Συνέχεια από Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2026
MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ
O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
Η ανατομία τού εγκεφάλου προσπαθούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, να προσδιορίση υλικά, με όλο και μεγαλύτερη «ορμή», τη διαφορά μεταξύ ζώου και ανθρώπου. Ο δε Soemmerring κατόρθωσε να διατυπώση μια «νόμιμη» θεωρία, την οποία δεν θα αναιρούσαν αμέσως παραδείγματα της συγκριτικής ανατομίας, ή δεν θα τη σχετικοποιούσαν τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό: «Μπορούμε να πούμε πως ο άνθρωπος έχει τον μεγαλύτερο εγκέφαλο μόνον επειδή διαθέτει ταυτόχρονα και τα μικρότερα εγκεφαλικά νεύρα». Μ’ αυτόν τον «κανόνα» δεν διατυπώθηκε απλώς και μόνο ποσοτικά η διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον εγκέφαλο των ζώων, αλλά ο Soemmerring πίστευε πως εύρισκε και στους νέγρους μεγαλύτερα εγκεφαλικά νεύρα απ’ ό,τι στους Ευρωπαίους. Αυτός ο «ανταγωνισμός» νεύρων και εγκεφάλου συνετέλεσε στο να προσδιοριστούν σωματικά χαρακτηριστικές μηχανικές, αισθητηριακές και ενστικτώδεις ικανότητες των ζώων (αλλά και των νέγρων κατά τον Soemmerring) καθώς και οι θεωρούμενες ως ανώτερες πνευματικές και πολιτιστικές ικανότητες των Ευρωπαίων, «προσφερόμενες» στο ανατομικό μαχαίρι τής ανατομίας.
Η αντιπαράθεση φύσεως και πνεύματος αντικαθίσταται εδώ, φαινομενικά παράδοξα, με την αντιπαράθεση νεύρων και εγκεφάλου. Πρόκειται ωστόσο στην πραγματικότητα για την ανανέωση ενός τρέχοντος «τόπου» (Topos), τον οποίον και μεταφέρει ο Soemmerring στην εγκεφαλική έρευνα. Ο Diderot μιλά π.χ. με παρόμοιο τρόπο για δυό άκρα: «Ο άνθρωπος της φύσης είναι δημιουργημένος έτσι, ώστε να σκέπτεται λίγο και να πράττη πολύ ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης σκέπτεται, αντίθετα, πολύ και κινείται λίγο». Ενώ όμως ο Diderot διατηρεί συνειδητά αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ φύσεως και πνεύματος σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, η παρόμοια αιτιολογημένη προσπάθεια διάκρισης ενός ανατόμου καθίσταται αμέσως ένας ανατομικο-φυσιολογικός «νόμος», αποκτώντας έτσι ένα εντελώς διαφορετικό ειδικό βάρος.
Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι, ακόμα και χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω στην ανθρωπολογική διάσταση του έργου τού Soemmerring, η βιολογική («φυσική») φύση τού ανθρώπου συνενώνεται (συμφύρεται) εδώ με την ηθική και πνευματική του φύση, κάτι που συντελείται μάλιστα στο πεδίο τής ανατομίας τού εγκεφάλου, η οποία και υφίσταται η ίδια μια σημαντική μετατροπή. Δεν είναι ασφαλώς έργο τού ανατόμου «να διερευνήση τούς ηθικούς λόγους ή αιτίες μιας τόσο προφανούς και εντυπωσιακής πραγματικότητας (της διαφοράς δηλ. ανάμεσα στους ανθρώπους)», μπορεί ωστόσο να αναρωτηθή για το «αν υπάρχουν στη δομή και την κατασκευή τού σώματος κάποιες αξιόπιστες, συγκεκριμένες και χαρακτηριστικές, και όχι απλώς τυχαίες διαφορές, που να τοποθετούν (δικαίως) τούς νέγρους σ’ ένα πιο χαμηλό σκαλοπάτι στον θρόνο τής ανθρωπότητας». Η «κρίση» αυτή ενισχύεται μάλιστα απ’ την «αρμοδιότητα» ενός επιστήμονα, που ισχυρίζεται πως δεν ακολουθεί ο ίδιος κανενός είδους «ειδικά συμφέροντα». Καθώς γράφει ο ίδιος στην καινούργια, έναν μόνο χρόνο μεταγενέστερη, έκδοση του κειμένου του, ότι: «Μου ήταν τελικά αδιάφορο, να ισχυριστώ το ποιος απ’ τους δύο, ο λευκός ή ο νέγρος βρίσκεται πιο κοντά στον πίθηκο, κι αναζητούσα μόνο τις αιτίες για κάτι τέτοιο καθ’ όσον όμως συνέχιζα με απόλυτη ανιδιοτέλεια την έρευνά μου, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμουν ότι κάτι τέτοιο ίσχυε εμφανώς για τους νέγρους».
Δεν αναφέρεται χωρίς λόγο ο Soemmerring στην ανιδιοτέλεια των επιστημονικών του ερευνών και συμπερασμάτων, καθώς είχαν ήδη προκύψει σοβαρές κατηγορίες. Γι’ αυτό και αισθάνεται υποχρεωμένος να αποφύγη την εντύπωση, ότι τα συμπεράσματά του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως νομιμοποίηση μιας απάνθρωπης μεταχείρισης των νέγρων ως σκλάβων: «Για να προλάβω κάθε απεχθές συμπέρασμα και παρεξήγηση, επαναλαμβάνω άλλη μια φορά, ότι οι νέγροι είναι αληθινοί άνθρωποι, όπως ακριβώς και εμείς (οι λευκοί...)». Ακόμα όμως κι όταν παραδέχεται ο Soemmerring την καταγωγή όλων τών ανθρώπων από έναν πρωτόγονο άνθρωπο, οι άνθρωποι «είτε εξευγενίστηκαν σε Ευρωπαίους, είτε εκφυλίστηκαν σε νέγρους».
Ενώ όμως ο Soemmerring επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του παραπέμποντας σε ανατομικά δεδομένα, καθίσταται αυτός ακριβώς ο περιορισμός του επιχειρηματικού του οπλοστασίου στην ανατομία μια κατηγορία καθεαυτή. Κι αυτό προκύπτει απ’ την κριτική αντίδραση του ανθρωπολόγου Johann Friedrich Blumenbach απ’ το Goettingen, ο οποίος ορίζει τις διάφορες φυλές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανατομία, τη φυσιολογία, την ανθρωπολογία, τη φυσική ιστορία και πολιτισμικά δεδομένα, ως ισάξιες παραλλαγές ή «ποικιλίες τού κανόνα», και κατά καμμίαν έννοια ως μιαν ιεραρχημένη διαβάθμιση. Εκφράζει δε τους συλλογισμούς του με κάποιαν επιφύλαξη μάλλον στον «φίλο του» Soemmerring, στρεφόμενος ωστόσο πολεμικά και με ορμή, σε κάθε ευκαιρία, απέναντι στον ισχυρισμό, ότι οι νέγροι διαφέρουν στη σωματική τους δομή από τις άλλες ανθρώπινες φυλές, και δεν υφίσταται άρα και καμμιά διανοητική και ηθική διαφορά. Υποστηρίζει μάλιστα αυτή του την τοποθέτηση με μιαν ολόκληρη σειρά από δικά του βιώματα και εμπειρίες αλλά και μαρτυρίες άλλων, ότι οι νέγροι δεν υπολείπονται κατ’ αρχήν κατά κανέναν τρόπο, ούτε δηλ. στην τέχνη και τη χειροτεχνία, ούτε στη μουσική και τη λογοτεχνία, ούτε στην επιστήμη και την ιατρική απ’ τους λευκούς.
Η άποψη αυτή, εκπροσωπούμενη σε παρόμοια μορφή από τον Lichtenberg και κάποιους ακόμα, ανήκε στις πιο φιλελεύθερες απόψεις τού όψιμου Διαφωτισμού. Όλοι οι άνθρωποι έχουν, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, τις ίδιες ικανότητες, το βασικό ωστόσο μέτρο περί αυτών συναποτελούν τα πολιτισμικά και κοινωνικά επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού. Ο Soemmerring απείχε παρ’ όλ’ αυτά πολύ από έναν τέτοιον εθνο- και ευρωκεντρισμό, ο οποίος υπέτασσε βασικά στα ευρωπαϊκά δεδομένα τούς μη-Ευρωπαίους, έστω κι αν ο ίδιος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να υποβαθμίση τις διαφορές του, π.χ. απ’ τον Blumenbach.
Η βασική διαφορά συνίστατο στο ότι ο Soemmerring θεωρούσε πράγματι ιεραρχημένες τις ανθρώπινες φυλές, οι οποίες φανέρωναν ωστόσο μια διαφορετική εξέλιξη σε μιαν ισάξια βαθμίδα κατά τον Blumenbach. Γι’ αυτό και ενέπλεκε άλλωστε ο Blumenbach, κατά ισάξιο τρόπο, τις ανατομικο-φυσιολογικές με τις πολιτισμικές και κοινωνικές γνώσεις για τον άνθρωπο, κάτι που δεν ίσχυε κατά κανέναν τρόπο για τον Soemmerring, o οποίος και γράφει σε μιαν άλλη περίσταση: «Η ιστορία τής ανθρωπότητας εξαρτάται πάντοτε απ’ την επίδραση του κλίματος, τον συνδεδεμένο επακριβώς με το κλίμα πολιτισμό (Kultur) μιας χώρας, τους τρόπους ζωής κ.τ.λ. Όλες δε οι μεταβολές που συντελέσθηκαν πάνω σ’ αυτή τη βάση οδήγησαν σε αναπόφευκτες συνέπειες σε όλα τα μέρη τού όλου». Παρόμοιες απόψεις εκφράζει και ο Blumenbach, ο Forster και κάποιοι ακόμα σύγχρονοί τους, οι οποίοι και φτάνουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα στα πεδία τής φυσικής ανθρωπολογίας και της ανατομίας τού εγκεφάλου. Ο ίδιος όμως ο Soemmerring, που προβάλλει κι αυτός τούς περιβαλλοντικούς όρους για να εξηγήση την ιστορία τού ανθρώπου, καθιστά αμέσως μετά την ανατομία τού εγκεφάλου ως το βασικό όργανο προσδιορισμού τής θέσης τού ανθρώπου (μέσα στη συνολική θεωρία τής «εξέλιξης»...). Αυτός o «εκλεκτισμός» δεν αποτελεί ωστόσο παρά ένα τυπικό παράδειγμα μιας προσπάθειας που γίνεται σε περιόδους μετασχηματισμού τής γνώσης, να συγκροτηθούν και να συντεθούν αναμεταξύ τους ετερογενή κατά τα άλλα γνωστικά πεδία.
O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ
Η ανατομία τού εγκεφάλου προσπαθούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, να προσδιορίση υλικά, με όλο και μεγαλύτερη «ορμή», τη διαφορά μεταξύ ζώου και ανθρώπου. Ο δε Soemmerring κατόρθωσε να διατυπώση μια «νόμιμη» θεωρία, την οποία δεν θα αναιρούσαν αμέσως παραδείγματα της συγκριτικής ανατομίας, ή δεν θα τη σχετικοποιούσαν τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό: «Μπορούμε να πούμε πως ο άνθρωπος έχει τον μεγαλύτερο εγκέφαλο μόνον επειδή διαθέτει ταυτόχρονα και τα μικρότερα εγκεφαλικά νεύρα». Μ’ αυτόν τον «κανόνα» δεν διατυπώθηκε απλώς και μόνο ποσοτικά η διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον εγκέφαλο των ζώων, αλλά ο Soemmerring πίστευε πως εύρισκε και στους νέγρους μεγαλύτερα εγκεφαλικά νεύρα απ’ ό,τι στους Ευρωπαίους. Αυτός ο «ανταγωνισμός» νεύρων και εγκεφάλου συνετέλεσε στο να προσδιοριστούν σωματικά χαρακτηριστικές μηχανικές, αισθητηριακές και ενστικτώδεις ικανότητες των ζώων (αλλά και των νέγρων κατά τον Soemmerring) καθώς και οι θεωρούμενες ως ανώτερες πνευματικές και πολιτιστικές ικανότητες των Ευρωπαίων, «προσφερόμενες» στο ανατομικό μαχαίρι τής ανατομίας.
Η αντιπαράθεση φύσεως και πνεύματος αντικαθίσταται εδώ, φαινομενικά παράδοξα, με την αντιπαράθεση νεύρων και εγκεφάλου. Πρόκειται ωστόσο στην πραγματικότητα για την ανανέωση ενός τρέχοντος «τόπου» (Topos), τον οποίον και μεταφέρει ο Soemmerring στην εγκεφαλική έρευνα. Ο Diderot μιλά π.χ. με παρόμοιο τρόπο για δυό άκρα: «Ο άνθρωπος της φύσης είναι δημιουργημένος έτσι, ώστε να σκέπτεται λίγο και να πράττη πολύ ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης σκέπτεται, αντίθετα, πολύ και κινείται λίγο». Ενώ όμως ο Diderot διατηρεί συνειδητά αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ φύσεως και πνεύματος σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, η παρόμοια αιτιολογημένη προσπάθεια διάκρισης ενός ανατόμου καθίσταται αμέσως ένας ανατομικο-φυσιολογικός «νόμος», αποκτώντας έτσι ένα εντελώς διαφορετικό ειδικό βάρος.
Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι, ακόμα και χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω στην ανθρωπολογική διάσταση του έργου τού Soemmerring, η βιολογική («φυσική») φύση τού ανθρώπου συνενώνεται (συμφύρεται) εδώ με την ηθική και πνευματική του φύση, κάτι που συντελείται μάλιστα στο πεδίο τής ανατομίας τού εγκεφάλου, η οποία και υφίσταται η ίδια μια σημαντική μετατροπή. Δεν είναι ασφαλώς έργο τού ανατόμου «να διερευνήση τούς ηθικούς λόγους ή αιτίες μιας τόσο προφανούς και εντυπωσιακής πραγματικότητας (της διαφοράς δηλ. ανάμεσα στους ανθρώπους)», μπορεί ωστόσο να αναρωτηθή για το «αν υπάρχουν στη δομή και την κατασκευή τού σώματος κάποιες αξιόπιστες, συγκεκριμένες και χαρακτηριστικές, και όχι απλώς τυχαίες διαφορές, που να τοποθετούν (δικαίως) τούς νέγρους σ’ ένα πιο χαμηλό σκαλοπάτι στον θρόνο τής ανθρωπότητας». Η «κρίση» αυτή ενισχύεται μάλιστα απ’ την «αρμοδιότητα» ενός επιστήμονα, που ισχυρίζεται πως δεν ακολουθεί ο ίδιος κανενός είδους «ειδικά συμφέροντα». Καθώς γράφει ο ίδιος στην καινούργια, έναν μόνο χρόνο μεταγενέστερη, έκδοση του κειμένου του, ότι: «Μου ήταν τελικά αδιάφορο, να ισχυριστώ το ποιος απ’ τους δύο, ο λευκός ή ο νέγρος βρίσκεται πιο κοντά στον πίθηκο, κι αναζητούσα μόνο τις αιτίες για κάτι τέτοιο καθ’ όσον όμως συνέχιζα με απόλυτη ανιδιοτέλεια την έρευνά μου, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμουν ότι κάτι τέτοιο ίσχυε εμφανώς για τους νέγρους».
Δεν αναφέρεται χωρίς λόγο ο Soemmerring στην ανιδιοτέλεια των επιστημονικών του ερευνών και συμπερασμάτων, καθώς είχαν ήδη προκύψει σοβαρές κατηγορίες. Γι’ αυτό και αισθάνεται υποχρεωμένος να αποφύγη την εντύπωση, ότι τα συμπεράσματά του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως νομιμοποίηση μιας απάνθρωπης μεταχείρισης των νέγρων ως σκλάβων: «Για να προλάβω κάθε απεχθές συμπέρασμα και παρεξήγηση, επαναλαμβάνω άλλη μια φορά, ότι οι νέγροι είναι αληθινοί άνθρωποι, όπως ακριβώς και εμείς (οι λευκοί...)». Ακόμα όμως κι όταν παραδέχεται ο Soemmerring την καταγωγή όλων τών ανθρώπων από έναν πρωτόγονο άνθρωπο, οι άνθρωποι «είτε εξευγενίστηκαν σε Ευρωπαίους, είτε εκφυλίστηκαν σε νέγρους».
Ενώ όμως ο Soemmerring επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του παραπέμποντας σε ανατομικά δεδομένα, καθίσταται αυτός ακριβώς ο περιορισμός του επιχειρηματικού του οπλοστασίου στην ανατομία μια κατηγορία καθεαυτή. Κι αυτό προκύπτει απ’ την κριτική αντίδραση του ανθρωπολόγου Johann Friedrich Blumenbach απ’ το Goettingen, ο οποίος ορίζει τις διάφορες φυλές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανατομία, τη φυσιολογία, την ανθρωπολογία, τη φυσική ιστορία και πολιτισμικά δεδομένα, ως ισάξιες παραλλαγές ή «ποικιλίες τού κανόνα», και κατά καμμίαν έννοια ως μιαν ιεραρχημένη διαβάθμιση. Εκφράζει δε τους συλλογισμούς του με κάποιαν επιφύλαξη μάλλον στον «φίλο του» Soemmerring, στρεφόμενος ωστόσο πολεμικά και με ορμή, σε κάθε ευκαιρία, απέναντι στον ισχυρισμό, ότι οι νέγροι διαφέρουν στη σωματική τους δομή από τις άλλες ανθρώπινες φυλές, και δεν υφίσταται άρα και καμμιά διανοητική και ηθική διαφορά. Υποστηρίζει μάλιστα αυτή του την τοποθέτηση με μιαν ολόκληρη σειρά από δικά του βιώματα και εμπειρίες αλλά και μαρτυρίες άλλων, ότι οι νέγροι δεν υπολείπονται κατ’ αρχήν κατά κανέναν τρόπο, ούτε δηλ. στην τέχνη και τη χειροτεχνία, ούτε στη μουσική και τη λογοτεχνία, ούτε στην επιστήμη και την ιατρική απ’ τους λευκούς.
Η άποψη αυτή, εκπροσωπούμενη σε παρόμοια μορφή από τον Lichtenberg και κάποιους ακόμα, ανήκε στις πιο φιλελεύθερες απόψεις τού όψιμου Διαφωτισμού. Όλοι οι άνθρωποι έχουν, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, τις ίδιες ικανότητες, το βασικό ωστόσο μέτρο περί αυτών συναποτελούν τα πολιτισμικά και κοινωνικά επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού. Ο Soemmerring απείχε παρ’ όλ’ αυτά πολύ από έναν τέτοιον εθνο- και ευρωκεντρισμό, ο οποίος υπέτασσε βασικά στα ευρωπαϊκά δεδομένα τούς μη-Ευρωπαίους, έστω κι αν ο ίδιος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να υποβαθμίση τις διαφορές του, π.χ. απ’ τον Blumenbach.
Η βασική διαφορά συνίστατο στο ότι ο Soemmerring θεωρούσε πράγματι ιεραρχημένες τις ανθρώπινες φυλές, οι οποίες φανέρωναν ωστόσο μια διαφορετική εξέλιξη σε μιαν ισάξια βαθμίδα κατά τον Blumenbach. Γι’ αυτό και ενέπλεκε άλλωστε ο Blumenbach, κατά ισάξιο τρόπο, τις ανατομικο-φυσιολογικές με τις πολιτισμικές και κοινωνικές γνώσεις για τον άνθρωπο, κάτι που δεν ίσχυε κατά κανέναν τρόπο για τον Soemmerring, o οποίος και γράφει σε μιαν άλλη περίσταση: «Η ιστορία τής ανθρωπότητας εξαρτάται πάντοτε απ’ την επίδραση του κλίματος, τον συνδεδεμένο επακριβώς με το κλίμα πολιτισμό (Kultur) μιας χώρας, τους τρόπους ζωής κ.τ.λ. Όλες δε οι μεταβολές που συντελέσθηκαν πάνω σ’ αυτή τη βάση οδήγησαν σε αναπόφευκτες συνέπειες σε όλα τα μέρη τού όλου». Παρόμοιες απόψεις εκφράζει και ο Blumenbach, ο Forster και κάποιοι ακόμα σύγχρονοί τους, οι οποίοι και φτάνουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα στα πεδία τής φυσικής ανθρωπολογίας και της ανατομίας τού εγκεφάλου. Ο ίδιος όμως ο Soemmerring, που προβάλλει κι αυτός τούς περιβαλλοντικούς όρους για να εξηγήση την ιστορία τού ανθρώπου, καθιστά αμέσως μετά την ανατομία τού εγκεφάλου ως το βασικό όργανο προσδιορισμού τής θέσης τού ανθρώπου (μέσα στη συνολική θεωρία τής «εξέλιξης»...). Αυτός o «εκλεκτισμός» δεν αποτελεί ωστόσο παρά ένα τυπικό παράδειγμα μιας προσπάθειας που γίνεται σε περιόδους μετασχηματισμού τής γνώσης, να συγκροτηθούν και να συντεθούν αναμεταξύ τους ετερογενή κατά τα άλλα γνωστικά πεδία.
( συνεχίζεται )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου