Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1


ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1

περὶ τοῦ τίνων σύμβολα τὰ κατὰ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τῆς συνάξεως τελούμενα καθέστηκη.

ΠΡΟΟΙΜΙON

(657 C) Πῶς σοφώτερος γίνεται λαβὼν ἀφορμὴν ὁ σοφός, καὶ δίκαιος γνοὺς προσθήσει τοῦ δέχεσθαι, κατὰ τὴν θείαν παροιμίαν, σαφῶς αὐτός, πάντων μοι τιμιώτατε, κατ᾿ αὐτὴν ἔδειξας τὴν πεῖραν, ἔργῳ διδάξας ὅπερ ὁ θεῖος σοφῶς ὑπαινίσ-σεται λόγος. "Απαξ γὰρ ἀκούσας μου κατ᾿ ἐπιδρομὴν ἐπιτόμως, ὡς οἷόν τε ἦν, ἀφηγουμένου τὰ ἄλλῳ τινὶ μεγάλῳ γέροντι, καὶ ὄντως τὰ θεῖα σοφῷ περί τε τῆς ἁγίας ᾿Εκκλησίας, καὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἐπιτελουμένης ἁγίας συνάξεως καλῶς τε καὶ μυστικῶς· θεωρηθέντα, καὶ ὡς ἐνῆν μάλιστα διδασκαλικῶς, ἀπήτεις με κατεπεί-(660 Α)-γων ἐξ αὐτῆς ἔγγραφόν σοι ποιεῖσθαι τὴν τού-των διήγησιν, λήθης φάρμακον καὶ βοήθειαν μνήμης ἔχειν τὸ γράμμα βεβουλημένος, φυσικῶς τὸν χρόνον ἐχούσης φά-σκων δαμάζοντα· καὶ ἀνεπαισθήτως διὰ λήθης τῶν ἐναποκει-μένων συλᾷν τε καὶ ἀφανίζειν παντελῶς τοὺς τύπους καὶ τὰς εἰκόνας δυνάμενον, καὶ διὰ τοῦτο πάντως δεομένης τοῦ ἀνα-καινίζοντος τρόπου, καθ' ὃν ἡ τοῦ λόγου δύναμις διὰ παντὸς ἀκμάζουσα συντηρεῖν πέφυκε τὴν μνήμην ἀπαθῆ καὶ ἀμείω-τον. Ὅσον δὲ τοῦ ἁπλῶς ἀκούειν τὸ καὶ διαμονὴν ἀκαθαίρε τον τῶν ἀκουσθέντων ἐπιζητεῖν ἐστι σοφώτερον, ἐπίσταται πάντως πᾶς ὁ καὶ μικρὸν εὐγενείας λογικῆς ἐπιμελούμενος, καὶ μὴ πάντη τῆς πρὸς τὸν λόγον οἰκειότητος ὑπάρχων ἀλλότριος.

(Β) Κἀγὼ μὲν ὤκνουν παρὰ τὴν ἀρχὴν, τοῦ λόγου εἰρήσεται γὰρ τάληθές – τὴν ὑπόθεσιν παραιτούμενος· οὐ τῷ μὴ θέλειν ὑμῖν, ἠγαπημένοι, παντὶ τρόπῳ διδόναι κατὰ δύ-ναμιν τὸ καταθύμιον, ἀλλὰ τῷ μήτε τῆς ἐναγούσης πρὸς τοῦ-το τοὺς ἀξίους μετειληφέναι χάριτος, μήτε τὴν πεῖραν ἔχειν τῆς πρὸς τὸ λέγειν δυνάμεώς τε καὶ τριβῆς, ἰδιωτείᾳ συντε-θραμμένος καὶ λόγων τεχνικῶν παντελῶς ἀμύητος ὑπάρχων τῶν ἐν μόνῃ τῇ προσφορᾷ τὴν χάριν ἐχόντων, οἷς οἱ πολ-λοὶ μάλιστα χαίρουσι τῇ ἀκοῇ τὴν ἡδονὴν περιγράφοντες, κἂν εἰ μηδὲν τῶν τιμίων διὰ βάθους πολλάκις ἔχοιεν· καὶ τῷ, <ὡς> κυριώτερον εἰπεῖν καὶ ἀληθέστερον, δεδοικέναι μὴ καθυβρίσειν τῇ εὐτελείᾳ τοῦ ἡμετέρου λόγου τὴν ἐκείνου τοῦ μακαρίου ἀνδρὸς περὶ τῶν θείων ὑψηγορίαν τε (C) καὶ νόησιν. Ὅμως δ᾽ οὖν ὕστερον τῇ βίᾳ τῆς ἀγάπης εἴξας τῆς πάντων ἰσχυροτέρας ἐδεξάμην ἑκὼν τὸ ἐπίταγμα, γελᾶσθαι μᾶλλον ἐπ᾿ αὐθαδείᾳ τε καὶ ἀπαιδευσίᾳ δι᾽ εὐπείθειαν παρὰ τῶν μεμ-ψιμοίρων ἑλόμενος ἢ ὑμῖν διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐν παντὶ καλῷ μὴ συμπροθυμεῖσθαι βούλεσθαι νομισθῆναι, τὴν περὶ τοῦ πῶς εἰπεῖν μέριμναν τῷ Θεῷ ἐπιρρίψας τῷ μόνῳ θαυ-ματουργῷ καὶ διδάσκοντι μὲν ἄνθρωπον γνῶσιν, τρανοῦντι δὲ γλῶσσαν μογιλάλων, καὶ τοῖς ἀπόροις πόρον ἐπινοοῦντι καὶ ἐγείροντι μὲν ἀπὸ γῆς πτωχόν, ἀπὸ δὲ κοπρίας ἀνυψοῦντι πένητα· τοῦ σαρκικοῦ λέγω φρονήματος καὶ τῆς δυσώδους τῶν παθῶν ἰλύος· τὸν πτωχὸν τῷ πνεύματι ἢ τὸν κακίας πτωχεύοντα, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὴν πενόμενον ἕξεως, ἢ τούναν-τίον καὶ τὸν ἔτι τῷ νόμῳ (D) τῆς σαρκὸς καὶ τοῖς πάθεσιν ἐνεχόμενον καὶ διὰ τοῦτο τῆς κατ᾿ ἀρετὴν καὶ γνῶσιν πτω-χεύοντα καὶ πενόμενον χάριτος. ᾿Αλλ᾽ ἐπειδὴ τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ ᾿Αρεοπαγίτῃ ἐν τῇ περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ῾Ιεραρχίας πραγματείᾳ καὶ τὰ κατὰ τὴν ἱερὰν (661 Α) τῆς ἁγίας συνάξεως τελετὴν ἀξίως τῆς αὐτοῦ μεγαλονοίας τεθεώρηται σύμβολα, ἰστέον ὡς οὐ τὰ αὐτὰ νῦν ὁ λόγος διεξέρχεται, οὔτε διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνῳ προέρχεται. Τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον, καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια, ἀλλ᾽ ὅσα καὶ ἄλλοις ὡς ληπτὰ παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρώπως βουλήσει Θεοῦ παρελείφθη πρὸς ἔκθεσιν καὶ γυμνασίαν τῆς αὐτῶν ἐκείνων περὶ τὰ θεῖα κατὰ τὴν ἔφεσιν ἕξεως, καὶ δι᾽ ὧν συμμέτρως αὐτοῖς ἡ παμφαὴς τῶν τελουμένων ἀκτὶς κατανοουμένη καθίσταται γνώ-ριμος καὶ πρὸς ἑαυτὴν κατέχει τοὺς πόθῳ περιληφθέντας, ἵνα μὴ παντελῶς οἱ μετ᾿ αὐτὸν ὦσιν ἀργοί, τὴν πᾶσαν τοῦ (Β) χρόνου τῆς παρούσης ζωῆς ἡμέραν, οὐκ ἔχοντες τὸν πρὸς τὴν θείαν ἐκείνην ἀμπελουργίαν μισθούμενον λόγον, τὸν ὑπὲρ τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τοῦ πνευματικοῦ ἀμπελῶνος, τὸ συλωθὲν κατ᾿ ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ πονηροῦ δι᾽ ἀπάτης κατὰ τὴν τῆς ἐντολῆς παράβασιν, πνευματικὸν τῆς θείας καὶ βασιλικωτάτης εἰκόνος δηνάριον ἀποδιδόντα.

Μετάφραση

Μυσταγωγία

Στο οποίο εξηγείται τίνος σύμβολα είναι οι τελετές που τελούνται κατά την αγία Εκκλησία, κατά τη σύναξη.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Με ποιον τρόπο ο σοφός, βρίσκοντας την ευκαιρία, γίνεται σοφότερος· και ο δίκαιος, αφού γνωρίσει, θα σπεύσει να μάθει, σύμφωνα με τη θεία παροιμία¹, το έδειξες καθαρά με την ίδια την εμπειρία εσύ ο ίδιος, σεβασμιότατε για μένα ανάμεσα σε όλους, διδάσκοντας στην πράξη εκείνο που η θεία Γραφή σοφά υποδηλώνει.

Πράγματι, κάποτε, αφού με άκουσες να εξηγώ, βιαστικά και συνοπτικά, όσο μπορούσα, τις ωραίες και μυστικές θεωρήσεις ενός άλλου μεγάλου γέροντα, πραγματικά διδαγμένου στα θεία, σχετικά με την αγία Εκκλησία και την αγία σύναξη που τελείται μέσα σε αυτήν, και όσο καλύτερα μπορούσα με σκοπό να διδάξω, έσπευσες να μου ζητήσεις να συντάξω γραπτή έκθεση αυτών των πραγμάτων, θέλοντας να έχεις το γραπτό μου ως φάρμακο της λήθης και βοήθημα της μνήμης.

Έλεγες ότι, φυσικά, ο χρόνος την νικά, και ανεπαίσθητα, μέσω της λήθης, μπορεί να φθείρει και να καταστρέψει τις μορφές και τις εικόνες των ωραίων πραγμάτων που περιέχονται εκεί· και γι’ αυτό έχει με κάθε τρόπο ανάγκη από κάτι που να την ανανεώνει, ώστε η πάντοτε ισχυρή δύναμη του λόγου να μπορεί να διατηρεί την ανάμνηση απαραβίαστη και ακέραιη.
Και πόσο σοφότερο πράγμα είναι η αναζήτηση ανεξάλειπτης μνήμης των όσων ακούστηκαν από την απλή ακρόαση, ασφαλώς δεν το αγνοεί κανείς που φροντίζει έστω και λίγο για την ευγένεια του λόγου και δεν είναι εντελώς ξένος προς την εξοικείωση με αυτόν.

Β

Και στην αρχή, αληθινά, δίσταζα —γιατί να μην το πω;— να αναλάβω ένα τέτοιο θέμα· όχι επειδή δεν ήθελα, αγαπητοί, να εκπληρώσω με κάποιον τρόπο, κατά τις δυνάμεις μου, την επιθυμία της καρδιάς σας, αλλά επειδή δεν είμαι μέτοχος της χάριτος που οδηγεί σε αυτό όσους είναι άξιοι, και είμαι άπειρος στη δύναμη και στη χρήση της γραφής, έχοντας ζήσει πάντοτε στην αφάνεια και καθόλου μυημένος στους κανόνες της σύνθεσης, οι οποίοι, μόνο μέσω της έκφρασης, βρίσκουν εύνοια —και με τους οποίους προπάντων ευχαριστείται ο κόσμος, περιορίζοντας την ευχαρίστηση στην ακοή, ακόμη κι αν συχνά δεν περιέχουν τίποτε άξιο και βαθύ—· και τέλος, πράγμα που είναι το σπουδαιότερο και αληθέστερο, επειδή φοβόμουν μήπως, με την αναξιότητα των λόγων μου, προσβάλω την υψηλή σύλληψη εκείνου του μακαρίου ανθρώπου γύρω από τα θεία πράγματα.

Ωστόσο, έπειτα, υποχωρώντας στη δύναμη της αγάπης, που είναι η μεγαλύτερη από όλες, δέχθηκα πρόθυμα την εντολή, προτιμώντας, υπακούοντάς σας, να γίνω αντικείμενο χλεύης από τους δυσαρεστημένους για την τόλμη και την άγνοιά μου, παρά, καθυστερώντας, να φανώ απρόθυμος να θέσω τις δυνάμεις μου στην υπηρεσία σας για κάθε καλό πράγμα. Και ανέθεσα τη φροντίδα της συγγραφής στον Θεό, ο οποίος μόνος ποιεί θαυμάσια², και διδάσκει τη γνώση στους ανθρώπους³, και κάνει καθαρή τη γλώσσα των τραυλών⁴, και βλέπει διέξοδο ακόμη και μέσα στις αμηχανίες, και σηκώνει από τη γη τον φτωχό και υψώνει τον πένητα από την κοπριά⁵, δηλαδή από τους σαρκικούς λογισμούς και από τον δυσώδη βούρκο των παθών· είτε πρόκειται για τον φτωχό τω πνεύματι, είτε για εκείνον που είναι φτωχός ως προς την κακία και στερημένος από τις δυνάμεις που προέρχονται από αυτήν, είτε, αντίθετα, για εκείνον που είναι ακόμη μπλεγμένος στον νόμο και στα πάθη της σάρκας, και γι’ αυτό είναι άπορος και φτωχός από τη χάρη που υπάρχει κατά την αρετή και τη γνώση.

Αλλά επειδή και τα σύμβολα στην ιερή τέλεση της αγίας σύναξης θεωρήθηκαν, με τρόπο αντάξιο του υψηλού του νου, από εκείνον τον αγιότατο και αληθινά θείο ερμηνευτή, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, στο έργο περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτό το δικό μας βιβλίο δεν θα πραγματευθεί τα ίδια πράγματα, ούτε θα προχωρήσει με τα ίδια επιχειρήματα με εκείνο. Διότι αληθινά θα ήταν πράγμα τολμηρό και αλαζονικό και κοντά στην ανοησία, για εκείνον που δεν μπορεί ούτε να τον ακολουθήσει ούτε να τον κατανοήσει, να καταπιαστεί με τα ίδια πράγματα και να οικειοποιηθεί εκείνα τα μυστήρια που μόνο σε εκείνον, με θεία χάρη, αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα.

Αλλά εκείνα τα πράγματα που από εκείνον, κατά αγαθή θεία βούληση, παραλείφθηκαν, ώστε να μπορέσουν ακόμη να αναληφθούν από άλλους, για την εξήγηση και για την άσκηση της συνήθειας αυτών των πραγμάτων σύμφωνα με τον πόθο για τα θεία· και μέσω των οποίων η λαμπρότατη ακτίνα των τελουμένων τελετών, όταν κατανοηθεί, γίνεται γι’ αυτούς καταλλήλως νοητή και οδηγεί προς τον εαυτό της όσους κυριεύονται από τον πόθο· ώστε οι μεταγενέστεροι, σε όλο τον χρόνο της παρούσας ζωής, να μη μείνουν εντελώς αργοί, χωρίς να έχουν τον λόγο που μας δίνεται ως μισθός για την καλλιέργεια του θείου αμπελώνα⁶, δηλαδή ως αντάλλαγμα για την πνευματική εργασία του πνευματικού αμπελώνα, ο οποίος αρχικά μας είχε αρπαχθεί με απάτη από τον πονηρό λόγω της παράβασης της εντολής, και ο οποίος τώρα μας αποδίδει τον πνευματικό μισθό της θείας και βασιλικής εικόνας.

Σάββατο 14 Μαΐου 2022

Μυσταγωγία-Μάξιμος ο Ομολογητής

Μάξιμος ο Ομολογητής
Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


A'. Πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα καὶ τύπος τοῦ Θεοῦ

Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ μακάριος ἐκεῖνος γέροντας, κατὰ ἕνα πρῶτο συμβολισμὸ τῆς θεωρίας του, ὅτι ἡ ἅγια Ἐκκλησία εἶναι τύπος κι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἔχει τὸ ἴδιο μ' αὐτὸν ἔργο κατὰ τὴ μίμηση καὶ κατὰ τὴ μορφή.(16)

Ἀφοῦ ἐδημιούργησε δηλαδὴ ὁ Θεὸς τὰ πάντα μὲ τὴν ἄπειρη δύναμή του καὶ τὰ ἔφερε στὴν ὕπαρξη, τὰ συγκρατεῖ, τὰ συνενώνει καὶ χαράζει τὰ ὅριά τους. Συνδέει μὲ τὴν πρόνοιά του τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, καὶ τὰ νοητὰ καὶ τὰ αἰσθητά. Καὶ κρατῶντας μαζὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὰ πάντα, στὰ ὁποῖα εἶναι αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος, ἐνῷ κατὰ τὴ φύση βρίσκονται σὲ διάσταση, τὰ κάνει νὰ συγκατανεύουν τὸ ἕνα στὸ ἄλλο σύμφωνα μὲ μιὰ τάση τους, τὴν τάση πρὸς αὐτόν, σὰν βασικὴ ἀρχὴ τῆς σχέσης. Σύμφωνα μ' αὐτὴν ὁδηγοῦνται ὅλα σὲ μιὰ ταυτότητα κίνησης καὶ ὕπαρξης, ποὺ ἀποκλείει τὴν κατάλυση καὶ τὴ σύγχυση. Κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα, προβαδίζοντας, δὲ στασιάζει ἐναντίον κάποιου ἄλλου, οὔτε ἀποσπᾶται ἀπ' αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴ διαφορὰ ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση καὶ τὴν κίνησή του. Συμφύονται ὅλα μαζὶ μὲ ὅλα χωρὶς νὰ συγχέονται, σύμφωνα μὲ τὴν ἀκατάλυτη σχέση καὶ φύλαξη τῆς μοναδικῆς ἀρχῆς κι αἰτίας, ποὺ καταργεῖ κι ἐπισκεπάζει ὅλες τὶς σχέσεις, ποὺ θεωροῦνται ἰδιαίτερες μεταξὺ ὅλων ἀνάλογα μὲ τὴ
φύση καθενὸς ἀπὸ τὰ ὄντα. Ὄχι μὲ τὸ νὰ τὶς καταστρέφη καὶ νὰ τὶς ἀναιρῆ καὶ νὰ τὶς κάνη νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ τὶς νικᾶ καὶ νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους, ὅπως ἀκριβῶς τὸ σύνολο πάνω ἀπὸ τὰ μέρη του ἤ καὶ μὲ τὸ νὰ παρουσιάζεται σὰν αἰτία τοῦ συνόλου αὐτοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, καὶ τὸ ἴδιο τὸ σύνολο καὶ τὰ μέρη τοῦ συνόλου, εἶναι φυσικὸ νὰ φαίνωνται καὶ νὰ ὑπάρχουν, γιατί ἔχουν ὁλάκερη τὴν αἰτία τους νὰ λάμπη ἀπάνωθέ τους. Κι ὅπως ὁ ἥλιος ξεπερνᾶ τὴ λάμψη τῶν ἄστρων καὶ στὴ φύση καὶ στὴ δύναμη, ἔτσι κι αὐτά, σὰν ἀποτελέσματα μιᾶς αἰτίας, δείχνουν τὴν αἰτία τους αὐτὴ νὰ καλύπτη ὅλη τὴν ὕπαρξή τους. Γιατί, ὅπως τὰ μέρη προέρχονται ἀπὸ τὸ ὅλο, ἔτσι εἶναι φυσικὸ καὶ τὰ αἰτιατὰ νὰ ἀντλοῦν τὴν ἰσχύ τους ἀπὸ τὴν αἰτία καὶ νὰ γνωρίζωνται ἀπ' αὐτὴ καὶ ν' ἀφήνουν τὴν ἀτομικότητά τους ν' ἀδρανῆ, ὅταν, πιασμένα μέσα στὴν ἀναφορὰ πρὸς τὴν αἰτία, λάβουν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ποιότητα ἐκείνης, σύμφωνα μὲ τὴν ἀδιάσπαστη, ὅπως εἴπαμε, δύναμη ποὺ ἔχει ἡ σχέση τους μ' αὐτήν. Ἀφοῦ τὰ πάντα μέσα στὰ πάντα εἶναι ὁ Θεός, ποὺ μὲ ἀπέραντο μέτρο ὑπερβαίνει τὰ πάντα, θὰ γίνη ὁρατὸς ὁλομόναχος σὲ ὅσους ἔχουν καθαρὴ σκέψη. Τοῦτο θὰ γίνη, ὅταν ὁ νοῦς, καθὼς ἀναλογίζεται θεωρητικὰ τοὺς λόγους τῶν ὄντων, σταματήση στὸν ἴδιο τὸ Θεό, σὰν αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος τῆς δημιουργίας καὶ τῆς γένεσης ὅλων, ἕνα βυθὸ ἀδιάστατο ποὺ περιέχει τὰ πάντα.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ θ' ἀποδειχθῆ ὅτι ἐνεργεῖ ἀνάμεσά μας, ὅπως ὁ Θεός, ἀρχέτυπο ἐκεῖνος κι ἐκείνη εἰκόνα του. Εἶναι βέβαια πολλοὶ κι ἀμέτρητοι σχεδὸν στὸν ἀριθμὸ οἱ ἄνδρες κι οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ διαφέρουν καὶ κατὰ τὸ φῦλο καὶ κατὰ τὴ μορφή, τὴν ἐθνικότητα καὶ τὶς γλῶσσες, τὶς περιπέτειες τῆς ζωῆς, τὶς ἡλικίες, τὶς γνῶμες, τὴν τέχνη, τοὺς τρόπους, τὶς συνήθειες, τὰ ἐπαγγέλματα. Καὶ στὶς ἐπιστῆμες πάλι καὶ στ' ἀξιώματα, στὶς τύχες, στοὺς χαρακτῆρες, στὶς διαθέσεις διακρίνονται μεταξύ τους καὶ διαφέρουν πολὺ ὅσοι ἔρχονται σ' αὐτὴ καὶ δέχονται ἀπ' αὐτὴ τὴν ἀναγέννησή τους καὶ τὴν ἀναδημιουργία τους μὲ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος. Δίνει ὅμως σ' ὅλους αὐτοὺς καὶ χαρίζει μία κατὰ ἴσο μέτρο θεϊκὴ μορφὴ καὶ θεῖο ὄνομα, καὶ νὰ προέρχωνται καὶ νὰ ὀνομάζωνται ἀπὸ τὸ Χριστό. Τοὺς δίνει ἀκόμα τὴ μία ἁπλῆ κι ἀσύνθετὴ κι ἀδιαίρετη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ πίστη, ποὺ τὶς πολλὲς κι ἀναρίθμητες διαφορές, ποὺ καθένας ἔχει, μήτε κὰν ὅτι ὑπάρχουν δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνη γνωστό, ἐπειδὴ ὅλα γενικὰ σ' αὐτὴν κατευθύνονται καὶ συναντιοῦνται. Μέσα σ' αὐτὴν κανένας τίποτα ἐντελῶς δὲν ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ κοινὸ γιὰ χάρη δική του. Ὅλοι συμφύονται ὁ ἕνας μὲ τοὺς ἄλλους καὶ συνδέονται μέσα στὴ μία ἁπλῆ κι ἀδιαίρετη χάρη καὶ δύναμη τῆς πίστης.(17) Ἤτανε, λέει, ὅλων ἡ καρδιὰ καὶ ἡ ψυχὴ μία, ὥστε ἀπὸ διάφορα μέλη νὰ εἶναι ὡστόσο καὶ νὰ φαίνεται ἕνα σῶμα ἄξιο ἀληθινὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀληθινῆς κεφαλῆς μας.

Στὸ σῶμα αὐτό, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναῖκα, οὔτε Ἰουδαῖος καὶ Ἕλληνας, οὔτε περιτομὴ κι ἀκροβυστία, οὔτε βάρβαρος οὔτε Σκύθης, οὔτε δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος. Ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ μέσα στὰ πάντα εἶναι Αὐτὸς ποὺ μὲ τὴ μία κι ἁπλῆ πάνσοφη δύναμη τῆς καλωσύνης του περικλείει τὰ πάντα μέσα του, σὰν ἕνα κέντρο ἀπὸ εὐθεῖες, ποὺ ἀκτινωτὰ ξεκινοῦν ἀπ' αὐτό, σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια ἁπλῆ κι ἑνιαία αἰτία καὶ δύναμη. Δὲν ἀφήνει τὶς ἀρχὲς τῶν ὄντων ν' ἀπομακρυνθοῦν μαζὶ μὲ τὰ τέλη τους, περιορίζοντας κυκλικὰ τὶς προεκτάσεις τους καὶ ὁδηγεῖ πρὸς τὸν ἑαυτὸ του τὶς διακρίσεις τῶν ὄντων, ποὺ ὁ ἴδιος ἐδημιούργησε. Δὲ θέλει ν' ἀποξενωθοῦν ὁλότελα μεταξύ τους καὶ νὰ γίνουν ἐχθρικὰ τὰ πλάσματα καὶ τὰ δημιουργήματα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ καὶ νὰ μὴν ἔχουν σχετικὰ μὲ τί καὶ ποῦ νὰ παρουσιάσουν τὴ φιλία καὶ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ταυτότητα μεταξύ τους, ὁπότε θὰ κινδυνέψη, μὲ τὸ χωρισμό τους ἀπὸ τὸ Θεό, νὰ μεταπέση τὸ εἶναι τους στὸ μὴ εἶναι.

Εἶναι, λοιπόν, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἴπαμε, ἡ ἁγία Ἐκκλησία, γιατί πραγματοποιεῖ τὴν ἴδια ἕνωση ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ποὺ κάνει κι ὁ Θεός, ἀκόμα κι ἄν τυχαίνη νὰ εἶναι διαφορετικοὶ στὰ ἰδιώματα κι ἀπὸ διαφορετικοὺς καὶ τόπους καὶ τρόπους ἐκεῖνοι, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν γίνονται μὲ τὴν πίστη ἕνα σῶμα. Τὴν ἕνωση αὐτή, κατὰ φυσικὸ τρόπο τὴν πραγματοποιεῖ ὁ Θεός, χωρὶς νὰ προκαλῆται σύγχυση στὴν οὐσία τῶν ὄντων. Τὴ διαφορὰ μεταξύ τους, ὅπως ἒχει δειχθῆ, τὴν ἀμβλύνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ταυτότητα μὲ τὴν ἀναφορὰ καὶ τὴν ἕνωση μὲ τὸν ἑαυτό του, σὰν αἰτία κι ἀρχὴ καὶ τέλος.

Ὑποσημειώσεις

16. Ἀφοῦ ἔδειξε στὴν εἰσαγωγὴ πῶς ὁ Θεός, μολονότι ὑπερβατικός, παρουσιάζεται μέσα στὴν ὕπαρξη καὶ μέσα στὴν κίνηση τῶν ὅλων, ὁ ἅγιος Μάξιμος δηλώνει τώρα ὅτι ἡ Ἐκκλησία, σ' ἕνα πρῶτο πνευματικὸ συμβολισμό, φαίνεται σὰν τύπος καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ μίμηση τῆς ἐνέργειάς του. Παρουσιάζει στὴν ἀρχὴ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πού, ἀφοῦ ἐδημιούργησε τὰ πάντα, τὰ συγκρατεῖ, τὰ συνδέει τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του, ἄν καὶ εἶναι διάφορα κατὰ τὴ φύση. Ἐξηγῶντας ἔπειτα πῶς ὁ Θεὸς τὰ κρατεῖ ὅλα συνδεδεμένα, ὁ ἅγιος Μάξιμος χρησιμοποιεῖ τρεῖς ἒννοιες• τὴν ἔννοια τῆς σχέσης, τοῦ ὅλου καὶ τῆς αἰτίας τοῦ ὅλου. Μὲ τὴ σχέση μεταξύ τους, κρατιοῦνται μέσα σὲ μιὰ συμφωνία καὶ ἑνότητα κίνησης καὶ ἀδιατάρακτης ὕπαρξης, σὲ τρόπο ποὺ κανένα πρᾶγμα δὲν ἀντιτίθεται σ’ αὐτὴ τὴν ἑνιαία κίνηση καὶ δὲ χωρίζεται ἀπὸ αὐτὴ στ' ὄνομα τῆς διαφορᾶς ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση του.Ὅλα εἶναι ἑνωμένα, δίχως σύγχυση μ' αὐτὴ τὴ μοναδικὴ σχέση. Ἡ ἑνιαία αὐτὴ σχέση περιέχει καὶ καλύπτει ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους σχέσεις, ποὺ τὶς κρατεῖ μαζί, σύμφωνα μὲ μιὰ ἰδιαίτερη συγγένεια ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση τους. Δὲν τὶς ἀλλοιώνει καὶ δὲν τὶς καταστρέφει, παρὰ τὶς νικᾶ καὶ ὑψώνεται πάνω ἀπ' ὅλες, ὅπως τὸ ὅλο πάνω ἀπὸ τὰ μέρη του. Εἶναι δύσκολο νὰ ποῦμε σὲ τί συνίσταται ἡ σχέση αὐτή. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ δὲν προστίθεται στὰ δημιουργήματα σὰν κάτι ἐξωτερικό, γιατί τὴν ἴδια ὥρα ξεκινᾶ κι ἀπ' αὐτὰ ἐπίσης καὶ τὰ ἑνώνει μεταξύ τους καὶ μὲ τὸ Θεό. Εἶναι σὰν ἕνας λόγος ἢ σὰν ἕνα ποιητικὸ αἴτιο τοῦ ὅλου σὲ ὅλα, καὶ περιέχει ὅλους τους λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν μερῶν. Τὰ κύτταρα ἑνὸς ὀργάνου ἔχουν τὴν αἰτία ἢ τὸν ἀνώτερο λόγο στὸ ὄργανο ποὺ ἀποτελοῦν μέρη του, τὰ ὄργανα στὸν ὀργανισμό, οἱ ὀργανισμοὶ στὰ εἴδη τους, τὰ εἴδη στὴν ἀνταπόκριση μεταξύ τους, ποὺ εἶναι ἕνας λόγος ποὺ τὰ περιβάλλει. Καὶ ἔτσι, ὁλόκληρο τὸ σύμπαν ἔχει τὴν αἰτία του πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ αἰτία δὲν ἔχει πιὰ μιὰ αἰτία πάνω ἀπ' αὐτὴν• δὲν εἶναι δημιουργημένη, γιατί δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ πολλαπλασιάση, πηγαίνοντας στὸ ἄπειρο, τὴ σειρὰ αὐτὴ τῶν ὁλοτήτων καὶ τῶν ἀνωτέρων αἰτίων. Αὐτὴ ἡ ἔσχατη αἰτία ὑπερβαίνει ὅλες τὶς δημιουργημένες αἰτίες. Μὲ τὴν αἰτία τοῦ ὅλου ὑπάρχει καὶ σχηματίζεται τὸ ὅλο καὶ τὰ μέρη του• τὰ ἴδια τὰ μέρη παρουσιάζουν τὴν αἰτία τοῦ ὅλου σὰν αἰτία ποὺ τὰ περιλαμβάνει. Ἔτσι, ὅπως ὁ ἥλιος περιλαμβάνει στὸ φῶς του τὴ φύση καὶ τὴ δύναμη τῶν ἄστρων, ὅμοια ἡ αἰτία ἢ ὁ λόγος τοῦ ὅλου καλύπτει τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν μερῶν τὰ μέρη εἶναι καὶ ἐξηγοῦνται ἀπὸ τὸ ὅλο, ὅπως τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὰ αἴτια, καὶ οἱ ἰδιότητές τους περιέχονται, χάρη στὴν ἀναφορά τους, στὴν αἰτία τοῦ ὅλου, ποὺ ἀποτυπώνεται σ' αὐτά. Ἔτσι, ἀφοῦ τὸ πᾶν εἶναι μέσα σὲ ὅλα, ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρα πάνω ἀπὸ ὅλα, εἶναι ὁ μόνος ποὺ γίνεται ὁρατὸς μέσα σὲ ὅλα, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴ σκέψη καθαρή. Στὶς τελευταῖες γραμμὲς τῆς παραγράφου Ι τοῦ κεφαλαίου Α', εἰσάγοντας τὴν ἔννοια «λόγος», ὁ ἅγιος Μάξιμος λέγει ὅτι ὁ νοῦς, ἐξετάζοντας τοὺς λόγους τῶν δημιουργημάτων μέσα στὸ σύνδεσμό τους, φτάνει στὸ Θεό, τὴν αἰτία, τὴν ἀρχή, τὸ σκοπό, τὸν ἀδιάστατο κόλπο τῶν ὅλων. Γιατί τὰ ὄντα ἀποτελοῦν ἕνα ἁρμονικὸ σύνολο ἐννοιῶν, ἀσώματων λόγων. Δὲν εἶναι πράγματα ὑλικά.

17. Ἐδῶ ὁ ἅγιος Μάξιμος κάνει ἀκριβῆ παραλληλισμὸ ἀνάμεσα στὴν ἐνέργεια τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀφορᾶ στὰ μέλη της, καὶ στὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Βέβαια καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία ἐπίσης ἀσκεῖται ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς Ἐκκλησίας πάνω στὰ μέλη της εἶναι μιὰ ἐνισχυμένη μορφὴ τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Μ' αὐτὴν τὴν ἐνισχυμένη ἐνέργεια ὁ κόσμος γίνεται καλύτερος καὶ δραστηριοποιεῖται ὁλοένα. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει πάντα εἰκόνα τοῦ θείου Ἀρχετύπου, γιατί παρουσιάζεται σὰν τὸ ὁρατὸ μέσο καὶ μ' αὐτὴν ἀσκεῖται ὁρατά, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἀόρατη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ξαναγεννᾶ πνευματικὰ τὰ μέλη της μέσα στὴν πολλαπλῆ ποικιλία καὶ ἀποτυπώνει σ’ αὐτά, μὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ποικιλία, μία μόνη θεία μορφή, ἕνα μόνο ὄνομα ποὺ δείχνει τὴν ὕπαρξή τους ἐν Χριστῷ. Ἂν τὰ μέρη τοῦ δημιουργημένου σύμπαντος κρατιοῦνται μέσα στὴν ἑνότητα τοῦ ὅλου καὶ μέσα στὸ σύνδεσμο μὲ τὸ Θεό, μὲ τὴ σχέση τῆς αἰτίας, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας κρατιοῦνται ἑνωμένα μὲ τὴ σχέση τῆς πίστης, ποὺ τὴν ἔχει δώσει καὶ τὴ συγκρατεῖ ἡ χάρη. Καὶ τὸ ὅλο ποὺ σχηματίζουν εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Υἱὸς τοῦ ἐνσαρκωμένου Θεοῦ, ποὺ ἔγινε γι' αὐτὸ ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὸ Χριστό, ἑνώνονται τώρα μὲ τρόπο πιὸ στενὸ οἱ ἄνθρωποι οἱ χωρισμένοι ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα, τὸ φῦλο, τὴν ἡλικία, κι Ἐκεῖνος τοὺς κλείνει στὸν ἑαυτό του, στὸ ὄνομα τῆς ἴδιας αἰτιακῆς ποιότητας καὶ μοναδικῆς δύναμης μὲ τὴν ἴδια τὴν ἄπειρα σοφὴ δύναμη τῆς καλωσύνης, μὲ τὴν ὁποία ὅλα ὁδηγοῦνται καὶ κρατιοῦνται μέσα στὴν ἑνιαία ὕπαρξη τοῦ δημιουργημένου σύμπαντος. Μέσα στὸ Χριστό, ὁ Θεὸς δὲν ἀφήνει τὰ δημιουργήματα νὰ γίνουν ὁλοκληρωτικὰ ξένα μεταξύ τους καὶ χωρισμένα ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ νὰ ξεπέσουν γι' αὐτὸ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη, μὴ ἔχοντας πιὰ τὴν εἰρήνη καὶ τὸ σύνδεσμο ποὺ τὰ ἐνώνει μὲ τὸ Θεό. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐπαναλαμβάνει ἐδῶ τὴν εἰκόνα τοῦ κέντρου καὶ τῶν γραμμῶν ποὺ ξεκινοῦν ἀπ' αὐτό, τοῦ κεφαλαίου τοῦ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν»: «Τὶς ἡ περὶ ἐμὲ σοφία κ.λ.π.» (P.G. 91, 1068 - 1084). Ἀλλὰ ἐδῶ ἐφαρμόζει αὐτὴ τὴν εἰκόνα στὸ σύνδεσμο τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ Χριστό, πρᾶγμα ποὺ δὲν κάνει στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν». Κατὰ συνέπειαν, ὁ Χριστὸς δὲν κάνει γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἔργο διάφορο ἀπὸ τὸ ἔργο ποὺ ἐκτελεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ τελειοποιεῖ, ξεκινῶντας ἀπὸ ἕνα μικρὸ κύκλο ἀνθρώπων, μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐπεκτείνη αὐτὴ τὴν ἐνισχυμένη μορφὴ τοῦ ἔργου του ἐπάνω σ' ὅλη τὴ δημιουργία. Ἡ Ἐκκλησία φέρνει σὲ πέρας τὴν ἴδια ἐνέργεια τῆς ἑνοποίησης τῶν πιστῶν, ποὺ ἐκτελεῖ ὁ Θεὸς πάνω στὰ δημιουργήματα, συγκεντρώνοντάς τα γύρω του, σὰν αἰτία καὶ σκοπός, μὲ τὴν ἀναφορὰ τους σ' Αὐτόν. Ἡ «ἕνωση» ὅλων μέσα στὸ Θεό, εἴτε μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σὰν αἰτίας ὅλων μέσα σ' ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, εἴτε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο, μέσα στὸ σύμπαν καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ἐξαφάνιση τῶν διαφορῶν ἀνάμεσα στὰ δημιουργήματα. Γιατί μέσα στὴ διαίρεσή τους ἐμφωλεύει γι' αὐτὰ ὁ κίνδυνος νὰ χάσουν τὴν ὕπαρξη.

Συνεχίζεται

Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (στην δημοτική) - A'. Πως και με ποιο τρόπο η άγια Εκκλησία είναι εικόνα και τύπος του Θεού (myriobiblos.gr)

ΑΣ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ ΣΤΟ ΝΟΥ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΠΟΥ ΔΙΝΟΥΝ  ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΑΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΔΙΟΤΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ, ΧΑΡΙΝ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ, ΤΙΣ ΚΟΙΝΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ. 

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022

ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ

Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

  

"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1. 

Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. 
Τὸ μυστήριο τοῦτο [τοῦ Χριστοῦ] προγνώριζε ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
῾Ο Πατέρας γιατὶ ἔτσι εὐδόκησε, ὁ Υἱὸς γιατὶ ἦταν ὁ αὐτουργός, καὶ τὸ Πνεῦμα γιατὶ συνεργαζόταν σ᾿ αὐτό. Γιατὶ εἶναι μία ἡ γνώση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ εἶναι μία καὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμη. Δὲν ἀγνοοῦσε δηλαδὴ ὁ Πατέρας ἢ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, γιατὶ ὑπῆρχε σὲ ὁλόκληρο τὸν Υἱό, ποὺ αὐτουργοῦσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας μὲ τὴ σάρκωσή Του, ὅλος κατὰ τὴν οὐσία Του ὁ Πατέρας, ὄχι βέβαια μὲ σάρκωσή Του, ἀλλὰ εὐδοκώντας γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν οὐσία Του ὑπῆρχε στὸν Υἱό, ὄχι λαμβάνοντας σάρκα, ἀλλὰ συνεργώντας μὲ τὸν Υἱὸ στὴν ἀπόρρητη γιὰ μᾶς σάρκωσή Του.
Εἴτε λοιπὸν πεῖ κάποιος Χριστό, εἴτε μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τὴν πρόγνωση γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὴν οὐσία τὴν ἔχει μόνη ἡ ἁγία Τριάδα, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία. Προγνωρίσθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀπὸ πρὶν ὄχι γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἦταν κατὰ φύση γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ φάνηκε ὅτι ἔγινε ἀργότερα γιὰ μᾶς κατ᾿ οἰκονομία. ῎Επρεπε δηλαδὴ ἀληθινὰ ὁ φυσικὸς δημιουργὸς τῆς οὐσίας τῶν ὄντων νὰ γίνει αὐτουργὸς καὶ τῆς κατὰ χάρη θέωσης τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ὁ δωρητὴς τοῦ εἶναι νὰ φανεῖ δωρεοδότης καὶ τῆς μακαριότητας. ᾿Επειδὴ λοιπὸν κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἑαυτό του ἢ κάποιο ἄλλο τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν οὐσία, εἶναι εὔλογο ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα πρόγνωσης κανενὸς ἀπὸ ὅσα θὰ γίνουν, πλὴν μόνο ὁ Θεὸς ὁ πάνω ἀπὸ τὰ ὄντα, ποὺ καὶ τὸν ἑαυτό Του γνωρίζει τί εἶναι κατὰ τὴν οὐσία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα δημιούργησε καὶ πρὶν ἀκόμα γίνουν εἶχε ἀπὸ πρὶν τὴ γνώση τῆς ὕπαρξής τους κι ἔμελλε κατὰ χάρη νὰ φιλοδωρήσει τὰ ὄντα μὲ τὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τῶν ἄλλων, τί εἶναι στὴν οὐσία τους, καὶ νὰ φανερώσει τοὺς λόγους ποὺ ὑπάρχουν ἑνιαῖα σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ πρίν.
Τὸ νὰ λένε μερικοὶ ὅμως πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε προγνωσθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου ἀπὸ ἐκείνους, στοὺς ὁποίους φανερώθηκε ὕστερα τοὺς τελευταίους καιρούς, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ τὸν προεγνωσμένο Χριστό, αὐτὸν τὸ λόγο σὰν ἐντελῶς ἄσχετο μὲ τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ κάνει συναΐδια μὲ τὸν Θεὸ τὴν οὐσία τῶν λογικῶν ὄντων, τὸν ἀπορρίπτουμε. Γιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βρίσκονται μὲ τὸ Χριστό, ἔτσι ὅπως αὐτὸς εἶναι, καὶ πάλι νὰ λείψουν τελείως κάποτε ἀπὸ αὐτόν, ἂν βέβαια εἶναι φυσικὸ νὰ γίνει σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀποπεράτωση τῶν αἰώνων καὶ ἡ στάση ὅσων κινοῦνται, μέσα στὴν ὁποία κανένα ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ὄντα δὲ θὰ ὑπόκειται σὲ μεταβολή. ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς κάλεσε τὸν Χριστὸ ἄμωμο καὶ ἄσπιλο, ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴ φύση του τελείως ξένος ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ψυχή του δὲν εἶχε μῶμο κακίας οὔτε τὸ σῶμα του σπίλο τῆς ἁμαρτίας.
῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ, Ο ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΕΣΑΡΚΩΘΗ ΣΤΗΝ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΣΠΙΛΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ;

Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Μυσταγωγία


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ . Α´.  


Πῶς τε καί ποίῳ τρόπῳ εἰκών ἐστι καί τύπος Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία.  


Τήν τοίνυν ἁγίαν Ἐκκλησίαν κατά πρώτην θεωρίας ἐπιβολήν, τύπον καί εἰκόνα Θεοῦ φέρειν, ἔλεγεν ὁ μακάριος γέρων ἐκεῖνος· ὡς τήν αὐτήν αὐτῷ κατά μίμησιν καί τύπον ἐνέργειαν ἔχουσαν. Ὥσπερ γάρ ὁ Θεός πάντα τῇ ἀπείρῳ δυνάμει ποιήσας καί εἰς τό εἶναι παραγαγών, συνέχει καί συνάγει καί περιγράφει, καί ἀλλήλοις καί ἑαυτῷ προνοητικῶς ἐνδιασφίγγει· τά τε νοητά καί τά αἰσθητά· καί περί ἑαυτόν ὡς αἰτίαν καί ἀρχήν καί τέλος πάντα περικρατῶν, τά κατά τήν φύσιν ἀλλήλων διεστηκότα, κατά μίαν τήν πρός αὐτόν ὡς ἀρχήν σχέσεως δύναμιν ἀλλήλοις συννενευκότα ποιεῖ· καθ᾿ ἥν (665) εἰς ταυτότητα κινήσεώς τε καί ὑπάρξεως ἀδιάφθορον καί ἀσύγχυτον ἄγεται τά πάντα, πρός οὐδέν οὐδενός τῶν ὄντων προηγουμένως κατά φύσεως διαφοράν ἤ κινήσεως στασιάζοντός τε καί διαιρουμένου· πάντων πᾶσι κατά τήν μίαν τῆς μόνης ἀρχῆς καί αἰτίας ἀδιάλυτον σχέσιν τε καί φρουράν ἀφύρτως συμπεφυκότων· τήν πάσας τε καί ἐπί πᾶσι κατά τήν ἑκάστου τῶν ὄντων φύσιν θεωρουμένας ἰδικάς σχέσεις, καταργοῦσάν τε καί ἐπικαλύπτουσαν· οὐ τῷ φθείρειν αὐτάς καί ἀναιρεῖν καί μή εἶναι ποιεῖν· ἀλλά τῷ νικᾷν καί ὑπερφαίνεσθαι, ὥσπερ ὁλότης μερῶν· ἤ καί αὐτῆς αἰτία τῆς ὁλότητος ἐπιφαινομένη· καθ᾿ ἥν ἥ  τε ὁλότης αὐτή, καί τά τῆς ὁλότητος μέρη φαίνεσθαί τε καί εἶναι πέφυκεν· ὡς ὅλην ἔχοντα τήν αἰτίαν ἑαυτῶν ὑπερλάμπουσαν· καί ὥσπερ ἥλιος ὑπερφανείς ἀστέρων καί φύσιν καί δύναμιν, οὕτω τήν αὐτῶν ὡς αἰτιατῶν αἰτίαν καλύπτουσαν ὕπαρξιν. Πέφυκε γάρ ὥσπερ ἐκ τῆς ὁλότητος τά μέρη, οὕτω δέ κἀκ τῆς αἰτίας τά αἰτιατά καί εἶναι κυρίως, καί γνωρίζεσθαι, καί τήν ἑαυτῶν σχολάζουσαν ἔχειν ἰδιότητα, ἡνίκα τῆς πρός τήν αἰτίαν ἀναφορᾶς περιληφθέντα, ποιωθῇ δι᾿ ὅλου· κατά τήν μίαν, ὡς εἴρηται, τῆς πρός αὐτήν σχέσεως δύναμιν. Πάντα γάρ ἐν πᾶσιν ὤν, ὁ ἀπείροις μέτροις ὑπέρ πάντα Θεός, μονώτατος τοῖς καθαροῖς τήν διάνοιαν ὁραθήσεται· ἡνίκα ὁ νοῦς τούς τῶν ὄντων θεωρητικῶς ἀναλεγόμενος λόγους, εἰς αὐτόν καταλήξει τόν Θεόν, ὡς αἰτίαν καί ἀρχήν καί τέλος τῆς τῶν ὅλων παραγωγῆς καί γενέσεως, καί πυθμένα τῆς πάντων περιοχῆς ἀδιάστατον.  

Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, τά αὐτά τῷ Θεῷ περί ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκών ἐνεργοῦσα δειχθήσεται. Πολλῶν γάρ ὄντων καί ἀπείρων ἀριθμῷ σχεδόν, ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν καί παίδων, γένει καί εἴδει, καί ἔθνεσι καί γλώσσαις, καί βίοις καί ἡλικίαις καί γνώμαις καί τέχναις καί τρόποις καί ἤθεσι καί ἐπιτηδεύμασιν· ἐπιστήμαις τε αὖ καί ἀξιώμασι, καί τύχαις καί χαρακτῆρσι καί ἕξεσιν, ἀλλήλων διῃρημένων τε καί πλεῖστον διαφερόντων τῶν εἰς αὐτήν γιγνομένων, καί ὑπ᾿ αὐτῆς ἀναγεννωμένων τε καί ἀναδημιουργουμένων τῷ πνεύματι· μίαν πᾶσι κατά τό ἴσον δίδωσι καί χαρίζεται θείαν μορφήν καί προσηγορίαν, τό, ἀπό Χριστοῦ καί εἶναι καί ὀνομάζεσθαι· καί μίαν τήν κατά πίστιν ἁπλῆν τε καί ἀμερῆ καί ἀδιαίρετον σχέσιν, τήν τάς πολλάς καί ἀμυθήτους περί ἕκαστον οὔσας διαφοράς, οὐδ᾿ ὅτι κἄν εἰσί συγχωροῦσαν γνωρίζεσθαι, διά τήν τῶν πάντων εἰς αὐτήν καθολικήν ἀναφοράν καί συνέλευσιν· καθ᾿ ἥν οὐδείς τό παράπαν οὐδέν ἑαυτῷ τοῦ κοινοῦ διωρισμένος ἐστί· πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καί (668) συνημμένων, κατά τήν μίαν ἁπλῆν τε καί ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καί δύναμιν. Ἦν γάρ πάντων, φησίν, ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία· ὡς ἐκ διαφόρων μελῶν, σῶμα ἕν καί εἶναι καί ὁρᾶσθαι, καί αὐτοῦ Χριστοῦ τῆς ἀληθινῆς ἡμῶν κεφαλῆς ὄντως ἄξιον· Ἐν ᾧ, φησίν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οὐκ ἔστιν ἄρρεν οὐδέ θῆλυ, οὔτε Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλλην, οὔτε περιτομή οὔτε ἀκροβυστία, οὔτε βάρβαρος οὔτε Σκύθης· οὔτε δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος· ἀλλά πάντα καί ἐν πᾶσιν αὐτός, ὁ πάντα κατά μίαν ἁπλῆν τῆς ἀγαθότητος ἀπειρόσοφον δύναμιν ἑαυτῷ περικλείων, ὥσπερ κέντρον εὐθειῶν τινων ἐξημμένων αὐτοῦ, κατά μίαν ἁπλῆν καί ἑνιαίαν αἰτίαν καί δύναμιν· τάς ἀρχάς τῶν ὄντων τοῖς πέρασιν οὐκ ἐῶν συναφίστασθαι, κύκλῳ περιγράφων αὐτῶν τάς ἐκστάσεις, καί πρός ἑαυτόν ἄγων τούς τῶν ὄντων καί ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένων διορισμούς· ἵνα μή ἀλλήλων παντάπασιν ἀλλότρια ᾗ καί ἐχθρά τά τοῦ ἑνός κτίσματα καί ποιήματα· οὐκ ἔχοντα περί τί καί ὅποι τό φίλον τι καί εἰρηνικόν καί ταυτόν πρός ἄλληλα δείξωσι· καί κινδυνεύσῃ αὐτοῖς καί αὐτό τό εἶναι εἰς τό μή ὄν μεταπεσεῖν, τοῦ Θεοῦ χωριζόμενον.  

Εἰκών μέν οὖν ἐστι τοῦ Θεοῦ, καθώς εἴρηται, ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῷ Θεῷ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἕνωσιν, κἄν διάφοροι τοῖς ἰδιώμασι καί ἐκ διαφόρων καί τόπων καί τρόπων, οἱ κατ᾿ αὐτήν διά τῆς πίστεως ἑνοποιούμενοι τύχωσιν ὄντες· ἥν περί τάς οὐσίας τῶν ὄντων ἀσυγχύτως αὐτός ἐνεργεῖν πέφυκεν ὁ Θεός· τό περί αὐτάς διάφορον, ὡς δέδεικται, τῇ πρός ἑαυτόν ὡς αἰτίαν καί ἀρχήν καί τέλος, ἀναφορᾷ τε καί ἑνώσει παραμυθούμενός τε καί ταυτοποιούμενος.  

ΚΕΦΑΛ. Β´.  


Περί τοῦ, πως, καί τινα τρόπον εἰκών ἐστι τοῦ ἐξ ὁρατῶν καί ἀοράτων οὐσιῶν ὑφεστῶτος κόσμου ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία.  


Κατά δευτέραν δέ θεωρίας ἐπιβολήν, τοῦ σύμπαντος κόσμου τοῦ ἐξ ὁρατῶν καί ἀοράτων οὐσιῶν ὑφεστῶτος, εἶναι τύπον καί εἰκόνα, τήν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν, ἔφασκεν· ὡς τήν αὐτήν αὐτῷ καί ἕνωσιν, καί διάκρισιν ἐπιδεχομένην. Ὥσπερ γάρ αὕτη κατά την οἰκοδομήν εἷς οἶκος ὑπάρχουσα, τήν κατά τήν θέσιν τοῦ σχήματος ποιᾷ ἰδιότητι, δέξεται δαφοράν, διαιρουμένη εἴς τε τόν μόνοις ἱερεῦσί τε καί λειτουργοῖς ἀπόκληρον τόπον, ὅν καλοῦμεν ἱερατεῖον· καί τόν πᾶσι τοῖς πιστοῖς λαοῖς πρός ἐπίβασιν ἄνετον, ὅν καλοῦμεν ναόν. Πάλιν μία ἐστί κατά τήν ὑπόστασιν, οὐ συνδιαιρουμένη τοῖς ἑαυτῆς μέρεσι, διά τήν ἑαυτῶν πρός ἄλληλα τῶν μερῶν διαφοράν· ἀλλά καί αὐτά τῇ πρός τό ἕν ἑαυτῆς ἀναφορᾷ τά μέρη, τῆς ἐν τῇ κλήσει διαφορᾶς ἀπολύουσα, (669) καί ταυτόν ἀλλήλοις ἄμφω δεικνύουσα· καί θάτερον θατέρῳ κατ’ ἐπαλλαγήν ὑπάρχον, ὅπερ ἑκάτερον ἑαυτῷ καθέστηκεν ὅν ἀποφαίνουσα· ἱερατεῖον μέν τόν ναόν κατά τήν δύναμιν, τῇ πρός τό πέρας ἀναφορᾷ τῆς μυσταγωγίας ἱερουργούμενον· καί ἔμπαλιν ναόν τό ἱερατεῖον, κατά τήν ἐνέργειαν τῆς ἰδίας αὐτόν ἔχον μυσταγωγίας ἀρχήν, μία δι᾿ ἀμφοῖν καί ἡ αὐτή  διαμένει. Οὕτω καί ὁ ἐκ Θεοῦ κατά γένεσιν παρηγμένος σύμπας τῶν ὄντων κόσμος, διαιρούμενος εἴς τε τόν νοητόν κόσμον, τόν ἐκ νοερῶν καί ἀσωμάτων οὐσιῶν συμπληρούμενον· καί τόν αἰσθητόν τοῦτον καί σωματικόν, καί ἐκ πολλῶν μεγαλοφυῶς συνυφασμένον εἰδῶν τε καί φύσεων· ἄλλη πως ὑπάρχων ἀχειροποίητος Ἐκκλησία, διά ταύτης τῆς χειροποιήτου σοφῶς ὑποφαίνεται· καί ἱερατεῖον μέν ὥσπερ ἔχων τόν ἄνω κόσμον, καί ταῖς ἄνω προσνενεμημένον δυνάμεσι· ναόν δέ, τόν κάτω, καί τοῖς δι’ αἰσθήσεως ζῇν λαχοῦσι προσκεχωρημένον.  

Πάλιν εἷς ἐστι κόσμος τοῖς ἑαυτοῦ μή συνδιαιρούμενος μέρεσι· τοὐναντίον δέ, καί αὐτῶν τῶν μερῶν τήν ἐξ ἰδιότητος φυσικῆς διαφοράν, τῇ πρός τό ἕν ἑαυτοῦ καί ἀδιαίρετον ἀναφορᾷ περιγράφων· καί ταυτόν ἑαυτῷ τε καί ἀλλήλοις ἀσυγχύτως ἐναλλάξ ὄντας· καί θατέρῳ θάτερον ὅλον ὅλῳ δεικνύς ἐμβεβηκότα· καί ἄμφω ὅλον αὐτόν ὡς μέρη ἕνα συμπληροῦντας, καί κατ᾿ αὐτόν ὡς ὅλον μέρη ἑνοειδῶς τε καί ὁλικῶς συμπληρουμένους. Ὅλος γάρ ὁ νοητός κόσμος ὅλῳ τῷ αἰσθητῷ μυστικῶς τοῖς συμβουλικοῖς εἴδεσι τυπούμενος φαίνεται τοῖς ὁρᾷν δυναμένοις· καί ὅλος ὅλῳ τῷ νοητῷ ὁ αἰσθητός γνωστικῶς κατά νοῦν τοῖς λόγοις ἁπλούμενος ἐνυπάρχων ἐστίν. Ἐν ἐκείνῳ γάρ, οὗτος τοῖς λόγοις ἐστί· κἀκεῖνος ἐν τούτῳ, τοῖς τύποις· καί τό ἔργον αὐτῶν ἕν, καθώς ἄν εἴη τροχός ἐν τῷ τροχῷ, φησίν ὁ θαυμαστός τῶν μεγάλων θεατής Ἰεζεχιήλ, περί τῶν δύο κόσμων, οἶμαι, λέγων. Καί πάλιν· Τά γάρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπό κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, φησίν  ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Καί εἰ καθορᾶται διά τῶν φαινομένων τά μή φαινομένα, καθώς γέγραπται, πολλῷ δή καί διά τῶν μή φαινομένων  τοῖς θεωρίᾳ πνευματικῇ προσανέχουσι τά φαινόμενα νοηθήσεται. Τῶν γάρ νοητῶν ἡ διά τῶν ὁρατῶν συμβολική θεωρία, τῶν ὁρωμένων ἐστί διά τῶν ἀοράτων πνευματική ἐπιστήμη καί νόησις. Δεῖ γάρ τά ἀλλήλων ὄντα δηλωτικά, πάντως ἀληθεῖς καί ἀριδήλους τάς ἀλλήλων ἔχειν ἐμφάσεις, καί τήν ἐπ’ αὐταῖς σχέσιν ἀλώβητον.      

(672)  ΚΕΦΑΛ.  Γ´.  


Ὅτι καί μόνου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου ἐστίν εἰκών, ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία.  


Καί αὖθις μόνου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου καθ᾿ ἑαυτόν τήν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν εἶναι σύμβολον, ἔφασκεν· ὡς οὐρανόν μέν, τό θεῖον ἱερατεῖον ἔχουσαν· γῆν δέ, τήν εὐπρέπειαν τοῦ ναοῦ κεκτημένην. Ὡσαύτως δέ καί τόν κόσμον ὑπάρχειν Ἐκκλησίαν· ἱερατείῳ μέν ἐοικότα τόν οὐρανόν ἔχοντα· ναῷ δέ, τήν κατά γῆν διακόσμησιν.      

ΚΕΦΑΛ.  Δ´.  


Πῶς τε καί ποίῳ τρόπῳ συμβολικῶς εἰκονίζει τόν ἄνθρωπον ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία· καί αὐτή ὡς ἄνθρωπος ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰκονίζεται.  


Καί πάλιν κατ᾿ ἄλλον τρόπον θεωρίας, ἄνθρωπον εἶναι τήν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν ἔλεγε· ψυχήν μέν ἔχουσαν τό ἱερατεῖον· καί νοῦν, τό θεῖον θυσιαστήριον· καί σῶμα, τόν ναόν· ὡς εἰκόνα καί ὁμοίωσιν ὑπάρχουσαν τοῦ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ καί ὁμοίωσιν γενομένου ἀνθρώπου· καί διά μέν τοῦ ναοῦ, ὡς διά σώματος, τήν ἠθικήν φιλοσοφίαν προβαλλομένην· διά δέ τοῦ ἱερατείου, ὡς διά ψυχῆς, τήν φυσικήν θεωρίαν πνευματικῶς ἐξηγουμένην·  καί  ὡς διά νοός τοῦ θείου θυσιαστηρίου, τήν μυστικήν θεολογίαν ἐμβαίνουσαν. Καί ἔμπαλιν, Ἐκκλησίαν μυστικήν τόν ἄνθρωπον, ὡς διά ναοῦ μέν τοῦ σώματος, τό πρακτικόν τῆς ψυχῆς ταῖς τῶν ἐντολῶν ἐνεργείαις κατά τήν ἠθικήν φιλοσοφίαν ἐναρέτως φαιδρύνοντα· ὡς δι᾿ ἱερατείου δέ τῆς ψυχῆς τούς κατ᾿ αἴσθησιν λόγους, καθαρῶς ἐν πνεύματι τῆς ὕλης περιτμηθέντας, κατά τήν φυσικήν θεωρίαν διά  λόγου τῷ Θεῷ  προσκομίζοντα· καί ὡς διά θυσιαστηρίου τοῦ νοός, τήν ἐν ἀδύτοις πλυύμνητον τῆς ἀφανοῦς καί ἀγνώστου μεγαλοφωνίας σιγήν τῆς θεότητος, δι᾿ ἄλλης λάλου τε καί πολυφθόγγου σιγῆς προσκαλούμενον· καί ὡς ἐφικτόν ἀνθρώπῳ, κατά μυστικήν θεολογίαν αὐτῇ συγγινόμενον· καί τοιοῦτον γινόμενον, οἷον εἰκός εἶναι δεῖ τόν ἐπιδημίας ἀξιωθέντα Θεοῦ, καί ταῖς αὐτοῦ παμφαέσιν αἴγλαις ἐνσημανθέντα.

"Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, τά αὐτά τῷ Θεῷ περί ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκών ἐνεργοῦσα δειχθήσεται". ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ΤΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΑΚΑΙΡΟ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΔΙΟΤΙ "Εἰκών μέν οὖν ἐστι τοῦ Θεοῦ, καθώς εἴρηται, ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῷ Θεῷ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἕνωσιν,  οἱ κατ᾿ αὐτήν διά τῆς πίστεως ἑνοποιούμενοι τύχωσιν ὄντες·"

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (ΚΔ')

Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


ΚΔ'. Ποιὰ μυστήρια ἐνεργεῖ κι ἀποτελειώνει μὲ ὅσα τελοῦνται κατὰ τὴν ἁγία σύναξη ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ποὺ μὲ πίστη συναθροίζονται, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παραμένει

Ἐνόμιζε λοιπὸν ὁ μακαριστὸς γέροντας, καὶ δὲ σταματοῦσε νὰ προτρέπη κάθε Χριστιανό, ὅτι πρέπει νὰ περνάη τὸν καιρὸ του μέσα στὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴ λείπη ποτὲ ἀπὸ τὴν ἁγία σύναξη, ποὺ γίνεται μέσα σ' αὐτή. Γιατί σ' αὐτὴ μέσα παραμένουν ἅγιοι ἄγγελοι, ποὺ γράφουν ὅσους κάθε φορὰ μπαίνουν, τοὺς παρουσιάζουν στὸ Θεὸ καὶ κάνουν τὶς παρακλήσεις τους γι' αὐτούς. Εἶναι ἀκόμα καὶ ἡ ἀόρατη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πάντα βέβαια παροῦσα, μὲ ἰδιαίτερον ὅμως τρόπο κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἁγίας σύναξης, ποὺ καθέναν ἀπὸ τοὺς παρόντες, τὸν μεταβάλλει καὶ τὸν μεταμορφώνει καὶ ποὺ ἀληθινὰ τὸν ξαναπλάθει πρὸς τὸ θεϊκώτερο, ἀνάλογα μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸν ὀδηγεῖ σὲ ὅ,τι συμβολίζουν τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται. Κι ἂς μὴν αἰσθάνεται ἐκεῖνος —ἂν τύχη ν' ἀνήκη στοὺς νήπιους κατὰ τὴν πίστη πρὸς τὸ Χριστὸ— κι ἂς ἀδυνατῆ ν' ἀτενίση στὸ βάθος αὐτῶν ποὺ γίνονται• κι ἂς μὴν αἰσθάνεται ὅτι ἡ χάρη, ποὺ καθένα ἀπὸ τὰ θεῖα σύμβολα τῆς σωτηρίας δηλώνει, ἐνεργεῖ μέσα του καὶ κατὰ μία σειρὰ καὶ τάξη βαδίζει ἀπὸ τ' αὐριανὰ ὡς τὸ τέλος ὅλων.(76)

Κατὰ τὴν πρώτη εἴσοδο δηλώνεται ἡ ἀποβολὴ τῆς ἀπιστίας, ἡ αὔξηση τῆς πίστης, ἡ ἐλάττωση τῆς κακίας, ἡ πρόοδος τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἄγνοιας, ἡ προσθήκη τῆς γνώσης. Μὲ τὴν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων δηλώνονται οἱ μόνιμες κι ἀμετάθετες ἕξεις καὶ διαθέσεις τῆς πίστης, ποὺ εἴπαμε, καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσης, ἐνῶ μὲ τοὺς θείους ὕμνους ποὺ ἀκολουθοῦν, ἡ θεληματικὴ συγκατάθεση τῆς ψυχῆς πρὸς τὶς ἀρετές, καὶ ἡ πνευματικὴ γλυκύτητα κι εὐχαρίστηση ποὺ δοκιμάζει ἀπ' αὐτές. Μὲ τὴν ἱερὴ ἔπειτα ἀνάγνωση τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου δηλώνεται ἡ συντέλεια τοῦ γήινου φρονήματος, σὰν νὰ ἦταν ἡ συντέλεια τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Μὲ τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν δείχνεται ἡ ἐπιθυμητὴ μετάβαση καὶ μετατόπιση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ φθαρτὸ κόσμο τοῦτο στὸ νοητό. Κλείνοντας τὶς αἰσθήσεις, σὰν νὰ ἦσαν πόρτες, τὶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὴν εἴσοδο τῶν ἁγίων μυστηρίων, δηλώνεται ἡ τελειότερη καὶ πνευματικώτερη καὶ νέα διδασκαλία καὶ γνώση, σχετικὰ μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ χάρη μας. Μὲ τὸ θεῖο ἀσπασμό, ἡ ταυτὸτητα ὅλων μὲ ὅλους καὶ πρῶτα τοῦ καθενὸς μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ Θεό, ταυτότητα κατωχυρωμένη μὲ ὁμόνοια, μὲ ὁμοφροσύνη καὶ ἀγάπη. Μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, ἡ κατάλληλη εὐχαριστία μας γιὰ τοὺς ἀνέλπιστους τρόπους τῆς σωτηρίας μας. Μὲ τὸ Τρισάγιο, ἡ ἕνωση καὶ ἰσοτιμία μας μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἡ ἀκατάπαυστη, ἁρμονικὴ μελωδικότητα τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν προσευχή, κατὰ τὴν ὁποία γινόμαστε ἄξιοι νὰ καλοῦμε Πατέρα τὸ Θεό, ἡ γνησιώτατη υἱοθεσία μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὸ «Εἷς Ἅγιος» καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἡ χάρη καὶ ἡ οἰκειότητα, πού μας ἑνοποιεῖ μὲ τὸ Θεό. Μὲ τὴν ἁγία μετάληψη τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων, ἡ δυνατὴ νὰ πραγματοποιηθῆ ἑνότητα καὶ ταυτότητα μ' ἐκεῖνον κατὰ συμμετοχὴ ἀπὸ ὁμοιότητα• ἐξαιτίας της ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος, νὰ γίνη ἀπὸ ἄνθρωπος θεός.

Γιατὶ ὅσες δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πιστεύομε ὅτι ἔχουμε λάβει ἐδῶ μὲ τὴ χάρη ποὺ δίνει ἡ πίστη, αὐτὲς πιστεύομε ὅτι θὰ λάβωμε στὴ μέλλουσα ζωὴ ἀληθινά, στὴν ἴδια τὴν πραγματική τους ὑπόσταση, ἐπειδὴ φυλάξαμε κατὰ τὴ δύναμή μας τὶς ἐντολές, σύμφωνα μὲ τὴ στέρεη ἐλπίδα τῆς πίστης μας καὶ τὴ σταθερὴ καὶ ἀδιάψευστη ὑπόσχεση Ἐκείνου πού μᾶς ὑποσχέθηκε. Καὶ θὰ βρεθοῦμε ἀπὸ τὴ χάρη τῆς πίστης στὴ χάρη τῆς μορφῆς• θὰ μᾶς μεταμορφώση δηλαδὴ ὁ Θεὸς καὶ Σωτῆρας μας Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀφαιρέση ἀπὸ μᾶς τὰ γνωρίσματα τῆς φθορᾶς καὶ μᾶς χαρίση τὰ ἀρχικὰ μυστήρια, ποὺ ὑποδηλώθηκαν μὲ τὰ ἐδῶ αἰσθητὰ σύμβολα.

Ὑποσημειώσεις

76. Ἡ παρουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία, προπάντων τὴν ὥρα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, εἶναι ὠφέλιμη ἀκόμη καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται νὰ μεταπλάθωνται σ' αὐτὸ ποὺ σημαίνεται μὲ τὴν κάθε βαθμίδα τῶν μυστηρίων, ποὺ τελοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὠφέλιμη γιὰ λόγους ἀντικειμενικούς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἐπίσης παρόντες οἱ ἄγγελοι ποὺ γράφουν αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία καὶ προσεύχονται γι' αὐτούς. Ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία, κοντὰ στὸ Θεό, ἔρχονται ἐπίσης κοντὰ στοὺς ἀγγέλους ἢ σὲ κοινωνία προσευχῆς μ' αὐτούς. Μ' αὐτὸ ἐγγράφονται μέσα στὴ μνήμη τῶν ἀγγέλων ἤ, κατὰ κάποιο τρόπο, μέσα στὸ ἴδιο τὸ εἶναι τῶν ἀγγέλων. Ἡ παρουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμα ὠφέλιμη γιὰ τὴ χάρη ποὺ εἶναι παροῦσα μέσα στὴν Ἐκκλησία, προπάντων κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας, καὶ ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τὰ σύμβολα τῆς σωτηρίας ποὺ τελεσιουργοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ βαθμιαῖα καθένα, σύμφωνα μὲ τὴν κατάστασή του, πρὸς τὶς καταστάσεις ποὺ ὑποσημαίνονται ἀπὀ τὶς πιὸ ὑψηλὲς πράξεις καὶ λέξεις τῆς θείας Λειτουργίας. Καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος δείχνει ἀκόμη μία φορά, σ' ἀνακεφαλαίωση, τὴ σειρὰ τῶν βαθμῶν, στοὺς ὁποίους ὑψώνεται ἡ ψυχὴ κατὰ τὴ διαδρομὴ τῆς θείας Λειτουργίας.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (ΚΔ')

Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.


Συνέχεια από: Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

ΚΔ'. Ποιὰ μυστήρια ἐνεργεῖ κι ἀποτελειώνει μὲ ὅσα τελοῦνται κατὰ τὴν ἁγία σύναξη ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ποὺ μὲ πίστη συναθροίζονται, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παραμένει

Ἐνόμιζε λοιπὸν ὁ μακαριστὸς γέροντας, καὶ δὲ σταματοῦσε νὰ προτρέπη κάθε Χριστιανό, ὅτι πρέπει νὰ περνάη τὸν καιρὸ του μέσα στὴν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴ λείπη ποτὲ ἀπὸ τὴν ἁγία σύναξη, ποὺ γίνεται μέσα σ' αὐτή. Γιατί σ' αὐτὴ μέσα παραμένουν ἅγιοι ἄγγελοι, ποὺ γράφουν ὅσους κάθε φορὰ μπαίνουν, τοὺς παρουσιάζουν στὸ Θεὸ καὶ κάνουν τὶς παρακλήσεις τους γι' αὐτούς. Εἶναι ἀκόμα καὶ ἡ ἀόρατη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πάντα βέβαια παροῦσα, μὲ ἰδιαίτερον ὅμως τρόπο κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἁγίας σύναξης, ποὺ καθέναν ἀπὸ τοὺς παρόντες, τὸν μεταβάλλει καὶ τὸν μεταμορφώνει καὶ ποὺ ἀληθινὰ τὸν ξαναπλάθει πρὸς τὸ θεϊκώτερο, ἀνάλογα μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸν ὀδηγεῖ σὲ ὅ,τι συμβολίζουν τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται. Κι ἂς μὴν αἰσθάνεται ἐκεῖνος —ἂν τύχη ν' ἀνήκη στοὺς νήπιους κατὰ τὴν πίστη πρὸς τὸ Χριστὸ— κι ἂς ἀδυνατῆ ν' ἀτενίση στὸ βάθος αὐτῶν ποὺ γίνονται• κι ἂς μὴν αἰσθάνεται ὅτι ἡ χάρη, ποὺ καθένα ἀπὸ τὰ θεῖα σύμβολα τῆς σωτηρίας δηλώνει, ἐνεργεῖ μέσα του καὶ κατὰ μία σειρὰ καὶ τάξη βαδίζει ἀπὸ τ' αὐριανὰ ὡς τὸ τέλος ὅλων.(76)

Κατὰ τὴν πρώτη εἴσοδο δηλώνεται ἡ ἀποβολὴ τῆς ἀπιστίας, ἡ αὔξηση τῆς πίστης, ἡ ἐλάττωση τῆς κακίας, ἡ πρόοδος τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἄγνοιας, ἡ προσθήκη τῆς γνώσης. Μὲ τὴν ἀκρόαση τῶν θείων λόγων δηλώνονται οἱ μόνιμες κι ἀμετάθετες ἕξεις καὶ διαθέσεις τῆς πίστης, ποὺ εἴπαμε, καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσης, ἐνῶ μὲ τοὺς θείους ὕμνους ποὺ ἀκολουθοῦν, ἡ θεληματικὴ συγκατάθεση τῆς ψυχῆς πρὸς τὶς ἀρετές, καὶ ἡ πνευματικὴ γλυκύτητα κι εὐχαρίστηση ποὺ δοκιμάζει ἀπ' αὐτές. Μὲ τὴν ἱερὴ ἔπειτα ἀνάγνωση τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου δηλώνεται ἡ συντέλεια τοῦ γήινου φρονήματος, σὰν νὰ ἦταν ἡ συντέλεια τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Μὲ τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν δείχνεται ἡ ἐπιθυμητὴ μετάβαση καὶ μετατόπιση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ φθαρτὸ κόσμο τοῦτο στὸ νοητό. Κλείνοντας τὶς αἰσθήσεις, σὰν νὰ ἦσαν πόρτες, τὶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῆς ἁμαρτίας. Μὲ τὴν εἴσοδο τῶν ἁγίων μυστηρίων, δηλώνεται ἡ τελειότερη καὶ πνευματικώτερη καὶ νέα διδασκαλία καὶ γνώση, σχετικὰ μὲ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ χάρη μας. Μὲ τὸ θεῖο ἀσπασμό, ἡ ταυτὸτητα ὅλων μὲ ὅλους καὶ πρῶτα τοῦ καθενὸς μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ Θεό, ταυτότητα κατωχυρωμένη μὲ ὁμόνοια, μὲ ὁμοφροσύνη καὶ ἀγάπη. Μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, ἡ κατάλληλη εὐχαριστία μας γιὰ τοὺς ἀνέλπιστους τρόπους τῆς σωτηρίας μας. Μὲ τὸ Τρισάγιο, ἡ ἕνωση καὶ ἰσοτιμία μας μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἡ ἀκατάπαυστη, ἁρμονικὴ μελωδικότητα τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν προσευχή, κατὰ τὴν ὁποία γινόμαστε ἄξιοι νὰ καλοῦμε Πατέρα τὸ Θεό, ἡ γνησιώτατη υἱοθεσία μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὸ «Εἷς Ἅγιος» καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ἡ χάρη καὶ ἡ οἰκειότητα, πού μας ἑνοποιεῖ μὲ τὸ Θεό. Μὲ τὴν ἁγία μετάληψη τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων, ἡ δυνατὴ νὰ πραγματοποιηθῆ ἑνότητα καὶ ταυτότητα μ' ἐκεῖνον κατὰ συμμετοχὴ ἀπὸ ὁμοιότητα• ἐξαιτίας της ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος, νὰ γίνη ἀπὸ ἄνθρωπος θεός.

Γιατὶ ὅσες δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πιστεύομε ὅτι ἔχουμε λάβει ἐδῶ μὲ τὴ χάρη ποὺ δίνει ἡ πίστη, αὐτὲς πιστεύομε ὅτι θὰ λάβωμε στὴ μέλλουσα ζωὴ ἀληθινά, στὴν ἴδια τὴν πραγματική τους ὑπόσταση, ἐπειδὴ φυλάξαμε κατὰ τὴ δύναμή μας τὶς ἐντολές, σύμφωνα μὲ τὴ στέρεη ἐλπίδα τῆς πίστης μας καὶ τὴ σταθερὴ καὶ ἀδιάψευστη ὑπόσχεση Ἐκείνου πού μᾶς ὑποσχέθηκε. Καὶ θὰ βρεθοῦμε ἀπὸ τὴ χάρη τῆς πίστης στὴ χάρη τῆς μορφῆς• θὰ μᾶς μεταμορφώση δηλαδὴ ὁ Θεὸς καὶ Σωτῆρας μας Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἀφαιρέση ἀπὸ μᾶς τὰ γνωρίσματα τῆς φθορᾶς καὶ μᾶς χαρίση τὰ ἀρχικὰ μυστήρια, ποὺ ὑποδηλώθηκαν μὲ τὰ ἐδῶ αἰσθητὰ σύμβολα.

Ὑποσημειώσεις

76. Ἡ παρουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία, προπάντων τὴν ὥρα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, εἶναι ὠφέλιμη ἀκόμη καὶ γι' αὐτοὺς ποὺ δὲν αἰσθάνονται νὰ μεταπλάθωνται σ' αὐτὸ ποὺ σημαίνεται μὲ τὴν κάθε βαθμίδα τῶν μυστηρίων, ποὺ τελοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὠφέλιμη γιὰ λόγους ἀντικειμενικούς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἐπίσης παρόντες οἱ ἄγγελοι ποὺ γράφουν αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία καὶ προσεύχονται γι' αὐτούς. Ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ ἔρχονται στὴν Ἐκκλησία, κοντὰ στὸ Θεό, ἔρχονται ἐπίσης κοντὰ στοὺς ἀγγέλους ἢ σὲ κοινωνία προσευχῆς μ' αὐτούς. Μ' αὐτὸ ἐγγράφονται μέσα στὴ μνήμη τῶν ἀγγέλων ἤ, κατὰ κάποιο τρόπο, μέσα στὸ ἴδιο τὸ εἶναι τῶν ἀγγέλων. Ἡ παρουσία μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμα ὠφέλιμη γιὰ τὴ χάρη ποὺ εἶναι παροῦσα μέσα στὴν Ἐκκλησία, προπάντων κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας, καὶ ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τὰ σύμβολα τῆς σωτηρίας ποὺ τελεσιουργοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ βαθμιαῖα καθένα, σύμφωνα μὲ τὴν κατάστασή του, πρὸς τὶς καταστάσεις ποὺ ὑποσημαίνονται ἀπὀ τὶς πιὸ ὑψηλὲς πράξεις καὶ λέξεις τῆς θείας Λειτουργίας. Καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος δείχνει ἀκόμη μία φορά, σ' ἀνακεφαλαίωση, τὴ σειρὰ τῶν βαθμῶν, στοὺς ὁποίους ὑψώνεται ἡ ψυχὴ κατὰ τὴ διαδρομὴ τῆς θείας Λειτουργίας.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής - Μυσταγωγία (ΚΓ')

Μυσταγωγία (στην δημοτική)

Εισαγωγὴ - Σχόλια: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Στανιλοάε,
Μετάφραση: Ἰγνάτιος Σακαλὴς.
ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1997.



ΚΓ'. Ἡ πρώτη εἴσοδος τῆς ἁγίας σύναξης εἶναι σύμβολο τῶν ψυχικῶν ἀρετῶν

Σὺ λοιπὸν ποὺ ἔγινες γνήσιος της μακαριστῆς σοφίας, τοῦ Χριστοῦ ἐραστής, πρόσεξε, μὲ τὰ μάτια τοῦ νοῦ, κατὰ τὴν πρώτη εἴσοδο τῆς ἁγίας σύναξης καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ πλάνη καὶ τὴν ταραχὴ τῆς ὕλης σύμφωνα μ' αὐτὸ ποὺ ἒχει γραφῆ. Γυναῖκες ποὺ ἔρχεστε ἀπὸ τὸ κοίταγμα, προσέξετε. Ἐννοῶ ἀπὸ τὴν παραπλάνηση στὰ σχήματα καὶ τὶς μορφές, ποὺ προκαλεῖ ἡ προσατένιση τῶν αἰσθητῶν. Γιατί δὲν εἶναι ἀληθινὸ νὰ τὴν ὀνομάσωμε θεωρία, ὅπως τὴ λένε οἱ ἄσοφοι ἀπὸ ὅσους οἱ Ἕλληνες ἀποκαλοῦν σοφούς. (Γιατί βέβαια δὲ θὰ ποῦμε ἐμεῖς σοφοὺς αὐτοὺς ποὺ δὲν μπόρεσαν εἴτε δὲ θέλησαν νὰ κατανοήσουν τὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του.) Δὲ θὰ ποῦμε λοιπὸν θεωρία τὸ φανέρωμα τῶν αἰσθητῶν, ποὺ ἐπάνω του στήθηκε ὁ ἀτελείωτος πόλεμος τῶν αἰσθητῶν μεταξύ τους καὶ προκαλεῖ σ' ὅλα τὴν καταστροφὴ τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸ ἄλλο, καθὼς ὅλα καταστρέφουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο καὶ καταστρέφονται ἀναμεταξύ τους. Ἕνα μόνο σταθερὸ γνώρισμα ἔχουν, ὅτι εἶναι ἄστατα καὶ καταστρέφονται καὶ ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ συμφωνήσουν μεταξύ τους σὲ μιὰ διατήρηση ἀπόλεμη καὶ ἀστασίαστη. Ἔρχεται στὴν προσατένιση αὐτὴ ἡ ψυχὴ καὶ πάλι φεύγει ἀμέσως ἀπ' αὐτὴν κι ὅπως σ' Ἐκκλησία καὶ σὲ ἀπαραβίαστο ἀνάκτορο τῆς εἰρήνης, καταφεύγει στὴν πνευματικὴ φυσικὴ θεωρία τὴν εἰρηνικὴ κι ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε ταραχή, ποὺ τὴν ἀσκεῖ μὲ λόγο κι ὁδηγεῖται σ' αὐτὴν ἀπὸ τὸ Λόγο, τὸ μεγάλο κι ἀληθινὸ Θεό μας κι ἀρχιερέα.(67) Ἐκεῖ διδάσκεται τοὺς λόγους τῶν ὄντων. Σὰν σύμβολά της γι' αὐτοὺς ἔχει τὰ θεῖα ἀναγνώσματα ποὺ διαβάζονται, καὶ τὸ θαυμαστὸ καὶ μέγα μυστήριο τῆς θεϊκῆς Πρόνοιας, ποὺ φανερώνεται στὸ νόμο καὶ τοὺς προφῆτες. Καὶ δέχεται πάλι γιὰ καθέναν ἀπ' αὐτοὺς ἀπὸ Θεοῦ, γιὰ χάρη τῆς καλῆς σ' αὐτοὺς μαθητείας της, μὲ τὴ βοήθεια τῶν θείων δυνάμεων, ποὺ διαλέγονται μαζί της νοερά, τὶς ὑποδηλώσεις, ποὺ χαρίζουν τὴν εἰρήνη, μαζὶ μὲ τὸ θέλγητρο τὸ συντηρητικὸ καὶ τονωτικό, τὸ θεῖο καὶ φλογερὸ πόθο τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὑποκρούεται σ' αὐτὴ μυστικὰ ἡ πνευματικὴ γλυκύτητα τῶν θείων ὕμνων.(68)

Ἔπειτ' ἀπὸ τὰ διάφορα ἀναγνώσματα ἡ ψυχὴ μεταβαίνει καὶ συγκεντρώνεται στὴ μία καὶ μόνη κορυφή, ποὺ συλλαμβάνει ὅλους αὐτοὺς σ' ἑνότητα τοὺς λόγους. Ἐννοῶ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅπου ὅλοι οἱ λόγοι καὶ τῆς θείας Πρόνοιας καὶ τῶν ὄντων ὑπάρχουν ἀπὸ πρῶτα σ' ἑνότητα μὲ μία μόνη δύναμη περιεκτικότητας.(69) Ἔπειτα γίνεται στοὺς φιλόθεους ἡ παραχώρηση νὰ δοῦνε τὸν ἴδιο τὸ Λόγο καὶ Θεό, μὲ μία θεϊκὴ βέβαια ὅραση, μὲ τ' ἀδείλιαστα μάτια τῆς ψυχῆς, νὰ φτάνη σ' αὐτὴν ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅπως θέλει νὰ δηλώση ἡ κάθοδος τοῦ ἀρχιερέα ἀπὸ τὸν ἱερατικὸ θρόνο καὶ νὰ ξεχωρίζη ἐντελῶς ἀπ' αὐτήν, σὰν νἄταν κατηχούμενοι, τοὺς λογισμοὺς ποὺ ἐντρυφοῦν ἀκόμα στὴν αἴσθηση καὶ τὴ διάσπαση ποὺ σ' αὐτὴ κυριαρχεῖ.

Κι ἀπὸ δῶ πάλι, ἀφοῦ βγῆ ἔξω ἀπὸ τὰ αἰσθητά, ὅπως ἀφήνει νὰ σκεφθοῦμε τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νὰ δοῦνε τὸ Λόγο νὰ τὴν ὁδηγῆ στὴν ἄυλη κι ἁπλῆ, κι ἀναλλοίωτη καὶ θεϊκὴ κι ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε μορφὴ καὶ σχῆμα ἐπιστήμη τῶν νοητῶν.(70) Κατ' αὐτὴ μαζεύει τὶς δυνάμεις της στὸν ἑαυτό της καὶ φέρνει τὸν ἑαυτό της μπροστὰ στὸ Λόγο ποὺ τὴ διδάσκει, ἀφοῦ μὲ τὸν πνευματικὸ ἀσπασμὸ ἑνώση τοὺς ἄρρητους λόγους καὶ τρόπους τῆς σωτηρίας της, νὰ κάνη μὲ χαρὰ τὴν ὁμολογία της μὲ τὸ σύμβολο τῆς πίστεως.(71)

Κι ἔπειτ' ἀπ’ αὐτὰ πάλι, καθὼς ἔχει πιὰ μὲ δύναμη ἁπλῆ κι ἀδιαίρετη, ἔπειτ' ἀπὸ μάθηση, περιλάβει μὲ γνώση τοὺς λόγους καὶ τῶν αἰσθητῶν καὶ τῶν νοητῶν, τὴν ὁδηγεῖ στὴ γνώση τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεολογίας, ἀφοῦ τὰ ἔχει ὅλα περάσει, καὶ τῆς δίνει τὴ νόηση, ποὺ πλησιάζει τὴν ἀγγελικὴ στὸ μέτρο ποὺ μπορεῖ ἡ ἴδια νὰ φτάση. Τὴ διδάσκει μὲ φρόνηση τόσο, ὅσο νὰ γνωρίση ἕνα Θεό, μιὰν οὐσία, τρεῖς ὑποστάσεις• μονάδα οὐσίας τρισυπόστατη, τριάδα ὑποστάσεων ὁμοούσια• μονάδα σὲ τριάδα καὶ τριάδα σὲ μονάδα. Ὄχι ἄλλη καὶ ἂλλη• οὔτε ἄλλη σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλη• οὔτε ἄλλη διαμέσου ἄλλης• οὔτε ἄλλη μέσα σὲ ἄλλη• οὔτε ἄλλη μεσ' ἀπὸ ἄλλη. Ἀλλὰ τὴν ἴδια μέσα στὸν ἑαυτό της καὶ σύμφωνη μὲ τὸν ἑαυτό της, σὲ σύμπτωση μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ ἴδια μὲ τὸν ἑαυτό της. Καὶ μονάδα καὶ τριάδα, οὔτε σύνθετη ἀπὸ μέρη καὶ μὲ ἕνωση ἀσύγχυτη καὶ ποὺ δὲ γίνεται διάκρισή της μὲ διαίρεση ἢ μερισμό. Μονάδα σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς οὐσίας της, δηλαδὴ τοῦ εἶναι της, ὄχι ὅμως καὶ σύμφωνὰ μὲ τὴ σύνθεσή της ἢ τὴ συγχώνευσή της ἢ τὴν ὁποιαδήποτε ἀνάμειξη. Ἀλλὰ καὶ τριάδα σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ τέτοιου τρόπου τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ὑπόστασής της, ὄχι ὅμως καὶ σύμφωνα μὲ τὴ διαίρεση ἢ διαφοροποίηση ἢ τὸν ὁποιονδήποτε μερισμό. Γιατί δὲν ἔχει μερισθῆ ἡ μονάδα στὶς ὑποστάσεις, οὔτε ἀπὸ οἰκειότητα ὑπάρχει μέσα σ' αὐτές, οὔτε προκύπτει ἀπ' αὐτές. Οὔτε ἔχουν συντεθῆ οἱ ὑποστάσεις σὲ Μονάδα οὔτε τὴν ἀπαρτίζουν μὲ συγχώνευσή τους. Ἡ ἴδια εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸν ἑαυτό της, μόνο ποὺ εἶναι μ’ ἐκεῖνον καὶ μ' ἐκεῖνον τὸν τρόπο. Γιατί ἡ ἁγία Τριάδα τῶν ὑποστάσεων εἶναι μονάδα ἀσύγχυτη στὴν οὐσία καὶ στὸν ἁπλό της λόγο. Καὶ ἡ ἁγία Μονάδα εἶναι τριάδα κατὰ τὶς ὑποστάσεις καὶ τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης. Κατὰ διάφορο τρόπο εἶναι ἀκέρια ἡ ἴδιὰ καὶ τοῦτο καὶ κεῖνο, νοημένη, ὅπως ἔχει εἴπωθη, ἀπὸ τέτοια κι ἄλλη ἄποψη. Μία καὶ μόνη καὶ ἀδιαίρετη κι ἀσύγχυτη κι ἁπλῆ κι ἀκέρια κι ἀμετάβλητη θεότητα. Εἶναι ὅλη μονάδα κατὰ τὴν οὐσία καὶ ἡ ἴδια ὅλη τριὰδα κατὰ τὶς ὑποστάσεις κι ἀκτινοβολεῖ μία τρίλαμπη ἀκτινοβολία, μονολαμπῆς.(72)

Γι' αὐτὸ κι ἡ ψυχή, μὲ τὴν ἴδια τιμὴ τῶν ἀγγέλων, ἀφοῦ ἐδέχθηκε τοὺς ὁλόφεγγους καὶ στὰ δημιουργήματα προσιτοὺς λόγους τῆς θεότητας κι ἀφοῦ ἔμαθε σύμφωνα μ' αὐτοὺς νὰ ὑμνῆ ἀσίγητα, τριαδικά, τὴ μία θεότητα, ὡδηγήθηκε στὴ χαρισμένη υἱοθεσία, μὲ τὴ δύναμη τῆς ὁμοιότητας ποὺ τὴ σφραγίζει. Ἐξαιτίας της ἔπειτ' ἀπὸ προσευχές, παίρνοντας τὸ Θεὸ Πατέρα κατὰ χάρη, μυστικὸ καὶ μόνο, θὰ συναχθῆ στὸ ἕνα της μυστικότητάς του, ἀποχωρῶντας ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα.(73) Καὶ τόσο θὰ τὰ ζήση μᾶλλον παρὰ ποὺ θὰ γνωρίση τὰ θεῖα, ὅσο ποὺ δὲ θὰ θέλη πιὰ ν' ἀνήκη στὸν ἑαυτό της, μήτε ποὺ θὰ μπορῆ ἐξ ἰδίων της νὰ γίνη γνωστὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτό της, ἢ ἀπὸ κάποιον ἄλλο, παρὰ μόνο ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀκέραιο, ποὺ τὴν ἔχει πάρει ἀκέραια, ὅπως πρέπει στὸν ἀγαθὸ καὶ πού, ὅπως πρέπει στὸ Θεό, ὅλο τὸν ἑαυτό του χωρὶς μεταβολὴ ἔβαλε μέσα σ' αὐτὴν ὁλόκληρη καὶ τὴν ἐθεοποίησε ὁλοκληρωτικὰ ὁλόκληρη,(74) ὥστε νὰ εἶναι, ὅπως λέει ὁ πανάγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, εἰκόνα καὶ φανέρωση τοῦ ἄφαντου φωτός, καθρέφτης ἀληθινός, ὁλοκάθαρος, χωρὶς σημάδι, ἁγνός, χωρὶς λεκέ, ποὺ δέχεται ὅλη -ἂν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ- τὴν ὡραιότητα τοῦ ἀγαθοῦ προτύπου, ποὺ αὐγάζει μέσα του θεϊκὰ κι ἀμείωτα, ὅπως εἶναι σὲ θέση, τὴν καλωσύνη τῆς σιγῆς τῶν ἀδύτων.(75)

Ὑποσημειώσεις

67. Ἡ εἴσοδος τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο, σημαίνει τὴν ἐγκατάλειψη τῶν αἰσθητῶν εἰκόνων τῶν πραγμάτων καὶ τὴν εἴσοδο στὴ φυσικὴ θεωρία ἐν Πνεύματι μαζὶ μὲ τὸ Λόγο καὶ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησή Του. Τὰ πράγματα εἶναι ἐπιφανειακὰ σὲ ἀδιάκοπο πόλεμο κι ἀποσυνθέτονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τίποτα δὲν εἶναι σταθερὸ σ' αὐτά. Μέσα ἀπ' αὐτὰ βρίσκομε τοὺς λόγους τους καὶ τοὺς σταθεροὺς δεσμούς τους καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀρχὴ τους μέσα τὸ θεῖο Λόγο. Οἱ ἀνθρώπινοι λόγοι γίνονται πιὸ καθαροὶ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες συνειδήσεις στὴ διαδρομὴ τῆς ἀνάπτυξης τοῦ αἰσθητοῦ προορισμοῦ τους, ἀλλὰ δὲ μεταβάλλονται καὶ δὲν ἐξαφανίζονται. Καὶ οἱ λόγοι τῶν οὐσιῶν τῶν πραγμάτων δὲ μεταβάλλονται καὶ δὲν ἐξαφανίζονται μαζὶ μὲ τὴ μεταβολὴ καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἐξαφάνιση τῶν αἰσθητῶν εἰκόνων τους. Ἀπομένουν σὰν δομὲς καὶ νοήματα διαρκῆ τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ ἀνταποκρίνονται καὶ διατηροῦνται καὶ ἀναπτύσσονται μέσα στὸ σύνολο τῶν θείων λόγων καί, σὲ τελευταίαν ἀνάλυση, μέσα στὸν προσωπικὸ θεῖο Λόγο. Ἡ ζωή τους σὰν τέτοια προσιδιάζει στὴ φυσικὴ θεωρία. Ὅποιος μπῆ σ' αὐτή, μπαίνει ὅπως σὲ Ἐκκλησία, ὅπως σὲ λιμάνι γαλήνης, προφυλαγμένο ἀπὸ τὴ θύελλα κι ἀπὸ τὸν πόλεμο, ποὺ μέσα ἐκεῖ τὰ συνθετικά τοῦ συνόλου δὲν καταστρέφουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο.

68. Μὲ τὰ ἅγια ἀναγνώσματα, ἡ ψυχὴ γνωρίζει, ὅπως μὲ ἅγια Σύμβολα, τοὺς λόγους τῶν πραγμάτων καὶ τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς θείας Πρόνοιας, ποὺ φανερώθηκε μέσα στοὺς νόμους καὶ τοὺς προφῆτες. Ἔπειτα δέχεται, τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη, τὶς ἰδιότητες τῆς θείας εἰρήνης ἀπὸ τὶς ἅγιες Δυνάμεις, ποὺ κρατοῦν μὲ τὴν ψυχὴ διάλογο μὲ τρόπο πνευματικό, καὶ συνάμα αἰσθάνεται τὴ θερμὴ ἕλξη καὶ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τῆς δίνει δύναμη καὶ τὴ συγκρατεῖ μὲ τὴ χαρὰ ποὺ ἐκδηλώνεται μέσα στοὺς θείους ὕμνους. Αὐτὰ τὰ γεγονότα δὲν ἔχουν μόνο χαρακτῆρα διανοητικό, ἀλλὰ γεμίζουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ χαρά, γιατί αὐτὴ τὰ ζῆ σὰν στιγμὲς ἑνὸς διαλόγου, ποὺ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος κρατάει μ' αὐτὴ διὰ τῶν ἀγγέλων.

69. Ἀπὸ τὴ θεωρία τῶν λόγων μέσα στὴ χαρὰ καὶ μέσα στὴν εἰρήνη, ἡ ψυχὴ αὐτοσυγκεντρώνεται σὲ ἕνα ὕψος ποὺ κλείνει μέσα του τοὺς λόγους μὲ τρόπο ἑνιαῖο. Τὸ ὕψος αὐτὸ βρίσκει τὴν ἔκφρασή του μέσα στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, μέσα στὸ ὁποῖο προϋπάρχουν ὅλοι οἱ λόγοι τῶν δημιουργημάτων καὶ τῆς θείας Πρόνοιας. Τὸ Εὐαγγέλιο ἐκφράζει μὲ λόγους προφερόμενους τὸ ἑνιαῖο σύνολο τῶν θείων Λόγων τῶν δημιουργημάτων καὶ τῆς θείας Πρόνοιας, ποὺ τὰ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν τελείωσή τους μέσα στὴν αἰώνια ζωή. Γιατί τόσο τὸ Εὐαγγέλιο, ὅσο καὶ τὸ σύνολο τῶν λόγων τῶν δημιουργημάτων, προέρχονται ἀπὸ τὸν προσωπικὸ θεῖο Λόγο.

70. Ἀμέσως μόλις ἀντιληφθῆ τὸ σύνολο τῶν λόγων ἀπὸ τὰ τελούμενα καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται μὲ μιὰ θεϊκὴν αἴσθηση τῶν ματιῶν, χωρὶς φόβο τοῦ νοῦ, τὸν προσωπικὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατεβαίνει σ' αὐτὴν ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅπως κατεβαίνει ὁ ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸ θρόνο του. Ὅπως ὁ ἐπίσκοπος τοὺς κατηχουμένους, ἀπομακρύνει ὁ Λόγος αὐτὸς ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὶς σκέψεις ποὺ συνδέονται μὲ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις καὶ ὑψώνει ἔτσι τὴν ψυχὴ στὴν ἁπλῆ γνώση, τὴν ἐλεύθερη ἀπὸ εἰκόνες καὶ μορφές. Ἡ «νοερὰ αἴσθησις», γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλοῦν οἱ Πατέρες, φαίνεται ἐδῶ στὸν ἅγιο Μάξιμο σὰν «αἴσθηση θεία», γιατί ἡ ἄγρυπνη διάνοια ἀντιλαμβάνεται μὲ τὴ δική της αἴσθηση τὶς θεῖες πραγματικότητες, πρὸς τὶς ὁποῖες εἶναι ἀνοιχτή. Αὐτὸς ποὺ συλλαμβάνει τοὺς λόγους τῶν τελουμένων σὰν ἑνιαῖο σύνολο, καθὼς ἐπίσης κι αὐτὸς ποὺ συλλαμβάνει τὰ νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου σὰν σύνολο, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ βλέπη αὐτοὺς τοὺς λόγους σὰν λόγους ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ ἕνα Δημιουργὸ ἢ ἀπὸ ἕνα θεῖο ὑποκείμενο ποὺ σκέφτεται καὶ ποὺ μιλᾶ. Ἔτσι ὁ νοῦς ὑψώνεται πιὸ πάνω ἀπὸ τὶς σχέσεις μὲ αἰσθητὰ πράγματα, ποὺ τὸν κάνουν νὰ περνᾶ ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο καὶ νὰ ξεχνᾶ τὴν ἑνότητά του. Ἔχει ὑψωθῆ σὲ μιὰ ἁπλῆ, ἑνιαία γνώση, χωρὶς εἰκόνες καὶ μορφές, τῶν λόγων αὐτῶν μέσα στὸ θεῖο Λόγο. Ἡ ὕψωση αὐτὴ ἐπισημαίνεται μὲ τὸ κλείσιμο τῶν θυρῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν εἴσοδο τῶν Ἁγίων Μυστηρίων. 

71. Κατ' αὐτὴ τὴν ἁπλῆ γνώση, ἡ ψυχὴ συγκεντρώνει τὶς δυνάμεις της μέσα στὸν ἑαυτό της καὶ τὸν ἑαυτὸ της μέσα στὸ θεῖο Λόγο. Μόνο ἂν ἑνοποιηθῆ ἐσωτερικὰ ἡ ψυχή, μπορεῖ νὰ γνωρίση τὸ θεῖο Λόγο σὰν ἕνα, μπορεῖ δηλαδὴ νὰ τὸν γνωρίση ἀληθινά, γιατί τότε δὲν προσπαθεῖ νὰ τὸν συλλάβη μὲ πολλαπλᾶ διανοήματα, ἀπὸ διάφορες πλευρές, ἀλλὰ σὰν ἕνα σύνολο καὶ μὲ μία κίνηση. Γιατί τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ψυχὴ ζῆ τὴν πραγματικότητά της σὰν ὅλο, δὲ σημαίνει ὅτι ζῆ τὴν πραγματικότητά της σὰν πραγματικότητα κλεισμένη στὸν ἑαυτό της καὶ ἀκίνητη, ἀλλὰ σὰν πραγματικότητα, ἀνοιχτὴ καὶ σὲ ὅλη της τὴν ἔνταση, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της συγκεντρωμένες σὲ μιὰ μόνο σχέση, σχέση ποὺ μέσα της περιλαμβάνονται ὅλες οἱ σχέσεις καὶ ὅλες οἱ σχέσεις μὲ τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ κόσμου τούτου. Γιατί μέσα στὴ σχέση αὐτή, ἡ ψυχὴ ζῆ ὁλικὰ Ἐκεῖνον, ποὺ τὸν νιώθει σὰν προϋπόθεση τῆς ἴδιας τῆς ὕπαρξής της καὶ σὰν τὴν πηγὴ ὅλων τῶν πραγματικοτήτων τοῦ κόσμου. Ἐξ ἄλλου, μέσα στὸ σύνολο τῶν λόγων καὶ τῶν τρόπων, ποὺ ἡ ψυχὴ συνενώνει μὲ τὸν ἑαυτό της πνευματικὰ μὲ τοὺς ἀσπασμοὺς πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως, ὑπάρχουν ὄχι μόνο οἱ λόγοι καὶ οἱ τρόποι ὅλων τῶν ἀνθρώπινων προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, ποὺ εἶναι συγκεντρωμένοι μέσα στὰ πρόσωπα πολὺ περισσότερο, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὁ ὑπέρτατος Λόγος, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος μὲ ὅλα τὰ ἐρωτικά του κινήματα, ποὺ ἀπευθύνονται πρὸς ὅλους καὶ εἶναι παρόντα σὲ ὅλοὺς καὶ μᾶς κάνουν ἔτσι νὰ ἑνωθοῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μέσα στὸν ἀσπασμό. Μέσα σ' αὐτὸ λοιπὸν τὸ φίλημα ἡ ψυχὴ ἑνώνεται μέσα στὸν σαρκωμένο πιὰ Λόγο μὲ ὅλους ποὺ ἀγαπιοῦνται ἀπ' Αὐτὸν καὶ μ' Ἐκεῖνον, μέσω ὅλων ἐκείνων ποὺ εἶναι οἱ ἀγαπημένοι του. Στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ποὺ ἀκολουθεῖ, ἡ ψυχὴ δίνει ἔκφραση στὴν εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν εὐτυχία τῆς ἕνωσης αὐτῆς μέσα στὴν ἀγάπη. 

72. Ὅμως ἡ ψυχὴ δὲν ἀφήνεται νὰ σταματήση οὔτε σ' αὐτὴ τὴ βαθμίδα. Ἐπειδὴ ἔχει μέσα στὴν ἁπλῆ καὶ ἀόρατη γνώση της τοὺς λόγους τῶν αἰσθητῶν καὶ νοητῶν πραγμάτων, ἕλκεται ἀπὸ τὸν ὑπέρτατο Λόγο, ποὺ τὴν φωτίζει μὲ ὅλους τοὺς λόγους πρὸς μιὰ ἄμεση γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ ὑπέρτατος Λόγος βοηθεῖ τὴν ψυχὴ νὰ ξεπεράση ὅλους τους λόγους καὶ τῆς δίνει κατανόηση ἴση μὲ τῶν ἀγγέλων. Ἔτσι αὐτὴ γνωρίζει τὸν ἕνα στὴν οὐσία καὶ τριπλὸ στὶς ὑποστάσεις Θεό. Ἡ ψυχὴ ὑψώνεται στὴν πεῖρα τῆς ἑνότητας τοῦ Θεοῦ, στὸ μέτρο ποὺ αἰσθάνεται ὅτι Αὐτὸς ἀκτινοβολεῖ ἀφ' Ἑαυτοῦ μιὰ μόνο ἀγάπη καὶ μιὰ χαρά• ἀλλὰ ἡ ψυχὴ ἔχει ἐπίσης τὴν πεῖρα τῆς τριάδας τῶν θείων προσώπων, γιατί αἰσθάνεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἀγάπη κι αὐτὴ ἡ χαρά, σὰν τέλεια ἀγάπη καὶ τέλεια χαρά, ὀφείλουν νὰ εἶναι ἀγάπη καὶ χαρὰ ἀνάμεσα σὲ τρία πρόσωπα. Μέσα σ' αὐτὴ τὴ μία στὴν οὐσία, ἀγάπη καὶ χαρά, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται ταυτόχρονα τὴ μονάδα νὰ εἶναι τριάδα• τὴν τριάδα ὄχι χωριστὴ ἀπὸ τὴ μονάδα, οὔτε τὴ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, οὔτε τὴ μία μέσα στὴν ἄλλη ἢ τὴ μία νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπειδὴ καθεμιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐναλλαγὲς θὰ ἔδειχνε κάποιο διαχωρισμὸ ἀνάμεσα στὴ μονάδα καὶ τὴν τριάδα. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἴδια θεία πραγματικότητα νὰ εἶναι ἐν ἑαυτῆ καὶ δι’ ἑαυτῆς καὶ ἐξ ἑαυτῆς μονάδα καὶ τριάδα κατὰ τρόπο ἀσύγχυτο καὶ νὰ ἔχη τὴν ἑνότητα χωρὶς σύγχυση καὶ τὴ διάκριση χωρὶς διαίρεση. Γιατί ἡ ψυχὴ δὲν ἐκφράζει κατ' ἀρχὴν τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρὰ ποὺ ἀκτινοβολεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ σὰν μία καὶ ἔπειτα σὰν ἀγάπη καὶ χαρὰ ἀνάμεσα σὲ τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ταυτόχρονα γνωρίζει τὴν ἀγάπη αὐτὴ καὶ τὴ χαρὰ αὐτὴ σὰν μία καὶ σὰν ἀγάπη καὶ χαρὰ ἀνάμεσα σὲ τρία πρόσωπα. Γιατί δὲν μπορεῖ, βέβαια, νὰ ὑπάρξη τέλεια ἀγάπη καὶ χαρά, παρὰ μόνο ἀνάμεσα σὲ πρόσωπα, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ χαρὰ ἡ τέλεια καὶ ἡ αἰώνια ὑπονοεῖ μιὰ ἑνότητα αἰώνια καὶ τέλεια ἀνάμεσα στὰ θεῖα πρόσωπα. Ἡ ψυχὴ γνωρίζει τὸ Θεὸ σὰν μονάδα σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς ὕπαρξης ἢ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι Θεὸς σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς τέλειας ἀγάπης του καὶ χαρᾶς ποὺ αὐτὸς ἀκτινοβολεῖ. Ὄχι ὅμως σὰν μονάδα ποὺ προῆλθε ἀπὸ σύνθεση ἢ ἀπὸ συναρμογὴ ἢ ἀπὸ κάποια σύγχυση• σὲ τέτοιες περιπτώσεις δὲ θὰ ὑπάρχουν πιὰ μέσα στὸ Θεὸ τέλεια ἀγάπη καὶ χαρά. Γνωρίζει τὸ Θεὸ σὰν τριάδα σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ τρόπου ὕπαρξης καὶ ὑπόστασης, δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖο ἒχει πραγματοποιηθῆ αὐτὴ ἡ ἀγάπη κι αὐτὴ ἡ χαρά, ἀλλὰ χωρὶς κάποια διαίρεση ἢ κάποιο χωρισμό. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἐκφράζει τὴν πραγματικότητα μιᾶς μοναδικῆς παρουσίας, ἀγάπης καὶ χαρᾶς, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ παρουσία ἐκδηλώνεται σὰν μία μοναδικὴ πραγματικότητα ὁλότελα διαφορετικῆς τάξης ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶναι ἀγάπη δημιουργημένη. Ἀλλὰ ὁ τρόπος τῆς συγκεκριμένης πραγματικότητας αὐτῆς τῆς παρουσίας ἀπὸ ἐκχειλίζουσα ἀγάπη καὶ χαρὰ περιέχει τὴν αἰώνια καὶ τέλεια ἑνότητα τριῶν προσώπων. Ἡ μονάδα καθὼς τὴ ζῆ ἡ ψυχὴ ποὺ ὑψώθηκε σ' αὐτὸ τὸν ἀναβαθμό, στὴν ἑνότητα τῆς παρουσίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χαρᾶς ποὺ ὑπερβαίνει κάθε παρουσία, ἀγάπη καὶ χαρὰ δημιουργημένη, δὲν εἶναι διηρημένη κατὰ τὶς ὑποστάσεις ἀλλὰ εἶναι μία μόνο παρουσία καὶ ἀγάπη καὶ χαρὰ σὲ τρία. Οἱ τρεῖς ὑποστάσεις δὲν ἔχουν τὴν ἑνότητα παρουσίας, ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀπὸ μία σχέση• αὐτὴ ἡ ἑνότητα δὲν εἶναι ἀκόμη περισσότερο σχηματισμένη ἀπὸ συναρμογὴ ἢ συγκέντρωση ἢ ἀπὸ ἀμοιβαία συμπληρωματικότητα. Ἡ μία καὶ μόνη πραγματικότητα εἶναι μονάδα καὶ τριάδα, ἀλλὰ ἀπὸ διαφορετικὴ ἄποψη. Ἡ τριάδα τῶν ὑποστάσεων εἶναι μονάδα ὄχι συγκεχυμένη, χάρη στὴ μία φύση καὶ χάρη στὸν ἁπλό τῆς φύσης λόγο. Καὶ ἡ μονάδα εἶναι τριάδα, χάρη στὶς ὑποστάσεις καὶ στὸν τρόπο ὕπαρξης. Εἶναι ὅλη μονάδα κατὰ τὴ φύση καὶ ὁλόκληρη τριάδα κατὰ τὶς ὑποστάσεις, ἀκτινοβολῶντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό της μ' ἕνα τρόπο μοναδικὸ τὴν ἀκτῖνα ἑνὸς φωτὸς μὲ λάμψη τριαδική. Εἶναι ἡ ἀκτινοβολία πάνω στὴν ψυχὴ τοῦ φωτὸς μιᾶς μόνης παρουσίας, μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρά, ποὺ αὐτὴ ἀκτινοβολεῖ, καὶ τοῦτο γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μονοπροσωπικός, ἀλλὰ τριπροσωπικός.

73. Ἡ ψυχή, καθὼς βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία αὐτῆς τῆς μοναδικῆς καὶ τριαδικῆς παρουσίας, ἐνῶ δέχεται μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους τὶς ἄμεσες ἀκτῖνες τῆς θεότητας, μιᾶς στὴν οὐσία καὶ τριπλῆς στὶς ὑποστάσεις, ὑμνεῖ ἀδιάκοπα, μ' ἕνα τριαδικὸ τρόπο, τὴ μία θεότητα. Ὁδηγούμενη ἔτσι ἀπὸ τὴ μεγάλη ὁμοιότητα ποὺ ἔχει μὲ τὸ Θεό, πρὸς τὴν κατὰ χάρη υἱοθεσία, γνωρίζει τὸ Θεὸ σὰν τὸ μόνο ἀνέκφραστο κατὰ χάρη Πατέρα καὶ ἀπευθύνεται σ' αὐτὸν σὰν πρὸς Πατέρα μὲ τὴν προσευχή. Ἡ ἀγάπη ποὺ τῆς ἐκδηλώνεται ἀπὸ μέρος τοῦ Θεοῦ, ἀνάβει τὴν ἀγάπη της καὶ ἔτσι, ἐγκαταλείποντας ὅλα τὰ πράγματα, ἀναχωρεῖ πρὸς τὸ Θεό. Γι' αὐτὸ ἡ ψυχὴ ἀνυψώνεται πρὸς τὴν ἑνότητα τῆς σχέσης μὲ τὸ Θεό, ἀφοῦ έξέλθη ἀπὸ ὅλα.

74. Ἔτσι, συνδεμένη ἐρωτικὰ μὲ τὸ Θεό, ἡ ψυχὴ κρατιέται τόσο σφοδρὰ ἀπὸ τὴ ζωντανὴ γνώση ὅλων ποὺ προσιδιάζουν στὸ Θεό, ποὺ δὲ θέλει πιὰ ν’ ἀνήκη καθόλου οὔτε στὸν ἑαυτό της, οὔτε νὰ γνωρίζεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό της, οὔτε νὰ γνωρίζεται ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο, θέλει ν’ἀνήκη ὁλόκληρη μόνο στὸ Θεό, ποὺ τὴ δέχθηκε καὶ ποὺ ἔχει ἐγκατασταθῆ ὁλόκληρος, χωρὶς πάθος, μέσα σὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἔχει ὁλόκληρη θεοποιήσει. Εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ ἒρωτος• αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ δὲ θέλει πιὰ ν' ἀνήκη στὸν ἑαυτὸ του τὸν ἴδιο, δὲ θέλει πιὰ νὰ γνωρίζη τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, δὲν τὸν μέλει πιὰ τί γνωρίζει κάποιος ἄλλος γι' αὐτὸν ἢ νὰ γίνη γνωστὸς σ' ἕναν ἂλλο• δίνεται ὁλόκληρος ἀποκλειστικὰ στὸν ἀγαπημένο. Ἔτσι ἡ ψυχὴ δίνεται ὁλόκληρη στὸ Θεό, γιατί ὁ Θεὸς ἒχει δοθῆ ὁλόκληρος σ’ αὐτήν, ὄχι ἐξαιτίας ἑνὸς πάθους ποὺ θὰ παρουσίαζε σ' Αὐτὸν κάποια ἀνάγκη νὰ εἶναι πλήρης καί, κατὰ συνέπειαν, κάποια τάση ἐγωιστική, ἀλλὰ στ' ὄνομα μιᾶς ἀγάπης μὲ τὴν πιὸ καθαρὴ γενναιοδωρία. Αὐτὴ ἡ γενναιόδωρη ἀγάπη γεμίζει καὶ τὴν ψυχὴ μὲ τὰ γνωρίσματα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴ θεοποιεῖ. Ἡ ἔκσταση ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ ἀληθινά, σημαίνει ὄχι μόνο τὴ λήθη ὅλων τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του.

75. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐξήγησε τὴν κατάσταση ἐκείνου ποὺ ἔχει θεωθῆ, σύμφωνα μὲ τὸ Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη. Ἡ κατάσταση αὐτὴ εἶναι εἰκόνα καὶ φανέρωση τοῦ ἀόρατου φωτός, ἕνας καθρέφτης καθαρός, τέλεια διάφανος καὶ δίχως κηλίδα, ποὺ δέχεται μέσα του τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἀγαθοῦ προτύπου, ἕνας καθρέφτης ποὺ κάνει νὰ λάμπη μέσα του μὲ τρόπο θεϊκὸ καὶ ἀμείωτη ἡ ἀγαθότητα τῆς σιγῆς ποὺ εἶναι κρυμμένη σὲ ἀδιείσδυτα βάθη. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ εἰκόνα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ καὶ ὁ καθρέφτης ποὺ ἀντανακλᾶ τὴν καλωσύνη του. Αὐτὸ εἶναι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Γίνεται ὅμως μιὰ εἰκόνα αὐθεντική τοῦ ἀμείωτου φωτὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἕνας καθρέφτης μὲ διαφάνεια αὐξημένη στὸ μέγιστο τῆς ἀπέραντης θείας καλωσύνης, μὲ τὴ θέωση. Ἡ θέωση πραγματοποιεῖ στὸ μέγιστο τὶς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι παράδειγμα τῆς δυνατότητας γιὰ ὁρατὴ φανέρωση τοῦ ἀοράτου φωτὸς μὲ τὴν πνευματικό-σωματικὴ σύστασή του. Τὸ πνεῦμα σὰν ἀόρατο φῶς γίνεται φανερὸ διὰ μέσου τοῦ σώματος, ποὺ εἶναι Ἡ ὁρατὴ εἰκόνα τοῦ φωτὸς αὐτοῦ. Ἂν εἶναι ἔτσι, τὸ πνεῦμα, ὅταν θεωθῆ, ὅταν γίνη φῶς αὐξημένο ἀνέκφραστα καὶ ὁλότελα καθαρό, ἔχει ἐπίσης κι αὐτὸ μέσα στὸ σῶμα μίαν εἰκόνα καὶ ἕνα καθρέφτη. Ὁ ὑποκειμενικὸς χαρακτῆρας τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ἄπειρη δυναμικότητά του, προσανατολισμένη πρὸς τὴν ἄπειρη γνώση τῆς ὑπέρτατης πραγματικότητας καὶ πρὸς τὴν οἰκείωση τῆς ἄπειρης καλωσύνης, σὰν ἀόρατης εἰκόνας τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, ἀντανακλᾶται μὲ τρόπο παραδοξικὸ μέσα στὴν ὁρατὴ περιοχὴ τοῦ σώματος. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ἀόρατο μέσα στὸ ὁρατό, ἕνα ἄπειρο μέσα στὸ πεπερασμένο, μιὰ ἀδιάστατη ὕπαρξη μέσα στὸ διαστατό. Ἀλλἀ τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο μὲ τὴν ἀπεριόριστη δυναμικότητά του πρὸς τὴν ἄπειρη ἀλήθεια καὶ πρὸς τὸ ἄπειρο ἀγαθό, ἤ, γιὰ νὰ τὸ πῶ καλύτερα, πρὸς τὴν ἕνωση μὲ τὸ ὑποκείμενο τῆς ἄπειρης ἀλήθειας καὶ τοῦ ἄπειρου ἀγαθοῦ, ἰσχυροποιεῖται σὰν ὑποκείμενο, στὸ μέτρο ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ θεῖο ὑποκείμενο, πληροῦται ἀπὸ τὴν ἀπεραντοσύνη ἐκείνου, καὶ γίνεται ἔτσι εἰκόνα καὶ καθρέφτης ποὺ ἀφήνει ὅλο καὶ πιὸ πολὺ νὰ διαφαίνωνται οἱ ἀπρόσιτες πνευματικὲς διαστάσεις τοῦ θείου ὑποκειμένου. Μὰ γι' αὐτό, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὄχι μόνο ἕνα ἄπειρο μέσα στὸ πεπερασμένο, ἀλλὰ ἐπίσης ἕνα ἄπειρο καὶ θεῖο κατὰ χάρη μέσα στὸ πεπερασμένο καὶ τὸ ἀνθρώπινο, γίνεται ὕπαρξη θεανδρική, εἴσοδος στὶς ἀπρόσιτες καὶ ἀβυσσαλέες διαστάσεις τῆς θεότητας.

Συνεχίζεται