π. Νικ. Λουδοβίκος — Η Εκκλησία ως αφομοίωση της Θείας ζωής 1
Ομιλία π. Νικολάου Λουδοβίκου στην Ιερά Μητρόπολη Σισανίου και Σιατίστης, 29/5/2026.
Εμείς το λέμε ως κυψέλη που μαζεύει ανθρώπους που έχουν ανησυχίες πνευματικές και οδηγούνται από την έρευνα, την αμφιβολία και την αναζήτηση στον αληθινό δρόμο του Θεού. Στο φως, στη σωτηρία και στην κατάνυξη. Έχει πάρα πολλές δραστηριότητες, έχει πάρα πολλές ασχολίες και ευχαριστούμε πολύ τον πατέρα Νικόλαο που ήρθε, έστω και για λίγο, μαζί μας, και ότι είστε συνεχώς από εδώ, από πανεπιστήμια σε πανεπιστήμια, από χώρα σε χώρα, με τα θεόλογα λόγια του Θεού, αντιμετωπίζει αιρετικούς συνεχώς στην καθημερινότητά του.
Δίνει φως εκεί που υπάρχει σκοτάδι και κυρίως δίνει φως εκεί που υπάρχει κρίση που νομίζουμε ότι είναι φως, αλλά είναι κρίση. Είναι αυτός ο οποίος πραγματικά είναι φάρος. Ευχαριστώ τον πατέρα Νικόλαο που ήρθε μέχρι σε εμάς εδώ σήμερα, στη μικρή ορεινή επαρχία του Βοΐου, της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, με ιερείς οι οποίοι είναι άνθρωποι του Θεού, κορυφώνουν τον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, αγωνίζονται καθημερινά τον δικό τους προσωπικό αγώνα και είναι ήρωες, διότι αγωνίζονται όχι μέσα στις μεγαλουπόλεις, που έχει άλλον ηρωισμό εκεί, αγωνίζονται μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια, στις μικρές και στις μικρότερες ενορίες, διανέμοντας όσο μπορούν περισσότερο αυτό που έχει η καρδιά τους: το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και είμαστε μαθητές σας. Σας ευχαριστώ πολύ. Και αυτό είναι ιδιαίτερη χάρη του Θεού, να το ξέρετε· δεν είναι ασήμαντο, δεν είναι καθόλου ασήμαντο.
Βέβαια, οτιδήποτε καλό υπάρχει και για μένα, και οτιδήποτε καλό λέγεται για οποιονδήποτε, υποθέτω να ξέρετε ότι είναι αντανακλάσεις της δόξας του Θεού. Δεν είμαστε αυτόφωτα όντα. Θυμάμαι τον πατέρα Παΐσιο να μας λέει: εγώ, έλεγε, είμαι ένας τενεκές, αλλά έχω μπει κάπως, λέει, σε κατάλληλη γωνία και αντανακλώ λίγο από τον ήλιο. Καταλάβατε; Δεν είναι δικά μας.
Οι σοφίες, οι αρετές που έχουμε, τα προσόντα που έχουμε, είναι όλα δοσμένα. Και είναι δωρεές. Γι’ αυτό και συνηθίζω να λέω εγώ, όταν μου λένε «ευχαριστούμε τον Θεό για κάτι που είπατε», απαντώ αυθόρμητα, και το πιστεύω, ότι είναι ένας κύκλος δανεικών. Είναι δανεικά τα οποία έχω πάρει και τα οποία μοιράζω.
Έτσι κάνουμε όλοι μαζί. Και αυτός είναι και ο ρυθμός, ξέρετε, με τις στάσεις αυτού του Θεού, τις δανεικές. Ο ιστορικός, πολύ μεγάλος, πάρα πολύ πληγωμένος, όπως λέω και εγώ, αλλά είναι και άλλοι σημαντικοί. Ο σημαντικότερος, το λέει ο πατέρας μου, Μάξιμος ο Ομολογητής.
Με αυτόν τον ρώτησαν τι είναι ταπείνωση. Έδωσε μια συγκλονιστική απάντηση. Λέει: η ταπείνωση είναι το να γνωρίζεις ότι έχεις ευεργετημένο το είναι.
Το είναι σου ζει, είναι δανεικό. Ο Θεός είναι το είναι, εμείς δεν είμαστε. Είμαστε μόνο… Τι είμαστε; Το πρόβλημα είναι: τίποτα.
Είναι συγκλονιστικό το γεγονός της Δημιουργίας. Δεν είναι αναμενόμενο, δεν το χρειαζόταν ο Θεός. Είναι ξεχείλισμα, είναι ερωτική παραφορά.
Καμιά φορά υπάρχουν οι λόγοι στους αγιορείτες. Γιατί δημιουργήθηκε ο κόσμος; Γιατί είδε ο Θεός, όπως θα λέει, την ταπείνωση του μη όντος του, του τίποτά του, και αγάπησε να το φτιάξει ον.
Έτσι, κινείται έξω Του ο Θεός, λοιπόν, και κινείται με μια αλόγιστη αγάπη. Ο Θεός είναι το πιο αντιναρκισσιστικό ον. Το πιο αφίλαυτο ον.
Όλη η δόξα Του, όλη η λαμπρότητά Του, έρχεται από το πόσο αφίλαυτος είναι. Το πόσο έξω Αυτού γίνεται, είναι εκστατικός, λένε οι Πατέρες, ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.λπ. Και κινείται έξω Αυτού. Έτσι.
Και, λόγω της αγάπης, η οποία είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό Του, και το οποίο είναι μυστήριο. Μην πείτε ποτέ ότι ξέρετε τι είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι μια νεκροποιημένη λέξη, πάρα πολύ νεκροποιημένη.
Στο διαδίκτυο υπάρχει μια ομιλία που λέγεται «Η αγάπη ως βία», και παρουσιάζει δεκαπέντε μορφές αγάπης που δεν είναι αγάπη, αλλά βία. Είναι τέτοιες. Και παρουσιάζει και μια δέκατη έκτη, η οποία είναι άκρως ανεσφαλμένη.
Και παράγει αγάπη μόνο αυτή. Λοιπόν, ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο για χάρη μας. Όχι για χάρη Του.
Αυτό είναι το συγκλονιστικό. Ότι παρέχει στον καθένα από μας έναν εαυτό. Και παρέχει στον κόσμο ύπαρξη.
Όχι γιατί θέλει να τον υποδουλώσει. Αν ήθελε να τον υποδουλώσει, ο δρόμος ήταν πολύ απλός. Είμαστε και στις μέρες αυτές.
Δεν θα γινόταν ποτέ η Ανάληψη. Το σκεφτήκατε ποτέ; Δεν θα γινόταν η Ανάληψη.
Θα ήταν η Ανάσταση και θα ήταν παρών ο Χριστός συνεχώς. Παρών, και κανένας δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι είναι αιώνιος, ότι είναι αθάνατος, ότι είναι ο Θεός. Αλλά επειδή μας αγαπάει, δεν θέλει να μας υποχειριάσει, δεν θέλει να Τον αγαπήσουμε αναγκαστικά.
Η Ανάληψη έχει και κάποιους άλλους μεγάλους λόγους. Θα μπορούσε να υπάρξει η Ανάσταση χωρίς Ανάληψη. Κάποιοι φιλοσοφούντες, θεολόγοι, θεϊστές το είπαν αυτό. Έγινε η Ανάσταση και σκορπιέται μετά. Όχι.
Οι Άγιοι Πατέρες λένε: «ἀνελήφθη ἡ φύσις». Ανάληψη τι σημαίνει;
Πάμε στο ταμείο και στο ATM και κάνουμε ανάληψη. Αναλαμβάνουμε δηλαδή. Δεν είναι ότι την ανέστησε την ανθρώπινη φύση. Είναι ότι την ανέλαβε ως πρόσωπη συντροφής.
Για να υπάρχει η διφυής αιωνίως. Δεν είναι, σας είπα, Αναστάσεις εκ των νεκρών με αρχομετρία του Χριστού. Έκανε και Ανάσταση του Λαζάρου.
Και Ανάσταση του γιου της χήρας της Ναΐν. Δεν είναι. Έκαναν αναστάσεις.
Και στις άλλες θρησκείες, εάν θεωρούσατε αναστάσεις, και στη μυθολογία. Εδώ δεν είναι απλά Ανάσταση.
Είναι και Ανάληψη. Δεν ήταν ανίσταται η Θεότητα. Και στη συνέχεια, μονίμως τη θεοποιεί.
Και μονίμως, μονίμως, η φύση ισχύεται δυνατή. Ενεργεί και ενεργεί υπέρ των αυτής θεσμών. Να ενεργεί και να ενεργεί την απεραντοσύνη της.
Αυτός ήταν ο σκοπός της αρχής μας. Η αναβάθμιση της ανθρώπινης φύσης κατά τους Έλληνες Πατέρες. Και αυτός είναι ο μεγάλος όρος.
Διότι δείχνει ότι η πρόθεση του Θεού είναι να μας κάνει θεούς, θεούς, θεούς. Τίποτα λιγότερο από ό,τι είναι ο ίδιος. Κατά χάριν όμως.
Κατά μετοχήν Του. Δεν είναι δηλαδή ο σκοπός ότι είμαστε πρώτη διάνοια. Είναι ότι σκορπάει ακριβώς τη δική Του ζωή πάνω μας.
Και τη μετέχουμε τη ζωή αυτή. Μετέχουμε στη ζωή αυτή. Και έτσι μπαίνουμε και στο θέμα το πάγκαλο σήμερα, που λέμε: «Τι είναι η Εκκλησία;»
Μετέχουμε στη ζωή αυτή γεννόμενοι μέλη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι ένα γεγονός.
Δεν είναι γεγονημά. Οι παλιοί μου φοιτητές —και εγώ πριν να έρθω εδώ— το θυμούνταν, ότι αγαπάτε να κάνουμε εκκλησιολογία.
Τι είναι η Εκκλησία; Έχει πάλι διαφορετικούς ορισμούς από τον καθένα. Η Εκκλησία είναι ένα γεγονός θείας αφομοιώσεως.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός μας κάνει αποδοχείς, υποδοχείς και φορείς της ίδιας της θείας ζωής. Σου δίνει τη ζωή και σου δίνει και τη θεία ζωή μετά, το πλήρωμα της ζωής. Σου δίνει το είναι και μετά το ευ είναι.
Και μετά το αεί ευ είναι. Μάξιμος πάλι. Λοιπόν, για τους Πατέρες, το ίδιο το δόγμα της Δημιουργίας συνδέεται με την εκκλησιολογία.
Δεν είναι δηλαδή ότι ο Θεός συνδέεται πρώτα με τη Χριστολογία και μετά με την εκκλησιολογία. Δεν είναι δηλαδή ότι ο Θεός έκανε τα όντα. Είναι ότι θέλησε να αναλάβει προαιώνως γνήσιο σώμα Του.
Δηλαδή ο σκοπός του Θεού είναι από το μηδέν να φτιάξει μια Εκκλησία. Το έχετε σκεφτεί αυτό πόσο ωραίο είναι; Δεν φτιάχνει ο Θεός απλώς τον κόσμο, τα όντα.
Θέλει να φτιάξει απλώς την Εκκλησία, το σώμα Του. Φτιάχνει το σώμα Του, επεκτείνει τον εαυτό Του, τον ίδιο τον εαυτό Του. Όχι κατά φύση, διότι δεν μπορεί να επεκταθεί ο Θεός κατά φύση.
Κατά χάριν όμως. Κατά χάριν σημαίνει ότι σου δίνει έτσι ό,τι σου δίνει κατά μετοχή. Δεν Τον κατέχεις, δεν είσαι εσύ Αυτός, ας πάψει να τον αρρωσταίνει.
Τρομακτικό· θα σου καταργούσε την ελευθερία. Γιατί ο μονοφυσιτισμός ήταν αίρεση και είναι ακόμα αίρεση; Ο μονοφυσιτισμός είναι αίρεση διότι καταργεί την ανθρώπινη φύση.
Και τα πάντα γίνονται ένας όρος. Όταν δεν έχουμε ισοτιμία, είναι κατά φύσιν. Όπως καταπίνω κάτι και δεν υπάρχει πλέον αυτό το καθεαυτό.
Είμαι εγώ που το φτιάχνω, το φτιάχνω σε μένα. Δεν είναι έτσι όμως. Ξαναλέω, η δωρεά είναι για χάρη του εαυτού της.
Δηλαδή για να έχεις τη χαρά της ζωής, τη χαρά της ύπαρξης. Και ολοκληρώνεται αυτό με την πλήρη μετοχή στη Θεία ζωή. Που θα μπορούσε, όπως θα έλεγαν οι Πατέρες, να μην υπάρχει αυτό.
Να πει ο Θεός: φτιάχνω μπροστά όντα, να περνάνε καλά δύο χρόνια και τελειώνει. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος νόμος που να επιβάλλει. Είναι έκπληξη ο Χριστιανισμός, θρησκειολογικά μιλώντας.
Και εγώ αυτή τη στιγμή είμαι καθηγητής θρησκειολογίας. Κατοικονομούμαι από 130 χρόνια καθηγητής δογματικής. Και ξαφνικά βρίσκομαι καθηγητής θρησκειολογίας, που σημαίνει τι;
Είχα τη δυνατότητα να εργαστώ όλα αυτά τα χρόνια περισσότερο σε άλλες θρησκείες. Είναι θρησκειολογικά μοναδικό αυτό το πράγμα. Δηλαδή δεν υπάρχει σε καμία απολύτως από τις λεγόμενες θρησκείες.
Είναι πολύ σοβαρό αυτό. Πάρτε το Ισλάμ, για παράδειγμα. Έτσι δεν είναι; Φωνάζει ο Θεός απέξω από την ευθεία.
Έτσι δεν είναι; Αντιγράφει την Παλαιά Διαθήκη το Ισλάμ. Έτσι καταγράφεται η Γραφή, η ιστορία της σχέσης κ.λπ. Η πτώση κανονικά, ο διάβολος, το δαιμόνιο της πτώσης.
Αν διαβάζετε το Κοράνι, δείτε όλα. Βέβαια αυτά είναι η ώρα της αμαρτίας, της πτώσης του Αδάμ, και λέει: ο Θεός τον συγχωρεί. Για να μην μπει συγχώρηση μέσα.
Συγχωρεί και τα παραστρατήματα ξεχασμένα. Αρχίζουν οι εντολές. Πραγματική κοινωνία ανθρώπου και Θεού δεν υπάρχει.
Ούτε υπάρχει ποτέ. Και ο παράδεισος ακόμα είναι μια προέκταση μιας γήινης ευτυχίας με φαΐ, με πιοτά, γερά, με μέλια, με παρθένες, παράτα.
Αυτό είναι ο παράδεισος. Συνάντηση δεν υπάρχει. Ακριβώς δεν υπάρχει ο Θεός, ο σαρκωμένος Θεός.
Ο σκοπός της αρχής, λοιπόν, είναι η μετάδοση της πληρότητας της Θείας ζωής στη δημιουργία, δηλαδή η δημιουργία της Εκκλησίας. Όταν λέμε το δόγμα της δημιουργίας, το αναλύουμε και καταλήγουμε πάντα στο ότι ο σκοπός, ο απώτερος, του Θεού είναι η εισαγωγή του Πρωτοτόκου στην οικουμένη.
Να γίνει, δηλαδή, μέρος του σώματος του Χριστού. Να έχει σώμα Χριστού η δημιουργία. Επομένως, η Εκκλησία.
Επομένως, η Εκκλησία. Επομένως, είναι ένα οντολογικό γεγονός. Δεν είναι ίδρυμα.
Δεν είναι μια ενδεχόμενη πρόταση. Ξέρω εγώ. Είναι κάτι όπως λένε οι αδελφοί μας οι καθολικοί.
Ένα όργανο σωτηρίας στη θέση του Χριστού, ο οποίος τη δημιουργεί και στο τέλος έρχεται η αντικατάσταση. Όχι. Είναι ο ίδιος ο Χριστός επεκτεινόμενος.
Δηλαδή, ενδεχόμενος. Γι’ αυτό και η Εκκλησία είναι μια τεράστια και αναπάντεχη χαρά. Να το ξέρετε.
Και όταν έχεις καλεστεί στη χαρά αυτή, είτε θέλεις είτε όχι, μετά γίνεσαι αυτή η χαρά. Και αυτή η μετάδοση της χαράς λέγεται κήρυγμα. Γι’ αυτό λέω εγώ, έλεγα στους παλιούς μου φοιτητές, μου έλεγαν τώρα τι είναι κήρυγμα και έλεγα: το κήρυγμα είναι μετάδοση, μετάγγιση αίματος, έλεγα.
Αν έχεις αίμα, μπορείς να κάνεις μετάγγιση. Αν δεν υπάρχει αίμα; Και είναι εκπληκτικό πράγμα ότι εμείς ως ιερείς ιερουργούμε ακριβώς αυτό το πράγμα, το μυστήριο δηλαδή της μεταβολής του κόσμου σε σώμα και αίμα Χριστού, στο οποίο μετέχουν προθύμως και μετά μετέχει ολόκληρη η δημιουργία σε αυτό.
Έτσι, γιατί ακριβώς αυτό το πράγμα είναι η Θεία Λειτουργία. Η Θεία Λειτουργία είναι παρά… αν καταλάβαινες τη Θεία Λειτουργία, θα μεθούσες από τη Θεία Λειτουργία. Δεν θα ήθελες να την αφήσεις.
Γιατί; Γιατί είναι ακριβώς αυτό που έχει να απηχηθεί. Παραδόξως, αν δεν συνεχίζετε με πληκτικότητα συνέχεια με αυτό που κάνει ο Υιός με τον Πατέρα. Να ξέρουμε ότι θα το κάνουμε εμείς ως ιερείς.
Τι κάνει ο Υιός που προσφέρεται αιωνίως στον Πατέρα; Έτσι δεν είναι; Τι κάνουμε εμείς;
Απευθυνόμαστε εις τον Πατέρα. Εκείνη η ευχή της αναφοράς απευθύνεται: «Πρὶν ὅλον τὸ ζαχατάει, τὸ ζαϊώνω, σάρσι καὶ βουλευτίνζειν». Απευθυνόμαστε στον Πατέρα.
Όλο αυτό ο «καπέστης πάντα» ποιο είναι ως εμάς. Και όλο αυτό το πράγμα συνέχεια εισάγουμε με τα δικά μας δώρα.
Και λέμε: «Ποίησον τὸν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ». Να μεταβάλει το Πνεύμα το Άγιο. Και να μεταβάλλεται ο άρτος ο πυρινός στο αναστημένο και αναληφθέν αυτό σώμα.
Απευθυνόμαστε, να κάνουμε ως μεσίτες εμείς οι άγιοι. Και όπως έλεγε ο Βησσαρίων, παππάς από τους αγίους που έχω γνωρίσει, έλεγε: εσείς τι πράγμα είναι η ιερωσύνη, μωρέ, νεαρέ; Βρέχει το Πνεύμα το Άγιο.
Κατεβαίνει και κατεβαίνει. Φεύγει, φεύγει. Δεν θέλει σημαντικό, ο Χριστός, να σας φύγει.
Αυτό σημαίνει. Όχι, δεν το έχω καθαρίσει. Κατεβαίνει με τη δύναμη της ιερωσύνης.
Κατεβαίνει με τη δύναμη ακριβώς της επίκλησης και του χαρίσματος της ιερωσύνης πλέον του Χριστού. Χάρισμα. Και έτσι παίρνουμε —είπα τη λέξη— την έννοια του χαρίσματος.
Η Εκκλησία αντιλαμβάνεται από χαρίσματα, είναι από χαρισματούχους. Στην Εκκλησία δεν είμαστε παθητικά μέλη μιας οργάνωσης, ξέρω εγώ, που έχει κάποιους λιγότερο άξιους ή περισσότερο άξιους ηγέτες.
Η πραγματικότητα της Εκκλησίας είναι μια πραγματικότητα μετοχής και αυτό εκφράζεται με τη θεωρία των χαρισμάτων. Λοιπόν, η θεωρία των χαρισμάτων είναι πάρα πολύ σημαντική θεολογία την οποία έδειξαν κορυφαίοι Πατέρες, από τον Μακάριο μέχρι τον Αρεοπαγίτη, κορυφή, και τον Μάξιμο τον Ομολογητή.
Λοιπόν, τι είναι τα χαρίσματα;
Τα χαρίσματα είναι αυτό που λέμε τα μέλη του σώματος του Χριστού. Δεν είναι όμως όπως να έχεις χέρια ανθρώπου, απλώς. Έχει μάτια, έχει αυτιά, έχει πόδια, έχει ειδικά όργανα, λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής.
Καθένα από αυτά είναι ένα χάρισμα, δηλαδή μια άκτιστη ενέργεια εκ του Πατρός, δι’ Υιού, εν Αγίω Πνεύματι στον κόσμο. Αυτό είναι η Εκκλησία. Το σώμα λοιπόν αυτό ολόκληρο, τα μέλη του σώματος, είναι άκτιστες ενέργειες τις οποίες οικειοποιούμεθα ο καθένας από μία ή καμιά φορά και από δυο, ανάλογα.
Δηλαδή είναι ο Χριστός ως χέρι, ο Χριστός ως πόδι, ο Χριστός ως αφομοίωση μετοχής, ο Χριστός ως κεφαλή, ο επίσκοπος, ο Χριστός ως στόμα, η διδασκαλία, ο Χριστός ως ιερέας, ο Χριστός ως επίσκοπος, ο Χριστός ως διάκονος, ο Χριστός ως μοναχός, ο Χριστός ως κατηχητής, ο Χριστός ως, ως, ως, ως… Βαπτίζεσαι εκεί μέσα.
Αυτό που λέμε είναι βάπτιση. Τι το βάπτισμα κάνει;
Έχοντας πάρει τον Αυγουστίνο, και έχει αυτό το πράγμα επικρατήσει παντού, θεωρούμε ότι είναι συγχώρηση προπατορικού αμαρτήματος και τέτοια. Πού το βρήκαμε αυτό; Στον Αυγουστίνο.
Ο Αυγουστίνος είχε νομικές προϋποθέσεις, δικό του λάθος· είχε γνώσεις, δηλαδή ήταν καλός άγιος άνθρωπος, αλλά έκανε λάθη, σημαντικά λάθη. Δεν ήξερε ελληνικά, δεν διάβασε ποτέ Πατέρες, δεν ήξερε.
Αλλά έκανε τρομερές προσπάθειες. Άγιος άνθρωπος, τα λέμε, έκανε λάθη. Και στο θέμα του Filioque και στη θεατρολογία και λοιπά, και στο θέμα του Αυγουστίνου, του προορισμού, όλα είναι λάθη, τα οποία οι Άγιοι Πατέρες τα ξεπέρασαν.
Είχαν τον Ωριγένη, βέβαια, προβλήματα και λοιπά, είχαν συναντήσεις με τον Ωριγένη, είχαν ζητήματα, αλλά οι μεγάλοι Πατέρες, και από εκεί ο Μάξιμος και λοιπά, άνοιξαν όλους τους ορίζοντες.
Τώρα, τι ακριβώς συμβαίνει με το βάπτισμα; Το βάπτισμα είναι ένα μυστήριο υιοθεσίας.
Τι σημαίνει η υιοθεσία; Σημαίνει ότι βγαίνω στον δρόμο, στη Σιάτιστα τώρα, και συναντάω ένα παιδάκι που υποφέρει στον δρόμο και ζητάει ελεημοσύνη.
Και το πλησιάζω και του λέω: κοίταξε να δεις, για κάποιον λόγο θα σε βάλω στον οίκο, στο σπίτι, και εγώ θα είμαι ο πατέρας, είμαι πατέρας πολλών σαν κι εσένα.
Ε, τον πλησιάζω εγώ, τον πλησιάζει ο γιος μου. Είναι ο γιος μου, είναι ο γιος μου· είναι παιδί και αυτός, είναι άνθρωπος. Ο Χριστός τον πλησιάζει.
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μιλάει ο Θεός στον κόσμο. Είναι ο Χριστός. Έτσι. Λοιπόν, τους καλεί και τους ονομάζει αδελφούς Του.
Πώς θα εκφραστεί αυτή η αδελφοσύνη με τον Χριστό, δηλαδή η υιοθεσία των πάντων στο όνομα του Χριστού; Γιατί ο πατέρας αγαπάει τον γιο μου· όταν ο γιος μου φέρει φίλους, λέει: παιδιά είστε αδέλφια του παιδιού μου. Έτσι, σας δέχομαι όλους.
Έτσι, στον οίκο αυτόν, τον οίκο του Πατρός, που είναι η Εκκλησία. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτογραφείται κανείς αδελφός του Χριστού, δηλαδή γιος του Πατρός κατά χάριν, είναι το βάπτισμα. Με το βάπτισμα μπαίνουμε, βαπτιζόμαστε στον τρόπο του Χριστού.
Στον θάνατο και την Ανάσταση, δηλαδή, ώστε να συσταθεί θέλημα. Από ανώνυμα όντα που είμαστε, κλεισμένα στον εαυτό μας, γινόμαστε προσφερόμενα όντα στο όνομα του Χριστού και αναλαμβάνουμε τη χάρη της αυτοπροσφοράς στον Πατέρα, όπως ακριβώς ο Υιός ως άνθρωπος.
Τι λέει ο Χριστός; Δεν είναι η θυσιαστική αυτοπροσφορά Του ως ανθρώπου στον Πατέρα; Ακριβώς αυτό γινόμαστε κι εμείς. Αναλαμβάνουμε τη χάρη του Χριστού. Αν δεν το αξιολογήσουμε, το βάπτισμα δεν επιβάλλεται με τη βία.
Έχουμε, λοιπόν, τη χάρη της υιοθεσίας. Ένα. Στις μέρες μας έχουμε και χρίσμα. Πώς θα εκφράσει ο καθένας τη χάρη αυτή της υιοθεσίας του; Διά ενός ιδιαίτερου χαρίσματος.
Και τοποθετείται από το Άγιο Πνεύμα σε ένα μέρος του σώματος του Χριστού. Άλλος στα χέρια, άλλος στα πόδια, άλλος στα γεννητικά όργανα, λέει ο Άγιος Μάξιμος. Δηλαδή, είναι πραγματικός πατήρ. Μεγάλο πράγμα.
Στα πόδια, στα χέρια, όλοι. Και έτσι έχουν μια δουλειά στον οίκο του Πατρός. Έχουμε δύο πράγματα.
Υιοθεσία, ανεβή του Χριστού. Και εργασία ιδιαίτερη. Η εργασία αυτή, λοιπόν, λέγεται χάρισμα.
Είναι η οικείωση μιας άκτιστης ενέργειας, του χαρίσματος, το οποίο είναι για τον καθένα ιδιαίτερο. Και στη συνέχεια, αφού πάρουμε χάρισμα, έχουμε την κοινή τράπεζα.
Τη Θεία Ευχαριστία. Όπου όλοι οι χαρισματούχοι, έτσι, κοινωνούν. Τι κοινωνούν;
Τον ίδιο τον Χριστό, τον Θεό. Δηλαδή, τον Πατέρα, εν Υιώ και Πνεύματι, στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι.
Και εκεί, με τον τρόπο αυτόν, συγκροτείται εν Υιώ και Πνεύματι. Δηλαδή, ο καθένας αποκτάει όλους αυτούς τους μέλη. Και όλοι είμαστε του Χριστού.
Και για τον άλλον έχει ο καθένας τα πάντα. Το δικό του χάρισμα είναι ένα. Τα χαρίσματα όμως περιχωρούν, θα μας πούνε οι Πατέρες.
Ο Άγιος Μάξιμος λέει το εξής. Κάθε χάρισμα τι κάνει; Διευκολύνει, σώζει, βοηθάει όλα τα άλλα.
Όπως το χέρι, δηλαδή, εργάζεται για όλο το σώμα. Το χέρι δεν αυτονομείται, ούτε το πόδι, ούτε το μυαλό. Κάθε χάρισμα, λέει.
Λέει μια φοβερή, μεγαλοφυή φράση. Έχουμε μεγάλους Πατέρες με τέτοια μεγαλοφυΐα. Άλλο να είσαι άγιος και άλλο να είσαι μεγαλοφυής και άγιος.
Αυτό είναι μεγάλο πράγμα, πολύ σπάνιο. Τα χαρίσματα είναι «θάτερον θατέρῳ κατ’ ἐναλλαγὴν μέλη». Όλα τα χαρίσματα, το καθένα υπάρχει μέσα στον άλλον.
Συγγνώμη. Όλα υπάρχουν μέσα στον καθένα. Δηλαδή όταν τα χαρίσματα λειτουργούν σωστά, βοηθάει όλα τα χαρίσματα, περιχωρεί να λειτουργούν σωστά.
Ας πούμε ότι σε μια ενορία ο παπάς δεν είναι καλός. Η δουλειά του διακόνου δεν είναι να τον υποκαταστήσει. Είναι να είναι σωστός ως διάκονος.
Ο άριστος διάκονος, σύμφωνα με τη χάρη του χαρίσματος που έχει, του Χριστού ως διακόνου —αυτό είναι το χάρισμά του— βοηθάει και τον πρεσβύτερο να αναπτύξει το χάρισμα το δικό του.
Όχι κατάκριση και καταγώνιασμα. Ή ο μοναχός. Ένας αληθινός μοναχός περιχωρεί όλα τα χαρίσματα και με την προσευχή και την αγάπη τα βοηθάει όλα να λειτουργούν το καθένα σωστά και να περιχωρεί το καθένα όλα τα άλλα.
Δεν υπάρχει χάρισμα ιδιωτικό στην Εκκλησία. Χάρισμα ιδιωτικό. Γι’ αυτό και λέμε πάντοτε στη χειροτονία.
Είμαστε όλοι χειροτονημένοι και ανήκουμε όλοι σε μια Μητρόπολη. Έτσι δεν είναι; Δεν χειροτονείται κανένας και να βάλει στην κάρτα του: Νικόλαος, βοηθικός παπάς, εκτελούνται αιρετικές εργασίες.
Όχι. Ούτε μπορούν οι επίσκοποι να μη μνημονεύσουν τους επισκόπους. Αυτό το θέμα του επισκόπου ήταν ένα πολύ σοβαρό θέμα.
Δεν μπορεί. Ούτε επίσκοποι λειτουργούν χωρίς να μνημονεύουν την εκκλησιαστική τους αρχή. Ούτε η εκκλησιαστική αρχή.
Ο Πατριάρχης μπορεί να λειτουργήσει, προσέξτε, χωρίς αναφορά στους άλλους; Έρχεται στα άλλα Πατριαρχεία, στα άλλα. Αυτό να το χάσουμε το μυστήριο.
Μην το χάσουμε το μυστήριο. Δεν είναι δηλαδή… Και εγώ διαφέρομαι από τους παπικούς και κάνουμε και μεγάλο αγώνα. Εγώ είμαι στον διάλογο με τους παπικούς είκοσι χρόνια, ξέρετε.
Λοιπόν, και σπούδασα και θεολογία τους στο Παρίσι κάποια στιγμή. Σας λέω, κάνουν μεγάλο μόχθο οι άνθρωποι.
Και η μεγάλη τους σήμερα ανακάλυψη είναι η συνοδικότητα. Οι μανιάτες που εμείς μεταβιβάζουμε, αυτά είναι ιστορία. Όλοι για συνοδικότητα μιλάμε.
Πάνε στους παπικούς. Λοιπόν, η συνοδικότητα, γιατί κάνουν σαν ελεημασμένοι. Πρώτη, δεύτερη Βατικανή· συνοδικότητα, ουσιαστικά, δεν υπάρχει.
Και τώρα κάνουν και κάτι τέτοιους πάπες, έτσι, λίγο εκεί, όπως είναι και ο Φραγκίσκος. Και ο Τόλινος, που είναι έτσι… παρεάτη, αγκητήριξε, εγώ. Δηλαδή διαβιούν αυτό το κλίμα.
Ποιο κλίμα; Το να υπάρχουν και άλλοι, να είναι πραγματική Εκκλησία, να έχει ένα χάρισμα ηγεμονικό, το οποίο έχει την αλήθεια εξαίρεση, όπως λέει η Δεύτερη Βατικανή, και χωρίς consensus ecclesiae, χωρίς να έχει Εκκλησία να συμφωνεί.
Ποιος πάπας είναι; Αυτός το σωστό ένιωσε. Αλλά αυτό είναι λάθος. Γιατί είναι λάθος;
Γιατί όλοι οι χαρισματούχοι μετέχουν στον Χριστό, αλλά μετέχουν στην αλήθεια. Αυτό είναι η συνοδικότητα. Ότι όλοι, όλοι, όλοι οι χαρισματούχοι, όλοι οι βαπτισμένοι και χρισμένοι, είναι γεγονότα παρουσίας του Χριστού.
Όλα τα χαρίσματα είναι εις τύπον και τόπον Χριστού. Όλα, όλα, όλα, όλα, όλα. Όταν έπαιρνα αυτό, έλαβα και οι μάρτυρες εδώ, τους έκοβα εγώ στις εξετάσεις.
Έκανα πάντα τη μόνη ερώτηση αυτή: ποιο χάρισμα είναι εις τύπον και τόπον Χριστού; Δεν το ψάχναμε.
Τι έλεγαν; Έλεγαν: ο επίσκοπος. Έλεγα: τον Σεπτέμβριο. Η επιμονή.
Ε, η επιμονή του Σεπτεμβρίου. Στην αρχή η επιμονή του Σεπτεμβρίου. Μετά το Άγιο το ψιθυρίζουν με τα χείλη.
Και στο τέλος δεν είχε ανάγκη ο επίσκοπος να τον μεταβάλεις σε συνταγματάρχη. Δεν είναι αυτό ο επίσκοπος. Τι είναι ο επίσκοπος;
Ο επίσκοπος είναι αυτός ο οποίος χαίρεται την ανάπτυξη όλων των χαρισμάτων. Αυτό είναι το δικό του χάρισμα: να διδάσκει τα χαρίσματα όλα να λειτουργούν σωστά, όμως, ή όχι.
Και στη συνέχεια να εκφράζει την ενότητα αυτήν προς τα έξω. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό έργο του επισκόπου, που είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί αποδεικνύει ακριβώς ότι είμαστε ένα σώμα.
Δηλαδή, στο γεγονός της ενότητας της Εκκλησίας μετέχουν όλοι οι από εμάς. Όλοι οι χαρισματούχοι. Δεν επιβάλλεται από πάνω με τη βία, όπως στον στρατό ο συνταγματάρχης.
Δεν είναι. Είτε τον θέλουμε είτε δεν τον θέλουμε, στρατιώτες. Επιβάλλεται από πάνω με τη βία και τέρμα.
Δεν επιβάλλει κανένα στρατό. Δεν μετέχουν σε ένα ανάδειγμα ενότητας οι στρατιώτες. Πολλοί άνθρωποι σηκώνονται και γυρνώνται.
Όταν κτίσουν ο άνθρωπος δεν είναι. Έτσι. Στο Ύψωμα 731.
Στην Ιταλική. Στον μεγάλο Ιταλικό πόλεμο. Βρεθήκαν όλοι στο ιταλικό στρατό.
Μια χούφτα Έλληνες. Και ο συνταγματάρχης ο Κασλάς. Τι έκανε;
Πήρε το όπλο και είπε: «Όποιος υποχωρήσει θα πεθάνει από μένα. Θα πεθάνουν όλοι εδώ κι εγώ».
Και κατέβηκαν από τον ιταλικό στρατό. Συγκλονιστικό γεγονός. Από τα μεγαλύτερα.
Δεν είναι; Μπορεί όμως μέσα τους να θέλουν να φύγουν. Γιατί;
Στην Εκκλησία δεν θέλουμε να φύγουν. Είμαστε ελεύθεροι. Σας είπα.
Ο Χριστός δεν εκβιάζει την αγάπη σου. Δεν θέλει τη βία. Δεν θέλει το καθήκον να πάρει.
Τι καθήκον; Αν ερωτευθήκατε ποτέ —και πολλοί από σας ερωτευθήκατε, φαντάζομαι— ήταν καθήκον ο έρως;
Άμα τη βλέπεις, την υποψήφια αγαπητικιά, για δύο-τρεις μέρες. Ναι.
Αρρώστησες. Αυτό είναι. Γι’ αυτό και οι πνευματικοί Πατέρες αυτές τις εκφράσεις χρησιμοποίησαν.
Για να μην έχουμε τη διατήρησή μας πάνω από τον Θεό. Έρως.
Φίλος. Έρως. Βλέπεις τον Άγιο Παΐσιο.
Ήτανε κάποιοι πνευματικοί εκεί πέρα, κι εγώ μαζί. Ακριβώς άρχισε ο γέροντας απευθυνόμενος σ’ έναν από μας: «Έρχονται εδώ κάποιοι που χάσανε τον Θεό. Πήγανε ντοκ».
Και πολλοί τους συμπονούν. Δεν τους συμπονώ, λέει ο γέροντας. Γιατί ο Άδης ο Λευκενός ήρθε.
Για μένα που τότε ήμουν στην εκκλησία. Ήμουν άθεος εγώ. Λοιπόν, ήταν σοκ αυτό.
Ερωτευμένος είσαι, δεν του λέω; Ναι.
ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.
Λέω: και πώς; Έτσι να μιλήσετε πάνω, αν σ’ αλυσόδεναν με δεκαπέντε μαξιλάρια για τριακόσια, είμαι ερωτευμένος.
Α, φοβερό. Δεν υπάρχει αυτή η σχέση μετά του Θεού. Έρως.
Και μάλιστα έρως ο οποίος, λέει ο Καβάσιλας, ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, που θα γιορτάσουμε σε λίγο, σε έναν μήνα είναι, λέγεται ο Χριστός, το κατάλυμα των ανθρωπίνων ερώτων.
Είναι κορυφή. Ο μέγας έρως. Δεν υπάρχει ούτε το μεγαλύτερο.
Γι’ αυτό και μετά η Λειτουργία βάσανο, η διακονία βάσανο. Ότι βάσανο; Ο ερωτευμένος άνθρωπος ποτέ δεν κάνει αρκετά γι’ αυτό που ερωτεύθηκε. Ναι ή όχι;
Και μάλιστα να μη βλέπεις τη δική του αγάπη, τη δική Του. Γιατί όταν ξεκινήσεις από τον δρόμο, μετά αρχίζεις και βλέπεις ο Χριστός. ....
Συνεχίζεται
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΟΓΟ ΔΥΣΤΥΧΩΣ. ΣΤΙΣ ΕΚΣΤΑΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕΤ' ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΞΕΧΝΑ ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ. Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΧΩΡΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΜΟΡΦΩΤΟΥΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΛΛΗΝΕΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου