Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ - Paolo Vanin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ - Paolo Vanin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ(3)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

 Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΣΕ ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΗ

ΤΟΥ PAOLO VANIN

Επαναπροσδιορίζοντας μία φιλοσοφική αποτυχία !

          Τα χωρία τού Παρμενίδη στον χρόνο. (συνέχεια).

Η σκέψη τού Είναι, λοιπόν τοποθετείται, παρότι δεν ξεκαθαρίζει ακόμη, στον ορίζοντα τού χρόνου και αυτός ο τελευταίος αρχίζει να νοείται, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο τού Χάιντεγκερ (με συνειδητό αναχρονισμό), σαν εκ-στατική ενότης και όχι σαν συνέχεια παρουσίας. Παρ’όλα αυτά δεν βρισκόμαστε ακόμη απέναντι σε μία θετική σκέψη τού Είναι, αλλά μόνον στην αναγκαιότητά του, την οποία φέρει πάνω του από τις δύο βασικές θέσεις που υποστηρίζουμε:

          Η σκέψη σκέπτεται την διαφορά.

          Η διαλεκτική Ένα-πολλά, φορτωμένη μ’αυτή την διαφορά, μπορεί να λυθεί μόνον στο γίγνεσθαι, στον χρόνο.

          Όταν στον Σοφιστή θα βρεθούμε επιτέλους απέναντι στην θετική σκέψη του Είναι και στο ξεδίπλωμά του, ο Πλάτων θα’χει εγκαταλείψει εντελώς κάθε νύξη γύρω από τον σύνδεσμο της χρονικότητος με το Είναι, κατορθώνοντας μία σημαντική και γεμάτη σημασία μεταστροφή πορείας, σε σχέση με τον Παρμενίδη.

          Αυτό που απορρίπτεται στην πρώτη θέση είναι πώς η βεβαίωση “το ένα είναι ένα” μπορεί να είναι καθαυτή τελειωτική. Πράγματι ξεκαθαρίζοντας πως ένα-ένα δεν σημαίνει τίποτε, φανερώνεται αμέσως πως όταν λέγεται πώς το Ένα Είναι (ό,τιδήποτε), δημιουργείται μία διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο Είναι και στο Ένα, η οποία απαιτεί από το ένα μέρος να διευκρινίσει καλύτερα αυτούς τους όρους και από το άλλο, να ερευνήσει το δικό τους γίγνεσθαι. Το Ένα σημαίνει πολλά πράγματα: υπάρχει ένα “ένα-ξεχωριστό μέρος”, (ένα "ένα-ολότης των μερών"), ένα “ένα όλον” (το είναι στο σύνολό του) και ένα (Ένα-αρχή ενότητος)! Ακόμη και το Είναι, από το μέρος του, είναι ένας προβληματικός όρος, καθότι αποτυπώνει πότε την στατική παρουσία, πότε το εκ-στατικό γίγνεσθαι, και κάποια φορά είναι κατηγόρημα των πολλών (των όντων) και τότε φαίνεται σαν ενυπάρχον και κάποια άλλη φορά γίνεται κατανοητό σαν ένα-όλον και τότε θεωρείται στην υπερβατικότητά του!

          Οι σχέσεις ανάμεσα σε όλες αυτές τις σημασίες είναι σύνθετες και θα τις εμβαθύνουμε στην συνέχεια. Στον Παρμενίδη επιτρέπουν πάρα πολλά διαλεκτικά παιχνίδια, τα οποία ποιο συχνά προοδεύουν με μία μείωση της σημαντικής τους παρά με μία αντίθεση (άρνηση) και σύνθεση: το Ένα είναι στον εαυτό του και σε άλλο, είναι ακίνητο και σε κίνηση, είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του και με τα άλλα, είναι διαφορετικό από τον εαυτό του και από τα άλλα κ.τ.λ..

          Πολλά από αυτά τα παράδοξα βρίσκουν την λύση τους στο εσωτερικό της δευτέρας θέσεως, όπου ο Πλάτων διακρίνει τις διαφορετικές σημασίες και αφού τις ξεκαθαρίσει, θα μπορέσει να ξαναερευνήσει και να εμβαθύνει την έννοια του χρόνου, εισάγοντας την θεμελιώδη έννοια του εξαίφνης.

          Οι σημασίες του Ενός σαν ξεχωριστού μέρους, σαν ολότητος των μερών και σαν ενοποιού αρχής δεν είναι απ’αυτή την άποψη αξιολογίες, διότι αφορούν την σχέση όλον-μέρη, παρά τον χρόνο και το γίγνεσθαι. Για να είμαστε πιο ακριβείς ο Πλάτων φανερώνει πώς αυτές οι έννοιες έγιναν δυνατές λόγω της χρονικότητος του Ενός: και γι’αυτό δεν μπορούν αυτές να την εξηγήσουν (την χρονικότητα). Και πράγματι η χρονικότης του Είναι γεννά την δυνατότητα του Ενός (που είναι), που είναι (γίνεται) διαφορετικό από τον εαυτό του και έτσι παρουσιάζεται σαν μη-Ένα (άρνηση του όλου, δηλαδή μηδέν) και σαν άλλα (άρνηση του ξεχωριστού, ατομικού, δηλαδή πολλαπλό).

          Ο Πλάτων απέδειξε στην πρώτη θέση πώς, εάν το παρόν στην απλή του ταυτότητα με τον εαυτό του, προσλαμβάνεται σαν απόλυτος ορίζοντας του Είναι, αυτός ο τελευταίος καταλήγει να συμπέσει με το μηδέν. Σ’αυτή την δήλωση, παρ’όλα αυτά, εντοπίζεται κάτι διφορούμενο, καθότι οι έννοιες του παρόντος και του ταυτού δεν διακρίνονται μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται απλώς πλησίον. Ο Πλάτων ακολουθεί δύο δρόμους για να ελευθερωθεί από την φυλακή αυτής της εκμηδένισης του Είναι, που είναι χαρακτηριστική της παρουσίας-ταυτότητος: στον Παρμενίδη, αφού ανεγνωρίσθη η ανάγκη ξεθεμελιώσεως της καθαρής ταυτότητος, καθότι η σκέψη σκέφτεται πάντοτε την διαφορά, αφήνει ανοιχτό πεδίο και για την υπέρβαση της προοπτικής που δίνει την παρουσίαση, βλέποντας το γίγνεσθαι και την χρονικότητα πίσω από το Είναι! Αντιθέτως όμως, στον Σοφιστή για λόγους που θα συζητήσουμε στην συνέχεια, παρότι συνεχίζει τον στοχασμό γύρω από το ταυτό και το διαφορετικό, εγκαταλείπει τον στοχασμό πάνω στον χρόνο, μειώνοντας το γίγνεσθαι σε ένα από τα γένη του Είναι: κάτι που βρίσκεται στο εσωτερικό του, όχι στις πλάτες του: ας συνεχίσουμε όμως τώρα τον δρόμο του Παρμενίδη!

          Εάν όπως με μεγάλη λεπτότητα το συνέλαβε ο Αυγουστίνος, παρελθόν και μέλλον μεταφέρονται ή αναφέρονται στο παρόν, τελικώς παραμένει μόνον αυτό το τελευταίο σαν απόλυτος ορίζων. Αλλά όπως έχουμε ήδη πει, στην καθαρή του ταυτότητα, το Είναι συμπίπτει με το μηδέν, εκτός και αν κατορθώσουμε να φωτίσουμε μία χρονικότητα εσωτερική στο παρόν. Η “χρονικοποίηση” του παρόντος, παρ’όλα αυτά, δεν μπορεί να γίνει ξεκινώντας από αυτό το ίδιο, διότι “χρονικοποιώντας” το σημαίνει να το καταστήσουμε, όπως το αντιλαμβάνεται σωστά ο Πλάτων, “παρελθόν-μέλλον” δηλαδή σημαίνει να το αρνηθούμε σαν παρόν. Γι’αυτό, εάν η ερμηνεία του χρόνου σαν απλής διαδοχής καταστάσεων δεν είναι αρκετή, διότι δεν εξηγεί το γίγνεσθαι, δεν είναι αποδεκτή ακόμη περισσότερο η αναφορά παρελθόντος και μέλλοντος στο παρόν, διότι μ’αυτόν τον τρόπο το γίγνεσθαι, εκτός του ότι δεν εξηγείται πλέον, καταλήγει να διαγραφεί εντελώς (και μαζί μ’αυτό το Είναι). Δεν μένει λοιπόν παρά να γκρεμίσουμε τον στατικό ορίζοντα του παρόντος και να αντιστρέψουμε την τάξη της ερμηνείας: δεν είναι η κατάσταση που εξηγεί το γίγνεσθαι, αλλά αυτό το τελευταίο είναι που καθιστά δυνατή την κατάσταση και επιτρέπει να “παρουσιάζεται” σαν παρελθόν, σαν παρόν ή σαν μέλλον. Πρόκειται με άλλα λόγια, να συλλάβουμε εκείνη την ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία αυτό που είναι παρόν παύει να είναι, αλλάζει και εισερχόμενο στο μέλλον γίνεται και παρελθόν (ποιο γερασμένο από τον εαυτό του και ποιο νέο από τον εαυτό του, λέει ο Πλάτων): δεν είναι πιά παρόν, δεν είναι ακόμη μέλλον και δεν είναι ούτε παρελθόν, αλλά γίγνεται!

          Ας ακούσουμε όμως τον ίδιο τον Πλάτωνα : “Άραγε υπάρχει αυτό το αλλόκοτο σημείο (άτοπον) στο οποίο θα βρίσκεται τότε, όταν μεταβάλλεται; Ποιο να είναι αυτό; Το εξαίφνης. Γιατί αυτό σημαίνει το εξαίφνης: είναι το σημείο από το οποίο αναχωρούν οι αλλαγές στις δύο αντίθετες κατευθύνσεις (εξ’εκείνου μεταβάλλον εις εκάτερον. Γιατί η μεταβολή δεν προέρχεται από την ακινησία ακόμη ακίνητη, ούτε από την κίνηση ακόμη σε κίνηση. Αλλά αυτή η άτοπος φύσις του εξαίφνης εγκάθηται (τοποθεταίται) μεταξύ της κινήσεως και της στάσεως, που δεν είναι σε κανένα χρόνο, αυτό προς το οποίο και από το οποίο το κινούμενον μεταβάλλει στην στάση (εστάναι) και το ακίνητο (το εστός) μεταβάλλεται επί το κινείσθαι”. (Πλάτων, Παρμενίδης 156 D).

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (2).

 Συνέχεια από: Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

 Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΣΕ ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΗ

ΤΟΥ PAOLO VANIN

Επαναπροσδιορίζοντας μία φιλοσοφική αποτυχία !

          Τα χωρία τού Παρμενίδη στον χρόνο.  

Ο Πλάτων αντιμετωπίζοντας το θέμα τού Είναι και του μη-είναι τού Ενός, βρίσκεται απέναντι, από το ένα μέρος στην πολυσημεία αυτής τής Έννοιας, από το άλλο, στις κατηγορίες τού ταυτού και τού διαφορετικού και τού παρόντος και τού γιγνόμενου. Η πρώτη θέση τού διαλόγου (1.1), στο ένα που είναι Ένα (ταυτόν με τον εαυτό του) δείχνει πώς, όταν η σκέψη σκέφτεται κάτι, σκέφτεται πάντοτε το διαφορετικό, διότι στην καθαρή ταυτότητα δεν σκεφτόμαστε τίποτα! Εάν το Ένα εννοείται στην απόλυτη σημασία, δεν δέχεται άλλο από το ίδιο (ούτε σαν ίσο με αυτό). Έτσι δεν βγάζουμε άκρη με κανένα τρόπο: αυτό είναι η άρνηση τής πραγματικής πολλαπλότητος και αποτελεί μία αφασική φυλακή για την σκέψη. Διότι δεν βεβαιώνεται με κανένα τρόπο (ούτε σαν ίδιο με τον εαυτό του, καθότι θα έπρεπε να διπλασιαστεί για να μπορέσει να ταυτοποιηθεί), δεν είναι χρονικό (διότι δεν γίνεται ποτέ διαφορετικό) και επομένως δεν μετέχει ούτε κάν του Είναι: είναι ένα μη όν, για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε τίποτα!

          Ήδη βρίσκουμε εδώ έναν δεσμό ανάμεσα στο διαφορετικό, το γίγνεσθαι (διαφορετικό), την χρονικότητα και το Είναι: αποκλείοντας λοιπόν ότι μπορεί το Είναι να εννοηθεί σαν απλή ταυτότης (καθότι αμέσως θα συνέπιπτε με το τίποτα), πρέπει να το σκεφθούμε σαν διάρθρωση διαφοροποιημένη μιάς πολλαπλότητος. Στις θέσεις 1.3, 1.4, 2.3, 2.4, ο Πλάτων θα πραγματοποιήσει την διαδρομή αντίστροφα κατά κάποιο τρόπο, δείχνοντας ότι και τα πολλά, αφαιρώντας την ενότητα, δεν Είναι. Αυτό σημαίνει ότι η διαφοροποιημένη διακλάδωση της πολλαπλότητος πρέπει να είναι συμβατή με κάποια έννοια, με το Ένα. Αλλά αυτό είναι εφικτό μόνον εάν το Ένα δεν παραμένει ίδιο απλώς με τον εαυτό του (ταυτό) (δηλαδή, εάν δεν παραμένει απλώς ένα), αλλά γίνεται διαφορετικό από τον εαυτό του (γίνεται πολλαπλότης). Αυτό το γίγνεσθαι έχει σαν συνέπεια το Ένα να μην μπορεί να κατανοηθεί με στατικό τρόπο, αλλά πρέπει να ερμηνευθεί με χρονικό τρόπο. Η δεύτερη θέση (1.2), λοιπόν, θα αφορά το Ένα το οποίο, υπάρχοντας (και μάλιστα υπάρχοντας σαν κατανοητό και βεβαιωμένο), είναι ταυτοχρόνως ένα και διαφοροποιημένη διακλάδωση τής πολλαπλότητος, είναι δηλαδή ταυτοχρόνως ταυτόν και γίνεται άλλο και διαφορετικό από το ίδιο.

          Για την ώρα ο Πλάτων τοποθετεί την σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο, το Είναι και την διαφορά, μέσα στο πλαίσιο τής πρώτης θέσης (1.1). Η παράγραφος 141 είναι ο τόπος αυτής της συζήτησης. Και πρώτα απ’όλα ορίζεται ο σύνδεσμος ανάμεσα, στο διαφορετικό και το γίγνεσθαι (διαφορετικό): “Τίποτε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικό από ένα άλλο πράγμα το οποίο είναι ήδη διαφορετικό. Όμως, διαφέρει από αυτό που είναι διαφορετικό, αφού ήδη υπήρξε διαφορετικό από αυτό που έγινε διαφορετικό, θα διαφέρει από αυτό που θα είναι διαφορετικό, ενώ από αυτό το οποίο γίνεται διαφορετικό ούτε υπήρξε διαφορετικό, ούτε θα διαφέρει ούτε διαφέρει, αλλά διαφοροποιείται. Δεν υπάρχει άλλη δυνατότης”. (Παρμενίδης 141 Β 3-8). Εδώ ήδη αναδύονται δύο βασικά στοιχεία: από το ένα μέρος η διαφορετικότης εννοείται, σχεδόν φαινομενολογικά, σαν σχέση που θέτει τα σχετιζόμενα (τίποτε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικό από κάτι που είναι ήδη διαφορετικό). Από το άλλο, αναδύεται ότι   οι στατικές κατηγορίες κατανοήσεως του χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον) δεν είναι επαρκείς για να λογαριάσουν το γίγνεσθαι (και είναι αδύνατο εκείνο, που τώρα γίνεται διαφορετικό, να θεωρηται ότι έχει γίνει ή μέλλει να γίνει ή είναι διαφορετικό αλλά πρέπει να συνεχίζει τη γένεσή του και άλλως ούκ είναι). Αυτή η διαφοροποποίηση (αλλά γίγνεσθαι) δεν είναι ήδη μία παρούσα διαφορά, δεν υπήρξε ή θα είναι τέτοιο (ή καλύτερα δεν μπορεί να κατανοηθεί σαν μελλοντική διαφορά το γίγνεσθαι): δεν είναι λοιπόν στο εσωτερικό εκείνων που ονομάζει ο Χάιντεγκερ ενδοχρονικά (παρελθόν, παρόν και μέλλον ειδωμένα στην παρουσία τους) δυνατόν να κατανοηθεί το γίγνεσθαι, αλλά η κατανόησή του απαιτεί κάτι που να είναι “έξω” από τον χρόνο και να θεμελιώνει τον χρόνο τον ίδιο. Αυτή η συνθήκη θα υποδειχθεί από τον Πλάτωνα σαν εξαίφνης, στιγμή. Θα δούμε πώς ο Χάιντεγκερ για να διατυπώσει την δική του έννοια της στιγμής, παίρνει πολλά από το Πλατωνικό εξαίφνης.

          Η σχέση ανάμεσα στον χρόνο και το γίγνεσθαι υπογραμμίζεται από τον Πλάτωνα με τον ακόλουθο τρόπο: “Επομένως είναι ανάγκη όπως φαίνεται, απ’όσα υπάρχουν μέσα σε χρόνο και μετέχουν σ’αυτόν, να έχει το καθένα απ’αυτά και την ίδια με τον εαυτό του ηλικία και συγχρόνως να γίνεται και πρεσβύτερο και νεώτερο από τον εαυτό του! (έκαστον αυτών την αυτήν τε αυτό αυτώ ηλικίαν έχειν και πρεσβύτερόν τε αυτού άμα και νεώτερον γίγνεσθαι. 141 C 8- D 3)”. Έχουμε λοιπόν στον Παρμενίδη τον ακόλουθο ορισμό του “Είναι στον χρόνο”: καθώς είναι καθαυτά σύγχρονα, να γίνουμε πιο γέροι από τον εαυτό μας, γινόμαστε πιο νέοι από τον εαυτό μας! Αυτή η θέση, παράδοξη για μία σκέψη συνηθισμένη να ευθυγραμμίζει σε ακολουθία παρελθόν, παρόν και μέλλον, θα προσληφθεί πλήρως από τον Χάιντεγκερ, όταν σκέφτεται τον χρόνο σαν εκστατική ενότητα, στην οποία καθένας από τους τρείς χρόνους είναι τέτοιος μόνον καθόσον αυτός ο ίδιος είναι μαζί και οι άλλοι δύο.

          Πάντοτε στην ίδια παράγραφο (141 C) ο Πλάτων υπογραμμίζει και τον σύνδεσμο ανάμεσα στον χρόνο και το Είναι: “Εί άρα το έν μηδαμή μηδενός μετέχει χρόνου, ούτε ποτέ γεγόνει ούτε εγίγνετο ούτ ήν ποτέ, ούτε νύν γέγονεν ούτε εγίγνετο ούτ’ην ποτέ, ούτε νύν γέγονεν ούτε γίγνεται ουτ’ έστιν, ούτ’ έπειτα γενσεται ούτε γενηθήσεται ούτ’ έσται. Αληθέστατα. Το Εν λοιπόν δεν μετέχει με κανένα τρόπο στην ουσία (Είναι), διότι υπάρχει εκτός από τα παραπάνω κανένας άλλος τρόπος κατά τον οποίο θα μπορούσε το έν να μετέχει στην ουσία; Δεν υπάρχει. Και αμέσως μετά (142 Α) “επομένως το Έν δεν είναι εν και δεν υπάρχει: Εκείνο όμως που δεν υπάρχει μπορεί να έχει κάποιο κατηγόρημα (τί) που είναι σ’εκείνο ή απ’εκείνο. Δεν είναι δυνατόν. Ουδ’άρα όνομα εστιν αυτώ, ουδέ λόγος (ορισμός) ούδέ τις επιστήμη (γνώση) ούτε αίσθηση ούτε δοξασία (γνώμη)”.

Εδώ οι εννοιολογικοί δεσμοί είναι πολλοί. Ο Πλάτων δεν μας έχει πει ακόμη τί πράγμα εννοεί σαν “Είναι” (σ’αυτό αφιερώνεται η δεύτερη θέση) αλλά η ανάλυση του Ενός, εννοημένου σαν απολύτου, σαν καθαρή ταυτότης μ’αυτό, τον οδήγησε να το απωθήσει σαν μία κενή λέξη, αντί για την υπέρτατη αλήθεια, όπως προσπάθησαν να το εννοήσουν οι Ελεάτες. Έτσι λοιπόν όταν σκεφτόμαστε το Είναι, δεν είναι δυνατόν να το σκεφθούμε ούτε σαν απλή ταυτότητα, καθότι σκεφτόμαστε πάντοτε μία διαφορά (οποιαδήποτε τοποθέτηση λέει μία διαφορά), ούτε αφαιρώντας το από τον χρόνο, καθότι χάνεται πάντοτε σαν παρελθόν, παρόν ή μέλλον (ή σαν γίγνεσθαι). Είναι σημαίνει εδώ “Είναι στον χρόνο” ενώ αποκλείεται καθώς άρρητο και ασύλληπτο, η πιθανή σημασία του σαν “αιώνιου Είναι”.

          Αυτή η ερμηνεία, η οποία υποστηρίχθη στην θέση 1,1 είναι ακόμη αμφίβολη, διότι δεν κατανοείται πώς υπάρχει η ανάγκη αποκλεισμού της ερμηνείας του Είναι σαν ολότης διακλαδούμενη στις διαφορές της και παρ’όλα αυτά αιώνια. Αυτή η οδός, η οποία εδώ δεν αποκλείεται εντελώς, αλλά δεν διασχίζεται επίσης, θα αναπτυχθεί στον Σοφιστή. Στον Παρμενίδη αντιθέτως είναι απαραίτητο για τον Πλάτωνα να σκεφθεί ότι εάν το Ένα δεν εννοείται με απόλυτη σημασία, πρέπει να το ερμηνεύσουμε σαν γιγνόμενο άλλο από αυτό (πολλαπλό) και γι’αυτό με χρονική σημασία.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (1)

 Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΣΕ ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΗ

ΤΟΥ PAOLO VANIN

Επαναπροσδιορίζοντας μία φιλοσοφική αποτυχία !
Το πρόβλημα του νοήματος του Είναι.

            Στο Είναι και χρόνος, ο Χάϊντεγκερ θέτει ένα πρόβλημα : εκείνο του νοήματος του Είναι. Αυτό το πρόβλημα βρίσκει την πρώτη του έκφραση στην ελληνική φιλοσοφία, η οποία το εξέφρασε με την ερώτηση : «Τί το όν». Μερικοί το μεταφράζουν σαν «τί πράγμα είναι το όν;». Άλλοι με «τί πράγμα είναι το Είναι;». Αντανακλώντας παραδειγματικά την αβεβαιότητα η οποία, απο τους Έλληνες μέχρι σήμερα, βασιλεύει γύρω απο «το όν»: απο το ένα μέρος όλοι κατανοούν τι σημαίνει «Είναι». Απο το άλλο, όταν πρόκειται να διασαφηνισθεί, βρίσκονται όλοι μπροστά στο πιό σκοτεινό και σύνθετο θέμα. Σαν απάντηση σ’αυτό το πρόβλημα, το βιβλίο του Χάϊντεγκερ μπορεί να θεωρηθεί μία «αποτυχία», διότι παρά την υπέρτατη ένταση, η έρευνα παραμένει ατελής, διότι έλλειψαν απο τον συγγραφέα οι λέξεις για να πεί το Είναι.
            Κάθε φιλοσοφική «αποτυχία», όμως δέν είναι ποτέ ένα αρνητικό γεγονός, αλλά συστήνει καθεαυτή ένα γεγονός για στοχασμό. Διότι πρόκειται για μία ερώτηση η οποία κινήθηκε κατά μήκος μίας οδού η οποία στο τέλος απεκαλύφθη απορητική. Να ξανασκεφτούμε λοιπόν το πρόβλημα που ετέθη σ’εκείνη την ερώτηση, προσπαθώντας να αποφύγουμε να προσκρούσουμε στην ίδια απορία, παραμένει μία υποχρέωση της φιλοσοφίας.
            Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι να προσφέρει μία συμμετοχή σ’αυτόν τον επαναπροσδιορισμό, μέσω της επανατοποθετήσεως του θεμελιώδους ερωτήματος πάνω στο νόημα του Είναι. Η Οδός που επιλέχθηκε για την πραγματοποίησή της είναι η αναμέτρηση με τον τρόπο με τον οποίο το ερώτημα ετέθη απο τον Χάϊντεγκερ στο Είναι και Χρόνος, προσπαθώντας να φέρει στο Φώς την ρίζα των δυσκολιών που συνάντησε απο την δική του «γιγαντομαχία περί της ουσίας», με την ελπίδα πώς απο μία τέτοια ανάλυση μπορεί να αναδυθεί κάποιο Φώς γύρω απο τις πιθανές διευθύνσεις που πρέπει να ακολουθηθούν για να βρεθεί μία απάντηση!
            Απο την στιγμή που Είναι και Χρόνος προτίθεται να παρουσιαστεί σαν επαναπροσδιορισμός της Αρχής πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ολόκληρη η ιστορία της φιλοσοφίας, μία αρχή που ανιχνεύεται στην ελληνική σκέψη, εξυπακούεται πώς ένας επαναστοχασμός του Χαϊντεγκεριανού κειμένου θα αναπτυχθεί με μία διαμάχη με την ελληνική φιλοσοφία. Ιδιαιτέρως σ’αυτή την έρευνα θα πάει σε βάθος η διαμάχη με δύο βασικούς διαλόγους του Πλάτωνος: τον Παρμενίδη και τον Σοφιστή. Ο σκοπός είναι να ερευνηθεί σε ποιό μέτρο το Είναι και Χρόνος πραγματοποιεί στ’ αλήθεια μία επανάσταση της Πλατωνικής θέσεως και κατά συνέπεια, πόσο απο αυτό το κείμενο, δέν βασίζεται στην πραγματικότητα στην ίδια καταγωγή και δέν είναι σε συμφωνία μ’αυτή.
            Η θέση μας λοιπόν θα περιστραφεί γύρω απο τις εξής πλευρές:
-Η έρευνα του νοήματος του Είναι, είναι Πλατωνική, δηλαδή η δομή ολοκλήρου του Είναι και Χρόνος όπως και η βασική του θέση, της οντικο-οντολογικής διαφοράς.
-Η ερμηνεία που δίνει ο Χάϊντεγκερ της έννοιας του Χρόνου είναι Πλατωνική, καθότι στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μία σύλληψη η οποία έχει ήδη εκφραστεί στον Παρμενίδη, με την διαφορά πώς Είναι και Χρόνος μεταφράζει την αφαιρετικότητα των Πλατωνικών θεωριών στην συγκεκριμένη ύπαρξη του Dasein (εδώ να–Είναι παρών), που σημαίνει κάτι αποκλειστικά δικό μου.[ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΕΙ, ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ]
-Αντιστρόφως φαίνεται να είναι αντιπλατωνική η Χαϊντεγκεριανή διατύπωση της έννοιας του Είναι, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Είναι αναπτύσσεται στον Σοφιστή. Ο Πλάτων, πράγματι σ’αυτόν τον διάλογο δέν αποδίδει καμμιά σπουδαιότητα στην Χρονικότητα, την οποία είχε εξετάσει ο ίδιος στον Παρμενίδη, αλλά κλείνει το Είναι σε μία στατική και «λογική διάσταση».
            Με μεγάλη συντομία, μπορούμε να πούμε πώς, εάν η έρευνα του Είναι και Χρόνος απαντά στην ίδια απαίτηση του Πλάτωνος, δηλαδή στην προσπάθεια του να διαμορφώσει μία οντολογία, ο Χάϊντεγκερ επαναπροσλαμβάνει τον Πλάτωνα του Παρμενίδη εναντίον εκείνου του Σοφιστή, για να ξανασυνθέσει τα νήματα ενός διαλόγου που διεκόπη στην Δύση και για να καταστρέψει την οδό που απεδείχθη νικητήριος, και η οποία συστήνεται απο την Ιστορία της Οντολογίας.
Η απόδειξη αυτών των θέσεων θα απαιτήσει την εμβάθυνση των εξής σημείων:
-Των χωρίων του Παρμενίδη πάνω στο χρόνο και της Χαϊντεγκεριανής έννοιας του Χρόνου.
-Την «λογική» ερμηνεία του Είναι στον Σοφιστή και την «χρονική» του Χάϊντεγκερ.
-Την ύπαρξιακή διάσταση της χρονικότητος και το χρέος της φιλοσοφίας.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ
Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ.
Ο Παρμενίδης είναι ένας διαλογισμός πάνω στο πραγματικό στην πολλαπλή του ποικιλία. Αναπτύσσεται στα ουσιώδη του μέρη στον μεγάλο μονόλογο του Παρμενίδη πάνω στο Είναι και στο μή-Είναι του Ενός, που καταλαμβάνει το δεύτερο μέρος του διαλόγου. Αυτός ο μονόλογος παρουσιάζεται σαν ένα παράδειγμα, διδασκαλικής αξίας, του τρόπου με τον οποίο η έρευνα της αλήθειας μπορεί να τοποθετηθεί. Καθ’εαυτός ο λόγος του Παρμενίδη δέν σχηματίζει ένα σύστημα σκέψης, αλλά ένα φιλοσοφικό παιχνίδι, στο οποίο ο Πλάτων δίνει μεγαλύτερη σημασία στον τρόπο της προόδου παρά στις ξεχωριστές θέσεις που λαμβάνονται, δηλαδή στο διαλεκτικό παιχνίδι μέσω του οποίου αυτές οι θέσεις συζητώνται. Παρ’όλα αυτά, στις συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες χρησιμεύουν εδώ σαν παραδείγματα, περιέχονται οι εισαγωγές και τα βασικά στοιχεία του μεγαλύτερου μέρους της μετέπειτα φιλοσοφικής σκέψης, μέχρι τον Έγελο και τον Χάϊντεγκερ και επομένως μέχρι σήμερα.
Η δομή του διαλόγου του Παρμενίδη αναπτύσσεται γύρω απο δύο υποθέσεις: «Εάν εν έστιν» και «Εάν τό εν μή έστιν». Καθεμία υπόθεση συνοδεύεται απο τέσσερις θέσεις. Σε μία πιό συνθετική μορφή μπορούν να παρουσιαστούν ως εξής:
1.1  Απο το ένα-ένα του Ελεατισμού δέν υπάρχει πρόοδος. Δέν είναι καν ρητό. Δέν είναι.
1.2  Η διαφορά ανάμεσα στο Ένα και στο Είναι ανοίγει το πραγματικό σαν πολλαπλότητα και γιγνόμενο.
1.3  Η πολλαπλότης είναι πραγματική μόνον στο μέτρο που μετριάζεται και καθορίζεται απο το Ένα.
1.4  Το μή-ένα, καθότι αντίθετο στο όλον του Είναι, είναι το Μηδέν.

2.1 Το μή-είναι (Παρών) είναι η άλλη πλευρά του Είναι (γιγνόμενου). Δηλαδή της πραγματικής πολλαπλότητος.
2.2 Το μή-είναι (απόλυτο) είναι ασύλληπτο: το μηδέν –μηδέν είναι μία άδεια λέξη.
2.3 Η πολλαπλότης, αναφερόμενη μόνον στον εαυτό της, και όχι στο Ένα, είναι μία ψευδαίσθηση.
2.4 Χωρίς το Ένα (χωρίς το Είναι) δέν μπορεί να υπάρχει ένα άλλο απο το Ένα: δέν υπάρχει τίποτε.
            Η προτεινόμενη δομή είναι ήδη μία θεματική ερμηνεία, η οποία είναι αναγκαία απέναντι σε τόσο ουσιώδεις θέσεις. Η εμβάθυνση των χωρίων που αφορούν την έννοια του χρόνου, εκτός του ότι πρέπει να την ξεκαθαρίσουν, πρέπει και να την δικαιολογήσουν επίσης.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (1)

Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΣΕ ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΗ
ΤΟΥ PAOLO VANIN

Επαναπροσδιορίζοντας μία φιλοσοφική αποτυχία !
Το πρόβλημα του νοήματος του Είναι.

            Στο Είναι και χρόνος, ο Χάϊντεγκερ θέτει ένα πρόβλημα : εκείνο του νοήματος του Είναι. Αυτό το πρόβλημα βρίσκει την πρώτη του έκφραση στην ελληνική φιλοσοφία, η οποία το εξέφρασε με την ερώτηση : «Τί το όν». Μερικοί το μεταφράζουν σαν «τί πράγμα είναι το όν;». Άλλοι με «τί πράγμα είναι το Είναι;». Αντανακλώντας παραδειγματικά την αβεβαιότητα η οποία, απο τους Έλληνες μέχρι σήμερα, βασιλεύει γύρω απο «το όν»: απο το ένα μέρος όλοι κατανοούν τι σημαίνει «Είναι». Απο το άλλο, όταν πρόκειται να διασαφηνισθεί, βρίσκονται όλοι μπροστά στο πιό σκοτεινό και σύνθετο θέμα. Σαν απάντηση σ’αυτό το πρόβλημα, το βιβλίο του Χάϊντεγκερ μπορεί να θεωρηθεί μία «αποτυχία», διότι παρά την υπέρτατη ένταση, η έρευνα παραμένει ατελής, διότι έλλειψαν απο τον συγγραφέα οι λέξεις για να πεί το Είναι.
            Κάθε φιλοσοφική «αποτυχία», όμως δέν είναι ποτέ ένα αρνητικό γεγονός, αλλά συστήνει καθεαυτή ένα γεγονός για στοχασμό. Διότι πρόκειται για μία ερώτηση η οποία κινήθηκε κατά μήκος μίας οδού η οποία στο τέλος απεκαλύφθη απορητική. Να ξανασκεφτούμε λοιπόν το πρόβλημα που ετέθη σ’εκείνη την ερώτηση, προσπαθώντας να αποφύγουμε να προσκρούσουμε στην ίδια απορία, παραμένει μία υποχρέωση της φιλοσοφίας.
            Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι να προσφέρει μία συμμετοχή σ’αυτόν τον επαναπροσδιορισμό, μέσω της επανατοποθετήσεως του θεμελιώδους ερωτήματος πάνω στο νόημα του Είναι. Η Οδός που επιλέχθηκε για την πραγματοποίησή της είναι η αναμέτρηση με τον τρόπο με τον οποίο το ερώτημα ετέθη απο τον Χάϊντεγκερ στο Είναι και Χρόνος, προσπαθώντας να φέρει στο Φώς την ρίζα των δυσκολιών που συνάντησε απο την δική του «γιγαντομαχία περί της ουσίας», με την ελπίδα πώς απο μία τέτοια ανάλυση μπορεί να αναδυθεί κάποιο Φώς γύρω απο τις πιθανές διευθύνσεις που πρέπει να ακολουθηθούν για να βρεθεί μία απάντηση!
            Απο την στιγμή που Είναι και Χρόνος προτίθεται να παρουσιαστεί σαν επαναπροσδιορισμός της Αρχής πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ολόκληρη η ιστορία της φιλοσοφίας, μία αρχή που ανιχνεύεται στην ελληνική σκέψη, εξυπακούεται πώς ένας επαναστοχασμός του Χαϊντεγκεριανού κειμένου θα αναπτυχθεί με μία διαμάχη με την ελληνική φιλοσοφία. Ιδιαιτέρως σ’αυτή την έρευνα θα πάει σε βάθος η διαμάχη με δύο βασικούς διαλόγους του Πλάτωνος: τον Παρμενίδη και τον Σοφιστή. Ο σκοπός είναι να ερευνηθεί σε ποιό μέτρο το Είναι και Χρόνος πραγματοποιεί στ’ αλήθεια μία επανάσταση της Πλατωνικής θέσεως και κατά συνέπεια, πόσο απο αυτό το κείμενο, δέν βασίζεται στην πραγματικότητα στην ίδια καταγωγή και δέν είναι σε συμφωνία μ’αυτή.
            Η θέση μας λοιπόν θα περιστραφεί γύρω απο τις εξής πλευρές:
-Η έρευνα του νοήματος του Είναι, είναι Πλατωνική, δηλαδή η δομή ολοκλήρου του Είναι και Χρόνος όπως και η βασική του θέση, της οντικο-οντολογικής διαφοράς.
-Η ερμηνεία που δίνει ο Χάϊντεγκερ της έννοιας του Χρόνου είναι Πλατωνική, καθότι στηρίζει σε μεγάλο βαθμό σε μία σύλληψη η οποία έχει ήδη εκφραστεί στον Παρμενίδη, με την διαφορά πώς Είναι και χρόνος μεταφράζει την αφαιρετικότητα των Πλατωνικών θεωριών στην συγκεκριμένη ύπαρξη του Dasein (εδώ να–Είναι παρών), που σημαίνει κάτι αποκλειστικά δικό μου.
-Αντιστρόφως φαίνεται να είναι αντιπλατωνική η Χαϊντεγκεριανή διατύπωση της έννοιας του Είναι, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Είναι αναπτύσσεται στον Σοφιστή. Ο Πλάτων, πράγματι σ’αυτόν τον διάλογο δέν αποδίδει καμμιά σπουδαιότητα στην Χρονικότητα, την οποία είχε εξετάσει ο ίδιος στον Παρμενίδη, αλλά κλείνει το Είναι σε μία στατική και «λογική διάσταση».
            Με μεγάλη συντομία, μπορούμε να πούμε πώς, εάν η έρευνα του Είναι και Χρόνος απαντά στην ίδια απαίτηση του Πλάτωνος, δηλαδή στην προσπάθεια του να διαμορφώσει μία οντολογία, ο Χάϊντεγκερ επαναπροσλαμβάνει τον Πλάτωνα του Παρμενίδη εναντίον εκείνου του Σοφιστή, για να ξανασυνθέσει τα νήματα ενός διαλόγου που διεκόπη στην Δύση και για να καταστρέψει την οδό που απεδείχθη νικητήριος, και η οποία συστήνεται απο την Ιστορία της Οντολογίας.
Η απόδειξη αυτών των θέσεων θα απαιτήσει την εμβάθυνση των εξής σημείων:
-Των χωρίων του Παρμενίδη πάνω στο χρόνο και της Χαϊντεγκεριανής έννοιας του Χρόνου.
-Την «λογική» ερμηνεία του Είναι στον Σοφιστή και την «χρονική» του Χάϊντεγκερ.
-Την ύπαρξιακή διάσταση της χρονικότητος και το χρέος της φιλοσοφίας.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ
Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ.
Ο Παρμενίδης είναι ένας διαλογισμός πάνω στο πραγματικό στην πολλαπλή του ποικιλία. Αναπτύσσεται στα ουσιώδη του μέρη στον μεγάλο μονόλογο του Παρμενίδη πάνω στο Είναι και στο μή-Είναι του Ενός, που καταλαμβάνει το δεύτερο μέρος του διαλόγου. Αυτός ο μονόλογος παρουσιάζεται σαν ένα παράδειγμα, διδασκαλικής αξίας, του τρόπου με τον οποίο η έρευνα της αλήθειας μπορεί να τοποθετηθεί. Καθ’εαυτός ο λόγος του Παρμενίδη δέν σχηματίζει ένα σύστημα σκέψης, αλλά ένα φιλοσοφικό παιχνίδι, στο οποίο ο Πλάτων δίνει μεγαλύτερη σημασία στον τρόπο της προόδου παρά στις ξεχωριστές θέσεις που λαμβάνονται, δηλαδή στο διαλεκτικό παιχνίδι μέσω του οποίου αυτές οι θέσεις συζητώνται. Παρ’όλα αυτά, στις συγκεκριμένες θέσεις, οι οποίες χρησιμεύουν εδώ σαν παραδείγματα, περιέχονται οι εισαγωγές και τα βασικά στοιχεία του μεγαλύτερου μέρους της μετέπειτα φιλοσοφικής σκέψης, μέχρι τον Έγελο και τον Χάϊντεγκερ και επομένως μέχρι σήμερα.
Η δομή του διαλόγου του Παρμενίδη αναπτύσσεται γύρω απο δύο υποθέσεις: «Εάν εν έστιν» και «Εάν τό εν μή έστιν». Καθεμία υπόθεση συνοδεύεται απο τέσσερις θέσεις. Σε μία πιό συνθετική μορφή μπορούν να παρουσιαστούν ως εξής:
1.1  Απο το ένα-ένα του Ελεατισμού δέν υπάρχει πρόοδος. Δέν είναι καν ρητό. Δέν είναι.
1.2  Η διαφορά ανάμεσα στο Ένα και στο Είναι ανοίγει το πραγματικό σαν πολλαπλότητα και γιγνόμενο.
1.3  Η πολλαπλότης είναι πραγματική μόνον στο μέτρο που μετριάζεται και καθορίζεται απο το Ένα.
1.4  Το μή-ένα, καθότι αντίθετο στο όλον του Είναι, είναι το Μηδέν.

2.1 Το μή-είναι (Παρών) είναι η άλλη πλευρά του Είναι (γιγνόμενου). Δηλαδή της πραγματικής πολλαπλότητος.
2.2 Το μή-είναι (απόλυτο) είναι ασύλληπτο: το μηδέν –μηδέν είναι μία άδεια λέξη.
2.3 Η πολλαπλότης, αναφερόμενη μόνον στον εαυτό της, και όχι στο Ένα, είναι μία ψευδαίσθηση.
2.4 Χωρίς το Ένα (χωρίς το Είναι) δέν μπορεί να υπάρχει ένα άλλο απο το Ένα: δέν υπάρχει τίποτε.
            Η προτεινόμενη δομή είναι ήδη μία θεματική ερμηνεία, η οποία είναι αναγκαία απέναντι σε τόσο ουσιώδης θέσεις. Η εμβάθυνση των χωρίων που αφορούν την έννοια του χρόνου, εκτός του ότι πρέπει να την ξεκαθαρίσουν, πρέπει και να την δικαιολογήσουν επίσης.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος