Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 4

Συνέχεια από Πέμπτη 18. Ιουνίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 4
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή


IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137

β) Διάφοροι συγγραφείς.

Ο ΚΛΗΜΗΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ διασπείρει στις σελίδες του διάφορες παρατηρήσεις για τη φιλαυτία. Αυτή είναι η αιτία όλων των σφαλμάτων, για τον καθένα, κάθε φορά. Γι’ αυτό δεν πρέπει να είναι κανείς φίλαυτος επιλέγοντας την ανθρώπινη δόξα, αλλά, αγαπώντας τον Θεό, «να γίνεται άγιος με φρόνηση», σύμφωνα με την έκφραση του Πλάτωνος (8). «Αν λοιπόν κάποιος παίρνει το μερικό για καθολικό και τιμά το υποδεέστερο ως κύριο και αρχηγό, βγαίνει έξω από την αλήθεια και δεν κατανοεί την ομολογία του Δαβίδ: Έφαγα χώμα και στάχτη σαν ψωμί (9). Η φιλαυτία και η έπαρση είναι γι’ αυτόν χώμα και απάτη» (8). Οι Έλληνες, τόσο υπερήφανοι για τη σοφία τους, υπέκυψαν δύο φορές στη φιλαυτία: πρώτα «αποδίδοντας στον εαυτό τους την επινόηση των ωραιότερων δογμάτων τους, ενώ τα πήραν από εμάς» (11)· έπειτα επειδή «αν ο Νόμος είναι η εικόνα και η σκιά της αλήθειας, τουλάχιστον ο Νόμος είναι σκιά της Αλήθειας, ενώ η φιλαυτία των Ελλήνων ανακηρύσσει ορισμένους ανθρώπους διδασκάλους» (10). Άλλωστε, η σοφία αυτού του αιώνα είναι καθ’ εαυτήν ηδονιστική και φίλαυτη, επειδή δεν διδάσκει παρά μόνο τα κοσμικά πράγματα..., ενώ η πραγματικά τέλεια γνώση ασχολείται, πέρα από τον κόσμο, με τα νοητά και με ό,τι είναι ακόμη πιο πνευματικό, με «όσα μάτι δεν είδε» (12).

Φιλαυτία και φιλοδοξία, αγάπη του εαυτού και αγάπη της κενής δοξούλας, συμβαδίζουν (13): «Πρέπει να δείξουμε πολλή προσοχή και φρόνηση στο ζήτημα του πώς ακριβώς αρμόζει να ζούμε και ποια είναι η αυθεντική ευσέβεια. Η αλήθεια είναι δύσκολο να βρεθεί και να ασκηθεί· και από εκεί, φανερά, γεννήθηκαν οι αντιλογίες. Από εκεί προήλθαν οι φίλαυτες και φιλόδοξες προκαταλήψεις —οι αιρέσεις, οι σχολές— εκείνων που, χωρίς να έχουν μελετήσει σοβαρά από μόνοι τους ούτε να έχουν παραλάβει από αληθινή παράδοση, προσποιούνται ότι κατέχουν γνώση». Ευσέβεια, φιλαυτία, έπαρση, ματαιοδοξία: είδαμε όλα αυτά να βρίσκονται πλάι πλάι στον Φίλωνα.

Η ματαιοδοξία τρέφεται επίσης από υλικά αγαθά, έστω και μόνο από πολύτιμα και περίεργα έπιπλα και σκεύη. «Ποτήρια από ασήμι και χρυσό, στολισμένα με πολύτιμες πέτρες, πρέπει να απαγορευθούν στη χρήση· δεν είναι παρά οφθαλμαπάτη. Αν χύσετε μέσα τους ζεστό ποτό, τα θερμασμένα σκεύη θα πληγώσουν το χέρι που τα πιάνει· αν, αντίθετα, χύσετε μέσα τους κρύο, το μέταλλο θα χαλάσει το υγρό μεταδίδοντάς του κάτι από τη δική του ποιότητα, και το πολυτελές ποτό θα γίνει βλαβερό» (13). Και ούτω καθεξής. «Πολύ εύστοχα, λοιπόν, η Γραφή λέει κάπου απευθυνόμενη στους φιλάυτους και στους ματαιόδοξους: Πού είναι οι άρχοντες των εθνών και εκείνοι που δαμάζουν τα θηρία της γης, που παίζουν με τα πουλιά του ουρανού, που συσσωρεύουν ασήμι και χρυσάφι, στα οποία οι άνθρωποι θέτουν την εμπιστοσύνη τους και των οποίων τα υπάρχοντα δεν έχουν τέλος; Διότι αυτοί οι άνθρωποι που συσσωρεύουν ασήμι και το κάνουν μέλημά τους, δεν θα βρισκόταν πια ίχνος των έργων τους. Εξαφανίστηκαν και κατέβηκαν στον άδη» (14). «Δεν πρέπει λοιπόν να στρέφουμε την αγάπη του ωραίου προς τη φιλαυτία και την ανοησία· διαφορετικά, κάποιος θα μπορούσε μια ωραία μέρα να πει για εμάς: το άλογό του αξίζει δεκαπέντε τάλαντα, το κτήμα του, ο δούλος του ή το χρυσάφι του αξίζουν τόσο, αλλά ο ίδιος προσωπικά αξίζει τρεις δεκάρες» (25).

Ο Κλήμης αγνοεί την ενάρετη φιλαυτία· όταν γράφει αυτή τη λέξη, σκέφτεται τη ματαιοδοξία· όταν τη διαβάζετε σε αυτόν, να περιμένετε να συναντήσετε πολύ κοντά όρους όπως έπαρση, πολυτέλεια, κενή δοξολογία κ.λπ. «Δεν πρέπει λοιπόν να ντρεπόμαστε να εγκαταλείψουμε την αλαζονεία της φιλαυτίας» (16). Αυτό είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής, αν δεν θέλει κανείς να ασκήσει βία στο κείμενο. Είναι μάταιο να συζητά κανείς με τους φιλάυτους όσο δεν έχει κατορθώσει να τους απαλλάξει από τη φιλαυτία τους (1). Όσο για εκείνους που «δεν θέλουν να βάλουν κανένα χαλινάρι στη φιλαυτία τους», τι κακά εξαπέλυσαν, και προς ποιο όφελος! «Δύο ήπειροι συγκλονίστηκαν από πάθη ακαλλιέργητων ανθρώπων· ολόκληρη η Ελλάδα επιβιβάζεται· η θάλασσα είναι πολύ στενή για να βαστάξει ηπείρους· ένας μακρύς πόλεμος εξαπολύεται· βίαιες μάχες δίνονται· οι πεδιάδες γεμίζουν πτώματα· ο βάρβαρος προσβάλλει τον στόλο· η αδικία κυριαρχεί· το μάτι του Δία, που ύμνησε ο ποιητής, κοιτάζει τους Θράκες· βάρβαρες πεδιάδες πίνουν ευγενικό αίμα· η ροή των ποταμών ανακόπτεται από πτώματα· στήθη συγκλονίζονται από λυγμούς· το πένθος κατατρώγει τη γη· ο σεισμός συγκλονίζει ολοκληρωτικά

Τα πόδια της Ίδης της πλούσιας σε πηγές,
και τις κορυφές, και την πόλη των Τρώων και τα πλοία των Αχαιών (16).

Πού θα καταφύγουμε, Όμηρε; Δείξε μας μια γη που έμεινε προστατευμένη από την αναταραχή» (19).

Οι συζητήσεις, ιδίως οι θεολογικές και οι γραφικές, είναι άχρηστες όσο οι συνομιλητές δεν έχουν απογυμνωθεί από κάθε φιλαυτία. Αξίζει να συγκρατήσουμε αυτή τη δήλωση.

Και αυτήν ακόμη: οι παγκόσμιοι πόλεμοι είναι έργα εκείνων που «δεν θέλησαν να καταστείλουν τη φιλαυτία τους». Αλλά τότε, η παγκόσμια ειρήνη θα προκύψει από τον πόλεμο που ο καθένας θα κάνει στον εαυτό του; Ο καθένας λοιπόν θα συμβάλει στην ειρήνη του κόσμου στον βαθμό που πολεμά την αγάπη του εαυτού του ως τον δημόσιο εχθρό υπ’ αριθμόν ένα; Φαίνεται λογικό να το συμπεράνουμε.

Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ
, όπως είπαμε, δεν άφησε υπόμνημα στο Β΄ Τιμ. 3, 2. Αντιθέτως, παραθέτει ευχαρίστως τον στίχο 4 του ίδιου κεφαλαίου: «άνθρωποι περισσότερο φίλοι της ηδονής παρά του Θεού». Άλλοι δεν θα παρέλειπαν να συνδέσουν αυτή τη διάθεση με τη φιλαυτία, και ο Ωριγένης αναμφίβολα θα τους ενέκρινε. Αλλά ας αρκεστούμε να συλλέξουμε όσα λέει ρητά. Η συνήθειά του στην εξέταση της συνειδήσεως όξυνε εξαιρετικά την ψυχολογική του οξυδέρκεια: εντοπίζει τη φιλαυτία ακόμη κι εκεί όπου εμείς θα μπαίναμε στον πειρασμό να δούμε μόνο ηρωική αρετή. «Ο Ιησούς —γράφει ο άγιος Ιωάννης, 11, 54— δεν κυκλοφορούσε πλέον φανερά ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά έφυγε για την περιοχή κοντά στην έρημο, σε μια πόλη που λεγόταν Εφραίμ, και εκεί έμενε μαζί με τους μαθητές». Αυτό, και άλλα παρόμοια χωρία, σχολιάζει ο Ωριγένης, «νομίζω ότι γράφτηκε επειδή ο Λόγος θέλει να μας αποτρέψει από την αδιάκριτη ορμή να ριχνόμαστε στον αγώνα μέχρι θανάτου για την αλήθεια και στο μαρτύριο». Βεβαίως, είναι ωραίο να μην αποφεύγει κανείς τον αγώνα, όταν αυτός παρουσιάζεται, να ομολογεί τον Ιησού και να μη διστάζει να πεθάνει για την αλήθεια. Αλλά δεν είναι λιγότερο ωραίο να μη δίνει κανείς αφορμή για μια τόσο φοβερή δοκιμασία· αντίθετα, να κάνει τα πάντα για να την αποφύγει, όχι μόνο λόγω της αβεβαιότητας του αποτελέσματος που αυτή συνεπάγεται για εμάς, αλλά και για να μη γίνουμε εμείς οι ίδιοι μια φαινομενική αιτία πρόσθετης αμαρτίας και ασέβειας για εκείνους οι οποίοι δεν θα γίνουν ένοχοι ότι έχυσαν πραγματικά το αίμα μας, αν με μέσα που βρίσκονται στη διάθεσή μας ξεφύγουμε από εκείνους που μηχανεύονται τον θάνατό μας· αυτοί θα υποστούν μεγαλύτερη και βαρύτερη τιμωρία εξαιτίας μας, αν από φιλαυτία, και χωρίς να λάβουμε υπόψη και εκείνους, παραδώσουμε τον εαυτό μας στο μαρτύριο, εκτός από την περίπτωση της ανάγκης» (20). Η περιπλοκή της φράσεως αντανακλά τη λεπτότητα της σκέψεως. Αλλά ας μην ξεχνούμε ότι για τον Ωριγένη αυτή η περίπτωση συνειδήσεως δεν είχε τίποτε το φανταστικό. Ήταν βιωμένη ιστορία· η δική του ιστορία· και η ιστορία πολλών άλλων. Ήταν κυρίως, και εξακολουθεί να είναι, μια αναγκαία εφαρμογή των δύο μεγάλων εντολών: αγάπη προς τον Θεό διά της υποταγής και αγάπη προς τον πλησίον διά της μέριμνας για τη σωτηρία του. Απέναντι σε όλα αυτά, καμία αγάπη του εαυτού, όσο πνευματική κι αν φαίνεται, δεν μπορεί να υπερισχύσει. Δικαίως ο Ωριγένης μιλά για φιλαυτία, με την αρνητική σημασία: δεν είναι άραγε αυτή η πηγή κάθε κακού; Θα το ακούσουμε να μας το λένε ακόμη περισσότερες από μία φορές. Και έπειτα, σημειώνει ο Ωριγένης λίγο παρακάτω: αυτός ο στίχος του αγίου Ιωάννη γράφτηκε για εμάς, ώστε και σε αυτό το σημείο να έχουμε το παράδειγμα του Ιησού και να γίνουμε μιμητές του σε αυτό, όπως και στο θάρρος του να υπομείνει τον θάνατο, όταν θα έρθει η ώρα.

Ο μεγάλος Αλεξανδρινός δεν μας διδάσκει μόνο να οσμιζόμαστε την αγάπη του εαυτού ακόμη και μέσα στους ηρωισμούς μας· μας καλεί επίσης να εξετάσουμε τις πιο νόμιμες αγάπες μας. Δεν υπάρχει μόνο ατομική φιλαυτία· υπάρχει και συλλογική. Ο άγιος Μάξιμος θα επιμείνει αργότερα στον καθολικό χαρακτήρα της αγάπης. Η φιλαυτία αντιτίθεται σε αυτήν διαμετρικά, όταν είναι αγάπη του εαυτού ως ατόμου. Αλλά στα μισά του δρόμου ανάμεσα στο καθολικό και στο ενικό υπάρχει ο πληθυντικός —pluralis paucitatis, όπως έλεγαν στις παλαιές αραβικές γραμματικές. Η αμοιβαία αγάπη των μελών μιας κοινωνίας μπορεί να είναι αγάπη ή φιλαυτία. Εμείς μερικές φορές την κανονικοποιούμε υπερβολικά γρήγορα, τουλάχιστον έμμεσα και σιωπηρά. Δεν μας περνά από τον νου να υποψιαστούμε κάποιο ελάττωμα στο οικογενειακό μας αίσθημα, στην ταξική μας συνείδηση, στον πατριωτισμό μας: το να τα κρίνουμε θα μας φαινόταν σαν να επιτιθέμεθα σε ιερά πράγματα· την οικογένεια, την κοινωνική τάξη, την πατρίδα, ο έντιμος άνθρωπος και ο χριστιανός οφείλουν να τα υπερασπίζονται και, αν χρειαστεί, να θυσιάζονται για την υπεράσπισή τους. Άλλες κοινωνίες, λιγότερο φυσικές, περισσότερο «πνευματικές», εμπνέουν στα μέλη τους προσκολλήσεις και αφοσιώσεις όχι λιγότερο απόλυτες· είναι το πνεύμα του σώματος. Για να το έχει κανείς, δεν είναι καν ανάγκη να ανήκει στο συγκροτημένο σώμα: υπάρχουν τρίτα τάγματα που σχηματίζονται χωρίς ιδρυτή.

Χρειάζεται άραγε να πούμε ότι τέτοιες διαθέσεις της ψυχής υπήρχαν στην εποχή του Ωριγένη; Πολύ πριν από αυτόν, είχε προκληθεί η σύγκρουση ανάμεσα στη χριστιανική καινοτομία και σε ηθικές στάσεις που θεωρούνταν παγκοσμίως ιερότατες. Ο Τάκιτος είχε ήδη γράψει το «μίσος προς το ανθρώπινο γένος» —odium generis humani— που αποδιδόταν στους μαθητές του Χρηστού. Ο φιλόσοφος Κέλσος, μεταξύ 177–180, τους είχε προσάψει, ανάμεσα σε πολλά άλλα παράπονα, την έλλειψη πατριωτισμού: «Έπειτα ο Κέλσος μας προτρέπει να σπεύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις σε βοήθεια του αυτοκράτορα, να κοπιάσουμε μαζί του για το δίκαιο, να πολεμήσουμε μαζί του, και, αν χρειαστεί, ακόμη και να αναλάβουμε στρατιωτική διοίκηση» (2). Ο Ωριγένης επαναλαμβάνει αυτή τη φράση του αντιπάλου λέξη προς λέξη, για να δείξει ότι οι χριστιανοί τα πράττουν όλα αυτά καλύτερα από όλους τους άλλους με ολόκληρη τη ζωή τους. «Και αν ο Κέλσος θέλει να φτάσουμε μέχρι του σημείου να αναλαμβάνουμε στρατιωτικές διοικήσεις, ας γνωρίζει ότι κι αυτό το κάνουμε, αλλά όχι για να μας βλέπουν οι άνθρωποι ούτε για να προσελκύσουμε στον εαυτό μας μάταιη δόξα...». Οι χριστιανοί κάνουν περισσότερο καλό στις πατρίδες τους από τους άλλους ανθρώπους, «διδάσκοντας τους πολίτες να τιμούν τον προστάτη της Πόλεως, τον Θεό· και δεχόμενοι σε μια θεία και ουράνια πόλη εκείνους που, ακόμη και στα πιο ταπεινά κράτη, έζησαν καλά. Σε αυτούς θα μπορούσε κανείς να πει: σε ένα πολύ μικρό κράτος στάθηκες πιστός· έλα λοιπόν στη μεγάλη Βασιλεία, εκεί όπου ο Θεός στέκεται σε σύναξη θεών» (22).

Με άλλα λόγια: ο πατριωτισμός των χριστιανών είναι ένας πατριωτισμός στοχαστικός, καθόλου θορυβώδης, καθόλου διαλείπων, και προπάντων καθόλου ιδιοτελής· δεν εξαρτάται από προσωπικές και πρόσκαιρες φιλοδοξίες· με μία λέξη, δεν είναι φίλαυτος. Αν η επιθυμία του μαρτυρίου πρέπει να επιτηρείται και να κυβερνάται από τον ανώτερο νόμο της υποταγής στον Θεό, ο πατριωτισμός, ακόμη και στις πιο γενναιόδωρες μορφές του, θα ξεφύγει άραγε από κάθε έλεγχο και από κάθε εξέταση συνειδήσεως;

Πολύ περισσότερο στις κατώτερες εκδηλώσεις του. Ο λόγος καταδικάζει κάθε προκατάληψη, κάθε προειλημμένη θέση, κάθε προηγούμενη κρίση. Τα ευγενέστερα αισθήματα συνεπάγονται τις σοβαρότερες παρεκκλίσεις. Corruptio optimi pessima. Μία μόνη αγάπη έχει το δικαίωμα και το καθήκον να είναι ολοκληρωτική και αποκλειστική: η αγάπη του Θεού, επειδή ο ολοκληρωτισμός της αποκλείει ακριβώς κάθε αποκλεισμό. Είναι ουσιωδώς ενοποιητική. Όλες οι άλλες αγάπες στενεύουν πρώτα την καρδιά και έπειτα το πνεύμα, εκτός αν παραμείνουν υποταγμένες στην αγάπη και στον νόμο του Θεού· με άλλα λόγια, εκτός αν ενσωματωθούν στην αγάπη του Θεού όπως το μερικό στο καθολικό. Ο πατριωτισμός θα είναι μια επαρχία, προνομιούχος αναμφίβολα, αλλά μόνο μια επαρχία του καθολικού βασιλείου της αγάπης· ή, αν υψωθεί σε κυρίαρχη αγάπη και σε υπέρτατο νόμο, θα ορθωθεί εχθρικά απέναντι στην αγάπη. Ο Ωριγένης επισημαίνει παρεμπιπτόντως —διότι δεν πραγματεύθηκε αυτό το θέμα ex professo— δύο όψεις αυτής της παραμορφώσεως: την πρώτη, πιο αφελή· τη δεύτερη, πιο απεχθή· και τις δύο άδικες. Οι Αιγύπτιοι, «επειδή ήταν φίλαυτοι και εκτιμούσαν οποιονδήποτε από τους συμπατριώτες τους περισσότερο από τους πιο ενάρετους ξένους» (23), δεν μπόρεσαν να αποφασίσουν να αναγνωρίσουν τις πιο προφανείς υπεροχές του Μωυσή. Μη μπορώντας να αρνηθούν τα γεγονότα, επιδόθηκαν με πείσμα στο να τα ερμηνεύουν δυσμενώς: τα θαύματα γίνονται μαγγανείες· ολόκληρο το υβριστικό λεξιλόγιο τίθεται σε επιστράτευση, για να σωθεί, ενώπιον της ιστορίας, η δικαιοσύνη της αιγυπτιακής υποθέσεως. Ο Κέλσος, με τη σειρά του, με τις αξιώσεις του αμερόληπτου κριτικού, έπεσε στο ίδιο σφάλμα: μπροστά σε αντιφατικά έγγραφα, αιγυπτιακά και εβραϊκά, «προκατειλημμένος υπέρ των Αιγυπτίων από τη συμπάθειά του προς αυτούς, έδωσε τη συγκατάθεσή του, σαν να επρόκειτο για αληθείς μάρτυρες, στους αυτουργούς των αδικιών που διαπράχθηκαν εναντίον ξένων· και τα θύματα αυτών των αδικιών, τους Εβραίους, τα μεταχειρίστηκε ως στασιαστές...» (24).

Ένας κακώς νοημένος πατριωτισμός παρέσυρε λοιπόν τους Αιγυπτίους· και μια απερίσκεπτη αιγυπτοφιλία έκανε τον Κέλσο να διαπράξει ιστορικά σφάλματα ανάξια ενός ευθύφρονος πνεύματος.

Ανεξέλεγκτη συμπάθεια. Ακόμη χειρότερα, η συστηματική αντιπάθεια. Οι Ιουδαίοι υπήρξαν συχνά αντικείμενό της. Από μέρους του Κέλσου, για παράδειγμα. Ικανοποιεί τη μνησικακία του με τον πιο ποταπό τρόπο: με την παράλειψη υπό μορφήν προσποιητής αποσιώπησης. Απαριθμώντας όλες τις φυλές που συνέβαλαν στη σοφία, προσφέρει στον εαυτό του την αισχρή ευχαρίστηση να παραλείψει τους μόνους Ιουδαίους. «Δείτε λοιπόν τη φιλαυτία εκείνου που δίνει πίστη σε τέτοιους λαούς, οι οποίοι θεωρούνται σοφοί, και δυσφημεί κάποιους άλλους ως απολύτως ανόητους... Υπάρχει ένα έθνος το οποίο δεν θέλησε να ονομάσει σοφό, έστω και μόνο παράλληλα με τους Αιγυπτίους, τους Ασσυρίους, τους Ινδούς, τους Πέρσες, τους Οδρύσες, τους Σαμοθράκες και τους Ελευσινίους: οι Ιουδαίοι» (20). Πόσο ανώτερος σε νοημοσύνη και σε ευγένεια χαρακτήρα είναι «ο Πυθαγόρειος Νουμήνιος, ο οποίος, στο πρώτο βιβλίο του έργου του Περί του Αγαθού, πραγματευόμενος τους λαούς που φιλοσόφησαν περί Θεού, κατέταξε ανάμεσά τους τους Ιουδαίους και δεν δίστασε, στο σύγγραμμά του, να χρησιμοποιήσει τις προφητείες τους...» (26).

Κέλσος και Νουμήνιος: ο Κέλσος, ο αναγνωρισμένος σοφός, που δεν αναγνωρίζει σοφία παρά μόνο στον εαυτό του και στους ομοτέχνους της σχολής του. Ο Νουμήνιος, ο Πυθαγόρειος —και ο Πυθαγόρας ήταν εκείνος που επινόησε τον μετριόφρονα, γενναιόδωρο και επιτακτικό όρο «φιλόσοφος»— σκεπτόμενος όπως αργότερα ο άγιος Θωμάς, ότι ο μεγαλύτερος σοφός πρέπει να συγκατατίθεται να μαθαίνει από οποιονδήποτε, έστω και αν είναι παιδί —ή Ιουδαίος, ή μολινιστής, ή μπανιεζιανός.

Ο Ωριγένης γνωρίζει ακόμη μία άλλη εκδήλωση της φιλαυτίας: ο Ιησούς δεν έκρινε αναγκαίο να περιφέρεται και να θεραπεύει όλους τους ασθενείς αδιακρίτως, για να μην επισύρει ούτε καν τη σκιά της φιλαυτίας· θεράπευσε έναν —στην προβατική κολυμβήθρα— επειδή αυτό αρκούσε για να τον αναγνωρίσουν όλοι (27). Νέα λεπτότητα. Η μέριμνα να ξεφύγει κανείς από την υποψία της ματαιοδοξίας δεν είναι άραγε απλώς μια πιο περίτεχνη ματαιοδοξία; «Ταπεινοφροσύνη με άγκιστρο», θα έλεγε κάποιος. Κάποιος πολύ αρχαιότερος από τον άγιο Φραγκίσκο ντε Σαλ είχε ήδη γράψει: «η ματαιοδοξία είναι ένα γαϊδουράγκαθο που τσιμπά από όλες τις πλευρές» (28). Μπορεί κανείς πάντοτε να υποθέτει στον άλλον μια πανουργία· είναι μάλιστα το πιο προσιτό μέσο στους ανόητους για να δώσουν στον εαυτό τους όψη έξυπνου. Δεν πρόκειται για τον άλλον· πρόκειται για τον καθένα. Δεν είναι ο Ωριγένης που κάνει λεπτολογίες· είναι οι «πονηροί». Ο Ωριγένης σκέπτεται απλώς ότι είναι φιλαυτία το να προβάλλεται κανείς, να κάνει να μιλούν γι’ αυτόν, να επιβάλλεται στην προσοχή περισσότερο απ’ όσο απαιτεί το καθήκον. Σφάλλει άραγε πιστεύοντας ότι είναι υποχρεωμένος να ερμηνεύσει με αυτή την έννοια το άγιο Ευαγγέλιο; Στην πραγματικότητα, δεν πιστεύει καν ότι ερμηνεύει· απλώς διαβάζει. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το σημαντικότερο είναι η πρόθεση. Οι Φαρισαίοι κάνουν τα πάντα —ακόμη κι αν κατά τύχη κρύβονταν, θα το έκαναν— για να τους βλέπουν καλύτερα οι άνθρωποι. «Οι μαθητές του Ιησού κάνουν όλα τα έργα τους για να τους βλέπει μόνο ο Θεός» (29). Μπορεί να υπάρχει ταπεινοφροσύνη στο να «τολμά κανείς χωρίς ψευδή ντροπή, να ενεργεί, να μιλά, να εμφανίζεται», όταν το απαιτεί το καθήκον· και τότε, έξω από αυτό, δεν υπάρχει καθόλου ταπεινοφροσύνη. Αλλά πόσο εύκολα φανταζόμαστε ένα καθήκον προς αυτή την κατεύθυνση! Δεν γνωρίζουμε από ποιο πνεύμα είμαστε, ούτε ποια αγάπη μας κινεί: η αγάπη του Θεού ή η φιλαυτία. Σε κάθε περίπτωση, πολλοί άγιοι σκέφθηκαν ότι, σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, ήταν καλύτερο να ακολουθήσουν την ασφαλέστερη οδό· και η ασφαλέστερη είναι «να αγαπά κανείς —ή τουλάχιστον να συγκατατίθεται— να είναι άγνωστος και να θεωρείται ποσότητα αμελητέα». Γι’ αυτό και τόσο συχνά τράπηκαν σε φυγή για να ξεφύγουν από εκείνο που φοβούνταν όσο και έναν πειρασμό της σάρκας. «Είναι ακόμη αισθησιασμός το να ευχαριστιέται κανείς από τον έπαινο», αποφαίνεται ο ίδιος Ωριγένης (30).

Ο ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ (31) καθιστά τη φιλαυτία χαρακτηριστικό γνώρισμα των Σαδδουκαίων, σε αντίθεση προς τους Φαρισαίους. «Οι Φαρισαίοι είναι φιλάλληλοι, οι Σαδδουκαίοι φίλαυτοι». Έτσι, χωρίς εξήγηση. Αλλά η εξήγηση βρίσκεται στις διδασκαλίες των μεν και των δε. Οι Φαρισαίοι ομολογούν την ανάσταση της σάρκας, την αθανασία της ψυχής, τη μελλοντική κρίση και την τελική πυρπόληση· λέγουν «ότι οι δίκαιοι θα είναι άφθαρτοι· ότι οι άδικοι, αντιθέτως, θα τιμωρηθούν με άσβεστο πυρ» (32). Οι Σαδδουκαίοι λέγουν ότι υπάρχει μόνο αυτή η ζωή· ότι γι’ αυτήν είναι πλασμένος ο άνθρωπος· ότι η ανάσταση συνίσταται στο να αφήνει κανείς, πεθαίνοντας, παιδιά στη γη· ότι μετά τον θάνατο δεν υπάρχει τίποτε να περιμένει κανείς, ούτε καλό ούτε κακό, επειδή η ψυχή και το σώμα θα διαλυθούν και ο άνθρωπος θα εκμηδενισθεί όπως ακριβώς και τα άλλα ζώα. Ό,τι κακό κι αν κάνει ο άνθρωπος σε αυτή τη ζωή, αν κατορθώσει να το κρύψει, τόσο το κέρδος, αφού ξεφεύγει από την τιμωρία εκ μέρους των ανθρώπων· ό,τι αποκτά, γινόμενος πλούσιος και τιμημένος, τόσο το κέρδος· ο Θεός δεν νοιάζεται για τα άτομα». Ύστερα από αυτό, γιατί άραγε ο Ιππόλυτος πρόσθεσε ότι οι Σαδδουκαίοι είναι φίλαυτοι;

Ο ΕΥΣΕΒΙΟΣ
(33) διηγείται μια καλή ιστορία προς την ίδια κατεύθυνση. «Πώς ο πατέρας του Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, προσποιήθηκε την ειδωλολατρία για να απομακρύνει εκείνους που δέχονταν να θυσιάσουν, και να κρατήσει στο παλάτι εκείνους που ήταν αποφασισμένοι να ομολογήσουν την πίστη». «Ενώ οι άλλοι Καίσαρες καταδίωκαν τους χριστιανούς, τόσο ώστε τα αυτοκρατορικά ανάκτορα γρήγορα άδειασαν από αυτούς, μόνο ο Κωνστάντιος Χλωρός συνέλαβε την ιδέα ενός ευσεβούς τεχνάσματος· αυτό που έκανε είναι θαυμαστό να το ακούει κανείς, αλλά ήταν υπερβολικά θαυμαστό να το πράξει. Σε όλους τους αυτοκρατορικούς αξιωματούχους υπό τις διαταγές του, από εκείνους του οίκου του μέχρι τους ανώτερους άρχοντες, αφήνει την επιλογή: είτε να θυσιάσουν στους δαίμονες και να παραμείνουν στην υπηρεσία του απολαμβάνοντας τις συνηθισμένες τιμές, είτε να αρνηθούν να το κάνουν και να αποκλεισθούν από τις ακροάσεις του, να αποπεμφθούν και να μη λογίζονται πλέον στον αριθμό των γνωστών και των οικείων του. Όταν χωρίστηκαν σύμφωνα με αυτές τις προϋποθέσεις και φανερώθηκε η ιδιαίτερη ποιότητα των θελήσεών τους, τότε αυτός ο θαυμαστός άνθρωπος αποκαλύπτει το κρυμμένο του σόφισμα: καταδικάζει τη δειλία και τη φιλαυτία των μεν και εγκρίνει θερμά τους δε για τη συνείδηση που έδειχναν απέναντι στον Θεό. Έπειτα δηλώνει ότι οι πρώτοι, ικανοί να προδώσουν τον Θεό, δεν ήταν καν άξιοι να υπηρετούν τον αυτοκράτορα...».

Επιτρέπεται να μη συμμεριζόμαστε τον θαυμασμό του Ευσεβίου για το τέχνασμα που έπαιξε ο Κωνστάντιος στους αξιωματούχους του· αλλά πρέπει ασφαλώς να παραδεχθούμε αυτό το κριτήριο της φιλαυτίας: φίλαυτος είναι όποιος δεν έχει το θάρρος των πεποιθήσεών του ή όποιος αρνείται μια θυσία που ζητείται από τη λογική της πίστεως την οποία ομολογεί.

Θα δώσουμε πληρέστερη συγκατάθεση σε ένα άλλο χωρίο του Ευσεβίου (34): «Ο απόστολος Ματθαίος δεν είχε πολύ αξιοσέβαστο παρελθόν: προερχόταν από την τάξη των τελωνών, των οποίων ειδικότητα ήταν η σκληρή φιλοκέρδεια. Η πληροφορία αυτή δεν μας παρέχεται από κανέναν από τους άλλους ευαγγελιστές, ούτε από τον σύντροφό του στην αποστολική διακονία Ιωάννη, ούτε από τον Λουκά ούτε από τον Μάρκο· ο ίδιος ο Ματθαίος είναι εκείνος που εκθέτει έτσι τη ζωή του στον στηλιτευτικό πάσσαλο και γίνεται κατήγορος του εαυτού του». Στον κατάλογο των αποστόλων, όπου αυτοί κατατάσσονται ανά δύο, ο Ματθαίος «θέτει πριν από τον εαυτό του τον συνάδελφό του Θωμά: του αποδίδει αυτή την τιμή επειδή τον θεωρούσε καλύτερο από τον εαυτό του· ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές δίνουν την πρώτη θέση στον Ματθαίο και τη δεύτερη στον Θωμά» (20). «Θα βρίσκατε τον Ιωάννη όμοιο ως προς αυτό με τον Ματθαίο: στις επιστολές του δεν κάνει καν μνεία του ονόματός του· ή ονομάζει τον εαυτό του πρεσβύτερο, αλλά πουθενά ούτε απόστολο ούτε ευαγγελιστή. Στο Ευαγγέλιό του χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό “εκείνος τον οποίο αγαπούσε ο Ιησούς”, χωρίς ποτέ να παρουσιάζεται ονομαστικά» (30).

«Όσο για τον Πέτρο, η υπερβολή της σεμνότητάς του δεν του επέτρεψε καν να φτάσει στο σημείο να γράψει ευαγγέλιο. Ο μαθητής του Μάρκος, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν εκείνος που συνέταξε τις διηγήσεις του Πέτρου για τις πράξεις του Ιησού. Όταν λοιπόν ο Μάρκος φτάνει σε εκείνο το ιστορικό γεγονός όπου ο Ιησούς ρώτησε τι έλεγαν οι άνθρωποι ότι είναι Αυτός και ποια γνώμη είχαν οι ίδιοι οι μαθητές γι’ Αυτόν, και όπου ο Πέτρος απάντησε ότι Τον θεωρούσαν Χριστό, ο Μάρκος δεν αναφέρει ούτε λόγο ούτε οποιαδήποτε απάντηση του Ιησού προς τον Πέτρο, αλλά μόνο ότι τους πρόσταξε να μη πουν αυτό για Εκείνον σε κανέναν. Διότι ο Μάρκος δεν είχε παραστεί στη σκηνή, και ο Πέτρος δεν θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να αναφέρει, με τη δική του μαρτυρία, όσα είχε πει ο Ιησούς για το πρόσωπό του (36). Εμείς όμως το γνωρίζουμε από τον Ματθαίο. Αν ο Μάρκος δεν το μνημονεύει, είναι επειδή ο Πέτρος το παρέλειπε στην κατήχησή του. Επειδή ήταν όλο προς τιμήν του. Αντιθέτως, το επεισόδιο της άρνησής του, το εισάγει στο καθολικό του κήρυγμα· άλλωστε γι’ αυτό κλαίει πικρά. Από εκεί προέρχεται το ότι θα βρείτε σχετική λεπτομερή διήγηση στον Μάρκο».

Και ιδού το συμπέρασμα του Ευσεβίου: Άνθρωποι που αφήνουν στην άκρη όσα τους φαίνονται ικανά να τους εξασφαλίσουν καλή φήμη, αλλά παραδίδουν γραπτώς στη μνήμη των αιώνων διηγήσεις ατιμωτικές για τους ίδιους και εκθέτουν στον στηλιτευτικό πάσσαλο, εναντίον του εαυτού τους, τις πληροφορίες για τα σφάλματά τους, τις οποίες η μεταγενέστερη εποχή θα αγνοούσε εντελώς αν δεν τις είχε μάθει από το ίδιο τους το στόμα, αυτοί οι άνθρωποι, δεν πρέπει άραγε να ομολογήσουμε με κάθε δικαιοσύνη ότι είναι ξένοι προς κάθε φιλαυτία και παραποίηση, αλλά ότι παρείχαν σαφείς και προφανείς αποδείξεις της διαθέσεώς τους να προτιμούν πάντοτε την αλήθεια;

Ο Ευσέβιος γνωρίζει, ωστόσο, ότι δεν θα πείσει τους πάντες. Οι πονηροί θα πουν ότι η απλότητα είναι η μεγαλύτερη από όλες τις επιτηδειότητες. Και αυτό το αξίωμα, το οποίο, όταν κατανοείται σωστά, επιτάσσει όλες τις γενναιοδωρίες, επιτρέπει, σε όποιον θέλει να το κατανοήσει κακόβουλα, όλες τις ατιμίες. Αλλά σε αυτούς τους πανούργους, που προβάλλουν στους άλλους τη δική τους κακοήθεια επειδή την έχουν στα μάτια τους, ο Ευσέβιος λέει τα πράγματα χωρίς περιστροφές: «γελοίοι, φθονεροί και μανιώδεις για συκοφαντία, εχθροί της αλήθειας» (38). Στις ημέρες μας, η προπαγάνδα έχει πάρει θέση ανάμεσα στις επιστήμες που διδάσκονται· και ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιεί υπάρχει η ψευδής είδηση και ακόμη και η συκοφαντία, συνήθως ενόψει μιας διάψευσης ήδη προετοιμασμένης· αλλά καμία διαφήμιση δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με τη σιωπή. Η ειλικρίνεια της αγάπης του Θεού ή της αγάπης του αληθινού ή της αγάπης του καλού θα αποδεικνύεται πάντοτε καλύτερα με την παραίτηση από κάθε ανθρώπινη κενοδοξία. Πάντοτε η θεμελιώδης επιλογή ανάμεσα στη φιλαυτία που αναζητεί γρήγορες ικανοποιήσεις, και στη φιλοκαλία ή φιλοθεΐα που είναι προσκολλημένη στο αιώνιο, όπως θα μας πει εκτενέστερα ο άγιος Μάξιμος.


ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ το ερώτημα τέθηκε καθαρά:


Σημειώσεις:


(6) Θεαίτ., 176 Β.
(7) Ψαλμ. 101, 10.
(8) Στρωμ. VI, VII, 56, 57.
(9) Στρωμ. VI, II, 27.
(10) Στρωμ. VI, VII, 58.
(11) Στρωμ. VI, VII, 68.
(12) Στρωμ. VII, XV, 91.
(13) Παιδαγ. II, III, 35.
(14) Βαρούχ III, 16-19· Παιδαγ. ό.π. 36.
(15) Παιδαγ. III, VI, 34.
(2) Στρωμ. VII, XVI, 96.
(17) Στρωμ. II, I, 3.
(18) Ιλιάδα 20, 59 κ.ε.
(19) Παιδαγ. III, II, 13.
(20) Εἰς Ἰω. ὑπόμν. 1, XXVIII, XXIII, 191-194.
(21) Κατὰ Κέλσου VIII, LXXIII.
(22) Ό.π. LXXIV.
(23) Ό.π. III, V, KOETSCHAU I, σ. 207.
(24) Ό.π. αρ. VI, σ. 207.
(25) Ό.π. I, XIV, ό.π., σ. 67.
(16) Ό.π. αρ. XV.
(27) Εἰς Ἰω. ἀπόσπ. LXI, KOETSCHAU σ. 532.
(28) Ανώνυμος «αδελφός», παρατιθέμενος από τον ΕΥΑΓΡΙΟ, Επιστολή 51, FRANKENBERG, σ. 598.
(29) Ὑπόμν. εἰς Ματθ. 23, 1-12· KLOSTERMANN, σ. 22.
(30) Εἰς Λουκ. ἀπόσπ. II, RAUER, σ. 256.
(31) Ἔλεγχος κατὰ πασῶν αἱρέσεων IX, 29, 4· WENDLAND, σ. 262, 26.
(32) Ό.π. 28, σ. 262, 9-12.
(33) Βίος Κωνσταντίνου I, XVI, HEIKEL, σ. 15 κ.ε.
(34) Εὐαγγελικὴ Ἀπόδειξις III, 81· HEIKEL, σ. 123.
(35) Ό.π. 83-87, σ. 126.
(36) Ό.π. 87-88, σ. 126 κ.ε.
(37) Ό.π. 88-90, σ. 127.
(38) Ό.π. 96, σ. 128.

Δεν υπάρχουν σχόλια: