Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 18

 Συνέχεια από Παρασκευή 3. Ιουλίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 18

Του G. L. Prestige

Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Ο ΛΟΓΟΣ

Ο Θεός, είχε πει ο Ιππόλυτος (Κατὰ Νοητοῦ 10), υπάρχοντας μόνος και χωρίς να έχει τίποτε σύγχρονό Του, αποφάσισε να δημιουργήσει τον κόσμο· αρκεί για εμάς απλώς να γνωρίζουμε ότι τίποτε δεν ήταν σύγχρονο με τον Θεό· δίπλα Του δεν υπήρχε τίποτε· αλλά Εκείνος, μολονότι υπήρχε μόνος, υπήρχε εντούτοις μέσα σε πολλαπλότητα.

Τα υποκατάστατα της ορθόδοξης τριαδολογικής διδασκαλίας μπορούν να λάβουν μία από τίς δύο μορφές. Μια διδασκαλία περί απορροών προσφερόταν με ιδιαίτερη καταλληλότητα, μέσα στις συνθήκες του αρχαίου κόσμου της σκέψεως, για μια αρχή υποτακτισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε διαδοχική απορροή δεν ήταν απλώς πιο απομακρυσμένη από την πηγή, αλλά και περισσότερο αποκομμένη από την ιδεώδη ουσία του θείου πρωτοτύπου.
Το γεγονός αυτό είναι φανερό στις θεωρίες των Γνωστικών, τις οποίες ο Ειρηναίος παρωδεί στο ακόλουθο χωρίο (Κατὰ αἱρέσεων 1.11.4):


«Υπάρχει κάποια Προ-Πηγή, βασιλική, προ-ασύλληπτη, μια προ-ανύπαρκτη δύναμη, ένας Προ-Ελεύθερος-Περιπλανώμενος· μαζί της υπάρχει μια δύναμη, την οποία ονομάζω Κολοκύθα· και μαζί με αυτή την Κολοκύθα υπάρχει μια δύναμη, την οποία ονομάζω Απόλυτο-Κενό. Αυτή η Κολοκύθα και το Απόλυτο-Κενό, επειδή είναι ένα, πρόβαλαν, χωρίς όμως να προβάλλουν, έναν καρπό καθ’ όλα ορατό, εδώδιμο και εύγευστο· έναν καρπό τον οποίο η γλώσσα ονομάζει Αγγούρι. Μαζί με αυτό το Αγγούρι υπάρχει μια δύναμη ίσης ισχύος με εκείνο, την οποία πάλι ονομάζω Πεπόνι. Αυτές οι δυνάμεις, η Κολοκύθα και το Απόλυτο-Κενό και το Αγγούρι και το Πεπόνι, πρόβαλαν το υπόλοιπο πλήθος των παραληρηματικών Πεπονιών του Βαλεντίνου».

Ο Περιπλανώμενος και η Κολοκύθα αντιπροσωπεύουν αφηρημένες ή ιδεατές έννοιες· το Αγγούρι και το Πεπόνι είναι συγκεκριμένοι, φθαρτοί και εδώδιμοι καρποί, αρκετά απομακρυσμένοι —όπως πίστευαν οι Γνωστικοί— από την Προ-Πηγή ή την αρχική πηγή της θεότητας, ώστε να μπορούν να έλθουν σε επαφή με την ευτελή δημιουργία, χωρίς να εμπλέκεται άμεσα η υπερβατική θεότητα στην ευτέλειά της.

Η πλάνη του Γνωστικισμού βρισκόταν στο γεγονός ότι, αν πράγματι η επαφή με τη δημιουργία είναι υποβιβαστική, ο υποβιβασμός είναι εξίσου μεγάλος όταν η επαφή είναι έμμεση όσο και όταν είναι άμεση. Τα συστήματά τους δεν μπορούν να απαντήσουν στην κριτική ότι, σε κάθε στάδιο της καθόδου από την απόλυτη θεότητα, η θεία αρχή παρουσιάζεται να προβάλλει μια απορροή κατώτερη τόσο από την ίδια όσο και από την προηγούμενη απορροή.

Εναλλακτικά, αν ένας τέτοιος υποτακτισμός απορριπτόταν, οι θεωρητικοί στοχαστές μπορούσαν να προτείνουν, όπως έκαναν οι Σαβελλιανοί, ότι οι τρεις μορφές της θείας εμφανίσεως ήταν απλώς μορφές και τίποτε περισσότερο· ότι πίσω από κάθε προσωπείο στεκόταν ατομικά ο ίδιος ηθοποιός, υποδυόμενος διαδοχικά τους ρόλους της δημιουργίας, της λυτρώσεως και του αγιασμού.

Μπορεί παρεμπιπτόντως να λεχθεί εξαρχής ότι κανένας αρχαίος Πατέρας πριν από τον Βασίλειο δεν χρησιμοποιεί τη λέξη πρόσωπον με αυτή την έννοια του προσωπείου. Όταν η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα Πρόσωπα της Τριάδος, δεν σημαίνει μια παροδική και επιφανειακή εμφάνιση, αλλά απλώς ένα άτομο.

Η υποτιθέμενη «σαβελλιανή» χρήση του όρου πρόσωπον με την έννοια του προσωπείου ή του θεατρικού ρόλου, καθώς και η υποτιθέμενη συνακόλουθη απαξίωση της λέξεως στη θεολογία —για τις οποίες τα σύγχρονα εγχειρίδια κάνουν τόσο πολύ λόγο— φαίνεται ότι αποτελούν αμφότερες καθαρό μύθο. Δεν υπάρχει όμως καμία αμφιβολία ότι ο σαβελλιανισμός υπήρξε ή ότι μια ισχυρή και όχι παράλογη αιρετική παράδοση δίδασκε την πλήρη ταυτότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οι ρίζες αυτής της διδασκαλίας μπορούν να ανιχνευθούν ακόμη και μέσα σε ένα καθαρά γνωστικό πλαίσιο, αφού ο Ειρηναίος (Κατὰ αἱρέσεων 1.23.1) αναφέρει για τον Σίμωνα τον Μάγο, τον αρχαιρεσιάρχη, ότι πολλοί άνθρωποι τον δόξαζαν ως Θεό και ότι εκείνος διακήρυττε πως ήταν Αυτός ο οποίος μεταξύ των Ιουδαίων εμφανίστηκε ως Υιός, κατέβηκε στη Σαμάρεια ως Πατήρ και επισκέφθηκε τα άλλα έθνη ως Άγιο Πνεύμα.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς σαφή εικόνα για τις διάφορες γνωστικές αιρέσεις, ιδίως επειδή η περιγραφή τους έχει καταγραφεί αποσπασματικά από αντιπάλους τους, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ευμενώς διακείμενοι ήταν απέναντί τους. Από την παραπάνω μαρτυρία, όμως, φαίνεται ότι ο Σίμων, όποιος και αν ήταν, ίσως να μην ήταν αντίθετος προς την υιοθέτηση μιας σαβελλιανικής στάσεως. Ασφαλώς, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τον μέσο Γνωστικό.

Ο Βαλεντίνος, σύμφωνα με τον Ιππόλυτο (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 6.29.5), έλεγε για τον μοναδικό αγέννητο Πατέρα ότι, όταν έγινε γεννητικός, αποφάσισε να γεννήσει και να παραγάγει το ωραιότερο και τελειότερο στοιχείο που κατείχε μέσα στην ίδια Του την ύπαρξη· διότι δεν αγαπούσε τη μοναξιά. Πράγματι, λέει ο Ιππόλυτος, παραθέτοντας ή ισχυριζόμενος ότι παραθέτει τον Βαλεντίνο, Εκείνος ήταν όλος αγάπη, και η αγάπη δεν είναι αγάπη, αν δεν υπάρχει αντικείμενο της αγάπης.

Υπήρχε, πράγματι, και μια τρίτη δυνατότητα: να αρνηθεί κανείς τη θεότητα του Υιού και, κατ’ ακολουθίαν, τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος με οποιαδήποτε αληθινή έννοια. Αυτός ο απροκάλυπτος μοναρχιανός μονοθεϊσμός δεν άσκησε, ωστόσο, ευρεία έλξη στον αρχαίο κόσμο. Η μορφή με την οποία εμφανίστηκε πράγματι ο μοναρχιανισμός ήταν ο συμβιβασμός του Υιοθετισμού, ο οποίος, ενώ απέδιδε στον Χριστό την «αξία» του Θεού μετά την ανάληψή Του, Του αρνιόταν οτιδήποτε περισσότερο από μια απλώς ανθρώπινη προσωπικότητα.

Ο Ωριγένης (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 2.2, 16) αναγνωρίζει την ύπαρξη και των τριών μορφών πλάνης. Υπήρχαν, παρατηρεί, ορισμένοι άνθρωποι οι οποίοι φοβούνταν να διακηρύξουν δύο θεούς και, για τον λόγο αυτό, κατέληγαν σε ψευδείς και ασεβείς διδασκαλίες. Άλλοι αρνούνταν ότι η ατομικότητα του Υιού ήταν διακριτή από εκείνη του Πατρός και ομολογούσαν τη θεότητα Εκείνου στον οποίο απευθύνονταν ως Υιό, αλλά μόνο κατ’ όνομα. Άλλοι πάλι αρνούνταν τη θεότητα του Υιού, αλλά δέχονταν την ατομικότητα και την ύπαρξή Του ως διακριτές από εκείνες του Πατρός, έστω και με περιορισμένη έννοια. Η πρώτη από αυτές τις κατηγορίες είναι οι μοναρχιανοί, η δεύτερη οι Σαβελλιανοί και η τρίτη οι υποτακτιστές.

Οι Σαβελλιανοί, μολονότι η διδασκαλία τους φαίνεται ότι απέκτησε κάποια ερείσματα στη Ρώμη, ανασκευάστηκαν τόσο επιτυχώς από τον Τερτυλλιανό και τον Ιππόλυτο, καθώς και από την ιστορική και βιβλική κοινή λογική της Χριστιανοσύνης, ώστε δεν εξακολούθησαν να προκαλούν ιδιαίτερα σοβαρές δυσκολίες, τουλάχιστον έως ότου μια μορφή διδασκαλίας συγγενής προς τη σκέψη τους αναβίωσε κατά τον τέταρτο αιώνα από τον Μάρκελλο. Ακόμη και τότε, το κύριο αποτέλεσμα της αναβιώσεως ήταν μάλλον να πλήξει το κύρος των ορθοδόξων της Νικαίας παρά να θέσει σε κίνδυνο την αλήθεια της Τριάδος.

Κατά τον τρίτο αιώνα, η μοναρχιανή σχολή, η οποία είχε καταδικαστεί στο πρόσωπο του Θεοδότου, γνώρισε αξιοσημείωτη αναβίωση με τον Παύλο τον Σαμοσατέα. Η διδασκαλία του Παύλου όφειλε προφανώς πολλά στους παλαιότερους Υιοθετιστές, ήταν όμως συνεπέστερη. Φαίνεται ότι υποστήριζε πως ο Χριστός ήταν ένας επίγειος άνθρωπος, μέσα στον οποίο κατοικούσαν απρόσωπες θείες επιδράσεις, στις οποίες Εκείνος ανταποκρίθηκε με τόσο τέλεια υπακοή, ώστε υψώθηκε σε κοινωνία με τον Θεό. Η ύψωσή Του αποτέλεσε το τελικό στάδιο μιας ηθικής προόδου. Ο Παύλος καταδικάστηκε από την ωριγενιστική Σύνοδο της Αντιοχείας το 268. Είναι δύσκολο να πει κανείς σε ποιον βαθμό οι απόψεις του εξαλείφθηκαν πραγματικά και σε ποιον βαθμό απλώς αναγκάστηκαν να περάσουν στην αφάνεια. Ο Robertson (Athanasius, σσ. xxvii, xxviii) προβάλλει ισχυρούς λόγους για την ανίχνευση μιας συνδέσεως, μέσω του Λουκιανού του Μάρτυρος, μεταξύ του Παύλου και του Αρείου. Αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το εκλεκτικό σύστημα του Αρείου περιείχε στοιχεία που έμοιαζαν πολύ με τη διδασκαλία του Παύλου, παραμένει το γεγονός ότι ο αρειανισμός —και κατά πάσα πιθανότητα και ο λουκιανισμός— όφειλε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του στην αποδοχή μιας ακραίας μορφής υποτακτισμού, η οποία αναμφίβολα προερχόταν από τον Ωριγένη, τον διδάσκαλο του οποίου οι οπαδοί είχαν καταδικάσει τον Παύλο.

Σύμφωνα με την ίδια την παρουσίαση του Robertson, ο Λουκιανός εξασφάλισε την απαλλαγή του από την καταδίκη ταυτίζοντας τον Χριστό με τον θείο Υιό και παραδεχόμενος ότι ο Υιός αυτός ήταν πρόσωπο, έστω και αν δεν ήταν Θεός με την πληρέστερη έννοια. Αυτό συνεπαγόταν μια βαθιά μεταβολή: από τον θεμελιώδη μοναρχιανισμό του Παύλου του Σαμοσατέως σε έναν θεμελιώδη υποτακτισμό, όσο και αν αυτός υπερέβαλλε στην πράξη τις αρχές που είχε σκιαγραφήσει ο Ωριγένης. Ο πραγματικός αγώνας του τρίτου και του τέταρτου αιώνα διεξήχθη εναντίον διαφορετικών μορφών υποτακτισμού.

Προτού προχωρήσουμε σε πλήρη διερεύνηση αυτού του θέματος, θα είναι αναγκαίο να εξετάσουμε πρώτα μια άλλη διδασκαλία, η οποία συνδέεται ιδιαίτερα με τα προβλήματα που ο υποτακτισμός επιχείρησε να αντιμετωπίσει. Το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος ήταν γνωστό με διάφορες ονομασίες, όπως Υιός, Δύναμη και Σοφία· ο τίτλος όμως που απέκτησε τη μεγαλύτερη σημασία για τη θεολογική συζήτηση ήταν εκείνος του Λόγου.

Η ελληνική λέξη «λόγος», όπως είναι γνωστό, μπορεί να αναφέρεται είτε στην εκφωνούμενη έκφραση είτε στην ενυπάρχουσα λογικότητα. Με αυτή τη δεύτερη σημασία, δηλαδή της λογικής ή της κατανοήσεως, χρησιμοποιείται συνήθως από τους Πατέρες ειδικότερα για τον πρακτικό, σε διάκριση από τον θεωρητικό, λόγο. Ο συνετός λόγος ή η λογική απαγορεύει να ακολουθεί κανείς εκείνους που ενεργούν άδικα (Ιουστίνος, Apol. 1.2.1). Ο Αθηναγόρας (De res. 24) αναφέρεται στα λογικά όντα ως σε εκείνα που ενεργούν σύμφωνα με τον ενυπάρχοντα νόμο και λόγο. Ο Κλήμης προβάλλει ως πρότυπο τον άνθρωπο «που βαδίζει σύμφωνα με τον λόγο» (Strom. 5.3, 17.1) και αναφέρει (ό.π. 2.11, 50.1) ότι η ανθρώπινη φύση διαθέτει τρία μέτρα ή κριτήρια: την αίσθηση για τα αισθητά αντικείμενα· τον λόγο για τις προφορικές εκφράσεις, τα ονόματα και τους όρους· και τον νου για τα αφηρημένα πράγματα.

Οι δευτερεύουσες σημασίες του όρου λόγος είναι σχεδόν αναρίθμητες και δεν χρειάζεται να εκτεθούν εδώ διεξοδικά. Πρέπει όμως να γίνει αναφορά στη στωική αντίληψη του  σπερματικού 
λόγου , δηλαδή της ενυπάρχουσας γεννητικής αρχής· όχι επειδή άσκησε κάποια επιρροή στη θεολογία, αλλά επειδή μαρτυρεί τη γενική πίστη στη λογικότητα του σύμπαντος και στην επικράτηση ενυπαρχουσών δυνάμεων που διέπουν τα επιμέρους αντικείμενα.

Η διδασκαλία αυτή αναφέρεται από τον Ιουστίνο, τον Αθηναγόρα και συχνά από τον Ωριγένη, ο οποίος φαίνεται ότι κατανοούσε τον όρο ως αρχή ή ιδιότητα που μεταβιβάζεται μέσω της φυσικής κληρονομικότητας και αντιδιαστέλλεται προς τους καρπούς της ηθικής προσπάθειας.

Ο Αθανάσιος (Κατὰ ἐθνῶν 40), όταν φθάνει να μιλήσει για τον Λόγο του Θεού, ο οποίος διατάσσει τα πάντα με λογική, σοφία και τέχνη, διακρίνει προσεκτικά αυτόν τον κυριαρχικό θείο Λόγο από τον λόγο που εμπεριέχεται και ενυπάρχει σε όλα τα δημιουργημένα πράγματα, τον οποίο ορισμένοι συνηθίζουν να αποκαλούν σπερματικό λόγο ή αρχή και ο οποίος δεν διαθέτει ούτε ψυχή ούτε τη δύναμη της λογικής και της σκέψεως.

Οι συνδηλώσεις του όρου Λόγος ως θεολογικού όρου μπορούν να καταταχθούν σε τρεις γενικές κατηγορίες.

Κατά πρώτον, ο Λόγος είναι η ερμηνευτική αποκάλυψη και έκφραση του Πατρός. Έτσι, ο Ιγνάτιος παρατηρεί (Μαγν. 8.2) ότι υπάρχει ένας Θεός, ο οποίος αποκάλυψε τον εαυτό Του μέσω του Ιησού Χριστού, του Υιού Του, ο οποίος είναι ο Λόγος Του, προερχόμενος από τη σιωπή. Με αυτό μπορεί να συγκριθεί η συγκλονιστική έκκλησή του προς τους φίλους του στη Ρώμη (Ρωμ. 2.1), να του επιτρέψουν να μαρτυρήσει χωρίς καμία καλοπροαίρετη παρέμβαση που θα απέβλεπε στην απελευθέρωσή του· διότι, λέει, αν σιωπήσετε και με αφήσετε μόνο, είμαι λόγος Θεού. Το μαρτύριό του θα αποδεικνυόταν μια θεόπνευστη και ερμηνευτική μαρτυρία για την αλήθεια του Ευαγγελίου.

Έτσι και ο Ιουστίνος (Διάλ. 128.2) λέει ότι η δύναμη που προέρχεται από τον Πατέρα και εμφανίστηκε στον Μωυσή ονομάζεται Λόγος, επειδή μεταφέρει στους ανθρώπους τα μηνύματα του Πατρός. Ο Ειρηναίος (Κατὰ αἱρέσεων 2.30.9) δηλώνει ότι ο Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποκαλύπτεται μέσω του Λόγου Του, ο οποίος είναι ο Υιός Του· από την αρχή πάντοτε Εκείνος αποκαλύπτει τον Πατέρα στους αγγέλους και στους αρχαγγέλους, στις δυνάμεις και στις εξουσίες, καθώς και σε όλους εκείνους στους οποίους ο Θεός θέλει να αποκαλυφθεί.

Και πάλι (ό.π. 4.6.5), υποστηρίζει ότι ο Πατέρας αποκάλυψε τον εαυτό Του σε όλους, καθιστώντας τον Λόγο Του ορατό σε όλους· και προσθέτει (ό.π. 4.6.6) ότι μέσω της ίδιας της δημιουργίας ο Λόγος αποκαλύπτει τον Θεό τον Δημιουργό· μέσω του σύμπαντος, τον Κύριο που δημιούργησε το σύμπαν· μέσω της πλάσεως του ανθρώπου, τον Τεχνίτη που τον έπλασε· και μέσω του Υιού, τον Πατέρα που γέννησε τον Υιό.

Για τον Ωριγένη, ο Λόγος ονομάστηκε έτσι λόγω της δυνάμεώς Του να ερμηνεύει τα κρυμμένα πράγματα του σύμπαντος στη λογική συνείδηση των ανθρώπων. Υποστηρίζει (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.19, 111) ότι, κατά κάποια έννοια, ο Χριστός ήταν ο Δημιουργός και η άμεση πηγή υπάρξεως των όντων· αυτό ισχύει δυνάμει του ότι είναι η Σοφία. Ο τίτλος «Σοφία», προσθέτει, πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με το συγκροτημένο σύστημα γνώσεως και ιδεών που αφορά το σύμπαν· ο τίτλος «Λόγος» πρέπει να συσχετιστεί με τη σύνδεση των αντικειμένων της γνώσεως με τα λογικά όντα.

Και πάλι (Περὶ ἀρχῶν 1.2.3), παρατηρεί ότι η Σοφία πρέπει να νοείται ως ο Λόγος του Θεού, επειδή αποκαλύπτει σε όλα τα άλλα όντα την αρχή των μυστηρίων και των απορρήτων που περιέχονται μέσα στη σοφία του Θεού· και ονομάζεται Λόγος επειδή είναι, τρόπον τινά, ο Ερμηνευτής των απορρήτων του νου.

Δεν στερείται ενδιαφέροντος η παρατήρηση ότι στους αρειανούς κύκλους υπογραμμιζόταν η ιδέα της απομακρύνσεως του Θεού και ότι λειτουργία του Λόγου ήταν να αποκαλύπτει Εκείνον που ο ίδιος ήταν αόρατος. Ο Αστέριος έγραψε, όπως αναφέρει ο Ευσέβιος (Κατὰ Μαρκέλλου 2.3.24), ότι ο Λόγος του Θεού είναι η εικόνα του αοράτου Θεού.


Μια δεύτερη ομάδα χωρίων τονίζει τη λογική διάσταση του Λόγου…


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: