Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητροπολίτης Ναυπάκτου π.Ιερόθεος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητροπολίτης Ναυπάκτου π.Ιερόθεος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Θεολογικά ρεύματα καί τάσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 A (Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας, Ἰωάννης Ρωμανίδης)

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου


Θεολογικά ρεύματα καί τάσεις τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 A
(Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας, Ἰωάννης Ρωμανίδης)

2026_NI_Theologika-reumata-taseis-dekaetias-1970_gr.pdf


Τό ἔτος 1977 κυκλοφόρησε ἀπό τό Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατε ρικῶν Με λετῶν ἕνας τόμος μέ τίτλο «Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μη τροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος», στόν ὁποῖο δημο σι εύθηκαν ἄρθρα Μητροπολιτῶν καί Καθηγητῶν, γιά νά τιμηθῆ ὁ μακα ριστός Γέρων Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων1. Τά ἄρθρα αὐτά εἶναι ἐκφραστικά τῶν θεολογικῶν ρευμάτων τῆς δεκαετίας ἐκείνης. Πρόσεξα ὅτι τρία ἀπό αὐτά ἀφ’ ἑνός μέν εἶναι πρωτότυπα γιά τήν ἐποχή ἐκεί νη, ἀφ’ ἑτέρου δέ συνετέλεσαν κατά πολύ στήν δια μόρ φωση τῆς θεολογικῆς σκέ ψεως στά ἑπόμενα χρόνια. Πρόκειται γιά τό κείμενο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ μέ τίτλο «Περί ἀναλογίας καί ἱεραρχίας», τό κείμενο τοῦ Ἰωάννου Ζηζιούλα (ἀργό τερα Περγάμου Ἰωάν νου) μέ τίτλο «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρό σωπον, ἡ συμβολή τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», καί τό κείμενο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μέ τίτλο «Κριτικός ἔλεγχος τῶν ἐφαρμογῶν τῆς θεολογίας». Εἶναι εὐνότητο ὅτι ἡ σειρά μέ τήν ὁποίαν ἐτέθησαν τά κείμενα στόν τόμο αὐ τόν εἶναι ἡ ἀλφαβητική ἀπό πλευρᾶς ἐπωνύμου τοῦ κά θε συγγραφέως τήν ὁποία θά κρατήσω στήν μελέτη μου αὐτή. Ἐπειδή καί τά τρία αὐτά κείμενα ἔχουν ἀρκετό ἐνδιαφέρον, διότι ὅπως προα νέφερα, ἐκφράζουν τίς τάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί τόν τρόπο τοῦ ἐπη ρεα σμοῦ τῆς θεολογίας μέχρι τίς ἡμέρες μας, θά ἐπι χειρήσω μιά σύντομη παρουσίασή τους.

Χρήστου Γιανναρᾶ: «Περί ἀναλογίας καί ἱεραρχίας» Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς στό κείμενό του μέ τίτλο «περί ἀναλογίας κ α ί  ἱ ε ρ α ρ χ ί α ς » 2 μελετᾶ τήν ἀναλογία τῶν φιλοσόφων καί τῶν φιλο σοφούντων θεολόγων μέ τήν ἱεραρχία πού εἰσάγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κειμένου του δίνει τό στίγμα τῆς ὅλης ἀνάλυσης τοῦ θέ μα τός του ὅτι «ἡ ἀλήθεια τῆς ἱεραρχίας ἑρμηνεύει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κατενόησε ἡ θεολογία τῆς Χριστια νικῆς Ἀνατολῆς τήν ἀ ν α λ ο γ ι κ ή μετοχή στή γνώση, τήν ἀναλογική ὁδό γνώσης»3. Ἀρχίζει τήν μελέτη του μέ τήν παρατήρηση ὅτι «ἡ ἀνα λογική δυνα τότητα τῆς γνώσης ἔχει, ὁπωσδήποτε, τήν ἀφετηρία τῆς νοημα τικῆς της διατύπωσης στόν Πλάτωνα. Σύμφωνα μέ τήν πλατωνική ἀντί ληψη, κάθε ὄν μετέχει «ἀνά τόν λόγον» στήν ἰδέα του καί κάθε ἰδέα εἶναι «τοῦ ἀγαθοῦ ἔκγονον, ὅν τἀγαθόν ἐγέν νησεν ἀνάλογον ἑαυτῷ»»4. Κατά τόν Πλάτωνα «τό ὄργανο ἤ ὁ τρόπος γιά τή γνώση-θεωρία καί τή μέθεξη εἶναι ὁ νοῦς, καί εἶναι φανερό ὅτι ἐδῶ ὁ νοῦς δέν πε ριο ρίζεται στή διανοητική, ἁπλῶς, ἱκανότητα, ἀλλά ἀντιπροσωπεύει τήν καθολική δυνατότητα τῆς ψυχῆς»5. Ἀφοῦ γίνεται ἀνάλυση τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας στό θέμα αὐτό γρά φει: «Ἡ πλατωνική, λοιπόν, ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας δέν εἶ ναι συγκριτική ποσοτήτων ἤ με γεθῶν, δέν εἶναι ἀναλογία ἀρι θμητι κῶν σχέσεων καί μετρητῶν λόγων ὁμοιότητας. Ἡ ἀναλογία εἶναι εἰκο νι στική σχέση ἤ σχέση εἰκόνας μέ τό εἰκονι ζόμενο, καί ἡ γνώση αὐτῆς τῆς σχέσης εἶναι δυναμικό γεγονός, προϋποθέτει τή γνωστική ἐπι τη δειότητα τοῦ νοῦ, τή μετοχή τοῦ νοῦ στό εἰκονιζόμενο, μέσω τῆς εἰκόνας του»6. Στήν συνέχεια ἀναφέρεται στόν Ἀριστοτέλη ὁ ὁποῖος μετέφερε «τή μαθη μα τική ἔννοια τῆς ἀναλογίας στόν χῶρο τῆς Ἠθικῆς, γιά νά ἀπο δείξη «τό δίκαιον ἀνά λογον», «τό δέ ἄδικον τό παρά τό ἀνάλογον»». Δηλαδή, «ὁρίζει τήν ἀναλογία ὄχι ὡς ταυτότητα (ποιοτικῶν) λόγων, ἀλλά ὡς ἰσότητα (ποσοτικῶν) λόγων, γιατί μόνο στήν ποσοτική-με τρητή ἀναλογία εἶναι δυνατό νά στηριχθῆ ἡ ἀπονομή τοῦ δικαίου στά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας»7. Ἐπίσης, σημειώνεται ὅτι «ἐκτός ἀπό τή μεταφορά τῆς μαθη ματικῆς ἀναλογίας στό χῶρο τῆς Ἠθικῆς, ὁ Ἀριστοτέλης δέν ἀγνοεῖ καί τήν εἰκονιστική ἀναλογία», τήν ὁποία «χρησιμοποιεῖ πολύ χαρα κτη ριστικά στήν Ποιητική του, προκειμένου νά ἑρμηνεύση τό φαι νόμενο τῆς ποιητικῆς «μεταφορᾶς»»8. Ἡ ἑπόμενη ἀναφορά στήν ἀναλογία γίνεται στούς Σχολαστικούς θεο λόγους τῆς Δυτικῆς θεολογίας «γιά νά ἀποδείξουν τήν εἰκονιστική ἀναλογία (τήν externa analogia proportionalitatis impopriae) ὡς με τα φορά (translatio) τῆς εἰκο νιστικῆς σχέ σης σέ ἀμοιβαία ἀντι στοι χία κυ ριο λεκτικῶν ἐννοιῶν»9. Ἐπισημαίνεται δέ ὅτι «ἡ σημαντικώτερη, ὡς πρός τίς ἱστορικές της συνέ πειες, ἐφαρμογή τῆς ἀναλογικῆς σχέσης, εἶναι αὐτή πού ἐπιχει ρήθηκε στό χῶρο τῆς ὀντολογίας: πρόκειται γιά τήν ἀναλογική σχέση ὄντων καί Εἶναι ἤ ὄντων καί οὐσίας, τή γνωστή ἀπό τό μεσαίωνα ὡς analogia entis»10. Ἀπό τήν χρησιμοποίηση τῆς ἀναλογίας τῶν σχολαστικῶν θεολό γων συνά γονται ἀπό τόν συγγραφέα δύο συμπεράσματα. Τό πρῶτο συμπέρασμα εἶναι ὅτι «ἡ ἀναλογική γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως τή θεμε λίωσαν οἱ σχολαστικοί, ἐξαντλεῖται στή νοητική προσέγ γιση τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπερβατική, ἀλλά πάντως ὀντική οὐ σία - ἕνα ὑπερβατικό ἀντι κείμενον (objectum) τῆς διανοίας» καί «ἡ σχολαστική ἀναλογία ἀγνοεῖ τήν προ σωπική ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τήν Τριάδα τῶν Θείων Προ σώπων, τόν τρόπο ὑπάρξεως τῆς Θείας Οὐσίας πού εἶναι προσωπική»11. Τό δεύτερο συμπέρασμα εἶναι ὅτι «ἡ σχολαστική ἀναλογία ἀγνοεῖ τόν προ σωπικό τρόπο τῆς ὑπάρξεως ὄχι μόνο ὡς ὀντολογική πραγ ματικότητα, ἀλλά καί ὡς γνωστική δυνατότητα: ἀγνοεῖ τή γνω στική δυνατότητα τῆς προσωπικῆς σχέσης, τή φανέρωση -δηλαδή τήν ἄμεση γνώση- τοῦ προσώπου μέ σῳ τῶν ἐνεργειῶν τῆς οὐσίας», πού εἶναι πάντοτε προσωπικές»12. Ἔτσι, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στηρίζεται στήν ἀν θρώ πινη διάνοια καί ὄχι «στά ὅρια τῆς δυναμικῆς διαπροσωπικῆς σχέσης Θεοῦ καί ἀνθρώπου» πού εἶναι «ὁ ἔρως τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν Θεό»13. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική εἰσάγονται στήν σχολαστική θεο λογία οἱ «ἀντι κειμενικοί συλλογισμοί» πού ἀνοίγει τόν δρόμο σέ ἕναν «μυστικισμό τῆς οὐσίας» σέ «μιά contemplatio τοῦ ἀπρόσωπου Ἀπόλυ του»14. Μετά τήν ἀνάλυση τῆς ἀναλογίας στήν σχέση μεταξύ τοῦ κό σμου καί τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία (πλατωνική καί ἀρι στοτελική) καί τήν σχολαστική θεο λο γία ὁ συγ γραφεύς εἰσέρχεται στήν ἀνάλυση τῆς θεο λογίας πάνω στό θέ μα τῆς ὀντολογίας. Γράφει ὅτι ἐνῶ «ἡ δυτική θεολογία προσέλαβε τήν ἀριστοτελι κή, περισσότερο, ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας, γιά νά ὑποταχθῆ τελικά σέ αὐτό τό πρόσλημμα,[προχειρότητες τού γράμματος] οἱ βυ ζαντινοί θεολόγοι στράφηκαν μᾶλλον πρός τήν κατεύθυνση πού ἔδειξε ὁ Πλάτων, προκειμένου νά ἐκφράσουν τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία τῆς γνώσης: Εἶδαν τήν ἀναλογία ὡς γνωστική μέθοδο καί δυνατότητα φανέρωσης τῆς ἐμπειρικῆς μετοχῆς καί μέ θε ξης στήν ἀλήθεια, ὡς τό λόγο τῆς ἐπιτηδειότητας τῶν «ὀφ θαλ μῶν» τῆς ψυχῆς νά δεχθοῦν τό φῶς τῆς ἀλήθειας».[Η ενσάρκωση του Κυρίου και η ανακαίνιση της εικόνας που πήγε; Στο αγαπημένο μηδέν της αξιοπρέπειας;] Ἔτσι, «ἡ σχολαστική ἀντίληψη τῆς ἀναλογίας ἐξαντλεῖται στήν νοητική ἀνα γωγή τῶν σχε τικῶν κατηγορημάτων σέ ἀπό λυτα καί τῶν ἐπί μέρους σέ σχετικά»15. Ἀντίθετα, κατά τούς «Βυζαντινούς», «ἡ ἀναλογία» «ὡς γνωστική μέθοδος ἀναφέρεται στή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης νά ἀνά γεται ἀπό τήν κλήση σέ προσωπική σχέση στήν ἴδια τήν πραγμα τι κό τητα τῆς σχέσης, δηλαδή ἀναφέ ρεται στήν ἀναλογική διαβάθμιση τῶν δυνατο τήτων τῆς ὕπαρξης νά μετέχη καθολικά (καί ὄχι νοητικά μόνο) στήν ἀλήθεια»16.[ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ] Ἔτσι ὑπάρχει, κατά τόν συγγραφέα, διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἀντιλή ψεων, δηλαδή τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καί τῆς ἀνατολι κῆς βυζαντινῆς θεολογίας, ἤτοι «διάκριση ἀνάμεσα στήν ἐκδοχή τῆς ἀναλο γίας ὡς συγκριτικῆς ὁμοιοτήτων, καί στήν ἐκδοχή τῶν ἀναλογι κ ῶ ν ὁ μ ο ι ο τ ή τ ω ν ὡ ς ἀνομοιοτήτων»17. Ἡ πρώτη, δηλαδή «ἡ ἀναλογία ὡς συγκριτικῆς ὁμοιοτήτων» «προϋποθέτει τόν «αὐτόν λόγον» σχετι κοῦ καί ἀπολύτου, ἐπί μέρους καί καθολικοῦ», ἐνῶ ἡ δεύτερη, δηλαδή «ἡ ἐκδοχή τῶν ἀναλογικῶν ὁμοιοτήτων ὡς ἀνομοιοτήτων» «λειτουρ γεῖ ποιητικά - εἰ κονιστικά καί ὄχι ποσοτικά - μετρι κά»18. «Ἡ ἀναλο γία τῶν ἀνό μοιων ὁμοιοτήτων ὡς γνωστική μέθοδος» «σημαίνει τήν ἀπόλυτη ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας τοῦ προσώπου, τῶν ἀπεριόριστων ὁρίων τῆς γνώσης πού ἀποκαλύπτει ἡ προσωπική ἑτε ρότητα»19. Αὐτή «ἡ ἀναλογία τῶν ἀνόμοιων ὁμοιοτήτων διευ κρινίζει μέ σαφήνεια καί τή ριζική διαφορά τοῦ ἀπο φατισμοῦ τῶν βυζαντινῶν θεολόγων ἀπό τήν θεολογία τῶν ἀρνή σεων (theologia negativa) τῶν σχολα στικῶν τῆς δύσης». Βεβαίως, ὅπως ἐξηγεῖται «οἱ ὁμοιότητες δέν συνιστοῦν ταυ τότητα», καί «οἱ ἀνο μοιό τητες» δέν συνιστοῦν ἀπόλυτη ἑτερότητα»20. Μέσα στήν προοπτική τῆς ἀναλογίας ὡς «δυνατότητας ἀναγω γῆς ἀπό τήν ἐπί μέρους κλήση σέ προσωπική σχέση στήν καθολικό τητα τῆς γνώσης πού παρέχει ἡ πραγματοποίηση τῆς σχέσης, βασί ζεται ἡ ὑπέρ βαση τῶν ἀντι κει μενικῶν ὁμοιο τήτων, στήν γνωστική προ σέγ γιση τῶν ὁμοιοτήτων ὡς ἀνο μοιοτήτων»21. Ἑρ μηνεύει τήν «ἀναλογία ὡς ἱεραρ χία» «τῶν ἀρεο παγητικῶν συγγραφῶν» καί παρουσιάζει «τή γνώση ὡς ἐμπει ρική-καθο λική μετοχή σέ αὐτήν τήν πραγματι κότητα»22. Ἡ ἀναλογία χρησιμοποιεῖται γιά τήν τάξη καί ἐνέργεια, γιά τήν ἱερά διακό σμηση, γιά τό «θεοπρεπές κάλλος», γιά τήν μετάδοση τῆς γνώσης, γιά τό καθαί ρεσθαι καί καθαίρειν, τό φωτίζεσθαι καί φω τί ζειν, γιά τό τελεῖσθαι καί τό τελε τουργεῖν, γιά τήν «μετάδοση τῆς γνώσης πού συνιστᾶ κάθαρση καί φωτισμό καί τελείωση, δηλαδή μυσταγωγία, ἐνέγεια ἀγάπης τελειωτική τῶν ἀγα πωμένων», γιά «τή σύ νολη ἱεραρχική διακόσμηση τοῦ κόσμου σέ μιά ἀμε σότητα καί ἑνο είδεια π ρ ο σ ω π ι κ ῆ ς σχέσης τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο»23.

Εἶναι φανερό ὅτι ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς μέ τό κείμενο αὐτό συν δέει τήν ἀνα λογία μέ τήν ἱεραρχία. Δηλαδή, ἐρευνᾶ τήν ἀναλογία τῶν ἀρχαίων φιλο σό φων καί τῶν Σχολαστικῶν θεολόγων βλέποντας τό ἀδιέξοδό τους, ἀλλά στήν συνέχεια ὑπογραμμίζει τήν ἀναλογία «στήν ἐκδοχή τῶν ἀναλογικῶν ὁμοιοτή των ὡς ἀνο μοιο τήτων» ἀπό τήν δυνατότητα τῆς ὕπαρξης νά ἀνάγεται σέ προσωπική σχέ ση24, μέσα σέ αὐτήν τήν ἀναλογία ἑρμηνεύει τήν ἱεραρχία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Νομίζω ὅτι καίτοι ἐντοπίζει τό πρόβλημα τῆς analogia entis τῆς δυτικῆς θεολογίας, στήν συνέχεια παρερμηνεύει ὅλη τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἐντάσσοντάς την στήν «ἐνο εί δεια προσωπικῆς σχέσης τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο»25, καί παρου σιάζοντας τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη νά υἱοθετοῦν «τήν ἀπόλυτη ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας τοῦ προσώπου, τῶν ἀπεριόριστων ὁρίων τῆς γνώσης πού ἀποκαλύπτει ἡ προσωπική ἑτερότητα»26, παρακάμπτοντας τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γιά μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ διαφοροτρόπως.[ΤΗΝ ΕΣΩΣΕ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΕΡΟΘΕΟ ΒΛΑΧΟ] Θεωρῶ ὅτι ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης οὔτε συσχετίζεται, οὔτε παρα βάλλεται μέ την σχολαστική θεολογία καί τήν ὑπαρξιακή φιλοσοφία, ἀλλά ἑρμηνεύεται μέ βάση τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος τόν ἑρμήνευσε θεόπνευστα, μέ τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ διαμάχη μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ ἔγινε στήν βάση τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀφοῦ ὁ Βαρλαάμ τόν ἑρμήνευε ἀγνω στικιστικά, ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος τόν ἑρμήνευε πατερικά, ἡσυχαστικά. Ἄλλωστε, ὁ σκοπός τῆς Ἱεραρχίας, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεο πα γίτη, εἶναι οἱ τρεῖς ταυτόχρονες, ἀδιαίρετες καί οὐσιώδεις πλευρές τῆς ἱε ραρ χίας πού εἶναι ἡ «ἱερή τάξη», «ἡ ἱερή ἐπιστήμη» καί «ἡ ἱερή ἐνέργεια». Κατά τόν ὁρισμό τῆς Ἱεραρχίας πού δίνει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης «ἔστι μέν ἱεραρχία κατ’ ἐμέ τάξις ἱερά καί ἐπιστήμη καί ἐνέργεια πρός τό θεοειδές ὡς ἐφικτόν ἀφομοιουμένη καί πρός τάς ἐνδιδομένας αὐτῇ θεόθεν ἐλλάμψεις ἀναλόγως ἐπί τό θεομίμητον ἀναγομένη». Τό δέ «θεοπρεπές κάλλος, ὡς ἁπλοῦν, ὡς ἀγαθόν, ὡς τελεταρχικόν, ἀμιγές μέν ἐστι καθόλου πάσης ἀνομοιότη τος», μεταδίδει ἀπό τό φῶς του σέ κάθε ὄν κατά τήν ἀξία του»27. Ἡ Ἱεραρχία ἔχει τάξεις, μετέχει «τῆς θεαρχικῆς ἐπιστήμης» πού συνδέ εται μέ τήν ὑπερούσια γνώση καί εἶναι «θέα καί ἐπιστήμη τῆς ἱερᾶς ἀληθείας» καί εἶναι μέθεξη τῆς ἱερᾶς ἐνεργείας, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ τελείωση28. Κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη καί τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμο λογητή πού τόν ἑρμηνεύει δέν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότητα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ καί ὅλη ἡ κτίση καί ὁ ἄνθρωπος μετέχουν τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ἀναλόγως, καί αὐτό τό ἀναλόγως δέν σημαίνει ἀναλογία, διότι δέν πρόκειται γιά ἀναλογία μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ, ἀλλά ἀναλογία ὡς πρός τήν μετοχή ὅλων τῶν ὄντων, κατά τήν φύση καί ἐνέργεια τοῦ καθενός μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ διαφορά καί ἡ παρερμηνεία εἶναι σαφέστατη. Ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου αὐτοῦ (Χρῆστος Γιανναρᾶς) ἀγνοεῖ τήν πατερική διδασκαλία ὅτι στόν Θεό ὑπάρχουν τρία, ἤτοι οὐσία, ὑποστάσεις καί ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐξωτέρα, ἡ ὑπόσταση εἶναι ἐνδοτέρα καί ἡ οὐσία ἐνδοτάτη. Ἔτσι, ὁ Θεός «ἔλαβεν ἀπ’ αἰῶνος τρεῖς καθολικάς σχέσεις». Ὁ Πατήρ κοινωνεῖται μέ τόν Υἱό καί τό
Αγιον Πνεῦμα «κατ’ οὐσίαν», ὁ Υἱός κοινωνεῖ μέ τήν ἀνθρωπότητα «καθ’ ὑπόστασιν», καί ἡ Ἁγία Τριάδα κοινωνεῖ μέ τά κτίσμα τα «κατ’ ἐνέργειαν». Τά κτίσματα μετέχουν τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τῆς ὑποστάσεως καί τῆς οὐσίας Του. Ἡ ὑπόσταση εἶναι ἐνδοτέρα τῆς ἐνεργείας καί γι’ αὐτό ἡ καθ’ ὑπόσταση σχέση εἶναι ἐνδοτέρα τῆς κατ’ ἐνέργειαν σχέσεως29. Ἑπομένως δέν πρόκειται γιά προ σωπική σχέση ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ἀλλά γιά μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο, πράγμα πού συνιστᾶ τήν γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ὀρθή ἑρμηνεία τῆς θεολογίας τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἁγίου Διο νυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου γίνεται ἀπό τόν π. Δανιήλ Pupaza στήν διδα κτορική του διατριβή μέ τίτλο «Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καί τοῦ ἀγαθοῦ στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη»30. Ἄν σκεφθῆ κανείς ὅτι ἡ βασική διαφορά μεταξύ δυτικῆς καί ὀρ θο δόξου θεο λο γίας βρίσκεται στό θέμα τῆς ἀναλογίας, ὅτι ὅλη ἡ δυτική θεολογία στηρίζεται στήν ἀναλογία τοῦ ὄντος, στήν ἀναλογία τῆς πίστεως καί ἀναλογία σχέσης, καί στήν διαφορά μεταξύ τῶν δύο μεθοδολογιῶν γνώσης, τῆς δυτικῆς μεθοδολογίας πού βασίζεται στήν ἐπεξεργασία τῆς λογικῆς, καί τῆς ὀρθόδοξης μεθοδολογίας πού βα σί ζεται στήν ἐμπειρία τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ31, τότε τό κείμενο αὐτό εἰ σά γει μία σύγ χυση, καί φυσικά ἑρμηνεύει τήν ὀρθόδοξη παράδοση π ε ρ σ ο ν α λ ι σ τ ι κ ά.


Σημειώσεις:

1. Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τιμητικός συλλογικός τόμος, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελε τῶν, Θεσσαλονίκη 1977

2. Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185-206 3. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185 4. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 185 5. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 186 6. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 187 7. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 188 8. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 189 9. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 190 10. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 190 11. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 194-195 12. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 196 13. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 196 14. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197 15. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197 16. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 197-198 17. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 18. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 19. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198-199 20. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 199 21. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 22. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 202 καί ἑξῆς 23. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 204-205

24. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 198 25. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 205 26. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 199

27. Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καί ἀσκη τικῶν, Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγό ριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 250-252

28. Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 444-448

29. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον, ἐκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1969, σελ. 213

30. π. Δανιήλ Pupaza, Ἡ θεολογία τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, Ἐκδ. Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου, Ἁγίου Ὄρους, 2015

ΘΑ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ! ΔΕΝ ΘΑ ΦΑΜΕ ΤΟ ΤΥΡΑΚΙ ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΒΛΑΧΟΥ.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Τρεις σύγχρονοί μας θεολόγοι

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Στήν ἐποχή μας ἀναδείχθησαν πολλοί μεγάλοι Ἕλληνες θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι μελέτησαν τά πατερικά κείμενα καί τήν διαχρονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί προσπάθησαν νά ἀπαντήσουν, βάσει αὐτῆς, στά σύγχρονα φιλοσοφικά, ὑπαρξιακά, κοινωνικά ρεύματα, ἤ ἔκαναν καί τό ἀντίστροφο, δηλαδή ἔχοντες ὑπ’ ὄψη ὅλα τά σύγχρονα ρεύματα πού ἐμφανίσθηκαν στήν Δύση, ἤτοι τόν Σχολαστικισμό, τόν Διαφωτισμό, τόν Γερμανικό ἰδεαλισμό, τόν Ὑπαρξισμό, τήν Ψυχανάλυση κ.ἄ, προσπάθησαν νά ἀρθρώσουν ἕναν σύγχρονο θεολογικό λόγο.

Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγονται οἱ: Χρῆστος Γιανναρᾶς, Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου, καί π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον ὑπῆρξαν καθηγητές Ἑλληνικῶν Πανεπιστημίων καί δίδαξαν σέ πολλούς νεωτέρους θεολόγους, ἀλλά καί ἔγραψαν κείμενα μέ τά ὁποῖα ἐπηρέασαν πολλούς νεότερους θεολόγους καί ἐπιστήμονες ἄλλων ἐπιστημῶν.

Στό ἄρθρο πού θά παραθέσω στήν συνέχεια θά ἀναφερθῶ μέ συντομία σέ τρία κείμενά τους, πού δημοσιεύθηκαν τήν δεκαετία τοῦ 1970 καί ἔπαιξαν ρόλο στήν σύγχρονη θεολογία, ἀφοῦ ἐπηρέασαν τόν τρόπο πού ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀντιμετωπίζει τίς σύγχρονες ἀντιλήψεις, καί θά παραθέσω μερικά, κατά τήν γνώμη μου, καταληκτικά συμπεράσματα, στά ὁποῖα γίνεται λόγος γιά τήν θεολογική διαδρομή τῶν τριῶν αὐτῶν θεολόγων καί τά θεολογικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας.

Πατῆστε γιά τήν ἀνάγνωση τοῦ κειμένου
: (ΕΔΩ)



ΑΠΑΝΤΗΣΑΝ ΤΕΛΙΚΑ; ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ; ΜΠΡΑΒΟ ΙΕΡΟΘΕΕ ΜΑΣ ΕΜΑΘΕΣ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.
 ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΑΙ!

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Τὰ ἑκατὸν πεντήκοντα κεφάλαια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (περίληψη)

Πηγή: Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου - Τεῦχος 151 - Φεβρουάριος 2009

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω τὶς θερμότατες εὐχαριστίες μου στὸν Πρόεδρο καὶ τοὺς Καθηγητὲς τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀνηγόρευσαν ὁμοφώνως ἐπίτιμο διδάκτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἐπίσης εὐχαριστῶ τὸν Πρύτανη καὶ τὴν Σύγκλητο τοῦ Πανεπιστημίου ποὺ ἐνέκριναν τὴν πρόταση, τὴν Κοσμήτορα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς κ. Ἑλένη Χριστινάκη-Παπακώστα, τοὺς ὁμιλήσαντας στὴν σημερινὴ τελετή, ἤτοι τον Ἀντιπρύτανη τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Ἰωάννη Καράκωστα γιὰ τὴν προσφώνησή του, τὸν Καθηγητὴ Παναγιώτη Χριστινάκη γιὰ τὴν παρουσίαση, τὸν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἀβύδου καὶ Καθηγητὴ κ. Κύριλλο γιὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ ψηφίσματος τοῦ Τμήματος, τῆς Ἀναγόρευσης καὶ τοῦ Διδακτορικοῦ Διπλώματος, καθὼς καὶ τοὺς παρόντας στὴν παροῦσα ἐπίσημη τελετή, Σεβασμιωτάτους Μητροπολῖτες, Καθηγητὲς καὶ ἀγαπητοὺς φίλους. Ἰδιαιτέρως, θὰ πρέπει νὰ εὐχαριστήσω ὁλοκαρδίως τὸν Παναγιώτατο Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Κύριο Βαρθολομαῖο, ποὺ ἐκπροσωπεῖται στὴν τελετὴ αὐτὴ ἀπὸ τὸν Σέβ. Μητροπολίτη Νέας Ἰωνίας καὶ Φιλαδελφείας κ. Κωνσταντῖνο, καθὼς ἐπίσης νὰ εὐχαριστήσω ὀφειλετικὼς τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, μὲ τὸν ὁποῖο γνωριζόμαστε πολλὰ χρόνια, μὲ ἐκτιμᾶ καὶ μὲ στήριξε σὲ κρίσιμες στιγμὲς τῆς ζωῆς μου.

Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη τιμή. Καὶ ἐπειδὴ μὲ τὸν γραπτὸ καὶ προφορικὸ λόγο προσπαθῶ νὰ ἐκφράζω τὴν θεολογία, ποὺ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτὸ καὶ θεωρῶ ὅτι ἡ τιμὴ ἀνάγεται στὴν ἴδια τήν Ἐκκλησία καὶ τὴν Ἱεραρχία, τῆς ὁποίας εἶμαι μέλος.

Βαθειά μου πεποίθηση εἶναι ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν αὐτονομήσεις, ἀλλ' ὁ καθένας μὲ τὸ χάρισμά του ὑπηρετεῖ τὴν ἑνότητά της. Καὶ γιὰ νὰ θυμηθῶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἐπίσκοποι ἐπέχουν θέση «ὀφθαλμῶν», ποὺ βλέπουν καὶ ποιμαίνουν, οἱ μοναχοί, λόγῳ τῆς νεκρώσεως, ἐπέχουν θέση «τριχώματος»-κόμης ποὺ κοσμοῦν τὴν Ἐκκλησία, καὶ οἱ Καθηγητὲς θεολόγοι ἐπέχουν θέση «ὀδόντων», οἱ ὁποῖοι λιώνουν τὴν τροφὴ καὶ τὴν προσφέρουν στὸν λαό. Ἔτσι θεωρῶ καὶ τὴν θέση τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στὴν Ἐκκλησία. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω αὐτὴν τὴν ἐκκλησιολογικὴ ἀλήθεια.

Ἐπειδὴ στὴν παροῦσα πανηγυρικὴ τελετὴ πρέπει νὰ καταθέσω λόγο κατάλληλο γιὰ τὴν περίσταση, ἐπέλεξα νὰ παρουσιάσω περιληπτικὰ ὡς θέμα τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ποὺ ἐπιγράφεται «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα», νὰ ἐκθέσω μιὰ ἄποψη ποὺ ἔχει διατυπωθῇ γι' αὐτὸ καὶ νὰ καταθέσω μιὰ ὑπόθεση, πού, ἀπὸ ὅ,τι γνωρίζω, θὰ ἀκουσθῇ γιὰ πρώτη φορὰ στὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο. Ἄλλωστε μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ἀσχολοῦμαι πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια.[ΑΥΤΟΣ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ; Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ]


***

1. Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ Αὐγουστῖνος

Τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» εἶναι ἕνα συνοπτικὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ὡς πρὸς τὸν τρόπο συγγραφῆς ὑπενθυμίζει ἔργα ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου κλπ. καὶ θεωρεῖται ὡς μιὰ σύνοψη τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου στὰ σημεῖα ποὺ εἶχε ἀναπτύξει προηγουμένως στὸν διάλογό του μὲ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνο. Σὲ παρόμοιες περιπτώσεις ὅλοι οἱ συγγραφεῖς κάποτε, ὕστερα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, καταλήγουν στὸ νὰ κάνουν μιὰ εὐσύνοπτη περίληψη τῆς ἕως τότε διατυπωθείσης διδασκαλίας τους. Ὅμως, τὸ ἔργο αὐτὸ ἐσχάτως δημιούργησε ἕναν προβληματισμό.

Διατυπώθηκε ἡ ἄποψη ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος γιὰ νὰ συγγράψη τὸ κείμενο αὐτὸ χρησιμοποίησε τὸ ἔργο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου De Trinitate, παρέλαβε αὐτούσιες ἐκφράσεις ἀπὸ αὐτό, ὡς πρὸς τὶς ἀριστοτελικὲς κατηγορίες στὸν Θεό, χωρὶς νὰ ἀναφέρη τὴν πηγή του, ἀκόμη δὲ παρέλαβε καὶ τὴν «αὐγουστίνεια ψυχοθεολογικὴ τριάδα "mens – notitia (ἡ cognitio ἡ scientia ἡ verbum) – amor"», δηλαδὴ νοῦς, λόγος, ἀγάπη-ἔρως. Μάλιστα δὲ παρατίθεται καὶ ἕνα χαρακτηριστικὸ χωρίο.

Βεβαίως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δὲν γνώριζε τὴν λατινικὴ γλῶσσα, ἀφοῦ ἦταν «μονόγλωσσος». Αὐτό, ὅμως, δὲν θεωρεῖται ἰδιαίτερο πρόβλημα, γιατί τὸ ἔργο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου De Trinitate εἶχε μεταφρασθῇ στὰ ἑλληνικὰ πρὶν τὸ 1281 ἀπὸ τὸν Μάξιμο Πλανούδη. Κατὰ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἕνα ἀντίγραφο καὶ μάλιστα τὸ παλαιότερο τοῦ κειμένου αὐτοῦ διασωζόταν στὴν Μονὴ Βατοπαιδίου, ὅπου καὶ τὸ βρῆκε ὁ Παλαμᾶς τὴν περίοδο ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1347 καὶ τοὺς πρώτους μῆνες τοῦ 1348, ὅταν μετέβη στὸ Ἅγιον Ὅρος μετὰ τὴν ἄρνηση τῶν Θεσσαλονικέων νὰ τὸν δεχθοῦν ὡς Μητροπολίτη, μετὰ τὴν ἐκλογή του.

Διαβάζοντας τὴν ἄποψη αὐτὴ γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, αἰσθάνθηκα βαθυτάτη ἔκπληξη, γιατί γνώριζα ἀπὸ τὶς πολυχρόνιες, πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μελέτες μοῦ πάνω στὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὅτι ὁ ἴδιος ἀντιμετώπισε τὸν Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἐξέφραζε τὶς δυτικὲς παραδόσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας καὶ εἶχε ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Πὼς εἶναι δυνατόν, διερωτόμουν, νὰ ἀντικρούη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸν Βαρλαὰμ καί, συγχρόνως, νὰ ἀποδέχεται τὶς ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, στὶς ὁποῖες, κατὰ βάση, στηριζόταν ὁ Βαρλαάμ, ὡς νεοπλατωνιστὴς καὶ ὡς ἐκφραστὴς τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ;

Θεωρῶ ὅμως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνη κάτι τέτοιο γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:

Πρῶτον, διότι τὰ ἔργα τοῦ Αὐγουστίνου ἦταν ἐν πολλοῖς ἄγνωστα στοὺς Ὀρθοδόξους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέχρι τοῦ 13ου αἰῶνος «ὅτε ἐλάχιστα γραπτὰ δείγματα τῆς θεολογικῆς του σκέψεως μετεφράσθησαν».

Δεύτερον, διότι ὁ Βαρλαάμ, τὸν ὁποῖον ἀντέκρουσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἐξέφραζε τὴν δυτικὴ παράδοση, ὅπως εἶχε διαμορφωθῇ ἀπὸ τὶς ἀπόψεις τοῦ Αὐγουστίνου σὲ πολλὰ ζητήματα, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γίνεται μέσῳ γινομένων καὶ ἀπογινομένων κτιστῶν συμβόλων τῆς θεότητος, ὥστε ὅταν ὁ Θεὸς δὲν δίνη τὴν ἀνώτερη ἀποκάλυψη ἀμέσως διά του νοός, τὴν δίνει μέσα ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις• ὅτι δὲν ὑφίσταται διάκριση μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ ἀκτίστου ἐνεργείας• ὅτι ἡ θεία Χάρη εἶναι μία κτιστὴ ἕξη ποὺ ἑνώνεται μὲ τὴν ψυχὴ καὶ κατευθύνει τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ μεταβλητὰ στὸν ἀμετάβλητο Θεό, στὸν Ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὴν εὐδαιμονία μὲ τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ• ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστὴ• καὶ γενικὰ οἱ ἀπόψεις τοῦ Βαρλαὰμ περὶ ἀποκαλύψεως, κολάσεως καὶ Βασιλείας εἶχαν διαμορφωθῇ μὲ τὴν ἐπίδραση τῆς αὐγουστίνειας θεολογίας.

Τρίτον, διότι οὔτε ὁ Βαρλαὰμ εἶχε κατανοήσει τὴν γνήσια πατερικὴ παράδοση, ὅπως ἐκφραζόταν ἀπὸ τοὺς ἡσυχαστὲς Πατέρες, ἐπειδὴ οἱ Φραγκολατίνοι εἶχαν καθυποτάξει ὁλόκληρη τὴν πατερικὴ παράδοση στὰ κατηγορήματα τοῦ Αὐγουστίνου –γι αὐτὸ καὶ ὁ Βαρλαὰμ ἄκουσε, ὅταν ἦλθε στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ πρώτη φορὰ ἑρμηνεῖες διαφορετικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ γνώριζε καὶ προέρχονταν ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο καὶ ἐξεπλάγη– ἀλλὰ οὔτε καὶ «ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ κύκλος του ἀντελήφθησαν τὴν Αὐγουστίνειον προέλευσιν τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Βαρλαάμ». Ἄλλωστε, οἱ ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι Πατέρες δὲν λάμβαναν ποτὲ ὑπ’ ὄψη τους τὰ ἔργα καὶ τὴν σκέψη τοῦ Αὐγουστίνου «τὰ ὁποῖα, ἐξ ἄλλου, οὐδέποτε ἀπετέλεσαν βάσιν τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων».

Ἔτσι, ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Παλαμᾶς χρησιμοποίησε τὸ κείμενο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, κατὰ μετάφραση τοῦ Μαξίμου Πλανούδη, δύσκολα μπορεῖ νὰ γίνη ἀποδεκτή, γιατί θεωρῶ ὅτι ὁ ὀξυνούστατος καὶ θεοπτικότατος Γρηγόριος Παλαμᾶς, ποὺ εἶχε ἔκτακτα διανοητικὰ χαρίσματα ἀλλὰ καὶ προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν βιογραφία ποὺ συνέταξε ὁ συμμοναστὴς τοῦ Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, ἂν εἶχε διαβάσει τὸ συγκεκριμένο κείμενο τοῦ Αὐγουστίνου, θὰ ἀντιλαμβανόταν τὴν στοχαστική του ὑποδομὴ καὶ τὶς ἀποκλίσεις του ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Δηλαδή, αὐτὸς ποὺ ἔκανε λεπτότατη κριτικὴ στὸν Βαρλαὰμ γιὰ σοβαρὰ δογματικὰ θέματα θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ εἶχε διαβάσει τὸ κείμενο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ νὰ μὴν εἶχε ἀντιληφθῇ τὴν σχέση ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν ἀπόψεων τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τοῦ Βαρλαάμ.

Βεβαίως στὸ ἔργο «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» ἀναφέρονται καὶ ἑρμηνεύονται οἱ δέκα ἀριστοτελικὲς κατηγορίες ἤτοι, οὐσία, ποσόν, ποιόν, πρὸς τί, πού, ποτέ, ποιεῖν, πάσχειν, ἔχειν, κεῖσθαι. Εἶναι ἀκόμη γνωστὸν ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐγνώριζε ἀπὸ τὶς σπουδές του στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία καὶ δὲν θὰ περίμενε κανεὶς νὰ μάθη τὶς ἀριστοτελικὲς κατηγορίες τοῦ Ἀριστοτέλη ἀπὸ τὸ σχετικὸ ἔργο τοῦ Αὐγουστίνου. Ἀπὸ τὸν ἅγιο Φιλόθεο Κόκκινο γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὑπῆρξε μελετητὴς τοῦ Ἀριστοτέλους. Μάλιστα γράφεται γι ἄ?τό τὸ θέμα ὅτι ὁ Γρηγόριος περάτωσε ἄριστα τὴν μελέτη τῆς γραμματικῆς καὶ τὴν ρητορική, ὥστε ἀπὸ ὅλους «καὶ αὐτῶν φημὶ τῶν τηνικαύτα καθηγητῶν τε καὶ κορυφαίων τοῦ λόγου καθ’ ὑπερβολὴν ἐν λόγοις τε καὶ συγγράμμασι θαυμασθῆναι, τοιοῦτος ἐν γὲ τοῖς φυσικοῖς τε καὶ λογικοῖς, καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς Ἀριστοτελικοῖς ὤφθη, ὡς καὶ τὸν ἐπὶ σοφία παντοδαπὴ καὶ μαθήμασι μάλιστα θαυμαζόμενον ὑπὸ πάντων τὸ τηνικαύτα....». Μάλιστα γράφεται ὅτι ὁ λογοθέτης καὶ διαπρεπὴς λόγιος Θεόδωρος Μετοχίτης, διαλεγόμενος μὲ τὸν Γρηγόριο ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως γιὰ τὰ λογικὰ συγγράμματα τοῦ Ἀριστοτέλους, ἐξεπλάγη γιὰ ὅσα ἀνέλυσε ὁ Γρηγόριος καὶ εἶπε στὸν Βασιλέα: «Εἰ παρὼν ἀκροατὴς (ἐν. ὁ Ἀριστοτέλης) καθίστατο τούτου, ἐπήνεσεν ἂν οὐ μετρίως, ὡς ἐγὼ νομίζω. Ἐγὼ δ’ ἐκεῖνο», φησὶ «λέγω τέως, ὅτι τοιαύτας ἔδει τὰς ψυχὰς καὶ τὰς φύσεις εἶναι τῶν μετιόντων τοὺς λόγους, καὶ μάλιστα τὰ τῷ Ἀριστοτέλει τουτωὶ διὰ πολλῶν φιλοσοφηθέντα καὶ συγγραφέντα».

Ὡστόσο ὑπάρχουν δύο ἰδιαίτερα σημεῖα ποὺ χρήζουν ἰδιαίτερης μελέτης.

Τὸ ἕνα σημεῖο εἶναι ὅτι στὸ συγκεκριμένο ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὑπάρχει ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ De Trinitate ἔργο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἤτοι «θέσεις καὶ ἕξεις καὶ τόποι καὶ χρόνοι καὶ εἰ τί τοιοῦτον, οὐ κυρίως ἐπὶ θεοῦ λέγονται, ἀλλὰ μεταφορικῶς...». Νομίζω ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐλεγχθῇ ὡς παρέμβλητο, γιατί δὲν ἔχει καὶ μεγάλη ἐξάρτηση μὲ τὸ κείμενο. Τὸ μεγαλύτερο ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δὲν ἐγνώριζε τὸ συγκεκριμένο ἔργο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, κατὰ τὴν μετάφραση τοῦ Μαξίμου Πλανούδη, εἶναι ὅτι δὲν θὰ δεχόταν νὰ λάβη μερικὲς ἀνώδυνες φράσεις ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτό, ὅταν θὰ διαπίστωνε ὅτι ἀμέσως λίγο κάτω ὑπῆρχαν χωρία τοῦ ἱεροῦ Αὐγοστίνου ποὺ ὑποστήριζαν τὸ Filioque.

Συγκεκριμένα τὸ χωρίο αὐτὸ βρίσκεται στὸ πέμπτο βιβλίο De Trinitate τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Ὅμως τὸ θεωρῶ ἀπίθανον, ἕως ἀδύνατον, νὰ διάβασε τὸ συγκεκριμένο ἔργο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ νὰ μὴ ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ σκέψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου εἶναι προβληματικὴ ἀπὸ ὀρθοδόξου προοπτικῆς. Καὶ αὐτὸ γιατί στὴν ἑπόμενη ἀκριβῶς παράγραφο ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος φαίνεται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τὴν διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως, ὅταν γράφη: «Οὐσίαν δὲ λέγω, ὡς οἱ Γραικοὶ λέγουσιν, ἢν ἡμεῖς οἱ Λατῖνοι συνηθέστερον ὑπόστασιν ὀνομάζομεν. Λέγουσιν μὲν γὰρ κακεῖνοι ὑπόστασιν, ἀλλ' οὐκ οἴδα τί βούλονται εἶναι τὸ μεταξὺ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως...». Ἐπίσης, εἶναι ἀπίθανον νὰ μὴν ἀντιλήφθηκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἡ σκέψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καταλήγει στὸ Filioque, ὅταν γράφη ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι δῶρο τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ποὺ δίδεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅτι «τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ πνεῦμα ἐστιν». Καὶ βεβαίως ἐδῶ δὲν ἐννοεῖται ἡ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐν χρόνῳ πέμψη, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Στὸ συγκεκριμένο χωρίο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ἀντιστρέφονται τὰ πράγματα, ἀφοῦ λέγεται ὅτι «ὁμολογητέον τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν ἀρχὴν εἶναι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, οὐ δύο ἀρχάς», δηλαδὴ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι μία ἀρχὴ (Πατήρ-Υιός), ἀναφορικῶς δὲ πρὸς τὴν κτίση ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι μία ἀρχή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐνῷ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κάνει διάκριση μεταξὺ ἀϊδίου ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς καὶ πέμψεώς του ἐν χρόνῳ διὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἀντιθέτως ὁμιλεῖ γιὰ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθὼς ἐπίσης γιὰ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στὴν κτίση. Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque φαίνεται καὶ σὲ ἄλλα βιβλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου.

Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι: Γιατί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσέλαβε ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο ἔργο τοῦ Αὐγουστίνου ἕνα χωρίο ποὺ δὲν ἔχει καὶ τόση σημασία καὶ ἀμνήστευσε τὴν αἵρεση τοῦ Filioque ποὺ ὑπάρχει στὶς ἀμέσως ἑπόμενες σελίδες;

Τὸ ἄλλο σημεῖο εἶναι ὅτι ὑπάρχουν μερικὲς κοινὲς ἐννοιολογικὲς ὁμοιότητες μεταξὺ τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ συγκεκριμένου ἔργου τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, κυρίως τὸ σχετικὸ μὲ τὴν αὐγουστίνεια ψυχολογικὴ θεώρηση περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ ἰδίως ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἔρως τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Λόγο, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ἡ αἵρεση τοῦ Filioque. Καὶ αὐτὸ ἐλέγχεται, γιατί πρόκειται γιὰ μιὰ εἰκόνα ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἀλλὰ καταλήγει σὲ ἀντίθετα συμπεράσματα ἀπὸ ὅ,τι ὁ Αὐγουστῖνος καὶ βεβαίως δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς βέβαιος ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς την διανείσθηκε ἀπὸ τὸν Αὐγουστῖνο.

Κατὰ συνέπειαν ὑπάρχουν τρεῖς θέσεις σχετικὰ μὲ τὴν πατρότητα τοῦ ἔργου «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα». Ἡ πρώτη ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ποὺ χρησιμοποίησε χωρία τοῦ Αὐγουστίνου. Δὲν μπορῶ νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ὑπόθεση. Ἡ δεύτερη πιθανὴ θέση ὅτι εἶναι ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, στὸ κύριο μέρος του, ἀλλὰ κάποιος μεταγενέστερος θεολόγος ἔκανε σχετικὲς παρεμβάσεις. Καὶ ἡ τρίτη θέση, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἄποψή μου εἶναι ἡ πιθανότερη, εἶναι ὅτι τὸ ἔργο μὲ τίτλο «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» δὲν εἶναι ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀλλὰ μεταγενεστέρου συγγραφέα.

Μιὰ τέτοια ὑπόθεση μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐντοπίση καὶ στὰ ὅσα λέγει ὁ Καθηγητὴς Παναγιώτης Χρήστου, ὅτι δηλαδὴ τὰ «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» δὲν «ἀποτελοῦν ὁριστικὴν διατύπωσιν τῆς συνολικῆς θεολογικῆς καὶ πνευματικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὡς συνήθως λέγεται» καὶ ὅτι ἡ χειρόγραφη παράδοση δὲν εἶναι πλούσια. Ἐπίσης, ἂν διαβάση κανεὶς τὸ κείμενο αὐτό, διαπιστώνει μιὰ διαφορετικὴ φρασεολογία καὶ σκέψη ποὺ δὲν παρατηρεῖ στὰ ἄλλα κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἰδίως στὰ θέματα τῆς κοσμολογίας.

Ἂν αὐτὸ ἔχη μιὰ βάση, τότε ἀπομένει ἡ ἄποψη ὅτι τὸ ἔργο «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» εἶναι γραμμένο ἀπὸ μεταγενέστερο θεολόγο ποὺ γνώριζε τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τὴν θεολογία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ ἔκανε τὴν σύνοψη μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο, καθὼς ἐπίσης γνώριζε καὶ τὴν λατινικὴ γλῶσσα. Μιὰ τέτοια ὑπόθεση μπορεῖ νὰ ἀποκαθάρη καὶ τὰ ὅσα ἀποδίδονται στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, δεδομένου ὅτι σὲ ἄλλα κείμενά του καταδικάζει μὲ ὀρθόδοξα ἐπιχειρήματα τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Τὸ ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ δημιουργεῖται εἶναι, ὅτι ἂν εὐσταθῆ μιὰ τέτοια ὑπόθεση, τότε ποιός θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ συνθέτης τοῦ ἔργου «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» ποὺ γνώριζε καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τὶς ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἀλλὰ καὶ τὴν λατινικὴ γλῶσσα;

Μελετῶντας τὸ θέμα αὐτὸ καὶ συζητῶντας μὲ διαφόρους ἐντόπισα δύο τέτοια πιθανὰ πρόσωπα.

Ὁ πρῶτος μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ Μητροπολίτης Νικαίας Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος εἶναι σύγχρονος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα γεννήθηκε μεταξὺ 1315 καὶ 1320, ἔγινε Μητροπολίτης Νικαίας τοὐλάχιστον τὸ 1366 καὶ ἀπέθανε τὸ 1380 ἡ 1381. Συνδεόταν προσωπικὰ μὲ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννην Στ’ τον Καντακουζηνό, φίλο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καὶ ἔλαβε μέρος στὴν διένεξη ὑπὲρ τοῦ ἡσυχασμοῦ. Ὁ Γεννάδιος Σχολάριος τὸν θεωροῦσε ὡς τὸν καλύτερο ἀντιρρητικὸ τοῦ Βυζαντίου. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔργα του παραμένουν ἀνέκδοτα. Μπορεῖ ἐδῶ νὰ σημειώση κανεὶς τὰ ἔργα του «Κατὰ βαρλααμιτὼν καὶ ἀκινδυνιστών, περὶ θαβωρείου φωτὸς» καὶ «κατὰ Λατίνων, εἰδικῶς περὶ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος».

Ὁ Σπύρος Λάμπρου, ποὺ συνέταξε κατάλογο τῶν χειρογράφων τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἀπέδωσε στὸν Νικαίας Θεοφάνη τὴν πατρότητα τῶν ἔργων ποὺ ἀποδίδονται στὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ «Διάλεξις ὀρθοδόξου μετὰ Βαρλααμίτου κατὰ μέρος ἀνασκευάζουσα τὴν βαρλααμίτιδα πλάνην» καὶ «τοῦ αὐτοῦ ὀρθοδόξου Θεοφάνους διάλεξις πρὸς τὸν ἀπὸ Βαρλααμιτὼν ἐπιστρέψαντα Θεότιμον». Ὅμως, ὁ Καθηγητὴς Παναγιώτης Χρήστου μὲ ἐπιχειρήματα καταλήγει, χωρὶς καμμιὰ ἀμφιβολία, ὅτι καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἔργα, καίτοι στοὺς κώδικες παραμένουν μὲ ἀνωνυμία συγγραφέως, πλὴν τοῦ κώδικος τῆς Μονῆς Διονυσίου ποὺ δίνει τὸ ὄνομα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐν τούτοις ἀνήκουν στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ὀνόματος Θεοφάνης ἀναφέρεται στὸν συγγραφέα, ἐπειδὴ κηρύσσει τὴν Θεοφάνεια, τὴν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

Ὁ δεύτερος ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι, καθ’ ὑπόθεσιν, ὁ συνθέτης τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ ἔργου εἶναι ὁ Γεννάδιος Σχολάριος ποὺ γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1398-1405 καὶ ἀπέθανε μετὰ τὸ 1472. Πρόκειται γιὰ ἕναν ἀξιόλογο θεολόγο, ποὺ ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος Πατριάρχης μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὴν λατινικὴ γλῶσσα καὶ μετέφρασε κείμενα τοῦ Θωμᾶ του Ἀκινάτου στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ὡς ἔργα τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου φέρονται τα: «Μετάφρασις τοῦ "περὶ τοῦ εἶναι καὶ τῆς οὐσίας" τοῦ Θωμᾶ», «Ὑπόμνημα εἰς τὸ "Περὶ τοῦ εἶναι καὶ τῆς οὐσίας" τοῦ Θωμᾶ», «Μετάφρασις τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Θωμᾶ εἰς τὸ περὶ ψυχῆς ἔργον τοῦ Ἀριστοτέλους».

Μπορεῖ κανεὶς νὰ μελετήση ἐπισταμένως τὰ ἔργα του Γενναδίου Σχολαρίου, γιὰ νὰ ἐπιχειρήση νὰ ἐντοπίση ἐσωτερικὲς μαρτυρίες, δηλαδὴ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως συμπίπτουν μὲ φράσεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ ἔργο «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα». Ἔχω κατὰ νοῦν νὰ κάνω αὐτὸ τὸ ἔργο, κατὰ τὸν ἐλεύθερο χρόνο ποὺ μοῦ ἐπιτρέπουν τὰ ἀρχιερατικά μου καθήκοντα καὶ ἄλλες πειρασμικὲς καταστάσεις.

Ἀπὸ ὅσα παρετέθησαν προηγουμένως ἐξάγονται τρία συμπεράσματα.

Πρῶτον, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς δὲν ἐγνώριζε τὸ κείμενο τοῦ Αὐγουστίνου De Trinitate οὔτε δανείσθηκε ἀποσπάσματα καὶ ἰδέες ἀπὸ αὐτὸ καί, βεβαίως, ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὴν θεολογία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου.

Δεύτερον, τὰ «Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα», κατὰ τὴν πιθανότερη ἐκδοχή, εἶναι ἔργο μεταγενεστέρου συγγραφέως, ποὺ γνώριζε τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ Αὐγουστίνου καὶ ἐπεχείρησε αὐτὴν τὴν σύνθεση. Ἔλαβε δηλαδὴ ὁλόκληρα χωρία ἀπὸ κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, χρησιμοποίησε καὶ τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, καὶ ὅλο τὸ ἔργο τὸ ἀπέδωσε στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Μεταξὺ τῶν συγγραφέων ποὺ πιθανὸν ἐπεχείρησαν αὐτὸ τὸ ἔργο συγκαταλέγονται ὁ Νικαίας Θεοφάνης καὶ ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, μὲ πιθανότερον τὸν δεύτερο. Χρειάζεται, ὅμως, περαιτέρω ἔρευνα.

Τρίτον, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ σημαντικὸ αὐτὸ ἔργο, στὰ βασικά του σημεῖα, ἐκφράζει τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ εἶναι διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἄλλωστε παρατίθενται ὁλόκληρα κείμενά του. Στὴν πραγματικότητα, ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ εἰκόνα ποὺ χρησιμοποιεῖται ὀρθόδοξα γιὰ νὰ δηλώση τὶς σχέσεις τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ τὴν παράθεση ἑνὸς κειμένου τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω, πρόκειται γιὰ ἕνα παλαμικὸ ἔργο, ποὺ εἶναι ὀρθόδοξο καὶ πατερικό. Δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχη μεγάλη ἀξία, ἀφοῦ παρατίθενται κείμενα καὶ θεολογικὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ ἐκφράζει τὴν δογματικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ διαφέρει σαφέστατα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου.

Θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὸν ἡσυχασμὸ ποὺ διαφέρει ἀπὸ τὸν σχολαστικισμὸ τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὸν Θωμᾶ τον Ἀκινάτη, καὶ αὐτὸς στὸν νεοπλατωνιστὴ Αὐγουστῖνο καὶ τὸν Ἀριστοτέλη, ὅπως σαφέστατα φαίνεται στὸ ἔργο τοῦ Θωμᾶ Suma theologika.

2. Θεολογία καὶ ποιμαντική


Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ στὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου νὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο, ποὺ εἶναι κατὰ τὴν γνώμη μου ἀξιοσημείωτο.

Τὰ «κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα» εἶναι σημαντικὰ καὶ συνιστοῦν μιὰ ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία, ποὺ συνδέει κατὰ τρόπο θαυμαστὸ τὴν θεολογία, δηλαδὴ τὰ περὶ Θεοῦ, τὴν κοσμολογία, τὴν ἀνθρωπολογία, τὴν οἰκονομία, δηλαδὴ τὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν σωτηριολογία ἡ ὁποία βιώνεται ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετέχη τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τὸ περιεχόμενο τοῦ σημαντικοῦ αὐτοῦ κειμένου προσδιορίζει τὸ ἔργο τῆς ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς.

Πράγματι, ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν εἶναι σχολαστικὴ καὶ ἰδεολογική, δὲν εἶναι ἠθικιστικὴ καὶ οὐμανιστική, ἀλλὰ εἶναι κατ' ἐξοχὴν ποιμαντική, ποὺ ἐξασκεῖται στὸν «χῶρο» τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ σύγχρονος θεολόγος, πρέπει νὰ κάνη ἔρευνα στὰ κείμενα τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, γιατί αὐτὰ εἶναι τὰ κτιστὰ ρητά, νοήματα καὶ εἰκονίσματα τῆς ἀρρήτου καὶ ἀκτίστου πραγματικότητος. Παράλληλα, ὅμως, πρέπει νὰ κάνη ἔρευνα σὲ ζωντανοὺς ὀργανισμούς, ποὺ βιώνουν καὶ μετέχουν τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως, καὶ εἶναι οἱ μάρτυρες τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε συγκεκριμένη ἐποχή. Στὴν συνέχεια πρέπει νὰ εἰσέλθη στὸν ἅδη τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας, δηλαδὴ νὰ μεταφέρη τὰ πορίσματα τῆς θεολογικῆς ἔρευνας καὶ ἐμπειρίας στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι τραυματισμένοι καὶ πληγωμένοι.

Κάπως ἔτσι ἐργάζεται καὶ ὁ ἐπιστήμονας ἰατρὸς ἐρευνητής. Ἐρευνᾶ τὰ δεδομένα τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, προσπαθεῖ νὰ ἀντιληφθῇ τὸν τρόπο καὶ τὴν συμπεριφορὰ μιᾶς ἀρρώστιας, ἐρευνᾶ τὸ γονιδίωμα μέσα στὸ ἐπιστημονικὸ ἐργαστήριο, ἀγωνίζεται νὰ ἀνακαλύψη τὸ κατάλληλο φάρμακο, κάνει δοκιμὲς καὶ κλινικὲς ἐφαρμογὲς καὶ στὴν συνέχεια διοχετεύει τὸ φάρμακο στὴν ἀγορὰ προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ ἀνθρώπινος πόνος. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ συμβαίνη καὶ μὲ τὴν πνευματκὴ ἀσθένεια καὶ τοὺς θεολόγους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου. Πέρα ἀπὸ τὴν ἔρευνα σὲ μνημειακὲς καὶ βιβλικὲς καὶ ζωντανὲς πηγές, τὸν ἀπασχολεῖ ὁ ἀνθρώπινος πόνος.

Σήμερα ἐπικρατεῖ βαθύτατος πόνος, ὑπαρξιακὸς καὶ κοινωνικός. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι πληγωμένος καὶ τραυματισμένος καὶ γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Κληρικοὶ καὶ θεολόγοι πρέπει νὰ βοηθήσουμε, μὲ τοὺς τρόπους ποὺ ὑποδεικνύουν τα κείμενα τῶν πεπειραμένων, ἀλλὰ καὶ ἡ ζωὴ τῶν συγχρόνων μεγάλων ζωντανῶν θεολόγων τῆς ἐποχῆς μας. Ἔτσι συνδυάζεται ἡ θεολογία μὲ τὴν ποιμαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ αὐτὸ τὸ θέμα βλέπω τὸν σύνδεσμο μεταξὺ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ ποιμαντικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γνώρισα καὶ τοὺς Καθηγητές μου στὴν Θεολογικὴ Σχολή, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ μὲ διαφόρους τρόπους μας ὁδηγοῦσαν στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἔτσι σπουδάσαμε τὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη, μὲ τὶς ἀναλύσεις τῶν πατερικῶν κειμένων, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ζωντανὴ παράδοση ποὺ βρίσκαμε στὸ Ἅγιον Ὅρος.

Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερα νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα ἀποκεκομμένα ἀπὸ τὰ κτιστὰ ρήματα καὶ νοήματα τῶν θεουμένων, ἀλλὰ καὶ ἀποξενωμένα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγίων ποὺ βίωσαν τὰ ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασκῆται μιὰ ἠθικολογικὴ καὶ ἀθεολόγητη ποιμαντικὴ στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ψυχικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ τραυματισμένος καὶ πληγωμένος.

Αὐτὴν τὴν ἀγωνία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου τὴν διάβασα γραμμένη μὲ ρεαλιστικὸ τρόπο στὸ γνωστὸ μυθιστόρημα τοῦ Νοστογέφσκι μὲ τίτλο: «Τὸ ὑπόγειο». Στὸ στόμα τοῦ ἥρωά του ἡ μᾶλλον του ἀντί-ἥρωά του ὁ Νοστογιέφσκι βάζει τὰ ἑξῆς καταπληκτικὰ λόγια:

«Γιατί κάνουμε τόσες ἀνοησίες; Τί ζητᾶμε; οὔτε κι οἱ ἴδιοι ξέρουμε! Θὰ ὑποφέραμε περισσότερο ἂν οἱ τρελλοί μας πόθοι πραγματοποιοῦνταν. Σταθεῖτε, προσπαθῆστε, γιὰ παράδειγμα, νὰ μᾶς δώσετε περισσότερη ἀνεξαρτησία• βγάλτε ἀπὸ τὴ μέση τὰ ἐμπόδια, μεγαλῶστε τὸν κύκλο τῆς δράσης σᾶς• χαλαρῶστε τὴν κηδεμονία, ε λοιπὸν ναὶ σᾶς διαβεβαιώνω, ἐμεῖς ὅλοι.... θὰ ξαναζητήσουμε ἀμέσως τὴν κηδεμονία....

Ἀφῆστε μας μόνους, χωρὶς βιβλία, κι ἀμέσως θὰ πελαγώσουμε, θὰ τὰ μπερδέψουμε• δὲν θὰ ξέρουμε ποὺ νὰ στηριχθοῦμε καὶ σὲ τί νὰ ἀφοσιωθοῦμε, δὲ θὰ ξέρουμε τί πρέπει νὰ ἀγαπήσουμε ἡ νὰ μισήσουμε, τί πρέπει νὰ ἐκτιμήσουμε ἡ νὰ περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ἀκόμη καὶ ποὺ εἴμαστε ἄνθρωποι, ἄνθρωποι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ ἀληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αὐτὸ καὶ τὸ θεωροῦμε ἀτιμία μας. Γυρεύουμε νὰ γίνουμε ἕνας τύπος γενικοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτέ. Εἴμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθοῦμε καὶ χρόνια καὶ χρόνια μας γεννοῦν πατέρες ποὺ δὲν εἶναι ζωντανοί, μιὰ κατάσταση ποὺ μᾶς εὐχαριστεῖ ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Μᾶς ἀρέσει. Σὲ λίγο, θὰ ἐπινοήσουμε κάποιο τρόπο νὰ γεννιόμαστε ἀπὸ μιὰ ἰδέα. Μὰ δὲ θέλω πιὰ νὰ γράφω μέσα ἀπ' τὸ "ὑπόγειο"».

Πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ ἄποψη τοῦ Ντοστογιέφσκι ποὺ βιώνεται τόσο ἀνάγλυφα στὴν ἐποχή μας ὅτι «θὰ ὑποφέραμε περισσότερο ἂν οἱ τρελλοί μας πόθοι πραγματοποιοῦνταν». Ἐντυπωσιακὴ ἀκόμη ἡ ἄποψή του ὅτι, ἂν μείνουμε μόνοι μας, χωρὶς τὰ βιβλία θὰ πελαγώναμε. Καὶ πολὺ ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἄποψή του ὅτι «εἴμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθοῦμε καὶ χρόνια καὶ χρόνια μας γεννοῦν πατέρες ποὺ δὲν εἶναι ζωντανοί».

Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἐκπέμψη σήμερα ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν θεολογία της καὶ ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ὀρθοδόξους θεολόγους εἶναι ὁ λόγος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ὁ τρόπος τοῦ ἡσυχασμοῦ. Ὁμιλῶ σὲ Πανεπιστημιακοὺς Δασκάλους ποὺ γνωρίζουν ἐπαρκῶς τὰ θέματα αὐτά, καὶ γνωρίζουν ἀσφαλῶς ὅτι ἡ θεολογία ὡς χαρισματικὴ κατάσταση εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἡσυχία εἶναι ὁ τρόπος καὶ ἡ μέθοδος διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὶς ποικίλες ἐξαρτήσεις, γίνεται ἐλεύθερος καὶ πορεύεται πρὸς τὴν ἐμπειρία τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Βεβαίως, ὑπάρχουν καὶ σήμερα μερικοὶ (Κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ) ποὺ ζοῦν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἔχουν σαφέστατα ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸν σχολαστικισμὸ καὶ τὸν ἠθικισμὸ τῆς Δύσεως καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐννοήσουν τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ θεολογία ποὺ κινεῖται πέρα ἀπὸ σχολαστικὰ καὶ ἠθικιστικὰ πρότυπα, γι' αὐτὸ σκανδαλίζονται ἀπὸ τὸ κάθε τι ὀρθόδοξο ποὺ ἀκοῦν καὶ διαβάζουν.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁρίζει τὴν ἡσυχία ὡς «τὴν νοῦ καὶ κόσμου στάσιν, τὴν λήθη των κάτω, τὴν μύησιν τῶν ἄνω, τὴν τῶν νοημάτων ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἀπόθεσιν• αὕτη πρᾶξις ὡς ἀληθῶς, ἐπίβασις τῆς ὡς ἀληθῶς θεωρίας ἡ θεοπτίας, εἰπεῖν οἰκειότερον ἡ μόνη δεῖγμα της ὡς ἀληθῶς εὐεκτούσης ψυχῆς».

Αὐτὴ εἶναι ἡ θεολογικὴ μέθοδος γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα ἐπιλύσεως τῶν ὑπαρξιακῶν, πνευματικῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων. Καὶ αὐτὴν τὴν οὐσιαστικὴ πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας ἀναζητᾶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος.

Προσπαθῶ νὰ πορεύομαι «κατὰ τὰς τῶν ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καὶ τὸ τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβὲς φρόνημα» καὶ νὰ συντονίζομαι στὰ ὅσα μοῦ ἔχουν προσφέρει οἱ ἀείμνηστοι Καθηγητές μου στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ καὶ οἱ σύγχρονοι Καθηγητὲς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ εἶναι παρόντες καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἔργα διαβάζω, ἀλλὰ καὶ οἱ Πνευματικοὶ Πατέρες μου, Ἐπίσκοποι, Ἱερομόναχοι καὶ Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν καὶ βίωναν ἐμπειρικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Μέσα στὴν ὕπαρξή μου εἶναι στενὰ συνδεδεμένα τὰ Σπουδαστήρια τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, μὲ τὰ ἱερὰ Φροντιστήρια τῆς ἐρήμου τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ τὰ «ὑπόγεια» τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, μὲ τὸν ὁποῖο ἀσχολοῦνται οἱ Πνευματικοὶ Πατέρες.

Πάντως, ἡ τιμὴ ποὺ μοῦ προσφέρατε σήμερα μὲ τὴν ἀναγόρευσή μου εἰς ἐπίτιμο διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μὲ ἐνδυναμώνει καὶ μὲ ἐνθαρρύνει τόσο στὴν ἐρευνητική μου προσπάθεια ὅσο καὶ στὴν ποιμαντικὴ διακονία καὶ γι’ αὐτό σας εὐχαριστῶ θερμά
.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

«Ἡ θεολογία τοῦ π Ἰωάννη Ρωμανίδη» Ναυπάκτου Ἱερόθεος ΑΕΑΑ γ 2025.12.10

Συνέχεια από: Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025



«Ἡ θεολογία τοῦ π Ἰωάννη Ρωμανίδη» Ναυπάκτου Ἱερόθεος ΑΕΑΑ γ 2025.12.10

https://www.youtube.com/watch?v=rrXJnpEzDNQ


Επειδή φέτος γιορτάζουμε τα 1700 χρόνια από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, είναι μια μεγάλη διαφορά· δηλαδή όλοι — ο Μέγας Αθανάσιος, ας πούμε — λέει ότι ο Χριστός είναι Θεός. Γιατί; Γιατί μνημονεύει την Παλαιά Διαθήκη· αυτός εμφανίζεται στον Αβραάμ, στον Ισαάκ, στον Ιακώβ· όλα τα επιχειρήματά του. Ενώ οι άλλοι, ο Άρειος, οπαδός του Παύλου Σαμοσατέως και του Λουκιανού, υποστήριζαν… μιλούσαν με αριστοτελική ορολογία για να πούνε ότι ο Χριστός είναι Χριστός, γιατί; «Πάντα ἐκ φύσεως, ἄρα καὶ ἐξ ἀνάγκης· ἐκ φύσεως εἶναι ἀναγκαστικό· ἂν ἦταν ἀπὸ τὴ φύση ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ἦταν κατ’ ἀνάγκην, ἄρα κατ’ ἀνάγκην δὲν ἔχει ἀξία, ἄρα εἶναι κατὰ βούληση· ἂν ἤθελε ὁ Θεός, ἄρα κτίσμα». Λοιπόν, οι μεν μιλούσαν με αριστοτελική φιλοσοφία, οι Πατέρες πάνε με την Παλαιά Διαθήκη: ἄκτιστος, ἄκτιστος, ἄκτιστος· ἄσαρκος, σεσαρκωμένος. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Γι’ αυτό και μιλούσε (ο Ρωμανίδης) για την ενότητα μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και η διαφορά μόνο στη σάρκα· έχουμε σάρκα.[ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ. ΑΛΛΟ ΟΙ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ, ΤΟ ΖΕΙΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥ ΖΕΙΝ. ΑΛΛΟ ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.]

Και αυτό το βλέπουμε πάρα πολύ καλά όταν διαβάζουμε λίγο τις Πράξεις των Αποστόλων, τα κηρύγματα που έκαναν οι Απόστολοι αμέσως μετά την Πεντηκοστή· ο Απόστολος Πέτρος, ο Απόστολος Παύλος, συνέχεια αυτό τόνιζαν: «Εἶναι ἡ συνέχεια· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε κάτι ἄλλο· συνέχεια εἴμαστε»· τόνιζαν στους Εβραίους εκεί: «Αὐτὸν ποὺ πιστεύετε, αὐτὸς σεσαρκώθηκε»· «αὐτὸς ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καὶ τοῦ Ἰακώβ». Τώρα, υπάρχει ενότητα μεταξύ των προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων· ενότητα στην εμπειρία και στη γνώση, εμπειρική γνώση. Υπάρχει διαφορά στην ορολογία· άλλο η ορολογία, άλλο η εμπειρία. Γιατί οι Πατέρες χρειάστηκε… στην πρώτη περίοδο έλεγαν: «ἄσαρκος, σεσαρκωμένος»· μετά μπήκε το «Πατήρ, Υἱός καὶ Αγιον Πνεῦμα», μετά «ὁμοούσιος», «οἱ τρεῖς ὑποστάσεις»· αυτή είναι η ορολογία, γιατί χρειάστηκε να απαντήσουν στις φιλοσοφικές αναζητήσεις των ανθρώπων — ή, τέλος πάντων, στις φιλοσοφικές αναπτύξεις των ανθρώπων — και μπήκαν μετά στην ορολογία «οὐσία», «ὑπόσταση», «ὑποστατικὸ ἰδίωμα». Είναι το ίδιο πράγμα.[ΟΥΤΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ. Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.]

Και έλεγε ο Ρωμανίδης ένα πολύ εύστοχο;;; παράδειγμα: αν υπάρχουν τρεις επιστήμονες, οι οποίοι ο ένας είναι στην Αμερική, ο άλλος στην Ευρώπη και ο άλλος είναι στην Κίνα, στην Ιαπωνία, και χρησιμοποιούν το ίδιο μικροσκόπιο ή τηλεσκόπιο — το μικροσκόπιο — και μελετούν τα κύτταρα, αυτός στην Αμερική μελετώντας με το ίδιο μικροσκόπιο ανακαλύπτει DNA· κάτι ανακαλύπτει και θεωρεί ότι αυτό είναι κάτι καινούριο. Και όταν γίνεται ένα επιστημονικό συνέδριο, πηγαίνει και το αναφέρει: «Ξέρετε, εγώ βρήκα αυτό και αυτό και αυτό». Λέει ο άλλος: «Και εγώ το βρήκα», αλλά είχαν δώσει τρία διαφορετικά ονόματα. Οπότε, στο συνέδριο αυτό το επιστημονικό, καθορίζουν ότι θα του δώσουμε αυτό το όνομα. Αυτό έκανε η Οικουμενική Σύνοδος· η Οικουμενική Σύνοδος προσπάθησε να συμπέσει στην ορολογία.[ΤΟ ΚΑΘΩΣ ΗΔΥΝΑΝΤΟ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ]

Λέει ένα καταπληκτικό ο Ρωμανίδης. Σας είπα προηγουμένως ότι έχω από τα κατάλοιπα του πατρός Στεφάνου Αβραμίδου — η κόρη του μας τα έδωσε — τις σημειώσεις που κρατούσαν οι φοιτητές κατά τις παραδόσεις στη Θεολογική Σχολή. Εκεί λέει το εξής — το είδα εγώ, το μελέτησα και στα κείμενα του Μεγάλου Αθανασίου: ο Μέγας Αθανάσιος μιλούσε «ὁμοιούσιος» καταρχάς· ξεκίνησε με το «ὁμοιούσιος», «ὁμοία οὐσία» με τον Πατέρα, γιατί εφόσον είναι άκτιστος, άρα ομοία, άκτιστος Θεός· υπάρχει η διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Όταν λέμε «ὁμοία οὐσία με τον Πατέρα», σημαίνει άκτιστο. Όταν όμως μετά εθεωρείτο το «ὁμοιούσιος» σαν ταυτιπόστατος, επειδή ταυτιζόταν κατά τον Παύλο Σαμοσατέα η οὐσία με την ὑπόσταση, τότε είπαν: «Όχι, ὁμοούσιος είναι», τότε μπήκε το «ὁμοούσιος». Και μάλιστα λέει εκεί ο Ρωμανίδης — κάνει μια μεγάλη ανάλυση, την οποία θα τη δημοσιεύσω ίσως — λέει ότι πάει με την ορολογία «ὁμοιούσιος» και όταν βλέπει ότι πιθανόν γινόταν αποδεκτή και από τους ημιαριανούς το «ὁμοιούσιος» ως κάτι άλλο…

Ομοίως, έπεισε τους Ορθοδόξους να χρησιμοποιήσουν το «ὁμοούσιος», αφού του έδωσε νέα νοηματοδότηση· όχι ως ταυτιπόστατος, «ἄλλη ὑπόστασις», αλλά «ὁμοούσιος», επειδή χωρίστηκε τότε η ουσία από την υπόσταση. Αργότερα, βέβαια, χρειάστηκε να χωριστεί η ουσία από τη φύση, γιατί μέχρι την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο ταυτιζόταν η φύση με την ουσία. Και έχουμε λοιπόν μετά — έρχεται η Τρίτη, η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος — και ξεχωρίζει το θέμα. Οπότε, βλέπετε, έχουμε την ίδια εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων, αλλάζει η ορολογία.[ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΑ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΤΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ; Ο, ΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ. ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΑΣΑΡΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΣΕΡΚΩΜΕΝΟ ΧΡΙΣΤΟ;. Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΕ. ΙΔΟΥ ΚΑΙΝΑ ΠΟΙΩ ΠΑΝΤΑ. Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΥΠΕΡΕΒΑΙΝΑΝ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟ;]

Γιαχβέ, μετά γίνεται «Πατήρ, Υἱός». Το τριαδικό του Θεού φανέρωθηκε στην Παλαιά Διαθήκη — το έλεγε, ήταν βασική θεωρία του Ρωμανίδη — το «Αγιος,Αγιος,Αγιος» και πολλά άλλα. Λοιπόν, έχουμε: Γιαχβέ, Αδωναΐ, Γιαχβέ Πνεῦμα Κυρίου, Ελοχίμ, Γιαχβέ Πνεῦμα· μετά έρχεται και λέει: Πατήρ, Υἱός και Αγιο Πνεῦμα, γιατί το ίδιο ο Χριστός το είπε: «ὁ Πατήρ μου», οπότε Πατήρ, Υἱός και Αγιο Πνεῦμα. Μετά έρχεται και πάλι, αλλάζει το θέμα, και λέμε: μπαίνει μέσα η «οὐσία», το «πρόσωπο», η «ὑπόσταση» κτλ. Επομένως η ορολογία αλλάζει, αλλά η εμπειρία είναι η ίδια.

Και έλεγε ο Ρωμανίδης: σκοπός της θεολογίας είναι να οδηγείς τον άνθρωπο στη θέωση, για να καταργηθεί η θεολογία. Μετά τι θα πεις; Τώρα, μετά, τι θα θεολογήσεις; Όπως το λέει ο Απόστολος Παύλος — από εκεί ξεκινάει, μιλάει για την αγάπη — λέει: «τρία ταῦτα· πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη». Και «ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται». Όταν φτάσει κανείς στην εμπειρία, τώρα τι θα κάνει; Στοχασμό θα κάνει και ορολογία;[ΟΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ.ΠΟΙΟΝ ΟΔΗΓΗΣΕ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΗ; Η ΘΕΩΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΙΡΒΑΝΑ.]

Πριν πάω στον κύριο συνάδελφο, τον Πλατιπόδη, να προσθέσω ότι ο Σεβασμιώτατος έχει εκδώσει εδώ και τέσσερα ή πέντε χρόνια ένα βιβλίο για τη χριστολογική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης — θεωρώ ότι είναι «ὁ Κύριος τῆς Δόξης» ένα από τα προαπαιτούμενα, όχι μόνο για τη μελέτη της Βίβλου αλλά και της δογματικής θεολογίας. Ο Κύριος της δόξης. Χριστολογική ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο κύριος Πλατιπόδης έχει ζητήσει τον λόγο και… μάλλον… (γιατί στο τέλος το -κα δεν παίρνει -γκε).

— Σας ευχαριστούμε για τη φωτισμένη ομιλία. Δεν είχα ζητήσει, αλλά δράττομαι της ευκαιρίας να κάνω μια ερώτηση. Θεραπεύω την αρχαία ελληνική φιλολογία και φιλοσοφία. Σχετικά με το προπατορικό αμάρτημα, ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης ασχολείται με το κακό και τη θεολογία, όπως, για παράδειγμα, ο Ιερός Φώτιος θα έλεγε; Και ποια είναι η άποψή του γενικότερα για το «φιλοσοφικό κακό»;

— Ναι. Όχι, περισσότερο κάνει θεολογία. Εκεί, στο Προπατορικό αμάρτημα, έχει υπόψη τον Θωμά Ακινάτη και ουσιαστικά «χτυπά» τον Θωμά Ακινάτη, με την έννοια ότι το κακό, σε πολλές φιλοσοφίες, είναι κάτι το αφηρημένο· «το κακό είναι μη-ὄν», έτσι; «Το κακό είναι μη-ὄν». Ο Ρωμανίδης έλεγε περισσότερο το κακό — το προσδιορίζει — στον διάβολο. Έλεγε δηλαδή ότι ο διάβολος, όπως αναλύοντας τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, παρεκίνησε την Εύα να αμαρτήσει· αμάρτησε και ήρθε ο θάνατος. Άρα έχουμε μια συνάντηση, μία σύνθεση μεταξύ του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου· δεν μιλούσε αφηρημένα. Και μάλιστα έλεγε, σε κείμενά του που γράφει, ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα στη θεολογία και στα κείμενα τα οποία γράφονται, σε συναντήσεις, συνέδρια κτλ., είναι ότι δεν μιλάνε καθόλου για τον διάβολο.

Αυτός το είδε από τα πρώτα μελετήματά του· δηλαδή, από τη μελέτη του για την Εκκλησιολογία κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, είδε από τα πρώτα κείμενά του — λέει ότι πρώτα γνωρίζουμε την αρνητική πλευρά της Εκκλησίας ως πολεμική εναντίον του διαβόλου και μετά γνωρίζουμε τη θετική πλευρά της Εκκλησίας ως αγάπη στον Θεό. Γιατί όσο πολεμούμε τον διάβολο, στα όρια της προσωπικής μας ζωής, τότε καταλαβαίνουμε την αγάπη του Θεού. Και έλεγε ότι πρέπει να τονίζεται αυτό, γιατί άλλωστε, αν διαβάσει κανείς το βιβλίο — το εξαίρετο βιβλίο — Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, εκεί στα τελευταία κεφάλαιά του, το τονίζει αυτό: τι ήρθε να κάνει ο Χριστός στον κόσμο; Ακριβώς, επειδή ο διάβολος, διά της αμαρτίας, έφερε τον θάνατο — πρώτα πνευματικό και έπειτα σωματικό — ήρθε να νικήσει τον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο. Και αυτή η νίκη γίνεται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.

— Είναι η κυρία Κολυβού που έχει ζητήσει τον λόγο, μετά ο πατήρ…, η κυρία Μαυροσκά και ο πατήρ Αθηναίος.

— Πάρα πολύ ωραία. Ευχαριστούμε, Σεβασμιώτατε. Προσωπικά με συγκινήσατε — το είπαμε και προηγουμένως στο διάδρομο — ότι είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι από εκείνους που αποτελούσαν τις ομάδες και ακούγαμε, μετά τα πανεπιστημιακά μαθήματα, τις ομιλίες του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη στην Αγία Μαρίνα Άνω Ιλισίων, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν, με προτροπή θα έλεγα του τότε Father, κατόπιν, του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη. Οπότε με γυρίσατε πολλά χρόνια πίσω και όλα αυτά που λέγατε νομίζω ότι μου θύμισαν πολλά από εκείνα που ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης προσπαθούσε, με απλό επιστημονικό, ακαδημαϊκό τρόπο, να μας μεταφέρει.

Μία μόνο ερώτηση, γιατί με προβληματίσατε. Δεν το ήξερα, να πω την αλήθεια, ότι στα σύγχρονα επιστημονικά, ακαδημαϊκά περιβάλλοντα δεν επιτρέπεται η παραπομπή — όπως σε κάποια (περίπτωση) είπε ο πατήρ Παύλος, έχουμε γνώση. Γιατί γίνεται αυτό;

— Νομίζω, ναι, έχω άποψη και έχω ερμηνεία του θέματος· δεν ξέρω κατά πόσο μπορώ όλη αυτή να την κάνω εδώ, και την ερμηνεία. Σας είπα ότι ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν Καππαδόκης· ήταν δυνατός, πολλές φορές και απόλυτος. Δεύτερον, είχε καταλήξει σε μεγάλα… σε όλα αυτά τα συμπεράσματα, την έρευνα την οποία έκανε στην Αμερική· είχε καταλήξει. Οπότε, όταν έρχεται στην Ελλάδα και βλέπει αυτά τα οποία αυτός έχει απορρίψει, εδώ τα δέχονταν ως θέσφατα, ως ορθόδοξα. Ως Καππαδόκης, αγανακτούσε. Ίσως δεν είχε το χάρισμα, όπως πολλοί συγγραφείς, να κάτσει και να κάνει ανάλυση: «λες αυτό» και να κάνει μια ανάλυση, όπως οι μεγάλοι συγγραφείς και οι μεγάλοι ερευνητές· δεν κάνουν αυτό το έργο, λένε «αυτό βρήκα, δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνετε εσείς».

Λοιπόν, νομίζω υπάρχει αυτό· ήταν και ο χαρακτήρας του λίγο· και βεβαίως, έθιγε μεγάλα πράγματα με απόλυτο τρόπο· τα βρήκε αυτός, και οι άλλοι αντιδρούσαν. Τώρα, έκανε κριτική σε συναδέλφους του, είτε κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του — φαίνεται καθαρά, το έχω στα απομαγνητοφωνημένα — είτε μετά· και εξαναγκάστηκε να φύγει από τη Θεολογική Σχολή, με πρόωρη συνταξιοδότηση για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Δεν ήταν παρόν, έτσι, και έκανε και κριτική των έργων αυτών. Εντάξει, υπάρχουν πολλοί παράγοντες· οι άλλοι είχαν επηρεαστεί τόσο πολύ από τη δυτική θεολογία, που δεν μπορούσαν να αποδεχθούν αυτά που έλεγε ο Ρωμανίδης με απόλυτο τρόπο.

Τώρα, σε αναφορά γι’ αυτό — το ξέρω, θα σας κάνω μια αποκάλυψη, πρώτη φορά θα το πω, δεν το είπα ποτέ δημόσια. Ένα βιβλίο μου, το 1985, δημοσιεύθηκε, Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία. Αυτό το ετοίμαζα για διατριβή. Λοιπόν, και πήγα στη Θεολογική Σχολή να ζητήσω το θέμα, πώς μπορεί να περάσει, και μου είπαν ότι πρώτον θα σου αλλάξουμε τον τίτλο — ενώ ο τίτλος έκανε θραύση μετά, και ήδη η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία το συμπεριέλαβε μέσα σε έναν ογκώδη τόμο που μιλάει για τα θέματα αυτά, πώς το λένε, Εγχειρίδιο ψυχοθεραπείας και θρησκευτικής επικοινωνίας, και το βάζει μέσα και εισήγαγε τον όρο «Orthodox psychotherapy» — τότε ήταν: «Τι θα πει Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία;». Και δεύτερον, ότι η αναφορά στον Ρωμανίδη πρέπει να σβήσει. Κι εγώ δεν δέχτηκα να το υποβάλω για διατριβή. Γιατί να δεχθώ να προδώσω από πού πήρα την ιδέα, και την ιδέα από εκείνον; Και βέβαια το βιβλίο αυτό δεν έγινε διατριβή, και δεν με ενδιαφέρει· μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες, σε πολλές γλώσσες, και γίνονται διατριβές πάνω σε αυτό. Στην ίδια Θεολογική Σχολή υπάρχει διατριβή που έγινε, που κατά βάση αντέγραψε το βιβλίο μου και πέρασε. Δεν υπάρχει περίπτωση· είναι μια προσωπική, ας το πω, εμπειρία.

— Να κλείσουμε με την κυρία Μαυροσκά, επειδή δεν έχουμε πολύ χρόνο· πολύ σύντομη ερωτησούλα.

— Έχουμε χρόνο μέχρι μία η ώρα.

— Πολύ σύντομη. Έχω από το «κοντρόλ» άλλη ενημέρωση, κύριε Παναγόπουλε, ευχαριστώ. Έχουμε σύμπτωση. Αν δεν έχετε αντίρρηση, κύριε Πρόεδρε, να κλείσουμε με τελευταία ερώτηση — και άλλως είναι και η κυρία που πρέπει να…

— Ευχαριστώ λοιπόν. Σε ένα σημείο είπατε για τις επιστολές του πατρός Ρωμανίδη προς τον πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκι και αναφέρατε ότι εκεί μέσα εκφράζεται η αγωνία και των δύο για τα θεολογικά και εκκλησιαστικά δρώμενα της εποχής τους.

Αυτά τα θέματα θεωρείτε ότι ισχύουν μέχρι και σήμερα; Υπάρχουν οι ίδιες αγωνίες; Και αν ναι;

Ο πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι ήταν μεγάλος θεολόγος και μάλιστα, σε ένα βιβλίο που έγραψε ο Μπλέιν και έχει δημοσιευθεί και μεταφραστεί στα ελληνικά, εκεί φαίνεται η αγωνία την οποία είχε ο πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι για τα θέματα των διαλόγων. Ήταν στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ήταν υπέρ των διαλόγων, και ο Ρωμανίδης ήταν υπέρ των διαλόγων. Δεν είμαστε εναντίον — κι εγώ είμαι υπέρ των διαλόγων· δεν είμαστε εναντίον των διαλόγων, δεν έχουμε τον αυτοαπομονωτισμό· πρέπει να γίνονται διάλογοι. Το θέμα είναι ποια είναι η βάση των διαλόγων αυτών.

Η αγωνία τους τότε εκφραζόταν για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών· ήταν στο «Πίστη και Τάξη». Είχε αρχίσει ο Φλορόφσκι στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, μετά από το «Πίστη και Τάξη» πήγαν σε άλλα, στα κοινωνικά θέματα· είχε μια αγωνία ο Φλορόφσκι ότι ξεφεύγει από τον θεολογικό διάλογο και πάει στα κοινωνικά και στα ηθικά και στα πολιτιστικά κλπ., και λίγο τον «παρόπλισαν» και από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών τον Φλορόφσκι. Και ο Ρωμανίδης υφίστατο και το ίδιο, και είχαν μια αγωνία γι’ αυτό το θέμα.

Πρώτον αυτό. Τη δεύτερη αγωνία που είχαν, την είχαν για τις ρωσικές απόψεις περί θεολογίας. Ξέρετε, ο Φλορόφσκι αγωνίστηκε πολύ εναντίον των ρωσικών απόψεων του Αλεξίου Χομιακόφ και, αργότερα, του Μπουλγκάκοφ, που μιλούσε για το ότι στον Θεό υπάρχει μία ουσία που είναι ανεξάρτητη θεότητα — η Σοφία, μάλλον· η «σοφιoλογία» του Μπουλγκάκοφ. Και ήρθε σε αντίθεση ο Φλορόφσκι εκεί, στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, και από εκεί έφυγε, πήγε στην Αμερική. Τον έστειλε όμως ο Ρωμανίδης στον Άγιο Σεργίο για να σπουδάσει, και παρέμεινε εκεί εξάμηνο και πήρε από εκεί ένα πτυχίο, και μελέτησε, και εκεί έγραψε το κείμενο για τον Αλέξιο Χομιακόφ.

Και η αγωνία (τους) ήταν ότι η ρωσική θεολογία του Αλεξίου Χομιακόφ, η οποία πέρασε στον Άγιο Σεργίο και κυρίως στηρίχθηκε στην αγάπη και στην ελευθερία — απλώς, ελευθερία και αγάπη — και στην οντολογία του προσώπου, η οποία οντολογία ξεκινάει από τον γερμανικό ιδεαλισμό, τον υπαρξισμό, την ψυχολογία και περνάει και μέσα στη θεολογία· αυτή την έννοια του προσώπου ως ελευθερίας και αγάπης, κτλ., τα είπα, είχαν αγωνία γι’ αυτά τα θέματα.

Και, βεβαίως, είχαν τη μεγάλη αγωνία και τη μεγάλη συνταύτιση για το πού πάνε οι θεολογικές σπουδές στην Αμερική, στο Holy Cross. Δηλαδή, τι έβλεπαν εκεί και οι δύο — αυτό έρχεται και εδώ, στην Ελλάδα, τώρα — αλλά εκεί το βλέπουμε καθαρά: ότι υπήρχαν δύο παραδόσεις. Η μία, των Ρωμαιοκαθολικών, με τη σχολαστική θεολογία, και η δεύτερη, των Προτεσταντών, η οποία πήρε τη σχολαστική θεολογία και πήγαινε στην Καινή Διαθήκη, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, και εξουδετέρωναν όλους αυτούς τους αιώνες.

Λοιπόν, και έβλεπε και ο ένας και ο άλλος ότι δεν υπήρχαν κριτήρια ορθόδοξα· δηλαδή, εάν ο Ορθόδοξος ήθελε να μιλήσει για να δει τι είναι οι Ρωμαιοκαθολικοί, έπαιρνε τα επιχειρήματα των Προτεσταντών εναντίον των Ρωμαιοκαθολικών, και αν ήθελε να δει τι λένε οι Προτεστάντες, έπαιρνε τα επιχειρήματα των Ρωμαιοκαθολικών εναντίον των Προτεσταντών. Και έλεγε: μα, δεν έχουμε δικά μας επιχειρήματα, δεν έχουμε δική μας θεολογική βάση.

Και έψαχναν — και αυτό έκανε και ο Φλορόφσκι με το Επιστροφή στους Πατέρες κτλ. — και ήδη, στα τελευταία κείμενά του, τόνιζε πάρα πολύ τη Φιλοκαλία. Δεν το ανέπτυξε πάρα πολύ· αυτό το πέρασε ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης.

Λοιπόν, και (τόνιζαν) ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει δικά της ερμηνευτικά κλειδιά· έχει δικά της ερμηνευτικά κριτήρια, με τα οποία ερμηνεύει και κρίνει και τους μεν και τους δε.

Και υπάρχει ένα πάρα πολύ ωραίο κείμενο του Ρωμανίδη, «Ορθόδοξες σπουδές, ορθόδοξη θεολογία στην Αμερική», και άλλα κείμενα, τα οποία, εντάξει, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Και εγώ θέλω να εκφράσω τη λύπη μου — με την ευχή αυτή — διότι υπάρχουν μερικοί θεολόγοι που απομονώνουν μια φράση· κάπου διάβασαν μια φράση του Ρωμανίδη που ίσως ήταν λίγο απόλυτη και παρεξηγήσιμη. Δεν την αναλύουν, δεν την εντάσσουν μέσα σε όλη την προοπτική της θεολογίας του και απορρίπτουν συλλήβδην τον Ρωμανίδη. Δηλαδή, λένε: «Ο Ρωμανίδης μιλάει για τη μετρήσιμη χάρη, με την κάθαρση, σαν τον βουδισμό». Δεν είναι αυτό ο Ρωμανίδης, «η μετρήσιμη χάρη». Ή ότι ο Ρωμανίδης τονίζει ότι μπορούμε με τα μηχανήματα να δούμε αν υπάρχει άκτιστη (χάρη). Δεν είναι γι’ αυτό το πράγμα ο Ρωμανίδης.

Προηγουμένως — γι’ αυτό σας το διάβασα, επίτηδες το διάβασα — λέει ότι χρησιμοποιούμε το παράδειγμα αυτό για να δούμε πώς ο αστρονόμος βλέπει τα άστρα, χρησιμοποιεί το τηλεσκόπιο και παρατηρεί, ως παράδειγμα· αλλά στη θεολογία είναι απερίγραπτη (η πραγματικότητα), ούτε τηλεσκόπιο έχουμε, κτιστά μέσα· είναι απερίγραπτη· και δεν μπορεί με κτιστά μέσα — γι’ αυτό μιλούσε για τον νου και μιλούσε για τον οφθαλμό — του δίνεται η άκτιστη ενέργεια του Θεού.

Σήμερα δε, στην εποχή μας, που διαβάζονται και δημοσιεύονται κείμενα του Αγίου Παϊσίου, του Αγίου Σωφρονίου, του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστού, του Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη, βλέπουμε: αυτά που λέει ο Ρωμανίδης, σε όλα τα λένε αυτοί. Ας πούμε, υπάρχουν μερικοί που λένε: «Ο Ρωμανίδης λέει ότι όταν κατεβεί ο νους στην καρδιά, εκεί πέρα γίνεται ένα μπαλάκι». Είναι εμπειρία. Ξέρω σήμερα εμπειρική διδασκαλία που λέει — επειδή είχα μια επικοινωνία με τη γερόντισσα Γαλακτία της Κρήτης και είχα εκεί μάλιστα αλληλογραφία — της είπα: «Τι ρωτούσαν; Τι είναι η νοερά προσευχή;» Και έλεγε: «Ξέρετε, δεν ξέρω τι είναι, αλλά είναι μια βοή· ακούγεται μια βοή· το Άγιο Πνεύμα είναι βοή· ακόμη και κάποτε αυτό μπαίνει μέσα στην καρδιά σαν μια μικρή μπαλίτσα και γυρνάει, γυρνάει μέσα στην καρδιά, λέγοντας το όνομα του Χριστού». Πού ήξερε αυτή για τον Ρωμανίδη; Δεν είχε διαβάσει τον Ρωμανίδη. Δηλαδή, θέλω να πω ότι αυτά που έλεγε ο Ρωμανίδης σήμερα επιβεβαιώνονται στην πράξη από τους ίδιους τους ησυχαστές Αγίους.

Να ευχαριστήσουμε από καρδιάς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη για την τιμή της παρουσίας του, της διδασκαλίας του, της εισηγήσεώς του και της αναλύσεως που ακολούθησε. Εγώ, προσωπικά, εύχομαι να σας ξαναδούμε το ταχύτερο δυνατό εδώ στη Σχολή και να σας ξανακούσουμε. Και να ευχαριστήσουμε και το έτερο μέλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας, τον Μητροπολίτη Καστορίας, που μας τίμησε με την παρουσία του.

Και την αποφώνηση της σημερινής συνεδρίασης του επιμορφωτικού κύκλου θα την κάνει ο Διευθυντής Σπουδών, κ. Παπαθανασίου. Να προσθέσω μόνο — οι ευχαριστίες είναι αυτονόητες — και για την προθυμία της επισκέψεως του Σεβασμιωτάτου και για τον κόπο της θεολογικής παρουσίασης. Να προσθέσω ότι, από πλευράς του επιμορφωτικού κύκλου, ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα· από πλευράς του επιμορφωτικού κύκλου — έχουμε μαθητήματα της Σχολής ακόμα, έτσι· και πρόγραμμα θα βγει, θα ανακοινωθεί εγκαίρως για το νέο έτος. Να είμαστε όλοι καλά.

ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΑΥΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΩΝ ΣΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ; Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ.
 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΘΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΣΥΝΤΟΜΑ. ΑΠΛΩΣ ΑΡΧΙΣΕ ΣΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ. 

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Το Ορθόδοξο Σχίσμα: Τι Πραγματικά Συνέβη




Το Ορθόδοξο Σχίσμα: Τι Πραγματικά Συνέβη

https://www.youtube.com/watch?v=dRGHn5PUr8k


Γιατί οι Ανατολικές και οι Προχαλκηδόνιες Ορθόδοξες Εκκλησίες Δεν Βρίσκονται Ακόμη σε Κοινωνία;

Η Πραγματική Ιστορία Πίσω από τον Χωρισμό**


Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο χωρισμός μεταξύ των Ανατολικών (Βυζαντινής παραδόσεως) και των Προχαλκηδονίων Ορθοδόξων Εκκλησιών οφείλεται αποκλειστικά σε θεολογικούς λόγους. Η πραγματική όμως ιστορία είναι πολύ πιο σύνθετη. Σε αυτό το πλήρες βίντεο εξετάζουμε τι συνέβη πραγματικά μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, γιατί οι Εκκλησίες παρέμειναν σε κοινωνία για σχεδόν 200 χρόνια, και τι τελικά τις οδήγησε στη ρήξη.

Θα ακούσετε πώς οι πολιτικές πιέσεις, οι εντάσεις στα σύνορα και ο φόβος της αυτοκρατορικής εξουσίας — και όχι η Χριστολογία — αποτέλεσαν την πραγματική αιτία του χωρισμού. Και εξετάζουμε κάτι ακόμη πιο εκπληκτικό: ότι ο σύγχρονος θεολογικός διάλογος μεταξύ των δύο εκκλησιαστικών οικογενειών έχει ήδη καταλήξει σε πλήρη συμφωνία. Η θεολογία έχει λυθεί. Κι όμως, η κοινωνία δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί.

Η ομιλία αυτή απομυθοποιεί τις εύκολες υποθέσεις και μας καλεί να εξετάσουμε με ειλικρίνεια τα ιστορικά, ποιμαντικά και συναισθηματικά εμπόδια που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σχέσεις μας σήμερα. Αν σας ενδιαφέρει η ενότητα, η εκκλησιαστική ιστορία ή η ορθόδοξη ταυτότητα, αυτή είναι μια συζήτηση που αξίζει να ακούσετε.

Τι συνέβη με τον διάλογο μεταξύ των Προχαλκηδονίων (Ανατολικών) και των Βυζαντινής Παραδόσεως (Ανατολικών/Καθ’ ημάς) Ορθοδόξων Εκκλησιών, τον επίσημο θεολογικό διάλογο; Επιτρέψτε μου να μοιραστώ μερικές σκέψεις σχετικά με εκείνο τον χωρισμό και τα θεολογικά ζητήματα, καθώς ρομαντικά θεωρούμε ότι όλοι οι λόγοι για τους οποίους είμαστε διηρημένοι είναι θεολογικοί. Αυτό αποτελεί έναν θεολογικό ρομαντισμό, έναν εκκλησιαστικό ρομαντισμό, που έχει ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα—τη ιστορική πραγματικότητα των πραγματικών λόγων για τους οποίους δεν έχουμε κοινωνία. Θα το θέσω έτσι: δεν μου αρέσει η λέξη «διαίρεση» ή οτιδήποτε παρόμοιο.

Υπάρχουν κάποια ιστορικά γεγονότα, και όσοι από εσάς ασχολείστε πραγματικά με την εκκλησιαστική ιστορία, παρακαλώ διορθώστε με αν δεν είμαι ακριβής. Ορισμένες Εκκλησίες και επίσκοποι ή τμήματα του χριστιανικού κόσμου εκείνης της εποχής—και μιλώ προφανώς για την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αποτελεί το σημείο καμπής στις σχέσεις μεταξύ των Ανατολικών και των Προχαλκηδονίων Ορθοδόξων. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος και η διδασκαλία της, καθώς και οι αναταραχές που την ακολούθησαν, δεν έγιναν αποδεκτές από το σύνολο του χριστιανικού κόσμου της εποχής.

Γιατί; Τι νομίζετε ότι συνέβη μετά; Τι φαντάζεστε ότι έγινε; Εντάξει, κάποιοι δεν δέχτηκαν τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο — και λοιπόν; Διακόπηκε αμέσως η κοινωνία; Δημιουργήθηκαν παράλληλες εκκλησιαστικές δομές; Είναι αυτό που πιστεύετε ότι συνέβη μετά τη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο; Όχι. Για τουλάχιστον 200 χρόνια μετά τη Χαλκηδόνα υπήρχε κοινωνία. Διακόσια χρόνια.

Τι συνέβη με τη Χριστολογία; Με τις δύο φύσεις, τη μία φύση; Τι έγινε με αυτά; Γιατί δεν ήταν αρκετή αυτή η διαφωνία για να διακοπεί αμέσως η κοινωνία και να δημιουργηθούν χωριστές εκκλησίες; Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούσαν πάντοτε ότι η ενότητα και η κοινωνία είναι κάτι ιερό, πολύ ιερό για να διακοπεί έτσι, για οποιονδήποτε λόγο — κάτι που σήμερα κάνουμε πολύ εύκολα. Βλέπετε σήμερα Εκκλησίες να διακόπτουν κοινωνία για το Κατάρ — δύο πατριαρχεία διακόπτουν κοινωνία επειδή διαφωνούν για τη δικαιοδοσία στο Κατάρ.

Σήμερα, λόγω της Ουκρανίας, διακόπτουμε κοινωνία. Το Πατριαρχείο Μόσχας μονομερώς διέκοψε την κοινωνία με όλους όσοι αποδέχθηκαν την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας. Βλέπετε πόσο προσεκτικοί ήταν οι Πατέρες της Εκκλησίας στην αρχαία Εκκλησία.

Τι συνέβη όμως μετά τα 200 χρόνια; Τίποτε που να έχει σχέση με τη θεολογία. Οι αραβικές εισβολές πλησίαζαν την αυτοκρατορία. Οι αυτοκράτορες θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στα σύνορα της αυτοκρατορίας, πολύ κοντά στους Άραβες, και δεν είχαν την ίδια πίστη με την Κωνσταντινούπολη, αποτελούσαν απειλή για την αυτοκρατορία.

Έτσι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες —οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας— άρχισαν να διώκουν αυτούς τους χριστιανούς που δεν αποδέχθηκαν τη Χαλκηδόνα. Και το αίμα που χύθηκε οδήγησε αυτούς τους χριστιανούς να χωριστούν, να δημιουργήσουν παράλληλη ιεραρχία, και να διακόψουν την κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη. Αυτή είναι η ιστορία.

Ένα ακόμη ιστορικό γεγονός: κατηγορούμε πάντοτε τους θεολόγους — και έχετε δίκιο να τους κατηγορείτε. Θέλω να σας θυμίσω τι έλεγε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας για τους θεολόγους:
«Αν θέλετε ενότητα στην Εκκλησία, μαζέψτε όλους τους θεολόγους, πάρτε τους σε ένα απομονωμένο νησί, αφήστε τους εκεί, και ας κάνουμε εμείς δουλειά εδώ». Έτσι έλεγε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας.


Πάντοτε στη θεολογία, αν διαβάσετε τα πρώτα χριστιανικά και θεολογικά κείμενα όταν άρχισε το οικουμενικό κίνημα, όλοι έλεγαν: «Αν θέλουμε ενότητα, αν θέλουμε κοινωνία, πρώτα πρέπει να συμφωνήσουμε στη θεολογία». Τι συνέβη λοιπόν με τον διάλογο μεταξύ των Προχαλκηδονίων και των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών; Ο επίσημος θεολογικός διάλογος ολοκληρώθηκε. Συμφωνήσαμε στη θεολογία.

Σε όλα. Υπάρχει συμφωνία. Ολοκληρώθηκε εδώ και δεκαετίες.


Και τότε συνειδητοποιήσαμε: «Εντάξει… και τώρα;» Οι επίσκοποι βρέθηκαν μπλοκαρισμένοι, επειδή είδαν ότι οι θεολόγοι συμφώνησαν. Μα, ακόμη και αυτό συνέβη. Οι θεολόγοι συμφώνησαν μεταξύ τους σε κοινά κείμενα, σε θεολογικά ζητήματα! Και τότε οι επίσκοποι κατάλαβαν ότι δεν είναι έτοιμοι, για άλλους λόγους αυτή τη φορά — όχι για θεολογικούς λόγους. Δεν είναι έτοιμοι για κοινωνία, για ενότητα. Που σημαίνει ότι δεν είμαστε ειλικρινείς όταν λέμε ότι οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους δεν είμαστε ενωμένοι και δεν έχουμε κοινωνία είναι θεολογικοί.

Αμφιβάλλω ότι, αν ρωτήσουμε —όχι τους πιστούς, δεν μιλώ για αυτούς— αλλά αν κάνουμε μια έρευνα ανάμεσα στον κλήρο και των δύο παραδόσεων, Προχαλκηδονίων και Ανατολικών, και τους ρωτήσουμε ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η θεολογική, η χριστολογική διαφορά — ο κλήρος, όχι οι πιστοί — δεν θα έχει ιδέα. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να πάρουμε την ενότητα της Εκκλησίας πιο σοβαρά. Ας είμαστε ειλικρινείς: πιστεύουμε ότι η θεολογική συμφωνία αρκεί για να προχωρήσουμε σε κοινωνία; Αν όχι, τότε η άλλη επιλογή είναι η υποκρισία. Δεν είμαστε ειλικρινείς όταν κάνουμε διάλογο.

Αυτή είναι η απάντησή μου, νομίζω. Σας ευχαριστώ. Δεν μπορώ να πω περισσότερα, γιατί είμαι επίσκοπος.

Θέλω μόνο να προσθέσω κάτι πολύ απλό. Ήμασταν στην Ελλάδα και τελούνταν μια ακολουθία σε μια ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ρώτησα τον πολύ αγαπητό μου φίλο, Μητροπολίτη Νίφων: «Πάμε, έχει ακολουθία, έχει Θεία Κοινωνία.»

Μου είπε: «Α, δεν αισθάνομαι καλά, δεν νομίζω ότι είμαι αρκετά υγιής για να έρθω.» Του είπα: «Γιατί; Να φωνάξω γιατρό;» Μου είπε: «Όχι, όχι.» Του λέω: «Εντάξει, αν είσαι άρρωστος, πήγαινε στο δωμάτιό σου να ξεκουραστείς.»
Καθώς περπατούσα, ένας άλλος ιερέας ήρθε και με ρώτησε: «Ο Μητροπολίτης Νίφων είναι άρρωστος;» Του είπα: «Ναι, μάλλον, δεν ξέρω, δεν μου είπε.» Με ρώτησε: «Τι είδους αρρώστια έχει;» Του είπα: «Δεν ξέρω.»
Και απαντά: «Δεν ήρθε επειδή δεν βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με τον Έλληνα Πατριάρχη Ιεροσολύμων.»


Και ποιος υποφέρει; Ο λαός υποφέρει. Ποιος νοιάζεται αν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων δεν είναι σε πλήρη κοινωνία με τον Πατριάρχη Ρουμανίας; Εσύ νοιάζεσαι; Εγώ δεν νοιάζομαι.

Ναι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Είναι η ανθρώπινη αλαζονεία, και έχουμε κουραστεί από αυτά. Ας έρθουμε μαζί: ορατή ενότητα, πλήρης κοινωνία.

Όπως επαναλαμβάνω πάντοτε: θεολόγοι, σας σέβομαι, σας αγαπώ, αλλά σας παρακαλώ, αφήστε μας εν ειρήνη. Οι μοναχοί στα μοναστήρια στην Αρμενία, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, σε κάθε μέρος του κόσμου — ξέρετε — δεν γνωρίζουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτές τις χώρες. Δεν γνωρίζουν τα προβλήματα που έχουμε στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εκείνοι ασχολούνται με τις προσευχές τους· ας προσεύχονται, και προσεύχονται και για εμάς. Αλλά αφήστε μας να κάνουμε τη δική μας δουλειά, και είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Επιτρέψτε μου μόνο να υπενθυμίσω σε όλους ότι έχετε όλοι αποδεχθεί μια πρόσκληση να έρθετε να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα σε μια θεολογική σχολή.

Σας ευχαριστώ.

Δείτε ολόκληρο το βίντεο από το Διεθνές Συνέδριο για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολικών και Προχαλκηδονίων Εκκλησιών στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/live/_agwTUCa.

Ο ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ; ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ; ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ;  ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. ΜΗΠΩΣ ΕΜΕΙΣ ΝΟΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ; ΔΕΝ ΝΟΙΑΖΟΜΑΣΤΕ.

 ΜΕ ΠΟΛΥ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ.

ΕΔΩ ΕΔΡΑΣΕ ΚΑΙ ΤΟ ΙΝΔΑΛΜΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΒΛΑΧΟΥ. Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ. ΝΟΙΑΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ; ΔΕΝ ΝΟΙΑΣΤΗΚΕ. 

ΔΕΝ ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ ΠΟΥ ΕΠΕΛΕΞΑ.

«Ἡ θεολογία τοῦ π Ἰωάννη Ρωμανίδη» Ναυπάκτου Ἱερόθεος ΑΕΑΑ β 2025.12.10

Συνέχεια από: Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025




«Ἡ θεολογία τοῦ π Ἰωάννη Ρωμανίδη» Ναυπάκτου Ἱερόθεος ΑΕΑΑ β  2025.12.10

https://www.youtube.com/watch?v=rrXJnpEzDNQ


Αυτό δεν μπορεί να το αγνοήσει κανένας. Έχω δημοσιεύσει τις 25 επιστολές που απέστειλε ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης στον Φλορόφσκι σε διάφορες φάσεις της ζωής του, τις οποίες αναζήτησα στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον και τις βρήκα εκεί, όπου υπάρχει το αρχείο του πατρός Γεωργίου Φλορόφσκι. Φυσικά αγνοούνται οι απαντήσεις του πατρός Γεωργίου Φλορόφσκι σε αυτόν, επειδή δεν υπάρχει το αρχείο του Ρωμανίδη — δεν το βρήκα εγώ τουλάχιστον. Πάντως, από τις επιστολές που απέστειλε ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, φαίνονται και οι απαντήσεις του, όπου εκφράζεται η αγωνία και των δύο για τα θεολογικά και εκκλησιαστικά δεδομένα και δρώμενα της εποχής μας.

Διασώζεται μια επιστολή του πατρός Γεωργίου Φλορόφσκι στον πατέρα Στανισλάβ, στις 17 Δεκεμβρίου 1960, στην οποία κάνει κριτική ο Φλορόφσκι σε πολλούς θεολόγους της εποχής μας, όπως τον Μέγεντορφ, τον Ευδοκίμοφ, τον Κλεμάν, τον Σέραρντ, και επαινεί πάνω από όλους τον πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη· και αυτό το αγνοούν, ενώ το έχω δημοσιεύσει. Γράφει ότι είναι από τις λίγες δυνάμεις που υπάρχουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα· τον αποκαλεί μαθητή του, στον οποίον, εισαγωγικά, εναποθέτει τις ελπίδες του. Γράφει ότι έκανε υπέροχη διδακτορική διατριβή για το προπατορικό αμάρτημα, σπουδή στους δύο πρώτους αιώνες, και τώρα εργάζεται κοντά μου για το διδακτορικό στο Χάρβαρντ, το οποίο δεν το πήρε, διότι πήρε σύνταξη ο Φλορόφσκι, και ο Ρωμανίδης είπε: «Δεν μου χρειάζεται τώρα να συνεχίσω με κανέναν άλλον, μου είναι απαραίτητο το ορθόδοξο διδακτορικό που πήρα από την Αθήνα». Ποιος το κάνει αυτό;

Και γράφει ο Φλορόφσκι· παρατηρεί μια αποστροφή προς τη Δύση, γιατί βρήκε την ιστορία — πράγμα που δεν κάνουν οι άλλοι — και απομονώνεται, λέει, στη βυζαντινή παράδοση, αλλά παραμένοντας στο επίπεδο της γνήσιας θεολογικής κουλτούρας και της βαθιάς εκκλησιαστικότητας. Κριτική του Φλορόφσκι. Αυτό που εντοπίζει ο πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι, ότι ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης έμεινε βαθιά στην ανατολική παράδοση, υποδηλώνει ότι ο Ρωμανίδης, ως Ρωμιός με καππαδοκικές και ησυχαστικές βάσεις, προχώρησε περισσότερο στην ησυχαστική, εμπειρική θεολογία ως ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας και των Οικουμενικών Συνόδων. Είναι ένας μεγάλος έπαινος του Φλορόφσκι για τον Ρωμανίδη.

Έτσι φαίνεται ότι ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης άρχισε από τον πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκι και πέρασε πέρα από αυτόν, αφού καθόρισε με καθαρότερο τρόπο την ορθόδοξη θεολογία και είδε τις προϋποθέσεις της, που είναι ο ιερός ησυχασμός. Στηρίχθηκε στην ενότητα της εμπειρίας μεταξύ προφητών, αποστόλων και Πατέρων. Γι’ αυτό απορώ γιατί σύγχρονοι επιστήμονες θεολόγοι αγνοούν, παρακάμπτοντας τη σχέση μεταξύ του πατέρου Ιωάννη Ρωμανίδη και του πατέρου Γεωργίου Φλορόφσκι, επαινώντας άλλους που είχαν λιγότερη ή μηδαμινότερη σχέση μαζί του. Αυτό νομίζω είναι και αντιδεοντολογικό και αντιεπιστημονικό.

Ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης είναι ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος των τελευταίων χρόνων στην Εκκλησία μας. Αυτό το λέω με ευγνωμοσύνη, και πρέπει να πω ότι είχα διαβάσει όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, από τον Μέγα Βασίλειο μέχρι τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη· μελέτησα επισταμένως τη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, εγνώρισα πολλούς από τους νέους Αγίους της Εκκλησίας μας, όπως τον Άγιο Σωφρόνιο, τον Άγιο Παΐσιο, και όταν συνάντησα μετά γραπτά τη διδασκαλία του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη και έπειτα τον ίδιο προσωπικά, ανεγνώρισα τον γνήσιο και αυθεντικό εκφραστή τους. Γι’ αυτό και τον απεκάλεσα κορυφαίο δογματικό θεολόγο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Τώρα, ύστερα από αυτά, το ερώτημα το οποίο τίθεται: δεν έκανε λάθη ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης; Φυσικά και έκανε· αλάθητος δεν είναι κανείς, αλλά όλοι παλεύουμε να σωθούμε και να αληθεύουμε. Μόνον οι Οικουμενικές Σύνοδοι έχουν το αλάθητο, διότι αποτελούνται από θεουμένους Πατέρες. Παρά τα λάθη που έκανε, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει όλο το άλλο έργο και να τονίσει μόνο μερικά λάθη. Και ο ίδιος αναγνώρισε τα λάθη του ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης.

Σε μια προφορική ομιλία — πρέπει να σας πω ότι έχω ψάξει και έχω βρει πάρα πολλές κασέτες με πολλές προφορικές ομιλίες και διδασκαλίες στη Θεολογική Σχολή· τις απομαγνητοφώνησα και έχω πέντε μεγάλους τόμους, από 300 σελίδες ο κάθε τόμος, έτοιμους προς έκδοση, όπου φαίνεται όλο το μεγαλείο του από την προφορική διδασκαλία του· ίσως ήταν πιο εύκολος στο να μιλά παρά στο να γράφει — και εκεί λοιπόν, σε μια προφορική ομιλία που έκανε στο Πανεπιστήμιο της Τσάνιξ, μεταξύ των άλλων είπε: «Έτυχε να μην εκλεγώ Πάπας Ρώμης, δηλαδή είχα την ατυχία να μην γίνω Πάπας Ρώμης. Γι’ αυτό το λόγο είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που κάνουν λάθη».

Γι’ αυτό, ακολουθώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας, έκανε λόγο για τον εμπειρικό θεολόγο που έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και ο νους του κινείται απλανώς, οπότε είναι θεούμενος. Σε μια προφορική παράδοση το είπε — την έχω καταγεγραμμένη και θα δημοσιευθεί — ότι όταν έχει κανείς το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, τότε ο νους του πλέον κινείται εν προσευχή και φτάνει στο απλανές, δηλαδή στη μη πλάνη. Γι’ αυτό το λόγο έλεγα στους Λατίνους ότι εγώ δεν θα είχα αντίρρηση να δεχθώ το αλάθητο του Πάπα, εφόσον εξακρίβωνα ότι ο Πάπας βρίσκεται σε κατάσταση θεώσεως, οπότε ό,τι και να πει θα ήταν απλανές.

Όταν όμως ο Πάπας δεν ξέρει καν τι είναι η θεωρία και δεν ξέρει τι είναι η πράξη και δεν ξέρει τι είναι η νοερά προσευχή και δεν έχει ούτε την πράξη ούτε τη γνώση περί της υπάρξεώς της, πώς να δεχθώ τον Πάπα ως αλάθητο; Τον Απόστολο Πέτρο τον δέχομαι ως αλάθητο, στα θεολογικά θέματα εννοείται, διότι και στη Μεταμόρφωση ήταν και στην Πεντηκοστή ήταν· αλλά ο Πάπας της Ρώμης, εφόσον δεν έχει τεκμήρια ότι μετέχει της εμπειρίας της θεώσεως και ότι είναι θεούμενος, πώς να δεχθώ αυτομάτως, από μια χειροτονία, ότι είναι αλάθητος; Αυτό δεν μπορώ να το κάνω επιστημονικά· επιστημονικά δεν γίνεται εξ επόψεως ψυχιατρικής. Γι’ αυτό, ένας που πιστεύει στο αλάθητο του Πάπα, μάλλον τρελοκομείο πρέπει να θέλει· δεν μπορεί να είναι νορμάλ ένας τέτοιος άνθρωπος.

Εφόσον ο καρπός της θεολογίας είναι η κάθαρση και ο φωτισμός του νου και το δόγμα είναι η έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως, το δόγμα τότε είναι αλάθητο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι είναι η έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως των προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας· το δόγμα που είναι έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως.

Δεν το ξέρουμε μόνο ως δόγμα, αλλά το ξέρουμε και ως βίωμα των Αγίων της Εκκλησίας. Ο οποιοσδήποτε φτάνει στην ίδια την εμπειρία της θεώσεως. Έχουμε το δόγμα που είναι έκφραση της εμπειρίας της θεώσεως και μετά έχουμε το δόγμα που γίνεται βίωμα σε αυτούς που φτάνουν στη θέωση. Οπότε έχουμε έναν κύκλο, όπως έχουμε στην αστρονομία: ο πρώτος είδε για πρώτη φορά 200 γαλαξίες, ενώ πριν νόμιζαν ότι υπάρχει ένας γαλαξίας, τώρα έχουμε κάπου 100.000 γαλαξίες, και αυτή η εμπειρία γίνεται εμπειρία των διαδόχων του. Έχουμε την εμπειρία, έχουμε την έκφραση της εμπειρίας, έχουμε την επανάληψη της εμπειρίας και μετά, στην αστρονομία και στις θετικές επιστήμες, έχουμε και βαθύτερη εμπειρία, διότι όσο καλύτερο όργανο φτιάχνουμε τόσο καλύτερες εμπειρίες θα έχουμε και τόσο ευρύτερες εμπειρίες θα έχουμε και στις θετικές επιστήμες.

Στη θεολογία, όμως, δεν έχουμε αυτά τα είδη γνώσης — προσέξτε εδώ την παρατήρηση — διότι το αντικείμενο είναι απερίγραπτο· δεν είναι περιγράψιμο, ούτε είναι κτιστό ώστε να μπορούμε με κτιστά όργανα να γνωρίσουμε το άκτιστο. Αλλά ο άνθρωπος φυσιολογικά έχει το όργανο που λέγεται νους, με τον οποίο ετοιμάζεται να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Όταν όμως φτάνει στην εμπειρία της θεώσεως, επειδή δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και κτιστού, το άκτιστο παραμένει μυστήριον και παραμένει απερίγραπτον. Ο άνθρωπος αυτός γίνεται θεατής του απεριγράπτου, το οποίο δεν μπορεί να το περιγράψει· αν θέλει να το καταλάβει, δεν μπορεί· είναι και ακατανόητον, είναι μυστήριον, απερίγραπτον· απλώς το βλέπει κανείς.[ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΔΗΛ. Η ΧΑΡΙΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΔΩΡΙΖΕΤΑΙ]

Εδώ τελειώνει η προφορική του παράδοση για το έργο και τη θεολογία και για τον πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη. Ασχολήθηκα πάρα πολύ σε όλα τα έργα μου· με επηρέασε η θεραπευτική ζωή και η πράξη της Εκκλησίας, που στην πραγματικότητα είναι ορθόδοξη, ησυχαστική, νηπτική μέθοδος, και ειδικότερα ασχολήθηκα με την ανάδειξη του έργου και της διδασκαλίας του. Γι’ αυτό μέχρι τώρα δημοσίευσα:
Πρώτον, δύο τόμους δογματικής με τίτλο Εμπειρική δογματική κατά τις προφορικές του παραδόσεις. Έπειτα, δεύτερον, πολυσέλιδο βιβλίο με τον τίτλο Πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Τα πρώτα ήταν το 2010 και 2011, το βιβλίο αυτό το 2012, όπου δημοσιεύονται και 25 επιστολές στον πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκι, που αναζήτησα και βρήκα στο αρχείο, στο αρχείο του πατρός Γεωργίου Φλορόφσκι του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, που είναι ανέκδοτο και σημαντικό υλικό μαζί με ανάλυση όλου του επιστημονικού του έργου.
Τρίτον, Πατερική και σχολαστική θεολογία και το περιβάλλον τους κατά τις απομαγνητοφωνημένες παραδόσεις του (το 2021). Τέταρτον, Διορθόδοξος θεολογικός διάλογος περί του Αγίου Πνεύματος και το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού (το 2024). Πέμπτον, Θεολογικές μελέτες, δηλαδή επιστημονικές ερευνητικές εργασίες κυρίως της περιόδου 1954–1970, με συνεργασία με τον καθηγητή Γεώργιο Παναγόπουλο, που συνέταξε τις εισαγωγές και τα σχόλια, και αυτό εκδόθηκε το 2024. Έκτον, Πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης και το έργο και η διδασκαλία του. Πρακτικά ημερίδας και θεολογικές–ιστορικές μελέτες, με πολύ σημαντικό υλικό. Δεκάδες άρθρα και διαλέξεις που είναι υπό δημοσίευση. Και όγδοον — μάλλον — Στοιχεία δογματικής, ανέκδοτο αυτό και υπό έκδοση, κατά τις σημειώσεις των φοιτητών του στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστόνης (1961–1962), όπου φαίνεται όλη η προσωπικότητά του· είχε καταρτιστεί, είχε τελειώσει όλο το έργο του από έρευνα και επιστημονική πλευρά, ενώ ήταν 31 χρονών. Και, πέμπτον, πέντε ανέκδοτοι τόμοι απομαγνητοφωνημένων πανεπιστημιακών παραδόσεων, με εκπληκτικό θεολογικό και ιστορικό υλικό.

Η θεολογική προσφορά του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη είναι μεγάλη, διότι μας έδωσε κυρίως και προφανώς τα ερμηνευτικά κλειδιά της θεολογίας των προφητών, των αποστόλων και των πατέρων της Εκκλησίας.[ΣΑΝ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ] Θεωρώ, λοιπόν — και με αυτό τελειώνω — ότι συνέδεσε πάρα πολύ στενά το lex credendi, που είναι ο νόμος της πίστεως, τα δόγματα της Εκκλησίας, με το lex orandi, που είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας και τα κείμενα, και το lex vivendi, που είναι η ζωή, η άσκηση, κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Γι’ αυτό είναι ένας Ορθόδοξος, καθολικός, δογματικός θεολόγος.[ΓΕΜΙΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ  ΜΕ ΙΕΡΟΚΛΕΨΙΜΑΙΙΚΑ]

Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστούμε πολύ, Σεβασμιώτατε, για αυτή τη σκιαγράφηση, όλη αυτή την παρουσίαση, και να πάρει κατευθείαν τη σκυτάλη ο καθηγητής κ. Γεώργιος Παναγόπουλος, ώστε να αξιοποιήσουμε όλον τον χρόνο που έχουμε για τη συζήτησή μας.

Νομίζω — και φρονώ ότι διερμηνεύω τα συναισθήματα όλων των παρόντων — όταν εκφράζω, και εκφράζω, τις ευχαριστίες αλλά και τη συγκίνησή μου προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου για αυτή την εμπεριστατωμένη εισήγηση, αυτό το σύντομο αλλά περιεκτικότατο πανόραμα της ζωής αλλά κυρίως της θεολογικής σκέψης και της διδασκαλίας του αειμνήστου πατρός Ιωάννου Ρωμανίδη. Δεν θέλω να ροκανίσω τον χρόνο· δεν έρχεστε εδώ για να ακούσετε εμένα, ήρθαμε εδώ για να ακούσουμε έναν άνθρωπο που γνώρισε βιωματικά και εμπειρικά τον Ρωμανίδη και χάρη στον οποίο σήμερα, αυτή τη στιγμή, μιλάμε για τον Ρωμανίδη, διότι είχε την καλοσύνη και τη βαθύτατη ευγένεια της ψυχής του — ο Άγιος Ναυπάκτου πριν από λίγο να αναφέρει και την ταπεινότητά μου αλλά και άλλους καθηγητές — ανάμεσα σε εκείνους που συνεχίζουμε να εμπνεόμαστε από τη θεολογία του Ρωμανίδη. Αλλά η αλήθεια, η αναμφισβήτητη, είναι ότι χωρίς τον Ναυπάκτου το έργο και η προσωπικότητα του πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη θα είχαν υποστεί αυτό που οι αρχαίοι Ρωμαίοι ονομάζουν Damnatio memoriae, δηλαδή η μνήμη και το όνομά του θα είχαν καταδικαστεί στη λήθη.

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, με το έργο του δεκαετίες τώρα — και το συγγραφικό, αλλά και το ποιμαντικό και ρηματικό — διασώζει από τη λήθη τον Ρωμανίδη και, άρα, αν κατά Χάιντεγκερ η αλήθεια είναι ανάδυση από τη λήθη, τότε διασώζει την αλήθεια περί του Ρωμανίδη και, στην πραγματικότητα, την αλήθεια περί της ορθοδόξου εκκλησιαστικής πατερικής παραδόσεως. Διότι περί αυτού πρόκειται· δεν πρόκειται ούτε για τον Ρωμανίδη ούτε για τον Ναυπάκτου ούτε για κάποιο άλλο πρόσωπο· πρόκειται για την πίστη της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

Θα ήθελα πρώτα από τους συναδέλφους, αν υπάρχουν ερωτήματα, και μετά να προχωρήσουμε και στους κληρικούς μας, όλους τους φοιτητές και βεβαίως στους παρισταμένους φίλους της Σχολής. Ο πατήρ Παύλος, η κυρία Παζάρχη, ο κύριος Πλατιπόδης· κρατάω αυτή τη σειρά: πατήρ Παύλος, η κυρία Παζάρχη και ο κύριος Πλατιπόδης. Πάτερ Παύλε, σας ακούμε.

— Σας ευχαριστούμε πολύ, Σεβασμιώτατε· ήταν πραγματικά πολύ ενημερωτική και εντυπωσιακή η παρουσίασή σας και μας συμπληρώσατε και πολλά στοιχεία τα οποία γνωρίσατε από την προσωπική σας επαφή με αυτόν τον μεγάλο θεολόγο. Έχω πολλές ερωτήσεις, θα σταθώ σε δύο, μάλλον μία διπλή. Η πρώτη είναι: δεν μας αναλύσατε καθόλου — είπατε μερικά πράγματα, αλλά δεν μας αναλύσατε καθόλου — τη θεολογία του πατρός Ρωμανίδη για τα στάδια μέχρι να φτάσει κανείς στη θέωση. Αν μπορούσατε, σας παρακαλώ, λιγάκι να μας τα παρουσιάσετε αυτά. Μέσα τώρα σε αυτό το ερώτημα είναι και ένα υποερώτημα: η συμμετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας σε ποιο από αυτά τα στάδια εντάσσεται; Αν καλύπτει και τα τρία στάδια με διαφορετικό τρόπο; Και η τελευταία μου ερώτηση: αν θα θέλατε να μας πείτε για αυτή την άποψη περί εννέα Οικουμενικών Συνόδων, που είπατε λιγάκι, έτσι να μας το αναλύσετε αυτό· δεν ξέρω αν ασπάζεστε αυτή την άποψη ή όχι, επειδή το αναφέρατε για την παλαμική Σύνοδο, την Ενάτη Σύνοδο, λιγάκι έτσι να μας ενημερώσετε για αυτό, να μάθουμε και εμείς. Σας ευχαριστώ πολύ.

— Μάλλον πρέπει να κάνω ολόκληρη διατριβή τώρα, έτσι;

— Ναι, ναι, ναι.

— Δεν μπορώ να απαντήσω μόνο λεκτικά· είναι όχι… κέρια η ερώτησή σας, είναι καίρια η ερώτησή σας, και θα προσπαθήσω έτσι πολύ πολύ συνοπτικά να παρουσιάσω. Λέτε τα στάδια της πνευματικής τελειώσεως· δεν είναι ρωμανιδική διδασκαλία, είναι διδασκαλία όλης της Εκκλησίας. Ήδη ανέφερα προηγουμένως κάτι· ανέφερα ότι κατά τον Άγιο Απόστολο Παύλο λέει: «καθαρίσωμεν ἑαυτούς, ἀδελφοί, ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκός καὶ πνεύματος»· μιλάει για τον φωτισμό κλπ. Ήδη υπάρχουν όλοι οι Πατέρες· ο Μάξιμος ο Ομολογητής μιλάει για την πρακτική φιλοσοφία, φυσική θεωρία, μυστική θεολογία· ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «καθαρθῶμεν πρῶτον, καθαρθῶμεν· καὶ εἶτα τοῖς κεκαθαρμένοις προσαχθῶμεν· φωτισθῶμεν καὶ τοὺς φωτίζοντας φωτίσωμεν»· όλη η πατερική παράδοση, ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όλοι αυτοί. Αλλά πώς το εννοούν; Δεν είναι στάδια διακεκριμένα, να πούμε: τώρα είναι στην κάθαρση, μετά πάει στον φωτισμό· αλλά είναι η ενέργεια του Θεού. Αυτό διδάσκει στα έργα του Αγίου Διονυσίου: ο Θεός ενεργεί, στέλνει την ενέργειά Του· τώρα, ανάλογα με τα αποτελέσματα, λαμβάνει ονόματα. Εάν κάποιος, ας πούμε, δέχεται την ενέργεια του Θεού και αρχίζει μετάνοια και τον καθαρίζει, λέμε ότι είναι καθαρτική ενέργεια· μία είναι η ενέργεια του Θεού και εμπειρώνεται ποικιλοτρόπως από τους ανθρώπους. Όπως λέμε και για τον παράδεισο και την κόλαση: ο ίδιος ο Θεός στέλνει την αγάπη Του σε όλους και ο ένας την αισθάνεται ως φως, ο άλλος την αισθάνεται ως φωτιά· άρα είναι μέθεξη της ακτίστου ενέργειας του Θεού ποικιλοτρόπως.

Φυσικά, αυτό γίνεται και στη Θεία Ευχαριστία· δηλαδή όλοι κοινωνούν — και το είπα προηγουμένως — όλοι κοινωνούν· για τους μεν η Θεία Κοινωνία γίνεται ζωή, φως, ζωή· για τους άλλους γίνεται «εἰς κρίμα ἢ εἰς κατάκριμα». Φυσικά αυτό θα γίνει και στη μέλλουσα ζωή, στον παράδεισο, όταν διαφανεί ο Θεός· όλοι θα Τον δουν, όλοι θα έχουν μέθεξη του Θεού, με διαφορετικό τρόπο.

Τώρα, δεν είναι διακεκριμένα τα στάδια, αλλά υπάρχει μια γενική (πορεία). Όταν κανείς αρχίσει και μετανοεί, σιγά-σιγά μεταμορφώνεται η ιδιωτελής αγάπη και γίνεται ανιδιοτελής· μεταμορφώνεται η φιλαυτία και γίνεται φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Με αυτή την έννοια λέμε: αρχίζει μετά η προσευχή, η αέναη μνήμη του Θεού· αυτό λέγεται φωτισμός του νου· αρχίζει συνέχεια να μνημονεύει το όνομα του Θεού. Επομένως υπάρχει μέθεξη της ακτίστου ενεργείας του Θεού με διαφορετικό τρόπο από τον καθέναν.

Και βέβαια, να πω για το άλλο, για την 9η Οικουμενική Σύνοδο: ξέρουμε τη 7η Οικουμενική Σύνοδο, αυτό είναι γνωστό, όλοι το γνωρίζουμε, αλλά υπάρχει και η 8η, επί Μεγάλου Φωτίου. Και με ρωτάνε: «Γιατί τη λέτε 8η;». Βεβαίως, υπάρχουν κείμενα και συγχρόνων καθηγητών που την ονομάζουν Ογδόη, αλλά ήδη η Επιστολή των Πατριαρχών της Ανατολής, το 1848, απαντάει στον Πάπα τότε για διάφορα θέματα και την ονομάζει Ογδόη Οικουμενική, επί Μεγάλου Φωτίου. Βεβαίως, εδώ υπάρχει μια διαφορά — και πρέπει να το πω αυτό — με τους Ρωμαιοκαθολικούς· αυτοί θεωρούν ως Ογδόη Οικουμενική Σύνοδο τη Σύνοδο του 869, που κατεδίκασε τον Μέγα Φώτιο· είναι ένα σκάνδαλο. Εμείς θεωρούμε ως Ογδόη Οικουμενική τη Σύνοδο του 879, που αποκατέστησε τον Μέγα Φώτιο· είναι ένα μεγάλο σκάνδαλο.

Τώρα, η Ενάτη ποιος την ονόμασε; Υπάρχουν θεολόγοι που το παρουσιάζουν και την ονομάζουν Ενάτη, αλλά ήδη την αναγνωρίζουμε ως Μεγάλη Σύνοδο, διότι το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, όπως το ξέρετε, αποτελείται από δύο κομμάτια· το πρώτο κομμάτι είναι η απόφαση της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η άλλη είναι το κομμάτι από τον ησυχαστικό αυτόν (κύκλο) του 1368, νομίζω, των ησυχαστικών αυτών ερίδων. Αλλά, πέρα από αυτό, να σας πω ότι, επειδή ήμουν μέλος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εδώ, στην Κρήτη, εκεί — αν δείτε την εγκύκλιο που στείλαμε, πέρα από τις αποφάσεις που πήραμε — στείλαμε μια εγκύκλιο· η εγκύκλιος αυτή λέει: υπάρχουν επτά Οικουμενικές Σύνοδοι και υπάρχουν και οι γενικές, καθολικές, δηλαδή Ορθόδοξες Σύνοδοι, και μνημονεύει και την Ογδόη και την Ενάτη ως καθολικές Συνόδους, και άλλες Συνόδους, όπως τη Σύνοδο του 1484, που καταδίκασε τη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας. Δηλαδή τις ονομάζει καθολικές· και όταν λέμε «γενικές, καθολικές», τι εννοούμε; Καθολικές, Ορθόδοξες και γενικές. Συνοπτικά απάντησα.

— Ναι, ναι, να προχωρήσουμε, για να μην καθυστερούμε, επειδή έχουν ζητήσει τον λόγο και άλλοι συνάδελφοι. Η κυρία Παζάρχη.

— Ναι, ναι, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, για να μιλήσουν και να ρωτήσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Θεραπεύω το γνωστικό αντικείμενο Παλαιά Διαθήκη, οπότε κάτι σχετικό. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για τα σπουδαία που ακούσαμε· είναι τιμή μου να απευθύνομαι σε εσάς αυτή τη στιγμή. Εξ όσων έχω διαβάσει, ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης θίγει το ζήτημα — μάλλον προσεγγίζει, κατά τη γνώμη μου υγιώς — το ζήτημα της θεογνωσίας στην Παλαιά Διαθήκη ως προσωπική βιωματική εμπειρία. Εσείς ήδη επισημάνατε την ενότητα προφητών, Αποστόλων και Πατέρων κατά τον πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη. Ένα είναι αυτό που θα θέλαμε: θα θέλαμε να μας το αναπτύξετε. Και το θέμα, ένα καυτό θέμα, που επίσης απασχολεί μέχρι τώρα και τους φοιτητές μου — το ακούω πολύ — το ζήτημα της ενοποίησης, της σχέσης–ενότητας Παλαιάς και Καινής Διαθήκης κατά τον πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη, που πάλι, εξ όσων έχω διαβάσει, θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα θεολογικό χάσμα· ίσα ίσα, ότι αποτελεί ένα κυρίαρχο θεμέλιο η Παλαιά Διαθήκη και για την ανάπτυξη της θεολογίας στη συνέχεια. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

— Και εγώ ευχαριστώ. Θέλω να σας πω ότι ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης συμμετείχε στους θεολογικούς διαλόγους, εκφραστής της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε πολλούς· και με τους Αγγλικανούς και μετά με τους Ρωμαιοκαθολικούς και στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και με τους Προχαλκηδονίους. Λοιπόν, έλεγε ότι, στο διάλογο αυτό, εντόπιζε τι πρέπει να γίνει και έλεγε: ένα θέμα με το οποίο πρέπει να απασχοληθούμε είναι η ενότητα μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Ποιος Θεός εμφανιζόταν στην Παλαιά Διαθήκη; Εδώ είναι πάρα πολύ σημαντικό θέμα· δηλαδή ποιος ήταν ο εμφανιζόμενος Θεός; Είναι ο Γιαχβέ. Τι ήταν ο Γιαχβέ; Ο Γιαχβέ ήταν ο άκτιστος Λόγος. Και εδώ ερχόταν σε διαφορά μεγάλη και με τον Ιερό Αυγουστίνο, που υποστήριζε μια άποψη, την οποία αποδέχθηκε ο σχολαστικισμός. Αν διαβάσει κανείς το De Trinitate του Ιερού Αυγουστίνου, στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο, εκεί λέει καθαρά ότι αυτός που εμφανιζόταν στην Παλαιά Διαθήκη ήταν ο Θεός· αλλού λέει ο τριαδικός Θεός, με κτιστά ρήματα και νοήματα, με σύμβολα, και αυτό το αποδέχθηκε ο σχολαστικισμός — ο Θωμάς Ακινάτης και οι επόμενοι. Ο Ρωμανίδης έλεγε ότι ένας είναι ο Θεός που εμφανίζεται: ο Λόγος· επομένως, στην Παλαιά Διαθήκη, ο άσαρκος, στην Καινή Διαθήκη — το λέμε, το ψάλλουμε — ο σεσαρκωμένος: «πρότερον μὲν ἄσαρκος, ὕστερον σεσαρκωμένος». Η μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης είναι ότι εκεί ο Λόγος είναι άσαρκος, εδώ ο Λόγος είναι σεσαρκωμένος· επομένως έβλεπε την ενότητα, και όπως όλοι οι Πατέρες, το βλέπουμε στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ας πούμε.

Συνεχίζεται

ΑΓΕΥΣΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΕΥΣΤΟ ΡΩΜΑΝΙΔΗ.ΑΛΛΑ ΠΕΡΙΑΥΤΟΛΟΓΕΙ. Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΨΕ ΠΩΣ ΒΡΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗ ΔΟΞΑ. ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ, ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ! ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ ΙΕΡΟΘΕΕ.