Συνέχεια από 16. Σεπτέμβριος 2026
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 3
Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Ο Kant διαιρεί αυτές τις εισαγωγικές σελίδες της Υπερβατολογικής Λογικής σε τέσσερις ενότητες, προκειμένου να αναδείξει καλύτερα όσα συνδέουν και όσα διακρίνουν την παραδοσιακή τυπική λογική από τη νέα υπερβατολογική λογική του. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε το κείμενο σελίδα προς σελίδα —όπως θα κάνουμε συχνά στη συνέχεια—, αλλά θα επισημάνουμε μόνο τα κύρια σημεία της καντιανής επιχειρηματολογίας.
Α. Η ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Το τι εννοούσαν ως λογική στην εποχή του Kant ήταν, τουλάχιστον ως προς τις γενικές γραμμές του, κοινώς αποδεκτό. Και ως προς αυτό ο Kant θεωρεί ότι χρειάζεται να επιφέρει μόνο επιμέρους τροποποιήσεις. Μάλιστα, ως επιχείρημα υπέρ της καθολικής και αναγκαίας εγκυρότητας αυτής της λογικής προβάλλει ακριβώς το γεγονός ότι επί αιώνες δεν κατέστη δυνατόν να τροποποιηθεί:
«Το αν η επεξεργασία των γνώσεων που ανήκουν στο πεδίο του λόγου ακολουθεί ή όχι την ασφαλή οδό μιας επιστήμης μπορεί να κριθεί αμέσως από το αποτέλεσμα […]. Ότι η λογική ακολούθησε αυτή την ασφαλή πορεία ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους γίνεται φανερό από το γεγονός ότι, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη, δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα πίσω, εκτός αν θελήσουμε να θεωρήσουμε ως διορθώσεις την εγκατάλειψη ορισμένων περιττών λεπτολογιών ή τον σαφέστερο προσδιορισμό της έκθεσής της· πράγματα που αφορούν περισσότερο την κομψότητα παρά τη βεβαιότητα μιας επιστήμης.
Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι έως σήμερα η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα, κατά τα φαινόμενα, να πρέπει να θεωρηθεί κλειστή και ολοκληρωμένη. Πράγματι, εάν ορισμένοι νεότεροι ισχυρίστηκαν ότι την επέκτειναν προσθέτοντας σε αυτήν ορισμένα κεφάλαια —είτε ψυχολογικά, σχετικά με τις διάφορες γνωστικές δυνάμεις, όπως η φαντασία και η ευφυΐα· είτε μεταφυσικά, σχετικά με την προέλευση της γνώσης ή με τα διαφορετικά είδη βεβαιότητας ανάλογα με τη διαφορετικότητα των αντικειμένων, όπως ο ιδεαλισμός, ο σκεπτικισμός κ.λπ.· είτε ανθρωπολογικά, σχετικά με τις προκαταλήψεις, τις αιτίες και τα μέσα θεραπείας τους—, αυτό αποδεικνύει ότι αγνοούν την ιδιαίτερη φύση αυτής της επιστήμης.
Δεν αποτελεί διεύρυνση αλλά παραμόρφωση των επιστημών η υπέρβαση των αμοιβαίων ορίων τους. Το όριο όμως της λογικής καθορίζεται επαρκώς από το γεγονός ότι αυτή είναι μια επιστήμη η οποία εκθέτει διεξοδικά και αποδεικνύει αυστηρά μόνο τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης, είτε αυτή είναι a priori είτε εμπειρική, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση και το αντικείμενό της και είτε συναντά στον νου μας τυχαία είτε φυσικά εμπόδια.
Εάν η λογική έχει επιτύχει τόσο καλά, οφείλει αυτό το πλεονέκτημα αποκλειστικά στην οριοθέτησή της, χάρη στην οποία δικαιούται ή, καλύτερα, υποχρεούται να αφαιρεί όλα τα αντικείμενα της γνώσης και τις μεταξύ τους διαφορές. Επομένως, ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή.
Ήταν φυσικό να είναι πολύ δυσκολότερο για τον λόγο να εισέλθει στην ασφαλή οδό της επιστήμης, όταν έπρεπε να ασχολείται όχι μόνο με τον εαυτό του αλλά και με τα αντικείμενα. Γι’ αυτό η λογική, ως προπαιδευτική επιστήμη, δεν αποτελεί σχεδόν τίποτε περισσότερο από τον προθάλαμο των επιστημών· και όταν γίνεται λόγος για γνώσεις, προϋποτίθεται βέβαια μια λογική για την κρίση σχετικά με αυτές, το περιεχόμενό τους όμως πρέπει να αναζητηθεί στις καθαυτό και αντικειμενικά αποκαλούμενες επιστήμες».¹
Το σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτή τη σελίδα είναι το εξής: ότι η λογική περιέχει «τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης» και ότι «ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή».
Πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι, ακριβώς επειδή στη λογική ο νους δεν έχει να κάνει με τα αντικείμενα, η λογική από μόνη της δεν επαρκεί για να μας δώσει ό,τι είναι αναγκαίο για τη γνώση των αντικειμένων. Για να αποκτήσουμε αυτή τη γνώση, θα χρειαστεί κάτι πέρα από —όχι όμως αντίθετο προς— την τυπική λογική.
Και στην πρώτη σελίδα της Εισαγωγής στην Υπερβατολογική Λογική ο Kant επαναλαμβάνει ότι «η λογική της γενικής χρήσης […] περιλαμβάνει τους απολύτως αναγκαίους νόμους της σκέψης, χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει καμία χρήση του νου». Πρέπει να προσεχθεί το εξής: η κατάργηση της τυπικής λογικής θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου. Γι’ αυτό ο Kant, μολονότι διαπιστώνει την ανεπάρκειά της για τη γνώση, θα τη διατηρήσει ως conditio sine qua non, δηλαδή ως κάτι του οποίου η κατάργηση θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου και, επομένως, κάθε γνώσης· διότι, για τον Kant, το μοναδικό όργανο της επιστημονικής γνώσης είναι ο νους στη συνθετική σύνδεσή του με την αισθητικότητα.
Στο πεδίο αυτής της παραδοσιακής λογικής εντάσσεται και η επίσης παραδοσιακή διαδικασία μέσω της οποίας ο νους αναλύει ένα δεδομένο quid και φέρνει στο φως τα στοιχεία από τα οποία αυτό αποτελείται. Η διαδικασία αυτή είναι μια ανάλυση του δεδομένου. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό το quid δίνεται ή είναι παρόν στον νου, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να μας πει τίποτε. Αντιθέτως, αυτή η αναλυτική διαδικασία προϋποθέτει την παρουσία του quid που πρόκειται να αναλυθεί και δεν θέτει το πρόβλημα της δυνατότητας αυτής της παρουσίας.
Για τη διαδικασία αυτή ο Kant μιλά εκτενώς στην Εισαγωγή που προτάσσει στην Κριτική, όπου παρουσιάζει τη διαφορά μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών κρίσεων. Περιορίζομαι σε ένα σύντομο παράθεμα:
«Ένα μεγάλο μέρος, ίσως το μεγαλύτερο, των δραστηριοτήτων του λόγου μας συνίσταται στις αναλύσεις των εννοιών που ήδη διαθέτουμε για τα αντικείμενα. [Πρέπει να προσεχθεί: αυτές οι έννοιες των αντικειμένων είναι ήδη παρούσες μέσα μας. Η ανάλυση αρχίζει προϋποθέτοντας ότι είναι παρούσες και το πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατή η παρουσία τους δεν ανήκει στην αναλυτική διαδικασία]. Αυτό μας παρέχει πλήθος γνώσεων, οι οποίες, μολονότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από διασαφηνίσεις και επεξηγήσεις εκείνου που ήταν ήδη νοημένο —αν και ακόμη με συγκεχυμένο τρόπο— μέσα στις έννοιές μας, εκτιμώνται εντούτοις, τουλάχιστον ως προς τη μορφή τους, ως νέες γνώσεις· μολονότι, ως προς την ύλη και το περιεχόμενό τους, δεν διευρύνουν καθόλου τις έννοιες που ήδη κατέχουμε, αλλά απλώς τις αναπτύσσουν τη μία από την άλλη».²
Το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία είναι μια «αναλυτική κρίση». Ο λόγος για τον οποίο η διαδικασία αυτή, μολονότι σχετίζεται με ένα δεδομένο περιεχόμενο, υπάγεται στους νόμους της τυπικής λογικής είναι ο εξής: η αρχή που τη διέπει, δηλαδή η αρχή που κυβερνά την ανάλυση την οποία πραγματοποιεί, είναι η αρχή της ταυτότητας.
Πράγματι, αυτή η αναλυτική διαδικασία νοείται ως διαδικασία που εξάγει από ένα δεδομένο quid, για παράδειγμα από το Α, τα γνωρίσματα τα οποία, επειδή περιέχονται ήδη μέσα σε αυτό το Α, δεν αποτελούν τελικά τίποτε άλλο παρά τη σαφή επεξήγηση της φύσης του Α. Αρχικά, εμείς —εξαιτίας της έλλειψης παντοδυναμίας του νου μας— βλέπουμε αυτό το Α σε συγκεχυμένη κατάσταση. Η ανάλυση μας το καθιστά βαθμιαία σαφές και διακριτό. Έτσι, στο τέλος, όταν διαθέτουμε μια σαφή έννοια αυτού του Α, μπορούμε να διατυπώσουμε αυτή τη σαφήνεια με την ακόλουθη κρίση: Α είναι Β. Το Β όμως, δηλαδή το κατηγόρημα που ήλθε στο φως μέσω της ανάλυσης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η φύση του Α. Επομένως, η κρίση εκείνη είναι συνώνυμη —από λογική άποψη— με τον τύπο: Α είναι Α.
Με άλλα λόγια: η κρίση «Α είναι Β» εντάσσεται —στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία το Β περιεχόταν ήδη στο Α— στην τυπική λογική, διότι, αυστηρά μιλώντας, δεν είναι παρά μια ανάλυση εκείνου του προηγουμένως συγκεχυμένου quid. Γι’ αυτό, ως προς το περιεχόμενο, δεν παρουσιάζει τίποτε νέο. Η τυπική δομή της κρίσης ισοδυναμεί, σε αυτή την περίπτωση, ακριβώς με το «Α είναι Α». Αυτή είναι η ταυτότητα που βρίσκεται στη βάση της τυπικής λογικής.
Μου φαίνεται περιττό να υπενθυμίσω ότι ο Kant καθιστά τη διαφορά μεταξύ αυτής της αναλυτικής διαδικασίας και της νέας διαδικασίας που ανακάλυψε ο ίδιος —της συνθετικής a priori— άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η «κοπερνίκεια επανάστασή» του στο πεδίο της γνώσης. Είναι επίσης περιττό να υπενθυμίσω τόσο τις επικρίσεις που διατυπώνει εναντίον της στειρότητας της αναλυτικής κρίσης και της ανεπάρκειας από την οποία αυτή πάσχει εκ φύσεως —δεν διευρύνει τη γνώση και δεν δικαιολογεί την παρουσία του quid, το οποίο της είναι εντούτοις απαραίτητο για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάλυση— όσο και τον καντιανό ισχυρισμό ότι, εάν η παραδοσιακή μεταφυσική —ο Kant έχει κατά νου ιδίως τη μεταφυσική του Wolff και του Baumgarten— ήταν πεπεισμένη ότι διεύρυνε τη γνώση της, το έκανε μέσω ενός αδικαιολόγητου άλματος από την αναλυτική διαδικασία σε μια διαδικασία εντελώς διαφορετικού είδους, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται αυτό το άλμα και χωρίς να εξετάζει κριτικά την εγκυρότητά του. Αυτό σημαίνει τελικά ότι δεν εξέταζε κριτικά την εγκυρότητα της ίδιας της μεταφυσικής, δηλαδή την αξίωσή της να αποτελεί επιστήμη.
Δεν μου φαίνεται όμως περιττό να υπογραμμίσω τη σημασία που έχει στην Κριτική η παρουσία αυτής της αναλυτικής διαδικασίας, για την οποία φαίνεται ότι ο Kant δεν μιλά πλέον στη συνέχεια του έργου. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν λείπουν εδώ κι εκεί φράσεις ή παρενθετικές παρατηρήσεις που αναφέρονται άμεσα σε αυτήν· φράσεις ή παρατηρήσεις που εμφανίζονται μαζί με επαναλήψεις ορισμών της τυπικής λογικής, όπως εκείνος σύμφωνα με τον οποίο αυτή εκθέτει τους νόμους του νου χωρίς καμία αναφορά στο αντικείμενο.
Μία από αυτές τις φράσεις βρίσκεται στην αρχή της § 10:
«Όπως έχει ήδη ειπωθεί πολλές φορές, η γενική λογική αφαιρεί όλο το περιεχόμενο της γνώσης και περιμένει, επομένως, να της δοθούν από οπουδήποτε οι παραστάσεις —οι οποίες αποτελούν ακριβώς το περιεχόμενο—, ώστε να τις μετατρέψει σε έννοιες· αυτό πραγματοποιείται αναλυτικά».
Εδώ δεν εξετάζεται η σχέση των λογικών μορφών μεταξύ τους, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας ένα δεδομένο quid —και επειδή δεν εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο μας δίνεται, ο Kant λέει ότι είναι «δεδομένο από οπουδήποτε»— μετατρέπεται σε ένα προϊόν επεξεργασμένο από τον νου, δηλαδή σε μια έννοια. Και αυτή η διαδικασία, επιμένει ο Kant, «πραγματοποιείται αναλυτικά». Υπάγεται, δηλαδή, στην αιγίδα της τυπικής λογικής. Το προϊόν στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία μπορεί, κατά τον Kant, να είναι τόσο μια έννοια όσο και μια κρίση. Διότι, όπως θα δούμε παρακάτω, μια κρίση —σε αυτό το ακόμη τυπικό πεδίο— δεν είναι για τον Kant τίποτε άλλο παρά μια έννοια που έχει καταστεί σαφής και διακριτή.
Όπως στο χωρίο που μόλις παρατέθηκε, έτσι και σε αρκετά άλλα σημεία του έργου ο Kant επανέρχεται σε αυτή τη διαδικασία, η οποία προχωρεί αναλυτικά από το συγκεχυμένο στο σαφές και καταλήγει σε μια αναλυτική κρίση. Η σημασία αυτής της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι ο Kant, στις σελίδες της Μεταφυσικής Παραγωγής, όπου δείχνει πώς οι κατηγορίες συνδέονται με τη λογική μορφή των κρίσεων, δηλαδή με την ενδότατη δομή της τυπικής λογικής, έχει κατά νου ακριβώς αυτή την αναλυτική διαδικασία, δυνάμει της οποίας ένα δεδομένο quid οδηγείται σε εννοιολογική σαφήνεια μέσω της διατύπωσης μιας κρίσης, και όχι τόσο τους συνήθεις ορισμούς που ο ίδιος έχει δώσει για τη λογική ως επιστήμη των καθαρών τυπικών σχέσεων.
Ίσως δεν είναι παράτολμο να προσθέσουμε την ακόλουθη σκέψη: εάν η αξία που έχουν οι κατηγορίες, ως κάτι καθολικό και αναγκαίο, απορρέει από τη σύνδεσή τους με την τυπική λογική —αξία καθολικότητας και αναγκαιότητας, μέσω της οποίας καθιστούν με τη σειρά τους αναγκαίο ή καθολικό εκείνο που προσδιορίζεται ή ενοποιείται από αυτές—, γιατί η απόδειξη αυτής της σύνδεσης ονομάζεται «Μεταφυσική Παραγωγή» και δεν ονομάζεται «Λογική Παραγωγή»;
Δεν είναι αθέμιτο να υποθέσουμε ότι ονομάστηκε μεταφυσική επειδή ο Kant δεν συνδέει τις κατηγορίες με τη λογική καθόσον αυτή περιέχει απλώς τυπικούς νόμους, αλλά καθόσον διέπει τη δομή αυτής της αναλυτικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια κρίση.
Και επειδή αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς εκείνη την οποία, στα μάτια του Kant, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η μεταφυσική για να γνωρίσει την πραγματικότητα, της αρμόζει η ονομασία «μεταφυσική». Κατά συνέπεια, η απόδειξη —δηλαδή η «παραγωγή»— της σύνδεσης των κατηγοριών με τον σχηματισμό των κρίσεων και, ακριβέστερα, με τη «μορφή» των κρίσεων στις οποίες καταλήγει η διαδικασία της, θα ονομαστεί «Μεταφυσική Παραγωγή».
Β. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗΛΛΛ][][
Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Ο Kant διαιρεί αυτές τις εισαγωγικές σελίδες της Υπερβατολογικής Λογικής σε τέσσερις ενότητες, προκειμένου να αναδείξει καλύτερα όσα συνδέουν και όσα διακρίνουν την παραδοσιακή τυπική λογική από τη νέα υπερβατολογική λογική του. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε το κείμενο σελίδα προς σελίδα —όπως θα κάνουμε συχνά στη συνέχεια—, αλλά θα επισημάνουμε μόνο τα κύρια σημεία της καντιανής επιχειρηματολογίας.
Α. Η ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Το τι εννοούσαν ως λογική στην εποχή του Kant ήταν, τουλάχιστον ως προς τις γενικές γραμμές του, κοινώς αποδεκτό. Και ως προς αυτό ο Kant θεωρεί ότι χρειάζεται να επιφέρει μόνο επιμέρους τροποποιήσεις. Μάλιστα, ως επιχείρημα υπέρ της καθολικής και αναγκαίας εγκυρότητας αυτής της λογικής προβάλλει ακριβώς το γεγονός ότι επί αιώνες δεν κατέστη δυνατόν να τροποποιηθεί:
«Το αν η επεξεργασία των γνώσεων που ανήκουν στο πεδίο του λόγου ακολουθεί ή όχι την ασφαλή οδό μιας επιστήμης μπορεί να κριθεί αμέσως από το αποτέλεσμα […]. Ότι η λογική ακολούθησε αυτή την ασφαλή πορεία ήδη από τους αρχαιότερους χρόνους γίνεται φανερό από το γεγονός ότι, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη, δεν χρειάστηκε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα πίσω, εκτός αν θελήσουμε να θεωρήσουμε ως διορθώσεις την εγκατάλειψη ορισμένων περιττών λεπτολογιών ή τον σαφέστερο προσδιορισμό της έκθεσής της· πράγματα που αφορούν περισσότερο την κομψότητα παρά τη βεβαιότητα μιας επιστήμης.
Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι έως σήμερα η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα, κατά τα φαινόμενα, να πρέπει να θεωρηθεί κλειστή και ολοκληρωμένη. Πράγματι, εάν ορισμένοι νεότεροι ισχυρίστηκαν ότι την επέκτειναν προσθέτοντας σε αυτήν ορισμένα κεφάλαια —είτε ψυχολογικά, σχετικά με τις διάφορες γνωστικές δυνάμεις, όπως η φαντασία και η ευφυΐα· είτε μεταφυσικά, σχετικά με την προέλευση της γνώσης ή με τα διαφορετικά είδη βεβαιότητας ανάλογα με τη διαφορετικότητα των αντικειμένων, όπως ο ιδεαλισμός, ο σκεπτικισμός κ.λπ.· είτε ανθρωπολογικά, σχετικά με τις προκαταλήψεις, τις αιτίες και τα μέσα θεραπείας τους—, αυτό αποδεικνύει ότι αγνοούν την ιδιαίτερη φύση αυτής της επιστήμης.
Δεν αποτελεί διεύρυνση αλλά παραμόρφωση των επιστημών η υπέρβαση των αμοιβαίων ορίων τους. Το όριο όμως της λογικής καθορίζεται επαρκώς από το γεγονός ότι αυτή είναι μια επιστήμη η οποία εκθέτει διεξοδικά και αποδεικνύει αυστηρά μόνο τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης, είτε αυτή είναι a priori είτε εμπειρική, οποιαδήποτε και αν είναι η προέλευση και το αντικείμενό της και είτε συναντά στον νου μας τυχαία είτε φυσικά εμπόδια.
Εάν η λογική έχει επιτύχει τόσο καλά, οφείλει αυτό το πλεονέκτημα αποκλειστικά στην οριοθέτησή της, χάρη στην οποία δικαιούται ή, καλύτερα, υποχρεούται να αφαιρεί όλα τα αντικείμενα της γνώσης και τις μεταξύ τους διαφορές. Επομένως, ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή.
Ήταν φυσικό να είναι πολύ δυσκολότερο για τον λόγο να εισέλθει στην ασφαλή οδό της επιστήμης, όταν έπρεπε να ασχολείται όχι μόνο με τον εαυτό του αλλά και με τα αντικείμενα. Γι’ αυτό η λογική, ως προπαιδευτική επιστήμη, δεν αποτελεί σχεδόν τίποτε περισσότερο από τον προθάλαμο των επιστημών· και όταν γίνεται λόγος για γνώσεις, προϋποτίθεται βέβαια μια λογική για την κρίση σχετικά με αυτές, το περιεχόμενό τους όμως πρέπει να αναζητηθεί στις καθαυτό και αντικειμενικά αποκαλούμενες επιστήμες».¹
Το σημείο στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτή τη σελίδα είναι το εξής: ότι η λογική περιέχει «τους τυπικούς κανόνες κάθε σκέψης» και ότι «ο νους δεν πρέπει στη λογική να ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με τον εαυτό του και με τη δική του μορφή».
Πρέπει αμέσως να προσθέσουμε ότι, ακριβώς επειδή στη λογική ο νους δεν έχει να κάνει με τα αντικείμενα, η λογική από μόνη της δεν επαρκεί για να μας δώσει ό,τι είναι αναγκαίο για τη γνώση των αντικειμένων. Για να αποκτήσουμε αυτή τη γνώση, θα χρειαστεί κάτι πέρα από —όχι όμως αντίθετο προς— την τυπική λογική.
Και στην πρώτη σελίδα της Εισαγωγής στην Υπερβατολογική Λογική ο Kant επαναλαμβάνει ότι «η λογική της γενικής χρήσης […] περιλαμβάνει τους απολύτως αναγκαίους νόμους της σκέψης, χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει καμία χρήση του νου». Πρέπει να προσεχθεί το εξής: η κατάργηση της τυπικής λογικής θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου. Γι’ αυτό ο Kant, μολονότι διαπιστώνει την ανεπάρκειά της για τη γνώση, θα τη διατηρήσει ως conditio sine qua non, δηλαδή ως κάτι του οποίου η κατάργηση θα σήμαινε την κατάργηση του ίδιου του νου και, επομένως, κάθε γνώσης· διότι, για τον Kant, το μοναδικό όργανο της επιστημονικής γνώσης είναι ο νους στη συνθετική σύνδεσή του με την αισθητικότητα.
Στο πεδίο αυτής της παραδοσιακής λογικής εντάσσεται και η επίσης παραδοσιακή διαδικασία μέσω της οποίας ο νους αναλύει ένα δεδομένο quid και φέρνει στο φως τα στοιχεία από τα οποία αυτό αποτελείται. Η διαδικασία αυτή είναι μια ανάλυση του δεδομένου. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό το quid δίνεται ή είναι παρόν στον νου, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να μας πει τίποτε. Αντιθέτως, αυτή η αναλυτική διαδικασία προϋποθέτει την παρουσία του quid που πρόκειται να αναλυθεί και δεν θέτει το πρόβλημα της δυνατότητας αυτής της παρουσίας.
Για τη διαδικασία αυτή ο Kant μιλά εκτενώς στην Εισαγωγή που προτάσσει στην Κριτική, όπου παρουσιάζει τη διαφορά μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών κρίσεων. Περιορίζομαι σε ένα σύντομο παράθεμα:
«Ένα μεγάλο μέρος, ίσως το μεγαλύτερο, των δραστηριοτήτων του λόγου μας συνίσταται στις αναλύσεις των εννοιών που ήδη διαθέτουμε για τα αντικείμενα. [Πρέπει να προσεχθεί: αυτές οι έννοιες των αντικειμένων είναι ήδη παρούσες μέσα μας. Η ανάλυση αρχίζει προϋποθέτοντας ότι είναι παρούσες και το πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατή η παρουσία τους δεν ανήκει στην αναλυτική διαδικασία]. Αυτό μας παρέχει πλήθος γνώσεων, οι οποίες, μολονότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από διασαφηνίσεις και επεξηγήσεις εκείνου που ήταν ήδη νοημένο —αν και ακόμη με συγκεχυμένο τρόπο— μέσα στις έννοιές μας, εκτιμώνται εντούτοις, τουλάχιστον ως προς τη μορφή τους, ως νέες γνώσεις· μολονότι, ως προς την ύλη και το περιεχόμενό τους, δεν διευρύνουν καθόλου τις έννοιες που ήδη κατέχουμε, αλλά απλώς τις αναπτύσσουν τη μία από την άλλη».²
Το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία είναι μια «αναλυτική κρίση». Ο λόγος για τον οποίο η διαδικασία αυτή, μολονότι σχετίζεται με ένα δεδομένο περιεχόμενο, υπάγεται στους νόμους της τυπικής λογικής είναι ο εξής: η αρχή που τη διέπει, δηλαδή η αρχή που κυβερνά την ανάλυση την οποία πραγματοποιεί, είναι η αρχή της ταυτότητας.
Πράγματι, αυτή η αναλυτική διαδικασία νοείται ως διαδικασία που εξάγει από ένα δεδομένο quid, για παράδειγμα από το Α, τα γνωρίσματα τα οποία, επειδή περιέχονται ήδη μέσα σε αυτό το Α, δεν αποτελούν τελικά τίποτε άλλο παρά τη σαφή επεξήγηση της φύσης του Α. Αρχικά, εμείς —εξαιτίας της έλλειψης παντοδυναμίας του νου μας— βλέπουμε αυτό το Α σε συγκεχυμένη κατάσταση. Η ανάλυση μας το καθιστά βαθμιαία σαφές και διακριτό. Έτσι, στο τέλος, όταν διαθέτουμε μια σαφή έννοια αυτού του Α, μπορούμε να διατυπώσουμε αυτή τη σαφήνεια με την ακόλουθη κρίση: Α είναι Β. Το Β όμως, δηλαδή το κατηγόρημα που ήλθε στο φως μέσω της ανάλυσης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ίδια η φύση του Α. Επομένως, η κρίση εκείνη είναι συνώνυμη —από λογική άποψη— με τον τύπο: Α είναι Α.
Με άλλα λόγια: η κρίση «Α είναι Β» εντάσσεται —στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία το Β περιεχόταν ήδη στο Α— στην τυπική λογική, διότι, αυστηρά μιλώντας, δεν είναι παρά μια ανάλυση εκείνου του προηγουμένως συγκεχυμένου quid. Γι’ αυτό, ως προς το περιεχόμενο, δεν παρουσιάζει τίποτε νέο. Η τυπική δομή της κρίσης ισοδυναμεί, σε αυτή την περίπτωση, ακριβώς με το «Α είναι Α». Αυτή είναι η ταυτότητα που βρίσκεται στη βάση της τυπικής λογικής.
Μου φαίνεται περιττό να υπενθυμίσω ότι ο Kant καθιστά τη διαφορά μεταξύ αυτής της αναλυτικής διαδικασίας και της νέας διαδικασίας που ανακάλυψε ο ίδιος —της συνθετικής a priori— άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η «κοπερνίκεια επανάστασή» του στο πεδίο της γνώσης. Είναι επίσης περιττό να υπενθυμίσω τόσο τις επικρίσεις που διατυπώνει εναντίον της στειρότητας της αναλυτικής κρίσης και της ανεπάρκειας από την οποία αυτή πάσχει εκ φύσεως —δεν διευρύνει τη γνώση και δεν δικαιολογεί την παρουσία του quid, το οποίο της είναι εντούτοις απαραίτητο για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάλυση— όσο και τον καντιανό ισχυρισμό ότι, εάν η παραδοσιακή μεταφυσική —ο Kant έχει κατά νου ιδίως τη μεταφυσική του Wolff και του Baumgarten— ήταν πεπεισμένη ότι διεύρυνε τη γνώση της, το έκανε μέσω ενός αδικαιολόγητου άλματος από την αναλυτική διαδικασία σε μια διαδικασία εντελώς διαφορετικού είδους, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται αυτό το άλμα και χωρίς να εξετάζει κριτικά την εγκυρότητά του. Αυτό σημαίνει τελικά ότι δεν εξέταζε κριτικά την εγκυρότητα της ίδιας της μεταφυσικής, δηλαδή την αξίωσή της να αποτελεί επιστήμη.
Δεν μου φαίνεται όμως περιττό να υπογραμμίσω τη σημασία που έχει στην Κριτική η παρουσία αυτής της αναλυτικής διαδικασίας, για την οποία φαίνεται ότι ο Kant δεν μιλά πλέον στη συνέχεια του έργου. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν λείπουν εδώ κι εκεί φράσεις ή παρενθετικές παρατηρήσεις που αναφέρονται άμεσα σε αυτήν· φράσεις ή παρατηρήσεις που εμφανίζονται μαζί με επαναλήψεις ορισμών της τυπικής λογικής, όπως εκείνος σύμφωνα με τον οποίο αυτή εκθέτει τους νόμους του νου χωρίς καμία αναφορά στο αντικείμενο.
Μία από αυτές τις φράσεις βρίσκεται στην αρχή της § 10:
«Όπως έχει ήδη ειπωθεί πολλές φορές, η γενική λογική αφαιρεί όλο το περιεχόμενο της γνώσης και περιμένει, επομένως, να της δοθούν από οπουδήποτε οι παραστάσεις —οι οποίες αποτελούν ακριβώς το περιεχόμενο—, ώστε να τις μετατρέψει σε έννοιες· αυτό πραγματοποιείται αναλυτικά».
Εδώ δεν εξετάζεται η σχέση των λογικών μορφών μεταξύ τους, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας ένα δεδομένο quid —και επειδή δεν εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο μας δίνεται, ο Kant λέει ότι είναι «δεδομένο από οπουδήποτε»— μετατρέπεται σε ένα προϊόν επεξεργασμένο από τον νου, δηλαδή σε μια έννοια. Και αυτή η διαδικασία, επιμένει ο Kant, «πραγματοποιείται αναλυτικά». Υπάγεται, δηλαδή, στην αιγίδα της τυπικής λογικής. Το προϊόν στο οποίο καταλήγει αυτή η διαδικασία μπορεί, κατά τον Kant, να είναι τόσο μια έννοια όσο και μια κρίση. Διότι, όπως θα δούμε παρακάτω, μια κρίση —σε αυτό το ακόμη τυπικό πεδίο— δεν είναι για τον Kant τίποτε άλλο παρά μια έννοια που έχει καταστεί σαφής και διακριτή.
Όπως στο χωρίο που μόλις παρατέθηκε, έτσι και σε αρκετά άλλα σημεία του έργου ο Kant επανέρχεται σε αυτή τη διαδικασία, η οποία προχωρεί αναλυτικά από το συγκεχυμένο στο σαφές και καταλήγει σε μια αναλυτική κρίση. Η σημασία αυτής της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι ο Kant, στις σελίδες της Μεταφυσικής Παραγωγής, όπου δείχνει πώς οι κατηγορίες συνδέονται με τη λογική μορφή των κρίσεων, δηλαδή με την ενδότατη δομή της τυπικής λογικής, έχει κατά νου ακριβώς αυτή την αναλυτική διαδικασία, δυνάμει της οποίας ένα δεδομένο quid οδηγείται σε εννοιολογική σαφήνεια μέσω της διατύπωσης μιας κρίσης, και όχι τόσο τους συνήθεις ορισμούς που ο ίδιος έχει δώσει για τη λογική ως επιστήμη των καθαρών τυπικών σχέσεων.
Ίσως δεν είναι παράτολμο να προσθέσουμε την ακόλουθη σκέψη: εάν η αξία που έχουν οι κατηγορίες, ως κάτι καθολικό και αναγκαίο, απορρέει από τη σύνδεσή τους με την τυπική λογική —αξία καθολικότητας και αναγκαιότητας, μέσω της οποίας καθιστούν με τη σειρά τους αναγκαίο ή καθολικό εκείνο που προσδιορίζεται ή ενοποιείται από αυτές—, γιατί η απόδειξη αυτής της σύνδεσης ονομάζεται «Μεταφυσική Παραγωγή» και δεν ονομάζεται «Λογική Παραγωγή»;
Δεν είναι αθέμιτο να υποθέσουμε ότι ονομάστηκε μεταφυσική επειδή ο Kant δεν συνδέει τις κατηγορίες με τη λογική καθόσον αυτή περιέχει απλώς τυπικούς νόμους, αλλά καθόσον διέπει τη δομή αυτής της αναλυτικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια κρίση.
Και επειδή αυτή η διαδικασία είναι ακριβώς εκείνη την οποία, στα μάτια του Kant, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν η μεταφυσική για να γνωρίσει την πραγματικότητα, της αρμόζει η ονομασία «μεταφυσική». Κατά συνέπεια, η απόδειξη —δηλαδή η «παραγωγή»— της σύνδεσης των κατηγοριών με τον σχηματισμό των κρίσεων και, ακριβέστερα, με τη «μορφή» των κρίσεων στις οποίες καταλήγει η διαδικασία της, θα ονομαστεί «Μεταφυσική Παραγωγή».
Β. Η ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗΛΛΛ][][
ΚΑΘΑΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου