Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dan Zahavi - Η Φαινομενολογία του Husserl. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dan Zahavi - Η Φαινομενολογία του Husserl. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl Του Dan Zahavi 2

Συνέχεια από: Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Πράξη, νόημα, αντικείμενο 1

Κατά τον Husserl, κάθε προθεσιακή εμπειρία μπορεί να αναλυθεί από τρεις διαφορετικές οπτικές. Μπορούμε να στραφούμε προς τη ψυχική διαδικασία και να περιγράψουμε το πραγματικό (ή εμμενές) περιεχόμενο της πράξης. Μπορούμε να αναλύσουμε το νόημα της πράξης και έτσι να εξετάσουμε το προθεσιακό της περιεχόμενο. Τέλος, μπορούμε επίσης να στραφούμε προς το εννοούμενο ως τέτοιο, δηλαδή προς το προθεσιακό αντικείμενο που είναι συνειδητό μέσα στην πράξη (βλ. Hua 19/129).

Ανέφερα προηγουμένως ότι το προθεσιακό αντικείμενο, πολύ μακριά από το να διαθέτει μια ιδιαίτερη μυστηριώδη σχεδόν-πραγματική ύπαρξη, ταυτίζεται απλώς με το αντικείμενο που προθεσιαζόμαστε· αλλά τι συμβαίνει με το προθεσιακό περιεχόμενο; Όπως ήδη αναφέρθηκε, η προθεσιακότητα της συνείδησης δεν προκαλείται από κάποια εξωτερική επίδραση, αλλά έχει τη βάση της σε εσωτερικές στιγμές της ίδιας της εμπειρίας. Με λίγα λόγια, το προθεσιακό περιεχόμενο είναι ακριβώς εκείνο που καθιστά τη συνείδηση προθεσιακή, δηλαδή που της προσδίδει την κατευθυντικότητά της προς το αντικείμενό της.

Είναι προφανές ότι υπάρχουν διαφορετικές μορφές συνείδησης. Για παράδειγμα, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να πιστεύει, να επιθυμεί ή να αμφιβάλλει κανείς ότι είναι υγιεινό να λούζεται στη Νεκρά Θάλασσα, όπως επίσης δεν είναι το ίδιο πράγμα να παρατηρεί κανείς την πανσέληνο ή να παρακολουθεί μια παράσταση της Λίμνης των Κύκνων (Hua 19/381).

Κατά τον Husserl, αυτές οι διαφορές μπορούν να ταξινομηθούν συστηματικότερα, διότι κάθε πράξη διαθέτει ένα προθεσιακό περιεχόμενο με δύο διαφορετικές αλλά αχώριστες στιγμές, οι οποίες ονομάζονται ποιότητα της πράξης (Aktqualität) και ύλη της πράξης (Aktmaterie).

Από τη μία πλευρά έχουμε τη συνιστώσα που καθορίζει τι είδους πράξη είναι κάθε φορά — για παράδειγμα μια πράξη κρίσης, πίστης ή αμφιβολίας. Από την άλλη πλευρά έχουμε τη συνιστώσα που καθορίζει σε τι αναφέρονται οι πράξεις ή προς τι κατευθύνονται· για παράδειγμα, μια κρίση μπορεί να αναφέρεται σε ένα μαθηματικό γεγονός ή μια αμφιβολία στο πού βρίσκονται τα κλειδιά.
Οι δύο προτάσεις «2×2=4» και «Ο Ibsen είναι ο μεγαλύτερος δραματουργός της Νορβηγίας» είναι προθέσεις ενός συγκεκριμένου τύπου: είναι και οι δύο κρίσεις. Αυτό που έχουν κοινό ονομάζεται ποιότητα της κρίσης. Τα δύο όμως αυτά κρίματα έχουν το καθένα το δικό του περιεχόμενο, και σε αυτό μιλάμε για την ύλη της κρίσης (Hua 19/425–426).
Η ίδια ποιότητα μπορεί να συνδυαστεί με διαφορετικές ύλες, και η ίδια ύλη με διαφορετικές ποιότητες. Είναι δυνατόν να αμφιβάλλει κανείς ότι «ο πληθωρισμός θα συνεχιστεί», να αμφιβάλλει ότι «οι εκλογές ήταν νόμιμες» ή να αμφιβάλλει ότι «το επόμενο βιβλίο μου θα γίνει διεθνές μπεστ σέλερ». Όπως επίσης είναι δυνατόν να αρνηθεί κανείς ότι «ο κρίνος είναι λευκός», να κρίνει ότι «ο κρίνος είναι λευκός» ή να ρωτήσει αν «ο κρίνος είναι λευκός».

Η διάκριση του Husserl ανάμεσα στην προθεσιακή ύλη και την προθεσιακή ποιότητα παρουσιάζει επομένως μια ορισμένη ομοιότητα με τη σημερινή διάκριση ανάμεσα σε προτασιακό περιεχόμενο και προτασιακή στάση (αν και είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο Husserl δεν θεωρούσε καθόλου όλες τις προθεσιακές εμπειρίες από τη φύση τους προτασιακές).

Παρόλο που η ποιότητα και η ύλη της πράξης είναι αφηρημένες στιγμές που δεν μπορούν να υπάρξουν η μία χωρίς την άλλη (Hua 19/430), ο Husserl τείνει ωστόσο να δίνει προτεραιότητα στην ύλη. Διότι αυτή είναι που προσδίδει στην πράξη την κατευθυντικότητά της προς ένα αντικείμενο, ενώ η ποιότητα δεν δημιουργεί τη σχέση προς το αντικείμενο αλλά καθορίζει μόνο το είδος της (Hua 19/452).¹⁰
Κατά καιρούς ο Husserl ονομάζει την ύλη της πράξης και ιδεατή σημασία ή νόημα της πράξης, ακριβώς επειδή η σχέση μας προς ένα αντικείμενο συνίσταται στο ότι εννοούμε το αντικείμενο με έναν ορισμένο τρόπο, δηλαδή υπό μια συγκεκριμένη όψη (Hua 19/54, 24/53, 150):
«Στη σημασία συγκροτείται η σχέση προς το αντικείμενο. Επομένως, το να χρησιμοποιεί κανείς μια έκφραση με νόημα και να αναφέρεται εκφραστικά στο αντικείμενο (να παρασταίνει το αντικείμενο) είναι το ίδιο πράγμα» (Hua 19/59).
Η σημασία ή το νόημα είναι εκείνο που προσδίδει στη συνείδηση την κατευθυντικότητά της προς ένα αντικείμενο (και φυσικά στο πλαίσιο αυτό δεν γίνεται κατ’ ανάγκην λόγος για ένα πραγματικά υπάρχον αντικείμενο, αλλά απλώς για ένα προθεσιακό, δηλαδή ένα εννοούμενο αντικείμενο). Πιο συγκεκριμένα, η ύλη της πράξης δεν καθορίζει μόνο ποιο αντικείμενο εννοείται, αλλά και ως τι εννοείται ή συλλαμβάνεται το αντικείμενο. Για τον λόγο αυτό είναι συνηθισμένο να χαρακτηρίζονται οι προθεσιακές «σχέσεις» ως εννοιολογικά εξαρτημένες.
Ένα αντικείμενο δεν είναι ποτέ απλώς συνειδητό, αλλά είναι πάντοτε συνειδητό με έναν ορισμένο τρόπο. Προθεσιαζόμαστε ένα αντικείμενο (το αντιλαμβανόμαστε, το κρίνουμε ή το φανταζόμαστε κ.λπ.) ως κάτι, δηλαδή υπό μια συγκεκριμένη περιγραφή ή από μια συγκεκριμένη οπτική. Το να σκεφτόμαστε την πρωτεύουσα της Δανίας ή την πόλη γέννησης του Niels Bohr, να σκεφτόμαστε το άθροισμα 2+4 ή το άθροισμα 5+1, να σκεφτόμαστε τον σύζυγο της Hillary Clinton ή τον τελευταίο πρόεδρο των ΗΠΑ στον εικοστό αιώνα, να βλέπουμε μια ελβετική ορεινή καλύβα από πάνω ή από κάτω — σε καθένα από αυτά τα παραδείγματα σκεφτόμαστε το ίδιο αντικείμενο, αλλά από διαφορετικές περιγραφές, όψεις ή προοπτικές, δηλαδή με διαφορετικές ύλες πράξης.


Ενώ η ίδια ύλη πράξης δεν μπορεί ποτέ να προθεσιαστεί διαφορετικά αντικείμενα (να αναφέρεται σε αυτά), διαφορετικές ύλες πράξης μπορούν πολύ καλά να προθεσιαστούν το ίδιο αντικείμενο (Hua 19/430).
Παρόλο που πάντοτε προθεσιαζόμαστε το αντικείμενο με ένα συγκεκριμένο νόημα, είναι σημαντικό να διατηρούμε τη διάκριση ανάμεσα σε πράξη, νόημα και αντικείμενο. Το αντικείμενο (που μπορεί να είναι είτε ιδεατό, όπως ο αριθμός 6, είτε πραγματικό, όπως το αντίκα ρολόι τσέπης μου) δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με την πράξη (τη διαδικασία του να εννοούμε κάτι) ούτε με το ιδεατό νόημα με το οποίο το συλλαμβάνουμε (Hua 19/211).
Συνήθως δεν είμαστε στραμμένοι προς το νόημα αλλά προς το αντικείμενο:
«Το ενδιαφέρον μας, η πρόθεσή μας — σε κατάλληλη έκταση ισοδύναμες εκφράσεις — στρέφεται αποκλειστικά προς το πράγμα που εννοείται στην πράξη που αποδίδει νόημα» (Hua 19/47· βλ. επίσης Hua 19/108).

Το ότι το νόημα και το αντικείμενο δεν ταυτίζονται φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά σε περιπτώσεις όπου πράξεις με διαφορετικές ύλες μπορούν να έχουν το ίδιο προθεσιακό αντικείμενο.¹²
Παρόλο που, σύμφωνα με τον Husserl, το νόημα καθορίζει τη σχέση προς το αντικείμενο, θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι η θεωρία του είναι προσαρμοσμένη μόνο σε εκείνους τους τρόπους αναφοράς που εκφράζονται συνήθως γλωσσικά μέσω της χρήσης οριστικών περιγραφών, δηλαδή σε περιπτώσεις όπου η ύλη της πράξης εγκαθιδρύει τη σχέση προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο μέσω της περιγραφικής αναφοράς των ιδιοτήτων του.
Αντίθετα, ήδη ο πρώιμος Husserl είχε επίγνωση ότι το «αυτό» προσδιορίζει το αντικείμενό του άμεσα και όχι αποδοτικά· και, το σημαντικότερο, αναγνώρισε επίσης σε ποιον βαθμό η αντίληψη περιλαμβάνει μια δεικτική συνιστώσα. Όταν αντιλαμβάνομαι ένα αντικείμενο, προθεσιαζόμαι αυτό το ίδιο το αντικείμενο και όχι κάποιο αντικείμενο με τις ίδιες ιδιότητες (Hua 19/553–554).¹³


Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Husserl μιλά επίσης για το πραγματικό (ή εμμενές) περιεχόμενο της πράξης. Τι πρέπει να κατανοηθεί με αυτό; Ας υποθέσουμε ότι κοιτάζω το στυλό μου. Αποστρέφω για λίγο το βλέμμα και ύστερα στρέφομαι ξανά προς αυτό. Στην περίπτωση αυτή έχω δύο χρονικά διαχωρισμένες αντιλήψεις (και δύο ξεχωριστές εμφανίσεις) του ίδιου στυλού (Hua 10/6).
Σε τι συνίσταται όμως η διαφορά; Πρόκειται για το ίδιο προθεσιακό αντικείμενο και το ίδιο προθεσιακό περιεχόμενο, αλλά έχουμε να κάνουμε με δύο αριθμητικά διαφορετικές αντιλήψεις, δύο ψυχικές διεργασίες, καθεμιά με το δικό της πραγματικό περιεχόμενο. Η αντίληψη είναι ένα βίωμα, μια χρονική διαδικασία συνείδησης, και το πραγματικό της περιεχόμενο αποτελείται από τις φάσεις ή στιγμές που συγκροτούν μαζί τη συγκεκριμένη πράξη ως ψυχική διαδικασία (Hua 19/411).
Σε αντίθεση τόσο με το προθεσιακό αντικείμενο όσο και με το προθεσιακό περιεχόμενο, τα οποία και τα δύο υπερβαίνουν την πράξη (μόνο έτσι μπορεί το ίδιο αντικείμενο με το ίδιο ιδεατό νόημα να προθεσιαστεί σε διαφορετικές πράξεις, τόσο από εμένα όσο και από άλλους), το πραγματικό περιεχόμενο είναι με αυστηρή έννοια εμμενές στη συνείδηση και ιδιωτικό. Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να λέμε ότι ένα αριθμητικά ταυτόσημο πραγματικό περιεχόμενο μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές πράξεις.
Από τι ακριβώς αποτελείται αυτό το πραγματικό περιεχόμενο; Όλες οι πράξεις έχουν ένα πραγματικό περιεχόμενο, δηλαδή την πρόθεση καθαυτή, κατανοημένη ως ψυχική διαδικασία. Ορισμένες πράξεις διαθέτουν επιπλέον και ένα ακόμη πραγματικό στοιχείο, δηλαδή μια αισθητηριακή συνιστώσα (Hua 19/362, 391, 527–528).


Θα επανέλθω αμέσως στον ρόλο αυτών των αισθητηριακών εντυπώσεων ή αισθήσεων, αλλά πρώτα η περιγραφή του Husserl της πρόθεσης ως πραγματικού περιεχομένου της συνείδησης απαιτεί μια πιο ακριβή διευκρίνιση. Η πρόθεση αποτελείται από το σύνολο ύλης πράξης και ποιότητας πράξης· αλλά πώς μπορεί ο Husserl να ισχυρίζεται ξαφνικά ότι αυτό το σύμπλοκο αποτελεί μέρος της πράξης ως χρονικής διαδικασίας, ενώ προηγουμένως το είχε χαρακτηρίσει ως ιδεατό προθεσιακό περιεχόμενο;
Η λύση βρίσκεται στη θεωρία της σημασίας που ανέπτυξε ο Husserl στις Logischen Untersuchungen. Εκείνη την περίοδο ο Husserl κατανοούσε τη σχέση μεταξύ της ιδεατής σημασίας (η οποία μπορεί να επαναληφθεί από εμένα και από άλλους χωρίς να χάσει την ταυτότητά της) και της συγκεκριμένης πράξης σημασιοδότησης (της υποκειμενικής διαδικασίας του να εννοούμε ή να προθεσιαζόμαστε κάτι) ως σχέση ανάμεσα σε μια ιδεατότητα και σε μια συγκεκριμένη εμφάνισή της.


Η ιδεατή σημασία είναι, όπως λέει, η ουσία της συγκεκριμένης πρόθεσης:

«Η σημασία λοιπόν σχετίζεται με τις αντίστοιχες πράξεις σημασιοδότησης (η λογική παράσταση με τις πράξεις παράστασης, η λογική κρίση με τις πράξεις κρίσης, το λογικό συμπέρασμα με τις πράξεις συλλογισμού) όπως, για παράδειγμα, το ερυθρό ως είδος προς τις εδώ τοποθετημένες λωρίδες χαρτιού, οι οποίες όλες έχουν αυτό το ίδιο ερυθρό» (Hua 19/106).¹⁴
Το πραγματικό περιεχόμενο μιας πράξης είναι επομένως η εξατομίκευση ενός ιδεατού προθεσιακού περιεχομένου, το οποίο θα μπορούσε εξίσου να εμφανιστεί και σε άλλες πράξεις του ίδιου τύπου. Ενώ το πραγματικό περιεχόμενο βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στην πράξη, αφού αποτελεί το σύνολο των «δομικών στοιχείων» της, το προθεσιακό περιεχόμενο διαθέτει έναν ορισμένο βαθμό ανεξαρτησίας από τη συγκεκριμένη πράξη.
Για να διευκρινιστεί τι ακριβώς εννοεί ο Husserl με τις αισθητηριακές εντυπώσεις, μπορεί να είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στο προηγούμενο παράδειγμα. Κρατώ το στυλό μου στο χέρι και το περιστρέφω και το στρέφω για να το παρατηρήσω προσεκτικά. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας είμαι συνεχώς στραμμένος προς το ίδιο αντικείμενο και έχω διαρκώς συνείδηση του ίδιου στυλού. Ωστόσο, αυτή η συνείδηση ταυτότητας προκύπτει, τρόπον τινά, μέσα από μια πολλαπλότητα.
Όχι μόνο επειδή η αντίληψή μου, ως χρονική διαδικασία, μεταβάλλεται συνεχώς, αλλά και επειδή βιώνω διαρκώς νέες και διαφορετικές οπτικές και απτικές αισθήσεις (Hua 19/396, 3/84).
Αυτές οι αισθήσεις δεν είναι ούτε εμμενή αντικείμενα ούτε αντιληπτικά αντικείμενα. Ο Husserl δεν υιοθετεί ξαφνικά κάποια εκδοχή της αναπαραστασιακής θεωρίας της αντίληψης· δεν ισχυρίζεται ότι το άμεσο αντικείμενο της αντίληψής μας είναι ένα αισθητηριακό δεδομένο εμμενές στη συνείδηση, το οποίο αναπαριστά ένα εξωτερικό αντικείμενο.
Αντίθετα, υποστηρίζει την ύπαρξη μη προθεσιακών βιωματικών στοιχείων, δηλαδή στιγμών που αποτελούν μέρη της πράξης αντίληψης, και όχι μέρη αυτού που γίνεται αντιληπτό.
Δεδομένου ότι διαφορετικά αισθητηριακά περιεχόμενα μπορούν να βιώνονται ενώ το ίδιο αντικείμενο προθεσιαζόμαστε, δηλαδή ότι το ίδιο αντικείμενο μπορεί να προθεσιαστεί μέσα από διαφορετικές αισθήσεις, είναι προφανές ότι τα δύο πρέπει να διακρίνονται και ότι το αντικείμενο δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα σύμπλοκο αισθήσεων.

 
Σε αυτό το πλαίσιο ο Husserl εισάγει μια διάκριση ανάμεσα σε αντικειμενοποιητικές και μη αντικειμενοποιητικές πράξεις. Στις πρώτες ανήκουν εκείνες οι πράξεις που οι ίδιες εγκαθιδρύουν μια σχέση προς ένα αντικείμενο. Παραδείγματα τέτοιων πράξεων είναι οι αντιλήψεις ή οι κρίσεις. Υπάρχουν όμως και προθεσιακές εμπειρίες όπως οι αισθητικές αξιολογήσεις και τα συναισθήματα όπως η αγάπη ή το μίσος, τα οποία, αν και αναφέρονται σε ένα αντικείμενο («το βάζο είναι όμορφο», «αγαπώ το Παρίσι»), το κάνουν μόνο με έναν θεμελιωμένο τρόπο. Φέρονται από μια υποκείμενη αντικειμενοποιητική πράξη:
«Η χαρά δεν είναι μια συγκεκριμένη πράξη από μόνη της και η κρίση μια άλλη πράξη που βρίσκεται δίπλα της, αλλά η κρίση είναι η πράξη που θεμελιώνει τη χαρά· καθορίζει το περιεχόμενό της και πραγματοποιεί την αφηρημένη δυνατότητά της: διότι χωρίς μια τέτοια θεμελίωση η χαρά δεν μπορεί καθόλου να υπάρξει» (Hua 19/418).
Με άλλα λόγια, κάθε προθεσιακή εμπειρία είναι είτε η ίδια μια αντικειμενοποιητική πράξη είτε έχει ως βάση μια τέτοια πράξη (Hua 19/514). Εκτός από τη διάκριση μεταξύ αντικειμενοποιητικών και μη αντικειμενοποιητικών πράξεων, ο Husserl μιλά επίσης για πρωτογενείς και δευτερογενείς προθέσεις.

Συνεχίζεται

Σημειώσεις:

11 Στις Logischen Untersuchungen ο Husserl δεν διέκρινε ακόμη μεταξύ Bedeutung (σημασίας) και Sinn (νοήματος), αλλά αργότερα κατανόησε τη σημασία στενά ως γλωσσική σημασία, ενώ το νόημα ως έναν ευρύτερο όρο που εφαρμόζεται επίσης στην προ-κατηγορηματική σφαίρα και στην αντίληψη (Hua 3/285).
12 Αυτή η διάκριση είχε ήδη προαναγγελθεί από τους Twardowski και Frege.
13 Ενδιαφέρουσες αναλύσεις πάνω σε αυτό το θέμα βρίσκονται στα έργα του Smith, 1981, 1982a, 1982b, 1984.
14 Μια ακριβής ανάλυση των λόγων για τους οποίους ο Husserl αντικατέστησε περίπου το 1908 αυτή την αντίληψη με μια θεωρία που κατανοεί τη σημασία ως το συσχετισμένο (Korrelat) της πράξης, μπορεί να βρεθεί στο Bernet 1979.

Η Φαινομενολογία του Husserl. Η έννοια της προθετικότητας 2

Συνέχεια από Τρίτη 24. Φεβρουαρίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Η έννοια της προθετικότητας 2

....Κατά τον Husserl είμαστε «πρωτίστως και κατά το πλείστον» στραμμένοι προς αντικείμενα του κόσμου. Αυτή η κατεύθυνση είναι άμεση, δηλαδή δεν μεσολαβείται από νοητικές αναπαραστάσεις. Αντί να πούμε ότι βιώνουμε αναπαραστάσεις, θα μπορούσαμε μάλλον να πούμε ότι οι εμπειρίες μας είναι παριστώσες — και ότι μέσα σε αυτές ο κόσμος είναι εκάστοτε παρών με ορισμένο τρόπο.....

Αν συγκρίνουμε την αντίληψη μιας γυμνής βελανιδιάς με τη φαντασιακή παράσταση ενός Φαύνου που παίζει φλάουτο, τότε θα ήταν
(1) λανθασμένο να πούμε ότι μόνο στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια προθεσιακή (intentional) σχέση προς ένα αντικείμενο, ενώ στη φαντασία αυτή απουσιάζει.
Θα ήταν επίσης (2) λανθασμένο να υποστηρίξουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις κατευθυνόμαστε προθεσιακά προς ένα υπάρχον αντικείμενο ενδοσυνειδησιακό (immanent στο συνείδημα).
Εξίσου δεν ισχύει (3) ότι στην αντίληψη κατευθυνόμαστε προς ένα εξωψυχικό ή συνειδησιακά-υπερβατικό αντικείμενο, ενώ στη φαντασιακή παράσταση προς ένα ενδοψυχικό ή εμμενές αντικείμενο.
Τέλος, θα ήταν επίσης (4) λανθασμένο να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση προθεσιαζόμαστε προς ένα αντικείμενο που υπάρχει τόσο εμμενώς όσο και υπερβατικά, ενώ στη δεύτερη περίπτωση προς ένα αντικείμενο που υπάρχει μόνο εμμενώς.

Όχι· η σωστή περιγραφή πρέπει μάλλον (5) να είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις αναφερόμαστε προθεσιακά σε ένα υπερβατικό, εξωψυχικό αντικείμενο.

Η διαφορά συνίσταται απλώς στο ότι το αντικείμενο της πρόθεσής μας στην πρώτη περίπτωση υπάρχει, ενώ στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει.


Σχηματικά:




Με αυτό το υπόβαθρο μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προθέσεις που κατευθύνονται προς «μη πραγματικά» αντικείμενα χαρακτηρίζονται —όπως και κάθε κανονική αντίληψη— από τη σχέση ή την κατευθυντικότητά τους προς ένα υπερβατικό αντικείμενο. Σε αντίθεση όμως με τις κανονικές αντιλήψεις, το αντικείμενό τους δεν υπάρχει, ούτε ενδοψυχικά ούτε εξωψυχικά. Ο ροζ ελέφαντας που παραισθανόμαστε, για παράδειγμα, δεν υπάρχει ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε έξω από αυτήν· ωστόσο η παραισθητική εμπειρία περιέχει παρ’ όλα αυτά μια σχέση προς ένα υπερβατικό αντικείμενο (Hua 19/06). Όπως γράφει ο Husserl:

«Αν φαντάζομαι τον Θεό ή έναν άγγελο, ένα νοητό ον καθεαυτό ή ένα φυσικό πράγμα ή ένα στρογγυλό τετράγωνο κ.λπ., τότε αυτό που εδώ ονομάζεται και είναι υπερβατικό είναι ακριβώς αυτό που εννοείται, δηλαδή (με άλλα λόγια) το προθεσιακό αντικείμενο· και είναι αδιάφορο αν αυτό το αντικείμενο υπάρχει, αν είναι επινοημένο ή παράλογο. Όταν λέγεται ότι το αντικείμενο είναι “απλώς προθεσιακό”, αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι υπάρχει, αλλά μόνο μέσα στην intentio (δηλαδή ως πραγματικό συστατικό της), ή ότι υπάρχει μέσα της κάποια σκιά του· σημαίνει μάλλον ότι η πρόθεση, δηλαδή το να εννοείται ένα τέτοιο αντικείμενο, υπάρχει, αλλά το αντικείμενο δεν υπάρχει. Αντίστροφα, αν το προθεσιακό αντικείμενο υπάρχει, τότε δεν υπάρχει μόνο η πρόθεση, το εννοείν, αλλά και το εννοούμενο» (Hua 19/439).

Σε αντίθεση με τις λεγόμενες φυσικές σχέσεις, η προθεσιακότητα χαρακτηρίζεται από το ότι δεν προϋποθέτει την ύπαρξη και των δύο όρων της σχέσης (γι’ αυτό ίσως θα έπρεπε ακόμη και να αποφεύγεται να ονομάζεται απλώς «σχέση»). Αν το Α ενεργεί αιτιακά πάνω στο Β, τότε πρέπει να υπάρχουν τόσο το Α όσο και το Β· αν όμως το Α προθεσιακά κατευθύνεται προς το Β, τότε είναι αναγκαίο να υπάρχει μόνο το Α. Αν είναι αλήθεια ότι κάθομαι πάνω σε ένα άλογο, τότε πρέπει να υπάρχουμε τόσο εγώ όσο και το άλογο. Αν είναι αλήθεια ότι εννοώ ένα άλογο, τότε το άλογο δεν χρειάζεται να υπάρχει (ούτε εμμενώς ούτε υπερβατικά).

Η προθεσιακότητα χαρακτηρίζεται λοιπόν από την ανεξαρτησία της από την ύπαρξη. Δεν είναι συνεπώς η ύπαρξη του αντικειμένου που προθεσιαζόμαστε εκείνη που καθιστά μια πράξη προθεσιακή, είτε πρόκειται για αντίληψη είτε για παραισθητική εμπειρία. Η συνείδηση δεν γίνεται προθεσιακή μόνο μέσω μιας εξωτερικής επίδρασης, ούτε χάνει την προθεσιακότητά της όταν το αντικείμενό της παύει να υπάρχει. Η προθεσιακότητα δεν είναι μια εξωτερική σχέση που προκύπτει μόνο μέσω της επίδρασης ενός υπάρχοντος αντικειμένου· είναι μάλλον μια ιδιότητα εγγενής στη συνείδηση. Η προθεσιακότητα λοιπόν δεν προϋποθέτει την ύπαρξη δύο διαφορετικών πραγμάτων —της συνείδησης και του αντικειμένου. Το μόνο που πρέπει πραγματικά να υπάρχει είναι το προθεσιακό βίωμα, του οποίου η ίδια η δομή περιλαμβάνει την κατευθυντικότητα προς ένα αντικείμενο (Hua 19/386, 427):

«Το ότι μια παράσταση αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο και με έναν ορισμένο τρόπο δεν το οφείλει σε κάποια δραστηριότητα πάνω στο αντικείμενο που υπάρχει έξω από αυτήν και καθ’ εαυτό· σαν να στρεφόταν προς αυτό με μια κυριολεκτική έννοια ή να ασχολούνταν με αυτό ή πάνω σε αυτό, όπως το γράφον χέρι με την πένα. Δεν το οφείλει καθόλου σε κάτι που παραμένει κατά κάποιο τρόπο εξωτερικό προς αυτήν, αλλά αποκλειστικά στη δική της ιδιομορφία» (Hua 19/451).

Με αυτό το υπόβαθρο γίνεται σαφές ότι δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την ανάλυση της προθεσιακότητας του Husserl ως στήριγμα ενός μεταφυσικού ρεαλισμού, σαν να ισχυριζόταν ο Husserl ότι μπορούμε να μιλάμε για συνείδηση μόνο όταν υπάρχει και κάτι ανεξάρτητο από αυτήν, προς το οποίο η συνείδηση μπορεί να κατευθυνθεί. Η ανάλυση της προθεσιακότητας δείχνει απλώς ότι υπάρχουν πράξεις συνείδησης που, λόγω της ίδιας τους της δομής, κατευθύνονται προς αντικείμενα υπερβατικά ως προς την πράξη. Αυτό όμως αρκεί όταν πρόκειται να ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο παραδοσιακό γνωσιοθεωρητικό πρόβλημα, δηλαδή το ερώτημα πώς το υποκείμενο και το αντικείμενο μπορούν να έρθουν σε σχέση μεταξύ τους.

Δεν αποτελεί καθόλου πρόβλημα για το υποκείμενο να φτάσει προς ένα αντικείμενο, διότι το υποκείμενο είναι εκ φύσεως αυτο-υπερβατικό, δηλαδή εκ φύσεως κατευθυνόμενο προς κάτι διαφορετικό από το ίδιο. Στην περίπτωση της αντίληψης, αυτό το διαφορετικό είναι ακριβώς το ίδιο το αντικείμενο, και όχι μια εικόνα ή ένα αντίγραφό του.

Μία από τις αποφασιστικές διαφορές ανάμεσα στη θεωρία της προθεσιακότητας του Husserl και στις θεωρίες που τον επηρέασαν (π.χ. του Brentano και του Twardowski) είναι επομένως ότι ο Husserl αρνείται επίμονα ότι το προθεσιακό αντικείμενο είναι ένα εμμενές περιεχόμενο της συνείδησης, το οποίο απλώς μεσολαβεί στην πρόσβασή μας προς το πραγματικό, υπερβατικό ως προς τη συνείδηση αντικείμενο. Όπως τονίζει ο Husserl, μπορούμε να προθεσιαζόμαστε ένα αντικείμενο μόνο εφόσον αυτό είναι αντικείμενο της πρόθεσής μας, δηλαδή το προθεσιακό αντικείμενό της:
«Αρκεί να το διατυπώσει κανείς για να το αναγνωρίσει ο καθένας: ότι το προθεσιακό αντικείμενο της παράστασης είναι το ίδιο με το πραγματικό και —αν υπάρχει— το εξωτερικό της αντικείμενο, και ότι είναι παράλογο να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα δύο. Το υπερβατικό αντικείμενο δεν θα ήταν καθόλου αντικείμενο αυτής της παράστασης, αν δεν ήταν το προθεσιακό της αντικείμενο. Και φυσικά αυτό είναι μια καθαρά αναλυτική πρόταση. Το αντικείμενο της παράστασης, της “πρόθεσης”, αυτό είναι και σημαίνει: το παρασταθέν, το προθεσιακό αντικείμενο» (Hua 19/439).

Ο Husserl ισχυρίζεται λοιπόν ότι είναι παράλογο να διακρίνουμε ανάμεσα στο προθεσιακό και στο πραγματικό αντικείμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα προθεσιακά αντικείμενα είναι και πραγματικά· σημαίνει όμως ότι, όταν το προθεσιακό αντικείμενο υπάρχει πραγματικά, τότε αυτό ακριβώς το πραγματικό αντικείμενο, και κανένα άλλο, είναι το προθεσιακό αντικείμενο της συνείδησής μας.

Σημειώσεις:

8 Στο L'être et le néant ο Sartre υποστηρίζει ότι το υποκείμενο κατευθύνεται προς κάτι διαφορετικό από το ίδιο και, με βάση αυτό, ισχυρίζεται ότι η θεωρία της προθεσιακότητας περιέχει μια οντολογική απόδειξη για την ύπαρξη μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τη συνείδηση (1943, 28–29). Το να είναι όμως κάτι διαφορετικό ή ανεξάρτητο από κάτι άλλο δεν είναι το ίδιο πράγμα, γεγονός που καθιστά αμφίβολη την εγκυρότητα της «απόδειξης» του Sartre.

9 Το απόσπασμα αυτό έχει συχνά θεωρηθεί ως έκφραση του μεταφυσικού ρεαλισμού του Husserl στις Logische Untersuchungen. Θα επανέλθω αργότερα σε αυτήν την παρερμηνεία (βλ. σ. 40).
Το αποφασιστικό ερώτημα είναι τώρα αν ο Husserl, στις Logischen Untersuchungen, είναι σε θέση να αποδώσει φαινομενολογικά τη διαφορά ανάμεσα στο απλώς προθεσιαζόμενο και στο πραγματικά υπάρχον αντικείμενο. Πότε είναι δικαιολογημένο να χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο ως πραγματικό; Τι σημαίνει ότι ένα αντικείμενο υπάρχει; Για να διευκρινιστούν αυτά τα ερωτήματα, είναι πλέον αναγκαίο να περάσουμε από την κριτική των διαφόρων παρερμηνειών στην ίδια τη θετική ανάλυση της προθεσιακότητας από τον Husserl.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl. Η έννοια της προθετικότητας 1

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Η έννοια της προθετικότητας 1

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο μέρος των Logische Untersuchungen, που φέρει τον τίτλο Untersuchungen zur Phänomenologie und Theorie der Erkenntnis. Εκεί ο Husserl ασχολείται, στην Πέμπτη και Έκτη Έρευνα, με το ερώτημα τι σημαίνει γενικά το να είναι κανείς συνειδητός. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό δεν αφορά ανάλυση των εμπειρικών συνθηκών που πρέπει να πληρούνται ώστε ο homo sapiens να διαθέτει συνείδηση — όπως ένα επαρκώς ανεπτυγμένο εγκέφαλο, έναν ακέραιο αισθητηριακό μηχανισμό κ.ο.κ. — αλλά μάλλον  ανάλυση τού τι συνιστά τη συνείδηση ως τέτοια, ανεξαρτήτως του αν ανήκει σε ανθρώπους, ζώα ή όντα άλλων πλανητών.

Το ενδιαφέρον του Husserl δεν στρέφεται στη φυσιολογία των αισθήσεων ή στη νευρολογία, αλλά στη γνωσιοθεωρία· και για να απαντηθούν ερωτήματα όπως τι σημαίνει να φαντάζεται κανείς έναν καλπάζοντα μονόκερο, να αναμένει τον επόμενο τρύγο ή να σκέπτεται την τετραγωνική ρίζα του 4, μπορεί να παραβλέψει κανείς τα φυσικά και αιτιακά στοιχεία που ενδέχεται εμπειρικά και πραγματικά να εμπλέκονται. Αυτό όχι μόνο επειδή ο Husserl ενδιαφέρεται ακριβώς για την, με αυστηρή έννοια, αμετάβλητη και ουσιώδη δομή της συνείδησης — και όχι για τη φύση των νευρολογικών διεργασιών που μπορεί εμπειρικά να τη συνοδεύουν — αλλά και επειδή το ενδιαφέρον του αφορά τη γνωστική διάσταση της συνείδησης και όχι το βιολογικό της υπόστρωμα.⁴

Ο Husserl επιθυμεί να περιγράψει τις εμπειρίες μας όπως δίδονται από μια «πρωτοπρόσωπη προοπτική», και όταν αντικρίζω μια γυμνή δρυ δεν ανήκει στο βίωμά μου το ότι λαμβάνουν χώρα μια σειρά διεργασιών στον εγκέφαλό μου.⁵ Γι’ αυτό ήδη από νωρίς τονίζει τη (μεταφυσική) προϋποθεσιακή αμεροληψία της φαινομενολογίας. Η φαινομενολογία δεν πρέπει να είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από μια καθαρή περιγραφή αυτού που εμφανίζεται (είτε πρόκειται για υποκειμενικές πράξεις είτε για κοσμικά αντικείμενα), και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγει μεταφυσικά και επιστημονικά αξιώματα ή εικασίες (Hua 19/27–28).[ΕΙΝΑΙ Ν' ΑΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ]

Στην ανάλυση της ουσιώδους δομής της συνείδησης, ο Husserl επικεντρώνεται ιδιαιτέρως σε μια ομάδα βιωμάτων που χαρακτηρίζονται όλα από το ότι είναι συνείδηση κάποιου πράγματος, δηλαδή από την κατεύθυνσή τους προς ένα αντικείμενο. Αυτή η ιδιότητα ονομάζεται προθετικότητα (Intentionalität). Δεν αγαπά κανείς, δεν φοβάται, δεν βλέπει ή δεν κρίνει απλώς· αγαπά κάτι επιθυμητό, φοβάται κάτι απειλητικό, βλέπει ένα αντικείμενο και κρίνει περί μιας κατάστασης πραγμάτων.

Είτε πρόκειται για την αντίληψή μου, είτε για το σκέπτεσθαι, το κρίνειν, το φαντάζεσθαι, το αμφιβάλλειν, το αναμένειν, το ενθυμείσθαι κ.λπ., όλες αυτές οι μορφές συνείδησης καθορίζονται από το ότι προτίθενται αντικείμενα, και δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτές χωρίς να συμπεριλάβει το αντικειμενικό τους συσχετικό, δηλαδή το αντιληπτό, το αμφισβητούμενο, το αναμενόμενο κ.ο.κ.[ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΠΑΣΙ. ΟΛΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ]

Προτού παρουσιάσω λεπτομερέστερα ορισμένες πτυχές της αναλυτικής επεξεργασίας της προθετικότητας από τον Husserl, ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθούν ορισμένες εναλλακτικές — και ακόμη σήμερα ευρέως διαδεδομένες — αντιλήψεις, ώστε να καταδειχθεί γιατί αυτή η ανάλυση είναι τόσο σημαντική.

Ι. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη άποψη, η συνείδηση μπορεί να συγκριθεί με ένα δοχείο. Καθ’ εαυτήν δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο, αλλά όταν δέχεται μια αιτιακή επίδραση από εξωτερικά αντικείμενα, όταν πληροφορία, τρόπον τινά, εισέρχεται σε αυτήν, τότε μπορεί να προκύψει μια τέτοια σχέση. Ακριβέστερα, μόνο τότε μπορεί να λεχθεί ότι η συνείδηση κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο, όταν το εν λόγω αντικείμενο επιδρά αιτιακά επ’ αυτής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η προθετικότητα συνίσταται σε μια αιτιακή σχέση μεταξύ δύο αντικειμένων στον κόσμο.
Κατά συνέπεια, δεν θα υπήρχε καμία κατ’ αρχήν διαφορά μεταξύ του να αισθάνομαι τη θερμότητα του ήλιου (δηλαδή να έχω συνείδηση αυτής της θερμότητας) και του να θερμαίνομαι από τον ήλιο. Ότι αυτή η αντικειμενιστική ή νατουραλιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι εσφαλμένη, μπορεί να καταδειχθεί σχετικά εύκολα. Τα πραγματικά, χωρικά αντικείμενα στο άμεσο περιβάλλον μου αποτελούν μόνον ένα πολύ μικρό μέρος εκείνου προς το οποίο μπορεί να στραφεί η συνείδησή μου. Καθώς κάθομαι στο γραφείο μου στην Κοπεγχάγη, μπορώ όχι μόνο να σκέπτομαι την πίσω πλευρά της σελήνης, αλλά και πράγματα όπως στρογγυλά τετράγωνα, μονόκερους, τα επόμενα Χριστούγεννα ή την αρχή της μη-αντίφασης.


Όταν σκέπτομαι απόντα αντικείμενα, αδύνατα αντικείμενα, ανύπαρκτα αντικείμενα, μελλοντικά ή ιδεατά αντικείμενα, η κατεύθυνσή μου προς αυτά προφανώς δεν προέκυψε από το ότι επέδρασαν αιτιακά επ’ εμού. Όταν σκέπτομαι έναν μονόκερο, σκέπτομαι κάτι και όχι τίποτε· και μια ανάλυση των φαντασιακών μας παραστάσεων και των παραισθήσεων δείχνει γρήγορα ότι και αυτές είναι προθετικές. Το ότι είναι δυνατόν να στραφούμε προθετικά προς αντικείμενα που δεν υπάρχουν αποτελεί αποφασιστικό επιχείρημα κατά κάθε θεωρίας που ισχυρίζεται ότι ένα αντικείμενο πρέπει να επιδρά αιτιακά επ’ εμού για να έχω συνείδηση αυτού. Με άλλα λόγια, η πρόθεσή μου δεν παύει να προτίθεται το αντικείμενό της όταν αποδεικνύεται ότι αυτό δεν υπάρχει.

ΙΙ. Όταν καταστεί σαφές ότι η αντικειμενιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι αβάσιμη, μπορεί κανείς να πειρασθεί να υιοθετήσει την ακριβώς αντίθετη, υποκειμενιστική ερμηνεία: ότι η προθετικότητα είναι σχέση μεταξύ της συνείδησης και του αντικειμένου της, η οποία μπορεί να υφίσταται μόνο εφόσον υπάρχουν και τα δύο μέλη της. Δεδομένου όμως ότι το αντικείμενο δεν υπάρχει πάντοτε πραγματικά, η προθετικότητα πρέπει πρωτίστως να νοηθεί ως σχέση προς ένα ψυχικό αντικείμενο εντός της συνείδησης, στο οποίο ενδέχεται κατόπιν να αντιστοιχεί ένα πραγματικό αντικείμενο.

Αλλά και αυτή η δεύτερη ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Όπως τονίζει ο Husserl, η παραδοχή ότι το προθετικό αντικείμενο είναι ενεργο-εμμενές (aktimmanent), δηλαδή ότι ανήκει στο περιεχόμενο του βιώματος και έχει τον ίδιο τρόπο ύπαρξης με αυτό, οδηγεί σε άρνηση της κατηγορικής διαφοράς μεταξύ πράξης της συνείδησης και αντικειμένου. Ότι όμως μια τέτοια διαφορά υφίσταται μπορεί να καταδειχθεί εύκολα (Hua 19/385).

Πρώτον, μπορεί κανείς να επισημάνει την ταυτότητα του αντικειμένου. Μπορούμε, σε διαφορετικές πράξεις συνείδησης, να κατευθυνόμαστε προς το ίδιο αντικείμενο (δύο αριθμητικώς διαφορετικές αντιλήψεις μπορούν να έχουν ένα αριθμητικώς ταυτόσημο αντικείμενο), και συνεπώς η ταυτότητα του αντικειμένου δεν μπορεί να εξαρτάται από την ταυτότητα της πράξης. Αν το αντικείμενο της πρόθεσής μου ήταν πράγματι ενεργο-εμμενές, αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να βιώσω το ίδιο αντικείμενο περισσότερες από μία φορές. Κάθε φορά που θα το αντιλαμβανόμουν εκ νέου, θα το έκανα μέσω μιας νέας, διαφορετικής πράξης αντίληψης, και επομένως και το αντικείμενο θα ήταν διαφορετικό. Για τον ίδιο λόγο θα ήταν αδύνατο για διαφορετικά υποκείμενα να αντιλαμβάνονται το ίδιο αντικείμενο.

Αυτή η δεύτερη παρερμηνεία της προθετικότητας αποτελεί ουσιαστικά μορφή του ίδιου σφάλματος που είχε ήδη αποκαλυφθεί στα Prolegomena. Ο ψυχολογισμός παραγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ της χρονικής πράξης γνώσης και του ιδεατού αντικειμένου γνώσης και επιδιώκει να αναγάγει το δεύτερο στο πρώτο. Αντίστοιχα, ο υποκειμενισμός (ο υποκειμενικός ιδεαλισμός) αναγάγει το προθετικό αντικείμενο στο υποκειμενικό περιεχόμενο της συνείδησης.

Δεύτερον, ο Husserl τονίζει διαρκώς τη διαφορά μεταξύ του τρόπου εμφάνισης των πράξεών μας και του τρόπου εμφάνισης των αντικειμένων μας. Αν λάβουμε ένα φυσικό αντικείμενο, όπως τη δική μου πένα, αυτό βιώνεται μέσα σε μια προοπτική εμφάνιση (Hua 3/86–89). Στην αντίληψη ενός αντικειμένου πρέπει πάντοτε να διακρίνουμε μεταξύ του εμφανιζόμενου αντικειμένου και της ίδιας της εμφάνισης, διότι το αντικείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ στην ολότητά του, αλλά πάντοτε από μια ορισμένη, περιορισμένη προοπτική. (Κάτι ανάλογο ισχύει όταν σκεπτόμαστε ένα αντικείμενο, διότι το σκεπτόμαστε πάντοτε υπό μια συγκεκριμένη περιγραφή ή υπό μια συγκεκριμένη έννοια.)

Καμία μεμονωμένη εμφάνιση δεν μπορεί επομένως να συλλάβει ποτέ ολόκληρο το αντικείμενο· το αντικείμενο δεν εξαντλείται ποτέ σε μία και μόνη δοτικότητα, αλλά διαρκώς υπερβαίνει το δοθέν του. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι το αντικείμενο κρύβεται τρόπον τινά πίσω από την εμφάνιση — όπως ένα αγνώσιμο καντιανό πράγμα καθ’ εαυτό — ούτε ότι αποτελεί απλώς το άθροισμα όλων των εμφανίσεών του, αλλά ότι είναι το διαρκώς ταυτόσημο που συνδέει όλες τις διαφορετικές του εμφανίσεις.

Ενώ είναι πάντοτε δυνατόν να βιώσουμε το αντικείμενο από άλλες προοπτικές πέρα από εκείνη υπό την οποία εκάστοτε δίδεται, διαφορετικά έχουν τα πράγματα ως προς τον τρόπο εμφάνισης της ίδιας της συνείδησης. Όταν συλλαμβάνω αναστοχαστικά την πράξη του βλέπειν, δεν δίδεται προοπτικά. Δεν έχει, τρόπον τινά, κρυφή οπίσθια όψη. (Είναι βέβαια σωστό ότι η πράξη εκτείνεται χρονικά και επομένως στην αναστοχαστική σύλληψη δεν δίδεται ποτέ στη χρονική της ολότητα, αλλά — όπως εξηγεί ο Husserl — αυτό το είδος ατελούς δοτικότητας είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της προοπτικής εμφάνισης των φυσικών αντικειμένων [Hua 3/94].)

Αν τώρα το αντικείμενο περιεχόταν πράγματι μέσα στη συνείδηση και αποτελούσε μέρος της ροής της, θα έπρεπε να μετέχει στον τρόπο εμφάνισης της πράξης — πράγμα που δεν συμβαίνει. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την κατεύθυνσή μας προς πραγματικά αντικείμενα· ακόμη και εκείνες οι προθέσεις που αναφέρονται σε «μη πραγματικά» αντικείμενα κατευθύνονται προς αντικείμενα που υπερβαίνουν τη συνείδηση.


Αν, τον Ιανουάριο του 2000, υποσχεθώ να φέρω ένα μπουκάλι Beaujolais εσοδείας 2002 στα ογδοηκοστά γενέθλια του πατέρα μου το 2003, τότε αυτή η υπόσχεση θα εκπληρωθεί όταν το 2003 φέρω πράγματι το συγκεκριμένο μπουκάλι κρασί (ένα πραγματικό, συνειδησιακά-υπερβατικό μπουκάλι). Αν το αντικείμενο της υπόσχεσής μου — το οποίο κατά τον χρόνο που έδινα την υπόσχεση δεν υπήρχε ακόμη — ήταν ένα ψυχικό αντικείμενο, δεν θα μπορούσα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου με αυτόν τον τρόπο.
Μια υπόσχεση που αφορά ένα ψυχικό αντικείμενο δεν μπορεί να εκπληρωθεί με την προσκόμιση ενός εξωψυχικού αντικειμένου· εάν όμως έχω ήδη καθορίσει το αντικείμενο της πρόθεσής μου ως κάτι ψυχικό, εμμενές στη συνείδηση, τότε δεν μπορεί πλέον να είναι ταυτόσημο με ένα υπερβατικό αντικείμενο εκτός της συνείδησής μου.

Αν σκέπτομαι έναν φαύνο που παίζει φλογέρα, έχουμε να κάνουμε με μια προθετική πράξη ορισμένης δομής, η οποία έχει ως αντικείμενό της έναν φαύνο. Αλλά αυτός ο φαύνος δεν περιέχεται πραγματικά (reell) μέσα στην πράξη. Όσο διεξοδικά κι αν αναλύσει κανείς την πράξη, ο φαύνος δεν θα βρεθεί μέσα της ως συστατικό. Όχι μόνο διαθέτει μια ολόκληρη σειρά ιδιοτήτων που λείπουν από τη συνείδησή μου — όπως, λ.χ., η ικανότητα να πηδά τριγύρω και να παίζει φλογέρα — αλλά, σε αντίθεση με την πράξη, εμφανίζεται και προοπτικά.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι τα αντικείμενα των παραισθήσεων και των φαντασιακών παραστάσεων υπάρχουν ψυχικά θα είχε την παράλογη συνέπεια ότι όλοι οι φαύνοι που παίζουν φλογέρα, οι ροζ ελέφαντες, τα χρυσά βουνά κ.ο.κ., τα οποία φαντάζομαι ή παραισθάνομαι, θα υπήρχαν εξίσου πραγματικά όπως και η ίδια η πράξη της φαντασίας· οπότε μια γενική πρόταση όπως «δεν υπάρχουν χρυσά βουνά» θα ήταν άκυρη (Hua 22/310, 3/49).

Αν δεχθούμε ότι τα λεγόμενα «μη πραγματικά» αντικείμενα δεν υπάρχουν ούτε εντός ούτε εκτός της συνείδησης — και άρα δεν υπάρχουν καθόλου — συνεπάγεται αυτό ότι πρέπει να αρνηθούμε την προθετικότητα στις παραισθήσεις, στις φαντασίες, στις ψευδαισθήσεις κ.τ.ό.; Η απάντηση είναι: Όχι. Διότι για τον Husserl ακριβώς έχει σημασία ότι οι εν λόγω πράξεις είναι προθετικές ανεξάρτητα από το αν τα αντικείμενά τους υπάρχουν, και ότι συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αποδώσουμε στα «μη πραγματικά» αντικείμενα μια μορφή συνειδησιακά-εμμενούς ύπαρξης (ή προθετικής ανυπαρξίας, κατά την ορολογία του Brentano) για να διασώσουμε την προθετικότητα των πράξεων.

ΙΙΙ. Μίλησα επανειλημμένα για το προθετικό αντικείμενο. Δεν πρόκειται για ένα νοητικό κατασκεύασμα, αλλά απλούστατα για το αντικείμενο της πρόθεσής μου. Αν κοιτάζω την πένα μου, τότε αυτή η πραγματική πένα είναι το προθετικό μου αντικείμενο — και όχι μια νοητική εικόνα, ένα εμμενές αντίγραφο ή μια αναπαράστασή της (Hua 3/207–208, 22/305).

Εφόσον ο Husserl θεωρεί ότι η αντίληψη συνίσταται σε άμεση και απευθείας πρόσβαση στο εκάστοτε αντικείμενό της, μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπος ενός άμεσου αντιληπτικού ρεαλισμού. Έτσι όμως αντιτίθεται σε μια ακόμη και σήμερα διαδεδομένη θεωρία της αντίληψης, γνωστή ως αναπαραστασιοκρατία (Repräsentationalismus).

Η θεωρία αυτή αντιλαμβάνεται την αντίληψη ως σχέση μεταξύ ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου, τα οποία τίθενται κατ’ αρχάς ως χωριστά. Το φαινομενικά αθώο ερώτημα είναι τότε πώς καθίσταται δυνατή μια σχέση μεταξύ τους. Ας υποθέσουμε ότι παρατηρώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Έχω τότε μια αντίληψη του τριαντάφυλλου· αυτό όμως δεν μπορεί φυσικά να σημαίνει ότι το τριαντάφυλλο, ως φυσικό αντικείμενο, είναι παρόν μέσα στη συνείδησή μου.

Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία υποθέτει λοιπόν ότι το τριαντάφυλλο επιδρά στον αισθητηριακό μου μηχανισμό και ότι αυτό προκαλεί στη συνείδηση μια αναπαράσταση του τριαντάφυλλου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, σε κάθε αντίληψη ανήκουν δύο διαφορετικά πράγματα: το εξωτερικό αντικείμενο και η αναπαράστασή του μέσα στη συνείδηση.

Αντίθετα, ο Husserl υποστηρίζει ότι είναι σφάλμα να νομίζουμε πως εξηγήσαμε την προθετική σχέση μεταξύ συνείδησης και αντικειμένου λέγοντας ότι το αντικείμενο βρίσκεται «έξω» και η αναπαράστασή του «μέσα» στη συνείδηση (Hua 19/436). Το αποφασιστικό πρόβλημα αυτής της θεωρίας παραμένει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η αναπαράσταση μέσα στη συνείδηση — που εξ ορισμού υποτίθεται διαφορετική από το αντικείμενο — μπορεί να μας οδηγήσει στο ίδιο το αντικείμενο.

Η κριτική του Husserl βασίζεται κυρίως σε αυτή τη δυσκολία· αλλά ήδη η παραδοχή ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο χωριστά πράγματα πρέπει να απορριφθεί ως φαινομενολογικά αθεμελίωτη. Όταν παρατηρώ ένα τριαντάφυλλο, τότε αυτό το τριαντάφυλλο — και τίποτε άλλο — είναι το αντικείμενο της αντίληψής μου. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι υπάρχει επιπλέον μια εμμενής «τριανταφυλλιά», μια νοητική εικόνα ή αναπαράσταση του τριαντάφυλλου, είναι ένα απλό αξίωμα που, όπως ορθά τονίζει ο Husserl, δεν εξηγεί τίποτε (Hua 3/207–208).

Το κύριο επιχείρημα του Husserl κατά της αναπαραστασιοκρατικής θεωρίας της αντίληψης συνίσταται σε μια προθετική ανάλυση της εικονοσυνείδησης και της συνείδησης της αναπαραστατικής σχέσης. Αν και η κριτική του στρέφεται κυρίως κατά της εικονιστικής εκδοχής της θεωρίας — σύμφωνα με την οποία η νοητική αναπαράσταση σχετίζεται με το αντικείμενό της μέσω ομοιότητας (το απεικονίζει) — τα επιχειρήματά του έχουν αρχικότερη ισχύ. Πλήττουν τελικά όλα τα μοντέλα σύμφωνα με τα οποία η αντίληψη δεν κατευθύνεται άμεσα προς το ίδιο το αντικείμενο αλλά μεσολαβείται από κάτι άλλο.

Το ότι κάτι αναπαριστά κάτι άλλο (ότι ισχύει: Χ αναπαριστά Υ) δεν είναι, κατά τον Husserl, μια υπάρχουσα ιδιότητα του εκάστοτε αντικειμένου. Ένα αντικείμενο δεν είναι αναπαραστατικό με τον ίδιο τρόπο που είναι κόκκινο, εκτατό ή μεταλλικό. Όσο κι αν δύο πράγματα μοιάζουν μεταξύ τους, αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα ή αναπαράσταση του άλλου. Δύο αντίτυπα του ίδιου βιβλίου μοιάζουν, αλλά αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα του άλλου· η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική παράσταση δεν είναι.⁶

Αν το αντικείμενο Χ πρόκειται να αναπαριστά το αντικείμενο Υ, τότε είναι αναγκαίο να ερμηνευθεί το Χ ως αναπαράσταση του Υ. Ακριβώς αυτή η ερμηνεία — δηλαδή μια ορισμένη μορφή προθετικότητας — είναι που αποδίδει στο Χ τη λειτουργία της αναπαράστασης. Αν πάρουμε το πορτρέτο του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού από τον Dürer, ο πίνακας είναι κατ’ αρχάς και πρωτίστως ένα φυσικό αντικείμενο ορισμένης μορφής: ένα μπλε πλαίσιο με καμβά και στρώματα χρώματος. Μόνον μέσω μιας προθετικής σύλληψης καθίσταται πορτρέτο του Μαξιμιλιανού· μόνο μέσω αυτής αναφέρεται σε αυτόν και τον αναπαριστά.

Όπως γράφει ο Husserl:

Ο πίνακας είναι εικόνα μόνο για μια εικονοσυστατική συνείδηση, η οποία αποδίδει σε ένα πρωτογενές και αντιληπτικά εμφανιζόμενο αντικείμενο, μέσω της (εδώ σε αντίληψη θεμελιωμένης) φαντασιακής αποπερίληψης, τη «ισχύ» ή «σημασία» μιας εικόνας. Αν λοιπόν η σύλληψη ως εικόνας προϋποθέτει ήδη ένα αντικείμενο προθετικά δοσμένο στη συνείδηση, τότε θα οδηγούσε προφανώς σε άπειρη παλινδρόμηση να το αφήσουμε να συγκροτείται εκ νέου και πάντοτε μέσω μιας εικόνας — δηλαδή να μιλούμε σοβαρά, ως προς μια απλή αντίληψη, για μια «αντιληπτική εικόνα» που ενυπάρχει σε αυτήν, «μέσω» της οποίας θα αναφερόταν στο «ίδιο το πράγμα» (Hua 19/437· πρβλ. 19/398).

Η ανάλυση του Husserl δείχνει ότι η αναπαραστατική σχέση είναι παρασιτική. Το αντικείμενο που ερμηνεύεται ως αναπαράσταση πρέπει προηγουμένως να έχει ήδη αντιληφθεί. Αλλά τότε η αναπαραστασιοκρατική θεωρία πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτή ακριβώς υποστηρίζει ότι η αντίληψη καθίσταται δυνατή μέσω αναπαράστασης. Αν η αναπαράσταση προϋποθέτει με τη σειρά της αντίληψη — και γενικότερα προθετικότητα — δεν μπορεί να την εξηγήσει.⁷

Κατά τον Husserl είμαστε «πρωτίστως και κατά το πλείστον» στραμμένοι προς αντικείμενα του κόσμου. Αυτή η κατεύθυνση είναι άμεση, δηλαδή δεν μεσολαβείται από νοητικές αναπαραστάσεις. Αντί να πούμε ότι βιώνουμε αναπαραστάσεις, θα μπορούσαμε μάλλον να πούμε ότι οι εμπειρίες μας είναι παριστώσες — και ότι μέσα σε αυτές ο κόσμος είναι εκάστοτε παρών με ορισμένο τρόπο.

Σημειώσεις:

⁴ Το πρώτο σχέδιο μιας καθαρά περιγραφικής ανάλυσης της συνείδησης βρήκε ο Husserl στην Psychologie vom empirischen Standpunkt (1871) του Brentano.

⁵ Σε ένα χωρίο των Ideen II ο Husserl εκφράζει αυτή τη διαφορά σχετικά καθαρά: Όταν το υποκείμενο κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο και το βιώνει, δεν πρόκειται για πραγματική (reale) σχέση, αλλά για προθετική σχέση προς κάτι πραγματικό. Υπό ορισμένες συνθήκες, το εν λόγω αντικείμενο μπορεί βέβαια να επιδρά και πραγματικά (αιτιακά) επ’ εμού. Αν το αντικείμενο δεν υπάρχει, τότε και αυτή η πραγματική σχέση εκλείπει, ενώ η προθετική σχέση παραμένει. Το ότι η προθετική σχέση μπορεί να συμπληρώνεται από μια πραγματική σχέση όταν το αντικείμενο υπάρχει — δηλαδή ότι τότε (π.χ. μέσω ταλαντώσεων στον χώρο) επιδρά στα αισθητήριά μου όργανα — αποτελεί απλώς ένα ψυχοφυσικό γεγονός και δεν επηρεάζει τη δομή της προθετικής σχέσης (Hua 4/215–216).

⁶ Η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική αναφορά δεν είναι.
[ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ]

⁷ Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία της αντίληψης επιβαρύνεται και με πλήθος άλλων δυσκολιών. Για να αναφερθεί μόνο μία: αν διακρίνουμε μεταξύ του συνειδησιακά-υπερβατικού αντικειμένου και της συνειδησιακά-εμμενούς αναπαράστασής του, είναι δύσκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα: πώς γνωρίζουμε ότι η αναπαράσταση εντός της συνείδησης συμφωνεί πράγματι με το αντικείμενο εκτός αυτής; Δεν έχουμε πρόσβαση σε μια ουδέτερη θέση σύγκρισης· και υπάρχουν μάλιστα σοβαροί λόγοι να υποθέσουμε ότι δεν ομοιάζουν καθόλου — συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν και αρκετοί φυσιοκρατικά επηρεασμένοι γνωσιοθεωρητικοί στα τέλη του 19ου αιώνα. Όπως γράφει ο Brentano, τα φυσικά φαινόμενα που παράγονται όταν ο αισθητηριακός μας μηχανισμός δέχεται αιτιακές επιδράσεις είναι σημεία κάποιου πραγματικού — δηλαδή μοριακών ταλαντώσεων (1924, σ. 13–14, 28, 66–67). Εφόσον τα φαινόμενα δεν έχουν κοινές ιδιότητες με αυτές τις ταλαντώσεις, καταλήγει ότι δεν αποδίδουν πιστά τα αίτιά τους, και συνεπώς η αισθητηριακή μας εμπειρία πρέπει τελικά να θεωρηθεί απατηλή. Με άλλα λόγια, δεν βιώνουμε την πραγματικότητα όπως είναι καθ’ εαυτήν (Brentano 1924, σ. 14, 86–87, 128). Είναι δύσκολο να αποφευχθεί αυτό το συμπέρασμα, εκτός αν τεθούν ριζικά υπό αμφισβήτηση οι ρεαλιστικές του προκείμενες — πράγμα που συνιστά ακριβώς τη λύση του Husserl (πρβλ. και Zahavi 1994a).

Συνεχίζεται

Η Φαινομενολογία του Husserl Του Dan Zahavi

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Εισαγωγικά


Ο Dan Zahavi, γεννημένος το 1967· Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και Διευθυντής του Κέντρου Έρευνας της Υποκειμενικότητας του Εθνικού Ιδρύματος Έρευνας της Δανίας. Κύριος ερευνητικός προσανατολισμός: φαινομενολογία και φιλοσοφία της συνείδησης.

Σημαντικότερες δημοσιεύσεις:
Intentionalität und Konstitution (1992),
Husserl und die transzendentale Intersubjektivität (1996),
Alterity and Facticity (επιμ. μαζί με Natalie Depraz) (1998),
Self-awareness and Alterity (1999),
One Hundred Years of Phenomenology (επιμ. μαζί με Frederik Stjernfelt) (2002),
The Structure and Development of Self-consciousness (επιμ. μαζί με Thor Grünbaum και Josef Parnas) (2004),
Hidden Resources (επιμ.) (2004),
Subjectivity and Selfhood (2005),
Phänomenologie für Einsteiger (2007),
The Phenomenological Mind (σε συνεργασία με Shaun Gallagher) (2008).

Συν-εκδότης του περιοδικού Phenomenology and the Cognitive Sciences. Πρώην πρόεδρος της Σκανδιναβικής Εταιρείας Φαινομενολογίας. Συνέγραψε πλήθος άρθρων για τον Husserl, την αυτοσυνείδηση και τη διυποκειμενικότητα.

Εισαγωγή


Ο Edmund Husserl γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1859 στο Proßnitz της Μοραβίας (τότε τμήμα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας), σε εβραϊκή οικογένεια. Μεταξύ 1876 και 1882 σπούδασε φυσική, μαθηματικά, αστρονομία και φιλοσοφία, αρχικά στη Λειψία και αργότερα στο Βερολίνο και στη Βιέννη. Στη Βιέννη αναγορεύθηκε διδάκτορας μαθηματικών το 1882 και τα επόμενα χρόνια παρακολούθησε διαλέξεις του γνωστού ψυχολόγου και φιλοσόφου Franz Brentano.

Το 1886 ο Husserl προσχώρησε στον προτεσταντισμό και το 1887 υφηγήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Halle με εργασία για την έννοια του αριθμού, όπου και εργάστηκε τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια ως ιδιωτικός διδάσκων. Κατά την περίοδο αυτή τον απασχόλησαν θεμελιώδη προβλήματα γνωσιοθεωρίας και θεωρίας της επιστήμης. Οι στοχασμοί του επί των ζητημάτων αυτών οδήγησαν στο πρώτο μεγάλο του έργο, Logische Untersuchungen (1900–1901).

Ως αποτέλεσμα αυτής της δημοσίευσης, ο Husserl εκλήθη στο Πανεπιστήμιο του Göttingen, όπου δίδαξε από το 1901 έως το 1916, αρχικά ως έκτακτος και από το 1906 ως τακτικός καθηγητής. Το επόμενο σημαντικό του έργο, που σηματοδότησε τη στροφή προς την υπερβατολογική φιλοσοφία, εκδόθηκε το 1913 με τον τίτλο Ideen zu einer reinen Phänomenologie und phänomenologischen Philosophie I (οι τόμοι II και III εκδόθηκαν μόνον μετά θάνατον).

Το 1916 ο Husserl μετεγκαταστάθηκε στο Freiburg, όπου ανέλαβε την έδρα φιλοσοφίας ως διάδοχος του νεοκαντιανού Heinrich Rickert. Κατά τα έτη του Freiburg, τόσο η Edith Stein όσο και ο Martin Heidegger εργάστηκαν ως βοηθοί του. Χάρη στην επιμέλεια των χειρογράφων του Husserl από αυτούς κατέστη δυνατή η δημοσίευση, το 1928, των περίφημων διαλέξεών του για τη φαινομενολογία της εσωτερικής χρονικής συνείδησης. Όταν ο Husserl συνταξιοδοτήθηκε το ίδιο έτος, τη θέση του ανέλαβε ο Heidegger.

Τα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν δύο έργα: Formale und transzendentale Logik (1929) και Méditations cartésiennes (1931).¹ Κατά τα τελευταία πέντε έτη της ζωής του, ο Husserl υπήρξε θύμα της αντισημιτικής νομοθεσίας που ακολούθησε την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία το 1933. Την ίδια χρονιά διαγράφηκε από τον κατάλογο των πανεπιστημιακών καθηγητών και — μεταξύ άλλων και με τη συνδρομή του Heidegger — του απαγορεύθηκε η χρήση της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης.

Παρότι αποκλεισμένος από το γερμανικό πανεπιστημιακό περιβάλλον κατά τη δεκαετία του 1930, προσκλήθηκε το 1935 να δώσει διαλέξεις στη Βιέννη και στην Πράγα. Οι διαλέξεις αυτές αποτέλεσαν τον πυρήνα του τελευταίου μεγάλου του έργου, Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie, του οποίου το πρώτο μέρος δημοσιεύθηκε το 1936 σε γιουγκοσλαβικό περιοδικό.²

Τα έργα που ο ίδιος ο Husserl δημοσίευσε ήταν κατά κανόνα προγραμματικές εισαγωγές στη φαινομενολογία και αποτελούν μόνο μικρό μέρος της τεράστιας παραγωγής του. Είχε τη συνήθεια να καταγράφει καθημερινά τις σκέψεις του, και όταν πέθανε, στις 27 Απριλίου 1938, τα λεγόμενα ερευνητικά χειρόγραφά του — μαζί με χειρόγραφα διαλέξεων και αδημοσίευτα βιβλία — ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 45.000 σελίδες.

Για προφανείς λόγους, τα χειρόγραφα αυτά δεν ήταν ασφαλή στη Γερμανία. (Σχεδόν ολόκληρη η πρώτη έκδοση του μεταθανάτια δημοσιευμένου έργου Erfahrung und Urteil, που εκδόθηκε το 1939 στην Πράγα, καταστράφηκε από τους Γερμανούς.) Λίγο μετά τον θάνατο του Husserl, ένας νεαρός Φραγκισκανός, ο Herman Leo Van Breda, κατόρθωσε να μεταφέρει λαθραία όλα τα έγγραφά του εκτός Γερμανίας σε μοναστήρι στο Βέλγιο.

Πριν ακόμη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ιδρύθηκε το Αρχείο Husserl στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Λουβέν, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα τα πρωτότυπα χειρόγραφα. Παράλληλα ξεκίνησε και η κριτική έκδοση των έργων του Husserl — η Husserliana. Η έκδοση αυτή, που αριθμεί έως τώρα τριάντα εννέα τόμους, περιλαμβάνει όχι μόνο νέες εκδόσεις των έργων που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως προηγουμένως αδημοσίευτα έργα, άρθρα, διαλέξεις, ομιλίες και ερευνητικά χειρόγραφα.³

Όπως ήδη υπαινίχθηκε, η συγγραφική παραγωγή του Edmund Husserl υπήρξε εξαιρετικά εκτεταμένη· γι’ αυτό είναι απίθανο να υπήρξε ποτέ ένα και μόνο πρόσωπο που να διάβασε όλα όσα έγραψε — πόσο μάλλον να τα ενέταξε σε μια συστηματική ερμηνεία. Το γεγονός αυτό όχι μόνο καθιστά την έρευνα για τον Husserl μια ανοιχτή υπόθεση — ποτέ δεν γνωρίζει κανείς αν δεν θα εμφανιστεί ξαφνικά ένα χειρόγραφο που θα υπονομεύσει τη δική του ερμηνεία — αλλά δυσχεραίνει και την προσπάθεια συγγραφής μιας συστηματικής παρουσίασης της φιλοσοφίας του.


Φαίνεται λοιπόν αδύνατο ένα και μόνο έργο — και πολύ περισσότερο μια εισαγωγή αυτού του μεγέθους — να πραγματευθεί διεξοδικά όλες τις όψεις της σκέψης του. Γι’ αυτό αναγκάστηκα να προβώ σε επιλογή. Ίσως, επομένως, είναι σκόπιμο να ειπωθούν λίγα λόγια για την προοπτική που υιοθέτησα.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι Husserls Phänomenologie, και αυτό που επιδιώκω να παρουσιάσω είναι ακριβώς η ανάπτυξη της φαινομενολογίας — εις βάρος ορισμένων πιο παραδοσιακών πλευρών της φιλοσοφίας του, όπως π.χ. η τυπική του οντολογία ή ο ουσιοκρατισμός του.

Η παρουσίασή μου διαιρείται σε τρία κύρια μέρη και συνδυάζει, έως έναν βαθμό, συστηματικές και χρονολογικές οπτικές. Ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, την εξέλιξη της φιλοσοφίας του Husserl: από τις πρώιμες αναλύσεις της λογικής και της προθετικότητας, στις ώριμες υπερβατολογικές αναλύσεις της αναγωγής και της συγκρότησης, έως τις ύστερες αναλύσεις της διυποκειμενικότητας και του βιόκοσμου.
Το πρώτο μέρος έχει ως κεντρικό θέμα την πρώιμη θεωρία της προθετικότητας του Husserl. Αφενός πρόκειται για φυσική επιλογή, αφού η περιγραφή της κατευθυντικότητας της συνείδησης προς αντικείμενα ανήκει στις σημαντικότερες και επιδραστικότερες αναλύσεις του. Αφετέρου, η ανάλυση της προθετικότητας είναι ιδιαιτέρως κατάλληλη ως κλειδί για την κατανόηση της σκέψης του γενικότερα. Ένα σημαντικό μέρος των μεταγενέστερων αναλύσεών του — είτε πρόκειται για λεπτομερείς αναλύσεις συγκεκριμένων φαινομένων είτε για θεμελιωδέστερους υπερβατολογικούς στοχασμούς — μπορεί να θεωρηθεί ως απόπειρα ριζοσπαστικοποίησης και περαιτέρω ανάπτυξης των διοράσεων που περιέχονται στην πρώιμη έρευνά του περί της προθετικότητας της συνείδησης.
Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζω τα κύρια στοιχεία της υπερβατολογικής φιλοσοφίας του Husserl. Γιατί ισχυρίζεται ότι η φαινομενολογία είναι μια μορφή ιδεαλισμού; Και πώς πρέπει να κατανοηθεί η επανειλημμένη του δήλωση ότι η υποκειμενικότητα είναι συγκροτητική του κόσμου; Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι κεντρικές του έννοιες: epoché, αναγωγή και συγκρότηση.


Αφού περιγράψω τα κίνητρα για τις πιο τυπικές και θεμελιώδεις αυτές έννοιες, καθώς και την οδό που οδήγησε σε αυτές μαζί με την ανάπτυξή τους, θα στραφώ, στο τρίτο και εκτενέστερο μέρος, σε ορισμένες πιο συγκεκριμένες αναλύσεις του Husserl. Οι — κυρίως ύστερες — αυτές έρευνες περί σώματος, χρόνου, διυποκειμενικότητας και βιόκοσμου δεν πρέπει να κατανοηθούν απλώς ως επιμέρους αναλύσεις, στις οποίες ο Husserl εφαρμόζει ήδη διαμορφωμένες φαινομενολογικές αρχές. Όπως θα φανεί, οι αναλύσεις του επί αυτών των συγκεκριμένων θεμάτων οδήγησαν σε συνεχή αναθεώρηση των ίδιων των θεμελιωδών αρχών της φαινομενολογίας.
Η παρουσίασή μου θα βασιστεί στα έργα που δημοσίευσε ο ίδιος ο Edmund Husserl, στα κείμενα που εκδόθηκαν αργότερα στη Husserliana, καθώς και σε μια σειρά ακόμη αδημοσίευτων χειρογράφων. Παρότι το βιβλίο αυτό προορίζεται ως εισαγωγή στη φαινομενολογία του Husserl, φιλοδοξεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή αναπαραγωγή της καθιερωμένης, «τυπικής» ερμηνείας της φιλοσοφίας του. Θα ενσωματώσει επίσης και τις δικές μου έρευνες επί του πεδίου αυτού.
Η απόφαση να χρησιμοποιηθούν τα ερευνητικά χειρόγραφα του Husserl απαιτεί να αντιμετωπιστεί μια γνωστή μεθοδολογική ένσταση. Ορισμένοι (κριτικοί) ερμηνευτές του Husserl, όπως ο Paul Ricoeur, έχουν υποστηρίξει ότι μια ερμηνεία θα έπρεπε να βασίζεται, όσο το δυνατόν, αποκλειστικά στα κείμενα που δημοσίευσε ο ίδιος.⁴ Θεωρούν προβληματικό να γίνεται χρήση αδημοσίευτων χειρογράφων βιβλίων ή ερευνητικών σημειώσεων, τα οποία ο Husserl απέσυρε από τη δημοσίευση και τα οποία ενδεχομένως προορίζονταν μόνο για τα δικά του μάτια.


Κείμενα που έγραψε για να κατακτήσει μια διορατικότητα ακριβώς μέσω της ίδιας της διαδικασίας της γραφής (Hua 13/xviii–xix) μπορεί να αποκλείστηκαν από τη δημοσίευση ακριβώς επειδή δεν ήταν ικανοποιημένος από αυτά.⁵ Αν όμως εξετάσουμε την παρουσίαση της μεθόδου εργασίας του Husserl που δίνει ο Iso Kern στην εισαγωγή του στους τρεις τόμους περί διυποκειμενικότητας (πρβλ. Hua 14/xx), καθίσταται φανερό ότι η σχέση μεταξύ των ερευνητικών χειρογράφων και των δημοσιευμένων έργων είναι πιο σύνθετη.
Πρώτον, ο Husserl εργάστηκε πάνω σε πολλά από τα ύστερα ερευνητικά χειρόγραφα με στόχο να συγγράψει μια τελική, συστηματική έκθεση της φιλοσοφίας του — μια έκθεση που όμως δεν έλαβε ποτέ την οριστική της μορφή. Αυτό όμως δεν οφειλόταν στο ότι ήταν δυσαρεστημένος με το περιεχόμενο των χειρογράφων, αλλά στο ότι διαρκώς απορροφούνταν σε επιμέρους αναλύσεις (Hua 15/xvi, lxi).
Δεύτερον — και σημαντικότερο — εξαιτίας των επανειλημμένων δυσκολιών του να ολοκληρώσει μια συστηματική και συνολική παρουσίαση των σκέψεών του, ο Husserl εργαζόταν κατά περιόδους συνειδητά για τη μεταθανάτια παρακαταθήκη του (πρβλ. Hua 14/xix, 15/lxii, lxvii–iii). Αντίστοιχα, παρατηρούσε συχνά ότι το σημαντικότερο μέρος του έργου του βρισκόταν στα χειρόγραφά του. Έτσι, σε επιστολή του προς τον Adolf Grimme, της 5ης Απριλίου 1931, γράφει:
«Πράγματι, το μεγαλύτερο — και, όπως πιστεύω, το σημαντικότερο — μέρος του έργου της ζωής μου βρίσκεται ακόμη στα χειρόγραφά μου, τα οποία, λόγω της έκτασής τους, είναι σχεδόν αδύνατον να τιθασευθούν» (Hua 15/lxvi· πρβλ. 14/xix).

Τέλος, μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει και από συστηματική σκοπιά. Αν μια σειρά από αδημοσίευτες αναλύσεις του Edmund Husserl είναι καλύτερα επεξεργασμένες και πειστικότερες από τις αναλύσεις που βρίσκουμε στα δημοσιευμένα έργα του, τότε δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας φιλοσοφικός — αλλά το πολύ φιλολογικός — λόγος να περιοριστεί κανείς στις τελευταίες.

Σημειώσεις:

¹ Πρόκειται για τη γαλλική μετάφραση των Cartesianische Meditationen από τους Lévinas, Peiffer και Koyré. Το έργο γράφτηκε το 1929, αλλά εκδόθηκε στα γερμανικά μόλις το 1950.
² Ο Husserl έχει συχνά παρουσιαστεί ως ιδιαίτερα μονολογικός και μονολιθικός στοχαστής. Λέγεται, π.χ., η ακόλουθη ανέκδοτη ιστορία: μετά από ένα ανώτερο σεμινάριο επαίνεσε, υποτίθεται, ενώπιον του Heidegger τη ζωηρή συζήτηση — ενώ στην πραγματικότητα σε όλη τη διάρκεια είχε μιλήσει μόνο ο ίδιος (πρβλ. Biemel 1973, 16). Ως έναν βαθμό η περιγραφή αυτή είναι ασφαλώς εύστοχη, υπάρχουν όμως και ενδείξεις προς άλλη κατεύθυνση. Πρώτον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συζητήσεις του με τους δύο τελευταίους βοηθούς του, Ludwig Landgrebe και Eugen Fink, υπήρξαν καθοριστικές για την ανάπτυξη της ύστερης φιλοσοφίας του (πρβλ. Fink 1933, Cairns 1976, Bruzina 1989, Zahavi 1994c). Δεύτερον, η δημοσίευση της εκτεταμένης αλληλογραφίας του (σε δέκα τόμους) μαρτυρεί ότι σε όλη του τη ζωή βρισκόταν σε επαφή με μεγάλο αριθμό κορυφαίων διανοουμένων της εποχής του. Στην αλληλογραφία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, επιστολές προς Bergson, Binswanger, Bühler, Cantor, Cassirer, Dilthey, Frege, Gurwitsch, Hartshorne, Hilbert, Hofmannsthal, Horkheimer, Jaspers, Koyré, Lask, Lévy-Bruhl, Lipps, Löwith, Mach, Marcuse, Masaryk, Natorp, Otto, Patoka, Russell, Schestow, Schütz, Sigwart, Simmel, Stumpf, Twardowski και Wertheimer.

³ Βλ. τον πρόλογο του Van Breda στον τόμο Husserliana I και Van Breda 1959.
⁴ Πρβλ. Ricoeur 1985, 44.
⁵ Παραπέμπω σταθερά στην κριτική έκδοση Husserliana. Ο πρώτος αριθμός δηλώνει τον τόμο και ο δεύτερος τη σελίδα. Οι παραπομπές μου στα αδημοσίευτα ερευνητικά χειρόγραφα θα φέρουν όλες την ένδειξη Ms. μαζί με την αντίστοιχη σήμανση του χειρογράφου.