Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα W.WINDELBAND - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα W.WINDELBAND - Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

    Συνέχεια από: Kυριακή 11 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. 

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Αμφιβολία για το «όρο» πρόσωπο και δημιουργία της «έννοιας» πρόσωπο.

 Συνέχεια από: Τετάρτη  14 Μαρτίου 2018


Πηγές της Νεωτερικής θεολογίας (Χ)

Οι Λατίνοι δεν μπήκαν στο κόπο να εμβαθύνουν την «έννοια» η οποία θα έπρεπε να συσχετιστεί με τον «όρο» Persona, αυξάνοντας τοιουτοτρόπως όλα όσα είχαν κατακτήσει με τον Τερτυλλιανό, στον νέο ορίζοντα που άνοιξε το «ομοούσιος» της Νίκαιας. Αυτό το έλλειμμα, που άρχισε να γίνεται ορατό στο Τριαδικό δόγμα, έγινε οφθαλμοφανές στην Χριστολογία. Διότι ένα πράγμα είναι να απαριθμήσουμε με τον όρο πρόσωπο τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, εντελώς άλλο πράγμα είναι να κατανοήσουμε την ενσάρκωση η οποία επραγματοποιήθη στην ενότητα ενός προσώπου, άλλο πράγμα είναι επιπλέον να κατανοήσουμε ποια περιεχόμενα περιγράφονται με τον όρο πρόσωπον και στην Αγία Τριάδα και στον Χριστό. Πώς μπορούμε να σκεφτούμε πως πολλά πρόσωπα είναι μόνον μία ουσία, του Θεού; Πώς μπορούμε δε αμέσως μετά να κατανοήσουμε πως δύο ουσίες, η θεία και η ανθρώπινη, συναποτελούν μόνον ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Κυρίου;
Μια κάποια απάντηση δόθηκε στη Δύση κατ’ αρχάς από τον Βοήθιο στον έκτο αιώνα και τελειοποιήθηκε στην Σχολαστική θεολογία, παρότι ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα ο Αυγουστίνος είχε προσφέρει εκείνα τα στοιχεία που επέτρεπαν στον όρο Persona να αποκτήσει μια τόσο πολύτιμη σημασία, η οποία διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα!
Στο ξεκίνημα του De Trinitate, o Αυγουστίνος αναγγέλλει την ισότητα και την ενότητα της ουσίας (substanzia ή essentia) και μόνον σε μια δεύτερη στιγμή την διάκριση των προσώπων στον Θεό. Στο τέλος δε του ιδίου βιβλίου, το οποίο ξεχειλίζει από θρησκευτικό πάθος, στρέφεται και προσεύχεται στην Αγία Τριάδα σαν σε ένα μοναδικό «υποκείμενο», ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο «εσύ»!
Ο «εννοιολογικός κόπος» θα συγκεντρωθεί γύρω από την εναρμόνιση της ενότητος της ουσίας με την τριάδα των προσώπων. Η ερώτηση γύρω από την οποία γυρίζει ολόκληρο το De Trinitate είναι η εξής: Πώς είναι δυνατόν να ομολογήσουμε τη διάκριση χωρίς να εισάγουμε την πολλαπλότητα στον θεό;
Την ίδια στιγμή βεβαίως η «οικονομία» της Σωτηρίας και η «ιστορία» του Χριστού παραμένουν στην σκιά. Ο,τιδήποτε θα μπορούσε να μειώσει το δόγμα του ΕΝΟΣ εγκαταλείπεται. Προηγείται απολύτως κάθε προσπάθειας ο μονοθεϊσμός και η εξασφάλισή του.
Μέσα σε αυτή την πίεση ο Αυγουστίνος επινοεί την κατηγορία της σχέσης για να εξασφαλίσει την εσωτερική ζωή της Τριάδος. Η Σχέση αντισταθμίζει το απόλυτο της ουσίας με το σχετικό, το οποίο δείχνεται ήδη με τα ίδια τα ονόματα, δηλαδή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Ξεκινά λοιπόν την έρευνά του τονίζοντας πως στη συνηθισμένη του χρήση ο όρος persona είναι απόλυτος, δεν είναι σχετικός. Παραπέμπει περισσότερο στην ουσία παρά στη σχέση. Persona ορίζει ένα ανθρώπινο άτομο στην μοναδικότητά του και στην μοναξιά του. Δεν είναι ο πλέον κατάλληλος όρος για να χαρακτηρίσει την Τριάδα. Διότι κατά τον Αυγουστίνο τα ονόματα της Αγίας Τριάδος που μας αποκαλύφθηκαν είναι σχετικά! Πατήρ και Υιός φανερώνουν αμέσως μια αμοιβαιότητα: δεν υπάρχει Πατήρ χωρίς Υιό και αντίστροφα, παρότι το Πνεύμα δεν φανερώνει την σχέση με τόση καθαρότητα, όσο το άλλο όνομα του τρίτου προσώπου, της Αγίας Τριάδος, αυτού του «δώρου».

Έτσι το πρόσωπο του Πατρός π.χ. είναι κατά τον Αυγουστίνο η ίδια η ουσία του Πατρός αλλά η ουσία του Πατρός είναι ο ίδιος ο Πατήρ όχι επειδή είναι «Πατήρ» αλλά επειδή «είναι». Το πρόσωπο τού Πατρός λοιπόν δεν είναι παρά ο ίδιος ο Πατήρ. Δεν έχει μεγάλη εμπιστοσύνη λοιπόν στον όρο πρόσωπο. Επειδή σημαίνει «ατομική ουσία» και επειδή δεν μεταφέρεται εύκολα στην σχεσιακή πραγματικότητα της Αγίας Τριάδος.
Κάποια στιγμή βεβαίως δια χειρός Θωμά Ακινάτη, το πρόσωπο θα συνδυαστεί τόσο καλά με την σχέση που θα μπορεί και να αντικαθιστά το ένα το άλλο στην κοινή τους έννοια. Ο Ακινάτης θα δηλώσει ευθαρσώς πως το πρόσωπο στον θεό δεν είναι «σχετικό» αλλά είναι μια πραγματική και αυτόνομη σχέση. Ο όρος πρόσωπο ορίζει την σχέση «όχι όμως με τον τρόπο της σχέσης, αλλά με τον τρόπο της ουσίας» (Summa Theol. I, q.29, a.4, ad.1).
Εάν λοιπόν η «άπειρη διαφορά ποιότητος» του προσώπου, όπως υπάρχει στον θεό και όπως πραγματοποιείται στον άνθρωπο εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι στον θεό είναι μια σχεσιακή πραγματικότης ενώ στον άνθρωπο είναι μια πραγματικότης απόλυτη, ξεχωριστή, μοναχική, τότε ο Αυγουστίνος δεν είναι εντελώς αθώος για την μοναξιά του cogito το οποίο η σύγχρονη σκέψη θα θεωρήσει καταστατικό του ανθρωπίνου προσώπουΔεν θα μπορούσε όμως το πρόσωπο ακόμη και στον άνθρωπο να είναι ουσιωδώς σχεσιακό ακόμη και αν είναι ποιοτικώς διαφορετικό από τις σχέσεις που υπάρχουν στον θεό;
Μ’ αυτό το ερώτημα ο Αυγουστίνος διαστέλλει τα όρια του ανθρωπίνου πνεύματος. Όσα χάνει από την «οικονομία» τα κερδίζει στην ανακάλυψη της εσωτερικότητος. Πριν από τον Αυγουστίνο οι αναλογίες που χρησιμοποιούντο για να γίνουν κατανοητά η Γένηση του Υιού και η Εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος αποτελούσαν μέρος της κοσμικής εμπειρίας. Το φως με την λάμψη του και η ακτίνα, η φωτιά με την φλόγα και την θερμότητα, το δένδρο με τις ρίζες και το φρούτο. Αυτό το κοσμολογικό μοντέλο αντικαθιστά ο Αυγουστίνος με το ανθρωπολογικό. Για την κατανόηση της θείας ζωής ο Αυγουστίνος προτιμά την εσωτερική ζωή τού ανθρώπου. Προτιμά να σκύψει και να κοιτάξει μέσα στα βάθη του ανθρωπίνου πνεύματος και εδώ να βρει την εικόνα της τριάδος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θεός και άνθρωπος, πρόσωπο και συνείδηση συσφίγγονται από τον Αυγουστίνο όσο δεν είχε ξαναγίνει πριν απ’ αυτόν!
Με τον Αυγουστίνο λοιπόν εμφανίζεται στην Ιστορία μια καινούργια έννοια τού ανθρώπου. Αυτή η ανθρωπολογική στροφή συνδυάζεται με την ανάλυση τής συνειδήσεως στο De Trinitate και με την θεολογική στροφή που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο. Όταν μετά από αιώνες, αυτή η έννοια θα ανθίσει στο καρτεσιανό cogito, όταν δηλαδή πρόσωπο θα σημάνει πλέον αυτοσυνειδησία, η κληρονομιά του Αυγουστίνου θάχει προκαλέσει τα πιο εκπληκτικά αποτελέσματα. Ερευνώντας μέσα στην δομή της ψυχής την εικόνα της Αγίας Τριάδος, δεν θεμελίωσε μόνον το θεολογικό δόγμα της σχέσης και εκείνο του Λόγου, δεν πρόσφερε στον Μυστικισμό τους τρόπους έκφρασης με τους οποίους μπορούσε να εκφράσει τις εμπειρίες του, αλλά απεκάλυψε μια εσωτερικότητα η οποία από τον Καρτέσιο στον Πασκάλ, από τον Κίρκεγκαρντ στον Χούσσερλ θα προσπαθεί, ακολουθώντας τον δάσκαλό της, να αποκαλυφθεί με την σειρά της!


Αμέθυστος

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. 

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

    Συνέχεια από: Kυριακή 11 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. 

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ; ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ  ΣΩΤΗΡΙΑ.

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ) ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ(ΤΟΥ ΕΓΩ). ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟ

Προς Μαρίνον, τον οσιότατον Πρεσβύτερον"

                                               Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού

                                                       Πηγή Κειμένου: PG: 91.

Πηγή Μετάφρασης: Μαξίμου τού Ομολογητού έργα, θεολογικά και πολεμικά, 15Α. Κείμενο - Μετάφραση - Σχόλια από τον Ιγνάτιο Σακαλή Φιλόλογο.


1. Περί φυσικού Θελήματος, δηλαδή φυσικής Θελήσεως

Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.

Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.

Δεν είναι λοιπόν η θέληση προαίρεση, εφόσον η θέληση είναι απλή όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση είναι συνεργασία όρεξης και σκέψης και κρίσης. Όταν δηλαδή επιθυμούμε, πρώτα σκεπτόμαστε, και αφού σκεφτούμε κρίνομε, κι αφού κρίνομε προτιμούμε από το χειρότερο αυτό που η κρίση μας έδειξε καλύτερο. Και η όρεξη εξαρτάται μόνο από τα φυσικά, ενώ η προαίρεση αναφέρεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορεί να γίνουν από μας. Δεν είναι λοιπόν η προαίρεση θέληση.

2. Περί Βουλήσεως

Αλλά η προαίρεση δεν είναι ούτε βούληση. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.

Έφτανε λοιπόν και η περιγραφή μόνο, δείχνοντας τη διαφορά τους, να κάνει εκείνους που φιλολογούν περισσά να σταματήσουν τη φιλονεικία τους, και είναι σαφώς αντίθετοι στις ορθές αποφάσεις (δεν γνωρίζω πως να το πω ευγενικά). Επειδή όμως οι φιλοπερίεργοι ποθούν κατά κάποιο τρόπο να τους δοθούν περισσότερες εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά, θα μιλήσομε κι αλλιώς.

Λένε όσοι έχουν ασχοληθεί και μιλήσει γι' αυτά, ότι σε όσους αρμόζει να προαιρώνται δεν αρμόζει οπωσδήποτε σε όλους και το να βούλονται. Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.

Τέλος λοιπόν λένε πως είναι αυτό που θέλομε, όπως η υγεία· ενώ οδηγεί στο τέλος αυτό για το οποίο διασκεπτόμαστε, όπως ο τρόπος της υγείας. Την ίδια λοιπόν αναλογία που έχει το αντικείμενο της βούλησης προς το αντικείμενο της διάσκεψης λένε πως έχει η βούληση προς την προαίρεση, εφόσον προαιρούμαστε αυτά μονάχα, όσα νομίζομε ότι μπορούν να γίνουν από μας. Θέλομε όμως και όσα δεν μπορούν να γίνουν από μας. Αποδείξαμε λοιπόν ότι δεν είναι ούτε βούληση η προαίρεση, και θ’ αποδειχθεί πάλι ότι δεν είναι ούτε διάσκεψη, δηλαδή σκέψη.

3. Περί Βουλής, δηλαδή Βουλεύσεως

Η σκέψη, δηλαδή η διάσκεψη, λένε πως είναι όρεξη που εκδηλώνεται κι εξετάζει κάτι από αυτά που μπορούμε να πράξομε, κι αυτό που κρίνει η σκέψη είναι το προαιρετό. Είναι λοιπόν από αυτό φανερό ότι η σκέψη (η βούλευση) γίνεται γι' αυτά που ακόμη αναζητούμε, ενώ η προαίρεση για όσα έχουν ήδη προκριθεί. Και γίνεται φανερό όχι μόνο από τον ορισμό αλλά κι από την ετυμολογία.2

Προαιρετό είναι εκείνο που εκλέγομε (αιρετό) πριν από κάποιο άλλο, και κανένας δεν προκρίνει κάτι, αν δεν σκεφτεί, ούτε διαλέγει, αν δεν κρίνει. Η προαίρεση λοιπόν δεν είναι σκέψη, δηλαδή διάσκεψη.

4. Περί Προαιρέσεως

Την προαίρεση ορίζουν ως όρεξη διασκεπτική για όσα εμείς μπορούμε να πράξομε. Γιατί η προαίρεση είναι κάτι μικτό και κράμα από πολλά, αποτελούμενη από όρεξη και σκέψη και κρίση. Κανένα από αυτά δηλαδή καθεαυτό δεν είναι η προαίρεση. Ούτε μόνο όρεξη καθεαυτή είναι ούτε σκέψη ούτε κρίση, αλλ' είναι ένα κράμα από αυτά, όπως η ανθρώπινη υπόστασή μας είναι σύνθετη από ψυχή και σώμα. Επειδή αυτό που προκρίθηκε από τη σκέψη, στο οποίο αναφέρεται η προαίρεση, τότε γίνεται προαίρεση και προαιρετό, όταν προσλάβει την όρεξη.

Αναγκαστικά λοιπόν η προαίρεση σχετικά με αυτά εκδηλώνεται μετά την κρίση, για τα οποία λειτουργεί η σκέψη πριν από την κρίση. Εκείνα δηλαδή προαιρούμαστε, για τα οποία σκεπτόμαστε

5. Για ποια σκεπτόμαστε

Σκεπτόμαστε για όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορούν να γίνουν από μας και που το τέλος τους δεν είναι φανερό. Το "εξαρτώνται από μάς" το είπαμε, επειδή σκεφτόμαστε μόνο για όσα μπορούμε να πράξομε. Γιατί αυτά είναι στην εξουσία μας.

Δεν σκεφτόμαστε βέβαια για την αυτοϋπόσταση σοφία ούτε για τον Θεό ούτε για όσα γίνονται κατ’ ανάγκη και πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, όπως είναι η κυκλική κίνηση των χρόνων, ούτε για όσα δεν υπάρχουν αδιάκοπα, επαναλαμβάνονται όμως όμοια, όπως η ανατολή και η δύση του ηλίου, ούτε για όσα συμβαίνουν βέβαια μέσα στη φύση, όμως δεν γίνονται όμοια πάντοτε, αλλά τις περισσότερες φορές, όπως το να γίνονται άσπρα τα μαλλιά εκείνου που γίνεται εξήντα ετών, ή να βγάζει γένια οποίος μπαίνει στα είκοσι, ούτε για τα φυσικά φαινόμενα που γίνονται διαφορετικά και άτακτα σε διάφορους χρόνους, όπως είναι οι βροχές, οι ξηρασίες και το χαλάζι.

Γι' αυτά λοιπόν έχει λεχθεί το: "είναι στην εξουσία μας", ενώ το: "που μπορούν να γίνουν από εμάς" λέγεται επειδή δεν σκεφτόμαστε για όλους τους ανθρώπους ούτε για όλα τα πράγματα, ούτε βέβαια και για όλα όσα είναι στην εξουσία μας και μπορούν να γίνουν από εμάς, αλλά πρέπει να είναι κοντά μας και να έχουν άδηλο τέλος. Αν δηλαδή είναι φανερό το πράγμα και το ομολογούμε δεν σκεφτόμαστε πλέον γι' αυτό, έστω κι αν είναι στην εξουσία μας και γίνεται από μας.

Δείξαμε ακόμα ότι η σκέψη δεν εκδηλώνεται για το τέλος, αλλά για όσα συντελούν στο τέλος. Σκεφτόμαστε δηλαδή όχι να πλουτίσουμε, αλλά πώς και με τι. Και για να μιλήσομε με συντομία, σκεφτόμαστε μόνο για όσα η πράξη τους είναι ενδεχόμενη· ενδεχόμενο είναι επίσης αυτό που και το ίδιο μπορούμε να σκεφτούμε και το αντίθετό του. Αν δηλαδή δεν ήμαστε ικανοί και για τα δύο, δεν θα σκεφτόμαστε για τα δύο. Γιατί όσα ομολογούνται και είναι φανερά ή είναι αδύνατα και όχι ενδεχόμενα κανένας δεν τα σκέφτεται. Κι αν μπορούσαμε το ένα μονάχα από ένα ζεύγος αντίθετο, αυτό θα ήταν το ομολογούμενο, επειδή θα ήταν έξω από αμφιβολία, ενώ το αντίθετό του θα ήταν αδύνατο. Όταν για παράδειγμα βρίσκονται μπροστά μας ψωμί κι ένα λιθάρι, κανένας δεν εξετάζει ποιο να κάνει τροφή του· γιατί το ένα είναι ομολογούμενο, ενώ το άλλο είναι αναντίρρητα αδύνατο.

Αυτά λοιπόν προαιρούμαστε, όσα είναι εξίσου ενδεχόμενα, και αυτά είναι εκείνα που σκεφτόμαστε.

6. Περί Γνώμης

Ούτε βέβαια η προαίρεση είναι κάποια γνώμη, κι ας το πιστεύουν αυτό έτσι επιπόλαια οι πολλοί, αλλά αναφέρεται στη γνώμη, αν βέβαια δέχονται ότι η γνώμη είναι όρεξη ενδιάθετη για όσα εξαρτώνται από εμάς, από την οποία προέρχεται η προαίρεση, ή είναι διάθεση για όσα εξαρτημένα από εμάς σκεφτήκαμε, επειδή τα ορεγόμαστε. Γιατί όταν η όρεξη δεχθεί όσα έκρινε η σκέψη, γίνεται γνώμη, κι έπειτα από αυτήν, ή για να το πούμε πιο κυριολεκτικά, από την οποία προέρχεται η προαίρεση.

Επομένως η γνώμη ως προς την προαίρεση έχει το λόγο τής έξης ως προς την ενέργεια.

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

   Συνέχεια από: Kυριακή 11 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. 

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ; ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ  ΣΩΤΗΡΙΑ.

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ) ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ(ΤΟΥ ΕΓΩ). ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟ.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (6)

  Συνέχεια από: Σάββατο 17 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

7. Στη φιλοσοφία του Ιερού Αυγουστίνου περικλείονται ιδέες και προβληματισμοί κοσμοϊστορικοί. Ιδιαίτερα πρέπει να τονιστεί η έννοια της μακαριότητας, στην οποία συγκλίνουν όλα τα θέματα της σκέψης του. Παρόλο δηλαδή που ο Αυγουστίνος θεωρούσε ότι η βούληση είναι η εσώτατη κινητήρια δύναμη του ανθρώπινου όντος, παρόλο που διέβλεψε ότι κατά βάθος το κίνητρο όλων των ψυχικών λειτουργιών είναι η επιδίωξη της ευτυχίας, έμεινε σταθερός στην πεποίθησή του ότι όλες αυτές οι ροπές και οι τάσεις εκπληρώνονται μόνο στη θέαση της θείας αλήθειας. Το ύψιστο αγαθό είναι ο Θεός. Ο Θεός όμως είναι η αλήθεια, και την αλήθεια την απολαμβάνει κανείς ατενίζοντάς την, αναπαύοντας το βλέμμα πάνω της. Όλες οι ροπές της βούλησης είναι απλώς ένας δρόμος που οδηγεί σε αυτή την ειρήνη. Τελικός στόχος της βούλησης είναι να σιγήσει, καθώς θα δέχεται με την επενέργεια της χάρης τη θεία αποκάλυψη —να ηρεμήσει καθώς θα αντικρίζει την αλήθεια που έρχεται από ψηλά.

Η χριστιανική αντίληψη ότι ο Θεός είναι το απόλυτο αίτιο όλων των πραγμάτων και η μυστική έκσταση των νεοπλατωνικών ενώνονται εδώ σε κοινή αντίθεση προς την ιδέα ότι η ατομική βούληση έχει κυριαρχική εξουσία. Και από τις δύο πλευρές εκδηλώνεται η ίδια τάση να θεωρηθεί η σωτηρία του ανθρώπου έργο του Θεού, πλήρωση και φώτιση που συντελείται με την παρέμβαση της υπέρτατης αλήθειας, ελεύθερη από βούληση θέαση του μοναδικού άπειρου είναι. Ο Ιερός Αυγουστίνος –και εδώ ακριβώς φαίνεται καθαρά πόσο μεγάλη είναι η προσωπικότητά  του και πόσο πλατύ το πνεύμα του– έχει επισημάνει τις πρακτικές-ηθικές συνέπειες από την επενέργεια της θείας χάρης στη γήινη ζωή: το καθαρό φρόνημα και τον αυστηρό τρόπο ζωής. Η πληθωρική ενεργητικότητα της ισχυρής του φύσης, έχει γίνει εδώ ηθική θεωρία, που σε αντίθεση με την απόκοσμη, «κουρασμένη» φιλοσοφία τού νεοπλατωνισμού τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της εγκόσμιας πόλης του καλού και των κακού σαν γενναίο μαχητή της βασιλείας των ουρανών. Σύμφωνα όμως, με την άποψή του η ύψιστη αμοιβή που επιφυλάσσεται στην αγωνιστή του Θεού δεν είναι η ακατάπαυστη δραστηριότητα της βούλησης, αλλά η ηρεμία της θέασης. Στη ζωή που ξετυλίγεται μέσα στη χρονικότητα απαιτείται η ολοκληρωτική και ακατασίγαστη ένταση της ψυχής που παλεύει και δρα· στην αιωνιότητα η ψυχή θα βρει τη γαλήνη στην αλήθεια του Θεού. Ο Αυγουστίνος χαρακτηρίζει την κατάσταση της μακαριότητας ύψιστη αρετή, αγάπη (charitas). Στην αιώνια μακαριότητα δεν χρειάζεται να γίνει υπέρβαση της αντίστασης του κόσμου και της αμαρτωλής βούλησης. Εκεί η αγάπη δεν έχει πια καμία ανάγκη να ικανοποιήσει· έχει γίνει θέαση πλημμυρισμένη από τον Θεό.

Σε αυτήν τη δυαδικότητα της αυγουστίνειας ηθικής το παλαιό και το νέο πλησιάζουν το ένα στο άλλο. Η μεγάλη ενεργητικότητα της βούλησης που απαιτείται στη γήινη ζωή και η μετατόπιση της ηθικής αποτίμησης στην εσωτερική σφαίρα του φρονήματος προαναγγέλλουν τον σύγχρονο άνθρωπο. Αλλά το αρχαίο ιδανικό της πνευματικής θέασης επιβάλλεται νικηφόρα ως ανώτατος σκοπός της ζωής. Στο σημείο αυτό η διδασκαλία του Αυγουστίνου συγκρούεται με την άποψη που αναγνωρίζει κυριαρχική θέση στην ατομική βούληση (βουλησιοκρατικός ατομισμός), ενώ παράλληλα διατηρεί ένα αριστοτελικό-νεοπλατωνικό στοιχείο, που παίζει αποφασιστικό ρόλο. Αυτή η εσωτερική αντίθεση αναπτύσσεται στους φιλοσοφικούς προβληματισμούς του Μεσαίωνα.

ΧΟΡΤΑΙΝΕΤΑΙ ΠΟΤΕ Η ΧΑΡΙΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΜΕΤΡΟ, ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ; ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΑΞΙΖΕΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ; Η ΔΥΝΑΜΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ; ΜΗΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ,ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΟΛΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ;

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (5)

   Συνέχεια από:  Πέμπτη 15 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).....

6. Υπό το πρίσμα της διδασκαλίας για τον προκαθορισμό του ανθρώπου, η μεγαλειώδης εικόνα της ιστορικής ανέλιξης της ανθρωπότητας, την οποία ο Ιερός Αυγουστίνος είχε σχεδιάσει σύμφωνα με τον τρόπο και το πνεύμα ολόκληρης της πατερικής φιλοσοφίας, παίρνει σκοτεινά χρώματα και ιδιαίτερα άκαμπτα σχήματα. Όχι μόνο η συνολική πορεία του ανθρώπου προς τη λύτρωση αλλά, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, και η ιδιαίτερη θέση που κατέχει κάθε άτομο σε αυτήν έχει προαποφασιστεί από τον Θεό. Γι' αυτό δύσκολα θα αποφεύγαμε τη δυσάρεστη εντύπωση ότι όλη αυτή η δίψα του ανθρώπου για σωτηρία, η οποία εκδηλώνεται στην ιστορική πορεία του, υποβαθμίζεται, σύμφωνα με την άποψη του Αυγουστίνου, σε ένα παιχνίδι με μαριονέτες, που η τελική έκβασή του είναι αμετάκλητα προκαθορισμένη. 

Κατά τον Αυγουστίνο, σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας, ο κόσμος του πνεύματος διαιρείται σε δύο σφαίρες: στο βασίλειο του Θεού και στο βασίλειο του διαβόλου. Στο βασίλειο του Θεού ανήκουν οι άγγελοι που δεν έχουν εκπέσει και οι εκλεκτοί άνθρωποι της χάρης. Το βασίλειο του διαβόλου περιλαμβάνει τους κακούς δαίμονες και τους ανθρώπους που ο Θεός δεν τους προόρισε να σωθούν αλλά τους έχει αφήσει στην κατάσταση της αμαρτίας και της ενοχής. Το ένα είναι το βασίλειο του ουρανού, το άλλο το βασίλειο του κόσμου. Στην πορεία της ιστορίας αυτές οι δύο σφαίρες συμπεριφέρονται μεταξύ τους όπως δυό διαφορετικά γένη, που μόνο εξωτερικά αναμιγνύονται, ενώ εσωτερικά είναι εντελώς διαχωρισμένα. Η κοινότητα των εκλεκτών δεν έχει πατρίδα στη γη. Ζει στην ανώτερη ενότητα της θείας χάρης. Απεναντίας, η κοινότητα των κολασμένων είναι κατακερματισμένη, εξαιτίας της διχόνοιας που επικρατεί σε αυτήν, και μάχεται στο βασίλειο της γης για τις κίβδηλες αξίες της δύναμης και της εξουσίας.  Σε αυτό το στάδιο εξέλιξης η χριστιανική άποψη δεν μπορούσε ακόμη να κυριαρχήσει στον κόσμο, και γι' αυτό ο Αυγουστίνος θεωρεί ότι όλα τα γνωστά ιστορικά κράτη είναι επιμέρους περιοχές μιας κοινότητας αμαρτωλών  ανθρώπων, που εχθρεύονται τον Θεό και είναι καταδικασμένες να αντιμάχονται διαρκώς η μια την άλλη. Κατά την άποψή του το βασίλειο του Θεού δεν είναι του κόσμου τούτου. Και η Εκκλησία, ίδρυμα σωτηρίας στο βασίλειο του Θεού, εισχωρεί στην εντός χρόνου ζωή των ανθρώπων.

Με αυτές τις προϋποθέσεις η πορεία της παγκόσμιας ιστορίας εκλαμβάνεται ως ένας χωρισμός των δύο βασιλείων, που βαθαίνει ολοένα πιο πολύ. Τελικός σκοπός της ιστορίας είναι ο πλήρης και οριστικός διαχωρισμός του βασιλείου του Θεού από το βασίλειο του κόσμου. Ο Αυγουστίνος διαιρεί την παγκόσμια ιστορία σε έξι περιόδους, που αντιστοιχούν στις έξι ημέρες της δημιουργίας -όπως περιγράφονται στη μωσαϊκή κοσμογονία- και συνδέονται με γεγονότα της ιστορίας του Ισραήλ. Κατανοεί ελάχιστα την ουσία του ελληνισμού και διατυπώνει επιτιμητικές κρίσεις για τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Το αποφασιστικό σημείο αυτής της ιστορικής ανέλιξης είναι η εμφάνιση του Σωτήρα, με την οποία λυτρώνονται οι εκλεκτοί της θείας χάρης και ολοκληρώνεται ο διαχωρισμός τους από τους άλλους ανθρώπους, που είναι τέκνα του γήινου κόσμου. Αρχίζει έτσι η τελευταία κοσμική περίοδος, που θα τελειώσει με τη Δευτέρα Παρουσία. Ως αναγκαστική κατάληξη της πάλης θα έρθει ύστερα το Σάββατο, η ειρήνη του Κυρίου - που όμως θα είναι ειρήνη μόνο για τους εκλεκτούς του Θεού. Απεναντίας, όσοι δεν έχουν προοριστεί να σωθούν θα χωριστούν εντελώς από τους αγίους και θα αφεθούν να βασανίζονται για την αθλιότητά τους.

Μολονότι η μακαριότητα και ο πόνος εκλαμβάνονται εδώ με νόημα εξιδανικευμένο (χωρίς όμως να λείπει και η παράπλευρη εικόνα της φυσικής τους διάστασης), και ειδικότερα η αθλιότητα της κόλασης ως αποδυνάμωση του είναι που οφείλεται στην απουσία της θείας αιτιότητας, είναι ολοφάνερο ότι ο δυϊσμός του καλού και του κακού αποτελεί για τον Αυγουστίνο την τελική κατάληξη της παγκόσμιας ιστορίας. Ο άνθρωπος αυτός, που τόσο έντονα επηρεάστηκε από πολλά και ισχυρά φιλοσοφικά ρεύματα, δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το μανιχαϊσμό των νεανικών χρόνων του. Γι' αυτό στη χριστολογία του παρεμβάλλονται και μανιχαϊστικές απόψεις. Κατά τους μανιχαϊστές η αντίθεση καλού και κακού είναι πρωταρχική και ανεξάλειπτη. Κατά τον Αυγουστίνο η αντίθεση αυτή είναι επιγενόμενη, αλλά οριστική και αμετάκλητη. Ο παντοδύναμος, παντογνώστης και πανάγαθος Θεός έπλασε τον κόσμο, που διαχωρίστηκε για πάντα στο βασίλειο του Θεού και στο βασίλειο του σατανά.

Συνεχίζεται.

ΑΥΤΗ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΤΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. 

Ο ΘΕΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΕΚΠΟΡΕΥΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ... Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

  Συνέχεια από: Kυριακή 11 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. 

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ; ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ  ΣΩΤΗΡΙΑ.

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ (ΕΛΕΥΘΕΡΗ) ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ(ΤΟΥ ΕΓΩ). ΕΝΑ ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟ.