ανάμεσα στον κλήρο που εργαζόταν σε απομονωμένες εκκλησίες της υπαίθρου και στον κλήρο που ήταν συνδεδεμένος με τις μεγάλες εκκλησίες των πόλεων. Ο Χριστιανισμός άρχισε ως θρησκεία με βάση τις πόλεις και πάντοτε παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό τέτοια. Οι εκκλησίες της υπαίθρου θεωρούνταν απλώς παραρτήματα και μερικές φορές εξυπηρετούνταν μερικώς από μοναχούς ή από πρεσβυτέρους και διακόνους που έρχονταν από την πόλη.

Ο κλήρος της πόλεως της Ρώμης κατέληξε να ονομάζεται «καρδινάλιος», επειδή τα μέλη του αποτελούσαν τα σημεία στηρίξεως της Εκκλησίας — η λέξη «καρδινάλιος» προέρχεται από το λατινικό cardo, που σημαίνει «μεντεσές», «άξονας» ή «στήριγμα». Ο αστικός κλήρος —επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι— ήταν «ενκαρδιναλισμένος» (incardinated) στις εκκλησίες της πόλεως, αποτελούσε δηλαδή τους «άξονές» τους. Ήταν «καρδινάλιοι» — καρδινάλιοι-επίσκοποι, καρδινάλιοι-πρεσβύτεροι, καρδινάλιοι-διάκονοι.

Το 366, ο πάπας Ιούλιος Β΄ καθόρισε τον αριθμό αυτών των Ρωμαίων καρδιναλίων-κληρικών σε είκοσι οκτώ — επτά για καθεμία από τις τέσσερις πατριαρχικές εκκλησίες της Ρώμης: του Αγίου Πέτρου, του Αγίου Παύλου, του Αγίου Λαυρεντίου και της Santa Maria Maggiore. Και αυτός ο κανόνας παρέμεινε σε ισχύ για σχεδόν χίλια χρόνια.

Καθώς αυξάνονταν ο πλούτος και η πολιτική δύναμη των παπών της Ρώμης, αυξάνονταν επίσης η θέση και η επιρροή των καρδιναλίων. Στη ρωμαϊκή ορολογία υπήρχε πλέον ένα collegium, ένα σύνολο, ένα «κολλέγιο» καρδιναλίων. Οι καρδινάλιοι που ήταν εγκατεστημένοι στο Βατικανό έφερναν μαζί τους πλούτο και κύρος από τις οικογένειές τους ή τα αποκτούσαν αφού αναλάμβαναν το αξίωμά τους, μέσω των προσόδων που αυτό παρείχε.

Έξω από τη Ρώμη, η κατάσταση ήταν η ίδια. Η έγγεια ιδιοκτησία, ο ρευστός πλούτος, η στρατιωτική δύναμη, οι οικογενειακές διασυνδέσεις και, μερικές φορές, ακόμη και η απλή απόκτηση των λεγόμενων πριγκιπικών επισκοπών προσέδιδαν πριγκιπική εξουσία· και μαζί με αυτήν ερχόταν πάντοτε η σύνδεση με τις πολιτικές και οικονομικές τύχες των περιοχών στις οποίες ζούσαν. Πέρα από όλα αυτά, οι καρδινάλιοι στις δικές τους χώρες ήταν επίσης αντιπρόσωποι του ανθρώπου που επρόκειτο να γίνει ο κυριότερος ηγεμόνας ολόκληρης της Ευρώπης και, ουσιαστικά, ολόκληρου του δυτικού κόσμου — του πάπα της Ρώμης.

Ο πρώτος που πρόβαλε μια τέτοια αξίωση ήταν ο πάπας Λέων Α΄.

Συνεχίζεται με:

Η ΝΕΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Πρέπει να βρούμε το θάρρος να μιλήσουμε για τον μοντερνισμό ως έναν παρόντα κίνδυνο.

Μονσινιόρ Τζόζεφ Στρίκλαντ

                                                    βίντεο -https://vimeo.com/1216258306?fl=pl&fe=vl


Σε ένα podcast που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 2026, ο Επίσκοπος Τζόζεφ Στρίκλαντ επέστρεψε στο θέμα του μοντερνισμού, το οποίο ο Άγιος Πίος Ι΄ ονόμασε «σύνθεση όλων των αιρέσεων».
Ο Αμερικανός επίσκοπος αμφισβητεί την σχεδόν πλήρη εξαφάνιση αυτού του θέματος από το κήρυγμα και τη διδασκαλία της Εκκλησίας και βλέπει αυτή τη στάση ως συνέπεια των προσανατολισμών που υιοθετήθηκαν από τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο.

Αγαπητοί μου φίλοι εν Χριστώ,
σας ευχαριστώ που είστε μαζί μου σήμερα.


Υπάρχουν λέξεις που κάποτε κατείχαν κεντρικό ρόλο στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά σπάνια ακούγονται σήμερα.

Σήμερα θέλω να σας μιλήσω για μία από αυτές τις λέξεις: «μοντερνισμός».

Αν ρωτήσετε τον μέσο Καθολικό τι είναι ο μοντερνισμός, πολλοί δεν θα ξέρουν τι να πουν. Αν τους ρωτήσετε πότε άκουσαν τελευταία φορά ένα κήρυγμα για αυτό το θέμα, πολλοί θα απαντήσουν: «ποτέ».
Ωστόσο, υπήρξε μια εποχή που η Εκκλησία θεωρούσε τον μοντερνισμό τόσο σοβαρό κίνδυνο που ο Πάπας Άγιος Πίος Ι΄ αφιέρωσε μια ολόκληρη εγκύκλιο σε αυτόν για να τον καταδικάσει. Το 1907, στο Pascendi Dominici Gregis , ονόμασε τον μοντερνισμό «σύνθεση όλων των αιρέσεων». Αυτές είναι εξαιρετικές λέξεις. Οι πάπες δεν χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα ελαφρά τη καρδία.

Αν ο Άγιος Πίος Ι΄ πίστευε ότι ο μοντερνισμός ήταν η σύνθεση όλων των αιρέσεων, προκύπτει φυσικά ένα ερώτημα: Τι συνέβη;
Μήπως ο μοντερνισμός απλώς εξαφανίστηκε; Ή μήπως έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου οι προειδοποιήσεις της ίδιας της Εκκλησίας έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεθωριάσει από τη μνήμη;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα ήθελα να διερευνήσω μαζί σας σήμερα.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική συζήτηση. Δεν πρόκειται για ακαδημαϊκή άσκηση. Πιστεύω ότι αυτό το ερώτημα αγγίζει την καρδιά της κρίσης που βιώνουμε στην Εκκλησία.

Πριν μπορέσουμε να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε σήμερα, πρέπει να καταλάβουμε τι είναι πραγματικά ο μοντερνισμός.

Πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι ο μοντερνισμός συνίσταται απλώς στο να κάνει την Εκκλησία πιο σύγχρονη, στη χρήση σύγχρονης γλώσσας ή στην προσαρμογή ορισμένων ποιμαντικών προσεγγίσεων.
Αυτό δεν είναι που καταδίκασε ο Πάπας Άγιος Πίος Ι΄. Ο μοντερνισμός πηγαίνει πολύ παραπέρα. Είναι ένας τρόπος σκέψης. Είναι μια νοοτροπία. Είναι ένας τρόπος να βλέπουμε την ίδια την Αποκάλυψη.


Αντί να ξεκινά με το ερώτημα «Τι έχει αποκαλύψει ο Θεός;», ο μοντερνισμός σταδιακά κινείται προς το ερώτημα «Τι μπορεί να αποδεχτεί ο σύγχρονος άνθρωπος;» Αντί να αξιολογεί τον κόσμο με βάση την αμετάβλητη αλήθεια του Χριστού, αρχίζει να αξιολογεί την αποκαλυφθείσα αλήθεια με βάση τις μεταβαλλόμενες προϋποθέσεις του κόσμου. Γι' αυτό ο μοντερνισμός είναι τόσο επικίνδυνος.

Δεν είναι απλώς ένα δογματικό λάθος ανάμεσα σε πολλά. Αντίθετα, γίνεται μια αρχή με την οποία πρέπει να ερμηνεύεται κάθε δόγμα.
Γι' αυτό ο Άγιος Πίος Ι΄ τον ονόμασε «σύνθεση όλων των αιρέσεων».


Όλες οι προηγούμενες αιρέσεις επιτέθηκαν σε μια συγκεκριμένη αλήθεια που αποκάλυψε ο Θεός. Ο μοντερνισμός επιτίθεται στο ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται η αποκαλυφθείσα αλήθεια.
Μετατοπίζει διακριτικά το κέντρο βάρους της θείας Αποκάλυψης προς την ανθρώπινη εμπειρία, την ιστορική εξέλιξη και τον σύγχρονο πολιτισμό.

Ωστόσο, εμείς ως Καθολικοί γνωρίζουμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «ο ίδιος χθες, σήμερα και στους αιώνες». Η αλήθεια δεν εξελίσσεται. Ο Θεός δεν αλλάζει. Η Θεία Αποκάλυψη δεν καθίσταται παρωχημένη επειδή ο πολιτισμός αλλάζει.
Η Αγία Γραφή μας υπενθυμίζει πολύ καθαρά: « Διότι η σοφία αυτού του κόσμου είναι ανοησία για τον Θεό ». Αυτά τα λόγια του Αγίου Παύλου είναι τόσο αληθινά σήμερα όσο ήταν και όταν γράφτηκαν.


Ομοίως, στην Επιστολή προς Ρωμαίους διαβάζουμε: « Μη συμμορφώνεστε με τον αιώνα τούτο, αλλά μεταμορφώνεστε δια της ανακαινίσεως του νοός σας ».
Σημειώστε καλά το νόημα του κινήματος: η Εκκλησία καλείται να μεταμορφώσει τον κόσμο· ποτέ δεν καλείται να αφήσει τον εαυτό της να μεταμορφωθεί από τον κόσμο.
Αυτή η διάκριση είναι το κέντρο του στοχασμού μας.


Πολύ πριν από το 1907, οι σπόροι του μοντερνισμού άρχισαν να βλασταίνουν στους θεολογικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εμφανίστηκαν διάφορες ιδέες που επεδίωκαν να επανερμηνεύσουν την καθολική πίστη μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης φιλοσοφίας, της ιστορικής κριτικής, του ορθολογισμού και της φιλελεύθερης σκέψης.
Ο Πάπας Πίος Θ΄ είχε προειδοποιήσει ενάντια σε αυτές τις τάσεις· αλλά ήταν ο Άγιος Πίος Ι΄ που κατάλαβε ότι αυτές οι ιδέες δεν ήταν μεμονωμένα σφάλματα. Αποτελούσαν ένα ολόκληρο σύστημα, μοιράζονταν το ίδιο πνεύμα. Και αυτό το πνεύμα ονόμασε «μοντερνισμό».

Στο Pascendi Dominici Gregis , ο Άγιος Πίος Ι΄ ανέλυσε προσεκτικά αυτό το σύστημα πριν το καταδικάσει.  Προς το τέλος της εγκυκλίου, προέβλεψε τις επικρίσεις εκείνων που θα τον κατηγορούσαν ότι είχε αφιερώσει πολύ χρόνο στην εξήγηση της μοντερνιστικής σκέψης.
Η απάντησή του είναι κρίσιμη: εξήγησε ότι ήταν απαραίτητο να αποκαλυφθεί πλήρως ο μοντερνισμός επειδή τα λάθη του συχνά κρύβονταν κάτω από φαινομενικά ορθόδοξη γλώσσα, αδειάζοντας σταδιακά την παραδοσιακή διδασκαλία από το νόημά της.


Αυτές οι λέξεις ίσως αξίζουν ακόμη μεγαλύτερη προσοχή σήμερα από ό,τι το 1907.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντερνισμού, μάλιστα, είναι ότι σπάνια εκδηλώνεται ανοιχτά. Συχνά χρησιμοποιεί τη γλώσσα του Καθολικισμού, αλλοιώνοντας σιωπηλά το βαθύ του νόημα.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο ο Άγιος Πίος Ι΄ θεωρούσε τον κίνδυνο τόσο σοβαρό.


Καταλάβαινε ότι ο μοντερνισμός δεν παρουσιάζεται γενικά ως σαφής απόρριψη της καθολικής πίστης. Συνήθως δεν ξεκινάει αρνούμενος τη θεότητα του Χριστού, απορρίπτοντας τα μυστήρια ή αποκηρύσσοντας ανοιχτά την εξουσία της Εκκλησίας. Αντίθετα, λειτουργεί πιο διακριτικά. Επιδιώκει να επανερμηνεύσει την πίστη εκ των έσω. Διατηρεί οικεία γλώσσα, ενώ σταδιακά τροποποιεί το νόημά της. Πρότεινε ότι η διδασκαλία πρέπει να αναπτύσσεται με τέτοιο τρόπο ώστε να προσαρμόζεται προοδευτικά στη σκέψη κάθε διαδοχικής εποχής.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο μοντερνισμός έχει συχνά περιγραφεί όχι μόνο ως ένα σύνολο λαθών, αλλά ως ένας τρόπος σκέψης - μια πνευματική συνήθεια που τοποθετεί την κρίση του σύγχρονου κόσμου πάνω από την αμετάβλητη αλήθεια που αποκάλυψε ο Θεός.


Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Άγιος Πίος Ι΄ πίστευε ότι κατείχε, ας πούμε, «το αίμα και την ουσία» όλων των προηγούμενων αιρέσεων. Όλες οι μεγάλες αιρέσεις στην ιστορία της Εκκλησίας είχαν επιτεθεί σε ένα συγκεκριμένο άρθρο πίστης. Ο μοντερνισμός, ωστόσο, επιτέθηκε σε κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: αμφισβήτησε την ίδια την πηγή και τη βεβαιότητα της αποκαλυφθείσας αλήθειας.
Δεδομένου ότι η ίδια η Αποκάλυψη υπόκειται στην μεταβαλλόμενη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας, κανένα δόγμα δεν παραμένει οριστικά ασφαλές. Όλα γίνονται ευάλωτα σε επανερμηνεία. Όλα γίνονται διαπραγματεύσιμα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Άγιος Πατέρας την ονόμασε «σύνθεση όλων των αιρέσεων».
Και δεν υπερέβαλε. Ήταν ο Ανώτατος Ποιμένας της Εκκλησίας που προειδοποιούσε τους πιστούς ότι είχε προκύψει ένα σφάλμα που απειλούσε όχι μόνο ένα συγκεκριμένο δόγμα, αλλά και το ίδιο το θεμέλιο στο οποίο στηρίζεται κάθε δόγμα.

Έχοντας επίγνωση της σοβαρότητας αυτού του κινδύνου, ο Άγιος Πίος Ι΄ υιοθέτησε ένα εξαιρετικό μέτρο.
Το 1910, μόλις τρία χρόνια μετά την έκδοση του Pascendi Domini Gregis , επέβαλε τον « Όρκο του Αντιμοντερνισμού ».
Ιερείς, επίσκοποι, καθηγητές θεολογίας, καθηγητές σεμιναρίων και όσοι ήταν επιφορτισμένοι με τη διδασκαλία της καθολικής πίστης ήταν υποχρεωμένοι να ορκιστούν δημόσια ότι θα απορρίψουν τις αρχές του μοντερνισμού και θα φυλάξουν πιστά το δόγμα που μεταδόθηκε από τους Αποστόλους.
Αυτό δεν ήταν ένα προσωρινό πειθαρχικό μέτρο. Εκδήλωνε την πεποίθηση ότι ο μοντερνισμός αποτελούσε μια διαρκή απειλή για τη ζωή της Εκκλησίας. Αυτό το ιστορικό γεγονός είναι σημαντικό επειδή μας υπενθυμίζει πόσο σοβαρά πήρε κάποτε η Εκκλησία αυτή την απειλή.
Κάθε Καθολικός ιερέας που χειροτονήθηκε μεταξύ 1910 και 1967 ήταν υποχρεωμένος να δώσει αυτόν τον όρκο. Κατά συνέπεια, με σπάνιες εξαιρέσεις, όλοι οι επίσκοποι, οι καρδινάλιοι και οι ειδικοί θεολόγοι που συμμετείχαν στη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο είχαν δώσει τον Όρκο του Αντιμοντερνισμού κατά τη διάρκεια της ιερατικής τους ζωής.
Αυτό το γεγονός θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε: εγείρει σημαντικά ερωτήματα που αξίζουν προσεκτική σκέψη.

Πώς θα έπρεπε αυτοί οι επίσκοποι να είχαν ερμηνεύσει τον όρκο που είχαν δώσει, συμμετέχοντας σε μια σύνοδο που υποστήριζε μια νέα σχέση μεταξύ της Εκκλησίας και του σύγχρονου κόσμου;
Πώς θα μπορούσαν να συμβιβαστούν οι ασυμβίβαστες προειδοποιήσεις του Αγίου Πίου Ι΄ κατά του μοντερνισμού με την επιθυμία της Συνόδου για μεγαλύτερη εμπλοκή με τη σύγχρονη κοινωνία;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα που πρέπει να αγνοηθούν ελαφρά τη καρδία. Αξίζουν να εξεταστούν προσεκτικά, ειλικρινά και με προσευχή.


Η Εκκλησία βρισκόταν πάντα σε σχέση με τον κόσμο. Από την εποχή των Αποστόλων, οι Χριστιανοί έχουν κηρύξει το Ευαγγέλιο σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις εποχές. Ο ευαγγελισμός συνεπάγεται απαραίτητα διάλογο. Αλλά ο διάλογος δεν σήμαινε ποτέ να επιτρέπεται στον κόσμο να καθορίζει το περιεχόμενο της θείας Αποκάλυψης.
Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι να προσαρμόζει την αποκαλυπτόμενη αλήθεια στις εποχές. Η αποστολή της Εκκλησίας είναι να οδηγεί κάθε εποχή να αντιμετωπίσει τον Ιησού Χριστό.

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ της διακήρυξης του Ευαγγελίου στον κόσμο και της δυνατότητας στον κόσμο να γίνει ο κανόνας με τον οποίο ερμηνεύεται το Ευαγγέλιο.  Αυτή η διάκριση, πιστεύω, βρίσκεται στην καρδιά της κρίσης που όλοι βλέπουμε σήμερα.

Και σε αυτό το σημείο πρέπει να μιλήσουμε ειλικρινά για τη Δεύτερη Βατικανή Σύνοδο. Διέφερε από τις προηγούμενες συνόδους σε ένα σημαντικό σημείο. Δεν όρισε νέα δόγματα ούτε εξέφρασε νέα αναθέματα κατά της αίρεσης. Παρουσιάστηκε ως πρωτίστως ποιμαντικής φύσης: ο δηλωμένος στόχος της ήταν να παρουσιάσει τις διαχρονικές αλήθειες της καθολικής πίστης με τρόπο πιο προσιτό στον σύγχρονο κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την επιθυμία της Εκκλησίας να διακηρύξει το Ευαγγέλιο σε κάθε γενιά. Αυτή ήταν πάντα η αποστολή της.
Το ερώτημα που έχουμε ενώπιόν μας είναι διαφορετικό: Μπορεί η Εκκλησία να συνάψει μια σχέση με τον σύγχρονο κόσμο χωρίς να υιοθετήσει τις προϋποθέσεις του;
Αυτό το ερώτημα είναι πιο επείγον σήμερα από ποτέ.

Ένα από τα βασικά έγγραφα της Συνόδου, το Gaudium et Spes -το Ποιμαντικό Σύνταγμα για την Εκκλησία στον Σύγχρονο Κόσμο- προσέφερε ένα όραμα για τη σχέση της Εκκλησίας με τη σύγχρονη κοινωνία που έχει επηρεάσει βαθιά την καθολική ζωή τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Πολλοί το είδαν αυτό ως θετική εξέλιξη. Άλλοι εξέφρασαν σοβαρές ανησυχίες ότι ορισμένες διατυπώσεις είχαν ερμηνευτεί με τρόπο που ξεπερνούσε τον γνήσιο διάλογο και ταίριαζε στο πνεύμα της εποχής.

Αυτές οι ανησυχίες δεν μπορούν απλώς να αγνοηθούν. Αξίζουν σοβαρής προσοχής, ακριβώς επειδή ο Άγιος Πίος Ι΄ μας προειδοποίησε ότι ο μοντερνισμός συχνά εισχωρεί σταδιακά στην Εκκλησία, ντυμένος με γλώσσα που φαίνεται απόλυτα λογική.


Στα χρόνια μετά τη Σύνοδο, ο Καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτσινγκερ , ο οποίος αργότερα έγινε Πάπας Βενέδικτος ΙΔ΄ , έκανε μια εκπληκτική δήλωση.
Μιλώντας για το Gaudium et Spes , υποστήριξε ότι αυτό το έγγραφο αποτελούσε κατά μία έννοια ένα « αντι-Συλλαβικό Πρόγραμμα »
(«contro-Syllabus»),, μια προσπάθεια συμφιλίωσης μεταξύ της Εκκλησίας και της σύγχρονης εποχής, μετά τις οξείες συγκρούσεις του 19ου αιώνα.
Αυτά τα λόγια έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Για μένα, εγείρουν επίσης ένα αναπόφευκτο ερώτημα.

Αν η Εκκλησία είχε προηγουμένως προειδοποιήσει τόσο έντονα για τους κινδύνους του φιλελευθερισμού, του ορθολογισμού και του πνεύματος της εποχής - προειδοποιήσεις που βρίσκονται ιδιαίτερα στις διδασκαλίες του Ευλογημένου Πίου Θ΄ και του Αγίου Πίου Ι΄ - τι ακριβώς υπήρχε για να συμφιλιωθεί;
Μήπως οι ανησυχίες που είχαν προκαλέσει αυτές τις σοβαρές προειδοποιήσεις δεν ίσχυαν πλέον; Είχαν εξαφανιστεί με κάποιο τρόπο οι κίνδυνοι; Ή μήπως η Εκκλησία είχε απλώς υιοθετήσει μια διαφορετική ποιμαντική προσέγγιση διατηρώντας παράλληλα αυτές τις προηγούμενες προειδοποιήσεις πλήρως άθικτες;

Αυτά τα ερωτήματα αξίζουν στοχαστικές απαντήσεις.


Αργότερα, ο Καρδινάλιος Ράτσινγκερ θα πρότεινε αυτό που τώρα ονομάζεται « ερμηνευτική της συνέχειας».Ήταν πεπεισμένος ότι η Δεύτερη Βατικανή Σύνοδος θα έπρεπε πάντα να ερμηνεύεται σε συνέχεια με την προηγούμενη διδασκαλία της Εκκλησίας και ποτέ ως ρήξη με το παρελθόν.
Αυτή η αρχή είναι σημαντική: κάθε Καθολικός θα έπρεπε να επιθυμεί τη συνέχεια με τη συνεχή διδασκαλία της Εκκλησίας. Ωστόσο, πολλοί πιστοί Καθολικοί συνεχίζουν να θέτουν ένα εύλογο ερώτημα.


Εάν ο μοντερνισμός παραμένει «η σύνθεση όλων των αιρέσεων», όπως δήλωσε ο Άγιος Πίος Ι΄, πώς πρέπει οι Καθολικοί να κατανοήσουν αποσπάσματα που συχνά έχουν ερμηνευτεί ως ενθαρρυντικά για όλο και μεγαλύτερο άνοιγμα στις προϋποθέσεις και τις αξίες του σύγχρονου κόσμου;
Εάν υπάρχει συνέχεια, θα πρέπει να είναι δυνατό να αποδειχθεί με σαφήνεια. Εάν υπάρχει αρμονία, θα πρέπει να είναι ορατή όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη.

Δυστυχώς, όταν εξετάζουμε τη ζωή της Εκκλησίας κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν τη Σύνοδο, πολλοί Καθολικοί δεν βλέπουν μεγαλύτερη σαφήνεια, αλλά μεγαλύτερη σύγχυση. Έχουμε γίνει μάρτυρες σύγχυσης σε θέματα δόγματος· σύγχυσης σε θέματα ηθικής· σύγχυσης σχετικά με τη θεία λειτουργία· σύγχυσης σχετικά με τη μοναδικότητα της καθολικής πίστης· σύγχυσης σχετικά με την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο.
Είτε κάποιος αποδίδει αυτή τη σύγχυση σε παρερμηνείες της Συνόδου, είτε σε καταχρήσεις που διαπράχθηκαν στο όνομά της, είτε στην ποιμαντική γλώσσα της ίδιας της Συνόδου, η σύγχυση είναι ειλικρινά αδιαμφισβήτητη.

Και αυτό με φέρνει σε αυτό που πιστεύω ότι είναι το πιο σημαντικό σημείο αυτού του στοχασμού.

Η Εκκλησία δεν έχει ποτέ αποσύρει επίσημα την καταδίκη του μοντερνισμού που εξέδωσε ο Άγιος Πίος Ι΄. Κανένας Πάπας δεν έχει καταργήσει τον Pascendi Diminici Gregis . Κανένας Πάπας δεν έχει δηλώσει ότι ο μοντερνισμός δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο. Κανένας Πάπας δεν έχει ισχυριστεί ότι ο Όρκος του Αντιμοντερνισμού βασίζεται σε μια παρανόηση της πίστης.
Η καταδίκη παραμένει αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας και της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Ωστόσο, στην πράξη, φαίνεται να έχει εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό από τη συνείδησή μας.
Σχεδόν ποτέ δεν κηρύττεται. Σπάνια διδάσκεται. Πολλοί Καθολικοί δεν έχουν καν ακούσει γι' αυτήν. Αυτό φαίνεται να αποκαλύπτει κάτι πολύ σοβαρό.
Αυτό είναι που ένας σεβαστός Καθολικός ακαδημαϊκός περιέγραψε ως « συγκαλυμμένη εξουδετέρωση » της καταδίκης του μοντερνισμού από την Εκκλησία. Όχι μια επίσημη εξουδετέρωση, όχι μια επίσημη κατάργηση· αλλά κάτι ίσως ακόμη πιο λεπτό: μια πρακτική εξουδετέρωση λόγω αμέλειας.
Μια διδασκαλία μπορεί να παραμείνει στα κείμενα ακόμη και όταν εξαφανίζεται από τη ζωή της Εκκλησίας. Και όταν συμβαίνει αυτό, η επιρροή της ουσιαστικά εξαφανίζεται, ακόμη και αν κανείς δεν την έχει αρνηθεί επίσημα.

Και αυτό μας φέρνει στην τρέχουσα κατάσταση.

Τους τελευταίους μήνες, ο Άγιος Πατέρας μας, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ , ξεκίνησε μια σειρά ομιλιών ενθαρρύνοντας τους Καθολικούς σε όλο τον κόσμο να μελετήσουν πιο βαθιά τα έγγραφα της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου και να επαναπροσεγγίσουν την πορεία που ακολούθησε η Εκκλησία. Έχει μιλήσει για την ανάγκη να επιτραπεί στις διδασκαλίες της Συνόδου να συνεχίσουν να εμπνέουν τη ζωή και την αποστολή της Εκκλησίας.
Ως Καθολικοί, πρέπει πάντα να προσευχόμαστε για τον Άγιο Πατέρα. πρέπει να ελπίζουμε ότι θα καταφέρει να οδηγήσει πιστά την Εκκλησία στον Ιησού Χριστό.
Κάθε Πάπας φέρει ένα τεράστιο βάρος και κάθε Πάπας αξίζει τις προσευχές μας.
Αλλά ακριβώς επειδή αγαπώ την Εκκλησία και προσεύχομαι για τον Άγιο Πατέρα κάθε μέρα, πιστεύω επίσης ότι μερικές φορές πρέπει να τίθενται δύσκολα ερωτήματα.

Εάν η καταδίκη του μοντερνισμού από την Εκκλησία παραμένει σε ισχύ, γιατί φαίνεται να λαμβάνει τόσο λίγη προσοχή σήμερα;
Αν ο Άγιος Πίος Ι΄ θεωρούσε τον μοντερνισμό τη σύνθεση όλων των αιρέσεων, γιατί αυτή η προειδοποίηση έχει γίνει σχεδόν αόρατη στη ζωή της Εκκλησίας;
Αν η Εκκλησία ενθαρρύνει μια ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή με τον σύγχρονο κόσμο, πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι μια τέτοια εμπλοκή δεν θα γίνει ποτέ προσαρμογή στο πνεύμα της εποχής;

Αυτά τα ερωτήματα δεν προκύπτουν από την ανυπακοή, αλλά από την αγάπη για την Εκκλησία.

Σε όλη την ιστορία της, η Εκκλησία χρειαζόταν πάντα θαρραλέους άνδρες και γυναίκες, έτοιμους να αναρωτηθούν αν παραμένουμε πιστοί σε αυτό που μας μεταδόθηκε από τους Αποστόλους. Η κατάθεση της πίστης δεν ανήκει σε κανέναν Πάπα, δεν ανήκει σε κανέναν επίσκοπο, δεν ανήκει σε κανέναν θεολόγο· ανήκει στον Ιησού Χριστό. Η Εκκλησία είναι ο φύλακάς της, όχι ο συγγραφέας της.
Γι' αυτό κάθε γενιά -συμπεριλαμβανομένης της δικής μας- κρίνεται με το κριτήριο της κατάθεσης της πίστης, και όχι το αντίστροφο.
Ο φόβος μου είναι ότι έχουμε φτάσει στο σημείο όπου η γλώσσα του διαλόγου πολύ συχνά έχει επισκιάσει αυτή της μεταστροφής. Σίγουρα, ο αυθεντικός διάλογος έχει τη θέση του. Μιλάμε με τους άλλους επειδή επιθυμούμε τη σωτηρία τους. Τους ακούμε για να τους κηρύξουμε καλύτερα τον Χριστό.
Αλλά ο διάλογος δεν μπορεί ποτέ να γίνει αυτοσκοπός. Η Εκκλησία δεν υπάρχει απλώς για να συνοδεύει τον κόσμο· υπάρχει για να καλεί τον κόσμο σε μετάνοια, σε πίστη και σε αιώνια ζωή εν Ιησού Χριστώ.
Υπάρχει μια βαθιά διαφορά μεταξύ του να αγαπάμε τον κόσμο αρκετά ώστε να τον ευαγγελιζόμαστε και του να αγαπάμε την επιδοκιμασία του κόσμου τόσο πολύ που διστάζουμε να διακηρύξουμε δύσκολες αλήθειες.
Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη.
Πιστεύω ότι ένας από τους μεγάλους πειρασμούς της εποχής μας είναι να αναζητούμε την ειρήνη με το πνεύμα του αιώνα. Ωστόσο, η Αγία Γραφή μας προειδοποιεί επανειλημμένα ενάντια σε αυτόν τον πειρασμό. Ο Άγιος Παύλος μας λέει ξεκάθαρα ότι « η σοφία αυτού του κόσμου είναι μωρία ενώπιον του Θεού ». Δεν μας λέει ότι η σοφία αυτού του κόσμου απλώς χρειάζεται να βελτιωθεί. Δεν μας λέει ότι απλώς χρειάζεται να τελειοποιηθεί. μας λέει ότι είναι μωρία ενώπιον του Θεού.

Ο ίδιος ο Κύριός μας μας είπε: « Αν ο κόσμος σας μισεί, να ξέρετε ότι με μίσησε πριν από εσάς ».

Η Εκκλησία δεν έχει μετρήσει ποτέ την πιστότητά της με τα χειροκροτήματα του κόσμου. Την έχει μετρήσει με την πιστότητά της στον Χριστό.
Γι' αυτό πιστεύω ότι πρέπει να βρούμε το θάρρος να μιλήσουμε ξανά για τον μοντερνισμό, όχι ως ένα υπόλειμμα των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά ως έναν ζωντανό κίνδυνο που η Εκκλησία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σήμερα.
Αν δεν αναγνωρίζουμε πλέον αυτόν τον κίνδυνο, δεν μπορούμε πλέον να του αντισταθούμε.
Αν δεν διδάσκουμε πλέον αυτά που δίδαξε τόσο έντονα ο Άγιος Πίος Ι΄, οι μελλοντικές γενιές δεν θα γνωρίζουν καν ότι δόθηκε μια τέτοια προειδοποίηση.
Και αυτό θα ήταν μια τραγωδία.
Η προσευχή μου δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια συγκεκριμένη δεκαετία της ιστορίας, αλλά να επιστρέψουμε στην αέναη σοφία της Εκκλησίας· στη σοφία της Αγίας Γραφής, της Ιεράς Παράδοσης, των Πατέρων, των Διδασκάλων της Εκκλησίας, των αγίων και του αέναου Μαγιστέριου που έχει διαφυλάξει πιστά την παρακαταθήκη της πίστης ανά τους αιώνες.
Αυτό δεν σημαίνει να κοιτάμε πίσω· σημαίνει να παραμένουμε ριζωμένοι.
Ένα δέντρο του οποίου οι ρίζες έχουν κοπεί δεν ζει πλέον· πεθαίνει. Η Εκκλησία πρέπει πάντα να παραμένει ριζωμένη στον Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι ο ίδιος χθες, σήμερα και στην αιωνιότητα.
Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ζούμε σε μια ασυνήθιστη εποχή. Παντού γύρω μας, βλέπουμε έθνη σε αναταραχή, οικογένειες υπό επίθεση, σύγχυση σχετικά με τις πιο βασικές αλήθειες της ανθρώπινης φύσης, επιθέσεις στην ιερότητα της ζωής, επιθέσεις στον γάμο και την οικογένεια και αυξανόμενη εχθρότητα προς το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Σε μια τέτοια εποχή, η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι αβέβαιη για την ταυτότητά της. Δεν μπορεί να χάσει την πίστη του στις διαχρονικές αλήθειες που του εμπιστεύτηκε ο Χριστός. Δεν μπορεί να ξεχάσει τις σοβαρές νουθεσίες εκείνων που έφυγαν πριν από εμάς.
Ο Άγιος Πίος Ι΄ δεν καταδίκασε τον μοντερνισμό επειδή φοβόταν την πρόοδο. Τον καταδίκασε επειδή αγαπούσε τον Ιησού Χριστό, επειδή αγαπούσε την Εκκλησία Του, επειδή αγαπούσε την αλήθεια. Καταλάβαινε ότι κάθε φορά που το πνεύμα του αιώνα αρχίζει να αντικαθιστά το πνεύμα του Χριστού, οι πιστοί βρίσκονται σε μεγάλο πνευματικό κίνδυνο. Αυτή η προειδοποίηση του Αγίου Πίου Ι΄ δεν έχει ποτέ αποσυρθεί επίσημα, δεν έχει ποτέ καταργηθεί.
Ωστόσο, φοβάμαι ότι στην πράξη έχει πολύ συχνά ξεχαστεί.
Πιστεύω ότι βιώνουμε αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως μια πρακτική εξουδετέρωση της καταδίκης του μοντερνισμού από την Εκκλησία, και αυτό όχι από ένα επίσημο διάταγμα, αλλά από αμέλεια, από τη σιωπή και την προοδευτική εξαφάνιση αυτού του μοντερνισμού
. Αν τα πράγματα είναι έτσι, δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί. Η σιωπή δεν έχει νικήσει ποτέ το λάθος. μόνο η αλήθεια νικάει το λάθος, μόνο ο Χριστός νικάει το λάθος.
Η απάντηση δεν είναι ο θυμός. η απάντηση δεν είναι η πικρία. η απάντηση δεν είναι η απελπισία. Η απάντηση είναι η αγιότητα. η απάντηση είναι η πιστότητα. Η απάντηση έγκειται στην επιστροφή για άλλη μια φορά στις αιώνιες διδασκαλίες της Καθολικής Εκκλησίας. Στην Αγία Γραφή, στην Ιερή Παράδοση, στους Πατέρες και τους Διδασκάλους της Εκκλησίας, στους αγίους και στο αιώνιο Μαγιστέριο που έχει μεταδώσει πιστά την παρακαταθήκη της πίστης από γενιά σε γενιά.
Η Εκκλησία δεν χρειάζεται να επανεφεύρει τον εαυτό της. Πρέπει να θυμάται ποια είναι. Είναι το Μυστικό Σώμα του Χριστού, είναι ο φύλακας της θείας Αποκάλυψης. Καλείται να αγιάσει τον κόσμο, όχι να αγιαστεί από αυτόν.
Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, σας ζητώ τρία πράγματα.
Πρώτον , προσευχηθείτε. Προσευχηθείτε κάθε μέρα για τον Άγιο Πατέρα. Προσευχηθείτε για όλους τους επισκόπους, ιερείς, διακόνους και θρησκευτικούς. Φέρουν τεράστιες ευθύνες και χρειάζονται τη χάρη του Θεού περισσότερο από ποτέ.
Δεύτερον , μελετήστε την πίστη σας. Διαβάστε την Αγία Γραφή, διαβάστε την Κατήχηση, διαβάστε τους Pascendi Dominici Gregis , διαβάστε τις μεγάλες παπικές εγκυκλίους που έχουν καθοδηγήσει την Εκκλησία μέσα από παρελθούσες κρίσεις.
Μάθετε όχι μόνο τι διδάσκει η Εκκλησία, αλλά και γιατί το διδάσκει.
Τρίτον , μείνετε πιστοί. Μην σας διαταράσσει η σύγχυση. Μην αφήνετε την αποθάρρυνση να σας στερήσει την ελπίδα. Μην μετράτε την αλήθεια με βάση τη δημοτικότητά της ή την επιδοκιμασία του κόσμου.
Μετρήστε τα πάντα με τον Ιησού Χριστό, που είναι η Αλήθεια.
Θυμηθείτε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: « Μη συμμορφώνεστε με τον κόσμο αυτό, αλλά μεταμορφώνεστε μέσω της ανανέωσης του νοός σας».Αυτή η προτροπή είναι πιο επείγουσα σήμερα από ό,τι ήταν όταν γράφτηκε.
Το καθήκον μας δεν είναι να συμμορφώσουμε τον Χριστό με τον κόσμο· το καθήκον μας είναι να οδηγήσουμε τον κόσμο στον Ιησού Χριστό. Αυτή ήταν πάντα η αποστολή της Εκκλησίας· και αυτή παραμένει η αποστολή της Εκκλησίας· και αυτή πρέπει επίσης να είναι, με τη χάρη του Θεού, η αποστολή μας.

Είθε η Παναγία, Κάθισμα της Σοφίας, να πρεσβεύει για εμάς.
Είθε ο Άγιος Ιωσήφ, Προστάτης της Παγκόσμιας Εκκλησίας, να πρεσβεύει για εμάς.

Είθε ο Άγιος Πίος Ι΄, ο οποίος με θάρρος υπερασπίστηκε την πίστη που εμπιστεύτηκε στους Αποστόλους, να μας εξασφαλίσει τη σοφία, το θάρρος και την επιμονή που είναι απαραίτητα για να σταθούμε σταθεροί για την αλήθεια στην εποχή μας.
Είθε ο Παντοδύναμος Θεός να σας ευλογεί, να σας κρατά σταθερούς στην Καθολική πίστη και να μας οδηγεί όλους χωρίς δισταγμό στη δόξα της ουράνιας Βασιλείας Του.


ΑΣ ΔΩΣΟΥΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ ΟΡΟΥ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Το πρόσωπο και η θεολογία του αγίου Δημήτριου Στανιλοάε ως αφορμή θαυμασμού απο τον Jürgen Moltmann


Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Γεωργόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Ο Jürgen Moltmann (1926 – 2024) συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές της προτεσταντικής θεολογίας του εικοστού αιώνα, ασκώντας καθοριστική επίδραση στη θεολογική σκέψη τόσο εντός όσο και εκτός του γερμανικού προτεσταντισμού. Με το πρωτοποριακό του έργο, και ιδιαίτερα με τη διαμόρφωση της «Θεολογίας της Ελπίδας», ανέδειξε νέους τρόπους κατανόησης της χριστιανικής πίστης σε διάλογο με τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής.

Η θεολογία του χαρακτηρίζεται από τη δημιουργική σύνθεση βιβλικής ερμηνείας, εσχατολογικού οράματος και κοινωνικής ευθύνης, στοιχεία που του προσέδωσαν διεθνές κύρος και ευρεία αναγνώριση. Για τον λόγο αυτό, ο Moltmann θεωρείται μία από τις πλέον εμβληματικές και επιδραστικές θεολογικές προσωπικότητες του σύγχρονου προτεσταντικού κόσμου.[H. Zahrnt,Die Sache mit Gott: Die protestantische Theologie im 20. Jahrhundert,(9η.εκδ), 1990.J.Rohls, Protestantische Theologie der Neuzeit. Band II: Das 20. Jahrhundert, 1997] .

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο κορυφαίος αυτός εκπρόσωπος της προτεσταντικής θεολογίας εκφράζεται με εξαιρετικά θετικό τρόπο για μία από τις σημαντικότερες μορφές της ορθόδοξης θεολογίας του εικοστού αιώνα, τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε (1903- 1993). Οι απόψεις του Moltmann καταγράφονται με σαφήνεια στον πρόλογο που συνέγραψε για τη γερμανική μετάφραση της Ορθόδοξης Δογματικής του μεγάλου Ρουμάνου θεολόγου και σύγχρονου εκκλησιαστικού πατέρα. [DumitruStaniloae, OrthodoxeDogmatik, 1985, σσ. 9- 13].

Στον εν λόγω πρόλογο, η εξόχως θετική αποτίμηση του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε από τον JürgenMoltmann αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα γόνιμης συνάντησης μεταξύ της ορθόδοξης και της δυτικής θεολογικής παράδοσης. Ο Moltmann δεν περιορίζεται σε μια τυπική εισαγωγή, αλλά διατυπώνει μια βαθιά και πολυεπίπεδη εκτίμηση για τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε, αναδεικνύοντας τόσο το προσωπικό όσο και το θεολογικό του κύρος.

Από την αρχή του προλόγου, ο Moltmann παρουσιάζει τον π. Στανιλοάε ως εξέχουσα μορφή της ορθόδοξης θεολογίας, τονίζοντας ότι η συγγραφή του αποτελεί για τον ίδιο ευκαιρία να εκφράσει τον σεβασμό και τη φιλία του προς έναν θεολόγο που θεωρεί σημαντικό όχι μόνο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και για ολόκληρη τη χριστιανική Οικουμένη. Η προσωπική αυτή διάσταση δεν λειτουργεί απλώς ως συναισθηματικό πλαίσιο, αλλά ως μαρτυρία της αυθεντικότητας της θεολογικής του κρίσης.

Στο επίκεντρο της αξιολόγησης του Moltmann βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Στανιλοάε συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον δημιουργικών και επιδραστικών ορθόδοξων θεολόγων της εποχής του. Η συμβολή του δεν περιορίζεται στη Ρουμανία, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, καθώς και στον ευρύτερο οικουμενικό διάλογο. Ο Moltmann τον χαρακτηρίζει ως «παν-ορθόδοξο» θεολόγο και, ταυτόχρονα, ως «οικουμενικό» θεολόγο, ικανό να συνομιλεί δημιουργικά με τη δυτική θεολογία χωρίς να απωλέσει την ορθόδοξη ταυτότητά του.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Moltmann στην ενότητα θεολογίας και πνευματικότητας που διακρίνει το πρόσωπο του Στανιλοάε. Τον περιγράφει ως σοφό άνθρωπο, πνευματικό πατέρα και θεολόγο που βιώνει όσα διδάσκει. Η ενότητα αυτή του θυμίζει μεγάλες μορφές της δυτικής θεολογίας, όπως τον KarlBarth και τον KarlRahner, γεγονός που καταδεικνύει τη θέση υψηλής εκτίμησης που επιφυλάσσει στον  ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, π. Στανιλοάε.

Στο επίπεδο της θεολογικής σκέψης, ο Moltmann αναδεικνύει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του έργου του π.Στανιλοάε: τη θεολογία της αγάπης και την ελπίδα του κόσμου. Η θεολογία του π. Στανιλοάε χαρακτηρίζεται από μια δυναμική ελπίδα για την τελική μεταμόρφωση του κόσμου, ελπίδα που θεμελιώνεται στην ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και συνδέεται άμεσα με τη θεολογική παράδοση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή. Ο Moltmann θεωρεί ότι η προοπτική αυτή εδράζεται στη Χριστολογία και, ως εκ τούτου, αποτελεί μια θεμιτή και δημιουργική θεολογική πρόταση.

Εξίσου σημαντική θεωρεί την τριαδολογική σκέψη του Στανιλοάε, την οποία χαρακτηρίζει εξαιρετικά επίκαιρη και γόνιμη για τον σύγχρονο θεολογικό διάλογο. Η δυναμική και βιωματική παρουσίαση του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού από τον Στανιλοάε προσφέρει νέα θεολογικά ερεθίσματα και ανοίγει νέους δρόμους για περαιτέρω θεολογική διερεύνηση σε διαχριστιανικό επίπεδο.

Τέλος, ο Moltmann αναγνωρίζει τον Στανιλοάε ως πνευματικό αναμορφωτή της ορθόδοξης ζωής στη Ρουμανία, ιδίως μέσω της αναγέννησης του μοναχισμού και της έκδοσης της Φιλοκαλίας. Η συμβολή αυτή καταδεικνύει ότι ο Στανιλοάε δεν υπήρξε μόνο ένας διακεκριμένος ακαδημαϊκός θεολόγος, αλλά και ένας πνευματικός ηγέτης με βαθιά επίδραση στην εκκλησιαστική ζωή.

Συνολικά, η εικόνα του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, όπως αναδεικνύεται μέσα από το βλέμμα του JürgenMoltmann, είναι εξαιρετικά θετική και πολυδιάστατη. Ο Moltmann τον παρουσιάζει ως κορυφαίο θεολόγο, δημιουργικό στοχαστή, γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, πνευματικό άνθρωπο, θεολόγο της αγάπης και της ελπίδας, καθώς και ως προσωπικότητα ικανή να εμπλουτίσει ουσιαστικά τον σύγχρονο οικουμενικό διάλογο.

Η αποτίμηση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική εκτίμηση, αλλά συνιστά θεολογική μαρτυρία ενός από τους σημαντικότερους προτεστάντες θεολόγους του εικοστού αιώνα για το μέγεθος και τη διαχρονική σημασία του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε στη σύγχρονη χριστιανική θεολογία.


TA ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ. Ο ΚΥΡΙΩΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ "ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ" ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ, ΔΗΛ. ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΝΣΑΡΚΩΝΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΣΟΥ. ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑΣ ΜΑΣ ΦΤΑΝΟΥΝ Ο ΦΙΛΙΠ ΣΕΡΑΡΝΤ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΓΟΥΕΑΡ. ΠΕΡΕΝΝΙΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΡΡΙΕΡΑΣ. Ο ΜΟΛΤΜΑΝΝ, Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟΥ. ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΤΑΠΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Πνευματικά γυμνάσματα: Μελέτη Γ’

Α΄. Τα μέσα που μας έδωσε ο Θεός, για να πετύχουμε τον τελικό σκοπό μας.

Σκέψου, αδελφέ, το μεγάλο πλήθος των μέσων και οργάνων, που σε προμήθευσε ο Θεός, για να επιτύχεις με αυτά τον τελικό σκοπό σου, δείχνοντας έτσι με αυτό πόση φροντίδα και προθυμία έχει, για να σε κάνει αιώνια ευτυχισμένο. Αυτά τα μέσα είναι: α) Τα εξωτερικά καλά, δηλαδή η περιουσία, οι τιμές, ο πλούτος και η πρόσκαιρη ευτυχία. β) Τα καλά της φύσεως, δηλαδή ο νους, η φρόνησις, η ακεραιότητα των αισθήσεων και των μελών του σώματός σου. γ) Τα υπερφυσικά αγαθά, δηλαδή οι φωτισμοί του νου, η προκαταρκτική και αγιαστική χάρις, η οποία έλκει την θέληση προς το αγαθό, τα διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, οι θεοειδείς αρετές, τα θεία μυστήρια, οι Άγιες Γραφές, δηλαδή η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, οι διδασκαλίες των πνευματοφόρων Πατέρων, οι επαγγελίες των μελλόντων αγαθών, οι απειλές των αιωνίων κολάσεων, η διαφύλαξη των Αγγέλων, αυτός ο Ίδιος ο Θεός, ο Οποίος δεν αρκέσθηκε μόνο να σε βοηθήσει, για να επιτύχεις τον σκοπό σου μέσω της δημιουργίας Του, αλλά ήλθε και αυτοπροσώπως, για να ζητήσει την σωτηρία σου με το να γίνει άνθρωπος και από απόλυτος σκοπός, που είναι ο τελικός σκοπός του ανθρώπου, θέλησε να γίνει σχεδόν μέσο και όργανο για την σωτηρία σου, όχι μόνο με τους λόγους Του και τα παραδείγματά Του, αλλά και με το Αίμα Του και την ζωή Του, και δεν λυπήθηκε καθόλου τον εαυτό Του, για να σου ανοίξει ελεύθερα τον δρόμο προς τον ουρανό.

Λοιπόν, πόσο σε ωφελεί, αδελφέ, να υπηρετείς τον Θεό σε αυτόν τον κόσμο προσωρινά, για να Τον απολαύσεις στον άλλο παντοτινά. Διότι ο Κύριος γι’ αυτόν τον σκοπό της σωτηρίας σου έβαλε σε κόπο να σε υπηρετούν όχι μόνον όλα Του τα κτίσματα, ακόμη και αυτά τα υψηλότερα του ουρανού, Άγγελοι και Αρχάγγελοι, αλλά εκτός από αυτά και το θείο Του πρόσωπο, με τις οδοιπορίες Του, τους ιδρώτες Του, την φτώχεια Του, τους διωγμούς Του, τα πάθη Του, τον θάνατό Του και γενικά με έναν θησαυρό αμέτρητο από ευεργεσίες ως κληρονομιά, όπως λέγει ο Παύλος: «Εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν (:Είτε ολόκληρος ο κόσμος, είτε η ζωή, είτε ο θάνατος, είτε όσα υπάρχουν τώρα, είτε όσα θα υπάρχουν στο μέλλον, όλα είναι δικά σας και θα υπηρετούν την σωτηρία σας)» [Α΄ Κορ. 3,22]. Δηλαδή όλα τα πράγματα είναι δικά σου, άνθρωπε, για να είσαι και εσύ όλος του Χριστού, κατά τον ίδιο Παύλο: «Ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ (:Εσείς ανήκετε στον Χριστό)» [Α΄ Κορ. 3,23].

Εάν, όμως, εσύ προς μεγάλη σου δυστυχία χάσεις την σωτηρία σου, τίνος θα είναι το φταίξιμο τότε; Βέβαια, δικό σου, διότι ο Θεός από την πλευρά του τι έπρεπε να κάνει για την σωτηρία σου και δεν το έκανε; Όπως λέει ο Ίδιος με τον προφήτη Ησαΐα: «Τί ποιήσω ἔτι τῷ ἀμπελῶνί μου καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτῷ; διότι ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας(:Τι θα μπορούσα να είχα κάνει ακόμη για το αμπέλι μου και τι δεν έκανα γι’αυτό; Έκανα τα πάντα για να καρποφορήσει ωραία σταφύλια και περίμενα, εκείνο όμως έκανε αγκαθιές)» [5,4] Θαύμασε, λοιπόν, την άπειρη αγαθότητα, που δείχνει σε σένα ο Θεός, και ευχαρίστησέ Τον με όλη σου την καρδιά. Νιώσε ντροπή, που αγωνίστηκες περισσότερο για να κερδίσεις τα μηδαμινά και προσωρινά κτίσματα, από ό,τι αγωνίστηκες για να απολαύσεις τον κτίστη και αιώνιο Θεό σου και ζήτησέ Του ταπεινά συγχώρηση για την μεγάλη αδικία, που έκανες και που δεν φρόντισες γι’ Αυτόν, και παρακάλεσέ Τον να σου δώσει την θεία Του χάρη, ώστε να μη λησμονηθούν από τον νου σου αυτές οι αλήθειες, αλλά να είναι οδηγοί σε όλα σου τα έργα. «Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου (: Στείλε μου το φως Σου για να με βγάλει από το σκοτάδι της δυστυχίας μου και δείξε μου πόσο αληθινά είναι τα λόγια Σου, εκπληρώνοντας τις υποσχέσεις Σου. Το φως της βοήθειάς Σου και η πιστή εκπλήρωση των υποσχέσεών Σου, αυτά θα με οδηγήσουν με ασφάλεια και θα με φέρουν στο άγιο όρος Σου, το όρος της Σιών, και στα ιερά σκηνώματά Σου που βρίσκονται πάνω σε αυτό)» [Ψαλμ. 42,3].

Β΄. Εμείς κάνουμε κακή χρήση αυτών των μέσων.


Σκέψου την κακή χρήση, που έχεις κάνει μέχρι τώρα στα μέσα και στα όργανα, που σου χάρισε ο Θεός, για να επιτύχεις την σωτηρία σου και πώς χρησιμοποίησες μέχρι τώρα τα εσωτερικά χαρίσματα του Πνεύματός Του. Ποιος ξέρει μήπως και συ έλαβες αφορμή από αυτά, για να αμαρτήσεις περισσότερο; Ποιος ξέρει μήπως από το φως εκείνο, με το οποίο σου φανέρωσε η πίστις την αγαθότητα και την υπομονή, που έχει ο Θεός στο να υποφέρει τους αμαρτωλούς, εσύ έβγαλες σκοτάδι και αμαρτίες; Ποιος ξέρει, μήπως από την ελπίδα και την ευκολία της συγχωρήσεως και θεραπείας που παίρνεις κατά την εξομολόγηση, παρακινήθηκες σε περισσότερες ύβρεις και κακίες απέναντι του Θεού; Ένα είναι βέβαιο ότι ανώφελα έλαβες τόσες εσωτερικές και εξωτερικές βοήθειες από την θεία χάρη, τις οποίες, εάν τις λάμβαναν πολλοί άπιστοι, πολλοί αιρετικοί και πολλοί άλλοι αμαρτωλοί, σίγουρα θα τις χρησιμοποιούσαν με μεγάλη επιμέλεια, ώστε με αυτές να σωθούν, όπως λέει ο Κύριος: «Εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ μετενόησαν (:Αν στην Τύρο και τη Σιδώνα, που ήταν ειδωλολατρικές πόλεις φημισμένες για την κακία τους, είχαν γίνει τα μεγάλα θαύματα που έγιναν σε σας, από καιρό οι κάτοικοί τους θα είχαν μετανοήσει. Και θα εξωτερίκευαν τη συντριβή για τις αμαρτίες τους, φορώντας σάκο για ένδυμα και ρίχνοντας στάχτη πάνω στα κεφάλια τους)» [Ματθ. 11,21].

Έπειτα, σκέψου, ότι τόσο τα εξωτερικά καλά της τύχης, όσο και τα καλά της φύσεως, τα κακομεταχειρίσθηκες πολύ περισσότερο από ό,τι κακομεταχειρίσθηκες τα εσωτερικά και πνευματικά χαρίσματα, που σου δόθηκαν· διότι τα κτίσματα, που έπρεπε να ήταν για σένα μία σκάλα, για να ανεβαίνεις στον Κτίστη, εσύ τα έκανες τοίχο διαχωρισμού και με αυτά χωρίσθηκες από τον Θεό σου· και μάλιστα τα χρησιμοποίησες ως όπλα, για να Τον πολεμάς και με αυτά θέλησες μόνος σου να ικανοποιήσεις τις αισθήσεις σου, αν και η ικανοποίηση αποτελεί αισχύνη για τον μεγάλο ευεργέτη σου, τον Θεό.

Αχ αδελφέ, αυτή είναι η υπηρεσία που προσφέρεις στον Θεό; Αλλά με αυτό φαίνεται σαν να Του λες: «Εγώ δεν θέλω να Σε υπηρετώ καθόλου». «Συνέτριψας τὸν ζυγόν σου, διέσπασας τοὺς δεσμούς σου, καὶ εἶπας· Οὐ δουλεύσω (:Συνέτριψες τον ζυγό των εντολών μου, έσπασες τις αλυσίδες του Νόμου μου και είπες “δεν θα Σε υπηρετήσω”)» [Ιερ. 2,20]. Μάλιστα με αυτό, που κάνεις, φανερώνεις, ότι θέλεις να υπηρετεί ο Θεός εσένα και μάλιστα υπηρετώντας εσένα, να επιβαρύνει τον εαυτό Του δίνοντάς σου δυνάμεις και βοήθειες, για να κάνεις τα κακά σου θελήματα, όπως λέει ο Ίδιος με τον προφήτη Ησαΐα: «Ἀλλά ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις σου προέστην σου (: Ωστόσο Εγώ σε προστάτευα, ενώ εσύ επέμενες αμετανόητος στις αμαρτίες και τις αδικίες σου)» [Ησ. 43,24]. Μα ως πότε, αγαπητέ, θα παραμένει αυτή η διαμάχη ανάμεσα σε σένα και τον Θεό; Έως πότε ο Θεός να σου δίνει τα μέσα και τα όργανα για την σωτηρία σου και εσύ να τα χρησιμοποιείς εναντίον της τιμής Του και εναντίον της ίδιας της σωτηρίας σου;Ο Θεός να σου κάνει τόσο καλό και εσύ να Του ανταποδίδεις τόσο κακό;

Ω ταλαίπωρος που είσαι! Όταν σε λίγον καιρό θα δώσεις απολογία γι’ αυτά και όταν ο Κύριός μας θα συγκρίνει εκείνα που έκανε Αυτός για σένα, με εκείνα που έκανες εσύ γι’ Αυτόν. Τώρα, αδελφέ μου, διόρθωσε αυτές τις αταξίες σου και ζήτησε συγχώρηση γι’ αυτές από τον λυτρωτή σου, πριν έλθει Αυτός και γίνει κριτής σου. Νιώσε ντροπή για την μεγάλη αχαριστία, που Τού έδειξες και με κατανυκτικά δάκρυα προσέλκυσέ Τον στην αγάπη σου· απόρησε για την ασωτεία σου, με την οποία σκόρπισες τόσους θησαυρούς, που τόσο πλουσιοπάροχα σου χάρισε ο Θεός, για να σε πλουτίσει αιώνια. Μίσησε την δυστυχισμένη ζωή, που τόσο τυφλός πέρασες μέχρι τώρα, σαν να μην υπήρχε Θεός, για να Τον υπηρετείς και να Τον κερδίσεις, και σαν να ήσουν εσύ ο μόνος Δεσπότης του κόσμου.

Πάρε την απόφαση από εδώ και στο εξής να μη θέλεις άλλο πράγμα, παρά μόνο το πώς να αρέσεις στον Θεό και πώς να εξασφαλίσεις την σωτηρία σου. Τέλος, ζήτησε από Αυτόν χάρη να μπορέσεις να κατορθώσεις αυτό το μεγάλο έργο και να πάθεις ό,τι πάθεις, για να επιτύχεις τον σκοπό σου, ο οποίος είναι ο Θεός, με εκείνη την προθυμία και φροντίδα, που αρμόζει, όπως ο θεοφόρος Ιγνάτιος έγραφε προς Ρωμαίους: «Φωτιά και σταυρός και θηρίων επιθέσεις, ανατομές, διαιρέσεις, σκορπισμοί οστών, εκκοπές μελών, αλεσμοί όλου του σώματος και κόλασις του διαβόλου, ας έλθουν επάνω μου, μόνο να κερδίσω τον Ιησού Χριστό».

Γ΄. Πώς πρέπει να διορθώσουμε αυτή την κακή χρήση.


Σκέψου ότι πρέπει να διορθώσεις την κακή χρήση που έκανες στα μέσα και στα όργανα, που σου έδωσε ο Θεός για την σωτηρία σου· και η διόρθωσις αυτή μπορεί να γίνει, όταν μεταχειρίζεσαι τα μέσα αυτά για τον σκοπό σου και να μην τα μεταχειρίζεσαι για τα μέσα τα ίδια· δηλαδή δεν πρέπει να αγαπάς τα μέσα αυτά καθ’ εαυτά, παρά μόνον όταν σε οδηγούν στον ποθούμενο σκοπό. Γι’ αυτό, λοιπόν, μοίρασε όλα τα αγαθά, που σου χάρισε ο Θεός σε τρεις τάξεις: α) Σε εκείνα που ωφελούν πάντοτε στο να επιτύχεις τον σκοπό σου (όπως είναι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα θεία μυστήρια, οι αρετές, και μάλιστα τα έργα της ελεημοσύνης)· αυτά, λέω, πρέπει να τα χρησιμοποιείς με μεγάλη φροντίδα, διότι είναι τόσο άξια και τόσο απαραίτητα, για να επιτύχεις τον σκοπό της σωτηρίας σου, ώστε, αν ήταν δυνατόν, ένας που έχει κολασθεί, θα προτιμούσε να υποφέρει όλα τα βασανιστήρια της κόλασης για χιλιάδες χρόνια, μόνο και μόνο για να απολαύσει ένα από τα μέσα αυτά, για τα οποία εσύ τώρα αδιαφορείς.

β) Σε εκείνα τα μέσα, που πάντοτε βλάπτουν τον σκοπό της σωτηρίας σου, διότι είναι απαγορευμένα από τον νόμο του Θεού και διότι είναι πάντοτε ενωμένα με την αμαρτία (όπως είναι τα τρυφηλά φαγητά και ποτά, τα όμορφα φορέματα, οι διασκεδάσεις, τα παιχνίδια, οι κακές συναναστροφές και συνομιλίες, οι περιπλανήσεις και τα άλλα ηδονικά και αναπαυτικά αντικείμενα των πέντε αισθήσεών μας)· όλα αυτά πρέπει να τα αποφεύγεις και να τα αποστρέφεσαι με όλη σου την καρδιά, και να τα αποκόπτεις τελείως από τον εαυτό σου ως αντίθετα της δόξας του Θεού και της δικής σου επιτυχίας. γ) Και σε εκείνα πάλι που μερικές φορές ωφελούν, για να επιτύχεις τον σκοπό σου και μερικές φορές βλάπτουν και εμποδίζουν· και η διόρθωσή τους γίνεται ως εξής: πρέπει να μην κλίνει η καρδιά σου σε κανένα, παρά μόνο τόσο, όσο χρειάζεται, για να σε οδηγήσουν στον Θεό και στον σκοπό της σωτηρίας σου.

Παραδείγματος χάριν, δεν πρέπει να προτιμάς καλύτερα την υγεία από την ασθένεια, ή τα πλούτη από τη φτώχεια, ή την τιμή από την ατιμία, ή τη ζωή από τον θάνατο, διότι όλα αυτά καθ’ εαυτά είναι αδιάφορα· και τόσο να προτιμάς την ασθένεια, την φτώχεια και την ατιμία και όλα όσα ταπεινώνουν την ψυχή και το σώμα, διότι σε βοηθούν περισσότερο από τα άλλα να επιτύχεις την ευτυχία και την σωτηρία σου. Διότι ένας ξενιτεμένος δεν προτιμά τον ευκολότερο δρόμο, αλλά τον ασφαλέστερο, για να επιστρέψει στην πατρίδα του· και ένας ναύτης δεν επιθυμεί τον γλυκύτερο άνεμο, αλλά εκείνον, που τον φέρνει πιο σίγουρα στο λιμάνι· και ένας άρρωστος δεν ψάχνει για τα πιο γλυκά φάρμακα, αλλά τα πιο ωφέλιμα για την αρρώστια του. Αλλά εσύ, αδελφέ, τα χρησιμοποιείς όλα αυτά με αντίθετο τρόπο και αγαπάς εκείνη μόνο την υγεία, εκείνη μόνο την ανάπαυση, εκείνη μόνο την εξουσία και εκείνες μόνο τις ηδονές, που βλάπτουν την ψυχή σου.

Γι’ αυτό από τώρα και στο εξής μην θέλεις να είσαι, αγαπητέ, τόσο τυφλός, ώστε να νομίζεις για ωφέλιμα εκείνα που σε απομακρύνουν ή και εμποδίζουν από το μέγιστο αγαθό· και μην θέλεις να αλλάζεις τα ονόματα των πραγμάτων, που οδηγούν στην απώλειά σου, ονομάζοντας «καλό» το κακό και «κακό» το καλό, για να μην ακούσεις το «οὐαὶ καί ἀλλοίμονον», που λέει ο Κύριος διαμέσου του προφήτη Ησαΐα: «Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ κακὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν κακόν(:Αλλοίμονο σε εκείνους οι οποίοι λένε και παριστάνουν το κακό ως καλό και το καλό ως κακό)» [Ησ. 5,20].

Ξύπνα κάποτε από αυτόν τον θανατηφόρο ύπνο και, αν ο Θεός σου χάρισε υγεία, ομορφιά, γνώση, πλούτο, αξιώματα και άλλα όμοια φυσικά και απρόβλεπτα καλά, μην τα χρησιμοποιείς κακώς για την απώλειά σου, αλλά κάνε τα όργανα για την σωτηρία σου. Αποφάσισε να τρέχεις πάντοτε προς τον τελικό σκοπό σου με όλη σου την καρδιά, και αν βρεις τίποτε εμπόδια, γκρέμισέ τα και μην σταματήσεις ποτέ, μέχρι να επιτύχεις τον σκοπό σου, όπως κάνει ένας ποταμός, ο οποίος δεν εμποδίζεται από τα εμπόδια που βρίσκει μπροστά του, αλλά τρέχει γρήγορα και δεν σταματά καθόλου, μέχρι να φθάσει στην θάλασσα. «Πάντες οἱ χείμαρροι πορεύονται εἰς τὴν θάλασσαν (:Όλοι οι χείμαρροι πορεύονται και χύνονται στην θάλασσα)» [Εκκλ. 1,7].

Γι’ αυτό τι σου χρησιμεύουν οι παράλογες επιθυμίες, που έχεις για τα κτήματα; Αυτές είναι εμπόδια για τον σκοπό της σωτηρίας σου και ξερίζωσε τις όλες από την καρδιά σου, μολονότι τις αγάπησες μέχρι τώρα ως κόρη οφθαλμού· διότι λέει ο Κύριος: «Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ (:Κι αν κάποιο πρόσωπο που είναι χρήσιμο, φιλικό και αγαπητό σε σένα σαν το δεξί σου μάτι σού γίνεται αφορμή εμπαθούς επιθυμίας και αμαρτίας, χωρίσου οριστικά απ’ αυτό και πέταξέ το μακριά από σένα˙ όπως θα έκανες και με το μάτι σου, εάν κινδύνευε να πάθει και να βλαβεί απ’ αυτό όλο το σώμα σου)» [Ματθ. 5,29]. Τι σου χρειάζονται εκείνα τα ξεφαντώματα; Τι σου χρειάζονται οι τόσες περιπλανήσεις από εδώ και από εκεί, στις οποίες χάνεις τον καιρό, που θα έπρεπε να αφιερώσεις στο θέμα της σωτηρίας σου; Αυτά είναι εμπόδια και κόψε τα όλα, κι αν ακόμη τα αγαπάς σαν το δεξί σου χέρι. «Καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ (:Κι αν κάποιο πρόσωπο που σου είναι χρήσιμο σαν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψε τελείως αυτό το χέρι σου και πέταξέ το μακριά από σένα)» [Ματθ. 5,30]. Τι σε ωφελούν τα τόσα μπλεξίματα που χρησιμοποιείς στις υποθέσεις των άλλων, που δεν σε αφορούν; Αυτά είναι εμπόδια και κόψε τα και πέταξέ τα, μολονότι τα αγαπάς όπως τα πόδια σου. «Εἰ δὲ ἡ χείρ σου ἢ ὁ πούς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὰ καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ (:Κι αν το χέρι σου ή το πόδι σου, δηλαδή ένα πρόσωπο ή πράγμα που είναι πολύ στενά συνδεδεμένο μαζί σου και πολύ χρήσιμο σε σένα, σου γίνει αφορμή να αμαρτάνεις, κόψε το και ρίξε το μακριά σου)» [Ματθ. 18,8].

Σου φαίνονται ασήμαντα αυτά που είπαμε; Γνώριζε, όμως, αγαπητέ, ότι αυτά είναι κυρίως οι πέτρες και τα εμπόδια που εμποδίζουν τον δρόμο της σωτηρίας σου και είναι ανάγκη να τα βγάλεις από την μέση, όπως σε προστάζει ο Θεός με τον Ησαΐα: «Καὶ τοὺς λίθους τοὺς ἐκ τῆς ὁδοῦ διασκορπίσατε Και τις πέτρες από τον δρόμο πετάξτε τις μακριά και καθαρίσετέ τον)» [ Ησ. 62,10]. Και από αυτά τα φαινομενικά ασήμαντα εξαρτάται ή να χάσεις ή να κερδίσεις την αιώνια ευτυχία, που είναι η απόλαυσις του Θεού. Λοιπόν, μίσησε, αδελφέ μου, τους διεστραμμένους δρόμους, που μέχρι τώρα περπατούσες· αποφάσισε στο εξής να χρησιμοποιήσεις όλους τους λογισμούς σου και όλες σου τις επιθυμίες για την ελπίδα της ευτυχίας, που σε περιμένει. Και επειδή σε έπλασε ο Κύριος μόνο για τον εαυτό Του, παρακάλεσέ Τον να σου δώσει χάρη και δύναμη, για να ξεκολληθείς από όλα και να ζεις μόνο γι’ Αυτόν και όλη σου η φροντίδα να είναι μόνο και μόνο πώς να επιτύχεις την σωτηρία σου, επειδή αυτός είναι ο σκοπός του κάθε ανθρώπου[πρβ. Εκκλ. 7,2: «τοῦτο τέλος παντὸς ἀνθρώπου (:Αυτός είναι ο σκοπός κάθε ανθρώπου)»].
ΠΗΓΕΣ:Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πνευματικά γυμνάσματα, Μελέτη Γ’, απόδοσις στη νεοελληνική υπό Βενεδίκτου ιερομονάχου Αγιορείτου, έκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος ιερομονάχου, ιερά καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα σκήτη Αγίου Όρους, 2016, 4η έκδοσις, σελίδες 21-27.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, , Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», τόμος Β’ Αθήνα, 2024.
Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

Σελίδες 21-27


ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΤΗΣ Β'ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΣΕ. ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΚΑΙ ΦΤΑΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ΟΤΙ ΔΙΣΤΑΖΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΑ ΠΡΟΦΕΡΟΥΝ.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Τα σύνορα μετρούν 3

Συνέχεια από Τρίτη 30. Ιουνίου 2026

Τα σύνορα μετρούν 3

Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να ανακαλύψει ξανά την τέχνη της χάραξης συνόρων

Frank Furedi

Πρόλογος του Andrea Zhok

Πρόλογος

Η ιδέα να γράψω αυτό το βιβλίο μου ήρθε τους πρώτους μήνες του 2016. Μου είχε ζητηθεί να δώσω μια διάλεξη με θέμα τα σύνορα, στην έναρξη του Φεστιβάλ Φιλοσοφίας της Λουβαίν, στο Βέλγιο, στις 16 Μαρτίου 2016. Κατά σύμπτωση, στις 16 Απριλίου του ίδιου έτους με είχαν προσκαλέσει να μιλήσω για το ίδιο θέμα στην Εθνική Ημέρα Φιλοσοφίας των Κάτω Χωρών, στο Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία το θέμα των μαζικών μεταναστεύσεων προς την Ευρώπη κυριαρχούσε στους τίτλους των εφημερίδων, και το ζήτημα των συνόρων βρισκόταν στο κέντρο της συζήτησης σε ολόκληρη την ήπειρο. Ως πρώην Ούγγρος πρόσφυγας, αναγκασμένος να εγκαταλείψω τη γενέθλια γη και να διαβώ τα σύνορα μιας άλλης χώρας, υποδέχθηκα με ενθουσιασμό την ευκαιρία να στοχαστώ σοβαρά πάνω σε αυτά τα ζητήματα.

Δύο χρόνια αργότερα, το ενδιαφέρον μου για τα σύνορα διεγέρθηκε και πάλι, απροσδόκητα, από ένα ερευνητικό πρόγραμμα που ανέλαβα για να διερευνήσω την ιστορία της ταυτότητας και την κρίση που συχνά συνδέεται με την ταυτότητα. Αφού μελέτησα τους ιστορικούς και φιλοσοφικούς στοχασμούς πάνω στο ζήτημα, πείστηκα ότι τα προβλήματα που συνδέονται με αυτό που είναι γνωστό ως «κρίση των ταυτοτήτων» διαπλέκονταν με το θέμα των συνόρων. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις που αντιπαρατίθενται σχετικά με το θέμα των συνόρων ανάμεσα στα έθνη είχαν συχνά έναν αντίλαλο στις συζητήσεις για τη σημασία των συμβολικών συνόρων ανάμεσα σε ενηλίκους και παιδιά, άνδρες και γυναίκες, ανθρώπινα όντα και ζώα, δημόσια σφαίρα και ιδιωτική σφαίρα. Μου φαινόταν ότι οι δυτικές κοινωνίες είχαν απομακρυνθεί από τα μέχρι τότε συμβατικά σύνορα και όρια. Από αυτό συμπέρανα ότι το πρόβλημα της ταυτότητας ήταν μια εξευγενισμένη έκφραση μιας κοινωνίας που έχει πλέον παραιτηθεί από το να εκφέρει ηθικές κρίσεις και να χαράζει διαχωριστικές γραμμές. Να εξηγήσω γιατί τα σύνορα αντιπροσωπεύουν έναν φάρο που βοηθά την ανθρωπότητα να αποκτήσει νόημα: αυτή είναι η κινητήρια δύναμη που με ώθησε να γράψω αυτό το βιβλίο.

Είμαι ευγνώμων στους φίλους και τους διανοητικούς συνοδοιπόρους που άντεξαν τις ερωτήσεις μου και τις θέσεις μου για τα σύνορα. Τον Απρίλιο του 2019 κατόρθωσα να επαληθεύσω ορισμένες από τις ιδέες μου στο Συμπόσιο για τους Πολιτισμικούς Πολέμους του Academy of Ideas Symposium. Το Ίδρυμα Εικοστός Πρώτος Αιώνας της Βουδαπέστης με ενθάρρυνε να αναπτύξω τις ιδέες μου σχετικά με την πολιτισμική σημασία των συνόρων. Η δρ. Jennie Bristow, συνάδελφος και φίλη μου, διάβασε το προσχέδιο του χειρογράφου, παρέχοντας κριτικές παρατηρήσεις που ήταν απολύτως αναγκαίες. Τα σχόλια των συναδέλφων μου Simon Cottee και Michael Fitzpatrick προκάλεσαν διαισθήσεις μεγάλης σημασίας. Ένα ερευνητικό κονδύλι του Leverhulme υποστήριξε αυτό το πρόγραμμα, δίνοντάς μου την ευκαιρία να συζητήσω ζητήματα που συνδέονται με τα σύνορα στην Ουάσινγκτον D.C., στη Νέα Υόρκη, στο Βερολίνο και στο Παρίσι. Όπως πάντα, είμαι ευγνώμων στη σύζυγό μου για τα αδιάκοπα μαθήματά της σχετικά με τη σημασία της ηθικής κρίσης και της επιλογής.

Frank Furedi, Νοέμβριος 2019
1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Το παράδοξο των συνόρων


Τα σύνορα έχουν γίνει ένα από τα πιο διχαστικά ζητήματα της εποχής μας. Το προεκλογικό σύνθημα του Ντόναλντ Τραμπ «Χτίστε το Τείχος» στα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών με το Μεξικό μπορεί να του εξασφάλισε την υποστήριξη εκατομμυρίων ψηφοφόρων, αλλά προκάλεσε επίσης την οργή ορισμένων από τους κυρίαρχους διαμορφωτές της αμερικανικής κουλτούρας. Στα μέσα ενημέρωσης, τα σύνορα έχουν κακή φήμη και συχνά παρουσιάζονται ως τόποι απάνθρωπων πρακτικών που στρέφονται εναντίον ανήμπορων προσφύγων. Η επικρατούσα αφήγηση παρουσιάζει τα σύνορα ως καταπιεστικά, διακριτικά, εκμεταλλευτικά και, χαρακτηριστικά, βίαια. Συχνά υποστηρίζεται ότι τα σύνορα τρέφουν τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι αφηγήσεις υπονοούν ότι ο κύριος σκοπός που υπηρετούν τα σύνορα είναι να προωθούν και να ενισχύουν τον ακραίο εθνικισμό.

Η επικρατούσα αντισυνοριακή αφήγηση περιφρονεί τους ανθρώπους που παίρνουν στα σοβαρά τα σύνορα και θεωρούν τα σύνορα ουσιώδη για την ασφάλειά τους. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η υποστήριξη των ανθρώπων προς την ασφάλεια των συνόρων και την εθνική κυριαρχία δεν είναι μόνο εσφαλμένη, αλλά και πηγή σύγκρουσης. Η εχθρότητα προς τα σύνορα δεν περιορίζεται απλώς στα φυσικά όρια που χωρίζουν τα έθνη. Η δυτική κουλτούρα εκδηλώνει συχνά δυσφορία απέναντι στα συμβολικά της όρια, όπως εκείνο που χωρίζει την ενηλικίωση από την παιδική ηλικία ή εκείνο που διακρίνει τη δημόσια από την ιδιωτική σφαίρα. Τον τελευταίο καιρό, ακόμη και το όριο που διακρίνει το αρσενικό από το θηλυκό καταδικάζεται από ακτιβιστές, οι οποίοι επιμένουν ότι καταπιέζει τα τρανς άτομα. Τα συμβατικά συμβολικά όρια, όπως και τα φυσικά σύνορα, συχνά απορρίπτονται ως αρχαϊκά και καταπιεστικά από επιδραστικά μέλη του πολιτισμικού κατεστημένου. Θεωρητικά —αν όχι στην πράξη— το ιδεώδες των ανοιχτών συνόρων απολαμβάνει πολιτισμική υπεροχή, και τα παραδοσιακά ηθικά και συμβολικά όρια απορρίπτονται συχνά ως παρωχημένα ή αυθαίρετα ή διακριτικά.

Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να εξηγήσει γιατί η έκκληση για την εξάλειψη των συνόρων προβάλλεται από τόσους πολλούς ως πολιτισμικό ιδεώδες. Επιδιώκει επίσης να επιστήσει την προσοχή στον στενό δεσμό ανάμεσα στην απόρριψη των φυσικών συνόρων και στην αλλοτρίωση της κοινωνίας από τα συμβολικά όρια που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ζωή. Τα κεφάλαια που ακολουθούν εξετάζουν πώς τέτοια συμβολικά όρια —ανάμεσα στην υγεία και την ασθένεια, στους άνδρες και τις γυναίκες, στα παιδιά και τους ενηλίκους, στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα— έχουν γίνει στόχος τόσο μεγάλης κριτικής. Η απόρριψη των συνόρων ανάμεσα στα έθνη και τις κοινότητες προχωρεί παράλληλα με την αποδέσμευση των πολιτισμικών κανόνων σε όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής. Ακόμη και το όριο ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα τίθεται υπό αμφισβήτηση, με το επιχείρημα ότι έχει χαραχθεί «μάλλον υπερβολικά έντονα».1

Το βιβλίο εξετάζει επίσης αυτό που ονομάζει παράδοξο των συνόρων. Παραδόξως, το μίσος που στρέφεται εναντίον του Τείχους του Τραμπ και η περιφρόνηση προς τα φυσικά και συμβολικά όρια συνυπάρχουν με μια συνεχή απαίτηση για νέα όρια. Οι αντίπαλοι της οικοδόμησης τειχών και της ασφάλειας των συνόρων συχνά έλκονται από την κατασκευή και την επιτήρηση άλλων μορφών ορίων. Οι τελευταίες δεκαετίες γνώρισαν έναν πολλαπλασιασμό των περιφραγμένων κοινοτήτων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αν και εχθρικοί προς την έκκληση για εθνική ασφάλεια, πολλοί είναι αφοσιωμένοι στην κατασκευή θεσμικών ορίων για να προστατεύσουν τη δική τους αίσθηση ατομικής ψυχολογικής και σωματικής ασφάλειας. Όπως εξηγεί ένας σχολιαστής, παρά την «πρόσφατη υποτιμητική σύνδεση με την ανέγερση τειχών», υπάρχει σήμερα μια «εντυπωσιακή λαϊκή επιθυμία για τείχη»2! Οι αντίπαλοι της έκκλησης του Τραμπ να «κρατήσει την Αμερική ασφαλή» δεν έχουν κανένα πρόβλημα να απαιτούν «ασφαλείς χώρους» για να απομονώνονται από ανεπιθύμητα σχόλια και κριτική.

Πολλοί από εκείνους που εξιδανικεύουν τα ανοιχτά σύνορα υιοθετούν μια έντονα αντίθετη στάση απέναντι στην επιτήρηση των πολιτισμικών συνόρων. Η κουλτούρα έχει γίνει ένας σφοδρά αμφισβητούμενος πόρος, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι κατηγορίες περί πολιτισμικής ιδιοποίησης να εμφανίζονται στις ειδήσεις ως το ηθικό αντίστοιχο, για τον 21ο αιώνα, της θρησκευτικής ιεροσυλίας. Στην αγγλοαμερικανική σφαίρα, άτομα και επιχειρήσεις που τολμούν να διαβούν πολιτισμικά σύνορα καταδικάζονται συχνά· εδώ δεν έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης.

Μια πινακίδα «Μην εισέρχεστε» υπενθυμίζει στον επίδοξο παραβάτη ότι, στο πολιτισμικό πεδίο, τα σύνορα και τα συμβολικά όρια έχουν μεγαλύτερη σημασία από ποτέ. Ηθοποιοί που θεωρούν αυτονόητο ότι μπορούν να παίξουν τον ρόλο ενός προσώπου που κατέχει μια ταυτότητα διαφορετική από τη δική τους καταγγέλλονται επειδή τόλμησαν να διαβούν το όριο της ταυτότητας. «Ποτέ δεν ήταν ηθικά ή πολιτικά δικαιολογημένο για cisgender ανθρώπους να παίζουν τρανς ρόλους», υποστηρίζει ένας υπέρμαχος της επιτήρησης των πολιτισμικών ορίων.3


Οι αντίθετες απόψεις για τα σύνορα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συγκρούσεων γύρω από τις πολιτισμικές αξίες. Τα επιχειρήματα για τα σύνορα τείνουν να αντανακλούν συγκρουόμενες στάσεις απέναντι στο καθεστώς που αποδίδεται στην εθνική ταυτότητα, την ιδιότητα του πολίτη, την πολυπολιτισμικότητα, την οικογενειακή ζωή και τις παραδοσιακές συμβάσεις. Οι αναφορές σε «παράνομους αλλοδαπούς» ή «μετανάστες», σε αντίθεση με «μετανάστες χωρίς έγγραφα» ή «πρόσφυγες», τείνουν να στηρίζονται σε ανταγωνιστικές αξίες, στάσεις και ταυτότητες. Μια πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη για την ιστορία των τειχών σημείωσε ότι, στη σύγχρονη εποχή, «με κάποια σκληρή ειρωνεία, η απλή έννοια των τειχών διαιρεί πλέον τους ανθρώπους πληρέστερα από οποιαδήποτε κατασκευή από τούβλο ή πέτρα». Ο David Frye, ο συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε ότι για «κάθε άνθρωπο που βλέπει ένα τείχος ως πράξη καταπίεσης, υπάρχει πάντοτε ένας άλλος που ζητά την κατασκευή νεότερων, υψηλότερων και μακρύτερων φραγμών». Ο Frye παρατήρησε ότι «οι δύο πλευρές σχεδόν δεν μιλούν μεταξύ τους».4

Το ότι οι άνθρωποι διαιρούνται από την «έννοια του τείχους», και όχι από τη φυσική κατασκευή από τούβλο ή πέτρα, είναι μια οξυδερκής παρατήρηση. Αυτό που κυρίως διακυβεύεται είναι η πολιτική, συμβολική και πολιτισμική σημασία ενός συνόρου, όχι τα φυσικά του χαρακτηριστικά. Σε σημαντικό βαθμό, οι αντίθετες στάσεις απέναντι στην «έννοια του τείχους» συνυφαίνονται με τις συγκρούσεις γύρω από τις αξίες στους λεγόμενους «Πολιτισμικούς Πολέμους».5 Σε αυτές τις συγκρούσεις, μια κινητική και παγκοσμιοποιητική τάξη επαγγελματιών και διευθυντικών στελεχών υιοθετεί μια πολύ διαφορετική στάση απέναντι στα σύνορα από εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας που είναι δεμένα με την επικράτεια της κοινότητάς τους. Επισημαίνοντας την ένταση ανάμεσα στους «παγκοσμιοποιητές» και τους «εδαφικούς», μια πρόσφατη μελέτη για τα σύνορα εξηγεί ότι:
σε πολλές πλευρές της ζωής, οι εδαφικές αφοσιώσεις έχουν γίνει ιδιότητα συγκεκριμένης τάξης· στην πράξη έχουν διχαστεί. Εκείνοι που τείνουν να κατέχουν εποπτικές θέσεις στην πολιτική και στην οικονομία —στη μη κερδοσκοπική ή στην ηλεκτρονικά βασισμένη οικονομία, στα ερευνητικά κέντρα, στις χρηματοπιστωτικές εταιρείες, αλλά και σε πολλές μονάδες των τομέων της μεταποίησης, της γεωργίας και της εξόρυξης— ισχυρίζονται ότι υπερβαίνουν την επικράτεια. Φιλοδοξούν να την καταστήσουν αρχαϊκή, στερώντας της τόσο την πραγματική εξουσία πάνω στις ιδιαίτερες δραστηριότητές τους όσο και τη συμβολική εξουσία επίσης.6

Αντιθέτως, για δισεκατομμύρια απλούς ανθρώπους, «η επικράτεια παραμένει μια σημαντική αρχή δόμησης της ύπαρξης στον κόσμο. Η προστασία που αντλούν από τα σύνορα είναι εύθραυστη, αλλά εξαρτώνται από αυτά, και η αίσθηση της εθνικής ή εθνοτικής τους ταυτότητας παραμένει υψηλότερη».7

Όπως εξηγούν τα επόμενα κεφάλαια, τα επιχειρήματα υπέρ των ανοιχτών συνόρων θεμελιώνονται στην εξιδανίκευση της ανοιχτότητας και της απεριόριστης κατάστασης σε όλες τις σφαίρες της ζωής. Τέτοια αισθήματα ενισχύονται από την πεποίθηση ότι η χάραξη ορίων συνεπάγεται αναγκαστικά τον περιορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς και εμπειρίας. Τα σύνορα και τα συμβολικά όρια παρουσιάζονται όχι απλώς ως όργανα ελέγχου, αλλά και ως δείκτες φόβου και κινδύνου. Το σημείο αυτό το διατύπωσε καθαρά ο Ιταλός θεατρικός συγγραφέας Dario Fo, όταν υποστήριξε ότι είναι «εξαιρετικά επικίνδυνο να μιλάμε για όρια ή σύνορα» και ότι «είναι, αντιθέτως, ζωτικής σημασίας να παραμένουμε εντελώς ανοιχτοί». Αν και κάθε άλλο παρά σαφές είναι τι σημαίνει η έκκληση να παραμείνουμε «εντελώς ανοιχτοί», αυτή αντηχεί στο σημερινό πνεύμα της εποχής.

Το πνεύμα χωρίς σύνορα

Απλώς αναζητήστε στο Google τις λέξεις «χωρίς σύνορα»: αυτό που θα βρείτε δεν είναι μόνο οι Médecins Sans Frontières —Γιατροί Χωρίς Σύνορα— αλλά και μια ιλιγγιώδης σειρά οργανώσεων που φιλοδοξούν να αποκτήσουν το τόσο επαινετό καθεστώς του να είναι «χωρίς σύνορα». Μηχανικοί, μουσικοί, χημικοί, κτηνίατροι, στελέχη επιχειρήσεων, βιβλιοθηκονόμοι, οικοδόμοι, υδραυλικοί, δικηγόροι, αστρονόμοι, δημιουργικοί επαγγελματίες, δημοσιογράφοι, ραββίνοι, βοτανολόγοι, γυναίκες, εργαζόμενες στο σεξ, βελονιστές, κλόουν... αυτές είναι μόνο μερικές από τις επαγγελματικές ομάδες που επιδεικνύουν σήμερα την αρετή τους να είναι «χωρίς σύνορα». Κατά τη διάρκεια της συζήτησης γύρω από το Brexit, ακόμη και τα ζώα στρατολογήθηκαν στο κίνημα των ανοιχτών συνόρων. Οι «Γάτες χωρίς Σύνορα» ενώθηκαν με τα «Border Terriers εναντίον των Συνόρων». 8

Ορισμένοι εκδηλώνουν τον ενθουσιασμό τους για το ότι είναι «χωρίς σύνορα» ως έκφραση του πνεύματος ανάληψης κινδύνου που τους διακρίνει, μιας τολμηρής και πρωτοποριακής επιθυμίας να εξερευνήσουν το άγνωστο. Και πράγματι θα ήταν εμπνευστικό, αν οι προσπάθειες υπέρβασης των συνόρων εμφορούνταν πραγματικά από ένα πρωτοποριακό ήθος και από την ώθηση να ανοίξουν νέους δρόμους. Δυστυχώς, σπάνια έτσι έχουν τα πράγματα. Παρόλο που υπάρχουν πολλές αντιφατικές παρορμήσεις που τροφοδοτούν τη σύγχρονη πολιτισμική αντίδραση εναντίον των συνόρων, η κυρίαρχη κινητήρια δύναμή της δεν είναι η φιλοδοξία της ανακάλυψης, αλλά η εγκατάλειψη καθηκόντων και ευθυνών που βιώνονται καθαρά ως επαχθή βάρη. Καθώς η δυτική κουλτούρα δυσκολεύεται να διατηρήσει τα συμβατικά όρια που παρέχουν καθοδήγηση στη διαγωγή του βίου, η πράξη της παραβίασής τους δεν συνεπάγεται παρά ελάχιστο κίνδυνο.

Η χάραξη γραμμών και η υπεράσπιση των συνόρων αντιφάσκει προς μία από τις πιο αδιαμφισβήτητες, αν και σπάνια συζητούμενες, αξίες της σύγχρονης κοινωνίας: την ανοιχτότητα. Η δυτική κουλτούρα είναι προσκολλημένη στην ιδέα της ανοιχτότητας ως αρετής καθαυτής. Η πολιτισμική αυθεντία της ανοιχτότητας υπερισχύει ακόμη και της ακεραιότητας της οικείας ζωής. Γι’ αυτό και η ιστορική διάκριση ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα της ζωής συχνά διαλύεται τα τελευταία χρόνια, όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον ισχυρισμό ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η ανοιχτότητα υπονομεύει τη διακριτικότητα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ενθαρρύνει μια ηδονοβλεπτική αδιαφορία για την οικειότητα. Η βιομηχανοποίηση της πορνογραφίας δείχνει ότι το πανάρχαιο όριο ανάμεσα σε αυτό που πρέπει και σε αυτό που δεν πρέπει να βλέπει κανείς έχει χάσει μεγάλο μέρος της πολιτισμικής του σημασίας.

Στην κλασική του διερεύνηση της Διαδικασίας του εκπολιτισμού, ο κοινωνιολόγος Norbert Elias παρατήρησε ότι, με την «πρόοδο του πολιτισμού, οι ζωές των ανθρώπινων όντων διασπώνται ολοένα περισσότερο ανάμεσα σε μια οικεία και μια δημόσια σφαίρα, ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια συμπεριφορά». Σήμερα όμως το επικρατούν πνεύμα της εποχής έχει γίνει άβολο απέναντι στη διατήρηση του συνόρου ανάμεσα στην οικεία και τη δημόσια περιοχή. Η λαϊκή κουλτούρα ενθαρρύνει την ανοιχτή έκθεση των οικείων σκέψεων, και όσοι παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά την ιδιωτική τους ζωή συχνά θεωρείται ότι έχουν κάτι να κρύψουν. Αυτή είναι η εποχή της θεραπευτικά εμπνευσμένης «εξομολόγησης», και η απροθυμία να «μοιραστεί» κανείς συχνά γελοιοποιείται ως σύμπτωμα μιας δυσλειτουργικής προσωπικότητας. Σύμφωνα με έναν ψυχολόγο, μια «ψυχολογική ενασχόληση» με τα σύνορα είναι «σημάδι παλινδρόμησης».9

Η πολιτισμική επιρροή μιας ευαισθησίας χωρίς σύνορα απέκτησε την πιο συστηματική και ρητή μορφή της στο πεδίο της γεωπολιτικής. Τα εθνικά σύνορα καταγγέλλονται συχνά ως τεχνητά, αποκλειστικά, άδικα ή αντι-ανθρώπινα. Ο Robert Schuman, ένας από τους ιδρυτές του κινήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, θεωρούσε «τα σύνορα ως τα σημάδια της ιστορίας». Τα ασφαλή σύνορα καταδικάζονται με το επιχείρημα ότι αντλούν από ρατσιστικά και ξενοφοβικά αισθήματα. Ο Claude Juncker, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποστηρίζει ότι «τα σύνορα είναι η χειρότερη επινόηση που έκαναν ποτέ οι πολιτικοί».10 Ο Rutger Bregman, συγγραφέας του Utopia for Realists, υποστηρίζει ότι τα σύνορα είναι η μεγαλύτερη πηγή ανισότητας στον κόσμο.11 Ο πάπας Φραγκίσκος ισχυρίζεται ότι «η ειρήνη δεν έχει σύνορα» και πρόσθεσε ότι «αν κάποιος ζητεί το καλό των λαών και του κόσμου, είναι ανόητο να κλείνει χώρους, να πολεμά ο ένας εναντίον του άλλου».12

Στη λαϊκή κουλτούρα, η εχθρότητα προς τα σύνορα και τα όρια απολαμβάνει σημαντική ηθική αυθεντία. Ο τραγουδιστής της country Willie Nelson απηχούσε αυτό το αίσθημα όταν τραγουδούσε: «Δεν πιστεύω στο κλείσιμο των συνόρων. Έχουμε ένα άγαλμα που λέει: ελάτε όλοι μέσα».13 Οι στίχοι του Imagine του John Lennon απευθύνονται σε αυτή την ευαισθησία χωρίς σύνορα:

Φαντάσου πως δεν υπάρχουν χώρες
Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις
Τίποτε για να σκοτώνεις ή να πεθαίνεις
Και καμία θρησκεία επίσης

Είναι πολύ σπάνιο να συναντήσει κανείς μια ταινία, ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα ή μια μουσική επιτυχία που να υμνεί την εθνική κυριαρχία ή τα ασφαλή σύνορα. Η εναντίωση προς τα φυσικά και συμβολικά όρια είναι ακόμη πιο διαδεδομένη στην υψηλή και ακαδημαϊκή κουλτούρα. Στις πανεπιστημιουπόλεις, ακόμη και τα γνωστικά όρια και οι γραμμές διάκρισης έχουν δεχθεί πυρά από τους αντιπάλους της λεγόμενης «δυαδικής σκέψης». Η δυαδική σκέψη —δηλαδή η κατανόηση του κόσμου μέσα από αντιθετικές κατηγορίες— συχνά γελοιοποιείται ως στενόμυαλη, διανοητικά οκνηρή και άκαμπτη μορφή ερμηνείας της εμπειρίας. Η δυαδική σκέψη δέχεται επίσης επίθεση με το επιχείρημα ότι η χάραξη γραμμών και διακρίσεων είναι τόσο διακριτική όσο και άδικη.

Η σημασία των συνόρων

Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ, ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ, ΤΗΝ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ: ΘΑ ΓΙΝΕΤΕ ΣΑΝ ΘΕΟΙ. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΗΝ ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΑΘΕΪΣΜΟΥ. Ο ΚΗΡΥΚΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΧΑΣΕ ΚΑΤ'ΑΡΧΑΣ ΤΟ ΟΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΥ, ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΑΛΟΓΟΥ.