Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl. Η έννοια της προθετικότητας 2

Συνέχεια από Τρίτη 24. Φεβρουαρίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Η έννοια της προθετικότητας 2

....Κατά τον Husserl είμαστε «πρωτίστως και κατά το πλείστον» στραμμένοι προς αντικείμενα του κόσμου. Αυτή η κατεύθυνση είναι άμεση, δηλαδή δεν μεσολαβείται από νοητικές αναπαραστάσεις. Αντί να πούμε ότι βιώνουμε αναπαραστάσεις, θα μπορούσαμε μάλλον να πούμε ότι οι εμπειρίες μας είναι παριστώσες — και ότι μέσα σε αυτές ο κόσμος είναι εκάστοτε παρών με ορισμένο τρόπο.....

Αν συγκρίνουμε την αντίληψη μιας γυμνής βελανιδιάς με τη φαντασιακή παράσταση ενός Φαύνου που παίζει φλάουτο, τότε θα ήταν
(1) λανθασμένο να πούμε ότι μόνο στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια προθεσιακή (intentional) σχέση προς ένα αντικείμενο, ενώ στη φαντασία αυτή απουσιάζει.
Θα ήταν επίσης (2) λανθασμένο να υποστηρίξουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις κατευθυνόμαστε προθεσιακά προς ένα υπάρχον αντικείμενο ενδοσυνειδησιακό (immanent στο συνείδημα).
Εξίσου δεν ισχύει (3) ότι στην αντίληψη κατευθυνόμαστε προς ένα εξωψυχικό ή συνειδησιακά-υπερβατικό αντικείμενο, ενώ στη φαντασιακή παράσταση προς ένα ενδοψυχικό ή εμμενές αντικείμενο.
Τέλος, θα ήταν επίσης (4) λανθασμένο να πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση προθεσιαζόμαστε προς ένα αντικείμενο που υπάρχει τόσο εμμενώς όσο και υπερβατικά, ενώ στη δεύτερη περίπτωση προς ένα αντικείμενο που υπάρχει μόνο εμμενώς.

Όχι· η σωστή περιγραφή πρέπει μάλλον (5) να είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις αναφερόμαστε προθεσιακά σε ένα υπερβατικό, εξωψυχικό αντικείμενο.

Η διαφορά συνίσταται απλώς στο ότι το αντικείμενο της πρόθεσής μας στην πρώτη περίπτωση υπάρχει, ενώ στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει.


Σχηματικά:




Με αυτό το υπόβαθρο μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προθέσεις που κατευθύνονται προς «μη πραγματικά» αντικείμενα χαρακτηρίζονται —όπως και κάθε κανονική αντίληψη— από τη σχέση ή την κατευθυντικότητά τους προς ένα υπερβατικό αντικείμενο. Σε αντίθεση όμως με τις κανονικές αντιλήψεις, το αντικείμενό τους δεν υπάρχει, ούτε ενδοψυχικά ούτε εξωψυχικά. Ο ροζ ελέφαντας που παραισθανόμαστε, για παράδειγμα, δεν υπάρχει ούτε μέσα στη συνείδηση ούτε έξω από αυτήν· ωστόσο η παραισθητική εμπειρία περιέχει παρ’ όλα αυτά μια σχέση προς ένα υπερβατικό αντικείμενο (Hua 19/06). Όπως γράφει ο Husserl:

«Αν φαντάζομαι τον Θεό ή έναν άγγελο, ένα νοητό ον καθεαυτό ή ένα φυσικό πράγμα ή ένα στρογγυλό τετράγωνο κ.λπ., τότε αυτό που εδώ ονομάζεται και είναι υπερβατικό είναι ακριβώς αυτό που εννοείται, δηλαδή (με άλλα λόγια) το προθεσιακό αντικείμενο· και είναι αδιάφορο αν αυτό το αντικείμενο υπάρχει, αν είναι επινοημένο ή παράλογο. Όταν λέγεται ότι το αντικείμενο είναι “απλώς προθεσιακό”, αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι υπάρχει, αλλά μόνο μέσα στην intentio (δηλαδή ως πραγματικό συστατικό της), ή ότι υπάρχει μέσα της κάποια σκιά του· σημαίνει μάλλον ότι η πρόθεση, δηλαδή το να εννοείται ένα τέτοιο αντικείμενο, υπάρχει, αλλά το αντικείμενο δεν υπάρχει. Αντίστροφα, αν το προθεσιακό αντικείμενο υπάρχει, τότε δεν υπάρχει μόνο η πρόθεση, το εννοείν, αλλά και το εννοούμενο» (Hua 19/439).

Σε αντίθεση με τις λεγόμενες φυσικές σχέσεις, η προθεσιακότητα χαρακτηρίζεται από το ότι δεν προϋποθέτει την ύπαρξη και των δύο όρων της σχέσης (γι’ αυτό ίσως θα έπρεπε ακόμη και να αποφεύγεται να ονομάζεται απλώς «σχέση»). Αν το Α ενεργεί αιτιακά πάνω στο Β, τότε πρέπει να υπάρχουν τόσο το Α όσο και το Β· αν όμως το Α προθεσιακά κατευθύνεται προς το Β, τότε είναι αναγκαίο να υπάρχει μόνο το Α. Αν είναι αλήθεια ότι κάθομαι πάνω σε ένα άλογο, τότε πρέπει να υπάρχουμε τόσο εγώ όσο και το άλογο. Αν είναι αλήθεια ότι εννοώ ένα άλογο, τότε το άλογο δεν χρειάζεται να υπάρχει (ούτε εμμενώς ούτε υπερβατικά).

Η προθεσιακότητα χαρακτηρίζεται λοιπόν από την ανεξαρτησία της από την ύπαρξη. Δεν είναι συνεπώς η ύπαρξη του αντικειμένου που προθεσιαζόμαστε εκείνη που καθιστά μια πράξη προθεσιακή, είτε πρόκειται για αντίληψη είτε για παραισθητική εμπειρία. Η συνείδηση δεν γίνεται προθεσιακή μόνο μέσω μιας εξωτερικής επίδρασης, ούτε χάνει την προθεσιακότητά της όταν το αντικείμενό της παύει να υπάρχει. Η προθεσιακότητα δεν είναι μια εξωτερική σχέση που προκύπτει μόνο μέσω της επίδρασης ενός υπάρχοντος αντικειμένου· είναι μάλλον μια ιδιότητα εγγενής στη συνείδηση. Η προθεσιακότητα λοιπόν δεν προϋποθέτει την ύπαρξη δύο διαφορετικών πραγμάτων —της συνείδησης και του αντικειμένου. Το μόνο που πρέπει πραγματικά να υπάρχει είναι το προθεσιακό βίωμα, του οποίου η ίδια η δομή περιλαμβάνει την κατευθυντικότητα προς ένα αντικείμενο (Hua 19/386, 427):

«Το ότι μια παράσταση αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο και με έναν ορισμένο τρόπο δεν το οφείλει σε κάποια δραστηριότητα πάνω στο αντικείμενο που υπάρχει έξω από αυτήν και καθ’ εαυτό· σαν να στρεφόταν προς αυτό με μια κυριολεκτική έννοια ή να ασχολούνταν με αυτό ή πάνω σε αυτό, όπως το γράφον χέρι με την πένα. Δεν το οφείλει καθόλου σε κάτι που παραμένει κατά κάποιο τρόπο εξωτερικό προς αυτήν, αλλά αποκλειστικά στη δική της ιδιομορφία» (Hua 19/451).

Με αυτό το υπόβαθρο γίνεται σαφές ότι δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την ανάλυση της προθεσιακότητας του Husserl ως στήριγμα ενός μεταφυσικού ρεαλισμού, σαν να ισχυριζόταν ο Husserl ότι μπορούμε να μιλάμε για συνείδηση μόνο όταν υπάρχει και κάτι ανεξάρτητο από αυτήν, προς το οποίο η συνείδηση μπορεί να κατευθυνθεί. Η ανάλυση της προθεσιακότητας δείχνει απλώς ότι υπάρχουν πράξεις συνείδησης που, λόγω της ίδιας τους της δομής, κατευθύνονται προς αντικείμενα υπερβατικά ως προς την πράξη. Αυτό όμως αρκεί όταν πρόκειται να ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο παραδοσιακό γνωσιοθεωρητικό πρόβλημα, δηλαδή το ερώτημα πώς το υποκείμενο και το αντικείμενο μπορούν να έρθουν σε σχέση μεταξύ τους.

Δεν αποτελεί καθόλου πρόβλημα για το υποκείμενο να φτάσει προς ένα αντικείμενο, διότι το υποκείμενο είναι εκ φύσεως αυτο-υπερβατικό, δηλαδή εκ φύσεως κατευθυνόμενο προς κάτι διαφορετικό από το ίδιο. Στην περίπτωση της αντίληψης, αυτό το διαφορετικό είναι ακριβώς το ίδιο το αντικείμενο, και όχι μια εικόνα ή ένα αντίγραφό του.

Μία από τις αποφασιστικές διαφορές ανάμεσα στη θεωρία της προθεσιακότητας του Husserl και στις θεωρίες που τον επηρέασαν (π.χ. του Brentano και του Twardowski) είναι επομένως ότι ο Husserl αρνείται επίμονα ότι το προθεσιακό αντικείμενο είναι ένα εμμενές περιεχόμενο της συνείδησης, το οποίο απλώς μεσολαβεί στην πρόσβασή μας προς το πραγματικό, υπερβατικό ως προς τη συνείδηση αντικείμενο. Όπως τονίζει ο Husserl, μπορούμε να προθεσιαζόμαστε ένα αντικείμενο μόνο εφόσον αυτό είναι αντικείμενο της πρόθεσής μας, δηλαδή το προθεσιακό αντικείμενό της:
«Αρκεί να το διατυπώσει κανείς για να το αναγνωρίσει ο καθένας: ότι το προθεσιακό αντικείμενο της παράστασης είναι το ίδιο με το πραγματικό και —αν υπάρχει— το εξωτερικό της αντικείμενο, και ότι είναι παράλογο να γίνεται διάκριση ανάμεσα στα δύο. Το υπερβατικό αντικείμενο δεν θα ήταν καθόλου αντικείμενο αυτής της παράστασης, αν δεν ήταν το προθεσιακό της αντικείμενο. Και φυσικά αυτό είναι μια καθαρά αναλυτική πρόταση. Το αντικείμενο της παράστασης, της “πρόθεσης”, αυτό είναι και σημαίνει: το παρασταθέν, το προθεσιακό αντικείμενο» (Hua 19/439).

Ο Husserl ισχυρίζεται λοιπόν ότι είναι παράλογο να διακρίνουμε ανάμεσα στο προθεσιακό και στο πραγματικό αντικείμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα προθεσιακά αντικείμενα είναι και πραγματικά· σημαίνει όμως ότι, όταν το προθεσιακό αντικείμενο υπάρχει πραγματικά, τότε αυτό ακριβώς το πραγματικό αντικείμενο, και κανένα άλλο, είναι το προθεσιακό αντικείμενο της συνείδησής μας.

Σημειώσεις:

8 Στο L'être et le néant ο Sartre υποστηρίζει ότι το υποκείμενο κατευθύνεται προς κάτι διαφορετικό από το ίδιο και, με βάση αυτό, ισχυρίζεται ότι η θεωρία της προθεσιακότητας περιέχει μια οντολογική απόδειξη για την ύπαρξη μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τη συνείδηση (1943, 28–29). Το να είναι όμως κάτι διαφορετικό ή ανεξάρτητο από κάτι άλλο δεν είναι το ίδιο πράγμα, γεγονός που καθιστά αμφίβολη την εγκυρότητα της «απόδειξης» του Sartre.

9 Το απόσπασμα αυτό έχει συχνά θεωρηθεί ως έκφραση του μεταφυσικού ρεαλισμού του Husserl στις Logische Untersuchungen. Θα επανέλθω αργότερα σε αυτήν την παρερμηνεία (βλ. σ. 40).
Το αποφασιστικό ερώτημα είναι τώρα αν ο Husserl, στις Logischen Untersuchungen, είναι σε θέση να αποδώσει φαινομενολογικά τη διαφορά ανάμεσα στο απλώς προθεσιαζόμενο και στο πραγματικά υπάρχον αντικείμενο. Πότε είναι δικαιολογημένο να χαρακτηρίζεται ένα αντικείμενο ως πραγματικό; Τι σημαίνει ότι ένα αντικείμενο υπάρχει; Για να διευκρινιστούν αυτά τα ερωτήματα, είναι πλέον αναγκαίο να περάσουμε από την κριτική των διαφόρων παρερμηνειών στην ίδια τη θετική ανάλυση της προθεσιακότητας από τον Husserl.

Δεν υπάρχουν σχόλια: