Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 5 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από Τετάρτη 5. Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 5

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.

ΜΕΛΕΤΗ Ε΄.

Α΄. Περὶ τῶν τιμωριῶν ὅπου ἐδόθησαν διὰ τὴν ἁμαρτίαν εἰς τοὺς Ἀγγέλους.
Β΄. Εἰς τὸν Ἀδάμ.
Γ΄. Εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
α.

Καθὼς ἀπὸ τὸν ἴσκιον ἠμπορεὶ τινὰς νὰ μετρήσῃ τὰ σώματα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὴν τιμωρίαν ὅπου ἐδόθη διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἠμπορεῖ κατὰ κάποιον τρόπον νὰ μετρήσῃ τινὰς τὴν κακίαν της, ἐπειδὴ καὶ ἡ τιμωρία εἶναι ὡσὰν ἕνας ἴσκιος τῆς ἁμαρτίας, ὅπου ἀπὸ αὐτὴν καταλαμβάνει ὁ καθεὶς τὸ πταίσιμον, ἢ μεγάλον εἶναι ἢ μικρόν. Τώρα μέτρησε τὴν πρώτην τιμωρίαν τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐδόθη εἰς τὸν ἀποστάτην ἑωσφόρον καὶ εἰς τοὺς συντρόφους του δαίμονας καὶ ἐδῶ ἐξέτασε μὲ ἀκρίβειαν ποίαν κατάστασιν εἶχον οἱ δαίμονες πρὶν νὰ ἁμαρτήσουν, καὶ ποίαν κατάστασιν ἔλαβον, ἀφοῦ ἥμαρτον. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησεν αὐτοὺς εἰς τὸν οὐρανόν, ὡσὰν τόσας ἀπαρχὰς τῶν θείων του ἔργων, γεμάτους ἀπὸ σοφίαν· προικισμένους ἀπὸ ὅλα τὰ χαρίσματα τῆς ἀΰλου φύσεως· ἐπιτηδείους εἰς τὸ νὰ δεχθοῦν κατὰ γνώμην τὰ ὑπερφυσικὰ δῶρα τῆς θείας Του χάριτος· πνεύματα καθαρὰ· πλουτισμένους μὲ ἄκραν ἀγχίνοιαν· τετελειωμένους μὲ ἄκραν δύναμιν λαμπροὺς μὲ μίαν ὑπερβολικὴν ὡραιότητα· ἐστολισμένους μὲ τὰς ἀγγελοπρεπεῖς ἀρετὰς καὶ μὲ ὅλα τὰ ἀγαθὰ διὰ νὰ ἦναι παντοτεινὰ εὐδαίμονες καὶ μακάριοι· καθὼς περὶ τούτων λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ, ὑποκάτω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἄρχοντος Τύρου, ὡς ἑρμηνεύει ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος «σὺ ἀποσφράγισμα ὁμοιώσεως καὶ στέφανος κάλλους· ἐν τρυφῇ τοῦ παραδείσου τοῦ Θεοῦ ἐγεννήθης· πάντα λίθον χρηστὸν ἐνδέδυσαι... ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐκτίσθης μετὰ τοῦ Χερουβ ἔθηκά σε ἐν ὄρει ἁγίῳ Θεοῦ· ἐγεννήθης ἐν μέσῳ λίθων πυρίνων ἐγεννήθης σὺ ἄμωμος ἐν ταῖς ἡμέραις σου, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας σὺ ἐκτίσθης, ἕως εὑρέθη τὰ ἀδικήματα ἐν σοί». (κη'. 12.) Ἀλλὰ ποίαν ἀμοιβὴν οἱ τόσον εὐεργετηθέντες ἄγγελοι ἀνταπέδωκαν εἰς τὸν Κτίστην τους; Ἕνα πλῆθος ἐξ αὐτῶν, μὴ θέλοντες νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὸν Θεὸν ἀπεστάτησαν, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ αὐτεξουσίου ὅπου τοὺς ἔδωκεν ὁ Θεὸς διὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ νὰ τὸν δουλεύουν μὲ ἀξιομισθίαν, τὴν ἐμεταχειρίσθησαν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος.

Τώρα στοχάσου πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι τὸ νὰ εὔγῃ τινὰς ἀπὸ τὴν στράταν τοῦ ἄκρου τοῦ τέλους καὶ νὰ ἁμαρτήσῃ βαρέως εἰς τὸν Θεὸν· διότι ὁ Θεὸς μὴ ὑποφέροντας τὴν ἀχαριστίαν ταύτην καὶ τὴν ἀνυποταξίαν τῶν δαιμόνων, τοὺς ἐγκρέμισεν ὅλους ὁμοῦ εἰς τὴν ἄβυσσον. «Ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ' ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον, εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν». (Ἰούδ. ἐπιστολ. στίχ. 6) Καὶ αὐτὴ ἡ τιμωρία ὅπου τοὺς ἔκαμνεν, ἔχει τρία περιστατικὰ φορερὰ καὶ τρομερά· α'.) διότι ἔγινεν ὀγρήγορη· β΄) διότι ἔγινε καθολική· καὶ γ') διότι ἔγινεν ἄκρα. Ἔγινεν ὀγρήγορη, διότι εὐθὺς ὅπου ἔβαλαν εἰς τὸν νοῦν τους ἕνα μόνον ὑπερήφανον καὶ ἀποφασιστικὸν λογισμόν, χωρὶς νὰ τοὺς δώση καιρόν, ἢ βοήθειαν νὰ μετανοήσουν, τοὺς ἄφησε νὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον μὲ περισσοτέραν βίαν καὶ ὀγρηγορότητα ἀπὸ ὅσην πίπτουν τὰ ἀστραποπελέκια, ὡς λέγει ὁ Κύριος «ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα». (Λουκ. ι'. 18) Ἔγινε καθολική· διότι ἀπὸ τόσον ἀναρίθμητον πλῆθος, ὅπου ἦσαν, δὲν ἐσυμπάθησεν οὐδὲ ἕνα· ἂν καθ' ὑπόθεσιν ἤθελε τιμωρήσει μόνον τὸν ἑωσφόρον, ἢ ἂν ἤθελε παιδεύσει τὸ δέκατον μέρος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πολὺ στράτευμα τῶν οὕτως ὑψηλῶν πνευμάτων, καθὼς εἶναι συνήθεια νὰ γίνεται εἰς τοὺς ἀποστάτας στρατιώτας, βέβαια ἡ παιδεία αὐτῶν τῶν ὀλίγων ἤθελεν ἦναι μία ἀπόδειξις δικαιοσύνης, ἀρκετὴ διὰ νὰ δώσῃ φόβον εἰς ὅλους τους ἀνθρώπους ὅπου ἁμαρτάνουν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος. Τώρα συλλογίσου ἀγαπητέ, τί λογῆς ἀπόδειξις δικαιοσύνης εἶναι ἡ καταδίκη αὐτὴ ὅπου ἔκαμνεν ὁ Θεὸς εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους χωρὶς νὰ στοχασθῇ οὔτε τὴν εὐγένειάν τους οὔτε τὴν σοφίαν τοὺς οὔτε τὸν ἄπειρον σχεδὸν ἀριθμὸν τους οὔτε τὰ καλὰ καὶ τὰς δοξολογίας ὅπου ἠμποροῦσαν νὰ Τοῦ κάμνουν, ἐὰν ἐμετανοούσαν, οὔτε τὰ ἄπειρα κακὰ ὅπου ἔμελλον νὰ προξενήσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους μένοντες ἀποστάται. Τέλος πάντων αὐτὴ ἡ τιμωρία τῶν δαιμόνων ἔγινεν ἄκρα διότι ἔχασαν ὅλα τὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα τῆς χάριτος ὅπου ἠδύναντο νὰ λάβουν, καὶ εὖρον μίαν ἄπειρον ταλαιπωρίαν εἰς τὴν καταδίκην τους χωρὶς ἐλπίδα νὰ ἐλευθερωθοῦν ποτέ ποτὲ15.

Στοχάσου λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ πόσον μεγάλο μίσος ἔχει ὁ Θεὸς εἰς τὴν ἁμαρτίαν· διότι εὐθὺς ὅπου εἶδε μεμολυσμένα ἀπὸ τὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας τὰ καλλίτερα ἔργα τῶν χειρῶν του, ἀντὶ νὰ τὰ καθαρίσῃ τὰ ἔρριψεν ὅλα εἰς μίαν φλόγα αἰώνιον χωρὶς ἐλπίδα ἰατρείας. Καὶ ποῖος δύναται νὰ μὴ φοβηθῇ τοιοῦτον φοβερὸν κριτήν; ποῖος νὰ θελήσῃ νὰ τὸν ἔχῃ ἐχθρόν του; τίς νὰ μεταστραφῇ πλέον νὰ τὸν παροργίση; καθὼς λέγει καὶ ὁ προφήτης Ἱερεμίας «τὶς οὐ φοβηθήσεταί σε βασιλεῦ τῶν ἐθνῶν; ὅτι σοὶ (τοῦτο) προσήκει». (10 7.)16. Σύγκρινε τώρα τὰς ἁμαρτίας σου μὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτῶν τῶν δυστυχισμένων δαιμόνων καὶ θαύμασε εἰς τὸν διαφορετικὸν τρόπον ὅπου ἐμεταχειρίσθη ὁ Θεὸς μὲ ἐσένα. Οἱ δαίμονες ἥμαρτον μίαν καὶ μόνην φοράν, καὶ σὺ ἥμαρτες τόσας καὶ τόσας φοράς· ἐκεῖνοι ἥμαρτον μόνον μὲ τὸν λογισμόν· καὶ σὺ καὶ μὲ τὸν λογισμὸν καὶ μὲ τὸν λόγον καὶ μὲ τὰ ἔργα· ἐκεῖνοι ἁμαρτάνοντες δὲν ὑπετάχθησαν εἰς κτίσματα εὐτελέστερα ἀπὸ λόγου τους, καὶ σὺ ἁμαρτάνοντας ἐξευτελίσθης περισσότερον ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα. Ἐκεῖνοι δὲν ἔλαβον ποτὲ τὴν χάριν νὰ σηκωθοῦν καὶ ἐσὺ ἀφοῦ ἔλαβες αὐτὴν τὴν χάριν τόσες καὶ τόσες φορές, τὴν ἐκακομεταχειρίσθης τοιουτοτρόπως. Ἐκεῖνοι δὲν ἐκαταφρόνησαν τὸ πολύτιμον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἐχύθη διὰ λόγου τους· καὶ σὺ τὸ ἐκαταπάτησες τόσες φορές καὶ μὲ ὅλα ταῦτα, εἰς ἐκείνους μὲν δὲν ἐδόθη οὐδεμία στιγμὴ καιροῦ διὰ νὰ μετανοήσουν· εἰς ἐσένα δὲ ἐδόθησαν τόσοι καὶ τόσοι χρόνοι, καὶ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος δεσπότης ὅπου δι' αὐτοὺς ἐστάθη ἀδυσώπητος, διὰ ἐσένα ὄχι μόνον ἀπέθανεν, ἀλλ' ἀκόμη εἶναι καὶ ὁ πρῶτος ὅπου σὲ προσκαλεῖ νὰ μετανοήσῃς καὶ νὰ ποθήσῃς τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν σου· καὶ ὁ πρῶτος ὅπου σοῦ ζητεῖ τὴν εἰρήνην, φωνάζωντάς σου μὲ τὴν ἱερὰν ἀποκάλυψιν νὰ τοῦ ἀνοίξῃς τὴν πόρταν τῆς καρδίας σου νὰ ἔμβη μέσα διὰ νὰ σὲ πλουτίσῃ ἀπὸ τὰ χαρίσματά Του, καὶ νὰ σὲ κάμῃ υἱὸν καὶ κληρονόμον τῆς βασιλείας Του. «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω, ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν, καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ» (γ' 20). Ὦ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἀνείκαστος! καὶ ἐσὺ ἔχεις πλέον καρδίαν, ἀδελφέ, νὰ μεταγυρίσῃς πάλιν καὶ νὰ μὴ πιάσῃς τὰ ἅρματα κατ' ἐπάνω Τοιούτου γλυκυτάτου σου Πατρός; Τοιούτου σου Εὐεργέτου; καὶ Τοιούτου σου ἄκρου Φίλου; Ὦ ἀχάριστον, ἀχάριστον γένος τῶν ἀνθρώπων Καταράσου λοιπὸν χίλιες φορές, ἀγαπητέ, τὰς ἁμαρτίας σου· ἀποφάσισε νὰ ἐκδικήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου μὲ κάθε εἶδος μετανοίας, τὰς ἁμαρτίας ὅπου ἔκαμνες. Ὁμολόγησε πώς δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ σηκώσῃς τὰ μάτια σου νὰ κοιτάξῃς εἰς τὸν οὐρανόν, ὡς ὁ τελώνης καὶ νὰ ἐνατενίσῃς τὸ πρόσωπον Τοῦ οὐρανίου Πατρός σου φρίξον ὄχι μόνον τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα καὶ αὐτὴν μοναχὴν τὴν ψιλὴν ἐνθύμησιν τῆς ἁμαρτίας, καὶ λέγε καὶ σὺ μὲ τὸν Ἰὼβ «φρίκη μοι συνήντησε καὶ τρόμος καί μεγάλως μου τὰ ὀστᾶ διέσεισεν». (δ'. 14) διότι καὶ μόνος ὁ λογισμὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι μισητὸς καὶ συγχαμερὸς κοντὰ εἰς τὸν Θεὸν κατὰ τὸν παροιμιαστὴν «βδέλυγμα Κυρίῳ λογισμὸς ἄδικος». (ιε' 27.). Παρακάλεσε θερμῶς τὸν Δεσπότην, ἐπειδὴ καὶ ἐφάνη εἰς ἐσὲ Θεὸς ἐλέους, καὶ ὄχι Θεὸς ἐκδικήσεων νὰ σοῦ δώση δύναμιν νὰ ἀνταποκριθῇς εἰς τὰ προσκαλέσματά Του μὲ πράξεις μιᾶς ἀληθινῆς μετανοίας, καὶ νά στερεώσῃ εἰς τὴν καρδίαν σου ἀμετάθετον τὴν ἀπόφασιν ὅπου ἔκαμνες νὰ μὴ τὸν παροργίσῃς πλέον μὲ καμμίαν ἁμαρτίαν, λέγοντας μὲ τὸν Δαβὶδ·

«δυνάμωσον ὁ Θεὸς τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν». (ψάλ. ξζ'. 28).


β.

Συλλογίσου τὴν ἄπειρον κακίαν τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἐξέτασε καὶ ἐδῶ μὲ ἀκρίβειαν τρία πράγματα. α΄) Τὰ ἀγαθὰ ὅπου ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ Ἀδάμ. β΄) Τὸ κακὸν ὅπου τοῦ ἀνταπέδωκε, καὶ γ΄) Την τιμωρίαν ὅπου ἔπαθεν. α΄) Αὐτὸς ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν κατ' εἰκόνα Του καὶ ὁμοίωσιν, καὶ ἐβάλθη μέσα εἰς τὸν ἐπίγειον Παράδεισον πλουτισμένος ἀπὸ ὅλα τὰ χαρίσματα, στολισμένος ἀπὸ ὅλας τὰς ἀρετάς· ἀνώτερος ἀπὸ κάθε πάθος· Δεσπότης ὅλων τῶν ἐπιγείων κτισμάτων· ἐλεύθερος ἀπὸ τὸν θάνατον ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ταλαιπωρίαν, βαλμένος ἀνάμεσα εἰς τόσας τρυφὰς ἀπὸ τὰς ὁποίας ἔμελλε μετὰ ταῦτα νὰ περάσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ εἶναι αἰωνίως καὶ πληρεστάτως μακάριος" β΄) Ἀλλὰ αὐτὸς τί εὐχαριστίαν ἔκαμνεν εἰς τόσας χάριτας; Ἔδειξεν ἀπιστίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐπίστευσε καλλίτερα τὰ λόγια τοῦ διαβόλου, παρὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ· ἤκουσεν περισσότερον τὴν γυναῖκα του Εὔαν ἀπὸ τὸν ἴδιόν του Ποιητήν· ὑπερηφανεύθη κατὰ τοῦ Θεοῦ· παρήκουσεν τὴν ἐντολὴν Του· ἔφαγεν ἀπὸ τὸ ἀπηγορευμένον καρπόν τῆς γνώσεως, καὶ διὰ τόσην ὀλίγην ἡδονήν, ἔχασεν ὁ ἄθλιος τὴν φιλίαν τοῦ Θεοῦ καὶ πλάστου Του. γ') Εὐθὺς ὅπου ἐμβῆκεν ἡ ἁμαρτία αὐτὴ εἰς τὸν κόσμον, ἔσυρεν ὀπίσω της ὅλον τὸ πλῆθος τῶν κακῶν· ἐπειδὴ ὅλα τὰ κακὰ καὶ ἡ στέρησις τῆς καθόλου δικαιοσύνης καὶ ἀρετῆς, καὶ ἡ διαφθορὰ τῆς φύσεως, καὶ ἡ ἀντίστασις εἰς ὅλας τὰς ἀρετάς, καὶ ἡ κλίσις εἰς ὅλας τὰς κακίας καὶ τὰ πάθη, καὶ οἱ πόλεμοι, καὶ οἱ λοιμοί, καὶ οἱ σεισμοί, καὶ αἱ φθοραί, καὶ οἱ κατακλυσμοί, καὶ τελευταῖος ὁ θάνατος, καὶ ἡ μετὰ τὸν θάνατον ἐν τῷ ᾅδῃ φυλακὴ τόσων ἀπταίστων βρεφών, καὶ ἡ κόλασις καὶ τιμωρία τόσων καὶ τόσων ἁμαρτωλῶν ψυχῶν, ὅλα αὐτὰ ἠκολούθησαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν παρακοὴν τοῦ Ἀδάμ, καὶ ὡσὰν τόσοι κλάδοι ἐβλάστησαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν πικρὰν καὶ φαρμακερὰν ῥίζαν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ μολονότι ὁ Ἀδὰμ εἰς διάστημα χρόνων ἐννεακοσίων τριάκοντα ἔκαμνε μίαν αὐστηρὰν μετάνοιαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐσυγχώρησεν ὁ Θεὸς τὸ ἁμάρτημά του ὡς λέγει ἡ Σοφία «αὕτη πρωτόπλαστον πατέρα κόσμου μὸνὸν κτισθέντα διεφύλαξεν καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ παραπτώματος ἰδίου» (Σοφία Σόλ. ι'. 1) 18(α) μὲ ὅλον τοῦτο τὸ φαρμάκι ἐκείνης τῆς ἁμαρτίας ὅπου ἐφαρμάκωσε τὴν ῥίζαν, ἤτοι τὸν Ἀδάμ· φαρμακώνει ἀκολούθως καὶ ὅλους τους κλάδους, ἤτοι τοὺς ἀπογόνους του καὶ ἂν ἤθελε διαμένη αἰωνίως οὗτος ὁ κόσμος, βέβαια ἤθελε τὸν φαρμακεύῃ καὶ αὐτὸν αἰωνίως. Τώρα ὅλα αὐτὰ ὅπου εἶπα, δὲν εἶναι ἀρκετὰ νὰ σὲ κάμουν ἀδελφέ, νὰ ἐγγίσῃς ὡσὰν μὲ τὸ χέρι καὶ νὰ αἰσθανθῇς πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ εἰς τὸν Θεὸν παρακοή; Ὅθεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύης ὅλα αὐτὰ διὰ μέσου τῆς πίστεως, καὶ ἔπειτα νὰ μὴ φρίξης, ἀλλὰ πάλιν νὰ θελήσῃς νὰ μεταστραφῆς εἰς τὴν ἁμαρτίαν;

Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοῦτο ἠμπορεῖς ἀγαπητέ μου ἁμαρτωλὲ, νὰ γνωρίσης τὴν κακίαν σου· ἀνίσως δηλ. καὶ τὴν συγκρίνῃς μὲ τὸ πταίσιμον καὶ μὲ τὴν τιμωρίαν τοῦ Ἀδάμ διότι ἡ παράβασις τοῦ προπάτορος ἐστάθη εἰς ὑπόθεσιν ὅπου εἶναι καθ' ἑαυτὴν ἐλαφρή· ἐπειδὴ τὸν ἐφθόνησεν ὁ διάβολος «φθόνῳ δὲ διαβόλου ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον». (Σοφία Σολ. β'. 24.). διότι ἡ παράβασις ἐκείνου, ἦτο γενικῶς μία· διότι ἔπταισε καὶ παρήκουσε τοῦ Θεοῦ προτοῦ νὰ ἰδῇ ἄλλον τινὰ νὰ τιμωρηθῇ διὰ τὴν παρακοὴν καὶ προτοῦ νὰ ἰδῇ ἕνα Θεὸν νὰ ἀποθάνῃ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἁμαρτίαν. Τώρα στοχάσου, ἀδελφέ, πόσον εἶναι δίκαιοι νὰ τιμωρηθῆς ἐσὺ περισσότερον ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, διότι τὸν ὑπερβαίνεις καὶ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἁμαρτίας καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν πταισμάτων καὶ κατὰ τὸν καιρόν, ἐπειδὴ ἐσὺ ἀφ᾽ οὐ ἔλαβες χιλίας φοράς συγχώρησιν εἰς τὰς ἁμαρτίας σου, πάλιν μετεστράφης εἰς αὐτὰς καὶ βλέποντας τὰς παιδείας ὅπου ἔλαβεν ὁ Ἀδὰμ καὶ οἱ ἐξ Ἀδὰμ πάντες διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν, ἐσὺ δὲν ἐσωφρονίσθης ὡς ἔπρεπε καθὼς λέγει ὁ Σολομών· «λοιμού μαστιγουμένου, ἄφρων πανουργότερος γίνεται» (Παροιμ. ἶθ'. 25)· ἀλλὰ πάλιν ἐπαρώργισες τὸν Πλάστην σου χωρὶς νὰ ἔλθης εἰς αἴσθησιν μετὰ ταῦτα, διὰ νὰ κάμης μίαν ἀληθινὴν μετάνοιαν οὐδὲ ἐφρόντισες διὰ τὰς ἁμαρτίας σου, ὡς ὁ Δαβὶδ ἔλεγε «καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου» (Ψαλμ. λζ'. 19.), ἀλλὰ ἐστάθης ἀμέριμνος δι' αὐτάς, ὡσὰν νὰ μὴν ἦσαν ἰδικαί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἀλλὰ ἄλλου τινός.

Ἀλλὰ πότε; Πότε ἔχεις νὰ ἀνοίξῃς τὰ μάτια σου ἀδελφέ, καὶ νὰ ἰδῇς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σου; Πότε προσμένεις νὰ ἔλθῃς εἰς αἶσθησιν; Τοῦτο λοιπὸν ἂς γίνῃ ταύτην τὴν ὥραν, τοῦτο ἂς γίνῃ ταύτην την στιγμήν, καὶ ἔλα εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἀγαπητέ, δι' ὅτι εἶναι γεγραμμένον· «μὴ ἀνάμενε ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον, καὶ μὴ ὑπερβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας». (Σειράχ ε'. 7). Καὶ ὁ μέγας Βασίλειος λέγει «πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι, τὸ αὔριον οὐ κατέλαβον». Καὶ πάλιν «ὁ ἔχων ἐν ἐξουσίᾳ τὴν τοῦ κακοῦ θεραπείαν, ἑκὼν δὲ ὑπερτιθέμενος, εἰκότως ἂν ἐν τῷ ἴσῳ τῶν αὐτοχείρων καταδικάζοιτο»· βδελύξου κἄν τώρα τὰς ἁμαρτίας σου περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλο κακόν, καὶ κάμνε ὑπόσχεσιν νὰ πληρώσῃς εἰς τὸν Θεὸν τὸ χρέος ποῦ ἔχεις δι' αὐτὰς μὲ καλήν σου ὄρεξιν ἀποφάσισε, ὅσην προθυμίαν καὶ ἐπιμέλειαν ἔδειξας εἰς τὰς ἁμαρτίας, ἄλλην τόσην νὰ δείξῃς εἰς τὰς ἀρετὰς καὶ εἰς δούλευσιν τοῦ Θεοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τοὺς πόδας προσπίπτωντας ὡσὰν ἕνας πταίστης καὶ κατάδικος, εὐχαρίστησε τὴν ἄπειρόν Του ἀγαθότητα καὶ μακροθυμίαν ποὺ σοῦ ὑπέφερε τόσον καιρόν, καὶ μὲ θερμὴν παράκλησιν ζήτησέ του νὰ σὲ δυναμώσῃ, διὰ νὰ στερεώσῃς εἰς Αὐτὸν μίαν φιλίαν, ποὺ νὰ μὴ χαλάσῃ ποτὲ εἰς τὸν αἰώνα, καθὼς εἶναι

γεγραμμένον «πρὸς Θεὸν ἐστείλαντο φιλίαν». (Σοφ. ζ'. 15).

ΙΒΛΙΟΘΗ Συλλογίσου τὴν τιμωρίαν ποῦ ἔπαθεν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ τὴν θείαν
δικαιοσύνην διὰ τὴν ἁμαρτίαν μὲ τὴν ὁποίαν συγκρινομένη κάθε ἄλλη τιμωρία ποῦ ἔγινε κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἢ εἰς τὸν οὐρανόν, ἢ εἰς τὴν γῆν, ἢ εἰς τὸν ἄδην, εἶναι σχεδὸν τὸ οὐδὲν· καὶ διὰ νὰ τὸ καταλάβης καλά, στοχάσου μὲ ἀκρίβειαν τρία πράγματα. Το πρόσωπον ποὺ πάσχει, τὰ βάσανα ποὺ πάσχει καὶ τὸ πταίσιμον διὰ τὸ ὁποῖον πάσχει. Τὸ πταίσιμον διὰ τὸ ὁποῖον πάσχει, δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἰδικόν του, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ αὐτοαθωότης «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ»· (Ἠσαΐου νγ'. 9) ἀλλ' εἶναι ἰδικόν μας, καὶ δι' αὐτὸ γενόμενος ἐγγυητής, πάσχει καὶ βασανίζεται διὰ λόγου μας «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει, καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ησ. νγ'.4) τὰ βάσανα ποὺ πάσχει, εἶναι ἕνα πέλαγος πόνων καὶ παθῶν, ὄχι μόνον ἐξωτερικῶν ἀπό τοὺς ἐχθρούς Του, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὴν ἀγάπην Του καὶ ὄχι μόνον τιμωριῶν ἀνήκουστων, ἀλλὰ καὶ ὀνειδισμῶν καὶ ὕβρεων, ποὺ δὲν ἐστάθησαν εἰς ἄλλον ἄνθρωπον, οὐδὲ ἐφάνησαν ποτὲ ἄλλην φορὰν εἰς τὴν γῆν. «Πάντες οἱ παραπορευόμενοι τὴν ὁδόν, ἐπιστρέψατε καὶ ἴδετε, εἰ ἔστιν ἄλγος κατὰ τὸ ἄλγος μου», (Θρην. α΄. 13). Τὸ πρόσωπον που πάσχει, εἶναι μιᾶς ἀπείρου ἀξίας, (Θεὸς ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος δηλ.) ὅθεν μία μόνη ἐλαφρὰ πληγὴ τοῦ παναγίου Του σώματος, πρέπει νὰ στοχαζώμεθα πὼς εἶναι περισσοτέρα τιμωρία, ἀπὸ ὅλας ὁμοῦ τὰς τιμωρίας τῶν κολασμένων, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ τῶν κτισμάτων· καὶ μολονότι Αὐτὸς ὁ Δεσπότης πάντων ταπεινώνεται διὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ προσευχόμενος εἰς τὸν οὐράνιόν Του Πατέρα, φανερώνει τὴν φυσικὴν ἀσθένειαν ποὺ ἔχει τὸ σῶμα Του εἰς τὸ νὰ ὑπομείνῃ ἕνα τόσον σκληρὸν καὶ ἄτιμον θάνατον, λέγων «παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. κλ. 39) μὲ ὅλον τοῦτο γίνεται ἀπόφασις νὰ ἀποθάνῃ· καὶ μολονότι μία μόνη ῥανὶς τοῦ ἀχράντου Του αἵματος ἦτο πλουσιόδωρος καὶ ὑπεραρκετὴ πληρωμὴ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ὅμως ἔγινεν ἀπόφασις νὰ τὸ χύσῃ ὅλον, εἰς πληροφορίαν καὶ εὐχαρίστησιν τῆς Θείας Δικαιοσύνης καὶ ἐκεῖνο ποῦ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ μὲ ἕνα μόνον του δάκρυον, ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ μὲ ἕνα κατακλυσμὸν βασάνων.


Ὅθεν ἀνίσως αὐτὸ τὸ μίσος ὅπου δείχνει ὁ Θεὸς εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ αὐτὴ ἡ αὐστηρότης, μὲ τὴν ὁποίαν τὴν τιμωρεῖ εἰς τὴν Παναγίαν ἀνθρωπότητα τοῦ Υἱοῦ Του δὲν εἶναι ἀρκετὰ νὰ μᾶς κάμνουν νὰ γνωρίσωμεν τὴν ἄπειρον κακίαν τῆς ἁμαρτίας πρέπει νὰ εἰποῦμεν πὼς μᾶς λείπει ἢ τὸ λογικὸν ἢ ἡ πίστις. Καὶ λοιπόν, βλέποντας ἐσὺ ἀδελφὲ τὴν ἄπειρον σοφίαν τοῦ Θεοῦ πῶς ἔχει τὴν ἁμαρτίαν μεγαλείτερον κακὸν παρὰ ὅπου εἶχε τὸ νὰ χάσῃ μίαν θείαν ζωὴν μὲ μίαν ἄβυσσον παθῶν καὶ ὀνειδισμῶν, εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ στοχασθῇς, πῶς ἡ ἁμαρτία εἶναι καλὸν πράγμα καὶ νὰ θελήσης ἄλλην μίαν φορὰν διὰ νὰ τὴν πράξης. Φρίξον ἀγαπητέ, φρίξον εἰς τὴν τυφλότητα ποῦ εἶχες ἕως τώρα, καὶ δὲν ἐστοχάσθης παντελῶς πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ ἰατρευθῇ, ἐστάθη ἀνάγκη νὰ χυθῇ ὅλον, ὅλον τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου σου· καὶ ἀπὸ τοῦτο γνώρισε μὲ πόσον ζῆλον καὶ θερμότητα πρέπει νὰ ἐκδικήσῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου τὰς ὕβρεις ποῦ ἐπρόσφερες εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰς ἁμαρτίας σου. Ἐντράπου πῶς ἐθεράπευσες τόσον ἕνα ἐπίβουλόν της Θείας Μεγαλειότητος,

καθὼς εἶναι τὸ σῶμά σου. Ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀφιέρωσε τὴν καρδίαν σου εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Παναγίαν μητέρα Του, καὶ παρακάλεσε καὶ τοὺς δύο θερμῶς διὰ νὰ μὴ παραχωρήσουν ποτὲ νὰ σὲ μετασαλεύσῃ καὶ νὰ ἐμβῇ πλέον εἰς ἐσὲ αὐτὸ τὸ τέρας, ἤγουν ἡ ἁμαρτία· «μὴ ἐλθέτω μοι ποῦς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσει με», (ψαλμ. λε'. 12). Εἰ δὲ καὶ καμμίαν φορὰν ὁ διάβολος καὶ τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς σὲ παρακινοῦν διὰ νὰ τελειώσῃς καμμίαν σαρκικήν σου ὄρεξιν, ἐναντίον τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἐσὺ ἀντιστάσου εἰς αὐτοὺς καὶ εἰπέ τους· ἐγὼ εἶμαι ἐξαγορασμένος μὲ τὸ πολύτιμον αἷμα τοῦ Θεοῦ μου· ἐγὼ εἶμαι σκλάβος καὶ δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε μάτια ὁρίζω, οὔτε χέρια, οὔτε πόδια, οὔτε τὰς ἄλλας αἰσθήσεις καὶ μέλη τοῦ σώματός μου· οὔτε αὐτὸ τὸ σῶμά μου, διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῶ εἰς καμμίαν ἁμαρτίαν, ἀλλ' εἶναι ὅλα Ἐκείνου ποὺ τὰ ἐξηγόρασε, καὶ ὄχι ἰδικά μου «οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς». (α΄. Κορ ς'. 19).


ΜΕΛΕΤΗ ΣΤ΄.
Α΄. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν ἑκάστου ἀνθρώπου.
Β΄. Περὶ τοῦ βάρους αὐτῶν.
Γ΄. Περὶ τῆς ἀχαριστίας ὅπου δείχνει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὰς ἁμαρτίας.


Σημειώσεις:


15 Λέγει γὰρ ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὅτι οἱ δαίμονες, καθὼς ἔπεσαν, ἀπεγνώσθησαν πλέον, καὶ ἀπηλπίσθησαν· καὶ ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁρίζει, ὅτι ἐκεῖνο ὅπου εἶναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ θάνατος, τοῦτο εἶναι εἰς τοὺς ἀγγέλους ἡ πτῶσις· «μετὰ γὰρ τὴν ἔκπτωσιν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς μετάνοια, ὥσπερ οὐδὲ τοῖς ἀνθρώποις μετὰ τὸν θάνατον». (βιβλ. β'. κεφ. ιθ'.)· τοῦτο τὸ ἴδιον λέγει καὶ ὁ μέγας Βασίλειος μάλιστα δὲ τόπος μετανοίας οὐκ ἐδόθη τοῖς δαίμοσιν, ἀφ᾿ οὖ ἔκαμναν τὸν ἄνθρωπον καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ (Ἑρμηνείᾳ εἰς τὸν Ησαΐαν).

16 Σημείωσε ὅτι τὸ ἐδάφιον τοῦτο λείπει εἰς τοὺς ἐβδομήκοντα, σώζεται ὅμως ἐν τῇ τοῦ Μιλλίου ἐκδόσει, ἐν τῇ Ἀμστελοδὰμ γενομένῇ 1725).

17 Λέγουσι γὰρ οἱ θεολογοῦντες ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν μακαρίαν διαγωγὴν καὶ ἀθωότητα εὐρισκομένου τοῦ Ἀδάμ, ἢ μὲν ψυχή του, ἦτο πάντει ὑποτεταγμένη μὲ ὅλας της τὰς δυνάμεις εἰς τὸν Θεόν· τὸ δὲ σῶμά του ἦτο ὑποτεταγμένον μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις εἰς τὴν ψυχήν· ὅλα δὲ πάλιν τὰ κτίσματα καὶ τὰ τέσσαρα στοιχεῖα, ἤσαν ὑποτεταγμένα εἰς τὸ σῶμά του· καμμία ἐναντιότης καὶ προσβολὴ δὲν ἔγινετο εἰς αὐτόν.

18 Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος· ἐσυγχωρήθη ὅμως το ἴδιον τοῦ ἁμάρτημα διὰ τῆς πίστεως τῆς εἰς τὸν ἐλευσόμενον Μεσσίαν. Διττῶς δὲ θεωρουμένου τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ Ἀδάμ· ἢ καθ' ὅ, εἰς ἐν πρόσωπον ἀναφερομένου τοῦ Ἀδάμ, καὶ διὰ τοῦτο καλουμένου προσωπικοῦ καὶ ἰδίου, ἤγουν προαιρετικοῦ· ἢ καθ' ὅ, εἰς ὅλην τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, καὶ διὰ τοῦτο καλουμένου φυσικοῦ καὶ κοινοῦ, ἤγουν προπατορικοῦ μόνον τὸ εἰς τὸ πρόσωπον ἀναφερόμενον τοῦ Ἀδὰμ ἁμάρτημα ἴδιον καὶ προαιρετικὸν ἐσυγχώρησεν ὁ Θεός, ἀλλ᾽ οὐχὶ καὶ τὸ φυσικὸν καὶ κοινὸν καὶ προπατορικόν· διότι τοῦτο μὲν ἐλύθη διὰ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας, καὶ τοῦ θείου βαπτίσματος, ἡ δὲ ποινὴ τούτου, εἰσέτι μένουσα, κυρίως μέλλει νὰ λυθῇ διὰ τῆς ἐσομένης ἀναστάσεως. Εἶπον δὲ ὅτι ἐσυγχωρήθη τὸ ἁμάρτημα τοῦ Ἀδὰμ διὰ τῆς εἰς τὸν Χριστὸν πίστεως τὸ γὰρ μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας ἀπεκαλύφθη παρευθὺς μετὰ τὴν παράβασιν εἰς τοὺς προπάτορας διὰ τοῦ λόγου ἐκείνου, ὅν εἶπε πρὸς τὸν ὅφιν ὁ Θεός, «έχθραν θήσω ἀναμέσον σοῦ καὶ ἀναμέσον τοῦ σπέρματος τῆς γυναικός, αὐτὸς σοῦ τηρήσει κεφαλὴν»· ἤτοι αὐτὸς καὶ οὐδεὶς ἕτερος, εἰμὴ ὁ Χριστός, ὁ μὴ ἐκ σπέρματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς ἀειπαρθένου τεχθείς, τηρήσει, ἤτοι συντρίψει τὴν κεφαλήν σου ὦ ὄφι'οὕτως ἡρμήνευσαν τὸ ρητὸν τοῦτο ὁ Εἰρηναῖος, ὁ Κυπριανός, ὁ Ἱερώνυμος καὶ ἄλλοι πολλοὶ πατέρες. Ἀλλὰ καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος λέγει «ἅμα μυστικός τις καὶ ἀπόῤῥητος οὗτος ὁ λόγος, σφόδρα πιθανὸς ἐμοὶ γοῦν, καὶ πᾶσι τοῖς φιλοθέοις μηδένα τῶν πρὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας τελειωθέντων, δίχα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως τούτου τυχεῖν· ὁ γὰρ λόγος ἐπαῤῥησιάσθη μὲν ὕστερον καιροῖς ἰδίοις· ἐγνωρίσθη δὲ καὶ πρότερον τοῖς καθαροῖς τὴν διάνοιαν». (Λόγ. εἰς τοὺς Μακκαβαίους) Τὰ αὐτὰ λέγει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὁμιλία η'. εἰς τὸν Ἰωάννην, καὶ ὁμιλία ι'. εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους.

19 Δία τοῦτο καὶ ὁ μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει. «Τάχα πολλοὶ τὸν Ἀδὰμ αἰτιῶνται πῶς εὐκόλως τῷ πονηρῷ συμβούλῳ πεισθεὶς τὴν θείαν ἠθέτησεν ἐντολήν· καὶ διὰ ταύτης τῆς ἀθετήσεως ἡμῖν τὸν θάνατον ἐπροξένησεν ἀλλ' οὐκ ἔστιν ἴσον πρὸ τῆς πείρας ἐθελῆσαι γεύσασθαι θανασίμου τινὸς βοτάνης καὶ μετὰ τὸ μαθεῖν, διὰ πείρας θανάσιμον οὖσαν, ἀπὸ ταύτης ποθεῖν ἐσθίειν... Δι' ὅ καὶ περισσότερον ἡμῶν ἕκαστος, ἢ ὁ Ἀδὰμ ἐκεῖνος μεμπτέος ἐστὶ καὶ κατακριτος» (ὅμιλ. λεχθείση κατὰ τὴν α' τοῦ Αὐγούστου.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: