Συνέχεια από:Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026
Και συνεχίζουμε με το επόμενο κείμενο, το οποίο λέει πάλι για τη μακαρία ζωή στα έσχατα.
Τροφή, λέει, σε αυτή τη μακαρία ζωή που θα έρθει είναι ο άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς.
Και ζωή είναι, καθώς αυτός ο περιεχόμενος στην Ευαγγελία αψευδής απεφήνατο λόγος.
Θα είναι ο άρτος ο ίδιος της ζωής. Ο Χριστός θα είναι ακριβώς αυτό.[Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡ]
Είναι μια υπέροχη διδασκαλία, που θα την επαναλάβει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο οποίος ευχαριστιακά ακριβώς βλέπει την πραγματοποίηση των εσχάτων.
Εδώ, προσέξτε:
«Μὴ βουληθεὶς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος...»
Επειδή δεν θέλησε ο πρώτος άνθρωπος να τραφεί με τον άρτο αυτό, με την πραγματικότητα αυτή του Θεού τη ζωντανή,
«... θείας ἑκουσίως ἀπεγένετο ζωῆς, ἄλλης δὲ θανάτου γεννήτορος ἐπελάβετο...»
Τι λέει εδώ;
Έχασε, χάθηκε η προστασία της ζωής και ανέλαβε άλλη, η οποία γεννάει τον θάνατο.
«Μὴ βουληθείς». Μη θέλοντας. Ποιος; Ο πρώτος άνθρωπος.
«Μὴ βουληθείς».
Δεν λέει: αφού έπεσε, έπαψε να βούλεται. Λέει — όπως θέλουν να παρουσιάζουν κάποιοι εδώ πέρα — ότι τον ξεγέλασε ο διάβολος και έπεσε ο καημένος χωρίς να το θέλει.
Όχι.
«Μὴ βουληθείς», λέει εδώ.
"Προς Μαρίνον, τον οσιότατον Πρεσβύτερον"
Αγίου Μαξίμου τού ΟμολογητούΠηγή Κειμένου: PG: 91.
Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
8. Περί Δόξης (Γνώμης)
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.
Και πάλι, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας, ενώ η προαίρεση είναι από εκείνα που είναι στην εξουσία μας. Και γνώμη βέβαια διακρίνομε αληθινή και ψευδή, προαίρεση όμως δεν λέμε αληθινή και ψευδή, άλλα καλή και κακή. Επίσης η γνώμη είναι από τα καθόλου, ενώ η προαίρεση από τα καθέκαστα. Καθόσον η προαίρεση αναφέρεται σε όσα πράττονται γιατί αυτά είναι τα καθέκαστα.
Καταλάβατε πώς αρνείται το αγαθό;
«Μὴ βουληθείς». Με το θέλημά του.[Φίδι: «Όχι, σίγουρα δεν θα πεθάνετε. Διότι ο Θεός γνωρίζει ότι την ημέρα που θα φάτε από αυτόν, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό». επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα]
Και αυτό δεν είναι το φυσικό θέλημα, φυσικά. Είναι γνωμική επιλογή.
Γνωμική, ξεκάθαρα, επιλογή.[ Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας]
Επιλέγει ο άνθρωπος ξαφνικά, αντί να τραφεί με τον Λόγο, να τραφεί με τι; Με την πραγματικότητα της φθοράς και της ύλης γύρω του.
Και διαλέγει, επιλέγει.
Και εξαιτίας της επιλογής αυτής τι γίνεται;
Χάνει τη μεν θεία ζωή, «ἄλλης δὲ, θανάτου γεννήτορος, ἐπελάβετο...»
[...] και παρέδωσε τη φύση, ως τροφή, στον θάνατο.
Πώς;
Γιατί «μὴ βουληθείς» να τραφεί με Εκείνον.[ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΑΚΑΙΡΑ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΛΜΗΣΕ ΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ]
Είναι τόσο ξεκάθαρα αυτά τα κείμενα, που πρέπει κανείς πραγματικά να αγνοεί τι είναι το συντακτικό και η γραμματική.
Είπαμε τον Tollefsen.
Άλλος πολύ σημαντικός είναι ο Andrew Louth.
Ο Andrew Louth, πατήρ Andrew Louth, από τους πρώτους [...] του Αγίου Μαξίμου, λέει ξεκάθαρα σε ένα έργο του — το οποίο το έχω και εδώ, γιατί το διαβάζω από βιβλία —:
Maximus the Confessor είναι ο τίτλος του.
— Πείτε λίγο τον τίτλο πρώτα, να ξέρουμε, γιατί η σκηνή είναι μαύρη.
— Maximus the Confessor είναι ο τίτλος, του πατρός Andrew Louth.
Λέει ξεκάθαρα:
“... but of tropos”.
Αυτό λέει, και ελληνικά κιόλας. Το λέει ειδικότατα και εξηγεί ότι είναι αποτέλεσμα της επιλογής των ανθρώπων.
Είπαμε, και αυτή είναι η κορυφαία σήμερα βιβλιογραφία που σας λέω.
Όπως είναι κορυφαίος και ο πολύ αγαπητός μου φίλος ο Georgi Kapriev.
Το βιβλίο του, Byzantine Philosophy: A Systematic Perspective, που βγήκε πριν από λίγες μέρες, είναι το σημαντικότερο εγχειρίδιο βυζαντινής φιλοσοφίας που έχουμε σήμερα.
Το σημαντικότερο. Δεν υπάρχει άλλο σημαντικότερο από αυτό.
Έτσι, ο Georgi Kapriev, ελληνομαθής Βούλγαρος, λοιπόν, ο οποίος λέει κι αυτός ακόμα κάτι περισσότερο, κάτι που το είπε κι ένας άλλος ειδικός πριν από αυτόν, αν και δεν φαίνεται ότι το έγραψε από μένα. Εγώ το έγραψα πρώτα.
Λέει εδώ:
“Likeness”, η ομοίωση, “is related to γνώμη”.
Ακούστε τώρα.
Το λέει με το «καθ’ ομοίωσιν».
Τι είναι το καθ’ ομοίωσιν; Ομοίωση.
Το «κατ’ εικόνα» είναι ο λόγος.
Ο λόγος του όντος είναι κατ’ εικόνα. Ο λόγος της φύσης του ανθρώπου είναι κατ’ εικόνα.
“Likeness”, όμως, η ομοίωση, “is related to γνώμη, to personally qualified will”.
Στη θέληση, η οποία είναι χαρακτηρισμένη, έχει το χαρακτηριστικό του προσωπικού, δηλαδή στον προσωπικό τρόπο της υπαρξιακής χρήσης της φύσεως.
Η πρώτη, η φυσική θέληση, είναι με τη δημιουργία και εκφράζει τη φύση.
Η δεύτερη είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής.
“One is by nature, the other by hypostasis”.
Το ένα από τη φύση, το άλλο από την υπόσταση.
Τώρα, ποιος είναι ο σκοπός της φύσης κατά τον Άγιο Μάξιμο;
Το εὖ εἶναι.
Λοιπόν:
“The logos of well-being becomes proper only for those who initiate a movement on their own accord that is good.”
Δηλαδή, το εὖ εἶναι εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική διάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.
Το καθ’ ομοίωσιν, λοιπόν, εδώ εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική αυτοδιάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.
Ο καημένος ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος πρωίμως, πρωίμως, θα είχε πάρει αυτά...
Αυτά υπάρχουν και στην αγγλική έκδοση στο βιβλίο μου, αλλά εγώ έχω και την ελληνική εδώ, στο βιβλίο μου Ευχαριστιακή Οντολογία.
Βέβαια, σε ένα κεφάλαιο που λέγεται [...] υπάρχουν δύο τριάδες οι οποίες αναλογούν μεταξύ τους.
Η πρώτη τριάδα είναι: εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι.
Το «εἶναι» είναι η δημιουργία του Θεού.
Το «εὖ εἶναι» είναι η ομοίωση, που καταλήγει στο «ἀεὶ εἶναι», που είναι η Βασιλεία του Θεού.
Πού γίνεται αυτή η κίνηση;
Λέει ο Μάξιμος: διά της γνώμης γίνεται αυτή η κίνηση.
Λοιπόν, συγκεκριμένα είναι στα Κεφάλαια περὶ ἀγάπης και στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν.
Γίνεται, δηλαδή, η κίνηση της γνώμης προς το εὖ εἶναι και σταματά μέσα στο ἀεὶ εἶναι.
Επομένως, συσχετίζει ευθέως στα κείμενα αυτά εδώ την τριάδα εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι με την τριάδα φύση – γνώμη – πλήρωση.
Καταλάβατε;
Εάν δεν διαλέξει ο άνθρωπος το εὖ εἶναι, αλλά διαλέξει το φεῦ εἶναι — έτσι το λέει ο Μάξιμος ποιητικά — το αλλοίμονό του είναι.
Πώς γίνεται πάλι αυτό;
Λέει εδώ πάλι: γίνεται αυτό διά της γνώμης.
Διά της γνώμης.
Μισό λεπτό, μισό λεπτό.
Είναι τόσο πολύ σαφής, ευτυχώς, ο Άγιος Μάξιμος.
— Να ρωτήσω λίγο: στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει καθόλου αυτό το ζήτημα μεταξύ γνωμικού και... Δηλαδή, δεν υπάρχει;
— Όχι.
— Εννοώ αν είναι λυμένο αυτό.
— Λυμένο είναι. Δεν ακούσατε τι σας λέω τώρα; Είναι λυμένο το θέμα. Το λέει ο Blowers, το λέει ο Tollefsen, το λέει ο Louth, το λέει ο [...]. Δεν έχω να τον διαβάσω τώρα. Το λέει αυτός. Το λέει και ο καημένος ο πατήρ Λουδοβίκος.
Αλλά λέμε τώρα...
Λέει εδώ ότι ακριβώς υπάρχει η κατὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις και η παρὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις.
Είναι ξεκάθαρο.
Κατά τον λόγο της φύσης, γνωμική κίνηση, και παρά τον λόγο, γνωμική κίνηση.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει.
Και ένα άλλο κείμενο, το οποίο τώρα θέλω να μην το στερήσω από τους φιλομαθείς εδώ, φιλέρευνους και φιλομαθείς.
Είναι ένα κείμενο γραμματικής εντάσεως και ταυτόχρονα εκπληκτικής ενάργειας, που μιλάει για τη σχέση, για το πώς ακριβώς ο διάβολος βλέπει τον Χριστό.
Ακούστε να δείτε και τι ακριβώς συμβαίνει όταν ο διάβολος πειράζει τον Χριστό.
Ακούστε τι λέει εδώ.
— Πείτε, πάτερ, ποιανού είναι και από πού.
— Είναι το Πρὸς Θαλάσσιον. Δεν δίνω ακριβείς παραπομπές. Δεν θέλω να βγουν να μου γράψουν και άρθρα αύριο. Θα τα γράψω εγώ. Αν κανείς φιλομαθής τα θέλει, όμως, μόλις τα στείλω εγώ αυτά...
Λοιπόν, τι κάνανε, λέει, οι δαίμονες;
«Εἰκότως τὸν Σωτῆρα Θεὸν τοῦ Ἀδὰμ θεωροῦντες κατὰ φύσιν διὰ τῆς σαρκὸς παθητόν...»
Βλέποντας, επειδή φορούσε σάρκα, ότι ήταν παθητός.
Οι δαίμονες τώρα τον Χριστό, έτσι;
«Καὶ δοκοῦντες πρὸς ἀνάγκην τῶν περιστατικῶν, ὡς ψιλὸν ἄνθρωπον...»
Και νομίζοντας ότι, από την ανάγκη την ίδια, θα ήταν ένας κι αυτός άνθρωπος όπως όλοι, ψιλός άνθρωπος,
«... ἄλλοτε κατὰ θέλησιν τὴν γνώμην κινούμενον...»
Προσέξτε.
Αλλά δεν έχει θέληση άλλη που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
Το είπαμε: ο Χριστός δεν έχει γνωμικό θέλημα.
Αλλά το πρόβλημα είναι πώς τον βλέπει ο διάβολος.
Ο διάβολος βλέπει έναν άνθρωπο και δεν μπορεί να φανταστεί, επειδή είναι ανθρωπάκι σαν τα άλλα, ότι μπορεί να διαθέτει μια θέληση που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
«Προσέβαλλον οὖν, ἐλπίζοντες [...] διὰ τοῦ κατὰ φύσιν πάθους τὸ παρὰ φύσιν φαντάζεσθαι πάθος...»
Και να κάνουν αυτό που θέλουν, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα τον οδηγήσουν, με το πάθος που έχει φύσει, από μόνο του, σε μια παρά φύσιν κατάσταση.
«Οὕτω μὲν οὖν κατὰ τὴν πρώτην πείραν προσβαλόντες...»
Ο Χριστός, όμως, τα πέταξε όλα αυτά.
«Καὶ τὸ χειρόγραφον ἐν ἑαυτῷ τοῦ Ἀδὰμ τῆς πρὸς τὴν καθ’ ἡδονὴν παθῶν γνωμικῆς συγκαταθέσεως ἀπαλείψας...»
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση του ανθρώπου προς την καθ’ ηδονήν εμπάθεια.
Βλέπετε τι λέει;
Είναι η γνωμική απάλειψη της καθ’ ηδονήν εμπάθειας.
Αλλά είναι γνωμική αυτή. Δεν λέει ότι εδώ επιστρέφουμε στη φύση. Λέει ότι είναι η γνωμική απάλειψη των παθών. Διό, συνεχίζει:
«Τοῦ ἀνθρώπου ῥέπουσαν ἔχοντος πρὸς ἡδονὴν τὴν γνώμην...»
Λοιπόν, λέει ξεκάθαρα.
Μιλάει για τον Χριστό εδώ ως άνθρωπο, όπως τον βλέπει ο διάβολος.
Καταλάβατε;
Με το θείο του θέλημα, το οποίο είναι ενωμένο, γιατί είναι ένας ο Λόγος, και θέλει με φυσικό τρόπο.
Έτσι δεν είναι; Έχει παντογνωσία και δεν χρειάζεται να επιλέγει και να κάνει κάτι άλλο.
Δεν έχει γνωμικό θέλημα, δηλαδή, επειδή είναι ο Υιός του Θεού και έχει φυσικώς παρόντα τα αγαθά. Τα ξέρει όλα.
Αυτό φυσικώς. Όμως εδώ λέει ότι με τον τρόπο του τι κάνει;
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση και, επομένως, τη γνώμη πραγματικά, και την κάνει, τη δημιουργεί, την φτιάχνει να είναι πραγματικά κυρίαρχη και πάλι του ανθρώπου, αλλά σωτηριωδώς κυρίαρχη.
Να ασχοληθούμε μάλλον και με το γεγονός ότι το γνωμικό θέλημα δεν χάνεται.
Όπως είπαμε, δεν χάνεται. Γιατί πολλοί λένε ότι πρέπει να χαθεί, να βουλιάξει μέσα στο φυσικό. Δεν είναι. Είναι η κατὰ λόγον κίνηση του γνωμικού θελήματος που οδηγεί, όπως είπαμε, στο εὖ εἶναι.
Κατά τον Kapriev, ή και κατά τον πατέρα Νικόλαο Λουδοβίκο, η κίνηση είναι από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.
Κατ’ εικόνα είναι ο λόγος. Καθ’ ομοίωσιν είναι η δυνατότητα του θελήματος να οδηγήσει το εἶναι στο εὖ εἶναι.
Και αν αυτό δεν το κάνει, πάλι με γνωμικό τρόπο γίνεται αυτό το πράγμα: καθοδήγηση προς το φεῦ εἶναι, το οποίο μπορεί να οδηγήσει και στο ἀεὶ κακῶς εἶναι, στην κόλαση.
Ο πατήρ Μελχισεδέκ κάνει εδώ πέρα μια μικρή ανακεφαλαίωση και λέει...
— Πάτερ, πείτε λίγο ξανά το όνομα και τον τίτλο του βιβλίου.
— Είναι ο πατήρ Melchisedec Törönen, Union and Distinction in the Thought of St Maximus the Confessor.
Δεν τα λέω τα βιβλία, αλλά τέλος πάντων.
“In general, γνώμη is associated with free will, opinion, deliberation, inclination, individual attitude, and so on.”
Έτσι, η γνώμη συνδέεται με την ελεύθερη θέληση, την άποψη, τη διαβούλευση, την κλίση, την ατομική στάση και όλα αυτά τα πράγματα.
“In its negative role we could name it the individualistic will.”
Στην αρνητική της λειτουργία — αυτό μου αρέσει εδώ — το γνωμικό θέλημα μπορούμε να το ονομάσουμε «ατομικιστικό θέλημα».
Καταλάβατε;
Και λέει εδώ ότι αυτό το ατομικιστικό θέλημα δημιουργεί γενικώς τον χωρισμό από τον Θεό.
Αλλά:
“There is another aspect to γνώμη.”
Υπάρχει μια άλλη διάσταση στη γνώμη.
“Much of Maximus’ understanding of the Christian life as an ascetic endeavour consists in reforming the γνώμη.”
Πάρα πολύ από την κατανόηση του Μαξίμου για τη χριστιανική ζωή ως ένα ασκητικό κατόρθωμα συνίσταται στο να μεταβάλουμε τη γνώμη.
Και η γνώμη αυτή σημαίνει ότι θα προχωρήσουμε ακριβώς από το εἶναι στο εὖ εἶναι, γνωμικώς, και θα αποφύγουμε αυτό που έκανε ο πρωτόπλαστος, δηλαδή γνωμικώς να προτιμήσει — είναι όλες λέξεις του Μαξίμου — το υλικό αυτό κάλλος γύρω του και τον εαυτό του και τον ατομισμό, τον κλεισμένο στον εαυτό, τον ναρκισσικό εαυτό, θα έλεγα εγώ.
Λοιπόν, αυτός δημιουργεί όλο το πρόβλημα στον άνθρωπο.
Και υπάρχει ένα, ίσως, κείμενο του Αγίου Μαξίμου που πρέπει να διαβάσω στην κατεύθυνση αυτή.
Και ρωτά το θέμα. Η ερώτηση είναι εδώ: το γνωμικό και το φυσικό θέλημα είναι ενάντια θελήματα;
Και λέει, συζητάει με κάποιον ο οποίος εδώ πιθανώς έχει τέτοια γνώμη, και λέει:
«Ἄλλως, εἰ τὰ δύο θελήματα πάντως ἐναντία καὶ ἀντικείμενα...»
Αν θεωρήσουμε ότι τα δύο θελήματα είναι ενάντια και αντικείμενα, πώς, ερωτά, επί των κατά φύσιν και υπόστασιν διηρημένων λογικών όντων αυτό πάντοτε και πάντως συμβαίνει;
Πώς είναι δυνατόν αυτό να μη συμβαίνει στα όντα τα οποία είναι διηρημένα ως προς τη φύση και την υπόσταση;
Και λέει και «προς τη φύση» εδώ, γιατί μεταπτωτικά, είπαμε, το γνωμικό θέλημα κατέτεμε τη φύση σε πολλά κομμάτια.
Τώρα είμαστε ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως εσείς, εγώ, ο άλλος.
Αλλά, λέει, ποτέ δεν φαίνεται να είναι διηρημένα τα δύο εντελώς και να πολεμούνται μεταξύ τους.
«Συννεύομεν γὰρ ἔστιν ὅτε...»
Συννεύομεν, δηλαδή τα δύο αυτά έρχονται μαζί.
Και γνωμικώς, και προς τον Θεό και προς τους αγγέλους και προς αλλήλους.
Λέει εδώ: συννεύουν τα δύο.
Οπότε, όταν το γνωμικό θέλημα, παρόλο που είναι γνωμικό, και με τον Θεό και με τους αγγέλους και με τους ανθρώπους μεταξύ μας συνδέεται, κοινωνεί, με τον τρόπο αυτό δεν χρειάζεται να εκπέσει από το γνωμικό.
Δηλαδή, με απλά λόγια, όταν κοινωνούμε μεταξύ μας γνωμικώς, ενώνοντας τη διασπασμένη μας φύση, δεν χάνουμε το γνωμικό μας θέλημα.
«Οὐ γὰρ τούτων... τῆς συννεύσεως...
Έχουμε και τα άλλα γνωμικά θελήματα. Και με τον τρόπο αυτό δεχόμαστε, ανεχόμαστε, βαστάζουμε και τα άλλα θελήματα, τα γνωμικά.
Λοιπόν: «Ἐνταῦθα τοίνυν οὐδαμῶς ἀντίταξιν καθορᾶτε...»
Και σώζεται η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων και η φιλική μεταξύ τους διάθεση. Και με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει αντίταξη και σώζονται, παρά ταύτα, η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων, και έχουν και τη φιλική μεταξύ τους διάθεση. Έχουν μεταξύ τους φιλική διάθεση, χωρίς να χάνονται. Δεν εξαφανίζεται, δεν χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο. Δεν μπορεί, να το πω έτσι, ο πνευματικός να πει:
«Έλα εδώ, πουλάκι μου. Δεν θα έχεις γνωμικό θέλημα πλέον. Θα το έχω εγώ».
Τα γνωμικά θελήματα δεν χρειάζεται να χαθούν.
Συννεύομεν ο ένας προς τον άλλον γνωμικώς και εναγκαλιζόμαστε τον άλλον, αλλά δεν χάνεται το θέλημά μας. Δεν βουλιάζει το ένα μέσα στο άλλο.
Στο βιβλίο μου εδώ, το τελευταίο που έβγαλα, υπάρχει ένα κεφάλαιο ειδικό για την εκχώρηση του αυτεξουσίου.
— Το βιβλίο Αναλογικές Ταυτότητες;
— Ναι.
Το κεφάλαιο αυτό, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ασχολείται ακριβώς — το είχα πει και μια άλλη φορά, νομίζω — με το θέμα του πώς η εκχώρηση του αυτεξουσίου, του γνωμικού θελήματος, δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Τα έβαλα και στο προηγούμενο, νομίζω, βίντεο.
Δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Είναι τα θεληματικά εν ολίγοις.
Χωρίς γνωμικό θέλημα δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε προ της πτώσεως ούτε μετά την πτώση.
Το γνωμικό θέλημά μας, με τη χρήση που έκανε ο Αδάμ, μας έφερε πολλούς μπελάδες και έφτασε να μας τρελαίνει, όπως το είπε ο Άγιος Μάξιμος σε προηγούμενα που διαβάσαμε. Μας κατέστρεψε αυτόν τον κόσμο γύρω μας.
Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια γνωμική χρήση η οποία μας βγάζει από αυτό το αδιέξοδο.
Και επίσης είναι προπτωτικό το γνωμικό θέλημα.
Και έχω τον λόγο. Δεν το εξαφανίζουμε.
Έτσι λέει εδώ. Έτσι λέει ο Άγιος Μάξιμος.
Το θέλημα αυτό το παιδαγωγούμε. Και δεν μπορούμε και να το εγκαταλείψουμε. Τι θα πει να το εγκαταλείψουμε; Αν το εγκαταλείψουμε, εγκαταλείπουμε την υποστατική μας αρχή. Αυτό λέει ο Άγιος Μάξιμος. Εγκαταλείπουμε το γεγονός ότι είμαστε πρόσωπα.
Και δεν μπορούμε, αν δεν είμαστε πρόσωπα, να έχουμε καν φύση. Άλλη μια φοβερή συνέπεια: δεν μπορεί κάτι να έχει φύση αν δεν έχει την προσωπική της έκφραση.
Αν μου απαγορευτεί η προσωπική μου γνωμική εργασία από το εἶναι στο εὖ εἶναι, μετά από λίγο ούτε το εἶναι θα το έχω, διότι θα κυλήσει στην πλήρη αχρησία ο λόγος.
Δεν θα είναι πλέον ο λόγος — όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, τα έχω πει στην Ευχαριστιακή Οντολογία γι’ αυτά — υπαρξιακός δρόμος ταυτόχρονα.
Θα πάψει. Θα κλειστεί στον εαυτό του. Θα γίνει μία μαύρη... black hole, πώς το λένε αυτό. Αυτό θα γίνει η ανθρώπινη φύση. Λοιπόν, έχω κι άλλα εδώ να πω. Δεν ξέρω, μη βαρύνουμε υπερβολικά το βίντεο αυτό.
Και κυρίως πρέπει να γραφτούν μερικά πράγματα πλέον. Βλέπω κι εγώ ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. Είναι σοβαρό, εν πάση περιπτώσει.
Όχι γιατί ασχολούνται σοβαρά με αυτό. Θα έπρεπε να ασχολούνται σοβαρά.
Όχι. Αλλά ακριβώς διότι η μελέτη που πρέπει να γίνει λείπει. Και ο καθένας λέγει ό,τι του κατεβαίνει. Να τελειώσω λέγοντας ξανά για το περίφημο «κόψιμο του θελήματος».
Είναι μια έκφραση αυτή, το λέω ξανά, η οποία όντως υπάρχει στα ασκητικά κείμενα. Να μην ακολουθεί κανείς τον λογισμό του.
Ποιον λογισμό; Αυτό που είπε ο πατήρ Μελχισεδέκ: το ατομικιστικό γνωμικό θέλημα.
Αυτό είναι η συμφορά.
Το γνωμικό θέλημα πάει από το εἶναι στο εὖ εἶναι, όπως το είπες. Δεν είναι απαραιτήτως ατομικιστικό.
Μπορεί να είναι ανοιχτό διά της υπακοής. Εδώ μπαίνει η υπακοή. Προς τον Θεό και προς τους άλλους. Αυτό είναι το μυστικό της υπακοής. Δεν είναι η ανάγκη να εξαλειφθεί το θέλημα με έναν βουδιστικό τρόπο.
Και αυτή είναι και η διαφορά μας από τον βουδισμό. Μια μεγάλη διαφορά από τον βουδισμό. Υπάρχουν και άλλες.
Εξαφανίζεται το θέλημα όταν το θέλημα είναι συνδεδεμένο με τον κόσμο ολόκληρο αυτόν ως αυταπάτη. Σε εμάς είναι θέμα γνωμικής επιλογής η πτώση, η οποία όμως, παρά τη φασαρία τη μεγάλη που έφερε, με τη θεραπεία του γνωμικού θελήματος, με το άνοιγμα αυτό που λέει εδώ προς τον Θεό, προς τους αγγέλους, προς τους άλλους, διατηρεί το γνωμικό θέλημα.
Ταυτόχρονα, όμως, πραγματοποιεί, όπως είπα και στο προηγούμενο βίντεο, αυτό το χριστολογικό ομοούσιον, την ενότητα της κομματιασμένης φύσεως. Και αυτό είναι η Βασιλεία του Θεού. Και αυτό προεικονίζεται στη Λειτουργία. Μπορούμε να σταματήσουμε εδώ.
Δεν ξέρω πόσο συνολικό χρόνο έχουμε διανύσει, αλλά το κάνω με αγαθή διάθεση, το ξαναλέω όλο αυτό.
Και ξεπερνώντας το γεγονός ότι μερικοί έχουν μεγάλο προσωπικό πρόβλημα — αυτό είναι δικό τους ζήτημα, όπως το ξαναείπα — θέλω να παρακαλέσω όλους όσοι θέλουν τώρα σοβαρά να ασχοληθούν να ψάξουν να βρουν τα κείμενα του Μαξίμου.
Ειδικά για το γνωμικό και το φυσικό θέλημα, είναι ο Μάξιμος ο μεγάλος.
Από αυτόν το έχουν πάρει και οι άλλοι και έφτασε μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Και είναι αυτός, επίσης, ένας τρόπος — αν μου επιτρέπετε — ένας πρώιμος, πάρα πολύ πρώιμος, δεξιωτής του ανθρωπισμού.
Του αρχαίου ανθρωπισμού. Εδώ ο Άγιος Μάξιμος έχει καταπληκτικές συνδέσεις με την αρχαία φιλοσοφία.
Θα έπρεπε να κάνουμε ένα βίντεο μόνο γι’ αυτό.
Η συμπάθεια προς το φυσικό, την οποία κληρονομεί ως προϋπόθεση και ως βίωμα από την αρχαία σκέψη. Αλλά, βέβαια, αυτό υπάρχει σπερματικά.
Είναι σωστό. Δηλαδή ότι ο Θεός έκαμε τον κόσμο, τον έκαμε στα αλήθεια.
Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού, είναι πραγματική. Και προορίζεται να ζήσει. Δεν μετανοεί ο Θεός για τα κτίσματα και τη δημιουργία.
Και μπαίνει μέσα μετά το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου. Οπότε η φύση, σε αυτή, όπως το λέει ο Μάξιμος, καταρχήν καταφάσκεται με φοβερό τρόπο. Με κατάφαση της φύσεως και των αυτής φυσικών.
Και, σε μια δεύτερη φάση — το έχω πει αρκετές φορές αυτό — αν γίνει αυτό κατανοητό, θα καταλάβουμε την ορθόδοξη πατερική σωτηριολογία.
Γιατί γίνεται η σάρκωση;
Οι άνθρωποι σήμερα έχουν ανάγκη από θρησκεία, αλλά όχι από Θεό. Έχουν ανάγκη, δηλαδή, να διεκπεραιώνουν υποθέσεις μέσω του Θεού.
Αλλά αυτό το οποίο και σήμερα ακούσαμε, αυτό το «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» του Θεού, που λέει σήμερα ο Απόστολος, στον Απόστολο της σημερινής Κυριακής, είναι συγκλονιστικά παράξενο για μερικούς.
«Ναὸς Θεοῦ ζῶντός ἐστε».
«Καὶ ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω [...] καὶ ἔσεσθέ μοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες».
Τέλος η θρησκεία.
Η θρησκεία είναι ένα αλισβερίσι με τον Θεό, που προσπαθείς να πετύχεις μερικά πράγματα, να Τον εξευμενίσεις, να Τον πάρεις από εδώ, να Τον πάρεις από εκεί, να πετύχεις μερικά πράγματα.
Εδώ είναι αυτό που λέει ο Μάξιμος στο δεύτερο μέρος: είναι η φύση να γίνεται ικανή, ενεργή και [...] στα υπέρ αυτής.
Να ενεργεί και να είναι πέρα από τα όριά της.
Γίνεται θεοειδής ο άνθρωπος. Γίνεται ανθρωπόθεος.
Γίνεται θεός κατά χάριν.
Αυτός είναι ο σκοπός.
Και αυτό το πράγμα, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει παρά με την ανθρώπινη συνεργία.
Παλαιότερα έχω χρησιμοποιήσει τον όρο «αναλογία συνεργίας» και ένας από αυτούς που με επικρίνουν τώρα έγραψε ολόκληρα κατεβατά εναντίον, μη καταλαβαίνοντας τι λέω.
Νομίζει ότι εννοώ εγώ ότι υπάρχει αναλογία ουσίας μεταξύ θείας συνεργίας και ανθρώπινης συνεργίας, σε ένα βιβλίο όπου λέω ξεκάθαρα ότι αυτό δεν υπάρχει.
Γιατί δεν υπάρχει αναλογία ουσίας.
Άκτιστη ουσία, κτιστή ουσία. Άκτιστη ενέργεια, κτιστή ενέργεια.
Αφού οι ουσίες δεν έχουν μεταξύ τους αναλογικές σχέσεις. Τις έχουν οι ενέργειες.
Αλλά υπάρχει αναλογία ενεργείας, που το εξηγώ με βάση τον Αρεοπαγίτη, ως συνεργία.
Δηλαδή, ομιλεί ο Θεός, δρα ο Θεός, και ο άνθρωπος αποδέχεται, προχωρεί, αφομοιώνει και κάνει τη δική του ελεύθερη κίνηση.
Αυτό λέω «αναλογία συνεργίας».
Εντάξει;
Δεν το κατάλαβε εκεί πάλι. Θα το εξηγήσω, παρόλο που τον παρέπεμψα σε συγκεκριμένες προτάσεις του βιβλίου μου αυτή τη φορά.
Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.
Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.
«Πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», στην κυριολεξία.
Ναι.
Και ενώ σας είπα για το θέμα αυτό της προπτωτικής υπάρξεως, σήμερα έχουμε ένα ευρύ consensus στους ειδικούς.
Ευρύ consensus, μια ευρεία συμφωνία των ειδικών, στο ότι το ενεργό γνωμικό θέλημα είναι σαφώς παρόν προ της πτώσεως.
Και, από την άλλη, δεν το εξαφανίζουμε.
Και το είπε ο θείος Μάξιμος εδώ, στο τελευταίο κείμενο που διάβασα. Δεν υπάρχει λόγος να το χάσουμε.
Συμφωνία θέλουμε μεταξύ μας.
Να βγούμε από τη φιλαυτία μας θέλουμε.
Και όταν κάνεις υπακοή σε έναν γέροντα — και πολύ καλά κάνεις, έτσι; Εγώ τα έχω πει ως διδασκαλίες αυτά, προς Θεού — τα δέχομαι απολύτως.
Και πώς τα δέχομαι!
Τα θεωρώ και πάρα πολύ σημαντικά.
Και προτείνω σε πολλούς να δοκιμάσουν.
Τι να δοκιμάσουν;
Όχι γιατί ο γέροντας είναι μια διαπλανητική μεγαλοφυΐα και ξέρει τα πάντα και εσύ είσαι απολύτως κούτσουρο.
Όχι.
Η άσκηση είναι διαφορετική.
Η άσκηση είναι: βγαίνω από την κρίση μου.
Πώς το λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; «Διὰ πλοῦτον διακρίσεως».
Για να αποκτήσω πλούτο διακρίσεως, βγαίνω από την ατομική μου διάκριση, η οποία είναι δεμένη με τη φιλαυτία.
Γιατί είναι το πρόβλημα το γνωμικό θέλημα να είναι φίλαυτο.
Γιατί είναι κλεισμένο στα κριτήρια του ναρκισσισμού μου.
Γι’ αυτό και στο τελευταίο μου βιβλίο μιλώ για τον «μεταναρκισσισμό», που είναι και μια πρότασή μου στους ψυχολόγους ως όρος: μεταναρκισσισμός.
Έχουμε φτάσει πλέον στην πλήρη εξάλειψη της ετερότητας του άλλου σήμερα.
Και τους καλώ σε μια [...] για να ξαναβρούμε το νόημα ακριβώς αυτού του είδους της αγάπης, για την οποία μιλάει ο Μάξιμος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και οι άλλοι.
— Όχι, πάτερ, να το κλείσουμε, για να τελειώσει το μάθημα.
— Νομίζω δεν είναι...
— Ναι. Α, θέλετε να το πείτε. Νομίζω ότι χρόνο έχουμε.
— Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά νομίζω, για να μη γίνει τεράστιο όλο αυτό...
— Το θέμα της φιλαυτίας;
— Της υπακοής που είχατε πει.
— Της υπακοής.
— Είπατε σε κάποιο βίντεο, προφανώς, και το έχετε ξαναπεί. Εκεί είχατε μείνει.
— Το ζήτημα της υπακοής, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα το οποίο λύνεται πραγματικά με την κατάφαση στο γνωμικό θέλημα και την ανάγκη παιδαγωγήσεώς του.
Βγαίνω από τον εαυτό μου όχι γιατί είμαι ανόητος αναγκαστικά, αλλά επειδή ακριβώς θέλω να αποκτήσω αυτή την πανανθρώπινη, ομοούσια ωρίμανση της υπάρξεώς μου. Και με τον τρόπο αυτό να μπορεί η Χάρις, καθώς κάνω την κίνηση της κενώσεως, να με πληροφορήσει για πράγματα που είναι πέρα από την ατομική μου φιλαρέσκεια και τον προσωπικό μου ατομικισμό.
Λοιπόν, αυτά εν ολίγοις.
Ελπίζω να υπάρξει μια κατανόηση και όχι πλέον άλλη παρανόηση.
Ευχαριστώ για την...
— Χτύπησε το κουδούνι. Τέλος μαθήματος. Πάτερ Νικόλαε, για άλλη μια φορά σας ευχαριστούμε.
— Κι εγώ ευχαριστώ το Αντίφωνο. Και όλα τα καλά.
— Την ευχή σας, πάτερ.
«Μὴ βουληθείς». Με το θέλημά του.[Φίδι: «Όχι, σίγουρα δεν θα πεθάνετε. Διότι ο Θεός γνωρίζει ότι την ημέρα που θα φάτε από αυτόν, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό». επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα]
Και αυτό δεν είναι το φυσικό θέλημα, φυσικά. Είναι γνωμική επιλογή.
Γνωμική, ξεκάθαρα, επιλογή.[ Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, η γνώμη δεν είναι μόνο από όσα είναι στην εξουσία μας, άλλα κι από όσα δεν είναι στην εξουσία μας]
Επιλέγει ο άνθρωπος ξαφνικά, αντί να τραφεί με τον Λόγο, να τραφεί με τι; Με την πραγματικότητα της φθοράς και της ύλης γύρω του.
Και διαλέγει, επιλέγει.
Και εξαιτίας της επιλογής αυτής τι γίνεται;
Χάνει τη μεν θεία ζωή, «ἄλλης δὲ, θανάτου γεννήτορος, ἐπελάβετο...»
[...] και παρέδωσε τη φύση, ως τροφή, στον θάνατο.
Πώς;
Γιατί «μὴ βουληθείς» να τραφεί με Εκείνον.[ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΑΚΑΙΡΑ Η ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΛΜΗΣΕ ΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ]
Είναι τόσο ξεκάθαρα αυτά τα κείμενα, που πρέπει κανείς πραγματικά να αγνοεί τι είναι το συντακτικό και η γραμματική.
Είπαμε τον Tollefsen.
Άλλος πολύ σημαντικός είναι ο Andrew Louth.
Ο Andrew Louth, πατήρ Andrew Louth, από τους πρώτους [...] του Αγίου Μαξίμου, λέει ξεκάθαρα σε ένα έργο του — το οποίο το έχω και εδώ, γιατί το διαβάζω από βιβλία —:
Maximus the Confessor είναι ο τίτλος του.
— Πείτε λίγο τον τίτλο πρώτα, να ξέρουμε, γιατί η σκηνή είναι μαύρη.
— Maximus the Confessor είναι ο τίτλος, του πατρός Andrew Louth.
Λέει ξεκάθαρα:
“... but of tropos”.
Αυτό λέει, και ελληνικά κιόλας. Το λέει ειδικότατα και εξηγεί ότι είναι αποτέλεσμα της επιλογής των ανθρώπων.
Είπαμε, και αυτή είναι η κορυφαία σήμερα βιβλιογραφία που σας λέω.
Όπως είναι κορυφαίος και ο πολύ αγαπητός μου φίλος ο Georgi Kapriev.
Το βιβλίο του, Byzantine Philosophy: A Systematic Perspective, που βγήκε πριν από λίγες μέρες, είναι το σημαντικότερο εγχειρίδιο βυζαντινής φιλοσοφίας που έχουμε σήμερα.
Το σημαντικότερο. Δεν υπάρχει άλλο σημαντικότερο από αυτό.
Έτσι, ο Georgi Kapriev, ελληνομαθής Βούλγαρος, λοιπόν, ο οποίος λέει κι αυτός ακόμα κάτι περισσότερο, κάτι που το είπε κι ένας άλλος ειδικός πριν από αυτόν, αν και δεν φαίνεται ότι το έγραψε από μένα. Εγώ το έγραψα πρώτα.
Λέει εδώ:
“Likeness”, η ομοίωση, “is related to γνώμη”.
Ακούστε τώρα.
Το λέει με το «καθ’ ομοίωσιν».
Τι είναι το καθ’ ομοίωσιν; Ομοίωση.
Το «κατ’ εικόνα» είναι ο λόγος.
Ο λόγος του όντος είναι κατ’ εικόνα. Ο λόγος της φύσης του ανθρώπου είναι κατ’ εικόνα.
“Likeness”, όμως, η ομοίωση, “is related to γνώμη, to personally qualified will”.
Στη θέληση, η οποία είναι χαρακτηρισμένη, έχει το χαρακτηριστικό του προσωπικού, δηλαδή στον προσωπικό τρόπο της υπαρξιακής χρήσης της φύσεως.
Η πρώτη, η φυσική θέληση, είναι με τη δημιουργία και εκφράζει τη φύση.
Η δεύτερη είναι ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής.
“One is by nature, the other by hypostasis”.
Το ένα από τη φύση, το άλλο από την υπόσταση.
Τώρα, ποιος είναι ο σκοπός της φύσης κατά τον Άγιο Μάξιμο;
Το εὖ εἶναι.
Λοιπόν:
“The logos of well-being becomes proper only for those who initiate a movement on their own accord that is good.”
Δηλαδή, το εὖ εἶναι εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική διάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.
Το καθ’ ομοίωσιν, λοιπόν, εδώ εξαρτάται από την ανθρώπινη θεληματική αυτοδιάθεση — παρένθεση: γνώμη — και από την αντίστοιχη αυτοκίνητη επιλογή.
Ο καημένος ο πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος πρωίμως, πρωίμως, θα είχε πάρει αυτά...
Αυτά υπάρχουν και στην αγγλική έκδοση στο βιβλίο μου, αλλά εγώ έχω και την ελληνική εδώ, στο βιβλίο μου Ευχαριστιακή Οντολογία.
Βέβαια, σε ένα κεφάλαιο που λέγεται [...] υπάρχουν δύο τριάδες οι οποίες αναλογούν μεταξύ τους.
Η πρώτη τριάδα είναι: εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι.
Το «εἶναι» είναι η δημιουργία του Θεού.
Το «εὖ εἶναι» είναι η ομοίωση, που καταλήγει στο «ἀεὶ εἶναι», που είναι η Βασιλεία του Θεού.
Πού γίνεται αυτή η κίνηση;
Λέει ο Μάξιμος: διά της γνώμης γίνεται αυτή η κίνηση.
Λοιπόν, συγκεκριμένα είναι στα Κεφάλαια περὶ ἀγάπης και στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν.
Γίνεται, δηλαδή, η κίνηση της γνώμης προς το εὖ εἶναι και σταματά μέσα στο ἀεὶ εἶναι.
Επομένως, συσχετίζει ευθέως στα κείμενα αυτά εδώ την τριάδα εἶναι – εὖ εἶναι – ἀεὶ εἶναι με την τριάδα φύση – γνώμη – πλήρωση.
Καταλάβατε;
Εάν δεν διαλέξει ο άνθρωπος το εὖ εἶναι, αλλά διαλέξει το φεῦ εἶναι — έτσι το λέει ο Μάξιμος ποιητικά — το αλλοίμονό του είναι.
Πώς γίνεται πάλι αυτό;
Λέει εδώ πάλι: γίνεται αυτό διά της γνώμης.
Διά της γνώμης.
Μισό λεπτό, μισό λεπτό.
Είναι τόσο πολύ σαφής, ευτυχώς, ο Άγιος Μάξιμος.
— Να ρωτήσω λίγο: στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει καθόλου αυτό το ζήτημα μεταξύ γνωμικού και... Δηλαδή, δεν υπάρχει;
— Όχι.
— Εννοώ αν είναι λυμένο αυτό.
— Λυμένο είναι. Δεν ακούσατε τι σας λέω τώρα; Είναι λυμένο το θέμα. Το λέει ο Blowers, το λέει ο Tollefsen, το λέει ο Louth, το λέει ο [...]. Δεν έχω να τον διαβάσω τώρα. Το λέει αυτός. Το λέει και ο καημένος ο πατήρ Λουδοβίκος.
Αλλά λέμε τώρα...
Λέει εδώ ότι ακριβώς υπάρχει η κατὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις και η παρὰ λόγον γνωμικὴ κίνησις.
Είναι ξεκάθαρο.
Κατά τον λόγο της φύσης, γνωμική κίνηση, και παρά τον λόγο, γνωμική κίνηση.
Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει.
Και ένα άλλο κείμενο, το οποίο τώρα θέλω να μην το στερήσω από τους φιλομαθείς εδώ, φιλέρευνους και φιλομαθείς.
Είναι ένα κείμενο γραμματικής εντάσεως και ταυτόχρονα εκπληκτικής ενάργειας, που μιλάει για τη σχέση, για το πώς ακριβώς ο διάβολος βλέπει τον Χριστό.
Ακούστε να δείτε και τι ακριβώς συμβαίνει όταν ο διάβολος πειράζει τον Χριστό.
Ακούστε τι λέει εδώ.
— Πείτε, πάτερ, ποιανού είναι και από πού.
— Είναι το Πρὸς Θαλάσσιον. Δεν δίνω ακριβείς παραπομπές. Δεν θέλω να βγουν να μου γράψουν και άρθρα αύριο. Θα τα γράψω εγώ. Αν κανείς φιλομαθής τα θέλει, όμως, μόλις τα στείλω εγώ αυτά...
Λοιπόν, τι κάνανε, λέει, οι δαίμονες;
«Εἰκότως τὸν Σωτῆρα Θεὸν τοῦ Ἀδὰμ θεωροῦντες κατὰ φύσιν διὰ τῆς σαρκὸς παθητόν...»
Βλέποντας, επειδή φορούσε σάρκα, ότι ήταν παθητός.
Οι δαίμονες τώρα τον Χριστό, έτσι;
«Καὶ δοκοῦντες πρὸς ἀνάγκην τῶν περιστατικῶν, ὡς ψιλὸν ἄνθρωπον...»
Και νομίζοντας ότι, από την ανάγκη την ίδια, θα ήταν ένας κι αυτός άνθρωπος όπως όλοι, ψιλός άνθρωπος,
«... ἄλλοτε κατὰ θέλησιν τὴν γνώμην κινούμενον...»
Προσέξτε.
Αλλά δεν έχει θέληση άλλη που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
Το είπαμε: ο Χριστός δεν έχει γνωμικό θέλημα.
Αλλά το πρόβλημα είναι πώς τον βλέπει ο διάβολος.
Ο διάβολος βλέπει έναν άνθρωπο και δεν μπορεί να φανταστεί, επειδή είναι ανθρωπάκι σαν τα άλλα, ότι μπορεί να διαθέτει μια θέληση που να κινεί τη γνώμη του διαφορετικά.
«Προσέβαλλον οὖν, ἐλπίζοντες [...] διὰ τοῦ κατὰ φύσιν πάθους τὸ παρὰ φύσιν φαντάζεσθαι πάθος...»
Και να κάνουν αυτό που θέλουν, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτόν θα τον οδηγήσουν, με το πάθος που έχει φύσει, από μόνο του, σε μια παρά φύσιν κατάσταση.
«Οὕτω μὲν οὖν κατὰ τὴν πρώτην πείραν προσβαλόντες...»
Ο Χριστός, όμως, τα πέταξε όλα αυτά.
«Καὶ τὸ χειρόγραφον ἐν ἑαυτῷ τοῦ Ἀδὰμ τῆς πρὸς τὴν καθ’ ἡδονὴν παθῶν γνωμικῆς συγκαταθέσεως ἀπαλείψας...»
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση του ανθρώπου προς την καθ’ ηδονήν εμπάθεια.
Βλέπετε τι λέει;
Είναι η γνωμική απάλειψη της καθ’ ηδονήν εμπάθειας.
Αλλά είναι γνωμική αυτή. Δεν λέει ότι εδώ επιστρέφουμε στη φύση. Λέει ότι είναι η γνωμική απάλειψη των παθών. Διό, συνεχίζει:
«Τοῦ ἀνθρώπου ῥέπουσαν ἔχοντος πρὸς ἡδονὴν τὴν γνώμην...»
Λοιπόν, λέει ξεκάθαρα.
Μιλάει για τον Χριστό εδώ ως άνθρωπο, όπως τον βλέπει ο διάβολος.
Καταλάβατε;
Με το θείο του θέλημα, το οποίο είναι ενωμένο, γιατί είναι ένας ο Λόγος, και θέλει με φυσικό τρόπο.
Έτσι δεν είναι; Έχει παντογνωσία και δεν χρειάζεται να επιλέγει και να κάνει κάτι άλλο.
Δεν έχει γνωμικό θέλημα, δηλαδή, επειδή είναι ο Υιός του Θεού και έχει φυσικώς παρόντα τα αγαθά. Τα ξέρει όλα.
Αυτό φυσικώς. Όμως εδώ λέει ότι με τον τρόπο του τι κάνει;
Απαλείφει τη γνωμική συγκατάθεση και, επομένως, τη γνώμη πραγματικά, και την κάνει, τη δημιουργεί, την φτιάχνει να είναι πραγματικά κυρίαρχη και πάλι του ανθρώπου, αλλά σωτηριωδώς κυρίαρχη.
Να ασχοληθούμε μάλλον και με το γεγονός ότι το γνωμικό θέλημα δεν χάνεται.
Όπως είπαμε, δεν χάνεται. Γιατί πολλοί λένε ότι πρέπει να χαθεί, να βουλιάξει μέσα στο φυσικό. Δεν είναι. Είναι η κατὰ λόγον κίνηση του γνωμικού θελήματος που οδηγεί, όπως είπαμε, στο εὖ εἶναι.
Κατά τον Kapriev, ή και κατά τον πατέρα Νικόλαο Λουδοβίκο, η κίνηση είναι από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν.
Κατ’ εικόνα είναι ο λόγος. Καθ’ ομοίωσιν είναι η δυνατότητα του θελήματος να οδηγήσει το εἶναι στο εὖ εἶναι.
Και αν αυτό δεν το κάνει, πάλι με γνωμικό τρόπο γίνεται αυτό το πράγμα: καθοδήγηση προς το φεῦ εἶναι, το οποίο μπορεί να οδηγήσει και στο ἀεὶ κακῶς εἶναι, στην κόλαση.
Ο πατήρ Μελχισεδέκ κάνει εδώ πέρα μια μικρή ανακεφαλαίωση και λέει...
— Πάτερ, πείτε λίγο ξανά το όνομα και τον τίτλο του βιβλίου.
— Είναι ο πατήρ Melchisedec Törönen, Union and Distinction in the Thought of St Maximus the Confessor.
Δεν τα λέω τα βιβλία, αλλά τέλος πάντων.
“In general, γνώμη is associated with free will, opinion, deliberation, inclination, individual attitude, and so on.”
Έτσι, η γνώμη συνδέεται με την ελεύθερη θέληση, την άποψη, τη διαβούλευση, την κλίση, την ατομική στάση και όλα αυτά τα πράγματα.
“In its negative role we could name it the individualistic will.”
Στην αρνητική της λειτουργία — αυτό μου αρέσει εδώ — το γνωμικό θέλημα μπορούμε να το ονομάσουμε «ατομικιστικό θέλημα».
Καταλάβατε;
Και λέει εδώ ότι αυτό το ατομικιστικό θέλημα δημιουργεί γενικώς τον χωρισμό από τον Θεό.
Αλλά:
“There is another aspect to γνώμη.”
Υπάρχει μια άλλη διάσταση στη γνώμη.
“Much of Maximus’ understanding of the Christian life as an ascetic endeavour consists in reforming the γνώμη.”
Πάρα πολύ από την κατανόηση του Μαξίμου για τη χριστιανική ζωή ως ένα ασκητικό κατόρθωμα συνίσταται στο να μεταβάλουμε τη γνώμη.
Και η γνώμη αυτή σημαίνει ότι θα προχωρήσουμε ακριβώς από το εἶναι στο εὖ εἶναι, γνωμικώς, και θα αποφύγουμε αυτό που έκανε ο πρωτόπλαστος, δηλαδή γνωμικώς να προτιμήσει — είναι όλες λέξεις του Μαξίμου — το υλικό αυτό κάλλος γύρω του και τον εαυτό του και τον ατομισμό, τον κλεισμένο στον εαυτό, τον ναρκισσικό εαυτό, θα έλεγα εγώ.
Λοιπόν, αυτός δημιουργεί όλο το πρόβλημα στον άνθρωπο.
Και υπάρχει ένα, ίσως, κείμενο του Αγίου Μαξίμου που πρέπει να διαβάσω στην κατεύθυνση αυτή.
Και ρωτά το θέμα. Η ερώτηση είναι εδώ: το γνωμικό και το φυσικό θέλημα είναι ενάντια θελήματα;
Και λέει, συζητάει με κάποιον ο οποίος εδώ πιθανώς έχει τέτοια γνώμη, και λέει:
«Ἄλλως, εἰ τὰ δύο θελήματα πάντως ἐναντία καὶ ἀντικείμενα...»
Αν θεωρήσουμε ότι τα δύο θελήματα είναι ενάντια και αντικείμενα, πώς, ερωτά, επί των κατά φύσιν και υπόστασιν διηρημένων λογικών όντων αυτό πάντοτε και πάντως συμβαίνει;
Πώς είναι δυνατόν αυτό να μη συμβαίνει στα όντα τα οποία είναι διηρημένα ως προς τη φύση και την υπόσταση;
Και λέει και «προς τη φύση» εδώ, γιατί μεταπτωτικά, είπαμε, το γνωμικό θέλημα κατέτεμε τη φύση σε πολλά κομμάτια.
Τώρα είμαστε ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, όπως εσείς, εγώ, ο άλλος.
Αλλά, λέει, ποτέ δεν φαίνεται να είναι διηρημένα τα δύο εντελώς και να πολεμούνται μεταξύ τους.
«Συννεύομεν γὰρ ἔστιν ὅτε...»
Συννεύομεν, δηλαδή τα δύο αυτά έρχονται μαζί.
Και γνωμικώς, και προς τον Θεό και προς τους αγγέλους και προς αλλήλους.
Λέει εδώ: συννεύουν τα δύο.
Οπότε, όταν το γνωμικό θέλημα, παρόλο που είναι γνωμικό, και με τον Θεό και με τους αγγέλους και με τους ανθρώπους μεταξύ μας συνδέεται, κοινωνεί, με τον τρόπο αυτό δεν χρειάζεται να εκπέσει από το γνωμικό.
Δηλαδή, με απλά λόγια, όταν κοινωνούμε μεταξύ μας γνωμικώς, ενώνοντας τη διασπασμένη μας φύση, δεν χάνουμε το γνωμικό μας θέλημα.
«Οὐ γὰρ τούτων... τῆς συννεύσεως...
Έχουμε και τα άλλα γνωμικά θελήματα. Και με τον τρόπο αυτό δεχόμαστε, ανεχόμαστε, βαστάζουμε και τα άλλα θελήματα, τα γνωμικά.
Λοιπόν: «Ἐνταῦθα τοίνυν οὐδαμῶς ἀντίταξιν καθορᾶτε...»
Και σώζεται η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων και η φιλική μεταξύ τους διάθεση. Και με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει αντίταξη και σώζονται, παρά ταύτα, η ύπαρξη και ο αριθμός των γνωμικών θελημάτων, και έχουν και τη φιλική μεταξύ τους διάθεση. Έχουν μεταξύ τους φιλική διάθεση, χωρίς να χάνονται. Δεν εξαφανίζεται, δεν χάνεται ο ένας μέσα στον άλλο. Δεν μπορεί, να το πω έτσι, ο πνευματικός να πει:
«Έλα εδώ, πουλάκι μου. Δεν θα έχεις γνωμικό θέλημα πλέον. Θα το έχω εγώ».
Τα γνωμικά θελήματα δεν χρειάζεται να χαθούν.
Συννεύομεν ο ένας προς τον άλλον γνωμικώς και εναγκαλιζόμαστε τον άλλον, αλλά δεν χάνεται το θέλημά μας. Δεν βουλιάζει το ένα μέσα στο άλλο.
Στο βιβλίο μου εδώ, το τελευταίο που έβγαλα, υπάρχει ένα κεφάλαιο ειδικό για την εκχώρηση του αυτεξουσίου.
— Το βιβλίο Αναλογικές Ταυτότητες;
— Ναι.
Το κεφάλαιο αυτό, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ασχολείται ακριβώς — το είχα πει και μια άλλη φορά, νομίζω — με το θέμα του πώς η εκχώρηση του αυτεξουσίου, του γνωμικού θελήματος, δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Τα έβαλα και στο προηγούμενο, νομίζω, βίντεο.
Δεν σημαίνει εξαφάνιση του θελήματος.
Είναι τα θεληματικά εν ολίγοις.
Χωρίς γνωμικό θέλημα δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε προ της πτώσεως ούτε μετά την πτώση.
Το γνωμικό θέλημά μας, με τη χρήση που έκανε ο Αδάμ, μας έφερε πολλούς μπελάδες και έφτασε να μας τρελαίνει, όπως το είπε ο Άγιος Μάξιμος σε προηγούμενα που διαβάσαμε. Μας κατέστρεψε αυτόν τον κόσμο γύρω μας.
Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια γνωμική χρήση η οποία μας βγάζει από αυτό το αδιέξοδο.
Και επίσης είναι προπτωτικό το γνωμικό θέλημα.
Και έχω τον λόγο. Δεν το εξαφανίζουμε.
Έτσι λέει εδώ. Έτσι λέει ο Άγιος Μάξιμος.
Το θέλημα αυτό το παιδαγωγούμε. Και δεν μπορούμε και να το εγκαταλείψουμε. Τι θα πει να το εγκαταλείψουμε; Αν το εγκαταλείψουμε, εγκαταλείπουμε την υποστατική μας αρχή. Αυτό λέει ο Άγιος Μάξιμος. Εγκαταλείπουμε το γεγονός ότι είμαστε πρόσωπα.
Και δεν μπορούμε, αν δεν είμαστε πρόσωπα, να έχουμε καν φύση. Άλλη μια φοβερή συνέπεια: δεν μπορεί κάτι να έχει φύση αν δεν έχει την προσωπική της έκφραση.
Αν μου απαγορευτεί η προσωπική μου γνωμική εργασία από το εἶναι στο εὖ εἶναι, μετά από λίγο ούτε το εἶναι θα το έχω, διότι θα κυλήσει στην πλήρη αχρησία ο λόγος.
Δεν θα είναι πλέον ο λόγος — όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, τα έχω πει στην Ευχαριστιακή Οντολογία γι’ αυτά — υπαρξιακός δρόμος ταυτόχρονα.
Θα πάψει. Θα κλειστεί στον εαυτό του. Θα γίνει μία μαύρη... black hole, πώς το λένε αυτό. Αυτό θα γίνει η ανθρώπινη φύση. Λοιπόν, έχω κι άλλα εδώ να πω. Δεν ξέρω, μη βαρύνουμε υπερβολικά το βίντεο αυτό.
Και κυρίως πρέπει να γραφτούν μερικά πράγματα πλέον. Βλέπω κι εγώ ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. Είναι σοβαρό, εν πάση περιπτώσει.
Όχι γιατί ασχολούνται σοβαρά με αυτό. Θα έπρεπε να ασχολούνται σοβαρά.
Όχι. Αλλά ακριβώς διότι η μελέτη που πρέπει να γίνει λείπει. Και ο καθένας λέγει ό,τι του κατεβαίνει. Να τελειώσω λέγοντας ξανά για το περίφημο «κόψιμο του θελήματος».
Είναι μια έκφραση αυτή, το λέω ξανά, η οποία όντως υπάρχει στα ασκητικά κείμενα. Να μην ακολουθεί κανείς τον λογισμό του.
Ποιον λογισμό; Αυτό που είπε ο πατήρ Μελχισεδέκ: το ατομικιστικό γνωμικό θέλημα.
Αυτό είναι η συμφορά.
Το γνωμικό θέλημα πάει από το εἶναι στο εὖ εἶναι, όπως το είπες. Δεν είναι απαραιτήτως ατομικιστικό.
Μπορεί να είναι ανοιχτό διά της υπακοής. Εδώ μπαίνει η υπακοή. Προς τον Θεό και προς τους άλλους. Αυτό είναι το μυστικό της υπακοής. Δεν είναι η ανάγκη να εξαλειφθεί το θέλημα με έναν βουδιστικό τρόπο.
Και αυτή είναι και η διαφορά μας από τον βουδισμό. Μια μεγάλη διαφορά από τον βουδισμό. Υπάρχουν και άλλες.
Εξαφανίζεται το θέλημα όταν το θέλημα είναι συνδεδεμένο με τον κόσμο ολόκληρο αυτόν ως αυταπάτη. Σε εμάς είναι θέμα γνωμικής επιλογής η πτώση, η οποία όμως, παρά τη φασαρία τη μεγάλη που έφερε, με τη θεραπεία του γνωμικού θελήματος, με το άνοιγμα αυτό που λέει εδώ προς τον Θεό, προς τους αγγέλους, προς τους άλλους, διατηρεί το γνωμικό θέλημα.
Ταυτόχρονα, όμως, πραγματοποιεί, όπως είπα και στο προηγούμενο βίντεο, αυτό το χριστολογικό ομοούσιον, την ενότητα της κομματιασμένης φύσεως. Και αυτό είναι η Βασιλεία του Θεού. Και αυτό προεικονίζεται στη Λειτουργία. Μπορούμε να σταματήσουμε εδώ.
Δεν ξέρω πόσο συνολικό χρόνο έχουμε διανύσει, αλλά το κάνω με αγαθή διάθεση, το ξαναλέω όλο αυτό.
Και ξεπερνώντας το γεγονός ότι μερικοί έχουν μεγάλο προσωπικό πρόβλημα — αυτό είναι δικό τους ζήτημα, όπως το ξαναείπα — θέλω να παρακαλέσω όλους όσοι θέλουν τώρα σοβαρά να ασχοληθούν να ψάξουν να βρουν τα κείμενα του Μαξίμου.
Ειδικά για το γνωμικό και το φυσικό θέλημα, είναι ο Μάξιμος ο μεγάλος.
Από αυτόν το έχουν πάρει και οι άλλοι και έφτασε μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Και είναι αυτός, επίσης, ένας τρόπος — αν μου επιτρέπετε — ένας πρώιμος, πάρα πολύ πρώιμος, δεξιωτής του ανθρωπισμού.
Του αρχαίου ανθρωπισμού. Εδώ ο Άγιος Μάξιμος έχει καταπληκτικές συνδέσεις με την αρχαία φιλοσοφία.
Θα έπρεπε να κάνουμε ένα βίντεο μόνο γι’ αυτό.
Η συμπάθεια προς το φυσικό, την οποία κληρονομεί ως προϋπόθεση και ως βίωμα από την αρχαία σκέψη. Αλλά, βέβαια, αυτό υπάρχει σπερματικά.
Είναι σωστό. Δηλαδή ότι ο Θεός έκαμε τον κόσμο, τον έκαμε στα αλήθεια.
Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού, είναι πραγματική. Και προορίζεται να ζήσει. Δεν μετανοεί ο Θεός για τα κτίσματα και τη δημιουργία.
Και μπαίνει μέσα μετά το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου. Οπότε η φύση, σε αυτή, όπως το λέει ο Μάξιμος, καταρχήν καταφάσκεται με φοβερό τρόπο. Με κατάφαση της φύσεως και των αυτής φυσικών.
Και, σε μια δεύτερη φάση — το έχω πει αρκετές φορές αυτό — αν γίνει αυτό κατανοητό, θα καταλάβουμε την ορθόδοξη πατερική σωτηριολογία.
Γιατί γίνεται η σάρκωση;
Οι άνθρωποι σήμερα έχουν ανάγκη από θρησκεία, αλλά όχι από Θεό. Έχουν ανάγκη, δηλαδή, να διεκπεραιώνουν υποθέσεις μέσω του Θεού.
Αλλά αυτό το οποίο και σήμερα ακούσαμε, αυτό το «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» του Θεού, που λέει σήμερα ο Απόστολος, στον Απόστολο της σημερινής Κυριακής, είναι συγκλονιστικά παράξενο για μερικούς.
«Ναὸς Θεοῦ ζῶντός ἐστε».
«Καὶ ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω [...] καὶ ἔσεσθέ μοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες».
Τέλος η θρησκεία.
Η θρησκεία είναι ένα αλισβερίσι με τον Θεό, που προσπαθείς να πετύχεις μερικά πράγματα, να Τον εξευμενίσεις, να Τον πάρεις από εδώ, να Τον πάρεις από εκεί, να πετύχεις μερικά πράγματα.
Εδώ είναι αυτό που λέει ο Μάξιμος στο δεύτερο μέρος: είναι η φύση να γίνεται ικανή, ενεργή και [...] στα υπέρ αυτής.
Να ενεργεί και να είναι πέρα από τα όριά της.
Γίνεται θεοειδής ο άνθρωπος. Γίνεται ανθρωπόθεος.
Γίνεται θεός κατά χάριν.
Αυτός είναι ο σκοπός.
Και αυτό το πράγμα, βεβαίως, δεν μπορεί να γίνει παρά με την ανθρώπινη συνεργία.
Παλαιότερα έχω χρησιμοποιήσει τον όρο «αναλογία συνεργίας» και ένας από αυτούς που με επικρίνουν τώρα έγραψε ολόκληρα κατεβατά εναντίον, μη καταλαβαίνοντας τι λέω.
Νομίζει ότι εννοώ εγώ ότι υπάρχει αναλογία ουσίας μεταξύ θείας συνεργίας και ανθρώπινης συνεργίας, σε ένα βιβλίο όπου λέω ξεκάθαρα ότι αυτό δεν υπάρχει.
Γιατί δεν υπάρχει αναλογία ουσίας.
Άκτιστη ουσία, κτιστή ουσία. Άκτιστη ενέργεια, κτιστή ενέργεια.
Αφού οι ουσίες δεν έχουν μεταξύ τους αναλογικές σχέσεις. Τις έχουν οι ενέργειες.
Αλλά υπάρχει αναλογία ενεργείας, που το εξηγώ με βάση τον Αρεοπαγίτη, ως συνεργία.
Δηλαδή, ομιλεί ο Θεός, δρα ο Θεός, και ο άνθρωπος αποδέχεται, προχωρεί, αφομοιώνει και κάνει τη δική του ελεύθερη κίνηση.
Αυτό λέω «αναλογία συνεργίας».
Εντάξει;
Δεν το κατάλαβε εκεί πάλι. Θα το εξηγήσω, παρόλο που τον παρέπεμψα σε συγκεκριμένες προτάσεις του βιβλίου μου αυτή τη φορά.
Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.
Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.
«Πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», στην κυριολεξία.
Ναι.
Και ενώ σας είπα για το θέμα αυτό της προπτωτικής υπάρξεως, σήμερα έχουμε ένα ευρύ consensus στους ειδικούς.
Ευρύ consensus, μια ευρεία συμφωνία των ειδικών, στο ότι το ενεργό γνωμικό θέλημα είναι σαφώς παρόν προ της πτώσεως.
Και, από την άλλη, δεν το εξαφανίζουμε.
Και το είπε ο θείος Μάξιμος εδώ, στο τελευταίο κείμενο που διάβασα. Δεν υπάρχει λόγος να το χάσουμε.
Συμφωνία θέλουμε μεταξύ μας.
Να βγούμε από τη φιλαυτία μας θέλουμε.
Και όταν κάνεις υπακοή σε έναν γέροντα — και πολύ καλά κάνεις, έτσι; Εγώ τα έχω πει ως διδασκαλίες αυτά, προς Θεού — τα δέχομαι απολύτως.
Και πώς τα δέχομαι!
Τα θεωρώ και πάρα πολύ σημαντικά.
Και προτείνω σε πολλούς να δοκιμάσουν.
Τι να δοκιμάσουν;
Όχι γιατί ο γέροντας είναι μια διαπλανητική μεγαλοφυΐα και ξέρει τα πάντα και εσύ είσαι απολύτως κούτσουρο.
Όχι.
Η άσκηση είναι διαφορετική.
Η άσκηση είναι: βγαίνω από την κρίση μου.
Πώς το λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; «Διὰ πλοῦτον διακρίσεως».
Για να αποκτήσω πλούτο διακρίσεως, βγαίνω από την ατομική μου διάκριση, η οποία είναι δεμένη με τη φιλαυτία.
Γιατί είναι το πρόβλημα το γνωμικό θέλημα να είναι φίλαυτο.
Γιατί είναι κλεισμένο στα κριτήρια του ναρκισσισμού μου.
Γι’ αυτό και στο τελευταίο μου βιβλίο μιλώ για τον «μεταναρκισσισμό», που είναι και μια πρότασή μου στους ψυχολόγους ως όρος: μεταναρκισσισμός.
Έχουμε φτάσει πλέον στην πλήρη εξάλειψη της ετερότητας του άλλου σήμερα.
Και τους καλώ σε μια [...] για να ξαναβρούμε το νόημα ακριβώς αυτού του είδους της αγάπης, για την οποία μιλάει ο Μάξιμος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και οι άλλοι.
— Όχι, πάτερ, να το κλείσουμε, για να τελειώσει το μάθημα.
— Νομίζω δεν είναι...
— Ναι. Α, θέλετε να το πείτε. Νομίζω ότι χρόνο έχουμε.
— Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά νομίζω, για να μη γίνει τεράστιο όλο αυτό...
— Το θέμα της φιλαυτίας;
— Της υπακοής που είχατε πει.
— Της υπακοής.
— Είπατε σε κάποιο βίντεο, προφανώς, και το έχετε ξαναπεί. Εκεί είχατε μείνει.
— Το ζήτημα της υπακοής, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα το οποίο λύνεται πραγματικά με την κατάφαση στο γνωμικό θέλημα και την ανάγκη παιδαγωγήσεώς του.
Βγαίνω από τον εαυτό μου όχι γιατί είμαι ανόητος αναγκαστικά, αλλά επειδή ακριβώς θέλω να αποκτήσω αυτή την πανανθρώπινη, ομοούσια ωρίμανση της υπάρξεώς μου. Και με τον τρόπο αυτό να μπορεί η Χάρις, καθώς κάνω την κίνηση της κενώσεως, να με πληροφορήσει για πράγματα που είναι πέρα από την ατομική μου φιλαρέσκεια και τον προσωπικό μου ατομικισμό.
Λοιπόν, αυτά εν ολίγοις.
Ελπίζω να υπάρξει μια κατανόηση και όχι πλέον άλλη παρανόηση.
Ευχαριστώ για την...
— Χτύπησε το κουδούνι. Τέλος μαθήματος. Πάτερ Νικόλαε, για άλλη μια φορά σας ευχαριστούμε.
— Κι εγώ ευχαριστώ το Αντίφωνο. Και όλα τα καλά.
— Την ευχή σας, πάτερ.
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: Ο Κύριος σιχαίνεται την οίηση, και αυτή ευθύς απ’ την αρχή έχει διώξει από τον Παράδεισο τον άνθρωπο…
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Παράφραση των 50 λόγων του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου σε 150 κεφάλαια»*,
Περί αγάπης
86. Όπως ο πλεονέκτης, και αν συνάξει αναρίθμητα χρήματα, δεν χορταίνει, αλλά όσα προσθέτονται κάθε μέρα, τόσο αυξάνουν την επιθυμία του για περισσότερα, ή όπως εκείνος που απομακρύνεται από ένα ποτάμι με γλυκύτατο νερό πριν ξεδιψάσει, νιώθει μεγαλύτερη δίψα, έτσι και στον καθένα η γεύση του Θεού δεν έχει κόρο ή τέλος, αλλά όσο πλουτίζει κανείς με αυτόν τον πλούτο, τόσο νομίζει τον εαυτό του φτωχό.
Οι Χριστιανοί δεν θεωρούν πολύτιμη τη ζωή τους, αλλά αισθάνονται να είναι εντελώς τιποτένιοι μπροστά στον Θεό, και θεωρούν τους εαυτούς των δούλους όλων των ανθρώπων. Πολύ χαίρεται ο Θεός και αναπαύεται με αυτή την ψυχή, για την ταπείνωσή της.
Αν λοιπόν έχει κανείς κάποιο καλό ή και είναι πνευματικά πλούσιος, να μη νομίζει γι’ αυτό ότι είναι κάτι ή ότι έχει κάτι.
Γιατί ο Κύριος σιχαίνεται την οίηση, και αυτή ευθύς απ’ την αρχή έχει διώξει από τον Παράδεισο τον άνθρωπο που άκουσε ότι «θα είστε σαν θεοί», και πήρε θάρρος μ’ αυτή τη μάταιη ελπίδα.
Σκέψου ότι ο Θεός σου και Βασιλιάς, αλλά και Υιός του Θεού, κένωσε τον εαυτό Του παίρνοντας μορφή δούλου, ότι έγινε φτωχός και συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των ατίμων και σταυρώθηκε.
Αν έτσι έγινε με τον Θεό, εσύ ο άνθρωπος που αποτελείσαι από σάρκα και αίμα, που είσαι χώμα και στάχτη και που -αλοίμονο- δεν έχεις τίποτε το αγαθό, αλλά είσαι τελείως ακάθαρτος, πώς έχεις μεγάλη ιδέα και αλαζονεύεσαι;
Εσύ λοιπόν, αν βέβαια είσαι συνετός, ακόμη και για κάτι καλό που έλαβες από τον Θεό, να λές: «Αυτό δεν είναι δικό μου, από Άλλον το πήρα· και αν Αυτός το κρίνει σκόπιμο, θα μου το πάρει πίσω».
Έτσι κάθε καλό να το αποδίδεις στον Κύριο, κάθε κακό στον εαυτό σου.
* Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», τόμος γ’, των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας, μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης.

Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, «Παράφραση των 50 λόγων του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου σε 150 κεφάλαια»*,
Περί αγάπης
86. Όπως ο πλεονέκτης, και αν συνάξει αναρίθμητα χρήματα, δεν χορταίνει, αλλά όσα προσθέτονται κάθε μέρα, τόσο αυξάνουν την επιθυμία του για περισσότερα, ή όπως εκείνος που απομακρύνεται από ένα ποτάμι με γλυκύτατο νερό πριν ξεδιψάσει, νιώθει μεγαλύτερη δίψα, έτσι και στον καθένα η γεύση του Θεού δεν έχει κόρο ή τέλος, αλλά όσο πλουτίζει κανείς με αυτόν τον πλούτο, τόσο νομίζει τον εαυτό του φτωχό.
Οι Χριστιανοί δεν θεωρούν πολύτιμη τη ζωή τους, αλλά αισθάνονται να είναι εντελώς τιποτένιοι μπροστά στον Θεό, και θεωρούν τους εαυτούς των δούλους όλων των ανθρώπων. Πολύ χαίρεται ο Θεός και αναπαύεται με αυτή την ψυχή, για την ταπείνωσή της.
Αν λοιπόν έχει κανείς κάποιο καλό ή και είναι πνευματικά πλούσιος, να μη νομίζει γι’ αυτό ότι είναι κάτι ή ότι έχει κάτι.
Γιατί ο Κύριος σιχαίνεται την οίηση, και αυτή ευθύς απ’ την αρχή έχει διώξει από τον Παράδεισο τον άνθρωπο που άκουσε ότι «θα είστε σαν θεοί», και πήρε θάρρος μ’ αυτή τη μάταιη ελπίδα.
Σκέψου ότι ο Θεός σου και Βασιλιάς, αλλά και Υιός του Θεού, κένωσε τον εαυτό Του παίρνοντας μορφή δούλου, ότι έγινε φτωχός και συγκαταριθμήθηκε μεταξύ των ατίμων και σταυρώθηκε.
Αν έτσι έγινε με τον Θεό, εσύ ο άνθρωπος που αποτελείσαι από σάρκα και αίμα, που είσαι χώμα και στάχτη και που -αλοίμονο- δεν έχεις τίποτε το αγαθό, αλλά είσαι τελείως ακάθαρτος, πώς έχεις μεγάλη ιδέα και αλαζονεύεσαι;
Εσύ λοιπόν, αν βέβαια είσαι συνετός, ακόμη και για κάτι καλό που έλαβες από τον Θεό, να λές: «Αυτό δεν είναι δικό μου, από Άλλον το πήρα· και αν Αυτός το κρίνει σκόπιμο, θα μου το πάρει πίσω».
Έτσι κάθε καλό να το αποδίδεις στον Κύριο, κάθε κακό στον εαυτό σου.
* Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών», τόμος γ’, των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας, μετάφραση Αντώνιος Γαλίτης.
ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ. ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΚΥΡΙΕ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΩΜΑ ΤΟ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΗ ΕΣΤΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ, ΚΑΤΕΚΤΗΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΥΛΙΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΤΗΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΗΣ ΣΕΚΤΑΣ ΗΤΑΝ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ, ΠΑΡΟΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑΝ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΜΟΝΟΣ ΠΙΑ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΟΥ. ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΔΕ ΠΑΡΑΣΥΡΕΙ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΠΑΡΗΓΑΓΕ Η ΔΥΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΤΟΥΣ ΓΝΩΡΙΣΕ ΟΛΟΥΣ. ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου