Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vincenzo Nuzzo - Το "Ενθυμούμενοι το μέλλον" του Ιωάννη Ζηζιούλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vincenzo Nuzzo - Το "Ενθυμούμενοι το μέλλον" του Ιωάννη Ζηζιούλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 7 Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»

 Συνέχεια από Τρίτη 26. Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 7
Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»



Του Vincenzo Nuzzo (*)

2.2 Το ειδικό ζήτημα του Θεού-Είναι

Το θέμα αυτό έχει ήδη αναδυθεί πολλές φορές στην προηγούμενη ενότητα, γι’ αυτό και το έχουμε ήδη εν μέρει πραγματευθεί. Πράγματι, κατέστη φανερό ότι και για τον Ζηζιούλα το πρωταρχικό είναι συμπίπτει κατά κάποιον τρόπο με το «είναι» καθαυτό. Ωστόσο πρέπει να καταγραφεί ότι, με διάφορους τρόπους, κατά τη διάρκεια του RIF, εκείνος αρνείται κατηγορηματικά να παραδεχθεί ότι το «είναι» συμπίπτει πραγματικά με τον Θεό, και επομένως απορρίπτει αποφασιστικά εκείνη τη διδασκαλία περί Θεού-Είναι, η οποία αντιθέτως βρισκόταν πάντοτε στο ίδιο το κέντρο της παραδοσιακής οντολογίας σχολαστικού τύπου. Επιπλέον, ακόμη μία φορά, εκφράζει αυτή την απόρριψη στο όνομα της Βίβλου και της ελληνικής πατερικής σκέψης. Αυτή, και από αυτή την άποψη, θα διαφοροποιούνταν ριζικά από τη χριστιανική-δυτική σκέψη. Κάτι που, βέβαια, είναι ασφαλώς αληθές, αλλά όχι για τους λόγους που προβάλλει ο Ζηζιούλας.

Πράγματι, όπως έχουμε ήδη πει, η ελληνική πατερική οντολογία στηριζόταν πάντοτε σταθερά στη σύλληψη του Θεού ως «υπερούσιου» ή «υπερ-είναι», και τούτο βάσει της αυστηρά αποφατικής διάστασης της θεολογίας που καλλιέργησε. Και όμως, στην πράξη, δεν αρνήθηκε ποτέ την ύπαρξη —έστω δευτερεύουσα— ενός Θεού-Είναι.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η τοποθέτηση συμπαρατάσσεται με εκείνη του ελληνικού-ειδωλολατρικού αποφατισμού, ιδιαίτερα του νεοπλατωνικού. Και επομένως προϋποθέτει αναγκαστικά τουλάχιστον μια στέρεη σύλληψη του «είναι» καθαυτό. Συνεπώς, αν θέλουμε να είμαστε πολύ αυστηροί, μπορούμε επίσης να αρνηθούμε ότι η ελληνική Πατερική συνέλαβε έναν Θεό-Είναι. Αλλά, στο μεταξύ, είναι εξαιρετικά απίθανο να αρνήθηκε και την ύπαρξη ενός πρωταρχικού είναι, το οποίο τουλάχιστον κατέχει μια θέση αμέσως επόμενη από εκείνη του καθαρού θείου «υπερ-είναι». Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται σε συνέχεια με αυτό. Και, ως προς αυτό, εμφανίζεται και πάλι παραδειγματική η καθολική μεταφυσική της παραδοσιοκρατικής σκέψης· μέσα σε αυτήν αρνείται ασφαλώς η διδασκαλία περί Θεού-Είναι —προς όφελος εκείνης περί του θείου Ενός ως «υπερ-είναι»—, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζεται ότι το τελευταίο ακολουθεί την αρχική στιγμή της εμμονής στο πλαίσιο των συμβάντων της εκδήλωσης της Αρχής.⁶¹ Η διδασκαλία που εκθέτει ο Ζηζιούλας, αντιθέτως, παραβλέπει εντελώς αυτή τη σειρά τόσο πιεστικών και πειστικών μεταφυσικών ενδείξεων.

Ας δούμε όμως τις λεπτομέρειες αυτής της πεποίθησης του στοχαστή μας.

Η πρώτη και μεγαλύτερη άρνηση του Θεού-Είναι υφίσταται σε αυτόν στη ρίζα, δηλαδή εκεί όπου αρνείται τη νομιμότητα της ίδιας της πρωταρχικής οντολογίας.⁶² Αρνείται, με άλλα λόγια, ότι η θεολογία πρέπει να χρησιμοποιεί «οντολογικές κατηγορίες», και επομένως ότι μπορεί και μάλιστα οφείλει να συλλαμβάνει τον Θεό ως ένα «είναι» ή ακόμη ως «Εκείνον που είναι» κατ’ εξοχήν. Εμβαθύνοντας έπειτα σε αυτή τη θέση, αρνείται ότι ο Θεός μπορεί να συλληφθεί ως «ουσία» —και το δικαιολογεί αυτό υποστηρίζοντας ότι η ουσία, δηλαδή το ίδιο το «είναι», δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα απλό «κάτι». Επομένως δεν θα είχε κανένα δικαίωμα να αντιπροσωπεύει πραγματικά τη φύση του Θεού.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η σχολαστική διδασκαλία των Υπερβατικών συλλαμβάνει τον Θεό ακριβώς ως ουσία, χωρίς όμως να τρέφει καμία αμφιβολία για τη φύση του ως «είναι», και πάντως ως υπερβατικού και ιδεατού είναι.⁶³ Και πραγματικά δεν κατανοεί κανείς ποια δυσκολία υπάρχει στο να συλληφθεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο ένας Θεός-Είναι. Πράγματι, αυτός θα συμπίπτει ασφαλώς με ένα «κάτι», δηλαδή με μια οντότητα —ακριβώς όπως το ιδεατό-υπερβατικό άτομο που συνέλαβε ο Πλάτων ως παράδειγμα του πραγματικού και εμμενούς πράγματος—, αλλά δεν θα συμπίπτει γι’ αυτό με ένα ον. Είναι αλήθεια, στο μεταξύ, ότι ο σχολαστικός στοχασμός περί των Υπερβατικών κατέληξε στον Θωμά σε έναν τελικό οντισμό, ο οποίος εμπλέκει και τον Θεό ως Ens. Ωστόσο, μέσα στην πλήρη χριστιανική σκέψη, ο ίδιος αυτός στοχασμός έμεινε με την Edith Stein μέσα στα όρια ενός πλατωνισμού που απαγορεύει ρητά μια τέτοια κατάληξη.⁶⁴ Και πραγματικά δεν καταλαβαίνει κανείς πώς ο Ζηζιούλα —ο οποίος δηλώνει κληρονόμος εκείνης της ελληνικής πατερικής σκέψης που διατήρησε την πλατωνική κληρονομιά περισσότερο από οποιαδήποτε χριστιανική σκέψη— δεν ήταν ικανός να συλλάβει ιδέες σαν αυτές.

Εντούτοις, καταλήγει να δικαιολογεί τη θέση του βάσει των θεολογικών απαιτήσεων που πράγματι, μέσα στην ελληνική πατερική σκέψη, διατηρήθηκαν πάντοτε σταθερές στο πλαίσιο της προσπάθειας να διευκρινιστεί η φύση της Τριάδας. Όσα μόλις είπαμε αντανακλούν πράγματι την ανάγκη προστασίας της θείας αγνωσίας —μια ανάγκη της οποίας η σημασία επιβεβαιώνεται και από άλλους ερμηνευτές της πατερικής σκέψης.⁶⁵

Αλλά πέρα από αυτό υπάρχει και η ανάγκη να αποφευχθεί, αφενός, η μονομερής ταύτιση του Θεού μόνο με τον Πατέρα —διαμορφώνοντας έτσι στην πράξη έναν αντιτριαδικό μονοθεϊσμό— και, αφετέρου, η ταύτισή του με τα πραγματοειδή όντα ως τριαδικά Πρόσωπα. Και γι’ αυτό βρίσκουμε επιβεβαίωση στην εξαιρετικά προσεκτική σκέψη του Bulgakov σχετικά με την εξέλιξη της συζήτησης γύρω από την Τριάδα —η οποία διεξάγεται κυρίως στο Ο Παράκλητος.

Βεβαίως, η ανάδειξη όλων αυτών είναι αναμφίβολα νόμιμη, αλλά είναι νόμιμη από μια αυστηρά θεολογική άποψη. Πολύ διαφορετικά έχουν όμως τα πράγματα, αν διευρύνουμε το βλέμμα προς τον οντο-μεταφυσικό ορίζοντα αυτής της προβληματικής. Και κάνοντάς το αυτό, αναδύεται τότε μια ολόκληρη σειρά πλευρών που όχι μόνο επιτρέπουν να αντικρούσουμε τη θέση του Ζηζιούλα, αλλά επιπλέον μας οδηγούν ξανά στο θέμα του εναλλακτικού ορισμού του «είναι» που εκείνος προσπάθησε να υποστηρίξει.


Πρώτα απ’ όλα επανέρχεται το θέμα της άρνησης της ταύτισης ανάμεσα στον Θεό και την ουσία. Αυτό αντιπροσωπεύει άλλωστε τον κύριο λόγο για τον οποίο ο στοχαστής μας αρνείται ότι είναι νοητός ένας Θεός-Είναι. Και σε αυτό στηρίζεται ιδιαίτερα στη σκέψη του Παλαμά σχετικά με το «Ἐγώ εἰμι» της βιβλικής Εξόδου. Πράγματι, ο τελευταίος αυτός στοχαστής υποστήριξε ότι, ορίζοντας τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο, ο Θεός δεν θέλησε να πει ότι είναι «η ουσία», αλλά θέλησε αντιθέτως να πει ότι αποτελεί «το είναι». Αυτό όμως θα σήμαινε —όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο— ότι Εκείνος δεν ταυτίζεται με το «είναι» καθαυτό, αλλά αντιθέτως απλώς δηλώνει ότι είναι Εκείνος που αγκαλιάζει και περιέχει κάθε δυνατό είναι. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι ορίζει τον εαυτό του ως «υπερούσιο» ή «υπερ-είναι», ιδίως ως Ολότητα του Είναι. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει ακατάληπτος στην ουσία του και επομένως στο Όνομά του. Σε αυτές τις σκέψεις δεν είναι δυνατόν να αντιταχθεί τίποτε. Αλλά, στο μεταξύ, αυτές δεν αντιστοιχούν με κανέναν τρόπο σε όσα θέλει να υποστηρίξει ο Ζηζιούλα.

Ειδικότερα, ο στοχαστής μας βλέπει ακριβώς στην έμφαση που τίθεται στο θείο Όνομα την τάση της δυτικής θεολογίας να θεωρεί την οντολογία απαραίτητη για τη γνώση του Θεού —με την πεποίθηση ότι Εκείνος ο ίδιος θα είχε δηλώσει πως αποτελεί έναν Θεό-Είναι, ορίζοντας με ανοιχτό τρόπο το δικό του όνομα. Και πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτό πράγματι έκανε και ο Beierwaltes, θεωρώντας το «Ἐγώ εἰμι» της Εξόδου ως την πρώτη διατύπωση της σκέψης που όρισε τη φύση του «είναι». Ο στοχαστής μας, όμως, δεν φαίνεται να αποδίδει καμία σημασία σε αυτή την καθαρά φιλοσοφική διατύπωση. Αντιθέτως, επιμένει στο γεγονός ότι η ελληνική Πατερική διακρίθηκε από αυτή τη σειρά θεολογικο-φιλοσοφικών θέσεων, χρησιμοποιώντας απλώς τη γλώσσα της οντο-μεταφυσικής, χωρίς όμως ποτέ να την υιοθετήσει εννοιολογικά με πλήρη τρόπο.

Με όλα αυτά συνδέεται επιπλέον, σύμφωνα με τον Ζηζιούλα, η δυνατότητα να συλληφθεί ο Θεός ως υπόσταση, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο ταυτίζεται αναγκαστικά με το «είναι» ως «κάτι», και επομένως ως ον. Η υπόσταση, πράγματι, εξ ορισμού προηγείται των όντων και επομένως και των ίδιων των τριαδικών Προσώπων. Επομένως, αν θεωρηθεί ως θεία, καταλήγει να διαμορφώνει έναν Θεό που δεν τίθεται σε εσωτερική και αδιάλυτη σχέση με τα τριαδικά Πρόσωπα. Πρέπει όμως να ειπωθεί ότι, ως προς αυτό, ο Losskij μας έδειξε πως αυτή η θέση δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά η ορθολογικοποίηση της φύσης και της δυναμικής της Τριάδας —δεδομένου ότι η τελευταία είναι ο κατεξοχήν τόπος των αντινομιών. Και αυτή η διευκρίνιση είναι σημαντική για να κατανοήσουμε πόσο επιφανειακά και ασυνεπή είναι τα δογματικά βέτο που θέτει ο Ζηζιούλα.

Άλλη αδύνατη σύλληψη του Θεού είναι γι’ αυτόν εκείνη που τον ταυτίζει με το «είναι», καθόσον Εκείνος θεωρείται η πρώτη Αιτία του είναι. Και αυτό είναι άλλωστε ένα από τα σημεία της σκέψης του όπου προσεγγίζει πιο ρητά τον Heidegger. Πράγματι, αναφέρεται ακριβώς σε αυτόν, όταν αρνείται ότι ο Θεός μπορεί να θεωρηθεί ως μεταφυσική Αιτία των όντων. Από αυτό απορρέει αναγκαστικά το ότι πρέπει να τον συλλάβουμε ως ριζικά προγενέστερο των όντων, με συνέπεια να μην μπορούμε να τον συλλάβουμε ούτε ως πρωταρχικό είναι ούτε και ως «είναι» κατ’ εξοχήν —με βάση το γεγονός ότι αποτελεί το έσχατο Θεμέλιο των όντων. Και ως προς αυτό μας υπενθυμίζει ότι ο Heidegger απαγόρευσε να συγχέεται με οποιονδήποτε τρόπο το είναι με τα όντα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε ήδη δει πολλές φορές, ολόκληρος ο λόγος του Ζηζιούλα πάνω σε αυτό το ζήτημα καταλήγει στη διατύπωση σύμφωνα με την οποία ο Θεός δεν συμπίπτει καθόλου με το Είναι, καθόσον Εκείνος είναι μάλλον Αυτός που αγκαλιάζει και περιέχει κάθε δυνατό είναι. Επομένως είναι μάλλον η «θεμελιώδης οντολογική Αρχή». Αυτό σημαίνει έπειτα ότι η ουσία είναι αναγκαστικά το είναι —ως on—, αλλά στο μεταξύ το είναι —ως to on— δεν είναι αναγκαστικά η ουσία. Έτσι όμως αρνείται στην πράξη εκείνη η συνέχεια που υφίσταται ανάμεσα στην ουσία —την Τριάδα— και το κοσμικό είναι, ιδίως μέσω της «Σοφίας», την οποία υποστήριξε ο Bulgakov και η οποία έφερε μια θεμελιώδη διευκρίνιση σε ολόκληρη αυτή την οντο-μεταφυσική ύλη.⁶⁶

Πέρα από αυτό, πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ταύτιση του Θεού με την Αρχή μάς επαναφέρει στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης παραδοσιοκρατικής μεταφυσικής, εκεί όπου αυτή αρνείται ακριβώς γι’ αυτό στον Θεό τη φύση του είναι, θεωρώντας τον όμως ένα «υπερ-είναι» που, εκδηλωνόμενο, καταλήγει πάντως στο «είναι». Το γεγονός όμως είναι ότι ο Ζηζιούλα δεν αναγνωρίζει καθόλου τον εαυτό του μέσα σε αυτή την οπτική, δεδομένου ότι γι’ αυτόν ανάμεσα στον Θεό και το Είναι υπάρχει μια αγεφύρωτη απόσταση —αφού Εκείνος είναι υπερβατικός σε σχέση με το κτιστό ακόμη και στην πρωταρχική και υπερβατική του μορφή—, λόγος για τον οποίο ο ίδιος ο Θεός δεν βρίσκεται καθόλου σε συνέχεια με το Είναι. Αυτό διαμορφώνει έπειτα μία από τις πιο σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις της σκέψης του. Εδώ πράγματι προσποιείται ότι μιλά στο όνομα ενός αυστηρότατου αποφατισμού και υπερβατισμού —καθαρά θεολογικού—, αλλά φαίνεται να λησμονεί ότι αλλού στο RIF ταύτισε το είναι με την πληρέστερη χρονική εμμένεια, δηλαδή με την εξέλιξη και την ιστορία. Με λίγα λόγια, αν δεχθούμε ότι ο Ζηζιούλα δεν ψεύδεται απροκάλυπτα, πραγματικά δεν καταλαβαίνει κανείς σε ποια πλευρά τοποθετείται. Αυτό αφήνει να αναδυθεί η υποψία ότι τουλάχιστον είχε πολύ συγκεχυμένες ιδέες.

Δεν είναι τυχαίο ότι —κάνοντας έστω μια μερική παραχώρηση στη διδασκαλία περί Θεού-Είναι— μας αφήνει να εννοήσουμε ότι η έννοια του Θεού-Είναι θα ήταν απλώς περιοριστική, καθόσον είναι απλώς υπαρξιακή, αλλά πάντως θα ήταν η μόνη αποδεκτή για τον χριστιανό.⁶⁷

Αυτή η διατύπωση, όμως, καταλήγει στη στήριξη που εκείνος προσφέρει στη σύλληψη του Θεού-Είναι μόνο ως «Εκείνου που έρχεται» και επομένως στο πλαίσιο εκείνου του καθαρού δυναμισμού του είναι που έχουμε ήδη σχολιάσει. Συνεπώς είναι σαφές ότι με αυτόν τον τρόπο δεν γίνεται καθόλου λόγος για τον Θεό-Είναι με την κυριολεκτική έννο
ια.

Αλλά ακριβώς σε αυτό το σημείο ο Ζηζιούλα μάς πληροφορεί ότι το «Ἐγώ εἰμι» δεν θα ήταν ένας οριστικός τύπος του «είναι», αλλά αντιθέτως απλώς ένας «αυτο-ορισμός» εκ μέρους του Θεού, και επομένως μια «προσωπική επικοινωνία» που έγινε από Αυτόν προς τον άνθρωπο. Με λίγα λόγια, περισσότερο από μια διατύπωση, θα ήταν η επικοινωνία του ίδιου του Εαυτού Του, την οποία έκανε ο Θεός στον άνθρωπο —αλλά ακριβέστερα ούτε ως «θεότητα» (theos) ούτε ως Πατήρ. Αυτό θα ανέδειχνε τη μοναδικά σχεσιακή —επικοινωνιακή— διάσταση της θείας φύσης, εντελώς εις βάρος της οντολογικής. Και αυτό θα ήταν γι’ αυτόν το αληθινό νόημα του Ονόματος του Θεού —δηλαδή το κατεξοχήν επικοινωνιακό νόημα που είναι ίδιον του ονόματος.

Επομένως, γι’ αυτό η αρχή —και άρα η πλήρης και κλασική οντολογία— δεν θα είχε καμία σημασία, ενώ αντιθέτως σημασία θα είχε μόνο το τέλος· δεδομένου ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους μόνο λίγο-λίγο, για να φτάσει έπειτα στο αποκορύφωμα αυτής της Αποκάλυψης μόνο στο τέλος των χρόνων. Με άλλα λόγια, ούτε το ίδιο το «είναι» καθαυτό ούτε η αποκάλυψή του θα είχαν καμία σχέση με αυτό. Θα επρόκειτο αντιθέτως αποκλειστικά για την ερμηνευτική διάσταση —η οποία στη θεολογία συνοψίζεται στην Αποκάλυψη, ως κατεξοχήν επικοινωνία. Και η ερμηνευτική είναι κάτι εμμενές αντί για υπερβατικό —δηλαδή εμπίπτει στο απλό πεδίο της γλώσσας.

Γι’ αυτό, στηριζόμενος εκ νέου στη νεωτερική σκέψη —στον Rahner—, ο Ζηζιούλας υποστηρίζει εδώ ότι οι ίδιοι οι Πατέρες θα είχαν πλανηθεί. Διότι αυτό που θα μετρούσε θα ήταν αποκλειστικά ό,τι είναι γραμμένο στη Βίβλο. Από αυτό προκύπτει λοιπόν ότι η εσχατολογική οντολογία πρέπει να νοηθεί αποκλειστικά ως σχεσιακή και όχι ως οντική —πράγμα που υπογραμμίζει, επομένως, την καθαρή «σχεσιακότητα του είναι», δηλαδή τη συγκεκριμένα γλωσσική του διάσταση, καθιστώντας έτσι δευτερεύουσα την κλασική οντολογία και μαζί της οποιαδήποτε μεταφυσική.

Συνεπώς, μπορεί να γίνεται λόγος για Θεό-Είναι μόνο εννοώντας με αυτό την προσωπική κοινωνία, και άρα η οντολογική του αξία θα ήταν εντελώς ασυνεπής. Με λίγα λόγια, η ίδια η έννοια του Θεού-Είναι στην απροκάλυπτη πληρότητά της δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια παρεξήγηση της σκέψης, σε απόκλιση από όσα περιέχονται στη Βίβλο. Επιπλέον, καθώς αυτή έχει ένα πολύ αυθεντικότερο σχεσιακό νόημα, η ίδια η μεταφυσική της διάσταση δεν θα υφίστατο καθόλου. Και έτσι βρισκόμαστε ξανά —με τη διαμεσολάβηση του Rahner— μπροστά σε τίποτε άλλο παρά στο χαϊντεγκεριανό σχέδιο καταστροφής της μεταφυσικής.

Και τότε, ως προς αυτό, είναι κανείς αναγκασμένος να αναρωτηθεί πόση σχέση έχει με όλα αυτά η πίστη στο βιβλικό κείμενο. Θα δούμε πάντως σε λίγο ότι όλα αυτά συνδέονται στον Ζηζιούλα με τη δική του ιδιαίτερη κατανόηση της Αναστάσεως.

Εκείνο που, συμπερασματικά, πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι τελικά, σύμφωνα με τον στοχαστή μας, η ίδια η έννοια του Θεού-Είναι δεν θα είχε καμία αξία ούτε πραγματικότητα και θα έπρεπε πάντως να αποδομηθεί. Και μαζί της, λοιπόν, ολόκληρη η οντο-μεταφυσική θα έπρεπε να εξαφανιστεί από τη θεολογία, δηλαδή από εκείνο που για τον Ζηζιούλα θα ήταν η αυθεντική χριστιανική σκέψη.

2.3 Ο Θεός-Είναι και οι πραγματικότητες της Ενανθρωπήσεως και της Αναστάσεως.

Μόλις εξετάσαμε τι, για τον στοχαστή μας, πρέπει ή δεν πρέπει να νοείται με τον Θεό-Είναι. Και διαπιστώσαμε ότι με αυτό δεν θα έπρεπε απολύτως να σκεφτόμαστε το «είναι» όπως έχει πάντοτε συλληφθεί από την πιο κλασική και σταθερή θεολογία, αλλά θα έπρεπε αντιθέτως να σκεφτόμαστε μόνο τον δυναμισμό. Αυτόν ο Ζηζιούλα μόλις τον ταύτισε με την Αποκάλυψη.

Με θεολογικούς όρους, όμως, υπάρχουν δύο άλλα στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά αυτή την κατανόηση —δηλαδή τα γεγονότα της Ενανθρωπήσεως και της Αναστάσεως, για τα οποία πράγματι γίνεται λόγος μόνο μέσα στις Γραφές και ασφαλώς όχι στην φιλοσοφική οντο-μεταφυσική. Γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, είναι αλήθεια ότι αυτά έρχονται να ενσωματώσουν την οντο-μεταφυσική. Συνεπώς, τουλάχιστον σε αυτό πρέπει να δώσουμε δίκιο στον στοχαστή μας. Και όμως η ενσωμάτωση δεν γίνεται αρνητικά, δηλαδή εις βάρος της κλασικής οντο-μεταφυσικής, αλλά αντιθέτως θετικά, δηλαδή ως θεολογικός εμπλουτισμός της.

Ιδού λοιπόν ότι η εσχατολογική διάσταση δεν θα έπρεπε καθόλου να νοείται ως καθαίρεση και αντικατάσταση της οντο-μεταφυσικής. Ειδικότερα, πρέπει πάντως να προταχθεί ότι ίσως, όπως το βλέπει ο στοχαστής μας, η Ενανθρώπηση θα έπρεπε να ιδωθεί ως η στατική στιγμή της ψευδο-οντολογίας του, ενώ η Ανάσταση θα έπρεπε αντιθέτως να ιδωθεί ως η δυναμική στιγμή της τελευταίας.

Ας αρχίσουμε λοιπόν να πραγματευόμαστε τον τρόπο με τον οποίο ο Ζηζιούλα κατανοεί την Ενανθρώπηση. Η έννοια αυτή εμφανίζεται συνεχώς στο RIF, αλλά πάντοτε με τη μορφή μιας βαθιάς παραχάραξης του πιο κατάλληλου νοήματός της. Αυτό μπορούμε εύκολα να το αντιληφθούμε διαπιστώνοντας το πολύ διαφορετικό νόημα που αποδίδεται στην Ενανθρώπηση από τον Bulgakov στο πλαίσιο της Σοφιολογίας.⁶⁸ Στην τελευταία, πράγματι, αυτή είναι ουσιαστικά το υψηλότερο σημείο της θείας οντολογίας, και επομένως είναι επίσης η επιβεβαίωση της ύπαρξής της. Αντιθέτως, για τον Ζηζιούλα είναι μάλλον το χαμηλότερο σημείο της θείας οντολογίας, καθόσον επιβεβαιώνει πλήρως όσα μόλις είπαμε για την καθαρά δυναμικο-επικοινωνιακή κατανόηση του θείου Είναι ως Ονόματος. Με άλλα λόγια, η Ενανθρώπηση θα υπογράμμιζε στον μέγιστο βαθμό τη μη οντική φύση τόσο του Θεού όσο και της σχέσης του με τον άνθρωπο-κόσμο. Για τη Σοφιολογία τα πράγματα έχουν αντιθέτως διαμετρικά αντίθετο χαρακτήρα. Και, ανεξάρτητα ακόμη από το τι περιέχεται ή δεν περιέχεται στη Βίβλο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή η τελευταία κατανόηση πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιο πολύτιμη και αληθινή. Δεδομένου ότι βρίσκεται σε τέλεια συμφωνία με τη μέγιστη οντο-μεταφυσική που έχει ποτέ συλληφθεί, δηλαδή εκείνη που διατυπώθηκε μέσα στην παραδοσιοκρατική σκέψη.

Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναφορά που κάνει ο Ζηζιούλα στην Ενανθρώπηση δηλώνει καθαρά τις αξιοθρήνητες φιλοσοφικο-νεωτερικές πηγές της συνολικής του οπτικής.⁶⁹ Πράγματι, γι’ αυτόν το γεγονός αυτό παραδειγματίζει τέλεια την ανυπαρξία μιας πραγματικότητας όμοιας με το «είναι», δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει πλήρως τη μόνη υπαρξιακή διάσταση. Και πράγματι ο στοχαστής μας υπογραμμίζει εδώ την ανάγκη να αμφισβητηθεί, μαζί με τον Heidegger, η κατανόηση του «είναι» ως «είναι» —δηλαδή ως ουσία. Αντιθέτως, αυτό θα έπρεπε να νοείται αποκλειστικά ως ύπαρξη. Με άλλα λόγια, το «είναι» θα έπρεπε να νοείται μόνο ως γεγονός και ιστορία, και επομένως με τρόπο αποφασιστικά μη μεταφυσικό. Και αυτή είναι αντικειμενικά μία από τις πιο παράλογες ιδέες που υποστηρίχθηκαν στην οντολογία.

Πράγματι, λίγο παρακάτω στο κείμενο,⁷⁰ διαμαρτύρεται έντονα εναντίον της κατανόησης της Ενανθρωπήσεως ως γεγονότος σε συνέχεια με την πραγματική ύπαρξη ενός εντελώς υποθετικού πρωταρχικού θείου Είναι. Αυτή θα έπρεπε, αντιθέτως, να νοηθεί μάλλον ως φαινόμενο που σηματοδοτεί εξ ορισμού τη ρήξη με την τελευταία αυτή πραγματικότητα και έννοια, δεδομένου ότι θα αντιπροσώπευε κατά πρώτο λόγο το αναγκαίο «γίγνεσθαι» που απορρέει έπειτα από την Τριάδα. Αυτό υπήρξε ανέκαθεν ο προορισμός του Θεού προς την εμμενοποίηση, με την πράξη της εισβολής του στην ιστορία. Πράγμα που και πάλι θα αντέκρουε οποιαδήποτε μεταφυσική ερμηνεία της θείας πραγματικότητας και της δράσης της σε σχέση με τον κόσμο. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς πίσω από όλα αυτά την ερμηνεία της Ενανθρωπήσεως που παρέχεται εκεί από τον Barth στο σχόλιό του στην Προς Ρωμαίους.⁷¹

Και όμως, αν σταθεί κανείς από την άποψη της παραδοσιοκρατικής οντο-μεταφυσικής —περισσότερο ακόμη από την άποψη της κλασικής οντο-μεταφυσικής σχολαστικού τύπου— δεν είναι δύσκολο να δει ότι αυτό που υπογραμμίζει ο Ζηζιούλας δεν είναι παρά η πιο δευτερεύουσα και συμπτωματική πλευρά της Ενανθρωπήσεως, δηλαδή εκείνη που βλέπει από τη θεία πραγματικότητα και δράση μόνο τη διάσταση της εμμενοποίησης. Αυτό αντιστοιχεί ασφαλώς σε μια βαθιά παραχάραξη της χριστιανικής οπτικής.

Κατά συνέπεια, στον στοχαστή μας, η ίδια η Ανάσταση απορροφά μέσα της την Ενανθρώπηση, καθόσον θα αποτελούσε την ίδια την «πεμπτουσία» της εσχατολογιστικής μεταρρύθμισης της οντολογίας. Και ειδικότερα θα μας παρείχε έναν εντελώς νέο —και πλήρως χριστιανικό— ορισμό του είναι, σύμφωνα με τον οποίο το είναι που «δόθηκε» από τον Θεό στον κόσμο θα ήταν ουσιαστικά εκείνο της Αναστάσεως και όχι εκείνο της δημιουργίας. Αυτό αντιστοιχεί έπειτα στο «είναι συγκροτημένο σε κοινωνία», το οποίο χαρακτηρίζει τον κτιστό κόσμο ακριβώς όπως συμβαίνει στην Τριάδα.

Ιδού ότι ο Θεός θα έπρεπε να νοείται όχι ως το ίδιο το Είναι, αλλά αντιθέτως απλώς ως Εκείνος που από αγάπη δωρίζει το είναι. Αυτό φέρνει στο πρώτο πλάνο την αγάπη και όχι το είναι.

Συνεπώς, η θεία δημιουργική πράξη δεν μπορεί να αρνηθεί, αλλά πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύουσα σε σχέση με την «εσχατολογική πράξη» —την Ενανθρώπηση—, η οποία μας αποκαλύπτει το μόνο αληθινό «νόημα του είναι»: «ως τριαδική κοινωνία και αγάπη». Η Ενανθρώπηση θα υπογράμμιζε λοιπόν το γεγονός ότι το εσχατολογικό είναι πρέπει να θεωρείται πρωτεύον σε σχέση με το είναι του δημιουργισμού.

Και ακριβώς πάνω σε αυτή τη βάση ο Ζηζιούλας προτίθεται να χαράξει τα γνωρίσματα εκείνης που γι’ αυτόν είναι η πιο αυθεντική οντολογία, δηλαδή η εσχατολογική.⁷² Εκεί όπου η τελευταία είναι ολοκληρωτικά πολωμένη από το τέλος και όχι από την αρχή ή την αρχή-αρχή, και επομένως ακριβώς γι’ αυτό αντιφάσκει προς κάθε μορφή κλασικής οντολογίας.

Πάνω σε αυτή τη βάση ο στοχαστής μας καταλήγει να κάνει την Ενανθρώπηση την πιο αυθεντική, αληθινή και αξιόπιστη δημιουργία, δηλαδή ένα γεγονός που δεν συμβαίνει καθόλου στην αρχή, αλλά αντιθέτως μέσα στη συνεχή ροή των εμμενών γεγονότων που είναι ίδια της εσχατολογικής διάστασης.⁷³ Και το επιχείρημά του ως προς αυτό συνίσταται στο ακόλουθο ερώτημα: αν πράγματι το είναι είχε καθοριστεί στην αρχή, τότε ποια ανάγκη θα υπήρχε για μια Ενανθρώπηση;

Υπό το φως της σοφιολογικής σκέψης, όμως, αυτό το ερώτημα εμφανίζεται πραγματικά σκανδαλώδες. Και όχι μόνο επειδή αρνείται πρωταρχικά φαινόμενα της δημιουργίας, τα οποία στο μεταξύ η Γένεση περιέχει ρητά ως πραγματική κοσμογονία. Αλλά και επειδή η Σοφιολογία μας εξηγεί τέλεια την Ενανθρώπηση ως έκφραση της αγαπητικής θείας πρόβλεψης της ανθρώπινης-κοσμικής Πτώσης, και επομένως ως γεγονός που δεν έχει καμία δημιουργιστική-κοσμολογική αξία, αλλά έχει αντιθέτως πρωταρχικά σωτηριολογική και ηθική αξία. Συνεπώς δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η έλευση του Χριστού δεν είναι απολύτως συμβατή με μια πρωταρχική οντολογία και με μια προϋπάρχουσα δημιουργία.

Τελευταία αναγωγική και παρεκκλίνουσα κατανόηση της Ενανθρωπήσεως είναι έπειτα εκείνη που βρίσκεται σε σχέση με την ήδη αναφερθείσα ζιζιούλεια θέση —θέση πραγματικά σκανδαλώδη!— περί μιας υποτιθέμενης θνητότητας του πρωταρχικού είναι.⁷⁴ Ειδικότερα, ο στοχαστής μας τείνει να πιστεύει ότι, μέσα σε αυτή την οντολογική διάταξη, η Ενανθρώπηση θα ήταν ένα αναγκαίο γεγονός, ώστε η διατήρηση της ζωτικότητας του κόσμου μέσω της άμεσης επέμβασης του Θεού σε αυτόν να μη λυθεί σε μια πλήρη εμμενοποίηση του ίδιου του Θεού, δηλαδή σε ανάμειξη ανάμεσα σε Αυτόν και το κτιστό.

Αυτό είναι έπειτα εκείνο που ο στοχαστής μας κατανοεί ως εκείνη την «κοινωνία» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο-κόσμο, η οποία, κατά τη γνώμη του, αντικαθιστά πλήρως κάθε οντολογία του Θεού, καθώς και της σχέσης ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο. Κατά τη γνώμη μας, με αυτόν τον τρόπο ανατρέπονται οι θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας. Και αυτό εκτρέπεται και πάλι έντονα προς την αίρεση.

Ιδού ότι, ακριβώς υπό το φως μιας τόσο παραπλανητικής κατανόησης, είναι κανείς υποχρεωμένος να αναρωτηθεί τι άραγε εμποδίζει η διατήρηση της ζωτικότητας του κόσμου μέσω της θείας εμμενοποίησης να έχει συμβεί στη δημιουργία —δηλαδή στην αρχή— και όχι αντιθέτως μόνο στην Ενανθρώπηση. Και αυτό το ερώτημα αποδομεί πλήρως το μοναδικό προσχηματικό και ιδεολογικό επιχείρημα του Ζηζιούλα.

Πράγματι, η θέση του στοχαστή μας αντιπροσωπεύει το ακριβώς αντίθετο από όσα είχαν υποστηρίξει ακόμη και ο προτεστάντης θεόσοφος Böhme⁷⁵ και, επιπλέον, και η Σοφιολογία —υποστηρίζοντας ότι η θεότητα του κόσμου υφίσταται από την αρχή. Για τον δικό μας, αντιθέτως, αυτή υφίσταται μόνο με την Ενανθρώπηση, και επομένως δεν είναι καθόλου οντολογική, αλλά είναι αποκλειστικά ιστορική.

Αυτό και πάλι δεν επιβεβαιώνει τη σοφιολογική κατανόηση της Ενανθρωπήσεως ως σοφής και αγαπητικής θείας πρόβλεψης της Πτώσης· επιπλέον, αποκαλύπτει καθαρά τις ιδεολογικές-χαϊντεγκεριανές πηγές της συνολικής οπτικής του Ζηζιούλα.

Ας έρθουμε τώρα στην ζιζιούλεια κατανόηση της Αναστάσεως.


Πρώτα απ’ όλα, η τελευταία είναι γι’ αυτόν το ακριβώς αντίθετο της σωτηρίας ως καθαρά ατομικής και σολιψιστικής πορείας, όπως παρουσιάστηκε μέσα σε εκείνη τη διδασκαλία περί αθανασίας της ψυχής, η οποία, σύμφωνα με αυτόν, υπήρξε αποκλειστικά ελληνική-ειδωλολατρική και καθόλου χριστιανική.⁷⁶ Με αυτή την έννοια, η Ανάσταση αποτελεί για τον Ζηζιούλα, πρώτον, μια απαράδεκτη φυγή από τον κόσμο και, δεύτερον, ένα φαινόμενο που αντιφάσκει μετωπικά προς τη συλλογικο-εκκλησιαστική διάσταση της σωτηρίας. Η τελευταία πρέπει επίσης να νοηθεί ως ιστορική και, συνεπώς —με αυτή την έννοια— και ως τελική και εσχατολογική. Και ακριβώς γι’ αυτό επιβεβαιώνει για τον Ζηζιούλα την αποκλειστικά σχεσιακή διάσταση της οντολογίας.

Επιπλέον, όλα αυτά συνεπάγονται γι’ αυτόν μια έννοια της Αναστάσεως η οποία είναι «σωματική» —και με αυτή την έννοια κοσμικο-ιστορική— και συγχρόνως «σωματειακή», δηλαδή συλλογική. Ως τέτοια αφορά αποκλειστικά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι το άτομο.
2.4 Ο Θεός-Είναι και η διδασκαλία περί δημιουργίας.
Σημειώσεις:

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 6 Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»

Συνέχεια από Παρασκευή 15. Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 6
Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»



Του Vincenzo Nuzzo (*)

2- Πτυχές και ειδικά ζητήματα της σκέψης του Ζηζιούλα.


.........Εξάλλου, το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός αυτοπροσδιορίζεται ως το «Ἄλφα καὶ τὸ Ὦ». Δηλαδή, ο ίδιος θεμελιώνει τη συνέχεια μεταξύ αρχικού και τελικού είναι. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να υποστηριχθεί ότι αυτό το σχήμα απορρίφθηκε ή διαστρεβλώθηκε από την ελληνική Πατερική;
Και όμως, αυτό φαίνεται να υποστηρίζει ο Ζηζιούλας. Έτσι διαμορφώνεται μια μορφή εσχατολογικής οντολογίας, η οποία στην ουσία δεν είναι μεταφυσική, διότι παρακάμπτει πλήρως την έννοια του είναι ως πρωταρχικού, σταθερού και αιώνιου. Με αυτόν τον τρόπο, η θεολογία διακηρύσσει την ανεξαρτησία της από την οντο-μεταφυσική — δηλαδή αποσυνδέει τον Θεό από το είναι ως τέτοιο, σαν να μην είναι ο Θεός το πρωταρχικό είναι.
Πράγματι, διατυπώνεται έτσι η ιδέα μιας ιστορικής απόκλισης της χριστιανικής θεολογίας από τη μεταφυσική. Και με αυτόν τον τρόπο ερχόμαστε ξανά αντιμέτωποι με το χαϊντεγκεριανό πρόγραμμα καταστροφής της μεταφυσικής, το οποίο στη συνέχεια συνέχισαν οι επίγονοί του στον χώρο της δυτικής χριστιανικής θεολογίας.
Αφού θέσει αυτά τα θεμέλια, ο Ζηζιούλας προχωρά να πλήξει την καρδιά της πιο παραδοσιακής οντο-μεταφυσικής, δηλαδή εκείνης που βασίζεται στον Αριστοτέλη. Υποστηρίζει ότι η φαινομενική αριστοτελική αντίληψη περί ενός καθαρά τελικού είναι (ως τελικής αιτίας) είναι μόνο φαινομενική και όχι πραγματική.
Σύμφωνα με αυτόν, η σύλληψη του τελικού είναι ως «πλήρωσης της προϋπάρχουσας φύσης ενός πράγματος» συνεπάγεται και πάλι έναν προσανατολισμό προς το παρελθόν και όχι προς το μέλλον. Και αυτή η «προϋπάρχουσα φύση» δεν είναι τίποτε άλλο από την ουσία ως δύναμη (δηλαδή ως δυνητικό-ιδεατό είναι), η οποία όμως, κατά τον Ζηζιούλας, δεν είναι καθόλου πραγματικό «είναι».
Συνεπώς, κατά τη σύλληψή του περί του «όντος ως όντος», ο Αριστοτέλης δεν θα είχε στραφεί στο κατ’ εξοχήν είναι, αλλά απλώς σε ένα είναι τοποθετημένο στο παρελθόν. Μια θέση που, από φιλοσοφική άποψη, είναι τουλάχιστον σκανδαλώδης........


Και λοιπόν, ακριβώς σε σχέση με αυτό καθίσταται σαφές ότι ο στοχαστής μας δεν είναι καθόλου ικανός να φιλοσοφεί σοβαρά. Πράγματι, στον αριστοτελικό όρο του Είναι αντιπαραθέτει μόλις επεισόδια παρμένα τυχαία από τη Βίβλο, και συγκεκριμένα εκείνο της Σάρρας, στην οποία είχε απαγορευθεί να γυρίσει πίσω, και εκείνο του Αβραάμ, που κλήθηκε από τον Θεό να αναζητήσει για τον εαυτό του μια νέα γη. Αλλά αυτό δεν είναι φιλοσοφείν, δεδομένου ότι πρόκειται μόλις για ρητορικά τεχνάσματα —έστω κι αν είναι μεταμφιεσμένα σε εξήγηση.

Άρα, πάνω σε τέτοια ασυνεπή θεμέλια ο Ζηζιούλας αξιώνει να μας παρουσιάσει το Είναι —σε αντίθεση προς την αριστοτελική οντολογία— ως έναν καθαρό και αποκλειστικό δυναμισμό, δεδομένου ότι αυτό συνιστά μόνο την πορεία προς έναν «σκοπό» ή «τέλος», χωρίς καμία προϋπόθεση. Περιττό να ειπωθεί ότι πίσω από μια τέτοια έννοια διαβάζεται καθαρά εκείνη η νιτσεϊκή οντολογία που επικεντρώνεται στη βούληση για δύναμη —και την οποία θα πραγματευθούμε έπειτα λεπτομερώς παρακάτω. Πράγματι, αυτή η οντολογία δεν έχει τίποτε ούτε πίσω ούτε μπροστά, δεδομένου ότι το Είναι που αναβλύζει από το βουλητικό υποκείμενο είναι εξ ορισμού ένα Είναι αποκλειστικά δυναμικό, και άρα, στην πραγματικότητα, δεν είναι αληθινά «Είναι». Διότι το αληθινό Είναι μπορεί να συνιστά μόνο ένα «ήδη δεδομένο». Όμως ούτε αυτό συνιστά αυθεντικό φιλοσοφείν· αντίθετα, φαίνεται να είναι μόλις η προσχηματική δανειοληψία φιλοσοφικών επιχειρημάτων άλλων.

Ωστόσο, ακριβώς πάνω σε αυτή την τόσο ασυνεπή βάση ο Ζηζιούλας αξιώνει όχι μόνο να παρουσιάσει την προσωπική του έννοια του «Είναι», αλλά αξιώνει ακόμη και να προκαλέσει με αυτήν ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία. Και έτσι ισχυρίζεται ότι η Βίβλος ασφαλώς είχε θέσει το ερώτημα «με ποιον τρόπο το σύμπαν έφθασε στο Είναι», αλλά αποκλειστικά με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον. Επομένως, δεν είχε θέσει το καθαρά ελληνικό πρόβλημα του κυρίως «Είναι», το οποίο εξ ορισμού έχει την αιτία του μόνο στο παρελθόν —ως Αρχή. Και τότε, σύμφωνα με τη βιβλική σκέψη, αντί για την αιτία στο παρελθόν θα υπήρχε μόνο μια αιτία στο μέλλον.

Λοιπόν, ο στοχαστής μας προσέχει πολύ να μην το πει καθαρά, αλλά στην πραγματικότητα —με βάση μια υποτιθέμενη βιβλική σκέψη— σκοπεύει να υποστηρίξει την ύπαρξη κάτι που δεν είναι καθόλου «Είναι», και που συνεπώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά το Μηδέν. Και ειδικότερα δεν φαίνεται να πρόκειται καθόλου για το Είναι λαμβανόμενο καθ’ εαυτό, δηλαδή ως καθαυτό οντότητα, η οποία είναι επομένως ριζικά ανεξάρτητη και απόλυτη. Το τελευταίο αυτό είναι, με λίγα λόγια, το «Είναι» ως αντικείμενο μιας επιστήμης που στρέφει το βλέμμα αποκλειστικά προς αυτό και προς τίποτε άλλο, δηλαδή ακριβώς η πιο κλασική οντο-μεταφυσική.

Με κάποιον τρόπο όμως ο στοχαστής μας παραδέχεται ότι αυτό το κάτι είχε τεθεί μόνο από την ελληνική σκέψη. Αυτό σημαίνει τότε ότι εκείνο για το οποίο σκοπεύει να μας μιλήσει δεν είναι καθόλου το «Είναι», αλλά μόλις κάτι που του μοιάζει πολύ από μακριά· και που μάλιστα στην αλήθεια —όπως είδαμε πριν από λίγο— είναι το ίδιο το Μηδέν. Από αυτό προκύπτει λοιπόν ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει καμία εσχατολογική οντολογία. Αυτή υπήρξε επομένως μόνο μια επινόηση —ψευδο-μεταφυσική και τελικά επίσης ψευδο-θεολογική— που ανήκει στον Ζηζιούλα και στον διανοητικό του πρωταγωνισμό. Με λίγα λόγια, είναι μόλις ένα πρόσχημα για να μιλήσει κανείς για το «Είναι» μέσα σε ένα απομονωμένα θεολογικό πεδίο, αλλά στην αλήθεια, τελικά, μόνο ψευδο-θεολογικό. Εν ολίγοις, απέναντι σε όλα αυτά, αναδύεται καθαρά η ζωτική ανάγκη που έχει η θεολογία να στηρίζεται στην πιο αυστηρή φιλοσοφία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ζηζιουλιανή έννοια του Είναι, το οποίο έχει την αιτία του μόνο στο μέλλον, παρουσιάζει αντικειμενικές εννοιολογικές αδυναμίες. Πράγματι, ποιος είπε ποτέ ότι η Βίβλος —και ειδικά η Γένεση, δηλαδή η καθολική κοσμογονία στην εβραϊκή της εκδοχή— έθεσε το πρόβλημα του Είναι μόνο κοιτάζοντας προς το μέλλον; Στην αλήθεια, αντιθέτως, φαίνεται ακριβώς ότι έθεσε το πρόβλημα του Είναι ως προέλευσης· αλλιώς δεν θα είχε καν συντάξει ένα κείμενο όπως η Γένεση. Επιπλέον, η ίδια η έννοια της αιτίας στο μέλλον είναι εντελώς τεχνητή και άλογη, και συνεπώς δεν έχει καμία φιλοσοφική αξία, καθώς είναι μόλις μια επινόηση του Ζηζιούλα, ενώ στο μεταξύ δεν είναι καθόλου μια καθαρά θεωρητική έννοια. Αντιθέτως, φαίνεται μάλλον να έχει την αξία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής και ρεαλιστικής κατανόησης του «Είναι», δεδομένου ότι αντιτίθεται σε εκείνη τη γνώση που θεωρείται, αντιθέτως, απλώς αφηρημένη, δηλαδή την οντο-μεταφυσική.

Τέλος, ποιος είπε ποτέ ότι ο ελληνισμός συνέλαβε συνολικά το Είναι ως παρελθόν; Πράγματι, ο αληθινά θεμελιώδης αριστοτελικός ορισμός του Είναι δεν είναι καθόλου αυτός. Αντιθέτως, μάλλον τίθεται απέναντι στο καθαρό «Είναι» —παραμερίζοντας οτιδήποτε άλλο, ιδίως τον χώρο και τον χρόνο— προσπαθώντας να κατανοήσει τι είναι αυτό. Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενδιαφέρει καθόλου τον στοχαστή μας.

Και πράγματι, ολόκληρο το ενδιαφέρον του στο ζήτημα συγκεντρώνεται στο ερώτημα σχετικά με το αν υπάρχει ή όχι μια κοσμογονία μέσα στις Γραφές —κοσμογονία την οποία εκείνος, πάντως, ονομάζει ακατάλληλα «κοσμολογία». Και έτσι, με εντελώς αθέμιτο τρόπο, αυτό καθιστά το θέμα του «Είναι» απλώς δευτερεύον σε σχέση με εκείνο του χρόνου. Όχι μόνο αυτό. Ο Ζηζιούλας υποθέτει πράγματι την ύπαρξη αυτού του καθορισμού μέσα στην ίδια την ελληνική φιλοσοφία και μάλιστα ως αντικειμενική της αδυναμία. Ενώ αντιθέτως, όπως μόλις είδαμε σχετικά με τον Αριστοτέλη, στην ελληνική φιλοσοφία τέτοιος καθορισμός δεν υπήρξε ποτέ.

Να λοιπόν που μπορεί να ισχυριστεί ότι ακριβώς η «κοσμολογία» θα ήταν το πεδίο της συνάντησης-σύγκρουσης ανάμεσα στον ελληνο-παγανιστικό και στον χριστιανικό πολιτισμό. Ειδικότερα, λέει, ο Έλληνας, για να γίνει χριστιανός, θα έπρεπε να δεχθεί ότι «ο κόσμος δεν υπήρχε από πάντα», αλλά αντίθετα είχε μια «ριζική αρχή». Λοιπόν, όλοι οι μελετητές αυτού του ζητήματος —φιλόσοφοι, θεολόγοι ή μη— γνωρίζουν πολύ καλά το πρόβλημα, το οποίο είναι πάντως καθαρά οντο-μεταφυσικό και καθόλου θεολογικό.

Πρόκειται πράγματι για το αν υφίσταται ή όχι μια αιώνια Ύλη. Αλλά στο μεταξύ, αν αποστρέψουμε το βλέμμα από αυτό το εξαιρετικά ειδικό θέμα, βρισκόμαστε αμέσως μπροστά σε εκείνη τη διδασκαλία της δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία έχει την πλήρη της εγκυρότητα ακόμη και ενώπιον της πιθανής ύπαρξης —ή μη ύπαρξης— μιας αιώνιας Ύλης. Ειδικότερα, πρόκειται εδώ μόλις για ζήτημα όρων: ελάχιστα αλλάζει πράγματι αν ο Θεός άντλησε το Είναι από το απόλυτο Μηδέν ή από εκείνη την αιώνια Ύλη την οποία ορθά η παραδοσιαρχική μεταφυσική αναγνώρισε ως το ίδιο το Μηδέν.

Πάντως, η πιο σαφής και πειστική πραγμάτευση όλων αυτών βρίσκεται στον Bulgakov, ο οποίος —αναφερόμενος ειδικά στον Πλάτωνα— διακρίνει το οὐκ ὄν από το μὴ ὄν, θεωρώντας το δεύτερο ως τον πόλο του Μηδενός που είναι πλησιέστερος στο Είναι, ενώ το πρώτο ως το πληρέστερο και απόλυτο μη-Είναι.⁵⁶ Με άλλα λόγια, το οὐκ ὄν έχει πολλές πιθανότητες να αντιπροσωπεύει εκείνο το μηδέν που μπορεί να οριστεί και ως ύλη, αλλά στο μεταξύ δεν είναι καθόλου οντότητα —τόσο μάλιστα ώστε ο Πλάτων μίλησε για «πρώτη ύλη».

Λοιπόν, από τέτοιες λόγιες και λεπτές φιλοσοφικο-μεταφυσικές διακρίσεις δεν υπάρχει κανένα ίχνος στον λόγο του Ζηζιούλα. Γι’ αυτό ολόκληρο το ζήτημα αντιμετωπίζεται σε ένα πεδίο πολύ μακριά από τον πιο εσωτερικό και ουσιαστικό του πυρήνα.


Επομένως, σε σχέση με το ζήτημα της αποδοχής της βιβλικής κοσμολογίας από τον ελληνο-παγανιστή άνθρωπο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αν μη τι άλλο, η χριστιανική οντο-μεταφυσική —δηλαδή η αληθινή σκέψη που οικοδομείται πάνω στη Βίβλο— διόρθωσε την αντικειμενικά συγκεχυμένη έννοια της αιώνιας Ύλης. Αλλά δεν μπορεί βέβαια να ειπωθεί ότι το έκανε αυτό αναφερόμενη στις Γραφές. Το έκανε, αντίθετα, αναφερόμενη στις συντεταγμένες εκείνης της καθολικής μεταφυσικής που πάντοτε βρήκε την πληρέστερη έκφρασή της μόνο στην παραδοσιαρχική σκέψη.

Έχοντας πει αυτό, πρέπει για λίγο να περάσουμε στο πολύ πιο ειδικό ζήτημα του Θεού-Είναι, το οποίο θα πραγματευθούμε παρακάτω.

Πράγματι, ο Ζηζιούλας μνημονεύει σχετικά την κατανόηση του Θεού ως αιτίας-λόγου του σύμπαντος, και θεωρεί ότι ο Χριστιανισμός έδωσε στο σχετικό ζήτημα μια πολύ καλύτερη απάντηση από την ελληνο-φιλοσοφική. Διότι ο Χριστιανισμός θα είχε θέσει μόνο τον Θεό ως αιτία-λόγο και όχι, αντίθετα, το «Είναι» καθ’ εαυτό, χωρίς καμία θεϊστικο-θεολογική συνυποδήλωση. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι, σύμφωνα με αυτόν, ο Χριστιανισμός θα είχε αρνηθεί πάνω σε αυτή τη βάση την ύπαρξη μιας πρωταρχικής οντολογίας, δηλαδή το «Είναι» ως αρχή κάθε περίπτωσης.

Παραδέχεται όμως ότι μια τέτοια απάντηση θα είχε, κατά βάθος, δοθεί και από τους Έλληνες, αλλά στο μεταξύ χωρίς να τίθεται «μια ριζική αρχή της δημιουργίας». Επιστρέφουμε έτσι, με λίγα λόγια, στη διάκριση ανάμεσα στη διδασκαλία της αιώνιας Ύλης και στη διδασκαλία της δημιουργίας εκ του μηδενός. Η τελευταία, για τον στοχαστή μας, αποκλείει κάθε κατάσταση του «Είναι» ως «αναγκαίας οντολογικής πηγής».

Λοιπόν, με όλα αυτά δεδομένα, για τον Ζηζιούλα το κεντρικό πρόβλημα θα συνίστατο, με λίγα λόγια, στη θεμελίωση —ή μη— της ριζικής καινοφάνειας του δημιουργημένου Είναι. Θεμελίωση η οποία, σύμφωνα με αυτόν, θα βρισκόταν μόνο στη Βίβλο και στη συνδεδεμένη με αυτή πατερική σκέψη. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο πως υπήρξε πράγματι μια βιβλική σκέψη, ο Berdjaev μαρτυρεί καθαρά την απουσία μιας τέτοιας θεμελίωσης και στο πλαίσιο της χριστιανο-ορθόδοξης σκέψης.⁵⁷ Πράγματι, όπως ήδη είπαμε, και αυτή η τελευταία στάθηκε πάντοτε πρωτίστως σε εκείνο το πρωταρχικό Είναι που είναι κατόπιν σαφώς στατικό, και επομένως είναι πρώτα απ’ όλα «ήδη δεδομένο για πάντα», θέτοντας έτσι αποφασιστικά σε δεύτερο πλάνο τη φύση του ως «καινοφάνειας».

Κι όμως, ο Ζηζιούλας παραβλέπει αυτή την προφάνεια. Η λύση του στο πρόβλημα συνίσταται λοιπόν στο να υπογραμμίζει αποκλειστικά τη διάσταση της θείας βούλησης ως πραγματικής Αιτίας του Είναι στο πλαίσιο της πατερικής σκέψης.

Και με αυτό περνούμε στο ζήτημα της εκούσιας γένεσης του Είναι, το οποίο έχουμε ήδη πραγματευθεί γενικά και θα πραγματευθούμε λεπτομερώς παρακάτω. Το γεγονός όμως είναι ότι, μέσω αυτής της οδού, ο στοχαστής μας επιστρέφει στο να ορίζει το «Είναι» ως προς τη φύση του. Από αυτό αναδύεται λοιπόν ένας καθαρός και απόλυτος δυναμισμός του Είναι, ως ουσιαστική πορεία προς έναν σκοπό χωρίς καμία προϋπόθεση. Να, με λίγα λόγια, η πιο ακραία εκδοχή της σύλληψής του για το «Είναι» ως υπάρχον και εξηγήσιμο μόνο από το τέλος, και καθόλου από την αρχή.

Και να λοιπόν που το σύμπαν, ως προϊόν της βούλησης, δεν μπορεί να είναι στατικό, αλλά μόνο δυναμικό. Αλλά, διευκρινίζει ο Ζηζιούλας, καθόλου με τη νεοπλατωνική έννοια της απορροής —από πάνω προς τα κάτω και κάθετα—, αλλά μόνο με την έννοια μιας οριζόντιας κίνησης προς ένα τέλος, η οποία τελικά εκβάλλει στον Χριστό ως εσχατολογική ανακεφαλαίωση. Από εδώ προκύπτει λοιπόν η σύλληψη του Είναι ως κάτι ριζικά μη-ουσιακό και καθαρά δυναμικό, και επομένως, στην αλήθεια, καθόλου οντολογικό.

Επιστρέφει, με λίγα λόγια, η προφάνεια του γεγονότος ότι ο στοχαστής μας, παρά τις αξιοσημείωτες προσπάθειές του να συλλάβει μια εσχατολογική οντολογία, στην πραγματικότητα αρνείται την οντολογία tout court. Και έτσι εκβάλλει αναπόφευκτα στον μηδενισμό.

Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται ότι με αυτή την έννοια η δημιουργία είναι αναπόσπαστο μέρος της «οικονομίας», εφόσον δεν μπορεί καθόλου να νοηθεί ως χωρισμένη από τον σκοπό της. Με λίγα λόγια, στην πραγματικότητα δεν είναι δημιουργία Είναι, αλλά μόνο καθαρή κίνηση. Και με αυτόν τον τρόπο ο μηδενισμός της σύλληψης του Ζηζιούλα γίνεται εξαιρετικά σαφής. Όπως γίνεται ξανά σαφές ότι κινείται σε ένα επίπεδο μεγάλων και σοβαρών αρνήσεων της μεταφυσικής, τόσο της συνηθισμένης και κλασικής —δηλαδή παραδοσιακής— όσο και της καθολικής —δηλαδή παραδοσιαρχικής.

Επιπλέον, σε αυτό το πλαίσιο η έννοια της «οικονομίας» —η οποία μέσα στη χριστιανο-ορθόδοξη σκέψη έχει εν τω μεταξύ μια πολύ ειδική και πρωτότυπη σημασία, αναφερόμενη ιδιαίτερα ακριβώς στην εμμενή και δυναμική διάσταση της θείας πραγματικότητας— υποβάλλει μια πολύ πιθανή συγγένεια του στοχαστή μας ακόμη και με τη μαρξιστική διδασκαλία, η οποία θέτει την οικονομία ακριβώς ως τη διάσταση του Είναι που, μέσω της ιστορίας, τείνει ισχυρότερα προς έναν μεσσιανικό σκοπό κοινωνικού και πολιτικού τύπου.

Σε κάθε περίπτωση, αφού τεθούν όλα αυτά, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι ολόκληρη η ζηζιουλιανή ψευδο-οντολογία συνοψίζεται στον ακόλουθο τύπο: τίποτε δεν υπάρχει στην αρχή, αλλά αντίθετα τα πάντα υπάρχουν μόνο για έναν σκοπό και, επιπλέον, ακόμη και εκκινώντας από αυτόν.

Και σχετικά με αυτό, ο στοχαστής μας προσπαθεί ξανά να υπερασπιστεί την εσχατολογική οντολογία —γι’ αυτόν τυπικά χριστιανική— απέναντι στην τελεολογική οντολογία του Αριστοτέλη, δηλαδή την απλή «τελεολογία», στην οποία εν τω μεταξύ δεν αποδίδει καμία αξία. Πράγματι, ισχυρίζεται ότι δεν αρκεί καθόλου να τεθεί ότι το Είναι έχει έναν σκοπό. Αντίθετα, είναι θεμελιώδες να αναρωτηθεί κανείς αν αυτός ο τελευταίος είναι απλώς «αποτέλεσμα» ή, αντίθετα, η ίδια η «αιτία», και συγκεκριμένα αναίτια αιτία. Αυτό, γι’ αυτόν, διαφοροποιεί τη χριστιανική εσχατολογία από κάθε δυνατή τελεολογία —ιδίως καθόσον δεν είναι λογική, επειδή θέτει το ωμέγα πριν από το άλφα. Και να πάλι μια σκέψη λογικά εντελώς παράλογη.

Το θέμα της τελεολογίας προσφέρει επομένως στον Ζηζιούλα μια ακόμη δυνατότητα να ορίσει το «Είναι» στη φύση του.⁵⁸ Και εδώ το μεταφυσικό πρόβλημα που αναδύεται είναι ειδικότερα εκείνο της διαφοράς ανάμεσα στο bene esse και στο esse κυρίως ειπείν, όπου ο δικός μας μας κάνει να καταλάβουμε ότι γι’ αυτόν το αληθινό «Είναι» είναι το πρώτο και όχι το δεύτερο. Πρόκειται, με λίγα λόγια, ξανά για τον βιβλικό χαρακτηρισμό του Είναι ως «πολύ καλού», για τον οποίο έχουμε ήδη μιλήσει.

Και ξανά ωθείται κανείς σχετικά με αυτό να σκεφτεί ότι γι’ αυτόν η βιβλική σύλληψη του «Είναι» είναι ηθική και όχι οντολογική. Αλλά δεν είναι καθόλου έτσι, δεδομένου ότι εκείνον —ως ωθούμενο πρωτίστως από τις σύγχρονες φιλοσοφικές ιδεολογίες— τον ενδιαφέρει πρώτα απ’ όλα να επιβεβαιώσει μόνο τον δυναμισμό του Είναι. Πράγματι, εδώ σκοπεύει να διαμαρτυρηθεί κυρίως εναντίον εκείνου του esse που, κατά τη γνώμη του, δίνεται υπερβολικά εύκολα ως αυτονόητο από την πρωτολογία· είμαστε, με λίγα λόγια, ξανά μπροστά στο καθαρό και καθ’ εαυτό «Είναι», δηλαδή στο εντελώς αχαρακτήριστο, την ύπαρξη του οποίου ο Ζηζιούλας απορρίπτει πλήρως.

Συνεπώς, με αυτή την έννοια, γι’ αυτόν το bene esse αποκλίνει από το essere tout court, καθόσον αποτελεί την αληθέστερη μορφή του, με την έννοια μιας υποτιθέμενης αυθεντικότητας. Όμως εδώ χάνει ξανά μοιραία τις συντεταγμένες της καθολικής οντο-μεταφυσικής, δεδομένου ότι δεν αντιλαμβάνεται πως το πρώτο —δηλαδή το ίδιο το «πολύ καλό» που διαπιστώνει ο Θεός στη Γένεση— δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκείνο το ιδεατό Είναι, το οποίο, μολονότι χαρακτηρίζεται ηθικά, ακριβώς γι’ αυτό είναι ακόμη περισσότερο οντικό. Πράγματι, αυτό αντιστοιχεί στον Πλάτωνα στο πρότυπο και στον κανόνα του Είναι, δηλαδή σε εκείνες τις Ιδέες από τις οποίες εξαρτάται κριτικά ο τρόπος ύπαρξης των πραγμάτων, δηλαδή η μορφή με την οποία το αφηρημένο-υπερβατικό «Είναι» παρουσιάζεται σε εμάς συγκεκριμένα μέσα στον κόσμο.

Πάνω σε αυτή τη συνολική βάση έρχεται κατόπιν εκείνο που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον τελευταίο ορισμό του «Είναι» από τον Ζηζιούλα.⁵⁹ Και αυτός εμπίπτει στην πραγμάτευση του εξαιρετικά λεπτού ζητήματος της υποτιθέμενης θνητότητας του Είναι, το οποίο αντιμετωπίζεται από τον στοχαστή μας, για άλλη μια φορά, σε έντονη απόκλιση τόσο από τη συνηθισμένη οντο-μεταφυσική —και τη συνδεδεμένη με αυτή χριστιανική θεολογία— όσο και από την καθολική οντο-μεταφυσική. Πράγματι, θεωρεί ότι το πρωταρχικό Είναι υπήρξε θνητό και όχι αιώνιο, όπως αντίθετα θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται η πραγματικά καταπληκτική άρνηση —ή τουλάχιστον υποτίμηση— από μέρους του Ζηζιούλα τόσο της διδασκαλίας της Πτώσης όσο και εκείνης της Πρώτης δημιουργίας.

Αλλά μέσα σε αυτό το πλαίσιο αρνείται πρώτα απ’ όλα την αδιάκοπη συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο πρωταρχικό και στο τελικό Είναι, ιδίως όσον αφορά την ικανότητα παραμονής του «Είναι» και επομένως την ικανότητά του να διαφεύγει τη θνητότητα. Πράγματι, ο στοχαστής μας αρέσκεται να πιστεύει ότι αυτή η ικανότητα υφίσταται μόνο βάσει της δράσης του μέλλοντος πάνω στο παρόν, δεδομένου ότι η παραμονή του Είναι δεν θα είχε «καμία φυσική συνέχεια με το παρελθόν». Συνεπώς από αυτό προκύπτει γι’ αυτόν ότι η δημιουργία «χωρίς έσχατα» ισοδυναμεί απολύτως με το «είναι-προς-θάνατον». Και επομένως, κατά τη γνώμη του, ακριβώς στη heideggerιανή διδασκαλία του είναι-προς-θάνατον θα συνοψιζόταν η χριστιανική δογματική βάση της Φύσης.

Πρόκειται προφανώς για παραλογισμούς όχι μόνο θεολογικούς αλλά και μεταφυσικούς. Και το γιατί αυτού εμφανίζεται ξανά εξαιρετικά καθαρά: ο Ζηζιούλας εκκινεί στην οντολογική του σκέψη από την αντι-μεταφυσική και ψευδο-οντολογία του Heidegger.

Πάντως, θέτει με ειδικό τρόπο το πρόβλημα του πώς το τωρινό Είναι μπορεί να εξαρτάται από το εσχατολογικό ως το μόνο «αληθινό Είναι», και πιστεύει ότι βρίσκει στο κοσμολογικό πατερικό σκέπτεσθαι το έρεισμα γι’ αυτό. Σύμφωνα με αυτό το σκέπτεσθαι, πράγματι, η κτιστή φύση, σε αντίθεση με τη θεία φύση —μη φανερωμένη και επομένως μη έχουσα ακόμη συγκροτηθεί ως Είναι— θα είχε μια αρχή μέσα στον χρόνο, όντας έτσι αμετάβλητα εκτεθειμένη στον θάνατο. Με λίγα λόγια, το ίδιο το πρωταρχικό Είναι, όσο κι αν είναι υπερβατικό, θα είχε θεωρηθεί από την Πατερική ως θνητό εξαρχής.

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, ο Ζηζιούλας φαίνεται να θέλει να διαγράψει πλήρως το γεγονός της Πτώσης από την πατερική κοσμογονία, επιχειρώντας έτσι να μας πείσει ότι μέσα σε αυτήν η θνητότητα δεν θεωρήθηκε καθόλου δευτερογενές φαινόμενο ως έκπτωση από την αιωνιότητα. Και, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν φαίνεται καθόλου ότι έτσι είχαν τα πράγματα μέσα στην πατερική σκέψη —όπως είδαμε σχετικά με τον Γρηγόριο Νύσσης. Επιπλέον, η Σοφιολογία, που βασίζεται ακριβώς σε αυτόν, συνέλαβε τη θνητότητα ακριβώς ως έκπτωση από την αιωνιότητα εξαιτίας της Πτώσης.⁶⁰ Επιπλέον, όπως μπορεί να φανεί από τη βιβλιογραφία, αυτή η διδασκαλία υποστηρίχθηκε και από στοχαστές που δεν προσχωρούν στη Σοφιολογία, όπως ο Losskij. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια αναπόφευκτη πτυχή μέσα στη χριστιανο-ορθόδοξη παράδοση.

Αλλά πέρα από αυτό, με τον τρόπο αυτό ο στοχαστής μας καταλήγει να ορίζει για άλλη μια φορά το πρωταρχικό «Είναι» ως προς τη φύση του. Και το κάνει ισχυριζόμενος στην πραγματικότητα ότι η φύση του δεν θα ήταν καθόλου θεία —και επομένως αθάνατη— αλλά αντίθετα θνητή. Πράγμα που σημαίνει για άλλη μια φορά ότι, γι’ αυτόν, το Είναι δεν υπήρξε ποτέ αιώνιο.

Σημειώσεις:

56
Sergej N. Bulgakov, La luce… ό.π., I, I σ. 121, I, I, 2 σσ. 213–216, II, II, 2 σ. 271.
57 Nikolaj Berdjaev, Il senso… ό.π., Εισαγωγή, σσ. 39–43, V σσ. 167–170, V σσ. 172–177, V σσ. 182–185, XI σσ. 318–323.
58 John D. Zizioulas, Ricordare… ό.π., II σσ. 132–134.
59 John D. Zizioulas, Ricordare… ό.π., II, 1–2 σσ. 134–146.
60 Sergej N. Bulgakov, La luce… ό.π., II, II, 1 σ. 257, II, II, 2 σ. 276, II, II, 3 σσ. 282–283, II, II, 4 σσ. 296–306, III, I, 2 σσ. 329–340, III, I, 5 σσ. 356–362, III, I, 6 σσ. 363–365, III, II, 2 σσ. 388–394, III, III, 1 σ. 401, III, III, 5 σ. 446, IV σσ. 466–474· Sergej Bulgakov, La sposa… ό.π., I, I, 3e, 1, 2 σ. 83, I, I, 4 σ. 129, I, III, 2 σ. 224, I, IV, 1 σσ. 289–299, II, VI σ. 469, III, 1 σ. 772· Vladimir Losskij, La teologia… ό.π., 4 σ. 92, 6 σσ. 112–116, 6 σ. 128, 7 σ. 134, 8 σ. 149, 10 σ. 195.

2.2 Το ειδικό ζήτημα του Θεού-Είναι

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 7 Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»

Συνέχεια από Τρίτη 26. Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 7
Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»



Του Vincenzo Nuzzo (*)

2.2 Το ειδικό ζήτημα του Θεού-Είναι

Το θέμα αυτό έχει ήδη αναδυθεί πολλές φορές στην προηγούμενη ενότητα, γι’ αυτό και το έχουμε ήδη εν μέρει πραγματευθεί. Πράγματι, κατέστη φανερό ότι και για τον Ζηζιούλα το πρωταρχικό είναι συμπίπτει κατά κάποιον τρόπο με το «είναι» καθαυτό. Ωστόσο πρέπει να καταγραφεί ότι, με διάφορους τρόπους, κατά τη διάρκεια του RIF, εκείνος αρνείται κατηγορηματικά να παραδεχθεί ότι το «είναι» συμπίπτει πραγματικά με τον Θεό, και επομένως απορρίπτει αποφασιστικά εκείνη τη διδασκαλία περί Θεού-Είναι, η οποία αντιθέτως βρισκόταν πάντοτε στο ίδιο το κέντρο της παραδοσιακής οντολογίας σχολαστικού τύπου. Επιπλέον, ακόμη μία φορά, εκφράζει αυτή την απόρριψη στο όνομα της Βίβλου και της ελληνικής πατερικής σκέψης. Αυτή, και από αυτή την άποψη, θα διαφοροποιούνταν ριζικά από τη χριστιανική-δυτική σκέψη. Κάτι που, βέβαια, είναι ασφαλώς αληθές, αλλά όχι για τους λόγους που προβάλλει ο Ζηζιούλας.

Πράγματι, όπως έχουμε ήδη πει, η ελληνική πατερική οντολογία στηριζόταν πάντοτε σταθερά στη σύλληψη του Θεού ως «υπερούσιου» ή «υπερ-είναι», και τούτο βάσει της αυστηρά αποφατικής διάστασης της θεολογίας που καλλιέργησε. Και όμως, στην πράξη, δεν αρνήθηκε ποτέ την ύπαρξη —έστω δευτερεύουσα— ενός Θεού-Είναι.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η τοποθέτηση συμπαρατάσσεται με εκείνη του ελληνικού-ειδωλολατρικού αποφατισμού, ιδιαίτερα του νεοπλατωνικού. Και επομένως προϋποθέτει αναγκαστικά τουλάχιστον μια στέρεη σύλληψη του «είναι» καθαυτό. Συνεπώς, αν θέλουμε να είμαστε πολύ αυστηροί, μπορούμε επίσης να αρνηθούμε ότι η ελληνική Πατερική συνέλαβε έναν Θεό-Είναι. Αλλά, στο μεταξύ, είναι εξαιρετικά απίθανο να αρνήθηκε και την ύπαρξη ενός πρωταρχικού είναι, το οποίο τουλάχιστον κατέχει μια θέση αμέσως επόμενη από εκείνη του καθαρού θείου «υπερ-είναι». Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται σε συνέχεια με αυτό. Και, ως προς αυτό, εμφανίζεται και πάλι παραδειγματική η καθολική μεταφυσική της παραδοσιοκρατικής σκέψης· μέσα σε αυτήν αρνείται ασφαλώς η διδασκαλία περί Θεού-Είναι —προς όφελος εκείνης περί του θείου Ενός ως «υπερ-είναι»—, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζεται ότι το τελευταίο ακολουθεί την αρχική στιγμή της εμμονής στο πλαίσιο των συμβάντων της εκδήλωσης της Αρχής.⁶¹ Η διδασκαλία που εκθέτει ο Ζηζιούλας, αντιθέτως, παραβλέπει εντελώς αυτή τη σειρά τόσο πιεστικών και πειστικών μεταφυσικών ενδείξεων.

Ας δούμε όμως τις λεπτομέρειες αυτής της πεποίθησης του στοχαστή μας.

Η πρώτη και μεγαλύτερη άρνηση του Θεού-Είναι υφίσταται σε αυτόν στη ρίζα, δηλαδή εκεί όπου αρνείται τη νομιμότητα της ίδιας της πρωταρχικής οντολογίας.⁶² Αρνείται, με άλλα λόγια, ότι η θεολογία πρέπει να χρησιμοποιεί «οντολογικές κατηγορίες», και επομένως ότι μπορεί και μάλιστα οφείλει να συλλαμβάνει τον Θεό ως ένα «είναι» ή ακόμη ως «Εκείνον που είναι» κατ’ εξοχήν. Εμβαθύνοντας έπειτα σε αυτή τη θέση, αρνείται ότι ο Θεός μπορεί να συλληφθεί ως «ουσία» —και το δικαιολογεί αυτό υποστηρίζοντας ότι η ουσία, δηλαδή το ίδιο το «είναι», δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα απλό «κάτι». Επομένως δεν θα είχε κανένα δικαίωμα να αντιπροσωπεύει πραγματικά τη φύση του Θεού.

Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η σχολαστική διδασκαλία των Υπερβατικών συλλαμβάνει τον Θεό ακριβώς ως ουσία, χωρίς όμως να τρέφει καμία αμφιβολία για τη φύση του ως «είναι», και πάντως ως υπερβατικού και ιδεατού είναι.⁶³ Και πραγματικά δεν κατανοεί κανείς ποια δυσκολία υπάρχει στο να συλληφθεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο ένας Θεός-Είναι. Πράγματι, αυτός θα συμπίπτει ασφαλώς με ένα «κάτι», δηλαδή με μια οντότητα —ακριβώς όπως το ιδεατό-υπερβατικό άτομο που συνέλαβε ο Πλάτων ως παράδειγμα του πραγματικού και εμμενούς πράγματος—, αλλά δεν θα συμπίπτει γι’ αυτό με ένα ον. Είναι αλήθεια, στο μεταξύ, ότι ο σχολαστικός στοχασμός περί των Υπερβατικών κατέληξε στον Θωμά σε έναν τελικό οντισμό, ο οποίος εμπλέκει και τον Θεό ως Ens. Ωστόσο, μέσα στην πλήρη χριστιανική σκέψη, ο ίδιος αυτός στοχασμός έμεινε με την Edith Stein μέσα στα όρια ενός πλατωνισμού που απαγορεύει ρητά μια τέτοια κατάληξη.⁶⁴ Και πραγματικά δεν καταλαβαίνει κανείς πώς ο Ζηζιούλα —ο οποίος δηλώνει κληρονόμος εκείνης της ελληνικής πατερικής σκέψης που διατήρησε την πλατωνική κληρονομιά περισσότερο από οποιαδήποτε χριστιανική σκέψη— δεν ήταν ικανός να συλλάβει ιδέες σαν αυτές.

Εντούτοις, καταλήγει να δικαιολογεί τη θέση του βάσει των θεολογικών απαιτήσεων που πράγματι, μέσα στην ελληνική πατερική σκέψη, διατηρήθηκαν πάντοτε σταθερές στο πλαίσιο της προσπάθειας να διευκρινιστεί η φύση της Τριάδας. Όσα μόλις είπαμε αντανακλούν πράγματι την ανάγκη προστασίας της θείας αγνωσίας —μια ανάγκη της οποίας η σημασία επιβεβαιώνεται και από άλλους ερμηνευτές της πατερικής σκέψης.⁶⁵

Αλλά πέρα από αυτό υπάρχει και η ανάγκη να αποφευχθεί, αφενός, η μονομερής ταύτιση του Θεού μόνο με τον Πατέρα —διαμορφώνοντας έτσι στην πράξη έναν αντιτριαδικό μονοθεϊσμό— και, αφετέρου, η ταύτισή του με τα πραγματοειδή όντα ως τριαδικά Πρόσωπα. Και γι’ αυτό βρίσκουμε επιβεβαίωση στην εξαιρετικά προσεκτική σκέψη του Bulgakov σχετικά με την εξέλιξη της συζήτησης γύρω από την Τριάδα —η οποία διεξάγεται κυρίως στο Ο Παράκλητος.

Βεβαίως, η ανάδειξη όλων αυτών είναι αναμφίβολα νόμιμη, αλλά είναι νόμιμη από μια αυστηρά θεολογική άποψη. Πολύ διαφορετικά έχουν όμως τα πράγματα, αν διευρύνουμε το βλέμμα προς τον οντο-μεταφυσικό ορίζοντα αυτής της προβληματικής. Και κάνοντάς το αυτό, αναδύεται τότε μια ολόκληρη σειρά πλευρών που όχι μόνο επιτρέπουν να αντικρούσουμε τη θέση του Ζηζιούλα, αλλά επιπλέον μας οδηγούν ξανά στο θέμα του εναλλακτικού ορισμού του «είναι» που εκείνος προσπάθησε να υποστηρίξει.


Πρώτα απ’ όλα επανέρχεται το θέμα της άρνησης της ταύτισης ανάμεσα στον Θεό και την ουσία. Αυτό αντιπροσωπεύει άλλωστε τον κύριο λόγο για τον οποίο ο στοχαστής μας αρνείται ότι είναι νοητός ένας Θεός-Είναι. Και σε αυτό στηρίζεται ιδιαίτερα στη σκέψη του Παλαμά σχετικά με το «Ἐγώ εἰμι» της βιβλικής Εξόδου. Πράγματι, ο τελευταίος αυτός στοχαστής υποστήριξε ότι, ορίζοντας τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο, ο Θεός δεν θέλησε να πει ότι είναι «η ουσία», αλλά θέλησε αντιθέτως να πει ότι αποτελεί «το είναι». Αυτό όμως θα σήμαινε —όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο— ότι Εκείνος δεν ταυτίζεται με το «είναι» καθαυτό, αλλά αντιθέτως απλώς δηλώνει ότι είναι Εκείνος που αγκαλιάζει και περιέχει κάθε δυνατό είναι. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι ορίζει τον εαυτό του ως «υπερούσιο» ή «υπερ-είναι», ιδίως ως Ολότητα του Είναι. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει ακατάληπτος στην ουσία του και επομένως στο Όνομά του. Σε αυτές τις σκέψεις δεν είναι δυνατόν να αντιταχθεί τίποτε. Αλλά, στο μεταξύ, αυτές δεν αντιστοιχούν με κανέναν τρόπο σε όσα θέλει να υποστηρίξει ο Ζηζιούλα.

Ειδικότερα, ο στοχαστής μας βλέπει ακριβώς στην έμφαση που τίθεται στο θείο Όνομα την τάση της δυτικής θεολογίας να θεωρεί την οντολογία απαραίτητη για τη γνώση του Θεού —με την πεποίθηση ότι Εκείνος ο ίδιος θα είχε δηλώσει πως αποτελεί έναν Θεό-Είναι, ορίζοντας με ανοιχτό τρόπο το δικό του όνομα. Και πρέπει να θυμηθούμε ότι αυτό πράγματι έκανε και ο Beierwaltes, θεωρώντας το «Ἐγώ εἰμι» της Εξόδου ως την πρώτη διατύπωση της σκέψης που όρισε τη φύση του «είναι». Ο στοχαστής μας, όμως, δεν φαίνεται να αποδίδει καμία σημασία σε αυτή την καθαρά φιλοσοφική διατύπωση. Αντιθέτως, επιμένει στο γεγονός ότι η ελληνική Πατερική διακρίθηκε από αυτή τη σειρά θεολογικο-φιλοσοφικών θέσεων, χρησιμοποιώντας απλώς τη γλώσσα της οντο-μεταφυσικής, χωρίς όμως ποτέ να την υιοθετήσει εννοιολογικά με πλήρη τρόπο.

Με όλα αυτά συνδέεται επιπλέον, σύμφωνα με τον Ζηζιούλα, η δυνατότητα να συλληφθεί ο Θεός ως υπόσταση, δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο ταυτίζεται αναγκαστικά με το «είναι» ως «κάτι», και επομένως ως ον. Η υπόσταση, πράγματι, εξ ορισμού προηγείται των όντων και επομένως και των ίδιων των τριαδικών Προσώπων. Επομένως, αν θεωρηθεί ως θεία, καταλήγει να διαμορφώνει έναν Θεό που δεν τίθεται σε εσωτερική και αδιάλυτη σχέση με τα τριαδικά Πρόσωπα. Πρέπει όμως να ειπωθεί ότι, ως προς αυτό, ο Losskij μας έδειξε πως αυτή η θέση δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά η ορθολογικοποίηση της φύσης και της δυναμικής της Τριάδας —δεδομένου ότι η τελευταία είναι ο κατεξοχήν τόπος των αντινομιών. Και αυτή η διευκρίνιση είναι σημαντική για να κατανοήσουμε πόσο επιφανειακά και ασυνεπή είναι τα δογματικά βέτο που θέτει ο Ζηζιούλα.

Άλλη αδύνατη σύλληψη του Θεού είναι γι’ αυτόν εκείνη που τον ταυτίζει με το «είναι», καθόσον Εκείνος θεωρείται η πρώτη Αιτία του είναι. Και αυτό είναι άλλωστε ένα από τα σημεία της σκέψης του όπου προσεγγίζει πιο ρητά τον Heidegger. Πράγματι, αναφέρεται ακριβώς σε αυτόν, όταν αρνείται ότι ο Θεός μπορεί να θεωρηθεί ως μεταφυσική Αιτία των όντων. Από αυτό απορρέει αναγκαστικά το ότι πρέπει να τον συλλάβουμε ως ριζικά προγενέστερο των όντων, με συνέπεια να μην μπορούμε να τον συλλάβουμε ούτε ως πρωταρχικό είναι ούτε και ως «είναι» κατ’ εξοχήν —με βάση το γεγονός ότι αποτελεί το έσχατο Θεμέλιο των όντων. Και ως προς αυτό μας υπενθυμίζει ότι ο Heidegger απαγόρευσε να συγχέεται με οποιονδήποτε τρόπο το είναι με τα όντα.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε ήδη δει πολλές φορές, ολόκληρος ο λόγος του Ζηζιούλα πάνω σε αυτό το ζήτημα καταλήγει στη διατύπωση σύμφωνα με την οποία ο Θεός δεν συμπίπτει καθόλου με το Είναι, καθόσον Εκείνος είναι μάλλον Αυτός που αγκαλιάζει και περιέχει κάθε δυνατό είναι. Επομένως είναι μάλλον η «θεμελιώδης οντολογική Αρχή». Αυτό σημαίνει έπειτα ότι η ουσία είναι αναγκαστικά το είναι —ως on—, αλλά στο μεταξύ το είναι —ως to on— δεν είναι αναγκαστικά η ουσία. Έτσι όμως αρνείται στην πράξη εκείνη η συνέχεια που υφίσταται ανάμεσα στην ουσία —την Τριάδα— και το κοσμικό είναι, ιδίως μέσω της «Σοφίας», την οποία υποστήριξε ο Bulgakov και η οποία έφερε μια θεμελιώδη διευκρίνιση σε ολόκληρη αυτή την οντο-μεταφυσική ύλη.⁶⁶

Πέρα από αυτό, πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ταύτιση του Θεού με την Αρχή μάς επαναφέρει στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης παραδοσιοκρατικής μεταφυσικής, εκεί όπου αυτή αρνείται ακριβώς γι’ αυτό στον Θεό τη φύση του είναι, θεωρώντας τον όμως ένα «υπερ-είναι» που, εκδηλωνόμενο, καταλήγει πάντως στο «είναι». Το γεγονός όμως είναι ότι ο Ζηζιούλα δεν αναγνωρίζει καθόλου τον εαυτό του μέσα σε αυτή την οπτική, δεδομένου ότι γι’ αυτόν ανάμεσα στον Θεό και το Είναι υπάρχει μια αγεφύρωτη απόσταση —αφού Εκείνος είναι υπερβατικός σε σχέση με το κτιστό ακόμη και στην πρωταρχική και υπερβατική του μορφή—, λόγος για τον οποίο ο ίδιος ο Θεός δεν βρίσκεται καθόλου σε συνέχεια με το Είναι. Αυτό διαμορφώνει έπειτα μία από τις πιο σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις της σκέψης του. Εδώ πράγματι προσποιείται ότι μιλά στο όνομα ενός αυστηρότατου αποφατισμού και υπερβατισμού —καθαρά θεολογικού—, αλλά φαίνεται να λησμονεί ότι αλλού στο RIF ταύτισε το είναι με την πληρέστερη χρονική εμμένεια, δηλαδή με την εξέλιξη και την ιστορία. Με λίγα λόγια, αν δεχθούμε ότι ο Ζηζιούλα δεν ψεύδεται απροκάλυπτα, πραγματικά δεν καταλαβαίνει κανείς σε ποια πλευρά τοποθετείται. Αυτό αφήνει να αναδυθεί η υποψία ότι τουλάχιστον είχε πολύ συγκεχυμένες ιδέες.

Δεν είναι τυχαίο ότι —κάνοντας έστω μια μερική παραχώρηση στη διδασκαλία περί Θεού-Είναι— μας αφήνει να εννοήσουμε ότι η έννοια του Θεού-Είναι θα ήταν απλώς περιοριστική, καθόσον είναι απλώς υπαρξιακή, αλλά πάντως θα ήταν η μόνη αποδεκτή για τον χριστιανό.⁶⁷

Αυτή η διατύπωση, όμως, καταλήγει στη στήριξη που εκείνος προσφέρει στη σύλληψη του Θεού-Είναι μόνο ως «Εκείνου που έρχεται» και επομένως στο πλαίσιο εκείνου του καθαρού δυναμισμού του είναι που έχουμε ήδη σχολιάσει. Συνεπώς είναι σαφές ότι με αυτόν τον τρόπο δεν γίνεται καθόλου λόγος για τον Θεό-Είναι με την κυριολεκτική έννο
ια.

Αλλά ακριβώς σε αυτό το σημείο ο Ζηζιούλα μάς πληροφορεί ότι το «Ἐγώ εἰμι» δεν θα ήταν ένας οριστικός τύπος του «είναι», αλλά αντιθέτως απλώς ένας «αυτο-ορισμός» εκ μέρους του Θεού, και επομένως μια «προσωπική επικοινωνία» που έγινε από Αυτόν προς τον άνθρωπο. Με λίγα λόγια, περισσότερο από μια διατύπωση, θα ήταν η επικοινωνία του ίδιου του Εαυτού Του, την οποία έκανε ο Θεός στον άνθρωπο —αλλά ακριβέστερα ούτε ως «θεότητα» (theos) ούτε ως Πατήρ. Αυτό θα ανέδειχνε τη μοναδικά σχεσιακή —επικοινωνιακή— διάσταση της θείας φύσης, εντελώς εις βάρος της οντολογικής. Και αυτό θα ήταν γι’ αυτόν το αληθινό νόημα του Ονόματος του Θεού —δηλαδή το κατεξοχήν επικοινωνιακό νόημα που είναι ίδιον του ονόματος.

Επομένως, γι’ αυτό η αρχή —και άρα η πλήρης και κλασική οντολογία— δεν θα είχε καμία σημασία, ενώ αντιθέτως σημασία θα είχε μόνο το τέλος· δεδομένου ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους μόνο λίγο-λίγο, για να φτάσει έπειτα στο αποκορύφωμα αυτής της Αποκάλυψης μόνο στο τέλος των χρόνων. Με άλλα λόγια, ούτε το ίδιο το «είναι» καθαυτό ούτε η αποκάλυψή του θα είχαν καμία σχέση με αυτό. Θα επρόκειτο αντιθέτως αποκλειστικά για την ερμηνευτική διάσταση —η οποία στη θεολογία συνοψίζεται στην Αποκάλυψη, ως κατεξοχήν επικοινωνία. Και η ερμηνευτική είναι κάτι εμμενές αντί για υπερβατικό —δηλαδή εμπίπτει στο απλό πεδίο της γλώσσας.

Γι’ αυτό, στηριζόμενος εκ νέου στη νεωτερική σκέψη —στον Rahner—, ο Ζηζιούλας υποστηρίζει εδώ ότι οι ίδιοι οι Πατέρες θα είχαν πλανηθεί. Διότι αυτό που θα μετρούσε θα ήταν αποκλειστικά ό,τι είναι γραμμένο στη Βίβλο. Από αυτό προκύπτει λοιπόν ότι η εσχατολογική οντολογία πρέπει να νοηθεί αποκλειστικά ως σχεσιακή και όχι ως οντική —πράγμα που υπογραμμίζει, επομένως, την καθαρή «σχεσιακότητα του είναι», δηλαδή τη συγκεκριμένα γλωσσική του διάσταση, καθιστώντας έτσι δευτερεύουσα την κλασική οντολογία και μαζί της οποιαδήποτε μεταφυσική.

Συνεπώς, μπορεί να γίνεται λόγος για Θεό-Είναι μόνο εννοώντας με αυτό την προσωπική κοινωνία, και άρα η οντολογική του αξία θα ήταν εντελώς ασυνεπής. Με λίγα λόγια, η ίδια η έννοια του Θεού-Είναι στην απροκάλυπτη πληρότητά της δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά μια παρεξήγηση της σκέψης, σε απόκλιση από όσα περιέχονται στη Βίβλο. Επιπλέον, καθώς αυτή έχει ένα πολύ αυθεντικότερο σχεσιακό νόημα, η ίδια η μεταφυσική της διάσταση δεν θα υφίστατο καθόλου. Και έτσι βρισκόμαστε ξανά —με τη διαμεσολάβηση του Rahner— μπροστά σε τίποτε άλλο παρά στο χαϊντεγκεριανό σχέδιο καταστροφής της μεταφυσικής.

Και τότε, ως προς αυτό, είναι κανείς αναγκασμένος να αναρωτηθεί πόση σχέση έχει με όλα αυτά η πίστη στο βιβλικό κείμενο. Θα δούμε πάντως σε λίγο ότι όλα αυτά συνδέονται στον Ζηζιούλα με τη δική του ιδιαίτερη κατανόηση της Αναστάσεως.

Εκείνο που, συμπερασματικά, πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι τελικά, σύμφωνα με τον στοχαστή μας, η ίδια η έννοια του Θεού-Είναι δεν θα είχε καμία αξία ούτε πραγματικότητα και θα έπρεπε πάντως να αποδομηθεί. Και μαζί της, λοιπόν, ολόκληρη η οντο-μεταφυσική θα έπρεπε να εξαφανιστεί από τη θεολογία, δηλαδή από εκείνο που για τον Ζηζιούλα θα ήταν η αυθεντική χριστιανική σκέψη.

2.3 Ο Θεός-Είναι και οι πραγματικότητες της Ενανθρωπήσεως και της Αναστάσεως.

Μόλις εξετάσαμε τι, για τον στοχαστή μας, πρέπει ή δεν πρέπει να νοείται με τον Θεό-Είναι. Και διαπιστώσαμε ότι με αυτό δεν θα έπρεπε απολύτως να σκεφτόμαστε το «είναι» όπως έχει πάντοτε συλληφθεί από την πιο κλασική και σταθερή θεολογία, αλλά θα έπρεπε αντιθέτως να σκεφτόμαστε μόνο τον δυναμισμό. Αυτόν ο Ζηζιούλα μόλις τον ταύτισε με την Αποκάλυψη.

Με θεολογικούς όρους, όμως, υπάρχουν δύο άλλα στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά αυτή την κατανόηση —δηλαδή τα γεγονότα της Ενανθρωπήσεως και της Αναστάσεως, για τα οποία πράγματι γίνεται λόγος μόνο μέσα στις Γραφές και ασφαλώς όχι στην φιλοσοφική οντο-μεταφυσική. Γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, είναι αλήθεια ότι αυτά έρχονται να ενσωματώσουν την οντο-μεταφυσική. Συνεπώς, τουλάχιστον σε αυτό πρέπει να δώσουμε δίκιο στον στοχαστή μας. Και όμως η ενσωμάτωση δεν γίνεται αρνητικά, δηλαδή εις βάρος της κλασικής οντο-μεταφυσικής, αλλά αντιθέτως θετικά, δηλαδή ως θεολογικός εμπλουτισμός της.

Ιδού λοιπόν ότι η εσχατολογική διάσταση δεν θα έπρεπε καθόλου να νοείται ως καθαίρεση και αντικατάσταση της οντο-μεταφυσικής. Ειδικότερα, πρέπει πάντως να προταχθεί ότι ίσως, όπως το βλέπει ο στοχαστής μας, η Ενανθρώπηση θα έπρεπε να ιδωθεί ως η στατική στιγμή της ψευδο-οντολογίας του, ενώ η Ανάσταση θα έπρεπε αντιθέτως να ιδωθεί ως η δυναμική στιγμή της τελευταίας.

Ας αρχίσουμε λοιπόν να πραγματευόμαστε τον τρόπο με τον οποίο ο Ζηζιούλα κατανοεί την Ενανθρώπηση. Η έννοια αυτή εμφανίζεται συνεχώς στο RIF, αλλά πάντοτε με τη μορφή μιας βαθιάς παραχάραξης του πιο κατάλληλου νοήματός της. Αυτό μπορούμε εύκολα να το αντιληφθούμε διαπιστώνοντας το πολύ διαφορετικό νόημα που αποδίδεται στην Ενανθρώπηση από τον Bulgakov στο πλαίσιο της Σοφιολογίας.⁶⁸ Στην τελευταία, πράγματι, αυτή είναι ουσιαστικά το υψηλότερο σημείο της θείας οντολογίας, και επομένως είναι επίσης η επιβεβαίωση της ύπαρξής της. Αντιθέτως, για τον Ζηζιούλα είναι μάλλον το χαμηλότερο σημείο της θείας οντολογίας, καθόσον επιβεβαιώνει πλήρως όσα μόλις είπαμε για την καθαρά δυναμικο-επικοινωνιακή κατανόηση του θείου Είναι ως Ονόματος. Με άλλα λόγια, η Ενανθρώπηση θα υπογράμμιζε στον μέγιστο βαθμό τη μη οντική φύση τόσο του Θεού όσο και της σχέσης του με τον άνθρωπο-κόσμο. Για τη Σοφιολογία τα πράγματα έχουν αντιθέτως διαμετρικά αντίθετο χαρακτήρα. Και, ανεξάρτητα ακόμη από το τι περιέχεται ή δεν περιέχεται στη Βίβλο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή η τελευταία κατανόηση πρέπει να θεωρηθεί πολύ πιο πολύτιμη και αληθινή. Δεδομένου ότι βρίσκεται σε τέλεια συμφωνία με τη μέγιστη οντο-μεταφυσική που έχει ποτέ συλληφθεί, δηλαδή εκείνη που διατυπώθηκε μέσα στην παραδοσιοκρατική σκέψη.

Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναφορά που κάνει ο Ζηζιούλα στην Ενανθρώπηση δηλώνει καθαρά τις αξιοθρήνητες φιλοσοφικο-νεωτερικές πηγές της συνολικής του οπτικής.⁶⁹ Πράγματι, γι’ αυτόν το γεγονός αυτό παραδειγματίζει τέλεια την ανυπαρξία μιας πραγματικότητας όμοιας με το «είναι», δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει πλήρως τη μόνη υπαρξιακή διάσταση. Και πράγματι ο στοχαστής μας υπογραμμίζει εδώ την ανάγκη να αμφισβητηθεί, μαζί με τον Heidegger, η κατανόηση του «είναι» ως «είναι» —δηλαδή ως ουσία. Αντιθέτως, αυτό θα έπρεπε να νοείται αποκλειστικά ως ύπαρξη. Με άλλα λόγια, το «είναι» θα έπρεπε να νοείται μόνο ως γεγονός και ιστορία, και επομένως με τρόπο αποφασιστικά μη μεταφυσικό. Και αυτή είναι αντικειμενικά μία από τις πιο παράλογες ιδέες που υποστηρίχθηκαν στην οντολογία.

Πράγματι, λίγο παρακάτω στο κείμενο,⁷⁰ διαμαρτύρεται έντονα εναντίον της κατανόησης της Ενανθρωπήσεως ως γεγονότος σε συνέχεια με την πραγματική ύπαρξη ενός εντελώς υποθετικού πρωταρχικού θείου Είναι. Αυτή θα έπρεπε, αντιθέτως, να νοηθεί μάλλον ως φαινόμενο που σηματοδοτεί εξ ορισμού τη ρήξη με την τελευταία αυτή πραγματικότητα και έννοια, δεδομένου ότι θα αντιπροσώπευε κατά πρώτο λόγο το αναγκαίο «γίγνεσθαι» που απορρέει έπειτα από την Τριάδα. Αυτό υπήρξε ανέκαθεν ο προορισμός του Θεού προς την εμμενοποίηση, με την πράξη της εισβολής του στην ιστορία. Πράγμα που και πάλι θα αντέκρουε οποιαδήποτε μεταφυσική ερμηνεία της θείας πραγματικότητας και της δράσης της σε σχέση με τον κόσμο. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς πίσω από όλα αυτά την ερμηνεία της Ενανθρωπήσεως που παρέχεται εκεί από τον Barth στο σχόλιό του στην Προς Ρωμαίους.⁷¹

Και όμως, αν σταθεί κανείς από την άποψη της παραδοσιοκρατικής οντο-μεταφυσικής —περισσότερο ακόμη από την άποψη της κλασικής οντο-μεταφυσικής σχολαστικού τύπου— δεν είναι δύσκολο να δει ότι αυτό που υπογραμμίζει ο Ζηζιούλας δεν είναι παρά η πιο δευτερεύουσα και συμπτωματική πλευρά της Ενανθρωπήσεως, δηλαδή εκείνη που βλέπει από τη θεία πραγματικότητα και δράση μόνο τη διάσταση της εμμενοποίησης. Αυτό αντιστοιχεί ασφαλώς σε μια βαθιά παραχάραξη της χριστιανικής οπτικής.

Κατά συνέπεια, στον στοχαστή μας, η ίδια η Ανάσταση απορροφά μέσα της την Ενανθρώπηση, καθόσον θα αποτελούσε την ίδια την «πεμπτουσία» της εσχατολογιστικής μεταρρύθμισης της οντολογίας. Και ειδικότερα θα μας παρείχε έναν εντελώς νέο —και πλήρως χριστιανικό— ορισμό του είναι, σύμφωνα με τον οποίο το είναι που «δόθηκε» από τον Θεό στον κόσμο θα ήταν ουσιαστικά εκείνο της Αναστάσεως και όχι εκείνο της δημιουργίας. Αυτό αντιστοιχεί έπειτα στο «είναι συγκροτημένο σε κοινωνία», το οποίο χαρακτηρίζει τον κτιστό κόσμο ακριβώς όπως συμβαίνει στην Τριάδα.

Ιδού ότι ο Θεός θα έπρεπε να νοείται όχι ως το ίδιο το Είναι, αλλά αντιθέτως απλώς ως Εκείνος που από αγάπη δωρίζει το είναι. Αυτό φέρνει στο πρώτο πλάνο την αγάπη και όχι το είναι.

Συνεπώς, η θεία δημιουργική πράξη δεν μπορεί να αρνηθεί, αλλά πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύουσα σε σχέση με την «εσχατολογική πράξη» —την Ενανθρώπηση—, η οποία μας αποκαλύπτει το μόνο αληθινό «νόημα του είναι»: «ως τριαδική κοινωνία και αγάπη». Η Ενανθρώπηση θα υπογράμμιζε λοιπόν το γεγονός ότι το εσχατολογικό είναι πρέπει να θεωρείται πρωτεύον σε σχέση με το είναι του δημιουργισμού.

Και ακριβώς πάνω σε αυτή τη βάση ο Ζηζιούλας προτίθεται να χαράξει τα γνωρίσματα εκείνης που γι’ αυτόν είναι η πιο αυθεντική οντολογία, δηλαδή η εσχατολογική.⁷² Εκεί όπου η τελευταία είναι ολοκληρωτικά πολωμένη από το τέλος και όχι από την αρχή ή την αρχή-αρχή, και επομένως ακριβώς γι’ αυτό αντιφάσκει προς κάθε μορφή κλασικής οντολογίας.

Πάνω σε αυτή τη βάση ο στοχαστής μας καταλήγει να κάνει την Ενανθρώπηση την πιο αυθεντική, αληθινή και αξιόπιστη δημιουργία, δηλαδή ένα γεγονός που δεν συμβαίνει καθόλου στην αρχή, αλλά αντιθέτως μέσα στη συνεχή ροή των εμμενών γεγονότων που είναι ίδια της εσχατολογικής διάστασης.⁷³ Και το επιχείρημά του ως προς αυτό συνίσταται στο ακόλουθο ερώτημα: αν πράγματι το είναι είχε καθοριστεί στην αρχή, τότε ποια ανάγκη θα υπήρχε για μια Ενανθρώπηση;

Υπό το φως της σοφιολογικής σκέψης, όμως, αυτό το ερώτημα εμφανίζεται πραγματικά σκανδαλώδες. Και όχι μόνο επειδή αρνείται πρωταρχικά φαινόμενα της δημιουργίας, τα οποία στο μεταξύ η Γένεση περιέχει ρητά ως πραγματική κοσμογονία. Αλλά και επειδή η Σοφιολογία μας εξηγεί τέλεια την Ενανθρώπηση ως έκφραση της αγαπητικής θείας πρόβλεψης της ανθρώπινης-κοσμικής Πτώσης, και επομένως ως γεγονός που δεν έχει καμία δημιουργιστική-κοσμολογική αξία, αλλά έχει αντιθέτως πρωταρχικά σωτηριολογική και ηθική αξία. Συνεπώς δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η έλευση του Χριστού δεν είναι απολύτως συμβατή με μια πρωταρχική οντολογία και με μια προϋπάρχουσα δημιουργία.

Τελευταία αναγωγική και παρεκκλίνουσα κατανόηση της Ενανθρωπήσεως είναι έπειτα εκείνη που βρίσκεται σε σχέση με την ήδη αναφερθείσα ζιζιούλεια θέση —θέση πραγματικά σκανδαλώδη!— περί μιας υποτιθέμενης θνητότητας του πρωταρχικού είναι.⁷⁴ Ειδικότερα, ο στοχαστής μας τείνει να πιστεύει ότι, μέσα σε αυτή την οντολογική διάταξη, η Ενανθρώπηση θα ήταν ένα αναγκαίο γεγονός, ώστε η διατήρηση της ζωτικότητας του κόσμου μέσω της άμεσης επέμβασης του Θεού σε αυτόν να μη λυθεί σε μια πλήρη εμμενοποίηση του ίδιου του Θεού, δηλαδή σε ανάμειξη ανάμεσα σε Αυτόν και το κτιστό.

Αυτό είναι έπειτα εκείνο που ο στοχαστής μας κατανοεί ως εκείνη την «κοινωνία» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο-κόσμο, η οποία, κατά τη γνώμη του, αντικαθιστά πλήρως κάθε οντολογία του Θεού, καθώς και της σχέσης ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο. Κατά τη γνώμη μας, με αυτόν τον τρόπο ανατρέπονται οι θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας. Και αυτό εκτρέπεται και πάλι έντονα προς την αίρεση.

Ιδού ότι, ακριβώς υπό το φως μιας τόσο παραπλανητικής κατανόησης, είναι κανείς υποχρεωμένος να αναρωτηθεί τι άραγε εμποδίζει η διατήρηση της ζωτικότητας του κόσμου μέσω της θείας εμμενοποίησης να έχει συμβεί στη δημιουργία —δηλαδή στην αρχή— και όχι αντιθέτως μόνο στην Ενανθρώπηση. Και αυτό το ερώτημα αποδομεί πλήρως το μοναδικό προσχηματικό και ιδεολογικό επιχείρημα του Ζηζιούλα.

Πράγματι, η θέση του στοχαστή μας αντιπροσωπεύει το ακριβώς αντίθετο από όσα είχαν υποστηρίξει ακόμη και ο προτεστάντης θεόσοφος Böhme⁷⁵ και, επιπλέον, και η Σοφιολογία —υποστηρίζοντας ότι η θεότητα του κόσμου υφίσταται από την αρχή. Για τον δικό μας, αντιθέτως, αυτή υφίσταται μόνο με την Ενανθρώπηση, και επομένως δεν είναι καθόλου οντολογική, αλλά είναι αποκλειστικά ιστορική.

Αυτό και πάλι δεν επιβεβαιώνει τη σοφιολογική κατανόηση της Ενανθρωπήσεως ως σοφής και αγαπητικής θείας πρόβλεψης της Πτώσης· επιπλέον, αποκαλύπτει καθαρά τις ιδεολογικές-χαϊντεγκεριανές πηγές της συνολικής οπτικής του Ζηζιούλα.

Ας έρθουμε τώρα στην ζιζιούλεια κατανόηση της Αναστάσεως.


Πρώτα απ’ όλα, η τελευταία είναι γι’ αυτόν το ακριβώς αντίθετο της σωτηρίας ως καθαρά ατομικής και σολιψιστικής πορείας, όπως παρουσιάστηκε μέσα σε εκείνη τη διδασκαλία περί αθανασίας της ψυχής, η οποία, σύμφωνα με αυτόν, υπήρξε αποκλειστικά ελληνική-ειδωλολατρική και καθόλου χριστιανική.⁷⁶ Με αυτή την έννοια, η Ανάσταση αποτελεί για τον Ζηζιούλα, πρώτον, μια απαράδεκτη φυγή από τον κόσμο και, δεύτερον, ένα φαινόμενο που αντιφάσκει μετωπικά προς τη συλλογικο-εκκλησιαστική διάσταση της σωτηρίας. Η τελευταία πρέπει επίσης να νοηθεί ως ιστορική και, συνεπώς —με αυτή την έννοια— και ως τελική και εσχατολογική. Και ακριβώς γι’ αυτό επιβεβαιώνει για τον Ζηζιούλα την αποκλειστικά σχεσιακή διάσταση της οντολογίας.

Επιπλέον, όλα αυτά συνεπάγονται γι’ αυτόν μια έννοια της Αναστάσεως η οποία είναι «σωματική» —και με αυτή την έννοια κοσμικο-ιστορική— και συγχρόνως «σωματειακή», δηλαδή συλλογική. Ως τέτοια αφορά αποκλειστικά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι το άτομο.
2.4 Ο Θεός-Είναι και η διδασκαλία περί δημιουργίας.
Σημειώσεις:

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 5

Συνέχεια από Τρίτη 10. Μαρτίου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 5
Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»



Του Vincenzo Nuzzo (*)

2- Πτυχές και ειδικά ζητήματα της σκέψης του Ζηζιούλα.

Μπαίνοντας επιτέλους στις ειδικές λεπτομέρειες των ζητημάτων που εξετάζει ο Ιωάννης Ζηζιούλας, βρισκόμαστε αμέσως μπροστά στο τεράστιο μεταφυσικό πρόβλημα του «είναι». Πρόβλημα στο οποίο ανέκαθεν κοπίασαν γενιές φιλοσόφων και το οποίο (πρέπει να το αναγνωρίσουμε!) δεν βρήκε ποτέ μια πραγματικά ικανοποιητική λύση, για τον απλό λόγο ότι το είναι είναι πράγματι ένα μυστήριο.

Και αυτό άλλωστε δηλώνεται με σαφήνεια (ιδίως σε σχέση με το θείο-υπερβατικό είναι και τη δημιουργία του κόσμου από αυτό, ιδίως ως σχέση μεταξύ υπερβατικού και εμμενούς, καθώς και με τη συνακόλουθη γνώση του Θεού) ακριβώς στον ανατολικό χριστιανικό χώρο από τη ρωσική σοφιολογία και επίσης από χριστιανούς ανατολικούς στοχαστές διαφορετικής προέλευσης45. Επιπλέον, αυτό έχει πρόσφατα υποστηριχθεί και από έναν δυτικό στοχαστή καθόλου θρησκευτικό, όπως ο Karl Jaspers46. Ενώ είναι βεβαίως αλήθεια ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ πραγματικά αποδεκτό μέσα στη δυτικοχριστιανική σκέψη σχολαστικού τύπου. Ωστόσο, σε αυτήν τουλάχιστον η ύπαρξη και η θεμελιώδης φύση του «είναι» δεν τέθηκαν ποτέ υπό αμφισβήτηση· αντίθετα διατυπώθηκαν με σαφή, καθαρό και κατά κάποιον τρόπο υποδειγματικό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι η σχολαστική οντολογία είχε πάντοτε παραδειγματικό χαρακτήρα για ολόκληρη την καθολική οντολογία.

Αν και το τίμημα αυτής της εννοιολογικής σαφήνειας υπήρξε η προσκόλληση σε εκείνον τον αριστοτελικό νατουραλισμό που επιτρέπει ασφαλώς να κατανοηθεί αρκετά καλά το είναι στη εμμενή και κοσμική-πραγματική του διάσταση (έστω και μεταφυσική), αλλά όχι βεβαίως στη υπερβατική και θεϊκή του διάσταση. Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θεός είναι στην πραγματικότητα ένα «υπερ-είναι». Κάτι που άλλωστε διατυπώθηκε επανειλημμένα από την παραδοσιακή οντο-μεταφυσική. Και όμως, δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι Αυτός είναι υπερ-είναι ενώ ταυτόχρονα είναι το ίδιο το «είναι» κατ’ εξοχήν.

Είναι, με άλλα λόγια, αναπόφευκτα ένας Θεός-Είναι. Κάτι που χωρίς καμία αμφιβολία κατανοήθηκε από την ελληνική Πατερική πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στη μεσαιωνική δυτικοχριστιανική σχολαστική, και ιδίως την καθολική. Διότι με αυτόν τον τρόπο συλλαμβανόταν ιδιαιτέρως το γεγονός ότι το «είναι» είναι μυστήριο πρωτίστως επειδή ταυτίζεται με τον Θεό.

Και μας φαίνεται ενδεικτικός προς αυτή την κατεύθυνση ο ορισμός του Θεού-Είναι που προσέφερε ο Romano Guardini — για εκείνον, πράγματι, ο Θεός είναι το «είναι», για τον απλό λόγο ότι είμαστε τόσο βαθιά βυθισμένοι και στα δύο ώστε δεν μπορούμε καν να τα συλλάβουμε απτά47.

Ωστόσο, ο Ζηζιούλας (λόγω της τάσης του για διανοητικό πρωταγωνισμό και επίσης λόγω της μοντερνιστικής ιδεολογίας που τον διακατέχει) κατορθώνει να επιτελέσει το απολύτως επιζήμιο έργο της εξουδετέρωσης αυτού του σημαντικού πλεονεκτήματος της ανατολικής χριστιανικής σκέψης, όπως επίσης καταφέρνει να οδηγήσει σε οπισθοδρόμηση ολόκληρο αυτό το ευγενές πεδίο σκέψης, δηλαδή την οντολογία στη συγκεκριμένα μεταφυσική της διάσταση, ή αλλιώς το πεδίο της οντο-μεταφυσικής.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι μπορεί να διαλύσει πλήρως το μυστήριο που αυτή συνιστά. Δηλαδή ισχυρίζεται ότι το μυστήριο του είναι έχει ήδη επιλυθεί από αυτό που αποκαλεί «βιβλική σκέψη», την οποία στη συνέχεια επιχειρεί να μεταφέρει εξ ολοκλήρου στην ελληνική Πατερική. Αλλά ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι, κάνοντας αυτό, ο Ζηζιούλας υποστηρίζει πως η φιλοσοφία δεν κατανόησε ποτέ τίποτε για το είναι, ενώ αντίθετα όλα κατανοήθηκαν από τη Βίβλο. Κάτι που για έναν φιλόσοφο είναι απολύτως απαράδεκτο.

Κατά τον ίδιο, μάλιστα, η Βίβλος θα είχε ανέκαθεν αρνηθεί την πιο αυτονόητη, διαισθητική και σταθερή σύλληψη του «είναι», δηλαδή εκείνη της πραγματικότητας που υπάρχει αναμφισβήτητα και σταθερά από την αρχή (αφού αναδύθηκε από το Μηδέν), που ως τέτοια στηρίζει τα πάντα και που, ακριβώς από την Αρχή, χάρισε ύπαρξη σε κάθε πράγμα. Ο στοχαστής μας, αντίθετα, θεωρεί ότι η Βίβλος υποστήριξε πως αυτό το αρχικό είναι δεν είναι τίποτε και δεν αξίζει τίποτε, διότι το μόνο είναι που υπάρχει είναι το «τελικό» (ή εσχατολογικό).

Το οποίο όμως δεν είναι καν «είναι» με την απτή έννοια που μόλις περιγράψαμε, αλλά απλώς το τελικό σημείο μιας αδιάκοπης κίνησης, μέσα στην οποία το ίδιο το «είναι» δεν καθίσταται ποτέ προσλήψιμο ως πραγματική οντότητα και έτσι στην πράξη διαλύεται στο Μηδέν.

Λοιπόν, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, αυτή είναι ακριβώς η αντίληψη του είναι εναντίον της οποίας ο Πλάτων μας είχε προειδοποιήσει αυστηρά (αντιδρώντας στον μηδενισμό του Ηράκλειτου και των Σοφιστών). Δηλαδή είχε προσπαθήσει να μας δείξει ότι, αν κινηθούμε έτσι, στην πραγματικότητα παραιτούμαστε από το να συλλάβουμε το «είναι» όπως είναι όντως και πραγματικά.
Και όμως, ο Ζηζιούλας κινείται ακριβώς προς την κατεύθυνση που ο Πλάτων θεώρησε ως τον καλύτερο τρόπο για να μην κατανοήσουμε τι είναι πραγματικά το «είναι». Και μάλιστα το κάνει με την αξίωση να μας πει τι είναι το «είναι», ενώ εμείς δήθεν δεν το έχουμε κατανοήσει ποτέ.
Έτσι καθίσταται απολύτως σαφές ότι το φιλοσοφικό του σχέδιο είναι ουσιαστικά ταυτόσημο με εκείνο του Martin Heidegger, το οποίο είχε ως κέντρο την ταύτιση του Είναι με το Μηδέν μέσα σε έναν δυναμισμό που τελικά κορυφώνεται ακόμη και στον οριστικό και αθεράπευτο θάνατο48. Και στη σύγχρονη φιλοσοφία αυτό το σχέδιο έχει χαρακτηριστεί με έναν εξαιρετικά εύγλωττο όρο: «αποδομητισμός», δηλαδή καταστροφή εμψυχωμένη από μια μανιώδη επιθυμία για το Μηδέν49.


Ας περάσουμε τώρα στις λεπτομέρειες της σκέψης του Ζηζιούλας πάνω σε αυτό το ζήτημα. Και θα είναι προτιμότερο να διακρίνουμε με σαφήνεια τα επιμέρους ζητήματα στο ακόλουθο κείμενο.

2.1 Το ζήτημα του «είναι» καθαυτό. Τι είναι το είναι σε σχέση με τον χρόνο;

Θεμελιώδης είναι, υπό αυτή την έννοια, η αυστηρή διάκριση που θέτει ο Ιωάννης Ζηζιούλας μεταξύ είναι και ουσίας50. Πράγματι, στην αναθεώρησή του της σημασίας του βιβλικού «Εγώ ειμι ο ων» της Εξόδου (που, όπως ήδη είδαμε, γίνεται καθολικά κατανοητό ως ο ορισμός από τον ίδιο τον Θεό αυτού που είναι πράγματι το «είναι», δηλαδή ο ίδιος), ο στοχαστής μας θεωρεί (ισχυριζόμενος πάντοτε ότι στηρίζεται στη Βίβλο) ότι ο Θεός δεν είπε καθόλου «εγώ είμαι η ουσία».
Και όμως, κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι αληθές. Διότι η άρνηση αυτού έχει τη σαφή της δικαιολόγηση μέσα στην πατερική σκέψη, η οποία ορθώς υπογράμμιζε την ανάγκη να προστατευθεί η ακαταληψία του Θεού, ιδίως με το να διακηρύσσεται ότι ο Θεός δεν είναι καθόλου ένα «τι» ή «κάτι» («τί»)51. Ωστόσο, δεν φαίνεται να είναι αυτή η κύρια μέριμνα του Ζηζιούλας, αν και (με επιδεξιότητα) κάνει ό,τι μπορεί για να μας το υποβάλει.


Εκείνος επιδιώκει κυρίως να τονίσει ότι ο Θεός δεν θα είχε ποτέ πει ότι ταυτίζεται στη φύση του με το «είναι» κατ’ εξοχήν, και συνεπώς με εκείνο που ο Παρμενίδης εννόησε ως το «είναι» κατ’ εξοχήν, δηλαδή αυτό που είναι ριζικά διαφορετικό από το μη-είναι. Και άρα, κατά τη δική του ανάγνωση, ο Θεός θα είχε πει ότι συγκροτεί το είναι κατ’ εξοχήν μόνο με την έννοια ότι είναι Εκείνος που «αγκαλιάζει» και «περιέχει» όλο το είναι, δηλαδή την Ολότητα της Πραγματικότητας.
Διευκρίνιση η οποία (όπως ήδη είδαμε) έχει πράγματι μια αντικειμενική βάση, ιδίως στο μέτρο που συμπίπτει με όσα έχουν πάντοτε τονιστεί από όσους θεώρησαν τον Θεό ως «υπερ-είναι» πριν ακόμη από «είναι» — με άλλα λόγια, ο Θεός είναι το Είναι πρωτίστως επειδή αποτελεί την πλέον ασύγκριτη και εξαντλητική Ολότητα της Πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς έτσι ορίστηκε το θείο είναι μέσα στη λεγόμενη ολοκληρωμένη μεταφυσική παραδοσιακού τύπου52. Και κατ’ αρχήν, σε αυτό δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει. Πράγματι, αυτό αποτρέπει εκείνον τον επίπεδο νατουραλισμό (σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και φυσικιστικό και υλιστικό) που χαρακτήρισε τη σχολαστική οντολογία.

Ωστόσο, για άλλη μια φορά, δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως τον Ζηζιούλας. Αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει το δηλώνει (και μάλιστα με εκπληκτική αφέλεια) ήδη από την αρχή του έργου του. Λέει δηλαδή ότι η έννοια του «είναι» (ή μάλλον το «είναι» νοούμενο απλώς ως έννοια) είναι καθαρά «ακαδημαϊκή» και συνεπώς αναπόφευκτα αφηρημένη. Με αυτό εννοεί ότι πρόκειται για μια καθαρά φιλοσοφική έννοια. Και μάλιστα διευκρινίζει ότι είναι καθαρά «μεταφυσική».

Αλλά δεν περιορίζεται ούτε σε αυτές τις ουδέτερες διαπιστώσεις. Δηλώνει ξεκάθαρα — αναφερόμενος ρητά στον Martin Heidegger — ότι το είναι θα έπρεπε να θεωρείται μόνο ως ένα «γεγονός» και όχι ως ένα «είναι», και συνεπώς να νοείται αποκλειστικά ως «ιστορικό»· δηλαδή, με όρους χαϊντεγκεριανούς, ως καθαρό «συμβάν»53.
Απέναντι σε αυτή τη θέση, για εκείνον ορθώνεται ό,τι ονομάζεται «οντολογία». Το οποίο, σε θεολογικούς όρους, αντιστοιχεί στην αξίωση ότι ο Θεός πρέπει να κατανοείται θεμελιωδώς ως «το ον» ή «ο ων». Κάτι που, μέσα στην πιο παραδοσιακή οντολογία, αντιστοιχούσε πάντοτε στην κατανόηση του «Εγώ ειμι» ως διακήρυξης του ίδιου του Θεού σχετικά με το «είναι» του.

Αυτό, κατά τον Ζηζιούλας, ισοδυναμεί με μια αξιοκατάκριτη χρήση «οντολογικών κατηγοριών» από τη θεολογία — κάτι που, όπως υποστηρίζει, συνέβη υπό την επίδραση της ελληνοπαγανιστικής φιλοσοφίας, με κύριο διαμεσολαβητή τον Philo of Alexandria, δηλαδή της πιο φιλοσοφικής μεταφυσικής της εποχής (ιδίως της πλατωνικής).
Κατά τη γνώμη του, όμως, η θεολογία δεν ήταν ποτέ υποχρεωμένη εξ ορισμού να χρησιμοποιεί τέτοιες κατηγορίες. Και επομένως θα έπρεπε να απελευθερωθεί από αυτές μια για πάντα. Με άλλα λόγια, κατά τον ίδιο, η θεολογία πρέπει να απαλλαγεί οριστικά από την οντολογία· και συνεπώς, θα προσθέταμε, είναι προφανές ότι πρέπει πρώτα να απαλλαγεί από τη μεταφυσική.
Αυτό, για τον Ζηζιούλας, συμπίπτει με την απόρριψη της συνήθους ερμηνείας του «Εγώ ειμι», το οποίο για εκείνον δεν αποτελεί καθόλου αυθεντική διατύπωση του «είναι», αλλά μάλλον μια «διατύπωση» με αρνητική έννοια — καθώς χρησιμοποιήθηκε άκριτα από τη θεολογία, χωρίς φιλοσοφική επεξήγηση.
Με αυτό εννοεί, αφενός, ότι το θεϊκό «Εγώ ειμι» δεν πρέπει να θεωρείται ως γνήσια διατύπωση του «είναι» (και συνεπώς ως πρωταρχικό και ριζικό θεμέλιο της οντολογίας) και, αφετέρου, ότι η φιλοσοφία από την οποία η θεολογία θα έπρεπε να αντλήσει βοήθεια δεν είναι εκείνη της αρχαιότητας (δηλαδή η οντο-μεταφυσική), αλλά η νεότερη — δηλαδή η κριτική, σκεπτικιστική και κυρίως αντι-οντο-μεταφυσική.
Έτσι, μπροστά σε αυτόν τον ορισμό (ριζικά κριτικό και αναθεωρητικό) του τι είναι το «είναι», βρισκόμαστε αμέσως ενώπιον (και μάλιστα με τον πιο σαφή τρόπο) ολόκληρου του φιλοσοφικού σχεδίου του Ζηζιούλα. Ένα σχέδιο που εμφανίζεται καθαρά ιδεολογικό, μοντερνιστικό, αποδομητικό και χαϊντεγκεριανό. Κάτι που θα έπρεπε ασφαλώς να μας οδηγήσει σε επιφυλακτικότητα και δυσπιστία απέναντι σε όσα υποστηρίζει σχετικά με την οντολογία.

Σε κάθε περίπτωση, ο στοχαστής μας αρνείται τη φύση της «ουσίας» (sostanza) στο αρχικό και θείο είναι — και αυτό κυρίως επειδή η ουσία ισοδυναμεί ουσιαστικά με το «κάτι», δηλαδή με τη γυμνή οντότητα (έστω και κατανοημένη μεταφυσικά). Όμως, στον Ιωάννη Ζηζιούλα, ο κύριος λόγος αυτής της άρνησης είναι θεολογικός και όχι καθαρά μεταφυσικός, καθώς αφορά εκ νέου την αδυναμία να συλληφθεί ένας Θεός που «είναι», δηλαδή ένας Θεός-Είναι (εφόσον Αυτός πρέπει να θεωρείται ακατάληπτος).

Το πολύ-πολύ, αυτή η αντίληψη του Θεού και του είναι παραχωρείται από εκείνον στην καταφατική θεολογία (ως εκ φύσεως αναγωγική), αλλά σε καμία περίπτωση στην αποφατική θεολογία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι για τον Ζηζιούλα το είναι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως ουσία (essenza) ούτε ως υπόσταση/ουσία (sostanza). Κάτι που ουσιαστικά καταργεί ολόκληρη την οντο-μεταφυσική μαζί με την ίδια την έννοια του «είναι». Διότι, αν αυτό δεν είναι «κάτι» ούτε με υπερβατικό και εσωτερικό τρόπο (ουσία) ούτε με εμμενή και εξωτερικό τρόπο (υπόσταση ως πράγμα), τότε δεν είναι τίποτε.
Ένας σοβαρός φιλόσοφος θα όφειλε να σταματήσει εδώ, παραδεχόμενος ανοιχτά τον μηδενισμό του. Όμως, από θεολογική επιδεξιότητα, ο στοχαστής μας δεν το πράττει. Και έτσι, αφού στην πράξη αρνείται το «είναι» στη ρίζα του, το ανασυγκροτεί (κατά τη γνώμη του στο όνομα της θεολογίας) ως εσχατολογικό είναι, δηλαδή ως τελικό αντί για αρχικό. Και αυτό μοιάζει περισσότερο με ρητορικό τέχνασμα παρά με τεκμηριωμένη και αξιόπιστη επιχειρηματολογία.
Ωστόσο, ο Ζηζιούλας προσθέτει σε αυτό μια ακόμη πιο δυσνόητη θέση, δηλαδή ότι η ουσία μπορεί να θεωρηθεί «είναι» εφόσον τη νοήσουμε ως «μερικό είναι», δηλαδή ως προσωπική υπόσταση. Αυτό μπορεί να έχει κάποια δικαιολόγηση στο στενά θεολογικό (και εν μέρει τεχνικό) επίπεδο της τριαδολογικής σκέψης, αλλά δεν έχει καμία απολύτως δικαιολόγηση στο οντο-μεταφυσικό επίπεδο. Πράγματι, η ουσία (ή ιδέα) είναι μάλλον η πηγή της πραγματικής οντότητας (του πράγματος), αλλά δεν ταυτίζεται καθόλου με αυτήν.

Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι με αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής μας δεν όρισε καθόλου το είναι. Και όμως, αποδίδει τη μέγιστη αξία σε αυτή τη θεώρηση, ακριβώς σε ένα σκόπιμα οντο-μεταφυσικό επίπεδο (πριν ακόμη από το θεολογικό). Μιλά, μάλιστα, για μια αξιέπαινη απελευθέρωση από την «ουσιοκρατία».
Αλλά για άλλη μια φορά αποκαλύπτεται ως μοντερνιστής ιδεολόγος, καθώς υποστηρίζει ότι το επιμέρους είναι πρέπει να ανυψωθεί σε «πρωτογενές οντολογικό καθεστώς». Αυτό φανερώνει την πρόθεσή του για μια ριζική μεταρρύθμιση της οντο-μεταφυσικής, η οποία είναι και πάλι πολύ κοντά στη χαϊντεγκεριανή σύλληψη — δηλαδή την αντικατάσταση του Είναι με το Dasein του Martin Heidegger.
Άλλωστε, ο ίδιος επικαλείται σχετικά και την ιδέα του Karl Rahner, σύμφωνα με την οποία η ουσία ταυτίζεται εξ ορισμού με το επιμέρους είναι ως συγκεκριμένο. Έτσι, το ον δεν θα προέρχεται από την ουσία, αλλά αντίθετα θα συνιστά την ίδια την ουσία.

Και είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι τέτοιοι συλλογισμοί αυτοχαρακτηρίζονται ως απλοί παραλογισμοί, καθώς ανατρέπουν τις θεμελιώδεις συντεταγμένες κάθε οντο-μεταφυσικής — εντός της οποίας η ουσία είναι εξ ορισμού η ρίζα του όντος, καθότι συνιστά το ιδεατό υπερβατικό είναι (και συνεπώς και το κατ’ εξοχήν θείο είναι).
Ωστόσο, η ανάλυση του Ζηζιούλα σε αυτό το σημείο πρέπει να θεωρηθεί απλώς παρεκβατική, καθώς εξακολουθεί να επικεντρώνεται στο είναι ως αρχικό. Όπως γνωρίζουμε, όμως, η θέση του υπερβαίνει αυτό το επίπεδο και στρέφεται αποκλειστικά προς το τελικό είναι.

Έτσι, αμέσως μετά γελοιοποιεί το «ο ων» ως απλό «είναι» και «ήταν» (δηλαδή ως αναφερόμενο στο «πριν»), υποστηρίζοντας ότι στη Βίβλο αυτό θεωρήθηκε μόνο ως «θα είναι» (δηλαδή ως αναφερόμενο αποκλειστικά στο «μετά» και σε καμία περίπτωση στο «πριν»)54. Από αυτό προκύπτει η φιλοσοφικά εντελώς παράλογη θέση ότι το είναι δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά πριν από το τέλος των καιρών.

Άλλωστε (όπως θα δούμε παρακάτω), ο ίδιος ο στοχαστής παραδέχεται ότι ακόμη και ο Aristotle — ο οποίος είχε θεωρήσει ως είναι κυρίως το τελικό, δηλαδή την «ενέργεια» — δεν έφθασε ποτέ σε κάτι τέτοιο. Διότι εκεί πρόκειται μόνο για την τελική πληρότητα του είναι, και όχι για την αποκλειστικά τελική ύπαρξή του.
Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, υποβαθμίζει πλήρως την οντολογία, αρνούμενος ακόμη και το καθεστώς της ως σκέψης της αντικειμενικότητας και υποβιβάζοντάς την σε απλό ιδεολογικό υποκειμενισμό — δηλαδή σε εκείνη την απατηλότητα που ολόκληρη η νεότερη σκέψη αποδίδει στη μεταφυσική.

Πράγματι, για εκείνον η οντολογία υπήρξε πάντοτε απλώς ένα «ενδιαφέρον» για το παρελθόν αντί για το μέλλον. Με άλλα λόγια, ο Ζηζιούλας θεωρεί την οντολογία εκ φύσεως ασθενή από μια παρελθοντολατρική ιδεολογία — δηλαδή παραδοσιοκρατική.

Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο, έστω και χωρίς να το αντιλαμβάνεται, αυτοχαρακτηρίζεται ως υποκειμενιστής-ιδεολόγος· διότι, αν είναι υποκειμενικό το ενδιαφέρον για το παρελθόν, τότε είναι εξίσου υποκειμενικό και το ενδιαφέρον για το μέλλον. Κάτι που, για άλλη μια φορά, συμπίπτει με τη χαϊντεγκεριανή ιδεολογία.

Αξίζει, ωστόσο, να εισέλθουμε πιο αναλυτικά στον λόγο που αναπτύσσεται εδώ.

Ειδικότερα, ο Ιωάννης Ζηζιούλας θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή οντολογική αντίληψη σύμφωνα με την οποία «το είναι ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε» («ἦν ἀεί καὶ ἐστίν καὶ ἔσται»), δηλαδή το είναι που υφίσταται και διαρκεί πρωτίστως με την έννοια της αιωνιότητας, και επομένως με την έννοια ότι ο χρόνος πρέπει να αποκλειστεί από την ίδια την πραγματικότητα του είναι. Αυτό σημαίνει ότι, βασικά, το είναι θεωρήθηκε εξ ορισμού ως αιωνιότητα (και άρα είναι «μέλλον» μόνο με την έννοια του «αυτό που θα είναι πάντοτε»).
Κάτι που, στην πραγματικότητα, περιλαμβάνει τον χρόνο αντί να τον αποκλείει — αλλά ταυτόχρονα τον εξαντλεί μέσα στον εαυτό του. Ωστόσο, ο Ζηζιούλας δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αποδεχθεί αυτές τις αντικειμενικές μεταφυσικές θέσεις. Έτσι, αντιπαραθέτει την ιδέα ότι η Βίβλος δεν δίστασε ποτέ να θεωρήσει το είναι ως πλήρως «μέρος της ροής του χρόνου».

Με αυτόν τον τρόπο επανεμφανίζεται καθαρά η χαϊντεγκεριανή διδασκαλία περί χρονικότητας του είναι, όπως τη διατύπωσε ο Martin Heidegger. Ενώ, αντιθέτως, φαίνεται εξαιρετικά απίθανο τόσο ότι η Βίβλος διατύπωσε πράγματι κάτι τέτοιο, όσο και — κυρίως — ότι ασχολήθηκε με τέτοιου είδους προβληματισμούς.

Ωστόσο, ο Ζηζιούλας υποστηρίζει ότι για τη Βίβλο το «ο ων» δεν είναι απλώς αυτό που ήταν και είναι, αλλά κυρίως αυτό που θα είναι. Είναι δηλαδή «ο ερχόμενος» της Αποκάλυψης, το «ὁ ἐρχόμενος», και επομένως ο Χριστός ως Μεσσίας. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι Εκείνος που είναι και Εκείνος που έρχεται ταυτίζονται στη Βίβλο, έτσι ώστε να εισέλθουν και οι δύο στον χρόνο και να γίνουν ιστορία. Και έτσι βρισκόμαστε ξανά μπροστά στη χαϊντεγκεριανή αντίληψη της χρονικότητας του είναι.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η συλλογιστική δεν είναι μόνο αυθαίρετη (καθώς παρουσιάζει ως βιβλική ερμηνεία αυτό που είναι απλώς σύγχρονη φιλοσοφική ιδεολογία), αλλά και λανθασμένη από την άποψη της καθολικής και αντικειμενικής μεταφυσικής. Διότι μεταξύ Εκείνου που είναι και Εκείνου που έρχεται υπάρχει μια συνέχεια μεταξύ αρχής και τέλους, που αντιστοιχεί στον κύκλο του είναι, ο οποίος με τη σειρά του κορυφώνεται στην Επιστροφή.
Ένα τέτοιο σχήμα εκφράζεται σαφώς στη λεγόμενη παραδοσιακή ολοκληρωμένη μεταφυσική, σε σημείο που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Θα μπορούσε κανείς να δεχθεί ότι ο Ζηζιούλας δεν ενδιαφέρεται για αυτό ή ότι δεν το γνωρίζει. Ωστόσο, το ίδιο σχήμα συναντάται ήδη στον νεοπλατωνισμό, από τον οποίο αντλεί σε μεγάλο βαθμό και η ελληνική Πατερική. Είναι δυνατόν να υποθέσουμε ότι ο στοχαστής μας ούτε ενδιαφέρεται για αυτό ούτε το γνωρίζει; Δύσκολα.
Εξάλλου, το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην Καινή Διαθήκη, όπου ο Χριστός αυτοπροσδιορίζεται ως το «Ἄλφα καὶ τὸ Ὦ». Δηλαδή, ο ίδιος θεμελιώνει τη συνέχεια μεταξύ αρχικού και τελικού είναι. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να υποστηριχθεί ότι αυτό το σχήμα απορρίφθηκε ή διαστρεβλώθηκε από την ελληνική Πατερική;
Και όμως, αυτό φαίνεται να υποστηρίζει ο Ζηζιούλας. Έτσι διαμορφώνεται μια μορφή εσχατολογικής οντολογίας, η οποία στην ουσία δεν είναι μεταφυσική, διότι παρακάμπτει πλήρως την έννοια του είναι ως πρωταρχικού, σταθερού και αιώνιου. Με αυτόν τον τρόπο, η θεολογία διακηρύσσει την ανεξαρτησία της από την οντο-μεταφυσική — δηλαδή αποσυνδέει τον Θεό από το είναι ως τέτοιο, σαν να μην είναι ο Θεός το πρωταρχικό είναι.
Αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό — ουσιαστικά πρόκειται για αυτοκαταστροφή της θεολογίας μέσα στη σύγχρονη ιδεολογία. Και έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που μοιάζει πολύ περισσότερο με σύγχρονη φιλοσοφική ιδεολογία παρά με βιβλική ερμηνεία ή θεολογική επιμονή.
Πράγματι, διατυπώνεται έτσι η ιδέα μιας ιστορικής απόκλισης της χριστιανικής θεολογίας από τη μεταφυσική. Και με αυτόν τον τρόπο ερχόμαστε ξανά αντιμέτωποι με το χαϊντεγκεριανό πρόγραμμα καταστροφής της μεταφυσικής, το οποίο στη συνέχεια συνέχισαν οι επίγονοί του στον χώρο της δυτικής χριστιανικής θεολογίας.
Αφού θέσει αυτά τα θεμέλια, ο Ζηζιούλας προχωρά να πλήξει την καρδιά της πιο παραδοσιακής οντο-μεταφυσικής, δηλαδή εκείνης που βασίζεται στον Αριστοτέλη. Υποστηρίζει ότι η φαινομενική αριστοτελική αντίληψη περί ενός καθαρά τελικού είναι (ως τελικής αιτίας) είναι μόνο φαινομενική και όχι πραγματική.
Σύμφωνα με αυτόν, η σύλληψη του τελικού είναι ως «πλήρωσης της προϋπάρχουσας φύσης ενός πράγματος» συνεπάγεται και πάλι έναν προσανατολισμό προς το παρελθόν και όχι προς το μέλλον. Και αυτή η «προϋπάρχουσα φύση» δεν είναι τίποτε άλλο από την ουσία ως δύναμη (δηλαδή ως δυνητικό-ιδεατό είναι), η οποία όμως, κατά τον Ζηζιούλας, δεν είναι καθόλου πραγματικό «είναι».
Συνεπώς, κατά τη σύλληψή του περί του «όντος ως όντος», ο Αριστοτέλης δεν θα είχε στραφεί στο κατ’ εξοχήν είναι, αλλά απλώς σε ένα είναι τοποθετημένο στο παρελθόν. Μια θέση που, από φιλοσοφική άποψη, είναι τουλάχιστον σκανδαλώδης.


ΚΑΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΨΑΡΕΨΟΥΜΕ. ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΗΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΗ ΠΡΟΘΕΣΗ.

Σημειώσεις: