Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Enrico Berti - Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 5β

Συνέχεια από: Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025



Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 5β

Του Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=DCquWcbZ7UE


Η διαλεκτική, θυμηθείτε, είναι χρήσιμη — χρησίμως, λέει ο Αριστοτέλης — προς γυμνασίαν, δηλαδή για την εξάσκηση, προς τὰς ἐντεύξεις, για τις συζητήσεις που τύχαινε να κάνει κανείς με τους ανθρώπους, και πρὸς τὰς κατὰ φιλοσοφίαν ἐπιστήμας, για τις φιλοσοφικές επιστήμες, δηλαδή για τις επιστήμες καθαυτές. Και αυτή η τελευταία χρησιμότητα είναι με τη σειρά της διπλή· η μία, γιατί η ικανότητα να εξετάζει κανείς τα επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές (τὸ διαπορεῖν περὶ ἀμφοτέρων) επιτρέπει να διακρίνει καλύτερα το αληθές από το ψευδές· και η άλλη, γιατί η διαλεκτική, όντας ἐξεταστική, κρατά τον δρόμο, κατέχει τη μέθοδο που οδηγεί στις πρώτες αρχές.

Πιστεύω ότι μπορεί να δειχθεί πως και σε σχέση με τη ρητορική, ο Αριστοτέλης απαριθμεί τέσσερις χρησιμότητες, τέσσερις λόγους για τους οποίους η ρητορική είναι χρήσιμη, και επομένως τέσσερις χρήσεις της ρητορικής, οι οποίες αντιστοιχούν σχεδόν απόλυτα στις τρεις ή τέσσερις χρησιμότητες της διαλεκτικής.

Μόνο ως προς την τέταρτη υπάρχει κάποια ασάφεια... ο λόγος γίνεται λίγο πιο αόριστος· αλλά ως προς τις τρεις πρώτες, ο παραλληλισμός είναι εξαιρετικά στενός, και μάλιστα αναγνωρίζεται από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, ο οποίος σε δύο επόμενες στιγμές παραπέμπει στα Τοπικά, αυτοπαραπέμπεται, αναφέρει δηλαδή τα αποσπάσματα των Τοπικών όπου είχε ήδη εξηγήσει τη χρησιμότητα της διαλεκτικής.

Αν προσέξετε στη συνέχεια — παραλείπουμε τρεις γραμμές και συνεχίζουμε από τη γραμμή 20: Χρήσιμον δέ ἐστιν ἡ ῥητορική διὰ τὸ φύσει τἀληθῆ καὶ τὰ δίκαια τῶν ἐναντίων εἶναι κρεῖττον, δηλαδή: η ρητορική είναι χρήσιμη επειδή εκ φύσεως τα αληθή και τα δίκαια είναι ισχυρότερα από τα αντίθετά τους.
Το αληθές είναι ισχυρότερο από το ψευδές, και το δίκαιο είναι ισχυρότερο από το άδικο.


Τι σημαίνει εδώ «ισχυρότερο»; Σημαίνει ότι επιβάλλεται ευκολότερα — δηλαδή, στην κρίση των ανθρώπων, δύο λόγοι, από τους οποίους ο ένας είναι αληθινός και ο άλλος ψευδής, ή δύο πράξεις, από τις οποίες η μία είναι δίκαιη και η άλλη άδικη — ο αληθινός λόγος επιβάλλεται, γίνεται αποδεκτός, είναι πιο ισχυρός από τον ψευδή· και η δίκαιη πράξη από την άδικη.

Και αυτό για τον λόγο που ειπώθηκε παραπάνω: οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους ροπισμένοι να αναγνωρίζουν την αλήθεια, και επομένως η αλήθεια ασκεί πάνω τους μεγαλύτερη δύναμη πειθούς από το ψεύδος.

Αν δεχτούμε αυτό, τότε — λέει ο Αριστοτέλης — όταν οι κρίσεις (αἱ κρίσεις, δηλαδή οι αποφάσεις των δικαστών) δεν γίνονται κατὰ τὸ προσῆκον, δηλαδή όταν οι δικαστές εκδίδουν αποφάσεις που δεν είναι πρέπουσες, δηλαδή άδικες, παρά το γεγονός ότι το αληθές είναι ισχυρότερο του ψευδούς και το δίκαιο ισχυρότερο του αδίκου — τότε, λέει, το σφάλμα δεν βρίσκεται στο αληθές ή στο δίκαιο, αλλά δι’ αὐτῶν ἑαυτῶν, εξαιτίας μας, εἰμὲν ἥττους, είμαστε κατώτεροι, υποδεέστεροι, εξαιτίας της δικής μας ανεπάρκειας.

Δηλαδή, όταν πηγαίνουμε στο δικαστήριο και έχουμε δίκιο, και όμως οι δικαστές δεν μας δικαιώνουν, η ευθύνη δεν είναι του δικαίου ή της αλήθειας, που από τη φύση τους είναι πιο ισχυρά από τα αντίθετά τους· η ευθύνη είναι δική μας — επειδή δεν καταφέραμε να υπερασπιστούμε σωστά τη θέση μας, δεν ξέραμε να επιχειρηματολογήσουμε.

Άρα, το να λέμε ότι η ρητορική είναι χρήσιμη για αυτόν τον λόγο σημαίνει ότι είναι χρήσιμο να τη μελετάμε, γιατί μας βάζει στη θέση να κάνουμε να θριαμβεύει το αληθές επί του ψευδούς και το δίκαιο επί του αδίκου, και να μην καταλήγουμε να υποτασσόμαστε από ανικανότητα.

Αυτό είναι το νόημα του δι’ αὐτῶν ἑαυτῶν ἥττους εἶναι — και αμέσως μετά ο Αριστοτέλης λέει: Τοῦτο δ’ ἄξιον ἐπιτιμήσεως, δηλαδή: αυτό — το να χάνει κανείς για δική του ευθύνη, επειδή δεν ξέρει να επιχειρηματολογεί — είναι πράγμα άξιο ψόγου.

Με δυο λόγια, για τον Αριστοτέλη, είναι άξιο μομφής το να αδικείσαι, ενώ έχεις δίκιο, εξαιτίας της δικής σου ανικανότητας να πείσεις· και ακριβώς γι’ αυτό η ρητορική είναι χρήσιμη.

Όπως πιστεύω —και όπως γενικά συνέβαινε στους Έλληνες—, το να μη γνωρίζει κανείς να μιλά είναι ένα σφάλμα, κάτι το άξιο ψόγου, διότι όποιος δεν ξέρει να μιλά, όποιος δεν ξέρει να επιχειρηματολογεί, δεν θέτει τον εαυτό του στη θέση να μπορέσει να κάνει το αληθές να θριαμβεύσει επί του ψευδούς και το δίκαιο επί του αδίκου, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει εκ φύσεως· και γι’ αυτό είναι ένοχος, ένοχος για την ανικανότητά του, για την έλλειψη τέχνης (τέχνης λόγου).
Επομένως, είναι δίκαιο να μελετά κανείς τη ρητορική, ώστε να επανορθώσει αυτήν του την ανεπάρκεια, αυτήν του την έλλειψη.

Μου φαίνεται ότι εδώ μπορούμε να διακρίνουμε παράλληλο σχήμα με την πρώτη από τις χρησιμότητες της διαλεκτικής, όπου λεγόταν πως η διαλεκτική είναι χρήσιμη πρὸς τὴν γυμνασίαν· διότι, έλεγε ο Αριστοτέλης, αν είμαστε ασκημένοι, θα μπορέσουμε να υπερισχύσουμε ευκολότερα, είτε επιτιθέμενοι είτε αμυνόμενοι.

Ας προχωρήσουμε όμως και ας δούμε τη δεύτερη χρησιμότητα· εδώ γίνεται σαφής αναφορά στη δεύτερη χρησιμότητα της διαλεκτικής που είχε εκτεθεί στα Τοπικά· εκεί, στα Τοπικά, είχε ειπωθεί — ἐν τοῖς Τοπικοῖς ἐλέγομεν — ότι η διαλεκτική είναι χρήσιμη πρὸς τὰς ἐντεύξεις, δηλαδή για τις συζητήσεις με τους άλλους.

Και πράγματι, το απόσπασμα λέει:
«Επιπλέον, σε σχέση με ορισμένους ανθρώπους, ούτε καν αν είχαμε την πιο αυστηρή επιστήμη, θα μπορούσαμε να τους πείσουμε εύκολα, μιλώντας βάσει αυτής· γιατί; Επειδή ο λόγος που είναι σύμφωνος προς την επιστήμη, είναι λόγος διδακτικός· και αυτό —λέει— είναι αδύνατο σε ορισμένες περιπτώσεις.»

Δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν μπορείς να μπεις σε σχέση διδασκαλίας· δεν μπορείς να τους διδάξεις· επομένως, δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις λόγους που στηρίζονται σε επιστήμες ακριβείας, σε αποδείξεις επιστημονικές· είναι αναγκαίο, αντίθετα, να κατασκευάσεις μέσα πειθούς, λόγους βασισμένους σε κοινούς τόπους, σε κοινές γνώμες ή παραδεδεγμένες θέσεις, σε ό,τι τέλος πάντων είναι κοινώς αποδεκτό.

Με λίγα λόγια, απέναντι σε ορισμένους ανθρώπους, είναι μάταιο να φέρνεις αυστηρά επιχειρήματα· πρέπει να ξεκινάς, ή να χρησιμοποιείς, όσα είναι κοινά παραδεδεγμένα.
Στο απόσπασμα των Τοπικών στο οποίο εδώ παραπέμπει, ο Αριστοτέλης είχε πει ότι η διαλεκτική μας διδάσκει να συζητούμε ξεκινώντας από τις γνώμες που είναι αποδεκτές από τους συνομιλητές μας — κι εδώ ακριβώς επανέρχεται σ’ εκείνη τη θέση.
Άρα και η δεύτερη χρησιμότητα της ρητορικής είναι ακριβώς παράλληλη προς εκείνη της διαλεκτικής.


Η τρίτη χρησιμότητα, όμως, είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα:

Τί δὲ τἀναντία δύνασθαι πείθειν καθάπερ καὶ ἐν τοῖς συλλογισμοῖς· οὐχ ὅπως ἀμφότερα πράττωμεν· οὐ γὰρ δεῖ τὰ φαῦλα πείθειν, ἀλλ’ ἵνα μὴ λανθάνῃ πῶς ἔχει, καὶ ἵνα τοῖς ἀδίκως χρωμένοις λόγοις ἡμεῖς ἀντικρούειν ἔχωμεν.

Δηλαδή:
Επιπλέον, πρέπει να είμαστε ικανοί να πείθουμε και για τα αντίθετα, όπως συμβαίνει και με τους συλλογισμούς στη διαλεκτική· όχι για να πράττουμε και τα δύο, δηλαδή πράξεις μεταξύ τους αντίθετες — δεν πρέπει, λέει, να πείθουμε για πράγματα φαύλα, για πράγματα ταπεινά ή κακά — αλλά ώστε να μην μας διαφεύγει πώς έχουν τα πράγματα, και ώστε, αν κάποιος χρησιμοποιεί λόγους άδικα, εμείς να είμαστε ικανοί να τον αντικρούσουμε.

Άρα η ρητορική πρέπει να μας καθιστά ικανούς να πείθουμε για πράγματα αντίθετα, όπως και στη διαλεκτική η άσκηση μάς μαθαίνει να διαπορούμε περὶ ἀμφοτέρων — και εδώ ο Αριστοτέλης προσθέτει το ἐναντία, που επιβεβαιώνει ότι εκείνα τα «ἀμφότερα» σήμαιναν ακριβώς αντίθετα. Εκεί επρόκειτο για το διαπορεῖν (να εξετάζουμε και τις δύο πλευρές), εδώ πρόκειται για το πείθειν (να μπορούμε να πείσουμε και για τις δύο πλευρές).

Με άλλα λόγια, όποιος κατέχει την τέχνη, είναι ικανός να πείθει και για ένα πράγμα και για το αντίθετό του — όχι για να οδηγήσει τους ακροατές του να πράξουν και τα δύο, αλλά για να μην του διαφεύγει η αλήθεια, και για να μπορεί να αντικρούει δίκαια εκείνον που χρησιμοποιεί τον λόγο με άδικο τρόπο.

Δηλαδή, εδώ δεν πρόκειται για τη στάση του κυνικού, εκείνου που λέει πως ο ρήτορας πρέπει απερίσκεπτα να πείθει για οτιδήποτε, όχι — δεν πρόκειται γι’ αυτό.
Ο ρήτορας πρέπει να είναι ικανός να πείθει για πράγματα αντίθετα, όχι γιατί πρέπει πράγματι να πείθει σε πράξεις φαύλες, αλλά επειδή πρέπει να είναι σε θέση να αντικρούσει έναν άλλον, αν ο άλλος το κάνει.


Δηλαδή, για να αντικρούσει κανείς εκείνον που χρησιμοποιεί τους λόγους με άδικο τρόπο (μὴ δικαίως), πρέπει να γνωρίζει πώς χρησιμοποιούνται οι λόγοι με άδικο τρόπο· με άλλα λόγια, για να αντικρούσω εκείνον που κάνει ανέντιμη χρήση της ρητορικής, πρέπει να ξέρω πώς μπορεί κανείς να την χρησιμοποιήσει και ανέντιμα —
όχι όμως για να το κάνω εγώ, αλλά για να εμποδίσω να γίνει κάτι τέτοιο.


Και επιπλέον — πράγμα για μένα εξαιρετικά σημαντικό — ο Αριστοτέλης προσθέτει:
ἵνα μὴ λανθάνῃ πῶς ἔχει, «για να μη μας διαφεύγει πώς έχουν τα πράγματα».
Αυτό είναι, θα λέγαμε, ένας σχεδόν γνωσιολογικός σκοπός:
εκείνος που είναι ικανός να πείθει και για τα αντίθετα, βρίσκεται στη θέση να μη του διαφεύγει η αλήθεια, πώς έχουν τα πράγματα.


Βλέπετε πόσο καθαρά εδώ επανέρχεται η ιδέα των Τοπικών, όπου είχε ειπωθεί πως όποιος είναι ικανός να διαπορεῖ περὶ ἀμφοτέρων, θα διακρίνει ευκολότερα το αληθές και το ψευδές.
Εδώ λέγεται ότι όποιος ξέρει να πείθει για τα αντίθετα, δεν του διαφεύγει πῶς ἔχει — πώς πραγματικά έχουν τα πράγματα.Και, για άλλη μια φορά, επανέρχεται το ίδιο ζεύγος: το αληθές και το ψευδές, ή το δίκαιο και το άδικο.


Μου φαίνεται ότι υπάρχει εδώ ένας τέλειος παραλληλισμός —
και πράγματι, αμέσως μετά λέει:
Τῶν μὲν οὖν ἄλλων τεχνῶν οὐδεμία τἀναντία συλλογίζεται, ἡ δὲ διαλεκτικὴ καὶ ἡ ῥητορικὴ μόναι τοῦτο ποιοῦσιν· ὁμοίως γάρ εἰσιν ἀμφότεραι τῶν ἐναντίων.

Δηλαδή: Από όλες τις άλλες τέχνες, καμία δεν συλλογίζεται τα αντίθετα,
μόνο η διαλεκτική και η ρητορική το κάνουν αυτό· διότι και οι δύο είναι ὁμοίως δυνάμεις τῶν ἐναντίων, δηλαδή ικανότητες των αντιθέτων.


Αυτό είναι το κοινό τους γνώρισμα, η θεμελιώδης αναλογία που συνδέει τη διαλεκτική με τη ρητορική. Εξάλλου, ο Αριστοτέλης δεν είχε πει από την αρχή πως πρέπει να γνωρίζουμε και πώς να ερωτούμε και πώς να απολογούμαστε, και πώς να κατηγορούμε και πώς να υπερασπιζόμαστε; Ο καλός ρήτορας ή δικηγόρος είναι εκείνος που ξέρει να υπερασπίζεται σωστά, αλλά —αν χρειαστεί— ξέρει εξίσου καλά να κατηγορεί, όταν είναι συνήγορος πολιτικής αγωγής· η τέχνη είναι η ίδια και στις δύο αντίθετες κατευθύνσεις.
Πιο χαλαρή είναι η ομοιότητα της τέταρτης χρησιμότητας. Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε όλο το χωρίο, αλλά στην ουσία ο Αριστοτέλης λέει το εξής: Η ρητορική είναι ένα αγαθό, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, όταν χρησιμοποιηθεί κακώς, μπορεί να προκαλέσει τα μεγαλύτερα κακά. Αυτό συμβαίνει, λέει, με όλα τα αγαθά, εκτός από την αρετή.

Ο πλούτος, η υγεία, η δύναμη, η στρατηγική — όλα αυτά είναι αγαθά, γιατί επιτρέπουν να γίνουν καλά έργα, αλλά, αν χρησιμοποιηθούν κακώς, παράγουν και τα μεγαλύτερα κακά.
Το μόνο αγαθό που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κακώς είναι η αρετή. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και καλώς και κακώς — κι όταν χρησιμοποιούνται κακώς, προκαλούν τις μεγαλύτερες βλάβες.


Άρα, το γεγονός ότι και η ρητορική, αν χρησιμοποιηθεί κακώς, προκαλεί μεγάλα κακά, σημαίνει ότι είναι αγαθό — είναι κάτι σημαντικό, χρήσιμο, πολύτιμο. Λίγο πιο πέρα, ο Αριστοτέλης φέρνει το παράδειγμα της ιατρικής: Η ιατρική είναι πράγματι ένα αγαθό —αλλά ο γιατρός, που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον να θεραπεύει, είναι επίσης ο μόνος που ξέρει καλύτερα πώς να δηλητηριάζει· κανείς δεν γνωρίζει πώς να χορηγήσει δηλητήριο καλύτερα από τον γιατρό. Και αυτό επειδή η ιατρική είναι δύναμη των αντιθέτων· όπως λέει ο Αριστοτέλης στη Μεταφυσική (βιβλίο Θ, κεφ. 3): Όλες οι λογικές δυνάμεις (δυνάμεις μετά λόγου) είναι δυνάμεις των αντιθέτων, ενώ οι άλογες δυνάμεις (ἄνευ λόγου) δεν είναι.

Για παράδειγμα, η φωτιά μπορεί μόνο να θερμαίνει, όχι να θερμαίνει και να ψύχει· έχει, δηλαδή, μια φυσική, όχι λογική δύναμη. Αντίθετα, οι δυνάμεις που συνοδεύονται από λόγο — οι τέχνες, οι επιστήμες — είναι δυνάμεις των αντιθέτων· όπως η ιατρική, που είναι ικανότητα να θεραπεύει, αλλά και ικανότητα να αφαιρεί την υγεία. Έτσι, μέχρι αυτό το σημείο, έχουμε δει τις συγγένειες και τις δομικές αναλογίες ανάμεσα στη ρητορική και τη διαλεκτική. Στο χωρίο 1355b15–21, συνεχίζοντας στην ίδια σελίδα, στη δεύτερη στήλη (στήλη B), ο Αριστοτέλης προσθέτει με τη χαρακτηριστική του φράση: «Ὅτι δεῖ προσθεῖναι καὶ ταῦτα…», δηλαδή: «Επιπλέον, πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής…» —την τυπική, σχεδόν «συνδετική» έκφραση με την οποία ο Αριστοτέλης προχωρεί από επιχείρημα σε επιχείρημα.

Δηλαδή, εδώ ο Αριστοτέλης —όπως πολύ εύστοχα παρατηρείται— δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που είχε ήδη καταστρώσει το σχήμα των πραγμάτων που ήθελε να πει: ὅτι… «πέρα από αυτά, πρέπει να πούμε ότι…». Και πράγματι, συνεχίζει λέγοντας: τῆς αὐτῆς ἐστὶ δυνάμεως — πρόκειται, πιστεύω, για την ίδια δύναμη, την ίδια ικανότητα, το να βλέπει κανείς τόσο το πιθανόν όσο και το φαινόμενον πιθανόν. Τι είναι το πιθανόν; — Είναι το πειστικό, αυτό που έχει δύναμη πειθούς. Τι είναι το φαινόμενον πιθανόν; — Είναι το φαινομενικά πειστικό, το απατηλά πειστικό, το οποίο μόνο φαίνεται πειστικό χωρίς να είναι πραγματικά τέτοιο.

Εδώ λοιπόν μπαίνουμε στο πεδίο του φαινομένου (τοῦ φαινομένου). Δεν πρόκειται πλέον για κάτι που μοιάζει με το αληθές, αλλά για το φαινόμενον καθαυτό — την εμφάνιση, την επίφαση. Όπως υπάρχει ένα πειστικό (πιθανόν) που είναι παρόμοιο με το αληθές, χωρίς να είναι απατηλό, έτσι υπάρχει και ένα φαινομενικά πειστικό, δηλαδή μια παραμόρφωση του πειστικού, μια παραχάραξη του πιθανόν, ένα ψεύτικο πειστικό (πλαστό πιθανόν).

Επομένως, είναι ίδιον της ίδιας δυνάμεως — της ίδιας γνωστικής και διανοητικής ικανότητας — να βλέπει και το πιθανόν και το φαινόμενον πιθανόν, όπως ακριβώς στη διαλεκτική (ἐπὶ τῆς διαλεκτικῆς) είναι ίδιον να διακρίνει τον συλλογισμό και τον φαινόμενο συλλογισμό, δηλαδή τον γνήσιο συλλογισμό και τον φαινομενικό.

Η αναλογία είναι τέλεια: Η διαλεκτική έχει τη δύναμη να αναγνωρίζει τους αληθινούς συλλογισμούς, τους σωστούς, αλλά και τους φαινομενικούς συλλογισμούς, αυτούς που ο Αριστοτέλης στα Τοπικά είχε ονομάσει ἐριστικούς συλλογισμούς. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ρητορική είναι σε θέση να διακρίνει τι είναι πραγματικά πειστικό και τι είναι μόνο φαινομενικά πειστικό — αλλά δεν είναι πραγματικά τέτοιο.

Και εδώ κάνει την είσοδό του ο σοφιστής: ὁ γὰρ σοφιστικὸς οὐκ ἐν τῇ δυνάμει, ἀλλ’ ἐν τῇ προαιρέσει. Δηλαδή, το σοφιστικό στοιχείο — είτε πρόκειται για συλλογισμό είτε για πειστικό επιχείρημα — δεν έγκειται στη δύναμη, αλλά στην προαίρεση.

Η δύναμις, η ικανότητα, είναι η ίδια: είτε πρόκειται να τη χρησιμοποιήσει κανείς για τον αληθινό συλλογισμό, είτε για τον φαινομενικό, είτε για το πειστικό, είτε για το φαινομενικά πειστικό. Η διαφορά, από την οποία εξαρτάται αν έχουμε σοφιστικό συλλογισμό ή σοφιστική πειθώ, βρίσκεται όχι στη δύναμη, αλλά στην προαίρεση — στην επιλογή, δηλαδή, στην ηθική στάση με την οποία κανείς κάνει χρήση της δύναμης.

Θυμηθείτε: στη Μεταφυσική, ο Αριστοτέλης είχε πει πως η φιλοσοφία διαφέρει από τη διαλεκτική «κατὰ τὸν τρόπον τῆς δυνάμεως» (δηλαδή, ως προς το είδος της γνωστικής ικανότητας), ενώ διαφέρει από τη σοφιστική «κατὰ τὴν προαίρεσιν τοῦ βίου» — ως προς την επιλογή του τρόπου ζωής.

Εδώ κάνει τον ίδιο ακριβώς λόγο για τη ρητορική:
η διαφορά από την οποία εξαρτάται η σοφιστική σε σχέση με τη ρητορική δεν είναι στη δύναμη, αλλά στην προαίρεση. Και αμέσως μετά προσθέτει, με μια μικρή διαφοροποίηση που επισημαίνει: ἐνταῦθα μέν ἐσται, ὁ μὲν κατὰ τὴν ἐπιστήμην, ὁ δὲ κατὰ τὴν προαίρεσιν ῥήτωρ. Δηλαδή: εδώ, στην περίπτωση της ρητορικής, «ο ένας είναι ρήτορας κατά την επιστήμη, ο άλλος κατά την προαίρεση».

Δηλαδή:
Στη διαλεκτική, αυτός που ενεργεί σωστά κατά τη δύναμη ονομάζεται διαλεκτικός,
ενώ αυτός που ενεργεί με κακή προαίρεση, σοφιστής. Αντίθετα, στη ρητορική, και ο σωστός και ο κακός ονομάζονται ρήτορες: είτε αυτός που κατέχει την τέχνη ως επιστήμη,
είτε αυτός που την χρησιμοποιεί με κακή πρόθεση. Εδώ λοιπόν υπάρχει μια μικρή εξαίρεση στον παράλληλο συσχετισμό: στη διαλεκτική, οι δύο τύποι — ο σωστός και ο διεστραμμένος — φέρουν δύο διαφορετικά ονόματα (διαλεκτικός, σοφιστής), ενώ στη ρητορική φέρουν το ίδιο όνομα, ῥήτωρ, είτε είναι καλοί, είτε κακοί.

Αυτό, λέει, πιθανότατα συμβαίνει λόγω φτώχειας της γλώσσας: δεν υπάρχει άλλο όνομα για να διακρίνουμε τον «κακό» ρήτορα· έτσι, και ο καλός και ο κακός λέγονται ρήτορες. Ο πρώτος, γιατί κατέχει επιστήμη· ο δεύτερος, γιατί κάνει κακή χρήση της ίδιας ικανότητας. Έτσι, έχουμε ένα ακόμη στοιχείο που μαρτυρεί την εσωτερική, δομική αναλογία ανάμεσα στη διαλεκτική και τη ρητορική: ίδια δύναμη, διαφορετική προαίρεση.

Και τώρα, καθώς προχωρεί στο επόμενο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου της Ρητορικής, ο Αριστοτέλης εισάγει και την πολιτική στη σύγκριση: λέει ότι η ρητορική τέχνη πρέπει να ασχολείται με τις πειθούς (τὰς πίστεις), δηλαδή με τα μέσα της πειθούς, και διακρίνει δύο μεγάλες κατηγορίες: τις ἄτεχνες πίστεις — τις μη τεχνικές, και τις ἔντεχνες πίστεις — τις τεχνικές, δηλαδή εκείνες που ανήκουν στη ρητορική τέχνη καθαυτή.

Δηλαδή — για να συνοψίσουμε και να μεταφράσουμε πιστά το πλούσιο αυτό χωρίο — ο Αριστοτέλης, προχωρώντας στην Ρητορική, φτάνει στο σημείο όπου διακρίνει δύο μεγάλες κατηγορίες μέσων πειθούς (πίστεις): τις ἄτεχνες (a-technoi pisteis) και τις ἔντεχνες (en-technoi pisteis). Αυτές είναι οι αποδείξεις ή τα μέσα πειθούς που δεν εξαρτώνται από την τέχνη, που δεν ανήκουν στην τέχνη της ρητορικής.
Ο Αριστοτέλης δίνει τρία παραδείγματα:
Μαρτυρίες (testimonia)·
Ομολογίες (confessiones) — ακόμη κι αν είναι «ἐξ ἀνάγκης» ή «διὰ βασάνων», δηλαδή αποσπασμένες με βασανισμό·
Έγγραφα και τεκμήρια (documenta) — αποδείξεις εγγράφου χαρακτήρα.


Όλα αυτά είναι στοιχεία του δικανικού λόγου, δηλαδή της δικαστικής ρητορικής·
προέρχονται από το εξωτερικό, δεν απαιτούν τέχνη·
γι’ αυτό και λέγονται ἄτεχνοι πίστεις — μέσα πειθούς «χωρίς τέχνη».


Δεν χρειάζεται δηλαδή να έχει μελετήσει κανείς ρητορική για να παρουσιάσει έναν μάρτυρα, μια ομολογία ή ένα έγγραφο: αυτά υπάρχουν ανεξάρτητα από την τέχνη.

Οι τεχνικές πειθοί, αντίθετα, είναι όσες εξαρτώνται από την τέχνη του λόγου, δηλαδή από τους λόγους (logoi). Οι λόγοι είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της ρητορικής· και ο Αριστοτέλης λέει ότι διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες:

α) Λόγοι που στηρίζονται στο ἦθος (ethos) του ρήτορα
Ο λόγος πρέπει να φανερώνει στον ομιλητή ένα ἦθος τέτοιο, που να τον καθιστά αξιόπιστο και σεβαστό. Αν ο ρήτορας, για τον τρόπο ζωής ή τη φήμη του, δεν είναι ηθικά πειστικός, είναι πολύ δύσκολο οι λόγοι του να πείσουν. Άρα, το ἦθος είναι στοιχείο της πειθούς: ο λόγος πρέπει να αποπνέει τιμιότητα, μετριοπάθεια, αξιοπιστία.


β) Λόγοι που στηρίζονται στα πάθη (pathē) των ακροατών
Ο ρήτορας πρέπει να γνωρίζει τις ανθρώπινες παθήσεις — φόβο, επιθυμία, οίκτο, χαρά, λύπη — και να μπορεί να προσαρμόζει τον λόγο του σύμφωνα με τα συναισθήματα του ακροατηρίου. Η πειθώ δεν είναι μόνο λογική, αλλά και συναισθηματική. Γι’ αυτό, ο ρήτορας πρέπει να είναι εμπειρογνώμων των παθών, να γνωρίζει τι είναι κάθε πάθος, από τι προέρχεται και πώς μπορεί να προκληθεί ή να κατευναστεί.


γ) Λόγοι που στηρίζονται στην ἀπόδειξη, στο δεῖξαι
Εδώ πρόκειται για τη λογική δύναμη του λόγου, την εσωτερική συνοχή και τεκμηρίωση. Αυτή είναι η κατεξοχήν «διανοητική» διάσταση της ρητορικής·
συνδέεται άμεσα με τη διαλεκτική, γιατί αφορά την επιχειρηματολογία καθαυτή, τη δύναμη του λόγου να αποδεικνύει.


Ο Αριστοτέλης συνοψίζει: «ἐπειδὴ δὲ αἱ πίστεις διὰ τούτων γίνονται, δῆλον ὅτι ταῦτα δεῖ εἰδέναι τὸν δυνάμενον συλλογίζεσθαι· θεωρῆσαι περὶ τὰ ἤθη καὶ περὶ τὰ πάθη καὶ περὶ τὰς ἀποδείξεις…»
Δηλαδή: εφόσον τα μέσα της πειθούς αποτελούνται από αυτά τα τρία (ἦθος, πάθος, ἀπόδειξις), είναι φανερό ότι όποιος είναι ικανός να συλλογίζεται πρέπει να γνωρίζει τα ήθη, τις αρετές, τα πάθη — τι είναι, πώς γεννιούνται, ποια ποιότητα έχουν. Και έτσι καταλήγει στο εξαιρετικά σημαντικό συμπέρασμα: ὥστε συμβαίνει τὴν ῥητορικὴν οἷον παράφυσιν εἶναι τῆς διαλεκτικῆς καὶ τῆς περὶ τὰ ἤθη πραγματείας· ἔνδικαιόν ἐστιν ὀνομάζειν πολιτικήν.
Δηλαδή: η ρητορική προκύπτει ως παράφυση, ως παράρτημα, κλάδος, τόσο της διαλεκτικής όσο και της πραγματείας περί ήθους, την οποία είναι δικαιολογημένο να ονομάζουμε «πολιτική», γιατί τα ήθη του ατόμου ανήκουν στο σύνολο της πόλεως.


Ο Αριστοτέλης προσθέτει, με ένα σχήμα που θυμίζει τη Μεταφυσική: όπως εκεί οι διαλεκτικοί και οι σοφιστές προσλαμβάνουν το σχήμα του φιλοσόφου,
έτσι εδώ οι ρήτορες, καλοί ή κακοί, προσλαμβάνουν το σχήμα του πολιτικού.

Και λέει: τόσο η αληθινή ρητορική όσο και οι ψευδορρήτορες — όσοι προσποιούνται ρητορική είτε από ἀπαιδευσία (ἄπαιδευσίαν), είτε από ἀλαζονεία (ἀλαζονείαν), είτε από άλλες ἀνθρώπινες αἰτίες — παρουσιάζονται με τη μορφή του πολιτικού· φαίνονται πολιτικοί, διοικητές της πόλεως, ενώ στην πραγματικότητα είτε αγνοούν την τέχνη είτε την κακοποιούν.

Έτσι, ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει το ίδιο σχήμα που είχε εφαρμόσει στη Μεταφυσική: εκεί, το πρότυπο ήταν η φιλοσοφία (σοφία), και οι μιμήσεις ήταν η διαλεκτική (αθώα μίμηση) και η σοφιστική (ένοχη μίμηση). Εδώ, το πρότυπο είναι η πολιτική, και οι μιμήσεις είναι οι ρήτορες — οι «καλοί» ρήτορες, που είναι τίμια μίμηση της πολιτικής, και οι κακοί ρήτορες, που είναι η ένοχη, ψευδής μίμηση· το ανάλογο των σοφιστών.

Σε ένα τελευταίο σημείο (1358–1359), ο Αριστοτέλης προσθέτει κάτι λεπτότατο:
τόσο στενή είναι η σχέση ανάμεσα στη ρητορική, τη διαλεκτική και τις επιστήμες,
ώστε μπορεί να συμβεί ένας ρήτορας, χωρίς να το καταλάβει (λανθάνειν),
να χρησιμοποιήσει αρχές που ανήκουν σε μια καθαρά επιστημονική γνώση.


Αν, λόγου χάρη, ένας ρήτορας στη δικαστική αγόρευση επικαλεστεί ιατρικές αρχές ή αποδείξεις, τότε, λέει ο Αριστοτέλης, ο λόγος του, καθ’ εαυτόν, δεν είναι πλέον ρητορικός, αλλά επιστημονικός.

Στη σύγχρονη πρακτική, θα λέγαμε ότι αυτό αντιστοιχεί στις «πραγματογνωμοσύνες» ή «τεχνικές εκθέσεις» που χρησιμοποιούνται στα δικαστήρια: δεν είναι προϊόντα ρητορικής, αλλά επιστημονικής τέχνης· ο ρήτορας όμως μπορεί να τα ενσωματώσει ρητορικά, δηλαδή να τα χρησιμοποιήσει πειστικά. Έτσι βλέπουμε ότι η ρητορική απορροφά στοιχεία και από την πολιτική και από τη διαλεκτική, και ακόμη ότι η επιστήμη μπορεί να εισχωρήσει μέσα στο ρητορικό λόγο — όπως, θα έλεγε κανείς, και το αντίστροφο: ότι ο ρητορικός τρόπος συχνά διεισδύει στα επιστημονικά κείμενα,
αν και αυτό πρέπει να αναζητηθεί όχι στη Ρητορική, αλλά στους ίδιους τους επιστημονικούς λόγους.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΚΑΤΑΛΕΙΨΑΜΕ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΙ ΤΟΥ, ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΚΑΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΟΠΩΣ Ο ΝΟΥΣ
ΚΑΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΑΙΣΙΩΣ ΝΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ UNGRUND. GRUND ΟΜΩΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΝΑ ΠΡΟΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΜΑΣ ΛΑΤΡΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟ UNGRUND. ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ, ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΑΝ ΘΕΟΙ.ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΙΟΥ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΔΕΙΞΑΜΕ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΕΩΣ. ΚΑΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕ ΤΑ ΕΙΔΩΛΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ, ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 5α

Συνέχεια από:Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025


Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 5α

Του Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=DCquWcbZ7UE



Το θέμα που μας απομένει να εξετάσουμε είναι εκείνο της ρητορικής, ένα θέμα που ήταν αναγκαίο να αντιμετωπιστεί σε μια επισκόπηση των διαφόρων μορφών της ορθολογικότητας στον Αριστοτέλη.
Πράγματι, ήδη, πραγματευόμενοι τα ζητήματα των προηγούμενων μαθημάτων, είχαμε – όπως θα θυμάστε – δύο ευκαιρίες να συναντηθούμε με τη ρητορική.


Δηλαδή, τόσο όταν μιλούσαμε για τη μέθοδο της φυσικής, όπως αυτή παρουσιάζεται από τον Αριστοτέλη στο τέλος του μικρού Άλφα της Μεταφυσικής, λεγόταν ότι δεν είναι δυνατόν σε όλες τις επιστήμες να επιτευχθεί ο ίδιος βαθμός αυστηρότητας, της acribeia, αλλά πρέπει κάθε φορά να προσαρμοζόμαστε στο επίπεδο των ακροατών.

Και ενώ μερικοί απαιτούν να γίνονται αποδείξεις μαθηματικές, άλλοι, αντιθέτως, ζητούν παραδείγματα και μαρτυρίες ποιητών. Και το ένα και το άλλο από αυτά τα δύο επίπεδα ανήκουν, θα λέγαμε, στη φυσική. Η αναφορά στα παραδείγματα και στις μαρτυρίες των ποιητών έπρεπε αναμφίβολα να ερμηνευθεί ως σχετική με τη ρητορική.

Το δεύτερο σημείο όπου συναντήσαμε μια αναφορά στη ρητορική είναι στην αρχή της Ηθικής Νικομαχείας, όπου, σχετικά με τη μέθοδο της ηθικής, ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει λίγο-πολύ τις ίδιες ιδέες, λέγοντας ότι θα ήταν εξίσου παράλογο να απαιτούμε από έναν μαθηματικό λόγους πειστικούς ή από έναν ρήτορα αποδείξεις αυστηρές.
Έτσι, ήδη έχουμε συναντήσει τη ρητορική ως ένα επίπεδο ορθολογικότητας κατώτερο – ασφαλώς κατώτερο από εκείνο των μαθηματικών, αλλά κατώτερο επίσης και από εκείνο της φυσικής και της ηθικής, που τις χαρακτηρίσαμε ως διαδικασίες διαλεκτικού τύπου.
Η ρητορική, λοιπόν, από την άποψη της αυστηρότητας, αποτελεί τον κατώτατο, τον πιο χαμηλό βαθμό.


Αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας οδηγήσει να πιστέψουμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν λόγο ξένο προς το πεδίο της ορθολογικότητας.
Ακόμη και η ρητορική, παρά αυτό το χαμηλό επίπεδο αυστηρότητας, ανήκει στις ορθολογικές διαδικασίες· έχει κανόνες που οφείλει να τηρεί· είναι μια τέχνη (techné).
Και ο Αριστοτέλης, στο ομώνυμο έργο του (Trattato Omonimo), έχει παρουσιάσει τους κανόνες αυτής της τέχνης, τις ορθολογικές διαδικασίες που αυτή ακολουθεί, προσφέροντας ένα επιπλέον πρότυπο, δίπλα σε εκείνο της αποδεικτικής (apodittica) και της διαλεκτικής, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις διάφορες πραγματεύσεις, ανάλογα με τα διάφορα ζητήματα.

Εγώ θα ήθελα, κυρίως, να υπογραμμίσω σε ορισμένα αποσπάσματα της Ρητορικής – που έχω παραθέσει εδώ στο φάκελό μας με τις φωτοτυπίες – αυτή τη σχέση, αυτή την αναλογία, είναι μια σχέση, όπως θα δούμε, αναλογίας, ανάμεσα στη ρητορική και στις άλλες μορφές ορθολογικότητας.
Διότι, έστω και σε διαφορετικό επίπεδο, και στη ρητορική διαπιστώνουμε ορισμένες μορφές επιχειρηματολογίας, ορισμένες ορθολογικές διαδικασίες, οι οποίες, αν τις εξετάσουμε τυπικά, δηλαδή από την άποψη της λογικής δομής, είναι παράλληλες προς εκείνες της διαλεκτικής και, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη και προς εκείνες της αποδεικτικής (apodittica).
Φυσικά, η πιο άμεση αναφορά είναι προς τη διαλεκτική, αλλά, όπως θα δούμε, δεν λείπουν και συνδέσεις με την αποδεικτική, δηλαδή με την ίδια την απόδειξη, την απόδειξη της επιστήμης, της γνώσης.

Θα δούμε, τέλος, πώς στη ρητορική μία από τις θεμελιώδεις μορφές γνώσης που ο Αριστοτέλης έχει εντοπίσει και επεξεργαστεί – δηλαδή η πρακτική φιλοσοφία και, πιο συγκεκριμένα, η πολιτική, η πολιτική επιστήμη – είναι παρούσα όχι μόνο στο να προσφέρει στη ρητορική ένα πρότυπο ως προς τις διαδικασίες της επιχειρηματολογίας, αλλά και στο να της παρέχει σαφές περιεχόμενο.
Τα χωρία στα οποία αναφέρομαι είναι πασίγνωστα, αλλά αυτή είναι η ευκαιρία να τα διαβάσουμε, να τα θυμηθούμε· αν δεν το κάνουμε σε τέτοιες περιστάσεις, δεν το κάνουμε ποτέ. Και είναι, πρώτα απ’ όλα, η αρχή του έργου, όπου ο Αριστοτέλης θέτει αμέσως την αναφορά στη διαλεκτική, τη σύνδεση με τη διαλεκτική, λέγοντας:
«Η ρητορική είναι αντίστροφος».

Το αντίστροφος μεταφράζεται με διάφορους τρόπους· κάποιοι λένε «ανάλογη», άλλοι «όμοια», άλλοι «κατοπτρική». Εγώ πιστεύω ότι αντίστροφος είναι αυτό που αντιστρέφεται, και στον Αριστοτέλη τα αντιστρέφεται ή αντιστρέφονται είναι οι όροι που είναι μεταξύ τους μεταστρέψιμοι. Για παράδειγμα, λέει ότι το ον και το το εν, δηλαδή το ον και το ένα, αντιστρέφονται, δηλαδή είναι μεταστρέψιμα μεταξύ τους: κάθε φορά που λέμε ότι κάτι είναι ον, μπορούμε να πούμε και ότι είναι ένα, και αντιστρόφως.

Άρα, το αντιστρέφεσθαι είναι μια σχέση αμοιβαίας μετατροπής· οι δύο όροι είναι αμοιβαία ανταλλάξιμοι, ο ένας μπορεί να πάρει τη θέση του άλλου. Πιστεύω λοιπόν ότι εδώ θα μπορούσε να ειπωθεί: «Η ρητορική είναι μεταστρέψιμη με τη διαλεκτική».
Ή μπορούμε να συνεχίσουμε να λέμε: είναι ανάλογη, κατοπτρική, συμμετρική, ακριβώς για να δηλώσουμε αυτή την ταυτότητα δομής. Θα ήθελα να επισημάνω πως αυτή είναι η πρώτη διατύπωση που ο Αριστοτέλης φροντίζει να κάνει ακριβώς στην αρχή του Δοκιμίου (Trattato), και εξηγεί το γιατί.

Διότι και οι δύο αναφέρονται σε ορισμένα πράγματα που είναι διαμορφωμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε, κατά κάποιον τρόπο (tropontina), να είναι κοινά (koina apanton), δηλαδή και οι δύο αφορούν τη γνώση πραγμάτων που είναι κοινά σε όλα και δεν ανήκουν σε καμιά καθορισμένη επιστήμη (οὐδεμιᾶς ἐπιστήμης ἀφορισμένης, Ρητορική I, 1354a1).
Έχουμε λοιπόν, κατ’ αρχάς, ως κοινό χαρακτηριστικό αυτόν τον χαρακτήρα της καθολικότητας· τόσο η διαλεκτική όσο και η ρητορική ασχολούνται με πράγματα που δεν ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο πεδίο, σε κάποια ιδιαίτερη επιστήμη, αλλά είναι κοινά σε όλα.

Διότι (Διὸ καὶ πάντες τροποντινὰ μετέχουσιν ἀμφοῖν), όλοι κατά κάποιον τρόπο μετέχουν και των δύο· όλοι, πράγματι, ως ένα σημείο, δηλαδή σε κάποια έκταση, ασκούν αυτές τις τέχνες, αυτές τις διαδικασίες, που εδώ δηλώνονται αντίστοιχα ως ἐξετάζειν (exetazein) και ὑπέχειν λόγον (hypechein logon), ἀπολογεῖσθαι (apologeisthai) και κατηγορεῖν (kategorein).

Τώρα, το ἐξετάζειν και το ὑπέχειν λόγον τα έχουμε ήδη συναντήσει στη διαλεκτική.
Δηλώνουν ακριβώς τις δύο πράξεις εκείνων που μετέχουν στη διαλεκτική συζήτηση.
Το ἐξετάζειν σημαίνει το να ανακρίνει κανείς, να ζητεί λόγο, να ζητεί αιτία· ενώ το ὑπέχειν λόγον σημαίνει το να υποστηρίζει ένα λόγο, δηλαδή να δίνει λόγο, να παρέχει αιτία, να δικαιολογεί αυτό που υποστηρίζει.


Στη διαλεκτική, ο ρόλος του ἐξετάζειν ανήκει σε εκείνον που ρωτά, σε εκείνον που θέτει τα ερωτήματα και προσπαθεί να οδηγήσει τον αντίπαλο σε αντίφαση.
Και το ὑπέχειν λόγον δηλώνει τη λειτουργία εκείνου που απαντά, που προσπαθεί να υπερασπιστεί τη θέση του και να μη συρθεί σε αντίφαση.


Λοιπόν, όλοι, λέει ο Αριστοτέλης, σε κάποιον βαθμό κάνουν αυτό – και το ἐξετάζειν και το ὑπέχειν λόγον – όπως επίσης όλοι κάνουν και αυτές τις άλλες δύο πράξεις, το ἀπολογεῖσθαι και το κατηγορεῖν, δηλαδή να αμύνονται και να κατηγορούν, που είναι οι δύο πράξεις των οποίων οι κανόνες ορίζονται ακριβώς από τη ρητορική.

Έτσι βλέπουμε ότι σε αυτό που στη διαλεκτική είναι το ἐξετάζειν, αντιστοιχεί στη ρητορική το κατηγορεῖν (η κατηγορία), ενώ σε αυτό που στη διαλεκτική είναι το να υποστηρίζει κανείς ένα λόγο, μια θέση —το ὑπέχειν λόγον— αντιστοιχεί στη ρητορική το ἀπολογεῖσθαι, η υπεράσπιση.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται εδώ παραπέμπουν άμεσα στην κατάσταση, στο πλαίσιο του δικανικού αγώνα, της δικαστικής αντιπαράθεσης, όπου υπάρχει κατηγορία και υπεράσπιση. Αυτή, λοιπόν, είναι μια πρώτη εξήγηση του δεσμού, της σύνδεσης, της συμμετρίας, θα λέγαμε, ανάμεσα στη διαλεκτική και τη ρητορική· δεσμός που θα τον χαρακτήριζα ως αναλογία — αναλογία δομική, αναλογία ως προς τη δομή — διότι, αν και βρισκόμαστε σε διαφορετικές καταστάσεις, σε διαφορετικά συμφραζόμενα, η δομή παραμένει ανάλογη.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη διαλεκτική και οι δύο συνομιλητές διαλέγονται μεταξύ τους, θέτουν ερωτήσεις και δίνουν απαντήσεις· ενώ στη ρητορική αυτοί οι δύο ρόλοι μένουν, θα λέγαμε, μη επικοινωνούντες μεταξύ τους, αλλά απευθύνονται και οι δύο σε ένα ακροατήριο· σε ένα ακροατήριο που σιωπά και που, στη δικαστική περίσταση, αποτελείται από τους δικαστές.
Οι δικαστές είναι οι αποδέκτες τόσο του λόγου όσο και των επιχειρημάτων της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου, όσο και των επιχειρημάτων της υπεράσπισης.
Οι δικαστές δεν παρεμβαίνουν, δεν συμμετέχουν στη συζήτηση· έτσι οι δύο πλευρές δεν διαλέγονται μεταξύ τους, αλλά απευθύνονται σε ένα ακροατήριο που σιωπά, στο οποίο όμως ανήκει τελικά το έργο της κρίσης, του να αποφανθεί.

Εξάλλου, αυτή η δομική αναλογία ανάμεσα στη ρητορική και τη διαλεκτική επιβεβαιώνεται και παρακάτω, σε άλλα χωρία όπου ο Αριστοτέλης λέει —όπως θα δούμε— ότι η ρητορική είναι ὁμοίωμα (homoioma) της διαλεκτικής (1356b31, ένα από τα αποσπάσματα που έχω παραθέσει).
Το ὁμοίωμα σημαίνει «ομοιότητα», και λέει επίσης ότι είναι ὁμοία (homoia), δηλαδή «όμοια» με τη διαλεκτική. Αυτό είναι ένας πρώτος λόγος συνάφειας ανάμεσα στις δύο μορφές λόγου. Άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να αναφερθούν και που προκύπτουν από τη συνέχεια του χωρίου έχουν να κάνουν, για παράδειγμα, με τον τεχνικό χαρακτήρα και των δύο: τόσο της διαλεκτικής όσο και της ρητορικής.


Σχετικά με τη διαλεκτική, σε ένα χωρίο των Σοφιστικών ἐλέγχων, ο Αριστοτέλης λέει ότι η διαλεκτική διδάσκει να πράττουμε ἐν τέχνῃ (en technē) αυτό που όλοι κάνουν χωρίς τέχνη· όλοι συζητούν — η συζήτηση δεν είναι εφεύρεση της διαλεκτικής — αλλά η διαλεκτική τη ρυθμίζει, δηλαδή θέτει κανόνες και έτσι ανυψώνει σε επίπεδο τέχνης (technē) μια πρακτική που ήδη υπάρχει στο επίπεδο της καθημερινής ζωής.

Το ίδιο πράγμα λέει και για τη ρητορική. Και η ρητορική είναι πράγματι μια τέχνη (technē)· μερικές φορές τη λέει και μέθοδος, δηλαδή μια συστηματική πραγματεία, όπως και η διαλεκτική· και αυτή επίσης παρέχει τους κανόνες για μια πρακτική που ούτως ή άλλως υπάρχει ήδη στη συνήθη χρήση.

Μια άλλη αιτία συγγένειας ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές λόγου συνίσταται στο είδος των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούν. Πράγματι, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί η ρητορική ονομάζονται από τον Αριστοτέλη πίστεις (pisteis). Η λέξη πίστεις, εδώ, σημαίνει μέσα πειθούς, όργανα πειθούς. Και οι πίστεις, λέει ο Αριστοτέλης, είναι ένα είδος ἀποδείξεως (apodeixeos), ένα είδος απόδειξης. Αν πάτε στο χωρίο αριθ. 15, δηλαδή 1355a3, βρίσκουμε αυτήν την ιδέα:

Ἐπεὶ δὲ φανερόν ἐστιν ὅτι ἡ μὲν ἔντεχνος μέθοδος περὶ τὰς πίστεις ἐστίν, ἡ δὲ πίστις ἀπόδειξίς τις. τότε γὰρ πιστεύομεν μάλιστα, ὅταν ἀποδεῖξιν ὑπολάβωμεν· ἔστι δ’ ἀπόδειξις ῥητορικὴ ἐνθύμημα, καὶ ἔστι τοῦτο, ὡσεὶ εἰπεῖν ἁπλῶς, κυριώτατον τῶν πίστεων, τὸ δ’ ἐνθύμημα συλλογισμός τις· περὶ δὲ συλλογισμοῦ, ὁμοίως ἅπαντος τῆς διαλεκτικῆς ἐστὶν ἰδεῖν· ἐκ ταύτης γὰρ ὅλης μέρος τί ἐστιν αὐτῆς· δῆλον ὅτι ὁ μάλιστα τοῦτο δυνάμενος θεωρεῖν ἐκ τίνων καὶ πῶς γίνεται συλλογισμός, οὗτος καὶ ἐνθυμηματικῶς ἂν εἴη μάλιστα πρὸς λαβεῖν καὶ ποιεῖσθαι τὰ ἐνθυμήματα, καὶ τὰ ἐκ τῶν ὁδῶν, πρὸς τοὺς λογικοὺς συλλογισμούς.

Επομένως, είναι φανερό ότι η ἔντεχνος μέθοδος (δηλαδή η συστηματική τέχνη) αφορά τις πίστεις, τα μέσα πειθούς, και ότι η πίστις είναι ένα είδος ἀπόδειξης (apodeixis), μια μορφή απόδειξης.

Να λοιπόν, η σύνδεση, βλέπετε, επεκτείνεται αμέσως από τη διαλεκτική στην ἀποδεικτική (apodittica). Η πίστις είναι μάλιστα μια ἀπόδειξις τις, μια ορισμένη, κατά κάποιο τρόπο, απόδειξη. Γιατί; Διότι τότε πιστεύουμε, κυρίως, όταν θεωρούμε ότι κάτι έχει αποδειχθεί.

Άρα, η πίστις —δηλαδή η προσχώρηση, η αποδοχή— γεννιέται τη στιγμή κατά την οποία θεωρούμε ότι μια ορισμένη θέση έχει αποδειχθεί. Γι’ αυτό οι πίστεις είναι είδη αποδείξεως.
Και αφού η ἀπόδειξις, η ρητορική απόδειξη —το είπαμε ήδη— είναι ἀπόδειξις τις, ένα είδος, μια μορφή αποδείξεως, ο Αριστοτέλης συμφωνεί να την ονομάσει «ρητορική ἀπόδειξις». Και αφού η ρητορική ἀπόδειξις είναι το ἐνθύμημα, το ἐνθύμημα. Είναι μάταιο να το μεταφράσουμε, διότι είναι αμετάφραστο· ας δούμε όμως αμέσως σε τι συνίσταται.

Και αυτό είναι, θα λέγαμε, το πιο σημαντικό από τα πίστεις, δηλαδή από τα μέσα πειθούς.
Και αφού το ἐνθύμημα είναι συλλογισμός, είναι ένας συλλογισμός, και επειδή σχετικά με τον συλλογισμό, με κάθε συλλογισμό, είναι εξίσου ίδιον της διαλεκτικής να ερευνά, να βλέπει, να θεωρεί —είτε ως προς αυτήν συνολικά είτε ως προς κάποιο μέρος της (μέρους τινός)— είναι φανερό, να, το συμπέρασμα της περιόδου, ότι εκείνος που περισσότερο από κάθε άλλον είναι ικανός να θεωρεῖ (θεωρεῖν) αυτό, δηλαδή τον συλλογισμό, από ποιες προκείμενες (ἐκ τίνων) και πώς αυτός γεννάται, αυτός ο άνθρωπος θα είναι επίσης, περισσότερο από κάθε άλλον, ἐνθυμηματικός, δηλαδή ειδικός στα ἐνθυμήματα.


Ποιος λοιπόν είναι, περισσότερο από κάθε άλλον, ειδικός στα ἐνθυμήματα;
Ο διαλεκτικός, ο γνώστης των συλλογισμών. Να η άμεση σύνδεση!

Επιπλέον, θα γνωρίζει να λέγει περὶ ποίων είναι τα ἐνθυμήματα και ποιες διαφορές τινές έχουν σε σχέση με τους λογικούς συλλογισμούς (τοὺς λογικοὺς συλλογισμούς).
Τι είναι οι λογικοί συλλογισμοί; Είναι οι διαλεκτικοί συλλογισμοί, δηλαδή οι συλλογισμοί που δεν έχουν ακόμη εξειδικευθεί ως ἐνθυμήματα· που παραμένουν ακόμη στο επίπεδο της διαλεκτικής, δεν έχουν γίνει ακόμη όργανα πειθούς, δεν έχουν γίνει ακόμη πίστεις.

Έτσι έχουμε, από τη μία, τον διαλεκτικό, που είναι ο γνώστης των συλλογισμών γενικά και ειδικότερα των διαλεκτικών συλλογισμών· και, από την άλλη, αυτόν που κατέχει την τέχνη ῥητορικήν —τον ρήτορα, θα λέγαμε— ο οποίος, ως ειδικός στα ἐνθυμήματα, οφείλει επίσης να γνωρίζει τους συλλογισμούς και να γνωρίζει ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στα ἐνθυμήματα και στους διαλεκτικούς συλλογισμούς.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η τέλεια αντιστοιχία, αυτός ο τέλειος παραλληλισμός ανάμεσα στη ρητορική και στη διαλεκτική.


Αλλά, όπως ήδη υπαινίχθηκα, ο παραλληλισμός αυτός επεκτείνεται ακόμη και στη γνήσια επιστήμη, στην επιστήμη καθ’ αὑτήν. Πράγματι, αν συνεχίσουμε την ανάγνωση του χωρίου που ήδη αρχίσαμε, στη γραμμή 14, διαβάζουμε ακόμη:
«Ἔτι ἡ αὐτὴ δύναμις θεωρεῖν...»
Και ακόμη, οι άνθρωποι, ή μάλλον γενικά οι άνθρωποι, είναι εκ φύσεως διατεταγμένοι επαρκώς πρὸς τὸ ἀληθές (φύσει πεφυκότες πρὸς τὴν ἀλήθειαν), δηλαδή ο άνθρωπος είναι από τη φύση του στραμμένος προς το αληθές.


Οι άνθρωποι, γενικά, είναι εκ φύσεως προσανατολισμένοι προς το αληθές, κλίνουν προς το αληθές, είναι στραμμένοι προς αυτό.
Και στις περισσότερες περιπτώσεις το συλλαμβάνουν, το απαντούν, το αναγνωρίζουν, το κατανοούν· συλλαμβάνουν την αλήθεια.

Εδώ λοιπόν ο Αριστοτέλης διατυπώνει μια αρχή: λέει ότι, γενικά, οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως διατεταγμένοι προς το αληθές· και το αποδεικνύει λέγοντας ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το κατορθώνουν· το συλλαμβάνουν.

Αλλά, αφού είναι ίδιον της ίδιας δυνάμεως να ασχολείται με το αληθές, να θεωρεῖ το αληθές, να βλέπει το αληθές και να βλέπει επίσης τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ, δηλαδή αυτό που είναι όμοιο με το αληθές, οι άνθρωποι, καθόσον είναι φυσικά στραμμένοι προς το αληθές, είναι επίσης στραμμένοι προς εκείνο που είναι όμοιο με το αληθές.

Διό, επομένως, το να βρίσκεται κανείς σε κατάσταση στοχαστικήν, σε στάση τείνουσα, το να έχει τον νου στραμμένο, το να στοχεύει, να αποβλέπει, να τείνει πρὸς τὰ ἔνδοξα —θυμόμαστε τι είναι τα ἔνδοξα— είναι ίδιον εκείνου που βρίσκεται στην ίδια στάση, ὁμοίως ἔχοντος, και πρὸς τὴν ἀλήθειαν.

Εδώ λοιπόν υπάρχει ένας τέλειος παραλληλισμός: αφενός, υπάρχει η ἀλήθεια·
αφετέρου, υπάρχει εκείνο που προηγουμένως ονόμασε τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ — αυτό που είναι όμοιο με το αληθές — και τώρα μιλά για ἀλήθειαν και ἔνδοξα. Έχουμε την εντύπωση ότι αυτό που είναι όμοιο με το αληθές είναι το ἔνδοξον.


Στην αρχή του χωρίου είχε πει ότι ανήκει στην ίδια δύναμη να θεωρεῖ το αληθές (τὸ ἀληθές) και τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ· εδώ τώρα λέει ότι η στοχαστική στάση απέναντι στα ἔνδοξα είναι χαρακτηριστική του ίδιου ανθρώπου που έχει την ίδια στάση απέναντι στην ἀλήθειαν.

Άρα, τα ἔνδοξα είναι εκείνα που είναι ὅμοια τῷ ἀληθεῖ.
Και εδώ πρέπει να προσέξουμε: αν μεταφράσουμε ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ με το ιταλικό verosimile («πιθανό» ή «αληθοφανές»), πρέπει να αποφύγουμε να πιστέψουμε ότι για τον Αριστοτέλη το verosimile σημαίνει το ψευδές. Όταν ο Αριστοτέλης θέλει να διακρίνει το αληθές από το ψευδές, λέει τὸ ἀληθές και τὸ φαινόμενον ἀληθές, όχι τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ.

Το  φαινόμενον ἀληθές είναι αυτό που φαίνεται αληθές, αλλά δεν είναι.
Αντιθέτως, τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ δεν σημαίνει κάτι που δεν είναι αληθές· είναι κάτι που βρίσκεται πλησίον του αληθούς, ένα αληθές που αναγνωρίζεται ως τέτοιο, που έχει την όψη του αληθούς, με την καλή έννοια — όχι με την αρνητική έννοια μιας απατηλής εμφάνισης χωρίς πραγματικότητα. Εδώ, λοιπόν, πρόκειται για κάτι που είναι πλησίον του αληθούς, για ένα αληθές που όχι μόνο είναι τέτοιο καθ’ εαυτό, αλλά και αναγνωρίζεται ως τέτοιο.

Αυτή λοιπόν η ίδια φυσική τάση που καθιστά τους ανθρώπους εκ φύσεως στραμμένους προς το αληθές, τους καθιστά έτσι και απέναντι στα ἔνδοξα ή στο ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ.

Επομένως, εδώ ο Αριστοτέλης —όπως φαίνεται— υπογραμμίζει όχι απλώς μια ομοιότητα, όχι μόνο, όπως προηγουμένως, μια ομοιότητα μεταξύ ρητορικής και διαλεκτικής, αλλά μια ομοιότητα ακόμη και μεταξύ ρητορικής και γνώσεως του αληθούς.
Και μάλιστα, καθώς μνημονεύει τα ἔνδοξα —που είναι το αντικείμενο της διαλεκτικής— τα τοποθετεί τώρα στην πλευρά της ρητορικής, τα ενοποιεί με εκείνα που είναι ὅμοια τῷ ἀληθεῖ, ως αντικείμενα της ρητορικής, για να τα συγκρίνει με το αληθές.
Δηλαδή, εδώ, ρητορική και διαλεκτική, κατά κάποιον τρόπο, λαμβανόμενες μαζί, παρομοιάζονται με τη γνώση του αληθούς.


Γι’ αυτό, νομίζω, είναι θεμιτό να συμπεράνουμε ότι η ρητορική είναι όμοια με τη διαλεκτική, και εξαιτίας αυτής της ομοιότητας είναι, μαζί με τη διαλεκτική, όμοια προς τη γνώση του αληθούς. Και τι είναι η γνώση του αληθούς; Είναι η ἐπιστήμη.

Βλέπουμε λοιπόν ότι, ακόμη κι αν βρισκόμαστε στο κατώτατο επίπεδο, στον χαμηλότερο βαθμό αυστηρότητας, βρισκόμαστε πάντως μέσα σε έναν χώρο που συνδέεται όχι μόνο με τα ενδιάμεσα επίπεδα, αλλά ακόμη και με τα ανώτερα.

Μια περαιτέρω επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης βρίσκεται στη συνέχεια του πρώτου κεφαλαίου, όπου ο Αριστοτέλης απαριθμεί ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «χρησιμότητες» της ρητορικής ή «χρήσεις» της ρητορικής.
Δεν ξέρω —λέει ο Berti—, επειδή δεν είχα ακόμη τον χρόνο να συμβουλευθώ όλη τη σχετική κριτική βιβλιογραφία, που είναι φυσικά τεράστια, αν κάποιος έχει ήδη επισημάνει τον στενό παραλληλισμό που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό το χωρίο της Ρητορικής, που πρόκειται τώρα να εκθέσουμε και που βρίσκεται στο πρώτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, και σε εκείνο το κεφάλαιο των Τοπικών που διαβάσαμε την πρώτη μέρα· ήταν το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου Άλφα των Τοπικών, όπου ο Αριστοτέλης εξηγούσε τις χρησιμότητες της διαλεκτικής.

Συνεχίζεται

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΛΟΓΙΚΗ Η ΟΠΟΙΑ  ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΘΟΤΙ ΚΟΙΝΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΆΣΕΩΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ ΜΕ ΟΣΟΥΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΕΤΕΡΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΥΠΑΚΟΥΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΠΡΟΒΑΤΟ. ΠΕΙΘΟΝΤΑΣ ΜΑΣ ΟΤΙ  Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ. ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΙΟ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4γ

Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025



Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4γ
Του Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=3G9ESeofQN0

 Η μέθοδος τής ηθικής, δηλ.τής πρακτικής φιλοσοφίας( συνέχεια)


Τι είναι εδώ τα φαινόμενα (ta phainomena); Εδώ είναι ακριβώς οι γνώμες που εκφέρουν οι άνθρωποι για τις διάφορες παθήσεις και, εν προκειμένω, για την ἀκρασία. Ασφαλώς—κι εδώ είναι το χωρίο πάνω στο οποίο ο Owen έχτισε ολόκληρο το άρθρο του—η φράση thentes ta phainomena (ή tithentas ta phainomena) προέρχεται από εδώ. Άρα, πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να διακριβωθεί τι έχει ειπωθεί, τι «φαίνεται» στους ανθρώπους που στοχάστηκαν επ’ αυτών. Πρώτα, λοιπόν, diaporesantas—να αναπτυχθούν οι απορίες.

Να πάλι αυτό το ωραίο ρήμα που το συναντήσαμε στα Τοπικά, στη Φυσική, στη Μεταφυσική: το βρίσκουμε κι εδώ να δηλώνει τη μέθοδο της Ἠθικής. Είναι πάντοτε η ίδια λειτουργία: το διαπορεῖν, η ανάπτυξη των ἀποριῶν.

Τώρα, αφού διακριβωθούν τα φαινόμενα και αφού προηγουμένως τεθούν οι απορίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο (houtō), να γίνει το δεικνύναι—να αποδειχθεί.
Να πώς περνάμε από το diaporesai στο δεῖξαι:
είναι η ίδια η ανάπτυξη των ἀποριῶν που συνιστά μια απόδειξη—houtō deiknynai—
δηλαδή, να αποδειχθούν ιδίως όλα τα ἔνδοξα σχετικά με αυτά τα πάθη.


Τι είναι εδώ τα ἔνδοξα για την ἀκρασία; Σχεδόν όλοι οι συνετοί και έντιμοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ἀκρασία είναι κακία, κάτι προς αποφυγήν. Αυτό, στην προκειμένη, είναι το ἔνδοξον: ό,τι κοινώς ονομάζουμε «καλοί αρχές»—όταν λέμε «άνθρωπος καλών αρχών», άνθρωπος της προκοπής. Όλοι οι κόσμιοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ἀκρασία είναι ελάττωμα. Επομένως, πρώτα πρέπει να διακριβώσουμε τι σκέπτεται ο κόσμος. Ύστερα να συζητήσουμε τις ἀπορίες (diaporesai), και με αυτόν τον τρόπο να επιχειρήσουμε να αποδείξουμε, αν είναι δυνατόν, όλα τα ἔνδοξα γι’ αυτά (πάντα τὰ ἔνδοξα περὶ τούτων)· κι αν όχι, τότε τουλάχιστον τα περισσότερα και τα σημαντικότερα (ta pleista kai kuriōtata).

Διότι, εάν λυθούν, όπως στη Μεταφυσική και στη Φυσική—οι δυσχέρειες (ta dyschere), και παραμείνουν σώα τα ἔνδοξα— τα ἔνδοξα δὲ δεδειγμένων ἂν εἴη ἱκανῶς —τότε θα έχει αποδειχθεί επαρκώς (hikanōs). Άρα, το να συζητούνται οι γνώμες, το διαπορεῖν προσπαθώντας να σωθούν τα ἔνδοξα— αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα ή τα σημαντικότερα— είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος· γιατί στην ἠθική—προσέξτε—ο Αριστοτέλης δεν αγαπά τα παράδοξα· και μάλιστα ακόμη λιγότερο στην ἠθική. Στην ἠθική είναι επικίνδυνο να υιοθετεί κανείς παραδοξολογικές θέσεις. Γιατί; Διότι η ἠθική, όπως λέει η λέξη, θεμελιώνεται στο ἦθος—στους νόμους, στα έθη της πόλεως.

Επομένως, στην ἠθική δεν είναι ο τόπος για να πηγαίνει κανείς κόντρα στο ρεύμα,
να μη συμμορφώνεται· στην ἠθική πρέπει να υπακούμε στους νόμους, να ακολουθούμε τις παραδόσεις, να εναρμονιζόμαστε με τα ήθη. Αν δεν υπάρχει ἦθος, οι θεωρίες δεν ωφελούν, οι συζητήσεις δεν ωφελούν, η ηθικότητα δεν πραγματοποιείται. Αυτό είναι το ελληνικό σημείο που, φυσικά, θα αρέσει πολύ στον Χέγκελ, γιατί αυτό είναι ο θρίαμβος της ἠθικότητας (Sittlichkeit) έναντι της αφηρημένης ηθικότητας· ενώ είναι σαφές ότι μια τέτοια θέση δεν μπορεί να αρέσει στον Καντ, ο οποίος αντιθέτως υπερασπίζεται την ηθικότητα του καθήκοντος, ανεξάρτητα από παραδόσεις, ήθη, εξωτερικούς νόμους κτλ.


Εμείς δεν ασχολούμαστε εδώ με όλα αυτά τα περιεχολογικά της ἠθικής· μας απασχολεί μόνο το επιστημολογικό καθεστώς, το οποίο, και πάλι, είναι εκείνο ακριβώς της διαλεκτικής. Κάποιος θα μπορούσε να πει: «Καλά, έτσι δεν φθάνουμε ποτέ σε αναντίρρητες αποδείξεις, σε βεβαιότητες απόλυτες». Σας παραπέμπω σε χωρία από τα Ἠθικά Εὐδήμεια—ένα μόνο—απ’ όπου προκύπτει ότι αυτό είναι δυνατόν: δηλαδή το νούμερο δώδεκα (no. 12), το χωρίο του πρώτου βιβλίου των Ἠθικῶν Εὐδημείων. (Αν μιλούμε λατινιστί, να λέμε Eudemia· στα ιταλικά Eudemia ή Eudemea, όπως λέμε Nicomachea, θα έπρεπε να λέμε Eudemea.)

Λοιπόν, γιατί—και αυτό είναι και πολύ λογικό—θα ήταν περιττό να καθίσουμε να συζητήσουμε όλες ανεξαιρέτως τις γνώμες που έχουν κάποιοι σχετικά με αυτό (ο Αριστοτέλης μιλά ακόμη για την ευδαιμονία). Είναι περιττό, δηλαδή όχι αναγκαίο, να συζητάμε κάθε γνώμη, διότι, αν τις λάβουμε όλες υπόψη, ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλές που φαίνονται και στα παιδιά, και στους άρρωστους — δηλαδή σε όσους παραλογίζονται, δεν σκέφτονται σωστά. Για τέτοιες γνώμες, κανείς άνθρωπος που έχει λίγο νοῦν, λίγη λογική, δεν θα καθόταν να συζητήσει. Είναι άχρηστο λοιπόν να κάνουμε διαπόρεσιν (diaporein) πάνω σε όλες τις γνώμες, ακόμη και στις γνώμες των παιδιών, των ασθενών, των τρελών.

Οι τελευταίοι — λέει ο Αριστοτέλης — έχουν ανάγκη όχι από λόγους, όχι από διαλόγους ή αποδείξεις, αλλά τα μεν παιδιά έχουν ανάγκη του χρόνου, δηλαδή να μεγαλώσουν,οι δε άρρωστοι έχουν ανάγκη από ἰατρικὴν κόλασιν — από θεραπευτική διόρθωση, και άλλοι από πολιτικὴν κόλασιν — δηλαδή από διόρθωση μέσω των νόμων, μέσω της πόλεως, που θα τους «φέρει στα συγκαλά τους».

Πράγματι, η θεραπεία, η φαρμακεία, το «φάρμακο» των σωματικών ή ηθικών πληγών,
δεν είναι η μικρότερη από τις μορφές διόρθωσης. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει λοιπόν διάφορους τρόπους να επαναφέρει κανείς κάποιον στη λογική — όχι μόνο τη διαλεκτική. Και με τον ίδιο τρόπο, λέει, δεν είναι αναγκαίο να συζητούμε ούτε τις γνώμες των πολλών (οι πολλοί). Εδώ το οι πολλοί χρησιμοποιείται υποτιμητικά, δεν σημαίνει τον «λαό» ή το κοινό φρόνημα που εκφράζεται από τις παραδόσεις, τους μύθους, τη γλώσσα, αλλά την πνευματικά ακαλλιέργητη μάζα, εκείνους που δεν καταλαβαίνουν τίποτε.

Δεν σας διαβάζω όλο το χωρίο, αλλά έρχομαι στο τέλος, εκεί που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Εκεί ο Αριστοτέλης λέει ότι πρέπει να ἐξετάζουμε (exetazein), να ερευνούμε,
μόνον τις γνώμες των σοφών (tautas kalōs ekeitas doxas exetazein). Να, πάλι, το ρήμα exetazein — να ερευνά, να ανακρίνει· η διαλεκτική, όπως θυμόμαστε, στον πρώτο βιβλίο των Τοπικών, χαρακτηρίζεται ἐξεταστική (exetastikē). Και ιδού το σημείο που έχει ιδιαίτερη σημασία:


οἱ γὰρ τῶν ἀμφισβητούντων ἔλεγχοι τῶν ἐναντιουμένων αὐτοῖς λόγων ἀποδείξεις εἰσίν.

Δηλαδή: οι ἔλεγχοι — οι αντιρρήσεις, οι διαψεύσεις των αντιπάλων — είναι ἀποδείξεις των λόγων που αντιτίθενται σε εκείνους. Με άλλα λόγια, η διάψευση μιας γνώμης είναι η απόδειξη της αντίθετης γνώμης. Είναι ακριβώς το ίδιο που είχε πει ο Αριστοτέλης και στο χωρίο του Δεκάτου κεφαλαίου, το οποίο έχουμε ήδη δει: εκεί όπου έλεγε οἱ γὰρ τῶν ἐναντίων ἀποδείξεις ἀπορίαι τῶν ἐναντίων εἰσίν. Εκεί μιλούσε για ἀποδείξεις και ἀπορίες, εδώ μιλά για ἐλέγχους και ἀποδείξεις, αλλά η ιδέα είναι η ίδια.

Όταν δηλαδή βρισκόμαστε μπροστά σε δύο αντιτιθέμενες γνώμες, πραγματικά αντίθετες, όχι απλώς αντικρουόμενες, αλλά αντικειμενικά αντιφατικές, τότε η διάψευση της μιας είναι ισοδύναμη με την απόδειξη της άλλης. Και αυτό ακριβώς είναι το έργο της πρακτικής φιλοσοφίας: να ελέγχει, να εξετάζει, να διερευνά, να υποβάλλει σε δοκιμή (exetazein, elenchein).

Συμπέρασμα:
Η  μέθοδος της πρακτικής φιλοσοφίας είναι, και πάλι, η διαλεκτική, πάντοτε όμως στην επιστημονική της χρήση, και ειδικότερα στην πρώτη της μορφή, αυτήν που προηγουμένως ονομάσαμε «γράμμα 3α», δηλαδή το δι᾽ ἀπορήσεων καὶ ἐξ ἀμφοτέρων — μέσω αποριών και με εξέταση των αντιθέτων, διότι μόνον έτσι φτάνει κανείς να διακρίνει το αληθές από το ψευδές.

Τώρα, φυσικά, για να ενισχύσω αυτή τη θέση, θα έπρεπε να παρουσιάσω πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις: να δείξω πώς όλες οι κύριες διδασκαλίες που εκθέτει ο Αριστοτέλης στην Ἠθική και την Πολιτική έχουν επιτευχθεί μέσω τέτοιων διαλεκτικών διαδικασιών. Αυτό, όμως, θα ήταν έργο τεράστιο, και σας παρακαλώ να με απαλλάξετε. Αλλά νομίζω ότι τα κείμενα που είδαμε είναι ήδη ρητά και σαφή. Όσα εξετάσαμε δείχνουν ξεκάθαρα ότι έχουμε ένα γνωστικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο των μαθηματικών, διαφορετικό από εκείνο της ρητορικής, παρόμοιο με εκείνο της φυσικής και της μεταφυσικής, και, εντέλει, αναγώγιμο στη διαλεκτική.

Και πιστεύω πως, αν αυτό το στοιχείο λαμβανόταν υπόψη από τους σύγχρονους υπερασπιστές της πρακτικής φιλοσοφίας, θα προσέφερε πολλή διαύγεια στη σημερινή φιλοσοφική συζήτηση. Δηλαδή, νομίζω ότι, αντί να επιμένουμε στην άγονη αντιπαράθεση μεταξύ «ισχυρής» και «ασθενούς» σκέψης, θα ήταν πολύ πιο γόνιμο να εξετάσουμε μια μορφή λογικότητας όπως αυτή που προσφέρει η αρχαία διαλεκτική, μια λογικότητα αρκετά εύκαμπτη και ευπροσάρμοστη ώστε να προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες καταστάσεις, αλλά χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη λογική επιχειρηματολογία, και —σε ορισμένες περιπτώσεις— χωρίς να παραιτείται ούτε καν από την απόδειξη, από την απόδειξη με την αυστηρή έννοια.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4β

Συνέχεια από: Tρίτη 28 Οκτωβρίου 2025


Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4β
Του Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=3G9ESeofQN0


 Η μέθοδος τής ηθικής, δηλ.τής πρακτικής φιλοσοφίας( συνέχεια)

Όποιος γνωρίζει, ξέρει πολύ καλά τι πρέπει να ζητά κανείς από έναν μαθηματικό, τι πρέπει να ζητά από έναν ρήτορα και τι πρέπει να ζητά από έναν πρακτικό φιλόσοφο.
Θυμηθείτε ότι και στο χωρίο της Μεταφυσικής Α (Μεγάλο Άλφα) τα δύο άκρα ανάμεσα στα οποία τοποθετείται η φυσική είναι η μαθηματική επιστήμη από πάνω και η ρητορική από κάτω. Η ρητορική, πράγματι, έχει ως χαρακτηριστικό να επικαλείται ως μαρτυρίες ποιητές και παραδείγματα.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην ίδια κατάσταση. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να σημειωθεί είναι και η αναφορά στην παιδεία (παιδεία)· ένα ακόμη κοινό σημείο ανάμεσα στο παρόν κείμενο και εκείνο που αφορά τη μέθοδο της φυσικής. Όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η μέθοδος της πρακτικής φιλοσοφίας είναι η ίδια με εκείνη της φυσικής. Δηλαδή, εδώ βρισκόμαστε στον χώρο της γνώσης, πρόκειται για πραγματική γνώση (ἐπιστήμη). Όχι όμως γνώση όπως η μαθηματική, ούτε γνώση του «πώς τα πράγματα είναι πάντα ή αναγκαστικά», αλλά γνώση του «πώς τα πράγματα είναι ως επί το πλείστον».

Άλλωστε, η διαφορά και η μεταβλητότητα που παρατηρούνται στα αγαθά υπάρχουν μεν, αλλά δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να εμποδίζουν την αναγνώριση μιας ορισμένης κανονικότητας, μιας κάποιας σταθερότητας.
Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν αγαθά που σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλούν κακό,
όμως στις περισσότερες περιπτώσεις δεν βλάπτουν, αλλά ωφελούν.
Επομένως, είναι σωστό να συνεχίσουμε να τα θεωρούμε αγαθά.


Φυσικά, όταν κανείς προβαίνει σε αποδείξεις, πρέπει να θυμάται τις εξαιρέσεις και να συνειδητοποιεί ότι μιλά σε γενικές γραμμές, με τρόπο συνοπτικό και προσεγγιστικό.
Αυτή η μορφή «αδυναμίας», θα μπορούσαμε να πούμε, δηλαδή η έλλειψη αυστηρότητας σε σύγκριση με τα μαθηματικά, δεν έχει καμία σχέση με την ευλυγισία (suppleité) που χαρακτηρίζει τη φρόνηση (φρόνησις).


Δεν έφερα εδώ τα κείμενα του έκτου βιβλίου των Ἠθικῶν Νικομαχείων, γιατί ο σκοπός μας δεν ήταν να εξετάσουμε τη φύση της φρόνησης, αλλά το καθεστώς της ηθικής, δηλαδή της πρακτικής φιλοσοφίας.
Όλοι, ωστόσο, θα θυμούνται ότι ο Αριστοτέλης ήδη στην αρχή του έκτου βιβλίου λέει πως η φρόνηση είναι η αρετή εκείνου του μέρους της ψυχής που ασχολείται όχι με ό,τι δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, αλλά με ό,τι μπορεί να είναι διαφορετικό με οποιονδήποτε τρόπο.

Αυτό το μέρος της ψυχής ο Αριστοτέλης το ονομάζει λογιστικόν, δηλαδή το υπολογιστικό ή δοξαστικόν, δηλαδή το γνωμοδοτικό, εκείνο που σχηματίζει γνώμη (δόξα) και στο οποίο δεν ανήκει καμία ἐπιστήμη. Οι ἐπιστῆμαι ανήκουν στο ἐπιστημονικόν μέρος της ψυχής. Η φρόνηση, λοιπόν, είναι η αρετή του λογιστικού ή δοξαστικού μέρους, δηλαδή του μέρους της ψυχής που ασχολείται με αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα, με όρο νεότερο αλλά ήδη μεσαιωνικό, το ενδεχόμενο, το τυχαίο (contingente). Η φρόνηση έχει να κάνει με το ενδεχόμενο.

Και από πού πηγάζει αυτή η ενδεχομενικότητα της φρόνησης; Πηγάζει από την ίδια τη ρίζα της ανθρώπινης πράξης, δηλαδή από την ελευθερία. Οι πράξεις των ανθρώπων είναι απρόβλεπτες, γιατί ο καθένας είναι ελεύθερος να επιλέγει αυτό που θέλει· γι’ αυτό και ο χώρος της πράξης (πρᾶξις) είναι κατεξοχήν ο χώρος του ενδεχομένου. Η φρόνηση είναι η αρετή που έχει ως αντικείμενο την πράξη (πρᾶξις). Η πρακτική φιλοσοφία, όμως, δεν έχει ως αντικείμενο την πράξη, αλλά τον σκοπό της πράξης, δηλαδή το αγαθό.

Οι διαφορές και οι μεταβολές που υπάρχουν στο επίπεδο του αγαθού υπάρχουν μεν, αλλά είναι πολύ πιο περιορισμένες σε σχέση με τις μεταβολές που παρατηρούνται στον χώρο της πράξης. Δηλαδή, ενώ μπορούμε να πούμε ότι η φρόνηση ασχολείται με το ενδεχόμενο, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη φυσική ή την ηθική. Για τον Αριστοτέλη, το ίδιο αντικείμενο της ηθικής είναι το αγαθό, και το αγαθό ταυτίζεται με τον τελικό σκοπό· επομένως, το αντικείμενο της ηθικής είναι ο ύστατος σκοπός του ανθρώπου. Φυσικά, η ηθική οφείλει να αρκεστεί στο να υποδεικνύει αυτόν τον σκοπό σε γενικές γραμμές (κατ’ ἐπίδρασιν, ἐπιπολῆς).

Στο δεύτερο βιβλίο, για παράδειγμα, ο Αριστοτέλης θα αναπτύξει τη θεωρία των αρετών, λέγοντας ότι οι αρετές χωρίζονται σε δύο είδη: τις ηθικές και τις διανοητικές (διανοητικαί). Γιατί αυτός ο διχασμός; Επειδή η ψυχή χωρίζεται σε ένα λογικό μέρος και ένα άλογο μέρος. Το λογικό με τη σειρά του διαιρείται σε ένα που ασκεί τη λογικότητα ως αυτοσκοπό και σε ένα που έχει ως έργο να καθοδηγεί το άλογο μέρος.

Αυτές οι διακρίσεις, ωστόσο, είναι μη αυστηρές, σχηματικές. Από επιστημονική άποψη, η ψυχή δεν έχει πραγματικά μέρη· αν διαβάσουμε το Περί Ψυχής (De Anima), θα δούμε ότι εκεί γίνεται λόγος για δυνάμεις (φυτική, αισθητική, νοητική), όχι για «μέρη».
Άρα το να μιλάμε για μέρη είναι τρόπος λόγου απλουστευτικός, και ο ίδιος ο Αριστοτέλης το επισημαίνει στα Ἠθικά Νικομάχεια.


Λέει μάλιστα:
«Αυτά τα θέματα τα έχουμε ήδη πραγματευτεί στους εσωτερικούς λόγους (λόγοι ἐσωτερικοί), δηλαδή σε εκείνους που βρίσκονται έξω από το αυστηρά επιστημονικό πλαίσιο — στους πιο εκλαϊκευμένους λόγους, σε εκείνους που απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό, όπως στους δημοσιευμένους διαλόγους, στον Εύδημο και στον Προτρεπτικό, όπου δεν απαιτείται αυστηρή επιστημονικότητα». Για ό,τι αφορά την ηθική, δεν είναι αναγκαίο να γίνονται λεπτές ψυχολογικές αναλύσεις όπως στο Περί Ψυχής.
Για να καθορίσουμε ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου, αρκεί να μιλήσουμε σχηματικά για μέρη της ψυχής, γιατί καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός του ανθρώπου είναι η ενέργεια της λειτουργίας που του είναι ίδια — η λογικότητα. Και για να το ανακαλύψουμε αυτό, δεν χρειάζεται πολύπλοκη ψυχολογία, αλλά μια συνοπτική, εμπειρική ψυχολογία. Η φρόνηση, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Η φρόνηση δεν ασχολείται με τον σκοπό. Ο φρόνιμος (ὁ φρόνιμος) δεν διερωτάται ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου — το προϋποθέτει ήδη. Πρέπει ήδη να γνωρίζει τον σκοπό και, μάλιστα, να είναι προσανατολισμένος προς αυτόν.

Για να είναι κανείς φρόνιμος, πρέπει να είναι άνθρωπος ενάρετος, να έχει καλό χαρακτήρα. Όποιος δεν έχει καλό χαρακτήρα, δεν θα γίνει ποτέ φρόνιμος. Η φρόνηση δεν μαθαίνεται από βιβλία, ούτε με το ν’ ακούει κανείς μαθήματα, όπως μπορεί κανείς να μάθει την πρακτική φιλοσοφία ή τη φυσική. Πρέπει να γεννηθεί κανείς με καλό χαρακτήρα ή να τον αποκτήσει μέσω σωστής αγωγής, ή να τον δεχθεί μέσω της παιδευτικής δύναμης των νόμων. Όποιος ζει σε μια καλή πόλη (πόλις), με καλούς νόμους και καλή διακυβέρνηση, έχει σημαντικό πλεονέκτημα ως προς την αρετή, σε σύγκριση με εκείνον που δεν έχει λάβει αυτή την ωφέλιμη παιδεία των νόμων.

Αυτός είναι ο λόγος που εκθέτει ο Αριστοτέλης. Ο φρόνιμος, λοιπόν, δεν συζητά για τα αγαθά. Τι κάνει ο φρόνιμος; Ο φρόνιμος κάνει το πιο σημαντικό πράγμα: δεδομένου εκ των προτέρων ποιος είναι ο σκοπός, ποιο είναι το αγαθό, οφείλει να βρει τα μέσα που είναι τα πιο κατάλληλα για να το πραγματοποιήσει. Η φρόνηση, επομένως, αναφέρεται στα μέσα, όχι στον σκοπό. Αλλά, ας είμαστε σαφείς: στα μέσα που οδηγούν σε έναν καλό σκοπό, όχι απλώς σε οποιονδήποτε σκοπό. Γιατί, αν πρόκειται για οποιονδήποτε σκοπό, τότε δεν έχουμε φρόνηση, δεν έχουμε σοφία, αλλά μόνο πανουργία.

Όποιος, για παράδειγμα, ανακαλύπτει τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να διαπράξει έναν φόνο, δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει φρόνηση· μπορούμε να πούμε ότι είναι πολύ επιτήδειος, πολύ έξυπνος, ότι διαθέτει αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει δεινότης — δηλαδή ικανότητα, επιδεξιότητα, αλλά όχι ηθική αρετή.

Και από εδώ γεννήθηκαν μια σειρά από παρεξηγήσεις, ξεκινώντας από τον Καντ.
Ο Καντ περιφρονεί τη φρόνηση, την «προνοητικότητα» ή «φρονιμάδα» (στα γερμανικά Klugheit), γιατί την μπερδεύει με την επιδεξιότητα. Νομίζει ότι η φρόνηση είναι η απλή ικανότητα να βρίσκει κανείς αποτελεσματικά μέσα, δηλαδή η ικανότητα να επιτυγχάνει κανείς, να έχει επιτυχία, να είναι αποδοτικός. Και σωστά παρατηρεί πως αυτό δεν είναι αρετή, ότι δεν έχει καμία ηθική αξία — η απλή ικανότητα να πετυχαίνεις στόχους.


Όμως, αυτό δεν ήταν καθόλου το νόημα που έδινε ο Αριστοτέλης στη φρόνηση.
Ο φρόνιμος πρέπει να βρίσκει τα μέσα που ταιριάζουν σε έναν καλό σκοπό.
Και ποιον προβάλλει ο Αριστοτέλης ως πρότυπο του φρονίμου στο έκτο βιβλίο των Ἠθικῶν Νικομαχείων; Τον Περικλή — τον μεγάλο πολιτικό και ηγέτη της Αθήνας.


Αυτό δείχνει και τις δημοκρατικές συμπάθειες του Αριστοτέλη, αφού ο Περικλής ήταν αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος. Όπως και να ’χει, ένα είναι βέβαιο: ο Περικλής δεν ήταν φιλόσοφος με τη συνηθισμένη έννοια του όρου — δεν έγραφε φιλοσοφικά έργα, δεν συζητούσε θεωρητικά. Ίσως να είχε κάποιες συζητήσεις με τον φίλο του Αναξαγόρα,
αλλά δεν ήταν επαγγελματίας φιλόσοφος. Αντίθετα, ποιον παρουσιάζει ο Αριστοτέλης ως πρότυπο του φιλοσόφου της πράξης, του ηθικού φιλοσόφου; Στα Ἠθικά έργα του (Νικομάχεια, Ευδήμεια) το παράδειγμα αυτό επανέρχεται συχνά: ο Σωκράτης. Είναι αλήθεια πως ούτε ο Σωκράτης έγραψε ποτέ πραγματείες, όμως συζητούσε, διερευνούσε. Συζητούσε ποιος είναι ο σκοπός, σε τι συνίσταται η αρετή, τι είναι η ευδαιμονία, ποιο είναι το αγαθό. Όλα αυτά είναι φιλοσοφία πράξεως, πρακτική φιλοσοφία. Δηλαδή, ο Σωκράτης δεν τα θεωρούσε δεδομένα, δεν τα προϋπέθετε· βεβαίως, ήταν κι αυτός φρόνιμος, σοφός, αλλά η ιδιαίτερη λειτουργία του δεν ήταν η φρόνηση, ήταν η φιλοσοφία τής πράξεως.

Και ο Αριστοτέλης, παρ’ ότι διαφωνεί με τον Σωκράτη σε πολλά σημεία, τον αναγνωρίζει ως τον μεγάλο συνομιλητή του στα Ἠθικά, ως τον αυθεντικό του αντίπαλο και πρότυπο στη φιλοσοφία της πράξης. Για να μετρήσουμε, λοιπόν, τη διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία πράξεως και στη φρόνηση, αρκεί να σκεφτούμε τη διαφορά ποιότητας ανάμεσα σε δύο πρόσωπα όπως ο Σωκράτης και ο Περικλής. Αυτό το στοιχείο της συζήτησης των διαφόρων γνωμών, όπως το ασκούσε ο Σωκράτης, δεν το έχουμε συναντήσει ακόμα στο σημείο που βρισκόμαστε, αλλά προβάλλει καθαρά σε άλλα χωρία, παρμένα τόσο από τα Ἠθικά Νικομάχεια όσο και από τα Ἠθικά Ευδήμεια. Ίσως δεν προλάβουμε να διαβάσουμε εκείνα των Ευδημείων, αλλά μπορούμε να εξετάσουμε εκείνα των Νικομαχείων.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το χωρίο 1098b 9–12 του πρώτου βιβλίου των Ἠθικῶν Νικομαχείων. Εκεί ο Αριστοτέλης μιλά για την ευδαιμονία (εὐδαιμονία), το ύψιστο αγαθό, την ευτυχία. Λέει ότι πρέπει να ερευνήσουμε σχετικά με αυτήν όχι μόνο ξεκινώντας από τα συμπεράσματα και τις προκείμενες, δηλαδή όχι μόνο με αποδείξεις και συλλογισμούς — όροι που παραπέμπουν σαφώς στον συλλογισμό (συλλογισμός) και στις αποδείξεις (ἀποδείξεις) — αλλά και εκ των λεγομένων περὶ αὐτῆς (ἐκ τῶν λεγομένων περὶ αὐτῆς),
δηλαδή από όσα έχουν ειπωθεί γι’ αυτήν. Και τι είναι αυτά τα «λεγόμενα»; Είναι οι γνώμες των ανθρώπων, οι θεωρίες που έχουν ήδη διατυπωθεί, οι πιο διαδεδομένες αντιλήψεις. Πράγματι, στο πρώτο βιβλίο των Νικομαχείων, ο Αριστοτέλης συζητά τη θεωρία των τριών βίων (τρεῖς βίοι):

ο βίος ἀπολαυστικός, η ζωή αφιερωμένη στις ηδονές — της οποίας σύμβολο ήταν ο Σαρδανάπαλος·
ο βίος πολιτικός, η ζωή της πολιτικής δράσης και συμμετοχής στην εξουσία·
και ο βίος θεωρητικός, η ζωή της έρευνας, της μελέτης, της θεωρίας.

Ποιος από αυτούς τους βίους περιέχει την ευδαιμονία; Ας το εξετάσουμε, λέει ο Αριστοτέλης. Και αρχίζει να συζητά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα καθενός. Αυτό σημαίνει να ξεκινά από τα λεγόμενα (ἐκ τῶν λεγομένων), να λαμβάνει υπόψη τα ἔνδοξα, δηλαδή τις περισσότερο αποδεκτές και σεβαστές γνώμες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει και η σωστή.

Όταν, για παράδειγμα, λέει ότι είναι λάθος να ταυτίζουμε την ευδαιμονία με την ηδονή,
το κάνει όχι επειδή η ηδονή είναι ασήμαντη, αλλά επειδή, αν και η ηδονή πρέπει να υπάρχει, δεν είναι αυτή η ευδαιμονία, αλλά κάτι που τη συνοδεύει. Η ευδαιμονία, λέει, πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στη ζωή της πολιτικής δράσης και ακόμη περισσότερο στη θεωρητική ζωή. Να, λοιπόν, τι σημαίνει "να ξεκινά κανείς από τα λεγόμενα": σημαίνει να αρχίζει από τις γνώμες των ανθρώπων, να συζητά. Και αμέσως μετά έρχεται ένα χωρίο που ο Βίκο θα ονόμαζε «χρυσό τόπο» (locus aureus) — αν και το κείμενο είναι διαφθαρμένο και δύσκολο στη μετάφραση, το νόημά του όμως είναι απολύτως σαφές.


Το μέν γὰρ ἀληθεῖ πάντα συνᾴδει τὰ ὑπάρχοντα, το δὲ ψευδεῖ τὰ ἅπερ διαφωνεῖ ταῦτα ἐστίν. Στο αληθινό, ή με το αληθινό, όλα όσα υπάρχουν συμφωνούν· συνᾴδει κυριολεκτικά σημαίνει «τραγουδά μαζί», δηλαδή συμφωνεί. Άρα, όταν όλοι είναι μέσα στην αλήθεια, συμφωνούν. Αντίθετα, με το ψεύδος—τὰ δὲ ψευδεῖ—αμέσως υπάρχει διαφωνία (διαφωνία), ασυμφωνία. Τι σημαίνει αυτό το χωρίο; Ότι όταν πολλοί, διαφορετικοί άνθρωποι λένε όλοι την αλήθεια, δεν υπάρχει κίνδυνος να προκύψει μεταξύ τους αντίθεση. Όταν, αντιθέτως, υπάρχει αντίθεση, σημαίνει ότι κάποιος δεν λέει την αλήθεια.

Αυτή είναι η λογική που ακολουθείται πάντοτε στις δίκες, όταν πρέπει να ανασυγκροτηθεί—ας πούμε—πώς συνέβη ένα έγκλημα: οι διαφορετικές μαρτυρίες, όσο παραμένουν συμφωνούσες μεταξύ τους, είναι αξιόπιστες. Όταν αρχίζουν να αντιφάσκουν η μία με την άλλη, τότε υπάρχει το σημάδι ότι κάτι δεν ταιριάζει, κάτι δεν λειτουργεί, κάτι είναι ψευδές. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ομόνοια είναι σημείο του αληθινού, ενώ η διχόνοια σημείο του ψευδούς. Να, λοιπόν, η σημασία του να συζητούμε τις διάφορες γνώμες για να δούμε πού συμφωνούν και πού διαφωνούν. Και, συγχωρέστε με που προχωρώ ακόμη περισσότερο: το διαπορεῖν (diaporesai) είναι το συμφέρον ἀμφότερα (to sympheron amphotera). Αν, από τις διάφορες γνώμες, συνάγουμε συμπεράσματα που συμφωνούν με τις προκείμενες, αυτό είναι σημάδι ότι η εξεταζόμενη θέση μπορεί να είναι αληθής. Αντιθέτως, αν συνάγουμε συμπεράσματα που διαφωνούν, που «ηχούν κακά», δυσαρμονικά, τότε αυτό είναι σίγουρο σημάδι ότι εκείνη η θέση είναι ψευδής, σφαλερή.

Άλλα ίχνη αυτής της προσφυγής στις γνώμες τα βρίσκουμε στο κείμενο αριθ. 11, πασίγνωστο. Εδώ βρισκόμαστε στην αρχή του βιβλίου Ἠ (Ήτα)—συγγνώμη, του βιβλίου Ἠτα—κεφ. 1, 1145b. (Διαβάζω από το σημείωμα που έχω κάνει εγώ:)
δεῖ δ’ ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων, θέσαντας τὰ φαινόμενα καὶ πρῶτον διαπορήσαντας, οὕτως δεικνύναι, μάλιστα μὲν πάντα τὰ ἔνδοξα περὶ τούτων, εἰ δὲ μή, τὰ πλεῖστα καὶ κυριώτατα..
Λοιπόν, εδώ, στο έβδομο (σικ) βιβλίο, ο Αριστοτέλης μιλά για τις διάφορες παθήσεις (πάθη), και πρώτη που εξετάζει είναι η ἀκρασία (η ἀκολασία, ἀ continentia).
Και λέει ότι, και για αυτά τα ζητήματα, όπως και για τα άλλα για τα οποία μιλήσαμε, πρέπει—ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων—αφού τεθούν τα φαινόμενα (ta phainomena) και πρώτα διαπορηθούν (proton diaporesantas), κατόπιν να αποδειχθούν (deiknynai) κατά προτίμηση όλα τα ἔνδοξα σχετικά με αυτά· και, αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα και τα σημαντικότερα (ta pleista kai kuriōtata).

Τι είναι εδώ τα φαινόμενα (ta phainomena); Εδώ είναι ακριβώς οι γνώμες που εκφέρουν οι άνθρωποι για τις διάφορες παθήσεις και, εν προκειμένω, για την ἀκρασία. Ασφαλώς—κι εδώ είναι το χωρίο πάνω στο οποίο ο Owen έχτισε ολόκληρο το άρθρο του—η φράση thentes ta phainomena (ή tithentas ta phainomena) προέρχεται από εδώ. Άρα, πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να διακριβωθεί τι έχει ειπωθεί, τι «φαίνεται» στους ανθρώπους που στοχάστηκαν επ’ αυτών. Πρώτα, λοιπόν, diaporesantas—να αναπτυχθούν οι απορίες.
Να πάλι αυτό το ωραίο ρήμα που το συναντήσαμε στα Τοπικά, στη Φυσική, στη Μεταφυσική: το βρίσκουμε κι εδώ να δηλώνει τη μέθοδο της Ἠθικής. Είναι πάντοτε η ίδια λειτουργία: το διαπορεῖν, η ανάπτυξη των ἀποριῶν.

Τώρα, αφού διακριβωθούν τα φαινόμενα και αφού προηγουμένως τεθούν οι απορίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο (houtō), να γίνει το δεικνύναι—να αποδειχθεί.
Να πώς περνάμε από το diaporesai στο δεῖξαι:
είναι η ίδια η ανάπτυξη των ἀποριῶν που συνιστά μια απόδειξη—houtō deiknynai—
δηλαδή, να αποδειχθούν ιδίως όλα τα ἔνδοξα σχετικά με αυτά τα πάθη.


Τι είναι εδώ τα ἔνδοξα για την ἀκρασία; Σχεδόν όλοι οι συνετοί και έντιμοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ἀκρασία είναι κακία, κάτι προς αποφυγήν. Αυτό, στην προκειμένη, είναι το ἔνδοξον: ό,τι κοινώς ονομάζουμε «καλοί αρχές»—όταν λέμε «άνθρωπος καλών αρχών», άνθρωπος της προκοπής. Όλοι οι κόσμιοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ἀκρασία είναι ελάττωμα. Επομένως, πρώτα πρέπει να διακριβώσουμε τι σκέπτεται ο κόσμος. Ύστερα να συζητήσουμε τις ἀπορίες (diaporesai), και με αυτόν τον τρόπο να επιχειρήσουμε να αποδείξουμε, αν είναι δυνατόν, όλα τα ἔνδοξα γι’ αυτά (πάντα τὰ ἔνδοξα περὶ τούτων)· κι αν όχι, τότε τουλάχιστον τα περισσότερα και τα σημαντικότερα (ta pleista kai kuriōtata).

Διότι, εάν λυθούν, όπως στη Μεταφυσική και στη Φυσική—οι δυσχέρειες (ta dyschere), και παραμείνουν σώα τα ἔνδοξα— τα ἔνδοξα δὲ δεδειγμένων ἂν εἴη ἱκανῶς —τότε θα έχει αποδειχθεί επαρκώς (hikanōs). Άρα, το να συζητούνται οι γνώμες, το διαπορεῖν προσπαθώντας να σωθούν τα ἔνδοξα— αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα ή τα σημαντικότερα— είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος· γιατί στην ἠθική—προσέξτε—ο Αριστοτέλης δεν αγαπά τα παράδοξα· και μάλιστα ακόμη λιγότερο στην ἠθική. Στην ἠθική είναι επικίνδυνο να υιοθετεί κανείς παραδοξολογικές θέσεις. Γιατί; Διότι η ἠθική, όπως λέει η λέξη, θεμελιώνεται στο ἦθος—στους νόμους, στα έθη της πόλεως.

Επομένως, στην ἠθική δεν είναι ο τόπος για να πηγαίνει κανείς κόντρα στο ρεύμα,
να μη συμμορφώνεται· στην ἠθική πρέπει να υπακούμε στους νόμους, να ακολουθούμε τις παραδόσεις, να εναρμονιζόμαστε με τα ήθη. Αν δεν υπάρχει ἦθος, οι θεωρίες δεν ωφελούν, οι συζητήσεις δεν ωφελούν, η ηθικότητα δεν πραγματοποιείται. Αυτό είναι το ελληνικό σημείο που, φυσικά, θα αρέσει πολύ στον Χέγκελ, γιατί αυτό είναι ο θρίαμβος της ἠθικότητας (Sittlichkeit) έναντι της αφηρημένης ηθικότητας· ενώ είναι σαφές ότι μια τέτοια θέση δεν μπορεί να αρέσει στον Καντ, ο οποίος αντιθέτως υπερασπίζεται την ηθικότητα του καθήκοντος, ανεξάρτητα από παραδόσεις, ήθη, εξωτερικούς νόμους κτλ.

Εμείς δεν ασχολούμαστε εδώ με όλα αυτά τα περιεχολογικά της ἠθικής· μας απασχολεί μόνο το επιστημολογικό καθεστώς, το οποίο, και πάλι, είναι εκείνο ακριβώς της διαλεκτικής. Κάποιος θα μπορούσε να πει: «Καλά, έτσι δεν φθάνουμε ποτέ σε αναντίρρητες αποδείξεις, σε βεβαιότητες απόλυτες». Σας παραπέμπω σε χωρία από τα Ἠθικά Εὐδήμεια—ένα μόνο—απ’ όπου προκύπτει ότι αυτό είναι δυνατόν: δηλαδή το νούμερο δώδεκα (no. 12), το χωρίο του πρώτου βιβλίου των Ἠθικῶν Εὐδημείων. (Αν μιλούμε λατινιστί, να λέμε Eudemia· στα ιταλικά Eudemia ή Eudemea, όπως λέμε Nicomachea, θα έπρεπε να λέμε Eudemea.)

Λοιπόν, γιατί—και αυτό είναι και πολύ λογικό—θα ήταν περιττό να καθίσουμε να συζητήσουμε όλες ανεξαιρέτως τις γνώμες που έχουν κάποιοι σχετικά με αυτό (ο Αριστοτέλης μιλά ακόμη για την ευδαιμονία). Είναι περιττό, δηλαδή όχι αναγκαίο, να συζητάμε κάθε γνώμη, διότι, αν τις λάβουμε όλες υπόψη, ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλές που φαίνονται και στα παιδιά, και στους άρρωστους — δηλαδή σε όσους παραλογίζονται, δεν σκέφτονται σωστά. Για τέτοιες γνώμες, κανείς άνθρωπος που έχει λίγο νοῦν, λίγη λογική, δεν θα καθόταν να συζητήσει. Είναι άχρηστο λοιπόν να κάνουμε διαπόρεσιν (diaporein) πάνω σε όλες τις γνώμες, ακόμη και στις γνώμες των παιδιών, των ασθενών, των τρελών.

Οι τελευταίοι — λέει ο Αριστοτέλης — έχουν ανάγκη όχι από λόγους, όχι από διαλόγους ή αποδείξεις, αλλά τα μεν παιδιά έχουν ανάγκη του χρόνου, δηλαδή να μεγαλώσουν,
οι δε άρρωστοι έχουν ανάγκη από ἰατρικὴν κόλασιν — από θεραπευτική διόρθωση,
και άλλοι από πολιτικὴν κόλασιν — δηλαδή από διόρθωση μέσω των νόμων, μέσω της πόλεως, που θα τους «φέρει στα συγκαλά τους».


Πράγματι, η θεραπεία, η φαρμακεία, το «φάρμακο» των σωματικών ή ηθικών πληγών,
δεν είναι η μικρότερη από τις μορφές διόρθωσης. Ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει λοιπόν διάφορους τρόπους να επαναφέρει κανείς κάποιον στη λογική — όχι μόνο τη διαλεκτική. Και με τον ίδιο τρόπο, λέει, δεν είναι αναγκαίο να συζητούμε ούτε τις γνώμες των πολλών (οι πολλοί). Εδώ το οι πολλοί χρησιμοποιείται υποτιμητικά, δεν σημαίνει τον «λαό» ή το κοινό φρόνημα που εκφράζεται από τις παραδόσεις, τους μύθους, τη γλώσσα, αλλά την πνευματικά ακαλλιέργητη μάζα, εκείνους που δεν καταλαβαίνουν τίποτε.


Δεν σας διαβάζω όλο το χωρίο, αλλά έρχομαι στο τέλος, εκεί που έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Εκεί ο Αριστοτέλης λέει ότι πρέπει να ἐξετάζουμε (exetazein), να ερευνούμε,
μόνον τις γνώμες των σοφών (tautas kalōs ekeitas doxas exetazein). Να, πάλι, το ρήμα exetazein — να ερευνά, να ανακρίνει· η διαλεκτική, όπως θυμόμαστε, στον πρώτο βιβλίο των Τοπικών, χαρακτηρίζεται ἐξεταστική (exetastikē). Και ιδού το σημείο που έχει ιδιαίτερη σημασία:

οἱ γὰρ τῶν ἀμφισβητούντων ἔλεγχοι τῶν ἐναντιουμένων αὐτοῖς λόγων ἀποδείξεις εἰσίν.

Δηλαδή: οι ἔλεγχοι — οι αντιρρήσεις, οι διαψεύσεις των αντιπάλων — είναι ἀποδείξεις των λόγων που αντιτίθενται σε εκείνους. Με άλλα λόγια, η διάψευση μιας γνώμης είναι η απόδειξη της αντίθετης γνώμης. Είναι ακριβώς το ίδιο που είχε πει ο Αριστοτέλης και στο χωρίο του Δεκάτου κεφαλαίου, το οποίο έχουμε ήδη δει: εκεί όπου έλεγε οἱ γὰρ τῶν ἐναντίων ἀποδείξεις ἀπορίαι τῶν ἐναντίων εἰσίν. Εκεί μιλούσε για ἀποδείξεις και ἀπορίες, εδώ μιλά για ἐλέγχους και ἀποδείξεις, αλλά η ιδέα είναι η ίδια.

Όταν δηλαδή βρισκόμαστε μπροστά σε δύο αντιτιθέμενες γνώμες, πραγματικά αντίθετες, όχι απλώς αντικρουόμενες, αλλά αντικειμενικά αντιφατικές, τότε η διάψευση της μιας είναι ισοδύναμη με την απόδειξη της άλλης. Και αυτό ακριβώς είναι το έργο της πρακτικής φιλοσοφίας: να ελέγχει, να εξετάζει, να διερευνά, να υποβάλλει σε δοκιμή (exetazein, elenchein).

Συμπέρασμα:
Η μέθοδος της πρακτικής φιλοσοφίας είναι, και πάλι, η διαλεκτική, πάντοτε όμως στην επιστημονική της χρήση, και ειδικότερα στην πρώτη της μορφή, αυτήν που προηγουμένως ονομάσαμε «γράμμα 3α», δηλαδή το δι᾽ ἀπορήσεων καὶ ἐξ ἀμφοτέρων — μέσω αποριών και με εξέταση των αντιθέτων, διότι μόνον έτσι φτάνει κανείς να διακρίνει το αληθές από το ψευδές.

Τώρα, φυσικά, για να ενισχύσω αυτή τη θέση, θα έπρεπε να παρουσιάσω πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις: να δείξω πώς όλες οι κύριες διδασκαλίες που εκθέτει ο Αριστοτέλης στην Ἠθική και την Πολιτική έχουν επιτευχθεί μέσω τέτοιων διαλεκτικών διαδικασιών. Αυτό, όμως, θα ήταν έργο τεράστιο, και σας παρακαλώ να με απαλλάξετε. Αλλά νομίζω ότι τα κείμενα που είδαμε είναι ήδη ρητά και σαφή. Όσα εξετάσαμε δείχνουν ξεκάθαρα ότι έχουμε ένα γνωστικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο των μαθηματικών, διαφορετικό από εκείνο της ρητορικής, παρόμοιο με εκείνο της φυσικής και της μεταφυσικής, και, εντέλει, αναγώγιμο στη διαλεκτική.

Και πιστεύω πως, αν αυτό το στοιχείο λαμβανόταν υπόψη από τους σύγχρονους υπερασπιστές της πρακτικής φιλοσοφίας, θα προσέφερε πολλή διαύγεια στη σημερινή φιλοσοφική συζήτηση. Δηλαδή, νομίζω ότι, αντί να επιμένουμε στην άγονη αντιπαράθεση μεταξύ «ισχυρής» και «ασθενούς» σκέψης, θα ήταν πολύ πιο γόνιμο να εξετάσουμε μια μορφή λογικότητας όπως αυτή που προσφέρει η αρχαία διαλεκτική, μια λογικότητα αρκετά εύκαμπτη και ευπροσάρμοστη ώστε να προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες καταστάσεις, αλλά χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη λογική επιχειρηματολογία, και —σε ορισμένες περιπτώσεις— χωρίς να παραιτείται ούτε καν από την απόδειξη, από την απόδειξη με την αυστηρή έννοια.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Οι μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4α

Συνέχεια από: Tετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025


Οι μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη 4α
Του Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=3G9ESeofQN0


 Η μέθοδος τής ηθικής, δηλ.τής πρακτικής φιλοσοφίας

Το θέμα αυτής της βραδιάς είναι η μέθοδος της ηθικής, δηλαδή, θα μπορούσαμε να πούμε, της πρακτικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα σε όλα τα θέματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτόν τον κύκλο, είναι ίσως το πιο επίκαιρο, εξαιτίας του νέου ενδιαφέροντος που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη στη σύγχρονη ευρωπαϊκή σκέψη των τελευταίων δεκαετιών, κυρίως τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρουσιάστηκε ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο, που οι επικριτές του ονόμασαν «αποκατάσταση της πρακτικής φιλοσοφίας», ενώ οι υποστηρικτές του προτιμούν να μιλούν για «αναγέννηση της πρακτικής φιλοσοφίας»· και ότι, μέσα σε αυτό το φαινόμενο, ένα πολύ σημαντικό ρεύμα συγγραφέων, ιδιαίτερα Γερμανών, στράφηκε ρητά προς την πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη.

Γιατί συνέβη αυτό; Διότι, απέναντι σε μια ορισμένη τάση της σύγχρονης σκέψης να διαχωρίζει αυστηρά τον χώρο της γνώσης από τον χώρο της πράξης, απέναντι στην τάση να θεωρεί τη γνώση ως ουδέτερη έναντι των ηθικών και πολιτικών ζητημάτων, έγινε αισθητή η ανάγκη για μια διαφορετική στάση, στην οποία η γνώση –και ειδικότερα η φιλοσοφική γνώση– θα ανακτούσε τη λειτουργία της να καθοδηγεί την πράξη, να παρέχει, δηλαδή, κατευθύνσεις και, αν χρειάζεται, ακόμη και προδιαγραφές σχετικά με τη λύση των ηθικών και πολιτικών προβλημάτων, όπως ακριβώς συνέβαινε στην κλασική σκέψη, ειδικά στη σκέψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Στον Πλάτωνα, μάλιστα, είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς το θεωρητικό από το πρακτικό στοιχείο της φιλοσοφίας· και στον Αριστοτέλη, παρά τη διάκριση, αναγνωρίζεται επίσης στην πρακτική φιλοσοφία αυτός ο καθοδηγητικός, κανονιστικός, αξιολογικός χαρακτήρας, εξαιτίας του οποίου δεν αποτελεί απλώς ουδέτερη ή μη αξιολογική γνώση, όπως είναι οι κοινωνικές επιστήμες σύμφωνα με τη σύλληψη του Μαξ Βέμπερ, αλλά αντίθετα είναι μια γνώση ικανή να προσφέρει αξιολογήσεις και, επομένως, να καθοδηγεί την πράξη. Πρέπει, επιπλέον, να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η επιστροφή στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη πραγματοποιήθηκε κυρίως από συγγραφείς που τοποθετούνταν σε μια κριτική στάση απέναντι στη γνώση και τη λογική της επιστήμης. Δηλαδή, ο μεγάλος «κατηγορούμενος», θα λέγαμε, σε αυτή τη διαδικασία ήταν ακριβώς η επιστημονική λογικότητα, η οποία θεωρούνταν ως το εμβληματικό παράδειγμα της μη αξιολογικής στάσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους κύριους υποστηρικτές της επιστροφής στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη ήταν ο Γκάνταμερ. Όπως θυμόμουν ήδη από την πρώτη συνάντηση, ο Γκάνταμερ, στο γνωστότερο και σημαντικότερο έργο του, «Αλήθεια και Μέθοδος» (Wahrheit und Methode), του οποίου η πρώτη έκδοση είναι του 1960, υποδείκνυε στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη το πρότυπο της ερμηνευτικής του. Φυσικά, ο Γκάνταμερ, και κατόπιν αρκετοί άλλοι μελετητές, όπως ο μαθητής του Rüdiger Bubner, αλλά και άλλοι, όπως ο Ritter, ο Hans-Georg Behrens κ.ά., είδαν ή πίστεψαν ότι είδαν στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη ένα είδος γνώσης διαφορετικό από την επιστήμη με τη στενή έννοια του όρου.

Δηλαδή, μια λογικότητα διαφορετική από την επιστημονική, που ωστόσο δεν έπαυε γι’ αυτό να είναι λογικότητα. Είδαν, εν ολίγοις, στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη ένα μοντέλο, μια μορφή ορθολογικότητας ιδιαίτερη, αυτόνομη, διαφορετική από όλες τις άλλες. Όπως είναι εύκολο να φανταστεί κανείς, στην εκτίμηση αυτών των συγγραφέων –ιδίως του Γκάνταμερ και του Bubner– αυτή η λογικότητα, που ανήκει στην πρακτική φιλοσοφία, τείνει να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά πολύ πιο ευέλικτα, λιγότερο αυστηρά, λιγότερο αντικειμενικά και μάλλον υποκειμενικά, υπό την έννοια ότι πρόκειται για μια λογικότητα ικανή να εμπλέκει το υποκείμενο, λαμβάνοντας υπόψη την συγκεκριμένη, ιστορική, υπαρξιακή κατάσταση μέσα στην οποία αυτό βρίσκεται, καθώς και το ήθος του, δηλαδή τον ηθικό του χαρακτήρα, τη διαμόρφωσή του.

Μια γνώση που καταλήγει να παρουσιάζει σχεδόν τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνη την αρετή που ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε χαρακτηρίσει ως την κυριότερη από τις αρετές που ασχολούνται με την πράξη, δηλαδή τη Φρόνηση (Phronesis). Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς, πράγματι, στο Αλήθεια και Μέθοδος του Γκάνταμερ, την τάση να ταυτίζει αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε «πρακτική φιλοσοφία» με την αρετή της φρόνησης, της πρακτικής σοφίας, της σύνεσης. Και η πρακτική φιλοσοφία, όπως και η φρόνηση, εμπλέκει το υποκείμενο, με την έννοια ότι, για να μελετηθεί, προϋποθέτει ήδη μια ορισμένη ικανότητα αυτοκυριαρχίας, ελέγχου των παθών, απαιτεί εμπειρία, δηλαδή γνώση των καταστάσεων της ζωής· δεν αξιώνει την ίδια αυστηρότητα και ακρίβεια που χαρακτηρίζει τα μαθηματικά· ασκεί λειτουργία καθοδηγητική, προσανατολιστική, διευθυντική απέναντι στη δράση· δηλαδή είναι κάτι διαφορετικό, ουσιωδώς διαφορετικό από την επιστήμη (ἐπιστήμη), κι ενώ εξακολουθεί να αποτελεί λόγο ορθολογικό, περισσότερο παρά γνώση, είναι μια αρετή, μια τελειότητα (ἀρετή) με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου.

Έλεγα ότι αυτή η ταύτιση πραγματοποιείται κυρίως από τον Γκάνταμερ στο Αλήθεια και Μέθοδος. Σε άλλα, μεταγενέστερα γραπτά του, για παράδειγμα σε ένα άρθρο για την πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, το οποίο περιλήφθηκε αργότερα από τον Ρίντελ στη γνωστή συλλογή «Rehabilitierung der Praktischen Philosophie» (Αποκατάσταση της πρακτικής φιλοσοφίας) – που έδωσε και το όνομα σε αυτό το κίνημα, αυτή την αναγέννηση της πρακτικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη – στο κείμενο αυτό, που είναι μεταγενέστερο του Αλήθεια και Μέθοδος (είναι του 1972), ο Γκάνταμερ διόρθωσε την εντύπωση ότι είχε ταυτίσει την πρακτική φιλοσοφία με τη φρόνηση. Ωστόσο, η διόρθωση αυτή δεν εμπόδισε τον μαθητή του, τον Bubner, να συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση. Αν, πράγματι, διαβάσει κανείς εκείνο το έργο του Bubner, το ωραίο εκείνο βιβλίο που έχει μεταφραστεί και στα ιταλικά, με τίτλο «Λογική, Γλώσσα και Πράξη» (αν δεν απατώμαι, από τις εκδόσεις Il Mulino) – ναι, αυτό είναι –, θα δει ότι εκεί ο Bubner εξακολουθεί να μιλάει για πρακτική φιλοσοφία και φρόνηση σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα.

Τώρα, καταλαβαίνουμε ότι από την άποψη της ερμηνευτικής αυτή η ταύτιση έχει έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο: έχει, θα έλεγα, τον ρόλο να αποδυναμώνει, να χαλαρώνει, από την άποψη του επιστημολογικού καθεστώτος, την πρακτική φιλοσοφία, και έτσι να της αφαιρεί τον χαρακτήρα της πραγματικής γνώσης, για να την αναγάγει σε μια μορφή κατανόησης, ερμηνείας, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και διόρασης (intuizione), της οποίας το πρότυπο παραμένει πάντα η αισθητική διαίσθηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ερμηνευτική γεννήθηκε ακριβώς στο πεδίο της ερμηνείας του έργου τέχνης, η οποία απαιτεί ικανότητα διείσδυσης, και επομένως μια διαισθητική ικανότητα που δεν μπορεί να αναχθεί στα πρότυπα της καθαρά επιχειρηματολογικής γνώσης.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι αξίζει να επιστρέψουμε και να εξετάσουμε εκ νέου τα κείμενα στα οποία ο Αριστοτέλης παρουσιάζει αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το επιστημολογικό καθεστώς της πρακτικής φιλοσοφίας, για να διαπιστώσουμε σε ποιο βαθμό αυτή η ερμηνεία του Γκάνταμερ, του Bubner και άλλων σύγχρονων μελετητών είναι ορθή ή θεμιτή. Και δηλώνω εξαρχής ότι ως προς αυτό τρέφω ορισμένες αμφιβολίες, δηλαδή έχω την εντύπωση ότι στα κείμενα του Αριστοτέλη μπορεί κανείς να διακρίνει σαφώς μια διάκριση ανάμεσα στην πρακτική φιλοσοφία και τη φρόνηση, διάκριση που επιτρέπει στην πρακτική φιλοσοφία να διαθέτει ένα μεθοδολογικό καθεστώς διαφορετικό και ισχυρότερο από εκείνο της φρόνησης. Ένα καθεστώς ισχυρότερο, που ωστόσο δεν είναι ασφαλώς εκείνο των μαθηματικών, δηλαδή της αποδεικτικής, της καθαρής και απλής απόδειξης — και σ’ αυτό, αναμφίβολα, ο Γκάνταμερ είχε δίκιο —, αλλά ένα καθεστώς που, κατά τη γνώμη μου, μοιάζει πολύ, ίσως μάλιστα ταυτίζεται, με εκείνο που είδαμε ότι ανήκει στη φυσική και στη μεταφυσική, δηλαδή με μια μεθοδολογία διαπορητική και, ακόμη περισσότερο, διαλεκτική.

Επομένως, αν από τη μια πλευρά είναι απολύτως δικαιολογημένο να μιλάμε για αυτονομία και ιδιαιτερότητα της πρακτικής φιλοσοφίας, ακόμη και από μεθοδολογική άποψη, σε σχέση με εκείνη που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε θεωρητική φιλοσοφία, δηλαδή καθαρά γνωσιολογική, από την άλλη πλευρά αυτή η διατύπωση πρέπει να περιοριστεί μόνο σε εκείνη τη μορφή θεωρητικής φιλοσοφίας με την ισχυρή έννοια του όρου, που για τον Αριστοτέλη ήταν η αποδεικτική (apodittiké) ή τα μαθηματικά· ενώ όσον αφορά τη φυσική ή τη μεταφυσική, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι διαφορές είναι τόσο μεγάλες· ή μάλλον, υπάρχουν διαφορές που απορρέουν —όπως είναι διαισθητικά κατανοητό— από τον πρακτικό σκοπό που χαρακτηρίζει την πρακτική φιλοσοφία και ο οποίος δεν είναι απλώς η γνώση της αλήθειας, αλλά και η καθοδήγηση της πράξης, και γι’ αυτό διακρίνεται από τον καθαρά θεωρητικό, καθαρά γνωσιολογικό σκοπό που χαρακτηρίζει τη φυσική και τη μεταφυσική.

Αφού ειπωθούν αυτά, είναι απαραίτητο, όπως πάντα, να προστρέξουμε στα κείμενα, με φροντίδα να προσδιορίσουμε με σαφήνεια ποια είναι τα κείμενα που ενδιαφέρουν τη συζήτηση αυτή, δηλαδή εκείνα που αφορούν το καθεστώς της πρακτικής φιλοσοφίας. Γιατί το λέω αυτό; Διότι το κείμενο στο οποίο ο νους στρέφεται αυθόρμητα σε αυτή την περίπτωση είναι συνήθως το Έκτο Βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων», εκείνο το Έκτο Βιβλίο που είναι ήδη θαυμάσιο από μόνο του, αλλά που έχει γίνει πλέον περίφημο ακριβώς χάρη στον Γκάνταμερ, ο οποίος, όπως πιστεύω, έχει δώσει αμέτρητα σεμινάρια —και μάλιστα και εδώ, επανειλημμένως— ακριβώς πάνω στο Έκτο Βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων».

Πρέπει όμως να προσέξουμε: αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στο Έκτο Βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων» είναι οι διανοητικές αρετές γενικά, και ανάμεσά τους κυρίως η φρόνηση (phronesis). Επομένως, από το Έκτο Βιβλίο μπορούν να εξαχθούν χρήσιμες, ακόμη και θεμελιώδεις ενδείξεις, αλλά σχετικά με τη φρόνηση, όχι με την πρακτική φιλοσοφία. Στο Έκτο Βιβλίο ο Αριστοτέλης δεν μιλά για την πρακτική φιλοσοφία.

Ενδείξεις για την πρακτική φιλοσοφία βρίσκονται μόνο στα χωρία όπου ο Αριστοτέλης κάνει ρητή χρήση εκφράσεων όπως πρακτική φιλοσοφία, πρακτική επιστήμη, πολιτική επιστήμη, ή ακόμη ισοδύναμων εκφράσεων όπως μέθοδος (που σημαίνει «επιστημονική πραγματεία»), pragmateia (που έχει την ίδια αξία με το μέθοδος), logoi (οι λόγοι, δηλαδή οι συλλογισμοί που ο ίδιος αναπτύσσει)· καθώς και σε όλα τα χωρία στα οποία, θα λέγαμε, ο ίδιος σχολιάζει τον δικό του λόγο, τη δική του πορεία σκέψης εκείνη τη στιγμή. Και ο λόγος που αναπτύσσει εκείνος είναι αυτός που αποτελείται από τα έργα του, δηλαδή τα «Ηθικά Νικομάχεια», τα «Ηθικά Ευδήμεια» και την «Πολιτική» — έργα πρακτικής φιλοσοφίας και όχι εκφράσεις της φρόνησης ή της σοφίας.

Άλλο πράγμα είναι να είναι κανείς φρόνιμος, να είναι phronimos στην πρακτική ζωή και να συμπεριφέρεται με φρόνηση· και άλλο πράγμα είναι να συγγράφει πραγματείες πάνω στη φρόνηση και στην πρακτική φιλοσοφία. Η πρώτη στάση είναι έκφραση της phronesis, η δεύτερη όμως της πρακτικής φιλοσοφίας.

Το πρώτο και πιο γνωστό κείμενο, φυσικά, στο οποίο στρέφεται η σκέψη σε αυτή την περίπτωση είναι η αρχή των «Ηθικών Νικομαχείων», όπου ο Αριστοτέλης, αφού πει ότι κάθε ανθρώπινη πράξη και επομένως κάθε τέχνη, κάθε επιστήμη έχει έναν σκοπό, ότι πάντα στοχεύει σε κάποιο τέλος, προσθέτει ότι η επιστήμη που μελετά το ύψιστο από αυτά τα τέλη είναι η πολιτική επιστήμη — πολιτική όχι με την έννοια ότι διακρίνεται από την ηθική, αλλά με την έννοια ότι περιλαμβάνει και την ηθική· διότι, λέει ο Αριστοτέλης, το αγαθό του συνόλου, δηλαδή το αγαθό της πόλης (πόλις), περιλαμβάνει μέσα του, ως μέρος του, το αγαθό του ατόμου, και επομένως η πολιτική περιλαμβάνει μέσα της την ηθική.

Σε ένα ορισμένο σημείο, λοιπόν, περνά να εξηγήσει τη μέθοδο αυτής της επιστήμης που ονομάζεται πολιτική.
Και αυτό συμβαίνει στο Πρώτο Βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων», στο κείμενο αριθμός 10 που έχω αναφέρει στα φωτοαντίγραφα, δηλαδή στη σελίδα 1094b10 και εξής. Εκεί, ο Αριστοτέλης λέει: «Η μέθοδος —και εδώ η λέξη “μέθοδος” σημαίνει η πραγματεία που εκπονούμε— ακολουθεί αυτές τις αρχές, αυτές τις υποδείξεις, καθώς πρόκειται για μια πολιτική πραγματεία (πολιτικῆ τίς οὖσα)». Και συνεχίζει: «Θα ήταν αρκετό αν ξεκαθάριζε κανείς σύμφωνα με το αντικείμενο». Δηλαδή, το σημαντικό, όταν θέλουμε να εξηγήσουμε τη μέθοδο μιας ορισμένης πραγματείας, είναι να το κάνουμε λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αντικειμένου.

Με άλλα λόγια, είναι η ύλη, νοούμενη εδώ ως το αντικείμενο της έρευνας, που υπαγορεύει τη μέθοδο.Η μέθοδος πρέπει να προσαρμόζεται στο αντικείμενο· είναι η ύλη, δηλαδή το περιεχόμενο, που επιβάλλει τους κανόνες που πρέπει να ακολουθηθούν.
Να, λοιπόν, η πρώτη ένδειξη.


Η ακρίβεια (akribeia), πράγματι, η αυστηρότητα, δεν πρέπει να αναζητείται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους λόγους. Υπάρχουν, επομένως, διάφοροι βαθμοί ή τύποι αυστηρότητας, ανάλογα με τον λόγο που εκφέρεται και με το αντικείμενο στο οποίο αυτός αναφέρεται.
Θα θυμάστε ότι αυτή η αναφορά στην akribeia, στην ακρίβεια, εμφανίζεται ήδη στο τέλος του μικρού Άλφα της Μεταφυσικής, εκεί όπου γίνεται λόγος για τη μέθοδο της φυσικής.

Σε εκείνη την περίπτωση, ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η φυσική δεν μπορεί να έχει τον ίδιο βαθμό αυστηρότητας με τα μαθηματικά.Εδώ ετοιμάζεται να πει το ίδιο πράγμα σχετικά με την πρακτική φιλοσοφία. Να, λοιπόν, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δομική αναλογία ανάμεσα στην πρακτική φιλοσοφία και τη φυσική.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να αναζητούμε την ίδια ακρίβεια σε όλους τους λόγους, ούτε και στα προϊόντα της ανθρώπινης τέχνης (demiourgêmata).
Και γιατί; Το εξηγεί αμέσως:
 Τὰ δὲ καλὰ καὶ τὰ δίκαια, περὶ ἧς ἡ πολιτικὴ σκοπεῖται, τοσαύτην ἔχει διαφορὰν καὶ πλάνην, ὥστε δοκεῖν νόμῳ μόνον εἶναι, φύσει δὲ μη. Δηλαδή: «Τα καλά και τα δίκαια, γύρω από τα οποία ερευνά η πολιτική, παρουσιάζουν τόσες διαφορές και τόσες μεταβολές, ώστε φαίνονται να υπάρχουν μόνο κατά νόμον και όχι κατά φύσιν».
Τα kalá, δηλαδή τα «ωραία» ή «ευγενή» έργα, και τα dikaia, δηλαδή τα «δίκαια» ή «δίκαιες πράξεις», γύρω από τα οποία περιστρέφεται η πολιτική, παρουσιάζουν, λέει, τόσο μεγάλη ποικιλία (diaphoran) και αστάθεια (planen), ώστε φαίνονται να υπάρχουν μόνο σύμφωνα με τον νόμο, και όχι από τη φύση.

Η λέξη planê σημαίνει κυριολεκτικά περιπλάνηση, απόκλιση, μεταβολή — από εκεί προέρχεται και η λέξη πλανήται, οι «πλανήτες», τα «περιπλανώμενα άστρα», των οποίων η κίνηση είναι ακανόνιστη. Θα μπορούσαμε, επομένως, να αποδώσουμε το planê και ως ανομοιομορφία ή μεταβλητότητα. Έτσι, οι δίκαιες και ευγενείς πράξεις παρουσιάζουν τόσες διαφορές και τόσες μεταβολές, ώστε να φαίνονται ότι υπάρχουν μόνο κατά σύμβαση (νόμω) και όχι από τη φύση (φύσει). Δηλαδή, φαίνονται σχεδόν συμβατικές, αποτέλεσμα συμφωνίας, ενώ το «κατά φύσιν» σημαίνει από μόνο τους, αντικειμενικά.

Και όμως, λέει ο Αριστοτέλης, οι αξίες όπως το καλό και το δίκαιο παρουσιάζουν τόσο μεγάλη ποικιλία και μεταβλητότητα, ώστε δίνουν την εντύπωση πως υπάρχουν περισσότερο κατά νόμον παρά κατά φύσιν.
Προσοχή, δεν σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι είναι πράγματι κατά νόμον·
κατά τον Αριστοτέλη είναι κατά φύσιν, αλλά παρουσιάζουν τόσες διαφορές και τόσες μεταβολές, ώστε μπορεί κανείς να αμφιβάλλει αν είναι πράγματι κατά φύσιν.


Και προσθέτει: Τοιαύτην δέ τινα πλάνην ἔχει καὶ τὰ ἀγαθά, δηλαδή,
μια τέτοια μεταβλητότητα και ποικιλία παρουσιάζουν επίσης και τα αγαθά, τα agatha,
διότι σε πολλούς προκαλούν βλάβες (dia to pollois symbainein blabas ap’autôn),
εξαιτίας του γεγονότος ότι σε πολλούς προκύπτουν ζημιές εξαιτίας τους.

Δηλαδή, υπάρχουν αγαθά από τα οποία μπορεί να προκύψει και βλάβη, για πολύ κόσμο. Αυτό αποδεικνύει πόσο ταλαντευόμενη είναι η ίδια η έννοια του αγαθούΚαὶ γὰρ τινὲς ἀπώλοντο διὰ πλοῦτον, ἕτεροι δὲ δι’ ἀνδρείαν. Πράγματι, ορισμένοι χάθηκαν, αφανίστηκαν εξαιτίας του πλούτου, άλλοι εξαιτίας της ανδρείας.

Τώρα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πλούτος και η ανδρεία καθαυτά είναι αγαθά (agatha). Ωστόσο, είναι αγαθά που μπορούν επίσης να οδηγήσουν πολλούς στην απώλεια. Αυτό δείχνει τη συνθετότητα που είναι σύμφυτη στα αγαθά.

Ἀγαπητὸν οὖν περὶ τοιούτων, καὶ ἐκ τοιούτων λέγοντας, παχύλως καὶ τύπῳ τ’ ἀληθὲς ἐνδείκνυσθαι. Είναι λοιπόν επιθυμητό, agapetón, γύρω από τέτοια πράγματα —δηλαδή γύρω από τα δίκαια, τα καλά/ωραία και τα αγαθά— και μιλώντας ξεκινώντας από αυτά, να δεικνύεται η αλήθεια, τ’ ἀληθὲς ἐνδείκνυσθαι, χοντρικά (pachýlōs) και κατά το περίγραμμα (týpō).
Άρα, υπάρχει επίδειξη/απόδειξη (λέγεται t’alēthès endeiknysthai): πρέπει να δείχνουμε το αληθές σχετικά με τέτοια πράγματα· δηλαδή υπάρχει μια αλήθεια που αφορά τα καλά/ωραία, τα δίκαια, τα αγαθά. Υπάρχει λοιπόν πρακτική αλήθεια — κάτι που μεγάλο μέρος της φιλοσοφίας, μέχρι πρόσφατα, για παράδειγμα το σύνολο σχεδόν της αναλυτικής φιλοσοφίας, αρνείται: αρνείται ότι μπορεί να γίνει λόγος για αλήθεια σε σχέση με τις αξίες. Ένας μεγάλος Ιταλός αναλυτικός φιλόσοφος, ο Uberto Scarpelli, έγραψε πριν από λίγα χρόνια ένα βιβλίο με τίτλο Ηθική χωρίς αλήθεια, θεωρώντας ότι στον χώρο της ηθικής μπορεί κανείς να μιλά μόνο για καλό και κακό, για δίκαιο και άδικο, για έντιμο και ανέντιμο, αλλά δεν έχει νόημα να μιλά για αληθές και ψευδές. Μια ηθική πρόταση —π.χ. «οφείλεις να πεθάνεις για την πατρίδα» ή «οφείλεις να αγαπάς τον πλησίον»— δεν έχει, κατά τη γνώμη αυτή, νόημα να χαρακτηριστεί αληθής ή ψευδής.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι δίκαιη ή μη δίκαιη, καλή ή κακή. Ε, λοιπόν, ο Αριστοτέλης δεν το έβλεπε έτσι. Για τον Αριστοτέλη, η πρακτική φιλοσοφία πρέπει να δείχνει το αληθές ακόμη και σχετικά με το τι είναι αγαθό, τι είναι δίκαιο και τι είναι καλό/ωραίο.

Αλλά πώς πρέπει να το δείχνει; Εδώ έρχεται ο λόγος περί του διαφορετικού βαθμού αυστηρότητας που απαιτεί η ύλη/ύποθεση. Παχύλως και τύπω. Το παχύλως σημαίνει «χονδρικά, προσεγγιστικά».
Και το τύπω είναι το περίγραμμα, το σχήμα, η «σιλουέτα». Άρα týpō σημαίνει «σε γενικές γραμμές», χωρίς επιμέλεια λεπτομερειών, σκιαγραφώντας το περίγραμμα. Αυτός είναι ο τρόπος να δεικνύεται η αλήθεια που αρμόζει στην πρακτική φιλοσοφία.

Επομένως, υπάρχει απόδειξη, υπάρχει αλήθεια, αλλά κατά προσέγγιση, συνοπτικά, γενικά, σε πλατιές γραμμές. Και γύρω από πράγματα που είναι ἐπὶ τὸ πολύ (epì to polý, «κατά κανόνα, ως επί το πλείστον» — όχι πάντα, ούτε απλώς μερικές φορές, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις), γύρω από αυτά τα πράγματα και μιλώντας ξεκινώντας από αυτά, είναι αναγκαίο να καταλήγουμε επίσης σε συμπεράσματα ἐπὶ τὸ πολύ. Τι θέλει να πει ο Αριστοτέλης; Το συλλογίζεσθαι/ συμπεραίνειν είναι ακριβώς το ρήμα που δηλώνει το να συνάγεις συμπέρασμα σε έναν συλλογισμό.

Τώρα, σε έναν συλλογισμό όπου οι προκείμενες ισχύουν ἐπὶ τὸ πολύ, και τα συμπεράσματα πρέπει να ισχύουν ἐπὶ τὸ πολύ. Όπου οι προκείμενες ισχύουν πάντα, τα συμπεράσματα ισχύουν πάντα. Όπου οι προκείμενες ισχύουν ως επί το πλείστον, και τα συμπεράσματα ισχύουν ως επί το πλείστον.

Εδώ μιλάμε για την πρακτική φιλοσοφία· άρα η πρακτική φιλοσοφία προβαίνει σε δείξεις/αποδείξεις που όμως είναι παχύλως καὶ τύπῳ και ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Την έκφραση pachýlōs kai týpō δεν την είχαμε συναντήσει πρωτύτερα ούτε στη φυσική ούτε στη μεταφυσική· όμως την έκφραση ὡς ἐπὶ τὸ πολύ την είχαμε συναντήσει ακριβώς στη φυσική. Αυτό είναι ένα ακόμη γνώρισμα που συγγενεύει το καθεστώς της ηθικής, δηλαδή της πρακτικής φιλοσοφίας, με εκείνο της φυσικής.

Εξάλλου, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι για τον Αριστοτέλη η υψηλότερη μορφή φυσικής είναι η ιατρική. Λέει —δεν ξέρω σε ποιο από τα Parva Naturalia— ότι το ακρότατο της φυσικής, εκεί όπου καταλήγουν οι άριστοι φυσικοί, είναι η ιατρική. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για τον Αριστοτέλη η ιατρική αποτελεί το μεθοδολογικό πρότυπο της ηθικής. Κάθε φορά που θέλει να διαφωτίσει κάποιο ζήτημα ηθικής, παίρνει παραδείγματα από την ιατρική. Γιατί; Διότι η ηθική θεραπεύει την ψυχή, όπως η ιατρική θεραπεύει το σώμα. Υπάρχει τέλεια αναλογία ανάμεσα στην ηθική και την ιατρική. Είναι ακριβώς στο όνομα της ιατρικής που παράγεται αυτή η συνάντηση, αυτή η μεθοδολογική σύγκλιση ανάμεσα στη φυσική και την ηθική. Και είναι πράγματι η ιατρική εκείνη που, κατά τη γνώμη μου, ακόμη και σήμερα, ανάμεσα σε όλες τις επιστήμες, προσφέρει την καλύτερη επίδειξη του πώς είναι δυνατό να περάσουμε από απλές περιγραφές σε προδιαγραφές/προσταγές — κάτι που η αναλυτική φιλοσοφία απαγόρευε στο όνομα της μεγάλης διάκρισης μεταξύ γνώσης και δράσης.

Η ιατρική συνίσταται σε διαγνώσεις —και οι διαγνώσεις είναι περιγραφές, πράξεις γνώσης— και επίσης σε θεραπείες —και οι θεραπείες είναι προσταγές/προδιαγραφές. Στην ιατρική είναι δυνατόν να περάσουμε άνετα —μάλιστα, είναι το αυτονόητο— από τη διάγνωση στη θεραπεία. Γιατί; Διότι στη βάση προϋποτίθεται ένας σκοπός, δηλαδή η υγεία: να διαφυλάξουμε την υγεία ή να την ανακτήσουμε όταν έχει διασαλευτεί. Αυτό το προϋποτιθέμενο είναι εκείνο που, στην αριστοτελική ηθική, επιτρέπει το πέρασμα από τη γνώση στη δράση και, επομένως, επιτρέπει να μιλάμε για πρακτική αλήθεια, για αλήθεια της ηθικής. Η πρακτική αλήθεια είναι η αληθής γνώση του τέλους προς το οποίο πρέπει να τείνουμε, γνώση από την οποία συνάγεται η προδιαγραφή ποια πράγματα πρέπει να γίνουν και ποια πρέπει να αποφευχθούν, ώστε να επιτευχθεί εκείνος ο σκοπός. — Αλλά αυτός είναι ένας λόγος που πηγαίνει λίγο πέρα από τα κείμενα του Αριστοτέλη, στα οποία όμως θέλω να επιστρέψω.

Κατά τον ίδιο τρόπο, λέει ο Αριστοτέλης, είναι αναγκαίο να εκτεθεί/δειχθεί καθεμία από τις πραγματείες που προαναφέραμε — δηλαδή τα αγαθά, τα καλά/ωραία κ.λπ. Είναι ίδιον εκείνου που είναι πεπαιδευμένος (paideuménou), δηλαδή έχει παιδεία —όχι εκείνου που είναι, όπως λέγαμε χθες το βράδυ, αδαής ή μεθοδολογικά ανεπαρκής—: ο πεπαιδευμένος γνωρίζει μέχρι ποίου σημείου, σε ποιο μέτρο πρέπει να ζητείται η ακρίβεια σε κάθε γένος, δηλαδή όσο το επιτρέπει η φύση του πράγματος. Πάντοτε το αντικείμενο, η ύλη, είναι εκείνο που υπαγορεύει τη μέθοδο και, άρα, τον βαθμό αυστηρότητας.

Διότι θα ήταν —ή φαίνεται— το ίδιο, και εξίσου παράλογο, να απαιτούμε (apaitéin) από τον μαθηματικό να εκθέτει με πειστικό τρόπο (pithanológhontos) και από τον ρήτορα να παρέχει αποδείξεις: δηλαδή, είναι το ίδιο —και στις δύο περιπτώσεις παράλογο— να ζητάμε από τον μαθηματικό να κάνει πειστικούς λόγους και από τον ρήτορα να κάνει μαθηματικές αποδείξεις.

Γιατί; Επειδή ο μαθηματικός οφείλει να αποδεικνύει και όχι να φροντίζει να πείσει κανέναν, μόνο να αποδείξει με τον μέγιστο δυνατó βαθμό αυστηρότητας· ενώ ο ρήτορας οφείλει να πειθεί και όχι να επιχειρεί να αποδεικνύει με μαθηματική αυστηρότητα. Όποιος αντιστρέφει αυτούς τους ρόλους δεν έχει παιδεία, δεν είναι πεπαιδευμένος (ou peripaideuménos).

Συνεχίζεται

ΝΑ ΛΟΙΠΟΝ ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.