Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 13

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Ιουλίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 13
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

1. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ

β) Παρά φύσιν διαιρέσεις

Ο νόμος της φιλαυτίας ασκεί παντού το καταστρεπτικό του έργο: μεταξύ των ατόμων και των εθνών, μέσα στους νόες και στις καρδιές. Γνωρίζουμε πλέον το γνώρισμά του· θα αναγνωρίζουμε την παρουσία του οπουδήποτε διαπιστώνουμε ρήγματα στη φυσική και πνευματική ενότητα της ανθρωπότητας. Μέσα στους νόες: «πολλές γνώμες θεμελιωμένες στη φαντασία»· μέσα στις καρδιές: η τυφλή προσκόλληση σε αυτές τις προκαταλήψεις ή ιδεολογίες.

Ο Μάξιμος επισημαίνει ιδιαιτέρως δύο από αυτές τις συγκρούσεις, επειδή τις θεωρεί εξαιρετικά σοβαρές. Διαιρούν, θα μπορούσε να πει κανείς, το ανθρώπινο γένος οριζοντίως, σύμφωνα με τη γεωγραφία, και καθέτως, σύμφωνα με την κοινωνική διάρθρωση. Η μία καθιστά τα έθνη εχθρικά μεταξύ τους· η άλλη δημιουργεί τυράννους και δούλους.

«Το νέο κήρυγμα της αλήθειας, ο λόγος του Χριστού: μέσα σε αυτόν δεν υπάρχει ούτε άρρεν ούτε θήλυ· εννοώ με αυτά τα στίγματα και τα πάθη μιας φύσεως υποκείμενης στη φθορά και στη γέννηση. Ούτε Έλληνας ούτε Ιουδαίος: δηλαδή οι αντίθετες διδασκαλίες περί της θεότητας. Ούτε περιτομή ούτε ακροβυστία: οι λατρείες που αντιστοιχούν σε αυτές τις διδασκαλίες· η μία δυσφημεί την ορατή δημιουργία εξαιτίας των συμβόλων του Νόμου και συκοφαντεί τον Δημιουργό ως αίτιο του κακού· η άλλη τη θεοποιεί υπό την επίδραση των παθών και εξεγείρει το δημιούργημα εναντίον του Δημιουργού του. Και οι δύο καταλήγουν εξίσου στην ίδια βδελυρή προσβολή κατά του Θεού.

»Ούτε βάρβαρος ούτε Σκύθης: δηλαδή η εκούσια διάσπαση, η οποία δεν είναι παρά εξέγερση της μίας φύσεως εναντίον του εαυτού της· αυτή η διχόνοια που εισήγαγε, σαν μόλυνση, μεταξύ των ανθρώπων τον νόμο της αλληλοσφαγής. Ούτε δούλος ούτε ελεύθερος: δηλαδή η ακούσια —από την πλευρά των δούλων— διάσπαση της ίδιας αυτής φύσεως, η οποία στερεί από κάθε τιμή ένα τμήμα της ανθρωπότητας εξίσου άξιο τιμής με το άλλο και αναγορεύει σε εγγυητικό νόμο το φρόνημα των κυρίων, το οποίο καταδυναστεύει την υψηλή αξία της εικόνας του Θεού» (16).

Ο νόμος της φιλαυτίας εξελίσσεται σε νόμο αλληλοσφαγής και σε νόμο τυραννίας. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας μάς είχε ήδη πει ότι οι παγκόσμιοι πόλεμοι είναι έργο εκείνων που αρνούνται να αναστείλουν τη φιλαυτία τους. Ή, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο, να νεκρώσουν την πλεονεξία τους, την αγάπη τους για την κενοδοξία και τα άλλα κεφαλαιώδη αμαρτήματα. Θα προκαλούσε όμως πολλά γέλια ή αποδοκιμασίες εκείνος που θα τολμούσε να μιλήσει για αυτό το θέμα στις διασκέψεις ειρήνης. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς προκύπτει από αυτές ο πόλεμος, κόκκινος, μαύρος ή λευκός.

Άλλωστε, προφανώς, δεν θα αρκούσε απλώς να μιλήσει κανείς γι’ αυτό. Ο Πλάτων είχε πει πολύ πριν από τον Μάξιμο τον Ομολογητή ότι η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να επιτύχει κανείς είναι η νίκη επί του εαυτού του· ότι η πολεμική ανδρεία έρχεται μόλις στην τέταρτη θέση, μετά τις άλλες τρεις καρδιακές αρετές· ότι οι κερδισμένες μάχες αποτελούν κακή απόδειξη ανωτερότητας (17), καθώς και πολλά άλλα ωραία πράγματα, τα οποία δεν εμπόδισαν την ανθρωπότητα να αλληλοσφάζεται.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, από την πλευρά του, ανέρχεται υψηλότερα από τον Πλάτωνα και αναζητεί την πρώτη αιτία των εθνικών και κοινωνικών συγκρούσεων στην έλλειψη γνώσεως, σεβασμού και αγάπης προς τον Θεό. «Τα αγκάθια της φιλαυτίας σκέπασαν την αγάπη» (18). Νόμος των αγκαθιών είναι να κατασπαράσσουν, όπως νόμος της φιλαυτίας είναι να διαιρεί, να αντιπαραθέτει, να τυραννεί και να φονεύει.

Εκείνο που ισχύει στη μεγάλη ανθρώπινη κοινωνία ισχύει και στις μικρές. Αν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για την ειρήνη του κόσμου, μπορούμε —και οφείλουμε, σύμφωνα με τους τρεις νόμους, της φύσεως, της Γραφής και της Χάριτος— να συμβάλλουμε στην ειρήνη αυτής της μικρής γωνιάς της γης όπου εκτυλίσσεται η ζωή μας. Και εκεί επίσης κυριαρχεί είτε η φιλαυτία είτε η αγάπη.

Καμία κοινωνία δεν μπορεί να ζήσει, αν τα μέλη της δεν συνεισφέρουν από κοινού ένα ορισμένο μέτρο αυταπαρνήσεως. Αν κάποιοι παραμελούν να καταβάλουν το μερίδιό τους σε παραίτηση και θυσία, θα πρέπει άλλοι να αναπληρώσουν αυτή την έλλειψη. Διαφορετικά, θα ακολουθήσει σύγκρουση.

Ας επισημάνουμε εδώ μια μορφή φιλαυτίας ιδιαίτερα άδικη και αδικαιολόγητη, την οποία όμως έχουμε σχεδόν ολοκληρωτικά λησμονήσει, παρόλο που την εφαρμόζουμε —και ίσως ακριβώς για να μπορούμε να την εφαρμόζουμε με μεγαλύτερη άνεση. Ας πούμε, προς δικαιολόγησή μας, ότι έχει ένα πολύ περίπλοκο όνομα, ακατανόητο για τους περισσότερους ανθρώπους. Την αποκαλούμε «προσωποληψία». Πρόκειται για λατινικό έκτυπο του ελληνικού όρου prosopolepsia. Θα ήταν ακόμη προτιμότερο να μιλούσαμε αυτά τα ελληνικά παρά αυτά τα λατινικά: για τον ελληνικό όρο θα ζητούσαμε εξήγηση, ενώ τον λατινικό φανταζόμαστε ότι τον κατανοούμε.

Και όμως, δεν πρόκειται ούτε για «αποδοχή» ούτε για «πρόσωπα». Πρόκειται για το να εκλαμβάνει κανείς το φαινόμενο ως πραγματικότητα, το προσωπείο ως πρόσωπο, την παράσταση ως ζωή, τα λόγια ως το βάθος της καρδιάς· ή απλώς το δευτερεύον ως κύριο και το πρόσκαιρο ως μόνιμο. Ο Μάξιμος γνωρίζει ότι η προσωποληψία δεν υπάρχει στον Θεό —δεν υπάρχει ελάττωμα του οποίου η ύπαρξη στον Θεό να αρνείται συχνότερα η Αγία Γραφή—, ότι προκαλεί διαιρέσεις μεταξύ των ανθρώπων και ότι οι διαιρέσεις αυτές θεμελιώνονται σε αδικίες (1).

Ο διδάσκαλός του, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, είχε πει:
«Βλέπω πολλούς από τους συγχρόνους μου να πάσχουν από αυτό το κακό: θα συγχωρούσαν ευκολότερα στους υψηλά ισταμένους τα μεγαλύτερα εγκλήματα παρά στους ταπεινούς ανθρώπους τα παραμικρά παραπτώματα» (20).
Ωστόσο, ο Μάξιμος δεν κατονομάζει συχνά αυτή την κακία. Προφανώς θεωρεί ότι την έχει στιγματίσει επαρκώς μιλώντας για τη φιλαυτία
.

γ) Ας μη συγχέουμε!

Μια τελευταία παρατήρηση, για να προλάβουμε μια εσφαλμένη ερμηνεία. Όσο καταδικάζει τον χωριστικό χαρακτήρα της φιλαυτίας, άλλο τόσο επιδοκιμάζει τη σιωπή και τη μόνωση, με σκοπό την εκπλήρωση του καθήκοντος και την εύρεση του Θεού. Και γι’ αυτό το θέμα υπάρχει υπό το όνομά του μια συλλογή αποφθεγμάτων ειδωλολατρών και χριστιανών, όπως του Δημοσθένη, του Αριστοτέλη, του αγίου Βασιλείου ή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

Για τον Μάξιμο, όπως και για εκείνους, η πολυπραγμοσύνη είναι κακία· η κακία του ficcanaso, όπως λένε τόσο παραστατικά οι Ιταλοί, δηλαδή του αδιάκριτου, εκείνου που ανακατεύεται παντού, ή απλώς ο υπερβολικός ζήλος μιας Μάρθας και των μιμητών της (22).

Το αντίθετό της, το οποίο αποτελεί αρετή ή σύνολο αρετών, φέρει διάφορα ονόματα, δύο από τα οποία προέρχονται από τον άγιο Παύλο (22):

«Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί… να θεωρείτε τιμή σας να ζείτε ήσυχα, να ασχολείστε με τα δικά σας έργα και να εργάζεστε με τα χέρια σας».

Το πρώτο όνομα, ἡσυχία, όρος ασύγκριτου κύρους μεταξύ των Βυζαντινών και φορτισμένος με πλήθος σημασιών, δηλώνει κυρίως τη μόνωση για την αναζήτηση του Θεού μέσω της θεωρίας. Ο Μάξιμος δεν χρειάζεται να την εγκωμιάσει με λόγια· όπως ο διδάσκαλός του Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, θα της είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του, αν αυτό εξαρτιόταν από τον ίδιο.

Το άλλο όνομα προέρχεται από το ίδιο χωρίο του αγίου Παύλου: ἰδιοπραγία, η σοβαρότητα ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στην εκπλήρωση του καθήκοντός του, προτού ακόμη σκεφθεί να βοηθήσει τους άλλους, και κυρίως χωρίς να αναμειγνύεται στα καθήκοντα των άλλων, δημιουργώντας τους δυσκολίες· διότι γνωρίζει ότι αυτή είναι η πρώτη υπηρεσία που οφείλει να προσφέρει τόσο στους άλλους όσο και στον εαυτό του.

Ακόμη και στις δικές του υποθέσεις ο σοφός θα τηρεί τάξη και ιεραρχία: πρώτα τα ζητήματα της ψυχής. Και αν κάποιος του αντιτείνει, όπως συνέβη κάποτε με τον Δημοσθένη, ότι αυτή η φροντίδα για την εσωτερική ζωή βλάπτει την καλλιέργεια των αγρών του, θα απαντήσει:
«Ναι, φροντίζω πρώτα εκείνον για τον οποίο απέκτησα αυτόν τον αγρό» (23).

Συνώνυμο της ἰδιοπραγίας είναι η αὐτοπραγία, όρος τον οποίο χρησιμοποιεί ο Πλάτων στον ορισμό της σωφροσύνης. Αυτή είναι «μια σύμφωνη προς τη φύση αυτοπραγία, μια καλή τάξη της ψυχής, μια επίμονη μελέτη της ψυχής επάνω στο ζήτημα του καλού και του κακού· μια επίκτητη έξη που καθιστά τον κάτοχό της ικανό να επιλέγει και να αποφεύγει όσα πρέπει» (24).

Έτσι ακριβώς την εννοεί και ο Μάξιμος, αλλά με χριστιανική σημασία. Πλέκει γι’ αυτή τη διάθεση ένα θαυμάσιο εγκώμιο:
«Ποιος, λοιπόν, θα είναι τόσο νωθρός και τόσο δυσκίνητος, ώστε να μην ποθήσει τη θέωση, όταν είναι τόσο εύκολο να την αγοράσει, να την αποκτήσει και να την κατέχει; Για τη διαφύλαξη αυτών των αρετών υπάρχει μια ασφαλής, απρόσβλητη και εύκολη οδός· και έξω από αυτήν, κατά τη γνώμη μου, κανένα αγαθό δεν μπορεί να διατηρηθεί άθικτο στα χέρια του κατόχου του: η αυτοπραγία, με άλλα λόγια η ιδιοπραγία, η οποία, διδάσκοντάς μας να εξετάζουμε και να ερευνούμε τις δικές μας υποθέσεις, μας απαλλάσσει από τον κίνδυνο να υποστούμε άσκοπα βλάβη εξαιτίας των άλλων». «Διότι, αν μάθουμε να βλέπουμε και να εξετάζουμε μόνο τον εαυτό μας, δεν θα αναμειχθούμε ποτέ στις υποθέσεις των άλλων, όποιες και αν είναι αυτές· επειδή θα γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας μόνο σοφός και δίκαιος Κριτής, ο Θεός, ο οποίος κρίνει σοφά και δίκαια όλες τις πράξεις σύμφωνα με την πρόθεση που τις ενέπνευσε και όχι σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκαν.

»Αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν ίσως να τον κρίνουν και οι άνθρωποι, παρατηρώντας αόριστα τα φαινόμενα, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την αλήθεια ούτε με την πρόθεση. Ο Θεός, αντιθέτως, βλέποντας την κρυφή κίνηση της ψυχής, την αόρατη ροπή της, την ίδια την έννοια που έθεσε την ψυχή σε κίνηση και τον σκοπό αυτής της έννοιας, δηλαδή το τέλος που είχε προβλέψει ο νους πριν από κάθε ενέργεια, κρίνει δίκαια, όπως μόλις είπα, όλες τις ανθρώπινες πράξεις.

»Αν, λοιπόν, προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε αυτή τη διάθεση· αν περιοριστούμε στον εαυτό μας, χωρίς να επεκτεινόμαστε προς τα έξω, δεν θα επιτρέψουμε ούτε στον οφθαλμό να βλέπει ούτε στο αυτί να ακούει ούτε στη γλώσσα να λέει οτιδήποτε ανήκει στους άλλους, απολύτως τίποτε.

»Στην αντίθετη περίπτωση —δηλαδή όταν θεωρούμε ότι πρέπει να ενεργήσουμε διαφορετικά— ας επιτρέπουμε σε αυτά τα όργανα να ενεργούν από συμπόνια και όχι από πάθος, ώστε να βλέπουμε, να ακούμε και να μιλούμε προς ωφέλειά μας· και μόνο στον βαθμό που το επιτρέπει ο θείος λόγος, ο οποίος κρατεί τα ηνία. Διότι τίποτε δεν διολισθαίνει ευκολότερα προς την αμαρτία από αυτά τα όργανα, όταν δεν κυβερνώνται από τον λόγο· και, αντιστρόφως, τίποτε δεν είναι ικανότερο να συνεργήσει στη σωτηρία, όταν ο λόγος τα διατηρεί σε τάξη και τα κατευθύνει προς όσα πρέπει και προς όσα εκείνος θέλει» (25).

Αν εξεταζόταν μεμονωμένα, αυτή η παράγραφος θα κινδύνευε να παρερμηνευθεί. Σε έναν βιαστικό αναγνώστη ο Μάξιμος θα φαινόταν ίσως ότι εξυμνεί μια εγωιστική μόνωση. Είδαμε όμως επαρκώς ότι, ως προς τον εγωισμό, δεν κηρύττει παρά μόνο την εκμηδένισή του. Απλώς φρόντισε να στοχαστεί και να διακρίνει πράγματα τα οποία, παρά ορισμένες επιφανειακές ομοιότητες, διαφέρουν ολοκληρωτικά μεταξύ τους. Δεν συγχέει τον ερημίτη με τον μισάνθρωπο.

Κανείς περισσότερο από αυτόν δεν πιστεύει ότι η μόνη ανθρώπινη τελειότητα συνίσταται στην αγάπη, δηλαδή στην ένωση με τον Θεό και στην αγαθή διάθεση προς όλα τα δημιουργήματα του Θεού. Πιστεύει όμως επίσης ότι κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή την καθολικότητα όποιος προσκολλάται στην αίσθηση, η οποία αποτελεί αρχή πολλαπλότητας, διαιρέσεως και μεροληψίας.

Για τον Μάξιμο, η πρώτη μέριμνα εκείνου που ισχυρίζεται ότι αφιερώνεται στον πλησίον πρέπει να είναι η απελευθέρωση του ίδιου από την άγνοια, τη φιλαυτία και την τυραννία. Για τον σκοπό αυτό θεωρεί αναγκαία, αν όχι την πραγματική μόνωση, τουλάχιστον την απόλυτη αποδέσμευση. Θα ακούσουμε τώρα τις σχετικές διδασκαλίες του. Η ψυχολογία του θα μας φανεί ίσως αμφισβητήσιμη, όχι όμως η θεολογία ούτε η ηθική του.

«Καθένας είναι οφειλέτης προς τους άλλους των χαρισμάτων που έλαβε από τον Θεό» (26).

Το αποστολικό έργο όμως προϋποθέτει τη θεωρία· η αληθινή θεωρία προϋποθέτει την τέλεια καθαρότητα· και αυτή αποκτάται με τη νέκρωση όλων των παθών. Για τη μετάβαση από την άγνοια στη γνώση δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ούτε για τη μετάβαση από τη φιλαυτία στην αγάπη. Ούτε για τη μετάβαση από την τυραννία στην ελευθερία.

Έτσι τουλάχιστον σκέπτεται ο άγιος Μάξιμος, μαζί με όλους τους πνευματικούς διδασκάλους που προηγήθηκαν από αυτόν. Ίσως να σφάλλει ως προς τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη νέκρωση των παθών· αναμφίβολα θα προσάρμοζε και ο ίδιος την παιδαγωγική του στις συνθήκες της εποχής μας, όπως είχε ήδη πράξει για τη δική του εποχή. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι δεν θα δεχόταν να μετριάσει τις αρχές του.

Θα απορούσε με τη σύγχυση, τόσο συχνή στις ημέρες μας, μεταξύ του ενεργού βίου με την έννοια της αποστολικής δραστηριότητας και του ενεργού βίου με την έννοια του έργου της καθάρσεως. Μαζί με ολόκληρη την παράδοση, θα μας έλεγε ότι ο δεύτερος αποτελεί την προκαταρκτική και απαραίτητη προϋπόθεση του πρώτου.

2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ


Σημειώσεις:


(16) Expos. Or. Dom., PG 90.893 AB
(17) Νόμοι I
(18) Epist. II, PG 91.404 C
(19) Ad Thal. ερ. 27, PG 90.357 D
(20) Or. VI, Παρίσι, 1609, σ. 138 B
(21) Loci Comm. XX και XXI, PG 91.844 B-853 B
(22) Α΄ Θεσσ. 4, 11
(23) Loci Comm., ibid., 852 D
(24) ΠΛΑΤΩΝ, Def., σ. 411e
(25) Myst., κεφ. 24, PG 91.713 C-716 A
(26) Capp. theol. et oecon. I, 29, PG 90.1003 C

Δεν υπάρχουν σχόλια: