Συνέχεια από Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026
PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 6
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον Α. P. Bos
Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (συνέχεια)
Η θεολογία του Αριστοτέλη στις πρώιμες και στις ύστερες μορφές της
Πρέπει ασφαλώς να ρωτήσουμε ακόμη πώς αντιλαμβανόταν ο Αριστοτέλης εκείνο που στο πλατωνικό σύστημα κατείχε την ανώτατη βαθμίδα του είναι, δηλαδή τον Νου. Η ανάλυσή μου για τον Τίμαιο οδηγεί εύκολα στο ερώτημα αν και ο Αριστοτέλης θεωρούσε τις άφθαρτες ουράνιες θεότητες —τον ήλιο, τη σελήνη και τους πλανήτες— εκτελεστές ενός σχεδίου που είχε καθοριστεί με σοφία από μια θεότητα ακόμη ανώτερης τάξεως.
Από τα ύστερα συγγράμματά του είναι σαφές τουλάχιστον το εξής: ο Αριστοτέλης ανταποκρίθηκε σε τέτοιον βαθμό στην απαίτηση του Φαίδωνος, ώστε και γι’ αυτόν η Φύση εξαρτάται από έναν θείο Νου. Σύμφωνα με το δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών και το όγδοο βιβλίο των Φυσικών, τα πολλά ουράνια σώματα που περιστρέφονται στον κοσμικό χώρο υπερβαίνονται από έναν ύψιστο θείο Νου.
Είναι επίσης γνωστό ότι, τουλάχιστον στον χαμένο διάλογο Περὶ φιλοσοφίας, είχε αναπτυχθεί μια διδασκαλία περί του Νου.⁷⁷ Οι λεπτομέρειες αυτής της διδασκαλίας, ωστόσο, αποτελούν αντικείμενο έντονης συζητήσεως.
Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούσαν για τη θεολογία του Αριστοτέλη: η θεία πρόνοια, έλεγαν, εκτεινόταν σε ολόκληρη την ουράνια περιοχή μέχρι τη σελήνη· ο υποσελήνιος κόσμος δεν διατασσόταν άμεσα από τη θεία πρόνοια. Η πληροφορία αυτή μπορεί να κατανοηθεί ευκολότερα, αν θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με την αντίληψη του Αριστοτέλη, το υποσελήνιο αποτελεί την περιοχή των απολύτως «γήινων» στοιχείων και ότι αποκλείεται η διείσδυση σε αυτό μιας άυλης Ψυχής του Κόσμου, όπως συνέβαινε στον Πλάτωνα.
Η υπερσελήνια περιοχή, αντιθέτως, πρέπει να είχε ψυχοφυσικό χαρακτήρα. Η quinta essentia, η οποία συγκροτεί την ουράνια ουσία, πρέπει να παρουσιαζόταν ως το πέμπτο στοιχείο της Φύσεως, αλλά συγχρόνως και ως προσδιορισμένη από ψυχικές και αναλυτικές λειτουργίες. Ως τέτοια, φυσικά, μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι «μετέχει» στον ύψιστο θείο Νου, όπως ακριβώς στον Τίμαιο ο Πλάτων επιτρέπει στους «νεότερους θεούς» να μετέχουν στα σχέδια του Δημιουργού.
Το γεγονός ότι ο υποσελήνιος κόσμος δεν βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της θείας προνοίας πρέπει να θεμελιώνεται στην πεποίθηση, η οποία απαντά και στον Πλάτωνα, ότι ο Νους δεν έρχεται σε άμεση επαφή με το σώμα, αλλά χρειάζεται τη μεσολάβηση της ψυχής. Αν η τάξη μέσα στη Φύση είναι έλλογη, τότε μπορεί να πραγματωθεί μόνο μέσω εκτελεστών οι οποίοι διαθέτουν και οι ίδιοι νοητικές ικανότητες. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα από τα ύστερα συγγράμματά του, στο δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών, ο Αριστοτέλης συγκρίνει την κοσμική τάξη με ένα μεγάλο κτήμα, όπου ο κύριος αναθέτει καθήκοντα στα ελεύθερα μέλη της familia του —δηλαδή σε έλλογα όντα τα οποία κατανοούν το νόημα αυτών των καθηκόντων— και όχι στα ζώα ή στους δούλους, οι οποίοι επίσης θεωρούνται άλογοι.⁷⁸ Και εκεί, επομένως, η σταθερή τάξη συνδέεται με τα έλλογα όντα, ενώ η ενδεχομενική δραστηριότητα συνδέεται με τα άλογα.
Η παράδοση σχετικά με μια θεία πρόνοια στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη μπορεί να κατανοηθεί ως συνέχεια της πλατωνικής κοσμοθεολογίας. Το δεδομένο, ωστόσο, μιας περιορισμένης προνοίας αποδεικνύει ότι αυτή αναπτύχθηκε μέσα σε μια αντίληψη στην οποία η πλατωνική διδασκαλία περί μιας άυλης Ψυχής του Κόσμου είχε αντικατασταθεί από τη διδασκαλία περί ενός ψυχοφυσικού πέμπτου στοιχείου.
Στο πλαίσιο αυτό θα ήθελα να αναφέρω μια λαμπρή μελέτη του J. Pépin, ο οποίος περιγράφει το αριστοτελικό Περὶ φιλοσοφίας ως μια σύλληψη που παρουσιάζει τον κόσμο ως προϊόν μιας «έλλογης δημιουργίας» (création réfléchie).⁷⁹ Σύμφωνα με αυτή την άποψη, λοιπόν, η θεία σκέψη παράγει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άμεσα αποτελέσματα μέσα στην ορατή πραγματικότητα. Αν όμως συμβαίνει αυτό, πρέπει ακόμη να αποσαφηνιστεί η ακριβής σχέση μεταξύ αυτού του θείου Νου και των ουράνιων σφαιρών με τα άστρα και τους πλανήτες. Ανακύπτει το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης, κατά την πρώιμη αυτή φάση, θεωρούσε και τον Νου κατά κάποιον τρόπο ενδοκοσμική αρχή. Ή μήπως κατανοούσε ήδη τότε τον Νου ως μεταφυσική αρχή; Και αντιστοίχισε άραγε τη διαίρεση μεταξύ φυσικής και άυλης πραγματικότητας προς τη Φύση και τον Νου αντιστοίχως, αντί προς το Σώμα και την Ψυχή, όπως έκανε ο Πλάτων;
Ο Pépin υποστηρίζει ότι η αντίληψη του Περὶ φιλοσοφίας ήταν αρκετά διαφορετική από εκείνη των μεταγενέστερων Μεταφυσικών. Ακολουθώντας μελετητές όπως ο H. von Arnim και ο J. Moreau, υποστήριξε ότι στον διάλογο ο κοσμικός Νους ταυτίζεται με την εξώτατη σφαίρα της ουράνιας περιοχής, η οποία στο σύνολό της αποτελείται από το πέμπτο στοιχείο, τον αιθέρα.⁸⁰
Θα ήθελα να τροποποιήσω αυτή τη θέση με βάση τις ακόλουθες σκέψεις:
α) Στον Τίμαιο του Πλάτωνα, η εξώτατη ουράνια σφαίρα μετέχει επίσης στην Ψυχή του Κόσμου. Ασφαλώς διαθέτει την τελειότερη κίνηση που μπορεί να έχει οποιαδήποτε σωματική ουσία —εκείνη που μοιάζει περισσότερο με τη δραστηριότητα του νου και της διανοίας—, αλλά εξαιτίας της σωματικής της ποιότητας δεν μπορεί εξ ορισμού να ταυτίζεται με τον Νου.⁸¹ Μου φαίνεται ότι στον Τίμαιο διαδραματίζει κάποιον ρόλο το χαρακτηριστικά πλατωνικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο μια σφαιρική μορφή που περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της είναι πράγματι ταυτόσημη με τον εαυτό της, αλλά συγχρόνως «μετέχει στη μεταβολή», στον βαθμό που τα μέρη του συνόλου μεταβάλλουν διαρκώς θέση.
Αν ο Νους, ως ύψιστη αρχή ολόκληρης της πραγματικότητας, πρέπει να είναι απολύτως αμετάβλητος —και αυτό αποτελεί αναγκαιότητα για όποιον ακολουθεί συνειδητά τον Παρμενίδη—, τότε η θέση αυτού του Νου δεν μπορεί να είναι άλλη από το ακίνητο σημείο του άξονα της εξώτατης ουράνιας σφαίρας. Σύμφωνα με τον Πρόκλο, ορισμένοι πλατωνικοί απέδιδαν αυτή την άποψη στον ίδιο τον Πλάτωνα.⁸² Είναι συναρπαστικό να βλέπουμε ότι και πάλι υπάρχει μια αναλογική σχέση μεταξύ της περιστροφής του σημείου του άξονα —του Νου— και των κυκλικών τροχιών της ψυχής και της σφαίρας που περιβάλλει ολόκληρο τον κόσμο.⁸³
β) Στο Περὶ φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων, μιλούσε για μια οντότητα που βρίσκεται στην κορυφή ολόκληρης της πραγματικότητας και κυβερνά και διατηρεί την κίνηση ολόκληρου του κόσμου.⁸⁴ Ο Κικέρων, ο οποίος μας πληροφορεί σχετικά, προσθέτει τις αινιγματικές λέξεις replicatione quadam, προκειμένου να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο διατηρείται αυτή η κίνηση. Θα ήταν όμως εξαιρετικά παράξενο αν εννοούσε κάτι διαφορετικό από την οντότητα που εξηγεί επίσης την εξοχότερη κίνηση μέσα στον κόσμο, δηλαδή την κίνηση της εξώτατης ουράνιας σφαίρας —και η οποία, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την εξώτατη σφαίρα.
γ) Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, επειδή είναι τουλάχιστον βέβαιο ότι στην ύστερη αριστοτελική θεολογία ο ύψιστος θείος Νους διακρίνεται από την εξώτατη σφαίρα του αιθέρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός ο Νους, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρέπει να τοποθετείται κάπου στην περιφέρειά της.⁸⁵
Θα ολοκληρώσω αυτή τη συζήτηση σχετικά με τον Αριστοτέλη προτείνοντας δύο υποθέσεις:
Κατά την πρώιμη περίοδό του, ο Αριστοτέλης παρουσίαζε την ύψιστη θεότητα όχι ως ταυτόσημη με ολόκληρη την εξώτατη ουράνια σφαίρα, αλλά μάλλον ως το κεντρικό σημείο της, το οποίο κυριαρχεί επάνω στο σύνολο, και ως ουράνια ουσία ύψιστης καθαρότητας.⁸⁶
Το αινιγματικό replicatione quadam του Κικέρωνα δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά με κανέναν από τους τρόπους που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα.⁸⁷ Πρέπει να κατανοηθεί ως αναφορά στον θείο Νου, ο οποίος «επιστρέφει προς την ίδια του τη νόηση», κάτι για το οποίο ο Πλάτων χρησιμοποιεί επανειλημμένα τους όρους «ἐπιστροφή» και «ἐπιστρέφεσθαι». Πρέπει να συμπεράνουμε ότι στο Περὶ φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης θεωρούσε τους κύκλους που διαγράφουν οι ουράνιες σφαίρες ως χωρική προβολή της καθαρής, αυτάρκους θείας νοήσεως. Η replicatio, επομένως, είναι η αιώνια πνευματική κίνηση μέσω της οποίας η θεότητα προκαλεί per participationem —μέσω της μετοχής— κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο:⁸⁸ άμεσα, την ψυχικά προσδιορισμένη κίνηση των ουράνιων όντων και, έμμεσα, την κίνηση των γήινων στοιχείων.
Αυτό το μέρος της πρώιμης αντιλήψεως του Αριστοτέλη, το οποίο ως προς ουσιώδη σημεία είναι αντιπλατωνικό, διατηρεί έτσι ένα εξαιρετικά αξιοσημείωτο κατάλοιπο της πλατωνικής αναλογικής παραγωγής.
Η αποδοχή αυτών των δύο υποθέσεων παρουσιάζει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, φαίνεται να έχει βρεθεί ο «ελλείπων κρίκος» που καλύπτει το σαφώς εμφανές χάσμα μεταξύ της πλατωνικής διδασκαλίας περί προνοίας και της παραδοσιακά αριστοτελικής απόψεως του δωδέκατου βιβλίου των Μεταφυσικών. Εκεί η ύψιστη ἀρχή της Φύσεως παρουσιάζεται πράγματι ως Νους, αλλά φαίνεται να αποκλείεται κάθε άμεση σύνδεση μεταξύ αυτής της θείας νοήσεως και της Φύσεως, επειδή υποστηρίζεται, με πολύ μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι στην πρώιμη αριστοτελική αντίληψη, ένας ουσιώδης χωρισμός μεταξύ του άυλου Νου και της περιοχής των αιθέριων ουσιών.
Συγχρόνως μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ο επικούρειος χαρακτήρας του Κικέρωνα, ο οποίος ασκεί κριτική στο αριστοτελικό Περὶ φιλοσοφίας, αναφέρεται σε ένα πραγματικό σημείο διαφοράς μεταξύ του Αριστοτέλη και του διδασκάλου του, δηλαδή στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης αποδίδει θεϊκότητα στον αιθέρα.⁸⁹
Μια τελευταία συνέπεια είναι ότι η θεολογική αντίληψη του έργου Περὶ κόσμου, σχετικά με τον συγγραφέα του οποίου οι μελετητές διαφωνούν, παρουσιάζει στενή συγγένεια με τις απόψεις των πρώιμων συγγραμμάτων του Αριστοτέλη.⁹⁰
Συμπεράσματα
Προσπάθησα να προσδιορίσω αν ο Αριστοτέλης, σε κάποια φάση της φιλοσοφικής του δραστηριότητας, άφησε ίχνη μιας διδασκαλίας περί θείας προνοίας, όπως υποστήριζαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Εξετάζοντας τις απόψεις του Πλάτωνα σχετικά με το θέμα, προσπάθησα πρώτα να δείξω ότι στην περίπτωσή του η πρόνοια πρέπει να κατανοηθεί —εντελώς διαφορετικά από οποιαδήποτε εκχριστιανισμένη αντίληψη— ως περιγραφή της παραγωγικότητας της θείας σκέψεως, η οποία ανυψώνεται στο επίπεδο της ἀρχῆς ολόκληρης της ψυχικής και σωματικής πραγματικότητας. Η πρόνοια, κατανοημένη με αυτόν τον τρόπο, συνδέεται στενά με την πλατωνική αναλογική παραγωγή των διαφορετικών βαθμίδων της πραγματικότητας από τον κόσμο της σκέψεως.
Επισημάνθηκε η απόρριψη από τον Αριστοτέλη της οντολογικής παραγωγής του Πλάτωνα. Διατηρεί όμως τον θείο Νου ως ἀρχή της Φύσεως. Στο πλαίσιο αυτό πιστεύω ότι ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μιλήσει για μια θεία πρόνοια ως έσχατο εξηγητικό θεμέλιο —όχι για το είναι της Φύσεως, αλλά για την αιώνια κίνηση και τάξη της. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει επίσης να αληθεύει ότι αποδεχόταν την αναλογική παραγωγή, τουλάχιστον όσον αφορά την παραγωγή της φυσικής κινήσεως από τη νοητική δραστηριότητα του Νου, μέσω της ψυχικά προσδιορισμένης κινήσεως των ουράνιων σωμάτων.
Ιδιαίτερα αυτό το πλατωνικό κατάλοιπο υπήρξε η αιτία σημαντικών προβλημάτων στη θεολογική του αντίληψη και πιθανότατα τον οδήγησε να εισαγάγει διορθώσεις, οι οποίες κατέληξαν τελικά στην άποψη που διατυπώνεται στο δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών.
Σημειώσεις:
77 Βλ. τις πληροφορίες που παρέχει ο Κικέρων στο De natura deorum I, 13, 33 (= Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 26 Ross), οι οποίες παρατίθενται παρακάτω στη σημείωση 84.
78 Μεταφυσικά XII, 10, 1075a18.
79 J. Pépin, Théologie cosmique et théologie chrétienne, Paris 1964, 502–513.
80 J. Pépin, Théologie cosmique et théologie chrétienne, 220. Βλ. επίσης J. Moreau, L’âme du monde, 125· Aristote et son école, Paris 1962, 24. Στο On the Elements, 133–138, ακολούθησα ως προς αυτή την άποψη τους Pépin και Moreau· επομένως, εδώ διορθώνω τον εαυτό μου.
81 Πλάτων, Τίμαιος 34a.
82 Πρβλ. Πλάτων, Θεαίτητος 181c κ.ε.
83 Βλ. Πρόκλος, In Rem Publicam commentaria II, 208–213 —έκδ. W. Kroll, 1901— και In Primum Euclidis Elementorum Librum Commentarii 90, 1 —έκδ. G. Friedlein, 1873.
84 Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 26 Ross = Κικέρων, De natura deorum I, 13, 33:
Aristotelesque in tertio de philosophia libro multa turbat a magistro (uno) [Platone] —thus A. J. Festugière 1949— dissentiens. Modo enim menti tribuit omnem divinitatem, modo mundum ipsum deum dicit esse, modo alium quendam praeficit mundo eique eas partes tribuit ut replicatione quadam mundi motum regat atque tueatur, tum caeli ardorem deum dicit esse…
«Ο Αριστοτέλης, στο τρίτο βιβλίο του έργου του Περὶ φιλοσοφίας, προκαλεί μεγάλη σύγχυση διαφωνώντας με τον διδάσκαλό του Πλάτωνα —σε ένα σημείο. Διότι άλλοτε αποδίδει όλη τη θεϊκότητα στον Νου, άλλοτε λέει ότι ο ίδιος ο κόσμος είναι θεός και άλλοτε τοποθετεί κάποιον άλλο θεό επάνω από τον κόσμο και του αποδίδει τον ρόλο να κυβερνά και να διατηρεί την κίνηση του κόσμου μέσω ενός είδους αναδρομικής περιστροφής. Έπειτα λέει ότι η θερμότητα του ουρανού είναι θεός […]» —μτφρ. W. D. Ross.
85 Αριστοτέλης, Φυσικά VIII, 10, 267b6–9· πρβλ. F. P. Hager, Der Geist und das Eine, 177.
86 Τέτοιες υποθέσεις υπάρχουν πολλές. Βλ. A. H. Chroust, Aristotle, τόμ. II, London 1973, 180 κ.ε., με τη σημείωση 46 κ.ε. στις σ. 399 κ.ε.
87 Πρβλ. Πολιτικός 269c5.
88 Βλ. Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 27d Ross = Κικέρων, Tusculanae disputationes I, 27, 66:
Nec vero deus ipse qui intelligitur a nobis alio modo intelligi potest nisi mens soluta omnia sentiens et movens ipsaque praedita motu sempiterno.
«Ούτε ο ίδιος ο θεός, όπως τον γνωρίζουμε, μπορεί να νοηθεί διαφορετικά παρά ως ένας χωριστός και ελεύθερος Νους, ο οποίος αισθάνεται και κινεί τα πάντα και είναι ο ίδιος προικισμένος με αιώνια κίνηση» —μτφρ. W. D. Ross.
89 Με αυτόν τον τρόπο κατανοώ τη λέξη uno στο κείμενο που παρατίθεται παραπάνω στη σημείωση 84, ακολουθώντας τον A. J. Festugière, La Révélation d’Hermès Trismégiste, τόμ. II: Le Dieu cosmique, Paris 1949, 243, και τον J. Pépin, Théologie cosmique, 140.
90 Η ανάλυσή μου για τη θεολογική αντίληψη του Περὶ κόσμου, με βάση την προοπτική που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, θα δημοσιευθεί στο άμεσο μέλλον.
Με χαρά αξιοποιώ αυτή την ευκαιρία για να εκφράσω την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου προς τρία πρόσωπα που επηρέασαν σημαντικά τις ακαδημαϊκές μου σπουδές.
Μεταξύ εκείνων που άσκησαν αυτή την επίδραση μέσω των παραδόσεων και της προσωπικής επικοινωνίας, αναφέρω τον καθηγητή δρα D. H. Th. Vollenhoven. Αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα το γεγονός ότι σήμερα μου ανατίθεται μέρος του έργου που είχε ανατεθεί σε εκείνον στο πανεπιστήμιο αυτό πριν από πενήντα χρόνια παρά έντεκα ημέρες.
Στον καθηγητή δρα G. J. de Vries, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησα τη διδακτορική μου διατριβή πριν από μερικά χρόνια, θα ήθελα να πω ότι αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για την προθυμία του, επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, να με βοηθά σε πολλά ζητήματα και να συζητά μαζί μου το έργο μου.
Θα ήθελα επίσης να αναφέρω με την ευκαιρία αυτή ότι τα βιβλία και τα άρθρα της καθηγήτριας δρος C. J. de Vogel είναι για μένα ανεκτίμητα. Ορισμένες από τις υποσημειώσεις αυτής της διαλέξεως δείχνουν ότι ενίοτε διαφωνώ μαζί της. Παρ’ όλα αυτά, θαυμάζω την κατανόησή της για τους αρχαίους φιλοσόφους και τον τρόπο με τον οποίο, ξεκινώντας από τη χριστιανική της θέση, αναδεικνύει τη σημασία των ερωτημάτων που εκείνοι έθεσαν.
Σε όσους ανήκουν στην κοινότητα της Faculteit der Letteren, και ιδιαίτερα της Subfaculteit der Klassieke taal- en letterkunde, θα ήθελα να αναφέρω τις ευχάριστες αναμνήσεις που διατηρώ από τα φοιτητικά μου χρόνια ανάμεσά τους. Φυσικά, προσβλέπω σε εξίσου γόνιμες επαφές υπό τις νέες αυτές συνθήκες.
Διαβεβαιώνω την Centrale Interfaculteit ότι η ευημερία της αποτελεί ειλικρινή μέριμνά μου. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι θεωρώ τον χρόνο που πρέπει να αφιερώνω στις διοικητικές υποθέσεις ως χρόνο κλεμμένο από τους αρχαίους, τη μελέτη των οποίων εκτιμώ ιδιαίτερα. Ένας φιλόσοφος θα προτιμούσε να μην είναι Άρχων, ούτε ακόμη και άλλων φιλοσόφων.
Ελπίζω πραγματικά ότι η φωτιά της εγκαρδιότητας και της κοινωνίας μέσα στο σπήλαιό μας, στον δέκατο τρίτο όροφο, θα εξακολουθήσει να καίει· ή μάλλον, η φωτιά του Πνεύματος, η οποία μας καθιστά ικανούς να επιτελούμε το έργο μας στην υπηρεσία του Θεού και του κόσμου Του.
Σας ευχαριστώ.
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη
Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον Α. P. Bos
Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ (συνέχεια)
Η θεολογία του Αριστοτέλη στις πρώιμες και στις ύστερες μορφές της
Πρέπει ασφαλώς να ρωτήσουμε ακόμη πώς αντιλαμβανόταν ο Αριστοτέλης εκείνο που στο πλατωνικό σύστημα κατείχε την ανώτατη βαθμίδα του είναι, δηλαδή τον Νου. Η ανάλυσή μου για τον Τίμαιο οδηγεί εύκολα στο ερώτημα αν και ο Αριστοτέλης θεωρούσε τις άφθαρτες ουράνιες θεότητες —τον ήλιο, τη σελήνη και τους πλανήτες— εκτελεστές ενός σχεδίου που είχε καθοριστεί με σοφία από μια θεότητα ακόμη ανώτερης τάξεως.
Από τα ύστερα συγγράμματά του είναι σαφές τουλάχιστον το εξής: ο Αριστοτέλης ανταποκρίθηκε σε τέτοιον βαθμό στην απαίτηση του Φαίδωνος, ώστε και γι’ αυτόν η Φύση εξαρτάται από έναν θείο Νου. Σύμφωνα με το δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών και το όγδοο βιβλίο των Φυσικών, τα πολλά ουράνια σώματα που περιστρέφονται στον κοσμικό χώρο υπερβαίνονται από έναν ύψιστο θείο Νου.
Είναι επίσης γνωστό ότι, τουλάχιστον στον χαμένο διάλογο Περὶ φιλοσοφίας, είχε αναπτυχθεί μια διδασκαλία περί του Νου.⁷⁷ Οι λεπτομέρειες αυτής της διδασκαλίας, ωστόσο, αποτελούν αντικείμενο έντονης συζητήσεως.
Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούσαν για τη θεολογία του Αριστοτέλη: η θεία πρόνοια, έλεγαν, εκτεινόταν σε ολόκληρη την ουράνια περιοχή μέχρι τη σελήνη· ο υποσελήνιος κόσμος δεν διατασσόταν άμεσα από τη θεία πρόνοια. Η πληροφορία αυτή μπορεί να κατανοηθεί ευκολότερα, αν θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με την αντίληψη του Αριστοτέλη, το υποσελήνιο αποτελεί την περιοχή των απολύτως «γήινων» στοιχείων και ότι αποκλείεται η διείσδυση σε αυτό μιας άυλης Ψυχής του Κόσμου, όπως συνέβαινε στον Πλάτωνα.
Η υπερσελήνια περιοχή, αντιθέτως, πρέπει να είχε ψυχοφυσικό χαρακτήρα. Η quinta essentia, η οποία συγκροτεί την ουράνια ουσία, πρέπει να παρουσιαζόταν ως το πέμπτο στοιχείο της Φύσεως, αλλά συγχρόνως και ως προσδιορισμένη από ψυχικές και αναλυτικές λειτουργίες. Ως τέτοια, φυσικά, μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι «μετέχει» στον ύψιστο θείο Νου, όπως ακριβώς στον Τίμαιο ο Πλάτων επιτρέπει στους «νεότερους θεούς» να μετέχουν στα σχέδια του Δημιουργού.
Το γεγονός ότι ο υποσελήνιος κόσμος δεν βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της θείας προνοίας πρέπει να θεμελιώνεται στην πεποίθηση, η οποία απαντά και στον Πλάτωνα, ότι ο Νους δεν έρχεται σε άμεση επαφή με το σώμα, αλλά χρειάζεται τη μεσολάβηση της ψυχής. Αν η τάξη μέσα στη Φύση είναι έλλογη, τότε μπορεί να πραγματωθεί μόνο μέσω εκτελεστών οι οποίοι διαθέτουν και οι ίδιοι νοητικές ικανότητες. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα από τα ύστερα συγγράμματά του, στο δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών, ο Αριστοτέλης συγκρίνει την κοσμική τάξη με ένα μεγάλο κτήμα, όπου ο κύριος αναθέτει καθήκοντα στα ελεύθερα μέλη της familia του —δηλαδή σε έλλογα όντα τα οποία κατανοούν το νόημα αυτών των καθηκόντων— και όχι στα ζώα ή στους δούλους, οι οποίοι επίσης θεωρούνται άλογοι.⁷⁸ Και εκεί, επομένως, η σταθερή τάξη συνδέεται με τα έλλογα όντα, ενώ η ενδεχομενική δραστηριότητα συνδέεται με τα άλογα.
Η παράδοση σχετικά με μια θεία πρόνοια στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη μπορεί να κατανοηθεί ως συνέχεια της πλατωνικής κοσμοθεολογίας. Το δεδομένο, ωστόσο, μιας περιορισμένης προνοίας αποδεικνύει ότι αυτή αναπτύχθηκε μέσα σε μια αντίληψη στην οποία η πλατωνική διδασκαλία περί μιας άυλης Ψυχής του Κόσμου είχε αντικατασταθεί από τη διδασκαλία περί ενός ψυχοφυσικού πέμπτου στοιχείου.
Στο πλαίσιο αυτό θα ήθελα να αναφέρω μια λαμπρή μελέτη του J. Pépin, ο οποίος περιγράφει το αριστοτελικό Περὶ φιλοσοφίας ως μια σύλληψη που παρουσιάζει τον κόσμο ως προϊόν μιας «έλλογης δημιουργίας» (création réfléchie).⁷⁹ Σύμφωνα με αυτή την άποψη, λοιπόν, η θεία σκέψη παράγει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άμεσα αποτελέσματα μέσα στην ορατή πραγματικότητα. Αν όμως συμβαίνει αυτό, πρέπει ακόμη να αποσαφηνιστεί η ακριβής σχέση μεταξύ αυτού του θείου Νου και των ουράνιων σφαιρών με τα άστρα και τους πλανήτες. Ανακύπτει το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης, κατά την πρώιμη αυτή φάση, θεωρούσε και τον Νου κατά κάποιον τρόπο ενδοκοσμική αρχή. Ή μήπως κατανοούσε ήδη τότε τον Νου ως μεταφυσική αρχή; Και αντιστοίχισε άραγε τη διαίρεση μεταξύ φυσικής και άυλης πραγματικότητας προς τη Φύση και τον Νου αντιστοίχως, αντί προς το Σώμα και την Ψυχή, όπως έκανε ο Πλάτων;
Ο Pépin υποστηρίζει ότι η αντίληψη του Περὶ φιλοσοφίας ήταν αρκετά διαφορετική από εκείνη των μεταγενέστερων Μεταφυσικών. Ακολουθώντας μελετητές όπως ο H. von Arnim και ο J. Moreau, υποστήριξε ότι στον διάλογο ο κοσμικός Νους ταυτίζεται με την εξώτατη σφαίρα της ουράνιας περιοχής, η οποία στο σύνολό της αποτελείται από το πέμπτο στοιχείο, τον αιθέρα.⁸⁰
Θα ήθελα να τροποποιήσω αυτή τη θέση με βάση τις ακόλουθες σκέψεις:
α) Στον Τίμαιο του Πλάτωνα, η εξώτατη ουράνια σφαίρα μετέχει επίσης στην Ψυχή του Κόσμου. Ασφαλώς διαθέτει την τελειότερη κίνηση που μπορεί να έχει οποιαδήποτε σωματική ουσία —εκείνη που μοιάζει περισσότερο με τη δραστηριότητα του νου και της διανοίας—, αλλά εξαιτίας της σωματικής της ποιότητας δεν μπορεί εξ ορισμού να ταυτίζεται με τον Νου.⁸¹ Μου φαίνεται ότι στον Τίμαιο διαδραματίζει κάποιον ρόλο το χαρακτηριστικά πλατωνικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο μια σφαιρική μορφή που περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της είναι πράγματι ταυτόσημη με τον εαυτό της, αλλά συγχρόνως «μετέχει στη μεταβολή», στον βαθμό που τα μέρη του συνόλου μεταβάλλουν διαρκώς θέση.
Αν ο Νους, ως ύψιστη αρχή ολόκληρης της πραγματικότητας, πρέπει να είναι απολύτως αμετάβλητος —και αυτό αποτελεί αναγκαιότητα για όποιον ακολουθεί συνειδητά τον Παρμενίδη—, τότε η θέση αυτού του Νου δεν μπορεί να είναι άλλη από το ακίνητο σημείο του άξονα της εξώτατης ουράνιας σφαίρας. Σύμφωνα με τον Πρόκλο, ορισμένοι πλατωνικοί απέδιδαν αυτή την άποψη στον ίδιο τον Πλάτωνα.⁸² Είναι συναρπαστικό να βλέπουμε ότι και πάλι υπάρχει μια αναλογική σχέση μεταξύ της περιστροφής του σημείου του άξονα —του Νου— και των κυκλικών τροχιών της ψυχής και της σφαίρας που περιβάλλει ολόκληρο τον κόσμο.⁸³
β) Στο Περὶ φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων, μιλούσε για μια οντότητα που βρίσκεται στην κορυφή ολόκληρης της πραγματικότητας και κυβερνά και διατηρεί την κίνηση ολόκληρου του κόσμου.⁸⁴ Ο Κικέρων, ο οποίος μας πληροφορεί σχετικά, προσθέτει τις αινιγματικές λέξεις replicatione quadam, προκειμένου να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο διατηρείται αυτή η κίνηση. Θα ήταν όμως εξαιρετικά παράξενο αν εννοούσε κάτι διαφορετικό από την οντότητα που εξηγεί επίσης την εξοχότερη κίνηση μέσα στον κόσμο, δηλαδή την κίνηση της εξώτατης ουράνιας σφαίρας —και η οποία, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την εξώτατη σφαίρα.
γ) Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, επειδή είναι τουλάχιστον βέβαιο ότι στην ύστερη αριστοτελική θεολογία ο ύψιστος θείος Νους διακρίνεται από την εξώτατη σφαίρα του αιθέρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός ο Νους, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρέπει να τοποθετείται κάπου στην περιφέρειά της.⁸⁵
Θα ολοκληρώσω αυτή τη συζήτηση σχετικά με τον Αριστοτέλη προτείνοντας δύο υποθέσεις:
Κατά την πρώιμη περίοδό του, ο Αριστοτέλης παρουσίαζε την ύψιστη θεότητα όχι ως ταυτόσημη με ολόκληρη την εξώτατη ουράνια σφαίρα, αλλά μάλλον ως το κεντρικό σημείο της, το οποίο κυριαρχεί επάνω στο σύνολο, και ως ουράνια ουσία ύψιστης καθαρότητας.⁸⁶
Το αινιγματικό replicatione quadam του Κικέρωνα δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά με κανέναν από τους τρόπους που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα.⁸⁷ Πρέπει να κατανοηθεί ως αναφορά στον θείο Νου, ο οποίος «επιστρέφει προς την ίδια του τη νόηση», κάτι για το οποίο ο Πλάτων χρησιμοποιεί επανειλημμένα τους όρους «ἐπιστροφή» και «ἐπιστρέφεσθαι». Πρέπει να συμπεράνουμε ότι στο Περὶ φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης θεωρούσε τους κύκλους που διαγράφουν οι ουράνιες σφαίρες ως χωρική προβολή της καθαρής, αυτάρκους θείας νοήσεως. Η replicatio, επομένως, είναι η αιώνια πνευματική κίνηση μέσω της οποίας η θεότητα προκαλεί per participationem —μέσω της μετοχής— κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο:⁸⁸ άμεσα, την ψυχικά προσδιορισμένη κίνηση των ουράνιων όντων και, έμμεσα, την κίνηση των γήινων στοιχείων.
Αυτό το μέρος της πρώιμης αντιλήψεως του Αριστοτέλη, το οποίο ως προς ουσιώδη σημεία είναι αντιπλατωνικό, διατηρεί έτσι ένα εξαιρετικά αξιοσημείωτο κατάλοιπο της πλατωνικής αναλογικής παραγωγής.
Η αποδοχή αυτών των δύο υποθέσεων παρουσιάζει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα. Πρώτον, φαίνεται να έχει βρεθεί ο «ελλείπων κρίκος» που καλύπτει το σαφώς εμφανές χάσμα μεταξύ της πλατωνικής διδασκαλίας περί προνοίας και της παραδοσιακά αριστοτελικής απόψεως του δωδέκατου βιβλίου των Μεταφυσικών. Εκεί η ύψιστη ἀρχή της Φύσεως παρουσιάζεται πράγματι ως Νους, αλλά φαίνεται να αποκλείεται κάθε άμεση σύνδεση μεταξύ αυτής της θείας νοήσεως και της Φύσεως, επειδή υποστηρίζεται, με πολύ μεγαλύτερη έμφαση απ’ ό,τι στην πρώιμη αριστοτελική αντίληψη, ένας ουσιώδης χωρισμός μεταξύ του άυλου Νου και της περιοχής των αιθέριων ουσιών.
Συγχρόνως μπορούμε να κατανοήσουμε ότι ο επικούρειος χαρακτήρας του Κικέρωνα, ο οποίος ασκεί κριτική στο αριστοτελικό Περὶ φιλοσοφίας, αναφέρεται σε ένα πραγματικό σημείο διαφοράς μεταξύ του Αριστοτέλη και του διδασκάλου του, δηλαδή στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης αποδίδει θεϊκότητα στον αιθέρα.⁸⁹
Μια τελευταία συνέπεια είναι ότι η θεολογική αντίληψη του έργου Περὶ κόσμου, σχετικά με τον συγγραφέα του οποίου οι μελετητές διαφωνούν, παρουσιάζει στενή συγγένεια με τις απόψεις των πρώιμων συγγραμμάτων του Αριστοτέλη.⁹⁰
Συμπεράσματα
Προσπάθησα να προσδιορίσω αν ο Αριστοτέλης, σε κάποια φάση της φιλοσοφικής του δραστηριότητας, άφησε ίχνη μιας διδασκαλίας περί θείας προνοίας, όπως υποστήριζαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Εξετάζοντας τις απόψεις του Πλάτωνα σχετικά με το θέμα, προσπάθησα πρώτα να δείξω ότι στην περίπτωσή του η πρόνοια πρέπει να κατανοηθεί —εντελώς διαφορετικά από οποιαδήποτε εκχριστιανισμένη αντίληψη— ως περιγραφή της παραγωγικότητας της θείας σκέψεως, η οποία ανυψώνεται στο επίπεδο της ἀρχῆς ολόκληρης της ψυχικής και σωματικής πραγματικότητας. Η πρόνοια, κατανοημένη με αυτόν τον τρόπο, συνδέεται στενά με την πλατωνική αναλογική παραγωγή των διαφορετικών βαθμίδων της πραγματικότητας από τον κόσμο της σκέψεως.
Επισημάνθηκε η απόρριψη από τον Αριστοτέλη της οντολογικής παραγωγής του Πλάτωνα. Διατηρεί όμως τον θείο Νου ως ἀρχή της Φύσεως. Στο πλαίσιο αυτό πιστεύω ότι ο Αριστοτέλης θα μπορούσε κάλλιστα να είχε μιλήσει για μια θεία πρόνοια ως έσχατο εξηγητικό θεμέλιο —όχι για το είναι της Φύσεως, αλλά για την αιώνια κίνηση και τάξη της. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει επίσης να αληθεύει ότι αποδεχόταν την αναλογική παραγωγή, τουλάχιστον όσον αφορά την παραγωγή της φυσικής κινήσεως από τη νοητική δραστηριότητα του Νου, μέσω της ψυχικά προσδιορισμένης κινήσεως των ουράνιων σωμάτων.
Ιδιαίτερα αυτό το πλατωνικό κατάλοιπο υπήρξε η αιτία σημαντικών προβλημάτων στη θεολογική του αντίληψη και πιθανότατα τον οδήγησε να εισαγάγει διορθώσεις, οι οποίες κατέληξαν τελικά στην άποψη που διατυπώνεται στο δωδέκατο βιβλίο των Μεταφυσικών.
Σημειώσεις:
77 Βλ. τις πληροφορίες που παρέχει ο Κικέρων στο De natura deorum I, 13, 33 (= Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 26 Ross), οι οποίες παρατίθενται παρακάτω στη σημείωση 84.
78 Μεταφυσικά XII, 10, 1075a18.
79 J. Pépin, Théologie cosmique et théologie chrétienne, Paris 1964, 502–513.
80 J. Pépin, Théologie cosmique et théologie chrétienne, 220. Βλ. επίσης J. Moreau, L’âme du monde, 125· Aristote et son école, Paris 1962, 24. Στο On the Elements, 133–138, ακολούθησα ως προς αυτή την άποψη τους Pépin και Moreau· επομένως, εδώ διορθώνω τον εαυτό μου.
81 Πλάτων, Τίμαιος 34a.
82 Πρβλ. Πλάτων, Θεαίτητος 181c κ.ε.
83 Βλ. Πρόκλος, In Rem Publicam commentaria II, 208–213 —έκδ. W. Kroll, 1901— και In Primum Euclidis Elementorum Librum Commentarii 90, 1 —έκδ. G. Friedlein, 1873.
84 Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 26 Ross = Κικέρων, De natura deorum I, 13, 33:
Aristotelesque in tertio de philosophia libro multa turbat a magistro (uno) [Platone] —thus A. J. Festugière 1949— dissentiens. Modo enim menti tribuit omnem divinitatem, modo mundum ipsum deum dicit esse, modo alium quendam praeficit mundo eique eas partes tribuit ut replicatione quadam mundi motum regat atque tueatur, tum caeli ardorem deum dicit esse…
«Ο Αριστοτέλης, στο τρίτο βιβλίο του έργου του Περὶ φιλοσοφίας, προκαλεί μεγάλη σύγχυση διαφωνώντας με τον διδάσκαλό του Πλάτωνα —σε ένα σημείο. Διότι άλλοτε αποδίδει όλη τη θεϊκότητα στον Νου, άλλοτε λέει ότι ο ίδιος ο κόσμος είναι θεός και άλλοτε τοποθετεί κάποιον άλλο θεό επάνω από τον κόσμο και του αποδίδει τον ρόλο να κυβερνά και να διατηρεί την κίνηση του κόσμου μέσω ενός είδους αναδρομικής περιστροφής. Έπειτα λέει ότι η θερμότητα του ουρανού είναι θεός […]» —μτφρ. W. D. Ross.
85 Αριστοτέλης, Φυσικά VIII, 10, 267b6–9· πρβλ. F. P. Hager, Der Geist und das Eine, 177.
86 Τέτοιες υποθέσεις υπάρχουν πολλές. Βλ. A. H. Chroust, Aristotle, τόμ. II, London 1973, 180 κ.ε., με τη σημείωση 46 κ.ε. στις σ. 399 κ.ε.
87 Πρβλ. Πολιτικός 269c5.
88 Βλ. Περὶ φιλοσοφίας, απόσπ. 27d Ross = Κικέρων, Tusculanae disputationes I, 27, 66:
Nec vero deus ipse qui intelligitur a nobis alio modo intelligi potest nisi mens soluta omnia sentiens et movens ipsaque praedita motu sempiterno.
«Ούτε ο ίδιος ο θεός, όπως τον γνωρίζουμε, μπορεί να νοηθεί διαφορετικά παρά ως ένας χωριστός και ελεύθερος Νους, ο οποίος αισθάνεται και κινεί τα πάντα και είναι ο ίδιος προικισμένος με αιώνια κίνηση» —μτφρ. W. D. Ross.
89 Με αυτόν τον τρόπο κατανοώ τη λέξη uno στο κείμενο που παρατίθεται παραπάνω στη σημείωση 84, ακολουθώντας τον A. J. Festugière, La Révélation d’Hermès Trismégiste, τόμ. II: Le Dieu cosmique, Paris 1949, 243, και τον J. Pépin, Théologie cosmique, 140.
90 Η ανάλυσή μου για τη θεολογική αντίληψη του Περὶ κόσμου, με βάση την προοπτική που σκιαγραφήθηκε παραπάνω, θα δημοσιευθεί στο άμεσο μέλλον.
Με χαρά αξιοποιώ αυτή την ευκαιρία για να εκφράσω την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου προς τρία πρόσωπα που επηρέασαν σημαντικά τις ακαδημαϊκές μου σπουδές.
Μεταξύ εκείνων που άσκησαν αυτή την επίδραση μέσω των παραδόσεων και της προσωπικής επικοινωνίας, αναφέρω τον καθηγητή δρα D. H. Th. Vollenhoven. Αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα το γεγονός ότι σήμερα μου ανατίθεται μέρος του έργου που είχε ανατεθεί σε εκείνον στο πανεπιστήμιο αυτό πριν από πενήντα χρόνια παρά έντεκα ημέρες.
Στον καθηγητή δρα G. J. de Vries, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησα τη διδακτορική μου διατριβή πριν από μερικά χρόνια, θα ήθελα να πω ότι αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για την προθυμία του, επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, να με βοηθά σε πολλά ζητήματα και να συζητά μαζί μου το έργο μου.
Θα ήθελα επίσης να αναφέρω με την ευκαιρία αυτή ότι τα βιβλία και τα άρθρα της καθηγήτριας δρος C. J. de Vogel είναι για μένα ανεκτίμητα. Ορισμένες από τις υποσημειώσεις αυτής της διαλέξεως δείχνουν ότι ενίοτε διαφωνώ μαζί της. Παρ’ όλα αυτά, θαυμάζω την κατανόησή της για τους αρχαίους φιλοσόφους και τον τρόπο με τον οποίο, ξεκινώντας από τη χριστιανική της θέση, αναδεικνύει τη σημασία των ερωτημάτων που εκείνοι έθεσαν.
Σε όσους ανήκουν στην κοινότητα της Faculteit der Letteren, και ιδιαίτερα της Subfaculteit der Klassieke taal- en letterkunde, θα ήθελα να αναφέρω τις ευχάριστες αναμνήσεις που διατηρώ από τα φοιτητικά μου χρόνια ανάμεσά τους. Φυσικά, προσβλέπω σε εξίσου γόνιμες επαφές υπό τις νέες αυτές συνθήκες.
Διαβεβαιώνω την Centrale Interfaculteit ότι η ευημερία της αποτελεί ειλικρινή μέριμνά μου. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι θεωρώ τον χρόνο που πρέπει να αφιερώνω στις διοικητικές υποθέσεις ως χρόνο κλεμμένο από τους αρχαίους, τη μελέτη των οποίων εκτιμώ ιδιαίτερα. Ένας φιλόσοφος θα προτιμούσε να μην είναι Άρχων, ούτε ακόμη και άλλων φιλοσόφων.
Ελπίζω πραγματικά ότι η φωτιά της εγκαρδιότητας και της κοινωνίας μέσα στο σπήλαιό μας, στον δέκατο τρίτο όροφο, θα εξακολουθήσει να καίει· ή μάλλον, η φωτιά του Πνεύματος, η οποία μας καθιστά ικανούς να επιτελούμε το έργο μας στην υπηρεσία του Θεού και του κόσμου Του.
Σας ευχαριστώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου