Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 18 Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

Συνέχεια από Tετάρτη 17. Ιουνίου 2026

ΔΙΑΛΥΣΗ 18

Γιατί πεθαίνει ο πολιτισμός μας;

MARTINO MORA

Εκδόσεις Edizioni Radio Spada, 2025


Συμπεράσματα

Αυτό το βιβλίο, που είναι μια επισκόπηση των λόγων της διάλυσης η οποία αποσυνθέτει τον πολιτισμό μας, ανατρέποντάς τον σε «civilizzazione», δηλαδή σε αντι-πολιτισμό, θέλησε να αναδείξει πώς αυτή η κρίση δεν αφορά καθόλου τον υλικό χώρο, αλλά τον πνευματικό. Παρά τη συρρίκνωση των τελευταίων δεκαετιών, οι δυτικές κοινωνίες απολαμβάνουν ακόμη έναν βαθμό υλικής ανάπτυξης χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Οι λόγοι της διάλυσης που ζούμε, της οποίας το δημογραφικό χάσμα είναι μόνο μία από τις πιο αποφασιστικές και σημαντικές όψεις, είναι πνευματικής φύσεως. Ακόμη και η βουλιμία του κέρδους, της κατανάλωσης και της ηδονής είναι ζήτημα κατεξοχήν πνευματικό. Ο άνθρωπος είναι και σώμα, αλλά είναι πρωτίστως ψυχή, πνεύμα. Η κατάσταση του αυθεντικού ανθρώπου συμπίπτει με τη συνείδηση της πνευματικής του φύσης. Ήδη το γεγονός ότι υπάρχει ελάχιστη συνείδηση αυτής της στοιχειώδους διαπίστωσης αποτελεί απόδειξη της άγνοιας μέσα στην οποία είμαστε βυθισμένοι, η οποία είναι πρωτίστως πνευματική άγνοια: άγνοια των ελίτ που μας κυβερνούν, άγνοια των μαζών, πλέον άγνοια ακόμη και του ίδιου του καθολικού κλήρου. Η πνευματική άγνοια είναι η αληθινή θανάσιμη ασθένεια της Ευρώπης και της λεγόμενης Δύσης.

Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να επιβιώσει στερούμενος προσανατολισμού ως προς τις έσχατες αρχές και τα ερωτήματα της ύπαρξης, αρχίζοντας από το αναπόφευκτο του θανάτου. Καμία κοινότητα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς εκείνη την πνευματική προστασία που ονομάζεται θρησκεία — η οποία εμποδίζει την αναρχική της διάλυση μέσα στον ατομικισμό των επιμέρους θελήσεων. Γι’ αυτό ακόμη και ο νιτσεϊκός σχετικιστής Oswald Spengler, από τους πρώτους διαγνωστές της ευρωπαϊκής παρακμής στον 20ό αιώνα, στο Η Παρακμή της Δύσης (1918, έπειτα 1922), αναγνώρισε ότι «ουσία κάθε civilizzazione είναι η αθρησκία». Η civilizzazione, που είναι η έσχατη φάση του πολιτισμού, ήδη υλοποιημένη και αποπνευματοποιημένη, κυριαρχημένη από το χρήμα και την τεχνική, είναι πρωτίστως άθρησκη.

Και ο ιστορικός Arnold J. Toynbee, μολονότι αντίθετος προς τον βιολογιστικό ντετερμινισμό του Spengler, αναγνώρισε τη δυτική παρακμή και την ταύτισε με την παρακμή του χριστιανισμού μέσα σε μια ασταμάτητη διαδικασία εκκοσμίκευσης. Η Δύση, στερούμενη πλέον μιας κεντρικής πίστης, κατά τον Toynbee καταδικάζει τον εαυτό της σε μια απεριόριστη επέκταση, σαρώνοντας τους άλλους πολιτισμούς, ξεριζώνοντάς τους όχι μόνο με την τεχνική της, αλλά και με την αντιθρησκευτική και αντι-ιερή λαϊκότητά της, η οποία στερεί από τον άνθρωπο κάθε υπερβατική αρχή ικανή να δώσει νόημα στη φθαρτή του ύπαρξη. Ενώ, αντιθέτως, ακριβώς κατά τον Toynbee, «όλα τα κρίσιμα προβλήματα που βρίσκονται ενώπιον του δυτικού ανθρώπου είναι θρησκευτικής φύσεως» (Συγκριτική ιστορία των πολιτισμών, τόμ. III, σ. 199).

Πιο πρόσφατα, και ο Γερμανός ιστορικός Ernst Nolte, στην Ιστορική ύπαρξη (1998) και σε άλλα έργα, ταύτισε τη σύγχρονη civilizzazione με την επέκταση εκείνου που, στη δύσκολη ορολογία του, ορίζει ως «πρακτική υπέρβαση», δηλαδή τη παγκόσμια διάδοση της «τεχνικο-επιστημονικής ανταγωνιστικής οικονομίας», με συνακόλουθη παρακμή της «θεωρητικής υπέρβασης» — θρησκεία, ποίηση, φιλοσοφία. Το αποτέλεσμα είναι, μέσα στον «αμερικανικό πολιτισμό του σούπερ μάρκετ», ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού της αγοράς, νοούμενου από τον Nolte ως μαζικού ηδονιστικού ατομικισμού, ο οποίος θέτει σε κίνδυνο την ίδια την τεκνογονία, πρωταρχικό καθήκον του είδους και κάθε ανθρώπινης κοινότητας που σκοπεύει να διαιωνιστεί.

Ακόμη πιο πρόσφατα, όπως είδαμε, ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Emmanuel Todd, κοσμικός και αριστερός, βαπτισμένος καθολικός αλλά από εβραϊκή οικογένεια, σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, Η ήττα της Δύσης, εντοπίζει στο θρησκευτικό κενό —τον «μηδενικό χριστιανισμό»— τον κύριο λόγο τής ίσως μη αναστρέψιμης παρακμής των ΗΠΑ και της Ευρώπης: «Τα ήθη και οι αξίες που είχαν διαπιστευθεί από τη θρησκεία αρχίζουν να εξασθενούν ή να αποσυντίθενται, για να εξαφανιστούν τελικά, και τότε και μόνο τότε εμφανίζεται αυτό που ζούμε: ένα απόλυτο θρησκευτικό κενό, μέσα στο οποίο τα άτομα στερούνται οποιασδήποτε υποκατάστατης συλλογικής πίστης. Μια μηδενική κατάσταση της θρησκείας», η οποία σάρωσε το εθνικό αίσθημα, την ηθική της εργασίας, την έννοια μιας δεσμευτικής ηθικής, την ικανότητα θυσίας για την κοινότητα» (Η ήττα της Δύσης, Fazi Editore, σ. 163).

Με τρόπο όχι ανόμοιο προς τον φιλόσοφο Augusto Del Noce, ο οποίος διέκρινε ανάμεσα σε μια πρώτη ιερή φάση της εκκοσμίκευσης, χαρακτηριζόμενη από τις μεγάλες μαζικές πολιτικές ιδεολογίες, και σε μια βέβηλη φάση, που συμπίπτει με τον μηδενισμό στην καθαρή του κατάσταση, και ο Todd διακρίνει ανάμεσα σε μια πρώτη «ζόμπι» φάση του χριστιανισμού —ο Γάλλος ιστορικός δεν διαφοροποιεί καθαρά καθολικισμό και προτεσταντισμό—, χαρακτηριζόμενη από τις υποκατάστατες λατρείες της τάξης και του έθνους, και σε μια δεύτερη φάση, τον μηδενικό χριστιανισμό, που συμπίπτει με τον ατομικιστικό και διαλυτικό μηδενισμό, με την πλήρη δημογραφική κρίση και τη δημόσια αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Όλοι οι συγγραφείς που παρέθεσα, όσο διαφορετικοί κι αν είναι μεταξύ τους, πιστοί και μη πιστοί, εντόπισαν στην αθρησκία τον κύριο παράγοντα της δυτικής διάλυσης.

Αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο, το οποίο έχει αυστηρά εκδιωχθεί από τον δημόσιο διάλογο μέσα στη γενικευμένη ασυνειδησία· και αυτή η ασυνειδησία είναι επίσης απόδειξη της διανοητικής και πνευματικής κρίσης της εποχής μας, πιθανότατα μη αναστρέψιμης. Το ότι οι μάζες την Κυριακή εγκαταλείπουν τις εκκλησίες αλλά γεμίζουν τα εμπορικά κέντρα είναι ασφαλώς σοβαρό, διότι μαρτυρεί την πλήρη αντικατάσταση του είναι από το έχειν. Αλλά το ότι ο διανοητικός διάλογος δεν σταματά ούτε κατ’ ελάχιστον —παραδόξως ούτε καν για να το απολαύσει— στο τεράστιο πνευματικό κενό των κοινωνιών μας, είναι ακόμη σοβαρότερο. Ακόμη σοβαρότερη είναι η πλήρης αδιαφορία των ανθρώπων της Εκκλησίας, των οποίων το πλήρως εκκοσμικευμένο μήνυμα, πρότυπο ΜΚΟ αλλοιωμένης διδασκαλίας, ξεκινώντας από τα υψηλότερα επίπεδα της ιεραρχίας, ασφαλώς ελκύει ακόμη ελάχιστους. Αντίθετα, συζητείται —και μάλιστα διστακτικά— η κρίση της παιδείας, από την οικογένεια έως το σχολείο. Αλλά η κρίση της παιδείας συνδέεται με την κρίση της αυθεντίας, και με το γεγονός επίσης ότι δεν υπάρχει πλέον η έννοια της αυθεντίας: είμαστε ακριβώς όλοι ελεύθεροι, όλοι ίσοι, όλοι αδελφοί, άρα δεν υπάρχει πλέον μια αληθινή αυθεντία. Υπάρχει η σιδηρά εξουσία των οικονομικο-χρηματοπιστωτικών ισχυρών και των πρακτόρων τους, αλλά δεν υπάρχει πλέον αυθεντία.

Η κρίση της αυθεντίας, στο βάθος, οφείλεται και αυτή στην εκκοσμίκευση. Ακριβώς όπως υπάρχει ένας Θεός που βρίσκεται στους ουρανούς και ένας πρώτος αντιπρόσωπός του στη γη, ο οποίος έχει τη νόμιμη πνευματική αυθεντία, ως pontifex, έτσι έπειτα υπάρχουν όλες οι διαδοχικές αυθεντίες, σαν καταρράκτης, μέχρι εκείνη του πατέρα και του δασκάλου. Η φεμινιστική κριτική στην πλέον φανταστική πατριαρχία —αλλά πανταχού παρούσα στα μέσα ενημέρωσης— δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κοινωνικό αντανάκλασμα, εναντίον του επίγειου πατέρα, της αποστροφής προς τον ουράνιο Πατέρα.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ]


Η εκκοσμίκευση οδήγησε αναπόφευκτα σε μια κρίση της αυθεντίας και επομένως και σε μια κρίση της παιδείας. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι από το ’68 στοχεύουν να αποδομήσουν κάθε μορφή αυθεντίας —ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη το σημαντικό προηγούμενο του πολιτικού αναρχισμού— είναι πάντοτε έκφραση ενός άγριου λαϊκισμού. Η θρησκευτική αλήθεια δεν είναι καθαρά ανθρώπινη, είναι τέκνο μιας Αποκάλυψης, είναι υπέρβαση· αλλά ο καθολικισμός, σε σχέση με άλλες θρησκείες, αξιοποίησε πάντοτε τον λόγο. Ο άνθρωπος, ο πιστός, δεν πρέπει απλώς να υπακούει και τέλος, αλλά είναι σε θέση να κατανοήσει εκείνον τον αιώνιο νόμο, θελημένο από τον Δημιουργό, τον οποίο μπορεί να ανακαλύψει νοητικά στον φυσικό νόμο, που αντανακλάται στους σκοπούς της ανθρώπινης φύσης. Ο φυσικός νόμος δεν είναι καθόλου ο σύγχρονος φυσικοδικαιισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος είναι υποκειμενικό, αφηρημένο, ατομικιστικό και εξισωτικό δίκαιο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από κάθε τελεολογία. Το να ακολουθεί κανείς τον φυσικό νόμο μπορεί να είναι ο δρόμος προς την ευτυχία, αλλά είναι και ένα ισχυρό ανάχωμα απέναντι στην υποκειμενική ατομική αυθαιρεσία.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΕΙΩΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΛΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ]

Ο σύγχρονος κόσμος και ο σύγχρονος ανθρωπισμός, αντιθέτως, απολυτοποίησαν το υποκείμενο, που στην αρχή ήταν το άτομο, έπειτα έγινε και το συλλογικό: το έθνος, η τάξη, το κράτος· έπειτα επέστρεψε στο να είναι το άτομο. Το υποκείμενο δεν βρίσκεται πλέον σε στενή σχέση με την Αλήθεια, δεν είναι πλέον υποταγμένο στην Αλήθεια, αλλά, αντιθέτως, η αλήθεια μειώνεται σε τίποτε άλλο παρά σε θεραπαινίδα του εγώ, υποταγμένη στο υποκείμενο. Στον σύγχρονο κόσμο το υποκείμενο τίθεται ως θεμέλιο της αλήθειας, γίνεται ο κύριος της αλήθειας, και επομένως η αλήθεια στην πράξη δεν υπάρχει πια: αν ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια, τότε η αλήθεια δεν υπάρχει πια. Αυτός ο υποκειμενισμός, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε μηδενισμός. Και αυτό είναι μια ανατροπή, μια υπονόμευση: αν το ατομικό υποκείμενο —φιλελευθερισμός— ή το συλλογικό —σοσιαλισμός, εθνικισμός, κομμουνισμός, φασισμός— είναι πραγματικά το κέντρο των πάντων, τότε όχι μόνο ο Θεός, αλλά και γενικά η έννοια της αλήθειας σχετικοποιείται. Αυτή γίνεται κάτι που μπορεί να καταφάσκεται ή να μην καταφάσκεται, από επιθυμία ή από συμφέρον· μια γνώμη, μια μη-αλήθεια.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.]


Το ίδιο ισχύει για την έννοια του καλού και του κακού. Ο υποκειμενισμός οδηγεί στον σχετικισμό και έπειτα στον ηθικό μηδενισμό, διότι, αν το καλό είναι εκείνο που αρέσει στο υποκείμενο και το κακό εκείνο που δεν του αρέσει, τότε δεν υπάρχει πια ηθική. Δυστυχώς, αυτή η υποκειμενιστική σύλληψη, συνδεδεμένη με τον ανθρωπισμό και τον ανθρωποκεντρισμό, κέρδισε χώρο μέσα στην ίδια την Καθολική Εκκλησία με το seppuku της Β΄ Βατικανής Συνόδου, η οποία υπήρξε πραγματικά η ταφόπλακα, τουλάχιστον προς το παρόν, πάνω στον πολιτισμό μας. Διότι, όταν ο υποκειμενισμός, ο σχετικισμός, ο αδιαφορισμός μεταμφιεσμένος σε οικουμενισμό, μέχρι και τον παγανιστικό πανθεϊσμό της Pachamama, εισέρχονται μέσα στην Εκκλησία, την τελευταία ακρόπολη που αντιστεκόταν στην έφοδο της ολοκληρωτικής εκκοσμίκευσης της ζωής, τότε η δυνατότητα μιας πνευματικής ανανέωσης είναι, ανθρωπίνως, χαμένη. Είναι γνωστή η φράση που ο Dostoevsky, ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών, βάζει στο στόμα του χαρακτήρα του Ivan Karamazov: «Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται».

Χωρίς το θρησκευτικό θεμέλιο, οποιαδήποτε κοσμική ηθική αποδεικνύεται εύθραυστη και παροδική. Για την αλήθεια της ρήσης του Dostoevsky έχουμε σήμερα, κάθε μέρα, την εμπειρική απόδειξη: χωρίς τον δεσμό της υπέρβασης δεν υπάρχει πια κοινωνία, παρά μόνο ως άθροισμα ατόμων στερημένων από κοινωνικό δεσμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς τις ζωτικές φυσικές κοινότητες —οικογένεια, ενώσεις, δήμοι, περιφέρειες— δεν υπάρχει πια υπέρβαση: «η κλίση που τείνει τον άνθρωπο προς τον Θεό και εκείνη που τον ωθεί στη ζωή μέσα στην κοινωνία αποτελούν μία και την ίδια τάση του ανθρώπινου όντος», έγραψε ο μεγάλος θωμιστής Marcel de Corte. Τη στιγμή που χάνεται η επαφή με τον Θεό, η αρχή της ατομικότητας και της ισότητας, επαναφερόμενη στη γη, καταλήγει στον σύγχρονο ατομικισμό που τόσο έγκυρα μελέτησε ο Dumont. Η ανάδυση του εξισωτικού ατομικισμού, που ευνοήθηκε και από τη σχέση αδιαφορίας η οποία εγκαθιδρύεται ανάμεσα στα άτομα μέσω της χρήσης του χρήματος —Simmel— και της εμπορικής ανταλλαγής, καθώς και από τη διαβρωτική δράση των ενδιάμεσων σωμάτων που επιτέλεσε το σύγχρονο κράτος, καταλήγει στη διαμόρφωση εκείνων των τρελαμένων χριστιανικών ιδεών, των επαναστατικών —liberté, égalité, fraternité—, τόσο αγαπητών στη μασονία.

Επιπλέον, εκκοσμίκευση σημαίνει και μνησικακία. Και ο σημερινός μηδενισμός, κορεσμένος από μνησικακία απέναντι στην αλήθεια και τη ζωή, αποτελεί τέλεια έκφρασή της. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Rémi Brague, ο χριστιανισμός μισείται τόσο, χθες όπως και σήμερα, επειδή είμαστε χριστιανικής κληρονομιάς: όποιος μισεί τον εαυτό του, μισεί και εκείνο που τον χαρακτηρίζει βαθύτερα. Αυτό εξαρτάται, σύμφωνα με τον Brague, από την αυτοκαταστροφική διαλεκτική που φέρει μαζί του ο αθεϊσμός. Ο θάνατος του Θεού οδηγεί, ως συνέπεια, και στον θάνατο του ανθρώπου και των πολιτισμών, οι οποίοι αυτοκαταστρέφονται, ακόμη και μέσω των λόγων και των πράξεων, δημόσιων και ιδιωτικών, εκείνων που κρύβουν μέσα τους αυτό το πνευματικό δηλητήριο. Η οπτική του ιστορικού Emmanuel Todd δεν είναι πολύ διαφορετική: μιλά για μηδενισμό, νοούμενο ως θεοποίηση του κενού, που οδηγεί στην επιθυμία να σκοτώσουμε τα πράγματα, τους ανθρώπους και την ίδια την πραγματικότητα που δεν μας αρέσει· «το να λέμε ότι ένας άνδρας μπορεί να γίνει γυναίκα αποκαλύπτει μια επιθυμία καταστροφής της πραγματικότητας», δήλωσε.[ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΠΛΗΡΩΣ Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.]

Ακόμη και σήμερα, παρά την επισφαλή εργασία, την υπέρογκη φορολογία, τη διάβρωση των μισθών και των συντάξεων, οι δυτικές κοινωνίες παραμένουν εξαιρετικά εύπορες, αν συγκριθούν με εκείνες του παρελθόντος. Εύπορες επειδή είναι καπιταλιστικές, βιομηχανικές και εμπορικές. Αν αυτό σήμαινε μια αδιαμφισβήτητη βελτίωση των υλικών συνθηκών του Ευρωπαίου και δυτικού ανθρώπου, το τίμημα που καταβλήθηκε, από πνευματική άποψη, υπήρξε τεράστιο. Η διάχυτη ευημερία, και χάρη στο κοινωνικό κράτος των περασμένων δεκαετιών, συνέπεσε με μια πνευματική οπισθοδρόμηση των μαζών, που πρώτα οικονομικοποιήθηκαν μέχρι το μεδούλι και έπειτα ερωτικοποιήθηκαν μόνιμα. Όλα αυτά υπήρξαν αιτία και ταυτόχρονα συνέπεια της εκκοσμίκευσης. Το αποτέλεσμα είναι ο διάχυτος μηδενισμός και η άκριτη και άνευ όρων επιλογή να ακολουθούνται απεχθή και υποβαθμιστικά πρότυπα ζωής, τα οποία υποβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης και τις μόδες. Σήμερα είναι κοινή, μαζί με την απληστία του χρήματος και της κατανάλωσης, η ναρκισσιστική εμμονή για ένα «να είσαι καλά», νοούμενο ως ευεξία μόνο του σώματος —fitness, διατροφή, υγιεινισμός, αισθητική χειρουργική—, παραμελώντας εκείνη της ψυχής. «Γνώθι σαυτόν» και «μηδὲν ἄγαν» ήταν το δελφικό σύνθημα της απολλώνειας σοφίας, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που σήμερα νοείται ως ευεξία. Η σωκρατική «επιμέλεια της ψυχής» δεν βρίσκει σήμερα οπαδούς, παρά μόνο για να ακολουθούν τσαρλατάνους ή, ακόμη χειρότερα, επικίνδυνους αποκρυφιστές.

Τα υλικά αγαθά είναι αναγκαία για να ζει κανείς αξιοπρεπώς· μπορούν να χρησιμοποιούνται, δεν πρέπει να γίνεται κατάχρησή τους. Η χριστιανική θρησκεία δίδαξε πάντοτε, ήδη από το στόμα του ιδρυτή της, την περιφρόνηση του πλούτου. Λίγα χρήματα χρειάζονται σε όλους, μια στέγη κάτω από την οποία να ζει κανείς χρειάζεται σε όλους, το ψωμί που πρέπει να φέρει κανείς στο σπίτι χρειάζεται σε όλους, μερικά καλής κατασκευής ρούχα χρειάζονται σε όλους, αλλά τα υπόλοιπα είναι το περιττό, έστω κι αν ο καπιταλισμός συνωμοτεί κάθε μέρα για να δημιουργεί από το τίποτε νέες ανάγκες και νέες περιττές επιθυμίες, που πλασάρονται ως αναγκαίες. Η εμπορευματοποίηση του κόσμου δεν είναι συμβατή με την επιμέλεια της ψυχής. Δεν μπορούμε να κάνουμε τον πρακτικό υλισμό, και ακόμη λιγότερο τον ενστικτώδη ηδονισμό, ορίζοντα της ζωής μας, διότι είμαστε πρωτίστως όντα πνευματικά, νοητικά και επίσης κοινωνικά. Η εργασία είναι ασφαλώς αξία και καθήκον, αλλά πρέπει να αποβλέπει στην πραγμάτωσή μας ως ολοκληρωμένων όντων, όχι στην απληστία για χρήμα, εμπορεύματα, πολυτέλεια.

Ο φόβος της ασθένειας και η εμμονή με τον θάνατο —στην οποία αντιστοιχεί η απώθηση της σκέψης αυτής της αναπόφευκτης δυνατότητας— υπήρξαν η ίδια η τροφή της μιντιακής τρομοκρατίας που ξέσπασε μαζί με την επιδημία Covid του 2020-2022. Μια πραγματική επιδημία, που προκλήθηκε από τον ιό μιας βαριάς γρίπης και προκάλεσε πολλούς θανάτους, αλλά που τελικά παραμένει εκείνη μιας γρίπης, όχι του Ebola ή της βουβωνικής πανώλης. Άλλες επιδημίες γρίπης, όπως η ισπανική κατά τη διάρκεια και μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, υπήρξαν πολύ πιο θανατηφόρες ως προς τις ανθρώπινες ζωές· το να κλειστεί ο μισός κόσμος για δύο χρόνια υπήρξε δυσανάλογη αντίδραση, όπως και η επιβολή της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού. Αλλά όλα αυτά, ακόμη και περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα, θα ήταν απίθανα: είναι ο μηδενικός χριστιανισμός, δηλαδή η σχεδόν πλήρης εκκοσμίκευση του πληθυσμού, που εγγυήθηκε την επιτυχία της μιντιακής τρομοκρατίας, αξιοποιώντας τον γενικευμένο τρόμο του θανάτου μιας άθρησκης κοινωνίας.

Η αποϊεροποίηση έφερε τη «σεξουαλική ελευθερία», αλλά σε αντάλλαγμα αύξησε ισχυρά το άγχος του θανάτου, υποστηρίζει ο Sabino Acquaviva στο Eros, morte ed esperienza religiosa (1987). Κάθε βήμα προς την αποϊεροποίηση της ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης είναι ένα βήμα προς το πλήρως ελευθεριάζον και ενστικτοκρατικό πρότυπο, αλλά κάθε φορά το άγχος του θανάτου αυξάνει λίγο περισσότερο. Το μεγάλο ταμπού του θανάτου αντικατέστησε και υποκατέστησε τα σεξουαλικά ταμπού, εκτός από την αιμομιξία, προσθέτει ο Acquaviva: ο νέος συλλογικός πουριτανισμός είναι το άγχος του θανάτου. Ο σύγχρονος άνθρωπος, υποστηρίζει ο κοινωνιολόγος από το Veneto, δεν είναι πλέον σε θέση να έχει μια ισορροπημένη σχέση με την περατότητά του και επομένως με τον θάνατό του. Όχι ότι ο άνθρωπος του Μεσαίωνα, για παράδειγμα, ήταν ευτυχής να πεθάνει· κάθε άλλο· αλλά ήταν σε θέση να κρατά υπό έλεγχο το άγχος του θανάτου, διότι πίστευε στον Θεό και στην αιώνια ζωή. Η αυθεντική θρησκευτικότητα αμβλύνει το άγχος του θανάτου, το εξημερώνει, το καθιστά αποδεκτό· ο άνθρωπος χωρίς Θεό, αντιθέτως, μπορεί μόνο να το απωθήσει. Μπορεί να περιορίσει το θέαμα του θανάτου στα νοσοκομεία και στα γηροκομεία, μπορεί να προσποιηθεί ότι είναι αιώνιος. Αλλά όταν ο θάνατος επανεμφανίζεται, τότε να ο τρόμος. Για τον Acquaviva αυτό ήταν και το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για το ότι θέλησαν να απελευθερώσουν πλήρως τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα· απελευθέρωση που συνέβαλε στην κατάρρευση του θρησκευτικού αισθήματος —αλλά ίσως θα ήταν πιο σωστό να ειπωθεί ότι αυτή η «απελευθέρωση» του έδωσε μόνο το τελικό, σχεδόν οριστικό, χτύπημα, και ότι αυτή δεν θα ήταν δυνατή αν το θρησκευτικό αίσθημα δεν βρισκόταν ήδη σε κρίση. Γεγονός είναι ότι ο Acquaviva είχε δίκιο. Εφόσον, νιτσεϊκά, ο Θεός «πέθανε» —μόνο στη συνείδησή μας, προφανώς, διότι ο Αιώνιος δεν πεθαίνει—, έχουμε τον τρόμο να πεθάνουμε κι εμείς.

Πριν και μετά τον τρόμο για τον Covid, για τον θάνατο δεν γινόταν και δεν γίνεται πλέον λόγος. Οι άρρωστοι πεθαίνουν κρυμμένοι στα νοσοκομεία, και τα παιδιά απομακρύνονται από αυτό το απειλητικό θέαμα. Ακόμη και οι τάφοι μειώνονται εμφανώς στα κοιμητήρια. Η πρακτική της αποτέφρωσης —με διασπορά της τέφρας— κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος. Κάποτε ήταν φυσιολογικό οι πολύ νέοι να μένουν για πολλή ώρα στο προσκέφαλο ενός ετοιμοθάνατου, ενώ ήταν αδιανόητο οι ίδιοι πολύ νέοι να μπορούν να παρακολουθήσουν, στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, μια πορνεία —πραγματική ή μιμημένη. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μας λέει ο Acquaviva: η πορνεία έγινε δημόσιο θέαμα, ενώ ο θάνατος κρύβεται στα νοσοκομεία, όπως και η ασθένεια που προηγείται. Το να κρύβει κανείς τον θάνατο σημαίνει ότι τον φοβάται τρομερά, διότι είναι ανίκανος να του δώσει νόημα.

Από την παρακμή μέσα στην οποία είμαστε πλήρως βυθισμένοι, ασφαλώς δεν θα μας σώσει η πολιτική, περιορισμένη πλέον σε μια προσποιητή και γελοία αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αριστερά ανοιχτά μηδενιστική και μια δεξιά που προσποιείται ότι αντιμάχεται τις τρέλες της, για να υποταχθεί με τον ίδιο τρόπο στην παγκόσμια εργοδοσία.

Η σημερινή αριστερά έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη φούξια σημαία του δικαιωματισμού, υποτασσόμενη στο υπερατλαντικό πρότυπο. Αντικατέστησε στην πράξη την ταξική πάλη —το κόκκινο— με τη δικαιωματιστική πάλη —το φούξια— υπέρ του φεμινισμού, του ομοφυλοφιλισμού, του μεταναστευτισμού, του αμβλωτισμού, του γεντερισμού, του μιγαδισμού, του παγκοσμισμού. Είναι ένα πρότυπο όπου στον πιο χαμηλό εγωικό ηδονισμό συνδέεται ο πιο αφηρημένος ανθρωπισμός. Κάποτε εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η σημερινή αριστερά πίνει εδώ και περίπου τριάντα χρόνια από τη δηλητηριασμένη πηγή του liberal αμερικανισμού των campus και των ανθρωπιστικών σχολών, που χρηματοδοτούνται από το μεγάλο κεφάλαιο με τα άστρα και τις ρίγες. Το πρότυπο της δικαιωματιστικής κοινωνίας συμπίπτει τέλεια με την ατομικιστικο-εξισωτική κοινωνία που προτείνουν ο George Soros και οι δισεκατομμυριούχοι της παγκοσμιοποίησης και της ανοιχτής κοινωνίας.

Η ανοιχτή κοινωνία είναι ένας πλουτοκρατικός πολιτισμός στη δύση του: παρά την τεράστια τεχνικο-οικονομική του ανάπτυξη, μόνο υλική —ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό—, είναι ένας πολιτισμός που πνέει την τελευταία του πνοή πνευματικά, πολιτιστικά, ακόμη και δημογραφικά. Αλλά πριν την εκπνεύσει θέλει να μολύνει ολόκληρο τον κόσμο με τον καταναλωτισμό, τον ριζικό ηδονισμό και ακριβώς τον δικαιωματισμό του οργιαστικο-εμπορικού του συστήματος. Με λίγα λόγια: προτείνει έναν καθολικό-ατομικισμό, με οικονομιστικό και ηδονιστικό υπόβαθρο, που αντιστοιχεί στον έσχατο βαθμό της Zivilisation και στην κορύφωση της Ανατροπής. Θέλει να μεταμορφωθεί, για να μη πεθάνει, σε μια παγκόσμια civilizzazione της οικουμένης: μόνο παγκοσμιοποιούμενη μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, όπως μαρτυρούν και οι καταστροφικοί δημογραφικοί της δείκτες.[ALIEN]

Το πρόβλημα των δυτικών πολιτικών κοινωνιών είναι ότι η liberal-συντηρητική δεξιά —η οποία επιφανειακά αντιστέκεται σε αυτή την αριστερά— προσομοιώνει μια αντίθεση προς τις πιο φθαρμένες όψεις του δικαιωματιστικού προοδευτισμού, χωρίς να αμφισβητεί ούτε κατ’ ελάχιστον τις προϋποθέσεις του. Αλλά έπειτα, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, παραμένει πολιτιστικά υποτελής στην liberal ατζέντα της πολιτικής ορθότητας, αποδεχόμενη με μερικά χρόνια καθυστέρηση την ίδια γραμμή των αντιπάλων, αποδεικνύοντας έτσι μια πνευματική τύφλωση που, από ορισμένες απόψεις, δεν είναι κατώτερη από εκείνη της ίδιας της αριστεράς. Η δημοκρατική εναλλαγή γίνεται έτσι μια προσομοίωση, ένα παιχνίδι ρόλων. Ο Martin Heidegger, που δεν ήταν χριστιανός, δήλωνε ήδη το 1966: «Πλέον μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει». Ο χριστιανός γνωρίζει ότι πλέον μπορεί να τον σώσει μόνο ο Θεός που αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, και από τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος επέλεξε να απομακρυνθεί.

Κατά τα άλλα, δεν κατηγορούμε τον καπιταλισμό επειδή παράγει ανισότητες, αλλά επειδή ευνοεί την άνοδο «κατώτερων ανθρώπινων τύπων». Αυτό το ιδιοφυές απόφθεγμα του Κολομβιανού στοχαστή Nicolás Gómez Dávila, απολύτως αληθές, μας λέει πολλά για την ανθρωπολογική παρακμή των δυτικών κοινωνιών. Και κυρίως μας εξηγεί τέλεια δύο πράγματα: γιατί οι σημερινές ελίτ του «ελεύθερου κόσμου» καθοδηγούνται από μια ολιγαρχία που στοχεύει διαρκώς να υποβαθμίσει την εικόνα του ανθρώπινου, και έπειτα γιατί η ισχυρότερη από αυτές τις ανατρεπτικές ολιγαρχίες είναι εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Διάφοροι ενημερωτικοί ιστότοποι και κάποιες εφημερίδες έχουν εδώ και καιρό δημοσιεύσει καταλόγους, ίσως ελλιπείς, των μεγάλων καπιταλιστών —σχεδόν όλοι Αμερικανοί ή κάτοικοι των ΗΠΑ: από τον Soros έως τον Bezos, από τον Gates έως τον Buffett, από τον Bloomberg έως τον Singer, από τη Stryker έως τη Gill, περνώντας από το Ίδρυμα Ford και το Ίδρυμα Rockefeller—, οι οποίοι χρηματοδοτούν εδώ και πολλά χρόνια τις LGBT υποθέσεις με τεράστια κεφάλαια και μέσω ιδρυμάτων και ΜΚΟ. Πολλοί από αυτούς χρηματοδοτούν επίσης τις μεταναστευτικές ΜΚΟ, τις έγχρωμες επαναστάσεις και τις κλινικές αμβλώσεων: επομένως το μεγάλο αγγλο-ταλμουδικό κεφάλαιο —κυρίως αμερικανικό— είναι η θεμελιώδης βάση της κοινωνικής μηχανικής.

Αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε σημαντικές παρατηρήσεις. Ο καπιταλισμός, ιδίως εκεί όπου είναι πιο ακραίος και ασυγκράτητος, όπως στην Αμερική, επιτρέπει σε ανθρώπους ορισμένου τύπου να πλουτίζουν υπέρμετρα και να αποκτούν τεράστια εξουσία χωρίς να διαθέτουν ούτε τη σοφία ούτε την ισορροπία που είναι αναγκαίες: είναι ο «κατώτερος ανθρώπινος τύπος» για τον οποίο έγραφε ο Nicolás Gómez Dávila. Οι States είναι μια πλουτοκρατική ολιγαρχία, πολύ περισσότερο παρά μια δημοκρατία, ολιγαρχία που έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, μέσω των μέσων ενημέρωσης και της πολιτιστικής βιομηχανίας του παγκόσμιου χωριού, με τρόπο τόσο διεισδυτικό και βαθύ ώστε κανένα κομμουνιστικό ή ισλαμιστικό καθεστώς δεν θα μπορέσει ποτέ να το πραγματοποιήσει. Κατά τα άλλα, ποιος μπορεί να αφαιρέσει την εξουσία από αυτά τα τέρατα της πλουτοκρατίας; Κανένας άνθρωπος. Στο ατσάλινο κλουβί του καπιταλιστικού κέρδους, το οποίο ο Max Weber έβλεπε ως την οριστική φυλακή του σύγχρονου ανθρώπου, έχει εισέλθει...

Αυτή η πλουτοκρατική ολιγαρχία έχει επιλέξει εδώ και καιρό τη συγχώνευση με τη σκέψη του ’68, με τον πανσεξουαλιστικό ενστικτοκρατισμό, με το «απαγορεύεται το απαγορεύειν», το «να απολαμβάνεις χωρίς εμπόδια», τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, τον καλόψυχο και μιγαδιστικό μεταναστευτισμό, την άρνηση της σεξουαλικής ταυτότητας, σύμφωνα με το σχέδιο εκείνης της εξισωτικής ισοπέδωσης και εκείνου του ατομιστικού ατομισμού που είναι τόσο τυπικά της νοοτροπίας του εμπόρου, ιδίως όταν γίνεται ιδεολόγος. Η πλουτοκρατική ελίτ έγινε λοιπόν πορνοκρατική και ο Μαμωνάς έχει πλέον ενωθεί με τα Σόδομα· είναι το οργιαστικο-εμπορικό σύστημα. Ούτε μία λέξη του Ευαγγελίου δεν είναι γραμμένη τυχαία, ούτε ένα γιώτα. Εκείνος είπε: «Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους: ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προτιμήσει τον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλο· δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Μαμωνά» (Μτ 6,24). Δηλαδή, τον δαίμονα του πλούτου. Δεν μίλησε για αδιαφορία ή ξενότητα, αλλά για μίσος και περιφρόνηση. Η αρχική αδιαφορία προς τον Θεό, τροφοδοτούμενη από την απληστία, αργά ή γρήγορα μετατρέπεται σε περιφρόνηση και μίσος: γι’ αυτό οι πλουτοκράτες μισούν την Υπέρβαση. Και αυτό το μίσος είναι η προϋπόθεση για το επόμενο βήμα, για τον θρίαμβο του απόλυτου δυτικού υλισμού: το πέρασμα, με όλες τις έννοιες έσχατο, στη λατρεία «εκείνου του θεού που είναι το αντίθετο του Θεού» (Bataille), στη λατρεία εκείνου που πρέπει να έρθει, εν απουσία katechon, ανασχετικής δύναμης, όπως προβλέφθηκε, έστω και όχι πάντοτε με γραμμικό τρόπο, από τον Plinio Corrêa de Oliveira.

Το τελευταίο στάδιο της ανοιχτής κοινωνίας θα είναι το πέρασμα από το βασίλειο του χρήματος στο καταχθόνιο βασίλειο, από την πρωτοκαθεδρία του έχειν σε εκείνη της ανεστραμμένης πνευματικότητας, από τον φετιχισμό του εμπορεύματος στο ανεστραμμένο ιερό, από τον καταναλωτισμό στον σατανισμό· πέρασμα που δεν θα βλάψει ποτέ πραγματικά τις αναγκαίες υλιστικές του προϋποθέσεις, αφού πρόκειται για μια εντελώς ψευδή και παραχαραγμένη πνευματικότητα. Πλέον είμαστε σχεδόν εκεί· υπάρχει ακόμη και η υποστήριξη του Βατικανού της Pachamama. Είναι ζήτημα δεκαετιών, ή ίσως μόνο ετών. Έστω κι αν ο θρίαμβος εκείνου που είναι πονηρό θα είναι μόνο εφήμερος και φευγαλέος.

Motus in fine velocior. Η κίνηση είναι ταχύτερη προς το τέλος.

Sed non praevalebunt. Αλλά δεν θα υπερισχύσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: