Συνέχεια από Παρασκευή 28. Αυγούστου 2026
Ιστορία και Πνεύμα 11
Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη
Του Henri de Lubac
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)
4. Η σοφία και ο σταυρός
Πόσο ωχρή τού φαίνεται, μπροστά σε αυτούς τους θησαυρούς της θείας γνώσεως, από τους οποίους αντλεί με τα δυο του χέρια, η ανθρώπινη σοφία των φιλοσόφων! 217 Δεν θα βρει κανείς σε αυτόν αναπτύξεις ανάλογες με εκείνες που αφιέρωνε ο Κλήμης, στο πρώτο βιβλίο των Στρωματέων του, στον έπαινο της φιλοσοφίας. 218
Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν αποδέχεται καμία χρήση των κοσμικών επιστημών στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής διδασκαλίας: τα σκύλα των Αιγυπτίων αποτελούν νόμιμη λεία! Δεν δημιούργησε ο ίδιος αυτή τη μεταφορά, η οποία επρόκειτο να γίνει περίφημη, αλλά την οικειοποιήθηκε. 219 Όταν αναλογιστούμε ότι πρόκειται να επανεμφανιστεί κάτω από τη γραφίδα όχι μόνο ενός Αλκουίνου ή ενός Ιωάννη Σκώτου, αλλά και ενός Πέτρου Δαμιανού 220 και ακόμη και ενός Γρηγορίου Θ΄, 221 είμαστε λιγότερο διατεθειμένοι να διακρίνουμε σε αυτήν ένα μανιφέστο αχαλίνωτου διανοητικισμού!
Ας παρατηρήσουμε, επιπλέον, ότι αυτά τα «σκύλα» αποκτούν αξία μόνο όταν μεταφερθούν στην Αγία Γη, για την οικοδόμηση της Σκηνής του Μαρτυρίου· εκείνος, αντιθέτως, που κατεβαίνει στην Αίγυπτο για να επιδοθεί στις κοσμικές επιστήμες διατρέχει μεγάλους κινδύνους. Εάν παραμείνει εκεί, όπως έκανε ο Αδέρ ο Ιδουμαίος, εάν παρασυρθεί από τη φιλοσοφία, δεν θα επιστρέψει παρά μόνο για να διαφθείρει την πίστη και να διαρρήξει την ενότητα των αδελφών του. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαφεύγουν αυτή την καταστροφή! 222
Ωστόσο, οι επιστήμες αυτές έχουν επίσης έναν προπαιδευτικό ρόλο.
Εάν κάποιος είναι ικανός να δεχθεί αληθινή μόρφωση, είναι επιθυμητό να «δανειστεί από την ελληνική φιλοσοφία τον κύκλο των γνώσεων που είναι κατάλληλες να χρησιμεύσουν ως εισαγωγή στον χριστιανισμό»· ορισμένες «γνώσεις γεωμετρίας και αστρονομίας», για παράδειγμα, θα του είναι εξίσου «χρήσιμες για την ερμηνεία των ιερών Βιβλίων». 223
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο απολογητής θα μιμηθεί τους πατριάρχες, οι οποίοι δεν φοβούνταν να συνάπτουν ενώσεις με παλλακίδες και ξένες γυναίκες, αλλά σε προχωρημένη ηλικία και με σκοπό την απόκτηση αγνών απογόνων. Έτσι θα χρησιμοποιήσει προς όφελος της διδασκαλίας του «τη φιλολογία, τη γραμματική, τη γεωμετρία, την αριθμητική και τη διαλεκτική».
«Και εάν παρόμοιες ενώσεις μάς οδηγούν να εκθέτουμε τις ιδέες μας, να συζητούμε, να ανασκευάζουμε τους αντιλέγοντες και, με αυτή την ευκαιρία, να μπορούμε να μεταστρέψουμε ορισμένους από αυτούς στην πίστη· και εάν, χρησιμοποιώντας τις δικές τους μεθόδους καλύτερα από εκείνους, τους πείθουμε να δεχθούν την αληθινή φιλοσοφία του Χριστού και την αληθινή ευσέβεια προς τον Θεό, τότε θα μπορεί κανείς να πει ότι αποκτήσαμε τέκνα από τη διαλεκτική ή τη ρητορική, όπως από μια ξένη γυναίκα ή μια παλλακίδα». 224
Και όπως ακριβώς ο Μωυσής άκουσε τις συμβουλές του πεθερού του Ιοθόρ, ιερέα ενός ξένου θεού, έτσι και «αν τύχει να βρούμε στο στόμα κάποιου ειδωλολάτρη κάποιον σοφό λόγο, δεν θα τον περιφρονήσουμε αμέσως εξαιτίας εκείνου που τον είπε· διότι δεν αρμόζει, με το πρόσχημα ότι έχουμε λάβει από τον Θεό έναν Νόμο, να φουσκώνουμε από υπερηφάνεια και να περιφρονούμε τους λόγους των σοφών· αλλά, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου, πρέπει να τα εξετάζουμε όλα και να κρατούμε το καλό 225». Σε κάθε περίπτωση, ποτέ δεν θα χρησιμοποιούμε τις διδασκαλίες του κόσμου αυτού χωρίς προηγουμένως να τις έχουμε καθάρει, χωρίς να έχουμε αφαιρέσει από αυτές καθετί που είναι άγονο και νεκρό 226. Διότι, αν κάθε γνώση έρχεται άνωθεν, δηλαδή από τον Θεό, δεν υπάρχει καμία που να μην έχει διαφθαρεί, περισσότερο ή λιγότερο, από την κακία των ανθρώπων ή των δαιμόνων 227.
Αναμφίβολα, δίπλα στα ψεύδη της, «η ελληνική φιλοσοφία» περιέχει και στοιχεία αληθείας που δεν είναι ευκαταφρόνητα, και ο άγιος Παύλος «διέκρινε στους λόγους της σοφίας του κόσμου μια φανερή μεγαλοπρέπεια»· όμως αυτό ακριβώς τον οδηγούσε τελικά να τους κρίνει ακόμη περισσότερο απατηλούς και μάταιους 228. Αν εξετάσουμε συνολικά όσα διδάσκει η φιλοσοφία, είτε ελληνική είτε βαρβαρική, θα αναγνωρίσουμε ότι κάθε φορά που βρίσκεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Χριστού, είναι μωρία 229.
Πρέπει λοιπόν πάντοτε αυτές οι «ξένες διδασκαλίες» να «υποτάσσονται και να κρατούνται υπό πλήρη έλεγχο 230». Ο Ωριγένης γνωρίζει ότι αυτό είναι δύσκολο: «Έχοντας κατανοήσει τούτο από την ίδια μου την πείρα, μπορώ και εγώ να πω ότι εξαιρετικά σπάνιος είναι εκείνος που κατόρθωσε να πάρει από την Αίγυπτο τα χρήσιμα αντικείμενά της, έπειτα να εξέλθει από αυτήν, και στη συνέχεια να διαθέσει αυτά τα αντικείμενα για τη λατρεία του Θεού 231».
Για να μην αιφνιδιαστεί κανείς, πρέπει πάντοτε να θυμάται ότι, όπως άλλοτε ο Ισαάκ και ο Αβιμέλεχ, έτσι και η φιλοσοφία και η πίστη άλλοτε βρίσκονται σε ειρήνη και άλλοτε σε πόλεμο, και ότι τίποτε δεν πρέπει να γίνεται δεκτό από την πρώτη, αν προηγουμένως δεν έχει εξακριβωθεί η συμφωνία του με τη δεύτερη 232.
Ακόμη συχνότερα, ο Ωριγένης προειδοποιεί για τους κινδύνους της φιλοσοφίας. Καταδικάζει χωρίς διακρίσεις τη «σοφία των αρχόντων του κόσμου τούτου», η οποία δεν είναι απλώς μια ψευδής γνώση 233, αλλά είναι κατά βάθος διεστραμμένη· συνίσταται κυρίως στη μαγεία και στη μαντεία, «στα μυστικά των Αιγυπτίων, στην απόκρυφη φιλοσοφία, στην αστρολογία των Χαλδαίων και των Ινδών, στις αναρίθμητες γνώμες των Ελλήνων σχετικά με τη θεότητα 234». Καμία συμβιβαστική συνεννόηση δεν είναι δυνατή μαζί της 235. Είναι η σοφία εκείνων που συνωμότησαν εναντίον του Κυρίου και Τον σταύρωσαν 236.
Όσο για τη «σοφία του κόσμου τούτου», η οποία συνίσταται στις κοσμικές επιστήμες και τέχνες —«ποίηση, γραμματική, γεωμετρία, ρητορική, μουσική και ίσως ιατρική»—, είναι και αυτή επικίνδυνη, έτσι όπως πράγματι παρουσιάζεται. Χωρίς να είναι ριζικά κακή, έχει γίνει όργανο ενεργείας των δαιμόνων 237, και το πνεύμα της είναι πλέον αντίθετο προς τον Ιησού Χριστό. Ξένη σοφία, την οποία ο Θεός διασκορπίζει 238. «Πλούτος αμαρτωλών 239». Αντιτίθεται στη θεία σοφία, όπως το πνεύμα του κόσμου αντιτίθεται στο Πνεύμα του Θεού 240. Οι οπαδοί της επιχειρούν να ανατρέψουν το Ευαγγέλιο με τα τεχνάσματα της διαλεκτικής τους 241.
Ο Ωριγένης τη συγκρίνει με τα ειδωλόθυτα που καταδικάζει ο Απόστολος, με το «ζύμη των Φαρισαίων» για το οποίο ο Ιησούς προειδοποιούσε τους μαθητές Του 242, με τη ράβδο χρυσού που έκλεψε ο Αχάν στην Ιεριχώ, παρά την εντολή του Ιησού του Ναυή: αντικείμενο καταραμένο, που γοητεύει με τη λαμπρή του ομορφιά και μολύνει ολόκληρη τη σύναξη 243. Την κατηγορεί ότι διαφθείρει την πίστη με τα σοφίσματά της, όπως η Εύα εξαπατήθηκε από την πανουργία του όφεως 244· ότι εξαπατά τον σοφό άνθρωπο με την ποικιλία των θέσεών της, όπως ο Σολομών εξαπατήθηκε από τις γυναίκες του 245. Παρατηρεί ότι αφήνει πάντοτε όσους την ακολουθούν μέσα στην αβεβαιότητα και την αμφιβολία και ότι, όπως η σύζυγος του Αβιμέλεχ και οι δούλες της, παραμένει άκαρπη έως ότου έρθει ο Θεός να τη θεραπεύσει 246.
«Μην αγγίζεις», λέει, «τις διεστραμμένες διδασκαλίες, μην επιθυμείς τα απατηλά εδέσματα της φιλοσοφίας, που σε απομακρύνουν από την αλήθεια· αυτό είναι η νηστεία που ευαρεστεί τον Θεό 247». Βεβαίως, δεν αρνείται τη χρήση τέτοιων τροφών «σε εκείνους που έχουν λάβει την πλήρη γνώση της αληθείας»· γι’ αυτό και η γλώσσα και η μέθοδός του θα είναι διαφορετικές όταν απευθύνεται σε μια μικρή ομάδα θερμών και καλλιεργημένων μαθητών, και διαφορετικές όταν απευθύνεται στη μάζα του χριστιανικού λαού. Δεν υπάρχει εδώ τίποτε παράλογο· σε αυτό θα συμφωνούσαν όλοι οι έμπειροι παιδαγωγοί. Πράγματι, οι κίνδυνοι, όπως και οι ανάγκες, δεν είναι οι ίδιοι στις δύο περιπτώσεις, και ό,τι στη μία περίπτωση είναι ωφέλιμο θα μπορούσε στην άλλη να αποβεί θανάσιμο. Θα πρέπει λοιπόν πάντοτε να φροντίζουμε «να μην πληγώνουμε εκείνους που έχουν ακόμη μικρή μόρφωση εν Χριστώ» και οι οποίοι θα μπορούσαν να παγιδευθούν 248.
Κατά βάθος, φιλοδοξία του Ωριγένη είναι να «ταπεινώσει την υπερήφανη αξίωση της ελληνικής ευγλωττίας», ώστε να κλίνει τον νου «προς την ταπείνωση και την απλότητα της θεοπνεύστου γλώσσας 249». Οι ποιητές είναι γι’ αυτόν οι βάτραχοι της δεύτερης πληγής της Αιγύπτου, διότι, όπως το ζώο αυτό δεν χρησιμεύει παρά για να παράγει άχρηστους και ενοχλητικούς ήχους, έτσι κι εκείνοι δεν χρησιμεύουν παρά για να εισάγουν στον κόσμο κάθε λογής μυθώδεις πλάνες μέσω της κενής και πομπώδους αρμονίας τους.
Όσο για τη διαλεκτική, του φαίνεται ακόμη χειρότερη· θα μπορούσε μάλλον να συγκριθεί με τα κουνούπια: «διατρυπά τις ψυχές με τα λεπτά της βέλη και τις τυλίγει με τόση επιδεξιότητα στα δίχτυα της, ώστε εκείνος που υποφέρει επειδή εξαπατάται ούτε βλέπει ούτε κατανοεί την αιτία της πλάνης του 250».
Οι σχέσεις του Χριστιανού με «τα δόγματα των ασεβών και τους συλλογισμούς των φιλοσόφων» πρέπει πρωτίστως να νοούνται υπό τη μορφή ενός αγώνα· οι «διαλεκτικοί του αιώνος τούτου» πρέπει να προσβάλλονται μέσα στις «πόλεις του ψεύδους» τους με τον πολιορκητικό κριό της αληθείας, και κάθε Χριστιανός οφείλει να συμμετέχει στον ιερό πόλεμο με την επιμελή μελέτη του θείου νόμου και με τη φροντίδα να συμμορφώνει προς αυτόν την καρδιά του 251.
Όσο περισσότερο ο Χριστιανός πλησιάζει προς την τελειότητα, δηλαδή, όσο εξαρτάται από τον ίδιο, προς τη συντέλεια του αιώνος, τόσο περισσότερο πρέπει να αποκρούει τις επιθέσεις της φιλοσοφίας, όπως και εκείνες της αιρέσεως, οι οποίες γίνονται βιαιότερες εναντίον του, όπως θα γίνουν βιαιότερες και εναντίον ολόκληρης της Εκκλησίας όσο πλησιάζει το τέλος των χρόνων 252.
Η Αίγυπτος κατά την πνευματική έννοια, η οποία είναι η χώρα των ξένων και εχθρικών δυνάμεων, δεν είναι μόνο η εξορία της ψυχής μακριά από τη γη της επαγγελίας της· είναι επίσης η ελληνική φιλοσοφία· και τα νερά της Αιγύπτου είναι «τα αστήρικτα και ανήθικα δόγματά της». Όμως, με όλα τα «σοφίσματά» τους, οι οπαδοί της δεν θα κατορθώσουν ποτέ «να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, η οποία είναι εν Χριστώ Ιησού! 253».
Έλληνες ή βάρβαροι, όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι επιδιώκουν να καταστρέψουν τον Ιησού· όμως νικώνται από τον λαό του Ιησού, από ολόκληρο εκείνον τον λαό που δεν παύει να Τον ακούει και να προσχωρεί σε ολοένα μεγαλύτερους αριθμούς στη διδασκαλία Του 254.
Φαίνεται λοιπόν, τελικά, ελάχιστα υπερβολικό να μιλήσουμε, μαζί με έναν από τους πρόσφατους ερμηνευτές του Ωριγένη, για την «εκπληκτική αποστροφή» που αισθάνεται απέναντι σε αυτή τη φιλοσοφία, «την οποία εντούτοις γνωρίζει πολύ καλά 255». Αναμφίβολα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το μερίδιο της ρητορικής 256. Υπάρχει όμως στη στάση αυτού του πιστού του Χριστού μια σοβαρότητα, μια ειλικρίνεια, μια δύναμη πεποιθήσεως συγχρόνως σταθερή και μετρημένη και, για να το πούμε συνοπτικά, μια δύναμη πίστεως μέσα στην οποία η χριστιανική νίκη ήταν ήδη εκ των προτέρων εγγεγραμμένη 257.
Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πιστέψει ότι μετέτρεψε τον Χριστιανισμό, για τη χρήση εκείνων που αποκαλούσε «τελείους», σε ένα είδος φιλοσοφικής σοφίας 258, ότι τον κατέστησε μια «πλατωνική γνώση (gnose) 259», εγκαταλείποντας τον σταυρό του Χριστού στους «αρχαρίους»; Αυτός ο τρόπος παρουσιάσεως της σκέψεώς του είναι ανακριβής. Πολύ περισσότερο είναι σοβαρά εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι, κατά τον Ωριγένη, η σωτηρία θα συνίστατο στο έργο του σταυρού μόνο «για τον κοινό Χριστιανό», ενώ «για τον γνωστικό Χριστιανό» δεν θα ήταν παρά «μια ανώτερη διδασκαλία 260».
Στον πρώτο θα παρουσιαζόταν, ως λυτρωτής και ιατρός, ο ιστορικός Χριστός· στον δεύτερο, ως απλός διδάσκαλος, ο αιώνιος Λόγος 261. Στη βάση τέτοιων ερμηνειών συναντούμε την ίδια παρανόηση που μας έχει ήδη παρουσιαστεί υπό διάφορες μορφές.
Είναι απολύτως αληθές ότι ο Ωριγένης προβάλλει τον ρόλο του σαρκωμένου Λόγου ως παιδαγωγού και φωτιστή των ψυχών· αυτό όμως το χαρακτηριστικό, αντί να τον συγγενεύει με τους «γνωστικούς» θεολόγους, τον αντιπαραθέτει προς αυτούς. Είναι επίσης απολύτως αληθές ότι, για μία ακόμη φορά ακολουθώντας τον άγιο Παύλο, θέλει να κηρύξει μια σοφία που υπερβαίνει «την απλή πίστη» και ότι ο «τέλειός» του πρέπει να προχωρήσει πέρα από το γράμμα, το οποίο του αφηγείται το Πάθος και τον θάνατο του Σωτήρος.
Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι, για τον Ωριγένη, αυτή η σοφία είναι χάρη, εντελώς διαφορετική από εκείνη την υπερήφανη και αξιοθρήνητη γνώση με την οποία «οι απλούστεροι μεταξύ των Χριστιανών τη συγχέουν! 262». Αυτή είναι η «αληθινή σοφία» που δόθηκε άλλοτε σε ανθρώπους όπως ο Ησαΐας ή ο Ιερεμίας και την οποία σήμερα συμμερίζονται εκείνοι που έχουν γεννηθεί κατά Πνεύμα 263.
«Κάθε φορά που κατανοούμε, κατανοούμε διά της πίστεώς μας», και για να «ελευθερωθούμε διά της αληθείας», πρέπει να «παραμένουμε στην πίστη 264».
Ας μην του αποδίδεται λοιπόν κάποια αδιευκρίνιστη υπεροπτική περιφρόνηση!
Του Henri de Lubac
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (συνέχεια)
4. Η σοφία και ο σταυρός
Πόσο ωχρή τού φαίνεται, μπροστά σε αυτούς τους θησαυρούς της θείας γνώσεως, από τους οποίους αντλεί με τα δυο του χέρια, η ανθρώπινη σοφία των φιλοσόφων! 217 Δεν θα βρει κανείς σε αυτόν αναπτύξεις ανάλογες με εκείνες που αφιέρωνε ο Κλήμης, στο πρώτο βιβλίο των Στρωματέων του, στον έπαινο της φιλοσοφίας. 218
Δεν σημαίνει αυτό ότι δεν αποδέχεται καμία χρήση των κοσμικών επιστημών στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής διδασκαλίας: τα σκύλα των Αιγυπτίων αποτελούν νόμιμη λεία! Δεν δημιούργησε ο ίδιος αυτή τη μεταφορά, η οποία επρόκειτο να γίνει περίφημη, αλλά την οικειοποιήθηκε. 219 Όταν αναλογιστούμε ότι πρόκειται να επανεμφανιστεί κάτω από τη γραφίδα όχι μόνο ενός Αλκουίνου ή ενός Ιωάννη Σκώτου, αλλά και ενός Πέτρου Δαμιανού 220 και ακόμη και ενός Γρηγορίου Θ΄, 221 είμαστε λιγότερο διατεθειμένοι να διακρίνουμε σε αυτήν ένα μανιφέστο αχαλίνωτου διανοητικισμού!
Ας παρατηρήσουμε, επιπλέον, ότι αυτά τα «σκύλα» αποκτούν αξία μόνο όταν μεταφερθούν στην Αγία Γη, για την οικοδόμηση της Σκηνής του Μαρτυρίου· εκείνος, αντιθέτως, που κατεβαίνει στην Αίγυπτο για να επιδοθεί στις κοσμικές επιστήμες διατρέχει μεγάλους κινδύνους. Εάν παραμείνει εκεί, όπως έκανε ο Αδέρ ο Ιδουμαίος, εάν παρασυρθεί από τη φιλοσοφία, δεν θα επιστρέψει παρά μόνο για να διαφθείρει την πίστη και να διαρρήξει την ενότητα των αδελφών του. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαφεύγουν αυτή την καταστροφή! 222
Ωστόσο, οι επιστήμες αυτές έχουν επίσης έναν προπαιδευτικό ρόλο.
Εάν κάποιος είναι ικανός να δεχθεί αληθινή μόρφωση, είναι επιθυμητό να «δανειστεί από την ελληνική φιλοσοφία τον κύκλο των γνώσεων που είναι κατάλληλες να χρησιμεύσουν ως εισαγωγή στον χριστιανισμό»· ορισμένες «γνώσεις γεωμετρίας και αστρονομίας», για παράδειγμα, θα του είναι εξίσου «χρήσιμες για την ερμηνεία των ιερών Βιβλίων». 223
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο απολογητής θα μιμηθεί τους πατριάρχες, οι οποίοι δεν φοβούνταν να συνάπτουν ενώσεις με παλλακίδες και ξένες γυναίκες, αλλά σε προχωρημένη ηλικία και με σκοπό την απόκτηση αγνών απογόνων. Έτσι θα χρησιμοποιήσει προς όφελος της διδασκαλίας του «τη φιλολογία, τη γραμματική, τη γεωμετρία, την αριθμητική και τη διαλεκτική».
«Και εάν παρόμοιες ενώσεις μάς οδηγούν να εκθέτουμε τις ιδέες μας, να συζητούμε, να ανασκευάζουμε τους αντιλέγοντες και, με αυτή την ευκαιρία, να μπορούμε να μεταστρέψουμε ορισμένους από αυτούς στην πίστη· και εάν, χρησιμοποιώντας τις δικές τους μεθόδους καλύτερα από εκείνους, τους πείθουμε να δεχθούν την αληθινή φιλοσοφία του Χριστού και την αληθινή ευσέβεια προς τον Θεό, τότε θα μπορεί κανείς να πει ότι αποκτήσαμε τέκνα από τη διαλεκτική ή τη ρητορική, όπως από μια ξένη γυναίκα ή μια παλλακίδα». 224
Και όπως ακριβώς ο Μωυσής άκουσε τις συμβουλές του πεθερού του Ιοθόρ, ιερέα ενός ξένου θεού, έτσι και «αν τύχει να βρούμε στο στόμα κάποιου ειδωλολάτρη κάποιον σοφό λόγο, δεν θα τον περιφρονήσουμε αμέσως εξαιτίας εκείνου που τον είπε· διότι δεν αρμόζει, με το πρόσχημα ότι έχουμε λάβει από τον Θεό έναν Νόμο, να φουσκώνουμε από υπερηφάνεια και να περιφρονούμε τους λόγους των σοφών· αλλά, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου, πρέπει να τα εξετάζουμε όλα και να κρατούμε το καλό 225». Σε κάθε περίπτωση, ποτέ δεν θα χρησιμοποιούμε τις διδασκαλίες του κόσμου αυτού χωρίς προηγουμένως να τις έχουμε καθάρει, χωρίς να έχουμε αφαιρέσει από αυτές καθετί που είναι άγονο και νεκρό 226. Διότι, αν κάθε γνώση έρχεται άνωθεν, δηλαδή από τον Θεό, δεν υπάρχει καμία που να μην έχει διαφθαρεί, περισσότερο ή λιγότερο, από την κακία των ανθρώπων ή των δαιμόνων 227.
Αναμφίβολα, δίπλα στα ψεύδη της, «η ελληνική φιλοσοφία» περιέχει και στοιχεία αληθείας που δεν είναι ευκαταφρόνητα, και ο άγιος Παύλος «διέκρινε στους λόγους της σοφίας του κόσμου μια φανερή μεγαλοπρέπεια»· όμως αυτό ακριβώς τον οδηγούσε τελικά να τους κρίνει ακόμη περισσότερο απατηλούς και μάταιους 228. Αν εξετάσουμε συνολικά όσα διδάσκει η φιλοσοφία, είτε ελληνική είτε βαρβαρική, θα αναγνωρίσουμε ότι κάθε φορά που βρίσκεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Χριστού, είναι μωρία 229.
Πρέπει λοιπόν πάντοτε αυτές οι «ξένες διδασκαλίες» να «υποτάσσονται και να κρατούνται υπό πλήρη έλεγχο 230». Ο Ωριγένης γνωρίζει ότι αυτό είναι δύσκολο: «Έχοντας κατανοήσει τούτο από την ίδια μου την πείρα, μπορώ και εγώ να πω ότι εξαιρετικά σπάνιος είναι εκείνος που κατόρθωσε να πάρει από την Αίγυπτο τα χρήσιμα αντικείμενά της, έπειτα να εξέλθει από αυτήν, και στη συνέχεια να διαθέσει αυτά τα αντικείμενα για τη λατρεία του Θεού 231».
Για να μην αιφνιδιαστεί κανείς, πρέπει πάντοτε να θυμάται ότι, όπως άλλοτε ο Ισαάκ και ο Αβιμέλεχ, έτσι και η φιλοσοφία και η πίστη άλλοτε βρίσκονται σε ειρήνη και άλλοτε σε πόλεμο, και ότι τίποτε δεν πρέπει να γίνεται δεκτό από την πρώτη, αν προηγουμένως δεν έχει εξακριβωθεί η συμφωνία του με τη δεύτερη 232.
Ακόμη συχνότερα, ο Ωριγένης προειδοποιεί για τους κινδύνους της φιλοσοφίας. Καταδικάζει χωρίς διακρίσεις τη «σοφία των αρχόντων του κόσμου τούτου», η οποία δεν είναι απλώς μια ψευδής γνώση 233, αλλά είναι κατά βάθος διεστραμμένη· συνίσταται κυρίως στη μαγεία και στη μαντεία, «στα μυστικά των Αιγυπτίων, στην απόκρυφη φιλοσοφία, στην αστρολογία των Χαλδαίων και των Ινδών, στις αναρίθμητες γνώμες των Ελλήνων σχετικά με τη θεότητα 234». Καμία συμβιβαστική συνεννόηση δεν είναι δυνατή μαζί της 235. Είναι η σοφία εκείνων που συνωμότησαν εναντίον του Κυρίου και Τον σταύρωσαν 236.
Όσο για τη «σοφία του κόσμου τούτου», η οποία συνίσταται στις κοσμικές επιστήμες και τέχνες —«ποίηση, γραμματική, γεωμετρία, ρητορική, μουσική και ίσως ιατρική»—, είναι και αυτή επικίνδυνη, έτσι όπως πράγματι παρουσιάζεται. Χωρίς να είναι ριζικά κακή, έχει γίνει όργανο ενεργείας των δαιμόνων 237, και το πνεύμα της είναι πλέον αντίθετο προς τον Ιησού Χριστό. Ξένη σοφία, την οποία ο Θεός διασκορπίζει 238. «Πλούτος αμαρτωλών 239». Αντιτίθεται στη θεία σοφία, όπως το πνεύμα του κόσμου αντιτίθεται στο Πνεύμα του Θεού 240. Οι οπαδοί της επιχειρούν να ανατρέψουν το Ευαγγέλιο με τα τεχνάσματα της διαλεκτικής τους 241.
Ο Ωριγένης τη συγκρίνει με τα ειδωλόθυτα που καταδικάζει ο Απόστολος, με το «ζύμη των Φαρισαίων» για το οποίο ο Ιησούς προειδοποιούσε τους μαθητές Του 242, με τη ράβδο χρυσού που έκλεψε ο Αχάν στην Ιεριχώ, παρά την εντολή του Ιησού του Ναυή: αντικείμενο καταραμένο, που γοητεύει με τη λαμπρή του ομορφιά και μολύνει ολόκληρη τη σύναξη 243. Την κατηγορεί ότι διαφθείρει την πίστη με τα σοφίσματά της, όπως η Εύα εξαπατήθηκε από την πανουργία του όφεως 244· ότι εξαπατά τον σοφό άνθρωπο με την ποικιλία των θέσεών της, όπως ο Σολομών εξαπατήθηκε από τις γυναίκες του 245. Παρατηρεί ότι αφήνει πάντοτε όσους την ακολουθούν μέσα στην αβεβαιότητα και την αμφιβολία και ότι, όπως η σύζυγος του Αβιμέλεχ και οι δούλες της, παραμένει άκαρπη έως ότου έρθει ο Θεός να τη θεραπεύσει 246.
«Μην αγγίζεις», λέει, «τις διεστραμμένες διδασκαλίες, μην επιθυμείς τα απατηλά εδέσματα της φιλοσοφίας, που σε απομακρύνουν από την αλήθεια· αυτό είναι η νηστεία που ευαρεστεί τον Θεό 247». Βεβαίως, δεν αρνείται τη χρήση τέτοιων τροφών «σε εκείνους που έχουν λάβει την πλήρη γνώση της αληθείας»· γι’ αυτό και η γλώσσα και η μέθοδός του θα είναι διαφορετικές όταν απευθύνεται σε μια μικρή ομάδα θερμών και καλλιεργημένων μαθητών, και διαφορετικές όταν απευθύνεται στη μάζα του χριστιανικού λαού. Δεν υπάρχει εδώ τίποτε παράλογο· σε αυτό θα συμφωνούσαν όλοι οι έμπειροι παιδαγωγοί. Πράγματι, οι κίνδυνοι, όπως και οι ανάγκες, δεν είναι οι ίδιοι στις δύο περιπτώσεις, και ό,τι στη μία περίπτωση είναι ωφέλιμο θα μπορούσε στην άλλη να αποβεί θανάσιμο. Θα πρέπει λοιπόν πάντοτε να φροντίζουμε «να μην πληγώνουμε εκείνους που έχουν ακόμη μικρή μόρφωση εν Χριστώ» και οι οποίοι θα μπορούσαν να παγιδευθούν 248.
Κατά βάθος, φιλοδοξία του Ωριγένη είναι να «ταπεινώσει την υπερήφανη αξίωση της ελληνικής ευγλωττίας», ώστε να κλίνει τον νου «προς την ταπείνωση και την απλότητα της θεοπνεύστου γλώσσας 249». Οι ποιητές είναι γι’ αυτόν οι βάτραχοι της δεύτερης πληγής της Αιγύπτου, διότι, όπως το ζώο αυτό δεν χρησιμεύει παρά για να παράγει άχρηστους και ενοχλητικούς ήχους, έτσι κι εκείνοι δεν χρησιμεύουν παρά για να εισάγουν στον κόσμο κάθε λογής μυθώδεις πλάνες μέσω της κενής και πομπώδους αρμονίας τους.
Όσο για τη διαλεκτική, του φαίνεται ακόμη χειρότερη· θα μπορούσε μάλλον να συγκριθεί με τα κουνούπια: «διατρυπά τις ψυχές με τα λεπτά της βέλη και τις τυλίγει με τόση επιδεξιότητα στα δίχτυα της, ώστε εκείνος που υποφέρει επειδή εξαπατάται ούτε βλέπει ούτε κατανοεί την αιτία της πλάνης του 250».
Οι σχέσεις του Χριστιανού με «τα δόγματα των ασεβών και τους συλλογισμούς των φιλοσόφων» πρέπει πρωτίστως να νοούνται υπό τη μορφή ενός αγώνα· οι «διαλεκτικοί του αιώνος τούτου» πρέπει να προσβάλλονται μέσα στις «πόλεις του ψεύδους» τους με τον πολιορκητικό κριό της αληθείας, και κάθε Χριστιανός οφείλει να συμμετέχει στον ιερό πόλεμο με την επιμελή μελέτη του θείου νόμου και με τη φροντίδα να συμμορφώνει προς αυτόν την καρδιά του 251.
Όσο περισσότερο ο Χριστιανός πλησιάζει προς την τελειότητα, δηλαδή, όσο εξαρτάται από τον ίδιο, προς τη συντέλεια του αιώνος, τόσο περισσότερο πρέπει να αποκρούει τις επιθέσεις της φιλοσοφίας, όπως και εκείνες της αιρέσεως, οι οποίες γίνονται βιαιότερες εναντίον του, όπως θα γίνουν βιαιότερες και εναντίον ολόκληρης της Εκκλησίας όσο πλησιάζει το τέλος των χρόνων 252.
Η Αίγυπτος κατά την πνευματική έννοια, η οποία είναι η χώρα των ξένων και εχθρικών δυνάμεων, δεν είναι μόνο η εξορία της ψυχής μακριά από τη γη της επαγγελίας της· είναι επίσης η ελληνική φιλοσοφία· και τα νερά της Αιγύπτου είναι «τα αστήρικτα και ανήθικα δόγματά της». Όμως, με όλα τα «σοφίσματά» τους, οι οπαδοί της δεν θα κατορθώσουν ποτέ «να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, η οποία είναι εν Χριστώ Ιησού! 253».
Έλληνες ή βάρβαροι, όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι επιδιώκουν να καταστρέψουν τον Ιησού· όμως νικώνται από τον λαό του Ιησού, από ολόκληρο εκείνον τον λαό που δεν παύει να Τον ακούει και να προσχωρεί σε ολοένα μεγαλύτερους αριθμούς στη διδασκαλία Του 254.
Φαίνεται λοιπόν, τελικά, ελάχιστα υπερβολικό να μιλήσουμε, μαζί με έναν από τους πρόσφατους ερμηνευτές του Ωριγένη, για την «εκπληκτική αποστροφή» που αισθάνεται απέναντι σε αυτή τη φιλοσοφία, «την οποία εντούτοις γνωρίζει πολύ καλά 255». Αναμφίβολα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το μερίδιο της ρητορικής 256. Υπάρχει όμως στη στάση αυτού του πιστού του Χριστού μια σοβαρότητα, μια ειλικρίνεια, μια δύναμη πεποιθήσεως συγχρόνως σταθερή και μετρημένη και, για να το πούμε συνοπτικά, μια δύναμη πίστεως μέσα στην οποία η χριστιανική νίκη ήταν ήδη εκ των προτέρων εγγεγραμμένη 257.
Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πιστέψει ότι μετέτρεψε τον Χριστιανισμό, για τη χρήση εκείνων που αποκαλούσε «τελείους», σε ένα είδος φιλοσοφικής σοφίας 258, ότι τον κατέστησε μια «πλατωνική γνώση (gnose) 259», εγκαταλείποντας τον σταυρό του Χριστού στους «αρχαρίους»; Αυτός ο τρόπος παρουσιάσεως της σκέψεώς του είναι ανακριβής. Πολύ περισσότερο είναι σοβαρά εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι, κατά τον Ωριγένη, η σωτηρία θα συνίστατο στο έργο του σταυρού μόνο «για τον κοινό Χριστιανό», ενώ «για τον γνωστικό Χριστιανό» δεν θα ήταν παρά «μια ανώτερη διδασκαλία 260».
Στον πρώτο θα παρουσιαζόταν, ως λυτρωτής και ιατρός, ο ιστορικός Χριστός· στον δεύτερο, ως απλός διδάσκαλος, ο αιώνιος Λόγος 261. Στη βάση τέτοιων ερμηνειών συναντούμε την ίδια παρανόηση που μας έχει ήδη παρουσιαστεί υπό διάφορες μορφές.
Είναι απολύτως αληθές ότι ο Ωριγένης προβάλλει τον ρόλο του σαρκωμένου Λόγου ως παιδαγωγού και φωτιστή των ψυχών· αυτό όμως το χαρακτηριστικό, αντί να τον συγγενεύει με τους «γνωστικούς» θεολόγους, τον αντιπαραθέτει προς αυτούς. Είναι επίσης απολύτως αληθές ότι, για μία ακόμη φορά ακολουθώντας τον άγιο Παύλο, θέλει να κηρύξει μια σοφία που υπερβαίνει «την απλή πίστη» και ότι ο «τέλειός» του πρέπει να προχωρήσει πέρα από το γράμμα, το οποίο του αφηγείται το Πάθος και τον θάνατο του Σωτήρος.
Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι, για τον Ωριγένη, αυτή η σοφία είναι χάρη, εντελώς διαφορετική από εκείνη την υπερήφανη και αξιοθρήνητη γνώση με την οποία «οι απλούστεροι μεταξύ των Χριστιανών τη συγχέουν! 262». Αυτή είναι η «αληθινή σοφία» που δόθηκε άλλοτε σε ανθρώπους όπως ο Ησαΐας ή ο Ιερεμίας και την οποία σήμερα συμμερίζονται εκείνοι που έχουν γεννηθεί κατά Πνεύμα 263.
«Κάθε φορά που κατανοούμε, κατανοούμε διά της πίστεώς μας», και για να «ελευθερωθούμε διά της αληθείας», πρέπει να «παραμένουμε στην πίστη 264».
Ας μην του αποδίδεται λοιπόν κάποια αδιευκρίνιστη υπεροπτική περιφρόνηση!
Σημειώσεις:
216 Rom., 7, 11 (1131–1132). Βλ. Bardy, Origène (Les Moralistes chrétiens), σ. 283–284.
217 Cant., 1: « Ubi ad agnitionem mysteriorum et divinorum dogmatum scientiam ventum est..., merito dicit (anima): quia odor unguentorum tuorum, spiritalis scilicet intelligentia et mystica, super omnia aromata moralis naturalisque philosophiae » (σ. 100).
218 Clément, Strom., 1, 19–20: Η Σάρρα, στείρα, παραδίδει τον Αβραάμ στην Αιγύπτια Άγαρ· η Σοφία θέλει ο πιστός να ενωθεί πρώτα με την κοσμική παιδεία κ.λπ. (τ. II, σ. 58–64). Αντιθέτως, π.χ., CC., 3, 75 (σ. 266–267)· 4, 14 (σ. 284) κ.λπ.
219 Ad Greg., 2 (89 AB). Βλ. Num., h. 25, 2: « Beati sunt isti, qui pro omni populo pugnare possunt et defendere Dei plebem, et copiosa de hostibus spolia reportare » (σ. 238).
220 Sermon 6 (P. L., 144, 540–541).
221 Magistris in theologia Parisiis regentibus, 7 Ιουλίου 1228 (Denifle–Chatelain, Chartularium univ. paris., τ. I, σ. 114).
222 Ad Greg., 2 (89 BD). Βλ. III Reg., 2, 14. Ο Ωριγένης συγχέει εδώ δύο επεισόδια, το ένα που αφορά τον Ader και το άλλο τον Ιεροβοάμ· Cavallera, Bulletin de litt. eccl. (1943), σ. 66, σημ. 7. Βλ. Αυγουστίνος, De doctrina christiana, 1. 2, c. 40, nn. 60–61 (P. L., 34, 63). Παρόμοια σκέψη στον Paulin de Nole, Ep., 16, προς Jovius (Hartel, τ. I, σ. 124). Βλ. J. de Ghellinck, Le mouvement théologique du XIIe siècle, σ. 94–95. Από την άλλη πλευρά, ο Ωριγένης υιοθετεί την κρίση της Hebr., XI, 26 για τον Μωυσή: «Θεώρησε τον ονειδισμό του Χριστού πλούτο μεγαλύτερο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου»· Per., praef. 1 (σ. 8).
223 Ad Greg., 1 (88 AB).
224 Gen., h. 11, 2 (σ. 103). Να συγκριθεί η αλληγορική ερμηνεία των γεννήσεων της Σάρρας και της Άγαρ στον Φίλωνα, De congressu, 1 (τ. III, σ. 62· για Gen., XVI, 1–2).
225 Ex., h. 11, 6 (σ. 258–260). Βλ. τη μαρτυρία του Γρηγορίου του Θαυματουργού, Éloge, 15: «Μπορούσαμε να διδαχθούμε οποιαδήποτε διδασκαλία... Όταν μια αρχαία σκέψη ήταν αληθινή, μας ανήκε...» (P. G., 10, 1096 A). Βλ. I Thess., V, 21.
226 Lev., h. 7, 6: « Quaecumque enim bene et rationabiliter dicta invenimus apud inimicos nostros, si quid apud illos sapienter et scienter dictum legimus, oportet nos mundare id et ab scientia, quae apud illos est, auferre et resecare omne quod emortuum et inane est » (σ. 391).
227 Num., h. 18, 3: « habeat quidem initia et originem ab excelso... Ut autem amplius adhuc intelligamus totius scientiae sapientiam a Deo originem trahere, ab hominibus autem mali propositi vel etiam a daemonibus... declinari ad malum » (σ. 170–172).
228 CC., praef. 5 (σ. 54).
229 I Cor. (τ. IX, σ. 247).
230 Mat., 17, 13 (σ. 621–622).
231 Ad Greg., 2 (89 C). Γι’ αυτό πρέπει κανείς να διατρέξει ολόκληρο το πεδίο των φιλοσοφικών συστημάτων, χωρίς να σταματήσει σε κανένα συγκεκριμένο· Γρηγόριος, Éloge, 14 (1089 A).
232 Gen., h. 14, 3 (σ. 123–124).
233 Mat. ser., 35: « Praelia quidem quae fiunt a scientia falsi nominis et a sapientia principum hujus mundi » (σ. 68). Mat., 17, 23 (σ. 648). Για τις δύο σοφίες που αντιτίθενται στη σοφία του Θεού: σχόλιο στο I Cor., 11, 4–7 (τ. IX, σ. 238–239).
234 Per., 3, 3, 1–3 (σ. 256–259).
235 Για τον Ωριγένη και τη μαγεία: Bardy, Mélanges Grandmaison (Recherches, τ. XVIII)· Bettencourt, ό.π., σ. 56–59.
236 I Cor. (τ. IX, σ. 239).
237 Num., h. 18, 3 (σ. 170–172). Ex., h. 4, 9 (σ. 182–183). Jer., h. 8, 8–9 (σ. 61–63).
238 Is., h. 8, 2 (σ. 287).
239 Ps. 36, h. 3, 6 (1341 B, 1342 B).
240 Cant., 2 (σ. 141· βλ. σ. 150), Jo., 19, 9 (σ. 309). Is., h. 3, 1 (σ. 253).
241 Cant., 3: « Cum aedificarentur sancta sanctorum, id est cum fides Christi et sanctorum ejus mysteria conderentur, inimici veritatis fideique contrarii, qui sunt sapientes hujus saeculi, videntes absque arte grammatica et perilia philosophica consurgere muros Evangelii, velut cum irrisione quadam dicunt perfacile posse haec destrui calliditate sermonum per astutas fallacias et argumenta dialectica » (σ. 240).
242 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192). Lev., h. 5, 7 (σ. 347).
243 Jos., h. 7, 7 (σ. 334–335). Βλ. Jud., h. 2, 3 (σ. 477).
244 Lev., h. 12, 5 (σ. 463).
245 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192).
246 Cant., 2 (σ. 116–117). Gen., h. 6, 3 (σ. 68)· h. 13, 3 (σ. 116–117). Βλ. Γρηγόριος Νύσσης, Vie de Moïse (P. G., 44, 329 B).
247 Lev., h. 10, 2 (σ. 444).
248 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192).
249 Gen., h. 10, 2: « Sic ergo Rebecca..., ut vidit puerum et inspexit propheticum verbum, deponit de humero hydriam. Deponit enim elatam graecae facundiae arrogantiam et ad humilem ac simplicem propheticum se inclinans sermonem dicit: Bibe tu, et camelos tuos adaquabo » (σ. 95–96).
250 Ex., h. 4, 6 (σ. 178).
251 Jos., h. 7, 1 (σ. 327–328)· h. 18, 3 (σ. 408–409).
252 Mat. ser., 35 (σ. 66).
253 Jud., h. 2, 3 (σ. 477). I Cor. (τ. IX, σ. 233), κ.λπ.
254 Mat., 17, 14: «... ᾿Απολέσαι θέλουσι τὸν Ἰησοῦν, ἀλλ᾿ οὐ δύνανται, νικώμενοι ἀπὸ παντὸς τοῦ λαοῦ Ἰησοῦ, ἐκκρεμαμένου τοῦ διδασκάλου ἐν τῷ ἀκούειν... καὶ συναισθάνεσθαι τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ... Πᾶς γὰρ ὁ λαὸς Χριστοῦ...» (σ. 627). Cant., 2: Όπως ο Ιουδαίος που μεταστρέφεται εγκαταλείπει την τήρηση του Νόμου, έτσι και ο εθνικός εγκαταλείπει για χάρη του Χριστού ολόκληρη τη σοφία που είχε μπορέσει να αποκτήσει πριν εισέλθει στην πίστη (σ. 132).
255 Einar Molland, The conception of the Gospel in the Alexandrian Theology· βλ. J. Hering, Revue d’hist. et de phil. rel. (1939), σ. 300.
256 Η καταδίκη της διανοητικής υπερηφάνειας αποτελούσε ήδη τότε σχεδόν κοινό τόπο. Ο Φίλων επιτίθεται στους «σοφιστές», οι οποίοι αγαπούν τους εαυτούς τους αντί για τον Θεό και ακούν τους εαυτούς τους αντί να ακούν τον Θεό (βλ. J. Martin, Philon, σ. 117–122). Ο Ωριγένης όμως έχει έναν πολύ προσωπικό τόνο· βλ., π.χ., Jud., h. 3, 2, για την «odor teterrimus superbiae et elationis» (σ. 481–482). Για τον Ωριγένη και τη φιλοσοφία, βλ. τις σελίδες του Dom Armand David, Fatalisme et liberté dans l’antiquité grecque, σ. 285–296.
257 Για την αλήθεια και τη δύναμη της παρουσίας του Ιησού στην Εκκλησία: CC., 4, 19 (σ. 288), κ.λπ.
258 Έτσι A. Puech, Recherches sur le discours aux Grecs de Tatien (1903), σ. 100, σχετικά με τους απολογητές «οι οποίοι, πριν από τους Αλεξανδρινούς διδασκάλους του 3ου αιώνα, είχαν ήδη κάνει τόσα πολλά... για να μετατρέψουν τον Χριστιανισμό σε φιλοσοφία».
259 Έτσι P. Batiffol, Anciennes littératures chrétiennes, la littérature grecque (1897), σ. 168: «Μέσω αυτού η χριστιανική αλήθεια μετατρέπεται σε ένα είδος πλατωνικής γνώσεως (gnose).» Ατυχείς απόηχοι της προτεσταντικής θέσεως, η οποία είχε μόλις διατυπωθεί για ακόμη μία φορά στην Histoire des dogmes του Harnack.
260 Έτσι Duchesne, Hist. anc. de l’Église, τ. I, 5η έκδ., σ. 355· ή E. de Faye. Σύμφωνα με τον τελευταίο, ο Ωριγένης θα είχε «πολλές φορές υποστηρίξει... ότι ο Ιησούς Χριστός πέθανε πάνω στον σταυρό μόνο προς όφελος των απλών πιστών, των νήπιοι, parvuli, simpliciores»: Origène, τ. I, σ. 122· βλ. τ. II, σ. 237· τ. III, σ. 242. Το μοναδικό κείμενο στο οποίο μας παραπέμπει ο συγγραφέας, Is., h. 7, 1, λέει κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα μπορούσε άλλωστε κανείς να αναρωτηθεί μήπως ο ισχυρισμός του είναι μάλλον παραλογισμός παρά απλώς σφάλμα. Του ιδίου, Esquisse de la pensée d’Origène, σ. 122: «Η κρίση δεν κατέχει την κεντρική θέση στη διδασκαλία του περί λυτρώσεως».
261 Harnack, Précis de l’hist. des dogmes, γαλλ. μτφρ., σ. 101 και 106–107.
262 CC., 7, 44 (σ. 194–196)· βλ. 6, 13 (σ. 83).
263 I Cor. (τ. IX, σ. 236–237).
264 Mat., 16, 9: «Ὁ γὰρ μένων ἐν τῇ τῆς πίστεως ἀληθείᾳ... γινώσκει τὴν ἀλήθειαν καὶ ὑπ᾿ αὐτῆς ἐλευθεροῦται... Συνιέντες δὲ ἐκ τοῦ πιστεύειν συνίεμεν» (σ. 502–503). Jo., 19, 3 (σ. 301). Βλ. L. Laberthonnière, Œuvres, Critique du Laïcisme, σ. 273, σημ.
217 Cant., 1: « Ubi ad agnitionem mysteriorum et divinorum dogmatum scientiam ventum est..., merito dicit (anima): quia odor unguentorum tuorum, spiritalis scilicet intelligentia et mystica, super omnia aromata moralis naturalisque philosophiae » (σ. 100).
218 Clément, Strom., 1, 19–20: Η Σάρρα, στείρα, παραδίδει τον Αβραάμ στην Αιγύπτια Άγαρ· η Σοφία θέλει ο πιστός να ενωθεί πρώτα με την κοσμική παιδεία κ.λπ. (τ. II, σ. 58–64). Αντιθέτως, π.χ., CC., 3, 75 (σ. 266–267)· 4, 14 (σ. 284) κ.λπ.
219 Ad Greg., 2 (89 AB). Βλ. Num., h. 25, 2: « Beati sunt isti, qui pro omni populo pugnare possunt et defendere Dei plebem, et copiosa de hostibus spolia reportare » (σ. 238).
220 Sermon 6 (P. L., 144, 540–541).
221 Magistris in theologia Parisiis regentibus, 7 Ιουλίου 1228 (Denifle–Chatelain, Chartularium univ. paris., τ. I, σ. 114).
222 Ad Greg., 2 (89 BD). Βλ. III Reg., 2, 14. Ο Ωριγένης συγχέει εδώ δύο επεισόδια, το ένα που αφορά τον Ader και το άλλο τον Ιεροβοάμ· Cavallera, Bulletin de litt. eccl. (1943), σ. 66, σημ. 7. Βλ. Αυγουστίνος, De doctrina christiana, 1. 2, c. 40, nn. 60–61 (P. L., 34, 63). Παρόμοια σκέψη στον Paulin de Nole, Ep., 16, προς Jovius (Hartel, τ. I, σ. 124). Βλ. J. de Ghellinck, Le mouvement théologique du XIIe siècle, σ. 94–95. Από την άλλη πλευρά, ο Ωριγένης υιοθετεί την κρίση της Hebr., XI, 26 για τον Μωυσή: «Θεώρησε τον ονειδισμό του Χριστού πλούτο μεγαλύτερο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου»· Per., praef. 1 (σ. 8).
223 Ad Greg., 1 (88 AB).
224 Gen., h. 11, 2 (σ. 103). Να συγκριθεί η αλληγορική ερμηνεία των γεννήσεων της Σάρρας και της Άγαρ στον Φίλωνα, De congressu, 1 (τ. III, σ. 62· για Gen., XVI, 1–2).
225 Ex., h. 11, 6 (σ. 258–260). Βλ. τη μαρτυρία του Γρηγορίου του Θαυματουργού, Éloge, 15: «Μπορούσαμε να διδαχθούμε οποιαδήποτε διδασκαλία... Όταν μια αρχαία σκέψη ήταν αληθινή, μας ανήκε...» (P. G., 10, 1096 A). Βλ. I Thess., V, 21.
226 Lev., h. 7, 6: « Quaecumque enim bene et rationabiliter dicta invenimus apud inimicos nostros, si quid apud illos sapienter et scienter dictum legimus, oportet nos mundare id et ab scientia, quae apud illos est, auferre et resecare omne quod emortuum et inane est » (σ. 391).
227 Num., h. 18, 3: « habeat quidem initia et originem ab excelso... Ut autem amplius adhuc intelligamus totius scientiae sapientiam a Deo originem trahere, ab hominibus autem mali propositi vel etiam a daemonibus... declinari ad malum » (σ. 170–172).
228 CC., praef. 5 (σ. 54).
229 I Cor. (τ. IX, σ. 247).
230 Mat., 17, 13 (σ. 621–622).
231 Ad Greg., 2 (89 C). Γι’ αυτό πρέπει κανείς να διατρέξει ολόκληρο το πεδίο των φιλοσοφικών συστημάτων, χωρίς να σταματήσει σε κανένα συγκεκριμένο· Γρηγόριος, Éloge, 14 (1089 A).
232 Gen., h. 14, 3 (σ. 123–124).
233 Mat. ser., 35: « Praelia quidem quae fiunt a scientia falsi nominis et a sapientia principum hujus mundi » (σ. 68). Mat., 17, 23 (σ. 648). Για τις δύο σοφίες που αντιτίθενται στη σοφία του Θεού: σχόλιο στο I Cor., 11, 4–7 (τ. IX, σ. 238–239).
234 Per., 3, 3, 1–3 (σ. 256–259).
235 Για τον Ωριγένη και τη μαγεία: Bardy, Mélanges Grandmaison (Recherches, τ. XVIII)· Bettencourt, ό.π., σ. 56–59.
236 I Cor. (τ. IX, σ. 239).
237 Num., h. 18, 3 (σ. 170–172). Ex., h. 4, 9 (σ. 182–183). Jer., h. 8, 8–9 (σ. 61–63).
238 Is., h. 8, 2 (σ. 287).
239 Ps. 36, h. 3, 6 (1341 B, 1342 B).
240 Cant., 2 (σ. 141· βλ. σ. 150), Jo., 19, 9 (σ. 309). Is., h. 3, 1 (σ. 253).
241 Cant., 3: « Cum aedificarentur sancta sanctorum, id est cum fides Christi et sanctorum ejus mysteria conderentur, inimici veritatis fideique contrarii, qui sunt sapientes hujus saeculi, videntes absque arte grammatica et perilia philosophica consurgere muros Evangelii, velut cum irrisione quadam dicunt perfacile posse haec destrui calliditate sermonum per astutas fallacias et argumenta dialectica » (σ. 240).
242 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192). Lev., h. 5, 7 (σ. 347).
243 Jos., h. 7, 7 (σ. 334–335). Βλ. Jud., h. 2, 3 (σ. 477).
244 Lev., h. 12, 5 (σ. 463).
245 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192).
246 Cant., 2 (σ. 116–117). Gen., h. 6, 3 (σ. 68)· h. 13, 3 (σ. 116–117). Βλ. Γρηγόριος Νύσσης, Vie de Moïse (P. G., 44, 329 B).
247 Lev., h. 10, 2 (σ. 444).
248 Num., h. 20, 3 (σ. 191–192).
249 Gen., h. 10, 2: « Sic ergo Rebecca..., ut vidit puerum et inspexit propheticum verbum, deponit de humero hydriam. Deponit enim elatam graecae facundiae arrogantiam et ad humilem ac simplicem propheticum se inclinans sermonem dicit: Bibe tu, et camelos tuos adaquabo » (σ. 95–96).
250 Ex., h. 4, 6 (σ. 178).
251 Jos., h. 7, 1 (σ. 327–328)· h. 18, 3 (σ. 408–409).
252 Mat. ser., 35 (σ. 66).
253 Jud., h. 2, 3 (σ. 477). I Cor. (τ. IX, σ. 233), κ.λπ.
254 Mat., 17, 14: «... ᾿Απολέσαι θέλουσι τὸν Ἰησοῦν, ἀλλ᾿ οὐ δύνανται, νικώμενοι ἀπὸ παντὸς τοῦ λαοῦ Ἰησοῦ, ἐκκρεμαμένου τοῦ διδασκάλου ἐν τῷ ἀκούειν... καὶ συναισθάνεσθαι τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ... Πᾶς γὰρ ὁ λαὸς Χριστοῦ...» (σ. 627). Cant., 2: Όπως ο Ιουδαίος που μεταστρέφεται εγκαταλείπει την τήρηση του Νόμου, έτσι και ο εθνικός εγκαταλείπει για χάρη του Χριστού ολόκληρη τη σοφία που είχε μπορέσει να αποκτήσει πριν εισέλθει στην πίστη (σ. 132).
255 Einar Molland, The conception of the Gospel in the Alexandrian Theology· βλ. J. Hering, Revue d’hist. et de phil. rel. (1939), σ. 300.
256 Η καταδίκη της διανοητικής υπερηφάνειας αποτελούσε ήδη τότε σχεδόν κοινό τόπο. Ο Φίλων επιτίθεται στους «σοφιστές», οι οποίοι αγαπούν τους εαυτούς τους αντί για τον Θεό και ακούν τους εαυτούς τους αντί να ακούν τον Θεό (βλ. J. Martin, Philon, σ. 117–122). Ο Ωριγένης όμως έχει έναν πολύ προσωπικό τόνο· βλ., π.χ., Jud., h. 3, 2, για την «odor teterrimus superbiae et elationis» (σ. 481–482). Για τον Ωριγένη και τη φιλοσοφία, βλ. τις σελίδες του Dom Armand David, Fatalisme et liberté dans l’antiquité grecque, σ. 285–296.
257 Για την αλήθεια και τη δύναμη της παρουσίας του Ιησού στην Εκκλησία: CC., 4, 19 (σ. 288), κ.λπ.
258 Έτσι A. Puech, Recherches sur le discours aux Grecs de Tatien (1903), σ. 100, σχετικά με τους απολογητές «οι οποίοι, πριν από τους Αλεξανδρινούς διδασκάλους του 3ου αιώνα, είχαν ήδη κάνει τόσα πολλά... για να μετατρέψουν τον Χριστιανισμό σε φιλοσοφία».
259 Έτσι P. Batiffol, Anciennes littératures chrétiennes, la littérature grecque (1897), σ. 168: «Μέσω αυτού η χριστιανική αλήθεια μετατρέπεται σε ένα είδος πλατωνικής γνώσεως (gnose).» Ατυχείς απόηχοι της προτεσταντικής θέσεως, η οποία είχε μόλις διατυπωθεί για ακόμη μία φορά στην Histoire des dogmes του Harnack.
260 Έτσι Duchesne, Hist. anc. de l’Église, τ. I, 5η έκδ., σ. 355· ή E. de Faye. Σύμφωνα με τον τελευταίο, ο Ωριγένης θα είχε «πολλές φορές υποστηρίξει... ότι ο Ιησούς Χριστός πέθανε πάνω στον σταυρό μόνο προς όφελος των απλών πιστών, των νήπιοι, parvuli, simpliciores»: Origène, τ. I, σ. 122· βλ. τ. II, σ. 237· τ. III, σ. 242. Το μοναδικό κείμενο στο οποίο μας παραπέμπει ο συγγραφέας, Is., h. 7, 1, λέει κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα μπορούσε άλλωστε κανείς να αναρωτηθεί μήπως ο ισχυρισμός του είναι μάλλον παραλογισμός παρά απλώς σφάλμα. Του ιδίου, Esquisse de la pensée d’Origène, σ. 122: «Η κρίση δεν κατέχει την κεντρική θέση στη διδασκαλία του περί λυτρώσεως».
261 Harnack, Précis de l’hist. des dogmes, γαλλ. μτφρ., σ. 101 και 106–107.
262 CC., 7, 44 (σ. 194–196)· βλ. 6, 13 (σ. 83).
263 I Cor. (τ. IX, σ. 236–237).
264 Mat., 16, 9: «Ὁ γὰρ μένων ἐν τῇ τῆς πίστεως ἀληθείᾳ... γινώσκει τὴν ἀλήθειαν καὶ ὑπ᾿ αὐτῆς ἐλευθεροῦται... Συνιέντες δὲ ἐκ τοῦ πιστεύειν συνίεμεν» (σ. 502–503). Jo., 19, 3 (σ. 301). Βλ. L. Laberthonnière, Œuvres, Critique du Laïcisme, σ. 273, σημ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου