Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 6 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Συνέχεια από Πέμπτη 17. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 6
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Εισαγωγή. 
Μέρος II (συνέχεια)

Με άλλα λόγια: μολονότι τα έργα του ανθρώπου δεν είναι δικά του έργα και, συνεπώς, δεν μπορούν να αποτελούν δική του αξιομισθία, εντούτοις πρέπει να πιστεύουμε… «πρέπει να θεωρούμε» ότι με αυτά «αξιώνονται πραγματικά» την ανταμοιβή. Γιατί όμως την αξιώνονται; Αυτό δεν μπορεί να το εξηγήσει η Σύνοδος και αναγκάζεται να απαιτήσει μόνο μια τυφλή πίστη, που δεν στηρίζεται σε τίποτε, επικαλούμενη την εξωτερική της αυθεντία.

Στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα πρέπει να καταλήξουν —και πράγματι καταλήγουν— όλοι οι Καθολικοί θεολόγοι. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Perrone που παραθέσαμε παραπάνω:[38] «Ο Θεός δεν θέλησε η αξιομισθία του Χριστού να μας ωφελεί χωρίς καμία συνέργεια από την πλευρά μας». Ή, αναλυτικότερα και σαφέστερα, τα λόγια του Klee: «Επειδή ο Θεός ευδόκησε να αναγνωρίσει το καλό που άρχισε με τη χάρη Του και ολοκληρώθηκε με τη συνέργεια του ανθρώπου ως έργο του ίδιου του ανθρώπου· επειδή ευδόκησε να του αναγνωρίσει τον χαρακτήρα αξιομισθίας και να αναγνωρίσει την αύξηση της ενεργούσας και μεσιτευτικής χάρης και, τελικά, την αιώνια ζωή ως ανταμοιβή, ανταπόδοση, καρπό και κληρονομία —ενώ η ανταμοιβή παρουσιάζεται ως έργο της δικαιοσύνης και της πιστότητας του Θεού—, γι’ αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί η πραγματικότητα της ανθρώπινης αξιομισθίας».

Έτσι, ούτε ο Klee ούτε ο Perrone, παραμένοντας πιστοί στην οπτική τους, μπορούν με κανέναν τρόπο να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της ανθρώπινης συμμετοχής στη σωτηρία. Η αξιομισθία του Χριστού, ως μέγεθος και ως αξία, επαρκεί υπερβολικά για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ώστε να χρειάζονται επιπλέον κάποιες ανθρώπινες αξιομισθίες, των οποίων μάλιστα ακόμη και η ίδια η δυνατότητα υπόκειται σε σοβαρή αμφισβήτηση. Γιατί, λοιπόν, απαιτούνται αυτές οι αξιομισθίες για τη σωτηρία και γιατί μπορούν να αναγνωριστούν ως αξιομισθίες; «Έτσι ευδόκησε ο Θεός», αναγκάζονται να απαντήσουν οι Καθολικοί μελετητές.

Γιατί όμως ευδόκησε έτσι; Δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτή τη θεία απόφαση; Δεν μπορεί να αποτελεί απλώς μια κενή και αναίτια επιθυμία, κάτι σαν ιδιοτροπία. Για τους Καθολικούς, ωστόσο, το θέλημα του Θεού είναι ακριβώς θέλημα, δηλαδή προσταγή του Κυριάρχου του κόσμου. Ως γνήσιοι υποστηρικτές της νομικής αρχής, υποκλίνονται μόνο μπροστά στο δικαίωμα του Θεού να διατάζει το σύμπαν και δεν σκέφτονται να βρουν παρηγοριά στο ότι ο Θεός, μολονότι «εξουσιάζει τη βασιλεία των ανθρώπων», δεν ενεργεί αυθαίρετα· ότι θέλει το αγαθό και την αγιότητα όχι απλώς επειδή έτσι θέλει, αλλά επειδή «ο ίδιος είναι άγιος»· επειδή η αγιότητα αποτελεί αμετάβλητο νόμο της παγκόσμιας ζωής και είναι η ίδια το αγαθό: «Ἡ γὰρ ἰσχύς σου δικαιοσύνης ἀρχή, καὶ τὸ πάντων σε δεσπόζειν πάντων φείδεσθαί σε ποιεῖ» (Σοφ. Σολ. 12,16).

Έτσι, η καθολική δογματική, η οποία προσπάθησε να οικοδομήσει τη διδασκαλία περί σωτηρίας πάνω σε νομικές αρχές και για τον σκοπό αυτό κατέφυγε σε κάθε είδους τεχνάσματα, καταλήγει τελικά στην αναγνώριση ότι αυτό είναι αδύνατο. Απέναντι σε όλες τις αντιρρήσεις του λογικού υποδεικνύει τυφλά μόνο την απαίτηση της Αποκάλυψης· και αυτή την απαίτηση σπεύδει να την ερμηνεύσει εσφαλμένα με τη δική της νομική έννοια: δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι τα έργα αποτελούν αξιομισθία· ο Λόγος όμως του Θεού μάς λέει ότι τα έργα είναι αναγκαία για τη σωτηρία και ότι σώζουν· επομένως —συμπεραίνουν οι Καθολικοί κάνοντας ένα λογικό άλμα— τα έργα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν τη σημασία αξιομισθίας.


Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί το δυτικό χριστιανικό δόγμα, με αμείλικτη αναγκαιότητα, το θεμελιώδες σφάλμα του: η νομική κατανόηση της σωτηρίας και γενικότερα ολόκληρης της θρησκευτικής ζωής.

Η νομική τάξη γνωρίζει μόνο εξωτερικές σχέσεις και δεν ενδιαφέρεται για το εσωτερικό περιεχόμενο που κρύβεται πίσω από αυτές. Χωρίς να ρωτά για την εσωτερική σύσταση ενός πράγματος, θέλει να μάθει την τιμή του και, μόλις τη μάθει, θεωρεί ότι το έργο της τελείωσε. Αν, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, ο άνθρωπος σώζεται μόνο διά του Ιησού Χριστού και μόνο όταν εκτελεί τα έργα που πρόσταξε ο Χριστός, τότε για τον νου των σχολαστικών αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός και ο άνθρωπος παρουσιάζουν ο καθένας από την πλευρά του ενώπιον της θείας δικαιοσύνης ένα απολύτως επαρκές τίμημα για την αιώνια ζωή που έχει υποσχεθεί ο Θεός.

Αν όμως το έργο του Χριστού και το έργο του ανθρώπου είναι έννοιες της νομικής τάξης, τότε αλληλοαποκλείονται: όσο αυξάνεται η αξία της ανθρώπινης αξιομισθίας, τόσο περιττή γίνεται η αξιομισθία του Χριστού. Ο Χριστός ήρθε επειδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σωθεί μόνος του. Και όμως, ο Λόγος του Θεού και η συνείδηση απαιτούν και το ένα και το άλλο, και μάλιστα από κοινού, και μάλιστα ως απαραίτητες αιτίες της σωτηρίας του ανθρώπου.

Αυτό είναι το θεμελιώδες σφάλμα του δυτικού χριστιανισμού, το οποίο τον οδηγεί σε κάθε είδους τεχνάσματα: η βασική του προκείμενη απαιτεί ορισμένα συμπεράσματα, ενώ η ζωή και η άμεση διδασκαλία του Λόγου του Θεού, με τις οποίες δεν θέλει να διακόψει τους δεσμούς του, απαιτούν άλλα. Ως προς την ουσία τους, τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός διδάσκουν και λένε το ίδιο πράγμα· και οι δύο πάσχουν από την ίδια ανίατη ασθένεια. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στα καλύμματα με τα οποία ο καθένας προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του.

Και οι δύο αναγνωρίζουν —οι Προτεστάντες ανοιχτά, ενώ οι Καθολικοί ανάμεσα στις γραμμές— ότι, κυριολεκτικά μιλώντας, τα έργα του ανθρώπου δεν είναι αναγκαία και δεν πρέπει να έχουν δικαιωτική δύναμη. Και οι δύο, προκειμένου να μην αντιταχθούν άμεσα στην αλήθεια και συγχρόνως να μην εγκαταλείψουν τον συλλογισμό τους, αναγκάζονται να θεωρήσουν την ανθρώπινη πράξη ακούσια: οι Προτεστάντες μέσω του αγιασμού και οι Καθολικοί μέσω της μεταμόρφωσης —infusio gratiae. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο ότι οι Προτεστάντες, χωρίς να λησμονούν ή να αποκρύπτουν τη σκέψη τους, προσπαθούν απλώς να μετριάσουν κάπως τη σύγκρουσή της με τη ζωή, επισημαίνοντας ότι δεν ενέχει κίνδυνο: τα έργα, λένε, θα ακολουθήσουν αναγκαστικά· επομένως, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για την απουσία τους κατά τη δικαίωση. Οι Καθολικοί, αντίθετα, προσπαθούν να θολώσουν την ίδια τη σκέψη και, λησμονώντας τις βασικές τους προκείμενες, αγωνίζονται μόνο, με κλειστά μάτια, να λένε ότι τα έργα είναι παρ’ όλα αυτά αναγκαία και ότι παρ’ όλα αυτά αξίζουν τη σωτηρία, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσουν με ποιον τρόπο την αξίζουν.

Από όσα ειπώθηκαν γίνεται φανερό ποια οδό πρέπει να ακολουθήσουμε κατά την επιστημονική έρευνα της ορθόδοξης διδασκαλίας περί σωτηρίας. Θα ήταν εσφαλμένο και ανώφελο να πάρουμε τα συγγράμματα ή τα συμβολικά βιβλία των Προτεσταντών και των Καθολικών και να προσπαθήσουμε απλώς να εξαλείψουμε τις ακρότητές τους. Μια τέτοια οδός, όπως βλέπουμε, δεν θα μας οδηγήσει ποτέ σε κάτι σαφές, συγκεκριμένο και σταθερό. Οι ακρότητες στη Δύση δεν είναι τυχαίες· αποτελούν φυσικό συμπέρασμα μιας εσφαλμένης θεμελιώδους αρχής.

Είναι επομένως αναγκαίο, πριν από όλα, να απορρίψουμε αυτή τη θεμελιώδη αρχή —τη νομική αντίληψη της ζωής— και κατόπιν, ανεξάρτητα από αυτήν, να προχωρήσουμε στη μελέτη της αλήθειας, αντλώντας τις γνώσεις μας όχι από έτοιμα δυτικά συγγράμματα, αλλά από την Αγία Γραφή και τα έργα των Αγίων Πατέρων. Μόνο με αυτή την οδό μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη θεμελιώδη αρχή της ορθόδοξης αντίληψης της ζωής. Και αφού αποσαφηνίσουμε αυτή την αρχή, δεν θα είναι δύσκολο να αναπτύξουμε και την ίδια τη διδασκαλία περί σωτηρίας.

Γι’ αυτό, στα επόμενα κεφάλαια πρέπει πρώτα από όλα να εξετάσουμε ποια στάση τηρούν η Αγία Γραφή και η Παράδοση απέναντι στη νομική αντίληψη της ζωής και αν την αποδέχονται. Αφού απαντήσουμε σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα, θα αναπτύξουμε τη διδασκαλία για την αιώνια ζωή· και τότε θα καταστεί σαφής για εμάς η αρχή της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης. Από αυτή τη διδασκαλία θα προκύψει αναγκαστικά η διδασκαλία για το νόημα της ανταπόδοσης και, στη συνέχεια, για τη σωτηρία και τις προϋποθέσεις της.

Σημειώσεις:

[38] Klee III, 58–60.

Τέλος Εισαγωγής

Δεν υπάρχουν σχόλια: