Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος - Maria Isabel Santa Cruz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος - Maria Isabel Santa Cruz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ! (3)

 Συνέχεια από:  Σάββατο 8 Μαρτίου 2025


Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ! 
Της Maria Isabel Santa Cruz.
Στον Ευθύδημο, 301 Α 3-4, εμφανίζεται ο όρος της παρουσίας ακόμη και για να εξηγήσει τον τύπο τής σχέσης ανάμεσα στην ομορφιά και στα όμορφα πράγματα: αυτά είναι διαφορετικά από εκείνη, αλλά το ωραίο είναι παρόν (πάρεστι) σ ’αυτή. Το καθόλου τού κάλλους δεν αφομοιώνεται στα ιδιαίτερα όμορφα πράγματα, αλλά δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο μία καθαρή απόσταση, καθώς η «παρουσία» εκλαμβάνεται σαν μεσολάβηση! Και ακολουθεί αμέσως το αστείο του βοδιού:
«Εάν ένα βόδι υπάρχει δίπλα σου (παραγένηται), εσύ είσαι ένα βόδι και επειδή τώρα βρίσκεσαι στην παρουσία μου εσύ είσαι ο Διονυσόδωρος! (Ευθύδημος, 301 Α 5-6)».
Αυτό το σόφισμα το οποίο προέρχεται από την ομωνυμία, παίζει με την ασάφεια τού όρου παρείναι, ο οποίος εκφράζει την παρουσία μίας ποιότητος και ταυτοχρόνως, μπορεί να σημάνει την γειτνίαση ανάμεσα σε υποκείμενα! Διαφορετικά από τον Σωκράτη, ο Διονυσόδωρος χρησιμοποιεί τον όρο με μία καθαρά φυσική σημασία! Πολλοί σχολιαστές θέλησαν να βρουν μία επιβεβαίωση τής θεωρίας τών υπερβατικών μορφών, ενώ άλλοι, την θεωρία τών καθόλου. Σκέφτομαι ότι εδώ-και γενικώς στους πρώτους διαλόγους-δεν είναι απαραίτητο να βρούμε τίποτε άλλο παρά την εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στο καθόλου (το οποίο σχεδόν πάντοτε είναι μία ποιότης) και τα αντίγραφα ή τις ιδιαίτερες παρουσίες εκείνου του καθόλου. Δεν πρόκειται δηλαδή για έναν διαχωρισμό στο επίπεδο του Είναι, αλλά για το γεγονός ότι παρουσία και ενύπαρξη πάνε μαζί, ίσως μάλιστα παρουσία να σημαίνει ενύπαρξη!
Ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα βρίσκεται στον Ιππία Μεγάλο. Ο Σωκράτης ερωτά τον Ιππία τί εστί το καλόν, 286 D 1-2, αυτό το καλόν ό τι εστιν, D8- E1) και του ζητά μία ακριβέστατη απάντηση: Είναι για την δικαιοσύνη που οι καλοί άνθρωποι είναι καλοί! Με τον ίδιο τρόπο, για την σοφία οι άνθρωποι είναι σοφοί και για το αγαθό όλα τα καλά πράγματα είναι καλά! Τόσο η δικαιοσύνη όσο και η σοφία ή το αγαθό ή το ωραίο είναι κάτι (έστι τι τούτο, η δικαιοσύνη, 287 C4, ουσί γέ τισι τούτοις, 287 C 6-7, όντι γε τινι τούτο, 287 D 1-2). Δεδομένου ότι είναι κάτι τότε μπορούμε να ρωτήσουμε τί πράγμα είναι. Όμως ο Ιππίας μπερδεύεται: νομίζει ότι όταν ο Σωκράτης ερωτά τί εστί τούτο το καλόν, (287 D 5), και όχι ό τι έστι το καλόν (287 D 6). Ο Ιππίας δεν κατορθώνει να ανακαλύψει τις διαφορές ανάμεσα στις δύο ερωτήσεις και τέλος απαντά ότι το καλόν είναι μία ωραία κόρη, παρθένος καλή καλόν, (287 E 4).
Αλλά ο Σωκράτης επιμένει: όλα εκείνα τα πράγματα που ονομάζεις καλά, είναι επειδή υπάρχει κάτι που είναι καθαυτό καλόν; Χωρίς αμφιβολία, μία ωραία όρη είναι κάτι καλόν, αλλά είναι καλόν και μία ωραία λύρα, όπως ακόμη και μία ωραία χύτρα. Ας σημειώσουμε το γεγονός ότι εδώ ο Πλάτων διαλέγει επίτηδες παραδείγματα στο θηλυκό γένος (Παρθένος, λύρα, χύτρα) για να αποφύγει την ασάφεια η οποία θα μπορούσε να προκύψει από παραδείγματα στο αρσενικό ή στο ουδέτερο. Παρ’όλα αυτά, μία ωραία χύτρα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία ωραία κόρη και αυτή θα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία Θεά. Μ ’αυτόν τον τρόπο, όταν του απευθύνεται η ερώτηση για το καλόν, ο Ιππίας απάντησε πάντοτε με μία αναφορά σε κάτι που είναι τόσο καλόν όσο και άσχημο. Όμως ο Σωκράτης ψάχνει αυτό το καλόν, ώ και τάλλα πάντα κοσμείται και καλά φαίνεται, επειδείν προσγένηται εκείνο το είδος, τούτ’ είναι παρθένος ή λύρα! Εδώ διακρίνεται καθαρά η ποιότης-δικαιοσύνη, σοφία, κάλλος-και ο χαρακτηρισμός ή ο έμπειρος, ο ποιοτικός.
Παρότι δεν χρησιμοποιείται το αφηρημένο ουσιαστικό ποιότης, όρος ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Θεαίτητο (182 Α 9) σίγουρα κατασκευασμένος από τον Πλάτωνα, όπως σημειώνει ο Αμμώνιος στο σχόλιό του στις Κατηγορίες, φαίνεται καθαρά, από τις ερωτήσεις του Σωκράτη και τις απαντήσεις τού Ιππία, ότι εδώ διαγράφεται μία καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ποιότητα και το ποιόν, δηλαδή ανάμεσα στην ποιότητα και τον χαρακτηρισμό. Από την ανάλυση όμως αυτού του χωρίου μπορούμε να συμπεράνουμε:
1. Ότι υπάρχει κάτι (το καλόν), μία διαφορετική ποιότητα από τις παρουσιάσεις της ή τα αντίγραφα (καλή) όπως ελέχθη για την κόρη, την λύρα, ή την χύτρα.
2. Ότι ένα υποκείμενο με μία ιδιότητα (ωραία κόρη) είναι κάτι το καλόν (το ποιοτικό).
3. Ότι εκείνο το είδος (ή ιδιότητα) όταν γίνεται παρόν (προσγένεται, 289 D 4. D8) σε ένα υποκείμενο κάνει αυτό το τελευταίο να φαίνεται τέτοιο όπως εκείνη η ιδιότης είναι στ’ αλήθεια.
Στο 289 D-E, όπου χρησιμοποιείται προσγίγνηται (292 D, διακρίνονται δύο τρόποι παρουσίας ανάλογοι με εκείνους της λευκότητος στα μαλλιά. Ο Ιππίας προσπαθεί να βρει έναν χαρακτηρισμό του κάλλους, αυτό το καλόν, δηλαδή εκείνη την ιδιότητα η οποία όταν είναι παρούσα σε ένα υποκείμενο (επειδάν προσγένηται εκείνο το είδος), το ωραιοποιεί και το φανερώνει σαν ωραίο και καλόν. Έτσι προτείνει σαν παράδειγμα τον χρυσό (289 Dκαθότι όταν βρίσκεται σε ένα πράγμα (προσγένηται) ακόμη και εάν εκείνο ήταν άσχημο, μετά την συμμόρφωση του με τον χρυσό θα φαίνεται ωραίο. Ο χρυσός προσφέρει την όψη τού κάλλους, τής ωραιότητος σε όλα όσα προστίθεται. Παρ’όλα αυτά η ερώτηση δεν αφορά αυτό που κάνει ένα πράγμα να φαίνεται καλόν, αλλά αυτό που το κάνει να είναι καλό, ωραίο (292 D 1-2).
Ας σημειώσουμε την μετακίνηση την οποία πραγματοποιεί ο Ιππίας στον όρο τής παρουσίας, τού παρουσιάζομαι. Διότι δεν είναι το ίδιο ο τρόπος με τον οποίο μία ιδιότητα, για παράδειγμα η ομορφιά, το καλόν, παρουσιάζεται σε ένα υποκείμενο και ο τρόπος με τον οποίο ο χρυσός παρουσιάζεται, διότι σ ‘αυτή την τελευταία περίπτωση, εκείνη η παρουσία είναι φυσική. Η μετακίνηση από μία μεταφορική σημασία σε μία φυσική σημασία ή υλική μοιάζει να είναι η ίδια με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο χωρίο του Ευθύδημου. Τόσο το βόδι όσο και ο χρυσός είναι ουσίες, δεν είναι ποιότητες. Η σύγχυση των κατηγοριών προκαλεί την δυσκολία!
Είναι ενδιαφέρον επίσης να σημειώσουμε, ότι στο επόμενο χωρίο το οποίο δεν μπορούμε να το αναλύσουμε εδώ, τήν χρήση τού παραγίγνεσθαι και τού παρείναι σαν συνώνυμα, όταν συζητείται ο ορισμός τού καλού μέσω τής έννοιας, μέσω τής ωφέλειας, σαν το πρέπον (παραγενόμενον ποιεί έκαστα φαίνεσθαι καλά τούτων, οίς αν παρή ή ο είναι ποιεί, ή ουδέτερα τούτων, 234 Α 1-2, παρόν , 294 C 3-4!
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (2) Απέναντι στο πρόβλημα τής ποιότητος!

 Συνέχεια από: Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
Απέναντι στο πρόβλημα τής ποιότητος!
          Τής Maria Isabel Santa Cruz.
     
    
Ας έλθουμε λοιπόν στους πρώτους διαλόγους, όπου εμφανίζεται το λεξιλόγιο τής παρουσίας. Εξετάσαμε ήδη και αλλού ένα χωρίο τού Λυσία, 217 Β- 218 Α, προσπαθώντας να δείξουμε ότι η επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται γίνεται εντελώς κατανοητή στο πλαίσιό της, χωρίς να χρειάζεται να ερευνήσουμε στην έννοια τής παρουσίας μία αναφορά στην θεωρία τών Μορφών. Θα την επαναλάβουμε εδώ εν συντομία!
          Ο σκοπός της επιχειρηματολογίας η οποία αρχίζει στον 216 C1 είναι να δείξει ότι η παρουσία τής άγνοιας, η οποία είναι ένα κακό, δεν καθιστά αναγκαίως κακό αυτόν στον οποίο είναι παρούσα, αλλά παραδόξως, μπορεί να τον καταστήσει φίλο τού αγαθού. Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστεί, θα προκύψει εκείνη η παρουσία, καθότι υπάρχουν δύο τρόποι διαφορετικοί να είναι κάτι παρόν. Για να διαφωτίσει την σημασία τού το φίλονο Σωκράτης προτείνει ότι αυτό που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό γίνεται φίλον τού αγαθού (216 E 7-217 A2). Ανατρέχει λοιπόν στο παράδειγμα ενός σώματος υγιούς ή ασθενικού: ένας υγιής άνθρωπος δεν γίνεται φίλος τού Ιατρού λόγω (διά) τής υγιείας του, ενώ ο ασθενής πρέπει να δεχθεί και να αγαπήσει την ιατρική ακριβώς λόγω τής ασθένειάς του! Αυτή είναι ένα κακό, η ιατρική ένα καλό, το σώμα δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό! Επομένως: «αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε το αντίθετό του γίνεται φίλον τού αγαθού λόγω τής παρουσίας ενός κακού (διά κακού παρουσίαν) Λυσίας 217 Β 4-6.
          Αλλά γίνεται φίλος τού καλού πριν γίνει εις εαυτόν κακός λόγω τού κακού που έχει (υπό του κακού ού έχει)! Δύο σημεία πρέπει να τονισθούν σ ’αυτό το χωρίο: 1) Υπάρχει μία καθαρή αντιστοιχία ανάμεσα στην παρουσία και την κατοχή «ένα κακό (Κ) είναι παρόν στο άρρωστο σώμα (Α), ισούται με Α έχει, κατέχει Κ (217 Ε 2-3, έχοντες 218 Α 6).
          2. Εγκαθιδρύεται όμως μία διαφορά, δηλαδή το σώμα μπορεί να επιβαρυνθεί εκτιθέμενο σε ένα κακό, ή να είναι κακό λόγω τής ασθένειας που έχει. Επομένως υπάρχουν δύο τρόποι παρουσίας.
          Έτσι ο Σωκράτης ορίζει λοιπόν μία γενική αρχή! «Λέω ότι μερικά πράγματα όταν κάτι είναι παρόν σ ’αυτά, είναι τέτοια σαν αυτό που είναι παρόν σε εκείνα τα πράγματα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλα (ένια μέν οίον αν ή το παρόν τοιαύτα έστι και αυτά, ένια δε ού). Λύσις 217 C3-4!
          Ας προσέξουμε ιδιαιτέρως την χρήση τού οίον και τού τοιαύτα : τα πράγματα δεν είναι αυτό που είναι παρόν, αλλά είναι τέτοια όπως είναι εκείνο που τούς είναι παρόν, δηλαδή είναι τής ίδιας ποιότητος! Για να κάνει κατανοητό ακόμη περισσότερο το παράδειγμα τού αρρώστου σώματος, ο Σωκράτης επικαλείται ένα άλλο παράδειγμα, εκείνο τών άσπρων μαλλιών: εάν βαφούν τα άσπρα μαλλιά με βαφή, ξανθά, αυτή είναι παρούσα (πάρεστιν, 217 C5) σ ’αυτά, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι εκείνα τα μαλλιά είναι τέτοια σαν αυτό που είναι παρόν σ ‘αυτά (τοιούτον… οίον το επόν, C7). Και πράγματι δεν θα είναι ακριβώς άσπρα, αλλά θα έχουν μόνον την εμφάνιση, παρά την παρουσία τού λευκού σ ’αυτά (παρεί η γ’αν αυταίς λευκότης, D4, παρούσης λευκότητος D 5-6). Αντιθέτως τα μαλλιά τα οποία είναι αληθινά λευκά, λόγω γήρατος έχουν τον ίδιο προσδιορισμό μ’αυτό που είναι παρόν σ ’αυτά, δηλαδή η λευκότης (οιόνπερ το παρόν, λευκού παρουσία λευκαί, D8-Ε1).
          Τόσο στο παράδειγμα τού ασθενούς σώματος, όσο και σε εκείνο των λευκών μαλλιών, γίνεται κατανοητό ότι η παρουσία μιας ποιότητος σε ένα αντικείμενο είναι δύο τύπων : εκείνος που δίνει ποιότητα και εκείνος που δεν δίνει: (Τούτο τοίνυν ερωτώ νύν δή, ει αν τι παρή τοιούτον έσται το έχον οίον το παρόν ή εάν μέν κατά τινα τρόπον παρή, έσται εάν δε μή, ού. 217 Ε 1-3).
          Αυτή η διάκριση δεν συμπίπτει με την λογική διάκριση που εδραίωε ο Αριστοτέλης ανάμεσα στο ίδιον και το συμβεβηκός (Τοπικά Ι, 5, 102 α 18, 102 4-26). Η λευκότης τών μαλλιών οφειλόμενη στην ηλικία δεν αποτελεί ένα ίδιον με την στενή έννοια, αλλά ένα συμβεβηκός. Μία καλή προσπάθεια εξήγησης τής διαφοράς ανάμεσα στους δύο τρόπους παρουσίας είναι η αριστοτελική διάκριση ανάμεσα σε ποιότητες στοργής και αγάπης, και συναισθήματος και ευαισθησίας, η οποία βρίσκεται στο όγδοο κεφάλαιο τών κατηγοριών (9α 28-10 α 10).
          Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, είναι ποιότητες, «στοργής και αγάπης», καθαυτές, μόνον οι καθορισμένες οι οποίες διαρκούν στόν χρόνο, ενώ οι περαστικές οι οποίες ανήκουν σε άλλη κατηγορία είναι απλά συμβεβηκότα: είναι ένα «πάθος». Η ωχρότης, δηλαδή η λευκότης τού δέρματος, οφειλούμενη στην φυσική σύσταση ή σε μία μακρά ασθένεια, η οποία υφίσταται και δεν χάνεται εύκολα, δυνάμενη να διαρκέσει και ολόκληρη τη ζωή, είναι μία ποιότης, δεδομένου ότι χαρακτηριζόμεθα σύμφωνα μ ’αυτή. Ενώ η Χλωμάδα που οφείλεται στον φόβο, η οποία χάνεται γρήγορα, δεν είναι στην πραγματικότητα μία ποιότητα αλλά ένα πάθος, διότι δεν χαρακτηριζόμεθα σύμφωνα μ ‘αυτή.
          Με τον ίδιο τρόπο, το λευκό τών μαλλιών το οποίο προκύπτει από ένα βάψιμο είναι μία παρέμβαση, ενώ το λευκό που προκύπτει από τα γηρατειά συνίσταται σε μία πραγματική ποιότητα αφορούσα το σώμα, και ανάμεσα σε όλες αυτές τις ποιότητες, ανήκει σε εκείνες οι οποίες προέρχονται από μία αλλαγή και όχι σε εκείνες που την παράγουν.
          Στο παράδειγμα τού Λυσία, το λευκό τών βαμένων μαλλιών είναι περαστικό και εύκολα να αλλάξει, ενώ εκείνο που οφείλεται στο γήρας είναι διαρκές και δύσκολο να αφαιρεθεί. Σε αριστοτελικούς όρους, τα λευκά μαλλιά δεν χαρακτηρίζονται (ποιόν) μέσω ενός απλού πάθους, αλλά μόνον μίας ποιότητος. Στην πρώτη περίπτωση «λευκό» αντιστοιχεί στην κατηγορία τού πάθους, ενώ στην δεύτερη ανήκει σε εκείνη της ποιότητος!
          Εάν εφαρμόσουμε την αριστοτελική διάκριση στο παράδειγμα τών εν ασθενεία σωμάτων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκείνο στο οποίο η ασθένεια είναι μία κατάσταση, δηλαδή μία πραγματική ποιότης, είναι κακό, επομένως δεν μπορεί να γίνει φίλον του καλού, ενώ το σώμα τού οποίου η ασθένεια είναι μία περαστική αλλαγή, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό και επομένως μπορεί να γίνει φίλον τού αγαθού.
          Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση τής άγνοιας. Είναι ένα κακό, αλλά μπορεί να είναι παρόν στην ψυχή, με δύο διαφορετικούς τρόπους: ή την καθιστά κακή ή όχι, έτσι ώστε «ανόητος» μπορεί να είναι ή μια ποιότητα ή ένα πάθος. Όταν η άγνοια είναι ένα απλό πάθος, εκείνοι που το υφίστανται δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά είναι φιλοι αυτού που είναι αγαθός.
          Εάν γίνει αποδεκτή η επιχειρηματολογία μας, στον Λυσία δεν υπάρχει λόγος να λάβουμε τον όρο τής «παρουσίας» σαν μία εισαγωγή στην θεωρία τών ιδεών. Μάλιστα δε, η παρουσία είναι η φυσική έκφραση τής σχέσεως ανάμεσα σε μία ποιότητα και στο πράγμα στο οποίο φανερώνεται, που την κατέχει!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος! (1)

 Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος! 
Τής Maria Isabel Santa Cruz.
     
 
Πέραν τών συζητήσεων γύρω από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητός ο διαχωρισμός, η διάζευξη [ο διαχωρισμός κατανοείται με διάφορους τρόπους: σαν διαφορετικό, σαν άνεξάρτητο από κάτι ιδιαίτερο, σάν κάτι ικανό νά υπάρξει ανεξαρτήτως  όλων των λεπτομερειών, σαν χωρικά χωριστό…] το μεγαλύτερο μέρος των ερευνητών δέχεται ότι στους μέσους διαλόγους και με παραδειγματικό τρόπο στον Φαίδωνα ο Πλάτων παρουσιάζει την θεωρία του τών χωριστών ιδεών! Παρότι στον Φαίδωνα οι όροι χωρίς ή χωριστόν δεν εφαρμόζονται στις μορφές, (αλλά χρησιμοποιούνται για να δείξουν τον χωρισμό τής ψυχής από το σώμα), ο χωρισμός εννοημένος σαν ανεξάρτητη ύπαρξη μοιάζει να κατάγεται από τον χαρακτηρισμό των Μορφών, ιδιαίτερα στην συνθήκη τους τής αιτίας!
          Εάν όμως προχωρήσουμε από τους μέσους διαλόγους στους πρώτους, η διαφωνία ανάμεσα στους μελετητές γίνεται μεγαλύτερη! Είναι ακόμη αντικείμενο διαμάχης ο τρόπος με τον οποίο διαβάζονται οι πρώτοι διάλογοι. Είναι σωστή μόνον η προληπτική ανάγνωση, δηλαδή για παράδειγμα να ερμηνευθεί, όπως θέλει ο Ch. Khan, η φιλοσοφική πρόθεση του Πλάτωνος όταν έγραφε τους διαλόγους σαν τον Λάχη, τον Χαρμίδη, τον Ευθύφρονα, τον Πρωταγόρα, ξεκινώντας από τις ηθικές αναπτύξεις, τις επιστημολογικές και τις μεταφυσικές της Πολιτείας και του Φαίδωνος; Η μήπως μπορούν να διαβαστούν χωρίς την θεωρία την οποία επεξεργάστηκε ο Πλάτων στο διάβα των χρόνων;
          Οπωσδήποτε είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο, να αρνηθούμε τις θεματικές σχέσεις, να μην αναγνωρίσουμε μία συνέχεια ανάμεσα στα γραπτά των διαφόρων περιόδων ή να μην δεχθούμε ότι από τους πρώτους διαλόγους ο Πλάτων επικαλείται θεληματικά μία ορολογία και έννοιες στις οποίες θα δώσει αργότερα μία τεχνική και πιο ακριβή σημασία! Αλλά επιπλέον δεν είναι εντελώς χωρίς σημασία το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο Πλάτων ο οποίος παρουσιάζει καθέναν από τούς διαλόγους του σαν μία αυτόνομη δομική ενότητα, με έναν καινούργιο διάλογο, με μερικές σκηνές, ερωτήσει και με διαφορετικά πρόσωπα, και ότι υπάρχουν λίγες διασταυρωμένες αναφορές.
          Πολύ πιθανόν ο Πλάτων νά περίμενε κάθε διάλογος να κατανοηθεί ανεξαρτήτως από την ανάπτυξη η οποία περιέχεται αλλού! Σ ’αυτή την περίπτωση, δεν μπορούν ίσως να διαβαστούν τα πρώτα του κείμενα εκτιμώντας την πρόθεση του συγραφέως, χωρίς να τοποθετούμε την ανάπτυξη που αναδύεται στους διαλόγους τής ωριμότητος;
          Είναι γεγονός για παράδειγμα, ότι η χρήση ορισμένων όρων, ιδιαιτέρως είδος και ιδέα σε διαλόγους όπως ο Ευθύφρων (56, 6 D 9) ο Μένων (72 C7. D8), θα μπορούσε να δείξει ότι ο Πλάτων είχε ήδη επεξεργαστεί την θεωρία του τών Μορφών όταν τούς έγραφε. Είναι αλήθεια επίσης ότι η επίμονη σωκρατική ερώτηση «τί είναι το χ;», υποθέτει ότι υπάρχουν οντότητες όπως «συμπόνοια», «κουράγιο», «ομορφιά», λέξεις οι οποίες σημαίνουν ποιότητα, πάνω στις οποίες υποβάλλεται η ερώτηση και των οποίων ο ορισμός ερευνάται σαν απάντηση. Επι πλέον πολλοί συγγραφείς ισχυρίζονται ότι η χρήση ορων αφορώντων το λεξιλόγιο τής «παρουσίας». Όπως παρουσία και παρείναι, παραπέμπουν καθαρά στην θεωρία τών Μορφών!
          Στην πραγματικότητα στον Φαίδωνα (100 D) σε ένα πλαίσιο στο οποίο ερευνάται η απόδειξη ότι η αληθινή αιτία είναι η ιδέα, και αφού έχει χρησιμοποιηθεί η έννοια τής μετοχής (100 C5), ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι δεν μπορούμε να πούμε ότι ένα πράγμα είναι ωραίο διότι έχει αυτό το χρώμα ή αυτή την φιγούρα, αλλά αυτό που το καθιστά ωραίο είναι ακριβώς η παρουσία, D5, ή η κοινωνία, D6, του καθαυτού κάλλους. Παρ’ όλα αυτά δηλώνει ότι δεν μπορεί να εκφραστεί με σιγουριά στον τρόπο με τον οποίο δίνεται η σχέση! [Σημαίνει όμως ότι πριν από κάθε σχέση εκείνο που μετρά ακόμη και για την ίδια την σχέση είναι οι Μορφές οι οποίες δίνουν στα πράγματα τούς χαρακτήρες που έχουν].
          Αργότερα στον Παρμενίδη, 130…., όπου παρουσιάζεται το «δίλημμα τής μετοχής» (κοινωνίας), ο Παρμενίδης αποδεικνύει πώς η σχέση των ιδιαιτεροτήτων με την Φόρμα (μορφή) δεν μπορεί να εξηγηθεί με την παραμονή ή το Είναι των πραγμάτων τής Μορφής, καθότι αυτή δεν μπορεί να είναι παρούσα στα πράγματα ούτε ολόκληρη σε κάθε πράγμα, ούτε μερικώς, από την στιγμή που θα έχανε μ ’αυτόν τον τρόπο την συνθήκη της Μορφής (αρχέτυπου), η οποία είναι Μία, αδιαίρετη και χωρισμένη!
          Ξεκινώντας από αυτά τα χωρία έγινε προσπάθεια να ανιχνευθούν σε μερικούς από τους πρώτους διαλόγους, όπου ο Πλάτων χρησιμοποιεί το λεξικό της παρουσίας (παρουσία, παρείναι, παραγίγνεσθαι, προσγίγνεσθαι, ενείναι, είναι εν), μερικές προκαταβολικές έννοιες τής σχέσης, τής αιτιότητος, διά της παρουσίας τής Μορφής στις ιδιαιτερότητες, στις λεπτομέρειες!
          Νομίζω ότι δεν υπάρχει ανάγκη να διαβάσουμε τους πρώτους διαλόγους από την οπτική γωνία της «κλασσικής» θεωρίας των Μορφών. Παρότι έχουν στηθεί με την χρήση τής σωκρατικής ερώτησης περί είδους ή ιδέας, σαν ένα λεξικό τής παρουσίας και μπορούν να υπολογισθούν κατά κάποιο τρόπο σαν παρουσίαση μιας «θεωρίας των Μορφών», αυτή η τελευταία είναι κάτω από πολλές απόψεις, διαφορετική από την «κλασσική θεωρία των Μορφών» η οποία βρίσκεται στον Φαίδωνα ή στην Πολιτεία και η οποία χαρακτηρίζεται από μία σειρά αντιθέσεων που ανήκουν ακριβώς σε μία οντολογία δύο ξεχωριστών πλαισίων. Μάλιστα δε είναι δυνατόν να αναλύσουμε τους πρώτους διαλόγους και να εξηγήσουμε πάνω απ’ όλα την χρήση τού λεξικού τής παρουσίας σ ’αυτούς, στο φως ενός πιο γενικού προβλήματος- και μάλιστα προηγούμενου- το οποίο απασχόλησε τον Πλάτωνα και το οποίο έκτοτε υπήρξε αντικείμενο διαμάχης εκ μέρους τού Αριστοτέλη και όλης τής επόμενης παραδόσεως. Εκείνο το γενικό πρόβλημα, είναι εκείνο τής δυνατότητος να διακρίνουμε ανάμεσα στο πράγμα και την ιδιότητα, ανάμεσα σ ’ένα υποκείμενο και τα τυχαία κατηγορήματα (συμβεβηκότα), και ιδιαιτέρως την ποιότητα.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Ανώνυμος είπε...

Πρμ Γʹ, 1 – 19
Υἱέ, ἐμῶν νόμων μὴ ἐπιλανθάνου, τὰ δὲ ῥήματά μου τηρείτω σῇ καρδίᾳ· μῆκος γὰρ βίου, καὶ ἔτη ζωῆς, καὶ εἰρήνην προσθήσουσί σοι. Ἐλεημοσύναι καὶ πίστεις μὴ ἐκλειπέτωσάν σοι· ἄφαψαι δὲ αὐτὰς ἐπὶ τῷ σῷ τραχήλῳ, γράψον αὐτὰς ἐπὶ πλακὸς καρδίας σου, καὶ εὑρήσεις χάριν. Καὶ προνοοῦ καλὰ ἐνώπιον Θεοῦ, καὶ ἀνθρώπων. Ἴσθι πεποιθὼς ἐπὶ Κύριον ἐν ὅλῃ καρδίᾳ· ἐπὶ δὲ σῇ σοφίᾳ μὴ ἐπαίρου. Ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς σου γνώριζε αὐτήν, ἵνα ὀρθοτομῇ τὰς ὁδούς σου· ὁ δὲ πούς σου μὴ προσκόψῃ. Μὴ ἴσθι φρόνιμος παρὰ σεαυτῷ, φοβοῦ δὲ τὸν Κύριον, καὶ ἔκκλινον ἀπὸ παντὸς κακοῦ· τότε ἴασις ἔσται τῷ σώματί σου, καὶ ἐπιμέλεια τοῖς ὀστέοις σου. Τίμα τὸν Κύριον ἀπὸ σῶν δικαίων πόνων, καὶ ἀπάρχου αὐτῷ ἀπὸ σῶν καρπῶν δικαιοσύνης, ἵνα πιμπλῶνται τὰ ταμεῖά σου πλησμονῆς σίτου, οἴνῳ δὲ οἱ ληνοί σου ἐκβλύζωσιν. Υἱέ, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπʼ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱόν, ὃν παραδέχεται. Μακάριος ἄνθρωπος, ὃς εὗρε σοφίαν, καὶ θνητὸς ὃς εἶδε φρόνησιν. Κρεῖσσον γὰρ αὐτὴν ἐμπορεύεσθαι, ἢ χρυσίου καὶ ἀργυρίου θησαυρούς. Τιμιωτέρα δέ ἐστι λίθων πολυτελῶν, οὐκ ἀντιτάσσεται αὐτῇ οὐδὲν πονηρόν, εὔγνωστός ἐστι πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτήν, πᾶν δὲ τίμιον οὐκ ἄξιον αὐτῆς ἐστι. Μῆκος γὰρ βίου, καὶ ἔτη ζωῆς ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτῆς, ἐν δὲ τῇ ἀριστερᾷ αὐτῆς πλοῦτος καὶ δόξα, ἐκ τοῦ στόματος αὐτῆς ἐκπορεύεται δικαιοσύνη, νόμον δὲ καὶ ἔλαιον ἐπὶ γλώσσης φορεῖ. Αἱ ὁδοὶ αὐτῆς, ὁδοὶ καλαί, καὶ πᾶσαι αἱ τρίβοι αὐτῆς ἐν εἰρήνῃ. Ξύλον ζωῆς ἐστι πᾶσι τοῖς ἀντεχομένοις αὐτῆς, καὶ τοῖς ἐπερειδομένοις ἐπ αὐτήν, ὡς ἐπὶ Κύριον ἀσφαλής.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ! (3)

Συνέχεια από: Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ! 
Της Maria Isabel Santa Cruz.
Στον Ευθύδημο, 301 Α 3-4, εμφανίζεται ο όρος της παρουσίας ακόμη και για να εξηγήσει τον τύπο τής σχέσης ανάμεσα στην ομορφιά και στα όμορφα πράγματα: αυτά είναι διαφορετικά από εκείνη, αλλά το ωραίο είναι παρόν (πάρεστι) σ ’αυτή. Το καθόλου τού κάλλους δεν αφομοιώνεται στα ιδιαίτερα όμορφα πράγματα, αλλά δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο μία καθαρή απόσταση, καθώς η «παρουσία» εκλαμβάνεται σαν μεσολάβηση! Και ακολουθεί αμέσως το αστείο του βοδιού:
«Εάν ένα βόδι υπάρχει δίπλα σου (παραγένηται), εσύ είσαι ένα βόδι και επειδή τώρα βρίσκεσαι στην παρουσία μου εσύ είσαι ο Διονυσόδωρος! (Ευθύδημος, 301 Α 5-6)».
Αυτό το σόφισμα το οποίο προέρχεται από την ομωνυμία, παίζει με την ασάφεια τού όρου παρείναι, ο οποίος εκφράζει την παρουσία μίας ποιότητος και ταυτοχρόνως, μπορεί να σημάνει την γειτνίαση ανάμεσα σε υποκείμενα! Διαφορετικά από τον Σωκράτη, ο Διονυσόδωρος χρησιμοποιεί τον όρο με μία καθαρά φυσική σημασία! Πολλοί σχολιαστές θέλησαν να βρουν μία επιβεβαίωση τής θεωρίας τών υπερβατικών μορφών, ενώ άλλοι, την θεωρία τών καθόλου. Σκέφτομαι ότι εδώ-και γενικώς στους πρώτους διαλόγους-δεν είναι απαραίτητο να βρούμε τίποτε άλλο παρά την εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στο καθόλου (το οποίο σχεδόν πάντοτε είναι μία ποιότης) και τα αντίγραφα ή τις ιδιαίτερες παρουσίες εκείνου του καθόλου. Δεν πρόκειται δηλαδή για έναν διαχωρισμό στο επίπεδο του Είναι, αλλά για το γεγονός ότι παρουσία και ενύπαρξη πάνε μαζί, ίσως μάλιστα παρουσία να σημαίνει ενύπαρξη!
Ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα βρίσκεται στον Ιππία Μεγάλο. Ο Σωκράτης ερωτά τον Ιππία τί εστί το καλόν, 286 D 1-2, αυτό το καλόν ό τι εστιν, D8- E1) και του ζητά μία ακριβέστατη απάντηση: Είναι για την δικαιοσύνη που οι καλοί άνθρωποι είναι καλοί! Με τον ίδιο τρόπο, για την σοφία οι άνθρωποι είναι σοφοί και για το αγαθό όλα τα καλά πράγματα είναι καλά! Τόσο η δικαιοσύνη όσο και η σοφία ή το αγαθό ή το ωραίο είναι κάτι (έστι τι τούτο, η δικαιοσύνη, 287 C4, ουσί γέ τισι τούτοις, 287 C 6-7, όντι γε τινι τούτο, 287 D 1-2). Δεδομένου ότι είναι κάτι τότε μπορούμε να ρωτήσουμε τί πράγμα είναι. Όμως ο Ιππίας μπερδεύεται: νομίζει ότι όταν ο Σωκράτης ερωτά τί εστί τούτο το καλόν, (287 D 5), και όχι ό τι έστι το καλόν (287 D 6). Ο Ιππίας δεν κατορθώνει να ανακαλύψει τις διαφορές ανάμεσα στις δύο ερωτήσεις και τέλος απαντά ότι το καλόν είναι μία ωραία κόρη, παρθένος καλή καλόν, (287 E 4).
Αλλά ο Σωκράτης επιμένει: όλα εκείνα τα πράγματα που ονομάζεις καλά, είναι επειδή υπάρχει κάτι που είναι καθαυτό καλόν; Χωρίς αμφιβολία, μία ωραία όρη είναι κάτι καλόν, αλλά είναι καλόν και μία ωραία λύρα, όπως ακόμη και μία ωραία χύτρα. Ας σημειώσουμε το γεγονός ότι εδώ ο Πλάτων διαλέγει επίτηδες παραδείγματα στο θηλυκό γένος (Παρθένος, λύρα, χύτρα) για να αποφύγει την ασάφεια η οποία θα μπορούσε να προκύψει από παραδείγματα στο αρσενικό ή στο ουδέτερο. Παρ’όλα αυτά, μία ωραία χύτρα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία ωραία κόρη και αυτή θα είναι άσχημη εάν συγκριθεί με μία Θεά. Μ ’αυτόν τον τρόπο, όταν του απευθύνεται η ερώτηση για το καλόν, ο Ιππίας απάντησε πάντοτε με μία αναφορά σε κάτι που είναι τόσο καλόν όσο και άσχημο. Όμως ο Σωκράτης ψάχνει αυτό το καλόν, ώ και τάλλα πάντα κοσμείται και καλά φαίνεται, επειδείν προσγένηται εκείνο το είδος, τούτ’ είναι παρθένος ή λύρα! Εδώ διακρίνεται καθαρά η ποιότης-δικαιοσύνη, σοφία, κάλλος-και ο χαρακτηρισμός ή ο έμπειρος, ο ποιοτικός.
Παρότι δεν χρησιμοποιείται το αφηρημένο ουσιαστικό ποιότης, όρος ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Θεαίτητο (182 Α 9) σίγουρα κατασκευασμένος από τον Πλάτωνα, όπως σημειώνει ο Αμμώνιος στο σχόλιό του στις Κατηγορίες, φαίνεται καθαρά, από τις ερωτήσεις του Σωκράτη και τις απαντήσεις τού Ιππία, ότι εδώ διαγράφεται μία καθαρή διάκριση ανάμεσα στην ποιότητα και το ποιόν, δηλαδή ανάμεσα στην ποιότητα και τον χαρακτηρισμό. Από την ανάλυση όμως αυτού του χωρίου μπορούμε να συμπεράνουμε:
1. Ότι υπάρχει κάτι (το καλόν), μία διαφορετική ποιότητα από τις παρουσιάσεις της ή τα αντίγραφα (καλή) όπως ελέχθη για την κόρη, την λύρα, ή την χύτρα.
2. Ότι ένα υποκείμενο με μία ιδιότητα (ωραία κόρη) είναι κάτι το καλόν (το ποιοτικό).
3. Ότι εκείνο το είδος (ή ιδιότητα) όταν γίνεται παρόν (προσγένεται, 289 D 4. D8) σε ένα υποκείμενο κάνει αυτό το τελευταίο να φαίνεται τέτοιο όπως εκείνη η ιδιότης είναι στ’ αλήθεια.
Στο 289 D-E, όπου χρησιμοποιείται προσγίγνηται (292 D, διακρίνονται δύο τρόποι παρουσίας ανάλογοι με εκείνους της λευκότητος στα μαλλιά. Ο Ιππίας προσπαθεί να βρει έναν χαρακτηρισμό του κάλλους, αυτό το καλόν, δηλαδή εκείνη την ιδιότητα η οποία όταν είναι παρούσα σε ένα υποκείμενο (επειδάν προσγένηται εκείνο το είδος), το ωραιοποιεί και το φανερώνει σαν ωραίο και καλόν. Έτσι προτείνει σαν παράδειγμα τον χρυσό (289 D) καθότι όταν βρίσκεται σε ένα πράγμα (προσγένηται) ακόμη και εάν εκείνο ήταν άσχημο, μετά την συμμόρφωση του με τον χρυσό θα φαίνεται ωραίο. Ο χρυσός προσφέρει την όψη τού κάλλους, τής ωραιότητος σε όλα όσα προστίθεται. Παρ’όλα αυτά η ερώτηση δεν αφορά αυτό που κάνει ένα πράγμα να φαίνεται καλόν, αλλά αυτό που το κάνει να είναι καλό, ωραίο (292 D 1-2).
Ας σημειώσουμε την μετακίνηση την οποία πραγματοποιεί ο Ιππίας στον όρο τής παρουσίας, τού παρουσιάζομαι. Διότι δεν είναι το ίδιο ο τρόπος με τον οποίο μία ιδιότητα, για παράδειγμα η ομορφιά, το καλόν, παρουσιάζεται σε ένα υποκείμενο και ο τρόπος με τον οποίο ο χρυσός παρουσιάζεται, διότι σ ‘αυτή την τελευταία περίπτωση, εκείνη η παρουσία είναι φυσική. Η μετακίνηση από μία μεταφορική σημασία σε μία φυσική σημασία ή υλική μοιάζει να είναι η ίδια με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στο χωρίο του Ευθύδημου. Τόσο το βόδι όσο και ο χρυσός είναι ουσίες, δεν είναι ποιότητες. Η σύγχυση των κατηγοριών προκαλεί την δυσκολία!
Είναι ενδιαφέρον επίσης να σημειώσουμε, ότι στο επόμενο χωρίο το οποίο δεν μπορούμε να το αναλύσουμε εδώ, τήν χρήση τού παραγίγνεσθαι και τού παρείναι σαν συνώνυμα, όταν συζητείται ο ορισμός τού καλού μέσω τής έννοιας, μέσω τής ωφέλειας, σαν το πρέπον (παραγενόμενον ποιεί έκαστα φαίνεσθαι καλά τούτων, οίς αν παρή ή ο είναι ποιεί, ή ουδέτερα τούτων, 234 Α 1-2, παρόν , 294 C 3-4!
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (2) Απέναντι στο πρόβλημα τής ποιότητος!

Συνέχεια από: Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
Απέναντι στο πρόβλημα τής ποιότητος!
          Τής Maria Isabel Santa Cruz.
     
    
Ας έλθουμε λοιπόν στους πρώτους διαλόγους, όπου εμφανίζεται το λεξιλόγιο τής παρουσίας. Εξετάσαμε ήδη και αλλού ένα χωρίο τού Λυσία, 217 Β- 218 Α, προσπαθώντας να δείξουμε ότι η επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται γίνεται εντελώς κατανοητή στο πλαίσιό της, χωρίς να χρειάζεται να ερευνήσουμε στην έννοια τής παρουσίας μία αναφορά στην θεωρία τών Μορφών. Θα την επαναλάβουμε εδώ εν συντομία!
          Ο σκοπός της επιχειρηματολογίας η οποία αρχίζει στον 216 C1 είναι να δείξει ότι η παρουσία τής άγνοιας, η οποία είναι ένα κακό, δεν καθιστά αναγκαίως κακό αυτόν στον οποίο είναι παρούσα, αλλά παραδόξως, μπορεί να τον καταστήσει φίλο τού αγαθού. Αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστεί, θα προκύψει εκείνη η παρουσία, καθότι υπάρχουν δύο τρόποι διαφορετικοί να είναι κάτι παρόν. Για να διαφωτίσει την σημασία τού το φίλον, ο Σωκράτης προτείνει ότι αυτό που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό γίνεται φίλον τού αγαθού (216 E 7-217 A2). Ανατρέχει λοιπόν στο παράδειγμα ενός σώματος υγιούς ή ασθενικού: ένας υγιής άνθρωπος δεν γίνεται φίλος τού Ιατρού λόγω (διά) τής υγιείας του, ενώ ο ασθενής πρέπει να δεχθεί και να αγαπήσει την ιατρική ακριβώς λόγω τής ασθένειάς του! Αυτή είναι ένα κακό, η ιατρική ένα καλό, το σώμα δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό! Επομένως: «αυτό που δεν είναι ούτε αγαθό ούτε το αντίθετό του γίνεται φίλον τού αγαθού λόγω τής παρουσίας ενός κακού (διά κακού παρουσίαν) Λυσίας 217 Β 4-6.
          Αλλά γίνεται φίλος τού καλού πριν γίνει εις εαυτόν κακός λόγω τού κακού που έχει (υπό του κακού ού έχει)! Δύο σημεία πρέπει να τονισθούν σ ’αυτό το χωρίο: 1) Υπάρχει μία καθαρή αντιστοιχία ανάμεσα στην παρουσία και την κατοχή «ένα κακό (Κ) είναι παρόν στο άρρωστο σώμα (Α), ισούται με Α έχει, κατέχει Κ (217 Ε 2-3, έχοντες 218 Α 6).
          2. Εγκαθιδρύεται όμως μία διαφορά, δηλαδή το σώμα μπορεί να επιβαρυνθεί εκτιθέμενο σε ένα κακό, ή να είναι κακό λόγω τής ασθένειας που έχει. Επομένως υπάρχουν δύο τρόποι παρουσίας.
          Έτσι ο Σωκράτης ορίζει λοιπόν μία γενική αρχή! «Λέω ότι μερικά πράγματα όταν κάτι είναι παρόν σ ’αυτά, είναι τέτοια σαν αυτό που είναι παρόν σε εκείνα τα πράγματα, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλα (ένια μέν οίον αν ή το παρόν τοιαύτα έστι και αυτά, ένια δε ού). Λύσις 217 C3-4!
          Ας προσέξουμε ιδιαιτέρως την χρήση τού οίον και τού τοιαύτα : τα πράγματα δεν είναι αυτό που είναι παρόν, αλλά είναι τέτοια όπως είναι εκείνο που τούς είναι παρόν, δηλαδή είναι τής ίδιας ποιότητος! Για να κάνει κατανοητό ακόμη περισσότερο το παράδειγμα τού αρρώστου σώματος, ο Σωκράτης επικαλείται ένα άλλο παράδειγμα, εκείνο τών άσπρων μαλλιών: εάν βαφούν τα άσπρα μαλλιά με βαφή, ξανθά, αυτή είναι παρούσα (πάρεστιν, 217 C5) σ ’αυτά, αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι εκείνα τα μαλλιά είναι τέτοια σαν αυτό που είναι παρόν σ ‘αυτά (τοιούτον… οίον το επόν, C7). Και πράγματι δεν θα είναι ακριβώς άσπρα, αλλά θα έχουν μόνον την εμφάνιση, παρά την παρουσία τού λευκού σ ’αυτά (παρεί η γ’αν αυταίς λευκότης, D4, παρούσης λευκότητος D 5-6). Αντιθέτως τα μαλλιά τα οποία είναι αληθινά λευκά, λόγω γήρατος έχουν τον ίδιο προσδιορισμό μ’αυτό που είναι παρόν σ ’αυτά, δηλαδή η λευκότης (οιόνπερ το παρόν, λευκού παρουσία λευκαί, D8-Ε1).
          Τόσο στο παράδειγμα τού ασθενούς σώματος, όσο και σε εκείνο των λευκών μαλλιών, γίνεται κατανοητό ότι η παρουσία μιας ποιότητος σε ένα αντικείμενο είναι δύο τύπων : εκείνος που δίνει ποιότητα και εκείνος που δεν δίνει: (Τούτο τοίνυν ερωτώ νύν δή, ει αν τι παρή τοιούτον έσται το έχον οίον το παρόν ή εάν μέν κατά τινα τρόπον παρή, έσται εάν δε μή, ού. 217 Ε 1-3).
          Αυτή η διάκριση δεν συμπίπτει με την λογική διάκριση που εδραίωε ο Αριστοτέλης ανάμεσα στο ίδιον και το συμβεβηκός (Τοπικά Ι, 5, 102 α 18, 102 b 4-26). Η λευκότης τών μαλλιών οφειλόμενη στην ηλικία δεν αποτελεί ένα ίδιον με την στενή έννοια, αλλά ένα συμβεβηκός. Μία καλή προσπάθεια εξήγησης τής διαφοράς ανάμεσα στους δύο τρόπους παρουσίας είναι η αριστοτελική διάκριση ανάμεσα σε ποιότητες στοργής και αγάπης, και συναισθήματος και ευαισθησίας, η οποία βρίσκεται στο όγδοο κεφάλαιο τών κατηγοριών (9α 28-10 α 10).
          Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, είναι ποιότητες, «στοργής και αγάπης», καθαυτές, μόνον οι καθορισμένες οι οποίες διαρκούν στόν χρόνο, ενώ οι περαστικές οι οποίες ανήκουν σε άλλη κατηγορία είναι απλά συμβεβηκότα: είναι ένα «πάθος». Η ωχρότης, δηλαδή η λευκότης τού δέρματος, οφειλούμενη στην φυσική σύσταση ή σε μία μακρά ασθένεια, η οποία υφίσταται και δεν χάνεται εύκολα, δυνάμενη να διαρκέσει και ολόκληρη τη ζωή, είναι μία ποιότης, δεδομένου ότι χαρακτηριζόμεθα σύμφωνα μ ’αυτή. Ενώ η Χλωμάδα που οφείλεται στον φόβο, η οποία χάνεται γρήγορα, δεν είναι στην πραγματικότητα μία ποιότητα αλλά ένα πάθος, διότι δεν χαρακτηριζόμεθα σύμφωνα μ ‘αυτή.
          Με τον ίδιο τρόπο, το λευκό τών μαλλιών το οποίο προκύπτει από ένα βάψιμο είναι μία παρέμβαση, ενώ το λευκό που προκύπτει από τα γηρατειά συνίσταται σε μία πραγματική ποιότητα αφορούσα το σώμα, και ανάμεσα σε όλες αυτές τις ποιότητες, ανήκει σε εκείνες οι οποίες προέρχονται από μία αλλαγή και όχι σε εκείνες που την παράγουν.
          Στο παράδειγμα τού Λυσία, το λευκό τών βαμένων μαλλιών είναι περαστικό και εύκολα να αλλάξει, ενώ εκείνο που οφείλεται στο γήρας είναι διαρκές και δύσκολο να αφαιρεθεί. Σε αριστοτελικούς όρους, τα λευκά μαλλιά δεν χαρακτηρίζονται (ποιόν) μέσω ενός απλού πάθους, αλλά μόνον μίας ποιότητος. Στην πρώτη περίπτωση «λευκό» αντιστοιχεί στην κατηγορία τού πάθους, ενώ στην δεύτερη ανήκει σε εκείνη της ποιότητος!
          Εάν εφαρμόσουμε την αριστοτελική διάκριση στο παράδειγμα τών εν ασθενεία σωμάτων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκείνο στο οποίο η ασθένεια είναι μία κατάσταση, δηλαδή μία πραγματική ποιότης, είναι κακό, επομένως δεν μπορεί να γίνει φίλον του καλού, ενώ το σώμα τού οποίου η ασθένεια είναι μία περαστική αλλαγή, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό και επομένως μπορεί να γίνει φίλον τού αγαθού.
          Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση τής άγνοιας. Είναι ένα κακό, αλλά μπορεί να είναι παρόν στην ψυχή, με δύο διαφορετικούς τρόπους: ή την καθιστά κακή ή όχι, έτσι ώστε «ανόητος» μπορεί να είναι ή μια ποιότητα ή ένα πάθος. Όταν η άγνοια είναι ένα απλό πάθος, εκείνοι που το υφίστανται δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί, αλλά είναι φιλοι αυτού που είναι αγαθός.
          Εάν γίνει αποδεκτή η επιχειρηματολογία μας, στον Λυσία δεν υπάρχει λόγος να λάβουμε τον όρο τής «παρουσίας» σαν μία εισαγωγή στην θεωρία τών ιδεών. Μάλιστα δε, η παρουσία είναι η φυσική έκφραση τής σχέσεως ανάμεσα σε μία ποιότητα και στο πράγμα στο οποίο φανερώνεται, που την κατέχει!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος! (1)


Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Απέναντι στο πρόβλημα της ποιότητος! 
Τής Maria Isabel Santa Cruz.
     
 
Πέραν τών συζητήσεων γύρω από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητός ο διαχωρισμός, η διάζευξη [ο διαχωρισμός κατανοείται με διάφορους τρόπους: σαν διαφορετικό, σαν άνεξάρτητο από κάτι ιδιαίτερο, σάν κάτι ικανό νά υπάρξει ανεξαρτήτως  όλων των λεπτομερειών, σαν χωρικά χωριστό…] το μεγαλύτερο μέρος των ερευνητών δέχεται ότι στους μέσους διαλόγους και με παραδειγματικό τρόπο στον Φαίδωνα ο Πλάτων παρουσιάζει την θεωρία του τών χωριστών ιδεών! Παρότι στον Φαίδωνα οι όροι χωρίς ή χωριστόν δεν εφαρμόζονται στις μορφές, (αλλά χρησιμοποιούνται για να δείξουν τον χωρισμό τής ψυχής από το σώμα), ο χωρισμός εννοημένος σαν ανεξάρτητη ύπαρξη μοιάζει να κατάγεται από τον χαρακτηρισμό των Μορφών, ιδιαίτερα στην συνθήκη τους τής αιτίας!
          Εάν όμως προχωρήσουμε από τους μέσους διαλόγους στους πρώτους, η διαφωνία ανάμεσα στους μελετητές γίνεται μεγαλύτερη! Είναι ακόμη αντικείμενο διαμάχης ο τρόπος με τον οποίο διαβάζονται οι πρώτοι διάλογοι. Είναι σωστή μόνον η προληπτική ανάγνωση, δηλαδή για παράδειγμα να ερμηνευθεί, όπως θέλει ο Ch. Khan, η φιλοσοφική πρόθεση του Πλάτωνος όταν έγραφε τους διαλόγους σαν τον Λάχη, τον Χαρμίδη, τον Ευθύφρονα, τον Πρωταγόρα, ξεκινώντας από τις ηθικές αναπτύξεις, τις επιστημολογικές και τις μεταφυσικές της Πολιτείας και του Φαίδωνος; Η μήπως μπορούν να διαβαστούν χωρίς την θεωρία την οποία επεξεργάστηκε ο Πλάτων στο διάβα των χρόνων;
          Οπωσδήποτε είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο, να αρνηθούμε τις θεματικές σχέσεις, να μην αναγνωρίσουμε μία συνέχεια ανάμεσα στα γραπτά των διαφόρων περιόδων ή να μην δεχθούμε ότι από τους πρώτους διαλόγους ο Πλάτων επικαλείται θεληματικά μία ορολογία και έννοιες στις οποίες θα δώσει αργότερα μία τεχνική και πιο ακριβή σημασία! Αλλά επιπλέον δεν είναι εντελώς χωρίς σημασία το γεγονός ότι είναι ο ίδιος ο Πλάτων ο οποίος παρουσιάζει καθέναν από τούς διαλόγους του σαν μία αυτόνομη δομική ενότητα, με έναν καινούργιο διάλογο, με μερικές σκηνές, ερωτήσει και με διαφορετικά πρόσωπα, και ότι υπάρχουν λίγες διασταυρωμένες αναφορές.
          Πολύ πιθανόν ο Πλάτων νά περίμενε κάθε διάλογος να κατανοηθεί ανεξαρτήτως από την ανάπτυξη η οποία περιέχεται αλλού! Σ ’αυτή την περίπτωση, δεν μπορούν ίσως να διαβαστούν τα πρώτα του κείμενα εκτιμώντας την πρόθεση του συγραφέως, χωρίς να τοποθετούμε την ανάπτυξη που αναδύεται στους διαλόγους τής ωριμότητος;
          Είναι γεγονός για παράδειγμα, ότι η χρήση ορισμένων όρων, ιδιαιτέρως είδος και ιδέα σε διαλόγους όπως ο Ευθύφρων (56, 6 D 9) ο Μένων (72 C7. D8), θα μπορούσε να δείξει ότι ο Πλάτων είχε ήδη επεξεργαστεί την θεωρία του τών Μορφών όταν τούς έγραφε. Είναι αλήθεια επίσης ότι η επίμονη σωκρατική ερώτηση «τί είναι το χ;», υποθέτει ότι υπάρχουν οντότητες όπως «συμπόνοια», «κουράγιο», «ομορφιά», λέξεις οι οποίες σημαίνουν ποιότητα, πάνω στις οποίες υποβάλλεται η ερώτηση και των οποίων ο ορισμός ερευνάται σαν απάντηση. Επι πλέον πολλοί συγγραφείς ισχυρίζονται ότι η χρήση ορων αφορώντων το λεξιλόγιο τής «παρουσίας». Όπως παρουσία και παρείναι, παραπέμπουν καθαρά στην θεωρία τών Μορφών!
          Στην πραγματικότητα στον Φαίδωνα (100 D) σε ένα πλαίσιο στο οποίο ερευνάται η απόδειξη ότι η αληθινή αιτία είναι η ιδέα, και αφού έχει χρησιμοποιηθεί η έννοια τής μετοχής (100 C5), ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι δεν μπορούμε να πούμε ότι ένα πράγμα είναι ωραίο διότι έχει αυτό το χρώμα ή αυτή την φιγούρα, αλλά αυτό που το καθιστά ωραίο είναι ακριβώς η παρουσία, D5, ή η κοινωνία, D6, του καθαυτού κάλλους. Παρ’ όλα αυτά δηλώνει ότι δεν μπορεί να εκφραστεί με σιγουριά στον τρόπο με τον οποίο δίνεται η σχέση! [Σημαίνει όμως ότι πριν από κάθε σχέση εκείνο που μετρά ακόμη και για την ίδια την σχέση είναι οι Μορφές οι οποίες δίνουν στα πράγματα τούς χαρακτήρες που έχουν].
          Αργότερα στον Παρμενίδη, 130…., όπου παρουσιάζεται το «δίλημμα τής μετοχής» (κοινωνίας), ο Παρμενίδης αποδεικνύει πώς η σχέση των ιδιαιτεροτήτων με την Φόρμα (μορφή) δεν μπορεί να εξηγηθεί με την παραμονή ή το Είναι των πραγμάτων τής Μορφής, καθότι αυτή δεν μπορεί να είναι παρούσα στα πράγματα ούτε ολόκληρη σε κάθε πράγμα, ούτε μερικώς, από την στιγμή που θα έχανε μ ’αυτόν τον τρόπο την συνθήκη της Μορφής (αρχέτυπου), η οποία είναι Μία, αδιαίρετη και χωρισμένη!
          Ξεκινώντας από αυτά τα χωρία έγινε προσπάθεια να ανιχνευθούν σε μερικούς από τους πρώτους διαλόγους, όπου ο Πλάτων χρησιμοποιεί το λεξικό της παρουσίας (παρουσία, παρείναι, παραγίγνεσθαι, προσγίγνεσθαι, ενείναι, είναι εν), μερικές προκαταβολικές έννοιες τής σχέσης, τής αιτιότητος, διά της παρουσίας τής Μορφής στις ιδιαιτερότητες, στις λεπτομέρειες!
          Νομίζω ότι δεν υπάρχει ανάγκη να διαβάσουμε τους πρώτους διαλόγους από την οπτική γωνία της «κλασσικής» θεωρίας των Μορφών. Παρότι έχουν στηθεί με την χρήση τής σωκρατικής ερώτησης περί είδους ή ιδέας, σαν ένα λεξικό τής παρουσίας και μπορούν να υπολογισθούν κατά κάποιο τρόπο σαν παρουσίαση μιας «θεωρίας των Μορφών», αυτή η τελευταία είναι κάτω από πολλές απόψεις, διαφορετική από την «κλασσική θεωρία των Μορφών» η οποία βρίσκεται στον Φαίδωνα ή στην Πολιτεία και η οποία χαρακτηρίζεται από μία σειρά αντιθέσεων που ανήκουν ακριβώς σε μία οντολογία δύο ξεχωριστών πλαισίων. Μάλιστα δε είναι δυνατόν να αναλύσουμε τους πρώτους διαλόγους και να εξηγήσουμε πάνω απ’ όλα την χρήση τού λεξικού τής παρουσίας σ ’αυτούς, στο φως ενός πιο γενικού προβλήματος- και μάλιστα προηγούμενου- το οποίο απασχόλησε τον Πλάτωνα και το οποίο έκτοτε υπήρξε αντικείμενο διαμάχης εκ μέρους τού Αριστοτέλη και όλης τής επόμενης παραδόσεως. Εκείνο το γενικό πρόβλημα, είναι εκείνο τής δυνατότητος να διακρίνουμε ανάμεσα στο πράγμα και την ιδιότητα, ανάμεσα σ ’ένα υποκείμενο και τα τυχαία κατηγορήματα (συμβεβηκότα), και ιδιαιτέρως την ποιότητα.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.