Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 6

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 6


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις κ το ρωσικο π το δίου το συγγραφέως κα το ερομ. Ζαχαρίου

Συνέχεια από 1. Σεπτεμβρίου 2026

Β΄

ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (συνέχεια)

Από τους Βίους των Αγίων, από τα ασκητικά συγγράμματα των Πατέρων, από τις συνομιλίες με πνευματικούς και με άλλους σύγχρονούς του ασκητές του Αγίου Όρους, ο νεαρός μοναχός διδασκόταν βαθμιαία μια τελειότερη ασκητική πράξη, ενώ συγχρόνως βρισκόταν σε έναν αγώνα που σε πολλούς θα φαινόταν εντελώς αδύνατος.

Ο ύπνος του, όπως και προηγουμένως, εξακολουθούσε να είναι διακεκομμένος, σε διαστήματα δεκαπέντε έως είκοσι λεπτών, συνολικά περίπου από μιάμιση έως δύο ώρες το εικοσιτετράωρο. Δεν ξάπλωνε σε κρεβάτι, αλλά κοιμόταν καθισμένος σε ένα σκαμνί. Την ημέρα κοπίαζε ως εργάτης· καρτερούσε στην εργασία της εσωτερικής υπακοής, δηλαδή στην αποκοπή του δικού του θελήματος· διδασκόταν, όσο ήταν δυνατόν, την πλήρη παράδοση του εαυτού του στο θέλημα του Θεού· εγκρατευόταν στην τροφή, στις συνομιλίες, στις κινήσεις· προσευχόταν για πολλή ώρα με τη νοερά εργασία της ευχής του Ιησού, έργο εξαιρετικά δύσκολο, που κυριολεκτικά συντρίβει όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις.

Και όμως, παρά την άσκησή του, το φως της χάριτος πολλές φορές τον εγκατέλειπε και πλήθη δαιμόνων τον περικύκλωναν κατά τη νύχτα.

Η εναλλαγή των καταστάσεων —άλλοτε επισκέψεις της χάριτος και άλλοτε εγκατάλειψη και δαιμονικές προσβολές— δεν έμενε άκαρπη. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της εναλλαγής, η ψυχή του μοναχού Σιλουανού βρισκόταν σε συνεχή εσωτερική μέριμνα, επαγρύπνηση και ένθερμη αναζήτηση διεξόδου.

Η αδιάλειπτη προσευχή και η νοερά νήψη, την οποία διδάχθηκε με την ιδιαίτερη υπομονή και ανδρεία που τον χαρακτήριζαν, άνοιξαν μπροστά του νέους ορίζοντες πνευματικής γνώσης και του έδωσαν νέα όπλα για τον αγώνα εναντίον των παθών.

Ο νους του όλο και συχνότερα έβρισκε μέσα στην καρδιά εκείνο «το σημείο της προσοχής», το οποίο του έδινε τη δυνατότητα να παρακολουθεί όσα συνέβαιναν στον εσωτερικό κόσμο της ψυχής. Η σύγκριση των καταστάσεων και των βιωμάτων του τον οδηγούσε σε καθαρότερη αντίληψη όσων τελούνταν μέσα του. Άρχισε να γεννιέται η αληθινή πνευματική γνώση.

Αποκτούσε τη διάκριση του τρόπου με τον οποίο πλησιάζουν αθόρυβα οι λογισμοί των διαφόρων παθών και του τρόπου με τον οποίο ενεργεί η χάρη. Ο Σιλουανός εισερχόταν πλέον στη ζωή του συνετού ασκητή και συνειδητοποιούσε ότι το κύριο νόημα της άσκησης συνίσταται στην απόκτηση της χάριτος.

Έτσι, το ερώτημα πώς ενεργεί η χάρη, πώς διαφυλάσσεται από τον άνθρωπο —ο οποίος είδε το φως του άναρχου Είναι, γεύθηκε το πλήρωμα της χαράς και την ανέκφραστη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού— και γιατί και για ποιον σκοπό η χάρη εγκαταλείπει την ψυχή, έγινε ένα από τα βασικά και κεφαλαιώδη μελήματα της ζωής του.

Στον αγώνα για τη διαφύλαξη της χάριτος ο μοναχός Σιλουανός έφτασε σε μέτρα που σε ανθρώπους άλλου τύπου θα φαίνονταν υπερβολικά σκληρά και ίσως θα μπορούσαν ακόμη να γεννήσουν τη σκέψη ότι μια τέτοια ασπλαχνία προς τον εαυτό του αποτελεί διαστροφή του Χριστιανισμού. Αυτό βέβαια δεν είναι σωστό.

Μια ψυχή που γνώρισε τον Θεό, υψώθηκε στη θεωρία του κόσμου του αιώνιου φωτός και κατόπιν έχασε αυτή τη χάρη, βρίσκεται σε μια κατάσταση την οποία όποιος δεν τη γνώρισε στον ίδιο βαθμό δεν μπορεί καθόλου να φανταστεί. Το μαρτύριο και η οδύνη αυτής της ψυχής είναι άφατα· αισθάνεται έναν ιδιαίτερο μεταφυσικό πόνο.

Για τον άνθρωπο που βίωσε την απερίγραπτη γλυκύτητα της αγάπης του Θεού, τίποτε πλέον δεν μένει σε αυτόν τον κόσμο ικανό να τον γοητεύσει ή να τον πλανήσει. Από μια άποψη, η επίγεια ζωή γίνεται γι’ αυτόν καταθλιπτικό φορτίο, και με κλάμα ζητά πάλι εκείνη τη ζωή την οποία πριν από λίγο είχε αγγίξει.

Ένας άνδρας που έχασε τη γυναίκα του, μια ύπαρξη που αγαπούσε θερμά και βαθιά, ή μια μητέρα που στερήθηκε τον μονογενή και αγαπημένο γιο της, μόνο εν μέρει μπορούν να συλλάβουν την οδύνη εκείνου που έχασε τη χάρη· γιατί η αγάπη του Θεού, ως προς τη δύναμη, την αξία και τη γλυκύτητά της, το ασύγκριτο κάλλος και την εξουσία της, υπερβαίνει απείρως κάθε άλλη ανθρώπινη αγάπη.

Γι’ αυτό ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει για εκείνους που έχασαν τη χάρη ότι η βάσανός τους υπερβαίνει τα βάσανα των καταδικασμένων σε θάνατο και το πένθος τους το πένθος εκείνων που θρηνούν «π νεκρούς».

Το μέγεθος της απώλειας και οι οδύνες που συνδέονται με αυτήν ωθούν σε μεγάλους αγώνες. Αναλογιστείτε το μαρτύριο της αγωνιζόμενης ψυχής, η οποία φτάνει μέχρι την εξάντληση των δυνάμεών της και όμως δεν κατορθώνει να επιτύχει αυτό που ποθεί. Η χάρη μόνο κατά καιρούς και για λίγο μαρτυρεί την εγγύτητά της και ύστερα πάλι απομακρύνεται.

Η ψυχή υποφέρει βαριά από το σκοτάδι της θείας εγκατάλειψης· ο νους, παρά τον δύσκολο άθλο της αδιάλειπτης εσωτερικής προσευχής, σκοτίζεται και βλέπει δαίμονες. Τις νύχτες συχνά έρχονται και ενοχλούν τον μοναχό, προσπαθώντας να τον αποσπάσουν από την προσευχή ή τουλάχιστον να μην τον αφήσουν να προσεύχεται καθαρά.

Πολλά πράγματα παραμένουν ασαφή· από τα πολλά οδυνηρά παθήματα της καρδιάς ο μοναχός θρηνεί, η ψυχή αναζητεί με πόνο τον Θεό, αλλά γύρω της δεν βρίσκει τίποτε άλλο παρά μόνο σκοτεινούς, αναιδείς, χυδαίους, κακούς και αποκρουστικούς δαίμονες.

«Σ δέ, Κύριε, ως πότε... να τί με γκατέλιπες»;

Η μεγάλη και ασύγκριτη πείρα των Πατέρων μας, από γενεά σε γενεά, έδειξε ότι σχετικά πολλοί αξιώθηκαν επισκέψεων της χάριτος στην αρχή της στροφής τους προς τον Θεό, αλλά μόνο λίγοι υπέμειναν εκείνον τον αγώνα που είναι απολύτως απαραίτητος, ώστε ο ασκητής να επανακτήσει πλέον εν επιγνώσει τη χάρη της οποίας είχε αξιωθεί.

Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους πρέπει να καταταχθεί και ο Σιλουανός. Οι λέξεις δεν μπορούν να αποδώσουν την αγωνία ούτε μιας μόνο νύχτας του αγώνα μιας ψυχής εγκαταλειμμένης από τη χάρη, ενώ εκείνος πέρασε ολόκληρα χρόνια μέσα σε αυτόν.

Θυμόμαστε ότι ο Γέροντας, ο οποίος γενικά δεν αγαπούσε να μιλά για τον εαυτό του, είπε:

«Αν ο Κύριος δεν μου είχε δώσει από την αρχή να γνωρίσω το άμετρο της αγάπης Του προς τον άνθρωπο, δεν θα μπορούσα να υπομείνω ούτε μία τέτοια νύχτα· και όμως πέρασα πλήθος από αυτές».

Δεκαπέντε χρόνια είχαν περάσει από την ημέρα της εμφάνισης του Κυρίου σε αυτόν. Και να, σε μία από εκείνες τις μαρτυρικές νυχτερινές μάχες με τους δαίμονες, όταν, παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορούσε να προσευχηθεί καθαρά, ο Σιλουανός σηκώθηκε από το σκαμνί για να κάνει μετάνοιες· αλλά είδε μπροστά του μια γιγαντιαία μορφή δαίμονα, που στεκόταν μπροστά στην εικόνα και περίμενε να δεχθεί ο ίδιος την προσκύνηση. Το κελλί ήταν γεμάτο δαιμόνια. Ο Σιλουανός κάθισε πάλι στο σκαμνί και, σκύβοντας το κεφάλι, με οδύνη καρδιάς είπε την προσευχή:

«Κύριε, βλέπεις ότι θέλω να προσευχηθώ με καθαρό νου, αλλά οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω για να μη με ενοχλούν».

Και άκουσε μέσα στην ψυχή του την απάντηση:

«Ο περήφανοι πάντοτε οτως ποφέρουν κ τν δαιμόνων».

«Κύριε, δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω, για να ταπεινωθεί η ψυχή μου», λέει ο Σιλουανός.

Και πάλι ήρθε από τον Θεό η απάντηση μέσα στην καρδιά του:

«Κράτει τν νον σου ες τν δην, κα μ πελπίζου».

Αυτή η σύντομη συνομιλία με τον Θεό μέσα στην προσευχή υπήρξε ένα νέο και εξαιρετικά σημαντικό γεγονός στη ζωή του Σιλουανού.

Το μέσο ήταν ασυνήθιστο, ακατάληπτο και, φαινομενικά, σκληρό· εκείνος όμως το δέχθηκε με χαρά και ευγνωμοσύνη. Η καρδιά του αισθάνθηκε ότι ο Κύριος τον ελεούσε και ότι ο Ίδιος τον χειραγωγούσε.

Το να κρατά τον εαυτό του στον άδη δεν ήταν για τον Σιλουανό κάτι νέο. Πριν από την εμφάνιση του Κυρίου σε αυτόν, είχε ήδη παραμείνει εκεί. Το καινούργιο στη θεία υπόδειξη ήταν το «κα μ πελπίζου».

Προηγουμένως είχε φτάσει μέχρι το σημείο της απελπισίας. Τώρα, πάλι, ύστερα από πολλά χρόνια βαριού αγώνα και συχνών εγκαταλείψεων, είχε βιώσει ώρες που, αν δεν ήταν ακριβώς απελπισία, πάντως πλησίαζαν πολύ σε αυτήν. Η μνήμη του Κυρίου που είχε δει τον φύλαγε από την έσχατη απόγνωση, αλλά τα παθήματα από την απώλεια της χάριτος παρέμεναν εξίσου οδυνηρά.

Στην πραγματικότητα, αυτό που ζούσε ήταν επίσης μια μορφή απελπισίας, αλλά διαφορετική από την πρώτη. Κατά τη διάρκεια τόσων ετών, παρά τους μόχθους που έφταναν μέχρι τα έσχατα όρια των δυνάμεών του, δεν είχε κατορθώσει να πετύχει αυτό που ποθούσε· και γι’ αυτό είχε χάσει την ελπίδα ότι θα το πετύχαινε ποτέ.

Όταν, ύστερα από επίπονο αγώνα στην προσευχή, σηκώθηκε από το σκαμνί για να κάνει μετάνοιες στον Θεό και είδε μπροστά του έναν δαίμονα να περιμένει να δεχθεί λατρεία, τότε η ψυχή του πόνεσε βαθιά. Και να, ο Ίδιος ο Κύριος τού έδειξε την οδό προς την καθαρή προσευχή.

Αναγνωρίζουμε ότι κάθε απόπειρα να διατυπωθεί με λόγια ένα βαθύ πνευματικό γεγονός είναι ανεπαρκής. Επειδή όμως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, καταφεύγουμε σε ό,τι μας είναι προσιτό.

Σε τι λοιπόν συνίσταται η ουσία της υπόδειξης του Θεού προς τον πατέρα Σιλουανό;

Στο ότι από τότε αποκαλύφθηκε στην ψυχή του —και όχι αφηρημένα ή διανοητικά, αλλά υπαρξιακά— ότι ρίζα όλων των αμαρτιών και σπόρος του θανάτου είναι η υπερηφάνεια· ότι ο Θεός είναι ταπείνωση.

Γνώρισε ότι εκείνη η ανέκφραστα γλυκιά και μεγάλη ταπείνωση του Χριστού, την οποία είχε βιώσει κατά τη στιγμή της Εμφάνισης, είναι αναφαίρετο ιδίωμα της Θείας αγάπης, του Θείου Είναι.

Γι’ αυτό, όποιος επιθυμεί να ενωθεί με τον Θεό πρέπει να ενδυθεί την ταπείνωση. Από τότε γνώρισε αληθινά ότι ολόκληρος ο αγώνας πρέπει να κατευθύνεται προς την απόκτηση της ταπείνωσης.

Τώρα η ψυχή του Σιλουανού πανηγυρίζει, πανηγυρίζει με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, άγνωστο στους υιούς του αιώνα τούτου. Του δόθηκε να γνωρίσει το μεγάλο μυστήριο του Είναι, να το γνωρίσει οντολογικά.

Ω, πόσο ελεήμων είναι ο Κύριος! Αποκαλύπτει τα θεία μυστήρια στον ταπεινό δούλο Του και τον διδάσκει τις οδούς της αιώνιας ζωής! Από τώρα και στο εξής ο Σιλουανός, με όλες τις δυνάμεις της ψυχής του, θα βαδίζει την οδό που ο Ίδιος ο Θεός τού υπέδειξε.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: