Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1


ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ 1

περὶ τοῦ τίνων σύμβολα τὰ κατὰ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τῆς συνάξεως τελούμενα καθέστηκη.

ΠΡΟΟΙΜΙON

(657 C) Πῶς σοφώτερος γίνεται λαβὼν ἀφορμὴν ὁ σοφός, καὶ δίκαιος γνοὺς προσθήσει τοῦ δέχεσθαι, κατὰ τὴν θείαν παροιμίαν, σαφῶς αὐτός, πάντων μοι τιμιώτατε, κατ᾿ αὐτὴν ἔδειξας τὴν πεῖραν, ἔργῳ διδάξας ὅπερ ὁ θεῖος σοφῶς ὑπαινίσ-σεται λόγος. "Απαξ γὰρ ἀκούσας μου κατ᾿ ἐπιδρομὴν ἐπιτόμως, ὡς οἷόν τε ἦν, ἀφηγουμένου τὰ ἄλλῳ τινὶ μεγάλῳ γέροντι, καὶ ὄντως τὰ θεῖα σοφῷ περί τε τῆς ἁγίας ᾿Εκκλησίας, καὶ τῆς ἐν αὐτῇ ἐπιτελουμένης ἁγίας συνάξεως καλῶς τε καὶ μυστικῶς· θεωρηθέντα, καὶ ὡς ἐνῆν μάλιστα διδασκαλικῶς, ἀπήτεις με κατεπεί-(660 Α)-γων ἐξ αὐτῆς ἔγγραφόν σοι ποιεῖσθαι τὴν τού-των διήγησιν, λήθης φάρμακον καὶ βοήθειαν μνήμης ἔχειν τὸ γράμμα βεβουλημένος, φυσικῶς τὸν χρόνον ἐχούσης φά-σκων δαμάζοντα· καὶ ἀνεπαισθήτως διὰ λήθης τῶν ἐναποκει-μένων συλᾷν τε καὶ ἀφανίζειν παντελῶς τοὺς τύπους καὶ τὰς εἰκόνας δυνάμενον, καὶ διὰ τοῦτο πάντως δεομένης τοῦ ἀνα-καινίζοντος τρόπου, καθ' ὃν ἡ τοῦ λόγου δύναμις διὰ παντὸς ἀκμάζουσα συντηρεῖν πέφυκε τὴν μνήμην ἀπαθῆ καὶ ἀμείω-τον. Ὅσον δὲ τοῦ ἁπλῶς ἀκούειν τὸ καὶ διαμονὴν ἀκαθαίρε τον τῶν ἀκουσθέντων ἐπιζητεῖν ἐστι σοφώτερον, ἐπίσταται πάντως πᾶς ὁ καὶ μικρὸν εὐγενείας λογικῆς ἐπιμελούμενος, καὶ μὴ πάντη τῆς πρὸς τὸν λόγον οἰκειότητος ὑπάρχων ἀλλότριος.

(Β) Κἀγὼ μὲν ὤκνουν παρὰ τὴν ἀρχὴν, τοῦ λόγου εἰρήσεται γὰρ τάληθές – τὴν ὑπόθεσιν παραιτούμενος· οὐ τῷ μὴ θέλειν ὑμῖν, ἠγαπημένοι, παντὶ τρόπῳ διδόναι κατὰ δύ-ναμιν τὸ καταθύμιον, ἀλλὰ τῷ μήτε τῆς ἐναγούσης πρὸς τοῦ-το τοὺς ἀξίους μετειληφέναι χάριτος, μήτε τὴν πεῖραν ἔχειν τῆς πρὸς τὸ λέγειν δυνάμεώς τε καὶ τριβῆς, ἰδιωτείᾳ συντε-θραμμένος καὶ λόγων τεχνικῶν παντελῶς ἀμύητος ὑπάρχων τῶν ἐν μόνῃ τῇ προσφορᾷ τὴν χάριν ἐχόντων, οἷς οἱ πολ-λοὶ μάλιστα χαίρουσι τῇ ἀκοῇ τὴν ἡδονὴν περιγράφοντες, κἂν εἰ μηδὲν τῶν τιμίων διὰ βάθους πολλάκις ἔχοιεν· καὶ τῷ, <ὡς> κυριώτερον εἰπεῖν καὶ ἀληθέστερον, δεδοικέναι μὴ καθυβρίσειν τῇ εὐτελείᾳ τοῦ ἡμετέρου λόγου τὴν ἐκείνου τοῦ μακαρίου ἀνδρὸς περὶ τῶν θείων ὑψηγορίαν τε (C) καὶ νόησιν. Ὅμως δ᾽ οὖν ὕστερον τῇ βίᾳ τῆς ἀγάπης εἴξας τῆς πάντων ἰσχυροτέρας ἐδεξάμην ἑκὼν τὸ ἐπίταγμα, γελᾶσθαι μᾶλλον ἐπ᾿ αὐθαδείᾳ τε καὶ ἀπαιδευσίᾳ δι᾽ εὐπείθειαν παρὰ τῶν μεμ-ψιμοίρων ἑλόμενος ἢ ὑμῖν διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐν παντὶ καλῷ μὴ συμπροθυμεῖσθαι βούλεσθαι νομισθῆναι, τὴν περὶ τοῦ πῶς εἰπεῖν μέριμναν τῷ Θεῷ ἐπιρρίψας τῷ μόνῳ θαυ-ματουργῷ καὶ διδάσκοντι μὲν ἄνθρωπον γνῶσιν, τρανοῦντι δὲ γλῶσσαν μογιλάλων, καὶ τοῖς ἀπόροις πόρον ἐπινοοῦντι καὶ ἐγείροντι μὲν ἀπὸ γῆς πτωχόν, ἀπὸ δὲ κοπρίας ἀνυψοῦντι πένητα· τοῦ σαρκικοῦ λέγω φρονήματος καὶ τῆς δυσώδους τῶν παθῶν ἰλύος· τὸν πτωχὸν τῷ πνεύματι ἢ τὸν κακίας πτωχεύοντα, καὶ τῆς κατ᾿ αὐτὴν πενόμενον ἕξεως, ἢ τούναν-τίον καὶ τὸν ἔτι τῷ νόμῳ (D) τῆς σαρκὸς καὶ τοῖς πάθεσιν ἐνεχόμενον καὶ διὰ τοῦτο τῆς κατ᾿ ἀρετὴν καὶ γνῶσιν πτω-χεύοντα καὶ πενόμενον χάριτος. ᾿Αλλ᾽ ἐπειδὴ τῷ παναγίῳ καὶ ὄντως θεοφάντορι Διονυσίῳ τῷ ᾿Αρεοπαγίτῃ ἐν τῇ περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ῾Ιεραρχίας πραγματείᾳ καὶ τὰ κατὰ τὴν ἱερὰν (661 Α) τῆς ἁγίας συνάξεως τελετὴν ἀξίως τῆς αὐτοῦ μεγαλονοίας τεθεώρηται σύμβολα, ἰστέον ὡς οὐ τὰ αὐτὰ νῦν ὁ λόγος διεξέρχεται, οὔτε διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνῳ προέρχεται. Τολμηρὸν γὰρ καὶ αὔθαδες καὶ ἀπονοίας ἐγγύς, ἐγχειρεῖν τοῖς ἐκείνου πειρᾶσθαι τὸν μήτε χωρεῖν αὐτὸν ἢ νοεῖν δυνάμενον, καὶ ὡς ἴδια προκομίζειν τὰ ἐνθέως ἐκείνῳ μόνῳ διὰ τοῦ Πνεύματος φανερωθέντα μυστήρια, ἀλλ᾽ ὅσα καὶ ἄλλοις ὡς ληπτὰ παρ᾿ αὐτοῦ φιλανθρώπως βουλήσει Θεοῦ παρελείφθη πρὸς ἔκθεσιν καὶ γυμνασίαν τῆς αὐτῶν ἐκείνων περὶ τὰ θεῖα κατὰ τὴν ἔφεσιν ἕξεως, καὶ δι᾽ ὧν συμμέτρως αὐτοῖς ἡ παμφαὴς τῶν τελουμένων ἀκτὶς κατανοουμένη καθίσταται γνώ-ριμος καὶ πρὸς ἑαυτὴν κατέχει τοὺς πόθῳ περιληφθέντας, ἵνα μὴ παντελῶς οἱ μετ᾿ αὐτὸν ὦσιν ἀργοί, τὴν πᾶσαν τοῦ (Β) χρόνου τῆς παρούσης ζωῆς ἡμέραν, οὐκ ἔχοντες τὸν πρὸς τὴν θείαν ἐκείνην ἀμπελουργίαν μισθούμενον λόγον, τὸν ὑπὲρ τῆς πνευματικῆς ἐργασίας τοῦ πνευματικοῦ ἀμπελῶνος, τὸ συλωθὲν κατ᾿ ἀρχὰς ὑπὸ τοῦ πονηροῦ δι᾽ ἀπάτης κατὰ τὴν τῆς ἐντολῆς παράβασιν, πνευματικὸν τῆς θείας καὶ βασιλικωτάτης εἰκόνος δηνάριον ἀποδιδόντα.

Μετάφραση

Μυσταγωγία

Στο οποίο εξηγείται τίνος σύμβολα είναι οι τελετές που τελούνται κατά την αγία Εκκλησία, κατά τη σύναξη.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Με ποιον τρόπο ο σοφός, βρίσκοντας την ευκαιρία, γίνεται σοφότερος· και ο δίκαιος, αφού γνωρίσει, θα σπεύσει να μάθει, σύμφωνα με τη θεία παροιμία¹, το έδειξες καθαρά με την ίδια την εμπειρία εσύ ο ίδιος, σεβασμιότατε για μένα ανάμεσα σε όλους, διδάσκοντας στην πράξη εκείνο που η θεία Γραφή σοφά υποδηλώνει.

Πράγματι, κάποτε, αφού με άκουσες να εξηγώ, βιαστικά και συνοπτικά, όσο μπορούσα, τις ωραίες και μυστικές θεωρήσεις ενός άλλου μεγάλου γέροντα, πραγματικά διδαγμένου στα θεία, σχετικά με την αγία Εκκλησία και την αγία σύναξη που τελείται μέσα σε αυτήν, και όσο καλύτερα μπορούσα με σκοπό να διδάξω, έσπευσες να μου ζητήσεις να συντάξω γραπτή έκθεση αυτών των πραγμάτων, θέλοντας να έχεις το γραπτό μου ως φάρμακο της λήθης και βοήθημα της μνήμης.

Έλεγες ότι, φυσικά, ο χρόνος την νικά, και ανεπαίσθητα, μέσω της λήθης, μπορεί να φθείρει και να καταστρέψει τις μορφές και τις εικόνες των ωραίων πραγμάτων που περιέχονται εκεί· και γι’ αυτό έχει με κάθε τρόπο ανάγκη από κάτι που να την ανανεώνει, ώστε η πάντοτε ισχυρή δύναμη του λόγου να μπορεί να διατηρεί την ανάμνηση απαραβίαστη και ακέραιη.
Και πόσο σοφότερο πράγμα είναι η αναζήτηση ανεξάλειπτης μνήμης των όσων ακούστηκαν από την απλή ακρόαση, ασφαλώς δεν το αγνοεί κανείς που φροντίζει έστω και λίγο για την ευγένεια του λόγου και δεν είναι εντελώς ξένος προς την εξοικείωση με αυτόν.

Β

Και στην αρχή, αληθινά, δίσταζα —γιατί να μην το πω;— να αναλάβω ένα τέτοιο θέμα· όχι επειδή δεν ήθελα, αγαπητοί, να εκπληρώσω με κάποιον τρόπο, κατά τις δυνάμεις μου, την επιθυμία της καρδιάς σας, αλλά επειδή δεν είμαι μέτοχος της χάριτος που οδηγεί σε αυτό όσους είναι άξιοι, και είμαι άπειρος στη δύναμη και στη χρήση της γραφής, έχοντας ζήσει πάντοτε στην αφάνεια και καθόλου μυημένος στους κανόνες της σύνθεσης, οι οποίοι, μόνο μέσω της έκφρασης, βρίσκουν εύνοια —και με τους οποίους προπάντων ευχαριστείται ο κόσμος, περιορίζοντας την ευχαρίστηση στην ακοή, ακόμη κι αν συχνά δεν περιέχουν τίποτε άξιο και βαθύ—· και τέλος, πράγμα που είναι το σπουδαιότερο και αληθέστερο, επειδή φοβόμουν μήπως, με την αναξιότητα των λόγων μου, προσβάλω την υψηλή σύλληψη εκείνου του μακαρίου ανθρώπου γύρω από τα θεία πράγματα.

Ωστόσο, έπειτα, υποχωρώντας στη δύναμη της αγάπης, που είναι η μεγαλύτερη από όλες, δέχθηκα πρόθυμα την εντολή, προτιμώντας, υπακούοντάς σας, να γίνω αντικείμενο χλεύης από τους δυσαρεστημένους για την τόλμη και την άγνοιά μου, παρά, καθυστερώντας, να φανώ απρόθυμος να θέσω τις δυνάμεις μου στην υπηρεσία σας για κάθε καλό πράγμα. Και ανέθεσα τη φροντίδα της συγγραφής στον Θεό, ο οποίος μόνος ποιεί θαυμάσια², και διδάσκει τη γνώση στους ανθρώπους³, και κάνει καθαρή τη γλώσσα των τραυλών⁴, και βλέπει διέξοδο ακόμη και μέσα στις αμηχανίες, και σηκώνει από τη γη τον φτωχό και υψώνει τον πένητα από την κοπριά⁵, δηλαδή από τους σαρκικούς λογισμούς και από τον δυσώδη βούρκο των παθών· είτε πρόκειται για τον φτωχό τω πνεύματι, είτε για εκείνον που είναι φτωχός ως προς την κακία και στερημένος από τις δυνάμεις που προέρχονται από αυτήν, είτε, αντίθετα, για εκείνον που είναι ακόμη μπλεγμένος στον νόμο και στα πάθη της σάρκας, και γι’ αυτό είναι άπορος και φτωχός από τη χάρη που υπάρχει κατά την αρετή και τη γνώση.

Αλλά επειδή και τα σύμβολα στην ιερή τέλεση της αγίας σύναξης θεωρήθηκαν, με τρόπο αντάξιο του υψηλού του νου, από εκείνον τον αγιότατο και αληθινά θείο ερμηνευτή, τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, στο έργο περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτό το δικό μας βιβλίο δεν θα πραγματευθεί τα ίδια πράγματα, ούτε θα προχωρήσει με τα ίδια επιχειρήματα με εκείνο. Διότι αληθινά θα ήταν πράγμα τολμηρό και αλαζονικό και κοντά στην ανοησία, για εκείνον που δεν μπορεί ούτε να τον ακολουθήσει ούτε να τον κατανοήσει, να καταπιαστεί με τα ίδια πράγματα και να οικειοποιηθεί εκείνα τα μυστήρια που μόνο σε εκείνον, με θεία χάρη, αποκαλύφθηκαν από το Πνεύμα.

Αλλά εκείνα τα πράγματα που από εκείνον, κατά αγαθή θεία βούληση, παραλείφθηκαν, ώστε να μπορέσουν ακόμη να αναληφθούν από άλλους, για την εξήγηση και για την άσκηση της συνήθειας αυτών των πραγμάτων σύμφωνα με τον πόθο για τα θεία· και μέσω των οποίων η λαμπρότατη ακτίνα των τελουμένων τελετών, όταν κατανοηθεί, γίνεται γι’ αυτούς καταλλήλως νοητή και οδηγεί προς τον εαυτό της όσους κυριεύονται από τον πόθο· ώστε οι μεταγενέστεροι, σε όλο τον χρόνο της παρούσας ζωής, να μη μείνουν εντελώς αργοί, χωρίς να έχουν τον λόγο που μας δίνεται ως μισθός για την καλλιέργεια του θείου αμπελώνα⁶, δηλαδή ως αντάλλαγμα για την πνευματική εργασία του πνευματικού αμπελώνα, ο οποίος αρχικά μας είχε αρπαχθεί με απάτη από τον πονηρό λόγω της παράβασης της εντολής, και ο οποίος τώρα μας αποδίδει τον πνευματικό μισθό της θείας και βασιλικής εικόνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: