του Λορέντσο Μαρία Πατσίνι — 4 Σεπτεμβρίου 2026
Τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης επιστρέφουν στην επίθεση κατά της Ρωσίας με μια νέα στρατηγική
Πηγή: Strategic Culture Foundation
Η ιταλική ηγεσία κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος για να πείσει τους νέους να πάνε να πεθάνουν στον πόλεμο, σε μια νέα «εκστρατεία στη Ρωσία», είναι να τους χειραγωγήσει ψυχολογικά και να τους κάνει να μισήσουν αρκετά τη Ρωσία.
Πρόβλημα μορφής, όχι περιεχομένου
Από τον Φεβρουάριο του 2022, ο ρωσοουκρανικός πόλεμος μπήκε στα σπίτια των Ιταλών με μια άνευ προηγουμένου ένταση μιντιακής κάλυψης, καταλαμβάνοντας επί μήνες μεγάλο μέρος του προγράμματος μέσων ενημέρωσης τα οποία συνήθως δεν ασχολούνται με ζητήματα διεθνούς ασφάλειας. Όταν πέρασε το πρώτο κύμα, η προσοχή των παραδοσιακών μέσων μειώθηκε, ακολουθώντας τον συνήθη κύκλο ζωής των ειδήσεων, ενώ η κοινή γνώμη παρέμενε διχασμένη και δεκτική σε εναλλακτικές αφηγήσεις.
Απέναντι σε αυτή τη σταδιακή φθορά, ένα μέρος του ιταλικού συστήματος ενημέρωσης αντέδρασε μεταφέροντας τη σύγκρουση σε ένα νέο πεδίο: όχι πλέον στο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων ή στο κύριο άρθρο μιας εφημερίδας, αλλά στο καθημερινό podcast, στο κατακόρυφο βίντεο-ρεπορτάζ, στο ενημερωτικό δελτίο του Substack και στο κανάλι του YouTube. Η μετάβαση δεν είναι απλώς τεχνολογική. Αλλάζει το ποιος μιλά, πώς μιλά και σε ποιον απευθύνεται· μαζί με αυτά αλλάζει και η πλαισίωση (framing) της σύγκρουσης, η οποία αναπροσαρμόζεται προκειμένου να κερδίσει ένα νεανικό κοινό που μέχρι σήμερα παρέμενε δυσπρόσιτο.
Υπάρχει μια φράση που αξίζει να τοποθετηθεί στην αρχή, επειδή εμπεριέχει, εν σπέρματι, ολόκληρο το ζήτημα. Την είπε ο Μάριο Καλαμπρέζι, πρώην διευθυντής της Repubblica και ιδρυτής της Chora Media, εξηγώντας γιατί είχαν άδικο όσοι τον συμβούλευαν να καταργήσει τις σελίδες των διεθνών ειδήσεων: το πρόβλημα, λέει, «δεν ήταν το περιεχόμενο· ήταν η μορφή που δεν μιλούσε πλέον στους νέους».
Η διάκριση είναι σαφής και έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Εάν οι νέοι δεν ενημερώνονται για τον πόλεμο, η συνήθης εξήγηση είναι ότι οι πόλεμοι δεν τους ενδιαφέρουν. Ο Καλαμπρέζι αντιστρέφει τον συλλογισμό: οι εικοσάρηδες υπάρχουν και είναι πάρα πολλοί, αλλά μπορεί κανείς να τους προσεγγίσει μόνο αλλάζοντας το μέσο μέσα από το οποίο τους προσφέρει το περιεχόμενο.
Η αποδοχή αυτής της αφετηρίας σημαίνει ότι πρέπει να διαβάσουμε την πρόσφατη εξέλιξη της ιταλικής ενημέρωσης γύρω από τον ρωσοουκρανικό πόλεμο όχι ως μια απλή τεχνολογική προσαρμογή, αλλά ως πραγματική επιχείρηση ανάκτησης ενός τμήματος του κοινού. Και επειδή το μέσο δεν είναι ποτέ ουδέτερο —η μορφή ενός μηνύματος διαμορφώνει πάντοτε το περιεχόμενο όπως αυτό γίνεται αντιληπτό—, η μετάβαση από το τηλεοπτικό πρόγραμμα στη ροή του Instagram και από το κύριο άρθρο στο πρωτοπρόσωπο podcast συνεπάγεται μια επανατοποθέτηση του ίδιου του τρόπου με τον οποίο ο πόλεμος αφηγείται, κρίνεται και καθίσταται συναισθηματικά οικείος. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια κίνηση «διπλής πλαισίωσης»· και αυτή ακριβώς αποτελεί το ενδιαφέρον στοιχείο της νέας στρατηγικής.
Για να κατανοήσουμε γιατί χρειαζόταν μια νέα στρατηγική, πρέπει να αποτυπώσουμε την κατάσταση της ιταλικής κοινής γνώμης. Η περιοδική έρευνα IAI–LAPS του 2022 καταγράφει μια εμφανή μεταβολή στην αντίληψη των απειλών: οι εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, οι οποίες το 2020 αξιολογούνταν με 5,8 στα 10, ανέρχονται το 2022 στο 7,9. Ο Μαρόνε συνδέει ρητά αυτό το στοιχείο με την έναρξη της αποκαλούμενης «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» (SMO) και την «άνευ προηγουμένου κάλυψή της από τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης», επισημαίνοντας ότι ο πόλεμος αποτέλεσε επί μήνες κύριο θέμα των τηλεοπτικών δελτίων, των ραδιοφωνικών σταθμών και των εφημερίδων, τα οποία απευθύνονται σε ένα ευρύτατο κοινό, παρότι συνήθως δεν ασχολούνται με θέματα διεθνούς ασφάλειας.
Η εικόνα που προκύπτει, ωστόσο, κάθε άλλο παρά γραμμική είναι. Οι Ιταλοί ανησυχούν περισσότερο για τη Μόσχα, χωρίς γι’ αυτό να γίνονται περισσότερο φιλοατλαντικοί: η προνομιακή συνεργασία με την Ουάσιγκτον συγκεντρώνει χαμηλά ποσοστά αποδοχής, ενώ αυξάνονται τόσο η εμπιστοσύνη προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ως παράγοντα ασφάλειας όσο και —από 13% σε 31% μέσα σε τέσσερα χρόνια— η απαίτηση για μια περισσότερο αυτόνομη αμυντική πολιτική.
Πρόκειται για μια κοινή γνώμη που καταδικάζει αυτό που στη Δύση ονομάζεται «εισβολή», αλλά εξακολουθεί να υπερασπίζεται την αυτονομία της κρίσης της, να είναι ευαίσθητη απέναντι στο οικονομικό κόστος της σύγκρουσης και, όπως θα δούμε, να παραμένει δεκτική σε αφηγήσεις οι οποίες μετατοπίζουν την ευθύνη ή σχετικοποιούν το διακύβευμα. Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα πεδίο ανοιχτό στη διεκδίκηση.
Γιατί δεν επαρκούσε πλέον η παραδοσιακή πλαισίωση
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη, η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ορισμένες πτυχές της εξέλιξης του τρόπου με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η σύγκρουση στην Ιταλία. Αναλύοντας 1.397 τίτλους της Corriere della Sera και της Repubblica, οι συγγραφείς της μελέτης εντοπίζουν ένα λεξιλόγιο στο οποίο κυριαρχεί η πολεμική ορολογία: η λέξη «πόλεμος» (guerra) εμφανίζεται 179 φορές, έναντι 55 εμφανίσεων της λέξης «ειρήνη» (pace), ενώ ο «Πούτιν» εμφανίζεται 177 φορές, έναντι μόλις 39 αναφορών στον «Ζελένσκι».
Ο Ρώσος πρόεδρος εμφανίζεται σε συνδυασμό με λέξεις όπως «πυρηνικός», «ατομικός», «Χίτλερ» και «ναζί». Πρόκειται για ένα πλαίσιο απερίφραστης καταδίκης, δομημένο πάνω σε μια εκδοτική διαδικασία ελέγχου και επιλογής της πληροφορίας (gatekeeping), την οποία οι ίδιες οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν ευθυγραμμισμένη με τις «θεσμικές ατζέντες και τις επίσημες αφηγήσεις».
Το μοντέλο αυτό παρουσιάζει, ωστόσο, δύο δομικούς περιορισμούς, οι οποίοι εξηγούν γιατί δεν μπορούσε να παραμείνει αποτελεσματικό μακροπρόθεσμα. Ο πρώτος είναι η κόπωση: η έρευνα επιβεβαιώνει το μοντέλο του κύκλου ζωής των ειδήσεων (news cycle model), σύμφωνα με το οποίο η προσοχή καταρρέει μετά την αρχική κορύφωση — από τους 491 τίτλους του πρώτου τριμήνου στους 143 του δεύτερου.
Ο δεύτερος περιορισμός είναι πιο ύπουλος. Στο X —πρώην Twitter—, όπου η επικοινωνία είναι αμφίδρομη και διαφεύγει από τον εκδοτικό έλεγχο, οι συγγραφείς καταγράφουν ήδη από το δεύτερο τρίμηνο την εκρηκτική εμφάνιση θεματικών συστάδων (clusters) «συνωμοσιολογίας» και υπονοιών για κρυφά κίνητρα. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, περισσότερα από τα μισά tweets που αναλύθηκαν παρέπεμπαν σε υποψίες συνωμοσίας και αφανή κίνητρα.
Το στοιχείο είναι κρίσιμο: εκεί όπου ο παραδοσιακός Τύπος προσέφερε ένα συνεκτικό αλλά μονόδρομο ερμηνευτικό πλαίσιο, το νεότερο και περισσότερο συνδεδεμένο κοινό συναντούσε ένα πολωμένο οικοσύστημα, μέσα στο οποίο το επίσημο μήνυμα αμφισβητούνταν, γινόταν αντικείμενο ειρωνείας και ανατρεπόταν.
Στην ευπάθεια αυτού του πλαισίου προστίθεται η εξάρτησή του από τον συναισθηματικό παράγοντα. Μια άλλη μελέτη σχετικά με τις κοινωνικές αναπαραστάσεις του πολέμου στην Ιταλία δείχνει ότι, όταν οι Ιταλοί έρχονται αντιμέτωποι με τη λέξη «πόλεμος», κάνουν πρωτίστως συναισθηματικούς και παραστατικούς συνειρμούς —«βόμβες», «αίμα», «θάνατος», «φόβος»—, οι οποίοι συχνά αντλούνται από τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης.
Οι συγγραφείς κάνουν λόγο για μια λεξιλογική επιλογή που «εξανθρωπίζει» τον πόλεμο προκειμένου να τον καταστήσει λιγότερο επώδυνο και υπενθυμίζουν —παραπέμποντας στον Bar-Tal— ότι η συναισθηματική συνιστώσα δεν χρησιμεύει μόνο για να διατηρεί αμείωτη την προσοχή, αλλά επηρεάζει τις απόψεις, τις στάσεις και τις συμπεριφορές απέναντι στη σύγκρουση. Όποιος ελέγχει το συναισθηματικό ύφος της αφήγησης, όπως έχουμε εξηγήσει πολλές φορές, ελέγχει πολύ περισσότερα από μια απλή πληροφορία.
Η νέα στρατηγική
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η επικοινωνιακή κίνηση που σχεδιάστηκε από τους ιταλικούς στρατιωτικούς μηχανισμούς. Αντί να επαναφέρει το παλαιό ερμηνευτικό πλαίσιο μέσα από τα παλαιά κανάλια, ένα μέρος του ιταλικού συστήματος ενημέρωσης κατασκεύασε μια νέα αφηγηματική υποδομή, σχεδιασμένη για το κοινό το οποίο τα τηλεοπτικά δελτία δεν προσεγγίζουν πλέον. Θα περιγράψω τρεις συνιστώσες της.
Η σαφέστερη περίπτωση είναι εκείνη της Τσετσίλια Σάλα, γεννημένης το 1995, δημιουργού και αφηγηματικής φωνής του καθημερινού podcast Stories της Chora Media. Στο πρόσωπό της συμπυκνώνεται ολόκληρη η στρατηγική: είναι συνομήλικη με το κοινό που πρέπει να προσεγγίσει, έχει φυσική παρουσία στο πεδίο και αναγνωρίζεται πρώτα ως πρόσωπο και έπειτα ως δημοσιογραφική υπογραφή.
Δεν πρόκειται για μια ασήμαντη βιογραφική λεπτομέρεια. Αποτελεί τον πυρήνα ενός μηχανισμού ταύτισης τον οποίο το θεσμικό πλαίσιο, εξ ορισμού απρόσωπο, δεν μπορούσε να προσφέρει. Εκεί όπου η εφημερίδα υπογράφει ένα κείμενο ως «Σύνταξη» ή αναθέτει την ανάλυση σε έναν έγκυρο αλλά απόμακρο αρθρογράφο, το podcast τοποθετεί στο επίκεντρο μια νεαρή πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, με την οποία μπορεί να ταυτιστεί ο εικοσάχρονος ακροατής.
Ο Καλαμπρέζι διατυπώνει ανοιχτά αυτή τη θεωρία, όταν εξηγεί την επιλογή να στείλει τη Σάλα στο πεδίο αντί να κατασκευάζει τα ρεπορτάζ «μέσα στη σιωπή ενός δωματίου»: στο podcast «συνοδεύει το κοινό της μέσα στην είδηση, μοιράζεται μαζί του τον πραγματικό ήχο του πολέμου».
Σειρήνες, βολές όλμων, κραυγές: η βιωματική εμβύθιση αντικαθιστά τη διακηρυγμένη αυθεντία με τη βιωμένη αυθεντικότητα. Το επεισόδιο του Stories Video που γυρίστηκε στο Ντονμπάς και αναδημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο Verba Manent του Substack αποτελεί το πληρέστερο παράδειγμα. Ο αναγνώστης-θεατής εισέρχεται στη «ζώνη θανάτου» (kill zone), στον διάδρομο όπου τα drones έχουν αλλάξει τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, και παρακολουθεί από υποκειμενική οπτική την πεζή πορεία των στρατιωτών, οι οποίοι κινούνται «σε απόσταση έξι μέτρων ο ένας από τον άλλο», ώστε να μη μετατραπούν σε «λαχταριστή μπουκιά για τους Ρώσους χειριστές drones».
Αξίζει να σταθούμε στο ύφος του κειμένου, επειδή εκεί ακριβώς η πλαισίωση αποκτά συγκεκριμένη μορφή. Η πρόζα είναι σύντομη, παρατακτική και αισθητηριακή. Καμία γεωπολιτική ανάλυση στην αρχή: προηγείται η εμπειρία και ακολουθεί —«γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα»— η εξήγηση.
Πρόκειται για μια εξήγηση η οποία μεταφέρει ένα σαφές πλαίσιο, συνεπές προς την ουκρανική θέση: τα drones «τα επινόησαν οι Ουκρανοί», η ανάθεση του πολέμου στις μηχανές αποτελεί «την ουκρανική στρατηγική επιβίωσης», η οποία γεννήθηκε από την ανάγκη να αντισταθμιστεί η αριθμητική υπεροχή της Ρωσίας και να «απαλλαγεί η Ουκρανία από την εξάρτησή της από τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πυρομαχικά».
Εμφανίζεται ακόμη και η αποκαλυπτική λεπτομέρεια —«οι μηχανές δεν αιμορραγούν»—, η οποία εξανθρωπίζει την ουκρανική πλευρά, αποδίδοντάς της μια αμυντική λογική και μέριμνα για τη ζωή των στρατιωτών της.
Το πλαίσιο αυτό δεν στερείται, ωστόσο, στοιχείων ρεαλισμού, τα οποία αυξάνουν, παραδόξως, την αξιοπιστία του. Το ρεπορτάζ δεν αποκρύπτει τη φρίκη: καταγράφει ότι στη ζώνη θανάτου «κάθε δύο μήνες σκοτώνεται περίπου ο ίδιος αριθμός ανθρώπων με εκείνον που σκοτώθηκε στη Λωρίδα της Γάζας μέσα σε δύο χρόνια» και διαλύει την ψευδαίσθηση μιας «καθαρότερης εξέλιξης του πολέμου».
Αυτή η παραδοχή του ανθρώπινου κόστους είναι που διαφοροποιεί τη νέα πλαισίωση από τη χονδροειδή προπαγάνδα: ακριβώς επειδή δείχνει το αίμα, η αφήγηση κερδίζει την εμπιστοσύνη· και η εμπιστοσύνη καθιστά αποτελεσματικότερο το θεμελιώδες πλαίσιο — εκείνο μιας Ουκρανίας που αμύνεται, καινοτομεί και επιβιώνει απέναντι σε έναν συντριπτικά ισχυρότερο επιτιθέμενο.
Η τρίτη συνιστώσα αφορά τη διανομή. Το ίδιο περιεχόμενο υπάρχει ταυτόχρονα ως ηχητικό podcast, ως βίντεο στο YouTube, ως επεισόδιο στο Spotify και ως κείμενο στο Substack, με αμοιβαίες παραπομπές μεταξύ των διαφορετικών πλατφορμών. Δεν πρόκειται για περιττή επανάληψη. Είναι η πρακτική εφαρμογή αυτού που οι Gozzo και Fragapane ονομάζουν «πλατφορμοποίηση των ειδήσεων»: της διαδικασίας μέσω της οποίας τα μέσα ενημέρωσης «επιλέγουν, προσαρμόζουν και παράγουν ειδήσεις σύμφωνα με τη λογική των πλατφορμών», προκειμένου να προσεγγίσουν νέα ακροατήρια.
Η εξαγορά της Will Media —της διαδικτυακής κοινότητας που γεννήθηκε στο Instagram— από τη Chora ολοκληρώνει το σχέδιο. Ο Καλαμπρέζι τη χαρακτηρίζει «επιτυχημένη κίνηση», επειδή «τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν το δημοφιλέστερο μέσο προώθησης των podcasts». Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική που γεννιέται στις πλατφόρμες όπου βρίσκεται ήδη η Γενιά Ζ, αντί να την περιμένει στα κανάλια που έχει εγκαταλείψει.
Τι άλλαξε όμως;
Αφού τοποθετήσαμε στη σειρά τις τρεις συνιστώσες, μπορούμε πλέον να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη μετατόπιση της πλαισίωσης. Το παραδοσιακό πλαίσιο ήταν δομημένο γύρω από την καταδίκη του επιτιθέμενου: ο Πούτιν ως ναζί δικτάτορας, η πυρηνική απειλή, η θηριωδία. Ένα ηθικό και κάθετο πλαίσιο, το οποίο επιβαλλόταν από το ύψος ενός δημοσιογραφικού οργανισμού προς τον αναγνώστη του.
Παλιό πλαίσιο: «Ο Πούτιν είναι επικίνδυνος και πρέπει να καταδικαστεί».
Νέο πλαίσιο: «Η Ουκρανία αγωνίζεται, καινοτομεί και επιβιώνει· ταυτίσου μαζί της».
Το δεύτερο είναι επικοινωνιακά αποτελεσματικότερο, επειδή προσφέρει έναν θετικό πρωταγωνιστή και όχι μόνο έναν εχθρό.
Το νέο πλαίσιο διατηρεί την καταδίκη της επίθεσης, αλλά μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την κατηγορία στην ανθεκτικότητα: όχι πλέον «δείτε πόσο τερατώδης είναι ο Πούτιν», αλλά «δείτε πώς η Ουκρανία επιβιώνει, καινοτομεί και αντιστέκεται». Πρωταγωνιστής δεν είναι πια ο επιτιθέμενος που πρέπει να καταδικαστεί, αλλά ο αμυνόμενος με τον οποίο καλείται κανείς να ταυτιστεί.
Αυτός ο επαναπροσανατολισμός επιλύει, από επικοινωνιακή άποψη, και τους δύο περιορισμούς του παλαιού πλαισίου. Απέναντι στην κόπωση του κύκλου των ειδήσεων, η πρωτοπρόσωπη και σειριακή αφήγηση δημιουργεί έναν δεσμό αφοσίωσης: ο ακροατής επιστρέφει καθημερινά στην Τσετσίλια Σάλα όπως θα επέστρεφε σε ένα γνώριμο πρόσωπο, όχι σε ένα πρόγραμμα μεταδόσεων.
Απέναντι στη συνωμοσιολογική πόλωση που καταγράφεται στο X, η βιωμένη αυθεντικότητα του επιτόπιου ρεπορτάζ αντιπαραθέτει κάτι που δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ως αφηρημένη προπαγάνδα. Όποιος περπάτησε στη ζώνη θανάτου και έδειξε τα ρωσικά drones εν δράσει καταλαμβάνει έναν χώρο αξιοπιστίας τον οποίο το απόμακρο κύριο άρθρο δεν μπορούσε να διαφυλάξει.
Εξακολουθεί, βεβαίως, να πρόκειται για ένα προσανατολισμένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Η σύγκλιση ανάμεσα στην αφήγηση και την ουκρανική θέση είναι συστηματική. Η επιλογή της οπτικής γωνίας —ο αφηγητής «ξεφεύγει» από τα ρωσικά drones και συνοδεύει Ουκρανούς στρατιώτες—, η επιλογή των λεπτομερειών, ακόμη και το λεξιλόγιο —«ανθρώπινα σαφάρι» χαρακτηρίζονται οι ρωσικές επιθέσεις εναντίον αμάχων στο επεισόδιο για την Ντρουζκίβκα— οικοδομούν μια συναισθηματική προσχώρηση στη μία από τις δύο πλευρές.
Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν ισοδυναμεί με απαξίωση της δημοσιογραφικής εργασίας, η οποία έχει εμφανή τεκμηριωτική αξία. Μας επιτρέπει, όμως, να διαβάσουμε το φαινόμενο γι’ αυτό ακριβώς που είναι από τη σκοπιά της στρατηγικής επικοινωνίας: ένας μηχανισμός ικανός να μεταφέρει ένα φιλοουκρανικό ερμηνευτικό πλαίσιο προς ένα κοινό το οποίο η παραδοσιακή πλαισίωση δεν προσέγγιζε πλέον — και να το μεταφέρει με μια μορφή που το καθιστά ανθεκτικότερο στην αμφισβήτηση.
Μένει να εξετάσουμε τις συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι η μάχη για τη νεανική κοινή γνώμη διεξάγεται πλέον στο πεδίο της μορφής εξίσου με το πεδίο των επιχειρημάτων. Από αυτό προκύπτει μια νέα ευθύνη για όσους παράγουν ενημέρωση: η βιωματική εμβύθιση και η ταύτιση, ακριβώς επειδή παρακάμπτουν τις κριτικές άμυνες που ενεργοποιούσε ο παραδοσιακός επιχειρηματολογικός λόγος, απαιτούν από το κοινό ένα διαφορετικό και δυσκολότερο είδος επαγρύπνησης. Το πλαίσιο που αφομοιώνεται μέσω της ενσυναίσθησης υπόκειται σε μικρότερο ορθολογικό έλεγχο από εκείνο που προσλαμβάνεται ως θέση προς συζήτηση.
Η δεύτερη συνέπεια αφορά τον πλουραλισμό. Εάν η επιτυχία του μοντέλου εξαρτάται από την οικοδόμηση ενός δεσμού ταύτισης με μια δημοσιογράφο-πρόσωπο και από την εμβύθιση σε μία και μοναδική οπτική γωνία, υπάρχει ο κίνδυνος το νεανικό κοινό να προσλαμβάνει τη σύγκρουση μέσα από ένα συνεκτικό και συναισθηματικά ισχυρό πλαίσιο, χωρίς να εκτίθεται κατ’ ανάγκην στην πολλαπλότητα των προοπτικών που θα έπρεπε να περιλαμβάνει ο διάλογος γύρω από έναν πόλεμο.
Η μελέτη των Melotti, Villano και Pivetti υπενθυμίζει ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις παγιώνονται τόσο περισσότερο όσο ισχυρότερο είναι το συναισθηματικό τους φορτίο. Ένα καθηλωτικό και καλά δομημένο πλαίσιο διαθέτει, με αυτόν τον τρόπο, μεγαλύτερη ικανότητα να ριζώσει στη συνείδηση από οποιοδήποτε κύριο άρθρο.
Η τρίτη και τελευταία συνέπεια αφορά το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται αυτή η επικοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η νέα πλαισίωση δίνει έμφαση στην αυτόνομη επιβίωση της Ουκρανίας ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία —όπως καταγράφει το ρεπορτάζ για τα drones— διανύουμε «το πρώτο έτος πολέμου χωρίς βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες», ενώ οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ανεφοδιασμού μειώνονται στο μισό.
Η αφήγηση της ουκρανικής τεχνολογικής ανθεκτικότητας επιτελεί επίσης μια λειτουργία νομιμοποίησης της πολεμικής προσπάθειας σε μια περίοδο κόπωσης των συμμάχων. Βρίσκεται σε συμφωνία με την επίσημη ιταλική θέση, όπως αυτή εκφράστηκε από τον υπουργό Κροσέτο, σύμφωνα με τον οποίο η Ουκρανία «έχει ήδη νικήσει», επειδή εμπόδισε τη Ρωσία να επιτύχει τους αρχικούς της στόχους (1).
Το γεγονός ότι το θεσμικό πλαίσιο και το νεανικό-βιωματικό πλαίσιο συγκλίνουν στον ίδιο πυρήνα —την Ουκρανία που αντιστέκεται και καινοτομεί— δεν αποτελεί σύμπτωση, αλλά την υπογραφή μιας επικοινωνιακής στρατηγικής η οποία λειτουργεί, με διαφορετικές γλώσσες, σε συμπληρωματικά επίπεδα και ακροατήρια.
Το διακύβευμα δεν είναι μόνο πόσοι νέοι ενημερώνονται για τον πόλεμο, αλλά μέσα από ποιο ερμηνευτικό πλαίσιο, με ποιον βαθμό κριτικής επίγνωσης και με αφετηρία ποια πολλαπλότητα φωνών. Η ανάκτηση του κοινού της Γενιάς Ζ αποτελεί πλέον γεγονός και, από πολλές απόψεις, πρόοδο, στον βαθμό που αποδεικνύει ότι οι πόλεμοι ενδιαφέρουν τους νέους, αρκεί να τους αφηγείται κανείς στη δική τους γλώσσα.
Η ιταλική ηγεσία κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος για να πείσει τους νέους να πάνε να πεθάνουν στον πόλεμο, σε μια νέα «εκστρατεία στη Ρωσία», είναι να τους χειραγωγήσει ψυχολογικά και να τους κάνει να μισήσουν αρκετά τη Ρωσία. Πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχθεί, όμως, αυτή η εξωραϊσμένη ζαχαρωμένη αφήγηση απέναντι στην τραγική αλήθεια των γεγονότων;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου