Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί Πολιτισμού». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί Πολιτισμού». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (58)

  Συνέχεια από: Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Ἡ θέση τοῦ Σωκράτους ἔναντι τοῦ θεολογικοῦ προβλήματος ἀπὸ ἱστορικῆς καὶ φιλοσοφικῆς ἀπόψεως

Τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς κατηγορίας ποὺ ἀπηγγέλθη κατὰ τοῦ Σωκράτους ἀφοροῦσε ἀκριβῶς στὴ στάση τὴν ὁποία ἐτήρησε ὁ φιλόσοφος μὲ πλήρη σταθερότητα καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἀπέναντι στὴν κρατοῦσα πίστη πρὸς τοὺς θεούς:
Λέει ὅτι ὁ Σωκράτης εἶναι ἔνοχος ἐπειδὴ διαφθείρει τοὺς νέους καὶ δὲν πιστεύει στοὺς θεοὺς τῆς πόλης, ἀλλὰ σὲ ἄλλους καινούριους δαίμονες11.

᾿Από μία αὐστηρῶς τυπικὴ ἄποψη δὲν πρόκειται – εἶναι προφανές – γιὰ κατηγορία ἀθεϊσμοῦ (ἂν καί, τελικῶς, στὸ δικαστήριο ὁ Μέλητος, ὁ ὁποῖος εἶχε προβεῖ στὴν κατηγορία, ἀντιφάσκοντας, ὑποστηρίζει ἀκριβῶς αὐτό)12, δεδομένου ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ «ἄθεος» ὅποιος εἶναι ἔνοχος γιὰ «εἰσαγωγὴ νέων θεοτήτων». Μὲ σύγχρονη ὁρολογία, θὰ λέγαμε ὅτι πρόκειται γιὰ μία κατηγορία ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς αἱρέσεως (αἵρεση ἐναντίον τῆς ἐπίσημης θρησκείας τῆς Πολιτείας).

Ἡ θέση τοῦ Σωκράτους ἀπέναντι στὸν θεὸ καὶ στὸ θεῖο δὲν εἶχε, λοιπόν, τίποτε κοινὸ μὲ τὴν ἀνάλογη θέση τῶν Σοφιστῶν, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, κατέληγαν στὸν ἀθεϊσμὸ ἢ στὸν ἀγνωστικισμό.

Γιὰ ποιό λόγο, ὅμως, ὁ Σωκράτης ἀπέρριπτε τὴν ἐπίσημη θρησκεία;

Διότι αἰσθανόταν βαθιὰ ἀπέχθεια πρὸς τὸν ἔντονο ἀνθρωπομορφισμό, φυσικό ἢ ἠθικό, τῆς θρησκείας ἐκείνης.

Στὸν Εὐθύφρονα, ὁ Σωκράτης ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἱερέα ποὺ τοῦ διηγεῖτο τὶς ἀντιπαλότητες, τὶς διενέξεις καὶ τὴν ὀργὴ τῶν θεῶν ἐναντίον ἄλλων θεῶν τὸ ἀκόλουθο ἐρώτημα:
ΣΩΚΡ. Μήπως, Εὐθύφρων, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ μὲ κατήγγειλαν, διότι ὅταν κανεὶς λέγῃ περὶ τῶν θεῶν τέτοια πράγματα δυσκολεύομαι πολὺ νὰ τὰ παραδεχθῶ (διὰ τὴν ἀμφιβολίαν μου αὐτήν, ὡς φαίνεται, ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπέπεσα εἰς σοβαρὸν παράπτωμα)13.
Ὁ Σωκράτης θεωρούσε παράδοξη τὴν ἠθική τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ καὶ ἀρνεῖτο κατηγορηματικῶς νὰ ἀποδώσει στοὺς θεούς πάθη, συναισθήματα καὶ ἤθη τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὴν ἠθική.

Μέχρι του σημείου αὐτοῦ, ὅμως, ὁ Σωκράτης δὲν πρωτοτυπεί. Ήδη ὁ Ξενοφάνης εἶχε καταγγείλει με παραδειγματικό τρόπο, ὡς σφάλμα, τὸν παραδοσιακό ἀνθρωπομορφισμό τῶν θεῶν σὲ ὅλες του τὶς ἐκδοχές:
Πάντα θεοῖσ᾿ ἀνέθηκαν Ομηρός θ' Ησίοδός τε, ὅσσα παρ᾿ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καὶ ψόγος ἐστίν, κλέπτειν μοιχεύειν τε καὶ ἀλλήλους ἀπατεύειν14. [Μετάφραση: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα στους ανθρώπους αποτελούν ντροπή και καταδίκη: το να κλέβουν, να μοιχεύουν και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον.»]

Ἐξ ἄλλου, βάσει διαφόρων πηγών, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης, ἀντιδρώντας γιὰ ἀκόμη μια φορὰ κατὰ τοῦ πολυθεϊσμοῦ τῆς λαϊκῆς θρησκείας, κατέτεινε πρὸς τὴ διαμόρφωση μιᾶς -κατὰ κάποιον τρόπο- ἑνιαίας ἀντιλήψεως περὶ τοῦ θείου, μόλο ποὺ δὲν ἀπέκλειε τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών του. Σχετικῶς μὲ τὸ τελευταῖο ζήτημα ὁ Maier γράφει: «Εἶναι βέβαιο ὅτι κατέληξε νὰ θεωρεῖ ἑνιαία τὴ δύναμη ποὺ κυβερνᾶ τὸ σύμπαν [...]. Τὸ ὅτι ἐνίοτε ἀντιπαρέθεσε τὴν ἑνιαία θεότητα στοὺς πολλαπλούς θεοὺς τῆς λαϊκῆς πίστεως εἶναι ἀληθοφανές [...]. Ἐν πάση περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθεῖ στὸν Σωκράτη ἕνας μονοθεϊσμός παρόμοιος με ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι οἰκεῖος μέσῳ τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ –διὰ μέσου αὐτῆς– τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας. Γιὰ τοὺς ἐγγράμματους, σὲ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο, δὲν ὑφίστατο ἐναντιότητα μεταξὺ τῆς μονάδος καὶ τῆς πολλαπλότητος. Πίσω ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θεοὺς ὑπῆρχε ἡ διαίσθηση τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι τὸ ἑνιαῖο τῆς θεότητος ἦταν αἰσθητὸ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ζωηρῆς ποικιλίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν πολλαπλότητα. Ἡ φιλοσοφία δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιβεβαιώνει αὐτὸν τὸν τρόπο θεωρήσεως. Ἀκόμη καὶ οἱ μονιστές (καὶ ἑνιστές φιλόσοφοι) παραδέχονται τὴν πολλαπλότητα τῶν φυσικῶν δυνάμεων· θεωροῦν τὶς δυνάμεις αὐτὲς ἰσάξιες καί, κυρίως, τὶς συσχετίζουν μὲ τοὺς θεοὺς τῆς λαϊκῆς παραδόσεως. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀπολύτως μονοθεϊστική δύναται νὰ ὑπάρχει μόνον ὅταν ὁ Θεὸς τίθεται ποιοτικῶς καὶ δυναμικῶς ἐπάνω ἀπὸ τὸν κόσμο, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν συνέβη ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ὁ δυϊσμός μεταξύ Θεοῦ καὶ κόσμου παρέμεινε ξένος πρὸς τὴ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων καθὼς καὶ πρὸς τὴ φιλοσοφία τους. Μιὰ προσωποποίηση καὶ θεοποίηση τόσον τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὅσον καὶ τῆς πραγματικότητος καὶ τῶν ἠθικῶν πολιτισμικῶν ἰδανικῶν ἦταν πολύ πιθανότερη ἐν σχέσει πρὸς τὸν δυϊσμό, καθ' ὅτι στὸν Ἕλληνα ἀπουσίαζε καθ' όλοκληρίαν ἡ ἐξατομικευμένη ἀντίληψη τῆς προσωπικότητος ἔτσι ὅπως τὴ θεωροῦμε ἐμεῖς. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἕναν παρόμοιο πολυθεϊσμὸ δὲν ἀπέρριπτε οὔτε ὁ Σωκράτης»15.

Ἀκόμη ὅμως καὶ αὐτὴν τὴν τάση ἑνοποιήσεως τοῦ θείου, τὴν τάση ἡ ὁποία συνυπάρχει μὲ τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών της, εἶχε προλάβει νὰ τὴν διατυπώσει κάποιος ποὺ προηγήθηκε τοῦ Σωκράτους, ὁ Ξενοφάνης:
Εἷς θεός, ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα1
6. [Μετάφραση: «Ένας είναι ο Θεός, ο ύψιστος μεταξύ θεών και ανθρώπων, και σε τίποτε δεν είναι όμοιος με τους θνητούς, ούτε ως προς το σώμα (τη μορφή) ούτε ως προς τον νου.»]

Ἡ διαφορά μεταξὺ τῶν δύο ἔγκειται μόνον στὸ γεγονός ὅτι ὁ Ξενοφάνης ἀντιλαμβάνεται τὸν θεὸ ἀπὸ κοσμολογικῆς, ἐνῶ ὁ Σωκράτης ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως.

Ὁ Πλάτων θὰ προχωρήσει πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, διακρίνοντας στοὺς τελευταίους διαλόγους του, καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Τίμαιο, τὸν θεὸ ὡς δημιουργό ἄλλων θεῶν. Στὸ πλαίσιο μιᾶς θεωρίας περὶ ἡμι-δημιουργίας, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω, ὁ Πλάτων θεωρεῖ τοὺς θεούς «δημιουργημένους». Κατὰ συνέπεια, κατὰ τρόπο χαρακτηριστικά έλληνικό, τείνει πρὸς μία ἑνοποίηση τῆς σφαίρας τῶν θεῶν, οἱ ὁποῖοι, καθ' ὅτι δημιουργημένοι, ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπὸ τὸν Δημιουργό17.

Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν διαθέτει τὶς κατηγορίες ἐκεῖνες βάσει τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε νὰ θεμελιώσει θεωρητικῶς μία ἀντίληψη περὶ τοῦ θεοῦ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ προσδιορίσει ὀντολογικῶς τὴ φύση του. Οἱ φυσικοί φιλόσοφοι ἐταύτισαν τὸ θεῖο μὲ τὴν κοσμογονικὴ ἀρχὴ καὶ, ἐν πάση περιπτώσει, τὸ ἑρμήνευσαν σὲ συνάρτηση μὲ τὶς κοσμογονικές κατηγορίες τους. Ὁ Σωκράτης, ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπορρίψει καθ' ὁλοκληρίαν τὴ φιλοσοφία τῆς φύσεως, δὲν μποροῦσε νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ καμμία κατηγορία τῆς φιλοσοφίας αὐτῆς. Ἐξ ἄλλου, ἀδυνατώντας νὰ χρησιμοποιήσει περαιτέρω μεταφυσικές κατηγορίες, οἱ ὁποῖες μόνον μὲ τὸν Πλάτωνα θὰ ἀποκτηθοῦν, ἦταν ἀναπόφευκτο νὰ μιλά γιὰ τὸν θεὸ σὲ ἐνορατικὸ ἐπίπεδο. ᾿Απέναντι στὸ πρόβλημα τοῦ θεοῦ, ὁ Σωκράτης συναντά, τελικῶς, τὴν ἴδια δυσκολία ποὺ ἐσυνάντησε μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ψυχῆς: Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ὁρίσει ἀπὸ ὀντολογικῆς ἀπόψεως, τὴν ἐχαρακτήρισε σὲ συνάρτηση μὲ τὶς πράξεις της. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ σχετικῶς μὲ τὸν θεὸ καὶ τὸ θεῖο ἐν γένει. Ἄντλησε ἀπὸ τὸν ᾿Αναξαγόρα καὶ τὸν Διογένη τῆς ᾿Απολλωνίας (ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχέλαο)18 τὴν ἰδέα τοῦ θεοῦ ὡς ρυθμιστικῆς νοήσεως, ἀποποιούμενος ὅμως τὶς φυσικές προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὴ στηρίζεται. Ἐπικέντρωσε τὸν λόγο του στὰ ἔργα τοῦ θεοῦ καὶ, ἀντὶ νὰ τὴν αἰτιολογήσει μὲ φυσικό-ὀντολογικό τρόπο, προέβη σχετικῶς σὲ αἰτιολογήσεις ἠθικῆς κυρίως φύσεως (ἢ καθαρῶς ἠθικῆς προελεύσεως), παραμένοντας βέβαια πάντοτε στὸ ἐπίπεδο τοῦ καθαρού λόγου.

Μιὰ τόσο καινοτόμος καὶ ριζικὴ ἑρμηνεία τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ θείου, ἐπὶ τῇ βάσει ἠθικῶν ἐννοιῶν, ἀποτελοῦσε καθ' ἑαυτὴ μιὰ ἀνατροπή τῆς πίστεως τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ συνεπάγετο τὴν πλήρη σχεδόν κατάργηση τῶν θεῶν τοῦ Ὁλύμπου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καὶ ἄλλοι εἶχαν ἤδη προβάλει παρόμοιες ἰδέες· ἡ κοινωνία, ὅμως, ὑπῆρξε ἀνεκτικὴ ἀπέναντί τους, καθ' ὅσον αὐτοί, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Σωκράτη, δὲν διατυμπάνισαν τὶς ἰδέες τους (ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αναξαγόρας ἐκινδύνεψε ἐπίσης νὰ καταδικαστεῖ λόγῳ τῶν στενῶν σχέσεών του μὲ πολιτικοὺς καὶ τῆς διαδόσεως ποὺ ἐγνώρισε ἡ διανόησή του μεταξύ αὐτῶν). Πράγματι, ὁ Σωκράτης κατηγορήθηκε ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέδιδε τὶς ἰδέες του:
ΣΩΚΡ. Φίλε μου, Εὐθύφρων, τὸ νὰ περιγελάσουν κανένα ἴσως δὲν εἶναι καὶ σπουδαῖο. Γιατί καθὼς μοῦ φαίνεται οἱ ᾿Αθηναῖοι δὲν πολυσκοτίζονται ἂν καταλάβουν πὼς κάποιος ἔχει (ὡρισμένας) ἱκανότητας, ἂν ἐννοεῖται οὗτος δὲν προπαγανδίζῃ τὴν σοφίαν του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ὅμως ἀντιληφθούν πὼς οὗτος θέλει νὰ κάμῃ καὶ ἄλλους ὀπαδούς του, τότε θυμώνουν εἴτε, καθὼς λέγεις, ἀπὸ φθόνον, εἴτε δι' ἄλλην αἰτίαν19.

Σημειώσεις

11. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 24 c.
12. Αὐτόθι, 26 b-28 a.
13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 6 a.
14. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, D.-Κ. 16, ἀπ. Β 11, I, 132, 2-4.
15. H. MAIER, Socrates, II, σ. 152.
16. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, ἀπ. Β 23, 135, 4-5.
17. G. REALE, Per una nuova interpretazione di Platone, σ. 707.
18. Γιὰ μία πιὸ διεξοδικὴ ἀνάλυση τοῦ προβλήματος, πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, 1, σ. 194.
19. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 3 c-d.

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.ΑΛΛΗΛΟΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΕΔΙΝΕ ΜΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΓΟΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ. ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΙΣΤΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΩΝ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΥΤΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ. ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΕΤΑΞΑΝ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ. ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΕΝΝΟΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

«Τό βολάν: το κολάρο που εφηύρε το κύρος» Από Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Όταν τα αντικείμενα μιλούν για δύναμη

                                    «Tό βολάν: το κολάρο που εφηύρε το κύρος»

Πώς ένα απλό κολάρο έγινε ορατό σύμβολο εξουσίας, κύρους, πλούτου και κοινωνικής διάκρισης.

                                        Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο


Συντακτικό Σημείωμα

Υπάρχουν αντικείμενα που, με την πρώτη ματιά, φαίνεται να ανήκουν αποκλειστικά στην ιστορία της μόδας. Το βολάν είναι ένα από αυτά. Το παρατηρούμε σε πορτρέτα της Αναγέννησης και των αρχών του 17ου αιώνα ως ένα περίεργο αξεσουάρ μιας άλλης εποχής, συχνά τόσο φανταχτερό που φαίνεται υπερβολικό ακόμη και στα σύγχρονα μάτια. Ωστόσο, πίσω από αυτό το μεγάλο, κολλαρισμένο λινό κολάρο κρύβεται μια πολύ πιο περίπλοκη ιστορία, μια ιστορία που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες κατασκευάζουν και αναπαριστούν την εξουσία.

Το βολάν δεν ήταν απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο. Έγινε ένα σημάδι διάκρισης, ένα μέσο αυτο-αναπαράστασης και μια γλώσσα άμεσα κατανοητή σε όποιον παρατηρούσε έναν ηγεμόνα, έναν δικαστή, έναν αριστοκράτη ή έναν πλούσιο έμπορο. Μέσω του σχήματός του, του κόστους του και της περίπλοκης κατασκευής του, μετέτρεπε τον πλούτο σε θέαμα, τη σωματική πειθαρχία σε κύρος και την κοινωνική ιεραρχία σε μια εικόνα που εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει το βλέμμα όσων επισκέπτονται μια γκαλερί τέχνης σήμερα.

Αυτό το δοκίμιο δεν αφορά απλώς την ιστορία ενός αξεσουάρ ένδυσης της Αναγέννησης. Αντίθετα, προσφέρει μια σκέψη πάνω σε ένα ευρύτερο θέμα: την ανάγκη, τόσο αρχαία όσο και η ίδια η ανθρωπότητα, να γίνει ορατή η εξουσία μέσα από αναγνωρίσιμα σύμβολα. Το gorget ανήκει στο παρελθόν, αλλά η γλώσσα της εξουσίας που ενσάρκωσε συνεχίζει, με διάφορες μορφές, να συνοδεύει το παρόν μας.
Εισαγωγή

Υπάρχει μια λεπτομέρεια που, όταν κοιτάμε πολλά πορτρέτα του δέκατου έκτου και των αρχών του δέκατου έβδομου αιώνα, σχεδόν πάντα τραβάει την προσοχή πριν από το πρόσωπο. Δεν είναι τα μάτια του φωτογραφιζόμενου, ούτε ο πλούτος των ενδυμάτων, ούτε το φόντο της σκηνής. Είναι αυτό το εξαιρετικό στέμμα από κολλαρισμένο λινό που τυλίγει τον λαιμό με μια σχεδόν εξωπραγματική γεωμετρική τελειότητα: η χαίτη.

Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται σαν μια απλή αναγεννησιακή μόδα, μια από τις πολλές αισθητικές εκκεντρικότητες που ο χρόνος έχει υποβιβάσει στα μουσεία. Ωστόσο, αρκεί μια στιγμή για να σταματήσει κανείς μπροστά σε αυτούς τους πίνακες για να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η άκαμπτη, εκτεταμένη και εντυπωσιακή δομή δεν είναι απλώς ένα στολίδι. Είναι ένα μήνυμα. Η παρουσία της μεταβάλλει τη φιγούρα, σκληραίνει τη στάση του σώματος, επιβάλλει απόσταση, μεταμορφώνει το σώμα σε μια αναπαράσταση εξουσίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η καμπύλη φαίνεται τόσο επιβλητική που ανταγωνίζεται το πρόσωπο για τον ρόλο του πρωταγωνιστή στο πορτρέτο.

Δεν είναι τυχαίο. Τα ρούχα δεν εξυπηρετούσαν ποτέ απλώς τον σκοπό της κάλυψης του σώματος. Σε όλη την ιστορία, έχουν μεταδώσει την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, τη θρησκευτική τους πεποίθηση, το οικονομικό κύρος, ακόμη και τις φιλοδοξίες αυτών που τα φορούσαν. Ορισμένα ενδύματα, περισσότερο από άλλα, έχουν αποκτήσει μια αξία που υπερβαίνει κατά πολύ την πρακτική τους χρησιμότητα, καθιστώντας τα αυθεντικά εργαλεία κοινωνικής επικοινωνίας.

Τό βολάν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Αρχικά ένα απλό αξεσουάρ πουκάμισου, μέσα σε λίγες δεκαετίες έγινε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Το μέγεθός του, η πολυπλοκότητα της κατασκευής του και το κόστος συντήρησής του το κατέστησαν προνόμιο που προοριζόταν για την ελίτ. Η χρήση του σήμαινε δημόσια δήλωση όχι μόνο του πλούτου κάποιου, αλλά και της θέσης του στην παγκόσμια τάξη.

Αυτό το δοκίμιο, επομένως, δεν αφηγείται την ιστορία ενός αξεσουάρ μόδας της Αναγέννησης. Αφηγείται πώς ένα φαινομενικά περιθωριακό αντικείμενο κατάφερε να μεταμορφωθεί σε μια γλώσσα εξουσίας. Επειδή το μανίκι, πέρα ​​από το να κοσμεί απλώς ένα πρόσωπο, έκανε ορατή μια ιδέα: αυτήν μιας αυθεντίας που επιθυμούσε όχι μόνο να αναγνωρίζεται, αλλά και να θαυμάζεται. Και ίσως αυτός ακριβώς είναι ο λόγος, ακόμη και σήμερα, όταν κοιτάμε αυτά τα πορτρέτα, ασυνείδητα καταλήγουμε να κοιτάμε πρώτα το γιακά και μόνο μετά το άτομο που το φοράει.
Από το πουκάμισο στο σύμβολο
Ελισάβετ της Αυστρίας, 1570-75


Τό βολάν εμφανίστηκε στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, πιθανώς στην Ισπανία , ως εξέλιξη του συσπειρωμένου γιακά πουκαμίσου. Από εκεί εξαπλώθηκε γρήγορα στις μεγάλες ευρωπαϊκές αυλές, γνωρίζοντας ιδιαίτερη επιτυχία στη Γαλλία, την Αγγλία και την Ολλανδία, όπου πήρε ολοένα και μεγαλύτερες και πιο θεατρικές μορφές.

Η ιστορία του βολάν δεν ξεκίνησε ως μια αισθητική ιδιοτροπία, αλλά ως η εξέλιξη μιας λεπτομέρειας του ενδύματος που προοριζόταν, σχεδόν ασυνείδητα, να αλλάξει νόημα. Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, το στρίφωμα του πουκαμίσου, αρχικά μόλις ορατό πάνω από το γιλέκο ή το μπούστο, άρχισε σταδιακά να διευρύνεται. Αυτό που αρχικά είχε μια πρακτική λειτουργία -προστασία του λαιμού και ολοκλήρωση του ενδύματος- σύντομα έγινε ένα ολοένα και πιο περίτεχνο στοιχείο, προορισμένο να τραβήξει την προσοχή.

Η μεταμόρφωση ήταν αργή αλλά αδυσώπητη. Οι πτυχώσεις πολλαπλασιάστηκαν, το λινό έγινε ολοένα και πιο λεπτό και πολύτιμο, ενώ η λευκότητα του υφάσματος απέκτησε συμβολική αξία. Η διατήρηση ενός τέλεια λευκού βολάν απαιτούσε συχνό πλύσιμο, ποιοτικά υφάσματα και συνεχή φροντίδα: μια πολυτέλεια που λίγοι μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά. Έτσι, το αξεσουάρ άρχισε να διακρίνει εκείνους που κέρδιζαν τα προς το ζην από την εργασία τους από εκείνους που μπορούσαν να καυχηθούν για το προνόμιο να μην εκτελούν καμία χειρωνακτική εργασία.

Αυτή η μεταμόρφωση κατέστη δυνατή χάρη σε μια σημαντική τεχνική βελτίωση. Η εισαγωγή αμύλου επέτρεψε στο λινό να σκληρύνει, διατηρώντας τις πτυχώσεις άθικτες ακόμα και μετά από πολλές ώρες. Πίσω από αυτή την φαινομενική απλότητα κρυβόταν σχολαστική δουλειά. Εξειδικευμένες πλύστρες, κεντήτριες και σιδερωτές χρησιμοποίησαν χρόνο, εμπειρία και ειδικά εργαλεία για να επιτύχουν τις κανονικές κυματισμούς που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τα μεγάλα πορτρέτα της Αναγέννησης σήμερα. Κάθε πτυχή ήταν αποτέλεσμα σχεδόν χειροτεχνικής υπομονής και το κόστος της διαδικασίας αυξανόταν με το πλάτος του χείλους.

Μέσα σε λίγες δεκαετίες, το κολάρο έπαψε οριστικά να αποτελεί μια απλή τελική πινελιά στο πουκάμισο. Η λειτουργία του δεν ήταν πλέον να προστατεύει τον λαιμό, αλλά μάλλον να αναδεικνύει το άτομο. Όσο μεγαλύτερο γινόταν το βολάν, τόσο λιγότερο πρακτικό γινόταν. Περιόριζε την κίνηση του κεφαλιού, δυσκόλευε το γρήγορο γύρισμα και απαιτούσε συνεχή προσοχή. Αλλά αυτή η πολύ φαινομενική άχρηστη φύση του όριζε την επιτυχία του. Ένα άβολο, ακριβό και ευαίσθητο αντικείμενο δήλωνε αμέσως ότι ο φορέας του ανήκε σε μια κοινωνική τάξη από την οποία η χειρωνακτική εργασία δεν ήταν πλέον απαραίτητη.

Έτσι, σχεδόν χωρίς να το προσέξουν οι σύγχρονοι, ένα απλό τελείωμα πουκάμισου έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της ευρωπαϊκής κοινωνίας μεταξύ της Αναγέννησης και των αρχών του δέκατου έβδομου αιώνα. (1) Τό βολάν δεν ήταν ακόμη δύναμη, αλλά είχε ήδη αρχίσει να της δίνει μια ορατή μορφή.Ανάγλυφο φαράγγι, Βόρεια Ιταλία, 16ος αιώνας

(¹) Το βολάν (στα γαλλικά fraise , στα αγγλικά ruff ) εμφανίστηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα ως εξέλιξη του συσπειρωμένου γιακά πουκαμίσου. Η διάδοσή του ευνοήθηκε από τη χρήση αμύλου, το οποίο επέτρεψε στις πτυχώσεις του λινού να διατηρούνται άκαμπτες και κανονικές, μετατρέποντας ένα απλό λειτουργικό στοιχείο σε αξεσουάρ με ισχυρή συμβολική αξία.

Η κομψότητα ως γλώσσα της δύναμης

Και υπάρχουν αντικείμενα των οποίων η αξία έγκειται στη χρησιμότητά τους. Άλλα, ωστόσο, αποκτούν κύρος ακριβώς επειδή δεν το έχουν. Τό βολάν ανήκει αναμφίβολα σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Δεν προστατεύει από το κρύο, δεν διευκολύνει την κίνηση, δεν διευκολύνει τις καθημερινές δραστηριότητες. Αντίθετα, σκληραίνει τον αυχένα, περιορίζει τη φυσική ελευθερία του σώματος και απαιτεί συνεχή προσοχή. Από αυστηρά πρακτική άποψη, σχεδόν αποτελεί εμπόδιο. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η φαινομενική άχρηστη φύση οδήγησε στην επιτυχία της.

Το μέγεθος του βολάν δεν μετρήθηκε μόνο από τα εκατοστά του, αλλά από τον χρόνο και τα χρήματα που απαιτούνταν για τη συντήρησή του. Το λινό έπρεπε να είναι άριστης ποιότητας, άψογα λευκό, με τέλεια ομοιόμορφες πτυχώσεις. Κάθε πλύσιμο απαιτούσε συγκεκριμένες δεξιότητες. Κάθε σιδέρωμα ήταν αποτέλεσμα υπομονετικής και σχολαστικής δουλειάς. Πίσω από ένα αξεσουάρ που φαινόταν φυσικό κρυβόταν η σιωπηλή εργασία πολυάριθμων τεχνιτών. Όποιος το φορούσε έδειχνε, χωρίς λόγια, ότι μπορούσε να αντέξει οικονομικά τα έξοδα και την περίπλοκη οργάνωση του σπιτιού.

Υπό αυτή την έννοια, η βολάν αποτελούσε μια άμεσα κατανοητή κοινωνική γλώσσα. Δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζουμε το όνομα ή τον ευγενή τίτλο του ατόμου. Αρκούσε να κοιτάξουμε το γιακά. Το πλάτος του, η λεπτότητα του υφάσματος και η τελειότητα των πτυχώσεων μετέδιδαν αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε κοινωνική θέση του ατόμου. Το ένδυμα δεν περιέγραφε απλώς μια κοινωνική θέση: την έκανε ορατή.

Πάνω από τρεις αιώνες αργότερα, ο Αμερικανός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Thorstein Veblen (2) θα προσδιόριζε τον ίδιο μηχανισμό όταν μιλούσε για «εμφανή κατανάλωση», δηλαδή την τάση των πλούσιων τάξεων να χρησιμοποιούν ακριβά αγαθά όχι τόσο για τη λειτουργία τους, αλλά για να καταστήσουν δημόσια εμφανή την οικονομική τους θέση. Το ραβδί αντιπροσωπεύει ένα από τα πρώτα και πιο εκλεπτυσμένα παραδείγματα αυτής της λογικής. Η αξία του δεν συνίστατο στο ότι ήταν χρήσιμο, αλλά στο ότι ήταν δύσκολο στη συντήρηση, ακριβό στην παραγωγή και ουσιαστικά απρόσιτο στην πλειοψηφία του πληθυσμού.

Κάθε κοινωνία δημιουργεί σύμβολα που διακρίνουν όσους ανήκουν στην ελίτ από εκείνους που παραμένουν αποκλεισμένοι. Στην Αναγέννηση, αυτή η γλώσσα εκφράστηκε μέσω του κολλαριστού λινού. Το βολάν δεν ήταν απλώς ένα κομψό αξεσουάρ: ήταν μια δημόσια δήλωση κύρους, μια μορφή εξουσίας που γινόταν άμεσα αναγνωρίσιμη σε όλους.

(²) Ο Thorstein Veblen ανέπτυξε την έννοια της επιδεικτικής κατανάλωσης στο έργο του The Theory of the Leisure Class (1899), υποστηρίζοντας ότι οι προνομιούχες τάξεις τείνουν να επιδεικνύουν ακριβά αγαθά και συμπεριφορές όχι για τη χρησιμότητά τους, αλλά για να επιδείξουν πλούτο, κύρος και κοινωνική ένταξη. Το ραβδί της Αναγέννησης είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό παράδειγμα αυτού του μηχανισμού.
Ο Thorstein Veblen (1899) υποστήριξε ότι οι προνομιούχες τάξεις τείνουν να επιδεικνύουν ακριβά αγαθά και συμπεριφορές όχι για τη χρησιμότητά τους, αλλά για να επιδείξουν πλούτο, κύρος και κοινωνική ένταξη.
Η στάση της εξουσίας
Lavinia Fontana, Πορτρέτο της Bianca degli Utili Maselli με τα παιδιά της, 1604–05, λεπτομέρεια. Μουσεία Καλών Τεχνών του Σαν Φρανσίσκο, Σαν Φρανσίσκο, ΗΠΑ

Κάθε ένδυμα τροποποιεί, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, το σώμα αυτού που το φοράει. Κάποια το προστατεύουν, άλλα το ενισχύουν, άλλα διορθώνουν το σχήμα του. Η βολάν κάνει κάτι διαφορετικό: πειθαρχεί το σώμα. Η ακαμψία του εμποδίζει τον χρήστη να κατεβάσει ελεύθερα το κεφάλι, περιορίζει την περιστροφή του λαιμού και επιβάλλει μια ήρεμη στάση. Δεν είναι απλώς ένα στολίδι. είναι μια δομή που εκπαιδεύει τις χειρονομίες.

Όποιος το φοράει αναπόφευκτα καταλήγει να υιοθετεί μια πιο όρθια στάση. Οι κινήσεις γίνονται αργές, μετρημένες, σχεδόν σοβαρές. Κάθε κλίση του κεφαλιού απαιτεί προσοχή, κάθε χειρονομία φαίνεται ελεγχόμενη. Ο φυσικός αυθορμητισμός δίνει τη θέση του σε μια μελετημένη χειρονομία που μεταφέρει ισορροπία, αυτοέλεγχο και εξουσία. Το σώμα δεν εκφράζει πλέον απλώς μια προσωπικότητα: παίζει έναν ρόλο.

Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι η κουρτίνα έγινε δημοφιλής στις ευρωπαϊκές αυλές, όπου η συμπεριφορά ήταν μια εξίσου εκλεπτυσμένη γλώσσα με την ενδυμασία. Οι ευγενείς αναμενόταν να διακρίνονται όχι μόνο μέσω του πλούτου, αλλά και μέσω του ελέγχου των συναισθημάτων, των χειρονομιών, ακόμη και της στάσης του σώματός τους. Η κομψότητα έγινε μια μορφή πειθαρχίας και η πειθαρχία μια εκδήλωση κύρους.

Ο ιστορικός και κοινωνιολόγος Norbert Elias (3) παρατήρησε πώς η αυλική κοινωνία μετέτρεψε προοδευτικά τον έλεγχο του σώματος σε ένα από τα διακριτικά στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι κανόνες της συνύπαρξης, της εθιμοτυπίας και της δημόσιας εκπροσώπησης δεν ήταν απλές συμβάσεις, αλλά μέσα μέσω των οποίων η εξουσία διαμορφωνόταν ακόμη και στην καθημερινή συμπεριφορά. Το ραβδί φαίνεται να ενσαρκώνει τέλεια αυτή τη διαδικασία: αναγκάζοντας το σώμα σε ορισμένες κινήσεις, έκανε ορατή μια ακριβή ιδέα τάξης, αυτοελέγχου και κοινωνικής ανωτερότητας.

Για αυτόν τον λόγο, η λειτουργία του υπερβαίνει κατά πολύ την αισθητική. Δεν αντιπροσωπεύει απλώς την εξουσία, αλλά βοηθά στην οικοδόμησή της. Όποιος παρατηρεί ένα πορτρέτο της Αναγέννησης αντιλαμβάνεται αμέσως την σχεδόν θεατρική ψυχραιμία που χαρακτηρίζει τους ηγεμόνες, τους δικαστές, τους διπλωμάτες και τους αριστοκράτες. Δεν είναι μόνο το πρόσωπο που επικοινωνεί την εξουσία. είναι ολόκληρο το σώμα, καθοδηγούμενο από ένα αξεσουάρ που μετατρέπει τη στάση του σώματος σε ένα σημάδι διάκρισης.

Τό βολάν, άλλωστε, δεν υπαγορεύει απλώς έναν τρόπο ντυσίματος. Υπαγορεύει έναν τρόπο ύπαρξης στον κόσμο. Αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της: έχει μετατρέψει ένα απλό κολάρο σε πειθαρχία του σώματος και, μέσω του σώματος, σε πειθαρχία εξουσίας.

(³) Ο Norbert Elias, στο βιβλίο του «Η Διαδικασία του Πολιτισμού» ( Über den Prozeß der Zivilisation , 1939), έδειξε πώς η ευρωπαϊκή αυλική κοινωνία είχε προοδευτικά κωδικοποιήσει τον έλεγχο των χειρονομιών, της στάσης του σώματος και της συμπεριφοράς, μετατρέποντάς τες σε όργανα κοινωνικής διάκρισης και νομιμοποίησης της εξουσίας. Αυτή η διαδικασία επηρέασε επίσης την ενδυμασία, η οποία έγινε αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας εκπροσώπησης της εξουσίας.
Αυλική εθιμοτυπία και αριστοκρατική συμπεριφορά
Ο θρίαμβος της εικόνας
Ντιέγκο Βελάσκεθ, Πορτρέτο του Φιλίππου Γ΄ έφιππου, λεπτομέρεια της κεφαλής, 1635. Μουσείο Πράδο, Μαδρίτη, Ισπανία


Αν το gorget ήταν ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα αναπαράστασης της εξουσίας, πάνω απ' όλα η προσωπογραφία ήταν αυτή που εδραίωσε την επιτυχία της. Κανένα άλλο καλλιτεχνικό είδος δεν συνέβαλε στη μετατροπή αυτού του αξεσουάρ σε παγκόσμιο σύμβολο κύρους. Μέσω της προσωπογραφίας, το gorget έπαψε να είναι ένα απλό αξεσουάρ μόδας και έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας εικόνας του ατόμου.

Οι μεγάλοι ζωγράφοι της Αναγέννησης και των αρχών του δέκατου έβδομου αιώνα κατάλαβαν αμέσως την εκφραστική δυνατότητα αυτού του εξαιρετικού στοιχείου της ενδυμασίας. Στα πορτρέτα του Agnolo Bronzino, η γεωμετρική τελειότητα των πτυχώσεων συνδιαλέγεται με τη σοβαρότητα των αριστοκρατικών μορφών, δίνοντας στους χαρακτήρες μια αύρα σχεδόν μνημειώδους ψυχραιμίας. Ο Hans Holbein ο Νεότερος, αν και ανήκε σε μια προγενέστερη περίοδο στην εξέλιξη του φουσκωτού, αντιλήφθηκε την αξία του ως ένδειξη διάκρισης, εισάγοντάς το στα πορτρέτα του με σχεδόν μινιατουρική ακρίβεια. Αργότερα, ο Anthony van Dyck έκανε την κομψότητα του φορέματος ένα από τα προνομιακά εργαλεία για να εξυψώσει την κομψότητα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, ενώ ο Frans Hals, (4) στην ζωντανή ολλανδική εμπορική κοινωνία, έδειξε πώς ακόμη και η νέα αστική τάξη χρησιμοποίησε το φουσκωτό για να επιβεβαιώσει το οικονομικό και κοινωνικό της κύρος.

Παρατηρώντας αυτούς τους πίνακες, συχνά έχει κανείς την εντύπωση ότι το πρόσωπο δεν είναι πλέον το απόλυτο κέντρο της σύνθεσης. Το βλέμμα έλκεται πρώτα από το μεγάλο λινό στεφάνι που περιβάλλει τον λαιμό, τη φωτεινότητά του, την ακρίβεια των πτυχώσεών του, την τέλεια συμμετρία των σχημάτων του. Μόνο αργότερα σταματάει κανείς για να σκεφτεί την έκφραση του ατόμου που το φοράει. Είναι σαν η βολάν να προμηνύει την ταυτότητα αυτού που το φοράει, γνωστοποιώντας αμέσως την κοινωνική του θέση πριν το πρόσωπο προλάβει να αποκαλύψει τον χαρακτήρα του.

Το αποτέλεσμα δεν είναι τυχαίο. Το έντονο λευκό του λινού δημιουργεί μια ισχυρή αντίθεση με τα σκούρα ρούχα που χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αριστοκρατία, πλαισιώνοντας το πρόσωπο σαν ένα είδος κοσμικού φωτοστέφανου. Το φως εστιάζει στον λαιμό και το πρόσωπο, ενώ η υπόλοιπη φιγούρα υποχωρεί. Ο ζωγράφος δεν αναπαράγει απλώς ένα αξεσουάρ μόδας. Το χρησιμοποιεί ως συνθετικό μέσο ικανό να καθοδηγήσει το βλέμμα του θεατή και να τονίσει την αξιοπρέπεια του απεικονιζόμενου θέματος.

Έτσι, η χαίτη γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα διακοσμητικό στοιχείο. Οργανώνει τον χώρο του πορτρέτου, κατασκευάζει την ιεραρχία της εικόνας και μετατρέπει το κοινωνικό κύρος σε μια ορατή μορφή. Η τέχνη, με αυτόν τον τρόπο, δεν καταγράφει απλώς μια σύγχρονη μόδα, αλλά βοηθά στην απαθανάτισή της. Ακόμα και σήμερα, μπαίνοντας σε μια γκαλερί τέχνης, μια ματιά σε αυτόν τον μεγάλο τροχό από κολλαρισμένο λινό είναι αρκετή για να αναγνωρίσει αμέσως μια εποχή, μια κοινωνική τάξη και μια ιδέα εξουσίας.

(4) Η παρουσία του γκορζέ στα πορτρέτα των Agnolo Bronzino, Hans Holbein του Νεότερου, Anthony van Dyck και Frans Hals μαρτυρά πώς αυτό το αξεσουάρ είχε γίνει, μεταξύ του 16ου και του 17ου αιώνα, ένας ισχυρός δείκτης κοινωνικής θέσης και κύρους. Τα πορτρέτα της αυλής και αυτά της πλούσιας ευρωπαϊκής αστικής τάξης συνέβαλαν στην εδραίωση της συμβολικής του αξίας, καθιστώντας το γκορζέ ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της εικονογραφίας της Αναγέννησης και του Μπαρόκ.

Πορτρέτα διασημοτήτων της Αναγέννησης και του Μπαρόκ
Όταν το κύρος αλλάζει μορφή
Louise of Lorraine-Vaudémont (1553-1601)


Κανένα σύμβολο εξουσίας δεν είναι αιώνιο. Ακόμα και τό βολάν, αφού κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή μόδα για πάνω από έναν αιώνα, άρχισε σιγά σιγά να εξαφανίζεται. Μέχρι το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, το μέγεθός της είχε σταδιακά μειωθεί, δίνοντας τη θέση της σε πιο μαλακά, λιγότερο άκαμπτα γιακά. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να ερμηνεύσουμε αυτή την αλλαγή ως το τέλος ενός πολιτισμικού μοντέλου. Ήταν το αντικείμενο που παρήκμασε, όχι η ανάγκη που την είχε δημιουργήσει.

Οι κοινωνίες δεν εγκαταλείπουν εύκολα τις συμβολικές τους γλώσσες. Όταν ένα σύμβολο χάνει την αποτελεσματικότητά του, εφευρίσκουν ένα άλλο. Έτσι, η βολάν έδωσε τη θέση της σε νέα στοιχεία ένδυσης που αποσκοπούσαν στην ίδια λειτουργία: να διακρίνουν, να αναπαραστήσουν, να κάνουν μια κοινωνική θέση άμεσα αναγνωρίσιμη. Εμφανίστηκαν οι μεγάλες πουδραρισμένες περούκες των ευρωπαϊκών αυλών, το δαντελένιο jabot που στόλιζε τα στήθη των αριστοκρατών, η ρεντιγκότα ως έμβλημα αστικής κομψότητας, το καπέλο που έγινε το κάλυμμα του κεφαλιού του αξιοσέβαστου άνδρα (5) του δέκατου ένατου αιώνα και, αργότερα, η γραβάτα, που προοριζόταν να επιβιώσει μέχρι σήμερα ως ένα από τα πιο επίμονα σημάδια τυπικότητας και κύρους.

Κάθε εποχή επιλέγει τα δικά της σύμβολα. Αλλάζουν σχήμα, υλικά και σημασίες, αλλά συνεχίζουν να εκπληρώνουν την ίδια λειτουργία: να κάνουν ορατό αυτό που η κοινωνία θεωρεί αυθεντία. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά τα αντικείμενα μοιράζονται ορισμένα χαρακτηριστικά. Συχνά είναι πρακτικά περιττά, απαιτούν φροντίδα, επιβάλλουν ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς και γίνονται αμέσως αναγνωρίσιμα ως σημάδια ότι ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον.

Η ιστορία του βολάν καταδεικνύει έτσι ότι το κύρος δεν έγκειται στα ίδια τα αντικείμενα, αλλά στο νόημα που τους αποδίδει μια κοινότητα. Κανένα αξεσουάρ δεν έχει εγγενή αξία. Είναι το συλλογικό βλέμμα που το μετατρέπει σε έμβλημα πλούτου, εξουσίας ή διάκρισης. Όταν αυτή η σημασία εξαντληθεί, το αντικείμενο εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από ένα άλλο ικανό να εκπληρώσει την ίδια λειτουργία.

Τελικά, ο μηχανισμός παρέμεινε εκπληκτικά αμετάβλητος. Τα ρούχα αλλάζουν, οι μόδες αλλάζουν, οι αισθητικοί κώδικες μεταμορφώνονται, αλλά η επιθυμία να γίνει ορατή η θέση κάποιου στην κοινωνία συνεχίζει να συνοδεύει κάθε εποχή. Η βολάν ανήκει πλέον σε μουσεία, αλλά η συμβολική γλώσσα που την έκανε διάσημη ζει, απλώς σε άλλες μορφές.

(5) Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενδυμασίας μεταξύ του 17ου και του 19ου αιώνα δείχνει πώς η συμβολική λειτουργία της κοινωνικής διάκρισης μεταφέρθηκε προοδευτικά από το βολάν σε άλλα στοιχεία, όπως η περούκα, το ζαμπό, η ρεντιγκότα, το καπέλο και η γραβάτα. Αν και άλλαξαν σχήματα και υλικά, αυτά τα αξεσουάρ διατήρησαν τον ρόλο τους ως ορατοί δείκτες κύρους, θέσης και κοινωνικής ένταξης.

Σύναψη

Η ιστορία του gorget καταδεικνύει πώς τα αντικείμενα μπορούν να αποκαλύψουν πολύ περισσότερα από την εμφάνισή τους. Με την πρώτη ματιά, φαίνεται απλώς ένα κομψό αξεσουάρ, συνδεδεμένο με τη μόδα της Αναγέννησης και των αρχών του 17ου αιώνα. Με μια πιο προσεκτική ματιά, ωστόσο, αποκαλύπτει ένα φαινόμενο που διατρέχει την ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών: την ανάγκη να γίνει ορατό το κύρος.

Κάθε εποχή έχει αναπτύξει τα δικά της σύμβολα διάκρισης. Τα ρούχα αλλάζουν, τα υλικά αλλάζουν, οι αισθητικές προτιμήσεις μεταμορφώνονται, αλλά η επιθυμία να επικοινωνήσει κανείς τον ρόλο του μέσα από άμεσα αναγνωρίσιμα σημάδια παραμένει εκπληκτικά σταθερή. Η εξουσία σπάνια αρκείται απλώς στην άσκηση. Προτιμά να εκπροσωπείται. Ο πλούτος επιδιώκει όχι μόνο να υπάρχει, αλλά και να γίνεται αντιληπτός. Το κύρος, τελικά, ευδοκιμεί στο βλέμμα των άλλων.

Το χτένισμα αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο συναρπαστικά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Δεν κρύβει το νόημά του πίσω από τη χρησιμότητα ή τη λειτουργικότητα. Αντιθέτως, επιδεικνύει ανοιχτά την πρακτική του αχρηστία και από αυτό ακριβώς το σημείο αντλεί τη συμβολική του δύναμη. Όσο μεγαλύτερο είναι, τόσο πιο περίπλοκο είναι να κατασκευαστεί, όσο περισσότερο χρόνο και πόρους απαιτεί για να συντηρηθεί, τόσο μεγαλύτερο είναι το μήνυμα που μεταφέρει. Είναι ένα αντικείμενο που δεν εκτελεί μια λειτουργία: αφηγείται μια ιστορία.

Για αυτόν τον λόγο, η ιστορία του υπερβαίνει τα όρια της ιστορίας της μόδας. Το κούμπωμα μας προσκαλεί να αναλογιστούμε τη σχέση μεταξύ εικόνας και εξουσίας, μεταξύ σώματος και ιεραρχίας, μεταξύ εμφάνισης και κοινωνικής αναγνώρισης. Μας υπενθυμίζει ότι οι άνδρες δεν κατασκευάζουν απλώς θεσμούς, νόμους ή παλάτια. Κατασκευάζουν επίσης σύμβολα μέσω των οποίων καθιστούν ορατές τις διαφορές, νομιμοποιούν την εξουσία και καθορίζουν την ένταξη σε μια κοινότητα ή μια ελίτ.

Ίσως αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, αυτά τα μεγάλα λινά κολάρα συνεχίζουν να ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία. Δεν ανήκουν απλώς σε μια μακρινή εποχή. Μας μιλούν επίσης. Γιατί, ενώ τό βολάν έχει εξαφανιστεί, η ανάγκη να διακρίνει κανείς τον εαυτό του μέσω εξωτερικών σημείων δεν έχει αλλάξει. Τα αντικείμενα έχουν αλλάξει, αλλά η γλώσσα όχι.

Και ίσως αυτή είναι η πιο αυθεντική κληρονομιά του. Το γκορζέ δεν ήταν απλώς ένα αριστούργημα αναγεννησιακής κομψότητας. Ήταν ένας από τους πιο ξεκάθαρους τρόπους που επέλεξε η εξουσία για να εκδηλωθεί. Και, με διαφορετικές μορφές, συνεχίζει να το κάνει μέχρι σήμερα.


Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΙΑΔΕΧΘΗΚΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ;

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Πώς και γιατί δεν ζούμε πλέον σε έναν πολιτισμό

Riccardo Paccosi

Πώς και γιατί δεν ζούμε πλέον σε έναν πολιτισμό


Πηγή: Ρικάρντο Πακόσι


Η έννοια του πολιτισμού είναι αναπόφευκτα σχετική. Αλλά σήμερα το πρόβλημα δεν είναι να κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ ενός πολιτισμού και ενός άλλου, αλλά μάλλον να συγκρίνουμε το πρόσφατο παρελθόν ενός δεδομένου πολιτισμού - του Δυτικού πολιτισμού - με την παρούσα εποχή του.
Από αυτή τη σύγκριση, φαίνεται ότι η φάση του Δυτικού πολιτισμού που ξεκίνησε με τη Σύγχρονη Εποχή διαλύεται στην πιο οικεία της ουσία, χωρίς, ωστόσο, να αντικαθίσταται από οτιδήποτε άλλο.
Ή μάλλον: το πλαίσιο του προηγούμενου πολιτισμού παραμένει σε θεσμικό, κανονιστικό και γλωσσικό επίπεδο. Αλλά έξω από αυτή την υπολειμματική και προσομοιωτική αξία της παλιάς τάξης πραγμάτων, το μόνο πράγμα που αναπαράγει τον κόσμο στον οποίο ζούμε σε καθημερινή βάση είναι η βαρβαρότητα της αγοράς και των μηχανών - που έχουν γίνει μια ενιαία οντότητα - που δεν σκέφτεται καμία αξία, δεν εκφράζει καμία ηθική και έτσι έχει μετατρέψει τον κόσμο σε έναν γιγάντιο τροχό που περιστρέφεται αέναα γύρω από το Τίποτα.
Γύρω από αυτόν τον «αέναα κινούμενο τροχό» μηχανών και αγορών, ένα πλήθος ανθρώπινων προνυμφών κινείται με τη σειρά του, αυτάρεσκες και πομπώδεις που νιώθουν σαν ξεχωριστά άτομα - έχουν σβήσει κάθε αίσθηση του εαυτού τους ως λαού και ως κοινωνίας.
Ο πολιτισμός δεν υπάρχει πλέον επειδή ο πολιτισμός του δικαίου δεν υπάρχει πλέον. Δηλαδή, η Magna Carta, το Habeas Corpus και τα εθνικά συντάγματα, για να μην αναφέρουμε το διεθνές δίκαιο, διαλύονται: όλα έχουν συνθλιβεί από έναν νέο απολυταρχισμό που δικαιολογεί την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του ως φορέα της αυτοαποδιδόμενης επιστημονικής ή/και ηθικής αντικειμενικότητας.
Φυσικά, πολλοί είναι ευχαριστημένοι με αυτό το οπισθοδρομικό ταξίδι από τον συνταγματισμό στον απολυταρχισμό επειδή, τελικά, ο πολιτισμός του δικαίου αποτελούνταν μόνο από «κομμάτια χαρτιού».

Ο πολιτισμός δεν υπάρχει πλέον επειδή ο απάνθρωπος ρυθμός των μηχανών και η 24ωρη συνδεσιμότητα διαλύουν τους δεσμούς του συλλογικού ανήκειν, της ενσυναίσθησης και της επιθυμίας για διάλογο.
Σε αυτήν την αυτοαποκαλούμενη «περιεκτική» κοινωνία, οι αντικρουόμενες δυναμικές εντός της κοινής γνώμης επιμένουν, αλλά η κοινή γνώμη παίρνει θέση στα παγκόσμια ζητήματα όχι προσκολλώμενη σε μια μαζική ταυτότητα ή σύστημα σκέψης, αλλά μάλλον ακολουθώντας τα βάναυσα και παράλογα συναισθήματα που είναι εγγενή στο πλήθος. Για να συμβεί η παλινδρόμηση από τη μάζα στο πλήθος, φυσικά, είναι απαραίτητα και ορισμένα ηθικολογικά αξιώματα δανεισμένα από τους μηχανισμούς παρα-ταυτότητας που διέπουν τις κοινωνικές διαδικασίες και ονομάζονται «δεξιά» και «αριστερά».
Η αίσθηση της κοινής ηθικής που ενέπνεε τις παλιές μαζικές ιδεολογίες αντιπαραβάλλεται τώρα από μια ηθικολογική και ασύνδετη υστερία, εκφράσεις συναισθηματικής φωτιάς που διαρκούν μια μέρα και που το πλήθος ξεχνά γρήγορα, ώστε τα μέλη του να μπορούν να επιστρέψουν, εξίσου γρήγορα, στη συνήθη κατάσταση των ατομικιστικών προνυμφών τους.
Ο πολιτισμός δεν υπάρχει πλέον επειδή ο δυτικός χώρος έχει μετατραπεί από τη μετανάστευση σε έναν μη-τόπο, που σημαίνει ότι κάθε μεγάλη πόλη αποτελείται από τμήματα του πληθυσμού που δεν μοιράζονται πλέον μια γλώσσα, έναν πολιτισμό ή μια ιστορική μνήμη.
Κάθε πολυεθνικό έθνος στη Δύση διαιρείται σε νεοφυλετικούς μητροπολιτικούς θύλακες, δηλαδή σε ένα πλήθος αμοιβαίων ξένων.
Κάθε πόλη γίνεται έτσι ίδια με κάθε άλλη, όπως ακριβώς τα αεροδρόμια, τα εστιατόρια γρήγορου φαγητού και τα εμπορικά κέντρα είναι από καιρό τα ίδια σε κάθε γωνιά του κόσμου.


Δεν υπάρχει πλέον πολιτισμός επειδή η διαγραφή της ιστορικής μνήμης και των γενεαλογικών δεσμών, καθώς και η διαγραφή του ιερού και του πνευματικού, έχουν διαλύσει τον χρόνο και, επομένως, την αίσθηση του θανάτου και την επιθυμία για το μέλλον.
Σε αυτό το πλαίσιο, απαλλαγμένο από τελεολογία, οι τεχνοκράτες έχουν την πολυτέλεια να επικαλούνται εσχατολογία και να φλυαρούν για τον Αντίχριστο: αλλά το κάνουν αυτό όχι για να υπαινιχθούν μια μετα-αποκαλυπτική Σωτηρία, αλλά μάλλον για να κάνουν το Τέλος αισθητό ως μια σταθερή συνθήκη.

Ένα Τέλος χωρίς τέλος και χωρίς σκοπό, επομένως, που δεν αφήνει χώρο για κανένα νόημα εκτός από την άνευ νοήματος αναπαραγωγή της Μηχανής και μέσα στη Μηχανή.
Όλα όσα έχω εξηγήσει μέχρι τώρα (και τα οποία σίγουρα πρέπει να επεκταθούν) αφορούν τη Δύση, αλλά μόνο εν μέρει τον υπόλοιπο κόσμο.
Σε άλλα μέρη του πλανήτη, στην πραγματικότητα, οι οικογενειακές και κοινοτικές μορφές, καθώς και οι γενεαλογικές ταυτότητες και κληρονομιές, επιμένουν σε μεγαλύτερο βαθμό. Σε άλλα μέρη του κόσμου, εν ολίγοις, ο χρόνος εξακολουθεί να υπάρχει και επομένως το μέλλον εξακολουθεί να υπάρχει.

Για να επιστρέψουμε στο να νιώθουμε και να αγαπάμε τον χρόνο, πρέπει επομένως να ελπίζουμε ότι αυτό το μεγάλο πλαίσιο που τυλίγεται γύρω από το Τίποτα που είναι η Δύση θα καταρρεύσει στο σύνολό του.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Μην χρησιμοποιείς το όνομα κανενός μάταια.

Marcello Veneziani - 05/01/2026

Μην παίρνεις το όνομα κανενός μάταια.


Πηγή: Μαρτσέλο Βενετσιάνι


Η Βενετία είναι το ιδανικό μέρος για να γιορτάσει κανείς την τραγωδία και το καρναβάλι, η πιο συναρπαστική και σκοτεινή πόλη στον κόσμο, που μυρίζει θάλασσα και παρακμή, μάσκες και θλίψη. Θάνατος στη Βενετία, αν θέλετε να ακολουθήσετε το λογοτεχνικό-κινηματογραφικό προφανές, ανάμεσα στον Τόμας Μαν και τον Λουκίνο Βισκόντι. Ή μια θανατηφόρα παραλλαγή, η τραγωδία του Ανώνυμου Βενετσιάνο, που επαναλαμβάνει τα βήματά της από την ταινία του Ενρίκο Μαρία Σαλέρνο στο βιβλίο του Τζουζέπε Μπέρτο. Την τραγική ιστορία συνοδεύει η μουσική των Αλεσάντρο και Μπενεντέτο Μαρτσέλο. Ή ο εγκάρδιος Αζναβούρ του "Πόσο θλιβερή είναι η Βενετία". Δύο χρόνια αργότερα, αυτή η εικόνα έγινε πραγματικότητα με την κηδεία του Έζρα Πάουντ. Συμβολικοί οιωνοί.
Στη Βενετία, δύο πόλεμοι ανεξαρτησίας έχουν διεξαχθεί τους τελευταίους μήνες: ο ένας συνεχίζεται ακόμα, στην Μπιενάλε, με τον Πιετράντζελο Μπουταφουόκο, ο οποίος, στο όνομα της παγκοσμιότητας της τέχνης ως ζώνης ελεύθερης από συγκρούσεις, επανέφερε τους Ρώσους στο περίπτερό τους και επομένως στην εκδήλωση (μόνο για να απαγορεύσει αργότερα τα βραβεία στη Ρωσία και το Ισραήλ). Ένας πόλεμος φθοράς, με έναν φιλικό υπουργό να γίνεται εχθρός, με εντολή μιας φιλικής κυβέρνησης να γίνεται εχθρός, με τη σειρά του με εντολή της Ευρώπης και του επίτιμου μέλους της, Ζελένσκι. Τελικά, η αυτονομία της Μπιενάλε ήταν η δικαιολογία για να καταδικαστούν χωρίς παρέμβαση, παρόλο που ο βυθός της Βενετίας εξακολουθεί να ταράσσεται έντονα από την πίεση της λιμνοθάλασσας, οι υποβρύχιες εισβολές κάθε είδους. Η Μπιενάλε είναι αυτόνομη, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτό, αλλά ίσως αν ο Μπουταφουόκο παραιτηθεί... Η Μπιενάλε είναι αυτόνομη, αλλά θα της αφαιρέσουμε τη χρηματοδότησή της, λέει η θαρραλέα ΕΕ με τη συγκατάθεση της θαρραλέας, ψευδο-κυρίαρχης Ιταλίας. Χρήματα για όπλα, αρκετά με την τέχνη...
Είναι αυτόνομη, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι' αυτό, είναι η ίδια λέξη που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση στον άλλο πόλεμο της ανεξαρτησίας, που έχασε την άλλη μέρα, από την Μπεατρίς Βενέζι, η οποία διορίστηκε με την έγκριση της κυβέρνησης και εκδιώχθηκε, πριν αναλάβει τα καθήκοντά της, με την έγκριση της κυβέρνησης. Ο Επιθεωρητής το αποφάσισε, αλλά όπως λέει ο υπουργός με φαλτσέτο, κι αυτός είναι αυτόνομος (ορίστε). Όπως ίσως θυμάστε, η Βενέζι είχε διοριστεί να ηγηθεί της ορχήστρας Φένιτσε και ήταν στόχος λιντσαρίσματος για αρκετούς μήνες. Δεν θα επεκταθούμε στην ουσία του διορισμού, δεν είμαστε αρμόδιοι να κρίνουμε, το είπαμε τότε και το ξαναλέμε. Μπορεί ο τρόπος διορισμού της να ήταν λανθασμένος, αλλά σε αυτή την περίπτωση, αυτός που έπρεπε να είχε παραιτηθεί θα έπρεπε να ήταν αυτός που την διόρισε άσχημα, και τώρα είναι ο ίδιος, ο Επιθεωρητής, που απολύει τήν Βενέζι. Στην αρχή, παρατηρήσαμε μόνο ένα πράγμα: ότι από ένα πολλά υποσχόμενο νεαρό ταλέντο, η Βενέζι ξαφνικά έγινε καταχρηστική, ανίκανη και ανεπαρκής αφού τάχθηκε με την κυβέρνηση Μελόνι, αποδεχόμενη μια υπουργική θέση. Τώρα, σαν να ήθελε να απελευθερωθεί από το λιντσάρισμα και την καταδίκη κατά την άφιξή της στο βήμα, έχει αποκαλύψει τον νεποτισμό των μελών της ορχήστρας, με θέσεις που μεταβιβάζονται από πατέρα σε γιο. Αλίμονο σε όποιον το λέει αυτό, απολύεσαι. Δηλαδή, επιτέλους απελευθερώνεσαι. Πράγματι, όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε, ήταν δύσκολο να βρεις διέξοδο: αν παραιτηθείς, συμφωνείς μαζί τους. αν δεν το κάνεις, θα σου κάνουν τη ζωή αδύνατη. Καλύτερα να ελπίζεις σε ένα ατύχημα και μετά να λες ότι είναι αδύνατο να δουλέψεις, θα με μποϊκοτάρουν, θα φύγω. Αλλά η θεϊκή διαμάχη εξ αποστάσεως πρόλαβε την αγωνία και απολύθηκε με τα χειροκροτήματα της ίδιας κυβέρνησης που την ήθελε. Η γκροτέσκα ιστορία τελειώνει, όλοι είναι ευτυχώς δυσαρεστημένοι, αποδίδεται δικαιοσύνη.
Ωστόσο, από αυτά τα δύο γεγονότα και μια σειρά από άλλα γεγονότα και παραπτώματα, διορισμούς και περικοπές, υπουργικές αψιμαχίες και παραιτήσεις, γύρους υφυπουργών και αμέτρητες αντιπαραθέσεις, ένα μόνο, σαφές συμπέρασμα παραμένει: η ασυμβατότητα μεταξύ πολιτισμού και εξουσίας, και ιδιαίτερα μεταξύ της κυβέρνησης Μελόνι και του πολιτισμού. Όπου έρχεται η εξουσία, ο πολιτισμός υποχωρεί, χάνει, βυθίζεται στο χαντάκι. Όπου έρχεται η εξουσία, η ποιότητα, η αξία και το ταλέντο αρνούνται ή αποκηρύσσονται, όπως και η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η συνοχή, οι αξίες και το θάρρος. Η κυβέρνηση Μελόνι, με τον τρόπο που χειρίζεται τον πολιτισμό, κάνει πάντα λάθος, ακόμα και όταν δεν το κάνει (είναι σπάνιο, αλλά συμβαίνει).
Αλλά ας κάνουμε ένα βήμα μπροστά, ας αφήσουμε στην άκρη πρωταγωνιστές και ανταγωνιστές, κομπάρσους και διευθυντές, κομπάρσους και υπηρέτες, και ας εμβαθύνουμε στο υποκείμενο θέμα.
Σε πολιτικό επίπεδο, μια ασύνδετη αλλά επίμονη ιδεολογική ηγεμονία μαίνεται εδώ και χρόνια σε πολλούς πολιτιστικούς τομείς, συνδεδεμένη με μικρές, κακοήθεις αριστερές αιρέσεις: μια ηγεμονία όχι περιεχομένου αλλά δοχείων, όχι ιδεών αλλά βέτο, όχι νοημοσύνης αλλά σατραπείων και γενίτσαρων. Και από την άλλη πλευρά, γινόμαστε μάρτυρες της εμφανούς αποτυχίας μιας κυβερνητικής πολιτιστικής αντιηγεμονίας, την οποία αποκαλούν δεξιά αλλά που τώρα περιγράφεται με μεγαλύτερη ακρίβεια ως απλώς Μελόνια επειδή δεν έχει πολιτισμικές συνδηλώσεις, ιδανικά οποιουδήποτε είδους, μόνο σχέσεις, υπολογισμούς και φυλετικούς δεσμούς. Μια αποτυχία σε κάθε επίπεδο: στην επιλογή των ανδρών, στην υπεράσπισή τους, στη συμπεριφορά πολλών από τους διορισμένους, στην τάση τους να ευχαριστούν τους αντιπάλους τους για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους· στην απουσία στρατηγικής, περιεχομένου και πολιτισμικού προφίλ. Μια καταστροφή σε όλους τους τομείς. Γνωρίζοντας την άγνοια, την ανικανότητα και την αδυναμία να τηρηθεί μια γραμμή, ένας διορισμός ή μια ευπρεπής συνοχή, επαναλαμβάνω τη συμβουλή που έδωσα πριν από λίγο καιρό: κάντε όπως κάνουν οι Χριστιανοδημοκράτες, εγκαταλείψτε το πεδίο, δεν είναι δική σας δουλειά, επικεντρωθείτε στα περιθώρια, στη φλούδα, όχι στον πολτό, ποτέ στο περιεχόμενο και τα κριτήρια επιλογής. Μην διορίζετε κανέναν μάταια, γιατί συνήθως κάνετε λάθος και μετά είστε ανίκανοι να τον υπερασπιστείτε ή να υιοθετήσετε μια πολιτιστική στρατηγική. Μάλιστα, οι πρώτοι που θα τον κάνουν να μετανιώσει που δέχτηκε, και ίσως ακόμη και ζήτησε, τον διορισμό είναι ακριβώς αυτοί που τον διόρισαν. Η καταστροφή επεκτείνεται από τον πολιτισμό έως τις επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της RAI.
Το υπόγειο ρεύμα φέρνει πίσω συντρίμμια, συντρίμμια, σκουπίδια και ορειβάτες. Το πλήθος από πάνω και το πλήθος από κάτω, όπως θα έλεγε ο Ζαρατούστρα. Η πολιτική έχει προ πολλού διαχωριστεί από τις ιδέες, την ιστορία και το μέλλον και διαχειρίζεται μόνο το παρόν, ασχολούμενη μόνο με τη δική της διάρκεια στην εξουσία. Επομένως, θα ήταν συνετό να αγνοήσουμε τον πολιτισμό, να μείνουμε μακριά του και να μην προσγειωθούμε στη Βενετία, αλλά να μείνουμε στο Μέστρε. Τι πρέπει να κάνει ο πολιτισμός - δηλαδή οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς και οι διανοούμενοι, ξεκινώντας από αυτούς που εξακολουθούν να έχουν χαρακτηριστεί ως χαρακτηρισμοί; Να μείνουμε μακριά και από αυτούς. Αν αποφασίσετε να λερώσετε τα χέρια σας μόνο και μόνο για να κάνετε εντύπωση, να κάνετε κάτι, να αφήσετε ένα σημάδι, να είστε σίγουροι ότι δεν θα σας αφήσουν να αφήσετε ένα σημάδι και το μόνο που θα σας μείνει είναι χώμα. Τι μπορείτε λοιπόν να κάνετε; Να πιάσετε δουλειά, να δείξετε το ταλέντο σας και την εργατική σας επιθυμία εκεί, ειδικά επειδή μόνο εσείς είστε υπεύθυνοι για ό,τι κάνετε στον τομέα σας. Δεν μπορείτε να βρίσκετε δικαιολογίες ή άλλοθι. Αν είστε συγγραφέας, γράφετε. Αν είστε στοχαστής, σκέφτεστε. Αν είσαι καλλιτέχνης, ζωγραφίζεις, υποδύεσαι και παίζεις μουσική. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι λίγο πιο δύσκολο για έναν μαέστρο να στήσει μόνος του τη δική του ορχήστρα και χορωδία. Αλλά γενικά, κάνε τη δική σου δουλειά, άσε τις θέσεις διοίκησης στην άκρη. Και αν συναντήσεις εξουσία; Μην κάνεις όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Βιργίλιος ή ο Σενέκας και μην θέσεισαι στην υπηρεσία της. Αντίθετα, κάνε όπως ο Διογένης, ο οποίος, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος στάθηκε μπροστά του και τον ρώτησε τι μπορούσε να κάνει γι' αυτόν, απλώς απάντησε: «Απομακρυνθείτε από τον ήλιο». Φύγετε από τον δρόμο μου, ή, χειρότερα, μην με επισκιάσετε, μην μπείτε ανάμεσα σε εμένα και το φως, αφήστε την ελευθερία μου, φτωχή αλλά πλούσια, να μην επισκιαστεί από εσάς και από την εξουσία. Πήγαινε στο δάσος, όπως ο Γιούνγκερ, ταξίδεψε στη θάλασσα, επέλεξε τον ανοιχτό αέρα, το φως, τον κόσμο, τη φύση. Η εξουσία δεν είναι δική σου και μόνο σε ό,τι πετυχαίνεις στον δικό σου τομέα θα «φανεί η ευγένειά σου» (το ταλέντο σου θα μετρηθεί). Μείνε μακριά.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Πολιτισμός

Alberto Giovanni Biuso

Πολιτισμός


Πηγή: GRECE Ιταλίας


«…να μαθαίνεις από τους Έλληνες, 
να μαθαίνεις από τους οποίους είναι γενικά ήδη μια μεγάλη δόξα και μια ξεχωριστή σπανιότητα»
(Νίτσε, Η Γέννηση της Τραγωδίας , στο «Έργα», Adelphi, τόμος III/1· § 19, σ. 133)


Όλοι το γνωρίζουμε: ήταν η Ελλάδα, ακριβώς η «λογοτεχνία και ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας», που δημιούργησε την ταυτότητα της Ευρώπης και «παντού διαμόρφωσε τον πολιτισμένο κόσμο» (Giulio Guidorizzi, Letteratura e civiltà della Grecia antica , σ. 1070). Η χάραξη μιας μακράς αλλά σαφούς διαδρομής στην ιστορία της σκέψης και της ποίησης από τον Όμηρο μέχρι τον Νόννο τον Πανοπολίτη- τα χίλια πεντακόσια χρόνια από τον ένατο αιώνα π.Χ. έως τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. - επιβεβαιώνει πλήρως αυτό το γεγονός. Οι Έλληνες κατέχουν πραγματικά τα πάντα. Και υπάρχουν πολλά που οι μεταγενέστεροι πολιτισμοί έχουν χάσει, σε σημείο που μερικές φορές δίνουν την εντύπωση μιας πλήρους αποξένωσης του ελληνικού κόσμου από τον δικό μας, παρά το ενδιαφέρον και τον θαυμασμό που μπορεί να τρέφουμε.

Η διαφορά και η πολλαπλότητα ως ιδρυτικά στοιχεία του ελληνικού κόσμου άρχισαν να μειώνονται με την στωική οπτική γωνία και ιδιαίτερα με τη νεοπλατωνική, η οποία επικεντρώθηκε στην Ταυτότητα του Ενός και ήταν πολύ κοντά στον μονοθεϊσμό. Η καταστροφή, ωστόσο, δεν προήλθε από μέσα, αλλά από έναν κόσμο που ήταν εντελώς ξένος και παρέμεινε πάντα έτσι, δηλαδή τον εβραϊκό και αργότερα χριστιανικό κόσμο. Στο κεφάλαιο που αφιερώνεται στην Καινή Διαθήκη —ένα ιερό κείμενο γραμμένο επίσης στην ελληνική γλώσσα— ο Guidorizzi παρατηρεί σωστά ότι
Το μήνυμα των Ευαγγελίων δεν έχει καμία αναφορά στον ελληνικό πολιτισμό και πολιτισμό, όπως ακριβώς η οικουμενική αλληλεγγύη του Χριστιανισμού δεν έχει καμία σχέση με τον ελληνιστικό κοσμοπολιτισμό. Πράγματι, η υποτίμηση του κόσμου - αν και δεν είναι ξένη σε ορισμένα ρεύματα της ελληνικής σκέψης - έρχεται σε αντίθεση με τα ίδια τα θεμέλια του ελληνικού πολιτισμού. Αποφθέγματα όπως «αγαπάτε τους εχθρούς σας» ή «οι τελευταίοι θα είναι πρώτοι» σκιαγραφούν μια ριζική αντιστροφή της παραδοσιακής ηθικής. Και η έννοια της «αγάπης του Θεού» είναι απολύτως ξένη προς την ελληνική θρησκευτική εμπειρία (1206).

Ολόκληρο το βιβλίο αποτελεί μια σαφή απόδειξη της αλήθειας αυτών των λόγων.

Η ελληνική σκέψη και ποίηση, είτε επική, λυρική είτε τραγική, ήταν (τουλάχιστον στην Αρχαϊκή και Κλασική εποχή) μια λογοτεχνία τόσο δημοφιλής όσο και εξαιρετικής αισθητικής και θεωρητικής ποιότητας. Οι εμπνευστές τους, ο Όμηρος και ο Ησίοδος, διαμόρφωσαν την αντίληψη του κόσμου και τη ζωή ολόκληρων κοινοτήτων και των μελών τους, που δεν μπορούσαν να διαβάσουν αλλά μετέδιδαν τα έργα του Ομήρου και του Ησίοδου από γενιά σε γενιά μέσω της μνήμης και του λόγου.

Έπος, λυρισμός, κωμωδία, τραγωδία συνυφαίνονται με ιστορίες αόριστης και αρχαίας προέλευσης, τους αέναα πολλαπλούς μῦθους, οι οποίοι αρθρώνονται, επεκτείνονται, συνοψίζονται σε έναν πραγματικό «λαβύρινθο παραλλαγών που δίνουν διαφορετικές μορφές στην ίδια ιστορία» (36). Αυτοί οι μύθοι μιλούν για όλα όσα έχουν σημασία: για τους θεούς, για τον έρωτα, για τη δύναμη, για τον θάνατο, για τον κόσμο και για τον χρόνο.

Αντιμέτωπη με τέτοιες δυνάμεις και δομές, η ανθρώπινη κατάσταση αποκαλύπτει τους περιορισμούς, τη δυστυχία και την ασημαντότητά της. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας συγγραφέας ικανός να υπερασπιστεί τόσο αποτελεσματικά την παγανιστική ύπαρξη ενάντια στις συκοφαντίες των Ναζωραίων, ο Κέλσος, στιγμάτισε «την πρόφαση της ιουδαιοχριστιανικής κουλτούρας να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με ανθρωποκεντρικό τρόπο· αντίθετα, ο Κέλσος πίστευε, ακολουθώντας το μάθημα της ελληνικής φιλοσοφίας, ότι ο κόσμος ήταν ένας οργανισμός που είχε περάσει από μεγαλοπρεπείς κύκλους διάλυσης και αναγέννησης, στους οποίους ο άνθρωπος είναι απλώς φιλοξενούμενος και όχι αφέντης» ( True Discourse , 1225).

Τα στοιχεία του ανθρωποαποκεντρισμού είναι σαφή ξεκινώντας από μια θεμελιώδη ομηρική μεταφορά, την οποία αργότερα υιοθέτησαν πολλοί (μέχρι τον Ungaretti, για παράδειγμα), για την οποία η ανθρώπινη κατάσταση είναι «σαν γενιές φύλλων, έτσι είναι και οι γενιές των ανθρώπων· / τα φύλλα, μερικά ο άνεμος τα πετάει στη γη, άλλα το ανθισμένο δάσος / τα θρέφει την άνοιξη» ( Ιλιάδα IV, 145-147· εδώ στη σελ. 51). Ο Σιμωνίδης ήδη στοχάζεται το γεγονός ότι «η δύναμη των ανθρώπων είναι λιγοστή, / οι ανησυχίες τους είναι μάταιες· / ο πόνος πάνω στον πόνο είναι μια σύντομη ζωή. / Ο αναπόφευκτος θάνατος κρέμεται εξίσου πάνω από όλους» (απόσπασμα 520, II· σελ. 279). Μια αναπόφευκτη και αναγκαιότητα απέναντι στην οποία η πιο σοφή στάση συνίσταται στην προσπάθεια κατανόησης της δομής και των μορφών τους, ώστε να υποφέρουν όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο. Ο Προμηθέας του Αισχύλου γνωρίζει καλά ότι «αυτός που γνωρίζει την αήττητη δύναμη της Μοίρας πρέπει να υπομένει με άπειρη υπομονή τη μοίρα που του προορίζεται» ( Προμηθέας Δεσμώτης , στίχοι 103-105· σελ. 391).

Η Μοίρα, η Ανάγκη (Ἀνάγκη), είναι το άλλο όνομα για τον θάνατο και τον χρόνο. Ο Κρόνος είναι ο αληθινός άρχοντας των θνητών. Αυτή είναι μια απλή και θεμελιώδης αλήθεια που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία των Ελλήνων.
Οι Μούσες που υπαγορεύουν τους στίχους του στον Ησίοδο είναι οι οντότητες που είναι ικανές να γνωρίζουν και να λένε «τι είναι, τι θα γίνει, τι ήταν» (Θεογονία, 38, σελ. 131). για τον Σοφοκλή «είναι η αίσθηση του χρόνου που κατακλύζει όλα τα ανθρώπινα πράγματα» (419). ένας χαρακτήρας στον Ευριπίδη δηλώνει ότι «ο χρόνος θα σε παρηγορήσει: αυτός που πεθαίνει δεν είναι πια τίποτα» ( Άλκηστις, σελ. 477). για τον φιλέλληνα αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο «η Γη είναι μια «κεφαλή καρφίτσας στην αιωνιότητα του χώρου», η δραστηριότητα του ανθρώπου είναι «μια κεφαλή καρφίτσας στην απεραντοσύνη του χρόνου»»
(1181).

Η ελληνική φιλοσοφία είναι ένας σύνθετος και συνεχής στοχασμός πάνω στη δύναμη του χρόνου. Όλη η ελληνική φιλοσοφία, και ιδιαίτερα αυτή του Ηράκλειτου και του Αριστοκλή, τους οποίους ο δάσκαλος της γυμναστικής του αποκαλούσε Πλατύς, Πλάτωνα, που σημαίνει «ο δυνατός». Το πολιτικό δράμα, οι μεταπτώσεις των ανθρώπων και των κοινοτήτων τους, αποτελούν μέρος και έκφραση του δράματος του χρόνου και της πεπερασματότητάς του, ένα δράμα που διαπερνά την πλατωνική σκέψη από την αρχή μέχρι το τέλος, μέχρι την απογοητευμένη εκτίμηση που στην Επιστολή Ζ΄ τον οδηγεί να πει ότι «παρατηρώντας αυτό και άλλα παρόμοια, εξίσου σοβαρά πράγματα, αποτραβήχτηκα με αηδία από όλες αυτές τις δυστυχίες» (325, 32-34· σ. 825).

Το ἔρως είναι επίσης μια έκφραση της ίδιας δύναμης που δημιουργεί και διαλύει, που γεννά και εκμηδενίζει· ο Έρωτας «που συντρίβει τα μέλη, και από όλους τους θεούς και όλους τους ανθρώπους / τιθασεύει στο στήθος την καρδιά και τη σοφή συμβουλή» ( Θεογονία , 121-122· σελ. 134), ο Έρωτας που τόσο περιζήτητος από τα ζωντανά όντα για τον απλό λόγο ότι είναι ηδονή, η πιο έντονη ηδονή που μπορεί να βιώσει ένα ζώο: «Στα χέρια μου τα στήθη της εκράτησα απαλά, / εκεί ακριβώς όπου το φρέσκο ​​δέρμα της φαινόταν, η γοητεία της νεότητας· / και νιώθοντας όλο το όμορφο σώμα της, / εξέπεμψα τη λευκή δύναμη, αγγίζοντας τα ξανθά μαλλιά» (Αρχίλοχος, απόσπασμα 196A, στίχοι 32-35· σελ. 173).

Η πρώτη και τελευταία σοφία αυτού του πολιτισμού συνίσταται επομένως στον σεβασμό μιας αρχής της πραγματικότητας που σίγουρα λαμβάνει υπόψη την ανθρώπινη ανάγκη να γνωρίζει, να ελέγχει, να επικρατεί και η οποία παρόλα αυτά παραδέχεται πάντα το όριο, σε μια σοφή και διαρκή αρνητική ανθρωπολογία η οποία, από την προοδευτική παρακμή για την οποία μιλάει ο Ησίοδος σε σχέση με τη χρυσή εποχή, φτάνει στον Παλλάδα, έναν συγγραφέα του 4ου-5ου αιώνα μ.Χ.: «Γυμνός ανυψώθηκα από τη γη, / και γυμνός θα κατέβω στη γη. / Γιατί να υποφέρω, αν γυμνός είναι το τέλος;» ( Παλατινή Ανθολογία , X, 58; σ. 1013), περνώντας από τον Μίμνερμο: «δεν υπάρχει κανείς / ανάμεσα στους ανθρώπους, στον οποίο ο Δίας δεν δίνει πολλά κακά» (απόσπασμα 2, στίχοι 15-16; σ. 176)· για τον Στησίχορο, ο οποίος γνωρίζει καλά ότι ζει «ανάμεσα σε εφήμερους ανθρώπους, / μακριά από τους ευλογημένους θεούς» (III, στίχοι 14-15; σ. 265)· για τη χορωδία του Οιδίποδα Τύραννου , η οποία κλείνει την τραγωδία δηλώνοντας ότι «κανείς δεν πρέπει ποτέ να κρίνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο / πριν από την ημέρα του θανάτου του, / πριν περάσει η ζωή του χωρίς πόνο» (σελ. 461).

Υπάρχει μια σύνθεση ελληνικής λογοτεχνίας και πολιτισμού που διατυπώθηκε από έναν από τους εφευρέτες της ελληνικότητας , τον Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος στη Γέννηση της Τραγωδίας συνοψίζει τη συνάντηση μεταξύ του βασιλιά Μίδα και του Σιληνού ως εξής:

Es geht die alte Sage, dass König Midas lange Zeit nach dem weisen Silen, dem Begleiter des Dionysus, im Walde gejagt habe, ohne ihn zu fangen. Als er ihm endlich in die Hände gefallen ist, fragt der König, ήταν für den Menschen das Allerbeste und Allervorzüglichste sei. Starr und unbeweglich schweigt der Dämon; bis er, durch den König gezwungen, endlich unter gellem Lachen in diese Worte ausbricht: `Elendes Eintagsgeschlecht, des Zufalls Kinder und der Mühsal, was zwingst du mich dir zu sagen, was nicht zu hörenste fürliss? Allerbeste ist für dich gänzlich unerreichbar: nicht geboren zu sein, nicht zu sein, nicht zu sein. Το καλύτερο είναι να πεις – φαλακρός zu sterben».

Ο αρχαίος θρύλος λέει ότι ο βασιλιάς Μίδας καταδίωξε τον σοφό Σιληνό, έναν ακόλουθο του Διονύσου, για πολλή ώρα μέσα στο δάσος, αλλά δεν κατάφερε να τον συλλάβει. Όταν τελικά έπεσε στα χέρια του, ο βασιλιάς ρώτησε τι ήταν καλύτερο και πιο επιθυμητό για τον άνθρωπο. Άκαμπτος και ακίνητος, ο δαίμονας παρέμεινε σιωπηλός, μέχρι που, αναγκασμένος από τον βασιλιά, ξέσπασε τελικά, μέσα σε διαπεραστικά γέλια, λέγοντας: «Άθλια και εφήμερη φυλή, κόρη της τύχης και της τιμωρίας, γιατί με αναγκάζεις να σου πω τι είναι πιο συμφέρον για σένα να μην ακούσεις; Το καλύτερο πράγμα για σένα είναι απολύτως ανέφικτο: να μην έχεις γεννηθεί, να μην υπάρχεις, να μην είσαι τίποτα. Αλλά το δεύτερο καλύτερο πράγμα για σένα είναι - να πεθάνεις σύντομα».

(Μετάφραση Sossio Giametta, in Works of Friedrich Nietzsche , Adelphi, τ. III/1· § 3, σσ. 31-32).

Η φωνή των Ελλήνων είναι επίσης, και πάνω απ' όλα, αυτή η φωνή, την οποία το υπέροχο βιβλίο του Guidorizzi αρθρώνει βαθιά για τον αναγνώστη. Και σε αυτό το σημείωμα, προσπάθησα όσο το δυνατόν περισσότερο να τους αφήσω να μιλήσουν, οι Έλληνες, οι πατέρες μας, οι Έλληνες, οι δάσκαλοί μας.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1998 ως εγχειρίδιο ελληνικής λογοτεχνίας για λύκεια. Ήταν ένα απλό βιβλίο, με πολύ λίγες εικόνες και πολύ κείμενο. Σήμερα, δεν υπάρχει πια σε αυτή τη μορφή. Από ό,τι βλέπω και γνωρίζω, τα σχολικά εγχειρίδια έχουν εν τω μεταξύ γίνει παρόμοια με τις οθόνες υπολογιστών, με όλο και λιγότερο κείμενο και όλο και περισσότερες εικόνες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι διακοσμητικές, άχρηστες ή αποσπούν την προσοχή.

Οι Έλληνες, επομένως, είναι ολοένα και πιο απόμακροι. Αλλά χωρίς αυτούς δεν θα ήμασταν αυτό που είμαστε.


XΩΡΙΣ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ ΘΑΜΠΩΣΕ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΔΟΞΑΣΕ ΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΛΛΑ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΗΘΗΚΕ ΕΠΑΡΚΩΣ ΣΑΝ Ο ΤΕΛΙΚΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΡΥΣΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΛΕΠΕΙΝ.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Ο Τεχνητός Διανοούμενος ενάντια στη Μελοναρχία

Marcello Veneziani



Συνάντησα κατά λάθος έναν διάσημο προοδευτικό διανοούμενο, του οποίου το όνομα δεν θα αποκαλύψω, και είχα μια αξέχαστη συζήτηση μαζί του. Αξέχαστη όχι για το βάθος ή την οξύτητα των στοχασμών του, αλλά μάλλον για την προβλεψιμότητα, την κοινοτοπία και την ακριβή συμμόρφωση των απόψεών του με εκείνες του υπολειμματικού Συλλογικού Διανοούμενου, αυτού του κουρασμένου παχύδερμου, που ήταν σωριασμένο ανάμεσα στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τις τέχνες, τη σκέψη και την τηλεόραση. Παραλείπω το όνομά του όχι μόνο από διακριτικότητα και καλό γούστο (ήταν μια ιδιωτική συζήτηση) αλλά και επειδή μου φάνηκε λιγότερο σαν άνθρωπος και περισσότερο σαν πρωτότυπο, ένα μεγάφωνο, ένα προεκτυπωμένο έγγραφο - εν ολίγοις, ο εκπρόσωπος μιας αίρεσης. Ο προαναφερθείς Διανοούμενος συνόψισε, σαν να διάβαζε ένα δελτίο τύπου του Συλλογικού, όλα τα κλισέ που ακούμε καθημερινά για την κυβέρνηση Μελόνι και τον πολιτισμό. Ξεκινήσαμε με την επέτειο του Παζολίνι, που φαινομενικά θρηνήθηκε αλλά ουσιαστικά αποκηρύχθηκε, στη συνέχεια θίξαμε την υπόθεση της Μπεατρίς Βενέτσι, η οποία επικρίθηκε ότι δεν συμβαδίζει με το πλήθος, και τελικά φτάσαμε στήν συνήθη Μελόνι που καταπατά τις ελευθερίες και σκοτώνει τους δικαστές, η οποία υποτίθεται ότι ταπεινώνει τη δημοκρατία, το δίκαιο, τον πολιτισμό και τους εκπροσώπους του, προσπαθώντας να επιβάλει μια βάρβαρη πολιτιστική ηγεμονία. Τέλος, η τελική ετυμηγορία: πόσο έχει υποβιβαστεί ο πολιτισμός υπό το καθεστώς της Μελόνι.
Ακούγοντάς τον, θυμήθηκα τον Αντρέ Μαλρώ , ο οποίος είπε: «Ακόμα και σε κάθε έξυπνη μειονότητα, υπάρχει η πλειοψηφία των ηλιθίων». Και ο Μαλρώ το είπε αυτό ως ιθαγενής αυτής της μειονότητας. Δεν θα επεκταθώ στην ουσία των επιχειρημάτων του Αγανακτισμένου και Απογοητευμένου Διανοούμενου, αλλά θα επικεντρωθώ στην εικόνα που  παρουσίαζε και στη σχέση μεταξύ της σημερινής κυβέρνησης και της δεινής κατάστασης του πολιτισμού.
Αν και δεν έχω καμία σχέση με αυτήν την κυβέρνηση, αν και δεν περιμένω τίποτα πολιτισμικά από την σημερινή κυβέρνηση, και παρόλο που αποστασιοποιούμαι από πολλές από τις θέσεις της, θεωρώ έντιμο να εκφράζω διαφορετικές απόψεις. Αρχικά, λοιπόν, οι συγγραφείς, οι στοχαστές, οι καλλιτέχνες, οι κινηματογραφιστές και οι ηθοποιοί είναι σπουδαίοι, μέτριοι ή ασήμαντοι, ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις που βρίσκονται στην εξουσία, ακόμη και από τα καθεστώτα. Πολλοί εξαιρετικοί καλλιτέχνες έχουν ανθίσει σε διαβόητες πολιτικές εποχές, ακόμη και υπό δικτάτορες και τυράννους. Το να αναζητάς άλλοθι για την τρέχουσα μετριότητα κατηγορώντας την σκληρότητα του πολιτικού κλίματος και την κλέφτικη κυβέρνηση, όπως έκανε ο συνομιλητής μου, είναι ένα ελεήμον ψέμα. Και σε όσους λένε, όπως ο προαναφερθείς εκπρόσωπος, ότι αυτή η κυβέρνηση «δεν έχει καμία σχέση με τον πολιτισμό», ρώτησα: ποια από τις προηγούμενες κυβερνήσεις είχε καμία σχέση με τον πολιτισμό; Στη συνέχεια, παρατήρησα ότι, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα, είναι καλό για τον ίδιο τον πολιτισμό να μην έχει καμία σχέση με την εξουσία.
Στη συνέχεια, να δημιουργήσεις μια σύνδεση μεταξύ της τρέχουσας κυβέρνησης και της τρέχουσας πολιτιστικής ξηρασίας. Είναι σαν να δημιουργείς μια σύνδεση μεταξύ αμαρτίας και ασθένειας. Αν ο κινηματογράφος, η σάτιρα ή η λογοτεχνία είναι άρρωστες σήμερα, το λάθος δεν είναι της Μελόνι ή εκείνων που την ψήφισαν. Η θεωρία της σύνδεσης μεταξύ αμαρτίας και ασθένειας σηματοδοτεί μια θεολογική οπισθοδρόμηση. Θυμάμαι πριν από χρόνια μια πολεμική από προοδευτικούς εναντίον του Καρδινάλιου Πολ Γιόζεφ Κόρντες, ο οποίος υποστήριξε μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της αμαρτίας και της ασθένειας. Η αμαρτία της ύπαρξης της Μελόνι στην κυβέρνηση δημιουργεί την ασθένεια του σημερινού πολιτισμού (ο οποίος είναι τόσο άσχημος σήμερα όσο ήταν καί πριν από τρία χρόνια, πριν η Μελόνι  αναλάβει τα καθήκοντά της). Δεν υπάρχει λογική σύνδεση. Η πίστη σε μια μαγική, περιβαλλοντική μόλυνση είναι απλώς μια πράξη πίστης, ή χειρότερα, δεισιδαιμονίας.
Αν η Μελοναρχία, ή η παρουσία της Μελόνι στην κυβέρνηση, έμοιαζε με μαστίγιο ή μια τσιμπημένη επαφή στο ευαίσθητο δέρμα ενός καλλιτέχνη ή διανοούμενου, θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που προκαλέσαμε κάποια ζωτική αντίδραση και κάποια αφύπνιση σε ένα νεκρό, απολιθωμένο σώμα, απαλλαγμένο από αντίδραση και ευαισθησία για κάποιο χρονικό διάστημα. Η θεωρία συνωμοσίας και η μανία διώξεων συνήθως οδηγούν σε τρομερή συμπεριφορά στη ζωή, αλλά τουλάχιστον μπορούν να πυροδοτήσουν σπουδαία καλλιτεχνικά έργα. Η παράνοια είναι δημιουργική όταν επηρεάζει το ταλέντο. Η απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας σε υπερευαίσθητα μυαλά μπορεί να δημιουργήσει υπέροχες αφηγήσεις. Όσοι φαντάζονται ότι ζουν στο βασίλειο του Κακού απολαμβάνουν τις ευνοϊκές συνθήκες για τη δημιουργία αριστουργημάτων. Κι όμως...
Η πορεία αυτών των ταγμάτων Πολιτικών και Πνευματικών Μηχανικών θα πρέπει να εμπνεύσει στους καλύτερους ελεύθερους στοχαστές και καλλιτέχνες μια τρελή επιθυμία να ξεφύγουν από τα κλουβιά και τις ομάδες τους· την ανεπαίσθητη ευχαρίστηση της εγκατάλειψης, ή μάλλον, της παράκαμψης της υποχρεωτικής ιδεολογικής εκπαίδευσης και της απόλαυσης του αποτελέσματος που έχει. Της διασταύρωσης διαφορετικών μονοπατιών, της καλλιέργειας αιρέσεων και επικίνδυνων φιλιών. Αλλά δεν νιώθετε ένα μούδιασμα ελευθερίας, μια λαχτάρα για ελευθερία αφού ζήσατε σε αυτά τα ομοιόμορφα συλλογικά εργοστάσια; Δεν νιώθετε τη λαχτάρα για ελεύθερους χώρους, χαρούμενα μόνοι, μετά από αυτές τις χορωδιακές κραυγές; Είναι μια υγιής αντίδραση· καλλιεργήστε την. Οι διανοούμενοι δεν είναι φυλή ή αίρεση. Είναι, ή θα έπρεπε να είναι - όπως είπε ο Φλαιάνο για τους Ιταλούς - "ο ένας διαφορετικός από τον άλλον. Δεν είναι φυλή, είναι μια συλλογή". Και αντ' αυτού...
Η πεποίθηση ότι ο πληβειακός υπόκοσμος είναι Μεονική, ότι οι απλοί άνθρωποι ζουν χυδαία, ότι είναι ένας όχλος τηλεοπτικών θηρίων που ακολουθούν τηλεοπτικά πεπόνια, θα πρέπει να ωθεί τους καλύτερους διανοούμενους να ανέβουν περιφρονητικά στον πύργο από ελεφαντόδοντο και να παράγουν έργα που ξεπερνούν την άσημη εποχή μας. Αν αυτή την εποχή, αυτές οι μάζες, αυτή η βρωμερή ανθρωπότητα δεν αξίζουν τις λεπτές σκέψεις σας, τα εκλεπτυσμένα έργα σας, τα παρεξηγημένα κείμενά σας, γιατί δεν γυρίζετε την πλάτη σας στην αγορά, στην τηλεόραση και στις διδακτικές θέσεις και δεν κλειδώνεστε στα μοναστήρια του ασκητισμού σας για να παράγετε έργα που προορίζονται για τις επόμενες γενιές; Γιατί, αντίθετα, εξακολουθείτε να έχετε εμμονή με την παρουσία, απρόθυμοι να ξεφύγετε από το κυρίαρχο ρεύμα, επιδιώκοντας τη φήμη, ενδίδοντας στον πνευματικό ναρκισσισμό; Αν αηδιάζετε να ανακατεύεστε με τα Μελώνια θηρία και τους άξεστους γεωργικούς τους, γιατί επιμένετε να αναζητάτε φήμη, κοινό και συναίνεση; Μακριά από το να είστε ριζοσπαστικά κομψοί (
radical chic), να είστε αριστοκράτες μέχρι το κόκκαλο.
Η δοκιμασία της ζωής κάτω από μια σκληρή, άξεστη και βάρβαρη κυβέρνηση θα πρέπει να επιφέρει ένα πολυαναμενόμενο θαύμα: η επιθυμία να απελευθερωθεί η νοημοσύνη από την προκατάληψη, από την κουλτούρα, από την μαχητικότητα και από την μικροπολιτική, θα πρέπει να απελευθερώσει τη δημιουργικότητα από την οργάνωση και ίσως να εμπνεύσει την επιθυμία να μην περιοριστεί κανείς στην ιδιότητα του διανοούμενου. Επειδή το «διανοούμενος» δεν σημαίνει τίποτα, δεν είναι επάγγελμα, δεν είναι κοινωνική θέση και δεν είναι ούτε αρετή ούτε ασθένεια: ο καθένας θα πρέπει να αυτοαποκαλείται αυτό που πραγματικά κάνει - συγγραφέας, κωμικός, δημοσιογράφος, καθηγητής, σκηνοθέτης, ακροβάτης, ορειβάτης. Ο διανοούμενος είναι ένας ζουρλομανδύας για την νοημοσύνη, καθιστώντας την λιγότερο ευέλικτη, προβλέψιμη και καταναγκαστική. Ο διανοούμενος είναι το πρώτο παράδειγμα τεχνητής νοημοσύνης. Προτιμά τις αυτόματες αντιδράσεις από την ανεξάρτητη σκέψη.
Ο καθένας θα πρέπει να κρίνεται για αυτό που δημιουργεί και παράγει, όχι για αυτό που παραπονιέται και αποδοκιμάζει, ή για τη συμμετοχή του σε μια τάξη, ή, χειρότερα, σε μια αίρεση. Το να είσαι αγανακτισμένος μπορεί να είναι μια καλή πεπτική άσκηση, μια προκαταρκτική δίαιτα, αλλά δεν είναι απόδειξη της ανωτερότητάς του. Τότε χρειάζεσαι αποτελέσματα. Ηθικό δίδαγμα της ιστορίας, σε στυλ Καρλ Κράους: Η Μελόνι είναι μιά αισιόδοξη αν πιστεύει πραγματικά ότι μπορεί να επιδεινώσει την ιταλική κουλτούρα.